Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1956
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΒ΄ (12η) Ιανουαρίου, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΤΑΤΙΑΝΗΣ.

Δημοσίευση από silver » Σάβ Ιαν 12, 2019 1:05 am


Τατιανή η Μάρτυς κατήγετο εκ της αρχαίας Ρώμης, ακμάσασα κατά τους χρόνους του βασιλέως Αλεξάνδρου, εν έτει σκβ΄ (222), θυγάτηρ μεν πατρός πλουσίου και περιφανούς, ο οποίος τρις εγένετο ύπατος, διάκονος δε της Εκκλησίας κατά την τάξιν και το επάγγελμα. Αύτη λοιπόν, διότι ωμολόγει τον Χριστόν, ωδηγήθη έμπροσθεν του βασιλέως, και εισελθούσα μετ’ αυτού εις τον Ναόν των ειδώλων, δια προσευχής της κατεκρήμνισε τα είδωλα. Όθεν δέρουσι ταύτην εις το πρόσωπον και με σιδηράς αγκίδας σχίζουσι τα βλέφαρά της. Έπειτα κρεμώσιν αυτήν και καταξεσχίζουσι το σώμα της, και είτα ξυρίσαντες την κεφαλήν της δια καταισχύνην, ρίπτουσιν αυτήν εις το πυρ και δίδουσιν εις τα θηρία. Επειδή δε διεφυλάχθη από αυτά αβλαβής με την χάριν του Θεού, τούτου ένεκα απεκεφαλίσθη, και ούτως έλαβεν η αοίδιμος τον στέφανον του μαρτυρίου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1956
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΓ΄ (13η) Ιανουαρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΕΡΜΥΛΟΥ και ΣΤΡΑΤΟΝΙΚΟΥ.

Δημοσίευση από silver » Κυρ Ιαν 13, 2019 1:03 am

Έρμυλος και Στρατόνικος οι Άγιοι Μάρτυρες ήκμασαν επί του δυσσεβούς Λικινίου, όστις είχε πολλήν σπουδήν εις την θυσίαν των ειδώλων ο δόλιος, τους δε Χριστιανούς εκόλαζεν άσπλαγχνα και διαφόρως αυτούς εβασάνιζεν, ίνα αρνηθούν την ευσέβειαν και τους εθανάτωνε χαλεπώτατα. Και όστις ήθελε καταμηνύσει προς τον βασιλέα τινά Χριστιανόν, ελάμβανεν απ’ αυτόν πολλήν την ανταμοιβήν. Όθεν όλοι Έλληνες εφρόντιζον να εύρουν Χριστιανούς, δια να φανούν προς τον βασιλέα ευγνώμονες και ευσεβείς προς τα είδωλα. Καθεζόμενος λοιπόν ποτέ εις τον θρόνον του ο δυσσεβής ούτος Λικίνιος, ήλθεν εις στρατιώτης και λέγει προς αυτόν· «Ηξεύρω ένα άνθρωπον, όστις είναι εις την τάξιν των Χριστιανών Διάκονος, ονόματι Έρμυλος, και περιγελά τους θεούς και την βασιλείαν σου». Ο δε Λικίνιος επρόσταξε να τον φέρωσιν ευθύς εις το θέατρον· και πηγαίνοντες οι στρατιώται, τον εύρον να προσεύχεται. Αναγγείλαντες λοιπόν εις αυτόν το βασιλικόν πρόσταγμα, ευθύς πρόθυμος ηκολούθησεν αυτούς, χωρίς να δείξη σημείον σκυθρωπότητος, μάλιστα δε και έχαιρεν, ότι έμελλε να πάθη δια τον Χριστόν κολαστήρια. Παραστήσαντες λοιπόν αυτόν εις το θέατρον, τον ηρώτησεν ο βασιλεύς, εάν ήτο Χριστιανός· ο δε απεκρίνατο· «Όχι μόνον με φωνήν λαμπράν και γνώμην στερράν ομολογώ, ότι είμαι Χριστιανός, αλλά και ότι αφιερώθην εις τον Θεόν, Διάκονος εκείνου γενόμενος». Λέγει προς αυτόν ο Λικίνιος· «Λοιπόν, διακόνησον εις τους θεούς, ίνα σε τιμήσω ως πρέπει». Ο δε απεκρίνατο· «Κωφός είσαι ή υποκρίνεσαι ότι είσαι μωρός και ανόητος; Εγώ σου είπα ότι είμαι του αοράτου θεού Διάκονος, και συ μου λέγεις να λατρεύσω λίθους και ξύλα κωφά και άψυχα είδωλα, έργα χειρών ανθρώπων, τα οποία όσοι έχουν γνώσιν και φρόνησιν καταφρονούσιν ως άξια γέλωτος, συ δε τα προσκυνείς ως πεπλανημένος και ανόητος;» Εις ταύτα εθυμώθη ο τύραννος και προστάσσει να τον κτυπούν εις τας σιαγόνας με χαλκά όργανα· ο δε κήρυξ έλεγε ταύτα μεγαλοφώνως· «Φύλαττε την γλώσσαν σου, Έρμυλε, και τίμα τον αυτοκράτορα, θυσίασε εις τους θεούς, ίνα αποφύγης τα βάσανα». Ο δε Μάρτυς υπέφερε τας μάστιγας και έχαιρεν ονειδίζων ως νικημένον τον τύραννον, και του έλεγεν· «Εγώ μεν λαμβάνω αυτάς τας μικράς πληγάς πρόσκαιρα, αλλά συ θέλεις κληρονομήσει αιώνιον κόλασιν, διότι αφήκες εκείνον όστις σε έπλασε και προσκυνείς κωφά και άλαλα ξόανα· και το χειρότερον, φθονείς και των άλλων την σωτηρίαν και προσπαθείς να τους ρίψης εις την απώλειαν». Αφού δε τον έδειραν ώραν πολλήν, επέρασεν ο θυμός του τυράννου, και προστάσσει να τον φυλακίσουν έως την τρίτην ημέραν, μήπως και έλθη εις μεταμέλειαν· ο δε Μάρτυς έψαλλε· «Κύριος εμοί βοηθός, και ου φοβηθήσομαι». Όταν δε εισήλθεν εις την φυλακήν έλεγεν· «Ο καθήμενος επί των Χερουβείμ εμφάνηθι, και ελθέ εις το σώσαι ημάς». Και ο μεν Μάρτυς υπέμεινε τα λυπηρά γενναίως δια τον Κύριον, εκείνος δε δεν ημέλησε να του στείλη ως φιλάνθρωπος την εξ ύψους βοήθειαν· και παρακινών αυτόν εις περισσοτέραν ανδρείαν, έστειλεν Άγγελον, και λέγει προς παράκλησίν του· «Έχε θάρρος και μη φοβηθής ποσώς, Έρμυλε· αγωνίζου και μη δειλιάσης, ότι εις ολίγας ημέρας θέλεις νικήσει τας μηχανάς του τυράννου, να λάβης εξ ουρανών λαμπρότερον του μαρτυρίου τον στέφανον». Ούτως οπλίζει ο Κύριος τον δούλον αυτού, δίδων κατά του τυράννου σωτηρίαν και δύναμιν. Μετά δε την τρίτην ημέραν, καθίσας εις το κριτήριον ο Λικίνιος, έφερε τον Μάρτυρα, και λέγει προς αυτόν· «Εσωφρονίσθης ολίγον, Έρμυλε, να προσκυνήσης τους θεούς, να λυτρωθής από τους κινδύνους, ή ακόμη μένεις εις το πρώτον πείσμα σου ως υπερήφανος;» Ο δε απεκρίνατο· «Επειδή σου είπα από την πρώτην αρχήν την γνώμην μου, τι κοπιάς να με δοκιμάζης πάλιν, και χάνεις τον καιρόν άκαρπα; Εγώ τον Θεόν του ουρανού προσκυνώ, και γίνομαι θυσία δι’ αυτόν, από τον οποίον αναμένω μεγάλην βοήθειαν». Τότε είπε προς αυτόν ο τύραννος· «Τώρα θα ίδω εάν είναι δυνατός αυτός τον οποίον προσκυνείς εις τους ουρανούς και αν θα σε βοηθήση». Και ευθύς προστάσσει εξ άνδρας δυνατούς να τον απλώσουν εις την γην και να τον ραβδίζουν ασπλάγχνως. Και οι μεν φονείς εκείνοι έδερον αυτόν ωμότατα, φθαρτού βασιλέως κακώς υπακούοντες, ο δε Μάρτυς προς τον ουράνιον ηύχετο, και υπομένων ανδρείως τας βασάνους έλεγε· «Κύριε ο Θεός μου, όστις εμαστιγώθης από τον Πιλάτον δια την σωτηρίαν μου, αυτός και εμέ πάσχοντα δια την αγάπην σου ενδυνάμωσον, και αξίωσόν με να γίνω κοινωνός του πάθους σου και της σης λαμπρότητος». Ταύτα του Μάρτυρος λέγοντος, φωνή ηκούσθη λέγουσα· «Αμήν, Έρμυλε, μετά τρεις ημέρας θα λυτρωθής από τα λυπηρά και θα έλθης προς με, να σου ανταποδώσω πλουσίως τας αμοιβάς των πόνων σου». Αυτή η φωνή τον μεν Άγιον ενεθάρρυνε και έγινεν ανδρειότερος, τους δε στρατιώτας εφόβισε και έπεσον κατά γης έντρομοι· ομοίως και ο βασιλεύς με τους λοιπούς εδειλίασαν· πλην ως τετυφλωμένος από την ασέβειαν, δεν ηδυνήθη να καταλάβη την αλήθειαν, αλλά πάλιν εφυλάκισε τον Μάρτυρα· ο δε δεσμοφύλαξ, όστις επροστάχθη να φυλάττη τον Άγιον, ήτο φίλος του, ονόματι Στρατόνικος, όστις επίστευεν εις τον Χριστόν κρυφά, όμως δεν ετόλμα να παρρησιασθή το τέλος φοβούμενος, μόνον εσυμπόνει τον Άγιον και τον εβοήθει κρυφίως, ο οποίος έψαλλε πάλιν εις την φυλακήν ταύτα μετά πόθου και πίστεως· «Κύριος φωτισμός μου και Σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι;» και τα λοιπά του ψαλμού. Και όταν τον ετελείωσεν, ήλθεν εις αυτόν φως άνωθεν θαυμασίως, δια να βεβαιώση το ψαλλόμενον· φωνή δε πάλιν ηκούετο ως και πρότερον και του έλεγε να μη φοβήται, ότι την τρίτην ημέραν υπάγει προς τα ουράνια. Την άλλην ημέραν καθίσας εις τον θρόνον ο τύραννος, έφερε τον Μάρτυρα, και λέγει προς αυτόν· «Πως σου εφάνη το σκοτεινόν δεσμωτήριον; Μετεμελήθης να κάμης το συμφέρον σου ή ακόμη χρειάζεσαι κολαστήρια;» Ο δε απεκρίθη με γλυκύτητα και φαιδρότητα· «Εμένα το σκοτεινόν εκείνο οικητήριον έγινε φωτός αμέτρου και αγαλλιάσεως πρόξενον, έχει δε εξ αυτού η ψυχή μου ηδονήν και ευφροσύνην απόρρητον, ελπίζων να απολαύσω ζωήν αιώνιον. Όμως εσέ θαυμάζω, ότι δεν αποτινάσσεις το σκότος της ψυχής σου να καταλάβης την αλήθειαν». Λέγει ο τύραννος· «Δεν έμαθες άλλο καλόν ειμή μόνον να υβρίζης, το οποίον είναι της γλώσσης ακολασία και ψυχής υπερηφάνεια άμετρος; Προσκυνείς τους θεούς, ή να σου δώσω ό,τι σου πρέπει, αναίσχυντε;» Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Είπον σοι, ω βασιλεύ, την απόκρισιν, και κάμε ό,τι βούλεσαι». Τότε θυμωθείς ο Λικίνιος προστάσσει να τον απλώσουν εις την γην ανάσκελα, και να δέρουν την κοιλίαν του γυμνήν με ράβδους τριγωνικάς. Αυτή δε η βάσανος είναι σκληρά και επώδυνος, ότι αι γωνίαι των ράβδων ήσαν ως ακονισμένη μάχαιρα, και κατεξέσχιζον τας σάρκας του. Ούτω λοιπόν δερόμενος άσπλαγχνα δεν είχεν άλλην παραμυθίαν, μόνον να λέγη του Χριστού το γλυκύτατον όνομα· «Κύριε, εις το βοηθήσαί μου σπεύσον» και άλλα όμοια. Ο δε Θεός ταχέως επήκουσε και παρεστάθη αοράτως και ανεκούφισε τους πόνους του, ευαγγελιζόμενος εις αυτόν την τελείωσιν. Ο δε τύραννος, όσον έβλεπε τον Μάρτυρα ότι υπέμενε με καρτερίαν την βάσανον, τόσον αυτός εθυμώνετο, ότι δεν ηδύνατο να τον νικήση, και προστάσσει να ξεσχίζουν με όνυχας αετού την κοιλίαν του, έως να φανώσι και τα εντόσθια· αλλά και ταύτην την βάσανον υπέμεινεν ο Άγιος τοιαύτα ευχόμενος· «Η καρδία μου και η σάρξ μου ηγαλλιάσαντο επί Θεόν ζώντα» και άλλα παρόμοια. Ο δε καλός Στρατόνικος παρίστατο εκεί πλησίον, και εσπαράσσετο η καρδία του βλέπων τον φίλον του τοιαύτα πάσχοντα, και μη δυνάμενος να τον βοηθήση έκλαιεν. Όθεν τινές στρατιώται, ιδόντες τούτον ούτω συμπάσχοντα και δακρύοντα, ηννόησαν την αιτίαν και τον επρόδωσαν ως Χριστιανόν εις τον τύραννον, όστις ηρώτησεν αυτόν εάν ήτο φίλος του Ερμύλου και της αυτής γνώμης και πίστεως. Ο δε Στρατόνικος, κρίνων τον καιρόν εύκαιρον και αρμόδιον της ομολογίας, ομολογεί την ευσέβειαν, ελέγχει τον τύραννον αφόβως και περιπαίζει τα είδωλα. Τότε προστάσσει ο βασιλεύς να τον γυμνώσουν και να τον ραβδίζουν έως να ξεψυχήση από τας μάστιγας. Ο δε Στρατόνικος ούτως ασπλάγχνως μαστιγούμενος εκύτταζε προς τον φίλον του και λέγει· «Δεήσου εις τον Χριστόν να μου δώση βοήθειαν, Έρμυλε, ίνα δυνηθώ να νικήσω τον τύραννον και να λάβω τον στέφανον της αθλήσεως». Ταύτα λέγων ήλεγχε τον Λικίνιον, ότι τον εβίαζε να προσκυνήση τυφλούς θεούς και να αφήση τον όντως Θεόν, όστις μέλλει να κρίνη την οικουμένην άπασαν και να κολάση όσους τον αθετήσουν. Ο δε τύραννος, βλέπων ότι ήτο όλον του το σώμα μία πληγή, είπε να τον φυλακίσουν έως την αύριον, ελπίζων μήπως και μεταμεληθή από τον πόνον των πληγών, να προσκυνήση τα είδωλα. Ο δε Άγιος και φυλακισμένος προσηύχετο λέγων· «Κύριε, μη μνησθής ημών ανομιών αρχαίων, βοήθησον ημίν ένεκεν της δόξης του ονόματός σου». Τότε ήλθε φωνή θεία λέγουσα· «Τον δρόμον ετελειώσατε, την πίστιν εφυλάξατε, λοιπόν αύριον να λάβετε της δικαιοσύνης τον στέφανον». Όταν εξημέρωσεν, έφεραν πάλιν τον Έρμυλον εις εξέτασιν, και τον ηρώτα ο τύραννος, εάν ήθελε να θυσιάση εις τα είδωλα. Και αυτός του απεκρίθη τα πρότερα λέγων· «Καίε, τιμώρει, κόπτε, κάμνε ει τι θέλεις, ότι εγώ δεν φοβούμαι εκείνους οι οποίοι φονεύουσι το σώμα, την δε ψυχήν δεν δύνανταινα βλάψουν ουδόλως, αλλά μάλλον ωφέλειαν της δίδουσι». Τότε προστάσσει ο βασιλεύς να τον κρεμάσουν εις το ξύλον, να καταξεσχίζουν τας σάρκας του. Ο δε κατακοπτόμενος προσηύχετο, επικαλούμενος τον Θεόν εις βοήθειαν. Και ούτως ακούει φωνήν άνωθεν λέγουσαν· «Μη φοβείσαι· εγώ είμαι ο Θεός σου και σου δίδω βοήθειαν». Συνταραχθείς λοιπόν και φοβηθείς την φωνήν ο Λικίνιος, κατεβίβασεν από το ξύλον τον Άγιον, και προστάσσει να τον ρίψωσιν εις ένα ποταμόν, Ίστρον καλούμενον, δια να μη εύρουν οι Χριστιανοί το λείψανον, τον δε Στρατόνικον συνεβούλευεν ακόμη και εδοκίμαζε να φέρη εις την ασέβειαν, λέγων προς αυτόν· «Θύσον τουλάχιστον συ εις τους θεούς, να μη πάθης τα όμοια του φίλου σου». Ο Στρατόνικος απεκρίθη· «Εάν εκείνος απέθανε δια τον Χριστόν, πως να γίνω εγώ τόσον άθλιος και ανόητος να κάμω τον λόγον σου;» Λέγει ο τύραννος· «Λοιπόν θέλεις να συναποθάνης και συ με τον Έρμυλον;» Λέγει ο Άγιος· «Ναι, κατ’ αλήθειαν, ότι καθώς έχουν οι φίλοι κοινήν την χαράν και απόλαυσιν, ούτω πρέπει να έχωσι κοινάς και τας θλίψεις και βασάνους, μάλιστα ότι δεν είναι τιμιώτερον πράγμα ούτε γλυκύτερον από το να λάβωμεν δια τον Χριστόν μας θάνατον». Απελπισθείς λοιπόν ο βασιλεύς και δι’ αυτόν, και γνωρίζων ότι δεν αλλάσσειγνώμην, έδωκε την απόφασιν, να θανατώσουν και τους δύο με όμοιον θάνατον εις τα ποτάμια ύδατα, καθώς έμελλον να απολαύσουν εις τον παράδεισον ομοίους στεφάνους και κοινήν αγαλλίασιν. Όταν λοιπόν τους ωδήγουν εις τον θάνατον έλεγον· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Έχαιρον δε ως να ήσαν προσκεκλημένοι εις μεγάλην απόλαυσιν. Φθάσαντες εις τον ποταμόν τους έβαλαν εις μίαν σπυρίδα και τους εβύθισαν. Ο δε Ίστρος υπεδέχθη μεν τα άγια σώματα, δια να αγιασθώσι τα ύδατα αυτού, αλλά πάλιν ύστερον τα εξέβαλεν εις την γην, μη υποφέρων να έχη εις τον βυθόν αυτού κεκρυμμένον τοιούτον θησαυρόν πολύτιμον, ταύτα του παναγάθου Θεού προστάσσοντος, δια να μη ζημιωθούν τούτου του αγαθού οι χριστεπώνυμοι. Μετά την τρίτην ημέραν λοιπόν εύρον τινές άνδρες θεοφιλείς εκείνα τα μαρτυρικά σώματα, και λαβόντες αυτά ευλαβώς έψαλαν ιερούς ύμνους και επιτάφια. Και τελέσαντες εις αυτά όσα ο νόμος διακελεύεται, τα ενεταφίασαν μακράν της πόλεως Σιγηδώνος δέκα οκτώ στάδια, εις ένα τόπον και τα δύο, καθώς και τους άθλους και τον θάνατον κοινούς υπέμειναν εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, μεθ’ ου τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1956
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΔ΄ (14η) Ιανουαρίου, μνήμη των Αγίων Τριακονταοκτώ και άλλων ΑΒΒΑΔΩΝ, των εν τω Σινά όρει αναιρεθ

Δημοσίευση από silver » Δευ Ιαν 14, 2019 1:01 am

Αββάδες οι εν Σινά. Ούτοι οι Όσιοι, αγαπήσαντες την ασκητικήν ζωήν, αφήκαν όλα τα του κόσμου και κατώκησαν εις την έρημον. Μετά τούτων ήτο και ο Όσιος Νείλος, ο πρώην έπαρχος της Κωνσαντινουπόλεως, όστις δια της ισχύος των λόγων του και τη του Αγίου Πνεύματος χάριτι συνέγραψε κάλλιστα και ωφελιμώτατα συγγράμματα, τα οποία παρακινούσι μεν τους ανθρώπους προς άσκησιν, διηγούνται δε άριστα την ζωήν, ως και την αιχμαλωσίαν και τον φόνον των Αγίων τούτων Πατέρων· διότι ελθόντες εις το Σίναιον όρος οι βάρβαροι, οι καλούμενοι Βλέμμυες (οι οποίοι έζων ως άγρια ζώα εις την έρημον, από της Αιγύπτου μέχρι της Ερυθράς Θαλάσσης), εφόνευσαν ασπλάγχνως του Οσίους τούτους. Προ πολλών δε ετών, ήτοι επί της βασιλείας του Διοκλητιανού εν έτει σπη΄ (288), και επί της Πατριαρχείας Πέτρου Αλεξανδρείας, εφονεύθησαν και άλλοι Όσιοι, οίτινες ησύχαζον εις το Σίναιον όρος, διότι εξελθόντες οι εκεί κατοικούντες Σαρακηνοί, αφού απέθανεν ο φύλαρχος αυτών, εφόνευσαν πολλούς ασκητάς, των λοιπών καταφυγόντων εις τι οχύρωμα και πύργον, τα οποία ήσαν εκεί. Κατά θείαν δε Πρόνοιαν εφάνη την νύκτα εις τους Σαρακηνούς φλοξ πυρός, η οποία κατέκαιεν όλον το Σίναιον όρος, αναβαίνουσα μέχρι του ουρανού· όθεν βλέποντες αυτήν οι βάρβαροι εφοβήθησαν, και ρίψαντες τα όπλα έφυγον. Οι φονευθέντες δε Μοναχοίήσαν τριάκοντα οκτώ, οι οποίοι είχον διαφόρους πληγάς εις τα σώματά των· διότι άλλων μεν αι κεφαλαί ήσαν εντελώς κεκομμέναι, άλλων δε εκράτει ακόμη το δέρμα εκ του ενός μέρους, και άλλοι ήσαν κεκομμένοι εις το μέσον. Εξ αυτών ευρέθησαν δύο Όσιοι ζωντανοί, Σάββας και Ησαϊας ονομαζόμενοι, οι οποίοι έθαψαν τους φονευθέντας και διηγήθησαν τα περί αυτών.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1956
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΕ΄ (15η) Ιανουαρίου, μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΠΑΥΛΟΥ του Θηβαίου.

Δημοσίευση από silver » Τρί Ιαν 15, 2019 1:00 am


Παύλος ο Όσιος πατήρ ημών ο Θηβαίος ήτο κατά τους χρόνους του Δεκίου και Ουαλλεριανού των βασιλέων εν έτει σνε΄ (255), καταγόμενος από την εν Αιγύπτω πόλιν της Θηβαϊδος· βλέπων δε τον μέγαν διωγμόν, όστις εγένετο από τον Δέκιον, εφοβήθη τας βασάνους και εσκέπτετο να φύγη εις τόπον απόκρυφον. Ούτος ότε ήτο ετών δέκα πέντε έμεινεν ορφανός, είχε δε μόνον μίαν αδελφήν ύπανδρον, της οποίας ο ανήρ επήγε και επρόδωσεν αυτόν εις τους τυράννους ως Χριστιανόν, με σκοπόν να κληρονομήση εκείνος το μερίδιον της πατρικής κληρονομίας του Αγίου· τούτου ένεκεν, την ανάγκην αρετήν ποιησάμενος, εμάκρυνε φυγαδεύων, κατά τον Δαβίδ, εις την έρημον και τα βουνά. Παρερχομένου όμως του χρόνου εσμικρύνετο ο φόβος των βασάνων εις την καρδίαν του Οσίου και εγένετο μάλλον φόβος Θεού και επιθυμία του να αρέση εις τον Θεόν. Δια τούτο μεταβάς εις αυτήν την βαθυτάτην έρημον, πλησιάζει εις εν σπήλαιον, και ιδών τόπον ησυχαστικόν και ωραιότατον με πηγήν και φοίνικα, απεφάσισε να μείνη εκεί κρίνων ότι εις τούτον ο Κύριος τον ωδήγησε προς ψυχικήν του ωφέλειαν. Διέτριψε δε εκεί χρόνους τριάκοντα τρεφόμενος με χόρτα και φοίνικας και σκεπόμενος με τα φύλλα αυτών, αλλά μετά ταύτα τον ελυπήθη ο Κύριος και του έστελλε καθ’ εκάστην ήμισυν άρτον. Τον Όσιον τούτον Παύλον λέγουσιν ότι εύρεν εις την βαθυτέραν έρημον ο Μέγας Αντώνιος, και εμακάρισεν αυτόν δια τρία πράγματα: δια τον ήσυχον και ερημικόν τόπον, εις τον οποίον κατώκει, δια την μακροχρόνιον εκεί διαμονήν του και δια την από του κόσμου αναχώρησιν και φυγήν αυτού· διότι πρώτος ούτος από τους Οσίους ετόλμησε να προχωρήση εις τα βαθύτερα μέρη της ερήμου, και σχεδόν πρώτος αυτός εξέτεινεν εις τόσον μέγα διάστημα χρόνου τον δρόμον της ασκήσεως, διότι αναχωρήσας από τας φροντίδας του κόσμου έζησεν εις την έρημον εκ της νεαράς του ηλικίας. Κατά την εποχήν εκείνην ο Μέγας Αντώνιος ήτο ετών ενενήκοντα και πολλάκις εσκέπτετο και διηπόρει καθ’ εαυτόν λέγων· «Άρα γε να είναι άλλος Μοναχός εις την ενδοτέραν έρημον;» Νύκτα δε τινά, ενώεσκέπτετο ταύτα, ήλθεν Άγγελος Κυρίου και του λέγει· «Ύπαγε ταχέως εις το ενδότερον της ερήμου, να εύρης τον Αββάν Παύλον, όστις είναι εναρετώτερός σου και θέλεις λάβει απ’ εκείνον μεγάλην ωφέλειαν». Ταύτα ακούσας δεν ανέβαλε τον καιρόν, αλλά καταφρονήσας ασθένειαν γήρατος, μακράν οδοιπορίαν και όλα τα άλλα εμπόδια, εκίνησε την πρωϊαν και περιπατών όλην την ημέραν κατεφλέγετο από την καύσιν του ηλίου· ήλπιζεν όμως εις τον Κύριον να του δείξη τον έμψυχον θησαυρόν, και δεν εσυλλογίζετο ουδόλως την δυσχέρειαν της οδού. Περιπατών ημέρας τρεις, μόνον ίχνη αλόγων ζώων εύρισκε, θηρίων πατήματα και δαιμόνων φαντάσματα, των οποίων άλλος με ως ο μυθολογούμενος ιπποκένταυρος ενεφανίζετο, έχων σχήμα κατά το ήμισυ ανθρώπου και κατά το έτερον ήμισυ ίππου, άλλος δε ως ο επίσης μυθολογούμενος Σάτυρος, έχων σχήμα πιθήκου και φέρων εις την κεφαλήν κέρατα, οι δε πόδες αυτού ήσαν ως αιγός· πλην ελπίζων εις τον Θεόν, δεν εδειλία, αλλά προσηύχετο να τον οδηγήση προς τον ποθούμενον. Την τρίτην ημέραν είδεν ένα λέοντα, όστις ανέβαινε βιαστικός εις ένα όρος· ο δε Όσιος, γνωρίσας ότι ο Θεός του επήκουσεν, ηκολούθησε το θηρίον και ούτως έφθασεν εις το σπήλαιον. Τότε ο μεν λέων εισήλθεν εις το σπήλαιον, ο δε Όσιος ίστατο έξωθεν· και βλέπων επιμελώς εις τα εντός του σπηλαίου, είδεν ολίγον φως· όθεν αποθέμενος δια την αγάπην πάσαν δειλίαν και φόβον, εκίνησε βιαίως να εισέλθη εντός αυτού και με την βίαν εσκόνταψεν εις ένα λίθον και εκτύπησε μικρόν εις τον πόδα. Ακούσας τον θόρυβον ο εντός του σπηλαίου διαμένων Όσιος Παύλος, έκλεισε την θύραν, ο δε Όσιος Αντώνιος παρεκάλει έξωθεν λέγων· «Δέομαί σου δια τον Κύριον, Όσιε Πάτερ, άνοιξόν μοι να ίδω το σεβάσμιόν σου πρόσωπον». Ο δε Όσιος Παύλος, θέλων να τον δοκιμάση, δεν ήνοιγεν· όθεν, μη δυνάμενος ο μακάριος Αντώνιος από τον κόπον της οδοιπορίας και το κτύπημα να ίσταται όρθιος, έπεσε πρηνήςκατά γης και εκείτετο ούτως εξ ώρας δεόμενος. Βλέπων δε τον ήλιον πλησιάζοντα εις την δύσιν του περεκάλει έτι θερμότερον τον Όσιον να του ανοίξη την είσοδον. Ο δε ηρώτησεν αυτόν έσωθεν τις ήτο, πόθεν ήλθε και τι εζήτει. Ταύτα είπεν ο Όσιος Παύλος δια να ίδη την υπομονήν του θείου Αντωνίου, διότι όλα τα εγίνωσκεν. Ο δε απεκρίνατο λέγων πάσαν την αλήθειαν, και τελευταίον προσέθηκε ταύτα· «Γινώσκω, άνθρωπε του Θεού, ότι δεν είμαι άξιος να σε ίδω να συνομιλήσωμεν, αλλ’ ήξευρε, ότι δεν αναχωρώ, εάν δεν απολαύσω την ποθουμένην μοι θέαν σου και τους σους γλυκυτάτους λόγους, ότι δι’ αυτό επεριπάτησα ο γέρων και αδύνατος τόσην μακράν οδοιπορίαν, και δεν εσυλλογίσθην κόπον και βάσανον ουδέ φόβον θηρίων. Ω επώνυμε και μιμητά του σκεύους της εκλογής, Παύλε παμμακάριστε, και τα άγρια θηρία ξενίζεις και υποδέχεσαι, και τον κατ’ εικόνα Θεού γενόμενον άνθρωπον, ει και αμαρτωλόν, αποστρέφεσαι και δεν με αξιώνεις να σε ίδω να συνομιλήσωμεν και να ευφρανθώμεν εν πνεύματι; Φεύ μοι τω τάλανι! Και πως μοι ανεστράφησαν εναντίως τα θεία ρήματα; Αιτών ου λαμβάνω, ζητών ουχ ευρίσκω, και κρούοντι ουκ ανοίγεταί μοι· αλλά δεν αναχωρώ έως ότου μου ανοίξης ή καν να τελευτήσω έξω της θύρας σου, και ούτω νεκρός να ελέγχω και να κατηγορώ αφώνως την ασπλαγχνίαν σου». Ταύτα μετά δακρύων λέγοντος του Μεγάλου Αντωνίου, απεκρίθη ο Όσιος Παύλος χαριέντως και του λέγει· «Όστις ζητεί δεν φοβερίζει, και όποιος κατηγορεί δεν δακρύζει». Τότε ανοίξας την θύραν υπεδέχθη αυτόν μετά πόθου λέγων· «Καλώς ήλθες, αδελφέ και συνεργάτα Αντώνιε». Ούτως αμφότεροι κατασπαζόμενοι αλλήλους εν αγίω φιλήματι και συνομιλούντες θείους λόγους ηγάλλοντο πνευματικώς. Έπειτα είπεν ο Μέγας Παύλος· «Διατί εκακοπάθησες να έλθης έως εδώ, να ίδης ένα σαπρόν γέροντα, όστις μέλλει να τελευτήση εις ολίγον διάστημα; Αλλ’ επειδή εδιδάχθημεν από τον θείον Παύλον, ότι η αγάπη πάντα στέργει, φανερόν είναι ότι αύτη σε ενεδυνάμωσε και προς εμέ καθωδήγησε. Λοιπόν, παρακαλώ σε, ειπέ μοι πως διάγουσιν οι άνθρωποι εις τας πόλεις και τα έθνη; Ευρίσκονται εις πολέμους ή εις ειρήνην; Προ πάντων δε ανάγγειλόν μοι σαφέστατα, εάν ευρίσκωνται εις την ειδωλολατρίαν οι ηγεμόνες». Ο δε έδωκεν εις αυτόν πληροφορίαν δι’ όλα αυτά και έτερα όμοια. Ο δε Όσιος εδόξασε τον Θεόν όυι έλαμπε πάλιν πανταχού η ευσέβεια. Ούτω συνομιλούντες οι Άγιοι βλέπουσιν επάνω εις κλάδον δένδρου κόρακα βαστάζοντα άρτον ακέραιον, όστις πετάξας από το δένδρον εις το μέσον αυτώντον άρτον απέθετο. Θαυμάζοντος δε του Οσίου Αντωνίου το παράδοξον, του είπεν ο Μέγας Παύλος· «τη αληθεία, αδελφέ, πολλά φιλάνθρωπος και ελεήμων είναι ο Κύριος, «Χορηγών σπέρμα τω σπείραντι και άρτον εις βρώσιν», «Ανοίγων χείρα, και εμπιπλών παν ζώον ευδοκίας». Εξήκοντα χρόνοι είναι όπου μου φέρει την τροφήν ο κόραξ ούτος, καθώς είδες, ουχί δε ένα άρτον, αλλά τον ήμισυν· και σήμερον δια την σην παρουσίαν εδιπλασίασεν ο αγαθός Θεός τροφεύς και Δεσπότης το σιτηρέσιον». Ταύτα ειπών ο Μέγας Παύλος και ευχαριστήσαντες τον Θεόν αμφότεροι, επήγαν εις την πηγήν να δειπνήσωσι και εφιλονίκουν ώραν πολλήν ως ταπεινόφρονες, τις να κόψη τον άρτον και να ευλογήση την τράπεζαν. Ο Μέγας Παύλος έλεγεν εις τον θείον Αντώνιον, ότι έπρεπε να έχη τα πρωτεία ως ξένος και ως πολλών Μοναχών Προεστώς και διδάσκαλος. Ο δε Μέγας Αντώνιος πάλιν επροτίμα τον μακάριον Παύλον ως γεροντότερον. Τέλος έλαβεν ο εις τον άρτον από το ένα μέρος και ο έτερος από το άλλο και κόπτοντες αυτόν εις το όνομα του Κυρίου, εγεύθησαν και εμπλησθέντες ηυχαρίστησαν. Έπειτα παρεκάλεσεν αυτόν ο θείος Αντώνιος να του είπη πόθεν ήτο, και πως απ’ αρχής επήγεν εις εκείνην την άβατον έρημον. Και ο Όσιος Παύλος του διηγήθη όλον τον βίον του ως ανωτέρω εγράψαμεν. Αφ’ ου ταύτα είπεν ο Όσιος, εποίησαν αγρυπνίαν όλην την νύκτα, ευχόμενοι και δοξολογούντες τον Κύριον, και το πρωϊ είπεν ο Όσιος Παύλος προς τον Μέγαν Αντώνιον· «Είναι πολλαί ημέραι, όπου μου απεκάλυψεν ο Κύριος ότι κατοικείς εις ταύτην την έρημον, και μου υπεσχέθη ότι θα σε ίδω προ της εμής τελειώσεως. Τώρα κατά την υπόσχεσιν σε απέστειλεν ο Θεός να ενταφιάσης το σώμα μου». Ταύτα ακούων ο Μέγας Αντώνιος έρρεον κρουνηδόν τα δάκρυα, δια τον χωρισμόν οδυρόμενος και τον παρεκάλει θερμώς να κάμη προς Κύριον δέησιν, να υπάγη και αυτός εις την συνοδείαν του. Ο δε απεκρίνατο· «Δεν πρέπει, αδελφέ, να ζητώμεν μόνον το ιδικόν μας συμφέρον, αλλά μάλιστα του πλησίον μας. Λοιπόν δεν είναι καιρός να υπάγης προς τον ποθούμενον, αλλά είναι ανάγκη να στηρίζης τους αδελφούς, να γίνουν όμοιοί σου εις την αρετήν. Παρακαλώ να μη βαρυνθής δι’ αγάπην μου, αλλά να μου φέρης τον μανδύαν, τον οποίον σου έδωκεν ο Μέγας Αθανάσιος, ότι έχω πολλήν ευλάβειαν να ενταφιάσης με εκείνον το εμόν λείψανον». Τούτο δε έλεγεν ο Όσιος, δια να μη ευρεθή παρών εις την τελευτήν αυτού ο θείος Αντώνιος και λυπηθή περισσότερον, αλλ’ ούτε ανάγκην είχεν από ιμάτιον εις τον θάνατον. Θαυμάσας ο Μέγας Αντώνιος εις το προορατικόν πνεύμα του Οσίου, τον ηυλαβείτο ως Άγγελον και δακρύσας τότε ησπάσθη αυτόν και λαβών συγχώρησιν επέστρεψεν εις το κελλίον του. Δύο δε μαθηταί του, ο Ισαάκ και ο Πλουσιανός, τον προϋπήντησαν και τον ερωτούσαν που ήτο τόσας ημέρας και έλειπεν. Ο δε απεκρίνατο· «Οίμοι τω αθλίω, τέκνα μου, ότι ψευδώς φορώ το σχήμα των Μοναχών και καμμίαν πράξιν δεν έχω ενάρετον, μόνον το ένδυμα επίπλαστον. Είδον τον Θεσβίτην Ηλίαν και Ιωάννην τον Πρόδρομον· είδον αληθώς άλλον Παύλον ως εν Παραδείσω διάγοντα εις την έρημον». Ερωτώμενος δε υπ’ αυτών, ουδέν απεκρίνατο, ειμή το «καιρός του λαλείν, καιρόςτου σιγάν». Μεταλαβών λοιπόν ολίγης τροφής, έλαβε τον ρηθέντα μανδύαν και έτρεχε δρομαίως προς τον ποθούμενον, Παύλον διψών, προς Παύλον βλέπων, τον οποίον είχε τρυφήν του πνεύματος, πνοήν και αναψυχήν της ψυχής του. Εβίαζετην οδοιπορίαν όσον ηδύνατο, φοβούμενος μήπως και δεν τον φθάση ζώντα δια να λάβη την ευλογίαν του. Περιπατήσας όλην την πρώτην ημέραν και μέρος από την δευτέραν, είδε κατά την οδόν με τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής του Αγγέλων τάγματα, Προφητών και Αποστόλων χορούς, Μαρτύρων και Οσίων στρατεύματα, και μετ’ αυτών την ψυχήν του Παύλου υπέρ την χιόνα εκλάμπουσαν, την οποίαν επήγαιναν με πολλήν ευφροσύνην εις τα ουράνια. Ταύτα βλέπων έπεσε πρηνής εις την γην, βάλλων δε άμμον εις την κεφαλήν του έτυπτε το πρόσωπον αυτού, την συμφοράν οδυρόμενος. Αφού έκλαυσεν ώραν πολλήν, έτρεχε και ησθάνετο τόσην δύναμιν εις τα μέλη του, ως όταν ήτο νέος και περισσότερον. Αφού έφθασεν εις το σπήλαιον, εύρε τον Όσιον γονατιστόν, και είχε προς τον ουρανόν υψωμένας τας χείρας και το πρόσωπον. Νομίσας λοιπόν ότι ήτο ακόμη ζωντανός και προσηύχετο, συνηύχετο και αυτός πολλήν ώραν και έβλεπεν επιμελώς εάν σαλεύση μέλος τι του Αγίου ή στενάξη ή άλλο τι πράξη των ζώντων, να γνωρίση την αλήθειαν. Αφού παρήλθεν ώρα πολλή και ουδόλως εκινήθη, εγνώρισεν ότι ετελείωσε προσευχόμενος. Προσελθών λοιπόν μετά πολλής ευλαβείας και εναγκαλισάμενος εκείνο το σεβασμιώτατον λείψανον κατεφίλει αυτό οδυρόμενος, ότι δεν τον εγνώρισεν αρκετόν καιρόν προηγουμένως να απολαύση της συνομιλίας αυτού εις ψυχικήν του ωφέλειαν. Τυλίξας δε αυτόν με τον μανδύαν, τον οποίον έφερεν, είπε τους συνήθεις ψαλμούς και όσα τροπάρια ήξευρε και θέλων να τον ενταφιάση δε ήξευρε πως να σκάψη την γην, διότι δεν έλαβε μεθ’ εαυτού εργαλείον τι όταν ανεχώρησε από το κελλίον τοτ. Καθώς λοιπόν ίστατο περίλυπος συλλογιζόμενος να μη αναχωρήση, έως ου να του στείλη ο Κύριος εξ ύψους βοήθειαν, τότε βλέπει και ήρχοντο προς αυτόν δρομαίοι δύο φοβερώτατοι λέοντες από την ενδοτέραν έρημον και κατ’ αρχάς μεν εφοβήθη ως άνθρωπος· αλλά στηρίξας την καρδίαν αυτού προς Κύριον έμενεν άτρομος. Οι δε λέοντες, πλησιάσαντες πρώτον εις τον Όσιον Παύλον, έσειον τας ουράς των και με την γλώσσαν των τους πόδας αυτού περιέλειχον, ως να ήτο ζωντανός. Έπειτα γνωρίσαντες την τελείωσιν του Αγίου έκαμον βρυχηθμόν, πίπτοντες εις τους πόδας του. Ο δε Όσιος εθαύμασε βλέπων ότι και τα θηρία είχον δια συμφοράν αυτών του Παύλου την αναχώρησιν, μετ’ ολίγον δε έσκαψαν την γην με τους όνυχάς των και κάμνοντες λάκκον του λειψάνου ισόμετρον, εξήγαγον δε και το χώμα με τους πόδας των, έπειτα επήγαν εις τον Όσιον Αντώνιον, ώσπερ να εζήτουν ευλογίαν, σείοντες τας ουράς και τα ώτα των και έβαλλον κάτω την κεφαλήν και άλλα τοιαύτα σχήματα έκαμνον. Ο δε Μέγας Αντώνιος υψώσας τας χείρας προς τον ουρανόν τοιαύτα προσηύξατο· «Κύριε ο Θεός της γνώσεως, δίχως του προστάγματός σου ούτε φύλλον πίπτει του δένδρου, ούτε πτηνόν εις την γην καταφέρεται· Συ, Κύριε, ως γνωρίζεις παράσχου και τον μισθόν εις τα θηρία ταύτα». Ταύτα ειπών ο θείος Αντώνιος, έκαμε με την χείρα του σημείον εις τους λέοντας να αναχωρήσουν, εκείνοι δε επιστρέψαντες πάλιν εις το ιερόν λείψανον του Οσίου Παύλου και κατασπαζόμενοι αυτό ανεχώρησαν. Ο δε Όσιος Αντώνιος βαστάσας το ιερόν λείψανον ενεταφίασεν αυτό τω τμα΄ (341) έτει, Ιανουαρίου ιε΄ (15). Ο Άγιος ούτος εγεννήθη τω σκζ΄ (227) έτει εν Θηβαϊδι της Αιγύπτου, τω δε σν΄ (250) έφυγεν εις την έρημον, έζησεν εις το σπήλαιον έτη 91, τα δε πάντα ριδ΄ (114). Επρόσμενε δε ο Μέγας Αντώνιος ακόμη μίαν ημέραν, δια να ίδη εάν έλθη πάλιν με τον άρτον ο κόραξ, αλλά δεν εφάνη. Και γενόμενος κληρονόμος της στολής του Οσίου Παύλου, επήρεν εκείνο το ένδυμα των φοινίκων και επέστρεφεν εις το Μοναστήριον διηγούμενος εις τους Μοναχούς πάντα τα άνωθεν, την δε στολήν του Οσίου Παύλου είχεν εις τοσαύτην τιμήν και καύχημα, ώστε την εφόρει το Πάσχα και τας άλλας μεγάλας εορτάς.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1956
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΣΤ΄ (16η) Ιανουαρίου, τελείται η προσκύνησις της Τιμίας Αλύσεως του Αγίου και ενδόξου Αποστόλου Π

Δημοσίευση από silver » Τετ Ιαν 16, 2019 1:24 am


Πέτρου του ενδοξοτάτου και Πρωτοκορυφαίου των Αποστόλων την τιμίαν άλυσιν προσκυνούμεν κατά την σήμερον, δι’ ης προσεδέθη εν τη φυλακή δια τον Χριστόν, ότε κατά προσταγήν του τετράρχου Ηρώδου συνελήφθη, καθώς ο Απόστολος Λουκάς ιστορεί εν κεφαλαίω ΙΒ΄ των Πράξεων, εν αις λέγει ότι Ηρώδης ο Αγρίππας, ο Ηρώδου του μεγάλου έγγονος και των Ιουδαίων βασιλεύς, εκμανείς κατά της Εκκλησίας του Χριστού, κατέσφαξεν εν Ιερουσαλήμ το έτος μγ΄ (43) Ιάκωβον τον αδελφόν Ιωάννου του Ευαγγελιστού. Ιδών δε ότι τούτο εφάνη αρεστόν εις τους Ιουδαίους, συνέλαβεν ομοίως και τον Πέτρον και κατέκλεισεν αυτόν εις την φυλακήν τηρών αυτόν έως ου, παρελθούσης της εορτής του νομικού Πάσχα, προσενέγκη και τούτον εις τον λαόν ως κεχαρισμένον σφάγιον· αλλ’ ο Απόστολος, δι’ Αγγέλου παραδόξως απολυθείς των δεσμών, διεσώθη (Πράξεις ΙΒ΄ 1-19). Τα δεσμά ταύτα είναι η Άλυσις εις την οποίαν εδεσμεύθη ο θείος Απόστολος, λαβούσα εκ του πανιέρου αυτού σώματος αγιαστικήν και ιαματικήν χάριν, ήτις εις τους μετά πίστεως προσερχομένους εις αυτήν λύει τα δεσμά πάσης κακής ασθενείας. Ότε δε έπεσεν από το σώμα του Αποστόλου Πέτρου η Άλυσις αύτη δια μέσου της επιφανείας του θείου Αγγέλου, διότι, λέγει· «Και εξέπεσον αυτού αι αλύσεις εκ των χειρών» (Πρ. ΙΒ΄ 7), τότε τινές Χριστιανοί, ευρόντες αυτήν, την εφύλαξαν ο ένας εις τον άλλον κατά διαδοχήν. Ύστερον δε παρά των ευσεβών βασιλέων εφέρθη εις Κωνσταντινούπολιν και απεθησαυρίσθη εις τον Ναόν του Αγίου Αποστόλου Πέτρου, τον ευρισκόμενον εντός της μεγάλης Εκκλησίας, όπου ετελείτο κατ’ έτος και η αυτού σύναξις και εορτή εις προσκύνησιν αυτής, προς αγιασμόν των Χριστιανών. Ότι δε τα τοιαύτα ενήργουν θαύματα και ιάσεις πολλάς, μαρτυρεί η Αγία Γραφή, λέγουσα περί του Παύλου, ότι εν Εφέσω οι Χριστιανοί τοσούτον σέβας προσέφερον εις αυτόν, ώστε και τα μανδήλια και περιζώματα αυτού μετά πολλής ευλαβείας λαμβάνοντες εθεράπευον δι’ αυτών των ασθενών τας αρρωστίας· «Ώστε επί τους ασθενούντας επιφέρεσθαι από του χρωτός αυτού σουδάρια ή σιμικίνθια, και απαλλάσσεσθαι απ’ αυτών τας νόσους» (Πράξ. ιθ΄ 12). Και όχι μόνον τα ιμάτια, τα οπωσδήποτε εγγίσαντα εις τα σώματα αυτών, αλλά και μόνη η σκιά τας αυτάς εποίει θεραπείας· και τούτο βλέποντες οι άνθρωποι, βάλλοντες τους ασθενείς αυτών επί κλινών και κραβάτων, έφερον αυτούς και εις τας ευρυχώρους οδούς ετίθουν, «ίνα ερχομένου Πέτρου, καν η σκιά επισκιάση τινί αυτών» (Πράξ. ε: 15) καθότι, εάν αυτοί δεν εθεραπεύοντο, οι μετά κόπου εκφέροντες αυτούς δεν θα εδέχοντο να κοπιάζουν ματαίως. Εκ τούτου έμαθεν η Ορθόδοξος Εκκλησία το σέβας και την ευλάβειαν όχι μόνον των λειψάνων, αλλά και των ιματίων των Αγίων ανδρών.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1956
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΖ΄ (17η) Ιανουαρίου, μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών ΑΝΤΟΝΙΟΥ του Μεγάλου.

Δημοσίευση από silver » Πέμ Ιαν 17, 2019 12:51 am


Αντώνιος ο Μέγας Πατήρ ημών εγεννήθη εν Αιγύπτω κατά τας ημέρας του ασεβεστάτου Δεκίου εν έτει σαν΄ (251). Οι γονείς του ήσαν Χριστιανοί και ανέθρεψαν αυτόν ευσεβώς, πλην όμως γράμματα δεν ηθέλησε να μάθη, διότι ήτο εκ φύσεως απονήρευτος και δεν επεθύμει να συναναστρέφεται με άλλους παίδας ούτε να έχη φροντίδα και σύγχυσιν. Είχε δε πόθον να πηγαίνη τακτικά με τους γονείς αυτού εις την Εκκλησίαν, όπου ηκροάζετο με προσοχήν τα ιερά αναγνώσματα φυλάττων νουνεχώς εις την καρδίαν αυτού την εκ τούτων ωφέλειαν. Ποτέ δεν εζήτησε καλά φαγητά ή ωραία ενδύματα ή άλλα θελήματα άκαιρα κατά την των νέων συνήθειαν, αλλ’ επορεύετο ως ήθελεν εύρει εις τον οίκον των. Μετά τον θάνατον των γονέων αυτού έμεινε με την αδελφήν του και εφρόντιζε τας υπηρεσίας της οικίας εις όλα με την εμπρέπουσαν επιμέλειαν. Ήτο δε τότε χρόνων δέκα οκτώ ή και είκοσι και ποτέ δεν έλειπεν από την ακολουθίαν, πάντοτε δε διελογίζετο τα κατορθώματα των Αγίων, πως αφήκαν όλον τον βίον των και ηκολούθησαν τον Χριστόν, Απόστολοι, Μάρτυρες και οι λοιποί άπαντες. Ταύτα ενθυμούμενος εισήλθε ποτε εις την Εκκλησίαν και ήκουσε τον λόγον, τον οποίον είπεν ο Κύριος εις τον πλούσιον εκείνον· «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι». (Ματθ. ιθ: 21). Ταύτα ακούσας ο Άγιος έκρινεν, ότι αποκλειστικά δι’ αυτόν τα έλεγε το Ιερόν Ευαγγέλιον, εξελθών δε από την Εκκλησίαν εχάρισεν εις τους γείτονάς του, οίτινες ήσαν πτωχοί, όλα του τα κτήματα, τον αριθμόν τριακόσια, άτινα ήσαν εξαιρετικώς εύφορα, δια να μη εμποδίσουν αι φροντίδες αυτόν και την αδελφήν του εις τους πνευματικούς αγώνας. Τα δε αργύρια, τα οποία επήρεν, έδωκε τα περισσότερα εις τους πτωχούς, τα δε υπόλοιπα εκράτησε δια την αδελφήν του. Μετά ταύτα, μεταβάς και πάλιν εις τον Ναον, ήκουσε του Ευαγγελίου λέγοντος· «Μη μεριμνήσητε περί την αύριον». Όθεν έδωκε και τα υπόλοιπα εις τους πτωχούς, την δε αδελφήν παρέδωσεν εις παρθενώνα να ανατρέφεται, αυτός δε ησκήτευε πλησίον εις τον οίκον του, ότι ακόμη δεν ήσαν Μοναστήρια εις την Αίγυπτον, αλλ’ όστις ήθελε να αγωνισθή, έκτιζε κελλίον εις απόκεντρον μέρος πλησίον του χωριού του και ησύχαζεν. Ήτο δε εις τι χωρίον, πλησίον του χωρίου του Αγίου, εις Μοναχός γέρων, τον οποίον εζήλευεν εις την αρετήν ο θαυμάσιος. Ουχί δε μόνον αυτόν, αλλά και δι’ όποιον άλλον ήθελε ακούσει ότι ήτο τις σπουδαίος, επήγαινεν ως η σοφή μέλισσα να συνάξη τα άνθη δια τον εαυτόν του και δεν επέστρεφεν εις το κελλίον του χωρίς όφελος. Είχεν όθεν τον πόθον του όλον και την σπουδήν προς τον τόνον της ασκήσεως, έκαμνε δε και εργόχειρον, από το οποίον έδιδε και έπαιρνε τα χρειαζόμενα και τα επίλοιπα εχάριζεν εις τους πτωχούς. Προσηύχετο δε συνεχώς, ακούων, ότι ο ησυχαστής πρέπει να προσεύχεται πάντοτε και τόσον επρόσεχεν εις την ανάγνωσιν, ώστε δεν ελησμόνει τίποτε από όσα ήθελεν ακούσει, αλλά τα εφύλαττεν ώσπερ βιβλίον εις την ενθύμησιν. Ήτο δε από όλους αγαπητός και αυτός ομοίως ηγάπα άπαντας και εμιμείτο τας αρετάς αυτών, αποσπών από τον ένα την αγρυπνίαν και προσευχήν, από τον άλλον την νηστείαν και κακοπάθειαν, από έτερον την φιλανθρωπίαν και την πραότητα, από όλους δε ομού την εις Χριστόν ευσέβειαν και την προς αλλήλους αγάπην. Ούτω δε θεαρέστως αγωνιζόμενος να συνάξη εις εαυτόν τας αρετάς πάντων εκείνων των Αγίων, ποτέ δεν υπερηφανεύθη κατά τινος ούτε εφιλονίκησε με κανένα ούτε τινά ελύπησεν· όθεν όσοι τον εγνώριζον είχον αυτόν ως αδελφόν και υιόν των και θεοφιλή αυτόν επωνόμαζον. Μη υποφέρων όμως ο μισόκαλος και φθονερός διάβολος να βλέπη τόσην προθυμίαν εις ένα νεώτερον, ήρχισε να πολεμή και να πειράζη τον Άγιον. Και πρώτον μεν, δια να τον εμποδίση από την άσκησιν, του ενεθύμιζε την φροντίδα της αδελφής, φιλαργυρίαν, φιλοδοξίαν, τρυφήν και τας λοιπάς αναπαύσεις του σώματος, της αρετής τον κόπον και την τραχύτητα αυτής, το μάκρος του χρόνου, του σώματος την ασθένειαν και άλλα παρόμοια, ενσπείρων εις την διάνοιαν αυτού πολλούς λογισμούς δια να ανακόψη την προθυμίαν του. Βλέπων όμως ο δαίμων εαυτόν νικώμενον από την μεγάλην πίστιν του Οσίου και τας συνεχείς αυτού προσευχάς ως και από την σταθερότητα της γνώμης του, έδωκεν εις αυτόν άλλον πόλεμον χαλεπώτερον, ήτοι τον της σαρκός, με τον οποίον πολεμεί τους νεωτέρους ο δόλιος πάντοτε· ουχί δε μόνον την νύκτα τον εβασάνιζεν, αλλά και την ημέραν του έδιδε τοιαύτην ενόχλησιν, ώστε αντελαμβάνοντο και οι βλέποντες τον Άγιον την πάλην, την οποίαν είχο αμφότεροι. Και ο μεν δαίμων του ενέσπειρε ρυπαρούς λογισμούς, ο δε Όσιος ανέτρεπε αυτούς με την προσευχήν. Πολλάκις δε ενεφανίζετο και ως γυνή ο τρισάθλιος και τον επείραζε την νύκτα, δοκιμάζων με κάθε τρόπον να νικήση τον αήττητον· αλλ’ ο Άγιος, τον Χριστόν επικαλούμενος και το νοερόν της ψυχής λογιζόμενος ως και την ευγένειαν αυτής, έσβυνε της πλάνης τον άνθρακα, αφανίζων τας επαναστάσεις της σαρκός με την του αιωνίου πυρός ενθύμησιν. Ταύτα όμως πάντα ήσαν προς αισχύνην του δαίμονος, διότι ενικάτο και ενεπαίζετο υπό νεανίσκου, φέροντος σάρκα· ότι ο Κύριος δίδει την βοήθειαν εις τους αγωνιζομένους, δια να λέγη έκαστος εξ αυτών· «Εγώ δεν ενίκησα, αλλ’ η χάρις του Θεού, ήτις με ενίσχυσεν». Ιδών λοιπόν ο δράκων, ότι με τους λογισμούς μόνον δεν ηδύνατο να νικήση, ενεφανίσθη έμπροσθεν του Οσίου ως παιδίον μελανόν και λέγει προς αυτόν· «Πολλούς επλάνησα και πολλούς κατέβαλον και ενίκησα, αλλά σε πολεμών ησθένησα». Ο δε Όσιος ερωτήσας αυτόν τις ήτο, απεκρίνατο· «Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους εις ταύτην την πύρωσιν. Πολλούς σώφρονας ηπάτησα και πολλάκις ετάραξα και σε, αλλά συ με ενίκησες». Ο δε Όσιος ευχαριστήσας τον Κύριον είπε προς τον δαίμονα· «Δεν σε φοβούμαι πλέον, ούτε σε υπολογίζω ποσώς, επειδή είσαι μαύρος εις τον νουν και ως παιδίον αδύνατος και ευκαταφρόνητος». Ταύτα ακούσας ο μέλας εκείνος έφυγε και δεν ετόλμησε πλέον να τον πλησιάση. Τούτο ήτο ο πρώτος άθλος του Αγίου ή μάλλον ειπείν του Σωτήρος Χριστού κατά του δαίμονος. Γινώσκων δε ο Όσιος από τας Γραφάς, ότι αι μεθοδείαι του εχθρού ήσαν πολλαί και διάφοροι, δεν ώκνευεν, αλλά καθωπλίζετο με νηστείας, αγρυπνίας και άλλας σκληραγωγίας, δια να είναι έτοιμος, εάν έλθη ο πειράζων από άλλο μέρος, να δώση τον πόλεμον. Όθεν πάντες εθαύμαζον τον μέγαν αγώνα, τον οποίον ετέλει ο Άγιος, αυτός όμως εν ευκολία τον πόνον υπέμενε και συνήθιζεν εις την αρετήν. Δια την μεγάλην προθυμίαν του εις την αγρυπνίαν ήτο θαυμασιώτατος, επειδή ηγρύπνει όλην την νύκτα, ουχί δε μόνον άπαξ ή δις, αλλά και πολλάκις. Έτρωγεν άπαξ της ημέρας μετά την δύσιν του ηλίου ή και κάθε δύο ημέρας ή τέσσαρας, ήτο δε η τροφή του άρτος μόνον και άλας, πόσιμον δε μόνον ύδωρ έπινεν, οίνον δε και έλαιον ποσώς δεν εφεύετο. Εκοιμάτο εις μίαν ψάθην, πολλάκις δε και εις την γην μόνον, λέγων ότι πρέπει οι νέοι να βασανίζουν την σάρκα όσον δύνανται· διότι, όταν αι ηδοναί του σώματος ασθενήσωσι, τότε ενδυναμούται η ψυχή κατά τον Απόστολον. Αν δε και επί τοσούτον ηγωνίζετο εις την άσκησιν, εν τούτοις ποτέ δεν ενεθυμείτο τον παρεληλυθότα χρόνον, αλλά καθ’ ημέραν είχε τόσην προθυμίαν, ώσπερ να ήτο αρχή της ασκήσεως, λέγων το ρητόν του Αποστόλου Παύλου· «Των όπισθεν επιλανθανόμενοι, τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενοι». Μετέβαινε δε ο Άγιος και εις τινα μνήματα, άτινα ήσαν μακράν από το χωρίον, εις τα οποία εισερχόμενος ηγωνίζετο· παραγγείλας δε ποτέ γνωρίμου του τινός να του φέρη ανά τόσας ημέρας άρτον και εισελθών εις τινα τάφον, έκλεισε την θύραν ο υπηρέτης, καθώς του είπεν ο Άγιος και ανεχώρησεν. Ο δε Όσιος έμεινε μόνος έσω και ηύχετο· αλλ’ ο δαίμων, μη υποφέρων ταύτα και φοβούμενος μήπως και γεμίση Ασκητάς η έρημος, επήγε νύκτα τινά μετά πλήθους δαιμόνων και τόσον δαρμόν του έδωσαν, ώστε εκείτετο από τας πληγάς ημιθανής. Τη επαύριον, προνοία Θεού, επήγε τον άρτον ο υπηρέτης και ανοίξας την θύραν βλέπει τον Άγιον κείμενον ως νεκρόν· όθεν τον ήγειρε και λαβών αυτόν τον επήγεν εις το Κυριακόν, συναχθέντες δε οι συγγενείς του και οι γνώριμοι τον παρέστεκον ως νεκρόν. Το μεσονύκτιον συνήλθεν εις εαυτόν ο Άγιος και εγερθείς είδεν, ότι εκοιμώντο όλοι και μόνον ο υπηρέτης του ήτο έξυπνος. Όθεν κάμνει νεύμα εις αυτόν να τον εγείρη και να τον υπάγη εις τον τόπον, εις τον οποίον τον εύρεν. Ο δε υπακούσας υπεβάστασεν αυτόν και ελθόντες εις τον τάφον έκλεισε και πάλιν εις αυτόν τον Άγιον ως και πρότερον. Εκείτετο λοιπόν προσευχόμενος και μη δυνάμενος να σηκωθή από τας πληγάς των δαιμόνων, μετά δε την ευχήν εβόα ταύτα· «Εδώ είμαι, δεν φεύγω τας μάστιγας, εάν και περισσότερα κακά μου κάμετε, δεν με χωρίζετε από την αγάπην του Δεσπότου Χριστού και Σωτήρος μου». Οι δε δαίμονες ηγριώθησαν περισσότερον, ιδόντες ότι και ούτω πληγωμένος τους εφοβέριζε και έκαμαν θόρυβον τοσούτον μέγαν, ώστε του εφάνη ότι εσείσθη όλος ο τόπος και εσχίσθησαν οι τέσσαρες τοίχοι. Οι δε δαίμονες κατά φαντασίαν σχηματισθέντες εις ερπετά και θηρία εγέμισαν τον τόπον από λέοντες, άρκτους, λεοπαρδάλεις, ταύρους, όφεις, λύκους, ασπίδας και άλλα παρόμοια, έκαστον δε από τα θηρία αυτά κατά το ίδιον σχήμα τον επολέμει. Ο λέων εβρυχάτο και ώρμα να τον φάγη, ο ταύρος να τον κερατίση, ο σκορπιός να τον κεντρίση και ούτω καθ’ εξής έπραττον όλα εκείνα τα φαινόμενα θηρία, ώστε οι κτύποι ήσαν δεινοί και οι θυμοί αυτών χαλεποί. Ο δε Όσιος, συνθλιβόμενος υπ’ αυτών και κεντούμενος, ησθάνετο μεν πόνον εις το σώμα δεινότατον, εις την ψυχήν όμως ήτο άφοβος και εγρήγορος. Και εστέναζε μεν δια τον πόνον του σώματος, νήφων δε εις την διάνοιαν, περιεγέλα τους δαίμονας, λέγων· «Εάν είχετε δύναμιν, εις και μόνον από σας έφθανε να με πολεμήση· αλλ’ επειδή ο Δεσπότης σάς εξενεύρωσε, δια τούτο προσπαθείτε με το πλήθος και την υποκρισίαν να με φοβίσετε, σχηματιζόμενοι εις μορφάς θηρίων. Εάν ελάβετε κατ’ εμού εξουσίαν άνωθεν, μη αμελήτε· ει δε και δεν ελάβετε, τι μάτην ταράσσεσθε;» Πολλά λοιπόν επιχειρήσαντες, έτριζον κατ’ αυτού τους οδόντας ως εμπαιζόμενοι. Ο δε Κύριος δεν ελησμόνησε της του Οσίου αθλήσεως, αλλ’ ήλθεν εις αντίληψιν αυτού και βοήθειαν. Αναβλέψας δε ο Άγιος είδε την στέγην ώσπερ διανοιγομένην και ακτίνα φωτός κατερχομένην προς αυτόν. Τότε οι δαίμονες εξαίφνης έγιναν άφαντοι, ο πόνος του σώματος έπαυσεν, ο οίκος ευρέθη πάλιν αβλαβής και δεν έμεινε σημείον πληγής εις τον Άγιον, όστις γνωρίσας την επίσκεψιν, εδέετο της φανείσης οπτασίας λέγων· «Που ήσουν, Ιησού μου γλυκύτατε, και δεν εφάνης εξ αρχής να παύσης τας οδύνας των πόνων μου;» Εγένετο δε φωνή προς αυτόν λέγουσα· «Αντώνιε, εδώ ήμην, αλλ’ εκαρτέρουν να ίδω τον αγώνα σου. Επειδή λοιπόν υπέμεινες και δεν ενικήθης, θέλω είμαι βοηθός σου πάντοτε και θέλω δε κάμει ονομαστόν εις τον κόσμον άπαντα». Ταύτα ακούσας ο Άγιος και εγερθείς ηύχετο, ησθάνετο δε περισσοτέραν δύναμιν εις εαυτόν παρά ποτέ εις όλον τον βίον του. Ήτο δε τότε χρόνων τριάκοντα πέντε. Γενόμενος λοιπόν προθυμότερος ο Άγιος εις την θεοσέβειαν, απήλθε προς εκείνον τον παλαιόν γέροντα και τον παρεκάλει να υπάγουν ομού εις το όρος· αλλ’ όμως ο γέρων ούτος δεν ηθέλησε δια το γήρας και διότι δεν ήτο ακόμη τοιαύτη συνήθεια. Ο μεν λοιπόν Αντώνιος εκίνησε μόνος να υπάγη εις το όρος. Ο δε εχθρός, δια να εμποδίση και τότε την σπουδήν αυτού, έρριψεν εις τον δρόμον ένα δίσκον αργυρούν μέγαν. Τούτον ιδών ο Όσιος και γνωρίσας την απάτην του δαίμονος έλεγε· «Πόθεν ευρέθη ο δίσκος εις την έρημον; Εδώ ίχνη διαβάσεως δεν φαίνονται· αλλά εάν έπεσε και τίνος, ήθελεν ακούσει τον κτύπον ή θα επέστρεφε δια να τον εύρη ύστερον. Τούτο είναι, διάβολε, τέχνη σου, δια να εμπαίξης την προθυμίαν μου· αλλά τούτο ας είναι μετά σου εις την απώλειαν». Αφού δε είπε ταύτα ο Όσιος, ο δίσκος έγινεν άφαντος. Παρεμπρός πάλιν εύρεν εν τη οδώ χρυσίον πολύ ερριμμένον ουχί κατά φαντασίαν, αλλά κατά αλήθειαν· όμως δεν γνωρίζομεν εάν ο δαίμων το έφερεν εκεί δια να τον δοκιμάση ή τούτο ήτο από θείας δυνάμεως, δια να δείξη ο Θεός εις τον διάβολον, ότι ο Άγιος δεν εφρόντιζεν ούτε ποσώς υπελόγιζε τα χρήματα. Ο δε Άγιος εθαύμασε μεν το πλήθος του χρυσίου, πλην ώσπερ να επρόκειτο περί πυρός, το οποίον θα τον έκαιε, ούτως επέρασε δρομαίως τρέχων και φεύγων απ’ αυτού. Ελθών λοιπόν εις το όρος και ευρών εκεί εν παλαιόν φρούριον έρημον, γεμάτον ερπετά, εις το πέραν του ποταμού, κατώκησεν εις αυτό. Τα δε ερπετά, ώσπερ να τα εδίωκέ τις, ευθύς ανεχώρησαν, ο δε Άγιος έφραξε την είσοδον και έμεινεν εντός του τειχικάστρου μόνος, δεχόμενος κάθε έξ μήνας άρτους. Εκεί ουδείς ηδύνατο να εισέλθη να τον ίδη, ούτε εκείνος εξήρχετο, καθ’ ότι εύρεν εντός αυτού ύδωρ, με το οποίον επορεύετο. Τινές δε γνώριμοι, ερχόμενοι ποτε εις αυτόν και μείναντες έξωθεν του φρουρίου, ήκουον από το εσωτερικόν αυτού φωνάς πολλάς με κτύπους και έκραζον· «Φύγε από τον τόπον μας, τι θέλεις εδώ εις την έρημον, δεν θα δυνηθής να υποφέρης τας επιβουλάς και τας ενέδρας μας». Εις την αρχήν λοιπόν ενόμιζον οι έξωθεν, ότι άνθρωποι ήσαν οι φωνάζοντες, οίτινες ανέβησαν με κλίμακας και εμάχοντο με τον Όσιον· αλλά αφού παρετήρησαν επιμελώς από τινα σχισμήν και δεν είδον ουδένα, εγνώρισαν ότι ήσαν δαίμονες, και φοβηθέντες εκάλουν τον Άγιον, όστις πλησιάσας εις την θύραν είπεν εις αυτούς. «Μη φοβείσθε, αγαπητοί, καθότι ταύτα είναι δαιμόνων φαντάσματα· μόνον κάμετε τον σταυρόν σας και υπάγετε εις την οδόν σας, αυτοί δε ας παίζουν μετ’ αλλήλων». Ανεχώρησαν λοιπόν οι άνθρωποι εκείνοι υπό του Τιμίου Σταυρού φυλαττόμενοι, ο δε Όσιος έμενεν εκεί χωρίς να δύνανται να τον βλάψουν οι δαίμονες, ούτε εκουράζετο τοσούτον αγωνιζόμενος, διότι αι οπτασίαι, τας οποίας, ως είπομεν άνωθεν, έβλεπε και η ασθένεια των εχθρών του έδιδον μεγάλην ανάπαυσιν εις τους κόπους και εδιπλασίαζον την προθυμίαν του, πολλάκις δε οι γνώριμοι αυτού, νομίζοντες ότι θα τον εύρουν νεκρόν, τον ήκουον ψάλλοντα· «Αναστήτω ο Θεός» και τα υπόλοιπα του ψαλμού και πάλιν «Πάντα τα έθνη εκύκλωσάν με και τω ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς» και άλλα παρόμοια. Διέμεινε λοιπόν εις το φρούριον εκείνο ο Άγιος χρόνους είκοσι χωρίς να εξέρχεται ούτε να βλέπεται υπ’ ουδενός. Μετά ταύτα όμως συνήχθησαν πολλοί, θέλοντες να μιμηθούν την άσκησιν αυτού και χαλάσαντες βιαίως την θύραν, εύρον τον Όσιον και εθαύμασαν ιδόντες ότι ούτε παχύτερος ήτο, ούτε αδυνατώτερος, αλλά καθώς ήτο πρότερον. Επίσης η ψυχική του διάθεσις και η όψις του ούτε λύπην ή σκυθρωπότητα εδείκνυεν, ούτε χαράν και γέλωτα, αλλ’ ήτο ακέραιος εις όλα αφ’ εαυτού κυβερνώμενος. Πολλούς δε από τους παρευρεθέντας τότε ασθενείς εθεράπευσε και πολλούς από ενοχλήσεις δαιμόνων ηλευθέρωσε. Τοσαύτην δε χάριν είχεν από τον Θεόν ο λόγος του Αγίου, ώστε τους θλιβομένους παρηγόρει, τους εχθρευομένους ειρήνευε και πάντας εδίδασκε να προκρίνουν την αγάπην του Χριστού περισσότερον από όλα τα πράγματα, επειδή και αυτός ο πολυέλεος δι’ αγάπην μας εσταυρώθη. Με τας ψυχωφελείς λοιπόν νουθεσίας αυτού έκαμε πολλούς και εμόνασαν· όθεν έκτισαν εις τα όρη εκείνα Μοναστήρια και έγινεν από τους Μοναχούς πόλις η έρημος. Ένα καιρόν ήτο ανάγκη να περάση τον ποταμόν Νείλον δια να επισκεφθή τινας αδελφούς, ποιήσας δε την προσευχήν του ανέβη αυτός και η συνοδεία του επάνω εις τους κροκοδείλους, καθότι πλοιάριον εκεί δεν υπήρχε και διεπέρασαν αβλαβείς. Επιστρέψας δε πάλιν εις το Μοναστήριον αυτού, ηγωνίζετο ως το πρότερον, και διαλεγόμενος συνεχώς ηύξανε την προθυμίαν των Μοναχών, παρεκίνει δε και άλλους εις τον έρωτα της ασκήσεως· όθεν εις ολίγον καιρόν έγιναν πολλά Μοναστήρια, των οποίων πάντων ήτο ο Άγιος Πατήρ και Ηγούμενος. Εν μια δε των ημερών συναχθέντες πάντες οι Μοναχοί παρεκάλεσαν τον Άγιον να τους είπη λόγον σωτηρίας, ο δε μέγας ούτος Πατήρ εδίδαξεν αυτούς ούτω με αιγυπτίαν διάλεκτον. «Αρκούσιν αι Γραφαί προς διδασκαλίαν μας, αλλά καλόν είναι να στερεώνη και ο εις τον άλλον με λόγους ψυχωφελείς. Σεις λοιπόν, ως τέκνα, λέγετε προς με όσα γνωρίζετε, εγώ δε πάλιν ως γεροντότερος θα σας είπω όσα με πείραν και δοκιμήν εγνώρισα». Η πρώτη σας σπουδή, τέκνα μου, πρέπει να είναι η επιμέλεια της ασκήσεως, την οποίαν δεν πρέπει ποτέ να βαρύνεσθε ή να αμελήτε όσον και αν εις αυτήν επί μακράν κοπιάσητε, αλλά καθ’ εκάστην να έχητε ίσην την προθυμίαν και μάλιστα όσον δύνασθε περισσοτέραν, ότι η ζωή μας είναι πολύ ολίγη συγκρινομένη με την μέλλουσαν. Εάν δε κοπιάσωμεν ολίγους χρόνους εδώ πρόσκαιρα, θέλομεν βασιλεύσει εκεί έχοτες ανάπαυσιν και δόξαν αιώνιον. Φθαρτόν σώμα αφήνομεν και άφθαρτον απολαμβάνομεν. Λοιπόν μη δυστροπούμεν, μήτε να θαρρώμεν ότι κάμνομεν μέγα τι, καθότι δεν είναι άξια τα παθήματα και οι αγώνες του καιρού τούτου προς την μέλλουσαν δόξαν. Ούτε να φρονώμεν μεγάλα, δια μικρά πράγματα τα οποία αφήκαμεν· διότι και η γη ολόκληρος είναι ελαχίστη εν σχέσει προς τον ουρανόν και εις την ποσότητα και εις την ποιότητα. Εάν λοιπόν είμεθα και κύριοι απάσης της γης και αφήκαμεν αυτήν δια τον Χριστόν, και πάλιν δεν είναι αύτη ανταξία της ουρανίου μακαριότητος. Καθώς δε κερδίζει εκείνος, όστις δίδων εν νόμισμα χαλκούν λαμβάνει εκατόν χρυσά νομίσματα, ούτω και εκείνος ο άρχων, όστις καταφρονήση όλην την γην, ολίγον αφήνει και απολαμβάνει μυριοπλάσια. Λοιπόν όστις αφήκεν οικίαν ή χρυσόν ή άλλο όμοιον, δεν πρέπει να καυχάται, ούτε να αμελή· αλλά να συλλογιζώμεθα πάντες, ότι εάν δεν αφήσωμεν τώρα θεληματικώς τα υπάρχοντά μας δι’ αρετήν, θέλομεν αφήσει αυτά και χωρίς την θέλησίν μας και μάλιστα εκεί όπου δεν θέλομεν, όταν αποθάνωμεν. Δια τούτο μη έχη τις επιθυμίαν να αποκτήση πράγματα, τα οποία δεν λαμβάνει μετ’ αυτού, αλλ’ όσα δύναται να πάρη εις την ζωήν την αιώνιον, ήτοι φρόνησιν, δικαιοσύνην και άλλας αρετάς, τας οποίας θέλομεν εύρει ύστερον εις την γην των Πραέων να μας φιλοξενώσιν αιώνια. Όταν τις κάμνη το αγαθόν, ας μη υψηλοφρονή, επειδή δούλοι του Κυρίου είμεθα και ποιούμεν το χρέος μας, καθώς κάμνει καθ’ ημέραν ο ηγορασμένος δούλος το θέλημα του κυρίου αυτού, εάν δε παρακούση αυτόν, έστω και μίαν ημέραν, κινδυνεύει προς θάνατον. Ούτω λοιπόν και ημείς, εάν έστω και μίαν ημέραν αμελήσωμεν, παροξύνομεν τον Δεσπότην και λαμβάνομεν μεγάλην ζημίαν. Λοιπόν ας είμεθα πρόθυμοι και ο Θεός συνεργεί και μας βοηθεί. Ας μελετώμεν καθ’ εκάστην τον θάνατον κατά τον Απόστολον. Το πρωϊ εγειρόμενοι, ας βάλλωμεν εις τον νουν μας, ότι δεν προφθάνομεν την εσπέραν και τότε πάλιν, ότι δεν θέλομεν προφθάσει την αύριον. Εάν δε ούτω ζώμεν, δεν θέλομεν αμαρτήσει ουδέποτε ούτε θέλομεν θησαυρίσει ή ποθήσει τίποτε, αναμένοντες καθ’ ώραν τον θάνατον. Επιθυμία δε γυναικός μη εισέλθη εις την καρδίαν μας, αλλ’ ας μισώμεν πάσας τας ψυχοφθόρους ηδονάς, αποβλέποντες εις την ημέραν της κρίσεως, καθότι ο φόβος της κολάσεως αφανίζει το σκάνδαλον της σαρκός και μαραίνει πάσαν άτοπον και κακήν επιθυμίαν. Αυτά και έτερα πλείονα έλεγεν ο μακάριος Αντώνιος προς τους μαθητάς αυτού, διηγούμενος εις αυτούς και πάσας τας πανουργίας των δαιμόνων μίαν προς μίαν, ως έμπειρος και δόκιμος εις ταύτας, τας οποίας αφήνω δια βραχύτητα και μόνον γράφω τα χρησιμώτερα. Εις δε το τέλος είπε και ταύτα προς τους ακροατάς δια νουθεσίαν των. Φυλάττεσθε λοιπόν ακριβώς από τας πανουργίας των δαιμόνων και ει τι σας είπωσι, μη τους δίδητε ποσώς ακρόασιν· ότι πολλάκις τους ήκουσα και με εμακάριζαν, εγώ δε τους κατηρώμην. Άλλοτε μου προεφήτευον μέλλοντα πράγματα, δια το ύδωρ του ποταμού και έτερα, εγώ δε τους έλεγον· τι σας μέλει δι’ αυτό; Υπάγετε. Ποτέ δε ήρχοντο και με περιεκύκλουν ώσπερ στρατιώται με όπλα και ίππους, ποτέ δε ως θηρία και ερπετά φοβερίζοντες. Εγώ δε έψαλλον· «Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι Κυρίου του Θεού ημών μεγαλυνθησόμεθα»· και με τας ευχάς έφευγον. Άλλην φοράν εφάνησαν την νύκτα με φως λέγοντες· «Ήλθομεν να σου φέγγωμεν, Αντώνιε»· εγώ δε έκλεισα τους οφθαλμούς μου και προσηυχόμην, ευθύς δε εσβέσθη το φως των ασεβών. Άλλοτε πάλιν έψαλλον από τας Γραφάς «και εγώ ωσεί κωφός ουκ ήκουον. Ποτέ δε έσεισαν το Μοναστήριον και μετά ταύτα εφάνη εις δαίμων πολύ μεγάλος, όστις ετόλμησε να είπη· «Εγώ είμαι η δύναμις του Θεού, τι θέλεις να σου χαρίσω, Αντώνιε;» εγώ δε εφύσησα κατ’ αυτού, λέγων το όνομα του Χριστού και ευθύς ηφανίσθη. Άλλοτε πάλιν, ενώ ενήστευσα ημέρας τινάς, ήλθε ως Μοναχός ο δόλιος και μου έδιδεν άρτους λέγων μοι· «Φάγε, μη νηστεύης πολύ, ίνα μη ασθενήσης ως άνθρωπος». Εγώ δε αναστάς προσηυχόμην και αυτός ωσεί καπνός εξέλιπεν. Άλλην φοράν πάλιν έκρουσέ τις την θύραν και εξερχόμενος είδον ένα μέγαν και υψηλόν, ερωτήσας δε αυτόν τις ήτο, μου απεκρίνατο· «Εγώ ειμί ο σατανάς· διατί με κατακρίνουσιν άδικα οι Μοναχοί και όλοι οι Χριστιανοί καθ’ ώραν και με καταρώνται;» Εγώ δε είπον· «Διατί τους πειράζεις;» Και λέγει μοι· «Αυτοί ταράττονται και πειράζονται μοναχοί των, εγώ δε ησθένησα και δεν έχω πλέον τόπον ούτε χώραν που, αλλά πανταχού εξέλιπον οι ρομφαίαι μου· λοιπόν ας μη μου καταρώνται μάταια». Τότε θαυμάσας εγώ του Κυρίου την χάριν, είπον εις τον δαίμονα· «Πάντα είσαι ψεύστης, αλλά τώρα είπες αλήθειαν, ότι σαρκωθείς ο Χριστός σε εγύμνωσε πάσης δυνάμεως». Ταύτα ακούσας εκείνος ηφανίσθη. Αφού λοιπόν αυτός μόνος ομολογή την ασθένειάν του, δεν πρέπει ημείς να τον φοβώμεθα, αλλά να θαρρώμεν εις την δύναμιν του Χριστού, όστις είναι μεθ’ ημών και μας φυλάττει, ότι εάν εύρωσιν ημάς δειλιώντας και φοβουμένους, αυξάνουσι και αυτοί την δειλίαν εις την φαντασίαν μαςκαι μας φοβερίζουν· όταν δε μας βλέπωσι χαίροντας και ευφραινομένους εις Κύριον και λογιζομένους τα μέλλοντα αγαθά, δεν δύνανται ποσώς να μας βλάψωσιν, αλλά βλέποντες την ψυχήν ησφαλισμένην με τοιούτους αγαθούς λογισμούς, στρέφουσι κατησχυμμένοι και άπρακτοι». Αυτά και έτερα πλείονα έλεγεν ο Μέγας Αντώνιος εις τους Μοναχούς. Οι δε θαυμάζοντες την χάριν, την οποίαν έδωκεν εις αυτόν ο Κύριος, να διακρίνη τα πνεύματα, προέκοπτον εις την αρετήν περισσότερον. Ενήστευον, προσηύχοντο, είχον προς αλλήλους αγάπην μεγάλην και συμπάθειαν, επλήθαινον τα Μοναστήρια, και ήτο μεν μέγα το πλήθος των Ασκητών, πλην ήτο εις όλους μία γνώμη και εν φρόνημα, χωρίς φιλονεικίαν ή άλλην προστριβήν. Ο δε Άγιος ησύχαζεν εις το οικητήριον αυτού, ενθυμούμενος καθ’ εκάστην τας ουρανίους Μονάς, έχων δε εις αυτάς τον πόθον του, εστέναζε καθημερινώς βλέπων την πολιτείαν, την οποίαν διάγομεν και ησχύνετο να φάγη ή να κοιμηθή, το νοερόν της ψυχής ενθυμούμενος, πολλάκις δε θέλων να φάγη με άλλους Μοναχούς, στοχαζόμενος την πνευματικήν τροφήν, άφηνε την σωματικήν και ανεχώρει, έχων δε δι’ εντροπήν να τον βλέπουν τρώγοντα, ήσθιε κατά μόνας. Άλλοτε πάλιν έτρωγε με τους άλλους Μοναχούς δια να τους διδάσκη τα χρειαζόμενα, λέγων· «Όλον τον χρόνον της ζωής μας και την σπουδήν πάσαν και σχολήν πρέπει να δαπανώμεν εις ωφέλειαν της ψυχής, δια να μη αιχμαλωτίζεται αυτή η δέσποινα από τας ηδονάς και ορέξεις του υποκειμένου σώματος, αλλά μάλλον το σώμα, όπερ είναι δούλος, να κάμνη της κυρίας ψυχής το θέλημα· διότι τούτο προστάσσει ο Κύριος λέγων· «Να μη μεριμνώμεν δια βρώματα, ενδύματα και τα λοιπά». Τον καιρόν εκείνον ήτο διωγμός μέγας εις την Εκκλησίαν, Μαξιμίνου του δυσσεβούς βασιλεύοντος. Έχων δε πόθον να μαρτυρήση δια τον Χριστόν ο Μέγας Αντώνιος επήγε μετά τινων μαθητών του και εστερέωνε τους Αγίους Μάρτυρας με ωφελίμους λόγους και υποδείγματα, εισερχόμενος εις τας φυλακάς και εις τα δικαστήρια αφόβως και συνοδεύων αυτούς έως και εις αυτήν την τελείωσιν. Ο δε δικαστής, ιδών την σπουδήν αυτού και το άφοβον, προσέταξε να μη παρευρίσκεται πλέον τις Μοναχός εις το δικαστήριον, ούτε να φανή ποσώς τοιούτος εις όλην την Αλεξάνδρειαν. Όθεν εκρύβησαν άπαντες έμφοβοι. Ο δε Άγιος έπλυνε και τον μανδύαν αυτού, και ίστατο εις υψηλόν τόπον λαμπροφορεμένος και άφοβος, δεικνύων την προθυμίαν των Χριστιανών και ευχόμενος μυστικά να αξιωθή της αθλήσεως. Αλλ’ ο Κύριος τον εφύλαξεν εις πολλών ωφέλειαν. Έμεινε λοιπόν συγκοπιών με τους Ομολογητάς και υπηρετών αυτούς, έως ου έπαυσεν ο διωγμός, και τότε έστρεψεν εις το Μοναστήριον, γενόμενος εις την προαίρεσιν Μάρτυς. Αλλά και εκεί εις το κελλίον του καθ’ εκάστην επέρνα μαρτύριον με την τοσαύτην σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν, φορών ένδοθεν εν χονδρόν τρίχινον ιμάτιον, έξωθεν δε εν δερμάτινον, το οποίον διετήρησεν εις όλην του την ζωήν. Ποτέ δεν έπλυνε την σάρκα, ούτε την κεφαλήν, ούτε τους πόδαςτου, ούτε καν είδεν αυτόν τις γυμνόν, εκτός μόνον εκείνου του Μοναχού, όστις τον έπλυνεν όταν πλέον εκοιμήθη. Εν ω λοιπόν ούτως ησύχαζεν εις το κελλίον του χρόνον πολύν, ήλθε τις άρχων στρατιωτών, Μαρτινιανός ονόματι, έχων θυγατέρα ενοχλουμένην υπό του δαίμονος και κρούων την θύραν ώραν πολλήν, τον παρεκάλει να δεηθή του Θεού δι’ αυτήν. Ο δε απεκρίνατο έσωθεν· «Άνθρωπε, τι με φωνάζεις; Αμαρτωλός είμαι και εγώ ως του λόγου σου· αλλά εάν πιστεύης εις τον Χριστόν, ύπαγε, κάμε προσευχήν προς τον Θεόν, και κατά την πίστιν σου γίνεται». Εκείνος δε πιστεύσας και επικαλεσάμενος τον Χριστόν ευθύς εθεραπεύθη το κοράσιόν του. Πολλά δε και άλλα θαυμάσια ετέλεσε δια του Αγίου Αντωνίου ο Κύριος, καθώς εν τω ιερώ αυτού Ευαγγελίω λέγει· «Αιτείτε και δοθήσεται υμίν». Όθεν πολλοί ασθενείς ερχόμενοι εκάθηντο έξωθεν του Μοναστηρίου και ευχόμενοι με πίστιν, εθεραπεύοντο. Βλέπων δε ο Όσιος ότι ήρχοντο πολλοί και δεν είχεν ησυχίαν καθώς επεθύμει, ηθέλησε να υπάγη εις την άνω Θηβαϊδα, εις την οποίαν δεν τον εγνώριζον. Διότι εφοβείτο μήπως και υπερηφανευθή εκ των θαυμάτων, τα οποία εποίει δι’ αυτού ο Κύριος, να φύγη δε και τον ανθρώπινον έπαινον. Λαβών λοιπόν άρτους από τους αδελφούς, εκάθητο εις το χείλος του ποταμού, αναμένων την τυχόν διέλευσιν εκείθεν λέμβου δια να περάση αντίπερα. Εκεί δε ευρισκόμενος ήκουσε φωνήν λέγουσαν· «Που υπάγεις, Αντώνιε;» Ο δε απεκρίνατο· «Οι όχλοι με πειράζουσι και μου ζητούσιν υπέρ την δύναμίν μου θαυμάσια· λοιπόν απέρχομαι εις την άνω Θηβαϊδα να ησυχάσω». Του λάγει πάλιν η φωνή· «Καν εις Θηβαϊδα απέλθης, καν εις τα Βουκόλια κατέλθης, έρχονται να σου δίδουν περισσοτέραν ενόχλησιν· ει δε και θέλης να ησυχάσης, πήγαινε εις την εσωτέραν έρημον». Λέγει ο Όσιος· «Και ποίος θα με καθοδηγήση εις την οδόν, εφ’ όσον εγώ δεν την γνωρίζω;» Τότε του υπέδειξεν η φωνή εκείνη Σαρακηνούς τινάς, οίτινες επήγαινον εις αυτήν την οδόν, αυτοί δε μετά χαράς τον εδέχθησαν και περιπατήσας μετ’ αυτών τρεις ημέρας και τρεις νύκτας, ήλθεν εις εν όρος πολύ υψηλόν, κάτωθεν δε τούτου ήτο ύδωρ ψυχρόν και γλυκύτατον, υπήρχε δε παρ’ αυτό και τόπος ισόπεδος με φοίνικας ακαλλιεργήτους. Ο δε Όσιος, τοιούτον τόπον ωραιότατον ορεγόμενος, εγνώρισεν ότι εκεί τον απέστειλεν ο Κύριος. Λαβών λοιπόν άρτους από τους Σαρακηνούς έμεινεν εις το όρος μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος. Οι δε Σαρακηνοί, ιδόντες αυτού το πρόθυμον, διέβαινον εκείθεν επίτηδες και του εκόμιζον άρτους. Είχε δε ολίγην παραμυθίαν από τους φοίνικας και διήλθε πολύν καιρόν εις την ησυχίαν, καθώς ηγάπα. Ύστερον δε μαθόντες οι μαθηταί αυτού τον τόπον, εφρόντιζον να του στέλλουν τα απαιτούμενα. Ο δε Άγιος ελυπήθη τον πολύν αυτών κόπον, τον οποίον ελάμβανον δια το μέγεθος της αποστάσεως και της οδού την δυσχέρειαν και εζήτησε να του φέρουν αξίνην, δίκελλαν και ολίγον σίτον δια να σπέρνη και να τρέφεται εξ αυτού. Αφού του έφερον λοιπόν αυτά εκαθάρισε τον τόπον και εγεώργησε, ποτίζων τα σπέρματα με το ύδωρ, το οποίον έτρεχεν. Όθεν έκαμνε καρπόν πολυπλάσιον, καθότι η γη ήτο καλή και κατ’ έτος εξησφάλιζε την ζωοτροφίαν του χαίρων, επειδή δεν ηνώχλει τινά αλλά με τον κόπον του επορεύετο. Μετά ταύτα ιδών ο Άγιος, ότι ήρχοντο και εκεί τινες δια να τον βλέπωσιν, εγεώργησε και λάχανα, δια να έχουν ολίγην παραμυθίαν της τοιαύτης οδοιπορίας οι προσερχόμενοι· τα δε θηρία, ερχόμενα εις την βρύσιν να ποτισθούν, εζημίωναν το σπαρτόν πολλάκις· όθεν ο Όσιος, κρατήσας εν εξ αυτών, είπε ταύτα προς τα επίλοιπα. «Διατί με ζημιώνετε, εν όσω εγώ δεν σας έβλαψα; Υπάγετε εις το όνομα του Κυρίου και πλέον εδώ μη πλησιάσητε»· και απ’ εκείνης της ώρας, ω του θαύματος! ώσπερ να εφοβήθησαν την παραγγελίαν, πλέον ποσώς δεν εφάνησαν. Έμεινε λοιπόν εις το όρος εκείνο σχολάζων εις τας ευχάς και την άσκησιν. Οι δε αδελφοί παρεκάλεσαν αυτόν όπως τους επιτρέψη να του φέρωσιν ελαίας και όσπρια και ολίγον έλαιον δια το γήρας του. πόσους δε πολέμους να έκαμε και εκεί με τους δαίμονας, περιττόν είναι να γράψωμεν. Πολλάκις ήκουον εκείνοι, οίτινες μετέβαινον προς αυτόν χάριν ευλαβείας, φωνάς πολλάς, θορύβους, κτύπους αρμάτων και όλον το όρος εφαίνετο πλήρες εξ αυτών, τον δε Όσιον έβλεπον μαχόμενον και κατ’ αυτών προσευχόμενον. Κατ’ αλήθειαν δε, θαύματος άξιον ήτο να κατοική μοναχός του εις τοιαύτην άβατον έρημον, να μη φοβήται την πληθύν των θηρίων και την αγριότητα αυτών, ούτε των δαιμόνων την μισανθρωπίαν και χαλεπότητα, αλλ’ ήτο ως όρος Σιών, πεποιθώς εις τον Κύριον, ασάλευτον έχων τον νουν και τόσον ατάραχον, ώστε οι δαίμονες τον εφοβούντο μάλλον και έφευγον, τα δε θηρία εις αυτόν ημερώνοντο. Ο φθονερός διάβολος έτριζε κατ’ αυτού τους οδόντας και καθώς ηγρύπνει μίαν νύκτα, συνήθροισε τους λέοντας όλους της ερήμου εκείνης και περιεκύκλωσαν τον Όσιον χάσκοντες, ορυόμενοι και απειλούντες να τον φάγωσιν. Ο δε, γνωρίσας την τέχνην του εχθρού, είπε προς αυτούς· «Εάν ελάβετε από τον Θεόν εξουσίαν κατ’ εμού, έτοιμος είμαι και φάγετέ με· ει δε οι δαίμονες σας ηναγκασαν, ταχέως αναχωρήσατε, καθότι δούλος είμαι Χριστού του Δεσπότου της κτίσεως». Μόλις ο Όσιος είπε ταύτα, έφυγον οι λέοντες ώσπερ υπό μάστιγος διωκόμενοι. Εις ολίγας ημέρας πάλιν, ενώ έκαμνε το εργόχειρον, καθώς είχε συνήθειαν να κάμη σπυρίδας και τας έδιδεν εις εκείνον, όστις του έφερε τα προς την χρείαν, δια να μη τρώγη τον άρτον δωρεάν, έσυρε τιςτο σειρίδιον της θύρας έξωθεν και εγερθείς είδε τινά έχοντα από την κοιλίαν και ένω σχήμα ανθρώπου, τα δε σκέλη και οι πόδες αυτού εφαίνοντο ως οναρίου. Ο δε Άγιος ιδών αυτόν είπε· «Χριστού δούλος είμαι και αν σε έστειλε να μου κάμης κακόν, ως θέλεις ποίησον». Ο δε φανείς και όλοι οι συν αυτώ δαίμονες ευθύς εξηφανίσθησαν, όλη δε η σπουδή αυτών ήτο να διώξωσιν εκείθεν τον Όσιον, αλλ’ υπ’ αυτού νικηθέντες δεν ηδυνήθησαν. Μοναχοί δε τινές από τα έξωθεν Μοναστήρια ήλθον παρακαλούντες αυτόν να υπάγη εις τον τόπον των δια να τον απολαύσουν και εκείνοι ολίγας ημέρας και να ωφεληθώσιν εκ της παρουσίας του. Ο δε ιδών την ευλάβειαν αυτών απήλθε δια ψυχικήν ωφέλειαν. Είχον λοιπόν εις μίαν κάμηλον φορτωμένα τα χρειαζόμενα και πριν τελειώσουν τον δρόμον των, ετελείωσε το ύδωρ, όπερ εβάσταζον, και εις ουδέν μέρος εύρισκον, καθότι η έρημος εκείνη είναι πανταχού άνυδρος, εκτός από το ρηθέν όρος, εις το οποίον κατώκησεν ο Όσιος. Μη δυνάμενοι λοιπόν να περιπατώσι πλέον, σφοδρώς εκ της δίψης οδυνώμενοι και εκ του καύσωνος του ηλίου καταφλεγόμενοι, έπεσον κατά γης, αφήνοντες την κάμηλον έρημον. Ο δε Όσιος, βλέπων αυτούς κινδυνεύοντας, ελυπήθη πολύ και στενάξας ολίγον παρεμέρισε, κλίνας δε τα γόνατα και εκτείνας τας χείρας προσηύχετο, ευθύς δε (ω των θαυμασίων σου Δέσποτα!) εξήλθεν ύδωρ πολύ και ηδύτατον, εις τον τόπον εις τον οποίον προσηύχετο και πιόντες ανέπνευσαν, ευρόντες δε την κάμηλον, επειδή ήτο περιπεπλεγμένον το σχοινίον εις τινα λίθον, ενέπλησαν τους ασκούς και ποτίσαντες αυτήν ανεχώρησαν χαίροντες. Αφού έφθασαν εις το Μοναστήριον, έλαβον όλοι μεγάλην αγαλλίασιν ιδόντες τον Όσιον και ηυφράνθησαν απολαβόντες της γλυκυτάτης διδασκαλίας του, αυτός δε ομοίως έχαιρε, βλέπων την διαγωγήν των την ένθεον, είδε δε τότε και την αδελφήν αυτού, ήτις ήτο γηραιά παρθένος και είχε γίνει Καθηγουμένη εις το γυναικείον Μοναστήριον. Μετά δε ημέρας τινάς έστρεψε πάλιν εις το όρος. Από τότε έμαθον τον τόπον πολλοί Μοναχοί και ήρχοντο εις αυτόν χάριν ωφελείας. Ο δε Άγιος τους ενουθέτει συνεχώς λέγων· «Πιστεύετε εις τον Κύριον και αγαπάτε Αυτόν εξ όλης ψυχής και δυνάμεως. Φυλάττεσθε από ρυπαρούς λογισμούς και σαρκικάς ηδονάς. Μη απατάσθε χορτασία κοιλίας· φεύγετε την κενοδοξίαν και συνεχώς εύχεσθε». Αυτά και έτερα πλείονα έλεγεν εις αυτούς, τους δε ασθενείς, τους οποίους έφερον, παρηγόρει, συμπάσχων μετ’ αυτών, ηύχετο δε εις τον Θεόν να τους ιατρεύση ως Παντοδύναμος. Ούτως ενουθέτει άπαντας δια να μη τον δοξάζουν εις τας θαυματουργίας, αίτινες υπ’ αυτού καθ’ εκάστην ετελούντο. Εις δε άρχων από το παλάτιον του βασιλέως, Φρόντων καλούμενος, είχεν τοσούτον δεινήν ασθένειαν, ώστε έτρωγε την γλώσσαν του. Ομοίως και εις τους οφθαλμούς είχεν ασθένειαν, ήτις έμελλεν εις ολίγον καιρόν να τον καταστήση ολότυφλον. Ακούσας λοιπόν ούτος τας θαυματουργίας του Μεγάλου Αντωνίου, επήγε και παρεκάλει αυτόν να τον ιατρεύση. Ο δε ποιήσας ευχήν του έλεγεν· «Ύπαγε και θεραπεύεσαι». Αυτός όμως δε ήθελε να αναχωρήση, αλλά παρέμενεν εκεί ημέρας τινάς αναμένων βοήθειαν. Λέγει πάλιν εις αυτόν ο Άγιος· «Έως ότου κάθεσαι εδώ, δεν ωφελείσαι· λοιπόν άπελθε και όταν φθάσης εις την Αίγυπτον, θέλεις ίδει το θαυμάσιον». Πιστεύσας λοιπόν ο άνθρωπος εκείνος ανεχώρησεν, ευθύς δε ως είδεν από μακρόθεν την Αίγυπτον, έγινεν όλος υγιής, καθώς του είπεν ο Όσιος Αντώνιος. Γυνή δε τις παρθένος, από την χώραν Βούσυριν της Τριπόλεως, είχε πάθος πολλά φοβερόν και σικχαμερώτατον, διότι τα δάκρυά της, η βλέννα της και τα υγρά των ώτων αυτής έπιπτον χαμαί και ευθύς εγίνοντο σκώληκες. Ήτο δε και καθ’ όλον το σώμα παράλυτος και οι οφθαλμοί της έτρεμον. Μαθόντες δε οι γονείς αυτής, ότι επήγαινον Μοναχοί τινες προς τον Μέγαν Αντώνιον και πιστεύοντες εις τον Κύριον ότι θέλει την θεραπεύσει, καθώς και την αιμορροούσαν ιάτρευσεν, εσήκωσαν αυτήν και επήγαν με τους Μοναχούς, βαδίσαντες μετά μεγάλου κόπου και πολλών βασάνων. Έμειναν λοιπόν έξωθεν του όρους με την κόρην εις ένα Άγιον Γέροντα, όστις ήτο ο Ομολογητής Παφνούτιος. Οι δε Μοναχοί εισήλθον εις τον Όσιον Αντώνιον και προτού να είπωσι λόγον αυτοί, τους είπεν εκείνος δια την δεινήν της κόρης ασθένειαν και ότι την ωδήγουν προς αυτόν οι γονείς της και τα λοιπά άπαντα. Οι δε ακούσαντες έφριξαν· όθεν ηρώτησαν εάν ήθελε να του την φέρωσιν ενώπιόν του. Ο δε απεκρίνατο· «Υπάγετε και εάν δεν απέθανεν, θα την εύρητε τεθεραπευμένην, δεν είναι δε το κατόρθωμα τούτο ιδικόν μου, επειδή ήλθεν αύτη προς εμέ τον ελεεινόν άνθρωπον, αλλά του Σωτήρος Χριστού, όστις εθαράπευσεν αυτήν και όστις πέμπει το έλεός του εις όσους τον επικαλεσθούν μετά πίστεως, καθώς επήκουσε και την δέησιν αυτής· εφανέρωσε δε και εις εμέ η φιλανθρωπία του, ότι το πάθος αυτής θέλει το θεραπεύσει εκεί όπου τώρα αύτη ευρίσκεται». Απελθόντες λοιπόν οι Μοναχοί εύρον την παρθένον τεθεραπευμένην και επέστρεψαν με τους γονείς αυτής εις την πατρίδα των αγαλλιώμενοι. Καιρόν δε τινά ήρχοντο εις το όρος δύο Μοναχοί δια να ίδουν τον Άγιον, καθ’ οδόν δε τους έλειψε το ύδωρ και ο μεν εις τελείως απέθανεν από την δίψαν, ο δε άλλος, μη δυνάμενος να περιπατή, εκείτετο και αυτός εις την γην, αναμένων τον θάνατον. Ο δε Άγιος, καλέσας δύο ετέρους Μοναχούς, οίτινες έτυχον παρ’ αυτώ, είπεν εις αυτούς· «Λάβετε εν σταμνίον ύδωρ και δράμετε εις την οδόν της Αιγύπτου, επειδή δύο αδελφοί ερχόμενοι προς ημάς εστερήθησαν ύδατος και ως εκ τούτου ο μεν εις ετελεύτησεν, ο δε έτερος, εάν δεν προφθάσητε γρήγορα, κινδυνεύει, καθώς τώρα ο Κύριος μου εφανέρωσε». Βαδίσαντες λοιπόν εις την οδόν επί μίαν ημέραν ολόκληρον, εύρον τον μεν ένα νεκρόν και τον έθαψαν, τον δε έτερον κινδυνεύοντα και αναζωογονήσαντες αυτόν με το ύδωρ τον έφεραν εις τον Άγιον. Εάν δε ερωτήση τις λέγων· «Διατί δεν το είπεν ο Άγιος πριν αποθάνη ο έτερος;» τούτο δεν το λέγει καλώς, επειδή δεν είναι του Αγίου Αντωνίου η κρίσις του θανάτου, αλλά του Θεού, όστις έκρινε δια μεν τον ένα να αποθάνη, δια δε τον άλλον απεκάλυψεν εις τον Άγιον. Του δε Οσίου είναι το θαυμάσιον, ότι καθήμενος εις το όρος είχε την καρδίαν καθαράν και άγρυπνον, όθεν ο Θεός του εφανέρωνε και τα μακράν γινόμενα. Άλλην φοράν πάλιν εις το όρος καθήμενος και αναβλέψας είδε ψυχήν αναφερομένην εις τους ουρανούς, εχαίροντο δε οι Άγιοι Άγγελοι, οίτινες την επήγαινον. Όθεν θαυμάζων και μακαρίζων τον άνθρωπον εκείνον, παρεκάλει τον Θεόν να του αποκαλύψη τις ήτο. Ευθύς δε ήλθε φωνή λέγουσα· «Αύτη είναι η ψυχή του Αμμούν». Ούτος δε ήτο Ασκητής εις την Νιτρίαν, ήτις ευρίσκεται εις απόστασιν δεκατριών ημερών πορείας από το όρος του Αγίου Αντωνίου, βλέποντες δε αυτόν οι μαθηταί του θαυμάζοντα, ηρώτησαν τούτου το αίτιον. Ο δε είπε· «Την ώραν αυτήν ετελεύτησεν ο Αμμούν, ο συνασκητής και φίλος μου». Ούτος ο Αμμούν ήτο Ασκητής ενάρετος, διέβη δε ποτέ τον ποταμόν αβρόχοις ποσί, περιπατών ως ο Απόστολος Πέτρος επάνω εις τα ύδατα, αλλά και άλλας θαυματουργίας ετέλεσεν. Οι δε μαθηταί τού Αγίου Αντωνίου έγραψαν την ημέραν, καθ’ ην είδε την όρασιν ταύτην ο Άγιος και μετά ημέρας τριάκοντα ήλθον Αδελφοί τινες από την Νιτρίαν και ερωτήσαντες εγνώρισαν ότι ο μακάριος Αμμούν ετελεύτησε την ώραν εκείνην κατά την οποίαν έβλεπε την ψυχήν αυτού ανερχομένην εις τους ουρανούς ο Άγιος Αντώνιος και εθαύμαζον, ότι εγνώριζε τα μακράν γινόμενα. Ουχί δε μόνον ταύτα, αλλά και παρθένον τινά, ήτις είχεν εις τον στόμαχον και εις το πλευρόν ασθένειαν, δια την οποίαν τον παρεκάλεσε κόμης τις, Αρχέλαος τούνομα, να την ιατρεύση, δια προσευχής εθεράπευσε. Πολλάκις δε προέλεγε τινών τον ερχομόν ένα μήνα πρότερον, και την αιτίαν, δια την οποίαν επήγαινον, καθότι πολλοί ήρχοντο μόνον να τον ίδουν, άλλοι δε δι’ ασθένειαν· αλλά πάντες επέστρεφον με μεγάλην ωφέλειαν, είτε ψυχικήν, είτε σωματικήν. Κατελθών δε ποτε πάλιν εις τα έξω Μοναστήρια με λέμβον, ησθάνετο δυσωδίαν μεγάλην μόνον ο Άγιος και ερωτήσας τις ήτο η αιτία, δεν εγνώριζεν ουδείς, μόνον έλεγον, μήπως και του εβρώμει ιχθύς τις εξ εκείνων τους οποίους είχον. Ο δε είπεν· «Άλλην δυσωδίαν αισθάνομαι». Ευθύς δε ως είπε ταύτα, εφώναξε τις νέος, όστις ήτο εκεί εις το πλοίον κεκρυμμένος, έχων δαιμόνιον. Τότε ο Άγιος, επιτιμήσας τον δαίμονα, τον απεδίωξεν· ο δε νέος έμεινεν υγιής και έγνωσαν πάντες, ότι η δυσωδία εκείνη ήτο του δαίμονος. Άλλος δε τις επιφανής νεανίας είχε δαιμόνιον δεινόν τοσούτον, ώστε και τας σάρκας του έτρωγε. Τούτον έφερον εις τον Όσιον, όστις ελυπήθη τον νέον και κάμνων αγρυπνίαν μετ’ αυτών, προσηύχετο δι’ αυτόν όλην την νύκτα, το δε πρωϊ ωθήσας ο ασθενής τον Άγιον τον έρριψε κάτω. Οι δε συγγενείς του πάσχοντος επικράνθησαν και ελυπήθησαν κατ’ αυτού. Ο δε Όσιος τους είπε· «Μη ονειδίζεται τον νέον, διότι δεν είναι αυτός η αιτία, αλλ’ ο δαίμων και διότι τον προσέταξεν ο Θεός να εξέλθη, εξεμάνη και έκαμε το τοιούτον· αλλά δοξάσατε τον Κύριον, επειδή αυτό είναι σημείον ότι εξεβλήθη το δαιμόνιον». Ταύτα είπε και ευθύς ο νέος έγινεν υγιής και γνωρίσας τον Άγιον κατησπάζετο αυτόν και ηυχαρίστει τον Κύριον. Πολλά ωσαύτως θαυμάσια όμοια τούτου εποίησεν ο Όσιος, τα οποία αφήνομεν, δια να αποφύγωμεν την πολυλογίαν και μόνον να είπωμεν τα αναγκαιότερα. Μίαν ημέραν, όταν κατά την ενάτην ώραν ήθελε να παξιμαδίση κατά το σύνηθες, του εφάνη ότι τον ήρπασαν οι Άγγελοι και τον ανέβασαν εις τον αέρα, εκεί δε είδε τινάς δεινούς και ζοφερούς δαίμονας, οίτινες τον ημπόδιζον και δεν τον άφηναν να αναβή υψηλότερον. Οι δε οδηγούντες αυτόν αντεμάχοντο με τους δαίμονας, οίτινες εζήτουν απολογίαν δια τας πράξεις, τας οποίας έκαμεν από της γεννήσεως. Οι δε Άγγελοι έλεγον· «Όσας αμαρτίας εποίησεν από βρέφους έως την ώραν καθ’ ην έγινε Μοναχός, ο Κύριος τας εξήλειψε και συνεπώς περί αυτών δεν έχετε λόγον. Έχετε όμως την εξουσίαν να εξετάσητε αν ετήρησε τας υποσχέσεις, τας οποίας έδωκεν, όταν έλαβε το άγιον σχήμα, ότε υπεσχέθη να φυλάττη σωφροσύνην, πτωχείαν και τας λοιπάς αρετάς, τας οποίας και έπραξε· περί τούτων λοιπόν εξετάσατε». Οι δε κατηγόρουν αυτόν ψευδώς δια τινας παραβάσεις και μη δυνάμενοι να τας αποδείξουν, αφήκαν αυτόν ανεμπόδιστον. Εις εαυτόν δε γενόμενος και συλλογιζόμενος τα οραθέντα, ελησμόνησε να φάγη, αλλά στενάζων προσηύχετο και εθαύμαζε σκεπτόμενος πόσους πολέμους και κόπους έχει να περάση η ψυχή από τα τελώνια του αέρος. Ταύτα και ο Απόστολος Παύλος γινώσκων έγραφε προς νουθεσίαν μας, λέγων· ¨Δια τούτο αναλάβετε την πανοπλίαν του Θεού, ίνα δυνηθήτε αντιστήναι εν τη ημέρα τη πονηρά και άπαντα κατεργασάμενοι στήναι…» (Εφ. στ:13), όπως καταισχυνθή ο δαίμων, μη έχων να μας κατηγορήση εις κανένα αμάρτημα. Αλλ’ ο μεν Απόστολος έως τρίτον ουρανόν ηρπάγη και ήκουσεν άρρητα ρήματα· ο δε Όσιος Αντώνιος έως του αέρος και ηγωνίσθη έως ου εφάνη ελεύθερος. Είχε δε και τούτο το χάρισμα· εάν είχεν απορίαν τινά και επόθει να μάθη τι, το οποίον δεν εγνώριζε, του το εφανέρωνεν ο Θεός εκεί εις το όρος, εις το οποίον κατά μόνας ησκήτευε και ούτως ήτο λοιπόν θεοδίδακτος. Ηρώτησαν ποτέ τινες τον Άγιον περίτης διαγωγής της ψυχής, που υπάγει αφού χωρίση του σώματος, και την ερχομένην νύκτα τον εκάλεσε τις άνωθεν, λέγων· «Αντώνιε, έξελθε έξω να ίδης το ποθούμενον». Γνωρίζων δε ότι η φωνή ήτο από Θεού, εξήλθε και βλέπει μέγαν τινά και φοβερόν γίγαντα, απαίσιον την όψιν, του οποίου το ύψος έφθανεν έως των νεφών, είδε δε και τινας άλλους, οίτινες εφαίνοντο να έχουν πτερά και ανέβαινον. Ο δε μέγας εκείνος ήπλωνε τας χείρας του και άλλους μεν ήρπαζε και δεν τους άφηνε να ανέλθουν, έτεροι δε επέτων και δεν τους έφθανεν. Όθεν έτριζε κατ’ αυτών τους οδόντας, εις δε τους άλλους, οίτινες έπιπτον εις τας χείρας του, έχαιρε. Τότε πάλιν έγινε φωνή προς τον Άγιον Αντώνιον λέγουσα· «Νόει και στοχάσου το βλεπόμενον». Με το να εφωτίσθη λοιπόν η διάνοιά του, εγνώρισεν ότι εκείνος ο μέγας ήτο ο εχθρός των ψυχών και δι’ αυτό δεν άφηνεν αυτάς να περάσουν, όσοι όμως ήσαν δίκαιοι επέτων ανεμποδίστως. Οι δε αμαρτωλοί ημποδίζοντο. Ταύτα πάλιν ιδών ο μακάριος προέκοπτε καθ’ εκάστην εις την αρετήν περισσότερον. Αυτά δεν τα ωμολόγησε θεληματικώς, αλλ’ οι μαθηταί αυτού, όταν τον έβλεπον να κάμνη ώραν πολλήν εις την προσευχήν, θαυμάζοντες τον ηρώτων δεόμενοι να τους ομολογήση την όρασιν, ώστε ως Πατήρ μη δυνάμενος να το κρύπτη το ωμολόγει αναγκαζόμενος. Ήτο δε και εις το ήθος ο Άγιος πραότατος και εις την ψυχήν ταπεινόφρων. Ετίμα πολύ τους εκκλησιαστικούς· έκλινε την κεφαλήν και προσεκύνει τους Επισκόπους και Ιερείς με πολλήν ταπείνωσιν, αλλά και Διάκονος εάν επήγαινε προς αυτόν χάριν ωφελείας, τα μεν προς νουθεσίαν διελέγετο προθύμως ο Άγιος, εις δε την ευχήν έδιδε τα πρωτεία εις τον Διάκονον, έστω και εάν ήτο ο ευτελέστερος. Πολλάκις δε ηρώτα και αυτός να του λέγουν λόγους ψυχωφελείς και χρησίμους, τους οποίους ηκροάζετο με ταπείνωσιν. Ήτο δε και το πρόσωπον αυτού ιλαρώτατον έχον από τον Σωτήρα Χριστόν χάριν μεγάλην και παράδοξον τόσον, ώστε και εάν τις, όστις δεν τον είχεν άλλην φοράν ίδει και δεν τον εγνώριζε, τον έβλεπεν εν μέσω πολλών Μοναχών, ευθύς θα αντελαμβάνετο ότι αυτός ήτο ο Άγιος Αντώνιος, όχι με το να ήτο υψηλότερος από τους άλλους ή πλατύτερος, αλλά από την κατάστασιν των ηθών και την της ψυχής καθαρότητα, ήτις ήτο αθόρυβος· όθεν είχεν αταράχους και τας έξωθεν αισθήσεις του σώματος και τα κινήματα αυτού. Ήτο δε και εις την πίστιν ευσεβέστατος και της ακραιφνούς Ορθοδοξίας τηρητής ακριβέστατος τόσον, ώστε δεν ήθελε ποτέ να συνομιλήση φιλικά με αιρετικόν τινα, αλλά πολύ τους εχθρεύετο και μάλιστα τους Μανιχαίους και τους Αρειανούς, παρήγγελλε δε εις όλους τους πιστούς να μη τους πλησιάζωσι, καθότι η φιλία των είναι βλάβη ψυχής και απώλεια. Ήλθον δε ποτέ τινές Επίσκοποι και άλλοι πιστοί και παρεκάλεσαν τον Άγιον να υπάγη μέχρι της Αλεξανδρείας δια να στηρίξη τους πιστούς από τους κινδύνους των αιρετικών· όθεν απελθών εκήρυξε την ευσέβειαν κατά των Αρειανών τω τλε΄ (335) έτει, διδάσκων τον λαόν, ότι ο Υιός είναι ομοούσιος τω Πατρί και Αϊδιος· εκείνοι δε είναι όμοιοι των εθνών, λατρεύοντες την κτίσιν παρά τον Κτίσαντα. Οι μεν λοιπόν πιστοί πάντες έχαιρον, ακούοντες από τον Άγιον αναθεματιζομένην την χριστομάχον αίρεσιν. Οι δε της πόλεως άπαντες συνέτρεχον ουχί μόνον ο κοινός λαός, αλλά και οι ιερείς των Ελλήνων, παρακαλούντες να ίδωσι τον άνθρωπον του Θεού, καθότι ούτως ωνόμαζον τον Όσιον, όστις έκαμε και εκεί πολλά θαυμάσια. Όθεν πολλοί επίστευσαν εις τον Χριστόν εκείνας τας ολίγας ημέρας, τας οποίας διέτριψεν εκεί εις την πόλιν και εβαπτίσθησαν, βλέποντες τας αρετάς αυτού και εξόχως την μεγάλην γνώσιν και σύνεσιν αυτού την οποίαν είχε, χωρίς να μάθη γράμματα. Όταν δε ήθελε να αναχωρήση, τον προέφθασεν εις την πύλην της πόλεως γυνή κλαίουσα και βοώσα ταύτα: «Άνθρωπε του Θεού, απόμεινον ολίγον δια τον Κύριον, να μη έλθω εις το κελλίον σου με κίνδυνον της ζωής μου, ότι η θυγάτηρ μου βασανίζεται δεινώς υπό δαίμονος». Έφεραν λοιπόν έμπροσθέν του την παίδα, ήτις βλέπουσα αυτόν έπεσε χαμαί, ο δε Άγιος προσηυχήθη και επικαλεσθείς τον Χριστόν ήγειρεν υγιές το κοράσιον. Οι δε παρόντες ηυλόγουν τον Κύριον θαυμάζοντες. Απερχόμενος δε εις το κελλίον του συνήντησεν εις το έξω όρος τους φιλοσόφους Έλληνας, οίτινες ενόμιζον ότι θα χλευάσουν αυτόν επειδή δεν εγνώριζε γράμματα. Ο δε είπεν εις αυτούς· «Τι είναι πρώτον και αίτιον του ετέρου; Ο νους των γραμμάτων ή τούτου τα γράμματα;» Οι δε απεκρίθησαν· «Ο νους είναι πρωτύτερος, επειδή αυτός εύρε τα γράμματα». Λέγει εις αυτούς ο Άγιος· «Όστις λοιπόν έχει υγιά τον νουν δεν χρειάζεται γράμματα». Όθεν εθαύμασαν εκείνοι βλέποντες εις ένα ιδιώτην τοσαύτην σύνεσιν. Ελθόντες δε μετά ταύτα και έτεροι φιλόσοφοι ή μάλλον ειπείν μωρολόγοι και άσοφοι, εδοκίμαζαν με συλλογισμούς να τον νικήσωσι περί πίστεως. Ο δε μάλλον ενίκησεν αυτούς, και δημηγορήσας σοφώτατα άπασαν την θείαν οικονομίαν, εστηλίτευσε την των ειδώλων αυτών ματαιότητα, διότι εγίνωσκε τας μυθολογίας των και τόσον τους ήλεγξεν εις τας αθέσμους πράξεις αυτών, ώστε ίσταντο εκπληττόμενοι, μη έχοντες τι να αποκριθώσιν. Ο δε Άγιος ηρώτησεν αυτούς και πάλιν λέγων· «Ειπέτε μοι, η περί του Θεού γνώσις πως γινώσκεται καλλίτερα και πως αποδεικνύεται βεβαιότερα, με τον λόγον ή με τα έργα; Ποία είναι προτιμοτέρα, η απόδειξις της αληθούς πίστεως με την πράξιν και την ενέργειαν ή η απόδειξις με μόνους τους λόγους;» Οι δε είπον ότι προτιμοτέρα και βεβαιοτέρα είναι η απόδειξις με την πράξιν και τα έργα. Τότε ο Όσιος λέγει εις αυτούς· «Καλώς είπατε· ιδού λοιπόν· εδώ είναι τινές δαιμονιζόμενοι και ιατρεύσατε αυτούς με τους συλλογισμούς σας ή με μαγείαν και άλλην τέχνην, ως βούλεσθε, επικαλούμενοι τα αναίσθητά σας είδωλα· ει δε και δεν δύνασθε, εγώ να τους θεραπεύσω, δια να γνωρίσετε του Εσταυρωμένου Χριστού, τον οποίον χλευάζετε, την άμαχον δύναμιν». Οι δε είπον ότι δεν ηδύναντο να πράξουν τοιούτον θαυμάσιον. Επικαλεσάμενος τότε τον Χριστόν ο Άγιος, εσφράγισε τρισώς τους ασθενείς με το σημείον του Τιμίου Σταυρού και εθεραπεύθησαν, σωφρονισθέντες δε ηυχαρίστουν τον Κύριον. Οι δε φιλόσοφοι, ιδόντες τοιούτον σημείον, εξεπλάγησαν. Λέγει τότε προς αυτούς ο Άγιος· «Τι θαυμάζετε; Δεν είμαι εγώ εκείνος όστις έκαμε το θαύμα, αλλ’ ο Χριστός, εις τον οποίον, εάν πιστεύετε και σεις, δεν χρειάζεσθε πλέον με λόγους απόδειξιν, αλλά η προς Χριστόν πίστις και αγάπη θα ενεργή ομοίως και εις εσάς». Οι δε φιλόσοφοι θαυμάζοντες εις την σοφίαν των λόγων του και κατασπαζόμενοι αυτόν, ανεχώρησαν ομολογούντες ότι πολλά ωφελήθησαν. Έφθασε δε και εις τους βασιλείς η φήμη του Αγίου και του έγραφον επιστολάς ο Μέγας Κωνσταντίνος και οι υιοί του Κώνστας τε και Κωνστάντιος, παρακαλούντες αυτόν να τους ανταπαντήση και αυτός ως πατήρ προς τέκνα· όμως ο Άγιος δεν εκενοδόξει ποσώς, ότι του έγραφον οι βασιλείς, αλλά μετά πάσης ταπεινότητος συνεβούλευεν αυτούς τα ψυχωφελή και σωτήρια, λέγων να μη μεγαλοφρονώσιν εις την παρούσαν δόξαν, αλλά να ενθυμούνται την μέλλουσαν ανταπόδοσιν, και ότι ο Χριστός είναι μόνος βασιλεύς αληθής και αιώνιος, τον οποίον πρέπει να μιμώνται και οι επίγειοι βασιλείς, να είναι φιλάνθρωποι, να φροντίζουν δια τους πτωχούς και να κρίνωσι δίκαια. Ήτο λοιπόν εις όλους προσφιλής και αιδέσιμος και πάντες παρεκάλουν πολύ και εδέοντο θερμώς να τον έχωσι πατέρα και διδάσκαλον. Ήτο δε κατά την εποχήν εκείνην ο Άγιος ετών ενενήκοντα, τότε δε εύρεν, ως λέγουσι, κατά θείαν αποκάλυψιν, εις την βαθυτάτην έρημον και τον Όσιον Παύλον τον Θηβαίον και ενεταφίασεν αυτόν κοιμηθέντα. Καθεζόμενος ποτέ δε ο Όσιος είδε φοβεράν και θαυμάσιον έκστασιν, έντρομος δε γενόμενος εστέναξεν. Αναστάς δε και κλίνας τα γόνατα προσηύχετο μετά δακρύων. Έντρομοι όθεν γενόμενοι οι παρόντες παρεκάλουν αυτόν να τους είπη τα ορώμενα. Ο δε Όσιος, στενάξας μεγάλως, απεκρίθη μετά βίας πολλής· «Μεγάλη οργή μέλλει να καταλάβη την Εκκλησίαν μας, διότι θα παραδοθή αύτη εις ανθρώπους ομοίους με τα άλογα κτήνη, ότι είδον την Αγίαν Τράπεζαν του Κυριακού περιτριγυριζομένην από ημιόνους αγρίους, οίτινες ελάκτιζον ατάκτως τους πιστούς, τους εντός του Ναού ισταμένους. Ήκουσα δε και φωνήν ταύτα λέγουσαν· «Βδελυχθήσεται το θυσιαστήριόν μου». Ταύτα είδεν ο Όσιος και μετά δύο χρόνους εξουσίασαν οι Αρειανοί τας Εκκλησίας, οίτινες αρπάσαντες τα ιερά σκεύη, ωδήγουν μετά βίας εις αυτάς τους εθνικούς από τα εργαστήρια και τους έβαλλον εις την Αγίαν Τράπεζαν, έκαμναν δε εκεί οι αναιδέστατοι όσας ανομίας εβούλοντο. Ότε δε εγένοντο ταύτα, τότε και οι μαθηταί του Οσίου Αντωνίου εγνώρισαν, ότι οι ημίονοι και τα λακτίσματα αυτών προεμήνυον εις τον Άγιον εκείνα τα ανοσιουργήματα, άτινα οι Αρειανοί έπραττον· αλλά και τότε πάλιν ο οξύτατος οφθαλμός του Οσίου, βλέπων ως ενεστώτα τα μέλλοντα, παρηγόρει τους αδελφούς λέγων· «Μη λυπείσθε, τέκνα μου, καθότι ταχέως πάλιν η Εκκλησία απολαμβάνει τον στολισμόν αυτής, διότι εντός ολίγου θα αφανισθή η ασέβεια, και θα λάμψη η ευσέβεια ως πρότερον· σεις δε προσέχετε μη μιανθήτε με τους Αρειανούς, διότι η διδασκαλία των δεν είναι των Αποστόλων, αλλά του δαίμονος». Ταύτα του Οσίου Αντωνίου τα κατορθώματα, και ας μη απιστήση τις εις τόσα θαυμάσια, καθότι ο Σωτήρ είπεν ότι «εάν έχετε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω, μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται και ουδέν αδυνατήσει υμίν». Ούτω λοιπόν εποίει και ο Όσιος Πατήρ ημών Αντώνιος και ούτως εθεράπευε πάσαν ασθένειαν ανεμποδίστως με την εκείνου βοήθειαν. Έφθασε δε η φήμη αυτού πανταχού και προσήρχοντο δια να τον ίδουν ουχί μόνον ιδιώται, αλλά και αυτοί οι δικασταί και οι άρχοντες με το πολύ πλήθος των δούλων ίσταντο εις το έξω όρος, επειδή δεν ηδύναντο να υπάγουν δια το πλήθος εις το εσώτερον όρος, εις το οποίον είχε το κελλίον του ο Όσιος, εκείθεν δε του εμήνυον μετά δεήσεως να καταβαίνη προς αυτούς δια να τον απολαύσουν. Αυτός δε προυφασίζετο διαφόρως, φεύγων την τούτων ενόχλησιν. Οι δε δικασταί και οι άρχοντες, έχοντες πόθον να τον ίδωσι και να συνομιλήσωσιν, έστελλον καταδίκους, τους οποίους έσυρον οι δήμιοι δια να λυπηθή καν αυτούς να κατέλθη. Ο δε, ως εύσπλαγχνος όπου ήτο και συμπαθέστατος, εξήρχετο και τους μεν δικαστάς ωφέλει, συμβουλεύων αυτούς να προκρίνουν την δικαιοσύνην από όλα τα πράγματα, εις δε το κελλίον του επέστρεφε τάχιστα. Παρακαλών δε ποτε αυτόν ο δουξ της Αλεξανδρείας, όστις είχε μεταβή εκεί προς επίσκεψίν του, να παραμείνη ολίγον περισσότερον δια να συνευφρανθώσι και να συνομιλήσωσιν, είπεν εις αυτόν και εις τους άλλους το εξής παράδειγμα· «Καθώς οι ιχθύες, εάν παραμείνουν πολλήν ώραν εις την ξηράν, αποθνήσκουσιν, ούτω και οι Μοναχοί, εάν βραδύνωσι μεθ’ υμών των κοσμικών, πολλά ζημιώνονται». Ταύτα εκείνος ακούσας ανεχώρησεν, ομολογών ότι όντως κατά αλήθειαν δούλος ήτο του Χριστού ο Αντώνιος. Στρατηλάτης δε τις, Βαλάκιος τούνομα, εδίωκε κατά πολλά τους Ορθοδόξους δια την αγάπην των δυσωνύμων Αρειανών και επειδή ήτο τόσον ωμός και απάνθρωπος, ώστε και τας παρθένους έδερε και τους Μοναχούς εγύμνωνε και εμαστίγωνεν, έγραψε ταύτα προς αυτόν ο Άγιος· «Βλέπω οργήν, ήτις έρχεται κατά σου. Λοιπόν παύσαι διώκων τους Χριστιανούς, εάν ποθής την υγείαν σου, πριν σε καταλάβη η Θεία Δίκη και τότε θα οδύρεσαι ανωφέλευτα». Ο δε Βαλάκιος, γελάσας, έπτυσε την επιστολήν και την απέρριψεν· εκείνους δε, οίτινες την έφεραν, ύβρισε, παραγγείλας εις αυτούς να είπωσι του Οσίου· «Επειδή φροντίζεις δια τους Μοναχούς, εντός ολίγου θέλω έλθει και προς σε». Εις ολίγας ημέρας εξήλθεν ο Βαλάκιος με τον έπαρχον της Αιγύπτου Νεστόριον, έφιπποι εις δύο ήμερα άλογα, αίφνης όμως εξηγριώθη ο ίππος του επάρχου και δαγκάνει τον Βαλάκιον, ρίψας δε αυτόν εις την γην, τον εσπάραξεν εις τον μηρόν δυνατά τόσον, ώστε εντός τριών ημερών εξέψυξεν· όθεν πάντες εθαύμασαν εις το προορατικόν του Οσίου. Ούτω λοιπόν ο Όσιος τους μεν ατακτούντας ενουθέτει, τους δε αδικουμένους υπερήσπιζε και καθολικά ήτο εις ιατρός πεμφθείς από τον Θεόν εις όλην την Αίγυπτον. Όσοι δε ήρχοντο εις αυτόν λυπούμενοι και θρηνούντες δια τους τεθνηκότας αυτών η δι’ άλλην τινά ζημίαν, επέστρεφον παρηγορούμενοι. Οι πένητες παρεμυθούντο, έκαμνον αγάπην οι οργιζόμενοι, εσωφρόνουν οι ακόλαστοι, οι υπό δαιμόνων και ετέρων λογισμών ενοχλούμενοι θαυμασίως εθεραπεύοντο και με ένα λόγον ουδείς συνήντησε τον Όσιον χωρίς να λάβη παρ’ αυτού μεγάλην ωφέλειαν· όθεν και εις την κοίμησιν αυτού πάντες την ορφανίαν ωδύροντο. Ταύτην προγνωρίσας ο Άγιος, επήγεν εις το έξω όρος και λέγει εις τους αδελφούς· «Αύτη είναι η προς υμάς τελευταία μου επίσκεψις, ήλθον δε να σας αποχαιρετήσω, επειδή είμαι εκατόν πέντε χρόνων και μέλλει εις ολίγας ημέρας να υπάγω προς τον ποθούμενον». Οι δε ακούσαντες έκλαιον, ενηγκαλίζοντο και κατεφίλουν τον γέροντα. Ο δε μάλλον έχαιρε, καθότι ανεχώρει από γην αλλοτρίαν και προς την πατρίδα απήρχετο, νουθετών δε αυτούς έλεγε· «Μη αμελείτε εις την άσκησιν, αλλ’ ώσπερ να ήτο η τελευταία ημέρα σας, ούτω καθ’ εκάστην να αγωνίζεσθε. Φυλάττεσθε από ρυπαρούς λογισμούς· μη συγκοινωνείτε με τους αιρετικούς· τηρείτε την των Πατέρων παράδοσιν προ πάντων δε την ευσέβειαν εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, καθώς και από τας Γραφάς εμάθετε». Οι αδελφοί λοιπόν, ταύτα ακούοντες, πολλά τον παρεβίαζον να παραμείνη πλησίον των δια να τελευτήση εκεί, αλλά δεν ηθέλησε, διότι οι Αιγύπτιοι είχον συνήθειαν να μη θάπτουν εις την γην των εναρέτων ανδρών και μάλιστα των Αγίων Μαρτύρων τα σώματα, αλλά τα εφύλαττον εις τους κραββάτους εσμυρνισμένα δι’ ευλάβειαν. Ο δε μακάριος Αντώνιος πολλά τους ημπόδιζεν από την κακήν ταύτην συνήθειαν, ενθυμίζων εις αυτούς, ότι και των πάντων Αγιώτερον Δεσποτικόν Σώμα ετάφη. Πολλοί δε ακούοντες ταύτα διωρθώθησαν. Δια να μη κάμουν λοιπόν και εις το λείψανον αυτού τα ίδια, δεν έμεινεν εις την Αίγυπτον, αλλ’ αποχαιρετήσας αυτούς, επέστρεψε ταχέως εις το κελλίον του. Εις ολίγον καιρόν ησθένησε και καλέσας τους ως άνω ειρημένους δύο μαθητάς, οίτινες τον υπηρέτησαν εις το έσω όρος χρόνους δεκαπέντε και ήσαν αγωνισταί ενάρετοι, είπεν εις αυτούς· «Εγώ μεν υπάγω προς τον Δεσπότην μου, σεις δε νήφετε και προσέχετε ακριβώς, να μη αποκάμητε από την πολυχρόνιον άσκησιν· αλλ’ ώσπερ να αρχίζετε τώρα, ούτω σπουδάζετε να φυλάσσητε την προθυμίαν σας πάντοτε, τας επιβουλάς των δαιμόνων γινώσκοντες, οίτινες είναι μεν άγριοι, αλλ’ ασθενείς εις την δύναμιν και μη τους φοβείσθε. Ζήσετε δε πιστεύοντες και ανανεύοντες αεί προς τον Κύριον, ως καθ’ ημέραν αποθνήσκοντες, πάντοτε ενθυμείσθε δε τας παραγγελίας, τας οποίας σας έδωσα». Είπε δε πάλιν προς αυτούς ο Όσιος· «Μη έχετε τινα κοινωνίαν προς αιρετικούς, αλλά μάλλον σπουδάζετε να ευρίσκεσθε πάντοτε με τον Κύριον και τους Αγίους αυτού, δια να σας υποδεχθούν και αυτοί εις τας αιωνίους σκηνάς μετά θάνατον. Εάν δε ενδιαφέρεσθε και δι’ εμέ, μνημονεύετέ με ώσπερ Πατέρα σας. Μη αφήτε δε τινά να λάβη το σώμα μου εις την Αίγυπτον, αλλά θάψετε αυτό εις τόπον απόκρυφον, δια να το λάβω εις την ανάστασιν των νεκρών παράτου Σωτήρος σώον και άφθαρτον. Μοιράσετε τα ενδύματά μου, δότε του Επισκόπου Αθανασίου την μίαν μηλωτήν και το παλαιόν ιμάτιον, όπερ έβαλλον υπό την στρώσιν μου, το οποίον αυτός καινόν μού εχάρισε· την δε ετέραν νηλωτήν δότε του Επισκόπου Σεραπίωνος, σεις δε έχετε το τρίχινόν μου ένδυμα, και σώζεσθε εν Κυρίω, ότι ο Αντώνιος δεν ευρίσκεται πλέον μεταξύ σας, αλλά μεταβαίνει προς τον ποθούμενον». Αφού δε είπε ταύτα, οι μεν κατεφίλησαν αυτόν δακρυρροούντες, ο δε ήπλωσε τους πόδας και βλέπων ώσπερ φίλους τους Αγίους Αγγέλους ελθόντας επ’ αυτόν και περιχαρής γενόμενος, παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού, εν έτει τνστ΄ (356). Οι δε μαθηταί αυτού αόκνως ετέλεσαν όσα τους παρήγγειλεν ο Όσιος, λαβόντες δε αυτού τα ιμάτια, τα είχον ως θησαυρόν πολύτιμον. Από ταύτα τα ολίγα, τα οποία εγράψαμεν, ημπορείτε να καταλάβητε οποίος ήτο ο θείος Αντώνιος. Ετήρησεν από την νεότητα έως το γήρας ίσην την προθυμίαν της ασκήσεως και μήτε δια το γήρας ενικήθη να φάγη τροφήν παχυτέραν, μήτε δια την αδυναμίαν του σώματος ήλλαξεν ένδυμα, ούτε καν τους πόδας του ένιψε, και πάλιν έμεινεν αβλαβής εις όλα τα μέλη του, βλέπων καλώς και υπηρετών προθυμότερα απ’ εκείνους, οίτινες φορούν εις τον κόσμον διάφορα ενδύματα, εσθίουν ποικίλα βρώματα, λούονται και άλλας πολλάς ιατρείας μετέρχονται, οίτινες ασθενούσι πολλάκις και κινδυνεύουσιν, αυτός δε καν ένα οδόντα δεν έβγαλεν, ούτε ποτέ η κεφαλή του επόνεσε, μόνον οπόταν ετελεύτησεν. Το δε θαυμασιώτερον, ότι, αν και δεν έμαθε γράμματα, ούτε επαιδεύθη ποσώς την έξω σοφίαν, ούτε τέχνην τινά, εν τούτοις από μόνην την έσω θεοσέβειαν της θεοφιλούς αυτού ψυχής κατέστη περιώνυμος ουχί μόνον εις την Αίγυπτον αλλά και εις τας έξω χώρας, Αφρικήν, Ισπανίαν, Ευρώπην, Ασίαν και εις όλον τον κόσμον, ως άλλος ουδείς, ώστε όλοι τον επόθουν, τον ετίμων και τον εθαύμαζον. Τούτο ήτο όλως δώρον Θεού, όστις προστάσσει τους Αγγέλους αυτού και ευφημίζουν τους δούλους του πανταχού, όσον αυτοί μισούσι την δόξαν ως ταπεινόφρονες. Ταύτα αναγνώσατε εις τους αδελφούς, δια να μάθωσι ποία πρέπει να είναι η πολιτεία του Μοναχού και να πιστωθούν ότι ο Δεσπότης Χριστός δοξάζει τους αυτόν δοξάζοντος. Εκείνους δε οίτινες του δουλεύουν έως τέλους ουχί μόνο τους κάμνει μετόχους της ουρανίου Βασιλείας του, αλλά και εις τον κόσμον τούτον, όσοι αυτοί σπουδάζουν να κρύπτουν την αρετήν των, τόσον τους κάμνει πανταχού διαβοήτους και ευφημίζει αυτούς εις απάντων ωφέλειαν και εις δόξαν αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει κράτος, τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και Ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1956
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΗ΄ (18η) Ιανουαρίου μνήμη των εν Αγίοις πατέρων ημών ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ και ΚΥΡΙΛΛΟΥ Αρχιεπισκόπων Αλεξανδρ

Δημοσίευση από silver » Παρ Ιαν 18, 2019 12:52 am

Αθανάσιος και Κύριλλος οι αγιώτατοι Αρχιεπίσκοποι Αλεξανδρείας και θείοι ημών Πατέρες ήσαν και οι δύο από την Αλεξάνδρειαν και ο μεν Μέγας Αθανάσιος ήτο κατά τους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου εν έτει τιη΄ (318), παρευρέθη δε και εις την εν Νικαία γενομένην Πρώτην και Οικουμενικήν Σύνοδον εν έτει τκε΄ (325), Διάκονος τότε ων και αντικαθιστών τον Αλεξανδρείας Αλέξανδρον. Κατήσχυνε δε εκεί τον δυσσεβή Άρειον δια σοφών λόγων και δι’ αποδείξεων εκ των θείων Γραφών. Κοιμηθέντος του μακαρίου Αλεξάνδρου, έγινε της Αλεξανδρείας Αρχιεπίσκοπος· και επειδή ο Κωνστάντιος, ο υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ήτο Αρειανός, εξωρίσθη εις διαφόρους τόπους ο Μέγας ούτος Αθανάσιος, όστις επί τεσσαράκοντα έτη τους διωγμούς υφιστάμενος εξεδήμησε προς Κύριον. Ο δε Άγιος Κύριλλος ήκμασε επί της βασιλείας Θεοδοσίου του Μικρού εν έτει υιε΄ (415), ανεψιός ων Θεοφίλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας και του θρόνου αυτού γενόμενος διάδοχος. Ούτος εχρημάτισεν έξαρχος και προστάτης της εν Εφέσω Αγίας και Οικουμενικής Τρίτης Συνόδου, της εν έτει υλα΄ (431) συγκροτηθείσης, ήτις τον δυσσεβή καθείλε Νεστόριον, ο οποίος βλάσφημα πολλά κατά της Αγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, ο κακόδοξος, εδογμάτισε. Με πολλά δε κατορθώματα και αρετάς ο Άγιος Κύριλλος διαλάμψας, προς Κύριον εξεδήμησεν. Αμφότεροι οι Άγιοι ούτοι κατέλιπον πολλά σοφά και άξια πλείστου λόγου θρησκευτικά συγγράμματα. Ήσαν δε κατά τον χαρακτήρα του σώματος, ο μεν Μέγας Αθανάσιος μέτριος μεν το μέγεθος και την ηλικίαν, ολίγον πλατύς, κυρτός, χαρίεις εις το πρόσωπον, φαλακρός εις την κεφαλήν, ωραίον χρώμα έχων, την δε ρίνα κυρτήν ως του ιέρακος· είχε δε το πρόσωπον όχι επίμηκες, τας σιαγόνας πλατείας, το γένειον μέτριον, και το στόμα μικρόν, δεν ήτο δε ούτε πολύ λευκός, αλλ’ ελαμπρύνετο δια χρώματος υποξάνθου. Ο δε Άγιος Κύριλλος είχεν ολίγον τι ωραιότερον το χρώμα του προσώπου, τας οφρύς δασείας και μεγάλας και στρογγυλάς μετ’ ευαρμοστίας, την ρίνα και τας παρειάς μικράς, τα χείλη παχέα, το μέτωπον μικρόν και το γένειον δασύ και μακρόν· ήτο φαλακρός, την δε κόμην είχε συνεστραμμένην και βοστρυχοειδή, ων ολίγον ξανθός και έχων τας τρίχας μεμιγμένας, ήτοι λευκάς με μαύρας. Τελείται δε η σύναξις αυτών εν τη αγιωτάτη Μεγάλη Εκκλησία.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1956
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΘ΄ (19η) Ιανουαρίου, μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών και συνωνύμων ΜΑΚΑΡΙΩΝ, του τε αναχωρητού και Α

Δημοσίευση από silver » Σάβ Ιαν 19, 2019 12:45 am

Μακάριοι οι Όσιοι Πατέρες ημών, σύγχρονοι όντες, ήσαν ο μεν εις από την Θηβαϊδα της Αιγύπτου, εξ ου και Αιγύπτιος επονομάζεται, ο δε έτερος από την Αλεξάνδρειαν, εξ ου και Αλεξανδρεύς αποκαλείται. Ο δε Αιγύπτιος λέγεται και Μέγας, καθό πρώτος και μεγαλύτερος κατά την ηλικίαν. Ο μεν λοιπόν Αιγύπτιος Μακάριος εγεννήθη περί το έτος τα΄ (301), επειδή δε ηγάπησε την αρετήν εκ νεαράς ηλικίας, εφάνη άμεμπτος και ακατηγόρητος εις όλην του την ζωήν. Ότε δε ήτο ετών είκοσιν ή κατ’ άλλους τριάκοντα ανεχώρησεν από τον κόσμον. Τόσην δε υπομονήν έδειξεν εις τους κόπους της ασκήσεως ο αοίδιμος, ώστε εις ολίγους χρόνους ηξιώθη να λάβη το χάρισμα της διακρίσεως και την κατά των δαιμόνων εξουσίαν και δύναμιν, να προλέγη τα μέλλοντα και να ποιή θαύματα· νέος έτι ων, εκαλείτο παιδαριογέρων· ήτο δε μαθητής, ως λέγουσι τινές, Αντωνίου του Μεγάλου. Μετά δε πολλάς παρακλήσεις του Αρχιερέως, όστις δεν υπέφερε να βλέπη τον λύχνον κρυπτόμενον υπό τον μόδιον, έλαβε και το της ιερωσύνης αξίωμα, ων τότε ετών τεσσαράκοντα. Είχε δε ο Όσιος δύο μαθητάς, εκ των οποίων ο εις διέμενε μετ’ αυτού, προς περιποίησιν των ασθενών, τους οποίους έφερον προς τον Όσιον καθημερινώς δια να θεραπεύωνται, ο δε έτερος διέμενεν εις έτερον κελλίον μακράν ευρισκόμενον. Βλέπων δε ο Όσιος τον υποτακτικόν αυτού Ιωάννην λαμβάνοντα αργύρια εκ των ασθενών, προείπεν εις αυτόν, ότι θέλει λάβει παρά Κυρίου οργήν και παιδείαν, αν δεν διορθωθή· επραγματοποιήθη δε όντως η πρόρρησις αυτού, καθότι ο αδελφός εκείνος, επειδή δεν διωρθώθη, κατέστηλεπρός. Έφερον δε ποτε προς αυτόν νέον τινά, όστις είχε μίαν λεγεώνα δαιμόνων και δεν εχόρταινε και άλλοτε μεν εχώνευε, ώσπερ να ήτο πυρ εις τον στόμαχόν του, το οποίον διέλυε το φαγητόν, άλλοτε δε πάλιν εξήμεσεν αυτό εκ του στόματος δυσώδες και όταν δεν είχεν άρτον να φάγη, έτρωγε τα κόπρανα αυτού ο ταλαίπωρος. Η δε μήτηρ του νέου, πίπτουσα εις τους πόδας του Οσίου μετά θερμών δακρύων, εδέετο να θεραπεύση τον υιόν αυτής ως συμπαθέστατος. Όθεν προσηύξατο ο Άγιος ημέρας επτά και τότε τον άδωκε της μητρός του τεθεραπευμένον και σώφρονα και δεν έτρωγεν, ειμή μόνον τρεις λίτρας άρτου ημερησίως. Ημέραν τινά εφόνευσαν άνθρωπόν τινα κρυφίως και μη γινώσκοντες τον φονέα, είχον ως ένοχον άλλον αθώον, τον οποίον θέλοντες να παραδώσουν εις την δικαιοσύνην δια να τιμωρηθή, κατέφυγεν εις το κελλίον του Μακαρίου, δια να μη τον συλλάβουν. Αλλ’ οι στρατιώται έδραμον και εκεί και τον έδεσαν. Εκείνος δε εφώναζεν ομνύων μετά δακρύων ότι είναι αθώος. O δε Όσιος τον ελυπήθη και επήγεν εις τον τάφον του φονευθέντος, μεθ’ όλων εκείνων των ανθρώπων και εγονάτισεν εις προσευχήν λέγων προς τους παρεστώτας· «Ήδη θέλει φανερώσει ημίν ο Κύριος, εάν είναι ένοχος ούτος ο άνθρωπος». Εφώναξε δε τότε του νεκρού μετά πίστεως λέγων· «Ορκίζω σε εις τον Δεσπότην Χριστόν, ίνα είπης ημίν την αλήθειαν, εάν σε εφόνευσεν ούτος, τον οποίον κατηγόρησαν». Ο δε νεκρός, ω του θαύματος! ώσπερ κοιμώμενος απεκρίθη και λέγει αυτώ· «Ουχί, Πάτερ τίμιε, δεν έπταισεν ούτος, αλλ’ έτερος με εφόνευσε». Ταύτα οι παρεστώτες ακούσαντες έφριξαν και παρεκάλεσαν τον Άγιον να τον ερωτήση πάλιν, τις τον εφόνευσε. Λέγει αυτοίς ο πάνσοφος· «Φθάνει ότι σας εβεβαίωσα πως ο άνθρωπος αυτός δεν πρέπει να τιμωρηθή ως αθώος. Αλλά εγώ δεν είμαι κριτής να τιμωρήσω τον πταίσαντα». Διηγείται ο Όσιος Παλλάδιος δια τον Αιγύπτιον τούτον Μακάριον, ότι ακόλαστος τις, ζητών να ελκύση εις σατανικόν έρωτα κόρην τινά σώφρονα και μη δυνηθείς, εποίησεν αυτήν με διαβολικάς μαγείας να φαίνεται εις τους ανθρώπους ως φορβάς. Οι δε γονείς απελθόντες είπον προς τον Μακάριον· «Αύτη η φορβάς, την οποίαν προσηγάγομεν εις την αγιωσύνην σου, ήτο θυγάτηρ ημών και με τας μαντείας ανθρώπου τινός μετεμορφώθη εις τοιούτον σχήμα. Όθεν παρακαλούμεν σε να ποιήσης προς Κύριον δέησιν, όπως την μετατρέψη εις την προτέραν μορφήν». Ο δε Όσιος απεκρίθη· «Όσον δι’ εμέ, την βλέπω γυναίκα και όχι φορβάδα, ως λέγετε· αυτή δε η μετασχημάτισις δεν είναι εις το σώμα της, αλλά μόνον εις τους οφθαλμούς σας από συνεργείαν του δαίμονος». Ταύτα ειπών, έλαβε την κόρην εις το κελλίον του και ποιήσας ευχήν, την έχρισεν άγιον έλαιον, έκτοτε δε εφαίνετο πάλιν εις τους ορώντας ως ήτο γυνή κατά φύσιν, επειδή δια της δεήσεως του Μακαρίου ηφανίσθη η μαντεία. Άλλοτε πάλιν του έφεραν ετέραν κόρην, ήτις είχε δεινήν ασθένειαν, εκ της οποίας είχε σαπίσει όλη η σαρξ αυτής και εξήρχετο δυσωδία ανείκαστος. Ο δε Μακάριος είπεν εις αυτήν· «Έχε υπομονήν, θύγατερ, καθότι δι’ όφελος της ψυχής σου έδωκεν ο Θεός τοιαύτην ασθένειαν» Προσευχηθείς δε δι’ αυτήν ημέρας επτά και αλείψας και αυτήν άγιον έλαιον, την εθεράπευσε τελείως και πάντες εξέστησαν. Ημέραν τινά μετέβησαν εις το θέρος ο Αββάς Σισώης και ο Μακάριος μεθ’ ετέρων πέντε Μοναχών και εθέριζον το πρωϊ με την δρόσον, γυνή δε τις ακολουθούσα συνήθροιζε τους εναπομένοντας στάχεις. Έκλαιε δε αύτη πικρώς στενάζουσα. Ο δε Όσιος ηρώτησε τον κύριον του αγρού, τι είχεν εκείνη και εθλίβετο, ο δε είπεν εις αυτόν, ότι ήτο χήρα και έδωκεν εις άνθρωπος εις τον άνδρα της, ότε έζη, μίαν παρακαταθήκην πολύτιμον να του την φυλάξη· αποθανών όμως ο ανήρ αυτής αιφνιδίως δεν είπεν εις αυτήν τίποτε περί της υποθέσεως ταύτης. Όθεν εκείνος την ενεκάλεσεν εις το δικαστήριον και επειδή ήτο πτωχή εζήτει να πάρη αιχμάλωτον αυτήν και τα τέκνα αυτής. Ταύτα ακούσας ο Μακάριος συνεπόνεσε την τάλαιναν χήραν και απελθών εις τον τάφον του ανδρός αυτής, ηρώτησεν αυτόν που έκρυψε την παρακαταθήκην και εκείνος, ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ ! απεκρίθη ότι κάτωθεν των προσποδίων του στρώματος έσκαψε και την έκρυψεν. Ο δε Όσιος το είπεν εις την γυναίκα, ήτις ευρούσα την παρακαταθήκην, την έδωκε του δικαιούχου και έμεινεν ανενόχλητος. Ήτο δε εις την νηστείαν και εγκράτειαν τόσον υπομονητικός ο Όσιος, ώστε έκαμεν είκοσιν έτη, κατά τα οποία ούτε άρτον, ούτε ύδωρ, ουδέ τον ύπνον ενεπλήσθη. Αλλ’ ήσθιε με το ζύγιον τον άρτον εις ωρισμένας ουγγίας καθ’ ημέραν, το δε ύδωρ τρία ποτήρια. Και ακουμβών εις τον τοίχον ελάμβανεν ύπνον ολίγον δια να μη βλάπτη τον νουν αυτού από την πολλήν αγρυπνίαν και υπέρμετρον κακοπάθειαν. Όταν δε ήρχοντο οι αδελφοί να ίδουν αυτόν, εκάθητο μετ’ αυτών εις την τράπεζαν, εσθίων και πίνων, ίνα φύγη την υπόκρισιν, όταν δε εκείνοι ανεχώρουν έκαμνε τόσας ημέρας να πίη ύδωρ όσα ποτήρια έπιε μετά των ξένων ύδωρ ή οίνον, δια να παιδεύη την σάρκα αυτού, καθότι και αύτη μόνη η θεωρία του σώματός του εμαρτύρει την άκραν εγκράτειαν, την οποίαν μετεχειρίζετο. Ημέραν τινά μετέβη ο Όσιος Μακάριος προς επίσκεψιν του Μεγάλου Αντωνίου και κρούσας την θύραν, ηρώτησεν αυτόν έσωθεν ο Αντώνιος τις ήτο και τι εζήτει. Ο δε είπεν, ότι ήτο ο πατριώτης αυτού Μακάριος και ήλθε να ομιλήσωσι· θέλων δε ο Μέγας Αντώνιος να δοκιμάση την υπομονήν του, έκλεισε την θύραν καλλίτερον, αυτός όμως δεν εσκανδαλίσθη, αλλ’ έστεκεν υπομένων ώραν πολλήν με πραότητα. Όθεν ιδών την θαυμασίαν υπομονήν αυτού, ήνοιξε την θύραν και τον υπεδέχθη αγαλλιώμενος λέγων· «Πολύς καιρός είναι όπου, ακούων την καλήν σου φήμην, είχον μέγαν πόθον να σε ίδω και ας έχη δόξαν ο Κύριος, όστις επλήρωσε την επιθυμίαν μου». Αφού λοιπόν ησπάσθησαν αλλήλους εν Κυρίω, έθεσε τράπεζαν και εφιλεύθησαν, μετά δε την ευχαριστίαν έλαβε βάϊα και έπλεκεν ο Αντώνιος, δια να μη κάθηται αργός, συνομιλούντες προς ψυχικήν ωφέλειαν· ο δε Μακάριος του εζήτησε να κάμη και αυτός ολίγον εργόχειρον. Και βλέπων ο Μέγας Αντώνιος ότι ο Μακάριος έκαμε την σειράν ωραιοτάτην, ησπάσθη τας χείρας αυτού λέγων· «Πολλής καλωσύνης και αρετής γέμουσιν αύται αι ευλογημέναι χείρες». Μετά ταύτα επέστρεψε και πάλιν εις το κελλίον αυτού ο Μακάριος και τόσον εδίδετο εις την θεωρητικήν, ώστε ο νους και η ψυχή αυτού ήσαν περισσότερον καιρόν εις τον ουρανόν παρά εις την γην. Όθεν δια να προσέχη εις τον Θεόν περισσότερον είχε διανοίξει κάτωθεν του κελλίου αυτού υπόγειον στοάν μήκους ημίσεος σταδίου, με στροφάς, ως κοχλίαν, εις δε το άκρον αυτής έσκαψε δια των χειρών αυτού εν σπήλαιον· και ότε ήρχοντο πολλοί άνθρωποι και τον ηνώχλουν, διέβαινε κρυφίως εκ της στοάς και εκρύπτετο εντός του σπηλαίου· όθεν ουδείς ηδύνατο να τον εύρη. Άλλοτε επήγεν εορτήν τινα εις το όρος της Νιτρίας εις το Μοναστήριον του Αββά Παμβώ· οι δε Μοναχοί παρεκάλεσαν αυτόν να διδάξη αυτούς προς ψυχικήν ωφέλειαν· ο δε ως ταπεινόφρων απεκρίθη λέγων· «Εγώ ακόμη δεν είμαι Μοναχός, όμως είδον άλλους τινάς και δι’ αυτούς να σας είπω ολίγα τινά προς νουθεσίαν». Ήρχισε δε λέγων τα εξής: «Καθεζόμενος ποτέ εις την κέλλαν μου με επολέμει ο λογισμός λέγων· «Έγειραι και ύπαγε εις την έρημον». Εγώ δε φοβούμενος μήπως και ήτο λογισμός του δαίμονος δια να ταράξη την ησυχίαν μου, αντεπολέμουν τούτον επί πέντε έτη και βλέπων ότι ο λογισμός μου εστερεούτο, εγνώρισα ότι ήτο εκ Θεού και υπακούσας περιεπάτησα οδόν πολλήν εις την έρημον και εύρον λίμνην, εις την οποίαν ερχόμενα τα θηρία και έτερα ζώα έπινον ύδωρ. Μεταξύ δε των θηρίων είδον και δύο άνδρας τριχώδεις και πολλά εδειλίασα, νομίσας ότι ήσαν δαιμόνια. Οι δε ιδόντες με έντρομον μου ωμίλησαν λέγοντες· «Μη φοβείσαι, διότι και ημείς άνθρωποι είμεθα». Όθεν αναθαρρήσας τους επλησίασα και τους ηρώτησα πόθεν ήσαν και πως επορεύοντο και μου είπον· «Ημείς, αδελφέ, διεμένομεν εις εν Μοναστήριον και λαβόντες από τον Ηγούμενον και τους λοιπούς αδελφούς συγχώρησιν προς αναχώρησιν, ήλθομεν εις ταύτην την έρημον και έχομεν ήδη τεσσαράκοντα έτη ησυχάζοντες. Ο εις εξ ημών είναι από την Λιβύην και ο έτερος από την Αίγυπτον, μας έκαμε δε την χάριν ο Κύριος να μη έχωμεν καύσιν το θέρος, ούτε να αισθανώμεθα τον χειμώνα ψύχος». Δια ταύτην την αιτίαν αδελφοί, σας είπον ότι δεν είμαι ακόμη Μοναχός. Άλλοτε πάλιν, ερχόμενος ο Όσιος από την Σκήτην, ενυκτώθη καθ’ οδόν. Όθεν εισήλθεν εις ένα τάφον των ειδωλολατρών να κοιμηθή και έβαλε κεφαλήν αποθαμένου τινός ως προσκέφαλον. Οι δε δαίμονες εφθόνησαν, διότι δεν εφοβείτο και εδοκίμασαν να τον κάμουν να δειλιάση· όθεν έλεγεν ο εις δήθεν προς γυναίκα τινά, ήτις ήτο τεθαμμένη εις τον τάφον· «Έγειραι, γύναι, να υπάγωμεν εις το λουτρόν να εργασθώμεν». Και ο έτερος δαίμων απεκρίνατο εκ του κρανίου λέγων· «Εις ξένος Αββάς με έχει προσκέφαλον και δεν δύναμαι να εξέλθω». Παρ’ όλα ταύτα δεν εφοβήθη ο Όσιος, αλλ’ έλεγεν· «Εάν δύνασαι να εγερθής, ύπαγε». Τότε οι δαίμονες καταισχυθέντες έφυγαν λέγοντες· Μας ενίκησες, Μακάριε. Ήλθε ποτε αιρετικός τις εις τον Άγιον, όστις εφιλονείκει ότι δεν είναι ανάστασις νεκρών· όθεν ο Μέγας Μακάριος ανέστησεν ένα νεκρόν, δια να πείση και πληροφορήση αυτόν. Έλεγε δε ο Όσιος, ότι είναι δύο τάγματα των δαιμόνων· και το μεν εν τάγμα πολεμεί τους ανθρώπους εις διάφορα πάθη θυμού και επιθυμίας, το δε έτερον τάγμα, το οποίον ονομάζεται αρχικόν, πολεμεί τους ανθρώπους και τους ρίπτει εις διαφόρους αιρέσεις, βλασφημίας και πλάνας, τούτο δε το αρχικόν τάγμα των δαιμόνων αποστέλλει ο αρχηγός αυτών σατανάς εις τους μάγους και εις τους αιρεσιάρχας. Μίαν φοράν είδεν ο Άγιος ούτος τον διάβολον έχοντα τας μηχανάς και τα εργαλεία αυτού εντός ληκύθου (ήτοι δοχείου ελαίου), και εκάθητο εκεί εις την ησυχίαν, έχων σχήμα ενδεδυμένου ανθρώπου με ιμάτιον λινόν, το οποίον είχεν οπάς πολλάς και εις εκάστην οπήν εκρέματο εν μικρόν κολοκύνθιον. Ηρώτησε δε αυτόν ο Όσιος που πηγαίνει και τι κρατεί εις τα δοχεία, εκείνος δε απεκρίθη· «Εις τους Μοναχούς υπάγω τους διαμένοντας εις το κάτω λαγκάδι και κρατώ διάφορα ποτά, ίνα πίη έκαστος εξ αυτών ό,τι ορέγεται». Ταύτα ειπών ο δαίμων εξηφανίσθη, ο δε Όσιος έμεινεν εις τον τόπον αυτόν ευχόμενος να ίδη το αποβησόμενον· όταν δε εκείνος επέστρεφε, τον ηρώτησε τι έκαμεν εις το Μοναστήριον, ο δε είπεν εις αυτόν, ότι ένα μόνον ενίκησεν, οι δε επίλοιποι τον επολέμησαν ανδρείως· λέγει αυτώ ο Όσιος· «Ορκίζω σε εις τον Δεσπότην Χριστόν, να μου είπης το όνομα του Μοναχού, τον οποίον κατέλαβες». Και ο δαίμων είπε· «Θεόπεμπτος ονομάζεται». Ταύτα ακούσας ο Όσιος μετέβη εις την προρρηθείσαν Μονήν και πάντες οι αδελφοί εδέχθησαν αυτόν μετ’ ευλαβείας. Ο δε Όσιος ηρώτησεν εις ποίον κελλίον ευρίσκετο ο Θεόπεμπτος και μεταβάς εις αυτόν τον εξήτασε πνευματικώ τω τρόπω, πως επορεύετο εις τα ψυχικά. Ο δε απεκρίθη· «καλά με την δύναμιν του Θεού, Πάτερ», συσταλείς να είπη εις τον όσιον την αλήθειαν. Ο δε σοφώτατος Μακάριος, γνωρίζων ότι ησχύνετο να ομολογήση την αμαρτίαν αυτού, ως ιατρός πρακτικός με τρόπον επιδέξιον του είπεν· «Εγώ ο τάλας ευρίσκομαι τόσα έτη εις την έρημον και έχω τοσούτον περίφημον όνομα και πάλιν δεν δύναμαι να φύγω τους αισχρούς και ρυπαρούς λογισμούς, αλλά μοι δίδουν τόσην ενόχλησιν, ώστε εάν δεν μοι βοηθήση ο Κύριος κινδυνεύω να με νικήσωσιν». Από τους λόγους τούτους λαβών θάρρος ο Θεόπεμπτος ωμολόγησε την αλήθειαν, λέγων· «Το όμοιον παθαίνω και εγώ, Πάτερ τίμιε, και κινδυνεύω εις θάνατον». Τότε ο ιατρός του ερμηνεύει τι να πράξη και πόσον να νηστεύη, και πως να προσεύχηται δια να νικά τον πειράζοντα και διορθώσας αυτόν ως έπρεπεν, επέστρεψεν εις την κέλλαν αυτού. Και μεθ’ ημέρας τινάς είδε πάλιν τον άνωθεν δαίμονα επιστρέφοντα από την Μονήν με τα κολοκύνθια, ερωτήσας δε αυτόν πως διήλθε μετά των Μοναχών, απεκρίνατο λέγων· «Κακά και ανάποδα, καθότι πάντες με αντιμάχονται και μάλιστα ο Θεόπεμπτος, τον οποίον είχον δια φίλον μου και δεν ηξεύρω τι έπαθε και έγινε προς με των άλλων σκληρότερος». Ούτως ελύτρωσε του κινδύνου τον Θεόπεμπτον ο πολύς την γνώσιν και την αρετήν Μακάριος. Επιστρέφων δε ποτε εξ Αιγύπτου και ερχόμενος εις το κελλίον του, εύρε τους κλέπτας, οίτινες του επήραν ό,τι και αν είχε. Και ότε έφθασε, τα εφόρτωναν εις τον όνον, ο δε Όσιος προσεποιήθη ότι δεν ήσαν ιδικά του πράγματα. όθεν όχι μόνον δεν τους εκακολόγησεν, αλλά και τους εβοήθησε να φορτώσουν λέγων· «Γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι. Ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλετο». Ταύτα δε ειπών υπέμεινε ατάραχα την του πράγματος στέρησιν. Ουχί δε μόνον όταν του επήραν εκείνο το ολίγον, όπερ είχεν, εμακροθύμησεν, αλλά και πρότερον, όταν ήτο νεώτερος εις εν Κοινόβιον, υπέμεινεν μίαν δεινήν συκοφαντίαν, την οποίαν του είπον ψευδώς και δεν επροφασίσθη, αλλά δι’ αγάπην Θεού εσιώπησε και ύστερον, όταν εγνωρίσθη η αλήθεια, εθαυμαστώθη περισσότερον. Η υπόθεσις δε αύτη εγένετο ούτω, καθώς ο ίδιος την διηγήθη μετά ταύτα λέγων· «Όταν ήμην εις το Μοναστήριον αρχάριος, ήθελον να με χειροτονήσουν χωρίς να θέλω Διάκονον. Εγώ δε κρίνων τον εαυτόν μου ανάξιον, έφυγον από την Λαύραν εις τόπον απόκρυφον και εκεί με υπηρέτει εις λαϊκός, όστις έπαιρνε τας σπυρίδας, τας οποίας εργοχείρουν και μου έφερε την τροφήν μου. Έτυχε δε εις εκείνα τα μέρη μία παρθένος, ήτις ήμαρτε με άλλον τινά και έμεινεν έγκυος η τάλαινα. Ερωτήσαντες δε αυτήν οι γονείς της, την συνεβούλευσεν ο διάβολος να είπη ότι εγώ την εβίασα. Οι δε γονείς της έδραμον προς με θυμωμένοι και αρπάσαντές με ως θήρες άγριοι μου εκρέμασαν εις όλον το σώμα αγγεία πήλινα δια καταφρόνησιν και δέροντές με ανηλεώς με εθεάτρισαν και κατήσχυναν εις εκείνα τα μέρη φωνάζοντες· «Ούτος ο Μοναχός εδυνάστευσε την κόρην μας». Ύβριζον δε και τον κοσμικόν εκείνον, όστις με υπηρέτει και του έλεγον· «Ιδού τι διέπραξεν ο ενάρετος Μοναχός, τον οποίον εφήμιζες τόσον και μας έλεγες ψευδώς, ότι ήτο άγιος άνθρωπος. Αλλά ήξευρε ότι δεν τον αφήνομεν, έως να μείνη τις εγγυητής, να πληρώση όλα τα έξοδα, τα οποία μέλλουν να γίνουν έως να τραφή το βρέφος, όπερ θα γεννηθή εξ αυτής και διότι έφθειρε την παρθενίαν της». Τότε εγώ έκαμα νεύμα εις εκείνον τον κοσμικόν, να γίνη εγγυητής μου χωρίς δισταγμόν. Όστις εδέχθη και με επήρεν ημίθνητον από τας χείρας αυτών και φθάνων εις το κελλίον μου επλεονέκτουν εις το εργόχειρον λέγων· «Δούλευε, ταπεινέ Μακάριε, να θρέψης την γυναίκα και εαυτόν». Και ούτω δουλεύων νυχθημερόν έδιδα τας σπυρίδας του ανθρώπου και εζωοτρόφει εκείνην την τάλαιναν, έως ου ήλθεν η ώρα του τοκετού και οδυνωμένη ημέρας πολλάς δεν ηδύνατο η δυστυχής να γεννήση το βρέφος. Όθεν από τους πόνους εγνώρισε την αμαρτίαν της και ωμολόγησε προς τους παρεστώτας την αλήθειαν, λέγουσα· «Επειδή εσυκοφάνυησα ψευδώς τον ενάρετον εκείνον Μοναχόν, ότι με εδυνάστευσε, δι’ αυτό βασανίζομαι τώρα δικαίως η άδικος. Αλλά γνωρίσατε ότι με τον δείνα γείτονά μας ημάρτησα». Ταύτα ειπούσα εγέννησεν ανεμποδίστως. Οι δε παρεστώτες έδραμον προς με μετά δακρύων ζητούντες συγχώρησιν και με είχον έκτοτε εις πολλήν ευλάβειαν. Όθεν εγώ, δια να φύγω τον ανθρώπινον έπαινον, έφυγον εξ εκείνου του τόπου, ελθών εις ταύτην την έρημον». Ερωτώμενος ούτος ο Μέγας Μακάριος από τινας, με ποίον τρόπον δύναται να σωθή ο άνθρωπος ευκολώτερον, απεκρίθη· «Όστις φύγη από τον κόσμον εις τόπον ήσυχον και κλαίη τας αμαρτίας του, ευρίσκει την σωτηρίαν του». Επιστρέφων δε ποτε από τόπου τινός εις το κελλίον του ο Όσιος, τον συνήντησε με πολλήν ορμήν ο διάβολος και βαστάζων εν μέγα δρέπανον εδείκνυε πως ήθελε να τον θανατώση και κάμνων πολλάκις σχήμα ότι θα τον κόψη, δεν ηδύνατο ο αδύνατος. Όθεν ως δικαιολογούμενος έλεγε· «Πολλήν βίαν πάσχω από σε, Μακάριε, και ποτέ δεν κατορθώνω να σε νικήσω, με όλον ότι εγώ κάμνω περισσότερα από ό,τι κάμνεις συ εις τινάς αρετάς. Συ νηστεύεις τινάς ημέρας και εγώ δεν τρώγω τίποτε. Συ αγρυπνείς και εγώ δεν κοιμώμαι καθόλου. Μόνον εις μίαν αρετήν με νικάς, δια την οποίαν δεν έχω κατά σου δύναμιν». Λέγει αυτώ ο Όσιος· «Ποία είναι η αρετή αυτή;» Ο δε βιαζόμενος απεκρίθη· «Η ταπείνωσις». Και ταύτα ειπών εγένετο άφαντος. Άνθρωπός τις ενάρετος, το γένος Αιγύπτιος, είχεν υιόν παραλυτικόν, όστις ποσώς δεν εσάλευεν, αλλ’ εκείτετο ως λίθος ακίνητος. Όθεν λαβών αυτόν ο πατήρ του, τον επήγεν έξωθι της θύρας του κελλίου του Οσίου και αφήσας αυτόν εκεί ήσυχον ανεχώρησεν. Ο δε Όσιος εξήλθε και ιδών αυτόν, ηρώτησε τις τον έφερεν, εκείνος δε απεκρίθη ότι ο πατήρ του, ρίψας αυτόν εκεί, έφυγεν. Τότε του λέγει ο Όσιος· «Έγειρε και ύπαγε να τον φθάσης». Και παρευθύς, ω του θαύματος! εγερθείς ο πρώην ακίνητος, προσεκύνησε τον ιατρόν και επέστρεψεν εις τον οίκον του αγαλλόμενος. Λέγεται δε περίτου ουρανίου τούτου ανδρός, ότι τον περισσότερον χρόνον της ζωής του εσχόλαζε μάλλον εις την μετά του Θεού νοεράν ένωσιν παρά εις όλα τα υπό τον ουρανόν πράγματα του κόσμου. Με τοιαύτα λοιπόν θαυμαστά και θεάριστα έργα διαλάμψας ο φερώνυμος της μακαριότητος Μακάριος ο Μέγας και χρόνων ενενήκοντα ή κατ’ άλλους εξήκοντα γενόμενος, απήλθε προς Κύριον το 391 έτος. Υπό το όνομα τούτου σώζονται ν΄ (50) ομιλίαι· τινές δε λέγουσιν ότι ο Μέγας Αντώνιος συνέγραψεν αυτάς εις την συριακήν, ο δε Όσιος Μακάριος μετεγλώττισεν αυτάς εις το Ελληνικόν.
Μακάριος ο Όσιος ο Αλεξανδρεύς, όστις και πολιτικός επωνομάζετο, επειδή περισσότερον από τον Αιγύπτιον διέτριβεν εις τας πόλεις και συνανεστρέφετο με τους ανθρώπους, δια την των πολλών διόρθωσιν, εχρημάτισεν Ιερεύς των λεγομένων κελλίων, μεταχειριζόμενος άκραν εγκράτειαν και υπομονήν· όθεν και έλαβε την χάριν των θαυμάτων παρά Θεού. Ούτος ο Όσιος επήγε ποτε προς τον Μέγαν Αντώνιον και ιδών εκεί βάϊα ωραία εζήτησεν από τον Άγιον να του δώση μερικά. Ο δε θείος Αντώνιος του είπε· «Είναι γεγραμμένον εις την θείαν Γραφήν, ότι να μη επιθυμήσης κανέν πράγμα του πλησίον σου». Και ευθύς ως είπε τον λόγον, όλα εκείνα τα βάϊα κατεκάησαν ως από πυράν. Βλέπων ταύτα ο Μέγας Αντώνιος, είπε προς αυτόν· «Ιδού επανεπαύθη το Πνεύμα το Άγιον επί σε και θέλεις γίνει κληρονόμος των αγώνων μου». Μετά ταύτα απήντησεν αυτόν ο διάβολος, όστις ιδών αυτόν πολλά κουρασμένον, του λέγει· «Ιδού όπου έλεβες την χάριν του Αντωνίου· διατί δεν μεταχειρίζεσαι το αξίωμά σου, να ζητήσης με θάρρος από τον Θεόν να σου στείλη φαγητόν και ποτόν και να σου δώση δύναμιν δια την οδοιπορίαν;» Ο δε Άγιος του είπε· «Εις εμέ δύναμις και δόξα είναι αυτός ο Κύριος· συ όμως δεν έχεις καμμίαν εξουσίαν να πειράζης τους δούλους του Θεού». Φέρων δε πάλιν φαντασίαν εις τον Όσιον ο μιαρός, έδειξε μίαν κάμηλον φορτωμένην πολλά χρειαζόμενα και ως να είχε χαθή εφέρετο εδώ και εκεί εις την έρημον, ευθύς δε ως είδε τον Όσιον, επήγε και εγονάτισεν έμπροσθέν του. Ο δε Όσιος εδόθη εις προσευχήν και η κάμηλος πάραυτα κατεποντίσθη εις την γην. Άλλοτε του ενεθύμισεν η όρεξις σταφύλια νωπά, εκείνην δε την ώραν έτυχε να του στείλη αδελφός τις ωραία σταφύλια και δια να βασανίση την όρεξιν, ευθύς τα έστειλεν εις άλλον αδελφόν, όστις ήτο κλινήρης και επεθύμει σταφύλια, ο οποίος, αφ’ ου τα είδεν, εχάρη μεν κατά πολλά, όμως χωρίς να απλώση τελείως εις αυτά είπε και τα έστειλαν ευθύς εις άλλον, λέγων· «Τάχα δεν τα ορέγεται αυτός;» Εκείνος πάλιν ο αδελφός, όστις τα έλαβε, παρ’ όλον ότι ήτο υστερημένος από οπωρικά, τα έστειλεν εις άλλον αδελφόν. Επειδή λοιπόν εκείνα τα σταφύλια έτυχον εις πολλούς αδελφούς απεσταλμένα και ουδείς τα εμεταχειρίσθη, τέλος ο ύστερος, όστις τα εδέχθη, τα έστειλε πάλιν εις τον Άγιον Μακάριον, ο οποίος γνωρίσας τα σταφύλια, εδόξασε τον Θεόν δια την τόσην εγκράτειαν των αδελφών. Δια τούτο μήτε αυτός δεν εγεύθη από αυτά δια τελείαν πληγήν του δαίμονος. Όθεν η άσκησις του θαυμασίου τούτου ήτο με τόνον μεγάλον, επειδή, ει τι κατόρθωμα ήκουεν εις κανένα μεγάλον αγωνιστήν, ελάμβανε ζήλον αγαθόν εις την ψυχήν του και κατά μίμησιν εκείνου έκαμνε και αυτός το ίδιον κατόρθωμα. Ακούσας δε ότι οι Μοναχοί, οι ευρισκόμενοι εις τα Τάβεννα και δια τούτο Ταβεννησιώται ονομαζόμενοι, όλην την μεγάλην Τεσσαρακοστήν δεν έτρωγον φαγητόν ψηνόμενον δια του πυρός, τους εμιμήθη και αυτός και τα επτά έτη δεν έφαγε φαγητόν μαγειρευμένον, εκτός λαχάνων ωμών και οσπρίων βρεκτών. Άλλην φοράν ήκουσεν, ότι άλλος τις Όσιος έτρωγε μόνον μίαν λίτραν άρτου· όθεν εβίασε και αυτός τον εαυτόν του και έτρωγεν εις τρία έτη 4 έως 5 ουγγίας άρτου. Ομοίως έπινε και τόσον ολίγον ύδωρ όσον ήτο ανάλογον εις τόσον ολίγον άρτον, τον οποίον έτρωγε. Δια να μη νικάται δε υπό της επιθυμίας να φάγη περισσότερον, έβαλλε τεμάχια άρτου εις ένα αγγείον στενόν όσον να χωρή μόνον το χέρι του και απ’ εκεί έβγαζεν όσον έπαιρνεν η φούκτα του. Έλεγε δε ούτος ο θείος Μακάριος χαριεντιζόμενος, ότι «πολλάκις με ηνάγκασεν ο κακός τελώνης (ήτοι η πείνα της κοιλίας) και έβαλα εις το αγγείον το χέρι και έπαιρνα πολλά τεμάχια άρτου, όμως με το να ήτο στενόν το στόμα του αγγείου, δεν εχώρει να εβγάλω περισσότερον, παρά μόνον όσον ήθελε πάρει η φούκτα». Εις ταύτην την διαγωγήν έκαμε τρία έτη. Ακούσας ούτος ο θείος Μακάριος δια τους Ταβεννησιώτας, ότι έχουν πολιτείαν υψηλήν και είναι εις τους αγώνας της ασκήσεως αμίμητοι, εξήλθεν εις σχήμα εργάτου ανθρώπου κοσμικού και επεριπάτησεν ημέρας δέκα πέντε την έρημον και ήλθεν εις την Θηβαϊδα, απ’ εκεί δε ήλθεν εις το Μοναστήριον των Ταβεννησιωτών και εζήτει να ίδη τον Μέγαν Παχώμιον, ο οποίος ήτο Προεστώς τούτου του Μοναστηρίου, έχων χάριν Θεού και πνεύμα προφητείας. Όμως τότε οικονομικώς δεν του απεκάλυψεν ο Θεός δια τον Όσιον Μακάριον. Ιδών δε τον Μέγαν Παχώμιον, του λέγει ο Όσιος Μακάριος· «Δέομαί σου, Πάτερ, δέξαι με εις την ποίμνην σου να γίνω και εγώ Μοναχός». «Συ τώρα όπου εγήρασες, του είπεν ο Άγιος Παχώμιος, ημπορείς να υποφέρης άσκησιν; Εδώ είναι αδελφοί από νεότητος συνηθισμένοι και υπομένουν τους κόπους της ασκήσεως. Συ όμως εγήρασες και είσαι ασυνήθιστος και μη υποφέρων τους κόπους της μοναχικής πολιτείας φεύγεις και μας κακολογείς». Ταύτα είπεν ο Όσιος Παχώμιος, όμως τον εδέχθη δι’ ολίγας ημέρας, όταν δε παρήλθον επτά ημέραι, έρχεται πάλιν ο Μακάριος και λέγει προς τον Παχώμιον· «Δέξαι με, Αββά, και εάν δεν νηστεύω και δεν κοπιάζω ίσα με τους αδελφούς, δίωξόν με από το Μοναστήριον». Με τούτον τον λόγον ο Όσιος Παχώμιος κατέπεισε τους αδελφούς και εδέχθησαν τον Μακάριον, ήσαν δε πατέρες χίλιοι τετρακόσιοι. Παρελθόντος δε ολίγου χρόνου ήλθεν η Μεγάλη Τεσσαρακοστή· ιδών δε ότι άλλοι μεν από αυτούς έτρωγον το εσπέρας εκάστης ημέρας, άλλοι δε εις δύο ημέρας, άλλοι εις τρεις και άλλοι εις πέντε, άλλοι δε, όλην την νύκτα ιστάμενοι εις την προσευχήν, την δε ημέραν εργαζόμενοι, ταύτα, λέγω, βλέπων ο Όσιος εστάθη όρθιος ο μεγαλόψυχος εις μίαν γωνίαν μιάς κέλλας και βρέξας φοινίκια, εδούλευεν έως ου ετελείωσεν όλη η Τεσσαρακοστή με άκραν σιωπήν και έφθασε το Πάσχα· εις τας ημέρας δε ταύτας δεν έκλινε γόνυ, δεν εκάθισε, δεν επλάγιασεν εις κλίνην, δεν έφαγε τελείως άρτον, ούτε έπιεν ύδωρ, εκτός από φύλλα κραμβολαχάνου· αλλά και αυτά τα έτρωγεν εις μόνην την Κυριακήν τόσον ολίγον, όσον μόνον δια να φανή εις τους άλλους ότι τρώγει. Βλέποντες οι αδελφοί της Μονής τόσην υπέρ άνθρωπον άσκησιν εις τον Μακάριον εγόγγυσαν κατά του ηγουμένου λέγοντες· «Πόθεν μας έφερες άνθρωπον άσαρκον και γινόμεθα ημείς παίγνιον έμπροσθέν του; Λοιπόν, ή τον εκβάλλεις έξω ή όλοι αναχωρούμεν του Μοναστηρίου». Ταύτα ακούσας ο Παχώμιος και εξετάσας, έμαθεν εκ των αδελφών την πολιτείαν του Μακαρίου. Όθεν ποιήσας προσευχήν να του αποκαλύψη ο Κύριος ποίος είναι, ήκουσεν ο Κύριος την δέησιν τού δούλου αυτού και του εφανέρωσεν ότι αυτός είναι ο Μακάριος ο Αλεξανδρεύς. Τότε ο Παχώμιος έλαβεν εκ της χειρός τον Όσιον Μακάριον και τον έφερεν εις το Άγιον Βήμα της Καθολικής Εκκλησίας, ποιήσαντες δε τον εν Χριστώ ασπασμόν, του λέγει· «Ελθέ, Πάτερ, συ είσαι ο Μακάριος και δεν μοι το εφανέρωσες; Εγώ προ πολλού καιρού, ακούων τας αρετάς σου, επεθύμουν να σε ίδω. Μεγάλην χάριν γνωρίζω, αδελφέ, εις την αγιωσύνην σου, διότι εδίδαξες τα τέκνα μου με το έργον σου, να μη κενοδοξούν, ότι κάμνουν μεγάλην άσκησιν. Τώρα όμως, σε παρακαλώ, ύπαγε, αδελφέ, εις το κελλίον σου και εύχου υπέρ ημών. Αρκετά μας διώρθωσας». Με την παράκλησιν λοιπόν του Αγίου και των αδελφών, ανεχώρησεν ο Μακάριος. Άλλοτε πάλιν δεν εισήλθεν ο Όσιος υποκάτω εις στέγην κελλίου επί είκοσιν ολόκληρα ημερονύκτια, μόνον δια να νικήση τον ύπνον· όθεν δεν εκοιμήθη τελείως κατ’ αυτό το διάστημα, αλλά την μεν ημέραν εκαίετο υπό το καύμα του ηλίου, την δε νύκτα επάγωνεν από την ψυχρότητα. Και έλεγεν, ότι, αν δεν εισηρχόμην υποκάτω εις στέγην και να κοιμηθώ, αφού παρήλθον αι είκοσιν ημέραι, ήθελον γίνει φρενόληπτος. Όθεν όσον το κατ’ εμέ ενίκησα τον ύπνον· και όσον πάλιν εζήτει η φύσις το απέδωκα. Ούτος εφιλονείκησε και ηγωνίσθη ποτέ να μη χωρίση τον νουν αυτού από τον Θεόν επί πέντε ημέρας· και κλείσας την κέλλαν του και έξωθεν την αυλήν, δια να μη δώση ουδενί ουδεμίαν απόκρισιν, εστάθη όρθιος αρχίζων από την Δευτέραν της εβδομάδος ημέραν και λέγων νοερώς ταύτα· «Πρόσεχε τα υψηλά και λείπε τελείως τα επίγεια χαμηλά. Έχεις εις τον ουρανόν Αγγέλους, Αρχαγγέλους, τα Χερουβείμ, τα Σεραφείμ, πάσας τας Δυνάμεις των ουρανών, έχεις το άκρον εφετόν, το άκρον επιθυμητόν, αυτόν τον Ύψιστον των απάντων Θεόν». Αφού δε παρήλθον δύο ημέραι τοσούτον εξηρέθισε τον διάβολον, ώστε εκείνος έβαλε πυρ και κατέκαυσε το ψαθίον επί του οποίου ίστατο ο Όσιος· ομοίως έκαυσε και ό,τι άλλο είχεν εις το κελλίον του, ήθελε δε να καύση και τον Άγιον, αλλά βλέπων ο Όσιος ότι τον εκύκλωσεν η φλοξ, εφοβήθη κατά πολύ και τοιουτοτρόπως έπαυσεν ο λογισμός του από την θαυμασίαν εκείνην θεωρίαν· έλεγε δε ο Άγιος ότι, ως ενόμιζε, τούτο ήτο οικονομία Θεού, δια να μη υπερηφανευθή. Μίαν φοράν ηνώχλησεν ο λογισμός τον Όσιον δια να υπάγη εις την Ρώμην, ίνα ωφεληθή εκ των εκεί ευρισκομένων και προς θεραπείαν των ασθενών, επειδή έλαβε χάριν παρά Κυρίου να θεραπεύη πάσαν ασθένειαν και να διώκη δαιμόνια από τους ανθρώπους· αυτός δε πεσών κατά γης, εξήπλωσε τους πόδας του και έλεγε· «Σύρατέ με, σεις δαίμονες, διότι εγώ εκουσίως με τους πόδας μου εις άλλο μέρος δεν υπάγω». Επειδή δε πάλιν ηνωχλείτο από τον λογισμόν, εφορτώνετο εις τον ώμον του κοφίνιον πλήρες άμμου και μετέβαινεν από ενός σημείου εις έτερον και τοιουτοτρόπως ενίκησε τον ενοχλούντα λογισμόν χάριτι του Χριστού. Μίαν φοράν ηνωχλήθη ο Όσιος από τον δαίμονα της πορνείας· όθεν επήγεν εις την πανέρημον, και εμβήκεν εις ένα βαλτώδη τόπον, εκεί δε έμεινε μήνας εξ· και τόσον πολλά κατεπλήγωσαν το σώμα του οι εκεί ευρισκόμενοι μεγαλώτατοι κώνωπες, ως σφήκες, ώστε εγέμισαν από πρήσματα και εξογκώματα όλα τα μέλη τού σώματός του. Όθεν, ότε μετά εξ μήνας επέστρεψεν εις το κελλίον του, από άλλο τι δεν εγνωρίζετο ότι είναι ο Μακάριος ειμή από μόνην την φωνήν, διότι ηλλοιώθη όλον του το πρόσωπον και το σώμα και παρωμοίαζε με τους λεπρούς. Έσκαπτε δε ποτε ο Όσιος εν πηγάδιον και εκεί τον εδάγκασεν εις τας χείρας μία ασπίς, της οποίας το δήγμα είναι θανατηφόρον. Ο δε Όσιος συλλαβών αυτήν με τας δύο του χείρας από τα χείλη και τας σιαγόνας έσχισεν αυτήν λέγων· «Επειδή ο Θεός δεν σε έστειλε, πως συ ετόλμησας να με δαγκάσης»; Άλλην πάλιν φοράν εκάθητο ο Όσιος εις την αυλήν και ελάλει εις τους παρεστώτας αδελφούς τα προς ωφέλειαν· τότε έρχεται μία λύκαινα, η οποία φέρουσα μαζί της το μικρόν της, το οποίον ήτο τυφλόν, το έρριψεν έμπροσθεν εις τους πόδας αυτού· ο δε Όσιος πτύσας εις τους τυφλούς οφθαλμούς του ζώου έκαμεν αυτό να αναβλέψη. Η δε λύκαινα λαβούσα το γέννημά της ανεχώρησε και το πρωϊ μετά σπουδής έφερεν εις τον Όσιον μεγάλον δέρμα ενός προβάτου· ο δε Άγιος είπε προς αυτήν· «Εγώ τα εξ αδικίας πράγματα δεν δέχομαι». Τότε η λύκαινα κλίνασα την κεφαλήν εξήλθεν έξω της αυλής. Μεταξύ δε των άλλων θαυμάτων εποίησε και ταύτα ο Όσιος· προσήλθε ποτέ εις αυτόν Ιερεύς τις από την χώραν, όστις είχε την κεφαλήν όλην φαγωμένην από καρκίνον. Και τόσον εφαγώθη, ώστε εφαίνετο μόνον το κόκκαλον της κορυφής χωρίς δέρμα. Δια να τον ιατρεύση όμως ο Όσιος δεν ήθελε να τον δεχθή τελείως, ειμή αφού πρώτον υποσχεθή ότι θέλει παραιτηθή αμέσως από την Θείαν Λειτουργίαν των Αχράντων Μυστηρίων, διότι ήμαρτε και πορνεύσας ελειτούργησεν. Όθεν δια τούτο του ήλθεν αύτη η φοβερά παίδευσις. Ο δε Ιερεύς υπεσχέθη να απέχη από την ιεράν Λειτουργίαν και τον εδέχθη ο Μακάριος λέγων· «Πιστεύεις ότι είναι Θεός, τον οποίον δεν λανθάνει κανέν πράγμα, ούτε φανερόν ούτε κρυπτόν»; Απεκρίθη ο Ιερεύς το «ναι» μετά κατανύξεως· έπειτα του είπεν ο Όσιος· «Μήπως και ηδυνήθης να εμπαίξης τον Θεόν»; Ο δε απεκρίθη· «ουχί, κύριέ μου», και τρίτον του είπεν ότι «Αν γνωρίζης την αμαρτίαν σου, δια την οποίαν παιδεύεσαι υπό του Θεού, φρόντισε να διορθωθής». Ο δε Άγιος έβαλε τας χείρας του εις την κεφαλήν του ασθενούς Ιερέως και ευθύς έπαυσαν οι πόνοι, ήρχισε να δένη το δέρμα και εις ολίγας ημέρας εφύτρωσαν και αι τρίχες και υγίαινεν εξ ολοκλήρου δοξάζων τον Θεόν και ευχαριστών τον Όσιον. Αλλά και μίαν ευγενή παρθένον, παράλυτον, ήτις ήλθεν εις αυτόν από της Θεσσαλονίκης, εποίησεν υγιά ο Άγιος, αλείφων αυτήν έλαιον άγιον και προς ευχαριστίαν της ιατρείας της έστειλεν εις τον Άγιον πλήθος καρπών γεννήματος. Και εν παιδίον, το οποίον ήτο πρησμένον και εξέβαλεν ύδωρ από τα αισθητήρια, εθεράπευσεν ο Άγιος, αλείφων με άγιον έλαιον και ραντίζων αυτό με αγίασμα. Όθεν εξήλθεν ο δαίμων και το παρέδωκεν εις τον πατέρα του υγιές, παραγγείλας να μη φάγη κρέας ούτε να πίη οίνον επί τεσσαράκοντα ημέρας. Τόσον δε πλήθος δαιμονιζομένων ιάτρευσεν ο Όσιος ούτος, ώστε σχεδόν δεν έχει αριθμόν. Και ούτος δε ο Αλεξανδρεύς Μακάριος είδε τον διάβολον, καθώς τον είδε δηλαδή και ο προρρηθείς Αιγύπτιος, και εβάσταζε τα είδη και εργαλεία με τα οποία επλανούσε τους Μοναχούς. Εφανέρωσε δε ταύτα ο μιαρός αινιγματωδώς με εν τρυπημένον φόρεμα όπερ εφόρει και με τινα κολοκύνθια τα οποία εσήκωνεν. Ούτος ο Όσιος περιπατήσας ένα καιρόν μακρινήν οδόν, δια να υπάγη εις το κηποταφείον του Ιαννή και Ιαμβρή των μάγων, οίτινες ήσαν εν καιρώ του Φαραώ, δια να ιστορήση και τον τόπον και να βιάση το πλήθος των δαιμόνων, οίτινες κατώκουν εκεί, να ομιλήσουν και χωρίς να θέλουν, και μη γνωρίζων την οδόν έβαλε σημεία τα αστροθέσια, καθώς οι ναύται βάλλουν σημεία άστρα τινά και ταξιδεύουν, και ούτω διεπέρασεν όλην εκείνην την έρημον. Λαβών δε και ένα δεμάτι καλάμια, έστηνεν εις κάθε μίλιον ένα καλάμι δια σημείον να ευρίσκη εις την επιστροφήν την οδόν. Περιπατήσας λοιπόν εν τη ερήμω ημέρας εννέα, επλησίασεν εις το κηποταφείον. Φθάσασα δε η νυξ εκοιμήθη εκεί πλησίον. Ο δε σατανάς, φθονήσας τον ερχομόν του Αγίου, επήρεν όλα τα καλάμια, τα οποία έβαλε δια σημεία ο Μακάριος και κάμνων ένα δεματάκι το έθεσε πλησίον της κεφαλής του όπου εκοιμάτο και ανεχώρησεν. Εξυπνήσας δε ο Όσιος εύρε τα ίδια καλάμια, τα οποία έβαλεν εις την οδόν δια σημεία· γνωρίσας όμως την πονηρίαν του σατανά, δεν εταράχθη. Τούτο δε ίσως εσυγχωρήθη παρά Θεού, δια να μη έχη την ελπίδα του εις την από τα καλάμια οδηγίαν, αλλά εις τον Θεόν. Καθώς λοιπόν εμβήκεν εις το κηποταφείον, εβγήκαν περί τους εβδομήκοντα δαίμονες, οι οποίοι έκαμνον διάφορα σχήματα, άλλοι εφώναζον, άλλοι επηδούσαν και άλλοι έτριζον τους οδόντας με πολύν θυμόν εναντίον του και άλλοι ως κόρακες πτερωτοί τον εκτυπούσαν εις το πρόσωπον και του έλεγον· «Τι θέλεις εδώ, Μακάριε, πειρασμέ των καλογήρων; Μήπως ημείς επήγαμεν και ηνωχλήσαμέν τινα από τους Μοναχούς; Φθάνει ότι μας επήρες εκεί την έρημον, ήτις είναι κατοικία ιδική μας και όλους τους ιδικούς μας απ’ εκεί εδίωξες. Δεν έχομεν σχέσιν με σε. Τι καταπατείς εδώ τους τόπους μας; Είσαι αναχωρητής; Κάθου εις την έρημον, αυτός ο τόπος είναι δι’ ημάς, συ δεν ημπορείς να κατοικήσης εδώ ποτέ, τι ζητείς εις τούτο το κηποταφείον, εις το οποίον, αφ’ ότου έγινεν, έως σήμερον, ζωντανός άνθρωπος δεν εμβήκεν»; Αυτά και άλλα περισσότερα κραυγαζόντων των δαιμόνων με μεγάλην ταραχήν, λέγει ο Όσιος Μακάριος· «Θέλω να έμβω μόνον να ίδω και πάλιν αναχωρώ». Απεκρίθησαν οι δαίμονες· «Αυτό θέλομεν και ημείς να μας υποσχεθής εις την συνείδησίν σου». Υποσχεθείς δε ο Άγιος Μακάριος, έγιναν άφαντοι οι δαίμονες. Όθεν εμβαίνων ο Άγιος εις εκείνην την θαυμασίαν φυτείαν των δένδρων, τον υπήντησεν ο διάβολος με γυμνόν ξίφος, ο δε Άγιος Μακάριος του είπε· «Συ έρχεσαι εναντίον μου με γυμνόν ξίφος και εγώ έρχομαι εναντίον σου εν ονόματι Κυρίου Σαββαώθ και εν παρατάξει Θεού Ισραήλ». Εισελθών τότε ο Άγιος Μακάριος εις το κηποταφείον, είδε πάντα τα εκεί ευρισκόμενα. Είδε φρέαρ, εις το οποίον ήτο κάδος εκ χαλκού κρεμασμένος με σιδηράν άλυσον, ήτις εκ της πολυκαιρίας ήτο διαβεβρωμένη. Αι ροδιαί και τα άλλα δένδρα είχον ξηρανθή από την θερμότητα του ηλίου. Εκεί είδεν αφιερώματα πολλά από καθαρόν χρυσίον. Αφού δε τα ιστόρησεν όλα, επέστρεψεν εις το κελλίον του, περιπατήσας είκοσιν ημέρας, όμως από την έλλειψιν τροφής εγίνετο ως νεκρός, διότι ότι τροφάς είχε τας ετελείωσεν· εφάνη δε εις αυτόν μία κόρη με καθαρόν και λευκότατον φόρεμα, η οποία εκράτει ποτήριον με ύδωρ ψυχρότατον. Πλην έμεινε μακρόθεν έως εν στάδιον· τούτο δε εγίνετο έως τρεις ημέρας· βλέπων δε αυτήν ο Όσιος Μακάριος προσκαλούσαν αυτόν επεριπάτει να την φθάση δια να πίη, αλλά δεν ηδυνήθη και μόνον με την ελπίδα πως είχε να πίη, παρήλθον αι τρεις ημέραι. Τότε δε εφάνησαν πλήθος πολύ βουβάλων, εκ των οποίων εξέκοψε μία βουβάλα με το μοσχάρι της και ήλθον απέναντι του Οσίου, είχε δε αύτη γάλα πολύ εις τους μαστούς της· ήκουσε δε και φωνήν άνωθεν, ήτις του έλεγε· «Μακάριε, ύπαγε εις την βουβάλαν και θήλασον». Ο δε Όσιος υπακούσας, επήγε και θηλάσας εξ αυτής ανέλαβε δύναμιν, δεικνύων δε ο Κύριος τελείαν κηδεμονίαν εις τον δούλον του, τον ηκολούθησεν εκείνη η βουβάλα έως ότου επήγεν εις το κελλίον του και το θαυμασιώτερον ότι εις μεν τον Όσιον έδιδε τον μαστόν της, εις δε το ιδικόν της μοσχάρι δεν το έδιδεν. Ούτος ο Όσιος Μακάριος είχε διάφορα κελλία. Ένα είχεν εις την Σκήτην, εις την βαθυτάτην έρημον, δεύτερον κατά τον Λίβαν, τρίτον εις τα λεγόμενα Κελλία και τέταρτον εις το όρος της Νιτρίας· και τα μεν δύο εξ αυτών ήσαν χωρίς θύραν, εις τα οποία εκάθητο σκοτεινά την Τεσσαρακοστήν. Το άλλο ήτο στενώτατον τόσον, ώστε δεν ημπορούσε να απλώση τους πόδας του. Το δε τέταρτον ήτο πλατύτερον, εις το οποίον ηδύνατο όστις ήθελε να τον συναντήση. Ήτο δε κατά το ανάστημα του σώματος ολίγον κυπτός, έχων σώμα μικρόν και κολοβόν· είχεν ολίγας τρίχας εις τα χείλη και εις το άκρον του πώγωνος, επειδή δια την υπερβολήν των ασκητικών κόπων ουδέ τρίχες εφύτρωσαν εις αυτόν. Εις τούτον τον Μέγαν Μακάριον (λέγει ο Ηρακλείδης ο συγγραφεύς του βίου του) μίαν ημέραν ανέφερα λέγων· «Ευρίσκομαι, Αββά, εις μεγάλην αμέλειαν και με συγχύζουν οι λογισμοί και μου λέγουσι· «Συ εδώ δεν κατορθώνεις κανένα καλόν, τι κάθεσαι; Φεύγε από τούτον τον τόπον». Τότε λέγει μοι ο Όσιος Μακάριος· «Όταν σου έρχωνται οι τοιούτοι λογισμοί να αναχωρήσης, λέγε προς αυτούς, ότι «εγώ δια τον Χριστόν μου μένω και φυλάττω τους τοίχους τούτους». Διηγήθη δε και τούτο ο Μέγας Μακάριος· «Όταν ποτέ ελειτούργουν, προσήλθεν δια να μεταλάβη ο Αββάς Μάρκος, Άγγελος δε Κυρίου του έδιδε την Αγίαν Κοινωνίαν και εγώ έβλεπον μόνον τον αστράγαλον της χειρός εκείνου, όστις τον εκοινωνούσεν». Με τοιαύτην λοιπόν πολιτείαν και θαύματα διαλάμψας και ούτος ο θείος Μακάριος ανεπαύθη εν ειρήνη.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1956
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Κ΄ (20η) του αυτού μηνός, μνήμη του Οσίου και θεοφόρου πατρός ημών ΕΥΘΥΜΙΟΥ του Μεγάλου.

Δημοσίευση από silver » Κυρ Ιαν 20, 2019 12:52 am


Ευθύμιος ο μέγας εν Ερημίταις και Ασκηταίς πατήρ ημών εγεννήθη περί το έτος τοζ΄ (377) εν Μελιτηνή της Αρμενίας πλησίον του Ευφράτου επί της βασιλείας Γρατιανού. Ο πατήρ του ωνομάζετο Παύλος, η δε μήτηρ του Διονυσία, ήσαν δε αμφότεροι περιφανείς και ενάρετοι· ελυπούντο όμως πολύ και εθλίβοντο επειδή δεν έκαμνον τέκνον, και πολλάκις μετέβαινον εις τον Ναόν του Αγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου, όστις ήτο πλησίον των, και εδέοντο του Θεού, δια να τους δώση κληρονομίαν και να παύση η λύπη των. Ούτως ευχόμενοι νύκτα τινά είδον οπτασίαν θείαν, ήτις τους είπε· «Ευθυμείτε, δούλοι Κυρίου, και χαίρετε· ιδού γαρ επήκουσε της δεήσεώς σας ο Κύριος και σας δίδει τέκνον της Ευθυμίας φερώνυμον· επειδή εις την γέννησιν αυτού του παιδός σας θέλει δώσει ο Θεός εις τας Εκκλησίας αυτού ευθυμίαν και αγαλλίασιν». Επέστρεψαν όθεν εις την οικίαν αυτών χαίροντες, και έταξαν να αφιερώσουν εις τον Θεόν το τεχθησόμενον. Συλλαβούσα όθεν η Διονυσία ηγάλλετο, και με τον καιρόν εγέννησε τον παίδα και τον ωνόμασαν κατά την οπτασίαν Ευθύμιον. Όταν δε ο Άγιος εγένετο χρόνων τριών, ο πατήρ αυτού ετελεύτησεν· η δε μήτηρ του παρέλαβε το τέκνον της και το επήγεν εις τον αδελφόν της Ευδόξιον, όστις ήτο του Μητροπολίτου Μελιτηνής Ευτρωϊου σύνεδρος, τον οποίον παρεκάλεσε να το δώση του άνωθεν Αρχιερέως, δια να το αφιερώση, καθώς έκαμεν η Άννα τον Σαμουήλ πρότερον· ο δε Ευτρώϊος, ιδών τον παίδα και ακούσας τα της οράσεως, επροφήτευσε τα μέλλοντα λέγων· «Εις τούτο το παιδίον το Πνεύμα του Κυρίου αναπαύσεται». Έπειτα εβάπτισεν αυτό και έκειρεν Αναγνώστην, την δε μητέρα αυτού, ως πολλά ευλαβή εις τα θεία και ενάρετον, εχειροτόνησε Διάκονον· ούτως όθεν ο θείος Ευθύμιος αφιερώθη εκ πρώτης ηλικίας εις τον Θεόν. Σπουδάζων τα ιερά γράμματα ο Ευθύμιος, απεταμίευεν εις εαυτόν ως φιλόσοφος μέλισσα όσα υοδείγματα θείων ανδρών μνήμης άξια εύρισκεν εις την Αγίαν Γραφήν και εξήπτετο δι’ αυτών η αγία ψυχή του εις τον ένθεον έρωτα, έχουσα πόθον να μιμηθή τα όμοια καθώς έχει συνήθειαν κάθε αγαθή και φιλόκαλος ψυχή. Εδαπάνα δε άπαντα τον χρόνον της νεότητος αυτού εις την ανάγνωσιν των θείων Γραφών και εις την διήγησιν των αρετών των Αγίων, εις την διακονίαν των οποίων εγίνετο ζηλωτής, εξόχως δε Ακακίου του Διδασκάλου του, όστις ήτο Αρχιερεύς της Μελιτηνής περισσώς ενάρετος· όθεν ως γνωστικός μαθητής όχι μόνον των μαθημάτων, αλλά και της αρετής εκείνου επιμελής διάδοχος εγένετο. Εχαίρετο όθεν ο Διδάσκαλος βλέπων εις τον Ευθύμιον τοσαύτην σύνεσιν και ευλάβειαν. Η τροφή του ήτο απλή και σύμμετρος· η δε τρυφή του τα πνευματικά λόγια, εις τα οποία η ψυχή του ετέρπετο μάλλον ή εις τα σωματικά και φθειρόμενα φαγητά, την δε λειτουργίαν του Εκκλησιαστικού Κανόνος ετέλει με προσοχήν διανοίας και συντριβήν καρδίας και με τόσην σιωπήν, ώστε ποτέ δεν εγέλασε, αλλά με τόσην ευλάβειαν ίστατο ώσπερ να έβλεπεν έμπροσθεν αυτού τον Δεσπότην και Βασιλέα της κτίσεως, τον δε υπόλοιπον χρόνον πάλιν κατά τον οποίον έμενε εις τον οίκον του εσχόλαζεν εις μελέτην του θείου νόμου ημέρας και νυκτός, και ποτέ του δεν είπε λόγον αργόν και μάταιον, αλλ’ ως εύκαρπον δένδρον και εύχρηστον, πεφυτευμένον εις τα ψαλμικά ύδατα, απέδιδε κατά καιρόν το διάφορον. Εις τον καιρόν του θυμού και οργής εκαρποφόρει την αγάπην και την πραότητα· όταν ήρχετο καιρός τρυφής και γαστριμαργίας εκαρποφόρει την εγκράτειαν· τους λογισμούς της κενοδοξίας ενίκα με την ταπείνωσιν, την δε επιθυμίαν ανέτρεπε με την εκούσιον πενίαν, και ούτω με πάσαν αρετήν τας εναντίας κακίας ενίκα ο πάνσοφος. Δια την ένθεον όθεν αυτού πολιτείαν τον εχειροτόνησε και χωρίς την θέλησίν του ο Διδάσκαλός του Πρεσβύτερον, δίδων εις αυτόν την φροντίδα απάντων των Μοναστηρίων, άτινα ήσαν εις εκείνα τα όρια. Ο δε Όσιος ηγάπα περισσώς την ησυχίαν και επήγαινε πολλάκις εις τον Ναόν του Αγίου Πολυεύκτου και των εν τη πόλει ταύτη μαρτυρησάντων Αγίων Μαρτύρων και εκεί τον περισσότερον καιρόν διέτριβεν. Ανεχώρει δε μίαν φοράν τον χρόνον από την πόλιν μετά την εορτήν των Φώτων, και μετέβαινεν εις ένα όρος έρημον, εκεί δε έκαμνεν έως την Κυριακήν των Βαϊων, και τότε πάλιν επέστρεφεν. Αλλ’ επειδή αι φροντίδες των Μοναστηρίων δεν του παρείχον την ευκαιρίαν να ησυχάση, καθώς επόθει η ψυχή του, εξήλθε κρυφίως από την πατρίδα του όταν ήτο χρόνων είκοσιν εννέα· έχων δε πόθον να προσκυνήση τον Άγιον Τάφον και να συνομιλήση με τους Αγίους Πατέρας δια να λάβη απ’ εκείνους υπόδειγμα εις την αρετήν και να τους μιμηθή, έδραμεν εκεί τάχιστα ως αετός υπόπτερος. Αφού όθεν επροσκύνησε τους Αγίους Τόπους, και ήκουσεν ενός εκάστου την ένθεον πολιτείαν, εγένετο ζηλωτής της ησυχίας θερμότατος· ευρών δε πλησίον της Λαύρας Φαράν ένα κελλίον περισσώς ήσυχον, έμεινεν εκεί πλέκων βάϊα φοινίκων, από δε το κέρδος αυτών επροσπορίζετο την τροφήν του, το δε υπόλοιπον έδιδεν ελεημοσύνην εις τους δεομένους, δια να μη τρώγη τον ξένον κόπον, αλλά μάλλον άλλοι να τρέφωνται από το ιδικόν του εργόχειρον. Εις τον τόπον τούτον ησύχαζεν, έχων την ψυχήν ελευθέραν από πάσης γηϊνης φροντίδος, μόνον δε τα μέλλοντα αγαθά εστοχάζετο. Εκεί δε πλησίον του ήτο και άλλος Ασκητής, ονόματι Θεόκτιστος, όμοιος εις την αρετήν και πολιτείαν με εκείνον· όθεν με τόσην στοργήν και έρωτα πνεύματος ηγάπησεν ο εις τον έτερον, ώστε η ψυχή σχεδόν του ενός ήτο εις το σώμα του ετέρου και όσα εφρόνει ο εις ομοίως και ο άλλος επεθύμει. Ούτως όθεν αδελφικώς φρονούντες, μετέβαινον καθ’ έκαστον χρόνον οκτώ ημέρας μετά τα Φώτα εις την έρημον και εκεί έμενον ησυχάζοντες, πάσης ανθρωπίνης συναυλίας και ενότητος υστερούμενοι, έως της εορτής των Βαϊων, οπότε επέστρεφον πάλιν εις τα κελλία των, βαστάζοντες έκαστος αυτών τον πλούτον της αρετής και προσφέροντες αυτόν εις τον αναστάντα Χριστόν, τιμιώτερον από τον χρυσόν τον οποίον οι Μάγοι προσέφερον. Επλεόναζε δε εις την αγαθότητα των ηθών, εις την των τρόπων απλότητα και εις την πολλήν ταπεινοφροσύνην και επερίσσευε τον Θεόκτιστον ο μέγας Ευθύμιος, δια τούτο δε ηύξανε προς τον Θεόν καθ’ εκάστην η παρρησία του και ήρχετο εις αυτόν περισσοτέρα η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Εις Φαράν διέμεινεν ο Άγιος Ευθύμιος μετά του Θεοκτίστου επί πέντε χρόνους, ότε δε τον πέμπτον χρόνον απήλθον κατά το σύνηθες εις την έρημον, διαβάντες από ένα ποταμόν βαθύν και κρημνώδη εύρον εν μέγα σπήλαιον, το οποίον ίσως να ήτο πρότερον καταφύγιον θηρίων, εγένετο όμως Ναός ιερός εις το ύστερον και Αγγέλων κατοικητήριον. Πιστεύοντες όθεν ότι ο Θεός τους ωδήγησεν, έμειναν εκεί αρκετόν καιρόν ησυχάζοντες, μη έχοντες ουδεμίαν ανθρωπίνην βοήθειαν, μόνον δε με τα άγρια χόρτα ετρέφοντο, χαίροντες επί τη ελπίδι της μελλούσης τρυφής και αιωνίου απολαύσεως. Αλλ’ επειδή ο Κύριος ήθελε να φανερώση την αρετήν των και να ωφεληθούν και έτεροι δι’ αυτών, ωκονόμησε και τους εύρον με τον εξής τρόπον, δια να μη είναι ο κήπος κεκλεισμένος και η πηγή εσφραγισμένη από της σοφίας εκείνων και αγιότητος, τουναντίον δε να φωτίζουν και άλλους δια της ενθέου πολιτείας των. Έτυχον όθεν εκεί εις τον χείμαρρον τινές εκ του χωρίου Λαζαρίου, οίτινες εποίμαινον πρόβατα. Αυτοί ιδόντες εξαίφνης τους Αγίους ετρόμαξαν και τρέχοντες να φύγουν εκάλεσαν αυτούς οι Άγιοι λέγοντες· «Αδελφοί, μη φοβείσθε, διότι και ημείς άνθρωποι είμαστε και δια τας αμαρτίας μας ήλθομεν εις τον τόπον τούτον να ησυχάσωμεν». Τότε οι ποιμένες έλαβον θάρρος και ήλθον εις το σπήλαιον, μη ευρόντες δε τίποτε βρώσιμον από τα αναγκαία του σώματος, εθαύμαζον και απελθόντες εις το χωρίον αυτών εφανέρωσαν τα γενόμενα. Ταύτα μαθόντες οι Μοναχοί της Φαράν ήρχοντο πολλάκις εις επίσκεψιν αυτών και τέλος παρέμειναν, αιχμαλωτισθέντες από τους γλυκυτάτους λόγους των αψευδών εκείνων σειρήνων, από τους οποίους πάσαν πολιτείαν ασκητικήν επαιδεύθησαν τόσον καλώς, ώστε έλαμψαν εις εκείνα τα όρια και έκτισαν κατόπιν Μοναστήρια, των οποίων εγένετο αρχηγός ο θαυμάσιος Θεόκτιστος. Διότι φθάσασα εις κάθε σχεδόν τόπον η αγαθή φήμη του Ευθυμίου έτρεχον προς αυτόν καθ’ εκάστην, και έμενον εις την υπακοήν αυτού την κοσμοσωτήριον. Έκαμαν όθεν το σπήλαιον Ναόν άγιον, και έκτισαν υπεράνω αυτού Λαύραν κατά τον τύπον της Φαράν, επειδή εκεί εις το σπήλαιον δεν ηδύνατο να γίνη δια το κρημνώδες και την τραχύτητα του τόπου και τον μεν Θεόκτιστον έκαμε της Λαύρας Ηγούμενον, αυτός δε έμενεν εις το σπήλαιον ησυχάζων. Επιμελητής όμως και ιατρός των ψυχικών τραυμάτων εμπειρότατος, εδέχετο όσους ήρχοντο προς αυτόν, τους εξωμολόγει και έδιδεν εις ένα έκαστον, κατά την πληγήν, το αρμόδιον φάρμακον με πολλήν σύνεσιν και διάκρισιν· τους δε αποτασσομένους τω κόσμω εδίδασκε να έχουν κυρίως υπακοήν και ταπείνωσιν, να ενθυμούνται τον θάνατον πάντοτε, να κοπιάζωσι δια να τρέφωνται από το εργόχειρόν των, και μάλιστα οι νεώτεροι, και να ταλαιπωρώσι το σώμα δια να το έχουν εις τας πνευματικάς εργασίας υπήκοον, και ποτέ να μη παραβή τις του θείου Παύλου το πρόσταγμα: «Αργός μη εσθιέτω· αι χείρες γαρ, φησιν, αύται υπηρέτησαν εμοί τε και τοις μετ’ εμού», επειδή άτοπον είναι και απρεπές οι κοσμικοί να εργάζωνται και να τρέφωσι γυναίκας, τέκνα και πάντας τους εν τη οικία, να πληρώνουν φόρους και ενοίκια, έτι δε και ελεημοσύνας να δίδωσιν, ημείς δε οι Μοναχοί να μη ευσπλαγχνιζώμεθα τον αδελφόν και πλησίον μας. Επρόστασσε δε να φυλάττουν επιμελέστατα την σιωπήν τόσον, ώστε ουδείς ετόλμα να ομιλήση ποσώς εις την Εκκλησίαν και εις την Τράπεζαν. Αλλά ας έλθωμεν εις τα θαυμάσια τα οποία πρεσβείαις του μεγάλου Ευθυμίου ετέλεσεν ο πανάγαθος Θεός, δια να γνωρίσητε την πολλήν παρρησίαν και αγιότητα αυτού. Άρχων τις των Σαρακηνών, ονομαζόμενος Ασπέβετος, είχεν υιόν ονόματι Τερέβωνα, όστις από δαιμονικήν συνεργείαν ήτο ημιπαράλυτος· ιδών δε ο παις ούτος οπτασίαν τινά, την είπεν εις τον πατέρα του, όστις λαβών ευθύς τον ασθενή και πολλούς βαρβάρους εις συνοδείαν του εκίνησεν από την Αραβίαν και ήλθεν εις το σπήλαιον του Αγίου Ευθυμίου, καθώς τον επρόσταξεν ο φανείς εις την όρασιν. Ελθών δε ηρώτησε τον Θεόκτιστον τις είναι ο Μέγας Ευθύμιος, ο δε του απεκρίθη ότι ησύχαζε και δεν επέτρεπεν εις ουδένα να του ομιλήση μέχρι του Σαββάτου. Ο δε Τερέβων είπεν εις αυτόν λεπτομερώς την υπόθεσιν λέγων· «Εγώ, δούλε του Θεού, κατέφυγον εις όλους τους μάντεις και ιατρούς της Αραβίας εις τους οποίους εδαπάνησα πολλά, ουδεμίαν όμως ωφέλειαν είδον. Ερχόμενος κατόπιν εις την Περσίδα έπαθον τα όμοια, αλλά ιατρείαν τινά δεν εγνώρισα. Βλέπων όθεν πως είναι μυθεύματα όλα τα σεβάσματά μας, εδεήθην του αληθινού Θεού να με θεραπεύση και να γίνω Χριστιανός. Ούτως ευχηθείς είδον Μοναχόν τινα εις τον ύπνον μου μακρυγένην και γέροντα, όστις με ηρώτησε δια την ασθένειάν μου, εγώ δε του έδειξα το πάθος και μου λέγει· «Εάν θεραπευθής, θα εκτελέσης όσα υπεσχέθης εις τον αληθινόν Θεόν»; Εγώ δε είπον· «Ναι, κύριε, αψευδέστατα». Ο δε φανείς απεκρίθη μοι· «Εγώ είμαι ο Ευθύμιος και κατοικώ εις τον Χείμαρρον δέκα μίλια μακράν της Ιερουσαλήμ· εάν δε ποθής να θεραπευθής, ελθέ εις εμέ και θα σε θεραπεύση ο Κύριος». Ταύτα δε τα οποία είδον είπον εις τον πατέρα μου και ιδού αφήκαμεν πάντα και ήλθομεν ταχέως κατά την όρασιν». Ακούσας ο Θεόκτιστος ταύτα διακόπτει την ησυχίαν του Αγίου Ευθυμίου και διηγείται εις αυτόν την υπόθεσιν, ο δε Άγιος, γνωρίσας ότι ήτο οικονομία Θεού, κατήλθεν ευθύς και συνήντησε τους βαρβάρους, προσευξάμενος δε επί τον ασθενή, ω του θαύματος! ταύτην την ώραν τελείως εθεραπεύθη· οι δε βάρβαροι, καταπλαγέντες επί τω θαύματι, επίστευσαν εις τον Χριστόν και εζήτησαν από τον Άγιον να τους βαπτίση. Ο δε Άγιος, ιδών την μεγάλην αυτών προθυμίαν, δεν ημέλησεν, αλλ’ ευθύς έκαμεν εις την γωνίαν του σπηλαίου μικράν κολυμβήθραν και πρώτον μεν εβάπτισε τον Ασπέβετον, μετονομάσας αυτόν Πέτρον, είτα τον γυναικάδελφόν του Μάριν, οίτινες ήσαν όχι μόνον επιφανείς και πλούσιοι, αλλά και γνωστικοί και ενάρετοι, είτα δε τον Τερέβωνα και τους λοιπούς πάντας, τους οποίους εκράτησεν ημέρας τεσσαράκοντα νουθετών αυτούς και διδάσκων να φυλάττουν ακριβώς την ευσέβειαν. Τότε οι μεν άλλοι λαβόντες από τον Άγιον συγχώρησιν ανεχώρησαν. Ο δε Μάρις, ο θείος του Τερέβωνος, ουδόλως απεμακρύνθη της Μονής, αλλά αφιερώσας πάσαν την περιουσίαν αυτού απηρνήθη τον κόσμον και εγένετο Μοναχός παραμείνας έως τέλους εις την υπακοήν του Ευθυμίου. Αύτη η φήμη διέδραμεν εις πάντα τα περίχωρα, έσπευδον δε πανταχόθεν όσοι είχον ασθένειαν τινά, οίτινες ευρίσκοντες άμισθον θεραπείαν επέστρεφον υγιείς δοξάζοντες τον Θεόν και ευχαριστούντες τον Άγιον. Βλέπων δε ο μέγας ούτος πατήρ τόσον πολλούς ανθρώπους ερχομένους προς αυτόν ελυπείτο δια την τιμήν την οποίαν του έκαμον και δια τον θόρυβον, εκ του οποίου δεν είχε πλέον ησυχίαν ως το πρότερον· όθεν εσκέφθη να φύγη κρυφίως προς τον Ρουβάν, δια να μη έχη τόσην ενόχλησιν. Ο θείος όμως Θεόκτιστος, γνωρίσας το μελετώμενον, συνήθροισεν άπασαν την αδελφότητα, και παρεκάλουν θερμώς τον Άγιον να μη τους αφήση ορφανούς, αλλά να λυπηθή την ποίμνην του και να μη αφήση να την κατασπαράξη ο εχθρός με την αναχώρησίν του. Ταύτα μεν εκείνοι δεόμενοι έλεγον. Ο δε Όσιος, από τον έρωτα της ησυχίας καταθελγόμενος, ανεχώρησε κρυφίως με ένα μαθητήν του ενάρετον ονομαζόμενον Δομετιανόν. Απελθόντες δε εις την Νεκράν Θάλασσαν προς τον Ρουβάν, ανέβησαν εις το όρος Μαρδάν καλούμενον, το οποίον ήτο υψηλότερον των άλλων, είχε δε εκεί ύδωρ και τινα ερείπια δια των οποίων έκτισαν Ναόν και κατώκησαν επί τι διάστημα τρεφόμενοι εκ των αγρίων βοτάνων, κατόπιν όμως μετέβη εις την έρημον Ζηφών, δια να ίδη το σπήλαιον εις το οποίον εκρύβη ο Δαβίδ διωκόμενος υπό του Σαούλ και επειδή του ήρεσεν ο τόπος ησύχασεν εκεί. Ο Πανάγαθος όμως Θεός τον έκαμε και εκεί περιβόητον, έκτισε δε και εκεί Μοναστήριον με τοιούτον τρόπον θαυμάσιον. Εις νέος από το χωρίον Αριστοβουλιάς είχε δαιμόνιον, το οποίον τον ετάρασσε και επεκαλείτο το όνομα του Αγίου Ευθυμίου χωρίς να τον γνωρίζη. Οι δε γονείς του, μαθόντες που ευρίσκεται ο Άγιος και ποίος ήτο ο μέγας Ευθύμιος, έλαβον τον παίδα και επορεύοντο δια να τον εύρωσι· πριν όμως φθάσουν εις το σπήλαιον, προγνωρίσας ο δαίμων την ασθένειαν αυτού, του δε Οσίου την δύναμιν, εδειλίασε και μεγάλως σπαράξας τον νεανίσκον απήλθεν απ’ αυτού και αφήκεν αυτόν τελείως υγιά. Το θαύμα τούτο ακούσαντες τινές ήλθον από το άνωθεν χωρίον και έκτισαν το εκεί Μοναστήριον, εις το οποίον συνήχθησαν πολλοί, τους οποίους είλκυεν ως ο μαγνήτης τον σίδηρον η θαυμασία του Αγίου αρετή. Μαθών δε ότι εις τι μέρος ήσαν τινές αιρετικοί, βεβυθισμένοι εις την μανίαν του Μάνεντος, μετέβη μόνος του εις αυτούς και δια της καλής του διδασκαλίας επανέφερεν άπαντας εις την Ορθοδοξίαν. Βλέπων δε πάλιν ότι και εκεί συνηθροίζοντο πολλοί, παρέλαβε τον Δομετιανόν και επέστρεψαν εις τον μακάριον Θεόκτιστον, όστις με τους λοιπούς αδελφούς ακούσαντες την έλευσίν του έλαβον χαράν μεγάλην, ως οι διψώντες όταν εύρωσιν ύδωρ ψυχρότατον· έμεινε δε ο Όσιος μακράν από το Κοινόβιον μίλια τρία εις τόπον υγιέστατον και ησυχώτατον, ένθα ευρών σπήλαιον κατώκησεν εις αυτό. Ήλθε δε εκεί και ο Θεόκτιστος, και δεν ήθελε ποσώς να αποχωρισθή από τον Ευθύμιον, ένεκεν της πολλής αγάπης, την οποίαν είχον μεταξύ των. Τον παρεκάλει όθεν μετά πολλής ικεσίας να τον κρατήση μαζί του, αλλ’ ο Άγιος σκεπτόμενος τους Μοναχούς της Λαύρας δεν εδέχετο, υπεσχέθη δε μόνον να κατέρχεται συχνάκις εις επίσκεψιν αυτών. Ακούσας την του Αγίου Ευθυμίου επάνοδον ο ευλαβής Πέτρος, ο πρώην Ασπέβετος, συνοδευόμενος υπό πολλών Σαρακηνών, τους οποίους είχε κατηχήσει εις την ευσέβειαν, έσπευσαν εις συνάντησιν αυτού δια να απολαύσουν την πανευφρόσυνον και εύθυμον παρουσίαν του. Ο δε Άγιος τους υπεδέχθη ιλαρώς και ευξάμενος υπέρ αυτών εβάπτισεν άπαντας τους υπό του Πέτρου κατηχηθέντας. Ούτος δε έφερε κατόπιν τεχνίτας και έκτισεν εις το ησυχαστήριον του Οσίου τρία κελλία και στέρναν μεγάλην εις τον κήπον, ωκοδόμησε δε και Ναόν και ό,τι άλλο εχρειάζετο. Ήρχοντο δε καθ’ εκάστην πλήθος μέγα εκ των πιστευσάντων Αγαρηνών δια να ακούσουν την ηδυτάτην αυτού διδασκαλίαν. Όθεν δια να μη τον εμποδίζουν από την ηγαπημένην του ησυχίαν, τους επρόσταξε να κτίσουν πλησίον των δύο Μοναστηρίων Εκκλησίαν και καλύβας δια να κατοικώσι, μετέβαινε δε πολλάκις εκεί και τους επεμελείτο, νουθετών αυτούς και στηρίζων εις την ευσέβειαν. Ήτο δε τόσον γλυκύς και συνετός εις τους λόγους ο Άγιος Ευθύμιος, ώστε μετ’ ολίγον συνήχθησαν πλήθος ευσεβών, οίτινες κτίζοντες καλύβας κατώκουν εκεί. Όθεν έγραψεν ούτος προς τον Πατριάρχην Ιεροσολύμων Ιουβενάλιον και τους εχειροτόνησεν Επίσκοπον τον πατέρα του Τερέβωνος Πέτρον, ούτω δε επληθύνοντο καθ’ εκάστην οι πιστεύοντες. Και ο μεν Άγιος είχε τον πόθον να μένη ήσυχος και από ανθρώπους ατάραχος, αλλ’ ο Κύριος ήθελε να πληρωθή ο τόπος εκείνος από λογικά πρόβατα· όθεν ήλθον μετ’ ολίγον τρεις αδελφοί κατά σάρκα, γεννηθέντες εις την Καππαδοκίαν, ανατραφέντες δε εις την Συρίαν, κατά πολύ ενάρετοι άνθρωποι, ονομαζόμενοι Κοσμάς, Χρύσιππος και Γαβριήλιος δια να γίνουν Μοναχοί· ο δε Άγιος δεν ήθελεν αρχικώς να τους κρατήση εκεί, διότι ήσαν νέοι και εξόχως ο Γαβριήλιος, όστις ήτο παιδίον αγένειον. Την νύκτα όμως είδεν εν οράματι άνδρα θαυμάσιον και του λέγει· «Δέξου τους αδελφούς επειδή ο Θεός τους απέστειλεν». Αναστάς όθεν την πρωϊαν είπεν εις τον Κοσμάν, όστις ήτο πρώτος των άλλων· «Επειδή ο Κύριος με προσέταξεν, ευχαρίστως σας δέχομαι· όμως πρόσεχε, μη αφήσης ποτέ τον Γαβριήλιον να συνομιλήση με άλλον τινά. Να παραμένη δε πάντοτε κλεισμένος εις το κελλίον του, έως ου κάμη γένειον, επειδή μεγάλως πολεμεί ο εχθρός τους Μοναχούς με την γυναικείαν όψιν των αγενείων. Ως εκ τούτου είναι ανάγκη να προφυλάσσεται έκαστος από τοιούτον μέγαν κίνδυνον». Ταύτα δε ειπών, προεφήτευσε εις αυτόν και τα μέλλοντα, ήτοι ότι μέλλει να γίνη Επίσκοπος Σκυθοπόλεως, όπερ και εγένετο. Έκτοτε όθεν υπεδέχετο μετά χαράς πάντα προσερχόμενον ο Άγιος· δι’ ο συνήχθησαν πολλοί εκ διαφόρων τόπων, και ούτως εις ολίγον διάστημα εγένετο και εκεί άλλη Λαύρα ως της Φαράν. Βλέπων δε ο Πατριάρχης την τοιαύτην πρόοδον απεφάσισε και ήλθεν ο ίδιος εις επίσκεψιν του Αγίου, ότε ήτο ο Ευθύμιος ετών πεντήκοντα δύο, ενεκαινίασε δε και τον Ναόν και εχειροτόνησε και Διακόνους. Εφ’ όσον δε παρήρχετο ο καιρός επί τοσούτον και οι αδελφοί επληθύνοντο· όθεν είχον μεγάλην στέρησιν· ο Κύριος όμως, ο εμπιπλών πάντα ευδοκίας και χρηστότητος, τους έστειλεν οικονομίαν με τοιούτον θαυμάσιον τρόπον. Τας ημέρας εκείνας κατήρχοντο από την Ιερουσαλήμ προς τον Ιορδάνην τετρακόσιοι Αρμένιοι, οίτινες παρεπλανήθησαν από την κανονικήν οδόν και ήλθον εις την Λαύραν του Αγίου Ευθυμίου, όστις ιδών αυτούς εκάλεσε τον προρρηθέντα Δομετιανόν, τον οποίον είχε καταστήσει οικονόμον ταύτης, και του είπε να τους φιλοξενήση ως ηδύνατο, αυτός δε του απεκρίθη ότι ούτε καν μιας ημέρας τροφή δεν τους ευρίσκετο. Ο δε Άγιος έχων ελπίδα εις τον ελεήμονα και πανάγαθον Θεόν του απεκρίθη θαρραλέως· «Ύπαγε, τέκνον, να ίδης πόσον διαφέρει από τους λογισμούς των ανθρώπων η χάρις και η δύναμις του Θεού». Απελθών δε ούτος εύρε την αποθήκην, ω των ανεκδιηγήτων σου θαυμασίων, φιλάνθρωπε Κύριε! πλήρη τόσον, ώστε δεν ηδύνατο να ανοίξη την θύραν. Φωνήσας όθεν τους αδελφούς, ήνοιξαν με κόπον πολύν και ευρίσκουν αυτήν πεπληρωμένην από όσα είχον ανάγκην ήτοι άρτους, οίνον και πλήθος ελαίου. Ταύτα ιδών ο Δομετιανός αντελήφθη την ενέργειαν της θείας Χάριτος, και πίπτων εις τους πόδας του μεγάλου Ευθυμίου εζήτει συγχώρησιν· ο δε Άγιος εγείρας αυτόν απεκρίνατο· «Τέκνον μου, ο σπείρων επ’ ευλογίαις, επ’ ευλογίαις και θερίσει· όσοι φιλοδωρούσι τους ξένους, και υποδέχονται πένητας, ωφελούν τον εαυτόν των περισσότερον· ούτω να κάμετε και σεις, εάν θέλετε να σας ευλογή ο Θεός, να έχετε εις τον παρόντα κόσμον τα προς αυτάρκειαν και να απολαύσητε εις τον μέλλοντα αιώνα ζωήν την αιώνιον». Μετ’ ολίγον ηυξήθη ο αριθμός των αδελφών και έφθασεν εις τους πεντήκοντα· όθεν απητούντο και υποζύγια δια να μεταφέρουν τα χρειαζόμενα. Ήτο δε τις Μοναχός από την Ασίαν, ονόματι Αυξέντιος, τον οποίον παρεκάλεσε πολλάκις ο οικονόμος να περιποιήται τας ημιόνους, επειδή ήτο δυνατός και πολύ κατάλληλος δια την αναγκαίαν ταύτην υπηρεσίαν. Ούτος όμως, ως παρήκοος, δεν ήθελε να υπακούση εις τους γέροντας· όθεν ο Δομετιανός ανήγγειλε ταύτα εις τον Άγιον, όστις ομοίως παρεκάλεσε τον Αυξέντιον να βάλη μετάνοιαν, αλλά ούτε τότε υπήκουσεν ο ασύνετος, λέγων ότι δια να μη του τύχη τις ασθένεια εις την ψυχήν δεν ήθελε να υπακούση. Λέγει τότε ο Άγιος· «Ημείς όλοι κάμνομεν προς Κύριον δέησιν, να μη πέσης εις πταίσιμον, μόνον ύπαγε μετά πίστεως»· ο δε αναίσχυντος δεν υπήκουσεν. Όθεν ο Άγιος εσκανδαλίσθη ολίγον και του λέγει· «Ημείς μεν, ω τέκνον, σε συνεβουλεύσαμεν δια το συμφέρον σου, συ δε ως παρήκοος θέλεις γνωρίσει της απειθείας σου τον καρπόν εις ολίγον διάστημα». Ταύτα ειπόντος του Αγίου κατέλαβε φόβος μέγας τον Αυξέντιον και έπεσε, φευ! Κατά γης, ελεεινόν θέαμα εις τους ορώντας και πολλών δακρύων άξιος. Τότε οι παρόντες παρεκάλεσαν τον Άγιον να του δώση ταχέως βοήθειαν, ίνα μη ομού με το σώμα απολέση και την ψυχήν, ο δε Άγιος ως πράος και αμνησίκακος τον συνεχώρησε παρευθύς και τελείως τον εθεράπευσεν· ο δε Αυξέντιος από την ώραν εκείνην προώδευσεν εις την υπακοήν και δεν ετόλμησε πλέον να παρακούση τον Άγιον, αλλά υπηρέτει εις την διακονίαν των ημιόνων επιμελέστατα. Δύο έτεροι αδελφοί, Μάρων και Κλημάτιος, εμελετούσαν να φύγουν από το Μοναστήριον, αλλ’ ο Άγιος είχε θείαν χάριν και εγνώριζε τα απόκρυφα· όθεν είδεν εις οπτασίαν τον δαίμονα, όστις έβαλλε χαλινόν εις τας κεφαλάς αυτών των δύο και προσεπάθει να τους ρίψη εις παγίδα. Όθεν ηννόησε την υπόθεσιν και νουθετήσας αυτούς ικανώς τους εδίδαξε με διάφορα περί υπακοής υποδείγματα, λέγων ότι όστις αναχωρεί από τον ένα τόπον εις τον άλλον, θέλων να κάμη αρετήν, εις το ύστερον λανθάνεται, επειδή ο τρόπος και όχι ο τόπος σώζει τον άνθρωπον· και καθώς πολλάκις το μεταφυτευόμενον δένδρον δεν προκόπτει, ούτω και ο Μοναχός, όστις μεταβαίνει συχνάκις από τόπου εις τόπον, δεν κατορθώνει αρετήν πώποτε. Εις πίστωσιν δε των λεγομένων του ο Όσιος τους είπε το παράδειγμα του θυμώδους εκείνου Μοναχού, όστις έφυγεν από το Κοινόβιον, νομίζων ότι όταν ευρίσκετο μόνος δεν ήθελε θυμωθή, μη έχων τον πειράζοντα. Αφού λοιπόν έκαμεν ημέρας τινάς εις την ησυχίαν, εγέμισεν ύδωρ το ποτήριον και το έθεσεν εις την γην· αυτό δε έγειρε και εχύθη το ύδωρ, όχι μόνον μίαν φοράν, αλλά τρεις· όθεν πάλιν εθυμώθη, και ρίψας εις την γην το ποτήριον συνέτριψεν αυτό τελείως. Ταύτα ακούων ο Κλημάτιος εγέλασεν· όθεν εσκανδαλίσθη ο Άγιος και του λέγει· «Αντί να κλαύσης, γελάς, αναίσχυντε; Δεν ηξεύρεις ότι ο Κύριος ταλανίζει τους γελώντας και μακαρίζει τους κλαίοντας; Γίνωσκε, απαίδευτε και ασύνετε, ότι την παρρησίαν μητέρα των παθών ονομάζουσι». Ταύτα επιτιμήσας ο Άγιος εισήλθεν εις το κελλίον του, ο δε Κλημάτιος πεσών εις την γην εκυλίετο τρέμων όλος και φρίκη συνείχετο. Τότε ο Δομετιανός και άλλοι τινές συνεπόνεσαν τον πάσχοντα και παρεκάλεσαν τον Άγιον να του συγχωρήση το πταίσιμον και ούτως εθεράπευσεν αυτόν ψυχή τε και σώματι και νουθετήσας απέλυσεν. Ταύτα και έτερα όμοια μάς διηγήθη ο αναχωρητής εκείνος Κυριακός, όστις έκαμεν υποτακτικός του Αγίου εκ νεότητος και εγνώριζε την άσκησιν και πολιτείαν αυτού άπασαν, και μας εβεβαίωσε με αλήθειαν, ότι δεν τον είδε ποτέ τις να φάγη τροφήν ή να ομιλήση λόγον ποσώς τας πέντε ημέρας της εβδομάδος, ει μη μόνον Σάββατον και Κυριακήν, εκτός εάν ήθελε παραστή μεγάλη ανάγκη, ούτε εκοιμήθη επί πλευράς κοιτώμενος, αλλά ή καθεζόμενος ή εις σχοινίον κρεμάμενος εις μίαν γωνίαν του κελλίου ελάμβανεν ολίγον ύπνον, λέγων προς εαυτόν· «Δεύρο (έλα), δούλε κακέ», και τα λοιπά, ως ο μέγας Αρσένιος, του οποίου τον τρόπον και τας αρετάς εμιμείτο και εζήλωνεν. Όταν δε ήρχετο τις αδελφός να του είπη τας αρετάς του Αρσενίου, τας έγραφε δια μίμησιν, ήτοι την ησυχίαν αυτού, την ταπεινοφροσύνην, την σιωπήν, το ευτελές του ενδύματος, την εγκράτειαν, τας αγρυπνίας, την κατάνυξιν, τα δάκρυα, το συμπαθές, το ευδιάκριτον, το εις την προσευχήν εύτονον και πρόθυμον και την καρτερίαν εις όλα την υπερβάλλουσαν· προεγνώριζε δε και τα μέλλοντα να συμβώσι καθώς κατωτέρω φαίνεται. Ο μαθητής και ζηλωτής όντως του Αγίου Πασσαρίωνος, ο σκευοφύλαξ της Αγίας Αναστασίας, είχε πόθον να συνομιλήση με τον θείον Ευθύμιον· λαβών λοιπόν τον Επίσκοπον Ιόππης Φείδωνα, Κοσμάν τον Σταυροφύλακα και άλλους τινάς, επήγαιναν προς την Λαύραν να τον συναντήσωσιν, εκείνος δε εγνώρισε τον ερχομόν των εκ θείας αποκαλύψεως και ότι έμελλε να γίνη Πατριάρχης ο σκευοφύλαξ Αναστάσιος· όθεν καλέσας τον οικονόμον της Λαύρας Χρύσιππον, είπεν εις αυτόν· «Ετοίμασε τα προς την χρείαν, ότι ο Πατριάρχης με τον αδελφόν σου προς ημάς έρχονται». Όταν λοιπόν έφθασεν εις την Λαύραν και είδον ότι δεν ήτο ο Πατριάρχης, αλλ’ ο σκευοφύλαξ Αναστάσιος, το είπον του Αγίου και δια να πιστωθή του έδειξαν τα ιμάτια του Σκευοφύλακος, τα οποία ήσαν μεταξωτά και πολύτιμα, τα οποία ο Πατριάρχης δεν ήτο συγχωρημένον να φορή, αλλά ταπεινά και μέτρια. Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Πιστεύσατέ μοι ότι εγώ τον είδα λευκοφόρον ως Πατριάρχην ενδεδυμένον και πιστεύω να μη επλανήθην, αλλ’ ο Θεός, όστις γινώσκει τα μέλλοντα, μου έδειξε την αλήθειαν». Κατά δε την πρόρρησιν του Αγίου εγένετο και η έκβασις· όθεν εθαύμασαν άπαντες. Άρχων τις, Τερέβων ονόματι, το γένος Σαρακηνός, είχε γυναίκα στείραν και άτεκνον· όθεν εζούσαν βίον αβίωτον και είχον άμετρον λύπην αμφότεροι. Παραγενόμενοι λοιπόν προς τον Άγιον παρεκάλουν αυτόν να λύση την λύπην των με την ευπρόσδεκτον εις τον Θεόν ικεσίαν του· ο δε Όσιος, το σημείον του Σταυρού ποιήσας τρισσώς, ήγγισε την χείρα του εις την γαστέρα της γυναικός λέγων· «Υπάγετε χαίροντες, ότι ο Κύριος σάς δίδει την χάριν να γεννήσετε τρία τέκνα». Ούτοι δε αδιστάκτως ταύτα πιστεύοντες ανεχώρησαν αγαλλόμενοι, και με καιρόν εγέννησαν τον πρώτον υιόν, Πέτρον αυτόν ονομάσαντες· έπειτα μετά χρόνους εγέννησαν και τα άλλα δύο κατά την αψευδή του Ευθυμίου υπόσχεσιν. Αδελφός τις ήτο εις την Λαύραν, Ρωμαίος το γένος, ονόματι Αιμιλιανός, μετερχόμενος πολιτείαν ενάρετον εκ νεότητος και εξόχως ήτο περισσώς καθαρός εις την σάρκα και σωφρονέστατος· τούτον εφθόνησεν ο διάβολος και του έδωκε Κυριακήν τινα χαλεπόν και άγριον πόλεμον εις την σάρκα, τον οποίον μη δυνάμενος να υπομένη έκλινεν εις τους αισχρούς λογισμούς και έκαμνε συγκατάθεσιν. Όταν λοιπόν επήγε την αυγήν εις τον όρθρον ο Άγιος, έτυχε πλησίον του ο ρηθείς αδελφός και τόσην δυσωδίαν ησθάνθη εξερχομένην απ’ αυτού, ώστε ηννόησε την επιβουλήν του δαίμονος και επιτιμήσας αυτόν έρριψε τον αδελφόν εις την γην και τον εσπάραττεν ο μισάνθρωπος· ο δε οδυνώμενος εξέβαλλεν αφρούς εκ του στόματος. Τότε ο Άγιος είπε να φέρωσι φως, διότι ο τόπος ήτο σκοτεινός και λέγει προς τους άλλους πατέρας· «Βλέπετε, αδελφοί, τούτον τον εκ παιδός σώφρονα και ενάρετον, πως κοίτεται τώρα, δια τους ρυπαρούς λογισμούς, θέαμα φρικτόν και θρήνων άξιος; Ας προσέχη πας τις να αντικρούη τους κακούς λογισμούς και να τους διώκη από την διάνοιαν αυτού εξ αρχής, ότε δεν έχουσι δύναμιν· ει δε και τους υποδεχθώμεν με ηδονήν ευμενώς, ει και εις σώμα αλλότριον δεν εγγίσωμεν, όμως με την ψυχήν επορνεύσαμεν, κατά την παραγγελίαν του Κυρίου, και ως μοιχοί θέλομεν καταδικασθή κατά την ημέραν εκείνην, την φοβεράν, όταν τα απόκρυφα και άδηλα φανερώνωνται». Ταύτα λέγων ο Όσιος διηγήθη εις τους αδελφούς παράδειγμα φοβερόν, το οποίον του είπον τινές Αιγύπτιοι γέροντες· «Ήτο», είπεν ο Όσιος, «άνθρωπος τις εις την πόλιν υπό πάντων βίου θαυμαστού νομιζόμενος και πολλήν αγιότητα έχων εις το φαινόμενον, κρυφίως όμως παρώργιζε τον Θεόν με τους φαύλους λογισμούς και με τα της καρδίας κινήματα, εις τα οποία έκαμνε συγκατάθεσιν· ήτοι με το έργον μεν ποτέ του δεν ήμαρτεν, αλλά με την διάνοιαν πολλάκις επόρνευεν· ήλθε λοιπόν ο τοιούτος εις βαρείαν και θανάσιμον ασθένειαν· τότε όλη η πόλις εθρήνει απαρηγόρητα και πάντες εκόπτοντο, κοινήν συμφοράν νομίζοντες τον εκείνου θάνατον· έτυχε λοιπόν εις ταύτην την πόλιν Άγιος τις και προορατικός γέρων, όστις ακούσας τον κοινόν οδυρμόν και βλέπων τοσαύτην λύπην εις τον λαόν, επήγε μετά σπουδής και αυτός να λάβη ευλογίαν και συγχώρησιν απ’ αυτού. Φθάσας λοιπόν εκεί βλέπει τον Αρχιερέα με όλους τους Κληρικούς και τους λοιπούς άρχοντας, οίτινες κρατούντες λαμπάδας αναμμένας επερίμενον της ψυχής εκείνης την έξοδον. Τούτους παραδραμών ο Άγιος εκείνος γέρων προφθάνει τον άνδρα ολίγον αναπνέοντα και βλέπει θαύμα φρικτόν και εις τους πολλούς απόκρυφον, εις μεν την όρασιν φοβερόν τινά γίγαντα, όστις κρατών εις τας χείρας του περόνην πύρινον, την εκάρφωνεν εις την καρδίαν του, την δε ψυχήν απέσπα βιαίως (φεύ) και ασπλάγχνως. Έπειτα ήκουσε και φωνήν άνωθεν, ήτις έλεγε· «Καθώς η ψυχή αύτη δεν με ανέπαυσεν ουδέ μίαν ημέραν, ουδέ συ ν’ αμελήσης ποτέ, μήτε παύσης σπαράττων αυτήν και δεινώς τιμωρών». Εδίδασκε δε τους αδελφούς ο Όσιος να προσέχουν αεί και πάντοτε την έξοδον της ψυχής ενθυμούμενοι, και να λάβουν από τον Αιμιλιανόν και τους άλλους παράδειγμα, ίνα μη και αυτοί τα όμοια πάθωσι. Ταύτα δε ειπών εις νουθεσίαν αυτών, έκαμεν ευχήν εις τον πάσχοντα, και ευθύς όλος ο τόπος επλήσθη ως από ανυπόφορον δυσωδίαν καιομένου θείου· έπειτα εις την δυσωδίαν επηκολούθησε και φωνή λέγουσα· «Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας». Έμεινε λοιπόν ο Αιμιλιανός από τότε νήφων και σωφρονέστατος, σκεύος εκλογής γενόμενος. Ήτο δε κατά τον χρόνον εκείνον ανομβρία και είχεν όλη η Λαύρα μεγάλην ξηρασίαν και ανάγκην ύδατος, οι δε αδελφοί είχον θλίψιν ανείκαστον· όθεν συναχθέντες άπαντες και έχοντες μεθ’ εαυτών και τον Όσιον Θεόκτιστον, παρεκάλουν τον Άγιον να κάμη προς Κύριον δέησιν, να στείλη υετόν εις την διψώσαν γην και να δροσίση τους ανθρώπους και τα γεννήματα, τα οποία ήσαν εις μέγαν κίνδυνον. Ο δε Άγιος δεν ήθελε να κάμη δέησιν λέγων· «Τούτο είναι, τέκνα μου, Θεού παίδευσις δια τας αμαρτίας μας· όθεν εάν δεηθώ της Αυτού χρηστότητος, δεν μου υπακούει, καθώς λέγει εις τον προφήτην Ιερεμίαν· «Και συ μη προσεύχου περί του λαού τούτου, και μη αξιού του ελεηθήναι αυτούς, και μη εύχου, και μη προσέλθης μοι περί αυτών, ότι ουκ εισακούσομαι». Ταύτα μεν ο θείος Ευθύμιος δια μετριοφροσύνην και υπερβολήν ταπεινότητος έλεγε· η δε ανομβρία επεκράτησε πολλάς ημέρας· όθεν όλον το πλήθος του λαού, οίτινες ήσαν εις τα περίχωρα, μη υποφέροντες την οδύνην ταύτην και δεινήν μάστιγα, συνήχθησαν έξωθεν της Λαύρας έχοντες σταυρούς εις τας χείρας και κράζοντες με ελεεινήν φωνήν το «Κύριε, ελέησον», ως σύνηθες, και ταύτα όχι μόνον με το στόμα εβόων, αλλά και εξ όλης καρδίας με κατάνυξιν άπειρον. Ο δε Άγιος, ως συμπαθής και εύσπλαγχνος όπου ήτο, τους ελυπήθη και εξελθών είπεν εις αυτούς· «Τέκνα μου, εγώ δεν έχω παρρησίαν τινά προς τον Κύριον, ως αμαρτωλός και ανάξιος και πολλώ μάλλον φιλανθρωπίας δεόμενος· εξόχως δε τον καιρόν τούτον της δικαίας οργής και θυμού του Θεού καθ’ ημών, μου φαίνεται τόλμη και αναισχυντία να κάμω δέησιν, ότι με τας αμαρτίας μας ερρυπώσαμεν το κατ’ εικόνα Αυτού και τον Ναόν Του εμολύναμεν με τας επιθυμίας και ηδονάς, και μας εμίσησε δια τους φθόνους και τας πλεονεξίας και μισανθρωπίας ημών ο φιλάνθρωπος. Αλλ’ επειδή είναι και εύσπλαγχνος, ας προσπέσωμεν εις αυτόν μετά δακρύων δεόμενοι, και ίσως μας λυπηθή πατρικώς ως φιλόστοργος να μας πληρώση την αίτησιν». Ταύτα λέγων ο Όσιος, απεκρίθησαν όλοι με μίαν γλώσσαν και φωνήν λέγοντες· «Η αγιωσύνη σου, Πάτερ τίμιε, κάμε δι’ ημάς δέησιν προς Κύριον, όστις ποιεί των φοβουμένων αυτόν το θέλημα». Δια να μη τους λυπήση λοιπόν ο Άγιος παρήγγειλε να κάμουν αυτοί με όλον το πλήθος των λαϊκών ικετήριον δέησιν έξωθεν, αυτός δε επήρεν όλους τους Μοναχούς, και εισελθόντες εις τον Ναόν έπεσεν εις την γην μετά δακρύων θερμών δεόμενος, παρευθύς δε ως έπεσον τα δάκρυα του Αγίου εις το έδαφος, επήκουσεν ο Θεός την ικεσίαν του δούλου του, επληρώθη σύννεφα ο αέρας, ήχος τις βιαίας πνοής ηκούετο, βρονταί και αστραπαί κατερρήγνυντο, η βροχή κατεφέρετο, και τόση βροχή, ώστε εμέθυσεν όλην την γην. Τότε ο Όσιος εξελθών της Μονής επροφήτευσεν εις τον λαόν λέγων· «Ιδού, αδελφοί, επακούσας ο Κύριος της δεήσεως ημών επέσκεψε την γην, εμέθυσε τους αύλακας αυτής, και θέλει ευλογήσει τον στέφανον τούτου του χρόνου περισσότερον από τους άλλους, να εμπλησθώσι τα πεδία ποιότητος, να καρπίσουν τα χωράφια, να γεμίσουν τα λαγκάδια σίτον και οι βουνοί να περιζωσθούν αγαλλίασιν». Ούτως ειπών απέλυσε τον λαόν, η δε πρόρρησις αυτού επληρώθη, ότι τόσον πλήθος βροχής έπεσεν εις όλα εκείνα τα όρια, ώστε ηυφραίνετο εις καιρόν πολύν η γη και πάντες εθαύμασαν. Ας είπωμεν όμως και τα λοιπά του Οσίου φρικτά και θαυμάσια κατορθώματα καθώς διηγήθη ταύτα ο ησυχαστής Ιωάννης ο Επίσκοπος και Θαλαλαίος ο πρεσβύτερος, οίτινες ησκήτευον εις την Λαύραν του μακαρίου Σάββα, και οίτινες έλεγον ότι όχι μόνον οι άλλοι, αλλά και αυτός ο θείος Σάββας εθαύμαζε λίαν τον Μέγαν Ευθύμιον και τον είχεν εις υπερβολικήν ευλάβειαν, όχι μόνον δια τας άνωθεν και άλλας θαυματουργίας, τας οποίας ετέλεσεν, αλλά και διότι ήτο θερμός ζηλωτής των ορθών δογμάτων και εμάχετο κατά των Μανιχαίων, των Αρειανών και λοιπών αιρετικών, των οποίων την μυθολογουμένην προϋπαρξιν και αποκατάστασιν ανέτρεπεν, αποπνίγων αυτούς ισχυρώς ο πάνσοφος με τας υποδείξεις των θείων Γραφών. Αλλά και με όσους αιρετικούς ήθελε συνομιλήσει τους κατεπλήγωνε, και ενικώντο υπ’ αυτού, ως υπό του λέοντος αι αλώπεκες, διότι πολλά σκάνδαλα έγιναν τον καιρόν εκείνον από τους αιρετικούς και πολλούς επλάνησαν. Αλλ’ οι μαθηταί του Αγίου Ευθυμίου υπ’ αυτού νουθετηθέντες δεν ηπατήθησαν. Όταν δε ήτο ο Άγιος χρόνων εβδομήκοντα εξ κατέβη από τον Ρουβάν εις την Λαύραν και ελειτούργησε την αναίμακτον θυσίαν ημέραν Σάββατον· ο δε Δομετιανός ίστατο εις το δεξιόν μέρος του ιερού θυσιαστηρίου· ήσαν δε εκεί ο Σαρακηνός Τερέβων, ο Γαβριήλιος και άλλοι τινές, οι μεν πλησίον εστώτες, οι δε μακρότερον. Όταν δε ετελείτο η δοξολογία του Τρισαγίου, βλέπουσιν εξαίφνης, ω της πολλής σου περί τον Άγιον Ευθύμιον, Χριστέ, χάριτος! πυρ καταβαίνον άνωθεν, όπερ περιέβαλε τον Άγιον και τον Δομετιανόν, και έμεινεν εις αυτούς το θαυμάσιον εκείνο πυρ από την αρχήν του Τρισαγίου έως τέλους της θείας λειτουργίας, ο δε Τερέβων ετρόμαξεν από τον φόβον ως ευλαβέστατος, και μη τολμών να ίσταται εκεί πλησίον εξήλθεν έξω του Ναού και ίστατο ως εξεστηκώς στοχαζόμενος το θαυμάσιον, καθώς ο Κυριακός τα διηγήθηκεν ύστερον, όπως τα ήκουσεν από τον Τερέβωνα και τον Γαβριήλιον. Οίτινες ακόμη και τούτο είπον, ότι τόσην χάριν έδωσεν εις τον Ευθύμιον ο Κύριος, ώστε εγνώριζεν ακριβώς από την όψιν τον άνθρωπον ωσάν από καθρέπτην τινά, τα έσωθεν της ψυχής κινήματα και τα πάθη αυτού και τους λογισμούς εστοχάζετο και κατελάμβανεν εις ποίον πάθος ενικάτο και εις πόσα αυτός ενίκα τον δαίμονα. Λέγουσι δε και τούτο δια τον Όσιον, καθώς αυτός εκείνος το είπε μυστικά προς τινας αδελφούς εις τούτων ωφέλειαν· ότι πολλάκις είδεν Αγγέλους φοβερούς συλλειτουργούντας και υπηρετούντας αυτόν ως Διάκονοι, και όταν εκοινώνει τους αδελφούς, τινάς μεν έβλεπε φωτεινούς και ωραίους, τινές δε ήσαν μαύροι και άσχημοι, όσοι δηλονότι ήσαν της θείας κοινωνίας ανάξιοι· όθεν πολλάκις εδίδασκεν αυτούς μαρτυρούμενος και τους ενουθέτει να προσέχουν να δοκιμάζη έκαστος εαυτόν, κατά τον Απόστολον, και ούτω μετά καθαράς συνειδήσεως να μεταλαμβάνη τον αμόλυντον· ότι όστις κοινωνεί αναξίως, κατακρίνεται αιώνια· δια τούτο και ο ιερεύς ασφαλίζεται τον λαόν πρωτύτερα λέγων· «Άνω σχώμεν τας καρδίας», ήτοι ας έχωμεν τας ψυχάς και τα νοήματα επάνω εις τα ουράνια, μηδέν των γηϊνων φρονούντες, τότε δε λαμβάνων από τον λαόν την υπόσχεσιν, ήτοι «Έχομεν προς τον Κύριον», τελειοί με θάρρος την ιεράν λειτουργίαν· έπειτα πάλιν εκτείνων τας χείρας προς ουρανόν, ώσπερ δεικνύων το μυστήριον, όπερ ωκονομήθη δια την σωτηρίαν μας, εκφωνεί λέγων· «Τα Άγια τοις Αγίοις»· ωσάν να λέγη· επειδή και εγώ είμαι άνθρωπος ομοιοπαθής με του λόγου σας και δεν γνωρίζω τας πράξεις σας, δια τούτο σας παραγγέλλω και διαμαρτύρομαι πρότερον, να δοκιμάση έκαστος τον εαυτόν του και εάν εις κανένα πάθος ευρίσκεται ή φθόνου ή υπερηφανείας ή επιθυμίας ή μνησικακίας ή εις άλλο όμοιον, μη τολμήση εάν δεν καθαρισθή του μιάσματος, ότι αυτά τα Άγια δεν δίδονται εις τους βεβήλους και αναξίους, αλλά εις τους καθαρούς και Αγίους· λοιπόν όσοι έχετε καθαράν συνείδησιν προσέλθετε προς τον Θεόν και φωτίσθητε και τα λοιπά. Όταν ο Μέγας Ευθύμιος έγινε χρόνων ογδοήκοντα δύο προσήλθεν εις αυτόν ο μακάριος Σάββας, παιδίον αγένειον, και τον παρεκάλεσε να τον δεχθή εις την συνοδείαν του· ο δε Όσιος ως προορατικός εγνώρισεν ακριβώς την μέλλουσαν αρετήν του νέου και μετά χαράς αυτόν υπεδέχθη, αλλά δια την ηλικίαν τον έστειλεν εις τον μακάριον Θεόκτιστον, έως να κάμη γένειον, προς τον οποίον έγραψε ταύτα· «Δέξαι τον νεανίαν τούτον και νουθέτει και οδήγει αυτόν φιλοπόνως εις πάσαν άσκησιν και ακρίβειαν του μοναδικού πολιτεύματος, ότι καθώς μου φαίνεται πολλήν προκοπήν μέλλει να κάμη εις την ασκητικήν πολιτείαν και να φωτίση πολλούς με τα εξαίσια και θαυμάσια κατορθώματά του». Ταύτα δια τον Σάββαν προεφήτευσεν ο Άγιος Ευθύμιος και όντως κατά την πρόρρησιν και τα πράγματα ηκολούθησαν, επειδή κατά την σήμερον δεν είναι καμμία πόλις ή χώρα έρημος, εις την οποίαν να μη διηγούνται με ηδονήν και ευφροσύνην πνευματικήν τα ένθεα του Οσίου Σάββα κατορθώματα· αλλά ταύτα γράφονται κατά την ημέραν της μνήμης αυτού· όθεν ας είπωμεν εισέτι ολίγα τινά περί του Μεγάλου Ευθυμίου δια να μη εξέλθωμεν από το προκείμενον. Εκείνας τας ημέρας ανεπαύθη εν Κυρίω ο Πατριάρχης Ιουβενάλιος, τελέσας εις τον θρόνον χρόνους τεσσαράκοντα πέντε και εχειροτονήθη κατά την προφητείαν του Ευθυμίου ο Αναστάσιος, όστις εχειροτόνησε Φείδωνα τινά Διάκονον, τον οποίον έστειλε με τον Σταυροφύλακα προς τον Μέγαν Ευθύμιον, ενθυμίζων εις αυτόν την πρόρρησιν και παρακαλών αυτόν να στέρξη να κατέβη ο Πατριάρχης εις την Λαύραν, να συνευφρανθώσι τω πνεύματι· ο δε Άγιος έδωκεν εις αυτόν τοιαύτην απόκρισιν· «Εγώ μεν επιθυμώ πάντα να βλέπω την σην τελειότητα και κέρδος πνευματικόν νομίζω την παρουσίαν σου, αλλά πρότερον μεν ήλθες χωρίς συνοδείαν και σύγχυσιν, ενώ τώρα πρέπει να έλθης κατά την αξίαν της αρχιερωσύνης και υπερβαίνει την εμήν ασθένειαν· λοιπόν παρακαλώ σε να μη λάβης τον κόπον, διότι εγώ μεν θα σε υποδεχθώ προθύμως ερχόμενον, αλλά κατόπιν θα είμαι υποχρεωμένος να υποδέχωμαι και όλους τους άλλους· όθεν ύστερον μη δυνάμενος να δέχωμαι τόσον πλήθος, θέλω αναχωρήσει απ’ εδώ, να υπάγω εις άλλον τόπον ασύγχυστον». Ταύτα δεξάμενος ο Πατριάρχης δεν ετόλμησε να υπάγη δια να μη βαρυνθή ο Άγιος και αναχωρήση. H βασίλισσα Ευδοκία έκτισε πολλάς Εκκλησίας, νοσοκομεία, πτωχοτροφεία και Μοναστήρια αναρίθμητα ως φιλόθεος και εξόχως αντίπερα της Λαύρας του Αγίου Ευθυμίου είκοσι στάδια ωκοδόμησε Ναόν περίφημον, εις το όνομα του Αποστόλου Πέτρου, εις τον οποίον έκαμε στέρναν μεγάλην δια να υδρεύωνται οι αδελφοί. Αύτη επήγεν ημέραν τινά να τον ίδη και βλέπουσα την Λαύραν του Αγίου Ευθυμίου, ότι ήσαν τα κελλία των Μοναχών καθ’ ένα κτισμένα χωριστά, κατενύχθη την ψυχήν τα μέγιστα και έστειλε τον Γαβριήλιον προς τον Άγιον παρακαλούσα και δεομένη αυτού να την συγχωρήση να υπάγη να του ομιλήση δι’ αναγκαίαν υπόθεσιν και να του χαρίση χρυσίον αναρίθμητον δια να έχουν να εξοδεύουν δια τας ανάγκας των Μοναστηρίων πάντοτε. Ο δε Άγιος έγραψε ταύτα προς την βασίλισσαν· «Μη φροντίζης, τέκνον, περισσότερον, ότι εις ολίγας ημέρας υπάγεις προς τον Δεσπότην μας, τον οποίον ικέτευσον να συγχωρήση τας αμαρτίας σου· εις τούτο και ημείς δεν θέλομεν αμελήσει υπέρ της ψυχής σου δεόμενοι». Ταύτα εκείνη ακούσασα και θαυμάζουσα την πρόγνωσιν, απήλθεν εις την Αγίαν Πόλιν και λέγει προς τον Πατριάρχην όσα ο Άγιος της εμήνυσεν· έπειτα έδωσε πολλά εισοδήματα εις όλας τας Εκκλησίας, όσας έκτισεν, εις τας οποίας επήγεν ομού με τον Πατριάρχην και τας ενεκαινίασεν φιλοπόνως και πάσας επροίκισε πλουσιώτατα και ζήσασα τέσσαρας μήνας απήλθε προς Κύριον. Κατά τας ημέρας εκείνας και ο μακάριος Θεόκτιστος, βαθύ γηράσας, βαρέως ησθένησεν. Ο δε Άγιος Ευθύμιος, γέρων και αυτός ετών ενενήκοντα, κατέβη να τον ίδη, γινώσκων ότι έμελλε να υπάγη προς τον ποθούμενον, δια να υπηρετήση τα χρειαζόμενα. Μαθών δε και ο Πατριάρχης ταύτα, απήλθεν όπως ενταφιάση τον Όσιον και να απολαύση και τον Μέγαν Ευθύμιον· ούτω λοιπόν ποιήσαντες, μετά την ταφήν ησπάζετο με πόθον πολύν τας αγίας χείρας του Αγίου ο Αναστάσιος λέγων· «Πολύν πόθον είχα, δούλε του Θεού, να σε απολαύσω και ευχαριστώ τον Θεόν, ότι με ηξίωσε· δέομαι δε και παρακαλώ τα μέγιστα πρώτον μεν να πρεσβεύης εκτενώς τον Κύριον, να διαφυλαχθή εις εμέ έως τέλους η αληθεστάτη σου πρόρρησις· δεύτερον να μου γράφης πολλάκις, όταν έχης ανάγκην τίποτε δια τα λογικά σου θρέμματα και εγώ θα σε υπακούω ως τέκνον εις πατέρα, εις όλα σου τα προστάγματα». Ταύτα μεν και άλλα παρόμοια έλεγεν ο ευλαβής Πατριάρχης μετά πολλής ταπεινότητος· ο δε Όσιος πάλιν, ως μέτριος, τοιαύτα ανταπεκρίνατο· «Εγώ μάλλον, Δέσποτα, χρειάζομαι να πρεσβεύης εις τον Θεόν δι’ εμέ». Ο δε είπεν εις αυτόν πάλιν δεύτερον· «Εγώ μεν, Πάτερ μου τίμιε, σου υπακούω εις τούτο, ει και ανάξιος· συ δε πάλιν, ως χαρισμάτων ενθέων πεπληρωμένος και παρρησίαν έχων προς Κύριον, μη διαλίπης πρεσβεύων δια τα τέκνα σου». Πάλιν δε ο Όσιος πράως και ταπεινώς απεκρίνατο· «Συγχώρησόν μοι, Δέσποτα Άγιε, και έχε την φροντίδα του παρόντος Μοναστηρίου και πάντων των αδελφών, ως αρχηγός της Εκκλησίας μας. Λέγει ο Πατριάρχης· «Καθώς ήσουν και πρότερον προεστώς ταύτης της ερήμου, την οποίαν με την αρετήν σου επλούτισες και ως άλλην Ιερουσαλήμ απέδειξας αναθάλλουσαν, ούτω και τώρα ας είσαι κηδεμών απάντων των Μοναχών και οικονόμος εις τας ψυχάς και τα σώματα». Ούτω λοιπόν συνδιαλεξάμενοι ο μεν απήλθεν εις την Μητρόπολιν, ο δε Όσιος εψήφισε τον αββάν Μάριν Ηγούμενον, όστις ήτο θείος του Τερέβωνος, εις την αρετήν θαυμάσιος· έζησε δε μόνον δύο χρόνους εις την προστασίαν και τότε εψήφισε Λογγίνον τον αξιέπαινον· μετά ταύτα εχειροτονήθη ο Σταυροφύλαξ Κοσμάς Επίσκοπος Σκυθοπόλεως και Σταυροφύλαξ ο Χρύσιππος, καθώς ο Άγιος Ευθύμιος προεφήτευσεν· έζησε δε ο μακαρίτης Κοσμάς εις την αρχιερωσύνην έτη τριάκοντα, τελέσας μεγάλα και αξιέπαινα κατορθώματα· ο δε αδελφός αυτού Χρύσιππος έκαμεν ως Σταυροφύλαξ έτη δώδεκα και ούτως ετελείωσε τον βίον θεάρεστα· ο δε αδελφός αυτών Γαβριήλιος έκτισε Μοναστήριον εις το όνομα της Αγίας Αναλήψεως, όστις επειδή ήτο φιλομαθής και φιλάρετος εμιμείτο τον Μέγαν Ευθύμιον και ανεχώρει από την Μονήν μετά την εορτήν των Αγίων Θεοφανείων, έλειπε δε έως των Βαϊων· τον δε ογδοηκοστόν χρόνον της ηλικίας του απήλθεν εις τας ουρανίους μονάς, τελέσας θαυμάσια μέγιστα, ενεταφίασαν δε το άγιον αυτού λείψανον εις το μνήμα του Οσίου Θεοκτίστου. Ο δε Όσιος επόθει την ησυχίαν· όθεν λαβών συνοδούς τον Δομετιανόν και τον Σάββαν, όστις ήτο εις τον ζήλον της μοναδικής πολιτείας θερμότατος, απήλθον οι τρεις εις την ενδοτέραν έρημον, τρεφόμενοι με τας ρίζας των μελαγρίων και μη έχοντες άλλην τινά παράκλησιν σώματος. Πορευόμενοι λοιπόν εις την άνυδρον εκείνην έρημον, έπεσεν ο Σάββας από την άμετρον δίψαν εκκαιόμενος και δεν ηδύνατο ποσώς να σταματήση καν εις τους πόδας του· όθεν ο Όσιος, απομακρυνθείς ολίγον από τους άλλους, έκαμεν ευχήν προς Κύριον λέγων· «Δος, Κύριε, ύδωρ εις την διψώσαν γην, την του αδελφού δίψαν παραμυθούμενος». Και μετά την ευχήν έλαβε το σκαλίδιον, όπερ είχον δια να εξάγουν τας ρίζας των χόρτων να τρώγωσι, και σκάπτων ολίγον εις την γην εξήλθεν ύδωρ γλυκύτατον, ω του θαύματος! Όθεν πίνων ο Σάββας εθεράπευσε την οδύνην του, δοξάζων και ευχαριστών τον Θεόν, όστις τελεί δια των δούλων αυτού τοιαύτα σημεία και τέρατα. Ούτω λοιπόν έχων προς τον Θεόν πολλήν την παρρησίαν ο Μέγας Ευθύμιος προεγνώρισεν όχι μόνον την μακαρίαν αυτού μετάστασιν, αλλά και όσα έμελλον να συμβούν εις εκείνην την Λαύραν, την οποίαν με τόσον κόπον ωκοδόμησεν. Αφού λοιπόν διήλθον ημέραι οκτώ από τα Άγια Θεοφάνεια, συνήχθησαν πολλοί από τους Πατέρας εις το κελλίον του Αγίου, άλλοι δια να τον αποχαιρετήσουν και άλλοι να τον ακολουθήσουν εις την έρημον· μεταξύ δε των άλλων ήτο ο Ηλίας και ο Μαρτύριος, οίτινες ιδόντες ότι δεν είχε τίποτε ητοιμασμένα δια την αναχώρησιν, τον ηρώτησαν εάν θα ανεχώρει την επομένην. Ο δε είπεν εις αυτούς· «Όλην ταύτην την εβδομάδα θα παραμείνω μαζί σας και το μεσονύκτιον του Σαββάτου χωρίζομαι από λόγου σας»· τούτο δε είπε δια την τελευταίαν αναχώρησιν· όμως ούτοι δεν το ηννόησαν. Μετά δε τρεις ημέρας ήτο η εορτή του μεγάλου Αντωνίου και προστάσσει να κάμουν εις τον Ναόν αγρυπνίαν ολονύκτιον. Αφού λοιπόν έκαμαν την πανήγυριν, εσύναξεν εις το Διακονικόν τους ιερωμένους και τους λέγει· «Γινώσκετε, αδελφοί, ότι ο Κύριος με καλεί από την παρούσαν ζωήν προς την μέλλουσαν· αύριον λοιπόν ας συναχθούν όλοι οι αδελφοί, να σας παραγγείλω πως να κάμετε μετά την εμήν αναχώρησιν». Το πρωϊ λοιπόν μετά σπουδής συνηθροίσθησαν άπαντες, προς τους οποίους είπεν ο Άγιος· «Πατέρες μου και αδελφοί αγαπητοί εν Κυρίω και τέκνα μου περιπόθητα· εγώ μεν πορεύομαι εις τρεις ημέρας την τελευταίαν οδόν των Πατέρων μου, σεις δε πρέπει να φυλάξετε απαρασαλεύτους τας εντολάς τας οποίας σας παραγγέλλω, δια να φανή το φίλτρον σας προς με και η ευλάβεια· πρότερον από όλας τας αρετάς να έχετε την αγάπην , χωρίς της οποίας δεν είναι δυνατόν να κατορθώση τις αρετήν ολότελα· ότι όλαι αι αρεταί με την αγάπην και την ταπεινοφροσύνην γνωρίζονται· η ταπεινοφροσύνη αναβιβάζει εις το ύψος των κατορθωμάτων τον ενάρετον και η αγάπη δεν τον αφήνει να ξεπέση από το ύψος του. Πρέπει λοιπόν να εξομολογούμεθα εις τον Θεόν πάντοτε και κατά χρέος να τον υμνολογούμεν όλοι οι άνθρωποι, μάλλον δε ημείς οι Μοναχοί δια τας συνθήκας τας οποίας ετάξαμεν εις το Ιερόν Ευαγγέλιον, επειδή είμεθα ελεύθεροι των βιοτικών φροντίδων και διάγομεν ζωήν απερίσπαστον· λοιπόν ας είσθε καθαροί πάντοτε εις τας ψυχάς και τα σώματα· φυλάττετε ακριβώς τον κανόνα τον οποίον σας έδωσα και την συνήθη δοξολογίαν των συνάξεων, επιμελείσθε τους θλιβομένους όσον δύνασθε· όσοι αδελφοί πειράζονται από ρυπαρούς και ατόπους λογισμούς, ας τους εξομολογούνται ταχέως δια να διορθώνωνται από τους πρακτικωτέρους με διδασκαλίας και παραδείγματα, δια να μη υποσκελισθούν από τον διάβολον· ταύτην δε την τελευταίαν μου εντολήν σάς λέγω να φυλάττετε επιμελέστατα, ήτοι μη κλείσετε ποτέ την θύραν εις τους ερχομένους, αλλ’ ας είναι ανοιγμένη δια τους οδοιπόρους και πένητας, και ας είναι πάντα κοινά εις τους δεομένους όσα πράγματα έχετε, εάν θέλετε να σας στέλλη και σας ο Κύριος αφθόνως και πλουσίως όσα χρειάζεσθε». Ταύτα προστάξας ηρώτησεν αυτούς τίνα ήθελον να τους αφήση Πρωεστώτα και Καθηγούμενον· οι δε άπαντες ομοφώνως εζήτησαν τον Δομετιανόν, ως πάντων εναρετώτερον· ο δε Ευθύμιος απεκρίνατο· «Ψηφίσατε έτερον, ότι ο Δομετιανός επτά ημέρας μόνον κάμνει εις τούτον τον κόσμον μετά την εμήν αποβίωσιν». Τούτο πάντας τους περιεστώτας εξέπληξε, επειδή το είπεν ούτω παρρησία και δεν το έκρυψεν. Αποτυχόντες λοιπόν του Δομετιανού, εζήτησαν Ηλίαν τινά της κάτω Μονής οικονόμον, το γένος Ιεριχούντιον. Επιστραφείς λοιπόν είπεν προς αυτόν ο Άγιος· «Ιδού πάντες οι Πατέρες αυτοί εαυτοίς ποιμένα σε και προστάτην ψηφίζονται· όθεν πρόσεχε να ωφελήσης αυτούς και τον εαυτόν σου· γίνωσκε δε τούτο, ότι ο Θεός ηυδόκησε να γίνη και αύτη η Λαύρα εις ολίγον καιρόν Κοινόβιον». Την επομένην ημέραν είπεν ο Όσιος προς τον νέον Ηγούμενον που να οικοδομήση το Κοινόβιον και πως να το συστήση, και περί ξενοδοχίας και ψαλμωδίας και δια τα επίλοιπα άπαντα, δηλαδή πως να επιμελήται τους αδελφούς, και εξόχως πως να καθοδηγή εκείνους οίτινες πειράζονται από ατόπους λογισμούς και βαρύνονται. Έπειτα είπε κοινώς προς άπαντας· «Εάν εύρω τινά παρρησίαν προς Κύριον, θέλω του ζητήσει ταύτην την χάριν, να είμαι με το πνεύμα εις την συνοδείαν σας πάντοτε». Ταύτα ειπών απέλυσεν άπαντας, εκράτησε δε πλησίον του μόνον τον Δομετιανόν και προσμείνας ημέρας τρεις ειςτο Διακονικόν μετ’ αυτού, την νύκτα του Σαββάτου εκοιμήθη εν ειρήνη και απήλθε προς την εκείθεν μακαριότητα, πρεσβύτης και πλήρης ημερών γενόμενος, εις ηλικίαν ενενήκοντα εξ ετών, εικοστήν του Ιανουαρίου μηνός άγοντος, εν έτει από Χριστού υογ΄ (473). Εξήλθε λοιπόν αύτη η φήμη ταχέως εις τα περίχωρα· όθεν συνηθροίσθη πλήθος Μοναχών και λαϊκών αναρίθμητον, εξόχως δε ο Πατριάρχης Αναστάσιος με συνοδείαν εκκλησιαστικών και στρατιωτικών πολυάριθμον, ήλθον δε και ο Χρύσιππος, ο Γαβριήλιος και ο Διάκονος Φείδων ως και πάντες οι αναχωρηταί της ερήμου με τον μέγαν Γεράσιμον, και απλώς συνήχθη τόσον πλήθος ανθρώπων, ώστε ήτο ξένον θέαμα και δεν ηδύναντο οι Ιερείς να ενταφιάσουν το άγιον λείψανον. Όθεν βλέπων ο Πατριάρχης ότι ήτο ώρα ενάτη της ημέρας, προσέταξε τους στρατιώτας να απομακρύνουν βιαίως τον λαόν· και ούτως εποίησαν· όθεν μετά βίας πολλής ηδυνήθησαν να τελέσουν την των θείων Πατέρων παράδοσιν, να καθίσουν εις την πολύπλουτον και μακαρίαν σορόν το αθλητικώτατον εκείνο και πάνσεπτον λείψανον ψάλλοντες τους προσήκοντας ύμνους και άσματα. Πάντες λοιπόν εδάκρυσαν και αμέτρως εθλίβησαν την του Μεγάλου Ευθυμίου υστέρησιν, εξαιρέτως δε ο Μαρτύριος και ο Ηλίας εθρήνουν απαραμύθητα, τους οποίους ο Πατριάρχης παρηγόρησεν υποσχόμενος να τους δίδη την πρέπουσαν πάντοτε βοήθειαν προς συντήρησιν της αδελφότητος. Ο δε γνήσιος αυτού μαθητής και μιμητής των αρετών αυτού ακριβέστατος, όστις τον υπηρέτησε χρόνους πεντήκοντα, δεν ανεχώρησεν από τον τάφον του διδασκάλου του. και την εβδόμην ημέραν φαίνεται εις αυτόν εν νυκτί φαιδρός την όψιν ο Μέγας Ευθύμιος λέγων· «Ιδού ο Θεός μάς ηξίωσε και ταύτης της χάριτος, να συνευφραινώμεθα ομού και εδώ αιώνια καθώς είμεθα και εκεί εις τον πρόσκαιρον κόσμον αχώριστοι· ελθέ λοιπόν να απολαύσης την ητοιμασμένην σοι δόξαν και εύκλειαν». Ταύτα ο Δομετιανός ανήγγειλεν ευθύς εις τους αδελφούς, και ούτως εν χαρά και αυτός απήλθεν εις την εκείσε μακαριότητα και εκηδεύθη εντίμως παρά των Πατέρων. Μετά ταύτα ελθών και πάλιν ο Πατριάρχης με ανθρώπους πολλούς και με πολλήν ευλάβειαν έλαβον το άγιον λείψανον του Ευθυμίου και με λαμπάδας και θυμιάματα το έφεραν εις τον οίκον, τον οποίον αυτός ενεούργησε, και το έβαλαν εις ιεράν θήκην ασφαλώς μετά προσοχής, ίνα μη δύναται τις να αφαιρέση ποτέ μέρος εξ αυτού. Γινώσκετε δε ταύτα, αδελφοί, δια τον Μέγαν Ευθύμιον, ότι ήτο εις την έξιν άπλαστος, τον τρόπον πραότατος, την όψιν λευκός, στρογγυλός εις το πρόσωπον, φαιδρός τε και ευπρεπής, εις το χρώμς λευκός, εις την ηλικίαν σεμνός, τα γένεια μακρά έως τους μηρούς του και κατώτερα, ήτο δε εις τα μέλη υγιής και ακέραιος, δεν του έλειπε κανένα μέρος του σώματος, ούτε κανένα οδόντιον ολότελα· εγεννήθη, ως είπομεν, εκ θείας αποκαλύψεως, αφιερώθη εις τον Θεόν το τρίτον έτος της ηλικίας του, κατά δε το ενενηκοστόν έκτον έτος της ζωής του απήλθε προς την εκείθεν μακαριότητα. Αλλά ας είπωμεν και ολίγα θαυμάσια από όσα ετέλεσε μετά την οσίαν του κοίμησιν, και μάλιστα ένα φρικτόν και εξαίσιον, όπερ έγινεν εις τον Ιεροδιάκονον Φείδωνα, δια την οποίαν αιτίαν έγινεν η Λαύρα του Οσίου Κοινόβιον. Ακούσατε λοιπόν μετά προσοχής εξ αρχής την υπόθεσιν, να καταλάβετε πόσην παρρησίαν έχει προς τον Θεόν ο Όσιος Ευθύμιος. Εν έτος μετά την κοίμησιν του Οσίου απέθανεν ο φιλόχριστος βασιλεύς Λέων, εγένετο δε διάδοχος αυτού ο έγγονός του Λέων υιός του εκ θυγατρός γαμβρού του Ζήνωνος, όστις ήτο μικρόν παιδίον και ζήσας μόνον ένα χρόνον αφήκε βασιλέα τον πατέρα αυτού Ζήνωνα· τούτον εδίωξεν από τον θρόνον με επιβουλήν ο τύραννος Βασιλίσκος, όστις εκάθισε βασιλεύς τυραννικώς και ήτο εις την αίρεσιν του Ευτυχούς και Διοσκόρου, οίτινες εφρόνουν εις τον Χριστόν μίαν φύσιν, λέγοντες κατ’ αυτού και άλλα βλάσφημα λόγια, τους οποίους η Αγία Τετάρτη Οικουμενική Σύνοδος ανεθεμάτισε. Τον καιρόν εκείνον λοιπόν εσυνάχθησαν εις την Ιερουσαλήμ οι πρόκριτοι αυτής της αιρέσεως και εψήφισαν ιδικόν των Πατριάρχην· ο δε Ζήνων εσύναξε λαόν από την Ισαυρίαν, και ελθών εθανάτωσε τον Βασιλίσκον και επήρε τον θρόνον του· τότε ήτο και ο Πατριάρχης Αναστάσιος αποθαμμένος, και εκάθισεν εις τον θρόνον του ο Μαρτύριος, όστις έγραψε μίαν επιστολήν προς τον βασιλέα Ζήνωνα και προς τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Ακάκιον, δια τους άνωθεν αιρετικούς, να τους παιδεύσουν να παύσουν τα σκάνδαλα· έδωκε λοιπόν τα γράμματα εις τον Διάκονόν του Φείδωνα, όστις επήγεν εις την Ιόππην, και ευρίσκων πλοίον εισήλθεν, και αρμενίζων εις το παρθενικόν πέλαγος, τους εύρε μεγάλη ταραχή εις το πέλαγος, τόσον ώστε το πλοίον εναυάγησεν, οι δε άνθρωποι άλλοι μεν επνίγησαν πάραυτα, άλλοι δε εκρατούσαν σανίδας πλέοντες· ομοίως και ο Διάκονος ευρίσκων ένα ξύλον έπλεε με κόπον πολύν, περιμένων εις ολίγην ώραν ως αναπόφευκτον τον θάνατον. Ούτω λοιπόν λυπούμενος εις τοιαύτην συμφοράν και εσχάτην ταλαιπωρίαν δεινώς οδυνώμενος, ήλθεν εις την ενθύμησιν αυτού ο Μέγας Ευθύμιος· όθεν εβόησε ταύτα προς αυτόν μετά πίστεως· «Άγιε του Θεού Ευθύμιε, πρόφθασον και σώσον με από τον κίνδυνον τούτον τον χαλεπώτατον». Ούτω λοιπόν δεόμενος είδε τον Όσιον περιπατούντα επάνω εις τα κύματα και του λέγει· «Μη φοβείσαι, ότι εγώ είμαι ο δούλος του Δεσπότου Χριστού Ευθύμιος και ήξευρε, ότι δεν ήρεσεν εις τον Θεόν η οδοιπορία σου, και δια τούτο σου έτυχε το ναυάγιον· λοιπόν επίστρεψον εις εκείνον όστις σε έστειλε και ειπέ του από εμέ, να μη μεριμνά δια την των Αποσχιστών διάστασιν, ότι εις ολίγας ημέρας, πριν αποθάνης, γίνεται ένωσις της Εκκλησίας, να έχουν όλοι οι Ιεροσολυμίται ένα ποιμένα και πρόεδρον· ύπαγε λοιπόν εις την εμήν Λαύραν και χάλασε από θεμελίων όλα τα κελλία των αδελφών και κάμε το Κοινόβιον εκεί όπου έκτισες το κοιμητήριον, ότι ούτως είναι θέλημα Θεού, να γίνη η Λαύρα Κοινόβιον». Ταύτα λέγων προς τον Φείδωνα ο Μέγας Ευθύμιος, εξέβαλε τον μανδύαν αυτού και σκεπάσας αυτόν τον ήρπασε και ευρέθη εις την γην πάραυτα, ήτοι εις το μέσον της αγίας Πόλεως, ω του θαύματος! και αφαιρών το θείον εκείνο παλλίον του Αγίου Ευθυμίου, με το οποίον ως αετός υπόπτερος επέρασε τόσον πέλαγος, ενεδύθη τα συνήθη αυτού ιμάτια. Αλλά θαύμα ηκολούθει τω θαύματι, και πάλιν το παλλίον ηρπάγη ως υπό χειρός τινος και έγινεν άφαντον, ο δε Φείδων συλλογιζόμενος τα συμβάντα, πως ελυτρώθη από τον μέγαν εκείνον κίνδυνον, εδόξαζε τον Κύριον και ηυχαρίστει τον Μέγαν Ευθύμιον λέγων· «Τώρα αληθώς κατενόησα, ότι γνήσιος δούλος του Θεού είναι ο Μέγας Ευθύμιος». Ταύτα διηγήθη και προς τον Πατριάρχην, όστις εθαύμασε και είπε· «Όντως Προφήτης ήτο ο Μέγας Ευθύμιος, ότι όσα έμελλε να γίνουν εις την Λαύραν, μας τα είπε προ της τελειώσεώς του». Ταύτα λέγων επρόσταξε τον Φείδωνα να κάμη καθώς ο Άγιος παρήγγειλε και του έδωκε πάσαν βοήθειαν και ανήγειρεν εις ολίγον καιρόν το Κοινόβιον, με όσα έκαμναν χρεία κελλία, νοσοκομείον, φούρνους, πύργους, κοιμητήριον και έτερα χρειαζόμενα, θέλοντες δε να εγκαινιάσουν την Εκκλησίαν εχρειάζοντο ύδωρ, διότι μόνον τον χειμώνα βρέχει εις εκείνα τα μέρη, και με το ύδωρ όπερ μένει εις τους λάκκους των πετρών και με δοχεία υπηρετούνται κατά τον υπόλοιπον χρόνον. Κατά δε τον καιρόν του θέρους έχουσι μεγάλην υστέρησιν. Συνήθροισαν λοιπόν ημιόνους από διαφόρους τόπους να φέρουν ύδωρ και το μεσονύκτιον φαίνεται εις τον Ηγούμενον Ηλίαν ο Μέγας Ευθύμιος και του λέγει· «Διατί δεν εκάματε δέησιν προς τον Θεόν, να σας στείλη ύδωρ, ολιγόπιστοι, αλλά βασανίζετε τα υποζύγια; Από την σιαγόνα της όνου έβγαλεν ύδωρ και επότισε τον Σαμψών και από την ακρότομον πέτραν και εχόρτασε λαόν τον απειθή και αχάριστον και σας θαρρείτε να αφήση αβοηθήτους εις τοσαύτην υστέρησιν; Μη φοβείσθε, ότι έως τρεις ώρας της ημέρας θα γεμίσουν οι λάκκοι άπαντες ύδατος». Εγερθείς λοιπόν εφανέρωσε και εις τους άλλους την όρασιν και τότε εφάνη αίφνης εις τον ουρανόν σύννεφον μέγα και τόσην βροχήν κατεβίβασεν, ώστε δεν εχρειάσθησαν ύδωρ ει μη μόνον το βρόχινον. Τούτο το θαύμα ηκούσθη εις όλην την έρημον· όθεν επήγε και ο Αρχιεπίσκοπος Μαρτύριος και ποιήσαντες αγρυπνίαν έκαμαν τον εγκαινιασμόν την εβδόμην του μηνός Μαϊου· εις δε την Αγίαν Τράπεζαν έβαλαν από τα άγια λείψανα τριών Μαρτύρων Πρόβου, Ταράχου και Ανδρονίκου· ήσαν δε τότε χρόνοι δώδεκα μετά την κοίμησιν του Οσίου Ευθυμίου. Μετά ταύτα έγινεν ο Φείδων της πόλεως Δώρας Επίσκοπος· ο δε Πατριάρχης Μαρτύριος εσύναξε τους Επισκόπους και Μοναχούς και εγένετο εις την Εκκλησίαν ομόνοια και ειρήνη κατά την του Αγίου Ευθυμίου πρόρρησιν· εις δε την Μονήν του Οσίου μετά την του μακαρίου Ηλία κοίμησιν έγινεν άλλος Ηγούμενος, Συμεών καλούμενος, όστις έζησε μόνον τρεις χρόνους· κατόπιν εψήφισαν άλλον από την Αραβίαν, την κλήσιν Στέφανον, όστις είχεν αδελφόν Προκόπιον το όνομα και αφιέρωσεν εις το Μοναστήριον χρυσά εξακόσια· άρχων δε τις από την Αντιόχειαν, την κλήσιν Καισάριος, ήλθεν εις την Αγίαν Πόλιν, όστις έπεσεν εις δεινήν και χαλεπήν ασθένειαν σώματος και μη ευρίσκων εις ιατρούς τινά βοήθειαν, απήλθεν εις τον τάφον του Αγίου Ευθυμίου και χρισθείς από το έλαιον της κανδήλας εθεραπεύθη πάραυτα· όθεν όσα χρυσά χρήματα του ευρέθησαν εχάρισεν εις τον Ναόν, τάζων να δώση και έτερα αναρίθμητα· επιστρέφων δε εις την οικίαν του απήλθεν εις την Τρίπολιν και διηγήθη την θαυματουργίαν προς τον Επίσκοπον Στέφανον. Ο δε ανεψιός τούτου Λεόντιος, νεώτερος την ηλικίαν, ακούσας ταύτα εθερμάνθη εις την ψυχήν από τον θείον έρωτα και απαρνησάμενος κόσμον και πάσαν σωματικήν απόλαυσιν επήγεν εις το Μοναστήριον του Αγίου Ευθυμίου και εκουρεύθη· μετά ταύτα δε όχι μόνον Ηγούμενος έγινεν, αλλά και διάδοχος του θρόνου μετά τον θάνατον του θείου του, εις δε την Μονήν εψήφισαν άλλον Ηγούμενον, ονόματι Θωμάν, ο δε Καισάριος ήλθε πάλιν να προσκυνήση δι’ ευλάβειαν του Αγίου το Μοναστήριον και του ήνοιξαν το Διακονικόν να ασπασθή το Τίμιον Ξύλον του Σταυρού και άλλα πολύτιμα λείψανα. Αδελφός δε τις, το γένος Γαλάτης, την κλήσιν Θεόδοτος, ήτο υπηρέτης του Διακονικού, και βλέπων τα προειρημένα εξακόσια χρυσά, ενικήθη υπό φιλαργυρίας ο άθλιος και έκλεψε τα φλωρία με τρόπον επιδέξιον, τόσον ώστε δεν το ηννόησε τις έτερος. Και κατά την επαύριον προσεποιήθη ότι ήθελε να υπάγη εις τόπον ήσυχον, και έφυγεν απερχόμενος προς Ιεροσόλυμα· όταν δε διήρχετο αντίκρυ της Μονής του Μαρτυρίου εξήγαγεν από ένα σακκούλιον φλωρία πεντήκοντα, και τα επίλοιπα έκρυψε κάτωθι μιας μεγάλης πέτρας, και σημαδεύσας τον τόπον επήγεν εις Ιόππην, εις την οποίαν μισθώσας ίππους επέστρεψεν εις τον λίθον, εις τον οποίον έκρυψε τον θησαυρόν, ένθα, ω Θεού κριμάτων! είδε φοβερόν και εξαίσιον θέαμα· εξήλθε κάτωθεν της πέτρας όφις δεινός και τρομερώτατος, ώσπερ υπό τινος εις φύλαξιν του χρυσού προστασσόμενος, και δεν τον αφήκε να πλησιάση ολότελα, αλλά έφευγεν έντρομος· έπειτα πολλάκις υπέστρεφεν ο δείλαιος, αλλά πάντοτε εύρισκε τον φοβερόν εκείνον του χρυσού φύλακα επιμελώς εγρηγορότατα και εφιστάμενον, όστις έτρεχε κατ’ αυτού και τον εδίωκε, ίνα μη πλησιάση τελείως. Κατά δε την υστάτην φοράν κατά την οποίαν επλησίασεν, ελθούσα δύναμις τις εναέριος τον εκτύπησε δυνατά ωσάν με ξύλον χονδρόν· όθεν έπεσε κατά γης ημιθανής ο άθλιος, και διαβαίνοντες προς Ιεροσόλυμα τινές Λαζαριώται, ευρόντες αυτόν ως νεκρόν, τον σηκώνουσι και τον κομίζουσιν εις το νοσοκομείον. Εκεί λοιπόν ημέρας πολλάς κοιτόμενος και αποκοιμώμενος μίαν των ωρών βλέπει καθ’ ύπνον γέροντα τινά θυμωμένον, όστις του λέγει· «Εάν δεν δώσης οπίσω τα χρήματα, τα οποία έκλεψες από την Μονήν του Αγίου Ευθυμίου, δεν θεραπεύεσαι». Τότε λοιπόν προσκαλεσάμενος τον πανδοχέα ωμολόγησε το αμάρτημα. Ταύτα μαθών ο Ηγούμενος απήλθεν εις την Αγίαν Πόλιν, και φορτώσαντες τον Θεόδοτον επήγαν εις τον λίθον. Ο δε φρικτός εκείνος χρυσοφύλακας, ω του θαύματος! βλέπων τους αληθείς κυρίους του θησαυρού ανεχώρησε και τους έδωκεν άδειαν να λάβουν το πράγμα των. Και αυτοί μεν έλαβον το χρυσίον, ο δε Θεόδοτος έμεινε τεθεραπευμένος ταύτην την ώραν και υγιέστατος. Ζήσας λοιπόν ο Θωμάς εις το Ηγουμενείον χρόνους οκτώ ετελεύτησε την εικοστήν πέμπτην του μηνός Μαρτίου, ζήσας το όλον χρόνους εβδομήκοντα. Μετά την του Θωμά κοίμησιν έλαβε την προστασίαν των αδελφών ο Λεόντιος, εις του οποίου τας ημέρας ήμουν και εγώ ο γράψας τον βίον τούτον της ποίμνης ταύτης εν πρόβατον· όθεν όσα μου διηγήθησαν φιλαλήθως οι άγιοι γέροντες εκείνοι δια τον θαυμαστόν Ευθύμιον δεν απέκρυψα από των τέκνων αυτών εις γενεάν ετέραν· τώρα δε πάλιν να είπω και εγώ όσα είδα με τους οφθαλμούς μου θαυμάσια, από τα οποία επιστώθην και τα προηγούμενα. Εις τους δεκαέξ χρόνους της βασιλείας Ζήνωνος ενεδύθην το άγιον σχήμα και πηγαίνων εις τα Ιεροσόλυμα προσεκύνησα τους Αγίους Τόπους, ένθα ευρών τον ησυχαστήν Ιωάννην, τον συνεβουλεύθην που να υπάγω, να εύρω την σωτηρίαν της ψυχής μου, όστις με έστειλεν εις την Μονήν του Μεγάλου Ευθυμίου. Ήτο δε τότε Ηγούμενος ο ρηθείς Λεόντιος, όστις με υπεδέχθη μετά χαράς· καθώς λοιπόν ευρισκόμην εκεί είδα Μοναχόν τινα, το γένος Κίλικα, Παύλον ονομαζόμενον, όστις είχε δαιμόνιον. Ήτο δε από την Μονήν του Μαρτυρίου και τον έφεραν οι συγγενείς του εις τον τάφον του Αγίου Ευθυμίου, ο οποίος του εφάνη παρευθύς το μεσονύκτιον και εδίωξε τον δαίμονα. Ο Μοναχός δε, υγιής γενόμενος, ήλθεν εις τον όρθρον και εψάλαμεν μαζί την ακολουθίαν. Ταύτα μαθόντες οι Μοναχοί του Μαρτυρίου ήλθον να τον πάρουν, διότι εκουρεύθη εις το Μοναστήριον αυτών. Αλλ’ αυτός ως ευγνώμων δεν ανεχώρησε ποσώς από το Κοινόβιον του Αγίου, αλλά υπηρέτει με προθυμίαν όλους μας.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1956
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Συνέχεια από το προηγούμενο

Δημοσίευση από silver » Κυρ Ιαν 20, 2019 12:53 am

Ακούσατε δε και άλλο παρόμοιον. Μακράν από το Κοινόβιον δύο στάδια είχομεν δύο δεξαμενάς, τας οποίας ωκοδόμησεν ο Άγιος, και την μεν μίαν έδωκεν εις τους Αγαρηνούς, τους οποίους εβάπτισε, δια να παίρνουν ύδωρ απ’ αυτήν να πορεύωνται, την δε ετέραν είχομεν ημείς και την εκλειδώναμεν το θέρος, ότε ήτο ολίγον το ύδωρ. Καιρόν δε τινά επήγε τις των βαρβάρων να ποτίση τας καμήλους του και ευρίσκων την δεξαμενήν κεκλεισμένην εθυμώθη και έθραυσε δι’ ενός λίθου την θύραν αυτής, παρευθύς δε εδαιμονίσθη και πεσών ήφριζε το στόμα κατά γης κυλιόμενος. Μετά καιρόν έφερε τον βάρβαρον εκείνον εις το Μοναστήριον Χριστιανός τις Θαλάβας ονόματι, όστις μας ανέφερε την υπόθεσιν· όθεν εγώ ελυπήθην τον βάρβαρον και τον επήγαμεν βασταζόμενον εις τον τάφον του Αγίου, διότι αυτός όστις τον επαίδευσε δια την θρασύτητά του, αυτός ηδύνατο πάλιν να του δώση δια φιλανθρωπίαν την θεραπείαν, καθώς και εγένετο, μάλιστα δε και περισσότερον από όσον εζήτει απέλαβε. Διότι όχι μόνον εθεραπεύθη κατά το σώμα, αλλά και την ψυχήν φωτισθείς από θείαν έλλαμψιν έλαβε το Άγιον Βάπτισμα. Αλλά και την ανεψιάν του ρηθέντος Θαλάβα εθεράπευσεν από το ακάθαρτον δαιμόνιον, ως την έφεραν από του Λαζαρίου και έπιεν ολίγον αγίασμα· έτερος δε τις υιός Αγαρηνού Αργώβ εφύλαττε πρόβατα και εισελθών εις αυτόν χαλεπώτατον δαιμόνιον, εβασάνιζεν αυτόν και περιέστρεφεν όχι μόνον τας φρένας του, αλλά και τους οφθαλμούς και το πρόσωπον· φέροντες δε και αυτόν εις τον τάφον του Αγίου Ευθυμίου, εθεραπεύθη εις ολίγον διάστημα. Άλλη δε τις γυνή από το χωρίον Βιταβουδισών ύπανδρος είχε δαιμόνιον άγριον, το οποίον την εβασάνιζε μήνας επτά, ο δε άνδρας της ελυπείτο μεγάλως και μη ευρίσκων άλλην βοήθειαν, την έφερεν εις το Μοναστήριον και την αφήκεν απ’ έξω, διότι γυναίκα δεν εισήγον έσωθεν. Μείνασα δε αύτη εκεί ημέρας τρεις, προσηύχετο και ενήστευε· και τότε της φαίνεται την νύκτα ο Μέγας Ευθύμιος λέγων· «Ίδε, ιατρεύθης και ύπαγε εις τον οίκον σου». Και ευθύς ευρέθη υγιής και απήλθε δοξάζουσα τον Θεόν και ευχαριστούσα τον Όσιον, αύτη δε όχι μόνον τότε αλλά και κάθε χρόνον επήγαινεν εις την Μονήν με δωρήματα και παρέμενεν έξωθεν, καταφιλούσα την γην με πολλήν ευλάβειαν και τους αδελφούς υπεδέχετο εις τον οίκον της και τους εφίλευεν ως ηδύνατο. Άλλος τις αδελφός ήτο μαζί μας, το γένος Γαλάτης, την κλήσιν Προκόπιος, από ευγενικούς ανθρώπους, όστις είχεν εντός αυτού δαιμόνιον, το οποίον πριν να γίνη Μοναχός τον εβασάνιζε κρυφά· αφ’ ότου όμως ήλθεν εις τον τάφον του Μεγάλου Ευθυμίου και έβαλε τα ράσα, τότε εφανερώθη ο δαίμων, ως ο κλέπτης υπό του φωτός ελεγχόμενος, και ούτως ο δυστυχής Προκόπιος εξέσχιζε τας σάρκας και πίπτων εις την γην εβασανίζετο δεινώς και έμενεν άλαλος· αλλ’ ο Άγιος ευσπλαγχνίσθη αυτόν και τον εθεράπευσεν από την δαιμονιώδη μανίαν εκείνην και τα δεσμά της γλώσσης διέλυσεν, ευρίσκετο δε ούτος μαζί μας έως την σήμερον, όχι μόνον υγιής αλλά και με σωφροσύνην και υπομονήν στολισμένος αίρων του Χριστού τον χρηστόν και γλυκύτατον ζυγόν κατά δύναμιν. Αλλά πως να σιωπήσω το θαυμάσιον, όπερ επράχθη εις τον ξενικόν εκείνον, όστις ήλθεν ημέραν τινά όταν εκαθήμεθα εις την θύραν του Μοναστηρίου εργοχειρούντες κατά το σύνηθες, και εφώναζε μεγάλως ελαυνόμενος από το δαιμόνιον, το οποίον έκραζε λέγον· «Τι εμοί και σοι, δούλε του Θεού Ευθύμιε; Που με σύρεις βιαίως; Δεν εξέρχομαι απ’ εδώ». Ταύτα ειπών τον έρριψεν έμπροσθεν της θύρας και εκοίτετο εις τους ορώντας πτώμα ελεεινότατον. Ταύτα βλέποντες ημείς τον ελυπήθημεν, και μετά βίας τον εσήκωσα εγώ και ο θυρωρός Βαβύλας, να τον υπάγωμεν εις τον Άγιον· ο δε πάλιν εφώναζε λέγων· «Τι με σύρετε να με υπάγετε εις τον εχθρόν μου, όστις πολεμεί και φλογίζει με; Ω βία, δεν έρχομαι μαζί σας, αλλ’ εξέρχομαι και πλέον δεν εισέρχομαι εις τούτον τον άνθρωπον». Αφού δε εφθάσαμεν με πολύν κόπον σύροντες αυτόν εις τον τάφον του Αγίου, τον έρριψε πάλιν ο δαίμων και τον ετάραξε τόσον, ώστε έμεινεν όλην την νύκτα άλαλος, και το πρωϊ ευρέθη (ω του θαύματος) υγιής και σωφρονισμένος τοσούτον, ώστε πάντες εξέστησαν· εγώ δε τον ηρώτησα, διατί εφώναζε χθες και έκαμνε τόσην σύγχυσιν, ο δε έλεγεν ότι δεν ήξευρε τίποτε, ούτε πως ήλθεν, ούτε ότι έκαμε τινά σύγχυσιν. Έτι δε από το χωρίον Βηταγαβαίων ήτο Ιερεύς τις εις το Μοναστήριον, Αχθάβιος το όνομα, όστις έκαμε μαζί μας χρόνους τεσσαράκοντα πέντε (45) εις τας εντολάς του Θεού εργάτης επιμελής και δόκιμος· ούτος είχεν αδελφόν εις το ρηθέν χωρίον, το οποίον είναι πλησίον της Γάζης και τον έλεγαν Ρωμανόν, ο οποίος εις μεν την ψυχήν ήτο πτωχός και βέβηλος, εις δε τον πρόσκαιρον βίον περισσώς πλούσιος· δια τούτο τον εφθόνησε τις και του έκαμε μαντείας ο δείλαιος· όθεν ο Ρωμανός ησθένησε δεινώς, ήτοι είχεν ασθένειαν τινά, ήτις λέγεται νάρκη, και εκοίτετο εις τον οίκον του υδρωπικιάσας τόσον, ώστε οι ιατροί τον απεφάσισαν και τον έκλαιον ως ετοιμοθάνατον οι φίλοι του. Ούτος λοιπόν κοιτόμενος και ούτω βαρέως βασανιζόμενος και τον θάνατον αναμένων, έκαμε σχήμα εις τους περιεστώτας να εξέλθουν έξω και τότε στραφείς προς τον τοίχον, ως άλλος Εζεκίας με συντριβήν καρδίας ταύτα προσηύξατο· «Ο Θεός των Δυνάμεων, επίβλεψον επ’ εμέ και λύτρωσαί με από την δεινήν ταύτην ανάγκην και συμφοράν, δια πρεσβειών του δούλου σου Ευθυμίου». Ταύτα λέγων ο ασθενής βλέπει γέροντα τινά Μοναχόν με λευκά γένεια, όστις είπε προς αυτόν ερωτήσαντα· «Εγώ είμαι ο Ευθύμιος, τον οποίον εκάλεσες τώρα και ήλθα να θεραπεύσω το πάθος σου· μη δειλιάσης λοιπόν, αλλά δείξε μου αυτό». Τότε ο Ρωμανός ανεσκέπασε την κοιλίαν του· ο δε Άγιος έκοψε με τα δάκτυλά του το μολυσμένον μέρος εκείνο ώσπερ με μάχαιραν και εξήγαγεν από την κοιλίαν του ωσάν ένα πέταλον κασσίτερον, το οποίον είχε τινάς χαρακτήρας και δεικνύων τούτο του ασθενούς το έβαλεν έμπροσθεν αυτού εις την τράπεζαν και πάλιν έκαμεν ακέραιον το σχίσμα και τελείως αυτόν εθεράπευσεν· έπειτα του εφανέρωσε την επιβουλήν της μαντείας, νουθετήσας αυτόν να επιμεληθή και της ψυχικής σωτηρίας, να μη οδυνάται αιώνια. Τότε ηγέρθη ο Ρωμανός υγιής τε και αγαλλόμενος και φωνήσας τους συγγενείς είπεν εις αυτούς το θαυμάσιον, ελθών δε προς ημάς διηγείτο προς τον αδελφόν του ταύτην την μεγίστην ευεργεσίαν, την οποίαν του έκαμεν ο Άγιος, δια την οποίαν τον εορτάζει ακόμη κάθε χρόνον εις δόξαν Θεού. Ήθελα δε να σιωπήσω ένα θαυμάσιον, το οποίον έκαμε τώρα ύστερα, φοβούμενος μήπως και φανή εις τινα απίστευτον και εναντίον της του Αγίου χρηστότητος· αλλά πάλιν δια να φοβηθούν όσοι ομνύουσιν άδικα, το γράφω δια παράδειγμα. Εις χωρίον τι προς ανατολάς ευρισκόμενον και καλούμενον Φαράν ήτο βοσκός τις, Κυριακός ονομαζόμενος, του οποίου έδωκε πτωχός τις δέκα πρόβατα, τα οποία είχε να τα βόσκη με τα ιδικά του. Κατόπιν παρέστη ανάγκη εις τον πτωχόν να πωλήση τα πρόβατα και ζητών αυτά του Κυριακού, του έδωκε μόνον οκτώ και τα δύο εκράτησεν ως κακότροπος. Ο δε πτωχός εζήτει το πράγμα του, και αυτός εφιλονίκει λέγων ότι μόνον οκτώ του έδωκε. Λέγει τότε ο πτωχός· «Πάρε όρκον εις τον Όσιον Ευθύμιον και ας τα χάσω». Ο δε Κυριακός έστερξε, και αφού επήγαν εκεί πλησίον, βλέπων τον αδικητήν ο αδικημένος ότι ήθελε να επιορκήση, εφοβήθη την ανομίαν και του λέγει· «Ας στρέψωμεν οπίσω, αδελφέ, και αυτό είναι ώσπερ να ώμοσες». Ο δε αφρονέστατος δεν ηθέλησε, αλλ’ επλησίασεν εις την ιεράν θήκην του Αγίου, και επιώρκησεν ο πάντολμος και ούτως επέστρεψεν εις την οικίαν του. Καθώς δε εκοίτετο την ακόλουθον νύκτα εις την κλίνην, του εφάνη ότι ήνοιξεν η θύρα και εισήλθε Μοναχός τις με ράβδον εις τας χείρας του, ακολουθούμενος και από άλλους πέντε νέους. Τότε ήστραψεν όλος ο οίκος από φως άπειρον και κοιτάζων προς αυτόν ο Άγιος με φοβερόν βλέμμα, εφώναξε λέγων· «Πως ετόλμησας, μάταιε, να ομόσης εις τον τάφον του Ευθυμίου ψεύματα;» Ο δε έμεινεν άλαλος και δεν ηδυνήθη να δώση τινά απόκρισιν. Tότε ο Άγιος προσέταξε τους τέσσαρας νέους να τον τανύσουν, εις δε τον πέμπτον έδωκε την ράβδον του λέγων· «Δείρε τούτον όσον ημπορείς δυνατά, δια να μη τολμήση πλέον να γίνη καταφρονητής του Θεού και επίορκος, ούτε να αρπάζη τα αλλότρια». Αφού λοιπόν τον έδειρεν ικανώς, έλαβε την χείρα του νεανίσκου ο Άγιος δια να μη τον μαστιγώση περισσότερον, προς δε τον επίορκον είπε ταύτα· «Εγνώρισες, ανόσιε, ότι είναι Θεός και κρίνει εις την γην τους αδίκους δίκαια; Αυτός σου έδωκε ταύτην την πρέπουσαν παίδευσιν, όχι δια λόγου σου, ότι συ αποθνήσκεις αύριον και παίρνουσιν άλλοι όσα κακώς και αδίκως εσύναξες, αλλά δια να διορθωθώσιν έτεροι, να γλυτώσουν από της επιορκίας τον ψυχώλεθρον κίνδυνον, μάλιστα και αυτόν τον αληθή όρκον να φεύγωσι κατά την εντολήν του Κυρίου». Ταύτα ειπών ο Άγιος ανεχώρησεν, ο δε Κυριακός μη δυνάμενος να υποφέρη τον πόνον εφώναζε και συναχθέντες οι γείτονες, τους έδειξε τας πληγάς ομολογών την επιορκίαν και παρακαλών αυτούς να τον υπάγουν εις τον τάφον του Αγίου, μήπως και τον λυπηθή ως μαθητής του αμνησικάκου Χριστού να του δώση την ίασιν· οι δε παρεστώτες, ιδόντες τας φοβεράς εκείνας πληγάς, εδειλίασαν να τον σηκώσουν, αλλά εφόρτωσαν δύο σάκκους άχυρα και εις το μέσον τούτων έβαλαν τον ασθενή επιδέξια και τον έφεραν εις το Μοναστήριον. Ούτοι μας διηγήθησαν καταλεπτώς την υπόθεσιν και τας φοβεράς πληγάς εκείνας μας έδειξαν· όθεν όσοι ήκουσαν και είδον τοιούτο θαυμάσιον ετρόμαξαν και πλέον ουδείς ετόλμησε να ομόση εις του Αγίου τον τάφον, ούτε αλήθειαν ούτε ψεύματα· αφού δε έκαμαν εκεί ημέρας δύο οι συγγενείς του Κυριακού και είδον ότι επλησίασεν εις τον θάνατον, επειδή η κοιλία του έσπασε και από το στόμα εξέρνα οδυνηρώς ο ταλαίπωρος, τον επήραν πάλιν εις την οικίαν του και την επαύριον ετελεύτησεν. Αυτά είναι ολίγα τινά θαυμάσια από τα πολλά τα οποία ετέλεσεν ο Μέγας όντως και σημειοφόρος Ευθύμιος, όσα είδομεν οφθαλμοφανώς και όσα από πολλούς ηκούσαμεν, και εγώ δε πάλιν πολλάκις πολλάς χάριτας και ευεργεσίας έλαβον παρ’ αυτού ψυχής τε και σώματος, και άλλας πολλάς θαυματουργίας εγνώρισα, όσαι εγίνοντο καθημερινώς εις τον τάφον του, τας οποίας δεν έγραψα δια βραχύτητα. Λοιπόν εθαύμαζα εις την διάνοιάν μου λέγων· «Πως επλούτησε τοσαύτην παρρησίαν προς τον Θεόν ο Όσιος Ευθύμιος»; Όθεν ερωτήσας πολλούς Ασκητάς ταύτης της ερήμου, οίτινες τον εγνώρισαν και συνωμίλησαν πολλάκις μετ’ αυτού και του μακαρίου Σάββα, μου είπον όσα έγραψα ανωτέρω καθώς ηδυνήθην, και συγχωρήσατέ με οι αναγινώσκοντες, εάν δεν σας αρέσκη η σύνταξις, ότι ο άνω ειρημένος Ιωάννης ο Ησυχαστής και Επίσκοπος με προσέταξεν, εγώ δε γνωρίζων την αναξιότητά μου και την ολίγην των γραμμάτων μάθησιν δεν ετόλμων να επιχειρισθώ τα υπέρ την δύναμιν, αλλ’ ώκνευον αμελών και αφού έκαμα εις την Λαύραν δύο χρόνους μετά την πρόσταξιν, ήθελα να γράψω αυτήν την ψυχωφελή διήγησιν και πάλιν ημέλουν δια την άνωθεν αιτίαν, δεόμενος του Θεού μετά δακρύων να με φωτίση. Εν μια δε των ημερών, καθώς εκαθήμην εις την καθέδραν περίλυπος, έχων τον χάρτην εις τας χείρας μου και δεν ήξευρα πως να αρχίσω την διήγησιν, εφύπνωσα· ήτο δε ώρα Δευτέρα της ημέρας, και τότε βλέπω εις το όραμά μου τον θείον Σάββαν και τον Μέγαν Ευθύμιον, ενδεδυμένους τα συνήθη ιμάτια, και λέγει ο Όσιος Σάββας προς τον Μέγαν Ευθύμιον· «Ιδού ο Κύριλλός σου, όστις κρατεί το χαρτί εις τας χείρας του και ακόμη την αρχήν δεν έκαμε». Και του λέγει ο Άγιος Ευθύμιος· «Και πως ημπορεί να τελέση τοιούτον έργον χωρίς να του έλθη εξ ουρανού η χάρις και η δύναμις»; Ο δε θείος Σάββας απεκρίνατο λέγων· «Συ δώσε του την χάριν, Πάτερ Άγιε». Τότε βλέπω τον Μέγαν Ευθύμιον και βάλλει εις το στήθος την χείρα του, και λαμβάνει εκείθεν αργυρούν αλάβαστρον, ήτοι αγγείον εύμορφον, από το οποίον έβγαλεν με την σμίλην ολίγον ποτόν τρεις φοράς, και το έβαλεν εις το στόμα μου, το οποίον εις μεν το είδος ωμοίαζεν ωσεί έλαιον, αλλ’ εις την γεύσιν, ω των θείων χαρίτων! ήτο τοσούτον γλυκύτατον, ώστε εάν το παρομοιάσω με το μέλι και ζάκχαριν το μειώνω κατ’ αλήθειαν. Τότε από την άρρητον ηδονήν εξύπνησα, και ήσαν ακόμη τα λείψανα της γλυκύτητος εις το στόμα μου· όθεν ούτως εμπεπλησμένος της θείας και θεσπεσίας εκείνης γλυκύτητος ήρχισα την παρούσαν ψυχωφελή διήγησιν, και αφού ετελείωσα του Μεγάλου Ευθυμίου έγραψα και του μακαρίου Σάββα, ων ταις πρεσβείαις να αξιωθώμεν και ημείς να τους μιμηθώμεν το κατά δύναμιν, όπως και κοινωνοί της δόξης εκείνων γενώμεθα εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”