Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2361
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Α΄ (1η) Αυγούστου, μνήμη των Αγίων επτά Μαρτύρων Μακκαβαίων

Δημοσίευση από silver »

ΑΒΕΙΜ, ΑΝΤΟΝΙΟΥ, ΓΟΥΡΙΟΥ, ΕΛΕΑΖΑΡΟΥ, ΕΥΣΕΒΩΝΑ, ΑΧΕΙΜ και ΜΑΡΚΕΛΟΥ, της μητρός αυτών ΣΟΛΟΜΟΝΗΣ και του διδασκάλου αυτών ΕΛΕΑΖΑΡΟΥ.

Ελεάζαρος ο ευσεβέστατος διδάσκαλος και οι επτά Μακκαβαίοι μαθηταί αυτού Αβείρ, Αντώνιος, Γουρίας, Ελεάζαρος, Ευσεβωνάς, Αχείμ (Εν δε τω χειρογράφω Συναξαριστή γράφεται Ευλάλου· εν άλλω δε Συναξαριστή γράφεται Μάρκου.) και Μάρκελλος και η μήτηρ αυτών Σολομονή ήκμασαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Αντιόχου, υιού Σελεύκου, εν έτει από μεν κτίσεως κόσμου ετκη΄ (5328), προ Χριστού δε ρογ΄ (173). Αναγκασθέντες δε οι Άγιοι ούτοι υπό του βασιλέως Αντιόχου (όστις εξώντωσε και ηχμαλώτισεν άπαν το γένος των Εβραίων) να αρνηθώσι τας συνηθείας και διατάξεις τας παραδεδομένας υπό του νόμου και των προγόνων των, τρώγοντες χοιρινά κρέατα, δεν επείσυησαν εις τούτο, φυλάττοντες την παραγγελίαν του θείου νόμου την λέγουσαν· «Τον υν, ότι διχηλεί οπλήν τούτο, και ονυχίζει όνυχας οπλής, και τούτο ουκ ανάγει μηρυκισμόν, ακάθαρτον τούτο υμίν· από των κρεάτων αυτών ου φάγεσθε και των θνησιμαίων αυτών ουχ άψεσθε, ακάθαρτα ταύτα υμίν» (Λευϊτ. ια: 7- 8 ). Τουτέστι, μη φάγητε τον χοίρον, διότι αυτός έχει μεν τους όνυχας εσχισμένους εις δύο, δεν μηρυκάζει δε, ήτοι δεν αναμασά την τροφήν του· διο εκ των κρεάτων του χοίρου μη φάγητε, και το νεκρόν σώμα αυτού μη εγγίσετε, διότι είναι ακάθαρτα. Τούτου ένεκα του μεν Ελεαζάρου έδεσαν οπίσω τας χείρας, και αφού εμαστίγωσαν αυτόν ισχυρώς, έχυσαν εντός της ρινός του υγρά τινα δυσώδη και δριμέα· είτα έρριψαν αυτόν εις πυράν, εις την οποίαν προσευχηθείς να γίνη το αίμα και ο θάνατός του λύτρωσις και ελευθερία όλου του γένους του, ούτω παρέδωκεν ο αοίδιμος την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Τους δε Αγίους επτά Παίδας έφερεν ενώπιόν του ο τύραννος και ετιμώρησεν αυτούς, έκαστον κατά τους χρόνους της ηλικίας του, με τροχούς, με ακόντια, με πυρ και με άλλα όργανα τιμωρητικά, τα οποία ενεπήγοντο εις τας αρθρώσεις του σώματος. Όθεν οι μακάριοι Παίδες, αποθανόντες εν μέσω των τοιούτων βασάνων, απέδειξαν, ότι ο λογισμός είναι κύριος και αυτοκράτωρ των παθών, και δεν νικάται υπ’ αυτών χωρίς να θέλη· (Ως τούτο αποδεικνύει ο Εβραίος Ιώσηπος εις τον ολόκληρον λόγον ον συνέγραψε περί αυτοκράτορος λογισμού, ός τις άρχεται ούτω: «Φιλοσοφώτατον λόγον επιδεικνύεσθαι μέλλων»)· ούτω δε έλαβον παρά Κυρίου τους στεφάνους της αθλήσεως. Μετά ταύτα η μήτηρ αυτών Σολομονή, βλέπουσα τους επτά υιούς της ανδρείως τελειωθέντας, εχάρη και χωρίς ουδείς να επιθέση χείρα επ’ αυτής, προσήλθε μόνη και ερρίφθη εντός της ανημμένης πυράς, και ούτω παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Τελείται δε η αυτών σύναξις εις τον μαρτυρικόν αυτών Ναόν, τον ευρισκόμενον εις το έμβασμα το λεγόμενον του Δομινίκου και πέραν εις την Ελαίαν. (Σημείωσε, ότι ο μεν Θεολόγος Γρηγόριος ένα εγκωμιαστικόν λόγον πλέκει εις τας μαρτυρικάς κεφαλάς των Αγίων τούτων Μακκαβαίων, ου η αρχή: «Τι δε οι Μακκαβαίοι;» ο δε Χρυσόστομος τρεις λόγους συνέγραψε, περιεχομένους εν τω πέμπτω τόμω της εν Ετώνη εκδόσεως και πεντηκοστώ της εκδόσεως Migne, ων του μεν πρώτου η αρχή: «Ως φαιδρά και περιχαρής ημίν», του δευτέρου: «Άπαντας μεν ουν εγκωμιάσαι», ον και παραθέτομεν ανωτέρω· του δε τρίτου· «Και τοις Μάρτυσιν ορών». Αξιόλογον δε είναι εκείνο, το οποίον γράφει περί αυτών ο ρηθείς Γρηγόριος· «Οι προ των Χριστού παθών μαρτυρήσαντες, τι ποτε δράσειν έμελλον μετά Χριστόν διωκόμενοι, και τον εκείνου υπέρ ημών μιμούμενοι θάνατον. Ει γαρ χωρίς υποδείγματος τοιούτοι και τοσούτοι την αρετήν, πως ουκ αν ώφθησαν γενναιότεροι μετά του υποδείγματος κινδυνεύοντες; Και άμα μυστικός τις και απόρρητος ούτος ο λόγος, σφόδρα πιθανός εμοί γουν και πάσι τοις φιλοθέοις, μηδένα των προ της Χριστού παρουσίας τελειωθέντων δίχα της εις Χριστόν πίστεως τούτου τυχείν· ο γαρ Λόγος επαρρησιάσθη μεν ύστερον καιροίς ιδίοις, εγνωρίσθη δε και πρότερον τοις καθαροίς την διάνοιαν». Σημείωσαι, ότι το λείψανον της Αγίας Σολομονής σώζεται ολόκληρον εν τω Πατριαρχείω της Κωνσταντινουπόλεως. Εις το Μαρτύριον τούτων λόγων συνέγραψεν ο Ιώσηπος, ου η αρχή: «Φιλοσοφώτατον λόγον επιδείκνυσθαι μέλλων». Ευρίσκεται δε εν τη Μεγίστη Λαύρα και έτερος λόγος συντομώτερος προς αυτούς, ου η αρχή· «Ότι των παθών αυτοκράτωρ ο λογισμός»).

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2361
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Β΄ (2α) Αυγούστου, η ανακομιδή του λειψάνου του Αγίου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου ΣΤΕΦΑΝΟΥ.

Δημοσίευση από silver »

Στέφανος ο Πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος εγένετο ο πρώτος της των Χριστιανών πίστεως Μάρτυς υπό των Ιουδαίων λιθοβοληθείς και τελειωθείς. Αφ’ ου δε παρήλθον τριακόσια τέσσαρα έτη από του μαρτυρίου του και αφ’ ου ετελειώθησαν δια του μαρτυρίου πολλοί Χριστιανοί, η ειρήνη διεδέχθη την ταραχήν, και η οικουμένη απελάμβανεν ελευθερίαν και ησυχίαν· και όλαι μεν αι φυλακαί εκενώθησαν εκ των φυλακισμένων Χριστιανών, όλα δε τα βασανιστήρια των τυράννων κατέπαυσαν, βασιλεύσαντος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, του χριστιανικωτάτου και πρώτου βασιλέως των Ορθοδόξων, τότε δ΄εφανερώθη και ο πολύτιμος θησαυρός, ήτοι το πανίερον λείψανον του Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου ούτω πως. Άνθρωπός τις κατώκει εις εκείνην την ιδίαν κώμην, όπου ήτο κεκρυμμένον το του Πρωτομάρτυρος λείψανον, γέρων την ηλικίαν, Ιερεύς το αξίωμα και αιδέσιμος κατά την ζωήν, Λουκιανός (ή Λουκιλλιανός) ονομαζόμενος. Εις τούτον λοιπόν εφάνη δις ή τρις ο Άγιος Στέφανος και έδειξεν εις αυτόν τον τόπον, όπου ευρίσκετο κεκρυμμένον το λείψανόν του. Ο δε Ιερεύς εφανέρωσε την οπτασίαν εις τον τότε Πατριάρχην της Ιερουσαλήμ Ιωάννην, ο οποίος χαράς πολλής εμπλησθείς ήλθεν εις τον μηνυθέντα τόπον μετά των κληρικών του και σκάψας εύρε την θήκην εντός της οποίας ήτο το άγιον λείψανον. Έγινε δε παρευθύς μέγας σεισμός, και ευωδία πολλή εξήλθεν ευωδιάζουσα τους παρευρεθέντας· άνωθεν δε εξ ουρανών εγίνοντο φωναί αγγελικαί λέγουσαι· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Αι φωναί δε αύται ηκούοντο μακράν έως δέκα σημεία τόπου· αλλά και ιατρείαι ενηργούντο εις τους πάσχοντας διάφοροι, κηρύττουσαι την του Πρωτομάρτυρος χάριν. Αφ’ ου λοιπόν προσεκύνησεν ο Πατριάρχης με ευφροσύνην και χαράν το άγιον εκείνο λείψανον, μεθ’ όλων των κληρικών και του παρατυχόντος λαού, εσήκωσαν αυτό με λαμπάδας και ψαλμωδίας και θυμιάματα, και ούτω μεθ’ όλης της πρεπούσης τιμής το μετέφερον εις την Ιερουσαλήμ και το απέθεσαν εις την αγίαν Σιών. Μετά ταύτα δε έκτισε Ναόν εις το όνομα του Αγίου Στεφάνου εντός της Ιερουσαλήμ άρχων τις συγκλητικός, Αλέξανδρος ονομαζόμενος, ο οποίος παρακαλέσας θερμώς τον Πατριάρχην Ιωάννην κατέπεισεν αυτόν να αποθέση το άγιον λείψανον εν τω Ναώ εκείνω. Μετά παρέλευσιν δε πέντε ετών ησθένησεν ο κτίτωρ του Ναού Αλέξανδρος· όθεν κατασκευάσας θήκην εκ ξύλου περσέας (ροδακινέας) ομοίαν με την θήκην, ήτις περιείχε το λείψανον του Αγίου Στεφάνου, έθηκεν αυτήν πλησίον της θήκης του αγίου λειψάνου, αφ’ ου δε απέθανεν, απετέθη το λείψανόν του εις την καινήν εκείνην θήκην. Μετά δε οκτώ έτη, όταν εβασίλευεν ο Μέγας Κωνσταντίνος και επατριάρχευεν εις την Κωνσταντινούπολιν ο θείος Μητροφάνης, τότε η γυνή του ανωτέρω αποθανόντος Αλεξάνδρου, Ιουλιανή ονόματι, επειδή ηνωχλείτο μεν υπό πολλών να νυμφευθή εκ δευτέρου δια τον πλούτον και το κάλλος της, αυτή δε δεν ήθελε, τούτου ένεκα εσκέφθη να πράξη το εξής, να λάβη το σώμα του ανδρός της και να υπάγη εις τον πατέρα της και εις την πατρίδα της, την Κωνσταντινούπολιν. Παρουσιάσθη λοιπόν εις τον τότε Πατριάρχην της Ιερουσαλήμ Άγιον Κύριλλον, και παρεκάλει αυτόν να της επιτρέψη να λάβη την θήκην την περιέχουσαν το λείψανον του ανδρός της· αλλ’ ο Άγιος Κύριλλος δεν επέτρεπε τούτο εις αυτήν. Δια τούτο έγραψεν εκείνη εις τον πατέρα της περί ταύτης της υποθέσεως, και τη συνεργεία αυτού έστειλεν ο βασιλεύς σάκραν, ήτοι βασιλικήν προσταγήν, να δύναται να λάβη το λείψανον του ανδρός της και να αναβή εις Κωνσταντινούπολιν· όθεν μη δυνάμενος πλέον ο Πατριάρχης να εναντιωθή, επέτρεψεν εις την γυναίκα να το λάβη. Πλανηθείσα όμως η γυνή κατά θείαν πρόνοιαν, αντί του ανδρός της έλαβε την ομοίαν εκείνην θήκην, την περιέχουσαν το του Αγίου Στεφάνου λείψανον· ταλυτην δε βάλουσα επί θρόνου, και τον θρόνον φορτώσασα εις όνον, ήρχισε την οδοιπορίαν δια Κωνσταντινούπολιν. Καθ’ όλην δε την νύκτα ηκούοντο εν τω αέρι, έως δέκα σημεία τόπου, ύμνοι αγγελικοί και δοξολογία θεοπρεπής λέγουσα· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία», τα δε μέρη εκείνα επληρώθησαν ευωδίας μύρου πολλού και ευωδεστάτου· οι δε δαίμονες μακρόθεν κλαίοντες, εφώναζον με συνεχείς φωνάς· «Αλλοίμονον εις ημάς! Διότι ο Στέφανος διέρχεται εκ μέσου ημών και μας πληγώνει αοράτως». Αφιχθείσα δε η γυνή εις την παράλιον πόλιν της Ασκάλωνος εύρεν εκεί πλοίον, και δούσα ναύλον πεντήκοντα φλωρία επεβιβάσθη εις αυτό και ανεχώρησε δια την Κωνσταντινούπολιν. Όσα δε θαύματα εγίνοντο καθ’ οδόν και όσα σημεία ετελέσθησαν αδύνατον να τα περιγράψωμεν εν συντομία. Όταν δε η γυνή αφίκετο εις την Κωνσταντινούπολιν και έφθασεν εις τα ώτα του βασιλέως, ότι έρχεται το λείψανον του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, εγένοντο δε εις αυτόν γνωστά τα περί της γυναικός του Αλεξάνδρου, η οποία παρασταθείσα ενώπιόν του διηγήθη ακριβώς δια ζώσης φωνής, απ’ αρχής μέχρι τέλους, τίνι τρόπω έλαβε χώραν το τοιούτον, τότε ο φιλευσεβέστατος βασιλεύς Κωνσταντίνος ενεπλήσθη αφάτου χαράς και αγαλλιάσεως· όθεν προσέταξεν ευθύς τον Πατριάρχην και όλον τον κλήρον να εξέλθωσιν εις προϋπάντησιν του Αγίου λειψάνου με τιμήν μεγίστην και ευλάβειαν, και ούτω να φέρωσιν αυτό εντός των βασιλικών παλατίων. Τότε δε όσα θαύματα έγιναν αδύνατον να τα περιγράψη τις ακριβώς. Έσυρον λοιπόν αι ημίονοι την άμαξαν, επί της οποίας ήτο το άγιον λείψανον, έως ου έφθασαν εις τόπον λεγόμενον Κωνσταντιαναί, και εκεί εσταμάτησαν· επειδή δε έπληττον τα ζώα ίνα προχωρήσωσι, τούτου ένεκα μία των ημιόνων ελάλησεν ανθρωπίνην φωνήν λέγουσα· «Διατί μας δέρετε; Ενταύθα πρέπει να αποτεθή το άγιον λείψανον» ταύτην την φωνήν ακούσαντες ο τε Πατριάρχης και όλοι οι παρευρεθέντες έδωκαν μεγαλοφώνως δόξαν τω Θεώ. Ταύτα δε μαθών και ο πιστότατος βασιλεύς εξεπλάγη, και παρευθύς έκτισε Ναόν εις τον τόπον εκείνον επ’ ονόματι του Πρωτομάρτυρος, εις δόξαν και αίνον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εις τον Ναόν εκείνον τελείται κατ’ έτος η του Αγίου Στεφάνου σύναξις και εορτή. Η εύρεσις του λειψάνου του Αγίου εορτάζεται κατά την δεκάτην πέμπτην του Σεπτεμβρίου, η δε μνήμη του, κατά την εικοστήν εβδόμην του Δεκεμβρίου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2361
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Γ΄ (3η) Αυγούστου, μνήμη της Οσίας ΘΕΟΚΛΗΤΟΥΣ της θαυματουργού εν ειρήνη τελειωθείσης.

Δημοσίευση από silver »


Θεοκλητώ η Οσία έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοφίλου του μισοχρίστου και εικονομάχου, εν έτει ωκθ΄ (829), κατήγετο δε εκ της τοποθεσίας της καλουμένης των Οπτιμάτων, των γονέων αυτής Κωνσταντίνου και Αναστασίας ονομαζομένων. Αύτη λοιπόν εκ νεαράς ηλικίας ανατραφείσα θεαρέστως, προσείχεν εις εαυτήν· αναγκασθείσα όμως υπό των γονέων της συνεζεύχθη με άνδρα όμοιον με αυτήν εις την αγαθήν γνώμην, ονομαζόμενον Ζαχαρίαν. Αφού δε υπανδρεύθη, εποίει πολλάς και αμετρήτους ελεημοσύνας η μακαρία· επεδόθη μάλιστα εις την ανάγνωσιν και μελέτην των θείων Γραφών, και όχι μόνον ανεγίνωσκεν, αλλά και έπραττε συμφώνως προς τα εν αυταίς δια των έργων, παν καλόν και πάσαν αρετήν μεταχειριζομένη. Ειργάζετο δε καθ’ όλην την ημέραν και εβοήθει εις τας χρείας των πτωχών των ερχομένων εις τον οίκόν της· ωσαύτως υπηρέτει και τους ανθρώπους της οικίας της ως εκ της πολλής ταπεινώσεως. Όταν δε έμελλε να απέλθη η αοίδιμος προς Κύριον, τότε προσεκάλεσεν όλους τους φίλους και γνωστούς, και προείπεν εις αυτούς την ημέραν κατά την οποίαν μέλλει να αποθάνη· και τη αληθεία ούτως ηκολούθησε, καθώς η Αγία προείπεν. Όσα δε θαύματα έγιναν μετά την κοίμησιν αυτής δια του αγίου λειψάνου της, δεν δυνάμεθα να τα περιγράψωμεν, επιδιώκοντες την συντομίαν· εν δε μόνον είναι αναγκαίον να διηγηθώμεν, το οποίον, και εάν θέλωμεν, δεν δυνάμεθα να παραλείψωμεν, καθότι το ύψος και μέγεθος αυτού δεν μας αφήνει να το παραδράμωμεν. Οι συγγενείς της Οσίας ταύτης έχουσι συνήθειαν να σηκώνωσι κατ’ έτος το τρισόσιον εκείνο και πάντιμον αυτής λείψανον, το οποίον είναι σώον και ολόκληρον, και ν’ αλλάσσωσι τα ιμάτια τα παλαιά και ενδύωσιν αυτό με νέα, ευτρεπίζουν δε και τας τρίχας της κεφαλής της, αι οποίαι είναι λευκαί, και έπειτα κόπτουσι τους όνυχας των χειρών και των ποδών της, ως αν ήτο ζωντανή και μετά ταύτα λέγουσι το τρισάγιον, και ούτως αποθέτουσι πάλιν το σώμά της εις την θήκην.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2361
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η) Αυγούστου, μνήμη των επτά Παίδων των εν Εφέσω,

Δημοσίευση από silver »

ΜΑΞΙΜΙΛΙΑΝΟΥ, ΕΞΑΚΟΥΣΤΩΔΙΑΝΟΥ, ΙΑΜΒΛΙΧΟΥ, ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟΥ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, ΑΝΤΩΝΙΝΟΥ και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ.

Ο Μαξιμιλιανός και οι έτεροι συν αυτώ Άγιοι Παίδες ήκμασαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου, εν έτει σνβ΄ (252), αφού δε διεμοίρασαν εις τους πτωχούς όλην αυτών την περιουσίαν εισήλθον εντός σπηλαίου και εκρύβησαν· παρακαλέσαντες δε τον Θεόν να λυθώσιν από του δεσμού του σώματος και να μη παραδοθώσιν εις τον βασιλέα Δέκιον, παρέδωκαν τας ψυχάς των εις τον Θεόν. Όταν δε ο βασιλεύς Δέκιος επανήλθεν εις την Έφεσον, εζήτησεν αυτούς ίνα ελθόντες θυσιάσωσιν εις τα είδωλα, και μαθών ότι απέθανον εν τω σπηλαίω, προσέταξε να εμφράξωσι την είσοδον αυτού. Έκτοτε λοιπόν παρήλθον εκατόν ενενήκοντα τέσσαρα έτη μέχρι του τριακοστού ογδόου έτους της βασιλείας Θεοδοσίου του Μικρού, ήτοι εν έτει υμς΄ (446). Τότε παρουσιάσθη μία νέα αίρεσις, μη παραδεχομένη την των νεκρών ανάστασιν. Ο δε βασιλεύς Θεοδόσιος, βλέπων τεταραγμένην την Εκκλησίαν του Θεού, καθό πλανηθέντων εις την αίρεσιν ταύτην πολλών Επισκόπων, ηπόρει περί του πρακτέου· όθεν ενδυθείς κιλίκιον (τρίχινον σάκκον δηλαδή) εκάθισε κατά γης και εθρήνει, παρακαλών τον Θεόν να του φανερώση τον τρόπον της διαλύσεως της αιρέσεως ταύτης. Δεν παρέβλεψε δε ο Κύριος τα δάκτυά του, αλλ’ επήκουσεν αυτού ούτω πως. Ο κύριος του όρους εκείνου, ένθα έκειτο το σπήλαιον των Αγίων επτά Παίδων, ηθέλησε κατ’ εκείνον τον καιρόν να κατασκευάση μάνδραν του ποιμνίου του, και ενώ εκύλιε λίθους εκ του σπηλαίου δια την οικοδομήν της μάνδρας, ηνοίχθη η θύρα του σπηλαίου, και κατά προσταγήν Θεού ανέστησαν οι εν τω σπηλαίω αποθανόντες επτά Παίδες, και συνωμίλουν μεταξύ των ως να είχον κοιμηθή την προηγουμένην ημέραν χωρίς τελείως να αλλοιωθώσιν τα σώματά των, ούτε αυτά τα ενδύματά των να φθαρώσι ποσώς εκ της φυσικής νοτίδος και υγρότητος του σπηλαίου. Αναστηθέντες δε ενεθυμούντο ότι ο βασιλεύς Δέκιος ζητεί να τους βασανίση· όθεν συνδιελέγοντο περί τούτου. Ο δε Μαξιμιλιανός έλεγεν εις τους άλλους· «Εάν, αδελφοί, συλληφθώμεν υπό του Δεκίου, ας σταθώμεν γενναίοι και μη προδώσωμεν την ευγένειαν της πίστεώς μας· συ δε, αδελφέ Ιάμβλιχε, ύπαγε να αγοράσης άρτον, και αγόρασον περισσότερον, επειδή χθες το εσπέρας ηγόρασας ολίγον, και δια τούτο εκοιμήθημεν σχεδόν πεινώντες, μάθε δε και τι βουλεύεται ο Δέκιος περί ημών». Ελθών λοιπόν ο Ιάμβλιχος εις την πόλιν της Εφέσου, είδε το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις την θύραν και εθαύμασεν. Βλέπων δε αυτό και εις άλλους τόπους, και θεωρών τας οικοδομάς παρηλλαγμένας και τους ανθρώπους διαφορετικούς, ενόμιζεν ότι βλέπει όραμα ή ότι ήλθεν εις έκστασιν· μεταβάς δε εις τα αρτοπωλεία ηγόρασεν άρτους, και όταν έδωκε τα χρήματα και έσπευδε να επανέλθη εις το σπήλαιον, είδε τους αρτοπώλας, οι οποίοι εδείκνυον εις αλλήλους τα νομίσματα, και οι οποίοι στρέφοντες προς αυτόν το βλέμμα έλεγον, ότι αυτός εύρε θησαυρόν, καθότι τα νομίσματα τα οποία έδωκε προς πληρωμήν είχον επάνω τετυπωμένην την εικόνα του προ πολλών ετών βασιλεύσαντος Δεκίου. Τούτο ακούσας ο Ιάμβλιχος ετρόμαξε, και εκ του φόβου δεν ηδύνατο να ομιλήση, νομίζων ότι εγνωρίσθη υπ’ αυτών και μέλλει δι’ αυτών να παραδοθή εις τον βασιλέα Δέκιον. Όθεν παρεκάλει αυτούς λέγων· «Σας παρακαλώ, κύριοί μου, έχετε και τα χρήματα, λάβετε και τους άρτους σας, πλην αφήσατέ με να αναχωρήσω». Οι δε αρτοπώλαι του έλεγον· «Δείξον μας τον θησαυρόν, τον οποίον εύρες, δος δε και εις ημάς μερίδιον του ευρήματος, ειδεμή θέλομεν σε παραδώσει εις θάνατον». Βλέποντες δε ούτοι τον Άγιον να ίσταται σύννους, έδεσαν άλυσον εις τον λαιμόν του και έσυρον αυτόν εις την αγοράν· απαγαγόντες δε αυτόν εις τον Ανθύπατον της Εφέσου, τον παρέστησαν εις εξέτασιν. Ιδών τούτον ο Ανθύπατος είπε· «Διηγήθητι, ω νεανία, πως εύρες τον θησαυρόν, πόσος είναι, και που υπάρχει». Ο δε Ιάμβλιχος απεκρίνατο, ότι ουδέποτε εύρε τι, αλλ’ ότι το νόμισμα, το οποίον έδωκε, το έχει λάβει παρά των γονέων του, έλεγε δε· «Τι είναι τούτο, όπερ ηκολούθησεν εις εμέ, δεν ηξεύρω». Ο δε Ανθύπατος πάλιν ηρώτησεν αυτόν, εκ ποίας πόλεως είναι. Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Εκ ταύτης είμαι, εάν αύτη είναι η Έφεσος». Λέγει ο Ανθύπατος· «Ποίοι είναι οι γονείς σου; Ας έλθωσι προς ημάς, και όταν αποκαλυφθή η αλήθεια, τότε θέλομεν σε πιστεύσει». Ο Ιάμβλιχος απεκρίθη· «Ο δείνα είναι ο πατήρ μου, ο δείνς είναι ο πάππος μου, και οι δείνα συγγενείς μου». Και ο Ανθύπατος προς αυτόν· «Ξένα και ανυπόστατα είναι τα ονόματα, τα οποία είπες, έξω δε και των λεγομένων κατά την σημερινήν συνήθειαν· όθεν δεν είναι δυνατόν να γίνης πιστευτός». Ο Ιάμβλιχος είπεν· «Εάν συ δεν πιστεύης εμέ λέγοντα την αλήθειαν, εγώ πλέον δεν ηξεύρω τι άλλο να είπω». Ο Ανθύπατος απεκρίθη· «Ασεβέστατε, το νόμισμά σου μαρτυρεί εκ της επιγραφής του, ότι ετυπώθη προ διακοσίων ετών και επέκεινα, κατά τους χρόνους Δεκίου του βασιλέως, και συ νεώτερος ων πειράσαι να μας εξαπατήσης»; Τότε ο Ιάμβλιχος πεσών εις τους πόδας των παρευρεθέντων, τους παρεκάλει λέγων· «Σας παρακαλώ, κύριοί μου, να μοι είπητε, που είναι ο βασιλεύς Δέκιος, ο οποίος ήτο εις την πόλιν ταύτην». Οι δε είπον εις αυτόν· «Κατά τούτους τους χρόνους δεν υπάρχει Δέκιος, επειδή αυτός εβασίλευσε προ πολλών ετών». Και ο Ιάμβλιχος· «Δια τούτο, κύριοί μου, εξεπλάγητε; Αλλ’ όμως ακολουθήσατέ μοι να υπάγωμεν εις το σπήλαιον, και εξ αυτών των σημείων θέλουν διαπιστωθή οι λόγοι μου, διότι εγώ ηξεύρω, ότι εφύγομεν εξ αιτίας του Δεκίου, και ότι χθες ερχόμενος ίνα αγοράσω άρτον, είδον ότι ο Δέκιος εισήλθεν εν τη πόλει ταύτη». Ταύτα μεν είπεν ο Άγιος. Ο δε Επίσκοπος της Εφέσου, Μαρίνος ονόματι, ακούσας ταύτα, λέγει εις τον Ανθύπατον· «Εγώ νομίζω ότι θαυμαστόν τι έλαβε χώραν εν προκειμένω· όθεν ας τον ακολουθήσωμεν». Ηκολούθησαν λοιπόν αυτόν ο Ανθύπατος και ο Επίσκοπος και πολλοί λαϊκοί, και ότε έφθασαν εις το σπήλαιον, εισήλθε πρώτος ο Ιάμβλιχος εν αυτώ, και έπειτα ο Επίσκοπος, ο οποίος στραφείς εις τα δεξιά μέρη της θύρας του σπηλαίου, είδεν εν κιβώτιον εσφραγισμένον με δύο σφραγίδας, το οποίον οι Χριστιανοί Ρουφίνος και Θεόδωρος, αποσταλέντες μετ’ άλλων υπό του Δεκίου, όπως εμφράξωσι την θύραν, είχον θέσει αυτοί εκεί, γράψαντες οι ίδιοι και τα συναξάρια των Αγίων, και σημειώσαντες τα ονόματά των εις πλάκας εκ μολύβδου. Όταν λοιπόν συνήχθησαν όλοι οι έγκριτοι άρχοντες μετά του Ανθυπάτου ήνοιξαν το κιβώτιον, εντός του οποίου ευρόντες τας μολυβδίνας πλάκας, και αναγνώσαντες τα επ’ αυτών γράμματα, εξέστησαν άπαντες· εισελθόντες δε εις το ενδότερον μέρος του σπηλαίου, και ευρόντες τους Αγίους, έπεσον εις τους πόδας αυτών. Έπειτα καθήσαντες ούτοι τους ηρώτων· οι δε Άγιοι διηγήθησαν πρώτον μεν τα αφορώντα αυτούς, ύστερον δε και τα κακουργήματα του βασιλέως Δεκίου. Όθεν εξίσταντο άπαντες και εδόξαζον τον των θαυμασίων Θεόν. Τότε ο Ανθύπατος μετά του Επισκόπου έστειλαν αναφοράν εις τον βασιλέα Θεοδόσιον, και ανήγγειλαν εις αυτόν όλα τα ανωτέρω. Ο δε βασιλεύς, λαβών τα γράμματα, ενεπλήσθη χαράς εκ της τοιαύτης ειδήσεως, και μετά μεγάλης σπουδής ήλθεν εις την Έφεσον· εισελθών δε εν τω σπηλαίω, έπεσεν εις την γην και έπλυνε τους πόδας των Αγίων με τα δάκρυά του, και έχαιρε και ηγαλλιάτο η ψυχή του, ότι δεν παρέβλεψεν ο Κύριος την δέησίν του, αλλ’ έδειξεν εις αυτόν οφθαλμοφανώς την των νεκρών ανάστασιν. Ενώ δε συνωμίλει ο βασιλεύς μετά των Αγίων, ως και οι Επίσκοποι και άλλοι πολλοί άρχοντες, ενύσταξαν ολίγον οι Άγιοι, και ούτως έμπροσθεν πάντων παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού. Τότε ο βασιλεύς έδωκεν άμφια πολύτιμα και χρυσόν και άργυρον ικανόν, και προσέταξε να κατασκευασθώσιν επτά θήκαι, εις τας οποίας να αποτεθώσι τα λείψανα των Αγίων. Κατά την ιδίαν όμως νύκτα εφάνησαν οι Άγιοι εις τον βασιλέα και είπον· «Άφες μας, ω βασιλεύ, εις το σπήλαιον τούτο, εντός του οποίου ανέστημεν». Γενομένης λοιπόν Συνάξεως πολλών Επισκόπων και αρχόντων, κατέθεσεν ο βασιλεύς τα λείψανα των Αγίων εν τη γη του σπηλαίου, καθώς εκείνοι δι’ οπτασίας εφανέρωσαν εις αυτόν, και ποιήσας χαρμόσυνον εορτήν, εφιλοξένησε μετά μεγάλης φιλοξενίας τους πτωχούς της Εφέσου και εχαροποίησεν όλον τον λαόν, φιλοτιμήσας αυτόν πολυτελώς και βασιλικώς, ελύτρωσε δε εκ των φυλακών και τους πεφυλακισμένους Επισκόπους, διότι εκήρυττον την ανάστασιν των νεκρών. Ακολούθως έγινε κοινή εορτή εις όλους, δοξάζοντας και ευλογούντας τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2361
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ε΄ (5η) του Αυγούστου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΕΥΣΙΓΝΙΟΥ.

Δημοσίευση από silver »


Ευσίγνιος ο Άγιος Μάρτυς, εκ της Αντιοχείας καταγόμενος, ήτο στρατιώτης επί της βασιλείας Κώνσταντος του Χλωρού, του πατρός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, εν έτει τδ΄ (304). Έγινε δε εκατόν δέκα ετών και έφθασεν έως εις τους χρόνους Ιουλιανού του παραβάτου, ήτοι εν έτει τξα΄ (361) μετρών εξήκοντα, ετών στρατιωτικόν βίον. Ούτος λοιπόν παρασταθείς εις τον Ιουλιανόν, ήλεγξεν αυτόν διότι παρέβη την πάτριον ευσέβειαν και πίστιν του Χριστού, και διότι την τιμήν και δόξαν, την οποίαν έπρεπε να αποδώση εις τον Θεόν, την απέδωκεν εις τα είδωλα, υπενθυμίσας εις αυτόν και την αρετήν του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ως και ότι δια θείας οπτασίας και αποκαλύψεως μετεστράφη εκείνος εις την πίστιν του Χριστού. Ταύτα λέγων ο Άγιος, εις μεν τους άλλους εφάνη συνετός και φρόνιμος και έμπειρος ωραίων ιστορικών γεγονότων, δια την μακροβιότητα και πολυζωϊαν του, ο δε Ιουλιανός, χλευάσας αυτόν, προσέταξε και τον απεκεφάλισαν και ούτως έλαβεν ο μακάριος παρά Κυρίου τον στέφανον της αθλήσεως.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”