Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2052
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΒ΄ (12η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΑΥΤΟΝΟΜΟΥ.

Δημοσίευση από silver » Τετ Σεπ 11, 2019 11:23 pm

Αυτόνομος ο Άγιος Ιερομάρτυς ήτο Επίσκοπος κατά την Ιταλίαν, ήθλησε δε εν Βιθυνία κατά τας ημέρας του ασεβεστάτου βασιλέως Διοκλητιανού, ότε ούτος εκίνησε τον κατά των Χριστιανών διωγμόν εν έτρει 298 μ. Χ. Ας είπωμεν όμως απ’ αρχής το Μαρτύριον αυτού, διότι όσον είναι άτοπον να ομιλή τις τα μη πρέποντα, τοσούτον είναι, νομίζω, και όταν σιωπά τα καλά και ωφέλιμα· επειδή όσον ο μη τα καλά διηγούμενος τας των ακροατών ψυχάς έβλαψε, τοσούτον και ο τας αγαθάς πράξεις σιωπών, της εξ αυτών ωφελείας τους φιλευσεβείς απεστέρησεν. Ούτω λοιπόν και ημείς δεν θέλομεν να κατακρύψωμεν με την σιωπήν τον μέχρις ημών φθάσαντα κρυπτόμενον ως ανέκδοτον τον ψυχωφελέστατον Βίον του Αγίου τούτου Ιερομάρτυρος Αυτονόμου, αλλά προς υμάς τους φιλομάρτυρας ακροατάς επιθυμούμεν να παραδώσωμεν. Διότι έφθασε και προς ημάς το τούτου Μαρτύριον, το οποίον συνέγραψέ τις των προ ημών, εξ αγαθής μεν διανοίας και γνώμης, εξ αμαθείας δε δια γλώσσης συγκεχυμένης· αλλ’ όμως αν και ούτως έχει η φράσις, η διήγησις είναι αληθής· διο και ημείς ως επιμεληταί των τοιούτων, μαθόντες γράφομεν αυτά. Ούτος λοιπόν ο γενναίος της ευσεβείας αγωνιστής θείος Αυτόνομος εκοσμείτο με το αξίωμα του Επισκόπου κατά τα μέρη της Ιταλίας. Βλέπων δε ότι ο ασεβής Διοκλητιανός, ομού με τον Μαξιμιανόν και τον Γαλέριον, εκίνησαν μέγαν διωγμόν κατά της Εκκλησίας του Χριστού, και φέρων εις μνήμην την θείαν του Χριστού εντολήν, δια της οποίας προστάσσει τους διωκομένους να φεύγωσιν από της μιας πόλεως εις την άλλην, και γνωρίζων ότι εάν μένη εκεί θα είναι εις κίνδυνον ως μη δυνάμενος να διδάσκη τον λόγον της αληθείας, δια τούτο φεύγει μακράν των διωκόντων, σκεπτόμενος ότι το να διδάσκη και να παρακινή το ποίμνιον αυτού εις την ευσέβειαν δύναται να το πράξη και δι’ επιστολών, όπως έκαμε πρότερον δια της γλώσσης και εχειραγώγει τους εν τω σκότει της ασεβείας πεπλανημένους οδηγών αυτούς προς το φέγγος της αληθείας. Ένεκα τούτου λοιπόν, καταλιπών την Ιταλίαν, πορεύεται προς την Βιθυνίαν της Μικράς Ασίας, ένθα τη του Θεού βοηθεία καταφεύγει εις εν χωρίον Σωρεοί μεν ονομαζόμενον, προς τα δεξιά δε μέρη του κόλπου της Νικομηδείας ευρισκόμενον, και εκεί προσδεχθείς φιλοξενείται παρά τινος ανδρός Κορνηλίου καλουμένου. Εκεί λοιπόν διατρίψας ικανόν καιρόν και διδάξας τα της ευσεβείας μυστήρια, είτα και Ναόν άγιον ωκοδόμησεν επ’ ονόματι του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, εις τον οποίον εχειροτόνησε Διάκονον τον ειρημένον ξενοδόχον του Κορνήλιον, προς τον οποίον παρέδωκε την των Χριστιανών φροντίδα και επιμέλειαν· αυτός δε αναχωρήσας εκείθεν, επορεύθη εις την Λυκαονίαν και Ισαυρίαν, κήρυξ και εκεί γενόμενος της του Χριστού πίστεως, τους μεν στηρίζων, τους δε επιστρέφων εις την ευσέβειαν. Μετά παρέλευσιν καιρού επανελθών εις Σωρεούς ο Ιεράρχης Αυτόνομος, και ευρών τον Διάκονον Κορνήλιον αυξάνοντα τον σπόρον της θεογνωσίας και τον καρπόν εκατοστεύοντα, παρευθύς ανάγει αυτόν εις τον του Πρεσβυτέρου βαθμόν. Αλλ’ επειδή εν τω μεταξύ έμαθεν ότι ο βασιλεύς Διοκλητιανός, ελθών εις την Νικομήδειαν, μαίνεται κατά των Χριστιανών και σπουδάζει ίνα εξαλείψη πάσαν ηλικίαν και γένος εξ αυτών, εξαιρέτως δε ότι ανεζήτει αυτόν τούτον τον Αυτόνομον, δια τούτο ο θείος Ιεράρχης αναχωρήσας πάλιν εκείθεν απέπλευσεν εις το Μαντίνειον και Κλαυδιούπολιν, αίτινες είναι πόλεις κείμεναι επί της Μαύρης Θαλάσσης. Όθεν κηρύξας και εκεί τον λόγον της αληθείας ως άλλος Απόστολος, τη του Θεού συνεργεία πάλιν επιστρέφει εις Σωρεούς προς τον ιερόν Κορνήλιον. Και την προς αυτόν εμπιστευθείσαν Εκκλησίαν επισκεφθείς, και ταύτην ακόμη περισσότερον πολλαπλασιασθείσαν ευρών, τον μεν Κορνήλιον χειροτονεί Επίσκοπον, αυτός δε πορεύεται προς τα μέρη της Μικράς Ασίας, ένθα τας μεν ακάνθας της πλάνης και της ασεβείας τελείως εκριζώσας, τα δε της ευσεβείας σπέρματα φιλοπόνως κατασπείρας, καρποφόρα θείας γνώσεως τα μέρη εκείνα απέδειξε, και πολύν καρπόν δια της Θείας Χάριτος οι κάτοικοι των τόπων εκείνων προσέφερον εις τον Θεόν. Κατόπιν δε τούτων ο Ιεράρχης Αυτόνομος επανέρχεται πάλιν εις Σωρεούς. Ολίγον μακράν από τους Σωρεούς υπήρχεν χωρίον, Λίμναι ονομαζόμενον, του οποίου οι κάτοικοι ευρίσκοντο εις το βαθύτατον σκότος της ασεβείας· προς αυτό λοιπόν το χωρίον μεταβάς ο θείος Αυτόνομος εδίδαξε τους κατοίκους, και εις ολίγον καιρού διάστημα προς το φέγγος της ευσεβείας ωδήγησε· τους οποίους και βαπτίσας άπαντας, συνηρίθμησεν εις την ιεράν ποίμνην του Χριστού τούτους. Είτα αφού ετέλεσε ταύτα πάντα, έδωκε δόξαν τω Θεώ και έχαιρεν ως άλλος Απόστολος. Οι δε πιστεύσαντες δι’ αυτού εις τον Χριστόν, βλέποντες ότι οι ασεβείς ειδωλολάτραι θυσιάζουσι συνεχώς εις τους δαίμονας κατά τινα δαιμονικήν αυτών εορτήν, κατά την οποίαν εποίουν και τινα άσεμνα έργα, εις τα οποία χαίρουσιν οι δαίμονες, ταύτα, λέγω, οι ευσεβείς πολλάκις βλέποντες, και ζήλω θείω κινηθέντες, ώρμησαν ομοθυμαδόν κατά την ημέραν κατά την οποίαν οι ειδωλολάτραι ετέλουν τα συνήθη εις αυτούς έργα, και τα είδωλα τούτων συντρίψαντες, εδείκνυον εις αυτούς τα συντρίμματα. Τούτο το γεγονός, τότε μεν εις έκπληξιν και απορίαν έφερε τους ειδωλολάτρας, και εις θρήνον μάλλον ή εις εκδίκησιν κατά το παρόν ετράπησαν. Ύστερον όμως, από ζήλον δαιμονικόν εμπλησθέντες, διέπραξαν οι άθλιοι την εκδίκησιν. Φυλάξαντες ούτοι μίαν ημέραν, κατά την οποίαν ο του Χριστού θεράπων Αυτόνομος ελειτούργει εις τον Θεόν, και λαβόντες έκαστος εις τας χείρας του ό,τι εύρε πρόχειρον, άλλος μεν ξύλον, έτερος δε σίδηρον, έδραμον όλοι ομού αιφνιδίως εις τον εις Σωρεούς Ιερόν Ναόν, και αφού εκτύπησαν όσους εύρον εκεί, τελευταίον εφόνευσαν και τον Άγιον τούτον Αυτόνομον κατενώπιον της αγίας Τραπέζης, και το αίμα αυτού εξέχεον εκεί ως ποτε το του Προφήτου Ζαχαρίου και του δικαίου Άβελ, το οποίον ως αδίκως χυθέν βοά εισέτι ομού με εκείνους προς τον Κύριον. Όθεν το αίμα αυτό εις μεν τους ασεβείς και φονείς δι’ αιώνος μαρτυρεί την ασεβή αυτών πράξιν, και το αιώνιον πυρ της κολάσεως, όπερ εκδικείται αυτούς με ατελεύτητον οδύνην· εις δε τον Άγιον επροξένησε χαράν ατελεύτητον και ζωήν αιώνιον. Αλλά τα μεν του Αρχιερέως και κήρυκος της ευσεβείας Αυτονόμου ούτως εγένοντο· το δε τίμιον αυτού λείψανον, γυνή τις Μαρία ονομαζομένη και του διακονικού χαρίσματος ηξιωμένη, μετά και άλλων θεοσεβών και εναρέτων ανδρών λαβούσα, και λαμπρώς επί θήκης τινός τοποθετήσασα και οσίως κηδεύσασα παρέδωκεν εις την ταφήν. Μετά παρέλευσιν δε πολλών ετών, ότε ο ευσεβέστατος και Άγιος βασιλεύς Μέγας Κωνσταντίνος θεία δυνάμει τα ρωμαϊκά σκήπτρα ανέλαβεν, τότε ανήρ τις Σεβηριανός ονόματι την εξουσίαν της πόλεως Αλεξανδρείας παραλαβών, και προς αυτήν μεταβαίνων, διήλθε κυκλοειδώς οδοιπορών δια του κόλπου της Νικομηδείας, πλησίον της οποίας κατέκειτο η ιερά θήκη η έχουσα το του Αγίου Αυτονόμου τίμιον λείψανον. Ως δε έφθασεν εκεί ο Σεβηριανός, ευθύς εστάθησαν ακίνητοι πάντες οι ίπποι και ημίονοι αυτού από αόρατον θείαν δύναμιν, και εγένοντο ακίνητοι ως λίθοι αν και σφοδρώς εμαστιγούντο. Ταύτα βλέπων ο Σεβηριανός εξεπλήττετο, μη δυνάμενος να εννοήση το γεγονός· εις δε ανήρ ευσεβής, όστις δια την προς Θεόν ευλάβειαν είχε λάβει παρ’ αυτού την δύναμιν ίνα διαλύη και εξηγή τοιαύτας απορίας και αινίγματα, λέγει προς τον Σεβηριανόν· «Γίνωσκε καλώς, ότι είναι θέλημα Θεού όπως κτίσης ενταύθα Ιερόν Ναόν επ’ ονόματι του Αγίου Ιερομάρτυρος Αυτονόμου· ότι δε ούτως έχει η αλήθεια, ιδού έμπροσθεν ημών η απόδειξις πρόκειται βεβαιούσα τους λόγους μου. Ήδη λοιπόν σοι λάγω ότι, εάν μόνον υποσχεθής την του έργου τούτου εκτέλεσιν, αμέσως θέλεις ίδει αναχωρούντα ταχέως τα ήδη ακίνητα ζώα». Τότε ο Σεβηριανός υπεσχέθη, ότι θα κτίση τον Ναόν· αμέσως δε τα ζώα ήρχισαν τρέχοντα ως και πρότερον και μάλλον περισσότερον. Όθεν τούτο ιδών, διέταξεν ευθύς τα της οικοδομής, και ούτως ήρξατο της οδοιπορίας του. Επανελθών ούτος μετά καιρόν και ευρών τον Ναόν τετελειωμένον, εγκαινιάζει αυτόν και τον καθιστά εις την εντέλειαν, ώστε έκτοτε δεν ημελήθη πλέον, αλλά πάντοτε εωρτάζετο εκεί η μνήμη του Αγίου. Μετά παρέλευσιν όμως αρκετού καιρού, προκειμένου να τελεσθή η θεία Λειτουργία κατά την εορτήν του Αγίου εν τω Ναώ τούτω, παρίστατο εκεί ο μέλλων να επιτελέση την λειτουργίαν Ιερεύς· άγνωστον όμως πως ύδωρ χυθέν άνωθεν εκ του τέμπλου εκ των εκεί υπαρχόντων σκευών, έβρεξε τον Ιερέα, όπερ ούτος δια ύβριν του μεγίστην ενόμισεν. Όθεν μετά την θείαν Λειτουργίαν κρημνίσας τον Ναόν αυτόν, ωκοδόμησεν έτερον εις το παραθαλάσσιον κατά το νότιον μέρος της του Αγίου θήκης, εις την οποίαν ο υπό του Σεβηριανού κτισθείς Ναός υπήρχε. Μετά τον θάνατον του βασιλέως Ζήνωνος, συμβάντα κατά το έτος 491, Ιωάννης τις, με στρατιωτικόν αξίωμα κεκοσμημένος, διέτριβε δια βασιλικήν υπηρεσίαν εις τα χωρία Σωρεοί και Λίμναι. Ούτος λοιπόν, εξελθών ποτε εις κυνήγιον, έφθασε και εις το μέρος εκείνο όπου ευρίσκετο ενταφιασθέν το του Αγίου Αυτονόμου ιερώτατον λείψανον, ένθα και λαγωόν τινα και άλλα ζώα φονεύσας, επέστρεψεν εις τα ίδια. Κατά δε την νύκτα εκείνην βλέπει ο Ιωάννης ούτος εν οράματι τον Ιερομάρτυρα Αυτόνομον προπορευόμενον εις τον τόπον εκείνον, εις τον οποίον εφόνευσε την προηγουμένην ημέραν τον λαγωόν και στερεώνοντα μίαν σκηνήν δια να κατοικήση εκεί. Ο δε Ιωάννης, φροντίζων μάλλον δια τας στρατιωτικάς του υποθέσεις, κατεφρόνησε το όραμα ως απλούν ενύπνιον. Μετά παρέλευσιν όμως ολίγου χρόνου εμφανέστερον προς αυτόν εφάνη ο Άγιος, και το όνομα αυτού φανερώσας, είπεν εις αυτόν, ότι κάτωθεν της σκηνής, την οποίαν είδεν, είναι τεθαμμένον το ιερόν αυτού λείψανον. Τότε πλέον ο στρατιωτικός εκείνος Ιωάννης εσκέφθη, ότι θα πέση εις κίνδυνον εάν σιωπήση τα παρά του Αγίου Αυτονόμου προς αυτόν μηνυθέντα· δια τούτο και φανεροί ταύτα εις τον βασιλέα. Εβασίλευε δε τότε ο μετά τον Ζήνωνα βασιλεύσας Αναστάσιος ο Δίκορος, όστις δεν ήτο μεν κατά πάντα ευσεβής και Ορθόδοξος, υπεκρίνετο όμως τον τοιούτον, δια να έχη την των ανθρώπων εύνοιαν, ώστε μετά των ασεβών ήτο ασεβής και μετά των ευσεβών ήτο ευσεβής δοκιμάζων και εμπαίζων και τους μεν και τους δε· όθεν και κατασκευάζεται μεν παρ’ αυτού ο μέχρι τούδε σωζόμενος Ναός του Αγίου, εγκαινίζεται δε ούτος παρά του μετ’ εκείνον βασιλεύσαντος Ιουστίνου του φιλευσεβούς, όστις και εις αεί διαμένει θαύματα πλείστα επιτελών εις τους μετά πίστεως προσερχομένους. Και ταύτα μεν περί τούτου. Εγώ δε βλέπων νενικημένην την φύσιν και μετά θάνατον, παρακινούμαι κατά αλήθειαν εις δοξολογίαν του Θεού· καθότι ενατενίσας ποτέ επί του τάφου του Αγίου Ιερομάρτυρος Αυτονόμου είδον το ιερόν αυτού λείψανον ανώτερον υπάρχον πάσης φυσικής δυνάμεως του θανάτου. Διότι αυτός ο θάνατος ο διαλύων άπασαν την σύστασιν του ανθρωπίνου σώματος εντός ενός μόνου τριημέρου διαστήματος, αυτός δεν ηδυνήθη ήδη επί διακόσια έτη ουδέ τρίχα να διαφθείρη εκ του γενναίου τούτου μαρτυρικού Σώματος, αλλ’ ήδη έχει την κόμην της κεφαλής σώαν και καθαράν, και τον χαρακτήρα της του προσώπου μορφής ωραιότατον, ζωηρόν και εύτονον, ώστε και άπασαι αι τρίχες των γενείων είναι αδιάφθοροι. Ουχί μόνον δε εις τοσούτον, αλλά και αυτοί οι οφθαλμοί είναι ανεωγμένοι, ώστε εγώ νομίζω, ως μοι φαίνεται, ότι και τώρα βλέπει καθώς και πριν να αποθάνη, και εάν δεν εσέβετο την τάξιν του φυσικού νόμου, δεν ήθελε ούτω πως νασιωπά. Προς τούτοις ίστατο ακόμη και άπας ο τύπος του σώματος σώος εις τας αρμονίας αυτού, καθότι ούτε η κεφαλή αυτού απερράγη, ούτε αυτά τα του σώματος μόρια διεχωρίσθησαν ή εφθάρησαν, αλλ’ ίσταται ώσπερ ζων άνθρωπος, μόνον άνευ λαλιάς και κινήσεως. Τοιουτοτρόπως ο μεγαλόδωρος Κύριος ο Θεός ημών δοξάζει τους αυτόν αντιδοξάζοντας εις τα οικεία αυτών μέλη· ότι αυτώ πρέπει πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2052
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΓ΄ (13η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΚΟΡΝΗΛΙΟΥ του Εκατοντάρχου.

Δημοσίευση από silver » Παρ Σεπ 13, 2019 2:49 am


Κορνήλιος ο Εκατόνταρχος και Μάρτυς ήτο σύγχρονος των Αγίων Αποστόλων ζων εις την Καισάρειαν της Παλαιστίνης. Μετά δε την επί γης σωτήριον του θείου Λόγου επιδημίαν και αφού ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εσταυρώθη δι’ ημάς, ετάφη και ανέστη τριήμερος, αναληφθείς δε εις τους ουρανούς ετελείωσεν άπασαν την ένσαρκον αυτού οικονομίαν, ήτο και ούτος ο μακάριος εις από εκείνους, οίτινες επεθύμουν να ακούσουν και να μάθουν τα θεία έργα του Κυρίου. Ήτο δε ο Κορνήλιος εκατόνταρχος εις τα τάγματα της Ιταλίας, ευσεβής εις τον Θεόν μεθ’ όλου του οίκου του, ελεήμων εις τους πένητας και πρόθυμος εις παν έργον αγαθόν και πριν εισέτι βαπτισθή. Ευρισκόμενος ο θείος Κορνήλιος εις την Καισάρειαν (καθώς ο Ευαγγελιστής Λουκάς ιστορεί εις τας Πράξεις), Άγγελος Κυρίου εφάνη εις αυτόν αισθητώς κατά την ενάτην ώραν και του λέγει· «Κορνήλιε, αι προσευχαί σου και αι ελεημοσύναι σου ανέβησαν εις τον Θεόν· όθεν στείλε εις την χώραν Ιόππην να έλθη εις σε ο Απόστολος Πέτρος, αυτός δε ερχόμενος θέλει διδάξει λόγια ζωής αιωνίου και μυστήρια Θεού». Ταύτα ειπών ο Άγγελος έγινεν άφαντος. Ο δε Κορνήλιος έστειλε δύο υπηρέτας και ένα στρατιώτην πιστόν, προς τους οποίους εφανέρωσεν εκείνα τα οποία είδε και ήκουσε, δια να τα είπωσιν εις τον Απ. Πέτρον και να έλθωσιν ομού προς αυτόν. Ο δε μέγας Απ. Πέτρος ήτο τότε εις την Λύδδαν, όπου ιάτρευσε τον παράλυτον Αινέαν, και ανέστησε και την νεκράν Ταβιθά· ενώ δε μετέβαινεν εις Ιόππην, ήλθον οι απεσταλμένοι του Κορνηλίου, και λέγουσιν εις τον μακάριον Πέτρον τα όσα τους παρήγγειλεν ο Κορνήλιος. Ο δε θείος Απόστολος Πέτρος, έχων την είδησιν ενωρίτερον δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, συγκατετέθη και την άλλην ημέραν εκίνησαν και ήλθον εις την Καισάρειαν· μαθών δε ο Κορνήλιος την έλευσιν του Αποστόλου, εξήλθε και τον προϋπάντησε, πεσών δε εις τους πόδας του τον προσεκύνησε μετά πολλής ευλαβείας. Ο δε Απόστολος τον ήγειρεν από την γην λέγων εις αυτόν· «Και εγώ άνθρωπος είμαι, όπως και συ, και οι λοιποί άνθρωποι». Αφού δε διηγήθη άπαντα ο Κορνήλιος και την αιτίαν δια την οποίαν εκάλεσε τον Απόστολον, εζήτησε διδασκαλίαν σωτήριον, και ακούσας άπαντα τα μυστήρια της αμωμήτου Πίστεως, αυτός και όσοι ήσαν εις την οικίαν και συντροφίαν του εδέχθησαν άπαντες και έλαβον παρά του μεγάλου Πέτρου το άγιον Βάπτισμα. Ότε δε, δια την λύπην την οποίαν έλαβον οι Απόστολοι δια τον άδικον θάνατον του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ανεχώρησαν εις διάφορα μέρη, ηκολούθησεν αυτούς ο θείος Κορνήλιος, ελθών έως της Κύπρου και Αντιοχείας· έπειτα ομού με τον Απόστολον Πέτρον και Τιμόθεον ήλθεν εις τα μέρη της Ασίας έως την Έφεσον. Εκεί λοιπόν διατρίβοντες, έμαθον ότι μία χώρα πολυάνθρωπος, Σκεψέων ονομαζομένη, ευρίσκεται περισσότερον των άλλων βεβυθισμένη εις την ειδωλολατρίαν· όθεν έρριψαν λαχνόν ποίος θα υπάγη εκεί να κηρύξη το Ευαγγέλιον. Έλαχε δε ο κλήρος της διακονίας ταύτης εις τον Κορνήλιον. Μετέβη όθεν ο Άγιος μετά προθυμίας εις εκείνην την χώραν, εις την οποίαν ήτο ηγεμών, Δημήτριος ονόματι φιλόσοφος των Ελλήνων και εχθρός θανάσιμος των Χριστιανών. Ούτος μαθών την άφιξιν του Κορνηλίου, έστειλεν ευθύς και τον εκάλεσε, εξήτασε δε αυτόν διατί ήλθε, και από ποίον τόπον, και τι είναι η εργασία και το επάγγελμά του. Ο δε γενναίος Κορνήλιος ουδόλως δειλιάσας απεκρίθη· «Δούλος είμαι του ζώντος Θεού, εστάλην δε υπό της αληθείας δια να σε εξαγάγω από το σκότος της αγνωσίας, να σε φέρω εις το φως της αληθούς επιγνώσεως και να λαμπρυνθή η ψυχή σου με την ακτίνα της θεογνωσίας». Ταύτα ακούσας εκείνος ο δυσσεβής εξαίφνης τον εκυρίευσεν άλογος θυμός, και λέγει προς τον Άγιον· «Εγώ άλλα σε ηρώτησα, και συ άλλα μου αποκρίνεσαι· ορκίζομαι δε εις τους θεούς, ότι αν δεν μου αποκριθής εις έκαστον ερώτημά μου με τάξιν και σύνεσιν, δεν θέλω λυπηθή το γήρας και την ηλικίαν σου· λοιπόν ειπέ μοι πρώτον την τάξιν της στρατείας σου, και διατί ήλθες εδώ εις την χώραν μας»; Απεκρίθη ο Κορνήλιος· «Εγώ είμαι εις την αξίαν εκατόνταρχος, η δε αιτία, δια την οποίαν ήλθον εδώ, είναι διότι έμαθον ότι συ και ο οίκος σου και όλη η επαρχία σου ευρίσκεσθε εις την πλάνην της μιαράς ειδωλολατρίας· δια τούτο όθεν ήλθον, δια να εξαφανίσω την πλάνην και να σας οδηγήσω εις την οδόν της αληθείας, να σας ειρηνεύσω με τον ζώντα Θεόν, ο οποίος έκαμε τον ουρανόν και την γην και πάντα όσα ευρίσκονται εν αυτοίς, και με την θέλησίν του μόνον κυβερνά και διακρατεί τα πάντα». Προς ταύτα απεκρίθη ο ηγεμών· «Βλέπω σε, άνθρωπε, γηραιόν, και μου έρχεται ποια τις συμπάθεια δια την ηλικίαν σου· όμως ας αφήσωμεν την πολυλογίαν, και με ένα λόγον σού λέγω θυσίασον εις τους θεούς, τον Δία και τον Απόλλωνα· ει δε και δεν στέρξης, ήξευρε βέβαια ότι θέλεις λάβει παρ’ εμού πολλάς και πικράς τιμωρίας, και δεν θέλει ευρεθή κανείς δυνατός Θεός ίνα σε γλυτώση από τας χείρας μου». Απεκρίθη ο Κορνήλιος· «Ο ιδικός μου Θεός δύναται όχι μόνον να με φυλάξη αβλαβή από τας ιδικάς σου χείρας, αλλά και μυρίων άλλων τυράννων χειροτέρων από σε, έτι δε και αυτά τα βδελύγματα, τα οποία συ ονομάζεις θεούς, δύναται να τα συντρίψη και να τα κάμη χώμα και κονιορτόν, και σε να εξαγάγη από το σκότος της απάτης και να σε φέρη εις το φως της θεογνωσίας». Ταύτα ακούσας ο Δημήτριος είπε προς τον Κορνήλιον· «Εγώ ώμοσα εις όλους τους θεούς, ότι ανίσως και δεν αποκρίνεσαι με σύνεσιν και γνώσιν, και ανίσως και δεν θυσιάσης εις τους θεούς, θα σου δώσω φοβερά και ανυπόφορα βάσανα». Λέγει πάλιν ο θαυμάσιος Κορνήλιος· «Άκουσον, ω δικαστά, συνετήν και φρόνιμον από εμέ απόκρισιν· εγώ εις δαίμονας και άψυχα και κωφά είδωλα δεν προσφέρω θυσίαν ουδέποτε, διότι είναι γεγραμμένον από το Άγιον Πνεύμα, ότι οι θεοί οίτινες δεν έκαμαν τον ουρανόν και την γην, υπάγουν εις την απώλειαν. Και πάλιν μάς προστέσσει λέγον· «Κύριον τον Θεόν τον πλάσαντά σε να προσκυνήσης, και αυτόν μόνον να τιμάς και να δοξάζης». Εγώ λοιπόν ήλθον εδώ δια να σας διδάξω το φως της αληθείας, δια να αποφύγητε το σκότος της απάτης του διαβόλου. Όμως δείξατέ μοι αυτούς τους οποίους ονομάζετε θεούς». Εχάρη κατά πολλά ο ηγεμών ακούσας ταύτα· διότι ενόμιζεν ο μάταιος, ότι θα ίδη τον στρατιώτην του Χριστού να θυσιάζη εις τους δαίμονας· όθεν τον έφεραν ευθύς εις τον βωμόν και ήνοιξαν τας θύρας· ηκολούθει δε πλήθος μέγα εκ του λαού, και αυτός ο ηγεμών Δημήτριος με τον υιόν του και αυτόν Δημήτριον ονομαζόμενον και την γυναίκα του Ευανθίαν, δια να ίδουν τον Κορνήλιον θυσιάζοντα εις τα είδωλα. Ο Άγιος όμως, καθώς εμβήκεν εις τον βωμόν, έκλινε τα γόνατα εις την γην, και προσηυχήθη εις τον Κύριον λέγων· «Συ, Κύριε, όστις κλονείς και ταράσσεις την γην, και μετατοπίζεις τα όρη εις τα βάθη της θαλάσσης· Συ, Κύριε, όστις ηφάνισας το είδωλον του Βηλ, και εφόνευσας τον δράκοντα δια μέσου του δούλου σου και Προφήτου Δανιήλ, τον οποίον εφύλαξας αβλαβή από τα στόματα των λεόντων· Αυτός και τώρα, Δέσποτα Βασιλεύ, σύντριψον και τα είδωλα ταύτα τα γλυπτά και χωνευτά, και δος σύνεσιν και γνώσιν εις τον λαόν τούτον, δια να γνωρίσουν ότι συ μόνος είσαι παντοδύναμος και το καύχημα της δυνάμεως και χάριτος των Χριστιανών». Ταύτα προσευχηθείς εξήλθεν ο Άγιος του βωμού, ομού δε με αυτόν εξήλθε και ο ηγεμών Δημήτριος, ως και οι επίλοιποι Έλληνες, παρέμειναν δε εντός αυτού μόνον η γυνή του άρχοντος Ευανθία και ο υιός των Δημήτριος. Δεν παρήλθεν ώρα πολλή, και ιδού γίνεται σεισμός φοβερός, τόσον ώστε η μεν πόλις έτρεμεν ως φύλλον δένδρου, ο δε βωμός κατεκρημνίσθη, τα δε είδωλα πίπτοντα εις την γην συνετρίβησαν και εγένοντο κονιορτός· η δε Ευανθία μετά του υιού της Δημητρίου έμειναν εις τον βωμόν κατακεχωσμένοι κάτωθεν των λίθων και των χωμάτων. Βλέπων ο ηγεμών την καταστροφήν του ναού και μη γνωρίζων εισέτι δια την γυναίκα και τον υιόν του καμμίαν είδησιν, επρόσταξε και έφεραν τον Κορνήλιον να τον εξετάση δια τον αφανισμόν του βωμού. Τότε ο θείος Κορνήλιος μετά χαράς μεγάλης και με πρόσωπον φαιδρόν εστάθη έμπροσθεν του ηγεμόνος, και πριν να τον ερωτήση ο ηγεμών, επρόλαβεν αυτός την ερώτησιν λέγων· «Που είναι τώρα οι μεγάλοι σου θεοί, Δημήτριε»; Ο δε Δημήτριος λέγει· «Με ποίας μαγείας, ταλαίπωρε, εκρήμνισας τον ναόν και συνέτριψας τα είδωλα; Ας είναι μάρτυρες όλοι οι θεοί, ότι θέλω σε βάλει εις βαρύτατα και πικρότατα βάσανα». Και ταύτα ειπών, επρόσταξε και εκρέμασαν αφ’ εσπέρας τον Άγιον εις την φυλακήν από τους δεσμούς των χειρών και των ποδών μέχρι πρωϊας, και τότε κατέφθασεν εις υπηρέτης, Τελεφών ονόματι, κράζων με πικρότατα δάκρυα· «Γνώριζε, αυθέντα μου, ότι η κυρία μου Ευανθία, και ο μονογενής σου υιός Δημήτριος, παραμείναντες εντός του ναού, κατεχώσθησαν από τα κρημνίσματα αυτού και απέθανον». Ακούσας ταύτα ο Δημήτριος, από την μεγάλην του λύπην εξέσχισε τα ενδύματά του και εθρήνει απαρηγόρητος· μετ’ ολίγον δε επρόσταξε να σκάψουν τον τόπον λέγων· «αναχώσατε την ηγαπημένην και πιστοτάτην μου σύζυγον, και τον γλυκύτατον και μονογενή υιόν μου, δια να τους ενταφιάσω ο δυστυχής με τας ιδίας μου χείρας». Και ταύτα λέγων, έρρεον από τους οφθαλμούς του άφθονα δάκρυα με βαρυτάτους αναστεναγμούς, τόσον ώστε και τους θεούς του κατηγόρει, ότι τον αφήκαν εις την ζωήν δια να ακούση τοιούτον πικρότατον μήνυμα. Ήλθον δε τότε και όλοι οι άρχοντες, οίτινες άλλοι μεν τον εσυμπονούσαν και έκλαιον, και άλλοι τον παρηγορούσαν όσον ήτο δυνατόν, δια να σβύσουν την φλόγα της ψυχής του, ήτις εξήπτετο από την άμετρον λύπην. Απεφασίσθη δε τότε η θανάτωσις του Κορνηλίου και ητοιμάσθη και ο τάφος της γυναικός και του υιού τού ηγεμόνος. Ευρισκομένων αυτών εις τοιαύτας φροντίδας, έρχεται μετά σπουδής ο αρχιερεύς των ελληνικών θεών, Βαρβάτος ονόματι, ο οποίος φθάσας πλησίον εις τον θρόνον εις τον οποίον εκάθητο ο ηγεμών και οι άρχοντες, εβόησε με μεγάλην φωνήν· «Κάτωθεν των ερειπίων του κρημνισθέντος ναού ακούεται η φωνή της Ευανθίας και του υιού αυτής λεγόντων ταύτα· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών, ο οποίος μάς εγλύτωσεν από τοιούτον κίνδυνον, δια μέσου του δούλου του Κορνηλίου. Φρόντισον λοιπόν, Δημήτριε, το ταχύτερον και ελευθέρωσον από την φυλακήν αυτόν τον Άγιον άνθρωπον, και προσκύνησον αυτόν ευλαβώς με άπαντας τους συγγενείς και γνωρίμους μας, και παρακάλεσον αυτόν ίνα έλθη και μας εξαγάγη από το χάσμα τούτον εις το οποίον ευρισκόμεθα και οι δύο. Μεγάλα θαυμάσια του Θεού βλέπομεν εδώ όπου είμεθα βυθισμένοι, και ακούομεν πλήθος Αγγέλων οίτινες κράζουν και ψάλλουσι: Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Ταύτα ακούσας ο ηγεμών, και μαθών ότι ζη η σύζυγος και ο υιός του, από τον αιφνίδιον χαράν έμεινεν ολίγον εξεστηκώς. Ευθύς δε ως συνήλθεν, έσπευσε δρομαίως εις την φυλακήν, και εύρεν εκεί τον θείον Κορνήλιον αναγινώσκοντα και ψάλλοντα ύμνους και δοξολογίας προς τον Θεόν, λελυμένον δε υπό Αγγέλου από τα δεσμά. Τότε λοιπόν ο Δημήτριος με όλον το πλήθος, το οποίον τον ηκολούθει, έπεσεν εις τους πόδας του Αγίου και τον επροσκύνησε λέγων μεγαλοφώνως· «Μέγας ο Θεός του Κορνηλίου, ο οποίος ηλευθέρωσε την σύζυγον και τον υιόν μου από τοιούτον πικρότατον θάνατον εις την καταστροφήν του ναού». Και ούτως ευρισκόμενος πρηνής εις την γην, παρεκάλει τον Άγιον λέγων· «Δούλε του αληθινού Θεού, πιστεύομεν άπαντες ημείς εις τον Εσταυρωμένον όπου κηρύττεις, ανίσως και εξαγάγης από τα βάθη της γης, εις την οποίαν κατεποντίσθησαν, την γυναίκα και τον υιόν μου ζωντανούς». Ο δε Άγιος με πραείαν και ήρεμον φωνήν λέγει· «Λάβετε πρώτον την σφραγίδα του Χριστού, το Άγιον Βάπτισμα, και τότε υπάγομεν ομού, και θέλετε ιδεί παραδόξως εκείνο όπου επιθυμείτε». Τότε ο ηγεμών με όλους τους ακολούθους του έκραζον· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών»· εδέχθησαν δε και έλαβον το Άγιον Βάπτισμα, ούτω δε αναγεγεννημένους παρέλαβεν αυτούς ο Άγιος και μετέβησαν ομού εις τον κατεστραμμένον ναόν, και φθάνοντες εκεί έκλινε τα γόνατα εις την γην και προσηύχετο λέγων· «Κύριε, ο Θεός των δυνάμεων, όπου βλέπεις εις την γην και την κάμνεις να τρέμη με την παντοδυναμίαν σου, και από του φόβου του κράτους σου συντρίβονται τα όρη, και με την εξουσίαν σου ξηραίνονται οι άβυσσοι· αυτός, Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου και εξάγαγε από το βάθος της γης την Ευανθίαν μετά του τέκνου της· επίβλεψον και ελέησον αυτούς, και ελευθέρωσον από το βάθος της γης εις δόξαν και μεγαλωσύνην του ονόματός σου». Ταύτα προσευξαμένου του ιερού Κορνηλίου, του δε πλήθους το οποίον ευρέθη εκεί ειπόντος το «Αμήν», εξαίφνης ήνοιξεν η γη και ανέδωκε ζώντας την Ευανθίαν και τον υιόν αυτής. Τότε πάλιν έκραξαν πάντες το «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών, όστις μας ηλευθέρωσες από την πλάνην των δαιμόνων, και τον πικρότατον θάνατον της ψυχής, καθώς και τούτους από τον της ψυχής και του σώματος θάνατον, δια μέσου του δούλου σου Κορνηλίου, και εγνωρίσαμεν φανερά την παντοδυναμίαν της Βασιλείας σου». Εκείνην δε την ημέραν εβαπτίσθησαν ψυχαί διακόσιαι, οίτινες ευρέθησαν εκεί. Μετά τα γεγονότα ταύτα, ευρών ο Άγιος τόπον ήσυχον και επιτήδειον, Στάδιον καλούμενον, κατώκησεν εκεί· ήρχετο δε συχνά ο ηγεμών και η σύζυγος αυτού με τον υιόν των, και ήκουον παρά του Αγίου λόγους ζωής και σωτηρίας. Ομοίως και οι λοιποί Έλληνες ήρχοντο καθ’ εκάστην ημέραν και ακούοντες την διδαχήν του Αγίου εβαπτίζοντο, και από άγρια θηρία όπου ήσαν πρότερον, με την ευσέβειαν εγίνοντο ημερώτεροι προβάτων δια της χάριτος της ευσεβείας. Ούτως όθεν ο μέγας Κορνήλιος διδάσκων και φωτίζων καθ’ ημέραν πλήθη ανδρών τε και γυναικών, κατέστησεν όλην εκείνην την πολυάνθρωπον πόλιν των Σκεψέων ένα λαμπρόν θέατρον της ευσεβείας. Αυτός δε ο τρισμακάριος εδίδετο όλως δι’ όλου εις την θεωρίαν εκείνης της ουρανίου διαγωγής, έχων προσηλωμένα τα όμματα της ψυχής εις τα κάλλη του Παραδείσου, και εις την θεωρίαν του γλυκυτάτου προσώπου του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού· δια τούτο και εμίσησε τον μάταιον τούτον κόσμον και τα εγκόσμια. Όθεν ο Άγιος υπέργηρως πλέον έλαβε παρά Κυρίου μήνυμα ότι έφθασε το τέλος του, ήκουσε δε και φωνήν ουρανόθεν λέγουσαν· «Κορνήλιε, ελθέ προς με, ιδού ότι σου ητοιμάσθη ο στέφανος της δικαιοσύνης». Τότε προσκαλέσας πλησίον του το νεοφώτιστον πλήθος, αφού τους εδίδαξεν αρκετά, να φυλάττουν καθαρόν τον πολύτιμον μαργαρίτην της πίστεως του Χριστού, και ακόμη να διατηρώσιν απαρασάλευτα όσα χριστιανικά έργα τούς παρήγγειλε, κλίνας τα γόνατα προσηύξατο ταύτα· «Κύριε ο Θεός μου, όστις με κατηξίωσας να φυλάξω την πίστιν και να τελειώσω τον καλόν αγώνα, και να νικήσω τον εχθρόν και πολέμιον· ιδού και πάλιν προσπίπτω σοι δεόμενος· επίβλεψον εξ ουρανού, και διαφύλαξον τους δούλους σου τούτους αβλαβείς από τας ενέδρας του δαίμονος, και στήριξον αυτούς εις τον φόβον σου, ίνα δοξάζουν αξίως δια παντός το πανάγιον όνομά Σου νυν και αεί, και εις τους αιώνας». Και ευθύς ως είπον άπαντες το «Αμήν» παρέδωκε και ο Άγιος το πνεύμα εις χείρας Θεού. Τότε ο ηγεμών Δημήτριος με την σύζυγόν του και τον υιόν του Δημήτριον, και με τους λοιπούς εγκρίτους, και άπαν το ιερατείον, αφού έκλαυσαν ικανώς δια την στέρησιν τοιούτου διδασκάλου και κήρυκος, λαβόντες εκείνο το πάντιμον σώμα μεγαλοπρεπώς μετά φωτοχυσίας κηρών και ευωδίας θυμιαμάτων και αρωμάτων παντοδαπών, το έφεραν εις τον ναόν, τον οποίον κατέστρεψεν ο Άγιος δια προσευχής, και το ενεταφίασαν με το γλωσσόκομον, εις τον τάφον τον οποίον είχεν ετοιμάσει ο Δημήτριος δια να ενταφιάση την σύζυγον και τον υιόν του. Πέριξ δε του τάφου εις τον οποίον ενεταφίασαν το ιερόν του Αγίου λείψανον εφύτρωσεν ευθύς μία βάτος υψηλή τόσον, ώστε δεν εφαίνετο τελείως ο τάφος, ούτε εκείνοι ο΄τινες επήγαινον εκεί ημπορούσαν να καταλάβουν τον τάφον, παρά μόνον ο ηγεμών, η συνοδία του, και μερικοί άρχοντες, οίτινες έτυχον εις τον ενταφιασμόν και οι οποίοι επήγαιναν συχνά και έψαλλον άσματα και ύμνους θεοπρεπείς και εθυμίαζον τον τόπον με αρώματα. Εγίνοντο δε και θαύματα εις εκείνο το ιερόν μνήμα, και επειδή ο κόσμος μόνην την βάτον έβλεπεν, ενόμιζον ότι η βάτος έχει κάποιαν θείαν χάριν και εξ αυτής γίνονται εκεί τα εξαίσια αυτά θαύματα. Αφού δε ετελεύτησεν ο ηγεμών και όσοι άλλοι ήξευραν τον τάφον, έμεινε και ο τάφος του Αγίου αγνώριστος. Ότε δε εχειροτονήθη εις την Τρωάδα Επίσκοπος τις ενάρετος, ονόματι Σιλβανός, ο οποίος (Θεού οικονομία) έτυχε να υπάγη από την επαρχίαν του εις την χώραν των Σκεψέων, του εφάνη εις το όραμα ο θείος Κορνήλιος και του λέγει· «Αρκετόν χρόνον έχω όπου ευρίσκομαι εδώ και άλλος κανείς δεν με επεμελήθη παρά μόνον εκείνοι οίτινες εβαπτίσθησαν από εμέ». Και πάλιν την δευτέραν νύκτα βλέπει ο Επίσκοπος τον Άγιον εν οράματι, και του λέγει· «Εγώ είμαι Κορνήλιος ο Εκατόνταρχος, ευρίσκομαι δε κατοικών πλησίον εις τον βωμόν του Διός, εκεί όπου είναι η βάτος· αλλά συ επιμελήσου να κτίσης Εκκλησίαν εις το προάστιον του Δημητρίου, όπερ ονομάζεται Πανδοχείον, εις τον οποίον τόπον ευρίσκονται τεθαμμένα τα λείψανα πολλών Αγίων Μαρτύρων δια Χριστόν τελειωθέντων». Ταύτα ιδών και ακούσας ο Επίσκοπος έβαλεν επιμέλειαν να τελειώση την παραγγελίαν του Αγίου. Όμως επειδή ο τόπος του πανδοχείου περιείχε πολλά μνήματα, εσκέφθη να κτίση εις άλλο μέρος την Εκκλησίαν· αλλ’ ο Άγιος δι’ οράματος τον ημπόδισεν. Όθεν εσύναξεν ο Επίσκοπος όλον τον Κλήρον και λέγει προς αυτούς· «Μέγας θησαυρός τέκνα μου, εφανερώθη εις εμέ, και ελάτε μετ’ εμού να τον λάβωμεν». Τούτου ακούσαντες εκείνοι έδραμον μετά προθυμίας κατόπιν του Επισκόπου· και καθώς έφθασαν εις την βάτον, είπον οι κληρικοί προς τον Επίσκοπον· «Ούτος ο τόπος, ω Δέσποτα, έχει θείαν Χάριν· διότι όσοι ασθενείς και δαιμονισμένοι ήλθον, έλαβον την υγείαν των, και ενόμιζον άπαντες, ότι η βάτος έχει την ενέργειαν της ιατρείας· όμως ανίσως και ο θησαυρός της Χάριτος ευρίσκεται κάτωθι της βάτου, ποίος ημπορεί να ξερριζώση τόσους ακανθωτούς κλώνους και να λάβη τον θησαυρόν και μάλιστα καθ’ ένας φοβείται να επιχειρισθή την εκκοπήν δια την ενέργειαν των θαυμάτων τα οποία έχουν μέχρι τώρα γίνει εις τον τόπον τούτον». Ο δε ευλαβής εκείνος Επίσκοπος έστησε Σταυρόν εις την γην, και κάμνων προσευχήν προς τον Θεόν ήρχισε να κόπτη τους κλάδους της βάτου· τούτο δε βλέποντες οι κληρικοί έκαμαν και αυτοί το ίδιον, και άλλοι μεν έσκαπτον τας ρίζας, άλλοι δε έκοπτον τους κλάδους της βάτου, η οποία έχασε την φυσικήν τραχύτητα, και εκόπτετο και εσκάπτετο και απέβαλλε τα φύλλα και εκαθαρίζετο με πολλήν ευκολίαν, και όσον ήρχιζε να φαίνηται ο τάφος, όστις είχε τον θησαυρόν, τόσον περισσότερον ο ευλαβής Επίσκοπος επεμελείτο την εκσκαφήν, έως ου εγένετο εσπέρα· και τότε πάλιν προσηύξατο ο Αρχιερεύς, και μετά την προσευχήν επρόσταξε τον Κλήρον και το Ιερατείον να κάμουν ολονύκτιον δέησιν με ύμνους και δοξολογίας προς τον Θεόν, και με ακοίμητα φώτα και θυμιάματα αρωμάτων να τιμώσι το ιερόν του Αγίου Μάρτυρος μνήμα ως έπρεπε. Μετά την εύρεσιν του αγίου λειψάνου ο Επίσκοπος εσκέπτετο πως θα επιτύχη την οικοδομήν της Εκκλησίας, εις την οποίαν θα εναπέθετε το άγιον λείψανον και την οποίαν είχε μεν πόθον να κτίση, δεν είχεν όμως έξοδα. Αλλ’ ο Άγιος παρηγόρησε τον Επίσκοπον και εις τούτο· εφάνη εις το όραμα ενός εναρέτου ανδρός, ονόματι Ευγενίου, όστις ήτο πλούσιος κατά πολλά, και πρόθυμος εις βοήθειαν των εν ανάγκαις, και επρόσταξεν αυτόν ο Άγιος να δαπανήση και να επιμεληθή δια την τελείαν οικοδομήν της Εκκλησίας. Εφάνη ακόμη εις το όραμά του, ότι έφερεν ο Άγιος οικοδόμους του Ναού, εις τους οποίους έδειξε και εσχεδίασε το σχήμα της Εκκλησίας, και πόσον το μάκρος και το πλάτος ως και το έμβασμα του αγίου Βήματος να είναι ίσον με το γλωσσόκομον, το οποίον περιείχε το άγιον λείψανον. Ετελειώθη όθεν ο Ναός με τα έξοδα και την επιμέλειαν του ευγενούς Ευγενίου, και καθ’ αυτό με την θαυματουργίαν του Αγίου, ο οποίος έφερε δια θαύματος και τους οικοδόμους από το χωρίον Τρυγώνος καλούμενον, εις το οποίον χωρίον έκαμνε και την πανήγυριν του Αγίου Ανδρέου ο Επίσκοπος. Έδωκαν λοιπόν την είδησιν εις τον Επίσκοπον, ότι ετελειώθη ο Ναός, και ότι είναι καιρός να μεταφέρουν το άγιον λείψανον προτού να κλείσουν την θύραν του θυσιαστηρίου. Τότε ο Αρχιερεύς του Θεού ευθύς έλαβεν εις χείρας του το ιερόν Ευαγγέλιον και ομού με τον Ευγένιον επήγαν εις τον τάφον του Αγίου, ποιήσας δε ευχήν, ήρχισαν να ψάλλουν το τρισάγιον· και εκεί εφάνη θαύμα παραδοξότατον· καθώς εκίνησεν ο Επίσκοπος με όλον το πλήθος (ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ) εκίνησε και το γλωσσόκομον με το άγιον λείψανον, χωρίς να το εγγίση τις και κατ’ αρχάς παρ’ όλον ότι έβλεπον το θαύμα, δεν το επίστευον, έπειτα όμως, κατανοήσαντες ακριβώς, έκραζον με μίαν φωνήν το «Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαβαώθ, συ Κύριε, όστις δια μέσου του δούλου σου Κορνηλίου έδειξας εις ημάς τοιαύτα θαύματα και παράδοξα». Τούτο το θαύμα έπεισε και όσους Έλληνας παρέμενον αφώτιστοι να πιστεύσουν όλοι και να βαπτισθούν, ευχαριστούντες τον φωτοδότην Χριστόν και τον Αυτού Μάρτυρα Κορνήλιον. Η λιτανεία λοιπόν επροχώρει προς τα εμπρός, και το γλωσσόκομον με το άγιον λείψανον ηκολούθει κατόπιν μόνον του, χωρίς να το κρατή κανείς· ότε δε έφθασαν εις τον Ναόν, εστάθησαν εκείνοι οίτινες ηκολούθουν την λιτανείαν, το ήμισυ μέρος δεξιά και το έτερον ήμισυ αριστερά, και παρετήρουν που θα επήγαινε το γλωσσόκομον και που έχει να σταθή. Το δε γλωσσόκομον διελθόν δια μέσου αυτών, ήλθεν εις τα δεξιά της πλαγίας πύλης, και εστάθη πλησίον εις το άγιον Βήμα, και απ’ εκεί με όλον ότι προσεπάθησαν να το μεταθέσουν εντός του θυσιαστηρίου, δεν ηδυνήθησαν παντάπασιν· και εκεί μένει έως την σήμερον αυτός ο πολύτιμος θησαυρός, θαύματα βρύων δια παντός, εις ωφέλειαν ψυχής τε και σώματος. Αφού δε ετελεύτησαν ο Επίσκοπος Σιλβιανός, έγινε διάδοχος αυτού εις την Τρωάδα ο Αθανάσιος, εις δε την Σκεψέων έγινεν Επίσκοπος εις ονόματι Φιλόστοργος, ο οποίος επρόσταξε ζωγράφον τινά, Εγκράτειον ονομαζόμενον, ναζωγραφίση όλον τον Ναόν, και την εικόνα του Αγίου Κορνηλίου, ήτις να τον ομοιάζη απαραλλάκτως εις τον χαρακτήρα· ταύτην την παραγγελίαν λαβών ο ζωγράφος παρά του Επισκόπου, αδημονούσε δια την δυσκολίαν του πράγματος, και απορούμενος έλεγε λόγους απρεπείς και κατά του Επισκόπου και κατά του Αγίου. Έτυχε δε μίαν ημέραν να πέση από την σκάλαν του οίκου του, και εκείτετο ως νεκρός άλαλος, και από το στόμα του έβγαιναν σκώληκες, οι οποίοι εφαίνοντο ότι ήσαν εις καρπός θείας οργής δι’ εκείνους τους λόγους, τους οποίους έλεγε κατά του Αγίου. Ο δε αμνησίκακος δούλος του Χριστού Κορνήλιος εφάνη την άλλην νύκτα εις τον ζωγράφον, και βαστάζων αυτόν από την δεξιάν χείρα τον ήγειρε ως από ύπνον, και ευθύς τον ιάτρευσεν από τα δύο πάθη· το εν δηλαδή της ψυχής, ήτοι να μη λέγη λόγον απρεπή και μάλιστα κατά των Αγίων· και το άλλο του σώματος, ήτοι τον εφώτισεν εις την τέχνην, και εζωγράφισε τον Άγιον καθώς του εφάνη απαραλλάκτως και όλα τα μέρη του σώματος, και μάλιστα το πρόσωπον ήτο παρόμοιον του Αγίου. Έτι δε ιάτρευσεν ευθύς τον ζωγράφον, και έπαυσαν οι πόνοι του τελείως από την πτώσιν, οι δε σκώληκες εξηφανίσθησαν με την χάριν του Αγίου Κορνηλίου. Ου ταις αγίαις πρεσβείαις τύχοιμεν των αιωνίων αγαθών, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών· ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2052
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι Τη ΙΔ΄ (14η) Σεπτεμβρίου, η Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού ΣΤΑΥΡΟΥ.:

Δημοσίευση από silver » Παρ Σεπ 13, 2019 11:20 pm


Κωνσταντίνος ο Μέγας και Ισαπόστολος, πρώτος μεταξύ των βασιλέων της παλαιάς Ρώμης εδέξατο τον Χριστιανισμόν. Ούτος έχων πόλεμον έξω της Ρώμης, παρά τον Τίβεριν ποταμόν, κατά του Μαξεντίου, και βλέπων το στράτευμα των εχθρών ότι ήτο περισσότερον από το ιδικόν του, ευρίσκετο εις απορίαν και φόβον. Όθεν εις τοιαύτην κατάστασιν ευρισκομένου αυτού, εφάνη την μεσημβρίαν τύπος Σταυρού εις τον ουρανόν, σημειούμενος δι’ αστέρων. Και πέριξ του θαυμασίου εκείνου Σταυρού εφάνησαν γράμματα, τυπούμενα και αυτά δι’ αστέρων με ρωμαϊκά, ήτοι λατινικά στοιχεία, τα οποία έλεγον ούτω· «Εν Τούτω Νίκα». Παρευθύς λοιπόν κατασκευάσας ένα Σταυρόν, όμοιον με εκείνον, όστις εφάνη εις τον ουρανόν, προσέταξε να προπορεύηται έμπροσθεν του στρατεύματος. Έπειτα συμπλέκεται με τους εχθρούς και νικά τούτους κατά κράτος, ώστε οι περισσότεροι εθανατώθησαν, οι δε άλλοι έφυγον από τον φόβον και τον τρόμον των. Όθεν εκ του θαύματος τούτου εννοήσας την δύναμιν του Σταυρωθέντος και πιστεύσας, ότι ούτος μόνος είναι αληθής Θεός, εγένετο Χριστιανός και αυτός και η μήτηρ του η μακαρία Ελένη. Τότε λοιπόν στέλλει την μητέρα αυτού Ελένην εις τα Ιεροσόλυμα, αφ’ ενός μεν δια να προσκυνήση και λαμπρότατα τιμήση τον ζωοποιόν Τάφον του Κυρίου και τους λοιπούς Αγίους Τόπους, εξ άλλου δε, δια να ζητήση με σπουδήν να εύρη τον Τίμιον Σταυρόν του Θεανθρώπου Σωτήρος· δια τον οποίον με πόθον ζέοντα ερευνήσασα εύρεν αυτόν κεκρυμμένον. Ομοίως εύρε και τους άλλους δύο σταυρούς, εις τους οποίους εσταυρώθησαν οι δύο λησταί· εύρε δε προς τούτοις και τους Τιμίους Ήλους. Επειδή δε η βασίλισσα ευρίσκετο εις απορίαν, ποίος από τους τρεις είναι ο Σταυρός του Κυρίου, τούτου ένεκα δια του θαύματος το οποίον έγινεν εις την αποθανούσαν χήραν γυναίκα, ήτις ανέστη άμα ήγγισεν αυτήν ο Σταυρός του Κυρίου, δια τούτου εγνώρισεν αυτόν. Οι δε άλλοι δύο σταυροί των ληστών ουδέν τοιούτον θαύμα εποίησαν. Τότε λοιπόν ησπάσατο και προσεκύνησε τον Τίμιον Σταυρόν μετά πολλής ευλαβείας και πίστεως, τόσον η βασίλισσα Ελένη, όσον και όλη η μετ’ αυτής σύγκλητος των αρχόντων. Επειδή δε εζήτει και όλος ο λαός των Χριστιανών να προσκυνήση και να ασπασθή αυτόν και δεν ήτο δυνατόν να επιτύχη του ποθουμένου δια το πολύ πλήθος, τούτου ένεκα εζήτησαν κατά δεύτερον λόγον καν να ίδωσι μόνον την γλυκυτάτην θεωρίαν του Τιμίου Σταυρού, και ούτω δια μόνης της θεωρίας να ευχαριστήσουν τον προς αυτόν πόθον των. Όθεν ο τότε μακαριώτατος Πατριάρχης των Ιεροσολύμων Μακάριος ανέβη επάνω εις τον άμβωνα, και υψώσας με τας δύο του χείρας τον Τίμιον Σταυρόν, έδειξεν αυτόν φανερώς εις όλους τους κάτωθι ευρισκομένους Χριστιανούς, οίτινες ως είδον αυτόν εκραύγαζον από καρδίας όλοι ομού το «Κύριε, ελέησον»· Από τότε λοιπόν προσέταξαν οι θειότατοι και θεόπνευστοι Πατέρες της Εκκλησίας να εορτάζουν όλοι οι Χριστιανοί κατά την σήμερον ημέραν την τιμίαν ταύτην και παγκόσμιον Ύψωσιν του θείου Σταυρού, εις δόξαν του εν αυτώ προσηλωθέντος Χριστού του αληθινού Θεού ημών. Μετά δε παρέλευσιν τριακοσίων περίπου ετών από της Ευρέσεως και Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, λεηλατήσαντες οι Πέρσαι την Παλαιστίνην, απήγαγον κατά το έτος 614 και τον Τίμιον Σταυρόν. Ούτος όμως μάλλον αυτούς κατέκτησεν, καθότι εφώτισε τας ψυχάς τών κατακτητών και κατήργησε την λατρείαν του πυρός. Έτι δε καθώς όταν οι Φιλισταίοι αρπάσαντες την Κιβωτόν της Διαθήκης κατετροπώθησαν υπό των Ισραηλιτών, ούτω και οι Πέρσαι λαφυραγωγήσαντες τον Τίμιον Σταυρόν ενικήθησαν υπό του βασιλέως Ηρακλείου (το έτος 628) όστις επανελθών νικηφόρος και θριαμβευτής εις την Κωνσταντινούπολιν ανύψωσε το Ζωηφόρον Ξύλον το δεύτερον ήδη εν τη Μεγάλη Εκκλησία ενώπιον του επευφημούντος λαού της Κωνσταντινουπόλεως.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2052
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΕ΄ (15ην) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΝΙΚΗΤΑ.

Δημοσίευση από silver » Κυρ Σεπ 15, 2019 12:30 am


Νικήτας, ο της νίκης φερώνυμος και του Χριστού στρατιώτης γενναιότατος, ο περικαλλής και θαυμάσιος, εγεννήθη από γονείς περιφανείς και πλουσίους, το γένος Γότθους. Το γένος τούτο είναι βάρβαρον και σκληρόν, και κατοικεί εις τον ποταμόν Ίστρον, όστις κατά την εγχώριον γλώσσαν λέγεται Δούναβις. Ανετράφη δε ο Άγιος Νικήτας με βάρβαρα και απάνθρωπα ήθη, καθώς ήτο επόμενον κατά το τοπικόν έθος να τον αναθρέψουν οι γονείς αυτού. Επειδή αν και ήσαν πλούσιοι και ένδοξοι, όμως δεν ήτο ακόλουθον να μη είναι όμοιοι με τους λοιπούς Γότθους· τούτο δε είναι το πλέον θαυμασμού άξιον, ώστε και να απορήση κανείς. Ότι μολονότι από τοιούτους γονείς εγεννήθη και ανετράφη, δεν ενόθευσεν όμως την έμφυτον της ψυχής του ευγένειαν. Εξ οικείας όθεν αγαθής προαιρέσεως εφάνη ο θείος Νικήτας εις λαμπρός ήλιος ανάμεσα εις εκείνα τα σκοτεινά της βαρβαρότητος νέφη, διότι δεν εγένετο όμοιος με τους λοιπούς της πατρίδος του, ούτε κατά τους τρόπους, ούτε κατά τον βίον, αλλ’ ούτε και κατά την πίστιν· διότι η μεν αγαθή του γνώμη ενίκα την σκληρότητα του γένους, η δε προς Χριστόν διακαής αγάπη ενίκα την βαρβαρικήν εκείνην και θηριώδη δόξαν· καθώς και ο έρως, τον οποίον είχεν εις την αρετήν, δια να λέγω με συντομίαν, ενίκα πάσαν την ακρασίαν και αγριότητα των βαρβάρων Γότθων. Και τούτο επειδή εποτίσθη εξ απαλής έτι και νεανικής ηλικίας από τα καθαρώτατα νάματα της διδασκαλίας του θαυμαστού και αγίου ανδρός Θεοφίλου, του Αρχιερέως των Γότθων, ο οποίος, ως μανθάνομεν εκ των ιστορησάντων τα Γοτθικά, ανεδείχθη μέγας και περιβόητος, κατά την εποχήν της Αγίας πρώτης Οικουμενικής Συνόδου της εν Νικαία, ζηλωτής περί του Ομοουσίου, κρατύνων και δια χειρός και δια γλώσσης ελευθέρας τα κατά την Σύνοδον, ως και από τον περιβόητον Ούρφιλον τον διάδοχον του Θεοφίλου εις την Εκκλησίαν των Γότθων, όστις έφθασε και μέχρι της εποχής της Αγίας Δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου της εν Κωνσταντινουπόλει, όστις περισσότερον από πάντα άλλον ωφέλησε το βάρβαρον αυτού γένος. Ούτος ων πεπαιδευμένος εις την Ελληνικήν διάλεκτον, με την μάθησιν των τοιούτων γραμμάτων και την πολλήν του γνώσιν και άκραν σύνεσιν, επενόησεν αυτός πρώτος τους τύπους των Γοτθικών γραμμάτων, και μετέφρασεν όλην την θείαν Γραφήν από της Ελληνικής διαλέκτου εις την Γοτθικήν, και με μεγάλην φροντίδα, όσην πρέπει να έχωσιν οι των λογικών ποιμνίων προϊστάμενοι, παρεσκεύασεν όλους τους ομοφύλους του, να μανθάνουν με όλην των την σπουδήν τας ιεράς Γραφάς, εκ τούτου ηύξησεν η ευσέβεια εις τους βαρβάρους και έφθασαν εις μεγάλην προκοπήν πίστεως και πληθυσμόν, οι πρώην άγριοι και βάρβαροι. Ας έλθωμεν όμως εις τον σκοπόν του λόγου μας, δια να είπωμεν ήδη και την αιτίαν του μαρτυρίου του θαυμασίου Νικήτα. Δεν παρήλθε πολύς χρόνος και διεχωρίσθη το γένος αυτό των Γότθων εις δύο αντιπάλους και εχθρικάς παρατάξεις· και του μεν ενός μέρους ήτο αρχηγός ο Φριτιγέρνης, του δε άλλου ο Αθανάριχος, άνθρωπος σκληρός και όλως δι’ όλου απάνθρωπος και ασεβέστατος. Μη δυνάμενος δε να νικήση τούτον ο Φριτιγέρνης, και επειδή είχον μεταξύ των διαρκείς πολέμους, απεφάσισε να μεταβή προς συνάντησιν του βασιλέως των Ρωμαίων (ήτο δε τότε βασιλεύς εις την Κωνσταντινούπολιν ο Ουάλης ο Αρειανός και μισόχριστος), τον οποίον συναντήσας παρεκάλεσε να του δώση στρατιώτας, δια να καταβάλη τον εχθρόν του Αθανάριχον. Ευθύς όθεν ο βασιλεύς Ουάλης επρόσταξε το θρακικόν στράτευμα να υπάγη με τον Φριτιγέρνην κατά του Αθαναρίχου. Διελθών δε ο Φριτιγέρνης τον Ίστρον ποταμόν, προτεταγμένον έχων τον Τίμιον Σταυρόν, νικά κατά κράτος τον Αθανάριχον, όστις με ολίγους στρατιώτας φεύγων μόλις ηδυνήθη να διασώση την ζωήν του. Μετά καιρόν όμως ήρξατο πάλιν ο δυσσεβής και απάνθρωπος Αθανάριχος να γίνηται ως και πρώτον ισχυρός, διατηρών δε την συνήθη εις αυτόν κακίαν, εγένετο προσέτι και εχθρός άσπονδος των ευσεβών Χριστιανών, επειδή οι βασιλείς των Ρωμαίων εβοήθησαν τον εχθρόν του Φριτιγέρνην και τον κατετρόπωσε. Περισσότερον δε ήρχετο εις θυμόν, επειδή ήκουσε πως ο πάνσοφος Νικήτας αφόβως και μετά παρρησίας πολλής εκήρυττε την ευσέβειαν, και πολλοί δια της διδαχής του επίστευον εις τον Χριστόν, όπερ εσύγχιζε κατά πολύ και τον Αθανάριχον και τους λοιπούς πάντας ομοπίστους και υποχειρίους αυτού. Όθεν ηγανάκτουν κατά του Μάρτυρος και τρίζοντες τους οδόντας εφοβέριζον να τον θανατώσουν ανηλεώς, αν δεν παύση από του να διδάσκη και να ελκύη τους πάντας εις την πίστιν του Χριστού. Τας απειλάς όμως ταύτας των απίστων ουδόλως πτοούμενος ο Άγιος περισσότερον και παρρησιαστικώτερον εκήρυττεν αφόβως, και κατ’ ιδίαν και κοινώς, την ευσέβειαν. Μη υποφέροντες τέλος την παρρησίαν του Αγίου οι ασεβείς εκείνοι, θηρία μάλλον ή άνθρωποι, εφανέρωσαν την οργήν των και τον θυμόν, τον οποίον έτρεφον προ πολλού κατά του Αγίου· ελθόντες όθεν αιφνιδίως εις εκείνον τον τόπον, όπου εκήρυττεν ο Μάρτυς τον λόγον της αληθείας, και με βίαν αρπάσαντες αυτόν, τον έφεραν εις τον τοπάρχην αυτών Αθανάριχον, βιάζοντες αυτόν να αφήση την προς Χριστόν πίστιν ή να υπομείνη θάνατον. Ο δε μάλλον μετά παρρησίας λαμπροτέρας εκήρυττε λέγων· «Χριστιανός είμαι, και προκρίνω πολλούς θανάτους ή να αρνηθώ το γλυκύτατον όνομα του Σωτήρος μου Χριστού, τον οποίον ομολογώ ενώπιον πάντων υμών Θεόν αληθινόν, και προσφέρω προς αυτόν όλον μου το σέβας, είμαι δε έτοιμος να χύσω δια την αγάπην του όλον μου το αίμα· το δε ιδικόν σας σέβας και τους θεούς σας χλεύην και μύθους γινώσκων αυτά, καλώς τα αποστρέφομαι, και ουδέ εις τον νουν μου τα βάλλω ως αληθή, καθώς και σας, οίτινες ως άγριοι θήρες σήμερον με εφέρατε εις το άνομον τούτον κριτήριόν σας». Μη υποφέροντες την παρρησίαν του Μάρτυρος οι της αληθείας διώκται και του ψεύδους υπερασπισταί, ώρμησαν ομοθυμαδόν, και άλλος με πέτρας, άλλος με ξύλα συνέτριβον όλα τα μέλη του Μάρτυρος. Είτα ανάψαντες πυράν μεγάλην έρριψαν αυτόν εντός αυτής δια να καή· αλλά και από της καιομένης ταύτης καμίνου δεν έπαυεν ο Άγιος από του να υμνή τον Θεόν, και να φυλάττη μέχρι τέλους την ομολογίαν της πίστεως καθαράν και ανόθευτον. Όθεν με άλλους πολλούς ομογενείς του μαρτυρικού ηξιώθη στεφάνου, εις χείρας Θεού παραθέμενοι τας μακαρίας ψυχάς των, παντελώς μη λυμανθέντων των σωμάτων αυτών υπό της πυρός, τα οποία έρριψαν οι ασεβείς, αφού εσβέσθη το πυρ, εις τόπον άγριον, δια να τα φάγουν τα θηρία. Αλλ’ ακούσατε τι ωκονόμησεν ο Κύριος, δια να μη υστερηθούν οι φιλόχριστοι του θείου τούτου θησαυρού, του μαρτυρικού, λέγω, σώματος. Κατ΄ εκείνον τον καιρόν ήτο εκεί, εις την χώραν του Μάρτυρος εις Χριστιανός ευσεβέστατος, το γένος Κίλιξ, την κλήσιν Μαριανός, εκ της πόλεως Μοψουεστίας ορμώμενος, ο οποίος με το να ήτο βίου εναρέτου, εγνωρίσθη με τον Μάρτυρα Νικήταν, και εκατοικούσαν ομού εις ένα οίκον πολύν καιρόν· αφού δε εμαρτύρησεν ο θαυμαστός Μάρτυς του Χριστού Νικήτας, δεν ηδύνατο πλέον να ειρηνεύση ο Μαριανός, αλλ’ εσκέπτετο με τι τρόπον και με ποίαν τέχνην θα δυνηθή να πάρη το τίμιον λείψανον του Μάρτυρος, πρώτον μεν προς αγιασμόν ιδικόν του, και δεύτερον των λοιπών ευσεβών Χριστιανών· εξ άλλου δε ήθελε να είναι αχώριστος του Μάρτυρος και μετά θάνατον, κατά τους αψευδείς όρους της αδόλου και μη κατά πρόσωπον γινομένης αγάπης. Εγερθείς όθεν την νύκτα μετά πολλού φόβου, ένεκα του σκληρού και απανθρώπου Αθαναρίχου, επήγεν εις τον τόπον όπου ήσαν ερριμμένα των Μαρτύρων τα λείψανα. Όταν δε επήγαινεν ο καλός εκείνος Μαριανός εις τον ρηθέντα τόπον, είχε και άλλην έννοιαν, πώς να γνωρίση το σώμα τού πεφιλημένου του Νικήτα; Ευθύς δε όπου έβαλεν αυτά εις τον νουν, ιδού άνωθεν του δύναμις ουρανία και ασώματος εις σχήμα αστέρος προηγείτο αυτού, έως ου έστη επάνω του μαρτυρικού σώματος, καθώς συνέβη εις τους Μάγους εις τον καιρόν της γεννήσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και με τον τρόπον τούτον, με την οδηγίαν του αστέρος δηλαδή, γνωρίσας ο Μαριανός το σώμα του Μάρτυρος, το οποίον ήτο σώον και ανελλιπές, χωρίς να λάβη καμίαν φθοράν από το πυρ, εκτός μόνον μικρών τινων σημείων, τα οποία εφανέρωναν πως ερρίφθη εις πυρ· και τούτο ωκονομήθη υπό της θείας δυνάμεως προς περισσοτέραν βεβαίωσιν του θαύματος. Ευθύς δε ως εύρεν ο Μαριανός τον ποθούμενον θησαυρόν του μαρτυρικού σώματος, πεσών μετά χαράς και ευλαβείας κατεφίλησεν αυτό· και εγείρων αυτό το έβαλεν εις την θήκην, την οποίαν είχε προητοιμασμένην, και ευθύς εκίνησε δια την πατρίδα του· με την βοήθειαν δε του Αγίου αφόβως και ακινδύνως φθάσας εις αυτήν, το απέθεσεν εις τον οίκον του με την πρέπουσαν τιμήν, πολλάς και αναριθμήτους ιατρείας πηγάζον. Και δεν είναι αμάρτημα ανίσως και ονομάση τις τον οίκον του Μαριανού προβατικήν κολυμβήθραν· επειδή όχι μόνον οι Μοψουεστείς απελάμβανον τας ιατρείας, αλλά και από όλα τα περίχωρα, όσοι ήρχοντο, δεν έφευγον παραπονούμενοι, αλλ’ όλοι ελάμβανον την υγείαν των δια της χάριτος του αγίου λειψάνου. Μετά παρέλευσιν δε ολίγου χρόνου κτίσαντες οι Μοψουεστείς Ναόν του Μάρτυρος, μετεκόμισαν εκεί εκ του οίκου του Μαριανού το τίμιον λείψανον, εκράτησε δε ο Μαριανός εις τον οίκον του μόνον τον μεγάλον δάκτυλον της δεξιάς χειρός του Μάρτυρος δια ψυχικόν του αγιασμόν και σωματικήν θεραπείαν, μη εναντιωθέντος εις τούτο του Αγίου, καθώς εις άλλους θελήσαντας να πάρουν μέρος των λειψάνων του έκαμε· δι’ αυτού δε εφανέρωσεν ο Άγιος την τε αγάπην όπου είχε προς τον Μαριανόν, και τρόπον τινά ωσάν να αντήμειψε με αυτό τους μεγάλους κόπους, τους οποίους έκαμεν ο Μαριανός, και την φιλοξενίαν όπου έδειξεν. Κτίσας δε ούτος Εκκλησίαν εις τον Μάρτυρα, εώρταζε κατ’ έτος με μεγάλην ευλάβειαν και φιλοφροσύνην την ημέρα της τελειώσεώς του, γενομένην κατά την δεκάτην πέμπτην του Σεπτεμβρίου μηνός, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, της μιάς Θεότητος τε και Βασιλείας, η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους απεράντους αιώνας των ατελευτήτων αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2052
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΣΤ΄ (16η) Σεπτεμβρίου, μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος και πανευφήμου ΕΥΦΗΜΙΑΣ.

Δημοσίευση από silver » Κυρ Σεπ 15, 2019 11:09 pm


Ευφημία η πανεύφημος του Χριστού Μεγαλομάρτυς ήκμαζε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος των Ρωμαίων Διοκλητιανού βασιλεύσαντος κατά τα έτησπδ΄ - τε΄ (284 – 305), είναι δε αύτη, ήτις θαυμασίως εκράτυνε τον όρον της εν Χαλκηδόνι συνελθούσης Αγίας Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου, ρμη΄ (148) έτη περίπου από του μαρτυρίου αυτής ήτοι εν έτει υνα΄ (451). Αύτη ήτο από την Χαλκηδόνα και ο μεν πατήρ της ωνομάζετο Φιλόφρων και ήτο περιφανής και πλούσιος, συγκλητικός το αξίωμα, η δε μήτηρ της εκαλείτο Θεοδοσιανή, ήτο δε γυνή ευσεβής και συμπαθεστάτη εις τους πτωχούς. Από τοιαύτην όθεν ρίζαν αγαθήν εκβλαστήσασα η καλλίνικος Ευφημία δεν ήργησε να καταστή ονομαστή και πανεύφημος δια την προς Χριστόν πίστιν και ευσέβειαν. Κατά την εποχήν εκείνην, ως είπομεν, εβασίλευε των Ρωμαίων ο Διοκλητιανός, όστις εκίνησε μέγαν διωγμόν εναντίον των Χριστιανών, ηγεμόνευε δε εις τα μέρη της Ανατολής ο Πρίσκος, έχων συγκάθεδρόν του φιλόσοφόν τινα Απελλιανόν, ο οποίος ήτο και ιερεύς του ψευδωνύμου θεού Άρεως. Όταν λοιπόν έφθασεν η εορτή του θεού των, εστάλησαν πανταχού γράμματα, προσταγαί και κήρυκες εις όλην την επαρχίαν Χαλκηδόνος, προσκαλούντες όλους τους ανθρώπους εις την εορτήν του Άρεως· όσοι δε εναντιωθούν και δεν έλθουν εις την Χαλκηδόνα, όπου ήτο η εορτή και ο ναός του Άρεως, να φονεύωνται με πικράς βασάνους. Τότε λοιπόν όσοι ήσαν Χριστιανοί και ευσεβείς συνηθροίζοντο επί το αυτό και απετέλουν ομάδας και συντροφίας, εκ των οποίων άλλοι μεν εκλείοντο εις οικίας, άλλοι δε κατέφευγον εις τας ερημίας, εις προσευχάς και δεήσεις σχολάζοντες και τον αληθινόν Θεόν λατρεύοντες. Ενός τοιούτου τάγματος Χριστιανών και μιας τοιαύτης ομάδος και συντροφίας ήτο πρώτη και οδηγός η ένδοξος Ευφημία· αφού δε συνηθροίσθη η εορτή, ο Απελλιανός παρεκίνησε τον ηγεμόνα να συλλάβη πολλά πλήθη των Χριστιανών, μεταξύ των οποίων και την καλλιπάρθενον Ευφημίαν με τους συντρόφους της, η οποία και κατά το κάλλος του σώματος και της αρετής, και δια το άνθος της ηλικίας και του γένους την ευγένειαν έλαμπεν εν μέσω των άλλων ως λαμπρός και περιφανής αστήρ· ήτο δε η συντροφία της όλη τεσσαράκοντα εννέα. Αχθέντων όθεν τούτων έμπροσθεν του ηγεμόνος, ήρχισεν ο ηγεμών να τους ομιλή πραέως λέγων εις αυτούς· «Εγώ βλέπων την πολλήν σας σύνεσιν, ελπίζω ότι θέλετε θυσιάσει εις τον μεγάλον Άρην, και δεν θέλετε προτιμήσει αντί δόξης και τιμής και ζωής, πικρόν και πολυώδυνον θάνατον». Προς ταύτα οι Άγιοι είπον με θάρρος μεγάλον και ανδρείαν· «Μη χάνης τα λόγια σου, ω ηγεμών· διότι ημείς το έχομεν δια μεγάλην εντροπήν, όντες λογικοί, να προσκυνούμεν αναισθήτους και ανοήτους θεούς, και να αφήσωμεν τον αληθή Θεόν, με του οποίου μόνον τον λόγον έγινεν ο ουρανός και η γη και πάντα τα εν αυτοίς· δι δε τας βασάνους, με τας οποίας μας φοβερίζεις, γίνωσκε πως φοβούμεθα μήπως και είναι ελαφραί, και δεν είναι αρκεταί δια τέλειον μαρτύριον· λοιπόν δοκίμασον, και τότε θέλεις ίδει την δύναμιν του Θεού μας». Ταύτα ακούσας ο τύραννος ήναψεν από τον θυμόν, και επρόσταξε να δέρουν κάθε ημέραν τους Μάρτυρας, έως είκοσιν ημέρας, και να τους φυλακίσουν· οι δε Άγιοι έχαιρον διότι ελάμβανον πληγάς επάνω εις άλλας πληγάς, και πόνους επάνω εις άλλους πόνους. Ότε λοιπόν έφθασεν η εικοστή ημέρα, τους έφερε πάλιν ο τύραννος έμπροσθέν του· η δε καλλίνικος Ευφημία έλαμπεν αναμέσον των άλλων, ωσάν λαμπρά σελήνη εν μέσω λαμπρών αστέρων· είπε δε εις αυτούς ο τύραννος· «Ω άνθρωποι, τώρα οπού είδατε και με το έργον τα προοίμια της δυστυχίας σας, πεισθήτε και θυσιάσατε». Τότε ο γενναίος χορός εκείνος, ομού με την Ευφημίαν, είπον· «Μη πλανάσαι, ω δικαστά, διότι ημείς αδύνατον είναι να σε ακούσωμεν και να θυσιάσωμεν εις τα αναίσθητα είδωλα». Όθεν θυμωθείς πάλιν ο ηγεμών επρόσταξε και τους έδειραν τόσον, ώστε οι υπηρέται από τον πολύν κόπον έπεσον εις την γην ως ημιθανείς. Ο δε Θεός εδόξασε τους δούλους του και έλαμπον τα πρόσωπά των θαυμασίως· αλλά τους μεν άλλους Αγίους επρόσταξεν ο κριτής και τους εφυλάκισαν, δια να τους αποστείλη εις τον Διοκλητιανόν, διότι ούτω τον εσυμβούλευσεν ο Απελλιανός· την δε Αγίαν εκάλεσε πλησίον του, και πολλά υποσχόμενος την παρεκίνει, θαρρών να την πλανήση· η δε Αγία του είπεν· «Η δύναμις του Χριστού μου είναι άμαχος, και μη θαρρής, διότι με βλέπεις γυναίκα, να με νικήσης». Τότε ο τύραννος παροργισθείς επρόσταξε και την εγύριζον εις τους τροχούς με πολλήν βίαν. Συνετρίβοντο όθεν τα μέλη της Μάρτυρος και εχωρίζοντο από τας αρμονίας των, αλλ’ ο νους και η αγάπη αυτής δεν απεμακρύνοντο από τον Χριστόν· υψώσασα δε το όμμα εις τους ουρανούς έλεγε· «Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, η πηγή της ζωής, ο σώζων τους εις Σε ελπίζοντας· βοήθησόν μοι και τώρα, και ας γνωρισθή εις όλους ότι συ είσαι Θεός μόνος, και ότι δεν θέλει πλησιάσει κανένα κακόν, ουδέ μάστιξ εν τω σκηνώματι των προστρεχόντων εις Σε». Ούτως η Μάρτυς προσηύξατο, ο δε Θεός ετελείωσε την προσευχήν της· διότι ευθύς, ελθούσα ουρανία δύναμις, εις μίαν στιγμήν, την έλυσεν από την τροχόν, και ιάτρευσε το σώμα της τόσον, ώστε δεν εφαίνετο μήτε μικρόν σημείον των πληγών· φοβηθέντες όθεν οι υπηρέται της ανομίας απέμειναν ανενέργητοι. Η δε Μάρτυς, εξελθούσα από τους τροχούς, περιεπάτει υγιής και αβλαβής και λαμπροτέρα κατά την όψιν. Αλλά καθώς ο αράπης δεν ασπρίζει, ουδέ ο καρκίνος μανθάνει να περιπατή ευθέως, ούτω λοιπόν και ο μιαρός Πρίσκος, και τοιούτον παράδοξον θαύμα βλέπων, ων τυφλότερος από τους θεούς του, όχι μόνον δεν ηννόησε την αλήθειαν, αλλά και εφοβέριζε να κατακαύση ζωντανήν την Αγίαν. Η δε καλλίνικος του Χριστού Μάρτυς μηδαμώς φοβηθείσα απεκρίνατο· «Εγώ, ω τύραννε, τούτο το πρόσκαιρον και ολιγοχρόνιον πυρ δεν φοβούμαι, αλλά τρέμω εκείνο το αιώνιον οπού μέλλει να καίη ακαταπαύστως εκείνους, οίτινες αρνούνται τον Χριστόν». Όθεν ο τύραννος επρόσταξε και ήναψαν κάμινον, ανέβαινε δε η φλοξ αυτής τεσσαράκοντα πέντε πήχεις υπεράνω της καμίνου· μέλλοντες δε να ρίψουν εντός ταύτης την γίαν, οι προεστώτες των υπηρετών Σωσθένης και Βίκτωρ ήλθον εις τον Πρίσκον λέγοντες· «Ημείς μεν, καθώς μόνος σου βλέπεις, είμεθα πρόθυμοι εις τας διαταγάς σου· ήδη όμως δεν δυνάμεθα να εγγίσωμεν εις το σώμα της παρθένου· διότι βλέπομεν άνδρας φοβερούς κατά την όψιν, οίτινες ιστάμενοι παρά το πλευρόν της μας απειλούν, είναι δε έτοιμοι να σκορπίσουν το πυρ και να φυλάξουν αυτήν»· ως δε ήκουσε ταύτα ο Πρίσκος διέταξε και τους εφυλάκισαν, επειδή έγιναν Χριστιανοί. Ενόσω δε ταύτα εγίνοντο, προσηύξατο ταύτα η Αγία λέγουσα· «Ο Θεός ο εν υψηλοίς κατοικών και τα ταπεινά εφορών, ο τους εν Βαβυλώνι τρεις Παίδας δια τον σον νόμον εκδοθέντας πυρί, δια Αγίου Αγγέλου σου κακών απαθείς συντηρήσας και δρόσον αυτοίς άνωθεν επιπέμψας, αυτός και νυν τη ση δούλη παράστηθί μοι βοηθός, αγωνιζομένη υπέρ της Σης δόξης, Χριστέ». Ταύτα της Αγίας προσευχομένης έπεμψεν ο ηγεμών δύο κακούς του υπηρέτας, Καίσαρα και Βάριον καλουμένους, δια να ρίψουν την Αγίαν εις την κάμινον· ούτοι δε ελθόντες, δεν είδον την όψιν των θείων Αγγέλων, επειδή ήσαν κακοπροαίρετοι, και δεν έμελλε να πιστεύσουν εις τον Χριστόν. Ερρίφθη όθεν εις την κάμινον η Αγία· η δε φλοξ αναβράσασα περιεχύθη πέριξ της καμίνου, καθώς και εις την Βαβυλώνα το πρότερον εγένετο, και ετιμώρησεν εκείνους οίτινες έρριψαν την Αγίαν· η δε καλλίνικος και αθληφόρος, ως εις δροσερούς και απαλούς τόπους ευρισκομένη, προσηύχετο· αφού δε εμαράνθη η φλοξ και οι υπηρέται διεσκορπίσθησαν από την θεϊκήν τιμωρίαν, εξήλθε η Αγία της καμίνου αβλαβής και ούτε τα ενδύματά της δεν ήγγισε το πυρ. Αλλά την μεν Αγίαν και αύθις εφυλάκισεν ο ηγεμών, την δε ερχομένην ημέραν έφερε τον Βίκτωρα και τον Σωσθένην και τους επρόσταξε να θυσιάσουν εις τα είδωλα. Εκείνοι δε οι μακάριοι είπον· «Ημείς, ω ανθύπατε, όντες δεδουλωμένοι πρότερον από μεγάλην πλάνην, καθώς είσαι και συ ακόμη, ηξιώθημεν τώρα από θείαν νεύσιν και αγαθότητα και εκαταλάβαμεν την αλήθειαν δια μέσου ταύτης της παρθένου· γίνωσκε λοιπόν, ότι δεν θύομεν εις αψύχους θεούς· μη γένοιτο να γίνωμεν τόσον ανόητοι, να υπακούσωμεν εις τα προστάγματά σου». Ταύτα των Μαρτύρων ειπόντων διέταξεν ευθύς ο τύραννος να τους παραδώσουν εις τα θηρία· οι δε Μάρτυρες μεγάλως εχάρησαν και προσηυχήθησαν εις τον Θεόν λέγοντες· «Δος, Κύριε, δια μέσου των οδόντων των θηρίων τούτων να συντρίψωμεν τας σιαγόνας του νοητού και ασάρκου θηρίου». Ήκουσαν δε φωνήν ουρανόθεν λέγουσαν, ότι εισηκούσθη η δέησίς των. Ευθύς δε ως αφέθησαν τα θηρία κατεπάνω αυτών, δαγκάνοντα αυτούς, έπιον μόνον το αίμα, τα δε σώματα αυτών εσεβάσθησαν και δεν τα έφαγον, ουδέ τα ήγγισαν παντελώς, διότι ημπόδιζε και αυτά η δεινή εκείνη χάρις, ήτις εχαλίνωσε τα στόματα των λεόντων εις τον καιρόν του Προφήτου Δανιήλ· και ούτω λοιπόν ούτοι οι αθλοφόροι σύντομον έλαβον το υπέρ Χριστού Μαρτύριον, τα δε ιερά αυτών σώματα, λαβόντες τινές πιστοί, τα ενεταφίασαν με ψαλμούς και ύμνους. Την ερχομένην ημέραν έφερε πάλιν την Αγίαν ο ηγεμών από την φυλακήν· ερχομένη δε η Μάρτυς εις τον δρόμον έλεγεν· «Εν τη οδώ των Μαρτυρίων σου ετέρφθην ως επί παντί πλούτω· εν τοις δικαιώμασί σου αδολεσχήσω, ουκ επιλήσομαι του νόμου σου» και όσα ακόλουθα· ο δε τύραννος της είπεν· «Έως πότε θα ταλαιπωρής τον εαυτόν σου, θα λυπής τους θεούς και θα οργίζης και τον βασιλέα; Καλόν είναι να θυσιάσης εις τους θεούς». Η δε Αγία είπε· «Και ποίον άλλο είναι φρονιμώτερον, ω ηγεμών, από του να μη πείθεταί τις εις λίθους αψύχους, και να μη πιστεύη θεούς κωφούς και αναισθήτους; Καθώς τουναντίον ποίον άλλο ανοητότερον είναι από του να πείθεται εις αυτά»; Οργισθείς όθεν προς ταύτα ο τύραννος επρόσταξε και εγύριζον οξείς λίθους και σίδηρα αιχμηρ΄άνω και κάτω συχνά και ούτω κατεκόπτετο και κατεξεσχίζετο το σώμα της Μάρτυρος· αλλ’ οι μεν δήμιοι απέκαμον, οι λθοι από την βίαν συνετρίβησαν, η δε Μάρτυς και πάλιν εφαίνετο απαθής και αβλαβής. Ο δε Πρίσκος πάλιν οργιζόμενος επρόσταξε και κατεσκεύασαν εις την μέσην του σταδίου δεξαμενήν μεγάλην, την οποίαν επλήρωσαν ύδατος και έβαλον εντός αυτής από όλα τα σαρκοβόλα θηρία της θαλάσσης, κατόπιν επρόσταξε να ρίψουν εντός την Αγίαν· η δε Αγία, ως το ήκουσεν, ήλθε μόνη της και ωνείδιζε τον τύραννον λέγουσα· «Διατί κοπιάζεις ανωφελώς εναντίον των δούλων του Χριστού, και φαίνεσαι κακός και ανόητος»; Είτα υψώσασα τας χείρας προς τον ουρανόν συν δάκρυσιν έλεγεν· «Ιησού, το φως μου, το εμόν καύχημα, η εμή ζωή, ο της εμής ασθενείας βοηθός, Συ όστις έκαμες την κοιλίαν του θηρίου καλόν θάλαμον εις τον Ιωνάν και έφραξας στόματα λεόντων δια τον Δανιήλ, Αυτός και νυν με διάσωσον, Δέσποτα, δια να δοξασθούν οι προσκυνούντες Σε και να αισχυνθούν οι εναντίοι Σου». Ούτω προσευξαμένη η Αγία και ποιούσα τον σταυρόν της, εισήλθεν ανδρείως εις το ύδωρ· τα δε θηρία ώρμησαν μεν, αλλ’ ευθύς ως επλησίασαν εις το μαρτυρικόν σώμα, ελησμόνησαν την τροφήν, και εβαστούσαν την Αγίαν επάνω αυτών ως να εφοβούντο μήπως πάθη κακόν τι εις τα ύδατα η Αγία. Βλέπων ταύτα τα παράδοξα ο Πρίσκος ηπόρει μεν και εθαύμαζεν, αλλά να καταλάβη το φως της αληθείας δεν ηδύνατο· έλεγε δε προς τον Απελλιανόν· «Πως από μίαν γυναίκα ενικήθησαν και πυρ και πληγαί και τροχοί και θηρία»; Ο δε μιαρός και τυφλός προς το φως Απελλιανός είπε· «Όλα αυτά τα κάμνει η Μάρτυς δια μαγείας». Ο δε ανθύπατος πάλιν είπε με περισσοτέραν στόχασιν· «Αλλά διατί οι θεοί, οίτινες μισούν τα πονηρά έργα, δεν την παιδεύουν»; Έπειτα ητοίμασαν άλλον λάκκον εστρωμένον με μικρά σουβλία και επάνωθεν σκεπασμένον με ολίγον χώμα. Αλλ’ η Αγία διήλθεν αβλαβής· έτεροι δε επιχειρήσαντες να διέλθωσιν, παρεμέρισεν το ολίγον χώμα, το οποίον ήτο ερριμμένον άνωθεν, και πίπτοντες εκείνοι εις τα κοπτερά και αιχμηρά αυτά όργανα παρευθύς εθανατώθησαν. Η δε Αγία ευχαριστούσα τον Σωτήρα της Θεόν, έλεγε· «Τις λαλήσει τας δυναστείας σου, και ακουστάς ποιήσει τας αινέσεις σου, Κύριε; Διότι εφύλαξας αβλαβή την δούλην σου από πληγάς και μάστιγας, από πυρ και θηρία, από ύδωρ και τροχούς και λάκκον. Και ήδη, Δέσποτα πολυέλεε, ρύσαι την ψυχήν μου εκ χειρός τού εξ αρχής πολεμίου της ανθρωπίνης φύσεως· αμαρτίας νεότητός μου και αγνωσίας μου μη ενθυμηθής, αλλά κάθαρον πάντα μολυσμόν σαρκός και πνεύματος με σταγόνας των αιμάτων μου, αίτινες δια Σε εχύθησαν· διότι Συ είσαι η κάθαρσις, ο αγιασμός και φωτισμός των δούλων Σου». Και η μεν Αγία ταύτα ηύξατο και της ευχής δεν απέτυχεν· ο δε Πρίσκος επενόησεν άλλον λάκκον και απώλειαν ψυχικήν, και όχι σωματικήν, διότι εκάλεσε την Αγίαν και της είπε με προσποιητήν ημερότητα· «Συ μεν ως γυνή επλανήθης, αλλ’ ούτε ημείς δεν έπρεπε να δείξωμεν τόσον θυμόν εναντίον σου, δια τον οποίον συμπάθησόν μας, και θυσίασον εις τον μεγάλον θεόν Άρην· και τόσον άμετρον πλούτον και δόξαν θα λάβης, ώστε θα λησμονήσης όλας σου τας προτέρας θλίψεις, και θα ζήσης ευτυχέστατα, καθώς και σου πρέπει, επειδή και είσαι ωραιοτάτη παρθένος και από ευγενέστατον γένος». Αλλ’ η πανεύφημος Ευφημία είπε προς αυτόν· «Ω ψυχή κακότεχνε, δόλου γέμουσα και πικρίας, ω δαιμονία γνώμη, δεν παύεις από τας φλυαρίας σου και κακουργίας σου; Εγώ να θυσιάσω εις δαίμονας και είδωλα, έπειτα από τας τόσας βοηθείας και ευεργεσίας τας οποίας κατηξιώθην από τον Δεσπότην μου και αφού πλέον εφανερώθη η αλήθεια με τόσα έργα, με τα οποία κατήσχυνα την υπερηφάνειάν σας, και απέδειξα την αδυναμίαν των θεών σας; Δια τούτο άφες, ταλαίπωρε, την υπόκρισιν, και κάμε όσα σε ερμηνεύει ο διδάσκαλός σου ο διάβολος». Τότε ο Πρίσκος εθυμώθη πάλιν· όθεν επρόσταξε και την έδερον με ραβδία ασπλάγχνως, έφερε δε και πρίονας κοπτερούς, κάτωθεν δε έθεσαν πυρ και έβαλαν τηγάνια σιδηρά, δια να λυώνουν τας σάρκας τας οποίας ήθελον πριονίσει, και ούτω να γίνουν στάκτη. Ευθύς όμως ως ήγγισν οι πρίονες το σώμα της Μάρτυρος, εστράβωσαν οι οδόντες αυτών, και έμειναν ανενέργητοι, το δε πυρ εσβέσθη, και η Μάρτυς αβλαβής εφυλάχθη, ο Πρίσκος όμως και πάλιν τυφλός έμεινεν, επειδή και το φως είναι εις όλους επιθυμητόν, αλλά εις τους ασθενείς οφθαλμούς είναι μισητόν και πολέμιον· ούτως είναι και εις τας κακοπροαιρέτους ψυχάς το θεϊκόν φως και η αρετή. Όθεν έφερε πάλιν εις το στάδιον την Αγίαν, και επρόσταξεν αυτήν να πολεμήση με τα θηρία· η δε ελυπείτο πως δεν ανεχώρει το συντομώτερον προς τον ποθούμενόν της Νυμφίον Χριστόν, εις την αληθινήν ζωήν και ευφροσύνην· διο και προσηύξατο λέγουσα· «Δέσποτα και Κύριε πάσης αρχής, έδειξας εις εμέ την ανίκητόν σου δύναμιν, ήλεγξας την ασθένειαν των δαιμόνων, την αγνωσίαν των τυράννων, με έκαμες δυνατωτέραν των πληγών και βασάνων· λοιπόν, καθώς εδέχθης τας σφαγάς και τα αίματα των προ εμού Μαρτύρων, πρόσδεξαι και την εμήν θυσίαν και σφαγήν εν ψυχή συντετριμμένη και πνεύματι ταπεινώσεως προσφερομένην σοι, και προσλαβών την εμήν ψυχήν, ανάπαυσον εν σκηναίς Αγίων και Μαρτύρων χοροίς, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Ούτω προσευχομένης της Αγίας, άφησαν κατεπάνω αυτής τέσσαρας λέοντας και τρεις άρκτους, όλα δε αυτά πλησιάσαντα εφιλούσαν με πολλήν ευλάβειαν ανθρωπίνως τους πόδας της Αγίας· μία δε από τας άρκτους εκείνας, δαγκάνουσα εν μέρος από το σώμα της Αγίας, πληγήν μεν ή σημείον κανένα δεν έκαμεν, έγινεν όμως αφορμή να απέλθη η Μάρτυς προς τον ποθούμενόν της Θεόν, έχοντος τότε του Σεπτεμβρίου μηνός δέκα και εξ, έτος δε κατά την επικρατεστέραν γνώμην ήτο το τγ΄ (303)· φωνή δε ηκούσθη ουρανόθεν καλούσα την Αγίαν Ευφημίαν εις τας θείας αυλάς, λέγουσα· «Άνελθε προς τον στεφανοδότην η τον καλόν αγώνα αγωνισαμένη, και τον δρόμον ήδη τελέσασα, δια να λάβης τους μισθούς και τα χαρίσματα των πόνων σου». Ομού δε με την φωνήν σεισμός μέγας εγένετο, και εσάλευσε την πόλιν ως φύλλα των δένδρων· όλοι δε οι κατοικούντες φοβηθέντες έφευγον όπου ηδύνατο έκαστος. Ευρόντες όθεν οι γεννήτορες της Αγίας ευκαιρίαν κατάλληλον έλαβον το μαρτυρικόν και πολύτιμον εκείνο σώμα, και το έθαψαν με τας ιδίας των χείρας εις ένα τόπον πλησίον της Χαλκηδόνος, εντίμως και ευλαβώς, όχι κλαίοντες, αλλά χαίροντες και ευφραινόμενοι, επειδή ηξιώθησαν να ονομασθούν γονείς τοιαύτης παιδός, και να προσφέρουν εις τον Θεόν καρπόν ευλογίας ιερώτερον και αγιώτερον από πάσαν άλλην προσφοράν και δώρον. Ότι αυτώ πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2052
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΖ΄ (17η) Σεπτεμβρίου, μνήμη ΠΙΣΤΕΩΣ, ΕΛΠΙΔΟΣ και ΑΓΑΠΗΣ, και της μητρός αυτών ΣΟΦΙΑΣ.

Δημοσίευση από silver » Δευ Σεπ 16, 2019 11:09 pm


Σοφία η Αγία Μάρτυς και αι θυγατέρες αυτής Πίστις, Ελπίς και Αγάπη έζων εις την Ρώμην κατά τας ημέρας του δυσσεβούς αυτοκράτορος Ανδριανού, όστις εβασίλευεν εκεί, παραχωρήσει Θεού, κατά τα έτη ριζ΄ - ρλη΄ (117 – 138). Oύτος, έχων ζήλον διάπυρον εις την λατρείαν των ειδώλων των ψευδωνύμων θεών, προσεπάθει να πείση τους Χριστιανούς, άλλους με κολακείας και άλλους με απειλάς, όπως θυσιάζωσιν εις τους δαίμονας. Η δε Σοφία ήτο γυνή ευσεβής εις την πίστιν, ευγενής εις το γένος, και εις την πολιτείαν σεμνή και σωφρονεστάτη, καταγομένη από μεγάλην τινά πόλιν της Ιταλίας· παραμείνασα δε χήρα εκ νεότητος είχε μεθ’ εαυτής τας τρεις θυγατέρας της, με τας οποίας έτυχεν εξ ανάγκης να υπάγουν εις την μεγαλόπολιν Ρώμην· διαμείνασα δε εκεί διήγε ζωήν ενάρετον, διδάσκουσα και τας θυγατέρας της να μιμώνται την μητέρα αυτών, στολίζουσαι τα ήθη των με τον φόβον του Κυρίου και τον πόθον της Βασιλείας των ουρανών. Προσείχε δε η μακαρία Σοφία, κατά το όνομα αυτών να συμφωνή και η πολιτεία· δια τούτο και εις τους λόγους και εις τα έργα της εφαίνετο της σοφίας ο καρπός, με τον οποίον ανέτρεφε και τα γεννήματα αυτής, ήτοι τας θυγατέρας, αι οποίαι ηύξανον με το κάλλος της ψυχής, δια μέσου του οποίου εδόθη εις αυτάς και η ωραιότης του σώματος. Τούτου ένεκεν έφθασεν η φήμη των μακαρίων εις το περισσότερον μέρος της πόλεως, και επαινούσαν τα χαρίσματα τα οποία είχον ψυχής τε και σώματος, και δια το ορθόδοξον σέβας, και δια την κοσμιότητα των ηθών, δι’ ων και τα σωματικά χαρίσματα ωραϊζονται. Δεν ηδυνήθη όμως ο πατήρ του φθόνου να βλέπη εις γυναικείαν ασθένειαν ανδρικά φρονήματα και γενναία επιυεύγματα, επιτελούμενα δια μέσου της χάριτος της αμωμήτου ημών πίστεως· όθεν υπεκίνησεν ο μιαρός τον επιστάτην της πόλεως, Αντίοχον ονόματι, ο οποίος και εφανέρωσεν εις τον βασιλέα την ευσέβειαν τούτων των αοιδίμων, και διέβαλεν αυτάς ως καταφρονητρίας των θεών και απειθείς εις τα βασιλικά προστάγματα. Ταύτα ακούσας ο Ανδριανός, ευθύς με θηριώδη θυμόν έστειλε να φέρουν εις το δικαστήριον αυτάς· αι οποίαι, καθώς ήκουσαν το πρόσταγμα του τυράννου, ητοιμάσθησαν μετά προθυμίας εις τον κατά Χριστόν αγώνα, έχουσαι μίαν και την αυτήν γνώμην και απόφασιν, καθώς και ένα φυτόν έχει την ρίζαν και τους κλώνους της αυτής φύσεως. Το φρόνημα της μητρός ευρίσκετο εις τα τέκνα και εκείναι πάλιν ως γνήσιαι αδελφαί δεν διέφερον η μία από την άλλην, καθώς απεδείχθη όταν ήλθον εις τους αγώνας. Επειδή δε παρεστάθησαν εις το δικαστικόν βήμα, θαρρούσαι εις εκείνον όστις ορίζει εις το ιερόν Ευαγγέλιον να μη φοβούμεθα από εκείνους όπου φονεύουν μόνον το σώμα, την δε ψυχήν δεν δύνανται να βλάψουν, και αρματωθείσαι με τον τύπον του ζωοποιού Σταυρού, ίσταντο μετά γενναίου φρονήματος και φαιδροτάτου προσώπου ενώπιον του δικαστού· ο οποίος βλέπων εν σύνολον σεμνόν και ευπρεπές, διότι η ευγένεια και ο στολισμός της ψυχής εφαίνετο από τον έξωθεν σχηματισμόν, και θαυμάσας, αφήκε την αυστηράν κρίσιν και εξέτασιν, ξεχωρίσας δε μόνον την μητέρα από τας θυγατέρας της, ήρχισε να λέγη προς αυτήν μετά πολλής ημερότητος· «Ω γύναι, βλέπω εις σε χαρίσματα αξιέπαινα της φύσεως και της γνώμης· ως εκ τούτου δεν είναι μικρόν αμάρτημα το να αθετή τις με μεγάλην τόλμην και να καταφρονή πατροπαράδοτον θρησκείαν, να μη υπολογίζη βασιλέων προστάγματα, καθώς και τώρα φαίνεται εις σε. Μίαν μεγαλόπολιν Ρώμην ετάραξες, και εμβήκεν ο κόσμος εις διχόνοιαν και μάχην· διδάσκεις παρρησία, ότι οι θεοί μας δεν είναι παντάπασι θεοί, αλλά μόνον ονόματα ξηρά χωρίς πράγματα και υποκείμενα. Αλλ’ όμως, ειπέ μοι την πατρίδα, το γένος, το όνομα και το σέβας σου». Η Σοφία ενδυναμωθείσα με την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος απεκρίθη· «Η ιδική μου πατρίς είναι η Ιταλία, οι γεννήτορές μου εχρημάτισαν από τους πρώτους άρχοντας της χώρας, ονομάζομαι δε Σοφία· όμως επάνω εις όλα αυτά, σεμνύνομαι να ονομάζωμαι και πράγμα και όνομα Χριστιανή, δούλη Χριστού του αληθινού Θεού, εις τον οποίον από γεννήσεώς μου αφιερώθην και εις την Χάριν αυτού προσέφερον και τον καρπόν της εμής κοιλίας· η αιτία δε όπου μας έφερεν εις την Ρώμην είναι δια να ομολογήσωμεν παρρησία τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, Θεόν αληθινόν, δια τον οποίον είμεθα έτοιμαι να υπομείνωμεν πάσαν τιμωρίαν και βάσανον μέχρι θανάτου, να υποφέρωμεν πρόσκαιρα, δια να κερδήσωμεν τα ουράνια αγαθά της αιωνίου Βασιλείας». Ταύτα κούσς ο ασεβής δικαστής εθαύμασε το ελεύθερον και παρρησιαστικόν της αποκρίσεως, την σύνεσιν και σεμνότητα, και ως νικημένος από την απόκρισιν της μητρός, εστράφη προς την εξέτασιν των θυγατέρων αυτής· ευρών όμως και εις αυτάς το ίδιον θάρρος παρέδωκε ταύτας εις μίαν αρχόντισσαν συγκλητικήν, Παλλαδίαν ονόματι, δια να τας κατηχήση εις την ασέβειαν και μετά τρεις ημέρας να τας φέρη έμπροσθέν του εις εξέτασιν. Κατά το διάστημα των τριών τούτων ημερών δεν έπαυεν η ευλογημένη εκείνη μήτηρ να διδάσκη τας θυγατέρας της, λέγουσα προς αυτάς ταύτα· «Εγώ μεν, ω τέκνα μου ποθεινότατα, αφού σας εγέννησα κατά σάρκα, σας ανέθρεψα και κατά πνεύμα, σας εστόλισα με τα ιερά γράμματα, σας ώπλισα με νουθεσίας και εκπαίδευσιν αρετών, ως και με το παράδειγμα της ιδικής μου πολιτείας, δια να δύνασθε να αντεπεξέρχεσθε εις καιρόν πολέμου σατανικού. Ιδού τώρα ότι έστησεν ο διάβολος πόλεμον καθ’ ημών· όθεν τώρα θέλει φανή ο ωφέλιμος καρπός των ιδικών μου διδαχών. Προσέχετε, τέκνα μου, μήπως η πρόσκαιρος βάσανος δαμάση την πολυχρόνιον μελέτην της εις Χριστόν ομολογίας, μήποτε ήθελε νικήσει το ανίσχυρον ψεύδος την τα πάντα δυναμένην αλήθειαν». Και πάλιν συνεχίζουσα η Αγία έλεγεν· «Με κάμνει, τέκνα μου, να υποπτεύωμαι η νεότης της ηλικίας σας· όμως έχετε όλον το θάρρος σας εις τον Ιησούν Χριστόν, και αυτός θέλει σας βοηθεί με την εξ ύψους άμαχον αυτού δύναμιν. Χαρίσατε, τέκνα μου, δύναμιν εις το γήρας το ιδικόν μου, το οποίον με τους αγώνας τους ιδικούς σας θα αναλάβη από την χαράν δύναμιν νεανικήν. Αν φυλάξητε, τέκνα μου, έως τέλους ανίκητον την εις Χριστόν ομολογίαν, θέλετε στεφανωθή παρά της δεξιάς του Υψίστου με αμαράντους στεφάνους, απολαμβάνουσαι αιωνίως δόξαν και τρυφήν ανεκδιήγητον εις την επουράνιον αυτού Βασιλείαν. Μεγάλη φρόνησις και γνώσις είναι να ανταλλάξη τις τα μικρά του κόσμου τούτου πράγματα με τα μεγάλ, να δώση πρόσκαιρα και να λάβη αιώνια. Από όλα τα αγαθά του κόσμου πλέον μεγαλύτερον και τιμιώτερον αγαθόν είναι να εξαγοράση τις αντί ολίγου αίματος, το οποίον θα χύση δια τον Χριστόν, την Βασιλείαν αυτού την ουράνιον». Εις ταύτας τας μητρικάς νουθεσίας απεκρίθησαν τα ευλογημένα κοράσια· «Συ μεν , ω σεβασμία μήτερ, καθώς μας εστήριξας με τας καλάς σου νουθεσίας, ούτως ενδυνάμωσόν μας και με τας ιεράς σου ευχάς· ο δε Δεσπότης Χριστός, όστις παρήγγειλεν, ότι οπότε παρασταθήτε εμπρός εις τα κριτήρια των βασιλέων και των τυράννων, μη φροντίζητε ούτε να προμελετάτε πως ν’ απλογηθήτε, εκείνος θέλει μας δώσει σοφίαν, δια της οποίας να νικήσωμεν την ανόητον σοφίαν των Ελλήνων και δύναμιν δια να κατατροπώσωμεν των πεπλανημένων την ασέβειαν». Ότε δε παρήλθεν η προθεσμία των τριών ημερών, εφέρθησαν αι παρθένοι μόναι εις εξέτασιν έμπροσθεν του ηγεμόνος, ο οποίος, ως πεπονηρευμένος όπου ήτο, εσυλλογίσθη, ότι αι νεάνιδες ως απαλαί και αδύνατοι ευκόλως θέλουν καταπεισθή με κολακείας και υποσχέσεις να θυσιάσουν. Ήρχισεν όθεν ο ηγεμών και έλεγε προς αυτάς ταύτα· «Εγώ, τέκνα μου, βλέπων το τοιούτον κάλλος του προσώπου σας και τας άλλας χάριτας του σώματος, αίτινες αποστάζουσι γλυκύτητα, μάλιστα δε το ήθος και την ευγένειαν της ψυχής, νομίζω ότι τα τόσα σας χαρίσματα δεν είναι δώρα μόνον της φύσεως, αλλά και χάριτός τινος θεϊκής, δια να βλέπουν οι άνθρωποι και να θαυμάζουν την δύναμιν των μεγάλων θεών· δια τούτο και εγώ, δεικνύων εις σας αγάπην πατρικήν, σας παρακαλώ, ηγαπημέναι μου νεάνιδες, να μη αθετήσετε την πατρικήν μου συμβουλήν· και πρώτον μεν να συλλογισθήτε την γεροντικήν ηλικίαν της μητρός σας, η οποία, εάν σεις δεν καταπεισθήτε, είναι ανάγκη να βασανίζεται και αυτή ομού με σας. Έπειτα βάλετε εις τον νουν σας το άνθος της ηλικίας σας, λυπηθήτε την ισόθεον ωραιότητα, την οποίαν όσον θαυμάζω τώρα και επαινώ, τόσον έχω να βασανίσω και χωρίς να θέλω· κι όσον σεις φαίνεσθε απειθείς, τοσούτον εξάπτετε τον θυμόν μου περισσότερον· και ενώ τώρα έχετε τον καιρόν να χαίρετε, να ευτυχήτε και να απολαύσητε πλούτον και δόξαν και περιποίησιν βασιλικήν, εάν μου παρακούσητε, αλλοίμονον! έχετε να τα χάσητε όλα, έτι δε και αυτήν την ζωήν, και κάλλος και άνθος της ηλικίας σας, και με πικρότατα βάσανα να υπάγητε εις την απώλειαν». Και ταύτα μεν κολακεύων και απειλών εφλυάρει ο δικαστής· αι δε νύμφαι του Χριστού, τα τίμια βλαστήματα της Σοφίας, απεκρίθησαν μετά γενναίου φρονήματος, λέγουσαι· «ημείς, ω δικαστά, γνώριζε καλώς, ότι ούτε τα ταξίματά σου καταδεχόμεθα, ούτε τας απειλάς σου υπολογίζομεν· τα αιώνια αγαθά επιθυμούμεν, και ουράνιον Νυμφίον επιποθούμεν, τα δε ανθρώπινα αγαθά μισούμεν και αποστρεφόμεθα· δι’ αυτό δε το οποίον μας απειλείς, ότι έχεις να βασανίσης την μητέρα μας, δεν ηξεύρεις, ταλαίπωρε, πως χαροποιείς και ημάς και εκείνην περισσότερον; Διότι τι γλυκύτερον πράγμα είναι δια τους Χριστιανούς παρά να βασανίζωνται δια την αγάπην του Χριστού; Εάν δε και το να πάσχη τις μόνον δια την τιμήν του πλάστου και ποιητού του είναι τούτο δόξα και καύχημα, πόσω μάλλον ανώτερον είναι να γίνη και κληρονόμος της Βασιλείας των ουρανών και των αιωνίων αγαθών, και οποίαν δόξαν και τρυφήν θέλει απολαύσει τότε. Όθεν το να επιχειρής να μας υστερήσης από τοιαύτα αγαθά βέβαια και αληθινά, δια ψευδή και πρόσκαιρα, αυτό σημαίνει ότι είσαι μωρός και ανόητος. Μη απατάσαι λοιπόν, διότι ούτε κολακεύων θέλεις μας καταπείσει, ούτε απειλών θέλεις μας εκφοβίσει· τότε δε μόνον θέλεις μας λυπήσει, εάν, δια την νεότητα όπου έχομεν, δεν θέλεις μας βασανίσει σκληρότατα». Ταύτην την στερεάν γνώμην και γενναίαν απόφασιν βλέπων ο δικαστής, εσυλλογίσθη να διαχωρίση τας Αγίας την μίαν από την άλλην, και ούτω μίαν μίαν να τας φέρη εις εξέτασιν, νομίζων ότι ούτω θα τας λυπήση με την μόνωσιν και θα δυνηθή να νικήση. Και πρώτον καλέσας την μητέρα των ηρώτησε ταύτην δια την ηλικίαν των παρθένων και τα ονόματα· η δε απεκρίθη, ότι η μεν πρώτη είναι δώδεκα ετών και ονομάζεται Πίστις· η Δευτέρα είναι δέκα ετών και ονομάζεται Ελπίς και η Τρίτη είναι εννέα ετών και ονομάζεται Αγάπη. Έφερεν όθεν ο τύραννος την πρώτην έμπροσθέν του και την παρεκίνει να θυσιάση εις την μιαράν Αρτέμιδα. Η δε παρθένος δείξασα ότι το θάρρος, όπερ έχουν, είναι άνωθεν δεδομένον, απεκρίθη λέγουσα· «Ω της απάτης! Πως σας ηπάτησεν όλως διόλου ο σατανάς, ταλαίπωροι! Δεν φθάνει ότι είσθε σεις τετυφλωμένοι με την ασέβειαν, αλλ’ αναγκάζετε και άλλους να σας ακολουθώσιν εις την οδόν της απωλείας; Ποίος έχων ολίγην γνώσιν ήθελεν αρνηθή τον αληθινόν Θεόν, του ουρανού και γης ποιητήν, και όσων ευρίσκονται εν αυτοίς φαινομένων και μη φαινομένων και να πιστεύη και να ομολογή θεούς εκείνους τους οποίους πελεκούν και σφυροκοπούν οι άνθρωποι; Μεγάλη αγνωσία βέβαια και υμών, διότι αναγκάζετε τους ανθρώπους να πιστεύουν τοιαύτα ανόητα πράγματα και εκείνων οίτινες πείθονται εις τοιαύτην ασέβειαν. Κάμε λοιπόν ό,τι θέλεις· καλύτερον είναι να πάθη τις μυρία βάσανα, παρά να εκπέση εις τόσην αγνωσίαν». Οι λόγοι ούτοι της παρθένου έφεραν τον δικαστήν εις ακράτητον θυμόν, και επειδή με λόγους δεν ηδυνήθη να την καταπείση, ήρχισε την δοκιμήν με τα έργα· προστάσσει όθεν να γυμνώσουν την Μάρτυρα και δένοντες οπίσω τας χείρας της να την ραβδίζουν ασπλάγχνως, Τότε εφάνη με την δοκιμήν η ανδρεία τής Μάρτυρος, η οποία εφαίνετο περιχαρής, όχι ως να ερραβδίζετο, αλλ’ ως να έρριπτον επάνω της άνθη και τριαντάφυλλα. Και βλέπων ο δικαστής ότι δεν εφαίνετο παραμικρά πληγή εις το σώμα της Αγίας, περισσότερον εδαιμονίζετο· όθεν επρόσταξε και έκοψαν τους δύο μαστούς της Αγίας. Τότε δε έγινε θαύμα παράδοξον· διότι αντί να τρέξη αίμα από την τομήν, έρρευσε γάλα χωρίς οδύνην και πόνον τινά. Τότε πάλιν προστάσσει ο αλιτήριος και ήναψαν μίαν εσχάραν, επί της οποίας ήπλωσαν την Μάρτυρα· όσον δε εκείνος ο μιαρός εφιλονίκει και ηγωνίζετο να εφευρίσκη βασάνους, τόσον πάλιν ο Κύριος δεν έλειπεν από του να βοηθή την δούλην Του, καθώς συνέβη και τότε· διότι εκείτετο η Αγία επάνω εις την κεκαυμένην εκείνην εσχάραν ως να ευρίσκετο αναπαυομένη εις ένα δροσερόν παράδεισον. Ο δε τύραννος, έξω φρενών γενόμενος υπό του θυμού και της οργής, επρόσταξε και την έβαλον εις άλλο πεπυρακτωμένον τηγάνιον, χώνοντες έσωθεν βραστήν πίσσαν και έλαιον· η δε Αγία, απλωθείσα και εις αυτό το φοβερόν κατασκεύασμα, επεκαλέσατο τον πάντα δυνάμενον Χριστόν, και ευθύς έχασε το πυρ την καυστικήν του δύναμιν, η δε Μάρτυς έμεινεν ως εις δροσερόν λειμώνα, δοξάζους και υμνούσα τον Κύριον. Βλέπων δε ο υπηρέτης του Σατανά, ότι καμμία τιμωρία δεν ενεργεί κατά της Αγίας, μάλιστα κάμνει και τους Έλληνας να θαυμάζουν την δύναμιν του Χριστού, έδωκε την τελευταίαν απόφασιν, να αποκεφαλίσουν την Αγίαν· η οποία καθώς ήκουσεν την απόφασιν επλήσθη πάσης χαράς. Όθεν εις μεν την μητέρα της εμήνυσε να εύχηται και δια τας λοιπάς θυγατέρας της να τελειώσουν το στάδιον του Μαρτυρίου καλώς, εις δε τας αδελφάς της να υπομείνουν γενναίως μέχρι τέλους εις την υπέρ Χριστού ομολογίαν, αι οποίαι ακούσασαι έδραμον, μήτηρ και αδελφαί, δια να την αποχαιρετήσουν. Αφού λοιπόν ήκουσαν αι αδελφαί τας νουθεσίας της αδελφής των και Μάρτυρος, και έλαβον περισσοτέραν μεγαλοψυχίαν, την απεχαιρέτησαν με τον τελευταίον ασπασμόν, και είπον προς αυτήν· «Παρακάλεσον, αδελφή, τον Δεσπότην μας Χριστόν, όπως μας αξιώση να διέλθωμεν την ιδίαν οδόν του Μαρτυρίου και να συναντηθώμεν εις την Βασιλείαν Του». Η δε μακαρία μήτηρ της Αγίας, βλέπουσα το τέκνον της φερόμενον προς σφαγήν, έδειξε γενναίον φρόνημα και μετά χαράς μεγάλης ηυχαρίστει τον Κύριον, ότι την ηξίωσε να ίδη τον καρπόν τής κοιλίας της θυσίαν άμωμον εις τον Χριστόν προσφερόμενον. Εδέετο δε να αξιώση και τας άλλας δύο θυγατέρας της εις το να τελειώσουν με τέλος μαρτυρικόν, διότι ο πόθος της ήτο να φανή μήτηρ τριών Μαρτύρων και όχι μιάς. Την ώραν δε κατά την οποίαν έμελλε να καταβιβάση την σπάθην ο δήμιος δια να αποκεφαλίση την θυγατέρα της, εζήτησεν η μακαρία Σοφία ολίγην προθεσμίαν και είπε και ταύτα προς την θυγατέρα της. «Εγώ μεν, ω ηγαπημένη μου θύγατερ, υπέμεινα πόνους εις την γέννησίν σου, εκοπίασα πολύ δια να σε καταστήσω εις ταύτην την ηλικίαν· ιδού τώρα ότι επληρώθησαν και οι πόνοι και οι κόποι μου διπλά και τρίδιπλα. Δεν είναι δυνατόν, τέκνον μου, να αποδώση τις εις τους γεννήτορας ανταμοιβήν δια την γέννησιν και ανατροφήν του, όπως συ απέδωκάς μοι τας χάριτας με δόξαν και τιμήν υπερέχουσαν, επειδή υπέμεινας βασανισμούς δια τον Δεσπότην μας Χριστόν, προς τον οποίον ύπαγε ήδη, τέκνον μου, ύπαγε περιλελουσμένη με τα μαρτυρικά σου αίματα, με τα οποία θα παρασταθής ενώπιον του Νυμφίου σου ωραιοτέρα και ευωδεστέρα από τα κρίνα και άνθη των αρωμάτων των πόνων σου». Ταύτα ακούσασα η μακαρία Πίστις έκλινε την κεφαλήν και εδέχθη μετά χαράς τον δια ξίφους θάνατον. Ο δε ασεβέστατος δικαστής, μη υποφέρων την ήτταν, την οποίαν υπέστη από την Μάρτυρα, εσυλλογίζετο να φέρη τας άλλας εις το θέλημά του. Όθεν επρόσταξε και έφεραν έμπροσθέν του την δευτέραν κατά την ηλικίαν αδελφήν Ελπίδα, και λέγει προς αυτήν με πολλήν ημερότητα· «Καταπείσθητι, τέκνον μου, και προσκύνησον την μεγάλην θεάν Άρτεμιν». Η δε τρισόλβιος Ελπίς απεκρίθη λέγουσα. «Συ εβεβαιώθης, ότι εκείνην όπου επαίδευσας και εφόνευσας ήτο αδελφή μου γνησία· με ό,τι τρόπον λοιπόν εδοκίμασας και ηννόησας την γνώμην εκείνης, με τον ίδιον τρόπον γνώρισε και την ιδικήν μου· διότι δεν είναι δυνατόν, ούτε λυπηρόν τι, ούτε κανέν χαρμόσυνον να με μεταστρέψη από την τοιαύτην γνώμην και απόφασιν». Ταύτα ακούσας εκείνος ο μιαρός ήρχισε να τιμωρή την Αγίαν· και πρώτον επρόσταξε να την απογυμνώσουν και να την μαστιγώνωσι με ωμά βούνευρα. Επειδή όμως δεν υπελόγιζε καν η μακαρία την βάσανον ταύτην, επρόσταξε κα έκαυσαν κάμινον φοβεράν και έρριψαν εις αυτήν την παρθένον. Αλλ’ εκείνος ο Θεός, όστις εφύλαττε την αδελφήν της αβλαβή από πάσαν βάσανον, ούτος ομοίως ετήρει και αυτήν απείρακτον απ΄την ιδίαν τιμωρίαν του πυρός, το οποίον ευλαβηθέν την Αγίαν ουδόλως ήγγιζεν αυτήν· ίστατο δε η Αγία εις το μέσον της φλογός ευχαριστούσα τον Νυμφίον Χριστόν, και δεομένη να την φυλάξη ως παντοδύναμος μέχρι τέλους εις την καλήν ομολογίαν. Βλέπων ταύτα ο τύραννος εδαιμονίζετο περισσότερον από τον θυμόν του, και προστάσσει πάλιν να κρεμάσουν την Αγίαν και να ξεσχίσουν τας σάρκας της με σιδηρούς όνυχας. Ξεομένης δε αυτής ήστραπτε το πρόσωπόν της υπέρ τον ήλιον, και από το σώμα της εξήρχετο ευωδία θαυμάσιος και με χαριέστατον βλέμμα έλεγε προς τον τύραννον· «Συ μεν, ταλαίπωρε, νομίζεις, ότι με τας τιμωρίας σου θα ολιγοστεύσης την δύναμιν της υπομονής μου, εγώ όμως με την δύναμιν του Χριστού μου ελπίζω να σε αποδείξω αδύνατον και νενικημένον εις τον πόλεμον, τον οποίον έστησας με εν κοράσιον ως εμέ ανήλικον, και άλλην βοήθειαν δεν έχω παρά μόνον την εξ ύψους δύναμιν». Εις τους λόγους τούτους της κόρης εξεκαύθη περισσότερον ο θυμός του τυράννου, και προστάσσει να φέρουν εν δοχείον χάλκινον πλήρες πίσσης και ρητίνης κοχλαζούσης, εις το οποίον ρίψαντες την Αγίαν, εγένετο θαύμα παράδοξον· διότι το μεν χάλκωμα καιόμενον ανέλυε και εφθείρετο κατ’ ολίγον ως κηρός, η δε πίσσα και η ρητίνη εξεχύθη ως ρεύμα, και κατέκαυσε πολλούς των Ελλήνων, τους οποίους και απώλεσεν. Ιδών ο ασύνετος δικαστής ότι όχι μόνον δεν δύναται να καταπείση την Αγίαν παρθένον, αλλ’ ότι εκείνη ως αιτίας χαράς εκλαμβάνει τας βασάνους, αυτός δε μένει κατησχυμμένος, έδωκε και κατ’ αυτής την δια ξίφους απόφασιν. Φερθείσα δε αύτη εις τον τόπον της καταδίκης, και ιδούσα το λείψανον της αδελφής της, έπεσε μετά πόθου επάνω αυτού, και το ησπάζετο μεθ’ ηδονής και έχαιρεν, επειδή έμελλε και αυτή μετά την αποτομήν της κεφαλής να την απολαύση εις εκείνην την άρρητον χαράν. Αφού λοιπόν απεκεφαλίσθη και αυτή, περιέπεσεν ο άδικος δικαστής εις αδημονίαν και λύπην μεγάλην, ότι δεν ηδυνήθη να τας φέρη εις το θέλημά του, και ότι εφάνη νικημένος από τρυφερά και ανήλικα κοράσια· όμως είχεν πάλιν ελπίδα τινά να καταπείση καν την τρίτην, ως πάντη ανήλικον και αδύνατον. Έφερε λοιπόν έμπροσθέν του το χαριτωμένον κοράσιον, την Αγάπην, και ήρχισε με λόγους κολακευτικούς, όπως την καταπείση να θυσιάση εις τους δαίμονας. Η δε μακαρία παρθένος απεκρίθη με γενναίον φρόνημα, λέγουσα· «Μη σε πλανά η νεότης της ηλικίας μου και μη ελπίζης να με καταπείσης με τας κολακείας σου· διότι θέλεις γνωρίσει, με την δοκιμήν, ότι και εγώ είμαι κλώνος εξ εκείνης της ευλογημένης ρίζης, είμαι γέννημα εκείνης της κοιλίας, όπου συ εδοκίμασες, και σε έκαμαν παίγνιον και γέλωτα· δεν θέλω φανή από τας αδελφάς μου εις την ανδρείαν κατωτέρα, ούτε θέλω καταισχυνθή από την ευγένειαν και γενναιότητα του γένους μου, αλλά θέλω υπομείνει με του Χριστού μου την βοήθειαν τόσον περισσότερον όσον είμαι και μικροτέρα από τας αδελφάς μου». Την παρρησίαν ταύτην της Μάρτυρος δεν ηδυνήθη ο μιαρός τύραννος να υποφέρη και δια τούτο επρόσταξε και την εκρέμασαν ες ένα υψηλόν ξύλον, και την εμαστίγωνον με λωρία ισχυρά, ούτως ώστε από το σφίξιμον και τον δαρμόν να διαλυθούν όλαι αι αρμονίαι από την φυσικήν των σύνθεσιν, και να ανασπάσουν όλα τα μέλη της από τον τόπον των. Η θεία όμως δύναμις, ήτις ενίσχυε τας αδελφάς της Αγίας, εβοήθει και αυτήν και δεν ησθάνετο ούτε πόνον τελείως εις τα μέλη της, ούτε της έκαμε καμμίαν βλάβην το μηχάνημα. Όθεν πάλιν επρόσταξε και ήναψαν την κάμινον, την οποίαν εξέκαυσαν περισσότερον πάσης προγενεστέρας, ούτως ώστε εφαίνετο ως θάλασσα πυρός, και τότε λέγει προς την κόρην ο τύραννος· «Βλέπεις αυτήν την φοβεράν κάμινον, ήτις ητοιμάσθη δια σε; Στοχάσου λοιπόν, ότι αλλέως δεν γλυτώνεις απ’ αυτήν, παρά μόνον αν κάμης εκείνο το οποίον σε προστάζουν· εγώ όμως θέλω δείξει φιλανθρωπίαν προς σε, επειδή λυπούμαι την νεότητά σου· ένα και μόνον λόγον ειπέ, ότι μεγάλη είναι η θεά Άρτεμις, και ύπαγε ελευθέρα όπου βούλεσαι». Η δε άμωμος νύμφη του Χριστού απεκρίθη λέγουσα· «Μη γένοιτο να είπω λόγον παράνομον και να μολύνω την γλώσσαν μου, ήτις πρέπει να λαλή και να προφέρη με καθαρότητα το φοβερόν όνομα του ποιητού μου, και όχι το ακάθαρτον όνομα των δαιμόνων». Τότε ο παράνομος δικαστής επρόσταξε μετά θυμού να ρίψουν την Αγίαν εις εκείνην την κάμινον. Αλλ’ ευθύς ως ήκουσε το πρόσταγμα του τυράννου η μακαρία Αγάπη, από την υπερβάλλουσαν προς Χριστόν αγάπην επήδησε μόνη εις το μέσον του πυρός, το οποίον διεχύθη από την κάμινον και κατέκαυσε πολλούς από τους Έλληνας. Έφθασε δε το πυρ και εις αυτόν τον μιαρόν δικαστήν, και έκαυσε μέρος του σώματός του, αφ’ ενός μεν δια να ελέγξη την ασέβειάν του, και δεύτερον δια να εννοήση ούτος, ότι μάχεται εναντίον θείας δυνάμεως. Πλην όμως ο πεπωρωμένος και με όλον ότι είχε την πληγήν του πυρός, πάλιν έστειλε στρατιώτας να φέρουν έμπροσθέν του την Μάρτυρα, δια να την υποβάλη και εις ετέραν βάσανον. Οι απεσταλμένοι όμως εκείνοι είδον εκεί πέριξ της Αγίας νέους τινάς λευκοφόρους, με αστράπτουσαν ωραιότητα, οι οποίοι εφάνησαν εις την κάμινον, όταν εισήλθεν η Αγία εις αυτήν· όσοι δε ήπλωσαν τας χείρας αυτών δια να συλλάβωσι την Μάρτυρα, υπέστησαν παράλυσιν αυτών και δεν ηδύναντο ούτε καν να κινήσουν ολίγον αυτάς, αλλά μόνον δια λόγου την εκάλουν λέγοντες· «Έξελθε, δούλη του αληθινού Θεού, από την κάμινον, ο δικαστής σε καλεί». Εξήλθεν όθεν η Αγία από την κάμινον, χωρίς να βλαβή από το πυρ ούτε καν μία τρίχα της κεφαλής της. Βλέπων ο ασύνετος τύραννος τα θαυμάσια ταύτα κατορθώματα της πίστεως, αντί να θαυμάση του Χριστού την δύναμιν, αφού και ο ίδιος ήτο ημίκαυστος, εδαιμονίσθη ο άθλιος περισσότερον και επρόσταξε να καρφώσουν όλον το σώμα της Αγίας με καρφιά οξέα. Αλλ’ ο Κύριος, όστις διεφύλαξεν αυτήν από το πυρ αβλαβή, αυτός και πάλιν την κατέστησεν υγιά άνευ τινός τραύματος και χωρίς πόνον από τα σουβλίσματα των καρφίων εκείνων. Όθεν απελπισθείς ο μιαρός, επρόταξε να την αποκεφαλίσουν καθώς και τας άλλας αδελφάς της. Ακούσασα η Αγία την απόφασιν του τυράννου, επλήσθη χαράς και αγαλλιάσεως, και ηυχαρίστει τον Κύριον λέγουσα· «Δόξα σοι Αγία Τριάς, μία Θεότης, μία Δύναμις, μία δόξα αιώνιος, ότι με ηξίωσας εις τον ουράνιον νυμφώνα σου, και συνηρίθμησάς με την ταπεινήν με τας Αγίας Παρθενομάρτυρας αδελφάς μου. Παρακαλώ δε το έλεός σου, Παμβασιλεύ, αφού τελευτήσω, να ζήση η μήτηρ μου, ούτως ώστε να τελέση εις ημάς τας δούλας σου τα αρμόδια της ταφής». Τότε και η ευλογημένη μήτηρ, ιδούσα και την τρίτην θυγατέρα της φερομένην ως αρνίον επί την σφαγήν, ηυχαρίστησε τον Θεόν, όστις ενεδυνάμωσε και αυτήν εις το Μαρτύριον, και με άμετρον χαράν έλεγε προς την θυγατέρα της ταύτα· «Όντως μακαρία συ, θύγατερ, ω φυτόν ευλογημένον της εμής γαστρός, και τους γονείς σου ετίμησας και τον Θεόν εδόξασας με το Μαρτύριον· ποίος δεν θέλει σε επαινέσει δια την υπομονήν άχρι τέλους; Ύπαγε ήδη, τέκνον μου, εις τον Νυμφίον σου Χριστόν, εις την παντοτεινήν χαράν, δια να απολαύσης από της δεξιάς του Υψίστου τον αμάραντον στέφανον της σης αθλήσεως. Βλέπω και τους Αγίους Αγγέλους, οίτινες χαίρονται και αναμένουν την τελευτήν σου. Μακαρία εγώ, επειδή με τας τρεις μου θυγατέρας εδόξασα την Παναγίαν Τριάδαν, και προσέφερον αυτάς ως δώρα πολύτιμα εις την Βασιλείαν Αυτής την ουράνιον». Με τοιούτους λόγους παραινετικούς η ευλογημένη εκείνη μήτηρ ενεθάρρυνε το τρισόλβιον κοράσιον, έκλινε δε η μακαρία Αγάπη μετά χαράς τον αυχένα και εδέχθη τον υπέρ Χριστού θάνατον. Λαβούσα δε το ιερόν αυτής λείψανον η όντως Σοφία το ήνωσε με τα λείψανα των άλλων δύο θυγατέρων της, και αρωματίσασα αυτά ως έπρεπε με άλλους φιλοχρίστους ευλαβώς τα εναπέθεσεν εις την Εκκλησίαν την οποίαν είχε κτίσει πρότερον· και ούτως οι εκεί Χριστιανοί απέκτησαν μέγαν θησαυρόν, τα τίμια εκείνα και σεβάσμια λείψανα, απολαμβάνοντες καθ’ εκάστην ιάματα ψυχής τε και σώματος. Μετά την τελείωσιν και της Αγίας Αγάπης και την κατάθεσιν των τριών αγίων λειψάνων, έζησεν η μακαρία Σοφία, η μήτηρ αυτών, τρεις μόνον ημέρας· είτα ελθούσα εκεί ένθα ήσαν τα ιερά λείψανα των θυγατέρων της, και πίπτουσα επάνω εις το κιβώτιον των αγίων λειψάνων, έλεγε ταύτα· «Ω θεία βλαστήματα της εμής γαστρός, δέξασθε την μητέρα σας εκεί όπου και σεις τώρα ευρίσκεσθε». Ταύτα ειπούσα, και κλείσασα τα όμματα, παρέδωκε την αγίαν της ψυχήν εις χείρας Θεού, και επληρώθη η δέησις της Αγίας Αγάπης, ήτις εδεήθη προς τον Θεόν δια την μητέρα της· οι δε εκεί ευρεθέντες Χριστιανοί κατέθεντο το λείψανον αυτής μετά των λειψάνων των θυγατέρων της, ίνα, καθώς όταν έζων σωματικώς εις την γην, είχον εν φρόνημα ως να ήσαν μία ψυχή, ούτω και μετά θάνατον να ευρίσκωνται ομού και εις την γην και εις την ουράνιον Βασιλείαν και συναγάλλωνται αιωνίως εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ον εξ όλης ψυχής και καρδίας ηγάπησαν και υπέρ ου εθυσιάσθησαν· ων ταις αγίαις πρεσβείαις καταξιωθείημεν και ημείς οι αμαρτωλοί της μετ’ εκείνων συμπαραστάσεως εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”