Θρησκευτική ποίηση

Καθημερινά πνευματικά μηνύματα.

Συντονιστής: Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 10:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: Θρησκευτική ποίηση

Δημοσίευση από fotis » Τετ Μαρ 21, 2012 10:22 am

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΕΙΡΗΝΗΣ

Βασιλεία εἰρήνης, ἡ Βασιλεία Σου Κύριε.
Στόν Οὐρανό χαρμόσυνη κοινωνία ᾿Αγγέλων
καί χοροί ἁγίων
πού τῆς δικῆς Σου ἀρετῆς καί δόξας
καθρεφτίζουν τό φῶς, τήν ἀγάπη,
τήν ὡραιότητα.

Μά καί στή γῆ μας, Βασιλεία εἰρήνης
ἡ ᾿Εκκλησία Σου, Κύριε.
Πλημμυρισμένη ἀπό τοῦ Πνεύματος τίς δωρεές·
Αἰῶνες δέεται γιά τήν εἰρήνη τῶν ψυχῶν,
τοῦ κόσμου,
γιά τήν ἑνότητα τῶν τοπικῶν ᾿Εκκλησιῶν.
Κι’ εἶναι γι’ αὐτό πού τῆς εἰρήνης τό ἄνθος
δέ μαραίνεται.

Εἰρηνοδότη Κύριε,
ρουφώντας ἀπ’ τῶν Μαρτύρων τούς κρουνούς
κι ἀπ’ τῆς ᾿Αλήθειας Σου τό γάργαρο νερό
δῶσε νά γίνει κι ἡ καρδιά μου
τῆς εἰρήνης Σου Βασίλειο ταπεινό.
Στά κύματα της πάνω ᾿Εσύ νά περπατᾶς
κι οἱ λογισμοί τότε, τά πάθη, οἱ μικρότητες
εὐθύς θά γαληνεύουν.
Κι ὅταν φυσήξει ὁ πιό ἰσχυρός βοριᾶς
κι ὅταν ξεσπάσει καταιγίδα δυνατή
τή Θεία Σου ν’ ἀκούω στά βάθη μου φωνή·
«Εἰρήνη σου», «᾿Εγώ εἰμί».
Κυρηναία
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 10:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: Θρησκευτική ποίηση

Δημοσίευση από fotis » Πέμ Μαρ 22, 2012 3:18 pm

Σ΄ Ευχαριστώ !
...
"Σ΄ ευχαριστώ , Θεέ πολύ ,
που βάζεις μιάν ανατολή ,
μετά από κάθε δύση .

Γι΄ αυτό , η ψυχή μου λακταρά ,
να ΄ρθεί Σε Σένανε κοντά ,
να Σε δοξολογήσει ! "
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 10:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: Θρησκευτική ποίηση

Δημοσίευση από fotis » Πέμ Απρ 05, 2012 7:29 pm

''Σταυρωμένος''

Του Παναγιώτη Γ. ''ΕΜΑΝΟΥΗΛ''

Βροχή ραγδαία έπεσε
Πλημμύρισε η πλάση,
Και το νερό βιαζότανε
Εσένανε να φτάσει.

Έπεφτε πάνω στο κορμί
Σου ξέπλενε το αίμα,
Αυτό που έχυσες για μας
Απ’ όλο σου το δέρμα.

Των γύρων σου τα βλέμματα
Συνέχεια σε καρφώναν,
Και κάθε κίνηση Άγια
Ξανά την μαχαιρώναν.

Τα αγκάθια στο κεφάλι σου
Τρυπούσαν το μυαλό σου,
Θαρρείς πως θέλανε να πιουν
Το νέκταρ το δικό σου.

Οι πρόκες απ’ τα χέρια σου
Εξείχαν μια αγάπη,
Που ήταν όμως αρκετή
Για να χαθεί η απάτη.

Τα ανοίγματα στο σώμα σου
Δακρύζανε θυσία,
Και έτρεχε απ’ τις πληγές
Όλη σου η ουσία.

Στα πόδια σου τα δυο καρφιά
Στην σάρκα βυθισμένα,
Ρουφούν αδιάκοπα θαρρώ
Και το υπόλοιπο αίμα.

Μας κοίταξες και ευχήθηκες
Συγχώρεση να δώσει,
Ο πλαστουργός και Κύριος
Και τις ψυχές να σώσει.

Τετέλεσθαι ψιθύρισες
Κι έγειρες το κεφάλι,
Κι αμέσως έγινες για μας
Δικό μας προσκεφάλι.
Μας πήρες τα προβλήματα
Κι όλες τις αμαρτίες,
Συγκλόνισε η πορεία σου
Όλες τις Ιστορίες.

Ο ουρανός εσείστηκε,
Ταράχτηκε η πλάση,
Το σώμα σου φωτίστηκε
Ποτέ δεν θα γεράσει.

Οργίστηκε ο κεραυνός
Και έσκισε τον αέρα,
Η γης όλη κλονίστηκε
Πλανήθηκε φοβέρα,

Το έδαφος χωρίστηκε
Δεν άντεξε στην βία,
Αυτή που άνθρωποι έκαναν
Σε Θεια παρουσία.

Κι η Μάνα μας σε κοίταγε
Κι έκλαιγε η καρδιά της
Που έχασε τον μονάκριβο
Υιό από κοντά της.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 10:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: Θρησκευτική ποίηση

Δημοσίευση από fotis » Παρ Απρ 06, 2012 7:51 pm

''Σταύρωσις''

Του Παναγιώτη Γ. ''ΕΜΑΝΟΥΗΛ''

Οργανωμένο έγκλημα
Διαπράττεται μπροστά μου,
Κομμάτια σάρκας έμειναν
Μέσα στην αγκαλιά μου.

Σταυρός μεγάλος σέρνεται
Το χώμα αυλακώνει,
Σταγόνες σπέρνεις αίματος
Κι αγάπη ευθύς φυτρώνει.

Αγκάθια στάζουν συνεχώς
Φαρμάκι στο μυαλό σου,
Μα δεν δηλητηρίασαν
Ποτέ το φάρμακο σου,

Φάρμακο αγάπης Θεϊκής
Που ήρθες να διδάξεις
Και στην αιώνια ζωή
Όλους να μας περάσεις.

Μαστίγιο πλανήθηκε
Σφυρίζοντας μπροστά σου,
Και σκίζοντας εμοίρασε
Στα δυο την καρδιά σου,

Καρδιά που ’ταν στο σχέδιο
Να μοιραστεί σε κόκκους,
Να πάρουν όλοι αμοιβή
Για τους δικούς τους κόπους.

Έπεφτες από εξάντληση
Ανθρώπινη μεγάλη,
Μα σηκωνόσουν σαν Θεός
Είχες μια δύναμη άλλη.

Προχώραγες στον Γολγοθά
Με πόνο και οδύνη,
Στην άγνοια δεν ήθελες
Ποτέ κανείς να μείνει,

Κάποια μαντήλι σου βαλε
Πάνω στο πρόσωπο σου,
Και σκούπισε με προσοχή
Τ’ άγιο μέτωπο σου,

Την Beρoνίκη που αργότερα
Πολλοί την κυνηγήσαν,
Για την αγάπη της για σε
Δολίως την μισήσαν.

Συνέχισες το αίμα σου
Στο χώμα να το σπέρνεις,
Μ’ αυτό που μέχρι σήμερα
Όλους τους ανασταίνεις,

Έπρεπε στην κορφή να πας
Και να πεθάνεις πρώτος,
Εκεί που ονομάζανε
Όλοι ‘κρανίου τόπος’,

Θυσία για τον άνθρωπο
Και για τις αμαρτίες,
Που αιώνες καταγράφονται
Από τις ιστορίες.

Θεέ μου τι απίστευτο
..Ουράνιο μεγαλείο!!!
Αξίωσε με Δέσποτα
Σώσε με απ’ το κρύο,

Βαλε τον ήλιο μέσα μου
Αχτίνες να με χρίζουν,
Να μου μιλάνε στην καρδιά
Να μου υπενθυμίζουν,

Ετούτη την θυσία σου
Που έκανες για μένα,
Και τι θα πρέπει πάλι εγώ
Να κάνω για εμένα.

Και πήγες και σκαρφάλωσες
Μόνος σου στον σταυρό σου,
Γιατί αυτό αποφάσισε
Ο Πατέρας και Θεός σου.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 10:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: Θρησκευτική ποίηση

Δημοσίευση από fotis » Σάβ Απρ 07, 2012 7:30 am

''Ανάστασις''

Του Παναγιώτη Γ. ''ΕΜΑΝΟΥΗΛ''


Έκρηξη ακτίνων έγινε
Και σχίστηκαν οι βράχοι,
Το μνήμα χαμογέλασε
Και χάρηκε η πλάση.

Οι φύλακες σαστίσανε,
Δεν ’ξέραν τι είχε γίνει,
Τον τάφο σαν κοιτάξανε
Άδειο να έχει μείνει.

Είδαν την πέτρα τηn βαριά
Παράμερα στην άκρη,
Και γέλαγαν οι υάκινθοι,
Οι κάμποι, και τα δάση.

Στον τάφο μέσα βρίσκονταν
Με σμύρνα κολλημένες,
Προσεχτικά σε μια γωνιά
Οι γάζες τυλιγμένες.

Ο τόπος μοσχοβόλαγε,
Πνιγόσουν απ’ τον μύρο,
Τρεις μέρες πριν ραντίσανε
Για την ταφή τον Κύριο.

Μέσα στην άγρια ερημιά
Κανείς δεν είχε φτάσει,
Αλλά το νέο έτρεξε
Σαν άτομο σε σχάση.

Άγγελοι ψέλνανε Ωσαννά,
Με σάλπιγγες υμνούσαν,
Του ενός Θεού την ύπαρξη
Και τον δοξολογούσαν,

Που νίκησε τον θάνατο,
Συνέτριψε το φίδι,
Τον δαίμονα που πονηρά
Κρυφή πληγή εγίνει.

Ως Ζωηφόρος Αρχηγός
Εξήλθε εκ του Άδη,
Και φώτισε για πάντοτε
Με μίας το σκοτάδι.

Πηγή της αναστάσεως
Τα σπάργανα του μνήματος,
Χριστέ μετά Πατρός και Πνεύματος
Πάντα πληρών ο Απερίγραπτος.

Εν τω τάφο κατήλθε o Αθάνατοs,
Να πληρωθεί το έργο των αιώνων,
Ότι υπάρχει Θεού Υιός
Του Σώζοντος το γένος των Ανθρώπων.

Τον θάνατο θανάτωσε,
Και εκ νεκρών ανέστη,
Και ανεγέρθη ωσάν Θεός
Απ’ όλα όσα υπέστη.

Και πρώτη ήρθε η Μαγδαληνή
Αυτή να προσκυνήσει,
Με προσευχή τον Κύριο
Κι ωδή να τον υμνήσει,

Και είδε τον αμπελουργό,
Αγάπη να τρυγάει,
‘Μη μου άπτου’ αναφώνησε
Και να την ευλογάει.

Στους μαθητές του έτρεξε
Έργο να ανακοινώσει,
Το χάρισμα του Πνεύματος
Του Αγίου να τους δώσει,

Συνεχιστές Του ήθελε
Στην Θέση Του να αφήσει,
Τους Δώδεκα Απόστολους
Και να τους Ευλογήσει.

Κάποιοι τον ψηλαφίσανε
Δειλά για να πειστούνε,
Θαύμα πως αντικρίζουνε
Ήθελαν για να δούνε,

Κι αφού τον προσκυνήσανε,
Κλαίγοντας, και υμνώντας,
Τον αποχαιρετήσανε
Όλοι δοξολογώντας,

Eφτανε η ώρα η τελική,
Η Ανάληψη να γίνει,
Από το έργο του Ιησού
Αυτό είχε απομείνει,

Οι ουρανοί ανοίξανε,
Τα αστέρια κατεβήκαν,
Ο ήλιος αναστέναξε,
Και τα βουνά γογγύξαν,

Σύννεφα σιγοκλαίγανε
Aπό χαρά μεγάλη,
Kαι του Χριστού την αρπαγή
Kανόνισαν με χάρη.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 10:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: Θρησκευτική ποίηση

Δημοσίευση από fotis » Δευ Απρ 16, 2012 12:43 pm

Χριστός ἀνέστη!

Νύχτα τοῦ Πάσχα.
Σφαλιστοί στή φυλακή,
στό ἴδιο κελλί κι οἱ δυό·
ἀπό δίκαιη κρίσι,
φονιᾶς ὁ ἕνας, – τόν ἄλλο
εἶχε ἀδικήσει
τοῦ νόμου ἡ πλάνη·
ἀθῶο τόν ἔρριξαν ἐκεῖ.

Χριστός ἀνέστη! ἀκούεται
ξάφνου ἡ ψαλτική
κι ὁλόχαρη ἡ καμπάνα
ἀπ᾿ τό ξωκκλήσι.
Καί τοῦ φονιᾶ τό μάτι
ἔχει δακρύσει,
γελᾶ τοῦ ἀθώου ἡ ὄψι ἐκστατική!

Καί τότε – στό κελλί περιχυμένο
μέ φῶς μυρίων λαμπάδων
εἶδαν τόν Χριστό...
— ῏Ηρθα γιά σέ!
εἶπε στό μετανοιωμένο.

Καί μ᾿ ἕνα κίνημα τῆς τρυπημένης
παλάμης, εἶπε
στόν ἀθῶο γονατιστό·
— ᾿Αθῶος ἐσύ,
μπορεῖς νά μέ προσμένης.

Γ. Δροσίνης
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
ΜΙΧΣ
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4965
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 23, 2012 12:24 pm

Re: Θρησκευτική ποίηση

Δημοσίευση από ΜΙΧΣ » Δευ Απρ 16, 2012 3:29 pm

:8 :8 :8 :8 :8 :8 :8 :8 :8 :8 :8 :8 both of them!!!
+Η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς Αγία, δόξα σοι.

Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 10:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: Θρησκευτική ποίηση

Δημοσίευση από fotis » Κυρ Απρ 29, 2012 9:03 am

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Αδεμαντάτο σκοτεινό και μέρα λυπημένη
που ήλθεν σήμερα σε μέν την πολλοπικραμένη
έπιασαν τον υιούλλην μου κι έμεινα 'ρφανεμένη.
Άρχοντες αγρικήσατε οσ' είστε συναγμένοι
να σας ειπώ μιαν γραφή την έχουσιν θεσμένη.
Ακούσατε μετά χαράς Αγίας ιστορίας
τα πάθη του Κυρίου μας, θρήνον της Παναγίας
και πρώτον πως εστάθηκε και πως εμελετήθη
πως επροδόθη ο Χριστός και πως εκατακρίθη.
Πρώτον εσυμβσυλεύθηκαν οι άνομοι Εβραίοι
οι γραμματείς και οι σοφοί αυτοί οι Φαρισαίοι
κατά Χριστού εφρίαξαν και να εμελετήσαν
για να σταυρώσουν τον Χριστόν την γνώμη τους έστησαν
όσοι προδώνουν τον Χριστόν αργύρια να τάξουν
ία όσοι γυρεύουν τον Χριστόν να παν να τον αρπάξουν.
Από τους μαθητάδες του εδόθην η αιτία
και επροδόθην ο Χριστός με την φιλαργυρία.
Ιούδας τον επρόδωσεν καθώς είναι γραμμένον
και επληρώθη το ρηθέν το πάλαιγεγραμμένον.
Τρέχει ο τρισκατάρατος και πάγει στους Εβραίους
και λέγει τους μια αφορμή αυτούς τους Φαρισαίους
τι έχετε να δώσετε για να σας βεβαιώσω
Εκείνον που γυρεύετε να σας τον παραδώσω.
Εκείνοι του ετάξασιν αργύρια τριάντα
και νόμισεν ο μιαρός πως θα τα έχει πάντα.
Τότε ευχαριστήθηκε και για να βεβαιώσει
έκαμεν όρκον φοβερόν να τους τον παραδώσει
εγώ πηγαίνω έμπροσθεν κι εσείς λοιπόν κοπιάστε
όποιον φιλήσω λέγει τους αυτός εστί τον πιάστε.
Έτρεξαν όλοι παρευθύς, οσάν οι διάβολοι
και πήγαν κ' ήβραν τον Χριστόν μέσα στο περιβόλι
Ιούδας τρέχει μπροστά χαίρε Ραββί, του λέγει
τάχα πως ελυπήθηκε κι αρχίνησεν να κλαίει
τα βρομερά τα χείλη του τον Ιησού φίλησαν
και στρατιώτες παρευθής όλοι τους τον έστησαν
ωσάν φονιά τον πιάνουσιν κιωσάν ληστή τον δίνουν
και στου Πιλάτου πήραν τον κι εμπρός του τον στήνουν
ο δε Πιλάτος λέγει τους έχετε μαρτυρία
κατ' εναντίον του Χριστού να γράψω την αιτία.
Όλοι του αποκρίθηκαν ότι το μαρτυρούμε
πως είναι ένοχος σταυρού για τούτον τον διούμεν
εμπρός του τρεις εστάθησαν καθείς να μαρτυρήσει
Γιατί είπε ότι τον Ναόν θέλει τον καταλύσει
και τρεις ημέρες ύστερα θέλει τον αναστήσει.
Είπεν ότι είναι Υιός Θεός κ' εποίησεν την χτίσην.
Ο δε Πιλάτος λέγει τους δεν του βρήκα αιτίαν
ούτε κανένα φταίξιμο ούτε καν αμαρτίαν
αλλ' όμως του εφώναξαν αν δεν το σταυρώσεις
οτ' έλθη που τον Καίσαρα να μην το μετανιώσεις
και ο Πιλάτος φοβηθείς στάθη και συλλογίσθη
και πρόσταξε και φέραν του ευθύς νερό και νίφθη
κι έδωσεν την απόφασην για να τον θανατώσουν
αδίκως τον κατέκρινεν για να τον ησταυρώσουν
πάλιν σας λέγω άρχοντες να πω στην αφεντιά σας
το κρίμαν του το αίμα του ας το βρουν τα παιδιά σας
γιατί κακόν δεν έκαμεν πως να τον κατακρίνω
αλλά σαν με βιάσατε στην γνώμη σας να κλίνω
και σεις όλοι σας όψεσθε ως λέγει η γραφή σας
επάρτε τον, σταυρώστε τον ως θέλετε ατοί σας
άρπαξαν τον οι άνομοι στα βρομερά τους χέρια
και πίπταν του στο πρόσωπο με βέργιες με μαχαίρια
εδίνασιν τα μάτια του κι όλοι τον εραπίζαν
έφτυναν του στο πρόσωπο κι ομπρός του γονάτιζαν
κι έλεγαν του προφήτεψε ημάς Χριστέ να δούμεν
αν βρεις ποιος σε ράπισε τώρα να πιστευτούμε.
Πολλά κακά του κάμασιν καθένας οτ' εμπόρεν
ύστερα του εβγάλασιν τα ρούχα που εφόρεν
έπιασαν και φορήσαν του χλαμίδα την κόκκινη
και τον επεριπέζασιν με τόση κατασχύνη
έπλεξαν και φορήσαν του στέφανον ακανθένον
το γένος το αχάριστον το τρις καταραμένον.
Έπιασαν τον και πήραν τον για να τον θανατώσουν
επάνω εις τον Γολγοθά για να τον σταυρώσουν
τον Κυριναίο Σίμωνα ηγκάρευσαν να άρει
του Ιησού μας του Χριστού Σταυρού για να του πάρει
επήραν τον στον Γολγοθά εκεί και σταύρωσαν τον
και διόρισαν φύλακες εκεί και έβλεπαν τον
πέντε καρφιά του βάλασιν μεγάλα σιδερένια
στα χέρια και στα πόδια του επίτηδες κομμένα
ένα καρφί πυρούμενο έμπηξαν στην καρδιά του
έκρουσαν και καήκασιν μέσα στα σωθικά του.
Βάλλει φωνή ζητά νερό, διψά να τον ποτίσουν
κι οι σκύλοι οι παράνομοι δεν θεν να καηλίσουν.
Μα της καρδιάς το καρφί δεν μπόρα να υποφέρει
κι όταν τον εσταυρώσασιν ήτανε μεσημέρι
εβάλαν ξύδι με χολή σε σπόγκο στο καλάμι
κι έδωσαν του το να το πιει την δίψα ν' αποκάμει.
Όταν του τα επότισαν τούτον τον λόγο είπε:
«Τώρα ετελιώθησαν τα λόγια τους προφήτες»
και με τα ταύτα πάραυτα, έγειρε και λιγώθη
Θεε Θεόν εφώναξε το πνεύμα παρεδόθη
τότε εγίνηκε σεισμός ως την ενάτην ώρα
ώστε πολλοί ελέγασιν θε να χαλάσει η χώρα
η γη όλη εσίστηκεν τα μνήματα ανοίχτηκαν
οι πέτρες εραγίστησαν κομμάτια εγινήκαν
ο ήλιος εσκοτίστηκεν κι γη χαμέ βρυχάτου
κι οι σκύλοι οι παράνομοι κανείς δεν ελυπάτουν.
Οι άγγελοι ετρόμαξαν το θαύμα που εγίνη
και ο Ναός εσχίσθηκε δυο μερτικά εγίνη
Όλον το καταπέτασμα το του Ναού εσχίσθη
όλη η γη κι ο ουρανός σαν δέντρον εμποσείσθη
Τότε η Παναγία μου εστέκετουν κλαμένη
θλιμένη και περίλυπη χαμέ στη γη φυρμένη
ετράβαν τα μαλάκια της το στήθος της εχτύπαν
ούτε τον κόσμο έβλεπε ούτε φωνές αγρίκαν.
Έκλαιε και εφώναζε: «Υιέ μου και Θεε μου
τι είναι ταύτα που θωρώ που δεν είδα ποτέ μου.»
«Αχ τέκνον μου τι έπαθες και είσαι τόσον θλιμένον
θλιμένον και περίλυπον καταδεδικασμένον».
Υιε μου κανακάρη μου κ' ακριβαναγιωμένον
Ποιος μου το λάλεν να σε δω στο ξύλο σταυρωμένον
όπου μαχαίρι να σφαγώ κι όπου γκρεμός να δώσω
κι όπου ποτάμι σαν θολό να μπω να παραδώσω
ειδέ μαχαίρι κοφτερό που μπήκε στην καρδιά μου
εμπήκε και κατέκοψε μέσα στα σωθικά μου
όπου τρομάρα τρέμουσιν τα μέλη μου σπαράζουν
τα σωθικά μου τρέμουσιν τα σπλάχνα μου ταράσουν
Τι έκανες, τι έπτεσες Υιέ μου των Εβραίων
και τώρα με εκάνασιν αληθινά να κλαίω
τόσα καλά που έκανες του αχάριστου γένους
τους παράλυτους γιάτρεψες και τους αρρωστημένους
κουτσούς χολούς εγιάτρεψες ομού και λεπρωμένους
τυφλούς το φως εχάρισες τους όντως λαβωμένους
ανάστησες δε και νεκρούς μόνο με την φωνή σου
και φεύγασιν οι δαίμονες μόνο με την βουλή σου.
Σαράντα χρόνια έτρωγαν στην έρημο το μάννα
και τώρα οι αχάριστοι ειδέ ήντα σου κάμαν.
Αντί του μάννα την χολή και ξύδι σε πότισαν
κι αντί της πέτρας το νερό με άλυσον σ' εδείσαν
αντί π' ανάστησες νεκρούς και είδαν και θαύμασαν
τώρα οι σκύλοι οι άνομοι στο ξύλο σε κρέμασαν.
Τιαύτα λόγια θλιβερά έλεγε η Κυρία
Η Παναγία η Δέσποινα η ταπεινή Μαρία.
«Υιέ μου, την μητέρα σου ιδέ την και λυπήθου
Ειδέ την και λυπήθου την, ειδέ την και σπλαχνίθου.»
Τούτο τον λόγο είπε τον κι έγειρε και λιγόθην
εφίρτην κι έπεσε χαμέ πάνω στη γη φυρμενη φυρμενη
μαύρη σκοτεινή ωσάν αποθαμένη
κι όταν την εποφύρασιν αρχίνησεν να κλαίει
Τον Γιόν της τον Μονογενή και πάλι να τον λέγει
Αχ τέκνον μου, γλυκύτατο και φως των αμαθκιών μου
και πουν οι μαθητάδες σου, οι εβδομήντα δυο μου,
και πουν οι μαθητάδες σου η πρώτη δωδεκάδα
και μοναχή μ' αφήσανε με θλίψη και πικράδα
και μοναχή μ' αφήσανε με θλίψη και πικρία
με πόνους και με βάσανα την ταπεινή Μαρία
και που να παπορευθώ και που να πα να μείνω
τίνος το σπίτι η φτωχή την κεφαλή να κλίνω
ποιον να έχω σύντροφο να κάθομαι να κλαίω,
τους πόνους και τα βάσανα και τίνος να τα λέω
πότε να έρθεις τέκνον μου ώστε να σε κατέχω
κλαίω απαρηγόρητα, παρηγοριά δεν έχω
τις βούκες της κατέσχισε τα αίματα έτρεχαν
τα δάκρυα της έτρεχαν χαμέ στη γη έβρεχαν
ετράβαν τα μαλλάκια της το στήθος της εκτύπαν
ούτε τον κόσμο έβλεπε ούτε φωνές εγρίκαν
δυο βρύσες εγινήκασιν τα δυο της αμάτια
το στήθος της τες βούκες της έκαμεν τες κομμάτια.
Υιέ μου όταν σε γέννησα δεν δεν είχα τέτοιους πόνους
και τώρα πόνοι τετραπλοί τα σωθικά μου σπρώχνουν
όταν σε γαλακτότρεφα είχες Θεού την χάρη
εθώρουσε και χαιρόμουν και βαστούν σε καμάρι
όταν σε ποσαράντονα τότε στον Ιερέα
τον Συμεών τον θαυμαστό τότε έτσι τον ελέγαν
αυτός μου επροφήτευσεν αυτή την προφητεία
πως μέλλει διελεύθουσα ρομφαία στην καρδιά.
Αυτά μου επροφήτευσεν ο Συμεών Θεόπτης.
Ιδού ρομφαίαν και σπαθίν τα σωθικά μου κόπτει
ιδού θωρώ το τέκνο μου στο ξύλο σταυρωμένο
και μέσα στην καρδιά του έχουν το καρφωμένο
ξύλο όπου σταυρώθηκε ο Πλάστης και Θεός μου
Ο ποιητής του Ουρανού της γης κι όλου του κόσμου
εποίησε τον Ουρανό ήλιο και το φεγγάρι
τη γην ομού την θάλασσα με κάθε λογής ψάρι.
Σταυρέ μου ξύλο Άγιο ξύλο ευλογημένο
ξύλο πανυπερθαύμαστο κι υπερδεδοξασμένο
ξύλο όπου εβλάστησες το είδος τριών ξύλων
πεύκος, κέδρος, κυπάρισσος του παραδείσου φύλλο
γιε μου την μητέρα σου ιδέ την και λυπήθου
ιδέ την και λυπήθου την ιδέ την και σπλαχνίθου.
Υιέ μου την μητέρα σου ιδέ και μίλησε της
σύντηχε της δυο λόγια και παρηγόρησε την.
Εις ποιον με παρέδωσες κ' εις ποιον θα μ' αφήσεις
και απεκρίθη ο Χριστός της Δέσποινας και λέγει
μητέρα μου, μητέρα μου σιώπησε μην κλαίεις
τον Ιωάννη φίλο μου εγώ σου παραδίδω
να σ' έχει σαν μητέρα του και συ υιόν εκείνον.
Ω Ιωάννη φίλε μου, έφθασε η τιμή σου
έπαρε την μητέρα μου και έχε την μαζί σου.
Τότε την επαράλαβε στο σπίτι του την παίρνει
και δεν είχε παρηγοριάν η πολλοπικραμένη.
Πάλιν δευτεροφίρτηκεν φιρμένη δύο ώρες
ράντιζαν την ροδόσταμμαν οι τότε μυροφόρες
Μάρθα, Μαρία ήτανε ομού και η Σωσάνα
κι άλλη Μαρία του Κλοπά ομού και Ιωάννα.
Τούτες οι πέντε ήτανε που την παραμυθούσαν
και βλέπαν την μην σκοτωθεί και την παρηγορούσαν.
Ετρεξαν εις τον Ιωσήφ από Αριμαθίας
και τον επαρακάλεσαν να πάει στου Πιλάτου
γιατί αυτού του Ιωσήφ έπαιρναν η ριτζιά του.
Ετρεξαν όλοι παρευθύς στου ηγεμόν να φτάσουν
τον Ιησού μας τον Χριστό για να τον κατεβάσουν
Επήγαινε κι η Δέσποινα μετά του Νικόδημου
Του Μαθητά του Ιησού κείνου του περίφημου
Νικόδημος και Ιωσήφ πηγαίνουν στου Πιλάτου
κι η Δέσποινα γονατιστή έκλαιε μπροστά του.
Να σε παρακαλέσουμε αφέντη μου Πιλάτε
γιατί την εξουσία σου ο κόσμος την φοβάται
για να μας δώσεις τον Χριστό κείνον τον σταυρομένο
κείνο που πάνω στον σταυρό Χριστό τον πεθαμένο
εκείνον που σταυρώσατε εχτές πάνω στο ξύλο
γιατί δεν έχει συγγενείς ούτε κανένα φίλο
δός μας τον να τον θάψουμε καθώς είναι η τάξη
γιατί δεν έχει συγγενείς τώρα να τον κοιτάξει.
Πιλάτε τι σε ωφελεί κι αν είναι σταυρωμένος
κι αν είναι πάνω στο σταυρό δυο μέρες κρεμασμένος
νεκρός χλωμός κατάντησε νεκρός και πεθαμένος.
Δός μας τον να τον θάψουμε κι είναι φτωχός και ξένος
εχόρτασε η δίψα τους τους άνομους Εβραίους
τέλειωσε το έργο τους αυτούς τους Φαρισαίους
τοιαύτα λόγια θλιβερά ο Ιωσήφ ελάλεν
εις τον Πιλάτον τον κριτήν και τον επαρακάλεν
και ο Πιλάτος λέγει του ποίον έχεις να πέψεις
να στείλει εκατόνταρχον για να τον κονταρέψει
αν ίσως και απέθανε χαπάριν να του πέψει
ευθύς επήγαν στον Χριστόν και εκονταρέψαν τον
που την δεξιά του την πλευρά αυτοί ελόγχεψαν τον
εκεί που τον ελόγχεψεν βγήκε νερό και αίμα
ιδών ο εκατοντάρχος και όλοι τους έτρεμαν
επιστεύσαν πως εν Θεός κι ήθελε εκουσίως
να σταυρωθεί και να ταφεί σαν θέλει αυτεξουσίως.
Αυτόν τον εκατόνταρχον έλεγαν τον Αογγίνο
επίστεψε στα χέρια του και πίστεψε σ' εκείνον
και στον Πιλάτο έτρεξε δια να τον προλάβει
πως εν νεκρός και πέθανε να μην αμφιβάλλει
και ο Πιλάτος παρευθύς του Ιωσήφ δανείζει
τον Ιησού μας τον Χριστό χάρη μας τον χαρίζει
τότε λοιπόν ο Ιωσήφ έτρεξε να προφθάσει
τον Ιησού μας τον Χριστό για να τον κατεβάσει
πάνω στον Τίμιο Σταυρό έτρεξαν καθώς ήσαν
και κατέβασαν τον Χριστό και τον επροσκυνήσαν
η Παναγία η Δέσποινα ήταν του πανωθκιόν του
και έσκιπτεν και φίλαν το συχνά το πρόσωπον του
έκλαιεν και εφώναζεν σαν κλαίσιν κι άλλες μάνες
και τρεχασιν τα μάτια της σαν τρέχουν οι φουντανες.
Ω Μιχαήλ Αρχάγγελε που τουν ο Λογισμός σου
κι είπες μου Χαίρε Δέσποινα έπιασαν τον Υιό σου
καλύτερα είχες μου πει δέχθου τον θάνατον σου
έχει τρία μερόνυχτα όπου τον τυρρανίζουν
ολόγυμνο τον γιουλλην μου τες στράτες τον γυρίζουν
φορεί στεφάνι αγκαθό πάνω στην κεφαλή του
και δεν το ξέρουν οι άνομοι πως εμε την βουλή του
έβαλαν λίτρες εκατόν σμύρναν με το λοβάρι
κι άλλα μυρωδικά πολλά στον τάφο για να πάρει
επήραν τον και θάψαν τον τον δίκαιο εκείνον
κι η Παναγία ταπισόν κάμνει μεγάλο θρήνο.
Αλίμονο, αλίμονο Υιέ μου και Θεέ μου
τι είναι τούτα που θωρώ που δεν είδα ποτέ μου.
Αλίμονο, αλίμονο Θεέ μου και Πατέρα
και πως με παλλησμόνισες ετούτην την ημέρα
όποιος διαβάζει την γραφή ετούτη του Υιού μου
ερώτησην να μην έχει στην κρίση του Θεού μου
κι η Δέσποινα που το έβγαλεν πρέπει να την υμνάτε
πρέπει να την δοξάζετε και να την προσκυνάτε
αυτής πρέπει η δόξαση κι εμένα το σπολλάτε.

Τέλος και του Θεού η δόξα
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 10:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: Θρησκευτική ποίηση

Δημοσίευση από fotis » Δευ Απρ 30, 2012 9:40 am

Ευχαριστία

Σ' ευχαριστώ, που έγινες ένα πνεύμα μαζί μου
ασυγχύτως, ατρέπτως κι αναλλοιώτως,
Θεέ του παντός,
κι' έγινες για χάρη μου τα πάντα σε όλα:
Τροφή ανεκλάλητη που ποτέ δεν τελειώνει,
που ξεχύνεται ακατάπαυστα
από της ψυχής μου τα χείλη
και πλούσια αναβλύζει
απ' την πηγή της καρδιάς μου.
Ενδυμα, που αστράφτει
και καταφλέγει τους δαίμονες.
κάθαρση, που με πλένεις
με τ' άφθαρτα κι' άγια δάκρυα
που η παρουσία σου χαρίζει
σ' όσους επισκεφθείς.
Σ' ευχαριστώ, γιατί για χάρη μου έγινες
ανέσπερο φως και ήλιος αβασίλευτος,
που δεν έχεις πού να κρυφτείς,
αφού γεμίζεις με τη δόξα σου τα σύμπαντα.
Ποτέ δεν κρύφτηκες από κανένα
αλλ' εμείς κρυβόμαστε πάντοτε από σένα,
μη θέλοντας ναρθούμε κοντά σου.
Μα πού να κρυφτείς
αφού πουθενά δεν υπάρχει τόπος
για την κατάπαυσή σου;
Και γιατί να κρυφτείς
εσύ που δεν αποστρέφεσαι κανένα
ούτε κανένα ντρέπεσαι;
Και τώρα, σε ικετεύω, Δέσποτά μου,
έλα να στήσεις τη σκηνή σου στην καρδιά μου,
να κατοικήσεις και να μείνεις εντός μου
αχώριστος κι ενωμένος μέχρι τέλους
με μένα τον δούλο σου, αγαθέ,
για να βρεθώ κι' εγώ
στην έξοδό μου κι έπειτα απ' αυτήν στους αιώνες
κοντά σου Αγαπημένε,
και να βασιλέψω μαζί σου
Θεέ του παντός!
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 10:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: Θρησκευτική ποίηση

Δημοσίευση από fotis » Τρί Μάιος 01, 2012 10:56 am

Ικεσία

Μείνε, Κύριε, και μη μ' αφήσεις μόνο.
Θέλω, όταν έρθουν οι εχθροί μου,
Που ζητούν να καταπιούν την ψυχή μου,
να σε βρούν μέσα μου,
και να φύγουν για πάντα,
για να μη μπορέσουν ξανά να με βλάψουν
βλέποντάς σε τον ισχυρότερο πάντων
να κάθεσαι στον οίκο της ταπεινής μου ψυχής.
Ναί, Δέσποτα,
όπως με θυμήθηκες όταν ζούσα στον κόσμο
και χωρίς να το καταλάβω
με διάλεξες εσύ, με χώρισες απ' τον κόσμο
και μ' έκανες κοινωνό της θείας σου δόξης,
έτσι και τώρα φύλαξέ με
πάντοτε σταθερό κι αμετακίνητο
στην ενοίκησή σου εντός μου.
Βλέποντάς σε αδιάκοπα εγώ ο νεκρός
θ'ανασταίνομαι και θα ζω,
έχοντάς σε εγώ ο φτωχός
θα πλουτίζω διαρκώς
και θα γίνω πλουσιότερος
απ' όλους τους βασιλιάδες.
και θα σε τρώγω και θα σε πίνω
και θα σε ντύνομαι κάθε ώρα,
ώστε να ζω και τώρα και πάντα
εντρυφώντας σε ανεκλάλητα αγαθά.
Γιατί εσύ είσαι
κάθε αγαθό και κάθε δόξα και κάθε τρυφή
και σε σένα πρέπει η δόξα
στην Αγία και Ομοούσιο και Ζωοποιό Τριάδα,
που όλοι οι πιστοί
τη σέβονται και τη γνωρίζουν,
την προσκυνούν και τη λατρεύουν
στα πρόσωπα
του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος
τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Μηνύματα”