Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2083
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Β΄ (2α) του μηνός Οκτωβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ και ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ της παρθένου.

Δημοσίευση από silver » Τρί Οκτ 01, 2019 11:53 pm

Κυπριανός και Ιουστίνα οι ένδοξοι του Χριστού Άγιοι Μάρτυρες έλαβον τον στέφανον του μαρτυρίου κατά τας ημέρας της βασιλείας του ασεβεστάτου Καίσαρος Κλαυδίου εν έτει σξη΄ (268). Και ο μεν Κυπριανός κατήγετο από την Καρχηδόνα ή Καρθαγένην της Λιβύης, διέτριβεν εις την Αντιόχειαν της Συρίας και ήτο ευγενής και πλούσιος· η δε Ιουστίνα κατήγετο από την Αντιόχειαν και ήτο θυγάτηρ Αιδεσίου και Κληδονίας. Αμφότεροι οι Άγιοι ούτοι Μάρτυρες ήσαν πρότερον ειδωλολάτραι και μάλιστα ο Κυπριανός, όστις επερίσσευεν εις την λατρείαν των ειδώλων, διότι ήτο φιλόσοφος και κατά την μαγικήν τέχνην άκρος. Προσήλθε δε εις την πίστιν του Χριστού κατά τον ακόλουθον τρόπον. Η Ιουστίνα, το καλόν τούτο φυτόν, ήτο μεν πρότερον ειδωλολάτρις, ως είπομεν άνωθεν, και πολλάς είχεν ακάνθας ως ακολουθούσα και σεβομένη την ασέβειαν των γονέων της, με τον καιρόν όμως, αυξανομένης αυτής κατά την ηλικίαν, προέκοπτε και επερίσσευε και η γνώσις. Επειδή λοιπόν ήτο κατοικητήριον άξιον φωτισμού και χάριτος, έλαβε φως θεογνωσίας, και την μεν λατρείαν των ειδώλων ήρχισε να καταφρονή, να γινώσκη δε τον αληθή και μόνον Θεόν. Με τοιούτους λογισμούς η παρθένος προκαθαρίζουσα την ψυχήν και ταύτα συχνώς διαλογιζομένη, εζήτει από τον Θεόν τον θείον φωτισμόν και την αληθή γνώσιν. Ταύτα της Αγίας διαλογιζομένης, Διάκονος τις Αντιοχεύς, ονόματι Πραϋλιος, διηγείτο ποτέ περί της ενανθρωπήσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ερμηνεύων το της ενσάρκου οικονομίας μυστήριον, πως δηλαδή ελυπήθη το πλάσμα του αυτός ο των όλων Θεός, και πως ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ευηγγελίσατο την Αγίαν Παρθένον και Θεοτόκον, και πως αύτη συνέλαβεν εν γαστρί και εγέννησε τον Κύριον και περί όλων εν γένει των αφορώντων την ζωήν και την διδασκαλίαν του Σωτήρος και Θεού ημών, περί των σωτηρίων αυτού διδαγμάτων, των θαυμάτων, περί του φθόνου των Ιουδαίων δι’ αυτά, περί του Σταυρού, της Ταφής και τέλος περί αυτής της θείας Αναστάσεως. Η δε Ιουστίνα, ακούσασα ταύτα, εστερεώνετο έτι περισσότερον και ταχύτερον εις την πίστιν του Χριστού, και επεθύμει να διδαχθή φανερά από τον Διάκονον την ευσέβειαν. Αλλ’ επειδή ήτο νέα και παρθένος συνεστέλλετο, και δια τούτο επήγαινε κρυφίως εις την Εκκλησίαν, δια να ακούη τα θεία λόγια. Μετά παρέλευσιν ολίγου χρόνου ηθέλησε να φανερώση τούτο και εις την μητέρα της, και λέγει προς αυτήν· «Διατί, ω μήτερ, πιστεύομεν θεούς αναισθήτους και χειροποιήτους; Δεν γνωρίζεις τους Γαλιλαίους; Αυτοί είναι φοβεροί και δυνατοί· διότι όταν τις από αυτούς φανή, οι ιδικοί μας θεοί ως κλέπται φρίττουσι και φεύγουσι· και δικαίως, διότι κλέπτουσι την τιμήν του Θεού και τας ψυχάς ημών κολάζουσι». Ταύτα έλεγεν η Ιουστίνα, η μήτηρ όμως αυτής όχι μόνον δεν επείθετο, αλλά και τα εφανέρωσεν εις τον άνδρα της· διότι εφοβείτο μήπως και θανατώση την κόρην της, αν το μάθη αιφνιδίως. Αυτός δε ακούσας ταύτα ήρχισε να αμφιβάλλη. Ήτο δε τότε νυξ, και κοιμηθείς είδε τον Χριστόν εν μέσω πολλών Αγγέλων δορυφορούμενον, όστις έλεγε προς αυτόν· «Δεύτε προς με και θέλω σας χαρίσει την Βασιλείαν των ουρανών». Εξυπνήσας λοιπόν, άλλην μαρτυρίαν δεν εζήτησεν, αλλά λαβών την γυναίκα και την θυγατέρα αυτού, ήλθεν εις τον Επίσκοπον, Όπτατον λεγόμενον· ακούσας δε ο Επίσκοπος την οπτασίαν, ευθύς χωρίς αμφιβολίαν τους ηξίωσε του θείου Βαπτίσματος. Και εγένετο ο Αιδέσιος, ο πατήρ της κόρης, αντί ιερεύς των ειδώλων, Πρεσβύτερος και ιερουργός θείων Μυστηρίων, αγαπήσας ζωήν καθαράν και θεάρεστον. Ζήσας δε μήνας δεκαοκτώ απήλθε προς Κύριον, τον οποίον ολοψύχως ηγάπησεν. Η δε παρθένος μείνασα ορφανή πατρός προέκοπτε καθ’ εκάστην εις τας αρετάς· όθεν ο φθονερός διάβολος δεν υπέφερε να αφήση αυτήν ειρηνικήν και απολέμητον· και ακούσατε την διήγησιν. Αγλαϊδας τις σχολαστικός, ευγενής και πλούσιος και εις ηδονάς της σαρκός ακόλαστος και ακράτητος, βλέπων πολλάκις την παρθένον ήτις επήγαινεν εις την Εκκλησίαν, επληγώθη από το κάλλος της, μολονότι η μακαρία εκείνη ηγωνίζετο πάντοτε με νηστείας και προσευχάς να το μαραίνη· αναμένων λοιπόν ούτος πάντοτε εις τον τόπον, από τον οποίον διέβαινεν η παρθένος δια την Εκκλησίαν, έκαμνε πολλάκις νεύματα προς αυτήν και πολλάκις επαίνους της έλεγε, και γυναίκα του νόμιμον να την λάβη υπέσχετο· η δε κόρη του είπεν· «Όλα αυτά εγώ τα θεωρώ φλυαρίαν· αρκετός Νυμφίος μου είναι ο Χριστός, όστις φυλάττει την παρθενίαν μου καθαράν και αμέτοχον από παντός μολυσμού». Με τούτους τους λόγους ο Αγλαϊδας, ως με βέλη πληγωθείς, εδοκίμασε να αρπάση με βίαν την κόρην, έχων και άλλους φίλους μαζί του. Ακούσαντες δε οι συγγενείς της κόρης, έδραμον ευθύς ωπλισμένοι. Ο δε Αγλαϊδας, τούτους ιδών και φοβηθείς, και περισσότερον αισχυνθείς, από την εντροπήν του έφυγεν. Η δε κόρη έπτυεν αυτόν και ύβριζεν, εκείνος δε ουδέ ούτως επαύετο από την μανίαν του έρωτος, αλλ’ ετεχνεύετο και άλλας μηχανουργίας κρυφίως, και τέλος κατέφυγεν εις τον Κυπριανόν, όστις, ως είπομεν, είχε σπουδάσει την φιλοσοφίαν και την μαγικήν τέχνην και είχε φθάσει εις το άκρον και των δύο τούτων, δια την μεγάλην οξύτητα του νοός του. Μέγας δε γενόμενος ηθέλησε να έλθη και εις την Αντιόχειαν, δια να δείξη και εκεί την δόξαν της σοφίας του. Ελθών λοιπόν ο Αγλαϊδας εις τον Κυπριανόν διηγήθη εις αυτόν την συμφοράν του και το πάθος του, και ότι πάσαν τέχνην και μηχανήν μεταχειρισθείς δεν εύρε καμμίαν ιατρείαν και θεραπείαν του κακού, επειδή η παρθένος εις όλα τον ενίκησεν. Ύστερον του είπε και τούτο· «Συ μόνος έμεινες παρηγορία της συμφοράς μου, και εις σε θαρρών δεν εθανατώθην· πολύν δε πλούτον και χρυσίον θέλω σου χαρίσει, αν εύρω θεραπείαν δια των ενεργειών σου»! Υπήκουσεν ο Κυπριανός υποσχεθείς να του καταπαύση ταχέως την λύπην. Ούτω λοιπόν ο μεν Αγλαϊδας ανεχώρησε χαίρων και ευφραινόμενος, ελπίζων συντόμως να λάβη εις χείρας του την παρθένον. Ο δε Κυπριανός ευθύς εφώναξεν ένα πονηρόν δαιμόνιον, από εκείνα τα οποία είχον συνήθειαν να τον υπηρετούν εις τοιαύτα αισχρά και ανόσια έργα, και του είπεν· «Εάν δυνηθής να τελειώσης το πρόσταγμά μου, θέλω σε προτιμήσει από όλα τα δαιμόνια». Το δε δαιμόνιον ευθύς με την συνηθισμένην του υπερηφάνειαν αποκρινόμενον έλεγε· «Και ποίον έργον είναι εις εμέ δύσκολον να το κάμω, όταν θέλω; Εγώ πολλάς φοράς και πόλεις ολοκλήρους κατέσεισα και ηρήμωσα, πολλούς υιούς πατροκτόνους έκαμα, αδελφούς και ανδρόγυνα εις έχθραν αφιλίωτον έφερα, πολλούς θέλοντας να παρθενεύουν ημπόδισα, Μοναχούς, οι οποίοι εις όρη και σπήλαια κατώκουν με νηστείας πολλάς ως άσαρκοι, επιθυμίαν σαρκός τους έσπειρα και ηδονάς να επιθυμήσουν παρεκίνησα· άλλους οι οποίοι ήθελον να απαρνηθώσι τα γήϊνα και τα σαρκικά όλα εις τα οποία ημείς χαιρόμεθα, και θέλοντες να αρχίσουν την αρετήν, εγώ τους κατέπεισα να αφήσουν τους τοιούτους λογισμούς, και να επιθυμούν τα γήϊνα. Όμως τι πρέπει να λέγω πολλά; Τα πράγματα θέλουν δείξει ποίος είμαι· λάβε λοιπόν τούτο το πλήρες αγγείον και ράντισον τον οίκον της παρθένου, και αν δεν σε υπακούση, ω Κυπριανέ, καταφρόνησόν με και ως αδύνατον έχε με». Εγένοντο λοιπόν ταύτα τοιουτοτρόπως. Αναστάσα δε η παρθένος περί την τρίτην ώραν της νυκτός, ίνα ως συνήθως προσευχηθή, διεθερμαίνετο κατά τους νεφρούς, και τον πειρασμόν εγνώρισεν, επειδή δε περισσότερον εξήναπτεν αυτήν η φλοξ της επιθυμίας, έλεγε βιαζομένη· «Κύριε, παγίδας ητοίμασαν τοις ποσί μου και κατέκαμψαν την ψυχήν μου» (Ψαλμ. νστ:7)· «εν τούτω έγνων ότι τεθέληκάς με (και ηγάπησάς με), ότι ου μη επιχαρή ο εχθρός μου επ’ εμέ» (Ψαλμ. μ:12) «Η ρομφαία αυτών εισέλθοι εις την καρδίαν αυτών, και τα τόξα αυτών συντριβείη» (Ψαλμ. λστ:15). Διότι εγώ εις σε τον ζώντα και αιώνιον Θεόν με όλην μου την ψυχήν και καρδίαν αφιερώθην». Ταύτα τα όπλα μετεχειρίσθη η γενναία κατά του δαίμονος, έπειτα και το σημείον του σταυρού ποιήσασα, το φοβερόν κατά των δαιμόνων και ανυπομόνητον υπ’ αυτών όπλον, έφυγεν ο δαίμων. Επιστρέψας δε με μεγάλην εντροπήν και φόβον εις τον Κυπριανόν, ησχύνετο να είπη ότι ενικήθη· όμως εξεταζόμενος, και μη θέλων είπε την αλήθειαν· «Είδα, είπε, σημείον τι, και έφριξα δυνατά και την δύναμίν του δεν υπέφερα». Ούτω λοιπόν καταφρονηθείς εκείνος ο δαίμων, άλλος δυνατώτερος παρευθύς εκαλείτο, ο οποίος έπαθεν όσα έπαθε και ο πρώτος· τότε ήλθεν άλλος τρίτος, ο άρχων και εξουσιαστής αυτών, και είπεν εις τον Κυπριανόν να έχη θάρρος. Επήγεν λοιπόν ούτος με τρόπον πανούργον, με σχήμα, λέγω, γυναικός και είπε της παρθένου ότι επέμφθη από τον Θεόν δια να συγκατοικούν μαζί, να αλληλοβοηθώνται εις την αρετήν· μετά δε ταύτα λέγει προς την Ιουστίναν· «Σε παρακαλώ ειπέ μου, αν όλαι αι γυναίκες επαρθένευον, τότε κατ’ ανάγκην δεν θα εχάνοντο οι άνθρωποι από τον κόσμον»; Ταύτα ακούσασα η Ιουστίνα ηννόησε την απάτην του δαίμονος, και με την προσευχήν πάλιν και το σημείον του Σταυρού μετ’ αισχύνης και τούτον απεδίωξεν. Ελθών δε και ούτος εις τον Κυπριανόν, και ερωτώμενος, εφανέρωσε την αλήθειαν, λέγων· «Όπου τυπωθή το σημείον του Σταυρού, οι δαίμονες έντρομοι και κατησχυμμένοι φεύγουσι». Ταύτα ακούσας ο σοφός Κυπριανός σοφώτερος έγινε, και καταφρονήσας τους δαίμονας, απεστράφη ευθύς και την πλάνην και επίστευσεν εις τον Χριστόν. Δια να δώση δε περισσοτέραν πληροφορίαν εις τον Επίσκοπον του καιρού εκείνου, Άνθιμον λεγόμενον, διηγήθη εις αυτόν όσα είδε και έμαθε δια μέσου της Ιουστίνης περί της δυνάμεως του Χριστού. Ο δε Επίσκοπος κατηχήσας αυτόν και ευλογήσας απέλυσεν. Ο δε Κυπριανός, όσην ορμήν είχε πρότερον εις τα άτιμα πάθη, τόσον περισσοτέραν προθυμίαν έδειξεν εις τας αρετάς, και ομού με τα μαγικά βιβλία κατέκαυσε και όσα είδωλα είχε· βαλών δε κόνιν εις την κεφαλήν αυτού, βαρέως ανεστέναζε δια την προτέραν του αγνωσίαν· και βρεχόμενος με τα δάκρυά του, ακαταπαύστως προσηύχετο με τοσαύτην ταπεινοφροσύνην, ώστε δεν ετόλμα να εκφωνήση το όνομα του Θεού. Τοιουτοτρόπως λοιπόν, με στεναγμούς και δάκρυα διατελέσας όλην την νύκτα, μετέβη κατά την ώραν του όρθρου εις την Εκκλησίαν, ήτο δε τότε Μέγα Σάββατον· και πρώτον λόγον ήκουσε το τροπάριον εκείνο, όπερ λέγει· «Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του Νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ. γ: 13)· το του Προφητάνακτος· «Είδες, Κύριε, μη παρασιωπήσης, Κύριε, μη αποστής απ’ εμού» (Ψαλμ. λδ:22) και το του Ησαϊου· «Ιδού ο παις μου, ον ηρέτισα, ο αγαπητός μου» (Ματθ. ιβ: 18, Ησ. νβ:13). Ταύτα ακούσας εγένετο βεβαιότερος εις την πίστιν. Όθεν ηξιώθη ευθύς και του θείου Βαπτίσματος, μετά δε τριάκοντα ημέρας εχειροτονήθη βαθμηδόν Αναγνώστης, Υποδιάκονος και Διάκονος και θείαν έλλαμψιν εδέχθη, και δύναμιν εναντίον των παθών και των δαιμόνων υψηλήν και θαυμασίαν. Μετά δε παρέλευσιν ενός έτους και Πρεσβύτερος γίνεται, τελευταίον δε, δια την άκραν του αρετήν, χειροτονείται και των Καρχηδονίων Επίσκοπος. Όχι δε μόνον εις την Καρχηδόνα, αλλά και εις όλην την Δύσιν και την Ανατολήν εξηπλώθη η φήμη του. Ούτος και την αληθώς ευγενή παρθένον Ιουστίναν ούτω μετωνόμασε, διότι πρότερον εκαλείτο Ιούστα, και συναριθμήσας αυτήν με τας Διακόνους της Εκκλησίας, κατέστησε μητέρα και Ηγουμένην εις τας εκεί ευρισκομένας Ασκητρίας. Αφ’ ου δε με την δύναμιν των λόγων του, με τας επιστολάς του και με τον θεοφιλή και ενάρετον βίον του αναριθμήτους απίστους εις την πίστιν του Χριστού ωδήγησε, μη υποφέρων ο διάβολος να βλέπη ταύτα, εκίνησε κατ’ αυτού τον Δέκιον, ο οποίος εβασίλευε τότε εις την Ρώμην. Ενόμισε λοιπόν ούτος ότι, αν υποτάξη τον Κυπριανόν, εύκολα θέλει πλανήσει και τους λοιπούς Χριστιανούς· όθεν προσέταξε και παρεστάθη έμπροσθεν αυτού. Φανείς όμως ούτος ανώτερος από πάσαν κολακείαν και απειλήν, εξωρίσθη. Αλλά και εις την εξορίαν ευρισκόμενος ο Άγιος δεν έπαυεν ως καλός ποιμήν να φροντίζη δια το ποίμνιόν του και να στηρίζη αυτό συνεχώς με τας επιστολάς του, προς τούτοις δε ηγωνίζετο και από αυτής ταύτης της εξορίας να σβέση καθ’ ολοκληρίαν την πλάνην της ειδωλολατρίας, νουθετών και παρακινών τους πιστεύοντας να στοχάζωνται μόνον την ουράνιον δόξαν και να επιθυμούν ξίφη, φλόγας και θηρία, τα οποία γίνονται αίτια μακαριότητος και δια πόνον πρόσκαιρον και ολίγον χαρίζουσι Βασιλείαν ουράνιον. Ταύτα ο Κυπριανός και έλεγε και πρώτος έπραττε, γνωρίζων ότι τα έργα περισσότερον πείθουν από τους λόγους, και με το παράδειγμά του ενεδυνάμωνε τους άλλους, καθώς ο λόγος θέλει το φανερώσει. Βλέπων ο πονηρός και μισόκαλος εχθρός τα έργα ταύτα του Κυπριανού εφλογίζετο υπό του φθόνου· όθεν παρεκίνησε ασεβείς τινας και τον κατήγγειλαν εις τον κόμητα της Ανατολής, Ευτόλμιον λεγόμενον, ότι με τας μαγείας του, τους λόγους του και τας γραφάς του καταπείθει τους ανθρώπους να αρνούνται τους θεούς και ότι αυτός, πιστεύων τον Χριστόν, αφόβως υβρίζει και περιγελά τους θεούς. Θυμωθείς δε με αυτά ο κόμης, και μάλιστα, ότι εδίδαξε και την παρθένον Ιουστίναν να φρονή καθώς και αυτός, παρέδωκεν αυτόν εις δεσμά και φυλακήν ομού με την παρθένον Ιουστίναν και απεφάσισε να τους κρίνη εις την Δαμασκόν. Ελθόντων λοιπόν των Αγίων εις την Δαμασκόν, ο κόμης εκάθισεν επί θρόνου υψηλού, και είπεν εις τον Κυπριανόν· «Συ είσαι ο διδάσκαλος των Χριστιανών; Και πως ων Έλλην πρότερον, τώρα κηρύττεις τον Εσταυρωμένον»; Και ο Άγιος μετά μεγάλης σεμνότητος και ευταξίας απεκρίθη· «Εγώ, ω ηγεμών, έχων πολλήν σπουδήν πρότερον εις τα μαθήματα και εις τα μαγικά βιβλία, δεν εύρον κανέν όφελος»· διηγήθη δε ο Κυπριανός όσα είδε και έμαθεν από την υπόθεσιν της Ιουστίνης και τέλος προσέθεσεν εις τον ηγεμόνα· «Επειδή λοιπόν οι δαίμονες φρίττουσι τον Εσταυρωμένον και τα είδωλά σας είναι απάτη και ψεύδος, εις δε είναι ο αληθής Θεός, ο Χριστός, ο οποίος και μόνον δύναται να σώση τους πιστεύοντας εις Αυτόν, τι άλλο έπρεπε να κάμω από του να πιστεύσω εις τον Δεσπότην Χριστόν»; Εις ταύτα θυμωθείς ο κόμης και μη δυνάμενος να απολογηθή, προσέταξε να κρεμασθή ο Άγιος και να ξεσχίζεται, η δε Ιουστίνα να δέρεται εις το πρόσωπον και εις τους οφθαλμούς· τυπτομένη δε η Αγία εβόησε· «Δόξα σοι ο Θεός, ότι με ηξίωσας να βασανίζωμαι δια το όνομά σου το Άγιον» και με τοσαύτην γενναιότητα εκαρτέρει, έως ότου ητόνησαν οι τύπτοντες και έπαυσαν να την βασανίζουν. Ο δε θείος Κυπριανός ξεσχιζόμενος εις το πρόσωπον, τοσούτον γενναίος και μεγαλόφρων ίστατο και μετά τοιαύτης ανδρείας και μακαριότητος ωμίλει, ώστε οι περιεστώτες εκ του σκότους της απιστίας εφωτίζοντο εις την πίστιν του Χριστού. Διότι μεταξύ των άλλων έλεγε προς τον κόμητα· «Ανόητε και ανάξιε της Βασιλείας των ουρανών, δια την οποίαν εγώ επιθυμώ να πάσχω, διατί δεν βλέπεις το αληθινόν φως, να αφήσης το σκότος»; Προς ταύτα ο κόμης λυπούμενος περισσότερον είπεν· «Επειδή κέρδος νομίζεις τας βασάνους, εγώ θα σου τας πολλαπλασιάσω, δια να με ευγνωμονής περισσότερον»· και τότε μεν προσέταξε να φυλακίσωσι τον Κυπριανόν, την δε Ιουστίναν εγκλείσωσιν εις το φροντιστήριον το λεγόμενον της Τερεντίνης. Μετά δε ολίγας ημέρας, φέροντες τους Αγίους εις δευτέραν εξέτασιν, τους έλεγε με ημερότητα· «Μη θελήσετε να πιστεύσετε άνθρωπον νεκρόν και να θυσιάσετε την ζωήν σας δι’ εκείνον, όστις δεν ηδυνήθη να φυλάξη ούτε την ιδικήν του». Οι Άγιοι του είπον· «Δεν γνωρίζεις, ότι άνευ θανάτου δεν έρχεται η αθανασία; Δεν εννοείς το μυστήριον εκείνου, όστις με την τριήμερον ταφήν ενίκησε τον θάνατον; Αλλά συ αληθώς είσαι τυφλός και παχύς κατά τον νουν εις τα μεγάλα και καλά· δια τούτο και βλέπων δεν βλέπεις, και ανόητος ων δεν θέλεις να εννοήσης». Προς ταύτα ο κόμης οργισθείς, προσέταξε να καυθή δυνατά τηγάνιον και να βάλουν εις αυτό τους Αγίους. Πρώτος λοιπόν ο θείος Κυπριανός ανδρείως επήδησεν εντός αυτού, βλέπων δε την Ιουστίναν δειλιώσαν και γνωρίζων αυτήν από το αργόν περιπάτημα την ενεδυνάμωνε δια των λόγων του και της ενεθύμιζε τα πρότερα κατορθώματα, και πως ενίκησε τους δαίμονας και αυτόν από την απιστίαν ηλευθέρωσεν. Με τοιούτους λόγους ενθαρρύνας την Ιουστίναν, και με τον τύπον του Σταυρού στερεωθέντες, έπεσον αμφότεροι οι Άγιοι ησύχως επάνω εις την φλόγα του σιδήρου, ως εις δρόσον θαυμάσιον. Θαυμάζων δε ο κριτής, έλεγε την υπόθεσιν μαγείαν. Αθανάσιος δε τις, συγκάθεδρος και φίλος του κριτού, είπεν· «Εγώ να ελέγξω την αδυναμίαν του Χριστού σας». Και ευθύς προσευξάμενος εις τον Δία και τον Ασκληπιόν να τον βοηθήσωσιν, επήδησεν εις το πυρ. Δεν επρόφθασεν όμως ο ανόητος να εγγίση εις αυτό, και ευθύς εστερήθη της ζωής, λαβών την πρέπουσαν τιμωρίαν της αγνωσίας του. Οι δε Άγιοι διαμένοντες επί πολύ εις το φοβερόν εκείνο τηγάνιον, ήσαν επί πολλάς ώρας αβλαβείς και λαμπρυνόμενοι. Διότι και το πυρ ηυλαβείτο τον κοινόν Δεσπότην και δημιουργόν, δια τον οποίον έπασχον οι Άγιοι. Βλέπων λοιπόν ο κριτής τα τοιαύτα παράδοξα, δυνατά δε φλογιζόμενος συν τοις άλλοις και δια τον θάνατον του φίλου του Αθανασίου, καλέσας ένα συγγενή του, Τερέντιον καλούμενον, τον συνεβουλεύθη κατά μόνας, τι να πράξη δια τους Αγίους. Ο δε του είπε· «Άπεχε απ’ αυτούς, διότι η δύναμις του Χριστού είναι ακατανίκητος. Θέλεις δε πράξει καλώς, αν τους στείλης εις τον βασιλέα, φανερώνων εις αυτόν και πόσην σπουδήν και θυμόν έδειξας δια να τους εξαναγκάσης να πιστεύουν εις τους θεούς, και πόσον τους εβασάνισες, και ότι παρ’ όλα ταύτα ούτοι παρέμειναν αβλαβείς». Ταύτα ακούσας ο κόμης, γράφει ευθύς εις τον Κλαύδιον Καίσαρα, τον βασιλεύσαντα εν έτει σξη΄ (268) ευρισκόμενον τότε εις την Νικομήδειαν, και εκθέτει εις αυτόν λεπτομερώς την υπόθεσιν του Κυπριανού και της Ιουστίνης, και όσα εις αυτούς έκαμεν, ομού δε με την επιστολήν εξαπέστειλε και αυτούς εις τον βασιλέα· θαυμάσας δε εκείνος την μεγάλην αυτών καρτερίαν και θεωρήσας ανωφελές να τους τιμωρήση και αυτός, απεφάσισε κατ’ αυτών τον δια ξίφους θάνατον. Έγραψε δε και την απόφασίν του ταύτην έχουσαν ούτω· «Κυπριανός και Ιουστίνα, αυθαδιάσαντες εναντίον των θεών, και ούτε με τιμωρίας, ουδέ με δώρα μετανοήσαντες, ας θανατωθούν δια ξίφους». Ταύτα ακούσαντες οι Άγιοι εχάρησαν χαράν μεγάλην, οδηγηθέντες δε εις τον ποταμόν τον λεγόμενον Γάλλον δια να θανατωθούν, προσέτρεξε και πλήθος πολύ, δια να ίδουν το τέλος τοιούτων πεφημισμένων Αγίων. Φθάσαντες λοιπόν εις τον προσδιωρισμένον τόπον προσηύξαντο δια την ειρήνην της Εκκλησίας και όλου του κόσμου. Ο δε μέγας Κυπριανός, ως σοφός και φρόνιμος, φοβούμενος την γυναικείαν ασθένειαν, παρεκάλεσε τους δημίους να θανατώσωσι πρώτον την Ιουστίναν, όπερ και εγένετο και εδέξατο η μακαρία το μακάριον τέλος. Τότε και ο Άγιος πολλά ευχαριστήσας τον Θεόν δια τον μαρτυρικόν θάνατον, εθανατώθη και αυτός δια ξίφους και ανέβη εις ουρανούς και ούτως έλαβον οι τρισμακάριοι τον του Μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. Διερχόμενος δε τότε τυχαίως άνθρωπος τις, Θεόκτιστος λεγόμενος, και βλέπων τον Άγιον φερόμενον εις θάνατον είπεν· «Άδικα θανατώνεται άνθρωπος καθαρός και δίκαιος». Όθεν δια τον λόγον τούτον θυμωθείς ο συγκάθεδρος του ηγεμόνος, Φέλβιος λεγόμενος, όστις επήγε να θανατώση τους Μάρτυρας, έρριψε τον Θεόκτιστον από τον ίππον του και εθανάτωσε και αυτόν, Μάρτυρα τρίτον αναδείξας αυτόν. Εφυλάττοντο δε τα λείψανα των Αγίων με πολλήν επιμέλειαν, δια να μη τα αρπάσουν οι Χριστιανοί· όμως τινές ευλαβείς προερχόμενοι εκ Ρώμης και διερχόμενοι εκείθεν δια θαλάσσης, είδον τα λείψανα των Αγίων και τα εγνώρισαν, αλλά δια τους φύλακας παρεμέρισαν από μακρόθεν, έως ου εκείνοι απεκοιμήθησαν, και τότε λαβόντες τα λείψανα κρυφίως επέστρεψαν εις την Ρώμην, και τα εδώρησαν εις μίαν περιφανεστάτην γυναίκα, Ματρώναν λεγομένην, Ρουφίναν δε επονομαζομένην, της οποίας το γένος κατήγετο από τον Κλαύδιον Καίσαρα. Αύτη τα κατέθεσεν εντίμως εις θήκην εις ένα επίσημον και λαμπρόν τόπον της πόλεως, ιατρείας και θεραπείας αναριθμήτους χαριζόμενα καθ’ εκάστην εις όσους εις αυτά μετά πίστεως προστρέχουσιν. Εις δόξαν Θεού Πατρός, και Κυρίου Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και μεγαλοπρέπεια, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2083
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Γ΄ (3η) του μηνός Οκτωβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ του Αρεοπαγίτου.

Δημοσίευση από silver » Τετ Οκτ 02, 2019 11:02 pm


Διονύσιος ο ουρανομύστης και πάνσοφος εγεννήθη από γονείς ευγενείς και άρχοντας εις την περίφημον πόλιν των Αθηνών, εις την οποίαν οι άνθρωποι ήσαν θερμοί λάτρεις των ειδώλων και σοφώτεροι από τους ανθρώπους όλων των πόλεων του καιρού εκείνου. Εις τας Αθήνας ευρίσκοντο τότε πολλοί φιλόσοφοι, εις από τους οποίους, ο συνετώτερος, ήτο και ο θαυμάσιος Διονύσιος. Ούτος εκ νεότητος εδόθη εις την σπουδήν των γραμμάτων και έμαθεν όλας τας επιστήμας καλώς και όλοι δια την σοφίαν του τον εθαύμαζον, διότι ήτο μάλιστα εκ φύσεως φρόνιμος. Δια τας γνώσεις του λοιπόν ταύτας και δια την σύνεσίν του ως και δια την ευγένειαν του γένους του τον εψήφισαν πρώτιστον κριτήν και δημοκράτην της πόλεως· διότι δεν είχον ένα αρχηγόν οι Αθηναίοι, ούτε εις άλλον ηγεμόνα υπετάσσοντο, αλλ’ είχον πολίτευμα δημοκρατικόν. Διότι λοιπόν ο Διονύσιος ήτο εύγλωττος εις την Αττικήν διάλεκτον και ρητορικώτατος και υπερέβαινεν εις την σοφίαν όλους τους επικουρείους και στωϊκούς φιλοσόφους, έτι δε και διότι ήτο άνθρωπος δίκαιος και ενάρετος, δια ταύτα του έδωσαν πρωτεύουσαν θέσιν και ήτο εις από τους εννέα βουλευτάς του εν Αθήναις δικαιοτάτου κριτηρίου του καλουμένου Άρειος Πάγος· και όντως έκρινε τόσον δίκαια, ώστε όλοι τον εθαύμαζον· διότι ούτε πλουσίους ησχύνετο, ούτε δώρα ποσώς εδέχετο, αλλά τους μεν αυθάδεις αδικητάς αυστηρώς ετιμώρει, εις δε τους πτωχούς και ηδικημένους απέδιδε το δίκαιον και τους εβοήθει όσον ηδύνατο. Προ της εποχής ταύτης και ότε ο Άγιος Διονύσιος ήτο ακόμη νέος, είχε μεταβή μετ’ άλλων σοφών συμπατριωτών του εις την Ηλιούπολιν της Αιγύπτου. Ήτο δε τότε η εποχή, κατά την οποίαν οι αχάριστοι Ιουδαίοι εσταύρωσαν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ο δε ήλιος, μη υποφέρων κατά την ημέραν εκείνην της Μεγάλης Παρασκευής να βλέπη τον Ποιητήν και Δημιουργόν αυτού πάσχοντα, απέκρυψε τας ακτίνας του και εσκοτίσθη εν πλήρει μεσημβρία. Ο δε Διονύσιος, βλέπων τοιαύτην υπερφυσικήν και θαυμάσιον έκλειψιν, εξεπλήττετο λέγων· «Ή Θεός πάσχει ή το παν απόλλυται». Ταύτα είπε, διότι η έκλειψις του ηλίου γίνεται όταν η σελήνη είναι εις την τελευταίαν ημέραν της ή εις την 28ην ή και 27ην σπανίως· αλλ’ εις την 14ην, κατά την οποίαν έγινεν η Σταύρωσις του Χριστού, δεν ήτο δυνατόν ποτέ να σκοτισθή ο ήλιος. Εκ τούτου όθεν ηννόησεν ο Διονύσιος, ως πάνσοφος και καλοπροαίρετος όπου ήτο, ότι το μέγα εκείνο σκότος εσήμαινε μεγάλην τινά υπόθεσιν· έγραψε δε την ημέραν, την ώραν και τον χρόνον, κατά τον οποίον συνέβη ο φοβερός εκείνος σκοτισμός και το εσκέπτετο πάντοτε, αναμένων και επιποθών να μάθη κάποτε την σημασίαν του φαινομένου εκείνου. Αφού λοιπόν επέστρεψεν εις τας Αθήνας και ότε ευρίσκετο εις την του Αρείου Πάγου επίζηλον θέσιν του, απονέμων εις έκαστον την δικαιοσύνην επιμελέστατα, έφθασεν εις αυτάς ο μέγας Απόστολος Παύλος, δια να κηρύξη το σωτήριον Ευαγγέλιον και κατά πολύ εμόχθησε να επιστρέψη τους Αθηναίους εις την ευσέβειαν· όθεν καθ’ εκάστην διελέγετο εις τας συναγωγάς με τους φιλοσόφους, λέγων ότι έμελλε να αναστηθούν ποτε άπαντες οι άνθρωποι, να απολαύση έκαστος κατά τα έργα του, οι μεν δίκαιοι ζωήν αιώνιον, οι δε αμαρτωλοί ατελεύτητον κόλασιν. Τινές λοιπόν από τους φιλοσόφους ενέπαιζον αυτόν και τον ωνόμαζον σπερμολόγον και φλύαρον· διότι εκήρυττε Θεόν νεώτερον και νεκρών εξανάστασιν. Άλλοι δε πάλιν συνετώτεροι έλεγον, ότι οι λόγοι του ήσαν εύλογοι και έπρεπε να συλλογισθούν ημέρας τινάς, δια να του δώσουν απόκρισιν. Λαβόντες λοιπόν αυτόν παρέστησαν εις τον Άρειον Πάγον, εις το ανώτερον κριτήριον, εις το οποίον εκάθηντο οι προεστώτες της πόλεως, οίτινες είπον προς τον Απόστολον· «Έχομεν μεγάλον πόθον να ακούσωμεν την διδασκαλίαν σου· επειδή μας είπον, ότι αναγγέλλεις ασυνήθη τινά και διδάσκεις νέαν θρησκείαν». Ο δε πάνσοφος Παύλος, ως εις αλιεύς έμπειρος, τους εσαγήνευσε με γλυκυτάτην διδασκαλίαν και με τρόπον επιδεξιώτατον. Δεν είπεν εις αυτούς εξ αρχής ότι ήσαν πεπλανημένοι και ασύνετοι, προσκυνούντες αναίσθητα είδωλα, δια να μη σκανδαλισθούν ότι τους ήλεγξεν ως ανοήτους και άφρονας, επειδή ήσαν περίφημοι εις όλον τον κόσμον δια την σοφίαν των. Αλλά με ταπεινήν λαλιάν, σχήμα εύτακτον και τρόπον ευάρμοστον είπε ταύτα· «Ω άνδρες Αθηναίοι, εγνώρισα ότι είσθε θεοσεβέστεροι και ευλαβέστεροι από τους άλλους ανθρώπους, διότι διερχόμενος από ταύτην την πόλιν σας, και βλέπων τα σεβάσματά σας, εύρον βωμόν, εις τον οποίον δεν έχετε κανένα είδωλον, αλλ’ έχετε αναγράψει επ’ αυτού· ΤΩ ΑΓΝΩΣΤΩ ΘΕΩ. Αυτόν λοιπόν τον αληθή Θεόν, τον οποίον αγνοούντες ευσεβείτε, εκείνον κηρύττω και αυτόν σας αναγγέλλω, ότι αυτός όλον τον κόσμον εποίησεν, ορατόν τε και αόρατον. Ο αληθής ούτος Θεός είναι ανενδεής και δεν χρειάζεται τίποτε από ημάς, αλλ’ αυτός μας δίδει την πνοήν και την ζωήν και όλα όσα χρειαζόμεθα, ως ελεήμων και εύσπλαγχνος· αυτόν όθεν τον όντως αληθή Θεόν έχω πόθον να σας καταστήσω γνωστόν, να τον εννοήσητε και να τον εύρητε ψηλαφώντες, αν και δεν είναι μακράν από ημάς, αλλά, καθώς είπε και κάποιος εκ των υμετέρων φιλοσόφων «εν αυτώ ζώμεν» (Πραξ. ιζ: 28) και δι’ αυτού κινούμεθα και εις αυτόν ευρισκόμεθα. Λοιπόν επειδή είμεθα γένος του Θεού, δεν είναι πρέπον να νομίζωμεν τον χρυσόν και τον άργυρον και πάσαν άλλην ύλην, ότι είναι όμοια του Θεού, αλλά ας μετανοήσωμεν δια τα εξ αγνοίας ημών ανομήματα, ίνα και ο Θεός συγχωρήση ημάς ως συμπαθέστατος». Αυτοί οι ολίγοι και κάρπιμοι λόγοι, τους οποίους είπεν ο θείος Απόστολος, ήσαν πλήρεις μεγάλων μυστηρίων, ώστε έμειναν άλαλοι οι φιλόσοφοι και τον εθαύμαζον, μη γνωρίζοντες να του δώσουν απόκρισιν τινα. Ο δε σοφώτατος Διονύσιος παρέλαβε τον Παύλον εις την οικίαν του, και ερωτήσας αυτόν δια τον Χριστόν, του διηγήθη εκείνος καταλεπτώς την θείαν οικονομίαν άπασαν, ήτοι την σάρκωσιν του Θεού, το Πάθος, την Ανάστασιν και την εις ουρανούς Ανάληψιν αυτού. Όταν δε έλεγε περί του σκότους, όπερ εκάλυψεν όλον τον κόσμον κατά την Σταύρωσιν του Χριστού, ακούσας τον λόγον ο Διονύσιος, όστις είχε γεγραμμένην την ημέραν εκείνην, δια να μάθη του σκότους το αίτιον, παρετήρησε το ημερολόγιόν του, όπου είχε σημειώσει το γεγονός εκείνο, και εγνώρισεν ότι αυτός είναι Θεός αληθέστατος, επειδή εις το Πάθος του έγινε τοιαύτη θαυμάσιος έκλειψις. Βεβαιωθείς λοιπόν ο σοφός Διονύσιος την αλήθειαν, επίστευσεν ευθύς εις τον Χριστόν και εβαπτίσθη με όλον τον οίκον του, κατά το πεντηκοστόν δεύτερον έτος από Χριστού, όπερ έπραξαν και άλλοι πολλοί, βλέποντες ότι ο προεστώς και σοφώτερος αυτών απηρνήθη τα είδωλα. Ο δε μέγας Παύλος εχειροτόνησε τότε Αρχιερέα της πόλεως των Αθηνών τον θείον και θαυμαστόν Ιερόθεον, όστις πάλιν εδίδαξε τον Διονύσιον και άλλα απόκρυφα τινα και θεία Μυστήρια, καθώς και εκείνος ήκουσεν άλλοτε από τον μέγαν Παύλον. Μετά δε τον θάνατον του Ιεροθέου εχειροτονήθη Επίσκοπος ο θείος Διονύσιος και κατηξιώθη, ως αυτός τούτο λέγει ο αοίδιμος, της ιδίας εκείνης Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, την οποίαν είχε και ο Ιερόθεος. Όθεν, επειδή και όλον τον νουν ανεβίβασεν ο θειότατος ούτος Ιεράρχης εις τα άνω και τα ουράνια, δια τούτο φιλοσοφεί ομού και λογογραφεί «Περί Ουρανίου Ιεραρχίας των Υπερκοσμίων Αγγέλων», «Περί Καταφατικής και Αποφατικής Θεολογίας» και περί άλλων πραγμάτων ουρανίων και μυστηρίων· όθεν αφήκε συγγράμματα εις την Εκκλησίαν μας πολλά υψηλά και παράδοξα, από τα οποία ας γράψωμεν ολίγα τινά προς ενθύμησιν. «Αφού μετέβην εις την Κρήτην (λέγει εις ένα από τα συγγράμματά του ο ίδιος ο σοφός Διονύσιος) με εφιλοξένησεν ο Ιερεύς Κάρπος, όστις ήτο τόσον ενάρετος άνθρωπος και εις τον νουν καθαρώτατος, ώστε δεν ήρχιζε ποτέ την θείαν Λειτουργίαν, εάν δεν έβλεπεν οπτασίαν τινά και όρασιν πρότερον. Ούτος ο θαυμάσιος Ιερεύς μου έλεγεν, ότι εις άπιστος τον παρεπίκρανε, διότι εχώρισεν ένα πιστόν Χριστιανόν από την Εκκλησίαν και τον έσυρεν εις την αθεϊαν. Ενώ δε είχε τοιαύτην πικρίαν, δεν έκαμεν, ως έπρεπε, προς τον Θεόν ευχήν αγαθοπρεπώς δια να τον βοηθήση να επαναφέρη και τους δύο με νουθεσίαν και καλωσύνην εις την ευσέβειαν, αλλά (δεν γνωρίζω πως) έμεινεν η έχθρα εις την ψυχήν του, και εκοιμήθη με την αγανάκτησιν κατ’ αυτών οργιζόμενος· εγερθείς δε το μεσονύκτιον να αναγνώση τους θείους ύμνους, κατά την συνήθειάν του, καθώς ίστατο εις την προσευχήν ελυπείτο απρεπώς και εδυσχέραινε, λέγων ότι δεν ήτο δίκαιον να ζουν άνδρες άθεοι, οι οποίοι διαστέφουσι τας ορθάς και αγίας οδούς του Κυρίου· ταύτα λέγων παρεκάλει τον Θεόν να στείλη από τους ουρανούς κεραυνόν, και να κατακαύση αμφοτέρους χωρίς κανένα οίκτον. Τοιαύτα συλλογιζόμενος, του εφάνη αίφνης ότι εσείσθη όλος ο οίκος εκείνος εις τον οποίον ευρίσκετο· έπειτα διηρέθη εις δύο, από την στέγην έως κάτω εις τα θεμέλια, φλοξ δε πυρός κατέβαινεν εκ του ουρανού μέχρις αυτού. Ο δε ουρανός ήτο ανοικτός, και επάνω εις αυτόν εκάθητο ο Ιησούς, πέριξ δε αυτού παρίσταντο εις σχήμα ανθρώπων αναρίθμητοι Άγγελοι. Ταύτα μεν βλέπων άνωθεν εθαύμαζε, κύπτων δε εις το κάτω μέρος είδε το έδαφος της γης εσχισμένον, εις την άκραν δε του σκοτεινού εκείνου χάσματος έβλεπε τους δύο εκείνους ανθρώπους, τους οποίους κατηράτο, οίτινες ίσταντο εκεί ελεεινοί και περίτρομοι τόσον, ώστε εκινδύνευον να κρημνισθούν από τον τρόμον των ποδών των. Κάτωθεν του χάσματος εξήρχοντο όφεις συρόμενοι εις τους πόδας αυτών και ποτέ μεν εσφύριζον, ποτέ δε τους εκτύπων με τας ουράς των, και προσεπάθουν να τους ρίψουν εις τον κατήφορον, ώστε ευρίσκοντο εις μέγαν κίνδυνον. Ο δε Κάρπος βλέπων αυτούς ελυπείτο, ότι δεν έπεσον κάτω το συντομώτερον. Μετά ταύτα υψώσας προς το άνω μέρος τα όμματα βλέπει πάλιν τον ουρανόν και τον Δεσπότην Χριστόν ως πρότερον, όστις ηγέρθη από το θρόνον του και κατέβη με τους Αγγέλους, οίτινες εβοήθουν εκείνους του δύο, άλλοι τον ένα και άλλοι τον άλλον, και τους έδιδον χείρα βοηθείας, δια να μη πέσωσιν· ο δε Ιησούς απλώσας την χείρα λέγει προς τον Κάρπον· «Κρούε λοιπόν εναντίον μου, επειδή δεν λυπείσαι τους αδελφούς σου, ότι εγώ είμαι πάλιν έτοιμος να πάθω και άλλας πολλάς φοράς δια την σωτηρίαν των ανθρώπων και χαίρω εις τούτο μόνον, άλλοι να μη αμαρτήσωσι· πλην ιδέ και στοχάσου επιμελώς, εάν νομίζης καλόν να ανταλλάξης την μετά του Θεού και των αγαθών και φιλανθρώπων Αγγέλων διαγωγήν, δια της συγκατοικίσεως μετά των όφεων εις αυτήν την σκοτεινήν φάραγγα». Αυτός λοιπόν ο σοφός Διονύσιος ηρμήνευσε τον τύπον της Εκκλησιαστικής καταστάσεως, και άλλας βίβλους ψυχωφελείς συνέθεσε και εδήλωσε δια τας Ταξιαρχίας των Ασωμάτων Δυνάμεων, διηγούμενος τους τρόπους και τας ευταξίας αυτών, πως διηνεκώς δοξάζουσι και ακαταπαύστως υμνολογούσι τον Κύριον· δια τας οποίας χοροστασίας των Αγγέλων αφήκε τόσον ακριβή και σοφώτατα συγγράμματα, ώστε όσοι διδάσκαλοι τα αναγνώσουν θαυμάζουν πως έμαθε τοιαύτα μυστήρια, και λέγουν, ότι ή από θείαν αποκάλυψιν τα εγνώρισεν ή ο μέγας Παύλος τα ηρμήνευσε προς τούτον και τον Ιερόθεον, επειδή μόνος ο Παύλος τα εγνώριζεν, αφ’ ότου ηρπάγη εις τον Παράδεισον. Ούτος ο θείος θύτης και θύμα Θεού Διονύσιος, από την πολλήν αγάπην όπου είχε προς τον Δεσπότην Χριστόν, ακούσας ότι έζη ακόμη σωματικώς εις την Ιερουσαλήμ η πανάμωμος Μήτηρ αυτού και Αειπάρθενος Δέσποινα, επήγε να την επισκεφθή· και βλέπων την θείαν θέαν αυτής και θαυμάσιον ωραιότητα, και την συνοδείαν των Αγίων Αγγέλων, οίτινες την εφύλαττον, και ακούσας εκείνα τα ουράνια λόγια εξέστη και έφριξεν ομολογήσας, ότι και το είδος και οι χαρακτήρες της την εμαρτύρουν Θεού Μητέρα κατά αλήθειαν. Και αφ’ ου έμεινεν ικανάς ημέρας και εχάρη την παρουσίαν της και ωφελήθη πολλά από Αυτήν, επήγεν εις διαφόρους χώρας και πόλεις αποστολικώς, κηρύττων το σωτήριον Ευαγγέλιον· επιστρέψας δε εις Αθήνας εποίμαινε καλώς το ποίμνιον αυτού. Ότε δε η Κυρία Θεοτόκος εκοιμήθη και προς τον Υιόν αυτής εξεδήμησε, τότε και ο μέγας ούτος Διονύσιος παραδόξως επέστη εις την κοίμησιν Αυτής, αρπαγείς εν νεφέλη μετά των ιερών Αποστόλων και θείων Ιεραρχών. Επιστρέψας πάλιν εις την πατρίδα του, τας Αθήνας, εκυβέρνα καλώς και θεαρέστως τον θρόνον του και πολλούς ειδωλολάτρας ωδήγησεν εις την ευσέβειαν με την διδασκαλίαν και πολιτείαν αυτού την θαυμάσιον. Κατά δε τους τελευταίους χρόνους του Νέρωνος επήγεν εις την Ρώμην, δια να αποχαιρετήση τον διδάσκαλόν του Παύλον, όταν τον απεκεφάλισαν και ήτο παρών εις το μαρτήριον αυτού, καθώς το μαρτυρεί μόνος του εις την επιστολήν, την οποίαν γράφει προς τον συμμαθητήν αυτού και Συναπόστολον Τιμόθεον· μετά δε τον θάνατον του Αποστόλου Παύλου επέστρεψεν εις τας Αθήνας. Έπειτα μετέβη πάλιν εις Ρώμην, εξαπλώνων πανταχού της ευσεβείας το κήρυγμα, συναντηθείς δε εκεί μετά του Αγίου Κλήμεντος, του της Ρώμης Επισκόπου, κατά παρακίνησιν εκείνου επήγεν εις τους δυτικούς Γαλάτας, ήτοι εις την Γαλλίαν, ομού με τους δύο μαθητάς του Ρουστικόν και Ελευθέριον. Αφ’ ου λοιπόν ο Άγιος περιήλθε διαφόρους τόπους μετά των μαθητών του, διδάσκων και κηρύττων πανταχού τον λόγον της Πίστεως, επήγε και εις Παρισίους, την νυν πρωτεύουσαν της Γαλλίας, όπου εθαύμασαν το κάλλος αυτής, τον πλούτον και την παραγωγικότητα της γης, την ευκαρπίαν αυτής, την ευκρασίαν του αέρος, και τα λοιπά της πόλεως ταύτης αξιοθαύμαστα πράγματα και εξόχως των πολιτών την ευγένειαν. Όθεν ο πάνσοφος Διονύσιος, κτίσας εις εν μέρος οίκον ευκτήριον και Εκκλησίαν μικράν, ευρίσκετο εκεί διδάσκων και ελκύων εις την ευσέβειαν, κηρύττων το Ιερόν Ευαγγέλιον και συνοδεύων με τα έργα τους λόγους του, εφώτιζε τυφλούς, ιάτρευε κωφούς και αλάλους, παραλύτους ανώρθωνε, νεκρούς ανίστα, και πάσαν άλλην ασθένειαν εθεράπευεν· όθεν εις ολίγον καιρόν εφύτευσε πολλά δένδρα εύκαρπα και επλήθυνεν ο σπόρος της πίστεως ουχί μόνον εκεί, εις Παρισίους, αλλά και εις την Ισπανίαν και εις την Βρετανίαν και εις άλλους τόπους έπεμπε τους μαθητάς αυτού· και του Θεού συνεργούντος επλήθυνε καθ’ ημέραν η ευσέβεια και οι προσερχόμενοι πιστοί, κατεδαφίζοντες εκ θεμελίων τα ειδωλεία, έκτιζον ιεράς Εκκλησίας, εις τας οποίας ο πανάγαθος Θεός εδοξάζετο. Ο δε πονηρός και αποστάτης δαίμων ωργίζετο κατά του Διονυσίου βλέπων ότι αυτός ήτο η αιτία της εκείνου καταφρονήσεως· όθεν παρεκίνησε τινάς να διαβάλουν αυτόν ως παραβάτην εις τον τότε βασιλέα Δομετιανόν, τον βασιλεύσαντα εν έτει πβ΄ (82), ότι κατεφρόνει τους παλαιούς θεούς, κηρύττων ένα νεώτερον. Ο δε Δομετιανός εθυμώθη και έστειλεν επίτροπόν του εις Παρισίους να εξετάση δια τον Άγιον, και όσους άλλους εύρη Χριστιανούς να τους τιμωρήση, εάν δεν προσκυνήσουν τα είδωλα· έκαμε λοιπόν ο τύραννος μεγάλην διάλεξιν με τον Άγιον, προσπαθών με τινας ψευδοσυλλογισμούς να πείση τον Άγιον ότι πρέπει να προσκυνώνται οι παλαιοί θεοί, τους οποίους επίστευεν όλος ο κόσμος, και όχι εις νεώτερος και κακοθάνατος, εις τον οποίον ολίγοι πιστεύουσιν. Ο δε Άγιος απεκρίθη αφόβως λέγων· «Μεγάλη σας αγνωσία είναι, κατά αλήθειαν, να προσκυνήτε λίθους και ξύλα και άλλας ύλας αναισθήτους, και να λέγετε ότι ήσαν θεοί οι πόρνοι και φονείς και φιλήδονοι, οίτινες έκαμαν τόσας αισχρουργίας, ώστε αισχύνομαι να τας αναφέρω, δια να μη μολύνω τα χείλη μου». Ακούσας ταύτα ο τύραννος εθυμώθη αμέτρως, και εγερθείς του θρόνου εφώναξε λέγων· «Ω αναισχυντία μεγάλη, την οποίαν βλέπω εις τούτον τον άνθρωπον! Τους θεούς υβρίζει, εις τους βασιλείς δεν υποτάσσεται, και τον όχλον πλανά με μαντείας και πανουργεύματα, λέγων ότι είναι αι φαντασίαι του θαύματα». Ταύτα λέγων ο άκριτος κριτής προσέταξε να κόψουν τας κεφαλάς και των τριών Αγίων, ήτοι του Διονυσίου και των δύο μαθητών του Ρουστικού και Ελευθερίου· οίτινες ακούσαντες την απόφασιν του κριτού, δια να μη νομισθή ότι εφοβούντο τον θάνατον, εβόησαν ταύτα αγαλλιώμενοι· «Όσοι προσκυνούσι τα είδωλα, να γίνουν όμοιοι τούτων και χείρονες ως ανόητοι· ημείς δε προσκυνούντες Θεόν παντοδύναμον, δυνάμεθα να τελώμεν θαυμάσια με την Χάριν αυτού και βοήθειαν, και όχι με μαγείας, καθώς μας κατακρίνετε ψευδώς· ας κάμουν και οι ιερείς των ανοσίων θεών σας τοιαύτα θαυμάσια, να φωτίσουν τυφλούς, να αναστήσουν νεκρούς και να θεραπεύσουν πάσαν ασθένειαν· αλλά δεν δύνανται ως ανισχύρων και αναισθήτων θεών υπηρέται να πράξουν καλόν οι άφρονες». Ταύτα εξώργισαν τους ασεβείς περισσότερον, αρπάσαντες δε τους Αγίους οι δήμιοι έτρεχον σπουδαίως εις τον τόπον της τελειώσεως· και φθάσαντες εις υψηλόν τι όρος έξω της πόλεως, τους απεκεφάλισαν τη γ΄ (3η) Οκτωβρίου του 96ου έτους από Χριστού, τελευταίου δε της του Δομετιανού βασιλείας. Έγινε δε εις τον μέγαν Διονύσιον θαύμα παράδοξον ομού και εξαίσιον· όταν δηλαδή ο Άγιος απεκεφαλίσθη, λαβών την αγίαν κεφαλήν του εις τας χείρας του περιεπάτησεν έως δύο μίλλια και δεν αφήκεν αυτήν, έως ου απήντησε γυναίκα τινά ενάρετον, Κατούλαν ονόματι, και σταθείς κατά θείαν Πρόνοιαν απέθεσεν αυτήν ως θησαυρόν εις τας παλάμας εκείνης. Αυτή δε η μακαρία γυνή λαβούσα πολλήν αγαλλίασιν δια τον πλούτον, όστις της ήλθε κατά θείαν οικονομίαν και πρόνοιαν, ηγόρασεν από τους δημίους κρυφίως τα άγια των Μαρτύρων λείψανα· διότι ο μεν τύραννος προσέταξε να τα φάγωσι τα θηρία, η δε ευγενής εκείνη γυνή επήρε την νύκτα τους φύλακας και τους έκαμε δείπνον πλούσιον, μεθυσθέντες δε εκείνοι της έδωσαν τα άγια λείψανα με αργύρια, και τα ενεταφίασεν εις τόπον έντιμον έξω των Παρισίων. Ύστερον δε οι Χριστιανοί έκτισαν εις τον τόπον εκείνον Εκκλησίαν εις το όνομα των Αγίων, όστις έως την σήμερον φαίνεται. Κατά δε τον χαρακτήρα του σώματος ήτο ο Άγιος Διονύσιος μέσος κατά το ύψος, λεπτός, λευκός μεν κατά το χρώμα, αλλά ολίγον κίτρινος, ολίγον κοντήν έχων την ρίνα, συνεσπασμένας τας οφρύς, κοίλους ήτοι βαθουλούς τους οφθαλμούς, μεγάλα τα ώτα. Λευκήν μεν έχων κόμην, μακράν δε, ομοίως και το γένειον μακρόν μεν, μετρίως δε αραιόν. Τελείται δε η αυτού σύναξις εν τη αγιωτάτη μεγάλη Εκκλησία, εν τω εν Αθήναις Ναώ του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και εις πάντας τους Ιερούς Ναούς των Ορθοδόξων Χριστιανών.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2083
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η) του μηνός Οκτωβρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΙΕΡΟΘΕΟΥ πρώτου Επισκόπου Αθηνών.

Δημοσίευση από silver » Πέμ Οκτ 03, 2019 11:36 pm


Ιερόθεος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών και πρώτος Επίσκοπος Αθηνών εγεννήθη εις τας κλεινάς Αθήνας και ήτο εις εκ των εννέα βουλευτών του Αρείου Πάγου, καθώς ήτο και ο θείος Διονύσιος ο μαθητής του. Προκατηχηθείς δε την εις Χριστόν πίστιν από τον Απόστολον Παύλον και βαπτισθείς, εχειροτονήθη υπ’ αυτού πρώτος Επίσκοπος Αθηνών. Αυτός δε πάλιν μυσταγωγεί τελειότερον τα περί Χριστού δόγματα τον Αρεοπαγίτην Διονύσιον. «Ούτος ο μακάριος παρεγένετο εις την Κοίμησιν της Υπεραγίας Θεοτόκου δια νεφέλης μετά των Αποστόλων και των Ισαποστόλων Ιεραρχών και ήτο έξαρχος, μετά τους Αποστόλους, επί των θείων υμνωδιών, όλος εκδημών, όλος εξιστάμενος εαυτού, και την προς τα υμνούμενα κοινωνίαν πάσχων, διο και από όλους, όσοι τον ήκουον και τον έβλεπον, εκρίνετο ότι είναι θεόληπτος και θείος υμνολόγος», καθώς ταύτα λέγει αυτολεξεί ο μαθητής αυτού μέγας Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης (εν τω γ΄ κεφαλαίω ΄Περί θείων ονομάτων΄). Καλώς λοιπόν και θεοφιλώς πολιτευόμενος και ευφράνας τον Θεόν με την θεάρεστον αυτού πολιτείαν και τα ένθεα κατορθώματα, προς Αυτόν εξεδήμησεν.

Εκλογή εκ του εις τον εν Αγίοις Πατέρα ημών και Ισαπόστολον πρώτον Ιεράρχην Αθηνών μέγαν ΙΕΡΟΘΕΟΝ εγκώμίου του σοφωτάτου Ευθυμίου Ζυγαδινού συντεθείσα υπό Αγάθωνος Μοναχού.

Ιερόθεον θέλω εγκωμιάσει τον ιερόν του Θεού άνθρωπον, είναι δε πρέπον τω όντι εις αυτόν και δίκαιον το εγκώμιον, πρώτον μεν επειδή καθώς είχε το θείον και ιερόν όνομα Ιερόθεος, το οποίον σημαίνει αφιερωμένον τω Θεώ άνθρωπον, ούτως είχε και έργα θεία και του Θεού άξια, δια των οποίων ηγιάσθη και καθιερώθη εις τον Θεόν και προσφυέστατα συνεφώνησαν μετά του ονόματός του τα έργα του· δεύτερον δε επειδή συνέζησε και συνανεστράφη μετά των αφιερωμένων εις τον Θεόν Αγίων Αποστόλων και ίσα με εκείνους ηξιώθη χαρίσματα, αποστολικήν λαβών διακονίαν, αποστολικήν δόξαν, αποστολικήν προεδρίαν, άλλος Απόστολος και ων και φαινόμενος· τούτου ένεκεν δίκαιον είναι μετά των Αποστόλων και αυτόν να τιμώμεν και να εγκωμιάζωμεν· επειδή καθώς αναντιρρήτως αποστολικώς πάσαν την ζωήν αυτού διήνυσεν, ούτω δικαίως και σέβας αποστολικόν και έπαινοι αποστολικοί εις αυτόν οφείλονται και εγκώμια, καθότι το πρέπον απαιτεί των ίσων πόνων να είναι ίσοι και οι μισθοί και τα στέφανα όμοια. Όστις δε το ιερόν τούτο χρέος εκπληροί και σεβασμίως τιμά και γεραίρει τον ιερόν τούτον άνθρωπον του Θεού Ιερόθεον, ηξεύρετε ποίον έχει μισθόν και τίνα λαμβάνει την ανταπόδοσιν; Το να γίνη και ούτος αξιόμισθος και αξιοσέβαστος ως ο ευφημούμενος Άγιος και παρά πάντων σεβασμίως να τιμάται και να εγκωμιάζεται. Τούτου ένεκα προθύμως πρέπει άπαντες οι φιλόθεοι και φιλέορτοι να συντρέξωσι και γηθοσύνως τας ευκλεείς αυτού πράξεις να αναμνήσωσι, και εκ των καλών αυτού κατακόρως να απολαύσωσι και χορτάσωσιν, εις το οποίον πάντοτε μεν, εξαιρέτως δε σήμερον κατά την ημέραν της αυτού πανηγύρεως άπαντας πανταχόθεν τους φιλοθέους προσκαλεί να συνέλθωσιν. Εκ τίνων γονέων εγεννήθη και κατήγετο ο ιερός πατήρ ημών Ιερόθεος και πως καλώς και ευγενώς ανατραφείς και εκπαιδευθείς και εις μέτρον ηλικίας φθάσας κατέστη τοσούτον επίσημος, ώστ’ εξεπέρασε και συτούς τους ευκλεεστάτους και υπερενδόξους άνδρας κατά την φήμην και την υπόληψιν, ουδείς μεν των ιστορικών μας το εξιστόρησεν, εκ των συγγραμμάτων όμως αυτού και εκ της υψηλής σοφίας του απταίστως δυνάμεθα να κρίνωμεν και περί της ευγενούς ανατροφής και νομίμου αυτού εκπαιδεύσεως. Επειδή ο του ανθρώπου λόγος πάντοτε είναι ζωηροτάτη και απαράλλακτος εικών των έργων του ως παρά πάντων ομολογείται· «Ανδρός χαρακτήρ εκ λόγων γνωρίζεται». Πολλάκις μάλιστα εις λόγος παραμικρός αρκεί άπασαν να παραστήση την ηθικήν του ανθρώπου κατάστασιν, επειδή τα ήθη τον λόγον παρομοιάζουσι και ο λόγος τα ήθη· και ο μεν αξιέπαινος λόγος αξιέπαινα ήθη σημαίνει, τα δε επαινετά ήθη επαινετόν λόγον γεννώσιν· ούτος λοιπόν ο λόγος αποδεικνύει, ότι και η γέννησις και η ανατροφή και η εκπαίδευσις του Ιεροθέου λίαν ήσαν αξιέπαινα. Επειδή τοσούτον υψηλή ήτο των λόγων και συγγραμμάτων αυτού η σοφία, ώστε ουχί μόνον των άλλων Ιεραρχών και Θεολόγων ανδρών την σύνεσιν υπερέβαινεν, αλλά και αυτού του θεολήπτου Αποστόλου Τιμοθέου, μαθητού Παύλου του Αποστόλου, ως αυτός ούτος φιλαλήθως ομολογεί τούτο ο Τιμόθεος. Ότι μεν λοιπόν παιδιόθεν ο Άγιος ούτος εγένετο των καλών και έργων και λόγων εραστής θερμότατος, αυτά τα πράγματα το κηρύττουσιν. Επειδή εκ πρώτης αυτού ηλικίας ενώσας με την φυσικήν ευφυϊαν του νοός τα ευγενή και χρηστά ήθη, εις παν είδος των εγκυκλίων μαθημάτων και επιστημών εγένετο εμπειρότατος και εντελέστατος, και περί μεν σωματικού πλούτου και γηϊνων κτημάτων ποσώς δεν εφρόντιζεν, ένα δε μόνον πλούτον εγίνωσκε και υπερεπόθει, την των αρετών κτήσιν και την των επιστημών κατανόησιν, αλλ’ ουχί αμελώς και περιέργως, αλλά μετά ζεούσης καρδίας και γνώμης ανδρείας και γενναιόφρονος, προετίμα δε νουνεχώς, παρά την μάθησιν των επιστημών, των αρετών την κατόρθωσιν, και κατά πρώτον μεν λόγον εις την των αρετών εργασίαν φιλοπόνως ηγωνίζετο, κατά δεύτερον δε λόγον και τας επιστήμας και πάσαν την εγκύκλιον παίδευσιν φιλοτίμως εσπούδαζε, καλώς γινώσκων ότι η της φιλοσοφίας και των επιστημών σπουδή προηγουμένως χρείαν έχει της των αρετών πράξεως και της των χρηστών ηθών καθαρότητος· διότι καθώς λέγει η Σοφία Σολομώντος εις πονηράν και εμπαθή ψυχήν η σοφία ποτέ δεν εισέρχεται· «Εις γαρ κακότεχνον ψυχήν ουκ εισελεύσεται σοφία» (Σοφ. Σολ. α:4). Πόσης δε σπουδής και επιμελείας χρείαν έχει και πόσους ιδρώτας πρέπει να χύση όστις επιποθεί την εαυτού ψυχήν δια του λαμπρού των αρετών και επιστημών ενδύματος να κοσμήση, γινώσκουσιν ακριβώς όσοι δια της πράξεως έμαθαν και έργω τα καλά ταύτα απέκτησαν· καθότι όστις μάθη εφ’ όσα πάθη, εκείνου και η γνώσις είναι βεβαία και αδιάπταιστος και ο λόγος αληθής τε και αξιόπιστος. Επειδή τόσον των αρετών η κατόρθωσις όσον και των επιστημών η κατανόησις μεγάλων πόνων και ιδρώτων και χρόνων ικανών χρείαν έχουσιν, ότι γλυκύς μεν είναι ο της παιδείας καρπός, αλλ’ η ρίζα πικρά και επίμοχθος· όθεν απαιτείται και νους μεν φιλήσυχος, ατάραχος, αρέμβαστος και αμετεώριστος, αγρυπνίαι δε συνεχείς και άπαυστοι και ταλαιπωρίαι και κακοπάθειαι απειράριθμοι. Τα καλά ταύτα καλώς γινώσκων ο ιερός Πατήρ ημών Ιερόθεος πάσαν κατέβαλε σπουδήν και επιμέλειαν, ώστε κατά τε την πράξιν και θεωρίαν κατέστη ακρότατος, υπερβάς άπαντας του καιρού εκείνου τους ευκλεείς άνδρας θεωρητικούς τε και πρακτικούς. Επειδή τους μεν πρακτικούς και εναρέτους υπερέβαινε κατά την θεωρίαν δια της υψηλής σοφίας του, τους δε θεωρητικούς και πεπαιδευμένους υπερενίκα κατά την πράξιν δια της άκρας αυτού αρετής και ασκήσεως, τους δε πρακτικούς τε άμα και θεωρητικούς υπερείχε κατά τον υψηλότερον βαθμόν της θεωρίας και πράξεως, εις τον οποίον αυτός είχεν ανυψωθή υπέρ άπαντας, καθότι η μεν υψηλή σοφία του την άμεμπτον εβεβαίωνε πολιτείαν του και την υψηλήν υπεστήριζε παιδείαν του, και δια να είπω συντόμως, άπαντα τα καλά, όσα προς αρετήν και παιδείαν συντείνουσι, μετά μεγίστης προθυμίας και αναριθμήτων πόνων ως φιλόπονος μέλισσα εις εαυτόν εθησαύρισεν. Αλλά οι μεν πόνοι παρήλθον, η δε δόξα αυτού διαμένει αιώνιος· μεγάλης δε φρονήσεως και αγχινοίας έργα είναι το επικερδέστατον τούτο εμπόριον, το να δώση δηλονότι εις κόπον πρόσκαιρον και να λάβη δόξαν αιώνιον, το οποίον οι νόες οι μικρόφρονες ποτέ δεν δύνανται να επιχειρήσωσιν. Ούτω λοιπόν ο εν Αγίοις πατήρ ημών Ιερόθεος την πρακτικήν αρετήν βάσιν ποιήσας της θεωρητικής, και δια της πράξεως την θεωρίαν ζητήσας, έφθασεν εις τον ακρότατον της αρετής και της παιδείας βαθμόν, καθ’ όσον είναι δυνατόν εις την ανθρωπίνην φύσιν, και εγένετο τελειότατος και τοιουτοτρόπος προ της εν Χριστώ πίστεως και προ της αναγεννήσεως δια του αγίου Βαπτίσματος προκαθαρίσας εαυτόν, εγένετο άξιος και της αμωμήτου ημών πίστεως. Ότε δε ο θείος Απόστολος Παύλος κηρύττων πανταχού εις τα έθνη έφθασε και εις τας κλεινάς Αθήνας τον Ιησούν και την Ανάστασιν ευαγγελιζόμενος, τινές δε των επικουρείων και στωϊκών φιλοσόφων αντίθεον και βλάσφημον την διδασκαλίαν αυτού νομίζοντες, συλλαβόντες έφερον αυτόν εις το του Αρείου Πάγου περίφημον δικαστήριον, ίνα κριθείς και κατακριθείς αξίαν λάβη την καταδίκην της βλασφημίας του, τότε και ο Παύλος, σταθείς εν μέσω του κριτηρίου, εξεφώνησε την θαυμασιωτάτην εκείνην δημηγορίαν, λαβών την αφορμήν του λόγου εκ της του βωμού επιγραφής «Τω Αγνώστω Θεώ», δια της οποίας είλκυσε τους ελλογιμωτέρους και σοφωτέρους των άλλων φιλοσόφων προς την εις Χριστόν πίστιν, εν οις ήτο και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, και γυνή τις ονόματι Δάμαρις, και έτεροί τινες μετ’ αυτών, ως ταύτα πάντα λεπτομερώς ο ιερός Λουκάς ιστορεί εις τας Πράξεις των Αποστόλων. O δε θείος Πατήρ ημών Ιερόθεος προ του ιερού Διονυσίου είχε πιστεύσει, υπό του Αποστόλου Παύλου προδιδαχθείς. Επειδή, αν τότε ήθελε πιστεύσει και αυτός μετά του θείου Διονυσίου, δεν ήθελε σιωπήσει τούτο ο ιερός Λουκάς, αλλ’ ήθελεν αναφέρει και αυτόν εξ ονόματος, επισημότερον του Διονυσίου όντα και πάντων των άλλων κατά τε την παιδείαν και την αρετήν υπέρτερον· «Ου γαρ αν ει τηνικαύτα και ούτος μετά Διονυσίου πιστεύσας, εκολλήθη τω Παύλω» (επιφέρει ο σοφός Ζυγαδινός εν τω εις τον Άγιον τούτον εγκωμίω αυτού). Εν τοσούτω, αφ’ ου ο τε θείος Πατήρ ημών Ιερόθεος και ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος εδέχθησαν την εις Χριστόν πίστιν, διδάσκονται αμφότεροι υπό του Αποστόλου Παύλου πάντα τα της πίστεως δόγματα και χειροτονούνται Επίσκοποι των τότε πιστευσάντων Χριστιανών, ο δε θείος Διονύσιος και του Ιεροθέου μαθητής εχρημάτισε κατά τε την έξω σοφίαν και τα της Θεολογίας απόρρητα, εκ του οποίου πρέπει να στοχασθώμεν πόση ήτο η του Ιεροθέου επιστημονική τε και θεολογική σοφία, όταν τοσούτον μέγαν Μαθητήν ηδυνήθη να αναδείξη, οίος ήτο ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος. Επειδή κατά την αψευδή του Κυρίου απόφασιν, δεν είναι ανώτερος ο μαθητής του διδασκάλου αυτού, αλλ’ όμως ο του Ιεροθέου μαθητής Διονύσιος ομολογουμένως υπερβαίνει πάντα σοφόν ακρότατον, πολλώ μάλλον άρα ο διδάσκαλος αυτού Ιερόθεος «αυτάρκη ταύτα (λέγει ο σοφός Ευθύμιος ο Ζυγαδινός) της θεοειδούς εκείνου (του Ιεροθέου) διανοίας και υψηλής εμφήναι το κλέος»· δια των οποίων δηλούται σαφώς, ότι και υπό του θείου Παύλου και υπό του μεγάλου Ιεροθέου μαθητευθείς ο θεόληπτος Διονύσιος, εμυήθη υπ’ αμφοτέρων τα κρείττονα και τα τελειότερα της τε ουρανίου και της καθ’ ημάς σοφίας. Μεγάλως δε ευγνωμονεί προς τον διδάσκαλον αυτού Ιερόθεον ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος και θαυμάσιος πλέκει εγκώμια πολλαχού των αθανάτων εκείνων συγγραμμάτων αυτού, μέγαν ήλιον ονομάζων αυτόν, κλεινόν καθηγεμόνα, θείον διδάσκαλον, Ιερομύστην, υμνολόγον θεόληπτον και άλλα πάμπολλα, ώστε «ουκ αν ποτε προς ούτω μέγαν ήλιον αντειπείν επεχειρήσαμεν» (Διονυσίου Αρεοπαγίτου εν τω «Περί θείων ονομάτων»). Δια δε τα ιερά του Ιεροθέου συγγράμματα αποφαίνεται ο Μέγας Διονύσιος ότι επιστημονικώς και μετά γηραλέας φρονήσεως έγραψε ταύτα και ότι ως άλλην Αγίαν Γραφήν πρέπει να τα νομίζωμεν, ώσπερ τινά δεύτερα εκείνης λόγια και των θεολέκτων ακόλουθα. Έχει δε και ιδιαίτερον κεφάλαιον προς τον Απόστολον Τιμόθεον, όπου γνωστοποιεί, ότι και αυτός ο θείος Τιμόθεος λαβών παρά του Διονυσίου το υψηλότατον του Ιεροθέου σύγγραμμα, και μη δυνηθείς να το εννοήση, το επέστρεψε προς τον Διονύσιον, παρακαλών αυτόν να το εξηγήση, ως του διδασκάλου αυτού σύγγραμμα, και να το πέμψη εξηγημένον προς αυτόν «και πολλάκις ημάς και αυτός εις τούτο προέτρεψας, και την γε Βίβλον αυτήν ως υπεραίρουσαν ανταπέσταλκας» (κεφ. γ΄ ). Τούτο λοιπόν μόνον αρκεί ν’ αποδείξη οποίος ήτο κατά την σοφίαν ο ιερός Πατήρ ημών Ιερόθεος, όταν η Βίβλος αυτού και αυτού του Αποστόλου Τιμοθέου υπερέβαινε την κατάληψιν και δια τούτο εζήτει παρά του ιερού Διονυσίου την ταύτης εξήγησιν. Αλλά και εις την κηδείαν του θεοδόχου σώματος της Κυρίας ημών Θεοτόκου μαρτυρεί ο αυτός Διονύσιος, ότι ήτο παρών και ο Ιερόθεος υπό νεφέλης αρπαγείς, και ότι ύμνους τότε εμελώδησε και επιταφίους ωδάς εις δόξαν της Θεομήτορος, υπερβαινούσας κατά πολύ τας των άλλων Ιεραρχών ωδάς και εγκώμια, τα οποία και αυτοί οι θείοι Απόστολοι υπερθαυμάζοντες εφύλαττον εις την μνήμην των, και εις πολλούς πολλάκις αυτά ανέφερον, ως και τούτο ο αυτός μαρτυρεί Διονύσιος, λέγων προς Τιμόθεον τον Απόστολον· «Πολλάκιςοίδα παρά σου και μέρη τινά των ενθεαστικών εκείνων υμνωδιών επακούσας». Ενθυμούμαι, λέγει, ω Τιμόθεε, ότι πολλάκις ήκουσα εκ του στόματός σου και περικοπάς τινας εκ των θεολήπτων εκείνων ύμνων και εγκωμίων, τα οποία ο εμός θείος διδάσκαλος Ιερόθεος εξεφώνει προς την Κυρίαν ημών Θεοτόκον όλος ένθους, έξω ων εαυτού και μετά της υμνουμένης Θεομήτορος ηνωμένος τω πνεύματι, πάθος πάσχων απαθές και μακάριον, και καθώς μεταξύ των ιερών Αποστόλων το σκεύος της εκλογής ο θείος Παύλος διέπρεπε και υπερείχεν εις τα της Δεσποίνης ημών εγκώμια, ούτω μεταξύ των Ιεραρχών προηγείτο και υπερέλαμπεν ο μακάριος Ιερόθεος, πάντων κρατών, πάντων υπερέχων, και παρά πάντων υφ’ ων ηκούετο και ωράτο θεόληπτος και θείος υμνολόγος κρινόμενος. Τον τοιούτον λοιπόν και τοσούτον κατά τε αρετήν και σοφίαν μέγαν και θειότατον άνδρα με τίνας να τον παραβάλωμεν και πως να τον ονομάσωμεν; Με τους αϋλους Αγγέλους και Άγγελον να τον ονομάσωμεν; Ναι, βεβαιότατα, διότι αγγελικώς εν τω κόσμω επολιτεύθη, και ένσαρκος Άγγελος ανεφάνη· με τους Αποστόλους και Απόστολον να τον ονομάσωμεν; Ναι βεβαιότατα, διότι Αποστολικήν εγχειρισθείς διακονίαν, αποστολικώς τα χρέη αυτής εξετέλεσε· με τους Μάρτυρας, με τους Ιεράρχας και Διδασκάλους; Ναι, βεβαιότατα, διότι ως Μάρτυς μεν και δια λόγων και δι’ έργων και αγώνων την της πίστεως αλήθειαν εμαρτύρησεν, ως δε Ιεράρχης, κανονικώς και νομίμως αρχιερατεύσας, τον Θεόν ευηρέστησε και ως διδάσκαλος υπέρ πάντα τα διδασκαλικά χρέη εξεπλήρωσεν. Αλλά και ουρανόν και ήλιον και σελήνην εάν αυτόν ονομάσωμεν, αληθεύομεν, διότι και αυτός δια των αειφώτων έργων και λόγων αυτού ως δι’ αστέρων λαμπρυνόμενος την του Θεού δόξαν, την ένσαρκον του Θεού Λόγου οικονομίαν διηγήθη, και το της αγνοίας και ειδωλολατρίας σκότος δια της αληθούς θεογνωσίας αποδιώξας, πάσαν κατηύγασε την υφήλιον, αλλά και σκεύος εκλογής, άλλον Παύλον και υιόν βροντής, δεύτερον Θεολόγον, εάν αυτόν ονομάσωμεν, μεθ’ υπερβολής δεν τον εγκωμιάζομεν. Επειδή και του Παύλου επλούτει τον διακαή προς το κήρυγμα ζήλον, και της του Ιωάννου Θεολογίας τον παγκόσμιον καταπληκτικόν ήχον. Δια τοσούτων στεφάνων η αρετή αυτόν κατεκόσμησε, δια τοσούτων αγαθών η φιλοσοφία αυτόν κατεποίκιλεν. Τίνα λοιπόν εκ των προνομίων και χαρίτων αυτού να θαυμάση τις πρότερον; Ή ποία γλώσσα ρητορικωτάτη θέλει δυνηθή να εφεύρη των τοσούτων και τοιούτων κατορθωμάτων πρέποντα τα εγκώμια; Επειδή όταν μία ψυχή εις εαυτήν συναθροίση άπαν καλόν, υπερνικά άπαν εγκώμιον· όθεν εγώ εν έτι προς τοις ειρημένοις ειπών, θέλω καταπαύσει τον λόγον μου, ότι δηλαδή μετά τοσούτων και τοιούτων λαμπρών κατορθωμάτων και προτερημάτων ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Ιερόθεος εν βαθυτάτω γήρατι τελευτήσας, ηξιώθη της των Πατριαρχών, Προφητών, Μαρτύρων, Ιεραρχών και πάντων των απ’ αιώνος Αγίων συναυλίας και συνοικήσεως, υπέρ ημών εκτενώς καθικετεύων τον Ύψιστον, ίνα αταράχως το της παρούσης ζωής πέλαγος διαπλεύσαντες, εις τους γαληνούς και ακυμάντους λιμένας της των Ουρανών Βασιλείας καταντήσωμεν. Δέξαι λοιπόν ευμενώς, Πάτερ θειότατε, τα παρ’ ημών ευλαβώς προσφερόμενα, τα παρά σου αντιδίδων ημίν, όσα δια των πρεσβειών σου να αντιδώσης δύνασαι· ήδη μεν ευεξίαν σώματος και ψυχής, αμαρτιών άφεσιν, πειρασμών απαλλαγήν, και τέλος βίου εις Θεόν ευάρεστον· προς δε το μέλλον την εκ δεξιών Χριστού του Θεού ημών μετά των Αγίων παράστασιν. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι εις τους αιώνας. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2083
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ε΄ (5η) του αυτού μηνός Οκτωβρίου, της Αγίας Μάρτυρος ΧΑΡΙΤΙΝΗΣ.

Δημοσίευση από silver » Παρ Οκτ 04, 2019 11:11 pm

Χαριτίνη η Αγία Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού και Δομετίου κόμητος εν έτει 290, δούλη Κλαυδίου τινός. Ακούσας δε ο κόμης Δομέτιος περί αυτής, ότι είναι Χριστιανή και ότι και άλλους πολλούς επιστρέφει εις την πίστιν της, τους δε λοιπούς Χριστιανούς στερεώνει περισσότερον εις αυτήν, γράφει εις τον αυθέντην αυτής Κλαύδιον να αποστείλη την Χαριτίνην εις αυτόν δια να την εξετάση. Λαβών ο Κλαύδιος τα γράμματα ελυπήθη και ενδυθείς σάκκον, ήτοι τρίχινον φόρεμα, εθρήνει. Η δε Χαριτίνη, παρηγορούσα αυτόν, έλεγε· «Μη λυπού, αυθέντα μου, αλλά χαίρε, επειδή έχω να λογισθώ εις τον Θεόν ευπρόσδεκτος θυσία δια τας ιδικάς μου και ιδικάς σου αμαρτίας». Λέγει τότε ο Κλαύδιος· «Δούλη του Θεού, ενθυμού και εμέ πλησίον του επουρανίου Βασιλέως». Ο δε κόμης, επειδή εβράδυνε να έλθη, έδραμεν εις την οικίαν της, όπου κατώκει μόνη και κατά μόνας προσευχομένη εις τον Θεόν, και ευθύς, μετά μεγάλου θυμού εμαστίγωσε την Αγίαν και αφού την κατεπλήγωσε, την έδεσε με άλυσον σιδηράν εις τον λαιμόν και παρέδωκε την δικαίαν εις τον άδικον κριτήν του τόπου. Τότε ο κριτής έθεσεν ευθύς έμπροσθεν της Αγίας τα τιμωρητικά όργανα και λέγει προς αυτήν· «Σωφρονίσου, πριν να τιμωρηθής, λυπήσου τον εαυτόν σου και θυσίασον εις τους θεούς, δια να κερδίσης τρία μεγάλα καλά. Πρώτον να λάβης την συγχώρησιν από τους θεούς. Έπειτα την αγάπην των βασιλέων. Και τρίτον δεν θέλει αφανισθή από τας δριμείας βασάνους η νεότης σου». Ταύτα ακούσασα η Μάρτυς ύψωσε εις τον ουρανόν τα όμματα, ζητούσα από εκεί βοήθειαν· ποιήσασα δε και το σημείον του Σταυρού είπε· «Ποικίλος και πλάνος είσαι, ω ηγεμών, αλλ’ η πονηρία σου ανωφελής δεν θέλει με φοβίσει, ούτε συμβουλεύων με καταπείθεις, ούτε θέλεις ελαττώσει την προθυμίαν, την οποίαν έχω, να βασανισθώ δια τον Χριστόν· διότι εις τον μόνον αληθινόν Θεόν ελπίζω και εις αυτόν την ζωήν μου αφιέρωσα. Ανίσως λοιπόν θέλης να σωφρονής, τον εαυτόν σου λυπήσου δια την πλάνην σας και πράξε το συμφέρον σου, το οποίον είναι να μη πιστεύης είδωλα κωφά, δια τα οποία είπεν ο Προφήτης Δαβίδ· «Οι θεοί των εθνών δαιμόνια» (Ψαλμ. 95, 5) και αλλαχού· «Τα είδωλα των εθνών αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων» (Ψαλμ. ριγ, 12) και πάλιν· «Όμοιοι αυτοίς γένοιντο οι ποιούντες αυτά» (Ψαλμ. ριγ, 16), ο δε Προφήτης Ιερεμίας λέγει· «θεοί, οι τον ουρανόν και την γην ουκ εποίησαν, απολέσθωσαν» (Ιερ. ι, 11). Ταύτα ακούσας ο κριτής και πάλιν οργισθείς, προσέταξε, δια καταισχύνην, και της εξύρισαν τας τρίχας της κεφαλής. Θαύμα δε ηκολούθει και η κεφαλή πάλιν εκαλύπτετο με τας ιδίας τρίχας αναφυομένας και εφαίνετο ως πρότερον. Ο κριτής τότε περισσότερον οργισθείς προσέταξε να βάλουν επάνω εις την κεφαλήν της άνθρακας ανημμένους, έπειτα επάνωθεν να χύνουν και όξος· η δε Μάρτυς έλεγε· «Κύριε Ιησού Χριστέ, η βοήθεια εκείνων, οίτινες ελπίζουν εις Σε, ο τους Αγίους σου Τρεις Παίδας εκ φλογός σώσας, αυτός και νυν ελθών δυνάμωσόν με εις τας βασάνους, τας οποίας δια την αγάπην σου πάσχω, δια να μη είπουν οι εχθροί της αληθείας, που εστιν ο Θεός αυτών». Μετά δε την ευχήν ηλευθερώθη ευθύς η Μάρτυς από τους πόνους, ευχαριστούσα δε εδόξαζε τον Θεόν, ένεκα του οποίου πάλιν ο ηγεμών θυμωθείς προσέταξε και εκάρφωσαν εις τους μαστούς της Μάρτυρος σιδηρά σουβλία πεπυρωμένα. Και αι μεν σάρκες της Αγίας ηφανίζοντο από εκείνα τα σουβλία, αλλ’ η διάπυρος φλοξ της αγάπης του Χριστού περισσότερον ήναπτεν εις την καρδίαν της. Έπειτα προσέταξε και έκαιον τας πλευράς της με λαμπάδας ανημμένας, εκείνη δε περισσότερον ηύχετο. Αφεθείσα δε από τας βασάνους εβιάζετο να θυσιάση· αλλ’ επειδή κατά τε την καρδίαν και τα χείλη αμετάθετος και ακατάπειστος ήτο η Μάρτυς, ων δε και ο κριτής εις το κακόν και εις τον θυμόν αμίμητος, προσέταξε και της έδεσαν εις τον λαιμόν λίθον μέγαν, και είπε να την ρίψουν εις τον βυθόν της θαλάσσης. Ριπτομένη δε η Αγία εβόα· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε, ότι ηθέλησας δια το όνομά σου να περάσω και δια μέσου ύδατος θαλασσίου, δια να ευρεθώ καθαρά εις την ημέραν της Αναστάσεως. Αλλά δείξον καθώς και πάντοτε, ούτω και τώρα, εις εμέ τα θαυμάσιά σου, δια να δοξασθή περισσότερον το μέγα σου όνομα εις τους αιώνας. Αμήν». Ταύτα της Αγίας προσευχομένης, τα δεσμά ελύθησαν και ο λίθος μόνος εις το βάθος κατεφέρετο. Εκείνη δε (ω του θαύματος!) ίστατο αφόβως επάνω της θαλάσσης και περιπατούσα εις τα ύδατα, ως εις στερεάν γην, ήρχετο έξω εις τον αιγιαλόν. Ιδούσα δε τον ηγεμόνα, όστις περιέμενεν εκεί δια να ίδη το τέλος, του είπε· «Χαίροις, ω ηγεμών, δεν ηννόησες ακόμη την εις εμέ δύναμιν του Χριστού μου; Άφες λοιπόν το σκότος και πρόσδραμε εις το αληθινόν φως, δια να κερδήσης την σωτηρίαν σου. Αλλ’ ανίσως και επιμείνης εις την προτέραν σου γνώμην, εις εμέ βέβαια θέλεις γίνει αίτιος πολλών αγαθών, αλλ’ εις την ψυχήν σου θέλεις προξενήσει απώλειαν και αφανισμόν». Ταύτην την παρρησίαν μη υποφέρων ο ασεβής, και μάλιστα από το θαύμα καταπλαγείς, εξίστατο, έμεινε δε και άφωνος. Μετά δε πολλήν ώραν, ελθών εις τον νουν του είπεν· «Αυτά τα παράδοξα έργα, τα οποία βλέπω, με κάμνουν να θαυμάζω την δύναμιν του Γαλιλαίου, αλλ’ εγώ θέλω τα αποδείξει όλα μαγείας και ψεύδη». Και ευθύς προσέταξε να γυμνώσουν την Αγίαν και να δέσουν τας χείρας της οπίσω εις τροχόν, να βάλουν δε σωρόν ανθράκων υποκάτω και να γυρίζουν τον τροχόν συχνότερα, δια να συντρίβωνται ολίγον κατ’ ολίγον τα μέλη της και ούτω να αποθάνη με πολλούς πόνους. Και η μεν προσταγή ευθύς εγίνετο, ο δε Κύριος εβοήθει πάλιν την δούλην του και Άγγελος ελθών τους μεν άνθρακας έσβυσε, την δε δύναμιν των τιμωρούντων ηφάνισε και δεν ηδύναντο πλέον να γυρίσουν τον τροχόν. Και πάλιν εδώ ο κριτής διηπόρει, όμως και άλλας βασάνους επενοούσε και προσέταξε να της εκριζώσουν τους όνυχας των χειρών και των ποδών της. Η δε Αγία, ως να ετιμωρείτο άλλος, ούτως εφαίνετο. Ο δε άρχων προσέταξε και εξερρίζωσαν και τους οδόντας της, προσέταξε δε ο μιαρός και τους υπηρέτας του να την υπάγουν εις υψηλόν και φανερόν τόπον, και να διαλαλήσουν οι κήρυκες εις όλον τον τόπον να συναθροισθούν όσοι θέλουν να την μολύνουν και να καταισχύνουν το σώμα της· και πάλιν είπε να την γυρίσουν οπίσω ύστερον, δια να της επιβάλη και άλλα κολαστήρια. Η δε του Χριστού Μάρτυς είπεν· «Ο Χριστός μου δύναται εις μίαν και μόνην στιγμήν και χωρίς κόπον να μεταβάλη όλα αυτά και να λάβη την ψυχήν μου καθαράν σήμερον, αφανίζων τα ακάθαρτά σου νοήματα». Ταύτα ειπούσα, χείρας ομού και νουν και όμματα υψώσασα προσηύχετο εις τον ποθούμενον Θεόν. Αφ’ ου δε προσηυχήθη, με ειρήνην παρέθετο εις αυτόν το πνεύμα καθαρόν, θυσιάσασα προς αυτόν και το σώμα και την ψυχήν. Επροτίμα δε καλύτερον να αποθάνη, παρά να αμαρτήση έστω και μη θέλουσα. Ο δε άρχων και μετά τον θάνατόν της εφύλαττεν αμείωτον τον θυμόν και προσέταξε και την έρριψαν εις το βάθος της θαλάσσης δεδεμένην μέσα εις σάκκον με άμμον γεμάτον. Αλλ’ ουδέ τότε ελησμόνησε την δούλην του ο Θεός, όστις δοξάζει τους Αυτόν δοξάζοντας· διότι μετά τρεις ημέρας έφερεν εις την γην η θάλασσα το σώμα της Αγίας σώον και αβλαβές, ευλαβηθείσα αυτό, διότι εθανατώθη δια την αγάπην του δημιουργού Θεού. Ο δε αυθέντης της Κλαύδιος, αγαθός και καλόγνωμος, ο οποίος είχεν αναθρέψει την Μάρτυρα από μικράν, λαβών αυτό και λαμπρώς μυρίσας και ενδύσας ενεταφίασεν εις τινα τόπον τιμίως και ευλαβώς. Τοιούτον είναι το τέλος και το μαρτύριον της του Χριστού Μάρτυρος Χαριτίνης, η οποία ετελειώθη εις τας πέντε του Οκτωβρίου μηνός. Εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2083
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΣΤ΄ (6η) του μηνός Οκτωβρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΘΩΜΑ.

Δημοσίευση από silver » Κυρ Οκτ 06, 2019 1:10 am

Θωμάς ο ένδοξος του Κυρίου Απόστολος ήτο εις εκ των Δώδεκα Αποστόλων και Μαθητών του Κυρίου, οι οποίοι μετά την φρικτήν και ένδοξον του Δεσπότου Χριστού Ανάληψιν διεσπάρησαν εις όλην την οικουμένην κηρύττοντες τον σωτήριον λόγον του Ευαγγελίου και οι οποίοι με πολλούς κόπους και πόνους και βασάνους, τα οποία έπαθον από τους ασεβείς, έφεραν ημάς εις την ευσέβειαν και είμεθα χρεώσται να πανηγυρίζωμεν αυτούς περισσότερον από τους άλλους Αγίους, ως υπέρ άπαντας κοπιάσαντας, ίνα έχωμεν αυτούς και κατά την παρούσαν ζωήν μεσίτας προς τον Δεσπότην, να μας συγχωρήση τα αμαρτήματα. Εξόχως δε τον περιφανέστατον μεταξύ των Αποστόλων και φιλαληθέστατον τούτον Απόστολον Θωμάν, τον ακριβή μηνυτήν της αληθείας, όστις με την κατ’ οικονομίαν απιστίαν αυτού και ψυχωφελή αμφιβολίαν μετέβαλε την απιστίαν ημών εις πίστωσιν, και με τον δισταγμόν του ωλοκλήρωσε την πίστιν των άλλων Αποστόλων, και την έκαμε βεβαιοτέραν και αναντίρρητον· όθεν έφραξε τα στόματα των απίστων διωκτών και δεν ημπορεί να είπη τις, Ιουδαίος ή ειδωλολάτρης, ότι ο Δεσπότης δεν ανεστήθη· επειδή αυτός ο πιστός δούλος και μάρτυς ακριβέστατος της Αναστάσεως ετόλμησε να ψηλαφήση τον αναφή και αόρατον, δια να μη αμφιβάλλη τις άλλος ύστερον. Αλλ’ ας είπωμεν εξ αρχής την διήγησιν με βραχύτητα. Όταν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ευρίσκετο σωματικώς εις την γην, δια την σωτηρίαν ημών γενόμενος άνθρωπος, τότε ήτο και ο ευλογημένος Θωμάς εις την Ιουδαίαν, υιός γονέων πτωχών, αλλ’ είχεν εις τον Μωσαϊκόν Νόμον μεγάλην ευλάβειαν, και ανεγίνωσκε τας βίβλους επιμελώς εκ νεότητος, παιγνίδια δε των παίδων ποτέ δεν επόθησεν, αλλά διήρχετο πολιτείαν αγίαν και δεν ημέλει ποσώς, αλλ’ ειργάζετο πάντοτε είτε εις σωματικήν είτε εις ψυχικήν υπηρεσίαν. Ήτο αλιεύς, και από την ευτελεστάτην αυτήν τέχνην επορίζετο τα προς το ζην ως ηδύνατο· επειδή δε ήτο πτωχός και ενδεής εγυμνάζετο εις την κακοπάθειαν· όθεν και παρευθύς, όταν τον εκάλεσεν ο Χριστός, δεν ανέβαλε τον καιρόν, αλλά μετά χαράς ηκολούθησεν εις αυτόν και ούτως έγινε και ο μακάριος Θωμάς εις εκ των Δώδεκα Αποστόλων, Μαθητής προθυμότατος, υπηρέτης πιστότατος, και οικονόμος της αποστολής των εθνών δοκιμώτατος· ευθύς δε τότε ενεπλήσθη θείας δυνάμεως, επλούτησε την των θαυμάτων ενέργειαν, και ηξιώθη να γίνη του σεσαρκωμένου Θεού συνοδοιπόρος και σύντροφος, με τον οποίον πολλάκις εκοπίασε και εκακοπάθησε, πολλούς διωγμούς υπομείνας αδίκως, άλλοτε μεν διωκόμενος, άλλοτε δε λιθαζόμενος υπό των αχαρίστων Ιουδαίων. Όταν δε πάλιν εβούλοντο να θανατώσουν τον Σωτήρα και ευεργέτην των, έλεγε μετά των Συναποστόλων αυτού ο πιστός και ευγνώμων προς τον Δεσπότην δούλος· «Ας υπάγωμεν και ημείς να συναποθάνωμεν μετ’ αυτού, ότι κάλλιον είναι να συσταυρωθώμεν με τον Δεσπότην, παρά να ζώμεν χωρίς αυτόν». Ταύτην τηνκατά του θανάτου τόλμην του Συμμαθητού εθαύμαζον οι άλλοι Απόστολοι. Αλλά μετά την σωτήριον Σταύρωσιν, αφ’ ου εθανατώθη ο θάνατος με τον του Κυρίου θάνατον, αναστάς ο Σωτήρ εμφανίζεται εις τους μύστας και φίλους του, την Ανάστασιν και την κατά του άδου νίκην πιστούμενος· διότι καθώς ευρίσκοντο δια τον φόβον των Ιουδαίων κεκρυμμένοι εις το ανώγειον, εισήλθεν ο Δεσπότης χωρίς να ανοίξη τας θύρας, καθώς και εκ της Αγίας Παρθένου θεοπρεπώς, αφράστως και θαυμασίως έγινεν άνθρωπος, καθώς και εις την θάλασσαν με τους αχράντους πόδας αυτού περιεπάτησεν· ότι η φύσις αρνείται τους νόμους αυτής, οπόταν την προστάξη ο Κύριος. Επέστη λοιπόν εις το μέσον των Μαθητών ο Δεσπότης Χριστός, και δια της εισόδου αυτού, των θυρών κεκλεισμένων, εβεβαίωσεν εις αυτούς το θαύμα της Αναστάσεως. Ούτω λοιπόν οι μεν άλλοι Μαθηταί εχαίροντο ότι είδον οφθαλμοφανώς τον Κύριον, ο δε Θωμάς δεν ευρέθητότε εκεί, κατ’ οικονομίαν Θεού, δια να γίνη κατόπιν, ότε ηρεύνησε το πράγμα, λαμπρότατος κήρυξ της Αναστάσεως και διαλαλητής αυτής ακριβέστατος. Αφού ήλθεν ο Θωμάς και του είπον οι άλλοι ότι είδον τον Κύριον, από την μεγάλην χαράν της ψυχής του δεν επίστευσεν εκείνο όπερ επόθει να γίνη, και ακούων αυτό γεγενημένον αμφέβαλλε, και έλεγεν ότι δεν θα το επίστευεν, εάν δεν εψηλαφούσε τον Κύριον. «Τι λέγεις, Θωμά; Εάν ο Μαθητής απιστή, πως να πιστεύση ο Ιουδαίος; Εάν δεν παραδέχεται την Ανάστασιν ο Απόστολος, πως να την δεχθώσιν οι Έλληνες; Αλλά δεν ενθυμείσαι τα προλαβόντα θαύματα; Λεπροί καθαρίζονται, παράλυτοι εγείρονται, τυφλοί φωτίζονται, νεκροί ανίστανται, και συ μένεις εις την απιστίαν, μύστα της Χάριτος; Ας απιστή ο Καϊάφας, ας συκοφαντή ο Ιουδαίος, ας πολυπραγμονή ο Νικόδημος· αλλ’ ο εις από τους Δώδεκα Μαθητάς να δυσπιστή την Ανάστασιν»; Αυτά και έτερα μου φαίνεται να έλεγον προς τον ένα οι δέκα μύσται και Συναπόστολοι· αυτός δε πάλιν να αποκρίνεται προς αυτούς δικαιότερα· «Τι μου μέμφεσθε την αμφιβολίαν και με κατακρίνετε αδίκως; Προς Ιουδαίους με πέμπετε να κηρύττω την Ανάστασιν, να διδάσκω εις τα έθνη την έγερσιν· πως λοιπόν να μαρτυρήσω όσα οι οφθαλμοί μου δεν είδον; Πως να διδάξω εις άλλους όσα δεν εγνώρισα; Να πιστεύσω μόνον με λόγους; Αλλ’ οι Ιουδαίοι θέλουν με κατακρίνει ως ύποπτον, οι δε Έλληνες θα με περιγελούν ως ασύνετον, και δεν θα πιστεύσουν τους λόγους μου, όταν ακούσουν ότι εξ ακοής κηρύττω την του Δεσπότου Ανάστασιν». Και μεθ’ ημέρας οκτώ πάλιν ήσαν έσω οι Μαθηταί αυτού, και Θωμάς μετ’ αυτών· έρχεται ο Ιησούς, των θυρών κεκλεισμένων, και έστη εις το μέσον και είπεν· Ειρήνη υμίν. Είτα λέγει τω Θωμά· φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε, και ίδε τας χείρας μου και την πλευράν μου και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός. Και απεκρίθη ο Θωμάς, και είπεν αυτώ. Ο Κύριός μου και ο Θεός μου. Λέγει αυτώ ο Ιησούς· ότι εώρακάς με πεπίστευκας; Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες. (Ιωάν. κ, 26-29). Με τον λόγον τούτον εμακάρισε και επήνεσεν ο Κύριος ημάς τα έθνη, ότι χωρίς να ίδωμεν Αυτόν σωματικώς επιστεύσαμεν. Απολαύσας λοιπόν της θαυμαστής εκείνης θέας ο Θωμάς, εγένετο αίτιος να μάθουν οι Απόστολοι όσα δεν εγνώριζον· ομολογεί τον οραθέντα Θεόν και Κύριον, διότι Θεού ήτο το κατόρθωμα της Αναστάσεως. Μετά ταύτα ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός παρέμεινεν αθέατος εις τους Αποστόλους, ως άφθαρτος και αόρατος, και μόνον όταν ήθελεν εφαίνετο· αυτοί δε πάλιν ηλίευον ως πρότερον· εφανερώθη δε εις αυτούς εις τον αιγιαλόν και τους προσέταξε να ρίψωσι εις τα δεξιά μέρη του πλοίου το δίκτυον· τούτου δε γενομένου συνέλαβον πλήθος ιχθύων· ήτο δε με τους Αποστόλους και ο Θωμάς και συνειργάζετο μετ’ αυτών, ως δοκιμώτατος εις την υπακοήν. Όταν δε ήλθεν η ώρα της Αναλήψεως, έλαβεν ο Κύριος την Παναγίαν και Αειπάρθενον Μητέρα αυτού ομού μετά των Αποστόλων, αφού προηγουμένως τους έδωκε να εννοήσωσι και να πιστεύσωσι την Ανάστασιν· ανελθόντες δε εις το όρος των Ελαιών, Αυτός μεν ευλογήσας αυτούς ανήλθεν εις τους ουρανούς και εκάθισεν εις τα δεξιά του Πατρός, ως ομοούσιος αυτού και ομόθρονος, οι δε μετά χαράς μεγάλης επέστρεψαν αναμένοντες την κάθοδον του Παναγίου Πνεύματος. Τότε και ο μέγας ούτος Απόστολος έλαβεν ομού με τους λοιπούς Αποστόλους την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος κατελθόντος εν είδει πυρίνων γλωσσών επί τας κεφαλάς των Αποστόλων κατά την ημέραν της Πεντηκοστής. Ενδυναμωθείς δε με την εξ ύψους δύναμιν και ο θείος ούτος Απόστολος απήλθεν εις το σωτήριον κήρυγμα, κατά το πρόσταγμα του Δεσπότου· «Πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα, κηρύξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μάρκ. ιστ, 15). Έκαστος λοιπόν των Αγίων Αποστόλων εκληρώθη δι’ ωρισμένην χώραν της Οικουμένης καθώς το Πανάγιον Πνεύμα ώρισε· του δε μακαρίου Θωμά έπεσεν ο κλήρος να υπάγη εις τους Πάρθους, τους Πέρσας, τους Μήδους και τους Ινδούς. Αι Ινδίαι είναι χώρα της Ασίας, οι δε άνθρωποι αυτής ήσαν τότε πολύ ωμοί και βάρβαροι και ελάτρευον τα είδωλα. Ιδών ο μακάριος Θωμάς ότι εις τοιούτον έθνος άγριον τον απέστειλαν, εδυσχέραινε και ελυπείτο δια την ασθένειαν του σώματος· καθώς λοιπόν διελογίζετο πως να πράξη, φαίνεται εις αυτόν μίαν νύκτα ο Δεσπότης Χριστός και του λέγει· «Μη φοβείσαι, Θωμά, αλλά ύπαγε εις τας Ινδίας, κήρυξον το Ευαγγέλιον, και η Χάρις μου θα είναι μετά σου». Κατ’ εκείνας τας ημέρας έτυχε και ήτο εις τα Ιεροσόλυμα έμπορός τις εκ πόλεως τινός των Ινδιών, Αμβανής ονόματι, τον οποίον έστειλεν ο βασιλεύς Γουνδιαφόρος να εύρη κτίστην τινά επιτήδειον, διότι είχε πόθον να οικοδομήση παλάτιον ωραίον. Ο Δεσπότης, λοιπόν, ως καρδιογνώστης, γινώσκων σαφέστατα όσα έμελλε να πράξη εις τας Ινδίας ο Απόστολος, εφάνη εις την αγοράν μίαν ημέραν ως άνθρωπος και λέγει του Αμβανή· «Θέλεις να αγοράσης ένα αιχμάλωτον, κτίστην την τέχνην, τον οποίον έχω»; Ο δε είπε· «ναι». Τότε του έδειξε τον Θωμάν και συνεφώνησαν την αγοράν δια τρεις λίτρας αργυρίου· έγραψε δε το ομόλογον ο Δεσπότης λέγων· «Εγώ Ιησούς ο Υιός Ιωσήφ του τέκτονος επώλησα εις σε τον Αμβανή, τον δούλον μου Θωμάν» και τα λοιπά όσα συνήθως γράφονται εις τα ομόλογα. Ο δε αγοραστής ηρώτησε τον Θωμάν, εάν ήτο αληθώς αιχμάλωτος, ούτος δε δεικνύων τον Δεσπότην Χριστόν ωμολόγησε λέγων· «Ναι, ούτος είναι ο Κύριός μου, όστις με ηγόρασε με μεγάλην τιμήν ως φιλάνθρωπος». Ηκολούθησε λοιπόν ο Θωμάς τον Αμβανήν και τον υπηρέτει ως δούλος του· την δε άλλην νύκτα εφάνη πάλιν εις αυτόν ο Κύριος εν οράματι, και του δίδει τα αργύρια τα οποία έλαβε, λέγων· «Έχε την τιμήν της αγοράς σου, και την Χάριν μου μετά σου». Μετά ταύτα εισήλθον εις πλοίον ο έμπορος με τον Απόστολον, και ευρόντες καλόν άνεμον έφθασαν κατευοδοθέντες εις τας Ινδίας, εξήλθον δε εις πόλιν καλουμένην Ανδράπολιν, εις την οποίαν είχον μεγάλην πανήγυριν, διότι ο εξουσιαστής της πόλεως ταύτης υπάνδρευε την θυγατέρα του και έπαιζον διάφορα όργανα. Οι δε κήρυκες προσεκάλουν εις τους γάμους πλουσίους και πένητας, ξένους και εντοπίους και πάντα άνθρωπον εκεί ευρισκόμενον. Ο δε Απόστολος Θωμάς, κληθείς και αυτός εις τον γάμον μετά του Αμβανή, εκάθισαν εις το κατώτερον και ευτελέστερον μέρος της τραπέζης. Ενώ δε όλοι έτρωγον από τα φαγητά της τραπέζης, μόνος ο θείος Απόστολος δεν έτρωγεν, αλλ’ εκάθητο συλλογισμένος και συνεσταλμένος προσέχων εις τον εαυτόν του. Βλέπων δε τούτον εις των υπηρετών των κερνώντων τον οίνον, κινηθείς από αυθάδειαν και υπερηφάνειαν, έδωκεν εν ράπισμα εις τον Απόστολον του Κυρίου, λέγων εις αυτόν· «Επειδή εις γάμον εκλήθης μη σκυθρώπαζε, αλλά χαίρε και συνευφραίνου με τους άλλους συνδαιτυμόνας». Ο δε Απόστολος απεκρίθη εις τον ραπίσαντα· «Το μεν σφάλμα σου είθε να συγχωρήση ο Κύριος εις τον μέλλοντα αιώνα, την δε χείρα σου, ήτις ακρατώς εκινήθη κατ’ εμού και με ερράπισεν, ας την διαμοιράσουν τα θηρία εις τον παρόντα αιώνα, προς σωφρονισμόν και παιδείαν των άλλων». Τότε λοιπόν πορευθείς ο υπηρέτης εκείνος δια να φέρη ύδωρ και συγκεράση με τον οίνον, κατεξεσχίσθη από θηρίον, παραμονεύον εις το φρέαρ, και ούτως απέθανε. Την δε χείρα εκείνου επήρεν ένας σκύλος, και εμβήκεν εις το συμπόσιον, βαστάζων αυτήν εις το στόμα του, επιδεικνύων εις όλους την παιδείαν, την οποίαν έλαβε εκείνος, δια την αδικίαν και το ράπισμα το οποίον έδωκεν εις τον Απόστολον. Επειδή δε οι προσκεκλημένοι ηπόρουν τίνος άραγε είναι η χειρ εκείνη, τότε μία Εβραία, παίζουσα τον αυλόν εις τον γάμον, εφώναξε μεγαλοφώνως και είπε· «Μέγα και φοβερόν μυστήριον εφανερώθη σήμερον εις ημάς. Ακούσατε όλοι σεις οι καθήμενοι εις την τράπεζαν. Θεός ή Θεού Απόστολος κατεδέχθη να καθίση εις την τράπεζαν ομού με ημάς σήμερον. Διότι εγώ παίζουσα τον αυλόν και ευφραίνουσα σας τους συμποσιάζοντας, ήκουσα άνθρωπον ομόγλωσσον με εμέ, όστις έλεγεν εβραϊστί εις τον οινοχόον, ο οποίος τον ερράπισε· «Την δεξιάν σου χείρα την ραπίσασάν με θέλουν διαμοιρασθή εν τη παρούση ζωή τα θηρία δια να ίδωσιν όλοι και να σωφρονισθώσι». Και ιδού ότι ήλθεν εις έργον ο λόγος του». Τούτο το θαύμα έφθασε και εις τα ώτα του εξουσιαστού της πόλεως εκείνης, όστις αφ’ ου ετελέσθη ο γάμος προσεκάλεσε τον Απόστολον και είπε προς αυτόν· «Αν συ με την κατάραν σου δύνασαι να προξενής θάνατον, δείξον και την δύναμιν την οποίαν έχει η ευχή σου και η ευλογία εις την ιδικήν μου θυγατέρα, ήτις υπανδρεύθη σήμερον». Όθεν περιχαρώς τον λόγον δεξάμενος ο Απόστολος, επήγεν εις το δωμάτιον των νεονύμφων, και στηρίξας τους νέους εις σωφροσύνην και καταπείσας αυτούς να φυλάξωσι παρθενίαν, τους αφιέρωσεν εις τον Θεόν και ανεχώρησε. Μετ’ ολίγην δε ώρα βλέπει ο νυμφίος άνθρωπον ομοιάζοντα με τον Απόστολον, όστις συνωμίλει με την νύμφην, νομίσας δε ότι είναι ο Θωμάς, είπεν εις αυτόν· «Δεν εξήλθες συ έξω πρότερον από όλους; Και πως τώρα πάλιν αιφνιδίως ήλθες; Απορώ και εξίσταμαι». Τότε ο φαινόμενος απεκρίθη· «Εγώ δεν είμαι ο Θωμάς, αλλ’ αδελφός του Θωμά κατά χάριν, όστις δε ακολουθήαη εμέ ως έπραξεν ο Θωμάς και αρνηθή τον κόσμον και τα του κόσμου πράγματα, αυτός εις την μέλλουσαν ζωήν θα γίνη όχι μόνον αδελφός ιδικός μου, αλλά και συγκληρονόμος της Βασιλείας μου». Ταύτα ειπών έγινεν άφαντος από το μέσον αυτών, οι δε νεόνυμφοι εγκολπωθέντες τον λόγον του Κυρίου ως μαργαρίτην, προσέφερον εις τον φανέντα ολονυκτίους προσευχάς και δεήσεις. Την δε πρωϊαν επήγεν ο πατήρ και πενθερός εις το δωμάτιον, και βλέπων τους νεονύμφους ότι εκάθηντο αντικρύ ο εις του άλλου εταράχθη, και ηρώτα αυτούς, δια ποίαν αιτίαν κάθηνται ούτω χωριστά· οι δε απεκρίθησαν· «Ημείς ευχόμεθα, όπως αυτός ο χωρισμός φυλαχθή μεταξύ μας έως τέλους, ίνα κατά τον καιρόν των στεφάνων μένωμεν αχώριστοι εις τον ουράνιον και αιώνιον νυμφώνα, κατά την αψευδή υπόσχεσιν, την οποίαν μας έδωκεν ο φανείς εις ημάς εν ομοιώματι ξένου». Ταύτα ακούσας ο πατήρ και πενθερός εταράχθη περισσότερον, και υπεσχέθη να δώση πολλάς δωρεάς και χαρίσματα, αν ευρεθή ο πλάνος εκείνος, όστις τους ηπάτησε με τους τοιούτους λόγους και προσαχθή ενώπιόν του. Έστειλαν όθεν ζητούντες τον φανέντα· αλλά κατά το ψαλμικόν «Εξέλιπον εξερευνώντες εξερευνήσεις» (Ψαλμ. ξγ, 7), διότι ο φανείς εις τους νεονύμφους ορατώς μεν ουχ ευρίσκετο, αοράτως δε φαινόμενος εις τους νέους μαθητάς του εστήριζεν αυτούς. Ο δε Απόστολος εις εκείνους μεν, όσοι με κακόν σκοπόν εζήτουν αυτόν, δεν ενεφανίζετο, εκ του εναντίον δε εις τους ζητούντας αυτόν θεοφιλώς και με καλόν σκοπόν, ήτοι εις τους νέους του Χριστού Μαθητάς εφαίνετο χωρίς να τον βλέπουν οι άλλοι και τους εστήριζεν. Επειδή δε οι νεόνυμφοι παρεκάλουν τον Κύριον, ίνα καταπραϋνη την οργήν του πατρός αυτών, και τον αξιώση να μάθη την αλήθειαν της εις αυτόν πίστεως, τούτου χάριν επήκουσεν αυτών ο Θεός, και ωκονόμησε να γίνη και εκείνος Χριστιανός. Εδιδάχθη δηλαδή από τους νέους την ευσέβειαν, και εις τον Χριστόν ολοψύχως επίστευσεν. Αφ’ ου δε τούτο εγένετο, ακούσαντες οι δόκιμοι ούτοι μαθηταί του Χριστού, ότι ο Θωμάς διατρίβει εις τας Ινδίας, επήγαν εις αυτόν με σπουδήν και ετελειώθησαν με το άγιον Βάπτισμα. Και ούτως έγιναν κήρυκες και αυτοί εις άλλους του αγίου Ευαγγελίου. Μετά ταύτα ήλθεν ο Απόστολος εις τον βασιλέα της Ινδίας, Γουνδιαφόρον καλούμενον, όστις ηρώτησεν αυτόν ποία μεν τεχνητά πράγματα γνωρίζει να κατασκευάζη από ξύλα, ποία δε από τους λίθους. Ο δε Απόστολος απεκρίθη, ότι από μεν τα ξύλα είναι εμπειρότατος εις το να κατασκευάζη άροτρα, κωπία και ζυγούς των βοών, από δε τους λίθους ηξεύρει να κάμνη κίονας, ναούς και βασιλικά παλάτια. Τότε τω λέγει ο βασιλεύς· «άραγε δύνασαι να μου κατασκευάσης εν παλάτιον εις τον τόπον εκείνον, εις τον οποίον εγώ αγαπώ»; Ο δε Απόστολος υπεσχέθη, ότι δύναται. Εχάρη όθεν πολύ ο βασιλεύς ακούσας ταύτα και τον ωδήγησεν εις τον τόπον, τον οποίον επιθυμούσε, ήτο δε πράγματι ο τόπος αυτός ωραίος και πανευφρόσυνος, έχων βρύσεις και δένδρα διάφορα. Ιδών δε ο Απόστολος τον τόπον ενεκωμίασεν αυτόν ως όντως ευπρεπέστατον και αρμόδιον δια βασιλέα. Τότε του λέγει ο βασιλεύς· «Σχεδίασόν μοι το σχήμα και τον τόπον της οικοδομής επί χάρτου, δια να ίδω εάν μοι αρέση το σχέδιον, διότι θα αναχωρήσω εις άλλην χώραν δι’ αναγκαίαν υπηρεσίαν, και θα απουσιάσω τρία έτη, θέλω δε όταν επανέλθω να είναι έτοιμον το παλάτιον προς κατοίκησιν». Ο δε Απόστολος έλαβε κάλαμον και έκαμε το σχέδιον λαμπρότατον, θέτων ανατολικώς τα παράθυρα, δια να εισέρχεται φως πολύ, και θύρας προς δυσμάς δια τον άνεμον· τον δε κλίβανον έθεσεν εις το νότιον μέρος δια την θερμότητα και τον αγωγόν του ύδατος προς βορράν δια να είναι το ύδωρ ψυχρόν το θέρος και αβλαβές, τόσον δε τεχνικόν το εσχεδίασεν, ώστε ο βασιλεύς τον επήνεσε λέγων· «Αληθώς τεχνίτης είσαι, άνθρωπε, και σου πρέπει να υπηρετής βασιλείς ως εμπειρότατος». Τότε ο βασιλεύς, χωρίς να χρονοτριβή, προσέταξε να δοθή εις τον Απόστολον χρυσίον, δια να συνάξη τας επιτηδείους ύλας, όσαι θα εχρησίμευον εις την του παλατίου οικοδομήν. Παρεκάλει δε τον Απόστολον ο βασιλεύς να βάλη τότε παρευθύς τα του παλατίου θεμέλια. Αλλά ο Απόστολος απεκρίθη· «Δεν είναι του παρόντος μηνός να κτίζωμεν παλάτιον, αλλά μάλλον του ερχομένου του κατά Μακεδόνας ονομαζομένου Υπερβερεταίου, ήτοι του Οκτωβρίου μηνός». Νομίζω δε ότι ούτως είπεν ο Απόστολος δια την ανταμοιβήν των αιωνίων αγαθών, ήτις έχει να ανταποδοθή εις τον ερχόμενον εκείνον μέλλοντα αιώνα. Έδωκαν λοιπόν εις τον Απόστολον κατά την προσταγήν του βασιλέως χρυσίον και αργύριον αναρίθμητον, σίτον, οίνον, έλαιον, μαγειρεύματα και άλλα όμοια χρειαζόμενα· και ούτως ο μεν βασιλεύς απήλθεν εις άλλην πόλιν, ο δε Απόστολος έλαβε τα απαιτούμενα έξοδα δια το παλάτιον και ανεχώρησε δια τον τόπον της κατασκευής· διαμοιράσας δε κρυφίως εις τας χείρας των πτωχών όλα τα χρήματα και λοιπά είδη, κατεσκεύασεν εις τον βασιλέα παλάτιον αχειροποίητον εις την των πρωτοτόκων αυλήν, ήτοι εις την των ουρανών Βασιλείαν. Καθ’ εκάστην δε διδάσκων ο Απόστολος την ευσέβειαν, και ποιών μεγάλα θαύματα, έβλεπον ταύτα οι ειδωλολάτραι και πολλοί εξ αυτών επίστευον και εγίνοντο Χριστιανοί βαπτιζόμενοι εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αφ’ ου δε παρήλθε καιρός, εζήτησεν ο βασιλεύς πληροφορίας από τον Απόστολον, εάν ετελείωσεν η οικοδομή του παλατίου· εκείνος δε απήντησεν εις αυτόν, ότι χρειάζεται ακόμη και άλλα έξοδα, δια να κατασκευάση μεγαλοπρεπώς την στέγην του παλατίου, η οποία μόνη έμεινεν ατελείωτος. Ο δε βασιλεύς νομίζων, ότι το μήνυμα τούτο ήτο σύμφωνον προς τον ιδικόν του σκοπόν, με πολλήν χαράν έστειλε και άλλο πολύ χρυσίον εις τον Απόστολον, γράψας και ταύτα εις αυτόν· «Τεχνικωτάτην και ωραιοτάτην κατασκεύασον το ταχύτερον την στέγην του παλατίου, ίνα, όταν ίδω την τεχνικήν σου οικοδομήν με τους οφθαλμούς μου, εγκωμιάσω με επαινετικούς λόγους σε τον πολλά πλεονεκτήματα και επιδεξιότητας έχοντα». Ο δε Απόστολος, λαβών το χρυσίον, και άρας τους οφθαλμούς και τας χείρας εις τον ουρανόν έλεγεν· «Ευχαριστώ σοι, φιλάνθρωπε Κύριε, ότι με ποικίλους και διαφόρους τρόπους γνωρίζεις να οικονομής την σωτηρίαν παντός ανθρώπου». Όθεν διεμοίρασεν αυτό πάλιν εις τους πτωχούς ως το πρότερον. Αφ’ ου παρήλθεν ολίγος καιρός, έτυχε να υπάγουν εις τον βασιλέα άνθρωποι τινες από τον τόπον εκείνον, εις τον οποίον διέτριβεν ο Απόστολος. Επειδή δε ο βασιλεύς επεθύμει να μάθη δια το κάλλος και την ωραιότητα του παλατίου του, ηρώτησεν αυτούς περί αυτού, εκείνοι δε του είπον· «Μη προσμένης, ω βασιλεύ, τελείως από εκείνον τον άνθρωπον οικοδομάς κτισμάτων και παλατίων, διότι αυτός διεμοίρασεν εις τους πτωχούς όλον το χρυσίον όσον του έδωκες. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και κηρύττει εις εκείνους όσοι προστρέχουσι προς αυτόν ένα Θεόν άγνωστον παντελώς, και θαυματουργεί εξαίσιά τινα πράγματα, χωρίς να τρώγη τελείως». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς εταράχθη ευθύς από μεγάλον θυμόν· όθεν προσέταξε και έφεραν τον Απόστολον ενώπιόν του, ηρώτα δε αυτόν, αν έκτισε το παλάτιον. Ο δε Απόστολος, διακόψας τον βασιλέα, απεκρίθη· «Το παλάτιον εκείνο, όπερ έμαθον να κτίζω από τον αληθή αρχιτέκτονα Χριστόν, ω βασιλεύ, εκτίσθη από εμέ πολύ ωραιότατον». Λέγει τότε ο βασιλεύς· «Ταύτην την ώραν θα υπάγωμεν να το ίδωμεν». Ο δε Απόστολος απεκρίθη· «Νομίζω, ότι δεν χρειάζεσαι κατά το παρόν το κατασκευασθέν παλάτιον· αλλ’ όταν αναχωρήσης από τον κόσμον τούτον, τότε θέλεις εύρει αυτό χρήσιμον και αρμόδιον». Ο δε βασιλεύς, νομίσας ότι τον περιγελά, εξέβαλεν ως θηρίον φοβεράν φωνήν και είπε· «Ούτος ο απατεών προστάζω να κατακλεισθή εντός σκοτεινοτάτου λάκκου, ομού με τον έμπορον, όστις έφερεν αυτόν εδώ». Ενώ δε ο Απόστολος ήτο φυλακισμένος με τα δεσμά, ο αδελφός του βασιλέως, κυριευθείς μίαν νύκτα από βαρυτάτην λύπην, η οποία ηπείλει να του προξενήση θάνατον, προσεκάλεσε τον αδελφόν του βασιλέα, και λέγει εις αυτόν· «Εγώ λυπηθείς πολύ δια την συμβάσαν εις σε ζημίαν από εκείνον τον δόλιον, ησθένησα και δια τούτο τώρα φεύγω από ταύτην την ζωήν». Μετ’ ολίγην δε ώραν αποπνιγείς, έγινεν άφωνος· λαβών δε την ψυχήν αυτού Άγγελος Κυρίου διήρχετο τας σκηνάς των Δικαίων δεικνύων εις αυτήν την ωραιότητα των σκηνών εκείνων, ηρώτα δε αυτόν, εις ποίαν από τας σκηνάς εκείνας αγαπά να κατοικήση. Βλέπουσα δε η ψυχή εκείνη μίαν εξαίρετον σκηνήν, εδείκνυεν αυτήν εις τον Άγγελον και παρεκάλει αυτόν να την αφήση να κατοικήση εκεί. Ο δε Άγγελος είπεν· «Εις αυτήν δεν ημπορείς να κατοικήσης, επειδή αυτή είναι του αδελφού σου, την οποίαν ο ξένος Θωμάς έκτισε δι’ εκείνον». Η δε ψυχή απεκρίθη· «Παρακαλώ σε, άφες με να υπάγω οπίσω εις τον αδελφόν μου, ίνα αγοράσω αυτήν από εκείνον με ολίγην τιμήν και ούτω να επαναστρέψω πάλιν εδώ». Τότε επιστρέψας ο Άγγελος την ψυχήν, απέδωσε ταύτην εις το νεκρόν σώμα της. Όθεν ο αποθανών, ελθών εις εαυτόν ως από κάποιαν μέθην και έκστασιν, εζήτει τον αδελφόν του. Ότε δε εκείνος ήλθεν, είπε προς αυτόν· «Αδελφέ, πιστεύω αδιστάκτως, ότι θα προετίμας να δώσης το ήμισυ της βασιλείας σου, μόνον να με ίδης ζώντα· τώρα δε μικράν χάριν ζητώ από σε, την οποίαν, παρακαλώ, να μη μου υστερήσης». Ο βασιλεύς απεκρίθη· «Δεν θέλω λείψει από το να χαρίσω προθύμως εις σε τον φίλτατόν μου αδελφόν ό,τι δύναμαι». Τότε χωρίς συστολήν εφανέρωσεν εις τον αδελφόν την υπόθεσιν, λέγων εις αυτόν· «Δος μοι το παλάτιον, οποίον έχεις εις τους ουρανούς και λάβε όσα χρήματα θέλεις δια την τιμήν». Ο δε βασιλεύς ακούσας τούτο εγένετο ως άφωνος και με ταπεινήν λαλιάν απεκρίθη· «Εγώ έχω παλάτιον εις τους ουρανούς; Πόθεν; Και από ποίαν μου καλωσύνην»; Ο δε αδελφός αυτού λέγει· «Ναι, έχεις παλάτιον εκεί, αν και συ δεν το γνωρίζεις, το οποίον έκτισεν ο εις την φυλακήν ευρισκόμενος ξένος, του οποίου παλατίου την ωραιότητα εγώ εθεώρησα τώρα, οπότε ηρπάγην από Άγγελον Κυρίου». Εννοήσας τότε ο βασιλεύς το λεγόμενον, απέφυγεν εντέχνως να εκπληρώση την προς τον αδελφόν του υπόσχεσιν, δικαιολογούμενος δε είπε προς αυτόν· «Ανίσως το ζήτημά σου, αδελφέ μου, ευρίσκετο υποκάτω εις την βασιλείαν και εξουσίαν μου, εξ ανάγκης έπρεπε να φυλάξω τους όρκους μου και να σου το δώσω· επειδή δε αυτό ευρίσκεται εις τους ουρανούς, κρίνον μόνος σου περί του πράγματος. Πλην ο τέκτων των τοιούτων παλατίων ευρίσκεται εδώ, όθεν λάβε αυτόν και θέλει κατασκευάσει και δια σε παλάτιον άλλο, λαμπρότερον εκείνου όπερ είδες». Ταύτα ειπών εξήγαγεν ευθύς από την φυλακήν τον Απόστολον ομού με τον έμπορον Αμβανήν, πεσόντες δε ο τε βασιλεύς και ο αδελφός του εις τους πόδας αυτού εζήτουν συγχώρησιν του προτέρου σφάλματος. Ο δε Θωμάς, ευχαριστήσας τον Κύριον, εβάπτισεν αυτούς με όλους τους άρχοντας. Βλέπων δε και ο λαός ότι οι προεστοί εβαπτίσθησαν, ήρχοντο και αυτοί καθ’ εκάστην εις την ευσέβειαν. Αφού λοιπόν έφερεν ο θείος Θωμάς εις θεογνωσίαν τους περισσοτέρους πολίτας εκείνης της χώρας, απήλθεν εις άλλην μεγάλην χώραν των Ινδιών με πολλήν ταπείνωσιν, ανεπιμέλητος την κόμην και άλουστος, χλωμός εις την όψιν και πολύ αδύνατος, φαινόμενος σχεδόν ως ασώματος με ιμάτιον εσχισμένον και ευτελέστατον, εις τον λόγον όμως ήτο ωφέλιμος και εις το έργον πολλά θαυμάσιος. Βλέπων δε τους βαρβάρους εκείνους, ότι είχον εις τα βάθη της ψυχής των ερριζωμένην την ασέβειαν, και γνωρίζων ότι η πολυχρόνιος συνήθεια δεν μεταβάλλεται ευκόλως με βίαν και αυστηρότητα, αλλά μάλλον με ήθη χρηστά και λόγους γλυκείς, δεν τους ήλεγξεν, ούτε ποσώς τους κατεφρόνησεν, ούτε είπε λόγον υπέρογκον, αλλά με ταπεινοφροσύνην κοσμούμενος και με άλλας αρετάς εστολισμένος τους έσυρεν εις επίγνωσιν· και βλέποντες αυτόν εις τα έργα θαυμάσιον και μέτριον εις το φρόνημα, τον έκριναν άξιον λόγου, και τον εξήτασαν δια το γένος του, το σέβας και το επιτήδευμα, ο δε πράως και ταπεινών απεκρίνατο, ότι ήτο του Χριστού Μαθητής, όστις έγινεν άνθρωπος ως φιλάνθρωπος, δια να δώση εις τους εις Αυτόν πιστεύοντας ζωήν αιώνιον και ψυχών σωτηρίαν, και άλλα αγαθά ανείκαστα και απόρρητα. Αφού είπεν εις αυτούς ταύτα, τους εξήγησεν όλην την θείαν οικονομίαν, την πλάσιν του ανθρώπου και αναγέννησιν, την Σταύρωσιν του Κυρίου ημών και Ανάστασιν, και την προς τον Πατέρα Ανάληψιν, τα περί της αποστολής των Αποστόλων και τα λοιπά προσθέσας και τα εξής· «Εις από τους Δώδεκα αυτούς υπηρέτας του Λόγου, οι οποίοι είδομεν όσα θαύματα ετέλεσε, είμαι και εγώ και ήλθον έως εδώ δι’ αγάπην σας, να σας κηρύξω αυτού του Θεού την άμετρον φιλανθρωπίαν και το άπειρον έλεος». Αυτά και έτερα πλείονα λέγων, ετέλεσε και θαυμάσια κατά τον καιρόν αρμόδια· όθεν του Κυρίου συνεργούντος εδέχθησαν οι βάρβαροι εκείνοι εις τας ψυχάς αυτών τον σπόρον της πίστεως, και έγιναν δούλοι Χριστού δια του αγίου Βαπτίσματος, εξόχως δε η γυνή του βασιλέως Μισδίου, Μιγδονία ονόματι, ήτις ήτο πολύ ευπρεπής και καλόγνωμος, ως και άλλη ευγενής γυνή του άρχοντος Χαρασίου Τερτιανή καλουμένη· αυταί αι δύο ήκουσαν την διδαχήν του Αποστόλου και επίστευσαν εις τον Χριστόν, αίτινες ομού συνεφώνησαν να φυλάξωσι σωφροσύνην και έζων ασκητικώς εις τα βασίλεια. Ο δε βασιλεύς και ο Χαράσιος εθυνώθησαν, ότι δεν υπήκουον εις αυτούς αι γυναίκες των, και γινώσκοντες ότι ο Θωμάς ήτο εις ταύτα αίτιος, έφεραν αυτόν εις το κριτήριον, και του λέγει ο βασιλεύς οργιζόμενος· «Δεν φθάνει, Θωμά, ότι επλάνησες όλην την χώραν με τας μαντείας σου, και επίστευσαν εις τον Χριστόν, ασεβή και παράνομε, αλλά διδάσκεις και τας γυναίκας μας να μη συγκοινωνούν με τους άνδρας των, ασύνετε; Εγώ σε ελυπήθην και σε άφησα ζώντα, ελπίζων να μεταμεληθής, και συ έγινες χειρότερος»; Ταύτα ειπών, προσέταξε και τον εφυλάκισαν, το δε μεσονύκτιον επήγαν οι Χριστιανοί εις την φυλακήν, την οποίαν ήνοιξε με την προσευχήν ο Απόστολος, και εισερχόμενοι τους εδίδασκε να μένουν εις την πίστιν αμετακίνητοι, και να μη δειλιάσουν πρόσκαιρον θάνατον, δια να εύρουν ζωήν αιώνιον. Νουθετήσας λοιπόν και κατηχήσας τους αβαπτίστους, εξήλθεν ο Απόστολος από την φυλακήν, και επήγεν εις ένα οίκον, εις τον οποίον είχον έτοιμα όλα τα απαιτούμενα και δια το άγιον Βάπτισμα, και δια την ιεράν Λειτουργίαν, ούτως ώστε να τελειωθώσιν οι κατηχούμενοι· ποιήσας λοιπόν ο θείος Απόστολος ευχήν, ίνα καθαρίση αυτούς ο Κύριος, εβάπτισε τον Ουαζάνην, τον υιόν του βασιλέως Μισδίου, την Τερτίαν την βασίλισσαν και Μιγδονίαν την θυγατέρα αυτής, και τους επιλοίπους άπαντας εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος· κατόπιν ετέλεσε και την θείαν Λειτουργίαν, και εκοινώνησεν αυτούς λέγων· «Τούτο το Σώμα το Πανάγιον, όπερ έγινε θυσία, και το πολύτιμον και πανάχραντον Αίμα, όπερ εχύθη εις τον Σταυρόν δια να εξαγοράση τας αμαρτίας μας και να μας χαρίση την σωτηρίαν, να συγχωρήση και τας ιδικάς σας αμαρτίας, να παράσχη εις υμάς την υγείαν της ψυχής και να γίνη αρραβών της ουρανίου Βασιλείας και αιωνίου μακαριότητος». Τότε ηκούσθη φωνή άνωθεν λέγουσα· «Αμήν λέγω ημίν, μη φοβείσθε, αλλά πιστεύσατε». Αφού ο θείος Απόστολος ετέλεσε ταύτα μετέβη και πάλιν εις την φυλακήν και εκλείσθη ως και πρότερον, ηκολούθησαν δε αυτόν η Τερτία, η Μιγδονία και η Μαρκία και ήθελον να συγκλεισθώσιν ομού με τον Απόστολον· ούτος δε είπε προς αυτάς· «Θυγατέρες μου και σύνδουλαι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ακούσατε τον τελευταίον μου λόγον· αύριο υπάγω προς τον Δεσπότην μου, δια να απολαύσω τον μισθόν του κόπου μου πολυπλάσιον· όθεν χαίρω δι’ αυτό και ευφραίνομαι, ότι ήλθεν ο καιρός της ανταποδόσεως· σεις δε μείνατε εις την πίστιν, και μη αμφιβάλλετε, μήτε αμελήσητε, όταν με ίδητε αποθνήσκοντα· διότι ο φαινόμενος ούτος θάνατος δεν είναι θάνατος, αλλά λύσις και λύτρωσις του σώματος, τον οποίον χαίρων δέχομαι, δια να απολαύσω ζωήν αιώνιον όντως και πανευφρόσυνον, προς την οποίαν και σεις θέλετε αξιωθή να έλθετε, εάν την πίστιν έως τέλους φυλάξητε». Ταύτα λέγων προσηύξατο και εκλείσθη εις το δεσμωτήριον. Αι δε γυναίκες έκλαιον, διότι εγνώριζον ότι έμελλε να τον θανατώση ο Μίσδιος, προς τον οποίον επήγαν οι φύλακες λέγοντες· «Βασιλεύ, απόλυσον τον φαρμακόν εκείνον και γόητα, ότι όσας φοράς θέλει ανοίγει τας θύρας και υπάγει όπου θέλει· αλλά και η γυνή σου και ο υιός σου εμβαίνουσι και συνομιλούσι με αυτόν». Ελθών τότε ο βασιλεύς εις τας φυλακάς και βλέπων τας θύρας εσφραγισμένας καθώς τας αφήκεν, εθαύμασε και παραστήσας τον Θωμάν, ηρώτησεν αυτόν εάν ήτο δούλος τινός ή ελεύθερος. Ο δε απεκρίθη· «Δούλος είμαι του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, όστις είναι Θεός αληθινός, και κατοικεί εις τους ουρανούς, και όστις με έστειλεν εδώ δια να σώσω πολλούς από σας». Λέγει ο Μίσδιος· «Εγώ εβαρύνθην τας μαντείας σου, και θα σου δώσω τον πρέποντα θάνατον, δια να λυτρώσω το γένος μας από τας γοητείας και κακουργίας σου». Ούτως είπεν· επειδή όμως εφοβείτο τον όχλον, διότι επίστευσαν πολλοί και δια να μη γίνη εκεί μέσα σύγχυσις, τον ωδήγησεν έξω της πόλεως με ολίγους στρατιώτας, και απομακρυνθέντες τρία στάδια, τον παρέδωσεν εις πέντε στρατιώτας, δια να τον αναβιβάσουν επάνω εις το όρος και να τον φονεύσωσι. Και ούτως ο μεν βασιλεύς επέστρεψεν εις την πόλιν, ο δε λαός έσπευδε πρόθυμος να αρπάση τον Απόστολον από τας χείρας των στρατιωτών· αυτός όμως τους ημπόδισε, φθάσας δε εις τον ωρισμένον τόπον ούτω προσηύξατο· «Κύριε ο Θεός μου, η ελπίς πάντων των πιστών και η λύτρωσις αυτών, οδήγησόν με σήμερον προς σε ερχόμενον, να μη εμποδισθή η ψυχή μου από τα τελώνια του αέρος· διότι ιδού ετελείωσα το έργον σου, και επλήρωσα το πρόσταγμά σου, πωληθείς ως δούλος Σου· λοιπόν απόδος μοι την ελευθερίαν σήμερον». Ταύτα ειπών ο θείος Απόστολος ηυλόγησε και ηυχήθη τους πιστούς, έπειτα λέγει εις τους στρατιώτας· «Ποιήσατε τώρα του βασιλέως το πρόσταγμα». Οι δε ευθέως ελόγχισαν αυτόν, πλήξαντες αυτόν ταυτοχρόνως με τα ακόντια και ούτως ετελείωσε τον δρόμον της παροικίας του ο μακάριος Θωμάς εν τη πόλει Μελιαπούρ ή Μαλιαπούρ, ως λέγουσι τινες, ήτις και Άγιος Θωμάς καλείται έως την σήμερον, κειμένη εις το Κορομανδέλ της ανατολικής πλευράς της Ινδικής Χερσονήσου. Τότε οι πιστοί κλαύσαντες πικρώς ετύλιξαν το άγιον λείψανον με σινδόνας και ιμάτια πολύτιμα, τα οποία έφερεν η Τερτία, και το ενεταφίασαν εις τον τόπον εις τον οποίον έθαπτον τους βασιλείς. Η δε βασίλισσα και ο Ουαζάνης μετά των λοιπών έμειναν εις τον τάφον καθ’ όλην την ημέραν και την νύκτα ποιήσαντες αγρυπνίαν. Κατά δε την νύκτα εφάνη ο θείος Απόστολος προς αυτούς λέγων· «Τι κάθεσθε εις τον τάφον μου; Δεν είμαι εις αυτόν καθώς νομίζετε, αλλά ανέβην εις τους ουρανούς, δια να απολαύσω τα ελπιζόμενα· υμείς δε Τερτία και Μιγδονία, μη λησμονήσετε όσα σας είπον, αλλά φυλάξατε την ευσέβειαν, και ο Δεσπότης Χριστός να σας βοηθήση». Ο δε Ουαζάνης, όστις ήτο Διάκονος, και ο Ονησιφόρος ο Πρεσβύτερος, τους οποίους εχειροτόνησεν ο Θωμάς όταν επήγαινεν εις το θάνατον, εδίδασκον παρρησία το Ευαγγέλιον και επίστευον καθ’ εκάστην πλήθος αμέτρητον. Μετά καιρόν εδαιμονίσθη εις υιός του Μισδίου, και μη δυνάμενος να εύρη την ιατρείαν του, απήλθεν ο βασιλεύς εις τον τάφον του Αποστόλου, δια να λάβη μέρος εκ του αγίου λειψάνου και βάλη αυτό εις τον υιόν του, ίνα υεραπευθή· ανοίξας δε τον τάφον, δεν εύρε το λείψανον, διότι Χριστιανός τις το επήρε κρυφίως και το επήγεν εις την Δύσιν. Ο δε Θωμάς εφάνη προς τον βασιλέα λέγων· «Ζώντος εμού ηπίστησες, και τώρα πιστεύεις; Αλλά δια να ίδης του Δεσπότου μου την φιλανθρωπίαν, λάβε χώμα από τον τάφον μου και βάλε αυτό εις τον υιόν σου, να λάβη ευθύς την υγείαν του, διότι εγώ δεν είμαι μνησίκακος». Τότε ο βασιλεύς έφερεν εκεί τον υιόν του, και λαμβάνων ολίγον χώμα μετά πολλής πίστεως το έβαλεν εις τον δαιμονιζόμενον λέγων· «Πιστεύω εις τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν». Ευθύς δε εθεραπεύθη ο υιός του. Όθεν εβαπτίσθη αυτός και όλον του το παλάτιον, ως και οι επίλοιποι όλης της πόλεως, έγινε δε μεγάλη πανήγυρις πανταχού εις εκείνα τα μέρη. Ο δε βασιλεύς παρεκάλει την ποτέ γυναίκα αυτού Τερτίαν ως και την Μιγδονίαν με δάκρυα και μεγάλην ταπείνωσιν να κάμουν ευχήν προς τον Δεσπότην Χριστόν δια να του συγχωρήση τα πρότερα αμαρτήματα, ως και τα κακά τα οποία έπραξεν εναντίον του τιμίου και ενδόξου Αποστόλου Αυτού. Τοσαύτης ευφροσύνης εγένετο εις ημάς, αδελφοί, πρόξενος ο θείος Θωμάς σήμερον, δια μέσου του οποίου οι βάρβαροι εκείνοι και μελανοί εις τα πρόσωπα από τον αισθητόν ήλιον ελαμπρύνθησαν από τον νοητόν της δικαιοσύνης Ήλιον. Ούτος απέστειλεν εις τας ψυχάς αυτών τας ακτίνας του με τον πιστόν του Απόστολον, δια του οποίου τους εφώτισε, ηγίασαν δε μετά ταύτα πολλοί από εκείνους καθώς εις τας βίβλους μας φαίνεται, και εξόχως εις τον Βίον του Οσίου πατρός ημών Ιωάσαφ, όστις ήτο βασιλεύς αυτών των Ινδών, και αφήκε την πρόσκαιρον βασιλείαν δια να απολαύση την αιώνιον· ης γένοιτο να απολαύσωμεν άπαντες. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2083
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ζ΄ (7η) του μηνός Οκτωβρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΣΕΡΓΙΟΥ και ΒΑΚΧΟΥ.

Δημοσίευση από silver » Κυρ Οκτ 06, 2019 11:56 pm


Σέργιος και Βάκχος οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους του δυσσεβούς βασιλέως Μαξιμιανού εν έτει296, στρατιώται ωραίοι την όψιν, νεώτατοι την ηλικίαν, επιφανείς το γένος, λαμπροί την αξίαν και ευγενέστατοι, Ρωμαίοι αμφότεροι, οίτινες ως ανδρείοι είχον μεγάλην τιμήν εις τα βασίλεια, ο δε Μαξιμιανός τους ετίμησε με αξιώματα κάμνων τον Σέργιον πριμικήριον της σχολής των Κιντιλίων και τον Βάκχον σεκουνδικήριον της αυτής σχολής, νομίζων ότι προσεκύνουν ούτοι τα είδωλα, αλλ’ αυτοί ήσαν Χριστιανοί εκ νεότητος, αναμένοντες καιρόν επιτήδειον δια να ομολογήσουν και παρρησία την αλήθειαν. Καθ’ εκάστην όθεν εμελέτων την μέλλουσαν ζωήν ως αιώνιον, την δε πρόσκαιρον ενόμιζον σοφώτατα παροικίαν, κατά τον Προφήτην, και επραγματεύοντο ποικιλοτρόπως την σωτηρίαν αυτών, ως σοφοί έμποροι. Βλέποντες δε άλλοι τινές στρατιώται την μεγάλην αγάπην, την οποίαν είχε προς αυτούς ο βασιλεύς, εφθόνησαν και τους διέβαλον, ότι δεν εξετίμων την φιλίαν του, αλλά τους μεν θεούς αυτού καταφρονούν, τον δε Χριστόν ευφημίζουν. Ο δε βασιλεύς, γινώσκων την καλήν γνώμην των νέων, δεν επίστευσε τας διαβολάς αυτάς, έως ότου ίδη οφθαλμοφανώς την αλήθειαν. Ημέραν όθεν τινά ητοίμασε θυσίαν προς τιμήν των ψευδωνύμων θεών, και προσέταξε να έλθουν όλοι οι πρόκριτοι να θυσιάσουν εις τους θεούς μετ’ αυτού· συνηθροίσθησαν όθεν εις το ιερόν πλήθος αναρίθμητον, οίτινες ετέλεσαν την θυσίαν επιμελέστατα, ευφημίζοντες τον Μαξιμιανόν. Οι δε καλοί του Χριστού στρατιώται, Σέργιος και Βάκχος, ίσταντο έξωθεν, εις τον αληθή Θεόν προσευχόμενοι, του οποίου εδέοντο να τους διαφυλάξη αμώμους εις την οδόν του Μαρτυρίου των και να φωτίση τους Έλληνας εις το να γνωρίσωσι την αλήθειαν. Παρατηρών ο βασιλεύς ένθεν κακείθεν και μη βλέπων τους Αγίους, εβεβαιώθη ότι δικαίως τους διέβαλον. Όθεν προστάσσει θυμωμένος να τους αρπάσουν οι υπηρέται όπου τους εύρουν και να τους φέρουν δεδεμένους ως καταδίκους ενώπιόν του. Τούτου δε γενομένου τους λέγει με πολλήν αγριότητα· «Δια να σας δείξω πολλήν αγάπην και φιλίαν υπερηφανεύθητε, ανόσιοι, και εφάνητε προς εμέ αχάριστοι· αλλ’ εάν δεν θυσιάσετε πάραυτα, να εξευμενίσετε τους θεούς και εμέ, τότε θα σας ανταμείψω τας ύβρεις αναίσχυντοι». Ταύτα οι γενναίοι ακούσαντες, ηννόησαν ότι εγνώρισεν ο βασιλεύς την υπόθεσιν. Όθεν έκριναν δίκαιον να φανερώσουν την ευσέβειαν, και ούτω Θεόν μεν αληθή τον Χριστόν ωμολόγησαν, τα δε είδωλα των εθνών εμυκτήρισαν, άψυχα καλούντες αυτά και αναίσθητα και πάσης άλλης ύβρεως άξια. Έπειτα προς τον βασιλέα με παρρησίαν ταύτα ελάλησαν· «Μόνον εις την επίγειον ταύτην στρατείαν είμεθα υποχρεωμένοι να σε υπηρετούμεν ως δούλοι ευγνώμονες, ω βασιλεύ! Κωφούς όμως και αναισθήτους θεούςμη γένοιτο να προσκυνήσωμεν πώποτε, ή μικρόν να αποχωρήσωμεν από τον αληθή και παντέλειον Θεόν, καν με σίδηρα και πυρ καταναλώσης τας σάρκας μας· διότι δεν είναι άλλο μακαριώτερον όσον να πάθη τις δια την ευσέβειαν». Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς προστάσσει να τους αφαιρέσουν ευθύς τας ζώνας και τα άλλα του βαθμού των διάσημα, να τους ενδύσουν δε με γυναικείαν στιλήν και να βάλουν σιδηρούς κλοιούς εις τον τράχηλον αυτών, ούτω δε να τους περιφέρουν εις όλην την πόλιν προς χλεύην αυτών. Οι δε μακάριοι Μάρτυρες επήγαιναν χαίροντες, και δεν εντρέποντο πομπευόμενοι, αλλά μάλλον εσεμνύνοντο δια Χριστόν εμπαιζόμενοι και προσηύχοντο λέγοντες· «Ενέδυσας ημάς ιμάτιον σωτηρίου, Κύριε, και χιτώνα ευφροσύνης ημάς περιέβαλες». Αφού δε έστρεψεν ο βασιλεύς εις το παλάτιον, του έφεραν πάλιν εκεί τους Αγίους, και τους λέγει με πολλήν ημερότητα· «Ευλαβηθήτε την φιλίαν την οποίαν έχομεν, και μη φανήτε προς την αγάπην και την τιμήν που σας έδειξα αγνώμονες, προσκυνούντες Θεόν νεώτερον. Ίδετε την καλωσύνην μου, ότι ημπορώ να σας δώσω δεινά κολαστήρια και να σας αναγκάσω να κάμετε και χωρίς την θέλησίν σας τον λόγον μου, αλλά την φιλίαν μας ευλαβούμαι, και δεν θέλω να φανώ σκληρός προς υμάς, έως ότου σας πείσω με το καλόν, να μου υπακούσετε». Οι δε Άγιοι χαριέντως και ταπεινώς απεκρίθησαν· «Φανερόν είναι, φιλανθρωπότατε βασιλεύ, ότι ημείς δεν εφάνημεν προς τας τιμάς και ευεργεσίας αχάριστοι, αλλά και δεσπότην μας σε γινώσκομεν, και μεγάλην επιμέλειαν εδείξαμεν έως την σήμερον εις όλα τα προστάγματά σου, δεν ημελήσαμεν δε ποσώς εις όσα έπρεπε να κάμωμεν κατά την αξίαν την οποίαν μας έδωσες· αλλά τώρα όπου μας αναγκάζεις να αρνηθώμεν την φιλίαν του Θεού δια την ιδικήν σου, δεν υπακούομεν· μάλιστα ανοησία σου μεγάλη είναι να μας συμβουλεύης τοιαύτα ανόσια και συ μάλλον φαίνεσαι προς τον ευεργέτην Θεόν αχάριστος, όστις σου έδωσε την ζωήν και αυτό το βασίλειον, διότι Αυτός τον κόσμον όλον εποίησε, και τον άνθρωπον πάντων των κτισμάτων βασιλέα κατέστησε, και πάλιν ύστερον υπέμεινεν ως φιλάνθρωπος εκούσιον θάνατον, δια να μας λυτρώση από την τυραννίαν του δαίμονος. Ποία αγνωμοσύνη λοιπόν είναι από την ιδικήν σου μεγαλυτέρα, να μη προσκυνής τον Δημιουργόν και Σωτήρα, αλλά ανάξια κτίσματα; Γίνωσκε ότι δεν συγκοινωνούμεν εις την τοιαύτην αχαριστίαν σου, ούτε τον αληθή Θεόν θα αρνηθώμεν δια πρόσκαιρα αγαθά, ούτε εάν μας δώσης τα δεινότερα κολαστήρια και τον πικρότερον και πανώδυνον θάνατον». Ταύτα ακούων ο βασιλεύς εθυμώνετο και εβούλετο να μαστιγώση τους Αγίους, αλλ’ ηυλαβείτο την ευγένειάν των, και δεν ήθελε να ζημιωθή τοιούτους άνδρας επιφανείς εις την ανδρείαν και διακεκριμένους. Όθεν έστειλεν αυτούς με γράμματα προς τον δούκα της Ανατολής Αντίοχον, όστις ήτο σκληρός δικαστής και ωμότατος, έπραξε δε τούτο προς καταφρόνησιν των Αγίων, διότι εκείνος ήτο εις την αξίαν μικρότερος από τους Αγίους, επρόσταξε δε να προσπαθήση εκείνος με διάφορα παιδευτήρια να τους διαστρέψη εις την ασέβειαν· ει δε και δεν δυνηθή, να τους δώση πικρότατον θάνατον. Λαβόντες οι στρατιώται τους Αγίους και τας βασιλικάς διαταγάς εκίνησαν, ηκολούθουν δε και τινες από τους δούλουςτων Αγίων, δια να δείξουν προς αυτούς μεν ευγνωμοσύνην, προς τον Θεόν δε ζήλον όμοιον· διότι ήκουσαν τους Αγίους λέγοντας τον ένα προς τον έτερον την οπτασίαν την οποίαν είδον την προτέραν νύκτα εις την Ρώμην, ότι δηλαδή τους εθάρρυνεν ο Δεσπότης Χριστός να μη φοβούνται, αλλά να τρέχουν εις τον αγώνα δια την αγάπην του πρόθυμοι, και Αυτός τους δίδει βοήθειαν· εβάδιζον λοιπόν χαίροντες, δεδεμένοι με σιδηράν άλυσον, και έψαλλον με πολλήν ηδονήν· «Εν τη οδώ των μαρτυρίων σου ετέρφθημεν, Κύριε» (Ψαλμ. ριη΄, 14), και άλλα εκ του αμώμου εις την περίστασιν αρμόδια. Φθάσαντες λοιπόν εις την πόλιν των Λιμιτανέων Βαρβαλισσόν, εις την οποίαν ευρίσκετο ο Αντίοχος, του παρέδωσαν τους Αγίους, τους οποίους εκύτταζον οι περιεστώτες, θαυμάζοντες την ευγένειαν, ελευθερίαν και κοσμιότητα αυτών· αλλά και αυτός ο δουξ, όστις εγνώριζεν εκ των προτέρων τους Αγίους, και είχεν άλλοτε ευεργετηθή παρ’ αυτών, αναγνώσας τας διαταγάς εθαύμαζε πως ήλθον εις τόσην τόλμην και γενναιότητα, ώστε να καταφρονήσουν τοσαύτην δόξαν και φιλίαν του βασιλέως και να προτιμήσωσι τον θάνατον. Παρέδωκε λοιπόν αυτούς να τους φυλάττη ακριβώς ο κομενταρήσιος, μέχρι νεωτέρας διαταγής του· πλην του είπε να τους επιμελήται εις όσα χρειάζονται, να μη έχουν λύπην τινά ουδέ κάκωσιν. Αφού ενύκτωσε, προσηύχοντο εις την φυλακήν οι Άγιοι λέγοντες· «Επίβλεψον εφ’ ημάς εξ αγίου κατοικητηρίου σου, Δέσποτα, και αντιλαβού και λύτρωσε ημάς ένεκεν του ονόματός σου» (Ψαλμ. μγ, 27), και τα επίλοιπα. Μετά δε την ευχήν απεκοιμήθησαν. Τότε βλέπουσι φωτοειδέστατον Άγγελον φαιδρόν και λαμπροφόρον, όστις τους λέγει· «Μη φοβείσθε δούλοι του Χριστού, αλλά έχετε θάρρος και ας είσθε στερεοί εις την πίστιν και άτρεπτοι, και αυτός ο Θεός είναι μεθ’ υμών, να σας βοηθή να νικήσετε τον αντίπαλον». Εξυπνήσαντες δε εφανέρωσαν την οπτασίαν εις τους δούλουςτων, και πάλιν έψαλλον μεθ’ ηδονής λέγοντες έκαστος· «Προς Κύριον εν τω θλίβεσθαί με εκέκραξα, και εισήκουσέ μου» (Ψαλμ. ριθ΄, 1) «Εγώ εκοιμήθην και ύπνωσα» (Ψαλμ. γ΄, 6) και τα λοιπά του ψαλμού άπαντα. Την πρωϊαν, καθήσας ο δουξ εις το κριτήριον, έφεραν τους Αγίους, και αφού ανέγνωσε την διαταγήν του βασιλέως, λέγει προς αυτούς· «Έπρεπεν απ’ αρχής να ποιήσητε το θέλημα του αυτοκράτορος και να προσκυνήσητε τους θεούς, δια να μη παροργίσητε την φιλανθρωπίαν του· αλλά καν τώρα γνωρίσατε το συμφέρον σας, υπακούσατέ μου, και λάβετε περισσοτέραν δόξαν, πλούτον, και ευκληρίαν υπέρ την πρότερον· ότι εγώ, μάρτυρες οι θεοί, λυπούμαι πολύ και περικαίομαι δι’ υμάς, αναλογιζόμενος την μεγάλην φιλίαν μας, και τας πολλάς ευεργεσίας τας οποίας έλαβον από υμάς, και είμαι πολύ χρεοφειλέτης σας, μάλιστα δε προς σε τον κύριόν μου Σέργιον, δια του οποίου έλαβον ταύτην την δουκικήν εξουσίαν· αλλά τώρα δεν γνωρίζω πως να πράξω εις τοιαύτην υπόθεσιν· επειδή η τύχη μετέστρεψεν αντιστρόφως τα πράγματα, να γίνω κριτής σας εγώ ο αναξιώτατος και να παρίστασθε εις το κριτήριόν μου οι κύριοι και δεσπόται μου ως κατάδικοι· εάν σας τιμωρήσω, φαίνομαι προς τους ευεργέτας αχάριστος, και πάλιν, εάν σας αφήσω ούτως ανεξετάστους, με θανατώνει ο βασιλεύς ως αποστάτην αυτού και παρήκοον· λοιπόν ως φρόνιμοι εννοήσατε το συμφέρον σας, και προσκυνήσατε τους θεούς μας· ει δε μη, ας έχω, παρακαλώ σας, συγχώρησιν, διότι είναι ανάγκη να υπακούσω εις το πρόσταγμα του βασιλέως και να σας δώσω σκληρά και πάνδεινα κολαστήρια». Ούτως επροσπαθούσεν ο Αντίοχος με τοιαύτα απατηλά και μελίρρυτα λόγια να μεταστρέψη τους Αγίους, συμβουλεύων δήθεν αυτούς ως φίλους ηγαπημένους του. Οι δε Άγιοι ούτε με τας θωπείας και κολακείας του εμαλάχθησαν, ούτε τας απειλάς εφοβήθησαν, αλλά γνωστικώς και σοφώς απεκρίθησαν· «Ημείς, ω δικαστά, δεν φοβούμεθα ποσώς αυτά τα ρέοντα και φθειρόμενα, ούτε τιμήν, ή δόξαν, ή άλλο τι από όσα ποθούν οι φιλόκοσμοι, μόνον τον Χριστόν αρεσκόμεθα να κερδήσωμεν, και την Βασιλείαν αυτού επιποθούμεν. Λοιπόν μη πειράζεσαι κολακεύων ημάς πονηρά και δόλια λόγια ως διάβολος, διότι γνωρίζομεν το συμφέρον μας και βλέπομεν το δηλητήριον που ρέει εκ των χειλέων σου· δια τούτο καταφρονούμεν την συμβουλήν σου ως επίβουλον και ψυχώλεθρον· μη πλανάσαι λοιπόν, να δαπανάς τον καιρόν ματαίως με κενήν ελπίδα και ανωφελή, διότι ούτε με κολακείας, ούτε με απειλάς θέλεις δυνηθή να μας διαστρέψης εις την ασέβειαν, και να προσκυνήσωμεν αναίσθητα είδωλα, έργα χειρών ανθρώπων, τα οποία δεν δύνανται να ωφελήσουν εκείνους, οι οποίοι τα σέβονται». Από τούτους τους λόγους ηννόησεν ο τύραννος, ότι δεν θέλει δυνηθή να τους διαστρέψη χωρίς κολαστήρια· όθεν τον μεν Σέργιον εφυλάκισε, δίδων ούτως εις αυτόν τοιαύτην αμοιβήν της ευεργεσίας ο αχάριστος, τον δε Βάκχον προσέταξε να τανύσουν και να τον δέρωσι τέσσαρες με βούνευρα ανελεημόνως και ασπλάγχνως. Τούτου γενομένου ήτο ελεεινόν και θαυμάσιον θέαμα· τα μέλη του εξεκόπτοντο από το σώμα, και επετούσαν φερόμενα εις τον αέρα, τα αίματα έτρεχον εις την γην ποταμηδόν, τα σπλάγχνα του από τον πολύν ξεσχισμόν παρ’ ολίγον εφαίνοντο, και απλώς ειπείν, όλον το σώμα του απενεκρούτο και η δύναμις ηλαττούτο και εξέλιπεν· όμως υπέμεινε τας κολάσεις, δια να επιτύχη πλουσίων βραβείων και μεγάλης απολαύσεως. Οι Άγγελοι εχαίροντο βλέποντες την υπερφυά καρτερίαν του Μάρτυρος, οι δαίμονες ελυπούντο ότι ενικήθησαν· οι δήμιοι εκουράσθησαν και εκάθησαν· ο δε Άγιος δεν εφοβήθη τον θάνατον, αλλά φαιδρός την όψιν και αγαλλόμενος παρέδωκε την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού· το δε σώμα αφήκεν ο παράνομος δικαστής να το φάγωσι τα θηρία, τα οποία (ω του θαύματος!) έδειξαν περισσοτέραν γνώσιν και ημερότητα, όχι δε μόνον δεν ήγγισαν το άγιον λείψανον, αλλά και όταν επήραν αυτό οι Χριστιανοί να το θάψωσιν, ηκολούθουν και αυτά ως δορυφόροι, φανερώς ούτω διελέγχοντα την αγνωσίαν των θεομάχων. Ούτω λοιπόν ο μεν μακάριος Βάκχος απήλθεν εις τα ουράνια, ο δε σύναθλος αυτού Σέργιος ελυπείτο, ότι έμεινεν αυτός εδώ ακόμη εις τα μάταια. Κατ’ εκείνην δε την νύκτα φαίνεται εις το όραμά του ο φίλος του Βάκχος, και συνομιλήσαντες, έμεινεν ο Σέργιος πασίχαρος και γενναιότερος εις τα μέλλοντα παιδευτήρια. Καθήσας δε εις το αυτό βήμα ο δουξ διέταξε και έφεραν τον Σέργιον, και εδοκίμασε πάλιν αυτόν με κολακείας και φιλικά λόγια λέγων· «Ενθυμούμενος την παλαιάν εκείνην ευδαιμονίαν σου, αισχύνομαι να σε βλέπω έμπροσθέν μου εις τοιούτον σχήμα καταδίκου, ηγαπημένε μου Σέργιε, και μάλιστα διότι συ έγινες προς τον βασιλέα μεσίτης, ως φίλος του, και με ετίμησεν· όθεν ευχαριστώ σοι τα μέγιστα». Με τον τρόπον τούτον της δολεράς αλώπεκος εδοκίμαζεν ο πανούργος να τον υποκλέψη εις την ασέβειαν. Αλλ’ ο Άγιος, γνωρίσας τον δόλον, ως γνωστικός απεκρίθη· «Εάν θέλης να σε ευεργετήσω και τώρα, πρόθυμος είμαι να σε λυτρώσω από το σκότος της απάτης, να σε φιλιώσω με τον αθάνατον Βασιλέα και να σε δοξάσω αιώνια». Ο δε Αντίοχος τον εκοίταξε με άγριον βλέμμα και του λέγει· «Μη βλασφημής τους αθανάτους θεούς». Τότε ο Άγιος έγινε θερμότερος και ύβριζε τους μιαρούς θεούς, ονομάζων αυτούς δαιμόνια, καθώς ήσαν, και αναίσθητα ξόανα. Ιδών όθεν ο δουξ, ότι με τας κολακείας δεν έκαμνε τίποτε, αποβάλλει το προσωπείον, αποκαλύπτει την σκηνοθεσίαν, φανερώνει το θηριώδες και δεικνύει την φυσικήν αγριότητα λέγων· «Η μεγάλη μου φιλανθρωπία, την οποίαν επέδειξα προς σε σήμερον, απέβη εις μάτην και σε ανεβίβασεν εις τοσαύτην αλαζονείαν, ώστε να υβρίζης ημάς και τους θεούς, υπερήφανε· αλλ’ εγώ θα σε κάμω να λησμονήσης την μεγάλην σου αυθάδειαν». Ταύτα ειπών ο δουξ προσέταξε και έβαλον εις τον Άγιον υποδήματα σιδηρά, τα οποία είχον καρφία αιχμηρά και οξύτατα και τον ηνάγκαζαν να περιπατή. Και ο μεν δουξ καθήσας εις την άμαξαν επήγαινε προς Τετραπυργίαν, τον δε Άγιον εβίαζαν να τον ακολουθή· ούτω δε επορεύθησαν εβδομήκοντα στάδια, όσοι δε έβλεπον τα αίματα, που έτρεχον από τους πόδας του Αγίου, εθαύμαζον την μεγάλην καρτερίαν του, πως είχε τοσαύτην υπομονήν ο επιφανής εκείνος και ευγενέστατος. Αλλ’ αυτός με την ελπίδα της μελλούσης απολαύσεως παρηγορείτο και υπέμεινε τόσον οδυνηράν βάσανον, περιεπάτει δε ψάλλων· «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον» (Ψαλμ. λθ΄, 1), και τα λοιπά του ψαλμού ευφραινόμενος. Αφού έφθασαν εις Τετραπυργίαν, ο μεν δουξ είχε φροντίδας δια τα αυθεντικά πράγματα, τον δε Άγιον εφυλάκισαν. Το μεσονύκτιον ελθών Άγγελος Κυρίου εθεράπευσεν όλας τας πληγάς του Αγίου επιμελέστατα και έμεινεν ούτος άνευ τινός πόνου και κακώσεως, την δε ψυχήν ενίσχυσε και τον κατέστησε προθυμότερον εις την άθλησιν· έπειτα αφού συνωμίλησαν ώραν πολλήν ως συμπολίται και ηγαπημένοι φιλικώτατα, κατασπασάμενος αυτόν ο Άγιος Άγγελος ανεχώρησεν. Την δε επαύριον εκέλευσεν ο δουξ να φέρουν και πάλιν τον Άγιον σηκωτόν εις το κριτήριον, νομίζων ότι δεν ηδύνατο ποσώς να σταθή εις τους πόδας του· ο Άγιος όμως έτρεχεν ως αετός υπόπτερος μόνος του χωρίς άλλην βοήθειαν και πάντες εθαύμασαν του Χριστού την άμαχον δύναμιν. Ο δε άδικος δικαστής βλέπων το θαύμα εκάλει μαγείαν το γενόμενον, βάλλων μάρτυρας εις την πεπλανημένην του γνώμην τους αναισθήτους και τυφλούς θεούς, ο τούτων αναισθητότερος· έπειτα εδοκίμασε πάλιν με κολακείας να τον διαστρέψη, και μη δυνηθείς τον εφυλάκισεν, έως ου έκαμε την αυθεντικήν υπηρεσίαν, όταν δε ανεχώρησεν απ’ εκεί, δια να υπάγη εις το Ρωσαφών, προσέταξε να του βάλουν και πάλιν τα προαναφερθέντα υποδήματα· ο δε Άγιος περιεπάτει χωρίς πόνον όλην εκείνην την οδοιπορίαν αγαλλιώμενος. Όθεν βλέπων αυτόν ο τύραννος, ότι δεν ελάμβανε ποσώς υπ’ όψιν την δριμυτάτην εκείνην βάσανον, εβεβαιώθη ότι δεν θέλει δυνηθή ποτέ να τον διαστρέψη από την γνώμην του· όθεν έδωκε την τελευταίαν απόφασιν, να κόψουν την τιμίαν κεφαλήν του Μάρτυρος. Ωδήγησαν λοιπόν αυτόν εις τον τόπον της καταδίκης οι δήμιοι, ακολουθούντων αυτόν ανθρώπων πλήθος αμέτρητον πάσης ηλικίας, άνδρες και γυναίκες και παίδες άνηβοι, δια να τον ίδουν νικώντα και στεφανούμενον. Αλλά και θηρία, ώσπερ να είχον φιλίαν με τον Άγιον, εξήλθον από τας φωλεάς των και τα σπήλαια, και τον ηκολούθουν με ημερότητα ελέγχοντα αφώνως με την πράξιν των αυτήν τους ασεβείς, διότι εκείνον που ηυλαβούντο θηρία ανήμερα, αυτοί οι τυφλοί και ανόητοι εθανάτωναν. Φθάσας ο Άγιος εις τον τόπον του Μαρτυρίου εζήτησεν ολίγην διορίαν από τους στρατιώτας, και έκαμε ταύτην την προσευχήν προς Κύριον, δια να τον παρακινήση εις ελεημοσύνην προς τους φονευτάς αυτού και συμπάθειαν, λέγων: ¨Θεέ υπεράγαθε, όστις έπλασες τον άνθρωπον κατά την εικόνα σου και ομοίωσιν, και πάλιν ύστερον δεν μας εμίσησες, αν και παρέβημεν τας εντολάς σου, και εφάνημεν προς τον Ευεργέτην αχάριστοι, αλλά κατεδέχθης να γίνης δια την σωτηρίαν μας άνθρωπος, και υπέμεινας εκούσιον θάνατον, παρακαλώ την ευσπλαγχνίαν σου σήμερον να συγχωρήσης όσους μου έπταισαν, να τους λυτρώσης τους αθλίους από την τυραννίαν του δαίμονος και να τους φωτίσης με την θείαν Χάριν δια να γνωρίσουν το πανάγιον Όνομά σου, ημάς δε οι οποίοι θυσιάζομεν προς Σε τας ψυχάς και τα σώματα, και λαμβάνομεν μετά χαράς την σφαγήν δια την αγάπην Σου, πρόσδεξαι ως ιερεία δεκτά και θυσίαν ευάρεστον, και εισάγαγέ μας ευφραινομένους εις το ουράνιον θυσιαστήριον». Ταύτα ευξάμενος ήκουσε φωνήν, ήτις τον προσεκάλει εις αιώνιον ανάπαυσιν· όθεν έκλινε τον αυχένα αγαλλιώμενος, και δέχεται την τομήν, την εβδόνην του Οκτωβρίου. Και ούτως η μεν μακαρία αυτού ψυχή απήλθεν εις τας ουρανίους μονάς, δια να λάβη την πρέπουσαν απόλαυσιν, το δε άγιον αυτού και τίμιον λείψανον ενεταφίασαν οι ευλαβείς Χριστιανοί λαμπρώς και εντίμως εις αυτόν τον τόπον της τελειώσεως. Μετά καιρόν ήλθον τινές ευλαβείς από την πόλιν Σουρών δια να λάβωσι το άγιον λείψανον, αλλ’ ο Άγιος δεν ηθέλησε· καθώς δε εκείνοι επήγαν την νύκτα δια να το πάρουν, εξήλθε φλοξ μεγάλη από τον τάφον και τους ημπόδισε. Τότε οι εγχώριοι των Ρωσαφών συνήχθησαν με τα όπλα νομίζοντες ότι ήσαν πολέμιοι, μαθόντες δε την υπόθεσιν, δεν αφήκαν αυτούς να πάρουν το άγιον λείψανον, μόνον έμειναν ολίγας ημέρας και έκτισαν εις τον τάφον του Αγίου Ναόν μικρόν, και τον αφιέρωσαν εις τον Άγιον, και ακολούθως επέστρεψαν άπρακτοι. Ύστερον δε πάλιν αφού επέλαμψεν η ευσέβεια, ήλθον εκεί εις την πόλιν Ρωσαφών δεκαπέντε Επίσκοποι και έκτισαν Ναόν περιφανή και θαυμάσιον, τον οποίον καθιερώσαντες αφιέρωσαν εις αυτόν τα του Μάρτυρος άγια λείψανα, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, του ενός Τρισυποστάτου Θεού. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2083
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Η΄ (8η) του μηνός Οκτωβρίου, μνήμη της Οσίας Μητρός ημών ΠΕΛΑΓΙΑΣ της από εταιρίδων.

Δημοσίευση από silver » Δευ Οκτ 07, 2019 11:04 pm

Πελαγία η Οσία Μήτηρ ημών έζη πρότερον εις την Αντιόχειαν, κατά τους χρόνους του βασιλέως των Ρωμαίων Νουμεριανού, ήτο δε περιφανής και πλουσία, πολλά ωραία κατά το σώμα και υπέρκαλος, κατά την ψυχήν όμως ήτο ερρυπωμένη και βέβηλος, όλως βεβυθισμένη εις τον βόρβορον της σαρκός και άλλην φροντίδα δεν είχεν, ειμή μόνον να στολίζη την σάρκα και να αυξάνη την φυσικήν ωραιότητα με διάφορα χρώματα και στολίδια πολύτιμα, δια να ελκύη τους εραστάς και να τους βυθίζη εις την απώλειαν. Πολλοί εδαπανούσαν τον πλούτον των και εκινδύνευον ζωήν και ψυχήν δι’ αγάπην της. Είχε δε αύτη δούλους και δούλας πολλάς, και περιεπάτει εις τας οδούς παρρησία με φαντασίαν ανείκαστον, πληρούσα τον αέρα ευωδίας από τους μόσχους και τα αρώματα που έφερεν επάνω της. Ο πανοικτίρμων όμως και πολυέλεος Κύριος δεν εμίσησε τοσούτον άσεμνον πόρνην και βέβηλον, αλλ’ ως προγνώστης των μελλόντων, γινώσκων πόσην μετάνοιαν έμελλε να κατορθώση εις το ύστερον, εφώτισε τους οφθαλμούς της ψυχής αυτής με τρόπον τοιούτον και εγνώρισε την αλήθειαν. Κατ’ εκείνας τας ημέρας συνήθροισεν ο πρόεδρος της Αντιοχείας Αρχιερείς δια τινα υπόθεσιν. Μεταξύ δε των συναθροισθέντων ήτο και εις Επίσκοπος πολύ ενάρετος, Νόννος ονόματι, θαυμάσιος και ισάγγελος εις την πολιτείαν και εις την θείαν Γραφήν πολύ έμπειρος. Τούτον τον Όσιον παρεκάλεσαν οι Ορθόδοξοι να διδάξη δια την ωφέλειαν των ψυχών. Έκαμεν όθεν διδαχήν θαυμάσιον έξωθεν του Ναού του Αγίου Ιουλιανού, και πάντας εξέπληξε με την σοφίαν των λόγων του, διότι αληθώς εφαίνετο, ότι το Πνεύμα το Άγιον τον εφώτιζε και είλκυε με την γλυκύτητα των λόγων του τον αμαρτωλόν προς μετάνοιαν. Κατ’ εκείνην την ώραν διήρχετο απ’ εκεί και η Πελαγία, καθεζομένη εις άμαξαν, εστολισμένη κατά το σύνηθες και μυρίζουσα τον πλησίον αέρα από την ευωδίαν των αρωμάτων, εξήστραπτε δε όλη από την λάμψιν των πολυτίμων λίθων, τους οποίους έφερεν επ’ αυτής. Ιδόντες όθεν αυτήν τοσούτον αναίσχυντον, οι μεν άλλοι Αρχιερείς έστρεψαν προς το αντίθετον μέρος τους οφθαλμούς, δια να μη βλέπωσιν αυτήν, ο δε μακάριος Νόννος, γινώσκων ότι και από τα εναντία ωφελείται πολλάκις τις και καρπούται, με τον τρόπον εκείνον, που παρεκινούντο άλλοι προς ηδονήν της σαρκός, ετρώθη την ψυχήν αυτός μάλιστα προς ένθεον έρωτα, και βλέπων την πόρνην ώραν πολλήν, και στενάξας μέγα, έκλαυσεν ικανώς, έως ου έβρεξε το ιμάτιον, ταλανίζων τον εαυτόν του, ώσπερ να ήτο ο στολισμός της πόρνης εις εκείνου κατάκρισιν, και έλεγεν εις τους παρεστώτας· «Ουαί και αλλοίμονον εις ημάς τους αμελείς και αχρείους, διότι έχομεν να εντραπώμεν κατά την ώραν της κρίσεως δι’ αυτήν την πόρνην, ήτις δια να αρέση εις θνητούς ανθρώπους επιμελείται τοσούτον και καλλωπίζεται, δια να απολαύση ολίγην και πικράν ηδονήν, ημείς δε οι ανόητοι αδιαφορούμεν και αφήνομεν τελείως ανεπιμέλητον την ψυχήν, ώστε να αρέσωμεν εις τον αθάνατον και ζώντα Θεόν, αλλά προκρίνομεν τα μάταια και φθαρτά, και υβρίζομεν και καταφρονούμεν την αξίαν μας· όθεν θέλομεν ζημιωθή εκείνην την άρρητον και θαυμαστήν ηδονήν της αϊδίου μακαριότητος, και θέλομεν κατακριθή δια την αμέλειάν μας εις την ατελεύτητον κόλασιν». Αυτά και έτερα όμοια ψυχωφελή παραδείγματα λέγων ο ιερός εκείνος ανήρ, ετελείωσε τον λόγον και απελθών εις το κελλίον αυτού προσηύχετο μόνος εις τον Θεόν όλην την ημέραν εκείνην και έλεγεν ούτω μετά δακρύων· «Ύψιστε Θεέ πολυεύσπλαγχνε, συγχώρησόν μοι τον αμελή ότι μιας ημέρας επιμέλεια της πόρνης εκείνης υπερβαίνει την προσπάθειαν πάντων των χρόνων της πολιτείας μου, εις το να στολίζω εγώ την ψυχήν μου εις κατοικίαν σου. Ποίαν λοιπόν πρόφασιν να εύρω ενώπιον Σου, όστις γινώσκεις τα απόκρυφα των καρδιών; Ουαί μοι τω αθλίω, ότι αναξίως εισέρχομαι εις το ιερόν σου θυσιαστήριον και δεν καλλωπίζομαι κατά το θείον σου θέλημα· αλλά, Κύριε, μη με κατακρίνης εν τη ημέρα της εξετάσεως, διότι είμαι έρημος πάσης αρετής και ουδεμίαν των εντολών σου ετήρησα». Αυτά και πλείονα έτερα έλεγεν ο Άγιος, τα οποία ήκουσεν ο υποτακτικός του Ιεροδιάκονος Ιάκωβος, όστις έγραψε τον Βίον τούτον. Όταν δε έπεσεν ο Επίσκοπος να ανα[αυθή, είδεν όρασιν, ότι ελειτούργει κατά την τάξιν εις τον θείον Ναόν, μία δε περιστερά δυσώδης και βεβορβορωμένη επέτα πέριξ αυτού, και του έδιδε μεγάλην ενόχλησιν δια την δυσωδίαν αυτής. Όταν δε έλεγεν «Όσοι κατηχούμενοι προέλθετε», εξήλθε και αυτή και ίστατο έξωθεν, έως ότου επληρώθη η Λειτουργία. Αφού δε εξήλθεν ο Όσιος από το άγιον Βήμα, βλέπει πάλιν την περιστεράν πετομένην πλησίον αυτού, ως το πρότερον· όθεν εκτείνας την χείρα έλαβεν αυτήν και την εβύθισεν εις τον λουτήρα, εις τον οποίον εβάπτιζε τους ανθρώπους· εκαθαρίσθη δε αύτη ευθύς και εξελθούσα του ύδατος χωρίς μολυσμόν, επέταξεν εις τον αέρα τόσον υψηλά, ώστε δεν εφαίνετο. Τούτο δε όλον ήτο προτύπωσις και προεικόνιζεν ότι σπουδαίον τι έμελλε να γίνη κατά την ερχομένην ημέραν. Πρωϊας δε γενομένης εφανέρωσεν εις τον Ιάκωβον την όρασιν και απελθόντες εις τον Ναόν με τους άλλους Αρχιερείς έδωσεν ο Πατριάρχης εις τον Νόννον το άγιον Ευαγγέλιον, δια την χάριν την οποίαν είχε του θείου Πνεύματος να διδάξη τον λαόν. Ευρέθη δε και η Πελαγία εις εκείνην την διδαχήν, όχι δια ευλάβειαν, διότι άλλην φοράν δεν επήγεν, αλλά μόνον από νεύσιν και οικονομίαν του ευσπλαγχνου Θεού, του θέλοντος πάντας «σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ. β: 4). Ακούσασα δε η πόρνη περί της αθανασίας της ψυχής, της δικαιοκρισίας του Θεού και των αιωνίων δικαστηρίων, ω του θαύματος! κατενύγη η πρώην άσεμνος, έκλαυσε πικρώς, εμίσησε τας μυσαράς πράξεις και επόθησε τον όντως εραστήν και Νυμφίον της. Έστειλε λοιπόν υπηρέτας τινάς να ακολουθήσουν τον Νόννον και να μάθουν την κατοικίαν του. Τούτου δε γενομένου, του απέστειλεν επιστολήν εις την οποίαν έγραφε ταύτα· «Εις τον Άγιον Επίσκοπον και μαθητήν του Χριστού, η μαθήτρια του δαίμονος Πελαγία, το πέλαγος των ανομιών, απονέμει την δουλικήν προσκύνησιν. Ήκουσα, Άγιε του Θεού, παρά τινος Χριστιανού, ότι ο Δεσπότης δεν ήλθε να καλέση «δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. θ,13), και ότι δεν εμίσησεν ούτε εβδελύσσετοπόρνας και ληστάς και τελώνας, αλλά συνανεστράφη και συνωμίλει μετ’ αυτών ο τοις Χερουβίμ αθεώρητος. Εάν λοιπόν είσαι και συ τοιούτου Διδασκάλου και Δεσπότου δούλος και αθλητής, δείξε αυτό με το έργον και μη με βδελυχθής την πόρνην ομογενή σου και ομόδουλον, αλλά αξίωσόν με, δέομαί σου, να σου εξομολογηθώ τας αμαρτίας μου, δια να σώσω δια σου την ψυχήν μου η άσωτος». Ταύτα αναγνώσας ο Όσιος Νόννος εδειλίασε και δεν ηθέλησε να συνομιλήσουν οι δύο των, αλλά παρήγγειλεν εις αυτήν να υπάγη εις την Εκκλησίαν, όταν είναι και οι άλλοι Αρχιερείς, να είπη όσα εβούλετο. Η δε Πελαγία ακούσασα, αρπάζει τον καιρόν και διώκει τον σώζοντα, τρέχει παρευθύς εις την Εκκλησίαν, πίπτει κατά γης ως άλλη τις πόρνη, καταβρέχουσα τους πόδας αυτού (ως η πρώην του Χριστού) με την ροήν των δακρύων της, και λέγουσα ταύτα μεγαλοφώνως· «Σπλαγχνίσου την αμαρτωλήν, Πάτερ Όσιε, τον σον Δεσπότην μιμούμενος. Βάπτισόν με και οδήγησον προςμετάνοιαν, διότι εγώ είμαι το πέλαγος της ανομίας, η άβυσσος της απωλείας, και του διαβόλου παγίς και θήρατρον, ότι εγενόμην αιτία και απήλθον πολλοί εις την κόλασιν. Τώρα δε δια της Χάριτος του Θεού μετανοώ δια τας πονηρίας μου και ζητώ μετάνοιαν, δια να μη κολασθώ αιώνια». Ταύτην την ένθεον αλλοίωσιν της δεξιάς του Υψίστου ιδόντες οι Αρχιερείς εθαύμαζον δια τα δάκρυα, τα οποία έχυνεν η αείμνηστος, και χαίροντες εις την σωτηρίαν αυτής, μετά βίας την κατέπεισαν και ηγέρθη. Ο δε ιερός Νόννος της λέγει τότε· «Ο νόμος της Εκκλησίας μας ορίζει να μη βαπτίσωμεν πόρνην τινά, εάν δεν έχη εγγυητήν, ότι δεν επιστρέφει πλέον εις τα πρότερα αμαρτήματα». Η δε πάλιν έπεσεν εις την γην και έκλαιε πολλώ μάλλον λέγουσα· «Εις τον λαιμόν σου να κρέμωνται τα αμαρτήματά μου, και να δώσης λόγον περί τούτου δια την ψυχήν μου την ώραν της κρίσεως, εάν βραδύνης και δεν με βαπτίσης το συντομώτερον, να με αναγεννήσης πνευματικώς και να με παραστήσης εις τον καθαρόν Νυμφίον Χριστόν νύμφην καθαράν και αμώμητον, διότι φοβούμαι, εάν βραδύνω να λάβω το Βάπτισμα, μη με παγιδεύση πάλιν ο πτερνιστής και με ρίψη πάλιν εις την προτέραν ασέλγειαν». Ταύτα ακούσας ο Νόννος εδόξασε τον Θεόν βλέπων τοσαύτην μετάνοιαν. Εξομολογήσας λοιπόν αυτήν, ηρώτησε και το όνομά της. Η δε είπε· «Πελαγία εκαλούμην εξ αρχής, οι δε άνθρωποι θαυμάζοντες το πλήθος και κάλλος των πολυτίμων λίθων και μεργάρων, τα οποία εφόρουν, με ωνόμαζον Μαργαρώ». Τότε εβάπτισεν αυτήν εις το όνομα της Αγίας Τριάδος και της έδωκε την πρώτην κλήσιν, ονομάσας ταύτην Πελαγίαν, την ανεδέχθη δε ενάρετος τις Μοναχή, Ρωμάνα ονόματι, και τελέσας την θείαν Μυσταγωγίαν, την εκοινώνησε τα άχραντα Μυστήρια. Όθεν όλη η Αντιόχεια ηυφράνθη κοινώς και ετέλεσαν εορτήν πάνδημον δια την σωτηρίαν της ψυχής αυτής, έκαστος δε ενόμιζε την χαράν της ως ιδίαν αυτού, ότι ενίκησε τον πτερνίσαντα. Ο δε μισόκαλος διάβολος, μη υποφέρων την ήτταν και καταισχύνην αυτού, μετασχηματίζεται εις άνθρωπον ο μισάνθρωπος και φαίνεται εις το μέσον πάντων έχων τας χείρας αυτού εις την κεφαλήν, και εκόπτετο φωνάζων και εγκαλούμενος τον ιερόν Νόννον, ότι τον ηδίκησε πολλά και μεγάλα με το να του παίρνη τας δυνάμεις αυτού. Έπειτα ο αναιδής επλησίασε προς την Πελαγία και απεκάλει αυτήν προδότιν και άπιστον. Η δε μακαρία Πελαγία ποιήσασα το σημείον του Τιμίου Σταυρού εξηφάνισεν αυτόν. Αλλά πάλιν δεν αφήκεν ο εχθρός την αναίδειαν αυτού, αλλ’ επήγε την νύκτα εις την στρωμνήν της Πελαγίας και την εξύπνησε, κολακεύων αυτήν και παρακινών προς την προτέραν πράξιν, υποσχόμενος να την αξιώση μεγάλων τιμών, εάν κάμη τον λόγον του. Η δε Οσία αναστάσα εδίωξε πάλιν αυτόν δια του Σταυρού, εφανέρωσε δε προς την Ρωμάναν την υπόθεσιν, η οποία την ενουθέτησε να μη φοβήται ποσώς τον πειράζοντα. Ολίγας ημέρας μετά το Βάπτισμα έδωκε πάλιν άλλην πληγήν του εχθρού καιρίαν εις την καρδίαν και θανάσιμον, ήτοι πεφωτισμένη εκ θείου Πνεύματος εκάλεσε τον ευγνωμονέστερον και ευπειθέστερον δούλον της και προστάσσει αυτόν να απογράψη όλον το πράγμα της, χρυσίον, αργύριον, λίθους τιμίους, μαργαρίτας, σκεύη, στολάς και παν ό.τι άλλο πράγμα εξουσίαζε και να της φέρη ταχέως την απογραφήν· τούτου δε γενομένου έλαβε το έγγραφον και το έδωκεν εις χείρας του Επισκόπου, λέγουσα· «Λάβε, άγιε Δέσποτα, όσα πράγματα αναφέρονται εις τον χάρτην αυτόν και διαμοίρασέ τα ως βούλεσαι, διότι εις εμέ φθάνει ο πλούτος του Νυμφίου μου και Δεσπότου Χριστού». Ο δε Νόννος, προσκαλεσάμενος τον επίτροπον και διανομέα της Εκκλησίας, έδωκεν εις αυτόν όλους εκείνους τους θησαυρούς, λέγων· «Ορκίζω σε εις τον Θεόν, να μη κρατήσης απ’ αυτά τίποτε δια την Εκκλησίαν, αλλά να τα διαμοιράσης εις πτωχούς και χήρας και ορφανά, όπως διαμερισθώσι καλώς όσα κακώς συνήχθησαν». Και ούτως εκείνος εποίησεν. Η δε μακαρία Πελαγία έδωκεν ελευθερίαν εις τους δούλους και τας δούλας αυτής, χαρίζουσα εις αυτούς και χρήματα η φιλάνθρωπος και τους ενουθέτησε να φροντίσουν δια την σωτηρίαν των, ίνα λυτρωθούν δια την ευσπλαγχνίαν του Δεσπότου Χριστού από την αιώνιον αιχμαλωσίαν, καθώς υπ’ αυτής από την πρόσκαιρον ελυτρώθησαν. Από την ημέραν που εβαπτίσθη η μακαρία δεν έφαγεν άρτον ποσώς από τον πλούτον αυτής, επειδή ήτο κακώς συνηγμένος· αλλά η Ρωμάνα την εζωοτρόφει τας ολίγας εκείνας ημέρας, κατά τας οποίας έμεινε μετ’ αυτής, κατά δε την νύκτα της Κυριακής απέβαλε την γυναικείαν στολήν, και ενδυθείσα τρίχινον και ρακώδες χιτώνιον απήλθεν εις τα Ιεροσόλυμα, χωρίς να αποκαλύψη εις ουδένα τον σκοπόν, ούτε καν και εις τον πνευματικόν της ή την ανάδοχόν της εφανέρωσε ποσώς το μυστήριον. Εθρήνει δε η ανάδοχος αυτής μη γινώσκουσα τι εγένετο. Ο δε Άγιος Νόννος εγνώρισεν εκ θείας δυνάμεως την υπόθεσιν, και παρηγορήσας αυτήν, της είπε να μη λυπήται, ότι η Πελαγία την αγαθήν μερίδα ως η του Ευαγγελίου Μαρία εξέλεξεν, η οποία δεν θέλει απαρθή απ’ αυτής. Η δε μακαρία Πελαγία ελθούσα εις το όρος των Ελαιών έμεινε τρία έτη κεκλεισμένη εις κελλίον αγνώριστος, υπό ανδρικόν σχήμα αγωνιζομένη και επιτελούσα τοιαύτας αρετάς κατά του δαίμονος και παλαίσματα, ώστε μόνος ο Θεός ο βλέπων τα κρύφια τα γνωρίζει. Όμως ο δικαιοκρίτης Θεός δεν ηθέλησε να αφήση μέχρι τέλους αποκεκρυμμένην την εν τω κρυπτώ αγωνιζομένην δούλην του· όθεν δια την των πολλών ωφέλειαν ωκονόμησε να φανερωθή, εγένετο δε τούτο ως εξής: Ο ιερός Ιάκωβος, τον οποίον ανεφέραμεν άνωθεν, υπό θείου πόθου και έρωτος κινούμενος, απεφάσισεν όπως υπάγη εις προσκύνησιν του Αγίου Τάφου· όθεν έλαβεν από τον Άγιον Νόννον συγχώρησιν, εκείνος δε είπε προς αυτόν· «Ύπαγε εν ειρήνη, τέκνον μου, και αφού προσκυνήσης τους Αγίους Τόπους, ερώτησον δια τινα ευνούχον Πελάγιον ενάρετον Μοναχόν, να λάβης απ’ αυτόν μεγάλην ωφέλειαν, διότι είναι φίλος ακριβός του Κυρίου μας». Απήλθεν δε ο Ιάκωβος μη βάλλων ποσώς εις τον νουν του, ότι δια την μακαρίαν Πελαγίαν του έλεγεν. Αφού λοιπόν ο ιερός Ιάκωβος έφθασε και προσεκύνησε τους Αγίους Τόπους ηρώτησε δια τον Πελάγιον, και του είπον ότι ήτο εις το όρος των Ελαιών. Απελθών λοιπόν έκρουσε την θύραν, και εξήλθεν η Αγία φέρουσα ανδρικόν σχήμα, και αυτή μεν εγνώρισε τον Ιάκωβον, εκείνος όμως δεν την εγνώρισε, διότι το κάλλος της ήτο μαραμμένον, οι οφθαλμοί κουφωμένοι, και όλη η σαρξ αυτής εξηραμμένη από την πολλήν εγκράτειαν, ώστε εφαίνετο μόνον το δέρμα και τα οστέα της και παρουσίαζε φοβερόν θέαμα. Ηρώτησε λοιπόν αυτόν η Αγία, εάν ήτο του Επισκόπου Νόννου ο υποτακτικός. Ο δε είπε· «Ναι». Λέγει τότε προς αυτόν η Αγία· «Όντως Απόστολος Θεού είναι εκείνος ο άνθρωπος, και ειπέ του να δεηθή του Θεού, να μου συγχωρήση τας ανομίας μου». Ταύτα ειπούσα έκλεισε την θύραν, και έψαλε τας ωδάς κατά την τάξιν. Ο δε Ιάκωβος δια ολίγην ώραν επήρε μεγάλην ωφέλειαν, διδαχθείς μέτρα λόγου, ότι δηλαδή πρέπει να ομιλή έκαστος εις μοναστρίας ολίγα πολύ και βραχύτατα ρήματα. Αναχωρήσας εκείθεν ο Ιάκωβος απήλθεν εις άλλα κελλία, να επισκεφθή και ετέρους αδελφούς, οίτινες όλοι επήνουν πολύ τον Πελάγιον, ως πλέον ενάρετον και αγιώτατον άνθρωπον. Μετ’ ολίγας ημέρας ηκούσθη εις όλην την Σκήτην, ότι ο ρηθείς Πελάγιος απήλθε προς Κύριον, και συνήχθησαν όχι μόνον από την Ιερουσαλήμ, αλλά και από τον Ιορδάνην και την Ιεριχώ και όλα τα περίχωρα με μεγάλην ευλάβειαν, δια να ενταφιάσουν το άγιον λείψανον. Θέλοντες δε να το χρίσουν κατά την τάξιν δι’ αγίου μύρου, εγνώρισαν ότι ήτο γυνή, και εκπλαγέντες εδόξασαν τον Κύριον άπαντες, όστις την ενεδυνάμωσε να πολεμήση τον πολέμιον και να νικήση αυτόν κατά κράτος. Αύτη η φήμη εξήλθεν εις τα περίχωρα και συνερίζοντο τις να ασπασθή και να τιμήση το άγιον λείψανον πρότερον και ούτως άραντες αυτό ευλαβείς και άγιοι άνδρες, ακολουθούντες όλοι με λαμπάδας και θυμιάματα, ενεταφίασαν αυτό εντίμως και ως έπρεπεν. Ούτος είναι ο Βίος της πρώην πόρνης· ταύτα της απεγνωσμένης κατά του εχθρού αγωνίσματα. Αυτήν ας μιμηθώμεν και ημείς άπαντες οι το κατ’ εικόνα Θεού βορβορώσαντες. Ας κάμωμεν αποχήν του κακού καν από τώρα και έμπροσθεν. Ημάρτομεν, ηνομήσαμεν και εμολύναμεν τον ναόν του Κυρίου, την σάρκα μας; Ας κλαύσωμεν, ας νηστεύσωμεν και ας παιδεύσωμεν εδώ πρόσκαιρα το σώμα, ίνα μη κολασθώμεν αιώνια. Ας μελετώμεν καθ’ ώραν τον θάνατον, να νικώμεν τας ηδονάς της σαρκός, ίνα αξιωθώμεν εκείνης της ανεκφράστου ηδονής και αγαλλιάσεως εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2083
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Θ΄ (9η) του μηνός Οκτωβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ και ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ της συμβίας αυτού

Δημοσίευση από silver » Τρί Οκτ 08, 2019 11:41 pm


Ανδρόνικος και Αθανασία το αγιόλεκτον του Κυρίου ζεύγος ήσαν από την μεγάλην Αντιόχειαν, έζων δε εν έτει 594. Ήτο δε ο Ανδρόνικος αργυροπράτης την τέχνην, πολύ ευλαβής, γεμάτος από αγαθά έργα και πλούσιος από τα κοσμικά αγαθά. Ούτος έλαβεν εις γάμον την Αθανασίαν, ήτις και αυτή ήτο σεμνή και θεοφιλής. Συμφωνήσαντες δε εις καλόν και θεάρεστον πράγμα, διεμοίρασαν εις τρία τον πλούτον των. Και από μεν το εν μέρος έδιδον αφθονοπαρόχως ελεημοσύνην εις τους πτωχούς· από το άλλο έδιδον δάνεια, χωρίς τόκους και κέρδη, εις τους έχοντας ανάγκην· από δε το τρίτον μέρος ωκονόμουν τα του εργαστηρίου του αργυροπρατείου, δια να κερδίζουν τα προς το ζην αναγκαία. Απέκτησαν δε και δύο τέκνα, το μεν αρσενικόν, το δε θηλυκόν. Τοσούτον δε διήγον ούτοι ενάρετα, ώστε αφού εγεννήθησαν τα παιδία ο εις τον άλλον δεν ήγγισεν, αλλά διήγον την ζωήν των και οι δύο με σωφροσύνην και με προσευχάς, κατεγίνοντο δε εις το να ελεώσι τους πτωχούς και να επισκέπτωνται τους ασθενείς. Αφού δε παρήλθον δώδεκα έτη από της αυτών συνοικήσεως και τα τέκνα των ήσαν εις εκείνην την ηλικίαν, κατά την οποίαν έμελλον να χαροποιώσι τους γονείς των, τότε, κατά την αυτήν ημέραν, απέθανον συγχρόνως και τα δύο. Και ο μεν Ανδρόνικος δεν έδειξε κανέν άνανδρον κίνημα δια τον θάνατον των τέκνων του, αλλά μάλλον την αοίδιμον εκείνην φωνήν του Ιώβ εξεφώνησεν· «Αυτός γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι» (Ιώβ α:21). Η δε σύμβιος αυτού Αθανασία είχε λύπην απαρηγόρητον· όθεν αφ’ ου ενεταφιάσθησαν τα παιδία εις το Μαρτύτιον, ήτοι εις τον Ναόν του Αγίου Μάρτυρος Ιουλιανού, δεν ηθέλησε πλέον να εξέλθη εκείθεν, αλλ’ έλεγεν· «Εδώ θέλω συναποθάνει και εγώ και εδώ θέλω ενταφιασθή και εγώ μετά των τέκνων μου»! Τότε τον μεν Ανδρόνικον παρέλαβεν ο Πατριάρχης εις το Πατριαρχείον, ίνα τον παρηγορήση, η δε Αθανασία δεν υπέφερε να εξέλθη από τον Ναόν του Αγίου Μάρτυρος Ιουλιανού, αλλ’ έμεινεν εκεί θρηνούσα και κλαίουσα γοερώς. Κατά δε το μεσονύκτιον φαίνεται εις αυτήν, έξυπνον ούσαν, ο Μάρτυς εις σχήμα Μοναχού και λέγει προς αυτήν· «Τι έχεις, ω γύναι, και κλαίεις; Διατί δεν αφήνεις τους εδώ ευρισκομένους να ησυχάσωσιν»; Η δε αποκριθείσα είπε· «Μη βαρυνθής, αυθέντα μου, κατ’ εμού της δούλης σου, ότι πολύν πόνον και θλίψιν έχω, επειδή δύο μόνον τέκνα έχουσα και τα δύο έθαψα σήμερον». Εις τους λόγους τούτους της Αθανασίας απεκρίθη ο Μάρτυς λέγων· «Μη κλαίε δι’ αυτά. Διότι σου λέγω, ω γύναι, ότι καθώς η φύσις του ανθρώπου ζητεί το φαγητόν και αδύνατον είναι να μη δώση τις εις τον εαυτόν του να φάγη, τοιουτοτρόπως και τα παιδία ζητούσιν από τον Θεόν χρεωστικώς να δώση εις αυτά εν τη ημέρα εκείνη τα μέλλοντα αγαθά του, λέγοντα· «Δικαιοκρίτα Κύριε, αντί των επιγείων αγαθών, των οποίων μας εστέρησας, μη στερήσης ημάς των επουρανίων αγαθών σου». Ταύτα η Αθανασία ακούσασα κατενύχθη, και μετέβαλε την λύπην της εις χαράν, λέγουσα· «Λοιπόν ζώσι τα τέκνα μου εν ουρανοίς, και διατί εγώ να κλαίω». Όθεν στραφείσα εζήτει τον Μοναχόν εκείνον, όστις της είπε τους λόγους αυτούς. Περιελθούσα δε τον Ναόν όλον και μη ευρούσα αυτόν, ηρώτησε τον θυρωρόν λέγουσα· «Που είναι ο Μοναχός εκείνος, ο οποίος εμβήκε τώρα εδώ»; Ο δε θυρωρός, εννοήσας ότι είδεν οπτασίαν τινά, απεκρίθη· «Βλέπεις, ότι όλαι αι θύραι είναι σφαλισμέναι και λέγεις που είναι ο Μοναχός»; Η δε Αθανασία φοβηθείσα επέστρεψεν εις τον οίκον της, και διηγήθη εις τον άνδρα της όσα είδε και ήκουσε και εζήτησεν από αυτόν να την εισαγάγη εις Μοναστήριον. Ο δε Ανδρόνικος, αποδεξάμενος τον λόγον μετά χαράς, διότι και αυτός επόθει τούτο, διεμοίρασε το περισσότερον μέρος της περιουσίας του εις τους πτωχούς και ηλευθέρωσε τους δούλους, τους οποίους είχεν εξηγορασμένους· τα δε λοιπά υπάρχοντά του αφήκεν εις τον πενθερόν του, παραγγείλας εις αυτόν να ιδρύση νοσοκομεία και ξενοδοχεία Μοναχών. Λαβόντες λοιπόν οι Όσιοι ολίγα έξοδα δια τον δρόμον, κατά την νύκτα εξήλθον της πόλεως Αντιοχείας ο Ανδρόνικος και η Αθανασία, οι δύο μόνοι. Βλέπουσα δε η Αθανασία μακρόθεν τον οίκον της, ύψωσε τους οφθαλμούς της εις τον ουρανόν και είπε· «Κύριε Θεέ μου, συ ο ειπών εις τον Αβραάμ και την Σάρραν: «Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου, και δεύρο εις γην, ην αν σοι δείξω» (Γεν. ιβ:1), Συ, και τώρα οδήγησον ημάς εις τον φόβον σου· διότι ιδού ημείς αφήκαμεν δια το όνομά σου ανοικτόν τον οίκον μας και εφύγομεν, λοιπόν μη κλείσης εις ημάς την θύραν της Βασιλείας σου». Κλαύσαντες δε και οι δύο, ανεχώρησαν από την πατρίδα των. Φθάσαντες δε εις τα Ιεροσόλυμα προσεκύνησαν τους Αγίους Τόπους και επεσκέφθησαν και πολλούς Πατέρας Οσίους. Φεύγοντες δε εκείθεν, επήγαν και οι δύο εις την Αίγυπτον, προς τον περίφημον Αββάν Δανιήλ. Και επειδή εφανέρωσαν εις αυτόν τον σκοπόν των και τον παρεκάλεσαν να τους οδηγήση εις οδόν σωτηρίας, δια τούτο ο Όσιος την μεν Αθανασίαν απέστειλεν εις γυναικείον Μοναστήριον των Ταββεννησιωτών, τον δε Ανδρόνικον εκράτησε πλησίον του και τον ενέδυσε το Αγγελικόν σχήμα των Μοναχών· όθεν και έμεινεν εις την υποταγήν του δώδεκα ολόκληρα έτη. Αφ’ ου δε τα δώδεκα έτη παρήλθον, παρεκάλεσεν ο Ανδρόνικος τον Αββάν Δανιήλ να δώση εις αυτόν άδειαν δια να μεταβή και πάλιν εις τα Ιεροσόλυμα και να προσκυνήση και δεύτερον τους Αγίους Τόπους· ο δε Αββάς Δανιήλ, ποιήσας ευχήν, απέλυσεν αυτόν. Περιπατών λοιπόν ο Όσιος Ανδρόνικος εις τον δρόμον της Αιγύπτου, εκάθησεν υποκάτω εις εν δένδρον, δια να αναψύξη ολίγον από το καύμα. Και ιδού, κατ’ οικονομίαν Θεού, ήλθεν εκεί και η γυνή του Αθανασία, ήτις επορεύετο και αυτή εις Ιεροσόλυμα με σχήμα ανδρικόν ως Μοναχός, μετονομασθείσα Αθανάσιος. Αφού δε αντεχαιρετίσθησαν, η μεν Αθανασία ανεγνώρισε τον Ανδρόνικον, ο δε Ανδρόνικος δεν εγνώρισε την Αθανασίαν· επειδή και εμαράνθη το κάλλος αυτής από την πολλήν άσκησιν και εφαίνετο ως αιθίοψ. Τότε λέγει η Αθανασία προς τον Ανδρόνικον· «Που πηγαίνεις, αυθέντα μου Αββά»; Ο Ανδρόνικος απεκρίθη· «Εις τους Αγίους Τόπους». Λέγει εις αυτόν εκείνη· «Εκεί θέλω να υπάγω και εγώ». Της λέγει πάλιν εκείνος· «Θέλεις να περιπατώμεν και οι δύο ομού»; Λέγει η Αθανασία· «Ναι, καθώς ορίζεις, πλην να περιπατήσωμεν εις τον δρόμον με σιωπήν ούτως, ως να μη ήμην εγώ μαζί σου». Τότε και ο Ανδρόνικος λέγει· «Καθώς ορίζεις, ας υπάγωμεν σιωπώντες». Πάλιν δε η Αθανασία τον ερωτά· «Δεν είσαι μαθητής του Αββά Δανιήλ»; Αποκρίνεται ο Ανδρόνικος· «Ναι». Λέγει προς αυτόν εκείνη· «Δεν ονομάζεσαι Ανδρόνικος»; Απεκρίθη αυτός· «Ναι». Η Αθανασία είπεν· «Αι ευχαί του Γέροντος είθε να μας συνοδεύσωσιν εις τον δρόμον μας». Λέγει ο Ανδρόνικος· «Γένοιτο! Αμήν». Με τοιούτον τρόπον λοιπόν επήγαν και οι δύο σιωπώντες εις Ιεροσόλυμα· αφ’ ου δε προσεκύνησαν τους Αγίους Τόπους, πάλιν επέστρεψαν σιωπώντες εις Αλεξάνδρειαν. Τότε η Αθανασία ηρώτησεν τον Ανδρόνικον· «Θέλεις να μείνωμεν μαζί εις εν κελλίον»; Απεκρίθη ο Ανδρόνικος· «Ως ορίζεις ας μείνωμεν, πλην θέλω πρώτον να υπάγω εις τον Γέροντά μου και να ζητήσω την άδειαν και την ευχήν του». Εκείνη είπεν· «Ύπαγε και σε προσμένω εις τον τόπον, τον καλούμενον Οκτωκαιδέκατον. Και εάν υποφέρης να μένης μετ’ εμού σιωπηλώς, καθώς εβαδίσαμεν και επήγαμεν εις Ιεροσόλυμα και από εκεί ήλθομεν πάλιν εδώ, καλώς ελθέ· ει δε δεν υποφέρης να σιωπάς, μη έλθης». Ο δε Ανδρόνικος, πορευθείς εις τον Γέροντά του, τον Αββάν Δανιήλ, εφανέρωσεν εις αυτόν την υπόθεσιν. Ο δε Γέρων εγνώρισεν από τους λόγους του Ανδρονίκου, ότι ήτο εις μεγάλην προκοπήν αρετής ο Αθανάσιος. Όθεν του έδωκε την άδειαν και είπεν εις αυτόν· «Ύπαγε, αγάπα την σιωπήν και μείνον με τον αδελφόν· επειδή αυτός είναι τη αληθεία τοιούτος οποίος πρέπει να είναι ο Μοναχός». Τότε επιστρέψας ο Ανδρόνικος έμεινεν ομού με την Αθανασίαν δώδεκα έτη, χωρίς να γνωρίση ότι αυτή είναι η σύζυγός του. Πολλάκις δε μετέβαινεν ο Αββάς Δανιήλ εις επίσκεψιν αυτών και συνομιλών συνεβούλευεν αυτούς περί ωφελείας ψυχής. Μίαν φοράν έτυχε να υπάγη πάλιν ο Αββάς Δανιήλ όπως τους επισκεφθή· αφ’ ου δε ελάλησεν ικανώς τα πρέποντα, τους απεχαιρέτησε και επανήρχετο εις το κελλίον του. τότε έτρεξε κατόπιν αυτού ο Όσιος Ανδρόνικος και φθάσας αυτόν του είπεν· «Ο Αββάς Αθανάσιος ησθένησε και είναι δια να υπάγη προς Κύριον». Ο δε Γέρων επέστρεψε και εύρε τον Αθανάσιον πάσχοντα από θέρμην· όστις βλέπων τον Γέροντα, ήρχισε να κλαίη. Ο δε Γέρων λέγει· «Αντί να χαρής, διότι υπάγεις να απολαύσης τον Θεόν, συ κλαίεις»; Ο δε είπε· «Δεν κλαίω δι’ εμαυτόν, αλλά δια τον Αββάν Ανδρόνικον· όθεν παρακαλώ σε ποίησον αγάπην, και αφ’ ου με θάψης, εξέτασον πλησίον εις την κεφαλήν μου και θέλεις εύρει πινακίδιον γεγραμμένον· ανάγνωσον αυτό, και κατόπιν δος το και εις τον Αββάν Ανδρόνικον». Εποίησαν λοιπόν ευχήν και οι τρεις και εκοινώνησε τα Άχραντα Μυστήρια η μακαρία Αθανασία, και ούτως εκοιμήθη εν Κυρίω. Τότε εύρε και ο Αββάς Δανιήλ το πινακίδιον και το ανέγνωσε και εκ τουτου εγνώρισεν, ότι ήτο η σύζυγος του Ανδρονίκου, η αοίδιμος Αθανασία. Επληροφορήθησαν δε τούτο και όταν ηυτρέπιζον το άγιον αυτής λείψανον, διότι ευρέθη ουχί ανήρ, αλλά γυνή. Ηκούσθη δε τούτο εις όλην την Λαύραν. Όθεν έστειλεν ο Αββάς Δανιήλ είδησιν εις τους αδελφούς, και συνέδραμον όλοι οι Πατέρες οι κατοικούντες εις τα ενδότερα της ερήμου, και όλαι αι Λαύραι και τα Μοναστήρια της Αλεξανδρείας, και όλη η πόλις και όλη η Σκήτη συνήχθησαν εις τον ενταφιασμόν της. Οι δε Σκητιώται έφερον όλοι λευκά ενδύματα· διότι τοιαύτην συνήθειαν είχον εις την Σκήτην, να ενδύωνται λευκά ενδύματα, όταν ενεταφίαζον τους αδελφούς, ως νικητάς των τριών εχθρών, σαρκός, κόσμου και κοσμοκράτορος, ήτοι του διαβόλου. Προπέμψαντες λοιπόν μετά βαϊων και κλάδων το τίμιον λείψανον της μακαρίας Αθανασίας, το ενεταφίασαν μετά μεγάλης ευλαβείας, δοξάζοντες τον Θεόν, τον δόντα εις την Αγίαν τόσην μεγάλην υπομονήν. Έμεινε δε εκεί ο Αββάς Δανιήλ, δια να τελέση τα έβδομα μνημόσυνα της Οσίας. Αφ’ ου ετελέσθησαν τα μνημόσυνα, αναχωρών ο Αββάς Δανιήλ ηθέλησε να συμπαραλάβη μετ’ αυτού και τον Αββάν Ανδρόνικον. Ο δε Ανδρόνικος δεν ηθέλησε να τον ακολουθήση, λέγων· «Εδώ θέλω αποθάνει και εγώ μαζί με την κυρίαν μου Αθανασίαν»! Και ούτως αποχαιρετήσας αυτόν ο Γέρων ανεχώρησε. Κατόπιν δε φθάνει τον Γέροντα εις αδελφός και λέγει προς αυτόν· «Ο Αββάς Ανδρόνικος ασθενεί από θέρμην». Και ευθύς ο Αββάς Δανιήλ στέλλει είδησιν εις τους αδελφούς της Σκήτης, λέγων· «Ο Αββάς Ανδρόνικος ακολουθεί τον Αββάν Αθανάσιον, και λοιπόν συνέλθετε». Όθεν συνέδραμον πάντες οι Πατέρες και προέφθασαν αυτόν ζώντα. Αφού δε εζήτησαν όλοι και έλαβον την ευλογίαν του, τότε και ο αοίδιμος Ανδρόνικος εκοιμήθη εν Κυρίω. Έγινε δε φιλονικία και αντίστασις περί του ιερού λειψάνου του Οσίου Ανδρονίκου, ποίοι να το λάβωσιν, οι εις τον τόπον του Οκτωκαιδεκάτου κατοικούντες ή οι Σκητιώται. Μόλις δε και μετά βίας κατέπαυσεν ο Αββάς Δανιήλ την φιλονικίαν αυτών, ειπών, ότι πρέπει να ταφή εκεί εις τον Οκτωκαιδέκατον μετά του συναγωνιστού του, της Οσίας, λέγω, Αθανασίας. Και ούτως ενεταφίασαν αυτό εκεί, δοξάζοντες τον επί πάντων Θεόν. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2083
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ι΄ (10η) του μηνός Οκτωβρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΕΥΛΑΜΠΙΟΥ και ΕΥΛΑΜΠΙΑΣ των αυταδέλφων.

Δημοσίευση από silver » Τετ Οκτ 09, 2019 11:24 pm

Ευλάμπιος και Ευλαμπία οι ένδοξοι Άγιοι Μάρτυρες και αυτάδελφοι κατήγοντο από την μεγαλούπολιν Νικομήδειαν, όντες νέοι ωραίοι την όψιν, το γένος περιφανείς, ζηλωταί δε της ευσεβείας θερμότατοι, ζώντες κατά τους χρόνους του Μαξιμιανού εν έτει 296 ηγεμονεύοντος εν Νικομηδεία του Μαξίμου. Μη υποφέρων δε ο Ευλάμπιος να βλέπη το όνομα του αληθινού Θεού υβριζόμενον, ανεχώρησεν από την πόλιν και κατώκει εις τόπον έρημον, εγκρατευόμενος από παν αμέρτημα και θεαρέστως πολιτευόμενος· ύστερον δε πάλιν κατανυγείς την καρδίαν, ενεπλήσθη ζήλου θείου ως ο ζηλωτής Ηλίας και αφήνων την έρημον επήγεν εις την πόλιν πρόθυμος να παρρησιασθή εις τους εθνικούς ειδωλολάτρας, κηρύττων την ευσέβειαν, δια να λάβη τον στέφανον της αθλήσεως. Ιδών δε άνωθεν των θυρών της πόλεως τα βασιλικά προστάγματα, περιεγέλασε τους ματαιόφρονας ειδωλολάτρας· όθεν οι παρεστώτες εγνώρισαν, ότι ήτο Χριστιανός και παρευθύς δένοντες αυτόν τον εφυλάκισαν, έως να τον φέρουν ως νέον κυνήγιον εις τον εξουσιαστήν. Μαθών ο ηγεμών ταύτα προσέταξε και τον έφεραν ενώπιόν του, ιδών δε αυτόν νεάζοντα και αγένειον είχεν ελπίδας ότι θα τον παραπλανήση και του λέγει· «Δια ποίαν αιτίαν παρεκινήθης εις τοσαύτην αναισχυντίαν, να περιφρονήσης τα βασιλικά προστάγματα, όταν η όψις του προσώπου σου δεικνύει ότι είσαι ευγενής και έκλαμπρος; Κάμε λοιπόν το συμφέρον σου ως γνωστικός, και θυσίασον εις τους θεούς, αν θέλης να ευφράνης αυτούς και ημάς και να λυτρωθής από δεινά κολαστήρια, τα οποία σε αναμένουν, εάν καταφρονήσης τους λόγους μου». Τότε ο Άγιος ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού απεκρίθη· «Είθε, ω ηγεμών, να εγίνωσκες και συ το συμφέρον σου, να προσκυνήσης ένα Θεόν Τρισυπόστατον, τον οποίον και μόνον από την ευταξίαν της κτίσεως ημπορείτε να καταλάβητε, όστις εποίησε τον ουρανόν και την γην και τα επίλοιπα κτίσματα, με τοσαύτην σοφίαν θαυμάσιον, ει δε και προτιμάς πολλούς θεούς, με τους οποίους χλευάζεις τους απλουστέρους και τους προξενείς την αιώνιον κόλασιν, εγώ δεν καταδέχομαι καν να σου ακούσω, επειδή είμαι τετιμημένος με ψυχικήν λογικήν, και ελπίζω να υπάγω εις την αιώνιον ζωήν, να ευφραίνωμαι· ότι ένα και μόνον Θεόν προσκυνώ και σέβομαι, τον φύσει αόρατον και εις εκείνον μόνον θέλω αποδώσει τας ευχάς μου έμπροσθεν του λαού του». Ταύτα ακούσας ο τύραννος εκδύεται το προσωπείον της ημερότητος και προστάσσει να απλώσουν κατά γης γυμνόν και να δέρουν τον Άγιον άσπλαγχνα. Υπέμεινε δε ο μακάριος Ευλάμπιος ανδρείως τους ραβδισμούς και ουδέ ποσώς εδειλίασεν· όθεν ο δυσσεβής διπλασιάζει την παίδευσιν, προστάζων να τον δέρουν με νεύρα ασπλάγχνως· οι δε στρατιώται τον εμαστίγωνον τόσον πυκνά, ώστε του έδιδον οδύνην αμέτρητον. Αλλά και ταύτα ο Μάρτυς υπέμεινε με ανδρείον φρόνημα. Ο δε αχόρταγος τύραννος δεν ηυχαριστήθη εις τας τόσας βασάνους, που του έδωσαν, αλλά και εις ετέρας νεωτέρας ετρέπετο, προστάξας να κρεμάσωσιν εις ξύλον τον Μάρτυρα· κατέσχιζον δε τας σάρκας του τόσον, ώστε ησθάνετο τον πόνον έως του μυελού, επειδή από τον τοσούτον ξεσμόν και τα οστά του σχεδόν εφαίνοντο. Ο δε Άγιος με την προσευχήν ηλάφρωνε τας οδύνας επικαλούμενος τον αθλοθέτην Θεόν εις βοήθειαν και τόσην υπομονήν είχεν, ώστε εφαίνετο ότι άλλος ήτο ο βασανιζόμενος, ο δε Άγιος ήτο θεατής. Αφού εδαπάνησαν εκείνην την τρυφεράν σάρκα και κατέσπασαν όλα τα μέλη του Αγίου, έμεινεν ούτος ελεεινόν θέαμα εις τους ορώντας, τόσον ώστε όχι μόνον οι άνθρωποι εθαύμαζον, αλλά νομίζω και οι δαίμονες εξέστησαν, δια την πολλήν καρτερίαν του Μάρτυρος, τον οποίον και ο Δεσπότης Χριστός ηύφρανε και του έστειλεν αοράτως εξ ύψους βοήθειαν. Βλέπων δε ο ασεβής τύραννος, ότι ούτε με κολακείας, ούτε με κολαστήρια ηδύνατο να τον ταπεινώση, εσκέφθη να του δώση άλλην δριμυτάτην και τοσούτον πανώδυνον βάσανον, ώστε μόνον να την ακούση τις δειλιά και ταράττεται, ήτοι έδεσε σφικτά με δερμάτινα λωρία τους δακτύλους των χειρών και των ποδών, δια να τους στρεβλώσουν προς τα οπίσω και να τους εξαρθρώσουν, έκαστος δε δάκτυλος τοσαύτην οδύνην έδιδεν, ώστε δεν είναι δυνατόν να την περιγράψωμεν, μόνον δε εκείνος όστις διέστρεψέ ποτε τον πόδα του και ούτος εξηρθρώθη ή έβγαλε την χείρα του, αυτός από τον ολίγον εκείνον πόνον, τον οποίον ησθάνθη, δύναται να εννοήση οπόσον οδυνηράν βάσανον ελάμβανεν ο Άγιος εκάστην φοράν, που του εστρέβλωνον προς τα οπίσω έκαστον δάκτυλον, και μετετόπιζον τα μέλη από τους αρμούς των ή έκοπτον βιαίως τα νεύρα του. Πάλιν δε ύστερον, αφού του εγύρισαν όλα τα δάκτυλα, του εστρέβλωσαν και τας χείρας και τους αγκώνας και τους πόδας και τα γόνατα και τόσον πόνον του έδωσαν, ώστε θαύμα ήτο ότι δεν εξεψύχησε. Και όχι μόνον οι άνθρωποι, αλλά δύναμαι να είπω ότι και τα άψυχα κτίσματα συνέπασχον με τον βασανιζόμενον Μάρτυρα. Ο δε αναισθητότερος πάντων και των αλόγων αλογώτερος τύραννος δεν έκλινε ποσώς προς συμπάθειαν, αλλά δια να δώση περισσότερον πόνον εις τον Μάρτυρα κατελάλει την Σάρκωσιν του Χριστού, τον Σταυρόν και τον άτιμον θάνατον, προσθέτων ότι εκείνος επλάνησε τους ανθρώπους και τους έκαμε να καταφρονώσιν ως άφρονες την γλυκυτάτην ζωήν ταύτην, την απολαυστικήν και ευφρόσυνον, δια ψευδή ελπίδα μελλούσης μακαριότητος, και να υπομένωσι τόσας κολάσεις ματαίως και ανωφελώς. Αυτάς και ετέρας φλυαρίας έλεγεν ο ασύνετος, ώστε δεν υπέφερεν ο Άγιος, αλλά με όλους τους πόνους τους οποίους είχε, δεν αφήκε τον ασεβή να χαρή εις τον λόγον του, αλλά περιεγέλα και αυτός τους μιαρούς θεούς των Ελλήνων, διότι ήτο πεπαιδευμένος καλώς και εγίνωσκε τας μυθολογίας των Ελλήνων. Όθεν ήλεγχε τον τύραννον, λέγων ότι ήσαν οι θεοί του ερμαφρόδιτοι, δηλαδή αρσενικοθήλυκοι και αδύνατοι, πόρνοι, φονείς, μνησίκακοι και πολέμιοι. Έπειτα αφού κατεφρόνησεν εκείνους, ως έπρεπε, μετέφερε τον λόγον προς τον αληθή και ζώντα Θεόν, ειπών ότι όσα μας είπεν εκείνος είναι αληθέστατα· όθεν τιμωρούμεθα τώρα πρόσκαιρα, δια να συνδοξασθώμεν μετ’ αυτού αιώνια, να έχωμεν χαράν ανεκλάλητον και απόλαυσιν ατελεύτητον. Ταύτα παρώργισαν πάλιν τον ασεβή περισσότερον και προστάσσει να πυρώσουν σιδηράν κλίνην και να απλώσουν επάνω αυτής τον Άγιον· τούτου δε γενομένου έκαμε τον Σταυρόν του, και ηπλώθη όλος εις τον κεκαυμένον εκείνον και φοβερόν κράββατον· και αι μεν σάρκες διελύοντο κατακαιόμεναι, αυτός δε εφαίνετο ώσπερ να ήτο εις στρώμα μαλακόν και ηυχαρίστει τον Κύριον. Αλλ’ επειδή περισσότερον ελυπείτο ο Άγιος, ότι δεν εγνώριζαν τον αληθή Θεόν οι Έλληνες, παρά δια τας κολάσεις τας οποίας του έδιδον, ηθέλησε να τους κάμη να εννοήσουν την αδυναμίαν των μικρών των θεών και λέγει προς τον τύραννον να τον οδηγήσουν εις τον ναόν των ειδώλων. Οι δε ασεβείς, θαρρούντες ότι ήθελε να προσκυνήση, εχάρησαν και τον επήγαν εντίμως με δορυφορίαν, ως μέγαν άρχοντα. Φθάσας ο Άγιος εις τον βωμόν, ήγγισεν ολίγον με την δεξιάν του εις το μεγαλύτερον και περιφανέστερον είδωλον, λέγων· «Σε προστάσσω να πέσης κατά γης, να γίνης χώμα λεπτότατον». Και παρευθύς έγινεν έργον ο λόγος του· οι δε παρόντες εθαύμασαν, και γνωρίσαντες την αδυναμίαν των ειδώλων, επίστευσαν αναρίθμητοι εις τον αληθή Θεόν, προσκυνούντες τον Άγιον. Κατ’ εκείνην την ώραν εφάνη εξαίφνης εις το μέσον του πλήθους ωραία τις και πάγκαλος κόρη, ήτις έλαβεν από τας χείρας τον Άγιον λέγουσα· «Εγώ είμαι η αδελφή σου Ευλαμπία, καθώς δε μία μήτηρ μας εγέννησε και ανέθρεψεν, ούτως είναι πρέπον να λάβωμεν ένα θάνατον δια την αγάπην του αληθινού Θεού και Σωτήρος μας». Ταύτα λέγουσα ενουθέτει τους παρεστώτας να λάβουν από αυτήν παράδειγμα, να γνωρίσουν την ευσέβειαν. Ο δε κακοδαίμων τύραννος έγινεν άλλος εξ άλλου από την θλίψιν του όχι μόνον δια την απώλειαν του θεού του, αλλά και δια την παρρησίαν της Μάρτυρος· και βλέπων αυτήν με όμμα άγριον, είπε προς αυτήν ο παμμίαρος· «Ψεύδεσαι, αναίσχυντον γύναιον, ότι είναι αδελφός σου ο Ευλάμπιος, αλλά τον έχεις εραστήν και δια τούτο ήλθες εις το μέσον τόσων ανδρών, αναιδεστάτη, και προσποιείσαι την Χριστιανήν, άσεμνε· ιδέ να αφήσης αυτό το πάθος και δεήσου προς τους φιλανθρώπους θεούς να σε συγχωρήσωσι, και μη θελήσης να υστερηθής τα αγαθά της παρούσης ζωής και τον λαμπρότατον ήλιον, ούτε να προσκολληθής με αυτόν τον μάγον και γόητα· ει δε και παρακούσης τους λόγους μου, μάρτυρας επικαλούμαι όλους τους θεούς, ότι άλλο καλόν δεν θέλεις απολαύσει από τον Ευλάμπιον, ειμή μόνον να λάβης χειρότερα κολαστήρια». Τότε η γενναία Ευλαμπία και ανταξία αδελφή του Μάρτυρος απεκρίθη χωρίς τινα δειλίαν και λέγει εις τον τύραννον· «Άκουσον, ω δικαστά, να γνωρίσης καλώς την γνώμην μου. Χριστού δούλη είμαι· αυτός είναι η πνοή και ζωή μου, και της ψυχής μου το αγαλλίαμα· αυτόν αγαπώ και διψώ να θανατωθώ δια την αγάπην του· λοιπόν ετοίμαζε πυρ, ακόνιζε ξίφη, και πάσαν άλλην συλλογίσου βάσανον, διότι ετοίμη είμαι να πάθω περισσότερα, παρά όσα υπέμεινεν ούτος ο αδελφός μου, δια να καταλάβης ότι είμαι αδελφή του εις την σάρκα και εις την ψυχήν και γνώμην κατ’ αλήθειαν, και μη έχης ελπίδα τινά ποσώς εις εμέ, να με παραπείσης τάχα με τας κολακείας σου ή να δειλιάσω τας βασάνους ως απαλή κόρη και ανήλικος, διότι ο Παντοδύναμος Θεός, όστις μας έδωσε την προθυμίαν και τα όπλα να πολεμήσωμεν σε και τον διάβολον, τον οποίον προσκυνείς, εκείνος θέλει μας βοηθήσει και να σας νικήσωμεν». Ταύτα μεν η Αγία με γλώσσαν πεπαρρησιασμένην κατά του τυράννου ελάλησεν· αυτός δε, μη υποφέρων τον έλεγχον, προστάσσει να την δέρουν δυνατά εις το πρόσωπον και τόσον την ερράπισαν, ώστε ηλλοιώθη το κάλλος της μορφής και η φωνή της έσβησεν. Ο δε Ευλάμπιος την ενεθάρρυνε να ίσταται ανδρείως και να μη δειλιά την βάσανον, και ούτως υπέμεινεν η αείμνηστος. Μετά ταύτα εσκέφθη πάλιν ο τύραννος άλλην κόλασιν και προσέταξε να βράσουν νερόν εις ένα μεγάλον λέβητα, δια να τους βάλουν εντός αυτού και να τους αφήσουν εκεί, έως να μείνουν μόνον τα κόκκαλα. Όταν δε ητοιμάσθη ο λέβης, εισήλθεν ευθύς εντός αυτού ο Άγιος, η δε κόρη ως απαλωτέρα εις την φύσιν εδειλίασε και εφοβείτο βλέπουσα ότι εκόχλαζε το ύδωρ. Ο δε αδελφός και Συναθλητής αυτής εσήκωσε την κεφαλήν επάνω από τα ύδατα, και προσεκάλει την Αγίαν λέγων· «Είσελθε, αδελφή μου ηγαπημένη, και μη δειλιάζης ουδόλως, μη βλέπης το πυρ και τα ύδατα, αλλά ύψωσε τους ψυχικούς οφθαλμούς επάνω εις τον Θεόν και αυτός μας δίδει βοήθειαν, από εμέ δε γνώρισε την αλήθειαν, ότι δεν με βλάπτει ποσώς η καύσις του θερμού ύδατος, αλλά μου φαίνεται ως δρόσος καταψύχουσα». Με τούτους τους λόγους έλαβε θάρρος η Ευλαμπία και εισήλθεν εις τον λέβητα, παρευθύς δε εψυχράνθη το ύδωρ ως κρύσταλλος και ίσταντο αμφότεροι αγαλλόμενοι. Τοιούτον θαυμάσιον ιδόντες πολλοί των Ελλήνων επίστευσαν· όχι μόνον ο κοινός λαός, αλλά και αυτός ο τύραννος ήρχισε να ολιγοστεύη το σέβας, το οποίον είχεν εις τα είδωλα· πλην ο ασύνετος δεν επέστρεψεν εις την ευσέβειαν από τα τόσα θαυμάσια, αλλά πάλιν οπλίζεται κατά του Αγίου, και προστάσσει να τον τυφλώσουν, δια να δειλιάση και η αδελφή του, μήπως και την διαστρέψη. Αλλά ματαίως εκοπία ο ασυνείδητος, διότι τους μεν οφθαλμούς υστερήθη ο Άγιος, τας δε ψυχάς είχον αμφότεροι στερεωμένας εις την ευσέβειαν και ποσώς δεν εσάλευσεν ο πύργος της ομολογίας των. Τότε πάλιν εκέλευσεν ο ηγεμών να εκκαύσωσι δυνατά κάμινον, ούτως ώστε να σπινθηροβολά ως την Βαβυλώνιον. Έως ότου δε να συνάξουν τα ξύλα και την άλλην ύλην και να ευτρεπίσουν αυτήν, εκρέμασαν την Αγίαν από τας τρίχας της κεφαλής· αύτη δε η τιμωρία δίδει πολύν πόνον εις τα νεύρα και τας μήνιγγας, αλλ’ η μακαρία δούλη του Χριστού ενόμιζε τρυφήν εκείνην την βάσανον και προσηύχετο λέγουσα· «Ευχαριστώ σοι, Κύριέ μου, ότι με ηξίωσας να τιμωρηθώ δια την αγάπην σου». Αφ’ ου δε εκαύθη η κάμινος τόσον, ώστε οι περιεστώτες μόνον να την βλέπωσιν ετρόμαξαν, επήραν τους Μάρτυρας δια να τους ρίψουν εντός αυτής κατά την προσταγήν· και τον μεν Άγιον ήγειραν, διότι τον είχον τυφλώσει, ως είπομεν, και δεν ηδύνατο να περιπατή, η δε γενναία Ευλαμπία έτρεχε χαίρουσα, ώσπερ να επήγαινεν εις νυμφικόν δωμάτιον. Καθώς δε τους έρριψαν εις την κάμινον (ω του θαύματος!) η φλοξ εσχημάτισε θόλον και αφήνουσα το κέντρον κενόν περιεστρέφετο πέριξ των Αγίων, ανερχομένη δε επάνω αυτών εσχηματίζετο ως γέφυρα, και αυτοί ίσταντο εις το μέσον αβλαβείς, ως να ήσαν εις δροσερόν λειμώνα· εχαίροντο δε διότι το πυρ μεταστρέψαν την καυστικήν του φύσιν εις ψύχος τους εδρόσιζεν· όθεν και αυτοί ευχαριστούντες υμνολόγουν και εδόξαζον τον Κύριον Ιησούν, ψάλλοντες την πολυϋμνητον και παγκόσμιον ωδήν των Αγίων Τριών Παίδων. Τοιαύτην τερατουργίαν ιδών ο ασυνείδητος τύραννος εξεπλάγη, και μη γνωρίζων πλέον ποίαν άλλην βάσανον να τους δώση, εβαρύνθη να πολεμή με τον Παντοδύναμον ο αδύνατος. Μη έχων λοιπόν ελπίδα τινά εις τους Μάρτυρας έδωκε κατ’ αυτών την τελευταίαν απόφασιν, να κόψουν τας αγίας αυτών κεφαλάς· και ούτω ο μεν Άγιος απεκεφαλίσθη κατά το πρόσταγμα, η δε Ευλαμπία παρέδωκε την αγίαν ψυχήν εις τας αχράντους παλάμας του Δεσπότου Χριστού εν ειρήνη, πριν να κόψουν την κεφαλήν της οι δήμιοι. Τούτο δε συνέβη εις την Μάρτυρα ουχί απλώς και ως έτυχεν, αλλ’ ούτως ο Θεός ωκονόμησε, δια να μη εγγίσουν αι ακάθαρτοι χείρες των δημίων επάνω αυτής, αλλά να φυλαχθή, έτι δε και δια να διαψευσθή εις την ελπίδα αυτού ο μάταιος τύραννος και να γνωρίση ότι δεν ενίκησεν αυτός, αλλ’ ο Θεός, όστις εξουσιάζει την ζωήν και τον θάνατον και ότε αυτός ηθέλησε, τότε και την ψυχήν της Μάρτυρος παρέλαβεν ατάραχα και χωρίς σπάθην, δια νε μη τελειωθή το πρόσταγμα του τυράννου. Αυτά είναι των αηττήτων Μαρτύρων του Χριστού τα παλαίσματα· τοιούτον τέλος παμπόθητον έλαβον οι αοίδιμοι. Τούτους οι Άγγελοι εμακάρισαν, οι Πατριάρχαι και Απόστολοι επήνεσαν, οι Μάρτυρες ως συναθλητάς υπεδέχθησαν χαίροντες, και απλώς ειπείν και αυτός ο αγωνοθέτης και Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, τον οποίον ενώπιον των ανθρώπων μαρτυρικώς ωμολόγησαν και δια την αγάπην του τοσαύτα κολαστήρια πάνδεινα υπέμειναν, τους υπεδέχθη με ιλαρόν και αγαλλιώμενον πρόσωπον και τους ευφήμησε και αυτός ενώπιον του Πατρός, καθώς έταξεν εις το Ιερόν Ευαγγέλιον, και τους έκαμε κοινωνούς της δόξης της Βασιλείας του. Ότι Αυτώ πρέπει τιμή και δόξα, κράτος, μεγαλωσύνη τε και μεγαλοπρέπεια, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2083
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΑ΄ (11η) του μηνός Οκτωβρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΦΙΛΙΠΠΟΥ ενός των επτά Διακόνων.

Δημοσίευση από silver » Πέμ Οκτ 10, 2019 11:39 pm

Φίλιππος ο Απόστολος και Διάκονος του Κυρίου ήτο εις εκ των Εβδομήκοντα Αποστόλων και των επτά Διακόνων, κατήγετο δε από την Καισάρειαν της Παλαιστίνης. Ούτος είχε τέσσαρας θυγατέρας, αίτινες προεφήτευον (μεταξύ των οποίων ήσαν η Ερμιόνη και η Ευτυχίς) καθώς περί τούτου αναφέρει ο θείος Ευαγγελιστής Λουκάς εις διάφορα μέρη των Πράξεων, και Ευαγγελιστήν αυτόν ονομάζει, λέγων· «τη δε επαύριον εξελθόντες ήλθομεν εις Καισάρειαν, και εισελθόντες εις τον οίκον Φιλίππου του Ευαγγελιστού, όντος εκ των επτά, εμείναμεν παρ’ αυτώ. Τούτω δε ήσαν θυγατέρες παρθένοι τέσσαρες προφητεύουσαι» (Πράξ. κα: 8-9). Μαρτυρεί δε ο αυτός και ότι ο Απόστολος ούτος κατεστάθη Διάκονος υπό των Αποστόλων επί τας χρείας και τραπέζας των πτωχών και χηρών ομού με τον Στέφανον και τους άλλους πέντε (Πράξ. στ΄). Ούτος ο Απόστολος εξελθών εις το κήρυγμα κατά το 35ον έτος από Χριστού Γεννήσεως, ενέπλησε την Σαμάρειαν από την διδασκαλίαν του Ευαγγελίου. Ούτος και τον Σίμωνα τον μάγον εβάπτισεν, υποκριθέντα ότι εδέχθη την πίστιν του Χριστού. Αρπαγείς δε ο αυτός υπό Αγίου Αγγέλου, έφθασεν εις τον δρόμον τον ευνούχον της Βασιλίσσης Κανδάκης και κατηχήσας αυτόν εβάπτισεν. Έπειτα πάλιν εφέρθη υπό του Αγγέλου εις την Άζωτον, και εφώτισεν αυτήν με την διδασκαλίαν του Ευαγγελίου. Μετά ταύτα επήγεν εις τας Τράλλεις, πόλιν ευρισκομένην εν τη Μικρά Ασία, και δια της διδασκαλίας του έπεισεν όλους τους εκεί ευρισκομένους να πιστεύσωσιν εις τον Χριστόν. Εις αυτήν δε την πόλιν κτίσας και Εκκλησίαν προς Κύριον εξεδήμησε.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”