Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2913
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΔ΄ (14η) Ιανουαρίου, μνήμη των Αγίων Τριακονταοκτώ και άλλων ΑΒΒΑΔΩΝ, των εν τω Σινά όρει αναιρεθ

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΔ΄ (14η) Ιανουαρίου, μνήμη των Αγίων Τριακονταοκτώ και άλλων ΑΒΒΑΔΩΝ, των εν τω Σινά όρει αναιρεθέντων.

Αββάδες οι εν Σινά. Ούτοι οι Όσιοι, αγαπήσαντες την ασκητικήν ζωήν, αφήκαν όλα τα του κόσμου και κατώκησαν εις την έρημον. Μετά τούτων ήτο και ο Όσιος Νείλος, ο πρώην έπαρχος της Κωνσαντινουπόλεως, όστις δια της ισχύος των λόγων του και τη του Αγίου Πνεύματος χάριτι συνέγραψε κάλλιστα και ωφελιμώτατα συγγράμματα, τα οποία παρακινούσι μεν τους ανθρώπους προς άσκησιν, διηγούνται δε άριστα την ζωήν, ως και την αιχμαλωσίαν και τον φόνον των Αγίων τούτων Πατέρων· διότι ελθόντες εις το Σίναιον όρος οι βάρβαροι, οι καλούμενοι Βλέμμυες (οι οποίοι έζων ως άγρια ζώα εις την έρημον, από της Αιγύπτου μέχρι της Ερυθράς Θαλάσσης), εφόνευσαν ασπλάγχνως του Οσίους τούτους. Προ πολλών δε ετών, ήτοι επί της βασιλείας του Διοκλητιανού εν έτει σπη΄ (288), και επί της Πατριαρχείας Πέτρου Αλεξανδρείας, εφονεύθησαν και άλλοι Όσιοι, οίτινες ησύχαζον εις το Σίναιον όρος, διότι εξελθόντες οι εκεί κατοικούντες Σαρακηνοί, αφού απέθανεν ο φύλαρχος αυτών, εφόνευσαν πολλούς ασκητάς, των λοιπών καταφυγόντων εις τι οχύρωμα και πύργον, τα οποία ήσαν εκεί. Κατά θείαν δε Πρόνοιαν εφάνη την νύκτα εις τους Σαρακηνούς φλοξ πυρός, η οποία κατέκαιεν όλον το Σίναιον όρος, αναβαίνουσα μέχρι του ουρανού· όθεν βλέποντες αυτήν οι βάρβαροι εφοβήθησαν, και ρίψαντες τα όπλα έφυγον. Οι φονευθέντες δε Μοναχοίήσαν τριάκοντα οκτώ, οι οποίοι είχον διαφόρους πληγάς εις τα σώματά των· διότι άλλων μεν αι κεφαλαί ήσαν εντελώς κεκομμέναι, άλλων δε εκράτει ακόμη το δέρμα εκ του ενός μέρους, και άλλοι ήσαν κεκομμένοι εις το μέσον. Εξ αυτών ευρέθησαν δύο Όσιοι ζωντανοί, Σάββας και Ησαϊας ονομαζόμενοι, οι οποίοι έθαψαν τους φονευθέντας και διηγήθησαν τα περί αυτών.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2913
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΕ΄ (15η) Ιανουαρίου, μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΙΩΑΝΝΟΥ του Καλυβίτου.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΕ΄ (15η) Ιανουαρίου, μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΙΩΑΝΝΟΥ του Καλυβίτου.
Ιωάννης ο Όσιος πατήρ ημών, ο επιλεγόμενος Καλυβίτης, εγεννήθη εν Κωνσταντινουπόλει κατά τας ημέρας του βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 457 – 474. Ο πατήρ του ήτο άρχων τις πολύ πλούσιος, Συγκλητικός την αξίαν, ονόματι Ευτρόπιος, η δε τούτου ομόζυγος εκαλείτο Θεοδώρα, ευσεβείς και οι δύο, όχι μόνον κατά κόσμον περίβλεπτοι, αλλά και εις τα ήθη και τους τρόπους επιεικείς και χρηστότατοι. Ούτοι εγέννησαν τρεις παίδας, εξ ων τους μεν δύο ετίμησαν με λαμπρότατα αξιώματα και βιοτικήν ευδαιμονίαν. Ο δε νεώτερος, ο καλός ούτος Ιωάννης, έμεινε με τους γονείς του και επεμελείτο τα ιερά γράμματα, εις τα οποία επροτίμησε να πλουτήση μάλλον ή εις τα χρήματα, μη αποβλέψας, κατά τον Δαβίδ, εις ψευδείς και ματαίας δόξας. Όταν ήτο δώδεκα ετών, περισσοτέραν επιμέλειαν είχε να ακούη τα θεία λόγια, παρά τα μαθήματα. Ως εκ τούτου εσύχναζεν εις τας Εκκλησίας ημέραν και νύκτα, ποτίζων την διψώσαν ψυχήν του δια των θείων λόγων, ώσπερ φυτόν πεφυτευμένον παρά τας διεξόδους των υδάτων, όπερ ποτιζόμενον δι’ αυτών αποδίδει εν καιρώ τους καρπούς αυτού. Τον καιρόν εκείνον Μοναχός τις από την Μονήν των Ακοιμήτων είχε πόθον να προσκυνήση τα Ιεροσόλυμα, και αρχίζων την οδοιπορίαν διήλθεν εκ Κωνσταντινουπόλεως δια τινα υπόθεσίν του, και παρέμενεν εις οικίαν τινά πλησίον της του Συγκλητικού. Ιδών δε αυτόν ο Ιωάννης, ηρώτησε πόθεν ήτο και που επορεύετο, ο δε είπεν εις αυτόν πάσαν την αλήθειαν. Ο δε Ιωάννης τον ηρώτα δια τας τάξεις του ρηθέντος Μοναστηρίου επιμελέστατα και ο Μοναχός, βλέπων αυτόν ότι είχε πόθον πολύν εις τα τοιαύτα, του διηγήθη καταλεπτώς άπασαν την τάξιν της Μονής, περί νηστειών και ψαλμωδιών και των λοιπών αρετών. Οι λόγοι ούτοι εφαίνοντο εις τον Ιωάννην γλυκύτεροι μέλιτος, και τρωθείς την καρδίαν με τον πόθον της ασκήσεως επήρε τον Μοναχόν εις τόπον απόκρυφον και του λέγει: «Ορκίζω σε εις τον εν Τριάδι Θεόν, όταν επιστρέψης δια το Μοναστήριον, να έλθης απ’ εδώ να με πάρης κρυφίως μαζί σου, να γίνω Μοναχός το συντομώτερον, πριν μάθουν οι γονείς μου που είμαι, διότι σκέπτονται να με υπανδρεύσωσι και να με τιμήσουν με αξιωμάτων αρχάς και κοσμικήν φαντασίαν και ματαιότητα. Αλλ’ εγώ έχω πολύν πόθον δια την μοναδικήν πολιτείαν, και διψώ να συναριθμηθώ εις την συνοδείαν σας, διότι τούτο νομίζω αληθή δόξαν και τιμήν βεβαίαν και σφραγίδα της εκείθεν μακαριότητος». Τότε ο Μοναχός του υπεσχέθη να εκπληρώση τον πόθον του. Αυτός λοιπόν απήλθεν εις την οδόν του, του δε Οσίου ο θείος έρως και πόθος προς Χριστόν ηύξανεν εις την ψυχήν του και ανεφλέγετο, και είχε χαράν να συνευρίσκεται καθ΄ ώραν με τον ποθούμενον και να συνομιλή νοερώς μετά του Κυρίου. Ταύτα σκεπτόμενος ο καλός Ιωάννης είπε καθ’ εαυτόν: «Προ της αναχωρήσεώς μου ας υπάγω εις τους γονείς μου να ζητήσω ευλογίαν τινά παρ’ αυτών. Θα ζητήσω να έχω από τας χείρας των ένα Ευαγγέλιον δια να δυνηθώ να μάθω τας παραδόσεις του Χριστού μου και να τελειώσω τα θελήματα αυτού». Ούτω σκεπτόμενος επήγεν εις τους γονείς του και εύρε πρόφασιν λέγων προς την μητέρα του· «Μήτερ, δεν ημπορώ να υπάγω εις το σχολείον, διότι όλοι οι συμμαθηταί μου έχουν Ευαγγέλιον και κάθηνται και το αναγινώσκουν, εγώ δε κάθημαι μόνος μου καταφρονημένος, διότι δεν έχω Ευαγγέλιον. Δι’ αυτό πολύ σε παρακαλώ να μου κάμετε και εμένα ένα Ευαγγέλιον, να το κρατώ και εγώ εις τας χείρας μου να το αναγινώσκω». Τούτο ακούουσα η μήτηρ του εχάρη μεγάλως, διότι ο υιός της ηγάπα τοσούτον τα θεία και ιερά γράμματα και είπε: «Μετά πάσης χαράς, υιέ μου, όταν έλθη ο πατήρ σου, να του είπωνα σου κάμη ένα Ευαγγέλιον, καθώς το θέλεις». Όταν δε ήλθεν ο πατήρ του, είπεν εις αυτόν τους λόγους του υιού των Ιωάννου ως εξής: «Παρακαλώ σε, κύριέ μου, κάμε του υιού μας ένα Ευαγγέλιον και δώσε αυτό του χρυσοχόου να το χρυσώση και να το στολίση καλώς από έξωθεν, και να το δώσωμεν εις τον υιόν μας να το μελετά, δια να πέση ο νους του και ο πόθος του εις αυτό, και να μανθάνη καλώς τα θεία και ιερά γράμματα». Ο δε πατήρ τού μακαρίου Ιωάννου αμέσως εκάλεσε γραφέα επιτήδειον, όστις έγραψε το Άγιον Ευαγγέλιον μετά πάσης επιμελείας, έδωκε δε και πεντακόσια χρυσά φλωρία ως και λίθους πολυτίμους και μαργαρίτας του χρυσοχόου να το κατασκευάση. Όταν το ετελείωσεν, εκάλεσε τον υιόν του Ιωάννην και του λέγει: «Λάβε, υιέ μου ηγαπημένε, το Ιερόν τούτο Ευαγγέλιον και να γνωρίζης ότι δια την αγάπην σου έδωσα πεντακόσια χρυσά φλωρία και πολυτίμους λίθους και μαργαρίτας και το εστόλισαν». Ιδών ο θείος Ιωάννης το Ιερόν Ευαγγέλιον κατά τον πόθον του, ησπάσθη τας χείρας του πατρός του και της μητρός του. Ως δε έλαβεν αυτό εχάρη πολύ και κατεφίλει αυτό. Το έφερε δε πάντοτε μεθ’ εαυτού αναγινώσκων τούτο μετά μεγάλου πόθου, δοξάζων τον Θεόν και ευχαριστών τους γονείς του, διότι εξεπλήρωσαν τον πόθον του, ανέμενε δε να επιστρέψη ο Αββάς από τα Ιεροσόλυμα δια να αναχωρήσουν. Όταν λοιπόν ήλθεν ο Αββάς και τον είδεν ο Ιωάννης, εχάρη και ηγαλλιάσατο ψυχικώς και σωματικώς. Συναντηθείς δε μετ’ αυτού τον ησπάσθη μετά πολλής ευφροσύνης και τον εδέχθη λέγων: «Κύριέ μου, γνωρίζω πολύ καλά, ότι αν το μάθη ο πατήρ μου και η μήτηρ μου ότι θέλω να γίνω Μοναχός και ότι θέλω να έλθω εις το Μοναστήριον μαζί σου, από τα δάκρυά των θέλουν με εμποδίσει και θα μου κόψουν τον θεάρεστον δρόμον τον οποίον εξέλεξα. Δι’ αυτό παρακαλώ σε, Αββά, να αναχωρήσωμεν μετά μεγάλης μυστικότητος δια να μη το μάθη τις». Τότε ο Αββάς, θεωρών την τόσην αγάπην την οποίαν είχεν ο Ιωάννης δια την άσκησιν, του λέγει: «Ο Θεός να πληρώση την επιθυμίαν σου, τέκνον μου, και κάμε εκείνο το οποίον απεφάσισας». Ο δε μακάριος Ιωάννης επήρε τον Αββάν και ήλθον εις τον αιγιαλόν κρυφίως και ευρόντες πλοίον, λέγουν εις τον πλοίαρχον: «Παρακαλούμεν να μας ναυλώσης το πλοίον σου, και να μας υπάγης έως την αγίαν Μονήν των Ακοιμήτων». Εκείνος δε είπεν: «Εγώ δι’ αυτό κάθημαι, δια να εύρω φορτίον να γεμίσω το πλοίον μου». Λέγει ο Ιωάννης: «και πόσον ναύλον παίρνεις»; «Εκατόν φλωρία», απαντά εκείνος. Του λέγει ο Άγιος: «Ανάμεινόν με, αδελφέ, και εγώ εις τρεις ημέρας θα σου δώσω εκατόν φλωρία δια τον ναύλον σου». Και ούτως έκαμαν συμφωνίαν με τον πλοίαρχον. Τότε ο μακάριος Ιωάννης είπε προς τον Αββάν: «Και του πλοίου ο ναύλος είναι πολύς και ο πόθος μου να αναχωρήσω με αναγκάζει. Αλλ’ όμως ο Θεός και η ευχή σου να με κυβερνήση και να εκπληρώση τον πόθον μου». Λέγει ο Αββάς: «Ο Θεός να είναι μαζί σου, τέκνον». Τότε ο Ιωάννης επήγεν εις την μητέρα του, και λέγει εις αυτήν: «Ω ηγαπημένη μου μήτερ, γνωρίζω ότι ποτέ δεν παρήκουσες το θέλημά μου δια τον πολύν πόθον, τον οποίον έχεις εις εμέ, και παν ζήτημα το οποίον σου εζήτησα το έκαμες. Ακόμη εν ζήτημα παρακαλώ να μου κάμης». Απεκρίθη η μήτηρ του και είπεν: «Ω περιπόθητέ μου υιέ και φως των οφθαλμών μου, μετά πάσης χαράς ζήτησον ό,τι θέλεις και εγώ να κάμω τον λόγον σου». Τότε ο καλός Ιωάννης είπε: «Μήτερ μου, γνωρίζεις ότι εις το σχολείον πολλάκις με εφίλευσαν τα παιδία και έκαμαν μεγάλα έξοδα και πολλά είδη φαγητών, Εγώ ποτέ μου δεν κατηξιώθην να τους κάμω την ανταμοιβήν, και τώρα από την εντροπήν μου δεν δύναμαι να υπάγω εις το σχολείον». Η δε μήτηρ του τού είπε: «Δια τούτο συλλογίζεσαι και πικραίνεσαι, υιέ μου; Εγώ σήμερον να είπω του πατρός σου, όταν έλθη από τον βασιλέα, να σου δώση όσα θέλεις να τους φιλεύσης και μη πικραίνεσαι». Όταν λοιπόν ήλθεν ο πατήρ του, εκάθισεν η μήτηρ του και διηγήθη εις αυτόν όσα της είπεν ο περιπόθητος υιός των Ιωάννης. Ο δε πατήρ του είπεν: «Να του δώσωμεν εκατόν φλωρία και ένα υπηρέτην μαζί του να τον υπηρετή και να τον φυλάττη να μη τα χάση εις τον δρόμον». Η σκέψις αύτη ήρεσε και των δύο, και ούτω του έδωσαν εκατόν νομίσματα και ένα υπηρέτην συνοδόν. Λοιπόν όταν έλαβεν ο Άγιος τα φλωρία εχάρη πολύ και εδόξασε τον Θεόν, και ευθύς ήλθε προς τον Αββάν και του είπε την υπόθεσιν. Επειδή όμως είχε και τον υπηρέτην, τον οποίον του έδωσαν μαζί του, είπε προς τον Αββάν: «Κύριέ μου, αυτός ο υπηρέτης ας καθίση εδώ με σε ολίγον και εγώ να υπάγω εις τους συμμαθητάς μου και αμέσως επιστρέφω, διότι πρέπει να τους είπω ότι θέλω να τους δεξιωθώ και να γνωρίζουν περί τούτου». Ο δε Άγιος ευθύς επήγεν εις τον πλοίαρχον και του είπεν: «Αδελφέ, κατά την συμφωνίαν, την οποίαν έχομεν, ιδού ότι ήλθα και λάβε τα εκατόν νομίσματα, και πάρε ταύτα μόνον από εμένα και απ’ εκείνον τον Μοναχόν μη ζητήσης. Μόνον παρακαλώ, όταν ίδης, ότι είναι καιρός επιτήδειος, να μη αμελήσης, αλλά να έχης κατά νουν να έλθης εις τον δείνα τόπον να μου κάμης νεύμα κρυφίως και ημείς θέλομεν έλθει και παρακαλώ σε, αδελφέ, δια τον Θεόν, να το έχης μυστικόν, να μη το είπης εις κανένα». Τότε εκείνος, αφού έλαβε τα εκατόν νομίσματα, είπεν: «Ύπαγε εις το καλόν, αυθέντα μου, και θα κάμω όπως μου είπατε, δια να σας πάρω κρυφίως με την βοήθειαν του Θεού». Ελθών λοιπόν ο Άγιος εις τον Αββάν διηγήθη εις αυτόν την μετά του πλοιάρχου συμφωνίαν, κρυφίως πάντοτε από τον υπηρέτην. Την επομένην ημέραν λέγει ο μακάριος Ιωάννης: «Ας υπάγωμεν εις τον αιγιαλόν να αγοράσωμεν ψάρια». Αφού ήλθον εις τον αιγιαλόν, Θεού ευδοκία, έγινε καιρός ευνοϊκός και καλός άνεμος. Ο πλοίαρχος ίστατο επί του πλοίου παρατηρών μήπως ίδη αυτούς. Ιδών δε αυτούς μακρόθεν τους έκαμε νεύμα δια να υπάγουν εκεί. Αυτοί, ως είδον τον καιρόν ευνοϊκόν και τον πλοίαρχον να τους αναμένη δια να αναχωρήσουν, εσκέπτοντο πως να παραπλανήσωσι τον υπηρέτην και να τον απομακρύνουν δια να έμβουν εις το πλοίον να αναχωρήσουν. Τότε λέγει ο Άγιος προς αυτόν: «Ύπαγε, σε παρακαλώ, εις το σχολείον δια να ίδης τι κάμνουν οι συμμαθηταί μου και να επιστρέψης πάλιν να μας εύρης εδώ». Ο υπηρέτης ανεχώρησεν αμέσως δια το σχολείον δια να εξετάση, ως του είπον. Αυτοί αμέσως ανέβησαν εις το πλοίον, έκαμαν άρμενα και ανεχώρησαν. Επιστρέψας ο υπηρέτης εκ του σχολείου δια να πληροφορήση τον αυθέντην του, δεν εύρεν αυτόν εις τον αιγιαλόν ως του είχεν είπει. Νομίσας δε ότι θα έφυγε δια το σχολείον από άλλον δρόμον, επέστρεψε πάλιν εις το σχολείον αναζητών αυτόν. Μη ευρών αυτόν εις το σχολείον επέστρεψε και πάλιν εις τον αιγιαλόν, και ούτω επέρασεν όλην την ημέραν αναζητών αυτόν. Αφού λοιπόν έως την εσπέραν δεν τον ανεύρεν, επέστρεψεν εις την οικίαν του δια να αναγγείλη εις την μητέρα του Οσίου όσα του συνέβησαν. Η μήτηρ του, ως ήκουσε δια τον υιόν της ταύτα, εταράχθη φοβηθείσα μήπως έπαθε κακόν τι και αμέσως απέστειλε και άλλους πολλούς υπηρέτας δια να αναζητήσουν και να ανεύρουν τον υιόν της. Εκείνοι αναζητήσαντες αυτόν εις ολόκληρον την Κωνσταντινούπολιν και μη ευρόντες αυτόν επέστρεψαν την εσπέραν λέγοντες: «Περιήλθομεν όλην την πόλιν ερευνώντες εις αυτήν, αλλά δεν ευρήκαμεν αυτόν». Τότε ο πατήρ αυτού ήρχισε να κλαίη και να θρηνή λέγων: «Ω τέκνον μου ηγαπημένον και γλυκύτατον, ω φως των οφθαλμών μου και παρηγορία του γήρατός μου! Τι να την κάμω εγώ πλέον την ζωήν χωρίς σε; Διατί μού απέκρυψας την αναχώρησίν σου και δεν μου είπες που θα ευρίσκεσαι δια να ερωτώ και να μαθαίνω έστω και από μακρόθεν δια σε; Αλλοίμονο εις εμέ! Με επότησες με δηλητήριον, δια τούτο και δεν θέλει γλυκανθή ποτέ η καρδία μου! Με εβύθισες μέσα εις μίαν απέραντον λύπην, δια την οποίαν δεν θέλουν λείψει, εν όσω ευρίσκομαι εις την παρούσαν ζωήν και σε ενθυμούμαι, τα δάκρυά μου από τους οφθαλμούς μου. Αυτό ήτο το φίλευμα το οποίον θα έκαμνες εις τους συμμαθητάς σου; Δεν μου έλεγες τουλάχιστον να σου δώσω χρήματα αρκετά δια να έχης μαζί σου; Τι θα σου κάμουν εκατό μόνον νομίσματα; Που να ευρίσκεσαι τώρα δια να έρχωμαι να σε βλέπω και να παρηγορούμαι»; Αυτά και άλλα παρόμοια λέγων ο πατήρ του έκλαιεν απαρηγόρητα. Η δε μήτηρ του, ως είδεν ότι εξέλιπον πλέον αι ελπίδες δια να ευρεθή ο υιός της, έκλαιε και αυτή απαρηγόρητα λέγουσα: «Ω ηγαπημένον μου τέκνον Ιωάννη, διατί εμίσησες την αγαπημένην σου μητέρα; Διατί απηρνήθης την σπλαγχνικήν σου μητέρα, που τόσον σε αγαπά; Εφ’ όσον ποτέ δεν ήνοιξα το στόμα μου δια να είπω λόγον δια σε και να σε λυπήσω, διατί συ έφυγες και ουδέ καν με απεχαιρέτησες ως να ήμουν εχθρός σου θανάσιμος; Διατί δεν ηθέλησες να αφήσης την πονεμένην μητέρα σου να φιλήση το γλυκύτατόν σου πρόσωπον δια τελευταίαν φοράν; Τι κακόν σου έκαμα και δεν ηθέλησες να με αποχαιρετήσης; Ας εγνώριζα ότι θα αναχωρούσες, ω υιέ μου. Εις ποίαν λύπην απαρηγόρητον εβύθισες την καρδίαν μου! Πως να υπομείνω τον χωρισμόν σου; Πως να βλέπω τα πολύτιμά σου ενδύματα, τα οποία μετά μεγάλης χαράς έρραπτον δια να φορής και ουδόλως εγνώριζον ότι θα αναχωρούσες και θα τα άφηνες εις την πονεμένην μητέρα σου, δια να βλέπη και ενθυμουμένη το αγαπητόν της τέκνον να χύνη ποταμούς δακρύων; Δεν μου εζητούσες τουλάχιστον να σου είχα δώσει διπλά ενδύματα δια να έχης εις την ερημίαν και ξενητείαν»; Αυτά και άλλα πολλά έλεγον ο πατήρ του και η μήτηρ του κλαίοντες και οδυρόμενοι δια την απώλειαν του ηγαπημένουτέκνου των. Το δε πλοίον το μεταφέρον τον μακάριον Ιωάννην με τον Αββάν έφθασε μετά τρεις ημέρας εις την Μονήν των Ακοιμήτων. Εξελθόντες λοιπόν του πλοίου ήλθον εις την Μονήν και πρώτον επήγαν εις τον Ναόν δια να προσκυνήσουν και να ασπασθούν τας αγίας εικόνας. Κατόπιν επήγαν και έβαλον μετάνοιαν εις τον Ηγούμενον ασπασθέντες την δεξιάν αυτού. Το αυτό έκαμαν και εις όλους τους αδελφούς. Διηγήθη δε ο Αββάς εις τον Ηγούμενον πάντα τα περί Ιωάννου, ότι είναι εξ ευγενών γονέων και έχει μεγάλον πόθον να λάβη το αγγελικόν σχήμα. Ο δε Ηγούμενος, ως είδε τον Ιωάννην τόσον νέον, εθαύμασε και λέγει προς αυτόν: «Ω παιδίον μου, είσαι πολύ νέος και δεν θέλεις δυνηθή να υποφέρης την άσκησιν και τον κόπον των Μοναχών· διότι όποιος θέλει να γίνη Μοναχός, πρώτον κάμνει ως δόκιμος ένα χρόνον δια να ίδωμεν την αρετήν του, και μετέπειτα κείρομεν την κόμην της κεφαλής αυτού». Λέγει δε προς αυτόν ο Ιωάννης: «Δέσποτά μου άγιε και τίμιε πάτερ, πολύ σε παρακαλώ εξ όλης μου της καρδίας, σήμερον να με κείρης Μοναχόν, διότι έχω πολύν πολύν πόθον και αγάπην να λάβω το αγγελικόν σχήμα». Ταύτα έλεγε βιάζων πολύ τον Ηγούμενον. Ο δε λέγει προς τον νέον: «Τέκνον μου αγαπητόν, μεγάλον δρόμον και τραχύν θέλεις οδεύσει και πρόσεχε καλώς τον αγώνα. Στενή και τεθλιμμένη είναι η οδός, κατά το Ευαγγέλιον, και είσαι πολύ νέος και δεν θέλεις δυνηθή να την περιπατήσης». Ο δε καλός Ιωάννης έκαμεν εις τον Ηγούμενον φρικτούς όρκους δια να τον κάμη Μοναχόν και έκλαιε μετά δακρύων. Τότε ο Ηγούμενος, ως είδε την αγάπην του νέου και τα πολλά δάκρυα τα οποία έχυνεν, ευσπλαγχνίσθη αυτόν και τον έκαμε Μοναχόν, ενδύσας αυτόν το αγγελικόν σχήμα, και ηυλόγησεν αυτόν λέγων: «Ο Θεός, η ελπίς πάντων και η εσχύς των αδυνάτων, να σε αξιώση, τέκνον μου, να φυλάξης τας ομολογίας όπου έκαμες έμπροσθεν των Αγγέλων αυτού, και να δυνηθής να νικήσης τον όφιν εκείνον, τον σκολιόν δράκοντα, τον πολυμήχανον διάβολον». Ο δε Όσιος Ιωάννης, προσκυνήσας αυτόν, εζήτησε τας ευχάς του και απεσύρθη εις το κελλίον το οποίον του έδωκεν. Και τις δύναται να διηγηθή τον κόπον και την σπουδήν όπου έβαλεν εις τας θείας αρετάς, την νηστείαν, την εγκράτειαν, την αγρυπνίαν, τας ολονυκτίους δεήσεις και προσευχάς, τα δάκρυα και τας άλλας αρετάς; Την υποταγήν εις όλους και την ταπείνωσιν, την μελέτην των θείων Γραφών; Απλώς ειπείν έφθασεν όλους εις την άσκησιν και επέρασε τους παλαιούς εις πάσαν αρετήν. Εκάθισε δε ο Όσιος τρεις χρόνους εις το Μοναστήριον εκείνο των Ακοιμήτων και από την πολλήν εγκράτειαν και νηστείαν έγινεν αγνώριστος, και τον εθαύμαζον πάντες οι ευρισκόμενοι εις το Μοναστήριον. Ο δε Ηγούμενος τον καθωδήγει λέγων: «Πολύν κόπον κάμνεις, ω τέκνον, και πολλήν νηστείαν και θέλεις ασθενήσει και δεν θα δύνασαι πλέον να κάμης τον κανόνα σου, να δοξάζης τον Θεόν κατά την δύναμίν σου· διότι ο Θεός δεν θέλει να κάμης τα υπέρ την δύναμίν σου». Ταύτα έλεγεν ο Ηγούμενος προς τον Ιωάννην, διότι δεν έτρωγε παντελώς, ειμή μόνον την Κυριακήν, οπότε, αφού μετελάμβανε των Αχράντων Μυστηρίων, έπειτα έτρωγεν ολίγον άρτον και έπινεν ολίγον ύδωρ, τόσον ώστε να μη χορτάση ούτε ύδωρ. Θεωρών δε ταύτα ο φθονερός διάβολος δεν ηδυνήθη να υποφέρη να καταπατήται και να περιπαίζηται από τοιούτον νέον και να νικάται από άνθρωπον. Δι’ αυτό και βάλλει εις την καρδίαν του Αγίου την ενθύμησιν των γονέων του και την επιθυμίαν να υπάγη να τους ίδη. Οσάκις λοιπόν του έφερε τοιούτους λογισμούς, ηγείρετο και προσηύχετο και παρεκάλει τον Θεόν να τους διαλύση. Αλλ’ ο διάβολος τον επείραζεν ακόμη περισσότερον και εθάρρει να νικήση τον Όσιον, όστις ενθυμούμενος τους γονείς του και τους συμμαθητάς του εκαίετο η καρδία του. Του ενεθύμιζε δε πάλιν ο διάβολος και τα καλά φαγητά και ωραία ποτά, τα μαλακά στρώματα, τα πολυτελή ενδύματα και του έδιδε μεγάλον πόλεμον, ώστε ως φλόγα πυρός έβγαινεν από την καρδίαν του η ενθύμησις τούτων. Πάλιν όμως ηγείρετο και προσηύχετο και έκαμνε τον σταυρόν του και έλεγεν: «Ύπαγε οπίσω μου, σατανά, ότι σκάνδαλόν μου ει· έχω τον Χριστόν βοηθόν: «Κύριος υπερασπιστής της ζωής μου από τίνος δειλιάσω»; Έχων όμως ο Όσιος αυτόν τον πόλεμον καθημερινώς από τον διάβολον εταλαιπώρει το σώμα του ακόμη περισσότερον και βλέπων αυτόν ο Ηγούμενος πάλιν τον ενουθέτει και του έλεγε να μη δίδη πολύν κόπον εις το σώμα του, διότι θέλει ασθενήσει, και τον εδίδασκε λέγων: «Η πολλή νηστεία και άσκησις πολλάκις φέρει τον άνθρωπον και κολάζεται ωσάν φονεύς». Ο δε Όσιος, επειδή υπερβολικώς κατετήκετο και μη υποφέρων πλέον, εξωμολογήθη προς τον Ηγούμενον λέγων: «Ουχί, πάτερ τίμιε, η νηστεία δεν με ταλαιπώρησεν ούτε η άσκησις, αλλά αι αμαρτίαι μου με βασανίζουσι, διότι ο φθονερός διάβολος έχει πολλάς ημέρας όπου ετάραξε την καρδίαν μου και μοι έβαλε πολύν πόθον να επιστρέψω να ίδω τους γονείς μου, και όταν τους ενθυμούμαι φλόγα πυρός εξέρχεται από την καρδίαν μου. Εκτός δε τούτων και άλλας πολλάς ενθυμήσεις μου ενθυμίζει ο εχθρός της ψυχής μου». Ταύτα ακούων ο Ηγούμενος από τον Ιωάννην ανεστέναξε και είπε: «Τέκνον μου Ιωάννη, δεν σου έλεγα πως δεν θέλεις δυνηθή να υποφέρης τον κόπον της ασκήσεως, διότι ο διάβολος είναι φθονερός και πολύπλοκος, και έχει να εγείρη πολλάς παγίδας εναντίον των πολεμούντων αυτόν; Λοιπόν τέκνον μου, τώρα τι έχεις κατά νουν να κάμης»; Αποκρίνεται ο Όσιος: «Να με συγχωρήσης να υπάγω εις τους γονείς μου και εκεί να τον νικήσω και να καταπατήσω τας μηχανάς του στηριζόμενος εις την δύναμιν του Χριστού μου και εις τας αγίας σου ευχάς». Ο δε Ηγούμενος, ως ενάρετος άνθρωπος, προγνωρίσας χάριτι Χριστού το μέλλον του Οσίου και επειδή έβλεπεν αυτόν ότι εταλαιπωρήθη τόσον από τον πόλεμον του διαβόλου, ώστε εκινδύνευεν εις θάνατον, η ωραιότης του προσώπου του ηλλοιώθη, η σαρξ του εξηράνθη, οι οφθαλμοί του εβαθύνθησαν, και έμεινε μόνον το δέρμα με τα οστά, τον ελυπήθη και εδάκρυσε, διότι τον ηγάπα πολύ δια τας αρετάς του. Την επαύριον λοιπόν εσύναξε πάντας τους Μοναχούς και Ασκητάς του Μοναστηρίου και έκαμαν παράκλησιν εις τον Θεόν υπέρ αυτού δια να του δώση δύναμιν και νίκην κατά του διαβόλου, και του λέγει: «Εν ονόματι του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, πορεύου εν ειρήνη και έχε τον Χριστόν συνοδοιπόρον να σε δυναμώνη και να σε οδηγή εις το θέλημά Του». Τότε ηγέρθη ο Όσιος και ποιήσας μετάνοιαν ησπάσθη όλους τους αδελφούς και παρεκάλεσεν αυτούς ίνα δεηθώσι του Θεού υπέρ αυτού. Εσήκωσαν όλοι λοιπόν τας χείρας και τον ηυλόγησαν. Ο δε Όσιος είπε προς αυτούς: «Σώζεσθε, αδελφοί μου, σώζεσθε πατέρες μου, ευλογημένη μου συνοδεία, καλά με ανέθρεψαν αι ευχαί σας, αλλ’ εγώ ήμουν από όλους σας ελάχιστος και δεν εστάθην άξιος να ευρίσκωμαι εις την αγίαν σας συνοδείαν». Ούτω λοιπόν μετά δακρύων εξήλθε του Μοναστηρίου, και έλεγεν: «Ο Θεός ο πλάσας με, φύλαξόν με από τας παγίδας του διαβόλου». Όταν δε απεμακρύνθη ολίγον από το Μοναστήριον, εγύρισε και είδε τα τείχη της Μονής του και καθίσας έκλαιε. Κλαίων ώραν πολλήν εγονάτισε και έκαμε προσευχήν εις τον Θεόν και ύστερα ήρχισε πάλιν και επεριπάτει τον δρόμον του δια να έλθη εις τους γονείς του. Όταν έφθασεν εις το μέσον του δρόμου, ευρίσκει ένα πτωχόν Μοναχόν με παλαιά ράσα και του λέγει: «Χαίροις, αδελφέ και συνοδοιπόρε, θέλεις να περιπατώμεν μαζί οι δύο μας»; «Μετά χαράς μου θέλω να περιπατώμεν μαζί», απήντησεν ο πτωχός Μοναχός. «Βλέπω, του λέγει ο Όσιος, ότι τα ενδύματά σου είναι πεπαλαιωμένα και δεν δύνασαι να περιπατής· αλλά έκβαλε τα ενδύματά σου, δώσε αυτά εις εμέ και βάλε συ τα ιδικά μου, δια να περιπατώμεν ευκολώτερον». Ο πτωχός εκείνος λοιπόν παρευθύς εξεδύθη τα παλαιά ενδύματα, τα οποία εφόρει και τα έδωσεν εις τον Όσιον, και αυτός έβαλε του Οσίου. Αφού επεριπάτησαν μερικάς ημέρας και έφθασαν εις τον τόπον εις τον οποίον έμελλον να αποχωρισθή ο ένας από τον άλλον και να υπάγη έκαστος εις τον δρόμον του, είπεν ο Μοναχός εις τον Όσιον: «Λάβε, αδελφέ, τα ενδύματά σου και δος μοι τα ιδικά μου». Του λέγει ο Όσιος: «Ύπαγε, αδελφέ, εν ειρήνη και φθάνουν εις εμέ αυτά τα παλαιά, ο δε Θεός θέλει οικονομήσει και δι’ εμέ. Μόνον εύχου εις τον Θεόν να με ελευθερώνη πάντα από τας παγίδας του διαβόλου». Ευχηθέντες ο εις τον άλλον απεχωρίσθησαν. Επεριπάτει δε πάλιν ο Όσιος μόνος και όταν επλησίασε και είδεν από μακρόθεν τον οίκον των γονέων του, εγονάτισεν εις την γην και μετά δακρύων έλεγεν· «Υιέ του Θεού Ιησού Χριστέ ο Θεός μου, μη εγκαταλίπης με μηδέ αποστής απ’ εμού, αλλά βοήθησόν μοι και εδώ εις την οικίαν των γονέων μου, ίνα κατανικήσω τον φθονερόν και μισίκαλον διάβολον». Όταν έφθασεν εις την θύραν της οικίας του ήτο νύκτα σκοτεινοτάτη, και πεσών κατά μέτωπον εις την γην και κλαίων έλεγεν: «Ιδού ότι έφθασες, Ιωάννη, και εις τον πατρικόν σου οίκον». Και προσευχόμενος έλεγεν· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε Ιησού Χριστέ, διότι με κατηξίωσας να φθάσω εις τον πατρικόν μου οίκον. Διο δέομαι, μη με αφήσης, αλλά ενίσχυσόν με, με την θείαν χάριν σου δια να νικήσω τελείως τον εχθρόν μου, τον πονηρόν διάβολον, και αξίωσόν με να τελειωθώ εις τούτον τον τόπον». Ούτως έμεινεν όλην την νύκτα προσευχόμενος. Όταν εξημέρωσεν, ήλθεν ο θυρωρός κατά την συνήθειαν και ήνοιξε την θύραν και εξήλθεν ένας δούλος του πατρός του· και ως είδε τον Όσιον ταλαιπωρημένον και ξεσχισμένον του λέγει: «Ποιος είσαι, ω άνθρωπε, και τι γυρεύεις; Πως ετόλμησες και ήλθες εδώ τόσον πρωϊ; Ύπαγε απ’ εδώ, διότι ο οικοδεσπότης θέλει να εξέλθη δια να υπάγη εις τον βασιλέα και, αν σε ίδη, θέλει σε υβρίσει και ημάς θέλει τιμωρήσει». Τοιούτους λόγους έλεγεν ο δούλος προς τον αυθέντην, μη γνωρίζων ότι αυτός είναι ο Ιωάννης, δια τον οποίον κλαίουν και οδύρονται. Ο δε Όσιος Ιωάννης είπε προς τον δούλον εκείνον: «Παρακαλώ σε, άνθρωπε, δια την αγάπην του Χριστού, άφησέ με εδώ εις μίαν γωνίαν να παραμένω και δεν θέώ σε εμποδίζει εις τίποτε, και να είσαι βέβαιος ότι θέλεις έχει μισθόν από τον Δεσπότην Χριστόν, διότι εσώθη πτωχός εις την θύραν αυτήν». Ο άνθρωπος εκείνος λοιπόν τον ευσπλαγχνίσθη και τον άφησε και εκάθητο εις μίαν γωνίαν. Όταν δε ηγέρθησαν οι γονείς αυτού το πρωϊ και τους είδεν ο Όσιος Ιωάννης, ευθύς εγέμισαν οι οφθαλμοί του δάκρυα και είπε καθ’ εαυτόν: «Ιδού όπου είδες, ω Ιωάννη, και τους γονείς σου με την δύναμιν του Χριστού και Θεού σου, αλλ’ όμως αγωνίζου να καταπατήσης τας ενέδρας και τας μεθόδους του διαβόλου». Προσευχηθείς δε πάλιν εις τον Θεόν είπε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, μη εγκαταλίπης με». Εξελθών λοιπόν ο πατήρ του και ιδών εκεί τον Όσιον, πτωχόν, ξεσχισμένον και ταλαιπωρημένον, τον ελυπήθη και λέγει προς αυτόν: «Πόθεν είσαι, πτωχέ»; Ο δε απεκρίθη προς τον πατέρα του: «Ξένος είμαι, και παρακαλώ την ανδοξότητά σου να μη με σιχαθής, αλλά κάμε έλεος και άφησέ με να παραμένω εις το προπύλαιον». Ο δε πατήρ του λέγει: «Ελθέ μέσα ειςτην αυλήν και κάθισε εις ένα δωμάτιον». Ο δε Όσιος είπε: «Φθάνει με εδώ, κύριέ μου, ευχαριστημένος είμαι· μόνον παρακαλώ σε να προστάξης ένα υπηρέτην να μου κάμη μίαν καλύβην». Ο δε Ευτρόπιος επρόσταξε και έκαμαν την επιθυμίαν του, και το εσπέρας, όταν επέστρεψεν εις τον οίκον του, είπε της συζύγου του δι’ αυτόν λέγων: «Πολύ λυπούμαι αυτόν τον πτωχόν, ο οποίος είναι έξω εις την θύραν και υποφέρει τόσον ψύχος και τόσον χειμώνα και πάγους· πλην όμως ίσως ο Θεός τον εξαπέστειλε δια να σωθώμεν και ημείς δια της προσευχής του». Μίαν ημέραν, θέλουσα η μήτηρ του να υπάγη εις την Εκκλησίαν, έτυχεν ο Όσιος και εκάθητο έξω της καλύβης και ως τον είδεν ετρόμαξε και είπεν εις τους δούλους της: «Είπατε εις αυτόν να έμβη μέσα, διότι δεν δύναμαι να βλέπω την αγριότητα του προσώπου του». Και ευθύς ελθόντες οι δούλοι του είπον: «Άνθρωπε, δια τούτο σου έκαμε την καλύβην ο οικοδεσπότης, δια να μη κρυώνης ούτε να σε καίη ο ήλιος. Πέρασε λοιπόν μέσα και κάθισε, διότι η κυρία μας θέλει να περάση και φοβείται την αγριότητα του προσώπου σου». Ο δε Όσιος εμβήκεν αμέσως εις την καλύβην και εδάκρυσε λέγων: «Ευχαριστώ σοι, Κύριε Ιησού Χριστέ μου, ότι και η μητέρα μου, η οποία με εγέννησε, με εσιχάθη. Δος μοι υπομονήν έως τέλους να μένω αγνώριστος από τους γονείς μου». Έκτοτε πλέον δεν έβγαινεν από την καλύβην παρά μόνον όταν ήθελε να υπάγη εις την Εκκλησίαν. Ο δε πατήρ αυτού επρόσταξε να του δίδουν καθ’ ημέραν φαγητά και ποτά από την τράπεζάν του. Έφερον λοιπόν εις αυτόν πολλά είδη φαγητών και ποτών, πλην όμως ο Όσιος δεν τα έτρωγεν, αλλά τα έδιδεν εις τους δούλους και εις τους πτωχούς· έτρωγε μόνον ολίγον άρτον και ύδωρ, αφού μετελάμβανε των Αχράντων Μυστηρίων. Τόσον δε εταλαιπωρήθη το σώμα του Οσίου, ώστε εφαίνοντο όλα του τα κόκκαλα και οι αρμοί των χειρών και των ποδών. Έκαμεν εκεί εις την θύραν των γονέων του τρία ολόκληρα έτη και πολλάκις τον εσκανδάλιζεν ο διάβολος και τον ηνάγκαζε να φανερωθή εις τον πατέρα του και την μητέρα του, και πάλιν έλεγεν· «Ουχί, διάβολε, δεν με πλανάς, διότι έχω τον Χριστόν βοηθόν». Ιδών λοιπόν ο ενδοξαζόμενος εν βουλή Αγίων Θεός τον πολύν αγώνα και την ταλαιπωρίαν του Οσίου, διότι έγινε σχεδόν ημιθανής και υπερέβη εις την άσκησιν πάντας, και πως ετελείωσε τον καλόν αγώνα, μετά τρία έτη εφάνη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εις τον ύπνον του και του λέγει: «Χαίροις, Ιωάννη, ότι άφησες πάντα τα φθαρτά και πρόσκαιρα του κόσμου τούτου και με ηκολούθησες. Επλησίασεν ο καιρός της τελειώσεώς σου. Φθάνουν αι νηστείαι και αι προσευχαί. Φθάνουν αι ολονύκτιοι στάσεις σου με τα συνεχή δάκρυα. Φθάνει η υπομονή σου η πληγώσασα τον διάβολον και διαλύσασα τας παγίδας αυτού. Χαίρε λοιπόν από την σήμερον και ευφραίνου, διότι ετελείωσες τον αγώνα σου. Χαίρε ότι ενίκησες και κατεπάτησες την κεφαλήν του δράκοντος. Όντως μακάριος θέλεις είσαι και θέλει μένει ο βίος σου παράδειγμα εις τους αιώνας. Γνώριζε δε ότι μετά τρεις ημέρας έρχεσαι προς εμέ να χαίρης αιωνίως μετά των Αγγέλων και πάντων των Αγίων». Όταν λοιπόν εξύπνησεν ο Όσιος Ιωάννης ήρχισε να κλαίη και να προσεύχηται προς τον Θεόν λέγων ούτω: «Δόξα σοι, Χριστέ Βασιλεύ, ότι ανάξιον όντα με κατηξίωσας δια την αγαθότητά σου να συναριθμηθώ μετά των ευαρεστησάντων σοι Αγίων· αλλά δέομαί σου, Κύριε, να ενθυμηθής και τους γονείς μου, οίτινες με εγέννησαν και με εσπούδασαν τα θεία και ιερά γράμματα και μοι εγνώρισαν την οδόν της σης αληθείας. Διο, δέομαί Σου, συγχώρησον αυτούς δια το όνομά Σου το Άγιον και μη ενθυμηθής ουδέ μνησθής των ανομιών αυτών. Άφες τας αμαρτίας αυτών, και ει τι ήμαρτον ως άνθρωποι έμπροσθέν Σου. Διαρρηξον το χειρόγραφον των ανομιών αυτών, ως μόνος αγαθός και φιλάνθρωπος Θεός ημών και απόστρεψον αυτούς από των ματαιοτήτων του κόσμου τούτου». Όταν ετελείωσε την ευχήν ταύτην, προσεκάλεσε τον δούλον εκείνον, ο οποίος τον εδέχθη πρώτος και του έκαμε και την καλύβην και λέγει εις αυτόν: «Κύριέ μου, εξ αρχής έκαμες έλεος εις εμέ τον πτωχόν και ξένον και ελεεινόν· παρακαλώ σε ακόμη να μοι κάμης και ένα άλλο ζήτημα, και ο Δεσπότης Χριστός θέλει σε ανταμείψει και εδώ εις τον επίγειον κόσμον και εις την Βασιλείαν Του την αιώνιον». Ο δε δούλος εκείνος είπε: «Μετά πάσης χαράς ειπέ μοι ό,τι θέλεις και εγώ να το κάμω». Τότε είπεν εις αυτόν ο Όσιος: «Ύπαγε εις την κυρίαν σου και αφού την προσκυνήσης εκ μέρους μου, ειπέ εις αυτήν: Ο πτωχός ξένος ο οποίος κείτεται εις την καλύβην παρακαλεί την ενδοξότητά σου να μη τον περιφρονήσης δια τον πτωχεύσαντα δι’ ημάς τους αμαρτωλούς Χριστόν, αλλά να έλθης εις αυτόν εκεί, διότι έχει λόγον να σου είπη». Μεταβάς ο δούλος είπε τους λόγους του Οσίου εις την κυρίαν του, η δε είπεν: «Άρα γε τι θέλει να μου είπη ο πτωχός εκείνος, ότι ο Θεός το γνωρίζει πως δεν δύναμαι να τον ίδω από την αγριότητα του προσώπου του». Όταν δε ήλθεν ο Ευτρόπιος, του είπε την παραγγελίαν του Οσίου, ότι δηλαδή ζητεί να υπάγη να την ίδη, διότι θέλει να της είπη τι, αλλ’ αυτή φοβείται την αγριότητα του προσώπου του, ο δε Ευτρόπιος της είπεν: «Ύπαγε, ότι, εάν δεν υπάγης, έχεις αμαρτίαν». Ο δε Όσιος, ως ήκουσεν εκ του δούλου εκείνου όσα είπεν η μήτηρ του δι’ αυτόν, τον στέλλει πάλιν εκ δευτέρου και του λέγει: «Ύπαγε πάλιν εις αυτήν και ειπέ, ότι μετά τρεις ημέρας αποθνήσκω, και εάν δεν έλθη, ύστερον θέλει μετανοήσει πολύ». Ως δε ήκουσεν η Θεοδώρα, ότι μέλλει να αποθάνη, είπε προς τον δούλον εκείνον: «Ύπαγε πάρε και άλλους δύο δούλους, εγείρατε αυτόν και φέρετε εδώ». Έδωσε δε εις αυτόν και εν σινδόνιον να σκεπάσουν το σώμα του δια να μη τον βλέπη. Επήγαν λοιπόν οι δούλοι και τον έφεραν έμπροσθέν της, χωρίς να γνωρίζη ότι αυτός ήτο ο περιπόθητος υιός της Ιωάννης, δια τον οποίον νυχθημερόν έκλαιεν. Ο δε Όσιος είπε προς αυτήν: «Σήμερον επληρώθη ο Ευαγγελικός λόγος ο λέγων: Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε. Λοιπόν την δεξίωσιν και την ελεημοσύνην, την οποίαν εκάμετε εις εμέ τον πτωχόν και ξένον και ελεεινόν, εις τον Χριστόν την εκάματε, και Αυτός θέλει πληρώσει τον μισθόν σας. Αλλ’ όμως τώρα, παρακαλώ σε, να μοι κάμης και αυτό το οποίον θέλω σου είπει, πλην πρώτον να με βεβαιώσης μεθ’ όρκου ότι δεν θα παραβής τον λόγον μου και τότε θα σου το είπω». Η δε μήτηρ του έκαμεν όρκον προς αυτόν, ό,τι και αν της είπη, να μη παρακούση. Τότε είπεν ο Όσιος: «Πρόσεχε, κυρία μου, ίνα όταν αποθάνω, να μη μου εκβάλης αυτά τα φορέματα όπου φορώ, ούτε άλλο ιμάτιον να μου βάλης, ούτε εις άλλον τόπον να με θάψης, αλλά εις την καλύβην αυτήν, ίνα εκεί όπου ευρισκόμην ζων, να ευρίσκωμαι και μετά θάνατον, διότι εις αυτήν την καλύβην ενίκησα τον πονηρόν διάβολον». Λέγων δε ταύτα τα λόγια της είπε: «Αν και πτωχός είμαι, πλην όμως έχω ένα τίμιον και πολυτελές δώρον να σου χαρίσω δια την καλωσύνην την οποίαν μου εκάματε». Τότε βγάζει από τον κόλπον του το θείον και Ιερόν Ευαγγέλιον και της το δίδει λέγων: «Δέξου τούτο το μέγα χάρισμα και είθε να γίνη τούτο αγάπη καθαρά και στερεά, χαρά και αγαλλίασις πνευματική, σου και του ανδρός σου». Αφού είπε ταύτα, ο μεν Όσιος επανήλθεν εις την καλύβην του, η δε μήτηρ του, λαβούσα το Ευαγγέλιον και βλέπουσα αυτό άνω και κάτω, δεξιά και αριστερά, ότι ήτο παρόμοιον του Ευαγγελίου το οποίον έκαμε του υιού της Ιωάννου, παρευθύς ετρώθη η καρδία της και σπεύσασα το δεικνύει του ανδρός της, λέγουσα εις αυτόν: «Κύριέ μου, δεν είναι τούτο το Ευαγγέλιον το οποίον εδώσαμεν του υιού μας Ιωάννου»; Ο δε Ευτρόπιος είπε: «Ναι, κυρία μου, τη αληθεία εκείνου ομοιάζει». Έστειλεν όθεν αμέσως και έφερε τον γραφέα και τον χρυσοχόον και έδειξε τούτο εις αυτούς. Αυτοί δε εβεβαίωσαν ότι πραγματικώς αυτό είναι. Ως το ήκουσεν η μήτηρ του Οσίου ήρχισε να κλαίη, ο δε Ευτρόπιος είπε προς αυτήν: «Ας υπάγωμεν, κυρία μου, να τον βάλωμεν εις όρκον να μας είπη που το εύρε, και ίσως αυτός γνωρίζει που είναι ο υιός μας». Τότε ήλθον εις αυτόν και του λέγουν: «Αδελφέ και άνθρωπε του Θεού, σε ορκίζομεν εις τον Τρισυπόστατον Θεόν του ουρανού και της γης, να μη μας κρύψης την αλήθειαν, αλλά να μας ομολογήσης που εύρες αυτό το Ευαγγέλιον, διότι αυτό το εδώσαμεν ενός υιού μας ονόματι Ιωάννου, και από τότε δεν είδαμεν ούτε ηκούσαμεν τι περί εκείνου. Επειδή δε το Ευαγγέλιον ευρέθη εις τας χείρας σου, θα γνωρίζης δια τον υιόν μας τον περιπόθητον Ιωάννην». Και λέγοντες ταύτα έκλαιον. Ότε δε ο Ιωάννης είδε τον πατέρα του και την μητέρα του κλαίοντας και γνωρίζων ότι ήτο η τελευταία του ώρα, δεν ηδυνήθη πλέον να υπομένη και μετά βίας δυνηθείς να λαλήση από τους θρήνους, είπεν ενώπιον πάντων μετά δακρύων: «Εγώ είμαι ο υιός σας Ιωάννης και αυτό είναι το Ευαγγέλιον, το οποίον σας εζήτησα και μου εκάματε και επόθησα αυτό και εβάστασα τον ζυγόν αυτού». Διηγήθη δε τότε πάντα καταλεπτώς περί των εκατόν φλωρίων, τα οποία τους εζήτησε δια να φιλεύση τους συμμαθητάς του, και περί του υπηρέτου, τον οποίον του έδωσαν να τον φυλάττη και όλα τα άλλα όσα συνέβησαν. Ταύτα ακούσαντες οι γεννήτορες είδον ακριβώς αυτού τους χαρακτήρας της όψεως και γνωρίσαντες από τα σημεία, από την φωνήν και άλλα παρόμοια, ότι αυτός ήτο κατά αλήθειαν, έμειναν άφωνοι ώραν αρκετήν, ώσπερ να έβλεπον έκστασιν. Αφού δε συνήλθον δεν εγνώριζον τι να πράξουν πρότερον: Να ευφρανθούν δια την εύρεσιν του υιού των ή να θρηνήσουν αυτού τον θάνατον. Εναγκαλισθέντες τότε αυτόν έκλαιον και ωδύροντο σφοδρώς λέγοντες· «Ω περιπόθητον τέκνον και πολυώδυνον! Ω λύπη εις την οποία εβύθισας σήμερον την ψυχήν μας! Ω πόσον περισσότερον επλήγωσες την καρδίαν μας τώρα, ότε σε εύρομεν, παρά ότε μας έφυγες πρότερον! Ότι τότε μας έδιδε θάρρος κάποια ελπίς της επανόδου σου, ήτις εγλύκαινε της λύπης την πικρίαν και την σφοδρότητα. Αλλά τώρα μας επήρες και αυτήν την των ελπίδων παραμυθίαν και έστρεψας εις θλίψιν την ολίγην παρηγορίαν μας. Κάλλιον να ήθελες τελευτήσει με σιωπήν, καθώς δεν μας το ωμολόγησας ζώντος σου, ότι τότε δεν έκαμνες την πληγήν πλατυτέραν και το πάθος δριμύτερον. Ω εύρεσις δυσχερεστέρα της απωλείας! Ω όψις ποθουμένη, η οποία ελύπησας τόσον τους σε ποθήσαντας! Έπρεπε να φανερωθής, όταν ήλθες, τότε ότε είχομεν καιρόν να χαρώμεν και να ευφρανθώμεν την σην επάνοδον, παρά να τελευτήσης ούτω κρυφίως και να μη σε γνωρίσωμεν. Αλλά τώρα αγνοούμεν, τι να τελέσωμεν οι τάλανες πρότερον· την εύρεσιν να εορτάσωμεν ή τον θάνατόν σου να κλαύσωμεν; Ω δυστυχέστατοι πάντων ημείς! Τον είχομεν εις τας χείρας μας, και εδιώκαμεν εκείνον, τον οποίον εζητούσαμεν εις όλον τον κόσμον με τόσην ακρίβειαν. Ω κύκλος αστέρων! Ω εκλαμπρότατε ήλιε! Τι φοβερόν θέαμα βλέπετε! Πόσοι στεναγμοί και πηγαί δακρύων να φθάσουν εις τοιούτον σκληρότατον πάθος; Τις λίθος ή σίδηρος ή ποία άλλη φύσις ισχυροτέρα δύναται να βαστάση τοιούτον ανυπόφορον κακόν»; Αυτά και έτερα όμοια έλεγον οι γονείς ώρας τέσσαρας, και εξαιρέτως η δυστυχής και πολυώδυνος μήτηρ, ήτις ενθυμουμένη το ακαταλόγιστον μίσος και την καταφρόνησιν, την οποίαν του έκαμεν, ως άνωθεν είρηται, εθρήνει τότε ελεεινώς και απαρηγόρητα ανασπώσα τας τρίχας της κεφαλής της και το στήθος και το πρόσωπον τύπτουσα. Το γεγονός τούτο διεδόθη αστραπιαίως εις ολόκληρον την Κωνσταντινούπολιν και πάντες συμμετείχον της θλίψεως και της χαράς των γεννητόρων. Συνεθρήνουν μεν εις τον πόνον των γεννητόρων και μετά τούτων συνέπασχον· κατά δε την ψυχήν ηγάλλοντο εκπληττόμενοι δια την τοσαύτην υπομονήν του Οσίου την απαράμιλλον και αμίμητον. Ο δε Άγιος είπεν: «Εγώ ακούω την υμνωδίαν των Αγγέλων και χαίρομαι, διότι ελευθερώνομαι από τον μάταιον και φθαρτόν τούτον βίον, δια να υπάγω εις τον τόπον τον οποίον ο Χριστός μοι ητοίμασε δια την άκραν Του αγαθότητα. Μόνον ακούσατε, πάτερ μου και γλυκυτάτη μου μήτηρ, φθάνουν τα δάκρυά σας, διότι έφθασεν ο καιρός της εξόδου μου. Και όπως σας προείπα, προσέξατε να μη μου βγάλετε αυτά τα ενδύματα, αλλά με αυτά να με κηδεύσητε, και εις αυτόν τον τόπον να με θάψητε». Τότε εσήκωσε τας χείρας προς τον ουρανόν και προσηύξατο λέγων· «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ο κλίνας τους ουρανούς και καταβάς εις την γην και γενόμενος τέλειος άνθρωπος δια να μας ελευθερώσης από τας χείρας του διαβόλου, ευχαριστώ το Όνομά σου το Άγιον, το οποίον με εδυνάμωσε να νικήσω τον πονηρόν διάβολον. Δέομαί σου, επάκουσόν μου και εν τη ώρα ταύτη, δος παρηγορίαν εις τους γονείς μου, δίδαξον αυτούς τον λόγον της Σης αληθείας και τον περιεστώτα λαόν ευλόγησον, και δος αυτοίς τα προς σωτηρίαν αιτήματα, αξίωσον αυτούς της ουρανίου Σου Βασιλείας, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Και μετά το Αμήν παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις χείρας του Θεού. Η δε μήτηρ του, νικηθείσα από την αγάπην αυτού, εξέχασε την παραγγελίαν και τον όρκον και εκδύσασα αυτόν τον ενέδυσεν ιμάτια λαμπρά και χρυσοϋφαντα. Αλλ’ ω του θαύματος! ώ του θερμού προς Χριστόν έρωτος! Ότι και αυτά των άθλων τα σύμβολα ωρέγετο ο Ασκητής και τα είχε ποθεινότερα παρά της μητρός τα πολύτιμα. Ευθύς εγένετο σεισμός μέγας και βροντή και ηκούσθη φωνή λέγουσα· «Βάλε τα ενδύματά του, τα οποία έβγαλες, δια να μη παιδευθής μεγάλως». Ομού δε με την φωνήν η μήτηρ του Αγίου έμεινε παράλυτος και άφωνος ώραν πολλήν και εσυγχίσθη ο νους της. Ο δε πατήρ, βλέπων αυτήν παραλελυμένην και όλως ακίνητον, ενεθυμήθητην εντολήν του παιδός και ευθύς προσέταξε και τον ενέδυσαν και πάλιν με τα ξεσχισμένα παλαιόρρασα και εθεραπεύθη η μήτηρ. Και ο παις γονέων σωφρονιστής εδείκνυτο, φανερώνοντος του Θεού, ότι όχι μόνον οι παίδες είναι υποχρεωμένοι να φυλάττουν τας εντολάς των γονέων, αλλά και αυτοί των παίδων, όταν είναι κατά Θεόν η αίτησις. Την ώραν δε εκείνην κατά την οποίαν παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν ο Άγιος, έγιναν πολλά και άπειρα θαύματα· τυφλοί ανέβλεψαν, χωλοί επεριπάτησαν, και άλλαι πολλαί ιάσεις εγένοντο την ημέραν εκείνην. Και τότε συνήχθη άπασα η πόλις και ο βασιλεύς και όλη η σύγκλητος μετά του Πατριάρχου και των Κληρικών και ενεταφίασαν αυτόν εις την καλύβην, καθώς ο ίδιος παρήγγειλε, μετά μεγάλης τιμής και ευλαβείας. Οι δε γονείς αυτού εξώδευσαν χρήματα πολλά και έκτισαν ιερόν Ναόν εις την καλύβην και καθιέρωσαν εις αυτόν τα ήμιση των πραγμάτων των, τα δε επίλοιπα διεμοίρασαν εις τους πτωχούς, δια να είναι και το δένδρον παρόμοιον με τον καρπόν. Καλώς δε και εναρέτως βιώσαντες και αυτοί απήλθον εις Βασιλείαν την Ουράνιον να συνευφραίνωνται αιωνίως μετά του Πανοσίου και αγαπητού υιού αυτών και πάντων των Αγίων, δοξάζοντες Πατέρα, Υιόν και Πνεύμα το Άγιον, την εν Μονάδι Τριάδα και εν Τριάδι Μονάδα, η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2913
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΣΤ΄ (16η) Ιανουαρίου, τελείται η προσκύνησις της Τιμίας Αλύσεως του Αγίου και ενδόξου Αποστόλου Π

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΣΤ΄ (16η) Ιανουαρίου, τελείται η προσκύνησις της Τιμίας Αλύσεως του Αγίου και ενδόξου Αποστόλου Πέτρου.

Πέτρου του ενδοξοτάτου και Πρωτοκορυφαίου των Αποστόλων την τιμίαν άλυσιν προσκυνούμεν κατά την σήμερον, δι’ ης προσεδέθη εν τη φυλακή δια τον Χριστόν, ότε κατά προσταγήν του τετράρχου Ηρώδου συνελήφθη, καθώς ο Απόστολος Λουκάς ιστορεί εν κεφαλαίω ΙΒ΄ των Πράξεων, εν αις λέγει ότι Ηρώδης ο Αγρίππας, ο Ηρώδου του μεγάλου έγγονος και των Ιουδαίων βασιλεύς, εκμανείς κατά της Εκκλησίας του Χριστού, κατέσφαξεν εν Ιερουσαλήμ το έτος μγ΄ (43) Ιάκωβον τον αδελφόν Ιωάννου του Ευαγγελιστού. Ιδών δε ότι τούτο εφάνη αρεστόν εις τους Ιουδαίους, συνέλαβεν ομοίως και τον Πέτρον και κατέκλεισεν αυτόν εις την φυλακήν τηρών αυτόν έως ου, παρελθούσης της εορτής του νομικού Πάσχα, προσενέγκη και τούτον εις τον λαόν ως κεχαρισμένον σφάγιον· αλλ’ ο Απόστολος, δι’ Αγγέλου παραδόξως απολυθείς των δεσμών, διεσώθη (Πράξεις ΙΒ΄ 1-19). Τα δεσμά ταύτα είναι η Άλυσις εις την οποίαν εδεσμεύθη ο θείος Απόστολος, λαβούσα εκ του πανιέρου αυτού σώματος αγιαστικήν και ιαματικήν χάριν, ήτις εις τους μετά πίστεως προσερχομένους εις αυτήν λύει τα δεσμά πάσης κακής ασθενείας. Ότε δε έπεσεν από το σώμα του Αποστόλου Πέτρου η Άλυσις αύτη δια μέσου της επιφανείας του θείου Αγγέλου, διότι, λέγει· «Και εξέπεσον αυτού αι αλύσεις εκ των χειρών» (Πρ. ΙΒ΄ 7), τότε τινές Χριστιανοί, ευρόντες αυτήν, την εφύλαξαν ο ένας εις τον άλλον κατά διαδοχήν. Ύστερον δε παρά των ευσεβών βασιλέων εφέρθη εις Κωνσταντινούπολιν και απεθησαυρίσθη εις τον Ναόν του Αγίου Αποστόλου Πέτρου, τον ευρισκόμενον εντός της μεγάλης Εκκλησίας, όπου ετελείτο κατ’ έτος και η αυτού σύναξις και εορτή εις προσκύνησιν αυτής, προς αγιασμόν των Χριστιανών. Ότι δε τα τοιαύτα ενήργουν θαύματα και ιάσεις πολλάς, μαρτυρεί η Αγία Γραφή, λέγουσα περί του Παύλου, ότι εν Εφέσω οι Χριστιανοί τοσούτον σέβας προσέφερον εις αυτόν, ώστε και τα μανδήλια και περιζώματα αυτού μετά πολλής ευλαβείας λαμβάνοντες εθεράπευον δι’ αυτών των ασθενών τας αρρωστίας· «Ώστε επί τους ασθενούντας επιφέρεσθαι από του χρωτός αυτού σουδάρια ή σιμικίνθια, και απαλλάσσεσθαι απ’ αυτών τας νόσους» (Πράξ. ιθ΄ 12). Και όχι μόνον τα ιμάτια, τα οπωσδήποτε εγγίσαντα εις τα σώματα αυτών, αλλά και μόνη η σκιά τας αυτάς εποίει θεραπείας· και τούτο βλέποντες οι άνθρωποι, βάλλοντες τους ασθενείς αυτών επί κλινών και κραβάτων, έφερον αυτούς και εις τας ευρυχώρους οδούς ετίθουν, «ίνα ερχομένου Πέτρου, καν η σκιά επισκιάση τινί αυτών» (Πράξ. ε: 15) καθότι, εάν αυτοί δεν εθεραπεύοντο, οι μετά κόπου εκφέροντες αυτούς δεν θα εδέχοντο να κοπιάζουν ματαίως. Εκ τούτου έμαθεν η Ορθόδοξος Εκκλησία το σέβας και την ευλάβειαν όχι μόνον των λειψάνων, αλλά και των ιματίων των Αγίων ανδρών.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2913
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΖ΄ (17η) Ιανουαρίου, μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών ΑΝΤΩΝΙΟΥ του Μεγάλου.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΖ΄ (17η) Ιανουαρίου, μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών ΑΝΤΩΝΙΟΥ του Μεγάλου. Αντώνιος ο Μέγας Πατήρ ημών εγεννήθη εν Αιγύπτω κατά τας ημέρας του ασεβεστάτου Δεκίου εν έτει σαν΄ (251). Οι γονείς του ήσαν Χριστιανοί και ανέθρεψαν αυτόν ευσεβώς, πλην όμως γράμματα δεν ηθέλησε να μάθη, διότι ήτο εκ φύσεως απονήρευτος και δεν επεθύμει να συναναστρέφεται με άλλους παίδας ούτε να έχη φροντίδα και σύγχυσιν. Είχε δε πόθον να πηγαίνη τακτικά με τους γονείς αυτού εις την Εκκλησίαν, όπου ηκροάζετο με προσοχήν τα ιερά αναγνώσματα φυλάττων νουνεχώς εις την καρδίαν αυτού την εκ τούτων ωφέλειαν. Ποτέ δεν εζήτησε καλά φαγητά ή ωραία ενδύματα ή άλλα θελήματα άκαιρα κατά την των νέων συνήθειαν, αλλ’ επορεύετο ως ήθελεν εύρει εις τον οίκον των. Μετά τον θάνατον των γονέων αυτού έμεινε με την αδελφήν του και εφρόντιζε τας υπηρεσίας της οικίας εις όλα με την εμπρέπουσαν επιμέλειαν. Ήτο δε τότε χρόνων δέκα οκτώ ή και είκοσι και ποτέ δεν έλειπεν από την ακολουθίαν, πάντοτε δε διελογίζετο τα κατορθώματα των Αγίων, πως αφήκαν όλον τον βίον των και ηκολούθησαν τον Χριστόν, Απόστολοι, Μάρτυρες και οι λοιποί άπαντες. Ταύτα ενθυμούμενος εισήλθε ποτε εις την Εκκλησίαν και ήκουσε τον λόγον, τον οποίον είπεν ο Κύριος εις τον πλούσιον εκείνον· «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι». (Ματθ. ιθ: 21). Ταύτα ακούσας ο Άγιος έκρινεν, ότι αποκλειστικά δι’ αυτόν τα έλεγε το Ιερόν Ευαγγέλιον, εξελθών δε από την Εκκλησίαν εχάρισεν εις τους γείτονάς του, οίτινες ήσαν πτωχοί, όλα του τα κτήματα, τον αριθμόν τριακόσια, άτινα ήσαν εξαιρετικώς εύφορα, δια να μη εμποδίσουν αι φροντίδες αυτόν και την αδελφήν του εις τους πνευματικούς αγώνας. Τα δε αργύρια, τα οποία επήρεν, έδωκε τα περισσότερα εις τους πτωχούς, τα δε υπόλοιπα εκράτησε δια την αδελφήν του. Μετά ταύτα, μεταβάς και πάλιν εις τον Ναον, ήκουσε του Ευαγγελίου λέγοντος· «Μη μεριμνήσητε περί την αύριον». Όθεν έδωκε και τα υπόλοιπα εις τους πτωχούς, την δε αδελφήν παρέδωσεν εις παρθενώνα να ανατρέφεται, αυτός δε ησκήτευε πλησίον εις τον οίκον του, ότι ακόμη δεν ήσαν Μοναστήρια εις την Αίγυπτον, αλλ’ όστις ήθελε να αγωνισθή, έκτιζε κελλίον εις απόκεντρον μέρος πλησίον του χωριού του και ησύχαζεν. Ήτο δε εις τι χωρίον, πλησίον του χωρίου του Αγίου, εις Μοναχός γέρων, τον οποίον εζήλευεν εις την αρετήν ο θαυμάσιος. Ουχί δε μόνον αυτόν, αλλά και δι’ όποιον άλλον ήθελε ακούσει ότι ήτο τις σπουδαίος, επήγαινεν ως η σοφή μέλισσα να συνάξη τα άνθη δια τον εαυτόν του και δεν επέστρεφεν εις το κελλίον του χωρίς όφελος. Είχεν όθεν τον πόθον του όλον και την σπουδήν προς τον τόνον της ασκήσεως, έκαμνε δε και εργόχειρον, από το οποίον έδιδε και έπαιρνε τα χρειαζόμενα και τα επίλοιπα εχάριζεν εις τους πτωχούς. Προσηύχετο δε συνεχώς, ακούων, ότι ο ησυχαστής πρέπει να προσεύχεται πάντοτε και τόσον επρόσεχεν εις την ανάγνωσιν, ώστε δεν ελησμόνει τίποτε από όσα ήθελεν ακούσει, αλλά τα εφύλαττεν ώσπερ βιβλίον εις την ενθύμησιν. Ήτο δε από όλους αγαπητός και αυτός ομοίως ηγάπα άπαντας και εμιμείτο τας αρετάς αυτών, αποσπών από τον ένα την αγρυπνίαν και προσευχήν, από τον άλλον την νηστείαν και κακοπάθειαν, από έτερον την φιλανθρωπίαν και την πραότητα, από όλους δε ομού την εις Χριστόν ευσέβειαν και την προς αλλήλους αγάπην. Ούτω δε θεαρέστως αγωνιζόμενος να συνάξη εις εαυτόν τας αρετάς πάντων εκείνων των Αγίων, ποτέ δεν υπερηφανεύθη κατά τινος ούτε εφιλονίκησε με κανένα ούτε τινά ελύπησεν· όθεν όσοι τον εγνώριζον είχον αυτόν ως αδελφόν και υιόν των και θεοφιλή αυτόν επωνόμαζον. Μη υποφέρων όμως ο μισόκαλος και φθονερός διάβολος να βλέπη τόσην προθυμίαν εις ένα νεώτερον, ήρχισε να πολεμή και να πειράζη τον Άγιον. Και πρώτον μεν, δια να τον εμποδίση από την άσκησιν, του ενεθύμιζε την φροντίδα της αδελφής, φιλαργυρίαν, φιλοδοξίαν, τρυφήν και τας λοιπάς αναπαύσεις του σώματος, της αρετής τον κόπον και την τραχύτητα αυτής, το μάκρος του χρόνου, του σώματος την ασθένειαν και άλλα παρόμοια, ενσπείρων εις την διάνοιαν αυτού πολλούς λογισμούς δια να ανακόψη την προθυμίαν του. Βλέπων όμως ο δαίμων εαυτόν νικώμενον από την μεγάλην πίστιν του Οσίου και τας συνεχείς αυτού προσευχάς ως και από την σταθερότητα της γνώμης του, έδωκεν εις αυτόν άλλον πόλεμον χαλεπώτερον, ήτοι τον της σαρκός, με τον οποίον πολεμεί τους νεωτέρους ο δόλιος πάντοτε· ουχί δε μόνον την νύκτα τον εβασάνιζεν, αλλά και την ημέραν του έδιδε τοιαύτην ενόχλησιν, ώστε αντελαμβάνοντο και οι βλέποντες τον Άγιον την πάλην, την οποίαν είχο αμφότεροι. Και ο μεν δαίμων του ενέσπειρε ρυπαρούς λογισμούς, ο δε Όσιος ανέτρεπε αυτούς με την προσευχήν. Πολλάκις δε ενεφανίζετο και ως γυνή ο τρισάθλιος και τον επείραζε την νύκτα, δοκιμάζων με κάθε τρόπον να νικήση τον αήττητον· αλλ’ ο Άγιος, τον Χριστόν επικαλούμενος και το νοερόν της ψυχής λογιζόμενος ως και την ευγένειαν αυτής, έσβυνε της πλάνης τον άνθρακα, αφανίζων τας επαναστάσεις της σαρκός με την του αιωνίου πυρός ενθύμησιν. Ταύτα όμως πάντα ήσαν προς αισχύνην του δαίμονος, διότι ενικάτο και ενεπαίζετο υπό νεανίσκου, φέροντος σάρκα· ότι ο Κύριος δίδει την βοήθειαν εις τους αγωνιζομένους, δια να λέγη έκαστος εξ αυτών· «Εγώ δεν ενίκησα, αλλ’ η χάρις του Θεού, ήτις με ενίσχυσεν». Ιδών λοιπόν ο δράκων, ότι με τους λογισμούς μόνον δεν ηδύνατο να νικήση, ενεφανίσθη έμπροσθεν του Οσίου ως παιδίον μελανόν και λέγει προς αυτόν· «Πολλούς επλάνησα και πολλούς κατέβαλον και ενίκησα, αλλά σε πολεμών ησθένησα». Ο δε Όσιος ερωτήσας αυτόν τις ήτο, απεκρίνατο· «Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους εις ταύτην την πύρωσιν. Πολλούς σώφρονας ηπάτησα και πολλάκις ετάραξα και σε, αλλά συ με ενίκησες». Ο δε Όσιος ευχαριστήσας τον Κύριον είπε προς τον δαίμονα· «Δεν σε φοβούμαι πλέον, ούτε σε υπολογίζω ποσώς, επειδή είσαι μαύρος εις τον νουν και ως παιδίον αδύνατος και ευκαταφρόνητος». Ταύτα ακούσας ο μέλας εκείνος έφυγε και δεν ετόλμησε πλέον να τον πλησιάση. Τούτο ήτο ο πρώτος άθλος του Αγίου ή μάλλον ειπείν του Σωτήρος Χριστού κατά του δαίμονος. Γινώσκων δε ο Όσιος από τας Γραφάς, ότι αι μεθοδείαι του εχθρού ήσαν πολλαί και διάφοροι, δεν ώκνευεν, αλλά καθωπλίζετο με νηστείας, αγρυπνίας και άλλας σκληραγωγίας, δια να είναι έτοιμος, εάν έλθη ο πειράζων από άλλο μέρος, να δώση τον πόλεμον. Όθεν πάντες εθαύμαζον τον μέγαν αγώνα, τον οποίον ετέλει ο Άγιος, αυτός όμως εν ευκολία τον πόνον υπέμενε και συνήθιζεν εις την αρετήν. Δια την μεγάλην προθυμίαν του εις την αγρυπνίαν ήτο θαυμασιώτατος, επειδή ηγρύπνει όλην την νύκτα, ουχί δε μόνον άπαξ ή δις, αλλά και πολλάκις. Έτρωγεν άπαξ της ημέρας μετά την δύσιν του ηλίου ή και κάθε δύο ημέρας ή τέσσαρας, ήτο δε η τροφή του άρτος μόνον και άλας, πόσιμον δε μόνον ύδωρ έπινεν, οίνον δε και έλαιον ποσώς δεν εφεύετο. Εκοιμάτο εις μίαν ψάθην, πολλάκις δε και εις την γην μόνον, λέγων ότι πρέπει οι νέοι να βασανίζουν την σάρκα όσον δύνανται· διότι, όταν αι ηδοναί του σώματος ασθενήσωσι, τότε ενδυναμούται η ψυχή κατά τον Απόστολον. Αν δε και επί τοσούτον ηγωνίζετο εις την άσκησιν, εν τούτοις ποτέ δεν ενεθυμείτο τον παρεληλυθότα χρόνον, αλλά καθ’ ημέραν είχε τόσην προθυμίαν, ώσπερ να ήτο αρχή της ασκήσεως, λέγων το ρητόν του Αποστόλου Παύλου· «Των όπισθεν επιλανθανόμενοι, τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενοι». Μετέβαινε δε ο Άγιος και εις τινα μνήματα, άτινα ήσαν μακράν από το χωρίον, εις τα οποία εισερχόμενος ηγωνίζετο· παραγγείλας δε ποτέ γνωρίμου του τινός να του φέρη ανά τόσας ημέρας άρτον και εισελθών εις τινα τάφον, έκλεισε την θύραν ο υπηρέτης, καθώς του είπεν ο Άγιος και ανεχώρησεν. Ο δε Όσιος έμεινε μόνος έσω και ηύχετο· αλλ’ ο δαίμων, μη υποφέρων ταύτα και φοβούμενος μήπως και γεμίση Ασκητάς η έρημος, επήγε νύκτα τινά μετά πλήθους δαιμόνων και τόσον δαρμόν του έδωσαν, ώστε εκείτετο από τας πληγάς ημιθανής. Τη επαύριον, προνοία Θεού, επήγε τον άρτον ο υπηρέτης και ανοίξας την θύραν βλέπει τον Άγιον κείμενον ως νεκρόν· όθεν τον ήγειρε και λαβών αυτόν τον επήγεν εις το Κυριακόν, συναχθέντες δε οι συγγενείς του και οι γνώριμοι τον παρέστεκον ως νεκρόν. Το μεσονύκτιον συνήλθεν εις εαυτόν ο Άγιος και εγερθείς είδεν, ότι εκοιμώντο όλοι και μόνον ο υπηρέτης του ήτο έξυπνος. Όθεν κάμνει νεύμα εις αυτόν να τον εγείρη και να τον υπάγη εις τον τόπον, εις τον οποίον τον εύρεν. Ο δε υπακούσας υπεβάστασεν αυτόν και ελθόντες εις τον τάφον έκλεισε και πάλιν εις αυτόν τον Άγιον ως και πρότερον. Εκείτετο λοιπόν προσευχόμενος και μη δυνάμενος να σηκωθή από τας πληγάς των δαιμόνων, μετά δε την ευχήν εβόα ταύτα· «Εδώ είμαι, δεν φεύγω τας μάστιγας, εάν και περισσότερα κακά μου κάμετε, δεν με χωρίζετε από την αγάπην του Δεσπότου Χριστού και Σωτήρος μου». Οι δε δαίμονες ηγριώθησαν περισσότερον, ιδόντες ότι και ούτω πληγωμένος τους εφοβέριζε και έκαμαν θόρυβον τοσούτον μέγαν, ώστε του εφάνη ότι εσείσθη όλος ο τόπος και εσχίσθησαν οι τέσσαρες τοίχοι. Οι δε δαίμονες κατά φαντασίαν σχηματισθέντες εις ερπετά και θηρία εγέμισαν τον τόπον από λέοντες, άρκτους, λεοπαρδάλεις, ταύρους, όφεις, λύκους, ασπίδας και άλλα παρόμοια, έκαστον δε από τα θηρία αυτά κατά το ίδιον σχήμα τον επολέμει. Ο λέων εβρυχάτο και ώρμα να τον φάγη, ο ταύρος να τον κερατίση, ο σκορπιός να τον κεντρίση και ούτω καθ’ εξής έπραττον όλα εκείνα τα φαινόμενα θηρία, ώστε οι κτύποι ήσαν δεινοί και οι θυμοί αυτών χαλεποί. Ο δε Όσιος, συνθλιβόμενος υπ’ αυτών και κεντούμενος, ησθάνετο μεν πόνον εις το σώμα δεινότατον, εις την ψυχήν όμως ήτο άφοβος και εγρήγορος. Και εστέναζε μεν δια τον πόνον του σώματος, νήφων δε εις την διάνοιαν, περιεγέλα τους δαίμονας, λέγων· «Εάν είχετε δύναμιν, εις και μόνον από σας έφθανε να με πολεμήση· αλλ’ επειδή ο Δεσπότης σάς εξενεύρωσε, δια τούτο προσπαθείτε με το πλήθος και την υποκρισίαν να με φοβίσετε, σχηματιζόμενοι εις μορφάς θηρίων. Εάν ελάβετε κατ’ εμού εξουσίαν άνωθεν, μη αμελήτε· ει δε και δεν ελάβετε, τι μάτην ταράσσεσθε;» Πολλά λοιπόν επιχειρήσαντες, έτριζον κατ’ αυτού τους οδόντας ως εμπαιζόμενοι. Ο δε Κύριος δεν ελησμόνησε της του Οσίου αθλήσεως, αλλ’ ήλθεν εις αντίληψιν αυτού και βοήθειαν. Αναβλέψας δε ο Άγιος είδε την στέγην ώσπερ διανοιγομένην και ακτίνα φωτός κατερχομένην προς αυτόν. Τότε οι δαίμονες εξαίφνης έγιναν άφαντοι, ο πόνος του σώματος έπαυσεν, ο οίκος ευρέθη πάλιν αβλαβής και δεν έμεινε σημείον πληγής εις τον Άγιον, όστις γνωρίσας την επίσκεψιν, εδέετο της φανείσης οπτασίας λέγων· «Που ήσουν, Ιησού μου γλυκύτατε, και δεν εφάνης εξ αρχής να παύσης τας οδύνας των πόνων μου;» Εγένετο δε φωνή προς αυτόν λέγουσα· «Αντώνιε, εδώ ήμην, αλλ’ εκαρτέρουν να ίδω τον αγώνα σου. Επειδή λοιπόν υπέμεινες και δεν ενικήθης, θέλω είμαι βοηθός σου πάντοτε και θέλω δε κάμει ονομαστόν εις τον κόσμον άπαντα». Ταύτα ακούσας ο Άγιος και εγερθείς ηύχετο, ησθάνετο δε περισσοτέραν δύναμιν εις εαυτόν παρά ποτέ εις όλον τον βίον του. Ήτο δε τότε χρόνων τριάκοντα πέντε. Γενόμενος λοιπόν προθυμότερος ο Άγιος εις την θεοσέβειαν, απήλθε προς εκείνον τον παλαιόν γέροντα και τον παρεκάλει να υπάγουν ομού εις το όρος· αλλ’ όμως ο γέρων ούτος δεν ηθέλησε δια το γήρας και διότι δεν ήτο ακόμη τοιαύτη συνήθεια. Ο μεν λοιπόν Αντώνιος εκίνησε μόνος να υπάγη εις το όρος. Ο δε εχθρός, δια να εμποδίση και τότε την σπουδήν αυτού, έρριψεν εις τον δρόμον ένα δίσκον αργυρούν μέγαν. Τούτον ιδών ο Όσιος και γνωρίσας την απάτην του δαίμονος έλεγε· «Πόθεν ευρέθη ο δίσκος εις την έρημον; Εδώ ίχνη διαβάσεως δεν φαίνονται· αλλά εάν έπεσε και τίνος, ήθελεν ακούσει τον κτύπον ή θα επέστρεφε δια να τον εύρη ύστερον. Τούτο είναι, διάβολε, τέχνη σου, δια να εμπαίξης την προθυμίαν μου· αλλά τούτο ας είναι μετά σου εις την απώλειαν». Αφού δε είπε ταύτα ο Όσιος, ο δίσκος έγινεν άφαντος. Παρεμπρός πάλιν εύρεν εν τη οδώ χρυσίον πολύ ερριμμένον ουχί κατά φαντασίαν, αλλά κατά αλήθειαν· όμως δεν γνωρίζομεν εάν ο δαίμων το έφερεν εκεί δια να τον δοκιμάση ή τούτο ήτο από θείας δυνάμεως, δια να δείξη ο Θεός εις τον διάβολον, ότι ο Άγιος δεν εφρόντιζεν ούτε ποσώς υπελόγιζε τα χρήματα. Ο δε Άγιος εθαύμασε μεν το πλήθος του χρυσίου, πλην ώσπερ να επρόκειτο περί πυρός, το οποίον θα τον έκαιε, ούτως επέρασε δρομαίως τρέχων και φεύγων απ’ αυτού. Ελθών λοιπόν εις το όρος και ευρών εκεί εν παλαιόν φρούριον έρημον, γεμάτον ερπετά, εις το πέραν του ποταμού, κατώκησεν εις αυτό. Τα δε ερπετά, ώσπερ να τα εδίωκέ τις, ευθύς ανεχώρησαν, ο δε Άγιος έφραξε την είσοδον και έμεινεν εντός του τειχικάστρου μόνος, δεχόμενος κάθε έξ μήνας άρτους. Εκεί ουδείς ηδύνατο να εισέλθη να τον ίδη, ούτε εκείνος εξήρχετο, καθ’ ότι εύρεν εντός αυτού ύδωρ, με το οποίον επορεύετο. Τινές δε γνώριμοι, ερχόμενοι ποτε εις αυτόν και μείναντες έξωθεν του φρουρίου, ήκουον από το εσωτερικόν αυτού φωνάς πολλάς με κτύπους και έκραζον· «Φύγε από τον τόπον μας, τι θέλεις εδώ εις την έρημον, δεν θα δυνηθής να υποφέρης τας επιβουλάς και τας ενέδρας μας». Εις την αρχήν λοιπόν ενόμιζον οι έξωθεν, ότι άνθρωποι ήσαν οι φωνάζοντες, οίτινες ανέβησαν με κλίμακας και εμάχοντο με τον Όσιον· αλλά αφού παρετήρησαν επιμελώς από τινα σχισμήν και δεν είδον ουδένα, εγνώρισαν ότι ήσαν δαίμονες, και φοβηθέντες εκάλουν τον Άγιον, όστις πλησιάσας εις την θύραν είπεν εις αυτούς. «Μη φοβείσθε, αγαπητοί, καθότι ταύτα είναι δαιμόνων φαντάσματα· μόνον κάμετε τον σταυρόν σας και υπάγετε εις την οδόν σας, αυτοί δε ας παίζουν μετ’ αλλήλων». Ανεχώρησαν λοιπόν οι άνθρωποι εκείνοι υπό του Τιμίου Σταυρού φυλαττόμενοι, ο δε Όσιος έμενεν εκεί χωρίς να δύνανται να τον βλάψουν οι δαίμονες, ούτε εκουράζετο τοσούτον αγωνιζόμενος, διότι αι οπτασίαι, τας οποίας, ως είπομεν άνωθεν, έβλεπε και η ασθένεια των εχθρών του έδιδον μεγάλην ανάπαυσιν εις τους κόπους και εδιπλασίαζον την προθυμίαν του, πολλάκις δε οι γνώριμοι αυτού, νομίζοντες ότι θα τον εύρουν νεκρόν, τον ήκουον ψάλλοντα· «Αναστήτω ο Θεός» και τα υπόλοιπα του ψαλμού και πάλιν «Πάντα τα έθνη εκύκλωσάν με και τω ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς» και άλλα παρόμοια. Διέμεινε λοιπόν εις το φρούριον εκείνο ο Άγιος χρόνους είκοσι χωρίς να εξέρχεται ούτε να βλέπεται υπ’ ουδενός. Μετά ταύτα όμως συνήχθησαν πολλοί, θέλοντες να μιμηθούν την άσκησιν αυτού και χαλάσαντες βιαίως την θύραν, εύρον τον Όσιον και εθαύμασαν ιδόντες ότι ούτε παχύτερος ήτο, ούτε αδυνατώτερος, αλλά καθώς ήτο πρότερον. Επίσης η ψυχική του διάθεσις και η όψις του ούτε λύπην ή σκυθρωπότητα εδείκνυεν, ούτε χαράν και γέλωτα, αλλ’ ήτο ακέραιος εις όλα αφ’ εαυτού κυβερνώμενος. Πολλούς δε από τους παρευρεθέντας τότε ασθενείς εθεράπευσε και πολλούς από ενοχλήσεις δαιμόνων ηλευθέρωσε. Τοσαύτην δε χάριν είχεν από τον Θεόν ο λόγος του Αγίου, ώστε τους θλιβομένους παρηγόρει, τους εχθρευομένους ειρήνευε και πάντας εδίδασκε να προκρίνουν την αγάπην του Χριστού περισσότερον από όλα τα πράγματα, επειδή και αυτός ο πολυέλεος δι’ αγάπην μας εσταυρώθη. Με τας ψυχωφελείς λοιπόν νουθεσίας αυτού έκαμε πολλούς και εμόνασαν· όθεν έκτισαν εις τα όρη εκείνα Μοναστήρια και έγινεν από τους Μοναχούς πόλις η έρημος. Ένα καιρόν ήτο ανάγκη να περάση τον ποταμόν Νείλον δια να επισκεφθή τινας αδελφούς, ποιήσας δε την προσευχήν του ανέβη αυτός και η συνοδεία του επάνω εις τους κροκοδείλους, καθότι πλοιάριον εκεί δεν υπήρχε και διεπέρασαν αβλαβείς. Επιστρέψας δε πάλιν εις το Μοναστήριον αυτού, ηγωνίζετο ως το πρότερον, και διαλεγόμενος συνεχώς ηύξανε την προθυμίαν των Μοναχών, παρεκίνει δε και άλλους εις τον έρωτα της ασκήσεως· όθεν εις ολίγον καιρόν έγιναν πολλά Μοναστήρια, των οποίων πάντων ήτο ο Άγιος Πατήρ και Ηγούμενος. Εν μια δε των ημερών συναχθέντες πάντες οι Μοναχοί παρεκάλεσαν τον Άγιον να τους είπη λόγον σωτηρίας, ο δε μέγας ούτος Πατήρ εδίδαξεν αυτούς ούτω με αιγυπτίαν διάλεκτον. «Αρκούσιν αι Γραφαί προς διδασκαλίαν μας, αλλά καλόν είναι να στερεώνη και ο εις τον άλλον με λόγους ψυχωφελείς. Σεις λοιπόν, ως τέκνα, λέγετε προς με όσα γνωρίζετε, εγώ δε πάλιν ως γεροντότερος θα σας είπω όσα με πείραν και δοκιμήν εγνώρισα». Η πρώτη σας σπουδή, τέκνα μου, πρέπει να είναι η επιμέλεια της ασκήσεως, την οποίαν δεν πρέπει ποτέ να βαρύνεσθε ή να αμελήτε όσον και αν εις αυτήν επί μακράν κοπιάσητε, αλλά καθ’ εκάστην να έχητε ίσην την προθυμίαν και μάλιστα όσον δύνασθε περισσοτέραν, ότι η ζωή μας είναι πολύ ολίγη συγκρινομένη με την μέλλουσαν. Εάν δε κοπιάσωμεν ολίγους χρόνους εδώ πρόσκαιρα, θέλομεν βασιλεύσει εκεί έχοτες ανάπαυσιν και δόξαν αιώνιον. Φθαρτόν σώμα αφήνομεν και άφθαρτον απολαμβάνομεν. Λοιπόν μη δυστροπούμεν, μήτε να θαρρώμεν ότι κάμνομεν μέγα τι, καθότι δεν είναι άξια τα παθήματα και οι αγώνες του καιρού τούτου προς την μέλλουσαν δόξαν. Ούτε να φρονώμεν μεγάλα, δια μικρά πράγματα τα οποία αφήκαμεν· διότι και η γη ολόκληρος είναι ελαχίστη εν σχέσει προς τον ουρανόν και εις την ποσότητα και εις την ποιότητα. Εάν λοιπόν είμεθα και κύριοι απάσης της γης και αφήκαμεν αυτήν δια τον Χριστόν, και πάλιν δεν είναι αύτη ανταξία της ουρανίου μακαριότητος. Καθώς δε κερδίζει εκείνος, όστις δίδων εν νόμισμα χαλκούν λαμβάνει εκατόν χρυσά νομίσματα, ούτω και εκείνος ο άρχων, όστις καταφρονήση όλην την γην, ολίγον αφήνει και απολαμβάνει μυριοπλάσια. Λοιπόν όστις αφήκεν οικίαν ή χρυσόν ή άλλο όμοιον, δεν πρέπει να καυχάται, ούτε να αμελή· αλλά να συλλογιζώμεθα πάντες, ότι εάν δεν αφήσωμεν τώρα θεληματικώς τα υπάρχοντά μας δι’ αρετήν, θέλομεν αφήσει αυτά και χωρίς την θέλησίν μας και μάλιστα εκεί όπου δεν θέλομεν, όταν αποθάνωμεν. Δια τούτο μη έχη τις επιθυμίαν να αποκτήση πράγματα, τα οποία δεν λαμβάνει μετ’ αυτού, αλλ’ όσα δύναται να πάρη εις την ζωήν την αιώνιον, ήτοι φρόνησιν, δικαιοσύνην και άλλας αρετάς, τας οποίας θέλομεν εύρει ύστερον εις την γην των Πραέων να μας φιλοξενώσιν αιώνια. Όταν τις κάμνη το αγαθόν, ας μη υψηλοφρονή, επειδή δούλοι του Κυρίου είμεθα και ποιούμεν το χρέος μας, καθώς κάμνει καθ’ ημέραν ο ηγορασμένος δούλος το θέλημα του κυρίου αυτού, εάν δε παρακούση αυτόν, έστω και μίαν ημέραν, κινδυνεύει προς θάνατον. Ούτω λοιπόν και ημείς, εάν έστω και μίαν ημέραν αμελήσωμεν, παροξύνομεν τον Δεσπότην και λαμβάνομεν μεγάλην ζημίαν. Λοιπόν ας είμεθα πρόθυμοι και ο Θεός συνεργεί και μας βοηθεί. Ας μελετώμεν καθ’ εκάστην τον θάνατον κατά τον Απόστολον. Το πρωϊ εγειρόμενοι, ας βάλλωμεν εις τον νουν μας, ότι δεν προφθάνομεν την εσπέραν και τότε πάλιν, ότι δεν θέλομεν προφθάσει την αύριον. Εάν δε ούτω ζώμεν, δεν θέλομεν αμαρτήσει ουδέποτε ούτε θέλομεν θησαυρίσει ή ποθήσει τίποτε, αναμένοντες καθ’ ώραν τον θάνατον. Επιθυμία δε γυναικός μη εισέλθη εις την καρδίαν μας, αλλ’ ας μισώμεν πάσας τας ψυχοφθόρους ηδονάς, αποβλέποντες εις την ημέραν της κρίσεως, καθότι ο φόβος της κολάσεως αφανίζει το σκάνδαλον της σαρκός και μαραίνει πάσαν άτοπον και κακήν επιθυμίαν. Αυτά και έτερα πλείονα έλεγεν ο μακάριος Αντώνιος προς τους μαθητάς αυτού, διηγούμενος εις αυτούς και πάσας τας πανουργίας των δαιμόνων μίαν προς μίαν, ως έμπειρος και δόκιμος εις ταύτας, τας οποίας αφήνω δια βραχύτητα και μόνον γράφω τα χρησιμώτερα. Εις δε το τέλος είπε και ταύτα προς τους ακροατάς δια νουθεσίαν των. Φυλάττεσθε λοιπόν ακριβώς από τας πανουργίας των δαιμόνων και ει τι σας είπωσι, μη τους δίδητε ποσώς ακρόασιν· ότι πολλάκις τους ήκουσα και με εμακάριζαν, εγώ δε τους κατηρώμην. Άλλοτε μου προεφήτευον μέλλοντα πράγματα, δια το ύδωρ του ποταμού και έτερα, εγώ δε τους έλεγον· τι σας μέλει δι’ αυτό; Υπάγετε. Ποτέ δε ήρχοντο και με περιεκύκλουν ώσπερ στρατιώται με όπλα και ίππους, ποτέ δε ως θηρία και ερπετά φοβερίζοντες. Εγώ δε έψαλλον· «Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι Κυρίου του Θεού ημών μεγαλυνθησόμεθα»· και με τας ευχάς έφευγον. Άλλην φοράν εφάνησαν την νύκτα με φως λέγοντες· «Ήλθομεν να σου φέγγωμεν, Αντώνιε»· εγώ δε έκλεισα τους οφθαλμούς μου και προσηυχόμην, ευθύς δε εσβέσθη το φως των ασεβών. Άλλοτε πάλιν έψαλλον από τας Γραφάς «και εγώ ωσεί κωφός ουκ ήκουον. Ποτέ δε έσεισαν το Μοναστήριον και μετά ταύτα εφάνη εις δαίμων πολύ μεγάλος, όστις ετόλμησε να είπη· «Εγώ είμαι η δύναμις του Θεού, τι θέλεις να σου χαρίσω, Αντώνιε;» εγώ δε εφύσησα κατ’ αυτού, λέγων το όνομα του Χριστού και ευθύς ηφανίσθη. Άλλοτε πάλιν, ενώ ενήστευσα ημέρας τινάς, ήλθε ως Μοναχός ο δόλιος και μου έδιδεν άρτους λέγων μοι· «Φάγε, μη νηστεύης πολύ, ίνα μη ασθενήσης ως άνθρωπος». Εγώ δε αναστάς προσηυχόμην και αυτός ωσεί καπνός εξέλιπεν. Άλλην φοράν πάλιν έκρουσέ τις την θύραν και εξερχόμενος είδον ένα μέγαν και υψηλόν, ερωτήσας δε αυτόν τις ήτο, μου απεκρίνατο· «Εγώ ειμί ο σατανάς· διατί με κατακρίνουσιν άδικα οι Μοναχοί και όλοι οι Χριστιανοί καθ’ ώραν και με καταρώνται;» Εγώ δε είπον· «Διατί τους πειράζεις;» Και λέγει μοι· «Αυτοί ταράττονται και πειράζονται μοναχοί των, εγώ δε ησθένησα και δεν έχω πλέον τόπον ούτε χώραν που, αλλά πανταχού εξέλιπον οι ρομφαίαι μου· λοιπόν ας μη μου καταρώνται μάταια». Τότε θαυμάσας εγώ του Κυρίου την χάριν, είπον εις τον δαίμονα· «Πάντα είσαι ψεύστης, αλλά τώρα είπες αλήθειαν, ότι σαρκωθείς ο Χριστός σε εγύμνωσε πάσης δυνάμεως». Ταύτα ακούσας εκείνος ηφανίσθη. Αφού λοιπόν αυτός μόνος ομολογή την ασθένειάν του, δεν πρέπει ημείς να τον φοβώμεθα, αλλά να θαρρώμεν εις την δύναμιν του Χριστού, όστις είναι μεθ’ ημών και μας φυλάττει, ότι εάν εύρωσιν ημάς δειλιώντας και φοβουμένους, αυξάνουσι και αυτοί την δειλίαν εις την φαντασίαν μαςκαι μας φοβερίζουν· όταν δε μας βλέπωσι χαίροντας και ευφραινομένους εις Κύριον και λογιζομένους τα μέλλοντα αγαθά, δεν δύνανται ποσώς να μας βλάψωσιν, αλλά βλέποντες την ψυχήν ησφαλισμένην με τοιούτους αγαθούς λογισμούς, στρέφουσι κατησχυμμένοι και άπρακτοι». Αυτά και έτερα πλείονα έλεγεν ο Μέγας Αντώνιος εις τους Μοναχούς. Οι δε θαυμάζοντες την χάριν, την οποίαν έδωκεν εις αυτόν ο Κύριος, να διακρίνη τα πνεύματα, προέκοπτον εις την αρετήν περισσότερον. Ενήστευον, προσηύχοντο, είχον προς αλλήλους αγάπην μεγάλην και συμπάθειαν, επλήθαινον τα Μοναστήρια, και ήτο μεν μέγα το πλήθος των Ασκητών, πλην ήτο εις όλους μία γνώμη και εν φρόνημα, χωρίς φιλονεικίαν ή άλλην προστριβήν. Ο δε Άγιος ησύχαζεν εις το οικητήριον αυτού, ενθυμούμενος καθ’ εκάστην τας ουρανίους Μονάς, έχων δε εις αυτάς τον πόθον του, εστέναζε καθημερινώς βλέπων την πολιτείαν, την οποίαν διάγομεν και ησχύνετο να φάγη ή να κοιμηθή, το νοερόν της ψυχής ενθυμούμενος, πολλάκις δε θέλων να φάγη με άλλους Μοναχούς, στοχαζόμενος την πνευματικήν τροφήν, άφηνε την σωματικήν και ανεχώρει, έχων δε δι’ εντροπήν να τον βλέπουν τρώγοντα, ήσθιε κατά μόνας. Άλλοτε πάλιν έτρωγε με τους άλλους Μοναχούς δια να τους διδάσκη τα χρειαζόμενα, λέγων· «Όλον τον χρόνον της ζωής μας και την σπουδήν πάσαν και σχολήν πρέπει να δαπανώμεν εις ωφέλειαν της ψυχής, δια να μη αιχμαλωτίζεται αυτή η δέσποινα από τας ηδονάς και ορέξεις του υποκειμένου σώματος, αλλά μάλλον το σώμα, όπερ είναι δούλος, να κάμνη της κυρίας ψυχής το θέλημα· διότι τούτο προστάσσει ο Κύριος λέγων· «Να μη μεριμνώμεν δια βρώματα, ενδύματα και τα λοιπά». Τον καιρόν εκείνον ήτο διωγμός μέγας εις την Εκκλησίαν, Μαξιμίνου του δυσσεβούς βασιλεύοντος. Έχων δε πόθον να μαρτυρήση δια τον Χριστόν ο Μέγας Αντώνιος επήγε μετά τινων μαθητών του και εστερέωνε τους Αγίους Μάρτυρας με ωφελίμους λόγους και υποδείγματα, εισερχόμενος εις τας φυλακάς και εις τα δικαστήρια αφόβως και συνοδεύων αυτούς έως και εις αυτήν την τελείωσιν. Ο δε δικαστής, ιδών την σπουδήν αυτού και το άφοβον, προσέταξε να μη παρευρίσκεται πλέον τις Μοναχός εις το δικαστήριον, ούτε να φανή ποσώς τοιούτος εις όλην την Αλεξάνδρειαν. Όθεν εκρύβησαν άπαντες έμφοβοι. Ο δε Άγιος έπλυνε και τον μανδύαν αυτού, και ίστατο εις υψηλόν τόπον λαμπροφορεμένος και άφοβος, δεικνύων την προθυμίαν των Χριστιανών και ευχόμενος μυστικά να αξιωθή της αθλήσεως. Αλλ’ ο Κύριος τον εφύλαξεν εις πολλών ωφέλειαν. Έμεινε λοιπόν συγκοπιών με τους Ομολογητάς και υπηρετών αυτούς, έως ου έπαυσεν ο διωγμός, και τότε έστρεψεν εις το Μοναστήριον, γενόμενος εις την προαίρεσιν Μάρτυς. Αλλά και εκεί εις το κελλίον του καθ’ εκάστην επέρνα μαρτύριον με την τοσαύτην σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν, φορών ένδοθεν εν χονδρόν τρίχινον ιμάτιον, έξωθεν δε εν δερμάτινον, το οποίον διετήρησεν εις όλην του την ζωήν. Ποτέ δεν έπλυνε την σάρκα, ούτε την κεφαλήν, ούτε τους πόδαςτου, ούτε καν είδεν αυτόν τις γυμνόν, εκτός μόνον εκείνου του Μοναχού, όστις τον έπλυνεν όταν πλέον εκοιμήθη. Εν ω λοιπόν ούτως ησύχαζεν εις το κελλίον του χρόνον πολύν, ήλθε τις άρχων στρατιωτών, Μαρτινιανός ονόματι, έχων θυγατέρα ενοχλουμένην υπό του δαίμονος και κρούων την θύραν ώραν πολλήν, τον παρεκάλει να δεηθή του Θεού δι’ αυτήν. Ο δε απεκρίνατο έσωθεν· «Άνθρωπε, τι με φωνάζεις; Αμαρτωλός είμαι και εγώ ως του λόγου σου· αλλά εάν πιστεύης εις τον Χριστόν, ύπαγε, κάμε προσευχήν προς τον Θεόν, και κατά την πίστιν σου γίνεται». Εκείνος δε πιστεύσας και επικαλεσάμενος τον Χριστόν ευθύς εθεραπεύθη το κοράσιόν του. Πολλά δε και άλλα θαυμάσια ετέλεσε δια του Αγίου Αντωνίου ο Κύριος, καθώς εν τω ιερώ αυτού Ευαγγελίω λέγει· «Αιτείτε και δοθήσεται υμίν». Όθεν πολλοί ασθενείς ερχόμενοι εκάθηντο έξωθεν του Μοναστηρίου και ευχόμενοι με πίστιν, εθεραπεύοντο. Βλέπων δε ο Όσιος ότι ήρχοντο πολλοί και δεν είχεν ησυχίαν καθώς επεθύμει, ηθέλησε να υπάγη εις την άνω Θηβαϊδα, εις την οποίαν δεν τον εγνώριζον. Διότι εφοβείτο μήπως και υπερηφανευθή εκ των θαυμάτων, τα οποία εποίει δι’ αυτού ο Κύριος, να φύγη δε και τον ανθρώπινον έπαινον. Λαβών λοιπόν άρτους από τους αδελφούς, εκάθητο εις το χείλος του ποταμού, αναμένων την τυχόν διέλευσιν εκείθεν λέμβου δια να περάση αντίπερα. Εκεί δε ευρισκόμενος ήκουσε φωνήν λέγουσαν· «Που υπάγεις, Αντώνιε;» Ο δε απεκρίνατο· «Οι όχλοι με πειράζουσι και μου ζητούσιν υπέρ την δύναμίν μου θαυμάσια· λοιπόν απέρχομαι εις την άνω Θηβαϊδα να ησυχάσω». Του λάγει πάλιν η φωνή· «Καν εις Θηβαϊδα απέλθης, καν εις τα Βουκόλια κατέλθης, έρχονται να σου δίδουν περισσοτέραν ενόχλησιν· ει δε και θέλης να ησυχάσης, πήγαινε εις την εσωτέραν έρημον». Λέγει ο Όσιος· «Και ποίος θα με καθοδηγήση εις την οδόν, εφ’ όσον εγώ δεν την γνωρίζω;» Τότε του υπέδειξεν η φωνή εκείνη Σαρακηνούς τινάς, οίτινες επήγαινον εις αυτήν την οδόν, αυτοί δε μετά χαράς τον εδέχθησαν και περιπατήσας μετ’ αυτών τρεις ημέρας και τρεις νύκτας, ήλθεν εις εν όρος πολύ υψηλόν, κάτωθεν δε τούτου ήτο ύδωρ ψυχρόν και γλυκύτατον, υπήρχε δε παρ’ αυτό και τόπος ισόπεδος με φοίνικας ακαλλιεργήτους. Ο δε Όσιος, τοιούτον τόπον ωραιότατον ορεγόμενος, εγνώρισεν ότι εκεί τον απέστειλεν ο Κύριος. Λαβών λοιπόν άρτους από τους Σαρακηνούς έμεινεν εις το όρος μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος. Οι δε Σαρακηνοί, ιδόντες αυτού το πρόθυμον, διέβαινον εκείθεν επίτηδες και του εκόμιζον άρτους. Είχε δε ολίγην παραμυθίαν από τους φοίνικας και διήλθε πολύν καιρόν εις την ησυχίαν, καθώς ηγάπα. Ύστερον δε μαθόντες οι μαθηταί αυτού τον τόπον, εφρόντιζον να του στέλλουν τα απαιτούμενα. Ο δε Άγιος ελυπήθη τον πολύν αυτών κόπον, τον οποίον ελάμβανον δια το μέγεθος της αποστάσεως και της οδού την δυσχέρειαν και εζήτησε να του φέρουν αξίνην, δίκελλαν και ολίγον σίτον δια να σπέρνη και να τρέφεται εξ αυτού. Αφού του έφερον λοιπόν αυτά εκαθάρισε τον τόπον και εγεώργησε, ποτίζων τα σπέρματα με το ύδωρ, το οποίον έτρεχεν. Όθεν έκαμνε καρπόν πολυπλάσιον, καθότι η γη ήτο καλή και κατ’ έτος εξησφάλιζε την ζωοτροφίαν του χαίρων, επειδή δεν ηνώχλει τινά αλλά με τον κόπον του επορεύετο. Μετά ταύτα ιδών ο Άγιος, ότι ήρχοντο και εκεί τινες δια να τον βλέπωσιν, εγεώργησε και λάχανα, δια να έχουν ολίγην παραμυθίαν της τοιαύτης οδοιπορίας οι προσερχόμενοι· τα δε θηρία, ερχόμενα εις την βρύσιν να ποτισθούν, εζημίωναν το σπαρτόν πολλάκις· όθεν ο Όσιος, κρατήσας εν εξ αυτών, είπε ταύτα προς τα επίλοιπα. «Διατί με ζημιώνετε, εν όσω εγώ δεν σας έβλαψα; Υπάγετε εις το όνομα του Κυρίου και πλέον εδώ μη πλησιάσητε»· και απ’ εκείνης της ώρας, ω του θαύματος! ώσπερ να εφοβήθησαν την παραγγελίαν, πλέον ποσώς δεν εφάνησαν. Έμεινε λοιπόν εις το όρος εκείνο σχολάζων εις τας ευχάς και την άσκησιν. Οι δε αδελφοί παρεκάλεσαν αυτόν όπως τους επιτρέψη να του φέρωσιν ελαίας και όσπρια και ολίγον έλαιον δια το γήρας του. πόσους δε πολέμους να έκαμε και εκεί με τους δαίμονας, περιττόν είναι να γράψωμεν. Πολλάκις ήκουον εκείνοι, οίτινες μετέβαινον προς αυτόν χάριν ευλαβείας, φωνάς πολλάς, θορύβους, κτύπους αρμάτων και όλον το όρος εφαίνετο πλήρες εξ αυτών, τον δε Όσιον έβλεπον μαχόμενον και κατ’ αυτών προσευχόμενον. Κατ’ αλήθειαν δε, θαύματος άξιον ήτο να κατοική μοναχός του εις τοιαύτην άβατον έρημον, να μη φοβήται την πληθύν των θηρίων και την αγριότητα αυτών, ούτε των δαιμόνων την μισανθρωπίαν και χαλεπότητα, αλλ’ ήτο ως όρος Σιών, πεποιθώς εις τον Κύριον, ασάλευτον έχων τον νουν και τόσον ατάραχον, ώστε οι δαίμονες τον εφοβούντο μάλλον και έφευγον, τα δε θηρία εις αυτόν ημερώνοντο. Ο φθονερός διάβολος έτριζε κατ’ αυτού τους οδόντας και καθώς ηγρύπνει μίαν νύκτα, συνήθροισε τους λέοντας όλους της ερήμου εκείνης και περιεκύκλωσαν τον Όσιον χάσκοντες, ορυόμενοι και απειλούντες να τον φάγωσιν. Ο δε, γνωρίσας την τέχνην του εχθρού, είπε προς αυτούς· «Εάν ελάβετε από τον Θεόν εξουσίαν κατ’ εμού, έτοιμος είμαι και φάγετέ με· ει δε οι δαίμονες σας ηναγκασαν, ταχέως αναχωρήσατε, καθότι δούλος είμαι Χριστού του Δεσπότου της κτίσεως». Μόλις ο Όσιος είπε ταύτα, έφυγον οι λέοντες ώσπερ υπό μάστιγος διωκόμενοι. Εις ολίγας ημέρας πάλιν, ενώ έκαμνε το εργόχειρον, καθώς είχε συνήθειαν να κάμη σπυρίδας και τας έδιδεν εις εκείνον, όστις του έφερε τα προς την χρείαν, δια να μη τρώγη τον άρτον δωρεάν, έσυρε τιςτο σειρίδιον της θύρας έξωθεν και εγερθείς είδε τινά έχοντα από την κοιλίαν και ένω σχήμα ανθρώπου, τα δε σκέλη και οι πόδες αυτού εφαίνοντο ως οναρίου. Ο δε Άγιος ιδών αυτόν είπε· «Χριστού δούλος είμαι και αν σε έστειλε να μου κάμης κακόν, ως θέλεις ποίησον». Ο δε φανείς και όλοι οι συν αυτώ δαίμονες ευθύς εξηφανίσθησαν, όλη δε η σπουδή αυτών ήτο να διώξωσιν εκείθεν τον Όσιον, αλλ’ υπ’ αυτού νικηθέντες δεν ηδυνήθησαν. Μοναχοί δε τινές από τα έξωθεν Μοναστήρια ήλθον παρακαλούντες αυτόν να υπάγη εις τον τόπον των δια να τον απολαύσουν και εκείνοι ολίγας ημέρας και να ωφεληθώσιν εκ της παρουσίας του. Ο δε ιδών την ευλάβειαν αυτών απήλθε δια ψυχικήν ωφέλειαν. Είχον λοιπόν εις μίαν κάμηλον φορτωμένα τα χρειαζόμενα και πριν τελειώσουν τον δρόμον των, ετελείωσε το ύδωρ, όπερ εβάσταζον, και εις ουδέν μέρος εύρισκον, καθότι η έρημος εκείνη είναι πανταχού άνυδρος, εκτός από το ρηθέν όρος, εις το οποίον κατώκησεν ο Όσιος. Μη δυνάμενοι λοιπόν να περιπατώσι πλέον, σφοδρώς εκ της δίψης οδυνώμενοι και εκ του καύσωνος του ηλίου καταφλεγόμενοι, έπεσον κατά γης, αφήνοντες την κάμηλον έρημον. Ο δε Όσιος, βλέπων αυτούς κινδυνεύοντας, ελυπήθη πολύ και στενάξας ολίγον παρεμέρισε, κλίνας δε τα γόνατα και εκτείνας τας χείρας προσηύχετο, ευθύς δε (ω των θαυμασίων σου Δέσποτα!) εξήλθεν ύδωρ πολύ και ηδύτατον, εις τον τόπον εις τον οποίον προσηύχετο και πιόντες ανέπνευσαν, ευρόντες δε την κάμηλον, επειδή ήτο περιπεπλεγμένον το σχοινίον εις τινα λίθον, ενέπλησαν τους ασκούς και ποτίσαντες αυτήν ανεχώρησαν χαίροντες. Αφού έφθασαν εις το Μοναστήριον, έλαβον όλοι μεγάλην αγαλλίασιν ιδόντες τον Όσιον και ηυφράνθησαν απολαβόντες της γλυκυτάτης διδασκαλίας του, αυτός δε ομοίως έχαιρε, βλέπων την διαγωγήν των την ένθεον, είδε δε τότε και την αδελφήν αυτού, ήτις ήτο γηραιά παρθένος και είχε γίνει Καθηγουμένη εις το γυναικείον Μοναστήριον. Μετά δε ημέρας τινάς έστρεψε πάλιν εις το όρος. Από τότε έμαθον τον τόπον πολλοί Μοναχοί και ήρχοντο εις αυτόν χάριν ωφελείας. Ο δε Άγιος τους ενουθέτει συνεχώς λέγων· «Πιστεύετε εις τον Κύριον και αγαπάτε Αυτόν εξ όλης ψυχής και δυνάμεως. Φυλάττεσθε από ρυπαρούς λογισμούς και σαρκικάς ηδονάς. Μη απατάσθε χορτασία κοιλίας· φεύγετε την κενοδοξίαν και συνεχώς εύχεσθε». Αυτά και έτερα πλείονα έλεγεν εις αυτούς, τους δε ασθενείς, τους οποίους έφερον, παρηγόρει, συμπάσχων μετ’ αυτών, ηύχετο δε εις τον Θεόν να τους ιατρεύση ως Παντοδύναμος. Ούτως ενουθέτει άπαντας δια να μη τον δοξάζουν εις τας θαυματουργίας, αίτινες υπ’ αυτού καθ’ εκάστην ετελούντο. Εις δε άρχων από το παλάτιον του βασιλέως, Φρόντων καλούμενος, είχεν τοσούτον δεινήν ασθένειαν, ώστε έτρωγε την γλώσσαν του. Ομοίως και εις τους οφθαλμούς είχεν ασθένειαν, ήτις έμελλεν εις ολίγον καιρόν να τον καταστήση ολότυφλον. Ακούσας λοιπόν ούτος τας θαυματουργίας του Μεγάλου Αντωνίου, επήγε και παρεκάλει αυτόν να τον ιατρεύση. Ο δε ποιήσας ευχήν του έλεγεν· «Ύπαγε και θεραπεύεσαι». Αυτός όμως δε ήθελε να αναχωρήση, αλλά παρέμενεν εκεί ημέρας τινάς αναμένων βοήθειαν. Λέγει πάλιν εις αυτόν ο Άγιος· «Έως ότου κάθεσαι εδώ, δεν ωφελείσαι· λοιπόν άπελθε και όταν φθάσης εις την Αίγυπτον, θέλεις ίδει το θαυμάσιον». Πιστεύσας λοιπόν ο άνθρωπος εκείνος ανεχώρησεν, ευθύς δε ως είδεν από μακρόθεν την Αίγυπτον, έγινεν όλος υγιής, καθώς του είπεν ο Όσιος Αντώνιος. Γυνή δε τις παρθένος, από την χώραν Βούσυριν της Τριπόλεως, είχε πάθος πολλά φοβερόν και σικχαμερώτατον, διότι τα δάκρυά της, η βλέννα της και τα υγρά των ώτων αυτής έπιπτον χαμαί και ευθύς εγίνοντο σκώληκες. Ήτο δε και καθ’ όλον το σώμα παράλυτος και οι οφθαλμοί της έτρεμον. Μαθόντες δε οι γονείς αυτής, ότι επήγαινον Μοναχοί τινες προς τον Μέγαν Αντώνιον και πιστεύοντες εις τον Κύριον ότι θέλει την θεραπεύσει, καθώς και την αιμορροούσαν ιάτρευσεν, εσήκωσαν αυτήν και επήγαν με τους Μοναχούς, βαδίσαντες μετά μεγάλου κόπου και πολλών βασάνων. Έμειναν λοιπόν έξωθεν του όρους με την κόρην εις ένα Άγιον Γέροντα, όστις ήτο ο Ομολογητής Παφνούτιος. Οι δε Μοναχοί εισήλθον εις τον Όσιον Αντώνιον και προτού να είπωσι λόγον αυτοί, τους είπεν εκείνος δια την δεινήν της κόρης ασθένειαν και ότι την ωδήγουν προς αυτόν οι γονείς της και τα λοιπά άπαντα. Οι δε ακούσαντες έφριξαν· όθεν ηρώτησαν εάν ήθελε να του την φέρωσιν ενώπιόν του. Ο δε απεκρίνατο· «Υπάγετε και εάν δεν απέθανεν, θα την εύρητε τεθεραπευμένην, δεν είναι δε το κατόρθωμα τούτο ιδικόν μου, επειδή ήλθεν αύτη προς εμέ τον ελεεινόν άνθρωπον, αλλά του Σωτήρος Χριστού, όστις εθαράπευσεν αυτήν και όστις πέμπει το έλεός του εις όσους τον επικαλεσθούν μετά πίστεως, καθώς επήκουσε και την δέησιν αυτής· εφανέρωσε δε και εις εμέ η φιλανθρωπία του, ότι το πάθος αυτής θέλει το θεραπεύσει εκεί όπου τώρα αύτη ευρίσκεται». Απελθόντες λοιπόν οι Μοναχοί εύρον την παρθένον τεθεραπευμένην και επέστρεψαν με τους γονείς αυτής εις την πατρίδα των αγαλλιώμενοι. Καιρόν δε τινά ήρχοντο εις το όρος δύο Μοναχοί δια να ίδουν τον Άγιον, καθ’ οδόν δε τους έλειψε το ύδωρ και ο μεν εις τελείως απέθανεν από την δίψαν, ο δε άλλος, μη δυνάμενος να περιπατή, εκείτετο και αυτός εις την γην, αναμένων τον θάνατον. Ο δε Άγιος, καλέσας δύο ετέρους Μοναχούς, οίτινες έτυχον παρ’ αυτώ, είπεν εις αυτούς· «Λάβετε εν σταμνίον ύδωρ και δράμετε εις την οδόν της Αιγύπτου, επειδή δύο αδελφοί ερχόμενοι προς ημάς εστερήθησαν ύδατος και ως εκ τούτου ο μεν εις ετελεύτησεν, ο δε έτερος, εάν δεν προφθάσητε γρήγορα, κινδυνεύει, καθώς τώρα ο Κύριος μου εφανέρωσε». Βαδίσαντες λοιπόν εις την οδόν επί μίαν ημέραν ολόκληρον, εύρον τον μεν ένα νεκρόν και τον έθαψαν, τον δε έτερον κινδυνεύοντα και αναζωογονήσαντες αυτόν με το ύδωρ τον έφεραν εις τον Άγιον. Εάν δε ερωτήση τις λέγων· «Διατί δεν το είπεν ο Άγιος πριν αποθάνη ο έτερος;» τούτο δεν το λέγει καλώς, επειδή δεν είναι του Αγίου Αντωνίου η κρίσις του θανάτου, αλλά του Θεού, όστις έκρινε δια μεν τον ένα να αποθάνη, δια δε τον άλλον απεκάλυψεν εις τον Άγιον. Του δε Οσίου είναι το θαυμάσιον, ότι καθήμενος εις το όρος είχε την καρδίαν καθαράν και άγρυπνον, όθεν ο Θεός του εφανέρωνε και τα μακράν γινόμενα. Άλλην φοράν πάλιν εις το όρος καθήμενος και αναβλέψας είδε ψυχήν αναφερομένην εις τους ουρανούς, εχαίροντο δε οι Άγιοι Άγγελοι, οίτινες την επήγαινον. Όθεν θαυμάζων και μακαρίζων τον άνθρωπον εκείνον, παρεκάλει τον Θεόν να του αποκαλύψη τις ήτο. Ευθύς δε ήλθε φωνή λέγουσα· «Αύτη είναι η ψυχή του Αμμούν». Ούτος δε ήτο Ασκητής εις την Νιτρίαν, ήτις ευρίσκεται εις απόστασιν δεκατριών ημερών πορείας από το όρος του Αγίου Αντωνίου, βλέποντες δε αυτόν οι μαθηταί του θαυμάζοντα, ηρώτησαν τούτου το αίτιον. Ο δε είπε· «Την ώραν αυτήν ετελεύτησεν ο Αμμούν, ο συνασκητής και φίλος μου». Ούτος ο Αμμούν ήτο Ασκητής ενάρετος, διέβη δε ποτέ τον ποταμόν αβρόχοις ποσί, περιπατών ως ο Απόστολος Πέτρος επάνω εις τα ύδατα, αλλά και άλλας θαυματουργίας ετέλεσεν. Οι δε μαθηταί τού Αγίου Αντωνίου έγραψαν την ημέραν, καθ’ ην είδε την όρασιν ταύτην ο Άγιος και μετά ημέρας τριάκοντα ήλθον Αδελφοί τινες από την Νιτρίαν και ερωτήσαντες εγνώρισαν ότι ο μακάριος Αμμούν ετελεύτησε την ώραν εκείνην κατά την οποίαν έβλεπε την ψυχήν αυτού ανερχομένην εις τους ουρανούς ο Άγιος Αντώνιος και εθαύμαζον, ότι εγνώριζε τα μακράν γινόμενα. Ουχί δε μόνον ταύτα, αλλά και παρθένον τινά, ήτις είχεν εις τον στόμαχον και εις το πλευρόν ασθένειαν, δια την οποίαν τον παρεκάλεσε κόμης τις, Αρχέλαος τούνομα, να την ιατρεύση, δια προσευχής εθεράπευσε. Πολλάκις δε προέλεγε τινών τον ερχομόν ένα μήνα πρότερον, και την αιτίαν, δια την οποίαν επήγαινον, καθότι πολλοί ήρχοντο μόνον να τον ίδουν, άλλοι δε δι’ ασθένειαν· αλλά πάντες επέστρεφον με μεγάλην ωφέλειαν, είτε ψυχικήν, είτε σωματικήν. Κατελθών δε ποτε πάλιν εις τα έξω Μοναστήρια με λέμβον, ησθάνετο δυσωδίαν μεγάλην μόνον ο Άγιος και ερωτήσας τις ήτο η αιτία, δεν εγνώριζεν ουδείς, μόνον έλεγον, μήπως και του εβρώμει ιχθύς τις εξ εκείνων τους οποίους είχον. Ο δε είπεν· «Άλλην δυσωδίαν αισθάνομαι». Ευθύς δε ως είπε ταύτα, εφώναξε τις νέος, όστις ήτο εκεί εις το πλοίον κεκρυμμένος, έχων δαιμόνιον. Τότε ο Άγιος, επιτιμήσας τον δαίμονα, τον απεδίωξεν· ο δε νέος έμεινεν υγιής και έγνωσαν πάντες, ότι η δυσωδία εκείνη ήτο του δαίμονος. Άλλος δε τις επιφανής νεανίας είχε δαιμόνιον δεινόν τοσούτον, ώστε και τας σάρκας του έτρωγε. Τούτον έφερον εις τον Όσιον, όστις ελυπήθη τον νέον και κάμνων αγρυπνίαν μετ’ αυτών, προσηύχετο δι’ αυτόν όλην την νύκτα, το δε πρωϊ ωθήσας ο ασθενής τον Άγιον τον έρριψε κάτω. Οι δε συγγενείς του πάσχοντος επικράνθησαν και ελυπήθησαν κατ’ αυτού. Ο δε Όσιος τους είπε· «Μη ονειδίζεται τον νέον, διότι δεν είναι αυτός η αιτία, αλλ’ ο δαίμων και διότι τον προσέταξεν ο Θεός να εξέλθη, εξεμάνη και έκαμε το τοιούτον· αλλά δοξάσατε τον Κύριον, επειδή αυτό είναι σημείον ότι εξεβλήθη το δαιμόνιον». Ταύτα είπε και ευθύς ο νέος έγινεν υγιής και γνωρίσας τον Άγιον κατησπάζετο αυτόν και ηυχαρίστει τον Κύριον. Πολλά ωσαύτως θαυμάσια όμοια τούτου εποίησεν ο Όσιος, τα οποία αφήνομεν, δια να αποφύγωμεν την πολυλογίαν και μόνον να είπωμεν τα αναγκαιότερα. Μίαν ημέραν, όταν κατά την ενάτην ώραν ήθελε να παξιμαδίση κατά το σύνηθες, του εφάνη ότι τον ήρπασαν οι Άγγελοι και τον ανέβασαν εις τον αέρα, εκεί δε είδε τινάς δεινούς και ζοφερούς δαίμονας, οίτινες τον ημπόδιζον και δεν τον άφηναν να αναβή υψηλότερον. Οι δε οδηγούντες αυτόν αντεμάχοντο με τους δαίμονας, οίτινες εζήτουν απολογίαν δια τας πράξεις, τας οποίας έκαμεν από της γεννήσεως. Οι δε Άγγελοι έλεγον· «Όσας αμαρτίας εποίησεν από βρέφους έως την ώραν καθ’ ην έγινε Μοναχός, ο Κύριος τας εξήλειψε και συνεπώς περί αυτών δεν έχετε λόγον. Έχετε όμως την εξουσίαν να εξετάσητε αν ετήρησε τας υποσχέσεις, τας οποίας έδωκεν, όταν έλαβε το άγιον σχήμα, ότε υπεσχέθη να φυλάττη σωφροσύνην, πτωχείαν και τας λοιπάς αρετάς, τας οποίας και έπραξε· περί τούτων λοιπόν εξετάσατε». Οι δε κατηγόρουν αυτόν ψευδώς δια τινας παραβάσεις και μη δυνάμενοι να τας αποδείξουν, αφήκαν αυτόν ανεμπόδιστον. Εις εαυτόν δε γενόμενος και συλλογιζόμενος τα οραθέντα, ελησμόνησε να φάγη, αλλά στενάζων προσηύχετο και εθαύμαζε σκεπτόμενος πόσους πολέμους και κόπους έχει να περάση η ψυχή από τα τελώνια του αέρος. Ταύτα και ο Απόστολος Παύλος γινώσκων έγραφε προς νουθεσίαν μας, λέγων· ¨Δια τούτο αναλάβετε την πανοπλίαν του Θεού, ίνα δυνηθήτε αντιστήναι εν τη ημέρα τη πονηρά και άπαντα κατεργασάμενοι στήναι…» (Εφ. στ:13), όπως καταισχυνθή ο δαίμων, μη έχων να μας κατηγορήση εις κανένα αμάρτημα. Αλλ’ ο μεν Απόστολος έως τρίτον ουρανόν ηρπάγη και ήκουσεν άρρητα ρήματα· ο δε Όσιος Αντώνιος έως του αέρος και ηγωνίσθη έως ου εφάνη ελεύθερος. Είχε δε και τούτο το χάρισμα· εάν είχεν απορίαν τινά και επόθει να μάθη τι, το οποίον δεν εγνώριζε, του το εφανέρωνεν ο Θεός εκεί εις το όρος, εις το οποίον κατά μόνας ησκήτευε και ούτως ήτο λοιπόν θεοδίδακτος. Ηρώτησαν ποτέ τινες τον Άγιον περίτης διαγωγής της ψυχής, που υπάγει αφού χωρίση του σώματος, και την ερχομένην νύκτα τον εκάλεσε τις άνωθεν, λέγων· «Αντώνιε, έξελθε έξω να ίδης το ποθούμενον». Γνωρίζων δε ότι η φωνή ήτο από Θεού, εξήλθε και βλέπει μέγαν τινά και φοβερόν γίγαντα, απαίσιον την όψιν, του οποίου το ύψος έφθανεν έως των νεφών, είδε δε και τινας άλλους, οίτινες εφαίνοντο να έχουν πτερά και ανέβαινον. Ο δε μέγας εκείνος ήπλωνε τας χείρας του και άλλους μεν ήρπαζε και δεν τους άφηνε να ανέλθουν, έτεροι δε επέτων και δεν τους έφθανεν. Όθεν έτριζε κατ’ αυτών τους οδόντας, εις δε τους άλλους, οίτινες έπιπτον εις τας χείρας του, έχαιρε. Τότε πάλιν έγινε φωνή προς τον Άγιον Αντώνιον λέγουσα· «Νόει και στοχάσου το βλεπόμενον». Με το να εφωτίσθη λοιπόν η διάνοιά του, εγνώρισεν ότι εκείνος ο μέγας ήτο ο εχθρός των ψυχών και δι’ αυτό δεν άφηνεν αυτάς να περάσουν, όσοι όμως ήσαν δίκαιοι επέτων ανεμποδίστως. Οι δε αμαρτωλοί ημποδίζοντο. Ταύτα πάλιν ιδών ο μακάριος προέκοπτε καθ’ εκάστην εις την αρετήν περισσότερον. Αυτά δεν τα ωμολόγησε θεληματικώς, αλλ’ οι μαθηταί αυτού, όταν τον έβλεπον να κάμνη ώραν πολλήν εις την προσευχήν, θαυμάζοντες τον ηρώτων δεόμενοι να τους ομολογήση την όρασιν, ώστε ως Πατήρ μη δυνάμενος να το κρύπτη το ωμολόγει αναγκαζόμενος. Ήτο δε και εις το ήθος ο Άγιος πραότατος και εις την ψυχήν ταπεινόφρων. Ετίμα πολύ τους εκκλησιαστικούς· έκλινε την κεφαλήν και προσεκύνει τους Επισκόπους και Ιερείς με πολλήν ταπείνωσιν, αλλά και Διάκονος εάν επήγαινε προς αυτόν χάριν ωφελείας, τα μεν προς νουθεσίαν διελέγετο προθύμως ο Άγιος, εις δε την ευχήν έδιδε τα πρωτεία εις τον Διάκονον, έστω και εάν ήτο ο ευτελέστερος. Πολλάκις δε ηρώτα και αυτός να του λέγουν λόγους ψυχωφελείς και χρησίμους, τους οποίους ηκροάζετο με ταπείνωσιν. Ήτο δε και το πρόσωπον αυτού ιλαρώτατον έχον από τον Σωτήρα Χριστόν χάριν μεγάλην και παράδοξον τόσον, ώστε και εάν τις, όστις δεν τον είχεν άλλην φοράν ίδει και δεν τον εγνώριζε, τον έβλεπεν εν μέσω πολλών Μοναχών, ευθύς θα αντελαμβάνετο ότι αυτός ήτο ο Άγιος Αντώνιος, όχι με το να ήτο υψηλότερος από τους άλλους ή πλατύτερος, αλλά από την κατάστασιν των ηθών και την της ψυχής καθαρότητα, ήτις ήτο αθόρυβος· όθεν είχεν αταράχους και τας έξωθεν αισθήσεις του σώματος και τα κινήματα αυτού. Ήτο δε και εις την πίστιν ευσεβέστατος και της ακραιφνούς Ορθοδοξίας τηρητής ακριβέστατος τόσον, ώστε δεν ήθελε ποτέ να συνομιλήση φιλικά με αιρετικόν τινα, αλλά πολύ τους εχθρεύετο και μάλιστα τους Μανιχαίους και τους Αρειανούς, παρήγγελλε δε εις όλους τους πιστούς να μη τους πλησιάζωσι, καθότι η φιλία των είναι βλάβη ψυχής και απώλεια. Ήλθον δε ποτέ τινές Επίσκοποι και άλλοι πιστοί και παρεκάλεσαν τον Άγιον να υπάγη μέχρι της Αλεξανδρείας δια να στηρίξη τους πιστούς από τους κινδύνους των αιρετικών· όθεν απελθών εκήρυξε την ευσέβειαν κατά των Αρειανών τω τλε΄ (335) έτει, διδάσκων τον λαόν, ότι ο Υιός είναι ομοούσιος τω Πατρί και Αϊδιος· εκείνοι δε είναι όμοιοι των εθνών, λατρεύοντες την κτίσιν παρά τον Κτίσαντα. Οι μεν λοιπόν πιστοί πάντες έχαιρον, ακούοντες από τον Άγιον αναθεματιζομένην την χριστομάχον αίρεσιν. Οι δε της πόλεως άπαντες συνέτρεχον ουχί μόνον ο κοινός λαός, αλλά και οι ιερείς των Ελλήνων, παρακαλούντες να ίδωσι τον άνθρωπον του Θεού, καθότι ούτως ωνόμαζον τον Όσιον, όστις έκαμε και εκεί πολλά θαυμάσια. Όθεν πολλοί επίστευσαν εις τον Χριστόν εκείνας τας ολίγας ημέρας, τας οποίας διέτριψεν εκεί εις την πόλιν και εβαπτίσθησαν, βλέποντες τας αρετάς αυτού και εξόχως την μεγάλην γνώσιν και σύνεσιν αυτού την οποίαν είχε, χωρίς να μάθη γράμματα. Όταν δε ήθελε να αναχωρήση, τον προέφθασεν εις την πύλην της πόλεως γυνή κλαίουσα και βοώσα ταύτα: «Άνθρωπε του Θεού, απόμεινον ολίγον δια τον Κύριον, να μη έλθω εις το κελλίον σου με κίνδυνον της ζωής μου, ότι η θυγάτηρ μου βασανίζεται δεινώς υπό δαίμονος». Έφεραν λοιπόν έμπροσθέν του την παίδα, ήτις βλέπουσα αυτόν έπεσε χαμαί, ο δε Άγιος προσηυχήθη και επικαλεσθείς τον Χριστόν ήγειρεν υγιές το κοράσιον. Οι δε παρόντες ηυλόγουν τον Κύριον θαυμάζοντες. Απερχόμενος δε εις το κελλίον του συνήντησεν εις το έξω όρος τους φιλοσόφους Έλληνας, οίτινες ενόμιζον ότι θα χλευάσουν αυτόν επειδή δεν εγνώριζε γράμματα. Ο δε είπεν εις αυτούς· «Τι είναι πρώτον και αίτιον του ετέρου; Ο νους των γραμμάτων ή τούτου τα γράμματα;» Οι δε απεκρίθησαν· «Ο νους είναι πρωτύτερος, επειδή αυτός εύρε τα γράμματα». Λέγει εις αυτούς ο Άγιος· «Όστις λοιπόν έχει υγιά τον νουν δεν χρειάζεται γράμματα». Όθεν εθαύμασαν εκείνοι βλέποντες εις ένα ιδιώτην τοσαύτην σύνεσιν. Ελθόντες δε μετά ταύτα και έτεροι φιλόσοφοι ή μάλλον ειπείν μωρολόγοι και άσοφοι, εδοκίμαζαν με συλλογισμούς να τον νικήσωσι περί πίστεως. Ο δε μάλλον ενίκησεν αυτούς, και δημηγορήσας σοφώτατα άπασαν την θείαν οικονομίαν, εστηλίτευσε την των ειδώλων αυτών ματαιότητα, διότι εγίνωσκε τας μυθολογίας των και τόσον τους ήλεγξεν εις τας αθέσμους πράξεις αυτών, ώστε ίσταντο εκπληττόμενοι, μη έχοντες τι να αποκριθώσιν. Ο δε Άγιος ηρώτησεν αυτούς και πάλιν λέγων· «Ειπέτε μοι, η περί του Θεού γνώσις πως γινώσκεται καλλίτερα και πως αποδεικνύεται βεβαιότερα, με τον λόγον ή με τα έργα; Ποία είναι προτιμοτέρα, η απόδειξις της αληθούς πίστεως με την πράξιν και την ενέργειαν ή η απόδειξις με μόνους τους λόγους;» Οι δε είπον ότι προτιμοτέρα και βεβαιοτέρα είναι η απόδειξις με την πράξιν και τα έργα. Τότε ο Όσιος λέγει εις αυτούς· «Καλώς είπατε· ιδού λοιπόν· εδώ είναι τινές δαιμονιζόμενοι και ιατρεύσατε αυτούς με τους συλλογισμούς σας ή με μαγείαν και άλλην τέχνην, ως βούλεσθε, επικαλούμενοι τα αναίσθητά σας είδωλα· ει δε και δεν δύνασθε, εγώ να τους θεραπεύσω, δια να γνωρίσετε του Εσταυρωμένου Χριστού, τον οποίον χλευάζετε, την άμαχον δύναμιν». Οι δε είπον ότι δεν ηδύναντο να πράξουν τοιούτον θαυμάσιον. Επικαλεσάμενος τότε τον Χριστόν ο Άγιος, εσφράγισε τρισώς τους ασθενείς με το σημείον του Τιμίου Σταυρού και εθεραπεύθησαν, σωφρονισθέντες δε ηυχαρίστουν τον Κύριον. Οι δε φιλόσοφοι, ιδόντες τοιούτον σημείον, εξεπλάγησαν. Λέγει τότε προς αυτούς ο Άγιος· «Τι θαυμάζετε; Δεν είμαι εγώ εκείνος όστις έκαμε το θαύμα, αλλ’ ο Χριστός, εις τον οποίον, εάν πιστεύετε και σεις, δεν χρειάζεσθε πλέον με λόγους απόδειξιν, αλλά η προς Χριστόν πίστις και αγάπη θα ενεργή ομοίως και εις εσάς». Οι δε φιλόσοφοι θαυμάζοντες εις την σοφίαν των λόγων του και κατασπαζόμενοι αυτόν, ανεχώρησαν ομολογούντες ότι πολλά ωφελήθησαν. Έφθασε δε και εις τους βασιλείς η φήμη του Αγίου και του έγραφον επιστολάς ο Μέγας Κωνσταντίνος και οι υιοί του Κώνστας τε και Κωνστάντιος, παρακαλούντες αυτόν να τους ανταπαντήση και αυτός ως πατήρ προς τέκνα· όμως ο Άγιος δεν εκενοδόξει ποσώς, ότι του έγραφον οι βασιλείς, αλλά μετά πάσης ταπεινότητος συνεβούλευεν αυτούς τα ψυχωφελή και σωτήρια, λέγων να μη μεγαλοφρονώσιν εις την παρούσαν δόξαν, αλλά να ενθυμούνται την μέλλουσαν ανταπόδοσιν, και ότι ο Χριστός είναι μόνος βασιλεύς αληθής και αιώνιος, τον οποίον πρέπει να μιμώνται και οι επίγειοι βασιλείς, να είναι φιλάνθρωποι, να φροντίζουν δια τους πτωχούς και να κρίνωσι δίκαια. Ήτο λοιπόν εις όλους προσφιλής και αιδέσιμος και πάντες παρεκάλουν πολύ και εδέοντο θερμώς να τον έχωσι πατέρα και διδάσκαλον. Ήτο δε κατά την εποχήν εκείνην ο Άγιος ετών ενενήκοντα, τότε δε εύρεν, ως λέγουσι, κατά θείαν αποκάλυψιν, εις την βαθυτάτην έρημον και τον Όσιον Παύλον τον Θηβαίον και ενεταφίασεν αυτόν κοιμηθέντα. Καθεζόμενος ποτέ δε ο Όσιος είδε φοβεράν και θαυμάσιον έκστασιν, έντρομος δε γενόμενος εστέναξεν. Αναστάς δε και κλίνας τα γόνατα προσηύχετο μετά δακρύων. Έντρομοι όθεν γενόμενοι οι παρόντες παρεκάλουν αυτόν να τους είπη τα ορώμενα. Ο δε Όσιος, στενάξας μεγάλως, απεκρίθη μετά βίας πολλής· «Μεγάλη οργή μέλλει να καταλάβη την Εκκλησίαν μας, διότι θα παραδοθή αύτη εις ανθρώπους ομοίους με τα άλογα κτήνη, ότι είδον την Αγίαν Τράπεζαν του Κυριακού περιτριγυριζομένην από ημιόνους αγρίους, οίτινες ελάκτιζον ατάκτως τους πιστούς, τους εντός του Ναού ισταμένους. Ήκουσα δε και φωνήν ταύτα λέγουσαν· «Βδελυχθήσεται το θυσιαστήριόν μου». Ταύτα είδεν ο Όσιος και μετά δύο χρόνους εξουσίασαν οι Αρειανοί τας Εκκλησίας, οίτινες αρπάσαντες τα ιερά σκεύη, ωδήγουν μετά βίας εις αυτάς τους εθνικούς από τα εργαστήρια και τους έβαλλον εις την Αγίαν Τράπεζαν, έκαμναν δε εκεί οι αναιδέστατοι όσας ανομίας εβούλοντο. Ότε δε εγένοντο ταύτα, τότε και οι μαθηταί του Οσίου Αντωνίου εγνώρισαν, ότι οι ημίονοι και τα λακτίσματα αυτών προεμήνυον εις τον Άγιον εκείνα τα ανοσιουργήματα, άτινα οι Αρειανοί έπραττον· αλλά και τότε πάλιν ο οξύτατος οφθαλμός του Οσίου, βλέπων ως ενεστώτα τα μέλλοντα, παρηγόρει τους αδελφούς λέγων· «Μη λυπείσθε, τέκνα μου, καθότι ταχέως πάλιν η Εκκλησία απολαμβάνει τον στολισμόν αυτής, διότι εντός ολίγου θα αφανισθή η ασέβεια, και θα λάμψη η ευσέβεια ως πρότερον· σεις δε προσέχετε μη μιανθήτε με τους Αρειανούς, διότι η διδασκαλία των δεν είναι των Αποστόλων, αλλά του δαίμονος». Ταύτα του Οσίου Αντωνίου τα κατορθώματα, και ας μη απιστήση τις εις τόσα θαυμάσια, καθότι ο Σωτήρ είπεν ότι «εάν έχετε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω, μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται και ουδέν αδυνατήσει υμίν». Ούτω λοιπόν εποίει και ο Όσιος Πατήρ ημών Αντώνιος και ούτως εθεράπευε πάσαν ασθένειαν ανεμποδίστως με την εκείνου βοήθειαν. Έφθασε δε η φήμη αυτού πανταχού και προσήρχοντο δια να τον ίδουν ουχί μόνον ιδιώται, αλλά και αυτοί οι δικασταί και οι άρχοντες με το πολύ πλήθος των δούλων ίσταντο εις το έξω όρος, επειδή δεν ηδύναντο να υπάγουν δια το πλήθος εις το εσώτερον όρος, εις το οποίον είχε το κελλίον του ο Όσιος, εκείθεν δε του εμήνυον μετά δεήσεως να καταβαίνη προς αυτούς δια να τον απολαύσουν. Αυτός δε προυφασίζετο διαφόρως, φεύγων την τούτων ενόχλησιν. Οι δε δικασταί και οι άρχοντες, έχοντες πόθον να τον ίδωσι και να συνομιλήσωσιν, έστελλον καταδίκους, τους οποίους έσυρον οι δήμιοι δια να λυπηθή καν αυτούς να κατέλθη. Ο δε, ως εύσπλαγχνος όπου ήτο και συμπαθέστατος, εξήρχετο και τους μεν δικαστάς ωφέλει, συμβουλεύων αυτούς να προκρίνουν την δικαιοσύνην από όλα τα πράγματα, εις δε το κελλίον του επέστρεφε τάχιστα. Παρακαλών δε ποτε αυτόν ο δουξ της Αλεξανδρείας, όστις είχε μεταβή εκεί προς επίσκεψίν του, να παραμείνη ολίγον περισσότερον δια να συνευφρανθώσι και να συνομιλήσωσιν, είπεν εις αυτόν και εις τους άλλους το εξής παράδειγμα· «Καθώς οι ιχθύες, εάν παραμείνουν πολλήν ώραν εις την ξηράν, αποθνήσκουσιν, ούτω και οι Μοναχοί, εάν βραδύνωσι μεθ’ υμών των κοσμικών, πολλά ζημιώνονται». Ταύτα εκείνος ακούσας ανεχώρησεν, ομολογών ότι όντως κατά αλήθειαν δούλος ήτο του Χριστού ο Αντώνιος. Στρατηλάτης δε τις, Βαλάκιος τούνομα, εδίωκε κατά πολλά τους Ορθοδόξους δια την αγάπην των δυσωνύμων Αρειανών και επειδή ήτο τόσον ωμός και απάνθρωπος, ώστε και τας παρθένους έδερε και τους Μοναχούς εγύμνωνε και εμαστίγωνεν, έγραψε ταύτα προς αυτόν ο Άγιος· «Βλέπω οργήν, ήτις έρχεται κατά σου. Λοιπόν παύσαι διώκων τους Χριστιανούς, εάν ποθής την υγείαν σου, πριν σε καταλάβη η Θεία Δίκη και τότε θα οδύρεσαι ανωφέλευτα». Ο δε Βαλάκιος, γελάσας, έπτυσε την επιστολήν και την απέρριψεν· εκείνους δε, οίτινες την έφεραν, ύβρισε, παραγγείλας εις αυτούς να είπωσι του Οσίου· «Επειδή φροντίζεις δια τους Μοναχούς, εντός ολίγου θέλω έλθει και προς σε». Εις ολίγας ημέρας εξήλθεν ο Βαλάκιος με τον έπαρχον της Αιγύπτου Νεστόριον, έφιπποι εις δύο ήμερα άλογα, αίφνης όμως εξηγριώθη ο ίππος του επάρχου και δαγκάνει τον Βαλάκιον, ρίψας δε αυτόν εις την γην, τον εσπάραξεν εις τον μηρόν δυνατά τόσον, ώστε εντός τριών ημερών εξέψυξεν· όθεν πάντες εθαύμασαν εις το προορατικόν του Οσίου. Ούτω λοιπόν ο Όσιος τους μεν ατακτούντας ενουθέτει, τους δε αδικουμένους υπερήσπιζε και καθολικά ήτο εις ιατρός πεμφθείς από τον Θεόν εις όλην την Αίγυπτον. Όσοι δε ήρχοντο εις αυτόν λυπούμενοι και θρηνούντες δια τους τεθνηκότας αυτών η δι’ άλλην τινά ζημίαν, επέστρεφον παρηγορούμενοι. Οι πένητες παρεμυθούντο, έκαμνον αγάπην οι οργιζόμενοι, εσωφρόνουν οι ακόλαστοι, οι υπό δαιμόνων και ετέρων λογισμών ενοχλούμενοι θαυμασίως εθεραπεύοντο και με ένα λόγον ουδείς συνήντησε τον Όσιον χωρίς να λάβη παρ’ αυτού μεγάλην ωφέλειαν· όθεν και εις την κοίμησιν αυτού πάντες την ορφανίαν ωδύροντο. Ταύτην προγνωρίσας ο Άγιος, επήγεν εις το έξω όρος και λέγει εις τους αδελφούς· «Αύτη είναι η προς υμάς τελευταία μου επίσκεψις, ήλθον δε να σας αποχαιρετήσω, επειδή είμαι εκατόν πέντε χρόνων και μέλλει εις ολίγας ημέρας να υπάγω προς τον ποθούμενον». Οι δε ακούσαντες έκλαιον, ενηγκαλίζοντο και κατεφίλουν τον γέροντα. Ο δε μάλλον έχαιρε, καθότι ανεχώρει από γην αλλοτρίαν και προς την πατρίδα απήρχετο, νουθετών δε αυτούς έλεγε· «Μη αμελείτε εις την άσκησιν, αλλ’ ώσπερ να ήτο η τελευταία ημέρα σας, ούτω καθ’ εκάστην να αγωνίζεσθε. Φυλάττεσθε από ρυπαρούς λογισμούς· μη συγκοινωνείτε με τους αιρετικούς· τηρείτε την των Πατέρων παράδοσιν προ πάντων δε την ευσέβειαν εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, καθώς και από τας Γραφάς εμάθετε». Οι αδελφοί λοιπόν, ταύτα ακούοντες, πολλά τον παρεβίαζον να παραμείνη πλησίον των δια να τελευτήση εκεί, αλλά δεν ηθέλησε, διότι οι Αιγύπτιοι είχον συνήθειαν να μη θάπτουν εις την γην των εναρέτων ανδρών και μάλιστα των Αγίων Μαρτύρων τα σώματα, αλλά τα εφύλαττον εις τους κραββάτους εσμυρνισμένα δι’ ευλάβειαν. Ο δε μακάριος Αντώνιος πολλά τους ημπόδιζεν από την κακήν ταύτην συνήθειαν, ενθυμίζων εις αυτούς, ότι και των πάντων Αγιώτερον Δεσποτικόν Σώμα ετάφη. Πολλοί δε ακούοντες ταύτα διωρθώθησαν. Δια να μη κάμουν λοιπόν και εις το λείψανον αυτού τα ίδια, δεν έμεινεν εις την Αίγυπτον, αλλ’ αποχαιρετήσας αυτούς, επέστρεψε ταχέως εις το κελλίον του. Εις ολίγον καιρόν ησθένησε και καλέσας τους ως άνω ειρημένους δύο μαθητάς, οίτινες τον υπηρέτησαν εις το έσω όρος χρόνους δεκαπέντε και ήσαν αγωνισταί ενάρετοι, είπεν εις αυτούς· «Εγώ μεν υπάγω προς τον Δεσπότην μου, σεις δε νήφετε και προσέχετε ακριβώς, να μη αποκάμητε από την πολυχρόνιον άσκησιν· αλλ’ ώσπερ να αρχίζετε τώρα, ούτω σπουδάζετε να φυλάσσητε την προθυμίαν σας πάντοτε, τας επιβουλάς των δαιμόνων γινώσκοντες, οίτινες είναι μεν άγριοι, αλλ’ ασθενείς εις την δύναμιν και μη τους φοβείσθε. Ζήσετε δε πιστεύοντες και ανανεύοντες αεί προς τον Κύριον, ως καθ’ ημέραν αποθνήσκοντες, πάντοτε ενθυμείσθε δε τας παραγγελίας, τας οποίας σας έδωσα». Είπε δε πάλιν προς αυτούς ο Όσιος· «Μη έχετε τινα κοινωνίαν προς αιρετικούς, αλλά μάλλον σπουδάζετε να ευρίσκεσθε πάντοτε με τον Κύριον και τους Αγίους αυτού, δια να σας υποδεχθούν και αυτοί εις τας αιωνίους σκηνάς μετά θάνατον. Εάν δε ενδιαφέρεσθε και δι’ εμέ, μνημονεύετέ με ώσπερ Πατέρα σας. Μη αφήτε δε τινά να λάβη το σώμα μου εις την Αίγυπτον, αλλά θάψετε αυτό εις τόπον απόκρυφον, δια να το λάβω εις την ανάστασιν των νεκρών παράτου Σωτήρος σώον και άφθαρτον. Μοιράσετε τα ενδύματά μου, δότε του Επισκόπου Αθανασίου την μίαν μηλωτήν και το παλαιόν ιμάτιον, όπερ έβαλλον υπό την στρώσιν μου, το οποίον αυτός καινόν μού εχάρισε· την δε ετέραν νηλωτήν δότε του Επισκόπου Σεραπίωνος, σεις δε έχετε το τρίχινόν μου ένδυμα, και σώζεσθε εν Κυρίω, ότι ο Αντώνιος δεν ευρίσκεται πλέον μεταξύ σας, αλλά μεταβαίνει προς τον ποθούμενον». Αφού δε είπε ταύτα, οι μεν κατεφίλησαν αυτόν δακρυρροούντες, ο δε ήπλωσε τους πόδας και βλέπων ώσπερ φίλους τους Αγίους Αγγέλους ελθόντας επ’ αυτόν και περιχαρής γενόμενος, παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού, εν έτει τνστ΄ (356). Οι δε μαθηταί αυτού αόκνως ετέλεσαν όσα τους παρήγγειλεν ο Όσιος, λαβόντες δε αυτού τα ιμάτια, τα είχον ως θησαυρόν πολύτιμον. Από ταύτα τα ολίγα, τα οποία εγράψαμεν, ημπορείτε να καταλάβητε οποίος ήτο ο θείος Αντώνιος. Ετήρησεν από την νεότητα έως το γήρας ίσην την προθυμίαν της ασκήσεως και μήτε δια το γήρας ενικήθη να φάγη τροφήν παχυτέραν, μήτε δια την αδυναμίαν του σώματος ήλλαξεν ένδυμα, ούτε καν τους πόδας του ένιψε, και πάλιν έμεινεν αβλαβής εις όλα τα μέλη του, βλέπων καλώς και υπηρετών προθυμότερα απ’ εκείνους, οίτινες φορούν εις τον κόσμον διάφορα ενδύματα, εσθίουν ποικίλα βρώματα, λούονται και άλλας πολλάς ιατρείας μετέρχονται, οίτινες ασθενούσι πολλάκις και κινδυνεύουσιν, αυτός δε καν ένα οδόντα δεν έβγαλεν, ούτε ποτέ η κεφαλή του επόνεσε, μόνον οπόταν ετελεύτησεν. Το δε θαυμασιώτερον, ότι, αν και δεν έμαθε γράμματα, ούτε επαιδεύθη ποσώς την έξω σοφίαν, ούτε τέχνην τινά, εν τούτοις από μόνην την έσω θεοσέβειαν της θεοφιλούς αυτού ψυχής κατέστη περιώνυμος ουχί μόνον εις την Αίγυπτον αλλά και εις τας έξω χώρας, Αφρικήν, Ισπανίαν, Ευρώπην, Ασίαν και εις όλον τον κόσμον, ως άλλος ουδείς, ώστε όλοι τον επόθουν, τον ετίμων και τον εθαύμαζον. Τούτο ήτο όλως δώρον Θεού, όστις προστάσσει τους Αγγέλους αυτού και ευφημίζουν τους δούλους του πανταχού, όσον αυτοί μισούσι την δόξαν ως ταπεινόφρονες. Ταύτα αναγνώσατε εις τους αδελφούς, δια να μάθωσι ποία πρέπει να είναι η πολιτεία του Μοναχού και να πιστωθούν ότι ο Δεσπότης Χριστός δοξάζει τους αυτόν δοξάζοντος. Εκείνους δε οίτινες του δουλεύουν έως τέλους ουχί μόνο τους κάμνει μετόχους της ουρανίου Βασιλείας του, αλλά και εις τον κόσμον τούτον, όσοι αυτοί σπουδάζουν να κρύπτουν την αρετήν των, τόσον τους κάμνει πανταχού διαβοήτους και ευφημίζει αυτούς εις απάντων ωφέλειαν και εις δόξαν αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει κράτος, τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και Ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2913
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΗ΄ (18η) Ιανουαρίου μνήμη των εν Αγίοις πατέρων ημών ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ και ΚΥΡΙΛΛΟΥ Αρχιεπισκόπων Αλεξανδρ

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΗ΄ (18η) Ιανουαρίου μνήμη των εν Αγίοις πατέρων ημών ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ και ΚΥΡΙΛΛΟΥ Αρχιεπισκόπων Αλεξανδρείας.

Αθανάσιος και Κύριλλος οι αγιώτατοι Αρχιεπίσκοποι Αλεξανδρείας και θείοι ημών Πατέρες ήσαν και οι δύο από την Αλεξάνδρειαν και ο μεν Μέγας Αθανάσιος ήτο κατά τους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου εν έτει τιη΄ (318), παρευρέθη δε και εις την εν Νικαία γενομένην Πρώτην και Οικουμενικήν Σύνοδον εν έτει τκε΄ (325), Διάκονος τότε ων και αντικαθιστών τον Αλεξανδρείας Αλέξανδρον. Κατήσχυνε δε εκεί τον δυσσεβή Άρειον δια σοφών λόγων και δι’ αποδείξεων εκ των θείων Γραφών. Κοιμηθέντος του μακαρίου Αλεξάνδρου, έγινε της Αλεξανδρείας Αρχιεπίσκοπος· και επειδή ο Κωνστάντιος, ο υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ήτο Αρειανός, εξωρίσθη εις διαφόρους τόπους ο Μέγας ούτος Αθανάσιος, όστις επί τεσσαράκοντα έτη τους διωγμούς υφιστάμενος εξεδήμησε προς Κύριον. Ο δε Άγιος Κύριλλος ήκμασε επί της βασιλείας Θεοδοσίου του Μικρού εν έτει υιε΄ (415), ανεψιός ων Θεοφίλου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας και του θρόνου αυτού γενόμενος διάδοχος. Ούτος εχρημάτισεν έξαρχος και προστάτης της εν Εφέσω Αγίας και Οικουμενικής Τρίτης Συνόδου, της εν έτει υλα΄ (431) συγκροτηθείσης, ήτις τον δυσσεβή καθείλε Νεστόριον, ο οποίος βλάσφημα πολλά κατά της Αγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, ο κακόδοξος, εδογμάτισε. Με πολλά δε κατορθώματα και αρετάς ο Άγιος Κύριλλος διαλάμψας, προς Κύριον εξεδήμησεν. Αμφότεροι οι Άγιοι ούτοι κατέλιπον πολλά σοφά και άξια πλείστου λόγου θρησκευτικά συγγράμματα. Ήσαν δε κατά τον χαρακτήρα του σώματος, ο μεν Μέγας Αθανάσιος μέτριος μεν το μέγεθος και την ηλικίαν, ολίγον πλατύς, κυρτός, χαρίεις εις το πρόσωπον, φαλακρός εις την κεφαλήν, ωραίον χρώμα έχων, την δε ρίνα κυρτήν ως του ιέρακος· είχε δε το πρόσωπον όχι επίμηκες, τας σιαγόνας πλατείας, το γένειον μέτριον, και το στόμα μικρόν, δεν ήτο δε ούτε πολύ λευκός, αλλ’ ελαμπρύνετο δια χρώματος υποξάνθου. Ο δε Άγιος Κύριλλος είχεν ολίγον τι ωραιότερον το χρώμα του προσώπου, τας οφρύς δασείας και μεγάλας και στρογγυλάς μετ’ ευαρμοστίας, την ρίνα και τας παρειάς μικράς, τα χείλη παχέα, το μέτωπον μικρόν και το γένειον δασύ και μακρόν· ήτο φαλακρός, την δε κόμην είχε συνεστραμμένην και βοστρυχοειδή, ων ολίγον ξανθός και έχων τας τρίχας μεμιγμένας, ήτοι λευκάς με μαύρας. Τελείται δε η σύναξις αυτών εν τη αγιωτάτη Μεγάλη Εκκλησία.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”