Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3091
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΕ΄ (15η) Ιουνίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου ΑΜΩΣ.

Δημοσίευση από silver »

Αμώς ο Προφήτης ήτο πατήρ Ησαϊου του Προφήτου, και εγεννήθη εν τη χώρα Θεκουέ, εις την γην του Πατριάρχου Ζαβουλών· επροφήτευσε δε έτη πεντήκοντα, ακμάσας προ της παρουσίας του Χριστού έτη 799. Αμεσίας δε ο ψευδοϊερεύς Βαιθήλ πολλάκις έδειρε και κατηγόρησεν αυτόν, και τελευταίον ο υιός του τον εθανάτωσε, πλήξας κατά την μήνιγγα τον μακάριον δια χονδράς ράβδου, επειδή ήλεγχεν αυτόν ο Άγιος Προφήτης δια τας χρυσάς δαμάλεις, τας οποίας προσεκύνουν οι Ιουδαίοι και ελάτρευον ως θεούς. Μετέβη δε εις την πατρικήν του γην ενώ ήτο ακόμη ζωντανός και μετά δύο ημέρας εκοιμήθη, και ετάφη μετά των πατέρων του. Αμώς δε μεθερμηνεύεται καρτερός, πιστός, λαός σκληρός, στερεός. Ήτο δε κατά τον χαρακτήρα του σώματος δασύτριχος, γέρων σχεδόν, το γένειον έχων οξύ, και παρόμοιος κατά το είδος με τον Θεολόγον Ιωάννην.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3091
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΣΤ΄ (16η) Ιουνίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΤΥΧΩΝΟΣ Επισκόπου Αμαθούντος της νήσου Κύπρου

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΣΤ΄ (16η) Ιουνίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΤΥΧΩΝΟΣ Επισκόπου Αμαθούντος της νήσου Κύπρου του θαυματουργού.

Τύχων ο Άγιος και θαυματουργός ήκμασεν επί των βασιλέων Αρκαδίου και Ονωρίου εν έτει υ΄ (400)· έχων δε γονείς ευσεβείς και φιλοχρίστους αφιερώθη υπ’ αυτών εις τον Θεόν και έμαθε τα ιερά γράμματα. Όθεν αφ’ ου εμελέτησεν αρκετά τας Αγίας Γραφάς, πρώτον μεν έγινεν αναγνώστης και ανεγίνωσκεν εν τη Εκκλησία τους θείους Λόγους, είτα δε δια την εις όλα επιτηδειότητά του και δια την καθαρωτάτην και ακατηγόρητον ζωήν του εχειροτονήθη Διάκονος υπό του αγιωτάτου Επισκόπου Αμαθούντος, Μνημονίου ονομαζομένου. Αφ’ ου δε εκείνος ετελεύτησεν, ανεβιβάσθη ούτος εις τον θρόνον της Επισκοπής υπό του μεγάλου και Αγίου Επιφανίου της Κύπρου. Όθεν δια του λόγου και της διδασκαλίας του επέστρεψε μεν πολλούς από της πλάνης των ειδώλων εις την προς Χριστόν πίστιν, πολλούς δε ελληνικούς ναούς κατέστρεψε και συνέτριψε τα εν αυτοίς είδωλα. Με τοιαύτα λοιπόν κατορθώματα διαπρέψας απήλθε προς Κύριον, θαύματα πολλά και ζων και μετά θάνατον εργασάμενος, εκ των οποίων εν ή δύο είναι άξιον να αναφέρωμεν ενταύθα, εις απόδειξιν της αρετής και αγιότητος τού θείου ανδρός. Ότε ο Άγιος ήτο νέος ωρίσθη από τον πατέρα του, αρτοπώλην όντα, να πωλή άρτους εις τους αγοράζοντας· αυτός όμως αντί να πωλή, τους έδιδε χάρισμα εις τους πτωχούς. Μαθών τούτο ο πατήρ του ωργίσθη, επειδή από το επάγγελμα τούτο επορίζετο τα δια τας ανάγκας τού οίκου του απαραίτητα. Ο δε Τύχων έλεγε προς τον πατέρα του, ότι δανείζει τους άρτους εις τον Θεόν, και ότι έχει έγγραφον χρεωστικήν ομολογίαν, ότι τα έλαβεν ο Θεός· και, ω του θαύματος! παρευθύς έγινεν αληθής και έμπρακτος ο λόγος του Αγίου, επειδή και αι αποθήκαι του πατρός του ευρέθησαν γεμάται από σίτον περισσότερον παρ’ όσον εγέμιζον, όταν από το αλώνιον εφέρετο ο σίτος. Τούτο δε το θαύμα, αν και είναι μεγάλον, πλην και άλλοι Άγιοι τοιούτον εποίησαν, διότι ο Πανάγαθος Θεός δεν λείπει από του να δίδη εις τους ανθρώπους σίτον και τα άλλα αγαθά του, ίνα και αυτοί πλουσίως μοιράζωσι την ελεημοσύνην εις τους πτωχούς. Το δε έτι μεγαλύτερον θαύμα το εις δόξαν μόνου του Αγίου τούτου αποβλέπον, και το οποίον σύγκρισιν με άλλο παρόμοιον δεν έχει, είναι τούτο· ο Άγιος ούτος εφύτευσε κλήμα, το οποίον ευθύς ερρίζωσε, παρευθύς εβλάστησε φύλλα, παρευθύς ήνθησε, παρευθύς έκαμε σταφυλάς ωρίμους και γλυκείας. Διότι εις ποίον άλλο μέρος της Κύπρου εφάνη ποτέ σταφυλή ώριμος κατά την παρούσαν δεκατην έκτην του Ιουνίου, κατά την οποίαν η μνήμη του Αγίου τούτου τελείται; Βεβαίως εις κανένα· το δε παράδοξον τούτο γίνεται ούτω. Το κλήμα εκείνο το φυτευθέν υπό του Αγίου, έχει μεν σταφύλια άωρα, όταν δε αρχίση η θεία λειτουργία εν τη εορτή του Αγίου αρχίζουσι τα άσπρα σταφύλια του κλήματος να μαυρίζωσι και να ωριμάζωσιν· όταν τελειώση η θεία Λειτουργία τότε και τα σταφύλια γίνονται ώριμα γλυκύτατα και εις το φαγείν χρησιμώτατα.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3091
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΖ΄ (17η) Ιουνίου, ο Όσιος Πίωρ εν ειρήνη τελειούται.

Δημοσίευση από silver »

Πίωρ ο Όσιος ήτο από την Αίγυπτον. Νέος έτι ων ηρνήθη τον κόσμον, και εξελθών εκ της οικογενείας του έκαμεν απόφασιν (από άμετρον έρωτα και αγάπην την οποίαν είχε προς τον Θεόν) να μη ίδη εις την παρούσαν ζωήν κανένα συγγενή. Aφού δε παρήλθον πεντήκοντα έτη είχεν αδελφήν γερόντισσαν, η οποία μαθούσα πως ζη ο αδελφός της αββάς Πίωρ, ηθέλησεν επιμόνως να τον ίδη. Και επειδή δεν ήτο δυνατόν να υπάγη αυτή εκεί όπου ησκήτευεν ο Όσιος, παρεκάλεσε του τόπου τον Αρχιεπίσκοπον και έγραψεν εις τους Οσίους πατέρας εις την σκήτην, να παρακινήσουν τον αββάν Πίωρ να έλθη να ίδη την αδελφήν του. Όθεν ο Όσιος, δια να μη παρακούση τους πατέρας, επήρε μαζί του ένα συνάδελφον και επήγεν εκεί όπου κατοικούσεν η αδελφή του και εστάθη έξωθι της οικίας της. Και επειδή ήκουσε την αδελφήν του όπου ήρχετο έξω να τον συναπαντήση, έκλεισε τους οφθαλμούς του και λέγει προς την αδελφή του. «Ίδε, αδελφή, εγώ είμαι ο αδελφός σου ο Πίωρ, κοίταξέ με τώρα όσον θέλεις». Τότε η αδελφή του, αφού τον είδε και επληροφορήθη, τον παρεκάλεσε να υπάγη εις τον οίκον της· όμως ο Άγιος την ηυχήθη από τον τόπον όπου ίστατο, και παρευθύς ανεχώρησε και επέστρεψε πάλιν εις την έρημον. Και τούτο ακόμη κατώρθωσεν η άκρα υπομονή του. Εις τον τόπον όπου εκατοικούσεν έσκαψε και εξήλθεν ύδωρ πικρότατον και εξ αυτού έπινεν έως τέλους της ζωής του. Μετά δε τον θάνατόν του πολλοί εδοκίμασαν να κατοικήσουν εκεί όπου ήτο το ύδωρ, όμως δεν υπέφερον την πικρότητα και την σκληρότητα της ερήμου. Λέγεται ακόμη ότι ο Όσιος Πίωρ, ελθών μίαν ημέραν εις τον αββάν Παμβώ, είχεν ιδικόν του άρτον και έθεσεν εις την τράπεζαν. Τον ηρώτησεν ο αββάς Παμβώ, διατί να φέρη ιδικόν του άρτον; Και απεκρίθη ο αββάς Πίωρ ότι «το έκαμα δια να μη σου δώσω βάρος». Τότε μεν εσιώπησεν ο Όσιος, μετά ταύτα όμως επήγε και αυτός εις τον αββάν Πίωρ και είχε βρεγμένον παξιμάδι από την σκήτην του, ερωτήσαντος δε αυτόν του αββά Πίωρ, διατί το έφερε βρεγμένον, απεκρίθη ότι «δια να μη σου δώσω βάρος». Περί του Πίωρ τούτου γράφεται εις τον Παράδεισον των Πατέρων, ότι εγένετο ποτε σύναξις εις την σκήτην, ίνα κρίνωσιν οι πατέρες ένα αδελφόν ο οποίος έσφαλεν. Λαλούντων δε των άλλων πατέρων περί του αμαρτήσαντος αδελφού, ο Πίωρ ούτος εξήλθεν, έλαβε σάκκον πλήρη άμμου και τον έβαλεν οπίσω εις την ράχιν του· έπειτα έβαλεν εντός σπυρίδος ολίγην άμμον εξ εκείνης και την εκρέμασεν έμπροσθέν του. Ερωτηθείς δε υπό των πατέρων να είπη τι σημαίνει αυτό το πράγμα, απεκρίθη: «το σακκίον το οποίον έχει την πολλήν άμμον είναι αι ιδικαί μου αμαρτίαι, τας οποίας έχω οπίσω μου και δεν τας βλέπω, ίνα κλαίω δι’ αυτάς, η δε ολίγη άμμος, ήτις κρέμαται έμπροσθέν μου με την σπυρίδα ταύτην, είναι αι ολίγαι αμαρτίαι του αδελφού, τας οποίας έχων έμπροσθέν μου κατακρίνω τον αδελφόν. Πλην δεν έπρεπεν ούτω να κάμνω, αλλ’ έπρεπε να συμβαίνη το εναντίον· τα ιδικά μου σφάλματα να έχω έμπροσθέν μου και να παρακαλώ τον Θεόν ίνα μοι τα συγχωρήση». Ταύτα ακούσαντες οι πατέρες ανεχώρησαν λέγοντες τούτον τον λόγον. «Όντως αύτη είναι η οδός της σωτηρίας». Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3091
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΗ΄ (18η) Ιουνίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΛΕΟΝΤΙΟΥ και των συν αυτώ ΥΠΑΤΙΟΥ και ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΗ΄ (18η) Ιουνίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΛΕΟΝΤΙΟΥ και των συν αυτώ ΥΠΑΤΙΟΥ και ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ.

Λεόντιος ο Άγιος κατήγετο μεν από την Ελλάδα, έζησε δε κατά τους χρόνους του βασιλέως Ουεσπασιανού, εν έτει ο΄ (70). Και επειδή είχεν ανδρείαν και ρώμην φυσικήν, η οποία ηυξήθη με την ηλικίαν του σώματος, συνηριθμήθη εις τα στρατιωτικά τάγματα. Φανείς δε εις τον πόλεμον ανδρείος και πολλάς νίκας κατορθώσας, προς τούτοις δε φημισθείς ότι είχε σύνεσιν και λογισμόν φρόνιμον, δια ταύτα όλα ετιμήθη με την στολήν της στρατηγικής αξίας, και με τα άλλα σημεία αυτής· έγεινε δηλαδή αρχιστράτηγος. Ούτος λοιπόν ευρισκόμενος εις την εν Αφρική Τρίπολιν, έδιδεν εις τους πτωχούς από τα βασιλικά σιτηρέσια, και γνησίως και καθαρώς ελάτρευε τον Χριστόν. Μαθών δε περί αυτού Αδριανός ο ηγεμών της Φοινίκης απέστειλεν εις τον Άγιον τον τριβούνον Ύπατον, ομού με άλλους δύο στρατιώτας, εις εκ των οποίων ωνομάζετο Θεόδουλος. Ο δε Ύπατος, ελθών εις τον Άγιον, εκρατήθη από μίαν θέρμην υπερβολικήν, και ήκουσε μίαν φωνήν, η οποία ήλθεν άνωθεν· εφάνη δε και Άγγελος Κυρίου εις αυτόν λέγων, ότι αν θέλη να ελευθερωθή από την ασθένειαν, είναι ανάγκη να επικαλεσθή τρεις φοράς τον Θεόν του Λεοντίου· την φωνήν δε αυτήν ήκουσε και ο Θεόδουλος. Αφού λοιπόν ο Ύπατος έκαμεν ό,τι προσετάχθη υπό του Αγγέλου, ιατρεύθη από την θέρμην· συναντήσας δε τον Άγιον και μη ηξεύρων, ότι είναι αυτός ο παρ’ αυτού ζητούμενος, εφιλοξενήθη από τον ίδιον. Ύστερον δε επιζητών τον Άγιον Λεόντιον, ωνόμαζεν αυτόν κατά προσποίησιν φίλον ιδικόν του και των θεών· ο δε Άγιος εφανέρωσε μεν εαυτόν, ότι αυτός είναι ο παρ’ αυτού ζητούμενος Λεόντιος, έλεγε δε ότι τους ονομαζομένους θεούς μισεί και αποστρέφεται. Ταύτα δε ακούσαντες ο Ύπατος και ο Θεόδουλος προσέπεσον εις τους πόδας του Αγίου, και εζήτουν να λάβωσι δι’ αυτού την του Χριστού ένωσιν και οικείωσιν. Τότε λοιπόν ο Άγιος προσηυχήθη εις τον Θεόν υπέρ αυτών· όθεν ήλθεν από τον ουρανόν σύννεφον με νερόν, το οποίον εβάπτισεν αυτούς και εφώτισεν, ενέδυσε δε αυτούς και λευκά ενδύματα. Ταύτα βλέποντες οι Έλληνες εταράχθησαν και τα απεκάλυψαν όλα εις τον ηγεμόνα Αδριανόν, ο οποίος παρέστησε και τους τρεις Αγίους έμπροσθέν του, και τους παρεκίνει να αρνηθώσι την πίστιν του Χριστού. Μη δυνηθείς όμως να τους καταπείση, επρόσταξε τον μεν Άγιον Θεόδουλον να δείρωσι με ξυλίνας σπάθας. Αφού δε ταύτα έγιναν, απεκεφάλισαν και τους δύο, και ούτως έλαβον παρά Κυρίου τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. Τον δε Άγιον Λεόντιον πρώτον έδειραν με βούνευρα και επειδή δεν επείθετο εις τας παρακινήσεις και κολακείας του ηγεμόνος, αλλά ενέπαιζεν αυτόν, τον έδειραν πάλιν δυνατά και κρεμάσαντες τον εξέσχισαν. Είτα εκρέμασαν πέτραν βαρείαν και μεγάλην από τον λαιμόν του, και κατά μεν το παρόν τον έκλεισαν εις την φυλακήν, ύστερον δε εξαπλώσαντες αυτόν κατά γης τον ετάνυσαν από τέσσαρας πασσάλους και τον έδειραν. Δερόμενος δε ο μακάριος παρέδωκε την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού. Τελείται δε η αυτού σύναξις και εορτή πέραν εις το Καμαρίδιον και εις τον Ευκτήριον Ναόν του Αγίου τον ευρισκόμενον πλησίον εις την πύλην της Πηγής.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3091
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Δημοσίευση από silver »

Τη αυτή ημέρα, Κυριακή μετά την Πεντηκοστήν, την των απανταχού της οικουμένης εν Ασία, Λιβύη και Ευρώπη, Βορρά τε και Νότω, ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ εορτήν εορτάζομεν.

Κατά την Κυριακήν ταύτην, ήτις ακολουθεί αμέσως μετά την Αγίαν Πεντηκοστήν, εθέσπισαν οι θείοι Πατέρες να επιτελώμεν την πανσέβαστον μνήμην όλων των Αγίων, οίτινες υπήρξαν εις όλον τον κόσμον. Και κατ’ αρχάς μεν οι αρχαιότατοι Πατέρες εποίουν την εορτήν μόνον των Μαρτύρων, των εν όλω τω κόσμω μαρτυρησάντων, καθώς μαρτυρεί και ο εγκωμιαστικός Λόγος του θείου Χρυσοστόμου, εις τον οποίον μόνους τους Μάρτυρας κοινώς όλου του κόσμου επαινεί. Οι μεταγενέστεροι όμως εποίουν την εορτήν ταύτην γενικωτέραν, ονομάσαντες αυτήν Κυριακήν των Αγίων Πάντων, συμπεριλαμβάνοντες εν αυτή και Πατριάρχας και Προφήτας και Αποστόλους και Μάρτυρας και Ιεράρχας και Ασκητάς και όλους ομού τους Δικαίους, κατά πάσαν ηλικίαν και γένος. Σκοπός της παρούσης εορτής είναι, ότι επειδή ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός προ του πάθους είπεν, ότι· «Καγώ εάν υψωθώ εκ της γης, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν» (Ιωάν. ιβ: 32), το οποίον ήτο και ο όλος σκοπός και το τέλος δια το οποίον κατέβη εις την γην και εσαρκώθη και έγινε τέλειος άνθρωπος, μείνας τέλειος Θεός ο Αυτός, δια να σώση δηλαδή την ανθρώπινον φύσιν και να την αναβιβάση εις την ουράνιον μακαριότητα. Την προσληφθείσαν λοιπόν φύσιν εις την θείαν Του υπόστασιν, την ανεβίβασεν εις τους ουρανούς δια της θείας Του Αναλήψεως και την εποίησε συγκάθεδρον τω Θεώ και Πατρί. Αλλά με τούτο δεν επληρώθη και η υπόσχεσις την οποίαν έδωσεν, ειπών, ότι «πάντας ελκύσω προς εμαυτόν» (ενθ. αν.). Δια τούτο, λοιπόν, έπεμψε εις τους Αγίους Αυτού Αποστόλους το Πανάγιον Πνεύμα, δια να υπάγουν να κηρύξουν, με την δύναμιν Αυτού, εις όλα τα έθνη την μίαν Θεότητα και να συνάξουν τους εκλεκτούς εις την Βασιλείαν των Ουρανών· το οποίον και έπραξαν οι καλοί και πιστοί υπηρέται με όλην την προθυμίαν και με όλην αυτών την ψυχήν και την καρδίαν και μέχρις εκχύσεως του αίματος αυτών. Ούτως επληρώθη ο άνω κόσμος, εκ του οποίου το αποστατικόν τάγμα εξέπεσε· και τούτο είναι εκείνο το οποίον εορτάζομεν σήμερον, ήτοι τον καρπόν του Αποστολικού Κηρύγματος. Λέγουσι δε και άλλην αιτίαν της κοινής ταύτης εορτής, ότι πολλοί μεν και πάμπολλοι και παρ’ ολίγον άπειροι, κατά διαφόρους τόπους και κλίματα ηγίασαν, τους οποίους και δια το πλήθος και δια το άγνωστον των ονομάτων δεν ήτο δυνατόν να τους τιμήσωμεν κατά μέρος ένα έκαστον. Λοιπόν, δια να τιμήσωμεν και αυτούς πρεπόντως και να έχωμεν και την παρ’ εκείνων βοήθειαν και αντίληψιν, διώρισεν η μήτηρ ημών Εκκλησία να επιτελώμεν μίαν κοινώς των απάντων εορτήν και εν ταυτώ να γίνηται η αυτή εορτή και δι’ εκείνους οίτινες μετά ταύτα ή μαρτυρήσουν ή απλώς αγιάσουν. Λέγουσι προσέτι ότι και Λέων ΣΤ΄ ο ευσεβέστατος βασιλεύς (886 – 912), ο επονομαζόμενος Σοφός, ηθέλησε να τιμήση ως αγίαν την πρώτην αυτού σύζυγον την Θεοφανώ, αλλά δεν επένευσε τότε εις την βουλήν του η Εκκλησία· όθεν έκτισε Ναόν περικαλλέστατον των Αγίων Πάντων και είπεν· «Αν είναι και η Θεοφανώ Αγία, ας εορτάζεται μετά πάντων των Αγίων». Είναι δε το περισσότερον και το κυριώτερον αίτιον της εορτής ταύτης, καθώς και παντός εορταζομένου Αγίου, η παρακίνησις ημών των ζώντων προς μίμησιν των εορταζομένων. Να βιασθώμεν δηλαδή και ημείς να κατορθώσωμεν την αξιέπαινον ζωήν εκείνων των μακαρίων και αοιδίμων δούλων του αληθινού Θεού ημών. Εις τούτο και ο Προφητάναξ Δαβίδ αποβλέπων λέγει· «Εμοί δε λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου ο Θεός» (Ψαλμ. ρλη: 17). Ο δε θείος Απόστολος, απαριθμών τα κατορθώματα των Αγίων και την μνήμην αυτών προβάλλων εις ημάς ως παράδειγμα, προς αποστροφήν μεν των γηϊνων πραγμάτων και της αμαρτίας, μίμησιν δε της υπομονής αυτών και ανδρείας εις τους αγώνας της αρετής, ούτω λέγει· «Τοιγαρούν και ημείς τοσούτον έχοντες περικείμενον ημίν νέφος Μαρτύρων, όγκον αποθέμενοι πάντα και την ευπερίστατον αμαρτίαν, δι’ υπομονής τρέχωμεν τον προκείμενον ημίν αγώνα» (Εβρ. ιβ: 1). Εκ της διδασκαλίας λοιπόν των θείων Γραφών και της αποστολικής παραδόσεως οδηγηθέντες ημείς οι ευσεβείς τιμώμεν άπαντας τους φίλους του Θεού, τους Αγίους, ως φύλακας των εντολών του Θεού, ως αρετής λαμπρά παραδείγματα, ως της ανθρωπίνης φύσεως ευεργέτας. Και έκαστον μεν των γνωρίμων Αγίων τιμώμεν ειδικώς εις τινα του ενιαυτού ημέραν, ως φαίνεται εις το Μηνολόγιον· επειδή όμως πολλοί είναι άγνωστοι, ως ανωτέρω είπομεν, και ο αριθμός αυτών επολλαπλασιάσθη κατά καιρούς και έτι πολλαπλασιάζεται και δεν θα παύση πληθυνόμενος έως της συντελείας, δια τούτο η μήτηρ ημών Εκκλησία έταξεν, όπως άπαξ του ενιαυτού επιτελούμεν και πάντων των Αγίων κοινήν μνήμην, ήτις είναι η παρούσα εορτή. Ταύτην λοιπόν επιτελούντες σήμερον τιμώμεν ευλαβώς και μακαρίζομεν πάντας, Δικαίους, Προφήτας, Αποστόλους, Μάρτυρας, Ομολογητάς, Ποιμένας, Διδασκάλους, Οσίους, άνδρας και γυναίκας ομού, γνωστούς και αγνώστους, τους προστεθέντας και προστιθεμένους, όσοι από Αδάμ έως του νυν ετελειώθησαν εν ευσεβεία και δια των καλών έργων εδόξασαν τον Θεόν. Τούτους πάντας και αυτά προσέτι των Αγγέλων τα τάγματα, προ πάντων δε και μετά πάντων την Υπεραγίαν Δέσποινα και Κυρίαν ημών Θεοτόκον, Μαρίαν την Αειπάρθενον, τιμώμεν σήμερον δια της παρούσης εορτής, προτιθέμενοι τον βίον αυτών αρετής παράδειγμα και παρακαλούντες αυτούς, ίνα πρεσβεύωσιν υπέρ ημών προς τον Θεόν. Ου η Χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων ημών. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3091
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Κ΄ (20η) Ιουνίου η Σύναξις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας της επονομα

Δημοσίευση από silver »

Τη Κ΄ (20η) Ιουνίου η Σύναξις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας της επονομαζομένης Οδηγητρίας.

Περί της Αγίας ταύτης Εικόνος διηγούνται τα επόμενα εν ταις Ιεραίς Μοναίς του Ξενοφώντος και του Βατοπεδίου. Η Θεομητορική αύτη Εικών ευρίσκετο εξ αμνημονεύτων χρόνων εις την Ιεράν και Βασιλικήν Μονήν του Βατοπεδίου, εντός του Καθολικού του Ναού, επί του κίονος του αριστερού χορού, κατά δε το σωτήριον έτος 1730 παραδόξως εγένετο άφαντος, των θυρών κεκλεισμένων, και εκρύβη όχι μόνον εκ της Εκκλησίας, εκ του μέρους δηλαδή επί του οποίου ίστατο, αλλά και εξ αυτής της Μονής· οι δε Πατέρες της Μονής του Βατοπεδίου την θαυματουργίαν ταύτης της Θεομήτορος ως ιεροσυλίαν τινά νομίσαντες, επεδόθησαν εις αναζήτησιν αυτής εντός της Μονής, ότε αίφνης διεδόθη η φήμη, ότι η αγία Εικών ευρέθη εν τη Ιερά Μονή του Ξενοφώντος, τη κειμένη εις απόστασιν τριών ωρών από της Ιεράς Μονής του Βατοπεδίου. Όθεν άνευ βραδύτητος απέστειλαν ανθρώπους τινάς, ίνα μετακομίσωσιν αυτήν εκείθεν εις τα ίδια, όπερ και εγένετο. Ούτω λοιπόν μετεκομίσθη η αγία Εικών εις την Μονήν του Βατοπεδίου και ετέθη εκ νέου εις την ιδίαν αυτής θέσιν, ελήφθησαν δε και μέτρα αυστηρότατα εις προφύλαξιν και ασφάλειαν αυτής, τα οποία ουδέποτε πρότερον είχον ληφθή. Αλλά και μ’ όλα ταύτα η Σεβασμία αύτη Εικών της Θεομήτορος, δια λόγους τους οποίους μόνη Αυτή γνωρίζει, εγκατέλιπε και πάλιν την Μονήν του Βατοπεδίου, χωρίς να έχη ουδόλως θιγή η ασφάλεια του Ναού, δηλαδή των θυρών και σφραγίδων καλώς ησφαλισμένων και αθίκτων, και μετέβη θαυμασίως εις τον ιερόν τόπον τον οποίον εξέλεξεν η ιδία, ήτοι εις την Ιεράν Μονήν του Ξενοφώντος, όπου διέμεινε και μέχρι του νυν διαμένει και θα διαμένει μέχρις ότου η αυτής πρόνοια ευδοκεί, προς παραμυθίαν και περίθαλψιν των εν αυτή ασκουμένων αδελφών. Μετά παρέλευσιν ολίγης ώρας ελθόντες οι αδελφοί του Βατοπεδίου εν τω Ναώ, και ιδόντες πάλιν κενόν τον συνήθη τόπον, όπου ίστατο η ιερά Εικών, εβεβαιώθησαν περί της εκουσίας και θαυμαστής αναχωρήσεως απ’ αυτών της Θεοτόκου, πληροφορηθέντες συγχρόνως και την προς το ίδιον μέρος μετάβασιν αυτής, δεν έκριναν εύλογον να εναντιωθώσι περισσότερον εις την απόφασιν της Θεοτόκου, αλλ’ άπαντες ομοθυμαδόν συνέδραμον εις την προσκύνησιν αυτής. Εις ανάμνησιν δε της θαυματουργίας ταύτης απεφάσισαν άπαντες ίνα κομίζωσιν αυτή εις την Μονήν του Ξενοφώντος κηρούς και έλαιον, όπερ και εποίουν εις διάστημα πολλών ετών· μετά δε ταύτα οι αδελφοί της Μονής του Ξενοφώντος ημπόδισαν αυτούς να ποιώσι τούτο. Η αγία αύτη Εικών ευρίσκεται εντός του Καθολικού του Ναού της Μονής του Ξενοφώντος επί του κίονος του αριστερού χορού αυτού ως και πριν εν τω Καθολικώ της Μονής του Βατοπεδίου. Κατά τας αρχάς της τρίτης δεκαετηρίδος του δεκάτου ενάτου αιώνος εις αλλόπιστος ηθέλησε να εμπαίξη την αγίαν ταύτην Εικόνα, αλλ’ αμέσως ετιμωρήθη δια την ιδίαν του ανοησίαν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3091
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΑ΄ (21η) Ιουνίου, ο Άγιος Νεομάρτυς Νικήτας ο Νισύριος, ο εν τη Χίω μαρτυρήσας κατά το έτος 1732 ξ

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΑ΄ (21η) Ιουνίου, ο Άγιος Νεομάρτυς Νικήτας ο Νισύριος, ο εν τη Χίω μαρτυρήσας κατά το έτος 1732 ξίφει τελειούται.

Νικήτας ο νέος Μάρτυς του Χριστού ήτο από την Νίσυρον, η οποία είναι μικρά νήσος, μεταξύ της Κω και της Ρόδου, χριστιανώνγονέων υιός. Ο πατήρ αυτού, ως επισημότερος των άλλων, ήτο προεστώς της νήσου, αλλ’ όμως δια τινα εγκλήματά του τον ενήγαγον εις το κριτήριον και εκεί κρινόμενος και εξεταζόμενος εφοβήθη και επροτίμησεν ο άφρων την πρόσκαιρον ταύτην ζωήν, από την αιώνιον· όθεν αρνηθείς την εις Χριστόν πίστιν, ετούρκευσεν ο άθλιος και ούτως απέφυγε την κρίσιν. Αφού δε ετούρκευσεν αυτός, συνέλαβον οι Αγαρηνοί τα τέκνα του, κατά την συνήθειάν των, και τα ετούρκευσαν· μετά δε των άλλων ετούρκευσαν και τούτον τον Νικήταν, περί του οποίου είναι ενταύθα ο λόγος· ομοίως και η μήτηρ του (δια να μη χωρισθή ίσως από τα τέκνα της) αρνηθείσα τον Χριστόν, εδέχθη τον μωαμεθανισμόν η παναθλία, και όλη η οικογένεια εκείνη παρεδόθη τω Σατανά. Ο δε Νικήτας τόσον πολύ νέος ήτο εις την ηλικίαν τότε, ώστε δεν έλαβε τελείως ιδέαν χριστιανισμού, αλλά τούρκος εγνώρισε τον κόσμον και με τουρκικά φρονήματα ανετρέφετο και προέκοπτε μάλιστα εν τω Μωαμεθανισμώ, καθώς ο Παύλος εν τω Ιουδαϊσμώ, προτού να φωτισθή ουρανόθεν και να έλθη εις επίγνωσιν της αληθείας. Επρόκοπτε, λέγω, και πολύν ζήλον εδείκνυε δια την πλάνην, εις την οποίαν ευρέθη· όθεν και ο φιλάνθρωπος Θεός, ο θέλων πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν, από τον ζήλον εκείνον, τον ου κατ’ επίγνωσιν, τον έφερεν εις επίγνωσιν της αληθείας και θεοσεβείας, καθώς και τον θείον Παύλον· πως δε και με ποίον τρόπον, ακούσατε συντόμως την περί τούτου διήγησιν, δια να θαυμάσετε τους τρόπους όπου μεταχειρίζεται η πάνσοφος του Θεού πρόνοια δια την σωτηρίαν των ανθρώπων. Συνέβη εν μια των ημερών να μαλώση με ένα τουρκόπουλον, με το οποίον συνανεστρέφετο· η δε μήτηρ εκείνου του άλλου παιδίου, γνωρίζουσα τα περί του Νικήτα, τον ύβρισε και πολλούς λόγους σκληρούς του ελάλησεν, ονομάζουσα αυτόν μουρντάρην και άπιστον και άλλα παρόμοια, όσα συνηθίζουν αυτοί να λέγουν εις τους από χριστιανών εις την πλάνην αυτών μεταπίπτοντας. Ο δε Νικήτας, αν και παιδίον, πλην ζηλωτής, καθώς είρηται, δεν υπέφερε τας ύβρεις και τους ονειδισμούς εκείνους· όθεν τρέχει με πολλήν λύπην και αγανάκτησιν και φανερώνει τα γενόμενα εις την μητέρα του, ζητεί δε απαραιτήτως απ’ αυτήν, να του είπη δια ποίαν αιτίαν τον ωνείδισεν ως άπιστον· αυτή όμως του υπέδειξε να μη δώση προσοχήν εις αυτά, λέγουσα, μη σε μέλλει, ας το είπε, τίποτε δεν είναι, ο θυμός την παρεκίνησε να το ειπή. Ο Νικήτας όμως δεν επείθετο, αλλ’ εζήτει με μεγάλην έρευναν, ως να τον εβίαζε τις να μάθη· τέλος, μετά πολλήν ώραν και από την πολλην εξέτασιν βιασθείσα, του εδιηγήθη την αρχήν των, τι ήσαν και που κατήντησαν. Ταύτα παρά της μητρός του ακούσας, την ηρώτησε λέγων: Και πως με ωνόμαζον, όταν ήμην χριστιανός; Αυτή δε απεκρίθη: Νικήταν. Εσιώπησε λοιπόν και ησύχασε πλέον, μαθών ότι δικαίως, τρόπον τινά, τον ωνείδισε, διότι δεν ήτο εκ των προγόνων του Τούρκος· όμως κατά άλλον τρόπον εσυγχίσθη και ελυπήθη λύπην μεγάλην, διατί να χάση την προγονικήν του πίστιν και να ευρίσκεται εις την τουρκικήν, την ξένην, υβριζόμενος και ονειδιζόμενος ως άπιστος· τοιούτοι θεϊκοί και σωτήριοι λογισμοί ανέβησαν εις τον νουν του ευλογημένου Νικήτα· όθεν εσυλλογίζετο μόνος, χωρίς να φανερώση τους λογισμούς του εις τινα, με ποίον τρόπον να επιστρέψη και να έλθη πάλιν εις την προγονικήν του χριστιανικήν πίστιν. Καθ’ ον καιρόν εσυλλογίζετο κατά νουν τους τοιούτους λογισμούς και εζήτει ευκαιρίαν να αναχωρήση κρυφίως από τους γονείς του, δια να υπάγη εις άλλον χριστιανικόν τόπον και ημποδίζετο από πλοίον και από έξοδα του ταξιδίου, ηυδόκησεν ο Θεός και ευρέθη πλοίον. Επεβιβάσθη λοιπόν εις το πλοίον αυτό και εξήλθεν εις εν από τα Μαστιχόχωρα της Χίου, Λιθί λεγόμενον· εξελθών δε εκεί, ξένος και άγνωστος, ηκολούθησε μίαν οδόν, χωρίς να ηξεύρη που πορεύεται, με καλάς ελπίδας όμως, ότι ο Θεός θέλει τον οδηγήσει εις το θέλημά Του το άγιον. Αληθώς δε ούτως και έγινεν, διότι ο Θεός ο ποιών το θέλημα των φοβουμένων Αυτόν, τον ωδήγησε και τον έφερεν ασφαλώς, ως εις λιμένα σωτήριον, εις την Νέαν Μονήν· ελθών δε εκεί, εφανέρωσεν εις τον Ηγούμενον, τι άνθρωπος ήτο και ποίον σκοπόν είχε και εζήτει παρ’ αυτού συμβουλήν τι να κάμη. Ο Ηγούμενος αμέσως τον έστειλε και εξωμολογήθη εις ενάρετον αρχιερέα, όστις ησύχαζε τότε εκεί, τον πρώην Κορίνθου Μακάριον· έπειτα τον εκατήχησαν, τον εμύρωσαν και μετά ταύτα διέτριβεν εντός του Μοναστηρίου, αγνώριστος εις πολλούς. Διατρίβων δε εκεί, έκαμνε τινά καλά με τρόπον παιδαριώδη· ήτοι έπαιρνε κηρία και επήγαινε μόνος εις τον νάρθηκα της Εκκλησίας και τα ήναπτεν εις το μανουάλιον, όπου ήτο εκεί, άλλα εις άλλους Αγίους, όπου είναι γύρωθεν εις τους τοίχους ζωγραφισμένοι· έπειτα προσηύχετο ει τι ήξευρεν, εποίει μετανοίας και ούτω διήρχετο μέσα εις την Εκκλησίαν με νηστείαν και εγκράτειαν· εζήτησε δε και αγιασμόν και τον εβάσταζε πάντοτε επάνω του, μέσα εις εν υάλινον δοχείον και εις κάθε ολίγην ώραν έπινεν απ’ αυτόν. Δι’ αυτά λοιπόν και άλλα παρόμοια, όπου τον έβλεπαν να κάμη, άλλοι τον ενόμιζαν σαλόν, και άλλοι πολύ ευλαβή· με αυτά όμως τόσον εθερμάνθη από την αγάπην της ευσεβείας, τόσον ήναψεν η καρδία του από τον έρωτα του Χριστού, ώστε αφού ήκουσεν ότι οι εξομόσαντες είναι ανάγκη να κηρύξουν παρρησία την πίστιν, την οποίαν ηρνήθησαν, να ομολογήσουν τον Χριστόν και να χύσουν το αίμα των δια την αγάπην Του, εδέχθη τούτο με άρρητον χαράν και αγαλλίασιν της ψυχής του και εδόθη όλος εις αυτόν τον λογισμόν, να αποθάνη δηλαδή υπέρ πίστεως, να μαρτυρήση υπέρ Χριστού. Μετά ταύτα ανέβη εις το σπήλαιον των Αγίων Πατέρων, (είναι δε αυτό το σπήλαιον επάνω εις εν όρος και μέσα εις αυτό ησκήτευον οι Όσιοι Πατέρες οι κτίτορες της Μονής, οι δε μεταγενέστεροι το έκαμαν Εκκλησίαν), έκαμνε δε και εκεί πάλιν τα αυτά, ήναπτε κηρία, προσηύχετο, έκαμνε γονυκλισίας· προς τούτοις αποφασισμένος ων εις τον υπέρ Χριστού θάνατον, έκαμε και άλλο, από το οποίον μάλιστα ενόμισαν εκείνοι όπου τον είδον, ότι δεν είχε σώας τας φρένας του· εκάθησε, λέγω, μόνος του και εξέσχισεν εν αρκετόν μέρος από το ένδυμά του και το έδωκεν εις τους εκεί ησυχάζοντας, λέγων εις αυτούς να σφογγίζουν τας χείρας των όταν ανάπτουν τας κανδήλας, έπειτα έρραψε και ήνωσε πάλιν το υπόλοιπον ένδυμα. Μετά ταύτα εξερχόμενος να αναχωρήση εκείθεν, είπε προς τους Μοναχούς· εύχεσθε να τελειώσω τον πόθον μου και τον σκοπόν μου· οι δε ερωτήσαντες αυτόν, τις και πόθεν ήτο και ποίος ήτο ο σκοπός του, έμαθον απ’ αυτόν τον ίδιον ακριβώς τα πάντα και εθαύμασαν εις την ανδρείαν του. Τότε εγνώρισαν, ότι και το να δώση τις εις υπηρεσίαν του ναού, όχι το περίσσευμά του, αλλά το αναγκαίον και απαραίτητον σκέπασμα του σώματός του, ήτο σημείον της προς Θεόν αγάπης του, ανώτερον και από το έργον της ευαγγελικής εκείνης χήρας, η οποία έβαλε τα δύο λεπτά εις τα δώρα του Θεού. Αυτά ηκούσαμεν, αδελφοί, με τα ίδια μας ώτα και εμάθομεν αυτοπροσώπως από τον πανοσιώτατον παπά Άνθιμον, τον επικληθέντα Αγιοπατερίτην, όστις ησύχαζεν εκεί εις το ησυχαστήριον των Οσίων Πατέρων, από άνθρωπον δηλονότι φιλαληθέστατον και μεγάλης υπολήψεως δια την αρετήν του· ταύτα δε άλλα μεν ήκουσεν ο ίδιος από τον μάρτυρα Νικήταν, άλλα δε από τους Μοναχούς της Μονής. Αναχωρήσας έπειτα από εκεί, κατέβη πάλιν εις την Μονήν και εζήτει άδειαν από τους Πατέρας να παρρησιασθή, δια να μαρτυρήση. Τότε λοιπόν συνελθόντες όλοι ομού οι προεστώτες συνωμίλησαν τι να κάμνουν περί αυτού· τινές δε έλεγον να μη τον αφήσουν να παρρησιασθή, διότι ήτο πολύ νέος (έως δέκα πέντε ή δέκα εξ ετών), φοβούμενοι μήπως δεν ήθελε δυνηθή να βαστάση τας βασάνους του μαρτυρίου και μείνη πάλιν εις την ασέβειαν, ως και πρότερον, εφ’ όσον ήτο δυνατόν να διέλθη την ζωήν του εν κρυπτώ χριστιανικά και να σωθή. Άλλοι πάλιν έλεγον ότι αφού αυτός θεληματικώς αφ’ εαυτού του, χωρίς να του ειπή τις, εζήτει το μαρτύριον με προθυμίαν πολλήν, δεν πρέπει να τον εμποδίσουν. Τέλος απεφάσισαν να κάμουν παράκλησιν εις την Παναγίαν πρότερον και έπειτα να τον εξαποστείλουν εις την ποθουμένην του οδόν· ούτως δε και έγινε. Μετά την παράκλησιν εκείνην λοιπόν, λαβών ευλογίαν και συγχώρησιν και οδηγόν της οδού, κατέβη εις την χώραν· ελθών δε εις τι μέρος το οποίον λέγεται Μόλος, συνελήφθη δια το χαράτσι, (ήτο δε τότε άνθρωπος του χαρατσή ένας κακότροπος άνθρωπος Κρημλής το γένος), αλλ’ επειδή αποδεικτικόν δεν είχε, ούτε χρήματα να πληρώση, προφασιζόμενος ότι ήτο ναυαγός, τον έσυρεν εις την φυλακήν, τον έφερε δε έξω εις τόπον λεγόμενον Βουνάκι, τον έστησεν έξω από ένα καφενείον και επερίμενε να συλλάβη και άλλους δια το χαράτσι, να τους υπάγη όλους ομού εις την φυλακήν. Την ώραν όμως εκείνην διήλθεν απ’ εκεί εις γνωστός του, παπά Δανιήλ το όνομα· βλέπων δε τον Νικήταν τον εχαιρέτησεν, καλέσας αυτόν με το τουρκικόν όνομα Μεϊμέτην, ως ήξευρεν. Ακολούθως εξήταζε δια ποίαν αιτίαν ήτο κρατημένος εκεί. Ακούσας δε ότι εκρατείτο δια το χαράτσι και αγνοών τον σκοπόν του Νικήτα, έλεγε· «τώρα νέον έγινε τούτο, να δίδουν και οι Τούρκοι χαράτσι»; Ταύτα ο νέος ακούσας, εφώναξε· «τι λέγεις, άνθρωπε; Λάθος έχεις, εγώ είμαι Χριστιανός, ονομάζομαι Νικήτας». Ο δε προειρημένος Κρημλής, ων εκεί πλησίον, ήκουσε τους λόγους τούτους, όθεν ηρώτα και εξήταζεν· επειδή δε ο Νικήτας έλεγεν ότι ήτο Χριστιανός, ο δε άνθρωπος εκείνος ήτο λανθασμένος, δια τούτο τον επήγεν εις το οίκημα της φρουράς, τον ανέβασεν εις τον Αγάν και εκεί ηρωτήθη και εξητάσθη έμπροσθεν εις πολλούς. Αυτός δε απεκρίθη, καθώς το Πνεύμα το Άγιον τον εφώτισε την ώραν εκείνην· «το γαρ Άγιον Πνεύμα (λέγει η Κυριακή υπόσχεσις) διδάξει υμάς εν αυτή τη ώρα, α δει ειπείν». Αφού όμως περιεργότερον ερευνήσαντες, εύρον την μυσαράν σφραγίδα της θρησκείας των, ήρχισαν να φωνάζουν και να τον υβρίζουν, διατί ετόλμησε να αρνηθή την πίστιν των και να γίνη Χριστιανός. Έπειτα με μυρίας τιμωρίας τον απειλούσαν και με κάθε τρόπον τον ηνάγκαζον να μένη Τούρκος και να μη ατιμάση την θρησκείαν των επιστρέφων πάλιν εις την Χριστιανικήν πίστιν. Ο θείος Νικήτας όμως ούτε δια τας ύβρεις, τας οποίας δια τον Χριστόν ήκουσεν εντράπη, ούτε δια τας απειλάς εφοβήθη, αλλ’ έμενε στερεός και ακλόνητος εις την ομολογίαν της πίστεώς του, την δε θρησκείαν εκείνων ήλεγχε και ηρνείτο και με τέλειον μίσος την απεστρέφετο. Τι δε οι Αγαρηνοί έπραξαν; Αφού πλέον τον εγνώρισαν, ότι δεν είχεν ως παιδίον παιδαριώδη φόβον και δειλίαν, αλλ’ είχεν ανδρικόν και γενναίον φρόνημα, εδοκίμασαν με άλλον τρόπον να μεταβάλουν την γνώμην του· με κολακείας πολλάς, με υποσχέσεις διαφόρων αγαθών, πλούτου, δόξης και των ομοίων! Ταύτα μεν εκείνοι οι ματαιόφρονες υπέσχοντο· τι δε έπραττεν ο ουρανόφρων και γενναίος του Χριστού αθλητής; Καθώς από τας πρότερον απειλάς δεν επτοήθη, ούτω και τας κολακείας δεν εδέχθη ύστερον· όχι δε μόνον δεν μετεβλήθη απ’ αυτά η γνώμη του, καθώς εκείνοι ήλπιζον, αλλά μάλιστα το εναντίον εγένετο· όσον εβιάζετο από αυτούς να προδώση την ευσέβειαν, τόσον ήναπτεν όλος από την φλόγα της του Χριστού αγάπης· όθεν χωρίς να συλλογισθή την ώραν εκείνην, ότι ήτο ως πρόβατον εν μέσω πολλών αιμοβόρων λύκων, χωρίς να έχη κατά νουν, ότι έμελλε να παραδώση το τρυφερώτατον και απαλώτατον σώμα του εις χείρας ανθρώπων σκληρών και ασπλάγχνων, χωρίς να συλλογισθή κανέν απ’ αυτά και να δειλιάση, με γνώμην βεβαίαν και με ψυχής γενναιότητα εστάθη εν μέσω των Αγαρηνών εκείνων και εκήρυξε την ευσέβειαν, ωμολόγησε λαμπρώς και μεγαλοφώνως τον μεν Χριστόν Θεόν αληθινόν, τον δε αρχηγόν της θρησκείας των ήλεγξε πολλά και εθεάτρισε. Βλέποντες λοιπόν εκείνοι το αμετάθετον της γνώμης του Αγίου και μάλιστα μη υποφέροντες το γενναίον φρόνημα και την μεγάλην παρρησίαν αυτού, ηγανάκτησαν, ήναψαν από τον θυμόν και με ύβρεις και δαρμούς πολλούς τον εφυλάκισαν και με διαφόρους βασάνους τον εβασάνισαν. Ο δε μακάριος μάρτυς του Χριστού με νηστείαν και προσευχήν εζήτει την εξ ύψους βοήθειαν και δύναμιν. Έλεγον δε ύστερον οι ευρεθέντες χριστιανοί μέσα εις την φυλακήν, ότι τον παρεκίνησαν πολλά να φάγη, αυτός όμως απεκρίνετο προς αυτούς· «εγώ τρέφομαι με τροφήν, την οποίαν υμείς δεν έχετε και ευφραίνομαι με ευφροσύνην, την οποίαν υμείς δεν δύνασθε να αισθανθήτε». Έπειτα και εις τους πόδας των ίππων τον έρριψαν δέσμιον χείρας και πόδας, δια να τον καταπατήσουν και να τον θανατώσουν κρυφίως εντός του σταύλου, δια να μη ακούεται έξω εις τους χριστιανούς η παρρησία και η ανδρεία του. Αφού όμως, θεία βοηθεία, έμεινεν αβλαβής και από τους ίππους, τον έσυραν έξω από εκεί και τον έβαλαν εις σκοτεινήν φυλακήν, εντός του φρουρίου, εκεί δε του έκαμαν πολλά και δεινά κολαστήρια, καθώς ήκουον τότε, (όμως ποία και τι είδους ήσαν εκείνα τα μαρτύρια, δεν ηδυνήθησαν να τα μάθουν και να μας τα παραδώσουν ακριβώς· τόσον μόνον εφανέρωσαν τινές τούρκοι θαυμάζοντες, ότι είχε πολύ φως την νύκτα η σκοτεινή φυλακή), τον εβασάνισαν δε εις φυλακάς και δεσμά δέκα ημερονύκτια, τα οποία αυτός ο αοίδιμος υπέφερε με μεγάλην καρτερίαν και γενναιότητα. Τέλος τον εξήγαγον εκ της φυλακής· τότε δε ώρμησε κατ’ αυτού πλήθος πολύ Αγαρηνών, οίτινες κυκλώσαντες τον γενναίον αθλητήν του Χριστού άλλοι τον έσυραν εδώ, άλλοι τον έσπρωχναν εκεί, εκείνοι τον έδερον απανθρώπως με τα χείρας των, ούτοι ασπλάγχνως με τας μαχαίρας των, και άλλοι άλλως, καθώς επαρακινούσεν έκαστον ο διάβολος. Ο δε του Χριστού στρατιώτης συρόμενος ως πρόβατον επί σφαγήν, ούτω βασανιζόμενος έλεγε· «δια ποίον έργον θέλετε να με φονεύσετε, παράνομοι; Διότι εκήρυξα τον Χριστόν Θεόν αληθινόν; Διότι ήλεγξα και εφανέρωσα το ψεύδος και την πλάνην της θρησκείας σας; Πλην τώρα με φονεύετε, εγώ δε μετά χαράς μεγάλης δέχομαι τον θάνατον· αλλά θα έλθη καιρός να με ιδήτε λαμπρόν και δεδοξασμένον εις δόξαν του Χριστού μου, δια τον οποίον αποθνήσκω». Αφού δε έφθασαν εις μίαν άκραν της πόλεως, ήτις λέγεται ο κάτω αιγιαλός, τον έστησαν κάτωθεν του Ιβηρίτικου Μετοχίου, από το βόρειον μέρος και του έλεγον να τουρκεύση δια να αποφύγη τον θάνατον· αλλ’ αυτός έμεινε στερεός εις την πίστιν του Χριστού, λέγων· «Χριστιανός είμαι, Νικήτας ονομάζομαι, και Νικήτας μέλλω να αποθάνω». Όθεν τον εγονάτισαν πολλάς φοράς, καθώς μαρτυρούν οι αυτόπται μέχρι και των ημερών μας, δια να φοβηθή την σφαγήν και ούτω να αρνηθή τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Βλέποντες οι χριστιανοί τα γενόμενα και φοβούμενοι μήπως και δειλιάση ο νέος τον θάνατον, εδέοντο του Θεού έκαστος νοερώς να τον ενδυναμώση να τελειώση την οδόν του μαρτυρίου· εξαιρέτως δε ο ιεροδιδάσκαλος Ιωακείμ, ο Καβάκος επιλεγόμενος, ταύτα βλέπων άνωθεν από το Αγιοταφίτικον Μετόχι, ίστατο προσευχόμενος υπέρ αυτού ασκεπής. Εκείνος όμως ο γενναίος και μεγαλόψυχος, όχι μόνον δεν εφοβήθη τον θάνατον, αλλά και τον επεθύμει, λέγων εις τους Αγαρηνούς· «διατί βραδύνετε και δεν με θανατώνετε το συντομώτερον, να υπάγω εις την αιώνιον ζωήν, να απολαύσω την μακαριότητα του Παραδείσου»; Ταύτα ακούσας ο άγριος και θηριώδης εκείνος Κρημλής, και βλέπων τους άλλους ότι εδίσταζον και εφοβούντο να τον αποκεφαλίσουν, διότι ήσαν ασυνήθιστοι εις ανθρώπου σφαγήν, ώρμησε με πολλήν μανίαν και του απέκοψε την τιμίαν κεφαλήν με πολλά κτυπήματα μαχαίρας, δια να του αυξήση την τιμωρίαν και τους πόνους. Ούτως δε έλαβε το μακάριον τέλος ο θείος Νικήτας κατά τους χιλίους επτακοσίους τριάκοντα δύο χρόνους (1732) μετά Χριστόν κατά την εικοστήν πρώτην του Ιουνίου μηνός. Τυφλοί δε τινές αλείψαντες τότε τους οφθαλμούς των με το θείον αίμα του μάρτυρος ανέβλεψαν και είδον το φως, δοξάζοντες τον Θεόν και τον μάρτυρα Νικήταν, κατά την μαρτυρίαν του πανοσιολογιωτάτου κυρ Αθανασίου του Ιβηρίτου, όστις, παρών ων, έβλεπε τα γενόμενα. Μετά ταύτα δε συνέθεσε την ακολουθίαν του. Δεν ευχαριστήθησαν όμως έως εδώ οι θηριώδεις εκείνοι Αγαρηνοί, αλλά και μετά την αποτομήν της τιμίας κεφαλής του γενναίου Μάρτυρος έδειξαν εις αυτόν την υπερβολήν της κακίας των· όθεν επειδή οι Χριστιανοί έπαιρναν δια αγιασμόν και βοήθειάν των ό,τι ηδύνατο έκαστος από το μαρτυρικόν σώμα, άλλος από το ένδυμά του, άλλος από το εκχυθέν αίμα του, δια τούτο φθονήσαντες έπαιρνον με τον κουβάν από τας ακαθαρσίας που ήσαν εκεί πλησίον εις ένα βόρβορον και έχυναν επάνω εις το άγιόν του λείψανον, δια να το μολύνουν οι ρυπαρώτατοι. Ο Θεός όμως εδόξασε τον μάρτυρα και παντάπασι δεν εμολύνθη, αλλά παρευθύς ότε εκείνοι έχυνον επ’ αυτού τας ακαθαρσίας, αύται έπιπτον εις την γην, το δε τιμιώτατον λείψανον έμενε καθαρώτατον και λευκότατον ως το κρίνον. Τότε και ένας Χριστιανός, το όνομα Αλέξανδρος Στουπής, ετόλμησε και απέκοψε με τους οδόντας του τον δάκτυλον του Μάρτυρος, τον οποίον έδωσεν εις τον ναόν του Αγίου Βίκτωρος. Τέλος μη δυνάμενοι οι Αγαρηνοί να υποφέρουν την τοιαύτην τιμήν του αγίου λειψάνου έρριψαν αυτό εις την θάλασσαν και άλλο τι δεν έμενε παρά μέλη τινά, τα οποία επεμελήθησαν και έλαβον τινές ευλαβείς Χριστιανοί. Ο δε προειρημένος Κρημλής, όστις απεκεφάλισεν τον Μάρτυρα, έσυρεν εις τον εαυτόν του την θείαν οργήν, διότι τότε παρευθύς όπου έδειξε την πολλήν εκείνην σκληρότητα και απανθρωπίαν, την οποίαν άλλος δεν ετόλμησε να δείξη, καθώς είρηται, τότε παρευθύς ήρχισε να τρέμη ως τάχα από δειλίαν· αυτός δε ο τρόμος και ο κλόνος του σώματός του δεν έπαυσε πλέον, αλλά μάλλον ηύξησε και έμεινε τρέμων ως άλλος Κάϊν εις όλην του την ζωήν. Το δε παραδοξότερον και θαυμασιώτερον είναι, ότι και την νύκτα παρουσιάζετο ο μάρτυς Νικήτας και πολλάκις ετιμώρει με σκληράς τιμωρίας τον ασεβή τόσον, ώστε από τον πολύν φόβον έπαθε παροξυσμόν· οι δε φόβοι του και ο παροξυσμός δεν έπαυσαν έως ότου εζωγράφισε, (πράγμα αστείον και θαύμα μέγα!), την εικόνα του Αγίου Νικήτα την οποίαν και είχεν εις τόπον κατάλληλον εντός του δωματίου του, δια να μη την βλέπουν άλλοι Τούρκοι. Αφού δε ταύτα έκαμε (από συμβουλήν ίσως της γυναικός του, η οποία ήτο Χριστιανή και άλλων τινών, οι οποίοι είχον το θάρρος) έπαυσεν εις το εξής ο παροξυσμός και οι νυκτερινοί φόβοι και οι δαρμοί, δεν έπαυσε όμως και να τρέμη το σώμα του τόσον, ώστε παρέλυσε τελείως και κακώς διήλθε τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής του. Η δε φονική εκείνη δεξιά του παλάμη, ολίγον χρόνον μετά τον θάνατον του Μάρτυρος, απεκόπη από άλλους Τούρκους πάλιν και έμεινε κρεμασμένη εις την άρθρωσιν νεκρά και ακίνητος. Τούτο δε το θαύμα της εικόνος θέλων να φανερώση εις πολλούς ο θείος Νικήτας, τι έκαμε; Πολλάκις, όταν ευρίσκωντο και άλλοι Τούρκοι εις το δωμάτιον του Κρημλή, εγίνετο κτύπος εντός της θυρίδος, όπου είχε κρεμασμένην την εικόνα· όθεν απορούντες εκείνοι ηρώτων δια τον ακουόμενον κτύπον· όθεν αναγκασθείς έστειλε την εικόνα εις την οικίαν, εις την οποίαν είχε την γυναίκα του και την ετίμα με κανδήλαν ακοίμητον· τότε δε βλέποντες αυτήν οι γείτονες ηρώτησαν και έμαθον το θαύμα και όλοι εδόξαζον τον Θεόν και τον Μάρτυρα Αυτού Νικήταν. Αλλά και γυνή τις τον καιρόν εκείνον είχε άσθμα και τόσον πολύ την ηνώχλει αυτό το πάθος, ώστε επροτίμα τον θάνατον από την τοιαύτην ζωήν. Αυτή, λέγω, η γυνή, ακούσασα τα περί του Αγίου Νικήτα, τον επεκαλέσθη εις βοήθειαν λέγουσα· «Άγιε Νικήτα, συ όστις έχυσες το αίμα σου υπέρ πίστεως, εάν αληθώς είσαι Άγιος του Θεού και Μάρτυς, καθώς πιστεύω, εάν έχης παρρησίαν εις τον Θεόν, ένα εκ των δύο ποίησον εις εμέ την αθλίαν· ή δος μοι την υγείαν μου, ή δος μοι τον θάνατον, δια να ελευθερωθώ από το ανυπόφορον τούτο πάθος». Αυτά είπεν αφ’ εσπέρας, το δε πρωΐ, ω του θαύματος, εξύπνησεν υγιής. Καθ’ όλον δε τον υπόλοιπον καιρόν της ζωής της διήλθε εν υγεία δοξάζουσα αυτόν, ως όντως Άγιον και Μάρτυρα δεδοξασμένον, με αργίαν κατά την ημέραν της μνήμης του, με λειτουργίας εις τας Εκκλησίας και με άλλας αγαθοεργίας. Ταύτα και τα τοιαύτα λεγόμενα και διηγούμενα έφθασαν και εις τας ακοάς του μεγαλυτέρου αδελφού του Αγίου Νικήτα. Όθεν ήλθε και αυτός με την αυτήν προθυμίαν, κηρύττων παρρησία εις τους Αγαρηνούς, ότι αρνείται την θρησκείαν των και ότι είναι Χριστιανός, ηρέθιζεν δε αυτούς και εζήτει με όλην του την ψυχήν και την καρδίαν να μαρτυρήση και αυτός υπέρ Χριστού. Οι Αγαρηνοί όμως τον απεδίωξαν αμέσως από την Χίον φοβούμενοι και από τα κακά, τα οποία έκαμεν εις τον Κρημλήν ο θείος Νικήτας και αισχυνόμενοι δια τα θαύματα, με τα οποία τον εδόξασεν ο Θεός, ο θαυμαστός εν τοις Αγίοις Αυτού· Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3091
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΒ΄ (22α) Ιουνίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΕΥΣΕΒΙΟΥ Επισκόπου Σαμοσάτων.

Δημοσίευση από silver »

Ευσέβιος ο Μάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίου, υιού του Μεγάλου Κωνσταντίνου, εν έτει τλη΄ (338), εχρημάτισε δε ζηλωτής διάπυρος της Ορθοδόξου πίστεως και με πολλήν ανδρείαν ψυχής και καταφρόνησιν των παρόντων κατεγίνετο δια την πρόοδον της ευσεβείας και Ορθοδοξίας, καίτοι ο βασιλεύς Κωνστάντιος ήτο εναντίος, ως άλλος ουδείς, Αρειανιστής ων. Όθεν όταν ηπείλησεν ο βασιλεύς ότι θέλει κόψει την δεξιάν χείρα του Αγίου, εάν δεν δώση το υπό του Μελετίου γενόμενον ψήφισμα, τότε ο Άγιος ήπλωσε και τας δύο χείρας του, θέλων να δείξη ότι μετά χαράς δέχεται και των δύο την εκκοπήν, παρά να παραδώση το ζητούμενον ψήφισμα, ομού δε με εκείνο να προδώση και την ευσέβειαν. Τούτον τον Άγιον πατέρα ημών Ευσέβιον, μετά τον Κωνστάντιον και Ιουλιανόν, εξώρισεν ο Ουάλης εκ του θρόνου του και κατεδίκασεν αυτόν να περιπατή εξόριστος κατά τον ποταμόν Δούναβιν. Αφού δε απέθανεν ο Ουάλης, επανήλθεν ο Άγιος εις την Επισκοπήν του εις Σαμόσατα, τα οποία ευρίσκονται εις την Συρίαν πλησίον του Ευφράτου ποταμού υπό τον Μητροπολίτην Εδέσσης. Μετά πολλούς δε αγώνας και νίκας, τους οποίους εποίησεν ο αοίδιμος έτι ζων υπέρ της Ορθοδοξίας, ηξιώθη και μαρτυρικού τέλους, διότι γυνή τις κακόδοξος, η οποία ηκολούθει την αίρεσιν του Αρείου, έλαβε κέραμον εκ τινος στέγης και εκτύπησεν την κεφαλήν του Αγίου, εκ δε του κτυπήματος εκείνου εθανατώθη ο του Χριστού ιεράρχης· πριν δε ή αποθάνη, εσυγχώρησε την φονεύσασαν αυτόν γυναίκα, μιμούμενος τον Δεσπότην του Χριστόν και τον πρωτομάρτυρα Στέφανον. Τελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εις τον Ναόν του Αγίου Ιωάννου πλησίον των Αρκαδιανών.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3091
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΓ΄ (23η) Ιουνίου, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΑΓΡΙΠΠΙΝΗΣ.

Δημοσίευση από silver »

Αγριππίνα η Αγία του Χριστού Μάρτυς ήτο γέννημα και θρέμμα της περιδόξου πόλεως Ρώμης, εκ νεότητός της δε παρέδωκεν εαυτήν εις τον Θεόν. Όθεν ευωδίαζε μεν τας καρδίας των πιστών, ως κήπος τις ηνθισμένος, ή ευωδέστατον ρόδον, απεδίωκε δε την δυσωδίαν των παθών, καθό στολίσασα την ψυχήν της η μακαρία με την παρθενίαν και καθαρότητα. Επειδή λοιπόν ηρραβωνίσθη πνευματικώς με τον Χριστόν, δια τούτο ανδρείως και θαρραλέως προσήλθεν εις το Μαρτύριον, παραδώσασα εαυτήν δια τον έρωτα και την αγάπην του Νυμφίου της Χριστού, εις πολλάς βασάνους και μαρτύρια. Διότι δαρείσα εις το στόμα, με τον δαρμόν αυτόν συνέτριψε τα νοητά οστά της ασεβείας, γυμνωθείσα δε εκ των ενδυμάτων της, την γύμνωσιν του εχθρού διαβόλου επόμπευσε, δεθείσα δε με δεσμά και δοκιμάσασα στρέβλας, πάσαν την πλάνην των Ελλήνων διέλυσε. Τελευταίον δε, εν μέσω των τοιούτων βασάνων, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού η αοίδιμος και ούτως έλαβε τον αμάραντον στέφανον της αθλήσεως. Λαβούσαι τότε κρυφίως το σώμα τής Μάρτυρος αι ευλογημέναι γυναίκες Βάσσα, Παύλα και Αγαθονίκη, διήρχοντο από τόπου εις τόπον και διαπεράσασαι πολλά πελάγη έφθασαν τελευταίον εις Σικελίαν και απεθησαύρισαν εκεί το άγιον λείψανον. Όθεν δεχθείσα τούτο η Σικελία παρευθύς ηλευθερώθη από του σκότους της πλάνης και των δαιμόνων. Αλλά και Αγαρηνοί ποτέ τολμήσαντες να λεηλατήσωσι το μέρος όπου ευρίσκετο ο Ναός της Αγίας, ηφανίσθησαν εντελώς. Έκτοτε λοιπόν και μέχρι σήμερον λεπροί προσερχόμενοι εις το λείψανόν της καθαρίζονται και πάσα άλλη ασθένεια ιατρεύεται δια των πρεσβειών της.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3091
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΔ΄ (24η) Ιουνίου, το γενέσιον του τιμίου ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού ΙΩΑΝΝΟΥ.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΔ΄ (24η) Ιουνίου, το γενέσιον του τιμίου ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού ΙΩΑΝΝΟΥ.

Ιωάννης ο ένδοξος Προφήτης, Πρόδρομος και Βαπτιστής του Κυρίου, εμαρτυρήθη υπό του Δεσπότου Χριστού, ότι μεταξύ των γεννητών υιών των γυναικών αυτός είναι ο μεγαλύτερος πάντων, και ότι υπερβαίνει τους Προφήτας. Ούτος εσκίρτησεν ακόμη εν τη κοιλία της μητρός του, και εκήρυξεν εις όλους τους εν τη γη την παρουσίαν του Σωτήρος· ούτος προέδραμε και κατήλθεν εις τον Άδην, και ευηγγελίσατο την έλευσιν του Κυρίου. Ούτος υπήρξεν υιός Ζαχαρίου του Αρχιερέως και Ελισάβετ της στείρας, γεννηθείς δια Θείας επαγγελίας και υποσχέσεως· αυτός και την σιωπήν του πατρός του Ζαχαρίου έλυσεν όταν εγεννήθη και όλον τον κόσμον ενέπλησε χαράς. Δια τούτο και οι Άγγελοι σήμερον μετά των ανθρώπων ευφραίνονται, και όλη η Κτίσις χαράς επληρώθη. Τελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εις τον αγιώτατον αυτού Ναόν, τον ευρισκόμενον εις τόπον κακούμενον Φωρακίου.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”