Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2452
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Α΄ (1η) Μαρτίου, μνήμη της Αγίας Οσιομάρτυρος ΕΥΔΟΚΙΑΣ της από Σαμαρειτών.

Δημοσίευση από silver »

Ευδοκία, η Αγία του Χριστού Οσιομάρτυς η από Σαμαρειτών, εγεννήθη εις Ηλιούπολιν της Λιβανησίας της Φοινίκης κατά τους χρόνους του βασιλέως Τραϊανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 98 – 117 μ.Χ. Ήτο δε η μακαρία τόσον ωραία και πάγκαλος, ώστε ούτε ζωγράφος δεν ηδύνατο να ιστορήση ωραιοτέραν καλλονήν. Τούτου ένεκεν και λόγω αφ’ ενός μεν των κολακειών και εξωθήσεων των διαφόρων θαυμαστών της, αφ’ ετέρου δε της ελλείψεως οιασδήποτε χριστιανικής ηθικής διδασκαλίας εξέκλινεν εις την επάρατον αμαρτίαν της πορνείας, επειδή σπανίως ευρίσκομεν να συγκατοικούν ομού σωφροσύνη, ωραιότης και αγνότης. Έστησε λοιπόν, προς χαράν του διαβόλου, εργαστήριον και εδέχετο μετά χαράς πάντας τους επιθυμούντας αυτήν εις την πράξιν της αμαρτίας. Καθ’ εκάστην λοιπόν μετέβαινον πολλοί προς αυτήν και της έδιδον όσα τους εζήτει, δια να τελέσουν την επιθυμίαν των. Όχι δε μόνον από την χώραν εκείνην ήρχοντο προς αυτήν, αλλά και από άλλας πολλάς πόλεις ονομαστάς, ακούοντες το κάλλος αυτής πολλοί δυνάσται και άρχοντες πλούσιοι συνηθροίζοντο εις τον οίκον της και εξώδευαν πολλά χρήματα προς χάριν της, προδίδοντες, φεύ! τον πλούτον και την ψυχήν των εις απώλειαν, δια να απολαύσουν τα κάλλη αυτής. Τοιουτοτρόπως μετ’ ολίγους χρόνους η Ευδοκία συνήθροισε παρ’ εαυτή όλον σχεδόν τον πλούτον των θαυμαστών της και διήγε βίον άσωτον, ουδόλως φροντίζουσα δια την μέλλουσαν Κρίσιν και ανταπόδοσιν. Επειδή όμως ο πολύς πλούτος της ανομίας εχρειάζετο και πολλής θεραπείας, ουχί εξ ανθρωπίνης χειρός αλλά θείας, δια να κατορθωθή να διαμοιρασθή ούτος εις ασθενείς και αδυνάτους πένητας από τους ισχυρούς και δυνάστας, οι οποίοι κατείχον αυτόν πρότερον, έφθασε και δια την Ευδοκίαν ο καιρός της ιατρείας εκ θείας όντως οικονομίας. Διότι ο καλός βοσκός, εξελθών εις αναζήτησιν, ανεύρε το απολεσθέν πρόβατον· ο αγαθός κεραμεύς το συντετριμμένον αγγείον ανέπλασεν· ο γνήσιος οικονόμος εσύναξε τους καρπούς του αμπελώνος, τους οποίους έμελλε να αρπάση ο εχθρός και επίβουλος· ο δεσπότης των ουρανίων θησαυρών τον επίγειον πλούτον εις μονάς αιωνίους εφύλαξεν. Ο Δεσπότης Χριστός, η ελπίς των απηλπισμένων, την απηλπισμένην ταύτην δεν εβδελύχθη, ως ελεήμων και πανάγαθος, αλλά απέπεμψε κενόν και άπρακτον τον πλουτοδότην αυτής διάβολον και έγινεν η πρώην τω βορβόρω βεβυθισμένη, ευωδίας αλάβαστρον και η πολλών απωλείας αίτιος, πολλών σωτηρίας πρόξενος· έχει δε ο τρόπος της μετανοίας της ως εξής. Μοναχός τις, Γερμανός ονόματι, ευσεβής και ενάρετος, μεταβαίνων από ξένον και μακρυνόν τόπον εις την πατρίδα του, διήλθεν από την Ηλιούπολιν και έμεινεν εις οικίαν τινά πλησίον της οικίας της Ευδοκίας. Όταν δε ο Μοναχός εκείνος ανέγνωσε την ακολουθίαν του έκαμεν ανάγνωσιν από εν ωραιότατον βιβλίον, το οποίον είχε μαζί του και το οποίον έγραφε περί της ημέρας της Κρίσεως φοβερά πράγματα. Έγραφε δια την κόλασιν των αμαρτωλών και την ανταπόδοσιν των δικαίων και πολλά άλλα. Ταύτα δε ανεγίνωσκεν ο Μοναχός εκείνος μεγαλοφώνως δια να ακούουν και οι οικοδεσπόται του οίκου εις τον οποίον έμενε. Συνέπεσε δε τότε, Θεού ευδοκία, να αγρυπνή η Ευδοκία και ήκουε την ανάγνωσιν καθ’ όλην την νύκτα, από ένα παράθυρον, τόσον δε κατενύχθη, ώστε έτρεχαν ως ποταμός τα δάκρυά της ενθυμουμένης τας ανομίας της. Όταν λοιπόν εξημέρωσε, προσεκάλεσε τον Μοναχόν και τον ηρώτησε· «Πόθεν είσαι; Ειπέ μοι, σε παρακαλώ, τι ήσαν εκείνα, τα οποία ανεγίνωσκες την νύκτα, τα οποία άλλην φοράν δεν ήκουσα εις την πατρίδα μου; Ειπέ μου, παρακαλώ, την αλήθειαν, διότι εάν πρόκειται να κολασθούν όσοι αμαρτάνουν, τότε κανείς δεν σώζεται. Μάλιστα δε όταν είπες ότι και οι πλούσιοι κολάζονται περισσότερον ελυπήθην, διότι είμαι από τας πλουσιωτέρας του κόσμου, αλλά και περισσότερον αμαρτωλή». Ο Γερμανός τότε την ηρώτησεν εάν είχεν άνδρα, ποίαν θρησκείαν εσέβετο και πως τόσον πλούτον απέκτησεν· η δε Ευδοκία απεκρίθη· «Σαμαρείτις είμαι και άνδρα νόμιμον δεν έχω, υποδέχομαι όμως παρανόμως όσους έλθουν προς εμέ· από τούτους και τον πλούτον απέκτησα. Δίδαξόν με όμως κατά ποίον τρόπον δύναμαι να σωθώ με τον πλούτον μου, επειδή, καθώς νομίζω, εάν ο πλούτος ήτο κακός, ο Θεός δεν θα τον έδιδε». Δραξάμενος τότε της ευκαιρίας ο Μοναχός Γερμανός λέγει προς την Ευδοκίαν· «Όστις πλουτήση κατά Θεόν δικαίως, από τους γονείς του ή από τον κόπον του, δεν έχει κατάκρισιν· όστις όμως θησαυρίζει εξ αδικιών και δεν ελεεί τους πένητας, εκείνος κολάζεται». Τότε η γυνή τον ηρώτησε και πάλιν· «Άραγε άδικος είναι ο πλούτος μου, αφού μάλιστα και πολλούς πτωχούς ευηργέτησα πλουσίως και πολύ χρυσίον εχάρισα»; Απεκρίθη ο Γερμανός· «Ο πλούτος σου είναι αισχρός και άδικος δι’ αυτό δεν αποδέχεται ο αμόλυντος Θεός την μεμολυσμένην ελεημοσύνην σου, εν όσω ευρίσκεσαι εις τον βόρβορον της πορνείας από την οποίαν επλούτησες και δεν σου αναγνωρίζει καμμίαν χάριν ο Κύριος. Τότε μόνον θα επιβλέψη επί σε ο Θεός, όταν αποφύγης την αμαρτίαν και κάμης την πρέπουσαν μετάνοιαν». Εάν όμως θέλης να με ακούσης, συνέχισε λέγων ο Μοναχός Γερμανός, ημπορείς να σωθής και να δοξασθής αιωνίως, να κληρονομήσης απόλαυσιν άρρητον, ηδονήν ανεκλάλητον και ζωήν αθάνατον μετά θάνατον. Εάν θέλης να σωθής, δύο πράγματα πρέπει να κάμης, δια να εύρης σωτηρίαν και παρρησίαν προς Κύριον· πρώτον να λάβης το Άγιον Βάπτισμα, το οποίον καθαρίζει όλους τους ρύπους και τους μολυσμούς των αμαρτιών και δεύτερον να σκορπίσης καλώς τον πλούτον, τον οποίον κακώς απέκτησες. Να διαμοιράσης αυτόν μετά χαράς εις πτωχούς και πένηταςκαι τότε θέλει σου δώσει ο Δεσπότης Χριστός, ως Βασιλεύς πλουσιόδωρος, αντί του βίουτούτου του φθειρομένου και ρέοντος, πλούτον άσυλον και βίον αεί διαμένοντα, θέλει σε συναριθμήσει μετά των Αγίων Παρθένων και θέλεις συμβασιλεύει μετά του Χριστού εις τον αιώνα. Τους λόγους τούτους του Οσίου Γερμανού ακούσασα η Ευδοκία και περιδεής γενομένη είπε προς αυτόν· «Πως θα ζήσω ύστερον, όταν σκορπίσω τον πλούτον μου, εφ’ όσον είμαι καλομαθημένη και δεν ημπορώ να στενοχωρηθώ; Ποίος θα έχη την φροντίδα μου; Αλλά και πως θα βεβαιωθώ, ότι όσα μου είπες είναι αληθινά, τα αγαθά δηλαδή, τα οποία κληρονομούν εις τον Παράδεισον, όσοι καταφρονήσουν τα πρόσκαιρα, δια να έλθω και εγώ προθύμως εις τον Χριστόν, να του δουλεύω όλας τας ημέρας της ζωής μου γινομένη εις πολλούς αμαρτωλούς μετανοίας υπόδειγμα»; Απεκρίθη ο Γερμανός· «Μη έχης διαλογισμούς εις τον νουν σου, διότι ο διάβολος είναι πονηρός και εάν ίδη ότι αμφιβάλλεις, διαστρέφει την καρδίαν σου, δια να μη δυνηθής να φύγης από την υποταγήν του και δια να επιτύχη να σε ρίψη εν τέλει εις το πυρ το άσβεστον, να φλογίζεσαι μετ’ αυτού αιωνίως. Εάν δε θέλης να βεβαιωθής δια την αλήθειαν, εκδύσου αυτά τα πλούσια φορέματα και όλα τα στολίδια, τα οποία φορείς, και ενδύσου πτωχικά και καταφρονεμένα ιμάτια, κλείσου μίαν εβδομάδα εις τον κοιτώνα σου και προσεύχου προς τον Θεόν νήστις μετά δακρύων. Τότε ο Θεός, ως αγαθός και φιλάνθρωπος, θέλει σου δείξει οπτασίαν τινά κατά τον πόθον σου· και ό,τι σου φανερώση, προθύμως ποίησον». Τότε η Ευδοκία υπεσχέθη να πράξη καθώς την συνεβούλευσεν ο Μοναχός· παρεκάλεσε δε τούτον να παραμείνη και αυτός εις τον οίκον, όπου έμενε και να προσεύχεται δι’ αυτήν, έως ότου παρέλθη η εβδομάς δια να ίδουν το αποβησόμενον· έδωσε δε εις αυτόν και χρήματα δια τα έξοδα. Προσηύχετο δε ο Γερμανός προς τον Θεόν δια την Ευδοκίαν, εις το τέλος δε της προσευχής του προσέθεσε και ταύτα· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Συ όστις εδικαίωσας τον Τελώνην και έσωσας την πόρνην, σώσον και ταύτην την αχρείαν δούλην σου, όπως ποιήση ακουστόν το Όνομά σου εις του κόσμου τα πέρατα». Ταύτα ευξάμενος ο Γερμανός απήλθεν, η δε Ευδοκία δεν ημέλησε καθόλου εις όσα την συνεβούλευσεν. Επρόσταξε δε τας δούλας της να μη ανοίξουν εις ουδένα κατ’ εκείνας τας επτά ημέρας. Ακόμη προσέταξεν αυτάς να μη κάμωσι καμμίαν εργασίαν κατά τας ημέρας αυτάς, αλλά να προσεύχωνται· αυτή δε εκλείσθη εις κουβούκλιον και προσηύχετο καθ’ όλην την εβδομάδα κλαίουσα. Αφού λοιπόν συνεπληρώθη η εβδομάς, ελθών ο Γερμανός επρόσταξεν την Ευδοκίαν να εξέλθη από το κουβούκλιον, τούτου δε γενομένου την ηρώτησεν εάν είδεν οπτασίαν τινά. Εκείνη δε απεκρίθη· «Καθώς προσηυχόμην μετά δακρύων ενθυμουμένη τας αμαρτίας μου, είδον σήμερον πριν εξημερώση φως μέγα υπέρ τον ήλιον, νέος δε τις αστραπόμορφος, εμφανισθείς κατ’ εκείνην την ώραν, με ήρπασεν από την δεξιάν και με ανεβίβασεν εις τον ουρανόν. Εκείείδα άνδρας αναριθμήτους λευκοφόρους εξαστράπτοντας, οι οποίοι με υπεδέχθησαν χαίροντες. Καθώς δε εισηρχόμην εις το φως εκείνο το ανεκλάλητον, εφάνη έξωτης θύρας μαύρος τις και δυσειδέστατος γίγας, όστις τρίζων κατ’ εμού τους οδόντας εφώναζε τόσον δυνατά, ώστε εσείετο από τας φωνάς του όλος ο τόπος εκείνος. Φιλονικών δε ο απαίσιος εκείνος μαύρος μετά του οδηγού μου, έλεγε προς αυτόν διαμαρτυρόμενος· «Αδικείς με, Aρχιστράτηγε· εάν αυτήν σώσης, την άσωτον, η οποία εμίανεν τόσους ανθρώπους και επλήρωσε πάσαν την γην με τας ανομίας της, πάρε τότε και όλον τον κόσμον και πάντας τους ανόμους αδίκως δικαίωσον. Εγώ δια μικράν παρακοήν εξωρίσθην από τον Παράδεισον και συ εισάγεις εις αυτόν ψυχήν άσωτον και παμβέβηλον»; Ενώ όμως τοιαύτα και έτερα πλείονα εφλυάρει ο δυσειδέστατος εκείνος μαύρος, ηκούσθη εξ ουρανού φωνή γλυκυτάτη λέγουσα· «Ούτως ηυδόκησεν ο Θεός δια τους υιούς των ανθρώπων. Υποδέχεται τους εξ αυτών μετανοούντας ως εύσπλαγχνος». Και λέγει πάλιν η θεία εκείνη φωνή προς τον οδηγούντα με: «Λάβε αυτήν, Μιχαήλ, και οδήγησέ την εις την οικίαν της, να αγωνισθή, δια να συγχωρήσω τας αμαρτίας της, εγώ δε θέλω ενδυναμώνει και διαφυλάττει αυτήν ως τέκνον μου γνήσιον, δια να μη δυνηθούν να την βλάψουν οι δαίμονες». Παρευθύς τότε με έφερεν εδώ ο Άγγελος, λέγων· «Ειρήνη σοι, δούλη του Θεού Ευδοκία· ανδρίζου και ενδυναμού, ότι η Χάρις του Θεού θέλει είναι μετά σου πάντοτε». Τότε εγώ ηρώτησα τον φανέντα μοι· «Αποκάλυψόν μου τις είσαι, κύριε»; Ο δε είπε μοι· «Εγώ του αληθινού Θεού ο Πρωτάγγελος είμαι εκείνου Όστις δέχεται όσους μετανοήσουν δια τας αμαρτίας των. Τούτους κατ’ εντολήν του Θεού οδηγώ εις ζωήν αιώνιον και τότε κάμνουν οι Άγγελοι χαράν μεγάλην δια τον μετανοούντα αμαρτωλόν, ότι εσώθη. Διότι ο ελεήμων και πανάγαθος Θεός δεν θέλει την απώλειαν ουδενός αλλά την των πάντων επιστροφήν και μετάνοιαν». Ταύτα ειπών ο Άγγελος με εσφράγισε τρεις φοράς και απήλθεν εις τα ουράνια. Χαίρων τότε ο Όσιος εκείνος Μοναχός Γερμανός λέγει προς την μακαρίαν Ευδοκίαν· «Επίστευσας τώρα, ότι υπάρχει Θεός αγαθός και εύσπλαγχνος, όστις δέχεται τους αμαρτωλούς εις μετάνοιαν; Εγνώρισας πόσην μεγάλη διαφορά υπάρχει μεταξύ του ολίγου τούτου φωτός και του λαμπροτάτου εκείνου; Πως σου φαίνεται τώρα; Πιστεύεις εις τον Χριστόν τον αληθή Θεόν, τον αγαθόν και παντελεήμονα, ή ακόμη έχεις δισταγμόν εις την καρδίαν σου»; Η ευλογημένη Ευδοκία απεκρίθη· «Εγώ επίστευσα και πιστεύω, ότι άλλος Θεός δεν υπάρχει ει μη μόνον εκείνος, όστις σώζει τους αμαρτάνοντας, του οποίου μέρος του αμέτρου φωτός ηξιώθην να απολαύσω δι’ ολίγην ώραν εις τον Παράδεισον». Λέγει πάλιν προς αυτήν ο Γερμανός· «Λοιπόν, εάν ο τόπος σου ήρεσε, κάμε τρόπον να τον απολαύσης αιωνίως· δηλαδή, μετανόησον ικανώς, κατά τας αμαρτίας σου, και θρήνησον τόσον, ώστε να πλύνης τους ρύπους της ψυχής δια των δακρύων σου και τότε γίνεσαι νύμφη αμόλυντος του Χριστού. Λησμόνησε την προτέραν σου διαγωγήν και μίσησον πάσαν σαρκικήν απόλαυσιν· πόθησον την σωφροσύνην και αντί των επιγείων τα επουράνια». Ενδυναμωθείσα τότε τω πνεύματι η μακαρία Ευδοκία λέγει προς τον Γερμανόν· «Ετοίμη είμαι να κάμω όσα με προστάξης, Πάτερ τίμιε». Ο δε Γερμανός είπε προς αυτήν· «Εγώ μεν υπάγω εις το Μοναστήριόν μου και πάλιν μεθ’ ημέρας τινάς έρχομαι να ίδω πως ευρίσκεσαι· συ δε λάβε το Άγιον Βάπτισμα, το οποίον θέλει σε φυλάττει αβλαβή πάντοτε και πορεύου, καθώς σου είπον, καθαρά και αμόλυντος». Εδέετο τότε προς αυτόν η Ευδοκία με δάκρυα λέγουσα· «Μη με αφήσης, κύριέ μου, ατελείωτον, ίνα μη με εύρη ο εχθρός εστερημένην βοηθείας και με σύρη πάλιν εις την μιαράν επιθυμίαν. Εγώ έχω δούλους πολλούς και χρυσίον αναρίθμητον, λίθους πολυτίμους και άλλα πολυτιμότερα πράγματα και των χρημάτων χρησιμώτερα και αν ορίζης, να με δεχθής εις το Μοναστήριόν σου και να με κυβερνήσης να σωθώ δια μέσου σου». Απεκρίθη προς αυτήν ο Όσιος· «Υπόμεινον ολίγας ημέρας να βαπτισθής, μοίρασε εις τους πτωχούς τον άδικον πλούτον σου και τότε θα έλθω να σε πάρω, ίνα σε οδηγήσω εις τι Μοναστήριον». Έμεινε λοιπόν η μακαρία εις τον οίκον αυτής προσευχομένη, κλαίουσα και νηστεύουσα και ουδέν έτερον έτρωγεν ειμή μόνον ολίγον άρτον και ύδωρ σύμμετρον. Έπειτα μετέβη εις τον Επίσκοπον της πόλεως εκείνης, καλούμενον Θεόδοτον, και την εβάπτισεν εις το όνομα της Αγίας και ομοουσίου Τριάδος. Είπε δε τότε η μακαρία προς τον Επίσκοπον· «Παρακαλώ την αγιωσύνην σου, Άγιε Δέσποτα, να διαμοιράσης όλον τον πλούτον μου εις θλιβομένους και πτωχούς, εις χήρας και ορφανά και πένητας, επειδή, ως έμαθον, άδικα τον απέκτησα. Να διαμοιρασθή δε καλώς, ίνα εύρω έλεος από τον Θεόν δια τας ανομίας μου». Ιδών λοιπόν ο Αρχιερεύς την καλήν γνώμην και την αγαθήν αυτής προαίρεσιν, την ηυλόγησεν εξ όλης ψυχής, γνωρίσας την μέλλουσαν προκοπήν αυτής και της λέγει· «Εύχου δι’ ημάς, αδελφή, ότι σήμερον έγινες όντως νύμφη Χριστού και των Αγγέλων συνόμιλος· μακαρία συ και καλότυχος, όπου έδωσες όλον τον πλούτον σου και απέκτησες τον πολύτιμον Μαργαρίτην· δια δε τα φθαρτά ταύτα και ηδέα, τα οποία εμίσησας πανσόφως και φρονίμως, υπάγεις να απολαύσης τα αϊδια και αιώνια, να συναγάλλεσαι με τον Νυμφίον σου Χριστόν πάντοτε, εις την Βασιλείαν Αυτού την ουράνιον». Αυτά και άλλα περισσότερα ειπών με δάκρυα κατανύξεως προς την μακαρίαν ο αγιώτατος Επίσκοπος, προσεκάλεσεν ένα από τους Ιερομονάχους του, άνθρωπον ενάρετον, ξενοδόχον της Επισκοπής και του λέγει· «Επειδή σε γνωρίζω ευλαβή και θεοφοβούμενον, παραδίδω εις τας χείρας σου την ψυχήν της γυναικός ταύτης. Φρόντισε δε να διαμοιράσης εις πτωχούς τον πλούτον της και μη κρατήσης δι’ ημάς ούτε εν αργύριον, αλλά καθώς συ έδωσες την πατρικήν σου κληρονομίαν ελεημοσύνην, ούτω και όλα εκείνα τα οποία θα παραδώση εις τας χείρας σου να τα οικονομήσης καλώς και θεαρέστως». Απήλθον λοιπόν ο Ιερομόναχος με την Ευδοκίαν εις την οικίαν της και συναθροίσασα η μακαρία όλον τον πλούτον αυτής παρέδωσε τα πάντα εις την εξουσίαν αυτού με χαρούμενον πρόσωπον. Ήσαν δε ταύτα τόσον πολλά, ώστε ήθελε φανή εις τινας πράγμα υπερβολικόν και απίστευτον, αλλά εγώ καθώς τα εύρον εις το Ελληνικόν τα γράφω εις κοινήν φράσιν, χωρίς να αυξήσω, μάρτυς μου ο Κύριος, τίποτε, αλλά μόνον την αλήθειαν και τούτο προς δόξαν Θεού και παράδειγμα ιδικόν μας, δια να κατανυχθούν και άλλαι ψυχαί, να μιμηθούν αυτήν την αείμνηστον και πάνσοφον Ευδοκίαν. Ήτο λοιπόν η ποσότης των χρημάτων της μακαρίας Ευδοκίας χρυσίον μεν λίτραι μύριαι· μαργαριτάρια βασιλικά και λίθοι πολύτιμοι αναρίθμητοι· σκεύη αργυρά, ήτοι αγγεία ασημικά, οκτώ χιλιάδες λίτραι· στολίδια άλλα διάφορα χρυσά και αργυρά πολλά· βαρέα μεταξωτά ιμάτια διακόσια εβδομήκοντα πέντε· νήμα μεταξωτόν αρκετόν· μόσχου δοχεία πολύτιμα δώδεκα· από τας Ινδίας κυτία τριάκοντα τρία και άλλα πολύτιμα αντικείμενα και στολαί χρυσοϋφαντοι αναρίθμητοι με λίθους πολυτίμους και μαργαρίτας. Ομοίως και αγροί, αμπελώνες και άλλα ακίνητα πράγματα, τα οποία της έδιδαν ως εισόδημα τρεις χιλιάδας νομίσματα τον χρόνον. Αυτά όλα και άλλα περισσότερα έδωκεν η πάνσεμνος εις τον Ιερέα, τους δε δούλους αυτής ηλευθέρωσε και τους εχάρισε τον οίκον της καθώς ευρίσκετο. Ακόμη δε και δύο χιλιάδας χρυσά φλωρία τους έδωσε λέγουσα· «Εγώ μεν σας ηλευθέρωσα από την δουλείαν αυτήν την πρόσκαιρον, εάν δε σεις θέλετε να λάβετε και την πραγματικήν ελευθερίαν, πιστεύσατε εις τον Χριστόν, τον αγαθόν και παντελεήμονα, να σας αξιώση της ουρανίου Βασιλείας του». Όταν λοιπόν ετακτοποίησεν η μακαρία καλώς την περιουσίαν της και ελυτρώθη από πάσαν φροντίδα και μέριμναν, τότε ήλθε και ο Γερμανός, ο ευλαβής και θεοσέβαστος, και την ωδήγησεν εις το γυναικείον Μοναστήριον, το οποίον είχε μακράν από τους Μοναχούς δέκα στάδια. Ήσαν δε οι άνδρες εις το ανδρικόν Μοναστήριον εβδομήκοντα, αι δε γυναίκες του γυναικείου Μοναστηρίου τριάκοντα, με αυτάς δε έμεινε και η θαυμασία Ευδοκία, αγωνιζομένη από τας άλλας περισσότερον. Εφόρει δε πάντοτε η μακαρία το ιμάτιον, με το οποίον την ενέδυσεν ο Επίσκοπος όταν την εβάπτισε και ουδέποτε το εξεδύθη. Μόνον όταν ήτο ψύχος πολύ τον χειμώνα, επάνω από το ιμάτιον εφόρει ένα ράσον τρίχινον. Έμαθε δε και το Ψαλτήριον και πάσαν την Γραφήν και την ανεγίνωσκε μετά προθυμίας. Μετά πάροδον ολίγων ετών εκοιμήθη η Προεστώσα των παρθένων και με θείαν νεύσιν και ευδοκίαν εψήφισαν την Ευδοκίαν, ως θαυμασίαν και δόκιμον και τόσον ευάρεστος εφάνη εις τον Θεόν και εις πάσαν την αδελφότητα, ώστε δια την αγίαν της πολιτείαν, μετά την θαυμασίαν αυτής αλλοίωσιν, της έδωκεν εξουσίαν ο πλουσιόδωρος Κύριος να κάμνη θαυμάσια, από τα οποία θα γράψωμεν ολίγα εις δόξαν Αυτού και εις υπόδειγμα εκείνων όπου ηνόμησαν. Εις από τους πρώην εραστάς αυτής, ονόματι Φιλόστρατος, όταν ήκουσε την επιστροφήν της εις Χριστόν, ελυπήθη υπερβαλλόντως· έχων δε πόθον διάπυρον να την ίδη και να συνομιλήσωσιν, ενεδύθη ράσα μοναχικά ο αναίσχυντος, δια να μη τον εμποδίσωσι και επροφασίσθη ότι ήθελε να της ομιλήση δια ψυχικήν της ωφέλειαν. Πιστεύσας δε ο απονήρευτος Γερμανός τους δολίους και ψευδοπλάστους του Φιλοστράτου λόγους τον αφήκε να συνομιλήση με την Οσίαν. Βλέπων δε ταύτην, ο ανόσιος, ούτω τεταπεινωμένην και αδύνατον από την εγκράτειαν, την εκοίταξε με βλέμμα άγριον και λέγει προς αυτήν· «Τις σε κατέπεισεν, Ευδοκία, να έλθης εις τόσην αγνωσίαν; Να αφήσης τόσον πλούτον και τοιαύτην μακαριότητα όπου είχες και πάσαν απόλαυσιν, ίνα έλθης εις τοσαύτην στενοχωρίαν και απορίαν των αναγκαίων πραγμάτων και να είσαι πλέον νεκρά δια τον κόσμον ματαίως και ανωφελώς και κλαίει και θρηνεί δια την αγάπην σου η πόλις όλη; Αλλά άκουσόν μου, κυρία μου· ελθέ να υπάγωμεν εις την προτέραν απόλαυσιν και μη μαραίνης το κάλλος σου με την αδιάκριτον νηστείαν. Συ ήσουν ωραία και πάγκαλος ως θεά, τώρα δε κατάντησες άσχημος και δύσμορφος. Ποίος άλλος υπέπεσεν εις τόσην αγνωσίαν, να χαρίση όλον τον πλούτον του δια ματαίαν ελπίδα μελλούσης μακαριότητος, της οποίας δεν γνωρίζεις το βέβαιον; Λοιπόν, πριν αφανισθή τελείως η καλλονή σου και γίνη άχρηστον το βασιλικόν σου πρόσωπον, ακολούθησόν με δια να χαρώμεν τον κόσμον προτού γηράσωμεν». Τοιαύτα και έτερα όμοια φλυαρούντος του αθλίου εκείνου, ωργίσθη κατ’ αυτού η Αγία και τον εφύσησε μετά θυμού εις το πρόσωπον λέγουσα· «Ο Κύριός μου Ιησούς Χριστός, ο δίκαιος Κριτής, του οποίου έγινα δούλη, η αναξία και βέβηλος, να σε επιτιμήση να μη εξέλθης καλώς απ’ εδώ, επειδή είσαι τέκνον του διαβόλου και συμβουλεύεις εκείνα τα οποία επιθυμεί». Ταύτα ειπούσης της Οσίας έπεσεν ευθύς ο Φιλόστρατος και εξεψύχησεν. Βλέπουσαι αι μονάζουσαι τοιούτον έργον της Οσίας θαυμάσιον, εθαύμαζον δια την παρρησίαν, την οποίαν είχε προς Κύριον, πλην όμως ησύχαζον και ανέμενον να ίδουν το αποβησόμενον. Το μεσονύκτιον είδεν εις οπτασίαν η Οσία τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, όστις της έλεγεν· «Ευδοκία, εγείρου και κάμε προσευχήν να αναστηθή ο νεκρός, δια να γνωρίσης την δύναμίν μου και τότε να σε αξιώσω μεγαλυτέρου χαρίσματος, επειδή επίστευσες εις εμέ και απηρνήθης την κοσμικήν ματαιότητα». Εγερθείσα τότε η Οσία ανέστησε δια της προσευχής της τον Φιλόστρατον, όστις εγερθείς έπεσεν εις τους πόδας αυτής, λέγων· «Παρακαλώ σε, Ευδοκία, δικαία δούλη του μεγάλου Θεού, να με συγχωρήσης δια τους ανοσίους λόγους τους οποίους σου είπον, διότι τώρα εγνώρισα του Θεού σου την δύναμιν». Τότε η Οσία τον συνεχώρησε και του είπε· «Πορεύου εις ειρήνην και πίστευε εις τον παντοδύναμον Θεόν, όστις σε επεσκέφθη δια την άπειρον ευσπλαγχνίαν του». Κατά τον καιρόν εκείνον εβασίλευεν εκεί άλλος βασιλεύς· τινές δε εκ των πρώην εραστών της Ευδοκίας, ακούσαντες ότι επίστευσεν εις τον Χριστόν και εμόνασε, παρακινούμενοι υπό του διαβόλου απεφάσισαν να την καταγγείλουν εις τον βασιλέα. Έστειλαν λοιπόν αναφοράν προς αυτόν, εις την οποίαν έλεγον, ότι λαβούσα αργύρια από την πόλιν τα μετέφερεν εις την έρημον με τον σκοπόν να κτίζη κελλία και Μοναστήρια, εζήτουν δε να τους δώση εξουσίαν να της αρπάσουν τα χρήματα και να την απομακρύνουν από εκεί, επειδή εβλασφήμει τους θεούς και προσεκύνει τον υπό των Εβραίων σταυρωθέντα. Ταύτα αναγνώσας ο βασιλεύς και πληρωθείς θυμού απέστειλεν άρχοντα τινά μετά τριακοσίων στρατιωτών να την πάρουν από την Μονήν βιαίως με όλα τα χρήματα και να την οδηγήσουν εις τα βασίλεια. Ταύτα ο Κύριος εφανέρωσε δι’ οπτασίας εις την Οσίαν, ειπών προς αυτήν· «Οργή του βασιλέως έρχεται κατά σου, αλλά μη φοβηθής, διότι εγώ είμαι μαζί σου πάντοτε». Όταν λοιπόν έφθασαν οι στρατιώται εις το ασκητήριον, έβλεπον μεν τούτο, αλλά να εισέλθουν εντός αυτού δεν ηδύναντο, εμποδιζόμενοι υπό της θείας δυνάμεως. Περιετριγύριζον λοιπόν πέριξ αυτού ματαίως κοπιάζοντες επί τρία ημερονύκτια. Βλέπων ο δίκαιος Θεός, ότι οι στρατιώται, ως ασύνετοι, δεν ηννόησαν την θείαν Αυτού και υπερθαύμαστον δύναμιν, ώστε να επιστρέψουν εις τα οπίσω, μετανοούντες δια την ανομίαν των, αλλά συνέχιζον προσπαθούντες να εκτελέσουν του επιγείου βασιλέως την παράνομον προσταγήν, επαίδευσεν αυτούς δικαίως ως αδίκους. Όθεν ελθούσης θανασίμου βιαίας πνοής εθανατώθησαν οι άθλιοι, οίτινες πεσόντες αίφνης άπαντες εις την γην απέθανον. Μόνον ο άρχων μετά τριών άλλων στρατιωτών δεν εθανατώθησαν, ίσως δια να φέρουν εις τον βασιλέα το μήνυμα, όστις ακούσας ταύτα περισσότερον εθύμωσε και συγκαλέσας όλην την σύγκλητον είπε προς αυτούς οργιζόμενος· «Βλέπετε πως μία πόρνη καταφρονημένη και άτιμος τόσους δυνατούς στρατιώτας απώλεσε με τας μαγείας και κακουργίας της; Τι λοιπόν με συμβουλεύετε να κάμω, δια να μη προξενήση αύτη και άλλα χειρότερα εις ημάς»; Τότε ο υιός του βασιλέως εκαυχήθη ότι δύναται να υπάγη να καταστρέψη το Μοναστήριον. Ματαίως όμως και κενά εμελέτησε, διότι, καθώς επορεύετο έφιππος, έπεσεν ο ίππος του, εκ της πτώσεως δε ταύτης συνετρίβη ο εις εκ των ποδών του. Μετέφερον τότε αυτόν οι στρατιώται εις τα βασίλεια, εντός ολίγου δε βασανιζόμενος από πόνους φρικτούς απέθανεν. Ενώ λοιπόν ο βασιλεύς έκλαιε και ωδύρετο δια τον θάνατον του υιού του, τον συνεβούλευσεν ο Φιλόστρατος, ειπών προς αυτόν· «Γίγνωσκε, βασιλεύ, ότι η μακαρία Ευδοκία είναι δούλη του αληθινού Θεού και δια τούτο άνθρωπος δεν δύναται να την κακοποιήση, επειδή φυλάττει αυτήν θεία δύναμις. Εάν λοιπόν θέλης να αναζήση ο υιός σου, στείλε γράμμα έντιμον προς αυτήν και παρακάλεσον περί τούτου με πολλήν ταπείνωσιν». Τότε ο βασιλεύς απέστειλε προς την Αγίαν γράμματα ικετευτικά δια τινος δικαστού ονόματι Βαβύλα, όστις διηυθύνθη προς το Μοναστήριον, προσκυνήσας δε την Αγίαν της έδωσε τα γράμματα· έπειτα εξελθών εκάθισεν έξω του Μοναστηρίου και ανέμενεν απόκρισιν. Ενώ λοιπόν εκάθητο εις πέτραν τινά απεκοιμήθη, βλέπει δε εις τον ύπνον του Άγγελον Κυρίου αστραπόμορφον, όστις τον εκέντησε με ράβδον εις την πλευράν και του λέγει· «Ο νεκρός σε αναμένει, Βαβύλα». Εκείνος δε ηγέρθη παρευθύς και πορευθείς προς την Οσίαν της εφανέρωσε την οπτασίαν, ζητών απόκρισιν. Τότε η Αγία πρώτον μεν προσηυχήθη εις τον Θεόν να την φωτίση να κάμη το συμφερώτερον· έπειτα λαβούσα συγχώρησιν από τας αδελφάς, έγραψε τα εξής προς τον βασιλέα με πολλήν ταπεινοφροσύνην και μετριότητα· «Εγώ μεν είμαι ευτελής και αθλία, βεβαρημένη υπό πλήθους ανομιών ως άσωτος, δεν είμαι δε αξία να κάμω δέησιν προς τον Δεσπότην Χριστόν δια τον υιόν σου, πλην, εάν εις Αυτόν ολοψύχως πιστεύσης, θέλεις ίδει την μεγάλην του δύναμιν, ώστε να μετατραπή η πολλή θλίψις σου εις αγαλλίασιν». Ταύτα αφού έγραψεν η Αγία έκαμε και τρεις σταυρούς εις την επιστολήν και την έδωκεν εις τον δικαστήν, όστις λαβών ταύτην απήλθε δρομαίως και φθάσας εις τον νεκρόν ευθύς ως έβαλε την επιστολήν επάνω αυτού, ω του θαύματος, ανεστήθη. Τότε όχι μόνον αυτός ο νεκρέγερτος, αλλά και πάντες οι παρόντες, βλέποντες τοιούτον φρικτόν τερατούργημα, ακόμη δε και αυτός ο βασιλεύς, εβόησαν άπαντες· «Μέγας ο Θεός της Χριστιανής Ευδοκίας, όστις κάμνει τοιαύτα θαυμάσια». Έκαμε λοιπόν ο βασιλεύς δια την χαράν του υιού του μεγάλην τράπεζαν και διεμοίρασε πολλήν ελεημοσύνην εις τους πτωχούς. Έπειτα, προσκαλέσας τον Αρχιερέα της πόλεως εβαπτίσθη με όλους τους συγγενείς και δούλους του και απέστειλε προς την Αγίαν πλήθος χρυσίου δια να το εξοδεύση εις το Μοναστήριον, πολλάκις δε της έστειλε γράμματα και δώρα βασιλικά. Εις ολίγον καιρόν ο βασιλεύς και η σύζυγός του καλώς ετελεύτησαν, ο δε υιός αυτού ο νεκρέγερτος εχειροτονήθη Διάκονος και όταν ετελεύτησεν ο Αρχιερεύς της πόλεως, εχειροτόνησαν αυτόν ως άξιον. Ούτος είχε και αδελφήν, Γελασίαν ονόματι, ήτις αφού παρέλαβε την ανήκουσαν εις αυτήν κληρονομίαν απήλθε μετά δύο ευνούχων αυτής εις την Μονήν της Οσίας και εμόνασεν. Επίσης και οι ευνούχοι μεταβάντες εις την ανδρικήν Μονήν εμόνασαν εν αυτή και εκεί ετελείωσαν τον βίον αυτών θεαρέστως. Μετά δε τον θάνατον του βασιλέως έγινεν άλλος βασιλεύς ειδωλολάτρης, όστις εψήφισεν ηγεμόνα εις την Ηλιούπολιν σκληρόν τινα και απάνθρωπον, Διογένην ονομαζόμενον, ο οποίος ήτο μεμνηστευμένος με την Γελασίαν την θυγατέρα του βασιλέως. Επειδή δε ούτος δεν ηθέλησε να βαπτισθή, δεν του την έδωσεν ο βασιλεύς δια γυναίκα του. Αυτός δε, εν όσω έζη ο βασιλεύς, είχεν υπομονήν· κατόπιν όμως, όταν έλαβε την ηγεμονίαν, επειδή η μακαρία Γελασία απήλθε προς τον Νυμφίον αυτής τον ουράνιον, εσκέφθη να κακοποιήση αντ’ αυτής την Οσίαν, η οποία την εκούρευσε Μοναχήν. Παρευθύς λοιπόν στέλλει πεντήκοντα στρατιώτας, ίνα οδηγήσωσι την Αγίαν έμπροσθέν του. τότε πάλιν εφάνη εις αυτήν ο Δεσπότης Χριστός εν οράματι και της λέγει· «Αγρύπνα, Ευδοκία, και αγωνίζου δια την αληθινήν Πίστιν, ίνα λάβης τον στέφανον, διότι ήλθεν ο καιρός του Μαρτυρίου σου. Και ιδού έρχονται κατά σου αλλόφυλοι και θηρία άγρια· αλλά μη δειλιάσης ουδόλως εις τα κολαστήρια, διότι εγώ είμαι μαζί σου εις όλας τας θλίψεις σου». Όταν δε έφθασαν οι στρατιώται εις το Μοναστήριόν της εισήλθεν η Αγία εις το Άγιον Βήμα, και λαβούσα εκ του ιερού της Αγίας Τραπέζης κιβωτίου μικράν μερίδα από το τίμιον Σώμα του Χριστού το εβάστα επάνω της εις κυτίον μικρότατον, ίνα έχη τούτο εις σκέπην αυτής και βοήθειαν. Συλλαβόντες λοιπόν οι στρατιώται την Αγίαν την ωδήγουν εις τον ηγεμόνα χαίροντες χαίρουσαν και δια να φθάσουν ταχέως περιεπάτουν όλην την νύκτα κατά την προσταγήν. Αλλά ο θείος Άγγελος, ο φύλαξ αυτής, επροπορεύετο κρατών λαμπάδα ανημμένην, δια της οποίας εφώτιζεν αοράτως την οδόν χωρίς να βλέπωσιν οι στρατιώται τούτο το θαυμάσιον. Όταν έφθασαν εις την πόλιν, επρόσταξεν ο ηγεμών να την ρίψουν εις την φυλακήν, να μη τολμήση δε κανείς να της δώση άρτον ή ύδωρ ή άλλην τροφήν ουδόλως. Την τετάρτην ημέραν την έφεραν εις το κριτήριον με κεκαλυμμένον το πρόσωπον, όταν δε απεκάλυψαν τούτο, εξήλθεν εξ αυτού λάμψις τις ως αστραπή και πάντες εξέστησαν, περισσότερον δε ο ηγεμών. Εκάλεσε δε ούτος την Αγίαν να είπη την καταγωγήν, την Πίστιν και την επωνυμίαν της. Ατενίσασα τότε προς τον ηγεμόνα η Αγία απεκρίθη προς αυτόν μετά θάρρους· «Το μεν όνομά μου λέγεται Ευδοκία· είμαι δε Χριστιανή και ηξιώθην να ονομάζωμαι δούλη Αυτού του μόνου αγαθού και ευσπλάγχνου Θεού, εις τον οποίον επίστευσα εξ όλης καρδίας μου τόσον, ώστε δεν δύναται κανέν πράγμα να με χωρίση από την αγάπην του. Μη λοιπόν δαπανάς τον καιρόν σου ερωτών με άλλο τίποτε, μόνον πράττε ό,τι σκέπτεσαι, δια να απαλλαγής από ταύτην την φροντίδα το συντομώτερον». Λέγει τότε προς αυτήν ο ηγεμών· «Διατί αφήκες την πόλιν σου και επήγες εις τόπον έρημον και εξώδευσες ματαίως τόσην βασιλικήν περιουσίαν»; Απεκρίθη η Αγία· «Ας έλθουν οι συκοφάνται εις το μέσον να τους ελέγξω· διότι εγώ ουδόλως και παρ’ ουδενός έλαβον δημόσια χρήματα. Εάν λοιπόν έχης να ομιλήσης δι’ άλλην υπόθεσιν, ειπέ ό,τι νομίζεις». Αποκαλύψας τότε ο ηγεμών την αιτίαν της προσαγωγής της Αγίας εις το κριτήριον, λέγει προς αυτήν· «Οι προεστοί της πόλεως ταύτης σε ενεκάλεσαν κατηγορούντες σε, ότι αφήκες τους παλαιούς θεούς και προσκυνείς άλλον νεώτερον και ότι εις τον Ναόν τούτου εξώδευσας όλα τα χρήματα, τα οποία ανήκουν εις το βασιλικόν ταμείον. Λοιπόν, χωρίς περιττολογίαν, κάμε ένα από αυτά τα τρία· ή τους θεούς προσκύνησον, ή επίστρεψε πάλιν εις την προτέραν σου πολιτείαν ή, τουλάχιστον, δώσε εις ημάς τα χρήματα να τα βάλωμεν εις το δημόσιον ταμείον, πριν το μάθη ο βασιλεύς και θυμωθή κατ’ εμού». Απεκρίθη η Αγία· «Εγώ αργύρια βασιλικά ουδόλως έλαβον, αυτοί δε από τον φθόνον των και μόνον με ενεκάλεσαν. Αλλά μήτε τους ψευδωνύμους θεούς σας προσκυνώ ποτέ, αφού ηξιώθην να γίνω δούλη του αληθινού και παντελεήμονος Θεού, τον οποίον δεν απαρνούμαι έστω και αν με υποβάλης εις μύρια παιδευτήρια». Βλέπων λοιπόν ο ηγεμών το αμετάθετον της Αγίας επρόσταξε να την εκδύσουν έως την μέσην και να ξεσχίσωσι τας πλευράς αυτής τέσσαρες άνδρες, έως ότου φανώσι τα σπλάγχνα της. Κατ’ αυτόν δε τον τρόπον εβασάνιζαν την Αγίαν επί δύο ώρας προξενούντες εις αυτήν δριμυτάτους πόνους με εκείνα τα δεινά κολαστήρια, οι ακόλαστοι. Τότε λέγει πάλιν προς αυτήν ο ηγεμών· «Λυπήσου, γύναι, τα κάλλη σου. Θυσίασον τοις θεοίς, ίνα μη απολεσθή κακώς η ωραιότης σου». Αποκρίνεται η Αγία· «Εάν ήσουν άνθρωπος γνωστικός και έκρινες δικαίως, ήθελες γνωρίσει και συ το συμφέρον σου και θα επίστευες εις τον αληθινόν Θεόν δια να συγχωρήση τας ανομίας σου, ως εύσπλαγχνος· αλλ’ επειδή η συνείδησίς σου σε κατακρίνει εις θάνατον, σε αναμένει του αιωνίου πυρός η απόλαυσις». Θυμωθείς τότε ο ηγεμών περισσότερον επρόσταξε να εκδύσουν εντελώς την Αγίαν και ούτω γυμνήν να την κρεμάσουν εις το ξύλον και να την δέρωσιν ισχυρότερον. Ενώ δε οι στρατιώται επεχείρουννα την γυμνώσουν, εύρον το κυτίον, εις το οποίον είχε τον Άγιον Άρτον και λαβόντες αυτό το έδωσαν εις τον ηγεμόνα, όστις ενώ επεχείρει να το ανοίξη, παρευθύς εξήλθεν εξ αυτού φλοξ, ήτις κατέκαυσε τους περιεστώτας, έπληξε δε και ολόκληρον το αριστερόν μέρος του ηγεμόνος και τον κατέστησεν ημίξηρον, δηλαδή ημιπαράλυτον. Πεσών τότε ούτος εις την γην ωδύρετο δεινώς και εβόα λέγων· «Ιάτρευσόν με, θεέ ήλιε, και βοήθησόν με να κατακαύσω την μάγισσαν ταύτην». Ταύτα ειπών ήλθεν ευθύς αστραπή εκ του ουρανού και τον κατέκαυσεν. Όθεν έπεσε νεκρός δικαίως ο άδικος. Συνήχθη τότε όλη η πόλις και όλοι έκλαιον του ηγεμόνος τον θάνατον. Τότε εις εκ των στρατιωτών είδε νέον τινά αστραπόμορφον ενδεδυμένον ενδύματα λευκά, όστις συνωμίλει μετά της Αγίας και την εσκέπαζε δια λεπτού και ωραίου μανδηλίου, ώστε να μη φαίνωνται αι σάρκες της. Ταύτα βλέπων ο στρατιώτης προσεκύνησε την Αγίαν λέγων· «Δέξαι με μετανοούντα, δούλη του αληθινού Θεού, ότι εις αυτόν πιστεύω και εγώ ο ανάξιος και σε παρακαλώ ευσπλαγχνίσου τον ηγεμόνα και ανάστησον αυτόν, δια να πιστεύσουν και άλλοι πολλοί εις τον Δεσπότην Χριστόν δια μέσου σου». Ταύτα δε ειπών έλυσεν αυτήν από του ξύλου και την κατεβίβασε μετ’ ευλαβείας. Προσευχήθη τότε η Αγία επί ώραν πολλήν εις τον Χριστόν κατ’ ιδίαν και κατόπιν μεγαλοφώνως εβόησε λέγουσα· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, Συ όστις γνωρίζεις τα κρύφια των καρδιών ημών και έκαμες τον κόσμον με την σοφίαν Σου, πρόσταξον να αναστηθούν όλοι αυτοί, οίτινες υπό του πυρός κατεκαύθησαν, ίνα βλέποντες οι πολλοί τα θαυμάσιά σου δοξάσουν το όνομά Σου το Άγιον». Ταύτα μεν προς τον Θεόν εδέετο η Αγία, κατόπιν δε στραφείσα προς τους νεκρούς ήγγιζε δια της αγίας αυτής δεξιάς ένα έκαστον εκ των νεκρών λέγουσα· «Εις το όνομα του Ιησού Χριστού, εγέρθητι» και παρευθύς, ω εξαισίου θαυματουργήματος! Όλοι, ως εξ ύπνου, ανέστησαν υγιείς. Τούτο το θαυμάσιον ιδόντες οι άνθρωποι της πόλεως ταύτης επίστευσαν εις τον Χριστόν οι περισσότεροι εξ αυτών. Τούτων ούτω γενομέμων, ήλθεν είδησις εις τον άρχοντα Διόδωρον, ότι η γυνή του ευρισκομένη εις το λουτρόν κατελήφθη υπό λιποθυμίας και απέθανε. Ταύτα ακούσας ο Διόδωρος εξέσχισεν εκ της λύπης την χλαμύδα του και έδραμε μετά τινος άλλου άρχοντος εις την νεκράν. Ιδόντες δε αυτήν πραγματικώς αποθαμμένην επέστρεψαν εις την Αγίαν και λέγει προς αυτήν ο Διόδωρος· «Επ’ αληθείας πιστεύω, ότι δυνατώτερος και μεγαλύτερος είναι ο Θεός σου από τους ιδικούς μας θεούς. Επειδή όμως ακόμη μικροψυχώ, ανάστησον την γυναίκα μου και να βαπτισθώ με όλον τον οίκον μου». Απεκρίθη τότε προς αυτόν η Μάρτυς· «Ο Κύριός μου θέλει κάμει και αυτό το θαυμάσιον, ως εύσπλαγχνος, δια να πιστεύσουν εις αυτόν και άλλοι περισσότεροι». Απελθούσα τότε η Μάρτυς εις την νεκράν με όλον τον όχλον, έπεσεν εις την γην και προσηύχετο επί ώραν πολλήν. Κατόπιν εγερθείσα είπε ταύτα μεγαλοφώνως δια να την ακούωσιν άπαντες· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Υιός και Λόγος του Πατρός, όστις ανιστάς τους νεκρούς ως Θεός παντοδύναμος, ανάστησον και την Φηρμίναν, δια να πιστεύση αύτη και έτεροι εις Σε τον ζώντα Θεόν τον αγαθόν και αιώνιον». Ταύτα ευξαμένης της Αγίας ευθύς η νεκρά ηγέρθη από της κλίνης, οι δε παρόντες, ιδόντες τοιούτον θαύμα τεράστιον, εβόησαν όλοι ως εξ ενός στόματος· «Όντως ο Θεός σου είναι αληθινός και δίκαιος, εις αυτόν δε και ημείς χωρίς αμφιβολίαν πιστεύομεν». Εβαπτίσθησαν τότε όχλος πολύς, καθώς και ο ηγεμών Διογένης μετά του άρχοντος Διοδώρου μεθ’ όλης της συγγενείας αυτών, η δε Αγία έμεινε εις την οικίαν της Φηρμίνας διδάσκουσα. Εκεί δε πλησίον, εις τον κήπον της οικίας εκείνης, ενεφώλευε δράκων τις φοβερός, όστις εφόνευσε δια του φυσήματος αυτού το τέκνον χήρας τινός, ήτις έκλαιεν, ως μήτηρ, τον υιόν της απαρηγόρητα. Ακούσασα δε η Αγία τους θρήνους αυτής απήλθε προς τον νεκρόν μετά του Διοδώρου, προς τον οποίον είπεν η Αγία· «Κάμε προσευχήν δια τον νεκρόν να τον αναστήση ο Κύριος». Ο Διόδωρος όμως εδίσταζε και έλεγε προς την Αγίαν ότι δεν ήτο άξιος να ζητήση παρά του Θεού τοιούτον χάρισμα. Λέγει τότε προς αυτόν η Μάρτυς· «Εγώ πιστεύω εις τον Θεόν μου, ότι επειδή αδιστάκτως επίστευσας εις Αυτόν, θέλει εισακούσει την δέησίν σου, μόνον επικαλέσου Αυτόν ολοψύχως δια να ίδης την άμετρον ευσπλαγχνίαν του». Κλίνας τότε ο Διόδωρος εις την γην την κεφαλήν προσηύχετο κτυπών το στήθος του και χύνων θερμότατα δάκρυα έλεγε· «Κύριε ο Θεός ημών, όστις κατηξίωσες και εμέ τον αμαρτωλόν και ανάξιον να σε γνωρίσω δια μέσου ταύτης της Αγίας δούλης σου, την οποίαν εξαπέστειλες ίνα λυτρώση ημάς από τας χείρας του δαίμονος, πρόσδεξαι την δέησίν μου, επειδή γνωρίζεις, ότι η προς Σε πίστις μου είναι αμετάθετος και ανάστησον τούτον τον νεκρόν εις δόξαν του παντοδυνάμου ονόματός Σου». Ταύτα προσευξάμενος ο Διόδωρος είπε προς τον νεκρόν· «Εις το όνομα του Ιησού Χριστού, Ζήνων, ανάστηθι». Παρευθύς τότε ηγέρθη ο νεκρός, η δε Αγία πάλιν εδεήθη προς τον Δεσπότην Χριστόν ταύτα λέγουσα· «Κύριε ο Θεός μου, επάκουσον και εμού της ταπεινής και πρόσταξε τον εχθρόν και επίβουλον δράκοντα να έλθη εδώ έμπροσθεν του όχλου να διαρραγή, δια να μη θανατώση και άλλους δούλους Σου». Ταύτα ειπούσης της Αγίας παρευθύς ήλθεν ο δεινός εκείνος δράκων, ως υπό πυρός διωκόμενος, πεσών δε εις την γην εξέπνευσεν, οι δε παρόντες ιδόντες τοιαύτα τερατουργήματα επίστευσαν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθησαν άπαντες. Μετά παρέλευσιν ολίγου χρόνου ετελεύτησεν ο ηγεμών Διογένης θεαρέστως, ανήλθε δε εις το αξίωμα του ηγεμόνος άλλος άρχων, ονόματι Βικέντιος, δεινός και απάνθρωπος διώκτης των Χριστιανών, όστις ακούσας τα κατορθώματα της Αγίας και γνωρίζων ότι δι’ άλλου τρόπου δεν ήθελε δυνηθή να την θανατώση, απέστειλε στρατιώτας, οίτινες απέκοψαν την οσίαν αυτήςκεφαλήν, την πρώτην του πρώτου μηνός, όστις από τους Ρωμαίους λέγεται Μάρτιος. Και ούτως, αφού επλήρωσε τον δρόμον του Μαρτυρίου, το μεν πνεύμα αυτής απήλθεν εις τα ουράνια, το δε τίμιον και πάνσεπτον αυτής Λείψανον έμεινεν εις την γην πηγάζων πλούσια μετά θάνατον θαύματα, Χάριν την οποίαν έλαβεν από τον Θεόν, δια την θερμοτάτην αυτής μετάνοιαν· ης αξιωθείημεν και ημείς εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, Ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2452
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Β΄ (2α) Μαρτίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΗΣΥΧΙΟΥ του Συγκλητικού.

Δημοσίευση από silver »


Ησύχιος ο Άγιος του Χριστού Μάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπστ΄ - τε΄ (286 – 305). Ήτο δε ούτος πρώτος του βασιλικού παλατίου και της Συγκλήτου Βουλής, διότι ήτο μαγιστριανός το αξίωμα. Όταν δε ο Μαξιμιανός ήγειρε τον κατά των Χριστιανών διωγμόν διέταξεν, όπως άπαντες οι Χριστιανοί, όσοι ήσαν βασιλικοί στρατιώται, εάν δεν αρνηθώσι τον Χριστόν, να στερηθώσι τας ζώνας τας οποίας έφερον ως σημείον της βασιλικής αυτών αξίας και να ζώσι του λοιπού ως ιδιώται και άτιμοι. Η τοιαύτη παράνομος προσταγή παρεκίνησε πολλούς των Χριστιανών να προτιμήσωσι κάλλιον ζωήν άμοιρον εξωτερικών τιμών, παρά να έχωσι μεν τιμάς, να απολέσωσι δε τας ψυχάς των. Όθεν μετά των Χριστιανών τούτων συνηριθμήθη και ο Άγιος Ησύχιος. Μαθών τούτο ο βασιλεύς, διέταξε να εκδυθή ο Άγιος τα πολύτιμα ενδύματα τα οποία, λόγω του αξιώματός του, εφόρει και να ενδυθή μανδύαν πενιχρόν, χωρίς χειρίδας (μανίκια), υφασμένον από μαλλίον και να μη έχη το δικαίωμα να συναναστρέφεται με άνδρας, αλλά μόνον με γυναίκας, προς ατιμίαν και καταφρόνησιν. Τούτου γενομένου, προσεκάλεσεν αυτόν ο βασιλεύς και του είπε· «Δεν εντρέπεσαι, ω Ησύχιε, διότι όχι μόνον έχασες την τιμήν και το αξίωμα του μαγιστριανού, αλλά κατήλθες και εις την άτιμον ταύτην ζωήν; Δεν γνωρίζεις, ότι οι Χριστιανοί, των οποίων προτίμησες την ζωήν, δεν έχουν την δύναμιν να σε αποκαταστήσωσι και πάλιν εις τας προτέρας μεγάλας τιμάς και εις το αξίωμά σου»; Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Η μεν τιμή σου αύτη, ω βασιλεύ, είναι προσωρινή, η δε τιμή και δόξα, την οποίαν δίδει ο Χριστός, είναι αιωνία και ατελεύτητος». Όθεν , δια τους λόγους τούτους ο βασιλεύς οργισθείς, διέταξε να δέσωσι μεγάλην μυλόπετραν εις τον λαιμόν του Αγίου και να ρίψωσιν αυτόν εις το μέσον του ποταμού, του καλουμένου Ορόντου, του εν τη κοίλη Συρία ευρισκομένου. Ούτως ο μακάριος έλαβε παρά Κυρίου του Μαρτυρίου τον στέφανον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2452
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Γ΄ (3ην) Μαρτίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ Πρεσβυτέρου Αντιοχείας.

Δημοσίευση από silver »


Θεοδώρητος ο Άγιος του Χριστού Ιερομάρτυς ήτο Πρεσβύτερος της εν Αντιοχεία Εκκλησίας επί της βασιλείας του δυσσεβούς Ιουλιανού του Παραβάτου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη τξα΄ - τξγ΄ (361 – 363). Κατά την εποχήν εκείνην ο του βασιλέως τούτου θείος και συνώνυμος Ιουλιανός, Χριστιανός ων και πιστός πρότερον θεράπων του Θεού, αναγνώστης της εν Αντιοχεία Μεγάλης Εκκλησίας, επείσθη, ο άθλιος, εις τον ανεψιόν του, τον δυσσεβή και παραβάτη βασιλέα και ηρνήθη, φευ! την εις Χριστόν Πίστιν προσκυνήσας τα είδωλα. Ουχί δε μόνον τούτο, αλλά και επρόδωσεν, ο ασεβής, εις τον τύραννον όλον τον πλούτον και τα ιερά κειμήλια, όσα αφιέρωσεν ο Μέγας Κωνσταντίνος εις την Εκκλησίαν της Αντιοχείας, καταστάς ούτω ο πρώην ευσεβής Ιουλιανός, τη υποκινήσει του ασεβεστάτου ανεψιού του, διώκτης και τύραννος των Χριστιανών. Τότε λοιπόν οι μεν άλλοι Κληρικοί και Ιερείς της Αντιοχείας διεσκορπίσθησαν εις διαφόρους τόπους, μόνος δε ο Άγιος αυτός Θεοδώρητος, Πρεσβύτερος ων της εν Αντιοχεία Εκκλησίας, έμεινεν εκεί μετά τινων άλλων Χριστιανών, κηρύττων παρρησία την εις Χριστόν Πίστιν και ομολογίαν. Διο συλλαβών αυτόν ο ρηθείς Ιουλιανός, ο του Παραβάτου θείος, τον έρριψεν εις την φυλακήν. Έπειτα καλέσας αυτόν, διέταξε πρώτον μεν να δείρωσι τον Άγιον εις τους πόδας και είτα εις την κεφαλήν. Μετά ταύτα εκδύσαντες τον Άγιον τον εκρέμασαν επί ξύλου και τον εξέσχιζον ανηλεώς επί τρεις ώρας. Τότε το μεν αίμα έτρεχεν από του σώματος του Αγίου ως πηγή, το δε πρόσωπον αυτού εφαίνετο ωραιότερον και λαμπρότερον. Ο εσκοτισμένος όμως Ιουλιανός, μηδόλως συναισθανόμενος την πτώσιν του και υποπίπτων από κακίας εις κακίαν, λέγει προς τον Άγιον· «Θυσίασον, άθλιε, εις τους θεούς και αν χρεωστής εις το βασιλικόν ταμείον ή εις άλλον τινά, ο ανεψιός μου ο βασιλεύς θέλει σε απαλλάξει από το χρέος, ίνα μη ούτω κακώς απολέσης την ζωήν σου». Απεκρίθη ο Άγιος· «Συ είσαι, ταλαίπωρε, άθλιος, συ και ο βασιλεύς σου, διότι αφήκατε τον Χριστόν και προσεκολλήθητε εις τον αντίχριστον. Όθεν θέλετε γίνει αμφότεροι προσάναμμα του αιωνίου πυρός της κολάσεως. Δεν χρεωστώ δε εγώ εις ουδένα ει μη εις τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν. Εις αυτόν χρεωστώ να φυλάξω αληθινήν πίστιν μέχρις εσχάτης μου αναπνοής». Ταύτα ακούσας ο ακάθαρτος και θεομίσητος τύραννος προσέταξε να κατακαίωσι τας πλευράς του Αγίου με ανημμένας λαμπάδας· ο δε Μάρτυς, υψώσας τα όμματα εις τον ουρανόν, προσηύχετο σιωπηλώς και, ω του θαύματος, ευθύς έπεσον ως νεκροί εις την γην οι τας λαμπάδας κρατούντες, οι οποίοι και επίστευσαν εις τον Χριστόν. Τότε ο Ιουλιανός και οι σύντροφοί του οργισθέντες ήγειραν τους δημίους, λέγοντες· «Τρισκατάρατοι, διατί αφήκατε τας λαμπάδας και δεν κατεκαύσατε τούτον τον δυσσεβή και πανάθλιον, αλλά κατελήφθητε υπό ναρκώσεως και αμελείας»; Ταύτα μεν είπον εκείνοι, ο δε Άγιος απεκρίθη εις τον τύραννον· «Συ είσαι δυσσεβής και τρισκατάρατος και τετυφλωμένος κατά τους ψυχικούς οφθαλμούς, διότι δεν βλέπεις, άθλιε, τους Αγγέλους οι οποίοι φυλάττουσιν εμέ τον δούλον του Θεού και δεν σας αφήνουν να με εγγίσητε· μη μωρολογής, λοιπόν, επειδή ο Θεός των Χριστιανών είναι μέγας». Ταύτα ακούσας ο Ιουλιανός κατησχύνθη και προστάσσει να ριφθώσιν οι στρατιώται εκείνοι εν τω πελάγει. Βλέπων δε αυτούς ο Άγιος Θεοδώρητος φερομένους εις την θάλασσαν, είπε προς αυτούς· «Πορεύεσθε, ω τεκνία μου, εν ειρήνη, πορεύεσθε την μακαρίαν ταύτην οδόν, διότι, και εγώ μετ’ ολίγον μέλλω να σας ακολουθήσω, ίνα συγχαίρω μεθ’ υμών εις την αιώνιον Βασιλείαν των ουρανών». Επειδή δε ο ασεβής θείος του Παραβάτου εβίαζε τον Άγιον Θεοδώρητον να θυσιάση εις τα είδωλα, ο Άγιος τω απεκρίθη· «Συ μεν, ω δυσσεβέστατε και αθλιώτατε πάντων των ανθρώπων, μετ ολίγας ημέρας θέλεις φάγει όλα σου τα εντόσθια και εκ τούτου θέλεις απορρίψει βιαίως την μιαράν ψυχήν σου εις το αιώνιον πυρ της κολάσεως· ο δε ασεβέστερος σού τύραννος Ιουλιανός, ο ανεψιός σου, εις την γην της Περσίας μέλλει να κτυπηθή με ουράνιον λόγχην και θέλει ριφθή εις την γέενναν του πυρός, από την οποίαν δεν θα επιστρέψη πλέον· ούτω δε και οι δύο μέλλετε να λάβητε τα επίχειρα και την εκδίκησιν της κακίας σας, εγώ δε θέλω θυσιάσει εις τον Θεόν μου θυσίαν αινέσεως». Ταύτα μεν είπεν ο Άγιος· ο δε ασεβής Ιουλιανός προσέταξε παρευθύς να τον αποκεφαλίσωσιν. Ενώ δε απήγετο ο Μάρτυς εις τον τόπον της καταδίκης, προσηύχετο με χαράν της ψυχής του και αποκεφαλισθείς ανέβη εις τον Θεόν ίνα λάβη παρ’ αυτού τον στέφανον της αθλήσεως. Το δε άγιον αυτού Λείψανον λαβόντες τινές Χριστιανοί εντίμως αυτό ενεταφίασαν και εσημείωσαν τους ανωτέρω λόγους, ους προεφήτευσεν ο Άγιος, οίτινες μετ’ ολίγας ημέρας έλαβον δια των πραγμάτων την έκβασιν. Διότι καθώς προείπεν ο Άγιος και οι δύο Ιουλιανοί, ο κακός θείος και ο κάκιστος ανεψιός, κακώς οι κακοί εξεψύχησαν και παρεδόθησαν αι ψυχαί των εις τας τιμωρίας του Άδου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2452
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η) Μαρτίου, μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ του Αναχωρητού του Ιορδανίτου.

Δημοσίευση από silver »


Γεράσιμος ο Όσιος και θεοφόρος Πατήρ ημών ο Αναχωρητής και Ιορδανίτης αποκαλούμενος υπήρξεν υιός ευπόρων και αυστηρών κατά τα ήθη γονέων, γεννηθείς εις την Λυκίαν της Μικράς Ασίας περί τα τέλη του Δ΄ μετά Χριστόν αιώνος. Η ακριβής χρονολογία της γεννήσεώς του δεν είναι γνωστή, η δε παραδιδομένη υπό των παλαιοτέρων εντύπων Συναξαριστών ως λαβούσα χώραν κατά τους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίνου Δ΄ του Πωγωνάτου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη χξη΄ - χπε΄ (668 – 685) είναι εσφαλμένη. Τα περί του ζητήματος τούτου αναπτύσσομεν εν τη κάτωθεν του παρόντος παρατοθεμένη υποσημειώσει, ενταύθα δε παραθέτομεν τον Βίον αυτού ως παρελάβομεν τούτον εκ των παλαιοτέρων, αρκεσθέντες εις την διόρθωσιν μόνον της χρονολογίας γεννήσεως του Οσίου, βάσει των ελεγχθέντων στοιχείων. Αφηγούνται μεν πάντοτε το καλόν και επαινούσι τας αγαθάς πρόξεις αι Ιεραί και Θείαι Γραφαί, οδηγούσαι ημάς και προάγουσαι προς αρετήν, αλλ’ ημείς οι οκνηροί και χαύνοι, οι εν αναπαύσει βιούντες, αδρανούμεν προς αυτήν και υποστηρίζομεν, ότι η εργασία της αρετής είναι λίαν δυσχερής και δεν δύναται να κατορθωθή ευκόλως από τον καθένα, δια το προς τας ηδονάς επιρρεπές ημών και την προς τα πάθη αδυναμίαν. Όμως πολλοί των προ ημών βιωσάντων Πατέρων και άπαξ μόνον αναγνώσαντες Βίους σπουδαίων ανδρών, ευθύς υπό τούτων παραδειγματισθέντες ετράπησαν εις την άσκησιν της ομοίας αρετής και πλείστα όσα λαμπρά κατορθώματα επέτυχον. Όσον δε υψηλότερον ανήλθον τόσον περισσότερον παριστώσι το αξιόπιστον των Ιερών Γραφών και αποδεικνύουν, ότι δεν είναι αδύνατον το να διδάσκεται τις εξ αυτών, οι δε ραθυμούντες και προς εργασίαν της αρετής αδρανούντες διαθερμαίνονται δια των παραδειγμάτων των Αγίων και προς ζήλον εγείρονται και πείθονται πολλάκις τα αυτά να επιχειρήσωσι και δια τούτων εκείνους να προσεγγίσωσιν. Τοιούτος είναι και ο του μεγάλου Πατρός Γερασίμου Βίος, όστις προβάλλεται νυν ενώπιον ημών προς μελέτην και εις κοινήν των ακροωμένων αυτόν ωφέλειαν, ικανός αφ’ ενός μεν να αποδείξη την δύναμιν της αρετής, την οποίαν ο μέγας εκείνος Πατήρ κατώρθωσεν, αφ’ ετέρου δε να συναρπάση δια των παραδειγμάτων του εκείνους, οίτινες ποθούν την λαμπρότητα του Οσίου Πατρός Γερασίμου. Ταύτα δε δι’ ολίγων λέγομεν, αφ’ ενός μεν δια το στενόν και ασθενές της ημετέρας γλώσσης, αφ’ ετέρου δε ίνα μη φανή, ότι ο λόγος δια της μακρηγορίας και της κατά την τέχνην συνθέσεως μεγαλοποιεί το ευφημούμενον μεγαλείον, αλλ’ ότι ο προκείμενος μάλλον λόγος επικοσμείται και σεμνύνεται δι’ αυτής μόνης της των έργων μεγαλοπρεπείας. Ο θείος Γεράσιμος, το γέρας όντως των Μοναχών, εγεννήθη, ως είπομεν, εν τη επαρχία των Λυκίων, εκ γονέων ευπόρων, αλλά ηθικών και αυστηρών. Ενηλικιούμενος δε απέκτα και τον πλούτον της συνέσεως και δεν ηγάπα να διάγη κατά τον τρόπον των άλλων νέων, φροντίζων δηλαδή αποκλειστικώς και μόνον να τέρπη τας αισθήσεις, τα δε ψυχικά αγαθά να εγκαταλείπη, αλλά ατενίζων κυρίως προς τον Θεόν, διέκρινε καλώς τας αρετάς από των παρόντων την πλήρη ματαιότητα, κρίνων, ότι τίποτε άλλο δεν είναι αι απολαύσεις του βίου τούτου ει μη μόνον απάτη, σύγχυσις του λογισμού και τύφλωσις νοός. Απεμακρύνθη λοιπόν εκ των του κόσμου θορύβων και μετέβη προς τον ήρεμον και απλούν βίον της μοναδικής πολιτείας και κουρεύσας τας τρίχας της κεφαλής του απέβαλε μετ’ αυτών και πάσαν κοσμικήν μέριμναν, αφοσιώσας όλον τον εαυτόν του εις την αρετήν, την οποίαν μετά σπουδής ειργάζετο και μετά θερμού πόθου ισχυρώς ηγωνίζετο, ίνα αποκτήση. Ταύτα πάντα έπραττεν ο Άγιος λινα καταστήση την ψυχήν αυτού καθαράν από παντός πάθους και πάσης κηλίδος, και ίνα η διάνοια αυτού γίνη ευπρόσδεκτος των υψηλών χαρισμάτων του πνεύματος και του εκείθεν εκπηγάζοντος λαμπρού φωτός. Ένεκα τούτου και της γαστρός τας ορέξεις περιώριζε τόσον, ώστε να αδιαφορή προς πάσαν του φάρυγγος ηδονήν και να απεχθάνεται παν το βαρύνον την γαστέρα, ως ενοχλητικόν βάρος. Ούτω και τα σκιρτήματα των παθών της σαρκός κατηύναζε και η νηφαλιότης του νοός έμενεν ατάραχος. Και της μεν γαστρός ούτως εκράτει και κατ’ αυτόν τον τρόπον τας πολυτελείς τροφάς απηχθάνετο, αλλά και του ύπνου ισχυρότερος εγένετο, ουδέποτε παρασυρόμενος υπ’ αυτού. Εχρησιμοποίει δε τούτον τόσον μόνον όσον η φύσις ηδύνατο να ανθέξη, κατά δε το υπόλοιπον ηγρύπνει αυστηρός απασχολούμενος εις την προσευχήν και την μελέτην των πνευματικών λόγων. Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπον αγωνιζόμενος ο τρισμακάριος Όσιος εις την πατρίδα του την Λυκίαν και δείξας την πρέπουσαν εις τους Μοναχούς πολιτείαν και πολλούς ιδρώτας αποβάλλων κατά των πνευμάτων της πονηρίας, εσκέφθη να μεταβή εις την παρά τον Ιορδάνην έρημον, ίνα αγωνισθή δια μεγαλυτέρων αγώνων με την πεποίθησιν, ότι η ερημία είναι υψηλοτέρα της φιλοσοφίας και βοηθός και συνεργός εις τον αγώνα του. Έπραξε λοιπόν τούτο και ευθύς ως έφθασεν εκεί, ήρχισε τον ερημικόν βίον καθώς επεζήτησε, καλλιεργών καλλιτέραν αγωγήν και μεγαλυτέραν προς την αρετήν απόδοσιν. Διότι δεν ηθέλησε να παραμείνη εις τας προτέρας συνηθείας, αλλ’ επεδίδετο εις αληθείς κόπους προς το καλόν, καθ’ ημέραν προάγων τον εαυτόν του, δι’ ο και των όπισθεν επιλανθανόμενος και τοις έμπροσθεν επεκτεινόμενος, καθώς ο θείος Παύλος λέγει (Φιλ. γ: 14) και προχωρών καθώς ρωμαλέος τις δρομεύς, έτρεχεν άνευ επιστροφής ταχέως εις τον δρόμον της αρετής, επειγόμενος, ίνα αποκτήση το βραβείον της άνω κλήσεως. Ουχί δε μόνον ως καλός δρομεύς διέτρεχε τον της ασκήσεως δρόμον ο Άγιος, αλλά και ως καλός στρατιώτης ηγωνίζετο κατά των σκοτεινών δυνάμεων, επιτιθέμενος γενναίως κατ’ αυτών και αντικρούων μετά τόλμης τους κατ’ αυτού επερχομένους, ουχί προς αίμα και σάρκα διαγωνιζόμενος, αλλά προς τας αρχάς και τας εξουσίας του σκότους, κατά τον ίδιον θείον Παύλον (Εφ. στ: 12) καθ’ ων αρμόζει η πολεμική τέχνη και μέθοδος των γενναίων ανδρών και κατά των οποίων σκοτεινών δυνάμεων η επίθεσις είναι ανένδοτος και σφοδροτάτη και η μάχη ηρωϊκή και διαρκής. Διότι αύται δεν ησυχάζουν, ως λέγει ο σοφός, εάν δεν κάμουν το κακόν. Προς τοιαύτας δυνάμεις εμάχετο ο ανήρ, προς τόσον τρομερούς αντιπάλους και τόσον φρικτούς πολεμίους. Αλλ’ ήτο καλώς ησφαλισμένος ο μακάριος δια των όπλων της αρετής και ενδυναμούμενος υπό της άνωθεν Χάριτος εμάχετο επιμόνως, ώστε όχι μόνον άπαξ να τρέψη τους εχθρούς εις φυγήν και ούτοι υποχωρούντες να τον αφήσωσι του λοιπού ανενόχλητον. Διότι και τούτο δύναται να συμβή. Φεύγουν δηλαδή οι εχθροί, όταν καθ’ ολοκληρίαν ηττηθούν ή μάλλον δεικνύουν ότι φεύγουν, ίνα ούτω νεκρωθή το αγωνιστικόν φρόνημα του αγωνιστού και ούτως επανερχόμενοι ούτοι καταλάβουν αυτόν εξ απροόπτου. Δεν έπραττεν όμως ούτως ο θείος Γεράσιμος, αλλά διαρκώς ηγωνίζετο και διαρκώς ευρίσκετο εις πόλεμον εναντίον των σκοτεινών δυνάμεων. Διότι αν ο στρατιώτης του Χριστού, καταξιούμενος της εν πνεύματι γαλήνης, διάγει εν αναπαύσει, ποία η ωφέλεια; Η φήμη λοιπόν τον άνδρα διεκήρυττε μέγαν κατά την αρετήν και γνήσιον του Θεού θεράποντα και είλκυεν εξ όλων των σημείων πολλούς προς αυτόν και έπειθε τούτους να χρησιμοποιούν ως οδηγόν προς τον Θεόν τον Όσιον τούτον Γεράσιμον, εις τούτον να βασίζωνται δια την σωτηρίαν των ψυχών των και εις αυτόν να εμπιστεύωνται την κηδεμονίαν των. Αρκετοί δε εκ των προς αυτόν προσερχομένων προήρχοντο εκ των παλαιοτέρων Μοναχών, ακόμη και εξ αυτών των Αναχωρητών. Τοσούτον ονομαστός κατέστη ο θείος Γεράσιμος μεταξύ των κατ’ εκείνην την εποχήν Μοναχών. Βλέπων δε ο Όσιος τούτους, ότι προετίμων την μετ’ αυτού συνοίκησιν και προθυμοποιουμένους να μένωσι πλησίον του, ωκοδόμησε μεγίστην Λαύραν απέχουσαν του ποταμού Ιορδάνου ουχί περισσότερον του ενός μιλίου, ανήγειρε δε και Κοινόβιον δια της εργασίας των. Ταύτα δε αφού επραγματοποίησεν, έθεσε νόμους άριστα διατεταγμένους και λίαν ωφελιμωτάτους, κατά τους οποίους οι μεν εισερχόμενοι εις Κοινόβιον Μοναχοί να μένωσιν εν αυτώ και να ασκώνται εις την μοναδικήν εκπαίδευσιν. Όσοι δε εκ τούτων συνεχώς και δια μακρών κόπων εξεγυμνάζοντο και έφθανον εις βαθμόν τελειότητος, ούτοι πλέον ηδύναντο να εγκαθίστανται εις ίδια κελλία, άτινα δεν ήσαν ολιγώτερα των εβδομήκοντα. Εις τους ούτω πως εγκαθισταμένους εις ίδια αναχωρητικά κελλία προσέταξεν ο Άγιος να διάγωσιν υπό τον εξής κανόνα. Καθ’ όλας τας ημέρας της εβδομάδος έκαστος να ησυχάζη εντός του ιδικού του κελλίου, χωρίς να έχη τίποτε άλλο προςτροφήν παρά μόνον άρτον, ύδωρ και φοίνικας. Κατά δε το Σάββατον και την Κυριακήν να προσέρχωνται εις την Εκκλησίαν και να συμμετέχουν εις τας Ακολουθίας, έπειτα δε να τρώγουν εις το Κοινόβιον μαγειρευμένον φαγητόν και να πίνουν ολίγον οίνον. Εις δε το κελλίον επρόσταξε να μη ευρίσκεται τίποτε, ούτε να καίη πυρά, ούτε μαγειρευμένον φαγητόν να τρώγουν. Διότι εκήρυττεν, ότι η ακτημοσύνη κεκοσμημένη δια της ταπεινοφροσύνης είναι εκ των λαμπροτέρων αρετών. Έκαστος δε, εξ όσων δια των έργων των χειρών του κατά το διάστημα της εβδομάδος κατεσκεύαζε, να συνεισφέρη εις το Κοινόβιον καθ’ έκαστον Σάββατον, όταν ήρχετο εις αυτό. Κατά δε το δειλινόν της Κυριακής, παραλαμβάνων έκαστος το εφόδιον της εβδομάδος, ήτοι άρτους και φοίνικας και ύδωρ εντός αγγείου και βάϊα, να επανέρχεται εις το κελλίον του. με τοιούτον κανόνα και τύπον προέτρεπε τους προς αυτόν προσερχομένους Αναχωρητάς να ζουν ο Μέγας Γεράσιμος. Δι’ ο και ούτοι, ούτως εκπαιδευθέντες, τόσον ήσαν αμέριμνοι και αδιάφοροι δια την κατοχήν κοσμικών πραγμάτων, ώστε τίποτε άλλο δεν είχον πέραν εκείνων τα οποία ενεδύοντο, αλλ’ ούτε και δευτέραν περιβολήν είχον. Ως στρωμνήν δε εχρησιμοποίουν ή ψάθιον ή ευτελές τι σκέπασμα. Είχον ακόμη και μικρόν πήλινον αγγείον δι’ ύδωρ, το οποίον επήρκει δια να πίνουν και δια να διατηρούν τα βαϊα τα οποία έπλεκον. Ακόμη ο κανονισμός ο παραδοθείς εις αυτούς υπό του Μεγάλου Γερασίμου και αυστηρώς τηρούμενος ήτο, όταν εξέρχωνται να αφήνουν ανοικτά τα κελλία των, ώστε ο επιθυμών να δύναται να εισέλθη εντός αυτών και να λαμβάνη ό,τι χρειάζεται δια τας βιοτικάς του ανάγκας. Δι’ ουδέν δε εκ των βιοτικών πραγμάτων απηγόρευε την κοινήν χρήσιν. Ώστε και ούτοι, αν και εν τη ερήμω βιούντες, προσηρμόζοντο εις τον αποστολικόν τρόπον ζωής, έχοντες «άπαντα κοινά» (Πράξ. β: 44). Μετά των απλών δε εκείνων πραγμάτων, τα οποία είχον κοινά, είχον και την καρδίαν και την ψυχήν μίαν. Επειδή ουδείς ουδέν εκ των υπαρχόντων αυτού ενόμιζεν ως ιδικόν του, αλλά τα πάντα εθεώρουν κοινά. Λέγεται δε και τούτο περί τινων Αναχωρητών. Ότι ότε προσήλθον προς τον Όσιον Γεράσιμον και εζήτησαν παρ’ αυτού να τους επιτρέψη να θερμάνουν ύδωρ και να φάγουν μαγειρευμένον φαγητόν, να αναγινώσκωσι δε με λύχνον, ο μέγας Γεράσιμος απαντήσας είπεν· «Εφ’ όσον επιθυμείτε να ζήτε ούτω, περισσότερον συμφέρον είναι δια σας να διαμένετε εις το Κοινόβιον. Αυτά δε εγώ ουδόλως θα σας τα επιτρέψω εφ’ όσον απομένει εις εμέ ζωή». Ούτως απήντησεν ο Όσιος εις τους Αναχωρητάς. Αφού δε ήκουσαν οι Ιεριχούντιοι τα της πολιτείας του θείου Πατρός Γερασίμου, ότι ήτο τόσον αυστηρά και τόσον ακλόνητος και ο Βίος αυτού ήτο σκληρός και απαράκλητος, έθεσαν οι ίδιοι δια τους εαυτούς των νόμον να μεταβαίνουν καθ’ έκαστον Σάββατον και Κυριακήν εις τους Αναχωρητάς και να μεταφέρουν παράκλησίν τινα εις αυτούς, λιτά τινα δηλαδή φαγητά και τρόφιμα. Λέγομεν δε ταύτα εις έπαινον των Ιεριχουντίων εκείνων, οίτινες απέδειξαν ψυχήν φιλάρετον. Πολλοί όμως εκ των υποτακτικών του Μεγάλου Γερασίμου, αντιλαμβανόμενοι τους ερχομένους προς τον σκοπόν τούτον, επί τοσούτον έχανον την ευθυμίαν των και τόσον δυσάρεστον εθεώρουν την άφιξίν των, ώστε δεν επροθυμοποιούντο ούτε να τους ίδωσι κατά πρόσωπον ουδ’ υπέμενον αυτούς. Διότι καλώς εγνώριζον οι μακάριοι εκείνοι Μοναχοί, ότι μήτηρ της τελείας σωφροσύνης είναι η εγκράτεια, ήτις δύναται μόνη και τους ρυπαρούς λογισμούς να απομακρύνη και του ύπνου την βαρύτητα να ελαφρώση. Διότι, όχι μόνον δια λόγων, αλλά και δι’ έργων εδιδάχθησαν τούτο υπό του μεγάλου Πατρός αυτών. Επειδή ο θείος εκείνος ανήρ μεγάλως εξετίμα την εγκράτειαν, τόσον ώστε και κατά τας τεσσαράκοντα ημέρας της νηστείας να μένη άσιτος, αρκούμενος μόνον εις την Αγίαν Κοινωνίαν. Τοιουτοτρόπως λοιπόν βιώσας ο θείος Γεράσιμος και καταστάς πρότυπον αρετής και σωτηρίας, αναδειχθείς δε της κατά τον Ιορδάνην ερήμου πολίτης και πολιούχος, έφθασεν εις το σύνηθες τέλος του βίου, την δ΄ (4ην) του παρόντος μηνός κατά την δευτέραν υπατείαν του Αυγούστου Ζήνωνος εν έτει 475. Αλλά καιρός είναι να ενθυμηθώμεν και τα κατά τον άγριον λέοντα θαύματα, όστις και ζώντα θαυμασίως υπηρέτησε τον Μεγάλον Πατέρα και μεταστάντα τούτον εκ των προσκαίρων παραδόξως συνηκολούθησε. Τελευταίον λοιπόν μετά την διήγησιν ακολουθεί το θαύμα, όπερ και το τέλος του Βίου του Πατρός συνοδεύει και το Συναξάριον τερματίζει, έχον ούτω. Λέων τις εξ εκείνων οίτινες έζων εις την έρημον του Ιορδάνου, συναντήσας τον Άγιον παρά την όχθην του ποταμού, ευθύς ως τον αντίκρυσεν, ήρχισε να φωνάζη δυνατά και να ωρύεται εκ των πόνων, διότι είχεν εμπηχθή εις τον πόδα του αιχμηρόν τεμάχιον καλάμου και επροξένει εις τον λέοντα πόνον ανυπόφορον. Αντιληφθείς τούτο ο Όσιος και συμπαθήσας δια το πάθημα του θηρίου και ευσπλαγχνισθείς, συμπονέσας δε και δια τους μορφασμούς τους οποίους έκαμνε προς αυτόν το θηρίον, προσφέρει την υπηρεσίαν του και θέλων να το θεραπεύση, ανασηκώνει τον πόδα αυτού ήδη εξωγκωμένον εκ της φλεγμονής και εξάγει μετά προσοχής τον κοπτερόν κάλαμον, όστις είχεν εμπηχθή εις αυτόν. Ευθύς τότε ο μεν πόνος του ζώου έπαυσεν, ο δε λέων γίνεται ήμερος ως πρόβατον, όχι ότι μετέβαλε και την φυσικήν του κατάστασιν, αλλά μόνην την αγριότητα, και ηκολούθησε τον μέγαν Γεράσιμον. Όπου δε ο Όσιος μετέβαινε, συνηκολούθει ο λέων. Μέγα και εκπληκτικόν το γεγονός τούτο, αλλά πόσον εκπληκτικώτερον το εν συνεχεία ιστορούμενον; Ως θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού! Επειδή, ως είπομεν, η Λαύρα δεν ήτο μακράν του ποταμού, όνος τις μετέφερεν εξ αυτού το αναγκαίον εις τους εν αυτή ασκητεύοντας Πατέρας ύδωρ. Τούτου του όνου την φύλαξιν ανέθεσεν ο Γέρων εις τον λέοντα, εμπιστευθείς εις το θηρίον το ονάριον ωσάν εις μικρόν βασκόν το πρόβατον. Έκαμνε λοιπόν ο λέων την υπηρεσίαν ταύτην επ’ αρκετόν χρονικόν διάστημα και ο πρότερον γενόμενος ήμερος ως πρόβατον λέων, εγένετο ήδη κύων και άλλοτε μεν ηκολούθει τον όνον, περιτριγυρίζων αυτόν προστατευτικώς, άλλοτε δε εκάθητο πλησίον του ή επέβλεπε τας οδούς όταν ο όνος έβοσκε. Τι όμως συνέβη κατόπιν; Ύπνος κατέλαβε κάποτε τον λέοντα και ενώ ο όνος έβοσκεν απεμακρύνθη απ’ αυτού. Διερχόμενοι δε τινες Άραβες έμποροι μα συνοδείαν καμήλων, έκλεψαν αυτόν. Εγερθείς εκ του ύπνου ο λέων ανεζήτησε τον όνον και αφού δεν τον εύρεν, επανήρχετο προς την Λαύραν σκυθρωπός και λυπημένος, κλίνων την κεφαλήν του προς την γην. Όταν λοιπόν είδεν ο Όσιος τον λέοντα εις τοιαύτην κατάστασιν και τον όνον απουσιάζοντα, υποπτεύθη το θηρίον, ότι υπούλως εφέρθη προς αυτόν και με ύφος χαρίεν, με προσήνειαν, αλλά και σοβαρότητα λέγει προς τον λέοντα· «Τι συμβαίνει, λέων; Έφαγες τον όνον; Φαίνεται λοιπόν ότι επανήλθες εις την προτέραν σου φύσιν, αν και εδοκίμασες να μεταβληθής εις πρόβατον και να έλθης εις την ιδιότητα του κυνός. Αλλ’ η φύσις ενίκησεν· ενεθυμήθης την προτέραν αλαζονείαν και την βασιλικήν σου κυριαρχίαν επί των άλλων ζώων, συ ο φονεύς και επεθύμησας πάλιν να άρχης. Αλλ’ εγώ θα σε ταπεινώσω και θα καταρρίψω το φρόνημά σου το επηρμένον και θα σε παρασκευάσω δια ταπεινής αγωγής να μη επιζητής τα παρελθόντα. Να είσαι λοιπόν, ουχί λέων, ως επεθύμησας, αλλ’ όνος αχθοφόρος όπως εκείνος, τον οποίον επεβουλεύθης». Ούτως αφού είπεν ο Γέρων μεθ’ απλότητος προστάσσει τον λέοντα να αναλάβη την υπηρεσίαν του όνου και φορτωμένος τα αγγεία να μεταφέρη το ύδωρ εις τους αδελφούς. Τούτο εγένετο πράγματι και ο λέων, ως πρότερον κατά την συμπεριφοράν εδεικνύετο αρνίον και έπειτα κύων, ούτω μετεβλήθη τώρα εις όνον φορτωμένον, φαινόμενον αληθώς θαυμαστόν. Παρήλθεν έκτοτε χρόνος αρκετός και ο λέων εξετέλει την διακονίαν ταύτην όχι μόνον αόκνως αλλά και ευχαρίστως. Τι όμως συνέβη μετά ταύτα; Μετά πάροδον χρόνου αρκετού οι αρπάσαντες τον όνον Άραβες έμποροι διήρχοντο και πάλιν από την ιδίαν παρά την όχθην του Ιορδάνου οδόν, έχοντες μεθ’ εαυτών και τον όνον, πορευόμενοι προς την αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ. Ευρισκόμενον λοιπόν το θηρίον εις τον ποταμόν, ίνα φέρη το ύδωρ προς τους αδελφούς, βλέπει τον όνον από μακράν, τον αναγνωρίζει και εγκαταλείψας ευθύς την ιδιότητα του όνου, μάλλον δε τα χαρακτηριστικά του ζώου τούτου, παρουσιάζεται ως λέων και βρυχώμενος βασιλικώς επιπίπτει κατά των οδηγούντων τον όνον. Τούτο αντιληφθέντες εκείνοι και τρομοκρατηθέντες έφυγον ολοταχώς. Αρπάσας τότε ο λέων το σχοινίον, δια του οποίου εσύρετο ο όνος, εύθυμος και δια πηδημάτων και άλλων παιγνιδίων, τα οποία έκαμνεν, εδείκνυε την χαράν του φαινόμενος εις τους βλέποντας ως στρατιώτης γενναίος, όστις επιστρέφει από τον πόλεμον μετά τροπαίων. Ευθύς ως είδε τούτον ο Μέγας Γεράσιμος, τον απήλλαξεν από τας αγγαρείας προστάξας ίνα ο όνος αναλάβη και πάλιν την προτέραν του εργασίαν. Ωνόμασε δε ο Άγιος τον λέοντα Ιορδάνην.Έκτοτε ο λέων παρέμεινεν εκεί εις την Λαύραν εν ανέσει περιπατών κάποτε και έξω αυτής. Παρήλθον έκτοτε τρία έτη και ο θείος Γεράσιμος μετέστη προς ον επόθησε Κύριον. Κατά τας ημέρας εκείνας ο Ιορδάνης (ο λέων) είτε παρά τον Ιορδάνην περιπατών, είτε εις άλλο μέρος, κατ’ οικονομίαν Θεού, δεν ευρίσκετο εκεί όταν ο Άγιος Γεράσιμος ετάφη υπό των Πατέρων. Όταν λοιπόν επανήλθε μετ’ ολίγον, εζήτει τον Γέροντα. Ο δε Αββάς Σαββάτιος ο εκ Κιλικίας, ο μαθητής του Αββά Γερασίμου, ιδών αυτόν του είπεν· «Ιορδάνη, ο Γέρων ημών μας αφήκεν ορφανούς και απεδήμησεν εις Κύριον, αλλά λάβε τροφήν και φάγε». Ο λέων όμως δεν ήθελε να φάγη, αλλά συνεχώς έστρεφε τα βλέμματα εδώ και εκεί επιθυμών να ίδη τον Γέροντα, εφώναζε δε δυνατά, χωρίς καθόλου να σιωπά. Ο δε Αββάς Σαββάτιος και οι άλλοι Πατέρες θωπεύοντες την ράχιν τού έλεγον να φάγη και να ησυχάση. Παρά ταύτα ο λέων δεν έπαυεν από του να φωνάζη και να ωρύεται, όσον δε προσεπάθουν να τον παρηγορήσωσι δια των λόγων, τόσον περισσότερον ωρύετο και δυνατώτερα εφώναζε και ηύξανε την συμπάθειαν εις τους παρεστώτας, με την λύπην την οποίαν εδείκνυεν ότι ησθάνετο, επειδή δεν είδε τον Άγιον Γέροντα. Λέγει λοιπόν προς αυτόν ο Αββάς Σαββάτιος· «Έλα μαζί μου, επειδή δεν πιστεύεις εις ημάς». Ηκολούθησε τότε ο λέων τον Αββάν Σαββάτιον, εκείνος δε τον ωδήγησεν εις τον τάφον του Οσίου, ευρισκόμενον εις απόστασιν ημίσεως μιλίου από της Εκκλησίας. Σταθείς δε ο Αββάς Σαββάτιος παρά τον τάφον του Γέροντος έκαμε μετάνοιαν. Όταν λοιπόν είδεν αυτόν ο λέων κάμνοντα μετάνοιαν έκαμε και αυτός το αυτό σχήμα της μετανοίας και επ’ αρκετόν χρόνον κλίνων διαρκώς την κεφαλήν του προς την γην έμενεν εκεί έως ότου απέθανεν επάνω εις τον τάφον. Εγένετο δε τούτο ουχί επειδή ο λέων είχε ψυχήν λογικήν, αλλά επειδή ο Θεός ευδοκεί να δοξάζη τους δοξάσαντας Αυτόν, όχι μόνον εν τη ζωή αλλά και μετά θάνατον, καταδεικνύων δια του εξαισίου τούτου οποίαν υποταγήν είχον τα θηρία εις τον Αδάμ προ της παραβάσεως. Ας μιμηθώμεν λοιπόν και ημείς, αδελφοί, τουλάχιστον των θηρίων την ευγνωμοσύνην, την οποίαν επεδείκνυον προς τους τον Κύριον υπηρετούντας, ων ταις πρεσβείαις της αυτών μερίδος καταξιωθείημεν και ημείς εν τη ημέρα της Κρίσεως. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2452
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ε΄ (5η) Μαρτίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΜΑΡΚΟΥ του Αθηναίου, του ασκήσαντος εν τω όρει της Θρά

Δημοσίευση από silver »


Μάρκος ο Αθηναίος, ο εν Οσίοις Οσιώτατος και εν Αγίοις Αγιώτατος Πατήρ ημών, ο ασκήσας εις την βαθυτάτην έρημον την πέραν της Αιγύπτου κειμένην, εν τω όρει τω καλουμένω της Θράκης, διέλαμψεν εν τη πανερήμω ταύτη κατά τον Δ΄ μετά Χριστόν αιώνα. Κατά τους χρόνους δηλαδή εκείνους κατά τους οποίους ο εν Αιγύπτω Χριστιανικός ασκητισμός ευρίσκετο εις το μεσουράνημα του μεγαλείου του. Ακριβείς πληροφορίας περί του χρόνου της γεννήσεως και της προς Κύριον εκδημίας του Οσίου τούτου Πατρός δεν έχομεν, τόσα δε μόνον περί τούτου γνωρίζομεν, όσα διηγείται εις τινα διήγησίν του ο Όσιος Πατήρ ημών Σεραπίων. Κατά την διήγησιν ταύτην ο Όσιος ούτος Μάρκος εκκινήσας από την πατρίδα του, την περιώνυμον πόλιν των Αθηνών, εις την οποίαν εγεννήθη, κατέληξεν εις τας εσχατιάς της Αιγυπτιακής ερήμου, προχωρήσας εις αυτήν βαθύτερον παντός άλλου Ασκητού και διαμείνας εν αυτή υπό πάντων αγνοούμενος επί ενενήκοντα πέντε όλα έτη· μόνον δε κατά τα τέλη του Βίου του απεκαλύφθησαν τα περί αυτού παρά Θεού εις τον Όσιον Σεραπίωνα, όστις και επρόλαβε ζώντα τον Άγιον και επληροφορήθη παρά του ιδίου τα κατ’ αυτόν. Όσα λοιπόν είδε και όσα ήκουσε περί του Οσίου τούτου Μάρκου διηγείται εις την διήγησιν ταύτην ο Όσιος Σεραπίων. Έχει δε αύτη ως εξής: Ότε κάποτε ήμην εις τον Αββάν Ιωάννην, τον μέγαν Γέροντα, λέγει ο Όσιος Σεραπίων, νύκτα τινά, ενώ εκοιμώμην, είδον εις τον ύπνον μου ότι ήλθον προς αυτόν δύο Ασκηταί, οίτινες, ευλογηθέντες υπ’ αυτού, είπον δεικνύοντες εμέ· «Ο Αββάς Σεραπίων είναι ούτος»; Απεκρίθη ο εις προς τον άλλον· «Ναι, αλλ’ ας εγερθώμεν ίνα ευλογηθώμεν και υπ’ αυτού». Τότε λέγει προς αυτούς ο Αββάς Ιωάννης· «Αφήσατέ τον να αναπαυθή ολίγον, διότι προ ολίγου έφθασεν εκ της ερήμου και είναι κατάκοπος». Εκείνοι τότε ερωτώσιν αυτόν· «Πόσος καιρός είναι αφ’ ότου αγωνίζεσαι εις την έρημον και δεν μετέβης εις τον Αββάν Μάρκον τον εις το όρος της Θράκης της Αιθιοπίας διαμένοντα; Διότι μεταξύ όλων των Ασκητών της ερήμου, δεν υπάρχει άλλος όμοιος με αυτόν· επειδή είναι ήδη εκατόν είκοσιν ετών και επί ενενήκοντα πέντε έτη δεν είδεν άνθρωπον, μετά τεσσαράκοντα δε ημέρας θέλουσιν έλθει Άγγελοι του Θεού, οίτινες και θέλουσι παραλάβει αυτόν μεθ’ εαυτών εις τους ουρανούς». Ταύτα αφού είπον οι φανέντες εκείνοι εξύπνησα, αλλ’ ουδείς ευρίσκετο εκεί εις τον Όσιον Ιωάννην. Πλησιάσας τότε εγώ τον Γέροντα είπον προς αυτόν εκείνα τα οποία είδον εις τον ύπνον μου. Αυτός δε μοι απήντησεν· «Εκ Θεού είναι το όραμα, αλλά που ευρίσκεται το όρος της Θράκης, ίνα αναχωρήσης προς τα εκεί»; Είπον τότε εγώ προς τον Γέροντα· «Ευλόγησόν με, Πάτερ, και ο Θεός θέλει με οδηγήσει εις την οδόν». Αφού λοιπόν προσηυχήθημεν, ησπάσθην αυτόν και λαβών την ευχήν του εξεκίνησα δια την Αλεξάνδρειαν, ήτις ευρίσκετο εις απόστασιν πορείας δώδεκα ημερών, εγώ όμως, με την ευχήν του Γέροντος, έφθασα εις πέντε ημέρας, βαδίσας βιαστικά εντός των τραχυτέρων μερών της ερήμου ημέραν και νύκτα, υπό τον καύσωνα του ηλίου, όστις και το χώμα της γης κατακαίει. Όταν δε εισήλθον εις την πόλιν, ηρώτησα ένα εκ των εμπόρων, όστις εγνώριζε τας οδούς εκείνας· «Το όρος της Θράκης της εις την Αιθιοπίαν είναι μακράν»; Μοι απεκρίθη εκείνος· «Πράγματι, Αββά, είναι πολύ μεγάλη η απόστασις δια τον τόπον εκείνον. Καθώς γνωρίζω, Πάτερ, εάν ταξιδεύσης δια θαλάσσης, θέλεις είκοσιν ημέρας, εάν όμως πορευθής δια ξηράς, θα απαιτηθούν τριάκοντα ημέραι». Τότε εγώ, αφού εφωδιάσθην με εν κολοκύνθινον φλασκίον και ολίγους φοίνικας, προσέφερον τον εαυτόν μου εις το έλεος του Θεού. Εβάδισα λοιπόν εις την φοβεράν εκείνην έρημον επί είκοσιν ημέρας, κατά τας οποίας ούτε θηρίον αντίκρυσα, ούτε όρνεον, ούτε κανέν άλλο εξ εκείνων τα οποία πλανώνται συνήθως εις τας ερήμους, επειδή εις αυτήν τίποτα δεν ευρίσκουν δια να φάγουν ή να πίουν. Διότι ουδέποτε πίπτει βροχή εις την έρημον εκείνην, ούτε καν δρόσος. Μετά δε τας είκοσιν ημέρας εξηντλήθη το ύδωρ, το οποίον είχον μαζί μου και εκινδύνευον εκ της δίψης, διότι δεν ηδυνάμην πλέον να περιπατήσω. Όθεν έπεσα εις την άμμον και εκοιτόμην εις αυτήν ως νεκρός. Τότε βλέπω τους δύο εκείνους αδελφούς, τους οποίους είχον ίδει εν οράματι, όταν ευρισκόμην εις τον Αββάν Ιωάννην, οίτινες ελθόντες εστάθησαν έμπροσθέν μου, και μου λέγουν· «Εγέρθητι και εξακολούθει την πορείαν σου ομού με ημάς». Εγερθείς τότε εγώ είδον τον ένα εκ των δύο εκείνων βλέποντα προς την γην. Έπειτα στραφείς εκείνος προς εμέ μου λέγει· «Θέλεις να πίης ολίγον ύδωρ»; Απεκρίθην εγώ· «Ως προστάσσεις, Πάτερ μου». Μου έδειξε τότε εκείνος ρίζαν τινά θάμνου της ερήμου και μου είπε· «Λάβε και φάγε εκ ταύτης και πορεύου με την δύναμιν του Κυρίου». Λαβών τότε εγώ από την ρίζαν εκείνην έφαγον ολίγον και παρευθύς ίδρωσα ως εάν ερραντιζόμην δι’ ύδατος. Εδροσίσθη τότε η ψυχή μου και ανέρρωσα ωσάν να μη είχον καθόλου κουρασθή. Αφού δε οι συνοδοί μου εκείνοι μου υπέδειξαν την οδόν δια της οποίας θα μετέβαινον προς τον Άγιον Μάρκον και αφού μοι είπον να μη αργοπορήσω, παρευθύς εξηφανίσθησαν. Οδοιπορήσας τότε εγώ επί επτά ακόμη ημέρας, έφθασα εις το όρος της Θράκης και ανήλθον μέχρι της υψηλοτέρας κορυφής αυτού. Δεν υπήρχε δε εις αυτόν τον όγκον ούτε δένδρον, ούτε και φρύγανον, αλλ’ ήτο τόσον υψηλόν, ώστε εφαίνετο ωσάν να ανέρχεται εις το ύψος του ουρανού. Όταν δε, ως είπον, έφθασα εις την κορυφήν, είδον θάλασσαν μεγάλην εις τους πρόποδας αυτού και τριγυρίζων εδώ και εκεί επί επτά ημέρας, είδον κατ’ εκείνην την νύκτα τους Αγγέλους του Θεού καταβαίνοντας προς τον Άγιον, δοξολογούντας και λέγοντας· «Ας είσαι μακάριος και ας είναι πάσα γλυκύτης εις την ψυχήν σου, Αββά Μάρκε, διότι ιδού σου εφέραμεν τον Αββάν Σεραπίωνα, τον οποίον επόθησε να ίδη η ψυχή σου». Ταύτα ακούσας εγώ και άφωνος γενόμενος εβάδιζον δια της οπτασίας, έως ότου έφθασα εις το σπήλαιον, εις το οποίον ευρίσκετο ο Άγιος εκείνος Μάρκος. Πλησιάσας δε προς την θύραν του σπηλαίου ήκουσα αυτόν να απαγγέλλη τους εξής στίχους εκ των Αγίων Γραφών. «Χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου, Κύριε, ως ημέρα η εχθές» (Ψαλμ. πθ: 4) και τα λοιπά του Ψαλμού αυτού. Προχωρών δε ο Όσιος έλεγε· «Μακαρία η ψυχή σου, Μάρκε, διότι δεν έπεσες εις τον βόρβορον εν τω κόσμω τούτω· μακάριον το σώμα σου, διότι δεν εμεθύσθη από τας επιθυμίας των βεβήλων λογισμών· μακάριοι οι οφθαλμοί σου, τους οποίους δεν εστάθη ικανός ο διάβολος να αποπλανήση, ώστε να ίδουν διαφορετικήν την θέαν των όντων· μακάριον το ους σου, διότι δεν ήκουσε την κραυγήν των σειρήνων, των γυναικών του ματαίου τούτου κόσμου· μακάριαι αι χείρες σου, διότι δεν εκράτησαν ή εψηλάφησαν τίποτε εκ των ανθρωπίνων πραγμάτων, ούτε τους ρώθωνάς σου ηύφραναν αι οσμαί του διαβόλου, ούτε οι πόδες σου εβάδισαν επί της οδού της παρασυρούσης εις τον θάνατον, ούτε και τα βήματά σου παρημποδίσθησαν. Ταύτα ακούων εγώ εθαύμαζον, ήκουσα δε και πάλιν τον Όσιον να λέγη· «Ευλόγει λοιπόν η ψυχή μου τον Κύριον και πάντα τα εντός μου το όνομα το άγιον Αυτού» (Ψαλμ. ρβ:1), όστις ευδοκών εχάρισεν εις σε το μέγα Αυτού και άπειρον έλεος. «Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον και μη επιλανθάνου πάσας τας ανταποδόσεις Αυτού» (Αυτ. 2). Ας μη λυπείσαι λοιπόν, ψυχή μου, αλλά να ευφραίνεσαι εν τω ονόματι του Κυρίου σου. Διότι Αυτός είπε· «Μη φοβού το μικρόν ποίμνιον, ότι ηυδόκησεν ο Πατήρ υμών δούναι υμίν την Βασιλείαν» (Λουκ. ιβ: 32). Αλλαχού δε λέγει· «Μακάριος ο δούλος εκείνος ον ελθών ο Κύριος αυτού ευρήσει ούτω ποιούντα» (Λουκ. ιβ:43). Ο δε Προφήτης Δαβίδ ταύτα λέγει· «Παρεμβαλεί Άγγελος Κυρίου κύκλω των φοβουμένων αυτόν και ρύσεται αυτούς» (Ψαλμ. λγ: 8). Τοιαύτα και άλλα παρόμοια χωρία των Αγίων Γραφών απαγγείλας ο Όσιος ήλθε προς την θύραν του σπηλαίου και κλαίων με εκάλεσεν ειπών· «Εν ειρήνη του Χριστού έφθασες, Αββά Σεραπίων. Έγγισόν με, τέκνον μου». Αφού λοιπόν επλησίασα και ήγγισα τον Όσιον με ενηγκαλίσθη εκείνος και με κατεφίλησε λέγων· «Ευωδία του υιού μου Σεραπίωνος, ως ευωδία πνευματικού τέκνου. Είθε ο Κύριος να σου ανταποδώση τον μισθόν του κόπου τον οποίον κατέβαλες, δια να ίδης την λευκήν ταύτην κεφαλήν. Ενενήκοντα πέντε έτη έχω, τέκνον μου, κατά το διάστημα των οποίων δεν είδον άνθρωπον, παρά μόνον σήμερον την αγιωσύνην σου, την οποίαν επεθύμουν από πολλών χρόνων και σε ευχαριστώ, διότι δεν υπελόγισες τόσον κόπον δια να ίδης ένα ελεεινόν γέροντα· αλλ’ όπως σου είπον, ο Θεός, τέκνον, θέλει σου ανταποδώσει τον μισθόν κατά την ημέραν της Κρίσεως καθ’ ην μέλλει να κρίνη τα κρύφια των ανθρώπων». Αφού λοιπόν είπε ταύτα ο Όσιος διέταξε και εκαθήσαμεν και τότε ήρχισα να ερωτώ αυτόν δια την άμεμπτον αυτού πολιτείαν. Εκείνος δε απαντών μοι είπεν· «Ιδού, τέκνον, ενενήκοντα πέντε έτη έχω εις ταύτην την φωλεάν και οι οφθαλμοί μου δεν είδον θηρίον, ούτε όρνεον, ούτε έφαγον άρτον κατασκευασθέντα εκ χειρών ανθρωπίνων, ουδέ κοσμικόν ένδυμα ενεδύθην. Επί τριάκοντα έτη έζησα με μεγάλην ανάγκην και πολλήν στενοχωρίαν από την πείναν, την δίψαν και την γυμνότητα. Δεν ήρκουν δε μόνον ταύτα, αλλ’ είχον και τους δαίμονας να με ενοχλούν, να ενεδρεύουν και να μου στήνουν παγίδας, τας οποίας είναι αδύνατον να σου διηγηθώ. Και έφαγον, τέκνον μου, χώμα από την πολλήν πείναν και έπιον θαλάσσιον ύδωρ επί είκοσιν έτη. Και έζων εν γυμνότητι και μεγάλη στενοχωρία. Μυριάκις ωρκίσθησαν μεταξύ των οι δαίμονες να με πνίξωσιν εις την θάλασσαν. Πολλάκις με έσυραν μέχρι του χαμηλοτέρου σημείου του όρους, έως ότου δεν απέμεινεν εις εμέ ούτε δέρμα, ούτε σάρξ και εφώναζον λέγοντες· «Φύγε από το έδαφός μας. Απ’ αρχής κόσμου δεν ήλθεν εδώ άλλος κανείς· και συ, πως έλαβες την τόλμην να έλθης»; Παρέμεινα λοιπόν, συνέχισε να λέγη ο Όσιος, με μεγάλην υπομονήν, τα τριάκοντα αυτά έτη, πεινών και διψών και γυμνητεύων, καθώς σου είπον και τον αφόρητον πόλεμον των δαιμόνων υφιστάμενος. Αλλ’ αφού παρήλθον τα τριάκοντα έτη επεφοίτησεν εις εμέ η Χάρις του Θεού εν τη πολλή αυτής ευσπλαγχνία και με την προσταγήν Εκείνου ήλλαξεν η σωματική μου κατάστασις και εφύτρωσαν τρίχες εις το σώμα μου έως ου εβάρυνα εξ αυτών και τροφή πνευματική συνεχώς μου απεστέλλετο και Άγγελοι κατήρχοντο προς την αθλιότητά μου και είδον, τέκνον μου, τας εκτάσεις της Βασιλείας των ουρανών και τας Μονάς των Δικαίων. Είδον τον Παράδεισον του Θεού και μου έδειξαν το ξύλον της Γνώσεως, από του οποίου τον καρπόν έφαγον οι Προπάτορες. Είδον τον Ενώχ και τον Ηλίαν εν γη ζώντων. Δεν υπάρχει τίποτε, τέκνον μου, το οποίον εζήτησα να μου ερμηνευθή παρά Θεού και να μη μου το έδειξεν ο Φιλάνθρωπος. Αφού διηγήθη ταύτα ο Άγιος, τον ηρώτησα· Ειπέ μου, Πάτερ, πόθεν είσαι και πως συνέβη να έλθης εδώ; Τότε ο Όσιος απεκρίθη· Εγώ, τέκνον μου, είμαι από τας Αθήνας, Έλλην ειδωλολάτρης. Οι γονείς μου ήθελον να γίνω φιλόσοφος, όπως γίνονται οι μάταιοι άνθρωποι της πατρίδος μου, δι’ αυτό εξεπαιδευόμην συναναστρεφόμενος τους φιλοσόφους. Ο Κύριος όμως με ηλέησε και γνωρίσας την αλήθειαν εβαπτίσθην και έγινα Χριστιανός. Αφού δε απέθανον οι γονείς μου, εσκέφθην ότι και εγώ θνητός είμαι, όπως οι πρόγονοί μου. Ποίον λοιπόν θα είναι το όφελος αν απολαύσω τον μάταιον κόσμον και χάσω τον ουράνιον; Ας αναχωρήσω εκ του κόσμου προτού έλθωσι και με αρπάσωσιν οι Άγγελοι του Θεού. Ενεδύθην λοιπόν τα ιμάτιά μου και αφού εκάθισα επί μιας σανίδος ερρίφθην εις την θάλασσαν. Οδηγηθείσα δε η σανίς δια χειρός Αγγέλου, με έφερεν εις τους πρόποδας του όρους τούτου, όπου, περιπλανηθείς εδώ και εκεί, εύρον το σπήλαιον τούτο, εις το οποίον εισελθών, όπως προηγουμένως σου είπον, διήνυσα τον πολυώδυνον και τραχύτατον δρόμον της εδώ παροικίας μου μέχρι σήμερον. Ταύτα και άλλα περισσότερα διηγουμένου του Οσίου, εξημέρωσεν. Ιδών τότε εγώ το σώμα αυτού κεκαλυμμένον δια τριχών, ως να ήτο θηρίον, εταράχθην και εφοβήθην πολύ μη βλέπων εις αυτόν μορφήν ανθρώπου. Διότι εξ άλλου σημείου δεν ήτο δυνατόν να αναγνωρίση τις αυτόν ότι ήτο άνθρωπος, παρεκτός μόνον από της ομιλίας. Αντιληφθείς τότε ο Όσιος ότι τόσον εφοβήθην, μου είπε· «Διατί εφοβήθης, τέκνον μου, εκ της θέας του δυστυχούς τούτου σώματος; Τίποτε άλλο δεν είναι παρά σώμα φθαρτόν εκ σώματος φθαρτού καταλήξαν εις το σχήμα τούτο». Θέλων δε ο Άγιος να πληροφορηθή τα περί του κόσμου με ηρώτησε· «Υπάρχει ακόμη κόσμος και είναι ανθηρός όπως κατά την παλαιάν εποχήν»; Απεκρίθην εγώ· «Ναι, Πάτερ, και κόσμος υπάρχει με την Χάριν του Χριστού, και περισσότερον από την παλαιάν εποχήν ακμάζει σήμερον». Κατόπιν με ηρώτησε πάλιν ο Όσιος· Υπάρχει ειδωλολατρία ή διωγμός των Χριστιανών ακόμη; Απεκρίθην εγώ· Με την βοήθειαν των ευχών σου, Πάτερ, έχει παύσει πλέον ο διωγμός, ούτε ειδωλολατρία υπάρχει πολιτευομένη εκ του εμφανούς. Τούτο ακούσας ο Γέρων πολύ ηυχαριστήθη και συνέχισεν ερωτών με· Υπάρχουν Άγιοι εις τον κόσμον σήμερον, κατορθούντες υπερφυσικά φαινόμενα και θαύματα, όπως είπεν ο Χριστός εις τα Ευαγγέλια, ότι «Εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί και μεταβήσεται» (Ματθ. ιζ: 20) και «Άρθητι και βλήθητι εις την θάλασσαν και γενήσεται»; (Ματθ. κα:21). Τούτο ειπόντος του Οσίου και δεικνύοντος το όρος, ανεσηκώθη αμέσως εκείνο περί τους πέντε πήχεις και μετετοπίζετο προς την θάλασσαν. Εγείρας δε τους οφθαλμούς του ο Όσιος και ιδών αυτό να περιπατή, κτυπήσας το πρόσωπον δια της χειρός του, είπε· «Τι σου συνέβη, όρος; Εγώ δεν σου είπον να μετακινηθής· μείνε εις την θέσιν σου». Παρευθύς τότε επανήλθε το όρος εκεί οπόθεν είχεν απομακρυνθή. Το θαυμάσιον τούτο ευθύς ως είδον εγώ, έπεσον κάτω από τον φόβον. Ο δε Όσιος, κρατήσας με εκ της χειρός, με ανεσήκωσεν, ειπών· Δεν είδες τοιαύτα θαύματα εις τας ημέρας σου; Διακατεχόμενος δε ακόμη εγώ υπό του τρόμου απεκρίθην· Όχι. Στενάξας δε ο Γέρων έκλαυσε και είπεν· Αλλοίμονον εις την γην, διότι οι Χριστιανοί μόνον κατά το όνομα είναι Χριστιανοί όχι δε και κατά τα έργα. Ευλογητός ο Θεός ο οδηγήσας με εις τον άγιον τούτον τόπον δια να μη αποθάνω εις την πατρίδα μου και ταφώ εις γην μεμιασμένην εκ των πολλών αμαρτιών. Όταν δε επλησίαζεν η εσπέρα, μου είπεν ο Όσιος· Αδελφέ Σεραπίων, δεν είναι καιρός να τελέσωμεν αγάπην και ευχαριστίαν; Εγώ όμως δεν απήντησα. Εγερθείς δε αμέσως ο Όσιος και εκτείνας τας χείρας προς τον ουρανόν απήγγειλε τον ψαλμόν «Κύριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει» (Ψαλμ. κβ: 1) και την συνέχειαν του ψαλμού τούτου και άλλα πολλά. Στραφείς κατόπιν προς το εσωτερικόν του σπηλαίου ο Όσιος είπεν· Ετοίμασον, τέκνον, τράπεζαν. Λέγει δε και προς εμέ· Ας εισέλθωμεν, τέκνον μου, και ας φάγωμεν τροφήν, την οποίαν ο Θεός απέστειλεν εις ημάς. Εγώ τότε εθαύμαζον και ηπόρουν, έκθαμβος γενόμενος, διότι δεν έβλεπον ουδένα άλλον ειμή μόνον τον Όσιον. Αίφνης όμως βλέπω και τράπεζαν ητοιμασμένην γέμουσαν ευωδίας και δύο σκαμνία και άρτον πρόσφατον μαλακόν και λευκόν ως χιόνα και δύο ιχθύς εψημένους και ωραιότατα λάχανα και φοίνικας και άλας και αγγείον πλήρες ύδατος γλυκυτέρου του μέλιτος· ως δε εκαθίσαμεν, μου είπεν ο Όσιος· Ευλόγησον, αδελφέ Σεραπίων. Απεκρίθην εγώ· Συγχώρησόν μοι, Πάτερ. Ευθύς τότε λέγει ο Όσιος· Κύριε, ελέησον. Και ιδού βλέπω παρευθύς ωσάν δεξιάν χείρα εκταθείσαν εκ του ουρανού και τυπώσασαν επί της τραπέζης το σημείον του Σταυρού. Αφού δε εφάγομεν, είπε πάλιν ο Όσιος· Σήκωσον, τέκνον, την τράπεζαν. Παρευθύς τότε εσηκώθη η τράπεζα και εγένετο αφανής. Έμενον δε εγώ θαυμάζων, πλην των άλλων και διότι καθ’ όλας τας ημέρας της ζωής μου δεν εγεύθην ποτέ τοιαύτην γλυκυτάτην τροφήν ούτε ύδωρ έπιον όπως εκείνο το ύδωρ. Ομιλήσας τότε προς εμέ ο Όσιος είπεν· Είδες, αδελφέ, πόσον αγαπά ο Θεός τους δούλους του; Μέχρι τώρα εφέρετο εις εμέ καθ’ εκάστην ημέραν εις ιχθύς· σήμερον δε, προς χάριν σου, ο Θεός μού απέστειλε δύο. Τοιουτοτρόπως ο Θεός μού αποστέλλει και πνευματικήν τροφήν και πνευματικόν πόμα. Επί τριάκοντα έτη ευρίσκομαι εις τον τόπον τούτον και δεν εύρον ποτέ ούτε μίαν ρίζαν χόρτου, από την υπερβολικήν δε πείναν έφαγον χώμα εκ της γης και από την πολλήν δίψαν έπιον ύδωρ πικρόν εκ της θαλάσσης· και ήμην γυμνός και ανυπόδητος μέχρι σημείου, ώστε απεσπάσθη το δέρμα από τα μέλη του σώματός μου, εξ αιτίας του ψύχους της νυκτός και του καύσωνος της ημέρας. Ευρισκόμην δε εξηπλωμένος ως νεκρός, και οι δαίμονες με επολέμουν ακαταπαύστως ημέραν και νύκτα σύροντές με εδώ και εκεί εις το όρος και με εγκατέλειψεν ο Θεός επί τριάκοντα έτη εν πείνη και δίψη κατατυραννούμενον εκ του ψύχους και του καύσωνος και ούτε θηρίον είδον ούτε όρνεον εις το όρος τούτο. Aπό τα ενενήκοντα πέντε δε έτη, από τα οποία έχω εδώ, κατά τα πρώτα τριάκοντα δεν είδον ει μη μόνον δαίμονας. Αφού δε συνεπληρώθησαν τα τριάκοντα έτη, αφ’ ότου ευρισκόμην εις τόσον βαρείς κινδύνους, επρόσταξεν ο Θεός και ανεφύησαν τρίχες εις το σώμα μου, καθώς βλέπεις, αίτινες εσκέπασαν όλα τα μέλη μου. Από τότε και έως σήμερα ούτε οι δαίμονες κατώρθωσαν να με πλησιάσουν, ούτε πείνα, ούτε δίψα, ούτε καύσων, ούτε ψύχος με ηνώχλησαν, ούτε η ελαχίστη ασθένεια με προσέβαλε. Σήμερον δε το όριον της ζωής μου ευρίσκεται εις το τέλος του και σε απέστειλεν ο Θεός, ίνα, δια των αγίων χειρών σου, κηδεύσης το ταπεινόν τούτο σώμα. Όταν δε, αδελφέ Σεραπίων κηδεύσης το σώμα μου, άφες αυτό εις τούτο σπήλαιον εν ειρήνη Χριστού και αφού φράξης δια λίθων την είσοδον του σπηλαίου πορεύου εν ειρήνη και μη παραμείνης εδώ. Κλαίων τότε εγώ, με λύπην βαθυτάτην και φωνήν διακοπτομένην από λυγμούς είπον προς τον Άγιον· Πάτερ, αίτησον ίνα με παραλάβης μετά σου όπου θέλεις πορευθή. Απεκρίθη ο Άγιος· Εν τη ημέρα ταύτη της ευφροσύνης μου μη κλαίε, τέκνον διότι ο Θεός, ο οδηγήσας σε εδώ, Αυτός θέλει σε διασώσει εν ευφροσύνη και ουκ εν τρίβω της ενταύθα ελεύσεώς σου έσται η οδός σου. Μη στενοχωρήσαι δηλαδή και δεν πρόκειται να επιστρέψης και πάλιν από τον ίδιον δρόμον από τον οποίον ήλθες και ο οποίος τόσον σε εταλαιπώρησε. Δι’ εμέ δε, αδελφέ Σεραπίων, η σημερινή ημέρα είναι η ανωτέρα όλων των ημερών της ζωής μου. Διότι σήμερον η ψυχή μου εγκαταλείπει το παθητόν τούτο σώμα και απέρχεται ίνα αναπαυθή εις τας Μονάς της ζωής. Σήμερον αναπαύεται το σώμα μου εκ των πολλών κόπων και αγώνων· σήμερον θα αισθανθώ την χαράν της αναπαύσεώς μου. Παύσαντος δε του Αγίου τον λόγον εις το σημείον τούτο, εγέμισεν αίφνης το σπήλαιον εκ φωτός λαμπροτέρου του ηλίου και ευωδία αρωμάτων ηπλώθη εις το μέγα εκείνο όρος. Κρατών δε ο μακάριος Μάρκος την χείρα μου, συνέχισε λέγων· Ας διασώζεσαι, σπήλαιον ευλογημένον, εντός του οποίου ηυχαρίστησα όσον μου ήτο δυνατόν Εκείνον όστις προς σε με ωδήγησε και ενεδυνάμωσε το εκ πηλού σώμα μου, ώστε να συμπληρώσω τον χρόνον της εδώ παροικίας μου, με εκάλυψε δε υπό το σκήνωμά Του μέχρι τούδε και έως την ημέραν της κοινής αναστάσεως. Σώζου και συ σώμα μου, η κατοικία των κόπων και αγώνων μου. Μη λυπείσαι και ιδού σε αναλαμβάνει ο Κύριος, ίνα σου αποδώση τους μισθούς, αντί των πειρασμών τους οποίους υπέμεινες και των ενοχλήσεων του αντιλογούντος εις τας βουλάς Εκείνου, ανταγωνιζόμενον εις ταύτα δια την αγάπην Του και μόνον. Δια δε την γύμνωσιν την οποίαν υπέφερες, ας ενδυθής ένδυμα αφθαρσίας κατά την ημέραν της δόξης Αυτού, της φρικτής και φοβεράς. Σώζεσθε και σεις, οφθαλμοί μου, τους οποίους εμάραναν αι παννύχιοι στάσεις και η αγρυπνία. Τώρα αναπαύεσθε. Ας σώζεσθε και σεις πόδες μου, τους οποίους κατεκοπίασα δι’ ολονυκτίων ορθοστασιών εν προσευχή. Σώζεσθε, Ασκηταί, οι εις τας φάραγγας των ορέων ζώντες και κεκοιμημένοι· σώζεσθε και σεις δέσμιοι, οι δια την ουράνιον Βασιλείαν καταπονούμενοι· σώζεσθε οι εν θλίψεσι και φυλακαίς και στενοχωρίαις βιούντες δια την αγάπην του Χριστού· σώζεσθε τα Ιερά Μοναστήρια και αι Λαύραι και όλα τα ιερά καταφύγια· σώζου και η σύμπασα κτίσις. Στραφείς κατόπιν και πάλιν προς εμέ ο Άγιος με ησπάσατο, ειπών μοι· Σώζου και συ, αδελφέ Σεραπίων. Ο Χριστός, παρά του οποίου ελπίσας την ανταπόδοσιν υπέμεινας προς χάριν μου τόσον κόπον, ας σου παραχωρήση τον μισθόν του κόπου σου κατά την φρικτήν ημέραν της παρουσίας Αυτού. Μετά ταύτα δε λέγει και πάλιν· Αδελφέ Σεραπίων, σε ορκίζω εις τον Χριστόν τον αληθινόν Θεόν και Υιόν του Θεού του ζώντος, να μη παραλάβης τίποτε εκ του ταπεινού μου σώματος ούτε μίαν τρίχα ούτε να περιποιηθής αυτό ενδύων με ιμάτιον, αλλ’ όπως ο Θεός ενέδυσεν αυτό με τρίχας, ούτως ας συνοδευθή και εις τον τάφον. Μη μείνης δε εδώ σήμερον. Ενώ δε εγώ εθρήνουν ακούων ταύτα, φωνή ήλθεν εξ ουρανού λέγουσα· Αγάγετέ μοι το σκεύος της εκλογής της ερήμου, αγάγετέ μοι τον εργάτην της δικαιοσύνης και τέλειον Χριστιανόν και εργάτην πιστόν. Δεύρο, Μάρκε, δεύρο αναπαύου εν τη χώρα της χαράς και πνευματικής ζωής. Τότε λέγει προς εμέ ο Άγιος· Ας κλίνωμεν το γόνυ, αδελφέ. Ως δε εκλίναμεν τα γόνατα ημών, ήκουσα φωνήν Αγγέλου λέγοντος προς έτερον Άγγελον· Άνοιξον τας αγκάλας σου και υποδέχου την μακαρίαν ταύτην ψυχήν. Ως ήκουσα τους λόγους τούτους ηγέρθην και εκτείνας το βλέμμα είδον την ψυχήν του Αγίου βασταζομένην υπό Αγγέλων, ενδεδυμένην στολήν λευκήν και μεταφερομένην εις τους ουρανούς. Απεκαλύφθη τότε η στέγη του ουρανού και είδον τας φυλάς των δαιμόνων ισταμένας ετοίμους. Ήκουσα δε και φωνήν λέγουσαν· «Φύγετε εις το σκότος, φύγετε από το πρόσωπον του φωτός της δικαιοσύνης». Εκρατήθη δε η ψυχή του Αγίου επί μίαν ώραν και ήκουσα φωνήν, προτρέπουσαν ούτω τους Αγγέλους· «Υψώσατε την ηγαπημένην μου ψυχήν, την καταισχύνασαν τους δαίμονας». Αφού δε αντιπαρήλθεν η ψυχή τας φυλάς των δαιμόνων, ευθύς είδον ομοίωμα δεξιάς, ήτις απλωθείσα εκ του ουρανού παρέλαβε την ψυχήν του Αγίου. Από της στιγμής ταύτης ουδέν είδον πλέον. Ήτο δε η ώρα έκτη της νυκτός. Παραμείνας τότε μέχρι πρωϊας προσευχόμενος και τελέσας την υμνωδίαν επί του Ιερού Λειψάνου του Αγίου, άφησα αυτό εκεί εις το σπήλαιον, καθώς είχον διαταχθή παρ’ εκείνου. Αφού δε έκλεισα τούτο δια λίθων κατηρχόμην από το όρος ικετεύων και δεόμενος, ίνα γίνη εις εμέ ο Θεός βοηθός εις το να διαβώ την φοβεράν εκείνην έρημον. Και περί την δύσιν του ηλίου, ιδού οι δύο εκείνοι τους οποίους είδον, ότε εκαθήμην μετά του Αββά Ιωάννου, παρουσιάσθησαν πάλιν και πλησιάσαντές μοι μοι είπον· «Αληθώς, αδελφέ, εκήδευσας σήμερον σώμα του οποίου ο κόσμος ολόκληρος δεν είναι αντάξιος. Αλλ’ εγέρθητι και οδοιπόρησον μεθ’ ημών κατά την νύκτα, ότε δροσίζει, διότι την ημέραν δεν θα δυνηθής να περιπατήσης εκ της υπερβολικής του ηλίου θερμότητος». Εγερθείς δε συνεβάδισα μετ’ αυτών μέχρι της πρωϊας. Έπειτα μοι είπον· «Πορεύου εν ειρήνη και να εύχεσαι υπέρ ημών». Όταν δε έφθασα εις μικράν από αυτών απόστασιν, παρατηρήσας αντελήφθην, ότι ευρισκόμην εις την θύραν του Αββά Ιωάννου και γενόμενος έκθαμβος εδόξαζον τον Θεόν μεγαλοφώνως, ενθυμούμενος τους λόγους του Αγίου Μάρκου, όστις μοι είχεν είπει, ότι «ουκ εν τρίβω της ενταύθα ελεύσεώς σου έσται η επιστροφή σου». Όθεν επίστευσα εις την αόρατον προστασίαν, την οποίαν δια των ευχών του Αγίου έλαβον. Ούτω μετεφέρθην εκεί όπου ήμην πρότερον και εμεγάλυνον τα ελέη του αγαθού και μεγάλου Θεού ημών, δι’ εκείνα τα οποία εποίησεν εις εμέ τον ανάξιον δια των πρεσβειών του Αγίου Μάρκου του πιστού δούλου Αυτού. Ταύτας τας φωνάς ακούσας ο Αββάς Ιωάννης εξήλθε και μοι είπεν· «Εν ειρήνη μετά του Θεού ευρέθης εδώ, Αββά Σεραπίων». Εισελθών δε μετ’ αυτού εις την Εκκλησίαν διηγήθην εις αυτόν και εις τους συναθροισθέντας άπαντα λεπτομερώς τα γενόμενα και πάντες εδόξασαν τον ποιούντα μεγάλα και εξαίσια, ων ουκ έστιν αριθμός. Ο δε Αββάς Ιωάννης εγερθείς εις το μέσον ημών είπεν· «Αληθώς, αδελφοί, εκείνος ήτο τέλειος Χριστιανός, ημείς δε κατ’ όνομα μόνον είμεθα τοιούτοι. Ο δε φιλάνθρωπος Θεός, ο παραλαβών τον Άγιον Μάρκον, τον δούλον Αυτού και γνήσιον φίλον Του, εις τας αιωνίους αυλάς της Βασιλείας των ουρανών, Αυτός ας σκέπη και ημάς υπό τας πτέρυγας της Χάριτος Αυτού και ας οδηγή ημάς εις το να κάμνωμεν το θέλημά Του, δια των ευχών και πρεσβειών του Οσίου Πατρός ημών Μάρκου και πάντων των Αγίων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2452
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΣΤ΄ (6η) Μαρτίου, ο Όσιος Πατήρ ημών ΗΣΥΧΙΟΣ ο Θαυματουργός εν ειρήνη τελειούται.

Δημοσίευση από silver »


Ησύχιος ο Όσιος Πατήρ ημών, ο περιβόητος του Θεού άνθρωπος, κατήγετο εκ της εν Γαλατία πόλεως Άνδραπα, εις την οποίαν και ανετράφη ευλαβώς εξ αυτής ταύτης της βρεφικής σχεδόν ηλικίας. Τας υλικάς δε μερίμνας μισήσας, εχρημάτισε κατοικητήριον του Αγίου Πνεύματος, διότι επόθει την απόλαυσιν της άνω Σιών. Όθεν αναχωρήσας εκ της πατρίδος του μετέβη εις την έρημον την προς την θάλασσαν της Αρδανίας κειμένην, ως επρόσταξεν αυτόν το Πνεύμα το Άγιον, εν συνεχεία δε μετέβη εις το όρος το ονομαζόμενον του Μαϊωνος. Βλέποντες τον Άγιον οι επί του όρους εκείνου κατοικούντες δαίμονες μετεχειρίζοντο πάντα τρόπον και μηχανορραφίαν, ίνα τον εκδιώξωσιν εκείθεν, μεταχειρισθέντες ως όργανα Ιωάννην τινά και Ιλαρίωνα και δια μέσου εκείνων ηρώτων τον Άγιον που έχει σκοπόν να κατοικήση. Ειπόντος δε του Αγίου ότι μέλλει να κατοικήση εις το όρος εκείνο, αντέλεγον ούτως οι κακούργοι εκείνοι· «Άνθρωπε, δεν γνωρίζεις τας δυσκολίας του τόπου και ζητείς να κατοικήσης εντός των κόλπων του θανάτου; Διότι ο τόπος ούτος είναι η κατοικία των θηρίων και των κλεπτών και όσοι κατοικήσωσιν εν αυτώ, δεν ζώσιν ουδέ μίαν μόνην ημέραν». Ταύτα ακούσας ο θείος Πατήρ εστάθη συλλογισμένος και περιειργάζετο τα πρόσωπα των ταύτα λεγόντων. Αντελήφθη λοιπόν με την διορατικήν δύναμιν του Αγίου Πνεύματος, ότι υπό δαιμόνων υποκινούμενοι λέγουν ταύτα οι άνθρωποι εκείνοι. Δια τούτο σημειώσας επ’ αυτών τον τύπον του Τιμίου Σταυρού, εδίωξεν εξ αυτών τους ασωμάτους δαίμονας. Είτα ανήλθεν εις μίαν των κορυφών του όρους εκείνου και κατώκησεν, ακολουθών τον τούτον οδηγούντα Θεόν. Εκεί λοιπόν κατοικήσας ο Όσιος, εκαλλιέργησε την γην καθ’ όσον ηδύνατο και εξ εκείνης ωκονόμει τα εις αυτόν αναγκαία. Ελθόντα δε πτηνά, τα οποία έτρωγον τα γεννήματά του, κατά την βλάστησιν, έλαβον μετ’ ολίγον καιρόν την τιμωρίαν· διότι άμα έτρωγον τους βλαστούς, έπιπτον νεκρά εις την γην. Επειδή δε πάλιν ήλθον άλλα και έβλαπτον τους καρπούς, ο Όσιος, υψώσας τους οφθαλμούς εις τους ουρανούς, επετίμησεν αυτά, λέγων· «Φύγετε από τους Μοναχούς και μη βλάπτετε τους κόπους αυτών». Τότε τα πτηνά ταύτα, ως να ήσαν λογικά, ήκουσαν την φωνήν του Οσίου και ανεχώρησαν και πλέον δεν εφάνησαν εις τον τόπον εκείνον. Ύστερον ο Όσιος κατέβη εις το κατώτερον μέρος του όρους και εκεί ευρών ύδωρ έκτισεν Εκκλησίαν εις το όνομα του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου, εν αυτή δε ησύχαζε, προσευχόμενος τω Κυρίω. Καιρόν δε τινά, επειδή έφεραν Χριστιανοί τινές εις τον Όσιον την θυγατέρα των ενοχλουμένην υπό δαιμονίου και παρεκάλουν αυτόν να την ιατρεύση, ο Άγιος άνευ χρονοτριβής ιάτρευσεν αυτήν τη συνεργία του Πρωτοκλήτου Αποστόλου Ανδρέου και απέδωκε την κόρην εις τους γονείς της υγιαίνουσαν· αποδίδων δε αυτήν, είπε και τους προφητικούς τούτους λόγους εις τους γονείς και την θυγατέρα των· «Ταύτα μοι προλέγει το Πνεύμα το Άγιον, ότι μετά την αποβίωσίν μου θέλει κατασταθή ο τόπος ούτος σεμνών γυναικών και παρθένων Ασκητήριον και με τας απαύστους εκείνων προσευχάς θα διωχθή εντεύθεν όλη η των δαιμόνων παράταξις». Επραγματοποιήθησαν δε οι λόγοι ούτοι του Αγίου μετ’ ολίγον χρόνον. Άλλοτε, εξερχόμενος ο Όσιος εκ του κελλίου του, ως εκ θείας Προνοίας, βλέπει χωρικόν τινα, ο οποίος ωδήγει βόας σύροντας άμαξαν φορτωμένην· συνέβη δε να περιπλεχθή εις των βοών και να πέση πρηνής κατά γης, ο δε βοηλάτης έτρεξεν όπως τον ανεγείρη. Εις μάτην όμως εκοπίαζεν, επειδή ο βους μετεβλήθη σχεδόν εις λίθον αναίσθητον και δεν ηδύνατο να κινηθή εκ της θέσεώς του. Όθεν απορών ούτος περί του πρακτέου, εκάθητο θρηνών και βρέχων τον εαυτόν του με δάκρυα. Βλέπων δε αυτόν ο συμπαθής Ησύχιος, τον ελυπήθη δια την συμφοράν του και πλησιάσας τον πεπτωκότα βουν και τρίψας δια της χειρός του τον λαιμόν του είπεν εις αυτόν· «Εγέρθητι, ω οκνηρόν, και βάδισε τον υπόλοιπον δρόμον, μήπως ο εχθρός σε σφάξη με την μάχαιραν». Ταύτα ειπών ο Όσιος και σημειώσας επί του βοός το σημείον του Τιμίου Σταυρού ηγέρθη το ζώον και έσυρεν ελευθέρως την άμαξαν. Τούτο το θαύμα βλέπων ο βοηλάτης εξεπλάγη και πεσών εις την γην ηυχαρίστει τον Άγιον, διότι και αυτόν εσυμπόνεσε και το ζώον του ανέστησε και εις την οδόν τον ευώδωσεν. Ο μακάριος ούτος Ησύχιος, επειδή ανέπτυσσε περισσοτέραν αρετήν και εσπούδαζε να υποτάξη το χείρον εις το κρείττον, ήτοι το σώμα εις την ψυχήν, ηξιώθη να συνομιλή και με τους Αγίους Αγγέλους. Ούτω Άγγελος Κυρίου, ελθών προς αυτόν, του είπεν ότι μετά τριάκοντα ημέρας θέλει απέλθει προς Κύριον. Ευφρανθείς τότε ο Όσιος δια το χαροποιόν τούτο μήνυμα, προσεκάλεσε τους μετ’ αυτού όντας αδελφούς και είπε προς αυτούς τους εξοδίους και τελευταίους λόγους, προλαβών τον φόβον της μελλούσης κολάσεως, δια του οποίου κατετρόμαξεν άπαντας. Κατά δε το μεσονύκτιον, ενώ εισέτι ενουθέτει τους αδελφούς, έλαμψεν επ’ αυτού φως ουράνιον και ειπών· «Κύριε, εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου», απεδήμησεν, ο αοίδιμος, εις τας αιωνίους μονάς. Τότε οι παρατυχόντες αδελφοί, κηδεύσαντες ευλαβώς το και Αγγέλοις σεβάσμιον σώμα του, έθηκαν αυτό εντός πετρίνης θήκης, παρά τη βασιλική πύλη της Εκκλησίας· όταν δε εβασίλευσεν ο Κωνσταντίνος και η μήτηρ του Ειρήνη, εν έτει ψπα΄ (781), τότε ο της Αμασείας Επίσκοπος Θεοφύλακτος ανεκόμισε το ιερόν Λείψανον του Αγίου και μετέθηκεν αυτό εις την Αμάσειαν, αποθέσας τούτο εις το δεξιόν μέρος του Αγίου Βήματος, ένθα ευρίσκεται και μέχρι της σήμερον, παρά πάντων τιμώμενον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2452
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ζ΄ (7η) Μαρτίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΠΑΥΛΟΥ του Απλού.

Δημοσίευση από silver »


Παύλος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ο ονομασθείς Απλούς ήτο Αιγύπτιος το γένος, σύγχρονος υπάρχων του Οσίου Πατρός ημών Αντωνίου του Μεγάλου, γεωργός το επάγγελμα, απλοϊκός τους τρόπους καθ’ υπερβολήν, άκακος και άπλαστος κατά την γνώμην, τόσον ώστε ουδείς άλλος ηδύνατο να τον υπερβάλη. Είχε δε ο ευλογημένος και γυναίκα κακότροπον και μοιχαλίδα, η οποία μοιχευομένη επί πολύν χρόνον εκρύπτετο από τον Όσιον. Ημέραν δε τινά συνέπεσε να έλθη ο Όσιος εκ του αγρού εις ώραν κατά την οποίαν δεν ανεμένετο. Ευρών δε την γυναίκα του μοιχευομένην εις τον οίκον του, γελάσας σεμνώς είπε προς την μοιχαλίδα: «Καλώς· δεν με ενδιαφέρει τίποτε πλέον· όμως από του νυν και εις το εξής ούτε θέλω να σε ίδω με τους οφθαλμούς μου». Προς δε τον μοιχόν είπεν: «Έχε την γυναίκα μου ταύτην συ από του νυν, καθώς και τα παιδία αυτής, εγώ δε υπάγω να γίνω Μοναχός». Μετέβη τότε εις τον Μέγαν Αντώνιον και αφού εκτύπησε την θύραν αυτού, εξήλθεν ο θείος Αντώνιος και λέγει προς αυτόν· «Ποίος είσαι, αδελφέ, και τι ζητείς εδώ»; Απεκρίθη ο Παύλος· «Ξένος είμαι και ήλθον εις σε, ίνα γίνω Μοναχός». Λέγει ο Όσιος Αντώνιος· «Εξήκοντα ετών γέρων δεν ημπορεί να γίνη Μοναχός, ούτε δύναται να υπομείνη τας θλίψεις και την στενότητα της ερήμου. Αλλ’ εάν θέλης, ύπαγε εις Κοινόβιον, ίνα και τα σωματικά αγαθά πλούσια εύρης εκεί και διανύσης ακόπως την ζωήν σου με τους κοινοβιάτας Μοναχούς, διότι οι αδελφοί θέλουν βοηθήσει την αδυναμίαν σου· εγώ δε κάθημαι μόνος και ανά πέντε ημέρας τρώγω άρτον μετ’ οικονομίας». Ο μακάριος Παύλος όμως δεν ήθελε να ακούση τον Γέροντα, αλλ’ εφρόντιζε να γίνη δεκτός προς συγκατοίκησιν μετ’ αυτού. Μη δυνηθείς λοιπόν ο Αντώνιος να διώξη αυτόν, έκλεισε την θύραν του σπηλαίου και αφήκεν αυτόν έξω τρεις ημέρας, χωρίς να εξέλθη να τον ίδη· ο δε Παύλος έμεινε νήστις, αλλά δεν έφυγε. Την δε τετάρτην ημέραν, έχων ανάγκην ο Μέγας Αντώνιος ήνοιξε την θύραν του σπηλαίου και ευρίσκων έξω τον Παύλον του λέγει· «Φύγε, γέρων, απ’ εδώ και μη με βιάζης, διότι δεν δύνασαι να μείνης μετ’ εμού». Ο Παύλος τότε απεκρίθη· «Αδύνατον είναι να μεταβώ εις άλλο μέρος». Ιδών λοιπόν ο θείος Αντώνιος, ότι δεν είχεν ούτε δισάκκιον, ούτε άρτον, ούτε άλλο τι, λέγει προς αυτόν· «Εάν έχης υπακοήν και εκτελής αόκνως και αγογγύστως τας παραγγελίας μου, γνώριζε ότι και εδώ ημπορείς να σωθής· εάν όμως δεν πράττης ό,τι θα σου λέγω, διατί να κοπιάσης ματαίως και δεν επανέρχεσαι εκεί οπόθεν ήλθες»; Αποκριθείς δε ο μακάριος Παύλος είπε· «Όσα με προστάζεις, όλα θέλω εκτελεί προθύμως». Τότε είπε προς αυτόν αυστηρά ο Αντώνιος· «Στήθι και προσεύχου, μέχρις ου εισέλθω εις το σπήλαιον και φέρω εις σε εργόχειρον». Εισελθών δε ο Αντώνιος εν τω σπηλαίω, έβλεπεν έξω εκ τινος μικράς θυρίδος τον Παύλον, όστις ίστατο ακίνητος και προσηύχετο. Μετά τινας ημέρας και αφ’ ου κατεξηράνθη ο Παύλος υπό του καύματος του ηλίου, εξήλθεν ο Αντώνιος εκ του σπηλαίου και βρέξας λωρίδας φύλλων φοινίκων, λέγει προς τον Παύλον· «Λάβε ταύτα και πλέξον σειράν, καθώς βλέπεις εμέ πλέκοντα». Έπλεξε λοιπόν ο Παύλος μέχρι της ενάτης ώρας δέκα πέντε οργυιάς μετά πολλού κόπου. Τότε λέγει προς αυτόν ο Αντώνιος· «Κακώς έπλεξας την σειράν, χάλασον λοιπόν αυτήν και πλέξον πάλιν εξ αρχής». Ήτο δε ο Παύλος νήστις επτά ημέρας, ταύτα δε έπραττεν ο Αντώνιος, ίνα τον στενοχωρήση και αναχωρήση. Ο δε Παύλος με μακροθυμίαν, αλλά και σπουδήν, εχάλασε την σειράν και έπλεξε πάλιν αυτήν εξ αρχής αγογγύστως. Βλέπων τούτο ο Άγιος Αντώνιος εξεπλάγη. Όθεν συμπονέσας αυτόν, κατά την δύσιν του ηλίου λέγει προς αυτόν· «Θέλεις να φάγωμεν άρτον»; Ο Παύλος απεκρίθη· «Καθώς νομίζεις, ποίησον». Ούτος δε ο λόγος περισσότερον συνεκίνησε την καρδίαν του Αντωνίου. Ετοιμάσας λοιπόν τράπεζαν, έθηκεν επ’ αυτής τέσσαρα τεμάχια άρτου, έκαστον των οποίων εζύγιζε τεσσαράκοντα οκτώ δράμια και το μεν εν εξ αυτών έβρεξε δια τον εαυτόν του, τα δε άλλα τρία δια τον Παύλον. Ήρχισε δε ευθύς ο Μέγας Αντώνιος να λέγη ψαλμόν τινά. Ίνα δοκιμάση δε και εις αυτό τον Παύλον, έψαλλε δις τον αυτόν ψαλμόν. Αλλ’ ο Παύλος προσηύχετο προθυμότερον του Αντωνίου. Τότε ο Αντώνιος λέγει· «Παύλε, κάθησον μεν εις την τράπεζαν, αλλά μη τρώγης, βλέπε δε μόνον και πρόσεχε εις τα παρατεθειμένα». Επειδή δε ο Παύλος και τούτο μετά προθυμίας εποίησε, λέγει προς αυτόν ο Αντώνιος· «Εγέρθητι εκ της τραπέζης, κάμε την προσευχήν σου, και ύπαγε να κοιμηθής». Ο δε Παύλος, χωρίς να φάγη καθόλου άρτον, εποίησε καθώς προσετάχθη και ύπνωσε. Κατά δε το μεσονύκτιον ηγέρθη ο θείος Αντώνιος δια προσευχήν, ήγειρε δε και τον Παύλον και παρέτεινε την προσευχήν μέχρι της ενάτης ώρας της ημέρας εκείνης. Όταν δε έγινεν εσπέρα βαθεία και ενύκτωσε, ητοίμασεν ο Αντώνιος τράπεζαν και ήρχισε ψάλλων και προσευχόμενος. Αφ’ ου λοιπόν προσηυχήθησαν, εκάθησαν εις την τράπεζαν και ο μεν θείος Αντώνιος έφαγε το εν τεμάχιον και άλλο δεν ήγγισεν, ο δε Παύλος, επειδή έτρωγεν αργότερα, είχεν ακόμη υπόλοιπον εκ του πρώτου τεμαχίου. Αφ’ ου δε το έφαγεν όλον, λέγει προς αυτόν ο Μέγας Αντώνιος· «Φάγε, παππία, και άλλο τεμάχιον». Απεκρίθη ο Παύλος· «Εάν φάγης συ, τότε θα φάγω και εγώ». Λέγει ο θείος Αντώνιος· «Εις εμέ είναι αρκετόν το εν τεμάχιον, διότι είμαι Μοναχός». Απεκρίθη ο Παύλος· «Επειδή λοιπόν και εγώ μέλλω να γίνω Μοναχός, αρκετόν είναι και εις εμέ το εν τεμάχιον». Όθεν εγερθέντες και οι δύο έψαλλον και ολίγον κοιμηθέντες, πάλιν ηγέρθησαν και έψαλλον, έως ου εξημέρωσεν. Έπειτα ο Άγιος Αντώνιος έστειλε τον Παύλον να περιπατήση τρεις ημέρας εις την έρημον και κατόπιν να επανέλθη. Αφ’ ου δε επέστρεψεν, ήλθον αδελφοί τινες εις τον Αντώνιον. Επρόσεχε τότε ο Παύλος τι έμελλε να προσταχθή παρά του Αντωνίου· ο δε θείος Αντώνιος μειδιών λέγει προς τον Παύλον· «Υπηρέτησον τους αδελφούς σιωπών και μη γευθής τίποτε έως ότου αναχωρήσουν». Αφού δε παρήλθον τρεις ακόμη ημέραι, κατά τας οποίας ο μακάριος Παύλος εξετέλει την εντολήν, χωρίς να είπη λόγον τινά και χωρίς να γευθή ουδέ την ελαχίστην τροφήν, ηρώτησαν τούτον οι αδελφοί· «Διατί σιωπάς»; Επειδή δε ο Παύλος δεν απεκρίνετο, λέγει προς αυτόν ο Αντώνιος· «Ομίλησον εις τους αδελφούς». Τότε ο Παύλος ωμίλησε προς αυτούς. Ημέραν τινά αδελφός τις έφερεν εις τον Αντώνιον σταμνίον μέλιτος, ο δε Αντώνιος έχυσεν αυτό εις την γην, ειπών εις τον Παύλον· «Σύλλεξον με οστρείδιον το μέλι τόσον καλά, ώστε να μη χαθή ούτε ρανίς εξ αυτού». Αλλά και με τον λόγον τούτον ουδόλως εταράχθη ο Παύλος ούτε παρήκουσεν, αλλ’ εξετέλεσε προθύμως την εντολήν. Άλλοτε προσέταξεν αυτόν ο Αντώνιος να αντλή ύδωρ εκ του εκεί φρέατος και να το χύνη εις την γην ασκόπως καθ’ όλην την ημέραν. Άλλοτε πάλιν έσχισεν ο Αντώνιος το ένδυμα του Παύλου και κατόπιν τον διέταξε να το ράψη. Όταν πλέον είδεν ο Μέγας Αντώνιος, ότι ο Παύλος αγογγύστως και αδιστάκτως εκτελεί πάσαν προσταγήν του, λέγει προς αυτόν· «Πρόσεχε, αδελφέ, και εάν ημπορής να πράττης ούτω καθ’ εκάστην, μένε μετ’ εμού, αν δε δεν δύνασαι, ύπαγε εκεί, από όπου ήλθες». Αποκρίθη τότε ο Παύλος προς τον Αντώνιον· «Αν έχης να προστάξης τίποτε περισσότερον από ό,τι με επρόσταξες έως τώρα, δεν γνωρίζω. Όλα όμως όσα έως τώρα με επρόσταξες να πράξω, όλα τα έπραξα, με όσην ηδυνήθην προθυμίαν». Τόσην δε υπακοήν και ταπείνωσιν απέκτησε ο μακάριος Παύλος, ώστε δια τας αρετάς του ταύτας ηξιώθη παρά του Θεού της δυνάμεως τού να διώκη δαιμόνια. Τούτο πληροφορηθείς παρά Θεού ο Μέγας Αντώνιος, εκράτησε μετ’ αυτού τον μακάριον Παύλον επί τι ακόμη διάστημα, όταν δε έκρινε τον καιρόν κατάλληλον, είπε προς αυτόν· «Εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έγινες πλέον τέλειος Μοναχός. Με την χάριν λοιπόν και την του Κυρίου οδηγίαν, σου κτίζω κελλίον ιδιαίτερον, τρία έως τέσσαρα μίλια μακράν από το ιδικόν μου, εις αυτό δε να κατοικήσης με το έλεος του Θεού, ο οποίος θέλει σου δώσει δύναμιν και βοήθειαν να αντιπολεμήσης προς τας ενεργείας του δαίμονος». Κατοικήσας λοιπόν μόνος ο τρισόλβιος Παύλος ο Απλούς εν ολόκληρον έτος, ηξιώθη παρά Θεού να κάμνη θαύματα, διώκων δαιμόνια και απομακρύνων πάσαν ασθένειαν, αγωνιζόμενος τελειότατα τον δρόμον της ασκήσεως. Ημέραν δε τινά έφεραν εις τον Μέγαν Αντώνιον νέον έχοντα φοβερόν και αγριώτατον δαιμόνιον, τον άρχοντα των δαιμονίων, όστις ετόλμα να βλασφημή εις τον ουρανόν. Τούτον ιδών ο Άγιος, είπεν εις εκείνους όπου τον έφεραν· «Δεν είναι ιδική μου υπηρεσία αυτή. Διότι δεν μου εδόθη ακόμη η χάρις να διώκω το άρχον τάγμα των δαιμόνων· τούτο το χάρισμα έχει δοθή παρά Θεού εις τον Παύλον τον Απλούν». Ταύτα δε ειπών ο Μέγας Αντώνιος, ωδήγησεν αυτούς εις τον μακάριον Παύλον, προς τον οποίον, όταν έφθασαν, είπε ταύτα· «Αββά Παύλε, εκδίωξον το δαιμόνιον από τούτον τον άνθρωπον δια να υπάγη εις τον οίκον του υγιής και να ευχαριστή και να δοξάζη τον Θεόν». Ηρώτησε τότε ο Παύλος· «Διατί, Αββά, δεν το διώκεις σύ»; Απεκρίθη ο Αντώνιος· «Δεν έχω καιρόν, επειδή είμαι απησχολημένος με άλλην υπηρεσίαν». Ταύτα δε ειπών ανεχώρησε δια το κελλίον του. Εγερθείς τότε ο μακάριος και απλούστατος Παύλος έκαμε θερμήν προσευχήν προς τον Θεόν και μετά την προσευχήν είπε και έφεραν έμπροσθέν του τον δαιμονιζόμενον. Λέγει δε τότε προς αυτόν· «Ο Αββάς Αντώνιος σε προστάζει να φύγης από τον άνθρωπον». Απεκρίθη με αυθάδειαν το ακάθαρτον πνεύμα· «Δεν αναχωρώ, καλόγηρε». Τότε ο Παύλος έλαβε την ποδίαν του ενδύματός του και εκτύπα με αυτήν την πλάτην του δαιμονιζομένου λέγων· «Ο Αββάς Αντώνιος είπε να εξέλθης». Ο δε δαίμων περιεγέλα περισσότερον τον Αντώνιον και τον Παύλον λέγων· «Σεις οι πολυφάγοι, οι μάταιοι, οι αχόρταγοι, σεις όπου δεν ευχαριστείσθε με τα ιδικά σας, αλλά αρπάζετε και τα ξένα, τι έχετε, κακόγηροι, με ημάς; Διατί μας παιδεύετε»;Είπεν αυστηρώς ο Παύλος· «Αναχωρείς δαίμον; Ή να υπάγω να το ειπώ εις τον Χριστόν; Εκείνος θέλει τότε τιμωρήσει, ταλαίπωρε, σκληρώς την αυθάδειάν σου». Ο δαίμων όμως εκακολόγει και τον Ιησούν, φωνάζων ότι δεν αναχωρεί. Εις αυτό το πείσμα του δαίμονος αδημονήσας ο μακάριος Παύλος, εξήλθε του κελλίου και εστάθη απέναντι του ηλίου, ο οποίος καίει εκεί εις την Αίγυπτον, όπως έκαιεν η κάμινος της Βαβυλώνος. Σταθείς λοιπόν εν ώρα μεσημβρίας ο Όσιος, ώσπερ στύλος ασάλευτος, προσηύχετο, λέγων· «Κύριε Ιησού Χριστέ, όπου εσταυρώθης επί Ποντίου Πιλάτου, συ γνωρίζεις, ότι ούτε από τον τόπον τούτον αναχωρώ, ούτε τρώγω, ούτε πίνω, έως ότου αποθάνω, αν δεν μου επακούσης, τώρα, να διώξης αυτόν τον δαίμονα από το πλάσμα σου και να το ελευθερώσης από το ακάθαρτον πνεύμα». Δεν είχεν ακόμη τελειώσει την δέησιν ο ταπεινότατος και άκακος Παύλος και έκραξε μεγάλη φωνή το δαιμόνιον, λέγον· «Φεύγω, φεύγω. Εξέρχομαι δια της βίας, διότι εκδιώκομαι βασανιζόμενος· αναχωρών δε από τον άνθρωπον τούτον και ποτέ πλέον δεν θέλω πλησιάσει εις αυτόν. Η ταπείνωσις και η απλότης του Παύλου με αποδιώκει και δεν γνωρίζω που να κατοικήσω». Ευθύς τότε εξήλθεν ο δαίμων και μετεσχηματίσθη εις δράκοντα φοβερόν και μέγαν φαινόμενον, έχοντα μήκος έως εβδομήκοντα πήχεων. Εσύρετο δε προς την Ερυθράν θάλασσαν. Τοιαύτη χάρις εδόθη εις τον Όσιον Παύλον δι’ ολίγον καιρόν, δια την πραότητα και την ακακίαν όπου είχε, καθώς λέγει ο Κύριος· «Εις ποίον άλλον να κατοικήσω; Εις ποίον άλλον να δώσω την χάριν μου περισσότερον, παρά εις εκείνον όπου είναι πράος και ταπεινός και υπακούει εις τους λόγους μου»; (Ησαϊας ξστ: 2). Αυτά είναι τα έργα και αι αρεταί του μακαρίου και Οσιωτάτου Παύλου του πράου και ταπεινού, τα οποία μετά συντομίας διηγήθημεν. Ωνομάσθη δε Απλούς και άκακος από όλην την αδελφότητα της ερήμου. Αξίως δε τον Θεόν θεραπεύσας απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς. Ου ταις πρεσβείαις τύχοιμεν των αιωνίων αγαθών. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2452
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Η΄ (8η) Μαρτίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ Επισκόπου Νικομηδείας.

Δημοσίευση από silver »


Θεοφύλακτος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών κατήγετο εκ της Ανατολής, ακμάζων κατά τα έτη της βασιλείας των Ισαύρων, Κωνσταντίνου Ε΄ του Κοπρωνύμου (741 – 775) και των διαδόχων αυτού· πορευθείς δε εις Κωνσταντινούπολιν (περί το έτος 780), εσχετίσθη μετά του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου (784 – 806), όταν ακόμη εκείνος ήτο πρωτασηκρήτης, δηλαδή πρώτος μεταξύ των υπηρετούντων εις τας βασιλικάς σάκρας, όπως ωνόμαζον οι Βυζαντινοί τα βασιλικά γραφεία και οι οποίοι ωνομάζοντο ασηκρήται και υπ’ αυτού καλώς εξεπαιδεύθη εις τα θεία. Όταν δε, θεία ψήφω, ανήλθεν ο ιερός Ταράσιος εις τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως εν έτει ψπδ΄ (784), αφ’ ου παρητήθη οικειοθελώς του θρόνου ο προ αυτού Παύλος ο Κύπριος (780 – 784), ο οποίος επειδή έλαβε την Αρχιερωσύνην παρά των εικονομάχων ωνόμαζε μόνος τον εαυτόν του ανάξιον, τότε και ο ιερώτατος Μιχαήλ ο μετέπειτα Επίσκοπος Συνάδων και ο ιερός Θεοφύλακτος ούτος έγιναν Μοναχοί και εστάλησαν υπό του θείου Ταρασίου (περί το έτος 785) εις το υπό τούτου οικοδομηθέν Μοναστήριον, το ευρισκόμενον εις την είσοδον του Ευξείνου Πόντου. Καιρόν δε τινα, κατά τον οποίον τα κυνικά καύματα ήσαν εις επίτασιν λόγω του θέρους και εδίψων υπερβολικώς, τότε, οι μακάριοι, ίνα ασκηθώσιν εις την δίψαν και την εγκράτειαν, ήνοιξαν τον χάλκινον σωλήνα του κρουνού και αφήκαν να χύνεται το ύδωρ, χωρίς αυτοί να πίωσι καθόλου. Τοιαύτην αρετήν και άσκησιν μετήρχοντο οι τρισόλβιοι ούτοι Πατέρες, διο και μεγάλων ηξιώθησαν παρά Θεού δωρημάτων. Επειδή λοιπόν η αρετή των δύο τούτων Αγίων Πατέρων εμεγαλύνθη και ήστραψεν ως αστήρ φαεινότατος, τούτου ένεκα εκρίθησαν υπό του μεγάλου Ταρασίου άξιοι Αρχιερωσύνης· και ευθύς ο μεν Μιχαήλ προεχειρίσθη Επίσκοπος εις τα Σύναδα, πόλιν ένδοξον της μεγάλης Φρυγίας, περίφημον δια τα θαυμαστά μάρμαρά της, Επισκόπους είκοσιν έχουσα, τώρα δε κρημνισμένην ούσαν, ο δε ιερός Θεοφύλακτος εχειροτονήθη (περί το έτος 800) Επίσκοπος εις την Νικομήδειαν. Όσα δε έπραξεν εκεί κατορθώματα ο μακάριος Θεοφύλακτος, αυτά ταύτα τα πράγματα μαρτυρούν, διότι έκτισεν Εκκλησίας και νοσοκομεία, επροστάτευε τα ορφανά και τας χήρας, ηλέει δε μετά τοσαύτης αγαθότητος, ώστε εγέμιζε φιάλην με ζεστόν ύδωρ και με αυτό έπλυνε και εκαθάριζεν ιδίαις χερσίν ο συμπαθέστατος τους τυφλούς και χωλούς και τους άλλους ασθενείς, τους έχοντας τα μέλη των βεβλαμμένα. Αφ’ ου δε ο μέγας Ταράσιος, πατριαρχεύσας επί έτη είκοσι δύο, απήλθε προς Κύριον και αφ’ ου έγινε Πατριάρχης ο πάνσοφος Νικηφόρος (806 – 815), τότε ηκολούθησε μεγάλη ταραχή και συμφορά εις την του Χριστού Εκκλησίαν, διότι κατά την εποχήν εκείνην εβασίλευσε Λέων Ε΄ ο Αρμένιος εν έτει ωιγ΄ (813), όστις εφρύαξε κατά των Αγίων Εικόνων. Όθεν ο Άγιος Νικηφόρος έστειλε και έφερε τους εκλεκτούς και ελλογίμους Αρχιερείς, τον Κυζίκου Αιμιλιανόν, τον Σάρδεων Ευθύμιον, τον Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, τον Αμορίου Ευδόξιον, τον Συνάδων Μιχαήλ, τον μακάριον τούτον Θεοφύλακτον και άλλους πολλούς, μεταξύ των οποίων και Ηγουμένους και Μοναχούς. Συμπαραλαβών δε όλους τούτους μετέβη εις τον δυσσεβή και αποστάτην βασιλέα. Κατά την γενομένην τότε ενώπιον του βασιλέως συζήτησιν προέτειναν οι Άγιοι εκείνοι Πατέρες πολλάς μαρτυρίας εκ των Θείων Γραφών, αι οποίαι υποστηρίζουσιν ότι πρέπει να προσκυνώνται αι άγιαι Εικόνες, όμως δεν ηδυνήθησαν να καταπείσωσι τον άφρονα βασιλέα, όστις έμεινεν αδιόρθωτος. Τότε ο μακάριος ούτος Θεοφύλακτος είπε προς τον βασιλέα· «Γνωρίζω ότι καταφρονείς την μακροθυμίαν και την υπομονήν του Θεού· γίνωσκε όμως, ότι θα επέλθη αίφνης κατά σου μέγας όλεθρος και αφανισμός και η καταστροφή σου θέλει γίνει ως ανεμοστρόβιλος, ώστε να μη ευρεθή κανείς, όστις θα δυνηθή να σε σώση εκ του κινδύνου». Τους λόγους τούτους ακούσας ο θηριώνυμος βασιλεύς, ωργίσθη σφόδρα και ευθύς επρόσταξε να εξορισθώσιν όλοι οι ανωτέρω Αρχιερείς. Όθεν, ο μεν Άγιος Νικηφόρος εξωρίσθη εις την νήσον Θάσον, ο αοίδιμος Συνάδων Μιχαήλ εις Ευδοκιάδα, πόλιν της Καππαδοκίας, άλλοι Αρχιερείς αλλαχού, ο δε μακάριος Θεοφύλακτος εξωρίσθη εις Στρόβιλον, το οποίον ήτο φρούριον παραθαλάσσιον, εις το θέμα των Κιβυρραιωτών. Εκεί λοιπόν διελθών, ο αοίδιμος, έτη τριάκοντα και υπομείνας γενναίως την κακοπάθειαν της εξορίας, απήλθε προς ον επόθησε Κύριον (περί το έτος 840). Αφ’ ου δε εφονεύθη ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος κατά την νύκτα των Χριστουγένων, ψάλλων τον ειρμόν «Τω Παντάνακτος εξεφαύλισαν πόθω» και αφ’ ου η Ορθοδοξία έλαμψεν επί Μιχαήλ Γ΄ (842 – 867) και Θεοδώρας της ευσεβεστάτης Βασιλίδος, τότε ο Αγιώτατος Πατριάρχης Μεθόδιος (842 – 846) έφερεν εκ της εξορίας το τίμιον Λείψανον του μακαρίου τούτου Θεοφυλάκτου και απέθετο αυτό εις την Νικομήδειαν, εις τον Ναόν των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού, τον οποίον, έτι ζων, είχεν ο ίδιος ο Άγιος ανεγείρει.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2452
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Θ΄ (9η) Μαρτίου, μνήμη των Αγίων ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ Μεγάλων Μαρτύρων, των εν Σεβαστεία τη πόλει μαρτυρ

Δημοσίευση από silver »


Τεσσαράκοντα οι του Χριστού πανευκλεείς και πανυπέρλαμπροι ούτοι Άγιοι Μάρτυρες, οι κατά την σήμερον εορταζόμενοι, ηξιώθησαν των μαρτυρικών στεφάνων εν τη πόλει της Σεβαστείας της Μικράς Ασίας κατά τας ημέρας της βασιλείας του μισοχρίστου τυράννου της Ανατολής Λικινίου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη τη΄ - τκγ΄ (308 – 323). Ήσαν δε ούτοι στρατιώται εκλεκτοί, ενάρετοι και γενναίοι, υπηρετούντες εις τον στρατόν του Λικινίου, διακρινόμενοι και τιμώμενοι από όλους τους άλλους στρατιώτας δι’ αυτάς ακριβώς τας ψυχικάς και σωματικάς αρετάς των, αι οποίαι τους έκαμαν ονομαστούς εις όλον το στράτευμα. Διότι τοιαύτας τιμάς εξασφαλίζουν εις τους εργάτας αυτών αι θεοφιλείς και θεάρεστοι αρεταί. Είναι δε αι αρεταί άλλαι μεν της ψυχής, άλλαι δε του σώματος. Και της μεν ψυχής αρεταί είναι η αγάπη προς πάντας τους ανθρώπους, όχι μόνον προς τους φίλους, αλλά και προς τους εχθρούς, εχθρούς δε, όχι εκείνους οίτινες εχθρεύονται την ψυχήν μας, διότι τους τοιούτους, εάν τους μισώμεν, έχομεν έπαινον εκ Θεού, καθώς ο θείος Προφητάναξ Δαβίδ λέγει· «Ουχί τους μισούντας σε, Κύριε, εμίσησα και επί τους εχθρούς σου εξετηκόμην; Τέλειον μίσος εμίσουν αυτούς, εις εχθρούς εγένοντό μοι» (Ψαλμ. ρλη: 21-22). Όχι λοιπόν τους τοιούτους εχθρούς να αγαπώμεν, αλλ’ εκείνους τους οποίους νομίζομεν εχθρούς δια πειρασμόν τινα σωματικόν ή λύπην τινά, την οποίαν επροξένησαν εις ημάς, εκείνους εντελλόμεθα υπό του Κυρίου να αγαπώμεν. Είναι λοιπόν, ως είπομεν, ψυχική αρετή πρώτη και καλλίστη η αγάπη· ομοίως δε η πραότης και η μακροθυμία, το να υπομένωμεν δηλαδή τους υβρίζοντας ημάς. Αλλά και η ανεξικακία και η σωφροσύνη αρεταί της ψυχής είναι. Του σώματος δε αρεταί είναι η νηστεία, η αγρυπνία, η ταλαιπωρία του σώματος υπέρ της αγάπης του Χριστού, η κακοπάθεια, η ελεημοσύνη, η φιλοξενία, η προς τους πάσχοντας και τους έχοντας ανάγκην βοήθεια και αι τούτων όμοιαι. Λέγονται δε αύται αρεταί του σώματος όχι διότι δεν συνεργάζεται και η ψυχή δια την άσκησιν αυτών, αλλά διότι η προαίρεσις της ψυχής άνευ της υπηρεσίας του σώματος δεν δύναται να τας συμπληρώση, ως επί παραδείγματι επί της ελεημοσύνης ή της νηστείας. Εάν δηλαδή η ψυχή προαιρήται να ελεήση τον πτωχόν, ή να νηστεύση, το δε σώμα δεν υπακούση να μη δεχθή βρώσιν και πόσιν, ή εάν δεν εργασθή δια να έχη να δώση εις τους πτωχούς, η ψυχή μόνη δεν δύναται να κάμη τίπουε. Άλλωστε, εάν εξετάσης την φύσιν της ψυχής, αύτη ούτε τρώγει ούτε πίνει ούτε κοιμάται, αλλά πάντοτε νηστεύει και αγρυπνεί. Δύο δε πράγματα είναι εκείνα, τα οποία δύνανται να απομακρύνουν τον άνθρωπον από την αμαρτίαν και να τον παρακινήσουν τόσον εις τας ψυχικάς αρετάς, όσον και εις τας σωματικάς. Ο φόβος του Θεού και ο φόβος των ανθρώπων. Και ο μεν φόβος του Θεού παρακινεί τον άνθρωπον εις την αρετήν, όταν γνωρίζων ούτος και ων βέβαιος ότι μέλλει ο Θεός να τον κολάση, εάν κάμη αμαρτίας, προαιρείται και ποιεί τας αρετάς, είτε τας ψυχικάς, είτε τας σωματικάς, φοβούμενος τον Θεόν και θέλων να ελευθερωθή της αιωνίου κολάσεως, ως λέγει ο σοφός Σολομών· «Τω φόβω Κυρίου εκκλίνει πας από κακού» (Παροιμ. ιε:27). Ο δε φόβος των ανθρώπων παρακινεί τον άνθρωπον εις το αγαθόν, όταν αναγκάζεται τις και μη θέλων, από μόνον τον φόβον των πολιτικών νόμων, να απέχη της κλοπής, του φόνου, της μοιχείας και των άλλων αμαρτιών. Τούτον τον φόβον των ανθρώπων και ο Απόστολος Πέτρος επαινεί εις την Καθολικήν Α΄ Επιστολήν αυτού λέγων· «Υποτάγητε ουν πάση ανθρωπίνη κτίσει δια τον Κύριον, είτε βασιλεί ως υπερέχοντι, είτε ηγεμόσιν, ως δι’ αυτού πεμπομένοις, εις εκδίκησιν μεν κακοποιών, έπαινον δε αγαθοποιών» (Α΄ Πέτρου β: 13-14). Ομοίως και ο Απόστολος Παύλος εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν αυτού, ορίζει· «Πάσα ψυχή εξουσίαις υπερεχούσαις υποτασσέσθω· ου γαρ εστι εξουσία ειμή από Θεού, αι δε ούσαι εξουσίαι υπό του Θεού τεταγμέναι εισίν· ώστε ο αντιτασσόμενος τη εξουσία, τη του Θεού διαταγή ανθέστηκεν· οι δε ανθεστηκότες, εαυτοίς κρίμα λήψονται· οι γαρ άρχοντες ουκ εισί φόβος των αγαθών έργων, αλλά των κακών· θέλεις δε μη φοβείσθαι την εξουσίαν; Το αγαθόν ποίει και έξεις έπαινον εξ αυτής. Θεού γαρ διάκονος εστί σοι εις το αγαθόν, εάν δε το κακόν ποιής, φοβού· ου γαρ εική την μάχαιραν φορεί, Θεού γαρ διάκονος εστιν, εις οργήν, έκδικος τω το κακόν πράσσοντι» (Ρωμ. ιγ: 1-4). Ακούετε πως ορίζουν οι Απόστολοι; Ότι ο φόβος των βασιλέων είναι συνεργός των ιδίων προς το θέλημα του Θεού και προς αποκοπήν της αμαρτίας. Αλλά εκείνος μεν ο άνθρωπος, όστις δια τον φόβον των ανθρώπων εμποδίζεται εκ της αμαρτίας, δυσκόλως πράττει και το αγαθόν. Επειδή δεν το κάμνει όλως διόλου εξ ιδίας αγαθής προαιρέσεως, αλλά δια τον φόβον των ανθρώπων. Δια τούτο, όταν εύρη ευκαιρίαν ο τοιούτος, ευκόλως ικανοποιεί την κακήν του προαίρεσιν. Όστις δε δια τον φόβον της κολάσεως και δια την ελπίδα της μελλούσης ζωής ήθελεν απομακρυνθή από την αμαρτίαν, ο τοιούτος πολλάκις δύναται να κατορθώση την αρετήν, έχων τον φόβον του Θεού ανεξάλειπτον εν τη καρδία του· ώστε ούτε τόπος, ούτε καιρός, ούτε άνθρωποι δύνανται να εμποδίσουν εκείνον τον άνθρωπον εκ της αρετής. Διότι αείποτε ούτος ένα λογισμόν έχει μόνον εις την ψυχήν του· την αποφυγήν της κολάσεως και την απόλαυσιν των αιωνίων αγαθών. Τοιούτοι ήσαν οι Άγιοι της Εκκλησίας ημών, οι Απόστολοι, οι Μάρτυρες, οι Όσιοι και πάντες οι Δίκαιοι, τους οποίους δεν ηδυνήθησαν να εμποδίσουν εκ της εργασίας των εντολών του Χριστού, ούτε βασιλείς, ούτε μεγιστάνες, ούτε εξουσίαι, ούτε τρυφή και ανάπαυσις σωματική, ούτε πλούτος φθαρτός, ούτε θάνατος πρόσκαιρος. Τοιούτοι ήσαν, ευλογημένοι Χριστιανοί, και οι σήμερον εορταζόμενοι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, τους οποίους ούτε οι βασιλείς, οι ανήμεροι και θηριώδεις, ούτε αι βάσανοι και αι τιμωρίαι του σώματος, ούτε ο θάνατος, το πικρόν τούτο πράγμα και όνομα, ηδυνήθησαν ούτε κατ’ ελάχιστον να τους χωρίσουν από την αγάπην του Χριστού. Επειδή είχον εις την καρδίαν των έμφυτον και διαρκή τον φόβον του Θεού. Τούτων των Αγίων τους άθλους και το Μαρτύριον επιθυμώ να διηγηθώ σήμερον προς την αγάπην σας, ίνα εννοήσητε ότι πολλάκις ο φόβος του Θεού δύναται περισσότερον να παρακινήση τον άνθρωπον εις άσκησιν της αρετής, παρά ο φόβος των ανθρώπων. Αλλά πριν αρχίσω την διήγησιν, παρακαλώ την αγάπην σας ίνα μη αμελήτε και νυστάζετε, επειδή οι λόγοι μου δεν είναι περί προσκαίρου και φθαρτού πλούτου, αλλά περί της αιωνίου ζωής. Διότι όστις τους ακούση προθύμως, δυνατόν να παρακινηθή προς εργασίαν αρετής, όστις δε κινηθή προς άσκησιν αρετής, ακόλουθον είναι να κερδήση και την αιώνιον ζωήν, ήτις εστίν η επίγνωσις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Διότι ούτως ορίζει ο Χριστός εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον· «Αύτη εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (Ιωάν. ιζ:3). Επειδή λοιπόν τόσον μέγα αγαθόν μέλλομεν να απολαύσωμεν από την ακοήν της διηγήσεως του Μαρτυρίου των Αγίων τούτων, δια τούτο πρέπει και μετά μεγάλης προθυμίας να την ακούσωμεν, ίνα λάβωμεν και την προς τον Θεόν πρεσβείαν αυτών συνεργόν προς την πράξιν της αρετής. Μετά τους τριακοσίους χρόνους από της ενσάρκου οικονομίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, έγινε βασιλεύς της Ανατολής ο Λικίνιος (308 – 323), όστις ήτο μεν άνθρωπος κατά την φύσιν, θηρίου δε παντός αγριώτερος. Διότι άλλο δεν είχε κατά νουν πάντοτε, ούτε έθνη να υποτάξη, ούτε πόλεις να κερδήση, ει μη το πως να τιμωρή και να παιδεύη τους Χριστιανούς. Θλίψεις λοιπόν μεγάλας και πολλάς υπέφερον τότε οι Χριστιανοί· διότι ούτε εις τας πόλεις τους άφησε να κατοικούσιν, ούτε εις τας χώρας, ούτε εις τας ερήμους, αλλ’ η μόνη απασχόλησίς του ήτο να ερευνά όπως εύρη Χριστιανούς, ίνα τιμωρήση και θανατώση αυτούς. Δια τούτο και όσοι επίστευον εις τον Χριστόν, όχι μόνον άρχοντες και στρατιώται αλλά και πτωχοί και ιδιώται είχον μεγάλην στενοχωρίαν, μεγάλους πειρασμούς και μεγάλους κινδύνους. Είχε δε και εις πάσαν επαρχίαν φοβερούς τινάς άρχοντας και ηγεμόνας, οίτινες θέλοντες να είναι αρεστοί εις την γνώμην του βασιλέως, επενόουν παν είδος τιμωρίας και κολάσεως κατά των Αγίων. Και οι μεν άλλοι ηγεμόνες είχον και ολίγην επιείκειαν, εις όμως εξ αυτών, όστις ώριζε την επαρχίαν του Πόντου της Καππαδοκίας, όστις Πόντος έχει πόλεις την Κερασούντα, την Τραπεζούντα, την Νεοκαισάρειαν, την Σεβάστειαν και άλλας, ήτο πολύ άγριος και θηριώδης· κατά την γνώμην του δε ήτο και το όνομά του, διότι ελέγετο Αγρικόλαος. Ούτος έχων την αγριότητα έμφυτον εις την ψυχήν του, ήτο και κατά την μορφήν φοβερός. Τούτο δε ως σκοπόν είχε πάντοτε, πως να φανή εις τους Χριστιανούς φοβερώτερος από τους άλλους ηγεμόνας της Ανατολής. Έπραττε δε τούτο αφ’ ενός μεν νομίζων, ότι με το να τιμωρή τους Χριστιανούς θέλει είναι ευάρεστος, εις τους θεούς των ειδωλολατρών, αφ’ ετέρου δε δια να ακουσθή το όνομά του εις τον βασιλέα και εις τους άλλους άρχοντας ως μέγα και πολύ. Κατά τον καιρόν εκείνον ήσαν και οι Άγιοι ούτοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, στρατιώται υπάρχοντες βασιλικοί, απεσταλμένοι υπό του Αγρικολάου προς φύλαξιν της επαρχίας εκείνης. Δεν ήσαν δε πάντες από μίαν πόλιν ή χώραν, αλλ’ όπως και σήμερον συμβαίνει, να συνάζωνται οι στρατιώται από διαφόρους πόλεις και να υπηρετούν εις εν τάγμα, τοιουτοτρόπως συνέβαινε και με τους Αγίους τούτους Μάρτυρας. Ήσαν δε ούτοι ανδρειότεροι και ωραιότεροι από τους άνδρας των άλλων ταγμάτων και κατά την ψυχήν και κατά το σώμα. Διότι όχι μόνον τους βασιλικούς στρατιώτας υπερέβαλλον εις την ανδρείαν και το ανάστημα του σώματος, αλλά και τους άλλους ανθρώπους, τους ιδιώτας· δια τούτο και περισσοτέραν τιμήν και αξίαν είχον από τους άλλους στρατιώτας. Διότι εις όσους πολέμους έλαβον μέρος και εις όσους κινδύνους ερρίφθησαν, δεν ευρέθη κανείς να τους νικήση. Προς τούτοις δε ήσαν και Χριστιανοί ευσεβείς τον μεν Χριστόν ομολογούντες Θεόν αληθή, τα δε είδωλα μυκτηρίζοντες και τους ταύτα προσκυνούντας πεπλανημένους αποκαλούντες. Τούτου ένεκεν δεν διέλαθον της προσοχής του πονηροτάτου εκείνου ηγεμόνος ότι είναι Χριστινοί. Δια τούτο, προσκαλέσας αυτούς, τους έδειξε τους βασιλικούς ορισμούς και τους επρόσταξε να θυσιάσουν εις τους θεούς των ειδωλολατρών. Αλλ’ οι Άγιοι, ουδέν προτιμήσαντες περισσότερον της αγάπης του Χριστού, μήτε τον ηγεμόνα φοβηθέντες, με μίαν φωνήν και γλώσσαν πάντες ομού είπον προς αυτόν· «Ημείς Χριστιανοί είμεθα, ω ηγεμών, και εις τον Χριστόν ως Θεόν πιστεύομεν, τους δε βασιλικούς ορισμούς δια τα είδωλα ομού με αυτά καταπτύομεν». Τότε εκείνος, ως πονηρότατος και θέλων πρώτον με καλόν τρόπον να τους ελκύση εις την πλάνην του, ήρχισε να ομιλή προς αυτούς δια φωνής ηπίας και να τους κολακεύη, λέγων· «Πάντοτε και οι Τεσσαράκοντα είσθε πειθαρχικοί εις τας βασιλικάς υπηρεσίας και ως να είσθε σαρκικοί αδελφοί μίαν και την αυτήν προθυμίαν εδεικνύετε όλοι σας εις τους υπέρ του βασιλέως πολέμους, έχετε ανδρείαν πολλήν και φρόνησιν περισσοτέραν από πολλούς συνηλικιώτας σας. Τούτο τόσον εγώ όσον και πάντες οι συστρατιώται σας ομολογούμεν. Αλλά πρέπει την ομόνοιαν αυτήν και την συμφωνίαν, την οποίαν εδεικνύετε, να την δείξετε και σήμερον προς τους βασιλικούς ορισμούς. Καθώς λοιπόν έχετε την πρώτην τιμήν μεταξύ των άλλων, ούτω πρέπει και πρώτοι να έλθετε να θυσιάσετε και να προσκυνήσετε τους θεούς, τους οποίους προσκυνεί ο βασιλεύς και πάντες οι άρχοντες αυτού. Διότι, εάν μεν πράξετε κατά τον ορισμόν του βασιλέως και κατά την ημετέραν προσταγήν, θέλετε τιμηθή περισσότερον και θέλετε λάβει χαρίσματα. Εάν όμως δεν υπακούσετε εις την προσταγήν του βασιλέως, λυπούμαι μεν να σας το είπω, όμως είμαι υποχρεωμένος να σας γνωρίσω, ότι κακόν θάνατον μέλλετε να λάβετε». Και ο μεν ηγεμών ταύτα έλεγε κολακεύων τους Αγίους· εκείνοι δε προς τους τοιούτους απατηλούς λόγους του ηγεμόνος με συντομίαν και φρόνησιν απεκρίθησαν· «Ημείς, ω ηγεμών, αληθώς, ως λέγεις, εμαχόμεθα και εκινδυνεύομεν υπέρ του βασιλέως, μετά πάσης προθυμίας. Αλλ’ εάν δια την αγάπην του φθαρτού βασιλέως κατεφρονούσαμεν την ζωήν ημών, δεν πρέπει τώρα να αγωνισθώμεν μετά περισσοτέρας προθυμίας υπέρ της αγάπης του ουρανίου Βασιλέως; Διατί δε μας αναφέρεις τιμάς και χαρίσματα; Ημείς μίαν τιμήν έχομεν, την ευσέβειαν· εν χάρισμα βέβαιον γνωρίζομεν, την Βασιλείαν των ουρανών· μίαν ζωήν έχομεν, τον υπέρ Χριστού θάνατον». Ταύτα ακούσας ο ηγεμών, λέγει προς τους Αγίους· «Δεν χρειάζεται πολυλογία, μόνον αύριον να έλθετε να θυσιάσετε», τούτο δε ειπών και θέλων να φανή φοβερός, διέταξε να τους κλείσουν εις την φυλακήν. Όταν δε οι Άγιοι εκλείσθησαν εις το δεσμωτήριον, κλίναντες τα γόνατα εδέοντο του Κυρίου λέγοντες· «Φύλαξον ημάς, Κύριε, εις την αληθινήν Πίστιν σου και λύτρωσαι ημάς εκ των σκανδάλων της ανομίας». Και ταύτα μεν κατά την ημέραν προσηύχοντο. Όταν δε ενύκτωσεν, ήρχισαν να ψάλλουν τον Ψαλμόν του Δαβίδ· «Ο κατοικών εν βοηθεία του Υψίστου, εν σκέπη του Θεού του ουρανού αυλισθλήσεται». Ούτως έμειναν ψάλλοντες μέχρι του μεσονυκτίου. Και εις μεν τας προσευχάς αυτών και τας παραινέσεις προηγείτο ο Άγιος Κυρίων, εις δε τας προς τον ηγεμόνα αποκρίσεις επροτιμώντο ο Άγιος Κάνδινος και ο Άγιος Δόμνος, οι οποίοι ήσαν περισσότερον εγγράμματοι και αιδεσιμώτεροι μεταξύ αυτών. Κατά δε το μεσονύκτιον εφάνη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εις το μέσον τούτων και λέγει προς τους Αγίους· «Η μεν προθυμία σας καλή είναι και πολύ μου αρέσκει, αλλ’ όστις υπομείνη μέχρι τέλους, εκείνος θέλει σωθή» (Ματθ. ι:22, κδ:13, Μάρκ. ιγ:13). Τούτο έλεγεν ο Χριστός, αφ’ ενός μεν δίδων εις τούτους θάρρος και ανδρείαν δια το μέλλον, αφ’ ετέρου δε προλέγων και προσημαίνων τον ύστερον εκπεσόντα της τάξεως των Αγίων· διότι εις εκ των Τεσσαράκοντα τούτων εδειλίασεν εις το τέλος και επέστρεψεν εις τα οπίσω. Εκείνον λοιπόν προβλέπων ο Δεσπότης Χριστός ώρισεν, ότι «Ο υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» (αυτόθι). Είπε δε τούτο καθώς ποτε και εις τον καιρόν της προδοσίας Του, θέλων να αποκόψη τον Ιούδαν από την προδοσίαν, είπε προς τους Αποστόλους· «Αμήν λέγω υμίν, ότι εις εξ υμών παραδώσει με» (Ματθ. κστ:21, Μάρκ. ιδ:18). Αλλ’ ας επανέλθωμεν εις την διήγησίν μας. Ο μεν λοιπόν Χριστός ταύτα είπε προς τους Αγίους· αυτοί δε ακούσαντες έμειναν προσευχόμενοι, έως ότου εγένετο ημέρα. Το πρωϊ, θέλων ο ηγεμών να καταισχύνη τους Αγίους, συνήθροισε τους φίλους του και τους συμβούλους και καθίσας επί θρόνου φοβερού, ώρισε να τους φέρουν έμπροσθεν αυτού. Ότε δε παρουσιάσθησαν ενώπιον αυτού οι Άγιοι, ήρχισε πρώτον μετά μεγάλης κολακείας να τους ομιλή, λέγων· «Εγώ, ω στρατιώται, και χθες σας είπον, αλλά και σήμερον τα αυτά σας λέγω. Διότι όχι προς κολακείαν σάς ομιλώ ουδέ προς χάριν και πρόσωπον, αλλ’ αληθώς δεν είδον άλλους στρατιώτας του βασιλέως όπως σεις, ούτε ανδρείους, ούτε φρονίμους, ούτε κατά την όψιν ωραίους. Δια τούτο, όταν σας βλέπω συχνάκις εις το πρόσωπον, χαίρομαι και σας αγαπώ περισσότερον από τους άλλους. Μη λοιπόν θελήσετε, την αγάπην την οποίαν έχω δια σας, να την μεταβάλετε εις έχθραν, ούτε την ημερότητά μου να την μετατρέψετε εις οργήν. Διότι εις το θέλημά σας είναι σήμερον να γίνω εγώ δια σας ή φίλος ή εχθρός. Επειδή, εάν μεν με ακούσητε, δύναμαι να σας τιμήσω ως φίλους, εάν δε με παρακούσητε, είναι ανάγκη να φερθώ προς σας ως εχθρός». Και ο μεν Αγρικόλαος ταύτα έλεγε μετά μεγάλης επιτηδειότητος και ημερότητος, θέλων να ελκύση τους Αγίους, ο δε Άγιος Κάνδιδος, χωρίς καθόλου να δειλιάση, απεκρίθη προς αυτόν· «Πρεπόντως ονομάζεσαι Αγρικόλαος, ω ηγεμών. Διότι πράγματι είσαι άγριος και νομίζεις, ότι με τας τοιαύτας κολακείας θα μας δελεάσης. Αλλά, μη γένοιτο, να παρεκκλίνωμεν ποτέ από τον σκοπόν μας». Ο Αγρικόλαος είπε τότε· «Δεν είπον εγώ, ότι εις το θέλημά σας είναι να γίνω φίλος σας ή εχθρός σας»; Ο Άγιος Κάνδιδος απεκρίθη· «Επειδή λέγεις ότι εις το θέλημά μας είναι και τα δύο, δια τούτο γνώριζε, ότι ημείς τον μεν Χριστόν φιλούμεν και αγαπώμεν, σε δε μισούμεν και αποστρεφόμεθα· αλλ’ ούτε πάλιν θέλομεν συ να μας αγαπάς, διότι ποίαν αγάπην θέλομεν ημείς από σε, όστις δεν είσαι άνθρωπος, αλλά παντός θηρίου αγριώτερος και σκεπάζεις την αγριότητά σου με το πλαστόν αυτό σχήμα της κολακείας»; Ως ήκουσε τους λόγους τούτους ο ηγεμών, ηλλοιώθη όλος από τον θυμόν του και παρευθύς διέταξε τους άλλους στρατιώτας να δέσουν τας χείρας των Αγίων με σχοινία και σύραντες και δέροντες αυτούς να τους οδηγήσουν εις την φυλακήν και να κρατούνται εκεί, έως ότου έλθη ο δουξ Λυσίας από την Καισάρειαν, ο οποίος ήτο τότε απεσταλμένος από τον βασιλέα, ως πρώτος εξουσιαστής επί των ηγεμόνων της Ανατολής. Διότι εκείνον ανέμενεν ο Αγρικόλαος να έλθη κατ’ εκείνας τας ημέρας εις την Σεβάστειαν. Ότε δε οι στρατιώται ήρχισαν να δένουν τους Αγίους, είπεν ο Άγιος Δόμνος· «Δεν έχεις εξουσίαν καθ’ ημών, ω ηγεμών, να μας παιδεύσης, αλλά μόνον να μας ερωτάς». Τούτον τον λόγον ακούσας ο Αγρικόλαος εφοβήθη και επρόσταξε να μη τους δέσουν, αλλά μόνον να τους φυλακίσουν. Εκάλεσε δε και τον δεσμοφύλακα, Αγλάϊον ονόματι, και διέταξε τούτον να φυλάττη τους Αγίους μετά πάσης επιμελείας έως ότου έλθη ο δουξ από την Καισάρειαν. Τοιουτοτρόπως φυλακισθέντες οι Άγιοι, δεν έπαυον νύκτα και ημέραν δοξολογούντες εν τη φυλακή τον Θεόν, ο δε Άγιος Κυρίων εδίδασκεν αυτούς, λέγων· «Ω αδελφοί μου συστρατιώται, καθώς εις την πρόσφατον ταύτην εκστρατείαν δεν εχωρίσθημεν, αλλά είμεθα και οι Τεσσαράκοντα ομόψυχοι και ομόφρονες, ούτω και εις την ομολογίαν του Χριστού επιμεληθήτε να διαφυλάξωμεν την αυτήν ομόνοιαν και συμφωνίαν. Και καθώς εφροντίσαμεν να φανώμεν δόκιμοι προς τον θνητόν βασιλέα, ούτω ας προσπαθήσωμεν όλοι μας να αρέσκωμεν εις τον μόνον αθάνατον και αιώνιον Βασιλέα Χριστόν, ίνα και συν αυτώ ζήσωμεν». Μετά τοιούτων προσευχών και παραινέσεων διήλθον εκεί εις την φυλακήν οι Άγιοι, κεκλεισμένοι επί επτά ημέρας, έως ου ήλθεν ο Λυσίας. Κατά δε την επομένην, προκαθήσας ο δουξ μετά του ηγεμόνος, διέταξε να φέρουν τους Αγίους ενώπιον αυτών. Πορευομένων δε των Αγίων ήρχισεν ο Άγιος Κυρίων καθ’ οδόν διδάσκων αυτούς και λέγων· «Προσέχετε, αδελφοί. Μη φοβηθώμεν τας απειλάς των αρχόντων τούτων, των οποίων η δόξα είναι όπως το άνθος του χόρτου, το οποίον σήμερον φαίνεται ωραίον και αύριον μαραίνεται, η δε ευημερία των είναι όπως το όνειρον. Δεν ενθυμείσθε, ότι πάντοτε, όταν ευρισκόμεθα εις πόλεμον, δεν εστηρίζαμεν το θάρρος μας εις την δύναμιν των όπλων μας, αλλ’ επεκαλούμεθα τον Δεσπότην Χριστόν και Αυτός εισήκουε την δέησίν μας και μας έδιδε δύναμιν, δια της οποίας ενικούσαμεν τους εχθρούς μας; Δεν ενθυμείσθε ότι εις τον προηγηθέντα πόλεμον οι μεν άλλοι στρατιώται του βασιλέως όλοι έφυγον, μόνοι δε ημείς οι Τεσσαράκοντα απεμείναμεν μεταξύ των εχθρών μας και επικαλεσάμενοι τον Χριστόν εις βοήθειαν, ενικήσαμεν αυτούς κατά κράτος; Εάν λοιπόν τότε, ότε εκινδυνεύαμεν δια την αγάπην του φθαρτού βασιλέως, του ασεβούς και παρανόμου, έδιδεν εις ημάς ο Χριστός βοήθειαν, τώρα, ότε πολεμούμεν δια την αγάπην Του, δεν θέλει βοηθήσει ημάς; Δεν επολεμούσαμεν έχοντες αντιπάλους πλήθος αμέτρητον; Τώρα μόνον τρεις είναι εκείνοι, οίτινες μας πολεμούν· ο αφανής και ασώματος πολέμιος, ο διάβολος· ο δουξ Λυσίας· και ο ηγεμών Αγρικόλαος· μάλιστα δε εις είναι ο καθ’ αυτό πολέμιος ημών· ο εχθρός της αληθείας διάβολος, ο οποίος αναγκάζει τον Λυσίαν και τον Αγρικόλαον να εκτελούν τα θελήματά του. Τι λοιπόν; Θα νικήση ο εις ημάς τους Τεσσαράκοντα; Μη γένοιτο!». Και μετά ταύτα είπε και πάλιν προς τους Αγίους· «Δια τούτο σας παρακαλώ, αδελφοί, να μη δειλιάσωμεν τους πειρασμούς, να μη φοβηθώμεν τας απειλάς, να μη δώσωμεν ώτα εις τον διάβολον, να μη υποταγώμεν εις τους εχθρούς του Χριστού· και, ως είχομεν συνήθειαν, όταν εισηρχόμεθα εις πόλεμον και εψάλλαμεν τον ψαλμόν «Ο Θεός εν τω ονόματί σου σώσον με και εν τη δυνάμει σου κρινείς με» (Ψαλμ. νγ:1), ούτω και τώρα ας πράξωμεν· ας επικαλεσθώμεν τον μόνον αληθή Θεόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, όστις είναι δυνατός να μας αποστείλη βοήθειαν εκ του Αγίου κατοικητηρίου Αυτού, ίνα νικήσωμεν τους εχθρούς της Πίστεως και να πατήσωμεν επί της κεφαλής του νοητού και ασωμάτου πολεμίου». Ταύτα ενώ εδίδασκεν ο Άγιος Κυρίων καθ’ οδόν, έφθασαν μέχρι του τόπου όπου εκάθηντο ο δουξ και ο ηγεμών. Ήτο δε πλήθος λαού συνηθροισμένον εκεί, ίνα ίδουν το αποτέλεσμα. Ατενίσας δε ο δουξ Λυσίας τους Αγίους, ήρχισε να λέγη προς αυτούς· «Νομίζω, ω στρατιώται, ότι δεν έχετε αντίθετον γνώμην εις το να θυσιάσετε εις τους μεγάλους θεούς, αλλ’ ότι αναμένετε να σας προσκαλέσω εγώ και τότε να πράξετε τούτο. Αλλά ως φρόνιμοι όπου είσθε, δεν πρέπει να σας διαφεύγη, ότι όταν ο άνθρωπος υποταγή εις τον ορισμόν του βασιλέως έχει και τιμήν και δόξαν, όταν δε δια της βίας εξαναγκασθή ή από φόβον, ή από βάσανον, να πράξη το προσταττόμενον, ολίγη είναι η χάρις αυτού του ανθρώπου. Δια τούτο και σεις μη αναμένετε κατόπιν τιμωριών και βασάνων να θυσιάσητε, αλλά πριν βασανισθήτε, υποταχθήτε εις την διαταγήν του βασιλέως· διότι σήμερον εν εκ των δύο πρόκειται να συμβή· ή να θυσιάσετε εις τους θεούς, όπως αξιωθήτε μεγίστων δωρεών, ή, εάν δεν με ακούσετε, να σας αφαιρέσω την ζώνην, ήτις είναι σημείον της τιμής σας και τότε να σας τιμωρήσω ανηλεώς». Ο Άγιος Κάνδιδος τότε απεκρίθη· «Οδηγέ του σκότους και πάσης ανομίας διδάσκαλε, με τι προσπαθείς να φοβίσης ημάς τους απτόητους; Με τι δοκιμάζεις να μας κάμης να δειλιάσωμεν; Με τιμωρίας; Ημείς έχομεν αυτάς ως χαράν και τρυφήν. Με θάνατον θέλεις να μας θανατώσης; Ημείς τον νομίζομεν ως ζωήν. Με χρήματα; Ημείς τα βλέπομεν ως πηλόν. Δοκίμασέ μας με ό,τι τρόπον νομίζεις και θέλεις ίδει την βοήθειαν του αληθινού Θεού. Διότι είμεθα έτοιμοι, όπως πάσαν τιμωρίαν υπομείνωμεν υπέρ της αγάπης Αυτού». Ταύτα ως ήκουσεν ο δουξ εθυμώθη σφόδρα και διέταξε τους στρατιώτας να λάβωσι πέτρας εις τας χείρας των και να κτυπώσι με αυτάς τους Αγίους εις το στόμα, έως ου να συντριβώσιν οι οδόντες αυτών. Αργούντων δε των στρατιωτών εις το να εκπληρώσουν το πρόσταγμα, θυμωθείς περισσότερον ο Λυσίας είπε· «Διατί αργοπορείτε, ω κατάρατοι, να κάμετε καθώς σας επρόσταξα»; Τότε οι στρατιώται μετά μεγάλης σπουδής έλαβον λίθους και ώρμησαν δια να κτυπήσωσι τους Αγίους, αλλά παταχθέντες αοράτως υπό θείας δυνάμεως δεν έβλεπον αυτούς και εκτύπων ο εις τον άλλον. Ο δε δουξ Λυσίας, εξαφθείς όλως από τον θυμόν, έλαβε λίθον και τον εξεσφενδόνισε κατά των Αγίων, αστοχήσας όμως ο λίθος εκτύπησε τον ηγεμόνα Αγρικόλαον κατά πρόσωπον και τον περιέλουσε με το αίμα του. Ούτως η δικαιοσύνη του Θεού επαίδευε τους αξίους τιμωρίας ειδωλολάτρας, αλλ’ εκείνοι, τετυφλωμένοι υπό της αμαρτίας, δεν ηδύναντο να εννοήσουν την θείαν οικονομίαν. Βλέπων ταύτα ο Άγιος Κυρίων έλεγεν· «Οι εχθροί ημών, αυτοί ησθένησαν και έπεσον· όντως η ρομφαία αυτών εισήλθεν εις τας καρδίας αυτών και η δύναμις αυτών συνετρίβη» (Ψαλμ. λστ: 15). Προς ταύτα ο ηγεμών Αγρικόλαος είπε· «Νομίζω, καθώς και πάντες οι φρόνιμοι άνθρωποι θα το βλέπουν, ότι το κατά την σήμερον συμβάν είναι φανερά γοητεία». Αρπάσας τότε τον λόγον ο θείος Δόμνος είπε· «Δεν είναι γοητεία, άνθρωποι, το γενόμενον, αλλά δικαιοκρισία του μεγάλου Θεού. Διότι τα πρόσωπά σας, τα οποία ελάλουν κατ’ αυτού ατίμως, εν υπερηφανεία και εξουδενώσει, τα επλήρωσεν ατιμίας» (Ψαλμ. λ:19). Δια των λόγων τούτων και άλλων αυστηροτέρων ο Άγιος Δόμνος εξήψε τον θυμόν του δουκός. Διο και πάλιν διέταξε να τους φυλακίσουν, έως ότου σκεφθή δια ποίου θανάτου να καταδικάση αυτούς. Ούτω λοιπόν, φυλακισθέντες οι Άγιοι, καθ’ όλην την νύκτα, ύμνουν και εδοξολόγουν τον Θεόν. Κατά δε το μεσονύκτιον ενεφανίσθη και πάλιν εις αυτούς ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και τους λέγει· «Ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται» (Ιωάν. ια:26)· θαρσείτε και μη φοβείσθε τας βασάνους αυτών, διότι είναι προσωριναί· νομίμως αθλήσατε, ίνα δικαίως στεφανωθήτε». Ταύτα ο Κύριος ειπών και ενθαρρύνας τους Αγίους ανελήφθη· το δε πρωϊ, ότε εξημέρωσε, προκαθήσας ο ηγεμών Αγρικόλαος επί βήματος φοβερού, ως λαβών παρά του δουκός εξουσίαν κατά των Αγίων, διέταξε να έλθωσιν οι Άγιοι ενώπιον αυτού. Ισταμένων δε αυτών ενώπιον του ηγεμόνος, εφάνη εις αυτούς μόνους ο εχθρός της αληθείας διάβολος, εις μεν την δεξιάν χείρα κρατών μάχαιραν, εις δε την αριστεράν όφιν μέγαν και έλεγεν εις το ωτίον του ηγεμόνος· «Ιδικός μου είναι, αγωνίζου». Ενώ δε ταύτα έβλεπον, ατενίσας ο ηγεμών προς τους Αγίους είπε· «Νομίζω ότι εάν έως τώρα δεν εγνωρίσατε το καλόν σας ποίον είναι, τώρα όπου επαιδεύθητε, θα εγνωρίσατε το συμφέρον σας. Τι λοιπόν απεφασίσατε; Έρχεσθε να θυσιάσετε εις τους μεγίστους θεούς κατά τα βασιλικά προστάγματα, ή θέλετε να αποθάνετε»; Εις ταύτα ο Άγιος Κάνδιδος απεκρίθη· «Καθώς με την θέλησίν μας ερρίψαμεν τας ζώνας ημών, ούτω προθύμως καταφρονούμεν και τον θάνατον υπέρ της αγάπης του Χριστού». Ταύτα ακούσας ο ηγεμών, διέταξε να δέσουν τους Αγίους από τον λαιμόν με σχοινία και να τους οδηγήσουν εις την λίμνην. Είναι δε εκεί εις την Σεβάστειαν λίμνη μεγάλη και βαθεία, η οποία από το δριμύ ψύχος των ημερών εκείνων ήτο όλως δι’ όλου παγωμένη, η δε ημέρα κατά την οποίαν απεφάσισεν ο ηγεμών να ρίψουν τους Αγίους μέσα εις την λίμνην ήτο ψυχροτάτη και φοβερά. Διότι βόρειος άνεμος πνέων έπηξε την λίμνην και μετέβαλε την φύσιν του ύδατος σχεδόν εις λίθου σκληρότητα. Τι λοιπόν έκαμαν οι Άγιοι; Αφ’ ου ήκουσαν την προσταγήν του ηγεμόνος, μετά χαράς εξεδύθησαν, βιαζόμενοι ποίος να απορρίψη πρωτύτερα το ένδυμά του. Καθώς δε εις καιρόν διαρπαγής οι στρατιώται συναγωνίζονται ποίος να αρπάση περισσότερα λάφυρα, ούτω και τότε οι Άγιοι, ο εις μετά τον άλλον, συνηγωνίζοντο ποίος να ευρεθή πρωτύτερα γυμνός. Ω της ανδρείας! Ω της καρτερίας των Αγίων! Δια τούτο είπομεν εις την αρχήν του λόγου, ότι εις όποιαν ψυχήν εισέλθη ο φόβος του Θεού, κανέν πράγμα δεν είναι δυνατόν να την χωρίση από την αρετήν. Ημείς σήμερον, μόνον, ακούοντες την τιμωρίαν εκείνην, πληρούμεθα φόβου και φρίττομεν· εκείνοι όμως ουδόλως υπελόγισαν αυτήν, αλλά διηγωνίζοντο ποίος να ευρεθή πρωτύτερα μέσα εις την λίμνην. Μη νομίσετε δε ευλογημένοι Χριστιανοί, ότι είναι ολίγη η τιμωρία αύτη του να ρίψουν άνθρωπον γυμνόν εντός πάγου και μάλιστα εν καιρώ νυκτός. Διότι μόνον εκείνος, ο οποίος ευρέθη εις τοιούτον καιρόν, γνωρίζει οποίος αφόρητος πόνος είναι εκείνος. Πρώτον μεν μελανούται ολόκληρον το σώμα του ανθρώπου από το ψύχος το πολύ και χάνεται η φυσική ωραιότης, έπειτα δε φεύγει όλον το αίμα από τα μέλη του σώματος και συσσωρεύεται εις την καρδίαν. Τότε τα άκρα των μελών του σώματος μένουν άμοιρα πάσης θερμότητος και άρχονται ολίγον κατ’ ολίγον να σήπωνται και να διαλύωνται. Όχι δε μόνον εις τα άκρα των μελών γίνεται τότε ο πόνος αφόρητος, αλλά και η καρδία συσφίγγεται εκ του αίματος και δέχεται φοβεράς τας οδύνας. Αλλ’ όμως οι Άγιοι, μέλλοντες να υποστούν τοιαύτην τιμωρίαν, προθύμως έσπευδον εις αυτήν και ο εις τον έτερον ενθαρρύνοντες, τοιαύτα προς αλλήλους έλεγον· «Μη μόνον το ένδυμά μας αποβάλωμεν, αλλά και τον παλαιόν άνθρωπον να λησμονήσωμεν. Επειδή δε εξ αιτίας του όφεως ενεδύθημεν το πάλαι τους δερματίνους χιτώνας, ας γυμνωθώμεν τώρα δια τον Παράδεισον, τον οποίον απωλέσαμεν. Τι θα ανταποδώσωμεν εις τον Κύριον έναντι όλων εκείνων, τα οποία προσέφερεν εις ημάς; Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εγυμνώθη επί του Σταυρού δι’ ημάς. Τι θαυμαστόν, εάν γυμνωθώμεν και ημείς δι’ Εκείνον; Μάλιστα δε, στρατιώται τότε εγύμνωσαν Αυτόν αφήσαντες ανά τας γενεάς κατηγορίαν εναντίον της τάξεως των στρατιωτών. Ας γυμνωθώμεν λοιπόν τώρα ημείς, ίνα απαλείψωμεν αυτήν. Εκείνοι κακώς εγύμνωσαν τον Χριστόν και διεμοιράσθησαν τα ενδύματά του. Ας γυμνωθώμεν τώρα ημείς καλώς, ίνα δώσωμεν εκουσίως εις τους άλλους στρατιώτας τα ιδικά μας. Δριμύς είναι ο χειμών, αλλά γλυκύς είναι ο Παράδεισος· θλιβερός είναι ο πάγος, αλλά η απόλαυσις του Παραδείσου είναι γλυκυτάτη· ολίγον ας υπομείνωμεν και θέλει μάς θερμάνει ο κόλπος του Αβραάμ. Έναντι του κόπου μιάς νυκτός, ας εξαγοράσωμεν χαράν αιώνιον. Ας παγώσουν τα πόδια μας, ίνα χορεύουν εις τον Παράδεισον· ας διαλυθούν αι χείρες μας, ίνα έχωμεν παρρησίαν να τας εγείρωμεν προς τον Θεόν. Πόσοι στρατιώται εις τον καιρόν μας δεν έπεσον εις τον πόλεμον δια την αγάπην του φθαρτού βασιλέως; Ημείς, δια την αγάπην του αφθάρτου Βασιλέως, τόσον ολίγον να μη υπομείνωμεν; Πόσοι άνθρωποι δια παραμικρόν πταίσιμον υπέμειναν παρά την θέλησίν των την καταδίκην του θανάτου! Ημείς με την θέλησίν μας να μη καταφρονήσωμεν τον θάνατον; Μη δειλιάσωμεν λοιπόν, ω συστρατιώται· μη δώμεν ώτα τω διαβόλω. Σώμα είναι, ας μη το λυπηθώμεν· επειδή οπωσδήποτε μέλλει εν καιρώ να αποθάνωμεν. Ας αποθάνωμεν λοιπόν τώρα θεληματικώς, δια να ζήσωμεν αιωνίως. Ας γίνωμεν θυσία εις τον Θεόν, θυσιάζοντες τα μέλη μας υπέρ της αγάπης του Χριστού». Με τοιαύτην απόφασιν και παρακινούντες ο εις τον έτερον εισήλθον οι Άγιοι εις την λίμνην. Ακούσατε δε τι ο πονηρότατος Αγρικόλαος εμηχανεύθη. Έναντι της λίμνης υπήρχε λουτρόν. Το λουτρόν αυτό επρόσταξε να ανάψωσι, δια να το βλέπωσιν οι Άγιοι, ελπίζων ότι ούτω θέλουν καμφθή λόγω του ανυποφόρου ψύχους και θέλουν μεταβή δια να θερμανθώσι, δεικνύοντες ούτω ότι εδειλίασαν. Τι όμως έκαμαν οι Άγιοι; Έως ότου μεν εκράτει η ημέρα, ολίγον ησθάνοντο το ψύχος του χειμώνος, εκ της θερμότητος της Πίστεως θερμαινόμενοι· όταν όμως η νυξ επροχώρησε περί τας τρεις και τέσσαρας ώρας και ο παγετός της νυκτός ηυξάνετο, εδοκίμαζον μεγάλους πόνους εις το σώμα των. Διότι τα μεν μέλη των ήρχισαν να νεκρώνωνται, το αίμα των επάγωσεν, η οδύνη δε της καρδίας των ήτο ανυπόφορος. Εις τοιαύτην κατάστασιν ευρισκόμενοι οι μεν τριάκοντα εννέα υπέμειναν γενναίως, ο εις τον έτερον με λόγους γλυκείς παραμυθούντες. Εις δε, μη δυνάμενος να υπομείνη το μέγα εκείνο ψύχος, εξήλθε της λίμνης και εβάδισε δια να εισέλθη εις το λουτρόν. Όμως, ευθύς ως επλησίασεν εις την πυράν του λουτρού, διελύθη ωσάν κηρός. Τούτο όταν είδον οι Άγιοι, ελυπήθησαν πολύ δια τον λιποτακτήσαντα. Ελυπούντο δε ακόμη και διότι, ενώ πρότερον ήσαν τον αριθμόν ακριβώς τεσσαράκοντα, ήδη εστερήθησαν του ενός και ο αριθμός των ηκρωτηριάσθη. Δια τούτο και μετά μεγάλης φωνής εδέοντο προς τον Θεόν, λέγοντες· «Μη εν ποταμοίς ωργίσθης, Κύριε, ή εν ποταμοίς ο θυμός σου; Ή εν θαλάσση το όρμημά σου» (Αββακ. γ:8). Διότι ούτος μεν ο χωρισθείς αφ’ ημών, ως ύδωρ εξεχύθη και διεσκορπίσθησαν τα μέλη του. Ημάς δε ενίσχυσον, ίνα μη δειλιάσωμεν, μηδέ να σε αρνηθώμεν, Θεέ και Κύριε του ελέους, τον οποίον υμνούσιν όλαι αι άβυσσοι των υδάτων, το πυρ, η χάλαζα, η χιών, ο κρύσταλλος, οι άνεμοι. Συ, όστις κατεπράϋνας την θάλασσαν εν τρικυμία, εις τον καιρόν τής δια Σαρκός προς ημάς παρουσίας σου· Συ, όστις δια του βλέμματός σου ξηραίνεις τας πηγάς των υδάτων· Συ, όστις με την απειλήν σου σαλεύεις την γην, επάκουσον ημών δεομένων Σου και ελάφρυνον το βάρος και την πικρότητα του αέρος και ας γνωρίσουν πάντες, ότι προς Σε εκράξαμεν και μας εισήκουσες, εις Σε ηλπίσαμεν και εσώθημεν». Και οι μεν Άγιοι ούτω προσηύχοντο. Τι δε έκαμεν ο Θεός, όστις δια του Προφήτου Ησαϊου επηγγέλθη ειπών· «Τότε βοήση και ο Θεός εισακουσεταί σου· έτι λαλούντος σου ερεί· ιδού πάρειμι». Τότε, δηλαδή, θα φωνάξης προσευχόμενος προς τον Θεόν και ο Θεός θα ακούση την προσευχήν σου. Ενώ συ θα προσεύχησαι ακόμη, θα απαντήση προς σε ο Θεός· «Ιδού, είμαι παρών». Ήκουσε την προσευχήν των Αγίων ο Θεός και έσπευσεν εις βοήθειάν των; Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού! «Ο επιβλέπων επί την γην και ποιών αυτήν τρέμειν· ο απτόμενος των ορέων και καπνίζονται» (Ψαλμ. ργ:32). Ευθύς επήκουσε της δεήσεως αυτών και το δριμύ και ανυπόφορον εκείνο ψύχος μετέβαλεν εις θερμότητα. Παρευθύς ο πάγος ανέλυσε και το ύδωρ εζεστάθη, φως δε μέγα και θαυμαστόν περιήστραψεν εξ ουρανού. Τότε οι μεν άλλοι στρατιώται, οίτινες εφύλαττον τους Αγίους έξω της λίμνης, ετυλίχθησαν εις τους μανδύας των και εκοιμώντο, μόνος δε ο δεσμοφύλαξ Αγλάϊος, βλέπων την τοσαύτην υπομονήν των Αγίων, εστέκετο άϋπνος και ακροώμενος της προσευχής αυτών. Εθαύμαζε δε βλέπων ότι εκείνος μεν όστις εξήλθεν εκ της λίμνης διελύθη παρευθύς και απέθανεν, αυτοί δε εις τοσούτον ψύχος καθήμενοι εφαίνοντο ωσάν να μη το εσκέπτοντο καν. Ταύτα βλέπων ο Αγλάϊος ίστατο θαυμάζων και εκπληττόμενος. Θέλων δε να ίδη πόθεν προήρχετο το υπέρλαμπρον εκείνο φως, το οποίον έλαμψεν επάνω εις την λίμνην και διέλυσε τον πάγον, είδε και ιδού κατήρχοντο εξ ουρανού τεσσαράκοντα στέφανοι. Και οι μεν τριάκοντα εννέα εξ αυτών κατήλθον και εστάθησαν εις τας κεφαλάς των Αγίων, ο δε εις αιωρείτο εις τον αέρα και εφαίνετο μη έχων τόπον να σταθή. Τούτο βλέπων ευαύμαζε, μη δυνάμενος να εννοήση την σημασίαν του οράματος. Αφού όμως παρήλθεν αρκετή ώρα ηννόησεν, ότι ο στέφανος εκείνος ήτο του λιποτακτήσαντος, επειδή δε έφυγεν από την λίμνην, έχασε και τον στέφανον του Μαρτυρίου. Παρευθύς τότε μεταβάς εξύπνησε τους συντρόφους του και ρίψας τα ενδύματά του, επήδησεν εις την λίμνην, κράζων· «Χριστιανός είμαι και εγώ». Προς τον Χριστόν δε δεόμενος είπε· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Συ όστις φανερώνεις την δόξαν σου προς τους αξίους δούλους σου, Συ όστις έδειξες και εις εμέ τον ανάξιον δούλον σου τα Σα θαυμάσια, δέξου και εμέ και συναρίθμησόν με εις τον χορόν των Αγίων σου». Τούτον ιδών ο εχθρός της αληθείας διάβολος και μη υπομένων την νίκην, μετασχηματισθείς εις άνθρωπον και την κεφαλήν έχων εντός των γονάτων έκλαιε και εβόα λέγων· «Αλλοίμονον εις εμέ! Ενικήθην παρά των στρατιωτών τούτων, διότι ευρέθην αδύνατος και κατήντησα να γίνω περίγελως αυτών. Τούτο δε έπαθον δια να μη έχω υπηρέτας, καθώς θέλω. Τι λοιπόν άλλο να πράξω; Θα διαστρέψω τας καρδίας των αρχόντων και θα τους αναγκάσω να καύσωσι τα σώματα των Μαρτύρων και να τα ρίψωσιν εις τον ποταμόν, ούτως ώστε ούτε Λείψανον αυτών να ευρεθή». Τούτο δε έλεγεν ο μιαρός, ως καταισχυνθείς υπό της ανδρείας του δεσμοφύλακος, διότι αυτός εκαυχάτο, ότι ενίκησε τον δειλόν εκείνον και ενόμιζεν ότι θέλει ελαττώσει τον αριθμόν των Τεσσαράκοντα, προξενών ούτω λύπην εις τους Αγίους. Ως δε είδεν, ότι ματαία απεδείχθη η επίνοιά του, πρεπόντως έκλαιεν ως κατησχυμμένος καθώς και εις τον καιρόν της δια Σαρκός του Χριστού παρουσίας, θέλων να περικόψη τον αριθμόν των Δώδεκα, εισήλθεν εις τον Ιούδαν, ως ευρών αυτόν επιτήδειον όργανόν του και τον έκαμε προδότην του Χριστού. Εις αντικατάστασιν όμως τούτου αντεισήχθη εις την θέσιν του ο Απόστολος Ματθίας. Το αυτό συνέβη και τώρα εις τους Αγίους τούτους. Εσκέφθη να προξενήση λύπην εις αυτούς, δια της αρπαγής ενός εξ αυτών· αλλ’ ο πανάγαθος Θεός, ο τα πάντα οικονομών προς το συμφέρον των πιστών Αυτού δούλων, δεν άφησε τους Αγίους να μείνωσι λυπημένοι μέχρι τέλους, διότι φωτίσας την καρδίαν του δεσμοφύλακος, ανεπλήρωσε τον αριθμόν των Τεσσαράκοντα. Τούτο ιδόντες οι Άγιοι ήρχισαν να ευχαριστούν μεγαλοφώνως τον Θεόν, λέγοντες· «Τις Θεός μέγας, ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια» (Ψαλμ. οστ: 14-15), διότι τους πολεμίους μας εποίησας βοηθούς ημών και το ακρωτηριασθέν υπό του συστρατιώτου ημών τάγμα ανεπλήρωσας δια του δεσμοφύλακος, καταισχύνας ούτω τον σατανάν, ημάς δε χαροποιήσας». Τοιουτοτρόπως διήλθον κατ’ εκείνην την νύκτα οι Άγιοι εις την λίμνην. Την δε πρωϊαν, ότε εγένετο ημέρα, επήγεν ο Αγρικόλαος, ίνα ίδη τι απέγιναν οι Μάρτυρες, ως δε είδε τον δεσμοφύλακα Αγλάϊον μεταξύ αυτών, θαυμάσας ηρώτα τους άλλους στρατιώτας πως συνέβη τούτο. Εκείνοι δε απεκρίθησαν· «Ημείς μεν νικηθέντες υπό του ύπνου προς τον όρθρον εκοιμώμεθα, αυτός δε ήτο άγρυπνος όλην την νύκτα, αιφνιδίως δε ελθών μας εξύπνησε και ιδού, είδομεν φως μέγα και λαμπρόν επάνω εις την λίμνην· ευθύς τότε έρριψε τα ενδύματά του και επήδησεν εις την λίμνην κραυγάζων· «Χριστιανός είμαι και εγώ». Άλλο τίποτε δεν γνωρίζομεν». Ταύτα ακούσας ο ηγεμών και εντραπείς, εθυμώθη πολύ και διέταξε να σύρωσιν έξω από την λίμνην τους Μάρτυρας και να τους φέρουν εις τον αιγιαλόν, εκεί δε να θραύσουν τους πόδας των. Εις δε εκ των Αγίων, Μελίτων ονόματι, ήτο νέος και ωραίος, υιός μονογενής γυναικός χήρας Χριστιανής, η οποία φοβουμένη μήπως δειλιάσας ο υιός της την τιμωρίαν εκείνην στραφή προς την επιθυμίαν του ηγεμόνος και αρνηθή τον Χριστόν, εστέκετο ενώπιόν του την ώραν εκείνην και με σχήματα και με λόγους τον ενεθάρρυνε λέγουσα· «Τέκνον μου γλυκύτατον , τέκνον Πατρός ουρανίου, τέκνον πολύ τιμιώτερον της μητρός δια την εν Χριστώ μαρτυρίαν, υπόμεινον ολίγον, ίνα στεφανωθής· μη φοβηθής τας βασάνους· ιδού ο Χριστός στέκεται αοράτως, ίνα λάβη την αγίαν σου ψυχήν. Μίαν ώραν είναι ο πόνος και κατόπιν μεταβαίνεις εις την Βασιλείαν του Χριστού. Μίαν στιγμήν είναι το κακόν και θέλει σε διαδεχθή η αιώνιος ανάπαυσις, η άρρητος ευφροσύνη, η ανεκλάλητος τρυφή, η χαρά των Δικαίων. Εκεί να υπάγης, τέκνον μου ηγαπημένον, να συμβασιλεύσης τω Χριστώ και να πρεσβεύης προς Αυτόν δια την αμαρτωλήν μητέρα σου». Ω της ευγενεστάτης ψυχής! Ω της ευλογημένης γυναικός! Που είναι αι ταλαίπωροι εκείναι γυναίκες, αι οποίαι καλλίτερον έχουν να ασεβήση ο υιός των προς την Πίστιν παρά να πάθη τι κακόν ή και να γίνη Μοναχός; Τον τοιούτον αγαπώσι και τον έχουν δια καύχημά των. Εάν δε τυχόν γίνη Μοναχός, τον μισούν και όχι μόνον δεν του δίδουν την κληρονομίαν του, αλλά και τον διώκουν. Που να ευρεθή σήμερον τοιαύτη γυνή μεγαλόψυχος; Δια τούτο έλεγε και ο σοφός Σολομών εις τας παροιμίας του· «Γυναίκα ανδρείαν τις ευρήσει; Τιμιωτέρα δε εστι λίθων πολυτελών η τοιαύτη» (Παροιμ. λα:10). Μήτηρ ήτο και εκείνη, ευλογημένοι Χριστιανοί, ωσάν τας άλλας γυναίκας και μάλιστα χήρα, το δε θλιβερώτερον, τον είχε και μονογενή. Γνωρίζουν όσαι είναι μητέρες την αγάπην και τον πόθον, τον οποίον έχουν προς τα τέκνα των. Εις την μακαρίαν όμως αυτήν ενίκα η αγάπη του Χριστού την φυσικήν αγάπην. Τότε επίστευεν, ότι θα τον έχη ζώντα, όταν τον ίδη αποθαμένον δια την αγάπην του Χριστού. Ταύτα ησθάνετο η αξιοθαύμαστος εκείνη γυνή. Ανασύραντες δε οι υπηρέται τους Αγίους από την λίμνην ήρχισαν να συντρίβουν τους πόδας αυτών κατά την εντολήν του ηγεμόνος. Όταν όμως έφθασαν εις τον υιόν της χήρας και είδον αυτόν λιποψυχούντα εκ του παγετού, τον ελυπήθησαν, δια προσταγής δε του ηγεμόνος τον άφησαν και δεν συνέτριψαν τους πόδας του. Διέταξε μάλιστα ο ηγεμών να αποδώσουν τούτον εις την μητέρα του ίσως και ζήση, τους δε άλλους τριάκοντα εννέα των οποίων συνετρίβησαν τα σκέλη και απέθανον, διέταξε να τους τοποθετήσουν εις αμάξας, να τους φέρουν εις το χείλος του ποταμού και εκεί να ανάψωσι πυράν μεγάλην και να ρίψουν εις αυτήν τα τίμια των Αγίων Λείψανα και να τα καύσωσιν. Έπειτα, ό,τι απομείνη από τα οστά των ή και από οιονδήποτε άλλο μέρος του σώματός των, να τα ρίψωσιν εις τον ποταμόν. Αλλ’ ακούσατε πάλιν περί της ευλογημένης εκείνης γυναικός. Ως έφερον οι στρατιώται τα τίμια Λείψανα των Αγίων επάνω εις τας αμάξας, δια να τα μεταφέρωσιν, ίνα τα καύσωσιν, εσήκωσε και εκείνη τον υιόν της εις τον ώμον της και έτρεχεν όπισθεν, ίνα τους φθάση, λέγουσα· «Πήγαινε και συ, τέκνον μου ηγαπημένον, με τους συστρατιώτας σου, ίνα μη μείνης εις την ασέβειαν, μη γένοιτο! Ούτε να απομείνης μόνος αστεφάνωτος. Έως εδώ ήτο ο πειρασμός· υπόμεινον το πυρ, καθώς υπέμεινες και το ψύχος, ίνα τύχης και της αιωνίου χαράς». Ταύτα λεγούσης της ευλογημένης εκείνης γυναικός και τρεχούσης, ίνα φθάση τας αμάξας, αφήκεν ο υιός αυτής Μελίτων την ψυχήν αυτού εις χείρας Θεού. Τότε, ως είδεν ότι απέθανεν, ευχαριστήσασα τον Θεόν, περιεπάτει βαστάζουσα το ιερόν αυτού Λείψανον εις τον ώμον της και φθάσασα τας αμάξας, ετοποθέτησε και εκείνο επάνω από τα άλλα Λείψανα, ίνα μη χωρισθή ούτε το Λείψανόν του από τους Αγίους συντρόφους του, μεθ’ ων και ήθλησε και εστεφανώθη παρά Χριστού. Οι υπηρέται λοιπόν του ηγεμόνος, μάλλον δε του αντικειμένου διαβόλου, ανάψαντες πυράν μεγάλην, κατέκαυσαν τα σώματα των Αγίων. ΄Επειτα, κατά την εντολήν του ηγεμόνος, ό,τι μέρος του σώματος απέμεινεν από το πυρ, το έρριψαν εις τον ποταμόν, νομίζοντες ότι θέλει παρασύρει ταύτα ο ποταμός και θέλουν εξαφανισθή, αλλ’ εις κενόν εκοπίασαν. Διότι μετά τρεις ημέρας εφάνησαν οι Άγιοι εις τον Επίσκοπον της Σεβαστείας, Πέτρον ονόματι, κεκρυμμένον όντα δια τον φόβον του Αγρικολάου και λέγουν· «Ελθέ εις τον ποταμόν της πόλεως, και θέλεις εύρει τα Λείψανά μας. Σύναξε δε αυτά κατά την επιθυμίαν σου». Παραλαβών λοιπόν ο Επίσκοπος δια νυκτός και άλλους τινάς Χριστιανούς κεκρυμμένους και κατελθών εις τον ποταμόν, εύρε τα υπολειφθέντα άγια Λείψανα παρά το χείλος του ποταμού ερριμμένα. Έλαμπε δε επ’ αυτών φως μέγα και έκαστον μέρος τούτων εκεί όπου ευρίσκετο εφαίνετο ως άστρον. Αφού δε συνέλεξεν αυτά και τα έθεσεν εντός θηκών καθαρών, κατέθετο εν επισήμω τόπω δοξάζων και ευλογών τον Θεόν. Είναι δε τα ονόματα των Αγίων τούτων Τεσσαράκοντα μεγάλων Μαρτύρων τα εξής, κατ’ αλφαβητικήν σειράν: Αγγίας, Αγλάϊος, Αέτιος, Αθανάσιος, Ακάκιος, Αλέξανδρος, Βιβιανός, Γάϊος, Γοργόνιος, Γοργόνιος έτερος, Δομετιανός, Δόμνος, Εκδίκιος, Ευνοϊκός, Ευτυχής, Ευτύχιος, Ηλιανός, Ηλίας, Ηράκλειος, Ησύχιος, Θεόδουλος, Θεόφιλος, Ιωάννης, Κάνδιδος, Κύριλλος, Κυρίων, Λυσίμαχος, Μελίτων, Νικόλαος, Ξανθίας, Ουαλέριος, Ουάλης, Πρίσκος, Σακερδών, Σεβηριανός, Σισίνιος, Σμάραγδος, Φιλοκτήμων, Φλάβιος και Χουδίων. Αυτό είναι, ευλογημένοι Χριστιανοί, το Μαρτύριον των Αγίων. Αυτό είναι το τέλος των. Ούτως ηγωνίσαντο, ούτως ενήθλησαν και ούτως εστεφανώθησαν παρά του στεφοδότου Χριστού.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2452
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ι΄ (10η) Μαρτίου, μνήμη της Οσίας Μητρός ημών ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ της Πατρικίας.

Δημοσίευση από silver »


Αναστασία η Οσία Μήτηρ ημών, η Πατρικία, ήκμασεν εν Κωνσταντινουπόλει κατά τους χρόνους του βασιλέως Ιουστινιανού Α΄ του Μεγάλου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη φκζ΄ - φξε΄ (527 – 565). Κατήγετο δε η μακαρία εξ ευγενών και πλουσίων γονέων, παρά των οποίων και ανετράφη με πάσαν επιμέλειαν και φόβον Θεού. Όθεν και όταν ήλθεν εις ηλικίαν απελάμβανε μεγάλης εκτιμήσεως δια την προς τον Θεόν ευλάβειαν και την φιλάνθρωπον αυτής γνώμην, διο και ο βασιλεύς εκτιμών τας αρετάς της είχεν αναδείξει αυτήν πρώτην πατρικίαν του Παλατίου. Παρ’ όλας όμως τας τιμάς, τας οποίας απελάμβανεν, είχεν η μακαρία τον φόβον του Θεού εν τη καρδία της και εφύλαττε μετά πάσης επιμελείας τας εντολάς του Θεού. Είχεν ακόμη η αοίδιμος Αναστασία φυσικήν ανδρείαν και πολλήν πραότητα, ώστε όλοι οι φιλόθεοι Χριστιανοί έχαιρον δια τας αρετάς της, ως και αυτός ο ίδιος ο βασιλεύς Ιουστινιανός. Επειδή δε ο των ζιζανίων σπορεύς διάβολος συνηθίζει να φθονή πάντοτε και να κατηγορή το καλόν και την αρετήν και δεν αφήνει να έχωσιν ανάπαυσιν και ειρήνην οι εν αρετή ζώντες, τούτου ένεκα και η μακαρία αύτη Αναστασία εφθονήθη υπό της βασιλίσσης δια τας αρετάς της. Όθεν πληροφορηθείσα τα του φθόνου, τον οποίον έτρεφεν εναντίον της η βασίλισσα, είπε καθ’ εαυτήν η όντως φρόνιμος κατά Θεόν Αναστασία· «Επειδή τώρα εύρες εύλογον και αληθή αφορμήν, σώζουσα σώζε την ψυχήν σου και ούτω την μεν βασίλισσαν θέλεις ελευθερώσει από τον άλογον φθόνον, τον δε εαυτόν σου θέλεις προετοιμάσει δια την Βασιλείαν των ουρανών». Αφ’ ου δε εσυλλογίσθη ταύτα η μακαρία, ενοικίασε πλοίον και λαβούσα μέρος του πλούτου και των κοσμημάτων της, τα δε λοιπά εγκαταλείψασα, μετέβη εις την Αλεξάνδρειαν. Εκεί λοιπόν κτίσασα Μοναστήριον εν τόπω ονομαζομένω Πέμπτω ησύχαζεν, υφαίνουσα ιερά υφάσματα και φροντίζουσα τίνι τρόπω να είναι αρεστή εις τον Θεόν. Εις τον τόπον δε εκείνον ευρίσκεται μέχρι σήμερον το Μοναστήριον αυτής, επονομαζόμενον της Πατρικίας. Μετά παρέλευσιν ετών τινων απέθανεν η βασίλισσα και τότε ενεθυμήθη ο βασιλεύς την καλήν Πατρικίαν. Έστειλε λοιπόν πανταχού ανθρώπους προς αναζήτησιν αυτής. Μαθούσα δε τούτο η αληθώς αμνάς του Θεού, αφήκε το Μοναστήριόν της και δια νυκτός μετέβη εις την Σκήτην προς τον Αββάν Δανιήλ και εξωμολογήθη εις αυτόν πάντα τα περί αυτής. Ο δε Όσιος, ενδύσας αυτήν ανδρικά ενδύματα, μετωνόμασεν Αναστάσιον και είτα κλείσας αυτήν εντός του σπηλαίου, το οποίον ήτο μακράν της Σκήτης, έθεσε κανόνα και έδωσεν εντολήν εις αυτήν ούτε αυτή να εξέλθη του σπηλαίου ούτε εις άλλον να επιτρέψη, κατ’ ουδένα λόγον, την είσοδον. Διώρισε δε και ένα αδελφόν να κομίζη εις αυτήν εν σταμνίον ύδατος, το οποίον να αποθέτη έξω του σπηλαίου και λαμβάνων ευχήν να αναχωρή. Έμεινε λοιπόν εκεί κεκλεισμένη η όντως αδαμαντίνη και ανδρεία ψυχή, χωρίς να εξέλθη, εικοσιοκτώ όλα έτη, φυλάττουσα ακριβώς τον κανόνα του Γέροντος. Ποίος νους δύναται να εννοήση ή ποία γλώσσα να διηγηθή τας αρετάς, όσας απέκτησεν η αοίδιμος εις το διάστημα εκείνο των εικοσιοκτώ ετών; Ή ποία χειρ δύναται να περιγράψη τα δάκρυα, τα οποία καθ’ εκάστην προσέφερεν η τρισολβία, ως θυσίαν εις τον Κύριον, ή τους οδυρμούς της, τας αγρυπνίας και ψαλμωδίας, τας προσευχάς και αναγνώσεις, το στάσιμον και τας γονυκλισίας, τας χαμευνίας και τας νηστείας; Περισσότερον δε πάντων, τις δύναται να διηγηθή τους πολέμους των δαιμόνων και τας επαναστάσεις, τας οποίας η μακαρία εδοκίμασεν εκεί; Ή τας πονηράς φαντασίας των σαρκικών ηδονών και τα τούτοις όμοια; Το δε να είναι έγκλειστος και όλως περιωρισμένη καθ’ όλας τας ημέρας των εικοσιοκτώ ετών, γυνή συγκλητική, ήτις ήτο ανατεθραμμένη εις τα ανάκτορα και συνειθισμένη να συναναστρέφεται διαρκώς πλήθος ανδρών και γυναικών, αληθώς εκπλήττει πάντα νουν και διάνοιαν. Με τοιούτους λοιπόν αγώνας αγωνισαμένη έγινε σκεύος και κατοικητήριον του Αγίου Πνεύματος. Προγνωρίσασα δε τον θάνατον και την προς Κύριον εκδημίαν αυτής, έγραψεν επί κεράμου προς τον Γέροντα Δανιήλ ταύτα· «Συμπαραλαβών τον αδελφόν, όστις φέρει εις εμέ το ύδωρ και τα εργαλεία, όσα είναι επιτήδεια προς κατασκευήν τάφου, ελθέ ταχέως ίνα ενταφιάσης το τέκνον σου, Αναστάσιον τον ευνούχον». Ταύτα αφού έγραψεν, άφησεν έξω της θύρας του σπηλαίου. Εις δε τον Όσιον Δανιήλ απεκαλύφθησαν ταύτα υπό του Θεού, δια νυκτερινής οπτασίας και λέγει προς τον μαθητήν του· «Σπεύσον, αδελφέ, εις το σπήλαιον, όπου κατοικεί ο αδελφός ημών Αναστάσιος ο ευνούχος και ερευνών έξω του σπηλαίου του, θα εύρης κέραμον γεγραμμένην, την οποίαν λάβε και επίστρεψον κατεσπευσμένως προς ημάς». Αφ’ ου λοιπόν ο αδελφός έφερε την κέραμον, ανέγνωσεν ο Γέρων τα γράμματα και εδάκρυσεν. ‘Επειτα συμπαραλαβών τον αδελφόν και τα επιτήδεια εργαλεία έδραμεν εκεί και ανοίξαντες το σπήλαιον, εύρον τον μακάριον Αναστάσιον θερμαινόμενον. Προσπεσών δε εις αυτόν ο Γέρων, έκλαυσε λέγων· «Μακάριος είσαι, αδελφέ Αναστάσιε, διότι φροντίζων και ενθυμούμενος την ώραν ταύτην του θανάτου, κατεφρόνησας βασιλείαν επίγειον. Εύξαι λοιπόν υπέρ ημών προς τον Κύριον». Είπε δε προς αυτόν η μακαρία· «Εγώ, Πάτερ, έχω μάλλον ανάγκην πολλών ευχών εν τη ώρα ταύτη». Ο Γέρων τότε απεκρίθη· «Εάν εγώ απέθνησκον πρότερον, βεβαίως έμελλον να παρακαλέσω τον Θεόν υπέρ σου». Εγερθείσα τότε η μακαρία και καθήσασα εις ψιάθιον κατεφίλησε την κεφαλήν του Γέροντος και ήρχισε προσευχομένη. Λαβών δε ο Γέρων τον μαθητήν του, τον έρριψεν εις τους πόδας αυτής ειπών· «Ευλόγησον το τέκνον σου και μαθητήν μου». Η δε Αγία καταφιλήσασα αυτόν είπε· «Θεέ των Πατέρων μου, όστις παρίστασαι εις εμέ εν τη ώρα ταύτη, ίνα με χωρίσης από του σώματος τούτου, Συ, Κύριε, ο ειδώς πάντα τα διαβήματα και τας οδοιπορίας του αδελφού τούτου, τας ανόδους και επανόδους του εις το σπήλαιον τούτο, δια το όνομά σου και δια την εμήν ασθένειαν και ταλαιπωρίαν, Συ ανάπαυσον το πνεύμα των Αγίων Πατέρων εις αυτόν, καθώς ανέπαυσας και το πνεύμα του Ηλιού εις τον Ελισσαίον». Στραφείσα είτα η Αγία προς τον Γέροντα λέγει· «Δια τον Κύριον, Πάτερ, μη με εκδύσετε τα ενδύματα, τα οποία είμαι ενδεδυμένη, μηδέ άλλος τις να γνωρίζη τα κατ’ εμέ». Κοινωνήσασα δε των Θείων Μυστηρίων λέγει· «Δότε μοι την εν Χριστώ αγάπην και εύξασθε υπέρ εμού». Αναβλέψασα δε εις τα δεξιά, είδε τους Αγίους Αγγέλους ερχομένους και λέγει προς αυτούς· «Καλώς ήλθατε». Ευθύς τότε έλαμψε το πρόσωπον αυτής εν είδει φλογός. Έπειτα ποιήσασα το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις το στόμα της, είπε: «Κύριε, εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου». Και ταύτα ειπούσα, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Αφ’ ου δε έκλαυσαν ο Γέρων και ο μαθητής του, ώρυξαν τάφον έμπροσθεν του σπηλαίου. Εκδυθείς δε ο Γέρων το ένδυμά του, λέγει προς τον μαθητήν αυτού· «Ένδυσον, τέκνον, τον αδελφόν δια του ενδύματος τούτου επάνω από τα ιδικά του ενδύματα». Όταν δε ενέδυεν ο αδελφός την μακαρίαν, εφάνησαν εις αυτόν οι μαστοί της ως φύλλα κατεξηραμμένα, αλλά δεν είπε περί τούτου τίποτε εις τον Γέροντα. Γράφεται δε και τούτο εις τον Παράδεισον των Πατέρων· Ότι αφού ενεταφίασαν αυτήν, είπεν ο Γέρων εις τον μαθητήν του· «Ας καταλύσωμεν σήμερον την νηστείαν και ας ποιήσωμεν αγάπην επί του Γέροντος» και κοινωνήσαντες, εύρον αυτόν έχοντα ολίγα παξιμάδια και ολίγα βρεκτά όσπρια και έφαγον. Λαβόντες δε την σειράν (σειρά=βλαστοί φοινίκων στριμμένοι σχοινοειδώς. Δια της σειράς επλέκοντο ύστερον αι σπυρίδες, ήτοι ζεμπίλια, καλάθις κ.λ.π.), και την σπυρίδα, την οποίαν ειργάζετο η μακαρία, ανεχώρησαν, ευχαριστούντες τον Θεόν. Ενώ δε επέστρεφον εις την Σκήτην, λέγει ο μαθητής εις τον Γέροντα· «Γνωρίζεις, Πάτερ, ότι ο ευνούχος Αναστάσιος ήτο γυνή»; Ο δε Γέρων απεκρίθη· «Το γνωρίζω, τέκνον, αλλ’ ίνα μη φανερωθή το πράγμα πανταχού, τούτου ένεκα ενέδυσα αυτήν με ανδρικήν στολήν και ωνόμασα Αναστάσιον, δια το ανύποπτον. Διότι πολλαί αναζητήσεις έγιναν δι’ αυτήν υπό του βασιλέως Ιουστινιανού εις πάσαν πόλιν και χώραν και μάλιστα εις τα μέρη ταύτα, αλλ’ ιδού ότι εφυλάχθη υφ’ ημών αφανής, Χάριτι Χριστού». Και συνεχίζων διηγήθη ο Γέρων λεπτομερώς εις τον μαθητήν του όλον τον βίον της Οσίας Μητρός ημών Αναστασίας της Πατρικίας.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”