Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2742
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΔ΄ (14η) Ιουνίου, μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών Μεθοδίου του Ομολογητού Πατριάρχου Κωνσταντινουπ

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΔ΄ (14η) Ιουνίου, μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών Μεθοδίου του Ομολογητού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

Μεθόδιος Ομολογητής και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήκμασε κατά τον θ΄ (9ον) αιώνα, ότε η βασιλίς των πόλεων συνεταράσσετο από την κακόδοξον αίρεσιν των εικονομάχων, πολλοί δε θεοφόροι Πατέρες της Αγίας του Χριστού Εκκλησίας πολλάς βασάνους υπέρ των αγίων Εικόνων και της αληθούς πίστεως υπέμειναν. Πολυπληθείς είναι οι αγωνισταί ούτοι της Ορθοδοξίας, ων την μνήμην πρεπόντως και δικαίως τιμά η Εκκλησία. Μεταξύ δε της πλειάδος των αγωνιστών υπέρ της Ορθοδόξου πίστεως εξέχουσαν θέσιν κατέχει ο μέγας εν Ιεράρχαις Μεθόδιος· ο λαμπρότατος φωστήρ όλης της οικουμένης· ο στερρότατος στύλος της ομολογίας, ον στέφανον πολυτίμητον εις την ένδοξον αυτής κεφαλήν έχει η βασιλεύουσα. Ουχί δε στέφανον απλούν, αλλά στέφανον πεποικιλμένον εκ λίθων πολυτίμων· αυτή τον εγέννησε, τον ανέθρεψε, και τον ηύξησεν· αυτός με τους ιδικούς του ωραίους άθλους και αγώνας και με τα μαρτυρικά αυτού αίματα την εστόλισε με πορφύραν λαμπράν, ωραιοτάτην μητέρα πλέον ωραιοτάτου υιού· ρίζα θεόφυτος, βλαστού θεοπροβλήτου· δένδρον αείζωον, άνθους ευωδεστάτου. Οι πρόγονοί του εχρημάτισαν οι πρώτοι άρχοντες του παλατίου· εστολισμένοι με της ομολογίας το διάδημα· ευγενείς των αφ’ ηλίου ανατολών κατά τον μακάριον και μέγαν πολύαθλον Ιώβ. Τούτον τον μέγαν και θείον Μεθόδιον αφού τον απεγαλάκτισαν οι θειότατοι γονείς του, με την ευσέβειαν μάλλον ή με το γάλα, τον παιδεύουν τα θεία και ιερά γράμματα. Προβαίνοντα την ηλικίαν τον μανθάνουν την έξω παιδείαν· προκόπτει λοιπόν ο Μεθόδιος εις τα Ελληνικά μαθήματα ως ουδείς άλλος, τέλος δε διδάσκεται και την μυστικήν και ιεράν θεολογίαν. Ενώ δε οι γονείς του ητοίμαζον τα προς τον γάμον, αυτός εξελέξατο την αγαθήν μερίδα· προκρίνει την παρθενίαν και ασπάζεται των αγγέλων την πολιτείαν. Προσέρχεται λοιπόν εις ένα Μοναστήριον της πόλεως και γίνεται Μοναχός· κάμνει τελείαν υπακοήν, ο τέλειος και προ της υπακοής· ότε δε απέθανεν ο Ηγούμενος εκείνης της Μονής, βλέπουσα πάσα η αδελφότης του Μοναστηρίου τον ιερόν Μεθόδιον να προκόπτη εις πράξιν και θεωρίαν και εντός ολίγου καιρού να κατορθώση πάσαν αρετήν και άσκησιν, τον προβιβάζουν, και μη θέλοντα, εις την ποιμαντικήν καθέδραν του Ηγουμένου. Εποίμανε λοιπόν θεαρέστως το ιερόν εκείνον ποίμνιον επί πολλούς χρόνους. Έτυχε δε τότε να αποθάνη ο της Κυζίκου μητροπολίτης, και θεία ψήφω χειροτονείται ο Άγιος, από την ιεράν Σύνοδον, Αρχιερεύς της Κυζίκου· τίθεται το φως επί της λυχνίας, και λάμπει λαμπρότατα πάσι τοις εν τη οικία, Μεθόδιος ο λαμπρός κήρυξ της ευσεβείας. Δεν υποφέρει όμως ταύτα ο φθονουργός του σκότους πατήρ ο αρχέκακος επίβουλος της σωτηρίας των ανθρώπων. Τι λοιπόν γίνεται και τι ραδιουργεί και κατασκευάζει ο αρχιτέκτων πάσης κακίας; Με τον κάκιστον θάνατον και την θεήλατον εκείνην σφαγήν του θηριωνύμου Λέοντος του Αρμενίου και εικονομάχου, αρπάζει τα σκήπτρα της βασιλείας των Ρωμαίων Μιχαήλ ο Τραυλός, ο εξ Αμορίου· λυσσά, μαίνεται και ούτος κατά των αγίων Εικόνων, και πολεμεί την ορθοδοξίαν. Δεν χάνει καιρόν. Στέλλει ευθύς και φέρει τους αγρύπνους ποιμένας και στερεούς στύλους της ορθοδοξίας, Μεθόδιον τον Κυζίκου και Ευθύμιον των Σάρδεων· τους ερωτά, τους εξετάζει, και τους βιάζει να μη σέβωνται τας αγίας Εικόνας· τους φοβερίζει με πικράς και ανυποφόρους βασάνους, να μη διδάσκωσι τον λαόν το σέβας και την προσκύνησιν των αγίων Εικόνων. Αλλά τι νομίζετε; Τάχα να υπήκουσαν οι Άγιοι εκείνοι άνδρες εις τας προσταγάς του τυράννου; Τάχα να εφοβήθησαν τας βασάνους; Μη γένοιτο! παρρησιάζονται και δημηγορούσιν, αποδεικνύουσι την προσκύνησιν των αγίων Εικόνων με λόγους γραφικούς και με αποδείξεις επιστημονικάς· με την αρχαίαν και πατροπαράδοτον παράδοσιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας· με νόμους και νεαράς των παλαιών βασιλέων. Αλλ’ εις τα θεία ταύτα ρήματα έκλεισε τα ώτα ως ασπίδα ο ασύνετος βασιλεύς, και ασύνετος ων, ου συνήκεν. Οι δε Άγιοι ήρχισαν να τον ελέγχουν με λαμπροτέραν και θαρραλεωτέραν φωνήν λέγοντες εις αυτόν· «Ει τις, βασιλεύ, δεν προσκυνεί τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, και την πανάχραντον Αυτού Μητέρα, και πάντας τους αγίους εν εικόνι περιγραπτούς, έστω του αιωνίου αναθέματος και του ασβέστου πυρός της γεέννης υπόδικος».Την κραυγήν ταύτην των θείων ποιμένων δεν δύναται να υπόφέρει ο προβατόσχημος λύκος. Οργίζεται εις την σφενδόνην των ελέγχων· λυσσά εις τους λιθασμούς, μαίνεται εις τον κρότον και θόρυβον· μαστίζει και τους δύο ασπλάγχνως· τους δέρει με ανυποφόρους πληγάς, ω χειρών ανόμων! τους δικαίους ο άδικος, τους ιερούς και αγίους, ο μιαρός και άνομος· τους πέμπει εις την εξορίαν, ο άξιος εξορίας! Αφού δε παρήλθεν ικανός χρόνος, φέρει αυτούς από την εξορίαν εις τα βασίλεια· πάλιν τους ερωτά, εάν μετενόησαν εις τον τοσούτον καιρόν της εξορίας και τας τόσας κακουχίας· τους εξετάζει εάν γίνωνται ομόφρονές, εάν στέργωσι την κακοφροσύνην του· εάν δέχωνται την φρενοβλάβειάν του και κακοδοξίαν του. Αυτοί δε οι γενναίοι αδάμαντες απαντούν θαρραλέως· τι απατάσαι, ω βασιλεύ, με την κατηραμένην πλάνην της εικονομαχίας; Τι νομίζεις; Θέλεις να προδώσωμεν την ευσέβειαν; Να αρνηθώμεν την αλήθειαν; Μη γένοιτο, Χριστέ Βασιλεύ, να καταφρονήσωμεν τον πανάχραντον χαρακτήρα σου, μήτε της πανάγνου Μητρός σου ούτε των θεοφόρων Αγίων σου! Τις να διηγηθή όσα είπον και ήλεγξαν τον αλιτήριον οι στερροί στύλοι της ευσεβείας; Ούτε καιρόν έχομεν να τα διηγηθώμεν εις πλάτος, ούτε ο καιρός το καλεί. Αλλ’ ως ο καρκίνος δεν περιπατεί πώποτε ορθώς, όσον και αν τον διδάσκης, ούτω δυσκόλως και η πονηρά φύσις μεταβάλλεται· πάλιν οι άγιοι δέρονται άσπλαγχνα με ωμά βούνευρα· ραβδίζονται με ράβδους ακανθώδεις εις όλον το ιερόν και άγιον σώμα των· φεύ της απανθρωπίας του τυράννου! Και ο μεν άγιος Ευθύμιος ύστερον από τας μυρίας εκείνας βασάνους και τας ανυποφόρους πληγάς επρήσθη καθ’ όλον το ιερόν αυτού σώμα ως ασκός· επειτα οκτώ μόνον ημέρας ζήσας, παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού ο πολύαθλος· οι ευρεθέντες δε εις τον θάνατον του Αγίου, είδον θαύμα εξαίσιον, ότι το πολύαθλον και άγιον αυτού σώμα ήστρεψεν ως ο ήλιος. Ο δε γενναίος και θείος Μεθόδιος έζησεν έως ου απέρρηξε την μιαράν ψυχήν του ο μιαρώτατος Τραυλός Μιχαήλ. Μετά τον θάνατον του Μιχαήλ ήρπασε το βασίλειον ο κάκιστος υιός του κακίστου πατρός· κακού γαρ κόρακος κακόν ωόν· ο θεομισής, λέγω, Θεόφιλος. Στέλλει πάλιν και ούτος και φέρει τον ιερόν Μεθόδιον από την εξορίαν· τον ερωτά και αύθις εάν επιμένη εις την πρώτην του ένστασιν· ο δε Άγιος απεκρίνατο άφοβος: «ο αυτός είμαι, βασιλεύ, καθώς ήμην και προς τον πατέρα σου, μάλλον δε πλέον γενναιότερος· και τότε ανεθεμάτισα την εικονομαχίαν λαμπρά τη φωνή, και τώρα πάλιν δεν παύω να αναθεματίζω με λαμπροτέραν την ένστασιν· διατί παροργίζεις τον Χριστόν, ω βασιλεύ, όστις σοι εχάρισε το διάδημα; Άφες την εικονομαχίαν, εάν ποθής να είναι η βασιλεία σου μακροχρόνιος και ειρηνική· όστις δεν προσκυνεί την αγίαν Εικόνα του Χριστού, αρνείται την ενσάρκωσιν Αυτού και την ένθεον ενανθρώπησιν· τι σε ωφέλησαν τα γράμματα, βασιλεύ; Τι κέρδος απήλαυσες από την τόσην σοφίαν, την οποίαν μετά κόπων πολλών εδιδάχθης; Και ο μεν πατήρ σου, και οι προ σου αιρετικοί βασιλείς, ήσαν αμαθέστατοι· δια τούτο επλανήθησαν από κακοδόξους και εξέκλιναν εις την εικονομαχίαν. Ενώ συ, ω βασιλεύ, είσαι άνθρωπος σοφός και πολυμαθής και δεν πρέπει να φρονής κακοφρόνων φρονήματα, και να αντιμάχεσαι τα θεόπνευστα και ευσεβέστατα θεσπίσματα της αγίας μητρός ημών Εκκλησίας. Δεν προστάζουν οι νόμοι, βασιλεύ, ότι όποιος καταφρονήση τας εικόνας των βασιλέων, ή τα χρυσόβουλλα, δικάζεται ως ένοχος μεγίστου εγκλήματος; Δεν γράφει η βάσις της ευσεβούς ημίν πίστεως, ο μέγας, λέγω, Βασίλειος, ότι η τιμή της εικόνος επί το πρωτότυπον αναφέρεται; Δεν βλέπεις, βασιλεύ, το τόσον απέραντον βασίλειον των Ρωμαίων, ότι ηκρωτηριάσθη, ηλαττώθη και εσμικρύνθη; Πότε έγινε τούτο; Αφού ήρχισαν οι βασιλείς των να πίπτωσιν εις αιρέσεις, μάλιστα δε εις την εικονομαχίαν· που είναι η Λιβύη; Που η Αίγυπτος; Που η περιφανής Αλεξάνδρεια; Που η Δαμασκός; Που είναι όλη η Αφρική; Που η πρεσβυτέρα Ρώμη; Που όλη η Δύσις; Που αι Γαλλίαι, η άνω και η κάτω; Που όλη η Ιταλία; Που αι Βρεττανικαί νήσοι; Δεν απεστάτησαν όλαι δια την εικονομαχίαν; Που η Ασία όλη η μεγάλη και μικρά; Που το Αμόριον, η πατρίς του πατρός σου; παύσε, ω βασιλεύ, μίσησον την εικονομαχίαν, ή μάλλον ειπείν την θεομαχίαν». Ταύτα και άλλα περισσότερα και σοφώτατα εδημηγόρησεν η γλώσσα του σοφού Μεθοδίου. Ο δε θεομισής και όντως αθεόφιλος βασιλεύς, όχι μόνον δεν κατεπράϋνε τον θυμόν της θηριώδους ψυχής του, όχι μόνον δεν μετέβαλε την θεομάχον γνώμην του, αλλά την θεολόγον και σοφωτάτην νουθεσίαν του Αγίου την ενόμισεν ύβριν κατ’ αυτού και καταφρόνησιν. Όθεν προστάζει ευθύς να δείρουν τον Άγιον εις το στόμα εκείνο το θεολόγον και να συντρίψωσι τους ιερούς οδόντας του, όπερ και εγένετο δια να μάθη, ως έλεγεν ο ασεβής βασιλεύς, να μη υβρίζη τον βασιλέα του. Ω της μανίας σου, άθλιε, ω της θηριωδίας σου! πως το υπέφερεν ο ουρανός, και δεν έρριψε κεραυνούς να σε κατακαύση; Πως δεν εσχίσθη η γη να σε καταπίη; Πως είδε ταύτα ο ήλιος; Όχι δε μόνον ταύτην την θηριωδίαν επέδειξεν εις τον άνθρωπον του Θεού ο θηριώδης Θεόφιλος, αλλά και εξόριστον αυτόν στέλλει εις την νήσον του Αντιγόνου, ήτις ευρίσκεται πέριξ της πόλεως. Δεν φθάνει δε τούτο μόνον το κακόν, αλλά τολμά και τρίτον παρανομώτερον ο παρανομώτατος βασιλεύς· προστάζει να εγκλεισθή ο Άγιος μέσα εις το δυσώδες και σκοτεινότατον μνήμα του Κοπρωνύμου· έτι προσθέτει και τέταρτον κακόν, δηλαδή προστάζει ομού με τον Άγιον να κλεισθώσι και δύο λησταί κακούργοι. Αφού παρήλθεν ολίγος καιρός και υφίστατο ο Άγιος την τοιαύτην τιμωρίαν, απέθανεν ο εις εκ των ληστών εκείνων, ο δε θηριώδης βασιλεύς προσέταξε να παραμείνη το πτώμα του εκεί προς περισσοτέραν τιμωρίαν. Οποίαν δε δυσωδίαν, νομίζετε, ότι υπέφερεν τότε ο Άγιος; Ω πως είδε ταύτα η ανοχή σου, Χριστέ! Εις την φρικτήν εκείνην δυσωδίαν κεκλεισμένου όντος τότε του Αγίου επέρασαν από εκεί οι δύο ομολογηταί, Θεόδωρος και Θεοφάνης οι γραπτοί και αυτάδελφοι, οίτινες είχον τα άγια πρόσωπά των κατακεντημένα από τον τύραννον· προσωρμίσθησαν δε εις τον λιμένα τον λεγόμενον Κάρταν. Τότε οι μακάριοι εκείνοι και Άγιοι Πατέρες έγραψαν επιστολήν προς τον Άγιον έχουσαν ούτω: «Τω ζώντι νεκρώ και νεκρώ ζωηφόρω, ναίοντι την γην και πολούντι τον πόλον,Γραπτοί γράφουσι δέσμιοι τω δεσμίω». Την στιχουργικήν δε ταύτην επιστολήν απέστειλαν δια τινος αλιέως φίλου του Αγίου, με τον ίδιον δε αλιέα ανταπήντησεν ο Άγιος προς τους Αγίους, ούτω: «Τους ταις βίβλοισιν ουρανού κλησιγράφους Και προς μέτωπα σωφρόνως εστιγμένους, Προσείπεν ο ζώθαπτος, ως συνδεσμίους». Ο αλιεύς ούτος, δια την ευλάβειαν την οποίαν είχε προς τον Άγιον, υπηρέτει αυτόν εις μερικάς μικράς ανάγκας του. Του έφερε δε μίαν κανδήλαν και κάθε Σάββατον του επήγαινε και ολίγον έλαιον δια να παρηγορήται εις το τοσούτον σκότος. Ήρκει δε το έλαιον τούτο να καίη επί επτά ημέρας, ότε πάλιν του έφερεν άλλο. Συνέβη όμως και ησθένησεν ο καλός και αγαθός εκείνος αλιεύς· ο Θεός όμως ηυσπλαγχνίσθη τον Άγιον και εισήκουσε την δέησίν του, και το έλαιον της κανδήλας έκαιε μέχρι του άλλου Σαββάτου, ότε ο αλιεύς και πάλιν έγινεν υγιής. Αλλά θα ερωτήση τις: πως ελυτρώθη εκείθεν ο Άγιος; Επτά χρόνους ήτο εκεί φυλακισμένος· μίαν μόνην οπήν είχεν ο τάφος εκείνος σμικροτάτην και από αυτήν του έδιδον άρτον και ύδωρ, όσον δια να ζη μόνον. Τον δεύτερον χρόνον απέθανεν ο ληστής, και εξ χρόνους υπέμεινε την κάκωσιν ο Άγιος ομού με τον έτερον ληστήν. Ότε δε συνεπληρώθησαν οι επτά χρόνοι, τότε ελυτρώθη εκείθεν ο Άγιος δια του εξής θαυμασίου τρόπου. Έτυχε τότε ο Θεόφιλος να είναι βυθισμένος εις την ανάγνωσιν εν τη βιβλιοθήκη του βασιλικού παλατίου. Θεού δε προνοία (τίνος άλλου; ) ευρίσκει δυσνόητον τι πρόβλημα, το οποίον δεν ηδυνήθη με κανένα τρόπον να εξηγήση, μολονότι εκαυχάτο, ότι ήτο εμβριθέστατος και εις την έξω σοφίαν και εις την καθ’ ημάς ιεράν θεολογίαν. Αποστέλλει λοιπόν το εν λόγω πρόβλημα εις τον μαντιάρχην (πατριάρχην) του, ή καλύτερον ειπείν δαιμονάρχην του· ομοίως το αποστέλλει και εις τον φιλόσοφόν του, τον περίφημον Λέοντα τον Θεσσαλονίκης. Αλλά και οι δύο ματαίως εκοπίασαν, διότι ετύφλωσεν αυτούς ο Θεός και φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν οι μάταιοι και κακόφρονες, ή καλύτερον ειπείν δαιμονόφρονες και δοκόφρονες. Δεν ηδυνήθησαν λοιπόν οι τρισάθλιοι να λύσωσι την απορίαν του βασιλέως των. Δια τον λόγον τούτον ο Θεόφιλος εγένετο κατηφής και περίλυπος επί πολλάς ημέρας· η πολλή δε λύπη του επροξένησεν εις τον στόμαχον ανορεξίαν. Όθεν ούτε να φάγη ούτε να πίη ηδύνατο. Το αίτιον της λύπης αντελήφθη ένας από τους άρχοντάς του, κουβικουλάριος κατά την αξίαν, όστις λαμβάνει το θάρρος και λέγει προς τον βασιλέα. Ουδείς άλλος δύναται να διασκεδάση την λύπην σου και να διαλύση την απορίαν σου, βασιλεύ, παρά μόνον ο Μεθόδιος, ο εξόριστος εις την νήσον του Αντιγόνου, ο κατάκλειστος μέσα εις τον σκοτεινότατον τάφον του Κοπρωνύμου από χρόνων ικανών. Εάν δε εγκρίνετε, δότε μοι το ζητούμενον έγγραφον και πηγαίνω την νύκτα κρυφίως και τον ερωτώ εκ μέρους μου, και λαμβάνω την λύσιν και εξήγησιν του ζητήματος. Όταν δε την φέρω εις σε, θέλεις αμέσως απαλλαγή της στενοχωρίας, ήτις σε βασανίζει. Εις τούτο συγκατένευσεν ο βασιλεύς· όθεν επήγεν ο κουβικουλάριος εις την νήσον του Αντιγόνου· ενώ δε ευρίσκετο εισέτι μακράν του τάφου, έως ου ηκούετο η φωνή, ακούει τον Άγιον να τον χαιρετά λέγων· «Κακώς ώρισες, αδελφέ, κυρ Ιωάννη κουβικουλάριε· ηξεύρω καλώς δια ποίαν αιτίαν σε έστειλεν εδώ ο Θεόφιλος· πλην δος μοι ολίγον χάρτην και μελάνην». Αφού δε έδωσε ταύτα ο Ιωάννης, εξήγησεν ο Άγιος το πρόβλημα κατά τρεις τρόπους. Λαμβάνει την τριπλήν εξήγησιν ο Ιωάννης και την φέρει προς τον Θεόφιλον. Αναγινώσκει ο Θεόφιλος την εξήγησιν, και θαυμάζει του Αγίου την θεόσοφον σύνεσιν. Δεν χάνει τότε καιρόν, πέμπει ευθύς και φέρει τον Άγιον και παραγγέλλει να διαμένη εις το εξής εις το λεγόμενον Σίγμα, κοντά εις το βασιλικόν παλάτιον. Περί τούτου του Σίγμα γράφει Γεώργιος ο Κωδινός, ότι εις αυτόν τον τόπον έκτισεν ο μέγας Κωνσταντίνος Ναόν περίφημον της Θεοτόκου· ύστερον ο μέγας Ιουστινιανός τον ανεκαίνισεν· επέρασαν από τότε τριακόσιοι είκοσιν οκτώ χρόνοι, και έγινε μέγας σεισμός, εις τον καιρόν της βασιλείας Βασιλείου του Μακεδόνος, ημέρα Κυριακή, Ιανουαρίου ενάτη, και έπεσεν όλος ο ωραιότατος εκείνος Ναός και εφόνευσεν άπαντας τους εν αυτώ ευρεθέντας ανθρώπους· έκτοτε λοιπόν ωνομάσθη ο τόπος σείσμα και σήμα, η δε προφορά των πολλών έφθειρε το όνομα, και το λέγουσι σίγμα. Εκεί λοιπόν εις τον Ναόν της Θεοτόκου είχε τον Άγιον κεκλεισμένον ο Θεόφιλος· επρόσταξε δε κανείς άλλος να μη εισέρχεται εις τον Άγιον, παρά μόνον ο υπηρέτης του βασιλέως. Εσύχναζε λοιπόν ο Θεόφιλος, πλην κρυφίως, εις τον Άγιον και ηρώτα δια πάσαν απορίαν την οποίαν είχεν. Διότι φιλοπονών ο Θεόφιλος και διανυκτερεύων εις την ανάγνωσιν, εις ό,τι δυσνόητον εύρισκε, ελάμβανεν παρά του Αγίου την ερμηνείαν. Δια τούτο και όταν εταξίδευεν έξω της πόλεως έπαιρνε και τον Άγιον πάντοτε μαζί του. Ο δε ληστής όπου ήτο με τον Άγιον έγκλειστος δεν ηθέλησε να εξέλθη εκείθεν, μολονότι του εδόθη ελευθερία, αλλ’ έμεινεν εις τον τάφον έως τέλους της ζωής του· ηξιώθη δε να επιτελή σημεία και θαύματα εις δόξαν Θεού και προέλεγε πολλών πραγμάτων την έκβασιν, τα οποία εγίνοντο· και ταύτα μεν ούτως είχον. Επειδή δε η αγία του Χριστού Εκκλησία εκινδύνευεν από τους αιρετικούς και ευρίσκετο εις μεγάλην ταραχήν, Ευστράτιος τις ηγούμενος της Ιεράς Μονής των Αυγάρων, επήγε προς τον μέγαν Ιωαννίκιον, και άλλα μεν πολλά τον ηρώτησε, του ανέφερε δε και τούτο· «έως πότε, λέγει, άνθρωπε του Θεού, θα ευρίσκεται η αγία του Χριστού Εκκλησία καταπατημένη από τους μιαρούς εικονομάχους; Έως πότε οι λύκοι θα διασκορπίζωσι τα πρόβατα του Χριστού»; Ο δε μέγας του αποκρίνεται προφητικώς όντως· «έχε υπομονήν, αδελφέ κυρ Ευστράτιε, και θέλεις γνωρίσει την ακαταμάχητον δύναμιν του ειρηνάρχου Θεού. Θέλει φανερώσει μέγαν άνθρωπον, ονόματι Μεθόδιον· αυτός θέλει καθήσει εις τον Πατριαρχικόν θρόνον, και θέλει κυβερνήσει την Εκκλησίαν ως σοφός, με την χάριν του παναγίου και τελεταρχικού Πνεύματος, το οποίον εις αυτόν κατοικεί, αυτός δε θέλει βεβαιώσει την Ορθοδοξίαν». Δεν επέρασε πολύς καιρός αφ’ ότου επροφήτευσεν ο Όσιος τους χρυσούς τούτους λόγους, και ο μεν βασιλεύς Θεόφιλος απέθανε, δώδεκα χρόνους τυραννικώς βασιλεύσας, γίνονται δε διάδοχοι της βασιλείας τούτου ο υιός του Μιχαήλ και Θεοδώρα η σύζυγος αυτού. Τότε η Θεοδώρα ανεκήρυξε Πατριάρχην τον από Κυζίκου θείον Μθόδιον και κατά μεν το φαινόμενον ενεργείαις της βασιλίσσης ανεκηρύχθη Πατριάρχης ο Άγιος, κατά το νοούμενον όμως ο Θεός ανέδειξε τον άνθρωπον, όστις τόσον δια την αλήθειαν εβασανίσθη εις την δυσωδίαν και σκοτίαν επί τόσους χρόνους δεινής φυλακής, ώστε απέπεσον όλαι αι τρίχες της ιεράς κεφαλής του. Αλλά το μεν θείον και πολύαθλον αυτού σώμα εφθάρη, ναι, ως φθαρτόν, η δε αρετή της θεοειδούς ψυχής του ηύξησε πολύ περισσότερον· διότι οι πειρασμοί λαμπρύνουσι τον έσω άνθρωπον, ως το βεβαιώνει και ο μακάριος Παύλος λέγων· Όσον ο έξω άνθρωπος φθείρεται, τοσούτον ο έσω ανακαινίζεται. Καθήσας λοιπόν επί τον πατριαρχικόν θρόνον ο μέγας Μεθόδιος, χειροτονεί Μητροπολίτην Νικαίας τον Άγιον Θεοφάνην τον Ομολογητήν και Γραπτόν· η δε βασίλισσα προστάζει να γίνη εξέτασις ακριβεστάτη δια την αίρεσιν των εικονομάχων· τούτου δε γενομένου ενικήθησαν οι αιρετικοί. Αλλά πριν γίνη τούτο, εστάλη πανταχού βασιλικός ορισμός, να λάβωσιν οι εξόριστοι την ελευθερίαν των. Έγινε δε και άλλο προ της αναρρήσεως του Αγίου εις τον πατριαρχικόν θρόνον. Κακήν κακώς εξεβλήθη πρότερον απ’ αυτού ο Ιωάννης ή Ιανίς ο μαντιάρχης, ο μάγος και λαοπλάνος, όστις εκάθησεν εις τον πατριαρχικόν θρόνον χρόνους εξ. Έγινε δε τότε πανταχού ειρήνη και έλαμψεν η Ορθοδοξία τη του Χριστού συνεργεία και χάριτι. Τότε εκινήθη θεόθεν ο μέγας Ιωαννίκιος, όστις ησύχαζεν εις τον Όλυμπον της Προύσης, εκινήθη δε κατά τον εξής τρόπον. Προσήλθεν εις αυτόν ο μέγας εν ασκηταίς Αρσάκιος και του είπεν. «Ο Θεός με έστειλε προς σε, άνθρωπε του Θεού, δια να υπάγωμεν ομού εις τον έγκλειστον αββάν Ησαΐαν, όπου ησυχάζει εις τα μέρη της Νικομηδείας, να μάθωμεν παρ’ αυτού εκείνα όπου θέλει και αγαπά ο Θεός». Επήγαν λοιπόν τότε ο Ιωαννίκιος και ο Αρσάκιος προς τον αββάν Ησαΐαν, τον οποίον ερωτήσαντες ήκουσαν παρ’ αυτού τα εξής προφητικά λόγια: «Τάδε λέγει Κύριος ο Θεός. Ιδού ήλθε το τέλος των εχθρών της Αγίας μου Μορφής· έφθασεν η εσχάτη καταστροφή των θεομάχων εικονομάχων. Υπάγετε λοιπόν εις την βασίλισσαν Θεοδώραν και εις τον Πατριάρχην Μεθόδιον, και είπατε προς αυτούς· Παύσατε τους ανιέρους και μιαρούς εικονομάχους· προσφέρετε εις τον Θεόν λατρείαν καθαράν και αναίμακτον. Προσκυνήσατε μετά πάντων των Αγγέλων την άχραντον και Αγίαν Εικόνα του Προσώπου μου, και τον τίμιον και ζωηφόρον Σταυρόν μου». Ταύτα ακούσαντες οι Όσιοι από τον θείον Ησαΐαν έρχονται εις την βασιλεύουσαν, και αναφέρουσιν αυτά εις τον Πατριάρχην και εις όλους τους εγκρίτους ιερωμένους τε και λαϊκούς· έπειτα έρχονται όλοι ομού προς την βασίλισσαν. Τότε η μακαρία εκείνη βασίλισσα εδέχθη όλα όσα της ανέφεραν οι Άγιοι, διότι εκ γενετής ήτο ευσεβής και ορθόδοξος, ανασύρασα δε από τον κόλπον της Εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, και ευλαβώς προσκυνούσα αυτήν έλεγεν εις επήκοον πάντων. «Όποιος δεν προσκυνεί τας αγίας Εικόνας σχετικώς, ουχί λατρευτικώς, ας έχη το ανάθεμα». Αυτά βλέποντες και ακούοντες έλαβον άπαντες πνευματικήν ευφροσύνην. Παρακάλεσε δε τότε η βασίλισσα τους Οσίους να προσφέρωσι δέησιν εις τον Θεόν δια τον άνδρα της Θεόφιλον, μήπως και τον συγχωρήση· η δε ιερά ομήγυρις των Πατέρων, βλέποντες την πίστιν αυτής, υπεσχέθησαν να πληρώσωσι την παράκλησίν της. Συνήθροισε λοιπόν ο μέγας Μεθόδιος όλους τους αρχιερείς και όλον το ιερατικόν σύστημα, με τον ευσεβή λαόν, και έρχονται εις την Μεγάλην Εκκλησίαν, την Αγίαν Σοφίαν. Εκεί ήλθον και οι Όσιοι Ιωαννίκιος και Αρσάκιος, οι Στουδίται Ναυκράτιος και λοιποί μαθηταί του Αγίου Θεοδώρου, Θεοφάνης ο Γραπτός, Μιχαήλ ο Σύγκελλος και αγιοπολίτης, και άλλοι πολλοί, και επιτελούν ολονυκτίους δεήσεις καθ’ όλην την Καθαράν εβδομάδα δια τον βασιλέα Θεόφιλον δακρύοντες και νηστεύοντες. Τα αυτά έκαμε και η βασίλισσα Θεοδώρα εις την Εκκλησίαν του βασιλικού παλατίου με όλας τας ευλαβεστέρας και εγκρίτους γυναίκας της Πόλεως. Περί δε τον Όρθρον της Παρασκευής της πρώτης εβδομάδος απεκοιμήθη ολίγον η βασίλισσα εκεί όπου προσηύχετο, και βλέπει οπτασίαν, ότι ήτο δήθεν εις τον στύλον του Σταυρού, και έβλεπε πολλούς αιθίοπας μέλανας, οίτινες διήρχοντο από εκεί με πολύν θόρυβον, έχοντες εις τας χείρας των διάφορα εργαλεία βασανιστικά· έσυρον δε βιαίως και τον βασιλέα Θεόφιλον, δεδεμένον τας χείρας οπίσω. Βλέπουσα δε αυτόν τοιουτοτρόπως συρόμενον, ηκολούθησε και αυτή όπισθεν, δια να μάθη και να ίδη το αποβησόμενον. Έφθασαν λοιπόν έως την λεγομένην Χαλκήν Πύλην, και εκεί της εφάνη ότι είδε κάποιον θαυμαστόν άνθρωπον καθήμενον έμπροσθεν της Εικόνος του Χριστού, και ότι έφεραν έμπροσθέν του τον άνδρα της Θεόφιλον ως κατάδικον οπισθάγκωνα δεδεμένον· και της εφάνη ότι έπεσεν η ιδία εις την γην κάτω, και επροσκύνησε τον θαυμαστόν εκείνον άνθρωπον, και εφίλησε τους πόδας αυτού, και τον παρεκάλει δια τον άνδρα της τον Θεόφιλον· ο δε θαυμαστός εκείνος ανήρ μετά βίας ήνοιξε το στόμα του, μετά τας πολλάς εκείνας δεήσεις αυτής, και της είπε· «Μεγάλη είναι η πίστις σου, ω βασίλισσα· γίνωσκε λοιπόν από την σήμερον, ότι δια τα δάκρυά σου, και δια τους δούλους μου τους ιερείς, ιδού συγχωρώ τον άνδρα σου Θεόφιλον». Και έπειτα ήκουσεν όπου επρόσταξε: «Λύσατε αυτόν και χαρίσατέ τον εις την σύζυγόν του». Της εφάνη τότε ότι τον επήρεν αυτή, και ανεχώρησεν εις τα ίδια μετά χαράς και ευφροσύνης πολλής. Ταύτα ιδούσα εξύπνησεν. Ο δε Πατριάρχης Μεθόδιος, εν τω μεταξύ όπου εγίνετο η δέησις, έγραψεν επί φύλλου χάρτου όλων των αιρετικών βασιλέων τα ονόματα, μαζί και του Θεοφίλου, και έβαλεν υποκάτωθεν της αγίσας Τραπέζης. Όρθρου δε βαθέος, κατά την Παρασκευήν, είδε και αυτός οπτασίαν τοιαύτην· είδεν ωσάν να εισήλθε μέσα εις την Εκκλησίαν ένας φοβερός και αστραπόμορφος Άγγελος, και του είπεν· «Ήκουσεν ο Θεός την δέησίν σου, Επίσκοπε, και συνεχώρησε τον βασιλέα Θεόφιλον· παύσε λοιπόν από σήμερον και μη ενοχλής πλέον τον Θεόν δια τούτον». Ο δε Άγιος επιθυμών να πληροφορηθή, εάν ούτως έχη το πράγμα, καταβαίνει από τον θρόνον, αναγινώσκει τον χάρτην, και ευρίσκει το όνομα του Θεοφίλου εξηλειμμένον· όθεν εδόξασε τον Θεόν. Μαθούσα τούτο η βασίλισσα Θεοδώρα έλαβε μεγάλην χαράν και εμήνυσεν εις τον Πατριάρχην να συνάξη όλον τον λαόν εις την Μεγάλην Εκκλησίαν, να φέρουν δε ομού εν ταυτώ και τα τίμια και ζωοποιά ξύλα του ζωηφόρου Σταυρού, και όλας τας αγίας Εικόνας, δια να λάβη πάλιν η Εκκλησία, η νοητή νύμφη του Χριστού, τον αρχαίον στολισμόν της και την ωραιότητα αυτής, έτι δε ίνα ίδουν και πληροφορηθούν το παράδοξον θαύμα ότι εξηλείφθη το όνομα του Θεοφίλου εκ του καταλόγου των αιρετικών. Τούτου γενομένου συνηθροίσθησαν όλα τα πλήθη των ορθοδόξων εις το Πατριαρχείον λαμπαδηφορούντα· ήλθε δε και η βασίλισσα ομού και ο υιός της Μιχαήλ. Ψάλλοντες δε και λιτανεύοντες με τας Αγίας Εικόνας και με τα τίμια και ζωοποιά ξύλα του ζωηφόρου Σταυρού, και με το θείον και ιερόν Ευαγγέλιον, έφθασαν εις τον τόπον όπου λέγεται Μίλιον, κράζοντες όλοι και βοώντες το, Κύριε ελέησον· εκείθεν επέστρεψαν πάλιν εις το Πατριαρχείον και επετέλεσαν την θείαν μυσταγωγίαν. Τότε ενεθρόνισαν και τας Αγίας Εικόνας εκάστην εις τον διωρισμένον της τόπον, όπως ήσαν και πρότερον. Εγένετο δε η ενθρόνισις αυτών δια των σεβασμίων χειρών του Πατριάρχου, των Αρχιερέων και των λοιπών προρρηθέντων αγίων. Ανεγνώσθησαν δε απ’ άμβωνος τα ονόματα όλων των κεκοιμημένων ορθοδόξων, άμα δε τη εκφωνήσει εκάστου ονόματος έλεγον· Αιωνία η μνήμη. Είτα ανεθεματίσθησαν τα ονόματα όλων των αιρετικών, οίτινες δεν επροσκυνούσαν τας Αγίας Εικόνας. Από τότε λοιπόν διώρισαν οι Άγιοι να γίνεται εορτή κάθε χρόνον εις αυτήν την ημέραν, και να ονομάζεται Κυριακή της Ορθοδοξίας. Έκαμε δε η βασίλισσα Θεοδώρα συμπόσιον κοινόν κατ’ εκείνην την ημέραν, και εφιλοξένησεν όλους τους Ομολογητάς και Οσίους· ήτο δε παρών τότε και ο Άγιος Θεοφάνης ο Ομολογητής και Γραπτός, καθήμενος κοντά εις το τέλος της τραπέζης. Η δε βασίλισσα έβλεπε μετά προσοχής το πρόσωπον του Αγίου Θεοφάνους, και θαυμάζουσα ανεστέναζεν· ο δε Άγιος ηρώτησεν την αιτίαν, η δε βασίλισσα του αποκρίνεται· «Θαυμάζω, Άγιε, την ανδρείαν και την υπομονήν σου, και την αγριότητα και θηριώδη ασπλαγχνίαν εκείνου, όστις σου έγραψε τα εν τω μετώπω γράμματα». Ο δε Άγιος Θεοφάνης μήτε ηυλαβήθη το βασιλικόν διάδημα, ούτε εσκέφθη το τι έγινε προ ολίγου και τι απεφασίσθη δια τον Θεόφιλον, ή ως φαίνεται εκ συναρπαγής ωσάν άνθρωπος και αυτός αποκρίνεται ούτως: «Δια ταύτα τα γράμματα, ω ευσεβεστάτη βασίλισσα, θέλομεν κριθή παρρησία με τον άνδρα σου Θεόφιλον, εν ημέρα κρίσεως εις το φοβερόν εκείνο δικαστήριον του Θεού». Ακούσασα ταύτα η βασίλισσα έγινε περίλυπος, και λέγει μετά δακρύων: «Αυταί είναι αι υποσχέσεις, αυταί είναι αι ομολογίαι, Άγιοι του Θεού, που μου υπεσχέθητε; Λοιπόν όχι μόνον δεν συνεχωρήθη ο άνδρας μου, αλλά μελετάτε έτι να τον παιδεύσετε»; Ταύτα ακούσας ο Πατριάρχης, ο εν Αγίοις, λέγω, Μεθόδιος, δεν ηργοπόρησεν, αλλ’ ευθύς ηγέρθη και ομού με τους λοιπούς Αγίους λέγει μεγαλοφώνως: «Όχι, Δέσποινα, όχι· μη γένοιτο· δεν κρίνεται πλέον ο άνδρας σου· διότι εκείνα όπου απεφασίσαμε εις την γην, απεφασίσθησαν και εις τον ουρανόν· άφες τον Θεοφάνην να παραλαλή». Τοιαύτα έγιναν και ελέχθησαν, και το συμπόσιον έλαβε τέλος, του μακαρίου Μεθοδίου σπουδάζοντος να διατηρήση την επιτευχθείσαν ειρήνην. Συνέβη δε τότε μετ’ ολίγας ημέρας πόλεμος εμφύλιος μεταξύ των ορθοδόξων, οίτινες διεχωρίσθησαν εις δύο μερίδας. Και το μεν ένα μέρος ήθελον να έχωσι συλλειτουργούς και αξίους όσους εχειροτόνησαν οι εικονομάχοι, το δε άλλο μέρος δεν έστεργον εις τούτο, αλλά τους εθεώρουν ως ανιέρους και μιαρούς. Επί πλέον ευρόντες ευκαιρίαν οι αιρετικοί οι διαιρούντες το ομοούσιον της Αγίας Τριάδος μεγάλως εταλαιπώρουν την Εκκλησίαν. Αυτά βλέπων και ακούων ο Άγιος ελυπείτο, και του εφαίνετο ως να ήκουε τον Απόστολον να του λέγη εις το ωτίον: «ήθελον ανάθεμα είναι από Χριστού υπέρ των αδελφών μου των κατά σάρκα». Έχων όθεν και αυτός ερριζωμένην εν τη καρδία αυτού την αγάπην, επεθύμει την σωτηρίαν πάντων· διο έλεγεν· εάν συμφωνήσητε όλοι μαζί μου δια να δοξάζωμεν ομού την Αγίαν Τριάδα, καθώς ορίζει ο Θεολόγος Γρηγόριος, θα επεθύμουν και εγώ να γίνω ανάθεμα υπέρ των αδελφών μου. Τοιαύτα εφρόνει και έλεγεν ο Άγιος, οι δε στασιασταί δεν έπαυον μέχρι θανάτου αγωνιζόμενοι, δια να συστήσωσι και να βεβαιώσωσιν ο καθ’ εις το θέλημά του. Συνέπασχε δε και συνηγωνίζετο με τον Πατριάρχην και ο μέγας Ιωαννίκιος, δια να ενώση τα διεστώτα και να συρράψη το σχίσμα. Και άλλοτε μεν ήρχετο ούτος προσωπικώς εις την βασιλεύουσαν και εδίδασκε περί αγάπης και ομονοίας, άλλοτε δε με γράμματά του ενουθέτει τους αλληλομαχομένους. Ομοίως ο μέγας Ιωαννίκιος επαρηγόρει και ενίσχυε τον μέγαν Μεθόδιον εις τον κατά των αιρετικών αγώνα, γράφων: «Όσους διαιρούσι το ομοούσιον της Αγίας Τριάδος φεύγε, και ουδέ να τους βλέπης, ούτε να συντρώγης, ούτε να τους χαιρετάς παντάπασιν· συναναστρέφου δε μόνον και συλλειτούργει με τους ομόφρονάς σου και ορθοδόξους». Τοιαύτα και τα τούτων όμοια έγραφεν ο μέγας Ιωαννίκιος προς τον θεοφόρον Μεθόδιον. Ούτος δε τα ανεγίνωσκεν εις τους αιρετικούς, αλλ’ οι κάκιστοι περιέπαιζον τον Άγιον του Θεού και τον έλεγον κακόν, και τον εφαντάζοντο διεστραμμένον. Ακούσας ταύτα ο μέγας Ιωαννίκιος έρχεται εις την βασιλεύουσαν, παρρησιάζεται ενώπιον πάντων, ίσταται εις το μέσον και ανελθών εις τόπον υψηλόν, θεολογεί το ομοούσιον της Αγίας Τριάδος τόσον λαμπρά, ώστε δεν έμεινεν ούτε εις, όπου να μη ενικήθη κατά κράτος, και να μη τον ωμολόγησεν ως μέγαν και ισαπόστολον και θεοφόρον άνδρα· όθεν και γενόμενοι ορθόδοξοι ωμολόγησαν φανερά με όλην των την ψυχήν το μυστήριον της Αγίας Τριάδος, ότι είναι ακατάληπτον· και τοιουτοτρόπως αναθεματίσαντες την προτέραν των κακοφροσύνην, ηνώθησαν με όλους τους ορθοδόξους, και έγινεν ειρήνη εις όλην την Εκκλησίαν. Και ο καθείς εφαντάζετο τον μεν πολύαθλον Μεθόδιον άλλον μέγαν Αθανάσιον, όστις ηγωνίζετο να ενώση την Εκκλησίαν, και να σφενδονίζη τους νοητούς λύκους των αιρέσεων, με την σφενδόνην του Αγίου Πνεύματος, και να τους διώκη μακράν από το λογικόν ποίμνιον του Χριστού· τον δε μέγαν Ιωαννίκιον ως άλλον μέγαν Αντώνιον όστις, εις τοιούτον βαθύτατον γήρας εγκατέλειπε την έρημον και την ησυχίαν και ήρχετο εις την Πόλιν, δια να στερεώνη τους Ορθοδόξους και να συνιστά και να ενισχύη τον ιερόν Μεθόδιον, ως έκαμνεν ο μέγας Αντώνιος. Επειδή όμως έμεναν μερικοί διάδοχοι των παλαιών αιρετικών, ως ζιζάνια, εις τον καθαρόν σίτον της Εκκλησίας του Χριστού, τα οποία δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθώσι, κρίμασιν οις οίδε Κύριος, και ενώ έλαμψεν η Ορθοδοξία πανταχού εις όλην την οικουμένην, ούτοι έμενον ως σκόπελοι εις την θάλασσαν και εκρύπτοντο ως λύκοι υπό δέρμα προβάτων. Τι νομίζετε ότι τεχνεύονται; Επειδή δεν υπέφερον οι κατάρατοι να βλέπουν τον λύχνον να φέγγη επί την λυχνίαν με λαμπρότατον φως, τον θείον, λέγω, Μεθόδιον επονηρεύθησαν επιβουλήν αξίαν της πονηρίας των. Επλάνησαν γυναίκα τινά, και έδωσαν εις αυτήν ποσότητα αρκετήν αργυρίων, δια να συκοφαντήση τον Άγιον, ότι τάχα την εβίασε, καθώς ποτέ εσυκοφάντησαν οι αρειανοί τον μέγαν Αθανάσιον και τον μέγαν Ευστάθιον. Αφού έγινε τούτο, και εγένοντο κριταί και εξετασταί οι πλέον έγκριτοι άρχοντες της συγκλήτου, προσήχθη η γυνή εις το μέσον, και κατηγόρει τον Άγιον κατά πρόσωπον αυτού, και εβεβαίωνε με όρκους, ότι αληθώς αυτός ο Άγιος εβίασεν αυτήν· ο δε Άγιος σιωπών υπέφερε την συκοφαντίαν γενναίως· αλλ’ επειδή έβλεπεν όλον το ιερατικόν τάγμα ότι ελυπείτο βαρέως δια την σιωπήν του, περισσότερον δε όλων τον άρχοντα μάγιστρον τον Εμμανουήλ, ανίσταται ευθύς, και δεικνύει το σώμα του, όπερ ήτο απεξηραμμένον και νενεκρωμένον τόσον, ώστε έκαστος από τους ορώντας επληροφορείτο, ότι αδύνατον ήτο τοιαύτα μέλη να διαπράξωσιν αμαρτίαν τοιαύτην. Τούτο βλέποντες οι παρόντες ορθόδοξοι έλαβον μεγίστην χαράν και ευφροσύνην· κατησχύνθησαν δε οι αιρετικοί συκοφάνται. Χαριεντιζόμενος δε εις από τους άρχοντας, ηρώτησε τον Άγιον την αιτίαν της νεκρώσεως των μελών του. Ο δε Άγιος απεκρίνατο: «Εστάλην, λέγει, τον δείνα καιρόν πρέσβυς εις την Ρώμην δια βασιλικήν υπηρεσίαν. Συνέβη δε να λάβω τότε εκεί μεγάλην πύρωσιν της σαρκός· φοβούμενος λοιπόν να μη απολέσω την καθαρότητα της σωφροσύνης, προσέπεσον προς τους πρωτοκορυφαίους Πέτρον και Παύλον, παρακαλών αυτούς ημέρας και νύκτας πολλάς· και μίαν νύκτα μου εφάνη εις τον ύπνον μου, ότι ήλθον οι δύο Απόστολοι και ήγγισαν τα μέλη μου, και μου είπον τοιούτους λόγους: από της σήμερον και εις το εξής να μη έχης φόβον τινά. Μου εφάνη δε ότι με έκαυσαν με πυρ, επειδή τόσον πόνον ησθάνθην, ώστε από την υπερβολήν του πόνου εξύπνησα· από τότε λοιπόν έως τώρα, τη του Χριστού μου χάριτι και τη θαυματουργία των πανευφήμων Αποστόλων, ενεκρώθησαν τα μέλη μου, και πλέον δεν αισθάνομαι σαρκικήν επιθυμίαν παντάπασιν. Αυτά βλέπων και ακούων ο μάγιστρος Μανουήλ, προστάζει και φέρουσι την γυναίκα εις το μέσον εκεί, και την εξετάζει με πολλήν ακρίβειαν, δια να μαρτυρήση φανερά το πόθεν παρεκινήθη να συκοφαντήση τον Άγιον· φοβουμένη λοιπόν ομολογεί φανερά την αλήθειαν, αποκαλύπτει τα πρόσωπα τα οποία της έδωσαν τα αργύρια, τα οποία έχει ακόμη εις το κιβώτιόν της, εσφραγισμένα με την βούλλαν των συκοφαντών. Στέλλουσι τότε οι κριταί και φέρουν το κιβώτιον και ευρίσκουσιν αληθή όλα όσα είπεν η γυνή. Τι το μετά ταύτα; Γίνεται απόφασις να τιμωρηθώσιν οι συκοφάνται κατά τους βασιλικούς νόμους· ετοιμάζονται τα βασανιστικά εργαλεία· αλλά πάλιν η χριστομίμητος ευσπλαγχνία του ιερού Μεθοδίου εμεσίτευσεν εις τους άρχοντας και τους ελύτρωσε από τας τιμωρίας. Τούτο μόνον είπε· να δοθή εις αυτούς δια κανόνα των, ότι κάθε χρόνον, την ημέραν όπου επιτελείται η εορτή της Ορθοδοξίας, να αναθεματίζωνται εις έκαστος μεγαλοφώνως από τον Ναόν της Θεοτόκου των Βλαχερνών, έως εις τον περιώνυμον Ναόν της Αγίας Σοφίας, δια το μίσος όπου έχουν κατά των σεβασμίων και θείων Εικόνων, όπερ και εγένετο έως ότου έζων οι χριστομίσητοι εικονομάχοι, και γίνεται μέχρι σήμερον προς σωφρονισμόν των επιζώντων αιρετικών κατά των οποίων απαγγέλλεται το ανάθεμα ως αρραβών της αιωνίου κολάσεως, ήτις αναμένει αυτούς. Ποιμαίνων δε το ποίμνιον του Χριστού ο μέγας Μεθόδιος, και βαστάζων εις το ιερόν αυτού και πολύαθλον σώμα τα στίγματα του Κυρίου, ετέλει θαύματα παράδοξα, και Πνεύμα άγιον είχε και τα μέλλοντα επροφήτευε, καθώς επροφήτευσε και όταν επήγαν προς αυτόν τον ουράνιον άνθρωπον και επίγειον άγγελον αι μονάστριαι όλαι της Μονής του Χρυσοβαλάντου, και πανευλαβώς αυτόν επροσκύνησαν, ζητούσαι να χειροτονήση εις αυτάς Ηγουμένην. Ηρώτησε λοιπόν τότε ο Άγιος ποίαν επρόκριναν από όλας να χειροτονήση Ηγουμένην, αύται δε απεκρίθησαν· ουδεμίαν, Δέσποτα Άγιε, μόνον εις τον Θεόν πρώτον ελπίζομεν και δεύτερον εις την αγιωσύνην σου, διότι έχεις Πνεύμα Άγιον δια να ψηφίσης όποιαν σε φωτίση η χάρις Του. Ο δε θεόσοφος απεκρίνατο πάνσοφα· ηξεύρω ότι όλαι αγαπάτε και επιθυμείτε δια Ηγουμένην σας την φιλάρετον Ειρήνην· όντως η γνώμη σας είναι θεάρεστος, και ας είναι δεδοξασμένος ο Κύριος, όστις μου εφανέρωσε τας αρετάς αυτής. Ως ήκουσαν ταύτα αι μονάζουσαι εθαύμασαν και πανευλαβώς αυτόν επροσκύνησαν, λέγουσαι· όντως ο Θεός κατοικεί εις την μακαρίαν ψυχήν σου και σε φωτίζει και σου φανερώνει τα απόκρυφα μυστήριά Του. Ευθύς λοιπόν εγερθείς από τον θρόνον ο Άγιος, έλαβε θυμιατήριον, και ευλογήσας τον Θεόν με την πρέπουσαν υμνωδίαν, εχειροτόνησε την μακαρίαν Ειρήνην διάκονον της μεγάλης Εκκλησίας, ηξεύρων εκ Πνεύματος Αγίου, ότι ήτο καθαρωτάτη και άμωμος. Είτα την εσφράγισεν Ηγουμένην, και διδάσκων αυτήν πως να πορεύεται, πως να καθοδηγή και να κυβερνά τας αδελφάς, απέλυσεν εν ειρήνη την Ειρήνην και τας λοιπάς μοναζούσας. Δια να δείξη δε ο συγγραφεύς του βίου της Αγίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου πόσην αγιότητα είχεν ο μέγας Μεθόδιος, διηγείται και ταύτα τα αξιάκουστα· λέγει λοιπόν, ότι την ημέραν καθ’ ην εώρταζεν η Οσία την εορτήν του μεγάλου Βασιλείου, κατά την πρώτην φυλακήν της νυκτός, ήλθε φωνή αοράτως εις την Οσίαν λέγουσα: υπόδεξαι τον ναύκληρον όπου σου φέρει τας οπώρας, τας οποίας τρώγουσα θέλεις λάβει εις την ψυχήν σου μεγίστην ευφροσύνην και αγαλλίασιν. Όθεν έστειλε δύο αδελφάς εις την θύραν δια να εισαγάγουν όποιον έξω της θύρας εύρωσιν. Έρχεται λοιπόν προς την Οσίαν ο ναύκληρος, και βάλλει μετάνοιαν, κάμνουσα δε προσευχήν η Οσία, και καθήσαντες, τον ηρώτησε την αιτίαν του ερχομού του, ο δε ναύκληρος απεκρίθη: ναύτης είμαι, Οσία μου, από την νήσον της Πάτμου· επεβιβάσθην δε του πλοίου δια να έλθω εδώ εις την βασιλεύουσαν. Όταν λοιπόν ηρχίσαμεν να ταξιδεύωμεν, έτι όντες πλησίον της νήσου, είδομεν εις την παραλίαν ωραίον και θεοειδή γέροντα, όστις μας εφώναξε να τον περιμένωμεν δια να έλθη μαζί μας· ημείς όμως δεν ηδυνάμεθα να σταθώμεν, επειδή ήτο ο άνεμος σφοδρός και ο τόπος απόκρημνος και βραχώδης. Τότε πάλιν ο θαυμάσιος γέρων εφώναξε μεγαλοφωνότερον λέγων· σταθήτω η ναύς, έως του ελθείν με· και ω του θαύματος! το μεν πλοίον εστάθη, ο δε θεοειδής γέρων ήλθε προς ημάς, περιπατών εις τα κύματα· εμβάς δε εις το πλοίον εξήγαγε τρία μήλα από τον κόλπον του, και μου τα έδωσε λέγων: όταν, συν Θεώ, φθάσης εις την Βασιλεύουσαν, δώσε τα εις τον Πατριάρχην λέγων εις αυτόν ότι του τα έστειλεν ο Πανάγαθος Θεός, και ο Ιωάννης ο Επιστήθιος από τον Παράδεισον· έπειτα άλλα τρία μήλα όμοια έδωσέ μοι λέγων: ταύτα τη Ηγουμένη του Χρυσοβαλάντου Ειρήνη εγχείρισον, λέγων: φάγε από εκείνα που επεθύμησεν η ψυχή σου η καθαρά και αμόλυντος, ότι τώρα τα έφερα από τον Παράδεισον. Ούτως είπε και ηυλόγησε τον Θεόν, και μας ηυχήθη, και το μεν πλοίον εκίνησεν, αυτός δε εγένετο άφαντος. Έδωσα λοιπόν τα τρία εις τον Πατριάρχην Μεθόδιον, τα δε άλλα τρία λάβε η αγιωσύνη σου. Ως ήκουσε ταύτα η Οσία εδάκρυσεν από την χαράν της, και πολλάς ευχαριστίας απέδωκε τω Θεώ και τω ηγαπημένω αυτού μαθητή, και τα έλαβεν ευλαβώς ως εκ Θεού θεία δώρα. Ταύτα τα άγια του Παραδείσου μήλα επερίσσευαν τα γήϊνα μήλα εις τα τρία προτερήματα ταύτα· πρώτον μεν εις την ωραιότητα, δεύτερον δε εις την ευωδίαν, και τρίτον εις την μεγαλειότητα, όντα ομολογουμένως εξαίσια και θαυμάσια. Ταύτην την διήγησιν ανεφέραμεν δια καρύκευμα του λόγου, και δια να φανερώσωμεν την υπεροχήν του Αγίου, ότι εις τους καιρούς εκείνους αγιώτερον άλλον δεν είχεν η βασιλεύουσα μεταξύ όλων των ανδρών από τον μέγαν Μεθόδιον, και την Οσίαν Ειρήνην, μεταξύ όλων των γυναικών. Εις δε τον πέμπτον χρόνον της βασιλείας του Μιχαήλ προείδεν ο μέγας Μεθόδιος (ως προορατικός όπου ήτο) τον θάνατον του θεοφόρου Ιωαννικίου. Όθεν προτού να αποθάνη, επήγε με τον κλήρον του δια να κάμη τον τελευταίον ασπασμόν, και δια να λάβη τας ευχάς του, ο δε θείος Ιωαννίκιος προβλέπων τον ερχομόν του μεγάλου Μεθοδίου υπερβαλλόντως εχάρη· όθεν ως να ήτο υγιής εσηκώθη και προϋπήντησε τον Πατριάρχην· έπειτα καθήσαντες ωμίλουν διεξοδικώς δι’ υποθέσεις ψυχωφελείς, μάλιστα δε δια την ορθοδοξίαν της Εκκλησίας, και περί των μελλόντων· έπειτα ενουθέτησεν αρκετά τους κληρικούς, και όλον τον προσελθόντα εκεί ορθόδοξον λαόν, ίνα φυλάττωσι την ορθοδοξίαν μέχρι τέλους, να προσέχωσι δε να μη απατηθώσι πάλιν από τους αιρετικούς· να έχωσι την προσήκουσαν ευπείθειαν εις τον αληθή του Θεού ποιμένα θείον Μεθόδιον και να φυλάττωσι την προς αλλήλους ομόνοιαν και ειρήνην, να αγαπά έκαστος το συμφέρον του πλησίον του ως το ιδικόν του συμφέρον, διότι αυτή είναι η ευαγγελική αγάπη, ήτις αρμόζει εις τους Χριστιανούς. Το να αγαπά δε ο φίλος τον φίλον, και ο συγγενής τον συγγενή, τοιαύτην αγάπην έχουσι και τα έθνη, οι τελώναι και οι αμαρτωλοί. Με τοιαύτας ψυχωφελείς νουθεσίας εστερέωσε τον ευσεβή λαόν ο μέγας Ιωαννίκιος· τέλος δε πάντων επροφήτευσε και τον θάνατον του παναγιωτάτου Μεθοδίου. «Γινώσκετε, είπεν, ω τέκνα και αδελφοί εν Χριστώ, ότι μετά τον θάνατόν μου, αφού περάσουν οκτώ μήνες, θέλει ακολουθήσει και η κοίμησις του πατρός και ποιμένος σας, όπως συνευφραινώμεθα ομού εις την χαράν των δικαίων, εις την ψαλμωδίαν των ευφραινομένων, δοξάζοντες και ευχαριστούντες την Τρισήλιον Θεότητα». Ταύτα προείπεν ο θείος Ιωαννίκιος, και η πρόρρησις αυτού ηλήθευσεν. Ότε δε επέρασαν τρεις ημέραι, τη Τρίτη του Νοεμβρίου μηνός, παρέδωκε την μακαρίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού, προϋπαντώντων αυτήν των χορών των Αγγέλων και των Αγίων· το δε πανσέβαστον και άγιον αυτού λείψανον ενεταφίασαν εντίμως και ευλαβώς ως έπρεπεν. Ο δε μέγας Μεθόδιος, αφού εστόλισε και ωράϊσε τον πατριαρχικόν θρόνον με τας λαμπράς αρετάς του, και με τα ηρωϊκά του κατορθώματα, αφού παρήλθον οκτώ μήνες από της οσίας κοιμήσεως του μεγάλου Ιωαννικίου, ως εκείνος προείπεν, εις τας δεκατέσσαρας του Ιουνίου μηνός εκοιμήθη εν ειρήνη, και επορεύθη προς ον επόθει Χριστόν, τον μυστικόν Νυμφίον των καθαρών και ασπίλων ψυχών. Την απώλειαν του τοιούτου ποιμένος εθρήνησεν όλη η βασιλεύουσα, ή καλύτερον να είπωμεν όλη η οικουμένη· όθεν συνέδραμον εις τον ενταφιασμόν του ο βασιλεύς με όλην την Σύγκλητον, οι Αρχιερείς και όλον το Ιερατείον. Τις δε να διηγηθή ο πλήθος όπου συνέδραμεν εις την κηδείαν του τοιούτου Αγίου; Τάχα καθυστέρησαν τα μικρά βρέφη; Τάχα δεν προσέδραμεν όλον το πλήθος των αρρώστων της Πόλεως, δια να λάβωσιν αγιασμόν και υγείαν, καθ’ εις κατά την νόσον του; Τάχα πόσοι να εποδοπατήθησαν εκείνην την ημέραν, στενοχωρούμενοι ποίος να προφθάση να πέση υποκάτω της κλίνης της ιεράς και χαριτοβρύτου, όπου εβάσταζεν εκείνο το αθλοφόρον και σεπτόν σώμα, τον μυρίολβον θησαυρόν και το ταμείον της χάριτος; Πόσοι νομίζετε να έγιναν θυσία εκείνη την ημέραν δια τον πόθον του Αγίου; Πόσοι να έγιναν αυτοπροαίρετοι μάρτυρες, εθελόθυτα θύματα, συνοδοιπόροι της μακαρίας εκείνης ψυχής; Έπρεπε βέβαια να είναι τότε παρόν το στόμα του Χριστού, ο μέγας ρήτωρ της Εκκλησίας, η μεγαλόφωνος σάλπιγξ, ο πολύς εν θεολογία Γρηγόριος, δια να μας περιγράψη την κηδείαν του μεγάλου και ουρανόφρονος Μεθοδίου, καθώς ποτε εκφαντορικώτατα περιέγραψε τον ενταφιασμόν του μεγάλου Βασιλείου, του ομοψύχου και φίλου του· ή καν να διεσώζοντο οι λόγοι τους οποίους έγραψεν ο πολύς εν σοφία και αγιωσύνη Φώτιος, ο διάδοχος και ανεψιός αυτού, ως λέγουσιν, όστις συνέγραψε λόγους εγκωμιαστικούς και ύμνους επιταφίους εις τον παναγιώτατον θείον του μέγαν Μεθόδιον, τους οποίους δυστυχώς ο πανδαμάτωρ χρόνος ηφάνισεν (ίσως δε και οι εχθροί του Φωτίου, ως αιρετικοί και κατήγοροι τούτου άσπονδοι, να κατέκαυσαν ταύτα, δια να μη φαίνεται ο ιερός Φώτιος οποίους ήρωας είχε προγόνους, και από ποίαν αγίαν σειράν κατήγετο· δια να μη άδεται και εις αυτόν τον μακάριον Φώτιον, το ιερόν εκείνο μελώδημα. Εκ ρίζης αγαθής, αγαθός εβλάστησε καρπός). Αλλ’, ω πάτερ Πατέρων Μεθόδιε, Αποστόλων ομότροπε και ομόθρονε, Μαρτύρων και Ομολογητών ισοστάσιε, ω δόξα και κλέος των Πατριαρχών, ω σεμνολόγημα των ασκητών, ω καθαιρέτα και αναιρέτα της αθέου εικονομαχίας, ω υπέρμαχε και φύλαξ της Ορθοδοξίας· ω πολύαθλε και μυρίαθλε Ομολογητά· ω παμμέγιστε στρατηγέ και τροπαιοφόρε της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού· ω θεόπτα και θεόληπτε· ω θεόσοφε και θεηγόρε, ω θεσπέσιε και θεόπνευστε, ω θεορρήμον και θεοστήρικτε, ω θεοφόρε και φωτοφόρε. Δεόμεθά σου, ευσπλαγχνικώτατε Πάτερ, δέξαι από εμέ τον ανάξιον, τον παρόντα αμαθέστατον λόγον· δέξαι και την παρούσαν παννύχιον δοξολογίαν και υμνωδίαν, την οποίαν προσφέρομεν εις σε εκ πνευματικής αγάπης και ευλαβείας μικράς, ως εδέχθη ο Δεσπότης Χριστός τον οβολόν της χήρας εκείνης. Έτι παρακαλούμεν σε, Πάτερ φιλάνθρωπε, του φιλανθρώπου Χριστού μιμητά, μη παραβλέψης την πενιχράν δέησιν ημών των αναξίων δούλων σου· καταπράϋνον ταις προς Θεόν πρεσβείαις σου τον σίφωνα των ακαθάρτων παθών, άτινα μας κατακυριεύουσι· πιστεύομεν, ναι, πιστεύομεν ότι θέλεις μας εισακούσει, Άγιε του Θεού. Χάρισέ μας υπομονήν ουρανόθεν θεοπάροχον, και ανδρείαν εις τας προσβολάς των δαιμόνων· διασκέδασον την ανεμοζάλην και τρικυμίαν των πειρασμών της ψυχής μας, από την οποίαν τρικυμίαν κινδυνεύομεν να καταποντισθώμεν, και κατά κράτος να απολεσθώμεν· φώτισον ημών τον εσκοτισμένον νουν, ίνα μη περιπλανάται εις τας του κόσμου ματαιότητας· σκέπασον ημάς εξ ορατών και αοράτων εχθρών, δίδαξον ημάς άνωθεν, δίδαξον, άνθρωπε του Θεού, πως να περιπατώμεν ευστόχως και θεαρέστως τον στενόν και τεθλιμμένον τούτον δρόμον της μοναχικής ζωής, καθώς υπεσχέθημεν έμπροσθεν της αγίας Εικόνος του Δεσπότου ημών Χριστού, ω η δόξα και το κράτος, η τιμή, η λατρεία και η προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί, και τω Παναγίω και Αγαθώ και Ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2742
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΕ΄ (15η) Ιουνίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου ΑΜΩΣ.

Δημοσίευση από silver »

Αμώς ο Προφήτης ήτο πατήρ Ησαϊου του Προφήτου, και εγεννήθη εν τη χώρα Θεκουέ, εις την γην του Πατριάρχου Ζαβουλών· επροφήτευσε δε έτη πεντήκοντα, ακμάσας προ της παρουσίας του Χριστού έτη 799. Αμεσίας δε ο ψευδοϊερεύς Βαιθήλ πολλάκις έδειρε και κατηγόρησεν αυτόν, και τελευταίον ο υιός του τον εθανάτωσε, πλήξας κατά την μήνιγγα τον μακάριον δια χονδράς ράβδου, επειδή ήλεγχεν αυτόν ο Άγιος Προφήτης δια τας χρυσάς δαμάλεις, τας οποίας προσεκύνουν οι Ιουδαίοι και ελάτρευον ως θεούς. Μετέβη δε εις την πατρικήν του γην ενώ ήτο ακόμη ζωντανός και μετά δύο ημέρας εκοιμήθη, και ετάφη μετά των πατέρων του. Αμώς δε μεθερμηνεύεται καρτερός, πιστός, λαός σκληρός, στερεός. Ήτο δε κατά τον χαρακτήρα του σώματος δασύτριχος, γέρων σχεδόν, το γένειον έχων οξύ, και παρόμοιος κατά το είδος με τον Θεολόγον Ιωάννην.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2742
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΣΤ΄ (16η) Ιουνίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΤΥΧΩΝΟΣ Επισκόπου Αμαθούντος της νήσου Κύπρου

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΣΤ΄ (16η) Ιουνίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΤΥΧΩΝΟΣ Επισκόπου Αμαθούντος της νήσου Κύπρου του θαυματουργού.

Τύχων ο Άγιος και θαυματουργός ήκμασεν επί των βασιλέων Αρκαδίου και Ονωρίου εν έτει υ΄ (400)· έχων δε γονείς ευσεβείς και φιλοχρίστους αφιερώθη υπ’ αυτών εις τον Θεόν και έμαθε τα ιερά γράμματα. Όθεν αφ’ ου εμελέτησεν αρκετά τας Αγίας Γραφάς, πρώτον μεν έγινεν αναγνώστης και ανεγίνωσκεν εν τη Εκκλησία τους θείους Λόγους, είτα δε δια την εις όλα επιτηδειότητά του και δια την καθαρωτάτην και ακατηγόρητον ζωήν του εχειροτονήθη Διάκονος υπό του αγιωτάτου Επισκόπου Αμαθούντος, Μνημονίου ονομαζομένου. Αφ’ ου δε εκείνος ετελεύτησεν, ανεβιβάσθη ούτος εις τον θρόνον της Επισκοπής υπό του μεγάλου και Αγίου Επιφανίου της Κύπρου. Όθεν δια του λόγου και της διδασκαλίας του επέστρεψε μεν πολλούς από της πλάνης των ειδώλων εις την προς Χριστόν πίστιν, πολλούς δε ελληνικούς ναούς κατέστρεψε και συνέτριψε τα εν αυτοίς είδωλα. Με τοιαύτα λοιπόν κατορθώματα διαπρέψας απήλθε προς Κύριον, θαύματα πολλά και ζων και μετά θάνατον εργασάμενος, εκ των οποίων εν ή δύο είναι άξιον να αναφέρωμεν ενταύθα, εις απόδειξιν της αρετής και αγιότητος τού θείου ανδρός. Ότε ο Άγιος ήτο νέος ωρίσθη από τον πατέρα του, αρτοπώλην όντα, να πωλή άρτους εις τους αγοράζοντας· αυτός όμως αντί να πωλή, τους έδιδε χάρισμα εις τους πτωχούς. Μαθών τούτο ο πατήρ του ωργίσθη, επειδή από το επάγγελμα τούτο επορίζετο τα δια τας ανάγκας τού οίκου του απαραίτητα. Ο δε Τύχων έλεγε προς τον πατέρα του, ότι δανείζει τους άρτους εις τον Θεόν, και ότι έχει έγγραφον χρεωστικήν ομολογίαν, ότι τα έλαβεν ο Θεός· και, ω του θαύματος! παρευθύς έγινεν αληθής και έμπρακτος ο λόγος του Αγίου, επειδή και αι αποθήκαι του πατρός του ευρέθησαν γεμάται από σίτον περισσότερον παρ’ όσον εγέμιζον, όταν από το αλώνιον εφέρετο ο σίτος. Τούτο δε το θαύμα, αν και είναι μεγάλον, πλην και άλλοι Άγιοι τοιούτον εποίησαν, διότι ο Πανάγαθος Θεός δεν λείπει από του να δίδη εις τους ανθρώπους σίτον και τα άλλα αγαθά του, ίνα και αυτοί πλουσίως μοιράζωσι την ελεημοσύνην εις τους πτωχούς. Το δε έτι μεγαλύτερον θαύμα το εις δόξαν μόνου του Αγίου τούτου αποβλέπον, και το οποίον σύγκρισιν με άλλο παρόμοιον δεν έχει, είναι τούτο· ο Άγιος ούτος εφύτευσε κλήμα, το οποίον ευθύς ερρίζωσε, παρευθύς εβλάστησε φύλλα, παρευθύς ήνθησε, παρευθύς έκαμε σταφυλάς ωρίμους και γλυκείας. Διότι εις ποίον άλλο μέρος της Κύπρου εφάνη ποτέ σταφυλή ώριμος κατά την παρούσαν δεκατην έκτην του Ιουνίου, κατά την οποίαν η μνήμη του Αγίου τούτου τελείται; Βεβαίως εις κανένα· το δε παράδοξον τούτο γίνεται ούτω. Το κλήμα εκείνο το φυτευθέν υπό του Αγίου, έχει μεν σταφύλια άωρα, όταν δε αρχίση η θεία λειτουργία εν τη εορτή του Αγίου αρχίζουσι τα άσπρα σταφύλια του κλήματος να μαυρίζωσι και να ωριμάζωσιν· όταν τελειώση η θεία Λειτουργία τότε και τα σταφύλια γίνονται ώριμα γλυκύτατα και εις το φαγείν χρησιμώτατα.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2742
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΖ΄ (17η) Ιουνίου, ο Όσιος Πίωρ εν ειρήνη τελειούται.

Δημοσίευση από silver »

Πίωρ ο Όσιος ήτο από την Αίγυπτον. Νέος έτι ων ηρνήθη τον κόσμον, και εξελθών εκ της οικογενείας του έκαμεν απόφασιν (από άμετρον έρωτα και αγάπην την οποίαν είχε προς τον Θεόν) να μη ίδη εις την παρούσαν ζωήν κανένα συγγενή. Aφού δε παρήλθον πεντήκοντα έτη είχεν αδελφήν γερόντισσαν, η οποία μαθούσα πως ζη ο αδελφός της αββάς Πίωρ, ηθέλησεν επιμόνως να τον ίδη. Και επειδή δεν ήτο δυνατόν να υπάγη αυτή εκεί όπου ησκήτευεν ο Όσιος, παρεκάλεσε του τόπου τον Αρχιεπίσκοπον και έγραψεν εις τους Οσίους πατέρας εις την σκήτην, να παρακινήσουν τον αββάν Πίωρ να έλθη να ίδη την αδελφήν του. Όθεν ο Όσιος, δια να μη παρακούση τους πατέρας, επήρε μαζί του ένα συνάδελφον και επήγεν εκεί όπου κατοικούσεν η αδελφή του και εστάθη έξωθι της οικίας της. Και επειδή ήκουσε την αδελφήν του όπου ήρχετο έξω να τον συναπαντήση, έκλεισε τους οφθαλμούς του και λέγει προς την αδελφή του. «Ίδε, αδελφή, εγώ είμαι ο αδελφός σου ο Πίωρ, κοίταξέ με τώρα όσον θέλεις». Τότε η αδελφή του, αφού τον είδε και επληροφορήθη, τον παρεκάλεσε να υπάγη εις τον οίκον της· όμως ο Άγιος την ηυχήθη από τον τόπον όπου ίστατο, και παρευθύς ανεχώρησε και επέστρεψε πάλιν εις την έρημον. Και τούτο ακόμη κατώρθωσεν η άκρα υπομονή του. Εις τον τόπον όπου εκατοικούσεν έσκαψε και εξήλθεν ύδωρ πικρότατον και εξ αυτού έπινεν έως τέλους της ζωής του. Μετά δε τον θάνατόν του πολλοί εδοκίμασαν να κατοικήσουν εκεί όπου ήτο το ύδωρ, όμως δεν υπέφερον την πικρότητα και την σκληρότητα της ερήμου. Λέγεται ακόμη ότι ο Όσιος Πίωρ, ελθών μίαν ημέραν εις τον αββάν Παμβώ, είχεν ιδικόν του άρτον και έθεσεν εις την τράπεζαν. Τον ηρώτησεν ο αββάς Παμβώ, διατί να φέρη ιδικόν του άρτον; Και απεκρίθη ο αββάς Πίωρ ότι «το έκαμα δια να μη σου δώσω βάρος». Τότε μεν εσιώπησεν ο Όσιος, μετά ταύτα όμως επήγε και αυτός εις τον αββάν Πίωρ και είχε βρεγμένον παξιμάδι από την σκήτην του, ερωτήσαντος δε αυτόν του αββά Πίωρ, διατί το έφερε βρεγμένον, απεκρίθη ότι «δια να μη σου δώσω βάρος». Περί του Πίωρ τούτου γράφεται εις τον Παράδεισον των Πατέρων, ότι εγένετο ποτε σύναξις εις την σκήτην, ίνα κρίνωσιν οι πατέρες ένα αδελφόν ο οποίος έσφαλεν. Λαλούντων δε των άλλων πατέρων περί του αμαρτήσαντος αδελφού, ο Πίωρ ούτος εξήλθεν, έλαβε σάκκον πλήρη άμμου και τον έβαλεν οπίσω εις την ράχιν του· έπειτα έβαλεν εντός σπυρίδος ολίγην άμμον εξ εκείνης και την εκρέμασεν έμπροσθέν του. Ερωτηθείς δε υπό των πατέρων να είπη τι σημαίνει αυτό το πράγμα, απεκρίθη: «το σακκίον το οποίον έχει την πολλήν άμμον είναι αι ιδικαί μου αμαρτίαι, τας οποίας έχω οπίσω μου και δεν τας βλέπω, ίνα κλαίω δι’ αυτάς, η δε ολίγη άμμος, ήτις κρέμαται έμπροσθέν μου με την σπυρίδα ταύτην, είναι αι ολίγαι αμαρτίαι του αδελφού, τας οποίας έχων έμπροσθέν μου κατακρίνω τον αδελφόν. Πλην δεν έπρεπεν ούτω να κάμνω, αλλ’ έπρεπε να συμβαίνη το εναντίον· τα ιδικά μου σφάλματα να έχω έμπροσθέν μου και να παρακαλώ τον Θεόν ίνα μοι τα συγχωρήση». Ταύτα ακούσαντες οι πατέρες ανεχώρησαν λέγοντες τούτον τον λόγον. «Όντως αύτη είναι η οδός της σωτηρίας». Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2742
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΗ΄ (18η) Ιουνίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΛΕΟΝΤΙΟΥ και των συν αυτώ ΥΠΑΤΙΟΥ και ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΗ΄ (18η) Ιουνίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΛΕΟΝΤΙΟΥ και των συν αυτώ ΥΠΑΤΙΟΥ και ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ.

Λεόντιος ο Άγιος κατήγετο μεν από την Ελλάδα, έζησε δε κατά τους χρόνους του βασιλέως Ουεσπασιανού, εν έτει ο΄ (70). Και επειδή είχεν ανδρείαν και ρώμην φυσικήν, η οποία ηυξήθη με την ηλικίαν του σώματος, συνηριθμήθη εις τα στρατιωτικά τάγματα. Φανείς δε εις τον πόλεμον ανδρείος και πολλάς νίκας κατορθώσας, προς τούτοις δε φημισθείς ότι είχε σύνεσιν και λογισμόν φρόνιμον, δια ταύτα όλα ετιμήθη με την στολήν της στρατηγικής αξίας, και με τα άλλα σημεία αυτής· έγεινε δηλαδή αρχιστράτηγος. Ούτος λοιπόν ευρισκόμενος εις την εν Αφρική Τρίπολιν, έδιδεν εις τους πτωχούς από τα βασιλικά σιτηρέσια, και γνησίως και καθαρώς ελάτρευε τον Χριστόν. Μαθών δε περί αυτού Αδριανός ο ηγεμών της Φοινίκης απέστειλεν εις τον Άγιον τον τριβούνον Ύπατον, ομού με άλλους δύο στρατιώτας, εις εκ των οποίων ωνομάζετο Θεόδουλος. Ο δε Ύπατος, ελθών εις τον Άγιον, εκρατήθη από μίαν θέρμην υπερβολικήν, και ήκουσε μίαν φωνήν, η οποία ήλθεν άνωθεν· εφάνη δε και Άγγελος Κυρίου εις αυτόν λέγων, ότι αν θέλη να ελευθερωθή από την ασθένειαν, είναι ανάγκη να επικαλεσθή τρεις φοράς τον Θεόν του Λεοντίου· την φωνήν δε αυτήν ήκουσε και ο Θεόδουλος. Αφού λοιπόν ο Ύπατος έκαμεν ό,τι προσετάχθη υπό του Αγγέλου, ιατρεύθη από την θέρμην· συναντήσας δε τον Άγιον και μη ηξεύρων, ότι είναι αυτός ο παρ’ αυτού ζητούμενος, εφιλοξενήθη από τον ίδιον. Ύστερον δε επιζητών τον Άγιον Λεόντιον, ωνόμαζεν αυτόν κατά προσποίησιν φίλον ιδικόν του και των θεών· ο δε Άγιος εφανέρωσε μεν εαυτόν, ότι αυτός είναι ο παρ’ αυτού ζητούμενος Λεόντιος, έλεγε δε ότι τους ονομαζομένους θεούς μισεί και αποστρέφεται. Ταύτα δε ακούσαντες ο Ύπατος και ο Θεόδουλος προσέπεσον εις τους πόδας του Αγίου, και εζήτουν να λάβωσι δι’ αυτού την του Χριστού ένωσιν και οικείωσιν. Τότε λοιπόν ο Άγιος προσηυχήθη εις τον Θεόν υπέρ αυτών· όθεν ήλθεν από τον ουρανόν σύννεφον με νερόν, το οποίον εβάπτισεν αυτούς και εφώτισεν, ενέδυσε δε αυτούς και λευκά ενδύματα. Ταύτα βλέποντες οι Έλληνες εταράχθησαν και τα απεκάλυψαν όλα εις τον ηγεμόνα Αδριανόν, ο οποίος παρέστησε και τους τρεις Αγίους έμπροσθέν του, και τους παρεκίνει να αρνηθώσι την πίστιν του Χριστού. Μη δυνηθείς όμως να τους καταπείση, επρόσταξε τον μεν Άγιον Θεόδουλον να δείρωσι με ξυλίνας σπάθας. Αφού δε ταύτα έγιναν, απεκεφάλισαν και τους δύο, και ούτως έλαβον παρά Κυρίου τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. Τον δε Άγιον Λεόντιον πρώτον έδειραν με βούνευρα και επειδή δεν επείθετο εις τας παρακινήσεις και κολακείας του ηγεμόνος, αλλά ενέπαιζεν αυτόν, τον έδειραν πάλιν δυνατά και κρεμάσαντες τον εξέσχισαν. Είτα εκρέμασαν πέτραν βαρείαν και μεγάλην από τον λαιμόν του, και κατά μεν το παρόν τον έκλεισαν εις την φυλακήν, ύστερον δε εξαπλώσαντες αυτόν κατά γης τον ετάνυσαν από τέσσαρας πασσάλους και τον έδειραν. Δερόμενος δε ο μακάριος παρέδωκε την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού. Τελείται δε η αυτού σύναξις και εορτή πέραν εις το Καμαρίδιον και εις τον Ευκτήριον Ναόν του Αγίου τον ευρισκόμενον πλησίον εις την πύλην της Πηγής.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2742
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΘ΄ (19η) Ιουνίου, μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών Παϊσίου του Μεγάλου.

Δημοσίευση από silver »

Παΐσιος ο Όσιος και ασκητής κατήγετο από την Αίγυπτον, γεννηθείς περί το έτος 300 από Χριστού από γονείς ευσεβείς, εναρέτους και πλουτισμένους από χρηστά και χριστιανικά ήθη, οι οποίοι είχον επτά τέκνα, όμοια με αυτούς κατά τα ήθη και τας αρετάς. Ο πλούτος των ήτο ικανός, επαρκώ όχι μόνον δια τας ανάγκας αυτών, αλλά και δια να βοηθούν και τους χρείαν έχοντας. Διότι όσον αυτοί εμοίραζον εις τους πτωχούς τα υπάρχοντά των, τόσον περισσότερα τους απέδιδεν ο Θεός και επλήθυνε τα πράγματά των. Αποθανόντος δε του πατρός του, έμεινε πλέον όλη η φροντίς και των παιδίων και των πραγμάτων εις την μητέρα, και μάλιστα την περισσοτέραν φροντίδα επροξενούσεν εις αυτήν ο Παΐσιος, διότι ήτο το μικρότερον από όλα τα τέκνα της. Η περί των τέκνων φροντίς συχνάκις επροξένει λύπην εις την μητέρα, έως ότου εφάνη μίαν νύκτα εις αυτήν Άγγελος Κυρίου και της είπεν· «ο Θεός, ο πατήρ των ορφανών, με έστειλε να σου ειπώ· διατί λυπείσαι τόσον δια την φροντίδα των τέκνων σου, ωσάν να είχες την φροντίδα των συ μόνη και όχι ο Θεός; Μη λυπείσαι λοιπόν, αλλά αφιέρωσε εις τον Θεόν ένα εκ των υιών σου, δια του οποίου θέλει δοξασθή το Πανάγιόν Του όνομα το αεί δοξαζόμενον». Εκείνη δε, ακούσασα ταύτα, είπεν· «Όλα τα τέκνα μου είναι του Θεού και ας λάβη όποιον θέλει». Ο δε Άγγελος, κρατήσας από της χειρός τον Παΐσιον, είπεν· «ούτος είναι ευάρεστος εις τον Κύριον». Εκείνη πάλιν είπε προς τον Άγγελον· «δεν είναι αυτός ικανός εις θεραπείαν και δούλευσιν του Θεού· δια τούτο λάβε καλύτερον ένα από τους μεγάλους, εκείνον όστις ήθελεν είναι ικανός». Ο δε Άγγελος είπε· «συ μεν, ω καλλίστη γυναικών, λέγεις, ότι δεν είναι ικανός εις θεραπείαν Θεού ο Παΐσιος δια το ανήλικον· ήξευρε όμως ότι η δύναμις του Θεού εις τους αδυνάτους συνηθίζει να αποδεικνύεται. Διότι ούτος, ο μικρότερος των άλλων, είναι ο εκλεκτός του Θεού, ο οποίος μέλλει να ευαρεστήση εις αυτόν». Ταύτα ειπών ο Άγγελος ανεχώρησεν. Η δε γυνή, αποτινάξασα τον ύπνον και θαυμάσασα την θείαν παραγγελίαν, εδόξασε τον Θεόν λέγουσα· «γένοιτο, Κύριε, το έλεός σου εφ’ ημάς, και επί τον δούλον σου Παΐσιον». Αυτά και άλλα όμοια είπε προσευχομένη και ευχαριστούσα τον Θεόν· έπειτα έλαβε το παιδίον και το αφιέρωσεν εις τον Θεόν. Ο δε θείος Παΐσιος, διότι ήτο θεοφοβούμενος, ομού με την αύξησιν της ηλικίας, ηύξανε και κατά την θείαν χάριν· επληγώθη όθεν η καρδία του από την θείαν αγάπην και επόθησε την μοναχικήν πολιτείαν. Φθάσας λοιπόν εις ηλικίαν ικανήν δια να εργάζεται τας εντολάς του Κυρίου, ωδηγήθη υπό της θείας χάριτος, ως αρνίον άκακον, απελθών εις την έρημον προς τον ποιμένα των λογικών προβάτων, τον θείον Παμβώ, ο οποίος έχων το προορατικόν χάρισμα, προεγνώρισε τα μέλλοντα περί του Παϊσίου και δεξάμενος αυτόν μετά χαράς πολλής τον ενέδυσε το άγιον σχήμα των Μοναχών· επειδή δε ήτο σκεύος εκλεκτόν της θείας χάριτος ο Παΐσιος, ωδηγείτο από αυτήν εις κάθε αρετήν. Και πρώτον μεν κατώρθωσε καλώς τους αγώνας της υπακοής και της υπομονής, εκτελών προθύμως όλα εκείνα, όσα τον επρόσταζεν ο πνευματικός του πατήρ. Έπειτα επεδόθη και εις περισσοτέραν σκληραγωγίαν και άσκησιν επιθυμών να φθάση εις την προκοπήν των τελείων. Ο δε θείος πατήρ ημών Παμβώ, βλέπων τον πόθον αυτού δια τα υψηλότερα κατορθώματα, του είπε· «τέκνον Παΐσιε, δεν επιτρέπεται εις εκείνον όστις είναι αρχάριος αγωνιστής να ατενίζη άνθρωπον κατά πρόσωπον, αλλά να κλίνη πάντοτε κάτω την κεφαλήν, και με τον νουν του να συλλογίζεται αδιαλείπτως τα ουράνια, φανταζόμενος τα κάλλη και τας ωραιότητας της απορρήτου δόξης του Θεού, εκ της τοιαύτης δε θεωρίας να δοξάζη την παντοδύναμον αγαθότητα του ευεργέτου Θεού ημών». Ακούσας ο Παΐσιος τους ψυχωφελείς τούτους λόγους του γέροντός του, επληρώθη όλος από θείον πόθον· όθεν συνεμορθώθη εις την πράξιν με την εντολήν, διότι διήλθε τρεις χρόνους φυλάττων την εντολήν αυτήν με τόσην ακρίβειαν, ώστε ουδόλως αντίκρυσε πρόσωπον ανθρώπου, αλλά κατεγίνετο όλως δι’ όλου εις την ανάγνωσιν των θείων Γραφών και την έρευναν των θείων νοημάτων, με αυτά δε ωσάν δροσερά νάματα επότιζε και εδρόσιζε την ψυχήν του. Και δια να ειπώ καλύτερον, καθώς λέγει ο Προφήτης Δαβίδ, ήτο ως αειθαλές φυτόν πεφυτευμένον πλησίον των πηγών των υδάτων, το οποίον ποτιζόμενον προκόπτει και ανθεί και εις τον αρμόδιον καιρόν κάμνει καρπόν ώριμον και γλυκύτατον. Εσυνήθιζε δε να λέγη συχνάκις και με πολύν πόθον το ακόλουθον ρητόν του Δαβίδ: «ως γλυκέα τω λάρυγγί μου τα λόγια σου, υπέρ μέλι τω στόματί μου». Αλλ’ ο μεν Παΐσιος, ούτως αδιαλείπτως προσευχόμενος, κατά τον Απόστολον, εστενοχώρει και εβασάνιζε το σώμα του με νηστείας και αγρυπνίας και το είχεν υποτεταγμένον εις τα θελήματα της ψυχής. Ο δε θείος Παμβώ, βλέπων αυτόν τόσον πρόθυμον εις την πνευματικήν άσκησιν και εις τας αρετάς, τον μετεχειρίζετο πατρικώς και τον ωδήγει προσεκτικώς εις τα θεάρεστα, ούτω δε κυβερνών αυτόν καλώς και ευσεβώς τον ανέδειξεν έμπειρον και δόκιμον, κατά τε την πράξιν και την θεωρίαν. Επειδή δε έφθασε το τέλος του γέροντος, και αυτός εβιάζετο πλέον δια να φθάση εις τα ουράνια αγαθά, τα οποία από πολλού επόθει να απολαύση, ευχηθείς με πολλάς ευχάς τον Παΐσιον και πολλάς προφητείας περί αυτού ειπών, μετέβη από της γης προς τα ουράνια· και τοιουτοτρόπως ο μεν Παμβώ απήλαυσε καλώς τας χρηστάς ελπίδας, όπου είχεν, εγώ δε ο ταπεινός Ιωάννης, ο συγγράψας την παρούσαν διήγησιν, έμεινα ομού με τον Παΐσιον εις ένα και το αυτό κελλίον, έχοντες και οι δύο ομοίαν γνώμην, και διάγοντες ομοίαν δίαιταν και πολιτείαν, κατά τον Κανόνα όπου παρελάβομεν από τον πνευματικόν μας πατέρα, στηρίζοντες ο ένας τον άλλον εις την αρετήν και επιμελούμενοι και οι δύο της σωτηρίας των ψυχών μας. Ολίγου δε καιρού παρελθόντος, θερμανθείς ο Παΐσιος με την θέρμην του Αγίου Πνεύματος, ηγωνίζετο με υψηλοτέραν πολιτείαν, και ήρχισε να νηστεύη όλην την εβδομάδα, έτρωγε δε μόνον το Σάββατον, η δε τροφή του ήτο ολίγος άρτος και άλας. Τας δε άλλας ημέρας της εβδομάδος, αντί να τρέφεται με άρτον αισθητόν, απελάμβανε και ηυφραίνετο με άρτον νοητόν, ήτοι με τον λόγον του Θεού· ανεγίνωσκε δε συγνάκις και εμελέτα και την προφητείαν του θεσπεσίου Ιερεμίου, ο οποίος εφάνη πολλάκις εις αυτόν, ως λέγουσι, και του ηρμήνευε τα απόκτυφα της προφητείας νοήματα, και με αυτά τον παρεκίνει εις έρωτα και αγάπην των επηγγελμένων αγαθών. Αλλ’ επειδή πάντοτε επεξετείνετο εις τα έμπροσθεν, κατά τον θείον Παύλον, ήτοι εβιάζετο πάντοτε να κάμνη και άλλας αρετάς, και δεν ηυχαριστείτο εις τας προτέρας, εις την μίαν εβδομάδα όπου ενήστευεν έως τότε, επρόσθεσε και άλλην μίαν. Ενήστευε συναπτώς δύο εβδομάδας, το δε Σάββατον έτρωγε πάλιν την συνηθισμένην τροφήν, ήτοι ολίγον άρτον και άλας· το δε πλέον θαυμαστόν ήτο, ότι ουδείς εγνώριζε την ισάγγελον πολιτείαν του, εκτός του τα κρυπτά και άδηλα βλέποντος Θεού. Όθεν αιχμαλωτισθείς από τον έρωτα της ησυχίας, εκείνο μόνον ηγάπα, να προσεύχεται και να συνομιλή πάντοτε μόνος με μόνον τον Θεόν, δια μέσου δε των ελλάμψεων όπου εκπέμπονται από Αυτόν να πλησιάζη εις το ακρότατον των εφετών, όπερ είναι ο παντέλειος Θεός. Γνωρίζων λοιπόν εγώ ότι ο θείος Παΐσιος είχε τοιούτους λογισμούς δια να ησυχάση μόνος, αν και ο χωρισμός του δι’ εμέ ήτο πράγμα ανυπόφορον, με όλον τούτο έκαμα δοκιμήν δια να γνωρίσω τον τρόπον της ησυχίας εκείνης, πόθεν ήτο: από Θεού οδηγίαν ή από μόνην την θέλησίν του; Όθεν είπον προς αυτόν· αδελφέ Παΐσιε, ιδού σε βλέπω, ότι κυριεύεσαι από τον έρωτα της ησυχίας· ήξευρε καλώς ότι και εγώ τον αυτόν πόθον έχω, δεν ηξεύρω όμως πόθεν ήλθεν εις ημάς ο τοιούτος λογισμός· έλα λοιπόν να παρακαλέσωμεν τον οικτίρμονα Θεόν, να μας φανερώση το θέλημά Του το άγιον και κατά την θέλησιν Εκείνου να πράξωμεν· ή και οι δύο ομού να ησυχάσωμεν εις ένα τόπον ή να χωρισθώμεν ο εις από τον άλλον. Ταύτα ακούσας ο Παΐσιος απεκρίθη· καλώς λέγεις, ηγαπημένε μου Ιωάννη, ούτως ας πράξωμεν, δια να είναι ευπρόσδεκτος εις τον Θεόν η περί της ησυχίας προθυμία μας και απηλλαγμένη πάσης αμφιβολίας. Ταύτα ειπόντες διήλθομεν την νύκτα εκείνην αγρυπνούντες και παρακαλούντες θερμότατα τον Θεόν, να μας αποκαλύψη το θέλημά Του· ο δε Θεός, ως αγαθός και εύσπλαγχνος, εισήκουσε την δέησίν μας και κατά την ώραν του Όρθρου θείος Άγγελος εφάνη εις ημάς λέγων· ο Θεός προστάζει να χωρισθήτε, να έχη δε έκαστος εξ υμών χωριστήν κατοικίαν· και συ μεν, ω Ιωάννη, μείνε εις τούτον τον τόπον και γενού εις πολλούς οδηγός προς σωτηρίαν· συ δε, ω Παΐσιε, θεράπον του Χριστού, αναχώρησον από εδώ και πορεύθητι εις το δυτικόν μέρος της ερήμου, όπου θα συναθροισθή εκεί προς χάριν σου λαός αναρίθμητος, λέγει Κύριος· θέλει οικοδομηθή εκεί Μοναστήριον και θέλει δοξασθή εις αυτόν τον τόπον το όνομα του Κυρίου. Ταύτα ειπών ο Άγγελος έγινεν άφαντος. Ημείς δε, υπακούσαντες εις την προσταγήν του, απεχωρίσθημεν ο εις από τον άλλον και εγώ μεν έμεινα εις τον τόπον εκείνον, ο δε Παΐσιος απελθών εις το δυτικόν μέρος ελάξευσε πέτρα, και ποιήσας σπήλαιον κατώκησεν εντός αυτού· και τόσον οικειώθη και εφιλιώθη με τον Θεόν, δια την υπερβολικήν του καθαρότητα και δια την υψηλήν του πολιτείαν, ώστε και ο Χριστός ο ίδιος εφαίνετο πολλάκις εις αυτόν και τον ωδήγει εις τας αρετάς, καθώς θέλει το φανερώσει η αλήθεια του λόγου. Εν μια των ημερών, εκεί όπου εκάθητο μέσα εις το σπήλαιόν του ο θείος Παΐσιος και εδοξολόγει τον Θεόν, εφάνη έμπροσθέν του ο Σωτήρ ημών λέγων· «ειρήνη σοι τω ηγαπημένω μοι θεράποντι Παϊσίω»· εκείνος δε, σηκωθείς επάνω έντρομος, είπεν· ιδού ο δούλος σου, τι ορίζεις, Δέσποτα; Και ποία είναι η αιτία της προς εμέ συγκαταβάσεώς σου; Ο δε Κύριος απεκρίθη· βλέπεις την έρημον ταύτην, η οποία έχει τόσον μήκος και πλάτος; Όλην αυτήν θέλω πληρώσει δια μέσου σου από ασκητάς δοξάζοντας το όνομά μου. Ο δε εκλεκτός του Θεού Παΐσιος πεσών εις την γην είπεν· αυτά όπου λέγεις, Δέσποτα Κύριε, είναι υποτεταγμένα εις την κραταιάν σου χείρα, όθεν ευθύς με την θέλησιν τα έχεις τελειωμένα· παρακαλώ όμως την αγαθότητά Σου, πόθεν μέλλουν να έχουν τα αναγκαία οι αγωνιζόμενοι εις την έρημον ταύτην; Ο δε Σωτήρ απεκρίθη· πίστευσόν μοι, ότι εάν αυτοί οίτινες μέλλουν να κατοικήσουν έχουν μεταξύ των αγάπην, την μητέρα των αρετών και φυλάττουν τας εντολάς μου, εγώ θα έχω όλην την περί αυτών φροντίδα, και ουδέν των αναγκαίων θέλει λείψει από αυτούς. Έπειτα είπε πάλιν προς Αυτόν ο θείος Παΐσιος· ακόμη μίαν φοράν έχω να ερωτήσω την αγαθότητά Σου· πως θα δυνηθούν να κατανικήσουν εύκολα τας παγίδας του εχθρού και να απαλλαγούν από τους δεινούς πειρασμούς; Ο δε Σωτήρ είπεν· εάν φυλάξωσι, καθώς σου είπα, τας εντολάς μου με πραότητα και δικαιοσύνην και ταπεινήν καρδίαν, όχι μόνον θέλω τους ελευθερώσει από τους πολέμους του εχθρού και από τας πονηράς του παγίδας, αλλά θέλω τους αναδείξει και κληρονόμους της βασιλείας των ουρανών. Ταύτα ειπών ο Σωτήρ ανέβη μετά δόξης εις τους ουρανούς, ο δε ιερός Παΐσιος έλαβε περισσότερον φόβον εις τον εαυτόν του ευλαβούμενος την του Σωτήρος προς αυτόν συγκατάβασιν. Τι δε μηχανεύεται ο φθονερός και μισάνθρωπος εχθρός; Βλέπων τον θείον Παΐσιον, ότι διέρχεται ασφαλώς τας παγίδας του και μένει αβλαβής από τας επιβουλάς του, έτριζε τους οδόντας του, και μη δυνάμενος να πλησιάση εις αυτόν, δια την δύναμιν όπου έλαβεν από τον Θεόν, επεχείρησε να τον νικήση δολίως με άλλον μέσον· ήτοι εδοκίμασε μήπως τον γυμνώση από την αρετήν της ακτημοσύνης και ακολούθως από την θείαν χάριν, τοιουτοτρόπως δε πλησιάση εις αυτόν και τον νικήση. Παρουσιάζεται όθεν ο πολυμήχανος εις πλούσιον τινα της Αιγύπτου, εμφανισθείς εις αυτόν με σχήμα Αγγέλου, και του λέγει· ύπαγε εις την έρημον, όπου θέλεις εύρει πτωχόν τινα άνθρωπον, Παΐσιον ονόματι, πλουτισμένον όμως και λαμπρώς εστολισμένον με τας αρετάς, και σκεύος εκλεκτόν της θείας χάριτος· προσκύνησον δε αυτόν προσφέρων εις αυτόν πλουσιοπαρόχως χρήματα πολλά, δια να τα μοιράση ελεημοσύνην εις τους εκεί ασκουμένους Μοναχούς. Ο δε πλούσιος, μη γνωρίσας την διαμονικήν πλάνην, παραλαβών φορτίον αργυρίου και χρυσίου ήλθεν εις τον Άγιον. Αλλ’ ο Θεός απεκάλυψεν εις τον δούλον του την επιβουλήν του δαίμονος, και την παγίδα την οποίαν έστησεν εις αυτόν, δια της δωρεάς του άρχοντος. Όθεν εσηκώθη παρευθύς ο Όσιος και επήγεν εις προϋπάντησιν του άρχοντος. Ευθύς δε ως τον είδεν εκείνος, τον ηρώτησε· ποίος είναι ο Παΐσιος, και που ευρίσκεται; Ο δε Παΐσιος του λέγει· τι τον θέλεις; Ο δε άρχων του απεκρίθη· αργύρια έφερα να του δώσω, δια να μοιράση ελεημοσύνην εις τους Μοναχούς. ο δε Όσιος του λέγει· συγχώρησόν μας, φιλόχριστε άνθρωπε, διότι ημείς ουδεμίαν ανάγκην έχομεν αργυρίων, όταν θελήσωμεν να κατοικήσωμεν εις την έρημον ταύτην· μόνον λάβε ταύτα και πορεύου εις ειρήνην και μη λυπήσαι. Διότι ο Θεός θέλει δεχθή την δωρεάν σου, εάν αυτά τα αργύρια, που έφερες δια να δώσης εις τους Μοναχούς, τα διαμοιράσης εις τους πτωχούς· ότι εις τα χωρία της Αιγύπτου υπάρχουν πολλοί ενδεείς και ορφανά και χήραι· εάν δε θελήσης να φροντίζης περί αυτών, θέλεις λάβει παρά Θεού πολλαπλασίους τους μισθούς. Ο δε άρχων, υπακούσας εις τους λόγους του Αγίου επέστρεψεν εις την Αίγυπτον. Επιστρέψαντος δε του Παϊσίου εις το σπήλαιόν του, εφάνη εις αυτόν ο διάβολος λέγων· ω βία! Δεν δύναμαι Παΐσιε, να σου κάμω τίποτε, διότι κατενίκησες τας παγίδας μου· φεύγω λοιπόν από σε και πορεύομαι να πολεμήσω άλλους, εις σε δε πλέον δεν έρχομαι, διότι ενικήθην. Ο δε Όσιος επιτιμήσας αυτόν είπε· σιώπα, διάβολε, ότι είσαι πολύς εις την κακίαν· ούτω δε καταισχυνθείς εδιώχθη, και πλέον δεν ετόλμα να πλησιάση εις αυτόν. Ο δε θείος Παΐσιος απήλθεν εις την εσωτέραν έρημον, και κατά μεν το σώμα κατώκει εκεί με σκληράν και σχεδόν άσαρκον διαγωγήν, κατά δε το πνεύμα εσυλλογίζετο τα επουράνια και συνωμίλει με τον Δεσπότην Χριστόν. Όθεν το θείον Πνεύμα όπου εκατοικούσεν εις τον Παΐσιον ηυδόκησε να τον κάμη θεωρητήν των ουρανίων θησαυρών και της αγαλλιάσεως, την οποίαν απολαμβάνουν οι δίκαιοι. Προσευχόμενος όθεν μίαν φοράν ήλθεν εις έκστασιν, αρπαγείς εις τον ουρανόν· και πρώτον μεν εθεώρει τα τερπνά κάλλη του Παραδείσου, εμπλησθείς χαράς και αγαλλιάσεως· έπειτα είδε και την Εκκλησίαν των πρωτοτόκων, ήτις είναι εις τους ουρανούς, ήτοι όλους τους Αγίους· μεταλαμβάνων δε από την άϋλον εκείνην τρυφήν και απόλαυσιν εκ της οπτασίας εκείνης, ηξιώθη παρά Θεού να λάβη το χάρισμα της εγκρατείας και ασιτίας· μεταλαμβάνων δε των Αχράντων Μυστηρίων κάθε Κυριακήν, έμενε νηστικός όλην την εβδομάδα, έως την άλλην Κυριακήν, ότε μετελάμβανε πάλιν των Αχράντων Μυστηρίων, με την Αγίαν Μετάληψιν δε μόνον επερνούσε, χωρίς καμμίαν άλλην τροφήν. Ας μη απιστήση δε τις από εκείνους, όσοι πείθονται εις τον θείον λόγον, μηδέ ας αμφιβάλλη δια την αλήθειαν των λεγομένων, διότι όλα υποτάσσονται εις το θείον νεύμα και θέλημα· δια τούτο δεν θέλω κρύψει την αλήθειαν, ότι με την μετάληψιν των θείων Μυστηρίων επέρασε νηστικός χωρίς σωματικήν τροφήν εβδομήκοντα χρόνους, τούτο όμως δεν είναι θαυμαστόν ούτε αδύνατον δια την ανείκαστον δύναμιν του Θεού. Διότι τα σωματικά φαγητά τα ζητεί η φύσις δια την σύστασιν και διαμονήν των σωμάτων, η δημιουργική όμως δύναμις του Θεού, ήτις είναι ανενδεής και εις νόμον της φύσεως ουδόλως υποτάσσεται, δίδει βέβαια αυτό το χάρισμα εις τους υψηλοτέρους και ανωτέρους της φύσεως, οίος ήτο και ο θείος ούτος Παΐσιος, το οποίον χάρισμα είναι υπέρ την ανθρωπίνην δύναμιν και φύσιν. Τοιουτοτρόπως υπέρ πάντα νόμον της φύσεως διεφύλαξεν άτροφον και τον Προφήτην Ηλίαν έως τώρα και θέλει τον φυλάξει έως εις τους υστέρους καιρούς. Και ταύτα μεν ικανά προς απόδειξιν του υπερφυσικού τούτου χαρίσματος. Συνέτρεχον δε εις τον θείον Παΐσιον, κατ’ ευδοκίαν Θεού, πλήθη αναρίθμητα Μοναχών και λαϊκών, επιθυμούντες να συγκατοικούν με αυτόν, οίτινες, περικυκλώσαντες αυτόν, καθώς αι μέλισσαι το κηρίον, απελάμβανον απλήστως το νοητόν μέλι και την γλυκυτάτην διδασκαλίαν του, θαυμασίως δε γλυκαινόμενοι από αυτήν, άφηνον τον κόσμον και τα εν τω κόσμω και καθ’ εκάστην επληθύνετο ο αριθμός των Μοναχών. Όθεν τους μεν επιθυμούντας να ησυχάζουν κατά μόνας εδίδασκε να συνομιλούν με τον Θεόν δια προσευχής, τους δε θέλοντας να είναι εις υποταγήν και υπακοήν, την μακαρίαν όντως διαγωγήν, εισήγεν εις κοινόβιον, να συγκατοικούν με άλλους αδελφούς, διορίζων αυτούς να εργάζωνται και εργόχειρον αρμόδιον εις αυτούς· αφ’ ενός μεν, ίνα μη παραμένουν αργοί, αλλά να γυμνάζωνται, δια να έχουν το σώμα επιτήδειον εις τους κόπους των αρετών, αφ’ ετέρου δε δια να κερδίζουν τα δια την επίγειον ζωήν αναγκαία με τον ιδρώτα και τους κόπους των και να ελεούν και τους πτωχούς. Επάνω δε εις όλα τους έδωκεν εντολήν απαράβατον, να μη κάμνουν τίποτε, ουδέ το παραμικρόν, ακολουθούντες το θέλημά των, αλλά με γνώμην και άδειαν του πνευματικού των πατρός. Τοιουτοτρόπως μεν εδίδασκε και επεμελείτο τους αδελφούς· την δε άσκησιν όπου έκαμνεν εκείνος εις την ησυχίαν και αναχώρησιν, τις δύναται να την διηγηθή κατά ακρίβειαν; Απήλθε ποτέ εις την εσωτέραν έρημον ο θείος Παΐσιος, και ευρών εκεί σπήλαιον, κατώκησεν εις αυτό τρεις χρόνους· επειδή δε οι τρίχες της κεφαλής του ηύξησαν κατά πολύ και εμάκρυναν, τι μεθοδεύεται ο αοίδιμος; Εκάρφωσε πάσσαλον εις το ανώτερον μέρος του σπηλαίου, και προσέδενεν εις αυτόν την κόμην του. Ούτω προσηύχετο σπουδαιότερον και κοπιαστικώτερον· όχι δε μόνον τούτο, αλλά και εις άλλους πολλούς αγώνας και κόπους υπεβάλλετο νύκτα και ημέραν, και θερμαινόμενος από την αγάπην του Χριστού ανάπαυσιν ελογίζετο τους αδιακόπους εκείνους αγώνας. Δια τούτο και ο Σωτήρ ημών εφανερώθη εις αυτόν, καθώς υπεσχέθη εις το Ιερόν Ευαγγέλιον. Όθεν εις καιρόν όπου προσηύχετο ο Παΐσιος, επιφαίνεται έμπροσθέν του ο Σωτήρ ημών, το πλέον ποθεινόν από όλα τα πάντα· μη δυνάμενος δε ο Όσιος να βλέπη την θείαν εκείνου μορφήν, έπεσεν εις την γην έντρομος και έμφοβος. Ο δε Σωτήρ, ω της ανεκδιηγήτου σου αγάπης, Χριστέ βασιλεύ, την οποίαν δεικνύεις προς τους ιδικούς σου θεράποντας! Απλώσας την χείρα Του τον εσήκωσεν επάνω, και του είπεν· «ειρήνη σοι τω εμώ θεράποντι. Μη φοβού, διότι υπερβαλλόντως ευφραίνεται η αγαθότης μου εις τα έργα σου· και η προσευχή σου είναι εξαιρέτως ευπρόσδεκτος και αρεστή εις εμέ· ευφραίνου λοιπόν και λάβε λαμπροτάτην την πληρωμήν δι’ αυτά τα έργα σου. Ιδού ότι σοι δίδω χάρισμα τοιούτον: όποιον αίτημα ήθελες ζητήσει εν τω ονόματί μου, να σου δίδεται· και προς τούτοις δι’ όσους αμαρτωλούς ήθελες μεσιτεύσει εις εμέ, να συγχωρώνται αι αμαρτίαι των». Ταύτα παρά του Κυρίου ακούσας ο ιερός Παΐσιος είπεν· Είθε, Χριστέ Βασιλεύ, να αξιωθώ ο τάλας εγώ να λάβω τοιαύτην φιλανθρωπίαν από την αγαθότητά Σου, ήτοι να μοι δοθή χάρις δια να ζητώ εκείνα όπου πρέπει και εκείνα όπου είναι αναγκαία εις εμέ, δια να περάσω εύκολα τας σωτηριώδεις οδούς των προσταγμάτων Σου, ίνα επιτύχω τέλος αγαθόν, ότι χωρίς την ιδικήν Σου πρόνοιαν δεν είναι δυνατόν εις ημάς να επιτύχωμεν κανένα καλόν· διότι, εάν Συ έχυσες το τίμιον αίμα Σου δια την σωτηρίαν μας και κατεδέχθης να υπομείνης θάνατον και ταφήν και δια της αναστάσεώς Σου εχάρισας εις ημάς ζωήν αιώνιον, πόσους άραγε θανάτους χρεωστούμεν να υπομείνωμεν ημείς δια την αγάπην Σου; Αφού δε είπεν ο Παΐσιος ταύτα, τον ευλόγησεν ο Σωτήρ και ανέβη εις τους ουρανούς. Ότι δε έλαβεν αληθώς την τοιαύτην χάριν παρά Θεού ο Όσιος, από τα ακόλουθα θέλει γίνει φανερόν. Υποτακτικός γέροντος τινος απέθανεν, όστις πλανηθείς από τον φθονερόν διάβολον, ευρίσκετο εις κρίμα απειθείας και παρακοής· το δε χειρότερον ότι και εις άλλην αμαρτίαν έπεσε και δεν μετενόησεν ο άθλιος. Ο γέρων του λοιπόν παρεκάλει πολλάκις τον Θεόν να του φανερώση, που κατήντησεν η ψυχή του οκνηρού υποτακτικού του· όθεν του εφανερώθη ότι ετιμωρείτο μέσα εις τον Άδην με χαλεπά και σκληρά βάσανα. Πληγωθείς σφοδρώς όθεν την καρδίαν, δεν έπαυε παρακαλών τον Θεόν υπέρ αυτού και προσθέτων νέαν νηστείαν εις την προτέραν του νηστείαν έμεινε νηστικός τεσσαράκοντα ημέρας. Και τότε ήκουσε φωνήν ήτις του έλεγεν· αυτή η ψυχή, δια την οποίαν θερμώς παρακαλείς, πρέπει να είναι εις τον Άδην, έως ότου να έλθω μετά Αγγέλων και σαλπίγγων και τότε θέλει λάβει την πρέπουσαν ανταπόδοσιν των έργων αυτής. Ταύτην δε την απόφασιν ακούσας ο γέρων ελυπήθη πολύ και κοντά εις τας προτέρας τεσσαράκοντα ημέρας προσέθεσε και άλλας τεσσαράκοντα, νηστεύων και ταλαιπωρών τον εαυτόν του περισσότερον και παρακαλών τον Θεόν. Αλλά πάλιν ήκουσε παρά Θεού· ας μένη εις τον Άδην, έως να έλθω επί νεφελών. Επειδή λοιπόν δεν ηδυνήθη να καταπείση την θεϊκήν ευσπλαγχνίαν να τον συγχωρήση (και τούτο ίσως το έκαμεν ο Σωτήρ, δια να βάλη ο γέρων μεσίτην τον θείον Παΐσιον, προς τον Θεόν, ούτω δε εισακούων αυτού να βεβαιωθή δια την υπόσχεσιν που του έδωκεν) έτρεξεν εις την εσωτέραν έρημον προς τον Παΐσιον, ηξεύρων την παρρησίαν όπου είχεν εις τον Θεόν και ελπίζων, ότι εκείνος μόνος δύναται να εξιλεώση τον Θεόν. Ο δε Όσιος, γνωρίσας δια της θείας χάριτος τον ερχομόν του γέροντος, εξήλθεν εις προϋπάντησίν του και μετά τον προς αλλήλους ασπασμόν είπε προς αυτόν· διατί, ω πάτερ, ήλθες εις εμέ τον ευτελή και αμαρτωλόν, ταλαιπωρηθείς τόσον πολύ; Ο δε γέρων διηγούμενος την συμφοράν τού μαθητού του και τας δεήσεις τας οποίας προσέφερεν εις τον Θεόν υπέρ αυτού, και την απόφασιν όπου ήκουσεν, ότι θέλει παιδεύεται εις τον Άδην έως της παρουσίας του Κυρίου, του είπε: δια τούτο ήλθα να παρακαλέσω την οσιότητά σου, δια να με συμπονέσης τον ταλαίπωρον και να παρακαλέσης τον Θεόν δια τον άθλιον μαθητήν μου, διότι πιστεύω ότι, αν τον παρακαλέσης, θέλει σου εισακούσει· λοιπόν μη με αφήσης παραπονεμένον, αλλά παρακάλεσέ Τον, αλλέως δεν φεύγω απ’ εδώ. Ταύτα λέγων ο καλός εκείνος γέρων κατέπεισε περισσότερον με τα δάκρυά του παρά με τους λόγους του τον μέγαν Παΐσιον να δεηθή του Θεού, και να εξιλεώση τους οικτιρμούς του. Λέγει ο Όσιος προς τον γέροντα· ω ιερά κεφαλή, δεν είναι δυνατόν εις εμέ να επιχειρήσω τοιούτον έργον· ότι τούτο είναι έργον ιδικόν σου και της ιδικής σου μεγαλονοίας· αλλ’ αν και κατά το παρόν δεν σου εισακούη ο Θεός δια τας αιτίας όπου ηξεύρει αυτός μόνος, διότι τα κρίματα αυτού είναι άβυσσος πολλή, όμως δια να μη παρακούσω το πρόσταγμά σου, ιδού παρακαλώ τον Θεόν μαζί με την οσιότητά σου και ό,τι φανή αρεστόν εις Αυτόν, ας γίνη. Μένων λοιπόν συ εις αυτόν τον τόπον παρακάλεσε τον Θεόν και εγώ πορεύομαι εις την εσωτέραν έρημον να τον παρακαλέσω. Αφού έφθασεν εκεί ο Όσιος, εστάθη εις προσευχήν και υψώσας τας χείρας και τον νουν του εις τον ουρανόν είπε· «Δημιουργέ των απάντων, επίβλεψον εις τας δεήσεις ημών των αναξίων δούλων Σου και ως αγαθός ελευθέρωσον από τα δεσμά του άδου την ψυχήν του μαθητού του γέροντος». Ταύτα και τα τούτοις όμοια προσευχόμενος εις τον Θεόν, δεν ήτο τρόπος να μη εισακουσθή, κατά την αψευδή υπόσχεσιν όπου έλαβεν· αλλά παρευθύς ο Χριστός, ο πανταχού παρών αοράτως, φανερώνεται εις αυτόν και του λέγει· τι ζητείς ολοψύχως, δούλε μου Παΐσιε; Εκείνος απεκρίθη· Συ, Κύριε, όστις γινώσκεις τα πάντα, ηξεύρεις ότι ζητώ να ελεήσης τον παρήκοον και αμαρτωλόν μαθητήν του γέροντος, όστις βασανίζεται, αλλοίμονον! εις τον Άδην ο ταλαίπωρος· λοιπόν δέομαί σου, επάκουσόν μου του δούλου σου, και ως συμπαθής και πολυεύσπλαγχνος λύτρωσε αυτόν. Είπε δε προς αυτόν ο Σωτήρ· αλλ’ εγώ απεφάσισα να μένη εκείνος εις τον Άδην και να βασανίζεται δια την παρακοήν του και την αμαρτίαν του, έως ότου έλθω επί νεφελών μετ’ Αγγέλων. Ο δε εκλεκτός του Κυρίου Παΐσιος, παρακαλών θερμότερον τον Σωτήρα, είπε: Δέσποτα των απάντων, ποίον πράγμα δεν υποτάσσεται εις το πρόσταγμά σου, όταν θελήσης; Εύκολον είναι εις Σε τον Δεσπότην των αιώνων και ποιητήν όλων των όντων να κάμης και τώρα τον αυτόν τρόπον εκείνης της μελλούσης παρουσίας σου. Ακούσας ταύτα ο Σωτήρ ανέβη εις τους ουρανούς. Έπειτα καταβαίνει επί νεφελών με δόξαν πολλήν, μετ’ Αγγέλων, Αρχαγγέλων και σαλπίγγων, άμα δε με χορούς δικαίων και με όλας εκείνας τας δυνάμεις μετά των οποίων μέλλει να κατέλθη εν τη εσχάτη ημέρα της Κρίσεως. Ακολούθως ετέθησαν θρόνοι και καθέδρα φοβερά, ύστερον εκλήθη και η ψυχή του αποθανόντος υποτακτικού, ήτις ανέβη από τον Άδην και παρασταθείσα εις τον Κριτήν, εδόθη εις τας χείρας του Παϊσίου· έπειτα εδόθη εις τον γέροντά του, ο οποίος την ώραν εκείνην προσηύχετο με πολύν αγώνα (καθώς συνεφώνησαν πρότερον, ότι και οι δύο να προσεύχωνται). Τότε ήκουσεν άνωθεν φωνήν ο γέρων λέγουσαν· απόλαβε την ψυχήν του μαθητού σου, δια των χειρών του θεράποντός μου Παϊσίου, ήτις ηλευθερώθη από τον Άδην και δεν θέλεις ιδεί πλέον αυτήν εις τα βάσανα, αλλ’ εις ανάπαυσιν· παρευθύς δε ήλθεν η ψυχή του μαθητού και παρεστάθη έμπροσθεν του γέροντος, και ωμολόγει, ότι πολλά έπαθε από τα βάσανα της κολάσεως, δια την παρακοήν, επειδή αυτή εγένετο αιτία να πέση εις αμαρτίαν και δι’ αυτήν εδοκίμασε τα δεινά του Άδου· αλλά δια μέσου των ευχών του γέροντος και του θείου Παϊσίου ηυσπλαγχνίσθη αυτήν ο φιλάνθρωπος Θεός και την ηλευθέρωσεν από τα δεσμά του Άδου, τώρα δε πορεύεται εις τον τόπον των δικαίων. Ταύτα μεν εφάνησαν εις τον γέροντα εν καιρώ της προσευχής του· αφού δε επληροφορήθη πλέον δια την σωτηρίαν του μαθητού του, επήγε παρευθύς εις τον μέγαν Παΐσιον, ευρών δε αυτόν ευχαριστούντα τον Θεόν δια την σωτηρίαν του αποθανόντος μαθητού, του εφανέρωσε την οπτασίαν όπου είδεν· ο δε Παΐσιος διηγήθη πάλιν εις τον γέροντα την φρικτήν παρουσίαν του Κυρίου και όλα τα άλλα όπου είδε και ηυχαρίστησαν ομού τον Θεόν, όστις έκαμε τα τοιαύτα θαυμάσια. Έπειτα είπεν ο γέρων προς τον μέγαν Παΐσιον· ευχαριστώ σοι μεγάλως, θείε Παΐσιε, ότι δια των προσευχών σου όχι μόνον τον απηλπισμένον μαθητήν μου έσωσας, αλλά και την ιδικήν μου ψυχήν, ήτις εκινδύνευε δεινώς από την λύπην. Πλην παρακαλώ σε να μου ειπής ποία είναι η θαυμαστή πράξις σου και ποίοι οι αγώνες σου, δια τους οποίους ηξιώθης να λάβης τοιαύτα χαρίσματα; Τότε ο μέγας Παΐσιος με μεγάλην ταπείνωσιν του είπε· συγχώρησόν μοι, τίμιε πάτερ, κανέν έργον δεν ευρίσκεται εις εμέ τον ταπεινόν, όπερ να είναι άξιον δια την τοιαύτην χάριν· αλλ’ η θεία Πρόνοια, ήτις οικονομεί τοιαύτα εις εκείνους οίτινες ζητούν βοήθειαν εξ όλης ψυχής των, εισήκουσε τας ιδικάς σου δεήσεις και δεν παρέβλεψε την πολλήν αγάπην, την οποίαν έδειξας εις τον μαθητήν σου, διότι εμιμήθης με το έργον τον φιλάνθρωπον Θεόν, ο οποίος δι’ ημάς τους ανθρώπους, οίτινες εξωρίσθημεν από τον Παράδεισον δια την παρακοήν μας και εγενόμεθα εχθροί του Θεού από την πλάνην του πονηρού, εγεννήθη εκ της αειπαρθένου Μαρίας, ανετράφη ως παιδίον, έπαθεν ως άνθρωπος και με το ιδικόν του πάθος μας ηλευθέρωσε, δεικνύων εις ημάς τόσην υπερβολικήν αγάπην ώστε και εμπράκτως ενομοθέτησεν, ότι ουδεμία αρετή υπάρχει μεγαλυτέρα από την καθαράν αγάπην, δια την οποίαν θυσιάζει τις και την ζωήν του δια τους φίλους του, καθώς προσέφερες ταύτην και συ, πάτερ, δια τον μαθητήν σου, και δια τούτο εισήκουσεν ο Κύριος την παράκλησίν σου και έσωσεν αυτόν. Εγώ δε είμαι αμαρτωλός άνθρωπος, και δεν γνωρίζω εις τον εαυτόν μου κανένα καλόν, δια τούτο δε είμαι ανάξιος των χαρισμάτων του Θεού· συγχώρησόν μοι λοιπόν, ω ιερωτάτη ψυχή, και έλα να ευχαριστήσωμεν και να δοξάσωμεν τον μόνον συμπαθή και φιλάνθρωπον Θεόν. Ταύτα ειπών ταπεινοφρόνως, ανύμνησεν ομού με τον γέροντα τον Θεόν τον δοτήρα πάντων των χαρισμάτων· έπειτα ευξάμενοι ο εις υπέρ του άλλου και αποχαιρετισθέντες μεταξύ των, επέστρεψεν έκαστος εις την κατοικίαν του. Ο δε πατήρ ημών Παΐσιος, των μεν όπισθεν επιλανθανόμενος, κατά τον θείον Παύλον, τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενος, επεδόθη εις σκληροτέρους αγώνας και περιήρχετο την άνυδρον έρημον, αφ’ ενός μεν δια να λανθάνη τους ανθρώπους, να μη βλέπουν τους αγώνας του, αφ’ ετέρου δε δια να απολαμβάνη χωρίς καμμίαν ενόχλησιν το μέλι της ησυχίας. Αλλ’ ο Θεός δεν άφησεν εις την έρημον τον τοιούτον φωτεινόν λύχνον, αλλά θέλων να φωτίση και άλλους με το φως της εκείνου διδασκαλίας και να τους οδηγήση προς σωτηρίαν, τον επρόσταξε να έλθη εις την έξω έρημον, δια να στηρίξη τους εκεί ευρισκομένους αδελφούς και να τους κάμη με την διδασκαλίαν του μιμητάς της αρετής του και φίλους της ιεράς και ισαγγέλου πολιτείας του. Ο δε Όσιος είπε· και ποίον κέρδος θέλω λάβει εγώ, ω Κύριέ μου, εάν αφήσω την έρημον, εις την οποίαν απολαμβάνω μετά χαράς την ιδικήν σου επίσκεψιν και μεταβώ εις επίσκεψιν άλλων, τους οποίους δεν έγινα ακόμη ικανός να επιστατώ; Διότι φοβούμαι, Δέσποτα, μήπως, καταγινόμενος εις την επιστασίαν εκείνων, δεν δυνηθώ να κάμω καθώς πρέπει τα ιδικά σου προστάγματα και θέλω κατακριθή ο ταλαίπωρος δια την αμέλειάν μου. Τι δε προς ταύτα αποκρίνεται ο Σωτήρ; Όχι, του λέγει, δεν έχεις ίσους τους μισθούς δια τον κόπον εις ον θα υποβληθής δια την σωτηρίαν των άλλων, με τον κόπον τον οποίον κάμνεις εδώ εις την έρημον· αλλά δι’ εκείνον θέλεις λάβει διπλασίους και πολλαπλασίους τους μισθούς και λαμπράς τας αντιπληρωμάς εις την άνω Ιερουσαλήμ. Τότε ο θείος Παΐσιος κατήλθεν εις την έξω έρημον, κατά την θείαν προσταγήν. Μαθόντες δε οι αδελφοί τον ερχομόν του, έτρεχον προς αυτόν πλήθος πολύ και ήκουαν την γλυκυτάτην διδασκαλίαν του· διότι κατά αλήθειαν βρύσις αέναος ήτο η διδαχή του, ύδωρ αθανασίας αναβρύουσα. Όθεν επιποθών να τον ίδω και εγώ (λέγει ο Όσιος Ιωάννης), διότι ήτο δυνατόν από μόνην την θεωρίαν του να απολαύσω την θείαν χάριν, επήγα προς αυτόν, προτού δε κρούσω την θύραν του κελλίου του, τον ήκουσα συνομιλούντα έσωθεν με άλλον άνθρωπον. Όθεν συστελλόμενος να κρούσω, εστεκόμην έξω· έκαμα όμως ολίγον θόρυβον, τον οποίον ακούσας ο τίμιος πατήρ εξήλθεν έξω και βλέπων εμέ, όλος χαίρων με ενηγκαλίσθη και με ησπάζετο, καθώς και εγώ ομοίως εκείνον· εισελθών έπειτα ομού με εκείνον εις το κελλίον του και μη ιδών μέσα κανένα άλλον ηπόρουν και εσυλλογιζόμην, ποίος να ήτο άραγε εκείνος όστις προ ολίγου συνωμίλει με τον Όσιον. Όθεν εκοίταζα το ένα μέρος και το άλλο δια να ίδω τινά. Τότε ο Όσιος με ηρώτησε· διατί κυττάζεις εδώ και εκεί και απορείς, ωσάν να βλέπης κανένα παράδοξον πράγμα; Του απεκρίθην τότε εγώ· όντως παράδοξον βλέπω και απορήσας δεν ηξεύρω τι να είπω. Διότι προ ολίγου ήκουσα φωνήν άλλου ανθρώπου, όστις συνωμίλει μετά σου και τώρα δεν βλέπω άλλον τινά· όθεν τι είναι τούτο δεν ηξεύρω· παρακαλώ λοιπόν την Οσιότητά σου να μου φανερώσης τούτο το παράδοξον μυστήριον. Ο δε θείος πατήρ μού είπε· ω Ιωάννη, μυστήριον παράδοξον θέλει σου αποκαλύψει σήμερον ο Θεός· εγώ δε πρέπει να σου φανερώσω την αγάπην, όπου έχει εις ημάς η αγαθότης Του. Αυτός, φίλων άριστε, τον οποίον ήκουσες συνομιλούντα μετ’ εμού, ήτο ο μέγας Κωνσταντίνος, ο πρώτος βασιλεύς των Χριστιανών, όστις κατέβη από τον ουρανόν απεσταλμένος από τον Θεόν και μου είπε· μακάριοι είσθε σεις, οίτινες ηξιώθητε να ακολουθήσετε την μοναχικήν πολιτείαν· διότι κατά αλήθειαν ιδικός σας είναι ο ένθεος του Σωτήρος μακαρισμός. Εγώ δε ηρώτησα αυτόν· και ποίος είσαι συ, κύριέ μου, όστις λέγεις ταύτα και μακαρίζεις μεγάλως ημάς τους Μοναχούς; Μοι απεκρίθη· εγώ είμαι ο μέγας Κωνσταντίνος, όστις κατέβηκα από τους ουρανούς, δια να σου φανερώσω την δόξαν, την οποίαν απολαμβάνουν οι Μοναχοί εις τους ουρανούς, ως και την οικειότητα και παρρησίαν την οποίαν έχουν προς τον Χριστόν· και μακαρίζω μεν εσένα, ω Παΐσιε, διότι παρακινείς αυτούς εις ταύτην την ιεράν διαγωγήν της ασκήσεως, μέμφομαι δε και κατηγορώ τον εαυτόν μου, διότι δεν επέτυχα την τοιαύτην μεγαλωτάτην τάξιν των Μοναχών και δεν υποφέρω την ζημίαν την οποίαν έλαβα. Πάλιν δε ειπόντος εμού· διατί, ω θαυμάσιε, κατηγορείς τον εαυτόν σου; άραγε δεν απήλαυσας συ την αΐδιον εκείνην δόξαν και την θείαν έλλαμψιν; Μου απεκρίθη· ναι, την απήλαυσα, αλλά δεν έχω την αυτήν παρρησίαν των Μοναχών, ουδέ την ίσην τιμήν με εκείνους· διότι έβλεπον τας ψυχάς μερικών Μοναχών, αι οποίαι, χωρισθείσαι του σώματος, επετούσαν ως αετοί και με θάρρος πολύ ανέβαιναν εις τους ουρανούς, το δε εναντίον τάγμα των δαιμόνων δεν ετόλμα να πλησιάση παντελώς εις αυτάς. Έπειτα έβλεπον, ότι ηνοίγοντο εις αυτάς αι θύραι του ουρανού και εισήρχοντο εντός αυτού και εμφανιζόμεναι εις τον ουράνιον Βασιλέα, παρεστέκοντο με πολλήν παρρησίαν εις τον θρόνον του Θεού. Δια ταύτην λοιπόν την αξίαν θαυμάζων εγώ σας του Μοναχούς, σας μακαρίζω και κατηγορώ τον εαυτόν μου, ότι δεν ηξιώθην να λάβω τοιαύτην παρρησίαν. Θα ήμην μακάριος εάν άφηνον την πρόσκαιρον βασιλείαν, τον μανδύαν τον βασιλικόν και τον στέφανον, γενόμενος δε πτωχός εφόρουν σάκκον και εδεχόμην όσα άλλα ζητεί η μοναχική πολιτεία. Τότε εγώ είπον πάλιν· όλα καλά τα λέγεις, ω ιερώτατε βασιλεύ, και μας παρηγορείς με αυτά· όμως τοιαύται πρέπει να είναι αι κρίσεις του Θεού ημών και δεν είναι δίκαιον να είπωμεν αλλέως δια την θείαν δικαιοκρισίαν, διότι ο δίκαιος κριτής αποδίδει τα πάντα με δικαιοσύνην και κατά τους κόπους εκάστου αποδίδει και την πληρωμήν· ότι η ιδική σου ζωή δεν είχε τους ιδίους κόπους, ούτε ήτο ομοία με την ζωήν των Μοναχών· διότι συ μεν είχες την γυναίκα βοηθόν σου, τα τέκνα σου, τους δούλους σου και τας διαφόρους απολαύσεις και αναπαύσεις. Οι δε Μοναχοί, καταφρονήσαντες όλα τα ηδέα και χαροποιά της παρούσης ζωής, έλαβον τον Θεόν αντί όλων των αγαθών του κόσμου και αυτόν είχον χαράν και πλούτον ιδικόν των, το δε να κάμνουν τα ευάρεστα εις Αυτόν το εθεώρουν τρυφήν και μεγάλην απόλαυσιν· διότι ήσαν, κατά τον Απόστολον, υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι· όθεν αδύνατον είναι εις σε, βασιλεύ μου, να έχης την ιδίαν μετ’ εκείνων αντιμισθίαν. Καθ’ ον χρόνον λοιπόν ελέγομεν ημείς ταύτα, ήλθες και συ, αδελφέ μου Ιωάννη, εκείνος δε παρευθύς ανέβη εις τους ουρανούς. Όθεν τώρα όπου έμαθες φανερά, δια του παρόντος μυστηρίου, πόσα καλά προξενούν οι πόνοι της ασκήσεως, στήριξον τους αδελφούς. Ταύτα ακούσας εγώ ο Ιωάννης, μεγάλας ευχαριστίας απέδωκα τω Θεώ· έπειτα συνομιλήσας ικανώς με τον θείον Παΐσιον, υπέστρεψα εις την κατοικίαν μου χαίρων και αγαλλόμενος. Και ταύτα μεν ούτως· βούλεται δε ο λόγος να δείξη και τον διάπυρον ζήλον, τον οποίον είχεν εις την πίστιν ο μέγας Παΐσιος. Γέρων τις κατοικών εις τι χωρίον, κείμενον παρά τα μέρη της Αιγύπτου, πλανηθείς εξ αγνοίας, έλεγεν, ότι οι Χριστιανοί πρέπει να σέβωνται και να λατρεύουν μόνον τον Πατέρα και τον Υιόν, το δε Άγιον Πνεύμα να μη το λατρεύουν, μηδέ να το λέγουν Θεόν, εις την πλάνην δε αυτήν και κακοφροσύνην ηκολούθει πλήθος ανθρώπων αρκετόν. Ο δε Θεός, θέλων να μη ματαιωθούν και αφανισθούν οι ασκητικοί κόποι και ιδρώτες του γέροντος, εφανέρωσεν εις τον Όσιον τα βλάσφημα εκείνου φρονήματα, καθώς και το χωρίον εις το οποίον κατοικούσε· παρευθύς δε ο θείος Παΐσιος, αφού κατεσκεύασε πλήθος πολύ ζεμπιλίων με τρεις λαβάς, τα επήρε και επήγε προς τον γέροντα εκείνον· ευρέθησαν δε εκεί την ώραν εκείνην και πολλοί από εκείνους, οι οποίοι ήσαν συγκοινωνοί του βλασφήμου εκείνου δόγματος· οι οποίοι ιδόντες τα ζεμπίλια με τρεις λαβάς και μη γνωρίσαντες τον Παΐσιον, εθαύμασαν πολύ και απορούντες δια την κατασκευήν των ζεμπιλίων, τον ηρώτων τι είναι αυτά και τι σκοπόν έχει να τα κάμη. Εκείνος δε είπε· να τα πωλήσω θέλω· εκείνοι πάλιν την ηρώτησαν· και διατί τα έκαμες με τρεις λαβάς; Απεκρίθη ο Όσιος· επειδή είμαι φίλος και εραστής της Αγίας Τριάδος και πρέπει να φανερώνω με τα έργα, τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος και να την υμνώ και να την δοξάζω τρισυπόστατον, έχων εις τας χείρας μου τα σημεία της Τριάδος· διότι, καθώς η Αγία Τριάς είναι μία φύσις και έχει τρία πρόσωπα, αν δε την εννοήση τις άλλως πως, δεν την εννοεί ορθώς, τοιουτοτρόπως και ταύτα τα ζεμπίλια· έκαστον εξ αυτών έχει μίαν ουσίαν εις τρία θεωρουμένην, επειδή εις εκάστην εκ των τριών λαβών ευρίσκεται εξ ίσου όλη η ουσία της σπυρίδος. Ούτω λοιπόν και η άϋλος φύσις και υπερούσιος Θεότης ευρίσκεται εξ ίσου εις τρεις χαρακτήρας, ήτοι εις τρία πρόσωπα, εις Πατέρα, εις Υιόν, και εις Άγιον Πνεύμα, διαμένει δε όλη εις έκαστον πρόσωπον και ούτε περισσότερον από τα τρία πρόσωπα λέγεται, ούτε ολιγώτερον, ήτοι ούτε τετράς, ούτε δυάς, αλλά τριάς. Κανέν δε πρόσωπον της Αγίας Τριάδος δεν είναι μεγαλύτερον από το άλλο, ούτε το άλλο είναι μικρότερον από τούτο, αλλά πάντα είναι ίσα, ομοούσια και αχώριστα. Ταύτα λέγοντος με συντομία του θείου Παϊσίου, εγνώρισεν ο γέρων και όλοι οι εκεί ευρεθέντες την αλήθειαν και ευλαβηθέντες αυτόν, του είπον· ειπέ μας, ω θαυμάσιε, και άλλα ακόμη καθαρώτερα περί Ορθοδοξίας, μετεχειριζόμενος και άλλας τοιαύτας φανεράς αποδείξεις, διότι από την αρχήν των λόγων σου μας ετρόμαξες. Ο δε θείος Παΐσιος, με πεπαρρησιασμένη φωνήν, ανέτρεψεν όλα τα βλάσφημα λόγια των αιρετικών και τα απέδειξε περισσότερον αδύνατα και από το ύφασμα της αράχνης· την δε ορθόδοξον πίστιν εφανέρωσεν εις αυτούς πλατύτερον και με περισσότερα παραδείγματα, τυπώσας δε αυτήν μέσα εις τας καρδίας των, τους έφερεν εις γνώσιν αληθή της Αγίας Τριάδος, αποδεικνύων με πολλάς μαρτυρίας των θείων Γραφών, ότι είναι Θεός και το Πνεύμα το Άγιον, καθώς και ο Πατήρ και ο Υιός· έπειτα νουθετήσας όλους αυτούς και διδάξας να ομολογούν την άγνοιάν των και να μετανοήσουν δια την κακοφροσύνην των, επέστρεψε πάλιν εις την έρημον δοξάζων και ευχαριστών τον Θεόν. Φθάσαντος δε εις την έρημον έλαμψεν έξαφνα φως έμπροσθέν του και κυττάζων εις το φως εκείνο, έβλεπε τάγματα Αγγέλων, τα οποία εγέμιζαν την έρημον· όθεν θαυμάσας τι τάχα να ήτο το φαινόμενον, ήκουσε παρά του φύλακος αυτού Αγγέλου, ότι και όταν είσαι εδώ, Παΐσιε, και όταν λείπης, φυλάττομεν τους Μοναχούς, οίτινες κατοικούν εις ταύτην την έρημον, καθώς σου υπεσχέθη ο των όλων Θεός. Αυτός δε με ευχαριστηρίους ύμνους εδόξαζε τον Θεόν, όστις έχει την φροντίδα περί πάντων. Και ταύτα μεν περί τούτων· περί δε του προφητικού χαρίσματος, όπερ ηξιώθη να λάβη ο μέγας Παΐσιος, θέλει το φανερώσει ακολούθως η διήγησις. Επειδή λοιπόν η φήμη του Οσίου διεδόθη εις όλην σχεδόν την οικουμένην και παρεκίνει τους φιλαρέτους να υπάγουν να τον ίδουν και να λάβουν την ευχήν του, δια τούτο και ο Όσιος Ποιμήν, ο μέγας εν πατράσιν, νέος ων ακόμη εκείνον τον καιρόν και επιθυμών θερμώς να τον ίδη, επήγεν εις τον Όσιον Παύλον και τον παρεκάλει να υπάγουν μαζί προς τον μέγαν Παΐσιον, ότι ο Παύλος ήτο γνώριμος και φίλος του Παϊσίου και επήγαινε συχνά εις αυτόν. Ο δε πατήρ ημών Παύλος του είπε· συστέλλομαι, τέκνον, να σε υπάγω προς αυτόν, διότι είσαι νέος και εκείνος είναι υψηλός εις την αρετήν, απλώς δε και ως έτυχε δεν πηγαίνομεν προς αυτόν, αλλά με σκέψιν πολλήν και ευλάβειαν και όχι πάλιν πάντοτε, αλλά εις καιρόν αρμόδιον τον επισκεπτόμεθα χάριν ωφελείας. Αλλ’ εγώ, του λέγει ο Ποιμήν, μένω έξω από το κελλίον του, όταν υπάγωμεν, και εάν ακούσω μόνον την θείαν του φωνήν, όταν συνομιλή μετά σου, θέλω λάβει υπερβολικήν χαράν και θέλω το γνωρίζει μεγάλον χάρισμα. Εάν δε και είναι δύσκολον να ακούσω την φωνήν του και εάν μόνον ψαύσω το κελλίον του θέλω τύχει σωτηρίας· αλλά και όταν εξέρχεσαι από το κελλίον του, θέλω ασπασθή τους πόδας σου, οίτινες επάτησαν την γην εκείνην, την οποίαν πατούν οι ωραίοι πόδες εκείνου και με τούτο θέλω απολαύσει πλουσίαν ευλογίαν. Ταύτα λέγοντος του Ποιμένος, εθαύμασεν ο Όσιος Παύλος δια την ταπείνωσίν του και την πολλήν πίστιν, την οποίαν είχεν εις τον Παΐσιον και παραλαβών αυτόν μαζί του, επήγεν εις αυτόν, Φθάσαντες δε εις το κελλίον του, εμβήκε μέσα μόνον ο Παύλος, ο δε θείος Παΐσιος φιλικώς και πατρικώς τούτον υποδεξάμενος, τον ηρώτησε δια τον Ποιμένα, και ο Παύλος του είπεν, ότι έμεινεν έξω, διότι συστέλλεται να εισέλθη. Εκείνος τότε προσέταξε να εισέλθη μέσα, και είπε προς τον Παύλον· δεν είναι καλόν να εμποδίζωνται οι τοιούτοι και να μένουν έξω, όταν έρχωνται προς ημάς, διότι αυτοί εύκολα πηγαίνουν εις τον ουρανόν, λέγει ο Σωτήρ ημών. Ταύτα ειπών ενηγκαλίσθη τον νέον, και ευλογών αυτόν είπε· να μου ενθυμηθής, ω φίλτατε Παύλε, ότι ούτος ο νέος μέλλει να σώση πολλών ανθρώπων ψυχάς και πολλοί δια μέσου αυτού θα αξιωθούν να απολαύσουν τον Παράδεισον· διότι χειρ Κυρίου φαίνεται μαζί του, η οποία τον διαφυλάττει και τον οδηγεί εις τας θείας εντολάς· έπειτα έβαλεν επάνω εις αυτόν τας χείρας του και ευλογήσας αυτόν, τον απέστειλεν ομού με τον Παύλον, οι οποίοι επιτυχόντες του ποθουμένου εδόξαζον μεγάλως τον Θεόν. Μίαν φοράν, ότε είχεν ο ιερός Παΐσιος είκοσι μίαν ημέρας όπου ενήστευεν, εφάνη εις αυτόν ο Χριστός και του είπε· πολύ κακοπαθείς δι’ εμέ, ω εκλεκτέ μου Παΐσιε· αυτός δε του είπε· και τι μεγάλον πράγμα είναι η ιδική μου ουτιδανή κακοπάθεια, ω αγαθέ μου Δέσποτα, και μάλιστα όταν η αγαθότης Σου δίδης εις εμέ την δύναμιν; Ο δε Σωτήρ είπε· κάθε καλόν έργον είναι ευπρόσδεκτον εις εμέ και θέλω ανταποδώσει τον μισθόν εις εκείνους όπου το κάμνουν, ίσον με τους κόπους των· όθεν ακολούθει μοι. Ο δε Παΐσιος τον ηκολούθησεν, έως ότου επήγεν εις ένα σπήλαιον της ερήμου· τότε λέγει ο Σωτήρ προς αυτόν· είσελθε ίνα ίδης άνδρα τη αληθεία αγωνιστήν· εισελθών λοιπόν εις το σπήλαιον ο Παΐσιος, είδεν άνθρωπον, όστις εκυλίετο κατά γης, τρίβων το στόμα του και το πρόσωπόν του εις το έδαφος, απορήσας δε δια τον υπερβολικόν αγώνα του ανδρός, εξήλθε παρακαλών να μάθη από τον Ιησούν Χριστόν το αίτιον του μεγάλου αγώνος του ανδρός. Ο δε Κύριος του λέγει· είδες τον ιδικόν μου αγωνιστήν πόσον μεγάλους κόπους υπομένει δι’ εμέ; Τον είδον Δέσποτα, λέγει ο Παΐσιος και έφριξα εις τους πόνους των αγώνων του· αλλά παρακαλώ την αγαθότητά Σου να μου φανερώση, πως έχει τόσον αγώνα; Τότε ο Σωτήρ του λέγει· δύο ημέρας έχει μόνον όπου νηστεύει και ιδού τον βλέπεις πόσον ταλαιπωρείται από την πείναν και την δίψαν. Ταύτα ακούσας ο Παΐσιος είπε· πως τότε εγώ έχω είκοσι δύο ημέρας όπου νηστεύω και δεν έπαθα κανέν παρόμοιον; Διότι συ, του είπεν ο Σωτήρ, ενδυναμούσαι από την χάριν μου και νηστεύεις ακόπως· εκείνος δε ως αθλητής από μόνην την προαίρεσίν του νηστεύει με κόπον πολύν, φλεγόμενος δε από τον πολύν πόθον όπου έχει εις εμέ, υποφέρει και πάσχει υπέρ την δύναμίν του. Έπειτα ερωτήσας ο Παΐσιος τον Κύριον, ποίαν πληρωμήν έχει να λάβη από την αγαθότητά Του δια τας δύο ημέρας, του απεκρίθη. Ομοίαν πληρωμήν θέλει λάβει ούτος δια τας δύο ημέρας, με εκείνην όπου έχεις και συ να λάβης δια τας είκοσι δύο, εξ ίσου θέλω είπει «είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου» και εις σε όπου έλαβες τα πέντε τάλαντα και εις εκείνον, όστις έλαβε τα δύο, διότι εξ ίσου επράξατε το καλόν και εφάνητε και οι δύο πρόθυμοι, κατά την δύναμίν σας. Ταύτα ειπών ο Σωτήρ εγένετο άφαντος. Επιστρέψας ο Όσιος πατήρ ημών Παΐσιος εις το κελλίον του επρόσθεσεν εις τον εαυτόν του περισσοτέρους αγώνας, παρακαλών τον Θεόν να γίνη ανώτερος από τροφήν· δεν ήτο δε η τροφή του άλλο τι, καθώς είπομεν, παρά η μετάληψις του αχράντου Σώματος και του τιμίου Αίματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού κάθε Κυριακήν. Ο δε Σωτήρ φιλανθρώπως εφανερώθη πάλιν εις τον δούλον του Παΐσιον, και του λέγει· τι παρακαλείς πλέον δια τροφήν, αφού δεν τρώγεις τίποτε; Άλλο τίποτε εάν χρειάζεσαι, ζήτησε· αυτός δε του λέγει· παρακαλώ Σε, Κύριέ μου, όταν εξέλθω από την έρημον ταύτην και υπάγω εις επίσκεψιν αδελφών, να έχω την άδειαν να έλθω οπίσω εις την έρημον ταχέως, διότι δεν υποφέρω να αργοπορώ εις την επίσκεψιν των άλλων και να υστερούμαι την ιδικήν σου. Ο δε Κύριος του είπε· μη λυπήσαι δια τούτο, ότι οπόταν εξέρχεσαι από την έρημον, εγώ δεν απομακρύνομαι από πλησίον σου, αλλά μαζί σου είμαι. Ύστερον του λέγει πάλιν ο Παΐσιος· δέομαί Σου, Χριστέ μου, ελευθέρωσόν με από τον θυμόν. Και ο Κύριος του είπεν· εάν θέλης να νικήσης τον θυμόν και την οργήν, πρόσεξε να μη επιπλήξης ή υβρίσης ή καταφρονήσης τινά· εάν φυλάξης ταύτα, δεν θέλεις θυμωθή. Ηρώτησε πάλιν τον Κύριον ο Παΐσιος λέγων· Δέσποτα φιλάνθρωπε και μακρόθυμε, εάν τις τηρή τας εντολάς Σου και πηγαίνει εις εκείνους όπου Σε αγαπούν, δια να τους θεραπεύση εις τας ανάγκας των, άραγε κέρδος έχει από τούτο ή ζημίαν; Ο δε Κύριος του απεκρίθη· καθώς εκείνος όστις δουλεύει εις αγρόν τινά λαμβάνει την πληρωμήν από τον κύριον του αγρού, ούτω και όσοι κάμνουν το καλόν και βοηθούν ή διδάσκουν τους άλλους, θέλουν λάβει εις τον ουρανόν λαμπράς τας πληρωμάς. Έπειτα τον ηρώτησε πάλιν ο Παΐσιος· Κύριέ μου, εάν τις αγωνίζεται εις την αρετήν και θεραπεύη και άλλους, άλλος δε αγωνίζεται μόνος και άλλους δεν θεραπεύη, τι διαφέρει ο ένας από τον άλλον; Και ο Κύριος του απεκρίθη· εκείνος όστις αγωνίζεται μόνον δια τον εαυτόν του, είναι μαθητής μου· εκείνος δε όστις αγωνίζεται δι’ εαυτόν, αλλά θεραπεύει και άλλους, είναι υιός και κληρονόμος μου. Ηρώτησε πάλιν ο Παΐσιος· εάν τις σπουδάζη εις την θεραπείαν άλλων, και αγωνίζεται και δι’ εαυτόν όσον είναι δυνατόν, εμποδιζόμενος όμως από την θεραπείαν των άλλων δεν φθάνει εις τους αγώνας εκείνων, όπου δεν έχουν τοιαύτα εμπόδια, άραγε ο τοιούτος όμοιον μισθόν θέλει λάβει με εκείνους, οι οποίοι αγωνίζονται περισσότερον; Ναι, του απεκρίθη ο Σωτήρ, παρόμοιον μισθόν θέλει λάβει· τούτο δε ειπών, ανέβη εις τους ουρανούς. Εις τα μέρη της Συρίας ήτο τις αγωνιστής, εστολισμένος με διαφόρους αρετάς· ούτος προσευχόμενος ποτε, ήλθεν εις αυτόν τοιούτος λογισμός· άραγε έφθασα να γίνω όμοιος με κανένα από εκείνους οι οποίοι ευηρέστησαν εις τον Θεόν; Ενώ δε εσυλλογίζετο ταύτα, ήκουσε φωνήν άνωθεν λέγουσαν εις αυτόν· ύπαγε εις την έρημον, και εκεί θέλεις εύρει αγωνιστήν, Παΐσιον το όνομα, ο οποίος μεταχειρίζεται την ταπείνωσιν και την προς τον Θεόν αγάπην παρομοίως μετά σου. Ο δε τίμιος εκείνος γέρων δεν εφοβήθη παντελώς το μάκρος της οδού, αλλ’ εκίνησε παρευθύς να υπάγη εις την Αίγυπτον, φθάσας δε εις το όρος της Νητρίας ηρώτα που ευρίσκετο ο Παΐσιος· επειδή δε το όνομα του Παϊσίου ήτο κηρυγμένον εις όλους, ταχέως έγινε γνωστός εις τον γέροντα ο τόπος της κατοικίας του Παϊσίου· αλλ’ ουδέ εις τον Παΐσιον διέφυγεν ο ερχομός του γέροντος· διότι καθώς ο γέρων εισήλθεν εις την έρημον και επήγαινε κατ’ ευθείαν εις τον Παΐσιον, παρευθύς τον συναντά εκείνος καθ’ οδόν και γνωρισθέντες αναμεταξύ των δια της θείας χάριτος, ενηγκαλίσθησαν μετά χαράς και έκαμαν τον εν Χριστώ ασπασμόν, έπειτα επήγαν εις το κελλίον του Παϊσίου και προσευξάμενοι εκάθισαν. Αρχίσας δε ο γέρων να λέγη προς τον θείον Παΐσιον, ωμίλει με την διάλεκτον των Σύρων· ο δε Παΐσιος, Αιγύπτιος ων, ήξευρε μόνον την διάλεκτον των Αιγυπτίων· όθεν λυπούμενος πολύ, διότι δεν ηννόει τα ψυχωφελή λόγια του γέροντος, ανύψωσεν εις ουρανούς τους οφθαλμούς και τον νουν του, ανεστέναξεν εκ βάθους καρδίας και είπεν: Υιέ Θεού και Λόγε, δος την χάριν Σου εις εμέ τον δούλον Σου, να γνωρίσω την δύναμιν των λόγων του γέροντος· και, ω του θαύματος δια την γρήγορον επίσκεψιν του Κυρίου! Παρευθύς, ομού με τον λόγον, ωμίλει και ηννόει την γλώσσαν των Σύρων. Συνομιλήσαντες όθεν μεταξύ των πολλά, διηγήθη ο εις προς τον έτερον τας θεωρίας τας οποίας ηξιώθη έκαστος να ίδη και με ποίους πατέρας συνωμίλησε και συνανεστράφη και ποίας αρετάς είχον οι πατέρες εκείνοι, ήσαν δε πεπληρωμένοι χαράς και οι δύο δια την τοιαύτην συνομιλίαν, Αφ’ ου δε παρήλθον εξ ημέραι και ετελείωσαν όσα είχον να είπουν, έμελλε δε ο γέρων να επιστρέψη εις τον τόπον του, τότε ο Παΐσιος προσεκάλεσε τους μαθητάς του και τους είπεν: Ιδού, ω φίλτατα τέκνα, άγιος άνθρωπος από τους τελείους εις την αρετήν, πεπληρωμένος Πνεύματος Αγίου και θείων χαρίτων· όλοι λοιπόν λάβετε ευλαβώς τας ευχάς του, δια να τας έχετε ως πύργους και φύλακας εναντίον των εχθρών. Παρευθύς τότε έπεσαν όλοι κατά γης και προσκυνήσαντες ως έπρεπε τον άγιον εκείνον γέροντα, εζήτουν θερμώς τας ευχάς και ευλογίας του. Εκείνος δε ποιήσας ευχήν υπέρ αυτών τους ηυλόγησε και αποχαιρετήσας άπαντας ανεχώρησε. Μετ’ ολίγην ώραν ήλθεν εις τον μέγαν Παΐσιον εις αναχωρητής, οι δε μαθηταί του Οσίου έλεγον εις αυτόν· ω πάτερ, μέγα κέρδος ήθελες επιτύχει, εάν ήρχεσο ολίγον πρωτύτερα, διότι θείος άνθρωπος ήλθεν εις ημάς από την Συρίαν, λαμπρός και κατά τον νουν και κατά την καρδίαν, ο οποίος μας εστήριξε με λόγους σωτηρίας, ανεχώρησε δε προ ολίγου και εάν θέλης πρόφθασέ τον, διότι δεν θα είναι μακράν. Ενώ δε ο αναχωρητής ήρχισε να τρέχη δια να τον φθάση, του λέγει ο θείος Παΐσιος· στάσου, διότι εκείνος έχει διατρέξει τώρα περισσότερον από δέκα οκτώ μιλίων διάστημα επάνωεις νεφέλην φερόμενος εις την κατοικίαν του· ακούσαντες δε ταύτα εθαύμασαν όλοι και εδόξασαν τον Θεόν. Αδελφός τις επήγεν άλλοτε εις τον μέγαν Παΐσιον, δια να τον ίδη, ευρών δε αυτόν κοιμώμενον και έχοντα φύλακα ωραιότατον τινα Άγγελον, εθαύμασε και είπεν: όντως ο Θεός φυλάττει τους ελπίζοντας εις Αυτόν· όθεν ανεχώρησεν εκείθεν δοξάζων τον Θεόν, όστις δοξάζει τους αγαπώντας Αυτόν. Μοναχός τις, απλούς κατά την διάνοιαν, ήτο μαθητής του ιερού Παϊσίου, υπακούων καλώς εις όλα του τα προστάγματα· μεταβαίνων δε ούτος μίαν φοράν εις την Αίγυπτον, δια να πωλήση εργόχειρον, απήντησε εις τον δρόμον Εβραίον τινά, όστις επήγαινε ομού με αυτόν. Ο δε, γνωρίσας την απλότητα του Μοναχού, έχυσεν εις αυτόν με την μιαράν του γλώσσαν το δηλητήριον του ψυχοφθόρου όφεως, το οποίον είχεν εις την καρδίαν του, λέγων εις αυτόν· ω Μοναχέ, διατί πιστεύετε εις τον Εσταυρωμένον απλώς και ως έτυχεν, ενώ αυτός δεν είναι ο προσδοκώμενος Μεσσίας; Διότι άλλος θα είναι εκείνος και όχι αυτός εις τον οποίον πιστεύετε σεις οι Χριστιανοί. Ο δε Μοναχός από την ακακίαν και απλότητα της καρδίας του επλανήθη και του είπεν· ίσως είναι έτσι, καθώς συ λέγεις· και παρευθύς, αλλοίμονον δια την συμφοράν την οποίαν έπαθεν ο δυστυχής1 εξέπεσεν από την χάριν του αγίου Βαπτίσματος, καθώς θέλει γίνει φανερόν από τα ακόλουθα· διότι όταν επέστρεψεν εις την έρημον και τον είδεν ο θείος Παΐσιος, δεν τον εδέχετο παντελώς, ούτε καν να τον ίδη ήθελεν, ουδέ να πλησιάση εις αυτόν και να συνομιλήση μαζί του, αλλά τον απεστρέφετο. Βλέπων ο μαθητής τον γέροντά του ότι τον αποστρέφεται, ελυπείτο πικρώς και ηπόρει δια την αιτίαν· όθεν προσπίπτων εις τους πόδας του, του είπε· διατί, πάτερ, με αποστρέφεσαι τον άθλιον και δεν θέλεις να με ίδης, αλλά με σικχαίνεσαι ως βδέλυγμα, πράγμα το οποίον άλλοτε δεν μου το έκανες; Ο δε γέρων του είπε· και ποίος είσαι συ, ω άνθρωπε, διότι δεν σε γνωρίζω. Και ο μαθητής τού είπε· και ποίον ασυνήθιστον πράγμα είδες, ω πάτερ, εις εμέ, δια το οποίον δεν με γνωρίζεις; Δεν είμαι εγώ ο δείνα μαθητής σου; Ο δε γέρων είπεν· εκείνος ο μαθητής μου ήτο Χριστιανός και είχε βάπτισμα, ενώ συ δεν είσαι τοιούτος· εάν δε είσαι εκείνος ο μαθητής μου, γνώριζε, ότι το βάπτισμα και τα σημεία των χριστιανών έφυγον από σε· ειπέ μου, τι σου συνέβη, και τι έπαθες εις τον δρόμον; Οδυρόμενος εκείνος έλεγε· δεν έπαθον τίποτε, πάτερ. Ο δε γέρων του λέγει· ύπαγε, τέκνον, μακράν από εμέ, διότι δεν υποφέρω να ακούω ομιλίαν ανθρώπου, όστις ηρνήθη τον Χριστόν· διότι εάν ήσο συ ο μαθητής μου εκείνος, θα σε έβλεπον καθώς ήσουν πρότερον. Τότε ο δυστυχής εκείνος Μοναχός ανεστέναξε, και χύνων δάκρυα, τα οποία εκίνουν εις ευσπλαγχνίαν τον γέροντα, είπεν, ότι είναι εκείνος ο ίδιος μαθητής του και όχι άλλος, και ότι ουδαμώς γνωρίζει το έγκλημά του ποίον είναι, ουδέ έκαμε κανένα κακόν. Και ο μέγας Παΐσιος του λέγει· με ποίον συνωμίλησες εις τον δρόμον όπου επήγαινες; Ο δε μαθητής του απεκρίθη· με ένα Εβραίον συνωμίλησα, και όχι με άλλον τινά. Τι σου είπεν ο Εβραίος και τι συ του απεκρίθης; Δεν μου είπεν άλλο τι παρά τούτο μόνον, ότι ο Χριστός δεν είναι αυτός όπου προσκυνείτε σεις οι Χριστιανοί, άλλος είναι εκείνος όστις μέλλει να έλθη· εγώ δε του είπα· ίσως είναι έτσι, καθώς συ λέγεις. Ο δε γέρων είπε προς αυτόν· άθλιε, ποίον άλλο είναι χειρότερον και αισχρότερον από αυτό, το οποίον είπες, με το οποίον και τον Χριστόν ηρνήθης και το Άγιον Βάπτισμα εξεδύθης, ταλαίπωρε; Λοιπόν ύπαγε, κλαύσε τον εαυτόν σου, ως θέλεις· ουδεμίαν σχέσιν έχεις πλέον μετ’ εμού, διότι το όνομά σου εγράφη ομού με εκείνους οι οποίοι ηρνήθησαν τον Χριστόν, και μαζί με αυτούς μέλλεις να κολασθής. Ταύτα ακούσας ο μαθητής ανεστέναξεν εκ βάθους ψυχής και εθρήνησε και οδυρόμενος έλεγεν· ελέησόν με, πάτερ, τον δυστυχή, ότι δεν ηξεύρω τι να γίνω, διότι από την απροσεξίαν μου απέβαλον το θείον Βάπτισμα και έγινα βορά των δαιμόνων· όμως εις σε, μετά τον Θεόν, καταφεύγω· μη παραβλέψης με τον άθλιον. Τοιουτοτρόπως παρακαλών ο μαθητής, με δάκρυα περισσότερον παρά με λόγους, εκίνησεν εις ευσπλαγχνίαν τον γέροντα, όστις και του λέγει· έχε υπομονήν, τέκνον, να παρακαλέσω τους οικτιρμούς και το έλεος του φιλανθρώπου Θεού υπέρ σου· ταύτα δε ειπών, παρεκάλει θερμώς τον Θεόν και εζήτει από Αυτόν την συγχώρησιν του μαθητού του. Ο δε Θεός δεν εβράδυνεν, αλλ’ ευθύς συνεχώρησε την αμαρτίαν του μαθητού του, αξιώσας πάλιν αυτόν να έχη την χάριν του θείου Βαπτίσματος· διότι ο θείος Παΐσιος είδεν ως περιστεράν το Πνεύμα το Άγιον εισερχόμενον από το στόμα του μαθητού, το δε βλάσφημον πνεύμα να εξέρχεται ως καπνός και να διαλύεται εις τον αέρα· ούτως επληροφορήθη ο Όσιος ότι επραγματοποιήθη η παράκλησίς του και στραφείς είπεν εις τον μαθητήν του· δόξασον τον Θεόν, ω τέκνον, και ευχαρίστησον Αυτόν μετ’ εμού, διότι το ακάθαρτον πνεύμα της βλασφημίας εξήλθεν από σε, αντί δε εκείνου εισήλθεν εις σε το Πνεύμα το Άγιον και σου εδόθη πάλιν το χάρισμα του Βαπτίσματος· λοιπόν πρόσεχε καλώς, να μη πέσης άλλην φοράν εις τας παγίδας της ασεβείας εξ απροσεξίας και αμελείας σου, μηδέ να προδώσης την ψυχήν σου, ίνα μη φλέγηται εις το πυρ της κολάσεως δια κανέν άλλο αμάρτημα. Και ούτω διώρθωσε τον μαθητήν. Ήλθε ποτέ προς τον ιερόν Παΐσιον γέρων τις Ιωάννης ονόματι, ο οποίος περιπατών πολλάς ημέρας εις την έρημον και τεταλαιπωρημένος ων υπερβαλλόντως, είχεν ανάγκην από τροφήν και άνεσιν του σώματος· όθεν αφού συνωμίλησαν μεταξύ των ώραν ικανήν, είπεν ο Παΐσιος εις τον μαθητήν του να ετοιμάση τράπεζαν και να βάλη φαγητόν, δια να συμφάγουν με τον Ιωάννην· ο δε μαθητής έκαμε κατά την προσταγήν του γέροντος· έπειτα ο Παΐσιος παρεκίνει τον Ιωάννην να φάγη, διότι ήτο πεινασμένος από την πολλήν εγκράτειαν. Ο δε Ιωάννης του είπε· συγχώρησόν μοι, ότι σήμερον είναι νηστεία και πρέπει να νηστεύσω δια τας πολλάς μου αμαρτίας. Θαυμάσας όθεν ο θείος Παΐσιος τον αμετάτρεπτον λογισμόν του Ιωάννου ηγέρθη παρευθύς επάνω και υψώσας τα όμματα και τον νουν του εις τους ουρανούς, είπεν εκ βάθους καρδίας. «Κύριε επίσκεψαι τον δούλον σου Ιωάννην, όστις αγωνίζεται υπερβολικά δια το όνομά Σου το άγιον». Τότε ομού με το τέλος της ευχής του ιερού Παϊσίου έδωκεν ο Κύριος καλόν και παράδοξον χάρισμα εις τον Ιωάννην· διότι ήλθεν εις έκστασιν και του εφάνη ότι είδεν ένα νέον, ο οποίος εκράτει εις τας χείρας του τροφήν και ποτόν, τα οποία έδιδεν εις αυτόν· έπειτα ελθών εις τον εαυτόν του ο Ιωάννης ήτο γεμάτος από χαράν και χορτάτος από τροφήν, διότι δεν εχρειάζετο ανθρωπίνην τροφήν, χορτασμένος ων από αγγελικήν, ηγέρθη δε επάνω και ευχαριστών τον Θεόν και τον θείον Παΐσιον, επήγε πάλιν εις την έρημον νηστικός, προσθέτων και άλλην νηστείαν εις την προτέραν, λέγων εις τον εαυτόν του· έφαγες, Ιωάννη, χορταστικά, λοιπόν πρέπει να νηστεύσης με κάθε προθυμίαν. Τοιουτοτρόπως ο γενναίος επάλαιε και ενίκα με την προσευχήν του ιερού Παϊσίου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2742
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :

Δημοσίευση από silver »

Άλλος αρχάριος Μοναχός κατοικούσε κατά μόνας εις την έρημον, ενοχληθείς δε πολύ από τους λογισμούς, επήγεν εις τον μέγαν Παΐσιον και του είπε· παρακαλώ την οσιότητά σου να δεηθής του Θεού δι’ εμέ τον ευτελή, ότι πολεμούμαι δεινώς από τους δαίμονας. Ο δε Όσιος γνωρίζων αυτόν, ότι κάμνει το θέλημά του, ακολουθών ούτω τον πολυποίκιλον δαίμονα της πορνείας και της κενοδοξίας και θέλων να τον εμποδίση να μη φέρεται άτακτα και κατά το θέλημά του, είπε προς αυτόν· δεν πολεμείσαι, τέκνον, από τους δαίμονας, καθώς νομίζεις, επειδή εκείνοι ακόμη δεν το γνωρίζουν, ότι ήλθες εις την έρημον, αλλά πολεμείσαι από τους ιδικούς σου λογισμούς· μόνον ύπαγε και αγωνίζου ευτάκτως, παρακαλών τον Θεόν να σε επισκεφθή, διότι μέλλεις να πειρασθής δεινώς από τους δαίμονας, τότε δε θέλεις γνωρίσει καλώς τας προσβολάς των και τι λογής κακά πάσχουν εκείνοι οι οποίοι πολεμούνται από αυτούς. Ταύτα ειπών ο Όσιος απέστειλε τον νέον εις την κατοικίαν του· έπειτα παρεκάλεσεν ολοψύχως τον Θεόν να τον διαφυλάξη αβλαβή. Ο δε άρχων των δαιμόνων, ωρυόμενος ως λέων, εφάνη φανερά εις τον Όσιον, λέγων· ω βία! Τι έχεις μετ’ εμού, Παΐσιε, και με κατατρέχεις; Πολλά με αδικείς, χωρίς να σε πολεμώ. Ο δε Όσιος του είπε· φύγε από τον νέον Μοναχόν και μη τον ενοχλήσης με τους πονηρούς λογισμούς. Ο δε δαίμων με αυθάδειαν και υπερηφάνειαν πολλήν του απεκρίθη· πίστευσόν μοι, ότι δεν εγνώρισα ακόμη, εάν ήλθεν εις την έρημον ούτος ο νέος, ουδέ τον ηνώχλησα ποσώς, αλλ’ αυτός πολεμείται από την ιδικήν του αμέλειαν· όμως από τώρα και εις το εξής ας ετοιμασθή να δοκιμάση τους ιδικούς μου δεινούς πειρασμούς και τας προσβολάς τας οποίας επενόησα, δια να τον πολεμήσω. Ο δε Όσιος του είπεν· ο Θεός να σε επιτιμήση, εχθρέ της αληθείας, και να σε ρίψη εις το άσβεστον πυρ της κολάσεως. Με τον λόγον τούτον ο πονηρός δαίμων έγινεν άφαντος. Δεν έπαυσεν όμως από την κακίαν του ο εφευρέτης της κακίας, αλλά εκείνα τα οποία είπε τα έκαμε και με τα έργα, κινήσας δε πόλεμον κατά του νέου Μοναχού, μετεχειρίζετο κάθε λογής μηχανήν της ιδικής του κακοτεχνίας. Πειραζόμενος λοιπόν ο νέος εκείνος Μοναχός από τας μηχανάς του εχθρού, και μη δυνάμενος να υποφέρη, κατέφυγε πάλιν εις τον άσειστον πύργον, τον μέγαν Παΐσιον, διηγούμενος δε τους πειρασμούς του εχθρού, έλεγεν εις τον Όσιον, ότι δεν δύναται να υποφέρη τα κακά, τα οποία του κάμνει. Ο δε Όσιος είπε· δεν σου το είπα, ω τέκνον, πως δεν το έμαθεν ακόμη ο εχθρός, ότι ήλθες εις την έρημον; Έπειτα νουθετών αυτόν και συμβουλεύων πως να πολιτεύεται, ετράπη εις προσευχήν, λέγων· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού και Πατρός, μη αφήσης το πλάσμα σου να απολεσθή από τον εχθρόν, αλλά βοήθησέ το ουρανόθεν· ότι η δύναμίς σου είναι ανίκητος και τα πάντα είναι υποτασσόμενα εις αυτήν». Παρευθύς τότε Άγγελος Κυρίου παρεστάθη εις τον Άγιον, έχων τον διάβολον δεδεμένον με αλύσας και λέγει· λάβε τούτον τον αλιτήριον και εξέτασέ τον ως θέλεις· ιδού ότι σου εδόθη δεδεμένος εκείνος, όστις έχει πολλούς ανθρώπους δεδεμένους με τας πολυποικίλους μηχανάς του. Ο δε διάβολος είπε προς τον θείον Παΐσιον· αλλοίμονον εις εμέ! Έως πότε θα με βασανίζης με την προσευχήν σου, φυλάττων δια μέσου αυτής όλους εκείνους οίτινες κατοικούν την έρημον ταύτην; Άθλιος θέλω είμαι εγώ και πολλά δεινά έχω να πάθω, εάν εξακολουθήσω να μένω ακόμη εδώ δια να παρακολουθώ αυτούς· όθεν εξ άπαντος θέλω αναχωρήσει μακράν απ’ εδώ. Ο δε θείος Παΐσιος του είπεν· αποστάτα και του ανθρωπίνου γένους εχθρέ, ειπέ μοι, διατί ενοχλείς και πειράζεις τον νέον, πολεμών αυτόν δεινώς; Δια ποίαν αιτίαν πολεμείς εις την αρχήν τους αγωνιζομένους με τόσην μανίαν και αγριότητα; Τότε ο εχθρός του ανθρωπίνου γένους, πιεζόμενος από τον Όσιον, ωμολόγησε την αλήθειαν λέγων· εγώ δεν πλησιάζω εις τους αρχαρίους, όταν αρχίσουν τους αγώνας της αρετής, διότι η χάρις του Θεού δεν παραχωρεί να πλησιάσω εις αυτούς, καθ’ όσον αγωνίζονται τότε με μεγάλην θερμότητα· αφού δε αναχωρήση από αυτούς η θεία χάρις δια την αμέλειάν των, τότε πλησιάζω εγώ εις αυτούς και τους κατακυριεύω ως θήραμα έτοιμον, έχων αυτούς ως παίγνιον, καθώς θέλω. Δια τούτο κατ’ αρχάς δεν τους πολεμώ· αφ’ ενός μεν διότι κατακαίομαι από την θερμότητα και την προθυμίαν όπου έχουν εις την αρετήν και από την θείαν χάριν· αφ’ ετέρου δε διότι τους καταφρονώ, προσμένων να παύση εκείνη η προθυμία και να πέσουν εις αμέλειαν και τότε να τους πολεμήσω, μη έχων κανέν εμπόδιον. Κατ’ αρχάς, λέγω, δεν τους πολεμώ δια τα ειρημένα αίτια· οπόταν δε τους ιδώ πλέον θερμοτέρους και προθυμοτέρους και προχωρούντας εις τα έμπροσθεν, τότε δεν τους πολεμώ πλέον, δια να μη ενωθούν με την χάριν Θεού, δια μέσου της παντοτεινής προθυμίας του αγώνος και της προσθήκης των καλών έργων και γίνουν ανίκητοι και ακαταπολέμητοι. Ταύτα λέγων ο διάβολος και μη θέλων παρευθύς έφυγεν· ο δε Μοναχός από τότε πλέον ηλευθερώθη από την ενόχλησιν του δαίμονος μη δυνηθέντος του φθονερού να πολεμήση αυτόν· αλλά στηριζόμενος ο αδελφός εις τας ευχάς του ιερού Παϊσίου, ετελείωσε θεαρέστως την ασκητικήν πολιτείαν και ανεπαύθη καλώς. Καθ’ ην εποχήν επήγα εγώ (λέγει ο Όσιος Ιωάννης ο συγγραφεύς του παρόντος βίου) προς τον θείον Παΐσιον δια να τον απολαύσω, ήλθον εις αυτόν μερικοί Μοναχοί, δια να ακούσουν τους ψυχωφελείς λόγους του, λέγοντες· ειπέ εις ημάς, πάτερ, λόγον ψυχοσωτήριον. Εκείνος δε τους είπεν· φυλάξατε την παράδοσιν των πατέρων, και περισσότερα από τα διατεταγμένα μη ζητείτε να κάμνετε. Οι δε Μοναχοί του έλεγον· ειπέ μας ακόμη και κανένα άλλο ψυχωφελές, από εκείνα όπου αρμόζουν εις τους Μοναχούς. Ο δε θείος Παΐσιος, βλέπων με τους διορατικούς οφθαλμούς και γνωρίζων τα διανοήματα και τους διαλογισμούς εκείνων, έλεγεν εις έκαστον εξ αυτών τι διελογίζετο και ποία εξ αυτών ήσαν καλά και ποία κακά, ως και από ποίαν αιτίαν ηκολούθησαν εις αυτούς τα τοιαύτα διανοήματα. Τότε οι Μοναχοί θαυμάσαντες δια τούτο, είπον κατά μόνας εις εμέ· αληθώς, πάτερ Ιωάννη, όλα τα πάθη της καρδίας μας, τα οποία μόνος ο Θεός τα γινώσκει, μας τα εφανέρωσεν ένα προς ένα, εγώ δε εξ όσων είχον πολλάκις βεβαιωθή είπον προς αυτούς· πιστεύσατέ μοι, αδελφοί, ότι όσα διελογίσθην με τον νούν μου και όσα έκαμα μόνος μου, τα εφανέρωσε πολλάκις εις εμέ χαριέντως, όταν συνηντώμεθα, λέγων ταύτα ωσάν να ήτο μαζί μου. Οι δε Μοναχοί λέγοντες «θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού», ανεχώρησαν. Αδελφός τις, ακολουθών το θέλημά του και κάμνων την γνώμην του, εγκατέλειψε την έρημον και μεταβάς κατώκησε πλησίον τινός πόλεως, αλλ’ επειδή επήγαινε συχνά εις την πόλιν δια να πωλή το εργόχειρόν του, έτυχε να απαντήση μίαν γυναίκα Εβραίαν η οποία κατεκαίετο από έρωτα σατανικόν προς τον Μοναχόν εκείνον. Ο δε Μοναχός, πλανηθείς από τους λογισμούς, δια συνεργείας δαιμονικής περιεπλάκη, αλλοίμονον! εις τας παγίδας της Εβραίας και εξέπεσεν, το δε πλέον χειρότερον ηρνήθη, φεύ! την Χριστιανικήν πίστιν, και εδέχθη την εβραϊκήν θρησκείαν, συγκατοικήσας με την Εβραίαν, τόσον δε πειθηνίως ηκολούθει την γνώμην της, ώστε έγινεν όμοιός της εις την ασέβειαν· το δε τρισκατάρατον εκείνο γύναιον, εις τόσον βυθόν απωλείας εκρημνίσθη και εις τόσην αναισχυντίαν έφθασεν, ώστε πολλάκις έπαιρνε την κεφαλήν του αθλίου εκείνου εις τας αγκάλας της και ανοίγουσα το στόμα του έξυε με ξύλον λεπτόν τους οδόντας του, δια να μη τύχη και απέμεινε κανένας μαργαρίτης από την Αγίαν Κοινωνίαν των Αχράντων Μυστηρίων, ω της αθεΐας! Επάνω εις αυτούς. Γνωρίζω, πόσον ελυπήθητε, αδελφοί, ακούσαντες ταύτα και πόσον επόνεσεν η καρδία σας, καθώς και εγώ εκπλήττομαι δια την μεγάλην υπομονήν και μακροθυμίαν του Θεού. Αλλ’ όμως θα σας είπω ακολούθως και το παράδοξον όπου έγινεν εις αυτόν, δια να θαυμάσετε την άπειρον φιλανθρωπίαν του Θεού και την θείαν επίσκεψιν με την οποίαν μας επισκέπτεται άνωθεν. Ο άνθρωπος λοιπόν εκείνος, όστις με την παρακοήν εχωρίσθη από τους χριστιανούς δια την ασέβειάν του, ύστερον μετά καιρόν, φωτισθείς από το φως της θείας οικονομίας, ήλθεν εις τον εαυτόν του και μετενόησε δι’ όσα ανομήματα έπραξεν, εξ αυτής της αιτίας. Τινές δε Μοναχοί, από εκείνους όπου εκατοικούσαν εις την έρημον εκείνην εις την οποίαν ησκήτευε και αυτός πρότερον, πηγαίνοντες εις την πόλιν εκείνην δια κάποιαν ανάγκην των, επέρασαν από τον αμαρτωλόν οίκον της Εβραίας. Τότε ιδών αυτούς εκείνος επληγώθη την καρδίαν, ενθυμηθείς την παλαιάν και ιεράν εκείνην συνοδείαν των Μοναχών, και τους ηρώτησε πόθεν ήσαν, πως ωνομάζοντο και δια ποίαν αιτίαν ήλθον εις την πόλιν εκείνην. Οι δε Μοναχοί του απεκρίθησαν, ότι ήσαν από την Νητρίαν, μαθηταί του θείου Παϊσίου και ήλθον εις την πόλιν δια ανάγκην τινά. Τότε εκείνος τους παρεκάλεσε θερμώς να είπουν εις τον μέγαν Παΐσιον να παρακαλέση τον Θεόν υπέρ αυτού δια να τον εξιλεώση με τας προσευχάς του και να τον ελευθερώση από τας μηχανάς του εχθρού. Οι δε Μοναχοί του υπεσχέθησαν ότι θα εκτελέσουν την παραγγελίαν του και θα παρακαλέσουν τον μέγαν Παΐσιον να προσεύχεται εις τον Θεόν δια την σωτηρίαν του. Όταν λοιπόν επέστρεψαν οι Μοναχοί εις την έρημον, εφανέρωσαν εις τον θείον Παΐσιον τα συμβάντα εις εκείνον τον άθλιον και όσα τους παρήγγειλεν. Ο δε Όσιος, ταύτα ακούσας, αναστέναξεν εκ βάθους καρδίας και είπεν: αλλοίμονον, τέκνα μου αγαπητά! Πόσοι μεγάλοι άνθρωποι εξ αιτίας των γυναικών εξέπεσαν από την θείαν χάριν, των οποίων έχομεν υπομνήματα εκ της θείας Γραφής από τους προγόνους μας· διότι δεν δύναται ο εχθρός να μεταχειρισθή άλλο όργανον πλέον επιτηδειότερον από την γυναίκα, δια να παρασύρη εις την απώλειαν τους ανθρώπους· διότι μεταχειριζόμενος τούτο το όπλον (την γυναίκα δηλαδή) συνηθίζει να νικά τους μεγάλους ανθρώπους. Καθώς γνωρίζετε, με την γυναίκα ενίκησε τον μέγαν Δαβίδ και τους προγόνους εκείνου και εκγόνους. Δια τούτο πρέπει να παρακαλούμεν και ημείς πάντοτε τον Θεόν, δια να μας λυτρώση από τα τοιαύτα μηχανήματα του εχθρού. Ταύτα ειπών έκαμε προσευχήν υπέρ του εκπεσόντος, λέγων· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού και Πατρός, μη αφήσης το πλάσμα των χειρών Σου να απολεσθή εις τέλος, αλλ’ επίβλεψον ανεξικάκως επ’ αυτό εκ των ουρανίων σου κατοικητηρίων και πρόσδεξαι τας προσευχάς τας οποίας Σου προσφέρω, δι’ εκείνον όστις Σε ηρνήθη πρότερον, τώρα δε ήλθε πάλιν εις τον εαυτόν του και εγνώρισε το κακόν το οποίον έκαμε και ανακάλεσαι τούτον εις μετάνοιαν, παρακαλώ την Σην αγαθότητα». Τοιουτοτρόπως προσευχομένου του Οσίου ημέρας πολλάς δι’ αυτόν και παρακαλούντος τους οικτιρμούς του Θεού να ευσπλαγχνισθή το πλάσμα Του, εισήκουσεν ο Σωτήρ την δέησίν του και φανείς εις αυτόν τον ηρώτησεν, ο τα πάντα γινώσκων, δια ποίον τον παρακαλεί, λέγων· μήπως ο ιδικός μου θεράπων Παΐσιος δέεται δι’ εκείνον όστις ηθέτησεν εμέ, εξήλθεν από την τάξιν του και επήγε με τους εναντίους μου; Όστις ήτο ποτέ Μοναχός, τώρα δε έγινεν Εβραίος; Ναι, φιλάνθρωπε Κύριε, του απεκρίθη ο Όσιος, δι’ εκείνον δέομαι· διότι αποβλέπων εις τους οικτιρμούς Σου, ότι πάντοτε προσκαλείς όλους εις μετάνοιαν και δεν θέλεις τον θάνατον του αμαρτωλού, αλλά αναμένεις την μετάνοιάν του, δια τούτο ετόλμησα να εξιλεώσω την αγαθότητά Σου δι’ εκείνον, παρακαλώ Σε επάκουσόν μου του δούλου Σου και γενού ίλεως, ανακάλεσαι το πεπλανημένον Σου πρόβατον. Ο δε Σωτήρ είπε προς αυτόν· εάν θέλης να ελεήσω αυτόν τον παράνομον και αποστάτην και να ανακαλέσω αυτόν εις μετάνοιαν, πρέπει να στέρξης συ να πάρω τους περισσοτέρους μισθούς και πληρωμάς από εκείνας, τας οποίας έχεις να λάβης δια τους αγώνας σου, αντί δε εκείνων να αποδώσω την φιλανθρωπίαν μου εις αυτόν, όστις είναι άξιος να λάβη μυρίας τιμωρίας. Τότε ο όντως μέγας Παΐσιος, αποκριθείς μετά μεγάλης προθυμίας, είπε· ναι, Κύριε, στέργω τούτο μετά χαράς· όμως εγώ δεν ηξεύρω εάν ευρίσκεται εις εμέ κανένα έργον, το οποίον να είναι ευάρεστον έμπροσθέν Σου, αλλά από την ιδικήν Σου αγαθότητα μάλιστα, δια μέσου της οποίας και εγώ ευεργετούμενος κάθε ημέραν, ομολογώ Σοι την χάριν· από αυτήν κινούμενος παράσχου εις αυτόν το έλεός Σου· διότι εγώ ευχαριστούμαι περισσότερον να τιμωρηθώ αντί εκείνου και να σωθή αυτός, παρά να απολαύσω εγώ τας ιδικάς Σου ευεργεσίας, εκείνος δε να κολασθή. Τότε ο Σωτήρ είπεν ευθύς· αξιοθαύμαστος είναι η καλή η γνώμη και η αγάπη, την οποίαν έχεις εις τον πλησίον σου, Παΐσιε, και μιμείσαι την αγάπην, την οποίαν έχω εγώ δια τους ανθρώπους. Επειδή λοιπόν επρόκρινας να εκπέσης από την ιδικήν σου αξίαν, δια την σωτηρίαν του αμαρτωλού, δια τούτο και από την ιδικήν σου αξίαν δεν θέλεις εκπέσει και ο αμαρτωλός θέλει σωθή, κατά την παράκλησίν σου. Ταύτα ειπών ο Σωτήρ ανέβη εις τους ουρανούς. Μετ’ ολίγον καιρόν απέθανεν από θεϊκήν οργήν η κακή εκείνη γυνή, ο δε Ισαάκ (τούτο ήτο το όνομα του εκπεσόντος Μοναχού) επήγε πάλιν εις την έρημον και κατηχηθείς από τον μέγαν Παΐσιον, εδέχθη την πρώτην του χριστιανικήν πίστιν, επολιτεύετο δε με πολλήν προθυμίαν την ασκητικήν πολιτείαν· διελθών δε το υπόλοιπον της ζωής του με υπακοήν, σεμνήν διαγωγήν και ενάρετον κατάστασιν, ανεπαύθη εν Κυρίω. Ούτω εκείνος μεν έτυχε σωτηρίας με τας ευχάς του ιερού Παϊσίου, ημείς δε, ακούοντες τα παράδοξα θαύματα του Οσίου, πρέπει να δοξάζωμεν και να μεγαλύνωμεν τον Θεόν. Εις το Μοναστήριον του μεγάλου Παϊσίου ήτο τις πρεσβύτερος, όστις είχε φρόνημα κοσμικόν· όταν δε οι άλλοι Μοναχοί ήθελαν να υπάγουν εις τον Όσιον, δια να ακούσουν τους ψυχωφελείς λόγους του, επήγαινε και αυτός μαζί των, ήκουε τα θεία λόγια του Οσίου, όμως καμμίαν ωφέλειαν δεν ελάμβανεν εξ αυτών· διότι μη έχων σκοπόν καλόν, μήτε καρδίαν ορθήν, όχι μόνον δεν ωφελείτο, αλλά και περιέπαιζε τους λόγους του Οσίου και με άλλους λόγους κοσμικούς διέφθειρεν αυτούς. Αγανακτούντες όθεν οι άλλοι Μοναχοί, επήγαν εις τινα θεοφιλή γέροντα και εγόγγυζον κατά του πρεσβυτέρου εκείνου, ο δε γέρων εκείνος επήγεν ομού με αυτούς εις τον μέγαν Παΐσιον, ηκολούθησεν όμως και ο πρεσβύτερος. Αλλ’ ο γέρων επήγε κατά μόνας εις τον Όσιον και του είπεν· ήξευρε, πάτερ, ότι ούτος ο πρεσβύτερος προξενεί βλάβην και σκάνδαλα εις τους αδελφούς και πρέπει να εμποδίσης την άτακτον ορμήν του και με επιτίμια να τον διορθώσης. Ταύτα ακούσας ο μέγας Παΐσιος είπε προς τον γέροντα· προ πολλού ήθελον κάμει αυτό όπου μου λέγεις, εάν εγνώριζα, ότι έχει να ωφεληθή· διότι ιδού έτοιμος στέκει ο διάβολος να τον σύρη εις απώλειαν και όταν ακούση από εμέ κανένα λόγον αυστηρόν, θα φύγη από την αδελφότητα και θα επιστρέψη πάλιν εις τον κόσμον· τότε δε θέλω γίνει εγώ υπόδικος και αίτιος της απωλείας του, διότι δεν ηδυνήθην να υπομείνω ένα αδελφόν, όστις πολεμείται από τον εχθρόν. Πλην πρέπει να παρακαλούμεν τον Θεόν να τον ελευθερώση από το τοιούτον πάθος. Ταύτα ειπών έκαμε προσευχήν εις τον Θεόν υπέρ του πρεσβυτέρου και ευθύς εδίωξεν από αυτόν το δαιμόνιον της αυθαδείας και αναισχυντίας. Τότε παρευθύς ο τοιούτος εκεντήθη από τα κέντρα της μετανοίας, έχων δε τον έλεγχον της συνειδήσεως ελυπείτο βαθέως, εξομολογούμενος τα πταίσματά του περισσότερον με δάκρυα παρά με λόγους, ζητών συγχώρησιν δι’ όλα τα παρελθόντα πταίσματά του, υποσχόμενος να κάμη αποχήν από των κακών και να διορθωθή· από τότε δε και εις το εξής έγινε σεμνός και ήμερος, ακούων με ευλάβειαν τους θείους λόγους του Οσίου και εκτελών τας συμβουλάς του μετά χαράς· όθεν και υπερβαίνων πολλούς εις την αρετήν έγινε δόκιμος αναχωρητής, με την συνεργίαν των ευχών του ιερού Παϊσίου και με την βοήθειαν της πολλής μακροθυμίας του Θεού. Ταύτα μεν περί τούτου· ημείς δε ακολούθως έχομεν να διηγηθώμεν άλλο θαύμα φρικωδέστατον και παραδοξότατον και από όλα τα διηγήματα υψηλότερον. Μίαν φοράν ο θείος Παΐσιος, ενώ προσηύχετο εις το κελλίον του, παρουσιάσθη ο Χριστός με δύο Αγγέλους εις αυτόν, καθώς παρουσιάσθη και εις τον Πατριάρχην Αβραάμ, και του λέγει· χαίροις, Παΐσιε· σήμερον πρέπει να μας φιλοξενήσης. Ο δε Παΐσιος, κατά μίμησιν του Πατριάρχου, τους εδεξιώθη προθύμως, πλην δεν επεμελείτο να ετοιμάση φαγητά και ποτά, ως εκείνος, αλλ’ εφιλοξένησε τον πανταχού παρόντα με γνώμην καθαράν· έπειτα χύσας ύδωρ μέσα εις τον νιπτήρα, ένιψεν, ω του θαύματος, δια την άκραν συγκατάβασιν του Κυρίου! Τους αχράντους πόδας Του· ενώ δε ο Παΐσιος επεμελείτο προθύμως την φιλοξενίαν, ο Σωτήρ εδείκνυεν εις αυτόν φιλανθρώπως την μεγάλην αγάπην Του· επειδή δε από τα καλά της φιλοξενίας δεν είναι άλλο τι καταδεκτικώτερον, από το να πλύνη τις τους πόδας εκείνων, οίτινες έρχονται προς αυτόν, δια τούτο ετέλεσεν και αυτό ο Παΐσιος· ο δε Κύριος ειπών προς αυτόν, «ειρήνη σοι τω εκλεκτώ μου θεράποντι», έγινεν άφαντος. Ο δε θείος Παΐσιος, φλεγόμενος από τον θείον έρωτα της συνομιλίας του και μιμούμενος τον Κλεώπαν, έχων δε ως εκείνος καιομένην την καρδίαν και δυσκολοκράτητον, έδραμεν εις το ύδωρ εκείνο το απόνιμμα των ποδών Του (το οποίον άφησεν ο Σωτήρ ως μέγα τι και αξιόλογον πράγμα), και έπιε αυτό προθύμως με μεγάλην επιθυμίαν, αφήνων ολίγον τι δια τον μαθητήν του, ο οποίος έλειπεν εις την Αίγυπτον. Όταν λοιπόν ο μαθητής εκείνος επέστρεψε κατάκοπος από την οδοιπορίαν, του είπεν ο Όσιος· ύπαγε, τέκνον, εις τον νιπτήρα και πίε το ύδωρ, όπου έχει μέσα, δια να σβύσης την δίψαν όπου έχεις από το καύμα του ηλίου. Ο δε μαθητής ειπών, ότι θέλει κάμει την προσταγήν του, έλεγε καθ’ εαυτόν· εγώ ήλθον με τόσον καύμα, ο δε γέρων, αντί να με στείλη εις την βρύσιν να πίω ύδωρ καθαρόν και δροσερόν, με προστάζει αδιακρίτως να πίω το ύδωρ του νιπτήρος, το οποίον είναι απόνιμμα; Ταύτα εσυλλογίζετο ο μαθητής, ο δε Όσιος του είπε πάλιν· ύπαγε, τέκνον, εις τον νιπτήρα και πίε· ο δε μαθητής, υπάγω, είπεν, αλλά δεν επήγεν. Δια τρίτην φοράν ακόμη του είπεν ο Όσιος να πίη, αλλά δεν υπήκουσεν. Τότε του είπεν ο Όσιος· απέλαβες, ω τέκνον, την πληρωμήν της παρακοής σου· διότι εστερήθης τα θεία χαρίσματα. Ταύτα ακούσας ο μαθητής ελυπήθη πολύ, και δραμών εις τον νιπτήρα δεν εύρε τίποτε, όθεν είπεν εις τον γέροντα· δεν ευρίσκω, πάτερ, ύδωρ εις τον νιπτήρα δια να πίω. Ο δε θείος Παΐσιος είπε προς αυτόν· πως είναι δυνατόν να εύρης, αφού έκαμες ανάξιον τον εαυτόν σου; διότι φυσικά η παρακοή αποδιώκει από τον παρήκοον το χάρισμα, καθώς και η υπακοή προξενεί τούτο εις τον υπήκοον. Λυπούμενος ο μαθητής εις ταύτα όπου ήκουσεν, ηρώτα ποίον ήτο το μέγα εκείνο χάρισμα, το οποίον εστερήθη και πως εξηφανίσθη το ύδωρ από τον νιπτήρα. Τότε ο Όσιος διηγήθη εις αυτόν όλα τα γενόμενα, καθώς τα προείπομεν, λέγων ακόμη και τούτο· επειδή έμεινες εις την παρακοήν και δεν κατεδέχθης να πίης εκείνο το ύδωρ, το οποίον επροστάχθης τρεις φοράς, δια τούτο κατέβη από τον ουρανόν Άγγελος Κυρίου, όστις λαβών με κάθε ευλάβειαν εις τας χείρας το το ιερόν εκείνο απόνιμμα, ανέβη πάλιν εις τον ουρανόν. Ακούσας ο μαθητής ταύτα έφριξε και ετρόμαξεν εις το διήγημα, έμεινε δε ώραν πολλήν άφωνος· έπειτα ερχόμενος εις τον εαυτόν του έκλαιε και ωδύρετο δια την συμφοράν του φωνάζων θρηνωδώς· αλλοίμονον εις εμέ τον πανάθλιον! Πόσον μέγα αγαθόν έχασα! Ποίος φθονερός δαίμων δεν με άφησε να το απολαύσω! Αφού με τοιούτους λόγους έκλαυσε τον εαυτόν του και μετενόησε, εζήτει μετά δακρύων να εύρη έλεος· ευσπλαγχνισθείς δε αυτόν ο Όσιος του είπεν: Ο Αδάμ, τέκνον μου, δια την παρακοήν του εξέπεσεν από τον Παράδεισον και αντί της αιωνίου ζωής απέκτησε τον θάνατον, ως ανάξιος δε της δόξης εκείνης και των αγαθών εκείνου έγινεν εξόριστος. Τοιουτοτρόπως και συ· διότι παρήκουσας την εντολήν μου, εξέπεσες από την χάριν την οποίαν έμελλες να απολαύσης· επειδή όμως λυπείσαι πικρώς και μετανοείς, εγέρθητι από το πτώμα της παρακοής και κάμε υπακοήν, εξιλέωσαι θερμώς τον Θεόν και ζήτησον παρ’ Αυτού την συγχώρησίν σου, ότι ο Θεός ευσπλαγχνίζεται τους μετανοούντας και ελεεί εκείνους, οίτινες τον παρακαλούν. Ούτω παρηγορήθη ο μαθητής από τους λόγους του γέροντός του και υπέμεινεν. Μετ’ ολίγον καιρόν, ενθυμούμενος πάλιν το κακόν το οποίον έπαθεν, ελυπείτο υπερβολικά και δεν είχε παρηγορίαν. Όθεν πηγαίνει πάλιν εις τον γέροντά του και του λέγει· δεν έχω, Πάτερ, άνεσιν από τους λογισμούς παντελώς και καθώς ενθυμηθώ την χάριν την οποίαν έχασα, κλαίω απαρηγόρητα την δυστυχίαν μου και τι να κάμω δεν ηξεύρω, διότι βυθίζομαι από τους λογισμούς εις απελπισίαν· μόνον δος μοι την άδειαν να υπάγω εις κανένα δοκιμώτατον γέροντα, εις όποιον σου φαίνεται εύλογον, μήπως εύρω άνεσιν από τους λογισμούς και ελευθερωθώ από την θλίψιν μου. Ο δε θείος Παΐσιος λαβών ολίγον άρτον τον έδωκε εις τον μαθητήν και του είπε· λάβε τούτον τον άρτον και ύπαγε εις την δείνα πόλιν, κοντά δε εις το τειχόκαστρον της πόλεως ταύτης, εις τα δεξιά μέρη, θέλεις εύρει πτωχόν τινά άνθρωπον, καθήμενον επάνω εις την κόπρον, λιθοβολούμενον από τα παιδία και καταγελώμενον. Δος λοιπόν εις αυτόν τον άρτον και θέλεις ακούσει θεοπρεπώς από αυτόν τα συμφέροντα εις σε. Λαβών λοιπόν τον άρτον ο μαθητής παρευθύς εκίνησε και απελθών εις την χώραν εκείνην, εύρε τον θείον εκείνον άνθρωπον. Ενώ όμως επρόσμενε να παύσουν οι λιθοβολισμοί των παιδίων και τότε να πλησιάση εις αυτόν, εκείνος βλέπων τον Μοναχόν του είπεν ευθύς· έλα πλησίον και δος μου την ευλογίαν (δηλαδή τον άρτον), όπου μου έστειλεν ο γέρων σου. Πλησιάσας τότε ο μαθητής, επήρενο πτωχός εκείνος εις χείρας τον άρτον και καταφιλών αυτόν ηρώτα: πως έχει ο ιερός Παΐσιος, διότι πολύ επόθουν να μάθω δι’ αυτόν· και συ, τέκνον, διατί διστάζεις εις όσα σου λέγει και δεν πείθεσαι εις τα προστάγματά του; δεν ηξεύρεις, ότι δια την παρακοήν σου εστερήθης το θείον εκείνο απόνιμμα και την χάριν την οποίαν έμελλες να λάβης από αυτό; Συ δε ακόμη του παρακούεις και δεν πείθεσαι εις την βουλήν του, αλλά έρχεσαι εις άλλον να λάβης οδηγίαν; Εγώ σε παρομοιάζω με εκείνον, όστις κρατεί εις τας χείρας του καθαρόν και δροσερόν ύδωρ και δεν πίνει από αυτό, αλλά τριγυρίζει εις άλλα μέρη και ζητεί να εύρη ύδωρ δια να καταπαύση την δίψαν του. Ύπαγε λοιπόν και υποτάσσου εις τον γέροντά σου, τον μέγαν Παΐσιον, διότι όποιος δεν πείθεται εις αυτόν, εκείνος ουδέ εις τα προστάγματα του Σωτήρος ημών Χριστού υποτάσσεται. Ταύτα ακούσας ο μαθητής επέστρεψε δοξάζων τον Θεόν, φυλάττων πλέον μετά προθυμίας υπακοήν εις όλα τα προστάγματα του ιερού Παϊσίου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2742
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Κ΄ (20η) Ιουνίου η Σύναξις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας της επονομα

Δημοσίευση από silver »

Τη Κ΄ (20η) Ιουνίου η Σύναξις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας της επονομαζομένης Οδηγητρίας.

Περί της Αγίας ταύτης Εικόνος διηγούνται τα επόμενα εν ταις Ιεραίς Μοναίς του Ξενοφώντος και του Βατοπεδίου. Η Θεομητορική αύτη Εικών ευρίσκετο εξ αμνημονεύτων χρόνων εις την Ιεράν και Βασιλικήν Μονήν του Βατοπεδίου, εντός του Καθολικού του Ναού, επί του κίονος του αριστερού χορού, κατά δε το σωτήριον έτος 1730 παραδόξως εγένετο άφαντος, των θυρών κεκλεισμένων, και εκρύβη όχι μόνον εκ της Εκκλησίας, εκ του μέρους δηλαδή επί του οποίου ίστατο, αλλά και εξ αυτής της Μονής· οι δε Πατέρες της Μονής του Βατοπεδίου την θαυματουργίαν ταύτης της Θεομήτορος ως ιεροσυλίαν τινά νομίσαντες, επεδόθησαν εις αναζήτησιν αυτής εντός της Μονής, ότε αίφνης διεδόθη η φήμη, ότι η αγία Εικών ευρέθη εν τη Ιερά Μονή του Ξενοφώντος, τη κειμένη εις απόστασιν τριών ωρών από της Ιεράς Μονής του Βατοπεδίου. Όθεν άνευ βραδύτητος απέστειλαν ανθρώπους τινάς, ίνα μετακομίσωσιν αυτήν εκείθεν εις τα ίδια, όπερ και εγένετο. Ούτω λοιπόν μετεκομίσθη η αγία Εικών εις την Μονήν του Βατοπεδίου και ετέθη εκ νέου εις την ιδίαν αυτής θέσιν, ελήφθησαν δε και μέτρα αυστηρότατα εις προφύλαξιν και ασφάλειαν αυτής, τα οποία ουδέποτε πρότερον είχον ληφθή. Αλλά και μ’ όλα ταύτα η Σεβασμία αύτη Εικών της Θεομήτορος, δια λόγους τους οποίους μόνη Αυτή γνωρίζει, εγκατέλιπε και πάλιν την Μονήν του Βατοπεδίου, χωρίς να έχη ουδόλως θιγή η ασφάλεια του Ναού, δηλαδή των θυρών και σφραγίδων καλώς ησφαλισμένων και αθίκτων, και μετέβη θαυμασίως εις τον ιερόν τόπον τον οποίον εξέλεξεν η ιδία, ήτοι εις την Ιεράν Μονήν του Ξενοφώντος, όπου διέμεινε και μέχρι του νυν διαμένει και θα διαμένει μέχρις ότου η αυτής πρόνοια ευδοκεί, προς παραμυθίαν και περίθαλψιν των εν αυτή ασκουμένων αδελφών. Μετά παρέλευσιν ολίγης ώρας ελθόντες οι αδελφοί του Βατοπεδίου εν τω Ναώ, και ιδόντες πάλιν κενόν τον συνήθη τόπον, όπου ίστατο η ιερά Εικών, εβεβαιώθησαν περί της εκουσίας και θαυμαστής αναχωρήσεως απ’ αυτών της Θεοτόκου, πληροφορηθέντες συγχρόνως και την προς το ίδιον μέρος μετάβασιν αυτής, δεν έκριναν εύλογον να εναντιωθώσι περισσότερον εις την απόφασιν της Θεοτόκου, αλλ’ άπαντες ομοθυμαδόν συνέδραμον εις την προσκύνησιν αυτής. Εις ανάμνησιν δε της θαυματουργίας ταύτης απεφάσισαν άπαντες ίνα κομίζωσιν αυτή εις την Μονήν του Ξενοφώντος κηρούς και έλαιον, όπερ και εποίουν εις διάστημα πολλών ετών· μετά δε ταύτα οι αδελφοί της Μονής του Ξενοφώντος ημπόδισαν αυτούς να ποιώσι τούτο. Η αγία αύτη Εικών ευρίσκεται εντός του Καθολικού του Ναού της Μονής του Ξενοφώντος επί του κίονος του αριστερού χορού αυτού ως και πριν εν τω Καθολικώ της Μονής του Βατοπεδίου. Κατά τας αρχάς της τρίτης δεκαετηρίδος του δεκάτου ενάτου αιώνος εις αλλόπιστος ηθέλησε να εμπαίξη την αγίαν ταύτην Εικόνα, αλλ’ αμέσως ετιμωρήθη δια την ιδίαν του ανοησίαν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2742
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΝ

Δημοσίευση από silver »

Τη αυτή ημέρα, Δευτέρα της Πεντηκοστής, αυτό το ΠΑΝΑΓΙΟΝ και ζωοποιόν και παντοδύναμον ΠΝΕΥΜΑ εορτάζομεν, το τρίτον πρόσωπον της ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ, το ομότιμον και ομοούσιον και ομόδοξον τω Πατρί και τω Υιώ.

Τριάς υπάρχει η Αγία η παρ’ ημών των Ορθοδόξων Χριστιανών πιστευομένη και λατρευομένη Θεότης, μίαν έχουσα την δύναμιν, μίαν την σύνταξιν και μίαν την προσκύνησιν. Ομοούσιος και αδιαίρετος εν τρισί προσώποις γνωριζομένη, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Και η μεν του Ανάρχου Πατρός υπόστασις ήτο γνωστή εις τους ανθρώπους από της αρχής αυτών, διό και οι Εβραίοι ως Πατέρα ετίμων και ελάτρευον τον Θεόν με νομικάς θυσίας και εορτάς. Η δε του Συνανάρχου Υιού υπόστασις εγνωρίσθη μετά ταύτα δια της χρονικής κατά Σάρκα Γεννήσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατελθόντος εις τον κόσμον δθα την σωτηρίαν ημών των αμαρτωλών. Η δε του τρίτου προσώπου της Παναγίας Τριάδος υπόστασις, ήτοι το Πνεύμα το Άγιον, έμεινε και αυτό άγνωστον και αφανέρωτον εις τον κόσμον· διο και κατά τούτο έλεγε και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης· «Ούπω γαρ ην Πνεύμα Άγιον» (Ιωάν. ζ: 39), όχι ότι έως τότε ακόμη δεν ήτο τούτο, άπαγε της βλασφημίας· διότι το Πνεύμα το Άγιον ήτο πάντοτε και είναι συνάναρχον και συναϊδιον τω Πατρί και τω Υιώ· αλλ’ «ούπω γαρ ην Πνεύμα Άγιον», δηλαδή ακόμη δεν είχε φανερωθή κοινώς εις τον κόσμον. Ακόμη δεν είχον μάθει οι άνθρωποι, ότι είναι άλλος Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον. Κατά δε την ημέραν της Αγίας Πεντηκοστής, συμφώνως προς την αγίαν επαγγελίαν του Σωτήρος, κατήλθεν εις τους Μαθητάς του Χριστού το Πνεύμα το Άγιον εις σχήμα πυρίνων γλωσσών και εκάθισεν επάνω εις τας κεφαλάς αυτών. Τότε όλοι ενεπλήσθησαν από την ακένωτον Χάριν και σοφίαν του Θεού και ελάλουν παράδοξα και εξαίσια πράγματα και προεφήτευσαν. Επειδή λοιπόν δια τούτων όλων εγνωρίσθη ότι είναι και εν άλλο πρόσωπον και μία άλλη υπόστασις, εκτός του Πατρός και του Υιού, δια τούτο οι θείοι Πατέρες εθέσπισαν όπως εκτός της χθεσινής εορτής της Κυριακής της Αγίας Πεντηκοστής επιτελούμεν κατά την σήμερον, ημέραν Δευτέραν, ετέραν ξεχωριστήν εορτήν προς τιμήν του νυν φανερωθέντος Παναγίου και ζωοποιού Πνεύματος, ως οδηγού και συνεργού και συναιτίου της σωτηρίας μας. Λέγει λοιπόν ο θείος Λουκάς, ότι δεξάμενοι οι Άγιοι Απόστολοι την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος, ελάλουν και ετέρας γλώσσας, «καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πράξ. β: 40), και το πλήθος το οποίον ήτο παρόν, ήκουον εις έκαστος κατά την ιδίαν αυτού διάλεκτον. Τούτο το θαύμα τινές εξήγησαν, ότι λαλούντων των Αποστόλων την ιδικήν των πάτριον φωνήν, ήτοι την Εβραϊκήν, οι άνθρωποι οίτινες ήσαν εκεί συνηγμένοι από διάφορα μέρη του κόσμου, Πάρθοι και Μήδοι και Μεσοποταμίται, έκαστος με την ιδικήν του γλώσσαν και όχι την Εβραϊκήν, τους ήκουον, ήτοι κατενόουν τι έλεγον. Αλλ’ ο Θεολόγος Γρηγόριος και μετ’ αυτού οι άλλοι πάντες λέγουσιν, ότι η εξήγησις αύτη δίδει το θαύμα εις τους ακούσαντας και όχι εις τους Αποστόλους, καθώς ήτο η αλήθεια. Διότι οι Άγιοι Απόστολοι εκτός από άλλα χαρίσματα έλαβον και το χάρισμα να ομιλούν όλας τας γλώσσας. Δια τούτο δε και ήτο μέγα το θαύμα του Αγίου Πνεύματος, διότι εκείνοι οίτινες δεν εγνώριζον άλλην γλώσσαν ειμή μόνον την Εβραϊκήν, κατ’ εκείνην την ημέραν αίφνης ελάλουν τας διαφόρους γλώσσας και ήκουον πάντες όσοι είχον συναχθή από τα τετραπέρατα του κόσμου δια το Πάσχα εις την Ιερουσαλήμ. Εσυνάζοντο δε τότε όλοι εκεί, διότι δεν ήτο συγκεχωρημένον εις αυτούς να εορτάζουν το Πάσχα εις άλλον τόπον, εκτός από την Ιερουσαλήμ. Ωμίλει λοιπόν έκαστος εκ των Αποστόλων τας ξένας γλώσσας· εις τούτο δε πρεπόντως η Χάρις του Αγίου Πνεύματος ενήργησε, διότι έμελλον να εξέλθωσι δια να κηρύξωσι την Πίστιν εις τα έθνη τα αλλόγλωσσα και έπρεπε να κηρύττουν εις αυτά όχι με την Εβραϊκήν, την οποίαν δεν εγνώριζον εκείνοι, αλλά με την ιδικήν των με την οποίαν εγεννήθησαν. Εν είδει δε γλωσσών κατήλθε το Πνεύμα το Άγιον, ίνα φανερωθή ότι ίδιον και οικείον του Ζώντος Λόγου είναι το Πνεύμα το Άγιον, ή ότι και οι Απόστολοι με γλώσσαν έμελλον να διδάξουν και να ελκύσουν τον κόσμον προς επίγνωσιν και ενότητα, το εναντίον του μερισμού των γλωσσών επί της πυργοποιϊας. Πύριναι δε ήσαν αι γλώσσαι εκείναι ίνα δήλον γένηται, ότι ο Θεός είναι πυρ καταναλίσκον. Συγχρόνως δε και την κάθαρσιν εδήλου, ότι καθαρτικόν είναι το πυρ. Εν εορτή δε μεγάλη έγινεν η του Αγίου Πνεύματος επιφοίτησις και μάλιστα μεγάλην και επίσημον, δια να γίνη πανταχού το πράγμα εξακουστόν, επειδή ήτο άπειρον πλήθος ανθρώπων απανταχόθεν συναθροισθέντων και να θαυμάσωσι βλέποντες και ακούοντες τα παράδοξα, ίνα και οι ίδιοι αντί των Αποστόλων επιστρέφοντες εις τας πατρίδας αυτών γίνωσι κήρυκες της αληθείας. Παρατηρούσι δε καλώς και τούτο οι Άγιοι Πατέρες, ότι ωσεί πυρός, ήτοι ως πυρός, είπεν ο ιερός Λουκάς, δια να μη νομίση τις, ότι πυρός φύσιν έχει το Πνεύμα το Άγιον· άπαγε. Μη στοχασθή τις υλικόν τι ή σωματικόν περί του Αγίου Πνεύματος, αλλ’ ούτως εφάνη, δια τα ανωτέρω αίτια. Εις τας κεφαλάς δε των Αποστόλων εκάθισε, διότι και η χειροθεσία εις την κεφαλήν γίνεται· και η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος Διδασκάλους και Ποιμένας του κόσμου όλου τους Αποστόλους εχειροτόνησε. Και τούτο δε χωρίς άλλο πρέπει να γνωρίζωμεν, ότι την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος έλαβον οι Απόστολοι και όχι την υπόστασιν. Διότι η υπόστασις ου πέμπεται, λέγει ο θείος Χρυσόστομος. Ο δε Χριστός υπεσχέθη να πέμψη εις τους Μαθητάς Του το Πνεύμα το Άγιον και το έπεμψεν, ήτοι την Χάριν, αλλά πολύ διαφορετικώτερον απ’ εκείνο το οποίον εδίδετο εις τους Προφήτας. Διότι οι Άγιοι Απόστολοι εδέχθησαν όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, από τα οποία εν ή δύο μόνον εις τους παλαιούς Προφήταςεδίδοντο. Άλλως δε Παράκλητος ονομάζεται το Πνεύμα το Άγιον· διότι και ο Χριστός Παράκλητος και είναι και λέγεται, καθώς τον ονομάζει και ο Απόστολος. Παράκλητος αφ’ ενός μεν διότι παραμυθείται και αναψύχει ημάς, αφ’ ετέρου δε διότι εντυγχάνει υπέρ ημών προς τον Θεόν· άλλως δε, διότι ομοούσιον είναι τω Υιώ και τω Πατρί.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2742
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΒ΄ (22α) Ιουνίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΕΥΣΕΒΙΟΥ Επισκόπου Σαμοσάτων.

Δημοσίευση από silver »

Ευσέβιος ο Μάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίου, υιού του Μεγάλου Κωνσταντίνου, εν έτει τλη΄ (338), εχρημάτισε δε ζηλωτής διάπυρος της Ορθοδόξου πίστεως και με πολλήν ανδρείαν ψυχής και καταφρόνησιν των παρόντων κατεγίνετο δια την πρόοδον της ευσεβείας και Ορθοδοξίας, καίτοι ο βασιλεύς Κωνστάντιος ήτο εναντίος, ως άλλος ουδείς, Αρειανιστής ων. Όθεν όταν ηπείλησεν ο βασιλεύς ότι θέλει κόψει την δεξιάν χείρα του Αγίου, εάν δεν δώση το υπό του Μελετίου γενόμενον ψήφισμα, τότε ο Άγιος ήπλωσε και τας δύο χείρας του, θέλων να δείξη ότι μετά χαράς δέχεται και των δύο την εκκοπήν, παρά να παραδώση το ζητούμενον ψήφισμα, ομού δε με εκείνο να προδώση και την ευσέβειαν. Τούτον τον Άγιον πατέρα ημών Ευσέβιον, μετά τον Κωνστάντιον και Ιουλιανόν, εξώρισεν ο Ουάλης εκ του θρόνου του και κατεδίκασεν αυτόν να περιπατή εξόριστος κατά τον ποταμόν Δούναβιν. Αφού δε απέθανεν ο Ουάλης, επανήλθεν ο Άγιος εις την Επισκοπήν του εις Σαμόσατα, τα οποία ευρίσκονται εις την Συρίαν πλησίον του Ευφράτου ποταμού υπό τον Μητροπολίτην Εδέσσης. Μετά πολλούς δε αγώνας και νίκας, τους οποίους εποίησεν ο αοίδιμος έτι ζων υπέρ της Ορθοδοξίας, ηξιώθη και μαρτυρικού τέλους, διότι γυνή τις κακόδοξος, η οποία ηκολούθει την αίρεσιν του Αρείου, έλαβε κέραμον εκ τινος στέγης και εκτύπησεν την κεφαλήν του Αγίου, εκ δε του κτυπήματος εκείνου εθανατώθη ο του Χριστού ιεράρχης· πριν δε ή αποθάνη, εσυγχώρησε την φονεύσασαν αυτόν γυναίκα, μιμούμενος τον Δεσπότην του Χριστόν και τον πρωτομάρτυρα Στέφανον. Τελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εις τον Ναόν του Αγίου Ιωάννου πλησίον των Αρκαδιανών.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”