Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2734
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΑ΄ (21η) Ιουλίου, μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών ΣΥΜΕΩΝ του δια Χριστόν σαλού, και ΙΩΑΝΝΟΥ.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΑ΄ (21η) Ιουλίου, μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών ΣΥΜΕΩΝ του δια Χριστόν σαλού, και ΙΩΑΝΝΟΥ.

Συμεών και Ιωάννης οι δύο ούτοι Όσιοι Πατέρες ήλθον κατά τας ημέρας του βασιλέως Ιουστίνου του νέου, εν έτει φιη΄ (518), από την Έδεσσαν εις τα Ιεροσόλυμα κατά την εορτήν της Υψώσεως, δια να προσκυνήσουν τον Τίμιον Σταυρόν, καθώς και άλλοι πολλοί την ημέραν αυτήν προσέρχονται. Εκ τούτων ο πρώτος, ο Ιωάννης, πατέρα μεν είχε, μητέρα δε δεν είχεν. Ο δε έτερος, ο Συμεών, πατέρα δεν είχε, μόνον δε μητέρα, γεροντικής ηλικίας ογδοήκοντα περίπου ετών. Ήτο δε ο Ιωάννης ετών είκοσι δύο και τον υπάνδρευσεν ο πατήρ αυτού κατ’ εκείνον τον χρόνον. Είχον δε οι νέοι ούτοι πολλήν αγάπην μεταξύ των, ώστε δεν ηδύναντο ουδόλως να χωρισθώσιν ο εις από τον άλλον. Αφού λοιπόν επροσκύνησαν τους Αγίους Τόπους, ήλθον εις τον Ιορδάνην. Καθώς δε περιήρχοντο και παρετήρουν τους Οσίους Ασκητάς, ετρώθη η καρδία των εις τον θείον έρωτα και έβαλον κατά νουν να γίνουν Μοναχοί. Καθώς λοιπόν επροχώρουν έφιπποι (επειδή ήσαν πλούσιοι και ευγενέστατοι), όταν διέτρεξαν ικανόν δρόμον αφίππευσαν, έδωσαν δε τους ίππους των εις τους υπηρέτας και τους διέταξαν να ιππεύσουν και να προχωρήσουν, διότι εκείνοι είχον υπηρεσίαν, και κατόπιν θα τους έφθαναν. Όταν έμειναν μόνοι των, έδειξεν ο Ιωάννης εις τον Συμώνα τας δύο οδούς, όπου έβλεπε, λέγων· «Ιδού, αδελφέ, η οδός όπου πηγαίνει εις την αιώνιον ζωήν». Έδειξε δε εκείνην ήτις έφερε προς την έρημον. Έπειτα του δεικνύει την άλλην, ήτις ωδήγει εις τον κόσμον, λέγων· «Αυτή οδηγεί την ψυχήν εις τον θάνατον και την απώλειαν. Λοιπόν ας κάμωμεν προς τον Κύριον δέησιν, να μας φωτίση να γίνη το συμφερώτερον». Κλίναντες τότε τα γόνατα και στενάξαντες εκ βάθους καρδίας, προσηύχοντο λέγοντες· «Ο Θεός, όστις θέλεις να σωθή όλος ο κόσμος, φανέρωσόν μας το θέλημά σου, και φώτισόν μας να κάμωμεν το καλλίτερον δια την ψυχήν μας». Ταύτα ειπόντες, ηγέρθησαν· θέσαντες δε κλήρους έτυχεν εις αυτούς η οδός της ερήμου. Όθεν περιχαρείς γενόμενοι, κατεφρόνησαν άπαντα τα πρόσκαιρα αγαθά ως σκύβαλα, δια να κληρονομήσουν τα αιώνια. Εναγκαλισθέντες λοιπόν αλλήλους εφιλήθησαν ο εις μετά του άλλου, λέγοντες· «Ας περιπατήσωμεν, αδελφέ, την στενήν και τεθλιμμένην οδόν, δια να εύρωμεν κατόπιν την ευρύχωρον. Ας μισήσωμεν την σάρκα και ας την νεκρώσωμεν, δια να ζη η ψυχή αιώνια». Ταύτα ειπόντες έτρεχον χαίροντες, ως να μετέβαινον εις γάμον, και ο εις τον άλλον επροθυμοποίει· διότι ο μεν Ιωάννης εφοβείτο δια τον Συμεών, μήπως και η αγάπη της μητρός του τον εμποδίση από τον ένθεον έρωτα, ο δε Συμεών πάλιν εδίσταζε δια τον Ιωάννην, μήπως η πολλή προσπάθεια και η πολλή αγάπη της νεονύμφου γυναικός τον σύρη προς αυτήν βιαίως, ως ο μαγνήτης τον σίδηρον. Όθεν ο μεν Ιωάννης προς τον Συμεών τοιαύτα έλεγε· «Πρόσεχε, αδελφέ μου, μη αμελήσης εις την προκειμένην οδόν της αρετής, διότι σήμερον εξαναγεννήθημεν, και δεν μας μέλει πλέον δια του κόσμου τα πράγματα, ότι ο πλούτος μας δεν δύναται να μας ωφελήση ποσώς την ώραν της κρίσεως. Η νεότης και το κάλλος της σαρκός ως άνθος μαραίνεται, και όλη η ευδαιμονία του κόσμου παρέρχεται ταχέως, και ως όνειρον αφανίζεται». Ο δε Συμεών πάλιν προς τον Ιωάννην τοιαύτα ανταπεκρίνετο· «Εγώ, αδελφέ μου φίλτατε, ούτε πατέρα έχω, ούτε αδελφούς ή άλλον τινά συγγενή μου, ειμή μόνον την γραίαν αυτήν, ήτις με εγέννησεν· όθεν δεν φοβούμαι ποσώς δι’ εμέ να επιστρέψω πλέον εις την κοσμικήν ματαιότητα, αλλά μόνον δια τον εαυτόν σου αμφιβάλλω και θλίβομαι, μήπως και σε αποσπάση βιαίως ο πόθος της νεονύμφου σου γυναικός από τον ένθεον έρωτα». Αυτά και έτερα λέγοντες, έφθασαν εις το Μοναστήριον του Οσίου Γερασίμου, εις το οποίον ήτο εις ενάρετος άνθρωπος, Νίκων ονομαζόμενος, όστις ενίκησεν όντως πάσαν δαιμονικήν παράταξιν εις τον πνευματικόν πόλεμον, και έλαμπε με σημεία και θαύματα. Μάλιστα είχε και προορατικόν χάρισμα και προέβλεπε τα μέλλοντα, καθώς και την έλευσιν αυτών εγνώρισε δι’ οράματος. Διότι του είπεν εις φοβερός εις την θέαν και θαυμάσιος· «Εγείρου, άνοιξον την θύραν της ποίμνης, ίνα εισέλθουν τα πρόβατά μου». Ταύτα ακούσας ηγέρθη και ανοίξας την θύραν εκάθητο. Οι δε νέοι είχον κάμει προσευχήν προς τον Θεόν, να οικονομήση η χάρις του, εάν ήτο θέλημά του να γίνουν Μοναχοί, να εύρουν ανοικτήν την θύραν του Μοναστηρίου. Φθάσαντες λοιπόν εκεί, και ιδόντες την θύραν ανεωγμένην, εχάρησαν. Ο δε Ηγούμενος τους υπεδέχθη λέγων· «Καλώς ήλθον του Χριστού τα πρόβατα». Προς δε τον Συμεών είπεν ιδιαιτέρως· «Καλώς ήλθες, Σαλέ», επροφήτευσε δε και άλλα λόγια. Και αναπαύσας αυτούς την πρώτην ημέραν, την δευτέραν τους ενουθέτησε (πριν αυτοί του είπουν τίποτε) λέγων· «Καλή και αξία είναι η προς Θεόν αγάπη σας, μόνον να μη ψυχρανθή η πολλή σας προθυμία από δαιμονική συνεργίαν. Καλά και γνωστικά επράξατε να καταφρονήσετε τα παρόντα δια τα μέλλοντα. Καλοί είναι και οι κατά σάρκα γονείς τε και συγγενείς, αλλά καλλίτερα να ευαρεστήσετε και να δουλεύσητε εις τον ουράνιον Πατέρα ως τέκνα του φίλτατα, να έχετε τους αγίους Αγγέλους φίλους και ευμενείς προστάτας προς Κύριον. Καλή και γλυκεία η του παρόντος βίου απόλαυσις, και τερπνός ο πλούτος και η ευδαιμονία η πρόσκαιρος· αλλά δεν είναι ισαξία προς τα άφθαρτα και αιώνια αγαθά της ουρανίου μακαριότητος». Αφού ενουθέτησεν ικανώς από κοινού και τους δύο, είπε ταύτα ιδιαιτέρως προς τον Συμεών· «Μη λυπήσαι δια το γήρας της μητρός σου, ότι ο Κύριος δύναται να την παρηγορήση κάλλιον από σε υπό των αγώνων σου δυσωπούμενος. Ότι καλά και συ επερίμενες την τελευτήν εκείνης, αλλά δεν ήξευρες εάν απέθνησκες συ πρότερον, να υπάγης εις τον άλλον κόσμον έρημος από αρετάς και να μη έχης τινά να σε λυτρώση της αιωνίου κολάσεως. Ότι εκεί δεν δύναται πλούτος ή δόξα, ή συγγενών μεσιτεία, να ωφελήσουν τινά, ει μη μόνον η ενάρετος πολιτεία και οι κατά Θεόν πόνοι και κάματοι». Έπειτα εστράφη και προς τον Ιωάννην και του λέγει· «Πρόσεχε, τέκνον, να μη λυπηθής ποσώς δια την γυναίκα σου, ότι ο Θεός έχει την φροντίδα της». Αποτεινόμενος είτα και πάλιν προς τους δύο είπε· «Χαίρετε αμφότεροι, επειδή καλού βασιλέως εγίνατε στρατιώται· και έχετε εις αυτόν τας ελπίδας σας, ότι ως ελεήμων και Πανάγαθος θέλει φροντίσει δια τον οίκον σας, να κυβερνήση τους συγγενείς σας και υμάς ψυχή τε και σώματι· μόνον μη οκνεύσετε εις την δούλευσιν αυτού ποτέ· ότι εάν ήθελε σας προσκαλέσει ο επίγειος βασιλεύς εις το επίγειόν του παλάτιον, να σας τιμήση με αξίωμα Πατρικίου, εκαταφρονείτε όλα σας τα υπάρχοντα, και υπομένετε πάσαν κακοπάθειαν, και εδέχεσθε να διατρέχετε καθ’ εκάστην ώραν κίνδυνον της ζωής σας δια την φιλίαν του φθαρτού βασιλέως, και δια την ολίγην ταύτην τιμήν, όπου ηδύνατο να σας δώση, ήτις ως σκιά και ενύπνιον αφανίζεται. Τοσούτω μάλλον πρέπει να σπουδάσητε να ευαρεστήσετε τον ουράνιον και αιώνιον Βασιλέα των Βασιλέων Χριστόν τον Θεόν ημών, όστις έδειξε τόσην αγάπην εις ημάς τους αγνώμονας, ώστε εθανατώθη κατά το ανθρώπινον δια τον άνθρωπον ως φιλάνθρωπος. Εάν και το ίδιον αίμα δι’ αυτόν εκχύσωμεν, τι θαυμαστόν; Ότι και Αυτός έχυσεν εις τον Σταυρόν το ίδιον Αυτού αίμα το πολυτίμητον και σωτήριον, δια να μας λυτρώση από την δεινήν αιχμαλωσίαν του κακοσχόλου δαίμονος». Με ταύτα και άλλα παρόμοια ψυχωφελή υποδείγματα επροθυμοποίει τους νέους ο Γέρων δια να μη οκνεύσουν ποτέ εις την θείαν βούλησιν, βλέπων πως ήσαν πολύ τρυφεροί και δεν ήσαν συνηθισμένοι εις την σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν. Έπειτα, δια να τους δοκιμάση, ηρώτησεν αυτούς, εάν ήθελον να τους κουρεύση ευθύς ή να κάμουν την δοκιμήν κατά την συνήθειαν πρότερον. Ούτοι δε είπον με μίαν γνώμην και οι δύο, να τους κουρεύση το συντομώτερον. Μάλιστα ο Συμεών του είπεν, ότι εάν δεν τους κουρεύση ευθύς, θα υπάγουν εις άλλο Μοναστήριον. Ούτως είπε, διότι ήτο άκακος και απονήρευτος. Αλλ’ ο Ιωάννης ήτο γνωστικός και σοφώτερος· ήξευρον όμως και οι δύο ελληνικά γράμματα, και ήσαν εις άκρον πεπαισευμένοι. Τότε τους εξήτασε και χωριστά ένα προς ένα ο πάνσοφος, δια να καταλάβη τον πόθον αυτών καλλίτερα, δοκιμάζων δε μόνον τον Συμεών του έλεγεν· «Ο σύντροφός σου μοι υπεσχέθη να μείνη ακόμη εν έτος λαϊκός δια δόκιμος». Ο δε απεκρίνατο· «Εάν αυτός θέλη, ας κάμη όπως θέλει, αλλ’ εγώ δεν μένω ούτε μίαν ημέραν κοσμικός. Πλην παρακαλώ την αγιωσύνην σου, να τον κουρεύσης και αυτόν συντόμως. Διότι το έτος τούτο υπανδρεύθη και έλαβεν σύζυγον πλουσίαν και εύμορφον, μήπως ο πόθος της τον αιχμαλωτίση και ολιγοστεύση τον ένθεον αυτού έρωτα». Πάλιν δε ο Ιωάννης έλεγε μόνος του προς εκείνον τον Άγιον Γέροντα με θερμότατα δάκρυα (επειδή ήτο πολύ κατανυκτικός και είχε τα δάκρυα πολύ εύκολα)· «Κάμε, πάτερ, δια τον Κύριον, κούρευσόν μας σήμερον, ότι δια τον Συμεών φοβούμαι· διότι ζη η μητέρα του, προς την οποίαν έχει τοσαύτην αγάπην, ώστε εκοιμώντο μαζί έως σήμερον και δεν ηδύναντο ούτε ημέραν ούτε νύκτα να αποχωρισθώσιν». Όταν εγνώρισεν ο Όσιος την σταθεράν ιδέαν των νέων, τότε επληροφορήθη, ότι και ο Θεός δεν θέλει τους καταισχύνει, επειδή ολοψύχως τον επόθησαν και προσέδραμον εις αυτόν αδιστάκτως. Όθεν έφερε το ψαλίδιον και το έθεσεν εις την αγίαν Τράπεζαν, από την οποίαν το έλαβον αυτοί κατά την τάξιν· και δώσαντες αυτό εις τας χείρας του, τους εκούρευσε και τους ενέδυσεν ιμάτια πεπαλαιωμένα του αγίου και αγγελικού σχήματος αρμόδια. Μετά ταύτα πάλιν εκάθισεν όλην εκείνην την ημέραν, νουθετών αυτούς ο Ηγούμενος, διότι προέβλεπεν, ότι ολίγον καιρόν θα έμεναν εις το Μοναστήριον. Ήτο δε τότε Σάββατον, όταν τους εκούρευσε, ήθελε δε την επομένην ημέραν εις την λειτουργίαν να τους τελειώση Μοναχούς, να τους ενδύση το αγγελικόν σχήμα. Είχε δε κάμει ένα Μοναχόν προ ολίγων ημερών, όστις εφόρει ακόμη τον μανδύαν, το κουκούλιον, εβάστα δε και τον Σταυρόν κατά την τάξιν, έως ότου τελειώση η εβδομάς. Τούτον τον νεόκουρον διέταξεν ο Ηγούμενος να έλθη εκεί όπου ήσαν οι νέοι, οίτινες ιδόντες αυτόν ούτως ενσεδυμένον εξέστησαν δια μίαν οπτασίαν όπου αυτοί μόνοι ως καθαροί και αμόλυντοι είδον, την οποίαν τους ηξίωσεν ο Πανάγαθος Θεός και είδον δια να ευλαβηθούν καλλίτερον το άγιο Σχήμα. Εγερθέντες λοιπόν προσεκύνησαν τον νεόκουρον και τον Ηγούμενον, παρακαλούντες αυτόν και λέγοντες· «Εάν μέλλη να λάβωμεν και ημείς τοσαύτην τιμήν και δόξαν, ως ούτος ο τρισμακάριος, ένδυσόν μας αφ’ εσπέρας αυτό το άγιον φόρεμα, μήπως και μας συμβή ενυπνιασμός την νύκτα από φαντασίαν του δαίμονος και στερηθώμεν τοιούτων πολυτίμων στεφάνων, και αυτής της λαμπροφόρου συνοδείας οι τάλανες». Ταύτα ακούσας ο Ηγούμενος ηννόησεν ότι είδον οπτασίαν, και διέταξε τον νεόκουρον να υπάγη εις το καλλίον του. Οι δε παίδες του Χριστού ελυπήθησαν πολύ και λέγουσι προς τον Ηγούμενον· «Μακάριοι και ημείς εάν αξιωθώμεν τοσαύτης τιμής, να φορώμεν εις την κεφαλήν τοιούτον λαμπρόν στέφανον, και να μας συνοδεύουν τοσούτον πλήθος Μοναχών με λαμπάδας εις τας χείρας χαίροντες». Ούτως είπον, νομίζοντες ότι ο Ηγούμενος τα έβλεπεν. Αυτός δε πάλιν εσιώπησε, θαυμάζων την πολλήν των ακεραιότητα και την της ψυχής καθαρότητα. Μόνον υπεσχέθη να τους τελειώση την επομένην δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και ούτως εποίησε. Τόσην δε λάμψιν είχεν η όψις των, ώστε έβλεπον την νύκτα ο εις του άλλου το πρόσωπον, εις δε την κεφαλήν τον πολυτίμητον εκείνον στέφανον, τον οποίον έβλεπον πρότερον εις την κεφαλήν του προαναφερθέντος νεοκούρου Μοναχού. Αυτά όλα όπου είπομεν έως εδώ και όσα θέλομεν διηγηθή μέχρι τέλους διηγήθη ο αψευδής Συμεών προς ένα ιεροδιάκονον της Εδέσσης, Ιωάννην ονομαζόμενον. Όστις ως θαυμαστός και ενάρετος όπου ήτο, από θείαν χάριν ηννόησε την απόκρυφον αρετήν του Συμεών· όστις εφαίνετο εις τους ανθρώπους σαλός και άγνωστος (καθώς κατόπιν θέλομεν διηγηθή ακριβέστερον εις το θαυμάσιον, όπου άκαμεν εις αυτόν τον Διάκονον), εις δε τον Θεόν ήτο φρόνιμος πολύ και σοφώτατος. Ούτος ο θεοφιλής Ιωάννης μας διηγήθη όλον τον Βίον τούτον, καθώς τον ήκουσεν απ’ αυτόν τον Μέγαν Συμεών, και επεκαλείτο τον Θεόν μάρτυρα, ότι δεν είπε περισσότερον από την αλήθειαν, αλλά μάλιστα και πολλά από την πολυκαιρίαν ελησμόνησεν. Εις τοσαύτην χαράν ευρίσκετο η ψυχή μας (έλεγεν ο Μέγας Συμεών, προς τον ρηθέντα Διάκονον), ώστε δεν ηθέλομεν να γευθώμεν τροφήν ή ποτόν από την ευλάβειαν. Μετά δύο δε ημέρας είδομεν υπηρετούντα εις την Μονήν τον νεόκουρον εκείνον Μοναχόν, εφόρει δε άλλο ιμάτιον και δεν είχε πλέον εις την κεφαλήν τον άνωθεν στέφανον, ούτε οι Μοναχοί τον συνώδευον με τας λαμπάδας ως πρότερον· θαυμάσας δε είπον εις τον Ιωάννην· «Πίστευσόν μοι, αδελφέ, ότι αφού πληρώσωμεν και ημείς τας επτά ημέρας, δεν θα έχωμεν πλέον ταύτην την χάριν και την ευπρέπειαν. Λοιπόν αν θέλης να με ακούσης, ακολούθει μοι προθύμως, να υπάγωμεν εις τόπον ήσυχον και ατάραχον, να εργασθώμεν δια την ψυχήν μας. Ναι, αδελφέ φίλτατε, καθώς απηρνήθημεν τα κοσμικά, ας αρνηθώμεν και πάσαν φροντίδα και μέριμναν γήϊνον, να μελετώμεν μόνον τα ουράνια· ότι εις τούτο το άγιον Σχήμα, όπου ελάβομεν, βλέπω ξένα και θαυμάσια πράγματα· δια τούτο από την ώραν όπου μας ενέδυσεν ο δούλος του Θεού αισθάνομαι πυρ, το οποίον μου κατακαίει τα εντόσθια, και ζητεί η ψυχή μου να μη ίδω πλέον άνθρωπον, ούτε να ομιλήσω μετά τινος όλως διόλου».Του λέγει ο Ιωάννης· «Τι θα τρώγωμεν; Πως θα ψάλλωμεν, όπου ακόμη καμμίαν κατάστασιν της μοναδικής πολιτείας και διαγωγήν δεν εμάθομεν»; Λέγει ο Συμεών· «Εκείνος ο πλουσιόδωρος Βασιλεύς, όστις τρέφει πάσαν πνοήν λογικήν και άλογον, αυτός έχει την έννοιαν ως πατήρ φιλόπαις να μας τρέφη ως αγαθός και εύσπλαγχνος και να μας διδάξη πώς να διάγωμεν, μόνον μη διακόψης παρακαλώ την προθυμίαν μου». Του λέγει ο Ιωάννης· «Ας πράξωμεν όπως θέλεις. Αλλά πως θα φύγωμεν την νύκτα, όπου η θύρα του Μοναστηρίου κλείεται»; Ο δε Συμεών είπεν· «Εκείνος όστις μας ήνοιξεν όταν ήλθομεν, αυτός πάλιν θα μας ανοίξη να φύγωμεν». Καθώς λοιπόν απεφάσισαν, είδεν αυτήν την νύκτα ο Ηγούμενος όραμα, ότι η θύρα του Μοναστηρίου ήνοιξεν, ήκουσε δε φωνήν ούτω λέγουσαν· «Εξέλθετε να βοσκήσετε εσφραγισμένα πρόβατα του Χριστού». Εγερθείς τότε από την κλίνην έδραμε και ευρών την θύραν ανοικτήν εστέναζε, νομίζων ότι έφυγον οι νεόκουροι και δεν ηξιώθη να λάβη την ευλογίαν των. Καθώς ταύτα διελογίζετο και ενώ οι καθαροί νυμφίοι του Δεσπότου Χριστού ήρχοντο να εξέλθουν, έβλεπεν έμπροσθεν αυτών ο Ηγούμενος Αγγέλους τινάς λαμπαδηφόρους, οίτινες εκράτουν εις την μίαν χείρα σκήπτρον. Οι δε μακάριοι ιδόντες την θύραν ανεωγμένην και τον Ηγούμενον εκεί ευρισκόμενον εχάρησαν, θέλοντες δε να τον προσκυνήσουν, δεν τους άφησεν. Αυτοί δε ευχαριστήσαντες αυτόν ικανώς, διότι τους ηξίωσε του αγγελικού Σχήματος, του εζήτησαν συγχώρησιν να υπάγουν εις αναχώρησιν δια να δυνηθούν να δουλεύσουν ολοψύχως τον Θεόν εις την έρημον, τον παρεκάλεσαν δε να μη τους λησμονήση εις την προσευχήν του, αλλά να δέηται δια λόγου των. Αφού λοιπόν έκλαυσαν αμφότεροι ικανώς, εγονάτισεν ο Όσιος Νίκων, θέσας εις την δεξιάν του τον Συμεών και εις την αριστεράν τον Ιωάννην, και υψώσας προς τον ουρανόν τας χείρας, προσηύχετο ούτω· «Ο Θεός ο μέγας και ισχυρός, ο αινετός και δίκαιος, επάκουσόν μου την ώραν ταύτην του αναξίου δούλου σου, και τους πόδας αυτών εις οδόν ειρήνης κατάρτισον. Ναι, Κύριος ο Θεός, επάκουσόν μου η ελπίς πάντων των περάτων της γης, και των επί ξένης μακράν. Επιτίμησον τοις ακαθάρτοις δαίμοσιν από προσώπου των παίδων σου, και ανάστηθι εις την βοήθειαν αυτών· πνεύμα δειλίας, ακηδίας, υπερηφανείας και πάσης κακίας ας σβύση απ’ αυτών και πάσα πύρωσις σαρκός και διαβολικής συνεργείας και φώτισον τας ψυχάς αυτών με το φως της σης επιγνώσεως, δια να φθάσουν εις το άκρον της αρετής, να δοξάζουν αιωνίως με τους Αγίους Αγγέλους σου και πάντας τους εναρέτους δούλους σου το πάντιμον και φυλακτήριον όναμά σου του Πατρός και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν». Ταύτα θερμώς προς Θεόν ευξάμενος, πάλιν προς αυτούς μετά δακρύων έλεγεν· «Ο Θεός, τέκνα, τον οποίον επροτιμήσατε από όλα τα κτίσματα, να στείλη τον Άγγελόν του προ προσώπου σας, να ετοιμάση την οδόν σας, να σας λυτρώση από όλα τα εναντία και από τας χείρας του βροτοκτόνου λέοντος, καθώς και τον Προφήτην εφύλαξεν από τα στόματα των λεόντων ως Παντοδύναμος. Βλέπετε, τέκνα, εις πόλεμον ήλθετε, αλλά μη φοβηθήτε, διότι δεν σας αφήνει ο Κύριος να πειραχθήτε περισσότερον από όσον δύνασθε να υποφέρετε. Μόνον σταθήτε ανδρείοι, έχοντες τα όπλα του αγίου Σχήματος. Ενθυμείσθε την παραβολήν του πύργου, και προσπαθήσετε να τελειώσητε αυτό το καλόν όπου ηρχίσατε, ίνα μη καταισχυνθήτε κατόπιν. Μικρός είναι ο πόλεμός σας και μεγάλος ο στέφανος· πρόσκαιρος ο κόπος και αιωνία η απόλαυσις». Ταύτα και άλλα πολλά ψυχοσωτήρια λόγια λέγων ο Όσιος προς τους Οσίους, έκρουσε το ξύλον του όρθρου. Τότε λαμβάνει ο Συμεών κατά μέρος τον Ηγούμενον και του λέγει· «Προσεύχου, Δέσποτα, παρακαλώ την αγιωσύνην σου, δια τον αδελφόν Ιωάννην, να λησμονήση την σύζυγόν του, δια να μη με αφήση μοναχόν εις την έρημον». Ομοίως και ο έτερος του είπε μυστικά, να κάμη δια τον Συμεών δέησιν, να μη ενθυμηθή της μητρός του και τον αφήση μόνον, να κινδυνεύη ως εις ναυάγιον. Θαυμάσας ο Γέρων δια την αγάπην όπου είχεν ο εις μετά του άλλου, τους απεχαιρέτησε λέγων· «Υπάγετε, τέκνα μου, ιδού σας ευαγγελίζομαι, ότι ο Κύριος έχει ανοικτήν την θύραν του Παραδείσου, να σας υποδεχθή χαίροντας, καθώς και την θύραν της Μονής ταύτης σας ήνοιξε με τρόπον θαυμάσιον». Σφραγίσας δε αυτούς με το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις όλον το σώμα, τους απέλυσεν εις ειρήνην. Επορεύοντο λοιπόν οι μακάριοι χαίροντες, προσευχόμενοι δε έλεγον· «Ο Θεός οδήγησον ημάς τους ξένους, να μη πλανηθώμεν ως απολωλότα πρόβατα, ότι δια την αγάπην σου παρεδόθημεν εις το πέλαγος της ερήμου ταύτης». Λέγει ο Ιωάννης προς τον Συμεών, όταν έφθασαν εις ένα δίστρατον· «Από ποίον δρόμον να υπάγωμεν»; Ο δε είπεν εις αυτόν· «Ας οδεύσωμεν το δεξιόν, διότι τα δεξιά προτιμώνται πάντοτε». Οδεύσαντες λοιπόν ικανώς, έφθασαν εις την Νεκράν θάλασσαν, κατ’ οικονομίαν δε του Θεού, όστις δεν αφήνει τους δούλους του να κακοπέσουν, εύρον τόπον τινά κατάλληλον δι’ άσκησιν, Αρρωνάν ονομαζόμενον, εις τον οποίον κατώκει εις Γέρων ενάρετος. Αφού έφθασαν εις τοιούτον τόπον σωτήριον, εχάρησαν ευχαριστούντες τον Κύριον και έμειναν εκεί αγωνιζόμενοι. Ο δε μισόκαλος τους εφθόνησε, μη υποφέρων να βλέπη την αρετήν των, και τον μεν Ιωάννην παρεκίνει εις το να επιθυμή την σύζυγόν του, τον δε Συμεών εις τον πόθον της μητρός του. Αυτοί δε προσηύχοντο εκ καρδίας και ούτως εδίωκον τον πειράζοντα. Άλλην φοράν τους ενεθύμιζε κρεωφαγίαν, οινοποσίαν και πάσαν άλλην τρυφήν και ηδυπάθειαν σώματος, εις δε τας ευχάς ακηδίαν και δειλίαν εις την άσκησιν. Εις τον ύπνον πάλιν τους εδείκνυε τους συγγενείς των κλαίοντας, αλλά και πάσαν άλλην μηχανήν τους εδείκνυεν ο κακότεχνος με φαντασίας διαφόρους, δια να τους κάμη να δειλιάσωσιν. Αλλ’ αυτοί οι αείμνηστοι, ενθυμούμενοι τους στεφάνους και την διδασκαλίαν του Γέροντος, τον οποίον έβλεπον πολλάκις και εις τον ύπνον των, επαρηγορούντο θαυμασιώτατα, διότι και καθ’ ύπνον τους ενουθέτει και μακράν ευρισκομένους προσηύχετο δι’ αυτούς. Ταύτα βλέποντες εις τον ύπνον εχαίροντο, γνωρίζοντες βέβαια, ότι ο Όσιος Νίκων εφρόντιζε δια την σωτηρίαν αυτών ως φιλάδελφος. Εζήτησαν δε από τον Θεόν την χάριν, ο μεν Συμεών να παρηγορηθή η μητέρα του, να μη λυπήται δι’ αυτόν. Ο δε Ιωάννης, να κοιμηθή η σύζυγός του δια να μη τον ενοχλή εις τον νουν η ενθύμησις αυτής. Επήκουσε δε αμφοτέρων ο Κύριος, όστις ως εύσπλαγχνος παρέχει τα αιτήματα των δούλων του. Όθεν μετά δύο έτη επληροφορήθη από τον Θεόν ο μακάριος Συμεών, ότι έμεινεν η μήτηρ του άνευ λύπης δι’ αυτόν, διότι αυτός εφαίνετο καθ’ όλην την νύκτα εις το όνειρον και την παρηγόρει ούτω λέγων εις την Συριακήν διάλεκτον· «Λάδε χρελημέχ», δηλαδή: «Μη λυπήσαι, μήτερ, διότι καλά είμεθα εγώ και ο Ιωάννης· επειδή εστρατεύθημεν εις τα ουράνια παλάτια του αιωνίου Βασιλέως, ο οποίος μας ενέδυσε με στολάς ωραίας, φορούμεν δε εις τας κεφαλάς στεφάνους ευπρεπείς δια τον κόπον της ασκήσεώς μας. Λοιπόν παρηγόρησον και του Ιωάννου τους συγγενείς να μη λυπούνται παντάπασι δι’ αυτόν». Ο δε Ιωάννης πάλιν είδεν εις τον ύπνον του ένα λευκοφόρον και του λέγει· «Ιδού τον πατέρα σου κατέστησα άνευ λύπης, θέλω δε λάβει και την σύζυγόν σου εις την αιώνιον αγαλλίασιν». Διηγήθησαν τότε ο εις προς τον έτερον το όραμά των και έμειναν παρηγορημένοι αμφότεροι, διάγοντες άνευ πόνων και οκνηρίας τον δρόμον της ασκήσεως, αδιαλείπτως ευχόμενοι· τοιουτοτρόπως μετ’ ολίγα έτη προώδευσαν και έγιναν τέλειοι τόσον, ώστε ηξιώθησαν και θείων οράσεων και θαυμασίων αποκαλύψεων. Ησύχαζον δε ο καθ’ εις εις ένα σπήλαιον· ήσαν δε ο εις από τον άλλον μακράν τόσον όσον να ρίψη τις μίαν πέτραν, δια να προσεύχηται έκαστος μόνος του με δάκρυα κατανύξεως. Όταν δε ήρχετο εις τον ένα ακηδία ή άλλος πειρασμός, προσηύχοντο μεταξύ των προς Κύριον και εδίωκον τον πειράζοντα. Εν μια δε των ημερών είδεν ο Συμεών οπτασίαν, με την οποίαν εγνώρισεν ότι εκοιμήθη η μήτηρ αυτού. Όθεν το είπεν εις τον Ιωάννην, και έκαμαν δια την ψυχήν της προς τον Κύριον κοινήν δέησιν ομού πρότερον, έπειτα πάλιν αυτός προσηύχετο ιδιαιτέρως εις τον Θεόν να αναπαύση την ψυχήν αυτής εις τόπον ανέσεως. Έπειτα είπε προς τον Συμεών ο Ιωάννης· «Επειδή επήκουσεν ο Θεός της δεήσεώς σου και σε επληροφόρησεν, ότι ανέπαυσε την μητέρα σου, σε παρακαλώ ας συγκοπιάσωμεν μαζί ευχόμενοι προς τον Κύριον και οι δύο να κάμη ευσπλαγχνίαν εις την ονομασθείσαν σύζυγόν μου, ή να την φωτίση και αυτήν όπως ενδυθή το άγιον Σχήμα, ή να την αναπαύση με την μητέρα σου, δια να μείνω και εγώ εις το εξής ανενόχλητος ο ανάξιος». Ούτως ευξάμενοι, είδε μίαν νύκτα οπτασίαν ο Ιωάννης, ότι ήλθεν η μήτηρ του Συμεών και έλαβε την σύζυγόν του από την χείρα λέγουσα· «Ανάστα, αδελφή, εκδύσου τα ερρυπωμένα ιμάτια και ενδύσου στολήν λευκήν. Ότι ο ουράνιος Βασιλεύς σου εχάρισε λαμπρόν οικητήριον, να συναγάλλεσαι πάντοτε μετά του νυμφίου σου». Γνωρίσαντες τότε και οι δύο ότι ελυτρώθησαν από τοιαύτην φροντίδα, διήλθον εις την έρημον ασκούντες με πολλήν κακοπάθειαν και άσκησιν είκοσιν εννέα έτη πολλούς πειρασμούς υπομείναντες. Τους οποίους όλους νικήσαντες, και τον διάβολον ανδρείως πατάξαντες, έφθασαν εις μέτρα τελειότητος· μάλιστα δε ο Συμεών, όστις με την πολλήν του ακακίαν και καθαρότητα ησθάνετο τελείαν απάθειαν εις το σώμα του, με την χάριν και δύναμιν του Αγίου Πνεύματος, και ούτε πάθος εφοβείτο, ούτε ψύχραν ησθάνετο, ούτε επείνα, ούτε καύσιν ησθάνετο, αλλά σχεδόν υπερέβη τα μέτρα της ανθρωπίνης φύσεως και δυνάμεως.΄Οθεν είπε προς τον συναγωνιστήν αυτού ταύτα· «Αδελφέ Ιωάννη, εδώ όπου καθήμεθα μόνον τον εαυτόν μας ωφελούμεν· αλλ’ εάν υπάγωμεν εις τον κόσμον, θα έχωμεν πολλήν μισθαποδοσίαν, θα γίνωμεν και άλλων πολλών οδηγοί προς σωτηρίαν, καθώς εις πολλά μέρη της Αγίας Γραφής είναι γεγραμμένα διάφορα παραδείγματα». Του είπε και ρήσεις τινάς εξ αυτών, ήτοι: «Μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου», και πάλιν: «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπω…», και τα τούτοις όμοια. Αυτά και άλλα πλείστα του έλεγε, δια να τον φέρη εις την γνώμην του. Ο δε Ιωάννης είπεν εις αυτόν· «Νομίζω, αδελφέ, ότι ο σατανάς εφθόνησε την ησυχίαν μας και σου έβαλεν αυτήν την ιδέαν· όθεν κάθησον εις το κελλίον σου, να τελειώσωμεν εδώ, όπου εκλήθημεν, το επίλοιπον της παροικίας μας». Του λέγει ο Συμεών· «Πίστευσόν μοι, ότι δεν μένω πλέον εδώ, αλλά θα υπάγω να εμπαίζω τον κόσμον». Λέγει ο Ιωάννης: «Μη, αδελφέ μου αγαπητέ· σε παρακαλώ, δια τον Κύριον, μη με αφήσης μόνον τον ταπεινόν, ότι εγώ δεν έφθασα ακόμη εις αυτά τα μέτρα, να εμπαίζω τον κόσμον, και μη διαχωρισθής από εμέ, διότι δεν έχω άλλον μετά Θεόν ειμή μόνον σε, και δια την αγάπην σου απηρνήθην τα πάντα και σε ηκολούθησα, τώρα δε θέλεις να με αφήσης εις το πέλαγος της ερήμου ταύτης, να κινδυνεύω ο άπορος; Ενθυμήσου τας συνθήκας, όπου εδώσαμεν εις τον Θεόν, όταν μας εκούρευσεν ο Όσιος Νίκων να μη διαχωρισθή δια καμμίαν αιτίαν ο εις από του άλλου, αλλά να είμεθα και οι δύο μία ψυχή εις δύο σώματα. Εάν με αφήσης εδώ μόνον, θέλω αμαρτήσει και θέλει εκζητήσει ο Θεός την ψυχήν μου από σε». Του λέγει πάλιν ο Συμεών· «Υπόθεσον κατά νουν, ότι απέθανον· όθεν διοικήσου καθώς δύνασαι, διότι εγώ δεν περιμένω πλέον εδώ». Ιδών την σταθεράν γνώμην του ο Ιωάννης εγνώρισεν, ότι εκ Θεού προήρχετο η ιδέα αύτη, επειδή δεν τους εχώριζε κανείς ειμή ο θάνατος· μάλιστα ουδέ αυτός ο θάνατος, διότι πολλάκις έκαμαν δέησιν προς τον Χριστόν να κοιμηθώσι μαζί την αυτήν ημέραν, επειδή δε είχον πίστιν ο Θεός τους επήκουσε και εις τούτο, καθώς εις όσα του εζήτησαν. Λέγει λοιπόν ο Ιωάννης· «Πρόσεχε, Συμεών, μήπως σε εξαπατήση ο διάβολος». Ο δε είπεν εις αυτόν· «Συ μόνον μη με λησμονήσης εις τας ευχάς σου καθώς και εγώ δεν θέλω σε λησμονήσει ποτέ, και αι ευχαί σου (του Θεού βοηθούντος) με σώζουσι». Τότε πάλιν ο Ιωάννης τον συνεβούλευσε με τοιαύτα σοφώτατα λόγια, λέγων· «Πρόσεχε ακριβώς, Αββά Συμεών, και φυλάττου επιμελέστατα, να μη σου σκορπίση ο κόσμος όσην αρετήν η έρημος σου εσύναξε, να μη σε βλάψη η ταραχή όσον σε ωφέλησεν η ησυχία, και να απολέσης με την πολυϋπνίαν όσα με την αγρυπνίαν απέκτησας. Πρόσεχε μη φθείρης την σωφροσύνην του μοναχικού Βίου με γυναίκας συναυλιζόμενος· μη απολέσης την κατάνυξιν δια γέλωτος και την προσευχήν σου δι’ αμέλειαν· απλώς δε βάλε πολλήν επιμέλειαν εις τας ψυχικάς σου δυνάμεις, να μη πράττη και η ψυχή έσωθεν όσα τελούσι τα σωματικά μέλη έξωθεν· αλλά εις όσα πράξη το σώμα, σχήματα ή λόγους ή πράγματα, ας μείνη ο νους σου και η καρδία ατάραχος, δια να μη μολύνεται ποσώς η ψυχή από ταύτα και βλάπτεται. Ούτω και εγώ εις την σωτηρίαν σου θέλω χαίρει, μόνον εύχου τω Θεώ να μη μας χωρίση εις τον αιώνα τον μέλλοντα». Εις τους λόγους τούτους του Ιωάννου, δακρύων ο Συμεών είπε· «Μη φοβού, αδελφέ, ότι αυτό όπου θέλω να πράξω, δεν το πράττω από τον εαυτόν μου, αλλ’ ο Θεός με διέταξε· θέλεις δε γνωρίσει και συ, ότι ευηρέστησε το έργον μου εις τον Θεόν και ότι με την συνεργείαν Αυτού και βοήθειαν εγένετο εκ του ότι προ του θανάτου μου θέλω έλθει να σε χαιρετήσω, εντός δε ολίγων ημερών θέλεις με φθάσεις και συ, Θεού θέλοντος». Ταύτα ειπών, έκαμεν ευχήν επί πολλήν ώραν· ασπασθέντες δε αλλήλους εις τα στήθη εδάκρυσαν και απεχαιρετίσθησαν. Ηκολούθησε δε ο Ιωάννης επί πολύ διάστημα τον Συμεώνα, διότι η ψυχή του τον επόθει, και δεν ηδύνατο να τον χωρισθή· αλλ’ όσας φοράς του έλεγεν ο Συμεών να επιστρέψη οπίσω, του εφαίνετο, πως εχώριζε με το ξίφος την καρδίαν του, δια τούτο τον παρεκάλει να τον αφήση να ακολουθή, αλλ’ ο Συμεών τον διέταξε δριμύτερον· όθεν επέστρεψε στυγνός και περίλυπος καταβρέχων την γην με άφθονα δάκρυα. Ο δε Συμεών έφθασεν εις Ιεροσόλυμα, διότι επεθύμει να προσκυνήση τους Αγίους Τόπους, και παραμείνας εκεί επί τρεις ημέρας προσηύχετο, παρακαλών τον Κύριον να μη φανερωθή η εργασία του έως της τελευτής αυτού, δια να φύγη την δόξαν των ανθρώπων, δια της οποίας έρχεται η υπερηφάνεια και οίησις, η οποία εκρήμνισεν από τους ουρανούς τους Αγγέλους. Επήκουσε δε αυτού ο Κύριος, διότι παρ’ όλας τας θαυματουργίας, τας οποίας ετέλεσε, δεν εφανερώθη η εργασία του. Επειδή εάν ο Κύριος δεν τον εσκέπαζεν, ήθελον γνωρίσει οι άνθρωποι την αρετήν του από τα θαύματα τα οποία έκαμε· ότι ιάτρευσε δαιμονισμένους, άνθρακας εις τας χείρας εβάστασεν, προέβλεψε τα μέλλοντα, τα μακρόθεν εφανέρωσεν, Ιουδαίους και αιρετικούς προς την Ορθόδοξον πίστιν εχειραγώγησε, νοσούντας και ασθενείς εθεράπευσε, και άλλα πολλά θαύματα έκαμε. Πλην με όλα ταύτα ωκονόμησεν ο Κύριος να μη τον γνωρίσουν οι άνθρωποι, καθώς αυτός εζήτησεν ο μακάριος. Αλλ’ ας διηγηθώμεν εξ αρχής την υπόθεσιν, δια να γνωρίσωμεν καλύτερα τον Άγιον. Αφού προσεκύνησε τους Αγίους Τόπους, επήγεν εις την Έδεσσαν· ευρών δε εκεί σκύλον τινά νεκρόν έξωθεν της πόλεως, έλυσε το σχοινίον, όπερ ήτο εζωσμένος εις την μέσην, και έδεσε με αυτό τον σκύλον, σύρων δε αυτόν τον εισήγαγε μέσα από την θύραν της πόλεως· εκεί δε πλησίον ήτο σχολείον· οι δε παίδες, ιδόντες αυτόν, έτρεξαν όλοι οπίσω του και τον περιέπαιζον ως μωρόν. Ελθόντα δε εις την αγοράν, είδεν αυτόν εις κάπηλος ούτω πτωχικά ενδεδυμένον και ηρώτησεν αυτόν, εάν ήθελε να του πωλή τα φαγητά, όπου είχεν εις το εργαστήριον, ο δε Συμεών εδέχθη. Κατά δε την πρώτην ημέραν έφαγε πρώτον αυτός, διότι είχε μίαν εβδομάδα νήστις· έπειτα έδωσε τα επίλοιπα ελεημοσύνην εις τους πτωχούς. Το εσπέρας ήνοιξε το ερμάριον ο κάπηλος, να ίδη πόσα χρήματα είχεν εισπράξει ο Αββάς εξόσων επώλησεν, αλλά δεν εύρεν ούτε οβολόν, τα δε φαγητά δεν υπήρχον, διότι τα εμοίρασεν όλα. Όθεν έδειρεν αυτόν και τον εξεδίωξε και παρά πολύ τον εξουθένωσε και τον ύβρισεν. Αλλ’ αυτός δεν έφυγεν εκείνην την εσπέραν. Κατά δε την νύκτα έβαλεν άνθρακας αναμμένους εις την δεξιάν του χείρα και θέσας λιβάνιον εθυμίαζεν. Η δε γυνή του εστιάτορος τον είδε και εθαύμασε πως δεν εκάη ποσώς η χειρ του, δ’ αυτό δε το θαύμα έγινεν όλος ο οίκος των ορθόδοξος, οι οποίοι ήσαν όλοι αιρετικοί του Σεβήρου, δηλαδή ακέφαλοι. Ο δε Όσιος, όταν έκαμνεν εν θαύμα εις μίαν συνοικίαν, έφευγεν απ’ εκεί και επήγαινεν εις άλλην, έως να λησμονηθή το πράγμα να μη τον γνωρίσουν. Ή όταν ήθελε κάμει το θαύμα, έκαμνε κατόπιν και μίαν μωρίαν, δια να σκεπάση με την σαλότητα το κατόρθωμα. Τούτο έκαμε και τότε, όταν είδεν ότι η γυνή του εστιάτορος τον εσέβετο και τον εθαύμαζε· ανέβη μίαν νύκτα, όπου εκοιμάτο μόνη εις το στρώμα της, προσποιούμενος ότι θέλει να την μοιχεύση. Αυτή δε εφώναξεν, ώστε ήλθεν ο άνδρας της και του λέγει ότι ο καλόγηρος ήθελε να την βιάση. Τότε εκείνος έδειρεν αυτόν άσπλαγχνα και τον έβγαλεν έξω, όπου ήτο μεγάλος χειμών και ψύχος αφόρητον, και δεν τον εδέχθη πλέον, μάλιστα όπου και αν ευρίσκετο ο εστιάτωρ, όταν ήκουε κανένα να λέγη δια τον Συμεών ότι ήτο σαλός με το θέλημά του, αυτός ανταπεκρίνετο και τον κατέκρινεν, ότι είχε δαιμόνιον, διότι μίαν νύκτα, εάν αυτός δεν επρόφθανεν, ήθελε βιάσει την γυναίκα του. Έτρωγε δε μερικάς φοράς και το κρέας ο δίκαιος, όχι πολύ, αλλά μόνον δια να τον βλέπουν οι άνθρωποι, να τον νομίζωσι δια σαλόν και ανόητον, κατόπιν δε ενήστευε και τον άρτον επί μίαν εβδομάδα. Πλην την μεν κρεωφαγίαν έβλεπον, την δε νηστείαν δεν εγνώριζαν· διότι τας αρετάς τας έκαμνεν απόκρυφα, την δε ασχημοσύνην εις τον φανερόν, δια να τον αποστρέφονται. Ιδών δε πολλάκις αυτόν εις ενάρετος και θεοφιλής Διάκονος, Ιωάννης ονόματι, όστις, ως προείπομεν, είναι ο μετά ταύτα φανερώσας τα περί του Οσίου, τον εσυμπόνεσεν ως εύσπλαγχνος θαυμάζων την πολλήν του σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν και τον επήρε να τον πλύνη εις ένα λουτρόν. Όταν δε έφθασαν εκεί προσεπάθει ο Ιωάννης να τον σύρη μέσα εις τα λουτρά των ανδρών, να τον πλύνωσι· αλλ’ αυτός έδραμε μέσα εις το γυναικείον, και ώρμησεν εν μέσω των γυναικών, αι οποίαι τον έδειραν και τον εδίωξαν. Ύστερον δε τον ηρώτησεν ο θεοφιλής Ιωάννης, ο οποίος έγραψε και τον Βίον του όλον και του λέγει· «Δια τον Κύριον, πάτερ, όταν εισήλθες εις το μέσον αυτών δεν ησθάνθης εις το σώμα σου καμμίαν ενόχλησιν»; Ο δε απεκρίνατο· «Πίστευσόν μοι, τέκνον, ότι καθώς όταν τοποθετής ένα ξύλον εις τα άλλα ξύλα δεν αισθάνεται, ούτω και εγώ δεν εσαλεύθην όλως διόλου, αλλ’ ήτο όλος ο νους μου εις τον Θεόν και προσηυχόμην». Ούτος ο θεοφιλής Ιωάννης είχεν υιόν άσωτον, όστις επόρνευσε με γυναίκα τινά ύπανδρον και όταν εξήλθεν από τον οίκον της εδαιμονίσθη ο άθλιος. Ο δε Όσιος, θέλων να τον ιατρεύση ψυχή τε και σώματι, τον έφθασεν εις την αγοράν και του δίδει ράπισμα, λέγων· «Ταπεινέ, μη μοιχεύσης πλέον, να μη σε εγγίση ο δαίμων». Τότε τον έρριψεν ο δαίμων και αφρίζων εσπάραζε· και ιδού βλέπει τον σαλόν ο δαιμονιζόμενος και του έβγαλεν από επάνω του ένα μαύρον σκύλον, τον οποίον έδειρε με Σταυρόν ξύλινον και ούτως ελυτρώθη από τον δαίμονα. Όταν δε συνήλθε ο πάσχων, τον ηρώτησαν τι έπαθε, αλλά δεν ηδυνήθη να είπη άλλον λόγον, ειμή μόνον τούτον· «Ένας μου είπε να μη μοιχεύω». Μετά όμως το τέλος του Αββά Συμεών, εξηγείτο εις όλους καταλεπτώς το θαυμάσιον. Είχε δε συνήθειαν ο Όσιος να αναβαίνη και εις τας οικίας των πλουσίων να παίζη, πολλάς δε φοράς προσεποιείτο ότι εφίλει τας δούλας, μία δε από αυτάς συνέλαβεν από ένα δημότην, δηλαδή πολίτην. Την ηρώτησε λοιπόν η κυρία της τις την έφθειρεν. Η δε απεκρίθη· «Ο σαλός Συμεών με εβίασε». Όταν δε ήλθεν ο Όσιος εις αυτόν τον οίκον, τον ήλεγξεν η κυρία της, λέγουσα· «Κακώς έκαμες, Συμεών, και εβίασας την δούλην μου». Αυτός δε εμειδίασε και της έφερε πολλάκις οψάρια, κρέας και άρτον λέγων· «Φάγε, γυνή μου, να γεννήσης γρήγορα». Όταν δε επλησίασεν ο καιρός να γεννήση, εβασανίζετο τρία ημερόνυκτα η αθλία, και εκινδύνευε να αποθάνη. Η δε κυρία της είπε προς τον Όσιον· «Κάμε προσευχήν, Συμεών, δια την γυναίκα σου, διότι δεν ημπορεί να γεννήση η τάλαινα». Αυτός δε τρέχων προς αυτήν, εκτύπα τας χείρας και έλεγεν· «Τη αληθεία, ταπεινή, δεν γεννάται το βρέφος, εάν δεν ομολογήσης τον πατέρα του». Τότε η τάλαινα, βλέπουσα τον επικείμενον κίνδυνον, ωμολόγησε την αλήθειαν, λέγουσα· «Άδικα τον δίκαιον εκατάκρινα, αλλά με τον δείνα δημότην το άκαμα». Τότε παρευθύς εγέννησε, πάντες δε εθαύμασαν. Όθεν είχον πολλοί τον Συμεών ως Άγιον, άλλοι δε έλεγον ότι από τον σατανάν ήσαν αυτά τα σημεία δια να πλανώνται οι άνθρωποι. Εις παντοπώλης της πόλεως, Εβραίος, είδεν ημέραν τινά, ότε επλύνετο ο Όσιος, ότι του ωμίλουν δύο Άγγελοι. Όθεν έβαλεν εις τον νουν του να φανερώση την αρετήν του. Ο δε Όσιος εφάνη καθ’ ύπνον και του λέγει· «Μη είπης εις ουδένα τι είδες». Όταν εξημέρωσεν, ήθελεν ο Εβραίος να φανερώση τον Όσιον, ούτος όμως φανείς ήγγισεν αυτόν εις τα χείλη και εβουβάθηκεν. Όθεν ήλθε προς τον Σαλόν και του έλεγε με νεύματα να τον θεραπεύση. Τότε εφάνη και πάλιν εις τον ύπνον του ο Όσιος και του λέγει· «Εάν πιστεύσης εις τον Χριστόν και βαπτισθής, θεραπεύεσαι, αλλέως αποθνήσκεις ούτως άλαλος». Ο δε Ιουδαίος τότε μεν δεν απεφάσισε να βαπτισθή· όταν δε ο Όσιος απήλθε προς Κύριον και τον είδεν ο Ιουδαίος εστεφανωμένον, μετετέθη δε το άγιόν του και σεβάσμιον λείψανον, ως θέλομεν ίδει κατωτέρω, τότε πιστεύσας εβαπτίσθη με όλον τον οίκον του· όταν δε εξήλθεν από την ιεράν κολυμβήθραν ωμίλησεν. Όθεν είχε τόσην ευλάβειαν εις τον Συμεών, όπου τον εώρταζε κατ’ έτος και πολλούς πτωχούς εθεράπευσεν. Έφθασε δε ο Όσιος εις τόσην απάθειαν και καθαρότητα, ώστε επήγαινεν εις το μέσον των εταιρίδων γυναικών, όταν εχόρευον εις το θέατρον, και έμενεν ως χρυσός καθαρός και αμόλυντος, καθώς αυτός εζήτησεν από τον Θεόν εις την προσευχήν του, να τον λυτρώση από τον πόλεμον της πορνείας. Είδε τότε τον μακάριον Νίκωνα, όστις του είπε· «Πως έχεις, αδελφέ Συμεών»; Ο δε απεκρίνατο· «Κακώς έχω, εάν δε προφθάσης να μου δώσης βοήθειαν, διότι η σαρξ μου σαλεύει και με σκανδαλίζει». Του λέγει ο Όσιος Νίκων· «Μη δειλιάσης εξ αυτού». Τότε επήρε νερόν από τον Ιορδάνην και τον έβρεξεν εις το υπογάστριον και τον εσφράγισε με τον τύπον του Σταυρού ειπών· «Ιδού υγιής γέγονας». Από τότε, καθώς ώμνυεν ο Όσιος, ουδέποτε εσκανδαλίσθη όλως διόλου. Όθεν έχων αυτό το θάρρος εισήρχετο ελεύθερα μέσα εις τας γυναίκας, και έκαμνε όσα σχήματα ήθελε, δια να τον νομίζουν μωρόν και άφρονα. Είχε δε και το χάρισμα της εγκρατείας ο μακάριος και δεν εδοκίμαζε τίποτε από την αρχήν της Τεσσαρακοστής μέχρι της Μεγάλης Πέμπτης, και τότε ήρπαζεν άρτον από τον αρτοποιόν και έτρωγεν. Οι δε άνθρωποι εσκανδαλίζοντο λέγοντες· «Καν την Μεγάλην Πέμπτην δεν δύνασαι να νηστεύης, άγνωστε»; Εν μια δε των ημερών είδε δαίμονα με τους νοερούς οφθαλμούς του, όστις εστέκετο εις την αγοράν, έχων κατά νουν να εισέλθη εις εκείνον όστις περάση πρώτος. Ο δε Όσιος το ηννόησεν εκ θείας χάριτος, και γεμίσας λίθους τον κόλπον του, όταν έβλεπεν ανθρώπους ερχομένους δια να περάσουν, τους ελιθοβόλει και έστρεφον οπίσω φοβούμενοι, έως ου επέρασεν ένας σκύλος, κρούσας δε αυτόν ο διάβολος ήρχισε να αφρίζη· τότε και ο Όσιος εφώναξεν εις τους ανθρώπους να διέλθουν άφοβα. Όλος λοιπόν ο σκοπός του Οσίου ήτο δια να σώση ψυχάς με όποιον τρόπον ηδύνατο, ή με προβλήματα γελοιώδη ή με άλλην τέχνην και γνωστικήν διάθεσιν ή και με θαυματουργίαν και παραγγελίαν τινά κατά τον αρμόδιον καιρόν γενομένην. Ημέραν τινά επέρασεν ο Όσιος από τόπον τινά, όπου εχόρευον κοράσια και καθώς τον είδον ήρχισαν να τον περιγελούν, και ετραγώδουν αισχρά δια τους Μοναχούς και άσχημα λόγια. Ο δε δίκαιος, δια να τα σωφρονίση, έκαμε προσευχήν και παρευθύς ετυφλώθησαν εκ του ενός οφθαλμού. Όθεν διηγείτο η μία της άλλης την συμφοράν· και εννοήσασαι ότι ο Συμεών τας ετύφλωσεν, έτρεχον οπίσω του φωνάζουσαι· «Συγχώρησόν μας, σαλέ, και λύσε μας». Όταν δε τον έφθασαν, εκράτησαν αυτόν βιαίως και τον ώρκιζον να τας ιατρεύση. Ο δε Όσιος είπεν εις αυτάς· «Ήτις θέλει να ιατρευθή, ας δεχθή να την φιλήσω εις τον τυφλόν οφθαλμόν, και τότε παρευθύς θέλει θεραπευθή». Όσας λοιπόν ήθελεν ο Θεός να ιατρευθούν, εδέχθησαν και τας εφίλησε και ιάθησαν· αι δε άλλαι, όσαι δεν ηθέλησαν να τας φιλήση ο σαλός, έμειναν ούτω κλαίουσαι. Μετ’ ολίγην ώραν, αφού ανεχώρησεν απ’ εκεί ο Όσιος, έτρεχον και αυταί κατόπιν φωνάζουσαι· «Περίμενε, σαλέ, φίλησον και ημάς δια τον Κύριον». Αλλ’ αυτός πλέον δεν εδέχθη, γνωρίζων εκ Πνεύματος Αγίου, ότι εάν δεν ήθελε τυφλώσει αυτάς, ήθελον γίνει αι πορνικώτεραι από όλας τας γυναίκας της Συρίας. Με την ασθένειαν δε εκείνην έπαυσαν την ασωτείαν και έμειναν ούτω μέχρι θανάτου. Ήλθον ποτέ άνθρωποι τινες από την Έδεσσαν εις Ιεροσόλυμα να εορτάσουν την Αγίαν Ανάστασιν. Εις δε απ’ αυτούς κατέβη εις τον Ιορδάνην δι’ ευλάβειαν· πηγαίνων δε εις όλα τα σπήλαια της ερήμου, έδιδεν ελεημοσύνην εις τους Ασκητάς δια τον Κύριον. Ούτος, όστις ήτο έμπορος, κατ’ οικονομίαν Θεού συνήντησε τον συνασκητήν του Συμεών Ιωάννην, τον οποίον επροσκύνησεν ο έμπορος και του εζήτει ευλογίαν. Του λέγει ο Ιωάννης· «Από ποίον τόπον είσαι»; Ο δε είπεν· «Από την Έδεσσαν». Τότε του λέγει ο Όσιος· «Σεις έχετε εκεί τον Αββάν Συμεών τον σαλόν και ζητείς ευχήν από εμέ τον ανάξιον, όταν εγώ και όλος ο κόσμος χρειάζεται ευχήν από αυτόν»; Έλαβε λοιπόν τον έμπορον εις το σπήλαιον αυτού και τον εφίλευσε πλούσια, όσα ο Θεός του έστειλεν. Ούτος δε εθαύμασε βλέπων πως έφερεν εις την τράπεζαν άρτον ζεστόν και οψάρια ψητά και οίνον ωραιότατον, ταύτα δε εις τοσαύτην πλησμονήν, ώστε εχόρτασαν και επερίσσευσαν. Έπειτα, όταν επήρεν ο έμπορος την συγχώρησιν να αναχωρήση, του έδωκεν ο Ιωάννης άλλας τρεις ευλογίας, δηλαδή άρτους ζεστούς, και του λέγει· «Δώσε του σαλού Συμεώνος, και ειπέ του να εύχεται δια τον αδελφόν του Ιωάννην». Καθώς δε έφθασεν ο έμπορος εις την Έδεσσαν, ω του θαύματος! απήντησεν αυτόν εις την θύραν της πόλεως ο Συμεών, και του λέγει· «Μήπως έφαγες τας τρεις ευλογίας, τας οποίας ο Αββάς Ιωάννης μου έστειλεν; Εάν τας έφαγες να τας πληρώσης κακώς έχων». Εκείνος δε εθαύμασε ταύτα ακούσας, και τον επήρεν ο Συμεών εις την καλύβην του να τον φιλεύση· ώμνυε δε κατόπιν ο έμπορος, ότι του έβαλε και αυτός εις την τράπεζαν από εκείνα τα ίδια φαγητά, όπου ο Ιωάννης τον εφίλευσεν εις την έρημον, και τα ίδια αγγεία, όπου είχεν εκεί, και τα οψάρια. Όταν έφαγον, του έδωκεν ο έμπορος τους τρεις άρτους και ανεχώρησεν εις τον οίκον του, και δεν ετόλμησε να ομολογήση τινος το θαυμάσιον. Αλλ’ ακούσατε ένα εξαίσιον τερατούργημα όπου έγινε δια προσευχής του Οσίου εις τον ρηθέντα Διάκονον, τον φίλον αυτού, όστις έγραψε τον Βίον του. Τινές κακούργοι εφόνευσαν άνθρωπον, τον οποίον έρριψαν εις την οικίαν του Ιωάννου από το παράθυρον. Όταν εύρον τον νεκρόν εις τον οίκον του θεοφιλεστάτου εκείνου ανδρός, όλοι ενόμισαν, ότι αυτός τον εφόνευσεν. Όθεν έδωκεν ο άρχων κατ’ αυτού την απόφασιν, δια να τον κρεμάσουν. Καθώς λοιπόν τον επήραν οι δήμιοι και τον έφεραν δεδεμένον εις τον τόπον της καταδίκης, δεν έλεγεν άλλον λόγον καθ’ όλον τον δρόμον ειμή μόνον· «ο Θεός του σαλού ας με βοηθήση». Θέλων δε ο Θεός να τον σώση από τοιαύτην συκοφαντίαν, έστειλεν άνθρωπον, όστις λέγει του Συμεών· «Σαλέ άθλιε, τώρα πηγαίνουν να κρεμάσουν τον φίλον σου, εάν δε αυτός αποθάνη εις ολίγας ημέρας θα αποθάνης και συ από την πείναν, ότι άλλος κανείς δεν φροντίζει δια τον εαυτόν σου». Είπε δε εις αυτόν και την πανουργίαν του φονέως ως άνωθεν είπομεν. Τότε ο Όσιος επήγε μόνος εις το κελλίον του, ήτοι εις ένα τόπον απόκρυφον, όπου ηύχετο πάντοτε και τον οποίον κανείς δεν εγνώριζεν, ειμή μόνον αυτός ο φίλος του Ιωάννης· κλίνας δε εκεί τα γόνατα, παρεκάλει τον Κύριον να λυτρώση τον δούλον αυτού από τον προκείμενον κίνδυνον. Όθεν ο Δεσπότης Χριστός επήκουσε τον φίλον του και ωκονόμησε να φανερωθούν οι φονείς ευθύς και να μη αποθάνη αδίκως ο δίκαιος. Όταν λοιπόν έφεραν οι δήμιοι εις την αγχόνην τον Ιωάννην, ήλθον τρεις ιππείς τρέχοντες και διατάσσουν τους δημίους να τον απολύσουν, διότι οι φονείς ευρέθησαν. Λυτρωθείς παραδόξως ο Ιωάννης έδραμεν εις τον άνωθεν απόκρυφον τόπον, βλέπων δε από μακράν τον Συμεών ευχόμενον εφοβήθη· ότι ως σφαίραι πυρός εξήρχοντο από το στόμα του, και ανέβαινον εις τον ουρανόν, γύρωθεν δε αυτού ήτο ως κλίβανος πυρός καιομένου, ο δε Όσιος έστεκεν εις το μέσον του πυρός ευχόμενος· όθεν δεν ετόλμησε να τον πλησιάση, μέχρις ότου απετελείωσε την προσευχήν. Τότε στραφείς ο Όσιος είπε προς τον Διάκονον· «Ούτος ο πειρασμός σου συνέβη, διότι ήλθον χθες δύο πτωχοί και σου εζήτησαν ελεημοσύνην, συ δε ενώ είχες δεν τους έδωσες, αλλά τους απέπεμψες. Μη νομίζης ότι είναι ιδικά σου εκείνα τα οποία δίδεις, ολιγόπιστε; Ο Κύριος λέγει ότι, όστις δώση ελεημοσύνη, θα απολαμβάνη εις τούτον τον κόσμον εκατονταπλάσιον και ζωήν αιώνιον εις τον μέλλοντα. Λοιπόν, εάν πιστεύης, δίδε όσον δύνασαι, εάν δε δεν δίδης, είναι φανερόν, πως είσαι άπιστος». Αυτά και έτερα ψυχωφελή ακούσας ο Ιωάννης, ευχαριστών αυτόν απήλθεν εις την οικίαν του χαίρων. Μίαν πρωϊαν εκράτει ο Όσιος σινάπι τριμμένον εις την αριστεράν του χείρα, εις δε την δεξιάν άρτον, και βυθίζων εις το σινάπι έτρωγεν. Όστις δε ήθελε τον περιπαίξη, ήλειφε με το σινάπι το στόμα του. Ήλθε δε και εις του οποίου οι οφθαλμοί είχον ασπράδα, έχρισε δε ο Όσιος τους οφθαλμούς αυτού με το σινάπι ειπών· «Ύπαγε και πλύσου με σκορδόξυδον, να ιατρευθής, έξηχε», δηλαδή σαλέ· διότι τούτον τον λόγον είχε πάντοτε συνήθειαν να λέγη προς άπαντας. Εκείνος δε επήγεν εις ιατρούς να τον θεραπεύσουν (διότι τον λόγον του σαλού δεν επίστευεν), οίτινες τον ετύφλωσαν ακόμη περισσότερον. Όθεν από την θλίψιν του ηναγκάσθη μίαν ημέραν και είπεν· «Ό,τι μου είπεν ο σαλός θα πράξω, έστω και εάν ήξευρα ότι θα έβγουν οι οφθαλμοί μου όλως διόλου». Ούτος λοιπόν επλύθη με σκορδόξυδον και τόσον ιάθη τελείως, ώστε έγιναν οι οφθαλμοί του καθαροί ως παιδίου μικρού, και έβλεπε θαυμάσια. Τότε περισσώς εθαύμαζεν. Απαντήσας δε αυτόν ο Όσιος, τον συνεβούλευσε λέγων· «Βλέπεις πως ιατρεύθης, έξηχε; Μη κλέψης πλέον του γείτονός σου τας αίγας». Άλλος τις πλούσιος ήτο εκεί εις την Έδεσσαν· τούτου δε εις δούλος έκλεψεν απ’ αυτού πεντακόσια χρυσά νομίσματα, και μη δυνάμενος να τα εύρη, απαντήσας τον Όσιον, τον ηρώτησε λέγων· «Δύνασαι, έξηχε, να μου εύρης τα αργύρια όπου έχασα, και να σου δώσω τα δέκα»; Του λέγει ο Όσιος· «Δώσε μου υπόσχεσιν ότι δεν θα δείρης πλέον κανένα δούλον σου, και να σου είπω που είναι». Αυτός δε έδωκε τον λόγον του με όρκον φρικτόν να τον υπακούση. Τότε είπεν ο Όσιος το όνομα του κλέπτου, και τον τόπον όπου τα έκρυψε, και εύρεν αυτά. Μετά καιρόν δε, θέλων να δείρη ένα των δούλων του ο ρηθείς πλούσιος, έτρεμεν η χειρ του· όθεν ηννόησε πως ήτο του σαλού ενέργεια, και ευρών αυτόν του είπε· «Λύσον με από τον όρκον, σαλέ». Ο δε Όσιος δεν του έδωκεν απάντησιν. Μόνον εφάνη εις τον ύπνον αυτού και του λέγει· «Εάν λύσω τον όρκον, θέλω σκορπίσει τα αργύριά σου, να τα χάσης όλως διόλου. Δεν εντρέπεσαι, άγνωστε, να δέρης τους δούλους σου, όπου αυτοί θα υπάγουν εις την αιώνιον ζωήν, συ δε εις την γέενναν, εάν δεν γίνης συμπαθής προς τους πένητας»; Συνέπασχε δε και συνελυπείτο τους δαιμονιζομένους ο Όσιος και συνηντάτο μετ’ αυτών και προσηύχετο δι’ αυτούς, ώστε πολλούς εθεράπευσε, και πολλάκις εξέπεμπον τοιαύτας φωνάς οι δαίμονες λέγοντες· «Ω βία σαλέ, όλον τον κόσμον χλευάζεις και πειράζεις και ημάς, αναίσχυντε! Φύγε απ’ εδώ, μη βασανίζης και ημάς». Ο δε Όσιος ήλεγχεν όλους όσους ήξευρεν από Πνεύμα Άγιον ότι ήσαν αμαρτωλοί, δηλαδή πόρνους, κλέπτας, επιόρκους και βεβαρημένους άλλους με διάφορα αμαρτήματα και τους ωνείδιζε με τρόπον επιδέξιον, ούτως ώστε επέστρεφεν αυτούς εις μετάνοιαν. Ήτο δε εκεί γυνή τις μάντισσα, ήτις έκαμνε φυλακτήρια, την οποίαν προσεποιείτο ότι ηγάπα και της έδιδεν άρτον, και άλλα φαγητά και ιμάτια όπου του εχάριζαν. Έπειτα της είπε μίαν ημέραν· «Θέλεις να σου κάμω ένα φυλακτόν, να μη σε βλάπτη ποτέ κανείς οφθαλμός»; Του λέγει εκείνη· «Ναι». Ο δε μακάριος έγραψε ταύτα εις Συριακήν διάλεκτον· «Είθε να σε καταργήση ο Θεός και να σε κάμη να παύσης να αποστρέφεσαι απ’ αυτού, και να αποστρέφης και τους άλλους». Τούτο το γράμμα λαβούσα εκράτει επάνω της η μάντισσα και δεν ηδύνατο πλέον να κάμη μαγείαν ή φυλακτήριον. Καθήμενος ποτέ ο Όσιος πλησίον εις κάμινόν τινα, εις την οποίαν έψηνε γυαλιά εις Εβραίος, είπε προς τινας πτωχούς· «Θέλετε να σας κάμω να γελάσετε; Κυττάξετε επιμελώς τι θέλω πράξει». Εγερθείς δε έκαμεν ένα Σταυρόν εις τα υάλινα σκεύη του Εβραίου και εθραύσθησαν τότε επτά αγγεία. Και οι μεν εγελούσαν, ο δε Εβραίος εθυμώθη, και καύσας δια πυράς τον Όσιον τον εδίωξεν. Ο δε Όσιος είπεν εις αυτόν· «Επ’ αληθείας, εάν δεν κάμης Σταυρόν εις το μέτωπόν σου, όλα σου τα αγγεία θέλουν συντριβή». Τότε δε πάλιν, όταν έλεγε ταύτα ο Όσιος, εθραύσθησαν άλλα δεκατρία αγγεία. Τούτο το θαυμάσιον ιδών ο Εβραίος εκατανύχθη, και κάμνων την άλλην ημέραν τον Σταυρόν εις το μέτωπον, δεν εθραύσθη κανέν αγγείον τελείως· όθεν πιστεύσας εις τον Χριστόν εβαπτίσθη. Άλλην φοράν έπλυναν έξω της πόλεως δέκα δημόται τα ενδύματά των και περνών απ’ εκεί ο Όσιος είπεν εις αυτούς· «Έλθετε μετ’ εμού, να σας φιλεύσω, έξηχοι». Οι πέντε λοιπόν επίστευσαν τον λόγον του και τον ηκολούθησαν. Όταν δε τους ωδήγησεν εις ένα τόπον όπου ηθέλησε, τους είπε· «Καθίσατε ολίγον εδώ, έως να έλθω». Πηγαίνων δε παρεμπρός, έκαμεν ευχήν προς τον Θεόν, όστις του έστειλε φαγητά διάφορα, άρτους και οίνον νόστιμον, και τους εφίλευσε πλουσιώτατα. Όταν δε εχόρτασαν, τους έδωκεν όσα επερίσσευσαν λέγων· «Λάβετε ταύτα μαζί σας, να φάγουν αι γυναίκες και τα παιδιά σας· και εάν αφήτε αυτήν την τέχνην, να μη είσθε πλέον δημόται, να σας φθάσουν αυτά τα φαγητά, να τρώγετε έως να αποθάνω». Αυτοί τότε τα επήραν και είπον προς αλλήλους· «Ας δοκιμάσωμεν μίαν εβδομάδα, και εάν δεν ολιγοστεύσουν τα βρώματα, ας αφήσωμεν την αμαρτίαν». Ούτω ποιήσαντες έτρωγαν καθ’ ημέραν, και δεν ωλιγόστευσαν τα βρώματα, ω του θαύματος! αλλά ήσαν την εβδόμην ημέραν ως και την πρώτην ανελλιπή· όθεν επέστρεψαν εις μετάνοιαν, οι δε τρεις απ’ αυτούς έγιναν Μοναχοί. Ούτος ο μακάριος, μεταξύ των άλλων αρετών, είχε την ακτημοσύνην και δεν είχεν άλλο τι εις την καλύβην του, ειμή μόνον ένα φορτίον κλήματα, δια να κοιμάται παραμικρόν· πολλάς δε φοράς διήρχετο όλην την νύκτα άϋπνος, εις την προσευχήν ιστάμενος, βράχων την γην με δάκρυα. Το δε πρωϊ, όταν εξήρχετο από την καλύβην, έκοπτε κλάδους ελαιών ή από άλλα φυτά και κάμνων στέφανον τον εφόρει εις την κεφαλήν, εις δε την χείρα εκράτει άλλον κλάδον φωνάζων· «Νίκα τω Βασιλεί και τη Πόλει». Πόλιν δε έλεγε την ψυχήν, Βασιλέα δε τον νουν. Εζήτησε δε και χάριν παρά του Θεού ο τρισόλβιος να μη μακρύνουν ποτέ τα μαλλιά του και τα γένεια, δια να μην τα κόπτη, και γνωρίσουν ότι ήτο σαλός εκουσίως. Όθεν όλη του η ζωή παρήλθε χωρίς ποτέ να κόψη τας τρίχας της κεφαλής του. Προς δε τον θεοφιλή Διάκονον είπε πολλάκις την αλήθειαν, αλλά τον εφοβέρισε να μη ομολογήση τινός την υπόθεσιν ζώντος αυτού· ει δε και την φανερώση, να λαμβάνη εις τον μέλλοντα αιώνα μεγάλην βάσανον. Όταν δε εγνώρισεν ότι έμελλε να κοιμηθή, προ δύο ημερών είπεν εις αυτόν· «Γίνωσκε, φίλε μου Ιωάννη, ότι σήμερον επήγα και εύρον τον αδελφόν μου τον Ασκητήν Ιωάννην εις την έρημον, και ηυφράνθην πολλά, διότι τον είδα ότι εφόρει τίμιον στέφανον εις τον οποίον γύρωθεν ήσαν γεγραμμένα ταύτα· «Στέφανος υπομονής της ερήμου». Πάλιν δε εκείνος είπε προς με· «Εγώ είδα πως ήλθε τις και σου έλεγεν· «Ελθέ, σαλέ, να λάβης τους στεφάνους των ψυχών, όπου μου έφερες». Εγώ δε, κύριέ μου Διάκονε, δεν έχω κανένα καλόν επάνω μου, ούτε μισθόν ποσώς αναμένω· μόνον παρακαλώ σε να επιμελήσαι πάσαν ψυχήν άπορον, μάλιστα τους Μοναχούς και αναπήρους, και να τους ελεής όσον δύνασαι· ότι οι τοιούτοι δύνανται να μας αξιώσουν της ουρανίου μακαριότητος. Έτι δε σε παρακαλώ να κοπιάσης μικρόν δια την αγάπην μου, να γράψης όλην την αμέλειαν του οικτρού μου Βίου, καθώς σου τον είπα με συντομίαν, ο δε Κύριος θέλει πληρώσει τον κόπον σου. Γίνωσκε δε και τούτο, ότι εις ολίγας ημέρας αναχωρείς και συ από τούτον τον πρόσκαιρον κόσμον, καθώς ο Δεσπότης μου εφανέρωσε· λοιπόν ετοίμασον τα εφόδια και φρόντισον δια την ψυχήν σου, δια να δυνηθής να περάσης τα εναέρια πνεύματα. Ότι ο Κύριος το γινώσκει, πολύν φόβον έχω, έως να τα περάσω και εγώ, να μη με πειράξωσι. Δια τούτο σε παρακαλώ να σπουδάσης και δια τον εαυτόν σου. Και τούτο σου γίνεται εύκολον, εάν φυλάξης αυτά τα δύο· πρώτον να δώσης ελεημοσύνην το κατά δύναμιν και υπέρ την δύναμιν· ότι αυτή η αρετή σου βοηθεί από τας άλλας περισσότερον κατά την Γραφήν: «Μακάριος ο Κύριος». Δεύτερον σε παρακαλώ, να νη πλησιάσης εις το Άγιον Θυσιαστήριον πώποτε όταν έχης με τινα σκάνδαλον, δια να μη εμποδίση η ανομία σου την επιφοίτησιν του Παναγίου Πνεύματος, να υστερηθούν της χάριτός του και οι επίλοιποι». Αυτά και έτερα πλείονα του παρήγγειλεν, από τα οποία του είπε να μη ομολογήση τινός ωρισμένα απ’ αυτά. Έπειτα του είπεν: «Αδελφέ Ιεροδιάκονε, παρακλήθητι, ότι την τρίτην ημέραν προσλαμβάνει ο Κύριος τον σαλόν και ελάχιστον, και τον Αββάν Ιωάννην τον αδελφόν μου, καθώς εγώ χθες σου είπον. Ύπαγε λοιπόν εις ειρήνην, και μετά δύο ημέρας να έλθης εις την καλύβην μου, και μη μου λησμονήσης του ταπεινού και αμαρτωλού παράφρονος». Ταύτα ειπών ο ταπεινόφρων και μέτριος επήγεν εις την καλύβην αυτού και προσευχόμενος ικανώς εις τον Κύριον παρέδωκε την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού, τη εικοστή πρώτη του Ιουλίου, μεγάλως υπεραστράψας εις τας αρετάς και εις ένθεα και φρικτά κατορθώματά του, καταπλήξας τους Ασωμάτους Αγγέλους με την θαυμάσιον πολιτείαν του. Όταν δε παρήλθον ημέραι δύο και δεν εφαίνετο ο Όσιος, μετέβησαν οι γνώριμοί του και τον εύρον υποκάτω εις τα κλήματα τελειωθέντα. Τούτο δε το έκαμεν ο πάνσοφος, δια να πιστεύσουν τινές ότι ήτο σαλός, όταν τον ίδωσιν ούτως ηπλωμένον ως κτήνος ανόητα. Εσήκωσαν λοιπόν δύο πτωχοί το λείψανον του Οσίου και επήγαιναν να τον ενταφιάσουν εις το ξενοταφείον ούτως ανεπιμέλητα, καθώς δε διήρχοντο από τον οίκον του Ιουδαίου, περί του οποίου είπομεν ανωτέρω, ήκουσεν ο Εβραίος εντός του οίκου του ευρισκόμενος ψαλμωδίαν τοιαύτην και μελωδίαν τοσούτον θαυμάσιον, την οποίαν δεν φθάνει γλώσσα ανθρώπου να την διηγηθή. Εκπλαγείς λοιπόν ο Ιουδαίος και προκύψας από το παράθυρον, βλέπει ότι μόνον δύο πτωχοί εσήκωναν το τίμιον λείψανον του πλουσίου εις αρετάς Οσίου, ατενίσας δε εις τον αέρα είδεν άνωθεν του λειψάνου Αγίους Αγγέλους να συνοδεύουν αυτό ψάλλοντες ουράνια άσματα. Τότε εδάκρυσεν από την χαράν και εβόησε λέγων· «Όντως καλότυχος συ και μακάριος, ότι μη έχων ανθρώπους να σε ενταφιάσουν, επήρες τας ουρανίους Δυνάμεις των Αρχαγγέλων και σε συνοδεύωσιν άδοντες υπερκόσμια άσματα». Ταύτα ειπών ο πρώην Ιουδαίος εξήλθε με όλον τον οίκον του και συνοδεύσας το άγιον λείψανον, το ενεταφίασε με πολλήν ευλάβειαν, διηγούμενος εις όλους καταλεπτώς το θαυμάσιον. Ταύτα ακούσας ο θεοφιλής Διάκονος Ιωάννης έδραμεν εις τον τάφον με άλλους πολλούς περίλυπος, ότι δεν ήλθε πρωτύτερα· θέλων δε να τον αναχώση δια να τον ενταφιάσουν με Ιερείς και θυμιάματα, καθώς έπρεπεν, ανοίξαντες τον τάφον, δεν ευρέθη ποσώς (ω του θαύματος!) το τρισόλβιον σώμα του μάκαρος, ότι ο Κύριος το μετέθεσεν όπου ηθέλησε και τότε ο εις εις τον άλλον διηγούντο τα του Οσίου θαυμάσια, όσα ετέλεσε και εποίησεν εις καθ’ έκαστον, και εδόξασαν τον Θεόν, όστις έδωκεν εις τον πιστόν τούτον δούλον του τόσην δύναμιν και χάριν. Ούτος είναι ο Βίος και η θαυμαστή πολιτεία του αοιδίμου Συμεών, δια μέσου του οποίου εποίησεν ο Κύριος τοσαύτα θαυμάσια. Μάλιστα επ’ αληθείας αφήκα και πολλά άγραφα, μόνον δε τα πλέον χρησιμώτερα εσημείωσα, δια να τα αναγινώσκουν πρόθυμα οι ακροαταί και να μη αμελούν και κοιμώνται εις την τούτων ανάγνωσιν. Εκοιμήθη δε και ο μακάριος Ιωάννης ο εν Χριστώ αδελφός και συνασκητής αυτού την ιδίαν ημέραν, ήτοι κατά την σήμερον, καθώς αυτοί εδεήθησαν του Θεού, όστις επήκουσεν ως αγαθός και επλήρωσε την αίτησιν αυτών καθώς και αυτοί εφύλαξαν τας εντολάς του απαρασάλευτα και εδώ μεν ηξίωσε να λυτρωθώσιν εις την ιδίαν ημέραν από τους σωματικούς αγώνας και έπαθλα, εκεί δε ανέπαυσε τας ψυχάς αυτών εις ομοίαν δόξαν και ανάπαυσιν αιώνιον. Ής γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν τη αυτού χάριτι και φιλανθρωπία, ω πρέπει τιμή και προσκύνησις συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι πάντοτε νυν και εις τους αιώνας.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2734
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΒ΄ (22α) Ιουλίου, μνήμη της Αγίας Μυροφόρου και Ισαποστόλου ΜΑΡΙΑΣ της Μαγδαληνής.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΒ΄ (22α) Ιουλίου, μνήμη της Αγίας Μυροφόρου και Ισαποστόλου ΜΑΡΙΑΣ της Μαγδαληνής.

Μαρία η Μαγδαληνή κατήγετο από τα Μάγδαλα, τα οποία κείνται εις τα οροθέσια της Συρίας· προσελθούσα δε τω Χριστώ απηλλάγη δια της χάριτος αυτού των επτά δαιμονίων, τα οποία την ηνώχλουν, και ούτως ακολουθήσασα αυτώ και υπηρετούσα έως του πάθους και του Σταυρού, έγινε και Μυροφόρος και ευαγγελίστρια, και πρώτη αυτή, μεταξύ των άλλων Μυροφόρων, είδε την Ανάστασιν του Κυρίου, μετά της άλλης Μαρίας, της Υπεραγίας Θεοτόκου, όταν οψέ Σαββάτων, ήτοι μετά το Σάββατον, είδε τον Άγγελον, καθώς γράφει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος· όταν δε μετέβη το πρωϊ εις το μνήμα, τότε είδε δύο Αγγέλους εν λευκοίς καθεζομένους, και πάλιν είδε τον Χριστόν, τον οποίον νομίζουσα ότι είναι ο κηπουρός, και θέλουσα να εγγίση τους πόδας του, ήκουσε παρ’ αυτού: «Μη μου άπτου», καθώς αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Αύτη η Μυροφόρος μετά την Ανάληψιν του Κυρίου επορεύθη εις την Ρώμην, όπου παρουσιάσθη εις τον Τιβέριον και επέτυχε την τιμωρίαν του Πιλάτου. Είτα επέστρεψεν εις Ιεροσόλυμα, κατόπιν εξελθούσα δια δευτέραν φοράν εις το κήρυγμα επορεύθη και πάλιν εις τα μέρη της δύσεως. Μετά ταύτα ήλθεν εις την Έφεσον, ένθα εύρε τον Άγιον Ιωάννην τον Θεολόγον, και εκεί κοιμηθήσα οσίως ενεταφιάσθη παρά την θύρα του σπηλαίου, εντός του οποίου εκοιμήθησαν ύστερον οι επτά Παίδες οι εν Εφέσω. Ας ίδωμεν όμως τον κατά πλάτος Βίον αυτής, ίνα γνωρίσωμεν καλύτερον την Αγίαν.

Βίος και πολιτεία της Αγίας ενδόξου Πανευφήμου Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαρίας της Μαγδαληνής. Εγώ τους εμέ φιλούντας αγαπώ, οι δε εμέ ζητούντες ευρίσκουσι χάριν και δόξαν. Ηγάπησαν βεβαίως πάντες οι Άγιοι τον Θεόν, και δια τούτο εύρον χάριν και δόξαν παρ’ αυτού. Χάριν μεν εύρον διότι τα σώματα αυτών, κείμενα εν τοις μνήμασι, αναβλύζουσι μύρα και θαύματα επιτελούσιν εις τους ορθώς και μετά πίστεως προστρέχοντας εις αυτούς. Δόξαν δε έλαβον την ουράνιον εκείνην του Θεού, εις την Βασιλείαν των ουρανών. Διότι πόσην δόξαν θέλουσιν έχει οι Άγιοι, όταν ακούσωσι παρά του Χριστού το «Ευ δούλοι αγαθοί, επί ολίδα ήτε πιστοί, επί πολλών καταστήσω υμάς, εισέλθετε εις την βασιλείαν μου»; Ίδετε τι κέρδος έχουσι οι ζητούντες το θέλημα αυτού και τας εντολάς αυτού τηρούντες. Ούτοι είναι μακάριοι, ούτοι θέλουσιν ίδει τον Θεόν, ούτοι θέλουσιν εύρει την χάριν αυτού και την δόξαν. Εκ τούτων μία υπάρχει και η ένδοξος Μαρία η Μαγδαληνή, διότι αύτη τον Θεόν εζήτησε και ηγάπησεν αυτόν· διο χάριν εύρε και δόξαν αυτού, και εγένετο Αγία και Ισαπόστολος. Εις πολλούς δε τόπους το όνομα το άγιον αυτού εκήρυξε, και Μυροφόρος εγένετο, και θαυματουργός κατέστη, και τους πόδας του Κυρίου εφίλησε, και πολλά πράγματα εύρομεν εις τας αγίας Γραφάς δι’ αυτής. Αλλά και οι τέσσαρες Ευαγγελισταί δοξάζουσι αι επαινούσιν αυτήν, περί της αγάπης και της πίστεως, την οποίαν είχεν εις τον Χριστόν. Αύτη λοιπόν η Μαρία ήτο από τα Μάγδαλα, πόλιν ήτις έκειτο εις το οροθέσιον της Συρίας, πλουσία σφόδρα και ωραία την όψιν και το κάλλος. Ο πατήρ της ωνομάζετο Σύρος, η δε μήτηρ της Ευχαριστία. Ούτοι ήσαν ονομαστοί και ένδοξοι εις πάντα, και κατά την ευγένειαν περιφανείς και κατά τον πλούτον περίβλεπτοι. Αύτη λοιπόν η μακαρία ακούσασα περί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού του αληθινού Θεού, ότι ευρίσκεται εις Ιεροσόλυμα, όπου διδάσκει και θαύματα πολλά ποιεί, τυφλούς φωτίζει, λεπρούς καθαρίζει, νεκρούς ανιστά και δαιμονιζομένους θεραπεύει, καταλιπούσα τα Μάγδαλα, ήλθεν εις Ιερουσαλήμ ζητούσα τον Κύριον, τον οποίον ευρούσα ηκολούθει εις αυτόν ψυχικώς τε και σωματικώς· μαθήτρια δε αυτού γίνεται, και χάριν ευρίσκει μεγάλην παρ’ αυτώ. Ηνωχλείτο δε αύτη η Μαρία η Μαγδαληνή υπό δαιμονίων επτά, και δια της Χριστού χάριτος λυτρούται και απαλλάττεται αυτών και ιατρεύεται. Δαιμόνια δε ακούων επτά, εννόει τα των επτά αρετών υπάρχοντα εναντία πνεύματα. Δηλαδή πνεύμα αφοβίας Θεού, πνεύμα ασυνεσίας, πνεύμα αγνωσίας, πνεύμα ψεύδους, πνεύμα κενοδοξίας, πνεύμα επάρσεως, πνεύμα κάλλους. Ταύτα πάντα είναι εναντία και αντίπαλα πασών των αρετών. Καθότι πάσα αμαρτία έχει τον δαίμονα, ήτοι το ενεργούν αυτήν πνεύμα. Εκ τούτων λοιπόν των επτά πνευμάτων, τα οποία είχεν η μακαρία, ελύτρωσεν αυτήν ο Κύριος και εθεράπευσεν. Απαλλαγείσα λοιπόν η μακαρία Μαρία πάσης κακίας ενέδυσεν εαυτήν με το ένδυμα της αγαθότητος και ηκολούθησε τον Χριστόν ως μαθήτρια και Διάκονος, μέχρι του πάθους αυτού· και τα του κόσμου άπαντα φθαρτά εις ουδέν λογισαμένη, και πλούτον και δόξαν και ωραιότητα και ει τι έτερον όμοιον με ταύτα βδελυξαμένη παντελώς, εγένετο Μυροφόρος ομού μετ’ άλλων γυναικών, δια την αιτίαν δε ταύτην ηγάπησεν αυτήν ο Δεσπότης Χριστός. Αλλά και η Υπεραγία Θεοτόκος προσέλαβεν αυτήν σύντροφον και συνοδοιπόρον, όταν επορεύετο εις τον τάφον. Αύτη πρώτη των άλλων Μυροφόρον είδε την Ανάστασιν του Κυρίου μετά της Θεοτόκου, και εφίλησε τους πόδας του Κυρίου και εψηλάφησεν αυτόν. Αλλά και εν τω καιρώ της Αναστάσεως είδε το μεσονύκτιον Άγγελον ως αστραπήν, ο οποίος εκύλισε τον λίθον του μνήματος και τότε έσπευσε να ευαγγελισθή εις τους Μαθητάς και Αποστόλους την Ανάστασιν του Κυρίου ειπούσα και εις αυτόν τον Πέτρον το χαρμόσυνον άγγελμα. Αύτη η Αγία κατά την ημέραν της Αγίας Αναστάσεως ήλθε πολλάκις εις το μνημείον μεθ’ ετέρων γυναικών, δεικνύουσα τον τάφον κενόν. Ακόμη δε και μαζί με τον Πέτρον και τον Ιωάννην ήλθεν εις το μνημείον· έπειτα δε πάλιν είδε δύο Αγγέλους κατά την ημέραν εκείνην εις τον τάφον, ένα προς την κεφαλήν, και ένα προς τους πόδας, οίτινες και ελάλησαν εις αυτήν λέγοντες· «Τίνα ζητείς»; Αλλά και τον Κύριον είδε νομίσασα αυτόν ως κηπουρόν· διο και ωνειδίσθη παρά Κυρίου και ήκουσε το «Μη μου άπτου», όταν εγνώρισεν αυτόν. Μετά δε ταύτα ήτο εις Ιεροσόλυμα ομού με άλλας γυναίκας, έως της Αναλήψεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Τούτων ούτως εχόντων, όταν συνεπληρώθη η Πεντηκοστή, κατά την οποίαν εγένετο η επιφοίτησις του Αγίου Πνεύματος, οι μεν Απόστολοι επορεύθησαν εις το κήρυγμα, η δε Αγία Μαρία η Μαγδαληνή, σφοδροτέραν αγάπην προς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν επιδεικνύουσα, επορεύθη εις την Ρώμην προς τον Καίσαρα, φέρουσα αναφοράν προς αυτόν, ήτις έλεγεν· «Ο Πιλάτος τον οποίον απέστειλας εις Ιερουσαλήμ ηγεμόνα, έκαμε κρίσιν άδικον εις τον Ιησούν τον Υιόν της Μαρίας, ο οποίος εποίει σημεία μεγάλα και τέρατα εις τον λαόν, δίδων εις τους τυφλούς ανάβλεψιν, εγείρων τους νεκρούς, καθαρίζων τους λεπρούς, εκβάλλων δια μόνου του λόγου δαιμόνια και απλώς, πάσαν νόσον θεραπεύων. Οι δε αρχιερείς Άννας και Καϊάφας, δια ζήλον και φθόνον παρέδωκαν αυτόν εις τον ηγεμόνα Πιλάτον, όστις πολλά εξετάσας αυτόν και μηδέν άξιον θανάτου ευρών εις αυτόν εσταύρωσεν αυτόν. Τότε η κτίσις ιδούσα την αδικίαν εσαλεύθη, ο ήλιος ημαύρωσε τας ακτίνας, η δε σελήνη μετεβλήθη εις σκότος, η γη εσείσθη, αι πέτραι διερράγησαν, το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη από άνωθεν έως κάτω, και οι νεκροί ανέστησαν». Ταύτα ακούσας ο Καίσαρ, και ότι εγένετο κατ’ εκείνην την ώραν σκότος, το οποίον εγένετο εις όλον τον κόσμον, και γράψας τον καιρόν, εγνώρισεν ότι το αληθές λέγει η γυνή. Όθεν παραχρήμα γράφει εις Ιερουσαλήμ, όπως έλθη ο Πιλάτος εις την Ρώμην, ομοίως να έλθουν ταχέως και οι αρχιερείς του ενιαυτού εκείνου Άννας και Καϊάφας. Και ο μεν Καϊάφας λέγουσιν ότι απέθανεν εις την Κρήτην, ο δε Άννας ανήλθεν εις Ρώμην. Τότε ο Καίσαρ εξέδωσεν απόφασιν δι’ αυτόν, ίνα εκδάρωσι μίαν βουβάλαν, και με το νωπόν αυτής δέρμα τυλίξωσιν αυτόν, ούτω δε τυλιγμένον στήσωσιν αυτόν εις τον ήλιον. Τούτου λοιπόν γενομένου έσφιγξεν αυτόν το δέρμα και απέρρηξεν οδυνηρώς την ελεεινήν αυτού ψυχήν. Δια δε τον Πιλάτον επρόσταξεν ο βασιλεύς να τον φέρωσιν προ του βήματος αυτού, ίνα απολογηθή δια το κακόν το οποίον έκαμεν. Είχε δε ο βασιλεύς την εξής συνήθειαν, ότι ουδείς άξιος θανάτου επετρέπετο να ίδη το πρόσωπον αυτού, εάν δε και έβλεπεν αυτό, συνεχωρείτο εκ του θανάτου. Επειδή λοιπόν έμελλεν ο Πιλάτος να ίδη το πρόσωπον του βασιλέως και να ερωτηθή υπ’ αυτού, πως εθανάτωσεν αδίκως τον ποιήσαντα τοσαύτα θαύματα και τέρατα εις τον λαόν, εποίησε πρώτον απόφασιν, ότι καν ίδη το πρόσωπον αυτού ο Πιλάτος, ουδεμίαν ελευθερίαν θέλει έχει. Καθίσαντος λοιπόν του Καίσαρος επί του βήματος, παρίσταται ο Πιλάτος, τον οποίον ιδών ο Καίσαρ εστάθη όρθιος (διότι τόσον εδοξάσθη ο Πιλάτος). Ήτο δε εκεί παρούσα και η Μαρία η Μαγδαληνή, ήτις ως είδε τούτον λέγει προς τον Καίσαρα· «Γίνωσκε, κύριε Καίσαρ, ότι ο Πιλάτος φορεί το ιμάτιον του δικαίου εκείνου, του αδίκως σταυρωθέντος υπ’ αυτού, δια τούτο και απήλαυσε τοιαύτης τιμής». Να δικάζη δηλαδή αυτόν ο Καίσαρ ιστάμενος όρθιος. Είχε δε πράγματι αγοράσει ο Πιλάτος τον ιματισμόν του Ιησού, τον άνωθεν υφαντόν και άρραφον, τον οποίον έπλεξε δια των ιδίων της χειρών η Παρθένος Μαρία. Τον ιματισμόν αυτόν ηγόρασεν ο Πιλάτος από τους στρατιώτας. Διότι οι στρατιώται κατά τον καιρόν της Σταυρώσεως διεμοιράσθησαν μεταξύ των τα ιμάτια του Ιησού και έλαβον έκαστος ανά εν μέρος. Επειδή όμως το εξωτερικόν ένδυμα ήτο από επάνω έως κάτω υφαντόν, χωρίς καμμίαν ραφήν, δια να μη το καταστρέψωσιν, είπον μεταξύ των· «Μη σχίσωμεν αυτό, αλλά βάλωμεν κλήρους τίνος λάχοι». Τούτον λοιπόν τον ιματισμόν ηγόρασεν ο Πιλάτος και ενεδύθη αυτόν έσωθεν των ιματίων αυτού προς βοήθειαν, δια τούτο είπεν η Μαγδαληνή Μαρία· «κύριε Καίσαρ, ο Πιλάτος φορεί το ιμάτιον του δικαίου ανθρώπου εκείνου του αδίκως σταυρωθέντος υπ’ αυτού». Εκδύσαντες τότε τον Πιλάτον εύρον τον ιματισμόν του Ιησού, καθώς είπεν η Μαρία, και τον εξέβαλον εξ αυτού. Τότε ενεδύθη πάλιν ο Πιλάτος τα ιμάτιά του, αλλ’ εστερήθη πλέον της προτέρας τιμής. Ήρχισε λοιπόν να ερωτά αυτόν ο Καίσαρ, λέγων εις αυτόν· «Πως ετόλμησας να τελέσης τοιούτον άδικον φόνον εις τον Ιησούν; Δεν ήκουσας τα θαύματα τα οποία εποίησεν εις πάσαν την Ιερουσαλήμ και εις τα όρια εκείνα, ένδοξα όλα και θαυμάσια; Τυφλούς εφώτισε, λεπρούς εκαθάρισε, νεκρόν ανέστησε τετραήμερον ονόματι Λάζαρον, και άλλα όσα τεράστια και τας ακοάς υπερβαίνοντα εποίησεν; Ποίαν λοιπόν αιτίαν εύρες κατ’ αυτού, και εποίησας ταύτην την αδικίαν και παρανομίαν»; Απεκρίθη τότε ο Πιλάτος και λέγει προς τον Καίσαρα· «κύριε Καίσαρ, ονομαστέ και θαυμαστέ, οι αρχιερείς και οι γραμματείς των Ιουδαίων παρέδωκαν εις εμέ αυτόν, λέγοντες και βοώντες, ότι δεν τηρεί το Σάββατον, ότι παραβαίνει τον νόμον του Μωυσέως, ότι κωλύει τα τέλη και τους φόρους σου του Καίσαρος, και εξεγείρει τον όχλον· και εγώ τούτον ακούσας, πολλάκις είπον προς αυτούς· λάβετε αυτόν υμείς, και κατά τον ιδικόν σας νόμον κρίνατε. Οι δε ήρχισαν με μεγάλην φωνήν να κράζουν· θανάτωσον αυτόν, διότι είναι άξιος θανάτου· ότι και εαυτόν Υιόν Θεού εποίησε, και άλλους λόγους πολλούς είπεν άπας ο λαός κατά του κράτους σου λέγων, ότι εάν δεν σταυρώσης αυτόν, δεν είσαι φίλος του Καίσαρος· και ότι πας ο βασιλέα εαυτόν ποιών, αντιλέγει εις τον Καίσαρα. Ταύτα και τα τοιαύτα ακούσας εγώ περί του κράτους και της εξουσίας σου, ηγωνιζόμην πολύ να απολύσω αυτόν. Ιδών δε ότι ουδέν ωφελούμαι, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται εις τον λαόν, έκρινα να παραδώσω τον Ιησούν εις θάνατον· ταύτα δε έπραξα δια τον φόβον σου». Τότε ο Καίσαρ λέγει προς τον Πιλάτον· «Άθλιε και ταλαίπωρε, επειδή εξουσίαν είχες να απολύσης αυτόν, τίνος ένεκεν δεν τον απέλυσας»; Διέταξε τότε να βάλωσι τον Πιλάτον εις φυλακήν, έως ου σκεφθή δια ποίου πικρού θανάτου να θανατώση αυτόν, δια την άδικον δίκην, την οποίαν έκαμε κατά του Ιησού, του δικαίου εκείνου και αναμαρτήτου· τότε οι του Καίσαρος υπηρέται, παραλαβόντες τον Πιλάτον, ωδήγησαν αυτόν εις την εξωτερικήν φυλακήν· διότι αι φυλακαί της Ρώμης ήσαν έξωθεν της πόλεως. Χρονοτριβήσαντες δε του Πιλάτου εις την φυλακήν εφρόντιζον επιμελώς οι γνώριμοι και οι γνήσιοι φίλοι αυτού να λυτρώσωσιν αυτόν εκ της ζοφεράς εκείνης φυλακής· αλλά δεν ετόλμων να ομιλήσωσι περί αυτού εις τον Καίσαρα. Πλην μίαν των ημερών, δια να εύρωσιν αφορμήν, ωργάνωσαν κυνήγιον έξω της Ρώμης πλησίον της φυλακής, εις την οποίαν ήτο φυλακισμένος ο Πιλάτος. Εις το κυνήγιον δε αυτό θα επήγαιναν ομού μετά του Καίσαρος, παρήγγειλαν δε εις τον Πιλάτον, όταν ίδη τον Καίσαρα εκεί πλησιάσαντα, να κύψη εκ της θυρίδος ικετεύων και παρακαλών όπως τύχη ελέους. Όταν λοιπόν ήρχισαν να κυνηγούν τα εκεί συνηγμένα ζώα, ήτοι λαγωούς, ελάφους και ει τι έτερον γένος των ζώων έτυχε να ευρίσκεται εις εκείνην την πεδιάδα, μία έλαφος, ωραιοτέρα όλων των άλλων, εμφανισθείσα εις το μέσον, ήρχισε να τρέχη φεύγουσα δι’ όλων αυτής των δυνάμεων. Ελθούσα δε επάνω του τείχους της φυλακής, εστάθη εκεί. Ταύτην ιδών ο Καίσαρ, ευθύς την κατεδίωξε και ηγωνίζετο όπως δια παντός τρόπου συλλάβη αυτήν. Τότε ο Πιλάτος έκυψεν εκ της θυρίδος, ίνα ικετεύση τον Καίσαρα, την στιγμήν όμως εκείνην ο Καίσαρ είχε φθάσει πλησίον της ελάφου και έρριψε κατ’ αυτής το βέλος του, φυγόν δε τούτο από της χειρός αυτού έκρουσε τον Πιλάτον εις το μέσον της καρδίας και ούτως ετελειώθη δια πικρού θανάτου. Ταύτα μεν ούτως έχουν, ημείς δε εις το προκείμενον επανέλθωμεν. Έρχεται λοιπόν και πάλιν η Μαγδαληνή Μαρία, εις Ιερουσαλήμ, εύθυμος ούσα διότι εποίησε την εκδίκησιν του Κυρίου, εκεί δε εγένετο μαθήτρια και ακόλουθος του Αγίου Αποστόλου Πέτρου. Μετά δε χρόνους δεκατέσσαρας από της Χριστού Αναλήψεως, οι μεν Απόστολοι επορεύθησαν εις το κήρυγμα του Κυρίου, όπως κηρύξωσιν εις πάντα τον κόσμον το όνομα αυτού, την ένσαρκον οικονομίαν και την Αγίαν αυτού Ανάστασιν. Η δε Μαγδαληνή Μαρία παρεδόθη υπό του Αποστόλου Πέτρου εις Μάξιμον τινα, όστις ήτο εκ των εβδομήκοντα Αποστόλων, έμεινε δε εις Ιεροσόλυμα. Επειδή δε πάντες οι Απόστολοι εσκορπίσθησαν, οι παράνομοι Ιουδαίοι, κατακαιόμενοι υπό του φθόνου κατά του Αγίου Αποστόλου Μαξίμου, συνέλαβον αυτόν και τον επεβίβασαν ομού μετά της μακαρίας Μαρίας και άλλων πολλών Χριστιανών εις εν πλοίον, μη έχον ούτε ιστία ούτε κώπας, ούτε επισιτισμόν ποσώς έχον, όπως καταποντισθώσι, και βυθισθώσιν αδίκως. Αλλ’ όμως το θέλημα του Αγίου Θεού, και ο αληθινός κυβερνήτης των πιστών αυτού ικετών ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, δεν επέτρεψε να απολεσθώσιν, αλλ’ έσωσεν αυτούς ακινδύνως και ωδήγησεν εις την Γαλλίαν, εις πόλιν λεγομένην Μασσαλίαν. Εκεί λοιπόν προσορμισθέντες και υπό της πείνης, της δίψης και του δεινοτάτου ψύχους πιεζομένους, ουδείς ευρέθη να υποδεχθή αυτούς ή να φιλοξενήση φιλοφρόνως, διότι πάντες οι άνθρωποι του τόπου εκείινου ήσαν ειδωλολάτραι· έτρεχον δε όλος ομού ο λαός του τόπου εκείνου εν μια ημέρα εις όποιον είδωλον εσέβοντο, δια να προσφέρουν εις αυτό θυσίαν. Ταύτα λοιπόν ιδούσα η μακαρία Μαγδαληνή Μαρία εστάθη μετά πολλής παρρησίας και ιλαρωτάτου προσώπου, και μετά ευλάλου γλώσσης ήρχισε να κηρύττη τον λόγον του Θεού λέγουσα προς αυτούς· «Άνδρες άριστοι, μάθετε να γνωρίζετε τον ποιητήν του ουρανού και της γης, τον Θεόν τον ισχυρόν και δυνατόν, τον Θεόν τον αληθινόν, και αρνησάμενοι τα κωφά και άλαλα είδωλα, πιστεύσατε εις τον προαιώνιον Λόγον του Θεού, όστις είναι ο Ιησούς Χριστός ο Σωτήρ του κόσμου, ο λυτρωσάμενος ημάς εκ της των αλάλων και κωφών ειδώλων πλάνης». Ακούοντες δε εκείνοι τους λόγους της μακαρίας Μαρίας εθαύμαζον δια την γλυκύτητα του λόγου αυτής, και εξεπλήσσοντο δια την ωραιότητα του κάλλους αυτής. Αφού δε αύτη ετελείωσε τον λόγον της διδαχής, έτυχε να έλθη και ο άρχων του τόπου εκείνου μετά της γυναικός αυτού, προσκομίζοντες θυσίαν προς το είδωλον και θεόν αυτών, δια να αποκτήσωσι τέκνον, διότι ήσαν άτεκνοι. Τότε λοιπόν ιδούσα τούτον η Μαγδαληνή Μαρία ήρχισε να κηρύττη μετά παρρησίας το όνομα του Χριστού. Αφού λοιπόν παρήλθεν η ημέρα εκείνη ενεφανίσθη η μακαρία Μαρία κατά το διάστημα της νυκτός εις την γυναίκα του άρχοντος μετά φόβου λέγουσα προς αυτήν· «Τίνος ένεκεν δεν θέλετε να κάμετε καλωσύνην εις τους ξένους τούτους, τους πεινώντας και διψώντας και από το ψύχος αποθνήσκοντας; Και ούτοι δούλοι του Θεού είναι». Παρήγγειλε δε εις αυτήν μετ’ επιτιμήσεως να είπη αυτά τα οποία της είπε, εις τον άνδρα της, ίνα ποιήση έλεος εις τους ξένους. Η δε αρχόντισσα εφοβήθη να είπη την όρασιν, την οποίαν είδε. Πάλιν δε κατά την επιούσαν νύκτα φαίνεται η Μαρία λέγουσα προς αυτήν τα αυτά λόγια, παρήγγειλε δε και πάλιν να είπη ταύτα εις τον άνδρα αυτής· η δε και πάλιν παρήκουσε και ουδέν είπεν εκ των οραθέντων. Τότε τι ποιεί η δούλη του Θεού; Φαίνεται πάλιν δια τρίτην φοράν εις τον άρχοντα και την γυναίκα αυτού, μετά θυμού πολλού· το δε πρόσωπον αυτής έλαμπεν ωσεί πυρ κατακαίον τον οίκον αυτού, και λέγει προς αυτόν· «Κοιμάσαι, ω τύραννε, σώμα του πατρός σου του Σατανά, μετά εχίδνης της γυναικός σου, εις την οποίαν παρήγγειλα να είπη εις σε λόγον και δεν ηθέλησεν· αναπαύεσαι, ω εχθρέ του Σταυρού του Χριστού, εσθίων και πίνων δια πολλών φαγητών και διαφόρων ποτών γεμίζων την κοιλίαν σου, τους δε ξένους και αγίους του Θεού αφήκες να αποθάνουν βασανιζόμενοι υπό της πείνης, της δίψης και της ψυχρότητος, συ δε κοιμάσαι εις το παλάτιόν σου τετυλιγμένος με πλούσια σκεπάσματα· οι δε δούλοι του Θεού αποθνήσκουσι άοικοι πιεζόμενοι υπό του ψύχους. Εβράδυνας τόσον πολύ να ποιήσης εις αυτούς αυτό το καλόν· διο θέλει έλθει επί σε η οργή του Θεού». Ταύτα δε ειπούσα ανεχώρησεν απ’ αυτού. Έξυπνος τότε γενομένη η αρχόντισα κατείχετο υπό φόβου και μεγάλως αναστέναξεν· ουδέν όμως εξ όσων είδεν ετόλμα να είπη εις τον άνδρα αυτής. Τότε ο άρχων λέγει προς αυτήν· «Γνωρίζεις, ω γύναι, το όνειρον το οποίον ενυπνιάσθην εγώ»; Η δε λέγει· «Ναι, και δειλιώ και τρέμω πολλά». Είπεν εκείνος: «Τι πρέπει να ποιήσωμεν εις τούτο το πράγμα»; Η δε λέγει εις αυτόν: «Καλύτερον είναι να ποιήσωμεν το διαταχθέν υπό της δούλης του Θεού, ίνα καταπραϋνωμεν το θείον, παρά να παρακούσωμεν και να υποστώμεν την αφόρητον δίκην». Πρωϊας λοιπόν γενομένης, παραλαβόντες τους ξένους εις τον οίκον των, εφιλοξένησαν αυτούς φιλοφρόνως και πρεπόντως ανέπαυσαν, προσφέραντες πλουσιοπαρόχως ό,τι είχον ανάγκην. Επειδή δε η μακαρία εδίδασκεν, εν μια των ημερών λέγει ο άρχων προς αυτήν· «Άραγε, δύνασαι να με πληροφορήσης δι’ έργων, επιδεικνύουσα φανερώς εις εμέ την πίστιν, την οποίαν διδάσκεις»; Λέγει εις αυτόν η Αγία· «Δύναμαι δια θαύματος, του Αγίου Θεού βοηθούντος μοι». Τότε ο άρχων, συν τη αυτού γυναικί, απεκρίθησαν λέγοντες προς αυτήν· «Δύνασαι να αιτήσης παρά του Θεού σου να αποκτήσωμεν παιδίον; Και εάν μεν τούτο ποιήσης, ημείς μεθ’ όλου του οίκου μας θέλομεν πεισθή εις όλα τα υπό σου διδασκόμενα και κηρυττόμενα». Υπεσχέθη τότε η Αγία και δεηθείσα προς τον Θεόν επέτυχε του σκοπού. Παρελθουσών δε ολίγων ημερών συνέλαβεν η γυνή, ιδών δε ο άρχων, ότι είναι αληθές, ηβουλήθη να απέλθη εις την Ρώμην προς τον Απόστολον Πέτρον, όπως μάθη εάν είναι αληθή όσα λέγει και διδάσκει η Μαρία. Λέγει εις αυτόν η γυνή αυτού· «Θέλω και εγώ να έλθω μαζί σου εις την Ρώμην, να γνωρίσω τον Πέτρον». Τότε αποκριθείς ο άρχων είπεν εις αυτήν· «Δεν επιτρέπεται εις σε τοιούτον ταξείδιον, ίνα μη πάθης κακόν τι εις την θάλασσαν, επειδή είσαι έγκυος». Ήρχισε τότε εκείνη να κλαίη πικρώς και οδυνηρώς, προσπίπτουσα δε εις τους πόδας αυτού εζήτει ίνα υπάγουν ομού. Η δε μακαρία Μαρία έπεισε τον άρχοντα να συμφωνήση εις την επιθυμίαν εκείνης, και ηυλόγησεν αυτούς λέγουσα· «Η δύναμις του Θεού έστω μεθ’ υμών». Εσφράγισε δε αυτούς δια του σημείου του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, ίνα μη ο υπεναντίος σκανδαλίση αυτούς εν τη οδώ. Ητοίμασαν λοιπόν το πλοίον, και αγοράσαντες ό,τι είχον ανάγκην τα έβαλον εις αυτό, τα δε επίλοιπα αυτών παρέδωκαν εις τας χείρας της Αγίας και ανεχώρησαν. Πορευομένων δε αυτών προς την Ρώμην, έφθασεν η ώρα της γεννήσεως αυτής, γεννήσασα δε παιδίον άρρεν, απέθανεν η μήτηρ αυτού. Ενώ δε οι ναύται εβούλοντο να ρίψωσιν αυτήν εις την θάλασσαν, ο άρχων ευρισκόμενος εις μεγάλην θλίψιν και απορίαν περί της γυναικός και του παιδίου, μη γνωρίζων τι να πράξη, παρεκάλεσε τους ναύτας ίνα μη ρίψωσι τα νεκρά σώματα εις την θάλασσαν, αλλά μάλλον να υπάγωσιν εις τινα ερημόνησον και εκεί να θάψωσιν αυτήν, τούτο δε και εποίησαν. Ιδόντες λοιπόν βουνόν τι εις την θάλασσαν απήλθον εκεί, εύρον δε έσωθεν σπήλαιον μικρόν, εις το οποίον εισελθόντες έθηκαν την μητέρα μετά του βρέφους. Ο δε πατήρ τούτου κλαύσας πικρώς εσκέπασεν αυτά δια του μανδηλίου αυτού, και εμβάς εις το πλοίον επορεύθη εις την Ρώμην προς τον Άγιον Απόστολον Πέτρον, και διηγήθη εις αυτόν πάντα όσα εποίησεν εις αυτόν Μαρία η Μαγδαληνή, ως και περί της γυναικός και του παιδίου αυτού και πως απέθανον, και έθηκεν αυτά εις το σπήλαιον. Ταύτα ακούσας ο Απόστολος Πέτρος εδίδαξεν αυτόν περί υπομονής, τον συνεβούλευσε δε να μη λυπήται, αλλά να είναι καρτερικός και να αναμένη άνευ αμφιβολίας την πραγματοποίησιν πάντων των υπό της Μαρίας της Μαγδαληνής λαληθέντων και ότι ουδέν εξ αυτών θέλει υστερήσει· διότι αν και η γυνή μετά του παιδίου απέθανον, όμως ζώσιν εν Κυρίω· διότι η προς τον Θεόν πίστις εις πάντα δύναται να συνεργήση. Δια τοιούτων πολλών παρακλητικών λόγων εδίδαξεν αυτόν. Επειδή δε ο άρχων έβαλε κατά νουν να αναβή εις Ιεροσόλυμα δια να προσκυνήση τον τάφον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συναπήλθε μετ’ αυτού και ο Απόστολος Πέτρος, δια να δείξη εις αυτόν πάντας τους τόπους, όσους επεριπάτησεν ο Κύριος, εκεί όπου εσταυρώθη, απέθανεν, ετάφη, ανέστη και ανελήφθη εις τους ουρανούς. Παραμείνας λοιπόν ο άρχων εις Ιεροσόλυμα χρόνους δύο, και μέλλων να επανέλθη εις την πατρίδα αυτού, έλαβε παραγγελίαν παρά του Αποστόλου Πέτρου, ίνα βαπτισθή υπό Μαρίας της Μαγδαληνής. Εμβάς δε εις το πλοίον, ενεθυμήθη πως εξήλθεν εκ της χώρας αυτού χαίρων και αγαλλόμενος μετά της συμβίας αυτού, πως δε τώρα επανακάμπτει λυπούμενός τε και στενοχωρούμενος δια την στέρησιν αυτής και του παιδίου· ταύτα δε συλλογιζόμενος, ηβουλήθη να υπάγη εις τον τόπον εις τον οποίον έθηκε τα λείψανα της γυναικός και του παιδίου αυτού, ίνα καν λάβη ταύτα προς παρηγορίαν. Την βουλήν ταύτην ενέβαλεν εις αυτόν ο πολυεύσπλαγχνος Κύριος αφ’ ενός μεν ίνα παρηγορήση αυτόν, αφ’ ετέρου δε, το οποίον είναι και το μεγαλύτερον, ίνα δοξάση την Αγίαν Μαρίαν την Μαγδαληνήν. Όταν λοιπόν επλησίαζον εις το όρος εκείνο, βλέπουσιν παιδίον μικρόν παίζον εις την θάλασσαν και λίαν εθαύμασαν. Το δε παιδίον ιδόν αυτούς έφυγε και εισήλθεν εις το σπήλαιον, εις το οποίον ήτο η μήτηρ αυτού. Τότε εισελθόντες και οι περί τον έρχοντα εις το σπήλαιον, βλέπουσι την γυναίκα σώαν, κεκαλυμμένους έχουσαν τους οφθαλμούς αυτής, ωσάν να εκοιμάτο, ήρχισαν δε να κλαίουν· αφυπνισθείσα τότε η γυνή ενέπλησεν αυτούς φόβου και τρόμου. Ήρχισε τότε ο άρχων να ερωτά αυτήν λέγων· «Πως ανέζησας, και τοσούτον χρόνον πως διέτριβες»; Η δε αποκριθείσα είπεν· «Η δούλη του Θεού Μαρία η Μαγδαληνή ήρχετο συνεχώς ενταύθα φέρουσα πάντοτε τροφήν εις ημάς». Ταύτα ακούσας ο άρχων εθαύμαζε και ενεός γενόμενος ενόμιζεν ότι βλέπει όραμα. Έπειτα αναχωρήσαντες εκείθεν εισήλθον εις το πλοίον, και μετά πλείστης χαράς έφθασαν εις την χώραν αυτών· ένθα καταξιωθέντες να ίδωσι την Αγίαν, ηυχαρίστησαν τον Κύριον, τον ποιήσαντα τοιαύτα θαυμάσια, και τας ακοάς υπερβαίνοντα. Συνομιλήσαντες λοιπόν περί τούτων αρκετά δεν έπαυσαν να έχουν κατά νουν και η Αγία και ο άρχων το παράγγελμα του Αγίου Αποστόλου Πέτρου, την τέλεσιν δηλαδή του αγίου Βαπτίσματος. Εβάπτισε λοιπόν η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή τον άρχοντα μεθ’ όλου του οίκου του, ή καλύτερον να είπωμεν μεθ’ όλου του λαού. Καταστήσασα δε ιερούς Ναούς και καλώς τα περί τούτων οικονομήσασα, και πάντας εμπλήσασα της ζωηρρύτου διδαχής, τούτους μεν παρέδωκεν εις τον αληθή Θεόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εις τον οποίον και επίστευσαν, αύτη δε η θαυμαστή και μεγάλη όντως, ουδόλως υπολογίζουσα το μήκος της οδού, ούτε εκ της ασθενείας της γυναικείας φύσεως δειλιάσασα, έφθασεν εις Έφεσον, όπου συνήντησε τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην τον Θεολόγον, τον υιόν της βροντής, τον και επί του δεσποτικού στήθους γνησίως αναπεσόντα· παρέμεινε δε μετ’ αυτού κοινωνούσα του κηρύγματος, των θλίψεων, των δεσμών, της φυλακής, και όλων των άλλων ανιαρών αυτού. Επειδή δε και αυτή άνθρωπος ήτο και έπρεπε να πληρωθή και εις αυτήν ο κοινός νόμος της φύσεως, ησθένησεν ολίγον και παρέδωκε την αγίαν της ψυχήν εις χείρας του Θεού. Φιλόχριστοι δε τινες καλώς κηδεύσαντες το ταύτης πάντιμον σώμα έθαψαν φιλοτίμως παρά την είσοδον του σπηλαίου, εις το οποίον εκοιμήθησαν οι επτά Παίδες, πλείστα θαύματα τελέσασα κατά τε την κατάθεσιν του αγίου αυτής λειψάνου και κατά τον μετά ταύτα χρόνον. Και ταύτα μεν είναι τα μέχρι τότε κατορθώματα της Αγίας. Άξιον δε είναι να είπωμεν και περί της ανακομιδής του τιμίου ταύτης λειψάνου. Λέων ο Σοφός ο εν ευσεβεί τη λήξει γενόμενος αυτοκράτωρ του Βυζαντίου, οικοδομήσας εκ βάθρων την περικαλλή Μονήν του Αγίου Λαζάρου, και διακοσμήσας αυτήν δια θαυμασίας τέχνης, επειδή ήτο φιλάγιος καθώς ήτο και φιλοδίκαιος και επειδή ήθελε να καταστήση την Μονήν αυτήν εντιμοτέραν, ανεκόμισεν εξ Εφέσου με μεγάλας τιμάς και μεγαλυτέραν ευσέβειαν, κατά το έτος οκτακόσια ενενήκοντα από Χριστού (890), το τίμιον λείψανον της μακαρίας ταύτης και μεγάλης Μαγδαληνής και κατέθεσεν εις την Μονήν ταύτην, ένθα και νυν υπάρχει τιμωμένη πιστώς εις αυτήν και λαμπρώς και ποθεινώς κατ’ έτος εορταζομένη, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών· ω πρέπει δόξα, τιμή και κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2734
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΓ΄ (23Η) Ιουλίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου ΙΕΖΕΚΙΗΛ.

Δημοσίευση από silver »


Ιεζεκιήλ ο Προφήτης ήτο υιός Βουζεί, εκ της γης του Αριρά της ιερατικής, προφητεύσας πλέον των είκοσι δύο (595 – 572) ετών. Αιχμαλωτισθέντων δε των Εβραίων υπό του Ναβουχοδονόσορος και οδηγηθέντων εις την Βαβυλώνα, ωδηγήθη και αυτός μετ’ αυτών. Κατά δε το πέμπτον έτος της αιχμαλωσίας ταύτης ήρχισε να προφητεύη. Αφού δε προεφήτευσε πολλάς προφητείας εις τον λαόν των Ιουδαίων, έδωκε και τούτο το παράδοξον σημείον, ότι προσέχοντες εις τον ποταμόν της Βαβυλώνος τον καλούμενον Χοβάρ, όταν μεν ίδωσιν αυτόν ξηραινόμενον να ελπίζωσιν ότι θα επέλθη κατά της Βαβυλώνος το δρέπανον της ερημώσεως, όταν δε τον ίδωσιν αυξάνοντα τότε να ελπίζωσιν ότι θα επανέλθωσιν εις την Ιερουσαλήμ. Συναθροισθέντων δε ποτε περί αυτόν πολλών Εβραίων, φοβηθέντων μη οι Βαβυλώνιοι εξαναστώσι κατ’ αυτών και τους φονεύσωσιν, ο Προφήτης εσταμάτησε την ροήν του ποταμού, διελθόντες δε οι Εβραίοι ελυτρώθησαν· οι δε Βαβυλώνιοι, τολμήσαντες να καταδιώξωσιν αυτούς, εις αυτόν κατεποντίσθησαν. Ούτος δια προσευχής εχάρισέ ποτε εις τους πεινώντας Εβραίους πλουσίαν τροφήν εξ ιχθύων, εις δε λιποθυμούντας τινάς ζωήν και παρηγορίαν· ούτος, ενώ οι εθνικοί έβλαπτόν ποτε τον Ισραηλιτικόν λαόν, παρουσιάσθη εις τους αρχηγούς των, ποιήσας δε έμπροσθεν αυτών θαύματα, τους εφόβισε και ούτως έπαυσαν βλάπτοντες τον Ισραήλ. Κραυγαζόντων δε των Ισραηλιτών, ότι απώλετο πλέον πάσα ελπίς περί ελευθερίας, ο Προφήτης ούτος δια του θαύματος των νεκρών οστέων, τα οποία είδεν εν οπτασία, έπεισεν αυτούς ότι υπάρχει ελπίς ελευθερίας δια τον Ισραήλ. Ούτος είδε τον τόπον του ναού, καθώς τον είδε και ο Μωυσής, είπε δε ότι πάλιν θέλει κτισθή, καθώς είπε τούτο και ο Δανιήλ. Ούτος ετιμώρησεν εις την Βαβυλώνα την φυλήν του Γαδ, επειδή αυτή εφέρετο μεν ασεβώς προς τον Κύριον, ενομίζετο δε ότι φυλάττει τον νόμον Κυρίου. Πως δε ετιμώρησεν αυτούς; Έκαμε να θανατώσωσιν οι όφεις τα βρέφη και κτήνη αυτών, προείπε δε ότι δι’ αυτούς δεν θέλει επιστρέψει ο λαός του Ισραήλ εις την Ιερουσαλήμ, αλλά θα μένωσιν υπό τους Μήδους, έως ου αφήσωσι την πλάνην και κακίαν των. Δια τούτο και η φυλή αύτη του Γαδ, μη ανεχομένη ταύτα, εθανάτωσε τον μακάριον τούτον Προφήτην, ως εναντιούμενον καθ’ εκάστην και ελέγχοντα αυτήν, προσκυνούσαν τα είδωλα. Έθαψε δε αυτόν ο λαός του Ισραήλ εις τον αγρόν Θουρ, εν τω τάφω του Αρφαξάδ, είναι δε ο τάφος ούτος σπήλαιον διπλούν, ήτοι απόκρυφον με εντός γυρίσματα, τα οποία παρίστων αυτό οιονεί διπλούν. Ήτο δε ο Προφήτης ούτος κατά τον χαρακτήρα του σώματος μακροκέφαλος, σύμμετρος εις το μέγεθος, ξηρός εις το πρόσωπον, και το γένειον έχων δασύ, οξύ και μακρόν. Η προφητεία αυτού, εις 48 κεφάλαια διηρημένη, τάττεται η Τρίτη των μειζόνων Προφητών.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2734
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΔ΄ (24η) Ιουλίου, μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος ΧΡΙΣΤΙΝΗΣ.

Δημοσίευση από silver »

Χριστίνα η χριστώνυμος, πάνσεμνος και καλλιπάρθενος δούλη του Χριστού, έζη κατά τους χρόνους του βασιλέως Σεβήρου εν έτει σ΄ (200) γρννηθείσα εις την Τύρον, πόλιν της Συρίας, από γονείς εις μεν το γένος πλουσίους, εις δε την ψυχήν πένητας, επειδή ήσαν δαιμόνων θεραπευταί και ομότροποι. Ο πατήρ αυτής ήτο στρατηγός, βλέπων δε το αμήχανον κάλλος της κόρης, έκτισε πύργον υψηλόν και πλούσιον, έκλεισε δε εις αυτόν την Χριστίναν με υπηρετρίας πολλάς, δια να την υπηρετούν, της έδωκε δε και είδωλα δια να προσεύχεται εις αυτά, και όσα άλλα πράγματα εχρειάζετο της αφήκε, δια να μη εξέρχεται ποσώς, να την βλέπουν οι άνθρωποι. Και ταύτα μεν ετέλεσεν ο Ουρβανός, ήτοι ο κατά σάρκα πατήρ της Χριστίνης, ο ανόητος. Ο δε Χριστός, ως αγαθός Θεός και σοφώτατος, την εσόφισεν αοράτως, και την ψυχήν αυτής αφανώς εφώτισε με την χάριν του Παναγίου Πνεύματος και προς θεογνωσίαν ωδήγησεν. Ότι ως γνωστική όπου ήτο εκ φύσεως, βλέπουσα τα κάλλη του ουρανού και της γης και της θαλάσσης την ωραιότητα και τα λοιπά του παντοδυνάμου Θεού σοφώτατα και θαυμάσια ποιήματα, διελογίζετο τις να τα έκαμε, επόθει δε να μάθη τον ποιητήν και κυβερνήτην της κτίσεως. Όθεν ο Θεός, ως πανάγαθος και προγνώστης των μελλόντων, γνωρίζων την καλήν της προαίρεσιν, έστειλεν Άγγελον και την εδίδαξεν άπαντα όσα επεθύμει να μάθη, ως και έτερα χρειαζόμενα. Φωτισθείσα λοιπόν η χριστώνυμος υπό του Αγγέλου εσέβετο τον αληθινόν Θεόν, εις προσευχάς και νηστείας επιδιδομένη. Εν μια δε των ημερών ανέβησαν να την ίδουν οι γεννήτορες και χαιρετήσαντες αυτήν την επροσκαλούσαν εις την βδελυράν των θρησκείαν, λέγοντες· «Προσκύνησον, τέκνον μου, τους αθανάτους θεούς, οίτινες σου έδωσαν τόσον κάλλος». Η δε Χριστίνα ποσώς δεν ηθέλησε να τους υπακούση, παρ’ όλας τας κολακείας τας οποίας της είπον και παρ’ όλας τας απειλάς. Ο μεν λοιπόν πατήρ εθυμώθη πολύ και ανεχώρησε, δια να συλλογισθή ποίας θλίψεις και τιμωρίας να της επιβάλη. Η δε μήτηρ έμεινε περίλυπος, φοβουμένη μήπως και την θανατώση ο ανήρ αυτής, ως θυμώδης και απάνθρωπος. Όθεν ήρχισε να την κολακεύη λέγουσα· «Τέκνον μου ποθεινότατον, διατί μου δίδεις τόσην θλίψιν εις την καρδίαν και τόσα βάσανα και δεν υπακούεις εις τον πατέρα σου, να προσκυνήσης τους θεούς μας, να μη σου δώση άσχημον θάνατον»; Η δε απεκρίνατο· «Μη με συμβουλεύης, ω μήτερ, να προτιμήσω το σκότος υπέρ το φως· οι θεοί σας είναι δαιμόνια, ο δε Κύριος τους ουρανούς εποίησεν. Εγώ είμαι δούλη του Χριστού, καθώς και το όνομά του επλούτησα· δια τούτο δεν πείθομαι εις τα απατηλά και θανατηφόρα λόγια σας, να προσκυνήσω αναίσθητα ξόανα». Μετά ταύτα ελθών και πάλιν ο πατήρ της Αγίας την εκολάκευσε λέγων· «Ειπέ μοι κυρία μου, τις ήλθε και σε επλάνησε με τας μαγείας του και προσκυνείς ένα Θεόν, τον οποίον εσταύρωσεν ο Πιλάτος και δεν ηδυνήθη να βοηθήση τον εαυτόν του; Δεν ηξεύρεις, τέκνον μου, ότι σε αγαπώ ως το φως των οφθαλμών μου, αλλά μου δίδεις τόσην θλίψιν και πόνον εις την καρδίαν, και δεν θέλεις να προσκυνήσης τους θεούς, οίτινες σε έκαμαν εις τον κόσμον και με τόσην ωραιότητα σε εστόλισαν, φοβούμαι δε μήπως οργισθούν και σε φονεύσωσιν»; Η δε απεκρίνατο· «Μη με λέγης τέκνον σου, διότι εγώ είμαι θυγάτηρ και δούλη του ουρανίου Θεού, εις τον οποίον προσφέρω θυσίαν αινέσεως· ότι αυτώ πρέπει δόξα, τιμή και μεγαλοπρέπεια». Τότε ο πατήρ αυτής, νομίζων ότι δια τον ψευδώνυμον θεόν Δία έλεγεν, είπεν εις αυτήν ο ασύνετος· «Μη προσκυνής μόνον τον ένα θεόν, διότι οργίζονται οι άλλοι και σε καταρώνται». Η δε απεκρίνατο· «Καλώς ελάλησας· να προσκυνήσω λοιπόν με τον προάναρχον Πατέρα και τον Συνάναρχον Υιόν, και Πνεύμα το Πανάγιον, δια να φανερωθή εις όλους, να δοξασθή Τριάς η ομοούσιος, ήτις εδημιούργησε τον ουρανόν, την γην και την θάλασσαν και έπλασε τον άνθρωπον. Αυτήν ευλογώ και προσκυνώ· εις αυτόν τον ένα Θεόν επίστευσα, τον τρισυπόστατον και αιώνιον». Ταύτα ακούσας ο Ουρβανός είπε με προσποιητήν ημερότητα εις την Αγίαν· «Ιδού, τέκνον μου, ομολογείς τους τρεις θεούς· διατί λοιπόν αρνείσαι τους άλλους και δεν προσκυνείς όλους να σε κάμουν μακρόβιον»; Η δε είπεν εις αυτόν· «Μία θεότης υπάρχει, η Αγία Τριάς· μη λοιπόν με βιάζης να προσκυνήσω θεούς αλλοτρίους, ασύνετε· αλλά φέρε μοι δώρα αμίαντα, να προσφέρω εις τον αληθή Θεόν θυσίαν αναίμακτον, όστις με εστράτευσεν εις την αληθινήν στρατιάν του». Ο δε άγνωστος Ουρβανός δεν εγνώρισεν, ότι έλεγε δια τον ένα και μόνον Θεόν, αλλά νομίζων ότι δια τινα ψευδώνυμον έλεγε, κατέβη και της έστειλεν όσα του παρήγγειλεν. Έπειτα πάλιν του εμήνυσεν η Αγία με τας υπηρετρίας της ταύτα· «Απόστειλόν μοι, δέσποτα, χιτώνα άσπιλον και αμόλυντον, να προσφέρω εις τον βασιλέα των αιώνων με καθαράν καρδίαν θυμίαμα άμωμον, δια να μου συγχωρήση τας ανομίας μου». Όταν ενεδύθη το άσπιλον εκείνο φόρεμα η Αγία, ένιψε τας χείρας και το πρόσωπον και εκλείσθη εις το δωμάτιον· έπειτα εθυμίασε τον αληθή Θεόν και προσηύξατο προς αυτόν με δάκρυα λέγουσα· «Ο Θεός ο ουράνιος, ο Δεσπότης και ποιητής του κόσμου, όστις κατεδέχθης να φορέσης σώμα ανθρώπινον και να υπομείνης πάθος εκούσιον δια την σωτηρίαν μας, παρακαλώ την βασιλείαν σου, επάκουσόν μου και μη εγκαταλίπης με, ότι πολλά σοι ήμαρτον, προσκυνούσα εν αγνοία ακάθαρτα είδωλα. Εξάλειψον ως αγαθός και ελεήμων τας ανομίας μου και παράστηθί μοι εις τας τιμωρίας, τας οποίας πρόκειται να λάβω δια την ομολογίαν σου, και δος μοι δύναμιν να νικήσω τους πολεμίους μας, εις δόξαν του φοβερού και Αγίου σου ονόματος». Ταύτα της Αγίας λεγούσης, ήλθεν ουρανόθεν Άγιος Άγγελος και της λέγει· «Χαίροις νύμφη και συνώνυμε του Δεσπότου Χριστού, Χριστίνα αμόλυντε. Επήκουσεν ο Κύριος της δεήσεώς σου· λοιπόν ανδρίζου και κραταιούσθω η καρδία σου, ότι εις τρεις άρχοντας μέλλεις να παρουσιασθής δια να δοξασθή ο Θεός δια σου». Του λέγει η Αγία· «Δος μοι την σφραγίδα του Σωτήρος μου, να μη φοβηθώ τους εχθρούς του». Ο δε Άγγελος έκαμεν ευχήν εις αυτήν, δίδων δε την εν Χριστώ σφραγίδα, την ηυλόγησε και της έδωκε να φάγη άρτον ουράνιον. Η δε Αγία έφαγε και ηυχαρίστησε τον Κύριον. Κατά δε την νύκτα συνέτριψε με την αξίνην τους χρυσούς και αργυρούς θεούς, ήτοι τον Δία, τον Απόλλωνα, την Αφροδίτην και την Άρτεμιν· κατέβη δε από τον πύργον και διεμοίρασε το χρυσίον και το αργύριον εις πτωχούς, είτα πάλιν ανέβη. Το πρωϊ ανήλθεν ο πατήρ αυτής να προσκυνήση τα είδωλα, και δεν τα εύρεν· όθεν θυμωθείς, ηρώτα τας υπηρετρίας τι έγιναν. Αι δε είπον εις αυτόν· «Η θυγάτηρ σου τα συνέτριψε και τα έρριψε κάτω από το παράθυρον». Τότε προστάσσει να κόψουν τας κεφαλάς αυτών, την δε Αγίαν να δείρουν άσπλαγχνα έως να κουρασθούν οι δέροντες. Τότε την εμαστίγωσαν άνδρες δώδεκα τόσον έως ου εκουράσθησαν, και αυτοί μεν έπεσον χαμαί, η δε Αγία με την χάριν του Θεού μάλλον εδυναμώνετο· ονειδίζουσα δε τον πατέρα της έλεγεν· «Άτιμε και αναίσχυντε, εκείνοι όπου με βασανίζουν ητόνησαν, λοιπόν εάν έχουν οι θεοί σας δύναμιν, ας τους δώσουν βοήθειαν». Τότε ο Ουρβανός εθυμώθη διότι τον ύβριζεν, όθεν έδεσεν αυτήν από τον λαιμόν με άλυσον και την εφυλάκισεν. Έπειτα επήγεν εις την οικίαν του και έπεσεν από την λύπην του νήστις. Η δε γυνή του, ως ήκουσε τα βάσανα, τα οποία επέβαλεν εις την Αγίαν, επήγεν εις την φυλακήν κλαίουσα· πίπτουσα δε εις τους πόδας της Μάρτυρος έλεγεν· «Ελέησόν με την μητέρα σου, θύγατερ, και μη μου δώσης θλίψιν μεγαλυτέραν, ότι άλλο τέκνον δεν έχω και σε αγαπώ υπέρμετρα. Λοιπόν, σε παρακαλώ, μη προσκυνής Θεόν αλλότριον, να μη σε φονεύση ο πατήρ σου και τότε θα αποθάνω και εγώ από την θλίψιν μου». Η δε απεκρίνατο· «Μη με καλής θυγατέρα σου, διότι εγώ πατέρα έχω τον Δεσπότην Χριστόν, κατά την επωνυμίαν μου, ο οποίος μου δίδει την δύναμιν να καταπατήσω τους δαίμονας, τους οποίους προσκυνείτε και να λάβω δια την αγάπην του θάνατον». Όταν εγνώρισεν η γυνή το αμετάθετον της γνώμης της θυγατρός της, επέστρεψεν εις τον οίκον της και ανήγγειλε πάντα εις τον άνδρα της. Όστις έστειλε το πρωϊ στρατιώτας, και έφεραν την Αγίαν εις το Πραιτώριον και λέγει· «Λυπούμαι, Χριστίνα, διότι δεν έχω άλλο τέκνον· και δι’ αυτό σε παρακαλώ να προσκυνήσης τα είδωλα, ει δε και παρακούσης έως τέλους δεν θα σε λυπηθώ τελείως, ούτε θα σε ονομάσω θυγατέρα μου, αλλά θα σου δώσω τόσας τιμωρίας έως ότου να αναλύσω τας σάρκας σου». Η δε απεκρίνατο· «Μεγάλην χάριν μου κάμνεις, τύραννε, να μη με έχης πλέον ως τέκνον σου· ότι συ είσαι υιός διαβόλου και των λοιπών δαιμόνων συνήγορος». Τότε οργισθείς ο άσπλαγχνος προσέταξε να την κρεμάσουν και να ξεσχίσουν τας σάρκας της. Η δε έχαιρεν, όταν την εβασάνιζον, και έλεγεν· «Ευχαριστώ σοι, Θεέ επουράνιε, ότι με ηξίωσας να καθαρισθώ από τον ρύπον της ειδωλολατρίας με ταύτα τα βασανιστήρια». Πολλάκις δε ήρπαζεν ένα τεμάχιον από τας σάρκας της, τας οποίας εξέσχιζαν οι δήμιοι, και το έρριπτεν εις το πρόσωπον του πατρός λέγουσα· «Επεθύμησες να φάγης τας σάρκας μου, κληρονόμε της αιωνίου κολάσεως· λοιπόν φάγε να χορτάσης, αναίσχυντε». Ο δε έλεγεν· «Εάν δεν προσκυνήσης τους θεούς, θέλω σου δώσει άλλα χειρότερα κολαστήρια, από τα οποία δεν δύναται να σε λυτρώνη εκείνος, όστις εσταυρώθη από τους Ιουδαίους, ταλαίπωρε». Του λέγει η Αγία· «Τι βλασφημείς, άνομε; Δεν ηξεύρεις, ότι αυτός ήλθεν από τους ουρανούς, και θεληματικώς εσταυρώθη, δια να μας λυτρώση από την κόλασιν»; Τότε προσέταξεν ο τύραννος να φέρουν ένα τροχόν, εις τον οποίον έδεσαν την Αγίαν· ανάψαντες δε πυρ υποκάτω, έχυναν έλαιον, δια να την βασανίζουν χειρότερα. Η δε Μάρτυς, αναβλέψασα προς τον ουρανόν, έλεγε· «Κύριε Ιησού Χριστέ, όστις βοηθείς τους φοβουμένους σε, μη με εγκαταλίπης την δούλην σου, αλλά δείξον και τώρα εις εμέ τα θαυμάσιά σου, δια να μη χαρή ο ασεβής τύραννος». Τότε διεσκορπίσθη το πυρ και κατέκαυσε θαυμασίως πολλούς Έλληνας. Όθεν εξήλθεν η Αγία από τον τροχόν, την ηρώτα δε πάλιν ο ασύνετος λέγων· «Τις σου έμαθε τοιαύτας μαντείας και δεν δύναται να σε κυριεύση το πυρ»; Τότε πάλιν η Μάρτυς τον ύβρισεν ως μάταιον και ασύνετον. Βλέπων δε ούτος ότι δεν ηδύνατο να την καταβάλη, την εφυλάκισε και δεν της έδωσε να φάγη, δια να αποθάνη από την πείναν σύντομα. Ο δε ουράνιος Πατήρ αυτής, ως φιλόστοργος, δεν την αφήκεν ανεπιμέλητον, αλλ’ απέστειλε τρεις Αγγέλους και της έφεραν τροφήν σωτήριον, το δε σώμα της εθεράπευσαν. Όθεν ηυχαρίστει τον Δεσπότην όλην εκείνην την ημέραν και ηύχετο. Όταν ενύκτωσεν, απέστειλεν ο πατήρ αυτής πέντε δούλους, οίτινες έδεσαν εις τον λαιμόν της μεγάλην πέτραν και την έρριψαν εις το πέλαγος. Οι δε Άγιοι Άγγελοι την εδέχθησαν, και επεριπάτει επάνω του ύδατος χαίρουσα· ότι ο μεν λίθος ελύθη και εβυθίσθη, αυτή δε εδόξαζε τον Κύριον λέγουσα· «Ευχαριστώ σοι, Θεέ Παντοδύναμε, και παρακαλώ σε κάμε μου και ταύτην την χάριν σήμερον, να λάβω τώρα το άγιον Βάπτισμα εις ταύτα τα ύδατα, εις άφεσιν των αμαρτημάτων μου». Ταύτα ειπούσα, ήλθε φωνή εκ των ουρανών λέγουσα· «Επήκουσά σου την δέησιν». Ομού δε μετά της φωνής ήλθε και νεφέλη φωτεινή, βλέπει δε έμπροσθεν αυτής τον Δεσπότην Χριστόν με βασιλικήν πορφύραν και στέφανον, κύκλω δε αυτού παρίσταντο Άγιοι Άγγελοι, υμνολογούντες με ευωδίαν θυμιαμάτων θαυμάσιον. Ως δε είδεν η Αγία τον Κύριον, εφοβήθη και έπεσε πρηνής. Ο δε Σωτήρ ήγειρεν αυτήν, και της λέγει· «Εγώ είμαι ο Χριστός, Χριστίνα, όστις φωτίζω τους επικαλουμένους με, και ήλθα να σε λυτρώσω από την πλάνην των ειδώλων, καθώς εζήτησας». Τότε την κατέδυσεν εις την θάλασσαν, λέγων· «Βαπτίζω σε, Χριστίνα, εις το όνομα του Πατρός μου και εις εμέ τον Υιόν του, και εις το Πνεύμα το Άγιον». Ταύτα ειπών ο Δεσπότης την παρέδωκεν εις τον αρχιστράτηγον Μιχαήλ, λέγων· «Δώσε εις αυτήν την σφραγίδα μου, κάμε την λαμπροφόρον και οδήγησον εις την ξηράν». Ούτως ο μεν Κύριος επανήλθεν εις τα ουράνια, η δε Αγία ευρέθη αβλαβής εις την πόλιν αυτής, πλησίον εις τον πατρικόν της οίκον. Όταν λοιπόν εξημέρωσεν, είδεν αυτήν προσευχομένην ο τύραννος, και νομίζων ότι δεν την έρριψαν οι δούλοι του εις την θάλασσαν, ήθελε να τους θανατώση ο μάταιος αδίκως. Ομολογήσαντες όμως εκείνοι το θαυμάσιον, ηρώτησεν αυτήν λέγων· «Ειπέ μοι, Χριστίνα, με ποίας μαντείας ενίκησες και την θάλασσαν»; Η δε απεκρίνατο· «Δεν βλέπεις, τετυφλωμένε και ανόητε, ότι έλαβον χάριν από τον Χριστόν μου και εξαναγεννήθην σήμερον»; Τότε προστάσσει να την φυλακίσουν εκ νέου δια να την αποκεφαλίση την επαύριον. Η δε Αγία έκαμεν ευχήν προς τον Χριστόν λέγουσα· «Υιέ του Θεού του ζώντος, όστις με εφώτισας με το λουτρόν της αναγεννήσεως, απόδος του πατρός μου ταύτην την νύκτα κατά τα έργα του· δώσε εις αυτόν τον πρέποντα θάνατον, διότι μελετά να με θανατώση αύριον». Ούτω μεν η Αγία προσηύξατο. Ο δε Κύριος την αίτησίν της επλήρωσε. Όθεν βασανισθείς πολλά την νύκτα εκείνην δικαίως ο άδικος και κακός κακώς απέθανεν. Η δε Μάρτυς έμεινεν ολίγον καιρόν απείραστος, ευχαριστούσα τον Κύριον, ότι ελύτρωσεν αυτήν από τον τύραννον. Μετά τινας ημέρας έγινεν άλλος άρχων εις την αξίαν του πατρός αυτής, Δίων ονομαζόμενος. Όστις αναγνώσας τα υπομνήματα της Μάρτυρος, επρόσταξε να την φέρουν εις το κριτήριον. Βλέπων δε την ωραιότητα του προσώπου της, ήρχισε να την κολακεύη λέγων· «Επάκουσόν μου, τέκνον, και θυσίασον εις τους θεούς, ίνα λυτρωθής από διάφορα κολαστήρια, θα γράψω δε του βασιλέως δια σε, ότι είσαι από γένος βασιλικόν, να σε υπανδρεύση με μεγάλον άρχοντα, να περάσης ζωήν ευφρόσυνον. Εάν όμως μου παρακούσης, θέλω σου δώσει τοιαύτα κολαστήρια, ώστε να μη δυνηθή ο Θεός σου να σε λυτρώση από τας χείρας μου». Η δε Αγία απεκρίνατο λέγουσα· «Ούτε τας απειλάς σου φοβούμαι, ούτε νικώμαι από τας μιαράς κολακείας σου, ότι ο Θεός μου δύναται να με λυτρώση από τας τιμωρίας σου». Τότε προστάσσει να την δείρουν άσπλαγχνα. Υπέμεινε δε η Αγία τας βασάνους καρτερικώς και ενέπαιζε τον τύραννον, ούτω λέγουσα· «Με τοιαύτα μέσα νομίζεις, ότι θα με νικήσης, αδύνατε; Εάν δύνασαι, κόλασόν με χειρότερα, ότι αυτά μοι φαίνονται ως παίγνια».Τότε θυμωθείς ο άρχων προσέταξε και έφεραν σκάφην σιδηράν, εις την οποίαν έβαλαν πίσσαν, ρητίνην και έλαιον· βαλόντες δε πυρ υποκάτω, έρριψαν εντός αυτής την Μάρτυρα, την έβραζαν δε ώραν πολλήν, περιστρέφοντες αυτήν με σιδηράς σούβλας, δια να λύσουν αι σάρκες της. Η δε Μάρτυς υπέμεινε μεγαλοψύχως και ταύτην την φοβεράν βάσανον, ευχαριστούσα τον Κύριον. Τότε ο τύραννος την συνεβούλευσε πάλιν λέγων· «Βλέπεις, Χριστίνα, ότι οι θεοί σε σπλαγχνίζονται και σου ελαφρύνουν την παίδευσιν; Γνώρισον την ευεργεσίαν και θυσίασον εις αυτούς». Του λέγει η πάνσεμνος· «Την δύναμιν του Χριστού μου αναφέρεις εις τους μιαρούς σου θεούς, αφρονέστατε και αναίσθητε; Πως δύνανται να βοηθήσουν τους ζώντας οι τυφλοί και άλαλοι»; Οργισθείς εις ταύτα ο άρχων προσέταξε να ξυρίσουν την κεφαλήν της, να την παιδεύσουν γυμνήν και να την πομπεύσουν εις όλην την πόλιν με καταφρόνησιν· αφού δε έπραξαν καθώς προσετάχθησαν την εφυλάκισαν. Την επομένην έφεραν πάλιν την Αγίαν εις το κριτήριον, και λέγει προς αυτήν ο τύραννος· «Ας υπάγωμεν εις τον ναόν, να προσκυνήσης τον ουράνιον θεόν Απόλλωνα». Η δε απεκρίνατο· «Καλώς είπες, να προσκυνήσω Θεόν τον ουράνιον». Τότε ο άρχων εχάρη, νομίζων ότι το είδωλον είπε να προσκυνήση· την ωδήγησαν λοιπόν εις τον ναόν με τιμήν ανείκαστον. Προσηύξατο τότε η Αγία εις τον αληθή Θεόν, ταύτα λέγουσα· «Κύριε ο Θεός ο ουράνιος, ο ποιητής πάσης της κτίσεως, επάκουσόν μου της δούλης σου και πρόσταξον να μετατοπισθή τούτο το είδωλον, να εξέλθη από τον ναόν τεσσαράκοντα βήματα». Παρευθύς τότε, προς έκπληξιν και θαυμασμόν των ορώντων, εξήλθεν έξω το άψυχον άγαλμα και εστάθη εις τον τόπον, όπου η Μάρτυς προσέταξε. Ταύτα βλέπων ο άρχων και φοβηθείς, έπεσεν ευθύς επί πρόσωπον· είτα πάλιν εσηκώθη έντρομος, και λέγει εις την Μάρτυρα· «Ηδυνήθησαν αι μαγείαι σου να μετατοπίσουν τον μέγαν θεόν Απόλλωνα»; Η δε Αγία ελυπήθη εις την αναισθησίαν του άρχοντος και του λέγει· «Δεν εντρέπεσαι, μωρέ και ανόητε τύραννε, να ονομάζης θεόν την απώλειαν των πολλών Απόλλωνα; Εγώ να τον προστάξω τώρα να απολεσθή ο Απόλλων σου». Τότε λέγει προς το μιαρόν είδωλον· «Σε προστάσσω, εν τω ονόματι του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, να πέσης εις την γην να γίνης συντρίμματα». Παρευθύς τότε επήκουσεν ο ψευδώνυμος θεός εις την Αγίαν και πίπτων συνετρίβη. Οι δε παρόντες, ιδόντες τοιούτον φρικτόν και εξαίσιον θέαμα, εδόξαζον τον Χριστόν ως Θεόν παντοδύναμον, επίστευσαν δε εις αυτόν τρεις χιλιάδες ανθρώπων. Ο δε άρχων από την λύπην του έμεινεν άφωνος και απέθανεν· ο δε συγκάθεδρός του εφυλάκισε την Αγίαν έως να ψηφίσουν έτερον άρχοντα. Μεθ’ ημέρας τινάς έγινεν άλλος άρχων, Ιουλιανός ονόματι, όστις ακούσας δια την Μάρτυρα, προσέταξε να την φέρουν εις το κριτήριον· τούτου δε γενομένου πρώτον εδοκίμασε να την διαστρέψη με κολακείας και απειλάς, αλλά μη δυνηθείς, εξέκαυσεν ημέρας τρεις κάμινον, ρίψαντες δε αυτήν έσω, την αφήκαν ημέρας πέντε, χρίοντες έξωθεν επιμελώς την κάμινον, δια να μη εξέρχεται η θερμότης τελείως. Η δε Μάρτυς έψαλλε με τους Αγίους Αγγέλους έσωθεν, δοξάζουσα και ευχαριστούσα μεγαλοφώνως τον Κύριον. Ακούοντες δε τας φωνάς αυτής οι στρατιώται, οι οποίοι εφύλαττον την κάμινον, εφοβήθησαν και ανήγγειλαν το γενόμενον εις τον άρχοντα. Όθεν εκείνος προσέταξε να ανοίξουν την έκτην ημέραν την κάμινον, εξήλθε δε τότε η Αγία σώα, ώσπερ να ήτο εις λουτρόν. Λέγει τότε προς αυτήν ο τύραννος· «Ειπέ μας, Χριστίνα, και ομολόγησον τας μαντείας σου, ει δε μη σήμερον σου δίδω κακόν θάνατον». Η δε απεκρίνατο· «Δεν σε φοβούμαι ποσώς, λύκε άρπαξ, όθεν κάμε εις εμέ ει τι δύνασαι, ότι έχω τον ουράνιον Θεόν βοηθούντα μοι». Τότε προσέταξε τον επιμελητήν των θηρίων ο θηριόγνωμος και των θηρίων αναισθητότερος να φέρη δύο ασπίδας, δύο εχίδνας και δύο όφεις, ήσαν δε και τα εξ ταύτα φοβερά και θανάσιμα, τα οποία αφήκαν κατά της Αγίας· αλλ’ όχι μόνον δεν την έβλαψαν, μάλιστα και ευσπλαγχνίαν της έδειξαν, διότι αι μεν ασπίδες έλειχον τους πόδας της, οι δε όφεις τον ιδρώτα εσπόγγιζον, ότι δια τον Χριστόν ηγωνίζετο. Ο δε των θηρίων θηριωδέστατος τύραννος εθυμώνετο ταύτα βλέπων, και έλεγε προς τον υπηρέτην των θηρίων να τα ερεθίση να σπαράξουν την Μάρτυρα. Θέλων δε εκείνος να κάμη το προστασσόμενον, ηγριώθησαν ταύτα κατ’ αυτού, του επιμελητού αυτών, και τον εθανάτωσαν. Τότε η Αγία τα μεν θηρία προσέταξε να αναχωρήσουν από την πόλιν, χωρίς να βλάψουν κανένα άνθρωπον, προς τον δοτήρα δε της ζωής εδέετο λέγουσα· «Δέσποτα ζωοδότα, Κύριε Ιησού Χριστέ, ο εγείρας εκ νεκρών τον Λάζαρον, επάκουσόν μου της δούλης σου και ανάστησον τούτον τον άνθρωπον, δια να δοξασθή το Πανάγιόν σου όνομα, και να πιστεύσουν οι περιεστώτες, ότι συ είσαι μόνος Θεός, ο ποιών θαυμάσια». Τότε ήλθεν από τους ουρανούς φωνή λέγουσα· «Χριστίνα, ευλογημένη δούλη μου, εγώ ο Θεός σου είμαι μετά σου, και ό,τι ζητήσεις να γίνεται». Τότε εσφράγισε τον νεκρόν η Αγία λέγουσα· «Εις το όνομα του Δεσπότου Χριστού έγειραι». Παρευθύς τότε ανεστήθη ο νεκρός και ηυχαρίστει τον Θεόν και την Μάρτυρα. Ο δε τετυφλωμένος τύραννος, νομίζων μαγείαν το θαυματούργημα, πρόσταξε να κόψουν τους μαστούς της Αγίας ο άσπλαγχνος. Αύτη δε η μακαρία ωνείδιζεν αυτόν λέγουσα: «Ω άπιστε και λιθόκαρδε, δεν βλέπεις ότι ρέει γάλα από τας πληγάς αντί αίματος; Απιστείς εις τόσας θαυματουργίας, άπιστε»; Έπειτα αναβλέψασα προς τον ουρανόν έλεγεν· «Ευχαριστώ σοι, Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, ότι με ηξίωσας να πάθω ταύτα δια την αγάπην σου, με τα οποία εκαθαρίσθη ο ρύπος της εμής ψυχής και του σώματος. Ηξεύρω ότι αύριον τελειώνω τον αγώνα μου, ίνα λάβω τον έφθαρτον στέφανον». Τότε την εφυλάκισαν, επήγαν δε εκεί γυναίκες πολλαί και την επαρηγορούσαν, συμπάσχουσαι εις τους πόνους της. Η δε Αγία εδίδαξεν αυτάς, και πολλαί επίστευσαν εις τον Χριστόν δι’ αυτής. Την πρωϊαν της επομένης προσέταξεν ο τύραννος να φέρουν την Αγίαν εις το μέσον, και της λέγει: «Προσκύνησον τους θεούς, ει δ’ άλλως σήμερον θέλω σου δώσει τον πρέποντα θάνατον». Η δε απεκρίνατο: «Σήμερον και συ απόλλυσαι και υπάγεις εις την αιώνιον κόλασιν». Τότε προσέταξεν ο τύραννος να κόψουν την γλώσσαν της. Η δε Αγία προσηύξατο λέγουσα· «Ευχαριστώ σοι, Θεέ μου, ότι δεν με εγκατέλιπες εκ κοιλίας μητρός μου. Ο θησαυρός πάσης αγαθότητος, επίβλεψον επ’ εμέ, ότι ήλθεν ο καιρός της αναπαύσεώς μου· πρόσταξον όθεν να τελειώσω τον δρόμον εις τούτο το στάδιον». Τότε ήλθε φωνή από τους ουρανούς λέγουσα· «Χριστίνα άμωμε, έχε θάρρος, ότι πολλά υπέμεινας δι’ εμέ, όθεν και πολλή απόλαυσις σε αναμένει, η Βασιλεία των ουρανών ηνέωκται, και οι Άγγελοι σε αναμένουν. Λοιπόν ελθέ να λάβης τον ητοιμασμένον σοι στέφανον». Όταν δε έκοψαν την γλώσσαν της, την επήρεν η Αγία εις την δεξιάν χείρα της και την έρριψεν εις το πρόσωπον του άρχοντος και παρευθύς τον ετύφλωσε, φωνή δε εξήλθεν από το στόμα της Μάρτυρος προς τον τύραννον λέγουσα· «Ιουλιανέ άτιμε, επειδή απέκοψας την γλώσσαν, ήτις ευλογεί τον Κύριον, έχασες και συ το φως σου δικαίως, άδικε». Τότε ο τυφλός προσέταξε δύο στρατιώτας, ομογνώμους αυτού και ομόφρονας, να την θανατώσωσι. Και ο μεν εις την επλήγωσεν εις την καρδίαν, ο δε έτερος εις την πλευράν και ούτως ετελειώθη η Αγία· ο δε τύραννος, πηγαίνων εις τον οίκον του, ήλθεν εις αυτόν οργή από τον Θεόν και απέθανε με μεγάλην βάσανον και τιμωρίαν· βλέπων δε τα θαύματα της Αγίας Μάρτυρος εις συγγενής της επίστευσεν εις τον Χριστόν, και έκτισεν επ’ ονόματι αυτής Εκκλησίαν, εις την οποίαν απέθεσε το τίμιον αυτής και σεβάσμιον λείψανον· ετελειώθη δε η Αγία κατά την εικοστήν τετάρτην (24) του Ιουλίου ημέραν Πέμπτην, εις δόξαν Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος της Ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2734
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΕ΄ (25η) Ιουλίου, η Κοίμησις της Αγίας ΆΝΝΗΣ, μητρός της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΕ΄ (25η) Ιουλίου, η Κοίμησις της Αγίας ΆΝΝΗΣ, μητρός της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου.

Άννα, η κατά σάρκα γενομένη προμήτωρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, κατήγετο εκ της φυλής του Δαβίδ, θυγάτηρ Ματθάν του ιερέως και Μαρίας της γυναικός αυτού. Ο Ματθάν ιεράτευε κατά τους χρόνους Κλεοπάτρας και Σαπώρου βασιλέως Περσών, προ του Ηρώδου του υιού Αντιπάτρου, έχων τρεις θυγατέρας, Μαρίαν, Σοβήν και Άνναν, εκ των οποίων η μεν Μαρία υπανδρεύθη εις την Βηθλεέμ και εγέννησε Σαλώμην την μαίαν, η δε Σοβή υπανδρεύθη και αυτή εις την Βηθλεέμ και εγέννησε την Ελισάβετ, η δε Άννα υπανδρεύθη εις την Γαλιλαίαν και εγέννησε Μαρίαν την Θεοτόκον· ώστε η Σαλώμη, η Ελισάβετ και η Θεοτόκος Μαρία είναι θυγατέρες μεν τριών αδελφών, πρώται δε εξαδέλφαι μεταξύ των. Η Αγία Άννα λοιπόν, αφού εγέννησε την Θεοτόκον Μαρίαν, ήτις υπήρξεν η σωτηρία όλου του κόσμου, και αφού απεγαλάκτισεν αυτήν, την αφιέρωσεν εις τον Ναόν του Θεού, ως καθαρόν και άμωμον δώρον, διανύσασα δε την ζωήν της με νηστείας, προσευχάς και ελεημοσύνας προς τους πτωχούς, εν ειρήνη προς Κύριον εξεδήμησε. Τελείται δε η αυτής σύναξις και εορτή εις τόπον καλούμενον Δεύτερον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2734
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΣΤ΄ (26η) Ιουλίου, μνήμη της Αγίας ενδόξου και πανευφήμου Οσιομάρτυρος του Χριστού ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΣΤ΄ (26η) Ιουλίου, μνήμη της Αγίας ενδόξου και πανευφήμου Οσιομάρτυρος του Χριστού ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ.

Παρασκευή η πανεύφημος Οσιομάρτυς του Χριστού εγεννήθη εν ταις ημέραις του βασιλέως Αδριανού· πατήρ αυτής ήτο ευσεβής τις Ορθόδοξος Χριστιανός, πλούσιος κατά πολλά, Αγάθων λεγόμενος, έχων γυναίκα και αυτήν Χριστιανήν, Πολιτείαν καλουμένην· διέμενον δε εις τι προάστιον της μεγαλοπόλεως Ρώμης. Πλην παρ’ όλας τας καλωσύνας και ελεημοσύνας, τας οποίας είχον, δεν είχον τέκνον, ούτε άρσεν, ούτε θήλυ, και δια τούτο ήσαν πάντοτε λυπημένοι, όπως κάλλιστα γνωρίζουν όσοι έχουν τοιαύτην λύπην. Παρεκάλουν όθεν και οι δύο τον Θεόν να τους δώση τέκνον, ουχί μόνον δια την κληρονομίαν του πολλού πλούτου, τον οποίον είχον, αλλά μάλλον δια την διαδοχήν του γένους αυτών. Ο δε Πανάγαθος Θεός, όστις ποιεί το θέλημα των φοβουμένων αυτών και της δεήσεως αυτών εισακούει, ως λέγει και ο Προφήτης Δαβίδ, επήκουσε της δεήσεως αυτών. Όθεν μετ’ ολίγας ημέρας συλλαβούσα η Πολιτεία εγέννησε την Αγίαν ταύτην εν τη έκτη ημέρα της εβδομάδος· δια τούτο και όταν εβάπτισαν αυτήν, εκάλεσαν το όναμά της Παρασκευήν. Αύτη εκ πρώτης ηλικίας εδείκνυεν οποία τις θέλει γίνει εις το ύστερον· διότι δεν έπαιζεν ατάκτως, όπως την σήμερον ημέραν τα μωρά κοράσια, ουδέ εις απρεπή παίγνια ησχολείτο, ουδέ ηκούετο αργολογία ή μωρολογία εκ του στόματος αυτής, αλλ’ επαιδεύετο υπό της μητρός αυτής Πολιτείας εις παν έργον θεάρεστον, καθώς πρέπει να παιδεύωσιν αι μητέρες τας θυγατέρας. Εις την ανατροφήν δε και παίδευσιν, την οποίαν είχεν η Αγία, έμαθε και τα ιερά γράμματα· δια τούτο δεν έλειπεν από την Εκκλησίαν, ουδέ την είδε ποτέ άνθρωπος να μη κρατή βιβλίον εις τας χείρας της, παρεκτός μόνον όταν έτρωγεν ή έκαμνεν υπηρεσίαν αναγκαίαν του σώματος. Ηγάπα δε κατά πολλά την παρθενίαν, κατά μίμησιν της Υπεραγίας Θεοτόκου, δια τούτο δε όχι μόνον τους οφθαλμούς, οι οποίοι είναι οδός του έρωτος, εφύλαττεν από θεωρίαν ανδρών, αλλά και το στόμα από αισχρολογίαν και την ακοήν από απρεπείς ακροάσεις. Ακούετε, όσαι είσθε παρθένοι, και μάθετε πως πρέπει να παρθενεύετε· διότι, όχι μόνον εκείνη η οποία παρθενεύει κατά το σώμα, εκείνη λέγεται καθολικά παρθένος, αλλ’ εκείνη ήτις είναι και κατά την ψυχήν καθαρά, και δεν έχει εις τον λογισμόν της αισχράς ενθυμήσεις, αυτή είναι η πραγματική παρθένος. Ακούσατε και όσαι έχετε άνδρας, πως λέγει ο Απόστολος Παύλος εις το δεύτερον Κεφάλαιον της προς Τιμόθεον πρώτης επιστολής αυτού. «Μετά αιδούς και σωφροσύνης κοσμείν εαυτάς μη εν πλέγμασιν ή χρυσώ ή μαργαρίταις ή ιματισμώ πολυτελεί, αλλ’ ο πρέπει γυναιξίν επαγγελλομέναις θεοσέβειαν, δι’ έργων αγαθών»· ήτοι να μη χρησιμοποιήτε καλυντικά, ουδέ να στολίζεσθε με χρυσαφικά και με μαργαριτάρια ούτε πολυτελή ενδύματα, αλλά να είσθε τιμημέναι και σώφρονες, καθώς πρέπει εις τας γυναίκας των Χριστιανών, αίτινες θέλουν να αρέσουν εις τον Χριστόν, με έργα αγαθά και όχι με στολίδια. Ακούετε όσαι έχετε θυγατέρας ανυπάνδρους, πως πρέπει να τας παιδεύετε, όχι να γίνεσθε σεις κακόν παράδειγμα εις αυτάς, αλλά να είσθε τύπος και παράδειγμα των θυγατέρων σας προς παν έργον θεάρεστον· διότι, όταν σεις ομιλήτε λόγους, οι οποίοι μολύνουσι τας ψυχάς των απλών παρθένων, όταν δεν αγαπάτε την εργασίαν του οίκου, όταν αντιλέγετε εις τους συζύγους σας, όταν παρακύπτετε συχνάκις εκ των παραθύρων, όταν αγαπάτε τον οίνον, όταν σεις δεν έχετε καμμίαν ευλάβειαν ουδέ κρατήτε την γλώσσαν, πόθεν άλλοθεν θα μάθωσιν αι μικραί κόραι την καλήν συμπεριφοράν αφού δεν εξέρχονται έξω του οίκου; Αλλ’ η Αγία αύτη Παρασκευή δεν ήτο τοιαύτη, ουδέ επαιδεύθη τοιουτοτρόπως υπό της μητρός αυτής, ουδέ είχε την ωραιότητά της και το κάλλος της εις έρωτας νέων ατάκτων, οίτινες περιέρχονται με κυνικήν αναίδειαν, που να ίδωσι καμμίαν κόρην, ουδέ έκυπτεν από τα παράθυρα να αγρεύση τας ψυχάς των ανδρών, αλλά πάντοτε εν έργον είχεν απαραίτητον· το να στολίζη την ψυχήν της με νηστείαν, με εγκράτειαν, με σιωπήν, με προσοχήν, με παρθενίαν, με ελεημοσύνην και με παν έργον θεάρεστον. Πολλοί άρχοντες του καιρού εκείνου επεθύμησαν να την λάβωσι νύμφην εις τους υιούς αυτών, και δια τον πατρικόν της πλούτον και δια την καλλονήν της, το δε περισσότερον δια την σωφροσύνην της, αλλά αυτή αγαπώσα την παρθενίαν και θέλουσα να μείνη καθαρά και αμόλυντος νύμφη του Χριστού δεν ήθελε να ακούση περί υπανδρείας. Ταύτα δε βλέποντες οι γονείς αυτής έχαιρον δοξάζοντες και ευχαριστούντες τον Θεόν, όστις τους εχάρισε τοιούτον τέκνον ευλογημένον. Όταν δε εγένετο η Αγία είκοσι ετών, απέθανον οι γονείς αυτής και έμεινεν ο πολύς πλούτος εκείνος εις τας χείρας της· παρευθύς δε τότε έδειξε την αγαθήν της προαίρεσιν, διότι δεν τον εχρησιμοποίησεν εις αναπαύσεις του σώματος ουδέ εις φαγοπότια και στολίδια· αλλά ακούσασα τον Χριστόν, όστις λέγει εις το δωδέκατον Κεφάλαιον του κατά Λουκάν αγίου Ευαγγελίου: «Πωλήσατε τα υπάρχοντα υμών και δότε ελεημοσύνην· ποιήσατε εαυτοίς βαλάντια μη παλαιούμενα, θησαυρόν ανέκλειπτον εν τοις ουρανοίς», εμοίρασεν αυτόν όλον εις τους έχοντας ανάγκην και εις τους πτωχούς υπέρ του ονόματος αυτού. Έπειτα επήγεν εις Μοναστήριον γυναικών, και εφόρεσε το μοναχικόν σχήμα, εκεί δε έκαμε καιρόν ικανόν, εν πάση υποταγή και ταπεινώσει, δουλεύουσα εις τον Θεόν και εις την προεστώσαν του Μοναστηρίου. Αλλ’ επειδή ηγάπα να μαρτυρήση υπέρ του ονόματος του Χριστού, δια τούτο, λαβούσα την ευχήν της Ηγουμένης και των άλλων μοναζουσών ως αγαθόν συνοδοιπόρον, εξήλθε του Μοναστηρίου δια να κηρύξη κατά πάσαν πόλιν και χώραν το όνομα του αληθινού Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Την εποχήν εκείνην ήτο βασιλεύς της παλαιάς Ρώμης ο Αντωνίνος ο επιλεγόμενος ευσεβής, όστις ήτο ακόμη τότε ειδωλολάτρης. Ούτος εγένετο βασιλεύς μετά τον Αδριανόν εις τους 140 περίπου χρόνους από της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού. Κηρύττουσα λοιπόν η Αγία, πολλοί των Ελλήνων και Ιουδαίων ακούοντες τους λόγους αυτής επέστρεψαν εις θεογνωσίαν· οι δε Ιουδαίοι οι ευρεθέντες εις μίαν πόλιν, όπου εκήρυττεν η Αγία, φθονερόν γένος ως είναι πάντοτε και εχθρότατον των Χριστιανών, βλέποντες τους Χριστιανούς πληθυνομένους και την θρησκείαν αυτών ατιμαζομένην και υβριζομένην, προσελθόντες εις τον βασιλέα Αντωνίνον διέβαλον την Αγίαν λέγοντες· «Βασιλεύ πολυχρονεμένε, οι μεν άλλοι πάντες πείθονται εις το πρόσταγμα της βασιλείας σου, γυνή δε τις, ονόματι Παρασκευή, κηρύττει τον Ιησούν, τον υιόν της Μαρίας, τον οποίον εσταύρωσαν οι πατέρες ημών ως πλάνον και αντίθεον, και λέγει, ότι αυτός είναι μόνος Θεός αληθινός, οι δε υπό της βασιλείας σου προσκυνούμενοι θεοί είναι ξύλα κωφά και αναίσθητα». Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς Αντωνίνος όλος επλήσθη θυμού, και παρευθύς αποστείλας στρατιώτας έφερε την Αγίαν έμπροσθεν αυτού· ως δε είδε την ωραιότητα αυτής, όλως εξεπλάγη και ήρχισε με κολακείας λέγων προς αυτήν· «Ω Παρασκευή, εγώ, μα την δύναμιν των μεγάλων θεών, επαινώ την νεότητά σου, και δια τούτο σε συμβουλεύω να θυσιάσης εις τους θεούς, οι οποίοι σου έδωκαν την ωραιότητα ταύτην· διότι εάν μεν ποιήσης, καθώς σου λέγω, θέλω σου δώσει πολλάς δωρεάς· εάν δε θέλης να σταθής εις το θέλημά σου και να φανής εναντία των ημετέρων προσταγμάτων, ήξευρε, ότι θέλω σε τιμωρήσει με βάσανα, τα οποία και μόνον εξ ακοής και θεωρίας καταπλήττουσι τον άνθρωπον, όχι μάλιστα και να τα πάθη». Τοιαύτα και άλλα περισσότερα έλεγεν ο βασιλεύς κολακεύων την Αγίαν· αλλά αυτή σημειώσασα εις εαυτήν το σημείον του Τιμίου Σταυρού απεκρίθη προς αυτόν· «Μη νομίσης, ω βασιλεύ, ότι με τας τοιαύτας κολακείας ή με τας τοιαύτας απειλάς θέλω αρνηθή εγώ τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν, διότι δεν υπάρχει καμμία βάσανος ούτε τιμωρία ούτε παίδευσις, ήτις να με χωρίση από την αγάπην του». Ως ήκουσε ταύτα ο βασιλεύς διέταξε τους στρατιώτας μετά μεγάλου θυμού να καύσωσι περισσώς μίαν περικεφαλαίαν σιδηράν, έως ου να κοκκινίση και τότε να την βάλωσιν εις την κεφαλήν της Αγίας· αλλά ο Θεός, όστις εφύλαξε ποτε τους τρεις Παίδας εν τη καμίνω και δεν εχωνεύθησαν υπό του πυρός, αυτός και τότε εθαυματούργησεν εις την Αγίαν· διότι ήθελε τις ειπεί, ότι, ως να είχε ψυχράν δρόσον εις την κεφαλήν της, τοιουτοτρόπως ελογίσθη τούτο η Αγία. Πολλοί δε των παρισταμένων Ελλήνων, ιδόντες τούτο το παράδοξον θαύμα, επίστευσαν ευθύς εις τον Χριστόν· τους οποίους ο βασιλεύς διέταξε να θανατώσωσι δια διαφόρων θανάτων· άλλους μεν να αποκεφαλίσουν, άλλους δε να κατακαύσουν, άλλους να πνίξουν εις τον ποταμόν της Ρώμης Τίβεριν, άλλων δε να αφαιρέσουν το δέρμα. Και τούτους μεν τοιουτοτρόπως τους ετιμώρησε, την δε Αγίαν διέταξε να την βάλωσιν εις φυλακήν, έως να συλλογισθή με ποίον τρόπον να βασανίση και να θανατώση αυτήν. Αφού δε η Αγία εκλείσθη εις το δεσμωτήριον, εδέετο μετά δακρύων του Κυρίου λέγουσα· «Φύλαξόν με, Κύριε, εις την αληθινήν πίστιν σου, και λύτρωσαί με εκ των σκανδάλων του εχθρού, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου». Κατά δε το μεσονύκτιον εφάνη εις αυτήν Άγγελος Κυρίου έχων εις τας χείρας Σταυρόν φωτεινόν, και κάλαμον και σπόγγον και στέφανον, και λέγει εις αυτήν· «Χαίροις, Παρασκευή, αθληφόρε του Κυρίου. Μη φοβού τας βασάνους των τυράννων· διότι ο Κύριος ημών, ο οποίος κατεδέξατο να σταυρωθή δια την σωτηρίαν των ανθρώπων και να στεφανωθή με ακάνθινον στέφανον, αυτός μέλλει να είναι βοηθός σου, δια να σε λυτρώση από πάντα πειρασμόν επερχόμενον εις σε». Και ο μεν Άγγελος ταύτα ειπών προς την Αγίαν, και λύσας αυτήν εκ των δεσμών, απήλθεν εις τους ουρανούς· η δε Αγία, ακούσασα τους λόγους του Αγγέλου, διετέλεσε προσευχομένη έως ου εγένετο ημέρα. Το δε πρωϊ διέταξεν ο βασιλεύς να φέρουν την Αγίαν έμπροσθεν αυτού· απελθόντες δε οι στρατιώται να φέρωσι την Αγίαν, ως είδον αυτήν λελυμένην των δεσμών, εξεπλάγησαν· ότε δε παρέστησαν αυτήν, είπεν ο βασιλεύς: «Άραγε, ω Παρασκευή, εσωφρονίσθης από την χθεσινήν τιμωρίαν ή ακόμη επιμένεις εις την αυτήν μωρίαν»; Η δε Αγία απεκρίνατο· «Τι νομίζεις, ασεβέστατε βασιλεύ, με τοιαύτας τιμωρίας να σαλεύσης τον στερρόν πύργον της ψυχής μου; Ευκολώτερον είναι να μαλάξης τον σίδηρον, παρά να μετατρέψης τον αγαθόν μου λογισμόν· ει δε και θέλης, δοκίμασόν με, ίνα ίδης την δύναμιν του Χριστού μου». Ως δε ήκουσε ταύτα ο βασιλεύς, όλος ηλλοιώθη εκ του θυμού αυτού, και παρευθύς προστάττει τους στρατιώτας να κρεμάσωσι την Αγίαν εκ των τριχών της κεφαλής εις ένα όρθιον ξύλον, έπειτα να λάβωσι λαμπάδας ανημμένας και με εκείνας να κατακαίωσι τας μασχάλας της και τα άλλα μέλη του σώματος. Και όμως η Αγία, ταύτα πάσχουσα, υπέμενεν ανδρείως και τον μεν βασιλέα ύβριζε, τους δε ψευδωνύμους θεούς εμυκτήριζεν. Ως δε είδεν ο βασιλεύς ότι εις ουδέν λογίζεται η Αγία ταύτην την βάσανον, διέταξε πάλιν να βάλωσιν εις ένα μέγαν λέβητα έλαιον και πίσσαν, και να βράσωσι δυνατά, έπειτα να την ρίψωσι μέσα. Τούτου δε γενομένου, ίστατο η Αγία εν μέσω του λέβητος δροσιζομένη και χαίρουσα ωσάν να ήτο εις δροσερόν κήπον. Βλέπων δε τούτο ο βασιλεύς και θαυμάζων εις την μεγάλην θαυματουργίαν εκείνης, προσεγγίσας εις τον λέβητα, είπεν προς την Αγίαν· «Ράντισό με από το έλαιον αυτό, ω Παρασκευή, το οποίον είναι εις τον λέβητα, ίνα ίδω άραγε αληθώς καίει η πίσσα και το έλαιον, ή φαντασία είναι τούτο το οποίον βλέπω εις σε, να μη κατακαίεσαι»; Τότε η γία γεμίσασα τας δύο χείρας της εκ του ελαίου εκείνου και της πίσσης έρριψεν εις το πρόσωπον του βασιλέως, παρευθύς δε ετυφλώθησαν αι κόραι των οφθαλμών αυτού και έκραζε με μεγάλην φωνήν ο βασιλεύς λέγων· «Λυπήσου με, δούλη του αληθινού Θεού, δος μοι το φως των οφθαλμών μου, και πιστεύω εις τον Θεόν, τον οποίον κηρύττεις». Εξελθούσα τότε η Αγία εκ του λέβητος ιάτρευσε τον βασιλέα και σωματικώς και ψυχικώς, βαπτίσασα αυτόν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της μιάς θεότητος. Και ο μεν βασιλεύς Αντωνίνος, με τοιούτον τρόπον πιστεύσας εις τον Χριστόν, απέβαλε την μιαράν θρησκείαν των Ελλήνων· η δε Αγία, εξελθούσα της μεγαλοπόλεως Ρώμης, απήλθεν εις ετέρας πόλεις και χώρας κηρύττουσα το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εισελθούσα δε εις ετέραν πόλιν, εις την οποίαν εβασίλευεν άλλος βασιλεύς, Ασκληπιός λεγόμενος, εκήρυττε και εκεί παρρησία τον λόγον της αληθείας. Τούτο μαθών ο βασιλεύς εκείνος παρέστησεν αυτήν εις το κριτήριον αυτού και λέγει προς αυτήν· «Πόθεν είσαι, ω γύναι, και τις είναι αυτός ο Θεός ο νέος, τον οποίον κηρύττεις»; Η δε Αγία, επικαλεσθείσα το όνομα του Σωτήρος Χριστού και σφραγίσασα εαυτήν δια του τύπου του Τιμίου Σταυρού, απεκρίθη· «Το μεν πόθεν είμαι, ω βασιλεύ, δεν είναι ανάγκη να το μάθης μηδέ ωφέλιμον· ο δε Θεός, τον οποίον κηρύττω, δεν είναι νέος, ως λέγεις, αλλά είναι άναρχος και προαιώνιος, ο οποίος εποίησε τον ουρανόν και την γην και πάντα τα εν αυτοίς, ο οποίος δια την σωτηρίαν των ανθρώπων ήλθεν επί της γης και εσαρκώθη και εσταυρώθη κατά το ανθρώπινον και ανελήφθη και πάλιν μέλλει να έλθη, ίνα κρίνη τον κόσμον άπαντα και αποδώση εις ένα έκαστον κατά τα έργα αυτού. Αυτόν κηρύττω, αυτόν ομολογώ Θεόν αληθινόν· οι δε ιδικοί σου θεοί οι ψευδώνυμοι, οίτινες τον ουρανόν και την γην ουκ εποίησαν, απολεσθήτωσαν, καθώς λέγει και ο Προφήτης Ιερεμίας». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς Ασκληπιός, και ταραχθείς εκ των λόγων της Αγίας, έπεμψεν αυτήν προς τινα δράκοντα εμφωλεύοντα έξω της πόλεως εκείνης, εις τον οποίον έρριπτον τους καταδίκους· δράκων δε, τον οποίον ακούομεν πολλάκις εις τας Γραφάς, είναι μεν κατ’ αρχήν όφις, τρεφόμενος όμως και παλαιούμενος γίνεται μέγας και φοβερός, τότε δε ονομάζεται δράκων. Όταν δε η Αγία επλησίασεν εις τον τόπον εκείνον, όπου κατώκει το θηρίον, ως είδεν αυτήν ο δράκων μεγάλως εβρυχήθη, ανοίξας δε το στόμα αυτού εξέβαλε καπνόν φοβερόν πολύν ως θέλων να την καταπίη. Η δε Αγία σταθείσα πλησίον του δράκοντος είπε· «Θηρίον πονηρότατον, έφθασεν επί σε η οργή του Θεού και ιδού ήγγισεν ο αφανισμός σου, διότι πολλούς αναιτίως κατέφαγες». Ταύτα ειπούσα και το σημείον του Σταυρού ποιήσασα εις εαυτήν ενεφύσησε τον δράκοντα και παρευθύς (ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ, ως μεγάλη η χάρις των Αγίων σου!), ο φοβερός δράκων εκείνος μεγάλως συρίξας και εαυτόν περιστρέψας, διερράγη εις δύο. Τούτο το παράδοξον θαύμα ιδών ο βασιλεύς Ασκληπιός και οι συν αυτώ πάντες επίστευσαν εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν και εβαπτίσθησαν υπό της Αγίας εις το όνομα της Αγίας και Ζωοποιού Τριάδος. Και ούτοι μεν τοιουτοτρόπως πιστεύσαντες και βαπτισθέντες, έχαιρον δοξάζοντες τον Χριστόν· η δε Αγία εξελθούσα εκείνης της πόλεως απήλθε πάλιν εις ετέρας πόλεις και χώρας, κηρύττουσα τον Χριστόν. Εισελθούσα δε εις άλλην πόλιν, εις την οποίαν εβασίλευεν άλλος βασιλεύς, Ταράσιος λεγόμενος, εκήρυττε και εκεί τον λόγον της αληθείας. Μαθών δε ο βασιλεύς τα περί αυτής, παρέστησεν αυτήν εις το κριτήριον αυτού και λέγει· «Ποίος πονηρός δαίμων σε έφερεν εδώ, γύναι, να υβρίζης μεν τους μεγάλους και αιωνίους θεούς, να κηρύττης δε άγνωστον τινα Θεόν, χθεσινόν και προχθεσινόν, γεννηθέντα προ χρόνων εκατόν πεντήκοντα, εις τας ημέρας του βασιλέως Αυγούστου, τον οποίον εσταύρωσαν οι Ιουδαίοι ως κακούργον και πλάνον και αντίθεον»; Η Αγία απεκρίθη· «Δεν με έστειλε πονηρός δαίμων εδώ, ω βασιλεύ, να κηρύττω την αλήθειαν, αλλ’ ο Χριστός, ο αληθινός Θεός, εκείνος με άστειλε να τον κηρύττω, άναρχον μεν κατά την θεότητα, χρονικόν δε κατά την σάρκα, τον αυτόν απαθή και παθητόν, αόρατον και ορατόν, άκτιστον και κτιστόν. Το μεν δια την φύσιν της θεότητος, το δε δια την ανθρωπότητα. Τούτον εγώ κηρύττω ως Θεόν προαιώνιον, τούτον μόνον ομολογώ ότι είναι Θεός αληθής και άνθρωπος τέλειος, τα δε είδωλα, τα κωφά και αναίσθητα, τα οποία προσκυνείτε σεις οι άφρονες Έλληνες, εγώ μυκτηρίζω και καταπατώ, διότι τίποτε άλλο δεν είναι ειμή μόνον ξύλα άψυχα και λίθοι αναίσθητοι». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς μεγάλως εθυμώθη, και παρευθύς διέταξε τους στρατιώτας να βάλωσιν εις ένα λέβητα μέγαν, έλαιον, πίσσαν και μόλυβδον και να τα βράσουν περισσώς, έπειτα δε να ρίψουν μέσα την Αγίαν. Τι όμως εθαυματούργησεν ο Θεός, δια τον οποίον έπασχε ταύτα η Αγία; Καθώς έστειλε τότε τον Άγγελον αυτού και εδρόσιζε την βαβυλωνίαν κάμινον, ούτως απέστειλε και την ώραν εκείνην Άγγελον φωτοειδή, ο οποίος κατελθών την μεν φλόγα κατέσβεσε, τα δε εκκαιόμενα εκείνα τρία είδη εποίησε ψυχρότερα ύδατος. Τούτο το θαύμα πολλούς των Ελλήνων επέστρεψεν εις θεογνωσίαν. Αλλ’ ο ασυνείδητος βασιλεύς Ταράσιος, έχων πεπωρωμένην την καρδίαν, είπε πάλιν εις τους στρατιώτας· «συλλάβετε την μιαράν ταύτην και υβρίστριαν των θεών, και τανύσατέ την κατά γης εις τέσσαρα, έπειτα λάβετε νεύρα ωμά βοών και μαστιγώσατέ την ανοικτιρμόνως, έως ου να θυσιάση εις τους μεγάλους θεούς ή να αποθάνη από τας βασάνους». Δεν επρόφθασεν ο βασιλεύς να τελειώση τον λόγον, και παρευθύς εγένετο το πρόσταγμα. Τι δε έκαμεν η Αγία; Εκεί έδειξε την καρτερίαν της, διότι ήθελεν είπει τις ότι άλλος επαιδεύετο, τοιουτοτρόπως εφαίνετο η Αγία όλη χαίρουσα, όλη ευφραινομένη· δύο και τρεις φοράς ηλλάχθησαν οι στρατιώται, και όμως η Αγία ήτο η αυτή, ήθελεν ειπεί τις ότι ευρίσκετο εις ωραίον κήπον, τοσούτον έλαμπε το πρόσωπον αυτής. Ως δε είδε την τοσαύτην επιμονήν της Αγίας ο μιαρός βασιλεύς, εντραπείς από τους περιεστώτας, ότι δεν ηδυνήθη να νικήση μίαν γυναίκα ωσάν εκείνην, διέταξε να την βάλωσιν εις την φυλακήν, εκεί δε να την καρφώσουν τανυστά εις την γην εκ τεσσάρων σημείων. Έπειτα να βάλωσι και μίαν πλάκα μεγάλην εις τα στήθη της και ούτω να κείται τιμωρουμένη έως ου να συλλογισθή με ποίον θάνατον να την τελειώση. Κατά δε την νύκτα εκείνην φαίνεται προς την Αγίαν ο Χριστός μετά πλήθους Αγγέλων και Αρχαγγέλων δορυφορούμενος και λέγει προς αυτήν· «Χαίροις, Παρασκευή καλλιπάρθενε· μη δειλιάσης τας βασάνους, διότι η χάρις μου θέλει είναι μετά σου, να σε λυτρώνη από πάντα πειρασμόν· ακόμη ολίγον υπόμεινον και θέλεις έλθει να συμβασιλεύσης μετ’ εμού αιωνίως». Ταύτα ειπών ο Χριστός και ιασάμενος τας πληγάς αυτής, άμα δε λύσας αυτήν εκ των δεσμών, ανελήφθη εις τους ουρανούς. Κατά δε την επομένην αποστείλας ο βασιλεύς στρατιώτας έφερε την Αγίαν έμπροσθέν αυτού. Ως δε είδεν αυτήν όλην υγιά, μηδέν σημείον έχουσαν των χθεσινών πληγών, εθαύμασε και λέγει εις αυτήν· «Βλέπεις, ω γύναι, πως σε αγαπώσιν οι φιλάνθρωποι και μεγάλοι θεοί; Διότι, δια να λυπηθώσι την ωραιότητά σου, ιάτρευσαν τας πληγάς σου, δια να μη έχης τινά ασχημίαν επάνω σου· μη φανής και συ αχάριστος προς αυτούς, αλλ’ ελθέ μετ’ εμού εις τον ναόν αυτών, ίνα προσκυνήσης αυτούς και λάβης μεγάλας δωρεάς παρά της βασιλείας μου». Απεκρίθη η Αγία· «Δεν μου έδωσαν οι θεοί σου, βασιλεύ, την υγείαν, αλλ’ ο Χριστός μου, ο αληθής Θεός, εις τον οποίον και πιστεύω και λατρεύω· πλην επειδή λέγεις να μεταβώμεν εις τον ναόν των θεών σου, ας υπάγωμεν να ίδωμεν ποίους λέγεις να προσκυνήσω». Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς εχάρη, νομίζων ότι μετενόησεν η Αγία, παρευθύς δε διέταξε τους άρχοντάς του και όλον τον λαόν να εισέλθουν εις τον ναόν· οι δε πεπλανημένοι Έλληνες από την χαράν των επολυχρονούσαν τον βασιλέα. Όταν δε εισήλθον όλοι εις τον ναόν και επερίμενον να ίδουν τι θέλει κάμει η Αγία, αύτη εσήκωσε την δεξιάν χείρα της προς το είδωλον του Απόλλωνος και λέγει· «Θέλεις συ, είδωλον άψυχον, να πάρης ως θεός από εμέ θυσίαν»; Και με τον λόγον έκαμε και τον σταυρόν της· το δε δαιμόνιον, το οποίον κατώκει εις το είδωλον, μετά μεγάλης φωνής είπε· «Δεν είμαι εγώ θεός, μηδέ άλλος τις από ημάς, αλλά μόνον αυτός τον οποίον κηρύττεις συ είναι Θεός αληθινός, ημείς δε είμεθα πρότερον Άγγελοι, δια δε την υπερηφάνειάν μας εγίναμεν διάβολοι, και από τότε απατώμεν τους ανθρώπους από τον φθόνον μας και μας προσκυνούν ως θεούς». Η δε Αγία απεκρίθη· «Διατί τότε στέκεσθε αυτού τώρα, όπου είμαι και εγώ η δούλη του αληθινού Θεού»; Πάραυτα δε με την φωνήν της Αγίας βοή και σύγχυσις και θρήνοι ηκούσθησαν από τα είδωλα του βωμού και καταπεσόντα συνετρίβησαν. Τότε οι ιερείς του ναού και άλλοι από το πλήθος του λαού ήρπασαν την Αγίαν από τον βωμόν, και δέροντες και σύροντες έφεραν αυτήν έξω του ναού, και έκραζον προς τον βασιλέα: «Φόνευσον την μιαράν ταύτην και υβρίστριαν των θεών· φόνευσον αυτήν πριν να κρημνίση και τον ναόν και σε, βασιλεύ». Ταύτα ως ήκουσεν ο βασιλεύς, και βλέπων ότι δεν δύναται παντελώς ούτε με κολακείας ούτε με απειλάς ούτε με άλλον τινά τρόπον να την επιστρέψη εις την γνώμην του, απεφάσισε κατ’ αυτής τοιαύτην απόφασιν· «Παρασκευήν την υβρίστριαν των θεών, ήτις κατεφρόνησε μεν την ημετέραν ευτυχίαν, κηρύττει δε τον πλάνον Χριστόν ως Θεόν αληθινόν, προστάσσω να οδηγήσετε έξω της πόλεως και να κόψετε την μιαράν της κεφαλήν». Και ο μεν βασιλεύς ταύτα διέταξεν· οι δε στρατιώται, παραλαβόντες την Αγίαν, εξήγαγον έξω της πόλεως ίνα την αποκεφαλίσουν. Ότε δε έφθασαν εις τον τόπον της καταδίκης, εζήτησεν η Αγία να την αφήσουν ολίγην ώραν να κάμη την προσευχήν της και την άφησαν. Τότε κλίνασα το γόνατα και τας μεν χείρας υψώσασα εις τον ουρανόν, τον δε νουν προς τον Θεόν, προσευχομένη έλεγε· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του αθανάτου Πατρός, ο οποίος δια την ιδικήν μας σωτηρίαν κατέβης από τους ουρανούς και ήλθες επί της γης, ευχαριστώ σοι, ότι με ηξίωσας να υπομείνω βάσανα και τιμωρίας δια το Άγιόν σου όνομα· δοξολογώ σε ότι κατηξιώθην να μιμηθώ το πάθος σου· υμνολογώ σε ότι με εδυνάμωσες να μαρτυρήσω δια την αγάπην σου· αξίωσόν με και της Βασιλείας σου· και ως εγώ υπέμεινα τας τιμωρίας δια την αγάπην σου, ούτω και συ, Θεέ μου, δόξασόν με εις την Βασιλείαν σου και παράλαβε την ψυχήν μου την ταπεινήν και ανάπαυσον αυτήν μετά των φρονίμων παρθένων σου, ότι δια να θαρρώ εις την μεγάλην σου δόξαν υπέμεινα τας τιμωρίας και τα βάσανα, και δια να ελπίζω εις την πλουσίαν σου ανταμοιβήν, θέλω να λάβω τον θάνατον· δια τούτο κατάταξόν με εν τω χορώ των Αγίων σου Μαρτύρων· και μνήσθητι, φιλάνθρωπε Κύριε, και των επικαλουμένων το όνομά σου το Άγιον δι’ εμού της δούλης σου εν καιρώ θλίψεως· μνήσθητι των επιτελούντων την μνήμην της εμής τελειώσεως· αντάμειψον αυτούς δια των πλουσίων σου χαρισμάτων· επάκουσον της προσευχής αυτών εν ημέρα δεήσεως, τελείωσον τα προς σωτηρίαν αυτών αιτήματα, ίνα δια τούτων δοξασθή το όνομά σου το Άγιον, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας». Ταύτα της Αγίας προσευχομένης φωνή ηκούσθη αοράτως, ώσπερ βροντή, λέγουσα· «Επήκουσα της δεήσεώς σου, Παρασκευή, και θέλει γίνει καθώς εζήτησας». Τότε η Αγία μετά χαράς μεγάλης κλίνασα τον αυχένα απετμήθη την κεφαλήν παρά τινος στρατιώτου κατά την προσταγήν του βασιλέως. Και η μεν τιμία και ολόφωτος αυτής ψυχή απήλθε προς τας αιωνίους μονάς, εις την ατελεύτητον χαράν, εις τους χορούς των Αθλοφόρων γυναικών και εις την Βασιλείαν των Ουρανών· το δε σεβάσμιον αυτής λείψανον λαβόντες τινές χριστιανοί, κεκρυμμένοι δια τον φόβον των Ελλήνων, αλείψαντες δια μύρων και αρωμάτων, κατέθεσαν εις επίσημον τόπον δοξάζοντες και ευλογούντες τον Θεόν. Ο δε Θεός θέλων να θαυμαστώση την Αγίαν εποίει άπειρα θαύματα εις τον τάφον αυτής· διότι πολλοί ασθενείς προσερχόμενοι, και χώμα μόνον λαμβάνοντες εκ του τάφου αυτής, ιατρεύοντο· χωλοί ηνωρθώθησαν, πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν· πολλοί δαιμονισμένοι ιατρεύθησαν· πολλαί στείραι γυναίκες ετεκνογόνησαν· και άλλα θαυμαστά και παράδοξα σημεία εγίνοντο εις τους μετά πίστεως επικαλουμένους την πρεσβείαν αυτής, τα οποία εάν θελήση τις να διηγηθή καταλεπτώς, θέλει ομοιάσει εκείνον, όστις βούλεται να μετρήση τα άστρα του ουρανού ή την άμμον της θαλάσσης. Όχι δε μόνον εις τους παλαιούς καιρούς εθαυματούργει η Αγία, αλλά και την σήμερον, ει τις την επικαλεσθή μετά πίστεως, την ευρίσκει έτοιμον βοηθόν εις κάθε του ψυχωφελές ζήτημα. Αυτό είναι το μαρτύριον της Αγίας Παρασκευής, ευλογημένοι χριστιανοί. Ούτως ηγωνίσθη μέχρι θανάτου υπέρ της αγάπης του Χριστού. Και ο Χριστός τοιουτοτρόπως ετίμησεν αυτήν και εις την Βασιλείαν του την ουράνιον, και εις τούτον τον αισθητόν κόσμον, ώστε δεν είναι τόπος, εις τον οποίον να πιστεύουν εις τον Χριστόν και να μη την επαινούν ή να μη έχουν ακουστόν το όνομα αυτής· ης ταις αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς· Αμήν.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”