Ευαγγέλιο της Κυριακής (Ανανεώνεται κάθε Κυριακή)

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
agiooros
Διαχειριστής
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 2680
Εγγραφή: Τρί Φεβ 08, 2005 9:00 am
Τοποθεσία: Νίκος@Εύβοια
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από agiooros »

Το θέμα συνεχίζεται με τα κείμενα όπως μας τα δίνει ο Άγγελος.

Κυριακή 15 Απριλίου

Ιωάννη κ’ 19 - 31

Ο Ιησούς Χριστός εμφανίζεται εις τους αποστόλους


Ούσης ουν οψίας τη ημέρα εκείνη τη μια των σαββάτων, και των θυρών κεκλεισμένων όπου ήσαν οι μαθηταί συνηγμένοι διά τον φόβον των Ιουδαίων, ήλθεν ο Ιησούς και έστη εις το μέσον, και λέγει αυτοίς, ειρήνη υμίν. Και τούτο ειπών έδειξεν αυτοίς τας χείρας και την πλευράν αυτού. Εχάρησαν ουν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον. Είπεν ουν αυτοίς ο Ιησούς πάλιν, ειρήνη υμίν, καθώς απέσταλκέ με ο πατήρ, καγώ πέμπω υμάς. Και τούτο ειπών ενεφύσησε και λέγει αυτοίς, λάβετε Πνεύμα Άγιον, αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, αν τινων κρατήτε, κεκράτηνται. Θωμάς δε εις εκ των δώδεκα, ο λεγόμενος Δίδυμος, ουκ ην μετ' αυτών ότε ήλθεν ο Ιησούς. Έλεγον ουν αυτώ οι άλλοι μαθηταί, εωράκαμεν τον Κύριον. Ο δε είπεν αυτοίς, εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων, και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείρά μου εις την πλευράν αυτού, ου μη πιστεύσω. Και μεθ' ημέρας οκτώ πάλιν ήσαν έσω οι μαθηταί αυτού και Θωμάς μετ' αυτών. Έρχεται ο Ιησούς των θυρών κεκλεισμένων, και έστη εις το μέσον και είπεν, ειρήνη υμίν. Είτα λέγει τω Θωμά, φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείράς μου, και φέρε την χείρά σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός. Και απεκρίθη Θωμάς και είπεν αυτώ, ο Κύριός μου και ο Θεός μου. Λέγει αυτώ ο Ιησούς, ότι εώρακάς με, πεπίστευκας, μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες. Πολλά μεν ουν και άλλα σημεία εποίησεν ο Ιησούς ενώπιον των μαθητών αυτού, ά ουκ έστι γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω, ταύτα δε γέγραπται ίνα πιστεύσητε ότι Ιησούς εστιν ο Χριστός ο υιός του Θεού, και ίνα πιστεύοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού.

Απόδοση στη Νεοελληνική

Κατά την εσπέρα της ημέρας εκείνης, της πρώτης της εβδομάδος, και ενώ οι πόρτες ήσαν κλειστές, εκεί όπου ήσαν συγκεντρωμένοι οι μαθητές, διότι φοβούνταν τους Ιουδαίους, ήλθε ο Ιησούς και στάθηκε εις το μέσον και τους λέγει, «Ειρήνη να είναι μαζί σας». Όταν είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια του και την πλευρά του. Οι μαθητές χάρηκαν διότι είδαν τον Κύριο. Ο Ιησούς τους είπε πάλιν, «Ειρήνη να είναι μαζί σας. Καθώς έστειλε εμέ ο Πατέρας και εγώ στέλλω εσάς». Όταν είπε αυτό, φύσησε εις το πρόσωπον και τους λέγει, «Λάβετε Πνεύμα Άγιο, εάν συγχωρήσετε τις αμαρτίες κανενός του είναι συγχωρημένες, αν κανενός δεν τις συγχωρήσετε, θα μείνουν ασυγχώρητες». Ο Θωμάς, ένας από τους δώδεκα, ο ονομαζόμενος Δίδυμος, δεν ήτο μαζί τους όταν ήλθε ο Ιησούς. Του είπαν λοιπόν οι άλλοι μαθητές, «Είδαμε τον Κύριο». Αυτός δε τους είπε, «Εάν δεν ιδώ εις τα χέρια του το σημάδι από τα καρφιά, και δεν βάλω το δάκτυλό μου εις το σημάδι από τα καρφιά και δεν βάλω το χέρι μου εις την πλευρά του, δεν θα πιστέψω». Ύστερα από οκτώ ημέρες ήσαν πάλι μέσα εις το σπίτι οι μαθητές του και ο Θωμάς μαζί τους. Έρχεται ο Ιησούς, ενώ οι πόρτες ήσαν κλειστές, στάθηκε εις το μέσον και είπε, «Ειρήνη να είναι μαζί σας». Έπειτα λέγει εις τον Θωμά, «Φέρε το δάκτυλό σου εδώ και κοίταξε τα χέρια μου και φέρε το χέρι σου και βάλε το εις την πλευρά μου και μη γίνεσαι άπιστος αλλά πιστός». Ο Θωμάς του αποκρίθηκε, «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Ο Ιησούς του λέγει, «Επειδή με είδες, επίστεψες. Μακάριοι είναι εκείνοι που δεν με είδαν και όμως επίστεψαν». Και άλλα πολλά θαύματα έκανε ο Ιησούς ενώπιον των μαθητών του, τα οποία δεν είναι γραμμένα εις το βιβλίο τούτο. Αλλά αυτά έχουν γραφεί για να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του Θεού και πιστεύοντες να έχετε ζωή εις το όνομα αυτού.

Άβαταρ μέλους
agiooros
Διαχειριστής
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 2680
Εγγραφή: Τρί Φεβ 08, 2005 9:00 am
Τοποθεσία: Νίκος@Εύβοια
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από agiooros »

Κυριακή 22 Απριλίου
Μάρκος ιε’ 43 – ιστ’ 8

Ο Ενταφιασμός και η ανάσταση του Ιησού Χριστού



Ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ος και αυτός ην προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού. Ο δε Πιλάτος εθαύμασεν ει ήδη τέθνηκε, και προσκαλεσάμενος τον κεντυρίωνα επηρώτησεν αυτόν ει πάλαι απέθανε, και γνους από του κεντυρίωνος εδωρήσατο το σώμα τω Ιωσήφ. Και αγοράσας σινδόνα και καθελών αυτόν ενείλησε τη σινδόνι και κατέθηκεν αυτόν εν μνημείω, ο ην λελατομημένον εκ πέτρας, και προσεκύλισε λίθον επί την θύραν του μνημείου. Η δε Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιωσή εθεώρουν που τίθεται. Και διαγενομένου του σαββάτου Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν. Και λίαν πρωί της μιας σαββάτων έρχονται επί το μνημείον, ανατείλαντος του ηλίου. Και έλεγον προς εαυτάς, τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου; Και αναβλέψασαι θεωρούσιν ότι αποκεκύλισται ο λίθος, ην γάρ μέγας σφόδρα. Και εισελθούσαι εις το μνημείον είδον νεανίσκον καθήμενον εν τοις δεξιοίς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, και εξεθαμβήθησαν. Ο δε λέγει αυταίς, μη εκθαμβείσθε, Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον, ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε, ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν. Αλλ υπάγετε είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω ότι προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν, εκεί αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν. Και εξελθούσαι έφυγον από του μνημείου, είχε δε αυτάς τρόμος και έκστασις, και ουδενί ουδέν είπον, εφοβούντο γάρ.

Απόδοση στη Νεοελληνική

Ήλθε ο Ιωσήφ, ο από Αριμαθείας, ο οποίος ήταν σημαίνων βουλευτής που περίμενε και αυτός την βασιλεία του Θεού. Αυτός τόλμησε και ήλθε εις τον Πιλάτο και εζήτησε το σώμα του Ιησού. Ο Πιλάτος εξεπλάγη όταν άκουσε ότι είχε ήδη πεθάνει. Και κάλεσε τον εκατόνταρχο και τον ερώτησε εάν είχε πεθάνει προ πολλού. Και όταν πληροφορήθηκε από τον εκατόνταρχο, δώρισε το σώμα εις τον Ιωσήφ. Αυτός δε αγόρασε σινδόνα και τον κατέβασε, τον τύλιξε με τη σινδόνα και τον έθεσε εις μνήμα, που ήτο λαξευμένο εις βράχο και κύλισε ένα λίθο εις την πόρτα του μνήματος. Η δε Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία του Ιωσή παρατηρούσαν που τον βάζουν. Όταν πέρασε το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία του Ιακώβου και η Σαλώμη αγόρασαν αρώματα δια να έλθουν να τον αλείψουν. Και πολύ πρωί,, την πρώτη ημέρα της εβδομάδος, έρχονται εις το μνήμα, αφού είχε ανατείλει ο ήλιος, και έλεγαν μεταξύ τους, «Ποιος θα μας κυλίσει τον λίθο από την πόρτα του μνημείου;». Και όταν σήκωσαν τα μάτια τους, βλέπουν ότι ο λίθος είχε κυλιστεί. Ήτο δε πάρα πολύ μεγάλος. Και όταν μπήκαν εις το μνήμα, είδαν ένα νέον με λευκή στολή να κάθεται εις τα δεξιά και κατελήφθησαν από φόβο. Αυτός δε λέγειν εις αυτές, «Μη τρομάζετε. Τον Ιησού ζητάτε τον Ναζαρηνό τον σταυρωμένο; Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ. Να ο τόπος όπου τον έβαλαν. Αλλά πηγαίνετε και πέστε εις τους μαθητές του και εις τον Πέτρο, «Πηγαίνει πριν από εσάς εις την Γαλιλαία, εκεί θα τον δείτε, καθώς σας είπε». Και βγήκαν και έφυγαν από το μνημείο διότι τις κατείχε τρόμος και έκπληξη. Και σε κανένα δεν είπαν τίποτε, διότι φοβούνταν.

Άβαταρ μέλους
agiooros
Διαχειριστής
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 2680
Εγγραφή: Τρί Φεβ 08, 2005 9:00 am
Τοποθεσία: Νίκος@Εύβοια
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από agiooros »

Κυριακή 29 Απριλίου

Ιωάννη ε’ 1-15

Ο Ιησούς Χριστός θεραπεύει τον ασθενή της δεξαμενής Βηθεσδά


Μετά ταύτα ην η εορτή των Ιουδαίων, και ανέβη ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα. Έστι δε εν τοις Ιεροσολύμοις επί τη προβατική κολυμβήθρα, η επιλεγομένη εβραϊστί Βηθεσδά, πέντε στοάς έχουσα. Εν ταύταις κατέκειτο πλήθος πολύ των ασθενούντων, τυφλών, χωλών, ξηρών, εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν. Άγγελος γαρ κατά καιρόν κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα, και εταράσσετο το ύδωρ, ο ουν πρώτος εμβάς μετά την ταραχήν του ύδατος υγιής εγίνετο ω δήποτε κατείχετο νοσήματι. Ην δε τις άνθρωπος εκεί τριάκοντα και οκτώ έτη έχων εν τη ασθενεία αυτού. Τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον, και γνους ότι πολύν ήδη χρόνον έχει, λέγει αυτώ, θέλεις υγιής γενέσθαι; Απεκρίθη αυτώ ο ασθενών, Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν, εν ω δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού καταβαίνει. Λέγει αυτώ ο Ιησούς, έγειρε, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει. Και ευθέως εγένετο υγιής ο άνθρωπος, και ήρε τον κράβαττον αυτού και περιεπάτει. Ην δε σάββατον εν εκείνη τη ημέρα. Έλεγον ουν οι Ιουδαίοι τω τεθεραπευμένω, σάββατόν εστιν, ουκ έξεστί σοι άραι τον κράβαττον. Απεκρίθη αυτοίς, ο ποιήσας με υγιή, εκείνός μοι είπεν, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει. Ηρώτησαν ουν αυτόν, τις εστιν ο άνθρωπος ο ειπών σοι, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει; Ο δε ιαθείς ουκ ήδει τις εστιν, ο γάρ Ιησούς εξένευσεν όχλου όντος εν τω τόπω. Μετά ταύτα ευρίσκει αυτόν ο Ιησούς εν τω ιερώ και είπεν αυτώ, ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρόν σοι τι γένηται. Απήλθεν ο άνθρωπος και ανήγγειλε τοις Ιουδαίοις ότι Ιησούς εστιν ο ποιήσας αυτόν υγιή.

Απόδοση στη Νεοελληνική

Ύστερα από αυτά ήτο εορτή των Ιουδαίων και ανέβηκε ο Ιησούς εις τα Ιεροσόλυμα. Υπάρχει δε εις τα Ιεροσόλυμα κοντά στην πύλη των Προβάτων μία δεξαμενή, η οποία ονομάζεται Εβραϊστή Βηθεσδά και η οποία έχει πέντε στοές. Σε αυτές ήταν ξαπλωμένος μεγάλος αριθμός ασθενών, τυφλών, χωλών, παραλυτικών, οι οποίοι περίμεναν να κινηθεί το νερό. Διότι ένας άγγελος κατέβαινε πότε – πότε εις την δεξαμενή και τάρασσε το νερό. Εκείνος λοιπόν που έμπαινε πρώτος, μετά την ταραχή του νερού, θεραπευόταν από οποιοδήποτε νόσημα και αν υπέφερε. Υπάρχει εκεί ένας, ο οποίος επί τριάντα οκτώ χρόνια ήταν άρρωστος. Όταν ο Ιησούς τον είδε κατάκοιτο και κατάλαβε ότι είχε ήδη πολύ χρόνο εκεί, του λέγει, «Θέλεις να γίνεις υγιής;». Αποκρίθηκε σ’ αυτόν ο ασθενής, «Κύριε, δεν έχω άνθρωπο να με βάλει εις την δεξαμενή, όταν το νερό ταραχθεί, και ενώ έρχομαι κατεβαίνει άλλος πριν από εμέ». Ο Ιησούς του λέγει, «Σήκω επάνω, σήκωσε το κρεβάτι σου και περπάτησε». Και αμέσως έγινε υγιής ο άνθρωπος και σήκωσε το κρεβάτι του και περπατούσε. Η ημέρα εκείνη ήτο Σάββατο. Γι’ αυτό έλεγαν οι Ιουδαίοι εις τον θεραπευμένο, «Είναι Σάββατο, δεν σου επιτρέπεται να σηκώσεις το κρεβάτι σου». Αυτός τους αποκρίθηκε, «Εκείνος που με έκανε υγιή εκείνος μου είπε, «Σήκωσε το κρεβάτι σου και περπάτησε». Τότε τον ρώτησαν, «Ποιος είναι ο άνθρωπος που σου είπε, «Σήκωσε το κρεβάτι σου και περπάτησε»; Αλλά ο θεραπευθείς δεν ήξερε ποιος είναι, διότι υπήρχε πολύς κόσμος εις το μέρος εκείνο και ο Ιησούς ξέφυγε. Ύστερα τον βρήκε ο Ιησούς εις τον ναό και του είπε, «Ιδές, έγινες υγιής, μην αμαρτάνεις πλέον, δια να μη σου συμβεί κάτι χειρότερον». Έφυγε ο άνθρωπος και είπε εις τους Ιουδαίους ότι ο Ιησούς είναι αυτός που τον έκανε υγιή.

Άβαταρ μέλους
agiooros
Διαχειριστής
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 2680
Εγγραφή: Τρί Φεβ 08, 2005 9:00 am
Τοποθεσία: Νίκος@Εύβοια
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από agiooros »

Κυριακή 6 Μαΐου

Ιωάννη δ’ 5-42

Ο Ιησούς Χριστός και η Σαμαρείτις


Έρχεται ουν εις πόλιν της Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον του χωρίου ο έδωκεν Ιακώβ Ιωσήφ τω υιώ αυτού, ην δε εκεί πηγή του Ιακώβ. Ο ουν Ιησούς κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας εκαθέζετο ούτως επί τη πηγή, ώρα ην ωσεί έκτη. Έρχεται γυνή εκ της Σαμαρείας αντλήσαι ύδωρ. Λέγει αυτή ο Ιησούς, δος μοι πιείν. Οι γάρ μαθηταί αυτού απεληλύθεισαν εις την πόλιν ίνα τροφάς αγοράσωσι. Λέγει ουν αυτώ η γυνή η Σαμαρείτις, πως συ Ιουδαίος ων παρ' εμού πιείν αιτείς, ούσης γυναικός Σαμαρείτιδος; ου γάρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις. Απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτή, ει ήδεις την δωρεάν του Θεού, και τις εστιν ο λέγων σοι, δος μοι πιείν, συ αν ήτησας αυτόν, και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζων. Λέγει αυτώ η γυνή, Κύριε, ούτε άντλημα έχεις, και το φρέαρ εστί βαθύ, πόθεν ουν έχεις το ύδωρ το ζων; Μη συ μείζων ει του πατρός ημών Ιακώβ, ος έδωκεν ημίν το φρέαρ, και αυτός εξ αυτού έπιε και οι υιοί αυτού και τα θρέμματα αυτού; Απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτή, πας ο πίνων εκ του ύδατος τούτου διψήσει πάλιν, ος δι' αν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήση εις τον αιώνα, αλλά το ύδωρ ο δώσω αυτώ, γενήσεται εν αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον. Λέγει προς αυτόν η γυνή, Κύριε, δος μοι τούτο το ύδωρ, ίνα μη διψώ μηδέ έρχωμαι ενθάδε αντλείν. Λέγει αυτή ο Ιησούς· ύπαγε φώνησον τον άνδρα σου και ελθέ ενθάδε. Απεκρίθη η γυνή και είπεν· ουκ έχω άνδρα. Λέγει αυτή ο Ιησούς, καλώς είπας ότι άνδρα ουκ έχω, πέντε γάρ άνδρας έσχες, και νυν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ, τούτο αληθές είρηκας. Λέγει αυτώ η γυνή, Κύριε, θεωρώ ότι προφήτης ει συ. Οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν και υμείς λέγετε ότι εν Ιεροσολύμοις εστίν ο τόπος όπου δει προσκυνείν. Λέγει αυτή ο Ιησούς, γύναι, πίστευσόν μοι ότι έρχεται ώρα ότε ούτε εν τω όρει τούτω ούτε εν Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τω πατρί. Υμείς προσκυνείτε ο ουκ οίδατε, ημείς προσκυνούμεν ο οίδαμεν, ότι η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν. Αλλ' έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία και γάρ ο πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν. Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν. Λέγει αυτώ η γυνή, οίδα ότι Μεσσίας έρχεται ο λεγόμενος Χριστός, όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν πάντα. Λέγει αυτή ο Ιησούς, εγώ ειμι ο λαλών σοι. Και επί τούτω ήλθον οι μαθηταί αυτού, και εθαύμασαν ότι μετά γυναικός ελάλει, ουδείς μέντοι είπε, τι ζητείς ή τι λαλείς μετ' αυτής; Αφήκεν ουν την υδρίαν αυτής η γυνή και απήλθεν εις την πόλιν, και λέγει τοις ανθρώποις, δεύτε ίδετε άνθρωπον ος είπέ μοι πάντα όσα εποίησα, μήτι ούτος εστιν ο Χριστός; Εξήλθον ουν εκ της πόλεως και ήρχοντο προς αυτόν. Εν δε τω μεταξύ ηρώτων αυτόν οι μαθηταί λέγοντες, ραββί, φάγε. Ο δέ είπεν αυτοίς, εγώ βρώσιν έχω φαγείν, ην υμείς ουκ οίδατε. Έλεγον ουν οι μαθηταί προς αλλήλους, μη τις ήνεγκεν αυτώ φαγείν; Λέγει αυτοίς ο Ιησούς, εμόν βρώμά εστιν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με και τελειώσω αυτού το έργον. Ουχ υμείς λέγετε ότι έτι τετράμηνός εστι και ο θερισμός έρχεται; ιδού λέγω υμίν, επάρατε τους οφθαλμούς υμών και θεάσασθε τάς χώρας, ότι λευκαί εισι πρός θερισμόν ήδη. Και ο θερίζων μισθόν λαμβάνει και συνάγει καρπόν εις ζωήν αιώνιον, ίνα και ο σπείρων ομού χαίρη και ο θερίζων. Εν γάρ τούτω ο λόγος εστίν ο αληθινός, ότι άλλος εστίν ο σπείρων και άλλος ο θερίζων. Εγώ απέστειλα υμάς θερίζειν ο ουχ υμείς κεκοπιάκατε, άλλοι κεκοπιάκασι, και υμείς εις τον κόπον αυτών εισεληλύθατε. Εκ δε της πόλεως εκείνης πολλοί επίστευσαν εις αυτόν των Σαμαρειτών διά τον λόγον της γυναικός, μαρτυρούσης ότι είπέ μοι πάντα όσα εποίησα. Ως ουν ήλθον προς αυτόν οι Σαμαρείται, ηρώτων αυτόν μείναι παρ' αυτοίς και έμεινεν εκεί δύο ημέρας. Και πολλώ πλείους επίστευσαν διά τον λόγον αυτού, τη τε γυναικί έλεγον ότι ουκέτι διά την σην λαλιάν πιστεύομεν, αυτοί γάρ ακηκόαμεν, και οίδαμεν ότι ούτός εστιν αληθώς ο σωτήρ του κόσμου ο Χριστός.

Απόδοση στη Νεοελληνική

Έρχεται λοιπόν σε μία πόλη της Σαμαρείας που λέγεται Συχάρ, κοντά στο χωράφι που έδωκε ο Ιακώβ εις τον Ιωσήφ, τον υιό του. Εκεί υπήρχε το πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς, κουρασμένος από την οδοιπορία, εκάθησε, όπως ήτο κοντά εις το πηγάδι, η ώρα ήτο περίπου έξι. Έρχεται μία γυναίκα από την Σαμάρεια διά να πάρει νερό. Ο Ιησούς της λέγει, «Δώσε μου να πιω», διότι οι μαθητές του είχαν φύγει εις την πόλη διά να αγοράσουν τρόφιμα. Η Σαμαρείτις γυναίκα του λέγει, «Πως συ που είσαι Ιουδαίος ζητάς να πιεις από εμέ που είμαι γυναίκα Σαμαρείτις;». Διότι οι Ιουδαίοι δεν επικοινωνούν με του Σαμαρείτες. Ο Ιησούς της αποκρίθηκε, «Εάν ήξερες την δωρεά του Θεού και ποιος είναι εκείνος που σου λέγει «Δος μου αν πιω», συ θα τον παρακαλούσες και θα σου έδινε νερό ζωντανό». Λέγει εις αυτόν η γυναίκα, «Κύριε, κουβά δεν έχεις και το πηγάδι είναι βαθύ, από πού λοιπόν έχεις το νερό το ζωντανό; Μήπως είσαι συ μεγαλύτερος από τον πατέρα μας Ιακώβ που μας έδωκε το πηγάδι και ήπιε από αυτό ο ίδιος και τα παιδιά του και τα ζώα του;». Ο Ιησούς της αποκρίθηκε, «Όποιος πίνει από το νερό αυτό θα διψάσει και πάλι, εκείνος όμως που θα πιει από το νερό που εγώ θα του δώσω, δεν θα διψάσει ποτέ, αλλά το νερό που θα του δώσω, θα γίνει μια εσωτερική πηγή νερού που θα αναβρύει εις ζωή αιώνιον». Λέγει εις αυτόν η γυναίκα, «Κύριε, δώσε μου το νερό αυτό διά να μη διψώ ούτε να έρχομαι εδώ να αντλώ». Ο Ιησούς της λέγει, «Πήγαινε, φώναξε τον άντρα σου και έλα εδώ». Η γυναίκα αποκρίθηκε, «Δεν έχω άνδρα». Λέγει εις αυτήν ο Ιησούς, « Καλά είπες ότι δεν έχεις άνδρα, διότι πέντε άνδρες επήρες και τώρα εκείνον που έχεις δεν είναι άνδρας σου, εις αυτό είπες αλήθεια». Λέγει εις αυτόν η γυναίκα, «Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης. Οι πατέρες μας εις το όρος τούτο, λάτρευσαν τον Θεό, ενώ σεις λέτε ότι εις τα Ιεροσόλυμα είναι ο τόπος όπου πρέπει να λατρεύεται ο Θεός». Λέγει εις αυτήν ο Ιησούς, «Πίστεψέ με γυναίκα, ότι έρχεται ώρα που ούτε εις το όρος τούτο ούτε εις τα Ιεροσόλυμα θα λατρεύετε τον Πατέρα. Σεις λατρεύετε εκείνο που δεν ξέρετε, εμείς λατρεύουμε εκείνο που ξέρομε, διότι η σωτηρία έρχεται από τους Ιουδαίους. Αλλά έρχεται η ώρα, και μάλιστα ήλθε ήδη, που οι αληθινοί προσκυνητές θα λατρεύσουν τον Πατέρα πνευματικά και αληθινά, διότι τέτοιοι θέλει ο Πατέρας να είναι εκείνοι που τον λατρεύουν. Ο Θεός είναι Πνεύμα και εκείνοι που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν πνευματικά και αληθινά». Λέγει εις αυτόν η γυναίκα, «Ξέρω ότι θα έλθει ο Μεσσίας, ο λεγόμενος Χριστός. Όταν έλθει εκείνος, θα μας τα γνωρίσει όλα». Ο Ιησούς της λέγει, «Εγώ είμαι που μιλώ μαζί σου». Την στιγμή αυτήν ήλθαν οι μαθητές του και απόρησαν που μιλούσε με γυναίκα, κανείς όμως δεν είπε, «Τι ζητάς;» ή «Γιατί μιλάς μαζί της;». Η γυναίκα άφησε την στάμνα της, επήγε εις την πόλη και είπε εις τους ανθρώπους, «Ελάτε να δείτε έναν που μου είπε όλα όσα έκανα, μήπως είναι αυτός ο Χριστός;». Βγήκαν λοιπόν από την πόλη και έρχονταν εις αυτόν. Εν τω μεταξύ τον παρακαλούσαν οι μαθητές και του έλεγαν, «Ραββί, φάγε». Αυτός δε τους είπε, «Εγώ έχω φαγητό να φάγω, το οποίον σεις δεν ξέρετε». Έλεγαν τότε οι μαθητές μεταξύ τους, «Μήπως του έφερε κανείς να φάγει;». Λέγει εις αυτούς ο Ιησούς, «Το φαγητό μου είναι να κάνω το θέλημα εκείνου, που με έστειλε και να τελειώσω το έργον του. Δεν λέτε, «Τέσσερις μήνες ακόμη και ο θερισμός έρχεται»; Σηκώστε τα μάτια σας, σας λέγω, και δείτε τα χωράφια ότι είναι άσπρα, έτοιμα προς θερισμό. Ήδη ο θεριστής παίρνει μισθό και μαζεύει καρπό διά την ζωή την αιώνια, διά να χαίρουν μαζί και ο σπορέας και ο θεριστής. Εδώ η παροιμία είναι αληθινή, ότι άλλος σπέρνει και άλλος θερίζει. Εγώ σας έστειλα να θερίσετε εκείνο, διά το οποίο δεν κοπιάσατε, άλλοι έχουν κοπιάσει και εσείς μπήκατε εις τον κόπο τους». Πολλοί από τους Σαμαρείτες της πόλεως εκείνης επίστεψαν εις αυτόν εξ’ αιτίας της μαρτυρίας της γυναίκας: «Μου είπε όλα όσα έκανα». Όταν λοιπόν ήλθαν οι Σαμαρείτες προς αυτόν, τον παρακαλούσαν να μείνει κοντά τους, κ
αι έμεινε εκεί δύο ημέρες. Και πολλοί περισσότεροι επίστεψαν έπειτα από όσα τους είπε, εις δε την γυναίκα έλεγαν, «Ο λόγος που πιστεύομε δεν είναι πλέον τα όσα μας είπες, αλλά διότι τον ακούσαμε εμείς οι ίδιοι και ξέρομε ότι αυτός είναι αληθινά ο Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός».

Άβαταρ μέλους
agiooros
Διαχειριστής
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 2680
Εγγραφή: Τρί Φεβ 08, 2005 9:00 am
Τοποθεσία: Νίκος@Εύβοια
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από agiooros »

Κυριακή 13 Μαΐου

Ιωάννη θ’ 1-38

Η θεραπεία του εκ γενετής τυφλού


Και παράγων είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής. Και ηρώτησαν αυτόν οι μαθηταί αυτού λέγοντες, ραββί, τις ήμαρτεν, ούτος ή οι γονείς αυτού, ίνα τυφλός γεννηθή; Απεκρίθη Ιησούς, ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οι γονείς αυτού, αλλ' ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ. Εμέ δει εργάζεσθαι τα έργα του πέμψαντός με έως ημέρα εστίν, έρχεται νυξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι. Όταν εν τω κόσμω ω, φως ειμί του κόσμου. Ταύτα ειπών έπτυσε χαμαί και εποίησε πηλόν εκ του πτύσματος, και επέχρισε τον πηλόν επί τους οφθαλμούς του τυφλού και είπεν αυτώ, ύπαγε νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ, ο ερμηνεύεται απεσταλμένος. Απήλθεν ουν και ενίψατο, και ήλθε βλέπων. Οι ουν γείτονες και οι θεωρούντες αυτόν το πρότερον ότι τυφλός ην, έλεγον, ουχ ούτος εστιν ο καθήμενος και προσαιτών; Άλλοι έλεγον ότι ούτος εστιν, άλλοι δε ότι όμοιος αυτώ εστιν. Εκείνος έλεγεν ότι εγώ ειμι. Έλεγον ουν αυτώ, πως ανεώχθησάν σου οι οφθαλμοί; Απεκρίθη εκείνος και είπεν, άνθρωπος λεγόμενος Ιησούς πηλόν εποίησε και επέχρισέ μου τους οφθαλμούς και είπέ μοι, ύπαγε εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ και νίψαι, απελθών δε και νιψάμενος ανέβλεψα. Είπον ούν αυτώ, που εστιν εκείνος; Λέγει, ουκ οίδα. Άγουσιν αυτόν προς τους Φαρισαίους, τον τότε τυφλόν. Ην δε σάββατον ότε τον πηλόν εποίησεν ο Ιησούς και ανέωξεν αυτού τους οφθαλμούς. Πάλιν ουν ηρώτων αυτόν και οι Φαρισαίοι πως ανέβλεψεν. Ο δε είπεν αυτοίς, πηλόν επέθηκέ μου επί τους οφθαλμούς, και ενιψάμην, και βλέπω. Έλεγον ουν εκ των Φαρισαίων τινές, ούτος ο άνθρωπος ουκ έστι παρά του Θεού, ότι το σάββατον ου τηρεί. Άλλοι έλεγον, πως δύναται άνθρωπος αμαρτωλός τοιαύτα σημεία ποιείν; Και σχίσμα ην εν αυτοίς. Λέγουσι τω τυφλώ πάλιν, σύ τι λέγεις περί αυτού, ότι ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; Ο δε είπεν ότι προφήτης εστίν. Ουκ επίστευσαν ουν οι Ιουδαίοι περί αυτού ότι τυφλός ην και ανέβλεψεν, έως ότου εφώνησαν τους γονείς αυτού του αναβλέψαντος και ηρώτησαν αυτούς λέγοντε, ούτός εστιν ο υιός υμών, όν υμείς λέγετε ότι τυφλός εγεννήθη; Πως ουν άρτι βλέπει; Απεκρίθησαν δε αυτοίς οι γονείς αυτού και είπον, οίδαμεν ότι ούτός εστιν ο υιός ημών και ότι τυφλός εγεννήθη· Πως δε νυν βλέπει ουκ οίδαμεν, ή τις ήνοιξεν αυτού τους οφθαλμούς ημείς ουκ οίδαμεν, αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού λαλήσει. Ταύτα είπον οι γονείς αυτού, ότι εφοβούντο τους Ιουδαίους, ήδη γάρ συνετέθειντο οι Ιουδαίοι ίνα, εάν τις αυτόν ομολογήση Χριστόν, αποσυνάγωγος γένηται. Διά τούτο οι γονείς αυτού είπον ότι ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε. Εφώνησαν ουν εκ δευτέρου τον άνθρωπον ος ην τυφλός, και είπον αυτώ, δος δόξαν τω Θεώ, ημείς οίδαμεν ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστιν. Απεκρίθη ουν εκείνος και είπεν, ει αμαρτωλός εστιν ουκ οίδα, εν οίδα, ότι τυφλός ων άρτι βλέπω. Είπον δέ αυτώ πάλιν, τί εποίησέ σοι; Πως ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; Απεκρίθη αυτοίς, είπον υμίν ήδη, και ουκ ηκούσατε, τι πάλιν θέλετε ακούειν; Μη και υμείς θέλετε αυτού μαθηταί γενέσθαι; Ελοιδόρησαν αυτόν και είπον, συ ει μαθητής εκείνου, ημείς δε του Μωυσέως εσμέν μαθηταί. Ημείς οίδαμεν ότι Μωυσεί λελάληκεν ο Θεός, τούτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστίν. Απεκρίθη ο άνθρωπος και είπεν αυτοίς, εν γάρ τούτω θαυμαστόν εστιν, ότι υμείς ουκ οίδατε πόθεν εστί, και ανέωξέ μου τους οφθαλμούς. Οίδαμεν δε ότι αμαρτωλών ο Θεός ουκ ακούει, αλλ' εάν τις θεοσεβής ή και το θέλημα αυτού ποιή, τούτου ακούει. Εκ του αιώνος ουκ ηκούσθη ότι ήνοιξέ τις οφθαλμούς τυφλού γεγεννημένου. Ει μη ην ούτος παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποιείν ουδέν. Απεκρίθησαν και είπον αυτώ, εν αμαρτίαις συ εγεννήθης όλος, και συ διδάσκεις ημάς; Και εξέβαλον αυτόν έξω. Ήκουσεν ο Ιησούς ότι εξέβαλον αυτόν έξω, και ευρών αυτόν είπεν αυτώ, συ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού; Απεκρίθη εκείνος και είπε, και τις εστι, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν; Είπε δε αυτώ ο Ιησούς, και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σου εκείνος εστιν. Ο δε έφη, πιστεύω, Κύριε, και προσεκύνησεν αυτώ.

Απόδοση στη Νεοελληνική

Τον καιρόν εκείνον καθώς βάδιζε ο Ιησούς, είδε άνθρωπο γεννημένο τυφλόν και τον ερώτησαν οι μαθητές του, «Ραββί, ποιος αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του δια να γεννηθεί τυφλός;». Αποκρίθηκε ο Ιησούς, «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά διά να φανερωθούν εξ αφορμής του τα έργα του θεού. Εγώ πρέπει να κάνω τα έργα εκείνου πού με έστειλε ενόσω είναι ήμερα θα έλθει νύχτα, όταν κανείς δεν θα μπορεί να εργασθεί . Όσον καιρόν είμαι στον κόσμο, είμαι το φως του κόσμου». Όταν είπε αυτά, έφτυσε χάμω και έκανε πηλό με το φτύσιμο και άλειψε τον πηλό επάνω εις τα μάτια του τυφλού και του είπε, Πήγαινε, πλύσου εις την κολυμβήθρα του Σιλωάμ, το οποίον μεταφράζεται Απεσταλμένος. Έφυγε λοιπόν και πλύθηκε και επέστρεψε βλέπων. Οι γείτονες και εκείνοι που προηγουμένως τον έβλεπαν ότι ήτο τυφλός, έλεγαν, Δεν είναι αυτός που καθότανε και ζητιάνευε;. Μερικοί έλεγαν ότι αυτός είναι και άλλοι ότι είναι κάποιος που του μοιάζει. Εκείνος έλεγε, Εγώ είμαι. Του είπαν τότε, «Πώς άνοιξαν τα μάτια σου;». Αποκρίθηκε εκείνος, «Ένας άνθρωπος που ονομάζεται Ιησούς έκανε πηλό και μου άλειψε τα μάτια και μου είπε, πήγαινε εις την κολυμβήθρα του Σιλωάμ και πλύσου. Όταν επήγα και πλύθηκα, απέκτησα το φως μου». Τότε τον ερώτησαν, «Που είναι εκείνος;». Και αυτός αποκρίθηκε, «Δεν ξέρω». Οδηγούν αυτόν, τον άλλοτε τυφλόν, εις τους Φαρισαίους. Ήτο δε Σάββατο, όταν έκανε ό Ιησούς τον πηλό και άνοιξε τα μάτια του. Τότε οι Φαρισαίοι πάλιν τον ερώτησαν πως απέκτησε το φως του, αυτός δε είπε, «Μου έβαλε πηλό εις τα μάτια και πλύθηκα και βλέπω». Μερικοί από τούς Φαρισαίους είπαν, «Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον θεό, διότι δεν τηρεί το Σάββατο». Άλλοι έλεγαν, «Πώς μπορεί άνθρωπος αμαρτωλός να κάνη τέτοια θαύματα;». Και έγινε διχασμός μεταξύ τους. Λέγουν πάλιν εις τον τυφλόν, «Συ τι λες γι' αυτόν αφού σου άνοιξε τα μάτια;». Αυτός είπε, «Είναι προφήτης». Οι Ιουδαίοι δεν ήθελαν να πιστέψουν ότι ήτανε τυφλός και απέκτησε το φως του, έως ότου εφώναξαν τους γονείς του και τους ερώτησαν, «Αυτός είναι ο υιός σας, δια τον οποίον λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Πώς λοιπόν τώρα βλέπει;». Αποκρίθηκαν εις αυτούς οι γονείς του, «Ξέρουμε ότι αυτός είναι ο υιός μας και ότι γεννήθηκε τυφλός. Πώς όμως τώρα βλέπει, δεν γνωρίζομε, ούτε ξέρουμε ποιός άνοιξε τα μάτια του. Αυτός ηλικία έχει, ερωτήσατε τον, θα μιλήσει για τον εαυτόν του». Αυτά είπαν οι γονείς του, διότι φοβούνταν τους Ιουδαίους, επειδή οι Ιουδαίοι είχαν ήδη συμφωνήσει να γίνει αποσυνάγωγος όποιος ομολογήσει ότι αυτός είναι ο Χριστός. Γι' αυτό οι γονείς του είπαν, «Ηλικία έχει, ερωτήσατε τον». Εφώναξαν τότε για δευτέρη φορά τον άνθρωπο πού ήτανε τυφλός και του είπαν, «Δόξασε τον Θεό. Εμείς ξέρουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός». Εκείνος αποκρίθηκε, «Εάν είναι αμαρτωλός, δεν ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω, ότι ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω». Τότε πάλιν τον ερώτησαν, «Τι σου έκαμε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;». Αυτός τους αποκρίθηκε, «Σας είπα ήδη και δεν δώσατε προσοχή γιατί θέλετε πάλιν να το ακούσετε; Μήπως θέλετε και σεις να γίνετε μαθητές του;». Τότε τον έβρισαν και του είπαν, «Συ είσαι μαθητής εκείνου, εμείς είμεθα μαθητές του Μωυσέως. Εμείς ξέρουμε ότι στον Μωυσή μίλησε ο Θεός, αλλά γι' αυτόν δεν ξέρουμε από που είναι». Ο άνθρωπος τους αποκρίθηκε, «Αυτό ακριβώς είναι το εκπληκτικό, ότι σεις δεν ξέρετε από που είναι, και όμως μου άνοιξε τα μάτια. Ξέρουμε δε ότι τους αμαρτωλούς ο θεός δεν τους ακούει, αλλά εάν κανείς είναι θεοσεβής και κάνει το θέλημα του, εκείνον ακούει. Ποτέ πριν δεν ακούσθηκε ότι άνοιξε κάποιος τα μάτια τυφλού εκ γενετής. Εάν ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν από τον Θεό, δεν θα μπορούσε να κάνη τίποτε». Εκείνοι του αποκρίθηκαν, «Συ γεννήθηκες ολόκληρος μέσα στην αμαρτία και μας διδάσκεις;». Και τον έβγαλαν έξω. Άκουσε ο Ιησούς ότι τον έβγαλαν έξω και όταν τον βρήκε του είπε, «Πιστεύεις συ εις τον Υιό του Θεού;». Αποκρίθηκε εκείνος, «Και ποιος είναι, Κύριε, για να πιστέψω σ' αυτόν;». Ο Ιησούς του είπε, «Τον έχεις δει, είναι μάλιστα αυτός που μιλεί μαζί σου». «Πιστεύω, Κύριε», είπ
ε εκείνος και Τον προσκύνησε.

Άβαταρ μέλους
agiooros
Διαχειριστής
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 2680
Εγγραφή: Τρί Φεβ 08, 2005 9:00 am
Τοποθεσία: Νίκος@Εύβοια
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από agiooros »

Κυριακή 20 Μαϊου


Ιωάννης ιζ’ 1-13

Η προσευχή του Ιησού


Ταύτα ελάλησεν ο Ιησούς, και επήρε τους οφθαλμούς αυτού εις τον ουρανόν και είπε, πάτερ, ελήλυθεν η ώρα. Δόξασον σου τον υιόν, ίνα και ο υιός σου δοξάση σε, καθώς έδωκας αυτώ εξουσίαν πάσης σαρκός, ίνα παν ο δέδωκας αυτώ δώση αυτοίς ζωήν αιώνιον. Αύτη δε έστιν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν. Εγώ σε εδόξασα επί της γης, το έργον ετελείωσα ο δέδωκας μοι ίνα ποιήσω. Και νυν δόξασον με συ, πάτερ, παρά σεαυτώ τη δόξη η είχον προ του τον κόσμον είναι παρά σοι. Εφανέρωσα σου το όνομα τοις ανθρώποις ους δέδωκας μοι εκ του κόσμου. Σοι ήσαν και εμοί αυτούς δέδωκας, και τον λόγον σου τετηρήκασι. Νυν έγνωκαν ότι πάντα όσα δέδωκας μοι παρά σου έστιν ότι τα ρήματα α δέδωκας μοι δέδωκα αυτοίς, και αυτοί έλαβον, και έγνωσαν αληθώς ότι παρά σου εξήλθον, και επίστευσαν ότι συ με απέστειλας. Εγώ περί αυτών ερωτώ. Ου περί του κόσμου ερωτώ, αλλά περί ων δέδωκας μοι, ότι σοι είσι, και τα εμά πάντα σα έστι και τα σα εμά, και δεδόξασμαι εν αυτοίς. Και ουκέτι ειμί εν τω κόσμω, και ούτοι εν τω κόσμω εισί, και εγώ προς σε έρχομαι. πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματι σου ω δέδωκας μοι, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς. ότε ήμην μετ' αυτών εν τω κόσμω, εγώ ετήρουν αυτούς εν τω ονόματι σου. Ους δέδωκας μοι εφύλαξα, και ουδείς εξ αυτών απώλετο ει μη ο υιός της απωλείας, ίνα η γραφή πληρωθή. Νυν δε προς σε έρχομαι, και ταύτα λαλώ εν τω κόσμω ίνα έχωσι την χαράν την εμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς.


Απόδοση στη Νεοελληνική

Τον καιρόν εκείνον, αφού σήκωσε ο Ιησούς τα μάτια του εις τον ουρανό είπε, «Πατέρα, ήλθε ή ώρα, δόξασε τον Υιό σου, δια να σε δοξάσει και ο Υιός σου, σύμφωνα με την εξουσία που του έδωσες επί όλων των ανθρώπων, δια να δώσει ζωή αιώνια εις τον καθένα από εκείνους που του έδωκες Αυτή είναι η αιώνιος ζωή: το να γνωρίζουν σε τον μόνον αληθινό θεό και τον Ιησού Χριστόν, τον οποίον έστειλες. Εγώ σε δόξασα επί της γης, τελείωσα το έργον που μου έδωκες να κάνω, και τώρα δόξασε με συ, Πατέρα, πλησίον σου με την δόξα που είχα μαζί σου πριν να υπάρξει ο κόσμος. Φανέρωσα το όνομά σου εις τούς ανθρώπους, τους οποίους μου έδωκες από τον κόσμο. Δικοί σου ήσαν και τούς έδωκες σ' εμένα, και τον λόγο σου έχουν τηρήσει. Τώρα κατάλαβαν ότι όλα όσα μου έδωκες, είναι από σένα, διότι τα λόγια που μας έδωκες, τους τα έδωκα και αυτοί τα εδέχθησαν και γνώρισαν αληθινά ότι βγήκα από σένα και επίστεψαν ότι συ με έστειλες. Εγώ γι' αυτούς παρακαλώ, δεν παρακαλώ για τον κόσμο, αλλά για εκείνους που μου έδωκες, επειδή είναι δικοί σου και όλα τα δικά μου είναι δικά σου και τα δικά σου είναι δικά μου, και έχω δοξασθεί διά αυτών. Δεν θα είμαι πλέον εις τον κόσμο, ενώ αυτοί θα είναι εις τον κόσμο, και εγώ έρχομαι σ' εσένα. Πατέρα άγιε, φύλαξε τους με την δύναμιν του ονόματός σου που μου έδωκες, δια να είναι ένα όπως είμεθα εμείς. Όταν ήμουν μαζί τους εις τον κόσμο, εγώ τους φύλασσα με την δύναμιν του ονόματός σου, εκείνους που μου έδωκες τους εφύλαξα και κανένας απ' αυτούς δεν χάθηκε παρά ο υιός της απωλείας δια να εκπληρωθεί η γραφή. Άλλα τώρα έρχομαι σ' εσένα, και αυτά τα λέγω ενώ είμαι ακόμη εις τον κόσμο, δια να έχουν την χαρά μου μέσα τους τελεία».

Άβαταρ μέλους
agiooros
Διαχειριστής
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 2680
Εγγραφή: Τρί Φεβ 08, 2005 9:00 am
Τοποθεσία: Νίκος@Εύβοια
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από agiooros »

Κυριακή 27 Μαΐου

Ιωάννη ζ’ 37-52, η’ 12

Το ζωντανό νερό


Εν δε τη εσχάτη ημέρα τη μεγάλη της εορτής ειστήκει ο Ιησούς και έκραξε λέγων, εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω. Ο πιστεύων εις εμέ, καθώς είπεν η γραφή, ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος. Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις αυτόν, ούπω γαρ ην Πνεύμα Άγιον, ότι Ιησούς ουδέπω εδοξάσθη. Πολλοί ουν εκ του όχλου ακούσαντες τον λόγον έλεγον, ούτός εστιν αληθώς ο προφήτης, άλλοι έλεγον, ούτός εστιν ο Χριστός, άλλοι έλεγον, μη γάρ εκ της Γαλιλαίας ο Χριστός έρχεται; Ουχί η γραφή είπεν ότι εκ του σπέρματος Δαυίδ και από Βηθλεέμ της κώμης, όπου ην Δαυίδ, ο Χριστός έρχεται; Σχίσμα ουν εν τω όχλω εγένετο δι' αυτόν. Τινές δε ήθελον εξ αυτών πιάσαι αυτόν, αλλ' ουδείς επέβαλεν επ' αυτόν τας χείρας. Ηλθον ουν οι υπηρέται προς τους αρχιερείς και Φαρισαίους, και είπον αυτοίς εκείνοι, διατί ουκ ηγάγετε αυτόν; Απεκρίθησαν οι υπηρέται, ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος. Απεκρίθησαν ουν αυτοίς οι Φαρισαίοι, μη και υμείς πεπλάνησθε; Μη τις εκ των αρχόντων επίστευσεν εις αυτόν ή εκ των Φαρισαίων; Αλλ' ο όχλος ούτος ο μη γινώσκων τον νόμον επικατάρατοί εισι! Λέγει Νικόδημος προς αυτούς, ο ελθών νυκτός προς αυτόν, εις ων εξ αυτών, μη ο νόμος ημών κρίνει τον άνθρωπον, εάν μη ακούση παρ' αυτού πρότερον και γνω τι ποιεί; Απεκρίθησαν και είπον αυτώ, μη και συ εκ της Γαλιλαίας ει; Ερεύνησον και ίδε ότι προφήτης εκ της Γαλιλαίας ουκ εγήγερται. Πάλιν ουν αυτοίς ο Ιησούς ελάλησε λέγων, εγώ ειμι το φως του κόσμου, ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ' έξει το φως της ζωής.

Απόδοση στη Νεοελληνική

Την τελευταία ημέρα την μεγάλη της εορτής στάθηκε ο Ιησούς και εφώναξε δυνατά : "Εάν κανείς διψά, ας έλθει σε εμέ και ας πιει. Εκείνος που πιστεύει σε εμέ, καθώς είπε η γραφή, "θα τρέξουν από την κοιλιά του ποταμοί νερού ζωντανού". Αυτό το είπε διά το Πνεύμα, το οποίον θα έπαιρναν εκείνοι που θα πίστευαν σε Αυτόν. Διότι δεν είχε δοθεί ακόμη το Πνεύμα Άγιο, επειδή ο Ιησούς δεν είχε ακόμα δοξασθεί. Πολλοί από το πλήθος, όταν άκουσαν αυτά, έλεγαν," Μήπως ο Χριστός έρχεται από την Γαλιλαία; Δεν είπε η γραφή ότι ο Χριστός έρχεται από το σπέρμα του Δαυίδ και από την κωμόπολη Βηθλεέμ, όπου ήτο ο Δαυίδ;". Έγινε λοιπόν διχασμός γι' αυτόν μεταξύ του πλήθους. Μερικοί ήθελαν να τον πιάσουν αλλά κανείς δεν έβαλε χέρι επάνω του. Τότε επέστρεψαν οι υπηρέτες προς τους αρχιερείς και τους Φαρισαίους, οι οποίοι τους είπαν: "Γιατί δεν τον φέρατε;" Αποκρίθηκαν οι υπηρέτες : "Κανείς άνθρωπος δεν μίλησε ποτέ όπως μιλεί αυτός ο άνθρωπος". Οι Φαρισαίοι τους αποκρίθηκαν :"Μήπως και εσείς έχετε πλανηθεί; Επίστεψε σε Αυτόν κανείς από τους άρχοντας ή τους Φαρισαίους; όσο γι' αυτόν τον όχλο, που δεν ξέρει τον νόμο, είναι καταραμένος". Λέγει εις αυτούς ο Νικόδημος, ο οποίος είχε έλθει εις αυτόν την νύχτα και ο οποίος ήτο ένας από αυτούς, "Καταδικάζει άνθρωπο, ο νόμος μας εάν δεν τον ακούσει προηγουμένως και μάθη τι έκανε;" Αποκρίθηκε εις αυτόν: "Μήπως και εσύ είσαι από την Γαλιλαία; Ερεύνησε και θα δεις, ότι δεν έχει έλθει προφήτης από την Γαλιλαία". Πάλιν ο Ιησούς τους μίλησε και είπε: "Εγώ είμαι το φως του κόσμου. Εκείνος που με ακολουθεί δεν θα περπατήσει εις το σκοτάδι αλλά θα έχει το φως της ζωής".

Άβαταρ μέλους
agiooros
Διαχειριστής
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 2680
Εγγραφή: Τρί Φεβ 08, 2005 9:00 am
Τοποθεσία: Νίκος@Εύβοια
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από agiooros »

Σάββατο 30 Ιουνίου


Σύναξις των Αγίων ενδόξων 12 Αποστόλων




ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Ματθαίος θ’ 36, ι’ 1-8



Η συμπόνια του Ιησού διά τον κόσμον




Ιδών δε τους όχλους εσπλαγχνίσθη περί αυτών, ότι ήσαν εκλελυμένοι και ερριμμένοι ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα. Και προσκαλεσάμενος τους δώδεκα μαθητάς αυτού έδωκεν αυτοίς εξουσίαν πνευμάτων ακαθάρτων ώστε εκβάλλειν αυτά και θεραπεύειν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν. Των δε δώδεκα αποστόλων τα ονόματά εισι ταύτα, πρώτος Σίμων ο λεγόμενος Πέτρος και Ανδρέας ο αδελφός αυτού, Ιάκωβος ο του Ζεβεδαίου και Ιωάννης ο αδελφός αυτού, Φίλιππος και Βαρθολομαίος, Θωμάς και Ματθαίος ο τελώνης, Ιάκωβος ο του Αλφαίου και Λεββαίος ο επικληθείς Θαδδαίος, Σίμων ο Κανανίτης και Ιούδας ο Ισκαριώτης ο και παραδούς αυτόν. Τούτους τους δώδεκα απέστειλεν ο Ιησούς παραγγείλας αυτοίς λέγων, εις οδόν εθνών μη απέλθητε και εις πόλιν Σαμαρειτών μη εισέλθητε, πορεύεσθε δε μάλλον προς τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ. Πορευόμενοι δε κηρύσσετε λέγοντες ότι ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών. Ασθενούντας θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς εγείρετε, δαιμόνια εκβάλλετε· δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε.

Απόδοση στη Νεοελληνική

Όταν είδε τον κόσμο, τους σπλαχνίσθηκε, διότι ήσαν κατακουρασμένοι και παρατημένοι σαν πρόβατα που δεν έχουν βοσκό. Και αφού προσκάλεσε τους δώδεκα μαθητές του, τους έδωσε εξουσία επάνω στα ακάθαρτα πνεύματα, να τα βγάζουν και να θεραπεύουν κάθε ασθένεια και κάθε αδυναμία. Των δώδεκα αποστόλων τα ονόματα είναι τα εξής : Πρώτος ο Σίμων, ο οποίος ονομάζεται Πέτρος, και Ανδρέας ο αδελφός του και Ιάκωβος ο υιός του Ζεβεδαίου και Ιωάννης ο αδελφός του, Φίλιππος και Βαρθολομαίος, Θωμάς και Ματθαίος ο τελώνης, Ιάκωβος ο υιός του Αλφαίου και Λεβαίος, ο οποίος ονομάσθηκε Θαδαίος, Σίμων ο Κανανίτης και Ιούδας ο Ισκαριώτης, ο οποίος τον παρέδωσε. Αυτούς τους δώδεκα έστειλε ο Ιησούς και τους παρήγγειλε τα εξής, «Προς τους εθνικούς μη πηγαίνετε και εις πόλιν των Σαμαρειτών μη μπαίνετε, αλλά πηγαίνετε μάλλον εις τα χαμένα πρόβατα της γενεάς του Ισραήλ. Καθώς πηγαίνετε, να κηρύττετε και να λέγετε ότι πλησίασε η βασιλεία των ουρανών. Ασθενείς να θεραπεύετε, νεκρούς να ανασταίνετε, λεπρούς να καθαρίζετε, δαιμόνια να διώχνετε. Δωρεάν λάβατε, δωρεάν δώσατε.

Άβαταρ μέλους
g_aggelos
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1468
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 9:00 am
Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από g_aggelos »

Κυριακή 1 Ιουλίου

Ματθαίος η’ 28 – θ’ 1

Οι δαιμονισμένοι Γαδαρηνοί


Και ελθόντι αυτώ εις το πέραν εις την χώραν των Γεργεσηνών υπήντησαν αυτώ δύο δαιμονιζόμενοι εκ των μνημείων εξερχόμενοι, χαλεποί λίαν, ώστε μη ισχύειν τινά παρελθείν διά της οδού εκείνης. Και ιδού έκραξαν λέγοντες, τι ημίν και σοι, Ιησού υιέ του Θεού; Ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς; Ην δε μακράν απ αυτών αγέλη χοίρων πολλών βοσκομένη. Οι δε δαίμονες παρεκάλουν αυτόν λέγοντες, ει εκβάλλεις ημάς, επίτρεψον ημίν απελθείν εις την αγέλην των χοίρων. Και είπεν αυτοίς, υπάγετε. Οι δε εξελθόντες απήλθον εις την αγέλην των χοίρων και ιδού ώρμησε πάσα η αγέλη των χοίρων κατά του κρημνού εις την θάλασσαν και απέθανον εν τοίς ύδασιν. Οι δε βόσκοντες έφυγον, και απελθόντες εις την πόλιν απήγγειλαν πάντα και τα των δαιμονιζομένων. Και ιδού πάσα η πόλις εξήλθεν εις συνάντησιν τω Ιησού, και ιδόντες αυτόν παρεκάλεσαν όπως μεταβή από των ορίων αυτών. Και εμβάς εις πλοίον διεπέρασε και ήλθεν εις την ιδίαν πόλιν.

Απόδοση στη Νεοελληνική

Και όταν ήλθε στην απέναντι όχθη, στην χώρα των Γαδαρηνών, τον προϋπάντησαν δύο δαιμονισμένοι, οι οποίοι έβγαιναν από τα μνημεία, πολύ επικίνδυνοι, ώστε κανείς δεν ήταν δυνατόν να περάσει από τον δρόμο εκείνο. Και φώναξαν, «Τι έχεις μαζί μας, Ιησού, Υιέ του Θεού; Ήλθες εδώ προώρος για να μας βασανίσεις;». μακριά από αυτούς ήταν μια μεγάλη αγέλη από χοίρους, που έβοσκαν. Και οι δαίμονες τον παρακαλούσαν και έλεγαν, «Εάν μας διώξεις, άφησέ μας να πάμε στην αγέλη των χοίρων». Και αυτός τους είπε, «Πηγαίνετε». Αυτοί δε βγήκαν και πήγαν στην αγέλη των χοίρων. Και ολόκληρη η αγέλη κατακρυμνίσθηκε στη θάλασσα και χάθηκε στα νερά. Οι δε βοσκοί έφυγαν και όταν ήλθαν στην πόλη, τους τα είπαν όλα για τους δαιμονισμένους. Και όλη η πόλη βγήκε σε συνάντηση του Ιησού και όταν τον είδαν, τον παρακάλεσαν να φύγει από τα σύνορά τους. Και μπήκε στο πλοιάριο, πέρασε απέναντι και ήλθε στην δική του πόλη.
Εικόνα


Εικόνα

Άβαταρ μέλους
g_aggelos
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1468
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 9:00 am
Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από g_aggelos »

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου

Γεννέσιον της Υπεραγίας Θεοτόκου

Λουκά ι’ 38-42, ια’ 27-28

Η Μάρθα και η Μαρία


Εγένετο δε εν τω πορεύεσθαι αυτούς και αυτός εισήλθεν εις κώμην τινά. Γυνή δε τις ονόματι Μάρθα υπεδέξατο αυτόν εις τον οίκο αυτής. Και τήδε ην αδελφή καλούμενη Μαρία, ή και παρακαθίσασα παρά τους πόδας του Ιησού ήκουε τον λόγον αυτού. Η δε Μάρθα περιεσπάτο περί πολλήν διακονίαν, επιστάσα δε είπε, Κύριε, ου μέλει σοι ότι η αδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονείν; Είπε ουν αυτή ίνα μοι συναντιλάβηται. Αποκριθείς δε είπεν αυτή ο Ιησούς, Μάρθα Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά, ενός δε εστι χρεία. Μαρία δε την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ’ αυτής. Εγένετω δε εν τω λέγειν αυτόν ταύτα επάρασά τις γυνή φωνήν εκ του όχλου είπεν αυτώ, μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας. Αυτός δε είπε, μενούνγε μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν.

Απόδοση στην Νεοελληνική

Κατά μία πορεία τους, αυτός μπήκε σε ένα χωριό. Μία γυναίκα, που ονομαζόταν Μάρθα, τον υποδέχθηκε στο σπίτι της. Αυτή είχε αδελφή που ονομαζόταν Μαρία, η οποία καθόταν κοντά στα πόδια του Ιησού και άκουγε όσα έλεγε. Αλλά η Μάρθα ήταν απασχολημένη με πολλή υπηρεσία και πλησίασε και είπε, «Κύριε, δεν σε μέλει που η αδελφή μου με άφησε μόνη να υπηρετώ; Πες της λοιπόν να με βοηθήσει». Ο Ιησούς αποκρίθηκε, «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και ανησυχείς για πολλά πράγματα, αλλά ένα πράγμα είναι αναγκαίο. Η Μαρία διάλεξε την καλή μερίδα, η οποία δεν θα της αφαιρεθεί». Ενώ έλεγε αυτά, κάποια γυναίκα από τον κόσμο φώναξε και του είπε, «Μακάρια η κοιλιά που σε βάσταξε και οι μαστοί που θήλασες». Αυτός δε είπε, «Μακάριοι μάλλον είναι εκείνοι που ακούν τον λόγο του Θεού και τον φυλάνε».
Εικόνα


Εικόνα

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”