Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2253
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Β΄ (2α) του Ιανουαρίου, μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΥ Πάπα Ρώμης.

Δημοσίευση από silver » Πέμ Ιαν 02, 2020 3:54 am


Σίλβεστρος ο μακάριος πατήρ ημών ήτο από την μεγαλόπολιν Ρώμην, την ζηλευτήν και περίφημον. Κατά την νεότητά του εχρημάτισε μαθητής Ιερομονάχου τινός και κληρικού της αυτής Μητροπόλεως, όστις εκαλείτο Κυρίων, άνθρωπος θεοφιλής, σοφός, και εις την πίστιν Ορθόδοξος. Παρά τούτου διδαχθείς ο μακάριος Σίλβεστρος εφύλαττε τα ορθά της πίστεως ημών δόγματα, και μιμούμενος τας αρετάς του διδασκάλου του επρόκοπτε καθ’ εκάστην εις την ευσέβειαν, κηρύττων την αλήθειαν, χωρίς ουδόλως να υπολογίζη τον εκ των Ελλήνων φόβον και κίνδυνον. Ήτο δε κατά πολλά φιλόξενος, και υπεδέχετο όσους ξένους έβλεπε να έρχωνται από άλλους τόπους, και τους περιεποιείτο πλουσίως. Μεταξύ των άλλων ξένων ήλθε ποτε και τις Ιερομόναχος, ονόματι Τιμόθεος, όστις ήλθεν από την Αντιόχειαν, και εκήρυττε τον Χριστόν πανταχού ως Απόστολος. Ο δε θείος Σίλβεστρος δεν εδειλίασεν, ως οι άλλοι Χριστιανοί, να υποδεχθή του Ευαγγελίου τον κήρυκα, αλλά τον υπεδέχθη χαίρων και φιλοτίμως τον εξένιζεν επί ένα έτος καθ’ ο έμεινεν εκεί κηρύττων εις όλην την Ρώμην το ιερόν Ευαγγέλιον, και πολλούς επέστρεψεν εις την θεοσέβειαν. Δια τούτο οι ασεβείς τον εφυλάκισαν, και πολύν καιρόν τον εβασάνιζαν με διάφορα κολαστήρια, και μετά ταύτα τον απεκεφάλισαν. Τούτο ιδών ο θείος Σίλβεστρος μετέβη, αφού ενύκτωσε βαθέως, και λαβών το άγιον αυτού λείψανον το έκρυψεν εις τον οίκον του επί τινας ημέρας, έως ότου γυνή τις πλουσία έδωκε πολλά αργύρια εις τον Άγιον Μιλτιάδην, όστις ήτο εκεί Αρχιεπίσκοπος, δια των οποίων του έκτισαν Εκκλησίαν και τον έβαλαν εκεί ευλαβώς και εντίμως ως έπρεπεν, έκαμον δε και ολονύκτιον αγρυπνίαν με όλους τους κληρικούς και τον Αρχιεπίσκοπον. Τούτο μαθών ο έπαρχος προσέταξε και τον έφεραν ενώπιόν του δέσμιον, και τον ηπείλησε λέγων· «Να θυσιάσης εις τους θεούς ή θα σε θανατώσω με πικράς βασάνους». Ο δε Άγιος, προβλέπων από Πνεύμα Άγιον τον ταχύτατον θάνατον του επάρχου, του έδωκεν ευαγγελικήν απόκρισιν λέγων· «Ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου», ήτοι αυτήν την νύκτα μέλλεις να ξεψυχήσης «δια να λάβης την αμοιβήν, διότι εφόνευσας τον δίκαιον αδίκως». Τότε θυμωθείς ο έπαρχος προστάσσει να φυλακίσουν τον Άγιον με βαρείαν άλυσον. Τούτου γενομένου, απήλθεν εις τον οίκον του ο έπαρχος και καθώς έτρωγεν ιχθύς, εσφηνώθη εις τον λαιμόν του ένα κόκκαλον και ούτε ιατροί ούτε οι αδύνατοι θεοί του ηδυνήθησαν να τον θεραπεύσουν, αλλά εβασανίζετο από την ώραν του γεύματος έως το μεσονύκτιον και τότε κακώς ο κακός εξεψύχησεν, καθώς ο Άγιος επροφήτευσε. Τότε οι μεν ευσεβείς ηυφράνθησαν, οι δε ασεβείς εφοβήθησαν, να μη πάθωσι και αυτοί τα όμοια. Εξήγαγον όθεν από την φυλακήν τον Άγιον και πίπτοντες εις τους πόδας του εδέοντο να μη τους οργισθή δια την ατιμίαν την οποίαν του έκαμαν. Ο δε μακάριος Σίλβεστρος τόσην χάριν είχεν από τον Θεόν, ώστε όχι μόνον οι ευσεβείς, αλλά και οι ειδωλολάτραι τον ηγάπων δια την αρετήν του και τον είχον εις ευλάβειαν. Όθεν όταν έγινε χρόνων τριάκοντα, τον εχειροτόνησεν ο άνωθεν αρχιερεύς Ιεροδιάκονον, διότι ήτο ταπεινός και καλόγνωμος και γενικώς εστολισμένος με ήθη ουράνια. Όχι δε μόνον εις τας πράξεις, αλλά και εις το είδος της θεωρίας ήτο ως Άγγελος και εις όλα του τα κατορθώματα τέλειος, και έλαμπεν ως πυρσός εις το σκότος επιστρέφων πολλούς απίστους εις την ευσέβειαν. Δια την ένθεον ταύτην πολιτείαν του Αγίου συναχθέντες, μετά την κοίμησιν του Αγίου Μιλτιάδου, όλοι οι ευσεβείς, παρεκάλουν αυτόν να τον ψηφίσουν Αρχιεπίσκοπον της πόλεως, όστις δια ταπεινοφροσύνην και μετριότητα έλεγεν, ότι δια το νέον της ηλικίας και άλλας αιτίας δεν ήτο δια την αρχιερωσύνην άξιος. Αλλά όσον εκείνος προσεπάθει να αποφύγη, τόσον αυτοί επέμενον και παρά την θέλησίν του τον εχειροτόνησαν και ετέθη η πόλις εις το όρος, κατά το ιερόν Ευαγγέλιον, και ο λύχνος εις υψηλόν τόπον, δια να φωτίζωνται εξ αυτού άπαντες. Αφού λοιπόν ο θείος Σίλβεστρος έγινε του κορυφαίου Πέτρου εις τον θρόνον διάδοχος, εσπούδαζε να μιμήται τον ζήλον εκείνου και την θερμότητα, ποιμαίνων τα λογικά πρόβατα εις νομάς σωτηριώδεις, ήτοι εις τας εντολάς του Κυρίου, ίνα φυλάττουν της Εκκλησίας τα ορθά και άγια δόγματα. Ούτος ο μακάριος έγραψε διαφόρους νόμους πρώτος από τους άλλους Αρχιερείς, προστάσσων να μη ασχολούνται οι κληρικοί και όλοι οι εκκλησιαστικοί με υλικάς υποθέσεις, αλλά μόνον εις τας προσευχάς να σχολάζωσι, να μη νηστεύουν τα Σάββατα όλα του ενιαυτού, καθώς κάμνουν εις εκείνα τα εσπέρια μέρη, αλλά μόνον το Άγιον και Μέγα Σάββατον, κατά το οποίον ήτο εις τον τάφον ο Κύριος. Ούτος και τας ημέρας της εβδομάδος μετωνόμασε, τας οποίας οι Ρωμαίοι εκάλουν την α΄ του Ηλίου, την β΄ της Σελήνης, την γ΄ του Άρεως, την δ΄ του Ερμού, την ε΄ του Διός, την στ΄ της Αφροδίτης και το Σάββατον του Κρόνου. Ούτος επωνόμασε και την πρώτην Κυριακήν, δια την Ανάστασιν του Κυρίου μας και τας λοιπάς ημέρας αφήκε καθώς εις το παλαιόν ονομάζονται. Ύπήρχε δε εκεί εις την Ρώμην εις το όρος, το οποίον ονομάζουν Ταρπήϊον, όπου έκτισαν το Καπιτώλιον, ένα βαθύτατον σπήλαιον εις το οποίον κατώκει εις δράκων μέγας και φοβερώτατος. Εις τούτον έγιδον τροφάς κάθε μήνα, τας οποίας του έφερον κάτωθεν τινές μάντεις και γόητες, άνδρες τε και γυναίκες. Επέστρεφον δε μετά ταύτα λέγοντες δαιμονικά λόγια. Ενίοτε δε ήρχετο και εις την είσοδον του σπηλαίου ο δράκων, αλλ’ έξω τελείως δεν εξήρχετο, όμως από την πνοήν του και την δυσωδίαν του εμολύνετο ο αήρ και εγίνετο θανατικόν εις την πόλιν· εθανατώνοντο δε περισσότερον τα μικρότερα παιδιά. Τότε οι ειδωλολάτραι είπον προς τον Άγιον· «Είσελθε εις το σπήλαιον, κάμε τον δράκοντα με την δύναμιν του Θεού σου να μη αναβαίνη και θανατώνωνται οι άνθρωποι και τότε να πιστεύσωμεν εις τον Θεόν σου ως παντοδύναμον». Τότε ο Άγιος εσύναξεν όλους τους πιστούς, ιερωμένους και λαϊκούς, και ενήστευσαν ημέρας τρεις προσευχόμενοι και δεόμενοι του Θεού να δείξη τα θαυμάσιά Του δια να δοξασθή το Πανάγιον αυτού και Σωτήριον Όνομα. Και τη Τρίτη ημέρα φαίνεται καθ’ ύπνον ο Άγιος Πέτρος ο Απόστολος και λέγει προς τον Σίλβεστρον. «Παράλαβε τον Θεόδωρον και Διονύσιον τους Ιερείς και Ονωράτον και Ρωμανόν τους Διακόνους και λειτουργήσατε εις την είσοδον του σπηλαίου, μετά δε την θείαν μυσταγωγίαν λάβε μίαν δυνατήν άλυσον και ανάβηθι εις την φωλεάν του δράκοντος, έως να εύρης μίαν σιδηράν θύραν, την οποίαν να κλείσης καλώς και να περάσης εις τους σιδηρούς κρίκους την άλυσον και να την δέσης επικαλούμενος το όνομα του Δεσπότου Χριστού ταύτα λέγων· «Αύτη η πύλη να μη ανοίξη έως την φρικτήν ημέραν της Κρίσεως». Ταύτα τελέσας ο θείος Σίλβεστρος ελύτρωσε την πόλιν όλην από το θανατικόν. Όθεν οι πρώην λατρευταί των δαιμόνων μύσται της Αγίας Τριάδος εγένοντο και πολλοί ειδωλολάτραι εβαπτίσθησαν, όχι μόνον από τους άλλους, αλλά και αυτοί οίτινες υπηρετούσαν τον δράκοντα. Όταν δε έγινε βασιλεύς εις την Ρώμην ο Μαξέντιος εκίνησε μέγαν διωγμόν κατά των Χριστιανών. Επρόσταξε δε όσοι Χριστιανοί αρνούνται να θυσιάσωσιν εις τα είδωλα να τιμωρούνται με διαφόρους βασάνους. Πολλοί τότε Χριστιανοί εμαρτύρησαν, και πολλοί φεύγοντες την μανίαν του τυράννου εκρύπτοντο εις τα όρη· εις αυτά δε κατέφυγον και οι Ιερείς και οι λοιποί κληρικοί και εξυπηρέτουν κεκρυμμένοι τους Χριστιανούς. Τότε και ο μακάριος Σίλβεστρος, δίδων τόπον εις την οργήν, ανεχώρησεν εις το όρος και εκρύπτετο, όχι δια τον φόβον του θανάτου, αλλά δια να φυλάξη το ποίμνιόν του. εις δε τας ημέρας εκείνας ο Πανάγαθος και Παντελεήμων Θεός απέστειλε λύτρωσιν τω λαώ αυτού τον Μέγαν Κωνσταντίνον, όστις ερχόμενος από τα δυτικά μέρη με τα στρατεύματά του κατενίκησε τη δυνάμει του Σταυρού τα στρατεύματα του Μαξεντίου· και αυτός δε ο τύραννος Μαξέντιος νικηθείς έπεσεν εις τον Τίβεριν και επνίγη. Ελθών ο Μέγας Κωνσταντίνος εις την Ρώμην ανεκηρύχθη από όλην την Σύγκλητον και τον στρατόν αυτοκράτωρ. Τότε ο θεοπρόβλητος βασιλεύς Κωνσταντίνος εξέδωκεν ευθύς ορισμόν να στήσουν τον ζωοποιόν Σταυρόν εις τα κυριώτερα μέρη της πόλεως, τους φυλακισμένους Χριστιανούς απηλευθέρωσε, τους εξορίστους επανέφερεν εις τους τόπους των και νόμον έγραψε να είναι πλέον ελεύθεροι οι Χριστιανοί εις την λατρείαν του Χριστού. Και όχι μόνον αυτόν, αλλά και άλλους δικαίους νόμους εθέσπισε προς δόξαν Θεού και ενίσχυσιν της ευσεβούς ημών πίστεως. Να μη τολμήση δηλαδή τις να βλασφημήση τον Χριστόν, ή να ενοχλήση Χριστιανόν, ο δε παραβάτης να τιμωρήται αυστηρώς και να δημεύωνται όλα αυτού τα υπάρχοντα· και άλλους ομοίους νόμους. Τότε και οι κεκρυμμένοι Χριστιανοί επανήλθον εις την πόλιν και οι κληρικοί επέστρεψαν και ο μακάριος Σίλβεστρος κατήλθεν από το όρος κληθείς από τον βασιλέα, όστις τον ανεζήτει, διότι είδεν εν οράματι τους Αγίους Αποστόλους Πέτρον και Παύλον και τον επρόσταξαν να καλέση τον Αρχιερέα Σίλβεστρον. Ελθών λοιπόν ο Άγιος εις τον βασιλέα τον εδίδαξε περί των μυστηρίων της Ορθοδόξου πίστεως του Χριστού, εκείνος δε ο μακάριος επίστευσεν εις όλα προθυμότατα και κλίνας την κεφαλήν εποίησεν ο Άγιος ευχήν και τον έκαμε κατηχούμενον, τον εθεράπευσε δε και από την νόσον η οποία τον εμάστιζε. Την δε βάπτισιν ανέλαβε, διότι ο βασιλεύς επεθύμει να βαπτισθή εις τον Ιορδάνην όπου και ο Κύριος εβαπτίσθη. Προσέταξε δε ο ευσεβής βασιλεύς να κτίσουν και Ναόν μέγιστον του Σωτήρος Θεού εις τα βασίλεια έσωθεν, του οποίου Ναού το σχήμα αυτός ο βασιλεύς ιδιοχείρως εσχεδίασε και πρώτος από όλους εις τα θεμέλια έσκαψεν. Όθεν εις ολίγας ημέρας εβαπτίσθησαν, χωρίς τας γυναίκας και τα παιδία, άνδρες δώδεκα χιλιάδες. Καθ’ εκάστην δε οι μεν ειδωλολάτραι κατησχύνοντο, η δε ευσέβεια ηύξανε. Ημέραν δε τινα εσύναξεν ο βασιλεύς όλην την Σύγκλητον, και λέγει προς αυτούς· «Πρέπει να γνωρίζετε, αγαπητοί, ότι των βεβήλων ψυχών η διάνοια δεν δύναται να δεχθή συμβουλήν σωτήριον, διότι ευρίσκονται βεβυθισμένοι εις το σκότος της αγνωσίας οι τάλανες. Εκείνοι όμως, οίτινες κατορθώσουν να ανοίξουν τους οφθαλμούς της διανοίας, θέλουν εννοήσει την αλήθειαν, ώστε να μη προσκυνούν αναίσθητα πράγματα, δημιουργήματα των χειρών του ανθρώπου. Λάβετε ως παράδειγμα τας πράξεις μου και πιστεύσατε εις τον μόνον αληθινόν Θεόν, εις τον οποίον και εγώ εξ όλης ψυχής επίστευσα. Αυτόν μόνον ας προσκυνούμεν ως Παντοδύναμον και Πανάγαθον και ουχί τα άψυχα και αναίσθητα είδωλα, τα οποία όχι μόνον δεν δύνανται να μας ωφελήσουν, αλλά μάλλον χρειάζονται βοήθειαν από ημάς να τα φυλάττωμεν, ίνα μη τα συντρίψουν ή τα κλέψουν. Εγώ δεν θέλω να επιβάλω εις κανένα παρά την θέλησίν του να ασπασθή την ευσέβειαν, αλλά ως φίλος σάς συμβουλεύω το συμφερώτερον. Η ανθρωπίνη δούλευσις επιβάλλεται και ακουσίως του δουλεύοντος, ο Πανάγαθος Θεός όμως ουδένα αναγκάζει, αλλά θέλει την προς Αυτόν λατρείαν αυτοπροαίρετον με λογισμόν συνετόν και σώφρονα». Ταύτα του ευσεβούς βασιλέως λέγοντος, εβόησαν άπαντες. «Ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Χριστός, όστις έσωσεν από την νόσον τον βασιλέα μας». Τότε προστάσσει να ανάψουν λαμπάδας εις το παλάτιον και έγινεν εις όλην την πόλιν πολλή αγαλλίασις και μεγάλη πανήγυρις· τους τάφους των Αγίων εστόλησαν, τους δεσμίους και φυλακισμένους όλους απέλυσαν, όσους είχον σιδηροδεσμίους δια το όνομα του Χριστού ηλευθέρωσαν, τους εξορίστους ανεκάλεσαν, και απλώς ειπείν πολλά καλά έργα και θεάριστα εις δόξαν Αυτού ετέλεσαν και ηγάλλετο η Εκκλησία του Χριστού, ότι ελυτρώθη από τους αθέους τυράννους και εδόξαζε τον Παντοδύναμον Θεόν, διότι έπαυσαν οι κατά των αθώων Χριστιανών σκληροί διωγμοί και όλη οι οικουμένη ηγάλλετο. Μόνος δε ο χαιρέκακος και φθονερός όφις επικραίνετο, όστις μη υποφέρων τοιαύτην πληγήν θανάσιμον, εζήτει τρόπον και μέθοδον να εμποδίση την ευσέβειαν. Και καθώς ποτε εχρησιμοποίησε τον όφιν μέσον και όργανον προς την Εύαν, και τους εξώρισε με τον Αδάμ από τον Παράδεισον, ούτω και τότε εδοκίμασε δια μέσου των Εβραίων, εάν δυνηθή, να καταπνίξη την ευσέβειαν, ο δε τρόπος της μηχανής αυτής του πονηρού ούτως έγινε. Τον καιρόν εκείνον η μήτηρ του βασιλέως Ελένη ήτο εις την επαρχίαν των Βιθυνών, διότι εκεί εγεννήθη. Προς αυτήν προσήλθον τινές Ιουδαίοι λέγοντες· «Έργον καλόν έκεμεν ο βασιλεύς, ν’ απαρνηθή τα είδωλα, αλλά έπεσεν εις άλλην πλάνην παρομοίαν, προσκυνών ένα κατάδικον άνθρωπον, τον οποίον ως κακούργον οι πατέρες ημών εσταύρωσαν· Λοιπόν εάν αγαπάς αυτόν ως τέκνον σου, συμβούλευσον αυτόν, να προσκυνή μόνον τον αιώνιον Θεόν, ίνα του δώση μακροημέρευσιν και να τον δοξάση και εις την μέλλουσαν ζωήν αιωνίως». Ως γυνή λοιπόν η βασιλομήτωρ επίστευσεν εις των μιαρών Ιουδαίων τους δολίους λόγους, και στέλλει γράμμα προς τον υιόν ταύτα λέγουσα· «Εχάρην πολύ και εδόξασα τον Θεόν, ότι ελυτρώθης από την πλάνην των ειδώλων. Πάλιν όμως ελυπήθην ότι επίστευσες εις τον Χριστόν, τον οποίον οι Εβραίοι εσταύρωσαν. Λοιπόν παρακαλώ την ευσέβειάν σου, να επιστρέψης εις τον Παντοκράτορα Θεόν, τον οποίον προσκυνούν οι Εβραίοι, όστις είναι αληθινός και Παντοδύναμος, εάν επιθυμής επί της γης μεν να μακροημερεύσης, να ζήσης δε και αιωνίως». Την επιστολήν ταύτην της μητρός του λαβών ο βασιλεύς της αντέγραψε τοιαύτην απόκρισιν λέγων· «Δέσποινα και Μήτερ μου, χαίροις εν Κυρίω. Εκείνος όστις κυβερνά όλον τον κόσμον και ζωοποιεί και διαφυλάττει ημάς, ωκονόμησε και έγινα βασιλεύς, και δεν πρέπει να γίνωμεν περί τον ευεργέτην αχάριστοι. Λάβε λοιπόν τους σοφωτέρους διδασκάλους των Εβραίων και ας έλθουν να διαλεχθώσι με τους Επισκόπους του Χριστού έμπροσθεν ημών και τότε θέλομεν γνωρίσει ακριβώς την αλήθειαν, και να προσδράμωμεν εις την Ορθόδοξον πίστιν. Έρρωσο». Τότε εξέλεξαν οι Εβραίοι άνδρας δώδεκα, τους εξάρχους των Φαρισαίων και εξαιρέτους διδασκάλους, οι οποίοι όχι μόνον την των Φαρισαίων γλώσσαν εγνώριζον, αλλά και την Ελληνικήν και την Ρωμαϊκήν κατείχον βαθύτατα. Εις δε εξ αυτών ήτο μάγος και από τους άλλους σοφώτερος, αλλά και πονηρότερος, Ζαμβρής ονόματι. Ούτοι ελθόντες εις την Ρώμην με την Αυγούσταν Ελένην, είπον προς τον βασιλέα να εύρη και αυτός δώδεκα από τους Επισκόπους των Χριστιανών, ίνα συζητήσωσι μετ’ αυτών, δια να φανερωθή η αλήθεια. Ο δε μακάριος Σίλβεστρος απεκρίνατο λέγων· «Ημείς δεν έχομεν την ελπίδα μας εις το πλήθος των ανθρώπων· διότι όσον έχομεν ολιγωτέραν βοήθειαν εις την γην, τόσον μας βοηθεί η θεία δύναμις περισσότερον». Λέγει τότε προς αυτόν ο Εβραίος· «Αν θέλης να φανής άριστος και καλός διδάσκαλος, δεν θέλω να μας αναφέρης Ευαγγέλιον, ούτε άλλα ιδικά σας βιβλία, αλλά μόνον από τους Προφήτας ας είναι αι μαρτυρίαι σου». Λέγει ο Άγιος Σίλβεστρος· «Αυτό είχον και εγώ κατά νουν, διότι οπόταν σας νικήσω με τας μαρτυρίας των διδασκάλων σας, τότε δεν έχετε πλέον στόμα να απαντήσετε». Λέγει τότε ο Εβραίος· «Ο Παντοκράτωρ Θεός είπε ταύτα. «Ίδετε, ίδετε ότι εγώ ειμι Θεός και ουκ εστιν έτερος πλην εμού». Λοιπόν εάν αυτός λέγη, ότι εις μόνος υπάρχει Θεός, διατί σεις τολμάτε και ονομάζετε τρεις, ένα εκείνον τον οποίον ομολογούμεν ημείς, τον οποίον Πατέρα λέγετε, δεύτερον τον Υιόν, ον εσταύρωσαν οι πατέρες μας, και τρίτον το Πνεύμα το Άγιον;» Λέγει ο Άγιος Σίλβεστρος· «Ημείς ένα Θεόν ομολογούμεν και σεβόμεθα, τον οποίον λέγομεν, ότι έχει Λόγον, καθώς λέγει ο Προφήτης· «Τω Λόγω Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν». Πνεύμα δε λέγομεν, καθώς είπεν ο Προφήτης· «Και τω Πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών». Υιόν λέγομεν αυτόν εκείνον, ον λέγει ο Προφήτης ως εκ προσώπου του Πατρός, «Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγένηκά σε». Το οποίον «σήμερον» σημαίνει πάντοτε, διότι εις τον Θεόν δεν χωρεί το χθες, ούτε το σήμερον, επειδή είναι υπέρχρονος και άναρχος, και γεννά τον Υιόν αεί και πάντοτε. Δι’ αυτό λέγει και εις την Γένεσιν· «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν». Λέγει ο Εβραίος· «Δεν ημπορεί να δεχθή αυτήν την πίστιν νους ανθρώπινος και να ομολογή Πατέρα, Υιόν και Πνεύμα Άγιον». Λέγει τότε ο Άγιος Σίλβεστρος· «Δεν το ανέγνωσας εις τον Δαβίδ λέγοντα: «είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου· κάθου εκ δεξιών μου. Υιός μου ει συ», και εις άλλον τόπον, «Αυτός επεικαλέσεταί με, Πατήρ ει συ», και πάλιν δια το Πνεύμα λέγει· «Το Πνεύμα σου το Άγιον μη αντανέλης απ’ εμού», και πάλιν· «Τω Πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτού;». Τότε είπεν ο βασιλεύς· «Εξίσταμαι τω όντι, διότι νικώνται οι Ιουδαίοι με τόσας μαρτυρίας των Γραφών αυτών και πάλιν ως φιλόνικοι αντιλέγουσι». Και στρεφόμενος προς τους Ιουδαίους λέγει· «Ιδού ότι εγνώρισα πασιφανώς με μαρτυρίας ιδικάς σας, ότι είναι βέβαια Πατήρ, Υιός και Πνεύμα Άγιον. Λοιπόν δεν υπάρχει ανάγκη να συζητήτε πλέον δι’ αυτήν την υπόθεσιν, μόνον εάν έχετε άλλην διαφοράν, δια ταύτην συνεχίσατε». Λέγει ο Εβραίος· «Εις το Ευαγγέλιόν σας γράφεται, ότι ο Ιησούς επρόκοπτεν εις την ηλικίαν και σοφίαν, και ότι επειράχθη από τον διάβολον, έπειτα τον επρόδωσεν ο μαθητής, και τον έδεσαν, τον ενέπαιξαν, και μαστιγώσαντες αυτόν εσταύρωσαν και απέθανε. Λοιπόν εάν ήτο Θεός, πως έπαθεν;» Λέγει ο Άγιος Σίλβεστρος: «Όλα ταύτα οι Προφήται εκήρυξαν και άκουσον. Ο Ησαϊας λέγει ταύτα δια του Χριστού την άσπορον γέννησιν. «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται Υιόν και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ». Ομοίως είπε και άλλας πολλάς προφητείας ο σοφός Σίλβεστρος, δια την ανατροφήν του Χριστού και δια το Πάθος και την Ανάστασιν. Ήτοι «Ο εσθίων άρτους μου εμεγάλυνεν επ’ εμέ πτερνισμόν. Διαμερίσαντο τα ιμάτιά μου. Έδωκαν εις το βρώμα μου χωλήν». Και άλλα διάφορα ρητά, τα οποία ηξεύρομεν άπαντες. Εις δε το τέλος έφερε το ρητόν του Ιερεμίου, όστις λέγει· «Εν τη ταφή αυτού οι νεκροί ζωοποιηθήσονται», ότι τον καιρόν εκείνον όπου εσταυρώθη ο Δεσπότης Χριστός και ετάφη, οι τάφοι ηνοίχθησαν, και πολλοί νεκροί ανεστήθησαν, ο ήλιος εσκοτίσθη, και εσχίσθη του Ναού το καταπέτασμα, και σεισμός μέγας και φοβερός εγένετο, όθεν και οι Έλληνες τον Χριστόν Υιόν Θεού ωμολόγησαν· «Λοιπόν, ω Ιουδαίε, εάν δυνηθής να αποδείξης, ότι δεν είπον οι Προφήται σας τους λόγους τούτους, με ενίκησας ως ψεύστην και φλύαρον· ει δε και είναι αληθές ότι τα είπον οι Προφήται, πρέπει να τα δεχθής και συ ως αληθέστατα, να ομολογήσης τον Χριστόν Θεόν και άνθρωπον· και εάν δεν παραδεχθής με την θέλησίν σου, το μαρτυρείς ακουσίως με το πείσμα σου, λέγων τους Προφήτας αληθινούς, καθώς εισιν αψευδέστατα. Ει δε και είπης, ότι εψεύσθησαν, τότε αρνείσαι την θρησκείαν σου». Τότε εχάρη ο βασιλεύς εις τον σοφώτατον αυτόν του Σιλβέστρου συλλογισμόν, και λέγει προς τους Ιουδαίους· «Δεν ημπορείτε να αντιστήτε πλέον εις ουδέν, επειδή αι γραφαί σας ταύτα εκήρυξαν». Τότε λέγουσι προς τον Επίσκοπον· «Εκείνα όσα είπον οι Προφήται δια άλλους, τα αποδίδετε εις τον Χριστόν ψευδώς». Λέγει τότε ο Άγιος Σίλβεστρος· «Ευρήτε μου άλλον τινά όστις να εγεννήθη από Παρθένον Κόρην, και να εσταυρώθη, και ν’ ανεστήθη τριήμερος, και τότε θα ομολογήσω και εγώ ότι δεν τα είπον δια τον Χριστόν». Αυτά και έτερα λέγοντος του Αγίου Σιλβέστρου και εναντιουμένου του Ζαμβρή και των λοιπών Ιουδαίων, επέρασεν ώρα πολλή. Όθεν ο βασιλεύς εβαρύνθη τους Εβραίους, διότι έλεγον προβλήματα τινά άχρηστα και μάταια υποδείγματα, ήθελε δε να δώση τέλος εις την συζήτησιν και να λάβη την νίκην ο Άγιος Σίλβεστρος. Δια να μη παραπονεθούν όμως οι Ιουδαίοι, τους ηρώτησεν εάν είχον να είπουν άλλο τι. Εις δε απ’ εκείνους απεκρίνατο λέγων· «Ακόμη δεν απήντησεν ο Σίλβεστρος εις την ερώτησίν μας. Ημείς τον ηρωτήσαμεν να είπη, πως έπαθεν ο Χριστός εάν ήτο Θεός· αυτός δε μόνον απέδειξεν ότι έγινεν ανθρωπος». Ταύτα λέγων στρέφει τον λόγον προς τον Άγιον Σίλβεστρον λέγων· «Αδύνατον είναι να μου αποδείξης εις το αυτό πρόσωπον δύο ουσίας, η μία να πάσχη ύβριν και βάσανον, και η άλλη να μένη αμέτοχος πάθους και αβλαβής». Λέγει ο Άγιος Σίλβεστρος· «Και αν σου το αποδείξω, ομολογείς έμπροσθεν των παρόντων αρχόντων, ότι ενικήθης, ή πάλιν μελετάς να σπείρης άλλα νεώτερα ζιζάνια;» Τότε ο Ιουβάλ Ιουδαίος έμεινε σιωπών. Ο δε βασιλεύς είπε· «Εάν αυτός δεν ομολογήση την νίκην, οι παρεστώτες θέλουν παραδεχθή ταύτην εις πείσμα του, μόνον ειπέ την απόδειξιν». Τότε ο Άγιος Σίλβεστρος έλαβε την αλουργίδα του βασιλέως λέγων· «Με ταύτην την πορφυρίδα ενίκησα τον αντίπαλον, ότι το ένδυμα τούτο ήτο μέταξα λευκή πρότερον, την έβαψαν δε με το αίμα της κογχύλης και έλαβε το κόκκινον τούτο χρώμα. Έπειτα το έκλωσαν και ύφαναν ιμάτιον, τα οποία όλα βάσανα υπομένει η μέταξα ή το έριον εάν τύχη ή ό,τι άλλο, ενώ η βαφή της βασιλικής αξίας δεν πάσχει ούτε υβρίζεται. Το αυτό όντως έγινε και εις το Σώμα του Χριστού, από το οποίον έπαθε μόνον η Σαρξ. Η θεότης όμως, ήτις λογίζεται ως η βαφή, έμεινεν, ως απαθής, αμέτοχος πάσης ύβρεως. Εάν δεν σε φθάνη, ω Ιουδαίε, τούτο το παράδειγμα, άκουσον και δεύτερον και τρίτον εις δόξαν της ομοουσίου Τριάδος. Όταν κόπτη τις ένα δένδρον, το οποίον φωτίζουν αι ακτίνες του ηλίου, λαμβάνει ο ήλιος πάθος τι οπόταν το δένδρον κόπτεται; Ουχί, αλλά μόνον το ξύλον πάσχει και κόπτεται, η δε λάμψις του ηλίου μένει αβλαβής και απαθής». Λέγει τότε ο Εβραίος· «Παρακαλώ σε, ειπέ μου και το τρίτον, ίνα με πείσης καλύτερον». Λέγει ο Άγιος Σίλβεστρος· «Ο σίδηρος, τον οποίον σφυροκοπά ο χαλκεύς, όταν τον αποσύρη από το πυρ, είναι υπόδειγμα σαφέστατον, ίνα καταπείση πάντα φιλόνικον, ότι το πυρ δεν υπομένει ύβριν τινά, αλλά μόνον ο σίδηρος σφυροκοπείται και κόπτεται. Ούτω και η Θεότης έμεινε απαθής, ως άϋλος, και μόνον η Σαρξ του Χριστού έπαθεν». Ταύτα ακούσαντες οι παρεστώτες όλοι ευφήμησαν τον σοφώτατον Σίλβεστρον και προστάσσει ο βασιλεύς να παύσουν την συζήτησιν. Ο δε Άγιος δεν ηθέλησε, διότι μόνον με τους δέκα φιλοσόφους διελέχθη, οι δε άλλοι δύο δεν είχον ομιλήσει ακόμη τίποτε. Όθεν δια να μη παραπονεθούν, είπε προς τον Σιλεών, όστις ήτο ο ενδέκατος, εάν είχε να κάμη τινά ερώτησιν. Και ούτος είπεν εις αυτόν· «Δικαίως διακρίνεις τα πράγματα. Ειπέ μας λοιπόν εάν είπον οι Προφήται τας αιτίας της τοσαύτης ύβρεως και του τοσούτου πάθους, ήτοι διατί να λάβη ο Χριστός τόσον άσχημον και κατησχυμμένον θάνατον, και δεν ελύτρωσε με άλλον τρόπον τον άνθρωπον;» Εις ταύτην την ερώτησιν έδωκεν ο θείος Σίλβεστρος την πρέπουσαν απόκρισιν, την οποίαν δεν γράφομεν εις πλάτος κατά λέξιν δια συντομίαν. Με ταύτην όμως του απέδειξεν ότι η άκρα δικαιοσύνη του Θεού δεν συνεχώρει να μας ελευθερώση αλλέως, δια να γίνη η διόρθωσις αρμοδία και εναντία της παραβάσεως. Ήτοι καθώς ο δαίμων ηπάτησε τον άνθρωπον και του Παραδείσου με το ξύλον της βρώσεως εξώρισεν, ούτω με το ξύλον του Σταυρού ο Χριστός ενίκησε τον αντίπαλον και ανέστησε τον άνθρωπον και τον έκαμε πάλιν άξιον του Παραδείσου. «Ξύλω γαρ έδει το ξύλον ιάσασθαι και πάθει του απαθούς εν τω ξύλω λύσαι τα πάθη του κατακρίτου». Ηδύνατο ο Θεός να προστάξη ένα Άγγελον να σαρκωθή και να μας λυτρώση, αλλά δεν ήτο εκείνου το αίμα και το πάθος αντάξιον όλης της ανθρωπότητος. Αλλ’ αυτός ο Πανάγαθος, όπως μας έπλασεν εκ του μη όντος εις το είναι, αυτός μας έδωκε και το ευ είναι δια να είμεθα όχι του Αγγέλου υπόχρεοι, αλλ’ αυτού του Ποιητού και Σωτήρος μας και να φυλάττωμεν όλας τας εντολάς Του. Ταύτα ακούσαντες οι περιεστώτες, οι μεν Χριστιανοί εχάρησαν, οι δε Εβραίοι έμειναν άφωνοι, μη δυνάμενοι να αντισταθώσι πλέον. Ο δε Ζαμβρής, ως πονηρός και πολυμήχανος, έβαλεν εις τον νουν του μίαν πανουργίαν, ήτις του έγινεν αιτία να καταισχυνθή περισσότερον και να πέση εις τον λάκκον, τον οποίον ητοίμασε, και λέγει προς τον βασιλέα· «Δέσποτα, ο Σίλβεστρος είναι πολυλόγος, και μας νικά εις την διάλεξιν. Αλλ’ ας αφήσωμεν τους λόγους, ότι τα έργα είναι πιστότερα. Πρόσταξον να φέρουν εδώ ένα ταύρον άγριον και τότε θα γνωρίσετε του Θεού μου την δύναμιν, το όνομα του οποίου είναι τόσον φοβερόν, ώστε δεν δύναται καμμία ακοή να το ακούση και να μη αποθάνη πάραυτα. Δια τούτο οι προπάτορές μας, όταν ήθελον να θυσιάσουν μεγάλους ταύρους, έλεγον εις το ους του ζώου το θείον όνομα και ευθύς τούτο ετελεύτα· ας είπη λοιπόν και ο Σίλβεστρος το όνομα του Θεού εις το ους του ταύρου, και εάν τελευτήση, τότε ο Θεός, ον ούτος σέβεται, είναι ο αληθινός· ει δε και μείνη ζωντανός, να το είπω και εγώ και εάν τότε τελευτήση ο ταύρος, να μου πιστεύσητε». Ο δε Άγιος Σίλβεστρος είπε προς τον Ζαμβρήν· «Εάν όντως δεν υποφέρη να ακούση του Θεού σου το όνομα, πως το ήκουσες εσύ και δεν απέθανες;» Ο δε απεκρίνατο· «Επτά ημέρας ενήστευσα, δεόμενος να μου το φανερώση ο Κύριος και τότε είδα μίαν λεκάνην αργυράν γεμάτην ύδωρ και ένα δάκτυλον, όστις το εσημάδευεν εις το ύδωρ, και μετά βίας και κόπου πολλού το απείκασα· εάν λοιπόν είπης και συ εις το ους του ταύρου αυτό το όνομα και τελευτήση, αληθής είναι η πίστις σου». Λέγει τότε ο Άγιος Σίλβεστρος· «Ο Θεός μου δεν δίδει θάνατον, αλλά μάλλον ζωήν και μακαριότητα». Τότε ο θείος Σίλβεστρος παρεκάλεσε τον βασιλέα και όλην την Σύγκλητον να στείλουν ανθρώπους να φέρουν τον αγριώτερον ταύρον, τον οποίον θα εύρουν· και ούτως έφερον ένα, τον οποίον δεν ηδύναντο να τον κρατούν με σχοινία τριάκοντα άνδρες. Τότε ο Ζαμβρής με πολλήν υπερηφάνειαν και έπαρσιν επλησίασε τον ταύρον και ελάλησε μυστικά τας μαντείας του και παρευθύς το ζώον κατέπεσε χαμαί και απέθανεν. Οι μεν Ιουδαίοι εχάρησαν και εφώναζον περιγελώντες τον Άγιον Σίλβεστρον· αυτός δε ανέβη εις τόπον υψηλόν και προστάσσει να σιωπήσουν όλοι, ίνα ακούση έκαστος τον λόγον του. Έπειτα εκήρυξε ταύτα μεγαλοφώνως και λέγει· «Εγώ κηρύττω τον Δεσπότην Χριστόν, όστις φωτίζει τυφλούς, λεπρούς καθαρίζει, παραλύτους εγείρει, νεκρούς ανιστά και ιατρεύει πάσαν ασθένειαν· όθεν φανερόν είναι ότι ο Ζαμβρής δεν ωνόμασε τον Θεόν, αλλά τον διάβολον, όστις ημπορεί να δώση ως φονεύς και ανθρωποκτόνος θάνατον, αλλά να αναστήση τινά δεν δύναται· λοιπόν, ω Ζαμβρή, εάν θέλης να σου πιστεύσωμεν, ανάστησον το ζώον καθώς αυτό εθανάτωσες και τότε όλοι μας να πιστεύσωμεν εις τον Θεόν σου». Τότε ο Ζαμβρής έσχισε το ιμάτιόν του και εφώναζε λέγων· «Βλέπεις, βασιλεύ πολύχρονε, ότι τον ενίκησα με τα έργα και όμως προσπαθεί να μας συγχύση με τας πανουργίας και τας φλυαρίας του;». Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς είπε προς τον Εβραίον· «Καλά σου λέγει Σίλβεστρος, ότι ο ελεήμων Θεός δίδει ζωήν εις πάντας και όχι όλεθρον· λοιπόν ή ανάστησον τον ταύρον, ίνα πιστεύσωμεν εις σε, ή θα σε θανατώσω ως πλάνον και γόητα, ίνα μη παρασύρης τους ανθρώπους εις την απώλειαν». Ο δε απεκρίνατο· «Αυτό, βασιλεύ, δεν ημπορεί να το κάνει κανείς άνθρωπος». Λέγει τότε ο Άγιος Σίλβεστρος· «Αλλ’ εάν εγώ τον αναστήσω, επικαλούμενος του Δεσπότου Χριστού το ζωοποιόν και σωτήριον όνομα, τι να σου κάμωμεν;» Ο δε Ζαμβρής απεκρίνατο· «Και εάν πετάξης εις τα ουράνια, δεν δύνασαι να τον αναστήσης». Τότε ο βασιλεύς εθυμώθη και λέγει· «Θαυμάζω, Ζαμβρή, την αναισχυντίαν σου· συ όμως είπες να λείπουν τα λόγια και μόνον έργα να γίνωνται· και τώρα αυτός υπόσχεται να τον αναστήση και συ λέγεις πως είναι αδύνατον; Αλλά αν κάμη τον λόγον έργον και αναστήση το ζώον, συμφωνείτε να πιστεύσητε εις τον Χριστόν άπαντες;» Οι δε Ιουδαίοι, νομίζοντες τούτο αδύνατον, υπεσχέθησαν μεθ’ όρκου ότι, εάν εκ νεκρών αναστήση τον ταύρον ο Σίλβεστρος, θα γίνωσι Χριστιανοί πάραυτα. Τότε ο Άγιος, κλίνας εις την γην τα γόνατα, ύψωσε προς τον ουρανόν τας χείρας και τα όμματα και έκαμε μετά δακρύων μυστικά προς Κύριον δέησιν, έπειτα ηγέρθη και λέγει ταύτα μεγαλοφώνως, ίνα τον ακούσωσιν άπαντες· «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, δέομαι και παρακαλώ την αγαθότητά Σου, να αναστήσης τούτο το ζώον όπερ ο Ζαμβρής εθανάτωσεν, επικαλούμενος τον διάβολον, δια να γνωρίση πας ο λαός την μεγάλην Σου δύναμιν, να πιστεύσουν εις το Πανάγιόν Σου όνομα». Ούτως ειπών εφώνησε προς το ζώον λέγων· «Εις το όνομα του Δεσπότου Ιησού Χριστού, όστις εσταυρώθη επί Ποντίου Πιλάτου, έγειραι και σταμάτησε με πάσαν ημερότητα». Τότε ο ταύρος ηγέρθη, ω του θαύματος! και πλησιάσας ο Άγιος έλυσε όλα του τα σχοινία λέγων· «Ύπαγε εις τον τόπον σου ήμερος και μη τολμήσης να βλάψης κανένα πώποτε, ούτε άλλος να σε βλάψη εσένα, ούτε να σε φονεύσουν, αλλά όταν ζήσης τον διατεταγμένον καιρόν, να τελευτήσης με φυσικόν θάνατον». Τότε οι Ιουδαίοι ιδόντες τοιούτον θαύμα εξαίσιον εξέστησαν και πίπτοντες εις τους πόδας του Αγίου εδέοντο να τους συγχωρήση την προτέραν ασέβειαν. Ομοίως και ο ευσεβέστατος βασιλεύς προσεκύνησε και ευφήμησε τον Άγιον, ωσαύτως και η βασίλισσα και οι επίλοιποι άρχοντες, ζητούντες και αυτοί το άγιον Βάπτισμα. Ο δε μακάριος Σίλβεστρος κατηχήσας αυτούς, Ιουδαίους και ειδωλολάτρας, τους επρόσταξε να νηστεύσουν κατά την τάξιν ικανάς ημέρας με ελεημοσύνας και δάκρυα και τότε τους εβάπτισεν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος του αληθινού Θεού. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2253
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Γ΄ (3η) Ιανουαρίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου ΜΑΛΑΧΙΟΥ.

Δημοσίευση από silver » Παρ Ιαν 03, 2020 12:10 am

Μαλαχίας ο θείος Προφήτης εγεννήθη εκ της φυλής Λευϊ, εν τόπω καλουμένω Σοφερώ, κατά τους χρόνους εκείνους κατά τους οποίους επέστρεψαν οι Εβραίοι εις Ιερουσαλήμ από της αιχμαλωσίας Βαβυλώνος. Νέος δε έτι ων, απέκτησε πολιτείαν ενάρετον και αρίστην, έλαβε δε το όνομα Μαλαχίας (το οποίον ελληνιστί ερμηνεύεται Άγγελος) δια δύο αίτια· αφ’ ενός μεν, διότι ήτο ωραίος και ευπρεπής, αφ’ ετέρου δε διότι όσα ο Προφήτης ούτος επροφήτευεν, ελάμβανον ευθύς την βεβαίωσιν του θείου Αγγέλου, όστις έλεγε ταύτα εις αυτόν, και τον οποίον δεν έβλεπον οι ανάξιοι, αλλά μόνον οι άξιοι, την φωνήν όμως αυτού όλοι ήκουον ανεξαιρέτως. Ήκμασε δε κατά τον καιρόν του Έσδρα τετρακόσια έτη προ Χριστού. Ήτο δε, ως είπομεν, εν τη νεότητι αυτού ωραίος την όψιν, έχων το πρόσωπον όχι στρογγυλόν, αλλά μακρόν, και τας τρίχας συνεστραμμένας και κυκλοειδείς και οιονεί κουρευμένας, την δε κεφαλήν πλατείαν και μεγάλην.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2253
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η) Ιανουαρίου, η Σύναξις των Αγίων ενδόξων ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ.

Δημοσίευση από silver » Παρ Ιαν 03, 2020 11:47 pm


Εβδομήκοντα Μαθηταί και Απόστολοι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού είναι εκείνοι τους οποίους αυτός ούτος ο Σωτήρ ημών επί πλέον των Δώδεκα, τους οποίους είχε προεκλέξει, εξέλεξε και εξαπέστειλεν εις το κήρυγμα και εις προετοιμασίαν του ιδικού του κηρύγματος. Εις τούτους, συν τη παρόδω του χρόνου, προσετέθησαν και άλλοι εκλεγέντες υπό των Αγίων Αποστόλων, οίτινες και αυτοί εκήρυττον το Ευαγγέλιον του Χριστού εις διαφόρους τόπους και χώρας, είτε ακολουθούντες τους πρώτους των Αποστόλων, είτε παντοιοτρόπως βοηθούντες αυτούς εις το έργον του κηρύγματος. Πάντες ούτοι, αν και ηυξήθησαν εις πολύ περισσοτέρους των εβδομήκοντα, ωνομάζοντο όμως όλοι Εβδομήκοντα, χάριν σεβασμού του αριθμού των Αποστόλων τους οποίους εξέλεξεν ο Κύριος, και των οποίων ο αριθμός άλλοτε μεν εμειούτο εκ του μαρτυρικού τέλους, το οποίον ούτοι ελάμβανον παρά των τυράννων, άλλοτε δε ηυξάνετο, διότι άλλοι εξελέγοντο υπό των Αγίων Αποστόλων προς συνέχισιν του έργου του κηρύγματος. Ο θείος Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς ούτω πως περιγράφει εν τω Ευαγγελίω αυτού (κεφ. ι: 1-16) τα της εκλογής και αποστολής των Εβδομήκοντα υπό του Κυρίου: «Μετά δε ταύτα ανέδειξεν ο Κύριος και ετέρους εβδομήκοντα, και απέστειλεν αυτούς ανά δύο προ προσώπου αυτού εις πάσαν πόλιν και τόπον ου ήμελλεν αυτός έρχεσθαι. Έλεγε νουν προς αυτούς· ο μεν θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι· δεήθητε ουν του κυρίου του θερισμού, όπως εκβάλη εργάτας εις τον θερισμόν αυτού. Υπάγετε· ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως άρνας εν μέσω λύκων· μη βαστάζετε βαλλάντιον, μη πήραν, μηδέ υποδήματα· καὶ μηδένα κατὰ τὴν ὁδὸν ἀσπάσησθε. εἰς ἣν δ᾿ ἂν οἰκίαν εἰσέρχησθε, πρῶτον λέγετε· εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ. καὶ ἐὰν ᾖ ἐκεῖ υἱὸς εἰρήνης, ἐπαναπαύσεται ἐπ᾿ αὐτὸν ἡ εἰρήνη ὑμῶν· εἰ δὲ μήγε, ἐφ᾿ ὑμᾶς ἐπανακάμψει. ἐν αὐτῇ δὲ τῇ οἰκίᾳ μένετε ἐσθίοντες καὶ πίνοντες τὰ παρ᾿ αὐτῶν· ἄξιος γὰρ ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ ἐστι· μὴ μεταβαίνετε ἐξ οἰκίας εἰς οἰκίαν. καὶ εἰς ἣν ἂν πόλιν εἰσέρχησθε καὶ δέχωνται ὑμᾶς, ἐσθίετε τὰ παρατιθέμενα ὑμῖν, καὶ θεραπεύετε τοὺς ἐν αὐτῇ ἀσθενεῖς, καὶ λέγετε αὐτοῖς· ἤγγικεν ἐφ᾿ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. εἰς ἣν δ᾿ ἂν πόλιν εἰσέρχησθε καὶ μὴ δέχωνται ὑμᾶς, ἐξελθόντες εἰς τὰς πλατείας αὐτῆς εἴπατε· καὶ τὸν κονιορτὸν τὸν κολληθέντα ἡμῖν ἀπὸ τῆς πόλεως ὑμῶν εἰς τοὺς πόδας ἡμῶν ἀπομασσόμεθα ὑμῖν· πλὴν τοῦτο γινώσκετε, ὅτι ἤγγικεν ἐφ᾿ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι Σοδόμοις ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀνεκτότερον ἔσται ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ. οὐαί σοι, Χοραζίν, οὐαί σοι, Βηθσαϊδά· ὅτι εἰ ἐν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἐγένοντο αἱ δυνάμεις αἱ γενόμεναι ἐν ὑμῖν, πάλαι ἂν ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ καθήμενοι μετενόησαν. πλὴν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἀνεκτότερον ἔσται ἐν τῇ κρίσει ἢ ὑμῖν. καὶ σύ, Καπερναούμ, ἡ ἕως τοῦ οὐρανοῦ ὑψωθεῖσα, ἕως ᾅδου καταβιβασθήσῃ. Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με». Η εκλογή και αποστολή των θεοκηρύκων Αποστόλων εις το κήρυγμα είναι έργον της Θείας Προνοίας και Φιλανθρωπίας του Θεού διότι σκοπός και τέλος του κηρύγματος είναι η σωτηρία των ανθρώπων. Εις ταύτην την εντολήν του Κυρίου πειθαρχήσαντες οι Άγιοι Απόστολοι εξήλθον εις το θείον κήρυγμα, και τότε μεν προπορευόμενοι εις τους τόπους, εξ ων έμελλε να διέλθη ο Κύριος κηρύσσων το Ευαγγέλιον της Βασιλείας των Ουρανών, προητοίμαζον τους λαούς εις την υποδοχήν του Κυρίου και ακρόασιν και ενστερνισμόν της διδασκαλίας αυτού. Μετά δε το Πάθος, την Ανάστασιν και την Ανάληψιν αυτού, και μετά την Πεντηκοστήν, ότε άπαντες οι Απόστολοι και Μαθηταί του Κυρίου, και αι Μαθήτριαι αυτού μετά της Υπεραγίας Θεοτόκου, εκατόν είκοσι τον αριθμόν, συνηγμένοι εις το υπερώον εδέξαντο την χάριν του Παναγίου Πνεύματος, εξήλθον και διεσπάρησαν ανά τα πέρατα της οικουμένης κηρύσσοντες και διδάσκοντες πανταχού το Ευαγγέλιον του Χριστού και οδηγούντες προς την αληθή πίστιν τους εις το σκότος της ασεβείας και της ειδωλολατρίας βεβυθισμένους λαούς. Ποίον είναι το έργον των Αγίων Αποστόλων, πόσον εμόχθησαν δια το ευαγγελικόν κήρυγμα, εναντίον τίνων επάλαισαν, εις ποία φρικτά βασανιστήρια παρεδόθησανπαρά διαφόρων τυράννων και διωκτών της πίστεως του Χριστού, και πως επέτυχον και ενίκησαν δια της θυσίας αυτών εις τον άνισον αγώνα, εις τον οποίον απεδύθησαν, είναι γνωστά εις όλους, λεπτομερώς δε ενός εκάστου τους άθλους περιγράφει ο «Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», κατά την ιδιαιτέραν μνήμην ενός εκάστου εξ αυτών. Ενταύθα παραθέτομεν συντομώτατα υπομνήματα περί ενός εκάστου εκ των Εβδομήκοντα γνωστοτέρων Αγίων Αποστόλων, των ονομαστί εορταζομένων υπό της Μητρός ημών Εκκλησίας, παραθέτομεν δε παρ’ ενί εκάστω την ημερομηνίαν εορτασμού αυτού, ίνα οι βουλόμενοι αναζητήσωσιν εν αυτή το πλατύτερον εκάστου Συναξάριον. Είναι δε ούτοι κατ’ αλφαβητικήν σειράν οι εξής:

1) Άγαβος· είναι ο αναφερόμενος υπό του Ευαγγελιστού Λουκά εις τας Πράξεις, ότι προεφήτευσε περί του Αποστόλου Παύλου ότι θέλουσι δέσει αυτόν οι Ιουδαίοι και παραδώσουσιν εις χείρας Εθνών (Πράξ. κα: 11). Ούτος κηρύξας το Ευαγγέλιον εις τους τόπους, οίτινες έλαχον εις αυτόν, απήλθε προς Κύριον (Απριλίου η΄ (8).

2) Ακύλας· ήτο Ιουδαίος εκ Πόντου· ηκολούθησε τον Απόστολον Παύλον μετά της συζύγου του Πρισκίλλης συγκακοπαθούντες και συγκινδυνεύοντες μετ’ αυτού (Πρ. ιη: 1). Ετελεύτησε μαρτυρικώς. Μετά της Αγίας Πρισκίλλης εορτάζεται την ιγ΄ (13) Φεβρουαρίου και ιδιαιτέρως την ιδ΄ (14) Ιουλίου.

3) Αμπλίας· εχειροτονήθη από τον Απόστολον Ανδρέαν Επίσκοπος Οδυσσοπόλεως, ετελεύτησε δε μαρτυρικώς. (Οκτωβρ. λα΄ (31).

4) Ανανίας· ήτο από την Δαμασκόν· εβάπτισεν τον Απόστολον Παύλον το τρίτον έτος μετά την Ανάληψιν του Κυρίου και εγένετο Επίσκοπος Δαμασκού· ετελεύτησε μαρτυρικώς (Οκτωβρ. α΄ (1).

5) Ανδρόνικος· διέτρεξεν ως υπόπτερος αετός όλην την οικουμένην ακολουθούμενος πιστώς υπό της υπερθαυμάστου Ιουνίας, κηρύσσοντες πανταχού το όνομα του Χριστού και πολλούς επιστρέψαντες εις θεογνωσίαν εκοιμήθησαν εν ειρήνη, εορτάζονται δε ομού την ιζ΄ (17) Μαϊου, ο δε Άγιος Ανδρόνικος εορτάζεται και την λ΄ (30ην) Ιουλίου.

6) Απελλής· είναι αυτός περί του οποίου ο θείος Παύλος λέγει· «Ασπάσασθε Απελλήν τον δόκιμον εν Χριστώ». Εγένετο Επίσκοπος Σμύρνης και δουλεύσας οσίως τον Χριστόν προς Κύριον εξεδήμησε (Σεπτ. ι΄ (10).

7) Απελλής· έτερος ή ο προηγούμενος, εγένετο Επίσκοπος Ηρακλείας, και πολλούς προσαγαγών εις τον Χριστόν έλαβε μακάριον τέλος (Οκτωβρίου λα΄ (31).

8 ) Απολλώς· αναφέρει περί αυτού ο Παύλος εν τη Α΄ προς Κορινθίους, λέγων· «Τις ουν εστι Παύλος; Τις δε Απολλώς αλλ’ ή διάκονοι»; (γ΄ 5). Εγένετο Επίσκοπος Καισαρείας (Δεκεμ. η΄ (8).

9) Αρίσταρχος· ήτο εκ των Εβδομήκοντα. Εφάνη άλλος δεύτερος Ιωάννης Βαπτιστής κατά την τροφήν, καθότι και αυτός έτρωγεν, ως εκείνος, μόνον ακρίδας, ήτοι άκρας των δένδρων και ακρόδρυα και μέλι, χόρτον δηλαδή το καλούμενον μελέαγρον ή κατ’ άλλους μέλι άγριον· ήτο δε και αυτός ενδεδυμένος με ένδυμα δερμάτινον. Έγινεν Επίσκοπος της εν Συρία Απαμείας επιστρέψας άπαντας τους απίστους εις θεογνωσίαν. Ούτος απεκεφαλίσθη υπό του Νέρωνος. Εορτάζεται την κζ΄ (27) Σεπτεμβρίου και ιδ΄ (14) Απριλίου.

10) Αριστόβουλος· ήτο εκ των Εβδομήκοντα, ηκολούθησε δε τον Απόστολον Παύλον και εχειροτονήθη Επίσκοπος Βρετανίας. Εορτάζεται την λα΄ (31) Οκτωβρίου και την ιε΄ (15) Μαρτίου.

11) Αρτεμάς· ήτο εκ των Εβδομήκοντα. Εγένετο Επίσκοπος Λύστρας (Οκτ. λ΄ (30).

12) Άρχιππος· εχρημάτισε μαθητής του Αποστόλου Παύλου και ετελεύτησε μαρτυρικώς. Εορτάζεται Νοεμβ. κβ΄ (22) και Φεβρουαρίου ιθ΄ (19).

13) Ασύγκριτος· κηρύξας το Ευαγγέλιον εις πολλά μέρη του κόσμου και πολλούς επιστρέψας εβασανίσθη υπό Ιουδαίων και Ελλήνων και ετελεύτησε μαρτυρικώς (Απριλ. η΄ (8). 14) Αχαϊκός· ετελειώθη εν λιμώ και δίψη (Ιούν. ιε΄ (15).

15) Βαρνάβας ή Ιωσής· ήτο εκ των Εβδομήκοντα, κατήγετο εκ της φυλής Λευί, εγεννήθη δε εν Κύπρω. Εκήρυξε το Ευαγγέλιον εν Ιερουσαλήμ, Ρώμη, Αλεξάνδρεια και Κύπρω, όπου ελιθοβολήθη υπό των εκεί Ιουδαίων και Ελλήνων, και έπειτα παρεδόθη εις το πυρ (Ιουνίου ια΄ (11).

16) Γάϊος· ήτο εκ των Εβδομήκοντα. Εγένετο Επίσκοπος Εφέσου (Νοεμβ. ε΄ (5).

17) Επαινετός· ήτο εκ των Εβδομήκοντα. Εγένετο Επίσκοπος Καρθαγένης (Ιουλ. λ΄).

18) Επαφρόδιτος· εγένετο Επίσκοπος Κολοφώνος (Δεκ. η΄ (8).

19) Έραστος· ήτο εκ των Εβδομήκοντα. Εγένετο οικονόμος της εν Ιεροσολύμοις Εκκλησίας και μετά ταύτα Επίσκοπος Νεάδος (ή Πανεάδος)· ετελειώθη εν ειρήνη (Νοεμβ. ι΄ (10).

20) Ερμάς ή Ερμής· ήτο εκ των Εβδομήκοντα. Εγένετο Επίσκοπος Φιλίππων (Νοεμβ. ε΄ (5) και Μαρτίου η΄ (8).

21) Εύβουλος· περί αυτού αναφέρει ο Απ. Παύλος (Β΄ Τιμ. δ΄ 21), εορτάζεται την κη΄ (28) Φεβρουαρίου.

22) Εύοδος· ήτο εκ των Εβδομήκοντα. Εγένετο Επίσκοπος Αντιοχείας (Σεπτ. κζ΄ (27).

23) Ζακχαίος· είναι ο ανελθών επί την συκομορέαν ίνα ίδη τον Κύριον (Απρ. κ΄ (20).

24) Ζηνάς ή Ζήνων· εγένετο Επίσκοπος Διοσπόλεως (ήτις είναι η αυτή με την Λαοδίκειαν) (Σεπτ. κζ΄ (27).

25) Ηρωδίων ή Ρωδίων ή Ροδίον· ήτο εκ των Εβδομήκοντα, ηκολούθησε τους Αγίους Αποστόλους εις το κήρυγμα, ύστερον εγένετο Επίσκοπος Πατρών. Ετελεύτησε μαρτυρικώς. Εορτάζεται την ι΄ (10) Νοεμβρίου και την κη΄ (28) Μαρτίου.

26) Ιάκωβος· ο αδελφός του Κυρίου, ο και υιός Ιωσήφ του Μνήστορος, έγινε πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων· κρεμασθείς δε υπό των Ιουδαίων εις το πτερύγιον του Ιερού και κτυπηθείς με ξύλον, ετελειώθη. Εορτάζεται την κγ΄ (23) Οκτωβρίου.

27) Ιάσων· κατήγετο από την Ταρσόν της Κιλικίας και ήτο μαθητής του Αποστόλου Παύλου. Εγένετο Επίσκοπος Ταρσού. Κατόπιν επορεύθη μετά του Αποστόλου Σωσιπάτρου εις την Δύσιν, ελθόντες δε εις Κέρκυραν, όπου, διδάξαντες και πολλά παθόντες, απήλθον προς Κύριον εις γήρας βαθύ (Απριλίου κθ΄ (29).

28) Ιούστος· όστις και Ιησούς ωνομάζετο, παρ’ άλλοις δε Ιωσήφ και Ιωσής, ο αδελφόθεος (ο τεθείς μετά του Ματθία εις κλήρον). Εγένετο Επίσκοπος Ελευθερουπόλεως (Αραβιστί Μπέητ Γκεμπρίν) και πολλούς είλκυσεν εις την πίστιν του Χριστού (Οκτωβρίου λ΄ (30).

29) Καίσαρ· εγένετο Επίσκοπος Κορώνης της εν Πελοποννήσω (Δεκεμ. η΄ (8).

30) Κάρπος· ήτο εκ των Εβδομήκοντα, διηκόνει δε τον Απόστολον Παύλον· ύστερον εγένετο Επίσκοπος Βάρνης της Θράκης. (Μαϊου κστ΄ (26).

31) Κηφάς· δεν αναφέρεται που εκήρυξε και ποίου τέλους έτυχεν. Εορτάζεται την η΄ (8) Δεκεμβρίου.

32) Κλήμης· εγένετο Επίσκοπος Σάρδεων (Σεπτ. ι΄ (10).

33) Κοδράτος· εις των μαθητών του Χριστού· εγένετο Επίσκοπος Αθηνών, όπου πολλούς επέστρεψεν εις την πίστιν του Χριστού. Βασανισθείς δε και διωχθείς εξ Αθηνών μετέβη εις Μαγνησίαν, όπου και διδάσκων έλαβε μαρτυρικόν θάνατον εν έτει ριζ΄ (117) εις γήρας βαθύτατον (Σεπτεμ. κα΄ (21).

34) Κουάρτος· ήτο εκ των Εβδομήκοντα, εγένετο Επίσκοπος Βηρυτού, πολλούς δε πειρασμούς υπομείνας εκοιμήθη εν ειρήνη (Νοεμβρίου ι΄ (10).

35) Κρήσκης· ήτο εκ των Εβδομήκοντα, εγένετο Επίσκοπος Χαλκηδόνος (ή Καρχηδόνος) (Ιουλίου λ΄ (30).

36) Λίνος· ήτο εκ των Εβδομήκοντα, εγένετο Επίσκοπος Ρώμης μετά τον Απόστολον Πέτρον (Νοεμβρίου ε΄ (5).

37) Λουκάς· εγένετο Επίσκοπος της εν Συρία Λαοδικείας (άλλος είναι από τον Ευαγγελιστήν) (Σεπτεμβρίου ι΄ (10).

38) Μάρκος· όστις και Ιωάννης ονομάζεται· άλλος είναι από τον Ευαγγελιστήν· εγένετο Επίσκοπος Βύβλου (Σεπτεμβρίου κζ΄ (27).

39) Μάρκος· ήτο εκ των Εβδομήκοντα, άλλος από τον Ευαγγελιστήν και από τον προηγούμενον· ανεψιός ων του Βαρνάβα, εγένετο Επίσκοπος Απολλωνιάδος (Οκτωβρίου λ΄ (30). 40) Νάρκισσος· εγένετο Επίσκοπος Αθηνών και ετελειώθη δια του μαρτυρίου (Οκτωβρίου λα΄ (31).

41) Νικάνωρ· ήτο εις των επτά Διακόνων, ετελειώθη δια του μαρτυρίου την ιδίαν ημέραν καθ’ ην ελιθοβολήθη ο Πρωτομάρτυς Στέφανος (Ιουλίου κη΄ (28).

42) Νυμφάς· εχρημάτισε μαθητής του Παύλου (Φεβρουαρίου κη΄ (28).

43) Ολυμπάς· ήτο εκ των Εβδομήκοντα, ηκολούθησε τον Απόστολον Πέτρον και απεκεφαλίσθη εν Ρώμη υπό του Νέρωνος (Νοεμβρίου ι΄ (10).

44) Ονήσιμος· εχρημάτισε μαθητής του Αποστόλου Παύλου· ετελεύτησε μαρτυρικώς εις Ποτιόλους (Νοεμβρίου κβ΄ (22) και Φεβρουαρίου ιε΄ (15).

45) Ονησιφόρος· ήτο μαθητής του Παύλου, εγένετο Επίσκοπος Κολοφώνος, της νυν τουρκιστί λεγομένης Σιγαντζίκ εν Μικρά Ασία (Σεπτεμβρίου ζ΄ (7).

46) Ουρβανός· εχειροτονήθη υπό του Αποστόλου Ανδρέα Επίσκοπος Μακεδονίας και ετελεύτησε μαρτυρικώς (Οκτωβρίου λα΄ (31).

47) Παρμενάς· ήτο εις των επτά Διακόνων, εκτελών δε προθύμως την διακονίαν του και ασθενήσας παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού ενώπιον των Αποστόλων (Ιουλίου κη΄ (28).

48) Πατρόβας· ήτο εκ των Εβδομήκοντα, εγένετο Επίσκοπος Ποτιόλων των εν τη Ιταλία (Νοεμβρίου ε΄ (5).

49) Πούδης· ήτο εκ των Εβδομήκοντα, ηκολούθησε τον Απόστολον Παύλον και απεκεφαλίσθη υπό του Νέρωνος (Απριλίου ιδ΄ (14).

50) Πρόχορος· ήτο εις των επτά Διακόνων, ύστερον ηκολούθησε τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην συμπονών μετ’ αυτού εις τας θλίψεις, τας κακουχίας και την συγγραφήν του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Μετά την μετάστασιν του Ιωάννου εγένετο Επίσκοπος Νικομηδείας (Ιουλίου κη΄ (28).

51) Ρούφος· εγένετο Επίσκοπος Θηβών της Ελλάδος (Απριλίου η΄ (8).

52) Σίλας· ήτο εκ των Εβδομήκοντα, συνεμόχθησε δε μετά του Απ. Παύλου εις το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Μετά πολύν χρόνον εγένετο Επίσκοπος Κορίνθου ( Ιουλίου λ΄ (30).

53) Σιλουανός· ήτο εκ των Εβδομήκοντα, εγένετο Επίσκοπος Θεσσαλονίκης ( Ιουλίου λ΄ (30).

54) Σίμων· ο και Συμεών και Κλεόπας ονομαζόμενος, ο αδελφόθεος, υιός του Μνήστορος Ιωσήφ. Έγινε δεύτερος Επίσκοπος Ιεροσολύμων και έζησεν εκατόν είκοσιν έτη. Το πβ΄ (52) έτος εποτίσθη υπό του Δομετιανού δηλητήριον, αλλ’ ουδέν έπαθε, εσταυρώθη δε επί Τραϊανού εν έτει 98. Εορτάζεται την κζ΄ (27) Απριλίου και την λ΄ (30) Οκτωβρίου. (Βλέπε και εις την λ΄ (30) Ιουνίου).

55) Στάχυς· εγένετο πρώτος Επίσκοπος του Βυζαντίου χειροτονηθείς από τον Πρωτόκλητον Ανδρέαν, κτίσας δε Εκκλησίαν εις την Αργυρούπολιν, ήτις έκειτο πλησίον της Κωνσταντινουπόλεως, εδίδασκεν εκεί τα εν αυτή συναγόμενα πλήθη. Διανύσας δε εις το Αποστολικόν κήρυγμα δέκα έξ έτη ανεπαύθη εν Κυρίω. ( Οκτωβρίου λα΄ (31). 56) Στεφανάς· ήτο μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Ιουνίου ιε΄ (15).

57) Στέφανος· Πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος, ελιθοβολήθη υπό των Ιουδαίων διότι εκήρυττε τον Χριστόν (Δεκεμβρίου κζ΄ (27).

58) Σωσθένης ή Κρίσπος· εγένετο Επίσκοπος Κολοφώνος (της νυν τουρκιστί λεγομένης Σιγατζίκ) (Δεκεμβρίου η΄ (8).

59) Σωσίπατρος· κατήγετο εκ της Αχαϊας, εγένετο μαθητής του Αποστόλου Παύλου και εχειροτονήθη Επίσκοπος Ικονίου. Κατόπιν πορευθέντες μετά του Ιάσονος εις τα δυτικά μέρη ήλθον εις την Κέρκυραν, όπου διδάξαντες την πίστιν του Χριστού και πολλά παθόντες απήλθον προς Κύριον εις γήρας βαθύ (Νοεμβρίου ι΄ (10) και Απριλίου κθ΄ (29).

60) Τέρτιος· ήτο εκ των Εβδομήκοντα και εγένετο Επίσκοπος Ικονίου μετά τον Σωσίπατρον (Οκτωβρίου λ΄ (30). 61) Τιμόθεος· ήτο εκ Λύστρας της Λυκαονίας, εγένετο μαθητής του Αποστόλου Παύλου και συνεργός αυτού και κήρυξ του Ευαγγελίου, αλλά και με τον θείον Ιωάννην τον ηγαπημένον συνεκακοπάθησε. Κατόπιν εγένετο υπό του Αποστόλου Παύλου Επίσκοπος Εφέσου. Ετελεύτησε μαρτυρικώς (Ιανουαρίου κβ΄ (22).

62) Τίμων· ήτο εις των επτά Διακόνων, είτα εγένετο Επίσκοπος Βόστρων, πόλεως της Αραβίας. Ετελεύτησε μαρτυρικώς (Ιουλίου κη΄ (28).

63) Τίτος· ήτο εκ Κρήτης, πορευθείς δε εικοσαετής εις Ιεροσόλυμα εγνώρισε τον Κύριον, ότε ευρίσκετο σωματικώς επί της γης, και ελκυσθείς από τα θαυμάσια αυτού επίστευσε και εγένετο μαθητής Του. παρευρέθη δε εις τα Πάθη, την Ανάληψιν και την Πεντηκοστήν μετά των 120 Μαθητών του Κυρίου. Κατόπιν χειροτονηθείς υπό των κορυφαίων Αποστόλων απεστάλη μετά του Παύλου, ίνα κηρύξη το Ευαγγέλιον. Περιήλθε πολλά μέρη και τέλος κατέληξεν εις Κρήτην, όπου χειροτονήσας Επισκόπους και ζήσας έτη 94 απήλθε προς Κύριον (Αυγούστου κε΄ (25).

64) Τρόφιμος· ήτο εκ των Εβδομήκοντα, ηκολούθησε τον Απόστολον Παύλον και απεκεφαλίσθη υπό του Νέρωνος (Απριλίου ιδ΄ (14).

65) Τυχικός· υπήρξε μαθητής των Αποστόλων (Δεκεμβρίου η΄ (8).

66) Φιλήμων· ήτο μαθητής του Αποστόλου Παύλου, εχειροτονήθη δε υπ’ αυτού Επίσκοπος Γαζαίων. Ετελεύτησε μαρτυρικώς εις Κολασσάς (Νοεμβρίου κβ΄ (22).

67) Φίλιππος· ήτο εις των επτά Διακόνων, εκήρυξεν εις Σαμάρειαν το Ευαγγέλιον, εβάπτισε τον Σίμωνα Μάγον υποκριθέντα ότι επίστευσεν. Αρπαγείς δε υπό θείου Αγγέλου έφθασε καθ’ οδόν τον ευνούχον της βασιλίσσης Κανδάκης και κατηχήσας αυτόν τον εβάπτισεν. (Οκτωβρίου ια΄ (11).

68) Φιλόλογος· ήτο εκ των Εβδομήκοντα, εγένετο Επίσκοπος Σινώπης από τον Απόστολον Ανδρέαν τον Πρωτόκλητον, εορτάζεται δε την ε΄ (5) Νοεμβρίου.

69) Φλέγων· εκήρυξε το Ευαγγέλιον εις πολλά και διάφορα μέρη του κόσμου τελευτήσας μαρτυρικώς Απριλίου η΄ (8).

70) Φουρτουνάτος· ήτο μαθητής του Αποστόλου Παύλου, κηρύττων δε το Ευαγγέλιον ετελειώθη δια του μαρτυρίου (Ιουνίου ιε΄ (15).

Αυτά είναι τα ονόματα των Εβδομήκοντα γνωστοτέρων εξ όλων των αποκαλουμένων Εβδομήκοντα Αποστόλων, των τε δηλαδή εκλεγέντων υπό του Κυρίου Εβδομήκοντα πρώτων και των μετέπειτα εκλεγέντων υπό των Αγίων Αποστόλων και συναριθμηθέντων εις τους Εβδομήκοντα. Αναφέρομεν δε μόνον αυτούς, διότι δεν διεσώθησαν όλων τα ονόματα. Μεταξύ των Εβδομήκοντα ήσαν και άλλοι γνωστοί τους οποίους όμως δεν ανεφέραμεν ενταύθα, επειδή εορτάζονται μετά των Δώδεκα, όπως ο Ματθίας, όστις ήτο εκ των Εβδομήκοντα, αλλά εξελέγη εις αντικατάστασιν του Ιούδα και συνηριθμήθη μετά των Δώδεκα. Επίσης μετά των Εβδομήκοντα ήσαν και οι θείοι Απόστολοι και Ευαγγελισταί Λουκάς και Μάρκος, τους οποίους δεν ανεφέραμεν επειδή εορτάζονται μετά των Δώδεκα τη λ΄ (30) Ιουνίου και ιδιαιτέρως ο μεν Λουκάς τη ιη΄ (18) Οκτωβρίου, ο δε Μάρκος τη κε΄ (25) Απριλίου. Αναφέρομεν δε ενταύθα και τινας άλλους από τους συνεορταζομένους μετά των Δώδεκα, διότι πρώτον ανήκουν εις τους Εβδομήκοντα, ων την Σύναξιν εορτάζομεν σήμερον και μετά των οποίων πρέπει να συναριθμούνται, εφ’ όσον δεν ανεβιβάσθησαν εις την τάξιν των Δώδεκα, και δεύτερον δια να φυλαχθή ο αριθμός των Εβδομήκοντα. Ταύτα λοιπόν τα ολίγα περί των Αγίων Εβδομήκοντα Αποστόλων, ων την αγίαν Σύναξιν εορτάζομεν σήμερον· αυτούς και ημείς ας μιμηθώμεν και ας κακοπαθήσωμεν και ημείς έστω και ολίγον δια την πίστιν του Χριστού την αγίαν, αυτούς ας ακολουθώμεν και αυτούς ας έχωμεν ως παράδειγμα εις την ζωήν μας. Πόσα αυτοί υπέφεραν και πως εθυσιάσθησαν δια να εξαπλώσουν την πίστιν του Χριστού, ημείς δε σήμερον εντρεπόμεθα και τον σταυρόν μας να κάμωμεν, όταν διερχώμεθα προ των Ιερών Ναών δια να μη μας κατηγορήσωσιν ως Χριστιανούς! Εντρεπόμεθα δηλαδή και χωρίς τυράννους και διώκτας να ομολογώμεν την πίστιν μας την Αγίαν. Ας διορθωθώμεν λοιπόν, αδελφοί, εξαιτούντες και την ενίσχυσιν των Αγίων Εβδομήκοντα Αποστόλων, ων την αγίαν Σύναξιν εθέσπισαν οι Άγιοι Πατέρες να εορτάζωμεν σήμερον προς δόξαν Θεού του εν τοις Αγίοις Αυτού επαναπαυομένου και τιμήν των Αγίων τούτων Εβδομήκοντα ενδόξων Αποστόλων, ων ταις αγίαις πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2253
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ε΄ (5η) Ιανουαρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΘΕΟΠΕΜΠΤΟΥ και ΘΕΩΝΑ.

Δημοσίευση από silver » Κυρ Ιαν 05, 2020 4:04 am

Θεόπεμπτος και Θεωνάς οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει 290. Ήτο δε ο Θεόπεμπτος Επίσκοπος, όταν ο Διοκλητιανός εκίνησε διωγμόν κατά των Χριστιανών. Τότε και ο Άγιος ούτος πρώτος ωμολόγησε τον Χριστόν και έλαβε τον στέφανον του μαρτυρίου. Συλληφθείς δηλαδή και παρασταθείς έμπροσθεν του Διοκλητιανού, ήλεγξε την πλάνην αυτού· διο βάλλεται εντός ανημμένου κλιβάνου και εξέρχεται εκείθεν σώος και αβλαβής. Έπειτα εξώρυξαν τον ένα των οφθαλμών του και μετά ταύτα έδωκαν εις αυτόν και έπιε θανατηφόρα δηλητήρια· επειδή δε εφυλάχθη αβλαβής υπό της χάριτος του Θεού, προσείλκυσεν εις τον Χριστιανισμόν τον τα δηλητήρια ταύτα κατασκευάσαντα μάγον, Θεωνάν ονόματι. Αφού δε έπαθε και άλλας ομοίας βασάνους, απεκεφαλίσθη και έλαβε ο αοίδιμος τον στέφανον του μαρτυρίου. Ο δε Θεωνάς ερρίφθη εντός λάκκου επίτηδες κατασκευασθέντος και επειδή εχύθη επί της κεφαλής του χώμα πολύ, τούτου ένεκα εχώθη όλος και ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2253
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΣΤ΄ (6η) Ιανουαρίου, τα ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Δημοσίευση από silver » Δευ Ιαν 06, 2020 12:32 am


Θεοφάνεια τα Άγια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζομεν σήμερον εν πάσαις ταις αγίαις του Θεού Εκκλησίαις, την αγρυπνίαν τελούντες αφ’ εσπέρας. Επειδή, αφού παρήλθον τα τριάκοντα έτη της ηλικίας του, ηθέλησεν ο Κύριος να φανερωθή εις τους ανθρώπους, ότι είναι Θεός εν σώματι, και όταν ο Κύριος εβαπτίζετο από τον Ιωάννην, εμαρτυρήθη άνωθεν από τον Θεόν και Πατέρα με την φωνήν και την επέλευσιν του Αγίου Πνεύματος, ότι είναι Υιός γνήσιος και ομοούσιος αυτού, έκτοτε λοιπόν εγνωρίσθη εις όλους δια των θαυμάτων και της υψηλής του διδασκαλίας, ότι αυτός είναι βεβαίως ο Θεός των πατέρων ημών ο δια των Προφητών φανερώς κηρυττόμενος. Ήλθε δε εις το Βάπτισμα δι’ αιτίαν τοιαύτην. Όταν ο Κύριος έγινεν άνθρωπος δι’ ημάς, επλήρωσεν όλον τον Νόμον καθ’ όλον το διάστημα της ζωής του. Επειδή δε ο Ιωάννης ήλθεν εκ της ερήμου και εβάπτιζεν εις τον Ιορδάνην, κατά το γενόμενον εις αυτόν ρήμα του Θεού, ήτοι κατά το πρόσταγμα και τον Νόμον του Θεού, ως λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκά γ:2), θέλων ο Κύριος να πληρώση και το ρήμα τούτο ως θείον Νόμον, προσήλθε μετά το τριακοστόν της ηλικίας του έτος εις τον Βαπτιστήν Ιωάννην ίνα βαπτισθή, ως οι λοιποί άνθρωποι, μολονότι δεν είχε χρείαν βαπτίσματος, καθό αναμάρτητος ων. Ο δε Ιωάννης, ευλαβούμενος τον Κύριον, και την ιδικήν του αναξιότητα λογιζόμενος, έλεγεν· «Εγώ χρείαν έχω υπό σου βαπτισθήναι, και συ έρχη προς με;» Αλλ’ ο Κύριος θαρσοποιεί και παρακινεί τον Ιωάννην εις το να τον βαπτίση, δεικνύων εις αυτόν, ότι εκείνο το οποίον νομίζει απρεπές, αυτό μάλιστα είναι πρέπον, δηλαδή το να βαπτισθή ο Δεσπότης από τον δούλον. Δια τούτο και λέγει εις αυτόν· «Άφες άρτι, ούτω γαρ πρέπον ημίν εστι, πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην». Δικαιοσύνην δε εδώ ονομάζει ο Κύριος την πλήρωσιν όλων των εντολών, κατά τον θείον Χρυσόστομον (λόγος εις το Βάπτισμα), ωσάν να έλεγεν· «Επειδή εγώ επλήρωσα όλας τας άλλας εντολάς του θείου Νόμου, αύτη δε μόνη έμεινε, δια τούτο πρέπει να πληρώσω και ταύτην». Τότε λοιπόν έπαυσε από του να ανθίσταται ο Ιωάννης· όθεν βαπτισθείς υπ’ αυτού ο Κύριος, ευθύς ανέβη από του ύδατος, και ιδού ηνεώχθησαν αυτώ οι Ουρανοί, και είδεν ο Ιωάννης το Πνεύμα του Θεού καταβαίνον ωσεί περιστεράν, και ερχόμενον εις τον Ιησούν· αλλά και φωνή εκ των Ουρανών ηκούσθη λέγουσα· «Ούτος εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ηυδόκησα». Εκ τούτου λοιπόν εφανερώθη εις τους Ιουδαίους, ότι δεν ήτο ο Ιωάννης μεγαλύτερος του Χριστού, κατά την εσφαλμένην γνώμην, την οποίαν παρεδέχοντο περί αυτού το πλείστον μέρος, αλλά ήτο ασυγκρίτως πολύ κατώτερος του Χριστού και δούλος και υποχείριος αυτού. Δια τούτο και το Πνεύμα κατελθόν, απηύθυνε την φωνήν του Πατρός εις τον Ιησούν και οιονεί δακτυλοδεικτούν εφανέρωσεν ότι το «Ούτος εστιν ο Υιος μου ο αγαπητός» δεν ερρέθη δια τον Βαπτιστήν Ιωάννην, μολονότι αυτός είχε παρά πάσι πολλήν την δόξαν και το αξίωμα, αλλ’ ερρέθη δια τον βαπτιζόμενον Ιησούν. Τελειώσας λοιπόν ο Κύριος και τούτο το νομικόν πρόσταγμα του Βαπτίσματος, έλυσε την κατάραν, η οποία εδόθη εις τον Αδάμ δια την παράβασιν του Θείου Νόμου· και λυτρώσας ημάς εκ της καταδίκης, έπαυσεν εις το εξής πάντα νόμον τελετουργικόν, αναβιβάσας αυτόν εις το πνευματικώτερον και τελειότερον. Ακολούθως δε έπαυσε και το Ιουδαϊκόν βάπτισμα, και παρέδωκεν εις ημάς τους πιστεύοντας να βαπτιζώμεθα με το εις τρεις αναδύσεις και καταδύσεις γινόμενον Βάπτισμα, το οποίον έχει την χάριν του Αγίου Πνεύματος, της οποίας εστερείτο το Βάπτισμα του Ιωάννου. Βαπτισθείς δε ο Κύριος εις ένα και τον αυτόν ποταμόν, εις τον οποίον εβάπτιζε και ο Ιωάννης, επλήρωσε μεν το σκιώδες και ατελές Βάπτισμα, ήνοιξε δε τας θύρας του πνευματικού και θείου της Εκκλησίας Βαπτίσματος· το οποίον ημείς, αφ’ ου εβαπτίσθημεν, χρεωστούμεν εις το εξής να φυλάττωμεν την αυτού καθαρότητα άσπιλον και αμόλυντον από αμαρτίας δια της πληρώσεως των ζωοποιών εντολών, ίνα και της Βασιλείας των Ουρανών αξιωθώμεν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2253
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ζ΄ (7η) Ιανουαρίου, η Σύναξις του Τιμίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού ΙΩΑΝΝΟΥ.

Δημοσίευση από silver » Τρί Ιαν 07, 2020 12:24 am

Συνέδραμε δε και η της παντίμου τούτου χειρός προς την Κωνσταντινούπολιν συνέλευσις.

Ιωάννου του Τιμίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού την Σύναξιν και εορτήν παρελάβομεν άνωθεν και εξ αρχής να εορτάζωμεν τη επαύριον των Αγίων Θεοφανείων, ήτοι κατά την σήμερον, επειδή ούτος υπηρέτησεν εις το μυστήριον του Βαπτίσματος του Κυρίου· όθεν δια την αιτίαν ταύτην συναριθμείται και η εορτή αύτη με τας λοιπάς εορτάς του Προδρόμου, ίνα μηδέν σιωπήσωμεν από τα εκείνου θαυμάσια και υπερφυσικά χαρίσματα. Συνέβη δε να φθάση εις την Κωνσταντινούπολιν και κατά την παρελθούσαν εσπέραν των Αγίων Θεοφανείων η της τιμίας χειρός του Τιμίου Προδρόμου μετακομιδή, ήτις τοιουτοτρόπως εγένετο. Εις την πόλιν Σεβάστειαν, κατά την οποίαν λέγουσιν, ότι ετάφη το ιερόν του Τιμίου Προδρόμου σώμα, επήγεν ο Ευαγγελιστής Λουκάς, και λαβών την δεξιάν χείρα του προφητικού εκείνου σώματος έφερεν αυτήν εις την Αντιόχειαν, την πατρίδα του, όπου ετέλει αύτη πάμπολλα θαύματα, από τα οποία εν είναι και το ακόλουθον. Εις τα όρια της Αντιοχείας εφώλευεν εις δράκων, τον οποίον εθεοποίουν οι ειδωλολάτραι οι κατοικούντες την Αντιόχειαν, και ετίμων αυτόν κατ’ έτος με ανθρωποθυσίας. Συνέβη δε ποτε και έπεσεν ο κλήρος εις ένα Χριστιανόν να δώση το θυγάτριόν του εις τον δράκοντα, ο οποίος εξερχόμενος από την φωλεάν του και παρουσιάζων φοβερόν και φρικώδες θέαμα, ήνοιγε το στόμα του και εδέχετο μέσα τον προσφερόμενον άνθρωπον και τον εσπάραττε με τους οδόντας του. Δια τούτο ο πατήρ της κόρηςπαρεκάλει με θερμούς αναστεναγμούς και δάκρυα τον Θεόν και τον Τίμιον Πρόδρομον να ελευθερώσωσι την πατρίδα του από τοιούτον πικρόν φθορέα· παρακαλών δε εσοφίσθη να κάμη και εν τοιούτον επιχείρημα, καθότι ευκόλως ευρίσκει μηχανάς και τέχνας πας άνθρωπος εις ανάγκην ευρισκόμενος. Αυτός εζήτησε να προσκυνήση την αγίαν χείρα του Προδρόμου, και ασπαζόμενος αυτήν κόπτει κρυφίως με τους οδόντας του τον αντίχειρα, και τυχών του ποθουμένου εξέρχεται του ναού· ότε δε ήλθεν η ημέρα της θυσίας της θυγατρός του και ήτο παρόν πολύ πλήθος του λαού, ήλθε πλησίον εις τον δράκοντα και ο πατήρ κρατών ομού και την θυγατέρα του. Και καθώς είδε τον δράκοντα ότι ήνοιξε το στόμα του δια να καταπίη την θυγατέρα του, ρίπτει μέσα εις τον φάρυγγά του τον ιερόν δάκτυλον του Προδρόμου και, ω του θαύματος! ευθύς εθανατώθη ο δράκων. Τούτου δε γενομένου, ο μεν πατήρ παρέλαβε την θυγατέρα του ζωντανήν και επέστρεψεν εις τον οίκον του χαίρων και το παράδοξον διηγούμενος, το δε πλήθος του λαού, βλέποντες το τοιούτον θαυμάσιον, εξεπλάγησαν· όθεν και ηυχαρίστουν μεγάλως τον Θεόν και τον Τίμιον Πρόδρομον, και έκτισαν μέγιστον και ωραιότατον Ναόν εις το όνομά του. Λέγεται δε και τούτο ακόμη περί της αγίας ταύτης χειρός. Ότι κατά την ημέραν της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, ήτοι κατά την ιδ΄ (14ην) του Σεπτεμβρίου, υψώνετο και η τιμία αύτη χειρ του Βαπτιστού και άλλοτε μεν εξήπλωνε τους δακτύλους της, άλλοτε δε τους συνέστελλε και με την έκτασιν ή συστολήν εφανέρωνε την μέλλουσαν ευτυχίαν ή δυστυχίαν. Δια τούτο και πολλοί βασιλείς είχον αγάπην και πόθον πολύν να αποκτήσωσι τον ιερόν αυτόν θησαυρόν, εξαιρέτως δε Κωνσταντίνος και Ρωμανός οι Πορφυρογέννητοι, ων ο μεν Κωνσταντίνος εβασίλευσεν εν έτει από Χριστού 912, ο δε Ρωμανός εν έτει 959. Ότε λοιπόν αυτοί εβασίλευον, δια τινος Διακόνου της Αντιοχείας, Ιώβ καλουμένου, μετεκομίσθη εις την Κωνσταντινούπολιν η τιμία αύτη χειρ, κατ’ αυτήν την εσπέραν των Θεοφανείων, κατά την οποίαν είναι παράδοσις να γίνεται ο αγιασμός εις τους Χριστιανούς, ήτοι κατά την παραμονήν των Θεοφανείων. Όθεν ο φιλόχριστος βασιλεύς (ο Κωνσταντίνος δηλαδή) μετά πόθου πολλού ταύτην κατησπάσατο και εις τα βασίλεια αυτού απεθησαύρισε. Τελείται δε η αυτού Σύναξις εν τοις Φωρακίου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2253
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Η΄ (8η) Ιανουαρίου, μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΓΕΩΡΓΙΟΥ του Χοζεβίτου.

Δημοσίευση από silver » Τετ Ιαν 08, 2020 1:21 am


Γεώργιος ο Όσιος πατήρ ημών ο Χοζεβίτης κατήγετο από εν χωρίον της Κύπρου· οι γονείς αυτού έζων εν ευσεβεία, είχον δε περιουσίαν μετρίαν. Ούτος είχε και αδελφόν μεγαλύτερον ονομαζόμενον Ηρακλείδην, ο οποίος, εν όσω έζων ακόμη οι γονείς αυτών, ήλθεν εις την αγίαν πόλιν Χριστού του Θεού ημών δια να προσκυνήση τους Αγίους Τόπους, αφού δε κατέβη εις τον Ιορδάνην και προσεκύνησεν, επήγεν εις την λεγομένην Λαύραν του Καλαμώνος και εκεί έγινε Μοναχός. Ο δε ευλογημένος Γεώργιος παραμείνας μόνος πλησίον των γονέων του, ανετρέφετο διαλάμπων με πάσαν ευσέβειαν και σεμνότητα. Μετά ταύτα απέθανον οι γονείς αυτού και έμεινεν ο νέος ορφανός, παρέλαβε δε αυτόν μετά των πραγμάτων της κληρονομίας του ο θείος αυτού, ο οποίος είχε θυγατέρα μονογενή και εβούλετο να συζεύξη αυτόν μετ’ αυτής. Αλλ’ επειδή ο νέος απεστρέφετο τα κοσμικά και δεν ήθελε να υπανδρευθή, κατέφυγεν εις άλλον του θείον, ο οποίος ήτο Ηγούμενος εις Μοναστήριον, θέλων να ζήση την μοναχικήν πολιτείαν καθώς έπραξε και ο αδελφός αυτού Ηρακλείδης. Αλλ’ όταν έμαθεν ο θείος αυτού, ο οποίος κατείχε τα πράγματα της κληρονομίας του, ότι ευρίσκεται εκεί, ήλθε και εφιλονίκει με τον αδελφόν του δια να του αποδώση τον νέον. Ο δε αποκριθείς είπε προς αυτόν: «Ούτ’ εγώ τον έφερα ενταύθα, ούτε εγώ τον αποδιώκω. Ηλικίαν έχει, ας εκλέξη αυτός το συμφέρον του». Όταν δε έμαθε ο νέος την μεταξύ των θείων του φιλονικείαν ένεκεν αυτού, εγκατέλειψε τα πάντα και έφυγε κρυφίως εκ της νήσου· και αφού ήλθεν εις την αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ και προσεκύνησε τους Αγίους Τόπους Χριστού του Θεού ημών, κατέβη εις τον Ιορδάνην και εκεί προσευχηθείς επήγεν εις τον αδελφόν αυτού εις την Λαύραν του Καλαμώνος. Όταν είδεν αυτόν εκείνος πολύ νέον ακόμη και αγένειον, δεν ηθέλησε, συμφώνως προς τας εντολάς των Αγίων Πατέρων, να τον κρατήση εις την Λαύραν, αλλ’ ωδήγησεν αυτόν εις την Μονήν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, την λεγομένην Χοζεβάν, και παρέδωσεν αυτόν εις τον Ηγούμενον, αυτός δε επέστρεψεν εις το κελλίον αυτού. Ο Ηγούμενος, αφού είδε την πολλήν σταθερότητα και μοναχικήν ευλάβειαν αυτού, μετ’ ολίγον καιρόν εκούρευσε και ενέδυσεν αυτόν το μοναχικόν σχήμα· και αφού προσεκάλεσεν ένα Μοναχόν γέροντα προκομμένον εις την άσκησιν, ο οποίος είχε και το διακόνημα του λεγομένου νεοκηπίου, τον παρέδωσεν εις αυτόν ως συμβοηθόν. Ο γέρων κατήγετο εκ Μεσοποταμίας, ήτο δε πολύ σκληρός. Μίαν ημέραν λοιπόν αποστέλλει τον νέον εις τον χείμαρρον δια να φέρη το ύδωρ, ο δε, αφού κατέβη, επέστρεψεν άπρακτος· διότι το ύδωρ ήτο συσσωρευμένον, αυτός δε, καθώς ήτο μετά των ενδυμάτων του, δεν ηδυνήθη από την συμπλοκήν των καλάμων και των ξύλων να φέρη τούτο· ο γέρων διέταξεν αυτόν να εκδυθή το ιμάτιόν του και να περιζωσθή το επανώρρασον και ούτω να υπάγη και φέρη το ύδωρ. Επειδή εβράδυνεν ο παις ειςτην έξοδον του ύδατος, ο γέρων έκρυψε το ιμάτιόν του και επήγεν εις την ώραν της τραπέζης· όταν δε ήλθεν ο παις και δεν εύρε μήτε τον γέροντά του μήτε το ιμάτιον, επήγεν εις την Μονήν χωρίς ζωστικόν· και αφού εκτύπησε την θύραν ήνοιξεν ο ξενοδόχος, ο οποίος όταν είδεν αυτόν γυμνόν ηρώτα την αιτίαν τούτου, ο δε εξήγησεν εις αυτόν το γεγονός· τότε ο ξενοδόχος έφερεν εις αυτόν ιμάτιον και αφού ενεδύθη, τον εισήγαγεν εις το Μοναστήριον. Ενώ δε κατήρχετο ο επιστάτης αυτού από την τράπεζαν του φαγητού, συνήντησεν αυτόν έμπροσθεν των τάφων των αγίων πέντε Πατέρων, οι οποίοι είναι κατατεθειμένοι εκεί· και ιδών αυτόν μετά θυμού και απειλής του έδωκε ράπισμα, λέγων: «Διατί άργησες»; Και παρευθύς εξηράνθη η χειρ αυτού όλη. Πεσών λοιπόν έμπροσθεν του παιδός παρεκάλει, λέγων: «Τέκνον, μη με φανερώσης μηδέ διαπομπεύσης· ήμαρτον, συγχώρησόν μοι και παρακάλεσον τον Κύριον υπέρ εμού ίνα ιατρευθώ». Ο δε είπε προς αυτόν μετά ταπεινώσεως και ευλαβείας: «Ύπαγε, πάτερ, και βάλε μετάνοιαν εις τους τάφους των Αγίων και αυτοί σε θεραπεύουσιν», ο δε επέμενε παρακαλών αυτόν, λέγων: «Εις σε ήμαρτον, συ παρακάλεσον υπέρ εμού». Τότε αφού έλαβεν ο παις την χείρα αυτού, επήγαν ομού εις τους τάφους των Αγίων και αφού έβαλον μετάνοιαν και προσηυχήθησαν, παρευθύς ιατρεύθη. Από τότε ο γέρων έγινε πράος και συγκαταβατικός και πολύ ευλαβής. Επειδή διεφημίσθη τούτο εις την αδελφότητα και πάντες εθαύμαζον και εδόξαζον τον Θεόν δια το γενόμενον παράδοξον θαύμα και μάλιστα υπό νέου και αρχαρίου, εφοβήθη ο παις το άγκιστρον της κενοδοξίας και εξελθών κρυφίως εκ της Μονής κατήλθεν εις την Λαύραν προς τον αδελφόν αυτού, μετά του οποίου και διέμεινεν εις την λεγομένην παλαιάν Εκκλησίαν. Εφύλαττον δε την διαγωγήν και πολιτείαν ταύτην· ουδέποτε εμαγείρευσαν δια τον εαυτόν των φαγητόν εψημένον εις το πυρ, ειμή μόνον εάν ήρχοντο επισκέπται προς αυτούς, αλλά παρήγγειλαν εις τον θυρωρόν του κάστρου να φυλάττη δι’ αυτούς από Κυριακής εις Κυριακήν τα χαλασμένα φαγητά του κάστρου και όσα έφερον εις αυτόν οι Πατέρες· και ταύτα λαμβάνοντες δια τούτων ετρέφοντο, η δε λεκάνη εις την οποίαν εβάλλοντο τα φαγητά ουδέποτε επλύνετο ή εξεκενούτο, αλλά και πλήθος σκωλήκων είχε και δυσωδίαν πολλήν, η οποία ανεδίδετο μακράν, εις ταύτα αρκούμενοι, οίνον δε ουδέποτε έπινον. Ήτο δε γεωργός τις από την Ιεριχώ, ο οποίος πολύ ηγαπάτο υπ’ αυτών. Ούτος είχε μονογενή υιόν νήπιον και τούτο απέθανεν. Έβαλε λοιπόν αυτό ο πατήρ αυτού εντός ζεμπιλίου και επάνωθεν αυτού ως δώρα ολίγους καρπούς εξ όσων εγεωργούσε και αφού εσκέπασεν αυτά με φύλλα αμπέλου, τα εσήκωσε και επήγεν εις την Λαύραν. Όταν εκτύπησε την θύραν του κελλίου, εξήλθεν ο αββάς Γεώργιος και ανοίξας εισήγαγεν αυτόν. Αφού εισήλθεν ο αγαπητός, έβαλε μετάνοιαν εις τον γέροντα και τοποθετήσας το ζεμπίλιον έμπροσθεν αυτών, παρεκάλει να ευλογήσωσι τους καρπούς της γεωργίας του, αυτός δε εξήλθεν έξω. Οι αδελφοί λαμβάνοντες εκ του ζεμπιλίου τους καρπούς, εύρον και το νήπιον νεκρόν· ιδών τούτο ο αββάς Ηρακλείδης εταράχθη και είπεν εις τον αδελφόν αυτού: «Κάλεσον τον άνθρωπον τούτον· πειρασμός ήλθεν εις ημάς σήμερον· διότι εξ όσων βλέπω ήλθον να πειράξωσιν ημάς τους αμαρτωλούς». Τότε ο Γεώργιος, όστις ήτο τότε τεσσαράκοντα περίπου ετών ή και περισσότερον, έβαλεν εις αυτόν μετάνοιαν και είπε: «Μη λυπήσαι, μήτε οργίζεσαι, πάτερ, αλλά ελθέ να παρακαλέσωμεν μετά πίστεως τον πολυεύσπλαγχνον και πανοικτίρμονα Θεόν· και εάν μεν παραβλέψη τας αμαρτίας ημών και ευσπλαγχνισθή και αναστήση το παιδίον, λαμβάνει αυτό ζων κατά την πίστιν αυτού και υπάγει· εάν δε δεν θέλη η αγαθότης αυτού να πράξη τούτο, τότε καλούμεν αυτόν και του λέγομεν ότι ημείς αμαρτωλοί άνθρωποι εις τοιαύτα μέτρα δεν εφθάσαμεν, ούτε έχομεν τοιαύτην παρρησίαν προς τον Θεόν». Ο γέρων επείσθη και εστάθησαν εις προσευχήν μετά δακρύων και συντετριμμένης καρδίας· ο δε παντελεήμων και φιλάνθρωπος Κύριος, όστις ποιεί το θέλημα των φοβουμένων Αυτόν, επήκουσεν αυτών και ανέστησε το παιδίον. Τότε προσεκάλεσαν τον πατέρα αυτού και είπον προς αυτόν: «Ιδού έχεις τον υιόν σου ζώντα δια της ευσπλαγχνίας του Θεού· βλέπε μη είπης παντάπασιν εις κανένα περί τούτου και βάλης ημάς εις κόπους και θλίψεις». Ο δε παραλαβών τον υιόν του ανεχώρησεν ευλογών και δοξάζων τον ευεργέτην και ελεήμονα και ζωοδότην Θεόν. Ούτω λοιπόν διήρχοντο την ζωήν αυτών μετά πάσης ευλαβείας και ειρήνης· ουδέποτε δε ήκουσε τις αυτούς ν’ αντιλέξωσιν ή μικροψυχήσωσι μεταξύ των, αλλ’ ούτε προς άλλον τινά· διότι ο γέρων είχε πολλήν ευλάβειαν και πραότητα, ο δε αββάς Γεώργιος υπακοήν πολλήν και ταπείνωσιν. Εις ηλικίαν εβδομήκοντα περίπου ετών ή και περισσότερον, ο αββάς Ηρακλείδης ετελείωσε τον παρόντα βίον, ανήρ αγαθός και πλήρης πίστεως και εστολισμένος με πάσας τας αρετάς, φημιζόμενος από όλους εις την πεδιάδα του Ιορδάνου, παρθένος, ησύχιος, ακτήμων, ελεήμων, εγκρατής υπέρ πάντα άλλον. Διότι την δίαιταν, την οποίαν προηγουμένως εγράψαμεν, ηκολούθησεν εις όλον τον χρόνον της ζωής αυτού, έτρωγε δε κάθε δύο ή τρεις ημέρας ή και μίαν φοράν την εβδομάδα· εις τοσαύτην δε αρετήν έφθασε με την δίαιταν ταύτην, ώστε εάν κάποτε εγίνετο χάριν αγάπης κοινή τράπεζα υπό των πατέρων και εβίαζον αυτόν, επήγανε μεν αλλ’ εάν δεν ανεμίγνυεν εκ του ιδικού του φαγητού εις το προσφάγιον, δεν ηδύνατο να φάγη. Εις ασθένειαν πάντως περιέπιπτε, διότι και βιαζόμενος πολλάκις τούτο έπασχεν. Είχε δε και την μητέρα των αρετών ήτοι την ταπεινοφροσύνην και δια τούτο ουδέπουε έστεργε να σταθή εις τον χορόν των Αγίων Πατέρων εις την ψαλμωδίαν, κρίνων τον εαυτόν του ανάξιον να σταθή μετ’ αυτών, αλλ’ εστέκετο πάντοτε εις την γωνίαν της Εκκλησίας φορών παλαιόρρασον και κουκούλιον εις την κεφαλήν του και εστιχολόγει τους ψαλμούς έως την ώραν της ακολουθίας μετά πολλών δακρύων, χωρίς να ομιλή ή μετεωρίζηται τελείως· όθεν και πολλά φημίζονται τα θαύματα, τα οποία ο Χριστός δι’ αυτού ετέλεσεν. Αλλ’ ούτος μεν ο αββάς Ηρακλείδης, αφού διέλαμψεν ούτω με σεμνήν και θεάρεστον πολιτείαν, ετελείωσε τον βίον με γήρας καλόν και ετάφη εκεί εις τους τάφους των Οσίων Πατέρων και μετά των χορών των Αγίων πρεσβεύει αδιαλείπτως εν παρρησία προς τον Θεόν υπέρ ημών και παντός του κόσμου. Ο δε αββάς Γεώργιος, αφού εγκαταλείφθη μόνος εις το κελλίον, ελυπείτο και ωδύρετο δια την κοίμησιν του αδελφού του, ηκολούθει δε γενναίως την πολιτείαν και την άσκησιν αυτού, αγαπώμενος υπό πάντων. Πολλάκις δε διηκόνησε τους Πατέρας μετά ειρήνης και ευλαβείας, διότι εδέχθη και την αξίαν της διακονίας, την οποίαν επετέλει μετά φόβου και κατανύξεως, και εστήριζε τους πάντας, λειτουργών πάντοτε και υπηρετών τους πάντας. Μίαν ημέραν εχρειάσθη να εξέλθη δια εργασίαν τινά. Όταν ήνοιξε την θύραν βλέπει λέοντα εξηπλωμένον έμπροσθεν αυτής· έχων δε την καρδίαν άφοβον, έσπρωξε τούτον με τον πόδα του και διέταξεν αυτόν να αφήση τόπον της θύρας δια να εξέλθη εις την κατεπείγουσαν χρείαν· ο λέων εσιγομούγκριζε φιλικώς και έσειε την ουράν, μη θέλων να σηκωθή. Ο αββάς Γεώργιος έσπρωξεν αυτόν δύο και τρεις φοράς με τον πόδα δια να δώση τόπον, επειδή δε αυτός δεν υπήκουεν είπεν ο Άγιος: Καλώς, επειδή δεν έχεις υπακοήν, κατά τον λόγον της Γραφής, «τας μύλας των λεόντων συνέθλασεν ο Κύριος», ευλογητός ο Θεός, άνοιξον το στόμα του δια να ίδωμεν. Ο δε λέων ήνοιξε μεγάλως το στόμα και αφήκεν αυτόν να ψηλαφά καθώς ήθελε· τότε έβαλεν ο Άγιος την χείρα εις το στόμα του θηρίου και αφού εψηλάφησεν, εβεβαίωνε λέγων: «Όπως τις ψηλαφά πάσσαλον σαλευόμενον εις τον τοίχον, ούτως είναι οι οδόντες του λέοντος». Τότε εσηκώθη ο λέων και έφυγεν, ο δε Άγιος εξήλθε και ετελείωσε την εργασίαν αυτού. Όταν απέθανεν ο κατ’ εκείνον τον καιρόν Ηγούμενος, έγινε μεγάλη ταραχή και διχόνοια εις την Λαύραν και εμοιράσθησαν εις δύο μερίδες δια την ανάδειξιν του νέου Ηγουμένου· ήρχισαν δε να χαλώσι τους νόμους του τόπου και τας συνηθείας των Πατέρων αυτών. Δια τούτο ελυπείτο και εστενοχωρείτο ο γέρων και παρακάλει εκτενώς τον Θεόν να τον πληροφορήση που είναι το θέλημά του να μεταβή· και βλέπει εις οπτασίαν δύο μεγάλα όρη φωτεινά, εκ των οποίων το εν ήτο πολύ υψηλότερον και φωτεινότερον του άλλου. Λέγει λοιπόν προς αυτόν εκείνος ο οποίος εδείκνυε την οπτασίαν: «Που επιθυμείς να ανέλθης και κατοικήσης»; Ο δε γέρων παρεκάλει εις το υψηλότερον· και λέγει ο φανείς προς αυτόν: «Ανάβα λοιπόν εις το Μοναστήριόν σου, εις το οποίον εκουρεύθης Μοναχός και κατοίκησε εις τα Κελλία». Παρευθύς δε αφού ανέβη, παρεκάλει τον Ηγούμενον του Χοζεβά να του δώση κατοικίαν εις τα Κελλία. Ήτο δε Ηγούμενος του Μοναστηρίου ο Λεόντιος, ανήρ αγαθός και πολύ ελεήμων και φιλόπτωχος· τοσούτον δε επρόκοψεν εις την αρετήν της ελεημοσύνης, ώστε μετά τον θάνατον αυτού είδεν αυτόν εις των γερόντων να ίσταται όλως ως πυρ έμπροσθεν του θυσιαστηρίου. Ο γέρων λοιπόν, όταν είδε τον μαθητήν του, εχάρη πολύ και παρευθύς έδωκεν εις αυτόν κελλίον, και ανελθών εκατοίκησεν εις τα κελλία του Χοζεβά. Ουδείς ηδυνήθη να μάθη την πολιτείαν αυτού καθ’ όλον τον καιρόν τον οποίον έμεινεν εις το κελλίον, πλην του ότι δεν απέκτησεν ούτε οίνον, ούτε έλαιον, ούτε άρτον, ούτε ένδυμα ειμή μόνον εν κοντόρρασον, το οποίον εφόρει εις την Εκκλησίαν. Περιερχόμενος δε τα δοχεία των απορριμμάτων εσύναζε τα ράκη και αφού συνέρραπτεν αυτά έκαμνε το ένδυμά του, από τα ίδια δε απετελείτο και η στρώσις αυτού. Παρεκάλει δε τους κατά καιρόν κελλαρίτας να φυλάττωσι δι’ αυτόν από Κυριακής εις Κυριακήν τα αποσπογγίσματα των τραπεζών των Πατέρων και των ξένων ό,τι και αν ήσαν, είτε λάχανα είτε όσπρια είτε όστρακα. Αφού ελάμβανε ταύτα, τα εκοπάνιζεν εντός λιθίνου γουδίου και έκαμνε σφαίρας, τας οποίας εξήραινεν εις τον ήλιον και εκ τούτων, αφού τα έβρεχε με ύδωρ, έτρωγε κάθε δύο ή και τρεις ημέρας, εάν και καθόλου εχρειάζετο να φάγη εις το κελλίον. Διότι το εσπέρας του Σαββάτου συνείθιζον οι κελλιώται ν’ ανέρχωνται εις το Κοινόβιον και να συμμετέχωσιν εις την ακολουθίαν και την λειτουργίαν των Αχράντων Μυστηρίων και εις την τράπεζαν μετά των εν τω Μοναστηρίω Πατέρων· και πιστεύσατέ μοι, τίμιοι πατέρες και αδελφοί, ότι εγώ ο ίδιος, όταν μετά την έφοδον των Περσών ανήλθομεν εις το Μοναστήριον, επήγον μετά τινων αδελφών εις τα κελλία και εύρομεν τα περισσεύματα των τοιούτων σφαιρών και πάντες εθαυμάσαμεν πως μετεχειρίζετο αυτάς. Όταν δε έφθασαν οι Πέρσαι έως την Δαμασκόν, ταραχή μεγάλη έγινεν εις την χώραν ταύτην. Ημέραν τινά εκάθητο ο Όσιος εις την πέτραν θερμαινόμενος εις τον ήλιον (διότι ήτο ισχνός από την υπερβολικήν εγκράτειαν), καιόμενος δε όλος από τον πόθον του πνευματικού έρωτος δια την εργασίαν του θείου θελήματος, παρεκάλει μετά συνεχών δακρύων τον φιλάνθρωπον Θεόν όπως ευσπλαγχνισθή τον λαόν αυτού· και ήλθε φωνή προς αυτόν: «Κατάβα εις την Ιεριχώ και βλέπεις τα έργα των ανθρώπων». Τότε εσηκώθη και αφού εύρε τινάς αδελφούς του Κοινοβίου, οι οποίοι κατέβαινον εις Ιεριχώ, κατέβη μετ’ αυτών. Όταν έφθασαν εις τους προ της πόλεως κήπους, εξαίφνης ακούει εις τον αέρα ταραχήν μεγάλην πλήθους ανθρώπων, οι οποίοι επολέμουν μεταξύ των και εκτύπων και εκραύγαζον ως εις μάχην. Υψώσας δε τους οφθαλμούς εις τον αέρα, βλέπει τούτον γεμάτον από Ινδούς, οι οποίοι συνεκρούοντο ως εις πόλεμον, η δε γη εσείετο και έτρεμε κάτωθεν των ποδών των. Τότε οι αδελφοί λέγουσι προς τον Όσιον: «Ελθέ, πάτερ, να εισέλθωμεν εις την πόλιν· διατί εστάθης τόσην ώραν και βλέπεις εις τον αέρα»; Ο δε λέγει προς αυτούς μετά δακρύων και θλίψεως: «Ας φύγωμεν, αδελφοί, και ας επιστρέψωμεν· ή δε βλέπετε και αισθάνεσθε ότι η γη σαλεύεται»; Και ως είπεν αυτά, ιδού εξαίφνης εξήλθον εκ της πόλεως έφιπποι τινές ωπλισμένοι και άλλοι τινές νέοι πεζοί και παίδες, οι οποίοι είχον κρεμασμένα ξίφη και λόγχας εις τας χείρας αυτών και περιέτρεχονεδώ και εκεί· εγνώρισαν λοιπόν οι αδελφοί ότι αύτη ήτο η σάλευσις της γης, την οποίαν έλεγεν ο γέρων, και επέστρεψαν εις το Μοναστήριον με φόβον μεγάλον, διότι διηγήθη εις αυτούς και την οπτασίαν την οποίαν είδεν εις τον αέρα. Ο γέρων, αφού ανήλθεν εις το κελλίον του, έκλαιε και ωδύρετο δια την ανευλάβειαν και κακοτροπίαν του λαού, μάλλον δε αγνωσίαν και ασέβειαν. Την επομένην ημέραν εξελθών εκ του κελλίου εκάθητο εις την πέτραν θερμαινόμενος εις τον ήλιον και παρεκάλει και ικέτευε τον Θεόν, λέγων: «Δέσποτα, ο Θεός των οικτιρμών και Κύριε του ελέους, όστις θέλεις να σωθώσι πάντες και να γνωρίσωσι την αλήθειαν, ύψωσον την ράβδον σου και παίδευσον τον λαόν τούτον, διότι περιπατεί με αγνωσίαν». Και εξαίφνης βλέπει ράβδον πυρός εις τον αέρα, η οποία εξετείνετο από της αγίας πόλεως έως των Βόστρων· και εγνώρισεν ο Άγιος, ότι θέλει παιδευθή βαρέως ο λαός και έκλαιε πάντοτε και ωδύρετο. Όταν λοιπόν έφθασεν η έφοδος των Περσών και περιεκύκλωσαν την αγίαν Πόλιν, τότε εξήλθον και οι αδελφοί του Κοινοβίου και οι κελλιώται, και οι μεν έφυγον εις την Αραβίαν μετά του Ηγουμένου, οι δε εισήλθον εις τα σπήλαια και άλλοι εκρύπτοντο εις τον καλαμώνα, μετά των οποίων ήτο και ο Όσιος ούτος γέρων· διότι πολύ τον παρεκάλεσαν οι αδελφοί και εξελθών εκρύπτετο μετ’ αυτών. Οι Σαρακηνοί ηρεύνων επιμελώς τον χείμαρρον και εξήταζον τους ορεινούς περί των υπαρχόντων αυτών· αφού δεν εύρον τον γέροντα και πολλούς άλλους Πατέρας, τους μετέφερον εις άλλον χείμαρρον· μεταξύ αυτών ήτο ο αββάς Στέφανος ο Σύρος, γέρων περίπου εκατόν και πλέον ετών, Άγιος και περιβόητος πατήρ, τον οποίον και εφόνευσαν εκεί, τους δε άλλους μετέφερον εις την αιχμαλωσίαν. Τον δε Άγιον Γεώργιον, επειδή είδον ακτήμονα και πολύ ισχνόν και ευλαβή, εσεβάσθησαν την πολιτείαν αυτού, μάλλον δε κινηθέντες και από τον Θεόν, αφού έδωσαν εις αυτόν ζεμπίλιον γεμάτον με άρτους και αγγείον με ύδωρ, τον απέλυσαν και είπον προς αυτόν: «Όπου θέλεις σώσε τον εαυτόν σου». Ο δε κατέβη εις τον Ιορδάνην δια νυκτός και περιήρχετο εκεί έως ότου επέρασαν οι Πέρσαι από την Ιεριχώ φεύγοντες εις Δαμασκόν, έχοντες μετ’ αυτών τους αιχμαλώτους της αγίας πόλεως· απ’ εκεί ανήλθεν εις την αγίαν πόλιν, όπου και έμεινεν έως ότου κατέβη πάλιν εις τον Χοζεβάν, και τότε δεν επήγε πλέον εις τα κελλία, αλλ’ έμεινεν εις Μοναστήριον όπου καθημερινώς εδίδασκε και εστερέωνε τους αδελφούς και πλείστα θαύματα επετέλεσε ως ταύτα περιγράφονται εις τον πλατύτερον Βίον του. Αλλ’ επειδή και αυτός άνθρωπος ήτο και έπρεπε να μεταβή προς τον ποθούμενον Κύριον, ησθένησεν ασθένειαν, από την οποίαν και εκοιμήθη. Την δε εσπέραν κατά την οποίαν ετελειώθη ο Όσιος, δια να δειχθή μετά πόσης πεποιθήσεως ανεχώρει προς τον Κύριον, κατ’ οικονομίαν Θεού έφθασε πλήθος ξένων εις την Μονήν και είχον πολύν περισπασμόν εις την υπηρεσίαν μου (λέγει ο συγγραφεύς της παρούσης Βιογραφίας και μαθητής του Οσίου Αντώνιος). Αδελφοί δε τινές εκ των καθημένων πλησίον του γέροντος, ανήλθον πολλάκις και μοι είπον: «Ο γέρων ζητεί σε, λέγων που είναι ο Αντώνιος; Καλέσατέ μοι αυτόν διότι τώρα μέλλω να τελειώσω». Εγώ δε εστενοχωρούμην και εκ των δύο, θέλων και την διακονίαν μου να εκτελέσω και πάλιν να κατέλθω εις τον γέροντα. Εγνώρισε τούτο ο γέρων δια του πνεύματος και μοι εμήνυσε: «Μη λυπήσαι μηδέ ταράσσεσαι, τέκνον, αλλά τελείωσον την διακονίαν σου και σε περιμένω έως ότου έλθης». Επειδή δε όταν εσηκώνοντο οι ξένοι από την τράπεζαν άλλοι έφθαναν, παρετάθη η ώρα σχεδόν μέχρι του μεσονυκτίου και ο γέρων επερίμενεν. Αφού λοιπόν ετελείωσα την διακονίαν μου και απέλυσα όλους τους ξένους, κατέβην προς αυτόν. Και όταν με είδεν, αφού με ενηγκαλίσθη και κατεφίλησε και ηυλόγησεν, εστράφη προς ανατολάς και λέγει: «Έξελθε, ψυχή μου, τώρα εν Κυρίω, έξελθε». Αφού δε είπε τον λόγον τούτον τρεις φοράς, παρέδωκε το πνεύμα εις τον εν αυτώ και μετ’ αυτού αγωνισάμενον Κύριον την καλήν ταύτην και σεμνήν πολιτείαν. Ούτω μετετέθη προς Κύριον, ωσάν να μετατοπίζηται τις βήμα ποδός, λίαν ειρηνικώς και ησύχως· και είναι φανερόν ότι εις χείρας Θεού αφήκε το πνεύμα, καθώς είναι γεγραμμένον: «Δικαίων ψυχαίεν χειρί Θεού και ου μη άψηται αυτών βάσανος», και πάλιν: «Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των Οσίων αυτού». Εγώ δε ως εγνώρισα ότι παρέδωκε το πνεύμα, έπεσον εις το στήθος αυτού και εθρήνουν και έκλαιον την στέρησιν του Οσίου Πατρός. Και αφού εκηδεύσαμεν αυτόν με ψαλμούς και ύμνους και ωδάς πνευματικάς, τον κατεθέσαμεν εις τους τάφους των Οσίων Πατέρων, και τώρα ευρίσκεται μετά των χορών των Αγίων, και πρεσβεύει μετ’ αυτών υπέρ ημών και παντός του κόσμου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2253
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Θ΄ (9η) Ιανουαρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΠΟΛΥΕΥΚΤΟΥ.

Δημοσίευση από silver » Τετ Ιαν 08, 2020 11:58 pm


Πολύευκτος ο Μάρτυς έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Ουαλεριανού εν έτει σνε΄ (255), στρατιώτης την τάξιν, εκ της πόλεως της Αρμενίας Μελιτηνής, ο οποίος και πρώτος εμαρτύρησεν εις την πόλιν αυτήν. Επειδή δηλαδή εξεδόθη νόμος ασεβής, ο οποίος προσέτασσε να αρνώνται οι Χριστιανοί τον Χριστόν, όσοι δε δεν πείθονται να λαμβάνωσι ζημίαν τον θάνατον, τούτου χάριν ο του Χριστού αθλητής Πολύευκτος, χωρίς να δειλιάση τελείως, εκήρυξε παρρησία τον Χριστόν, και με το πολύ θάρρος και την μεγαλοψυχίαν του συνέτριψε τα είδωλα τα παρά των ειδωλολατρών λατρευόμενα. Αν δε και ο πενθερός του συνεβούλευεν αυτόν να αρνηθή τον Χριστόν, και η γυνή του εθρήνει και ωλοφύρετο δι’ αυτόν, όμως εκείνος ο καρτερόψυχος ούτε εις τας συμβουλάς του πενθερού του επείσθη, ούτε εις τους θρήνους της γυναικός του συνεκινήθη. Εφύλαττε δε βεβαίας τας συμφωνίας και υποσχέσεις, τας οποίας έδωκεν εις τον Άγιον Μάρτυρα Νέαρχον, τον φίλον του, όστις εφοβείτο και υπώπτευε μη εκκλίνη από την πίστιν του Χριστού. Όθεν μείνας στερεός και αμετασάλευτος εν τη ομολογία της πίστεως έλαβε τον δια ξίφους θάνατον και ούτως ο μακάριος ανήλθεν εις τα ουράνια. Τελείται δε η αυτού σύναξις εις τον μαρτυρικόν και αγιώτατον αυτού Ναόν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2253
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ι΄ (10η) Ιανουαρίου, μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ του Νύσσης.

Δημοσίευση από silver » Παρ Ιαν 10, 2020 12:33 am


Γρηγόριος ο Επίσκοπος Νύσσης και εν Αγίοις Πατήρ ημών ήτο αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου, νεώτερος αυτού, λαμπρός και ούτος εις τους λόγους και ζηλωτής ένθερμος της Ορθοδόξου Πίστεως. Εγεννήθη κατά το έτος τλα΄ (331), εγένετο δε τω τοβ΄ (372) Επίσκοπος Νύσσης (ήτις κοινώς Νύσι ονομάζεται, πόλις με θρόνον Επισκόπου, υπό τον Καισαρείας, απέχουσα ταύτης εξήκοντα μίλια). Εξωρίσθη υπό του αρειανόφρονος Ουάλεντος τω 374, ανεκλήθη δε εις τον θρόνον αυτού τω 378 υπό Θεοδοσίου του Μεγάλου. Παρέστη εις την εν Αντιοχεία τοπικήν Σύνοδον, υπό της οποίας απεστάλη προς επίσκεψιν των της Αραβίας και Παλαιστίνης Εκκλησιών, υπό του Αρειανισμού μολυνομένων και σπαραττομένων· διο και προστάτης εχρημάτισε της του Χριστού Εκκλησίας. Ο θείος Γρηγόριος ήτο παρών και αυτός μετά των εκατόν πεντήκοντα Επισκόπων, οι οποίοι συνήχθησαν εις την εν Κωνσταντινουπόλει γενομένην Οικουμενικήν δευτέραν Σύνοδον κατά των πνευματομάχων εν έτει τπα΄ (381) και υπήρξεν υπέρμαχος μεν της Ορθοδόξου πίστεως, αντίμαχος δε της δυσσεβούς αιρέσεως των πνευματομάχων, κατατροπώσας αυτούς με γραφικάς αποδείξεις και με την δύναμιν των λόγων του, διότι μετελθών παν είδος λόγου και ευδοκιμήσας κατά την αρετήν, έλαβε και την νίκην. Ζήσας δε έτη ξε΄ (65) απεδήμησε προς τον Κύριον ποιμάνας καλώς το ποίμνιόν του, καταλιπών πολλά και αξιόλογα συγγράμματα· ετελεύτησε δε το έτος 396. Ήτο κατά τον χαρακτήρα του σώματος κατά πάντα όμοιος με τον αδελφόν του Μέγαν Βασίλειον, διέφερε δε μόνον κατά το λευκόν της κόμης και ήτο ολίγον τι χαριέστερος εκείνου. Τελείται δε η αυτού σύναξις εν τη αγιωτάτη Μεγάλη Εκκλησία.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2253
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΑ΄ (11η) Ιανουαρίου, μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ του Κοινοβιάρχου.

Δημοσίευση από silver » Σάβ Ιαν 11, 2020 12:00 am

Θεοδόσιος ο Όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών, ο και Κοινοβιάρχης καλούμενος, ήκμασε κατά τους χρόνους Λέοντος του μεγάλου εν έτει υν΄ (450), έφθασε δε και μέχρι των χρόνων Αναστασίου του Δικόρου του εν έτει 491 βασιλεύσαντος, κατήγετο δε από την ιδίαν χώραν, από την οποίαν κατήγετο και ο Μέγας Βασίλειος, δηλαδή την Καππαδοκίαν, από χωρίον Μωγαρισός καλούμενον. Εις αυτόν τον ταπεινόν και ευτελέστατον τόπον εγεννήθη ο υψηλός την αρετήν και θαυμάσιος Θεοδόσιος από γονείς φιλοθέους και ευσεβείς. Ο μεν πατήρ αυτού ωνομάζετο Προαιρέσιος και Ευλογία η μήτηρ του, η οποία εγένετο Μοναχή ύστερον από τον υιόν αυτών, όστις έγινεν ούτω πνευματικός της πατήρ. Και καθώς αυτή έδωκεν εις εκείνον το είναι κατά την σάρκα, ούτω και αυτός της επροξένησε το κατά πνεύμα ευ είναι, και της έδωκε πνευματικήν αναγέννησιν. Ανετράφη λοιπόν και ηύξησε κατά την σωματικήν και πνευματικήν ηλικίαν τούτο το ευγενές και μακάριον φυτόν με πολιτείαν θαυμαστήν εκ νεότητος δεικνύων οποίος έμελλε να κατασταθή εις το ύστερον. Επειδή δεν επεθύμησε ουδεμίαν σωματικήν απόλαυσιν, ούτε κανένα θέλημα άπρεπον, αλλά μόνον τους Αγίους Τόπους επόθησε να ιδή· και ο θείος ούτος έρως εις την καρδίαν αυτού ερρίζωσε τόσον, ώστε άλλο δεν εσυλλογίζετο. Ήτο δε εις την ανάγνωσιν της θείας Γραφής πολλά επιδέξιος, και αναγινώσκων εις την Γένεσιν ότι επρόσταξεν ο Κύριος τον Αβραάμ να ξενιτευθή από τους συγγενείς και φίλους του, έτι δε και το Ιερόν Ευαγγέλιον, όπου μας παραγγέλλει ο Δεσπότης να αφήνωμεν αδελφούς και γονείς, και όλα τα πράγματα δια την αγάπην του, εάν θέλωμεν να αξιωθώμεν της αιωνίου μακαριότητος, ανεφλέγετο μάλλον η καρδία του προς την στενήν οδόν, δια να εύρη ευρυχωρίαν εις τον αιώνα τον μέλλοντα. Όθεν έκαμε προσευχήν εις τον Κύριον, να τον οδηγήση προς σωτηρίαν, εκίνησε δε να υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα, όταν ήτο εις τα έσχατα της ζωής του ο βασιλεύς Μαρκιανός και συνηθροίζετο κατά του ασεβούς Νεστορίου και των άλλων αιρετικών η Τετάρτη Αγία Οικουμενική Σύνοδος. Φθάσας λοιπόν εις την Αντιόχειαν ο καλός Θεοδόσιος, επήγε να προσκυνήση τον Άγιον Συμεών τον Στυλίτην, να λάβη την ευλογίαν του και να τον συμβουλευθή τα σωτήρια, όταν δε επλησίαζεν εις τον στύλον, πριν να χαιρετήση ποσώς ούτος, εφώναξεν ο Συμεών από τον στύλον και του λέγει· «Καλώς ήλθες, άνθρωπε του Θεού Θεοδόσιε». Θαυμάζων δε ο Θεοδόσιος έπεσε κατά γης και επροσκύνησε τον Όσιον με ταπείνωσιν· έπειτα ανέβη εις τον στύλον, και εφίλησαν ο εις τον άλλον, και τότε του επροφήτευσεν ο μέγας Συμεών όσα έμελλε να κατορθώση έως το ύστερον, ήτοι πως είχε να εξουσιάση τόσα Κοινόβια, να αρπάση πολλάς ψυχάς από του διαβόλου τον φάρυγγα και τ’ άλλα όσα του συνέβησαν. Λοιπόν πτερωθείς την διάνοιαν και δυναμωθείς την ψυχήν με τας ιεράς ευχάς του Συμεώνος ο Θεοδόσιος, απήλθεν εις τα Ιεροσόλυμα και προσκυνήσας αγίως τα Άγια, εσυλλογίζετο πως να αρχίση την άσκησιν της θείας φιλοσοφίας· από την ερημιτικήν ζωήν, ή να κάμη με συνοδείαν πρότερον· και έλεγε ταύτα κατά διάνοιαν ο πάνσοφος· «Εάν οι στρατιώται του επιγείου βασιλέως δεν τολμώσι να υπάγουν κατά των εχθρών των εις τον πόλεμον, εάν δεν γυμνασθούν από τους πεπαιδευμένους στρατηγούς αυτών, να μάθουν την τέχνην της μάχης πρότερον, πως να υπάγω εγώ αμαθής και άπειρος, να προσπαλαίσω με τους ασάρκους και πονηρούς δαίμονας; Λοιπόν ας υπάγω να εύρω πνευματικούς Πατέρας, να διαγάγω αρκετόν καιρόν, να μάθω τας τάξεις και τότε θέλω κατοικήσει εις την έρημον». Ταύτα διελογίζετο σοφώτατα, επειδή ήτο εκ φύσεως φρόνιμος, γνωρίζων ότι αν δεν ασκηθή τις εις τον τεχνίτην και διδάσκαλον καλώς πρότερον, δεν γίνεται τέλειος. Προσελθών λοιπόν εις ένα μακάριον γέροντα, Λογγίνον ονόματι, όστις ήτο από τους άλλους Πατέρας εναρετώτερος τον καιρόν εκείνον και δοκιμώτερος, έκαμε μετ’ εκείνου καιρόν πολύν ομοδίαιτος και συγκάτοικος, όστις ήτο εις οίκον μικρόν, εις τον πύργον του Δαβίδ ησφαλισμένος, και εκεί ειργάζετο το γλυκύ μέλι της αρετής ο θαυμάσιος. Ο δε Θεοδόσιος παιδευθείς επιμελώς την διάκρισιν εις τοιούτον άκρον διδάσκαλον, επήγε και μόνος του εις ένα παλαιόν κάθισμα καθώς ο γέρων τον επρόσταξε, και αφού έκαμεν εκεί ολίγον καιρόν ηκούσθη πανταχού η φήμη του, επειδή η αρετή φανερώνει τον άνθρωπον καθώς η λαμπάς δεικνύει εις όλους τον φέροντα αυτήν. Λοιπόν επειδή εσύχναζον πολλοί και τον ηνώχλουν εμποδίζοντες την ποθουμένην εις αυτόν και γλυκυτάτην ησυχίαν, ανέβη εις την κορυφήν του όρους και έμεινεν εις ένα σπήλαιον, εις το οποίον έως την σήμερον ευρίσκεται το ιερόν αυτού λείψανον. Έχομεν δε και από τους παλαιούς Πατέρας παράδοσιν, ότι εις αυτό το άγιον σπήλαιον διενυκτέρευσαν οι τρεις μακάριοι Μάγοι, αφού επροσκύνησαν τον Κύριον και εκεί τους επρόσταξεν ο Άγγελος να επιστρέψουν από άλλην οδόν εις την χώραν των· ούτω δε και εποίησαν αφέντες τον Ηρώδην ως ληρώδη να θεομαχή αφρόνως ο ασυνείδητος. Εις τοιούτον λοιπόν ιερόν τόπον κατοικήσας ο Όσιος έβαλεν εις την φιλοσοφίαν πρώτον θεμέλιον πασών των αρετών το κεφάλαιον της μακαρίας αγάπης και ηγάπησε τον Κύριον με όλας τας ψυχικάς δυνάμεις και με όλην την καρδίαν αυτού, και όλην την θέλησιν, καταφρονήσας τα επίγεια άπαντα και μόνον αυτόν ποθήσας τον χορηγόν της ζωής και Σωτήρα παγκόσμιον. Ταύτας λοιπόν τας νοεράς ενεργείας της ψυχής κινών εμπράκτως ως πρακτικός της μουσικής εκυβέρνα το σώμα με πολλήν σοφίαν και σύνεσιν, έκαμνεν όσα ήσαν αρμόδια, έχων μόνον ένα σκοπόν, να μη πράττη τίποτε, που να μη είναι εις τον Θεόν ευάρεστον. Και ούτως εφάνη εις τους δια τον Θεόν κινδύνους ανδρείος και γενναιότατος, και δεν ενικάτο από τας απειλάς, ούτε με τας κολακείας κατεπείθετο, οπόταν δεν ήτο κατά Θεόν το προστασσόμενον. Διέκρινε δε τους λογισμούς της καρδίας με ακριβή στάθμην της γνώσεως, γνωρίζων τας τέχνας του κοσμοκράτορος του κόσμου τούτου με την σοφίαν του Παντοκράτορος Θεού. Ηγρύπνει πολλάκις, προσηύχετο πάντοτε και έχυνεν ως ποταμούς τα δάκρυα, διήρχετο πολλάς φοράς την νύκτα εις προσευχήν ιστάμενος, είχε πολλήν ταπείνωσιν πνεύματος, πραότητα και όλα τα συνακόλουθα. Εις δε την εγκράτειαν της σαρκός ήτο αυστηρότατος και άκαμπτος και ουδέποτε εχορτάσθη, αλλ’ έτρωγε τόσον μόνον όσον να μη του φέρη η πολλή νηστεία ασθένειαν· και πάλιν εκείνη η ολίγη τροφή δεν ήτο φαγητόν πλούσιον, αλλά μόνον φοίνικες ή κεράτια ή όσπρια βεβρεγμένα ή άγρια λάχανα. Και όταν δεν είχεν από ταύτα δια την ανυδρίαν του τόπου και στέρησιν, έβρεχε τους πυρήνας των φοινίκων και τους έτρωγε δια την ανάγκην και επορεύετο ως ηδύνατο. Δεν εδοκίμασε δε άρτον ολοκλήρους χρόνους τριάκοντα· και όσον ελιμοκτόνει το σώμα, τόσον έτρεφε την ψυχήν ημέραν και νύκτα μελετών τον νόμον του Κυρίου. Όθεν και ως δένδρον πεφυτευμένον εις τα ύδατα απέδιδε κατά καιρόν τον καρπόν αυτού πολύν και γλυκύτατον· και όχι μόνον κατά την νεότητα έζη με τόσην σκληραγωγίαν, αλλά έως το γήρας εφύλαττε την εγκράτειαν και έχαιρεν εις τους πόνους και κόπους, ως άλλοι εις τας ηδονάς του σώματος. Δια ταύτας όθεν τας αρετάς και χάριτας αυτού έλαμπεν από μακράν και εφαίνετο ως η πόλις που είναι κτισμένη εις την ακρώρειαν. Όθεν πολλοί συνήγοντο προς αυτόν, δια να τρέφωνται από το μέλι της αρετής αυτού και να προκόπτωσι, τους οποίους πρώτον μεν δεν ήθελε να δέχεται, δια να μη έχη εις την ησυχίαν ενόχλησιν, ύστερον όμως, βλέπων την προθυμίαν και καλήν προαίρεσιν αυτών, τους υπεδέχετο ηξεύρων πόσην κόλασιν έχει όστις αμελήση την προς τον πλησίον αγάπην και δεν αγαπά και αυτόν ως εαυτόν. Ενουθέτει λοιπόν αυτούς με λόγους και υποδείγματα ωφέλιμα, ίνα πολιτεύωνται θεάρεστα και ηξεύρων ότι η ενθύμησις του θανάτου είναι η αληθής φιλοσοφία και δύναται να κάμη τον άνθρωπον να διάγη εναρέτως, προσέταξε τους μαθητάς του να κτίσουν το κοιμητήριον, δια να βλέπη έκαστος τον τάφον, εις τον οποίον μέλλει να τεθή, ίνα ετοιμάζεται πρότερον. Αφού λοιπόν το ετελείωσαν, ηξεύρων ο Όσιος από θείαν χάριν το μέλλον, είπε προς τους μαθητάς· «Ιδού ο μεν τάφος είναι έτοιμος, αλλά τις από ημάς θα ενταφιασθή πρότερον;» Τότε εις Ιερομόναχος, ενάρετος πολλά και υποτακτικός τέλειος, την κλήσιν Βασίλειος, απεκρίνατο· «Εγώ, Διδάσκαλέ μου, θα τον εγκαινιάσω, με την ευχήν της αγιωσύνης σου». Ταύτα λέγων, επροσκύνησεν έως την γην, παρακαλών να τον συγχωρήση να εισέλθη και ούτως εγένετο. Αφού δε εισήλθεν εις τον τάφον ο Βασίλειος, επρόσταξεν ο Θεοδόσιος να του κάμνουν τα συνήθη μνημόσυνα και λειτουργίας έως ημέρας τεσσαράκοντα, και ούτως εποίησαν. Όταν δε έφθασεν η τελευταία ημέρα των τεσσαράκοντα (ω του θαύματος!) χωρίς καμμίαν ασθένειαν, ούτε καν να πονέση η κεφαλή του παραμικρόν, παρέδωκε τω Θεώ την μακαρίαν ψυχήν του ο Βασίλειος, τον οποίον έβλεπεν ο Άγιος ύστερον εις τον χορόν, ήτοι την ψυχήν του, και έψαλλε με τους άλλους πατέρας την ακολουθίαν από κοινού έως ημέρας τεσσαράκοντα. Τον ήκουε δε και ένας μαθητής του Οσίου, Αέτιος το όνομα, όστις ήτο από τους άλλους εναρετώτερος, και ηρώτησε τον Θεοδόσιον εάν ήκουε και αυτός τον Βασίλειον ψάλλοντα. Ο δε είπεν εις αυτόν· «Όχι μόνον τον ήκουσα, αλλά και τον είδον, και την νύκτα θα τον ίδης και συ, ως βούλεσαι». Καθώς λοιπόν έψαλλον εις την σύναξιν, είδεν ο Άγιος τον Βασίλειον και προσηυχήθη εις τον Θεόν, να φωτίση του Αετίου τα όμματα, να ίδη και αυτός τοιούτον μέγα μυστήριον. Τότε ηνοίχθησαν νοερώς του Αετίου οι οφθαλμοί και βλέπων φανερώς τον Βασίλειον, έδραμε πρόθυμος να τον εναγκαλισθή, αλλ’ εκείνος έγινεν άφαντος, ταύτα λέγων· «Σώζεσθε, πατέρες και αδελφοί, ότι πλέον εδώ δεν με βλέπετε». Τούτο πρώτον της αρετής του Αγίου Θεοδοσίου μαρτύριον, αλλά ακούσατε και δεύτερον. Έτος τι, το Άγιον και Μέγα Σάββατον, δεν είχον οι ευλογημένοι Πατέρες τίποτε βρώσιμον, ίνα ευφρανθώσι και αυτοί την Αγίαν Λαμπράν ως άνθρωποι· ήσαν δε τον αριθμόν δώδεκα, και ελυπούντο όχι τόσον ότι δεν είχον σωματικά βρώματα, αλλ’ ότι ουδέ άρτος δεν ευρίσκετο εις αυτούς να λειτουργήσουν και να κοινωνήσουν τα θεία μυστήρια. Ο δε Όσιος, βλέπων την στυγνότητα του προσώπου των, εγνώρισεν ότι εγόγγυζον κατ’ αυτού εις τας διανοίας των και λέγει προς αυτούς· «Ευτρεπίσατε την Αγίαν Τράπεζαν, και μη λυπείσθε, ότι εκείνος όστις έτρεφε τόσας μυριάδας λαού εις την έρημον, και ύστερον πάλιν εχόρτασε με πέντε άρτους τόσας χιλιάδας, θέλει αποστείλει και εις ημάς τους αναξίους βοήθειαν». Ούτως είπε και ο λόγος του έργον εγένετο, ότι καθώς απέστειλεν ο Θεός το πρόβατον εις τον Αβραάμ και το εθυσίασε, ούτω και τότε εξαπέστειλεν εις το Μοναστήριον άνθρωπον με δύο ημιόνους φορτωμένους άρτους, οίνον και άλλα αναγκαία του σώματος. Εχάρησαν λοιπόν οι Όσιοι δοξάζοντες τον ελεήμονα Κύριον, όστις δεν τους αφήκεν ερήμους, αλλά τους έθρεψε ψυχικώς και σωματικώς έως την Αγίαν Πεντηκοστήν προς αυτάρκειαν. Αλλά ας είπωμεν και άλλο παρόμοιον. Τον καιρόν εκείνον έζη πλούσιός τις πολλά εύσπλαγχνος, όστις έστελλεν ελεημοσύνας εις όλους τους ερημίτας, δια να παρακαλούν τον Κύριον δια την ψυχήν του, εις δε τον Άγιον Θεοδόσιον δεν έστειλεν από λησμοσύνην ή και διότι ήτο θέλημα Θεού δια να δοκιμάση τον δούλον του. Οι δε μαθηταί του Αγίου ηνώχλουν τον υπηρέτην του πλουσίου και του έλεγον να είπη εις τον κύριόν του και δι’ αυτούς, ότι δεν είχον ειμή μόνον ολίγα κεράτια. Ο δε Άγιος έλεγε προς αυτούς να μη λυπώνται, αλλά να ελπίζουν εις τον Θεόν, και αυτός, όστις τρέφει τους κόρακας, θέλει βοηθήσει αυτούς ως και πρότερον. Ταύτα λέγοντος, εις ολίγην ώραν είδον εις τον δρόμον άνθρωπον τινα με ζώον φορτωμένον, και ήθελε να το οδηγήση εις άλλον τόπον μακρύτερα, αλλά καθώς αντίκρυσε το Μοναστήριον, δεν ήθελε να προχωρήση πλέον το ζώον, μολονότι δε ο κύριός του το έτυπτεν, έστεκεν ως λίθος ακίνητον. Εκατάλαβε λοιπόν ο άνθρωπος, ότι δεν ήτο θέλημα Θεού να υπάγη εκεί όπου εμελέτα, και αφήκε το ζώον να πηγαίνη όπου ήθελε, και αυτό έδραμεν εις του Αγίου Θεοδοσίου το Μοναστήριον· και όταν είδεν ο άνθρωπος ότι δεν είχον ουδέν βρώσιμον, εθαύμασε του Θεού την φιλανθρωπίαν, γνωρίζων ότι ήτο οικονομία Θεού η απείθεια του ζώου, δια να τραφώσιν οι ενάρετοι δούλοι του Θεού, ίνα δουλεύωσιν αυτόν· και από τότε τους έφερε τα αναγκαία του σώματος και ωκονομούντο. Καθ’ εκάστην λοιπόν επλήθυνεν ο αριθμός των αδελφών και συνήγοντο άνθρωποι χρήσιμοι και πλούσιοι. Όθεν ο Όσιος διελογίζετο τι να κάμη από τα δύο: να ησυχάζη μοναχός του ή να έχη τοσούτων αδελφών την μέριμναν. Και ενθυμούμενος τους λόγους του Οσίου Συμεών, εδέετο του Κυρίου να τον φωτίση ίνα γίνη το συμφερώτερον. Λαμβάνων δε το θυμιατήριον έθεσεν άνθρακας εσβεσμένους και από επάνω θυμίαμα, έπειτα δε επεριπάτει την έρημον τοιαύτα προς τον Θεόν ευχόμενος· «Κύριε και Θεέ μου, όστις έκαμες εις τον Ισραήλ τοσαύτα θαυμάσια και εβεβαίωσες με τοιαύτας τερατουργίας τον Μωϋσήν να αναλάβη την προστασίαν του λαού, έτι δε και της ευχής του Ηλιού επήκουσας, και έστειλες πυρ ουρανόθεν και κατέκαυσε την θυσίαν αυτού εις δόξαν σου, αυτός και τώρα, Παντοδύναμε Δέσποτα, επάκουσόν μου του δούλου σου, και δείξον ημίν σημείον, που είναι το θέλημά σου να κτίσωμεν Εκκλησίαν τω κράτει σου και Μοναστήριον ίνα κατοικώμεν και σε δοξάζωμεν». Ταύτα λέγων ο μακάριος εκράτει το θυμιατήριον, οι δε αδελφοί τον ηκολούθουν, αποφασισμένοι, εις όποιον τόπον ανάψουν μόνοι οι άνθρακες, να οικοδομήσουν την Μονήν, καθώς ο Άγιος συνεβούλευσεν. Επεριπάτησαν λοιπόν ώραν πολλήν, έως ου επέρασαν τους επιτηδειοτέρους τόπους έως την έρημον Κουτιλά, και τότε, αφού επέρασαν την λίμνην της Ασφαλτίτιδος, και δεν ήναψε το πυρ εις τους άνθρακας, εδέχθη να στρέψη οπίσω ο Άγιος, βλέπων ότι δεν ήτο Θεού θέλημα. Καθώς λοιπόν διέβη το σπήλαιον ολίγον διάστημα (ω Βασιλεύ αθάνατε, και τις αξίως αινέσει το κράτος σου!) καπνός εξήλθεν από τους άνθρακας και ευωδία άρρητος και θαυμάσιος. Όθεν χαράς απείρου πλησθέντες οι Μοναχοί, έθεσαν ευθύς εις δόξαν Θεού τα θεμέλια και ωκοδόμησαν σκηνήν αγίαν, αρετών καταγώγιον, και έγινε Ναός μέγιστος και θαυμάσιος και Μοναστήριον ευρύχωρον με κελλία, νοσοκομεία, ξενοδοχεία και παν άλλο χρειαζόμενον, δια να έχουν ανάπαυσιν όχι μόνον οι Μοναχοί, αλλά και οι κοσμικοί όσοι ήρχοντο να προσκυνήσουν δι’ ευλάβειαν, ότι ο μακάριος Θεοδόσιος ήτο περισσώς εύσπλαγχνος, και δεν εκυβέρνα μόνον εις τα ψυχικά τους ανθρώπους, αλλά και εις τα σωματικά εσπούδαζε να έχουν τα χρειαζόμενα. Λοιπόν ήρχοντο καθ’ εκάστην εις εκείνο το Μοναστήριον πτωχοί και άρρωστοι και από άλλας ανάγκας ταλανιζόμενοι, και όλους επεμελείτο ο συμπαθέστατος, και ουδείς ανεχώρει εκείθεν αβοήθητος, ότι ο Άγιος ήτο οφθαλμός τυφλών, γυμνών ένδυμα, αστέγων σκέπη, νοσούντων ιατρός, και υπηρέτης εις όλους τους ασθενούντας ψυχή τε και σώματι. Έπλυνε τας πληγάς και τα τραύματα του σώματος και παρηγόρει όλους να έχουν υπομονήν εις τας συμφοράς, δια να απολαύσουν Βασιλείαν την αεί διαμένουσαν. Τινές δε των Μοναχών, αμελείς, εγόγγυζον κατά των ξένων, και όχι μόνον δεν ήθελον να τους υπηρετήσουν, αλλά καν να τους βλέπουν δεν κατεδέχοντο οι κακόφρονες και μικρόψυχοι· και δεν έβαλλον εις τον νουν των, ότι ήσαν και αυτοί ομοιοπαθείς εκείνων και σύμψυχοι. Αλλά ο Άγιος υπηρέτει όλους μεγαλοψύχως με τους ευλαβεστέρους αδελφούς, και δεν έμεινεν εκεί ουδείς αμελούμενος δια πτωχείαν αυτού ή ευτέλειαν, αλλά μάλλον όσον ήτο τις ενδεής και ελαχιστότερος τόσον τον επεμελείτο καλλίτερα και δεν παρήρχετο ημέρα να μη φιλεύσουν εκατόν ξένους και περισσοτέρους εις εκείνο το Μοναστήριον. Όσον δε ηυσπλαγχνίζοντο τους πτωχούς και πένητας τόσον ο πλουσιόδωρος ευεργέτης ανταπέδιδεν εις αυτούς τας αμοιβάς, και δεν υστερήθησαν από τα αναγκαία του σώματος, καθώς θέλετε ακούσει εν συνεχεία. Κάποτε ήτο πείνα μεγάλη εις όλην εκείνην την γην, ότι ο Θεός ετιμώρει τους ανθρώπους δια τας αμαρτίας των. Λοιπόν, όταν ήλθεν η εορτή των Βαϊων, έτρεχον οι πτωχοί και συνήγοντο πλήθος αμέτρητον, ευρίσκοντες πρόφασιν δια την εορτήν, αλλά δια την πείναν επήγαινον το περισσότερον. Όθεν οι τραπεζάριοι, βλέποντες τόσον πλήθος ανθρώπων, εδειλίασαν μήπως δεν επαρκέση ο άρτος, και έδιδον εις έκαστον ανά μίαν λίτραν ήτοι ολιγώτερον του συνήθους. Ο δε Άγιος, ιδών αυτήν την ασυνήθη πράξιν, εμέμφθη την ολίγην πίστιν των Μοναχών, και προστάσει να ανοίξουν τας θύρας, να εισέλθουν όλοι εις την τράπεζαν, και θέτει όσα φαγητά είχον, λέγων προς τους ξένους· «Αδελφοί, φάγετε όλοι εις δόξαν Θεού, ως να χορτάσητε». Τότε οι μεν πένητες πλουσίως ετράφησαν και το κελλαρικόν εγέμισεν από άρτους περισσοτέρους ή όσους είχε πρότερον, ότι ο των θαυμασίων Θεός επλήθυνεν εκείνους τους ολίγους άρτους και εχόρτασαν οι ξένοι, καθώς και τους πεντάκις χιλίους με πέντε άρτους εχόρτασεν. Ύστερον λοιπόν επήγον οι υπηρέται εις την αρτοθήκην, να ιδούν εάν έμειναν ακόμη ολίγοι άρτοι να φάγουν και οι Μοναχοί και βλέποντες αυτήν γεμάτην εξέστησαν και εμακάριζον τον Άγιον, τον οποίον πρωτύτερον κατέκρινον και εγόγγυζον. Ούτω λοιπόν όχι μόνον αντήμειβεν ο πλούσιος Θεός τον Θεοδόσιον πολλαπλασίως δια την καλήν του προαίρεσιν, αλλά και περιβόητον τον έκαμε πανταχού και θαυμαζόμενον, ότι όσοι τον δοξάζουσι με τα έργα, τους δοξάζει και Αυτός. Άλλην φοράν πάλιν ήτο εορτή της Θεοτόκου χαρμόσυνος και συνήχθη πλήθος άπειρον, δια να ακούσουν την ακολουθίαν και δια να φιλευθούν και σωματικά κατά την συνήθειαν. Ήλθον λοιπόν τόσοι, ώστε δεν έφθανον οι Μοναχοί να τους υπηρετούν, ούτε είχον φαγητά να χορτάση καν το τρίτον μέρος των ξένων. Αλλ’ η άφθονος δεξιά του Θεού, ήτις τρέφει όλον τον κόσμον πλουσίως, επλήθυνε και τότε τους άρτους θαυμασιώτατα, και εχόρτασαν άπαντες, αλλά και τόσαι σπυρίδες επερίσσευσαν, ώστε έλαβον και εις τας οικίας των πολλά βρώματα και έμειναν εις το Μοναστήριον τόσα, ώστε έθετον πολλάς ημέρας εις την τράπεζαν προς αυτάρκειαν. Έχων δε πόθον ο Όσιος να οικοδομήση όλα τα χρειαζόμενα της Μονής, έκτισε τρεις οίκους μεγάλους, τον ένα δια να αναπαύωνται οι ξένοι Μοναχοί, οι οποίοι διήρχοντο εκείθεν από άλλας Μονάς ή χάριν προσκυνήσεως και επισκέψεως του Αγίου, και τους άλλους δύο δια τους κοσμικούς. Εις τον ένα να αναπαύωνται οι ευγενείς και επισημότεροι και εις τον άλλον οι ευτελέστεροι. Έκτισε δε και άλλο γηροκομείον δια τους ιδικούς του Μοναχούς εις τόπον αναχωρητικώτερον, ίνα όσοιγηράσουν ή ασθενήσουν να αναπαύωνται εις αυτό ολίγον από τους μακρούς κόπους της προτέρας ασκήσεως. Αλλά τις δύναται να διηγηθή κατά μέρος τας αρετάς του φιλοθέου τούτου Ποιμένος και της ιεράς αυτού ποίμνης τα κατορθώματα; Εξακοσίους ενενήκοντα τρεις μαθητάς ανέθρεψε, και προς Θεόν παρέπεμψεν, οίτινες ετέλεσαν τον βίον θεάρεστον· και άλλοι μεν ετελείωσαν την ζωήν εις την έρημον, άλλοι έγιναν Επίσκοποι, άλλοι Ηγούμενοι, όχι διότι εζήτουν αυτοί το αξίωμα, ως ποιούσι τινες ανόητοι σήμερον, οι οποίοι δίδουν αργύρια ίνα ηγουμενεύσουν εις Μοναστήρια πλούσια, αλλά οι άνθρωποι τους εψήφισαν και μη θέλοντας, όταν τους εγνώριζον ότι ήσαν άξιοι να κυβερνήσουν ψυχάς και να οδηγήσουν προς ζωήν την αιώνιον· έτεροι δε πάλιν από τους μαθητάς του ηρνήθησαν τον κόσμον ολότελα και έκαμαν άσκησιν χρόνους πολλούς έως ογδοήκοντα εις την έρημον. Και με το πλήθος των χρόνων και πλούτον πνευματικόν συνήθροισαν, και δια μέσου αυτών ο μακάριος Θεοδόσιος εγνωρίζετο εις όλους και εκηρύσσετο, και δεν έμεινε καμμία χώρα σχεδόν, ήτις να μη απήλαυσεν ωφέλειάν τινα από τον θαυμαστόν Θεοδόσιον. Εις όλην την οικουμένην διεδόθη η φήμη του και έτρεχον προς αυτόν πολλοί στρατιώται και πλούσιοι άρχοντες, καταφρονούντες τιμήν και δόξαν ως όνειρον και εγίνοντο μαθηταί αυτού, προτιμώντες αδοξίαν και πάσαν ευτέλειαν δια την εκείθεν μακαριότητα. Και πολλοί σοφοί και εγγράμματοι αφήκαν την σπουδήν των, τας πολιτείας και τους επαίνους πάσης ανθρωπίνης σοφίας, και προτιμήσαντες την δια Χριστόν μωρίαν, έγιναν μαθηταί του μεγάλου Θεοδοσίου, δια να παιδευθούν υπ’ αυτού εις άλλην σοφίαν υπεράνθρωπον, τους οποίους ο γνωστικός ποιμήν εποίμαινε και εκυβέρνα με πολλήν διάκρισιν, καθιστών ελαφρότερον εις τους αδυνάτους τον αγώνα και δια τους δυνατούς ορίζων κανόνας αυστηρούς. Πάντας δε επαίδευεν όχι με ράβδον, αλλά με λόγον ηρτυμένον άλατι. Και τόσον ήτο γνωστικός και πρακτικώτατος, ώστε και τα κινήματα του νοός εγνώριζε και έδιδε πολλήν ωφέλειαν τοις αδελφοίς και εις εαυτόν, επειδή όστις ευεργετεί τον πλησίον και τον οδηγεί εις σωτηρίαν ψυχής εαυτόν ωφελεί περισσότερον. Ανάμεσα δε εις τας λοιπάς αυτού αρετάς, ηγάπα πολύ ο Όσιος την ανάγνωσιν, και ποτέ δεν έλειπε το βιβλίον από τας χείρας του, ούτε όταν ήτο έρρωστος, ούτε εις το έσχατον γήρας του, αλλά ανεγίνωσκεν ημέραν και νύκτα, δια να ωφελήται από τα ιερά λόγια. Και κατά αλήθειαν άξιος ήτο να τον θαυμάζη πας τις, επειδή χωρίς να μάθη ρητορικήν εδίδασκε τόσον καλά από την χάριν του Παναγίου Πνεύματος, όχι με ανθρωπίνην σοφίαν, ώστε υπερέβαλλε τους ρήτορας. Είχε δε καλήν μνήμην και ανέφερε συχνάκις λόγους από τα ασκητικά του Μεγάλου Βασιλείου, τον οποίον εμιμείτο εν πολλοίς, και εσπούδαζε να στολίζη την ψυχήν του με τους τρόπους εκείνου και την γλώσσαν με τους λόγους του· δια τούτο ενεθυμείτο από τα συγγράμματά του όσα ήτο δυνατόν να προθυμοποιήσουν τους αμελείς, από τα οποία ας αναφέρωμεν ολίγα δια ενθύμησιν. «Παρακαλώ σας, αδελφοί, δια την αγάπην του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, όστις εσταυρώθη δια τας αμαρτίας μας, ας φροντίσωμεν δια την ψυχήν μας, ας μετανοήσωμεν δια τας αμαρτίας μας τώρα που έχομεν καιρόν ευπρόσδεκτον, να μη κλαίωμεν τότε εις την γέενναν του πυρός ανωφελώς. Τώρα βοηθεί ο Θεός εκείνους που επιστρέφουσιν από την πονηράν οδόν και τότε εξετάζει τας πράξεις και τους λόγους και τας ενθυμήσεις ως κριτής αλάθητος και απολαμβάνει έκαστος κατά τας πράξεις του, άλλος ζωήν αιώνιον και άλλος ατελεύτητον κόλασιν». Με ταύτα και έτερα όμοια εδίδασκεν ο Όσιος τα λογικά πρόβατα και παρεκίνει να είναι έτοιμοι πάντοτε. Ήτο δε εις μεν όλα τα συμβάντα πραότατος, ταπεινός και ήμερος, όταν δε υπήρχε κίνδυνος δια την ευσέβειαν τότε εφαίνετο φιλόνεικος και ισχυρογνώμων ο ευσεβής Θεοδόσιος· και ήτο, κατά την Γραφήν, πυρ φλέγον, και μάχαιρα κόπτουσα, αφανίζων τα κακά ζιζάνια. Ούτως εφιλονείκησε με τον παράνομον βασιλέα Αναστάσιον, τον μεγάλον και άσπονδον εχθρόν της Οικουμενικής Αγίας τετάρτης Συνόδου, όστις ηκολούθει την αίρεσιν του δυσσεβούς Ετυχούς και Διοσκόρου και Σεβήρου, φρονούντων μίαν φύσιν εις Χριστόν οι άχρηστοι, ο οποίος βασιλεύς άλλους μεν Πατέρας εκολάκευε και συνετάσσοντο με την αίρεσιν και άλλους κατετυράννει ο αφρονέστατος. Όθεν εδοκίμασε να παρασύρη και τον σοφόν Θεοδόσιον με αργύρια ο φιλάργυρος. Έστειλε λοιπόν εις τον Όσιον δωρεάν χρυσίου λίτρας τριάκοντα και δια να μη καταλάβη ότι το έστειλε με πονηρίαν και το στρέψη οπίσω, εσκέπασε με δόλον το άγκιστρον και του εμήνυσε να το δεχθή, ίνα το εξοδεύση εις τους ασθενείς και πένητας. Ο δε Άγιος το μεν χρυσίον εδέχθη, δια να μη δώση πρόφασιν σκανδάλου, την δε μιαράν γνώμην εμίσησε και απέκρουσεν, ανατρέπων αυτήν με αληθείς αποδείξεις και παραδείγματα. Και έμεινε νικημένος ο βασιλεύς, ως να επολέμει η έλαφος με τον λέοντα, καθώς ο λόγος θέλει δηλώσει περαιτέρω. Αφού επέρασεν ολίγος καιρός, αφ’ ότου εφιλοδώρησε τον Άγιον με το χρυσίον ο βασιλεύς, έστειλεν ανθρώπους προς τον Όσιον να υπογράψη εις την άνωθεν αίρεσιν. Τότε ο Όσιος συνάγει όλους τους Πατέρας της ερήμου και με την γνώμην απάντων και θέλησιν, γράφει προς τον βασιλέα τοιαύτην απόκρισιν· «Επειδή μας εμήνυσες να κάμωμεν ένα από τα δύο ταύτα, ήτοι ή να συμφωνήσωμεν εις την των Ακεφάλων γνώμην, ή μένοντες εις τα ορθά των Πατέρων Δόγματα, να λάβωμεν βίαιον θάνατον, γίνωσκε ότι προτιμώμεν τον θάνατον και όχι μόνον ημείς δεν παρεκκλίνομεν ποσώς από την αλήθειαν, αλλά και όσους άλλους παρασύρετε και γίνουν ομόφρονές σας, ημείς αναθεματίζομεν, και εάν χειροτονήσετε τινά από τους Ακεφάλους ημείς δεν τον δεχόμεθα. Μη γένοιτο, Χριστέ Βασιλεύ, να παραιτηθώμεν από την Ορθοδοξίαν έστω και μικρόν τι, αλλά καν τους Αγίους τούτους Τόπους ίδωμεν εις το πυρ παραδεδομένους, καν άλλο τι πάθωμεν, δεν αλλάσσομεν γνώμην, καν εις λεπτά τεμάχια τα σώματά μας ελεεινώς αν κατακόψωσιν, αλλά τας Αγίας τέσσαρας Συνόδους πιστεύομεν, από τας οποίας η πρώτη των τιη΄ (318) Πατέρων έγινε κατά του Αρείου, εις την Νίκαιαν, τον οποίον αναθεμάτισαν, ότι τον Υιόν του Θεού εδογμάτιζεν ο δυσσεβής της του Πατρός ουσίας αλλότριον· η Δευτέρα κατά Μακεδονίου, όστις εβλασφήμει εις το Πνεύμα το Άγιον· η Τρίτη κατά Νεστορίου συνηθροίσθη εις Έφεσον, όστις εφλυάρει κατά της οικονομίας του Χριστού μιαρά και άτοπα, η δε Τετάρτη των χλ΄ (630) Θεοφόρων Πατέρων εις την Χαλκηδόνα, οι οποίοι ομοφρονούντες με τους άλλους, αφώρισαν τον Ευτυχή και Νεστόριον, και μακράν της Εκκλησίας εδίωξαν και εκράτυναν την Αποστολικήν Πίστιν, δογματίζοντες ξένους της Εκκλησίας Χριστού τους αλλοτριόφρονας. Από ταύτην λοιπόν την Ορθόδοξον πίστιν δεν παρεκκλίνομεν ούτε προδίδομεν (άπαγε!) την ευσέβειαν, έστω και αν πρόκειται να μας δώσετε μυρίους θανάτους. Η δε ειρήνη του Θεού η πάντα νουν υπερέχουσα να είναι φύλαξ και οδηγός του κράτους σου». Ταύτην την επιστολήν δεξάμενος ο βασιλεύς, ηυλαβήθη τον Άγιον και του έστειλεν απόκρισιν προφασιζόμενος ότι αυτός εις εκείνο δεν έπαιεν, αλλά οι κακοί Αρχιερείς και κληρικοί, οι οποίοι, θέλοντες να φανώσι σοφοί, έκαμνον τα σκάνδαλα. Αυτά και άλλα γράψας ο βασιλεύς προς τον Όσιον, έπαυσε και δεν εβίαζε τινα εις την αίρεσιν. Αλλά μετά καιρόν ήλλαξε γνώμην και έστειλε πάλιν γράμματα κατά της ευσεβείας ο μάταιος. Ο δε γενναίος και ζηλωτής της ορθής πίστεως Άγιος Θεοδόσιος δεν εψήφισε τα γράμματα, αλλά ως λέων ώρμησε κατά των απεσταλμένων και συνάξας το πλήθος ανέβη εις τον άμβωνα και μεγαλοφώνως εβόησε· «Όστις εναντιωθή εις τας τέσσαρας Αγίας Οικουμενικάς Συνόδους και δεν τας τιμά ως και τα τέσσαρα Ευαγγέλια, να έχη το ανάθεμα». Ταύτα ειπών έδραμεν ως Άγγελος εις τας πλησίον χώρας και πόλεις ως στρατηγός, ακολουθούντων πολλών Μοναχών, και εστήριζε τους πιστούς, τους δε ραθύμους διήγειρε και όσους είχον αμφιβολίαν εις την Ορθόδοξον πίστιν εβεβαίωνε και τους επροθυμοποίει να μη φοβηθούν απειλάς τυράννου, αλλά να αποθάνουν εάν έλθη ανάγκη δια την ευσέβειαν. Εδίδασκε δε αυτούς ο Όσιος να γνωρίζουν ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι συγχρόνως Θεός και άνθρωπος εις μίαν υπόστασιν, ήτοι πρόσωπον, έχων φυσικήν την θεότητα και την ανθρωπότητα. Έφερε δε εις μαρτυρίαν την Αγίαν εκείνην και Οικουμενικήν Τετάρτην Σύνοδον, ήτις ανατρέπει αυτάς τας δύο αιρέσεις σαφέστατα, του δυσσεβούς Νεστορίου, όστις εμέριζε τον ένα Χριστόν εις δύο υιούς και δύο υποστάσεις ο ανόητος, και του Ευτυχούς και Διοσκόρου και Σεβήρου, οι οποίοι συγχέουσιν εις μίαν φύσιν του ενός Χριστού την θεότητα και ανθρωπότητα· ότι ο μεν Νεστόριος εφρόνει δύο φύσεις και υποστάσεις εις τον Χριστόν και δύο υιούς, ένα μεν τον εκ Πατρός γεννηθέντα Θεόν, και άλλον εκ της Αγίας Παρθένου. Ο δε Ευτυχής πάλιν και Διόσκορος και ο τούτων ομόφρων Σεβήρος, θέλοντες τάχα να πολεμήσουν αυτήν την του Νεστορίου σφαλεράν διαίρεσιν, έπεσαν πάλιν και αυτοί ανοήτως εις άλλην αίρεσιν, ονομάζοντες εις τον Χριστόν μίαν φύσιν θεότητός τε και ανθρωπότητος, και φρονούντες οι άφρονες παθητήν την θεότητα· ότι εάν έχη ο Χριστός μίαν φύσιν, καθώς αυτοί εφλυάρησαν, άρα και η θεότης εγνώρισε θάνατον. Αλλά ας εμφραγώσιν αυτών τα μιαρά στόματα, ότι αυτή η Αγία Τετάρτη Οικουμενική Σύνοδος εδογμάτισε να τιμώμεν δύο φύσεις θεότητός τε και ανθρωπότητος εις μίαν υπόστασιν ασυγχύτως, ατρέπτως και αχωρίστως ένα Υιόν εκ του Πατρός προαιώνιον κατά την θεότητα, ύστερον δε πάλιν γεννηθέντα εκ της Αγίας Παρθένου, με καινότερον νόμον κατά την ανθρωπότητα, όμοιον τω Πατρί κατά την ουσίαν αμήτορα και απάτορα. Με ταύτα και άλλα όμοια εδίδασκε με παρρησίαν το ποίμνιον ο σοφός Θεοδόσιος. Όθεν ο βασιλεύς κατ’ αυτού εθυμώνετο, και τον εξώρισεν αδίκως. Ο δε δικαιοκρίτης Θεός αφήρεσε την ζωήν εκείνου του παράφρονος, και επιστρέφοντος πάλιν του Οσίου εις τα ίδια έπαυσεν ο διωγμός της Εκκλησίας, και ησύχασαν τα σκάνδαλα. Και οι μεν αιρετικοί αρχιερείς κακοί κακώς των θρόνων εξώσθησαν, οι δε ευσεβείς απέλαβον τους θρόνους αυτών ως το πρότερον, και πολλοί απ’ αυτούς επήνεσαν τον μέγαν Θεοδόσιον δια την παρρησίαν την οποίαν έδειξε και δεν εψήφισε τα βασιλικά προστάγματα. Εξόχως δε οι Αρχιεπίσκοποι, ο Ρώμης Αγάπιος και ο Εφραίμ Αλεξανδρείας του έγραψαν γράμματα εγκωμιαστικά και πολύ τον ευφήμησαν. Αλλά ας είπωμεν και εν θαύμα· μίαν ημέραν ήσαν όλοι οι πρόκριτοι γέροντες της ερήμου και Μοναχοί επίσημοι συνηγμένοι εις το Ιερατείον, όπου ήτο συνήθεια έκπαλαι να υψώνουν τον Τίμιον Σταυρόν. Καθώς λοιπόν εκάθηντο, ήλθε γυνή τις, ήτις είχεν εις το στήθος δεινήν και ανίατον ασθένειαν, την οποίαν οι ιατροί καρκίνον ονομάζουσι και ο κοινός λαός την λέγει φάγουσαν, η οποία τρώγει την σάρκα του ασθενούς και δεν ημπορεί κανείς να την θεραπεύση με ανθρωπίνην ενέργειαν. Καθώς λοιπόν εισήλθεν η γυνή, ηρώτησεν ένα πνευματικόν Ισίδωρον, Ηγούμενον της Λαύρας Σουκά, εάν ήτο εκεί εις την ιεράν ταύτην Συνοδείαν ο θαυμαστός Θεοδόσιος· αυτός δε της τον λεδειξε δια του δακτύλου, και η ασθενής έδραμεν ως διψώσα έλαφος εις την πηγήν του ύδατος, και με πίστιν καθαράν γυμνώσασα το στήθος, έλαβεν ευλαβώς και ησύχως του Αγίου το καλυμμαύχιον, ενθυμουμένη την αιμορροούσαν, και ευθύς ως το ήγγισεν εις το στήθος της (ω της οξυτάτης θεραπείας!) ο πόνος ηφάνισται ως το σκότος, όταν έλθη το φως, και ως χόρτος εις το πυρ εξηλείφθη. Ο δε Όσιος στραφείς εις αυτήν είπε ταύτα με ταπείνωσιν· «Έχε θάρρος, θύγατερ, ο Δεσπότης μου Χριστός είπεν, ότι η πίστις σου σε έσωσεν». Ο δε μακάριος Ισίδωρος, όστις την είδε πρότερον πως ήτο και την επόνεσεν η ψυχή του, εξεσκέπασε τότε το στήθος της, και βλέπων ότι δεν έμεινε καν μικρόν σημείον της χαλεπής εκείνης ασθενείας έφριξε και πανταχού εκήρυττε το θαυμάσιον· ούτω φανερώνει ο Κύριος την αρετήν, όσον την κρύπτουσιν οι ενάρετοι, και τους ανακηρύττει πανταχού και τους ευφημίζουσιν. Αλλ’ ας είπωμεν και τα λοιπά τεράστια αυτού, ότι αμαρτία μεγάλη είναι να τα σιωπήσωμεν. Άλλην φοράν επήγεν εις την Βηθλεέμ χάριν προσκυνήσεως και επιστρέφων κουρασμένος από την οδοιπορίαν, διέμεινεν εις το κελλίον εναρέτου τινός ανθρώπου, Μαρκιανού καλουμένου, όστις ήτο πλήρης χαρίτων πνευματικών· και χαιρετήσαντες ο εις τον άλλον εν αγίω φιλήματι, συνωμίλουν ψυχωφελείς λόγους. Έπειτα, όταν ήλθεν η ώρα του δείπνου, ελυπείτο ο καλός Μαρκιανός, διότι δεν είχεν ούτε άρτον, ούτε σίτον εις το κελλίον του, μόνον ολίγην φακήν, από την οποίαν έβρασεν ίνα φιλευθούν ως ηδύναντο. Ο δε μακάριος Θεοδόσιος ηννόησεν ότι δεν είχον άρτους, και είπεν εις τον υποτακτικόν του να φέρη εκείνους, τους οποίους εκράτουν δια την πορείαν των, και ούτως εφιλοτίμησε μάλλον αυτός τους ξενίσαντας. Καθώς λοιπόν έτρωγον, είπεν ο Μαρκιανός προς τον Θεοδόσιον με χαρίεν πρόσωπον· «Μη μας μέμφεσθε, πατέρες, ότι δεν σας φιλεύομεν πλούσια, ως έπρεπεν, ότι σίτον ουδόλως έχομεν, και δι’ αυτό ούτε άρτον δεν εκάμαμεν». Ο δε θαυμαστός και μέγας Θεοδόσιος κυττάζων τα γένεια του Μαρκιανού, είδεν ένα κόκκον σίτου (δεν ηξεύρω πόθεν ευρέθη) εις τον πώγωνά του, και λαμβάνων αυτόν, του λέγει χαρούμενος· «Ιδού σίτος, διατί λέγεις ότι δεν έχετε;» Τότε ο Μαρκιανός έλαβε μετ’ ευλαβείας και πίστεως από την δεξιάν του Αγίου τον κόκκον του σίτου, και τον έρριψεν εις την αποθήκην, πιστεύων ότι χωρίς κόπον και πόνον θα έχη πολύν καρπόν με την ευχήν του Αγίου, καθώς και εγένετο. Και θέλων την επαύριον να ανοίξη την θύραν της αποθήκης (ω των απορρήτων θαυμασίων σου, Δέσποτα!) εύρεν αυτήν γεμάτην έως την στέγην και εξεπλάγησαν με τους συν αυτώ, τοιούτον ιδόντες τεράστιον. Στέλλει τότε ένα μαθητήν του ευθύς προς τον Άγιον να έλθη να ίδη το παράδοξον θέαμα. Όταν λοιπόν ήλθεν, ήνοιξαν ολίγον την θύραν με κόπον πολύν, και εχύνετο έξω ο ευλογημένος σίτος. Τούτο το θαύμα δεν είναι μικρότερον εκείνου, το οποίον έκαμεν ο Χριστός, πληθύνας τους άρτους και χορτάσας τόσον λαόν εις την έρημον. Αλλά μία χάρις ήτο και ομοία ενέργεια, επειδή εκεί το έκαμνεν η δύναμις του Δεσπότου, έχοντος υπηρέτας τους Αποστόλους, και εδώ πάλιν αοράτως ενήργησεν αυτός ο Κύριος δια μέσου του δούλου του, τον οποίον εδόξαζε δια την καλήν του προαίρεσιν. Αλλά ακούσατε και έτερον θαυμάσιον. Γυνή τις από την Αλεξάνδρειαν πλουσία, ευλαβής και φιλόθεος, είχεν υιόν μονογενή φίλτατον, όστις παίζων με τα άλλα παιδία έπεσεν εξ απροσεξίας ή και από δαιμονικής συνεργείας εις φρέαρ βαθύτατον· οι δε άνθρωποι, όπου έτυχον εκεί πλησίον, κατεβίβασαν τινας με τα σχοινία να τον ανασύρουν και να τον ενταφιάσουν, ότι κανείς δεν επίστευε ποτέ να ευρεθή ζωντανός και αβλαβής. Φθάσαντες εκείνοι κάτω, βλέπουν τον παίδα και εκάθητο (ω του θαύματος!) επάνω εις το ύδωρ, ώσπερ να τον εκράτει κάποιος δυνατός και δεν τον αφήκε να βραχή ολότελα. Τούτο το φρικτόν τεράστιον ιδόντες εξέστησαν, ότι ήτο Θεού πρόσταξις να γίνη τοιούτον θαυμάσιον. Όταν δε τον ανεβίβασαν και τον είδεν η μήτηρ του ζωντανόν, ενώ όλοι τον είχον δια πνιγμένον, ας μετρήση έκαστος πόσην αγαλλίασιν έλαβεν. Ερωτώμενος δε να είπη τον τρόπον, πως έγινε και δεν εβυθίσθη εις τα ύδατα, έλεγεν, ότι εις Μοναχός, γέρων εις την μορφήν και τα ιμάτια τοιούτος (και έλεγε τα χαρακτηριστικά όλα του Οσίου Θεοδοσίου), με εκράτει εις τας χείρας του και δεν με άφηνε να βυθισθώ. Οι δε παρεστώτες από τα σημεία, που είπεν, έκριναν, ότι ήτο ο Όσιος Θεοδόσιος. Τότε η φιλόθεος μήτηρ, δια να μη φανή προς τοιαύτην ευεργεσίαν αχάριστος, επήγεν εις το Μοναστήριον του Αγίου με το παιδίον, ίνα κάμη την πρέπουσαν ευχαριστίαν· το δε παιδίον, ευθύς ως είδε τον Άγιον, εφώναζε προς την μητέρα του λέγον· «Αυτός είναι όστις με εκράτει και δεν επνίγην». Τότε η γυνή έπεσεν εις τους πόδας του Αγίου καταφιλούσα τούτους με θερμότατα δάκρυα και ευχαριστούσα τον Άγιον, τον οποίον ωνόμαζε σωτήρα της ζωής της, και της χαράς αυτής αίτιον, ότι εάν δεν ανεσύρετο ζωντανόν το παιδίον, θα απέθνησκε και εκείνη από την λύπην παράκαιρα, και διηγείτο εις όλους το θαύμα, καθώς το εγράψαμεν. Άλλη τις γυνή ήτο κακοτόκος, ήτοι δεν εγέννα τα τέκνα, αλλά απέθνησκον εις την κοιλίαν της και εκινδύνευε και αυτή να αποθάνη. Τούτο έπαθε πολλάκις και της έδιδον ποτά και εξήρχετο το βρέφος νεκρόν από την κοιλίαν της. Ακούσασα δε ποτε τας θαυματουργίας του Οσίου έδραμε προς αυτόν δεομένη με θερμότατα δάκρυα, να την βοηθήση να εύρη θεραπείαν εις την τοιαύτην δεινήν ασθένειαν, και λέγει προς τον Άγιον· «Πρόσταξόν με να δώσω το όνομά σου εις το τέκνον που θα πρωτογεννήσω, και τούτο μόνον ελπίζω να είναι η ιατρεία μου». Ο δε Άγιος έστερξε και λαβούσα την ευλογίαν του ανεχώρησε. Και όταν ήλθεν ο καιρός της εγέννησεν ανεμπόδιστα και ωνόμασε το παιδίον Θεοδόσιον, αφού δε το απεγαλάκτισε, το έφερεν εις τον Άγιον και το αφήκεν εις το Μοναστήριον, ίνα καθώς ήτο ο συνώνυμός του της ζωής αυτού αίτιος, ούτω να το διδάξη και να το οδηγήση προς την ζωήν την αιώνιον. Ομοίως και άλλη γυνή ήτο κακόγεννος ως η άνωθεν, και ο Άγιος με την προσευχήν του την ελύτρωσεν από τον κίνδυνον, και εγέννα ανεμπόδιστα, και το πρώτον της τέκνον ωνόμασε και αυτή κατά μίμησιν της άνωθεν Θεοδόσιον, και το αφιέρωσεν εις το Μοναστήριον του Οσίου, το οποίον έγινε μετά χρόνους οικονόμος άριστος της Μονής του Οσίου. Παράδοξα τα λεγόμενα, παραδοξότερα όμως τα παραλειπόμενα. Εις μίαν εποχήν έπεσε πολλή ακρίδα και βρούχος εις τα χωράφια και κατέστρεφον τα γεννήματα και τα χόρτα, ο δε Άγιος ήτο γέρων και μη δυνάμενος να περιπατή, εστηρίζετο εις τους ώμους δύο Ιερομονάχων και επεριπάτει με πολύ δυσκολίαν δια να ευσπλαγχνισθή ο Θεός τον κόπον του, και να επακούση της δεήσεώς του. Φθάσας λοιπόν εις τον τόπον όπου εγίνετο το κακόν, έκαμε πρότερον δέησιν ικεσίας προς τον Θεόν, έπειτα λαμβάνει ένα βρούχον και μίαν ακρίδα εις χείρας του και λέγει ταύτα προς εκείνα, ώσπερ να ήσαν λογικά όντα· «Ο κοινός Δεσπότης σας προστάσσει να μη ζημιώνετε τους πτωχούς, να τρώγετε την ζωοτροφίαν των». Ταύτα ειπών ο Όσιος (ω θαυμασίου διηγήματος!) επαραμέρισεν όλον το πλήθος εκείνο της ακρίδος, και τ’ άλλα ζωϋφια, και δεν έκαμναν πλέον τινά ζημίαν, ούτε από τόπου εις τόπον μετέβαινον, αλλά εις όποιον κτήμα ήσαν, δεν εκάθιζον εις τα γεννήματα ή εις χόρτα βρώσιμα, ώσπερνα είχον φιλίαν με ταύτα, αλλά έτρωγον τας ακάνθας και άλλα άχρηστα χόρτα. Άλλην φοράν πάλιν ήτο εις άλλο χωρίον η αυτή ασθένεια, και ηφανίζοντο από το πλήθος της ακρίδος και εφθείροντο ολότελα τα γεννήματα, ο δε Άγιος εγέμισεν ένα αγγείον ελαίου και ποιών ευχήν εις αυτό το ηυλόγησε, και το στέλλει με ευλαβείς και φιλοθέους ανθρώπους εις το ρηθέν χωρίον και παρευθύς έφυγεν όλη η ακρίδα και ηφανίσθη. Άλλην φοράν δεν είχον χρήματα να αγοράσουν ενδύματα, και λέγει ο οικονόμος του προς τον Όσιον, ότι τον ηνώχλουν οι αδελφοί δια την γυμνότητα. Λέγει ο Άγιος· «Μη μεριμνάτε δια την αύριον και ο Κύριος μάς στέλλει βοήθειαν». Ούτως είπε και ο λόγος του έγινεν απόφασις· την άλλην ημέραν ήλθεν άνθρωπος τις, και φέρει ελεημοσύνην εκατόν χρυσά και τα εδαπάνησαν όλα εις τα ιμάτια. Καιρόν τινα επήγεν ο Άγιος εις τι χωρίον, Βόστρα καλούμενον, όπου ήτο εν Κοινόβιον, και είχεν εψηφισμένον Ηγούμενον ενάρετον τινα φίλον του Οσίου, Ιουλιανόν ονόματι, επήγε δε να ίδη τους Μοναχούς πως πορεύονται. Πλησίον δε εις το άνωθεν χωρίον ήτο άλλο Μοναστήριον, του οποίου οι Μοναχοί ηκολούθουν την αίρεσιν του Σεβήρου και εμίσουν τον Άγιον· όθεν ιδόντες αυτόν από μακράν έκρουσαν το ξύλον και συναχθέντες οι Μοναχοί εχλεύαζον τον Άγιον, έτι δε και γυνή τις κακότροπος τον εφώναζε πλάνον και άλλα όμοια. Όθεν δικαίως ο Όσιος τους κατηράσθη να μη απομείνη λίθος εις το Μοναστήριον· και η μεν αναίσχυντος εκείνη γυνή, η οποία ετόλμησε να τον υβρίση, εξέψυχε με χαλεπόν θάνατον. Αγαρηνοί δε επέδραμον μετ’ ολίγας ημέρας νύκτα τινά εις το άνωθεν Μοναστήριον των αιρετικών και αυτό μεν κατέκαυσαν, τους αθλίους δε εκείνους απήγαγον ως δούλους με όλα των τα πράγματα, ότι η κατάρα του Αγίου τους έφθασεν. Αλλά τούτο μεν είναι παιδεύσεως και σωφρονισμού διήγημα, άλλο δε να είπωμεν ωφελείας και χάριτος. Ο αρχηγός του βυζαντινού στρατεύματος, ήτοι ο Κόμης της Ανατολής, ονόματι Κήρυκος, ανδρείος εις τους πολέμους και εύτολμος, έμελλε να υπάγη κατά των Περσών με τους στρατιώτας του. Όθεν ως ευλαβής απήλθεν ειε τους Αγίους Τόπους πρότερον να προσκυνήση, ίνα τον βοηθήση ο Κύριος. Ακούσας δε την φήμην του Θεοδοσίου, επήγε και τον προσεκύνησε, ζητών την ευλογίαν του, εκείνος δε τον καθωδήγησε νε μη ελπίζη εις το ξίφος και το τόξον του, κατά τον θείον Δαβίδ, αλλά εις την θείαν δύναμιν. Αυτά λέγοντος του Οσίου και έτερα όμοια, κατενύγη ο Κόμης, και του εζήτησε το τρίχινον, όπερ εφόρει εκείνος εσωτερικώς, να το κρατή αντί ασπίδος και ως φυλακτήριον εις τον πόλεμον, ο δε Όσιος του το έδωκε βλέπων την πολλήν του ευλάβειαν. Ενδυθείς λοιπόν ο Κήρυκος ως θώρακα εκείνο το τρίχινον ένδυμα, και μεταβάς εις την Περσίαν έκαμεν ανδραγαθίας θαυμασίας, και επέστρεψε με τιμήν και δόξαν άπειρον. Δεν εφάνη δε προς τον ευεργέτην αχάριστος, αλλά επανήλθεν εις τον Όσιον, ταύτα λέγων· «Ευχαριστώ την αγιωσύνην σου, Πάτερ Αγιώτατε, διότι συ ήσο η αιτία της νίκης μου. Επειδή αφού ενεδύθην ως θώρακα το τρίχινον ένδυμά σου και συνεκροτήσαμεν πόλεμον, έγινε σκότος πολύ εις όλον τον τόπον, και δεν έβλεπον οι εχθροί μας ο εις τον άλλον, μόνον εγώ έβλεπον την αγιωσύνην σου, και με ωδήγεις εις τινας τόπους, όπου ενίκων τους εχθρούς μου θαυμασιώτατα, έως ότου τους εδίωξα τελείως». Όχι δε μόνον αυτόν τον Κήρυκον εβοήθησε θαυμασίως ο Όσιος, αλλά και πολλούς από διαφόρους κινδύνους ελύτρωσεν· άλλους μεν από τρικυμίαν εν θαλάσση, ενώ έμελλον να καταποντισθούν και κράζοντες αυτόν εις βοήθειαν, έπαυσεν η ταραχή των ανέμων και εσώθησαν. Άλλους δε πάλιν εφύλαξεν εις την ξηράν από άγρια θηρία, και δεν τους εσπάραξαν, καθώς τον είδον οι κινδυνεύοντες άλλοι καθ’ ύπνους και έτεροι έξυπνοι οφθαλμοφανώς, και τους εβοήθει με τρόπον θαυμάσιον. Όχι δε μόνον ανθρώπους ωφέλησεν, αλλά και άλογα ζώα ενίοτε ως φιλάγαθος. Κάποτε πάλιν επήγαινε πτωχός τις με τον όνον του εις υπηρεσίαν, καθ’ οδόν δε επετέθη εναντίον του λέων αγριώτατος. Τότε ο μεν άνθρωπος έφευγεν όσον ηδύνατο, και ο όνος ομοίως έτρεχε προς άλλην κατεύθυνσιν δια να γλυτώση από τον κίνδυνον. Τότε ο λέων αφήκε τον άνθρωπον, και έτρεχε με σπουδήν πολλήν να φάγη τον όνον, ο δε πτωχός εις την ανάγκην ταύτην ενεθυμήθη τον Όσιον Θεοδόσιον, και τον επεκαλέσθη εις βοήθειαν. Όθεν ευθύς ως είπε το όνομα του Αγίου, έπαυσεν ο θυμός του λέοντος, και αφήσας αμφοτέρους αβλαβείς ανεχώρησεν. Είχε δε και το προορατικόν και ήξευρε τα μέλλοντα σαφώς. Ημέραν δε τινα επρόσταξε προώρως να κτυπήσουν το σήμαντρον, και συναχθέντες οι αδελφοί ηρώτων αυτόν τι συνέβη και επρόσταξε να σημάνουν προ της κεκανονισμένης ώρας, αφού ήσαν δύο ώραι της ημέρας. Ο δε βαρέως στενάζων απεκρίνατο. «Ας κάμωμεν, Πατέρες, προς Κύριον δέησιν, ότι οργήν Θεού βλέπω και έρχεται από την Ανατολήν τάχιστα». Αυτοί δε, επειδή δεν έβλεπον τίποτε, δεν ελυπούντο την μέλλουσαν συμφοράν, ούτε μέριμναν είχον. Και την έκτην ημέραν ήλθε μήνυμα, ότι έπεσεν από μεγάλον σεισμόν η Αντιόχεια, κατά την ιδίαν εκείνην ώραν που είδε την οπτασίαν ο Όσιος, και τότε οι αδελφοί ενθυμηθέντες την πρόρρησιν αυτού εθαύμαζον. Ήτο δε και κατά πολλά ταπεινός, και δεν ενόμιζε τον εαυτόν του σημαντικόν. Όθεν βλέπων ποτέ δύο αδελφούς να δέρωνται, τους επρόσταξε να λύσουν την έχθραν κατά το δεσποτικόν πρόσταγμα και όταν είδεν ότι δεν ήθελον, υπό του θυμού νικώμενοι, έπεσεν εις τους πόδας αυτών και παρεκάλει ο Ποιμήν τα πρόβατα, ο Πατήρ τα τέκνα, ο Διδάσκαλος τους μαθητάς, ο ιατρός τους ασθενείς να θεραπεύση την πληγήν των, και δεν τον εισήκουον. Όθεν δια να τους νικήση, με άκραν ταπείνωσιν έβαλεν εις την γην την ιεράν αυτού κεφαλήν, και δεν εσηκώθη από το έδαφος, έως ου εμάλαξε το μίσος από την καρδίαν αυτών, και τους έκαμε και εφίλησαν ο ένας τον άλλον και εις το τέλος ειρήνευσαν. Αυτά και έτερα κατορθώσας ο θείος όντως Θεοδόσιος, επλησίασεν ο καιρός να υπάγη προς τον ποθούμενον. Λοιπόν τον εύρε μεγάλη ασθένεια, και τόσον δεινή, ώστε εκείτετο επί εν έτος με πολλάς οδύνας βασανιζόμενος, διεβρώθη δε το δέρμα της λαγόνος του από την αδυναμίαν και πολυκοιτίαν και δεν έμεινε παρά μόνον το οστούν, και ποτέ του δεν εγόγγυσεν ο αείμνηστος ούτε σχήμα ραθυμίας έδειξεν, ούτε λόγον πικρόν γογγυσμού ποσώς επρόφερεν, αλλά εδόξαζε μεγαλοψύχως τον Κύριον. Βλέπων δε αυτόν γέρων τις τοσούτον δεινώς οδυνώμενον, είπεν εις αυτόν· «Κάμε, Πάτερ, προς Κύριον δέησιν, να σε λυτρώση από την δεινήν ταύτην ασθένειαν». Ο δε Άγιος τον εκύτταξε λοξώς λέγων· «Μη λέγης τοιούτον λόγον άπρεπον, ότι πολλάκις ήλθε και εις εμέ τοιούτος λογισμός ψυχοβλαβέστατος και γνωρίσας ότι ήτο από τον δαίμονα τον εδίωξα, επειδή αφού πολλά καλά απήλαυσα εις την ζωήν ταύτην και έγινα πανταχού ονομαστός και περίφημος, το πρέπον είναι να κακοπαθήσω ολίγον δια να εύρω εις την άλλην ζωήν παράκλησιν, και να μη ακούσω την δεινήν εκείνην απόφασιν ως ο πλούσιος· «απέλαβες τα αγαθά σου εν τη ζωή σου». Έμεινε λοιπόν όλον τον καιρόν εκείνον της ασθενείας ευχαριστών και δοξάζων τον Κύριον, και καθ’ ώραν προσηύχετο με όλην την ασθένειαν και δεν έλειπεν η ωδή από τα χείλη του, επροφήτευσε δε και πολλά πράγματα εις τους αδελφούς, τα οποία όλα ετελειώθησαν· όταν λοιπόν εγνώρισαν ότι επλησίασεν η τελευτή του, συνήχθησαν τα πνευματικά του τέκνα και ωδύροντο τοιούτου Πατρός την υστέρησιν· αυτός δε τους παρηγόρει και τους εδίδασκε να έχουν έως τέλους υπομονήν εις όσους πειρασμούς συμβαίνουσι και να υποτάσσωνται εις τους προεστώτας, οίτινες θέλουν ηγουμενεύσει και άλλα πολλά αναγκαία τους παρήγγειλεν· εξαιρέτως δε είπε ταύτα· «Εάν ιδήτε μετά την τελευτήν μου να αυξάνη το ποίμνιον, να πληθύνωνται οι Μοναχοί με την πάροδον του καιρού, έχετε καλάς ελπίδας, ότι θα τελειώσουν και τα επίλοιπα που σας είπα». Και ούτως εγένετο· ότι όχι μόνον ζώντος αυτού ήνθει το Μοναστήριον, αλλά και μετά την αποβίωσιν αυτού έμεινεν ως ήτο πρότερον Κοινόβιον άδολον κατά τας παραδόσεις και τάξεις που τους έδωκε, τας οποίας εφύλαξαν απαρασάλευτα. Όθεν πολλοί από τους μακαρίους εκείνους έκαμαν διάφορα θαύματα· αλλ’ επί το προκείμενον επανέλθωμεν. Όταν εγνώρισεν ο Άγιος, ότι μετά τρεις ημέρας έμελλε να υπάγη προς Κύριον, προσεκάλεσε τρεις Επισκόπους και ασπασάμενος αυτούς επήρε συγχώρησιν, οίτινες έκλαιον την τούτου υστέρησιν, νομίζοντες τον θάνατον εκείνου μεγάλην ζημίαν των. Εκείνος δε πάλιν έχαιρεν ενθυμούμενος ότι επήγαινε προς τον ποθούμενον Χριστόν, ίνα συναγάλλεται μετά των Αγγέλων αιωνίως. Μετά ταύτα εσήκωσε τας χείρας ολίγον και προσηύχετο μυστικά προς Κύριον, και συμπλέκων τας χείρας εις στήθος εις σχήμα Σταυρού, παρέδωκε την γενναίαν εκείνην ψυχήν (την οποίαν εφοβούντο οι δαίμονες) εις τας αχράντους χείρας του Παναγάθου Θεού, ζήσας χρόνους εκατόν πέντε· ο δε Θεός ετίμησε και την τελευτήν του δούλου του με ένα μέγα θαυμάσιον. Άνθρωπός τις από την Αλεξάνδρειαν, ονόματι Στέφανος, είχε πολύν καιρόν πονηρόν δαιμόνιον, και επήγεν εις τον Άγιον ζώντος αυτού, ίνα τον θεραπεύση, και δεν έτυχε θεραπείας· πλην ηξεύρων, ότι εάν δεν ισχύση η προσευχή του Αγίου να ιατρευθή, δεν είχεν ελπίδα εις άλλον τινά, δεν ανεχώρησεν από το Μοναστήριον, αλλά έμεινεν εκεί έως την τελείωσιν του Αγίου. Βλέπων λοιπόν ο Στέφανος νεκρόν τον Άγιον έκλαιεν επάνω εις το λείψανον πικρώς, ανέσπα τας τρίχας του, εκτύπα το πρόσωπον εις το έδαφος και έλεγε ταύτα προς τον Άγιον· «Ουαί μοι, ότι σήμερον εχάθη η ελπίς μου, η καταφυγή, η βοήθεια, ότι εις σε είχον το θάρρος μου, Άγιε, να με λυτρώσης τον άθλιον από τον πονηρόν δαίμονα, και τώρα τελείως απηλπίσθην ο δείλαιος· κάλλιον είναι να πέσω εις το πυρ ή εις την θάλασσαν, ή να συνταφώ μετά σου, παρά να με βασανίζη τοιούτος άσπλαγχνος τύραννος». Αυτά και άλλα πλείονα λέγων, ηνηγκαλίζετο τον Άγιον, χύνων ως ποταμόν τα δάκρυα. Τότε τον έρριψεν ο δαίμων, ίνα δείξη ότι χωρίς την θέλησίν του εξήρχετο, ότι η θεία δύναμις τον εδίωκεν. Έπειτα αφού τον ετάραξε πολλά, εξήλθε βιαίως ο τρισκατάρατος και έμεινεν υγιής ο Στέφανος και εδόξασε τον Κύριον. Ούτος ήτο ο θαυμάσιος και φοβερός εις πάντας Θεοδόσιος, εις τον οποίον όχι μόνον ζώντα αλλά και μετά θάνατον υπετάσσοντο η γη, ο ουρανός, ο αήρ, η θάλασσα και οι δαίμονες· όστις προσέτασσε τα θηρία της γης και δεν τον έβλαπτον, τον ουρανόν και έβρεχε, τον αέρα και παρέσυρε την ακρίδα εις την θάλασσαν και ησύχαζε, και τους δαίμονας και έφευγον από τους ανθρώπους έντρομοι. Εξήλθε λοιπόν η φήμη πανταχού ότι ο μέγας Θεοδόσιος υπάγει προς Κύριον και έτρεχον οι πιστοί πλήθος άπειρον, λαϊκοί, Μοναχοί, Ιερείς και Επίσκοποι και συνηγωνίζοντο και συνωθούντο να ασπασθούν όλοι το ιερόν λείψανον. Ήλθε δε και ο Αγιώτατος Πέτρος, όστις ήτο τότε Πατριάρχης εις τα Ιεροσόλυμα, και μετά βίας ηδυνήθησαν όλοι εκείνοι οι θαυμάσιοι Αρχιερείς να καταπείσουν το πλήθος του λαού να παραμερίσουν να ενταφιάσουν τον Άγιον· ότι έκαστος είχε πόθον να ασπασθή έστω και το ράσον του, ή τας τρίχας ή άλλο τι να λάβη προς ευλογίαν του. μετά πολλάς ώρας λοιπόν έκρυψαν εις την γην τον ουρανού άξιον και θησαυρόν πολύτιμον, και τελέσαντες όσα έπρεπε κατά την τάξιν της Εκκλησίας μας ανεχώρησαν, δοξάζοντες Πατέρα, Υιόν και Πνεύμα Άγιον, την μίαν Θεότητα· η πρέπει κράτος, τιμή και προσκύνησις πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”