Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2691
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ε΄ (5η) Μαϊου, μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος ΕΙΡΗΝΗΣ.

Δημοσίευση από silver »

Ειρήνη, η Αγία Μεγαλομάρτυς, ήτο μονογενής θυγάτηρ Λικινίου του βασιλίσκου και Λικινίας. Εγεννήθη εις την πόλιν Μαγεδών και ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίνου του Μεγάλου (306 – 337), ωνομασθείσα πρότερον Πηνελόπη. Επειδή δε ήτο ωραία και υπερέβαλλε κατά το κάλλος όλας τας συγχρόνους της κόρας, ο πατήρ της ο οποίος εφοβείτο δι’ αυτήν την ενέκλεισεν εντός υψηλού πύργου, τον οποίον επί τούτο έκτισε. Συνέκλεισε δε μετ’ αυτής και δεκατρείς ωραίας θεραπαινίδας, εν μέσω των οποίων η Ειρήνη διήγε μετά πλούτου πολλού και έχουσα θρόνον, τράπεζαν και λυχνίαν κατεσκευασμένα εκ χρυσού. Όταν δε ωρίσθη παρά του πατρός της να μένη εν τω πύργω ήτο εξαετής και επαιδαγωγείτο και εδιδάσκετο υπό τινος γέροντος, Απελλιανού ονομαζομένου, τον οποίον ο πατήε της Λικίνιος διώρισεν, ίνα επιτηρή αυτήν. Μίαν ημέραν είδεν η Αγία περιστεράν εισελθούσαν εις τον πύργον και φέρουσαν κλάδον ελαίας εις το στόμα της, τον οποίον απέθεσεν επί της χρυσής τραπέζης. Καθ’ όμοιον τρόπον είδε και αετόν κρατούντα δια του ράμφους του στέφανον, πεπλεγμένον με άνθη, τον οποίον και ούτος αφήκεν επί της τραπέζης και έπειτα είδε κόρακα εισελθόντα εκ του άλλου παραθύρου και κρατούντα όφιν, τον οποίον απέθεσε και αυτός επί της χρυσής τραπάζης. Βλέπουσα δε ταύτα η μακαρία αύτη κόρη ηπόρει και εσυλλογίζετο τι άρα ταύτα δηλούσιν. Τότε ο γέρων Απελλιανός, ο διδάσκαλός της, εξήγησε ταύτα, ειπών προς αυτήν· «Η μεν περιστερά δηλοί την παιδείαν της γνώμης, ο δε κλάδος της ελαίας σημείον θαυμαστόν γεγονότων και τύπον βαπτίσματος, ο αετός, επειδή είναι βασιλεύς των πτηνών, προεικονίζει, δια του βασιλικού του στεφάνου, μέλλουσαν νίκην εις εκλεκτάς και αγαθάς πράξεις· ο δε κόραξ και όφις δηλούν, ότι θέλεις δοκιμάσει θλίψιν και ταλαιπωρίαν». Δια της εξηγήσεως ταύτης, την οποίαν έδωκεν ο Απελλιανός εν συντομία, απεκάλυπτε τον αγώνα του Μαρτυρίου, το οποίον έμελλεν η Αγία να τελειώση, δια την αγάπην της προς τον Θεόν. Τα δε εν συνεχεία εξιστορούμενα περί της Αγίας αυτής είναι πράγματι παράδοξα και υπερφυσικά. Λέγουσα, δηλαδή, ότι Άγγελος Κυρίου έδωκεν εις αυτήν το όνομα και αντί Πηνελόπης μετωνόμασεν αυτήν Ειρήνην και ακολούθως ότι Άγγελος Κυρίου τής εδίδαξε την του Χριστού πίστιν και προείπεν εις αυτήν, ότι πολλαί μυριάδες ψυχών θα σωθώσι δι αυτής και ότι θέλει έλθει προς αυτήν παραδόξως ο Απόστολος Τιμόθεος, ο του Παύλου μαθητής, όστις θέλει βαπτίσει αυτήν. Όταν δε όλα ταύτα επραγματοποιήθησαν, τότε η μακαρία Ειρήνη εκρήμνισε τα είδωλα του πατρός της, συντρίψασα ταύτα. Πρώτον λοιπόν εξητάσθη υπό του ιδίου πατρός της ο οποίος, ως είδεν ότι αύτη επέμενον εις την πίστιν του Χριστού, προσέταξε να την δέσωσι και ούτω δεδεμένην να την ρίψωσιν εις τους ίππους δια να την καταπατήσωσιν. Εις δε εκ των ίππων αυτών, αντί να βλάψη την Αγίαν, εξηγριώθη κατά του πατρός της, τον οποίον και έρριψε κατά γης συντρίψας την δεξιάν αυτού χείρα και αυτόν μεν εθανάτωσε, την δε Αγίαν εμακάρισε με ανθρωπίνην φωνήν. Λυθείσα η Μάρτυς εκ των δεσμών, παρεκλήθη υπό των παρεστώτων και προσευχηθείσα ανέστησε τον πατέρατης, ο οποίος επίστευσεν εις τον Χριστόν μετά της συζύγου του και τριών άλλων χιλιάδων ανθρώπων, οίτινες άπαντες εδέχθησαν το Άγιον Βάπτισμα. Ο δε πατήρ της, εγκαταλείψας μετά ταύτα την βασιλείαν, κατώκησεν εις τον πύργον εκείνον, τον οποίον έκτισε δια την θυγατέρα του, και εκεί διήλθε το υπόλοιπον της ζωής του εν μετανοία. Αποθανόντος δε του πατρός της, εγένετο άλλος βασιλεύς, Σεδεκίας ονομαζόμενος, ο οποίος ηνάγκασε την Αγίαν να θυσιάση εις τα είδωλα. Επειδή όμως αύτη ουδόλως επείθετο, επρόσταξε και έρριψαν ταύτην την μακαρίαν πρηνή, εντός βαθυτάτου λάκκου, όπου ευρίσκοντο διάφορα ερπετά και δηλητηριώδεις όφεις. Η δε Αγία, αν και έμεινεν εκεί δεκατέσσαρας ημέρας, όμως εξήλθεν αβλαβής. Όθεν επριόνισαν τους πόδας αυτής, όμως δι’ επιστασίας θείου Αγγέλου κατέστη πάλιν υγιής. Έπειτα έδεσαν αυτήν εις τροχόν, το δε ύδωρ, το οποίον κάτω φερόμενον εκίνει τον τροχόν, εσταμάτησε πάραυτα, η δε Αγία έμεινεν ούτω τελείως αβλαβής. Εξ αιτίας δε του τοιούτου θαύματος επίστευσαν εις τον Χριστόν οκτώ χιλιάδες ψυχαί. Αφ’ ου δε ο βασιλεύς Σεδεκίας εξέπεσε της βασιλείας και ο υιός του Σαβώρ επολέμει τους εκθρονίσαντας τον πατέρα του, τότε η Αγία Ειρήνη συνήντησεν εκτός της πόλεως Μαγεδών τον Σαβώρ και το στράτευμα αυτού. Ως δε προσευχήθη, άπαντες ετυφλώθησαν και δεν έβλεπον που να υπάγωσι. Προσευχηθείσα δε πάλιν εδώρησεν εις αυτούς, δια της θείας Χάριτος, το φως των οφθαλμών των. Εκείνοι όμως οι αχάριστοι εκάρφωσαν τας πτέρνας της Αγίας και εφόρτωσαν αυτήν με σάκκον πλήρη άμμου, ούτω δε πεφορτωμένην την υπεχρέωσαν βιαίως να βαδίση εις απόστασιν τριών μιλίων. Επειδή δε αμέσως τότε η γη εσχίσθη εις δύο και εδέχθη εντός αυτής δέκα χιλιάδας απίστων, τούτου ένεκα προσήλθον εις την πίστιν του Χριστού έως τριάκοντα χιλιάδες άνθρωποι. Ο βασιλεύς όμως έμεινεν εν τη απιστία. Όθεν, ελθών Άγγελος Κυρίου, εκτύπησεν αυτόν και τον εθανάτωσε. Τότε η Αγία, λαβούσα άδειαν, περιεπάτει ελευθέρως εντός της πόλεως και εποίει πολλά θαύματα. Πορευθείσα δε και εις τον πύργον, όπου ήτο ο πατήρ της μετά του Ιερέως Τιμοθέου, κατώρθωσε δια της διδασκαλίας της να προσέλθωσιν εις την πίστιν του Χριστού πέντε χιλιάδες ειδωλολατρών. Μετ’ αυτών δε επίστευσαν και τριάκοντα τρεις άνδρες, οι οποίοι ήσαν διωρισμένοι να φυλάττωσι τον πύργον, άπαντες δε ούτοι έλαβον το Άγιον Βάπτισμα. Μετά ταύτα ήλθεν η Αγία εις την πόλιν την ονομαζομένην Καλλίνικον, όπου ήτο ο βασιλεύς Νουμεριανός, συγγενής των πρώην βασιλέων, και αφού παρουσιάσθη εις αυτόν, ωμολόγησε τον Χριστόν. Όθεν ενέκλεισαν αυτήν διαδοχικώς εντός τριών πεπυρωμένων χαλκίνων βοών, μεταθέτοντες αυτήν από του πρώτου εις τον δεύτερον και από του δευτέρου εις τον τρίτον. Ο δε τρίτος βους, καίτοι άψυχος ων, παραδόξως περιεπάτησε και έπειτα εσχίσθη. Όθεν εξήλθεν η Αγία εξ αυτού άφλεκτος και αβλαβής. Πολλοί δε άπιστοι, ιδόντες το τοιούτον θαυμάσιον, επίστευσαν εις τον Χριστόν. Ήσαν δε ούτοι έως δέκα μυριάδες (100.000). Όταν δε ο βασιλεύς έμελλε να αποθάνη, παρήγγειλεν εις τον έπαρχον να τιμωρήση με διαφόρους βασάνους την Αγίαν· ο δε έπαρχος, δέσας την Μάρτυρα με αλύσεις, ήναψε μεγάλην πυράν κάτωθεν αυτής, αλλά κατελθών Άγγελος Κυρίου έσβεσε το πυρ και διεφύλαξε την Αγίαν αβλαβή. Όθεν ο έπαρχος, βλέπων τούτο, επίστευσεν εις τον Χριστόν μετά των οικείων του. Αλλ’ η φήμη των θαυμασίων τής Αγίας έφθασε και μέχρι του Σαβωρίου του των Περσών βασιλέως, όστις έζη κατά τους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου εν έτει τλ΄ (330), ούτος δε προσέταξε να αποκεφαλίσωσι την Μάρτυρα. Απεκεφαλίσθη λοιπόν η του Χριστού καλλίνικος Ειρήνη και ετέθη εντός τάφου, αλλά πάλιν ανεστήθη υπό θείου Αγγέλου, ο οποίος εμακάρισεν αυτήν, διότι εμαρτύρησεν υπέρ του Χριστού, ως επίσης και εκείνους όσοι επίστευσαν εις τον Χριστόν δι’ αυτής και όσους θα μνημονεύωσι το όνομά της, εορτάζοντες την ημέραν του Μαρτυρίου της. Αφού δε ανέστη, λέγεται ότι εισήλθεν εις την πόλιν την καλουμένην Μεσημβρίαν κρατούσα εις τας χείρας της κλάδον ελαίας και ούτω παρουσιάσθη εις τον βασιλέα, όστις, ιδών αυτήν, επίστευσεν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθη υπό του Πρεσβυτέρου Τιμοθέου μετά πολλών μυριάδων ανθρώπων. Έπειτα μετέβη η Αγία εις την ιδίαν αυτής πόλιν Μαγεδών προς τους γονείς της και τον μεν πατέρα της επένθησεν, ως προαποθανόντα, αφού δε είδε και απεχαιρέτησε την μητέρα της, ανελήφθη υπό νεφέλης και έφθασεν εις την Έφεσον, όπου διέτριψεν επί τινα καιρόν, πλείστα θαύματα τελούσα και τιμωμένη ως εις Απόστολος. Μετά δε ταύτα συνήντησε και τον διδάσκαλον της Απελλιανόν. Αφού δε η Αγία εδίδαξε τους εν Εφέσω, παρέλαβε μεθ’ εαυτής μόνους εξ και τον Απελλιανόν και εξήλθε της πόλεως της Εφέσου· ευρούσα δε εκεί νεώρυκτον τάφον, εντός του οποίου ουδείς είχε ταφή, εισήλθεν εν αυτώ, επί του τάφου δε αυτού έθεσεν ο Απελλιανός λίθον. Διέταξε δε η Αγία, έτι ζώσα, ότι επί τέσσαρας ημέρας να μη κινήση κανείς τον λίθον, τον οποίον έμελλε να τοποθετήση επί του τάφου ο διδάσκαλός της. Μετά δε δύο ημέρας πορευθείς εις τον τάφον ο Απελλιανός, ω του θαύματος! εύρεν εγηγερμένον τον λίθον και μη υπάρχον εκεί το σώμα της Μάρτυρος. Ταύτα κατά μεν τους ταπεινούς και ασθενείς λογισμούς των ανθρώπων ίσως φανώσιν απίθανα, εις τον Θεόν όμως είναι τα πάντα δυνατά. Εκλήθη δε η Αγία ίνα δικασθή πρώτον μεν υπό του πατρός της Λικινίου, δεύτερον υπό του Σεδεκίου και Σαβώρ και Νουμεριανού υιού Σεβαστιανού, ως και υπό του επάρχου Βαύδωνος και Σαβωρίου του βασιλέως των Περσών. Αι δε πόλεις εις τας οποίας εμαρτύρησεν είναι αύται: Μαγεδών η πατρίς της, Καλλίνικος, Κωνσταντίνα και Μεσημβρία.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2691
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΣΤ΄ (6η) Μαϊου, μνήμη του Αγίου, Δικαίου, Πολυάθλου και Προφήτου ΙΩΒ.

Δημοσίευση από silver »


Ιώβ ο Άγιος Προφήτης ο Πολύαθλος κατήγετο εκ της χώρας της καλουμένης Αυσίτιδος, εκ των συνόρων της Ιουδαίας και Αραβίας, ήτο δε απόγονος των υιών του Ησαύ, του πρωτοτόκου υιού του Ισαάκ. Πέμπτος λοιπόν είναι ούτος από τον Αβραάμ. και ο μεν πατήρ του ωνομάζετο Ζαρέ, η δε μήτηρ του Βοσσόρα. Εκαλείτο δε ούτος πρότερον Ιωβάβ και προεφήτευσεν επί έτη τεσσαράκοντα πέντε, ακμάσας χίλια εννεακόσια είκοσι πέντε έτη προ της ελεύσεως του Χριστού. Δια τούτον τον Δίκαιον εζήτησεν ο διάβολος παρά του Θεού την άδειαν, ίνα τιμωρήση αυτόν και δια της τιμωρίας τον εξαναγκάση να αδημονήση και να βλασφημήση κατά του Θεού, επειδή ήκουσε του ιδίου του Θεού μαρτυρούντος, ότι είναι δίκαιος και ακατηγόρητος και υπερέχει όλων των τότε δικαίων. Όθεν ο Θεός επέτρεψε να δοθή ο Δίκαιος εις χείρας του. Ο δε διάβολος, λαβών την συγχώρησιν και την άδειαν ταύτην, εστέρησε τον δίκαιον όλων αυτού των κτημάτων και αφ’ ου τον κατεδυνάστευσε με λέπραν και με άλλας πληγάς και πάθη απαρηγόρητα, ανεχώρησε κατησχυμμένος. Επειδή με τας προσβολάς τοσούτων πειρασμών, τους οποίους επροξένησεν εις τον Δίκαιον, όχι μόνον δεν επέτυχε τον σκοπόν του, δηλαδή να τον κάμη να βλασφημήση κατά του Θεού, αλλά εις το αντίθετον έφθασεν αποτέλεσμα, διότι ο Δίκαιος Ιώβ έμεινε σταθερός και ακλόνητος εις τους πειρασμούς, αντί δε βλασφημιών ανέπεμπεν ευχαριστίας εις τον παντοδύναμον Θεόν. Όθεν ο Θεός, εις το τέλος των αγώνων του, ανεκήρυξε την δικαιοσύνην αυτού, λέγων· «Μη αποποιού μου το κρίμα· οίει δε με άλλως σοι κεχρηματικέναι ή ίνα αναφανής δίκαιος;» (Ιώβ μ:3). Δηλαδή, μη αποστραφής την τιμωρίαν ταύτην, την οποίαν σοι έδωκα, διότι μη νομίζης, ότι δια άλλον λόγον επέτρεψα να τιμωρηθής, ει μη ίνα φανής δίκαιος. Δια τούτο ο Θεός εχάρισεν εις τον Ιώβ όλα τα τέκνα και τα κτήματα, τα οποία επέτρεψε να στερηθή ούτος. Τα δε περί του Ιώβ κατά πλάτος και λεπτομερώς αναφέρονται εις το ιδιαίτερον και καθ’ αυτό βιβλίον του. Έζησε δε μετά την τιμωρίαν έτη εκατόν εβδομήκοντα, ώστε όλα τα έτη της ζωής του, τα προ και μετά την πληγήν, συμποσούνται εις διακόσια τεσσαράκοντα οκτώ.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2691
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ζ΄ (7η) Μαϊου, εορτάζομεν την ανάμνησιν του εν ουρανώ φανέντος σημείου του ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Δημοσίευση από silver »

Τη Ζ΄ (7η) Μαϊου, εορτάζομεν την ανάμνησιν του εν ουρανώ φανέντος σημείου του ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ επί Κωνσταντίου βασιλέως, υιού του Μεγάλου Κωνσταντίνου, και Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων, εν έτει τμστ΄ (346).

Το Σημείον του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού ανεφάνη εις τον ουρανόν εν ταις ημέραις του βασιλέως Κωνσταντίου (337-361) υιού Κωνσταντίνου του Μεγάλου και Κυρίλλου Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων, εν ημέραις της Αγίας Πεντηκοστής, τη εβδόμη (7η) του μηνός Μαϊου, εν έτει τμστ΄ (346), ώρα Τρίτη της ημέρας. Συνίστατο δε ο φανείς Τίμιος Σταυρός όλος εκ θείου φωτός, το οποίον έβλεπε πας ο λαός, εφαίνετο δε εξηπλωμένος επί του Αγίου Γολγοθά και από τούτου έως του Όρους των Ελαιών. Τόσον δε λαμπρός ήτο, ώστε με τας μαρμαρυγάς και την φωτοβολίαν του εσκέπαζε τας ακτίνας του ηλίου. Όθεν πάσα ηλικία νέων τε και γερόντων, ομού μετά των νηπίων και θηλαζόντων βρεφών έτρεξαν εις την Εκκλησίαν και με άμετρον χαράν και θερμήν κατάνυξιν κοινώς ανέπεμψαν εις τον Θεόν ευχαριστίαν και δόξαν, δια το παράδοξον τούτο θέαμα.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2691
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Η΄ (8η) Μαϊου, μνήμη του Αγίου ενδόξου Αποστόλου και Ευαγγελιστού ΙΩΑΝΝΟΥ του ΘΕΟΛΟΓΟΥ,

Δημοσίευση από silver »

Τη Η΄ (8η) Μαϊου, μνήμη του Αγίου ενδόξου Αποστόλου και Ευαγγελιστού ΙΩΑΝΝΟΥ του ΘΕΟΛΟΓΟΥ, ή η Σύναξις της εκπεμπομένης εκ του τάφου αυτού αγίας κόνεως, ήτοι του μάννα.

Ιωάννης ο Θεολόγος ο θείος Απόστολος και Ευαγγελιστής, ο ηγαπημένος του Κυρίου Μαθητής, εγεννήθη μεν εις Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, μετέστη δε προς Κύριον, κηρύττων τον λόγον του Θεού εν Εφέσω εις γήρας βαθύ επί των ημερών του βασιλέως Τραϊανού (98-117). Όταν δε ο μακάριος Ιωάννης επρόκειτο να μετατεθή από της παρούσης ζωής, εις εκείνην την αιωνίαν και άληκτον, προγνωρίσας τούτο δια της εν αυτώ ενοικούσης θείας Χάριτος, παραλαβών τους μαθητάς αυτού ήλθεν έξω της πόλεως Εφέσου εις σημείον όπου και υπέδειξεν ο ίδιος να ανοιγή ο τάφος του. Εισελθών δε εν αυτώ μόνος έτι ζων, εκοιμήθη εκεί εν Κυρίω. Έκτοτε ο τάφος ούτος ανεδείχθη άλλη κολυμβήθρα του Σιλωάμ, επειδή ο Πανάγαθος και φιλάνθρωπος Κύριος ημών όχι μόνον εδόξασε τους Αγίους, τους δια την αγάπην Του προθύμως αγωνισθέντας, ήτοι τους ιερούς Αυτού Μαθητάς και Αποστόλους, τους Προφήτας και Μάρτυρας και όλους τους Αυτώ ευαρεστήσαντας, αξιώσας τούτους της Βασιλείας των ουρανών και των αιωνίων αγαθών, αλλά και δια της δωρεάς θείων Χαρίτων και δια πολλών θαυμάτων λαμπρούς και τότε απέδειξεν, έτι δε και τώρα και πάντοτε αποδεικνύει και τους τόπους εκείνους, εις τους οποίους διέτριψαν ή ετάφησαν ούτοι.Τοιουτοτρόπως λοιπόν και εις τον τάφον του σήμερον εορταζομένου Ιωάννου του Θεολόγου εδωρήσατο την χάριν Αυτού και δια πολλών θαυμάτων εκόσμησε. Διότι ο τάφος του μεγάλου τούτου Ευαγγελιστού κατ’ έτος κατά την σημερινήν ημέραν αναβρύει αίφνης με θείον και παράδοξον τρόπον κόνιν, την οποίαν οι εγχώριοι ονομάζουσι μάννα και ταύτην οι λαμβάνοντες μεταχειρίζονται προς απολύτρωσιν από παντός πάθους, προς ιατρείαν ψυχών και προς υγείαν σωμάτων, δοξάζοντες τον Θεόν και τον Αυτού θεράποντα Ιωάννην. Μανθάνομεν δε εκ του εγκωμίου του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Σωφρονίου προς τον Θεολόγον τούτον Ιωάννην, ότι πατήρ τούτου ήτο ο Ζεβεδαίος, μήτηρ δε αυτού η Σαλώμη, θυγάτηρ Ιωσήφ του μνηστευθέντος την Υπεραγίαν Δέσποινα Θεοτόκον. Διότι ο Ιωσήφ είχε τέσσαρας υιούς. Τον Ιάκωβον, τον Συμεών, τον Ιούδαν και τον Ιωσήν και τρεις θυγατέρας, ήτοι την Εσθήρ, την Μάρθαν και την Σαλώμην, ήτις εχρημάτισε σύζυγος μεν του Ζεβεδαίου, μήτηρ δε του Ιωάννου. Εκ τούτου συνάγεται, ότι ο Κύριος ημών ήτο θείος του Ιωάννου, ως αδελφός λογιζόμενος Σαλώμης, της θυγατρός Ιωσήφ, του νομιζομένου ως πατρός του Κυρίου. Πρέπει δε να γνωρίζωμεν, ότι όταν παρεδόθη ο Κύριος ημών εις τους Ιουδαίους και εσταυρώθη, όλοι οι άλλοι Μαθηταί, φοβηθέντες, έφυγον, μόνος δε ο Ιωάννης ούτος ήτο παρών, ως αγαπητός και ως αγαπών τον Κύριον με τελείαν αγάπην, επειδή, κατ’ αυτόν τον ίδιον, «Η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α΄ Ιωάν. δ:18). Μόνος δε ούτος πρώτος μετά του Πέτρου μετέβη εις τον τάφον. Μόνος ούτος έλαβε την Θεοτόκον εις τα ίδια. Μόνος ούτος εις την γην απέκτησε τρεις μητέρας. Πρώτην την Σαλώμην, υπό της οποίας σαρκικώς εγεννήθη, δευτέραν την Βροντήν, καθόσον υιόν βροντής ωνόμασεν αυτόν και τον αδελφόν του Ιάκωβον ο Κύριος, καθώς ο θείος Ευαγγελιστής Μάρκος λέγει· «Επέθηκεν αυτοίς ονόματα Βοανεργές, ο έστιν υιοί βροντής» (Μάρκ. γ:17). Και τρίτην μητέρα κατά χάριν και θέσιν απέκτησε, την Κυρίαν Θεοτόκον, κατά τον προς αυτόν ρηθέντα λόγον του Κυρίου, «Ιδού η μήτηρ σου» (Ιωάν. ιθ:27). Ο Θεολόγος ούτος ευρίσκετο μετά της Θεοτόκου έως της Αγίας Αυτής Κοιμήσεως. Μετά δε την Κοίμησιν αυτής έφυγεν εκ των Ιεροσολύμων και μετέβη εις την Έφεσον και άλλα μέρη, κηρύττων το θείον Ευαγγέλιον. Εκεί λοιπόν ευρισκόμενος κατέστρεψε δια προσευχής του τον περίφημον ναόν της Αρτέμιδος και ηλευθέρωσεν εκ της πλάνης της ειδωλολατρίας, οδηγήσας εις το φως της θεογνωσίας, τεσσαράκοντα μυριάδας, ήτοι τετρακοσίας χιλιάδας ανθρώπων, οίτινες ελάτρευον την ψευδοθεάν Άρτεμιν. Ηλίβατον δε ωνομάζετο το όρος επί του οποίου είναι εκτισμένος ο Ναός Ιωάννου του Θεολόγου, κατά την παλαιάν Έφεσον. Προς δυσμάς του όρους τούτου ήτο και ο τάφος του Αγίου Αποστόλου Τιμοθέου. Ο δε τάφος Μαρίας της Μαγδαληνής και το σπήλαιον των Αγίων Επτά Παίδων ευρίσκονται εις το εκεί πλησίον όρος, το οποίον ονομάζεται Χειλετών ή Χειλέων. Της δε Αγίας Ερμιόνης, μιας των τεσσάρων Προφητίδων, θυγατέρων Φιλίππου, του εκ των επτά Διακόνων, ο τάφος κείται εις το εκεί γειτνιάζον όρος. Αλλά και τα Λείψανα Αυδάκτου Μάρτυρος και της αυτού θυγατρός Καλλισθένης ως και άλλων Μαρτύρων και Επισκόπων, Αρίστωνος, Αριστοβούλου και Παύλου του Ερημοπολίτου, εις εκείνο το όρος ευρίσκονται. Τελείται δε η του Αγίου τούτου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου Σύναξις και εορτή εις τον σεπτόν και Αποστολικόν Ναόν αυτού, τον ευρισκόμενον εις τόπον καλούμενον Έβδομον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2691
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Θ΄ (9η) Μαϊου, μνήμη του Αγίου ενδόξου Προφήτου ΗΣΑΪΟΥ.

Δημοσίευση από silver »



Ησαϊας ο μεγαλοφωνότατος Προφήτης κατήγετο εξ Ιερουσαλήμ, έζησε δε κατά τους χρόνους του βασιλέως Μανασή, υιού Εζεκίου του βασιλέως, υπό του οποιου και κατεκόπη δια πρίονος και ετελείωσε την ζωήν του με τέλος μαρτυρικόν. Ενεταφιάσθη δε εις τον τόπον τον λεγόμενον Αρωήλ ή Ρογήλ, παρά τη διαβάσει του ύδατος, το οποίον ο μεν βασιλεύς Εζεκίας κατέχωσε και εξηφάνισεν, ο δε Θεός, ως σημείον δια τον Προφήτην τούτον Ησαϊαν, ανέβλυσε πάλιν εις την πηγήν του Σιλωάμ. Διότι, εν ω ούτος έμελλε να αποθάνη, αποκαμών υπό της δίψης, παρεκάλεσε τον Θεόν να αποστείλη εις αυτόν ύδωρ, ίνα πίη. Και ω του θαύματος! παρευθύς έστειλεν ο Θεός εις αυτόν ύδωρ ζων εκ της πηγής του Σιλωάμ και δια τούτο η πηγή αύτη ωνομάσθη Σιλωάμ, το οποίον ερμηνεύεται απεσταλμένος. Όχι δε μόνον τότε, αλλά και πριν ορύξη ο Εζεκίας τους λάκκους, τα φρέατα και τας κολυμβήθρας εις την Ιερουσαλήμ, παρεκάλεσεν ο Ησαϊας τον Θεόν και ανέβλυσεν ολίγον ύδωρ εκ της πηγής ταύτης, ίνα μη αφανισθή η πόλις αύτη υπό της δίψης, ότε επολιορκείτο υπό των αλλοφύλων. Ηρώτων δε οι αλλόφυλοι πόθεν πίνουσιν ύδωρ οι Ιουδαίοι. Μαθόντες δε, ότι έπινον εκ της πηγής του Σιλωάμ, εκάθησαν πλησίον ταύτης και έπινον το ολίγον εκείνο ύδωρ. Αλλ’ όταν μετέβαινον οι Ιουδαίοι μετά του Ησαϊου εις την πηγήν ταύτην, τότε αίφνης ανέβρυεν ύδωρ πολύ. Δια τούτο και μέχρι σήμερον εξαίφνης, ως εκ θαύματος και άπαξ, αναβρύει το ύδωρ του Σιλωάμ, ίνα η αιφνίδιος αύτη ανάβλυσις υπομιμνήσκη το παλαιόν θαύμα. Επειδή λοιπόν η πηγή αύτη ανεφάνη δια προσευχής του Προφήτου Ησαϊου, ο λαός έθαψεν επιμελώς και ενδόξως το τίμιον αυτού Λείψανον πλησίον της πηγής ταύτης, ίνα, δια των πρεσβειών τούτου, έχωσι και μετά τον θάνατόν του την του ύδατος απόλαυσιν. Ο τάφος του Προφήτου Ησαϊου ευρίσκεται πλησίον των τάφων των βασιλέων και όπισθεν των μνημείων των Ιερέων, κατά το νότιον μέρος της Ιερουσαλήμ. Κατά δε το ανατολικόν μέρος της Σιών, πλησίον της θύρας, εκ της οποίας εισέρχονται οι προερχόμενοι εκ Γαβαών, έκτισεν ο βασιλεύς Σολομών τον τάφον Δαβίδ, του πατρός του. Την θύραν ταύτην κατεσκεύασεν ο Σολομών ελικοειδή, ως το σχήμα του κοχλίου, ίνα μη την ευρίσκη ο καθείς ευκόλως. Δια τούτο και μέχρι σήμερον δεν γνωρίζουσιν αυτήν οι περισσότεροι Ιερείς, καθώς και ο λαός. Είχε δε την θύραν αυτήν κατασκευάσει κατ’ αυτόν τον τρόπον, διότι εκεί είχεν ο Σολομών αποτεθησαυρισμένον τον χρυσόν, τον οποίον έφερεν εκ της Αιθιοπίας, ως και τα πολύτιμα αρώματα. Επειδή δε ο βασιλεύς Εζεκίας υπέδειξε τον κεκρυμμένον τούτον θησαυρόν του Δαβίδ και του Σολομώντος εις τους Βαβυλωνίους, οίτινες, αφού είδον το θαύμα, το οποίον εγένετο κατά την ασθένειαν του Εζεκία, να στραφή, δηλαδή, ο ήλιος δέκα ώρας προς τα οπίσω και θαυμάσαντες, μετέβησαν, ίνα τον ίδωσιν, ο δε Εζεκίας ενθουσιασθείς από την επίσκεψιν αυτών εποίησε τούτο και τοιουτοτρόπως οι Βαβυλώνιοι εμίαναν δια της παρουσίας των τα οστά των τάφων των προ αυτού βασιλέων, δια τούτο, ωργίσθη ο Θεός κατά του Εζεκία και παρεχώρησε να αιχμαλωτισθή το σπέρμα του εις τους Βαβυλωνίους. Ήτο δε ο Προφήτης Ησαϊας τοιούτος κατά τον χαρακτήρα του σώματος. Είχε το γένειον μακρόν και οξύ και επλησίαζε να έλθη εις γεροντικήν ηλικίαν. Τελείται δε η αυτού Σύναξις εν τω Ναώ του Αγίου Μάρτυρος Λαυρεντίου, όπου κατετέθη ύστερον το άγιον αυτού Λείψανον, αφ’ ου πρότερον μετεφέρθη εις Κωνσταντινούπολιν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2691
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ι΄ (10η) Μαϊου μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΣΙΜΩΝΟΣ του Ζηλωτού.

Δημοσίευση από silver »

Σίμων ο Άγιος Απόστολος είναι ο ίδιος εκείνος όστις και Ναθαναήλ ονομάζεται, καταγόμενος εκ Κανά της Γαλιλαίας, λέγεται δε ότι ούτος ήτο και ο νυμφίος του εν Κανά γάμου, εις τον οποίον προσκληθείς ο Κύριος μετά των μαθητών Αυτού μετέβαλε το ύδωρ εις οίνον. Όθεν, ιδών ο Σίμων το θαύμα τούτο, αφήκε νύμφην και γάμον και οικίαν και ηκολούθησε τω Χριστώ, τω φίλω και θαυματουργώ και νυμφαγωγώ και Νυμφίω των καθαρών ψυχών. Επειδή δε ο Άγιος Σίμων ήτο εις εκ των Εβδομήκοντα Μαθητών και Αποστόλων του Χριστού, ευρίσκετο μετά των λοιπών Αποστόλων εν τω υπερώω, ένθα επλήσθη εκ της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, όταν επεδήμησεν εν είδει πυρίνων γλωσσών κατά την ημέραν της Αγίας Πεντηκοστής. Περιελθών λοιπόν ούτος μετά ταύτα, ως Απόστολος, πλείστα μέρη της οικουμένης, απεκάλυπτε πανταχού την πλάνην της πολυθεϊας. Διήλθε δε όλην την Μαυριτανίαν και τας χώρας της Αφρικής, κηρύττων τον Χριστόν. Κατόπιν, ελθών και εις την Αγγλίαν και πολλούς απίστους φωτίσας δια του φωτός του Ευαγγελίου, εσταυρώθη υπό των ειδωλολατρών και τελειωθείς ενεταφιάσθη εκεί. Ζηλωτής δε ωνομάσθη, διότι είχε ζήλον πολύν, δηλαδή αγάπην, θερμήν και υοερβάλλουσαν, προς τον Παντοκράτορα Θεόν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2691
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΑ΄ (11η) Μαϊου, μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΑΡΓΥΡΟΥ του Θεσσαλονικέως, αθλήσαντος εν έτει αωστ΄ (1

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΑ΄ (11η) Μαϊου, μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΑΡΓΥΡΟΥ του Θεσσαλονικέως, αθλήσαντος εν έτει αωστ΄ (1806).

Αργυρός, ο νέος του Χριστού Αθλητής, ήτο από την Απονομήν της Θεσσαλονίκης. Τα ονόματα των γονέων του και της οικογενείας του δεν εγνώσθησαν. Προ του Μαρτυρίου του παρέμενεν ούτος εις την Θεσσαλονίκην και ήτο υπηρέτης ράπτου τινός. Ήτο όμως νέος χαριτωμένος, καθώς τον περιέγραψαν αξιόπιστοι άνθρωποι εκ Θεσσαλονίκης, οίτινες τον εγνώρισαν, τούτο δε είναι εκτός πάσης αμφιβολίας, διότι δια την αρετήν του ταύτην ο Θεός τον ηξίωσε της μαρτυρικής χάριτος, την δε αιτίαν του υπέρ Χριστού Μαρτυρίου του και τον τρόπον με τον οποίον ηξιώθη του μακαρίου τέλους θέλομεν διηγηθή ενταύθα με συντομίαν, κατά τας εγγράφους πληροφορίας αξιοπίστων ανθρώπων της Θεσσαλονίκης. Χριστιανός τις από τον Σωχόν της Θεσσαλονίκης ευρίσκετο κεκλεισμένος εις την φυλακήν της Θεσσαλονίκης δια παράπτωμα τι και μη έχων να πληρώση την ποσότητα των χρημάτων, τα οποία του εζήτει ο πασάς, τον ηπείλει εκείνος ότι θα τον κρεμάση. Ούτος δε, ως άφρων, φοβηθείς τον θάνατον, ω της εκείνου αθλιότητος! Είπεν ότι τουρκεύει. Κατόπιν της υποσχέσεώς του ταύτης τον εξήγαγον εκ της φυλακής και μετά την άρνησιν της θειοτάτης και αγιωτάτης μας Πίστεως και την ομολογίαν, φεύ τω αθλίω! Της των Αγαρηνών αντιχρίστου πλάνης, τον έφεραν εις τι καφενείον, εις θέσιν λεγομένην Ταχτάκαλα, δια να τον νουθετήσουν! Τούτο ιδών ο παντός αργύρου και χρυσού και παντός λίθου τιμίου πολύ, μάλλον δε ασυγκρίτως, τιμιώτερος Αργυρός και υπό θείου ζήλου θερμανθείς κατά την ψυχήν και την καρδίαν και όλως ένθους και θεόληπτος γενόμενος, απορρίψας πάντα φόβον και αυτήν έτι την γλυκυτάτην ζωήν καταφρονήσας, εισήλθε μετά μεγάλης θαυμαστής ανδρείας και γενναιότητος εντός του καφενείου, εις το οποίον ήτο ο ελεεινός αρνησίχριστος τριγυρισμένος υπό πλήθους αγριωτάτων γενιτσάρων, και σταθείς έμπροσθεν του αρνητού, είπε προς αυτόν, με παρρησίαν πολλήν, ενώπιον όλων, χωρίς να υπολογίση ουδένα· «Τι κακόν έκαμες, αδελφέ, να αρνηθής τον Χριστόν, τον Ποιητήν και Σωτήρα μας! Τι μέγα κακόν έκαμες, ταλαίπωρε, εις την ψυχήν σου να την παραδώσης εις την κόλασιν, ήτις είναι αιώνιος και ατελεύτητος θάνατος, δια να αποφύγης τούτον τον πρόσκαιρον θάνατον; Ελθέ, ελθέ, αδελφέ, εις αίσθησιν. Ελθέ εις τον εαυτόν σου και μετανόησον και ομολόγησον πάλιν τον Χριστόν. Θα σε θανατώσουν; Απόθανε, πρόσφερε το αίμα σου δια τον Χριστόν, διότι χρέος έχομεν όλοι να αποθάνωμεν δια την αγάπην Του, όταν είναι ανάγκη, διότι και Εκείνος εθυσιάσθη δια την ιδικήν μας αγάπην». Εύγε του θείου σου ζήλου, εραστά του Χριστού θερμότατε, αργυρώνυμε Μάρτυς και την ψυχήν αδαμάντινε, εύγε της ανδρείας σου, εύγε της ακαταπλήκτου και θαυμαστής παρρησίας σου! Τούτους δε μόνον τους ιερούς και σωτηρίους λόγους επρόφθασε να είπη, Χριστιανοί αδελφοί, ο μακάριος Αργυρός. Κατόπιν ηκολούθησεν εκείνο το οποίον ο καθείς δύναται να συμπεράνη. Ευθύς ώρμησεν εναντίον του Αγίου όλον εκείνο το πλήθος των φοβερών γενιτσάρων και έδειραν τούτον αγρίως, αλαλάζοντες με βαρβάρους ιαχάς. Πρέπον λοιπόν είναι να είπωμεν και περί του ευλογημένου τούτου νεανίου, εκείνο το οποίον είπε προφητικώς ο Δαβίδ δια τον Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν· «Συνήχθησαν επ’ εμέ μάστιγες και ουκ έγνω» (Ψαλμ. λδ:15). Ασφαλώς δε ήθελον θανατώσει τον Άγιον, εάν δεν ήρχετο εις αυτούς ο λογισμός να μεταστρέψουν τούτον, από την ιδικήν μας ευσέβειαν, εις την ιδικήν των μιαράν ασέβειαν. Η ελπίς λοιπόν αύτη συνέστειλε τας χείρας των από τον δαρμόν και εστάθησαν τριγύρω του, κρατούντες γυμνάς μαχαίρας και πιστόλια και κραυγάζοντες· «Ή ειπέ, ότι τουρκεύεις ή ταύτην την στιγμήν σε θανατώνομεν». Ταύτα μεν έπραττον εκείνοι. Ο δε του Χριστού Αθλητής, ως βέλη νηπίων τας πληγάς και την απειλήν αυτών λογιζόμενος, χωρίς ουδόλως να δειλιάση, εφώναξεν ότι είναι Χριστιανός και την Πίστιν του δεν την αρνείται ό,τι και αν του κάμουν και μάλιστα, ότι έχει τούτο προς δόξαν και τιμήν του, πολύ δε επιθυμεί να αποθάνη δια την Πίστιν και την αγάπην του Χριστού. Κατόπιν τούτου έσυραν τον Άγιον με πολλήν μανίαν και αγριότητα και τον ωδήγησαν εις τον κριτήν, καταγγείλαντες το τόλμημά του. Έδειραν δε τούτον και εκεί ασπλάγχνως και ανηλεώς, βιάζοντες δια παντός τρόπου να αρνηθή την ιδικήν του Αγίαν Πίστιν και να ομολογήση την ιδικήν των θρησκείαν. Βλέποντες όμως, ότι ματαίως εκοπίαζον, διότι η γνώμη του ήτο στερεά και ακλόνητος, έπαυσαν τους δαρμούς και ήρχισαν κολακεύοντες και υποσχόμενοι δώρα και αξιώματα, με την πονηράν ελπίδα, μήπως δυνηθούν να τον απατήσουν και να μεταβάλουν την γνώμην του. Αλλά μη δυνηθέντες ούτε με τούτον τον τρόπον, τον έρριψαν, ως ήτο καταπληγωμένος, εις την φυλακήν, έως ότου εξετασθή δια δευτέραν φοράν. Μετά δύο ημέρας εξήγαγον πάλιν τον Άγιον και τον εδοκίμαζον. Ιδόντες δε οι γενίτσαροι, ότι ούτος έμενε σταθερός και αμετάτρεπτος εις την Πίστιν του, εζήτησαν από τον κριτήν να κρεμασθή. Ο κριτής όμως δεν εύρισκεν εύλογον να εκδώση τοιαύτην απόφασιν, λέγων ότι δεν είναι το έγκλημά του δια θάνατον. Επειδή, ως έλεγεν, ούτω απαιτεί κάθε θρησκεία, να είναι δηλαδή ζηλωταί και θερμοί υπέρμαχοι αυτής όλοι εκείνοι, οίτινες την παραδέχονται και τοιούτον ζήλον, τοιαύτην αγάπην, πρέπει να δεικνύη κάθε άνθρωπος δια την πίστιν του, ως εδείκνυεν ούτος. Λοιπόν, είπεν, αν αληθώς είσθε και σεις ζηλωταί θερμοί της πίστεώς σας, μη ζητείτε να θανατωθή, χωρίς να είναι ένοχος θανάτου και μας βαρύνη η τοιαύτη τιμωρία του, αλλά προσπαθήσατε, όσον είναι δυνατόν, να τον φέρετε εις την πίστιν μας δια να τον κερδίσωμεν. Ταύτα είπεν ο κριτής. Εκείνοι όμως εταράχθησαν και ως θηρία εξηγριώθησαν κατ’ αυτού, φωνάζοντες· «Τι λέγεις; Τον εχθρόν της πίστεώς μας δικαιώνεις; Είναι καλόν, το κρίνεις εύλογον, να επαινή την ιδικήν του πίστιν και να υβρίζη και να βλασφημή, παρουσία μας, την πίστιν μας; Δεν κρίνεις τούτο άξιον θανάτου»; Ταύτα αφού ήκουσεν εκείνος, εσυλλογίσθη ολίγον και έπειτα είπεν· «Επειδή λοιπόν εβλασφήμησε την πίστιν μας, ένοχος είναι και ιδού δίδω και εγώ απόφασιν να κρεμασθή». Μετά τούτο παρέλαβον τον Άγιον οι θηριώδεις γενίτσαροι και τον εκρέμασαν εις τόπον λεγόμενον Καμπάν. Ούτως ο καλλίνικος του Χριστού Αθλητής Αργυρός έλαβε του Μαρτυρίου τον ακήρατον στέφανον, εις τους αωστ΄ (1806) χρόνους από Χριστού, την 11ην του μηνός Μαϊου, ημέραν Παρασκευήν, ηλικίας τότε έως δέκα οκτώ (18) ετών, συναγάλλεται δε νυν μετά των άλλων του Χριστού ενδόξων Μαρτύρων, επειδή έδειξε την απαιτουμένην παρά Θεού διπλήν αγάπην, προς τον Θεόν και προς τον πλησίον. Προς μεν τον πλησίον, επειδή δια την αγάπην και την σωτηρίαν εκείνου του αθλίου αρνησιχρίστου εξέθεσε την ιδικήν του ζωήν εις προφανή κίνδυνον, προς δε τον Θεόν έδειξε τελειοτάτην και ασύγκριτον αγάπην, επειδή απέθανεν υπέρ Αυτού. «Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού» (Ιωάν. ιε:13). Παρόμοιον προς το Μαρτύριον του καλλινίκου Αργυρού ήτο και το προ αυτού γεγονός, εν τη αυτή πόλει (κατά το έτος 1777), του φιλοχρίστου Χριστοδούλου. Διότι και εκείνος, δια να επιστρέψη άλλον αρνησίχριστον εκ της πλάνης οδού αυτού, ηγωνίσθη και τον στέφανον της αθλήσεως έλαβεν. Πολλοί, ως λέγουσι, παρετήρησαν και δεν είδον εις το νεκρόν σώμα του ευλογημένου Αργυρού κανέν σημείον εξ εκείνων, τα οποία φαίνονται εις άλλους κρεμασθέντας, αλλά εφαίνετο τούτο ως ζωντανόν και κοιμώμενον. Εθαύμασαν δε και δια τούτο και παράδοξον εφάνη εις αυτούς πως, ευθύς την επομένην ημέραν, εξεκρέμασαν τούτο και δεν το άφησαν εκεί κρεμάμενον επί τρεις ημέρας, κατά την επικρατούσαν τότε παρά τοις Αγαρηνοίς συνήθειαν. Ποία όμως ήτο η αιτία αγνοείται. Ταύτα επληροφορήθημεν και ταύτα εγράψαμεν δια την άθλησιν του αοιδίμου Αθλητού Αργυρού, εις δόξαν Χριστού, του την ανθρωπίνην ασθένειαν συντρέχοντος. Αυτώ γαρ πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω Πνεύματι, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2691
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΒ΄ (12η) Μαϊου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ Επισκόπου Κύπρου.

Δημοσίευση από silver »

Επιφάνιος, ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, εγεννήθη περί το έτος 310 εις το χωρίον της Παλαιστίνης Βησανδούκη, απέχον της Ελευθεροπόλεως περί τα τρία μίλια. Οι γονείς του ήσαν Εβραίοι, και ο μεν πατήρ αυτού ήτο γεωργός το επάγγελμα, η δε μήτηρ του κατειργάζετο λινάρι. Ούτοι είχον δύο τέκνα, τον Επιφάνιον και μίαν θυγατέρα, ονομαζομένην Καλλίτροπον. Συνέβη δε να αποθάνη ο πατήρ του Επιφανίου, ότε ούτος ήτο εισέτι μικρός, έως δέκα ετών, έμεινε δε με την μητέρα του και την αδελφήν του, ευρισκόμενοι εις στενοχωρίαν μεγάλην, ως μη έχοντες τα προς το ζην απαραίτητα. Επειδή δε είχον δια τας ανάγκας των εν υποζύγιον άτακτον, είπεν η μήτηρ αυτού προς τον Επιφάνιον· «Λάβε, τέκνον μου, το υποζύγιον και ύπαγε εις την πανήγυριν να το πωλήσης, δια να αγοράσωμεν τα αναγκαιούντα εις ημάς τρόφιμα». Ο δε Επιφάνιος, δυσκολευόμενος ένεκεν της αταξίας του ζώου, απεκρίθη εις την μητέρα του· «Γνωρίζεις, μήτερ, ότι το υποζύγιόν μας είναι άτακτον και εάν υπάγω δια νατο πωλήσω, εκείνοι οι οποίοι συναθροίζονται εις την πανήγυριν, βλέποντες την αταξίαν του, θέλουν με τιμωρήσει». Αλλ’ η μήτηρ αυτού είπεν· «΄Υπαγε, τέκνον, και ο Θεός των Πατέρων ημών Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, θέλει σωφρονίσει το υποζύγιον, δια να το πωλήσης και με τα χρήματα, τα οποία θα λάβης, να κυβερνήσωμεν την ανάγκην μας». Τότε ο Επιφάνιος, αφού επεκαλέσθη τον Θεόν εις βοήθειαν, παρέλαβε το ζώον και μετέβη δια να το πωλήση, υπακούων ούτω εις την μητέρα του. Ως δε έφθασεν εις τον τόπον όπου εγίνετο η πανήγυρις, το υποζύγιον ημέρευσε και εγένετο εύτακτον. Τούτο ιδών πραγματευτής τις Εβραίος, Ιακώβ ονομαζόμενος, είπε προς τον Επιφάνιον· «Πωλείς, τέκνον, το υποζύγιον;» Ο δε Επιφάνιος απεκρίθη· «Ναι, το πωλώ, δια τούτο το έφερα εδώ». Ο Ιακώβ κατόπιν τον ηρώτησεν εις ποίαν θρησκείαν ανήκει, ο δε Επιφάνιος απεκρίθη, ότι είναι Εβραίος. Τότε ο Ιακώβ είπεν· «Επειδή είμεθα από μίαν θρησκείαν, τέκνον, και δούλοι δικαίου Θεού, ας φανώμεν δίκαιοι κατά την πώλησιν του υποζυγίου, ώστε μήτε συ να αδικηθής μήτε εγώ να ζημιωθώ, δια να μη προκαλέσωμεν εναντίον μας κατάρας και αγανακτήση ο Θεός καθ’ ημών. Ευλογίας δε μάλλον πρέπει να προσπαθήσωμεν να επιτύχωμεν, επειδή ο Θεός είπεν· «Ο ευλογών είναι ευλογημένος και ο καταρώμενος είναι κατηραμένος». Ακούσας ταύτα ο Επιφάνιος εφοβήθη πολύ την κατάραν του Ιακώβ και είπε προς αυτόν· «Δεν θέλω πλέον να πωλήσω το υποζύγιον». Ο δε Ιακώβ είπε· «Διατί, τέκνον;» Απεκρίθη ο Επιφάνιος· «Διότι το ζώον τούτο είναι άτακτον. Αλλ’ η μήτηρ μου με επρόσταξε να το πωλήσω δια να εξοικονομήσωμεν τα αναγκαία προς τροφήν, επειδή ο πατήρ μου απέθανε και έχομεν μεγάλην στενοχωρίαν. Τώρα όμως, ότε ήκουσα από σε, ότι είναι κακόν το να βλάπτη κανείς τον πλησίον, φοβούμαι τον Θεόν, μήπως με τιμωρήση, αν συ ποτέ με καταρασθής δια την αταξίαν του ζώου». Ταύτα ακούσας ο Ιακώβ εθαύμασε δια την απόκρισιν του παιδίου και δώσας εις αυτό τρία αργύρια, είπε· «Λάβε την ευλογίαν ταύτην, τέκνον, και όταν μεταβής εις την μητέρα σου, δος ταύτα δια να αγοράσετε τροφάς. Παράλαβε δε και το υποζύγιόν σου και εάν δεν κάμη αταξίαν, κρατήσατέ το δια την υπηρεσίαν σας. Εάν δε δεν σταθή φρόνιμον, απομακρύνατέ το της οικίας σας, δια να μη θανατώση κανένα». Αφού λοιπόν ο Επιφάνιος παρέλαβε το υποζύγιον και τα τρία νομίσματα, μετέβαινεν εις το χωρίον του. Καθ’ οδόν δε συνήντησεν αυτόν Χριστιανός τις, Κλεόβιος καλούμενος, όστις τον ηρώτησε· «Πωλείς το υποζύγιον, τέκνον;» Ο δε Επιφάνιος απεκρίθη· «Όχι, δεν το πωλώ». Λέγει ο Κλεόβιος· «Εάν το πωλής, λάβε την τιμήν του και δος μοι το». Ενώ δε ο Κλεόβιος έλεγε ταύτα, το υποζύγιον ήρχισε να ατακτή και να κτυπά δια του ποδός του τον Επιφάνιον εις τον μηρόν τόσον ισχυρώς, ώστε τον έρριψε κατά γης, εκείνο δε έφυγε τρέχον. Έκειτο λοιπόν ο Επιφάνιος κατά γης κλαίων και μη δυνάμενος να εγερθή εκ των πόνων. Ο δε Κλεόβιος εσημείωσε δια του σημείου του ζωοποιού Σταυρού τρεις φοράς τον μηρόν του Επιφανίου, εις το μέρος όπου τον εκτύπησε το ζώον και, ω του θαύματος! ευθύς ηγέρθη ο Επιφάνιος χωρίς να αισθάνεται ουδέ τον ελάχιστον πόνον. Τότε ο Κλεόβιος στραφείς προς το υποζύγιον, είπεν· «Ω ζώον άτακτον, επειδή ηθέλησες να θανατώσης τον αυθέντην σου, εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού του Εσταυρωμένου να μη κινηθής πλέον από αυτόν τον τόπον». Ευθύς τότε με τον λόγον του Κλεοβίου έπεσε κάτω το ζώον και απέθανε. Έκπληκτος τότε ο Επιφάνιος εκ του συμβάντος τούτου ηρώτησε τον Κλεόβιον· «Ποίος είναι ο Ιησούς ο Εσταυρωμένος, δια του ονόματος του οποίου γίνονται τοιαύτα σημεία και θαύματα;» Και ο Κλεόβιος του απεκρίθη· «Ούτος ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού, τον οποίον εσταύρωσαν οι Εβραίοι». Εφοβήθη τότε ο Επιφάνιος να αποκαλύψη εις τον Κλεόβιον, ότι είναι Εβραίος. Ούτω, ο μεν Κλεόβιος συνέχισε τον δρόμον του, ο δε Επιφάνιος μετέβη εις την μητέρα του και διηγήθη εις αυτήν όσα συνέβησαν. Αφού παρήλθεν ολίγος καιρός, είπεν η μήτηρ του εις τον Επιφάνιον· «Ιδού, τέκνον μου, ότι δεν ημπορούμεν να καλλιεργήσωμεν τον αγρόν μας και κανένα καρπόν δεν συγκομίζομεν εξ αυτού. Εν όσω έζη ο πατήρ σου εκαλλιέργει τούτον και από τον καρπόν του εκυβερνώμεθα. Τώρα, λοιπόν, ας τον πωλήσωμεν και από την τιμήν του να κυβερνηθώμεν πτωχικά, εγώ και η αδελφή σου. Συ δε, τέκνον μου, ύπαγε εις κανένα τεχνίτην θεοφοβούμενον, δια να μάθης καμμίαν τέχνην, με την οποίαν να ημπορής να τρέφης τον εαυτόν σου και να βοηθής και ημάς εις τας ανάγκας μας». Ταύτην την πολιτείαν εξέλεξε και ο Επιφάνιος, την οποίαν και διεφύλαξεν εις όλην αυτού την ζωήν. Ήτο δε ο τόπος εκείνος άνυδρος και μόνον εις απόστασιν πέντε μιλίων (8 χλμ. Περίπου) από του Μοναστηρίου υπήρχεν ύδωρ. Όθεν οι αδελφοί ένεκα του καύσωνος, που επεκράτει κατά την ημέραν, ηναγκάζοντο να μεταβαίνουν την νύκτα δια να φέρουν ύδωρ εις το Μοναστήριον. Μίαν δε φοράν, μερικοί οδοιπόροι, έχοντες φορτωμένα τα ζώα των με οίνον, διήρχοντο εκείθεν και επειδή ήτο καύμα σφοδρότατον, εδίψασαν πολύ. Όθεν εισελθόντες εις το Μοναστήριον εζήτησαν ύδωρ δια να πίουν. Έτυχε δε να μη ευρεθή ύδωρ, δια να τους δώσουν. Και οι μεν οδοιπόροι εκινδύνευον να αποθάνουν από την δίψαν, οι δε αδελφοί εκυπούντο πολύ δια την κατάστασιν αυτήν και έκλαιον. Τότε ο θείος Επιφάνιος, λαβών εις τας χείρας του τους ασκούς, τους περιέχοντας τον οίνον, είπε· «Πιστεύσατε, αδελφοί, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, όστις μετέβαλε το ύδωρ εις οίνον εν Κανά της Γαλιλαίας, θέλει κάμει και τούτον τον οίνον ύδωρ». Και ω του θαύματος! Οι ασκοί, οίτινες ήσαν πλήρεις οίνου, ευρέθησαν πλήρεις ύδατος, εκ του οποίου έπιον οι οδοιπόροι εκείνοι καθώς και τα ζώα των και ανέζησαν. Έμειναν δε εκστατικοί προ του τοιούτου θαύματος και οι αδελφοί και οι οδοιπόροι. Από της ημέρας όμως εκείνης δεν ηθέλησεν ο Άγιος να κατοικήση εις εκείνον τον τόπον, διότι οι οδοιπόροι διεκήρυξαν το θαύμα το οποίον ετέλεσεν ο Άγιος και ούτω εγένετο γνωστή η φήμη αυτού εις όλα τα μέρη. Όθεν έφυγε κρυφίως εκείθεν και μετέβη εις άλλον τόπον αγριώτερον. Όλοι τότε οι αδελφοί ελυπούντο δια τον Επιφάνιον, διότι δεν εγνώριζον εις ποίον τόπον ευρίσκετο. Έμεινε λοιπόν ο Άγιος εις εκείνον τον έρημον τόπον νήστις επί τρεις ημέρας, ήτο δε και ούτος ο τόπος άνυδρος. Κατ’ εκείνον δε τον καιρόν διήρχοντο εκείθεν τεσσαράκοντα Σαρακηνοί, οίτινες βλέποντες τον Άγιον διαβιούντα εις τοιούτον τόπον και εις τοιαύτην κατάστασιν τον περιέπαιζον. Εις δε εξ αυτών, τυφλός κατά τον ένα οφθαλμόν, έχων γνώμην θηριώδη και απάνθρωπον, εξήγαγεν εκ της θήκης την μάχαιραν και, πλησιάσας τον Άγιον, ανεσήκωσε ταύτην δια να τον κτυπήση. Αλλ’ ω του θαύματος! ήνοιξεν ο τετυφλωμένος οφθαλμός του και τόσος φόβος κατέλαβε τούτον, ώστε έρριψε κατά γης την μάχαιραν και εστάθη ακίνητος. Οι δε συνοδοιπόροι αυτού, ιδόντες την ακινησίαν του, επλησίασαν εις τον Άγιον και εις τον μονόφθαλμον, αλλά μόλις είδον, ότι ήνοιξεν ο τετυφλωμένος οφθαλμός του, έμειναν εκστατικοί. Ιδών ο Άγιος την ταραχήν αυτών, ήρχισε να ομιλή προς αυτούς με πολλήν ιλαρότητα και ταπείνωσιν. Εκείνοι τότε, δια των λόγων του Αγίου ήλθον εις φρόνιμον κατάστασιν και μεταβληθέντες, έλεγον, ότι είναι ο Άγιος Θεός. Τότε δια της βίας παρέλαβον αυτόν μεθ’ εαυτών, λέγοντες· «Συ είσαι ο Θεός ημών και ακολούθει μας, δια να μας διαφυλάττης από κάθε κακόν που ημπορεί να μας κάμουν εκείνοι, οι οποίοι μας καταδιώκουν». Ακολουθών δε αυτούς ο Άγιος επί τρεις μήνας, ημπόδιζε τούτους από κάθε αταξίαν. Βλέποντες όμως εκείνοι, ότι δια των νουθεσιών αυτού επροξένει εις αυτούς στενοχωρίαν, διότι έλεγεν εις αυτούς να απέχουν από τας κλοπάς και τας αρπαγάς, έπεσαν όλοι ομού προ των ποδών του και τον παρεκάλουν να αναχωρήση. Τότε ο Άγιος, αφού είπεν εις αυτούς πολλάς νουθεσίας, τέλος προσέθεσεν· «Εάν δεν παύσετε να κάμνετε αυτάς τας κακάς πράξεις, δεν είναι δυνατόν να διέλθετε καλάς ημέρας και να ευτυχήσετε εις την παρούσαν ζωήν». Μετά ταύτα, συνοδεύοντες τον Άγιον όλοι ομού, τον έφεραν πάλιν εις τον τόπον, όπου κατώκει πρότερον και κτίσαντες δι’ αυτόν κατοικίαν, τον απεχαιρέτησαν και ανεχώρησαν εν ειρήνη. Εγώ δε (λέγει ο συγγράψας τον Βίον του), ων εις εξ αυτών, έμεινα μετά του Αγίου, κατηχηθείς παρ’ αυτού τον λόγον της αληθείας και την Πίστιν του Χριστού. Αφ’ ου παρήλθον εξ μήνες, με ωδήγησεν ο Άγιος εις το Μοναστήριον, προς τον μέγαν Ιλαρίωνα. Ιδόντες τότε αυτόν οι αδελφοί όλοι ησθάνθησαν χαράν μεγάλην. Μετά δε τρεις ημέρας παρεκάλεσεν ο Άγιος τον μέγαν Ιλαρίωνα να με βαπτίση, επειδή ο Ιλαρίων είχε γίνει Ιερεύς. Αφού λοιπόν με εδίδαξεν όλα τα αναγκαία, με εβάπτισε και με ωνόμασεν Ιωάννην. Παρεμείναμεν δε εκεί επί δέκα ημέρας και οι αδελφοί παρεκάλουν τον Άγιον Επιφάνιον να μείνη μετ’ αυτών εις το Μοναστήριον. Αλλ’ αυτός δεν ηθέλησεν. Ενώ δε μετεβαίνομεν προς την κατοικίαν μας, συνηντήσαμεν, καθ’ οδόν, νέον τινά, όστις είχε φρικτόν δαιμόνιον και πολύ εβασανίζετο υπ’ αυτού. Ως δε είδεν ο Άγιος τούτον γυμνόν και τρέχοντα ατάκτως, τον ελυπήθη και εφώναξεν· «Εν τω ονόματι του Εσταυρωμένου Ιησού Χριστού, σε προστάζω, ακάθαρτον δαιμόνιον, να εξέλθης από το πλάσμα του Θεού». Ευθύς τότε το δαιμόνιον, αφού εσπάραξε τον νέον και τον έρριψε κατά γης, εξήλθεν εξ αυτού κραυγάζον· «Με διώκεις, Επιφάνιε, από τον τόπον μου. Αλλά να ηξεύρης, ότι έχω να υπάγω εις τον βασιλέα της Περσίας και ότι θα σε κάμω να έλθης εκεί με πολλήν θλίψιν». Ο δε νέος εκείνος εσωφρονίσθη τελείως και, ελθών, έπεσε προ των ποδών του Αγίου. Τότε ο Άγιος ανεσήκωσεν αυτόν και τον απέστειλεν εις τον οίκον του εν ειρήνη υγιαίνοντα. Εκείνο όμως το πονηρόν δαιμόνιον μετέβη εις την Περσίαν και εισήλθεν εις την θυγατέρα του βασιλέως. Εβασάνιζε δε ταύτην, όπως και τον νέον, κραυγάζον και λέγον· «Εάν δεν έλθη εδώ ο Επιφάνιος, όστις με έστειλεν εις την θυγατέρα σου, βασιλεύ, δεν εξέρχομαι εξ αυτής». Και πάλιν έλεγεν· «Επιφάνιε, συ, όστις είσαι εις την Φοινίκην, ελθέ εδώ δια να εξέλθω από την θυγατέρα του βασιλέως». Όθεν ο βασιλεύς, ακούσας τα λεγόμενα υπό του δαιμονίου, έστειλε πλήθος εκλεκτών ανθρώπων εις την Φοινίκην, δια να ανεύρουν τον Επιφάνιον. Ούτοι δε, μεταβάντες εις την Φοινίκην, ανεζήτησαν τον Άγιον εις όλα τα μέρη, αλλά δεν τον εύρον. Ούτω επέστρεψαν άπρακτοι. Τινές δε εξ αυτών εκακοποιήθησαν από τους Ρωμαίους, ως κατάσκοποι. Αλλά το δαιμόνιον εφώναζεν, ότι ο Επιφάνιος κατοικεί εις τον τόπον, τον καλούμενον Σπανύδριον. Ακούσας δε τούτο ο βασιλεύς, απέστειλε πάλιν τριάκοντα ανθρώπους και παρήγγειλεν εις αυτούς να ενδυθούν καθώς ενδύονται οι Ρωμαίοι, να αναχωρήσουν δια την Φοινίκην και να αναζητήσουν τον τόπον, όστις καλείται Σπανύδριον, διότι εκεί κατοικεί ο Επιφάνιος. Οι δε απεσταλμένοι, ενδυθέντες τας στολάς των Ρωμαίων, μετέβησαν εις την Φοινίκην και εξετάσαντες ακριβώς εύρον το Σπανύδριον. Μεταβάντες τότε, εν ώρα νυκτός, προ της θύρας του κελλίου, έκρουσαν ταύτην.Αλλ’ ο Άγιος, προσευχόμενος την ώραν εκείνην, δεν ήνοιξεν, ουδέ εταράχθη. Εκείνοι δε, θυμωθέντες, ηθέλησαν να θραύσουν την θύραν. Εις δε εξ αυτών εξήγαγε μάχαιραν και ήπλωσε την χείραν του δια να σχίση την θύραν. Αλλ’ η χειρ του έμεινεν ακίνητος ως τελείως ξηρά. Τότε οι άλλοι φοβηθέντες ανεχώρησαν μακράν του κελλίου. Αφού δε ο Άγιος ετελείωσε την προσευχήν του, ήνοιξε την θύραν. Ως δε είδε τον Άγιον εκείνος όστις είχε την χείρα του ακίνητον και ξηράν, έπεσε προ των ποδών του Αγίου, λέγων· «Ελέησόν με, δούλε των αθανάτων θεών». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Τι ζητείς από άνθρωπον αμαρτωλόν;» Εκείνος τότε είπεν· «Ήλθον εις τον τόπον τούτον υγιής και ιδού ότι εξηράνθη η χείρ μου». Είπεν ο Άγιος· «Ηγιής ήλθες, γενού πάλιν υγιής». Ευθύς δε ως ήγγισε την χείρα τού πάσχοντος ευεραπεύθη. Ιδόντες οι άλλοι το θαύμα, προσέπεσαν και αυτοί εις τους πόδας του Αγίου και προσεκύνουν αυτόν. Κατόπιν απεκάλυψαν την αιτίαν δια την οποίαν ήλθον να τον εύρουν. Ακούσας ο Άγιος τους λόγους των απεσταλμένων, ηννόησεν, ότι το δαιμόνιον, το οποίον είχεν εκδιώξει από τον νέον εκείνον, προσέβαλε την θυγατέρα του βασιλέως και την εβασάνιζεν. Είπε τότε προς εμέ· «Ας υπάγωμεν, τέκνον, μετά των ανθρώπων τούτων εις την Περσίαν». Εκείνοι δε είπον· «Ο βασιλεύς, Πάτερ, δεν μας έστειλε δι’ άλλον, ει μη μόνον δια σε και εφέραμεν και ζώον, ίνα καθίσης». Αλλ’ ο Άγιος απεκρίθη· «Εγώ μεταβαίνω πεζός. Όμως τον μαθητήν μου δεν θα τον αφήσω εδώ μόνον». Λέγουν οι απεσταλμένοι· «Έχομεν ζώα και δια τους δύο, μόνον σας παρακαλούμεν να ακολουθήσητε ημάς τους δούλους σας». Ευθύς τότε εις εξ αυτών, νέος, χαριέστατος εις το πρόσωπον, προσεκύνησε τον Άγιον, ειπών· «Συγχώρησόν μοι, Πάτερ». Ο δε Άγιος απήντησε με γλυκύτητα· «Ο Θεός να σε ευλογήση, τέκνον». Τότε ο νέος, εναγκαλισθείς με πολλήν ευλάβειαν τον Άγιον, εσήκωσεν αυτόν και τον εκάθισεν επί δρομικής τινος καμήλου, την οποίαν είχε, κατόπιν δε ήλθεν εις εμέ και έπραξεν ομοίως, και ούτω ανεχωρήσαμεν, αυτός δε εβάδιζεν έμπροσθεν των καμήλων. Αφού επεριπατήσαμεν επί τριάκοντα ημέρας, εφθάσαμεν εις την χώραν, εις την οποίαν ήτο ο βασιλεύς. Και ημείς μεν εμείναμεν εις τόπον καλούμενον Ούριον, τρεις δε εξ αυτών μετέβησαν εις την χώραν και ανήγγειλαν εις τον βασιλέα τον ερχομόν μας, ούτος δε επρόσταξε να μεταβώμεν προς αυτόν. Και ο μεν Άγιος μετέβαινε με θάρρος μεγάλο, ως να μη επρόκειτο να συναντηθή με βασιλέα, εγώ όμως, ιδών τόσον πλήθος ανθρώπων ισταμένων πέριξ αυτού, εφοβήθην πολύ. Ως δε ο Άγιος επλησίασε τον βασιλέα, ηγέρθη εκείνος από του θρόνου του. Ο δε Άγιος είπε προς αυτόν· «Κάθησε, τέκνον, εις τον θρόνον σου και μη λυπήσαι δια την θυγατέρα σου, διότι έχω τον φιλάνθρωπον Θεόν βοηθόν, όστις διώκει το πονηρόν δαιμόνιον. Μόνον πίστευε εις Αυτόν και θέλεις ίδει την κόρην σου υγιά. Διότι ο παγκάκιστος δαίμων, επειδή εξεδιώχθη από εκεί όπου ευρίσκετο, ήλθεν εις την θυγατέρα σου. Όμως, εάν πιστεύης εις τον Εσταυρωμένον Ιησούν Χριστόν, Εκείνος θέλει τον διώξει και από εδώ. Φέρε λοιπόν εδώ την κόρην σου και θέλεις ίδει την χάριν του φιλανθρώπου Ιησού». Επρόσταξε τότε ο βασιλεύς να φέρουν την θυγατέρα του, ευθύς δε ως ήλθεν εκείνη, είπε προς αυτήν ο Άγιος· «Σωφρονίσου, κόρη, και προσκύνησον τον πατέρα σου, διότι ο λύκος δεν θέλει σε κυριεύσει πλέον». Σφραγίσας τότε αυτήν τρεις φοράς δια του σημείου του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, είπε προς το δαιμόνιον· «Κακώς ήλθες εις την θυγατέρα του βασιλέως. Φύγε εξ αυτής και πήγαινε εις τόπους ακατοικήτους». Ευθύς τότε εξήλθε το δαιμόνιον από την κόρην και έφυγεν· Ιδών δε ο Άγιος, ότι ο βασιλεύς έμεινεν εκστατικός προ του θαύματος, είπεν προς αυτόν· «Χαίρε, ω βασιλεύς, διότι ο λύκος έφυγεν από την κόρην σου. Ύπαγε και συ, θύγατερ, εις την μητέρα σου και χαίρε μετ’ αυτής. Μόνον πρόσεχε καλώς, να φυλάττης το σώμα σου καθαρόν και αμόλυντον από αμαρτίας και πλέον δεν θέλει σε πλησιάσει ο κακούργος δοάβολος». Τότε ο βασιλεύς και όλοι οι παρευρισκόμενοι έπεσαν προ των ποδών του Αγίου και προσεκύνησαν αυτόν, παρακαλούντες να παραμείνη μετ’ αυτών πάντοτε και να τον έχουν εις πατέρα του βασιλέως. Εις δε εκ των μεγαλυτέρων μάγων της Περσίας είπε προς τον Άγιον· «Ω μάκαρ Επιφάνιε, μάγε ηγαπημένε, ήλθες εδώ δια να κάμης πολλά κατορθώματα. Δίδαξον λοιπόν την τέχνην σου εις τους μάγους μας και αυτοί θέλουν πλέον υπακούει εις σε». Αλλ’ ο Άγιος, ακούσας ταύτα, είπε προς αυτόν· «Ω μάγε, εχθρέ της αληθείας, μάθε να μη λαλής ατάκτους λόγους και να μη νομίζης, ότι ο δούλος του Θεού είναι μάγος της αδικίας. Όθεν, προς σωφρονισμόν σου, λέγω εις σε να μείνης άφωνος και να μη δύνασαι να λαλήσης πλέον». Τότε, ω του θαύματος! Ευθύς, με τον λόγον του Αγίου, ο μάγος έμεινεν άλαλος και ακίνητος. Ταύτα ιδόντες ο βασιλεύς και όλον το εκεί παρευρισκόμενον πλήθος, ετρόμαξαν και έπεσαν όλοι κατά γης. Ο δε Άγιος, εκτείνας την χείρα του και κρατήσας τον βασιλέα, είπε προς αυτόν με ιλαρότητα· «Ανάστα, βασιλεύ, ελθέ εις τον εαυτόν σου και μη φοβείσαι». Ούτως ηγέρθησαν όλοι. Στραφείς δε ο Άγιος προς τον μάγον, είπε· «Συλλογίσθητι καλώς τι βλέπεις και τι ακούεις και πρόσεχε εις την αλήθειαν, ώστε να μη νομίζης εμέ μάγον. Διότι εγώ είμαι δούλος του Εσταυρωμένου Ιησού Χριστού και, εν τω ονόματι Αυτού, λάλει πάλιν, άκουε ως και πρότερον και γίνου φίλος της αληθείας». Ευθύς τότε ο μάγος ήρχισε να ομιλή και εζήτει συγχώρησιν από τον Άγιον, αναγνωρίσας ότι έσφαλε. Μετά ταύτα ο βασιλεύς επρόσταξε και έφεραν χρυσόν, άργυρον, μαργαρίτας και πολυτίμους λίθους, τα οποία, αφού απέθεσε προ του Αγίου, είπε προς αυτόν· «Λάβε ταύτα, ω Πάτερ, και έχε με εις την μνήμην σου». Ο Άγιος όμως απεκρίθη προς τον βασιλέα· «Ημείς καταφρονούμεν όλα αυτά, ως ψευδή και ασήμαντα αγαθά τούτου του κόσμου, δια να απολαύσωμεν τα αληθή και αιώνια αγαθά του ουρανού. Μη λοιπόν δίδης μερίμνας εις εμέ δια τούτων, διότι ο Χριστός με εδίδαξε να μη χρειάζωμαι τοιούτους θησαυρούς. Όθεν λάβε και θάψε πάλιν αυτά εις το θησαυροφυλάκιόν σου. Γνώριζε όμως, ότι όσον καιρόν θα ευρίσκωνται εκεί θα είναι νεκρά και ανενέργητα, διότι προσέχεις μόνον εις αυτά και έχεις πολλήν περί τούτου φροντίδα, καμμίαν όμως ωφέλειαν εις την ψυχήν σου δεν δύνασαι να λάβης εκ τούτων. Μάλιστα έχεις κατά νουν να απολέσης πολλάς ψυχάς δια μέσου του χρυσού, όστις εδωρήθη εις σε παρά του Κυρίου, ίνα δίδης τούτον εις τους έχοντας ανάγκην. Γίνου λοιπόν δίκαιος, πλησιάζων προς τον Θεόν των όλων, καθώς δε ο Θεός έδωκε το χρυσίον εις σε, δίδε αυτό και συ εις τους πτωχούς, δια να μη καταδικασθής εις την μέλλουσαν Κρίσιν και ριφθής εις το αιώνιον σκότος. Διότι τότε θέλεις ενθυμηθή τους ιδικούς μου λόγους χωρίς όφελος. Άκουσον όμως τώρα τους λόγους μου, ίνα τότε αγάλλεσαι πάντοτε. Μη έχης τας βλέψεις επί του κόσμου τούτου και των αγαθών του και τότε όλος ο κόσμος θέλει υποταχθή εις σε. Φυλάττου δε προσεκτικώς από τους μάγους, διότι σε πλανούν δια των σκοτεινών των πράξεων». Μετά ταύτα, ιδών ο Άγιος, ότι έφθασεν η ώρα του γεύματος, είπεν προς τον βασιλέα· «Ήθελον να σου είπω και άλλα πολλά, αλλά δεν προσέχεις. Γνωρίζω, ότι ο λογισμός σου είναι τώρα εις την τράπεζαν. Όθεν ύπαγε, φάγε εξ όλων των φαγητών με μετριότητα, διότι προς ταύτα έχεις εστραμμένον τον λογισμόν σου». Είπε τότε ο βασιλεύς προς τον Άγιον· «Ελθέ, Πάτερ, ίνα συμφάγωμεν». Αλλ’ ο Άγιος απεκρίθη· «Ύπαγε εις την τράπεζαν και φάγε, καθώς σου είπον, εξ όλων των φαγητών, κατά την συνήθειάν σου. Μόνον άπεχε από την αταξίαν. Και εγώ με ολίγον άρτον από πίτυρα και με ολίγον άλας θέλω ικανοποιήσει την ανάγκην του σώματος». Τότε ο βασιλεύς απέλυσεν όλους τους άλλους, και επρόσταξε δε να εισέλθωμεν ημείς εις το κουβούκλιον, όπου και έστειλε προς ημάς διάφορα φαγητά. Ο δε Άγιος, αφού εκράτησε μόνον ένα άρτον, επέστρεψε τα άλλα, φαγόντες δε τούτον εχορτάσθημεν και ηυχαριστήσαμεν τον των όλων Θεόν. Την επομένην έστειλεν ο βασιλεύς και προσεκάλεσε τον Άγιον, όστις και μετέβη προς αυτόν. Καθώς δε επλησίασεν, ηγέρθη ο βασιλεύς από του θρόνου του και απέθεσε το βασιλικόν του σκήπτρον εις την γην, ο δε Άγιος είπεν· «Ανάλαβε, ω βασιλεύ, την άσκησιν του αξιώματος της βασιλείας και ευχαρίστει τον Θεόν, όστις σου το εδώρησε». Και ο βασιλεύς απεκρίθη· «Παρακαλώ σε, Πάτερ, μείνε εδώ μεθ’ ημών και εγώ θέλω πράξει ό,τι μου είπης». Αλλ’ ο Άγιος είπεν· «Εάν διαφυλάξης τους λόγους μου, θα σε ενθυμούμαι και εγώ, όπου και αν ευρίσκομαι». Εμείναμεν δε εις το παλάτιον του βασιλέως δέκα ημέρας. Κατόπιν ο Άγιος είπε προς τον βασιλέα· «Θέλω να αναχωρήσω δια τον τόπον μου, διότι αποζητώ εκείνους οίτινες ευρίσκονται εκεί, συ δε κάθησε εις τον θρόνον σου ήσυχος και μη κηρύξης πόλεμον εναντίον των Ρωμαίων. Διότι, εάν γίνης εχθρός των, θέλεις γίνει εχθρός και με τον Εσταυρωμένον Ιησούν Χριστόν. Εάν δε γίνης εχθρός του Εσταυρωμένου Ιησού, θέλεις κακώς αφανισθή από τους αντιδίκους σου». Τότε ο βασιλεύς, προπορευόμενος και ακολουθούμενος υφ’ όλων των οικείων του, κατευώδωσεν ημάς, αναχωρούντας δια τον τόπον μας. Όταν δε εξήλθομεν του βασιλικού παλατίου και ενώ ακόμη συνώδευεν ημάς ο βασιλεύς μετά της συνοδείας του, συνηντήσαμεν το λείψανον παιδίου άρχοντος τινός, το οποίον μετέφερον με νεκροκρέββατον, δια να το ρίψουν εις τους αστροκύνας, ίνα το φάγουν. Διότι τοιαύτην συνήθειαν έχουν οι Πέρσαι. Ναρίπτουν τους νεκρούς εις τους κύνας, δια να τους τρώγουν. Τότε ο Άγιος είπε προς εκείνους, οίτινες το μετέφερον· «Αποθέσατε, ω τέκνα, το λείψανον, εις την γην, δια να ίδωμεν και ημείς τον νεκρόν». Ευθύς τότε εκείνοι έπραξαν τούτο. Στραφείς δε ο Άγιος προς τον βασιλέα, είπε προς αυτόν· «Ω βασιλεύ, έπρεπε να θάπτετε εις την γην τους νεκρούς σας και όχι να τους ρίπτετε εις τους κύνας δια να τους φάγουν. Γνώριζε δε ότι εις το βασίλειόν σου έχεις πολλούς κακούς ανθρώπους, οι οποίοι θανατώνουν προώρως τους ανθρώπους. Και τούτον δε τον νεκρόν, τον οποίον βλέπεις, άνθρωπος κακότροπος τον εθανάτωσεν αδίκως με μαγείας. Όμως ο Θεός μου, όστις εσταυρώθη επί του ξύλου, θέλει αναστήσει αυτόν προ των οφθαλμών όλων σας». Ως δε είπε ταύτα ο Άγιος, ήγγισε τον νεκρόν δια των χειρών του και προσηυχήθη προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, ειπών· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ο αναστήσας εκ νεκρών τον τετραήμερον Λάζαρον, ανάστησον και τούτον τον νέον». Αφού δε εξεδύθη το επανωφόριόν του, ενέδυσε δια τούτου τον νέον. Διότι συνηθίζουν οι Πέρσαι να κηδεύουν γυμνούς τους αποθνήσκοντας. Ευθύς τότε, ω του θαύματος! ανέστη ο νεκρός και ηυχαρίστει τον Άγιον, ο οποίος είπεν εις τον νέον· «Ύπαγε, τέκνον, εις τον οίκον σου και ενδύθητι με τα συνήθη ενδύματά σου, φέρε δε εις εμέ το επανωφόριόν μου». Τούτο δε είπε, διότι ο Άγιος έφερεν εσωτερικώς τρίχινον υποκάμισον και επ’ αυτού το επανωφόριόν του. Ιδών ο βασιλεύς το θαύμα αυτό, το οποίον ετέλεσεν ο Άγιος, ενόμισεν ότι είναι Θεός. Ο δε Άγιος είπε προς αυτόν· «Μη λογίζεσαι τοιαύτα δι΄ εμέ, ω βασιλεύ, διότι είμαι άνθρωπος ομοιοπαθής και θνητός. Όμως ο Θεός μου, εις τον οποίον επίστευσα, παραχωρεί ταύτα τα σημεία εις εκείνους τους οποίους αγαπά». Αφού δε είπεν ο Άγιος ταύτα και άλλα περισσότερα, προσέθεσεν· «Επίστρεψον, τέκνον, εις το παλάτιόν σου και ημείς αναχωρούμεν δια την πατρίδα μας». Ο δε βασιλεύς ηρώτησεν τον Άγιον· «Πόσους ενόπλους θέλεις, Πάτερ, δια να σε συνοδεύσουν και να σε φυλάττουν καθ’ οδόν;» Ο δε Άγιος απήντησεν· «Έχω τον Θεόν, όστις με φυλάττει και στρατιώτας έχω τους Αγίους Αυτού Αγγέλους». Τότε ο βασιλεύς, προσκυνήσας τον Άγιον, είπεν· «Ύπαγε υγιαίνων, Επιφάνιε, η δόξα των Ρωμαίων, και ενθυμού και ημάς τους ευρισκομένους εις την Περσίαν». Αναχωρήσαντες εκείθεν, ήλθομεν εις την κατοικίαν μας, εις την οποίαν επί τρεις ημέρας δεν είχομεν ύδωρ ούτε δια να πίωμεν. Όθεν, σταθείς ο Άγιος κατ’ ανατολάς, ανέπεμψε προσευχήν προς τον Θεόν τοιαύτα λέγων· «Κύριε ο Θεός ημών, ο την ακρότομον πέτρα διαχαράξας και από ταύτης ύδωρ αναβλύσας και λαόν εκλείποντα ύδωρ ποτίσας, διασπάραξον και την γην ταύτην και ποίησον εξ αυτής ύδωρ πηγάζειν, επί κατοικεσία πενήτων ανθρώπων». Μετά δε την ευχήν ταύτην, ευωδία άρρητος ηπλώθη εις τον τόπον εκείνον. Κλίνας δε τρεις φοράς εις την γην και προσευχηθείς πάλιν, έλαβε μίαν σκαπάνην και ανέσκαψεν ολίγον την γην. Ευθύς τότε ανέβλυσεν ολίγον ύδωρ. Κατόπιν, αφού έσκαψε πάλιν, ανέβλυσεν ύδωρ πολύ, από του οποίου εποτίζετο η γη εκείνη και εφύτρωσε πολλά λαχανικά εις απόλαυσιν και τροφήν μας. Επειδή όμως ήρχοντο εκεί άγρια ζώα και μας έτρωγαν τα λάχανα, εστάθη ο Άγιος εν μέσω των λαχάνων και συνωμίλει μετά των θηρίων, ως να ήσαν άνθρωποι, λέγων· «Διατί, ω θηρία, δίδετε κόπους εις ημάς; Εγώ, επειδή είμαι αμαρτωλός και πτωχός, ήλθον εις τούτον τον τόπον, δια να κλαύσω το πλήθος των αμαρτιών μου και ο Θεός μού έδωκε την παρηγορίαν ταύτην των λαχάνων προς τροφήν, σεις όμως έρχεσθε και τα τρώγετε. Όθεν Αυτός ο Θεός σας προστάζει να μη έλθετε πλέον εδώ και να βλάπτετε τα λαχανικά». Ευθύς δε ως ήκουσαν τα θηρία τούτους τους λόγους, ωσάν να ήσαν άνθρωποι λογικοί ανεχώρησαν και από την ημέραν εκείνην δεν ήλθον πλέον εις τον τόπον μας. Οι δε Σαρακηνοί εκείνοι, οίτινες έκτισαν το κελλίον, ακούσαντες ότι ήλθεν ο Άγιος από την Περσίαν, ήλθον δια να τον ίδουν και να λάβουν την ευλογίαν του. Τότε μας έκτισαν τρία ακόμη κελλία και έπειτα ανεχώρησαν δια τους τόπους των. Διεδόθη δε εις όλην την Φοινίκην, ότι ο Άγιος Επιφάνιος κατοικεί εις το Σπανύδριον και τότε συνηθροίσθησαν εκεί και άλλοι αδελφοί και ούτω είμεθα εν όλω οκτώ. Μίαν ημέραν, αφού ο Άγιος με εκάλεσε, μετέβημεν εις το Μοναστήριον του Αγίου Ιλαρίωνος, προς επίσκεψιν των αδελφών, οι οποίοι μας εδέχθησαν μετά χαράς μεγάλης και μας εφιλοξένησαν επί πολλάς ημέρας. Αλλ’ ο διάβολος, όστις εξ αρχής καταδιώκει τους δούλους τού Θεού, μετεσχηματίσθη εις το σχήμα του Αγίου Επιφανίου και μετέβη εις το Μοναστήριόν μας. Ιδών τότε αυτόν εις αδελφός, εκ των αμελεστέρων, έσπευσεν, ίνα τον προσκυνήση. Πεσών δε κατά γης προσεκύνησε τον πονηρότατον δαίμονα και ευθύς εδαιμονίσθη και έτρεχεν ατάκτως ένθεν κακείθεν. Ο δε Άγιος είπεν εις τον μέγαν Ιλαρίωνα· «Λύκος εισώρμησεν εις το Μοναστήριον και ετάραξεν όλους τους αδελφούς». Όθεν, αφού ησπάσθη τους αδελφούς άπαντας, επεστρέψαμεν εις το Μοναστήριόν μας. Αναπέμψας τότε προσευχήν εις τον φιλάνθρωπον Θεόν, ελύτρωσε τον αδελφόν εκείνον από το δαιμόνιον που τον ηνώχλησεν. Άλλοτε πάλιν ήλθον εις το Μοναστήριον τρεις χωρικοί, εκ των οποίων ο εις κατείχετο υπό δαιμονίου, οι δε άλλοι δύο παρεκάλουν τον Άγιον να αποδιώξη απ’ αυτού το δαιμόνιον. Ο δε Άγιος είπε· «Λάβετε, τέκνα, τον φίλον σας και αναχωρήσατε εν ειρήνη. Διότι, δια του ονόματος του Ιησού Χριστού, δεν υπάρχει πλέον κανέν κακόν εις αυτόν». Πιστεύσαντες τότε εκείνοι εις τον λόγον του Αγίου ανεχώρησαν και έως να φθάσουν εις τας οικίας των έφυγε το δαιμόνιον από τον άνθρωπόν των, όστις και ιάθη τελείως από της ώρας εκείνης. Εις τινα τόπον έρημον, μακράν από το Μοναστήριόν μας έως εξήκοντα στάδια, λέων τις εξήρχετο από την λόχμην του και έτρωγε πολλούς ανθρώπους, εκ των εκείθεν διερχομένων. Όθεν, συναθροισθέντες πάντες οι έχοντες ανάγκην να διαβαίνουν από τον τόπον εκείνον, ήλθον εις το Μοναστήριον και παρεκάλουν μετά δακρύων τον Άγιον να προσευχηθή προς τον Θεόν, ίνα διώξη εκείθεν τον λέοντα. Ο δε Άγιος είπεν· «Εν τω ονόματι του Κυρίου, ας υπάγωμεν εκεί δια να ίδωμεν τον ανθρωποφάγον λέοντα». Όταν λοιπόν έφθασαν εις τον τόπον εκείνον, εξήλθεν ο λέων από του δάσους. Και ως είδε τον Άγιον, έπεσε κατά γης και απέθανεν. Ιδόντες δε οι άνθρωποι το θηρίον νεκρόν, εθαύμαζον. Ο Άγιος είπε τότε προς αυτούς· «Εάν έχετε πίστιν εις τον Ιησούν Χριστόν, κατά τον ίδιον τούτον τρόπον θέλουν πέσει όλοι, όσοι σας επιβουλεύονται». Μεταξύ των άλλων αρετών, τας οποίας εχάρισεν ο Θεός εις τον Άγιον, παρεχώρησε και ταύτην. Να εξηγή τας θείας Γραφάς με όλην την αλήθειαν. όταν λοιπόν ανεγίνωσκεν εις τους αδελφούς την Παλαιάν ή την Νέαν Γραφήν, ηρμήνευεν εις αυτούς και όλα τα αναγινωσκόμενα. Κατ’ εκείνον δε τον καιρόν ευρίσκετο εις την πόλιν Έδεσσαν φιλόσοφός τις και ρήτωρ θαυμαστός, Επιφάνιος το όνομα, ο οποιος, ακούσας δια τον Άγιον, ότι είναι λόγιος και εξηγεί τας Γραφάς, επεθύμησε να συνομιλήση μετ’ αυτού. Εξεκίνησε λοιπόν από την Έδεσσαν και ήλθεν εις το Μοναστήριον. Ως δε είδε τον Άγιον, εγνώρισεν αυτόν και πλησιάσας τον προσεκύνησεν. Ο δε Άγιος είπε προς αυτόν· «Θαυμάζω, φιλόσοφε, και απορώ, δια ποίαν αιτίαν συ, ο μέγας ρήτωρ, να οδοιπορήσης τόσον, διανύων τόσον μακράν οδόν, δια να έλθης εις εμέ τον αμαθή και αμαρτωλόν». Και ο φιλόσοφος είπε· «Μη θαυμάζης δια τούτο, διδάσκαλε πεποθημένε, διότι η μετά σοφών συνομιλία απαιτεί και πολλούς λόγους και όπου λέγονται υπό τούτων λόγοι πολλοί, εκεί αποκτάται και η μάθησις διαφόρων πραγμάτων». Ταύτα ειπών ο φιλόσοφος εσιώπησεν. Ο δε Άγιος ήρχισεν αναγινώσκων το πρώτον βιβλίον της Παλαιάς Γραφής, το της Κοσμοποιϊας, ο δε φιλόσοφος άλλα μεν εκ των γραφομένων παρεδέχετο και εις άλλα αντέλεγεν. Επί τρεις ημέρας λοιπόν αυνδιελέγοντο και δεν συνεφώνουν. Πεισθείς όμως ο φιλόσοφος δια την πολιτείαν και τα ήθη του Άγίου, τον ηγάπησε πολύ και την τετάρτην ημέραν είπε προς τον Άγιον· «Διδάσκαλε, η παραμονή εις τούτον τον τόπον είναι καλή και, εάν ορίζης, αγαπώ να κατοικήσω και εγώ εδώ». Ο Άγιος απεκρίθη· «Τούτο είναι εις την προαίρεσίν σου. Ώστε, εάν θέλης, κατοίκησον». Ο δε φιλόσοφος ηρώτησε· «Να φέρω και τα βιβλία μου;» Ο Άγιος απεκρίθη· «Φέρε ταύτα». Ο δε φιλόσοφος είπεν· «Εγώ δεν φεύγω πλέον από εδώ, αλλά παρακαλώ να στείλης τον Κάλλιστον, δια να φέρη τα βιβλία και όλα μου τα πράγματα». Ήτο δε ο Κάλλιστος υιός Αετίου, του πρώτου επάρχου της Ρώμης, και είχε δαιμόνιον. Νύκτα δε τινα είδεν εν οράματι τον Άγιον Επιφάνιον, λέγοντα προς αυτόν· «Θέλεις, Κάλλιστε, να διώξω από σου το δαιμόνιον»; Και ο Κάλλιστος είπε· «Ποίος είσαι συ, αυθέντα μου, όστις δύνασαι να διώξης το δαιμόνιον»; Και ο Άγιος απήντησεν· «Εγώ είμαι ο Επιφάνιος, από την Φοινίκην της Παλαιστίνης, κατοικώ δε εις το Μοναστήριον το εν τω Σπανυδρίω. Εάν λοιπόν διώξω το δαιμόνιον από σε, έρχεσαι να κατοικήσης μετ’ εμού εις το Μοναστήριον τούτο»; Και ο Κάλλιστος απεκρίθη· «Δίωξον, αυθέντα μου, το δαιμόνιον απ’ εμού και μετά χαράς έρχομαι να κατοικήσω μετά σου». Λέγει ο Άγιος· «Πρόσεξε μη πράξης άλλως, διότι πάλιν θέλει έλθει εις σε το δαιμόνιον». Αφυπνισθείς τότε ο Κάλλιστος διηγήθη εις τον πατέρα του εκείνα τα οποία είδεν εν οράματι και από της ημέρας εκείνης δεν ηνωχλήθη πλέον από το δαιμόνιον. Όθεν, μετά τρεις μήνας, είπε προς τον πατέρα του· «Θέλω, πάτερ, να υπάγω εις την Φοινίκην, δια να εύρω τον Επιφάνιον και να κατοικήσω μετ’ αυτού εις το Σπανύδριον». Ευθύς τότε ο πατήρ του έδωκεν εις αυτόν αργυρά νομίσματα πολλά και απέστειλε τούτον. Ως δε έφθασεν ο Κάλλιστος εις την Φοινίκην, εύρε τον Άγιον και αφού διηγήθη εις αυτόν όλα τα συμβάντα, κατώκησε μεθ’ ημών. Ούτος λοιπόν ο Κάλλιστος, λαβών μεθ’ εαυτού δύο υποτακτικούς και τρεις καμήλους, μετέβη, δια προσταγής του Αγίου, εις την Έδεσσαν και έφερεν εις το Μοναστήριον τα βιβλία του φιλοσόφου. Έκτοτε ο Άγιος και ο φιλόσοφος ευρίσκοντο καθ’ εκάστην εις μεγάλην φιλονεικίαν. Είπε δε προς τον φιλόσοφον ημέραν τινά ο Άγιος· «Ο Προφήτης Δανιήλ λέγει· «Κριτήριον εκάθισε και βίβλοι ηνεώχθησαν» (Δαν. ζ:10), φέρε μου λοιπόν συ, τα ιδικά σου βιβλία και εγώ τα ιδικά μου, εκείνα τα οποία μοι εχάρισεν ο Θεός και ας καθήσωμεν να κριθώμεν μεταξύ μας». Όθεν ετοποθέτησεν ο Άγιος τας θείας Γραφάς εκ δεξιών και ο φιλόσοφος τα βιβλία του εξ αριστερών και ήρχισεν από την αρχήν της Κοσμοποιϊας. Ο μεν Άγιος από της Γενέσεως, την οποίαν συνέγραψεν ο Μωϋσής, ο δε φιλόσοφος από την γένεσιν, την οποίαν συνέγραψεν ο Ησίοδος. Αναγιγνώσκοντες δε τα δύο βιβλία εφιλονείκουν μεταξύ των. Όμως το φως ήτο φως και το σκότος, σκότος. Η Γένεσις, δηλαδή, του Μωϋσέως ήτο αληθής, και η γένεσις του Ησιόδου ήτο ψευδής. Διότι ο Μωϋσής συνέγραψε την Γένεσιν με την χάριν του Θεού, ο δε Ησίοδος εκ Θεού είχε την ζωήν και από των δαιμόνων την πλάνην. Ένα χρόνον ολόκληρον διελέγετο ο Άγιος μετά του φιλοσόφου περίτου θέματος τούτου και δεν ηδύνατο να τον καταπείση δια των λόγων. Ενώ δε ούτως ηγωνίζετο ο Άγιος να καταπείση τον φιλόσοφον, επτά χωρικοί έφεραν εις το Μοναστήριον νέον τινά δαιμονιζόμενον και επειδή δεν ηδύναντο ούτοι να τον κρατήσον, τον έδεσαν με αλυσίδας και τον έφερον. Είπε τότε ο Άγιος προς τον φιλόσοφον, να επικαλεσθή το πλήθος των θεών του, δια να διώξουν το δαιμόνιον από τον νέον. Αλλ’ ο φιλόσοφος ενόμισεν, ότι ενικήθη ο Άγιος και επειδή δεν είχε πλέον τίποτε να προσθέση, είπε τον λόγον τούτον προς αυτόν. Ο δε Άγιος ηννόησε ταύτα και είπε προς τον φιλόσοφον· «Τι λέγεις, ω φιλόσοφε, δια τον νέον τούτον; Ή θεράπευσέ τον συ με τους θεούς σου και εγώ να πιστεύσω εις αυτούς ή θεραπεύει τούτον ο Θεός μου, ο Εσταυρωμένος, και να πιστεύσης συ εις Αυτόν». Ο φιλόσοφος όμως δεν επίστευεν, ότι έλεγε ταύτα αληθώς ο Άγιος, αλλ’ ενόμιζεν, ότι λέγει τι το αστείον. Ο Άγιος όμως επλησίασε τον δαιμονιζόμενον και τον ηρώτησε· «Θέλεις να λύσω τα σίδηρα από τας χείρας σου;» Ακούσας ταύτα ο φιλόσοφος, έτρεξεν ευθύς εντός του κελλίου και έκλεισε καλώς την θύραν, συλλογιζόμενος· «Ούτος ο Μοναχός, ως άπειρος, θέλει να λύση από των δεσμών τον πάσχοντα. Ας φύγω λοιπόν εγώ, δια να μη πάθω κανέν κακόν από αυτόν». Έλυσε δε πράγματι αυτόν ο Άγιος από τα σίδηρα και σφραγίσας τούτον τρις δια του σημείου του ζωοποιού Σταυρού, είπε προς το δαιμόνιον· «Εγώ ο αμαρτωλός Επιφάνιος, ο δούλος του Κυρίου, σε προστάζω εν ονόματι του Ιησού Χριστού, του Εσταυρωμένου Υιού του Θεού, έξελθε από τον άνθρωπον τούτον και μη τον ενοχλήσης πλέον». Ευθύς τότε, ω του θαύματος! εξήλθεν το δαιμόνιον και ο νέος εσωφρονίσθη και επανήλθεν εις καλήν κατάστασιν. Ο δε φιλόσοφος, ανοίξας την θύραν και ιδών τον νέον τεθεραπευμένον, έσπευσε να προσκυνήση τον Άγιον, λέγων· «Ω Επιφάνιε, νικητά και στεφανηφόρε, πιστεύω εις τους λόγους σου δια μέσου των έργων, τα οποία τελούνται, ήτοι δια του θαύματος τούτου, το οποίον βλάπω. Διότι οι λόγοι πετούν εις τον αέρα, αλλά τα έργα καρποφορούν και φαίνονται. Δια τούτο θέλω και εγώ να γίνω δούλος του Εσταυρωμένου». Ο Άγιος είπε τότε προς αυτόν· «Τι θαυμάζεις δια τούτο, ω φιλόσοφε, νομίζων, ότι εγώ ετέλεσα το θαύμα τούτο; Όχι· δεν ενήργησα τούτο εγώ, αλλ’ ο Υιός του Θεού κάμνειτα καλά ταύτα, δια μέσου εκείνων οίτινες πιστεύουν εις Αυτόν». Ακούσας ταύτα ο φιλόσοφος, παρεκάλεσε τον Άγιον να τον βαπτίση. Ωδήγησε τότε αυτόν και εμέ ο Άγιος προς τον μέγαν Ιλαρίωνα, όστις και τον εβάπτισε δια του Αγίου Βαπτίσματος. Έπειτα παρεκάλεσεν ο Άγιος τον μέγαν Ιλαρίωνα και έστειλεν ένα αδελφόν, μετα του Επιφανίου του νεοφωτίστου, εις την Ελευθερόπολιν, προς τον Επίσκοπον, όστις και εχειροτόνησεν αυτόν Ιερέα, μετά δε ταύτα επεστρέψαμεν πάλιν εις το Μοναστήριόν μας. Τότε, προσκαλέσας ο Άγιος άπαντας τους αδελφούς, είπε προς αυτούς· «Αυτός, όστις ενόμιζε πρότερον, ότι είναι μέγας φιλόσοφος, αν και δεν ήτο τίποτε, ιδού ότι τώρα, με την χάριν του Χριστού, έγινε αληθώς φιλόσοφος και άξιος Ιερεύς. Ούτος θέλει είναι εις το εξής και ο Πνευματικός σας πατήρ». Ο Επιφάνιος, λοιπόν, ο φιλόσοφος, κατηξιώθη να λάβη από τον Θεόν τοιούτον εξαίσιον χάρισμα, να γίνη δε και Ηγούμενος των αδελφών. Επειδή δε ήρχοντο πολλοί εις το Μοναστήριον και δεν άφηνον τον Άγιον να ησυχάση, απεφάσισε να αναχωρήση εκείθεν εις τα μέρη της Αιγύπτου. Όθεν, προσκαλέσας τους αδελφούς, είπε προς αυτούς· «Θέλω, τέκνα, να υπάγω εις το Μοναστήριον του μεγάλου Ιλαρίωνος προς επίσκεψιν των εκεί αδελφών». Εκείνοι όμως ηννόησαν ότι θέλει να φύγη και πεσόντες προ των ποδών αυτού παρεκάλουν τούτον, με πολύν κλαυθμόν και οδυρμόν, να μη αναχωρήση. Ευσπλαγχνισθείς τότε αυτούς ο Άγιος είπεν, ότι δεν φεύγει. Αλλά δεν παρήλθον δέκα ημέραι και νύκτα τινά με εκάλεσε να τον ακολουθήσω. Μετέβημεν τότε εις τα Ιεροσόλυμα, όπου προσεκυνήσαμεν την ζωήν ημών, τον Τίμιον Σταυρόν του Κυρίου. Αφού δε διήλθομεν εξ όλων των Αγίων Τόπων και προσεκυνήσαμεν, εξήλθομεν από την Ιερουσαλήμ δια να μεταβώμεν εις την Αίγυπτον. Καθ’ οδόν, συνήντησεν ημάς γυνή τις δαιμονιζομένη, ήτις, ορμήσασα κατά του Αγίου, έσχισε το επανωφόριον αυτού. Ευθύς τότε εξήλθεν εξ αυτής το δαιμόνιον και προσπεσούσα εις τους πόδας του Αγίου παρεκάλει τούτον να την συγχωρήση και να μη οργισθή κατ’ αυτής. Ο Άγιος είπε τότε προς την γυναίκα· «Ύπαγε υγιής εις τον οίκον σου, διότι εκείνος όστις έσχισε το επανωφόριόν μου έφυγεν». Ούτως η γυνή επέστρεψεν εις τον οίκον της υγιής και ημείς κατήλθομεν εις την Ιόππην, την κοινώς λεγομένην Γιάφαν, από όπου, εισελθόντες εις πλοιάριον, επλεύσαμεν εις την Αλεξάνδρειαν. Εκεί συνηντήσαμεν νομοδιδάσκαλόν τινα των Εβραίων, Ακύλαν το όνομα, μετά του οποίου ο Άγιος ήρχισε να συνδιαλέγεται επί χωρίων της Παλαιάς Γραφής και ήλθον εις πολλήν φιλονικίαν την ημέραν εκείνην. Την δε επομένην, ενώ συνωμίλουν πάλιν, εμάκρυνον τον λόγον, εις δε το τέλος ο Ακύλας, καταπεισθείς εκ των λόγων του Αγίου, εζήτησε να γίνη Χριστιανός. Όθεν, παραλαβών τούτον μεθ’ εαυτού ο Άγιος, τον ωδήγησε προς τον μέγαν Αθανάσιον, τον Πάπαν και Πατριάρχην της Αλεξανδρείας, δια να τον κατηχήση. Ημείς δε, εξελθόντες της πόλεως, μετεβαίνομεν προς τα μέρη της άνω Θηβαϊδος. Καθ’ οδόν συνηντήσαμεν μαθητήν τινα του μεγάλου Αντωνίου, Παφνούτιον καλούμενον, προς τον οποίον είπεν ο Άγιος· «Ευλόγησον ημάς, Πάτερ». Εκείνος δε απεκρίθη· «Ευλογημένοι υμείς εν ονόματι Κυρίου». Αφού δε ο Παφνούτιος ούτος είπε την εχήν, αντηλλάξαμεν τον ασπασμόν και εκαθήσαμεν ολίγον εις τον τόπον εκείνον, δια να λάβωμεν αναψυχήν. Τότε ο Άγιος ηρώτησε τον Παφνούτιον δι’ όλα εκείνα τα οποία κατώρθωσεν ο Μέγας Αντώνιος, ούτος δε διηγήθη πάντα. Έπειτα ο Άγιος είπε· «Θέλω, Πάτερ, να κατοικήσω εις την Νιτρίαν». Απεκρίθη ο Παφνούτιος· «Ύπαγε υγιαίνων και απόλαυε τους εκεί Πατέρας. Σύναξε δε και χόρτον θερμόν· έπειτα πήγαινε εις την Κύπρον και τρέφε πρόβατα εις ιματισμόν και τίμα παίδας, ίνα ώσιν άρνες». Κατόπιν, αφού πάλιν προσηυχήθησαν επ’ αρκετόν, ηκολουθήσαμεν ο καθ’ εις τον δρόμον του. Ήτο δε εις τα περίχωρα της Λεοντοπόλεως Μοναχός τις, Ιέραξ καλούμενος, ο οποίος ενήστευε πολύ και ούτε έλαιον έτρωγεν, ούτε οίνον έπινε και υπό τινων ενομίζετο, ότι είναι άνθρωπος αγαθός και ότι έχει προορατικόν. Ακούσας ταύτα ο Άγιος, επόθησε να ίδη τούτον. Όθεν, μεταβάντες εις το Μοναστήριόν του, εύρομεν πλήθος ανθρώπων, οίτινες ηκροώντο την διδασκαλίαν του. Ιδών δε ο Ιέραξ τον Άγιον, ηρώτησε πόθεν ήτο και πως ωνομάζετο. Μαθών τότε ότι ήτο από την Παλαιστίνην και ωνομάζετο Επιφάνιος, εδειλίασε πολύ, διότι είχεν ακούσει δια τον Άγιον, ότι ήτο λόγιος και είχε προορατικόν, όμως εξηκολούθησε να διδάσκη τον λαόν. Ομιλών δε περί της αναστάσεως των νεκρών, έλεγεν, ότι εις τον μέλλοντα αιώνα, δεν ανασταίνεται αυτή η ιδία σαρξ του ανθρώπου, αλλ’ αντ’ αυτής ανασταίνεται άλλη και ότι αύτη διαλύεται εις την γην, κατά το «Γη ει και εις γην απελεύση» (Γεν. γ:19) και ότι όσοι απέθανον παιδία, εν τη αναστάσει δεν θα είναι τέλειοι κατά την ηλικίαν. Ακούσας ταύτα ο Άγιος ηδημόνησε και είπε προς αυτόν· «Να μείνη άλαλον το στόμα σου, δια να μάθης να μη βλασφημής». Ευθύς δε, με τον λόγον του Αγίου, έμεινεν ο Ιέραξ εις τον τόπον ακίνητος και άλαλος. Ιδόντες τότε οι άνθρωποι το θαύμα, το οποίον ετελέσθη δια του Αγίου ειςτον Ιέρακα, έμειναν όλοι εκστατικοί. Ήρχισε λοιπόν ο Άγιος να τους διδάσκη περί αναστάσεως, φέρων μαρτυρίας από τας θείας Γραφάς. Παρήλθον δε έως τρεις ώραι και ο Ιέραξ έμεινεν άλαλος. Μετά δε ταύτα είπεν ο Άγιος προς αυτόν· «Ήκουσας την πίστιν την βεβαίαν και λάλει πλέον τον λόγον τον αληθινόν». Ευθύς τότε ελύθη ο δεσμός της γλώσσης του Ιέρακος και έλεγεν, ότι έσφαλε και μετανοεί δια το σφαλερόν εκείνο φρόνημα, το οποίον είχε περί της αναστάσεως των νεκρών. Αναχωρήσαντες εκείθεν μετέβημεν εις την άνω Θηβαϊδα προς τον Ιωάννην, άνδρα θαυμάσιον και πολύ ενάρετον, όστις μας εδέχθη με πολλήν αγάπην και ιλαρότητα. Τινές δε άνθρωποι, από τους τόπους εκείνους, είχον φέρει εις τον Ιωάννην νέον τινά δαιμονιζόμενον, τον οποίον είχον δεμένον, δια να μένη πλησίον τούτου. Και ως ο πάσχων είδε τον Άγιον, έλεγε μεγαλοφώνως· «Τι ήλθες εδώ, Επιφάνιε, δούλε του Θεού;» Από δε της έκτης ώρας έως της ενάτης τοιουτοτρόπως εφώναζεν. Έπειτα, κόπτων εξαίφνης τα δεσμά, έδραμε προς τον Άγιον και εγγίζων τους πόδας του Αγίου εφώναζε· «Δούλε του Θεού, απόλυσόν με, δια τον Θεόν, τον οποίον συ πιστεύεις». Διότι ο Άγιος Επιφάνιος είχεν είπει πρότερον εις το δαιμόνιον να μη εξέλθη από τον νέον, δια να μη γνωρίση ο Ιωάννης, ότι διώκει δαιμόνια. Τότε ο Άγιος είπε προς τον νέον· «Εγέρθητι, άνθρωπε, διατί με ενοχλείς»; Ευθύςδε, ω του θαύματος! εξήλθεν από τον νέον το δαιμόνιον και ούτος ηγέρθη υγιής, ευχαριστών τον Άγιον. Εμείναμεν δε πλησίον του Ιωάννου τρεις ημέρας και έπειτα κατήλθομεν εις τα Βουκόλια, όπου εμείναμεν επτά χρόνους. Όμως εκεί είχεν πολλήν ενόχλησιν ο Άγιος από τους ανθρώπους. Ήλθε δε ποτε εις τον Άγιον και φιλόσοφος τις, Ευδαίμων καλούμενος, και συνδιελέγετο επί δέκα ημέρας. Και ο μεν Άγιος απεδείκνυε την αλήθειαν από τας θείας Γραφάς, ο δε φιλόσοφος αντέλεγεν, ανωφελώς φιλονεικών. Είχε δε ο Ευδαίμων μετ’ αυτού και το παιδίον του τυφλόν από τον ένα οφθαλμόν. Ο δε Άγιος είπε μίαν ημέραν· «Βλέπω, φιλόσοφε, ότι είσαι εστολισμένος και με λόγον και με πλούτον και έχεις ακόμη και πολλούς θεούς. Αλλά διατί δεν φροντίζεις δια το παιδίον σου, να ιατρευθή ο οφθαλμός του»; Ακούσας τούτο εγέλασεν ο φιλόσοφος και είπε προς τον Άγιον· «Αν εις όλην την οικουμένην ήτο μόνον το ιδικόν μου παιδίον να μη έχη οφθαλμόν, ήθελον φροντίσει δι’ αυτό· αλλ’ αφού είναι αναρίθμητοι εις τον κόσμον εκείνοι, οίτινες δεν έχουν κανένα οφθαλμόν, τι να φροντίσω εγώ δια τούτο, το οποίον, επί τέλους έχει τον ένα οφθαλμόν»; Του λέγει ο Άγιος· «Αν όμως ήτο μόνον το ιδικόν σου παιδίον, τι ήθελες κάμει δια να το ιατρεύσης»; Εκείνος είπε· «Τίποτε άλλο, εκτός του να συλλογίζωμαι πολλάκις και να λέγω, ότι ουδείς είναι εις όλον τον κόσμον, ως το ιδικόν μου παιδίον». Ο δε Άγιος είπε· «Μη εκλαμβάνης τους λόγους μου, φιλόσοφε, ως αστείους, διότι εν μέσω ημών είναι ο Θεός· αλλά φέρετο παιδίον σου και ιδέ την δόξαν του Θεού». Ευθύς τότε, λαβών εκ της χειρός το παιδίον του Ευδαίμονος, εσφράγισε με το σημείον του ζωοποιού Σταυρού τον τυφλόν οφθαλμόν του τρεις φοράς και, ω του θαύματος! αμέσως ανέβλεψεν. Ως δε είδεν ο Ευδαίμων τούτο το θαύμα, παρεκάλεσε τον Άγιον να τον κάμη Χριστιανόν. Αλλ’ ο Άγιος του είπε να μεταβή εις τον Επίσκοπον, όστις και τον εβάπτισε δια του Αγίου Βαπτίσματος. Εγένετο δε ο Άγιος περιβόητος εις όλην την Αίγυπτον και εζήτουν οι Επίσκοποι να εύρουν την ευκαιρίαν, δια να τον χειροτονήσουν Επίσκοπον. Ο Θεός όμως, όστις ήτο οδηγός του Αγίου, απεκάλυψε τούτο εις αυτόν. Όθεν, αναχωρήσαντες εκείθεν, επεστρέψαμεν πάλιν εις την πατρίδα μας και μετέβημεν εις το Μοναστήριον του μεγάλου Ιλαρίωνος. Ως δε οι αδελφοί είδον τον Άγιον, εχάρησαν χαράν μεγάλην, διότι εις μεγάλην λύπην ευρίσκοντο, επειδή ο μέγας Ιλαρίων είχεν αναχωρήσει από το Μοναστήριον, δια την πολλήν ενόχλησιν την οποίαν επροξένουν οι άνθρωποι εις αυτόν, και είχε μεταβή εις την Κύπρον, εις τα μέρη της Πάφου. Εμείναμεν δε εκεί τεσσαράκοντα ημέρας και έπειτα ανεχωρήσαμεν δια το Μοναστήριόν μας, εις το οποίον ο Άγιος έκαμεν Ηγούμενον, ως προείπομεν, τον Εδεσσηνόν Επιφάνιον, όστις συνήθροισεν εκεί πλήθος Μοναχών, τους οποίους πολύ επεμελείτο, διότι και αυτός ήτο άνθρωπος θαυμαστός. Βλέποντες δε τον Άγιον οι αδελφοί, έχαιρον μεγάλως και εδόξαζον τον Θεόν. Επειδή δε ενέσκηψε πείνα εις όλην την Φοινίκην και ανομβρία μεγάλη, συνήχθησαν πλήθη ανθρώπων και ήλθον προς τον Άγιον, παρακαλούντες να αναπέμψη προσευχήν προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, ίνα δώση βροχήν εις την γην και ούτω να παραγάγη αύτη τους καρπούς της. Ο δε Άγιος είπε προς αυτούς· «Τι με ενοχλείτε, άνθρωποι; Και εγώ άνθρωπος αμαρτωλός είμαι». Εκείνοι όμως δεν παρητούντο, αλλά παρεκάλουν τούτον περισσότερον, έως ότου έφθασεν η ενάτη ώρα της ημέρας. Τότε ο Άγιος είπε προς τον Ηγούμενον· «Πρόσταξον τους αδελφούς να ετοιμάσουν τράπεζαν δια τους ανθρώπους τούτους, δια να φάγουν, να ευφρανθούν και κατόπιν να επιστρέψουν εις τον τόπον των». Ως δε εκείνοι μετέβησαν εις την τράπεζαν, εισήλθε και ο Άγιος εντός του κελλίου του και κλίνας τα γόνατα εις την γην παρεκάλει τον Θεόν να πέμψη βροχήν εις την διψώσαν γην. Ευθύς τότε με την προσευχήν του Αγίου εγέμισεν ο ουρανός από νέφη και αστραπαί και βρονταί εγένοντο και έβρεξε βροχήν μεγάλην. Οι δε άνθρωποι ηγέρθησαν από της τραπέζης και εδόξαζον τον Θεόν. Έβρεχε δε συνεχώς επί τρεις ημέρας εις όλην την Φοινίκην. Οι δε άνθρωποι εκείνοι ήλθον εις το κελλίον του Αγίου και παρεκάλουν τούτον να σταματήση, δια στόματός του, την βροχήν. Ο δε Άγιος είπε προς αυτούς· «Διατί, τέκνα μου, έχετε δι’ εμέ τοιούτους λογισμούς; Άνθρωπος είμαι και εγώ, όπως και σεις. Όμως ο ευεργέτης ημών Θεός γνωρίζει τίνος έχομεν ανάγκην και μας το προσφέρει». Εκείνοι δε παρεκάλουν περισσότερον τον Άγιον. Είπε τότε πάλιν ο Άγιος προς τον Ηγούμενον· «Πρόσταξον να ετοιμάσουν τράπεζαν δια τους ανθρώπους, δια να φάγουν και να πίουν και κατόπιν να επιστρέψουν εις τον τόπον των». Μεταβάντες δε ούτοι εις την τράπεζαν, παρεκάλεσαν τον Άγιον να ευλογήση. Ως δε ο Άγιος είπεν· «Ευλογητός ο Κύριος», ευθύς εστάθη η βροχή. Αλλ’ εξ αιτίας της πολλής ενοχλήσεως την οποίαν έδιδον οι άνθρωποι εις τον Άγιον, εζήτησεν ούτος πάλιν να αναχωρήση εκείθεν. Κατ’ εκείνον δε τον καιρόν συνηθροίσθησαν οι Επίσκοποι του τόπου εκείνου, ίνα χειροτονήσουν Επίσκοπον δια τινα χηρεύουσαν Επισκοπήν. Εξετάζοντες δε να εύρουν άξιον τινα δια το αξίωμα τούτο, έκριναν εύλογον να χειροτονήσουν τον Επιφάνιον. Προσκαλέσαντες τότε Μοναχόν τινά, πολύ ευλαβή, Πολύβιον ονομαζόμενον, όστις εγνώριζε τον Άγιον, είπον προς αυτόν· «Παράλαβε ταχύ τι υποζύγιον και ύπαγε εις το Μοναστήριον να ίδης εάν είναι εκεί ο Επιφάνιος και επίστρεψον ταχέως να μας φέρης απάντησιν, πρόσεξε μόνον να μη φανερώσης εις ουδένα, ούτε εις τον Επιφάνιον, ότι σε απεστείλαμεν ημείς». Ως δε ο Πολύβιος έφθασεν εις το Μοναστήριον, μετέβη προς τον Άγιον, ίνα τον ασπασθή. Και ο Άγιος τον ηρώτησε· «Δια ποίαν αιτίαν ήλθες εδώ, τέκνον»; Απεκρίθη ο Πολύβιος· «Εγώ, Πάτερ μου, θέλω να λέγω πάντοτε την αλήθειαν». Είπε τότε προς αυτόν ο Άγιος· «Ήλθες, τέκνον, διότι σε έστειλαν οι Επίσκοποι να ίδης, εάν είμαι εδώ. Όμως ο αμαρτωλός Επιφάνιος οδοιπορεί από τόπου εις τόπον, στενάζων και τρέμων δια τας αμαρτίας του και δεν είναι άξιος να γίνη Επίσκοπος. Συ δε, τέκνον μου, μείνε εδώ και άφες τους Επισκόπους να ζητούν τους αξίους δια την Επισκοπήν». Ο Πολύβιος τότε εδέχθη τον λόγον του Αγίου και, αποστείλας το υποζύγιον, έμεινεν εκεί. Ο δε Κύριος, όστις ήτο οδηγός του Αγίου, εφώτισεν αυτόν να υπάγη εις την Κύπρον· και την νύκτα εκείνην, παραλαβών εμέ και τον Πολύβιον, εξήλθομεν από το Μοναστήριον και μετέβημεν εις τα Ιεροσόλυμα, δια να προσκυνήσωμεν την ζωήν ημών, τον Τίμιον Σταυρόν. Μετά τρεις ημέρας, κατελθόντες εις την παραλίαν, εισήλθομεν εις πλοιάριον και εταξιδεύσαμεν εις την Πάφον, ερωτώντες δε μετέβημεν προς τον μέγαν Ιλαρίωνα, μετά του οποίου, ότε συνηντήθημεν, μεγάλην χαράν ησθάνθημεν άπαντες και εμείναμεν εκεί δύο μήνας. Μεγάλην δε ενόχλησιν είχεν ο Ιλαρίων από τους ανθρώπους, οίτινες ήρχοντο προς αυτόν. Ότε δε απεφάσισεν ο Άγιος να αναχωρήσωμεν εκείθεν, ηρώτησεν αυτόν ο Ιλαρίων· «Που θέλεις να υπάγης, τέκνον»; Και ο Άγιος απεκρίθη· «Θέλω να υπάγω εις την Γάζαν». Εκείνος τότε είπε· «Να υπάγης εις την Σαλαμίνα και εκεί θέλεις εύρει τόπον δια να κατοικησης». Αλλ’ ο Άγιος δεν ήθελε να υπάγη εκεί. Όθεν ο μέγας Ιλαρίων είπε πάλιν· «Σοι είπον, τέκνον, ότι εκεί είναι ανάγκη να υπάγης και εκεί να κατοικήσης και μη παρακούσης τους λόγους μου, δια να μη κινδυνεύσης εις την θάλασσαν». Καυελθόντες τότε ημείς εις την παραλίαν, εύρομεν δύο πλοιάρια, εκ των οποίων το εν ανεχώρει δια την Γάζαν, το δε έτερον δια την Σαλαμίνα, εισήλθομεν δε εντός εκείνου το οποίον έμελλε να ταξιδεύση δια την Γάζαν. Ενώ δε εταξιδεύομεν, τόσον μεγάλη τρικυμία εξέσπασεν, ώστε το πλοίον εκινδύνευε να συντριβή, επί τρεις δε ημέρας είμεθα απηλπισμένοι. Και την τετάρτην ημέραν μετά βίας εφθάσαμεν εις την Σαλαμίνα και ότε εξήλθομεν του πλοιαρίου εκείνου, επέσαμεν άπαντες εις την γην ως νεκροί εκ της πολλής ταλαιπωρίας και ασιτίας. Αφού δε εμείναμεν εκεί τρεις ημέρας, επανήλθομεν, με την Χάριν του Θεού, εις καλήν κατάστασιν. Αλλά πάλιν ο Άγιος ήθελε να αναχωρήσωμεν εκείθεν. Ήσαν δε εκεί συνηγμένοι όλοι οι Επίσκοποι της Κύπρου, επειδή ο Επίσκοπος της Σαλαμίνος είχε αποθάνει και ήθελον να χειροτονήσουν έτερον. Παρεκάλουν δε τον Θεόν να αποκαλύψη εις αυτούς εκείνον όστις θα έχη την δύναμιν να ποιμάνη θεαρέστως το ποίμνιον του Χριστού. Ο δε Επίσκοπος της Κυθρίας ήτο άνθρωπος αγιώτατος αξιωθείς να λάβη και Μαρτύριον, διότι πολλά βασανιστήρια υπέστη από τους ειδωλολάτρας δια τον Χριστόν, κατόπιν δε τούτων απελύθη. Ήτο δε γηραιός πολύ και επί πεντήκοντα οκτώ χρόνους ήτο Επίσκοπος. Όθεν όλοι οι Επίσκοποι είχον τούτον ως πατέρα, διότι, συν ταις άλλαις αρεταίς, ήτο Ομολογητής και γέρων, ήτο δε και προορατικός. Εις τούτον λοιπόν τον αγιώτατον Επίσκοπον, Πάππον ονομαζόμενον, απεκάλυψεν ο Θεός να χειροτονήσουν Επίσκοπον Σαλαμίνος τον Επιφάνιον. Ήτο δε τότε ο καιρός των σταφυλών και ως απεφάσισεν ο Άγιος να εισέλθωμεν εις το πλοιάριον, δια να μεταβώμεν εις την Γάζαν, είπε προς εμέ και τον Πολύβιον· «Ας υπάγωμεν εις την αγοράν δια να αγοράσωμεν σταφυλάς, ίνα έχωμεν κατά το ταξίδιόν μας». Εις δε την αγοράν ηγόρασεν ο Άγιος δύο ωραίας σταφυλάς και είπε προς τον πωλητήν· «Τι θέλεις να σου δώσω δι’ αυτάς»; Είχε δε συνήθειαν να μη αντιλέγη, αλλ’ ό,τι εζήτει ο πωλητής το έδιδεν. Ενώ δε ο πωλητής έλεγεν εις αυτόν την τιμήν των σταφυλών, έφθασεν εκεί ο Όσιος Πάππος, βασταζόμενος υπό δύο Διακόνων. Ήσαν δε μετ’ αυτού και έτεροι τρεις Επίσκοποι. Και είπε προς τον Επιφάνιον· «Άφησε, Αββά, τας σταφυλάς και ακολούθησον ημάς εις την Εκκλησίαν». Εκείνος τότε, ενθυμηθείς τον θείον εκείνον λόγον, καθ’ ον «Ευφράνθην επί τοις ειρηκόσι μοι, εις οίκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλμ. ρκα:1), ηκολούθησε τον Πάππον εις την Εκκλησίαν. Τότε ο Πάππος είπε· «Κάμε ευχήν, ω Πάτερ». Ο δε Επιφάνιος απεκρίθη· «Συγχώρησόν μοι, Πάτερ, διότι δεν είμαι Ιερωμένος». Ακούσας τότε τούτο ο Πάππος έψαλε το «Ειρήνη πάσι» και ευθύς εις Διάκονος έλαβεν εκ της κεφαλής τον Επιφάνιον, συμβοηθούντων δε και άλλων πολλών Διακόνων, με βίαν πολλήν ωδήγησαν αυτόν εις το Άγιον Βήμα, προς τον Πάππον, όστις τον εχειροτόνησε Διάκονον, την επομένην ημέραν Ιερέα και την τρίτην, μετά των άλλων Επισκόπων, εχειροτόνησεν αυτόν Επίσκοπον. Μετά την απόλυσιν, ενώ ανήρχοντο εις την Επισκοπήν, είπεν ο Πάππος προς τον Επιφάνιον· «Πρόσταξε να ετοιμάσουν τράπεζαν δια τους Πατέρας, ίνα φάγωμεν και ευφρανθώμεν δια την Αρχιερωσύνην σου». Εκείνος όμως, λογιζόμενος το βάρος της Αρχιερωσύνης και λυπούμενος δια τούτο πολύ, έκλαιε και εθρήνει απαρηγόρητα. Τότε ο Πάππος, βλέπων αυτόν κλαίοντα, είπεν· «Έπρεπεν εγώ να σιωπήσω, αλλά συ, τέκνον, μου δίδεις αιτίαν να γίνω άφρων και να σου αποκαλύψω τα γενόμενα. Γνώριζε λοιπόν, ότι άπαντες ούτοι οι Επίσκοποι, οίτινες συνηθροίσθησαν εδώ με τον σκοπόν να εύρουν άξιον τινα δια να χειροτονήσουν Αρχιεπίσκοπον, ανέθεσαν εις εμέ, τον αμαρτωλόν, τούτον τον αγώνα, λέγοντές μοι να παρακαλέσω τον Θεόν, να μου αποκαλύψη τον άξιον. Λοιπόν, τότε εκλείσθην εις το κελλίον και παρεκάλουν τον Θεόν δια τούτο, έλαμψεν αστραπή εντός του κελλίου και ήκουσα φωνήν, λέγουσαν προς εμέ τον αμαρτωλόν· «Πάππε, Πάππε, άκουσον!» Εγώ δε εφοβήθην πολύ και είπον· «Τι με προστάζει ο Κύριός μου;» Είπε τότε η φωνή ιλαρώς· «Παράλαβε μετά σου τους Διακόνους, κάτελθε εις την αγοράν και εκεί θα εύρης Μοναχόν τινα, αγοράζοντα σταφυλάς. Μετ’ αυτού θα είναι και δύο Μοναχοί, το δε πρόσωπόν του ομοιάζει με την εικόνα του Προφήτου Ελισσαίου και ονομάζεται Επιφάνιος. Τούτον χειροτόνησον Επίσκοπον. Αλλά μη φανερώσης τούτο ευθύς εις αυτόν, δια να μη φύγη». Ιδού έγινα άφρων, λέγων ταύτα, διότι συ με ηνάγκασες. Λοιπόν συλλογίσθητι τι κάμνεις και πρόσεχε καλώς τον εαυτόν σου, δια να μη φανής αντίθετος εις το θέλημα του Θεού. διότι εγώ απεστάλην από τον Θεόν και έπραξα εκείνο το οποίον είχον χρέος να πράξω και είμαι αθώος ως προς τούτο. Συ δε όψη δι’ όλα ταύτα». Ακούσας ταύτα ο Άγιος, έπεσε κατά γης και προσεκύνησε τον Όσιον Πάππον ειπών· «Μη οργίζεσαι, Πάτερ, κατ’ εμού, διότι είμαι αμαρτωλός άνθρωπος και δεν ήμην άξιος να ανέλθω εις το ύψος της Αρχιερωσύνης, δια τούτο λυπούμαι». Ταύτα ειπών και προσκυνήσας όλους τους Επισκόπους, επρόσταξε και ητοίμασαν τράπεζαν δι’ αυτούς. Αφού δε έφαγον και ηυφράνθησαν, μετέβη έκαστος Επίσκοπος εις την ιδίαν αυτού Επισκοπήν. Μετά τρεις ημέρας καλός τις και ευλαβής Χριστιανός, Ευγνώμων καλούμενος, εφυλακίσθη από πλούσιον τινά, Δράκοντα ονομαζόμενον, δι’ εκατόν νομίσματα, τα οποία ώφειλεν εις αυτόν. Επειδή δε ο Ευγνώμων ήτο από την Ρώμην, ως ξένος δεν είχε κανένα, ο οποίος να τον απελευθερώση από την φυλακήν. Μαθών τούτο ο Άγιος μετέβη εις τον Δράκοντα και τον παρεκάλεσε να απολύση εκ της φυλακής τον Ευγνώμονα. Αλλ’ ο Δράκων, θηριώδης ων και ανήμερος κατά την γνώμην, απεκρίθη προς τον Άγιον· «Ύπαγε, παραβάτα των νόμων της πολιτείας μας, και φέρε μου τα εκατόν νομίσματα, τα οποία μου χρεωστεί ο φίλος σου και κατόπιν παράλαβέ τον». Μετέβη λοιπόν ο Άγιος εις την Επισκοπήν και αφού έλαβε τα εκατόν νομίσματα, τα οποία ευρίσκοντο εις την Επισκοπήν δια τας ανάγκας της Εκκλησίας, έδωκε ταύτα εις τον Δράκοντα και ούτω ο Ευγνώμων εξήλθε της φυλακής. Διάκονος δε τις της Εκκλησίας, Χαρίνος το όνομα, πολύ άτακτος, εξήγειρεν άπαντας τους Κληρικούς εναντίον του Αγίου, λέγων προς αυτούς· «Ούτος ο ξένος (δηλαδή ο Επιφάνιος) θέλει καταφάγει όλα τα υπάρχοντα της Εκκλησίας. Έλθετε λοιπόν ίνα τον εκδιώξωμεν, διότι θα είμεθα και ημείς ένοχοι δια την αμαρτίαν ταύτην». Ήτο δε ο Χαρίνος πλούσιος πολύ και εζήτει να εκδιώξη τον Άγιον δια να γίνη αυτός Επίσκοπος. Ως δε μετέβησαν οι Κληρικοί προς τον Άγιον, είπε προς αυτόν ο Χαρίνος· «Δεν ηυχαριστήθης, Επιφάνιε, όπου ήλθες χωρίς επανωφόριον και απέλαβες την Εκκλησίαν, αλλά διασκορπίζεις, ως ξένος, τα υπάρχοντα αυτής; Ποίος θέλει ανεχθή τούτο; Ή επίστρεψον τα εκατόν νομίσματα της Εκκλησίας ή πήγαινε εις την πατρίδα σου». Μαθών ο Ευγνώμων τα γενόμενα μετέβη εις την Ρώμην και αφού επώλησεν όλα τα υπάρχοντά του, έφερεν όσα χρήματα εσύναξεν εις τον Άγιον και έμεινε μετ’ αυτού έως του θανάτου του. Ο δε Άγιος, αφού παρέλαβε τα χρήματα, έδωκε τα εκατόν νομίσματα εις τον Χαρίνον, τα δε άλλα διένειμεν εις τους πτωχούς. Ο Χαρίνος όμως ως δόλιος προσκάλεσε τους Κληρικούς και είπε προς αυτούς· «Λάβετε τα εκατόν νομίσματα, τα οποία διέσωσα από τον Επιφάνιον, όστις τα είχε διασκορπίσει». Οι δε Κληρικοί γνωρίσαντες την αλήθειαν δεν ηθέλησαν κατ’ ουδένα τρόπον να τα κρατήσουν, αλλ’ είπον προς αυτόν να τα επιστρέψη εις τον Άγιον, από τον οποίον αδίκως τα έλαβεν. Εκείνος όμως ούτε με τον λόγον των Κληρικών τα απέδωκεν εις τον Άγιον, αλλά τα εκράτησε. Και άλλας δε πολλάς ραδουργίας εμηχανεύθη ούτος κατά του Αγίου, όστις όμως ουδόλως εμνησικάκησε κατ’ αυτού, δι’ όσα εναντίον του ενήργησε εκείνος. Μίαν δε φοράν, ότε, ως συνήθως, εφιλοξενούντο οι Κληρικοί εις την Επισκοπήν και άπαντες ήσαν εις την τράπεζαν τρώγοντες, ο δε Άγιος εδίδασκεν αυτούς, διότι συνήθιζε πάντοτε να κρατή εις τας χείρας του το Άγιον Ευαγγέλιον και να διδάσκη νύκτα και ημέραν τον λόγον του Θεού, κόραξ τις εξέβαλε κραυγάς δυνατάς, ο δε Χαρίνος είπε προς τους συντρώγοντας Κληρικούς· Ποίος εξ υμών γνωρίζει τι είπεν ο κόραξ;» Αλλ’ οι Κληρικοί, ακούοντες με προσοχήν τον λόγον του Θεού, τον οποίον εδίδασκεν ο Άγιος, δεν έδωσαν ακρόασιν εις τους λόγουςτου Χαρίνου. Εφώναξε δε και δια δευτέραν και τρίτην φοράν ο κόραξ, οπότε και πάλιν ο Χαρίνος είπε προς τους συνδαιτυμόνας· «Σας ηρώτησα, ποίος εξ υμών γνωρίζει τι είπεν ο κόραξ;» Τότε ο Άγιος, χωρίς ουδόλως να ταραχθή, αλλά με πολλήν ιλαρότητα, είπε προς τον Χαρίνον· «Εγώ γνωρίζω τι είπεν ο κόραξ». Ο Χαρίνος συνέχισε· «Φανέρωσόν μοι τι είπεν ο κόραξ και θέλεις εξουσιάσει όλα μου τα υπάρχοντα». Ο Άγιος τότε απεκρίθη· «Ο κόραξ είπεν, ότι δεν είσαι άξιος να είσαι Διάκονος». Ευθύς δε με τον λόγον του Αγίου, τρόμος κατέλαβε τον Χαρίνον και ούτε ελάλησε πλέον, ούτε έφαγεν, ούτε έπιε. Βαστάζοντες δε αυτόν οι δούλοι του, μετέφερον τούτον εις την οικίαν του και τον ετοποθέτησαν επί της κλίνης, την δε επομένην απέθανεν. Είχε δε ούτος σύζυγον ευλαβή πολύ και αγαθήν, η οποία, επειδή δεν είχε τέκνον, προσέφερεν όλα τα υπάρχοντά της εις τον Άγιον και εγένετο Διάκονος της Εκκλησίας. Αλλ’ η χειρ της ήτο παράλυτος επί δέκα χρόνους, ως δε εσφράγισε ταύτην ο Άγιος με το σημείον του ζωοποιού Σταυρού, ευθύς ιατρεύθη. Έκτοτε άπαντες οι Κληρικοί της Επισκοπής υπετάσσοντο εις τον Άγιον με φόβον και σεβασμόν. Εφύλαττε δε και τούτο ο μακάριος Επιφάνιος. Όταν ετέλει την θείαν Λειτουργίαν, καθ’ ην στιγμήν προσέφερετα Άγια εις τον Θεόν, δεόμενος δια των λόγων, «ποίησον τον μεν άρτον τούτον…», εάν δεν έβλεπε την οπτασίαν, δεν ετελείωνε την ιεράν Λειτουργίαν. Κάποτε λοιπόν, ενώ εις την ωρισμένην στιγμήν επανέλαβε τρις τους λόγους τούτους, δεν είδε την οπτασίαν. Ενώ δε παρεκάλει μετά δακρύων τον Θεόν ίνα φανερώση εις αυτόν την αιτίαν, παρετήρησε τον Διάκονον, όστις ήτο εις το αριστερόν μέρος και εκράτει το ριπίδιον και είδεν, ότι είχε λέπραν εις το μέτωπόν του. Εκ τούτου εγνώρισεν ότι αυτός ήτο η αιτία δια την οποίαν δεν είδε την οπτασίαν. Λαβών τότε εκ των χειρών τού Διακόνου το ριπίδιον, είπε με ιλαρότητα· «Ύπαγε, τέκνον, εις την οικίαν σου και μη μεταλάβης σήμερον». Ακολούθως έδωκεν εις άλλον Διάκονον το ριπίδιον. Ως δε απήγγειλε πάλιν, μετά φόβου και δακρύων, τους ιδίους εκείνους θείους λόγους, είδε την οπτασίαν και τότε ετελείωσε την θείαν Λειτουργίαν. Μετά την απόλυσιν της θείας Λειτουργίας προσεκάλεσεν ο Άγιος τον Διάκονον και ηρώτα αυτόν, δια να μάθη την αιτίαν. Τότε ο Διάκονος ωμολόγησεν, ότι κατ’ εκείνην την νύκτα εκοιμήθη μετά της συζύγου του. Όθεν προσκαλέσας ο Άγιος όλον το ιερατείον, είπε με ιλαρότητα· «Τέκνα μου, όσοι ηξιώθητε να λάβετε το χάρισμα του ιερατείου, πρέπει να φυλάττετε τον εαυτόν σας καθαρόν από παντός μιάσματος σαρκός και πνεύματος, δια να μη τελήτε αναξίως τα θεία Μυστήρια. Έκτοτε πλέον ο Άγιος δεν εχειροτόνει τους έχοντας συζύγους, αλλά Μοναχούς, άνδρας Οσίους και χηρευομένους, δεδοκιμασμένους. Και πράγματι, ο καθείς έβλεπε την Εκκλησίαν ως νύμφην ωραίαν και εστολισμένην υπό ιερατείου αγίου και εναρέτου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2691
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΓ΄ (13η) Μαϊου, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΓΛΥΚΕΡΙΑΣ.

Δημοσίευση από silver »


Γλυκερία η Αγία Μάρτυς του Χριστού ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Αντωνίνου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ρλη΄ - ρξα΄ (138 – 161) και Σαβίνου του ηγεμόνος, ευρισκομένη εις την Τραϊανούπολιν, την κειμένην εις την παραθαλασσίαν του Αδριατικού κόλπου, Τράνι κοινώς λεγομένην. Όταν δε ποτε εθυσίαζεν ο ηγεμών εις τα είδωλα, η Αγία Γλυκερία, χαράξασα επί του μετώπου της το σημείον του Τιμίου Σταυρού, προσήλθεν εις τον ηγεμόνα, κηρύττουσα και ονομάζουσα εαυτήν Χριστιανήν και δούλην Χριστού. Τότε ο ηγεμών προσεκάλεσεν αυτήν να θυσιάση εις τα είδωλα, η δε Αγία, εισελθούσα εν τω ναώ των ειδώλων και προσευχηθείσα εις τον Χριστόν, εκρήμνισε το είδωλον του Διός και κατασυνέτριψεν αυτό. Τότε οι εκεί ευρεθέντες ειδωλολάτραι εξοργισθέντες έρριπτον λίθους κατά της Μάρτυρος, ουδείς όμως εκ των λίθων τούτων εκτύπησε την Αγίαν, δια τούτο, κρεμάσαντες αυτήν εκ των τριχών της κεφαλής, την κατεξέσχισαν. Μετά ταύτα έρριψαν την Αγίαν εις την φυλακήν, χωρίς να της δώσουν ούτε φαγητόν, ούτε ποτόν επί πολλάς ημέρας. Άγγελος δε Κυρίου έφερε τροφήν εις αυτήν και δια τούτο ουδέν κακόν έπαθεν, εξ εκείνων τα οποία ενόμιζεν ο ηγεμών, ότι θα προξενήση εις την Αγίαν η πείνα. Μάλιστα δε θαυμασμός μέγας και έκπληξις κατέλαβε τον ηγεμόνα και τους συντρόφους του, όταν εύρον εντός της φυλακής δοχείον, άρτους, γάλα και ύδωρ, εν ω η φυλακή ήτο ασφαλώς κεκλεισμένη και ουδείς είχεν εισέλθει εντός αυτής. Ακολούθως έρριψαν την Αγίαν εντός καμίνου πεπυρακτωμένης, δρόσος δε πεσούσα ουρανόθεν, κατέσβεσε το πυρ και η Αγία εξήλθεν αβλαβής. Κατόπιν, εκδείραντες το δέρμα της κεφαλής της έως του μετώπου και δέσαντες τας χείρας και τους πόδας της, έρριψαν αυτήν πάλιν εντός της φυλακής κάτωθεν δε αυτής έστρωσαν πέτρας. Άγγελος δε Κυρίου, καταβάς, έλυσε την Αγίαν εκ των δεσμών και ιάτρευσε την κεφαλήν της. Όθεν το θαυμάσιον τούτο ιδών ο δεσμοφύλαξ Λαοδίκιος εξεπλάγη και ομολογήσας τον Χριστόν απεκεφαλίσθη, λαβών του Μαρτυρίου τον στέφανον. Η δε Αγία πάλιν ωδηγήθη προ του ηγεμόνος και υπ’ αυτού ερρίφθη εις τα θηρία, ίνα την φάγωσιν. Έν δε εξ αυτών έδηξεν αυτήν ολίγον και εκ του τοιούτου μικρού δήγματος παρέδωκεν η μακαρία την ψυχήν της εις χείρας του Θεού. Το δε άγιον αυτής Λείψανον ενεταφιάσθη εις την Ηράκλειαν της Θράκης.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2691
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΔ΄ (14η) Μαϊου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΙΣΙΔΩΡΟΥ του εν Χίω μαρτυρήσαντος.

Δημοσίευση από silver »


Ισίδωρος, ο ένδοξος Μάρτυς του Χριστού, ήκμασεν εις τον καιρόν του βασιλέως Δεκίου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σμθ΄ - σαν΄ (249 – 251). Πατρίς του ήτο η Αλεξάνδρεια, υπηρέτει δε ως στρατιώτης και είχε την θέσιν του εφεδρικού. Ελθών δε εις την Χίον με τα στρατιωτικά πλοία, των οποίων ηγεμών και αρχηγός ήτο ο Νουμέριος, διεβλήθη από τον Ιούλιον τον εκατόνταρχον ότι ήτο Χριστιανός και σέβεται τον Χριστόν και ούτω δεν τιμά τους ιδικούς των θεούς. Καλέσας λοιπόν αυτόν ο Νουμέριος τον ηρώτησεν εάν είναι Χριστιανός, καθώς έλεγεν ο Ιούλιος. Ο δε Ισίδωρος, με πάσαν ελευθερίαν και αφοβίαν απεκρίθη· «Γνώριζε, ω ηγεμών, ότι αληθώς εγώ σέβομαι τον Χριστόν και Αυτόν προσκυνώ και την Εικόνα του ασπάζομαι Αυτόν μόνον λατρεύω ως Θεόν και Αυτόν προσπαθώ να φθάσω και επιθυμώ να απολαύσω, όστις είναι το άκρον επιθυμητόν, εκείνος δε όστις θέλει αξιωθή να τον απολαύση τίποτε άλλο δεν επιθυμεί πλέον να έχη. Διότι Εκείνος είναι Θεός αληθινός, δια την σωτηρίαν δε την ιδικήν μας έγινε τέλειος άνθρωπος, μένων εν ταυτώ και Θεός τέλειος, χωρίς να μεταβάλη ουδόλως την ουσίαν και φύσιν της Θεότητος Αυτού». Ως ο Νουμέριος ήκουσε τους λόγους τούτους του Μάρτυρος, επληγώθη εις την καρδίαν και εγένετο έξω φρενών εκ του θυμού του. Όθεν προσέταξε να εξαπλώσουν τον Άγιον και να τον δέσουν από τας χείρας και τους πόδας εις τέσσαρας πασσάλους και να τον δέρουν ασπλάγχνως με βούνευρα. Ήτο δε θαυμαστόν να βλέπη τις το μεν σώμα του Μάρτυρος να κατακόπτεται από τους πολλούς και σκληρούς εκείνους δαρμούς, ούτος δε, ο γενναιότατος, να είναι πλήρης χαράς και ευφροσύνης, διότι εβασανίζετο υπέρ της αγάπης του Χριστού. Μετά δε την δεινήν ταύτην βάσανον των δαρμών, προσέταξε πάλιν ο τύραννος και ήναψαν κάμινον, αφού δε την έκαυσαν ικανώς, έρριψαν εντός αυτής τον Μάρτυρα. Αλλ’ επειδή, με την βοήθειαν του Θεού, καμμίαν βλάβην δεν έπαθεν ο Άγιος, αν και εντός της πεπυρακτωμένης καμίνου ευρισκόμενος, δια τούτο εξήγαγον αυτόν εκείθεν και τον έρριψαν εις την φυλακήν, έως ότου εξετασθή εκ δευτέρου. Μαθών ο πατήρ του, εις την Αλεξάνδρειαν, ότι ο υιός του ηρνήθη τα είδωλα και σέβεται τον Χριστόν, έφθασε τάχιστα εις την Χίον, όπου εύρε τον υιόν του αγωνιζόμενον γενναίως εις τον αγώνα του Μαρτυρίου του και ποικιλοτρόπως βασανιζόμενον. Προσεπάθησε τότε να μεταβάλη την γνώμην του και να τον κάμη να αρνηθή τον Χριστόν και να προσκυνήση τα είδωλα, αλλά δεν ηδυνήθη. Όθεν παρουσιάσθη εις τον τύραννον και του είπε προς αυτόν· «Δος μοι, ω ηγεμών, αυτόν τον πλάνον και μάγον και εγώ με τας τιμωρίας, τας οποίας θέλω δώσει εις αυτόν, θα τιμήσω τους θεούς τους οποίους αυτός ατιμάζει». Τόσον ήτο εσκοτισμένος εκ της πλάνης της ειδωλολατρίας. Αφ’ ου λοιπόν έλαβε τον Άγιον Μάρτυρα υπό την εξουσίαν του, κατ’ αρχάς μεν εδοκίμασε πάλιν με ημερότητα και κολακευτικούς λόγους να επιστρέψη αυτόν εις την πλάνην των ειδώλων, λέγων· «Ω υιέ μου, μη θελήσης τόσον ασυλλογίστως να αφήσης την πατρικήν σου πίστιν και να πιστεύσης ως Θεόν τον Εσταυρωμένον Ιησούν, ο οποίος ήτο άνθρωπος και έπαθε πολλά κακά από τους Ιουδαίους, τέλος δε εθανατώθη υπ’ αυτών με άτιμον και καταφρονημένον θάνατον, μη δυνηθείς να φυλάξη ούτε τον εαυτόν του». Ταύτα ακούσας ο Άγιος εστέναξεν εκ βάθους καρδίας και μετά δακρύων απεκρίθη προς αυτόν· «Ω πάτερ, ασυλλόγιστος, κατ’ αλήθειαν και τελείως ανόητος και των αλόγων ζώων αλογώτερος θέλω φανή, εάν αρνηθώ τον αληθινόν Θεόν, τον Ποιητήν του κόσμου και θυσιάσω εις θεούς αψύχους και είδωλα κωφά και αναίσθητα, έργα χειρών ανθρωπίνων. Αν δε δεν ήτο εσκοτισμένος ο νους σου από την πλάνην των ειδώλων, ήθελον σοι αποδείξει δι’ ολίγων λόγων την δύναμιν του Εσταυρωμένου και πόσα καλά επροξένησεν εις τους ανθρώπους ο θάνατός Του». Και ταύτα μεν έλεγεν ο Άγιος· αλλ’ ο πεπλανημένος πατήρ του ουδόλως ήκουε ταύτα. Ιδών μάλιστα το αμετάθετον της γνώμης του Αγίου, μετέβαλε την ημερότητα εις αγριότητα και την πατρικήν αγάπην εις μίσος. Όθεν, ουχί πλέον ως πατήρ, αλλ’ ως τύραννος άσπλαγχνος και απάνθρωπος προσέταξε και έδεσαν αυτόν εις ίππους αγρίους, από τους οποίους, συρόμενος ο Αθλητής του Χριστού, κατεπληγώνετο και κατεκόπτοντο αι σάρκες του εις την γην. Ο δε μακάριος Μάρτυς υπέμενε τους πόνους εν σιωπή και χαρά της ψυχής του και μόνον τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν επεκαλείτο εις βοήθειαν. Αφ’ ου δε έσυραν αυτόν επ’ αρκετόν και δεν απέθανεν, αλλ’ ακόμη ανέπνεεν, έκοψαν την τιμίαν αυτού κεφαλήν. Αντί δε να χυθή αίμα από την σφαγήν, ω του θαύματος! εχύθη γάλα, προς θάμβος και έκπληξιν των ορώντων. Ούτω τελειωθέντος του Μάρτυρος, έρριψαν το τίμιον και άγιον αυτού σώμα εις τόπον τινά κεκαλυμμένον υπό πυκνών αγρίων θάμνων, δια να φάγουν τούτο τα όρνεα. Ώρισαν όμως και φύλακας ίνα το φυλάττουν, δια να μη λάβουν τούτο οι Χριστιανοί, οι οποίοι το εφύλαττον, κατά το πρόσταγμα του τυράννου. Παρθένος τις όμως ευσεβής και ενάρετος, ονόματι Μυρόπη, κινουμένη από αγάπην και ευλάβειαν προς τον Άγιον Μάρτυρα Ισίδωρον, ηθέλησε να λάβη το μαρτυρικόν σώμα αυτού και να το ενταφιάση. Όθεν ελθούσα την νύκτα μετά των υπηρετριών της και ευρούσα κοιμωμένους τους στρατιώτας, οίτινες εφύλαττον το άγιον Λείψανον, έλαβε τούτο κρυφίως εκ του μέσου αυτών και ανεχώρησε. Κατόπιν, αλείψασα αυτό μύρα ευώδη, το ενεταφίασεν εντίμως εις τόπον επίσημον, καθώς ήρμοζε. Μαθών ο άρχων ότι εκλάπη το Λείψανον του Αγίου, έδεσε με σίδηρα τους στρατιώτας, οίτινες εφρούρουν αυτό, και προσέταξεν ούτω σιδηροδέσμιοι να περιέλθουν προς ανεύρεσιν τούτου. Εάν δε δεν ανεύρουν αυτό εις όσας ημέρας τους ώριζε, θα τους απεκεφάλιζε. Τότε η Αγία, βλέπουσα τους στρατιώτας να υποφέρουν καθ’ εκάστην τόσην ταλαιπωρίαν και κακοπάθειαν εκ των σιδήρων, τα οποία έφερον, και να βασανίζωνται και από τον καθημερινόν φόβον του θανάτου, επόνεσε κατά την ψυχήν και έλεγε καθ’ εαυτήν· «Εάν αυτοί τιμωρηθούν δια την ιδικήν μου κλοπήν, εξ ανάγκης, βεβαίως, μέλλει να βαρυνθή η ψυχή μου, διότι εγενόμην αιτία φόνων και αλλοίμονον εις εμέ όταν θα έλθη η ώρα να κριθώ». Όθεν ευθύς είπεν προς τους στρατιώτας· «Ω φίλοι, εγώ έκλεψα το Λείψανον, το οποίον εχάσατε, όταν εκοιμάσθε». Συλλαβόντες τότε αυτήν έφεραν ευθύς προ του άρχοντος, λέγοντες· «Αυθέντα, η γυνή αύτη έκλεψε τον κακοθάνατον εκείνον γέροντα». Ο δε άρχων είπε προς την Αγίαν· «Αληθή είναι αυτά τα οποία λέγονται; Συ έκλεψες το Λείψανον»; Και η Αγία απεκρίθη· «Αληθή είναι. Εγώ το επήρα». Πάλιν είπε ο άρχων· «Και πως ετόλμησες, επικατάρατον γύναιον, να πράξης τούτο»; Η Αγία Μάρτυς Μυρόπη πλήρης πίστεως και θάρρους απεκρίθη· «Ετόλμησα, επειδή καταφρονώ και καταπτύω την ιδικήν σου αθλιότητα και την αθεότητά σου». Οι τολμηροί και καταφρονητικοί ούτοι λόγοι της Αγίας εκίνησαν εις μανίαν και θυμόν ακράτητον τον υπερήφανον άρχοντα, όστις επρόσταξεν ευθύς να την δέρουν με ράβδους χοντράς ασπλάγχνως, κατόπιν δε, αφού την δείρουν ικανώς, να την σύρουν από τας τρίχας της κεφαλής και να την τριγυρίζουν εις όλην την πόλιν, ενώ άλλοι να δέρουν αυτήν καθ’ όλον το σώμα. Αυτά επρόσταξεν ο τύραννος. Οι δε στρατιώται εξετέλεσαν την προσταγήν του και φρικτώς και ασπλάγχνως έδειραν την Αγίαν, ήτις απέμεινεν ως ημιθανής. Όθεν έρριψαν αυτήν εις την φυλακήν. Περί δε το μεσονύκτιον, ενώ η Αγία προσηύχετο, φως μέγα έλαμψε και επλήρωσε την φυλακήν, συγχρόνως δε ήλθε χορός Αγγέλων, εν μέσω των οποίων ήτο και ο Άγιος Μάρτυς Ισίδωρος, έψαλλον δε άπαντες τον τρισάγιον ύμνον. Ο δε Άγιος Ισίδωρος εστήριξε τους οφθαλμούς αυτού εις την Μάρτυρα Μυρόπην και είπεν· «Ας είναι ειρήνη εις σε, διότι επληρώθη η παράκλησίς σου εις τον Θεόν και ιδού ότι έρχεσαι μεθ’ ημών και θέλεις λάβει τον στέφανον του Μαρτυρίου, όστις σοι είναι ητοιμασμένος». Αφού δε ετελείωσεν ο Άγιος τον λόγον, παρέδωκε και η Μάρτυς Μυρόπη την ψυχήν αυτής εις χείρας Θεού και ετελείωσε την ζωήν της. Επληρώθη τότε η φυλακή από άρρητον ευωδίαν, τόσον ώστε οι φύλακες καταπλαγέντες έμειναν έκθαμβοι από το τοιούτον θαυμάσιον. Ταύτα τα παράδοξα διηγήθη έτερος φυλακισμένος, όστις έμεινεν άγρυπνος εις την φυλακήν και διεφύλαξεν όσα είδε και ήκουσε. Δια τούτο δε επίστευσε και αυτός και εβαπτίσθη και εμαρτύρησε δια τον Χριστόν. Το δε άγιον Λείψανον της Παρθενομάρτυρος Μυρόπης ετέθη εκεί όπου ενεταφίασεν αύτη πρότερον το Λείψανον του Αγίου Ισιδώρου, φαίνονται δε και τώρα οι δύο τάφοι δι’ ενός τοίχου διαχωρισμένοι. Άδεται δε λόγος εκ παραδόσεως, ότι ο Κωνσταντίνος ο Πωγωνάτος, ο αυτοκράτωρ των Ρωμαίων, έκτισε Ναόν περικαλλή και βασιλικόν εις τον τάφον του Μάρτυρος. Πιθανόν δε να κατεσκευάσθη από τα πολλά και καλά μάρμαρα και τας ψηφίδας, αίτινες ευρίσκονται εντός της γης, πέριξ του Ναού τούτου, όστις και μέχρι σήμερον σώζεται καλύπτων τους ιερούς τάφους των συμμαρτύρων Ισιδώρου και Μυρόπης. Τα άγια αυτών Λείψανα ήρπασαν, καθώς λέγεται, οι Φράγκοι, ότε εξουσίαζον την Χίον και μόνον τους τάφους κενούς προσκυνούσιν οι Χριστιανοί μετά πάσης ευλαβείας και τιμής προς τους Μάρτυρας. Ων ταις Αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”