Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2655
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Δημοσίευση από silver »

Τη Αγία και Μεγάλη Τετάρτη, της Αλειψάσης τον Κύριον Μύρω Πόρνης γυναικός μνείαν ποιείσθαι οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν, ότι προ του σωτηρίου Πάθους μικρόν τούτο γέγονε.

Αναβαίνοντος του Κυρίου εις Ιεροσόλυμα και παραγενομένου εν τη οικία του λεπρού Σίμωνος, προσήλθεν Αυτώ πόρνη γυνή και κατέχεεν επί της κεφαλής Αυτού το πολύτιμον εκείνο μύρον. Ετάχθη δε παρά των θεοφόρων Πατέρων, όπως επιτελήται κατά την σήμερον η ανάμνησις του γεγονότος εκείνου, ίνα, κατά τον του Σωτήρος λόγον, απανταχού και εν πάση τη οικουμένη ανακηρύττεται το θερμότατον εκείνης έργον. Πόθεν δε η γυνή αύτη κινηθείσα ήλθε και ήλειψε τον Κύριον με το μύρον; Ασφαλώς διότι είδε το συμπαθές του Σωτήρος Χριστού προς τους αμαρτωλούς και το προς πάντας κοινωνικόν και μάλιστα τώρα, ότε είδεν αυτόν εισελθόντα εις την οικίαν του λεπρού, τον οποίον ακάθαρτον και απηγορευμένον εις κοινωνίαν ορίζει ο νόμος. Διελογίσθη λοιπόν η γυνή, ότι όπως εκείνου την λέπραν υπέμεινεν, ούτω και αυτής θέλει ανεχθή την νόσον της ψυχής. Ανακειμένου λοιπόν του Κυρίου επί του δείπνου, εκχέει η γυνή επί της κορυφής Αυτού το πολύτιμον μύρον, του οποίου η αξία ήτο τριακοσίων δηναρίων. Τούτο ιδόντες οι Μαθηταί, και μάλιστα ο Ιούδας, επετίμησαν την γυναίκα. Αλλ’ ο Κύριος υπερημύνθη αυτής, ίνα μη το καλόν αυτής σκοπόν ανακόψωσιν. Είτα και του ενταφιασμού αυτού μνημονεύει, τον Ιούδαν αποτρέπων της προδοσίας και την γυναίκα τιμής αξιών, το να ανακηρύττεται απανταχού της οικουμένης το χρηστόν ταύτης έργον. Πρέπον δε είναι να γνωρίζωμεν, ότι η γυνή αύτη, η αλείψασα με μύρον τους πόδας του Κυρίου, νομίζεται παρά τινων, ότιμία και η αυτή είναι η παρά πάντων των Ευαγγελιστών αναφερομένη. Δεν είναι όμως ούτω, αλλ’ η υπό μεν των τριών άλλων Ευαγγελιστών, καθώς λέγει ο θείος Χρυσόστομος, μία και η αυτή είναι, ήτις και πόρνη αποκαλείται, η δε υπό του Ιωάννου αναφερομένη δεν είναι η ιδία, αλλ’ ετέρα τις θαυμαστή και βίον έχουσα σεμνόν, Μαρία η αδελφή του Λαζάρου, ήτις εάν ήτο πόρνη, δεν θα ηγαπάτο υπό του Χριστού. Εκ τούτων λοιπόν των γυναικών, η μεν Μαρία προ εξ ημερών του Πάσχα, εν τη κατά την Βηθανίαν οικία αυτής και επί δείπνου ανακειμένου του Κυρίου, την του μύρου χρίσιν ενήργησε και επί των ωραίων ποδών του Ιησού τούτο εξέχεε και δια των τριχών της κεφαλής αυτής τούτους εσπόγγισεν, ένεκεν του υπερβολικού σεβασμού και της αγάπης, την οποίαν έτρεφε προς τον Κύριον. Προσέφερε δε τούτο ως εις Θεόν ήξιζεν, διότι εγνώριζεν επακριβώς, ότι και εις τας θυσίας έλαιον προσεφέρετο εις τον Θεόν και οι Ιερείς δια μύρου εχρίοντο και ο Ιακώβ το πάλαι ήλειψε στήλην και προσέφερε ταύτην εις τον Θεόν. Προσήγαγε λοιπόν και η Μαρία το μύρον και ήλειψε δι’ αυτού τους πόδας του Κυρίου, τιμώσα ούτως αξίως ως Θεός τον Διδάσκαλον, εις ανταπόδοσιν της αναζωώσεως του αδελφού αυτής Λαζάρου. Δια τούτο ουδέ και μισθός επαγγέλεται εις αυτήν· τότε δε και μόνος ο Ιούδας γογγύζει, ως φιλοχρήματος. Η δε άλλη γυνή, η πόρνη δηλαδή, προ δύο ημερών του Πάσχα, εν τη αυτή Βηθανία έτι όντος το Κυρίου και εις την οικίαν του λεπρού Σίμωνος ευρισκομένου, επί δείπνου και τότε ανακειμένου, το πολύτιμον εκείνο μύρον επί της κεφαλής καταχέει, ως ο ιερός Ματθαίος και ο Μάρκος ιστόρησαν. Επί ταύτη δε τη πόρνη και οι Μαθηταί αγανακτούσι, επειδή δεν εδόθη η αξία αυτού εις τους πτωχούς, γνωρίζοντες καλώς την προς ελεημοσύνην σπουδήν του Κυρίου, εις ταύτην δε και μισθός εδόθη, το να διακηρυχθή απανταχού της οικουμένης το καλόν αυτής έργον. Οι μεν λοιπόν μίαν θεωρούσιν την γυναίκα ταύτην την και υπό των τεσσάρων Ευαγγελιστών αναφερομένην, ο δε Χρυσορρήμων Ιωάννης δύο θεωρεί ταύτας, ως ανωτέρω είπομεν. Είναι όμως και άλλοι, οι οποίοι λέγουν ότι τρεις ήσαν αύται. Δύο μεν, τας προειρημένας, του Πάθους του Κυρίου πλησιάζοντος, τρίτην δε άλλην προ τούτων, μάλλον δε πρώτην, περί τα μέσα του ευαγγελικού κηρύγματος τούτο πράξασαν, η οποία και πόρνη και αμαρτωλός ήτο. Εντός δε της οικίας ουχί του λεπρού, αλλά του Φαρισαίου Σίμωνος επί των ποδών του Χριστού μόνον και αυτή το μύρον εκχέουσα, ότε και μόνος ο Φαρισαίος εσκανδαλίσθη. Εις αυτήν δε και μισθόν ο Σωτήρ, την άφεσιν των αμαρτημάτων, δωρείται. Περί δε ταύτης μόνον ο θείος Λουκάς εις το κατ’ αυτόν Ευαγγέλιον περί τα μέσα, ως είπομεν, ιστορεί. Διότι και μετά την διήγησιν περί της πόρνης εκείνης, ευθύς επιφέρει λέγων· «Και εγένετο εν τω καθεξής, και αυτός διώδευε κατά πόλιν και κώμην, κηρύσσων και ευαγγελιζόμενος την Βασιλείαν του Θεού» (Λουκ. η: 1), εξ ων δείκνυται, ότι ουχί εν τω καιρώ του Πάθους τούτο εγένετο. Φαίνεται λοιπόν και από τον καιρόν, κατά τον οποίον η χρήσις του μύρου εγένετο και από των υποδεξαμένων τον Κύριον προσώπων και από του τόπου και των οικιών, ακόμη δε και από τον τρόπον της χρίσεως του μύρου, ότι τρεις ήσαν οι γυναίκες αύται· δύο μεν αι πόρναι, η δε Τρίτη Μαρία, η του Λαζάρου αδελφή, εγκωμιαζομένη δια τον ενάρετον αυτής βίον. Και άλλη μεν οικία είναι η του Φαρισαίου Σίμωνος, άλλη δε η του λεπρού Σίμωνος εν τη Βηθανία και άλλη πάλιν οικία Μαρίας και Μάρθας, των αδελφών του Λαζάρου, εις την αυτήν πόλιν της Βηθανίας. Ώστε εκ τούτων συμπεραίνεται, ότι και δύο δείπνα εγένοντο εις τον Χριστόν εις την Βηθανίαν. Το μεν εν προ έξ ημερών του Πάσχα εις την οικίαν του Λαζάρου, όταν συνέτρωγε με Αυτόν και ο Λάζαρος, ως αναφέρει ο της βροντής υιός, γράφων ούτω· «Ο ουν Ιησούς προ εξ ημερών του Πάσχα ήλθεν εις Βηθανίαν, όπου ην Λάζαρος ο τεθνηκώς, ον ήγειρεν εκ νεκρών. Εποίησαν ουν αυτώ δείπνον εκεί, και η Μάρθα διηκόνει· ο δε Λάζαρος εις ην των ανακειμένων συν αυτώ. Η ουν Μαρία, λαβούσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικής πολυτίμου, ήλειψε τους πόδας του Ιησού και εξέμαξε ταις θριξίν αυτής τους πόδας αυτού» (Ιωάν. ιβ: 1 – 3). Το δε άλλο δείπνον εγένετο εις Αυτόν προ δύο ημερών του Πάσχα, ευρισκομένου ακόμη του Χριστού εις Βηθανίαν, εις την οικίαν Σίμωνος του λεπρού, όταν και η πόρνη προσήλθεν εις Αυτόν και εξέχεε το πολύτιμον μύρον, ως γράφει ο ιερός Ματθαίος, ότι ο Χριστός παρήγγειλεν εις τους Μαθητάς Αυτού λέγων· «Οίδατε, ότι μετά δύο ημέρας το Πάσχα γίνεται» (Ματθ. κστ: 2), και μετ’ ολίγον πάλιν ο αυτός Ευαγγελιστής επιφέρει· «Του δε Ιησού γενομένου εν Βηθανία εν οικία Σίμωνος του λεπρού, προσήλθεν αυτώ γυνή, αλάβαστρον μύρου έχουσα βαρυτίμου, και κατέχεεν επί την κεφαλήν Αυτού ανακειμένου» (Ματθ. κστ: 6 – 7). Μετά του ιερού Ματθαίου συμφωνεί και ο θείος Μάρκος λέγων. «Ην δε το Πάσχα και τα άζυμα μετά δύο ημέρας… και όντος αυτού εν Βηθανία εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού, κατακειμένου αυτού, ήλθε γυνή…» (Μάρκ. ιδ: 1,3). Εκ τούτων λοιπόν σαφώς φαίνεται, ότι οι υποστηρίζοντες και λέγοντες, ότι μία και η αυτή γυνή είναι η αναφερομένη και υπό των τεσσάρων Ευαγγελιστών, η αλείψασα τον Κύριον με μύρον, εις δε και ο αυτός ο Σίμων ο λεπρός και ο Σίμων ο Φαρισαίος, τον οποίον και πατέρα είναι του τε Λαζάρου και των αδελφών αυτού Μαρίας και Μάρθας υποστηρίζοντες και ένα δείπνον και τον αυτόν, εις την αυτήν και μίαν οικίαν αυτού, την εν Βηθανία, παρά τω οποίω Σίμωνι και το ανώγαιον το εστρωμένον ητοιμάσθη και τον Μυστικόν εποίησεν Δείπνον ο Κύριος, δεν νομίζουν καλώς. Διότι τα μεν δύο ταύτα δείπνα, εκτός των Ιεροσολύμων εν Βηθανία εγένοντο ευρισκομένου του Χριστού, προ εξ και προ δύο ως είπομεν ημερών του νομικού Πάσχα, όταν και αι γυναίκες τα μύρα διαφόρως προσήγαγον εις τον Χριστόν. Ο δε Μυστικός Δείπνος και το εστρωμένον ανώγαιον εντός της πόλεως Ιερουσαλήμ ηυτρεπίσθησαν, προ μιας ημέρας του νομικού Πάσχα και του Πάθους του Χριστού. Και άλλοι μεν λέγουν, ότι εν τη οικία αγνώστου τινός ανθρώπου τούτο εγένετο, άλλοι δε εις την οικίαν του επιστηθίου και μαθητού Ιωάννου, εις την αγίαν Σιών, ένθα και οι Μαθηταί, δια τον φόβον των Ιουδαίων, ήσαν κρυπτόμενοι και ένθα και η του Αποστόλου Θωμά εγένετο ψηλάφησις μετά την Ανάστασιν και η του Αγίου Πνεύματος επιφοίτησις, κατά την Αγίαν Πεντηκοστήν και άλλα τινά των απορρήτων ετελέσθησαν. Δια τούτο λοιπόν, το υπό του Χρυσορρήμονος λεγόμενον φαίνεται να είναι το αληθέστερον και μάλλον ακριβέστερον, ήτοι ότι δύο γυναίκες ήσαν αύται, περί ων γράφουσιν και οι τρεις Ευαγγελισταί. Μία μεν η εκχέασα το μύρον εις την κεφαλήν του Χριστού, άλλη δε η υπό του Αγίου Ιωάννου αναφερομένη Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου, η προσαγαγούσα το μύρον εις τους θείους πόδας του Χριστού και εις τούτους τούτο επιχέασα. Και άλλα μεν είναι τα εν τη Βηθανία δείπνα, έτερον δε το μυστικόν. Τούτο δε φανερόν γίνεται και εκ της περιγραφής των Ευαγγελιστών, κατά τους οποίους, μετά την διήγησιν της πόρνης ταύτης, φαίνεται αποστέλλων ο Σωτήρ τους Μαθητάς εις την πόλιν δια να ετοιμάσουν το Πάσχα, λέγων προς αυτούς, καθώς λέγει ο Ματθαίος· «Υπάγετε εις την πόλιν προς τον δείνα και είπατε αυτώ· ο Διδάσκαλος λέγει, ο καιρός μου εγγύς εστι· προς σε ποιώ το Πάσχα μετά των μαθητών μου» (Ματθ. κστ: 18), ή καθώς λέγει ο Μάρκος: «Υπάγετε εις την πόλιν και απαντήσει υμίν άνθρωπος κεράμιον ύδατος βαστάζων… και αυτός υμίν δείξει ανώγαιον μέγα εστρωμένον έτοιμον· εκεί ετοιμάσατε ημίν» (Μάρ. Ιδ: 13, 15). Απελθόντες δε οι Μαθηταί εύρων καθώς είπεν εις αυτούς ο Ιησούς και ητοίμασαν δια το Πάσχα, το νομικόν δηλαδή, επί θύραις τότε υπάρχον. Έπειτα και Δείπνου γενομένου, του Μυστικού δηλαδή και του θείου Νιπτήρος εν τω μεταξύ ενεργηθέντος, αύθις αναπεσών, το ημέτερον παραδίδει Πάσχα. Και ταύτα μεν ούτως. Ο δε θεσπέσιος Ιωάννης, προς δε και ο Μάρκος, οι θείοι Ευαγγελισταί και το του μύρου είδος προσέθηκαν , πιστικόν τούτο κατονομάσαντες και πολύτιμον, προσδιορίζοντες την αξίαν αυτού υπέρ τα τριακόσια δηνάρια. Συνηθίζουσι δε πιστικόν να ονομάζουν το και άδολον και καταπιστευμένον εις καθαρότητα. Ίσως δε να είναι και προσηγορία τις τούτο του αρίστου και πρώτου μύρου. Προσθέτει δε ο Μάρκος, όστις και αλάβαστρον το δοχείον, το οποίον περιείχε τούτο, ονομάζει, ότι και το άγγος (λαιμόν) συνέτριψεν υπό της σπουδής η γυνή, καθότι ήτο στενοπόρος. Είναι δε τούτο αγγείον υέλινον, ως λέγει ο ιερός Επιφάνιος, άνευ λαβής κατεσκευασμένον, όπερ και βυκίον λέγεται. Ήτο δε το μύρον εκείνο κατεσκευασμένον εκ διαφόρων αρωμάτων, κατ’ εξοχήν δε εκ τούτων: σμύρνης, άνθους κινναμώμου ευώδους, ίριδος, καλάμου αρωματικού και ελαίου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2655
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΘ΄ (29η) Απριλίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΙΩΑΝΝΟΥ Μητροπολίτου Θηβών

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΘ΄ (29η) Απριλίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΙΩΑΝΝΟΥ Μητροπολίτου Θηβών και εξάρχου πάσης Βοιωτίας του Καλοκτένους και νέου Ελεήμονος.

Ιωάννης ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, Επίσκοπος Θηβών και πάσης Βοιωτίας, ο Καλοκτένης, εγεννήθη περί τα μέσα του ΙΒ΄ αιώνος εις την πρωτεύουσαν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, την περιφανή Κωνσταντινούπολιν, εξ ευγενών και πλουσίων γονέων καλουμένων του μεν πατρός αυτού Κωνσταντίνου, την επωνυμίαν Καλοκτένης, της δε μητρός Μαρίας, οίτινες και ανέθρεψαν το τέκνον των τούτο εν πάση παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Πριν ή όμως προχωρήσωμεν εις την εξιστόρησιν των λεπτομερειών του Βίου τού ευλογημένου τούτου Πατρός, καλόν θεωρούμεν να περιγράψωμεν εν γενικαίς γραμμαίς την κατάστασιν του καιρού εκείνου. Διότι δια να μάθη τις τον βίον ανθρώπου παλαιοτέρας εποχής, πρέπει να γνωρίση την κοινωνικήν και πολιτικήν κατάστασιν των χρόνων εκείνων, να γνωρίζη τον τρόπον της ζωής των τότε ανθρώπων, την χώραν, εις την οποίαν εκείνος έζησε, και επί τούτων στηριζόμενος ως επί ασφαλών θεμελίων να μελετήση και περιγράψη τον Βίον του προσώπου, περί ου πρόκειται. Διότι ο μη στηριζόμενος επί τοιούτων βάσεων διατρέχει τον κίνδυνον, ως οικοδομών επί άμμου, να μη πιστεύηται. Προς τούτο περιγράφομεν νυν την κατάστασιν του ΙΒ΄ μ.Χ. αιώνος, καθ’ ον μάλιστα χρόνον βασιλεύς της Βασιλίδος των πόλεων, του ηρωϊκού Βυζαντίου, ήτο ο ηρωϊκώτατος των αναβάντων ποτέ επί βασιλικού θρόνου, ο Μανουήλ Α΄ Κομνηνός (1143 – 1180). Επί της βασιλείας τούτου το μέγα Βυζαντινόν Κράτος πανταχόθεν ηπειλείτο υπό παντοδαπών εχθρών μετά βουλιμίας βλεπόντων προς μεγαλοπρεπή λάφυρα. Προς πληρεστέραν ενημέρωσιν του αναγνώστου θα περιλάβωμεν εις την διήγησιν και τους λαούς, προς τους οποίους ο Μανουήλ ως εκ των περιστάσεων ήλθεν εις πόλεμον. Την Σικελίαν τότε κατείχον οι Νορμαννοί υπό βασιλέα τον Ρογήρον. Ούτοι από βαρβάρων χωρών αποικισθέντες δεν απέβαλον αμέσως τας κακάς έξεις συν τη από της βαρβάρου αυτών γης μεταναστεύσει, αλλά και εν τη μάλιστα πεπολιτισμένη Σικελία εγκαθιδρυθέντες εξηκολούθουν το έργον της επιδρομής. Είχεν ήδη παρέλθει πολύς χρόνος από της πρώτης Σταυροφορίας και το εν Ιεροσολύμοις ιδρυθέν Κράτος διεσαλεύετο ένεκα της υπό των Σαρακηνών περισφίγξεως των Αγίων Τόπων, οι δε κατέχοντες αυτούς Ευρωπαίοι βασιλίσκοι εζήτησαν επικουρίαν εξ Ευρώπης προς διάσωσιν αυτών. Βασιλεύς τότε της μεν Γαλλίας ήτο ο Λουδοβίκος Ζ΄, της δε Γερμανίας Κορράδος ο Γ΄, μετά δε την άλωσιν της Εδέσσης τω 1146 υπό των Τούρκων, ήτις ήτο το κυριώτερον προπύργιον κατά των εξ ανατολών πολεμίων, απεφάσισαν οι δύο ούτοι βασιλείς να απέλθωσιν εις βοήθειαν των Χριστιανών της Συρίας εν έτει 1147. Ταυτοχρόνως εγένετο εις τας Ελληνικάς του Κράτους χώρας επιδρομή των Νορμαννών υπ’ αυτόν τον Βασιλέα Ρογήρον Β΄. Εκ της συμπτώσεως ταύτης πειθόμεθα ότι είχε γίνει προηγουμένη συνεννόησις μεταξύ Κορράδου και Ρογήρου, και ότι ο μεν πρώτος εσκόπει την κατάληψιν της Κωνσταντινουπόλεως, ο δε δεύτερος τη συμβουλή του πρώτου απεκόμισε πλουσίας λείας εκ των χωρών τούτων και προεκάλεσε την διάσπασιν των στρατευμάτων του Βυζαντίου εις πολλά του Κράτους σημεία. Τας κατά του Βυζαντίου εχθρικάς του Κορράδου διαθέσεις παρ’ όλην την προς τον Μανουήλ συγγένειαν απέδειξεν η μετά ταύτα διαγωγή των στιφών των αγρίων Σταυροφόρων, οίτινες ουδαμώς διέφερον των βαρβάρων Νορμαννών. Αλλά και αγαθώτερόν τι δεν ηδύνατο να αναμένη τις εξ εκείνων, οίτινες συνήψαν ρητήν συνθήκην προς τους αγρίους επιδρομείς, καθώς περί τούτου πληροφορεί ημάς ο ιστορικός της εποχής Νικήτας ο Χανιάτης. Οι Νορμαννοί δι’ εξήκοντα πλοίων ώρμησαν κατά της Κερκύρας, την οποίαν ευχερώς κατέλαβον, διότι οι πτωχώτεροι δεν αντέστησαν καθό βαρέως έφερον τους βαρείς φόρους τους οποίους είχεν επιβάλει εις αυτούς το Κράτος του Βυζαντίου. Ο ναύαρχος του στόλου των Νορμαννών ΄Ελλην το γένος ονομαζόμενος Γεώργιος Αντιοχεύς, μετά την κατάληψιν της Κερκύρας περιέπλευσε την Πελοπόννησον και επεχείρησε να κυριεύση και την Μονεμβασίαν, αλλ’ απέτυχε. Μετά ταύτα ο επιδρομεύς αυτός εστράφη προς τα οπίσω και ελεηλάτησε τα δυτικά της Ελλάδος παράλια κακοποιήσας τους Ακαρνάνας και τους Αιτωλούς. Αλλ’ ο σκοπός των επιδρομέων δεν είχε τελειώσει δια των επιχειρήσεων τούτων, διο εισπλεύσαντες εις τον Κορινθιακόν κόλπον απεβιβάσθησαν εις Κρίσαν και εστράτευσαν κατά των Θηβών. Πριν ή όμως περιγράψωμεν τα εν Θήβαις συμβάντα, δεν θεωρούμεν άσκοπον να διατρίψωμεν εις την τότε κατάστασιν της πόλεως ταύτης. Η πόλις των Θηβών κατά την εποχήν εκείνην ήτο εις υψίστην εμπορικήν και βιομηχανικήν ακμήν, τα μάλιστα δε εξάκουστος ήτο δια την μεταξουργίαν, τα δε προϊόντα αυτής ήσαν πλουσιώτατα και ποικιλώτατα. Αλλά και ως πόλις καθ’ όλου κατείχε τα πρωτεία εν τη Στερεά Ελλάδι και ήτο αναδεδειγμένη πρωτεύουσα αυτής. Ήδρευε δε τότε εν Θήβαις Μητροπολίτης, ανυψωθείσης της έδρας προ τινος από Επισκοπής εις Μητρόπολιν. Ο Μητροπολίτης αυτής έφερε και τον τίτλον «Έξαρχος πάσης Βοιωτίας». Οι επιδρομείς λοιπόν εισέβαλον εις την πρωτεύουσαν αυτήν της Στερεάς Ελλάδος σχεδόν ακωλύτως, διότι ουδέποτε ίσως ανέμενον οι κάτοικοι της πόλεως ταύτης, ότι ο επιδρομεύς θα έφθανεν εις τας κατηρειπωμένας πύλας της χωρίς τα βασιλικά στρατεύματα ν’ αντιταχθώσι κατ’ αυτού έστω και άπαξ. Διότι η τότε κατάστασις των πραγμάτων ήτο τόσον δεινή ένεκεν της δια του Ελληνικού χώρου διαβασεως των σταυροφορικών στρατευμάτων, ώστε δεν επέτρεπεν εις τον βασιλέα Μανουήλ την από των τειχών της Βασιλευούσης απομάκρυνσιν ή την αποστολήν στρατού, καθόσον ο αγών ήτο περί της κεφαλής του Κράτους, της Βασιλευούσης πόλεως. Οι επιδρομείς λοιπόν, διελθόντες ακωλύτως το από Κρίσης εις Θήβας διάστημα και ουδενός αντιταχθέντος, εισβαλόντες εις τας Θήβας παντοιοτρόπως διήρπασαν την πόλιν. Κατά την περιγραφήν του ιστορικού Παπαρρηγοπούλου «χρυσός, άργυρος, πολύτιμοι λίθοι, τα πάντα απήχθησαν, εμπορικαί αποθήκαι, ιδιωτικαί οικίαι, ιεροί Ναοί, τα πάντα εγυμνώθησαν και έπειτα πάντες οι πολίται ηναγκάσθησαν να ομόσωσιν ότι ουδέν απέκρυψαν των πολυτίμων πραγμάτων, και ουδέ τούτο ήρκεσεν, αλλά πολλοί ηχμαλωτεύθησαν και άνδρες και γυναίκες, και μάλιστα όσοι εφημίζοντο ως επιτήδειοι μεταξουργοί». Την άλωσιν και διαρπαγήν των Θηβών επηκολούθησεν ομοία της Κορίνθου, της Ευβοίας και των Αθηνών. Μετά την λεηλασίαν ταύτην οι επιδρομείς επανήλθον θριαμβευτικώς εις την Πάνορμον της Σικελίας, ένθα ίδρυσαν μνημείον της επιτυχούς επιδρομής, «την γέφυραν του ναυάρχου» (Ponte dell’ Amiraglio). Εγκατέστησε δε ο Ρογήρος εν Πανόρμω τας μεταξουργούς γυναίκας και εδίδαξε δι’ αυτών εις τους υπηκόους του την βιομηχανίαν ταύτην, την οποίαν και εξέμαθον τόσον, ώστε μετ’ ου πολύ η Σικελία διηγωνίσθη προς τα εν τω ανατολικώ Κράτει εργοστάσια. Και ταύτα μεν εν ολίγοις περιγράψαντες προβαίνομεν ήδη εις τον ημέτερον σκοπόν. Κατά την εποχήν λοιπόν εκείνην και υπό τας ανωτέρω συνθήκας της καταστάσεως του Βυζαντιανού Κράτους εγεννάτο περί τα μέσα του ΙΒ΄ αιώνος εν τη Κωνσταντινουπόλει παιδίον, ούτινος η δράσις προώριστο να περιλάβη ανοικτόν ορίζοντα. Ο Κωνσταντίνος Καλοκτένης, πλούσιος ευπατρίδης, μη δυνάμενος να αποκτήση εκ της συζύγου αυτού Μαρίας υιόν, ηύξατο εις την Θεοτόκον ότι, αν αι ευχαί του εκπληρωθώσι, θα αφιερώση τον τεχθησόμενον εις την Εκκλησίαν. Εκπληρωθείσης δε μετ’ ου πολύ της αιτήσεώς του η Μαρία εγέννησεν υιόν, τον οποίον ωνόμασαν Ιωάννην. Επιμελώς δε υπό της μητρός γαλουχηθείς ο Άγιος και λαβών την απαιτουμένην προς μάθησιν ηλικίαν απεστάλη εις το σχολείον, ένθα πάντοτε επρώτευεν. Ως εκ τούτου ηγαπάτο υπερβαλλόντως υπό των διδασκάλων του, οίτινες προέλεγον περί της μελλούσης αυτού δράσεως. Διότι η των εγκυκλίων μαθημάτων διδασκαλία, οπόταν γίνεται πρεπόντως, αναδεικνύει τους μέλλοντας να δράσωσιν εις τι στάδιον. Τοιουτοτρόπως δε από μαθήσεως εις μάθησιν προβαίνων ο Άγιος, χάρις εις την μεγάλην αυτού επιμέλειαν και ευφυϊαν, εγένετο πρότυπον αληθούς μαθητού. Από του σχολείου αναλαβών αυτόν ο πατήρ του εις δωδεκαετή ηλικίαν τον παρέδωκεν εις χείρας του Μεγάλου Δομεστίκου, όπως προασκήση αυτόν προς το ευρύ μέλλον. Ο Μέγας Δομέστικος της Βυζαντιακής αυλής ήτο εξέχον πρόσωπον, αυλάρχης του βασιλέως και αρχηγός του στρατιωτικού οίκου, είχον δε αυτόν οι βασιλείς και προς διδασκαλίαν των τέκνων των και προς καθορισμόν της θέσεως των αριστοκρατικών. Τον χαρακτήρα του Ιωάννου, επί του οποίου η μήτηρ είχεν ασκήσει επιρροήν μεγαλυτέραν του πατρός, διερευνήσας ο Μέγας Δομέστικος και ευρών ότι είχε μεγαλυτέραν κλίσιν προς την Εκκλησίαν παρά προς τον στρατόν, ίσως διότι εκτός της επ’ αυτού επιδράσεως της μητρός ηκολούθει και η ευχή την οποίαν έκαμαν οι γονείς του προς απόκτησιν υιού, κατέταξεν αυτόν εις την τάξιν των Ιερομονάχων. Ό,τι όμως παρελίπομεν πρότερον να γράψωμεν περί της ευσεβείας του Αγίου θα συμπεριλάβωμεν εν τοις εξής. Ως προείπομεν, ο ευλογημένος ούτος Ιωάννης εγεννήθη κατόπιν ευχής των γονέων του, εις ταύτην δε την ευχήν ενέμεινε πιστός, διότι από της παιδικής του ηλικίας παρουσίασε τρανά δείγματα της ευσεβείας του και τον ευσεβή προς την Θεοτόκον έρωτα, προστρέχων πάντοτε προς Αυτήν και προσευχόμενος και ψάλλων εγκώμια εις δόξαν της Μητρός του Λυτρωτού του κόσμου. Τούτο δε ουδέποτε έπαυσε να πράττη. Πριν δε παραδοθή εις τον μέγαν Δομέστικον, εν ω έψαλλε τους χαιρετισμούς της Θεοτόκου μόνος, πλήρης αφοσιώσεως και θρησκευτικής ευλαβείας, επιστάσα προς αυτόν η Θεομήτωρ αοράτως προανήγγειλε το μέλλον να συμβή ως προς την δράσιν του ειπούσα: «Χαίροις και συ των Θηβών προστάτα». Τούτο λέγεται ότι εξεφωνήθη καθ’ ην ώραν ο Άγιος έλεγε το «Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε». Μετά τούτο κατέλαβε τον Άγιον έκπληξις και ως εκ της μικράς ηλικίας του και διότι ήτο μόνος, αλλά ταχέως επανέκτησε την ψυχραιμίαν του, διότι η αγάπη εκβάλλει τον φόβον τελείως, αι δε προσευχαί του εδιπλασιάσθησαν παρακολουθούμεναι υπό δακρύων ευλαβείας και αφοσιωσεως. Η θεία αύτη εμφάνισις ενέπλησε χαράς τον Ιωάννην, όστις έκτοτε ήρχισε παρασκευαζόμενος δραστηριώτερον δια το υψηλόν αξίωμα, διότι επείσθη ήδη ότι εκείνο το οποίον του επηγγέλθη, θα επέλθη κατ’ ευχήν ταχέως ή βραδέως. Εν τω μεταξύ η παντοειδής διασάλευσις των πεποιθήσεων του καιρού εκείνου εις τε την πολιτείαν και την Εκκλησίαν, λόγω των επελθόντων Σταυροφόρων, οίτινες μετεχειρίσθησαν όνομα ιερόν δια να τελέσωσι τα βδελυρά έργα των, απήτει άνδρας εκτάκτου ικανότητος και καταπληκτικής ενεργείας, δια να συγκρατήσωσι την κατάστασιν από του ολέθρου εις τον οποίον εφέρετο. Ούτως είχον τα πράγματα, ότε ο τότε Μητροπολίτης Θηβών, ούτινος αγνοείται το όνομα, καταληφθείς υπό μεγάλης απελπισίας δια την γενομένην επιδρομήν και τας μυρίας αρπαγάς και καταπιέσεις των Νορμαννών μετ’ ολίγον χρόνον απέθανεν. Έπρεπε λοιπόν επί την έδραν ταύτην να ανέλθη ανήρ ικανώτερος εκείνου, όπως συγκρατήση τους κατοίκους από της απελπισίας λόγω της επελθούσης δυστυχίας και οδηγήση αυτούς εις την οδόν του Κυρίου. Διότι όπου συμβαίνουσι τοιαύται επιδρομαί και ο δια του ιδρώτος αποκτήσας τι, έστω και ελάχιστον, στερείται τούτου, εκεί επέρχεται μεγίστη σύγχυσις φρενών, βαρείαι φράσεις εκφεύγουσι των χειλέων των παθόντων και το θρησκευτικόν συναίσθημα καταπίπτει. Εκτός όμως όλων τούτων και η αιχμαλωσία πολλών επιφανών Χριστιανών, όπως διδάξωσι την μεταξουργίαν εις τους Νορμαννούς, αφήκε την πόλιν έρημον ανθρώπων, αν και πρότερον αύτη ήτο πρωτεύουσα της Ελλάδος. Η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, μη λαβούσα το πράγμα υπό σοβαράν έποψιν, απέστειλε μετά τινα χρόνον Μητροπολίτην τινά, όστις όμως απέθανε καθ’ οδόν. Ο αιφνίδιος τούτου θάνατος ανηγγέλθη εις Θήβας, οι δε κάτοικοι έπεμψαν πρεσβείαν προς το Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως προς προχείρισιν και αποστολήν νέου Μητροπολίτου. Τούτο εγένετο αμέσως, διότι παρ’ όλην την ερήμωσιν της πόλεως των Θηβών, αι άλλαι πόλεις δεν έπαυον αναμένουσαι την εκεί μετάβασιν ανδρός επιφανούς. Ως δε προηγουμένως είπομεν, ο Μητροπολίτης Θηβών ήτο και Έξαρχος πάσης Βοιωτίας, της οποίας αι πόλεις τότε ήκμαζον. Δια τούτο και ως Έξαρχος επεβάλλετο και επί των πόλεων ολοκλήρου του θέματος της Στερεάς Ελλάδος. Ως καταλληλότατος λοιπόν δια την έδραν πάσης Βοιωτίας εκρίθη ο ευλογημένος ούτος Ιωάννης, όστις εμόναζε τότε εις Μονήν της Κωνσταντινουπόλεως. Τούτο πληροφορηθείς ο θείος Ιωάννης ηθέλησεν, όπως μη αποδεχθή την εκλογήν του ταύτην. Ενθυμηθείς όμως, ότι είχε κληθή υπ’ Αυτής της Θεοτόκου Προστάτης των Θηβών, έσπευσε προς εκπλήρωσιν της ανατεθείσης εις αυτόν εντολής. Η αναγγελία της χειροτονίας του θείου Ιωάννου ως Μητροπολίτου Θηβών, ακουσθείσα εις Θήβας, ενεποίησε χαράν μεγάλην, διότι ήτο γνωστή η δραστηριότης αυτού, ο δε ολίγος χρόνος ο μεσολαβήσας από της χειροτονίας μέχρι της μεταβάσεως αυτού εις Βοιωτίαν ήτο ικανός ίνα πολλά δια της ταχυπτέρου φήμης μεταφερθώσιν εκεί. Ως εκ τούτου, όταν οι Θηβαίοι επληροφορήθησαν την έλευσίν του, έσπευσαν πάντες προς υποδοχήν αυτού συν γυναιξί και τέκνοις. Ως πρότερον είπομεν, οι επιδραμόντες Νορμαννοί είχον ήδη διαρπάσει όχι μόνον τας οικίας και τους θησαυρούς των ιδιωτών, αλλ’ είχον θέσει την μιαράν αυτών χείρα και επ’ αυτά τα ιερά, είχον γυμνώσει τους Ναούς και είχον αρπάσει τας αγίας αυτών Εικόνας. Τα συμβάντα δε ταύτα και ο σύγχρονος περίπου θάνατος του τε προκατόχου Μητροπολίτου και του διαδεχθέντος αυτόν, ως και η αιχμαλωσία των επιφανών είχε ρίψει τους ευσεβείς εις κυκεώνα των φρενών. Ταυτοχρόνως μάλιστα μετώκησαν εις Θήβας εκ πλησιοχώρων πόλεων Εβραίοι κερδοσκόποι, οίτινες δι’ ολίγων χρημάτων επεσκεύασαν τα διαρπαγέντα εργοστάσια και ανέλαβον να επαναφέρωσι την μεταξουργίαν εις την προτέραν αυτής ακμήν, προσλαβόντες Χριστιανούς εργάτας. Οι Χριστιανοί ούτοι, ένεκεν της μαστιζούσης αυτούς δυστυχίας, ηναγκάζοντο να εργάζωνται εις αυτούς, όπως πορίζωνται τον επιούσιον άρτον. Η τοιαύτη σχέσις των αφελών Χριστιανών προς τους Ιουδαίους ωδήγησεν αυτούς εις περισσοτέραν εξαθλίωσιν, ώστε να περιέλθωσιν εις κατάστασιν δούλων μη δυνάμενοι να πορισθώσιν αλλαχόθεν τα προς το ζην, διότι από της μικράς των ηλικίας δεν είχον ειδικευθή εις άλλας εργασίας. Τούτου ένεκα οι Χριστιανοί είχον λησμονήσει περίπου το Εορτολόγιον, διότι τας εορτάς εκανόνιζον οι διευθυνταί και ιδιοκτήται των εργοστασίων, οίτινες κατεπάτουν τας εορτάς και τας αργίας της Μητρός Εκκλησίας, ως συμβαίνει δυστυχώς και σήμερον, ώστε οι κάτοικοι των Θηβών είχον περιπέσει εις αληθή θρησκευτικόν λήθαργον οπόθεν έπρεπε ν’ ανευρεθή επιδέξιος ανήρ, όπως τους εξαγάγη. Η θριαμβευτική είσοδος του Αγίου εις την ένδοξον πόλιν των Θηβών και μάλιστα κατά τας δυσχερείς εκείνας περιστάσεις, απήτει τοιαύτην παρ’ εκείνου δραστηριότητα, ώστε να δειχθή ανώτερος των προσδοκιών των υποδεχθέντων αυτόν. Εισελθών λοιπόν ο Άγιος εις την πόλιν ήρχισεν αμέσως εργαζόμενος υπέρ της ευδαιμονίας εκείνης. Και πρώτον κατηυθύνθη εις τον Ναόν της Θεοτόκου, τον οποίον εύρε γυμνόν και μικρόν σχετικώς προς τας απαιτήσεις του ποιμνίου του. Ευθύς τότε διέταξε την μέχρι θεμελίων κατεδάφισιν και ανέγερσιν αυτού εις μέγεθος και κάλλος απαράμιλλον, τα πλείστα των απαιτηθέντων χρημάτων αυτός δαπανήσας εκ του ιδιαιτέρου πατρικού θησαυροφυλακίου. Τον Ναόν τούτον εκόσμησε δια πολλών τοιχογραφιών, αίτινες παρίστων πολλάς σκηνάς εκ των εν τη Αγία Γραφή αναφερομένων, άνωθεν δε εσκέπασε δια μολυβδίνων πλακών. Η ηθικωτάτη αύτη μέριμνα, η γοργώς μετά την άφιξιν τού Ιωάννου συντελεσθείσα, η πατρικωτάτη αυτού διδασκαλία και η άπαυστος ελεημοσύνη έπεισε πολλούς των Εβραίων να ασπασθώσι την εις Χριστόν Πίστιν, τους δε υπολοίπους κατέστησεν ηπιωτέρους προς τους εργάτας, επί πλέον δε προσέδωκεν εις αυτόν και το όνομα του νέου Ελεήμονος. Αλλά και δια της εν γένει χρηστής και εμπνευσμένης διοικήσεως αυτού ανεζωογονήθη η παλαιόθεν ακμάσασα βιομηχανία, ανεπτύχθη το εμπόριον, δεν εδυστύχουν πλέον οι πρότερον πτωχοί όντες, διότι τους πτωχοτέρους υπεστήριξεν αυτός δι’ ιδίων του χρημάτων. Δεν ηρκέσθη όμως εις μόνα ταύτα ο Άγιος, αλλά επετέλεσε πολλά και ποικίλα άλλα έργα, ένεκα των οποίων ηγαπήθη υπό των Θηβαίων, υπό δε του Θεού ετοποθετήθη εις την χορείαν των Αγίων. Επετέλεσεν εις την πόλιν έργα υψίστης ωφελείας. Και πρώτον μετέφερε τα ύδατα του ποταμού Ισμηνού εις την πεδιάδα, εκ των οποίων ποτίζεται άχρι τούδε ολόκληρος η γόνιμος χώρα των Θηβαίων, η τε πόλις των Θηβών και τα προάστια Πυρίον και Άγιοι Θεόδωροι και αποδίδουν καρπούς πολλούς. Εχρησιμοποιήθησαν δε και ως κινητήριος δύναμις δια την κίνησιν πλείστων υδρομύλων. Η μεταφορά των υδάτων του Ισμηνού μετέβαλεν ολοτελώς τον ρουν του ποταμού τούτου, δι’ ου και ο σχηματισθείς νέος τοιούτος δεν διετήρησε το παλαιόν όνομα, αλλά έλαβε το όνομα του Αγίου κληθείς Αγιάννης. Αφού δε ο Άγιος επεράτωσε το μέγα τούτο έργον προς άρδευσιν της χώρας των Θηβαίων και των προαστίων αυτής, παραλλήλως συνήθροισε τα ύδατα διαφόρων άλλων πηγών, αίτινες μέχρι της εποχής εκείνης ουδεμίαν παρείχον ωφέλειαν, και μετέφερε ταύτα εις την πόλιν, ως αναφέρει παλαιά τις βιογραφία του Αγίου, εκ της οποίας αποσπάσματα μόνον διεσώθησαν. Εν τη Βιογραφία εκείνη μεταξύ άλλων γράφονται και τα εξής· «Εισήγαγε δε και ύδατα πάνυ εύκρατα εν τη πόλει» και «τον ρουν των υδάτων του Ισμηνού ποταμού μετέστρεψε προς την πεδιάδα». Εις την θέσιν εκείνην, εκ της οποίας εγένετο η εκτροπή των υδάτων του Ισμηνού προς την πεδιάδα ανήγειραν μετά ταύτα οι Θηβαίοι Ναόν επ’ ονόματι και εις μνήμην του Αγίου, ερείπια του οποίου σώζονται μέχρι της σήμερον. Η των έργων τούτων εκτέλεσις δεν εκόρεσε τον Άγιον της προς ελεημοσύνην κλίσεώς του, αλλά καθ’ εκάστην εις μεγαλύτερα των προηγουμένων προέτρεπεν αυτόν, διότι ήντλει την ευδαιμονίαν από της ευτυχίας των άλλων. Αι καθ’ εκάστην επιφαινόμεναι ανάγκαι της πόλεως ως εκ της των πολλών συρροής, η πλημμύρα των ασθενών και των πτωχών η δυστυχία, των γερόντων η γυμνότης και η εν γένει αξοιδάκρυτος κατάστασις των πτωχοτέρων ωδήγησαν τον Άγιον εις την επινόησιν ανεγέρσεως πολλών ευαγών ιδρυμάτων. Ίδρυσε Γηροκομείον κοινόν, ίνα προλάβη το άτοπον το οποίον διέπραττον πολλά τέκνα, άτινα εγκατέλειπον τους γονείς αυτών αστέγους εις την διάκρισιν της του ανέμου πνοής, διότι το άτοπον τούτο ποιεί τους ανθρώπους ανηθίκους προς το θειότερον εν τω κόσμω καθήκον της προστασίας των γονέων, οίτινες έδωκαν εις ημάς την ύπαρξιν. Έκτισε Πτωχοκομεία προς περίθαλψιν των αστέγων πτωχών, οίτινες περιεφέροντο ανά τας οδούς γινόμενοι δυστυχείς και αναγκάζοντες τους άλλους να μένωσιν άεργοι, γενόμενοι ούτως αίτιοι μεγίστου κακού. Ανήγειρε Νοσοκομεία, η ίδρυσις των οποίων δια πόλιν τοιαύτην είναι τοσούτον επιτυχής, καθ’ όσον πλην των άλλων οσάκις συμβαίνουσι μολυσματικαί νόσοι το ευμετάδοτον αυτών εκθέτει εις κίνδυνον ολοκλήρους οικογενείας και πόλεις. Την μεγίστην όμως έλλειψιν πράγματος τότε δύναται τις να νοήση ακριβώς, οπόταν απολέση αυτό το οποίον είχε πρότερον. Η σημερινή λειψυδρία η κατατρύχουσα την Ελλάδα παρέχει εις ημάς μεγαλυτέραν την αίσθησιν της σημασίας της μεταφοράς των υδάτων εις τινα πόλιν. Η χρήσις του ύδατος καθαρίζει το σώμα από των μολυσμάτων, άτινα επικολλώνται επ’ αυτού, ευφραίνει τας καρδίας, όταν είναι καθαρόν και εύκρατον, όπως το ανωτέρω, προσδίδει εις τας πόλεις την αρωματικήν ευωδίαν των φυομένων δένδρων, άτινα παρέχουσι φιλοκαλίαν και εύρωστα καθιστάμενα προβάλλονται ως σεμνά παραδείγματα προς μίμησιν εις τον άνθρωπον. Και κατά μεν το θέρος παρέχουσι την ζωοτρόφον σκιά των, κατά δε τον χειμώνα εμποδίζουσι τον μακρόθεν πνέοντα ψυχρόν βορράν προσδίδοντα εις αυτόν την ευωδίαν και ηπιότητα της θαλασσίας αύρας. Ανέπτυξε δε προ παντός την φυτείαν των μορεών και έδειξεν εις το ποίμνιόν του, ότι το παραγόμενον φύλλον καθίσταται ωφελιμώτατον προς την σηροτροφίαν. Η επί των έργων τούτων εποπτεία του Αγίου ήτο αυστηρά και επιμελής, δεν απεχώρει δε του έργου άμα τη τελέσει του αγιασμού, ως γίνεται σήμερον, αλλά αυτός πρώτος τον τόπον εκλέγων ήρχετο και συχνότερον παντός άλλου προς επίβλεψιν της καλής εκτελέσεως. Κυρίως δε το εξής παντός άλλου προθυμότερον έπραττεν· επεσκέπτετο καθ’ εκάστην τα διάφορα ευαγή ιδρύματα προς ενίσχυσιν των εις αυτά νοσηλευομένων ή εργαζομένων. Δεν άφηνε το πλοίον εις την διάκρισιν των ανέμων και της τρικυμίας, αλλ’ ως επιδέξιος κυβερνήτης προεφύλαττε τούτο από πάσης επικινδύνου πορείας, ίνα μη επιπίπτον εις τους βράχους συντριβή. Ο Μητροπολίτης Θηβών και Έξαρχος πάσης Βοιωτίας θείος Ιωάννης δεν παρέβλεψε και την ίδρυσιν Παρθενώνος. Οι θείοι και Ιεροί Κανόνες επιτρέπουν την ίδρυσιν Παρθενώνων εις τας πόλεις, συμφώνως δε προς την απόφασιν ταύτην των Αγίων Πατέρων έπραξε και ο θείος Ιωάννης. Ο ερμηνευτής των Συνοδικών Ιερών Κανόνων Θεόδωρος ο Βαλσαμών, όστις ήκμασε μετά τον Άγιον, λέγει περί του υπό του θείου τούτου Ιωάννου ιδρυθέντος Ιερού Παρθενώνος τα εξής· «Μόνος δε ο Άγιος εκείνος Μητροπολίτης Θηβών, ο Καλοκτένης, εποίησε Παρθενώνα εις Θήβας, και έταξε Παρθένους επ’ αυτώ λαϊκάς, δι’ ο και έστι το μνημόσυνον αυτού αιώνιον και χάριν τούτου, ει θέλεις ειπείν τας Ασκητρίας ταύτας Παρθένους, ουδέν ευρήσεις εμποδών, ει μήπω θέλεις ταύτας παρεικάσαι ταις μοναζούσαις δια την απόκαρσιν και τας επ’ Εκκλησίας συνθήκας αυτών». Η ίδρυσις του ιερού εκείνου Παρθενώνος απέβλεπε κυρίως εις την σωτηρίαν ψυχών, δεν παρέβλεπεν όμως και την επιτέλεσιν πρακτικών και κοινωφελών σκοπών, καθώς δύναται να συμπεράνη τις εξ όσων ο αυτός ερμηνευτής Θεόδωρος ο Βαλσαμών εν συνεχεία λέγει περίτων Παρθένων τούτων. Αύται, λέγει, όμοιαι μεν δύνανται να ονομασθώσι προς τας Ασκητρίας, ουχί όμως και προς τας μοναζούσας. Η περιγραφή της διαφοράς ταύτης νομίζομεν ότι σαφώς καθορίζει την επί το πρακτικώτερον απόβλεψιν του Αγίου, όστις δεν ετοποθέτησε μοναζούσας εις εξωτερικάς εργασίας, αλλ’ Ασκητρίας μεν, εργαζομένας δε εντός της πόλεως. Έπειτα τούτο και ασφαλέστερον δια τας Ασκητρίας ήτο, διότι εις τα περίχωρα, λόγω της προηγηθείσης επιδρομής, εξέλιπεν η ασφάλεια και μάλιστα προκειμένου περί αόπλων γυναικών. Αι Ασκήτριαι εκείναι, ως ο Βαλσαμών λέγει, απέκειρον τας κόμας αυτών, ως τούτο εξάγεται εκ της φράσεως «ει μήπω θέλουν παρεικάσαι ταύτας ταις μοναζούσαις δια την απόκαρσιν και τας επ’ Εκκλησίας συνθήκας αυτών». Εδέχοντο δε εν τω Παρθενώνι τούτω και άλλας Παρθένους ίσως προς διδασκαλίαν. Επομένως ο Παρθενών ούτος ήτο και σχολείον κορασίων, εις τα τοιαύτα δε σχολεία εδιδάσκοντο κατά τους χρόνους εκείνους προ παντός άλλου τα ιερά γράμματα. Εις τοιαύτην λοιπόν εργασίαν ειργάζοντο αι Ασκήτριαι εκείναι παρέχουσαι υπέρ των πασχόντων τα πάντα, αρκούμεναι εις άρτον μόνον ή μετά χόρτου τινός. Τοιαύτας παρεσκεύασεν ο θείος Ιωάννης τας Παρθένους εκείνας. Εις το σχολείον τούτο του Παρθενώνος εξεπαιδεύοντο πασών των οικογενειών τα κοράσια όχι μόνον δια τον ασκητικόν βίον, αλλά και δια τον οικογενειακόν. Διότι κατά τας τότε επικρατούσας ευσεβείς αντιλήψεις τα κοράσια και εν γένει τα τέκνα πασών των οικογενειών έπρεπε να ακούωσι τακτικώτατα τας Αγίας Γραφάς. Απόδειξις τούτου είναι ότι και πολλοί βασιλόπαιδες ησπάζοντο τον τοιούτον βίον, παρέχοντες τας εαυτών περιουσίας εις αγαθοεργά Μοναστήρια. Τοιαύτη υπήρξεν η δράσις του Αγίου εν Θήβαις εκ των διασωθεισών ολίγων περί αυτού μαρτυριών. Κατά την εν Θήβαις τοπικήν παράδοσιν, η εν αυταίς σωζομένη ιερά Εικών της Θεομήτορος είναι χειρόπλασμα του Αποστόλου Λουκά, όστις εδίδαξεν εν Θήβαις, ένθα και απελθών προς Κύριον ετάφη, τα δε Άγια αυτού Λείψανα μετεκομίσθησαν εις Βυζάντιον κατά διαταγήν του αυτοκράτορος Κώνσταντος, υιού του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η Εικών αύτη, αληθές Χριστιανικόν κειμήλιον, σώζεται εν τω Ιερώ τούτω Ναώ. Ο Ναός ούτος της Θεοτόκου ήτο Μητροπολιτικός των Θηβών και κατ’ αυτούς τους χρόνους της Φραγκοκρατίας εν Ελλάδι. Αναφέρεται δε εις περιγραφήν τινά της στέψεως του δουκός Γουϊδωνος, ενηλικιωθέντος εν έτει 1294, ότι ο υπό του Αγίου ανοικοδομηθείς ούτος Ναός ήτο μεγαλοπρεπέστατος. Το αξίωμα του Μητροπολίτου πάσης Βοιωτίας τότε μάλιστα ανήλθεν εις έτι μεγαλυτέραν περιωπήν, διότι κατώρθωσαν οι Θηβαίοι δια των οδηγιών του Αγίου Ιωάννου να αναπτύξωσι την βιομηχανίαν και το εμπόριον εις το έπακρον, καταστήσαντες την εαυτών πόλιν εξάκουστον. Τοσαύτα και τοιαύτα επιτελέσας ο Άγιος και ανεγείρας μνημείον της εαυτού σεμνοπρεπείας και αγιότητος εις τους ουρανούς, απήλθε προς Ον επόθησε Κύριον προς δόξαν Αυτού και της προστατευούσης αυτόν Παναγίας Παρθένου. Ως βλέπομεν δεν επεδίωξε το ίδιον συμφέρον προς ανάπαυσιν, αλλά την ευδαιμονίαν των άλλων ίδιον πλούτον εθεώρει. Η τοιαύτη καθ’ όλον τον βίον του Αγίου μέριμνα τοσούτον ανύψωσεν αυτόν ενώπιον των Θηβαίων, ώστε ούτοι δι’ αδείας εκκλησιαστικής ανήγειραν εις μνήμην αυτού μεγαλοπρεπή Ναόν, όστις έκειτο εις το κέντρον της επί των χρόνων του και δια των ενεργειών του επαυξηθείσης και ακμασάσης πόλεως. Εν τω Ναώ τούτω κατετέθησαν τα Άγια αυτού Λείψανα, των οποίων η επί των πασχόντων ευσεβών θεία επενέργεια παρείχεν και παρέχει ιάματα και θεραπείας, εις τους μετ’ ευλαβείας προσερχομένους. Πλην δε της του Αγίου Εικόνος, ήτις σώζεται εις τον νεώτερον δαπάναις της αειμνήστου Βασιλίσσης Όλγας ανεγερθέντα περικαλλή Ναόν επί της θέσεως, εις την οποίαν έκειτο ο προαναφερθείς αρχαιότερος τοιούτος, υπήρξε και τοιχογραφία εις τινα άλλον Ναϊσκον εν κατακόμβη, ήτις είναι ερείπιον εντός της πόλεως και αναφέρεται εις την μνήμην της Αγίας Αικατερίνης. Ούτως ο Άγιος Ιωάννης ο Μητροπολίτης Θηβών και έξαρχος πάσης Βοιωτίας γεννηθείς εν Βυζαντίω και χριστιανικώτατα εν αυτώ ανατραφείς δεν διέμεινεν αργός, αλλά και αρίστης παιδείας τυχών έσπευσεν εκεί, ένθα η φωνή της Θεοτόκου και το συμφέρον της Μεγάλης Πατρίδος εκάλει αυτόν. Διότι δυνάμεθα ασφαλώς να ομολογήσωμεν ότι, αν μη ο Άγιος εκάθητο επί της υπ’ αυτού δοξασθείσης έδρας, αι Θήβαι σήμερον όχι μόνον πόλις δεν θα ήσαν, αλλ’ ουδέ χωρίον ουδέ θα εμαρτυρούντο τα αρχαία αυτής θεμέλια. Εκ του Βίου αυτού κρίνοντες τον Άγιον ευρίσκομεν αυτόν απ’ αυτής μεν της παιδικής ηλικίας ευσεβή και από της νεανικής δε τοιαύτης φιλάνθρωπον, φιλοπάτριδα και πλήρη αυταπαρνήσεως προς το καθήκον. Τοιούτοι άξιοι Ιεράρχαι ποιμαίνοντες τας πόλεις εμβάλλουσιν εις τας καρδίας των διδασκομένων την ευσέβειαν και τον φόβον του Θεού. Και αληθώς ο ευσεβής της Ελλάδος λαός ουδέποτε εστερήθη των μεγάλων τέκνων του, αλλ’ ως Λερναία Ύδρα πλείονας ετέρους ανέδιδεν, όταν εις ή ολίγοι τινές εξέλειπον. Οι Θηβαίοι και πάντες οι Βοιωτοί πρέπει να σεμνύνωνται δια τον αδάμαντα τούτον της χώρας των, όστις επ’ ολίγον αναφανείς σύμπασαν την χώραν εκείνων κατηύγασε, να χαίρωσι δε, διότι, αν η αρχαιότης ανέδειξε τον εκ της Καδμείας Πίνδαρον και οι σκοτεινοί του μέσου αιώνος χρόνοι δια του εκ της αυτής Καδμείας σελασφόρου της Χριστιανικής θρησκείας κήρυκος Ιωάννου του Καλοκτένους κατηυγάσθησαν. Τον λαμπρόν του Αγίου Βίον επεσφράγισεν η ειρηνική εν Κυρίω κοίμησις αυτού εν μέσω των αγαπώντων και θρηνούντων αυτόν Θηβαίων, οίτινες δεόντως ετίμησαν και τιμώσι τον Άγιον Ιωάννην τον Καλοκτένην κατά την ημέραν της προς Κύριον εκδημίας του, συμβάσης την κθ΄ (29ην) Απριλίου. Μετά την του φαεινού τούτου των Βοιωτών αστέρος κοίμησιν, του μετά θαυμασίας αυταπαρνήσεως υπερασπιζομένου το ποίμνιον αυτού και την ένδοξον πόλιν λόγω τε και έργω κατά τε των εσωτερικών και εξωτερικών κινδύνων, ήρχισε δια τας αμαρτίας ημών καταρρέουσα και η Ελληνική ελευθερία. Του μακαρίου τούτου Πατρός ημών Ιωάννου το παράδειγμα ακολουθούντες και ημείς φιλέορτοι Χριστιανοί, δυνάμεθα να καταστώμεν εφάμιλλοι αυτού δια της ευσεβείας και χρηστότητος, ου ταις ικεσίας ο Θεός δώη ημίν την άφεσιν των αμαρτιών και την απόλαυσιν της αιωνίου ζωής και της μακαρίας εν τω Παραδείσω τρυφής και δόξης. Αμήν. Γένοιτο. Εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, Ω η δόξα και η τιμή και η προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2655
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ

Δημοσίευση από silver »

Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη, οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε των θείων Αποστόλων και των ιερών Ευαγγελίων, παραδεδώκασιν ημίν τέσσαρα τινά εορτάζειν τον Ιερόν Νιπτήρα, τον Μυστικον Δείπνον (δηλαδή την παράδοσιν των καθ’ ημάς φρικτών Μυστηρίων), την υπερφυά Προσευχήν και την Προδοσίαν αυτήν.

Επειδή κατά την αυριανήν Παρασκευήν έμελλε να γίνη η θυσία του εβραϊκού Πάσχα, τουτέστιν η σφαγή του προς τούτο εκτρεφομένου αμνού, και εν αυτή ταύτη τη Παρασκευή έμελλε να ακολουθήση εις τον παλαιόν τύπον και η αλήθεια, ήτοι έμελλε να θυσιασθή το αληθινόν Πάσχα, τουτέστιν ο Αμνός του Θεού και Πατρός, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, τον οποίον προετύπωνεν ο υπό των Εβραίων κατ’ έτος θυσιαζόμενος αμνός, όστις ελέγετο Πάσχα, δια τούτο, κατά το εσπέρας της σήμερον, ήτις ήτο τότε η προ των αζύμων ημέρα, τουτέστιν η του νομικού Πάσχα παραμονή, Μαρτίου κβ΄ (22α), ημέρα Πέμπτη της εβδομάδος, συνεδείπνησεν εν τη πόλει ο Ιησούς μετά των Δώδεκα Μαθητών του ποιήσας το Πάσχα. Εποίησε δε τούτο κατά το εσπέρας της Πέμπτης ο Κύριος, διότι παρ’ Εβραίοις το ημερονύκτιον άρχεται από της εσπέρας της προηγουμένης και λήγει το εσπέρας της ιδίας ημέρας. Ητοίμασε δε τούτο ο Ζεβεδαίος, διότι ούτος ήτο ο βαστάζων το κεράμιον του ύδατος, ως λέγει ο μέγας Αθανάσιος, αν και άλλοι διαφορετικά περί τούτου λέγουσιν. Μετά ταύτα δεικνύων ο Ιηςούς τα τελειότερα εις τους Μαθητάς και του καθ’ ημάς Πάσχα το μυστήριον παραδίδωσιν εις το ανώγαιον, επελθούσης πλέον της νυκτός. Διότι Δείπνου, λέγει, γενομένου, ανεκλίθη μετά των Δώδεκα. Βλέπε δε, ότι ουχί τούτο ήτο το νομικόν Πάσχα· διότι δείπνος εδώ και κλίσις και άρτος και υγρόν· εκεί δε πάντα εψημένα δια πυρός και άζυμα. Προ του δε αρχίσουν να δειπνούν (διότι ούτω λέγει ο θείος Χρυσόστομος) εγείρεται εκ του δείπνου και αποθέτει χαμαί τα ιμάτια και ύδωρ βάλλει εις τον νιπτήρα, αυτοπροσώπως ταύτα πράττων, αφ’ ενός μεν ίνα τον Ιούδαν καταισχύνη, αφ’ ετέρου δε ίνα και εις τους άλλους Μαθητάς υπενθυμίση, ότι δεν πρέπει να επιζητούν το πρωτείον, καθώς και μετά τον νιπτήρα προτρέπει, λέγων, ο θέλων να είναι πρώτος, ας είναι πάντων έσχατος, εαυτόν τιθείς εις υπόδειγμα. Φαίνεται δε ότι πρώτον πάντων τον Ιούδαν ένιψεν ο Χριστός, θρασύτατα προκαθίσαντα, ύστερον δε επί τον Πέτρον έρχεται. Αυτός δε, θερμότερος των άλλων υπάρχων, τον Διδάσκαλον εμποδίζει· ακούσας όμως παρά του Κυρίου, ότι εάν δεν νίψη τους πόδας αυτού, δεν έχει μέρος μετ’ αυτού, υποχωρεί πάλιν σφοδρότερον. Νίψας λοιπόν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός τους πόδας των μαθητών και ύψωσιν παράδοξον ταπεινώσεως υποδείξας, λαβών τα ιμάτια πάλιν και αναπεσών, προτρέπει παρακαλών αυτούς όπως αγαπώσιν αλλήλους και μη επιζητούν το πρωτείον. Εσθιόντων δε αυτών εισάγει και το περί της προδοσίας κεφάλαιον. Θορυβουμένων δε επί τω λόγω των Μαθητών, λέγει προς τον Ιωάννην μόνον ηρέμα ο Ιησούς· «Εκείνος εστιν, ω εγώ βάψας το ψωμίον επιδώσω» (Ιωάν. ιγ: 26). Ωμίλησε δε ούτως, διότι εάν ο Πέτρος εγνώριζε την αλήθειαν, ως θερμότερος των άλλων υπάρχων, θα ηδύνατο ίσως και να χειροδικήση κατά του Ιούδα. Λέγει δε και πάλιν· «Ο εμβάψας μετ’ εμού εν τω τρυβλίω την χείρα, ούτος με παραδώσει» (Ματθ. κστ: 23). Αφού δε αμφότερα ταύτα εγένοντο, μετά μικράν σιωπήν λαβών τον άρτον λέγει· «Λάβετε, φάγετε» (Ματθ. κστ: 26, Μάρκ. ιδ: 22), και το ποτήριον ομοίως· «Πίετε εξ αυτού πάντες· τούτο γαρ εστι το αίμα Μου, το της Καινής Διαθήκης» (Ματθ. κστ: 27 – 28, Μάρκ. ιδ: 24). «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. κβ: 19). Ταύτα δε ποιών ήσθιε και έπινε μετ’ αυτών. Βλέπε δε, ότι άρτον λέγει το Σώμα Αυτού και ουχί άζυμον. Αισχυνέσθωσαν λοιπόν οι την θυσίαν άζυμον προσφέροντες. Μετά την γεύσιν του άρτου, εισήλθεν εις τον Ιούδαν ο σατανάς, διότι και πρότερον δοκιμάζων αυτόν ήδη παντελώς αυτόν εκυρίευσεν. Αναχωρήσας δε εκείθεν επορεύθη προς τους αρχιερείς, μετά των οποίων συνεφώνησεν, ίνα παραδώση εις αυτούς τον Χριστόν αντί τριάκοντα αργυρίων. Ο δε Κύριος μαζί με τους μαθητάς μετά τον δείπνον εξήλθον εις το όρος των Ελαιών, εις τι χωρίον λεγόμενον Γεθσημανή. Εκεί δε λέγει προς αυτούς ο Ιησούς· «Πάντες σκανδαλισθήσεσθε εν εμοί εν τη νυκτί ταύτη· ότι γέγραπται, πατάξω τον ποιμένα, και διασκορπισθήσονται τα πρόβατα. Αλλά μετά το εγερθήναι με, προάξω υμάς εις την Γαλιλαίαν. Ο δε Πέτρος έφη αυτώ· και ει πάντες σκανδαλισθήσονται, αλλ’ ουκ εγώ. Και λέγει αυτώ ο Ιησούς· Αμήν λέγω σοι, ότι συ σήμερον εν τη νυκτί ταύτη, πριν ή δις αλέκτορα φωνήσαι, τρις απαρνήση με» (Μάρκ. ιδ: 26 – 30). Είπε δε πριν ή δις αλέκτορα φωνήσαι, διότι κατά συνήθειαν ο αλέκτωρ ουχ άπαξ αλλά και δις και τρις λαλεί, όπως και εγένετο. Λύπη τότε άμετρος κατέλαβε τον Πέτρον δια τον λόγον τούτον του Κυρίου, δι’ ου το ασθενές της ανθρωπίνης φύσεως επισημαίνεται. Παρεχώρησε δε να γίνη τούτο ο Κύριος, επειδή την οικουμένην εις αυτόν παρέδωσεν, ίνα εξ εαυτού το της ανθρωπίνης φύσεως ευμετάβλητον γνωρίζων παρέχη συγγνώμην προς τους αμαρτάνοντας. Πλην των ανωτέρω η τριττή του Πέτρου άρνησις τας των ανθρώπων πάντων αμαρτίας εις Θεόν εξεικόνιζεν· είναι δε αύται αι εξής: πρώτη η παράβασις της εντολής, την οποίαν έδωκεν ο Θεός εις τον Αδάμ· δευτέρα η παράβασις του γραπτού νόμου και Τρίτη η αθέτησις του Ευαγγελικού κηρύγματος. Μετανοήσαντος δε του Πέτρου, εθεράπευσεν ο Κύριος την άρνησιν αυτού τρισσώς ειπών· «Σίμων Ιωνά, φιλείς με»; (Ιωάν. κα: 17). Μετά ταύτα, θέλων να επιδείξη εις τους Μαθητάς πόσον φοβερός είναι ο θάνατος εις όλους τους ανθρώπους, λέγει· «Περίλυπος εστιν η ψυχή μου έως θανάτου· μείνατε ώδε και γρηγορείτε μετ’ εμού. Και προελθών μικρόν έπεσεν επί πρόσωπον αυτού προσευχόμενος και λέγων· Πάτερ μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο· πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ» (Ματθ. κστ: 38 – 39). Έλεγε δε ταύτα αφ’ ενός μεν ως άνθρωπος, αφ’ ετέρου ίνα και τον διάβολον παραπλανήση τεχνηέντως, ώστε να τον νομίζη, ότι άνθρωπος είναι, αφού και αυτός φοβείται, δήθεν, τον θάνατον. Τούτο δε εποίησεν, ίνα μη, γνωρίσας την αλήθειαν, ανακόψη το του Σταυρού μυστήριον. Μετά την πρώτην ταύτην προσευχήν επανελθών ο Κύριος πλησίον των Μαθητών ευρίσκει αυτούς βεβυθισμένους εις ύπνον. Όθεν αποτεινόμενος προς τον Πέτρον λέγει· «Ούτως ουκ ισχύσατε μίαν ώραν γρηγορήσαι μετ’ εμού; Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν· το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής» (Ματθ. κστ: 40 – 41). Είπε δε ταύτα προς τον Πέτρον, ωσάν δηλαδή να του έλεγε· συ ο λέγων ότι θέλεις αγωνισθή έως θανάτου, ούτως υπνώττεις μετά των λοιπών; Πάλιν δε εκ δευτέρου απελθών προσηύξατο λέγων· «Πάτερ μου, ει ου δύναται τούτο το ποτήριον παρελθείν απ’ εμού, εάν μη αυτό πίω, γενηθήτω το θέλημά Σου. Και ελθών ευρίσκει αυτούς πάλιν καθεύδοντας· ήςαν γαρ αυτών οι οφθαλμοί βεβαρημένοι. Και αφείς αυτούς, απελθών πάλιν, προσηύξατο εκ τρίτου, τον αυτόν λόγον ειπών. Τότε έρχεται προς τους Μαθητάς Αυτού και λέγει αυτοίς· Καθεύδετε το λοιπόν και αναπαύεσθε! Ιδού, ήγγικεν η ώρα, και ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται εις χείρας αμαρτωλών. Εγείρεσθε, άγωμεν· ιδού, ήγγικεν ο παραδιδούς με» (Ματθ. κστ: 42 – 46). Είτα εξελθών πέραν του χειμάρρου των κέδρων, ένθα ήτο κήπος, ηυλίσθη εκεί μετά των Μαθητών. Τακτικά δε συνήθιζεν ο Κύριος να μεταβαίνη εκεί, δι’ αυτό και ο Ιούδας εγνώριζε τον τόπον. Ούτος λοιπόν λαβών τινάς των της σπείρας και όχλου επακολουθούντος ήλθεν επί τον Ιησούν, δους εις αυτούς το σύνθημα του φιλήματος. Τούτο δε είπε, διότι ο Κύριος πολλάκις κρατηθείς, αφανής εκ μέσου αυτών διήρχετο. Όμως ο Χριστός πρώτος παρουσιασθείς προς αυτούς είπεν· «Τίνα ζητείτε»; (Ιωάν. ιη: 4,7). Εκείνοι δε, επειδή ήτο ακόμη νυξ, δεν τον ανεγνώρισαν. Διότι με φανούς και λαμπάδας ανημμένας έβλεπον και φοβηθέντες υπανεχώρησαν. Και πάλιν επανελθόντων, αυτός τα αυτά απεκρίνατο. Του δε Ιούδα ποιήσαντος το σύνθημα, ο Χριστός λέγει· «Εταίρε, εφ’ ω πάρει»; (Ματθ. κστ: 50). Τρόπον τινά ως να έλεγεν: Δι’ εκείνο δια το οποίον ήλθες Ιούδα, εύκαιρον είναι. Και πάλιν λέγει· «Ως επί ληστήν εξήλθετε μετά μαχαιρών και ξύλων συλλαβείν με». Εν νυκτί δε ήλθον, ίνα μη προκληθή στάσις τις υπό του όχλου. Τότε ο θερμότατος Πέτρος ανασπάσας μάχαιραν (επειδή από δείπνου ήσαν) ώρμησε κατά του δούλου του αρχιερέως ονόματι Μάλχου και απέκοψε το δεξιόν αυτού ους· υπονοούντος του λόγου, ότι ο αρχιερεύς ουχί καλώς τον νόμον ήκουε και εδίδασκεν. Ελέγχει τότε τον Πέτρον ο Χριστός, ότι δεν είναι καλόν να ακουσθή, ότι ο πνευματικός άνθρωπος χρησιμοποιεί μάχαιραν, εθεράπευσε δε το ωτίον του Μάλχου. Συλλαβόντες δε τον Ιησούν, φέρουσι δέσμιον επί την αυλήν του αρχιερέως Άννα, ο οποίος ήτο πενθερός του Καϊάφα. Εκεί δε ήσαν συνηθροισμένοι άπαντες οι εναντίον του Χριστού φρονούντες Φαρισαίοι και Γραμματείς. Εδώ δε και τα κατά τον Πέτρον και την παιδίσκην και η αυτού άρνησις γίνεται· και της νυκτός εν τω μεταξύ παρελθούσης, ο αλέκτωρ εφώνησεν εκ τρίτου· ο δε, μνησθείς, έκλαυσε πικρώς. Αφού δε έφθασεν η ημέρα, φέρουσι τον Χριστόν από του Άννα προς τον αρχιερέα Καϊάφαν, όπου και εμπτυσμούς έλαβε και ψευδομάρτυρες εκλήθησαν. Και προκεχωρημένης ήδη της ημέρας, προς τον αυτόν Πιλάτον αποστέλλει ο Καϊάφας. Οι δε αγαγόντες αυτόν, δεν εισήλθον εις το Πραιτώριον, ίνα μη μιανθώσιν, αλλ’ ίνα φάγωσι το Πάσχα. Διότι κατά την νύκτα εκείνην έπρεπεν αυτοί να φάγουν αυτό. Ότι δε τότε έπρεπε να φάγουν το Πάσχα φαίνεται και εξ όσων είπεν ο Χριστός προ του Δείπνου το εσπέρας της Πέμπτης, ότε και έφαγε και κατόπιν παρέδωσε τα τελειότερα. Διότι, ως προείπομεν, έπρεπεν εις τον νομικόν τύπον να ακολουθήση και η αλήθεια. Διότι, ως λέγει ο θείος Ιωάννης, προ της εορτής του Πάσχα όλα ταύτα τα γεγονότα συνεβησαν κατά την νύκτα της Πέμπτης προς την Παρασκευήν. Δια τούτο και ημείς εορτάζομεν, μνείαν των φοβερών και αρρήτων έργων εκείνων και πράξεων μετά δέους ποιούμενοι.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2655
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Λ΄ (30η) Απριλίου, μνήμη του Αγίου ενδόξου Αποστόλου ΙΑΚΩΒΟΥ, αδελφού Ιωάννου του Θεολόγου.

Δημοσίευση από silver »

Τη Λ΄ (30η) Απριλίου, μνήμη του Αγίου ενδόξου Αποστόλου ΙΑΚΩΒΟΥ, αδελφού Ιωάννου του Θεολόγου.

Ιάκωβος ο ένδοξος του Χριστού Απόστολος ήτο υιός του Ζεβεδαίου και αδελφός πρεσβύτερος Ιωάννου του Θεολόγου. Μετά δε την κλήσιν των Αγίων Αποστόλων Ανδρέου και Πέτρου προσεκλήθη υπ’ Αυτού του Κυρίου, ίνα μαθητεύση παρ’ Αυτώ μετά του αδελφού του Ιωάννου. Ευθύς λοιπόν αφήσαντες τον πατέρα και το πλοίον των, ως και όλα τα υπάρχοντά των, ηκολούθησαν τον Κύριον. Τόσον δε πολύ ηγάπησεν αυτούς ο Δεσπότης Χριστός, ώστε εις μεν τον ένα αδελφόν, τον Ιωάννην, προσέφερε το στήθος του, ίνα ανακλιθή επ’ αυτού, εις δε τον άλλον αδελφόν, τούτον δηλαδή τον θείον Ιάκωβον, έδωκε την τιμήν να πίη το ποτήριον του θανάτου, το οποίον Αυτός ο ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός έπιεν. Αλλά και αυτοί οι μακάριοι τόσον πολύ ηγάπησαν τον Κύριον και τόσον ζήλον επέδειξαν δι’ Αυτόν, ώστε ηθέλησαν να καταβιβάσωσι πυρ εξ ουρανού, ίνα κατακαύσωσι τους Σαμαρείτας, διότι δεν επίστευσαν εις τον Κύριον αλλ’ ούτε και εδέχθησαν αυτόν (Λουκ. θ:54). Ίσως δε ήθελον πράξει τούτο, εάν ο Χριστός, η Αυτοαγαθότης, δεν ημπόδιζεν αυτούς. Δια ταύτα, λοιπόν, ο Κύριος παρελάμβανε πάντοτε μεθ’ εαυτού, κατ’ εξαίρεσιν, εις τας προσευχάς και εις τας άλλας οικονομίας του τούτους τους δύο Αποστόλους, ομού μετά του κορυφαίου Πέτρου, μυσταγωγών και αποκαλύπτων προς αυτούς τα υψηλότερα και μυστικώτερα δόγματα. Τα περί του μακαρίου τούτου Ιακώβου, πληροφορούμενος ο Ηρώδης ο Αγρίππας, ο του Αριστοβούλου υιός, του οποίου θείος ήτο ο Ηρώδης ο θανατώσας τον Πρόδρομον και μη υποφέρων να βλέπη αυτόν μετά τόσης παρρησίας διδάσκοντα το Ευαγγέλιον μετά το Πάθος και το σωτήριον κήρυγμα του Χριστού, εθανάτωσεν αυτόν δια μαχαίρας εν έτει από Χριστού μδ΄ (44ω). Ούτω μετά τον Πρωτομάρτυρα Στέφανον δεύτερον Μάρτυρα έστειλεν τούτον προς τον Χριστόν, ως γράφεται εις το βιβλίον των Πράξεων (ιβ: 2).

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2655
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Δημοσίευση από silver »

Τη αγία και Μεγάλη Παρασκευή, τα Άγια και σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού επιτελούμεν· τους εμπτισμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην και προ πάντων τον Σταυρόν και τον θάνατον, α δι’ ημάς εκών κατεδέξατο· έτι δε και την του ευγνώμονος ληστού, του συσταυρωθέντος αυτώ, σωτήριον εν τω Σταυρώ ομολογίαν.

Αφού ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, αντί τριάκοντα αργυρίων πωληθείς, παρεδόθη υπό του φίλου και μαθητού, πρώτον άγεται προς Άνναν τον αρχιερέα. Αυτός δε πάλιν στέλλει τον Κύριον προς τον Καϊάφαν, όπου ενεπτύσθη και κολαφιζόμενος εις το πρόσωπον και εμπαιζόμενος ομού και γελώμενος ήκουσε να λέγουν προς αυτόν: «Προφήτευσον ημίν, Χριστέ, τις εστιν ο παίσας σε»; (Ματθ. κστ: 68). Εκεί και ψευδομάρτυρες ήλθον κατηγορούντες, ότι δήθεν είπε· «Διαλύσατε τον ναόν τούτον και εις διάστημα τριών ημερών θα ανεγείρω αυτόν» (Ιωάν. β: 19), και ότι είπε δια τον εαυτόν του, «ότι είναι υιός του Θεού» (Ματθ. κζ: 43), και ότι «απ’ άρτι όψεσθε τον υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως και ερχόμενον επί των νεφελών του ουρανού» (Ματθ. κστ: 64), ότε και ο αρχιερεύς, δήθεν την βλασφημίαν μη ανεχόμενος, τον εαυτού χιτώνα διέρρηξε. Πρωΐας δε γενομένης άγεται προς τον Πιλάτον εις το πραιτώριον και αυτοί «ουκ εισήλθον», καθώς είπον, «ίνα μη μιανθώσιν, αλλ’ ίνα φάγωσι το Πάσχα» (Ιωάν. ιη: 28). Εξελθών τότε ο Πιλάτος ερωτά αυτούς περί του Ιησού λέγων· «δια ποίαν αιτίαν τον κατηγορείτε»; Και επειδή τίποτε άξιον λόγου δεν εύρεν εις την κατηγορίαν, στέλλει Αυτόν προς τον Καϊάφαν· επειδή αυτός ήτο ο επιδιώκων τον φόνον αυτού· ο δε Καϊάφας απέστειλε πάλιν προς τον Πιλάτον. Ο δε Πιλάτος λέγει· «Λάβετε αυτόν υμείς και κατά τον νόμον υμών κρίνατε» (Ιωάν. ιη: 31). Οι δε πάλιν λέγουσιν· «Ημίν ουκ έξεστιν αποκτείναι ουδένα», παρακαλούντες με τον τρόπον αυτόν τον Πιλάτον να εκδώση την απόφασιν του σταυρικού θανάτου. Ερωτά δε τον Χριστόν ο Πιλάτος, εάν είναι Βασιλεύς των Ιουδαίων· ο δε ομολογεί μεν, αλλ’ ότι είναι αιώνιος· διότι δεν προέρχεται από τον κόσμον αυτόν η Βασιλεία Μου, είπε. Βουλόμενος δε να απολύση αυτόν ο Πιλάτος, πρώτον μεν εις εκείνους είπεν, ότι δεν ευρίσκει ουδεμίαν κατ’ αυτού σοβαράν αιτίαν· είτα προέβαλε και το έθιμον, κατά το οποίον συνηθίζετο να απολύουν ένα των φυλακισμένων κατά την εορτήν του Πάσχα. Από αυτούς όμως θεωρείται αρεστός ο Βαραββάς και όχι ο Χριστός. Ο δε Πιλάτος, εις τους Ιουδαίους χαριζόμενος, μαστιγώσας τον Ιησούν πρότερον, τον οδηγεί έξω μαζί με τους στρατιώτας, περιβεβλημένον χλαμύδα κοκκίνην, ακάνθινον στέφανον φέροντα επί της κεφαλής και εμβαλών εις την δεξιάν αυτού κάλαμον, εμπαιζόμενον παρά των στρατιωτών, οι οποίοι έλεγον· «Χαίρε, ο Βασιλεύς των Ιουδαίων» (Ματθ. κζ: 29, Μάρκ. ιε: 18, Ιωάν. ιθ: 3). Πλην ούτω προς χάριν αυτών, παρά την συνείδησίν του ενεργήσας, πάλιν είπεν· «Ουδεμίαν αιτίαν (θανάτου) ευρίσκω εν αυτώ» (Ιωάν. ιη: 38,ιθ: 6, Λουκ. κγ: 4). Εκείνοι δε απήντησαν· «Αλλ’ ημείς αυτόν θα τιμωρήσωμεν, διότι ονομάζει τον εαυτόν του Υιόν Θεού» (Ιωάν. Ιθ: 7). Τούτων δε λεγομένων, ο Ιησούς εσιώπα. Οι δε όχλοι έκραζον προς τον Πιλάτον· «Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν» (Ιωάν. ιθ: 6). Διότι ήθελον με άδοξον και επαίσχυντον θάνατον να τον εξαφανίσωσιν, ώστε να διαλύσωσι την καλήν φήμην, την οποίαν είχεν ο Ιησούς. Διεγείρων δε την εθνικήν φιλοτιμίαν αυτών ο Πιλάτος, λέγει· «Τον βασιλέα υμών σταυρώσω»; Οι δε απήντησαν ότι δεν έχουν βασιλέα άλλον, παρά τον Καίσαρα. Τούτο δε επειδή δεν επέτυχον τίποτε, αναφέροντες την βλασφημίαν ότι, δήθεν, ο Ιησούς ωνόμασεν εαυτόν υιόν του Θεού, προβάλλουσι τον Καίσαρα, ούτως ώστε, έστω και δια του τρόπου αυτού, να ικανοποιήσωσι την μανίαν των. Διότι λέγουν, ότι πας ο βασιλέα εαυτόν ποιών, έρχεται αντιμέτωπος προς τον Καίσαρα. Ενώ δε εγίνοντο αυτά, απέστειλεν είδησιν εις τον Πιλάτον η γυνή αυτού, ταραχθείσα από φοβερά όνειρα λέγουσα· «Μηδέν σοι, και τω δικαίω εκείνω» (Ματθ. κζ: 19), διότι χάριν Εκείνου, «πολλά κατά την νύκτα έχω πάθει». Αυτός τότε νιφθείς αποβάλλει δήθεν την ευθύνην του αίματος του Δικαίου. Οι δε Ιουδαίοι έκραζον· «Το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών» (Ματθ. κζ: 25). «Εάν τούτον απολύσης, δεν είσαι φίλος του Καίσαρος» (Ιωάν. ιθ: 12). Τον Καίσαρα λοιπόν φοβηθείς ο Πιλάτος, αν και βεβαίως εγνώριζε πολύ καλά, ότι ο Ιησούς ήτο ανεύθυνος, επικυρώνει την δια σταυρικού θανάτου καταδικαστικήν απόφασιν και απέλυσε τον Βαραββάν, όπερ ιδών ο Ιούδας, ρίψας τα αργύρια αναχωρεί και απελθών παρέδωκε εαυτόν εις αγχόνην κρεμασθείς από ένα δένδρον· ύστερον δε διογκωθείς (πρησθείς) πάρα πολύ έσκασε. Οι στρατιώται λοιπόν εμπαίξαντες με τον κάλαμον επί την κεφαλήν Αυτού, φορτώνουν εις αυτόν τον Σταυρόν· είτα και τον από Κυρήνης Σίμωνα αγγαρεύσαντες, υποχρεώνουν αυτόν να βαστάζη τον Σταυρόν. Περί δε ώραν τρίτην φθάσαντες εις τον του Κρανίου τόπον, σταυρούσιν Αυτόν εκεί. Εκ δεξιών δε και εξ αριστερών εκρέμασαν δύο άλλους ληστάς, ώστε και Εκείνος να φαίνεται ως κακούργος. Λόγω δε ευτελείας, μερίζονται οι στρατιώται τα ιμάτια Αυτού, τον δε άρραφον Αυτού χιτώνα έλαβον δια κλήρου· κάθε δε πράγμα έκαμαν με υπερβολικόν πάθος, ως να ήσαν μεθυσμένοι. Όχι δε μόνον ταύτα, αλλά και επί του Σταυρού ειρωνευόμενοι, έλεγον· «Ουά, ο καταλύων τον ναόν και εν τρισίν ημέραις οικοδομών, σώσον σεαυτόν» (Μάρκ. ιε: 29 – 30). Και πάλιν· «Άλλους έσωσεν, εαυτόν ου δύναται σώσαι» (Ματθ. κζ: 42). Και εν συνεχεία· «Ει Βασιλεύς Ισραήλ εστι, καταβάτω νυν από του Σταυρού και πιστεύσομεν εις αυτόν». Όμως, εάν καλώς εσκέπτοντο και ηννόουν, ήθελον προστρέξει αδιστάκτως εις Αυτόν, διότι όχι μόνον Βασιλεύς του Ισραήλ πασιφανέστατα απεδεικνύετο, αλλά και παντός του κόσμου. Διότι ποίον άλλο νόημα είχον το να σκοτισθή κατά την Σταύρωσιν του Χριστού ο ήλιος κατά την τρίτην ώραν, εν τω μέσω της ημέρας, αλλ’ ίνα εις όλους φανερωθή το Πάθος; Ως επίσης το να σείεται η γη και αι πέτραι να σχίζωνται, ελέγχουσαι την σκληράν ως λίθον καρδίαν των Ιουδαίων; Πολλά δε σώματα να ανίστανται και προς πιστοποίησιν της κοινής αναστάσεως και προς απόδειξιν της δυνάμεως του πάσχοντος να εμφανίζωνται; Έτι δε και το καταπέτασμα του ναού να σχίζεται, ως βεβαίως να είχεν οργισθή ο ναός, διότι έπασχεν ο εν αυτώ δοξαζόμενος, αποκαλύπτων ούτως εκείνα τα οποία δεν εφαίνοντο εις τους πολλούς; Κατά την τρίτην μεν λοιπόν ώραν εσταυρώθη ο Χριστός, ως λέγει ο θείος Μάρκος (ιε: 25)· από δε έκτης ώρας έως ενάτης σκότος εγένετο, ότε και ο Εκατόνταρχος Λογγίνος, τα παράδοξα κατιδών και μάλιστα τον σκοτισμόν του ηλίου, με ισχυράν φωνήν ανέκραξεν· «Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος» (Ματθ. κζ: 54, Μάρκ. κε: 39). Από δε τους δύο ληστάς ο εις ύβριζε τον Ιησούν· ο δε έτερος παρημπόδιζεν αυτόν, επιτιμών εμβριθέστερον και τον Χριστόν Υιόν Θεού ωμολόγει, την πίστιν δε αυτού ο Σωτήρ επιβραβεύων, υπόσχεται την μετ’ αυτού εις τον Παράδεισον συναναστροφήν. Αφού λοιπόν κάθε είδους ύβρις εξετοξεύθη εναντίον του Κυρίου Ιησού, ο Πιλάτος ανέγραψε και τίτλον επ’ αυτώ λέγοντα· «Ο Βασιλεύς των Ιουδαίων» (Ιωάν. ιθ: 21), οι δε Ιουδαίοι ημπόδιζον να μη γράφη τοιουτοτρόπως, αλλ’ ότι ο Κύριος έλεγε περί του εαυτού Του αυτό. Ο δε Πιλάτος απήντησεν· «Ο γέγραφα, γέγραφα». Είτα του Σωτήρος αντειπόντος, «Διψώ», ύσσωπον με όξος ανακατεύουν και του προσφέρουν. Μετά είπε· «Τετέλεσται» (Ιωάν. ιθ: 30) κλίνας δε την κεφαλήν, παρέδωκε το πνεύμα. Όταν δε όλοι έφυγον από τον Σταυρόν, η Μήτηρ αυτού παρίστατο εις τον Σταυρόν και η αδελφή αυτής Μαρία, η του Κλωπά, την οποίαν ο Ιωακείμ εγέννησε (συμφώνως με τον Μωσαϊκόν Νόμον), επειδή ο Κλωπάς απέθανεν άτεκνος· έτι δε και Ιωάννης, ο φιλούμενος υπ’ αυτού Μαθητής. Οι αγνώμονες λοιπόν Ιουδαίοι, μη ανεχόμενοι ούτε επί του Σταυρού να βλέπουν τα σώματα, παρεκάλεσαν τον Πιλάτον, επειδή μεγάλη ήτο η ημέρα του Πάσχα, ίνα τα των καταδίκων σκέλη θλασθώσιν, ώστε να επέλθη ταχύτερον ο θάνατος. Και των μεν ληστών τα σκέλη συνέτριψαν, διότι ακόμη έζων· επί δε τον Ιησούν ελθόντες, μόλις είδον Αυτόν τεθνηκότα, απέφυγον να συντρίψουν Αυτού τα σκέλη. Εις δε των στρατιωτών, κάμνων την χάριν εις τους αγνώμονας, αφού εσήκωσε το δόρυ, κατά την δεξιάν πλευράν νύττει (κεντά) τον Χριστόν και ευθέως εξήλθεν αίμα και ύδωρ· το μεν, ως άνθρωπος, το δε, ως υπέρ άνθρωπον· ήτοι το μεν αίμα, δια την των θείων αγιασμάτων μετάληψιν, το δε ύδωρ, δια το βάπτισμα. Διότι αύτη η δίκρουνος πραγματικώς πηγή αποτελεί την βάσιν των Μυστηρίων μας. Ταύτα και ο θείος Ιωάννης ιδών εμαρτύρησε και αληθινή είναι η μαρτυρία αυτού, διότι ήτο παρών εις όλα και αφού είδεν αυτά, τα έγραψε. Διότι εάν έγραψε ψευδή, βεβαίως δεν θα συνέγραφεν αυτά, τα οποία εθεωρούντο ως ατιμία του Διδασκάλου. Τούτον, λέγουν, τον τότε παρόντα, ότι συνέλεξε με κάποιον αγγείον από της ζωηρύτου πλευράς το θείον και υπεράγιον Αίμα. Τούτων δε ούτως υπερφυώς διαπραχθέντων, επειδή ήρχισε να νυκτώνη, ο εξ Αριμαθαίας Ιωσήφ εξέρχεται (μαθητής εξ αρχής υπάρχων, ως οι λοιποί, κρυπτόμενος), και αφού προσήλθεν εις τον Πιλάτον μετά τόλμης, επειδή ήτο βεβαίως γνώριμός του, αιτείται το Σώμα του Ιησού· ο δε επιτρέπει να λάβη αυτό. Ευθύς τότε κατεβίβασεν αυτό πανευλαβώς από του Σταυρού. Όταν δε ενύκτωσεν, έρχεται ο Νικόδημος, φέρων μίγμα τι σμύρνης και αλόης ετοιμασθέν δια την ειδικήν περίπυωσιν και περιτυλίξαντες δια σινδόνος, όπως ήτο συνήθεια εις τους Ιουδαίους να κάνουν, τον ενεταφίασαν, πλησίον εις το μνημείον του Ιωσήφ, το οποίον είχε λαξευθή εις βράχον, ένθα ουδείς πρότερον ετάφη, ίνα μη τυχόν, όταν αναστηθή ο Χριστός, εις άλλον αναφέρωσι την Ανάστασιν. Το δε μίγμα της αλόης και της σμύρνης, τα οποία επικολλούν τα σάβανα εις το σώμα, εμνημόνευσεν ο θείος Ευαγγελιστής, ίνα, όταν ίδωσι την σινδόνα και το σουδάριον εναπομείναντα εις τον τάφον, μη νομίσωσιν ότι εκλάπη Αυτός. Διότι πως ήτο τούτο δυνατόν, εφ’ όσον δεν είχον αρκετόν διαθέσιμον χρόνον, ώστε να αποσπούν εκείνα τα τόσον στερεώς κολληθέντα εις την σάρκα; Δεν εγνώριζαν όμως οι ανόητοι εκείνοι, οίτινες έπλασαν το ψεύδος τούτο, ότι κατ’ οικονομίαν Θεού έμειναν όλα αυτά μέσα εις τον τάφον προς έλεγχον της συκοφαντίας των. Ταύτα δε πάντα έγιναν παραδόξως κατά την ημέραν της Παρασκευής, δι’ αυτό και εθέσπισαν οι θεοφόροι Πατέρες να ποιούμεθα και ημείς μνείαν αυτών όλων μετά συντριβής καρδίας και κατανύξεως. Πρέπει δε να γνωρίζητε, ότι την έκτην ημέραν της εβδομάδος, δηλαδή την Παρασκευήν, εσταυρώθη ο Κύριος, επειδή κατά την έκτην ημέραν, κατ’ αρχάς, επλάσθη ο Αδάμ, ο πρώτος άνθρωπος. Αλλά και κατά την έκτην ώραν της ημέρας εν τω Σταυρώ εκρέματο, διότι, καθώς λέγεται, κατ’ αυτήν την ώραν και ο Αδάμ προς το απηγορευμένον δένδρον τας χείρας εκτείνας, ήγγισε δια να φάγη και απέθανεν. Διότι έπρεπε τον κατ’ αυτήν την ώραν συντριβέντα, κατά την ιδίαν πάλιν να αναπλασθή. Εις τον κήπον δε, διότι και ο Αδάμ εν τω Παραδείσω ηπατήθη. Η πικρά πόσις, την οποίαν εγεύθη ο Κύριος επί του Σταυρού, την γεύσιν του Αδάμ εθεράπευσεν. Ο Σταυρός το ξύλον το εν τω Παραδείσω εικόνιζε. Το ράπισμα, την αφύπνισιν ημών από του ληθάργου της αμαρτίας εδήλου. Ο εμπτυσμός και η άτιμος προς τον Κύριον συμπεριφορά την περί ημάς τιμήν εφανέρωνεν. Ο ακάνθινος στέφανος, την αποτροπήν από ημάς της κατά της κεφαλής των Πρωτοπλάστων κατάρας εξησφάλιζεν. Η πορφυρά χλαμύς, τους δερματίνους χιτώνας απέβαλλε και την περί ημάς βασιλικήν στολήν εσυμβόλιζε. Τα καρφιά, την παντελή προς την αμαρτίαν ακινησίαν ημών εδείκνυον. Η νυγείσα δε πλευρά του Κυρίου, εξ ης η σωτηρία ημών επήγασε, την του Αδάμ πλευράν εξεικόνιζεν, αφ’ ης η Εύα προήλθε και εξ ης η παράβασις εγένετο. Η λόγχη απεμάκρυνε την φλογίνην ρομφαίαν, ήτις τον Παράδεισον μετά την παρακοήν εφρούρει. Το εκ της πλευράς ύδωρ, ήτο εικών του Βαπτίσματος. Το Αίμα και ο κάλαμος ήσαν τα μέσα, δια των οποίων ο Σωτήρ, ως δι’ ερυθρών γραμμάτων, την αποκατάστασιν εις την αρχαίαν πατρίδα ως βασιλεύς καθυπέγραψε. Λέγεται δε ότι το κρανίον του Αδάμ έκειτο εκεί, όπου ο Χριστός, η κεφαλή των απάντων, εσταυρώθη και εβαπτίσθη με το Αίμα του Χριστού, το οποίον απ’ Αυτού έτρεξε. Κρανίου δε τοπος λέγεται, διότι κατά τον κατακλυσμόν η γη μαζί με άλλα εξέβαλεν έξω και το κρανίον του Αδάμ, το οποίον περιεφέρετο μόνον, βλεπόμενον ως σημείον φοβερόν. Αυτό ο Σολομών, εκ σεβασμού προς τον Προπάτορα κατεκάλυψε με πολλούς λίθους· διο και ο τόπος από τότε ωνομάσθη Λιθόστρωτος. Λέγουν ακόμη των Αγίων οι έγκριτοι, ότι υπάρχει παράδοσις, ότι και αυτός ο Αδάμ εκείσε, υπό Αγγέλου, ετάφη. Όπου λοιπόν το πτώμα, εκεί και ο αετός επέστη Χριστός, ο αιώνιος Βασιλεύς, ο νέος Αδάμ, τον παλαιόν και δια ξύλου πεσόντα ξύλω ιώμενος.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2655
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Α΄ (1η) Μαϊου, μνήμη του Αγίου Προφήτου ΙΕΡΕΜΙΟΥ.

Δημοσίευση από silver »


Ιερεμίας, ο θαυμάσιος του Κυρίου Προφήτης, ήτο ηγιασμένος εκ κοιλίας μητρός του, διότι ούτω λέγει περί αυτού ο Θεός· «Προ του με πλάσαι σε εν κοιλία, επίσταμαί σε και προ του σε εξελθείν εκ μήτρας, ηγίακά σε, Προφήτην εις έθνη τέθεικά σε» (Ιερεμ. α: 5)· κατήγετο δε εκ της Αναθώθ και ήκμασε χκ΄ (620) έτη προ Χριστού. Ούτος ο Άγιος Προφήτης μετά την άλωσιν της Ιερουσαλήμ υπό του Ναβουχοδονόσορος, βασιλέως της Βαβυλώνος, κατήλθεν εις τας Τάφνας της Αιγύπτου, τας ελληνιστί ονομαζομένας Δάφνας και εκεί, προφητεύων, ελιθοβολήθη υπό του λαού του Ισραήλ, του καταφυγόντος εις Αίγυπτον, αποθανών δε ενεταφιάσθη εις τον τόπον του παλατίου του βασιλέως Φαραώ, οπότε οι Αιγύπτιοι εδόξασαν και ετίμησαν αυτόν, διότι ευηργετήθησαν παρ’ αυτού, επειδή, δια προσευχής του, ενεκρώθησαν αι ασπίδες, αι οποίαι εξωλόθρευον τους Αιγυπτίους, καθώς ενεκρώθησαν επίσης και τα θηρία, τα οποία ευρίσκονται εντός των υδάτων της Αιγύπτου και τα οποία οι μεν Αιγύπτιοι ονομάζουσιν εφώθ, οι δε Έλληνες κροκοδείλους. Εκ τούτου, όσοι Χριστιανοί ευρίσκονται μέχρι σήμερον εις τον τόπον εκείνον, προσερχόμενοι λαμβάνουν χώμα εκ του τάφου του Προφήτου και ιατρεύουν δι’ αυτού τα δήγματα των ασπίδων. Λέγεται δε ότι και ο βασιλεύς Αλέξανδρος επεσκέφθη τον τάφον του Ιερεμίου και μαθών τα περί αυτού, μετέφερε τα Λείψανά του εκ της Αιγύπτου εις την υπ’ αυτού κτισθείσαν πόλιν της Αλεξανδρείας, τα οποια κατέσπειρε πέριξ και εις όλα τα σημεία της πόλεως· δια δε τούτων εδίωξε μεν εκείθεν τας ασπίδας, αλλά μετέφερεν αντί εκείνων τους όφεις, οι οποίοι ονομάζονται αργαλοί και τους οποίους έφερεν εκ του Άργους, εξ ου και την επωνυμίαν ταύτην έλαβον. Είπε δε ο Ιερεμίας εις τους Ιερείς της Αιγύπτου, ότι μέλλει να γίνη σημείον, ήτοι ότι μέλλουν να σεισθούν τα είδωλα της Αιγύπτου και να πέσουν κατά γης υπό ενός Σωτήρος Παιδίου, το οποίον μέλλει να γεννηθή υπό Παρθένου εντός φάτνης. Εκ τούτου όθεν οι Αιγύπτιοι θεοποιούν και μέχρι της σήμερον παρθένον λεχώ και θέτοντες βρέφος εντός φάτνης προσκυνούσιν αυτό. Δια τούτο και όταν ο βασιλεύς Πτολεμαίος ηρώτησεν αυτούς διατί κάμνουσιν τούτο, απεκρίθησαν, ότι το μυστήριον τούτο είναι πατροπαράδοτον εις αυτούς, διότι παρέδωκεν αυτό εις τους Πατέρας των Προφήτης Όσιος· όθεν, προσέθετον, προσμένομεν να εκπληρωθή τούτο δια των έργων. Λέγεται δε περί του Προφήτου τούτου, ότι πριν ή καή ο Ναός των Ιεροσολύμων υπό του Ναβουζαρδάν, του αρχιμαγείρου του Ναβουχοδονόσορος, έλαβε την Κιβωτόν του Νόμου και τα εν τη Κιβωτώ Άγια και επεμελήθη να τεθώσιν υπό πέτραν, ειπών εις τους παρεστώτας· «Ο Κύριος απεδήμησεν από του Σινά εις τον ουρανόν και πάλιν θέλει έλθει εις το Σινά με δύναμιν και θέλει δοθή εις υμάς, τους εις Αυτόν πιστεύοντας, ως σημείον της παρουσίας του, το ότι τα έθνη πάντα θα προσκυνήσωσι Ξύλον». Είπε δε και τούτο: ότι την Κιβωτόν ταύτην και τας εν αυτή πλάκας ουδείς θέλει εκβάλει εκ της γης, ει μη ο Ααρών, ουδέ θέλει ανοίξει τις αυτήν, ούτε Ιερεύς, ούτε Προφήτης, ει μη ο Μωϋσής, ο εκλεκτός του Θεού. Εις δε την κοινήν Ανάστασιν, πρώτη θέλει αναστηυή η Κιβωτός και αφού αποκαλυφθή εκ της γης, θέλει αποτεθή εις το όρος Σινά και όλοι οι Άγιοι θέλουν συναχθή εις αυτήν, όσοι προσμένουν να έλθη ο Κύριος και όσοι φεύγουν τον εχθρόν διάβολον, τον επιθυμούντα να θανατώση αυτούς. Επί της πέτρας δε εκείνης, ήτις εδέχθη την Κιβωτόν, έγραψεν ο Ιερεμίας δια του δακτύλου του το φοβερόν όνομα του Θεού, ήτοι το Ιεχωβά και έγιναν τα γράμματα εκείνα ως να εγλύφησαν με σμίλην και σίδηρον και ευθύς νεφέλη φωτεινή επεσκίασε το όνομα εκείνο και ουδείς θέλει μάθει τον τόπον τούτον, ουδέ θέλει δυνηθή να αναγνώση το του Θεού όνομα μέχρι της ημέρας εκείνης. Η πέτρα δε αύτη είναι εις την έρημον, όπου το πρώτον κατεσκευάσθη η Κιβωτός υπό του Βεσελεήλ, μεταξύ των δύο ορέων, εις τα οποία ευρίσκονται τα λείψανα του Μωϋσέως και του Ααρών. Όθεν κατά την νύκτα φαίνεται εις τον τόπον εκείνον ως νεφέλη, κατά τον αρχαίον τύπον, καθώς δηλαδή εφαίνετο νεφέλη εις τους Ισραηλίτας κατά την νύκτα και εφώτιζεν αυτούς. Ήτο δε ο Προφήτης Ιερεμίας γηραλέος κατά τους χρόνους, μικρός κατά το μέγεθος του σώματος, έχων το γένειον άνω πλατύ και κάτω στενόν. Τελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον Ναόν του Αγίου Αποστόλου Πέτρου, τον ευρισκόμενον πλησίον της αγιωτάτης Μεγάλης Εκκλησίας.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2655
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :TΩ ΑΓΙΩ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΩ ΣΑΒΒΑΤΩ

Δημοσίευση από silver »

Τω αγίω και Μεγάλω Σαββάτω, την Θεόσωμον Ταφήν και την εις Άδου Κάθοδον του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζομεν, δι’ ων της φθοράς το ημέτερον γένος ανακληθέν, προς αιωνίαν ζωήν μεταβέβηκε.

Πασών των ημερών του έτους, αι άγιαι Τεσσαρακοσταί είναι ανώτεραι κατά το σέβας· και πάλιν από τας άλλας Τεσσαρακοστάς, ανωτέρα είναι η αγία και μεγάλη Τεσσαρακοστή· από ταύτην δε πάλιν, ανωτέρα και μεγαλυτέρα είναι η Μεγάλη Εβδομάς· και πάλιν από την Μεγάλην Εβδομάδα, μεγαλύτερον και θειότερον είναι τούτο το μέγα και άγιον Σάββατον. Λέγεται δε Μεγάλη Εβδομάς και Μέγα Σάββατον, όχι διότι αι ημέραι ή αι ώραι αύται είναι τυχόν μεγαλύτεραι, αλλ’ επειδή τα μεγάλα και υπερφυή τεράστια και εξαίσια έργα του Σωτήρος ημών, κατά ταύτην την εβδομάδα επράχθησαν, δια τούτο λέγεται μεγάλη. Κατά την εβδομάδα λοιπόν ταύτην παθών ο Κύριος δια την ημετέραν σωτηρίαν τα ζωηφόρα Αυτού Πάθη, κατά την σήμερον ούτε έπραξεν, ούτε έπαθε τίποτε επάνω εις την γην, αλλά σωματικώς έκειτο εις τον Τάφον, από το εσπέρας της Παρασκευής, η δε Παναγία Αυτού ψυχή είχε καταβή εις τον Άδην, δια να εγείρη εκείθεν ομού με τον εαυτόν Του και τους Προπάτορας. Καθώς όμως εις την πρώτην κοσμογενεσίαν όλα τα άλλα ο Θεός εις τας εξ ημέρας εποίησε, κατά δε την υστέραν ημέραν, ήτοι την έκτην, έπλασε και τον άνθρωπον, έσχατον και εντελώς τελευταίον δημιούργημα, ακολούθως δε την εβδόμην κατέπαυσεν από όλα τα έργα Του και ηγίασε την ημέραν αυτήν ονομάσας Σάββατον, όπερ θέλει να είπη κατάπαυσις, τοιουτοτρόπως και εδώ εις την εργασίαν του νοητού κόσμου, αφ’ ου άριστα και καθώς έπρεπεν έπραξεν όλα και κατά την έκτην ημέραν πάλιν ανέπλασε τον φθαρέντα άνθρωπον, δια δε του ζωηφόρου Αυτού Σταυρού και του εκουσίου θανάτου τον ανενέωσε, κατά την εβδόμην ταύτην ημέραν κατέπαυσε την τελείαν των έργων Του κατάπαυσιν, ύπνον (ήτοι θάνατον) υπνώσας τον ζωοποιόν και σωτήριον της ημετέρας φύσεως. Κατήλθε λοιπόν ο του Θεού Λόγος μετά της σαρκός εις τον Τάφον· κατέβη δε και εις τον Άδην, μετά της ακηράτου και θείας Αυτού ψυχής, χωρισθείσης από το Σώμα μετά τον θάνατον, την οποίαν Ψυχήν εις τας χείρας του Πατρός παρέδωκε, με φωνήν μεγάλην ειπών, κατά τον Ευαγγελιστήν Λουκάν· «Πάτερ, εις χείρας Σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου» (Λουκ. κγ: 46), εις τον οποίον άναρχον Πατέρα Του προσέφερε και το ίδιον Αίμα Του, χωρίς να το ζητήση, δια να λυτρώση τους κατακρίτους ημάς. Δεν εκρατήθη δε εις τον Άδην και η του Κυρίου Ψυχή, καθώς αι των άλλων Αγίων ψυχαί, καθόσον δεν είχε ποτέ καμμίαν μετοχήν, καθώς αι άλλαι, από την κατάραν των Προπατόρων του γένους ημών, η δε Θεότης ήτο άκρως ηνωμένη με αυτήν και με το Σώμα εν τω Σταυρώ και εν τω Τάφω, χωρίς να πάσχη τίποτε από τα ανθρώπινα. Και φθοράν μεν έπαθε το Κυριακόν Σώμα, όπερ είναι ο χωρισμός της Ψυχής από του Σώματος, διαφθοράν δε, ήτοι διάλυσιν της Σαρκός και των μελών αφανισμόν, ουδαμώς. Αφού δε, ως είπομεν ο Ιωσήφ έθαψε το θείον Σώμα του Κυρίου, οι Ιουδαίοι επήγαν εις τον Πιλάτον και του είπον· «Αυθέντα, ενεθυμήθημεν, ότι εκείνος ο πλάνος, όταν έζη ακόμη, είπεν ότι ύστερον από τρεις ημέρας θέλω αναστηθή. Παρακαλούμεν λοιπόν την εξοχότητά σου, όπως προστάξης τους στρατιώτας σου να ασφαλίσουν, όσον είναι δυνατόν καλύτερον, τον Τάφον Αυτού, μήπως υπάγουν οι Μαθηταί Του την νύκτα και τον κλέψωσιν, έπειτα δε κηρύξωσιν εις τον κόσμον, ότι ανέστη από των νεκρών και τότε θέλει ακολουθήσει η εσχάτη πλάνη, ήτις θέλει είναι χείρων της πρώτης» (Ματθ. κζ: 63 – 64). Καθώς λοιπόν εζήτησαν, τους εδόθη άδεια και ούτως έκαμαν. Αλλ’ ω κακοί συκοφάνται, αν ήτο πλάνος ο Χριστός, τι φοβείσθε από τα λόγια του πλάνου, αφού τον εθανατώσατε, όταν έζη; Λοιπόν ομολογουμένως απέθανε και εξ ανάγκης τούτο πρέπει να ομολογηθή. Πότε δε, και που φαίνεται να είπεν εις τους Ιουδαίους κοινώς ότι· «Μετά τρεις ημέρας εγείρομαι»; Ίσως τούτο συνεπέραναν εκείνοι από το παράδειγμα του Ιωνά. Προσέξατε δε, Χριστιανοί, και εννοήσατε, ότι όσα εκείνοι οι αγνώμονες έπραττον ήσαν όλα εναντία της επιθυμίας των. Διότι οι ίδιοι εκείνοι φύλακες τους οποίους έβαλον να φυλάττουν τον Τάφον, εκείνοι υπήρξαν ύστερον και μάρτυρες της Αναστάσεως του Χριστού. Αλλ’ ο Άδης από του νυν κάτω συστρέφεται και ιλιγγιά, αισθανόμενος ότι πάσχει προσβληθείς υπό δυνάμεως κραταιοτάτης και αηττήτου. Όθεν δια της του Χριστού αδίκου καταπόσεως του στερροτάτου και ακρογωνιαίου Λίθου, μέλλει μετ’ ολίγον να εκβάλη και όλους εκείνους, τους οποίους εξ αρχής κατέφαγε και την παμφάγον του γαστέρα εγέμισε.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2655
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Κυριακή του Πάσχα

Δημοσίευση από silver »


Τη Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα αυτήν την Ζωηφόρον ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ εορτάζομεν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Πάσχα το Μέγα και Άγιον επιτελούμεν σήμερον, Σεβάσμιοι Πατέρες και αγαπητοί αδελφοί, καθ’ ο μετά χαράς αφάτου και πάσης λαμπρότητος την του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού θείαν και Ζωηφόρον Ανάστασιν εορτάζομεν, δι’ ης η αφθαρσία εικονίζεται, εξ ης, Χάριτι και φιλανθρωπία του Παναγάθου Θεού, η ημετέρα φύσις επλουτίσθη. Πάσχα δε η σημερινή εορτή η πασών των εορτών βασιλίς και κυρία ονομάζεται εκ του Εβραϊκού, κατά δε την γλώσσαν των Εβραίων Πάσχα σημαίνει διάβασις. Είναι δε η ημέρα αύτη η πρώτη ημέρα κατά την οποίαν ο Θεός απ’ αρχής τον κόσμον εκ του μη όντος παρήγαγεν. Κατ’ αυτήν την ημέραν και τον λαόν των Εβραίων εκ της δουλείας των Αιγυπτίων ελύτρωσε και δια της Ερυθράς θαλάσσης εις την απέναντι ξηράν διεβίβασε. Κατά ταύτην πάλιν την ημέραν καταβάς εξ ουρανού εις την μήτραν της Παρθένου κατώκησε και πάλιν κατ’ αυτήν το ανθρώπινον γένος από των του Άδου αρπάσας πυθμένων εις ουρανούς ανεβίβασε και εις το αρχαίον αξίωμα της αφθαρσίας αποκατέστησε. Πάσχα δ’ ωσαύτως, ήτοι Διάβασις η σημερινή εορτή ωνομάσθη από την της Ερυθράς θαλάσσης διάβασιν. Ηκολούθησε δε αύτη, διότι ο Θεός θέλων τότε να ελευθερώση το γένος των Εβραίων από την δουλείαν της Αιγύπτου, εβίασεν επί πολλάς ημέρας και δια πολλών πληγών τον Φαραώ να απολύση αυτούς να φύγουν. Κατά δε την τελευταίαν πληγήν, ήτις ήτο ο θάνατος όλων των πρωτοτόκων, προγινώσκων ο Θεός, ότι τότε ο Φαραώ θα ηναγκάζετο πλέον και μη θέλων να δώση την άδειαν, προσέταξε τον Μωϋσήν να είπη εις όλον τον λαόν των Εβραίων, όπως κατ’ εκείνην την εσπέραν σφαγή από κάθε οικίαν εις κριός ετήσιος (χρονιάρικος), τον οποίον να κάμουν οπτόν ήτοι να τον ψήσουν ολόκληρον και καθ’ όλην εκείνην την νύκτα να τον φάγουν όλον, ορθοί, με άζυμα, φέροντες υποδήματα εις τους πόδας και βεβιασμένα. Διότι, λέγει, τούτο είναι Πάσχα, ήτοι Διάβασις. Είπε δε τούτο επειδή την πρωϊαν, όταν θα εξημέρωνεν, έμελλον να διαβούν την Ερυθράν θάλασσαν δια ξηράς και να περάσουν εις την αντικρύ έρημον και ούτω να απαλλαγούν παντελώς από την τυραννίαν των Αιγυπτίων. Καθώς λοιπόν τότε εκείνος ο αμνός ωνομάσθη Πάσχα, διότι εφανέρωνε την διάβασιν της Ερυθράς θαλάσσης, ούτω και εδώ ο Αμνός του Θεού και Πατρός έγινεν εις ημάς νοητόν και αληθινόν Πάσχα, διότι διεβίβασεν ημάς από την αμαρτίαν εις την ουράνιον αφθαρσίαν, ελευθερώσας ημάς από την τυραννίαν του νοητού Φαραώ, του Σατανά. Πλην πρέπει να γνωρίζωμεν, ότι καθώς λέγουν οι θείοι Πατέρες, καταβάς ο Κύριος εις τον Άδην, δεν ανέστησεν όλους, όσοι ευρίσκοντο εκεί, αλλ’ όσους επίστευσαν εις Αυτόν, επίστευσαν δε όσοι, κατά το δυνατόν, είχον βίον καθαρόν. Τας δε ψυχάς των απ’ αιώνος Αγίων, τας οποίας ο Άδης βιαίως εκράτει, τας ηλευθέρωσε και εις όλους εχάρισε την εις ουρανούς ανάβασιν. Δια τούτο λοιπόν μετά πάσης χαράς και λαμπρότητος την Αγίαν Ανάστασιν εορτάζομεν. Ποιούμεν δε και τον συνήθη ασπασμόν εν αυτή τη ημέρα, δεικνύοντες με τούτο την κατάλυσιν της παλαιάς έχθρας και την ένωσιν μετά του Θεού και των Αγγέλων. Η δε του Κυρίου Ανάστασις τοιουτοτρόπως έγινε. Κατά το μέσον της νυκτός του Σαββάτου προς την Κυριακήν, ήτις υπό των Ευαγγελιστών ονομάζεται πρώτη Σαββάτου και μία Σαββάτων ήτοι πρώτη της εβδομάδος ημέρα Μαρτίου 25η, σεισμός έγινε μέγας, ότι Άγγελος Κυρίου καταβάς απεκύλισε τον λίθον από της θύρας του μνημείου. Από δε τον σεισμόν οι στρατιώται, οι οποίοι εφύλαττον τον Τάφον, κατατρομάξαντες έφυγον με βίαν μεγάλην. Εκ τούτου ευρούσαι καιρόν αι Άγιαι Μυροφόροι Γυναίκες, αίτινες ήρχοντο με τα μύρα δια να αλείψωσι το Σώμα του Ιησού, ήλθον εις τον Τάφον, εισελθούσαι δε εν αυτώ και μη ευρούσαι το Σώμα του Ιησού, βλέπουσιν άλλους δύο Αγγέλους λευκοφορούντας εν σχήματι ανδρικώ, οι οποίοι αναγγείλαντες εις αυτάς την έγερσιν του Σωτήρος αποστέλλουσιν αυτάς ίνα δραμούσαι ταχέως αναγγείλωσιν εις τους Μαθητάς το χαρμόσυνον γεγονός. Tαύτα η Μαρία η Μαγδαληνή ακούσασα έδραμε προς τους διαπύρους των Μαθητών Πέτρον και Ιωάννην, προς τους οποίους και ανήγγειλε την έγερσιν του Κυρίου, σπεύσαντες δε και αυτοί εις τον Τάφον εύρον τα οθόνια κείμενα μόνα. Τας δε Μυροφόρους επιστρεφούσας από του Μνημείου υπήντησεν ο Χριστός λέγων· «Χαίρετε». Πρώτη δε ήτις είδεν αναστάντα τον Χριστόν είναι η Κυρία Θεοτόκος η μήτηρ του Ιησού ομού με την Μαρίαν την Μαγδαληνήν. Δια να μη αμφιβάλληται όμως η Ανάστασις, εκ της της Μητρός οικειώσεως, δια τούτο οι θείοι Ευαγγελισταί λέγουσι συνεσκιασμένως, ότι ήλθε Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία και νοείται η Μήτηρ του Ιησού· και άλλος Ευαγγελιστής λέγει ότι εφάνη πρώτον Μαρία τη Μαγδαληνή, η οποία δηλαδή ήτο ανύποπτον πρόσωπον. Ιδούσαι λοιπόν τον Χριστόν αι Άγιαι Μυροφόροι Γυναίκες και προσκυνήσασαι Αυτόν και τους πόδας Αυτού κρατήσασαι, έδραμον και πάλιν εις τους Μαθητάς και μετά χαράς ανήγγειλαν, ότι ο Διδάσκαλος όντως ανέστη, αυταί δε είδον και προσεκύνησαν Αυτόν και ότι από το γλυκύτατον Αυτού στόμα ήκουσαν το «χαίρετε» (Ματθ. κη:9). Και έπρεπε βέβαια το γένος εκείνο, το οποίον ήκουσε πρώτον το· «εν λύπαις τέξη τέκνα» (Γεν. γ: 16), αυτό πρώτοννα δεχθή και την χαράν. Και η μεν Κυρία Θεοτόκος, ως κατ’ εξοχήν γνωστική, αφού άπαξ είδε και την χαράν εδέχθη, εδόξασε τον Θεόν και εις το εξής δεν ηθέλησε να επανέλθη εις τον Τάφον, αλλ’ έμεινεν ησυχάζουσα. Η δε Μαγδαληνή επήγε και πάλιν εις το μνημείον και εκ δευτέρου είδε τον Χριστόν και εκ δευτέρου ηθέλησε να πιάση τους αχράντους Αυτού πόδας, όμως ημποδίσθη δια την ματαίαν της περιέργειαν, «μη μου άπτου» παρ’ Αυτού ακούσασα και ως Απόστολος εις τους Αποστόλους παρ’ Αυτού πέμπεται, ειπόντος· «Πορεύου δε προς τους αδελφούς μου και ειπέ αυτοίς όσα είδες και όσα ήκουσας». Εις ποίαν δε ώραν ανέστη ο Κύριος ουδείς σαφώς γνωρίζει· τινές είπον, ότι εις το πρώτον λάλημα των πετεινών· άλλοι, όταν έγινεν ο σεισμός και άλλοι άλλον καιρόν. Ανέστη δε, καθώς και εγεννήθη, ήτοι χωρίς να χαλάσουν παντελώς αι σφραγίδες του Τάφου, καθώς και των θυρών κεκλεισμένων εισήλθεν εις τους Μαθητάς ύστερον. Τούτων ούτω γενομένων, ιδού έφθασαν τινες, από τους φυλάσσοντας τον Τάφον, καταφοβισμένοι και αναγγέλλουσι τα συμβάντα εις τους αρχιερείς· οίτινες ταύτα ακούσαντες και τι άλλο να πράξωσι μη γνωρίζοντες μήτε δυνάμενοι κατέφυγον εις το ψεύδος και την ασύστατον συκοφαντίαν, καταπείσαντες με αργύρια ικανά τους στρατιώτας να κηρύξωσιν, ότι αυτών αποκοιμηθέντων επήγαν οι Μαθηταί του Ιησού και έκλεψαν το Σώμα Αυτού. Ότι δε πλάσμα και συκοφαντία υπήρξεν ο λόγος ούτος είναι ολοφάνερον, διότι οι Μαθηταί ήσαν κατακεκλεισμένοι από τον φόβον των Ιουδαίων. Διότι πως ήθελον τολμήσει να πράξουν τοιούτον έργον, αφού μάλιστα εγνώριζον, ότι και στρατιώται δια τούτο και μόνον διωρίσθησαν να φυλάττουν; Έπειτα, ας υποθέσωμεν, ότι ετόλμησαν να ριψοκινδυνεύσουν, πως όμως εκείνοι οι οποίοι επήγαινον με άκρον φόβον, ήθελον καθίσει να ξεκολλήσουν την σινδόνα από το Σώμα και να πάρουν αυτό γυμνόν και να φύγουν, εις καιρόν, καθ’ ον ηδύναντο να το πάρουν ομού και να φύγουν το ταχύτερον, δια να μη τους καταλάβουν χρονοτριβούντες; Τόσον ασυλλόγιστον πράγμα είναι η κακία. Κατά πολλούς δε τρόπους οι διδάσκαλοι δοκιμάζουσι να εύρωσι σωστά την Ανάστασιν του Σωτήρος. Όμως φαίνεται, ότι συντομώτερον από την τριήμερον υπόσχεσιν ο Κύριος εποίησε την ευεργεσίαν Του εις ημάς. Δια τούτο πρέπει από ψυχής να προσφέρωμεν Αυτώ την ευχαριστίαν και την δόξαν, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2655
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Γ΄ (3η) Μαϊου, μνήμη των Αγίων ενδόξων Μαρτύρων ΤΙΜΟΘΕΟΥ και ΜΑΥΡΑΣ.

Δημοσίευση από silver »

Τιμόθεος και Μαύρα το αγιώτατον ζεύγος, η ξυνωρίς των Μαρτύρων η ένθεος, κατήγοντο εκ της Θηβαϊδος της Αιγύπτου, ήθλησαν δε επί της βασιλείας Διοκλητιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπδ΄ - τε΄ (284 – 305) και Αρριανού ηγεμονεύοντος της εν Αιγύπτω Θηβαϊδος. Τούτων των πανενδόξων Αγίων Μαρτύρων το υπέρ του αληθινού Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού πανευφρόσυνον Μαρτύριον παραθέτομεν σήμερον εις την αγάπην σας. Μεγάλην πράγματι πρόνοιαν και ανεκδιήγητον κηδεμονίαν, αγαπητοί μου ακροαταί, έδειξεν ο μεγαλόδωρος Κύριος προς ημάς τους ανθρώπους, οίτινες ευρισκόμεθα υπό τον ήλιον ως και καθ’ ημέραν δεικνύει, καθώς ημπορούμεν να εννοήσωμεν και εξ αυτής της συνθέσεως των ουρανίων σωμάτων, εκ της απαθούς ουσίας και από της ακαταπαύστου κυκλικής κινήσεως. Όλα δε ταύτα μετέχουν τρόπον τινά της αιωνιότητος Αυτού, μεταδίδοντα μεταξύ των την αρμονίαν δια να μη έλθωσι λόγω του χρόνου εις τελείαν φθοράν. Ούτος δε ο Κύριος πλάττει με την παντοδυναμίαν Του, από μιας και της αυτής ύλης, διάφορα γένη και άπειρα είδη ατόμων κατά την ιδίαν Αυτού βούλησιν. Αν λοιπόν εις τας φθαρτάς και κατωτέρας ουσίας των γηϊνων όντων τόσην μεγάλην πρόνοιαν έδειξεν ο φιλάνθρωπος Θεός, πόσον ανωτέρα και ασύγκριτος είναι εκείνη την οποίαν έδειξεν εις τας υπερτάτας και πνευματικάς ουσίας, δηλαδή τας ψυχάς μας. Επειδή, μη ημπορούν το πέλαγος της ελεημοσύνης να υποφέρη τον αθάνατον θάνατον της ψυχής μας, τον οποίον επροξένησεν η παράβασις του Αδάμ, εχάρισεν εις ημάς την ουράνιον ζωήν, την οποίαν ουδείς όρος δύναται να εκφράση, διότι είναι αιώνιος. Ας εντρυφώμεν όθεν, κατά δύναμιν, εις αυτήν την γλυκείαν και φαιδράν λαμπρότητα της υπερουσίου εκείνης ουσίας και τριφαούς Θεότητος του Ενός και μόνου Θεού, ο οποίος είναι η αρχή και το τέλος παντός ορισμού. Προς τον οποίον όλοι τρέχομεν, εις αυτόν αναπαυόμεθα και εξ αυτού ελκόμεθα, ως ο σίδηρος σύρει τον μαγνήτην και το κέντρον τον κύκλον. Δια της προς Αυτόν λοιπόν αγάπης τρωθείσα η μακαρία αύτη δυάς, το άγιον ζεύγος, η θεία ξυνωρίς, το ευλογημένον, λέγω, ανδρόγυνον, Τιμόθεος ο λαμπρός ήρως και γενναίος οπλίτης του Ευαγγελίου της ειρήνης και Μαύρα η αρρενόφρων και πανσεβασμία, οι οποίοι, βλέποντες τότε την ευσέβειαν να μαστίζεται από τους ειδωλολάτρας, την απάτην να εγκωμιάζεται, τα όρη, τας κοιλάδας, τας οδούς, τον αέρα, να μολύνωνται από τας μιαράς θυσίας, τον ήλιον να αμαυρούται εκ του καπνού, την γην να μιαίνηται, τον ουρανόν να ατιμάζεται, τον δε Παντοκράτορα Θεόν, τον δοξαζόμενον από πάσαν πνοήν, να υβρίζηται εκ στόματος των ασεβών, ησθάνθησαν οι Άγιοι ούτοι Μάρτυρες μεγάλην θέρμην αγάπης, ζήλου και ευλαβείας. Διότι δεν υπέφερον να βλέπουν να λατρεύεται η κτίσις αντί του Κτίσαντος· δεν ηνείχοντο να βλέπουν το φρικτόν εκείνο όνομα του Υψίστου να σμικρύνηται και να καταβιβάζηται εις αξίαν χρυσού και αργύρου, άτινα είναι έργα χειρών ανθρώπων· δεν ηδύναντο τέλος πάντων να βλέπουν τους λογικούς ανθρώπους εν σκότει διαπορευομένους και να πράττουν, να ενεργούν και να εργάζωνται ως ζώα άλογα κυβερνώμενοι με μόνην την παράλογον ορμήν και με εκείνον τον σφαλερόν λογισμόν κατά τον οποίον το πάθος, ακυβέρνητον και τυφλόν, παρασύρει εις την απώλειαν τον εσκοτισμένον νουν. Ενισχυθέντες όθεν και οπλισθέντες οι Άγιοι ούτοι δούλοι του Θεού δια της πανοπλίας του Αγίου Πνεύματος, ώρμησαν με μεγαλοψυχίαν εν τω μέσω της πλάνης της ειδωλολατρίας, την οποίαν ύβριζον αφόβως, ηφάνιζον την δύναμίν της και ενέκρωναν κατά κράτος τον εχθρόν διάβολον, πνίγοντες εντός των αθλητικών των αιμάτων και τούτον τον δόλιον και την απάτην, δια της οποίας όλον σχεδόν τον κόσμον παρέσυρεν. Αλλ’ όμως ίνα μάθητε, ευσεβείς ακροαταί, λεπτομερώς τα της ενθέου πολιτείας των Αγίων τούτων Μαρτύρων, ως και τον τρόπον της ενδόξου αθλήσεως αυτών, άρχομαι συν Θεώ και παρακαλώ όπως προσέξετε μετ’ ευλαβείας. Τιμόθεος ο ένδοξος Μάρτυς του Χριστού ήτο εκ χωρίου της Θηβαϊδος, Παναπέων ονομαζομένου, οι δε γονείς του ήσαν ευσεβείς και ενάρετοι. Ευθύς λοιπόν ως απεγαλακτίσθη ο Άγιος, παρεδόθη από τους γονείς του εις ενάρετόν τινα και θεοσεβή διδάσκαλον, δια να μάθη τα ιερά γράμματα· όθεν, επειδή ήτο ευφυής, έμαθεν εις ολίγον διάστημα όσα του ήσαν αρκετά δια να εννοήση τον ποιητήν του και μόνον αληθινόν Θεόν, της ψυχής την ευγένειαν και αθανασίαν και του προσκαίρου τούτου κόσμου την φθοράν και την ματαιότητα. Ελθών δε εις ηλικίαν έλαβε κατά τους ιερούς νόμους της αγίας ημών Εκκλησίας και σύζυγον, την αοίδιμον και αξιέραστον Μαύραν, γυναίκα μεν κατά φύσιν, αρρενωπόν όμως φρόνημα έχουσαν, μετά της οποίας διάγων ο Άγιος αγίαν και μακαρίαν ζωήν, εθαυμάζετο από όλους τους ευσεβείς και διαρκώς ενεκωμιάζετο. Βλέπων δε ο Αρχιερεύς της Θηβαϊδος την θαυμαστήν πολιτείαν του Αγίου και ακούων πανθομολογούμενον τον ζήλον της ευσεβείας του, ετίμησε τούτον με το αξίωμα των Κληρικών, χειροτονήσας Ιερέα, ώρισε δε τούτον και διδάσκαλον ίνα διδάσκη εις τον λαόν του Χριστού την ευαγγελικήν διδασκαλίαν και να στηρίζη τους Χριστιανούς εις την αλήθειαν δια να μη δειλιάζουν προ των διωγμών και των βασάνων, τα οποία τότε έκαμνον οι εχθροί της αληθείας προς τους ευσεβείς Χριστιανούς. Μιμούμενος όθεν ο Άγιος τον Διδάσκαλον Χριστόν, εδίδασκεν ακαταπαύστως τους ευσεβείς, ενουθέτει δι’ έργων και λόγων τους πάντας, εστήριζεν εις την Ορθόδοξον Πίστιν τους κλονιζομένους, συνεβούλευε και αυτούς τους ειδωλολάτρας να αφήσουν την πλάνην της θρησκείας των και να πιστεύσουν εις Ένα και μόνον αληθινόν Θεόν, εν τρισί προσώποις υπάρχοντα, ο οποίος εκ μόνης της ευσπλαγχνίας Αυτού έστειλε τον μονογενή Του Υιόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εις τον κόσμον, δια να εξαλείψη την πλάνην του δαίμονος, όστις εξαπατά τους ανθρώπους και ίνα δείξη προς ημάς οδόν σωτηρίας. Οι μεν Χριστιανοί, ταύτα ακούοντες, ηυφραίνοντο και εστερεούντο εις την ευσέβειαν, οι δε ειδωλολάτραι εγκατέλειπον την ασέβειαν και ερχόμενοι εις την Πίστιν του Χριστού, εβαπτίζοντο εις το όνομα της Αγίας και ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος. Δεν παρήλθον δε παρά μόνον είκοσιν ημέραι, αφ’ ότου ηνώθη, ευλογία Θεού, με την μακαρίαν Μαύραν ο Άγιος, ότε διεβλήθη εις τον ηγεμόνα της Θηβαϊδος Αρριανόν, ως Κληρικός και διδάσκαλος των Χριστιανών. Τότε εκείνος, ως σκεύος του διαβόλου και εχθρός των ευσεβών, ήναψεν όλος από παράλογον και θηριώδη θυμόν και ευθύς έστειλε τους υπηρέτας της πλάνης, οίτινες, αφού συνέλαβον τους Αγίους, τους ωδήγησαν προ του τυράννου, ο οποίος, χωρίς καμμίαν άλλην ερώτησιν και παρατηρών αυστηρώς προς τον Άγιον, επρόσταξεν ευθύς τούτον να υπάγη να του φέρη τα ιερά βιβλία εκ των οποίων εδίδασκε τους Χριστιανούς, με σκοπόν, ο υιός του διαβόλου, να τα κατακαύση, δια να μη δύναται πλέον ο Άγιος να στηρίζη τους Χριστιανούς εις την Ορθόδοξον Πίστιν. Αλλ’ όμως ο μέγας στρατιώτης του επουρανίου Βασιλέως Τιμόθεος, χωρίς να δειλιάση ούτε προ των απειλών του τυράννου ούτε προ της αυστηρότητός του ουδέ προ αυτού του θανάτου, απεκρίθη με θάρρος και είπεν· «Ω ηγεμών, ποίος φρόνιμος πατήρ παρέδωκε, με την θέλησίν του, τα τέκνα του εις τον θάνατον; Αν λοιπόν ο φιλόπαις πατήρ, υποτασσόμενος εις τους νόμους της φύσεως, δεν παραδίδη εις θάνατον τα σαρκικά του τέκνα, πως εγώ θα παραδώσω τα πνευματικά μου τέκνα, τα ιερά μου βιβλία, εις τας μιαράς σου χείρας; Τούτο δεν θέλει γίνει ποτέ. Πρόθυμος δε είμαι να αποθάνω παρά να ακούσω τας αθέους σου προσταγάς». Ταύτα ως ήκουσεν ο παράνομος τύραννος εθυμώθη σφόδρα και προστάσσει να πυρακτώσουν εντός καμίνου σουβλία σιδηρά και δια τούτων, ούτω πεπυρακτωμένων, να τρυπήσουν τα ώτα του Μάρτυρος. Ο λόγος του λοιπόν έργον εγένετο. Ευθύς δε ως οι στρατιώται ενέβαλον ταύτα εις τας ακοάς του ενδόξου ήρωος, έπεσον χαμαί αι κόραι των οφθαλμών του. Αλλ’ ω της απεράντου καρτερίας του Αγίου! Ταύτην την πικράν τιμωρίαν υπομένων γενναίως ο μακάριος δια το όνομα του Χριστού, έλεγε το του μακαρίου Παύλου· «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα»; (Ρωμ. η:35). Δηλαδή, ω τύραννε πικρέ, νομίζεις ότι με τοιαύτας πικρίας θέλεις δυνηθή να με χωρίσης από τον Χριστόν μου; Πλανάσαι· επειδή από την αγάπην τού δεδοξασμένου μου Σωτήρος δεν με αποχωρίζει ούτε θλίψις ούτε στενοχωρία ούτε πείνα ούτε εξορία ούτε βάσανα ή φυλακαί ούτε αυτός ο θάνατος, διότι δεν είναι άξια τα παθήματα του νυν καιρού, ίνα παραβληθώσι προς την μέλλουσαν δόξαν. (Ρωμ. η: 18). Τούτου λεχθέντος υπό του Αγίου ήναψε πάλιν από θυμόν ο τύραννος και επρόσταξε να δέσουν τον Μάρτυρα επί τροχού δια να κατακοπούν τα μέλη του και ή να πεισθή να εκτελέση τα προστάγματα του Αρριανού ή να λάβη τον πρέποντα θάνατον. Οι υπηρέται λοιπόν της πλάνης έδεσαν τον Άγιον επί του τροχού, ως δε έστρεφον τούτον με ορμήν, τα καρφία τα οποία είχον εμπεπηγμένα εις αυτόν εξέσχιζον ανηλεώς τας σάρκας του Αθλοφόρου. Αλλά και πάλιν γενναίως υπέφερεν ο Άγιος, ψάλλων και λέγων· «Κύριος εμοί βοηθός και ου φοβηθήσομαι» (Ψαλμ. ριζ:6). Και πάλιν· «Ου φοβηθήσομαι κακά ότι Συ μετ’ εμού ει» (Ψαλμ. κβ:4). Βλέπων όμως ο παράνομος την υπομονήν του Αγίου και ότι εις μίαν στιγμήν εμφανισθείς ο Χριστός τον ιάτρευσεν από τας πληγάς του χωρίς να απομείνη ουδέ το ελάχιστον σημείον εκ των προτέρων του πληγών και απορών τι να πράξη, προσέταξε να θέσουν μέγα τεμάχιον πανίου εντός του στόματος του Μάρτυρος, κατόπιν να δέσουν μίαν μεγάλην πέτραν εις τον λαιμόν του και να τον τριγυρίζουν εις όλην την χώραν· έπειτα δε να τον κρεμάσουν από εν δένδρον υψηλόν. Και εγένοντο μεν ταύτα, αλλ’ ο Άγιος τα υπέμεινε με γενναιότητα και έλεγεν εις τον τύραννον με θάρρος· «Ω τύραννε, μη νομίζης ότι με τοιαύτας τιμωρίας θέλεις δυνηθή να με κλονίσης από την Ορθόδοξον Πίστιν· εγώ ως απόλαυσιν δέχομαι τα βάσανά σου και με χαράν δέχομαι τας τιμωρίας σου, επειδή ταύτα μου παρέχουσιν αιώνιον ευφροσύνην και αθάνατον χαράν. Είθε δε και συ, ω τετυφλωμένε τύραννε, να ηδύνασο να ανοίξης τα όμματα της ψυχής, ίνα ίδης την αλήθειαν και ούτω εγκαταλείπων τον διάβολον να πιστεύσης εις τον μόνον αληθινόν και παντοδύναμον Θεόν». Ταύτα ακούσας ο τύραννος από του στόματος του Μάρτυρος λεγόμενα, εξεπλάγη με την παρρησίαν μετά της οποίας ωμίλει. Και οργισθείς, τον μεν Άγιον επρόσταξε και έκλεισαν εις την φυλακήν έως ότου εξετασθή δια δευτέραν φοράν , την δε Αγίαν Μαύραν εδοκίμαζε με κολακείας και γλυκείς δήθεν λόγους να εξαπατήση και να λατρεύση τα είδωλα. Την εκάλεσε λοιπόν και της είπεν· «Ω Μαύρα, συλλογίσου καλώς την νεότητά σου και την γλυκυτάτην σου ζωήν· ετοιμάσου αύριον και καλλωπίσου δια να προσφέρης την θυσίαν σου εις τους θεούς. Εάν με ακούσης, θέλεις λάβει από εμέ μεγάλας τιμάς και ευεργεσίας. Αν όμως παρακούσης την συμβουλήν μου, θέλω σου επιβάλει βασανισμούς και τιμωρίας, καθώς και εις τον άνδρα σου». Ταύτα ως ήκουσεν η Αγία, λεγόμενα από του μιαρού στόματος του τυράννου, απεκρίθη· «Ασεβέστατε και πάσης ανομίας πεπληρωμένε, ούτε τας ευεργεσίας σου θέλω ούτε τα είδωλά σου προσκυνώ ούτε τας τιμωρίας σου φοβούμε, επειδή εγώ λατρεύω τον Χριστόν μου, τον ποιήσαντα τον ουρανόν, την γην, την θάλασσαν και πάντα τα ορατά και αόρατα. Εκείνον σέβομαι, Αυτόν προσκυνώ και δια την αγάπην Του είμαι ετοίμη να αποθάνω, δια να ζω μετ’ Αυτού αιωνίως εις τον ουρανόν. Τα δε είδωλα, τα οποία συ προσκυνείς ως θεούς, περιγελώ, επειδή είναι ξύλα κωφά και αναίσθητα, έργα χειρών ανθρώπων. Ακόμη και σε περιγελώ, διότι ευρίσκεσαι εις τοιαύτην ανόητον πλάνην». Ταύτα απροσδοκήτως ακούσας ο παράνομος ηγεμών ήναψε από τον θυμόν και έγινε ως άγριον θηρίον· όθεν ευθύς επρόσταξε τους στρατιώτας να κόψουν τας τρίχας της κεφαλής της Μάρτυρος. Μετά ταύτα επρόσταξε και έκοψαν τα δάκτυλα των χειρών της. Ταύτα δε ενώ έπασχεν η Αγία, εδέετο προς τον Θεόν λέγουσα· «Κύριε ο Θεός ημών, ο δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθών εκ των ουρανών και σταυρωθείς επί Ποντίου Πιλάτου δια την λύτρωσιν του κόσμου. Αυτός και νυν, Δέσποτα Παμβασιλεύ, επίβλεψον επ’ εμέ την δούλην σου και ενίσχυσόν με ίνα δια την αγάπην Σου υπομείνω έως τέλους τα μαρτύρια και ούτω γίνω κοινωνός των παθημάτων Σου και συμμέτοχος της Βασιλείας Σου. Αμήν». Καθ’ ον δε χρόνον ούτω προσηύχετο η Αγία, δεν έλειψεν ο έτοιμος βοηθός των προς Αυτόν ελπιζόντων Θεός από του να ενισχύση την Αγίαν δια να καταισχύνη τον διάβολον, τον άρχοντα του σκότους. Βλέπων λοιπόν την ανδρείαν της Μάρτυρος ο τύραννος, επρόσταξε να γεμίσουν δι’ ύδατος ένα μεγάλον λέβητα και αφού το βράσουν καλώς να ρίψουν εντός αυτού γυμνήν την Αγίαν, ίνα καή. Ο δε Θεός, όστις εδρόσισέ ποτε παραδόξως την κάμινον εις την Βαβυλώνα και διέσωσε τους Αγίους Τρεις Παίδας εκ της πυράς, Αυτός μετέβαλε και την θερμότητα του ύδατος εις την φυσικήν του ψυχρότητα. Όθεν διατηρηθείσα η Αγία τελείως αβλαβής, έψαλλεν ούτω· «Διήλθον δια πυρός και ύδατος και εξήγαγές με εις αναψυχήν» (Ψάλμ ξε:12). Τούτο ιδών ο ηγεμών ενόμισεν, ο ανόητος, ότι οι υπηρέται, δια να χαρισθούν της Μάρτυρος, δεν έκαυσαν, ωςδιετάχθησαν, το ύδωρ και δια τούτο δεν εκάη η Μάρτυς. Όθεν επλησίασε και είπε προς την Αγίαν· «Ράντισόν με, ω Μαύρα, δια να ίδω, άρα γε καίει το ύδωρ»; Η δε Αγία εγέμισε τας χείρας της από το ύδωρ τούτο και το έχυσεν επί της χειρός του τυράννου. Τότε εκείνος εδοκίμασε πόνον δριμύτατον και εξεδάρη όλη η χειρ του. Απελπισθείς λοιπόν ο υπηρέτης αυτόςτων δαιμόνων Αρριανός, επρόσταξεν ευθύς, χωρίς αργοπορίαν, να κατασκευάσουν δύο σταυρούς και επ’ αυτών να σταυρώσουν τους Αγίους. Ως δε ήκουσαν οι Άγιοι την απόφασιν του θανάτου των, ηυχαρίστουν αγαλλόμενοι τον Θεόν, όστις ηξίωσεν αυτούς να λάβουν σταυρικόν θάνατον δια την αγάπην Του, καθώς και Αυτός ο Θεάνθρωπος έχυσε το πανάχραντον Αίμα Του επί του Σταυρού δια την ιδικήν μας αγάπην και σωτηρίαν. Έλαβον τότε οι δήμιοι τους Αγίους και τους ωδήγησαν εις τον τόπον της καταδίκης. Εκεί ενηγκαλίζοντο έκαστος τον σταυρόν του καταφιλούντες τούτους και εγκωμιάζοντες ως σωτήριον ξύλον. Κατόπιν έπεσον επ’ αυτών ως να έπιπτον επί ευόσμων και δροσερών ρόδων, επί των οποίων και εσταύρωσαν αυτούς οι στρατιώται του ηγεμόνος. Έμειναν δε εσταυρωμένοι επί εννέα ημέρας. Ο δε μακάριος Τιμόθεος παρώτρυνε από του σταυρού αυτού την ευλογημένην Μαύραν, λέγων ταύτα· «Μη δειλιάσωμεν, ω Μαύρα, τα προσωρινά βασανιστήρια, διότι ταύτα μας προσφέρουσιν αιώνιον δόξαν εν ουρανοίς· μικρός είναι ο πόνος, όμως μεγάλη η ανταπόδοσις· πικραί φαίνονται αι τιμωρίαι, αλλ’ είναι γλυκύς ο Παράδεισος και μίαν στιγμήν υπομένοντες, κερδίζομεν τον άπαντα αιώνα. Ο Δεσπότης μας Ιησούς, αναμάρτυτος ων, κατεδέχθη να σταυρωθή επί του ξύλου του Σταυρού προς σωτηρίαν ημών και ημείς τι θαυμαστόν είναι να γίνωμεν μιμηταί του Πάθους Του, δια να αξιωθώμεν να συνδοξασθώμεν μετ’ αυτού εις την δόξαν Του»; Ταύτας τας νουθεσίας έκαμνεν ο Μάρτυς εις την Αγίαν· ίσταντο δε και οι δύο ακλόνητοι και χαίροντες, τον νουν έχοντες εστραμμένον προς τον ουρανόν. Όμως δεν ήρκεσαν εις τον πονηρόν διάβολον όσα εμηχανεύθη κατά της Αγίας, ο μισάνθρωπος, δια του ασεβούς τυράννου, χρησιμοποιήσας τούτον ως όργανον της κακίας του και, συν τοις άλλοις, εφάνη και οφθαλμοφανώς εις την Αγίαν, όταν εκρέματο επί του σταυρού και της προσέφερε ποτήριον πλήρες από μέλι και γάλα παρακινών αυτήν να το πίη δια να μη φλογίζεται από την δίψαν. Η δε Αγία ηννόησε τας πονηράς τέχνας του. Αντί δε να υπακούση, έκαμε την προσευχήν της και ούτω έγινεν άφαντος ο πονηρός και ακάθαρτος δαίμων. Αλλ’ όμως ελπίζων ακόμη ο αρχέκακος, ότι ίσως με παρόμοιον τρόπον την απατήση, τι ετεχνούργησεν ο παγκάκιστος; Εφάνη εις την Αγίαν ότι την μετέφερεν ως εν εκστάσει εις ποταμόν, τον οποίον κατά φαντασίαν εσχεδίασεν ο διάβολος, όστις έρρεε μέλι και γάλα και με ταύτην την απάτην προσεπάθει να παγιδεύση την Αγίαν και να επιθυμήση την γεύσιν των. Αλλ’ αυτή η γενναία Μάρτυς πεφωτισμένη υπό της άνωθεν σοφίας του είπε· «Κατηραμένε διάβολε, αν και με τόσας τέχνας και επιβουλάς εδοκίμασες να με απατήσης, όμως εις τίποτε δεν επέτυχες· διότι εγώ, με την δύναμιν του Χριστού μου, εις όλα σε ενίκησα και δια τούτο δεν επιθυμώ τα μιαρά σου ποτά, επειδή εγώ πίνω από εκείνο το ουράνιον ποτήριον, το οποίον μοι προσφέρει ο Κύριός μου Ιησούς Χριστός». Έφυγε λοιπόν εντροπιασμένος ο διάβολος, μη ημπορών να βλέπη νικημένον τον εαυτόν του από μίαν ασθενή και τρυφεράν γυναίκα. Τότε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός έστειλεν Άγγελον εξ ουρανού , όστις ίστατο πλησίον της Αγίας και την ενεθάρρυνε. Λαβών δε αυτήν εκ της χειρός ανεβίβασεν, ως εν εκστάσει, εις τον ουρανόν, εκεί δε έδειξεν εις αυτήν θρόνον υψηλόν εστολισμένον, και στολήν ωραίαν λευκήν, καθώς και στέφανον περίλαμπρον και της είπεν· «Όλα αυτά ητοίμασε προς χάριν σου ο Κύριος δια τας βασάνους τας οποίας υπομένεις συ δι’ αγάπην Του». Έπειτα την ανεβίβασεν εις τόπον υψηλότερον και της έδειξεν άλλον θρόνον και άλλην στολήν επίσης λευκήν και έτερον στέφανον ειπών· «Ταύτα προορίζονται δια τον σύζυγόν σου Τιμόθεον, είναι δε υψηλότερον ο ιδικός του τόπος, διότι αυτός εστάθη η αιτία της σωτηρίας σου». Τοιουτοτρόπως έλαβεν η Αγία πληροφορίαν περί της δόξης την οποίαν ητοίμασεν ο Κύριος δια τους Αγίους Αυτού Μάρτυρας, ελθούσα δε εις εαυτήν μετέδωσε ταύτα και εις τον μακάριον Τιμόθεον. Ούτως εν χαρά και αγαλλιάσει παρέδωκαν οι τρισόλβιοι τας μακαρίας αυτών ψυχάς εις χείρας του Κυρίου τη γ΄ (3η) του Μαϊου μηνός. Τότε τινές των εκεί ευσεβών Χριστιανών έδωσαν χρήματα προς τους στρατιώτας και αφού κατεβίβασαν εκ των σταυρών τα άγια αυτών Λείψανα, παρέλαβον ταύτα και έθαψαν εντίμως και ευλαβώς, δοξάζοντες τον Θεόν, όστις βοηθεί τους δούλους Αυτού να πατούν επί όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού, χωρίς ουδόλως να βλάπτωνται. Ω υπεράνθρωπος ανδρεία των στρατιωτών του Ευαγγελίου της ειρήνης! Ω έργα θαυμαστά και εξαίσια, τα οποία βλέποντες, όχι μόνον οι άνθρωποι, αλλά και αυτοί οι ουράνιοι Άγγελοι, εξεπλάγησαν! Πως η εκ πηλού φθαρτή ουσία ως άϋλος ενεκαρτέρησεν εις τας βασάνους και έμεινεν ως αδάμας αμάλακτος εις τον άκμονα των παθημάτων! Δια τούτο και ο στεφοδότης Χριστός, εις μεν τον ουρανόν τους εστεφάνωσεν ενδόξως δια του αμαράντου εκείνου στεφάνου της δόξης Αυτού, εις δε την γην, ήτις είναι ναός των Μαρτύρων, η κατοικούσα Χάρις του Αγίου Πνεύματος ενεργεί δια τούτων των Αγίων Μαρτύρων άπειρα θαύματα, Ιατρεύει πυρέσσοντας, επαναδωρίζει την όρασιν εις τυφλούς, θεραπεύει παραλύτους, διώκει από τους πάσχοντας τα κακά της πονηρίας πνεύματα, εις δόξαν και καύχημα των ενδόξων Αθλοφόρων Αυτού. Εκ τούτων των θαυμάτων προσφέρομεν ολίγα τινά εις την υμετέραν αγάπην, εις δόξαν Θεού και των Αυτού θεραπόντων ενδόξων Αγίων Αθλητών, Τιμοθέου και Μαύρας. Εις το χωρίον Μαχαιράδον της νήσου Ζακύνθου ωκοδομήθη υπό των ευσεβών Χριστιανών περικαλλής Ναός επ’ ονόματι των Αγίων Μαρτύρων Τιμοθέου και Μαύρας, εις τον οποίον τελούνται καθ’ εκάστην άπειρα θαύματα. Ούτω γυναίκα προσβαλλομένην υπό του πονηρού δαίμονος έφερον οι συγγενείς της εις τον Ναόν των Αγίων· επειδή δε εδοκίμαζεν ο δαίμων να πνίξη ταύτην την τρισαθλίαν εις τα ύδατα, την είχον δεδεμένην έμπροσθεν της εικόνος των Αγίων Μαρτύρων. Ημέραν δε τινά λυθείσα αύτη από των δεσμών, ερρίφθη υπό του δαίμονος εντός φρέατος, το οποίον ευρίσκεται πλησίον της Εκκλησίας και εκεί έμεινεν επί τρεις και πλέον ώρας. Ερευνώντες δε οι συγγενείς της, την εύρον, ω του θαύματος! επάνω εις το ύδωρ και την ηρώτων πως ουδέ καν εβράχη. Τότε η γυνή αύτη ωμολόγησε παρρησία, ότι η Αγία Μαύρα την εκράτει από τας τρίχας της κεφαλής και δεν την άφηνε να βυθισθή. Εξήγαγον λοιπόν αυτήν εκ του φρέατος και ευθύς ιατρεύθη και έφυγεν εις τον οίκον της δοξάζουσα τον Θεόν και την θαυματουργόν Μάρτυρα. Το αυτό θαύμα εγένετο και εις ένα νέον δαιμονιζόμενον. Ούτος ευθύς ως είδε μόνον την εικόνα της Αγίας απηλλάγη του δαιμονίου και ιαθείς εδόξαζεν ακαταπαύστως τον Θεόν κηρύττων πανταχού το υπερφυές θαύμα της Αγίας. Κατά το έτος 1801, την ημέραν της εορτής των Αγίων, εν ώρα του όρθρου και κατά την στιγμήν της δοξολογίας, ενώ πάντες οι Ιερείς ήσαν ενδεδυμένοι τας ιερατικάς των στολάς, πλήθος δε πολύ των Χριστιανών, εκ της πόλεως και των πέριξ χωρίων, είχον συναθροισθή δια να εορτάσουν την πανήγυριν των Αγίων και να ακολουθήσουν την λιτανείαν, ήτις, ως συνήθως, τελείται μετά τον όρθρον, ποσότης πυρίτιδος, την οποίαν είχον οι επιτηρηταί του Ιερού Ναού εντός κιβωτίου δια τον πανηγυρικόν εορτασμόν, άγνωστον πως, ήναψεν. Αλλ’ ω του θαύματος! Αν και η ποσότης της πυρίτιδος ήτο αρκετή δια να κατακρημνίση όχι μόνον την Εκκλησίαν, αλλά και ολόκληρον φρούριον, όμως μετά μίαν μεγάλην και ασυνήθιστον βροντήν και σεισμόν και ενώ οι ευρεθέντες έμειναν ως νεκροί και περιέμενον τον θάνατόν των, εσχίσθη το κιβώτιον εις τεμάχια τα οποία εξεσφενδονίζοντο ως κεραυνοί δεξιά και αριστερά. Όλα δε διηυθύνθησαν εν μια στιγμή εις τα παράθυρα και, θραύσαντα τους μοχλούς, έφυγον έξω μετά της φλογός, ως διωκόμενα υπό της Αγίας χωρίς να βλαβή ούτε ο Ναός ούτε κανείς εκ των παρευρισκομένων προσκυνητών. Τούτο το μέγα θαύμα ιδόντες οι Ιερείς και ο λαός, έκραζον όλοι ομοθυμαδόν· «Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστός εν τοις έργοις Σου, δόξα Σοι». Αλλά σταματώμεν εδώ την διήγησιν των θαυμάτων των Αγίων τούτων Μαρτύρων χάριν συντομίας, αποσιωπώντες τα άλλα, άτινα αενάως ενεργεί ο Θεός εις δόξαν των θεραπόντων Αυτού. Τούτο είναι το Μαρτύριον των ενδόξων Αγίων Τιμοθέου και Μαύρας, ευλογημένοι Χριστιανοί. Τοιουτοτρόπως επολιτεύθησαν και ούτως ευηρέστησαν τον Θεόν. Δια τοιούτων αρετών ενίκησαν τον διάβολον και έστησαν κατά της πλάνης αυτού τα λαμπρά τρόπαια της νίκης αυτών. Ημείς δε αδελφοί, οίτινες εορτάζομεν την μνήμην αυτών, ας μη πανηγυρίζωμεν με χορούς και άσματα, επειδή ταύτα είναι του διαβόλου πανήγυρις. Ουδέ με πολυφαγίας, μέθην και ασελγείας, διότι ταύτα έκαμνον οι ειδωλολάτραι εις τας μιαράς των εορτάς, οι τυφλοί ούτοι και αναίσθητοι, οίτινες δεν ανέμενον κρίσιν και ανταπόδοσιν. Ημείς δε οίτινες εβαπτίσθημεν εις το όνομα της ομοουσίου Τριάδος και εφωτίσθημεν δια του ευαγγελικού φωτός της αγίας ημών Πίστεως, ας κάμνωμεν έργα άξια της Πίστεώς μας. Θέλετε, ευσεβείς Χριστιανοί, να εορτάσετε ταύτην την αγίαν εορτήν αξίως; Υπάγετε μετ’ ευλαβείας και πίστεως εις την Εκκλησίαν, άνδρες και γυναίκες, εστολισμένοι όχι με λαμπρά και πολυτελή ενδύματα, αλλά με συνείδησιν αγίαν και καθαράν, λησμονούντες τας έχθρας, τον φθόνον και πάσαν άλλην κακίαν κατά του πλησίον σας· αφού δε εξέλθετε από την Εκκλησίαν, κοιτάξετε δεξιά και αριστερά, καθώς έκαμνεν εκείνος ο Αβραάμ και αν ιδήτε γυμνόν, ενδύσατέ τον· αν ιδήτε πεινώντα, χορτάσατέ τον και αν ιδήτε ξένον, καλέσατε αυτόν εις την οικίαν σας. Τότε και τον Θεόν ευχαριστείτε και τους Αγίους ευφραίνετε, πανηγυρίζοντες, καθώς αρμόζει, την μνήμην των. Ας μη νομίζωμεν, αγαπητοί, ότι θα σωθώμεν με μόνην την Πίστιν χωρίς έργα, διότι, καθώς λέγει ο Απόστολος Ιάκωβος, όπως είναι αδύνατον να ζη το σώμα μας χωρίς ψυχήν (Ιακ. β:26), ούτω είναι αδύνατον να σωθώμεν και ημείς οι Χριστιανοί χωρίς τα χριστιανικά έργα. Έως πότε, αδελφοί, θα είσθε προσηλωμένοι εις την γην, χωρίς να υψώνετε τους οφθαλμούς σας προς τον ουρανόν, την αιώνιον πατρίδα μας; Δεν ακούετε τον μακάριον Παύλον, όστις μας διδάσκει λέγων· «ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλ. γ:20); Δηλαδή, άνθρωπε, τι κοπιάς ημέραν και νύκτα εις ταύτην την πρόσκαιρον κατοικίαν σου, αφού σήμερον είσαι εδώ και αύριον μεταβαίνεις εις τον ουρανόν, όστις είναι η αιώνιος πατρίς σου; Εντροπή μεγάλη είναι εις ημάς, ευσεβείς Χριστιανοί, να μη έχωμεν άλλην φροντίδα από του να αγοράζωμεν τώρα τούτον τον αμπελώνα, αύριον εκείνον τον ελαιώνα, μεθαύριον εκείνην την οικίαν, χωρίς να συλλογιζώμεθα ότι και αν ακόμη ηθέλομεν γίνει άλλος Αλέξανδρος να εξουσιάσωμεν όλην σχεδόν την οικουμένην, όμως αύριον έρχεται το δρέπανον του θανάτου, το οποίον, αφού μας κόψη την ζωήν, άλλο τι δεν παραλαμβάνομεν μεθ’ εαυτών παρά μόνον τα εντάφιά μας. Επειδή, καθώς λέγει ο Προφήτης, γυμνοί εξήλθομεν εκ κοιλίας μητρός μας, γυμνοί και πάλιν καταβαίνομεν εις την κοιλίαν της μητρός μας γης (Ιώβ α:21). Εκείνα δε τα οποία με τόσους κόπους, ιδρώτας, ίσως δε και αδικίας και αρπαγάς απεκτήσαμεν, «τίνι έσται;» (Λουκά ιβ:20). Τα κληρονομούν πολλάκις οι εχθροί μας και εκείνοι τους οποίους δεν θέλομεν. Και αυτοί μεν απολαμβάνουν τους κόπους μας, ημείς δε κολαζόμεθα φρικτώς εντός της αιωνίου κολάσεως, ομού μετά του ασπλάγχνου εκείνου πλουσίου (Λουκά ιβ: 16-21), χωρίς ελπίδα ανέσεως. Αλλοίμονον! Όλοι σήμερον εξεκλίναμεν από την ευθείαν οδόν· πάντες επλανήθημεν και ηχρειώθημεν, ουκ έστι δε ο ποιών χρηστότητα, ουκ έστιν έως ενός. Πρώτον λοιπόν ο Κλήρος πρέπει να λάμπη δια της εναρέτου ζωής και να φωτίζη τους Χριστιανούς, καθώς μας παραγγέλλει και ο Κύριος εις το Άγιον Ευαγγέλιον, λέγων· «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. ε:16). Αφού λοιπόν πρώτον ημείς οι Κληρικοί διάγωμεν ζωήν αξίαν του επαγγέλματος, ας μη ολιγωρούμεν να διδάσκωμεν εις τα λογικά ημών πρόβατα την ακτημοσύνην, την δικαιοσύνην, την ταπείνωσιν, την αγάπην προς πάντας, ως και όσα έργα αρέσκουσιν εις τον Θεόν. Επειδή, αν εις τον πόλεμον νικηθή ο αρχηγός του στρατεύματος και θανατωθή ούτος, τι θέλουσι γίνει οι στρατιώται; Δεν θα κινδυνεύσουν εις το έπακρον; Ή αν ο ποιμήν των προβάτων ήθελεν απειληθή, δεν θα κατεστρέφοντο τα πρόβατα; Ούτω και η ιδική μας οκνηρία και αμέλεια, αλλοίμονον! Πόσους στέλλει εις εκείνο το αφεγγές χάος του Άδου. Αν όμως έστω και μία ψυχή κολασθή εκ της ιδικής μας αμελείας, μέλλει να ζητήση ταύτην αδελφοί, από ημάς ο Δίκαιος Κριτής εν ημέρα Κρίσεως και θέλομεν τιμωρηθή αυστηρώς δια την αμέλειάν μας ταύτην. Τι θέλομεν γίνει αν έστω και εκ μικράς μας αμελείας στερηθούν της δόξης του Κυρίου τα πρόβατα, τα οποία μάς ενεπιστεύθη; Δια τούτο, από τούδε και εις το εξής, ας διδάσκωμεν με το έργον περισσότερον από τον λόγον τα λογικά μας πρόβατα, δια να ακούσωμεν εν εκείνη τη ημέρα· «Ευ δούλοι αγαθοί και πιστοί, εισέλθετε εις την χαράν του Κυρίου σας» (Ματθ. κε:21,23). Και σεις Μοναχοί και Μονάζουσαι, μη νομίσετε ότι η λευκή κόμη και το μαύρον ράσον σάς σώζουν, καθώς λέγει ο Μέγας Βασίλειος, αλλά η παρθενία, η ακτημοσύνη, η ταπείνωσις και μάλιστα η ελεημοσύνη προς τον πτωχόν και τον πένητα. Ταύτα τα έργα σάς οδηγούν μέχρι της θύρας του ουρανού και σας εισάγουν εις την Βασιλείαν των ουρανών. Σεις δε, ω γυναίκες, αφήσατε τας μεταξύ σας κατακρίσεις, απομακρύνατε τους φθόνους, παύσατε τα σκάνδαλα. Και όταν προσέρχεσθε εις την Εκκλησίαν μη περιεργάζεσθε πως ενδύεται η μία και πως η άλλη, αλλά μετά φόβου Θεού και κατανύξεως να λατρεύετε και να υμνήτε τον Πανάγαθον Κύριον, παρακαλούσαι Αυτόν να συγχωρή τα σφάλματά σας και να ριζώνη τον φόβον Του εις τας καρδίας σας, προσφέρουσαι ούτω την πρέπουσαν πίστιν εις τον Χριστόν και την οφειλομένην υπακοήν εις τους νομίμους συζύγους σας, καθώς έκαμνον τον παλαιόν καιρόν αι άγιαι εκείναι γυναίκες. Ούτω μόνον θέλετε αξιωθή της ανεκφράστου χαράς. Και σεις, ω αδελφοί Χριστιανοί, μη εξοδεύετε τον καιρόν σας εις πάθη και ασωτείας· μη μολύνετε την ψυχήν σας με αρπαγάς, φόνους, ψευδομαρτυρίας, φόνους, καταλαλιάς, μοιχείας και με όσα μισεί ο Θεός και αγαπά ο εφευρέτης της κακίας διάβολος. Εκείνο δε το οποίον μισείτε να σας κάμνη άλλος, μη το κάμνετε σεις εις άλλον. Επειδή όχι μόνον ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός μάς παραγγέλλει εις το θείον Του Ευαγγέλιον, λέγων· «Πάντα ουν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς» (Ματθ. ζ:12), αλλά και αυτός ο νόμος της φύσεως διδάσκει να μη πράττωμεν εκείνο που δεν θέλομεν να μας κάμουν· «Ο συ μισείς, ετέρω μη ποιήσεις» (Τωβ. δ: 15). Ταύτα αν φυλάξωμεν, αγαπητοί, θέλομεν διέλθει εδώ μεν την παρούσαν πρόσκαιρον ζωήν μας ειρηνικήν, ευτυχή και αλύπητον, εκεί δε θέλομεν αξιωθή της μακαρίας και αϊδίου ζωής του Παραδείσου, Χάριτι του ανάρχου Πατρός και του συναϊδίου αυτού Υιού και του Παναγίου και αγαθού και ζωοποιού Αυτού Πνεύματος, της μιάς Θεότητος, ης η δόξα και το κράτος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2655
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η) Μαϊου, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΠΕΛΑΓΙΑΣ της από Ταρσού.

Δημοσίευση από silver »

Πελαγία η αγία Μάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού του κατά τα έτη σπδ΄ - τε΄ (284-305) βασιλεύσαντος, καταγομένη μεν εκ Ταρσού της Κιλικίας, κατοικούσα δε εις Ρώμην. Επειδή δε ο Ρώμης Επίσκοπος Λίνος, όστις και εχρημάτισε, μετάτον κορυφαίον Πέτρον, πρώτος Επίσκοπος της Ρώμης, εβάπτιζε δια του Αγίου Βαπτίσματος πολλούς ειδωλολάτρας, κάμνων ούτω τούτους Χριστιανούς, η μακαρία Πελαγία είδε κατ’ όναρ την μορφήν του Επισκόπου τούτου, όστις την παρεκάλει να υπάγη να την βαπτίση. Ως δε εξύπνησεν, εννόησε το όραμα και ζητήσασα άδειαν παρά της μητρός αυτής, ίνα δήθεν μεταβή εις την τροφόν της, προσήλθεν εις τον Επίσκοπον και εβαπτίσθη. Λαβούσα η Πελαγία το Άγιον Βάπτισμα παρέδωκεν ευθύς εις τον Επίσκοπον τον πολύτιμον αυτής ιματισμόν, ίνα διανείμη τούτον εις τους πτωχούς· αύτη δε πορευθείσα εις την τροφόν της με τα ταπεινά φορέματα, με τα οποία ενεδύθη μετά το Άγιον Βάπτισμα, και μη γενομένη δεκτή παρ’ αυτής, επέστρεψεν έπειτα εις την μητέρα της με αυτήν την ταπεινήν ενδυμασίαν. Η δε μήτηρ της, ιδούσα ταύτην τόσον πτωχικώς ενδεδυμένην, ησθάνθη λύπην ανυπόφορον. Επειδή δε η μήτηρ της, αν και την παρεκίνει να αλλάξη τα φορέματα εκείνα και να αρνηθή τον Χριστόν, δεν ηδυνήθη να την καταπείση, δια τούτο απεκάλυψε το γεγονός εις τον υιόν του Διοκλητιανού, όστις ήτο μνηστήρ της. Εκείνος τότε, λυπηθείς καθ’ υπερβολήν, διότι η Πελαγία ηθέτησε τον προς αυτόν έρωτα, αυτοεχειριάσθη. Μαθών όθεν τούτο ο πατήρ του Διοκλητιανός και οργισθείς σφόδρα, συνέλαβε την Πελαγίαν και ενέκλεισεν αυτήν εντός πεπυρακτωμένου χαλκίνου βοός και ούτως η μακαρία έλαβε τον του Μαρτυρίου ακήρατον στέφανον.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”