Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3051
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Θ΄ (9η) Μαϊου, μνήμη του Αγίου ενδόξου Προφήτου ΗΣΑΪΟΥ.

Δημοσίευση από silver »

Ησαϊας ο μεγαλοφωνότατος Προφήτης κατήγετο εξ Ιερουσαλήμ, έζησε δε κατά τους χρόνους του βασιλέως Μανασή, υιού Εζεκίου του βασιλέως, υπό του οποιου και κατεκόπη δια πρίονος και ετελείωσε την ζωήν του με τέλος μαρτυρικόν. Ενεταφιάσθη δε εις τον τόπον τον λεγόμενον Αρωήλ ή Ρογήλ, παρά τη διαβάσει του ύδατος, το οποίον ο μεν βασιλεύς Εζεκίας κατέχωσε και εξηφάνισεν, ο δε Θεός, ως σημείον δια τον Προφήτην τούτον Ησαϊαν, ανέβλυσε πάλιν εις την πηγήν του Σιλωάμ. Διότι, εν ω ούτος έμελλε να αποθάνη, αποκαμών υπό της δίψης, παρεκάλεσε τον Θεόν να αποστείλη εις αυτόν ύδωρ, ίνα πίη. Και ω του θαύματος! παρευθύς έστειλεν ο Θεός εις αυτόν ύδωρ ζων εκ της πηγής του Σιλωάμ και δια τούτο η πηγή αύτη ωνομάσθη Σιλωάμ, το οποίον ερμηνεύεται απεσταλμένος. Όχι δε μόνον τότε, αλλά και πριν ορύξη ο Εζεκίας τους λάκκους, τα φρέατα και τας κολυμβήθρας εις την Ιερουσαλήμ, παρεκάλεσεν ο Ησαϊας τον Θεόν και ανέβλυσεν ολίγον ύδωρ εκ της πηγής ταύτης, ίνα μη αφανισθή η πόλις αύτη υπό της δίψης, ότε επολιορκείτο υπό των αλλοφύλων. Ηρώτων δε οι αλλόφυλοι πόθεν πίνουσιν ύδωρ οι Ιουδαίοι. Μαθόντες δε, ότι έπινον εκ της πηγής του Σιλωάμ, εκάθησαν πλησίον ταύτης και έπινον το ολίγον εκείνο ύδωρ. Αλλ’ όταν μετέβαινον οι Ιουδαίοι μετά του Ησαϊου εις την πηγήν ταύτην, τότε αίφνης ανέβρυεν ύδωρ πολύ. Δια τούτο και μέχρι σήμερον εξαίφνης, ως εκ θαύματος και άπαξ, αναβρύει το ύδωρ του Σιλωάμ, ίνα η αιφνίδιος αύτη ανάβλυσις υπομιμνήσκη το παλαιόν θαύμα. Επειδή λοιπόν η πηγή αύτη ανεφάνη δια προσευχής του Προφήτου Ησαϊου, ο λαός έθαψεν επιμελώς και ενδόξως το τίμιον αυτού Λείψανον πλησίον της πηγής ταύτης, ίνα, δια των πρεσβειών τούτου, έχωσι και μετά τον θάνατόν του την του ύδατος απόλαυσιν. Ο τάφος του Προφήτου Ησαϊου ευρίσκεται πλησίον των τάφων των βασιλέων και όπισθεν των μνημείων των Ιερέων, κατά το νότιον μέρος της Ιερουσαλήμ. Κατά δε το ανατολικόν μέρος της Σιών, πλησίον της θύρας, εκ της οποίας εισέρχονται οι προερχόμενοι εκ Γαβαών, έκτισεν ο βασιλεύς Σολομών τον τάφον Δαβίδ, του πατρός του. Την θύραν ταύτην κατεσκεύασεν ο Σολομών ελικοειδή, ως το σχήμα του κοχλίου, ίνα μη την ευρίσκη ο καθείς ευκόλως. Δια τούτο και μέχρι σήμερον δεν γνωρίζουσιν αυτήν οι περισσότεροι Ιερείς, καθώς και ο λαός. Είχε δε την θύραν αυτήν κατασκευάσει κατ’ αυτόν τον τρόπον, διότι εκεί είχεν ο Σολομών αποτεθησαυρισμένον τον χρυσόν, τον οποίον έφερεν εκ της Αιθιοπίας, ως και τα πολύτιμα αρώματα. Επειδή δε ο βασιλεύς Εζεκίας υπέδειξε τον κεκρυμμένον τούτον θησαυρόν του Δαβίδ και του Σολομώντος εις τους Βαβυλωνίους, οίτινες, αφού είδον το θαύμα, το οποίον εγένετο κατά την ασθένειαν του Εζεκία, να στραφή, δηλαδή, ο ήλιος δέκα ώρας προς τα οπίσω και θαυμάσαντες, μετέβησαν, ίνα τον ίδωσιν, ο δε Εζεκίας ενθουσιασθείς από την επίσκεψιν αυτών εποίησε τούτο και τοιουτοτρόπως οι Βαβυλώνιοι εμίαναν δια της παρουσίας των τα οστά των τάφων των προ αυτού βασιλέων, δια τούτο, ωργίσθη ο Θεός κατά του Εζεκία και παρεχώρησε να αιχμαλωτισθή το σπέρμα του εις τους Βαβυλωνίους. Ήτο δε ο Προφήτης Ησαϊας τοιούτος κατά τον χαρακτήρα του σώματος. Είχε το γένειον μακρόν και οξύ και επλησίαζε να έλθη εις γεροντικήν ηλικίαν. Τελείται δε η αυτού Σύναξις εν τω Ναώ του Αγίου Μάρτυρος Λαυρεντίου, όπου κατετέθη ύστερον το άγιον αυτού Λείψανον, αφ’ ου πρότερον μετεφέρθη εις Κωνσταντινούπολιν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3051
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ι΄ (10η) Μαϊου μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΣΙΜΩΝΟΣ του Ζηλωτού.

Δημοσίευση από silver »

Σίμων ο Άγιος Απόστολος είναι ο ίδιος εκείνος όστις και Ναθαναήλ ονομάζεται, καταγόμενος εκ Κανά της Γαλιλαίας, λέγεται δε ότι ούτος ήτο και ο νυμφίος του εν Κανά γάμου, εις τον οποίον προσκληθείς ο Κύριος μετά των μαθητών Αυτού μετέβαλε το ύδωρ εις οίνον. Όθεν, ιδών ο Σίμων το θαύμα τούτο, αφήκε νύμφην και γάμον και οικίαν και ηκολούθησε τω Χριστώ, τω φίλω και θαυματουργώ και νυμφαγωγώ και Νυμφίω των καθαρών ψυχών. Επειδή δε ο Άγιος Σίμων ήτο εις εκ των Εβδομήκοντα Μαθητών και Αποστόλων του Χριστού, ευρίσκετο μετά των λοιπών Αποστόλων εν τω υπερώω, ένθα επλήσθη εκ της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, όταν επεδήμησεν εν είδει πυρίνων γλωσσών κατά την ημέραν της Αγίας Πεντηκοστής. Περιελθών λοιπόν ούτος μετά ταύτα, ως Απόστολος, πλείστα μέρη της οικουμένης, απεκάλυπτε πανταχού την πλάνην της πολυθεϊας. Διήλθε δε όλην την Μαυριτανίαν και τας χώρας της Αφρικής, κηρύττων τον Χριστόν. Κατόπιν, ελθών και εις την Αγγλίαν και πολλούς απίστους φωτίσας δια του φωτός του Ευαγγελίου, εσταυρώθη υπό των ειδωλολατρών και τελειωθείς ενεταφιάσθη εκεί. Ζηλωτής δε ωνομάσθη, διότι είχε ζήλον πολύν, δηλαδή αγάπην, θερμήν και υοερβάλλουσαν, προς τον Παντοκράτορα Θεόν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3051
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΑ΄ (11η) Μαϊου, επιτελείται η ανάμνησις των ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ, ήτοι ΕΓΚΑΙΝΙΩΝ, της θεοφυλάκτου και θεομεγα

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΑ΄ (11η) Μαϊου, επιτελείται η ανάμνησις των ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ, ήτοι ΕΓΚΑΙΝΙΩΝ, της θεοφυλάκτου και θεομεγαλύντου ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, εξαιρέτως ανακειμένης τη προστασία της Παναχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ και παρ’ Αυτής διασωζομένης.

Κωνσταντίνος ο Μέγας, ο πρώτος των Χριστιανών βασιλεύς, όταν κατέλαβε την πόλιν του Βύζαντος, έκτισεν αυτήν πολύ μεγαλυτέραν από ό,τι ήτο πρότερον και αλλάξας το όνομά της μετωνόμασε ταύτην δια του ιδίου αυτού ονόματος, καλέσας αυτήν, αντί Βυζαντίου, Κωνσταντινούπολιν. Αφού δε ετελείωσεν όλον το τειχόκαστρον, τας οικίας και τας ιεράς Εκκλησίας, αφιέρωσεν αυτήν κατ’ εξαίρετον τρόπον εις την υπερένδοξον ημών Δέσποιναν και αειπάρθενον Θεοτόκον. Ευχαριστών όθεν ο μακάριος τον Θεόν δια το τοιούτον μεγαλοπρεπές έργον, όπερ κατώρθωσεν, ετέλεσε λιτανείαν προεξάρχοντος του τότε Πατριάρχου και ακολουθούντος όλου του Κλήρου και του λαού. Ανελθόντες δε εις τον Φόρον, έστησαν εκεί οι πολίται τον ιδικόν του ανδριάντα, εντός της κεφαλής του οποίου ετοποθέτησαν τους αγίους Ήλους, με τους οποίους εκαρφώθη επί του Σταυρού ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Κάτωθεν δε του ανδριάντος, εις την βάσιν αυτού, ετοποθέτησαν τους δώδεκα καλάθους εντός των οποίων είχον περισυλλέξει τα περισσεύματα των πέντε άρτων, τους οποίους ηυλόγησεν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και επλήθυναν. Έκτοτε λοιπόν παρέλαβεν η του Χριστού Εκκλησία να εορτάζη κατ’ έτος την τοιαύτην εορτήν, προς ανάμνησιν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3051
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΒ΄ (12η) Μαϊου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ Επισκόπου Κύπρου.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΒ΄ (12η) Μαϊου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ Επισκόπου Κύπρου.

Επιφάνιος, ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, εγεννήθη περί το έτος 310 εις το χωρίον της Παλαιστίνης Βησανδούκη, απέχον της Ελευθεροπόλεως περί τα τρία μίλια. Οι γονείς του ήσαν Εβραίοι, και ο μεν πατήρ αυτού ήτο γεωργός το επάγγελμα, η δε μήτηρ του κατειργάζετο λινάρι. Ούτοι είχον δύο τέκνα, τον Επιφάνιον και μίαν θυγατέρα, ονομαζομένην Καλλίτροπον. Συνέβη δε να αποθάνη ο πατήρ του Επιφανίου, ότε ούτος ήτο εισέτι μικρός, έως δέκα ετών, έμεινε δε με την μητέρα του και την αδελφήν του, ευρισκόμενοι εις στενοχωρίαν μεγάλην, ως μη έχοντες τα προς το ζην απαραίτητα. Επειδή δε είχον δια τας ανάγκας των εν υποζύγιον άτακτον, είπεν η μήτηρ αυτού προς τον Επιφάνιον· «Λάβε, τέκνον μου, το υποζύγιον και ύπαγε εις την πανήγυριν να το πωλήσης, δια να αγοράσωμεν τα αναγκαιούντα εις ημάς τρόφιμα». Ο δε Επιφάνιος, δυσκολευόμενος ένεκεν της αταξίας του ζώου, απεκρίθη εις την μητέρα του· «Γνωρίζεις, μήτερ, ότι το υποζύγιόν μας είναι άτακτον και εάν υπάγω δια νατο πωλήσω, εκείνοι οι οποίοι συναθροίζονται εις την πανήγυριν, βλέποντες την αταξίαν του, θέλουν με τιμωρήσει». Αλλ’ η μήτηρ αυτού είπεν· «΄Υπαγε, τέκνον, και ο Θεός των Πατέρων ημών Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, θέλει σωφρονίσει το υποζύγιον, δια να το πωλήσης και με τα χρήματα, τα οποία θα λάβης, να κυβερνήσωμεν την ανάγκην μας». Τότε ο Επιφάνιος, αφού επεκαλέσθη τον Θεόν εις βοήθειαν, παρέλαβε το ζώον και μετέβη δια να το πωλήση, υπακούων ούτω εις την μητέρα του. Ως δε έφθασεν εις τον τόπον όπου εγίνετο η πανήγυρις, το υποζύγιον ημέρευσε και εγένετο εύτακτον. Τούτο ιδών πραγματευτής τις Εβραίος, Ιακώβ ονομαζόμενος, είπε προς τον Επιφάνιον· «Πωλείς, τέκνον, το υποζύγιον;» Ο δε Επιφάνιος απεκρίθη· «Ναι, το πωλώ, δια τούτο το έφερα εδώ». Ο Ιακώβ κατόπιν τον ηρώτησεν εις ποίαν θρησκείαν ανήκει, ο δε Επιφάνιος απεκρίθη, ότι είναι Εβραίος. Τότε ο Ιακώβ είπεν· «Επειδή είμεθα από μίαν θρησκείαν, τέκνον, και δούλοι δικαίου Θεού, ας φανώμεν δίκαιοι κατά την πώλησιν του υποζυγίου, ώστε μήτε συ να αδικηθής μήτε εγώ να ζημιωθώ, δια να μη προκαλέσωμεν εναντίον μας κατάρας και αγανακτήση ο Θεός καθ’ ημών. Ευλογίας δε μάλλον πρέπει να προσπαθήσωμεν να επιτύχωμεν, επειδή ο Θεός είπεν· «Ο ευλογών είναι ευλογημένος και ο καταρώμενος είναι κατηραμένος». Ακούσας ταύτα ο Επιφάνιος εφοβήθη πολύ την κατάραν του Ιακώβ και είπε προς αυτόν· «Δεν θέλω πλέον να πωλήσω το υποζύγιον». Ο δε Ιακώβ είπε· «Διατί, τέκνον;» Απεκρίθη ο Επιφάνιος· «Διότι το ζώον τούτο είναι άτακτον. Αλλ’ η μήτηρ μου με επρόσταξε να το πωλήσω δια να εξοικονομήσωμεν τα αναγκαία προς τροφήν, επειδή ο πατήρ μου απέθανε και έχομεν μεγάλην στενοχωρίαν. Τώρα όμως, ότε ήκουσα από σε, ότι είναι κακόν το να βλάπτη κανείς τον πλησίον, φοβούμαι τον Θεόν, μήπως με τιμωρήση, αν συ ποτέ με καταρασθής δια την αταξίαν του ζώου». Ταύτα ακούσας ο Ιακώβ εθαύμασε δια την απόκρισιν του παιδίου και δώσας εις αυτό τρία αργύρια, είπε· «Λάβε την ευλογίαν ταύτην, τέκνον, και όταν μεταβής εις την μητέρα σου, δος ταύτα δια να αγοράσετε τροφάς. Παράλαβε δε και το υποζύγιόν σου και εάν δεν κάμη αταξίαν, κρατήσατέ το δια την υπηρεσίαν σας. Εάν δε δεν σταθή φρόνιμον, απομακρύνατέ το της οικίας σας, δια να μη θανατώση κανένα». Αφού λοιπόν ο Επιφάνιος παρέλαβε το υποζύγιον και τα τρία νομίσματα, μετέβαινεν εις το χωρίον του. Καθ’ οδόν δε συνήντησεν αυτόν Χριστιανός τις, Κλεόβιος καλούμενος, όστις τον ηρώτησε· «Πωλείς το υποζύγιον, τέκνον;» Ο δε Επιφάνιος απεκρίθη· «Όχι, δεν το πωλώ». Λέγει ο Κλεόβιος· «Εάν το πωλής, λάβε την τιμήν του και δος μοι το». Ενώ δε ο Κλεόβιος έλεγε ταύτα, το υποζύγιον ήρχισε να ατακτή και να κτυπά δια του ποδός του τον Επιφάνιον εις τον μηρόν τόσον ισχυρώς, ώστε τον έρριψε κατά γης, εκείνο δε έφυγε τρέχον. Έκειτο λοιπόν ο Επιφάνιος κατά γης κλαίων και μη δυνάμενος να εγερθή εκ των πόνων. Ο δε Κλεόβιος εσημείωσε δια του σημείου του ζωοποιού Σταυρού τρεις φοράς τον μηρόν του Επιφανίου, εις το μέρος όπου τον εκτύπησε το ζώον και, ω του θαύματος! ευθύς ηγέρθη ο Επιφάνιος χωρίς να αισθάνεται ουδέ τον ελάχιστον πόνον. Τότε ο Κλεόβιος στραφείς προς το υποζύγιον, είπεν· «Ω ζώον άτακτον, επειδή ηθέλησες να θανατώσης τον αυθέντην σου, εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού του Εσταυρωμένου να μη κινηθής πλέον από αυτόν τον τόπον». Ευθύς τότε με τον λόγον του Κλεοβίου έπεσε κάτω το ζώον και απέθανε. Έκπληκτος τότε ο Επιφάνιος εκ του συμβάντος τούτου ηρώτησε τον Κλεόβιον· «Ποίος είναι ο Ιησούς ο Εσταυρωμένος, δια του ονόματος του οποίου γίνονται τοιαύτα σημεία και θαύματα;» Και ο Κλεόβιος του απεκρίθη· «Ούτος ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού, τον οποίον εσταύρωσαν οι Εβραίοι». Εφοβήθη τότε ο Επιφάνιος να αποκαλύψη εις τον Κλεόβιον, ότι είναι Εβραίος. Ούτω, ο μεν Κλεόβιος συνέχισε τον δρόμον του, ο δε Επιφάνιος μετέβη εις την μητέρα του και διηγήθη εις αυτήν όσα συνέβησαν. Αφού παρήλθεν ολίγος καιρός, είπεν η μήτηρ του εις τον Επιφάνιον· «Ιδού, τέκνον μου, ότι δεν ημπορούμεν να καλλιεργήσωμεν τον αγρόν μας και κανένα καρπόν δεν συγκομίζομεν εξ αυτού. Εν όσω έζη ο πατήρ σου εκαλλιέργει τούτον και από τον καρπόν του εκυβερνώμεθα. Τώρα, λοιπόν, ας τον πωλήσωμεν και από την τιμήν του να κυβερνηθώμεν πτωχικά, εγώ και η αδελφή σου. Συ δε, τέκνον μου, ύπαγε εις κανένα τεχνίτην θεοφοβούμενον, δια να μάθης καμμίαν τέχνην, με την οποίαν να ημπορής να τρέφης τον εαυτόν σου και να βοηθής και ημάς εις τας ανάγκας μας». Εις την Ελευθερόπολιν έζη τότε Εβραίος τις νομοδιδάσκαλος, άνθρωπος θαυμαστός και θεοσεβής, κατά τον νόμον του Μωϋσέως, Τρύφων ονομαζόμενος, ο οποίος είχεν υποστατικά εις το χωρίον του Επιφανίου και εγνώριζε και αυτόν και τους γονείς του. Ούτος, μεταβάς δια να επισκεφθή τα υποστατικά του, είδε την μητέρα του Επιφανίου και είπε προς αυτήν· «Θέλεις να μου δώσης τον Επιφάνιον; Να τον κάμω θετόν υιόν μου και να προσφέρω και εις σε και εις την θυγατέρα σου τα αναγκαία προς συντήρησίν σας;» Η μήτηρ του Επιφανίου, ακούσασα ταύτα, εχάρη πολύ και ευθύς παρέδωσεν εις αυτόν τον Επιφάνιον, ίνα τον υιοθετήση. Είχε δε ο Τρύφων θυγατέρα μονογενή, την οποίαν επεθύμει να δώση ως σύζυγον εις τον Επιφάνιον. Όθεν, αφού τον παρέλαβε, του εδίδαξεν επιπόνως και με πάσαν ακρίβειαν όλον τον Μωσαϊκόν Νόμον και τα Εβραϊκά γράμματα. Μετά τινα δε καιρόν απέθανεν η θυγάτηρ του Τρύφωνος, έμεινε δε εις την οικίαν αυτού μόνος ο Επιφάνιος, όστις προώδευε κατά την ηλικίαν και κατά την Εβραϊκήν σοφίαν. Έπειτα απέθανε και ο Τρύφων, καταλιπών όλην αυτού την περιουσίαν εις τον Επιφάνιον. Απέθανε δε μετά ταύτα και η μήτηρ του Επιφανίου και ούτω παρέλαβε την αδελφήν του εις την οικίαν του Τρύφωνος, οπότε εφένοντο και οι δύο συγκληρονόμοι όλων των υπαρχόντων εκείνου. Ημέραν δε τινα, ενώ ο Επιφάνιος μετέβαινεν εις το χωρίον του, δια να επισκεφθήτα υποστατικά, τα οποία εκληρονόμησεν από τον Τρύφωνα, συνήντησε Μοναχόν τινα, Λουκιανόν ονόματι, ο οποίος ήτο λόγιος και θαυμαστός άνθρωπος, έχων ως τέχνην την καλλιγραφίαν, από την οποίαν εκέρδιζε τα προς το ζην, αν δε επερίσσευε κάτι, έδιδε τούτο ειςτους πτωχούς. Συνοδοιπορούντες λοιπόν, ο μεν Επιφάνιος έφιππος, ο δε Λουκιανός πεζός, συνήντησαν πτωχόν τινα, ο οποίος, προσπεσών εις τους πόδας του Λουκιανού, είπεν· «Άνθρωπε του Θεού, ελέησόν με, διότι είμαι νήστις τρεις ημέρας». Ο δε μακάριος Λουκιανός, μη έχων τι να του δώση, εξεδύθη το ένδυμά του και το έδωσεν εις τον πτωχόν, ειπών· «Ύπαγε εις την χώραν, πώλησέ το και αγόρασε άρτους». Ως δε εξήγαγεν ο Λουκιανός το ένδυμά του, ίνα προσφέρη τούτο εις τον πτωχόν, είδεν ο Επιφάνιος στολήν λευκήν, ήτις κατήλθεν εξ ουρανού και εκάλυψε τούτον. Φόβος μέγας κατέλαβε τότε τον Επιφάνιον, κατελθών δε από το υποζύγιον έπεσεν εις τους πόδας του Λουκιανού και είπε προς αυτόν· «Παρακαλώ σε, άνθρωπε, ειπέ μου, ποίος είσαι»; Ο δε μακάριος Λουκιανός απεκρίθη· «Ειπέ μοι, συ, πρώτον ποίαν θρησκείαν ακολουθείς και τότε θέλω σου είπει και εγώ εις ποίαν θρησκείαν πιστεύω». Ο Λουκιανός όμως, ως προορατικός, εγνώρισεν εν τω μεταξύ, ότι Χάρις Θεού ήλθεν εις τον Επιφάνιον και είπε πάλιν· «Πως συ, Εβραίος ων, ερωτάς Χριστιανόν, δια να μάθης ποίος είμαι, εφόσον, ως γνωρίζεις, οι Εβραίοι είναι βδέλυγμα δια τους Χριστιανούς, καθώς επίσης τούτο φρονούν δια τους Χριστιανούς και οι Εβραίοι; Ιδού λοιπόν ήκουσας, ότι είμαι Χριστιανός. Τώρα δεν πρέπει να ακούσης άλλο τι από εμέ». Ο καλοπροαίρετος όμως Επιφάνιος είπε· «Και τι εμπόδιον υπάρχει δια να γίνω και εγώ Χριστιανός; Ειπέ μοι, παρακαλώ». Απεκρίθη ο Λουκιανός· «Εμπόδιον είναι το να μη θέλης, διότι, εάν θέλης, ημπορείς να γίνης». Κατανυγείς ο Επιφάνιος εκ των λόγων του Λουκιανού, δεν μετέβη εις το χωρίον του, δια να επισκεφθή τα υποστατικά του, αλλ’ ωδήγησε τον Λουκιανόν εις την οικίαν, την οποίαν εκληρονόμησεν, έδειξεν εις αυτόν τον πλούτον, όστις ήτο εντός αυτής, και είπε· «Ταύτα, τα οποία βλέπεις, είναι τα υποστατικά μου, Πάτερ, και αύτη είναι η αδελφή μου. Εγώ όμως θέλω να γίνω Χριστιανός και να ζήσω εν μοναδική πολιτεία. Τι λέγεις δια τούτο»; Ο μακάριος Λουκιανός είπε τότε προς αυτόν· «Δεν δύνασαι, τέκνον, να ζήσης εις την μοναδικήν πολιτείαν, εάν έχης όλα ταύτα τα υλικά αγαθά. Αλλά υπάνδρευσον την αδελφήν σου, δος εις ταύτην τα πρέποντα, δος και τα υπόλοιπα εις τους πτωχούς και έπειτα θέλεις δυνηθή να διαβιώσης εν μοναδική πολιτεία, καθώς πρέπει». Είπε τότε ο Επιφάνιος προς αυτόν· «Πρώτον, Πάτερ, κάμε με Χριστιανόν και κατόπιν θέλω πράξει ό,τι με προστάξης». Ο δε Λουκιανός απήντησε· «Δεν ημπορώ εγώ να σε κάμω Χριστιανόν, αλλ’ ο Επίσκοπος των Χριστιανών». Ταύτα ειπών ο Λουκιανός και αφού συνεφώνησε δια τα περαιτέρω με τον Επιφάνιον, εξήλθε της οικίας αυτού και μετέβη κατ’ ευθείαν εις τον Επίσκοπον. Ο δε Επιφάνιος, χωρίς να χάση καιρόν, είπε προς την αδελφήν του· «Εγώ θέλω να γίνω Χριστιανός και να πολιτευθώ εν μοναδική ζωή». Η αδελφή του είπε τότε προς αυτόν· «Καθώς θέλεις συ, θέλω και εγώ και καθώς θέλεις πράξει συ, ούτωθα πράξω και εγώ». Εν τω μεταξύ ο Λουκιανός, ελθών εις τον Επίσκοπον, ανήγγειλεν εις αυτόν τον σκοπόν του Επιφανίου, ο δε Επίσκοπος είπεν· «Ύπαγε, κατήχησέ τον και όταν θα ευρίσκωμαι εις την Εκκλησίαν, οδήγησον αυτόν εκεί, δια να προσπέση εις τον φιλάνθρωπον Θεόν». Επέστρεψε τότε ο Λουκιανός εις την οικίαν του Επιφανίου, ευθύς δε ως τον είδον ο Επιφάνιος και η αδελφή του προσέπεσαν εις τους πόδας του, κλαίοντες και λέγοντες· «Παρακαλούμεν σε, Πάτερ, να μας κάμης Χριστιανούς». Ο Λουκιανός λοιπόν αφού κατήχησε τούτους ωδήγησε κατόπιν και τους δύο εις την Εκκλησίαν. Ενώ δε ευρίσκοντο εισέτι καθ’ οδόν, συνήντησαν τον Επίσκοπον, όστις μετέβαινε και αυτός εις την Εκκλησίαν. Ευθύς τότε προσέπεσαν εις τους πόδας αυτού, παρακαλούντες να τους βαπτίση. Εισήλθον λοιπόν όλοι ομού εις την Εκκλησίαν. Όταν δε ο Επιφάνιος έφθασεν εις τας έξω θύρας του Ναού και ευθύς ως ανήλθεν εις το πρώτον σκαλοπάτι, έπεσε το υπόδημα του αριστερού του ποδός. Πατών δε δια του αριστερού, ίνα αναβιβάση και τον δεξιόν του πόδα, έπεσε και το υπόδημα του δεξιού του ποδός και ευρέθησαν και τα δύο του υποδήματα έξω της κλίμακος της Εκκλησίας. Τούτο ιδών ο Λουκιανός εθαύμασεν. Ο δε μακάριος Επιφάνιος δεν ηθέλησεν ούτε να ανασηκώση καν τα υποδήματα, τα οποία έπεσαν από των ποδών του, αλλ’ ούτε και ηθέλησε πλέον εις όλην του την ζωήν να φορέση άλλα υποδήματα. Ως δε ίσταντο ο Επιφάνιος και η αδελφή του ακούοντες τας Αγίας Γραφάς, είδεν ο Επίσκοπος, ότι το πρόσωπον του Επιφανίου ήτο δεδοξασμένον και λαμπρόν και στέφανος ωραίος ευρίσκετο επί της κεφαλής του. Μετά δε την ανάγνωσιν του Ευαγγελίου εισήλθεν ο Επίσκοπος εις το Βαπτιστήριον και επρόσταξε να εισέλθη και ο Επιφάνιος, η αδελφή του και ο Λουκιανός, όστις και έγινε πνευματικός πατήρ του Επιφανίου. Ο δε Επίσκοπος, αφού τους εδίδαξεν άπαντα τα χρειώδη, εβάπτισε τούτους και τους εκοινώνησε δια των Αχράντων Μυστηρίων. Κατόπιν τους επρόσταξε να μεταβούν εις την Επισκοπήν, δια να γευματίσουν μετ’ αυτού και να μείνουν εκεί επί επτά ημέρας κατά την τάξιν. Αφού παρήλθον αι επτά ημέραι, ο Επιφάνιος έφερεν εις την οικίαν του τον Λουκιανόν και παρθένον τινά Βρνίκην ονόματι, ήτις δια του Αγίου Βαπτίσματος έγινε πνευματική μήτηρ της αδελφής του. Έδωσε δε εις την Βερνίκην χίλια νομίσματα και παρέδωκεν εις αυτήν και την αδελφήν του, δια να την παραλάβη μαζί της εις το Μοναστήριόν της, δια να μονάση ομού μετά των άλλων παρθένων εις τας οποιας η Βερνίκη ήτο Ηγουμένη. Ο δε Επιφάνιος, αφού επώλησεν όλα τα υπάρχοντά του, διένειμεν εις τους πτωχούς ό,τι εξ αυτών εισέπραξε και εκράτησε μόνον τεσσαράκοντα νομίσματα, δια να αγοράση θεία και ξείδωρα βιβλία. Μετά ταύτα ανεχώρησεν εκ της πόλεως μετά του Λουκιανο΄θ και κατηυθύνθησαν εις Μοναστήριόν τι, εις το οποίον ησύχαζον δέκα Μοναχοί, οίτινες ήσαν καλλιγράφοι και από την καλλιγραφίαν εκέρδιζον τα αναγκαιούντα εις αυτούς. Εκεί λοιπόν μετέβη και ο Επιφάνιος και εγένετο Μοναχός ων τότε ηλικίας δεκαέξ ετών. Εντός του Μοναστηρίου εκείνου έζη και Μοναχός τις, Ιλαρίων καλούμενος, όστις ήτο δεύτερος από τον Λουκιανόν, εστολισμένος με πολλάς αρετάς και χάριτας. Κατά μίμησιν δε τούτου επολιτεύετο και έτερος Μοναχός, Κλαύδιος ονομαζόμενος. Τούτους ιδών ο Επιφάνιος ευθύς τους εμιμήθη εις τας αρετάς. Διότι ο μέγας Λουκιανός παρέδωκε τον Επιφάνιον εις τον θείον Ιλαρίωνα, δια να διδάξη εις τούτον τας θείας Γραφάς. Ο δε Επιφάνιος ηγωνίζετο με πολύν κόπον να μιμηθή τον Ιλαρίωνα εις τα χρηστά ήθη και ούτω, με την χάριν του Χριστού, προώδευεν εις την μοναδικήν πολιτείαν. Μετ’ ολίγον καιρόν απήλθεν εις τας ουρανίους μονάς ο μέγας Λουκιανός και εγένετο Ηγούμενος των αδελφών ο Ιλαρίων. Ήτο δε η τροφή τούτου ολίγος άρτος με άλας και ύδωρ μέτριον. Ανά δύο δε ημέρας έτρωγε μόνον μίαν φοράν, πολλάκις δε και ανά τρεις ημέρας και τας περισσοτέρας φοράς ανά τέσσαρας, πολλάκις δε και ανά εκάστην εβδομάδα. Ταύτην την πολιτείαν εξέλεξε και ο Επιφάνιος, την οποίαν και διεφύλαξεν εις όλην αυτού την ζωήν. Ήτο δε ο τόπος εκείνος άνυδρος και μόνον εις απόστασιν πέντε μιλίων (8 χλμ. Περίπου) από του Μοναστηρίου υπήρχεν ύδωρ. Όθεν οι αδελφοί ένεκα του καύσωνος, που επεκράτει κατά την ημέραν, ηναγκάζοντο να μεταβαίνουν την νύκτα δια να φέρουν ύδωρ εις το Μοναστήριον. Μίαν δε φοράν, μερικοί οδοιπόροι, έχοντες φορτωμένα τα ζώα των με οίνον, διήρχοντο εκείθεν και επειδή ήτο καύμα σφοδρότατον, εδίψασαν πολύ. Όθεν εισελθόντες εις το Μοναστήριον εζήτησαν ύδωρ δια να πίουν. Έτυχε δε να μη ευρεθή ύδωρ, δια να τους δώσουν. Και οι μεν οδοιπόροι εκινδύνευον να αποθάνουν από την δίψαν, οι δε αδελφοί εκυπούντο πολύ δια την κατάστασιν αυτήν και έκλαιον. Τότε ο θείος Επιφάνιος, λαβών εις τας χείρας του τους ασκούς, τους περιέχοντας τον οίνον, είπε· «Πιστεύσατε, αδελφοί, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, όστις μετέβαλε το ύδωρ εις οίνον εν Κανά της Γαλιλαίας, θέλει κάμει και τούτον τον οίνον ύδωρ». Και ω του θαύματος! Οι ασκοί, οίτινες ήσαν πλήρεις οίνου, ευρέθησαν πλήρεις ύδατος, εκ του οποίου έπιον οι οδοιπόροι εκείνοι καθώς και τα ζώα των και ανέζησαν. Έμειναν δε εκστατικοί προ του τοιούτου θαύματος και οι αδελφοί και οι οδοιπόροι. Από της ημέρας όμως εκείνης δεν ηθέλησεν ο Άγιος να κατοικήση εις εκείνον τον τόπον, διότι οι οδοιπόροι διεκήρυξαν το θαύμα το οποίον ετέλεσεν ο Άγιος και ούτω εγένετο γνωστή η φήμη αυτού εις όλα τα μέρη. Όθεν έφυγε κρυφίως εκείθεν και μετέβη εις άλλον τόπον αγριώτερον. Όλοι τότε οι αδελφοί ελυπούντο δια τον Επιφάνιον, διότι δεν εγνώριζον εις ποίον τόπον ευρίσκετο. Έμεινε λοιπόν ο Άγιος εις εκείνον τον έρημον τόπον νήστις επί τρεις ημέρας, ήτο δε και ούτος ο τόπος άνυδρος. Κατ’ εκείνον δε τον καιρόν διήρχοντο εκείθεν τεσσαράκοντα Σαρακηνοί, οίτινες βλέποντες τον Άγιον διαβιούντα εις τοιούτον τόπον και εις τοιαύτην κατάστασιν τον περιέπαιζον. Εις δε εξ αυτών, τυφλός κατά τον ένα οφθαλμόν, έχων γνώμην θηριώδη και απάνθρωπον, εξήγαγεν εκ της θήκης την μάχαιραν και, πλησιάσας τον Άγιον, ανεσήκωσε ταύτην δια να τον κτυπήση. Αλλ’ ω του θαύματος! ήνοιξεν ο τετυφλωμένος οφθαλμός του και τόσος φόβος κατέλαβε τούτον, ώστε έρριψε κατά γης την μάχαιραν και εστάθη ακίνητος. Οι δε συνοδοιπόροι αυτού, ιδόντες την ακινησίαν του, επλησίασαν εις τον Άγιον και εις τον μονόφθαλμον, αλλά μόλις είδον, ότι ήνοιξεν ο τετυφλωμένος οφθαλμός του, έμειναν εκστατικοί. Ιδών ο Άγιος την ταραχήν αυτών, ήρχισε να ομιλή προς αυτούς με πολλήν ιλαρότητα και ταπείνωσιν. Εκείνοι τότε, δια των λόγων του Αγίου ήλθον εις φρόνιμον κατάστασιν και μεταβληθέντες, έλεγον, ότι είναι ο Άγιος Θεός. Τότε δια της βίας παρέλαβον αυτόν μεθ’ εαυτών, λέγοντες· «Συ είσαι ο Θεός ημών και ακολούθει μας, δια να μας διαφυλάττης από κάθε κακόν που ημπορεί να μας κάμουν εκείνοι, οι οποίοι μας καταδιώκουν». Ακολουθών δε αυτούς ο Άγιος επί τρεις μήνας, ημπόδιζε τούτους από κάθε αταξίαν. Βλέποντες όμως εκείνοι, ότι δια των νουθεσιών αυτού επροξένει εις αυτούς στενοχωρίαν, διότι έλεγεν εις αυτούς να απέχουν από τας κλοπάς και τας αρπαγάς, έπεσαν όλοι ομού προ των ποδών του και τον παρεκάλουν να αναχωρήση. Τότε ο Άγιος, αφού είπεν εις αυτούς πολλάς νουθεσίας, τέλος προσέθεσεν· «Εάν δεν παύσετε να κάμνετε αυτάς τας κακάς πράξεις, δεν είναι δυνατόν να διέλθετε καλάς ημέρας και να ευτυχήσετε εις την παρούσαν ζωήν». Μετά ταύτα, συνοδεύοντες τον Άγιον όλοι ομού, τον έφεραν πάλιν εις τον τόπον, όπου κατώκει πρότερον και κτίσαντες δι’ αυτόν κατοικίαν, τον απεχαιρέτησαν και ανεχώρησαν εν ειρήνη. Εγώ δε (λέγει ο συγγράψας τον Βίον του), ων εις εξ αυτών, έμεινα μετά του Αγίου, κατηχηθείς παρ’ αυτού τον λόγον της αληθείας και την Πίστιν του Χριστού. Αφ’ ου παρήλθον εξ μήνες, με ωδήγησεν ο Άγιος εις το Μοναστήριον, προς τον μέγαν Ιλαρίωνα. Ιδόντες τότε αυτόν οι αδελφοί όλοι ησθάνθησαν χαράν μεγάλην. Μετά δε τρεις ημέρας παρεκάλεσεν ο Άγιος τον μέγαν Ιλαρίωνα να με βαπτίση, επειδή ο Ιλαρίων είχε γίνει Ιερεύς. Αφού λοιπόν με εδίδαξεν όλα τα αναγκαία, με εβάπτισε και με ωνόμασεν Ιωάννην. Παρεμείναμεν δε εκεί επί δέκα ημέρας και οι αδελφοί παρεκάλουν τον Άγιον Επιφάνιον να μείνη μετ’ αυτών εις το Μοναστήριον. Αλλ’ αυτός δεν ηθέλησεν. Ενώ δε μετεβαίνομεν προς την κατοικίαν μας, συνηντήσαμεν, καθ’ οδόν, νέον τινά, όστις είχε φρικτόν δαιμόνιον και πολύ εβασανίζετο υπ’ αυτού. Ως δε είδεν ο Άγιος τούτον γυμνόν και τρέχοντα ατάκτως, τον ελυπήθη και εφώναξεν· «Εν τω ονόματι του Εσταυρωμένου Ιησού Χριστού, σε προστάζω, ακάθαρτον δαιμόνιον, να εξέλθης από το πλάσμα του Θεού». Ευθύς τότε το δαιμόνιον, αφού εσπάραξε τον νέον και τον έρριψε κατά γης, εξήλθεν εξ αυτού κραυγάζον· «Με διώκεις, Επιφάνιε, από τον τόπον μου. Αλλά να ηξεύρης, ότι έχω να υπάγω εις τον βασιλέα της Περσίας και ότι θα σε κάμω να έλθης εκεί με πολλήν θλίψιν». Ο δε νέος εκείνος εσωφρονίσθη τελείως και, ελθών, έπεσε προ των ποδών του Αγίου. Τότε ο Άγιος ανεσήκωσεν αυτόν και τον απέστειλεν εις τον οίκον του εν ειρήνη υγιαίνοντα. Εκείνο όμως το πονηρόν δαιμόνιον μετέβη εις την Περσίαν και εισήλθεν εις την θυγατέρα του βασιλέως. Εβασάνιζε δε ταύτην, όπως και τον νέον, κραυγάζον και λέγον· «Εάν δεν έλθη εδώ ο Επιφάνιος, όστις με έστειλεν εις την θυγατέρα σου, βασιλεύ, δεν εξέρχομαι εξ αυτής». Και πάλιν έλεγεν· «Επιφάνιε, συ, όστις είσαι εις την Φοινίκην, ελθέ εδώ δια να εξέλθω από την θυγατέρα του βασιλέως». Όθεν ο βασιλεύς, ακούσας τα λεγόμενα υπό του δαιμονίου, έστειλε πλήθος εκλεκτών ανθρώπων εις την Φοινίκην, δια να ανεύρουν τον Επιφάνιον. Ούτοι δε, μεταβάντες εις την Φοινίκην, ανεζήτησαν τον Άγιον εις όλα τα μέρη, αλλά δεν τον εύρον. Ούτω επέστρεψαν άπρακτοι. Τινές δε εξ αυτών εκακοποιήθησαν από τους Ρωμαίους, ως κατάσκοποι. Αλλά το δαιμόνιον εφώναζεν, ότι ο Επιφάνιος κατοικεί εις τον τόπον, τον καλούμενον Σπανύδριον. Ακούσας δε τούτο ο βασιλεύς, απέστειλε πάλιν τριάκοντα ανθρώπους και παρήγγειλεν εις αυτούς να ενδυθούν καθώς ενδύονται οι Ρωμαίοι, να αναχωρήσουν δια την Φοινίκην και να αναζητήσουν τον τόπον, όστις καλείται Σπανύδριον, διότι εκεί κατοικεί ο Επιφάνιος. Οι δε απεσταλμένοι, ενδυθέντες τας στολάς των Ρωμαίων, μετέβησαν εις την Φοινίκην και εξετάσαντες ακριβώς εύρον το Σπανύδριον. Μεταβάντες τότε, εν ώρα νυκτός, προ της θύρας του κελλίου, έκρουσαν ταύτην.Αλλ’ ο Άγιος, προσευχόμενος την ώραν εκείνην, δεν ήνοιξεν, ουδέ εταράχθη. Εκείνοι δε, θυμωθέντες, ηθέλησαν να θραύσουν την θύραν. Εις δε εξ αυτών εξήγαγε μάχαιραν και ήπλωσε την χείραν του δια να σχίση την θύραν. Αλλ’ η χειρ του έμεινεν ακίνητος ως τελείως ξηρά. Τότε οι άλλοι φοβηθέντες ανεχώρησαν μακράν του κελλίου. Αφού δε ο Άγιος ετελείωσε την προσευχήν του, ήνοιξε την θύραν. Ως δε είδε τον Άγιον εκείνος όστις είχε την χείρα του ακίνητον και ξηράν, έπεσε προ των ποδών του Αγίου, λέγων· «Ελέησόν με, δούλε των αθανάτων θεών». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Τι ζητείς από άνθρωπον αμαρτωλόν;» Εκείνος τότε είπεν· «Ήλθον εις τον τόπον τούτον υγιής και ιδού ότι εξηράνθη η χείρ μου». Είπεν ο Άγιος· «Ηγιής ήλθες, γενού πάλιν υγιής». Ευθύς δε ως ήγγισε την χείρα τού πάσχοντος ευεραπεύθη. Ιδόντες οι άλλοι το θαύμα, προσέπεσαν και αυτοί εις τους πόδας του Αγίου και προσεκύνουν αυτόν. Κατόπιν απεκάλυψαν την αιτίαν δια την οποίαν ήλθον να τον εύρουν. Ακούσας ο Άγιος τους λόγους των απεσταλμένων, ηννόησεν, ότι το δαιμόνιον, το οποίον είχεν εκδιώξει από τον νέον εκείνον, προσέβαλε την θυγατέρα του βασιλέως και την εβασάνιζεν. Είπε τότε προς εμέ· «Ας υπάγωμεν, τέκνον, μετά των ανθρώπων τούτων εις την Περσίαν». Εκείνοι δε είπον· «Ο βασιλεύς, Πάτερ, δεν μας έστειλε δι’ άλλον, ει μη μόνον δια σε και εφέραμεν και ζώον, ίνα καθίσης». Αλλ’ ο Άγιος απεκρίθη· «Εγώ μεταβαίνω πεζός. Όμως τον μαθητήν μου δεν θα τον αφήσω εδώ μόνον». Λέγουν οι απεσταλμένοι· «Έχομεν ζώα και δια τους δύο, μόνον σας παρακαλούμεν να ακολουθήσητε ημάς τους δούλους σας». Ευθύς τότε εις εξ αυτών, νέος, χαριέστατος εις το πρόσωπον, προσεκύνησε τον Άγιον, ειπών· «Συγχώρησόν μοι, Πάτερ». Ο δε Άγιος απήντησε με γλυκύτητα· «Ο Θεός να σε ευλογήση, τέκνον». Τότε ο νέος, εναγκαλισθείς με πολλήν ευλάβειαν τον Άγιον, εσήκωσεν αυτόν και τον εκάθισεν επί δρομικής τινος καμήλου, την οποίαν είχε, κατόπιν δε ήλθεν εις εμέ και έπραξεν ομοίως, και ούτω ανεχωρήσαμεν, αυτός δε εβάδιζεν έμπροσθεν των καμήλων. Αφού επεριπατήσαμεν επί τριάκοντα ημέρας, εφθάσαμεν εις την χώραν, εις την οποίαν ήτο ο βασιλεύς. Και ημείς μεν εμείναμεν εις τόπον καλούμενον Ούριον, τρεις δε εξ αυτών μετέβησαν εις την χώραν και ανήγγειλαν εις τον βασιλέα τον ερχομόν μας, ούτος δε επρόσταξε να μεταβώμεν προς αυτόν. Και ο μεν Άγιος μετέβαινε με θάρρος μεγάλο, ως να μη επρόκειτο να συναντηθή με βασιλέα, εγώ όμως, ιδών τόσον πλήθος ανθρώπων ισταμένων πέριξ αυτού, εφοβήθην πολύ. Ως δε ο Άγιος επλησίασε τον βασιλέα, ηγέρθη εκείνος από του θρόνου του. Ο δε Άγιος είπε προς αυτόν· «Κάθησε, τέκνον, εις τον θρόνον σου και μη λυπήσαι δια την θυγατέρα σου, διότι έχω τον φιλάνθρωπον Θεόν βοηθόν, όστις διώκει το πονηρόν δαιμόνιον. Μόνον πίστευε εις Αυτόν και θέλεις ίδει την κόρην σου υγιά. Διότι ο παγκάκιστος δαίμων, επειδή εξεδιώχθη από εκεί όπου ευρίσκετο, ήλθεν εις την θυγατέρα σου. Όμως, εάν πιστεύης εις τον Εσταυρωμένον Ιησούν Χριστόν, Εκείνος θέλει τον διώξει και από εδώ. Φέρε λοιπόν εδώ την κόρην σου και θέλεις ίδει την χάριν του φιλανθρώπου Ιησού». Επρόσταξε τότε ο βασιλεύς να φέρουν την θυγατέρα του, ευθύς δε ως ήλθεν εκείνη, είπε προς αυτήν ο Άγιος· «Σωφρονίσου, κόρη, και προσκύνησον τον πατέρα σου, διότι ο λύκος δεν θέλει σε κυριεύσει πλέον». Σφραγίσας τότε αυτήν τρεις φοράς δια του σημείου του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, είπε προς το δαιμόνιον· «Κακώς ήλθες εις την θυγατέρα του βασιλέως. Φύγε εξ αυτής και πήγαινε εις τόπους ακατοικήτους». Ευθύς τότε εξήλθε το δαιμόνιον από την κόρην και έφυγεν· Ιδών δε ο Άγιος, ότι ο βασιλεύς έμεινεν εκστατικός προ του θαύματος, είπεν προς αυτόν· «Χαίρε, ω βασιλεύς, διότι ο λύκος έφυγεν από την κόρην σου. Ύπαγε και συ, θύγατερ, εις την μητέρα σου και χαίρε μετ’ αυτής. Μόνον πρόσεχε καλώς, να φυλάττης το σώμα σου καθαρόν και αμόλυντον από αμαρτίας και πλέον δεν θέλει σε πλησιάσει ο κακούργος δοάβολος». Τότε ο βασιλεύς και όλοι οι παρευρισκόμενοι έπεσαν προ των ποδών του Αγίου και προσεκύνησαν αυτόν, παρακαλούντες να παραμείνη μετ’ αυτών πάντοτε και να τον έχουν εις πατέρα του βασιλέως. Εις δε εκ των μεγαλυτέρων μάγων της Περσίας είπε προς τον Άγιον· «Ω μάκαρ Επιφάνιε, μάγε ηγαπημένε, ήλθες εδώ δια να κάμης πολλά κατορθώματα. Δίδαξον λοιπόν την τέχνην σου εις τους μάγους μας και αυτοί θέλουν πλέον υπακούει εις σε». Αλλ’ ο Άγιος, ακούσας ταύτα, είπε προς αυτόν· «Ω μάγε, εχθρέ της αληθείας, μάθε να μη λαλής ατάκτους λόγους και να μη νομίζης, ότι ο δούλος του Θεού είναι μάγος της αδικίας. Όθεν, προς σωφρονισμόν σου, λέγω εις σε να μείνης άφωνος και να μη δύνασαι να λαλήσης πλέον». Τότε, ω του θαύματος! Ευθύς, με τον λόγον του Αγίου, ο μάγος έμεινεν άλαλος και ακίνητος. Ταύτα ιδόντες ο βασιλεύς και όλον το εκεί παρευρισκόμενον πλήθος, ετρόμαξαν και έπεσαν όλοι κατά γης. Ο δε Άγιος, εκτείνας την χείρα του και κρατήσας τον βασιλέα, είπε προς αυτόν με ιλαρότητα· «Ανάστα, βασιλεύ, ελθέ εις τον εαυτόν σου και μη φοβείσαι». Ούτως ηγέρθησαν όλοι. Στραφείς δε ο Άγιος προς τον μάγον, είπε· «Συλλογίσθητι καλώς τι βλέπεις και τι ακούεις και πρόσεχε εις την αλήθειαν, ώστε να μη νομίζης εμέ μάγον. Διότι εγώ είμαι δούλος του Εσταυρωμένου Ιησού Χριστού και, εν τω ονόματι Αυτού, λάλει πάλιν, άκουε ως και πρότερον και γίνου φίλος της αληθείας». Ευθύς τότε ο μάγος ήρχισε να ομιλή και εζήτει συγχώρησιν από τον Άγιον, αναγνωρίσας ότι έσφαλε. Μετά ταύτα ο βασιλεύς επρόσταξε και έφεραν χρυσόν, άργυρον, μαργαρίτας και πολυτίμους λίθους, τα οποία, αφού απέθεσε προ του Αγίου, είπε προς αυτόν· «Λάβε ταύτα, ω Πάτερ, και έχε με εις την μνήμην σου». Ο Άγιος όμως απεκρίθη προς τον βασιλέα· «Ημείς καταφρονούμεν όλα αυτά, ως ψευδή και ασήμαντα αγαθά τούτου του κόσμου, δια να απολαύσωμεν τα αληθή και αιώνια αγαθά του ουρανού. Μη λοιπόν δίδης μερίμνας εις εμέ δια τούτων, διότι ο Χριστός με εδίδαξε να μη χρειάζωμαι τοιούτους θησαυρούς. Όθεν λάβε και θάψε πάλιν αυτά εις το θησαυροφυλάκιόν σου. Γνώριζε όμως, ότι όσον καιρόν θα ευρίσκωνται εκεί θα είναι νεκρά και ανενέργητα, διότι προσέχεις μόνον εις αυτά και έχεις πολλήν περί τούτου φροντίδα, καμμίαν όμως ωφέλειαν εις την ψυχήν σου δεν δύνασαι να λάβης εκ τούτων. Μάλιστα έχεις κατά νουν να απολέσης πολλάς ψυχάς δια μέσου του χρυσού, όστις εδωρήθη εις σε παρά του Κυρίου, ίνα δίδης τούτον εις τους έχοντας ανάγκην. Γίνου λοιπόν δίκαιος, πλησιάζων προς τον Θεόν των όλων, καθώς δε ο Θεός έδωκε το χρυσίον εις σε, δίδε αυτό και συ εις τους πτωχούς, δια να μη καταδικασθής εις την μέλλουσαν Κρίσιν και ριφθής εις το αιώνιον σκότος. Διότι τότε θέλεις ενθυμηθή τους ιδικούς μου λόγους χωρίς όφελος. Άκουσον όμως τώρα τους λόγους μου, ίνα τότε αγάλλεσαι πάντοτε. Μη έχης τας βλέψεις επί του κόσμου τούτου και των αγαθών του και τότε όλος ο κόσμος θέλει υποταχθή εις σε. Φυλάττου δε προσεκτικώς από τους μάγους, διότι σε πλανούν δια των σκοτεινών των πράξεων». Μετά ταύτα, ιδών ο Άγιος, ότι έφθασεν η ώρα του γεύματος, είπεν προς τον βασιλέα· «Ήθελον να σου είπω και άλλα πολλά, αλλά δεν προσέχεις. Γνωρίζω, ότι ο λογισμός σου είναι τώρα εις την τράπεζαν. Όθεν ύπαγε, φάγε εξ όλων των φαγητών με μετριότητα, διότι προς ταύτα έχεις εστραμμένον τον λογισμόν σου». Είπε τότε ο βασιλεύς προς τον Άγιον· «Ελθέ, Πάτερ, ίνα συμφάγωμεν». Αλλ’ ο Άγιος απεκρίθη· «Ύπαγε εις την τράπεζαν και φάγε, καθώς σου είπον, εξ όλων των φαγητών, κατά την συνήθειάν σου. Μόνον άπεχε από την αταξίαν. Και εγώ με ολίγον άρτον από πίτυρα και με ολίγον άλας θέλω ικανοποιήσει την ανάγκην του σώματος». Τότε ο βασιλεύς απέλυσεν όλους τους άλλους, και επρόσταξε δε να εισέλθωμεν ημείς εις το κουβούκλιον, όπου και έστειλε προς ημάς διάφορα φαγητά. Ο δε Άγιος, αφού εκράτησε μόνον ένα άρτον, επέστρεψε τα άλλα, φαγόντες δε τούτον εχορτάσθημεν και ηυχαριστήσαμεν τον των όλων Θεόν. Την επομένην έστειλεν ο βασιλεύς και προσεκάλεσε τον Άγιον, όστις και μετέβη προς αυτόν. Καθώς δε επλησίασεν, ηγέρθη ο βασιλεύς από του θρόνου του και απέθεσε το βασιλικόν του σκήπτρον εις την γην, ο δε Άγιος είπεν· «Ανάλαβε, ω βασιλεύ, την άσκησιν του αξιώματος της βασιλείας και ευχαρίστει τον Θεόν, όστις σου το εδώρησε». Και ο βασιλεύς απεκρίθη· «Παρακαλώ σε, Πάτερ, μείνε εδώ μεθ’ ημών και εγώ θέλω πράξει ό,τι μου είπης». Αλλ’ ο Άγιος είπεν· «Εάν διαφυλάξης τους λόγους μου, θα σε ενθυμούμαι και εγώ, όπου και αν ευρίσκομαι». Εμείναμεν δε εις το παλάτιον του βασιλέως δέκα ημέρας. Κατόπιν ο Άγιος είπε προς τον βασιλέα· «Θέλω να αναχωρήσω δια τον τόπον μου, διότι αποζητώ εκείνους οίτινες ευρίσκονται εκεί, συ δε κάθησε εις τον θρόνον σου ήσυχος και μη κηρύξης πόλεμον εναντίον των Ρωμαίων. Διότι, εάν γίνης εχθρός των, θέλεις γίνει εχθρός και με τον Εσταυρωμένον Ιησούν Χριστόν. Εάν δε γίνης εχθρός του Εσταυρωμένου Ιησού, θέλεις κακώς αφανισθή από τους αντιδίκους σου». Τότε ο βασιλεύς, προπορευόμενος και ακολουθούμενος υφ’ όλων των οικείων του, κατευώδωσεν ημάς, αναχωρούντας δια τον τόπον μας. Όταν δε εξήλθομεν του βασιλικού παλατίου και ενώ ακόμη συνώδευεν ημάς ο βασιλεύς μετά της συνοδείας του, συνηντήσαμεν το λείψανον παιδίου άρχοντος τινός, το οποίον μετέφερον με νεκροκρέββατον, δια να το ρίψουν εις τους αστροκύνας, ίνα το φάγουν. Διότι τοιαύτην συνήθειαν έχουν οι Πέρσαι. Ναρίπτουν τους νεκρούς εις τους κύνας, δια να τους τρώγουν. Τότε ο Άγιος είπε προς εκείνους, οίτινες το μετέφερον· «Αποθέσατε, ω τέκνα, το λείψανον, εις την γην, δια να ίδωμεν και ημείς τον νεκρόν». Ευθύς τότε εκείνοι έπραξαν τούτο. Στραφείς δε ο Άγιος προς τον βασιλέα, είπε προς αυτόν· «Ω βασιλεύ, έπρεπε να θάπτετε εις την γην τους νεκρούς σας και όχι να τους ρίπτετε εις τους κύνας δια να τους φάγουν. Γνώριζε δε ότι εις το βασίλειόν σου έχεις πολλούς κακούς ανθρώπους, οι οποίοι θανατώνουν προώρως τους ανθρώπους. Και τούτον δε τον νεκρόν, τον οποίον βλέπεις, άνθρωπος κακότροπος τον εθανάτωσεν αδίκως με μαγείας. Όμως ο Θεός μου, όστις εσταυρώθη επί του ξύλου, θέλει αναστήσει αυτόν προ των οφθαλμών όλων σας». Ως δε είπε ταύτα ο Άγιος, ήγγισε τον νεκρόν δια των χειρών του και προσηυχήθη προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, ειπών· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ο αναστήσας εκ νεκρών τον τετραήμερον Λάζαρον, ανάστησον και τούτον τον νέον». Αφού δε εξεδύθη το επανωφόριόν του, ενέδυσε δια τούτου τον νέον. Διότι συνηθίζουν οι Πέρσαι να κηδεύουν γυμνούς τους αποθνήσκοντας. Ευθύς τότε, ω του θαύματος! ανέστη ο νεκρός και ηυχαρίστει τον Άγιον, ο οποίος είπεν εις τον νέον· «Ύπαγε, τέκνον, εις τον οίκον σου και ενδύθητι με τα συνήθη ενδύματά σου, φέρε δε εις εμέ το επανωφόριόν μου». Τούτο δε είπε, διότι ο Άγιος έφερεν εσωτερικώς τρίχινον υποκάμισον και επ’ αυτού το επανωφόριόν του. Ιδών ο βασιλεύς το θαύμα αυτό, το οποίον ετέλεσεν ο Άγιος, ενόμισεν ότι είναι Θεός. Ο δε Άγιος είπε προς αυτόν· «Μη λογίζεσαι τοιαύτα δι΄ εμέ, ω βασιλεύ, διότι είμαι άνθρωπος ομοιοπαθής και θνητός. Όμως ο Θεός μου, εις τον οποίον επίστευσα, παραχωρεί ταύτα τα σημεία εις εκείνους τους οποίους αγαπά». Αφού δε είπεν ο Άγιος ταύτα και άλλα περισσότερα, προσέθεσεν· «Επίστρεψον, τέκνον, εις το παλάτιόν σου και ημείς αναχωρούμεν δια την πατρίδα μας». Ο δε βασιλεύς ηρώτησεν τον Άγιον· «Πόσους ενόπλους θέλεις, Πάτερ, δια να σε συνοδεύσουν και να σε φυλάττουν καθ’ οδόν;» Ο δε Άγιος απήντησεν· «Έχω τον Θεόν, όστις με φυλάττει και στρατιώτας έχω τους Αγίους Αυτού Αγγέλους». Τότε ο βασιλεύς, προσκυνήσας τον Άγιον, είπεν· «Ύπαγε υγιαίνων, Επιφάνιε, η δόξα των Ρωμαίων, και ενθυμού και ημάς τους ευρισκομένους εις την Περσίαν». Αναχωρήσαντες εκείθεν, ήλθομεν εις την κατοικίαν μας, εις την οποίαν επί τρεις ημέρας δεν είχομεν ύδωρ ούτε δια να πίωμεν. Όθεν, σταθείς ο Άγιος κατ’ ανατολάς, ανέπεμψε προσευχήν προς τον Θεόν τοιαύτα λέγων· «Κύριε ο Θεός ημών, ο την ακρότομον πέτρα διαχαράξας και από ταύτης ύδωρ αναβλύσας και λαόν εκλείποντα ύδωρ ποτίσας, διασπάραξον και την γην ταύτην και ποίησον εξ αυτής ύδωρ πηγάζειν, επί κατοικεσία πενήτων ανθρώπων». Μετά δε την ευχήν ταύτην, ευωδία άρρητος ηπλώθη εις τον τόπον εκείνον. Κλίνας δε τρεις φοράς εις την γην και προσευχηθείς πάλιν, έλαβε μίαν σκαπάνην και ανέσκαψεν ολίγον την γην. Ευθύς τότε ανέβλυσεν ολίγον ύδωρ. Κατόπιν, αφού έσκαψε πάλιν, ανέβλυσεν ύδωρ πολύ, από του οποίου εποτίζετο η γη εκείνη και εφύτρωσε πολλά λαχανικά εις απόλαυσιν και τροφήν μας. Επειδή όμως ήρχοντο εκεί άγρια ζώα και μας έτρωγαν τα λάχανα, εστάθη ο Άγιος εν μέσω των λαχάνων και συνωμίλει μετά των θηρίων, ως να ήσαν άνθρωποι, λέγων· «Διατί, ω θηρία, δίδετε κόπους εις ημάς; Εγώ, επειδή είμαι αμαρτωλός και πτωχός, ήλθον εις τούτον τον τόπον, δια να κλαύσω το πλήθος των αμαρτιών μου και ο Θεός μού έδωκε την παρηγορίαν ταύτην των λαχάνων προς τροφήν, σεις όμως έρχεσθε και τα τρώγετε. Όθεν Αυτός ο Θεός σας προστάζει να μη έλθετε πλέον εδώ και να βλάπτετε τα λαχανικά». Ευθύς δε ως ήκουσαν τα θηρία τούτους τους λόγους, ωσάν να ήσαν άνθρωποι λογικοί ανεχώρησαν και από την ημέραν εκείνην δεν ήλθον πλέον εις τον τόπον μας. Οι δε Σαρακηνοί εκείνοι, οίτινες έκτισαν το κελλίον, ακούσαντες ότι ήλθεν ο Άγιος από την Περσίαν, ήλθον δια να τον ίδουν και να λάβουν την ευλογίαν του. Τότε μας έκτισαν τρία ακόμη κελλία και έπειτα ανεχώρησαν δια τους τόπους των. Διεδόθη δε εις όλην την Φοινίκην, ότι ο Άγιος Επιφάνιος κατοικεί εις το Σπανύδριον και τότε συνηθροίσθησαν εκεί και άλλοι αδελφοί και ούτω είμεθα εν όλω οκτώ. Μίαν ημέραν, αφού ο Άγιος με εκάλεσε, μετέβημεν εις το Μοναστήριον του Αγίου Ιλαρίωνος, προς επίσκεψιν των αδελφών, οι οποίοι μας εδέχθησαν μετά χαράς μεγάλης και μας εφιλοξένησαν επί πολλάς ημέρας. Αλλ’ ο διάβολος, όστις εξ αρχής καταδιώκει τους δούλους τού Θεού, μετεσχηματίσθη εις το σχήμα του Αγίου Επιφανίου και μετέβη εις το Μοναστήριόν μας. Ιδών τότε αυτόν εις αδελφός, εκ των αμελεστέρων, έσπευσεν, ίνα τον προσκυνήση. Πεσών δε κατά γης προσεκύνησε τον πονηρότατον δαίμονα και ευθύς εδαιμονίσθη και έτρεχεν ατάκτως ένθεν κακείθεν. Ο δε Άγιος είπεν εις τον μέγαν Ιλαρίωνα· «Λύκος εισώρμησεν εις το Μοναστήριον και ετάραξεν όλους τους αδελφούς». Όθεν, αφού ησπάσθη τους αδελφούς άπαντας, επεστρέψαμεν εις το Μοναστήριόν μας. Αναπέμψας τότε προσευχήν εις τον φιλάνθρωπον Θεόν, ελύτρωσε τον αδελφόν εκείνον από το δαιμόνιον που τον ηνώχλησεν. Άλλοτε πάλιν ήλθον εις το Μοναστήριον τρεις χωρικοί, εκ των οποίων ο εις κατείχετο υπό δαιμονίου, οι δε άλλοι δύο παρεκάλουν τον Άγιον να αποδιώξη απ’ αυτού το δαιμόνιον. Ο δε Άγιος είπε· «Λάβετε, τέκνα, τον φίλον σας και αναχωρήσατε εν ειρήνη. Διότι, δια του ονόματος του Ιησού Χριστού, δεν υπάρχει πλέον κανέν κακόν εις αυτόν». Πιστεύσαντες τότε εκείνοι εις τον λόγον του Αγίου ανεχώρησαν και έως να φθάσουν εις τας οικίας των έφυγε το δαιμόνιον από τον άνθρωπόν των, όστις και ιάθη τελείως από της ώρας εκείνης. Εις τινα τόπον έρημον, μακράν από το Μοναστήριόν μας έως εξήκοντα στάδια, λέων τις εξήρχετο από την λόχμην του και έτρωγε πολλούς ανθρώπους, εκ των εκείθεν διερχομένων. Όθεν, συναθροισθέντες πάντες οι έχοντες ανάγκην να διαβαίνουν από τον τόπον εκείνον, ήλθον εις το Μοναστήριον και παρεκάλουν μετά δακρύων τον Άγιον να προσευχηθή προς τον Θεόν, ίνα διώξη εκείθεν τον λέοντα. Ο δε Άγιος είπεν· «Εν τω ονόματι του Κυρίου, ας υπάγωμεν εκεί δια να ίδωμεν τον ανθρωποφάγον λέοντα». Όταν λοιπόν έφθασαν εις τον τόπον εκείνον, εξήλθεν ο λέων από του δάσους. Και ως είδε τον Άγιον, έπεσε κατά γης και απέθανεν. Ιδόντες δε οι άνθρωποι το θηρίον νεκρόν, εθαύμαζον. Ο Άγιος είπε τότε προς αυτούς· «Εάν έχετε πίστιν εις τον Ιησούν Χριστόν, κατά τον ίδιον τούτον τρόπον θέλουν πέσει όλοι, όσοι σας επιβουλεύονται». Μεταξύ των άλλων αρετών, τας οποίας εχάρισεν ο Θεός εις τον Άγιον, παρεχώρησε και ταύτην. Να εξηγή τας θείας Γραφάς με όλην την αλήθειαν. όταν λοιπόν ανεγίνωσκεν εις τους αδελφούς την Παλαιάν ή την Νέαν Γραφήν, ηρμήνευεν εις αυτούς και όλα τα αναγινωσκόμενα. Κατ’ εκείνον δε τον καιρόν ευρίσκετο εις την πόλιν Έδεσσαν φιλόσοφός τις και ρήτωρ θαυμαστός, Επιφάνιος το όνομα, ο οποιος, ακούσας δια τον Άγιον, ότι είναι λόγιος και εξηγεί τας Γραφάς, επεθύμησε να συνομιλήση μετ’ αυτού. Εξεκίνησε λοιπόν από την Έδεσσαν και ήλθεν εις το Μοναστήριον. Ως δε είδε τον Άγιον, εγνώρισεν αυτόν και πλησιάσας τον προσεκύνησεν. Ο δε Άγιος είπε προς αυτόν· «Θαυμάζω, φιλόσοφε, και απορώ, δια ποίαν αιτίαν συ, ο μέγας ρήτωρ, να οδοιπορήσης τόσον, διανύων τόσον μακράν οδόν, δια να έλθης εις εμέ τον αμαθή και αμαρτωλόν». Και ο φιλόσοφος είπε· «Μη θαυμάζης δια τούτο, διδάσκαλε πεποθημένε, διότι η μετά σοφών συνομιλία απαιτεί και πολλούς λόγους και όπου λέγονται υπό τούτων λόγοι πολλοί, εκεί αποκτάται και η μάθησις διαφόρων πραγμάτων». Ταύτα ειπών ο φιλόσοφος εσιώπησεν. Ο δε Άγιος ήρχισεν αναγινώσκων το πρώτον βιβλίον της Παλαιάς Γραφής, το της Κοσμοποιϊας, ο δε φιλόσοφος άλλα μεν εκ των γραφομένων παρεδέχετο και εις άλλα αντέλεγεν. Επί τρεις ημέρας λοιπόν αυνδιελέγοντο και δεν συνεφώνουν. Πεισθείς όμως ο φιλόσοφος δια την πολιτείαν και τα ήθη του Άγίου, τον ηγάπησε πολύ και την τετάρτην ημέραν είπε προς τον Άγιον· «Διδάσκαλε, η παραμονή εις τούτον τον τόπον είναι καλή και, εάν ορίζης, αγαπώ να κατοικήσω και εγώ εδώ». Ο Άγιος απεκρίθη· «Τούτο είναι εις την προαίρεσίν σου. Ώστε, εάν θέλης, κατοίκησον». Ο δε φιλόσοφος ηρώτησε· «Να φέρω και τα βιβλία μου;» Ο Άγιος απεκρίθη· «Φέρε ταύτα». Ο δε φιλόσοφος είπεν· «Εγώ δεν φεύγω πλέον από εδώ, αλλά παρακαλώ να στείλης τον Κάλλιστον, δια να φέρη τα βιβλία και όλα μου τα πράγματα». Ήτο δε ο Κάλλιστος υιός Αετίου, του πρώτου επάρχου της Ρώμης, και είχε δαιμόνιον. Νύκτα δε τινα είδεν εν οράματι τον Άγιον Επιφάνιον, λέγοντα προς αυτόν· «Θέλεις, Κάλλιστε, να διώξω από σου το δαιμόνιον»; Και ο Κάλλιστος είπε· «Ποίος είσαι συ, αυθέντα μου, όστις δύνασαι να διώξης το δαιμόνιον»; Και ο Άγιος απήντησεν· «Εγώ είμαι ο Επιφάνιος, από την Φοινίκην της Παλαιστίνης, κατοικώ δε εις το Μοναστήριον το εν τω Σπανυδρίω. Εάν λοιπόν διώξω το δαιμόνιον από σε, έρχεσαι να κατοικήσης μετ’ εμού εις το Μοναστήριον τούτο»; Και ο Κάλλιστος απεκρίθη· «Δίωξον, αυθέντα μου, το δαιμόνιον απ’ εμού και μετά χαράς έρχομαι να κατοικήσω μετά σου». Λέγει ο Άγιος· «Πρόσεξε μη πράξης άλλως, διότι πάλιν θέλει έλθει εις σε το δαιμόνιον». Αφυπνισθείς τότε ο Κάλλιστος διηγήθη εις τον πατέρα του εκείνα τα οποία είδεν εν οράματι και από της ημέρας εκείνης δεν ηνωχλήθη πλέον από το δαιμόνιον. Όθεν, μετά τρεις μήνας, είπε προς τον πατέρα του· «Θέλω, πάτερ, να υπάγω εις την Φοινίκην, δια να εύρω τον Επιφάνιον και να κατοικήσω μετ’ αυτού εις το Σπανύδριον». Ευθύς τότε ο πατήρ του έδωκεν εις αυτόν αργυρά νομίσματα πολλά και απέστειλε τούτον. Ως δε έφθασεν ο Κάλλιστος εις την Φοινίκην, εύρε τον Άγιον και αφού διηγήθη εις αυτόν όλα τα συμβάντα, κατώκησε μεθ’ ημών. Ούτος λοιπόν ο Κάλλιστος, λαβών μεθ’ εαυτού δύο υποτακτικούς και τρεις καμήλους, μετέβη, δια προσταγής του Αγίου, εις την Έδεσσαν και έφερεν εις το Μοναστήριον τα βιβλία του φιλοσόφου. Έκτοτε ο Άγιος και ο φιλόσοφος ευρίσκοντο καθ’ εκάστην εις μεγάλην φιλονεικίαν. Είπε δε προς τον φιλόσοφον ημέραν τινά ο Άγιος· «Ο Προφήτης Δανιήλ λέγει· «Κριτήριον εκάθισε και βίβλοι ηνεώχθησαν» (Δαν. ζ:10), φέρε μου λοιπόν συ, τα ιδικά σου βιβλία και εγώ τα ιδικά μου, εκείνα τα οποία μοι εχάρισεν ο Θεός και ας καθήσωμεν να κριθώμεν μεταξύ μας». Όθεν ετοποθέτησεν ο Άγιος τας θείας Γραφάς εκ δεξιών και ο φιλόσοφος τα βιβλία του εξ αριστερών και ήρχισεν από την αρχήν της Κοσμοποιϊας. Ο μεν Άγιος από της Γενέσεως, την οποίαν συνέγραψεν ο Μωϋσής, ο δε φιλόσοφος από την γένεσιν, την οποίαν συνέγραψεν ο Ησίοδος. Αναγιγνώσκοντες δε τα δύο βιβλία εφιλονείκουν μεταξύ των. Όμως το φως ήτο φως και το σκότος, σκότος. Η Γένεσις, δηλαδή, του Μωϋσέως ήτο αληθής, και η γένεσις του Ησιόδου ήτο ψευδής. Διότι ο Μωϋσής συνέγραψε την Γένεσιν με την χάριν του Θεού, ο δε Ησίοδος εκ Θεού είχε την ζωήν και από των δαιμόνων την πλάνην. Ένα χρόνον ολόκληρον διελέγετο ο Άγιος μετά του φιλοσόφου περίτου θέματος τούτου και δεν ηδύνατο να τον καταπείση δια των λόγων. Ενώ δε ούτως ηγωνίζετο ο Άγιος να καταπείση τον φιλόσοφον, επτά χωρικοί έφεραν εις το Μοναστήριον νέον τινά δαιμονιζόμενον και επειδή δεν ηδύναντο ούτοι να τον κρατήσον, τον έδεσαν με αλυσίδας και τον έφερον. Είπε τότε ο Άγιος προς τον φιλόσοφον, να επικαλεσθή το πλήθος των θεών του, δια να διώξουν το δαιμόνιον από τον νέον. Αλλ’ ο φιλόσοφος ενόμισεν, ότι ενικήθη ο Άγιος και επειδή δεν είχε πλέον τίποτε να προσθέση, είπε τον λόγον τούτον προς αυτόν. Ο δε Άγιος ηννόησε ταύτα και είπε προς τον φιλόσοφον· «Τι λέγεις, ω φιλόσοφε, δια τον νέον τούτον; Ή θεράπευσέ τον συ με τους θεούς σου και εγώ να πιστεύσω εις αυτούς ή θεραπεύει τούτον ο Θεός μου, ο Εσταυρωμένος, και να πιστεύσης συ εις Αυτόν». Ο φιλόσοφος όμως δεν επίστευεν, ότι έλεγε ταύτα αληθώς ο Άγιος, αλλ’ ενόμιζεν, ότι λέγει τι το αστείον. Ο Άγιος όμως επλησίασε τον δαιμονιζόμενον και τον ηρώτησε· «Θέλεις να λύσω τα σίδηρα από τας χείρας σου;» Ακούσας ταύτα ο φιλόσοφος, έτρεξεν ευθύς εντός του κελλίου και έκλεισε καλώς την θύραν, συλλογιζόμενος· «Ούτος ο Μοναχός, ως άπειρος, θέλει να λύση από των δεσμών τον πάσχοντα. Ας φύγω λοιπόν εγώ, δια να μη πάθω κανέν κακόν από αυτόν». Έλυσε δε πράγματι αυτόν ο Άγιος από τα σίδηρα και σφραγίσας τούτον τρις δια του σημείου του ζωοποιού Σταυρού, είπε προς το δαιμόνιον· «Εγώ ο αμαρτωλός Επιφάνιος, ο δούλος του Κυρίου, σε προστάζω εν ονόματι του Ιησού Χριστού, του Εσταυρωμένου Υιού του Θεού, έξελθε από τον άνθρωπον τούτον και μη τον ενοχλήσης πλέον». Ευθύς τότε, ω του θαύματος! εξήλθεν το δαιμόνιον και ο νέος εσωφρονίσθη και επανήλθεν εις καλήν κατάστασιν. Ο δε φιλόσοφος, ανοίξας την θύραν και ιδών τον νέον τεθεραπευμένον, έσπευσε να προσκυνήση τον Άγιον, λέγων· «Ω Επιφάνιε, νικητά και στεφανηφόρε, πιστεύω εις τους λόγους σου δια μέσου των έργων, τα οποία τελούνται, ήτοι δια του θαύματος τούτου, το οποίον βλάπω. Διότι οι λόγοι πετούν εις τον αέρα, αλλά τα έργα καρποφορούν και φαίνονται. Δια τούτο θέλω και εγώ να γίνω δούλος του Εσταυρωμένου». Ο Άγιος είπε τότε προς αυτόν· «Τι θαυμάζεις δια τούτο, ω φιλόσοφε, νομίζων, ότι εγώ ετέλεσα το θαύμα τούτο; Όχι· δεν ενήργησα τούτο εγώ, αλλ’ ο Υιός του Θεού κάμνειτα καλά ταύτα, δια μέσου εκείνων οίτινες πιστεύουν εις Αυτόν». Ακούσας ταύτα ο φιλόσοφος, παρεκάλεσε τον Άγιον να τον βαπτίση. Ωδήγησε τότε αυτόν και εμέ ο Άγιος προς τον μέγαν Ιλαρίωνα, όστις και τον εβάπτισε δια του Αγίου Βαπτίσματος. Έπειτα παρεκάλεσεν ο Άγιος τον μέγαν Ιλαρίωνα και έστειλεν ένα αδελφόν, μετα του Επιφανίου του νεοφωτίστου, εις την Ελευθερόπολιν, προς τον Επίσκοπον, όστις και εχειροτόνησεν αυτόν Ιερέα, μετά δε ταύτα επεστρέψαμεν πάλιν εις το Μοναστήριόν μας. Τότε, προσκαλέσας ο Άγιος άπαντας τους αδελφούς, είπε προς αυτούς· «Αυτός, όστις ενόμιζε πρότερον, ότι είναι μέγας φιλόσοφος, αν και δεν ήτο τίποτε, ιδού ότι τώρα, με την χάριν του Χριστού, έγινε αληθώς φιλόσοφος και άξιος Ιερεύς. Ούτος θέλει είναι εις το εξής και ο Πνευματικός σας πατήρ». Ο Επιφάνιος, λοιπόν, ο φιλόσοφος, κατηξιώθη να λάβη από τον Θεόν τοιούτον εξαίσιον χάρισμα, να γίνη δε και Ηγούμενος των αδελφών. Επειδή δε ήρχοντο πολλοί εις το Μοναστήριον και δεν άφηνον τον Άγιον να ησυχάση, απεφάσισε να αναχωρήση εκείθεν εις τα μέρη της Αιγύπτου. Όθεν, προσκαλέσας τους αδελφούς, είπε προς αυτούς· «Θέλω, τέκνα, να υπάγω εις το Μοναστήριον του μεγάλου Ιλαρίωνος προς επίσκεψιν των εκεί αδελφών». Εκείνοι όμως ηννόησαν ότι θέλει να φύγη και πεσόντες προ των ποδών αυτού παρεκάλουν τούτον, με πολύν κλαυθμόν και οδυρμόν, να μη αναχωρήση. Ευσπλαγχνισθείς τότε αυτούς ο Άγιος είπεν, ότι δεν φεύγει. Αλλά δεν παρήλθον δέκα ημέραι και νύκτα τινά με εκάλεσε να τον ακολουθήσω. Μετέβημεν τότε εις τα Ιεροσόλυμα, όπου προσεκυνήσαμεν την ζωήν ημών, τον Τίμιον Σταυρόν του Κυρίου. Αφού δε διήλθομεν εξ όλων των Αγίων Τόπων και προσεκυνήσαμεν, εξήλθομεν από την Ιερουσαλήμ δια να μεταβώμεν εις την Αίγυπτον. Καθ’ οδόν, συνήντησεν ημάς γυνή τις δαιμονιζομένη, ήτις, ορμήσασα κατά του Αγίου, έσχισε το επανωφόριον αυτού. Ευθύς τότε εξήλθεν εξ αυτής το δαιμόνιον και προσπεσούσα εις τους πόδας του Αγίου παρεκάλει τούτον να την συγχωρήση και να μη οργισθή κατ’ αυτής. Ο Άγιος είπε τότε προς την γυναίκα· «Ύπαγε υγιής εις τον οίκον σου, διότι εκείνος όστις έσχισε το επανωφόριόν μου έφυγεν». Ούτως η γυνή επέστρεψεν εις τον οίκον της υγιής και ημείς κατήλθομεν εις την Ιόππην, την κοινώς λεγομένην Γιάφαν, από όπου, εισελθόντες εις πλοιάριον, επλεύσαμεν εις την Αλεξάνδρειαν. Εκεί συνηντήσαμεν νομοδιδάσκαλόν τινα των Εβραίων, Ακύλαν το όνομα, μετά του οποίου ο Άγιος ήρχισε να συνδιαλέγεται επί χωρίων της Παλαιάς Γραφής και ήλθον εις πολλήν φιλονικίαν την ημέραν εκείνην. Την δε επομένην, ενώ συνωμίλουν πάλιν, εμάκρυνον τον λόγον, εις δε το τέλος ο Ακύλας, καταπεισθείς εκ των λόγων του Αγίου, εζήτησε να γίνη Χριστιανός. Όθεν, παραλαβών τούτον μεθ’ εαυτού ο Άγιος, τον ωδήγησε προς τον μέγαν Αθανάσιον, τον Πάπαν και Πατριάρχην της Αλεξανδρείας, δια να τον κατηχήση. Ημείς δε, εξελθόντες της πόλεως, μετεβαίνομεν προς τα μέρη της άνω Θηβαϊδος. Καθ’ οδόν συνηντήσαμεν μαθητήν τινα του μεγάλου Αντωνίου, Παφνούτιον καλούμενον, προς τον οποίον είπεν ο Άγιος· «Ευλόγησον ημάς, Πάτερ». Εκείνος δε απεκρίθη· «Ευλογημένοι υμείς εν ονόματι Κυρίου». Αφού δε ο Παφνούτιος ούτος είπε την εχήν, αντηλλάξαμεν τον ασπασμόν και εκαθήσαμεν ολίγον εις τον τόπον εκείνον, δια να λάβωμεν αναψυχήν. Τότε ο Άγιος ηρώτησε τον Παφνούτιον δι’ όλα εκείνα τα οποία κατώρθωσεν ο Μέγας Αντώνιος, ούτος δε διηγήθη πάντα. Έπειτα ο Άγιος είπε· «Θέλω, Πάτερ, να κατοικήσω εις την Νιτρίαν». Απεκρίθη ο Παφνούτιος· «Ύπαγε υγιαίνων και απόλαυε τους εκεί Πατέρας. Σύναξε δε και χόρτον θερμόν· έπειτα πήγαινε εις την Κύπρον και τρέφε πρόβατα εις ιματισμόν και τίμα παίδας, ίνα ώσιν άρνες». Κατόπιν, αφού πάλιν προσηυχήθησαν επ’ αρκετόν, ηκολουθήσαμεν ο καθ’ εις τον δρόμον του. Ήτο δε εις τα περίχωρα της Λεοντοπόλεως Μοναχός τις, Ιέραξ καλούμενος, ο οποίος ενήστευε πολύ και ούτε έλαιον έτρωγεν, ούτε οίνον έπινε και υπό τινων ενομίζετο, ότι είναι άνθρωπος αγαθός και ότι έχει προορατικόν. Ακούσας ταύτα ο Άγιος, επόθησε να ίδη τούτον. Όθεν, μεταβάντες εις το Μοναστήριόν του, εύρομεν πλήθος ανθρώπων, οίτινες ηκροώντο την διδασκαλίαν του. Ιδών δε ο Ιέραξ τον Άγιον, ηρώτησε πόθεν ήτο και πως ωνομάζετο. Μαθών τότε ότι ήτο από την Παλαιστίνην και ωνομάζετο Επιφάνιος, εδειλίασε πολύ, διότι είχεν ακούσει δια τον Άγιον, ότι ήτο λόγιος και είχε προορατικόν, όμως εξηκολούθησε να διδάσκη τον λαόν. Ομιλών δε περί της αναστάσεως των νεκρών, έλεγεν, ότι εις τον μέλλοντα αιώνα, δεν ανασταίνεται αυτή η ιδία σαρξ του ανθρώπου, αλλ’ αντ’ αυτής ανασταίνεται άλλη και ότι αύτη διαλύεται εις την γην, κατά το «Γη ει και εις γην απελεύση» (Γεν. γ:19) και ότι όσοι απέθανον παιδία, εν τη αναστάσει δεν θα είναι τέλειοι κατά την ηλικίαν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3051
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Συνέχεια από το προηγούμενο

Δημοσίευση από silver »

Ακούσας ταύτα ο Άγιος ηδημόνησε και είπε προς αυτόν· «Να μείνη άλαλον το στόμα σου, δια να μάθης να μη βλασφημής». Ευθύς δε, με τον λόγον του Αγίου, έμεινεν ο Ιέραξ εις τον τόπον ακίνητος και άλαλος. Ιδόντες τότε οι άνθρωποι το θαύμα, το οποίον ετελέσθη δια του Αγίου ειςτον Ιέρακα, έμειναν όλοι εκστατικοί. Ήρχισε λοιπόν ο Άγιος να τους διδάσκη περί αναστάσεως, φέρων μαρτυρίας από τας θείας Γραφάς. Παρήλθον δε έως τρεις ώραι και ο Ιέραξ έμεινεν άλαλος. Μετά δε ταύτα είπεν ο Άγιος προς αυτόν· «Ήκουσας την πίστιν την βεβαίαν και λάλει πλέον τον λόγον τον αληθινόν». Ευθύς τότε ελύθη ο δεσμός της γλώσσης του Ιέρακος και έλεγεν, ότι έσφαλε και μετανοεί δια το σφαλερόν εκείνο φρόνημα, το οποίον είχε περί της αναστάσεως των νεκρών. Αναχωρήσαντες εκείθεν μετέβημεν εις την άνω Θηβαϊδα προς τον Ιωάννην, άνδρα θαυμάσιον και πολύ ενάρετον, όστις μας εδέχθη με πολλήν αγάπην και ιλαρότητα. Τινές δε άνθρωποι, από τους τόπους εκείνους, είχον φέρει εις τον Ιωάννην νέον τινά δαιμονιζόμενον, τον οποίον είχον δεμένον, δια να μένη πλησίον τούτου. Και ως ο πάσχων είδε τον Άγιον, έλεγε μεγαλοφώνως· «Τι ήλθες εδώ, Επιφάνιε, δούλε του Θεού;» Από δε της έκτης ώρας έως της ενάτης τοιουτοτρόπως εφώναζεν. Έπειτα, κόπτων εξαίφνης τα δεσμά, έδραμε προς τον Άγιον και εγγίζων τους πόδας του Αγίου εφώναζε· «Δούλε του Θεού, απόλυσόν με, δια τον Θεόν, τον οποίον συ πιστεύεις». Διότι ο Άγιος Επιφάνιος είχεν είπει πρότερον εις το δαιμόνιον να μη εξέλθη από τον νέον, δια να μη γνωρίση ο Ιωάννης, ότι διώκει δαιμόνια. Τότε ο Άγιος είπε προς τον νέον· «Εγέρθητι, άνθρωπε, διατί με ενοχλείς»; Ευθύςδε, ω του θαύματος! εξήλθεν από τον νέον το δαιμόνιον και ούτος ηγέρθη υγιής, ευχαριστών τον Άγιον. Εμείναμεν δε πλησίον του Ιωάννου τρεις ημέρας και έπειτα κατήλθομεν εις τα Βουκόλια, όπου εμείναμεν επτά χρόνους. Όμως εκεί είχεν πολλήν ενόχλησιν ο Άγιος από τους ανθρώπους. Ήλθε δε ποτε εις τον Άγιον και φιλόσοφος τις, Ευδαίμων καλούμενος, και συνδιελέγετο επί δέκα ημέρας. Και ο μεν Άγιος απεδείκνυε την αλήθειαν από τας θείας Γραφάς, ο δε φιλόσοφος αντέλεγεν, ανωφελώς φιλονεικών. Είχε δε ο Ευδαίμων μετ’ αυτού και το παιδίον του τυφλόν από τον ένα οφθαλμόν. Ο δε Άγιος είπε μίαν ημέραν· «Βλέπω, φιλόσοφε, ότι είσαι εστολισμένος και με λόγον και με πλούτον και έχεις ακόμη και πολλούς θεούς. Αλλά διατί δεν φροντίζεις δια το παιδίον σου, να ιατρευθή ο οφθαλμός του»; Ακούσας τούτο εγέλασεν ο φιλόσοφος και είπε προς τον Άγιον· «Αν εις όλην την οικουμένην ήτο μόνον το ιδικόν μου παιδίον να μη έχη οφθαλμόν, ήθελον φροντίσει δι’ αυτό· αλλ’ αφού είναι αναρίθμητοι εις τον κόσμον εκείνοι, οίτινες δεν έχουν κανένα οφθαλμόν, τι να φροντίσω εγώ δια τούτο, το οποίον, επί τέλους έχει τον ένα οφθαλμόν»; Του λέγει ο Άγιος· «Αν όμως ήτο μόνον το ιδικόν σου παιδίον, τι ήθελες κάμει δια να το ιατρεύσης»; Εκείνος είπε· «Τίποτε άλλο, εκτός του να συλλογίζωμαι πολλάκις και να λέγω, ότι ουδείς είναι εις όλον τον κόσμον, ως το ιδικόν μου παιδίον». Ο δε Άγιος είπε· «Μη εκλαμβάνης τους λόγους μου, φιλόσοφε, ως αστείους, διότι εν μέσω ημών είναι ο Θεός· αλλά φέρετο παιδίον σου και ιδέ την δόξαν του Θεού». Ευθύς τότε, λαβών εκ της χειρός το παιδίον του Ευδαίμονος, εσφράγισε με το σημείον του ζωοποιού Σταυρού τον τυφλόν οφθαλμόν του τρεις φοράς και, ω του θαύματος! αμέσως ανέβλεψεν. Ως δε είδεν ο Ευδαίμων τούτο το θαύμα, παρεκάλεσε τον Άγιον να τον κάμη Χριστιανόν. Αλλ’ ο Άγιος του είπε να μεταβή εις τον Επίσκοπον, όστις και τον εβάπτισε δια του Αγίου Βαπτίσματος. Εγένετο δε ο Άγιος περιβόητος εις όλην την Αίγυπτον και εζήτουν οι Επίσκοποι να εύρουν την ευκαιρίαν, δια να τον χειροτονήσουν Επίσκοπον. Ο Θεός όμως, όστις ήτο οδηγός του Αγίου, απεκάλυψε τούτο εις αυτόν. Όθεν, αναχωρήσαντες εκείθεν, επεστρέψαμεν πάλιν εις την πατρίδα μας και μετέβημεν εις το Μοναστήριον του μεγάλου Ιλαρίωνος. Ως δε οι αδελφοί είδον τον Άγιον, εχάρησαν χαράν μεγάλην, διότι εις μεγάλην λύπην ευρίσκοντο, επειδή ο μέγας Ιλαρίων είχεν αναχωρήσει από το Μοναστήριον, δια την πολλήν ενόχλησιν την οποίαν επροξένουν οι άνθρωποι εις αυτόν, και είχε μεταβή εις την Κύπρον, εις τα μέρη της Πάφου. Εμείναμεν δε εκεί τεσσαράκοντα ημέρας και έπειτα ανεχωρήσαμεν δια το Μοναστήριόν μας, εις το οποίον ο Άγιος έκαμεν Ηγούμενον, ως προείπομεν, τον Εδεσσηνόν Επιφάνιον, όστις συνήθροισεν εκεί πλήθος Μοναχών, τους οποίους πολύ επεμελείτο, διότι και αυτός ήτο άνθρωπος θαυμαστός. Βλέποντες δε τον Άγιον οι αδελφοί, έχαιρον μεγάλως και εδόξαζον τον Θεόν. Επειδή δε ενέσκηψε πείνα εις όλην την Φοινίκην και ανομβρία μεγάλη, συνήχθησαν πλήθη ανθρώπων και ήλθον προς τον Άγιον, παρακαλούντες να αναπέμψη προσευχήν προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, ίνα δώση βροχήν εις την γην και ούτω να παραγάγη αύτη τους καρπούς της. Ο δε Άγιος είπε προς αυτούς· «Τι με ενοχλείτε, άνθρωποι; Και εγώ άνθρωπος αμαρτωλός είμαι». Εκείνοι όμως δεν παρητούντο, αλλά παρεκάλουν τούτον περισσότερον, έως ότου έφθασεν η ενάτη ώρα της ημέρας. Τότε ο Άγιος είπε προς τον Ηγούμενον· «Πρόσταξον τους αδελφούς να ετοιμάσουν τράπεζαν δια τους ανθρώπους τούτους, δια να φάγουν, να ευφρανθούν και κατόπιν να επιστρέψουν εις τον τόπον των». Ως δε εκείνοι μετέβησαν εις την τράπεζαν, εισήλθε και ο Άγιος εντός του κελλίου του και κλίνας τα γόνατα εις την γην παρεκάλει τον Θεόν να πέμψη βροχήν εις την διψώσαν γην. Ευθύς τότε με την προσευχήν του Αγίου εγέμισεν ο ουρανός από νέφη και αστραπαί και βρονταί εγένοντο και έβρεξε βροχήν μεγάλην. Οι δε άνθρωποι ηγέρθησαν από της τραπέζης και εδόξαζον τον Θεόν. Έβρεχε δε συνεχώς επί τρεις ημέρας εις όλην την Φοινίκην. Οι δε άνθρωποι εκείνοι ήλθον εις το κελλίον του Αγίου και παρεκάλουν τούτον να σταματήση, δια στόματός του, την βροχήν. Ο δε Άγιος είπε προς αυτούς· «Διατί, τέκνα μου, έχετε δι’ εμέ τοιούτους λογισμούς; Άνθρωπος είμαι και εγώ, όπως και σεις. Όμως ο ευεργέτης ημών Θεός γνωρίζει τίνος έχομεν ανάγκην και μας το προσφέρει». Εκείνοι δε παρεκάλουν περισσότερον τον Άγιον. Είπε τότε πάλιν ο Άγιος προς τον Ηγούμενον· «Πρόσταξον να ετοιμάσουν τράπεζαν δια τους ανθρώπους, δια να φάγουν και να πίουν και κατόπιν να επιστρέψουν εις τον τόπον των». Μεταβάντες δε ούτοι εις την τράπεζαν, παρεκάλεσαν τον Άγιον να ευλογήση. Ως δε ο Άγιος είπεν· «Ευλογητός ο Κύριος», ευθύς εστάθη η βροχή. Αλλ’ εξ αιτίας της πολλής ενοχλήσεως την οποίαν έδιδον οι άνθρωποι εις τον Άγιον, εζήτησεν ούτος πάλιν να αναχωρήση εκείθεν. Κατ’ εκείνον δε τον καιρόν συνηθροίσθησαν οι Επίσκοποι του τόπου εκείνου, ίνα χειροτονήσουν Επίσκοπον δια τινα χηρεύουσαν Επισκοπήν. Εξετάζοντες δε να εύρουν άξιον τινα δια το αξίωμα τούτο, έκριναν εύλογον να χειροτονήσουν τον Επιφάνιον. Προσκαλέσαντες τότε Μοναχόν τινά, πολύ ευλαβή, Πολύβιον ονομαζόμενον, όστις εγνώριζε τον Άγιον, είπον προς αυτόν· «Παράλαβε ταχύ τι υποζύγιον και ύπαγε εις το Μοναστήριον να ίδης εάν είναι εκεί ο Επιφάνιος και επίστρεψον ταχέως να μας φέρης απάντησιν, πρόσεξε μόνον να μη φανερώσης εις ουδένα, ούτε εις τον Επιφάνιον, ότι σε απεστείλαμεν ημείς». Ως δε ο Πολύβιος έφθασεν εις το Μοναστήριον, μετέβη προς τον Άγιον, ίνα τον ασπασθή. Και ο Άγιος τον ηρώτησε· «Δια ποίαν αιτίαν ήλθες εδώ, τέκνον»; Απεκρίθη ο Πολύβιος· «Εγώ, Πάτερ μου, θέλω να λέγω πάντοτε την αλήθειαν». Είπε τότε προς αυτόν ο Άγιος· «Ήλθες, τέκνον, διότι σε έστειλαν οι Επίσκοποι να ίδης, εάν είμαι εδώ. Όμως ο αμαρτωλός Επιφάνιος οδοιπορεί από τόπου εις τόπον, στενάζων και τρέμων δια τας αμαρτίας του και δεν είναι άξιος να γίνη Επίσκοπος. Συ δε, τέκνον μου, μείνε εδώ και άφες τους Επισκόπους να ζητούν τους αξίους δια την Επισκοπήν». Ο Πολύβιος τότε εδέχθη τον λόγον του Αγίου και, αποστείλας το υποζύγιον, έμεινεν εκεί. Ο δε Κύριος, όστις ήτο οδηγός του Αγίου, εφώτισεν αυτόν να υπάγη εις την Κύπρον· και την νύκτα εκείνην, παραλαβών εμέ και τον Πολύβιον, εξήλθομεν από το Μοναστήριον και μετέβημεν εις τα Ιεροσόλυμα, δια να προσκυνήσωμεν την ζωήν ημών, τον Τίμιον Σταυρόν. Μετά τρεις ημέρας, κατελθόντες εις την παραλίαν, εισήλθομεν εις πλοιάριον και εταξιδεύσαμεν εις την Πάφον, ερωτώντες δε μετέβημεν προς τον μέγαν Ιλαρίωνα, μετά του οποίου, ότε συνηντήθημεν, μεγάλην χαράν ησθάνθημεν άπαντες και εμείναμεν εκεί δύο μήνας. Μεγάλην δε ενόχλησιν είχεν ο Ιλαρίων από τους ανθρώπους, οίτινες ήρχοντο προς αυτόν. Ότε δε απεφάσισεν ο Άγιος να αναχωρήσωμεν εκείθεν, ηρώτησεν αυτόν ο Ιλαρίων· «Που θέλεις να υπάγης, τέκνον»; Και ο Άγιος απεκρίθη· «Θέλω να υπάγω εις την Γάζαν». Εκείνος τότε είπε· «Να υπάγης εις την Σαλαμίνα και εκεί θέλεις εύρει τόπον δια να κατοικησης». Αλλ’ ο Άγιος δεν ήθελε να υπάγη εκεί. Όθεν ο μέγας Ιλαρίων είπε πάλιν· «Σοι είπον, τέκνον, ότι εκεί είναι ανάγκη να υπάγης και εκεί να κατοικήσης και μη παρακούσης τους λόγους μου, δια να μη κινδυνεύσης εις την θάλασσαν». Καυελθόντες τότε ημείς εις την παραλίαν, εύρομεν δύο πλοιάρια, εκ των οποίων το εν ανεχώρει δια την Γάζαν, το δε έτερον δια την Σαλαμίνα, εισήλθομεν δε εντός εκείνου το οποίον έμελλε να ταξιδεύση δια την Γάζαν. Ενώ δε εταξιδεύομεν, τόσον μεγάλη τρικυμία εξέσπασεν, ώστε το πλοίον εκινδύνευε να συντριβή, επί τρεις δε ημέρας είμεθα απηλπισμένοι. Και την τετάρτην ημέραν μετά βίας εφθάσαμεν εις την Σαλαμίνα και ότε εξήλθομεν του πλοιαρίου εκείνου, επέσαμεν άπαντες εις την γην ως νεκροί εκ της πολλής ταλαιπωρίας και ασιτίας. Αφού δε εμείναμεν εκεί τρεις ημέρας, επανήλθομεν, με την Χάριν του Θεού, εις καλήν κατάστασιν. Αλλά πάλιν ο Άγιος ήθελε να αναχωρήσωμεν εκείθεν. Ήσαν δε εκεί συνηγμένοι όλοι οι Επίσκοποι της Κύπρου, επειδή ο Επίσκοπος της Σαλαμίνος είχε αποθάνει και ήθελον να χειροτονήσουν έτερον. Παρεκάλουν δε τον Θεόν να αποκαλύψη εις αυτούς εκείνον όστις θα έχη την δύναμιν να ποιμάνη θεαρέστως το ποίμνιον του Χριστού. Ο δε Επίσκοπος της Κυθρίας ήτο άνθρωπος αγιώτατος αξιωθείς να λάβη και Μαρτύριον, διότι πολλά βασανιστήρια υπέστη από τους ειδωλολάτρας δια τον Χριστόν, κατόπιν δε τούτων απελύθη. Ήτο δε γηραιός πολύ και επί πεντήκοντα οκτώ χρόνους ήτο Επίσκοπος. Όθεν όλοι οι Επίσκοποι είχον τούτον ως πατέρα, διότι, συν ταις άλλαις αρεταίς, ήτο Ομολογητής και γέρων, ήτο δε και προορατικός. Εις τούτον λοιπόν τον αγιώτατον Επίσκοπον, Πάππον ονομαζόμενον, απεκάλυψεν ο Θεός να χειροτονήσουν Επίσκοπον Σαλαμίνος τον Επιφάνιον. Ήτο δε τότε ο καιρός των σταφυλών και ως απεφάσισεν ο Άγιος να εισέλθωμεν εις το πλοιάριον, δια να μεταβώμεν εις την Γάζαν, είπε προς εμέ και τον Πολύβιον· «Ας υπάγωμεν εις την αγοράν δια να αγοράσωμεν σταφυλάς, ίνα έχωμεν κατά το ταξίδιόν μας». Εις δε την αγοράν ηγόρασεν ο Άγιος δύο ωραίας σταφυλάς και είπε προς τον πωλητήν· «Τι θέλεις να σου δώσω δι’ αυτάς»; Είχε δε συνήθειαν να μη αντιλέγη, αλλ’ ό,τι εζήτει ο πωλητής το έδιδεν. Ενώ δε ο πωλητής έλεγεν εις αυτόν την τιμήν των σταφυλών, έφθασεν εκεί ο Όσιος Πάππος, βασταζόμενος υπό δύο Διακόνων. Ήσαν δε μετ’ αυτού και έτεροι τρεις Επίσκοποι. Και είπε προς τον Επιφάνιον· «Άφησε, Αββά, τας σταφυλάς και ακολούθησον ημάς εις την Εκκλησίαν». Εκείνος τότε, ενθυμηθείς τον θείον εκείνον λόγον, καθ’ ον «Ευφράνθην επί τοις ειρηκόσι μοι, εις οίκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλμ. ρκα:1), ηκολούθησε τον Πάππον εις την Εκκλησίαν. Τότε ο Πάππος είπε· «Κάμε ευχήν, ω Πάτερ». Ο δε Επιφάνιος απεκρίθη· «Συγχώρησόν μοι, Πάτερ, διότι δεν είμαι Ιερωμένος». Ακούσας τότε τούτο ο Πάππος έψαλε το «Ειρήνη πάσι» και ευθύς εις Διάκονος έλαβεν εκ της κεφαλής τον Επιφάνιον, συμβοηθούντων δε και άλλων πολλών Διακόνων, με βίαν πολλήν ωδήγησαν αυτόν εις το Άγιον Βήμα, προς τον Πάππον, όστις τον εχειροτόνησε Διάκονον, την επομένην ημέραν Ιερέα και την τρίτην, μετά των άλλων Επισκόπων, εχειροτόνησεν αυτόν Επίσκοπον. Μετά την απόλυσιν, ενώ ανήρχοντο εις την Επισκοπήν, είπεν ο Πάππος προς τον Επιφάνιον· «Πρόσταξε να ετοιμάσουν τράπεζαν δια τους Πατέρας, ίνα φάγωμεν και ευφρανθώμεν δια την Αρχιερωσύνην σου». Εκείνος όμως, λογιζόμενος το βάρος της Αρχιερωσύνης και λυπούμενος δια τούτο πολύ, έκλαιε και εθρήνει απαρηγόρητα. Τότε ο Πάππος, βλέπων αυτόν κλαίοντα, είπεν· «Έπρεπεν εγώ να σιωπήσω, αλλά συ, τέκνον, μου δίδεις αιτίαν να γίνω άφρων και να σου αποκαλύψω τα γενόμενα. Γνώριζε λοιπόν, ότι άπαντες ούτοι οι Επίσκοποι, οίτινες συνηθροίσθησαν εδώ με τον σκοπόν να εύρουν άξιον τινα δια να χειροτονήσουν Αρχιεπίσκοπον, ανέθεσαν εις εμέ, τον αμαρτωλόν, τούτον τον αγώνα, λέγοντές μοι να παρακαλέσω τον Θεόν, να μου αποκαλύψη τον άξιον. Λοιπόν, τότε εκλείσθην εις το κελλίον και παρεκάλουν τον Θεόν δια τούτο, έλαμψεν αστραπή εντός του κελλίου και ήκουσα φωνήν, λέγουσαν προς εμέ τον αμαρτωλόν· «Πάππε, Πάππε, άκουσον!» Εγώ δε εφοβήθην πολύ και είπον· «Τι με προστάζει ο Κύριός μου;» Είπε τότε η φωνή ιλαρώς· «Παράλαβε μετά σου τους Διακόνους, κάτελθε εις την αγοράν και εκεί θα εύρης Μοναχόν τινα, αγοράζοντα σταφυλάς. Μετ’ αυτού θα είναι και δύο Μοναχοί, το δε πρόσωπόν του ομοιάζει με την εικόνα του Προφήτου Ελισσαίου και ονομάζεται Επιφάνιος. Τούτον χειροτόνησον Επίσκοπον. Αλλά μη φανερώσης τούτο ευθύς εις αυτόν, δια να μη φύγη». Ιδού έγινα άφρων, λέγων ταύτα, διότι συ με ηνάγκασες. Λοιπόν συλλογίσθητι τι κάμνεις και πρόσεχε καλώς τον εαυτόν σου, δια να μη φανής αντίθετος εις το θέλημα του Θεού. διότι εγώ απεστάλην από τον Θεόν και έπραξα εκείνο το οποίον είχον χρέος να πράξω και είμαι αθώος ως προς τούτο. Συ δε όψη δι’ όλα ταύτα». Ακούσας ταύτα ο Άγιος, έπεσε κατά γης και προσεκύνησε τον Όσιον Πάππον ειπών· «Μη οργίζεσαι, Πάτερ, κατ’ εμού, διότι είμαι αμαρτωλός άνθρωπος και δεν ήμην άξιος να ανέλθω εις το ύψος της Αρχιερωσύνης, δια τούτο λυπούμαι». Ταύτα ειπών και προσκυνήσας όλους τους Επισκόπους, επρόσταξε και ητοίμασαν τράπεζαν δι’ αυτούς. Αφού δε έφαγον και ηυφράνθησαν, μετέβη έκαστος Επίσκοπος εις την ιδίαν αυτού Επισκοπήν. Μετά τρεις ημέρας καλός τις και ευλαβής Χριστιανός, Ευγνώμων καλούμενος, εφυλακίσθη από πλούσιον τινά, Δράκοντα ονομαζόμενον, δι’ εκατόν νομίσματα, τα οποία ώφειλεν εις αυτόν. Επειδή δε ο Ευγνώμων ήτο από την Ρώμην, ως ξένος δεν είχε κανένα, ο οποίος να τον απελευθερώση από την φυλακήν. Μαθών τούτο ο Άγιος μετέβη εις τον Δράκοντα και τον παρεκάλεσε να απολύση εκ της φυλακής τον Ευγνώμονα. Αλλ’ ο Δράκων, θηριώδης ων και ανήμερος κατά την γνώμην, απεκρίθη προς τον Άγιον· «Ύπαγε, παραβάτα των νόμων της πολιτείας μας, και φέρε μου τα εκατόν νομίσματα, τα οποία μου χρεωστεί ο φίλος σου και κατόπιν παράλαβέ τον». Μετέβη λοιπόν ο Άγιος εις την Επισκοπήν και αφού έλαβε τα εκατόν νομίσματα, τα οποία ευρίσκοντο εις την Επισκοπήν δια τας ανάγκας της Εκκλησίας, έδωκε ταύτα εις τον Δράκοντα και ούτω ο Ευγνώμων εξήλθε της φυλακής. Διάκονος δε τις της Εκκλησίας, Χαρίνος το όνομα, πολύ άτακτος, εξήγειρεν άπαντας τους Κληρικούς εναντίον του Αγίου, λέγων προς αυτούς· «Ούτος ο ξένος (δηλαδή ο Επιφάνιος) θέλει καταφάγει όλα τα υπάρχοντα της Εκκλησίας. Έλθετε λοιπόν ίνα τον εκδιώξωμεν, διότι θα είμεθα και ημείς ένοχοι δια την αμαρτίαν ταύτην». Ήτο δε ο Χαρίνος πλούσιος πολύ και εζήτει να εκδιώξη τον Άγιον δια να γίνη αυτός Επίσκοπος. Ως δε μετέβησαν οι Κληρικοί προς τον Άγιον, είπε προς αυτόν ο Χαρίνος· «Δεν ηυχαριστήθης, Επιφάνιε, όπου ήλθες χωρίς επανωφόριον και απέλαβες την Εκκλησίαν, αλλά διασκορπίζεις, ως ξένος, τα υπάρχοντα αυτής; Ποίος θέλει ανεχθή τούτο; Ή επίστρεψον τα εκατόν νομίσματα της Εκκλησίας ή πήγαινε εις την πατρίδα σου». Μαθών ο Ευγνώμων τα γενόμενα μετέβη εις την Ρώμην και αφού επώλησεν όλα τα υπάρχοντά του, έφερεν όσα χρήματα εσύναξεν εις τον Άγιον και έμεινε μετ’ αυτού έως του θανάτου του. Ο δε Άγιος, αφού παρέλαβε τα χρήματα, έδωκε τα εκατόν νομίσματα εις τον Χαρίνον, τα δε άλλα διένειμεν εις τους πτωχούς. Ο Χαρίνος όμως ως δόλιος προσκάλεσε τους Κληρικούς και είπε προς αυτούς· «Λάβετε τα εκατόν νομίσματα, τα οποία διέσωσα από τον Επιφάνιον, όστις τα είχε διασκορπίσει». Οι δε Κληρικοί γνωρίσαντες την αλήθειαν δεν ηθέλησαν κατ’ ουδένα τρόπον να τα κρατήσουν, αλλ’ είπον προς αυτόν να τα επιστρέψη εις τον Άγιον, από τον οποίον αδίκως τα έλαβεν. Εκείνος όμως ούτε με τον λόγον των Κληρικών τα απέδωκεν εις τον Άγιον, αλλά τα εκράτησε. Και άλλας δε πολλάς ραδουργίας εμηχανεύθη ούτος κατά του Αγίου, όστις όμως ουδόλως εμνησικάκησε κατ’ αυτού, δι’ όσα εναντίον του ενήργησε εκείνος. Μίαν δε φοράν, ότε, ως συνήθως, εφιλοξενούντο οι Κληρικοί εις την Επισκοπήν και άπαντες ήσαν εις την τράπεζαν τρώγοντες, ο δε Άγιος εδίδασκεν αυτούς, διότι συνήθιζε πάντοτε να κρατή εις τας χείρας του το Άγιον Ευαγγέλιον και να διδάσκη νύκτα και ημέραν τον λόγον του Θεού, κόραξ τις εξέβαλε κραυγάς δυνατάς, ο δε Χαρίνος είπε προς τους συντρώγοντας Κληρικούς· Ποίος εξ υμών γνωρίζει τι είπεν ο κόραξ;» Αλλ’ οι Κληρικοί, ακούοντες με προσοχήν τον λόγον του Θεού, τον οποίον εδίδασκεν ο Άγιος, δεν έδωσαν ακρόασιν εις τους λόγουςτου Χαρίνου. Εφώναξε δε και δια δευτέραν και τρίτην φοράν ο κόραξ, οπότε και πάλιν ο Χαρίνος είπε προς τους συνδαιτυμόνας· «Σας ηρώτησα, ποίος εξ υμών γνωρίζει τι είπεν ο κόραξ;» Τότε ο Άγιος, χωρίς ουδόλως να ταραχθή, αλλά με πολλήν ιλαρότητα, είπε προς τον Χαρίνον· «Εγώ γνωρίζω τι είπεν ο κόραξ». Ο Χαρίνος συνέχισε· «Φανέρωσόν μοι τι είπεν ο κόραξ και θέλεις εξουσιάσει όλα μου τα υπάρχοντα». Ο Άγιος τότε απεκρίθη· «Ο κόραξ είπεν, ότι δεν είσαι άξιος να είσαι Διάκονος». Ευθύς δε με τον λόγον του Αγίου, τρόμος κατέλαβε τον Χαρίνον και ούτε ελάλησε πλέον, ούτε έφαγεν, ούτε έπιε. Βαστάζοντες δε αυτόν οι δούλοι του, μετέφερον τούτον εις την οικίαν του και τον ετοποθέτησαν επί της κλίνης, την δε επομένην απέθανεν. Είχε δε ούτος σύζυγον ευλαβή πολύ και αγαθήν, η οποία, επειδή δεν είχε τέκνον, προσέφερεν όλα τα υπάρχοντά της εις τον Άγιον και εγένετο Διάκονος της Εκκλησίας. Αλλ’ η χειρ της ήτο παράλυτος επί δέκα χρόνους, ως δε εσφράγισε ταύτην ο Άγιος με το σημείον του ζωοποιού Σταυρού, ευθύς ιατρεύθη. Έκτοτε άπαντες οι Κληρικοί της Επισκοπής υπετάσσοντο εις τον Άγιον με φόβον και σεβασμόν. Εφύλαττε δε και τούτο ο μακάριος Επιφάνιος. Όταν ετέλει την θείαν Λειτουργίαν, καθ’ ην στιγμήν προσέφερετα Άγια εις τον Θεόν, δεόμενος δια των λόγων, «ποίησον τον μεν άρτον τούτον…», εάν δεν έβλεπε την οπτασίαν, δεν ετελείωνε την ιεράν Λειτουργίαν. Κάποτε λοιπόν, ενώ εις την ωρισμένην στιγμήν επανέλαβε τρις τους λόγους τούτους, δεν είδε την οπτασίαν. Ενώ δε παρεκάλει μετά δακρύων τον Θεόν ίνα φανερώση εις αυτόν την αιτίαν, παρετήρησε τον Διάκονον, όστις ήτο εις το αριστερόν μέρος και εκράτει το ριπίδιον και είδεν, ότι είχε λέπραν εις το μέτωπόν του. Εκ τούτου εγνώρισεν ότι αυτός ήτο η αιτία δια την οποίαν δεν είδε την οπτασίαν. Λαβών τότε εκ των χειρών τού Διακόνου το ριπίδιον, είπε με ιλαρότητα· «Ύπαγε, τέκνον, εις την οικίαν σου και μη μεταλάβης σήμερον». Ακολούθως έδωκεν εις άλλον Διάκονον το ριπίδιον. Ως δε απήγγειλε πάλιν, μετά φόβου και δακρύων, τους ιδίους εκείνους θείους λόγους, είδε την οπτασίαν και τότε ετελείωσε την θείαν Λειτουργίαν. Μετά την απόλυσιν της θείας Λειτουργίας προσεκάλεσεν ο Άγιος τον Διάκονον και ηρώτα αυτόν, δια να μάθη την αιτίαν. Τότε ο Διάκονος ωμολόγησεν, ότι κατ’ εκείνην την νύκτα εκοιμήθη μετά της συζύγου του. Όθεν προσκαλέσας ο Άγιος όλον το ιερατείον, είπε με ιλαρότητα· «Τέκνα μου, όσοι ηξιώθητε να λάβετε το χάρισμα του ιερατείου, πρέπει να φυλάττετε τον εαυτόν σας καθαρόν από παντός μιάσματος σαρκός και πνεύματος, δια να μη τελήτε αναξίως τα θεία Μυστήρια. Έκτοτε πλέον ο Άγιος δεν εχειροτόνει τους έχοντας συζύγους, αλλά Μοναχούς, άνδρας Οσίους και χηρευομένους, δεδοκιμασμένους. Και πράγματι, ο καθείς έβλεπε την Εκκλησίαν ως νύμφην ωραίαν και εστολισμένην υπό ιερατείου αγίου και εναρέτου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3051
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΓ΄ (13η) Μαϊου, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΓΛΥΚΕΡΙΑΣ.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΓ΄ (13η) Μαϊου, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΓΛΥΚΕΡΙΑΣ.

Γλυκερία η Αγία Μάρτυς του Χριστού ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Αντωνίνου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ρλη΄ - ρξα΄ (138 – 161) και Σαβίνου του ηγεμόνος, ευρισκομένη εις την Τραϊανούπολιν, την κειμένην εις την παραθαλασσίαν του Αδριατικού κόλπου, Τράνι κοινώς λεγομένην. Όταν δε ποτε εθυσίαζεν ο ηγεμών εις τα είδωλα, η Αγία Γλυκερία, χαράξασα επί του μετώπου της το σημείον του Τιμίου Σταυρού, προσήλθεν εις τον ηγεμόνα, κηρύττουσα και ονομάζουσα εαυτήν Χριστιανήν και δούλην Χριστού. Τότε ο ηγεμών προσεκάλεσεν αυτήν να θυσιάση εις τα είδωλα, η δε Αγία, εισελθούσα εν τω ναώ των ειδώλων και προσευχηθείσα εις τον Χριστόν, εκρήμνισε το είδωλον του Διός και κατασυνέτριψεν αυτό. Τότε οι εκεί ευρεθέντες ειδωλολάτραι εξοργισθέντες έρριπτον λίθους κατά της Μάρτυρος, ουδείς όμως εκ των λίθων τούτων εκτύπησε την Αγίαν, δια τούτο, κρεμάσαντες αυτήν εκ των τριχών της κεφαλής, την κατεξέσχισαν. Μετά ταύτα έρριψαν την Αγίαν εις την φυλακήν, χωρίς να της δώσουν ούτε φαγητόν, ούτε ποτόν επί πολλάς ημέρας. Άγγελος δε Κυρίου έφερε τροφήν εις αυτήν και δια τούτο ουδέν κακόν έπαθεν, εξ εκείνων τα οποία ενόμιζεν ο ηγεμών, ότι θα προξενήση εις την Αγίαν η πείνα. Μάλιστα δε θαυμασμός μέγας και έκπληξις κατέλαβε τον ηγεμόνα και τους συντρόφους του, όταν εύρον εντός της φυλακής δοχείον, άρτους, γάλα και ύδωρ, εν ω η φυλακή ήτο ασφαλώς κεκλεισμένη και ουδείς είχεν εισέλθει εντός αυτής. Ακολούθως έρριψαν την Αγίαν εντός καμίνου πεπυρακτωμένης, δρόσος δε πεσούσα ουρανόθεν, κατέσβεσε το πυρ και η Αγία εξήλθεν αβλαβής. Κατόπιν, εκδείραντες το δέρμα της κεφαλής της έως του μετώπου και δέσαντες τας χείρας και τους πόδας της, έρριψαν αυτήν πάλιν εντός της φυλακής κάτωθεν δε αυτής έστρωσαν πέτρας. Άγγελος δε Κυρίου, καταβάς, έλυσε την Αγίαν εκ των δεσμών και ιάτρευσε την κεφαλήν της. Όθεν το θαυμάσιον τούτο ιδών ο δεσμοφύλαξ Λαοδίκιος εξεπλάγη και ομολογήσας τον Χριστόν απεκεφαλίσθη, λαβών του Μαρτυρίου τον στέφανον. Η δε Αγία πάλιν ωδηγήθη προ του ηγεμόνος και υπ’ αυτού ερρίφθη εις τα θηρία, ίνα την φάγωσιν. Έν δε εξ αυτών έδηξεν αυτήν ολίγον και εκ του τοιούτου μικρού δήγματος παρέδωκεν η μακαρία την ψυχήν της εις χείρας του Θεού. Το δε άγιον αυτής Λείψανον ενεταφιάσθη εις την Ηράκλειαν της Θράκης.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3051
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΔ΄ (14η) Μαϊου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΘΕΡΑΠΟΝΤΟΣ.

Δημοσίευση από silver »

Θεράπων ο Άγιος Ιερομάρτυς είναι άγνωστον πόθεν κατήγετο, εκ ποίων γονέων εγεννήθη και κατά ποίους χρόνους ή ποίων ηγεμόνων και βασιλέων ωμολόγησε τον Χριστόν και έλαβε του Μαρτυρίου τον στέφανον. Διότι τα υπομνήματα της ζωής του εξηφανίσθησαν υπό του πανδαμάτορος χρόνου. Ότι δε ούτος ησπάσθη την ζωήν των Μοναχών, τούτο δηλούσιν αι άγιαι Εικόνες αυτού, εις τας οποίας ιστορείται ως Μοναχός. Ότι δε ο Άγιος εχρημάτισεν Επίσκοπος Κύπρου και ότι προσεφέρθη εις τον Χριστόν δι’ αίματος και ετελείωσεν αγώνα μαρτυρικόν, ταύτα παρελάβομεν εξ αρχαίας φήμης, η οποία, κατά παράδοσιν, έφθασε μέχρις ημών και τόσον μάλλον πιστεύομεν, ότι είναι ταύτα αληθή, καθ’ όσον τα εδιδάχθημεν δια ζώσης φωνής παρά των προγενεστέρων και καλώς γνωριζόντων ταύτα. Το δε τίμιον αυτού Λείψανον μετεφέρθη εις την Κωνσταντινούπολιν, όταν οι Αγαρηνοί εμελέτων να λεηλατήσωσι την Κύπρον. Διότι εφάνη ο Άγιος εις τους έχοντας το ιερόν αυτού Λείψανον και διέταξε τούτους να το μεταθέσωσιν εις Κωνσταντινούπολιν. Όθεν τώρα, εκεί όπου ευρίσκεται, αναβλύζει πάντοτε πηγάς θαυμάτων εις τους προστρέχοντας εις αυτό μετά πίστεως.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3051
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΕ΄ (15η) Μαϊου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΠΑΧΩΜΙΟΥ.

Δημοσίευση από silver »

Παχώμιος ο Όσιος Πατήρ ημών εγεννήθη περί το έτος 290 εις την Θηβαϊδα της Αιγύπτου από γονείς ειδωλολάτρας, ως εκ των αχρήστων γεννάται το εύχρηστον, εκ των ακανθών το ρόδον και εκ των κακόσμων το ευωδέστατον. Υπετάσσετο λοιπόν ως παιδίον εις τους γονείς του και προσεκύνει εν αγνοία τα είδωλα. Ούτοι μετέβησαν ποτέ εις το ειδωλείον, ίνα προσφέρουν την μιαράν θυσίαν εις τους δαίμονας, έχοντες μετά των συνοδών των και τον Παχώμιον. Ως δε επλησίασεν εις το ανίερον ιερόν, εφώναξεν ο υπηρέτης των δαιμόνων, ως δαιμονιζόμενος, ειπών· «Διώξατε εκ του ναού τον εχθρόν των θεών». Άλλοτε πάλιν έδωσαν εις τον Παχώμιον και έπιεν αίμα από το σφάγιον της θυσίας, το οποίον και ήμεσεν, όπως διηγείτο όταν έγινε Μοναχός, συμπληρών και ταύτα· «Οι δαίμονες δεν έχουν το προορατικόν χάρισμα, αλλ’ ως πονηροί και δεινοί γνωρίζουσι το ήθος και την διάθεσιν του καθενός, από τας μικροτάτας πράξεις. Και όταν ίδωσι το άπλαστον της ψυχής και το μισοπόνηρον του ανθρώπου, ως πονηροί, προλέγουσι τι μέλλει τις να γίνη». Όταν δε έφθασεν ο νέος εις τον εικοστόν χρόνον της ηλικίας του, κατέταξαν αυτόν στρατιώτην. Διότι, τον καιρόν εκείνον, ανήλθεν εις τον θρόνον ο Μέγας Κωνσταντίνος, όστις έχων ανάγκην μεγάλου στρατού δια τους εναντίον των δυσσεβών τυράννων αγώνας του, ενέγραψεν εις το στράτευμα τους ανδρείους εκ των νέων. Τότε, εκείνοι οίτινες εστρατολόγουν τους Αιγυπτίους, εστράτευσαν μεταξύ των άλλων και τον Παχώμιον, ως κατάλληλον. Ακολούθως τους έφεραν εις τόπον τινά πλησίον των Θηβών της Αιγύπτου και εκεί τους έθεσαν υπό φύλαξιν, ως έπραττον συνήθως, ίνα μη τινές εξ αυτών αποδράσουν. Κατά δε την νύκτα, Χριστιανοί τινές, ως φιλόξενοι και φιλόχριστοι, μετέβησαν εις τον τόπον εις τον οποίον εφυλάσσοντο οι ξένοι εκείνοι νεοσύλλεκτοι στρατιώται και έδωσαν εις αυτούς τροφάς δια να μη στενοχωρούνται εντός των δεσμωτηρίων ευρισκόμενοι. Ο δε Παχώμιος, θαυμάσας τα φιλεύσπλαγχνα αισθήματα των ανδρών εκείνων, ηρώτησε τους παρόντας, τι άνθρωποι ήσαν εκείνοι, οίτινες ήσαν τόσον πρόθυμοι εις την ελεημοσύνην. Ακούσας δε ότι ήσαν Χριστιανοί, ηρώτησε πάλιν πόθεν ούτως ωνομάζοντο και διατί ήσαν εύσπλαγχνοι. Είπον τότε προς αυτόν, ότι αυτοί επίστευον εις τον Χριστόν, όστις υπεσχέθη να αποδώση εις τον μέλλοντα αιώνα εκατονταπλάσια των όσων δώσουν ελεημοσύνην εν τω κόσμω τούτω εις τους ξένους και πτωχούς, εξ αγάπης προς Εκείνον. Οι λόγοι ούτοι εθέρμαναν τον θείον πόθον εις τον Παχώμιον, όστις εθαύμασε μεν το μεγαλόψυχον της Χριστιανικής Πίστεως, εφωτίσθη δε κατά την διάνοιαν, αγαλλιασθείς τω πνεύματι. Και αποσυρθείς εις το ησυχώτερον μέρος της φυλακής, ήγειρε τας χείρας και τα όμματα αυτού προς τα άνω και προσηυχήθη προς τον Θεόν Εκείνον, τον οποίον δεν εγνώριζε, λέγων· «Κύριε, Συ, όστις εποίησας τον ουρανόν και την γην, εάν επιβλέψης προς την ταπείνωσίν μου και μοι χαρίσης την επίγνωσιν της σοφίας Σου και της θεότητός Σου, θέλω γίνει στρατιώτης και δούλος Σου και θέλω διαφυλάξει, έως τέλους της ζωής μου, όλα Σου τα προστάγματα». Δια των λόγων τούτων προσηυχήθη προς τον αληθή και όντως Θεόν, τον οποίον, ως είπομεν, δεν είχεν ακόμη γνωρίσει. Όταν δε ήλθεν ο καιρός να αναχωρήσουν εκείθεν οι στρατιώται, έπλευσε και αυτός μετά των άλλων προς τον τόπον τον οποίον τους προώριζον, ότε δε έφθασαν εις πόλιν τινά, ηλευθέρωσαν τούτους. Τότε οι μεν άλλοι στρατιώται έτρεχον ατάκτως, ζητούντες σωματικάς απολαύσεις, ούτος δε ο ευλογημένος επρόσεχεν εις τον εαυτόν του, διότι εκ φύσεως ηγάπα την σωφροσύνην από της νεότητός του. Όθεν και ο Θεός, κατά την προσευχήν του, επήκουσε και δωρηθείσης παρά Θεού της νίκης εις τον Μέγαν Κωνσταντίνον, επρόσταξεν εκείνος να απολύσουν τους νεοσυλλέκτους, επειδή δεν είχε πλέον ανάγκην των υπηρεσιών των. Εις το τάγμα αυτό, το οποίον ωνομάζετο των Τυρώνων, ήτο και ο ευλογημένος Παχώμιος. Λαβών λοιπόν την ελευθερίαν, επέστρεψε ταχέως εις την πατρίδα. Όμως δεν μετέβη εις την οικίαν του, αλλ’ εγκαταλείψας γονείς και φίλους και περιουσίαν, έδραμεν εις την άνω Θηβαϊδα, εις τι χωρίον καλούμενον Χηνοβόσκια, όπου ήτο Εκκλησία Χριστιανών. Προσπεσών δε προ του Ιερέως, ωμολόγησε πίστιν εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, και εζήτει να βαπτισθή δια του Αγίου Βαπτίσματος. Ως δε ηξιώθη του ποθουμένου, είδε κατ’ εκείνην την νύκτα εν ονείρω ότι ίστατο εις τον δρόμον, όπου έπιπτε δρόσος πολλή εξ ουρανού, από της οποίας εγέμισε την δεξιάν του χείρα. Έπηξε δε εν αυτή η δρόσος εκείνη και έγινεν ως κηρόμελον. Τότε ήκουσεν και φωνήν λέγουσαν· «Παχώμιε, εννόησον το ορώμενον, διότι εις έργον θέλει μεταβληθή έως τέλους». Τούτο δε, ως δύναταί τις να εννοήση, προεμήνυε την κατάστασιν του μοναδικού βίου, τον οποίον έμελλε να ακολουθήση υπό της θείας Χάριτος φωτιζόμενος ο Όσιος, την αυστηράν άσκησιν εφαρμόζων, γλυκείαν δε, λόγω της ελπίδος της πλουσίας ανταποδόσεως και του δια της θείας γνώσεως φωτισμού. Εκ του συμβάντος τούτου ετρώθη έτι περισσότερον η καρδία αυτού υπό θείου έρωτος και επεθύμησε να γίνη Μοναχός, ίνα διέλθη τον βίον αυτού ησύχως και αταράχως. Ακούσας, όθεν, την καλήν φήμην του ησυχαστού Παλάμωνος, έσπευσεν εις το κελλίον του και ως έκρουσε την θύραν, εξήλθεν ο Γέρων και ηρώτησεν αυτόν με ύφος αυστηρόν και άγριον, τι επιθυμεί. Ούτω δε ωμίλησε, διότι η επί μακρόν χρόνον μόνωσις κάμνει το ήθος του ανθρώπου σκληρότερον. Ο δε Παχώμιος απεκρίθη ηρέμως, ειπών· «Ο Κύριος με απέστειλε δια να με κάμης Μοναχόν, διότι πολύ επιθυμώ το Σχήμα τούτο, ως άγιον». Αλλ’ ο Παλάμων, ως σοφός και έμπειρος άνθρωπος, δια να δοκιμάση τον Παχώμιον, έσκωπτεν αυτόν λέγων· «Ύπαγε όπου θέλεις, διότι εδώ μετ’ εμού δεν δύνασαι να υποβληθής εις τόσον κόπον και άσκησιν, επειδή και άλλοι πολλοί ήλθον, υποσχόμενοι να παραμείνουν, αλλ’ όμως δεν ηδυνήθησαν. Διότι εγώ, το μεν θέρος τρώγω μόνον μίαν φοράν την ημέραν και μόνον άρτον και άλας, τον δε χειμώνα ανά δύο ημέρας. Έλαιον δε και οίνον ουδόλως τρώγω ή πίνω. Αγρυπνώ δε και την ημίσειαν νύκτα προσευχόμενος. Λοιπόν, ύπαγε πρώτον και δοκίμασον εάν δύνασαι να υπομείνης την τοιαύτην αυστηρότητα και τότε επίστρεψον προς με». Ταύτα είπεν ο Γέρων, δια να δειλιάση ο νέος προ της τοιαύτης κακοπαθείας. Αλλ’ εκείνος, ταύτα ακούων, εγένετο προθυμότερος, χωρίς δε ουδόλως να φανή υποχωρών, είπε προς τον Γέροντα· «Ελπίζω εις τον Θεόν και εις τας ευχάς σου, να τηρήσω προθύμως όσα μοι είπες, Πάτερ τίμιε». Τότε λοιπόν εκράτησεν αυτόν εις το Μοναστήριον, όπου διήγον κοινοβιακώς εις άπαντα, τόσον εις την τροφήν όσον και εις την άσκησιν. Ειργάζοντο δε και σάκκους εκ τριχών δια να ελεώσι τους πτωχούς, οίτινες ήρχοντο εκεί. Όταν δε κατελαμβάνοντο υπό του ύπνου, ελάμβανον έκαστος ανά μίαν σπυρίδα και μετέφερον άμμον από τόπου εις τόπον, έως ότου ξενυστάξωσι, νικώντες ούτω τον ενοχλούντα. Έλεγε δε και ταύτα πολλάκις ο Γέρων προς τον Παχώμιον· «Αγρύπνα, τέκνον μου, ίνα μη ευρών σε κοιμώμενον ο πολέμιος σε πληγώση, και κινδυνεύσης να απολέσης όσα ειργάσθης». Βλέπων δε την πολλήν αυτού υπακοήν, έχαιρε δοξάζων τον Κύριον. Κατά δε την ημέραν της εορτής του Αγίου Πάσχα έρριψεν ο Παχώμιος ολίγον έλαιον εις τα λάχανα, τα οποία έβρασεν. Ότε δε έμελλον να γευματίσουν, ιδών τούτο ο Γέρων, είπε ταύτα δακρύων· «Χθές εσταυρώθη ο Δεσπότης μου και εγώ να φάγω σήμερον έλαιον»; Ο δε Παχώμιος περεκάλει αυτόν να φάγη, λόγω της εορτής, αλλ’ εκείνος ο αείμνηστος δεν εδέχθη και ούτω έφεραν άλλα χόρτα άνευ ελαίου. Τοιαύτην εγκράτειαν εφύλαττεν ο μακάριος Παλάμων. Ένεκα λοιπόν της πολλής αυτού ταπεινώσεως και διακρίσεως εγνώριζεν ο Άγιος Γέρων τα τεχνάσματα των δαιμόνων. Ενώ δε νύκτα τινά ηγρύπνουν, ήλθε προς αυτούς Μοναχός τις, όστις ιδών την ανθρακιάν την οποίαν είχον ανημμένην δια την αγρυπνίαν, είπε προς αυτούς· «Όστις εξ υμών έχει πίστιν, ας σταθή επάνω εις την ανθρακιάν και επ’ αυτής να κάμη την προσευχήν, την οποίαν μας παρέδωκεν ο Χριστός εις το Ευαγγέλιον». Αλλ’ ο Γέρων εγνώρισεν, ότι ο Μοναχός εκείνος εκυριεύετο υπό του δαίμονος της υπερηφανείας. Όθεν ενουθέτει αυτόν αδελφικώς να μη φρονή τοιαύτα ψυχοβλαβή και μάταια. Εκείνος όμως, ο άφρων, δεν ωφελήθη εκ των νουθεσιών του Γέροντος, ώστε να μεταμεληθή από την δαιμονικήν του έπαρσιν, αλλ’ επήδησε γυμνόπους επί της ανθρακιάς και ίστατο επ’ αυτής, έως ότου είπε το «Πάτερ ημών» μέχρι τέλους. Εκ συνεργείας δε του δαίμονος έμεινεν αβλαβής. Απομακρυνθείς κατόπιν εκ της πυράς, ενόμισεν ότι έκαμε μεγάλην ανδραγαθίαν, μη γνωρίζων, ο άθλιος, ότι εκαίετο υπό άλλου πυρός, της υπερηφανείας, το οποίον κατέστρεφεν αυτήν ταύτην την ψυχήν του. Φεύγων δε την πρωϊαν, ωνείδιζε τους Αγίους, ως ατελείς, ο μάταιος, λέγων· «Που είναι η πίστις σας»; Όταν λοιπόν ο πονηρός και χαιρέκακος δαίμων επείσθη, ότι ο άνθρωπος ούτος ευρίσκετο εντός του σκότους της υπερηφανείας όλως αιχμάλωτος, ηθέλησε να ρίψη αυτόν και εις το της πορνείας ανόμημα, δια να κυριεύση αυτόν καλλίτερον. Μετασχηματισθείς λοιπόν εις γυναίκα ωραίαν και εύμορφον και κρούσας την θύραν του κελλίου, ηνάγκασε τον ησυχαστήν να εξέλθη και είπε προς αυτόν· «Χρεωστώ χρήματα εις τινας ανθρώπους, οίτινες με καταδιώκουν δια να με φυλακίσουν και κρύψε με ολίγην ώραν, έως ότου απομακρυνθούν». Επίστευσε τότε εκείνος εις τους απατηλούς λόγους και εισήγαγεν εντός του κελλίου του, ο κακοδαίμων, τον δαίμονα, μη συλλογισθείς τας ενέδρας και τας επιβουλάς του μισοκάλου, ο ανόητος. Διότι εις τοιούτον σκότος κρημνίζεται ο υπερήφανος. Όταν λοιπόν εισήλθεν εις το κελλίον του Μοναχού ο έξαρχος της ασελγείας, τόσον πόλεμον ήναψεν εις την σάρκα του, ώστε ηχμαλώτισε την καρδίαν του και συγκατετέθη, ο άθλιος, να πορνεύση με την γυναίκα. Ως δε επλησίασεν αυτήν, τον ήρπασεν ο διάβολος και έρριψεν αυτόν κατά γης, όπου επί ώραν πολλήν εκείτετο ως νεκρός, ο δείλαιος. Διότι ο δαίμων εισήλθεν όλως εντός αυτού και εξήλθεν εκ των φρενών του. Αργότερον δε, μετά από ώρας πολλάς, ηγέρθη, ως ηδυνήθη, και εννοήσας την αμαρτίαν του, μετέβη εις τον Όσιον Παλάμωνα όλως έντρομος, προς τον οποίον εξωμολογήθη μετά δακρύων το πάθος του, ειπών· «Εγώ ο ίδιος, Πάτερ, εγενόμην αίτιος της απωλείας μου, ο ασύνετος, διότι, αν και τόσον φρονίμως με ενουθέτει η αγιωσύνη σου, εγώ, ο μάταιος, δεν υπήκουσα. Δια τούτο δικαίως συναπεκόμισα τους καρπούς της παρακοής μου. Αλλά σας παρακαλώ να με βοηθήσετε, διότι κινδυνεύω να απολεσθώ υπό του δαίμονος». Ταύτα εκείνου λέγοντος, οι μεν Όσιοι, ως συμπαθείς, έκλαυσαν, αυτός δε επήδησεν έξω των θυρών με ορμήν βιαίαν, ως να εκέντων αυτόν δια σουβλίου. Υπό του δαίμονος δε συρόμενος και τρέχων προς το όρος, έφθασεν εις πόλιν τινά, του Πανός καλουμένην, όπου εισελθών εις λουτρόν, έπεσεν επί της εσχάρας και πολύ εβλάβη υπό του πυρός, ο άθλιος. Τούτο το γεγονός υπήρξε δια τον Παχώμιον διδασκαλία ταπεινοφροσύνης και τιμωρίας. Όθεν, έχων πλέον εις την ψυχήν του ερριζωμένον τον φόβον του Θεού, δεν υπεχώρει εις κανέν πάθος, αλλά μάλλον εβλάστανε καρπούς αρετής, τόσον ώστε ο Γέρων πολύ εθαύμαζε, βλέπων ότι υπερέβαινεν αυτόν κατά τας ενθέους αρετάς. Όθεν συνεχώρησεν εις αυτόν να αγωνίζεται και μόνος εις οίους αγώνας ήθελεν οδηγήσει αυτόν ο Κύριος. Μετέβη λοιπόν εις χωρίον τι έρημον, Ταβέννην ονομαζόμενον, και αφ’ ου έμεινεν εκεί πολλάς ημέρας ησυχάζων, ήκουσε φωνήν εκ Θεού, ενώ προσηύχετο, ήτις επρόσταξεν αυτόν να μείνη εις τον τόπον αυτόν και να κτίση Μοναστήριον, διότι πολλοί έμελλον να συναχθώσιν εκεί και να σωθούν δια μέσου αυτού. Εννοήσας λοιπόν ο Όσιος, ότι εκ Θεού ήτο η προσταγή, μετέβη εις τον Γέροντα και απεκάλυψεν εις αυτόν την οπτασίαν, ζητών συγχώρησιν. Ο Γέρων τότε μετέβη μετ’ αυτού δια να τον βοηθήση κατ’ αρχάς, ότε είναι τα πάντα δύσκολα και όταν έκτισαν το κελλίον επέστρεψε πάλιν ο Γέρων εις το ιδικόν του ησυχαστήριον, συνεφώνησαν δε να μεταβαίνουν πότε ο εις και πότε ο άλλος, όταν φωτίζη αυτούς ο Κύριος, εις το κελλίον του ετέρου, ίνα συνομιλούν και απολαμβάνουν τας πνευματικάς αλλήλων Χάριτας. Μετ’ ολίγον καιρόν ο Παλάμων ησθένησε, διότι εξωγκώθη πολύ εκ της υδροποσίας και εξηράνθη ο σπλην του. Επειδή επί τινας ημέρας έπινε μόνον ύδωρ χωρίς να τρώγη καθόλου άρτον, κατ’ άλλας δε πάλιν έτρωγε μόνον άρτον χωρίς να πίνη ουδόλως ύδωρ. Συνεβούλευσαν λοιπόν αυτόν να παύση την σκληραγωγίαν εκείνην, ίνα μη αποθάνη προώρως. Αλλ’ αυτός ο τρισόλβιος έλεγεν· «Εάν οι Άγιοι Μάρτυρες εκαρτέρουν γενναίως υπό σιδήρων κατατεμνόμενοι, στρεβλούμενοι και βασανιζόμενοι, πως εγώ να μη υπομείνω τους πόνους του σώματος, προτιμών την τρυφήν και την απόλαυσιν»; Ούτω λοιπόν ανδρείως κατά της γαστρός αγωνιζόμενος ο μακάριος Παλάμων, απήλθε προς Κύριον. Ο δε Παχώμιος έτυχεν εκεί και ενεταφίασεν αυτόν. Κατόπιν επέστρεψεν εις το κελλίον του. Εις τον τόπον αυτόν ευρισκομένου του Οσίου ήλθεν προς αυτόν αδελφός του τις κατά σάρκα, ονόματι Ιωάννης, όστις εγένετο Μοναχός, ηγωνίζοντο δε έκτοτε ομού τον καλόν αγώνα της ασκήσεως αδελφικώς φρονούντες, με μίαν γνώμην και θέλησιν. Κατεσκεύαζον δε ράσα και ότι εισέπρατον εκ του εργοχείρου των αυτού τα έδιδον εις τους πτωχούς, κρατούντες δι’ αυτούς μόνον όσον εχρειάζοντο δια να εξοικονομούν τα της πενιχράς τροφής των, φέροντες ένα μόνον χιτώνα έκαστος, κατά το Ευαγγέλιον, και μάλιστα του Παχωμίου ήτο τρίχινος. Δεν εκοιμάτο δε ο Όσιος εις κλίνην, αλλά καθεζόμενος επί σκαμνίου εκοιμάτο ολίγην ώραν και πάλιν μόνον όταν ησθάνετο μεγάλον κόπον από την πολλήν αγρυπνίαν και κακοπάθειαν. Ούτως ήσκησεν επί χρόνους δεκαπέντε, γενόμενος παράδειγμα εις πολλούς. Ενθυμούμενος δε ο Όσιος της άνωθεν φωνής, ήτις είπε προς αυτόν να οικοδομήση Μοναστήριον, ήρχισε μετά του αδελφού του να κτίζωσι τούτο. Και ο μεν Ιωάννης ήθελε να οικοδομήση αυτό μικρόν, διότι δεν ήθελε πολλήν ταραχήν. Ο δε Παχώμιος το εσχεδίαζε πολύ μεγάλον, κατά τον λόγον τον οποίον ήκουσεν, ότι έμελλε να συναχθώσι πολλοί Μοναχοί. Δια ταύτην την αιτίαν λοιπόν εφιλονίκησαν ολίγον και ο Ιωάννης ύβρισε τον Παχώμιον αδίκως, ονομάσας αυτόν φλύαρον. Ο δε Παχώμιος εσκανδαλίσθη μεν, ως άνθρωπος, αλλ’ ως φρόνιμος και ενάρετος υπέμεινε την ύβριν και δεν ωμίλησε. Κατά δε την νύκτα εμέμφετο τον εαυτόν του, λέγων· «Οίμοι τω τάλανι! Πως εσκανδαλίσθην δι’ ένα λόγον και εθυμώθην, μετά τους τοσούτους κόπους της ασκήσεως. Ελέησόν με, Κύριε, διότι δεν ενέκρωσα ακόμη την σάρκα, αλλά γίνομαι δούλος του εχθρού, ο δείλαιος. Πως θα διδάσκω εις τους άλλους την πραότητα, όταν εγώ δεν απέκτησα ταύτην». Αυτά και άλλα έλεγε καθ’ όλην την νύκτα, κλαίων. Δια τοιαύτης ταπεινοφροσύνης και πραότητος ήτο κεκοσμημένος ο μακάριος. Μετ’ ολίγον καιρόν ο Ιωάννης εκοιμήθη και έμεινεν ο Παχώμιος μόνος, αγωνιζόμενος ως και πρότερον. Οι δε δαίμονες ηνώχλουν αυτόν πολλάκις δια να φοβηθή και να αναχωρήση από τον τόπον εκείνον. Ούτως, όταν ήθελε να κάμη τον κανόνα του, του εφαίνετο ότι έμπροσθεν αυτού ευρίσκετο λάκκος βαθύς, τούτο δε του παρουσίαζεν ο εχθρός δια να μη κλίνη τα γόνατα εις προσευχήν. Αλλ’ ο Όσιος, εννοών την πανουργίαν, έκαμνεν, εις πείσμα των δαιμόνων, περισσοτέρας μετανοίας. Άλλοτε πάλιν το κελλίον του εκλονίζετο και έτρεμεν ώραν πολλήν, ως να ήτο έτοιμον να καταρρεύση. Άλλοτε ο δαίμων μετεμορφούτο εις πετεινόν και έκραζεν. Άλλοτε ανεσήκωνον πολλοί εν φύλλον δένδρου, δι’ ενός ξύλου μακρού και έκαμνον δήθεν ότι δεν ηδύναντο, δια να γελάση ο Όσιος. Άλλοτε πάλιν οι δαίμονες εγίνοντο γυναίκες ολόγυμναι και εκάθηντο πλησίον του, ότε έτρωγεν. Αλλ’ αυτός ουδόλως παρετήρει τούτους, δια δε της προσευχής του διεσκόρπιζεν αυτούς, λέγων μετά των άλλων ιερών λόγων και πολλά ρητά του Δαβίδ. Ήτοι, το «Αναστήτω ο Θεός» (Ψαλμ. ξζ:1), τον ενενηκοστόν ψαλμόν και άλλα. Όθεν, ιδόντες οι δαίμονες ότι δεν ενίκων τον αήττητον με φαντάσματα, ωργίσθησαν και νύκτα τινά έδειραν αυτόν αγρίως από την πρώτην ώραν έως ότου εξημέρωσεν. Εκ τούτου ησθένησε βαρέως και εκείτετο επί της κλίνης. Αλλά ας μη θαυμάση τις εις το πως συγχωρεί ο Θεός να δέρουν οι δαίμονες τους Αγίους. Διότι δια να γίνουν δια της δοκιμής τέλειοι και να λάβουν πείραν των πειρασμών, οικονομεί ο Πάνσοφος να τιμωρούνται, ως συνέβη με τον Ιώβ, τον Αντώνιον και πλείστους άλλους Αγίους άνδρας, ούτω δε, δια της δοκιμασίας και των πειρασμών ως χρυσός κατεργαζόμενοι, να γίνωνται τελειότεροι. Καθ’ ον λοιπόν χρόνον ευρίσκετο ο Όσιος ασθενής, μετέβη προς επίσκεψίν του Ασκητής τις, Ιερακοπόλλων ονομαζόμενος, όστις ήτο πρακτικός ησυχαστής και ενουθέτησεν αυτόν λέγων· «Ανδρίζου, τέκνον, και μη δειλιάσης προ των πειρασμών. Διότι, αν νομίσουν οι δαίμονες, ότι εφοβήθης, θέλουν πράξει χειρότερα εναντίον σου. Αν όμως ίδουν, ότι δεν υπολογίζεις τούτους, θέλουσι σε αφήσει ανενόχλητον». Έμεινε λοιπόν εκεί ο Γέρων ως συνοδός του Παχωμίου, έως ότου εκοιμήθη και αυτός, τον οποίον και ενεταφίασεν ο Όσιος. Ούτος δε έμενε του λοιπού ανενόχλητος από τους εχθρούς, πατών επί όφεων και σκορπίων, χωρίς να βλαβή ουδέ εις το παραμικρόν. Ούτω, όταν ήτο ανάγκη, διήρχετο τον ποταμόν επί κροκοδείλου καθεζόμενος. Συνηυλίζετο και συνανεστρέφετο αφόβως με τα άγρια θηρία και δεν ηδύναντο να βλάψουν αυτόν. Έλαβε δε από τον Θεόν και το χάρισμα της διακρίσεως δια να γνωρίζη το θείον θέλημα. Παρεκάλεσε και δια τον ύπνον, να τύχη της χάριτος να μη κοιμάται, δια να προσεύχεται αδιαλείπτως. Το χάρισμα δε τούτο είχεν επ’ αρκετόν, ως ο μέγας Αντώνιος. Προσευχόμενος λοιπόν διαρκώς, δι’ όλης αυτού της ψυχής, εφαντάζετο τον Θεόν, δια της καθαρότητος της καρδίας του. Ήλθον δε και άλλοι πολλοί αδελφοί και εγένοντο συνασκηταί αυτού, την πολιτείαν εκείνου μιμούμενοι, ο δε Όσιος υπεδέχετο ένα έκαστον μετά χαράς. Έπειτα, βλέπων ότι πολλάς μερίμνας κατέβαλλε δι’ αυτούς και δεν είχεν ησυχίαν, ως πρότερον, διελογίζετο ποίον εκ των δύο να είναι θεαρεστότερον, η ησυχία δηλαδή ή η προστασία των αδελφών, προσηύχετο δε εις τον Θεόν να τον πληροφορήση περί τούτου. Ήλθε δε Άγγελος Κυρίου και είπε προς τον Όσιον· «Το θέλημα του Θεού είναι να υπηρετής τους αδελφούς σου, Παχώμιε, και καθ’ όσον δύνασαι να ειρηνεύης τούτους, ίνα έχουν αγάπην προς Εκείνον και προς αλλήλους». Μετά ταύτα, επειδή επλήθυναν οι αδελφοί και ήτο ανάγκη σοφωτέρας προστασίας και κυβερνήσεως, ενεφανίσθη πάλιν ο Άγγελος και εδίδαξεν εις αυτόν την τάξιν ικανώς, πως δηλαδή να πορεύωνται, καθώς κατωτέρω θέλει φανή. Φωτισθείς όθεν ο Όσιος εξ όσων ήκουσε παρά του Αγγέλου, υπεδέχετο ένα έκαστον, εξ όσων ήρχοντο με το θέλημά των, καθώς και εκείνους τους οποίους έφερον οι γονείς των, όμως δεν εκούρευε τούτους ευθύς Μοναχούς, αλλά εδοκίμαζε πρώτον, διδάσκων αυτούς πολλάκις να καταφρονούν κτήματα, χρήματα, δόξαν, τιμήν, αγάπην γονέων, σαρκός θελήματα και πάντα τα επακόλουθα. Εξαιρέτως δε να τηρώσιν υπακοήν εις τον Προεστώτα και να φροντίζουν δια την χαλιναγώγησιν του ιδίου θελήματος, αρετήν εις την οποίαν περικλείονται όλαι αι άλλαι. Δια τοιούτων και άλλων παρομοίων διδασκαλιών προεγύμναζε τούτους, μετά δε ταύτα έκαμνε τούτους Μοναχούς, παραδίδων το Σχήμα, ο πάνσοφος, και υπηρέτει μόνος εις όλα με πολλήν επιμέλειαν και προθυμίαν θαυμασίαν, όχι μόνον την Εκκλησίαν, αλλά και όλας τας ανάγκας των αδελφών, δια να μη στερηθούν ουδενός αναγκαίου και εκ τούτου αθυμήσωσι. Τόσον δε εκοπίαζε και τοιαύτην αγάπην εδείκνυεν ο Όσιος προς τους Μαθητάς του, ώστε εθαύμαζον άπαντες, βλέποντες τόσην στοργήν και ετίμων και εσέβοντο αυτόν ως πατέρα φιλόστοργον και φιλόπαιδα, αγωνιζόμενοι να μιμούνται τούτον όσον ηδύναντο, υπηρετούντες ο εις τον άλλον. Ετόλμησαν δε ποτε και τον ηρώτησαν· «Διατί, Πάτερ, κοπιάς μόνος, υπηρετών ημάς τους αναξίους με τόσους κόπους και ταλαιπωρίας»; Ο δε Όσιος απεκρίθη· «Δια να μη αμελήτε τα ψυχικά, αλλά να προσεύχεσθε ολοψύχως και να κάμνετε αόκνως τον κανόνα σας. Διότι δεν είμαι εγώ καλλίτερος του Δεσπότου Χριστού, όστις υπηρέτει τους Αποστόλους. Λοιπόν, καθώς βλέπετε εμέ, κάμετε και σεις δια να διατηρήσητε την αγάπην και να βοηθήτε ο εις τον άλλον, όσον δύνασθε». Μεταξύ δε των άλλων αδελφών ήτο νέος τις, ονόματι Θεόδωρος, όστις ήλθεν εις το Μοναστήριον μικρόν παιδίον και εμιμείτο πολύ εις τας αρετάς τον Παχώμιον. Ούτος δε τον ηγάπα δια τας αρετάς του περισσότερον των άλλων και είχεν αυτόν ως τέκνον γνήσιον. Εφ’ όσον λοιπόν ο καιρός παρήρχετο, τόσον προσήρχοντο αδελφοί ολονέν και περισσότεροι, διότι η φήμη και η αρετή του Παχωμίου έσυρε τούτους προς τα εκεί ως ο μαγνήτης τον σίδηρον. Λοιπόν ήλθε πάλιν Άγγελος Κυρίου και έδωσεν εις τον Όσιον δέλτον εκ χαλκού εις σχήμα πλακός, επί της οποίας ήσαν γεγραμμένα ταύτα· «Συγχώρει εις τον καθένα να τρώγη, να πίνη και να εργάζεται κατά την δύναμίν του. Ήτοι, όσοι είναι κατά το σώμα δυνατοί, ας τρώγουν και ας εργάζωνται περισσότερον. Όσοι δε ησυχάζουν και νηστεύουσι, μη εμποδίσης τούτους από την άσκησιν, και κτίσον κελλία διάφορα. Το γεύμα όλων ας είναι κοινόν. Ας κοιμώνται εις καθίσματα, ας είναι εζωσμένοι, ας φορούν εις τας κεφαλάς κουκούλια σημειωμένα δια σταυρού ερυθρού και κατάνειμον τούτους εις είκοσι τέσσαρα τάγματα, όσα τα γράμματα της αλφαβήτου, αρχίζων από του Άλφα έως του Ωμέγα και, αναλόγως της καταστάσεως αυτών, κατάτασσε τούτους και εις εν στοιχείον, ήτοι τους απλουστέρους εις το Ιώτα και τους δυστροπωτέρους εις το Ξί. Ούτω και δια τους άλλους. Κατά την γνώμην των ας είναι και η επωνυμία των και μη δεχθής Μοναχόν άλλου Μοναστηρίου. Τους δε κοσμικούς, οι οποίοι θέλουν να γίνουν Μοναχοί, επί τρεις χρόνους δοκίμαζε. Όταν τρώγουν εις την τράπεζαν, ας σκεπάζουν τας κεφαλάς με τα κουκούλια δια να μη βλέπουν ο εις τον άλλον και συνομιλούν». Ταύτα και άλλα περισσότερα ήσαν γεγραμμένα επί της δέλτου, την οποίαν έλαβε παρά του Αγγέλου ο Όσιος και ούτως εκυβέρνα τους αδελφούς κατά το θείον πρόσταγμα. Κατόπιν έκτισε διάφορα Μοναστήρια με νοσοκομεία ξενώνας και άλλα απαραίτητα. Ώρισε δε και οικονόμους και διακονητάς, αναλόγους του πλήθους των αδελφών. Διότι εις το πρώτον Μοναστήριον ήσαν χίλιοι τριακόσιοι και εις τα άλλα ολιγώτεροι. Ήσαν δε εις όλα τα Μοναστήρια, τα οποία έκτισεν ο Παχώμιος, επτά χιλιάδες Μοναχοί και είχεν από όλας τας τέχνας αναλόγους αδελφούς. Ήτοι, δέκα καλλιγράφους, δεκαπέντε ράπτας, αναλόγους κηπουρούς και υποδηματοποιούς και πάσης άλλης τέχνης τεχνίτας, τους οποίους εκυβέρνα ο σοφός ούτος Όσιος Παχώμιος με πολλήν διάκρισιν, διδάσκων συχνάκις τα ψυχωφελή και σωτήρια. Τόσον δε ήτο γλυκύς εις τους λόγους και τόσον ωφέλει δια τούτων, ώστε, όστις ήθελε συνομιλήσει μετ’ αυτού μίαν φοράν, ελυπείτο να χωρισθή από τούτου, καθώς εμαρτύρησε και ο μέγας Αθανάσιος ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας, όστις μετέβη εις το Μοναστήριόν του και ηυχήθη τον Όσιον μεθ’ όλης της αδελφότητος, θαυμάσας τούτους. Είχε δε ο Όσιος αδελφήν, η οποία, ακούσασα παρά πολλών ανθρώπων, ότι ήτο τοιούτος μέγας Άγιος, μετέβη να τον ίδη. Αλλ’ αυτός δεν ηθέλησε να την ίδη και διεμήνυσε προς αυτήν δια του θυρωρού ταύτα· «Μη λυπείσαι, που δεν με είδες, αρκεί ότι έμαθες πως είμαι καλά, αν δε επιθυμής να ενδυθής τούτο το άγιον Σχήμα, θέλω κτίσει προς χάριν σου εδώ πλησίον Μοναστήριον, δια να έλθουν και άλλαι ως Μοναχαί εις την συνοδείαν σου. Διότι εκείνος όστις εις τούτον τον κόσμον δεν κάμνει το καλόν πριν αποθάνη, δεν έχει ελπίδα σωτηρίας, επειδή μετά θάνατον θα κριθώμεν άπαντες και έκαστος θα λάβη την ανταπόδοσιν των έργων αυτού». Ταύτα ακούσασα εκείνη έκλαυσε και εμίσησε τον κόσμον. Όθεν ο Όσιος, κουρεύσας αυτήν Μοναχήν, έκτισε χάριν αυτής Μοναστήριον πλησίον του ιδικού του, εις το οποίον συνηθροίσθησαν και άλλαι πολλαί, εν συνεχεία δε άλλαι και άλλαι, επάνω εις τας οποίας αύτη η μακαρία ήτο Ηγουμένη. Απέστειλε δε προς αυτήν ο Όσιος και Ιερομόναχον τινά Γέροντα, ευλαβή και σώφρονα, Πέτρον ονόματι, όστις εδίδασκε τας Μοναχάς και ηρμήνευε την τάξιν με πάσαν ακρίβειαν. Είχον δε το Μοναστήριον περιτετειχισμένον δια τείχους και δεν εξήρχοντο, ούτε ξένος τις εισήρχετο εντός αυτού. Όταν δε ήρχετο άνθρωπός τις δια να ίδη Μοναχήν τινά συγγενή του, εξήρχετο αύτη εις την θύραν μετά της Προεστώσης ή άλλης τινός επιτετραμμένης Μοναχής και αφού αντήλλασον ολίγας λέξεις ανεχώρει. Ήσαν δε εις το Μοναστήριον του Παχωμίου πολλοί αδελφοί, αλλά κανείς δεν έφθανεν εις τας αρετάς τον προαναφερθέντα Θεόδωρον, δια τον οποίον ας είπομεν ολίγα τινά εκ των θαυμασίων και ενθέων κατορθωμάτων αυτού. Οι γονείς του ήσαν πλουσιώτατοι και ευσεβέστατοι. Όθεν, ημέραν τινά, ότε ήτο πάνδημος εορτή, ητοίμασαν μεγάλην, λαμπράν και πολυτελή τράπεζαν. Όλοι τότε έτρωγον και έπινον χαίροντες, ο δε Θεόδωρος, νεανίας τότε ακόμη, υπό της θείας Χάριτος κατανυχθείς τη καρδία, έλεγε ταύτα κατά μόνας· «Εάν απολαύσης ταύτας τας φθαρτάς τροφάς, Θεόδωρε, θα στερηθής των αιωνίων και αφθέρτων απολαύσεων». Ταύτα δε λέγων εστέναζε. Κατόπιν εκρύβη εις τόπον του οίκου παράμερον, και εκεί, πεσών εις την γην, προσηύχετο θερμώς μετά δακρύων, ταύτα λέγων· «Δέσποτα Θεέ, ο των κρυπτών γνώστης, γνωρίζεις ότι δεν εξέλεξα εκ του κόσμου άλλο τι ει μη μόνον την αγάπην Σου και Σε επόθησα εξ όλης της καρδίας μου. Δια τούτο, Σε παρακαλώ, οδήγησόν με και φώτισόν μοι την διάνοιαν, ίνα τηρώ πάντοτε τας εντολάς Σου». Η δε μήτηρ αυτού, αναζητούσα τούτον επιμελώς, τον εύρεν εις τον τόπον εκείνον κλαίοντα και τον ηρώτησε τις τον επίκρανε και διατί δεν μετέβη εις την τράπεζαν να φάγη μετά των αδελφών του. Όμως ο ευλογημένος Θεόδωρος δεν απεκρίθη επ’ αυτού, αλλ’ απεμάκρυνε ταύτην εντέχνως και έμεινε καθ’ όλην την ημέραν μόνος προσευχόμενος εν τελεία νηστεία. Όχι δε μόνον τότε, αλλά και συχνάκης έπραττε τούτο. Εν τω κόσμω δε ακόμη ευρισκόμενος ο Θεόδωρος υπεβάλλετο εις περισσοτέραν σκληραγωγίαν από τους Ασκητάς της ερήμου. Διότι μόνον ανά δύο ημέρας έτρωγε και μόνον μίαν φοράν, τιμωρών τοιουτοτρόπως την σάρκα και προγυμναζόμενος. Βλέποντες, τέλος, οι γονείς του, ότι επί δύο χρόνους υπεβάλλετο εθελουσίως εις τόσην στενοχωρίαν, συνεχώρησαν την αναχώρησίν του και ούτω μετέβη εις τον μέγαν Παχώμιον, δια τον οποίον είχεν ακούσει, ότι ήτο άνθρωπος άγιος, εκείνος δε τον εκράτησεν αμέσως γνωρίσας δια της Χάριτος του Παναγίου Πνεύματος οποίος έμελλε να κατασταθή εις το ύστερον ο νέος ούτος Θεόδωρος. Εκράτησε λοιπόν τούτον πλησίον αυτού χαίροντα ο Όσιος, χαίρων και ο ίδιος, αγαπών και εκτιμών τούτον περισσότερον από τους άλλους, διότι τον έβλεπεν έχοντα υπακοήν απόλυτον. Μετά δε καιρόν, ακούσασα η μήτηρ αυτού, ότι ο υιός της ευρίσκετο πλησίον του Παχωμίου, επεθύμησε να τον ιδή, διότι ηγάπα αυτόν, ως φιλότεκνος, υπερμέτρως. Όθεν έλαβε γράμματα από τινας Επισκόπους προς τον Παχώμιον, δια των οποίων παρεκάλουν τον Όσιον να παραδώση εις την μητέρα του τον Θεόδωρον. Μετέβη λοιπόν η γυνή εις το γυναικείον Μοναστήριον και δια των υπηρετών έστειλε προς τον Όσιον τα γράμματα. Αναγνώσας τα γράμματα ο Όσιος συνεχώρησε να συναντηθή ο Θεόδωρος με την μητέρα του, αλλ’ ούτος απεκρίθη· «Πως, Πάτερ, να γίνω εις όλους τους αδελφούς πρόσκομμα και να παροργίσω, δια την αγάπην της μητρός, τον Δεσπότην μας; Αφ’ ης στιγμής ηρνήθην τον κόσμον, δεν έχω πλέον μητέρα ή αδελφούς, διότι αντί τούτων έχω τον Δεσπότην Χριστόν, τον οποίον πρεπόντως προετίμησα εξ όλων των του κόσμου τούτου». Ταύτα ακούσας ο Όσιος εθαύμασε και επήνεσεν αυτόν, ειπών· «Επειδή προτιμάς με τόσην γνώσιν και τόσην φρόνησιν τον Δεσπότην Χριστόν υπέρ την μητέρα σου, επαινώ και εγώ ταύτην την σωτήριον γνώμην σου, επειδή Αυτός ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ούτως ώρισε λέγων: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ. ι:37). Αλλά και οι Επίσκοποι εκείνοι, οίτινες έγραψαν εις ημάς, θέλουν χαρή, ακούοντες την φιλόθεον γνώμην σου». Όταν η μήτηρ του Θεοδώρου ήκουσεν ότι ο υιός της δεν εξήρχετο να τον ίδη, δεν επέστρεψε πλέον εις την οικίαν της, αλλ’ έμεινε μετά των παρθένων, ειπούσα· «Ας παραμείνω λοιπόν και εγώ εις τούτο το ψυχοσωτήριον Μοναστήριον, δια να ίδω κάποτε τον υιόν μου, να κερδήσω δε και την ψυχήν μου η τάλαινα». Όμως, ας αφήσωμεν προς το παρόν τον Θεόδωρον, ίνα επανέλθωμεν εις τον μέγαν Παχώμιον. Γυνή τις είχε το πάθος της αιμορραγίας και μη ευρίσκουσα εις τους ιατρούς θεραπείαν, παρεκάλεσε τον Οικονόμον της Εκκλησίας Τεντήρων, όστις ήτο Ομολογητής και πολύ ενάρετος, φίλος δε γνήσιος του Παχωμίου, να προσκαλέση εις την Εκκλησίαν του τον Όσιον με πρόφασίν τινα, διότι επίστευεν η γυνή ότι, εάν εγγίση μόνον το ράσον αυτού, θέλει θεραπευθή. Προσεκάλεσε λοιπόν ο Οικονόμος Διονύσιος τον Παχώμιον δι’ άλλην υπόθεσιν και όταν εκάθηντο εις την Εκκλησίαν συνομιλούντες, επλησίασεν η γυνή ησύχως και ως ήπλωσε την χείρα εγγίσασα το καλυμμαύχιον του Οσίου, ευθύς, ω του θαύματος! έλαβε τελείως την θεραπείαν της, καθώς ολοψύχως επίστευεν. Ακούσατε τώρα, ευλαβείς ακροαταί, και έτερον θαυμασιώτερον. Άνθρωπος τις είχε θυγατέρακατατεταγμένην εις την τάξιν των παρθένων, ήτις προσεβάλλετο υπό δαιμονίου. Προσελθών δε εις τον Όσιον, παρεκάλει τούτον να θεραπεύση την θυγατέρα του. ο δε Όσιος, επειδή δεν συνωμίλει μετά γυναικός, είπε προς τον πατέρα τής πασχούσης να του φέρη εν εκ των ενδυμάτων της. Τούτο έπραξεν ο πατήρ. Ο δε Όσιος, ως είδε τούτο, είπε προς αυτόν λυπούμενος· «Η θυγάτηρ σου μόνον κατά το λεγόμενον είναι παρθένος και όχι αληθώς. Ειπέ εις αυτήν, εάν θέλη, ας φυλαχθή τουλάχιστον από τώρα και εις το εξής αμόλυντος, και ο ελεήμων Θεός θα αποδώση εις αυτήν την υγείαν της». Ανακρίνας τότε και εξετάσας αυτήν ο πατήρ της, επληροφορήθη παρ’ αυτής την αμαρτίαν της, την οποίαν εξομολογηθείσα υπεσχέθηνα μη πορνεύση πλέον. Ο δε μέγας Παχώμιος απέστειλεν ηγιασμένον έλαιον, δια του οποίου εχρίσθη αύτη και έφυγεν απ’ αυτής το δαιμόνιον. Έτερος τις είχεν υιόν δαιμονιζόμενον, τον οποίον έφεραν εις τον Όσιον, ζητούντες την ίασιν. Ιδών δε αυτόν ο Όσιος, ηυλόγησεν άρτον και έδωσε τούτον εις τον πατέρα, λέγων· «Όταν πεινάση ο υιός σου, δος εις αυτόν τον άρτον τούτον να τον φάγη». Ούτως έπραξεν ο πατήρ, αλλ’ ο δαιμονιζόμενος δεν ήθελε ουδέ καν να τον δοκιμάση. Όθεν ο πατήρ παρεσκεύασε ζωμόν μετ’ ελαίου και άλλων μυρωδικών και εντός τούτου έρριψε τον άρτον, τον οποίον έφαγεν ο υιός του. Ευθύς τότε, ω του θαύματος! έφυγεν απ’ αυτού το δαιμόνιον και από της ώρας εκείνης αποκατεστάθη τελείως η υγεία του. Αλλά και άλλα πολλά θαυμάσια εποίησεν ο Θεός δια του Οσίου. Ούτος δε, ο μακάριος, ουδέποτε εκενοδόξησεν, αλλά έλεγεν, ότι ο Θεός εποίει ταύτα προς το συμφέρον των δούλων Αυτού. Δια τούτο επεμελείτο να πράττη πάντοτε ουχί το ιδικόν του, αλλά του Κυρίου το θέλημα, καθώς εκείνος εδίδασκε, δηλαδή να μη κάμνωμεν το ιδικόν μας θέλημα, αλλά εκείνο το οποίον προστασσόμεθα από τους Πατέρας και διδασκάλους μας. Έλεγε δε και τούτο ο πάνσοφος. Ότι η θεραπεία της ψυχής είναι χρησιμωτέρα και ωφελιμωτέρα της του σώματος. Επίσης συνεβούλευεν ότι, εάν ίδης αμελή, όστις δεν εργάζεται το καλόν και δια της διδαχής σου τον κάμης πρόθυμον εις το αγαθόν ή τον ειδωλολάτρην και άσπλαγχνον τον κάμης εύσπλαγχνον, τον υπερήφανον ταπεινόν και τον πόρνον σώφρονα, δεν ευηργέτησες τούτους ολιγώτερον από του να ήσαν παράλυτοι και να έδιδες εις αυτούς την ίασιν του σώματος. Ήτο δε και κατά πολύ μακρόθυμος και πραότατος ο μακάριος Παχώμιος και ουδέποτε ωργίζετο. Ακούσατε δε τα της ανεξικακίας αυτού. Εις εν εκ των Μοναστηρίων του διέμενε Μοναχός τις, όστις εζήτει παρά του Ηγουμένου εν διακόνημα, το οποίον ήτο υπέρ την δύναμίν του, εκείνος δε, γνωρίζων την αδυναμίαν τού υποτακτικού του, δεν ήθελε να αναθέση εις αυτόν το περί ου ο λόγος διακόνημα. Δια να μη ενοχλή δε αυτόν ο αυθάδης εκείνος, είπεν, ότι ο Όσιος δεν συνεχώρει να του αναθέση το διακόνημα, το οποίον του εζήτει. Όθεν, οργισθείς ο αναίσχυντος εκείνος, ήρπασε τον Ηγούμενόν του και έσυρεν αυτόν έως ότου έφθασαν εις τον Όσιον, όστις την στιγμήν εκείνην έκτιζε τείχος. Εφώναξε τότε ο Μοναχός, από τον θυμόν νικώμενος, προς τον Όσιον· «Κατέβα κάτω, ψεύστη, να μου ειπής διατί δεν είμαι άξιος της τάξεως, την οποίαν εζήτησα»; Τότε ο μεν Όσιος εσιώπα υβριζόμενος, ο δε υβριστής απεθρασύνετο περισσότερον. Όθεν, δια να σβύση ο Όσιος τον θυμόν του αυθάδους Μοναχού, έλεγεν· «Ήμαρτον, συγχώρησόν με, τέκνον μου. Δεν έσφαλες και συ κάποτε»; Μετά βίας λοιπόν κατέπαυσε τον άδικον θυμόν του παραλόγου ο Όσιος, ότε αφήσας την εργασίαν του κατήλθενεκ του τείχους και ηρώτα κρυφίως τον Προεστώτα της Μονής, όστις και διηγήθη την υπόθεσιν, ως ελέχθη. Όθεν ο Όσιος επρόσταξεν αυτόν να δώση εις τον Μοναχόν το διακόνημα, το οποίον εζήτει, μήπως αλλάξη γνώμην και γίνη καλός, ίνα μη κολασθή ο ταλαίπωρος. Διότι πολλάκις ο κακός, ευεργετούμενος, γίνεται καλός και ούτω λαμβάνομεν μισθόν, επειδή εσώσαμεν τον αδελφόν μας. Ούτω δε συνέβησαν τα πράγματα, κατά την πρόρρησιον του Οσίου. Διότι, ως ο Μοναχός εκείνος έλαβε το διακόνημα, κατενύχθη και έδραμε μετά δακρύων εις τον Όσιον. Πεσών δε προ των ποδών αυτού τον ηυγνωμόνει, λέγων· «Ευχαριστώ σοι, άνθρωπε του Θεού, διότι με την πολλήν σου μακροθυμίαν και χρηστότητα ενίκησας την αυθάδειαν και την θρασύτητά μου και αν ήθελες με τιμωρήσει, καθώς μου ήξιζε, θα εκολαζόμην, ο άθλιος». Hμέραν τινά μετέβησαν οι αδελφοί εις την νήσον να κόψουν χόρτον δια τα ψαθία, συνώδευε δε τούτουςκαι ο Όσιος. Ενώ δε διήρχοντο δια της λέμβου, είδενούτος έκτασιν, κατά την οποίαν τινές εκ των Μοναχών ήσαν υπό πυρός κυκλωμένοι, άλλοι περιπάτουν εις τας ακάνθας χωρίς υποδήματα και εκάθηντο εις τους πόδας των, άλλοι ίσταντο προ κρημνού, τον οποίον δεν ηδύναντο να διέλθουν, διότι κάτωθεν αυτών ήτο ποταμός και κροκόδειλοι έτοιμοι να τους καταπίουν. Ταύτα ιδών ο Όσιος εφανέρωσε το όραμα εις όλους. Όταν δε επέστρεψαν εις το Μοναστήριον, ηρώτων αυτόν να εξηγήση εις αυτούς την οπτασίαν. Εκείνος δε απεκρίθη· «Μετά την τελευτήν μου, νομίζω, ότι έχουν να συμβούν ταύτα εις σας, επειδή δεν θα εύρετε ικανόν τινά να σας ποιμαίνη με επιμέλειαν και αυταπάρνησιν και να σας παρηγορή εις τας θλίψεις σας». Μεθ’ ημέρας τινάς επρόσταξεν ο Όσιος τον Θεόδωρον να διδάξη την αδελφότητα, διότι αν και κατά τους χρόνους ήτο νεώτερος, κατά την φρόνησιν όμως ήτο συνετώτερος των γερόντων. Τινές δε των γερόντων, αναχωρήσαντες εκ της συνάξεως, μετέβησαν εις τα κελλία των. Τούτους ηρώτησε κατόπιν ο Όσιος διατί εγκατέλειψαν την διδαχήν και ανεχώρησαν ασυγχωρήτως. Οι δε απεκρίθησαν· «Διατί ανέθεσες εις εν παιδίον να διδάσκη τους γέροντας»; Ο δε Όσιος εστέναξεν, ειπών· «Ουαί εις σας, ταλαίπωροι, διότι δια μίαν ώραν εζημιώθητε όλους τους κόπους σας, ένεκα της πολλής σας υπερηφανείας και επάρσεως, δια την οποίαν και ο Εωσφόρος εξέπεσε. Δεν ηκούσατε την Γραφήν, ήτις λέγει· «Ακάθαρτος παρά Θεώ πας υψηλοκάρδιος» (Παρ. ιστ:5) και αλλαχού «Το εν ανθρώποις υψηλόν βδέλυγμα ενώπιον του Θεού» (Λουκ. ιστ:15) και «Όστις υψώσει εαυτόν ταπεινωθήσεται» (Ματθ. κγ:12). Δεν εγκατελείψατε τον Θεόδωρον, αλλ’ απεμακρύνθητε από τον λόγον του Θεού και εστερήθητε της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Έχετε λοιπόν μεγάλην κατάκρισιν. Ο Θεός εταπεινώθη τοσούτον, άθλιοι, δι ημάς και ημείς οι ανάξιοι, οίτινες είμεθα χώμα άχρηστον, υπερηφανευόμεθα; Ο υψηλότατος και υπερένδοξος, όστις δύναται δια μόνου του βλέμματος Αυτού να φωτίση τον κόσμον όλον, έσωσεν ημάς δια της ταπεινώσεως και ημείς οι σκώληκες κενοδοξούμεν; Δεν είδετε πως εγώ παρέμενον ακροώμενος εν ευλαβεία και αληθώς ωφελήθην πολύ εκ των λόγων του, αλλά εφύγετε, ανόητοι; Εάν δια το ανόμημα τούτο δεν ποιήσετε μεγάλην μετάνοιαν, υπάγετε εις απώλειαν». Ταύτα και άλλα πλείονα ειπών εκανόνισε τούτους ο Όσιος, τον δε Θεόδωρον ώρισεν Οικονόμον της μεγάλης Μονής, εις την οποίαν υπετάσσοντο όλα τα Μοναστήρια. Ήτο δε τότε χρόνων τριάκοντα τεσσάρων, όμως είχεν όλα τα πάθη της σαρκός απονεκρωμένα και το ίδιον θέλημα ως μη υπάρχον. Διότι ο λόγος του Θεού εθέρμανε και εστήριξεν αυτόν τόσον, ώστε να φρονή μόνον τα ουράνια αγαθά, έχων όλην του την σπουδήν και την καρδίαν αφωσιωμένην εις την θείαν αγάπην και εις την σωτηρίαν των αδελφών. Ήσαν δε και άλλοι πολλοί ενάρετοι, των οποίων τα ονόματα παραλείπω χάριν συντομίας, οίτινες εφύλαττον πάσας τας τάξεις του Σχήματος και εξόχως την εγκράτειαν. Και τόσον ενήστευον, ώστε και όταν ήσαν ασθενείς δεν ετόλμων να πίουν οίνον ή τουλάχιστον να πέσουν εις την κλίνην δια μικράν του σώματος ανάπαυσιν, αλλ’ έμενον έως θανάτου εις τα θρονία καθήμενοι οι τρισόλβιοι εκείνοι αγωνισταί. Μεταξύ τούτων ήτο αδελφός τις, Σιλβανός ονόματι, έχων εις το Μοναστήριον χρόνους είκοσι. Ήτο δε πρότερον εις τον κόσμον μίμος και αφού εγένετο Μοναχός διήγεν εν σωφροσύνη επί πολύν καιρόν. Αλλά κατόπιν ενεθυμήθη την πρώτην του τέχνην και ήρχισε να τρώγη χορταστικώς, να αστεϊζεται και να ψάλλη άσματα αναίσχυντα. Ο Όσιος λοιπόν, ταύτα βλέπων, ελυπείτο δια την του αδελφού απώλειαν και έδειρεν αυτόν πολλάκις, δια να σωφρονισθή και να επιμελήται την σωτηρίαν του. Όμως ματαίως εκοπίαζε. Διότι ο Σιλβανός δεν επείθετο. Ημέραν λοιπόν τινά εβαρύνθη τούτον ο Όσιος και είπε παρουσία όλης της αδελφότητος· «Δεν σοι είπον, ότε ήσο αρχάριος, ότι ο Μοναχικός βίος είναι βαρύς και δεν δύνασαι να τον υποφέρης, συ δε μοι υπεσχέθης ενώπιον Θεού και ανθρώπων, ότι θα διαφυλάξης την τάξιν του Σχήματος; Διατί λοιπόν τώρα καταφρονείς την ψυχήν σου, ταλαίπωρε, και δεν ενθυμείσαι την ημέραν της Κρίσεως, αλλά προτιμάς υπέρ την ουράνιον Βασιλείαν την αιώνιον κόλασιν; Ύπαγε λοιπόν εις τους γονείς σου και μη τολμήσης πλέον να έλθης εδώ». Ταύτα αφού είπεν ο Όσιος, επρόσταξε να εκδύσουν τον Σιλβανόν του Μοναχικού ενδύματος, να τον ενδύσουν κοσμικώς και να τον εκδιώξουν από το Μοναστήριον. Ο δε Σιλβανός, πεσών εις τους πόδας του Οσίου, παρεκάλει αυτόν μετά δακρύων λέγων· «Συγχώρησόν μοι, Πάτερ, και μη με αποδιώξης· υπόσχομαι δε ενώπιον του Θεού να κάμω τοιαύτην μετάνοιαν, ώστε να χαίρης, όταν με βλέπης». Τότε είπεν ο Όσιος· «Γνωρίζεις πόσας φοράς σε υπέμεινα και σε ενουθέτησα και πολλάκις σε έδειρα, ίνα διορθώσης το σφάλμα σου προς σωτηρίαν σου. Και επόνουν εγώ, μάρτυς μου ο Κύριος, περισσότερον από σε, όταν σε εμάστιζον, ως φιλόστοργος πνευματικός σου Πατήρ. Εάν λοιπόν, νουθετούμενος δεν διωρθώθης ούτε εφοβήθης ραβδιζόμενος, πως θα σε πιστεύσω τώρα, μετέωρε»; Ο Σιλβανός παρεκάλει τότε ακόμη περισσότερον τον Όσιον να τον συγχωρήση δια τους οικτιρμούς του Θεού, υποσχόμενος να μη πταίση ποτέ πλέον εις το μέλλον. Ο δε Όσιος είπε· «Δος μοι τινά εγγυητήν και να σε κρατήσω». Έφεραν λοιπόν τότε ενάρετον τινά γέροντα, ονομαζόμενον Πετρώνιον, ο οποίος ανεδέχθη τον Σιλβανόν όταν εγένετο Μοναχός, ηγγυήθη δε τότε και πάλιν δι’ αυτόν προς τον Όσιον. Ούτω ο Όσιος τον εκράτησεν. Έπειτα ενουθέτησε χωριστά τον Πετρώνιον, ειπών· «Γνωρίζομεν ότι εκοπίασες χρόνους πολλούς εις την άσκησιν, αλλά λάβε και τούτον τον κόπον χάριν του τέκνου σου. Σύμπασχε και συναγωνίζου μετ’ αυτού έως ότου σωθή, διότι εγώ έχω τας φροντίδας των πολλών και δεν ευρίσκω καιρόν». Παραλαβών λοιπόν αυτόν ο Πετρώνιος συνειργάζετο μετ’ αυτού εις το εργόχειρον των ψαθίων και από κοινού ενήστευον και προσηύχοντο ως έπρεπε, έκτοτε δε ο Σιλβανός υπετάσσετο εις όλα εις τον Γέροντά του, τόσον ώστε ουδέ φύλλον λαχάνου δεν έτρωγε χωρίς την βουλήν του Γέροντος. Και τόσην ταπείνωσιν και πραότητα απέκτησεν, ώστε δεν ήγειρε τους οφθαλμούς να ίδη τινά, ουδέ ήνοιγε το στόμα να ομιλήση. Ηγρύπνει, προσηύχετο, έκαμνε μετανοίας, κατά δε την νύκτα ολίγον μόνον εκοιμάτο και πάλιν καθήμενος εις το μέσον του κελλίου. Αλλά διατί να μακρηγορούμεν; Όντως άξιος δούλος του Θεού και σκεύος εκλεκτόν εγένετο ο θαυμάσιος και τόσον αγώνα έκαμνε δια την σωτηρίαν της ψυχής του τότε, ώστε εγένετο δι’ όλους τύπος και υπόδειγμα εις πάσαν αρετήν και ευλάβειαν. Κατά δε την ταπεινοφροσύνην περισσότερον έλαμψε και δεν έλειψαν από τους οφθαλμούς του τα δάκρυα, μετά την θείαν αυτού αλλοίωσιν, τόσον ώστε και την ολίγην τροφήν, την οποίαν έτρωγε, περιέχυνε με δάκρυα ο τρισμακάριος. Όταν δε ενουθέτουν αυτόν οι αδελφοί να μη κλαίη, όταν βλέπη ξένον πρόσωπον, απεκρίνετο λέγων· «Πιστεύσατέ με, ότι πολλάκις ηθέλησα να παύσω τα δάκρυα, αλλά δεν ηδυνήθην». Οι δε αδελφοί έλεγον προς αυτόν· «Αδελφέ, όταν είσαι μόνος εις τον Ναόν ή εις το κελλίον σου ή εις άλλον τόπον, κλαίε όσον δύνασαι· αλλά όταν ευρίσκεσαι μετ’ άλλων ανθρώπων, κράτει τα δάκρυα, δια να μη κριθής ως υποκριτής και κενόδοξος. Διότι δύναται η ψυχή να κλαίη χωρίς τα εξωτερικά δάκρυα. Πλην, ειπέ μας, όσην ώραν κλαίεις, τι συλλογίζεσαι»; Έλεγε δε προς αυτούς ο μακάριος Σιλβανός· «Βλέπω ότι σεις οι άγιοι άνθρωποι υπηρετείτε εμέ τον πόρνον και φλύαρον, όστις δεν είμαι άξιος να νίψω τους πόδας σας και φοβούμαι μήπως σχισθή η γη και με καταπίη ως τον Δαθάν και Αβειρών. Διότι έως προχθές σας παρώργιζον και εκινδύνευον να με διώξετε, ως αποστάτην του αγίου Σχήματος. Δεν ημπορώ δε να κρατήσω τα δάκρυα συλλογιζόμενος το πυρ της αιωνίου κολάσεως, εις το οποίον μέλλω να κατακριθώ ο αναίσχυντος, εάν δεν πράξω αρκετήν και ανάλογον μετάνοιαν, κατά τας ανομίας, τας οποίας ετέλεσα». Ταύτα ακούων εχαίρετο ο μέγας Παχώμιος και εβεβαίωνεν όλην την αδελφότητα, λέγων· «Γνωρίζετε, ότι εις μόνον ευρίσκεται μεταξύ όλων ημών, όστις φυλάττει ακριβώς την μοναδικην πολιτείαν, καθώς πρέπει, ο τρισμακάριος. Διότι, καθώς όταν βαφή το λευκόν μαλλίον εις πολύτιμον πορφύραν, η βαφή του πλέον δεν εξαλείφεται, ούτω και η ψυχή τούτου του τρισμάκαρος αδελφού μας εβάφη δια του Αγίου Πνεύματος και η Χάρις Αυτού δεν αφανίζεται πλέον». Οι δε ακούοντες, άλλοι μεν ενόμιζον, ότι έλεγε δια τον Θεόδωρον, άλλοι δια τον Πετρώνιον και έτεροι δια τον Ωρσίσιον. Ερωτήσαντες όθεν τον Όσιον ο τε Θεόδωρος και πάντες οι πρόκριτοι, να φανερώση εις αυτούς τον επαινούμενον, απεκρίθη· «Επειδή γνωρίζω, ότι πράγματι δεν μέλλει να κενοδοξήση ο τόσον άξιος κατά την αρετήν, αλλά μάλλον, ως ταπεινόφρων, θα μέμφεται και θα περιφρονή έτι περισσότερον αυτό που θα σας είπω, δια τούτο θέλω να τον γνωρίζετε, δια να μιμηθήτε και σεις τους τρόπους του. Διότι, συ Θεόδωρε και οι άλλοι, οίτινες αγωνίζεσθε επί τόσον καιρόν εις το Μοναστήριον, κατά μεν τους χρόνους και την άσκησιν είσθε πατέρες του και πρεσβύτεροι, κατά δε το βάθος της ταπεινώσεως και το καθαρόν της συνειδήσεως είναι ούτος μέγας και σας υπερβάλλει. Διότι σεις μεν εδέσατε ως στρουθίον τον διάβολον και καθ’ εκάστην καταπατείτε αυτόν ως χουν υπό τους πόδας σας. Αλλ’ εάν αμελήσετε ολίγον, θαρρούντες ότι ενικήσατε αυτόν τελείως, φεύγει από τους πόδας σας και σας πολεμεί πάλιν. Ο δε νεώτερος Σιλβανός, συνέχισε λέγων ο Όσιος, αφ’ ότου ηθέλομεν να τον εκδιώξωμεν δια την ακρασίαν και αμέλειάν του, ούτως εξουθένωσε τον δαίμονα δια της υπερβολικής του ταπεινοφροσύνης, τόσον ώστε δεν δύναται πλέον ούτος να εγείρη κατ’ αυτού κανένα πόλεμον. Διότι δι’ όλης του της ψυχής και της διανοίας νομίζει τον εαυτόν του αχρείον, ευτελή και αναξιώτερον όλων ημών, δια τούτο και έχει το δάκρυ ανά πάσαν στιγμήν έτοιμον και διαρκές. Ώστε, σεις μεν, δια της γνώσεως, της υπομονής και των άλλων αγώνων κατά των δαιμόνων, υπερβάλλετε τούτον. Ούτος δε, δια της ταπεινοφροσύνης, επέταξεν εις τα ουράνια και δεν δύνασθε να τον φθάσετε, διότι άλλη αρετή δεν ταπεινώνει τοσούτον τον διάβολον, όσον η εξ όλης ψυχής ταπεινοφροσύνη, η συνυπάρχουσα μετά της γνώσεως, της πράξεως και της διακρίσεως. Κατ’ αυτόν τον τρόπον λοιπόν ο μακάριος Σιλβανός, επί οκτώ χρόνους αγωνισάμενος, μετά την θαυμασίαν και οσίαν εκείνην αλλοίωσιν, εν ειρήνη ετελειώθη, τελέσας τον καλόν αγώνα εν Κυρίω και δρόμον τον ένθεον. Εμαρτύρησε δε εν φόβω Θεού ο μέγας Παχώμιος, ότι είδε πλήθος αναρίθμητον Αγίων Αγγέλων, οίτινες παρέλαβον την μακαρίαν αυτού ψυχήν εν χαρά μεγίστη και ψαλμωδία αρρήτω και ωδήγησαν αυτήν προς τον Θεόν, ως θυσίαν εκλεκτήν και ευώδες θυμίαμα. Ημέραν δε τινά, μεταβάς ο μέγας Παχώμιος εις άλλην Μονήν δια να ίδη τους αδελφούς, έτυχε να εύρη εκεί νεκρόν τινά, τον οποίον εκράτουν βαδίζοντες πέριξ του Μοναστηρίου και ψάλλοντες. Ο Όσιος όμως επρόσταξε να εκδύσουν αυτόν και να κάψουν όλα τα ενδύματά του, το δε λείψανον να θάψη εις ιδιώτης, χωρίς να ψαλή. Τότε οι Προεστώτες της Μονής και οι συγγενείς του θανόντος έπεσον προ των ποδών του Οσίου, παρακαλούντες αυτόν να συγχωρήση να τον ψάλουν. Αλλ’ ούτος δεν ηθέλησεν. Οι γονείς λοιπόν του νεκρού εφώναζαν προς τον Όσιον, κλαίοντες πικρώς και λέγοντες· «Διατί δεικνύεις τόσην ωμότητα και ασπλαγχνίαν προς ένα νεκρόν, εύσπλαγχνε; Τίνος βαρβάρου, βλέποντος τον εχθρόν του νεκρόν και άφωνον, δεν μαλάσσεται η καρδία; Ας μη ήθελε γεννηθή εις τον κόσμον ούτος ο άθλιος υιός μας ή ας μη ήρχεσο εδώ σήμερον η αγιωσύνη σου, να προξενήση τοιαύτην οδύνην και όνειδος εις το γένος μας. Ο δε Όσιος είπεν ησύχως προς αυτούς· «Πιστεύσατέ με, αδελφοί, ότι εγώ ευσπλαγχνίζομαι αυτόν περισσότερον από εσάς και, ως πατήρ φιλότεκνος, φροντίζω δια την σωτηρίαν του. Αλλά, κατά τας πράξεις του, μήτε να ενταφιασθή δεν επετρέπετο και, εάν τον ψάλουν, η ψυχή του θέλει κατακρημνισθή εις περισσοτέραν κόλασιν και θα σας καταράται. Εγώ δε θα ευρεθώ προ του Θεού ως ανθρωπάρεσκος, διότι, δια να ευχαριστήσω σας, δεν έπραξα δια την ψυχήν του το συμφερώτερον. Διότι ο πολυέλεος Θεός είναι πηγή αστείρευτος αγαθότητος και ζητεί από ημάς μικράν προσφοράν, ίνα χορηγήση τα ρείθρα της ελεημοσύνης και της χρηστότητος Αυτού. Δια τούτο πρέπει, ημείς οι πνευματικοί ιατροί, να δίδωμεν κατά το πάθος και το φάρμακον. Όθεν, σας παρακαλώ, να ακουσθή ο λόγος μου, δια να λυτρωθή ούτος ο νεκρός από την μέλλουσαν κόλασιν. Διότι πολλάκις ενουθέτησα αυτόν, αλλά δεν υπήκουσεν. Ούτω, ακουσθέντος του λόγου του Οσίου, ενεταφίασαν αυτόν άψαλτον. Τούτο δε έπραξεν ο πάνσοφος, όχι μόνον δια την σωτηρίαν του νεκρού, αλλά και δια τους ζώντας, ώστε να φοβηθούν και να διάγωσιν εναρέτως. Τούτους δε εδίδαξε, παραμείνας εις την Μονήν εκείνην ημέρας τινάς, προς το συμφέρον των. Ενώ δε ευρίσκετο εκεί, εμήνυσαν εις τον Όσιον εξ άλλης Μονής, Χηνοβοσκός καλουμένης, ότι εις αδελφός ευρίσκετο βαρέως ασθενής και επόθει να λάβη την ευλογίαν του. Ο δε Όσιος εξεκίνησεν ευθύς και όταν περιεπάτησε δύο μίλια, ήκουσε θείαν φωνήν. Ατενίσας δε προς τα άνω, είδε την ψυχήν τού αδελφού εκείνου, όστις τον προσεκάλει, οδηγουμένην εις ουρανούς υπό ψαλλόντων Αγίων Αγγέλων. Εκείνοι δε οίτινες ηκολούθουν τον Όσιον, δεν έβλεπον ούτε ήκουον τίποτε. Όθεν έλεγον προς αυτόν· «Διατί εσταμάτησες, Πάτερ; Ας υπάγωμεν ταχέως να προφθάσωμεν αυτόν πριν ή απέλθη προς Κύριον». Ο δε Όσιος είπε προς αυτούς· «Ο αδελφός ετελεύτησε και βλέπω αυτόν τώρα απερχόμενον εις τον Παράδεισον. Επιστρέψατε λοιπόν εις το Μοναστήριον». Τότε παρεκάλεσαν αυτόν και διηγήθη το όραμα. Επιστρέψαντες δε εις την Μονήν ηρώτησαν ακριβώς την ώραν κατά την οποίαν ο αδελφός εκοιμήθη και εύρον, ότι ήτο ακριβώς η ώρα εκείνη κατά την οποίαν ο Όσιος έβλεπε την οπτασίαν. Άλλην φοράν ο Όσιος έμεινεν εις την Εκκλησίαν από της ενάτης ώρας και προσηύχετο έως της ώρας του Όρθρου, δεόμενος εις τον Θεόν να αποκαλύψη εις αυτόν την κατάστασιν των μελλόντων αδελφών. Ήτοι οποίας γνώμης και αρετής μέλλει να είναι οι μεταγενέστεροι Μοναχοί. Και κατά την ώραν του μεσονυκτίου είδε φως αστράπτον. Ελθών δε εις έκτασιν, ήκουσε φωνήν λέγουσαν, ότι θα πληθύνουν εις όλον τον κόσμον τα Μοναστήρια, ίνα πολιτεύωνται οι Μοναχοί ευσεβώς, αλλά δεν θα είναι τόσον ενάρετοι. Ταύτα δε ενώ ήκουεν, εφάνη εις τον Όσιον ότι είδεν εις πεδιάδα ξηράν λάκκον βαθύτατον και πλήθος Μοναχών αναρίθμητον, οίτινες περιεπάτουν ταχέως, αλλά, λόγω του σκότους, έπιπτον ο εις επί του άλλου και δεν εγνωρίζοντο. Τινές δε εδοκίμαζον να ανέλθουν προς τα άνω, αλλά δεν ηδύναντο. Όθεν εκ του κόπου έπιπτον. Άλλοι πάλιν, όσοι ήσαν επί του άνω μέρους της κοιλάδος, εκρημνίζοντο εις τον κατήφορον. Έτεροι δε, πολύ ολίγοι, εξήρχοντο εκ του λάκκου εκείνου με πολύν κόπον και βάσανον και όταν έφθαναν εις τα άνω εύρισκον φως, εντός του οποίου εισερχόμενοι έχαιρον, ευχαριστούντες τον Κύριον. Εκ τούτου του οράματος εγνώρισεν ο Όσιος Παχώμιος την κατάστασιν των μεταγενεστέρων Μοναχών. Ότι θα ήσαν αμελείς εις το αγαθόν και απρόκοποι και ότι δεν θα έχουν καλούς Ποιμένας, αλλ’ αναξίους και άφρονας, οίτινες δεν θα φροντίζουν δια την σωτηρίαν των υποτασσομένων, αλλά μόνον να συναθροίζουν χρήματα και κτήματα και να κάμνουν τας κακάς επιθυμίας των. Να ορίζουν τους απλουστέρους δια της βίας, με τρόπον τυραννικόν, οι δε αγαθοί και ταπεινόφρονες να μη έχουν καθόλου παρρησίαν. Περίλυπος λοιπόν δια ταύτα γενόμενος ο μέγας Παχώμιος, εβόησε προς τον Θεόν, λέγων· «Κύριε Παντοκράτορ, εάν μέλλη να γίνουν εκείνα τα οποία μοι απεκάλυψες, διατί συνεχώρησες να γίνωνται τα Κοινόβια; Εις μάτην λοιπόν εκοπίασα και ακαίρως εβασανίσθην; Μνήσθητι των κόπων των αδελφών, οίτινες εν όλη τη ψυχή των δια το όνομά Σου εταπεινώθησαν. Ενθυμού, Κύριε, ότι μοι υπεσχέθης να μη λείψη, έως της συντελείας του αιώνος, το πνευματικόν σπέρμα μου. Γνωρίζεις, Δέσποτα, ότι από της στιγμής αφ’ ης περιεβλήθην το Σχήμα του Μοναχού, ούτε άρτον ούτε ύδωρ ούτε άλλο αγαθόν της γης εχόρτασα». Όταν είπε τούτους τους λόγους, ήκουσε φωνήν παρά του Δεσπότου, λέγουσαν· «Καυχάσαι, Παχώμιε; Ζήτησον συγχώρησιν, ίνα μη σοι καταλογισθή ο λόγος αυτός ως έπαρσις, διότι τα πάντα δια του ελέους μου οικονομούνται». Πεσών τότε ο Όσιος εις την γην, εζήτει συγχώρησιν, λέγων· «Κατάπεμψον επ’ εμέ το έλεός Σου, Παντοκράτορ Κύριε». Ούτω δε προσευχόμενος, είδε δύο Αγγέλους πλησίον αυτού και εν μέσω αυτών ένα νεώτερον, η όψις και η θεωρία του οποίου ήτο πολύ θαυμασία και ανεκλάλητος, εις δε την κεφαλήν έφερεν ακάνθινον στέφανον. Και είπον οι Άγγελοι· «Ούτος εστιν ο Μονογενής Υιός του Θεού, τον οποίον απέστειλεν εις τον κόσμον εξ απεράντου φιλανθρωπίας και σεις εσταυρώσατε Αυτόν». Τότε πάλιν έπεσε κατά πρόσωπον ο Όσιος, ευχαριστών και δοξάζων τον Κύριον, όστις είπε προς αυτόν· «Θάρσει, Παχώμιε, διότι η ρίζα του πνευματικού σου σπέρματος δεν θέλει λείψει ουδέποτε. Εκείνοι δε οι ολίγοι, οίτινες θέλουσι σωθή κατά τους εσχάτους εκείνους καιρούς, θέλουσιν απολαύσει τόσον μισθόν, όσον οι τέλειοι του καιρού τούτου. Διότι ούτοι έχουν σε διδάσκαλον και πολιτεύονται δια του παραδείγματός σου. Οι δε μεταγενέστεροι, ευρισκόμενοι εις τόπον ξηρόν και άνυδρον, πάσης αρετής αμέτοχον, εάν απομακρυνθούν από της κακίας του ψεύδους και έλθουν εις την αλήθειαν, ώστε να πολιτευθούν εναρέτως, χωρίς να οδηγήση τούτους άλλος τις, ει μη μόνον η καλή των προαίρεσις, αμήν, λέγω σοι, ότι μετά των τελείων, οίτινες πολιτεύονται τώρα αμέμπτως και αναμαρτήτως, θέλουσι συνταχθή και εκείνοι, ίνα ούτω λάβουν, έναντι του ολίγου κόπου αυτών, πλουσίαν ανταμοιβήν». Ταύτα ειπών ο Κύριος ανήλθεν εις ουρανούς. Ο δε Όσιος έμεινεν έκθαμβος και σιωπών! Ότε δε οι αδελφοί συνήχθησαν εις τον Όρθρον, εδίδαξεν αυτούς ικανώς μετά την απόλυσιν, να επιμελούνται της σωτηρίας της ψυχής των, γνωρίζοντες ότι η παρούσα ζωή είναι βραχεία και σύντομος και οι κόποι δι’ αυτήν πρόσκαιροι. Η δε μέλλουσα αιώνιος και τα αγαθά ταύτης πανευφρόσυνα και ανεκδιήγητα. Εις άλλον τόπον έζη Ασκητής τις πολύ ενάρετος και επίσημος, όστις, ακούσας τα του αγγελικού βίου του Παχωμίου, ήλθε προς αυτόν, παρακαλών να τον κρατήση εις το Κοινόβιον. Ο δε Όσιος Παχώμιος εδέχθη. Αφού λοιπόν έμεινεν ολίγον καιρόν μετά των αδελφών, επεθύμησε να μαρτυρήση δια τον Κύριον και παρεκάλει πολλάκις τον Όσιον να επιτρέψη τούτο. Όμως ο Όσιος δεν συγκατετίθετο, αλλ’ ενουθέτει αυτόν εν σωφροσύνη, ως έμπειρος, λέγων· «Αδελφέ, επειδή τώρα δεν υπάρχουν βασιλείς ειδωλολάτραι, αλλ’ ο Κωνσταντίνος ο ευσεβέστατος, τις σε αναγκάζει να επιζητήσης να λάβης το Μαρτύριον; Υπόμεινον τον αγώνα της ασκήσεως και φύλαττε τας εντολάς του Κυρίου αόκνως, ίνα συναριθμηθής εις την Βασιλείαν των ουρανών μετά των Αγίων». Ταύτα συνεβούλευεν ο γνωστικός Παχώμιος. Αλλ’ ο ασύνετος εκείνος δεν επείθετο και καθ’ εκάστην ηνώχλει τον Όσιον ίνα επιτρέψη τούτο. Ούτος δε πάλιν έκλειε το στόμα αυτού, λέγων· «Φυλάττου, αδελφέ, μη σε πλανήση ο διάβολος και, αντί να μαρτυρήσης, γίνης αρνητής του Χριστού και καταπέσης εις την απώλειαν». Μετά δύο ημέρας ο Όσιος απέστειλε δύο Μοναχούς εις εν χωρίον των άνω μερών, δια να συλλέξουν χόρτον δια τα ψαθία. Ούτοι δε ηργοπόρησαν να επιστρέψωσι, διότι έκοπτον χόρτον εις μίαν νήσον όπου εύρον πολύ τοιούτον. Ο δε Άγιος έστειλε τον ως άνω Ασκητήν, τον ποθούντα το Μαρτύριον, να φέρη προς αυτούς τροφήν, την οποίαν εφόρτωσεν επί όνου. Ότε δε έφθασεν εις την έρημον, εύρεν εκεί Βλεμίους τινάς, οίτινες κατήλθον εκ του όρους δια να προμηθευθώσιν ύδωρ και ιδόντες αυτόν έδεσαν τας χείρας του και τον ωδήγησαν εις τους άλλους, μετά του όνου, χαίροντες. Εκεί τον ηνάγκαζον να θυσιάση εις τους δαίμονας. Ούτος δε, κατ’ αρχάς μεν αντετάχθη, κατόπιν όμως ενέδωσε. Διότι όταν εκείνοι έσφαζον τα ζώα και έκαμνον θυσίαν, έδραμον μετά των ξίφων των εναντίον του και ηπείλουν αυτόν δια θανάτου, εάν θα ηρνείτο να θυσιάση και αυτός εις τα είδωλα. Δειλιάσας λοιπόν, ο δείλαιος, προ του προσκαίρου θανάτου, επροτίμησε να κατακριθή, θυσιάσας εις τον όνον. Φαγών δε και κρέας από τα ειδωλόθυτα, ηθέτησε τον Δεσπότην Χριστόν, ο άχρηστος. Ακολούθως, επειδή δεν εδέχετο να μείνη μετ’ αυτών, τον απέλυσαν . Ενώ δε κατήρχετο εκ του όρους, ησθάνθη την ανομίαν του ή, μάλλον ειπείν, την ασέβειάν του και σχίσας τα ράσα του έδερε το πρόσωπον και ήρχισε να τρέχη προς το Μοναστήριον, κλαίων και οδυρόμενος. Πληροφορηθείς, δια της θείας Χάριτος, την υπόθεσιν ο Όσιος, εξήλθε περίλυπος δια να τον συναντήση. Ως δε είδεν ούτος τον Όσιον, έπεσεν εις την γην κατά πρόσωπον, δακρύων και λέγων· «Ήμαρτον, Πάτερ, εις τον Θεόν και εις την αγιωσύνη σου. Δεν ήκουσα την αγαθήν συμβουλήν σου!» Ο Όσιος είπε τότε προς αυτόν· «Ω, πόσων αγαθών εστερήθης, άθλιε, και πως εστερήθης του στεφάνου του Μαρτυρίου! Ο Δεσπότης Χριστός ήτο εκεί παρών μετά των Αγίων Αγγέλων και είχεν έτοιμον εις την δεξιάν Αυτού το της νίκης διάδημα, ίνα στέψη, δια τούτου, την κεφαλήν σου, εάν έκαμνες υπομονήν και έκοπτον αυτήν οι βάρβαροι. Όμως συ εφοβήθης τον θάνατον, όστις και αύριον θα έλθη και ηρνήθης τον γλυκύτατον Δεσπότην, ανόητε! Όθεν, απολέσας ζωήν αιώνιον, εκληρονόμησες κόλασιν ατελεύτητον! Που είναι ο πόθος, τον οποίον είχες να λάβης το Μαρτύριον»; Ενώ δε έλεγε ταύτα ο Όσιος, ο τάλας εκείνος έκλαιεν εξ όλης καρδίας λέγων· «Ήμαρτον, Πάτερ. Δεν δύναμαι να υψώσω τους οφθαλμούς μου προς τον ουρανόν. Απώλεσα την ελπίδα της σωτηρίας μου». Ενώ ταύτα και άλλα πλείονα έλεγεν εκείνος, είπε πάλιν ο Όσιος· «Συ μεν, άθλιε, ως προς σε, εγένεσο αλλότριος του Θεού τελείως αποξενωθείς απ’ Αυτού. Εκείνος όμως ως πολυέλεος και πανάγαθος δύναται να βυθίση τας αμαρτίας μας εις το πέλαγος της ευσπλαγχνίας Αυτού, διότι δεν επιθυμεί τον θάνατον του αμαρτωλού, αλλά την μετάνοιαν αυτού. Δια τούτο μη έλθης εις απόγνωσιν. Διότι εάν με ακούσης, έχεις ελπίδα σωτηρίας. Όπως δηλαδή το δένδρον, όταν το κόψης, με τον καιρόν πάλιν αναβλαστάνει και γίνεται ως και πρότερον, ούτω και συ, δια της υπακοής, δύνασαι να επανέλθης εις την προτέραν κατάστασιν». Ο δε Ασκητής εκείνος μεγαλοφώνως έκλαιε, λέγων· «Υπακούω εις σε, Πάτερ, από της στιγμής ταύτης και υπόσχομαι να μη απομακρυνθώ πλέον εξ όσων προστάζεις». Τότε ο Όσιος έκλεισεν αυτόν εις κελλίον ήσυχον και επρόσταξε να μη ομιλήση με κανένα. Να τρώγη ανά δύο ημέρας άρτον ξηρόν και ύδωρ. Να αγρυπνή προσευχόμενος, όσον δύναται, να πλέκη δύο ψάθας την ημέραν και να μη λείψουν από των οφθαλμών αυτού ουδέ μίαν στιγμήν τα δάκρυα. Έπραξε λοιπόν ο αδελφός καθώς προσετάχθη, μάλιστα δε και εδιπλασίασε τα προσταχθέντα, τρώγων μόνον δις της εβδομάδος και ούτε μετ’ άλλου τινός συνωμίλει, εκτός του ηγιασμένου Θεοδώρου, και τούτο δια να μη απολέση το λογικόν του. Ούτω, κλαίων καθ’ εκάστην την ανομίαν του και καλώς αγωνισθείς δια της Χάριτος του Χριστού επί χρόνους δώδεκα, απήλθε προς Κύριον μετά χρηστών ελπίδων, καθώς εμαρτύρησεν εις τον Θεόδωρον ο μέγας Παχώμιος. Νύκτα δε τινα, ενώ ο Όσιος περιεπάτει μετά του Θεοδώρου, είδον εις το μέσον του Μοναστηρίου γυναίκα ωραιοτάτην, της οποίας το κάλλος, το σχήμα και η όλη φαντασία τόσον ετάραξαν τον Θεόδωρον, ώστε ηλλοιώθη κατά πρόσωπον. Ιδών δε ο Όσιος τούτον ούτω δειλιάσαντα, είπε προς αυτόν· «Έχε θάρρος εις τον Θεόν, Θεόδωρε, και μη φοβείσαι». Τότε προσηυχήθησαν και οι δύο προς τον Θεόν να εξαφανισθή η φαντασία εκείνη από των οφθαλμών των. Όσον δε ούτοι προσηύχοντο, τόσον εκείνη επλησίαζεν αυτούς, προ δε ταύτης έτρεχον αναρίθμητοι δαίμονες. Εγγίσασα δε τους Αγίους, είπε προς αυτούς· «Μη κοπιάζετε αδίκως, διότι δεν δύνασθε προς το παρόν να με διώξετε, επειδή ο Παντοκράτωρ Θεός μοι έδωκεν εξουσίαν να ενοχλώ όσους θέλω». Ηρώτησε τότε ο Παχώμιος· «Τις είσαι και πόθεν και τίνα ήλθες να ενοχλήσης»; Η δε γυνή εκείνη απεκρίθη· «Εγώ είμαι η θυγάτηρ του διαβόλου και όλη η δύναμις αυτού. Διότι όλοι οι δαίμονες εμέ υπηρετούν. Έλαβον δε εξουσίαν να πολεμήσω κατά σου, Παχώμιε. Διότι ουδείς με εξενεύρισεν ως συ, όστις συναθροίζεις κατ’ εμού τόσον πλήθος νέων και γερόντων και μετέβαλες εις πόλιν την έρημον και με τον φόβον του Θεού περιετείχισες τούτους τόσον, ώστε να μη δύνανται να ενοχλήσουν αυτούς οι υπηρέται μου. Αλλά ταύτα πάντα συνέβησαν εις εμέ εξ αιτίας του ενανθρωπήσαντος Κυρίου, όστις σας έδωκεν εξουσίαν να καταπατήτε την δύναμίν μας και να μας εμπαίζετε».

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3051
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Συνέχεια από το προηγούμενο

Δημοσίευση από silver »

Ηρώτησε πάλιν ο Παχώμιος· «Εμέ λοιπόν ήλθες να ενοχλήσης ή και άλλους εκ της ποίμνης μου»; Απεκρίθη εκείνη· «Σε και τον Θεόδωρον. Πλην, αν και έλαβον την εξουσίαν, πάλιν δεν τολμώ να σας ενοχλήσω. Διότι γνωρίζω, ότι σας προσφέρω περισσοτέραν ωφέλειαν ή βλάβην. Μάλιστα προς σε, Παχώμιε, όστις ηξιώθης να ίδης δια των σωματικών οφθαλμών την άρρητον δόξαν του Θεού. Αλλά μετά τον θάνατόν σας, θα έχω άδειαν να χορεύω εν μέσω των Μοναχών σας, διότι εκείνοι θα είναι αμελείς και ράθυμοι». Απήντησε τότε ο Όσιος· «Ψεύδεσαι κατά της ανοσίας σου κεφαλής. Συ προγνωστικόν δεν έχεις. Πως λοιπόν γνωρίζεις τα μέλλοντα, τα μήπω γενόμενα, τα οποία μόνος ο Θεός γνωρίζει»; Η δε γυνή εκείνη απεκρίθη· «Εκ προγνώσεως μεν δεν γνωρίζω τίποτε, αλλ’ εκ της σκέψεως και της πείρας μου, εκ των παρελθόντων εικάζω τα μέλλοντα. Εγνώρισα λοιπόν, ότι πάσα πράξις αγαθή άρχεται με ζέσιν και προθυμίαν, όταν όμως παρέλθη καιρός, ο ζήλος αρχίζει ολίγον κατ’ ολίγον να ψυχραίνεται, έως ότου από της αμελείας περιπίπτει εις την καταφρόνησιν». Λέγει πάλιν ο Όσιος· «Εάν έχης τοιαύτην δύναμιν και υποτάσσονται εις σε όλοι οι δαίμονες, εδώ είμεθα και πολέμησόν μας». Εκείνη δε πάλιν απεκρίθη· «Σοι είπον ότι, αφού εφάνη εις την γην η παντοκρατορική του Εσταυρωμένου δύναμις, ημείς εξενευρίσθημεν και παίζουσιν ημάς ως στρουθία οι δούλοι του. Ητονίσαμεν ως αδύνατοι, όμως δεν αδιαφορούμεν, ούτε παύομεν να σας πολεμούμεν. Διότι η φύσις μας είναι άϋπνος και σπείρομεν την κακίαν μας εις την ψυχήν του αγωνιστού. Εάν δε ίδωμεν, ότι υποδέχεται ταύτην, εκκαίομεν εντός αυτού την επιθυμίαν έτι περισσότερον. Αν δε ο προσβαλλόμενος δεν υποδεχθή την προσβολήν με γλυκύτητα, ευθύς αφανιζόμεθα ως καπνός διαλυόμενος εις τον αέρα. Πλην δεν μας συγχωρεί ο Θεός να πολεμούμεν εναντίον όλων, αλλά μόνον κατά των τελείων προς δόξαν αυτών και περισσοτέραν ανταμοιβήν. Διότι, αν μας έδιδε την άδειαν να πολεμούμεν άπαντας, πολλούς εκ της ποίμνης σου ηθέλομεν πλανήσει». Τότε ο μακάριος ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτής και επιτιμήσας ταύτην επρόσταξε να φύγη και να μη πλησιάση εις τα Μοναστήριά του ποτέ πλέον. Πρωϊας δε γενομένης εσύναξεν όλους τους Γέροντας και ανήγγειλεν εις αυτούς όσα είδε και ήκουσε παρά του ολεθρίου εκείνου δαίμονος. Έγραψε δε ταύτα και προς τα άλλα Μοναστήρια προς ωφέλειάν των. Διερχόμενος ποτε ο Όσιος τα κελλία της Μονής, προς επίσκεψιν των αδελφών, συνήντησε Ρωμαίον τινά, έχοντα μέγα αξίωμα, όστις ωμίλει μόνον δύο γλώσσας. Την Λατινικήν και την Ελληνικήν. Ο δε Παχώμιος δεν εγνώριζεν ει μη μόνον την Αιγυπτιακήν και ούτω ο εις δεν ηννόει τι έλεγεν ο άλλος. Όθεν ο Όσιος εκάλεσε διερμηνέα. Κατά δε την συνομιλίαν έλεγεν ο Ρωμαίος, ότι είχε πόθον πολύν να εξομολογηθή εις τον Όσιον, αλλά διερμηνέα δεν ήθελεν. Είπε τότε ο Όσιος εις τον διερμηνέα να αναχωρήση. Και αφού τούτο εγένετο, ύψωσε τας χείρας προς τον ουρανόν, παρακαλών τον Θεόν μετά πίστεως, ίνα δωρήση εις αυτόν την χάριν των Αποστόλων Αυτού, να ομιλή όλας τας γλώσσας, δια να ωφελή τας ψυχάς των προσερχομένων. Ταύτα προσευχηθέντος επί τρεις ώρας θερμότατα, κατήλθεν εξ ουρανών εις τας χείρας του μία επιστολή. Ως δε ανέγνωσε τα γεγραμμένα εις αυτήν, ω του θαύματος! ελάλει όλας τας γλώσσας, χωρίς καμμίαν δυσκολίαν. Ήρχισε τότε να συνδιαλέγεται μετά του Ρωμαίου εις την Ελληνικήν και την Λατινικήν. Και εθαύμασεν ο Ρωμαίος και ωμολόγησεν, ότι ο Όσιος υπερέβαλλεν όλους τους σοφούς και ρήτορας. Ούτω διώρθωσεν αυτόν ο Όσιος και εδεήθη προς Κύριον υπέρ αφέσεως των αμαρτιών αυτού, ορίσας δε εις αυτόν και τον πρέποντα κανόνα και συγχωρήσας αυτόν, ανεχώρησε. Την επαύριον, μεταβάς εις την Μονήν του Χωσέως, είδεν εν τω μέσω της Μονής μεγάλην συκήν, επί της οποίας ανήρχοντο οι διαβαίνοντες εκείθεν και έτρωγον τα σύκα κρυφίως. Όταν λοιπόν επλησίασεν, είδεν εις την κορυφήν της συκής καθήμενον δαίμονα και ηννόησεν ότι ούτος ήτο το πνεύμα της γαστριμαργίας, το οποίον επλάνα τους ξένους να αναβαίνωσιν εις την συκήν. Όθεν, καλέσας τον κηπουρόν, ονόματι Ιωνάν, είπε προς αυτόν· «Αδελφέ, κόψον την συκήν, διότι γίνεται σκάνδαλον εις όσους δεν έχουν γνώμην σταθεράν. Είναι δε εξ άλλου και άπρεπον να ευρίσκεται αύτη εις το μέσον του Μοναστηρίου». Ταύτα ακούσας ο Ιωνάς ελυπήθη πολύ, διότι αυτός εφύτευσε την συκήν καθώς και όλα τα άλλα δένδρα και είπε προς τον Όσιον· «Μη κόψης αυτήν, Πάτερ μου, διότι πολύν καρπόν δίδει εις τους αδελφούς». Όθεν, δια να μη λυπήση αυτόν ο Όσιος και επειδή εγνώριζε τας αρετάς του Γέροντος, δεν την έκοψεν. Όμως την επομένην εξηράνθη η συκή και δεν απέμεινεν επ’ αυτής ούτε εν φύλλον. Τούτο το θαυμάσιον ιδών ο Ιωνάς μεγάλως ελυπήθη. Όχι δια την απώλειαν της συκής, αλλ’ επειδή παρήκουσε και δεν έκοψεν αυτήν, ευθύς με τον λόγον του Προεστώτος, έκλαιε δε την αμαρτίαν ταύτην έως τέλους της μακαρίας ζωής του. Αφ’ ότου δε έκοψε την συκήν ο τρισμακάριος, ποτέ πλέον δεν έφαγε καρπόν εκ των δένδρων ουδέ οπώραν, καθ’ όλους τους ογδοήκοντα πέντε χρόνους καθ’ ους έμεινεν εις το Μοναστήριον, αλλά έδιδε μόνον εις τους άλλους αδελφούς και τους ξένους, οίτινες και έτρωγον εν αφθονία. Ούτος δε ειργάζετο εις τους κήπους καθ’ όλην την ημέραν και το εσπέρας, μετά την δύσιν του ηλίου, έτρωγε και καθήμενος επί του σκαμνίου έπλεκε σχοινία, προσευχόμενος έως την ώραν του Όρθρου, οπότε μετέβαινεν ίνα κτυπήση το σήμαντρον. Ως δε ήθελε νυστάξει, ελάμβανεν ολίγον ύπνον δια την ανάγκην της φύσεως, ούτω καθήμενος και κρατών το σχοινίον εις χείρας του, το οποίον έπλεκεν εν τω σκότει, άνευ λύχνου. Επειδή δε εγνώριζεν από μνήμης τας θείας Γραφάς, απήγγελλε ταύτας πλέκων. Η τροφή του ήτο, καθ’ όλην του την ζωήν, άρτος και όξος με ωμά λάχανα. Παρασκευασμένον δε φαγητόν ουδέποτε έφαγεν, αλλ’ ούτε και ησθένησεν. Είχε δε και ένα μανδύαν, τον οποίον εφόρει μόνον όταν μετελάμβανε των θείων Μυστηρίων. Αλλά και δια πλείστων άλλων αξιεπαίνων αρετών εκοσμείτο ούτος ο μακάριος, τας οποίας παραλείπομεν, χάριν συντομίας. Παρέδωσε δε εις Κύριον την ψυχήν του ο μακάριος Ιωνάς καθήμενος επί του σκαμνίου και πλέκων το σχοινίον. Δεν ετελειώθη δε εξαίφνης, αλλ’ ησθένησεν ολίγον και εγνώρισεν ότι ήλθε το τέλος αυτού. Παρά τούτο δεν ηθέλησε να μεταβή εις νοσοκομείον, δια να μη υπηρετηθή υπό άλλου, ούτε να φάγη εξ εκείνων των τροφών τας οποίας έτρωγον οι ασθενείς, ούτε και να αναπαυθή επί στρώματος. Ουδέ καν εκεί, κάτωθεν του δίφρου επί του οποίου εκάθητο, εδέχθη να θέσουν μαλακόν προσκεφάλαιον, δια να μη έχη ανάπαυσιν πρόσκαιρον, ίνα ούτως απολαύση την αιωνίαν ανάπαυσιν, της οποίας και έτυχεν ο τρισμακάριος, απολανβάνων τώρα τας πλουσίας αμοιβάς των καμάτων αυτού και εκεί ευφραινόμενος. Ο θείος Παχώμιος έκτισε ποτέ, με πολλήν επιμέλειαν, Εκκλησίαν εις το Μοναστήριον, εις την οποίαν κατεσκεύασε στύλους δια πλίνθων και ηυτρέπισε ταύτην όσον ηδύνατο. Έπειτα, βλέπων ταύτην τόσον ωραίαν, ηυχαριστήθη και ηρέσκετο να λέγη ότι την κατεσκεύασε τόσον ωραίαν. Διαλογιζόμενος όμως, ότι το να θαυμάζη και να χαίρη δια την ωραιότητα του έργου του ήτο ενέργεια δαιμονική, έδεσε τους στύλους με σχοινία και αναπέμψας μυστικώς προσευχήν, επρόσταξε τους αδελφούς και έσυρον ταύτα ολίγον, έως ότου οι στύλοι εστράβωσαν. Τούτο δε τελέσας, είπε προς τους αδελφούς· «Σας παρακαλώ, να μη αγωνίζεσθε να καλλωπίζετε το έργον των χειρών σας, δια να μη παρασύρεται ο νους σας εις τον έπαινον του έργου και καταστή ούτω θήρα του δαίμονος. Διότι διόλου δεν πρέπει να προσέχωμεν εις το κάλλος των φθαρτών τούτων πραγμάτων, αλλά να καταφρονούμεν ενδύματα, τροφάς και κελλία πολυτελή, ως και αυτά ακόμη τα βιβλία, όταν έξωθεν είναι ωραία. Επειδή το κάλλος του πιστού είναι αι εντολαί του Θεού. δια τούτο και ο πάγκαλος Ιωσήφ, όστις ήτο τόσον ωραίος, δεν επρόσεχεν εις το κάλλος του, ως φθαρτόν και εφήμερον, αλλά είχε την σωφροσύνην ως ωραιότητα, εξ ου και αιωνίως εβασίλευσεν. Ο δε Αμών, ο Αβεσσαλώμ και πλήθος άλλων, τερπόμενοι δια τας σωματικάς ωραιότητας και προτιμώντες και επιθυμούντες ταύτας, απωλέσθησαν δια κακού θανάτου». Ημέραν τινά ήλθον προς τον Όσιον Μοναχοί τινες αιρετικοί, οίτινες έφερον τρίχινα ενδύματα και είπον προς τινας Μοναχούς του Παχωμίου να είπωσιν εις τον Όσιον, ότι έστειλεν αυτούς ο πατήρ αυτών, ίνα, εάν ο Όσιος είναι άνθρωπος του Θεού, καθώς μαρτυρεί ο κόσμος, διέλθωσιν ομού τον ποταμόν πεζοπορούντες, δια να φανή τις ήτο εναρετώτερος. Ταύτα ακούσας ο Όσιος, ήλεγξε τους Μοναχούς αυτού ειπών· «Διατί εδώσατε ακρόασιν εις τοιαύτας φλυαρίας; Δεν γνωρίζετε, ότι τα τοιαύτα προβλήματα είναι αλλότρια προς τον Θεόν και όλως διόλου ξένα της ορθής Πίστεως; Ποίος νόμος του Θεού προστάσσει τοιαύτα τερατουργήματα»; Οι δε Μοναχοί είπον προς αυτόν· «Πως τολμά λοιπόν ο Μοναχός εκείνος, ο αιρετικός, να κάμνη τοιούτον θαυμάσιον»; Απήντησε τότε ο Όσιος· «Κατά συγχώρησιν Θεού συνεργεί ο διάβολος, δια να πλανά τους ανοήτους και να πιστεύωσιν εις αυτόν καθώς είναι γεγραμμένον· «Προς τους σκολιούς, σκολιάς οδούς αποστέλλει ο Θεός» (Παρ. κα:8). Υπάγετε λοιπόν και είπατε εις αυτούς, ότι ο πόθος του Παχωμίου δεν είναι να διέλθη τούτον τον ποταμόν, τον υδάτινον, αλλ’ εκείνον τον πύρινον, όστις μέλλει να με σύρη με βιαίαν ορμήν ενώπιον του θείου Βήματος, ίνα κριθώ υπό του Θεού επιεικώς ο πολυαμάρτητος. Δια τούτο φροντίζω και αγωνίζομαι. Αυτάς δε τας σατανικάς ενεργείας, τας οποίας σεις προβάλλετε, αποστρέφομαι». Ταύτα δε ειπών ο Όσιος, παρήγγειλεν εις τους αδελφούς να μη επιθυμήσουν ποτέ να ίδουν οπτασίαν ή αποκάλυψιν, ούτε δαίμονας, ούτε να ενοχλούν τον Θεόν δια τοιούτων αναρμόστων αιτήσεων, καθώς λέγει η Γραφή· «Ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου» (Δευτ. στ: 16). Αδελφός τις ηρώτησε τον μέγαν Παχώμιον· «Διατί, πριν μεν έλθη να μας ενοχλήση ο δαίμων, όταν έχωμεν σώον και πλήρες το φρόνημα, φιλοσοφούμεν, λόγου χάριν, δια την εγκράτειαν, ή δια την σωφροσύνην ή δια τας άλλας αρετάς, έπειτα δε, όταν έλθη η ώρα του πολέμου, δεν ημπορούμεν να κυριεύσωμεν εκείνο το πάθος, αλλά νικώμεθα οι άθλιοι και δεν εφαρμόζομεν τα φιλοσοφούμενα; Μη εφαρμόζοντες, επί παραδείγματι, κατά την ώραν του θυμού υπομονήν και μακροθυμίαν, ομοίως δε και δια τα λοιπά πάθη, ίνα νικήσωμεν αυτά δια των αντιθέτων αρετών»; Απεκρίθη ο Όσιος· «Διότι δεν έχομεν συμβαδίζουσαν πλήρως την πράξιν προς την θεωρίαν, δια της οποίας, ως δι’ οξυτέρας δυνάμεως της ψυχής, δυνάμεθα, με την προς τον Θεόν νεύσιν, να αποδιώξωμεν την συσκότισιν των αισχρών και ατόπων λογισμών του ενοχλούντος. Δια τούτο είναι ανάγκη, όπως ανά πάσαν στιγμήν έχωμεν τον φόβον του Θεού ως έλαιον δια το θεωρητικόν μέρος της ψυχής. Ούτος δε ο φόβος του Θεού διαφυλάττει ημάς κατά την πρακτικήν εφαρμογήν των θεωρουμένων και είναι λύχνος και οδηγός προς την θεωρίαν των θειοτέρων, κάμνων τον νουν μας ακίνητον και ανενέργητον προς τον θυμόν και τα άλλα πάθη, τα οποία αιχμαλωτίζουν αυτόν, ημάς δε προστατεύει βαδίζοντας επί όφεων και σκορπίων, ως και κατά πάσης της δυνάμεως του αντιδίκου ημών δαίμονος». Εις το Μοναστήριον είχον τάξιν, όπως πας αδελφός κατασκευάζη μίαν ψάθην την ημέραν, εις όμως εξ αυτών επλεονέκτησε και έπλεξε δύο. Έπειτα ήπλωσε ταύτας έξωθεν του κελλίου του, δια να τον επαινέση ο Όσιος, όστις έτυχε να κάθηται αντικρύ, συνομιλών μετ’ άλλων Γερόντων. Ούτος δε, στενάξας μεγάλως, είπε προς τους άλλους· «Βλέπετε τούτον τον αδελφόν; Εις τον διάβολον εχάρισε τον κόπον του και σήμερον ουδόλως ειργάσθη δια την παναθλίαν ψυχήν του. διότι ηγάπησε την δόξαν των ανθρώπων υπέρ την δόξαν του Θεού. Όθεν, το μεν άθλιον σώμα κακώς μόνον και ασκόπως εβασάνισε, την δε ψυχήν ουδόλως ωφέλησεν εκ του έργου του». Ταύτα δε ειπών, εκανόνισεν εκείνον τον αδελφόν ούτω. Όσην ώραν τρώγουν οι αδελφοί εις την τράπεζαν, να κρατή εκείνος υψηλά τας δύο ψάθας και ιστάμενος εις το μέσον να κραυγάζη τους λόγους τούτους· «Σας παρακαλώ, αδελφοί και πατέρες μου, εύχεσθε να ελεήση ο Κύριος την αθλίαν ψυχήν μου, διότι προετίμησα τα δύο ταύτα ψαθία από την αιώνιον Αυτού Βασιλείαν». Όταν δε εκείνος, υπακούων, εξετέλεσε την εντολήν, έκλεισεν αυτόν εντός κελλίου μόνον, όπου διέμεινεν επί εξ μήνας, τρώγων μόνον άρτον και ύδωρ και πλέκων καθ’ ημέραν δύο ψάθας, χωρίς να ομιλήση με άλλον τινά, ει μη μόνον με τον φέροντα εις αυτόν την τροφήν του. Άλλος αδελφός, ονόματι Αθηνόδωρος, αρκούντως ενάρετος, έζη εκεί εις την μεγάλην Μονήν, τρώγων μόνον άρτον ξηρόν. Καθήμενος δε εις κελλίον αναχωρητικόν, έκαμνε καθώς οι άλλοι αδελφοί μίαν ψάθην την ημέραν. Αλλά με πολύν κόπον και βάσανον, διότι ήτο λωβός και επειδή αι χείρες του ήσαν μαλακαί, όταν έπλεκε, εκέντων αυτόν τα βούρλα δια των ακανθών των. Ούτως αι χείρες του ήσαν πάντοτε πληγωμέναι και αιματωμέναι. Τούτο ιδών αδελφός τις είπε ταύτα· «Ο Θεός γνωρίζει την ασθένειάν σου, δι’ αυτό μη εργάζεσαι και δεν θα έχης δια τούτο αμαρτίαν. Ημείς τρέφομεν τόσους ξένους και σε, όστις εργάζεσαι εδώ επί τόσους χρόνους, δεν θα δυνηθώμεν να κυβερνήσωμεν»; Ο Αθηνόδωρος όμως απεκρίθη· «Αδύνατον είναι, αδελφέ, να μη εργάζωμαι, επειδή ο Απόστολος λέγει· «Ει τις ου θέλει εργάζεσθαι, μηδέ εσθιέτω» (Β΄ Θεσ. γ:10), ο αργός δηλαδή να μη τρώγη τίποτε». Είπε τότε ο αδελφός· «Ο Απόστολος Παύλος είπε τούτο δι’ εκείνους οι οποίοι ούτε σωματικώς ούτε πνευματικώς εργάζονται. Αλλ’ όστις ασθενεί ή εργάζεται πνευματικάς υπηρεσίας, δεν έχει δια τούτο αμάρτημα. Αν πάλιν δεν θέλης να παραμένης άεργος, άλειφε τουλάχιστον καθ’ εκάστην εσπέραν τας χείρας σου με έλαιον, ίνα μη βλάπτεσαι ακόμη περισσότερον». Εφήρμοσε λοιπόν την οδηγίαν ταύτην δι’ ολίγας ημέρας ο Αθηνόδωρος, αλλ’ αντί να ωφεληθή, χειρότερον εβλάβη, επειδή αι χείρες του έγιναν μαλακώτεραι και περισσότερον εκέντων ταύτας αι άκανθαι των βούρλων. Τούτο μαθών ο Παχώμιος μετέβη προς επίσκεψίν του και του είπε· «Τις σε ηνάγκασε να εργασθής; Και διατί ήλειψες τας χείρας σου δι’ ελαίου; Δεν δύναται τάχα να σε ιατρεύση ο Κύριος; Ναι, δύναται, αληθέστατα. Αλλά προς ωφέλειαν της ψυχής σου και κατ’ οικονομίαν, συνεχώρησε να έχης ταύτην την ασθένειαν». Τότε ο αείμνηστος, ως να είχεν υποπέσει εις μέγα ανόμημα, εποίησε μετάνοιαν ειπών· «Ήμαρτον, Πάτερ. Δεήθητι παρακαλώ του Κυρίου να συγχωρήση την αμαρτίαν μου». Ούτως ο θαυμάσιος Αθηνόδωρος έμεινεν επί ένα χρόνον κλαίων δια το ανόμημα τούτο και τρώγων ανά δύο ημέρας μίαν μόνον φοράν. Είχε δε ούτος και άλλας αρετάς. Δια τούτο ο Όσιος έστελλεν αυτόν πολλάκις εις τα άλλα Μοναστήρια δια να παραδειγματίζη τους άλλους αδελφούς. Αλλά και άλλοι πολλοί ήσαν ενάρετοι, τους οποίους, εάν θελήσω να αναφέρω κατ’ όνομα, ουδέποτε θέλω περατώσει την διήγησίν μου. Διότι άπαντες οι αδελφοί επορεύοντο θεαρέστως. Εάν δε ήσαν και τινες αμελείς, διωρθούντο δια των παραδειγμάτων των άλλων, οίτινες τόσον επιμελώς εφύλαττον την ακρίβειαν του Μοναχικού βίου, ώστε ούτε να ομιλήση τις ετόλμα εις οίον δήποτε διακόνημα και αν ησχολείτο, εκτός εάν ήτο μεγάλη ανάγκη. Διότι ο Άγιος περιώδευε πολλάκις ησύχως εις όλον το Μοναστήριον και όσους ήκουε να αργολογούν κατά την εκτέλεσιν της διακονίας των, όταν δηλαδή εζύμωνον ή έπλαθον ή εφούρνιζον ή έκαμνον οίαν δήποτε άλλην υπηρεσίαν, ετιμώρει τούτους δια βαρέος κανόνος. Ούτως εσυνήθισαν την σιωπήν εις όλα τα Μοναστήρια του Αγίου. Ησθένησε ποτέ ο Θεόδωρος και ο Όσιος μετέβη πεος επίσκεψίν του. Παρηγόρει δε αυτόν λέγων· «Δεν έρχεται ποτέ ασθένεια εις τον άνθρωπον, χωρίς το θέλημα του Θεού. Μη λυπείσαι λοιπόν, αφού, όταν ο Κύριος ευδοκήση, σε θεραπεύει. Διότι τώρα σε δοκιμάζει, εάν ευχαριστής Αυτόν εις όλα, ως τον Ιώβ, όστις υπέμεινεν όλας τας λύπας λέγων· «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον» (Ιώβ α: 21). Ούτω πρέπει να λέγη και να υπομένη πας όστις φέρει Σταυρόν, οία δήποτε δηλαδή πάθη εκούσια ή ακούσια υπομένη. Και εκούσια μεν πάθη είναι όσα υπομένομεν θεληματικώς μετά κόπων και πόνων μεγάλων, ως, επί παραδείγματι, η νηστεία, η αγρυπνία, οι κόποι και άλλα όμοια. Ακούσια δε πάθη είναι αι ασθένειαι και αι άλλαι λύπαι, αίτινες συμβαίνουσιν εις ημάς χωρίς την θέλησίν μας και δια των οποίων καθαρίζεται η ψυχή από τας αμαρτίας, όταν ο άνθρωπος υπομείνη ταύτα, ευχαριστών μάλιστα τον Θεόν. Τότε όλα αυτά λογίζονται δι’ αυτόν ως εκούσιος αγών και κατόρθωμα και ούτω λαμβάνει διπλούν τον στέφανον». Ταύτα ακούσας ο θείος Θεόδωρος παρηγορήθη και ενεδυναμώθη. Έστελλε δε πολλάκις ο Άγιος και τούτον τον Θεόδωρον, ίνα επισκέπτεται τους αδελφούς, προς τους οποίους συνέστησε να ακούωσιν αυτόν, ως να ήτο ο ίδιος, εις όσα δε προστάσσει να υποτάσσωνται, ως προς πατέρα των, με φόβον Θεού, επειδή είχε χάριν πολλήν, ως είπομεν. Ευρισκομένου δε τούτου του Θεοδώρου, μετά του Οσίου, έξωθεν της Μονής, ήκουσαν ψαλλόμενον μέλος τι τερπνόν και γλυκύτατον. Όθεν ηρώτησεν ο Θεόδωρος τον Παχώμιον, τις ήτο εκείνη η πάντερπνος μελωδία. Ο δε απεκρίθη· «Αδελφός τις ενάρετος εκοιμήθη και οι Άγιοι Άγγελοι οδηγούν εις τον ουρανόν την μακαρίαν ψυχήν του». Μετέβη ποτέ ο Όσιοςεις την Ταβέννησιν δια σοβαράν υπόθεσιν και, χαιρετήσας τους αδελφούς, εδίδαξε τούτους περί των πονηρών λογισμών, ειπών ταύτα· «Δεν αρκεί ο Μοναχός να πράττη μόνον την φαινομένην του σώματος άσκησιν, ήτοι την νηστείαν, την αγρυπνίαν και τα άλλα, αλλά είναι ανάγκη να αγωνίζεται, πολεμών και τους διαφόρους λογισμούς, οίτινες βλάπτουν και παρακινούν ημάς εις την κενοδοξίαν, το μίσος και τα άλλα πταίσματα και τους οποίους ο Μοναχός πρέπει να αφανίζη, όσον δύναται, δια της ταπεινοφροσύνης και της προς τον Θεόν δεήσεως. Εξαιρέτως δε να έχη αδιαλείπτως τον φόβον του Θεού εντός της καρδίας αυτού. Διότι, καθώς το πυρ καθαρίζει τον σίδηρον και αφανίζει όλην την σκωρίαν και ασχημίαν του, ούτω και ο φόβος του Θεού αφανίζει από τον άνθρωπον, όστις έχει αυτόν, πάσαν κακίαν και πάθος. Δια δε τον λογισμόν της βλασφημίας είπεν ο Άγιος· «Γινώσκετε, ότι ο έχων τούτον, και φίλος του Θεού εάν είναι και αγωνιστής ενάρετος, αν δεν προσπέση εις τον Κύριον με μεγάλην ταπείνωσιν καρδίας και εξομολόγησιν ή να ζητήση σοφόν τινά και επιστήμονα να ερμηνεύση εις αυτόν πως να νικήση τούτον ή να αναγνώση σύγγραμμα τι διδασκάλου τινός, το οποίον να διαλαμβάνη δια το ζήτημα τούτο, αλλά αφήση τον κακόν αυτού λογισμόν να παραμείνη επί μακρόν εις την καρδίαν του, κινδυνεύει να αφανισθή δια κακού θανάτου. Διότι πολλοί απωλέσθησαν εκ των λογισμών τούτων και αφ’ εαυτών, φευ! Ως εκστατικοί και φρενόληπτοι εφονεύθησαν. Όταν λοιπόν επέλθη τοιούτος λογισμός, η θεραπεία αυτού είναι αύτη. Να τον αποστρέφεσαι τελείως, επειδή δεν είναι ιδικός σου, αλλά σπέρμα και γέννημα του πονηρού, προς τον οποίον, δαίμονα, ανταποκρίνου, τοιαύτα λέγων· «Αύτη η βλασφημία είναι ιδική σας, πονηροί δαίμονες, και ας επιστρέψη εις την κεφαλήν σας ο πόνος σας και εις την κορυφήν σας η αδικία σας. Σεις όψεσθε και κατακοπείτε, διότι βλασφημείτε κατά του Θεού, αποστάται και υπερήφανοι. Εγώ δε ευλογώ και λατρεύω τον Ποιητήν και Σωτήρα μου». Όταν τοιαύτα και άλλα όμοια λέγετε και ποιήτε την σφραγίδα του Σταυρού εις το πρόσωπον, τότε θα διασκορπίζονται οι δαίμονες και ως καπνός θα διαλύονται και θα αφανίζονται. Μάθετε δε ότι η αιτία, η οποία με έφερεν εδώ, ευρέθη εις τον οστράκινον κάδον (πήλινον δοχείον)». Ταύτα είπεν αινιγματικώς ο Όσιος, γνωρίζων εκ Πνεύματος Αγίου σφάλμα τι, εις το οποίον υπέπεσεν αδελφός τις, Ηλίας ονόματι, απλούστατος εις την καρδίαν και απονήρευτος. Ούτος συνέλεξεν ολίγα σύκα, τα οποία είχε κρύψει εις ένα κάδον πήλινον, δια να τα φάγη μόνος. Ακούσας όμως ότι εγνώριζε τούτο ο Όσιος, μετέβη ευθύς και έφερεν εκεί παρουσία πάντων τον κάδον με τα σύκα και εποίησε μετάνοιαν ζητών συγχώρησιν. Οι δε αδελφοί εθαύμασαν το προορατικόν του Οσίου. Διότι όχι μόνον τότε, αλλά και άλλοτε εφανέρωσεν εις αυτούς πολλά κεκρυμμένα. Είπε τότε ο Όσιος προς αυτούς· «Τα μακράν ή εν κρυπτώ γενόμενα δεν είναι δυνατόν να μάθωμεν, όταν ημείς θέλωμεν, αλλ’ όταν θελήση η Πρόνοια του Θεού να αποκαλύψη ταύτα εις ημάς προς το συμφέρον μας. Σας λέγω δε, δια το μικρόν τούτο σφάλμα, μετά φόβου Θεού, την αλήθειαν, ότι ούτε τον είδον, ούτε παρά άλλου τινός επληροφορήθην τούτο. Αλλά δια να λυτρωθή ο αδελφός από το πάθος της γαστριμαργίας μοι απεκάλυψε αυτό ο Κύριος». Ας έλθωμεν όμως εις την κοίμησιν του Οσίου, διότι, αν θελήσω να εξιστορήσω άπαντα τα θεία αυτού κατορθώματα, χίλια φύλλα χάρτου δεν θέλουσιν επαρκέσει. Εώρταζον ποτέ το Άγιον Πάσχα, ότε ήλθεν, από Θεού, λοιμική τις νόσος, εκ της οποίας ησθένησαν εκατόν και περισσότεροι Μοναχοί, εις δε εκ τούτων ήτο και ο μέγας κατά την αρετήν Παχώμιος. Ότε λοιπόν ήρχετο ο πυρετός εις τινα, ευθύς ήλλασσε το χρώμα του και εγίνοντο οι οφθαλμοί του ως αίμα και ούτως εξεψύχει πνιγόμενος. Ετελεύτησαν λοιπόν πολλοί, όχι μόνον εκ των μικρών, αλλά και εκ των Προεστώτων των Μοναστηρίων. Ο δε Θεόδωρος υπηρέτει τον Παχώμιον, του οποίου το σώμα ελεπτύνθη πολύ, διότι έμεινεν επί πολύ ασθενής. Κατά το διάστημα δε τούτο της ασθενείας του, η καρδία του και οι οφθαλμοί του έκαιον, ως εκ πυρός φλογιζόμενοι. Όθεν, δύο ημέρας προ του θανάτου του, εσύναξε τους άλλους Πατέρας και Ηγουμένους των Μοναστηρίων και είπε προς αυτούς· «Βλέπετε, ότι ο Κύριος ηθέλησε να με αναπαύση και εκλέξατε, ον τινά κρίνετε, ότι δύναται να σας κυβερνήση». Εκείνοι δε, εκ των δακρύων, δεν ηδύναντο να δώσουν απόκρισιν. Τότε είπε πάλιν ο Άγιος· «Ο Πετρώνιος μοι φαίνεται ικανός, αλλά είναι και ούτος ασθενής. Πράξατε λοιπόν ως επιθυμείτε». Τότε οι Πατέρες, ευχηθέντες αυτόν και λαβόντες υπ’ αυτού συγχώρησιν, ανεχώρησαν εις τα κελλία των. Ο δε Άγιος δεν ηδύνατο να κοίτεται εις την ψάθαν, διότι ευρίσκετο ούτω κεκλιμένος επί τεσσαράκοντα ημέρας και επόνεσαν όλα αυτού τα οστά. Έφεραν λοιπόν στρώμα μαλακόν, το οποίον είχον δια τους ξένους. Αλλ’ όταν ανεπαύθη επ’ αυτού ολίγην ώραν και είδε την διαφοράν, εφοβήθη μήπως αμαρτήση ιδιορρυθμών εις τα τέλη του και επρόσταξε πάλιν και το απέσυραν. Όταν δε ήλθεν η τελευταία του ώρα, είπε προς τον Θεόδωρον· «Εάν δεν κρύψουν τα οστά μου, εξάγαγε ταύτα εκείθεν». Εννόησε δε ο Θεόδωρος, ότι παρήγγειλεν εις αυτόν να μεταθέσουν το Λείψανόν του εις άλλον τόπον απόκρυφον και ηρώτησε τούτον εκ δευτέρου, εάν αντελήφθη καλώς. Τότε ο Άγιος απεκρίθη· «Όχι μόνον αυτό σοι είπον, αλλά και να μη αμελής τους αμελείς και ραθυμούντας αδελφούς και να παροτρύνης τούτους εις τον νόμον του Θεού, ώστε να φυλάττουν όλας τας εντολάς Του». Ταύτα παρήγγειλεν ο Όσιος τρις. Ούτω τη ιε΄ (15η) του Μαϊου μηνός του έτους τμστ΄ (346), απήλθε προς Όν επόθησε Κύριον. Οι αδελφοί τότε ετέλεσαν ολονύκτιον αγρυπνίαν, ψάλλοντες και προσευχόμενοι, την δε πρωϊαν ανεβίβασαν το ιερόν του Αγίου Λείψανον εις το όρος και ενεταφίασαν αυτό. Κατόπιν, κρυφίως, μετ’ άλλων τριών, ο Θεόδωρος ανεσήκωσε τούτο και μετέφερεν εις τόπον άγνωστον, εις τον οποίον ευρίσκεται έωςτης σήμερον. Οι δε αδελφοί, κατά τον λόγον του Οσίου, ανέδειξαν Ηγούμενον τον Πετρώνιον, όστις έζησε μόνον ολίγας ημέρας. Αλλά κατά το μικρόν τούτο διάστημα εκυβέρνησε τους αδελφούς μετά μεγάλης επιμελείας. Όταν δε ήλθεν η ώρα της κοιμήσεώς του ηρώτησε τούτους τίνα ήθελον δια Ποιμένα των. Οι δε είπον εις αυτόν να εκλέξη εκείνος και να κάμη ταύτην την διάκρισιν. Ούτω ο μακάριος Πετρώνιος εψήφισε τον Ωρσίσιον, ο οποίος, ένδακρυς, επεθύμει να παραιτηθή της προστασίας, λέγων ότι δεν ήτο άξιος. Όμως εψήφισαν τούτον, αν και μη θέλοντα. Ήτο δε ο Ωρσίσιος πολύ αγαθός, ταπεινός των πνεύματι, πράος και άκακος. Περιήρχετο δε τα Μοναστήρια, φροντίζων τους αδελφούς και νουθετών και διδάσκων εις τούτους επιμελέστατα τον λόγον του Θεού, τόσον εκ των θείων Γραφών, όσον και δια πανσόφων παραδειγμάτων να είναι πάντοτε έτοιμοι, να μη αμελώσι την σωτηρίαν των και να φυλάττουν επιμελώς πάσαν παράδοσιν του Οσίου απαρεγκλίτως. Εξαιρέτως δε είπε προς τούτους και τούτο το ωραιότατον υπόδειγμα ο Ωρσίσιος· «Εάν αμεληθή ο λύχνος και δεν τροφοδοτηθή δι’ ελαίου, σβέννυται και τότε έρχεται ο ποντικός, όστις, ευρίσκων τούτον εσβεσμένον, τον ρίπτει εις την γην και εάν είναι πήλινος θρυμματίζεται. Εάν δε είναι χάλκινος, τον επιμελείται ο κύριός του. Ούτω συμβαίνει και με την ψυχήν, εάν αμεληθή, αναχωρεί απ’ αυτής το Πνεύμα το Άγιον, οπότε, απομενούσης ταύτης ψυχράς και σκοτεινής, ευρίσκει τόπον εντός αυτής ο διάβολος και εισερχόμενος κατατρώγει την προθυμίαν αυτής και ούτω απόλλυται. Όστις δε έχει προς τον Θεόν καλήν γνώμην και πρόθυμον διάθεσιν, εάν πταίση εις παραμικρόν τι ως άνθρωπος, ο φιλάνθρωπος και πολυέλεος Κύριος στέλλει εις αυτόν τον φόβον Αυτού και την ενθύμησιν της ατελευτήτου ζωής και ούτως, εις το μέλλον, με την Χάριν του Θεού φυλάττεται. Δια τούτο πρέπει να διατηρούμεν το πνεύμα άσβεστον, αγρυπνούντες και έχοντες τον φόβον του Θεού αδιάλειπτον εντός της καρδίας ημών, να τηρούμεν δε τας εντολάς Του αόκνως». Με τοιαύτα και έτερα ψυχωφελή διδάγματα επροθυμοποίει προς την αρετήν τους αμελείς ο Ωρσίσιος. Ηθέλησαν δε ποτέ τινές των Πατέρων να μεταβούν εις την Αλεξανδρείαν προς συνάντησιν του Αγιωτάτου Πατριάρχου Αθανασίου. Αλλ’ ενώ εταξίδευον, έμαθαν ότι έζη ακόμη ο μέγας Αντώνιος και διήλθον εκείθεν, ίνα τους ευλογήση, ως δούλος Θεού γνήσιος. Ήτο δε τότε ο μέγας Αντώνιος πολύ γέρων και αναστάς εχαιρέτησεν αυτούς και επαρηγόρησε λέγων· «Μη λυπείσθε, διότι εκοιμήθη ο μέγας Παχώμιος, επειδή αφήκε καλούς μαθητάς και μιμητάς των εναρέτων αυτού πράξεων, πολλήν δε διακονίαν έδειξε με το να συναθροίση τόσην αδελφότητα. Διότι και άλλος τις ηθέλησε να κάμη τοιαύτην διακονίαν, αλλ’ επειδή δεν εφρόντισεν εξ όλης ψυχής, ηστόχησε και απέτυχε του ποθουμένου. Αλλά δια τον πατέρα σας ήκουσα μεγάλα κατορθώματα και επόθουν πολύ να έλθω προς συνάντησίν του, αλλ’ ίσως να μην ήμην άξιος. Εις την Βασιλείαν όμως του Θεού θέλομεν ίδει ο εις τον άλλον, καθώς και όλους τους Αγίους Πατέρας. Αλλ’ ειπέτε μοι ποίον αφήκε διάδοχον»; Οι δε είπον· «Τον Πετρώνιον, όστις ανεπαύθη και μας αφήκε τον Ωρσίσιον». Είπε τότε ο Αντώνιος· «Ισραηλίτην να καλήτε αυτόν και όχι Ωρσίσιον. Όταν δε μεταβήτε εις τον Αρχιεπίσκοπον Αθανάσιον, τον Μακαριώτατον, ειπέτε εις αυτόν να αγαπά τα τέκνα του Ισραηλίτου». Έγραψε δε και επιστολή προς αυτόν και ευλογήσας αυτούς απέστειλεν. Ως δε έφθασαν οι Πατέρες ούτοι εις την Αλεξάνδρειαν υπεδέχθη αυτούς εγκαρδίως ο μέγας Αθανάσιος, μάλιστα δια τον λόγον του μεγάλου Αντωνίου. Μετά ταύτα ο Αββάς Ωρσίσιος, λόγω του γήρατος, εβαρύνθη την προστασίαν δια τας φροντίδας αυτής και παρεκάλεσε πολύ τον μέγαν Θεόδωρον να δεχθή την ηγουμενίαν, επειδή όλοι οι αδελφοί ηγάπων αυτόν υπερμέτρως ως γνήσιον τέκνον του Παχωμίου και διότι ήτο πρόθυμος εις όλας τας υπηρεσίας. Ούτος όμως πρώτον μεν δεν εδέχετο, διαφόρους αιτίας προφασιζόμενος, έπειτα δε, όταν είδεν ότι όλοι οι αδελφοί εζήτουν αυτόν ως Ηγούμενόν των, ποθούντες να έχουν αυτόν ως πατέρα των, εδέχθη, δια να μη γίνη παρήκοος όλων. Όταν λοιπόν εις τα λοιπά Μοναστήρια ήκουσαν, ότι έγινε Προεστώς αυτών ο Θεόδωρος, όλοι εχάρησαν, διότι εις όλους ήτο ποθητός. Αφ’ ότου δε ανέλαβε την προστασίαν ο Θεόδωρος εκοπίαζεν ημέραν και νύκτα, περισσότερον από πρότερον, δια την σωτηρίαν των αδελφών και ηγρύπνει, ως αληθής Ποιμήν, με θαυμασίαν προθυμίαν, δεν έκαμνε δε τίποτε χωρίς την βουλήν του Προηγουμένου Ωρσισίου, όστις έλεγε προς τους άλλους αδελφούς· «Ευχαριστώ τον Θεόδωρον· τώρα εξουσιάζω καλλίτερον από πριν». Ήτο δε ο Θεόδωρος εις την σωτηρίαν των ψυχών πολύ άγρυπνος και παρεκίνει καθ’ ένα προς τους πνευματικούς αγώνας, ως ιατρός δόκιμος, όλοι δε εξωμολογούντο εις αυτόν, βλέποντες αυτόν περιχαρή και ιλαρώτατον. Διότι, τους μεν εναρέτους εστερέωνε καλλίτερον δια των γνωστικών του παραδειγμάτων, τους δε αμελούντας ενουθέτει, υπενθυμίζων προς αυτούς την φοβεράν του Θεού τιμωρίαν και τα αιώνια κολαστήρια. Ήρχοντο δε και κοσμικοί, φέροντες ασθενείς, τους οποίους ευχόμενος εθεράπευεν ο μέγας Θεόδωρος. Έκτισε δε ο Θεόδωρος και άλλα δύο Μοναστήρια εις την Ερμούπολιν με την γνώμην του Ωρσισίου και επήνδρωσε ταύτα δια Πατέρων ευλαβών, Αλλά και άλλα Μοναστήρια έκτισεν. Εν εις Ερμουθείμ, έτερον εις το χωρίον Βηχλέ και ετέραν Μονήν των Παρθένων, εκεί όπου είχεν κτίσει ο Παχώμιος τοιαύτην Μονήν, εν μίλιον μακράν από του άλλου γυναικείου Μοναστηρίου, εις ταύτα δε τα δύο Μοναστήρια των γυναικών υφαίνοντο τα ιμάτια των Μοναχών. Καιρόν δε τινά απέθανον πολλοί Μοναχοί και οι ζώντες δυσανεσχέτουν να ανέρχωνται καθ’ ημέραν δύο και τρεις φοράς εις το όρος, τρία μίλια μακράν, όπου ενεταφίαζον τους θνήσκοντας, διότι ήτο ο ποταμός πλημμυρισμένος και ελάσπωναν εις τον δρόμον οι πόδες των. Ο δε Θεόδωρος εδεήθη προς τον Θεόν και ουδείς απέθνησκε πλέον και ούτω έπαυσεν η ανάβασις του ποταμού. Τότε πάντες οι αδελφοί εθαύμασαν την παρρησίαν, την οποίαν είχε προς τον Θεόν ο Θεόδωρος. Τούτον ηρώτησε τις των αδελφών, λέγων· «Διατί, όταν μου είπωσι σκληρόν λόγον, ευθύς οργίζομαι»; Ο δε απεκρίθη· «Ο ενάρετος άνθρωπος λογίζεται άμπελος. Καθώς λοιπόν, όταν λάβης εκ ταύτης σταφυλήν και την συνθλίψης, εξάγεις οίνον γλυκύτατον, ούτω και ο ενάρετος. Θλιβόμενος με έργον ή λόγον και βασανιζόμενος, καρποφορεί χρηστολογίαν και ευλογίαν και άλλα παρόμοια αγαθά. Ο δε σαρκικός άνθρωπος μόνον θυμόν και πικρίαν προσφέρει, ανάλογον προς την κατάστασίν του. Και εγώ ο ίδιος, αληθώς σας λέγω, ότι φοβούμαι μήπως στερηθώ της θείας Χάριτος. Διότι ο εχθρός δεν παύει να μας πολεμή πάντοτε, καθώς ο Προφήτης, λέγει· «Όλην την ημέραν πολεμών έθλιψέ με» (Ψαλμ. νε:2). Διότι εάν εκ των Αγγέλων έπεσαν τινές και έγιναν δαίμονες, εκ των Προφητών ο Σολομών ο σοφώτατος και εκ των Δώδεκα ο Ιούδας καθώς και τινες μαθηταί του Αποστόλου Παύλου και άλλοι πλείστοι μεταγενέστεροι, πως να μη τρέμωμεν ημείς οι ανάξιοι, φοβούμενοι μήπως εκ ραθυμίας και αμελείας, ως αυτοί, εκπέσωμεν; Όστις λοιπόν θέλει να καθαρθή και να λυτρωθή από την αμαρτίαν, ήτοι την οργήν, την πλεονεξίαν, την πορνείαν και τα άλλα πάθη, εάν δεν ονειδισθή ή δεν καταφρονηθή υπό τινος και να υπομείνη την ύβριν ευχαρίστως, δεν ελευθερούται τελείως από των παθών». O δε αδελφός ηρώτησε πάλιν λέγων· «Και εάν τις με ονειδίση δις και τρις και πολλάκις και υπομείνω και ο υβριστής δεν παύση, τι πρέπει να πράξω»; Ο δε Θεόδωρος απεκρίθη· «Αι εντολαί του Θεού είναι υπέρ το χρυσίον και παντός λίθου τιμίου τιμιώτεραι και γλυκύτεραι μέλιτος. Αλλ’ ημείς, οι άφρονες, δεν αναγνωρίζομεν τούτο, ως σαρκικοί και χαμαίζηλοι. Διότι, εάν σοι έδιδε τις άρτον καθαρόν καθ’ ημέραν, δεν θα του έλεγες αρκεί, μη μου δώσης πλέον, αλλά θα τον ηγάπας μάλλον ευχαριστών αυτόν; Ούτω και όσοι θέλουν να ευαρεστήσουν τω Θεώ και να αξιωθούν της Βασιλείας Αυτού, ευχαριστούν εκείνους οίτινες θλίβουσιν αυτούς, λαμβάνοντες ως ευεργεσίαν και δωρεάν την ατιμίαν και την κάκωσιν και εύχονται, κατά την εντολήν του Σωτήρος, υπέρ εκείνων οίτινες προξενούν την θλίψιν». Δια τοιούτων ψυχωφελών λόγων ενουθέτει καθ’ εκάστην τους αδελφούς ο σοφός και θείος Θεόδωρος και καθίστα αυτούς προθύμους προς τους πνευματικούς αγώνας, φυλάσσων αυτός πρώτος και εφαρμόζων όσα εδίδασκεν, ίνα έχουν αυτόν ως αρχέτυπον προς μίμησιν, καθώς πρέπει να πράττουν οι Προεστώτες και Καθηγούμενοι. Τούτου λοιπόν την φήμην και τας αρετάς ακούσας ο Αγιώτατος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αθανάσιος, παρέλαβε και άλλους Αρχιερείς εις την συνοδείαν αυτού και απελθών επεσκέφθη όλα τα Μοναστήρια, παρατηρών επιμελώς τας Εκκλησίας, τας τραπέζας, τα κελλία και τα λοιπά κτίρια, προ πάντων δε την γνησίαν διάθεσιν και την ευπείθειαν, την οποίαν είχον οι αδελφοί προς τον θείον Θεόδωρον. Όθεν εχάρη πολύ και εδόξασε τον Κύριον. Ιδών δε, ότι και ούτος είχε τόσην προθυμίαν και σπουδήν προς τα θεία, επήνεσεν αυτόν πολύ, ταύτα ειπών προς τους άλλους Αρχιερείς· «Βλέπετε τον Πατέρα τοσούτων αδελφών, τίνι τρόπω αγωνίζεται δια να σώση τας ψυχάς των; Δεν είμεθα και ημείς Πατέρες; Όμως δεν έχομεν τόσην προθυμίαν και θερμότητα προς το καλόν. Μακάριοι όντες ούτοι οι ουρανόφρονες, οίτινες αίρουν τον Σταυρόν του Κυρίου, νομίζοντες την ατιμίαν δόξαν και τον πόνον ανάπαυσιν, έως ότου στεφανωθούν εις την Βασιλείαν των ουρανών και απολαύσουν παρά Θεού πλουσίαν ανταμοιβήν». Ευλογήσας τότε αυτούς ο Μέγας Αθανάσιος είπε προς τον Θεόδωρον· «Όντως μέγα και θεάρεστον έργον επράξατε με το να συνάξετε τόσας ψυχάς και να οδηγήσετε ταύτας εις ζωήν αιώνιον. Ο Κύριος να σας ανταποδώση τον μισθόν πολλαπλάσιον». Ταύτα και έτερα ειπών, ηυχήθη πάντας και ανεχώρησεν. Ο δε Θεόδωρος έφερε τον Ωρσίσιον εις την Μονήν του Παμβώ, εκεί όπου έζη εκείνος. Διότι ο Ωρσίνιος ίστατο αναχωρητικώς, αφ’ ης στιγμής παρητήθη. Αλλ’ ο Θεόδωρος εβίασεν αυτόν να είναι μετ’ αυτού, διότι είχον πολλήν αγάπην ο εις προς τον άλλον, τόσον ώστε και οι αδελφοί, βλέποντες αυτούς, εθαύμαζον και ελάμβανον πολλήν ωφέλειαν. Τινές δε εκ των παλαιοτέρων αδελφών ηθέλησαν να αλλάξουν την πολιτείαν και την διάταξιν του μακαρίου Παχωμίου. Ταύτα βλέπων ελυπείτο ο θείος Θεόδωρος και εδέετο προς τον Θεόν, νηστεύων και δακρύων, να οικονομήση το συμφερώτερον και ανερχόμενος εις το όρος καθ’ εκάστην νύκτα προσηύχετο επί του τάφου του Οσίου Παχωμίου, φέρων τρίχινον ιμάτιον και λέγων ταύτα· «Δέσποτα Κύριε, δια πρεσβειών του δούλου Σου Παχωμίου, επίσκεψόν με· ότι επλήθυνεν η αμέλειά μας και δεν τελειούμεν το αγαθόν. Όμως, Συ Κύριε, μη εγκαταλίπης τους δούλους Σου, αλλά διέγειρον ημάς εις τον φόβον Σου και δυνάμωσόν μας να περιπατώμεν εις την αγαθήν οδόν Σου. Ότι Συ έπλασες ημάς, Κύριε, και παρέδωκας εις θάνατον τον μονογενή Σου Υιόν δια την σωτηρίαν μας». Ταύτα προσευχόμενος πολλάκις μετά δακρύων, κατήρχετο του όρους. Κατ’ εκείνας τας ημέρας ήτο ασθενής αδελφός τις, ονόματι Ήρων, όστις και ετελειώθη. Τότε ο Θεόδωρος είπε προς τους άλλους· «Ούτος ο αδελφός, όστις ετελεύτησε, προμηνύει ότι μέλλει να τελευτήση και άλλος εξ ημών». Ταύτα δε είπε, διότι προεγνώρισεν, ότι επήκουσεν ο Κύριος και έμελλε να τον αναπαύση. Το πρωϊ λοιπόν, αφού ενεταφίασαν τον Ήρωνα, ησθένησεν ο μέγας κατά την αρετήν Θεόδωρος και γνωρίσας ότι ήλθεν ο καιρός να υπάγη προς τον ποθούμενον, εκάλεσε τους αδελφούς και έλαβε παρ’ όλων συγχώρησιν. Ο δε Ωρσίσιος και άπαντες οι Προεστώτες παρετήρουν αυτόν καθήμενοι πέριξ και ελυπούντο πολύ να στερηθώσι τοιούτου ανδρός. Όθεν ανέπεμψαν κοινήν παράκλησιν προς τον Θεόν, να αφήση τον Θεόδωρον ικανόν ακόμη καιρόν, προς ωφέλειάν των. Εξόχως δε ο Προηγούμενος Ωρσίσιος έκλαιε πικρώς, ταύτα βοών· «Κύριε, διατί να παραλάβης εκείνον όστις εκυβέρνα και εφώτιζεν ημάς; Λάβε εμέ και άφες αυτόν, ίνα διορθώνη τους αδελφούς, διότι έχει την δύναμιν ταύτην». Ούτως εδέοντο οι αδελφοί μετά δακρύων επί τρεις ημέρας. Ότε δε έμελλε να παραδώση την ψυχήν αυτού ο μακάριος Θεόδωρος, είπε ταύτα, παρουσία πάντων, προς τον Ωρσίσιον· «Άραγε να σε ελύπησα κάποτε δια λόγου ή έργου ή να παρέβην την προσταγήν σου»; Αυτός δε εκ των πολλών δακρύων δεν ηδύνατο να αποκριθή. Τότε ο Θεόδωρος είπε και προς την λοιπήν αδελφότητα· «Δεν ηξεύρω αν ελύπησα κανένα εξ ημών. Όμως ουδέποτε παρημέλησα την σωτηρίαν της ψυχής μου. Αλλά τούτο είναι δώρον Θεού και όχι εκ της καλωσύνης μου». Ταύτα ειπών παρέδωκε την μακαρίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού ο τρισόλβιος. Μέγας κλαυθμός εγένετο τότε εις όλον το Μοναστήριον και αφού ετέλεσαν, κατά την τάξιν, ολονύκτιον αγρυπνίαν προ του αγίου Λειψάνου, την πρωϊαν το μετέφεραν εις το όρος όπου και το ενεταφίασαν. Επέστρεψαν δε τότε εις την Μονήν, κατόπιν όμως επέστρεψαν οι Προεστώτες κρυφίως και ενεταφίασαν τούτο ομού μετά του ιερού Λειψάνου του Οσίου Παχωμίου, ίνα, καθώς ήσαν εδώ προσκαίρως ως μία ψυχή εις δύο σώματα, ούτω να είναι και τα ιερά αυτών Λείψανα αχώριστα, έως της κοινής αναστάσεως, ότε και μέλλει να απολαύσουν αμφότεροι εις την Βασιλείαν των ουρανών μίαν δόξαν και ίσην απόλαυσιν, επειδή ίσον αγώνα ετέλεσαν και ομού εκακοπάθησαν. Εθλίβοντο δε οι αδελφοί νομίζοντες, ότι πολύ ελύπησαν αυτόν εις τας υπηρεσίας των Μοναστηρίων και δι’ αυτό εβαρύνθη και παρεκάλεσε τον Θεόν να παραλάβη την ψυχήν αυτού. Όμως, επειδή τα γινόμενα ουκ απογίγνονται, παρηγορήθησαν, ως ηδυνήθησαν, και έμειναν υποτασσόμενοι εις τον Ωρσίσιον, όστις εκυβέρνα τούτους με πολλήν αγάπην, ως αγαθός και γλυκύς και ηρμήνευεν εις τους αδελφούς την αγίαν Γραφήν σαφέστερον, προθυμοποιών τους εναρέτους και τους αμελείς και τους ραθύμους διεγείρων προς άσκησιν. Έζησε δε χρόνους πολλούς ο μακάριος, διάγων πολιτείαν θεάρεστον και ποιμαίνων τα λογικά πρόβατα με σοφίαν και σύνεσιν. Μαθών δε ο Μέγας Αθανάσιος την του θείου Θεοδώρου κοίμησιν πολύ επικράνθη και έγραψε γράμματα προς τους Πατέρας, παρηγορών αυτούς και λέγων να μη λυπούνται δια την τούτου στέρησιν, αλλά να βιασθούν εις την μίμησιν της πολιτείας αυτού και των άλλων Οσίων, δια να γίνουν συγκληρονόμοι της αιωνίου μακαριότητος· ης γένοιτο και πάντας ημάς, Χάριτι Χριστού, επιτυχείν. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3051
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΣΤ΄ (16η) Μαϊου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΘΕΟΔΩΡΟΥ του Ηγιασμένου.

Δημοσίευση από silver »

Θεόδωρος ο Όσιος Πατήρ ημών ήκμασεν επί της βασιλείας Ιουλιανού του Παραβάτου τξα΄ - τξγ΄ (361 – 363). Μελετήσας δε τον νόμον του Θεού και καθαρισθείς πλήρως δια της απαθείας, εγένετο σκεύος εύχρηστον του Παναγίου Πνεύματος, διο και της μεγίστης κλήσεως ηξιώθη, επονομασθείς Ηγιασμένος. Μαθητής δε χρηματίσας του Μεγάλου Πατρός Παχωμίου και ομότροπος εκείνου καταστάς, των αρετών του μιμητής και ζηλωτής ανεδείχθη. Όθεν, ίνα είπωμεν το του Αββακούμ, αφού κατεπτόησε τα σκηνώματα των νοητών Αιθιόπων, ήτοι των ζοφερών δαιμόνων και αφού κατέκοψεν, ως εν εκστάσει, τας κεφαλάς αυτών, απήλθε προς Κύριον εν έτει τξη΄ (368), ίνα, δι’ όσους κατέβαλε κόπους και δι’ όσους έχυσεν ιδρώτας υπέρ της αρετής, απολαύση τον στέφανον της κατά Θεόν αυτού ασκήσεως.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”