Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΛΑ΄ (31η) Μαρτίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΥΠΑΤΙΟΥ Επισκόπου Γαγγρών.

Δημοσίευση από silver »

Υπάτιος, ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίνου του Μεγάλου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη τζ΄ - τλζ΄ (307 – 337), υπήρξε δε εις εκ των τριακοσίων δεκαοκτώ Θεοφόρων Πατέρων των εν Νικαία το πρώτον συνελθόντων, εν έτει τκε΄ (325). Πατρίς τούτου υπήρξεν η Κιλικία της Μικράς Ασίας, εγένετο δε Επίσκοπος της πόλεως Γάγγραι της Παφλαγονίας. Λόγω δε της εναρέτου και ενθέου πολιτείας του μεγάλα ετέλεσε θαύματα και πολλά πλήθη εκ των απίστων προσέφερεν εις τον Χριστόν, οίκον δε κατασκευάσας υπεδέχετο τους εκ του γένους αυτού προστρέχοντας προς αυτόν. Ούτος ο Άγιος Ιερομάρτυς Υπάτιος ηφάνισε ποτέ δια του λόγου τους επιδραμόντας κατά της χώρας ασπάλακας (τυφλοπόντικας). Όταν δε περιεπάτει την νύκτα εφωτίζετο υπό θείου και λαμπρού φωτός και ύδωρ αλμυρόν εις γλυκύ μετέβαλεν. Εις τους χρόνους δε Κωνσταντίου, του υιού του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μέγας τις δράκων ελθών εκ τινος αγρίου τόπου εισήλθεν εις το βασιλικόν θησαυροφυλάκιον και τοσούτον φόβον λέγουσιν ότι επροξένει εις τους ανθρώπους, ώστε ουδείς ετόλμα να πλησιάση εις τον θησαυρόν· αν δε τολμηρός τις επλησίαζεν εκεί, ευθύς εθανατώνετο υπό του δράκοντος. Εκ του συμβάντος τούτου ο βασιλεύς ευρίσκετο εις απορίαν και ηγνόει τι να πράξη. Ακούσας δε την φήμην του Αγίου τούτου Υπατίου, έστειλεν εις αυτόν πρέσβεις και μεσίτας, δια των οποίων τον παρεκάλει να έλθη προς αυτόν. Ο δε Άγιος ελθών και βλέπων, ότι προϋπήντησεν αυτόν ο βασιλεύς με πάσαν τιμήν και ευλάβειαν και ότι είρπε προ των ποδών αυτού, ανήγειρεν αυτόν, ειπών· «Έχε θάρρος και μη λυπείσαι, ω βασιλεύ, διότι τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά εστι παρά τω Θεώ. Όθεν πίστευε και θάρρει εις τον Θεόν και μετ’ ολίγον θέλεις ίδει την ακαταμάχητον Αυτού δύναμιν». Ταύτα είπεν ο Άγιος. Ο δε βασιλεύς, δείξας μακρόθεν το θηρίον, είπε· «Μη απροσέκτως, ω Πάτερ, πλησιάσης εις τον δράκοντα, ίνα μη πάθης εκείνο όπερ και άλλοι έπαθον και θανατωθής υπ’ αυτού εξ αιτίας των ιδικών μας αμαρτιών». Ο Άγιος απεκρίθη· «Η ιδική μου προσευχή, ω βασιλεύ, ουδεμίαν έχει δύναμιν εις τοιαύτα μεγάλα θαυμάσια, η ιδική σου όμως πίστις και η του Κυρίου μεγάλη και ανίκητος δύναμις δύνανται να κατορθώσωσι το παν». Τότε πεσών ο Άγιος κατά γης, προσηυχήθη επί ικανήν ώραν, έπειτα δε εγερθείς, λέγει προς τον βασιλέα· «Πρόσταξον να αναφθή μεγάλη πυρά εν τω μέσω της αγοράς, εκεί όπου υπάρχει ανεγηγερμένη η στήλη του πατρός σου Κωνσταντίνου και εκείνοι οίτινες θα ανάψωσι το πυρ, ας περιμείνωσιν έως ου και εγώ υπάγω εκεί». Ταύτα ειπών ο Άγιος, επλησίασε μόνος εις τον θησαυρόν και ήνοιξε την θύραν, κρατών και ράβδον εις τας χείρας του, φέρουσαν επάνω τον τύπον του τιμίου Σταυρού. Κτυπών δε δια της ράβδου τον δράκοντα, ουδέν επετύγχανεν. Ιδόντες δε τινες εκ του μακρόθεν, πεφοβισμένοι και έντρομοι, ενόμιζον, ότι εθανατώθη ο Άγιος Υπάτιος υπό του δράκοντος. Αλλ’ ο Άγιος, υψώσας τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν και τον Θεόν επικαλεσθείς, έβαλε την ράβδον του εις το στόμα του θηρίου και είπεν· «Εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ακολούθει μοι, ω θηρίον». Τότε ο δράκων, δαγκάσας την ράβδον του Αγίου, ηκολούθει αυτόν, ως αν εδιώκετο υπό τινος. Εξελθών λοιπόν ο Άγιος εκ του βασιλικού θησαυρού, διήλθεν όλην την αγοράν σύρων τον δράκοντα όπισθέν του και πάντας εξέπληξε. Διότι ο δράκων εκείνος ήτο φοβερόν και εξαίσιον θέαμα, έχων, ως έλεγον, μέγεθος εξήκοντα όλων πήχεων. Πλησιάσας δε εις την πυράν, είπε προς τον δράκοντα· «Εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού, τον οποίον εγώ ο ελάχιστος κηρύττω, σε προστάσσω να έμβης εις το μέσον της πυράς». Ο δε φοβερός εκείνος δράκων, κυρτωθείς και εξαπλωθείς, ερρίφθη ενώπιον πάντων εν τω μέσω της πυράς και κατεκάη. Τότε όλοι οι βλέποντες εξεπλάγησαν και εδόξασαν τον Θεόν, επειδή ανέδειξεν εις τας ημέρας αυτών τοιούτον φωστήρα και θαυματουργόν Άγιον. Ο δε βασιλεύς, εκπλαγείς δια το παράδοξον, ετίμησεν υπερβαλλόντως τον Άγιον και προστάξας να ιστορήσωσι την εικόνα του εις σανίδα, έθηκεν αυτήν επί της θύρας του βασιλικού θησαυρού εις αποτροπήν παντός εναντίου, τον δε Άγιον κατασπασάμενος, απέστειλεν εις την επαρχίαν του. Απερχομένου δε του Αγίου εκ Κωνσταντινουπόλως δια τον θρόνον του, εν ευλογίαις Θεού, επειδή εφθονείτο υπό των δυσσεβών Ναυατιανών, οίτινες καθ’ εκάστην αυτόν επολέμουν και μάλιστα υπό των απίστων των κατοικούντων εις τα μέρη της επαρχίας του, καιροφυλακτήσαντες οι μιαροί, εις τινα τόπον κρημνώδη, όταν ο Άγιος διήρχετο εκείθεν, ώρμησαν αιφνιδίως κατ’ αυτού άνδρες τε και γυναίκες, ως θηρία ανήμερα και εκτύπων αυτόν, άλλος με ξύλον, έτερος με λίθον και άλλος με μάχαιραν, ρίψαντες έπειτα αυτόν από μεγάλου ύψους κάτω εις τον ποταμόν. Ο δε Άγιος, ημιθανής ευρισκόμενος, ήπλωσεν ολίγον τας αγίας του χείρας και υψώσας τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν, είπεν, ως άλλοτε ο Πρωτομάρτυς Στέφανος· «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην». Εν ω δε ο Άγιος ανέπνεεν ακόμη, γυνή τις μιαρά και ακάθαρτος, η οποία έπιεν όλον το ποτήριον της αιρέσεως, λαβούσα λίθον μέγαν, εκτύπησε τον Άγιον εις την μήνιγγα και ούτως η δυστυχής και αθλία εστέρησεν αυτόν της ολίγης εκείνης ζωής, ήτις τω αναπέμεινε. Και η μεν του Αγίου ψυχή παρεδόθη εις χείρας Θεού, η δε ταλαίπωρος εκείνη γυνή, κυριευθείσα υπό δαιμονίου, εκτύπα το στήθος της δια του ιδίου εκείνου λίθου, δια του οποίου εθανάτωσε τον Άγιον. Ομοίως δε και όλοι όσοι συνωμότησαν δια τον φόνον του, ετιμωρήθησαν υπό ακαθάρτων δαιμόνων, κρύψαντες δε το Λείψανον του Αγίου εντός αχυρώνος, ανεχώρησαν. Όμως ο γεωργός και κύριος του αχυρώνος, μεταβάς ίνα δώση άχυρα εις τα ζώα του, ήκουσεν ουράνιον δοξολογίαν και Αγγελικήν ψαλμωδίαν μέσα εκεί εις τον αχυρώνα. Όθεν ευρών το άγιον Λείψανον παρευθύς εφανέρωσε τούτο και εις τους άλλους. Μαθόντες τούτο οι Χριστιανοί, οι κατοικούντες τας Γάγγρας, συνεκεντρώθησαν εις τον αχυρώνα και αφ’ ου εθρήνησαν κοινώς δια την στέρησιν τοιούτου ποιμένος μετέφεραν το Άγιον αυτού Λείψανον εις τας Γάγγρας και ενεταφίασαν αυτό εν επισήμω τόπω. Η δε γυνή, η φονεύτρια του Αγίου, ηκολούθει όπισθεν του Αγίου Λειψάνου, κλαίουσα και τύπτουσα εαυτήν δια του ιδίου εκείνου λίθου, δια του οποίου εφόνευσε τον Άγιον. Δια τούτο, αφ’ ου ενεταφιάσθη το άγιον Λείψανον, ιατρεύθη η γυνή εκείνη εκ του δαιμονίου. Ομοίως ιατρεύθησαν και εκείνοι οίτινες έλαβον μέρος εις τον φόνον του Αγίου. Πλείστα δε άλλα θαύματα έγιναν και κατά τον ενταφιασμόν του Λειψάνου και μετά τον ενταφιασμόν, τα οποία όμως παραλείπομεν ως εκ της πληθύος και δια το δύσκολον της διηγήσεως αυτών.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Α΄ (1η) Απριλίου, μνήμη της Οσίας Μητρός ημών ΜΑΡΙΑΣ της Αιγυπτίας.

Δημοσίευση από silver »


Μαρία η Οσία Μήτηρ ημών ήτο εκ της Αιγύπτου, ακμάσασα κατά τους χρόνους του μεγάλου Ιουστινιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη φκζ΄ - φξε΄ (527 – 565). Έζησε δε πρότερον αύτη ακολάστως και προκαλούσα εις όλεθρον ψυχικόν πολλούς ανθρώπους δια της αισχράς ηδονής, επί δεκαεπτά έτη, διότι παιδιόθεν εκρημνίσθη εις τας πονηράς πράξεις της σαρκός και έμεινεν εις αυτάς καθ’ όλον αυτό το διάστημα. Ύστερον επεδόθη η μακαρία εις άσκησιν και αρετήν, και τοσούτον υψώθη δια της απαθείας, ώστε περιεπάτει επί των υδάτων και των ποταμών, χωρίς να καταβυθίζηται και όταν προσηύχετο, ίστατο υπεράνω της γης, μετέωρος εις τον αέρα. Η δε αιτία της μεταβολής αυτής και μετανοίας είναι η εξής: Κατά την δεκάτην τετάρτην του Σεπτεμβρίου μηνός, όταν εις την Ιερουσαλήμ εγίνετο η Ύψωσις του Τιμίου Ξύλου του ζωοποιού Σταυρού, πολλοί Χριστιανοί συνέρρεον πανταχόθεν εις τα Ιεροσόλυμα, όπως ίδωσι το Τίμιον Ξύλον του Σταυρού. Τότε επήγεν εκεί και η Οσία αύτη, ομού με ακολάστους και ασελγείς νέους, ζητούσα δε να εισέλθη εις τον Ναόν της Αγίας Αναστάσεως όπως ίδη τον ζωοποιόν Σταυρόν, ημποδίζετο αοράτως και δεν ηδύνατο ούτε να εισέλθη, ούτε να ίδη. Κατέστησε λοιπόν την Κυρίαν Θεοτόκον εγγυήτριαν, ότι εάν αφεθή να εισέλθη, και ίδη τον Σταυρόν του Κυρίου, θα φυλάξη εις το εξής σωφροσύνην και άλλην φοράν δεν θα μολύνη το σώμα της με επιθυμίας και ηδονάς. Όθεν, επιτυχούσα του ποθουμένου, δεν εψεύσθη εις την δοθείσαν υπόσχεσίν της, αλλά διελθούσα τον Ιορδάνην ποταμόν, μετέβη εις την έρημον και εκεί έζησεν η τρισολβία τεσσαράκοντα έτη χωρίς να ίδη άνθρωπον, μόνον δε τον Θεόν είχε θεατήν της· και τοσούτον ηγωνίσθη, ώστε ανέβη μεν υπεράνω της ανθρωπίνης φύσεως, απέκτησε δε ζωήν επί γης αγγελικήν τε και υπεράνθρωπον και ούτως εν ειρήνη απήλθε προς Κύριον.

Ο κατά πλάτος Βίος και Πολιτεία της Οσίας Μητρός ημών ΜΑΡΙΑΣ της Αιγυπτίας μεταφρασθείς εις την κοινήν γλώσσαν παρά του εν Μοναχοίς ελαχίστου Δαμασκηνού του Υποδιακόνου και Στουδίτου.

Μέγα καλόν, ευλογημένοι Χριστιανοί, είναι η μετάνοια· και είναι αύτη μέγα καλόν, διότι πάντα άνθρωπον σώζει, όλας τας αμαρτίας τας εξαλείφει, όλα τα παραπτώματα τα αφανίζει. Δεν υπάρχει αμαρτία, την οποίαν να μη συγχωρήση ο Θεός, όταν μετανοήση ο άνθρωπος. Η μετάνοια φέρει χαράν μεγάλην εις τους ουρανούς, και εις τους Αγγέλους, καθώς το ορίζει και ο Κύριος εις το άγιον Ευαγγέλιον· «Χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ. ιε:7). Η μετάνοια είναι καθαρμός της ψυχής του ανθρώπου και δεύτερον Βάπτισμα. Βάπτισμα δε είναι, διότι, όστις εμόλυνε το πρώτον Βάπτισμα με αμαρτίας, το αποκαθιστά με την μετάνοιαν εις την πρώτην αυτού καθαρότητα. Η μετάνοια είναι μέγα όφελος εις τον αμαρτωλόν άνθρωπον, καθώς το μαρτυρούν τα βιβλία της Εκκλησίας μας· από αυτήν την μετάνοιαν εσώθησαν πολλοί αμαρτωλοί άνθρωποι και όχι μόνον εσώθησαν, αλλά και Άγιοι έγιναν και τους προσκυνούμεν ημείς έως την σήμερον, ως την Οσίαν Μαρίαν την Αιγυπτίαν, η οποία ήτο πρότερον γυνή πόρνη και αμαρτωλή, επειδή όμως μετενόησε και ησκήτευσεν, ηγίασεν και ετιμήθη υπό Θεού και ανθρώπων. Αυτης της Αγίας τας αμαρτίας και την μετάνοιαν θέλω διηγηθή σήμερον, ευλογημένοι Χριστιανοί. Δια τούτο, σας παρακαλώ, ακούσατε τους λόγους μου μετά πάσης προθυμίας, ίνα εννοήσητε και μάθετε, πόσον ισχύει η μετάνοια δια τον άνθρωπον. Εις τα μέρη της Παλαιστίνης ήτο Ιερομόναχος τις Ζωσιμάς ονόματι, ήτο δε ούτος γέρων κατά πολύ ενάρετος και τόσον φημισμένος δια την αρετήν του, ώστε πολλοί Μοναχοί από τα πέριξ Μοναστήρια επήγαιναν πολλάκις δια να ακούσουν λόγον από το στόμα του Γέροντος αυτού. Έκαμε λοιπόν εις εκείνο το Μοναστήριον, όπου ήτο, χρόνους πεντήκοντα τρεις· έπειτα του ήλθε λογισμός, όστις του έλεγεν· «Άραγε υπάρχει κανείς, όστις να γνωρίζη να με διδάξη έργον μοναχικής ζωής; Υπάρχει κανείς, όστις δεν σφάλει εις τίποτε, αλλά εις όλα είναι πλήρης; Άραγε υπάρχει κανείς εις την έρημον, όστις να υπερβάλλη ημάς τους Κοινοβιάτας εις την αρετήν»; Εν ω λοιπόν διελογίζετο ταύτα ο Γέρων, Άγγελος Κυρίου εφάνη εις αυτόν και του λέγει· «Ζωσιμά, αν και μεγάλη είναι η ιδική σου αρετή, αλλ’ όμως πήγαινε εις τον Ιορδάνην ποταμόν, εις το Μοναστήριον το οποίον είναι εκεί πλησίον, να ίδης άλλους μεγαλυτέρους από σε εις την αρετήν». Εσηκώθη τότε παρευθύς ο Γέρων και επήγεν εις εκείνο το Μοναστήριον και αφού έβαλε μετάνοιαν, έμεινεν εκεί. Είχον δε οι Μοναχοί εκείνοι συνήθειαν να εξέρχωνται την Καθαράν Δευτέραν όλοι από το Μοναστήριον και να πηγαίνουν εις την έρημον, ο καθείς χωριστά, έμεναν δε εκεί μέχρι της Κυριακής των Βαϊων. Κατά την συνήθειαν λοιπόν του Μοναστηρίου εξήλθε και ο Γέρων Ζωσιμάς και διήλθε τον Ιορδάνην ποταμόν με άλλους Μοναχούς. Αφού δε εχωρίσθη από τους άλλους, του ήλθε λογισμός να προχωρήση εις την ενδοτέραν έρημον, μήπως εύρη άλλον τινά Γέροντα Ασκητήν, ίνα ακούση λόγον Θεού από εκείνον. Ενώ δε εβάδιζεν, έφθασεν η ώρα να αναγνώση την Ακολουθίαν του και σταθείς προς Ανατολάς προσηύχετο. Εκεί δε όπου εστέκετο, είδε να εμφανίζεται σκιά τις ανθρωπίνου σώματος, νομίσας δε ότι ήτο φαντασία δαιμονική, έκαμε παρευθύς τον Σταυρόν του. Όταν ετελείωσε την Ακολουθίαν του, βλέπει φανερά, ότι περιεπάτει άνθρωπος τις προς το δεξιόν αυτού μέρος, το σώμα του οποίου ήτο μαύρον κατά πολύ, διότι τα μαλλιά του ήσαν άσπρα ωσάν βαμβάκι, πλην ήσαν μικρά και μόνον έως τον ώμον έφθαναν. Ευθύς ως είδε τούτον ο Γέρων εχάρη κατά πολύ, διότι επί τέλους εύρεν εκείνον όπου εζήτει και παρευθύς ήρχισε να τρέχη οπίσω του. Εκείνος όμως, ως είδε τον Ζωσιμάν ότι τρέχει προς αυτόν, έφευγε περισσότερον· αλλ’ ο Ζωσιμάς, αν και ήτο γέρων, πλην έτρεχε ταχύτερον και όταν τον επλησίασε τόσον, ώστε να ακούεται φωνή, έκλαυσεν ο Γέρων και λέγει προς εκείνον όπου εφαίνετο· «Διατί με αποφεύγεις τον αμαρτωλόν, δούλε του Θεού; Τι με απεχθάνεσαι τον γέροντα και δεν στέκεσαι να με ευλογήσης; Στάσου δια την αγάπην του Χριστού, διότι είμαι γέρων και δεν δύναμαι να σε ακολουθώ». Αυτά λέγων ο Γέρων και τρέχων έφθασεν εις τόπον τινά, όστις ήτο ως μικρός ξηροπόταμος, και τότε εκείνος ο οποίος εφαίνετο κατήλθε και πάλιν ανήλθεν, ο δε Γέρων εστάθη, μη δυνάμενος να περάση και έκλαιε περισσότερον. Τότε εκείνος, όστις εφαίνετο, απελογήθη και λέγει προς τον Ζωσιμάν· «Συγχώρησόν μοι, Αββά Ζωσιμά, δια τον Ιησούν Χριστόν· δεν δύναμαι να σταθώ να με ίδης, διότι είμαι γυνή γυμνή, ως με βλέπεις· πλην, εάν θέλης να σταθώ, ρίψε μου το ράσον σου, ίνα ενδυθώ και τότε με βλέπεις και μου δίδεις την ευχήν σου». Ως ο Αββάς Ζωσιμάς ήκουσεν ότι τον εκάλεσεν εξ ονόματος, εθαύμασεν, εννοήσας ότι πρόκειται περί ανθρώπου προορατικού. Του έρριψε λοιπόν ο Ζωσιμάς το εξώρασόν του και τότε επήγε προς εκείνον και του έβαλε μετάνοιαν· ομοίως δε και ο φαινόμενος έβαλε μετάνοιαν και πολλήν ώραν έμειναν πρηνείς και οι δύο και ο ένας έλεγε προς τον άλλον· «Ευλόγησόν με, δούλε του Θεού». Αφού δε παρήλθεν αρκετή ώρα, λέγει η γυνή εκείνη· «Αββά Ζωσιμά, συ πρέπει να με ευλογήσης, διότι είσαι Ιερεύς του Θεού του Υψίστου και τακτικώς ίστασαι εις το Άγιον Βήμα παρακαλών τον Θεόν δια τας αμαρτίας των άλλων· δια τούτο συ ευλογησόν με». Λέγει τότε ο Ζωσιμάς· «Αγία του Θεού, το χάρισμά σου φαίνεται περισσότερον από το ιδικόν μου, διότι είσαι προορατική και γνωρίζεις όχι μόνον το όνομά μου, αλλά και ότι είμαι Ιερεύς· δια τούτο, σε παρακαλώ πολύ, συ να με ευλογήσης!» Ως λοιπόν είδεν η γυνή εκείνη, ήτις εφαίνετο, ότι πλέον δεν την ευλογεί, εσηκώθη μόνη της και λέγει· «Ο Θεός ο Άγιος, ο αγαπών την σωτηρίαν των αμαρτωλών, Εκείνος να σε ευλογήση». Εσηκώθη τότε και ο Γέρων Ζωσιμάς. Είπε δε η Αγία προς τον Ζωσιμάν· «Αββά Ζωσιμά, διατί εκοπίασες και ήλθες έως εδώ, να ίδης μίαν γυναίκα αμαρτωλήν; Επειδή όμως σε έφερεν ο Θεός έως εδώ, ειπέ μοι, πως είναι οι Χριστιανοί; Πως είναι ο κόσμος; Πως είναι οι βασιλείς; Πως είναι η Εκκλησία του Χριστού»; Και ο Γέρων απήντησεν· «Όλοι καλά είναι με την ευχήν σου, Μήτερ Οσία, αλλά παρακάλεσε τον Θεόν και δι’ εκείνους και δι’ εμέ, διότι δια τούτο εκοπίασα εις τόσην οδοιπορίαν, ο αμαρτωλός». Τότε του λέγει η γυνή εκείνη· «Αββά Ζωσιμά, συ πρέπει να παρακαλέσης τον Θεόν δι’ εμέ· πλην, αφού με προστάζεις, θα κάμω υπακοήν». Τότε εστάθη η Αγία επί πολλήν ώραν και προσηύχετο, αλλά φωνή από το στόμα της δεν ηκούετο· ο δε Γέρων έπεσε πρηνής εις την γην και έλεγε το «Κύριε, ελέησον». Μετά πολλήν ώραν εσήκωσε τους οφθαλμούς του και βλέπει την γυναίκα εκείνην ισταμένην μίαν πήχην υψηλότερα από την γην, ως δε είδε τούτο εσκέφθη, ότι ίσως είναι φάντασμα δαιμονικόν και προσποιείται, ότι προσεύχεται. Τότε είπε η γυνή· «Τίνες οι λογισμοί σου, Αββά Ζωσιμά, και σκέπτεσαι ότι είμαι φάντασμα; Γυνή είμαι αμαρτωλότερη από όλον τον κόσμον». Ποιήσασα δε το σημείον του Σταυρού εις όλον της το σώμα, λέγει προς τον Γέροντα· «Ο Θεός, Αββά Ζωσιμά, να μας ελευθερώση απότας τέχνας του διαβόλου». Τότε ο Ζωσιμάς έπεσε κάτω εις την γην και με δάκρυα πολλά ήγγισε τους πόδας της Αγίας και είπε προς αυτήν· «Σε ορκίζω, δούλη του αληθινού Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ειπέ μοι πως ευρέθης εδώ εις την έρημον; Πόθεν είσαι και πως ησκήτευσες; Και πόσον καιρόν έχεις όπου ευρίσκεσαι εδώ; Ταύτα ειπέ μου δια την αγάπην του Θεού και μη μου κρύψης τίποτε, διότι δι’ αυτό ηυδόκησεν ο Θεός και σε είδα· ίνα ακούσω και εγώ και ωφεληθώ από τους λόγους σου· διότι αν δεν ήθελεν ο Θεός να σε ίδω, δεν ήθελον περιπατήσει τόσον δρόμον εγώο γέρων και αδύνατος, όστις ποτέ δεν ηδυνήθην να εξέλθω από το κελλίον μου». Ότε λοιπόν ήκουσεν η Αγία τους λόγους και είδε τα δάκρυά του, λέγει προς τον Ζωσιμάν· «Αββά Ζωσιμά, εντρέπομαι, η αμαρτωλή, να διηγηθώ τα έργα μου, διότι είναι γεμάτα εντροπήν, αλλά θα τα εξομολογηθώ σήμερον όλα προς την αγιωσύνην σου. Εγώ, τίμιε Γέρων, είμαι από την Αίγυπτον· όταν έζων οι γονείς μου και εγώ ήμουν εις ηλικίαν δώδεκα ετών, άφησα τους γονείς μου και μετέβην εις την Αλεξάνδρειαν, εκεί δε ήμουν πολιτική δεκαεπτά χρόνους· και τόσον εκυλιόμην εις την αμαρτίαν, ώστε μόνον δια να έρχωνται πολλοί προς εμέ, δεν τους έπαιρνα τίποτε· και τόσον ήμην πτωχή, ώστε έζων με την εργασίαν των χειρών μου, άλλοτε με την ρόκαν, και άλλοτε με άλλην εργασίαν. Μίαν ημέραν λοιπόν εξήλθον έξω εις τον αιγιαλόν και βλέπω πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι εισήρχοντο εις πλοίον τι μεγάλο και ως το είδα ηρώτησα ένα από εκείνους, που πηγαίνουν οι άνθρωποι αυτοί. Αυτός δε μου απήντησεν· «Εις την Ιερουσαλήμ πηγαίνομεν, διότι πλησιάζει η ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού». Τότε λέγω προς εκείνον· «Άρα γε θέλουν να υπάγω και εγώ μαζί των»; Λέγει εκείνος· «Εάν έχης να δώσης τον ναύλον, κανείς δεν σε εμποδίζει». Εγώ δε είπον· «Δεν έχω τον ναύλον, αλλ’ έχω το σώμα μου, δια να τραφώ και να υπάγω έως τα Ιεροσόλυμα χωρίς αγώγιον». Εκείνος, ως ήκουσε τους λόγους μου, έφυγε γελών. Εγώ δε, Αββά Ζωσιμά, όχι ότι είχον καλόν σκοπόν να υπάγω εις τα Ιεροσόλυμα, αλλ’ επεθύμουν να σύρω και άλλους πλησίον μου. Σου είπον, Αββά Ζωσιμά μου, μη με αναγκάζης να είπω περισσότερα, διότι μιαίνω την γην και τον αέρα με τους λόγους μου». Αυτά ειπούσα η Αγία εσιώπησε. Λέγει τότε ο Ζωσιμάς· «Ειπέ μου, Μήτερ Οσία, έως το τέλος και μη αποκρύψης τίποτε από εμέ». Πάλιν δε απεκρίθη η Αγία και είπεν· «Αββά Ζωσιμά, επειδή με αναγκάζεις, θα σου τα ειπώ όλα. Παρευθύς λοιπόν έρριψα κάτω την ρόκαν μου και τρέχω εις ένα από τα πλοία εκείνα, όπου ήσαν έτοιμα να φύγουν, διότι ήσαν και άλλα πολλά πλοία έτοιμα να ξεκινήσουν και βλέπω εκεί δέκα νέους ωραίους, οίτινες εισήρχοντο εις το πλοίον και τους λέγω· «Πάρετε και εμέ μαζί σας και δώσατε τον ναύλον δι’ εμέ και εγώ θέλω τον εξαγοράσει». Εκείνοι, ως ήκουσαν τούτο, με επήραν εις το πλοίον και όσας αμαρτίας έκαμα εκεί, Αββά, εντρέπομαι να σου τας διηγηθώ. Αυτό δε μόνον θαυμάζω, πως δεν εσχίσθη η θάλασσα να μας καταπίη όλους, όσοι είμεθα μέσα εις το πλοίον, αλλά ο Θεός ανέμενε την μετάνοιάν μου. Όταν δε εξήλθον από το πλοίον, δεν με έφθασαν αι πρώται μου αμαρτίαι, αλλ’ εζήτουν και άλλους περισσοτέρους εραστάς. Τέλος έφθασε και η ημέρα της Υψώσεως και εγώ συνέχιζα, όπως και πρώτα, την αμαρτίαν. Έβλεπα δε τους ανθρώπους, οίτινες μετέβαινον την νύκτα εις την Εκκλησίαν και τους ηκολούθουν και εγώ, μόνον και μόνον δια να βλέπω τους νέους. Όταν δε έφθασα εις την Εκκλησίαν προσεπάθουν να εισέλθω και εγώ από την θύραν, με απώθουν όμως άλλοι και δεν με άφηναν να εισέλθω». Τοιουτοτρόπως λοιπόν εισήλθον όλοι εις την Εκκλησίαν, εις εμέ δε εστάθη αδύνατον να προχωρήσω και έμενον έξω· τρεις και τέσσαρας φοράς προσεπάθησα, αλλά δεν ημπόρεσα. Τότε εστάθην εις μίαν εξωτερικήν γωνίαν του Ναού· ισταμένη δε εκεί ενεθυμήθην ότι από τας αμαρτίας μου δεν δύναμαι να εισέλθω· και εν ω έκλαια δια τας αμαρτίας μου, βλέπω άνωθέν μου, ότι ήτο Εικών τις της Παναγίας και ως την είδα εδάκρυσα και είπα· «Παρθένε Δέσποινα Θεοτόκε, η γεννήσασα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, γνωρίζω ότι δεν είμαι αξία να βλέπω την αγίαν Σου Εικόνα εξ αιτίας των πολλών μου αμαρτιών· αλλά επειδή δια τούτο έγινεν ο Θεός άνθρωπος, δια να καλέση τους αμαρτωλούς εις μετάνοιαν, βοήθησόν με και εμέ να εισέλθω εις την Εκκλησίαν, ίνα ίδω το άγιον Ξύλον όπου εσταυρώθη ο Υιός Σου δια τας ιδικάς μου αμαρτίας και έχυσε το άγιόν Του Αίμα, δια να σώση τους αμαρτωλούς· και εάν καταξιωθώ να το ίδω, σε παρακαλώ να γίνης εγγυήτρια προς τον Υιόν Σου, ότι πλέον δεν θα μιάνω το σώμα μου, αλλ’ όταν εξέλθω από την Εκκλησίαν, θα υπάγω όπου με οδηγήσης. Αυτά είπα και έλαβα ολίγην άνεσιν· έπειτα ανεμίχθην με άλλους ανθρώπους και εισήλθον εις την Εκκλησίαν, κανείς δε πλέον δεν με ημπόδισεν, όπως την πρώτην φοράν. Όταν δε είδον το πανάγιον Ξύλον του Τιμίου Σταυρού, φόβος και τρόμος με κατέλαβεν· έπεσα λοιπόν κάτω εις την γην και το προσεκύνησα με δάκρυα και ως το προσεκύνησα, έδραμον πάλιν εις τον τόπον όπου ήτο ιστορημένη η Θεοτόκος και κλαίουσα έλεγα· «Συ, Παναγία Παρθένε, δεν με περιεφρόνησες την αμαρτωλήν και αναξίαν δούλην σου, αλλά με κατηξίωσες να ίδω εκείνο, το οποίον ηγάπων και επεθύμουν· δια τούτο, Δέσποινα Θεοτόκε, δείξε μου τον δρόμον, πως να σωθώ· Συ γενού οδηγία της σωτηρίας μου· Συ η οποία έγινεςεγγυήτρια, Συ καθοδήγησέ με, πως να είμαι αρεστή εις τον Υιόν Σου». Εν ω δε εγώ έλεγον ταύτα, ήκουσα φωνήν, ήτις μου είπεν· «Αν περάσης τον Ιορδάνην, θέλεις εύρει μεγάλην ανάπαυσιν». Ως δε ήκουσα τούτο, εβόησα μεγαλοφώνως· «Δέσποινα, Δέσποινα, μη εγκαταλείπης με». Αυτό είπα και εξήλθον, ίναυπάγω προς τον Ιορδάνην. Εις τον δρόμον με είδε Χριστιανός τις και μου έδωσε τρία νομίσματα δια το όνομα του Χριστού. Τα επήρα λοιπόν και ηγόρασα με αυτά τρεις άρτους. Εκεί ηρώτησα τινά, ποίος δρόμος οδηγεί εις τον Ιορδάνην. Εκείνος δε μου έδειξε τον δρόμον και ήρχισα κλαίουσα να περιπατώ. Αργά προς το εσπέρας έφθασα εις τον Ναόν του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, πλησίον του Ιορδάνου και την ημέραν εκείνην μετέλαβα εις το Μοναστήριον, έφαγον μισόν άρτον και έπιον από το ύδωρ του Ιορδάνου· έπειτα έπεσα και εκοιμήθην εκεί. Το πρωϊ, όταν εξημέρωσε, κατήλθον εις τον ποταμόν και ευρούσα πλοιάριον, επέρασα με αυτό τον ποταμόν και ήλθον έως εδώ όπου βλέπεις, Αββά Ζωσιμά». Ηρώτησε τότε ο Γέρων· «Πόσους χρόνους έχεις, Αγία, όπου είσαι εδώ εις την έρημον»; Απεκρίθη η Αγία· «Τεσσαράκοντα χρόνους έχω εδώ, Αββά Ζωσιμά». Ηρώτησε δε πάλιν την Αγίαν ο Ζωσιμάς· «Και πόθεν εύρισκες την τροφήν σου μέχρι σήμερον; Πως επέρασες τόσους χρόνους»; Απεκρίθη η Αγία· «Δύο και ήμισυν άρτους είχον όταν επέρασα τον Ιορδάνην και τόσον εξηράνθησαν, ώστε έγιναν ως πέτραι· όμως με αυτούς, τρώγουσα από ολίγον, και με τα χορτάρια αυτής της ερήμου επέρασα». Κατόπιν ηρώτησε πάλιν ο Γέρων· «Πως επέρασες τόσον καιρόν; Είχες κανένα πειρασμόν ή όχι»; Η Αγία απεκρίθη· «Αββά Ζωσιμά, με ηρώτησες πράγμα δια το οποίον φρίττω και να το ενθυμούμαι, διότι εάν σου είπω τους όσους πειρασμούς υπέμεινα και έπαθα, φοβούμαι μήπως τους πάθω και πάλιν». Αλλ’ ο Γέρων της λέγει· «Παρακαλώ σε, δούλη του αληθινού Θεού, μη μου κρύψης τίποτε, αλλά διηγήσου μου όλα δια την αγάπην του Χριστού». Απεκρίθη η Αγία· «Πίστευσέ με, Αββά Ζωσιμά, δεκαεπτά χρόνους έκαμα εις την έρημον αυτήν, όπου είχα πολλούς πειρασμούς από τον δαίμονα· διότι όταν ήρχιζα να φάγω, ενεθυμούμην το κρέας και τα οψάρια της Αιγύπτου, ενεθυμούμην τον οίνον τον πολύν, όπου έπινα εκεί και κατεκαίετο η καρδία μου, διότι εδώ ουδέ καν νερόν δεν είχον να πίω. Ενεθυμούμην πάλιν τα άσματα όπου ήξευρα και ήρχιζα να τραγουδώ και παρευθύς ενεθυμούμην τας αμαρτίας μου και την Παναγίαν Παρθένον, την οποίαν έβαλα εγγυήτριαν, και μου ήρχοντο δάκρυα και έκλαιον, η ταλαίπωρος. Ευθύς τότε επεκαλούμην την Θεοτόκον και αμέσως έλαμπεν έμπροσθέν μου φως περισσόν και εχάνοντο οι κακοί λογισμοί. Πως να διηγηθώ, Αββά Ζωσιμά, την φλόγα όπου έκαιε την καρδίαν μου δια την πορνείαν; Όταν όμως μου ήρχετο τοιούτος λογισμός, έπιπτα κάτω εις την γην με δάκρυα και δεν εσηκωνόμην, εάν δεν ήθελα ίδει εκείνο το φως να σκορπίση τους λογισμούς μου. Λοιπόν με τοιούτους πειρασμούς, Αββά Ζωσιμά, ηνωχλούμην κατά τους δεκαεπτά εκείνους χρόνους· από τότε δε έως σήμερον, με την βοήθειαν της Παναγίας μου, δεν έχω κανένα πειρασμόν». Ηρώτησε πάλιν ο Αββάς Ζωσιμάς· «Και πλέον δεν επεθύμησες να έχης τροφήν ή ένδυμα;» Η δε Αγία απεκρίθη· «Τους άρτους, όπως σου είπον, έφαγον εις τους δεκαεπτά χρόνους και από τότε τρέφομαι με τα χόρτα της γης ταύτης· το ένδυμά μου δε, το πρώτον όπου είχα, κατεστράφη και έπεσε και ησθανόμην ψύχραν πολλήν την νύκτα και πάλιν την ημέραν είχον περισσόν καύσωνα, τόσον ώστε πολλάς φοράς έπιπτα κάτω ως αποθαμένη άλλοτε από το πολύ ψύχος (δια τούτο και ο τόπος εκείνος είναι έρημος, διότι η διαφορά της θερμοκρασίας μεταξύ της ημέρας και της νυκτός είναι τόσον μεγάλη, ώστε καταστρέφει πάσαν ικμάδα ζωής) και άλλοτε από τον πολύν καύσωνα, αλλ’ ο Θεός όστις είπεν, ότι «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» (Ματθ. δ:4, Λουκ. δ:4), αυτός με έθρεψε και με εσκέπαζε, διότι Αυτός περιβάλλει τον ουρανόν εν νεφέλαις». Όταν ο Ζωσιμάς ήκουσεν, ότι του ωμίλησε περί θείων Γραμμάτων, την ηρώτησε· «Γνωρίζεις, Αγία, γράμματα; Ή σου τα έδειξε κανείς;» Απεκρίθη η Αγία· «Αββά Ζωσιμά, εγώ άνθρωπον ακόμη δεν είδα τόσον καιρόν· ούτε γράμματα γνωρίζω, Αββά μου· αλλά ο Θεός, όστις δίδει την γνώσιν εις τους ανθρώπους, Εκείνος μου διδάσκει τους λόγους τούτους· παρακάλει λοιπόν τον Θεόν, Αββά Ζωσιμά, δι’ εμέ την αμαρτωλήν». Ως ήκουσεν ο Ζωσιμάς τους λόγους τούτους, ηθέλησε να βάλη μετάνοιαν· η Αγία όμως δεν τον άφησε να βάλη μετάνοιαν, μόνον του είπεν· «Αββά Ζωσιμά, αυτά όπου σου είπα και ήκουσες, πρόσεχε να μη τα είπης εις κανένα, έως ότου αποθάνω· τώρα πήγαινε εις το καλόν και τον ερχόμενον χρόνον θέλεις με ίδει πάλιν· μόνον, σε παρακαλώ, να κάμης αυτό το οποίον θέλω σου είπει· τον ερχόμενον χρόνον να μη περάσης τον Ιορδάνην, όπως έχετε συνήθειαν, αλλά απόμεινε εις το Μοναστήριον, διότι αν θελήσης να εξέλθης, δεν θέλεις δυνηθή· κατά δε την Μεγάλην Πέμπτην αργά, πάρε τα Άγια Μυστήρια και έλα εις τον Ιορδάνην, περίμενέ με δε εκεί, διότι αφ’ ότου ήλθον εδώ, ακόμη δεν μετέλαβα· δια τούτο, σε παρακαλώ, να μου φέρης την Αγίαν Κοινωνίαν να μεταλάβω· να ειπής δε εις τον Αββάν Ιωάννην, τον Ηγούμενον του Μοναστηρίου σας, να προσέχη καλώς, διότι πολλά κακά υπάρχουν μέσα εις το Μοναστήριον και είναι ανάγκη να διορθωθούν». Αυτά είπεν η Αγία και ευθύς έφυγε προς την έρημον. Ο δε Γέρων εθαύμαζε, πως του είπε τας συνηθείας του Μοναστηρίου και πως εγνώριζε τα σφάλματα των Μοναχών, πεσών δε κάτω εις την γην ησπάσθη τον τόπον, εις τον οποίον είχε σταθή η Αγία. Ευχαριστήσας δε τον Θεόν επέστρεψεν εις το Μοναστήριον. Το επόμενον έτος, κατά την συνήθειαν του Μοναστηρίου, ηθέλησεν ο Ζωσιμάς να εξέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη, διότι επειράχθη από πυρετόν και τότε ενεθυμήθη, ότι του είπεν η Αγία να μη εξέλθη από το Μοναστήριον. Αφού λοιπόν έμεινεν επ’ ολίγας ημέρας πυρέσσων, εθεραπεύθη. Ότε δε ήλθεν η Μεγάλη Πέμπτη, έλαβε την Αγίαν Κοινωνίαν, καθώς του είπεν η Αγία, έλαβε και ολίγα σύκα, φοινίκια και φακήν βεβρεγμένην εις το ύδωρ και ήλθε πλησίον του ποταμού. Εν ω δε ανέμενε να ίδη την Αγίαν, έκλαιε, διότι η ώρα παρήρχετο και η Αγία δεν εφαίνετο να έρχεται. Τότε του ήλθε λογισμός και εσκέπτετο πως θα περάση η Αγία τον Ιορδάνην, όταν έλθη, αφού πλοίον δεν υπήρχεν εκεί; Εν ω δε ταύτα εσκέπτετο, βλέπει την Αγίαν ερχομένην και ευθύς ως την είδεν εστάθη πάλιν και εσκέπτετο πως θα περάση τον ποταμόν. Αν δε και ήτο νύκτα, όμως επειδή η σελήνη έφεγγε πολύ καθαρά, είδεν την Αγίαν να κάμνη τον Σταυρόν της και παρευθύς ευρέθη εις το άλλο μέρος του ποταμού. Ταύτα ιδών ο Ζωσιμάς ητοιμάζετο να προσκυνήση και η Αγία του λέγει· «Αββά Ζωσιμά, τι θέλεις να κάμης; Τα Άγια Μυστήρια βαστάζεις και θέλεις να βάλης μετάνοιαν;» Ειπούσα δε τον λόγον αυτόν η Αγία, έφθασε πλησίον του Γέροντος και του λέγει· «Ευλόγησόν με Αββά, ευλόγησόν με». Έπειτα παρεκάλεσε τον Γέροντα και είπε το «Πάτερ ημών» και το «Πιστεύω», κατόπιν τον ησπάσθη, κατά την συνήθειαν της αγάπης και ούτως εκοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Κατόπιν προσηυχήθη λέγουσα· «Νυν απολύεις την δούλην σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου». Έπειτα εστράφη προς τον Γέροντα και του λέγει· «Συγχώρησόν με, Αββά Ζωσιμά, και σε παρακαλώ, αν είναι ευλογημένον, να μου κάμης άλλο ένα θέλημα, πήγαινε εις το Μοναστήριόν σου με την βοήθειαν του Θεού και κατά τον επόμενον χρόνον όπου έρχεται, να έλθης πάλιν εις τον τόπον όπου με συνήντησες την πρώτην φοράν και θέλεις με ίδει, καθώς θέλει ο Θεός». Ο δε Γέρων απεκρίθη· «Δούλη του αληθινού Θεού, είθε να ήμην άξιος να σε ακολουθήσω· αλλά τουλάχιστον λάβε από ταύτα τα φαγητά, όπου σου έφερα». Ήπλωσε τότε η Αγία την χείρα της και επήρε τρία μόνον σπειρία από την φακήν και πάλιν έκαμε τον Σταυρόν της και επέρασε τον Ιορδάνην ποταμόν επί των υδάτων, όπως την πρώτην φοράν. Ο δε Γέρων επέστρεψεν εις το Μοναστήριόν του, δοξάζων τον Θεόν. Όμως πολύ επικραίνετο, διότι δεν έμαθε το όνομα της Αγίας, αλλ’ ήλπιζεν, ότι θα την ερωτήση κατά το επόμενον έτος. Όταν λοιπόν έφθασεν ο νέος χρόνος και ήλθεν η Κυριακή της Τυρινής, εξήλθεν από το Μοναστήριον, κατά την συνήθειάν του, και περιεπάτει εις την έρημον παρατηρών εδώ και εκεί μήπως ίδη την Αγίαν. Επειδή όμως δεν την έβλεπεν, ήρχισε να κλαίη και με δάκρυα πολλά έλεγε προς τον Θεόν· «Θεέ μου Μεγαλοδύναμε, Συ όστις με κατηξίωσες να ίδω τοιούτον μυστήριον, μη με υστερήσης έως τέλους, ίνα το συμπληρώσω· καταξίωσέ με, Χριστέ μου, να απολαύσω και πάλιν την ευχήν της δούλης σου». Εν ω δε με τους λόγους τούτους παρεκάλει τον Θεόν, παρετήρει δεξιά και αριστερά, μήπως την ίδη. Και πράγματι την είδεν, νεκράν όμως με εσταυρωμένας τας χείρας και την κεφαλήν εστραμμένην προς την δύσιν. Τότε έδραμε κλαίων και εγγίσας τας πόδας της Αγίας, τους έβρεχε με τα δάκρυά του. Όσον λοιπόν ηδύνατο έκλαυσε, έπειτα δε ανέγνωσεν από το Ψαλτήριον τον Άμωμον. Αφού λοιπόν ο Ζωσιμάς ετελείωσε την ανάγνωσιν, ευρίσκετο εις απορίαν τι να πράξη· και ευθύς βλέπει άνωθεν της κεφαλής της Αγίας γράμματα χαραγμένα εις την γην, τα οποία έλεγον· «Αββά Ζωσιμά, θάψε το σώμα της ταπεινής Μαρίας εδώ όπου το εύρες και παρακάλει τον Θεόν δι’ εμέ. Ετελειώθην δε κατά τον μήνα Φαρμουθί, δηλαδή τον Απρίλιον, την νύκτα εκείνην κατά την οποίαν μετέλαβα». Ως είδεν ο Ζωσιμάς την φραφήν αυτήν, ηπόρησε τις να την έγραψε· διότι η Αγία του είχεν είπει, ότι δεν εγνώριζε γράμματα. Απορούσε ακόμη και δια το πως η Αγία επεριπάτησεν είκοσι ημερών δρόμον εις μίαν ώραν. Και πάλιν ευρίσκετο εις απορίαν με τι να σκάψη την γην. Βλέπει τότε εκεί μικρόν ξύλον ερριμμένον κάτω εις την γην και με εκείνο ήρχισε να σκάπτη. Αλλά δεν ηδύνατο, διότι ήτο γέρων και ο τόπος πολύ ξηρός. Αίφνης βλέπει λέοντα τινά, όστις ελθών έλειχε τους πόδας της Αγίας και πολύ εφοβήθη· διότι ενεθυμήθη τον λόγον τον οποίον του είχεν είπει η Αγία, ότι θηρίον δεν είδε κατά τους τεσσαράκοντα χρόνους· έκαμεν όμως τον Σταυρόν του και ήλπιζε να μη βλαβή, είπε δε προς τον λέοντα· «Ω θηρίον ανήμερον, επειδή η δύναμις του Θεού σε έφερεν εδώ να με βοηθήσης, σκάψε την γην δια να θάψωμεν το Λείψανον της Αγίας, διότι εγώ είμαι γέρων και δεν δύναμαι ούτε να σκάψω, ούτε να υπάγω να φέρω σκαπτικά εργαλεία· δια τούτο κάμε συ τον τάφον της Αγίας». Ούτως είπεν ο Γέρων και παρευθύς ο λέων ήρχισε με τους εμπροσθίους του πόδας να σκάπτη την γην, έσκαψε δε τόσον, όσον εχρειάζετο δια να σκεπασθή το σώμα της Αγίας· αφού δε ετελείωσεν, έβαλε μετάνοιαν εις τον Γέροντα και έφυγεν εις την έρημον. Έθαψε τότε ο Γέρων το Λείψανον της Αγίας εις την θέσιν όπου το εύρε και επέστρεψεν εις το Μοναστήριον δοξάζων και υμνών τον Θεόν. Κατά την παραγγελίαν δε της Αγίας και ο Ηγούμενος Ιωάννης ερευνήσας εύρε πολλά σφάλματα εις το Μοναστήριον, τα οποία και ηγωνίσθη να διορθώση. Εις το Μοναστήριον αυτό απέθανεν ο Γέρων Ζωσιμάς εις ηλικίαν εκατόν ετών. Αυτά είναι τα έργα της πόρνης, ευλογημένοι Χριστιανοί· αυταί είναι αι αρεταί της απεγνωσμένης γυναικός· πόρνη αληθώς ήτο, αλλά αι μεγάλαι της αρεταί την ηξίωσαν της Βασιλείας των ουρανών· αμαρτωλή ήτο, αλλά η μετάνοιά της την έσωσεν. Ας ίδωμεν πως ησκήτευσεν, ας ίδωμεν πως ηγωνίσθη. Δεν ήτο και αυτή αμαρτωλή; Δεν ήτο και αυτή απεγνωσμένη; Τοιουτοτρόπως λοιπόν και ημείς ας μετανοήσωμεν δια τας αμαρτίας ημών και ας μη περιπίπτωμεν εις απόγνωσιν. Ακόμη δε και αν αι αμαρτίαι μας είναι ως την άμμον της θαλάσσης, ας μη απελπιζώμεθα, διότι καμμία αμαρτία δεν είναι ικανή να αποκλείση το έλεος του Θεού, ούτε υπάρχει κανέν σφάλμα, το οποίον να μη διορθώνεται με την μετάνοιαν. Διότι ο πανάγαθος Θεός δέχεται ενός εκάστου την μετάνοιαν· μόνον ας επιστραφώμεν προθύμως με όλην μας την καρδίαν, ας μετανοήσωμεν και ο Θεός μάς δέχεται, διότι είναι εύσπλαγχνος και πολυέλεος. Ας μη λέγωμεν δε ότι θα κάμωμεν αμαρτίας πολλάς και ύστερον θέλομεν μετανοήσει, διότι όποιος πραγματεύεται ούτω την σωτηρίαν του, δεν τον αξιώνει ο Θεός της μετανοίας. Μήπως γνωρίζομεν εάν μέλλη να αποθάνωμεν απόψε; Ή γνωρίζομεν την ώραν του θανάτου μας; Δια τούτο ο Κύριος ημών ορίζει εις το άγιον Ευαγγέλιον· «Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος υμών έρχεται» (Ματθ. κδ:42). Επειδή λοιπόν δεν γνωρίζομεν την ημέραν του θανάτου μας, ας μη οκνούμεν δια την σωτηρίαν μας, ας με αμελούμεν δια το καλόν της ψυχής μας, διότι η αμέλεια ποτέ καλόν δεν επέτυχε, ποτέ αγαθόν δεν συνεπλήρωσε, ούτε σωματικόν ούτε ψυχικόν. Και όπως όταν αμελήση κανείς τον αγρόν του, ή την άμπελόν του και δεν τα καλλιεργήση, καταστρέφονται από τας ακάνθας και τα βότανα, ούτω συμβαίνει και εις την ψυχήν εκάστου Χριστιανού. Όταν παραμελήση ο άνθρωπος το έργον του Θεού και το συμφέρον της ψυχής του, απόλλυται η ψυχή του ανθρώπου εκείνου από λογισμούς κακούς, από νοήματα δαιμονικά και από άλλας ενεργείας του πονηρού. Δια τούτο πρέπει να μη αμελούμεν το καλόν της ψυχής μας και να μη λέγωμεν· «Σήμερον ας αμαρτήσωμεν και αύριον θέλομεν μετανοήσει· εις την νεότητά μας ας κάμνωμεν αμαρτίας και εις το γήρας μας θέλομεν μετανοήσει». Διότι ο τοιούτος λογισμός είναι του διαβόλου, όστις ποτέ δεν θέλει το καλόν της ψυχής μας· εάν εις την νεότητά μας δεν θέλωμεν να μετανοήσωμεν, οπότε δυνάμεθα να τελέσωμεν τον κανόνα του Πνευματικού μας, πως θα μετανοήσωμεν εις το γήρας, οπότε αδυνατεί το σώμα μας; Τότε όπου δεν δυνάμεθα ούτε να μετανοήσωμεν, ούτε να νηστεύσωμεν, ούτε να αγρυπνήσωμεν, ούτε άλλον τινά κόπον να κάμωμεν δια τας αμαρτίας μας; Τώρα, ότε έχομεν τον καιρόν, ας μετανοήσωμεν· μάλιστα σήμερον όπου εκάμαμεν την αμαρτίαν, σήμερον ας την εξομολογηθώμεν· διότι, ως λέγει ο σοφός Σολομών· «Ου γαρ γινώσκεις τι τέξεται η επιούσα» (Παροιμ. κζ:1). Δηλαδή, δεν γνωρίζομεν τι θέλει μας συμβή έως αύριον. Επειδή λοιπόν δεν γνωρίζομεν τι θέλει μας συμβή έως αύριον, ας μη συμπεριφερώμεθα ως αθάνατοι, ας μη αμαρτάνωμεν, ως να μη ηθέλομεν αποθάνει ποτέ, Αλλά, ως γνωρίζοντες, ότι ολίγη και πρόσκαιρος είναι η παρούσα ζωή μας, ας διορθώσωμεν τον εαυτόν μας· ας επιστρέψωμεν με την θέλησίν μας εις το αγαθόν· ας μεταστρέψωμεν την φροντίδα μας εις το συμφέρον της ψυχής μας. Μη ενδιαφερώμεθα μόνον πως να πλουτίσωμεν, ή πως να ενδυθώμεν, ή πως να τραφώμεν, αλλά μάλλον να συλλογιζώμεθα πως να αρέσκωμεν εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, πως να τελειοποιήσωμεν τας αρετάς, πως να επιτύχωμεν την Βασιλείαν των ουρανών. Διότι και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, εις το άγιον Ευαγγέλιον, μάς παραγγέλλει λέγων: «Μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε, μηδέ τω σώματι υμών τι ενδύσησθε· ουχί η ψυχή πλείον έστι της τροφής και το σώμα του ενδύματος;» (Ματθ, στ:25). Δηλαδή, μη συλλογίζεσθε μέσα εις την ψυχήν σας τι θα φάγετε ή τι να πίετε, ούτε να φροντίζετε με τι να ενδύσετε το σώμα σας. Δεν είναι η ψυχή σας ανωτέρα από το φαγητόν; Δεν είναι το σώμα σας καλλίτερον από το ένδυμα; Δηλονότι εφ’ όσον συλλογίζεσθε δια το φαγητόν όπου δεν είναι τίποτε, πως δεν φροντίζετε και δια την ψυχήν σας, ήτις είναι πράγμα πολυτιμότερον του κόσμου όλου; Και πάλιν ορίζει ο Κύριος· «Εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν, ουδέ θερίζουσιν, ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας και ο Πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά· ουχ υμείς μάλλον διαφέρετε αυτών; Τις δε εξ υμών μεριμνών δύναται προσθήναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα;» (Αυτ. 26-27). Τουτέστιν, ίδετε τα πτηνά όπου πετούν εις τον αέρα, ότι ούτε σπείρουν ούτε θερίζουν, ούτε συναθροίζουν εις αποθήκας και ο Θεός, ο Πατήρ όλων, τρέφει αυτά. Σεις δε οι άνθρωποι, δεν διαφέρετε περισσότερον από αυτά; Ποίος δε, αν θελήση, δύναται να προσθέση εις το σώμα του έστω και μίαν πήχυν; Ορίζει δε πάλιν ο Κύριος· «Και περί ενδύματος τι μεριμνάτε; Καταμάθετε τα κρίνα του αγρού, πως αυξάνει· ου κοπιά ουδέ νήθει· λέγω δε υμίν, ότι ουδέ Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού περιεβάλετο ως εν τούτων. Ει δε τον χόρτον του αγρού σήμερον όντα και αύριον εις κλίβανον βαλλόμενον ο Θεός ούτως αμφιέννυσιν, ου πολλώ μάλλον υμάς, ολιγόπιστοι»; (Ματθ. στ: 28-30). Δηλαδή διατί μεριμνάτε δια το ένδυμα; Παρατηρήσατε τα λουλούδια του κάμπου, πως αυξάνουν, ενώ καθόλου δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν· σας λέγω, ότι ούτε ο Σολομών, παρ’ όλην του την μεγαλοπρέπειαν και την τιμήν, όπου είχε, δεν ενεδύθη ως εν από αυτά. Δεν ηδυνήθη δηλαδή να στολισθή τόσον ωραία, ως είναι εστολισμένα τα λουλούδια. Αν δε τον χόρτον του κάμπου, όπου σήμερον υπάρχει, αύριον δε τον ρίπτουν εις φούρνον και καίεται, ο Θεός τον ενδύει και τον στολίζει, πόσω μάλλον σάς, ολιγόπιστοι, δεν θα ενδύση; «Μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν, ή τι πίωμεν, ή τι περιβαλώμεθα· πάντα γαρ ταύτα, τα έθνη επιζητεί· οίδε γαρ ο Πατήρ ημών ο ουράνιος, ότι χρήζετε τούτων απάντων· ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Αυτ. 31-33). Δηλαδή μη μεριμνάτε, λέγοντες τι να φάγωμεν, ή τι να πίωμεν, ή τι να ενδυθώμεν, διότι όλα ταύτα τα ζητούν τα έθνη· ο Θεός, όμως, ο Πατήρ σας, όστις είναι εις τους ουρανούς, γνωρίζει ό,τι τα χρειάζεσθε και θα σας τα δώση. Δια τούτο, σεις ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Του και αυτά όλα θα σας δοθούν. Και ημείς λοιπόν, ευλογημένοι Χριστιανοί, ας μη καταπονούμεθα δια τα τοιαύτα, αλλ’ ας συλλογιζώμεθα το συμφέρον της ψυχής μας, ας επιμελούμεθα την σωτηρίαν μας, ας φροντίζωμεν πως να θρέψωμεν την ψυχήν μας με λόγον Θεού· ας αγωνισθώμεν πως να ποτίσωμεν την ψυχήν μας με διδαχήν θεάρεστον· ας ενδιαφερθώμεν πως να ενδύσωμεν με αρετάς την ψυχήν μας, δια να μας αξιώση ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, εδώ μεν να διέλθωμεν υγιείς, εν ευτυχία και γαλήνη, ασκανδάλιστοι, από εχθρούς ψυχικούς και σωματικούς, εκεί δε της αιωνίου Του Βασιλείας· ότι Αυτώ πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω Αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Β΄ (2α) Απριλίου, ο Όσιος ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, ο εν τω κόλπω της Νικομηδείας ασκήσας εν έτει ασμ΄ (1240), εν

Δημοσίευση από silver »


Γρηγόριος, ο Θεοφόρος Πατήρ ημών, κατήγετο από τα μέρη της Βιθυνίας· οι γονείς του ήσαν ευσεβείς και περιφανείς, ευγενείς μεν κατά το γένος, ευγενέστεροι δε κατά την γνώμην και την αρετήν. Ανατραφείς δε ούτος από τοιούτους γονείς, δεν επρόσεχεν εις τα παιχνίδια των παιδίων, εις τα οποία χαίρεται η νεότης, αλλ’ είχεν ως απασχόλησίν του διαρκή τους θείους λόγους των Γραφών. Όμως δεν εστάθη έως εδώ, αλλά ηθέλησε να μάθη και τα Ελληνικά μαθήματα και να προτιμήση εκ τούτων ό,τι εύρη καθαρόν από κακίαν. Όθεν, με την φυσικήν οξύτητα του νοός του και με την μελέτην και άσκησιν, εις ολίγον καιρόν έμαθεν όλα τα καλά και ωφέλιμα μαθήματα, δια να ημπορή με αυτά να μη συλλαμβάνεται από τας παγίδας και τα σοφίσματα των εναντίων εις την Ορθοδοξίαν, αντιθέτως δε να δύναται να πολεμή αυτούς από μακράν με τα πτερά των λόγων του ή να τους κτυπά με τα άρματα της ελλογίμου γλώσσης του, όταν ήθελε τύχει να συνομιλούν. Επειδή λοιπόν ωφελήθη αρκετά από τα εξωτερικά μαθήματα, ταχέως ήλθεν εις αίσθησιν εαυτού και με το μέσον του εαυτού του, ήλθε και εις αίσθησιν του Θεού. Δια τούτο εζήτει να εύρη διδασκάλους και οδηγούς εις τους αγώνας της αρετής· διότι εγνώριζεν, ότι το να ζη κανείς μόνος, χωρίς να έχη άλλα παραδείγματα, είναι επικίνδυνον και περικλείει πολλάς παγίδας και επιβουλάς του εχθρού· το να ζη δε τις με πολλούς και εμπείρους εις την αρετήν και το να ατενίζη προς αυτούς, ως προς παράδειγμα, παρακινεί πολύ εις τους αγώνας της αρετής και ανάπτων εντός του το πυρ του ζήλου, αυξάνει την προθυμίαν και ούτω αναβαίνει πάντοτε από τα μικρά εις τα μεγαλύτερα και τελειότερα. Δια τούτο μετέβη εις εν από τα καλλίτερα του τότε καιρού Μοναστήρια και ενδυθείς το Σχήμα των Μοναχών επεδόθη καθ΄ολοκληρίαν εις τους πνευματικούς αγώνας. Μανθάνει τον κρυφόν και αόρατον πόλεμον του διαβόλου και δια τίνος τρόπου να μη κτυπάται από αυτόν, αλλά αυτός μόνον να τον κτυπά και να μη πληγώνεται αλλά να πληγώνη. Μανθάνει τας προσβολάς των πονηρών λογισμών, οίτινες ανά πάσαν στιγμήν πολεμούν το ταλαίπωρον γένος των ανθρώπων και ότι εκεί διδάσκονται ποία είναι η ειρήνη του νοός και η φύλαξις των λογισμών και ποίοι από τους λογισμούς είναι ιδικοί μας και ποίοι του εχθρού· ποίοι είναι εκείνοι όπου ενοχλούν και ταράττουν την ακινησίαν και σταθερότητα των λογισμών και με ποίους λογισμούς πρέπει να πολεμή καθ’ εκάστην και ποίους πρέπει να καταφρονή με σοβαρότητα και εις ποίους λογισμούς πρέπει να φέρεται με υψηλόν φρόνημα και ποίους πρέπει να απατά με ύπουλον και ψευδή φιλίαν. Εκεί έμαθε πως να αποτάσσεται και να αποβάλλη τα αισθητά ομού με τας αισθήσεις και τα ωραία χρώματα και τας απαλότητας των σωμάτων και όλα τα ηδέα και τερπνά, με τα οποία κρημνίζεται το ηγεμονικόν του νοός και πλανάται και φαρμακεύεται· έμαθε κανόνας και όρους της ψαλμωδίας· κατάστασιν προσευχής, φυλακήν νοός, μέτρα νηστείας και εγκρατείας και ότι ταύτα, τότε είναι συγκερασμένα, όταν συνοδεύωνται και από την ταπεινοφροσύνην. Ταύτα πάντα συναθροίσας εις τον εαυτόν του ο θείος Γρηγόριος, απέδωσε τριακοντάκις και εξηκοντάκις και εκατοντάκις. Επειδή, ποίον έργον, από τα ανωτέρω αναφερόμενα, δεν έπραξε με ιλαρότητα, ταπεινοφροσύνην και ελευθέραν γνώμην; Ή ποίος άλλος ηδυνήθη να έλθη πλησίον και να τον φθάση; Αξιέπαινος είναι η ακτημοσύνη, η ταπείνωσις, η ημερότης, η αλουσία και η χαμαικοιτία. Ποίαν όμως από τας αρετάς αυτάς δεν απέκτησεν ο Όσιος ούτος Γρηγόριος, με κάθε πρέποντα τρόπον και ζήλον; Ποίον καλόν άφησε και δεν το απέκτησεν; Εις ποίον συνεχώρησε να έχη τα πρωτεία και να τον υπερβή; Και όσας μεν αρετάς είχεν αποκτήσει δεν τας υπελόγιζεν εις τίποτε· εκείνα δε τα οποία του έλειπον εμερίμνα να κερδίση. Όθεν επληρούτο εις αυτόν εκείνο το οποίον λέγει ο Απόστολος (Φιλιπ. γ:14), το να εκτείνεται εις τα έμπροσθεν και να λησμονή τα όπισθεν, τρέχων δια να αποκτήση το βραβείον της άνω κλήσεως. Αλλ’ επειδή ο φθόνος ακολουθεί πάντοτε εκείνον όστις έχει αρετάς, μη υποφέρων ο φθονερός διάβολος να βλέπη τον Άγιον, τόσον νέον κατά την ηλικίαν, να είναι εστολισμένος με τόσην γνώσιν, σωφροσύνην, ανδρείαν και πραότητα και τόσον ανίκητον από τας μηχανάς και τέχνας του, απλώς δε ειπείν, βλέπων τον Όσιον, ότι ήτο τύπος και παράδειγμα ωφελείας δι’ όλους, τι κάμνει και τι μεθοδεύεται; Εν ω μετά από τους υπερβολικούς εκείνους κόπους και αγώνας της αρετής τους οποίους έκαμνεν ο Άγιος Γρηγόριος και ήτο το σώμα του ταλαιπωρημένον από την πολλήν νηστείαν, βάλλει εις υποψίαν μερικά ανθρωπάρια διεφθαρμένα και αχρειέστατα και ψευδολόγα, ότι δήθεν ο θείος ούτος Γρηγόριος έκλεψε μερικά ιερά σκεύη, τα οποία είχον τότε χαθή. Ούτοι εδυσφήμησαν τον άγιον άνθρωπον του Θεού και εζήτουν με όρκους να βεβαιώσουν τας ψευδομαρτυρίας των. Και οι απλοί αυτοί χυδαίοι και ανόητοι άνθρωποι ενόμιζον, ότι τούτο ήτο νίκη του διαβόλου κατά του Αγίου, οι δε γνωστικοί και διακριτικοί έκριναν τούτο ως ένα αξιογέλαστον παιχνίδιον. Γνωρίζων όμως ο θείος Γρηγόριος την επιβουλήν και τας τέχνας του διαβόλου, ανεχώρησεν εκείθεν και μετέβη εις άλλο Μοναστήριον, δια να μη προξενή αιτίαν μεγαλυτέρας κολάσεως εις τους συκοφάντας εκείνους. Μετά ολίγας όμως ημέρας εφανερώθη εκείνος όστις έκλεψε τα ιερά σκεύη και με τούτο το συμβάν περιπαίχθη ο διάβολος, με τα ίδια μέσα με τα οποία επεχείρησε να περιπαίξη τον Άγιον· με τα μέσα δε εκείνα με τα οποία εσπούδαζε να πλανήση τους άλλους, επλανήθη αυτός και ούτω έγινεν η κακία του φανερά εις όλους. Διότι, πως ήτο δυνατόν να διδάσκη ο Όσιος εις τους άλλους να μη κλέπτουν και να μη ιεροσυλούν, αν αυτός ήτο ιερόσυλος; Αυτό είναι τελείως ανάρμοστον και ασυλλόγιστον. Αλλ’ ας έλθωμεν εις το προκείμενον. Μεταβάς ο Όσιος εις το άλλο Μοναστήριον, εις το οποίον ήτο και ο κατά σάρκα αδελφός του υποτασσόμενος και ασκούμενος εις την αρετήν, ηγωνίζετο πάλιν ομοίως με τους πρώτους αγώνας της ασκήσεως· όθεν έκαμνεν υποταγήν και υπακοήν εις τον Ηγούμενον και εις τους συνασκουμένους αδελφούς και υπέφερε πάσαν άσκησιν καλής πολιτείας, νηστεύων, αγρυπνών, ψάλλων, προσευχόμενος, υπηρετών και ταπεινούμενος. Δια τούτο προσείλκυσεν εις την αγάπην του και όλην εκείνην την αδελφότητα· καθόσον η ταπεινοφροσύνη, η απλότης του ήθους και η λιτή δίαιτα προξενούν αγάπην εις εκείνον όστις τας κατέχει, καθώς, εξ αντιθέτου, η υπερηφάνεια και το σοβαρόν και αύθαδες ήθος γίνονται αίτια θυμού και μίσους. Αφού λοιπόν διέτριψε εκεί καιρόν πολύν ενεδύθη και το μέγα και Αγγελικόν Σχήμα και έγινε Μεγαλόσχημος. Έπειτα παρεκινήθη πολύ από τον Ηγούμενον και όλην την αδελφότητα να γίνη Ιερεύς. Ο Όσιος όμως δεν εδέχετο να ιερωθή κατ’ ουδένα τρόπον, διότι εγνώριζε ποίαν καθαρότητα, τάξιν και στάσιν και ποίαν υψηλήν πολιτείαν πρέπει να έχη ο Ιερεύς. Παρακινούμενος όμως από αυτούς και εκ δευτέρου και τρόπον τινά βιαζόμενος, συγκατένευσε συλλογιζόμενος, ότι η ευπείθεια και υπακοή είναι θεμέλιον όλων των αρετών. Εδέχθη δε την Ιερωσύνην, όχι ως πρέπουσαν εις αυτόν, διότι πάντοτε συνέτριβε τον λογισμόν τούτον της κενοδοξίας, αλλ’ ως μίαν διακονίαν, την οποίαν ήτο υποχρεωμένος να εκτελέση. Έπειτα από τρεις χρόνους ανεχώρησεν από το Μοναστήριον επιθυμών να ησυχάση κατ’ ιδίαν· διότι εγνώριζεν, ότι εκείνος όστις ευρίσκεται εις ησυχίαν και καταγίνεται εις την προσευχήν, αυτός δύναται να γυμνωθή από την ύλην του κόσμου, με το να γυμνώνωνται από αυτήν αι αισθήσεις του· όταν δε αι αισθήσεις γυμνωθούν από την ύλην, τότε και ο νους γυμνώνεται από τας αισθήσεις και γυμνωθείς εισέρχεται γυμνός εις την θεωρίαν των νοητών· δια μέσου δε της θεωρίας ταύτης, αναβαίνει εις την αγάπην του Θεού και εντρυφά και χαίρεται εις την δόξαν και ωραιότητα του Θεού. Τοιουτοτρόπως, δια μέσου της δόξης του Θεού, αυξάνει εις την αγάπην του Θεού και δια μέσου της αγάπης του Θεού εις το να θεωρή την δόξαν του Θεού. Ώστε αύται αι δύο, η αγάπη του Θεού και η δόξα του Θεού, είναι μητέρες και θυγατέρες η μία της άλλης. Αναχωρήσας λοιπόν από το Μοναστήριον μαζί με τον αδελφόν του, μετέβη εις χωρίον τι εκεί πλησίον, το οποίον ήτο κατάλληλον δι’ ησυχίαν και διατρίβων εκεί αρκετόν καιρόν και ελευθερώνων ολίγον κατ’ ολίγον τας αισθήσεις του από την έξωθεν οχλοκρατίαν, την σύγχυσιν και την ταραχήν του κόσμου, εζήτει ακόμη περισσοτέραν ησυχίαν. Διότι τοιαύτην συνήθειαν έχει ο νους, όταν σχολάση από τα έξω και επιστρέψη εις τον εαυτόν του και ενωθή, ζητεί περισσοτέραν ησυχίαν και σχολήν, επειδή δια μέσου της σχολής ταύτης νοεί καθαρώτερα τα ελπιζόμενα αγαθά του μέλλοντος αιώνος. Και όσον ο νους σχολάζει από όλα, τόσον αναβαίνει εις τον Θεόν, ούτως ώστε η σχολή αύτη και η ησυχία μεταβάλλεται εις κλίμακα αναβάσεως προς τον Θεόν, καθώς, αντιθέτως, η ταραχή και η φροντίς είναι κατάβασις από τον Θεόν. Δια τούτο ο Όσιος ανέβη εις το όρος το οποίον ευρίσκετο πλησίον του χωρίου και ονομάζεται του Προφήτου Ηλία· αναβάς λοιπόν, μαζί με τους εγχωρίους και ευρών τούτο πολύ κατάλληλον προς ησυχίαν, ανεβόησε το ρητόν του ψαλμού: «Αύτη η κατάπαυσίς μου εις αιώνα αιώνος· ώδε κατοικήσω, ότι ηρετισάμην αυτήν» (Ψαλμ. ρλα:14). Παρευθύς λοιπόν έπηξε την ασκητικήν του καλύβην και κατώκησεν εκεί, όπου, γυμνώσας τον νουν του από τας αισθήσεις, τας δε αισθήσεις γυμνώσας από την ύλην και την περιπλάνησιν εις τα γήϊνα, ηνώθη με τον Θεόν από τον οποίον δεν εχωρίσθη ποτέ· και απομακρύνας τον νουν του από παντός είδους νοήματα, γίνεται φίλος Θεού και δεύτερος Μωϋσής και βλέπων τον Θεόν εκ των όπισθεν εδιδάχθη τι πρέπει να ζητή και τι να μη ζητή και να μη περιεργάζεται. Διότι είναι συγκεχωρημένον εις εκείνον όστις θέλει να καθαρισθή, να ερευνά τους μυστηριώδεις και αποκρύφους λόγους· δηλαδή τους λόγους της θείας Προνοίας και της κυβερνήσεως όλου του κόσμου· τους λόγους της σοφίας και αγαθότητος του Θεού, της δυνάμεως και απειρίας και αιωνιότητος, απλώς δε ειπείν, τους λόγους της θείας ενεργείας και δόξης και λαμπρότητος. Διότι οι κεκαθαρμένοι ή οι καθαριζόμενοι συγχωρούνται να εξετάζουν ταύτα· όμως δεν είναι συγκεχωρημένον εις αυτούς να εξετάζουν και την ουσίαν του Θεού· επειδή ο λόγος αυτής είναι τελείως ακατανόητος και ανεπιχείρητος και ανεκλάλητος· δια τούτο είπε και εις τον Μωϋσήν ο Θεός το: «Ου γαρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται» (Έξ. λγ:20), δηλών με τούτο τον λόγον της ουσίας. Αφ’ ου λοιπόν ο Όσιος Γρηγόριος ηνώθη με τον Θεόν, έγινε φίλος Θεού· και επειδή εκείνα τα οποία έχουν οι φίλοι είναι κοινά, δια τούτο και ο Θεός έκαμε κοινά και τα μυστήριά Του εις τον φίλον Του, τον θείον Γρηγόριον. Όθεν ο Όσιος έγινε θεωρός των θεϊκών μυστηρίων και εδιδάχθη τους σκοτεινούς και αποκρύφους λόγους και αποκαλύπτεται εις αυτόν η γνώσις των μελλόντων και λαμβάνει δώρον από τον Θεόν, άξιον του Θεού, όστις του το έδωκε, δια μόνην την αγαθότητά Του, ο δε Όσιος έλαβε τούτο δια την καθαρότητα του νοός του και δια τον προς Θεόν έρωτα αυτού. Όχι δε μόνον έλαβε την πρόγνωσιν των μελλόντων ως έπαθλον της αρετής του, αλλά γίνεται και ενεργός παραδόξων θαυμάτων. Διότι, καθώς οι βασιλείς και οι άρχοντες εμπιστεύονται τους θησαυρούς των εις τους πιστούς φίλους των και τους κάμνουν θησαυροφύλακας και κυβερνήτας των υπαρχόντων των και δια μέσου αυτών δίδουν και εις τους άλλους εκείνα τα οποία χρειάζονται, ούτω συνειθίζει να κάμνη και η Πρόνοια του Θεού και οικονομεί τα πάντα με λόγους βαθείς και ανεκδιηγήτους. Όθεν και ούτος ο Όσιος, επειδή ηγάπησε τον Θεόν και μάλιστα τόσον, όσον έπρεπε και όσον ήτο δυνατόν εις αυτόν και επειδή ηγαπήθη και αυτός από τον Θεόν, καθώς υπόσχεται ο ίδιος εις το Ευαγγέλιον, ότι αγαπά τους αγαπώντας αυτόν και φυλάττοντας τας εντολάς Του (Ιωάν. ιδ:15-21), δια τούτο του ενεπιστεύθη και τα πνευματικά Του μυστήρια, όχι δωρεάν και χωρίς κόπον, αλλά με πολλούς ιδρώτας και αγώνας. Ετοποθέτει λοιπόν, ως επάνω εις πλουσίαν τράπεζαν, όλα εκείνα τα πνευματικά φαγητά, τα οποία εχρειάζετο ο καθείς δια να φάγη, εκείνους δε οι οποίοι εχρειάζοντο συνβουλήν, τους συνεβούλευε πανσόφως. Εάν δε ήτο καιρός και ανάγκη λόγου προγνωστικού και διορατικού, απεκάλυπτε τα μέλλοντα εις τους έχοντας ανάγκην, με ταπεινοφροσύνην και μετριότητα. Αν δε ήρχοντο προς αυτόν ασθενείς και πτωχοί, δεν τους άφηνε να φύγουν με κενάς χείρας και με κενάς ελπίδας· αλλ’ εγείρων τους οφθαλμούς του προς τον Θεόν και θέτων τας χείρας του με μεγάλην ταπείνωσιν επάνω εις αυτούς, τους ιάτρευε. Δια τούτο απέκτησε και παντός είδους όνομα. Διότι και προγνώστης των μελλόντων ωνομάζετο και διδάσκαλος και ανορθωτής των ημελημένων ηθών και ιατρός των ασθενών και πολλά άλλα. Δια μέσου δε της προς τον Θεόν αγάπης, με την οποίαν ηγάπησε τον Θεόν και ηγαπήθη από τον Θεόν, ηξιώθη να λάβη τα μεγάλα του Θεού και πλούσια χαρίσματα, από τα οποία καιρός είναι να αναφέρωμεν ολίγα τινά, ως τερπνά και ωφέλιμα εις τους αναγινώσκοντας και τους ακροωμένους. Συνήθειαν έχει ο πονηρός διάβολος να πολεμή πολλάκις και να ενοχλή τους ανθρώπους· και εάν κατορθώση τίποτε επιτυγχάνει τον σκοπόν του, αν δε δεν κατορθώση, προξενεί γέλωτα εις εκείνους οίτινες εδοκίμασαν τους ιδικούς του πολέμους. Όθεν, θέλων ο μιαρός να αναιρέση το προγνωστικόν του Οσίου, κατέπεισεν ανθρωπάρια τινά, άξια να σύρουν αμάξας, να ζευγαρίζουν, ή να σκάπτουν την γην, να λέγουν, ότι δεν προγνωρίζει ο Άγιος τα μέλλοντα από την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, αλλά από την ενέργειαν του διαβόλου, με τέχνην μαγικήν· δια τούτο έφεραν εις τον Άγιον κλέπτας τινάς και ιεροσύλους και κακοποιούς, οίτινες τον επείραζον ερωτώντες τον, τι άνθρωποι ήσαν ο καθείς εξ αυτών. Ο δε Όσιος, γνωρίζων την κακογνωμίαν εκείνων, δεν εσιώπησε δια να μη τους δώση αφορμήν να κατηγορούν και να περιπαίζουν τα θεία χαρίσματα, αλλά εφανέρωσε τι άνθρωποι ήσαν ο καθείς και με ποίον τρόπον ήλθαν εις αυτόν, δηλαδή με κακοβουλίαν. Θέλων δε να ελέγξη την απιστίαν των, απεκάλυψε και το αμάρτημα τινός εξ αυτών, ειπών, ότι και ο δείνα άνθρωπος, όστις ήτο ναυαγός, εξελθών εις την ξηράν, εκεί όπου είναι το αμπέλι, δια την ταλαιπωρίαν την οποίαν υπέστη και δια παρηγορίαν της πείνας του, εισήλθεν εις το αμπέλι και επήρε σταφύλια. Τούτο δε απεκάλυψεν ο Άγιος, όχι δια να δοξασθή από τους ανθρώπους, ως προγνώστης, αλλά δια να καταισχύνη εκείνους, οίτινες τον κατηγόρουν ως μάγον. Παρά ταύτα όμως δεν έπαυσεν η κακία των, αλλ’ εύρον πόρνην τινά και πληρώσαντες αυτήν την έστειλαν εις τον Όσιον, δια να κάμη πάντα τρόπον να τον κινήση εις επιθυμίαν και να τον μολύνη. Μετέ λοιπόν η πόρνη εις τον Όσιον και τον ηνώχλει. Συμπεριεφέρετο και εγέλα άσεμνα, παίζουσα και λέγουσα λόγους πορνικούς. Αλλ’ ο Όσιος εφρόντιζε με νουθεσίας και συμβουλάς να την σωφρονίση και να καταπαύση τα άσεμνα σχήματα και τους αισχρούς λόγους της. Όμως η πόρνη έμεινεν η ιδία, χωρίς να συνετίζεται από τας συμβουλάς του Οσίου. Όθεν αίφνης της ήλθε κλονισμός από τον δαίμονα και ευθύς την ρίπτει κατά γης, αφροί εξήρχοντο από το στόμα της, έτριζαν οι οδόντες της και έκαμνεν όλα τα άτακτα σχήματα των δαιμονιζομένων. Τούτο βλέποντες εκείνοι, οίτινες την παρώτρυναν, μετενόησαν και παρεκάλουν τον Όσιον να την ευσπλαγχνισθή και να την ιατρεύση. Ευθύς τότε ο Όσιος, χωρίς να αναμείνη να τον παρακαλέσωσι και δευτέραν φοράν, ύψωσε τας χείρας του εις τον ουρανόν και παρακαλών θερμώς τον Θεόν, ιάτρευσε την γυναίκα και της παρήγγειλε να φυλάττη εις το εξής σωφροσύνην, δια να μη πάθη κακόν περισσότερον και να καθαρίση την κατ’ εικόνα Θεού πλασθείσαν ψυχήν της με νηστείας, προσευχάς και όλας τας άλλας αρετάς. Καθοδηγήσας δε αυτήν εις την οδόν της μετανοίας δια των λόγων τούτων και άλλων πολλών, την απέστειλεν εν ειρήνη. Τοιουτοτρόπως εσωφρονίσθη η πόρνη και μετανοήσασα δια την προτέραν πολιτείαν της, διήλθε το υπόλοιπον της ζωής της με καθαρότητα και καλήν μετάνοιαν. Αλλ’ ας είπωμεν και άλλην μηχανήν του διαβόλου, την οποίαν έκαμε κατά του Οσίου. Θέλων ο μισόκαλος να ενοχλήση και να κακοποιήση τον Άγιον, εκίνησε μερικούς Κληρικούς φθονούντας τον Όσιον, οίτινες μετέβησαν εις τον Αρχιερέα της Νικομηδείας και του είπον πολλάς κατηγορίας και συκοφαντίας δια τον θείον Γρηγόριον, παντοίους τρόπους μεταχειριζόμενοι, δια να εξάψουν τον Αρχιερέα εναντίον του, ο δε Νικομηδείας, ως απλούς κατά την γνώμην, επειδή ανήρ άκακος πιστεύει παντί λόγω (Παροιμ. ιδ:15), επίστευσεν εις τους λόγους αυτών και πολύ θυμωθείς, έστειλεν ανθρώπους εις τον Άγιον προστάζοντάς τον να υπάγη προς αυτόν το συντομώτερον. Ο Όσιος τότε ηννόησε την τέχνην του διαβόλου και την συκοφαντίαν την οποίαν του έκαμαν και εν ω προσέφερεν εις τους απεσταλμένους άρτον και άλας δια να φάγουν, τους είπε να απέλθουν το γρηγορώτερον, διότι αυτός θέλει να υπάγη εις τον Αρχιερέα πρωτύτερα από αυτούς. Όθεν, επειδή ήτο απονεκρωμένος κατά το σώμα από την πολλήν άσκησιν και ταλαιπωρίαν και σχεδόν ακίνητος, ανήλθεν επί τινος ίππου και μετέβαινε κατ’ ευθείαν προς τον Αρχιερέα δια μέσου της θαλάσσης. Και, ω του θαύματος! ως να επάγωσε το ύδωρ της θαλάσσης και ως να έγινε γη ξηρά, διήλθε τούτο ο Άγιος και έφθασεν εις το απέναντι μέρος, εις το οποίον εκάθητο ο Επίσκοπος Νικομηδείας, χωρίς να βραχούν καθόλου ούτε οι πόδες του ίππου του. Βλέπων ο Αρχιερεύς τον Όσιον ερχόμενον έφιππον επάνω της θαλάσσης ως να εβάδιζεν εις στερεάν γην, ενεθυμήθη τον Απόστολον Πέτρον, όστις περιεπάτησε πεζός επάνω εις τα κύματα της θαλάσσης, και πεσών εις την γην, προσεκύνησε δοξάζων τον Θεόν και λέγων· «Ευλογητός ει, Κύριε, και υπερένδοξος, ότι σήμερον έδειξας εις ημάς άλλον Πέτρον· ως θαυμαστά τα έργα Σου! Πόσοι δούλοι Σου είναι άγνωστοι εις ημάς και δεν τους γνωρίζομεν, γνωστοί δε εις Σε προτού ακόμη να γεννηθούν!» Ευθύς δε ως επλησίασεν εις αυτόν ο Όσιος, έπεσεν εις τους πόδας του ο Αρχιερεύς και τον υπεδέχθη με πολλήν ευλάβειαν και τιμήν και σχεδόν ευχαριστούσεν εκείνους, οίτινες εσυκοφάντησαν τον Όσιον, διότι έγιναν αιτία να ίδη τοιούτον Άγιον και θαυματουργόν άνδρα και τον παρεκάλει να συγχωρήση την αμαρτίαν των. Τούτο το θαύμα βλέποντες και εκείνοι όπου τον διέβαλαν, μετενόησαν και ζητούντες μετά δακρύων συγχώρησιν από τον Όσιον, τον εσέβοντο εις το εξής και τον ετίμων ως θείον και ουράνιον άνθρωπον και ως θεράποντα και φίλον Θεού και όλοι όσοι ήκουσαν το τοιούτον εξαίσιον θαύμα εξεπλήττοντο και εθαύμαζον. Ο δε Όσιος επέστρεψε πάλιν εις την καλύβην του και ηγωνίζετο τους συνειθισμένους αγώνας του. Ανδρόγυνον δε τι ανήλθε ποτέ εις πλοιάριον και εταξείδευαν με καλόν καλόν και ούριον άνεμον, έξαφνα όμως ήλθεν ισχυρόν φύσημα ανέμου, τόσον σφοδρόν, ώστε συνέτριψε το πλοιάριον και το διεσκόρπισε. Τότε οι καλοί εκείνοι άνθρωποι, πεσόντες εις την θάλασσαν, επεκαλέσθησαν το όνομα του Οσίου, δια να τους βοηθήση και να τους σώση από τον κίνδυνον. Ο δε Όσιος, ταχύς εις βοήθειαν, εφάνη εις αυτούς και δίδων εις τούτους χείρα βοηθείας, τους ηλευθέρωσεν ανελπίστως από τον πνιγμόν, ούτοι δε λυτρωθέντες προσέφεραν μεγάλας ευχαριστίας εις τον Θεόν και εις τον Αυτού θεράποντα Άγιον Γρηγόριον. Αλλά και αλιείς απήλαυσαν από τον Όσιον ευεργεσίαν, οι οποίοι ρίψαντες πολλάκις τα δίκτυά των εις την θάλασσαν, τα έσυρον κενά· ενεθυμήθησαν όμως τον Όσιον και επικαλεσθέντες το όνομά του μετά πίστεως, έρριψαν τα δίκτυα εις την θάλασσαν και, ω του θαύματος! τόσον πολλούς ιχθύς ηλίευσαν, ώστε δεν ηδύναντο να σύρουν έξω τα δίκτυα, έως ότου ήλθαν και άλλοι αλιείς και τους εβοήθησαν, δια να τα σύρουν έξω πλήρη ιχθύων. Ούτω, δοξάζοντες τον Άγιον, εκήρυττον το θαύμα πανταχού. Ακούσατε ακόμη και άλλο θαυμάσιον. Εις περίφημον τινα και πλουσίαν γυναίκα, πολύ ελεήμονα και ενάρετον, δεν γνωρίζω πως και πόθεν, έτυχε και εισήλθεν εις τα σπλάγχνα της όφις, όσον δε παρήρχοντο αι ημέραι τόσον η κοιλία της γυναικός διωγκούτο, διότι, ως φαίνεται, ηύξανεν ο όφις μέσα εις την κοιλίαν της. Αύτη λοιπόν, καταφρονήσασα τελείως τας τέχνας των ιατρών, προσέτρεξεν εις τον Όσιον και προσπίπτουσα εις τους πόδας του τον παρεκάλει μετά θερμών δακρύων και πίστεως να την λυτρώση από το κακόν όπου της συνέβη. Ευσπλαγχνισθείς τότε αυτήν ο Όσιος, ύψωσε τας χείρας του εις τον ουρανόν και παρεκάλεσε τον Θεόν με πολλήν ταπείνωσιν και συντριβήν καρδίας ώραν ικανήν και, ω του θαύματος! εθανατώθη ο όφις και εξήλθε νεκρός. Ούτως ηλευθερώθη η γυναίκα από τον κίνδυνον και ηυχαρίστει τον Θεόν και τον Όσιον. Κατ’ εκείνον τον καιρόν και άρκτος τις εξήρχετο από τους νόμους της δικαιοσύνης αδικούσα και ζημιώνουσα τους πλησιοχώρους. Ο δε Όσιος επιτιμών αυτήν απεδίωξεν από τα μέρη εκείνα. Με την άρκτον δε ταύτην ομοιάζουν και εκείνοι οίτινες φεύγουν από το δίκαιον και παραβαίνουν τους νόμους του Θεού και βλάπτουν και αδικούν τους πλησίον, τους οποίους εσωφρόνισεν ο Όσιος με τας ενθέους νουθεσίας του, κατορθώσας να τους πείση να απέχουν από τας αδικίας. Επειδή δε συνεπλήρωσε τους ασκητικούς αγώνας ο Όσιος και, κατά το γεγραμμένον: «Τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς» (Σοφ. Σολ. δ:13), γενόμενος πεντήκοντα ετών, επόθει να αναχωρήση από τον κόσμον τούτον και να υπάγη προς τον Χριστόν. Όθεν, ασθενήσας και κοιτόμενος, παρήγγειλεν εις τους μαθητάς του να φυλάττουν απαρασάλευτον την καλήν παρακαταθήκην της Πίστεως και να μη εγκαταλείψουν ουδέ επί στιγμήν την άσκησιν, την σταύρωσιν ομού και την νέκρωσιν της σαρκός, την οποίαν υπεσχέθησαν εις τον Θεόν να φυλάττουν εις την παρούσαν ζωήν. Αφού δε και άλλας πολλάς τοιαύτας παραγγελίας πνευματικάς είπε προς αυτούς, ασπασάμενος αυτούς, αφήκε το σώμα, το οποίον είχεν εγκαταλείψει και πρότερον εις όλην του την ζωήν και απήλθε προς Όν επόθει Χριστόν· Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων . Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :]Τη Γ΄ (3η) Απριλίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και Ομολογητού ΝΙΚΗΤΑ Ηγουμένου της Μονής Μηδικίου

Δημοσίευση από silver »

[b
Νικήτας ο Όσιος Πατήρ ημών και Ομολογητής, εκ νεαράς ηλικίας αγαπήσας την εγκράτειαν, αφήκε τον κόσμον και απήλθεν εις τα όρη και εις την ησυχίαν, όπου ειργάζετο πάσαν αρετήν· όθεν εκ τούτου υψώθη και έγινε μέγας και περιβόητος, επειδή δε εκυβερνάτο με την του λόγου διάκρισιν, έγινε και οικονόμος ψυχών και πιστός Ιερεύς του Θεού. Διωχθείς δε εκ του ποιμνίου του παρά των εικονομάχων, ως προσκυνητής των θείων και αγίων Εικόνων, κατεδικάσθη εις πικράς εξορίας. Αλλ’ αυτός, ευχαριστών δι’ όλας τας κακοπαθείας, τας οποίας εδοκίμασε χάριν των θείων Εικόνων, εδείχθη δόκιμος αγωνιστής και την μεν ψυχοβλαβή αίρεσιν των θεομάχων, δια των διδασκαλιών και παρακινήσεων αυτού, ήλεγξε, πολλούς δε παρεκίνησε και να μαρτυρήσωσι ακόμη δια τον σεβασμόν των προς τας αγίας Εικόνας. Όθεν και διπλάς τας λαμπάδας ανάψας, της ομολογίας, δηλαδή, και της ασκήσεως, διπλούς και τους στεφάνους εκ χειρός Κυρίου εδέχθη, προς τον Οποίον μεταστάς, ανεπαύσατο.

Βίος (κατά πλάτος) και πολιτεία του Οσίου Πατρός ημών ΝΙΚΗΤΑ Ηγουμένου της Μονής Μηδικίου. Και βασιλεύς αποστείλας πολλάκις στρατηγούς, ίνα αντιπαραταχθώσι κατά των πολεμίων και πληροφορηθείς, ότι πολλάς έπραξαν ανδραγαθίας και τους εχθρούς κατά κράτος ενίκησαν, δια μεγάλων αξιωμάτων τούτους ετίμησε. Καταστήσας δε αυτούς πλουσίους δια πλείστων και λαμπρών δώρων, υπέδειξε δια των τοιούτων, ότι ουδέποτε πρέπει να φείδωνται του ιδίου των αίματος, ούτε να προδίδωσιν την ευγένειαν του αξιώματός των, ατιμάζοντες ούτω το στρατιωτικόν αξίωμα. Όταν δε τυχόν πληροφορηθή, ότι στρατηγός τις, ανάγκης δοθείσης, εθανατώθη δια της ιδίας του σπάθης, μακαρίζει τούτον ενώπιον ολοκλήρου της βουλής και τον στεφανώνει δια πολλών επαίνων. Δεν σταματά δε μέχρι τούτων των αμοιβών, αλλά και τους απογόνους αυτού αναζητεί και καλών αυτούς ενώπιόν του, κατακοσμεί τούτους δι’ επαινετικών λόγων και τους ανταμείβει δια των αξιωμάτων του πατρός των και τα εντίμως αρμόζοντα εις εκείνον προθύμως δωρίζει εις αυτούς. Παραχωρεί δε πλούσια δώρα ακόμη και εις αυτούς τους υπηρέτας εκείνων, πράττων τούτο ουχί ασκόπως, αλλά με την ελπίδα, ότι με την πάροδον του χρόνου θα αποβούν και ούτοι οποίοι υπήρξαν και οι πατέρες αυτών, ικανοί να αποθάνωσιν υπέρ του βασιλέως, της πατρίδος και των ομοεθνών των. Αλλ’ ίσως ήθελε τις ερωτήσει, εις τι αναγκαιοί το προοίμνιον τούτο; Ας ακούση λοιπόν. Διότι και ο σήμερον, ως υπόθεσις του λόγου προκείμενος, Νικήτας ο ιερώτατος, ο διοικήσας ποιμαντικώς και μετά πάσης δικαιοσύνης την Μονήν του Μηδικίου, εχρημάτισε τέκνον πνευματικόν πολλών και μεγάλων υπερασπιστών και τρισαριστέων της Ορθοδόξου Πίστεως, οίτινες παρά Θεού εφυλάττοντο και, ως αστραπόμορφοι κεραυνοί, απεστάλησαν εν καιρώ, κατακαίοντες λέοντας και κατακεραυνούντες και καταρρίπτοντες εις την γην των αιθιόπων δράκοντας, οίτινες απέπνεον επικινδύνους φλόγας και εξερεύγοντο φθοροποιά και θανάσιμα δόγματα, βρυχόμενοι φοβερώτατα κατά των σεπτών και προσκυνουμένων αγίων Εικόνων. Διότι, ότε ο Όσιος Νικήτας εισήλθεν εις τον μονήρη βίον και τούτον θεοφιλώς διήνυεν, ο μεν εν Πατριάρχαις αοίδιμος Γερμανός Α΄ (715 – 730) απεδιώκετο του Πατριαρχικού θρόνου, επειδή ήλεγχε τον βασιλέα, όστις δια τρόπου τυραννικού εγένετο αρχηγός της νέας αιρέσεως, του δε Οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού του απολύτως αφοσιωθέντος εις τα θεία, τα αυτά δι’ εγγράφων αποδείξεων πράττοντος, απεκόπτετο δια ραδιουργίας η χειρ εις Δαμασκόν. Μετά δε ταύτα ο Στέφανος, το της Βυζαντίδος καύχημα, ο του Αυξεντίου ονομαζόμενος, δια του μαστιγίου των λόγων αυτού πλήττων καιρίως την βλάσφημον και κοπρόφυρτον γλώσσαν του ασεβεστάτου υιού του ασεβούς και ασεβώς βασιλεύσαντος και πολλάκις κατά πρόσωπον τας περιστροφάς τούτου αποπνίγων, εγνώρισε τέλος μαρτυρικόν. Και μετά τούτους άλλοι, πλείστοι τον αριθμόν και άριστοι κατά την φρόνησιν, ετάχθησαν υπέρ της προσκυνήσεως των σεπτών Εικόνων και δια τον αγώνα των τούτον εθανατώθησαν. Τούτων τον τρόπον του βίου ακούων και βλέπων ο Όσιος Πατήρ ημών Νικήτας και προ της ομολογίας του, πόσον δηλαδή ήσαν καθαροί, πόσον ηγάπων το θείον, εξ ου και δια πλείστων πνευματικών χαρισμάτων ήσαν κεκοσμημένοι, αξιωθέντες να προφητεύουν και να προβλέπωσι το μέλλον και ότι εδωρήθη εις αυτούς και η χάρις των ιαμάτων, εξ αιτίας δε της ευσεβείας των απέθνησκον, ήναψεν η καρδία του εκ θείου ζήλου και προσηύχετο κατά μόνας προς τον Θεόν, ίνα γίνη τέκνον τούτων και μαθητής των και παρομοίων με εκείνους να αξιωθή δωρεών. Δια τούτο και δεν απέτυχε της δεήσεώς του. Διότι και της χάριτος των ιαμάτων δεν εστερήθη. Καίτοι δε έμεινε κρυπτόμενος υπό τον μόδιον, τον της υπακοής, λέγω, ζυγόν, μη αναχθείς εις την λυχνίαν της ομολογίας, όμως, ως δια μέσου υαλίνων διαφραγμάτων εξέπεμπε το φως των θαυμάτων εις τους έχοντας ανάγκην, δια της προσευχής. Κατόπιν δε φθάσας εις ανδρείαν πνευματικήν και εις τον πρέποντα καιρόν αναδειχθείς, εκοσμήθη και δια του στεφάνου της ομολογίας. Αλλ’ επειδή τα κατορθώματα του ανδρός τούτου περιεγράψαμεν πρότερον κάπως αμυδρώς, ας έλθωμεν τώρα, επικαλούμενοι ως συνεργόν την θείαν Χάριν, να περιγράψωμεν πλήρως τα περί αυτού, αρχόμενοι από τε της γεννήσεως και της καταγωγής, ίνα ούτω φθάσωμεν εις την τελείαν κατά το δυνατόν εξιστόρησιν της πολιτείας αυτού. Ασφαλώς γνωρίζουσι πάντες, ότι η Καισάρεια η εν Βιθυνία, ήτο εις εξαιρετικήν θέσιν έναντι των πλησιοχώρων πόλεων και τρόπον τινά διαφέρουσα και δια την οχύρωσίν της, ως πόλεως, δια την ωραιότητά της και δια την ευκρασίαν του αέρος της και δια την κατά καιρούς αφθονίαν των καρπών της. Αύτη ενεφάνισε και ανέθρεψε τους γονείς του Οσίου, οίτινες ήσαν, τρόπον τινά, άρχοντες της πόλεως, επιμελούμενοι της δικαιοσύνης και των άλλων αρετών, εις δε τους έχοντας ανάγκην δια πλουσίων χειρών προσέφερον, προτού ζητηθώσι. Και ο μεν πατήρ του ωνομάζετο Φιλάρετος, εξ ης κλήσεως προεμηνύετο και η κατά Θεόν αυτού πολιτεία και η αγάπη προς τας αρετάς, της δε μητρός το όνομα ουδέποτε εις ουδένα εγένετο γνωστόν. Διότι μεταξύ των άλλων δωρεών, αίτινες εις τους γονείς του Οσίου παρεχωρήθησαν, ήτο και το να δωρηθή εις αυτούς το τέκνον τούτο. Εισηκούσθη λοιπόν η αίτησίς των και συνέλαβεν η γυνή τούτον μόνον τον Όσιον. Αφού δε τον έφερεν εις το φως, ζήσασα μόνον ημέρας οκτώ, απεβίωσε και προς Κύριον εξεδήμησεν. Απέμεινε λοιπόν ο Όσιος βρέφος απορφανισθέν και δεν εγνώρισε την μορφήν και την κλήσιν της μητρός του· ούτε δε εις εκείνους οίτινες ήθελον αργότερον να μάθουν περί αυτής είπεν, αφού δεν την εγνώρισε. Τι δε συνέβησαν μετά την τελευτήν της μητρός και ποία οικονομία εγένετο, ήδη θα διηγηθώμεν. Υπήρχεν η μήτηρ του πατρός του ευρισκομένη μεταξύ των ζώντων. Εις ταύτην παρέδωσαν το παιδίον προς ανατροφήν. Ο δε πατήρ του, στοιχειώσας πρώτον το βρέφος δια του θείου Βαπτίσματος και απασχολήσας εαυτόν επί τινα καιρόν εις τα του βίου, ίνα τα του οίκου αυτού ίδη καλώς τακτοποιούμενα, επί πλέον δε, αφού είδε τον παίδα αυξηθέντα και γενόμενον κύριον της περιουσίας του, απαχώρησεν εις τον μονήρη βίον, υποταγείς δε εις τους κανόνας της υπακοής και τον βραχύν διανύσας δρόμον, μετά πόθου, ως οδηγούντα εις πεδιάδα αναπαύσεως, θεοφιλώς και οσίως εγκατέλειψε τον βίον. Κατά την εποχήν εκείνην διήνυεν ο Όσιος το δωδέκατον έτος της ηλικίας του. Ο Επίσκοπος τότε της προαναφερθείσης πόλεως Καισαρείας, ανήρ όχι μόνον πολυμαθής αλλά και παρά του Θεού και των ανθρώπων αγαπώμενος, λόγω της ειλικρινούς του Πίστεως και δια το αυστηρόν και ανεπίληπτον του βίου του, επεμελήθητον παίδα και τον εξεπαίδευσεν εις τα ιερά γράμματα, όταν δε ήλθεν εις κατάλληλον ηλικίαν έδωσεν εις αυτόν την σφραγίδα του Αναγνώστου, συγκαταλέξας αυτόν μεταξύ του Κλήρου της Εκκλησίας. Τοσούτον δε εθαυμάζετο ο νέος δια την ευφυϊαν του, ώστε εις μικρόν χρονικόν διάστημα ουδέ εν εκ των ιερών βιβλίων άφησεν, το οποίον να μη ερευνήση δι’ επιπόνου και επιμόνου αναγνώσεως, αποθέτων τον εις ταύτα γεγραμμένον θησαυρόν εις το ταμείον της καρδίας του. Τι λοιπόν εμεσολάβησεν; Επειδή, ως είναι γεγραμμένον· «Η παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα» (Ησ. ν:5) και τούτου του Οσίου Νικήτα τας νοητάς ακοάς ήνοιξε και προσέθεσεν εις αυτόν ους. Όθεν πότε μεν ήκουεν εκ της Βίβλου της Γενέσεως τον Κύριον λέγοντα· «Έξελθε εκ της γης σου και της συγγενείας σου» (Γεν. ιβ:1), άλλοτε δε εκ του Ιερού Ευαγγελίου· «Ει τις έρχεται προς με και ου μισεί τον πατέρα εαυτού και την μητέρα και την γυναίκα και τα τέκνα και τους αδελφούς και τας αδελφάς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναταί μου μαθητής είναι» (Λουκ.ιδ:26) και άλλοτε πάλιν των Αποστόλων λεγόντων· «Κύριε, Ιδού ημείς αφήκαμεν πάντα και ηκολουθήσαμέν σοι» (Λουκ. ιη:28). Συν τούτοις ανεμιμνήσκετο και του πατρός του. Δια τούτο λοιπόν, όπως και εκείνος, εγκαταλείψας τα πάντα, επροτίμησε την κατά Θεόν πτωχείαν, ούτω και ο Όσιος ούτος τον βίον περιεφρόνησεν, αισθανθείς αίφνης την φλόγα του θείου έρωτος και δια της φλογός ταύτης, αφού εθερμάνθη, εγκατέλειψε πάσαν την του οίκου φροντίδα και επορεύθη έξω της πόλεως άρας τον σταυρόν, καθώς ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός οδηγούμενος επί το Πάθος. Ανεπαύθη δε περί την μεσημβρίαν εις τινα χείμαρρον κείμενον πλησίον της πατρίδος του. Εκεί ευρών σπήλαιον, εις το οποίον κατώκει Μοναχός τις ονόματι Στέφανος, όστις επροτίμησε, μετά τον κοινοβιακόν, τον ησυχαστικόν βίον, εις τούτον ανέθεσε πάντα τα καθ’ εαυτόν. Ασπασθείς δε την μετ’ αυτού συναναστροφήν και συνοίκησιν, εδιδάχθη παρά του Γέροντος οποίος πρέπει να είναι εκείνος ο οποίος αποτάσσεται εκ του βίου και των φροντίδων και των περιπετειών αυτού. Αφού δε επίτινα καιρόν έζησε μετά του Ησυχαστού και την προς τα καλά επιθυμίαν ολονέν και περισσότερον επεδείκνυεν, ήκμαζε δε κατά την νεότητα και κατά το πνεύμα και έβλεπεν ο Γέρων τούτον ως πρόθυμον εργάτην προσερχόμενον εις τον αμπελώνα του Κυρίου αυτού ομού μετά των κατά την πρώτην ώραν προσερχομένων. Αλλά και μετά των κατά την ενδεκάτην εισερχομένων πάλιν, μετ’ αυτών συνεισερχόμενον, δεν εφθόνησε, ουδέ ως φίλαυτος και θέλων να καλείται διδάσκαλος, υπεκρίνετο εις τον Όσιον, ίνα τον υποτάξη. Αλλά συνεβούλευε πάντοτε εις αυτόν τα συντείνοντα εις την σωτηρίαν της ψυχής του και την τελειοποίησίν του. Όθεν, όταν έκρινε τούτο αναγκαίον, είπε προς αυτόν· «Αρκετή είναι, τέκνον, η μετ’ εμού συναναστροφή σου. Ο Κύριος είθε να σου δώση τον μισθόν της υπακοής σου και της αγάπης σου. Συμφέρον σου όμως είναι όπως από τούδε και εις το εξής παραδώσης τον εαυτόν σου εις την κοινοβιακήν χαρμολύπην, την χαράν δηλαδή και την λύπην του Κοινοβίου. Εκεί είναι ο κλαυθμός και η χαρά, η καλή διδασκαλία της εμπραγμάτου συναναστροφής και διακρίσεως και η κατά βαθμούς αδιάπτωτος προς τον Θεόν ανάβασις».Υπήκουσε τότε ο Όσιος Νικήτας, ο έχων το ους δια να ακούη (Ησ. ν:4). Διέκρινε την καλήν της συμβουλής προαίρεσιν και χωρίς να μεριμνήση δια τίποτε άλλο εξήλθε μετ’ ευχής με τον σκοπόν να μη επιστρέψη πλέον και ήρχισεν οδοιπορών προς την ανεύρεσιν του ποθουμένου, επικαλούμενος τον Θεόν ως οδηγόν. Επειδή δε ο Θεός κάμνει το θέλημα των φοβουμένων Αυτόν, ωδήγησε τον Όσιον να φθάση χωρίς πολλάς αναζητήσεις εις την Μονήν του Μηδικίου, της οποίας ήτο Προεστώς ο Όσιος Νικηφόρος, ανήρ θερμός όχι λάτρης των θείων, άσημος και ασήμαντος, αλλά μάλιστα περιβόητος κατά την αρετήν και κινούμενος και οδηγούμενος υπό του Παναγίου Πνεύματος, δια τούτο δε και επιτυγχάνων νίκας κατά δαιμόνων, Ομολογητής δε της Ορθοδόξου Πίστεως και γενόμενος και φημιζόμενος. Ο Όσιος λοιπόν ούτος Νικηφόρος, πληροφορηθείςτην άφιξιν του νεανίου και την αιτίαν μαθών ή μάλλον προμηνυθείς δια του Αγίου Πνεύματος, ώρισε την σύντομον εισαγωγήν του Οσίου Νικήτα εις την Μονήν, όστις και εισήρχετο δούλος ελεύθερος, δεσμευμένος κατά τας χείρας, τους πόδας και τα όμματα δια των δεσμών της αιδούς και της ευλαβείας, ή καλλίτερον να είπωμεν, καθηλωμένος κατά πάντα τα μέλη του σώματος εκ του φόβου του Κυρίου. Προεκάθητο ο Πατήρ και η γερουσία συνεκάθητο, η δε νεότης παρίστατο· και ο νέος του διαβόλου ανταγωνιστής συμπαρίστατο μετά των παρασκευαζομένων. Ηρώτησε τότε ο Πατήρ τον Όσιον· «Τίνα σκοπόν έχει, τέκνον, η προς ημάς τους ευτελείς και αμαρτωλούς άφιξίς σου;» Και ο Όσιος με γλυκείαν φωνήν απήντησεν· «Ο Θεός, Πάτερ άγιε, με απέστειλε προς σε, ίνα γίνης ποιμήν μου και με οδηγήσης εις τόπον χλόης σωτηρίας. Αφού λοιπόν πληροφορηθής μυστικώτερον τα κατ’ εμέ, μη μου παράσχης λόπους δοκιμής των λογισμών. Διότι ρητώς υπεσχέθην εις τον Θεόν, να μη απομακρυνθώ της προστασίας της Οσιότητός σου». Τούτον τον λόγον ακούσας ο Πατήρ, πληροφορηθείς δε υπό της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος την του νεοπροσελθόντος υπομονήν και την κατά την αρετήν πρόοδον, κατά ποίον τρόπον αυτόν εδέχθη και ενηγκαλίσθη και προσοικειώθη δεν είναι εύκολον να είπη τις. Ουδέ είναι δυνατόν να είπη τις πόσον ηγάπησεν ιδιαιτέρως τον Όσιον Νικήταν ο Πατήρ Νικηφόρος, καταγοητευθείς από την διαγωγήν του ανδρός τούτου. Εις τοιούτον δε βαθμόν άπασα η αδελφότης την αγάπην του εξετίμα, ώστε και τον Γέροτα έπεισαν να αυξήση την αγάπην του, λόγω της καθημερινής ομοθύμου ομολογίας των αδελφών περί της αγάπης του Οσίου. Διότι ήτο εις όλους υπήκοος ανυπόκριτος, παράδειγμα υπομονής και εγκρατείας, θαύμα αληθές ασιτίας· εάν ήθελε τις ίδει αυτόν, θα ήθελε τον ονομάσει σιωπώντα διδάσκαλον του πρέποντος εις τους Μοναχούς βίου και λειμώνα ολοκέντητον δια των ανθέων των παντός είδους αρετών. Βλέπων ο ιερός Νικηφόρος τον Όσιον τόσον τελειοποιούμενον και δια της καθαρότητος και την αγάπην του Θεού προσκολλώμενον, εσκέφθη, ότι έπρεπε να τον αναβιβάση εις το ύψος της Ιερωσύνης εμπιστευόμενος εις τούτον και την φροτίδα των αδελφών. Τούτο και έπραξε. Παραλαβών ημέραν τινά τον καλόν τούτον αμνόν, ακολουθούντα αυτόν ακάκως και χωρίς καμμίαν αντίρρησιν και αντιλογίαν, ήλθεν εις το Βυζάντιον και ανεκοίνωσε τα κατά τον Όσιον εις τον αοίδιμον Πατριάρχην αγιώτατον Ταράσιον (784 – 806), παρεσκεύασε δε τα πράγματα, ίνα δια της επιθέσεως των χειρών εκείνου, αποδεχθή ο νέος το της Ιερωσύνης αξίωμα. Όταν σε ο Όσιος κατηξιώθη του αξιώματος τούτου και έλαβεν ευχήν και ευλογίαν παρά του Αγίου Ταρασίου, επείσθη να δεχθή και την επιμέλειαν της Μονής, να είναι δεύτερος μετά τον Πατέρα Νικηφόρον και να συμμερίζεται μετ’ αυτού τους κόπους, διότι ο Πατήρ ούτος έκλινε προς το έσχατον γήρας και ησθένει. Διότι πως θα ηδύνατο να αντιλέξη ο μέχρι θανάτου υπήκοος; Ποίοι δε οι μετά το αξίωμα τούτο αγώνες του ανδρός; Τάχα χλιαροί και ασθενέστεροι ή προσδεξάμενοι φύραμα ζύμης φαρισαϊκής; Ουδόλως. Αλλ’ εξαίρετοι και αγγελοπρεπείς, πολλούς έλκοντες εκ των έξωθεν δια της φήμης, ώστε να εγκαταλείπουν τον κόσμον και τα εν τω κόσμω και να συγκατατάσσωνται μετά τούτου δια της κουράς. Τούτο δε αποδεικνύεται εκ της αυξήσεως του πλήθους της αδελφότητος, ήτις πρότερον ήτο ολιγάριθμος. Εις τοσούτον δε ύψος προκοπής έφθασεν ο Όσιος Πατήρ ημών Νικήτας, ώστε να αξιωθή και του χαρίσματος των προρρήσεων, ακόμη δε και να θαυματουργή, όταν ήθελεν επικαλεσθή τον Θεόν. Επί των λεγομένων μου μαρτυρίαν δίδει παιδίον αγρότου τινός εκ των γειτνιαζόντων εις την Μονήν, άλαλον εκ γενετής, το οποίον, δια μόνης της προσευχής του Οσίου, απέκτησε την λαλιάν του. Ομοίως και ο υπό του δαίμονος ενοχλούμενος Μοναχός, όστις έσπευδε να εισέλθη εις το κελλίον του Οσίου και ημποδίζετο παρά του δαίμονος, ο οποίος μετεβλήθη εις όφιν βλοσυρόν, φρικτόν και συρίττοντα και όστις επιτιμηθείς παρά του Οσίου, προγνωρίσαντος τούτο, εξηφανίσθη και ουδέποτε πλέον ηνώχλησε τον Μοναχόν. Αλλά και έτερος ανήρ επί πολλά έτη βασανιζόμενος υπό του σατανά, επλησίασε προς τον πυλώνα της Μονής μετά κραυγής γοεράς και μεγάλου σπαραγμού. Επικαλεσθείς δε τον Όσιον, είδε τούτον ωσάν εξερχόμενον μετά ράβδου και τον δαίμονα, ως αιθίοπα, εξ αυτού αποδιώκοντα και στέλλοντα τούτον να κατοικήση εις έρημον τόπον. Αλλά τις η ανάγκη να διηγήται τις κατά μέρος τα του Οσίου θαύματα; Αρκούσι τα λεχθέντα δια να αποδείξωσι την εντός του ανδρός ενοικούσαν Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Διότι, μετά την προς Θεόν μετάστασιν του τρισολβίου Πατρός Νικηφόρου, του της Μονής Προεστώτος, ότε ο Όσιος Νικήτας και την σφραγίδα και την κλήσιν της ηγουμενίας απεδέχθη, τη επιμονή της αδελφότητος και του αγιωτάτου Πατριάρχου Νικηφόρου Α΄ (806 – 815), του κατά την περίοδον εκείνην τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως κοσμούντος, δεν είναι δυνατόν να διηγηθή τις όσα έπραξε. Τότε, ότε και ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος (813 – 820), αναξίως παραλαβών τα σκήπτρα της βασιλείας, πάλιν ανανέωσεν, ο τρισκατάρατος τύραννος, την αίρεσιν της εικονομαχίας, η οποία επί μακρόν χρονικόν διάστημα είχε κατασιγάσει και της οποίας πρώτος έκαμεν αρχήν ο τον Θεοδόσιον Γ΄ τον Αδραμυττηνόν (715 – 717) τυραννήσας και αποστερήσας της βασιλείας, Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος (717 – 741). Η νότιος αύτη σαύρα, η χαμερπής, η οποία ανεσήκωσεν αίφνης την κεφαλήν, αν και συχνάκις πρότερον απέκρυπτε ταύτην εις τας οπάς. Ο υπερβολικώς υποκρινόμενος πρότερον την ευσέβειαν και κατόπιν της ασέβειαν εξεμέσας και πάλιν ο αυτός καταπιών τον ιδικόν του έμετον, ως κύων. Διότι ο Ίσαυρος εκείνος Λέων, διδαχθείς υπό ακαθάρτου δαίμονος και εξαπατηθείς κατά τας φρένας, εξεφώνησε πρώτος, ότι δεν πρέπει να περιγράφεται εν εικόνι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ούτε εν εικόνι να προσκυνήται. Διότι, έλεγεν, ότι δεν περιγράφεται το απερίγραπτον ούτε οράται το αόρατον. Όχι δε μόνον εξεφώνησε, αλλά και ενομοθέτησε τούτο και τον Πατριάρχην εξηνάγκασε να πεισθή εις τα ιδικά του φρονήματα και τας γνώμας. Ήτο δε ούτος ο αοίδιμος και αγιώτατος Πατριάρχης Γερμανός Α΄ (715 – 730), όστις ουδόλως υπέκυψεν εις τας επιθυμίας και τας διαταγάς εκείνου, αλλ’ αντθέτως ήλεγξε και απεκάλυψε κατά πρόσωπον τας ανομίας και τας ασεβείας του, ειπών προς αυτόν· «Εις μάτην επίστευσας, ότι θα είμαι όμοιός σου, μετακινών τα όρια των Πατέρων και ευαγγελιζόμενος άλλα, εκτός εκείνων τα οπία ευηγγέλισαν εκείνοι εις ημάς». Δια ταύτα απεδιώχθη της Εκκλησίας και εξωρίσθη ο καλός εκείνος Ποιμήν. Βλέπει δε λύκον εισελθόντα εις την ποίμνην των προβάτων του Χριστού, τον Αναστάσιον (730 – 753) εννοώ, τον σκαιόν, όστις καταστάς ομόφρων με τον βασιλέα και ως λέων και λύκος εις εν σώμα, ενσκήψαντες κατά του ευσεβούς πληρώματος της Εκκλησίας κατεσπάραξαν τούτο αγρίως, οι ατίθασσοι και έβλεπε τις οιμωγάς και θρήνους και εκβιασμούς και διώξεις και ουδείς ευρίσκετο δια να έλθη εις βοήθειαν. Αφού δε τρομακτικώς εβρυχήθη ο τύραννος, κατεκρημνίσθη εις το χάος και εξηφανίσθη και ωσεί καπνός εξέλιπεν. Άλλον όμως αντ’ αυτού τύραννον εισήγαγεν εις την πόλιν, κακόν εκ κακού και κατά το κοινώς λεγόμενον, κόρακος ωόν, ή, καλλίτερον να είπωμεν, εκ λέοντος βασιλίσκος και ασπίς εκ παρδάλεως, εάν πρέπει κάπως και τα μη αναμιγνυόμενα, εκ του γεγονότος τούτου, να αναμίξωμεν και τα ετερογενή και ανόμοια να συνταυτίψωμεν. Διότι διεδέχθη τα σκήπτρα της βασιλείας ο εκ της μιαράς οσφύος του Λέοντος μιαρώτερος απόγονος Κωνσταντίνος Ε΄ ο Κοπρώνυμος (741 – 775), όστις, καθώς λέγεται, κατά την βάπτισίν του, ενώ κατεδύετο εις την θείαν Κολυμβήθραν παρά του Πατριάρχου Γερμανού, εκόπρισεν αμέσως εντός αυτής, όπερ ιδών ο Άγιος προείπεν, ότι μεγάλην και πολλήν δυσωδίαν θέλει προκαλέσει εις την Εκκλησίαν ο σήμερον κατ’ αυτόν τον τρόπον βαπτιζόμενος, το οποίον και επαλήθευσε. Διότι, τοσούτονησχημόνησε κατά της σεβασμίας Εικόνος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και των Αγίων Αυτού ο ρηθείς σκοτεινόμορφος σκύμνος του αιμοβόρου Λέοντος ώστε να αποκρυβή μεν ο βρυχηθμός εκείνου και να λησμονηθή, τούτου δε του Κοπρωνύμου αι υλακαί να λογισθώσιν ως θανάτου ψυχής και Άδης και απώλεια. Ετόλμησε, δηλαδή, ο δεκαεπταπηχυαίος κροκόδειλος της Μαιώτιδος λίμνης να είπη τας μεν σεπτάς και αγίας Εικόνας είδωλα, διότι απεικονίζουν την εντέλειαν των πρωτοτύπων, τους δε προσκυνούντας αυτάς, ελληνόφρονας και ειδωλολάτρας, ο αληθώς ιουδαιόφρων και αμετανόητος αρνητής της ενσάρκου οικονομίας του Θεού Λόγου. Όχι δε μόνον τας βλασφημίας ταύτας εξέφραζεν, αλλά και τας εδογμάτιζε. Και ιδιαιτέραν ψευδοσύνοδον υπούλως και δια χρημάτων καλέσας, ίνα δε καλλίτερον είπω, δολίως προσελκύσας υπό την θέλησίν του, την βέβηλον και άθεον προϋπέγραψε και συνέγραψε αψήφιστον ψήφον και εις ανάθεμα καθυπέβαλε τους ευσεβείς προσκυνητάς των αγίων Εικόνων, ο όντως ελεεινός και άξιος αναθέματος του οποίου και έτυχεν. Έβλεπε τις δε τότε την μορφήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της τεκούσης Αυτόν Υπεραγίας Θεοτόκου ριπτομένας κατά γης και ρυπουμένας, πτυομένας, πατουμένας, χρισμένας δι’ ασβέστου, δια πηλού αλειφομένας, προκειμένας δε ως παίγνιον. Αλλά φεύ! και το ακόμη φρικτότερον θέαμα. Έβλεπε τις τον Ιησούν μου και πάλιν προδιδόμενον και πάσχοντα και ανασταυρούμενον εν τη Εικόνι αυτού. Αντί δε των θειοτάτων τούτων μορφών, έβλεπε τυπούμενα εις τους Ναούς και εις τας βασιλικάς στοάς τα ομοιώματα του γυπός και του κόρακος και τα τέθριππα άρματα των ηνιόχων των ιπποδρομιών. Περισσότερον δε πασών των αγίων μορφών απηχθάνετο ο τύραννος την της Θεομήτορος, της Δεσποίνης ημών και Κοσμοσώστιδος, διότι δι’ αυτής οι πιστοί ανέπεμπον τας ικεσίας των και ετέλουν τας παννυχίους στάσεις των. Και δια ταύτης παρεκίνουν μετά δακρύων εις πρεσβείαν του Υιού Αυτής και Θεού. Επίπλέον δε εβλασφήμει και ηρνείτο ταύτην εξ ολοκλήρου, ως μη δυναμένην μετά τον τόκον να μεσιτεύη, προσεπάθει δε να αποδείξη τον λόγον, ο άλογος. Όθεν ημέραν τινά, ευρισκομένων πλησίον αυτού πολλών εκ των ομοφρόνων του, εγέμισεν εν μανδήλιον με χρυσόν και επιδεικνύων τούτο αιωρούμενον ηρώτησε· «Πόσον, ω φίλοι μου, αξίζει τούτο;» Εκείνοι δε απήντησαν, ότι μεγίστην αξίαν έχει. Τότε εκείνος ρίψας τον περιεχόμενον χρυσόν και κινών το μανδήλιον κενόν εις τον αέρα, ηρώτησε πάλιν· «Και τώρα ποίαν αξίαν έχει;» Επειδή δε ουδείς ετόλμησε να απαντήση, ω της βραδύτητος της θείας Δίκης! Εξήμεσε λόγον παράνομον ο ακάθαρτος, ότι ουτω και η Μαρία, ότε είχε τον Χριστόν εν τη κοιλία αυτής είχεν αξίαν, μετά δε την γέννησιν ουδεμίαν αξίαν είχεν, αλλ’ ήτο ως μία των συνήθων γυναικών, και ότι επομένως οι φρόνιμοι, ως εγώ, είπε, πρέπει να σκέπτωνται. Εκ τούτου τα πάντα κατά τον καιρόν εκείνον ήσαν εις αναστάτωσιν. Αι Εκκλησίαι, αι αγοραί, αι στενωποί, τα καταφύγια των Μοναχών, τους οποίους τόσον εμίσει η μανιώδης και της εμπαθούς ζωής απολαμβάνουσα βρωμερά και χοιρώδης εκείνη ψυχή, ώστε ενομοθέτησεν, όπως ουδείς εκ των Μοναχών ευρίσκεται εις όλην την οικουμένην, αποκαλών τούτους εν τω σκότει ζώντας και αμνημονεύτους. Διότι εμίσει τους Πατέρας, όχι μόνον διότι ήσαν εγκρατείς και κατεφρόνουν την σωματικήν τρυφήν και τα υπό του κόσμου νομιζόμενα αγαθά, αλλά και διότι ηλέγχετο υπ’ αυτών αφόβως και αυστηρώς ως ασεβής και ισχυρός αρνητής της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού. Δια τούτο άλλους έστειλεν εις μακράς εξορίας, άλλους εξηνάγκασεν εις τον δια πείνης θάνατον, άλλους έπνιξεν εις τον βυθόν της θαλάσσης, άλλων απέκοψε τας ρίνας και τας χείρας, άλλων ήλειφε τας γενειάδας δια πίσσης και ήναπτε αυτάς δια πυρός και άλλους φανερώς κατεδίκασεν εις μαρτυρικόν θάνατον, δια σκληροτάτων και απανθρώπων τιμωριών. Διέταξεν ακόμη και επί της λεωφόρου να σύρωνται ούτοι και να κτυπώνται δια λίθων και ροπάλων και τα μέλη των να θρυμματίζωνται κτυπώμενα δια πετρών, αι γαστέρες των να διανοίγωνται και τα εντόσθιά των να διασκορπίζωνται άνευ ευσπλαγχνίας, τέλος δε να ρίπτωνται εκεί όπου και οι κατάδικοι. Τούτων τα πάθη εις και μόνος είναι αρκετός να βεβαιώση, ο περισσότερον όλων παθών Στέφανος, ο του Αυξεντίου, όστις είναι γνώριμος εις ημάς εκ της παρούσης καλής διηγήσεως και γνώριμος εις τον Θεόν και εις τους Αγγέλους και εις τους ανθρώπους και του Βυζαντίου γέννημα και θρέμμα και καύχημα και κόσμημα. Τοιαύτα λοιπόν τα του αθλίου Κοπρωνύμου βδελυρά, ανόσια, ανίερα και δαιμονικά κατορθώματα. Επειδή δε έπρεπε και ούτος κάποτε να απέλθη εκ του μέσου, αφού βιαίως διέρρηξε την αθλίαν του ψυχήν, διεδέχθη την βασιλείαν ο υιός τούτου Λέων ο Δ΄ (775 – 780), ανήρ άκακος, εν σχέσει με την του πατρός του πονηρίαν. Ούτος ούτε εβίασε τινά να ακολουθήση την του πατρός του θρησκείαν, ούτε όμως και εξερίζωσεν αυτήν, πλήρη αδιαφορίαν επιδείξας προς την του Θεού Εκκλησίαν, αδιαφορών επί της καταστάσεως, ως ηλίθιος, ίνα σταθή επί μακρόν εις την εξουσίαν. Ούτω παρήλθον πέντε έτη και απεβίωσε και ούτος, ο κατά το ήμισυ καλός βασιλεύς. Μετά δε τούτον επικρατεί κατάστασις θεϊκή, ειρηνική και πλήρους γαλήνης. Επειδή δια την δόξαν του εν Υψίστοις Θεού, απεστάλη και επί γης ειρήνη, η βασιλεύσασα τότε Ειρήνη, η φιλευσεβής και φιλόθεος και φίλη των Ρωμαϊκών σκήπτρων μετά του υιού της Κωνσταντίνου, εδωρήσατο και αύτη ειρήνην άκραν εις την Εκκλησίαν του Θεού και εις τα Μοναστήρια και Ασκητήρια και των σεπτών και αγίων Εικόνων την προσκύνησιν, ως ήρμοζεν, επανέφερεν, έχουσα σενεργόν τον μέγαν εν Πατριάρχαις Ταράσιον (784 – 806). Τότε η αοίδιμος εκείνη βασίλισσα τους εν εξορία Πατέρας μετά της προσηκούσης τιμής επανέφερε και πλήθος Μοναχών εν τη βασιλευούση συνήθροισε και Μοναστήρια και Ασκητήρια και πτωχοτροφεία μετ’ ενισχύσεως των πόρων των ανήγειρε και άλλα πολλά κατά Θεόν έργα ετέλεσε και χαράν απερίγραπτον προσέφερεν εις τους φίλους της ευσεβείας, αν και παρηγκωνίσθη μετά καιρόν και επιβουλήν υπέστη, όλα δε ταύτα παρά του υιού. Και πάλιν όμως ανηγορεύθη είτα μετά περισσοτέρας τιμής, ίνα τιμωρήση, αν και παρά την θέλησίν της, αλλά προς σωφρονισμόν και προς παράδειγμα δικαιοτάτης και απροσωπολήπτου βασιλείας τον παρεκτραπέντα υιόν. Επειδή όμως και ο Λάζαρος ο φίλος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο επί τέσσαρας ημέρας κείμενος νεκρός, αν και αφυπνίσθη παρά του Κυρίου και ηξιώθη και πάλιν παραδόξως της ζωής, προς απόδειξιν της υπό των Σαδδουκαίων αμφισβητουμένης αληθείας περί της κοινής Αναστάσεως, εν τούτοις και πάλιν και αυτός απέθανε, επειδή είναι αλληλένδετον με την ανθρωπίνην φύσιν το απαράθραυστον επιτίμιον του να αποθάνη τις, διότι δεν υπάρχει άνθρωπος, όστις θέλει ζήσει και δεν θέλει γευθή θάνατον, δια τούτο, τίποτε το παράδοξον δεν είναι αν και η ευσεβεστάτη βασίλισσα Ειρήνη ήλθε και αυτή εις το τέλος του βίου. Όθεν, αφού ελυτρώθη από την υιϊκήν επιβουλήν και ανήλθε πάλιν εις το βασιλικόν αξίωμα, ίνα ελεγχθή η ασθένεια των παραλόγως επιβουλευθέντων αυτήν, ετελεύτησε και αυτή ευσεβώς εν έτει ωβ΄ (802). Μετά την Ειρήνην ανεδείχθη βασιλεύς ο Νικηφόρος Α΄ (802 – 811), ανήρ όστις όχι μόνον ουδόλως ηνώχλησε την Εκκλησίαν, αλλά και με αρίστην ευσέβειαν εστράφη προς Αυτήν. Πλην προς δικαίαν τιμωρίαν της προγονικής επιμιξίας, την οποίαν εξήλεγξε κατά κράτος ο Όσιος Θεόδωρος, ο πολύαθλος Ομολογητής και Ηγούμενος του Στουδίου, και την δια βασιλικής χειρός αποκατάστασιν εν τη Εκκλησία του ανιέρου και ασεβούς εκείνου Ιερέως Ιωσήφ του τον άθεον γάμον ιερολογήσαντος άνευ Εκκλησιαστικής εγκρίσεως, δι’ ων πράξεων μεγάλως, ως νομίζω, αντετάχθη εις τον Θεόν, (δεν γνωρίζω δε αν έτυχεν ευσπλαγχνίας, δια την, ως λέγουσιν, φιλάνθρωπον αυτού χείρα προς τους έχοντας ανάγκην), ατίμως και ούτος εγκατέλειψε τον βίον, συλληφθείς αιχμάλωτος υπό των Βουλγάρων των λεηλατούντων την Θράκην, αποκοπείσης υπό του άρχοντος αυτών Κρούμου της κεφαλής του, ήτις κατήντησε παίγνιον εις τας χείρας εκείνων, αισχύνη δε και όνειδος εις την Αυτοκρατορίαν του Βυζαντίου. Αντ’ αυτού τότε, δια θείας ψήφου, ανήλθεν εις τον θρόνον του Βυζαντίου, ο κατέχων το αξίωμα του κουροπαλάτου. Μιχαήλ Α΄ ο Ραγκαβέ (811 – 813) ο ευσεβέστατος και φιλανθρωπότατος, ο προστάτης της αληθείας και της ειρήνης υπέρμαχος και των εξορίστων νομιμώτατος υπερασπιστής. Ακόμη δε περισσότερον ο εκ της εξορίας ανακαλέσας τόσον ευλαβώς τον αοίδιμον Θεόδωρον, ο του ανιέρου Ιωσήφ λίαν αξιέπαινος διώκτης, όστις εξ υπερβολικής εκουσίας απλότητος και εις απόδειξιν ευεργεσίας διώρισε τον Λέοντα τον Αρμένιον, τον μετέπειτα βασιλέα, στρατηγόν πάσης Εώας (Ανατολής). Εκείνος δε, ασθενών διπλήν ασθένειαν, διότι, ως είπε τις θερμός λάτρης των θείων, δεν ευρίσκω απλούν το γένος των Αρμενίων, εκμεταλλευθείς την ευκαιρίαν και όλον το στράτευμα υποτάξας υπό την θέλησίν του με τρόπους καλούς, υποσχέσεις, χρηματικά δώρα και προσφοράς χρυσού, εξύφανε συνωμοσίαν κατά του ευεργέτου του δια να του αρπάση τον θρόνον. Ότε ο βασιλεύς Μιχαήλ επληροφορήθη την ραδιουργίαν και αντελήφθη, ότι το πραξικόπημα ήτο αδύνατον να αποφευχθή και να εμποδισθή η παράνομος επιθυμία και επιτυχία του σφετεριστού, ο δε εμφύλιος πόλεμος θα κατέληγεν εις το να χυθή αίμα χριστιανικώτατον, ο όντως φιλανθρωπότατος βασιλεύς αποχωρεί εκουσίως του βασιλικού θρόνου και παραχωρεί τούτον εις τον τύραννον, ίνα μη ίδη δια των οφθαλμών του να στάξη αίμα ομοφύλων. Αντί δε των ανακτώρων ασπάζεται την μετά των Μοναχών στενωτάτην συμβίωσιν και αντί της βασιλικής πορφύρας προτιμά τον εσχισμένον τρίχινον των Μοναχών χιτωνίσκον και την προσφιλή εις τον Θεόν ησυχίαν, εξασφαλίζων την άφθαρτον των ουρανών Βασιλείαν, της οποίας αναμφιβόλως θα έτυχε. Και ταύτα μεν ως προς τον ευσεβή Μιχαήλ. Του δε τυράννου Λέοντος αύται ήσαν αι πράξεις. Και κατά της πολιτείας λίαν αρπακτικαί και κατά του όλου σώματος της Εκκλησίας διασπαστικαί και μισηταί εις τον Θεόν· αν δε και ήσαν εισέτι προκαταρκτικαί, ουδόλως όμως διαφέρουσι της αλώπεκος και ολίγον απέχουσι της μεθόδου, την οποίαν μεταχειρίζεται ο πολύπους δια να διαφύγη την άγραν (το μελάνι). Εκτεινόμεναι μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε να μη αποκαλυφθή το κακότροπον αυτού εις την σύγκλητον και απομακρυνθή της βασιλείας, προβάλλων ως κάλυμμα της κακής και τυραννικής αυτού εξουσίας, ψευδή χρηστότητα και υποκριτικόν σέβας προς την Ορθοδοξίαν. Ως δε αι υποθέσεις άβαινον κατά την επιθυμίαν αυτού και όσα είχε κατά νουν επετύγχανον, ο δε καιρός τρέχων, ως συνήθως, προσέφερεν εις αυτόν ανενόχλητον την βασιλείαν και δεν εφοβείτο πλέον επιβουλήν, ούτε εκ μέρους του λαού, ούτε εκ της συγκλήτου, ούτε και εξ άλλων εθνών, τότε ήρχισε να αποκαλύπτη την φύσιν του ο υπόγειος ασπάλαξ (τυφλοπόντικος), να εγείρη ολίγον κατ’ ολίγον την κεφαλήν του, να πλατύνη το στόμα και να εξεμή κακά κατά του δι’ αυτόν τον αχάριστον σάρκα ενδυθέντος Υιούτου Θεού και της προσκυνουμένης αγίας Εικόνος Αυτού και πάντων των Αγίων, λέγων, ότι δεν πρέπει να χρωματίζεται και να διαμορφούται εις ροίχους και σανίδας ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, επειδή είναι απερίγραπτος και ανίδεος, ως άϋλος. Αλλά και δια τους Προφήτας και τους Μάρτυρας εδογμάτιζεν, ότι δεν πρέπει να προσκυνούνται. Επομένως ούτε και τα Λείψανα αυτών πρέπει να σεβώμεθα, διότι δήθεν εντελώς παράλοηον και της ελληνικής μυθολογίας εφεύρημα είναι το να ονομάζεται η χρωματογραφία, η σανίς και το χρώμα, Απόστολος Παύλος, ή Προφήτης Δαβίδ. Ούτε επέτρεπε να ονομάζουν Αγίους, κατά τον ομώνυμον και ομόφρονα αυτού μιαρόν Λέοντα τον εξ Ισαυρίας και τον εκείνου βδελυρώτερον και ασεβέστερον υιόν Κωνσταντίνον Ε΄ τον Κοπρώνυμον, χριστιανικωτάτους ονομάζων τούτους, ως δήθεν ορθοτομήσαντας την πίστιν, την οποίαν εκείνος εδόξαζεν και από των οποίων παρέλαβε την αίρεσιν. Τούτο δε διότι, ως έλεγε, και θνητοί άνθρωποι ήσαν οι Άγιοι και αποθανόντες και συνεπώς ουδέν πλέον είχον εκ της κοινής φύσεως, εις φθοράν και δυσωδίαν καταντήσαντες, των οποίων τα Λείψανα οι εγγίζοντες μιαίνονται. Διότι, έλεγε, πας ο εγγίζων νεκρόν είναι ακάθαρτος. Επειδή δε ταύτα σκεπτόμενος και λέγων, ο ανόητος, δεν ήρκει μόνος δια την επικύρωσιν των υπ’ αυτού κακώς δοξαζομένων, αλλ’ είχεν ανάγκην και άλλων φίλων, ίνα συστήση και εξαπλώση την μιαράν αυτού γνώμην, ενεπιστεύετο την έλλειψιν ταύτην και εις τους κατά την νύκτα υπηρετούντας αυτόν δαίμονας, διο και επέτυχε να αποκτήση συνεργόν αυτόν τον πάντοτε ψευδόμενον δαίμονα. Λέγεται, δηλαδή, ότι εν ω μίαν ημέραν ο τύραννος ήτο σκεπτικός και διελογίζετο πως θα εύρη τον συνεργάτην του, τον επλησίασεν ο σατανάς, μεγαλοπρεπως ενδεδυμένος και με φωτεινόν σχήμα, κρατών εκ της χειρός τον Ιωάννην τον επιλεγόμενον Γραμματικόν, άνδρα πράγματι φίλον των δυνάμεων της αποστασίας, διότι ήτο ταμείον υπερπλήρες παντός ψεύδους και συνήγορος του κακού εμπειρότατος και είπε προς τον τύραννον· «Δέχθητι τούτον, ω φίλε μου βασιλεύ, διότι είναι σκεύος μου εκλεκτόν». Γενομένου δε αφάντου του ειπόντος και παραδώσαντος, αμέσως ο εις την σχολήν του σατανά μαθητεύσας Γραμματικός γίνεται δεκτός παρά του τυράννου και του μυσαρού μυστηρίου της αιρέσεως ακροατής καθίσταται. Αμέσως τότε του εδόθησαν χρήματα πλουσιοπαρόχως και κατετάγη μετά των αξιωματούχων, αφού πρώτον έδωσεν υποσχέσεις, ότι θα εξαπλώση προθύμως τα υπό του βασιλέως δοξαζόμενα, με το να εύρη πολλούς οίτινες θέλουσι συνεργασθή εις την μιαράν ταύτην υπόθεσιν και ότι ουδείς θα δυνηθη να αντισταθή εις τας πιθανολογίας του, τας οποίας έχει να αντιπαρατάξη εναντίον εκείνων οίτινες ήθελον συζητήσει μετ’ αυτού. Ταύτα πάντα συλλογιζόμενος ο φρενόληπτος βασιλεύς είπε· «Μη σε μέλει, ω φίλε, προσπάθησον συ να εύρης και άλλους ομόφρονας με ημάς και δι’ όλα τα άλλα θα είμαι εγώ συνεργός σου». Μετ’ ολίγον χρόνον ο του Λέοντος χαμαιλέων παρουσίασε τους ομόφρονας εις τον τύραννον. Ήσαν δε ούτοι εκ μεν των της συγκλήτου, ο Ιωάννης o επιλεγόμενος Σπέκτας και ο Ευτυχιανός, εκ δε των της Εκκλησίας ο Αντώνιος ο Συλαίου, εκ των εν τοις Μοναστηρίοις Λεόντιος τις και ο Ζωσιμάς, όστις εν τέλει μετά τας φλυάρους συνομιλίας απεκαλύφθη εις μοιχείας, συνελήφθη, του απεκόπη η ρις και καταδικασθείς εις τον δι αγχόνης θάνατον, απέρριψε βιαίως την αθλίαν του ψυχήν, της θείας Δίκης μη ευσπλαγχνισθείσης αυτόν ως συχνάκις συμβαίνει. Τούτους, ευθύς ως είδεν ο λεοντόψυχος, τα μέγιστα εχάρη και αφού την εσπέραν συνεκάθησε μετ’ αυτών εις πολυτελές συμπόσιον και ανεκοίνωσεν εις αυτούς την σκέψιν του, έλαβε παρ’ αυτών συμβουλήν να καλέση ενωρίς την πρωϊαν τον Πατριάρχην μετά των συλλειτουργών αυτού και παντός του Κλήρου ως και τους προεξάρχοντας των Μοναστηρίων, όχι μόνον των εν τη πόλει αλλά και των εκτός ταύτης ευρισκομένων και των πλησιοχώρων, ίνα πάντες προσέλθωσιν εις τα ανάκτορα και ακούσωσιν υπόθεσιν τινά, την οποίαν ο βασιλεύς θα εξέθετε, λόγω ανάγκης. Είπον δε οι παρευρισκόμενοι εις τον τύραννον, εάν μεν έλθουν, συ μεν άρχισε να ομιλής με τρόπον ήμερον, ημείς δε, δια προβολής δυσκατανοήτων προβλημάτων θέλομεν κλείσει συντόμως τα στόματα αυτών και ούτω θα σου δοθή αμέσως ευλογοφανής αφορμή εις το να νομοθετήσης αυτό το οποίον θέλεις, ώστε να καταστή τούτο ευκόλως παραδεκτόν από όλους τους υπηκόους. Αρεστή λοιπόν εφάνη η συμβουλή. Όθεν μετά την εκ του ύπνου έγερσιν συνηθροίσθησαν εις τα ανάκτορα άπας ο ιερατικός σύλλογος και η των Μοναχών έγκριτος και εξάρχουσα Συνοδεία, προηγείτο δε όλων η ουρανομήκης κεφαλή, ο θεοπρόβλητος, λέγω, και μέγας αριστεύς Νικηφόρος ο θειότατος Πατριάρχης μετά των περί αυτόν. Όχι δε μόνον καλώς εγνώριζε ο Αγιώτατος εκείνος Πατριάρχης τα μελετηθέντα παρά του βασιλέως και των συν αυτώ, αλλά και θείας οράσεως ηξιώθη περί τούτου κατά την νύκτα. Προεκάθησε λοιπόν ο βασιλεύς από πρωϊας, ως συνήθιζε, και αφού προηγουμένως απέκρυψε τους ομόφρονας αυτού, επέτρεψε την είσοδον, πρώτον εις τον Πατριάρχην, όστις εισήλθε και ηξιώθη συγκαθεδρίας. Ο δε Αγιώτατος Πατριάρχης δεν κατεδέχθη να συνομιλήση κατά μόνας, αν και του εζητείτο να ακούση. Αλλ’ είπεν· «Κάλεσον, ω βασιλεύ, και τους μετ’ εμού, ίνα ακούσωσι πάντες αυτά τα οποια δογματίζεις». Αφού δε τούτο εγένετο, εισήλθον πάντες με παράστασιν απτόητον, άνευ όμως των Μοναχών των έξω της πόλεως Μοναστηρίων· διότι τούτο διέταξεν ο τύραννος, ελπίζων εις δευτέραν επιτυχίαν. Τότε ο Πατριάρχης, προλαβών την δηλητηριώδη γλώσσαν, είπε δια φωνής στεντορείας· «Πατέρες και αδελφοί, είπατέ μοι δύναται το μη ον και το μη ιστάμενον να πέση;» Αποκριθέντων δε πάντων όχι, πάλιν δια δευτέρας ερωτήσεως, αναλύων την αινιγματώδη φράσιν, είπεν· «Έπεσον αι άγιοι Εικόνες επί της βασιλείας των Ισαύρων, ή όχι;» Αντελήφθη τότε την ερώτησιν του Πατριάρχου ο βασιλεύς, ίνα δε κάμη ελιγμόν, προφθάνει και αυτός τας των ερωτώντων γλώσσας και επιβαλών σιγήν δια της χειρός, δεν απέτεινε τον λόγον προς τον Πατριάρχην. Διότι έβλεπε το βέλος εκ κυκλοτερούς τόξου κατ’ αυτού αφιέμενον και καιρίως απειλούν. Όθεν, εκφεύγων, ετράπη προς άλλην κατεύθυνσιν και υποκρινόμενος είπε προς το συγκεντρωθέν πλήθος· «Εγώ μεν, ω παριστάμενοι, και το αυτό δόγμα με υμάς ακολουθώ και την αυτήν με υμάς πίστιν έχω». Εκβαλών δε εγκόλπιον εικονισμένον και επιδείξας, είπεν· «Ιδού και τας αγίας Εικόνας προσκυνώ και ασπάζομαι· αλλά τώρα εξηγέρθησαν άνδρες τινές σοφοί και πολύ αφωσιωμένοι εις τα θεία, ζώντες βίον ακηλίδωτον, των οποίων την ανεπίληπτον διαγωγήν και εγώ επιβεβαιώ, διότι καλώς τα κατ’ αυτούς εξήτασα, οίτινες λέγουσιν, ότι η Πίστις την οποίαν ημείςσεβόμεθα δεν είναι ορθή, αλλ’ ειδωλολατρική κάπως και πεπλανημένη, άλλην δε πίστιν, την οποίαν, αφού πολύ ηρεύνησαν, διέγνωσαν ως ορθήν. Επιθυμώ λοιπόν να παρουσιάσω τούτους ενώπιον υμών, ίνα συνδιαλεχθώμεν. Και εάν μεν εκείνοι ευρεθώσι λέγοντες τα ορθότερα και παρ’ ημών μέχρι τούδε αγνοούμενα, κατ’ ανάγκην εις τα υπό τούτων λεγόμενα θα υποταχθώμεν και ταύτα θα ακολουθήσωμεν· εάν δε ημείς είπωμεν τα ορθά, θα παραμείνωμεν εις εκείνα τα οποία παρελάβομεν». Δεν είχεν ακόμη τελειώσει τα λεγόμενα και διαγνώσαντες οι Πατέρες, ότι ταύτα ήσαν υποκριτικά και σκόπιμα, δεν τα ηνέχθησαν ουδόλως, αλλά πάντες ομού και ο καθείς των χωριστά εφώναξαν· «Εννοήσαμεν την ραδιουργίαν, ω βασιλεύ. Έχομεν πληροφορηθή τα της αποκρυπτομένης και υποκριτικής σκηνής. Εις μάτην επιζητείς τον μεθ’ ημών διάλογον, μεταχειριζόμενος την εξουσίαν, ην και προετοιμάζεις ως συνεργόν μετά την ήτταν των ομοφρόνων σου. Απηγορεύθη παρά των Πατέρων ημών πάσα περί τούτου συζήτησις. Ότι προσκυνείται και θα προσκυνήται εις τους αιώνας παν θείον αποτύπωμα, ουδεμία επ’ αυτού επιτρέπεται να εγερθή αμφισβήτησις. Συ, των δημοσίων υποθέσεων μόνον ετάχθης ρυθμιστής και κριτής, δια δε τα τοιαύτα ζητήματα η Εκκλησία και μόνη είναι αρμοδία και ο ταύτης Προκαθήμενος». Τότε ο εις πολλάς φύσεις μεταμορφούμενος Πρωτεύς απεκρίθη· «Αλλά και εγώ τέκνον της Εκκλησίας είμαι». Είπον δε οι Πατέρες· «Εάν ήσο τέκνον της Εκκλησίας, θα επείθεσο εις τους Πατέρας». Ο δε ποικιλότροπος βασιλεύς συνεπλήρωσεν· «Όχι μόνον τέκνον, αλλά και μεσίτης τυγχάνω». Αλλ’ εις των Πατέρων αντείπε· «Δεν είναι τα πράγματα όπως λέγεις, αλλ’ ως φαίνεται πρόκειται περί εξουσίας τυραννικής. Διότι, εάν ήτο μεσιτεία, δεν θα είχες κεκρυμμένους πλησίον σου τους κακώς ελέγχοντας, τους δε καλώς κρίνοντας να παραγκωνίζης, ουδέ θα έλεγες εις τούτους να σιγήσουν, εάν δεν ήθελον να απολέσουν τας κεφαλάς των. Διότι και τούτο αν θα συνέβαινεν, αι μαρτυρίαι εκ των θείων Γραφών υπέρ τους ποταμούς εξεχύθησαν. Αλλ’ εσφράγισας ως ασπίς τα ώτα σου και δεν θέλεις να ακούσης ταύτα. Αφού λοιπόν αποκαλύπτεσαι εκ των πράξεών σου τούτων, ούτε συ θέλεις αξιωθή απαντήσεως, ούτε οι μετά σου». Όμως παρ’ όλον ότι τοιουτοτρόπως και υπό τόσων ανδρών ηλέγχετο ο παράνομος, υπεκρίνετο ότι μακροθυμεί. Ευθύς αμέσως τότε και ο Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο διάπυρος της αληθείας ζηλωτής, διελθών δια μέσου των πολλών, εστάθη ως άλλος Δαβίδ κατά του Γολιάθ. Και εφώναξε· «Δεν αρμόζει εις σε, βασιλεύ, να παραλύης τους Εκκλησιαστικούς θεσμούς, διότι ακούεις και τον Απόστολον λέγοντα· «Και ους μεν έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία πρώτον Αποστόλους, δεύτερον Προφήτας, τρίτον Διδασκάλους» (Α΄ Κορ. ιβ:28) «προς καταρτισμόν των Αγίων» (Εφεσ. δ:12), αλλά δεν προσέθηκεν ο Απόστολος και βασιλείς. Εις μάτην λοιπόν προσπαθείς να εκβιάσης ημάς, διότι δεν θα σε υπακούσωμεν». Τότε, εξερεθισθείς σφόδρα ο τύραννος, διέταξεν υβρίζων να φύγουν από τα ανάκτορα. Και τους μεν εκ των Αρχιερέων, όσοι ήσαν των Δυτικών επαρχιών, απέστειλεν εξορίστους προς τα νοσηρότερα μέρη της Ανατολής, τους δε των Ανατολικών εξώρισε προςτα μέρη της Δύσεως και τους Μοναχούς ενέκλεισεν εις τα Μοναστήρια των, διατάξας, ότι εκείνος όστις ήθελεν ευρίσκεται έξω, ή εισάγει άλλους εντός των Μοναστηρίων και εν ομιλία υπεραμύνεται της προσκυνήσεως των αγίων Εικόνων να καταδικάζεται εις κεφαλικήν ποινήν. Τον δε εν τη του Θεού πίστει ακλόνητον Θεόδωρον τον Στουδίτην, εξορίσας αμέσως μετά πείσματος, διέταξε να μη ίδη την βασιλεύουσαν μέχρι του θανάτου του. Όταν δε κατεπράϋνεν ολίγον τον θυμόν του, διέταξε να έλθουν προς αυτόν και οι Προεστώτες των έξω της πόλεως Μονών, μετά των οποίων ήτο και ο πράγματι θαυμαστός ούτος Νικήτας, χάριν του οποίου και τόσον τον λόγον θεμελιώσαντες επεμηκύναμεν, ίνα φανερώσωμεν μετά πάσης αληθείας οποίον στύλον εξελέξατο δι΄εαυτήν η Ορθόδοξος Πίστις. Αμέσως μετά την προσταγήν πρώτος εισήλθεν ο μεγαλόφρων Νικήτας, ως επίσημος κριός προπορευόμενος αγέλης προβάτων, εν ω οι άλλοι ηκολούθουν. Ατενίσας τότε προς αυτούς δήθεν μετά γλυκύτητος το ανήμερον θηρίον, απέτεινε λόγους θωπευτικούς, λέγων· «Ουδέν νέον, ουδέ παράδοξον ζητώ από υμάς, Πνευματικοί Πατέρες. Αν και εις τους θρασείς εκείνους και αναισχύντους, τους οποίους είδετε προ πλίγου εξελθόντας, τούτο υπερήσπισα. Διότι με διδάσκει την αλήθειαν η Γραφή, ήτις λέγει· «Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας Αυτόν, εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν» (Ιωάν. δ:24) και ουχί εις Εικόνας δια χρωμάτων εζωγραφισμένας και εις μικράς σανίδας». Προς του λόγους τούτους, χωρίς ουδ’ επί στιγμήν να αναμείνη, απήντησεν ο Όσιος δι’ ισχυράς φωνής· «Διέστρεψας όλως διόλου την σημασίαν του γραφικού ρητού, παράνομε βασιλεύ, και την αιτίαν ένεκεν της οποίας ελέχθη, την δε εν σαρκί παρουσίαν του Υιού του Θεού και Θεού ημών Ιησού Χριστού αναμφιβόλως αρνείσαι». Τους λόγους τούτους του Οσίου και οι άλλοι Πατέρες ακούσαντες τα αυτά εκραύγασαν. Τότε ο τύραννος, ευθύς ως είδε τον θόρυβον και εκ πρώτης επαφής αντελήφθη, ότι καταβάλλεται, εθυμώθη σφόδρα, ως συνήθως, και αποστέλλει τούτους εις την φυλακήν. Τον δε Όσιον Νικήταν, όστις πρώτος μετά παρρησίας ωμίλησεν, έκλεισεν εις την σκοτεινοτέραν και πλήρη δυσωδίας φυλακήν, ίνα βασανίζεται από της πρώτης στιγμής. Διότι είχε πληροφορηθή, ο διεφθαρμένος βασιλεύς, παρά τινος των υπ’ αυτόν, ότι, επειδή εκ φύσεως ο Άγιος αηδίαζε ταύτα, θέλει συντόμως αποθάνει. Αφού δε και άπαν το πλήρωμα των Ορθοδόξων διεσκόρπισεν, ευθύς και τον Πατριάρχην Νικηφόρον εκ του θρόνου κατεβίβασεν και εις τα αντίπεραν της βασιλευούσης μέρη, εις τι μετόχιον, εξώρισεν, αντ’ αυτού δε ο ψυχομάχος ανεβίβασεν εις τον Πατριαρχικόν θρόνον τον ομόφρινά του Θεόδοτον (815 – 821) τον ειδωλολάτρην, ευτελέστατον ανθρωπάριον και σύντροφον της ανοησίας, όστις ήτο παίγνιον δι’ όλους και πάντων περίγελως, έτι δε και δούλος της μυσαράς ηδονής, έχων μεθ’ εαυτού συνείσακτον τι γύναιον και κοιτόμενος εν τη κοίτη αυτού με την πρόφασιν ότι έπασχεν εκ νεφρίτιδος. Τούτον λοιπόν τον ανάξιον, ως είπομεν, ανεβίβασεν εις τον θείον θρόνον ο άθεος βασιλεύς, όστις σπεύδων να στερεώση τα υπ’ αυτού δογματιζόμενα και ιδιαιτέραν προς τούτο συνεκάλεσε σύνοδον, άλλο ταύτην συνέδριον Ιουδαίων! Επειδή δε επληροφορήθη, ότι παρευρίσκοντο εις ταύτην την σύνοδον και τινες των Αρχιερέων, μη ομοφρονούντες προς αυτόν, διατάσσει, πρώτον, να ριφθώσι κατά γης και να κτυπηθώσι δια λακτισμάτων εις τα σπλάγχνα, κατόπιν δε αφού ανασηκωθώσι να κτυπηθούν δια των γρόνθων εις τους οφθαλμούς· τούτων δε γενομένων εξέβαλεν αυτούς ατίμως έξω. Έπειτα, μετά των συν αυτώ υποβάλλει τους Οσίους Πατέρας εις ανάθεμα ο άξιος αναθέματος και λιθοβολισμού ιερόσυλος νέος Άχαρ. Μετά δε ταύτα ανελθών εις τα ανάκτορα έδωσεν άδειαν εις το αγοραίον πλήθος να κηρύττη πανταχού αφόβως το ασεβές αυτού δόγμα, να περιφρονή τα διδάγματα των Πατέρων, να εισέρχιται δε και εις τας φυλακάς και να εμπαίζη μετ’ αναισχυντίας τους Μοναχούς, άνευ τινός χαλινού. Ως δε είπομεν, αφού ο καρτερικώτατος Όσιος Νικήτας ερρίφθη εις σκοτεινήν και δυσώδη φυλακήν, εις την οποίαν και ευρίσκετο επί πολλάς ημέρας, εκακοπάθει δεινώς, διότι εισήρχοντο εις αυτήν καθ’ εκάστην πολλοί εκ του χυδαίου όχλου, οίτινες τα πάντα έλεγον και έπραττον δια να καταλυπήσουν την τόσον θεοφιλή αυτού ψυχήν. Εξ όλων τούτων πολύ περισσότερον ησχημόνει νεανίας τις ονόματι Νικόλαος, όστις, ευχαριστούμενος να φλυαρή ασκόπως και καυχόμενος δια την αθυροστομίαν του, ηδονήν δε αισθανόμενος από τας αισχρολογίας, έφερε πολλήν ταραχήν θλίψεως εις τον Άγιον. Και δεν θα ενικάτο ευκόλως ο πειρασμός αυτός, εάν ο Θεός, προσβλέπων εις την τοσαύτην υπομονήν του δούλου Αυτού, δεν ήθελεν οικονομήσει ώστε να συμβή παράδοξον τι και εξαίσιον. Διότι νύκτα τινά, εν ω εκοιμάτο ο θησαυροφύλαξ της αταξίας Νικόλαος, ενόμισεν ότι είδε τον πατέρα του, προ ολίγου καιρού αποθανόντα, όστις τον ηπείλει και του έλεγεν· «Άφες την διαγωγήν σου. Μη κάμνης πλέον τίποτε εις τον Δίκαιον τούτον, ίνα μη και εγώ υπόδικος δια την κόλασιν γίνωμαι, εξ αιτίας της ιδικής σου βαρβαρότητος και ασεβείας, συ δε, αν επιμένης ούτω να φέρεσαι, παραδοθής δι’ όλην σου την ζωήν εις τον δαίμονα, ίνα παρ’ αυτού τιμωρήσαι». Ευθύς λοιπόν, ως ήκουσε ταύτα ο Νικόλαος παρά του πατρός του, παρόμοια εκείνων όπου ήκουσεν άλλοτε ο Πιλάτος παρά της γυναικός του, όταν αφυπνίσθη εκ του ύπνου, κατά την ημέραν εκείνην κατά την οποίαν επρόκειτο να κρίνη τον Ιησούν μου, δεν ηνώχλησε πλέον τον Άγιον. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και τους άλλους ημπόδιζε, διηγούμενος εις αυτούς το όνειρον. Όθεν, ζητήσας συγχώρησιν, διήγεν εις το εξής εν σωφροσύνη. Μετά ταύτα πάλιν, διαβληθείς ο Όσιος Νικήτας ο του Μηδικίου προς τον βασιλέα, ότι και εν τη φυλακή διδάσκει πολλούς να περιφρονούν την προσταγήν του βασιλέως, απεστάλη εις εξορίαν παραδοθείς εις τινα στρατιώτην σκληρόν και αντιπαθή. Τοιουτοτρόπως απεμακρύνθη της Πόλεως ο της ευσεβείας πρόμαχος. Βαδίζων δε πεζή, έφθασεν εις κώμην τινά Μασαλεών καλουμένην, κειμένην προς τα ενδότερα της Ανατολής. Εκείθεν, πριν εισέτι συμπληρωθούν πέντε ημέραι, ελθούσης νέας διαταγής, οδηγείται βιαίως παρά του ιδίου εκείνου στρατιώτου εις νέαν εξορίαν, μετά δε εξαντλητικήν οδοιπορίαν εν μέσω βροχών και χιόνων και προς το δριμύ ψύχος παλαίων, ο του Χριστού Αθλητής διήνυσε μακρότατον μήκος οδού εις επτά ημέρας. Ούτε είναι δυνατόν να είπη τις οποίας θλίψεις υπέστη και εις ποίον σημείον σωματικής εξαντλήσεως έφθασε. Το δε να σταλή ούτος εις τόσον απεμακρυσμένον τόπον, δεν επενοήθη δι’ άλλο τι, ειμή μόνον δια να μη έχη ελευθερίαν και διδάσκη ανενοχλήτως εις τους έξωθεν της βασιλίδος τα πρέποντα και αρέσκοντα εις τον Θεόν. Απομακρυνθείς λοιπόν κατ’ αυτόν τον τρόπον ο Όσιος, αφέθη δι’ ολίγον καιρόν ανενόχλητος, ουχί βεβαίως εκ φιλανθρωπίας του τυράννου, διότι που να ευρεθή εις τούτον η συμπάθεια! Αντιθέτως, εσκέφθη δια ποίου τρόπου θα του ήτο δυνατόν να στερήση τον Όσιον και αυτής της ζωής και ούτως ενήργησε. Καλέσας δε τον Ιωάννην, τον οποίον από τας χείρας του σατανά παρέλαβεν ως γραμματικόν και σύμβουλον, είπε προς αυτόν· «Να ερευνήσης τάχιστα, με πολλήν φροντίδα, να εύρης τον Νικήταν τον του Μηδικίου, εκείνον όστις ανθίσταται εις την απόφασίν μου, όταν δε τον εύρης, να συλλάβης και αυτόν και όσους άλλους είναι μαζί του. Αφού δε κακοποιήσης αυτούς με όποιον τρόπον θελήσης, πείσον αυτούςνα συμφωνήσουν εις όσα ημείς πρεσβεύομεν και εάν δεν πείθωνται, φόνευσον αυτούς». Ταύτα είπεν η μανιώδης εκείνη γλώσσα και ο μεν πάνθηρ, προσπεράσας ευθύς τον λέοντα, συνεφώνησε. Και τους μεν άλλους εις επιεικεστέρας κάπως φυλακάς ενέκλεισε· τον δε Όσιον Νικήταν μετά του ακολουθούντος αυτόν μαθητού του, του και διαδόχου της ηγουμενίας εις ποίας σκληροτάτας τιμωρίας δεν κατεδίκασε; Διότι αμέσως, αφού εχώρισεν αυτούς απ’ αλλήλων, ενέκλεισεν εις φυλακάς στενωτάτας και σκοτεινάς και δυσώδεις. Και ως στρωμνήν ούτε σπιθαμήν ράκους ή κλινοσκεπάσματος ή ψιαθίου επέτρεψε να φέρουν μεθ’ εαυτών. Αλλ’ ούτε και την ελαχίστην τροφήν, ειμή μόνον ελάχιστον ύδωρ και τούτο δυσώδες. Ρίπτων δε προς αυτούς μικρόν τεμάχιον κριθίνου άρτου ανά τρεις ημέρας, άφηνε τούτους να συγκατάκεινται μετά των εκκρίσεων των ούρων και των αφοδευμάτων και δια της πείνης και της δίψης εβασάνιζε τους Οσίους Πατέρας. Αισθάνομαι, αδελφοί, πονούντας υμάς και δακρύοντας και από μόνην την των δεινών ακοήν. Αλλ’ ουχί δια τούτο έπασχε και ο γενναίος Αθλητής και αληθής νικητής Νικήτας. Διότι αυτός ο μακάριος μόνον δια την Εικόνα του Χριστού και των θεραπόντων Αυτού έπασχε, ταύτα δε πάντα μετά χαράς υπέμενεν, αν και ο γραμματικός Ιωάννης προσεπάθει να εξοντώση αυτόν δια της λύπης. Διότι ετιμώρει τον ηγαπημένον μαθητήν του με ολονέν σκληροτέρας και περισσοτέρας κακουχίας, τας οποίας διηγείτο πρότερον λεπτομερώς εις τον διδάσκαλον, ίνα καταλυπή αυτόν περισσότερον. Τι δε μετά ταύτα συνέβη; Βλέπων ο κάκιστος εκείνος τιμωρός των Αγίων, ότι ουδένα εκ τούτων ηδύνατο να πείση όπως αποσπασθή της αυστηράς και Ορθοδόξου Πίστεως και ότι περισσότερον των άλλων ο Νικήτας ο του Μηδικίου ουδέ απάντησιν έδιδεν εις αυτόν, κατέφυγεν εις άλλο μέσον ύπουλον και θωπευτικόν. Μεταβάς δηλαδή προς τους εις ετέρας φυλακάς εγκεκλεισμένους έλεγε· «Συγχωρήσατέ με, Πατέρες, και μη νομίζετε, ότι αιτία των βασάνων σας είμαι εγώ ο αναίτιος, διότι εγώ εκπληρώ βασιλικήν προσταγήν. Εάν δε προσπαθήσω να αντιπράξω, θα χάσω την κεφαλήν μου. Μίαν δε και μόνην συμβουλήν έχω να σας κάμω. Κάμετε οικονομίαν και επικοινωνήσατε μίαν και μόνην φοράν με τον Θεόδοτον, με οιονδήποτε τρόπον προτιμάτε, και ευθύς θα απαλλαγήτε των τιμωριών και θα επιστρέψετε χαίροντες εις τας Μονάς σας». Ήκουσαν οι Πατέρες και υπήκουσαν, δεν γνωρίζω δια τίνα λόγον· ή συντριβέντες από τας κακουχίας και φιλοψυχήσαντες, το οποίον δεν νομίζω, ή δι’ άλλο τι σοφώτερον εσκέφθησαν να κάμουν οικονομίαν τινά, με το οποίον περισσότερον των άλλων συμφωνώ. Διότι τους γενναιοτέρους εκ τούτων, μετά ταύτα, αυστηρώς παρατηρήσας δι’ επιστολής του ο θερμότατος εν Ομολογηταίς Θεόδωρος, είδεν ερχομένους εις αντιπαράταξιν προςτον δυσσεβή. Συγκατατεθέντες λοιπόν εξέρχονται της φυλακής και έρχονται προς τον Όσιον, εγκάθειρκτον ακόμη και εξηγούσιν εις αυτόν τας κατ’ οικονομίαν ληφθείσας αποφάσεις των, παρακαλούντες όπως χάριν τούτου συγκαταβή και αυτός και εξέλθη της φυλακής, ίνα, επικοινωνών μίαν και μόνην φοράν, δυνηθή να ομιλήση μετά δικαίας φωνής. Και πείθουσιν τούτον, όχι διότι εκάμφθη εκ των δια τον Θεόν κακουχιών· διότι πως ήθελε καμφθή εκείνος όστις καθ’ όλην αυτού την ζωήν έπασχε δια το όνομα του Χριστού; Όχι δε μόνον τούτο αλλά και καθ’ ημέραν χάριν του ονόματος τούτου αποθνήσκοντα; Όχι λοιπόν δια τούτο εδέχθη, αλλά διότι ηθέλησε να συνταπεινωθή μετά των ταπεινουμένων και να μη φρονή υπέρ τους άλλους. Εξέρχεται λοιπόν ο πράος και άκακος, αλλά μετά ζήλου. Και μεταβαίνει μετά των Πατέρων προς τον Θεόδοτον, όπου, τελουμένης της ιερουργίας, προετίθεντοτα Άγια, των οποίων όμως δεν ηδύνατο να μετάσχη τις, εάν δεν έλεγε, λέγοντος ομοίως και του Θεοδότου, το : «Τοις μη προσκυνούσι την Εικόνα του Χριστού, ανάθεμα». Τούτων ούτω πραχθέντων απηλευθερώθησαν από τας φυλακάς και επανήλθον έκαστος εις την Μονήν του. Αλλ’ όχι και ο την τελικήν νίκην επιτυχών μετά την νομισθείσαν ήτταν, ο Όσιος, λέγω, Νικήτας. Διότι ούτος δεν επανήλθεν εις την Μονήν του· αλλ’ εισήλθεν εις τι πλοιάριον υπό το πρόσχημα ότι θα αναχωρήση, ίνα κλαύση κατά μόνας και εξιλεώση το θείον δια την τροπήν την οποίαν υπέστησαν οι Πατέρες, μεταβαίνων εις νήσον έρημον ανθρώπων. Ότε όμως παρετάχθη μετά των άλλων πλοιαρίων τα οποία συνέπλεον και έπαυσε να είναι ορατός, στρέψας τα ιστία επιστρέφει πάλιν εις την βασιλεύουσαν και εισέρχεται και εμφανίζεται προ των εχθρών. Ούτω, ο νομισθείς ως φυγάς στρατηγός και ως δήθεν παρουσιάσας τα νώτα, δι’ ευστρόφου κινήσεως προβάλλει τα στέρνα και πρώτος, αρπάσας το δόρυ, κατέρχεται εν τω μέσω της εχθρικής παρατάξεως και διαπεράσας τας τόσον πολυαρίθμους και ισχυράς φάλαγγας, επιτίθεται κατά του αρχηγού και εμπηγνύει ολόκληρον την λόγχην αυτού εις τα στέρνα του. Και εις τους νικηθέντας στρατιώτας, δια της μονομαχίας ταύτης, αποδώσας θάρρος και προθυμίαν, ανεγείρει τέλειον το τρόπαιον και τα βραβεία της νίκης αναιμάκτως φέρει, αποδοθέντα παράτου δικαίως αποδώσαντος Θεού. Διότι ευθύς ως παρουσιάσθη εις τον Λέοντα, ήκουσε παρ’ αυτού· «Δια ποίαν αιτίαν, εν ω όλοι οι άλλοι υπήκουσαν εις το βασιλικόν πρόσταγμα και αποκατεστάθησαν προθύμως εις τας Μονάς των, συ μόνος, αυθαδιάζων, ευρίσκεσαι εδώ, ταράσσων τους απλούς ανθρώπους και διδάσκων αθέμιτα; Πρόσεξε διότι, εάν δεν υπακούσης και συ εις εμέ και δεν απέλθης ταχέως εις το Μοναστήριόν σου κακήν κακώς μέλλεις να αποθάνης, αφού πρότερον υποβληθής εις σκληράς και απιστεύτους τιμωρίας». Τότε ο θείος Νικήτας δι’ απτοήτου ψυχικού παραστήματος, ισχυρά τη φωνή, διεκήρυξεν ειπών· «Γνώριζε και συ, βασιλεύ αρνησίθεε, ότι εμμένω σταθερώς εις τους πρώτους μου λογισμούς και την Εικόνα του Κυρίου μου Ιησού Χριστού και των Αγίων σέβομαι, εις δε το θέλημά σου δεν υπακούω. Μετά των μετά σου εις επικοινωνίαν δεν έρχομαι. Και αν δια την προς τους Πατέρας υπακοήν υπεχώρησα ολίγον, όμως έπραξα τούτο μετά ομολογίας και της πρεπούσης συμφωνίας. Αλλά και σε, τον αθετούντα την προσκύνησιντων αγίων Εικόνων και τους ομόφρονάς σου αναθεματίζω. Πράξε λοιπόν εκείνο το οποίον θέλεις». Κατ’ αυτόν τον τρόπον ωμολόγησεν ο Όσιος· ο δε τύραννος, πληρωθείς εντροπής και αισχύνης, παρέδωσε τούτον εις τινα Ζαχαρίαν, διοικητήν τότε των αυστηρών φυλακών, προς φυλάκισιν και κακοποίησιν. Εκείνος δε, αφού παρέλαβε τον Όσιον, ουδόλως τον εκακοποίησεν, ούτε έπραξε τι το οποίον να τον λυπήση, επειδή ήτο ευσεβής και ήμερος έχων μετά των άλλων ψυχικών του αρετών και την συμπάθειαν. Αλλ’ ούτε και εις την ειρκτήν τον έρριψεν. Αντιθέτως συμπεριεφέρετο προς τον Άγιον με σεμνότητα και προσέφερεν εις αυτόν πάσαν περιποίησιν. Ούτος δε ο θαυμάσιος Ζαχαρίας δεν εβράδυνε να λάβη την ανταμοιβήν. Διότι, ότε μετά καιρόν αποσταλείς παρά του βασιλέως εις τα μέρη της Θράκης δια την διοίκησιν των δημοσίων πραγμάτων, συνελήφθη υπό βαρβαρικών χειρών και ωδηγείτο αιχμάλωτος, ο Άγιος, εξόριστος τότε και φυλακισμένος εις τινα νήσον, μαθών την συμφοράν του Ζαχαρίου, δια της προσευχής του ηλευθέρωσε τούτον των βαρβαρικών χειρών. Όμως ο τύραννος δεν ηνείχετο τον Όσιον ούτω φυλαττόμενον παρά του Ζαχαρίου, αλλ’ επεθύμει να τον υποβάλη εις δεινότερα κακά. Όθεν στέλλει ευθύς τον Αθλητήν προς τον Άνθιμον τον τότε διωρισμένον ως έξαρχον των πέριξ του κόλπου της Νικομηδείας Μοναστηρίων, άνδρα ημίανδρον (ευνούχον), όστις είχεν αποκεκομμένα τα παιδογόνα μόρια και μετ’ αυτών και την ψυχήν, ελεεινόν και απάνθρωπον, σύντροφον της μοχθηρίας, τον οποίον και Καϊάφαν ωνόμαζον δια την σκληρότητα και τον εκφυλισμόν του, δια τούτο δε και αποσταλέντα παρά του τυράννου εις την περιοχήν εκείνην, ίνα κακοποιή τους Μοναχούς. Ούτος λοιπόν παραλαβών τον Όσιον και οδηγήσας αυτόν εις την νήσον, εις την οποίαν τιμάται η Οσία Γλυκερία, και εγκλείσας αυτόν εκεί εις στενωτάτην φυλακήν, της οποίας τας κλείδας εκράτει ο ίδιος, επί εξ ολόκληρα έτη αφήκεν αυτόν εκεί εν τελεία απομονώσει, καταβασανίζων δια της πείνης, καταπιέζων δια της δίψης, αποπνίγων δια των δυσωδιών, καταθλίβων δι’ ονειδισμών, κατακόπτων το σώμα αυτού δι’ αιχμηράς κλίνης, εις την οποίαν υπεχρέωνε αυτόν να κοιμάται, και με ένα λόγον τα πάντα πράττων, με μόνον σκοπόν ίνα μεταπείθων τον Άγιον εξαναγκάση αυτόν να υποταγή εις το θέλημα του βασιλέως. Αλλ’ εις μάτην έκραζεν εκείνος ο σαρκοβόρος κόραξ. Διότι ο Θεός επιβλέψας εις την τοσαύτην υπομονήν τού δούλου Αυτού, τον μεν δυσσεβή βασιλέα εξέβαλεν εκ του μέσου παραχωρήσας ώστε να αποκοπή ο άθλιος δια μαχαίρας υπό τινων νεωτερισάντων εντός του Ναού των ανακτόρων, άλλον δε ανεβίβασεν εις τον θρόνον, τον οποίον εκείνος είχε σιδηροδέσμιον, ως ύποπτον επιβουλής κατ’ αυτού, ονομαζόμενον Μιχαήλ. Δια τούτου λοιπόν του Μιχαήλ του επιλεγομένου Τραυλού (820 – 829) εδωρήσατο ο Θεόςτην ελευθερίαν εις τους Πατέρας, αν και ούτε και αυτός υπεστήριξεν, όπως έπρεπε, την Ορθοδοξίαν. Μεταξύ των Πατέρων τούτων, οι οποίοι απηλευθερώθησαν, ήτο και το τέκνον των Ομολογητών, τέκνον όμοιον των Πατέρων εκείνων και Πατήρ Πατέρων και Ομολογητών και Μάρτυς άνευ αίματος, ο Όσιος Νικήτας. Μετά ταύτα διαβιώσας επί χρόνους τινάς ησύχως εις τι Μετόχιον, κείμενον προς το βόρειον μέρος της βασιλευούσης και δια πλείστων θαυμάτων διαλάμψας, απήλθε των ενθάδε οσίως ο Όσιος καο προς τας ουρανίους σκηνάς μετεφέρθη και εις την προσκυνητήν Τριάδα παρουσιάσθη, παρά της οποίας και εστεφανώθη και τα βραβεία της νίκης άφθαρτα απεκόμισε, πρεσβεύων απαύστως υπέρ ημών, μετά παρρησίας εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, Ω πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. [/b]

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η) Απριλίου, ο Όσιος Πατήρ ημών ΠΛΑΤΩΝ, Ηγούμενος της Μονής Σακκουδεών, εν ειρήνη τελειούται.

Δημοσίευση από silver »


Πλάτων ο Όσιος Πατήρ ημών εγεννήθη εις την Κωνσταντινούπολιν κατά το έτος ψλβ΄ (732) εκ γονέων ευγενών και πλουσίων, Στεργίου και Ευφημίας ονομαζομένων. Κατά την εποχήν εκείνην εβασίλευεν ο θηριώνυμος και θηριόγνωμος Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος (717 – 741), επί των ημερών του οποίου οι γονείς του Οσίου απήλαυον μεγάλης τιμής και εκτιμήσεως. Υπό τοιούτων γονέων γεννηθείς ο Όσιος έτυχε και της αναλόγου παιδεύσεως, δια τούτο και λίαν ενωρίς εγένετο νοτάριος βασιλικός, γραμματεύς δηλαδή του βασιλέως, όστις τότε ήτο ο υιός του Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου Κωνσταντίνος Ε΄ ο Κοπρώνυμος (741 – 775). Παρά το γεγονός όμως, ότι ο μακάριος Πλάτων έζη και συνανεστρέφετο καθημερινώς εις τα ανάκτορα με όλους τους αξιωματούχους της αυλής, δεν ικανοποιείτο εκ της ζωής ταύτης, διότι η καρδία του εφλέγετο αφ’ ενός μεν από τον πόθον της τηρήσεως της Αγίας Ορθοδοξίας, η οποία προσεβάλλετο τότε από την εικονομαχίαν, αφ’ ετέρου δε η επιθυμία του ήτο να ακολουθήση την μοναστικήν ζωήν. Όθεν απαρνηθείς τον κόσμον και το αξίωμά του απήλθεν εις το εν Βιθυνία όρος του Ολύμπου, όπου ενεδύθη το άγιον Σχήμα των Μοναχών εις την εκεί ευρισκομένην Μονήν την καλουμένην των Συμβόλων και εκεί ηγωνίζετο εν νηστεία και προσευχή. Επειδή δε, ως είπομεν, ήτο λίαν πεπαιδευμένος, ο Πνευματικός του Πατήρ, όστις ήτο ο τότε Καθηγούμενος της Μονής των Συμβόλων, του ανέθεσεν ως εργόχειρον την μελέτην και την αντιγραφήν διαφόρων Κωδίκων. Τόσην δε ταπείνωσιν έδειξεν ο μακάριος, ώστε πάντες τον εθαύμαζον, εντός ολίγου δε τον εσέβοντο και ως δεύτερον πνευματικόν των πατέρα. Όταν δε μετά καιρόν εκοιμήθη ο Ηγούμενος της Μονής, οι εν αυτή ασκούμενοι Πατέρες, βλέποντες τας αρετάς του Πλάτωνος, τον εψήφισαν Ηγούμενον. Έλαβε δε ο Όσιος το αξίωμα τούτο εν έτει από Χριστού ψο΄ (770). Την εκλογήν του Οσίου πληροφορηθείς ο βασιλεύς Κωνσταντίνος Ε΄ ο Κοπρώνυμος και μένεα πνέων, διότι ο Όσιος Πλάτων εσέβετο και ετίμα τας αγίας Εικόνας, εξαπέλυσε και κατά της Μονής ταύτης τον από πολλού ασκούμενοβ υπ’ αυτού διωγμόν κατά των ευλαβών προσκυνητών των αγίων Εικόνων. Όθεν συλληφθείς ο Όσιος Πλάτων εστάλη εις εξορίαν μετά πολλών άλλων Πατέρων. Εις την εξορίαν παρέμεινεν ο Όσιος μέχρι του θανάτου τού Κοπρωνύμου, όστις συνέβει κατά το έτος ψοε΄ (775). Τότε βασιλεύσαντος του υιού τού Κωνσταντίνου Λέοντος Δ΄ του επιλεγομένου Χαζάρου (775 – 780) και κατόπιν ενεργειών της συζύγου τούτου βασιλίσσης Ειρήνης, ανεκλήθησαν εκ της εξορίας άπαντες οι εξόριστοι Πατέρες, μετ’ αυτών δε ανεκλήθη και επέστρεψενεις την Μονήν του και ο Όσιος Πλάτων. Μικρόν όμως ακόμη υπέφερεν ο Όσιος, διότι ο Λέων Δ΄ αφήκε μεν ελευθέρους τους εξορίστους να επιστρέψουν εις τας βασεις των, δεν έθιξεν όμως και τους εικονομάχους, οίτινες παρέμενον σταθεροί εις τας θέσεις των. Την κατάστασιν εξεκαθάρισεν η του Λέοντος σύζυγος Ειρήνη, ήτις, μετά τον θάνατον του Λέοντος Δ΄ (780), ανέλαβε μόνη την διακυβέρνησιν της Αυτοκρατορίας ως επίτροπος του ανηλίκου υιού της Κωνσταντίνου ΣΤ΄ (780 – 797), δεκαετούς τότε όντος. Πρώτον μέλημα της Ειρήνης μετά την υπ’ αυτής ανάληψιν της αρχής υπήρξεν η αποκατάστασις της ειρήνης της Εκκλησίας. Όθεν συνήθροισεν ευθύς αύτη τους εις διάφορα μέρη διεσπαρμένους εκ της μανίας των εικονομάχων Πατέρας, ων εις τε και πρώτος υπήρξεν ο Όσιος Πλάτων, τον οποίον εκάλεσεν εις Κωνσταντινούπολιν και τον συνεβουλεύετο εις τας υποθέσεις του Κράτους και της Εκκλησίας. Η παρουσία του Πλάτωνος εις Κωνσταντινούπολιν πολλούς ενεθουσίασε ιδιαιτέρως δε τον ανεψιόν του Θεόδωρον τον μετά ταύτα περιώνυμον Ηγούμενον της Μονής του Στουδίου, ώστε εις αυτήν την ακμήν της ηλικίας του απεφάσισε να ακολουθήση την Μοναχικήν Πολιτείαν. Ο Θεόδωρος ευρίσκετο τότε εις το εικοστόν πρώτον έτος της ηλικίας του. Την απόφασιν του Θεοδώρου εμιμήθησαν και όλα τα μέλη της οικογενείας τού πατρός του. Ο πατήρ τού Θεοδώρου Φωτεινός, η μήτηρ του Θεοκτίστη, ήτις ήτο αδελφή του Πλάτωνος, Ιωσήφ ο κατόπιν Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης εις ακόμη νεώτερος αδελφός του, μία αδελφή του και δύο αδελφοί του Φωτεινού, απεφάσισαν να ακολουθήσουν όλοι την στενήν και τεθλιμμένην οδόν της ασκήσεως. Όθεν διανείμαντες εις τους πτωχούς την περιουσίαν των απεσύρθησαν αι μεν γυναίκες εις Γυναικεία Μοναστήρια, οι δε άνδρες υπό την ηγεσίαν του Οσίου Πλάτωνος επορεύθησαν εις τα μέρη της Προύσης όπου ο Φωτεινός είχεν ιδιόκτητον κτήμα κατάλληλον δια Μοναστήριον. Εκεί δε αποσυρθέντες έκτισαν Μονήν ονομασθείσαν του Σακκουδίωνος, της οποίας πρώτος Ηγούμενος εγένετο ο Όσιος Πλάτων και την οποίαν εκυβέρνα και επί της εποχής της εν Νικαία συνελθούσης το δεύτερον εν έτει ψπζ΄ (787) Αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου της αποκαταστησάσης την προσκύνησιν των σεπτών και αγίων Εικόνων. Ασθενήσας όμως μετά ταύτα και μη δυνάμενος να ασκή τα καθήκοντα του Ηγουμένου, παρέδωσε κατά το έτος 795 την ηγουμενίαν της Μονής ταύτης εις τον ανεψιόν αυτού Θεόδωρον. Μικρόν όμως χρόνον ηδυνήθη να ησυχάση τότε ο Όσιος, διότι μετ’ ολίγον και νέος σάλος εξέσπασεν εις την Εκκλησίαν εξ αφορμής του παρανόμου γάμου του βασιλέως Κωνσταντίνου ΣΤ΄ (780 – 797) μετά της Θεοδότης, ήτις ετύγχανε να είναι και ανεψιά του Οσίου. Η συγγένεια προς την νέαν αυτοκράτειραν και η δύναμις της εξουσίας δεν ήτο δυνατόν να κάμψουν τον σθεναρόν αγωνιστήν, όστις δεν εδίστασε να αγωνισθή δι’ όλων αυτού των δυνάμεων εναντίον της παρανομίας του αυτοκράτορος. Διότι ο Κωνσταντίνος, διαζευχθείς αναιτίως την πρώτην αυτού σύζυγον Μαρίαν, ενυμφεύθη παρανόμως την Θεοδότην. Ο Πλάτων και ο Θεόδωρος δεν εδίστασαν να αντιταχθούν εις την παράνομον αυτήν πράξιν, μάλιστα δε και αφώρισαν τους παρανομήσαντας. Συλληφθέντες τότε άπαντες οι Μοναχοί της Μονής του Σακκουδίωνος, μεθ’ ων πρώτοι οι Όσιοι Πλάτων και Θεόδωρος, και αγρίως πρώτον μαστιγωθέντες, εξωρίσθησαν εν έτει 796 εις διαφόρους τόπους. Ο Θεόδωρος εστάλη εις Θεσσαλονίκη, ο δε Πλάτων εκρατήθη εις Κωνσταντινούπολιν. Ευτυχώς μικράς διαρκείας υπήρξεν η εξορία εκείνη, διότι αποκατασταθείσης κατά το επόμενον έτος της βασιλίσσης Ειρήνης εις τον θρόνον απηλευθερώθησαν ευθύς και οι Όσιοι ούτοι και επανήλθον εις την Μονήν των. Ένεκεν όμως των βαρβαρικών επιδρομών, αίτινες ήσαν συχναί εις τα μέρη εκείνα, ηναγκάσθη ο Όσιος να επιστρέψη και πάλιν μετ’ ολίγον εις την Κωνσταντινούπολιν μεθ’ όλου του πνευματικού ποιμνίου του, ότε παρεχωρήθη εις αυτούς εν έτει 798 η ερειπωμένη τότε Μονή του Στουδίου προς κατοίκησιν. Αφού δε μετά μυρίων κόπων ανεκαίνισαν οι Όσιοι ούτοι την εν λόγω Μονήν, εγκατεστάθησαν εις αυτήν. Και εγένετο μεν πρώτος Ηγούμενος της Μονής ταύτης μετά την ανακαίνισιν ο Θεόδωρος, υπετάσσετο όμως ούτος ολοψύχως εις τον Γέροντα Πλάτωνα, τον κατά κόσμον θείον του και κατά πνεύμα Πατέρα, υπό της αυστηρότητος του βίου του ελκυόμενος, δι’ ην και ως καθηγητής και διδάσκαλος του ασκητισμού ωμολογείτο, εις τας αρετάς δε τούτου οφείλεται κατά μέγα μέρος η δόξα και η φήμη την οποίαν απέκτησε μετά ταύτα η Μονή του Στουδίου. Αλλά και πάλιν μετ’ ολίγον εις νέους αγώνας περιεπλάκη ο Όσιος. Διότι απελθόντος προς Κύριον εν έτει ωστ΄ (806) του μακαρίου Πατριάρχου Αγίου Ταρασίου προεβλήθη υπό του αυτοκράτορος Νικηφόρου Α΄ (802 – 811) Πατριάρχης από λαϊκών ο Άγιος Νικηφόρος Α΄ (806 – 815). Ο Όσιος Πλάτων υπεστήριξεν ότι η κατά τοιούτον τρόπον ανάδειξις του Πατριάρχου είναι αντικανονική. Συνεπεία τούτου εξωρίσθη και πάλιν εις Πριγκηπόννησον. Εκ της εξορίας ταύτης ανεκλήθη ο Όσιος εν έτει 811 υπό του αυτού αυτοκράτορος Νικηφόρου Α΄, όστις είχε κατά νουν να επαναφέρη εκ της εξορίας και τους μαθητάς του Οσίου Θεόδωρον και Ιωσήφ, τον προέλαβεν όμως ο κατά το αυτό έτος επισυμβάς θάνατος αυτού, επανέφερε δε τούτους ο διαδεχθείς τον Νικηφόρον Α΄ Μιχαήλ Α΄ Ράγκαβες 811- 813. Και πάλιν όμως μικρά υπήρξεν η ανάπαυλα. Διότι αναζωπυρωθείσης της αιρέσεως των εικονομάχων υπό του κατά το έτος ωιγ΄ (813) ανελθόντος εις τον θρόνον Λέοντος Ε΄ του Αρμενίου 813 – 820 και αντιταχθέντος του Οσίου Πλάτωνος μετά των ανεψιών του Θεοδώρου και Ιωσήφ πολλάς νέας εξορίας και κακουχίας υπέστησαν παρ’ αυτού. Ουδέποτε δε ο Όσιος Πλάτων έπαυσε να αγωνίζεται δια την προσκύνησιν των Σεπτών Αγίων Εικόνων μέχρι του θανάτου του. ούτως οσίως διαβιώσας εν γη και αδιαλείπτως υπέρ της αληθούς Πίστεως αγωνιζόμενος απήλθε κατά την δ΄ (4ην) του μηνός Απριλίου τού έτους ωιδ΄ (814) προς Κύριον, Ον τόσον θερμώς εκ νεότητός του ηγάπησεν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ε΄ (5η) Απριλίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ο αθλήσας εν τη Νέα Εφέσω κατά το έτος αωα΄ (1801), ξ

Δημοσίευση από silver »


Γεώργιος ο ένδοξος του Χριστού Νεομάρτυς ήτο γέννημα και θρέμμα της εν Μικρά Ασία πόλεως Νέας Εφέσου, εις την οποίαν κατά το έτος αψνστ΄ (1756) εγεννήθη εκ πατρός ονόματι Νικολάου και εις την οποίαν ήθλησεν εν έτει αωα΄ (1801), αφού προηγουμένως ανένηψεν εκ του πτώματος της αμαρτίας. Διότι, ευλογητός ο Θεός. Όσον οι εχθροί μαίνονται εναντίον του Χριστιανισμού, άλλο τόσον η Ανατολή κηρύττει λαμπρώς και μεγαλύνει με αθλητικούς αγώνας Θεόν αληθινόν, Σωτήρα του κόσμου και Κριτήν των απάντων, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Δια τούτο πλησίον των Βίων εκείνων των Αγίων, τους οποίους αναγινώσκετε, αδελφοί μου Χριστιανοί, ακούσατε και πως ανένηψεν εκ του πτώματος και πως ηγωνίσθη και ήθλησε δια τον Χριστόν ο Νεομάρτυς ούτος Γεώργιος, δια να μη μείνη υστερημένη η υμετέρα αγάπη από την εξ αυτής ωφέλειαν. Κατά τον μήνα Ιούλιον του έτους 1798, ότε ο Γεώργιος ήτο τεσσαράκοντα δύο ετών, έγγαμος, έχων γυναίκα νόμιμον και τέκνα, έζη ζωήν πολύ άτακτον, εν κραιπάλη και μέθη καθημερινώς κυλιόμενος. Εκ τούτου ηκολούθησεν εις αυτόν φοβερός πειρασμός από τον οποίον, εάν δεν τον ηλέει ο Πανάγαθος Θεός ο τα πάντα προγινώσκων, ήθελε περιπέσει εις αιώνιον θάνατον. Διότι χωρίς να βιασθή από κανένα ή να παρακινηθή από άλλον τινά ειμή μόνον από τον σκοτισμόν της μέθης, παρουσιασθείς εις τον κριτήν, επί παρουσία πολλών ηρνήθη, φεύ! την εις τον Χριστόν πίστιν. Προτού όμως λάβη την περιτομήν, ανένηψεν από την μέθην· και λυπηθείς πολύ δια την ομολογίαν την οποίαν έκαμεν, ευρών ευκαιρίαν κατάλληλον, διέφυγεν εις την αντικρύ της πατρίδος του κειμένην Σάμον. Κατ’ εκείνας τας ημέρας συνέπεσε να κτίζεται εις την Νέαν Έφεσον Εκκλησία των Χριστιανών, με βασιλικήν άδειαν. Τούτο μη ανεχόμενοι οι εχθροί της Χριστιανικής Πίστεως και θέλοντες από τον φθόνον των να την καταστρέψουν, έπλασαν μύθον, ότι οι Χριστιανοί εφόνευσαν τον Γεώργιον, διότι ηρνήθη την πίστιν των και τον έκρυψαν υπό τα θεμέλια της οικοδομουμένης Εκκλησίας. Τοιουτοτρόπως συνηθροίσθη πλήθος πολύ αλλοφύλων και κάμνοντες μεγάλην ταραχήν, ητοιμάζοντο να ορμήσουν κατά των Χριστιανών προς εκπλήρωσιν της κακίας των. Βλέποντες τότε οι Χριστιανοί την παράλογον ορμήν των Αγαρηνών και αναλογιζόμενοι, ότι έμελλον να φονευθούν οι επιστάται της Εκκλησίας, ως και άλλοι Χριστιανοί, να καταστραφή δε και η Εκκλησία και να επήγαινον εις μάτην οι κόποι και τα έξοδά των, όχι δε μόνον τούτο αλλά συν τοις άλλοις, ότι εις το εξής θα έμενον και χωρίς Εκκλησίαν, έστειλαν τους δημογέροντας εις τον κριτήν, παρόντων και των διοικητών του τόπου και τους εβεβαίωσαν, ότι ο άνθρωπος ευρίσκεται εις την Σάμον και, αν αμφιβάλλουν, ας στείλουν ανθρώπους να τον ίδουν, δια να βεβαιωθούν περί τούτου. Ούτω και έγινεν· οι Αγαρηνοί έστειλαν ανθρώπους των, οίτινες, αφού τον εύρον και τον συνέλαβον, τον έρριψαν σιδηροδέσμιον εις την φυλακήν και μετά τρεις ημέρας του έκαμαν την περιτομήν. Κατόπιν, προς τιμήν δήθεν και κυβέρνησιν αυτού, τον έβαλαν νεωκόρον εις τι τζαμίον· αυτός όμως την μεν πίστιν ήλλαξε, την δε μέθην ουχί, αλλά μάλιστα την ηύξησε τόσον, ώστε ολίγον έλειψε να μεταβάλη το τζαμί εις οινοπωλείον. Έμεινε δε εις αυτό επί μήνας δέκα· έπειτα εξηφανίσθη αιφνιδίως από τον τόπον εκείνον και διέτριβε πότε εις την Σάμον και πότε εις την Πάτμον, εν μετανοία και εξομολογήσει διάγων και πενθών δια την ανομίαν του. Κατά δε το έτος αωα΄ (1801), Μαρτίου πρώτη, επέστρεψεν εις την πατρίδα του όχι πλέον εν κραιπάλη και μέθη, αλλά συνεσταλμένος και σκυθρωπός, με κατάνυξιν μεγάλην και πολλά δάκρυα και εζήτει συχνάκις συγχώρησιν από όλους τους γνωστούς και φίλους του· εν γένει δε εφαίνετο ετοιμαζόμενος έκτοτε δια τον μέγαν αγώνα του, εις τον οποίον έδειξε πολλήν φρόνησιν. Διότι προτού να παρουσιασθή δια το Μαρτύριον, μετέβη εις τόπον τινά εις τον οποίον ευρίσκετο η συκαμινέα από την οποίαν εκρεμάσθη πρό τινος χρόνου (1794) ο Νεομάρτυς Πολύδωρος, σταθείς δε εκεί επ’ αρκετόν παρετήρει ταύτην μετά μεγάλης προσοχής. Προ δε της αρνήσεώς του είχεν φίλον Χριστιανόν τινα συμπολίτην του, Γεώργιον και αυτόν ονομαζόμενον, ο οποίος κατόπιν τον απέφευγεν ως αρνησίχριστον· την ημέραν δε κατά την οποίαν έμελλε να παρουσιασθή, συνηντήθησαν εις την αγοράν. Είδε τότε ο Γεώργιος τους πόδας του Μάρτυρος αρκετά διωγκωμένους και πολύ ταλαιπωρημένον και σφίγξας την καρδίαν του τον ηρώτησε τι έχουν οι πόδες του και είναι τόσον διωγκωμένοι. Του απεκρίθη τότε ο Άγιος ότι έχουν βαρείαν στενοχωρίαν. Τον ηρώτησε πάλιν ο Γεώργιος τι είδους είναι η στενοχωρία αύτη και πως είναι δυνατόν να έχουν στενοχωρίαν οι πόδες του, αφού το άλλο σώμα του δεν έχει τίποτε. Τότε ο Άγιος του είπε την αλήθειαν, ότι δηλαδή, ότε ευρίσκετο εις την Σάμον, παρουσιάσθη εις τον διοικητήν του τόπου και εκείνος τον ερράβδισε δια χιλίων ραβδισμών εις τους πόδας και μετά τούτο τον έρριψεν εις την φυλακήν. Κατόπιν, αφού έμαθον τούτο οι προεστώτες της Σάμου, μετέβησαν και κατέπεισαν δια χρημάτων τον διοικητήν, όστις τον ηλευθέρωσεν από την φυλακήν και τον εδίωξαν εκείθεν. Ώστε και πριν ή παρουσιασθή εις την Έφεσον, είχεν ούτος, ο γενάδας, αρκετά στίγματα του Μαρτυρίου εις το σώμα του. Σιωπήσας λοιπόν, τρόπον τινά, μετά τον άγριον εκείνον δαρμόν, επέστρεψεν εις την πατρίδα του δια να εισέλθη εκεί εις τους οριστικούς αγώνας, επιθυμών να λάβη το ποθούμενον τέλος δια Χριστόν τον Σωτήρα του. Δια να δώση λοιπόν δήθεν αφορμήν, εδοκίμασε να συγκρουσθή με τινα καφεπώλην και ούτω να γίνη η καλή αρχή· αλλά βλέπων ότι δεν επετύγχανε τούτο καθώς ήθελε, παρητήθη από τους μακρινούς εκείνους τρόπους και κατά την γ΄ (3ην) του Απριλίου μηνός, ημέραν της εβδομάδος Τετάρτην, ώραν τρίτην της ημέρας, μετέβη και παρουσιάσθη απευθείας εις τον κριτήν. Τότε ηρώτησε τον Άγιον ο κριτής· «Τι θέλεις;» Αποκρίνεται ο Μάρτυς· «Είχον καλόν τι ενέχυρον και μου το επήρατε, αντ’ εκείνου δε μου εδώσατε το ιδικόν σας το ψεύτικον· λάβετε λοιπόν πάλιν το ιδικόν σας και δότε μου το ιδικόν μου». Ομού τότε με τον λόγον εξέβαλε και το κάλυμμα της κεφαλής του και το επέταξε κατά γης. Τον ηρώτησε πάλιν ο κριτής· «Ποίος είσαι και τι είναι το ζήτημά σου;» Απεκρίνεται ο Μάρτυς· «Εγώ ήμην Χριστιανός και ηρνήθην την Πίστιν μου, τώρα δε ήλθον εδώ να ομολογήσω έμπροσθέν σας, ότι με την Χάριν του Θεού ήμην και είμαι Χριστιανός». Ηρώτησεν ο κριτής· «Με ποίον τρόπον ηρνήθης την θρησκείαν σου;» Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Αυτοθελήτως και χωρίς να με βιάση κανείς». Του λέγει ο κριτής· «Μήπως είσαι τρελλός ή μεθυσμένος;» Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Ούτε μεθυσμένος είμαι, ούτε τρελλός, αλλά και τας φρένας μου σώας έχω και νηστικός είμαι· μόνον επειδή εγνώρισα καλώς και εβεβαιώθην, ότι η ιδική ου Πίστις είναι αγία και άμωμος, δια τούτο επέστρεψα και πάλιν εις την αγίαν μου Πίστιν και θέλω να είμαι Χριστιανός· τούτο δε λέγω και κηρύττω, ότι Χριστιανός ήμην, είμαι και θα είμαι· το δε όνομά μου είναι Γεώργιος». Οργισθείς τότε ο κριτής δια την μετά τόσης παρρησίας απόκρισιν του Μάρτυρος, επρόσταξεν ευθύς τον αξιωματικόν της φρουράς να τον οδηγήση δεδεμένον εις την φυλακήν. Είπε τότε ο Μάρτυς προς τον αξιωματικόν· «Άνθρωπε, διατί θέλεις να με δέσης; Μήπως είμαι κλέπτης ή φονεύς; Εγώ ήλθα εθελουσίως δια να ομολογήσω την Πίστιν μου την Αγίαν, Χριστιανός είμαι». Όμως ο αξιωματικός τον έφερεν εις την φυλακήν και εκεί έδεσε πέριξ του λαιμού του την αλυσίδα την μεγάλην, τους δε πόδας του προσέδεσεν εις το ξύλον. Ποίου είδους βασανιστήρια του έκαμαν εκείνην την νύκτα, δεν απεκαλύφθησαν. Τούτο μόνον γνωρίζομεν, ότι την Πέμπτην το βράδυ τον παρεκίνουν να ομολογήση την πίστιν των και να τον απολύσουν· και ότι άλλοι του υπέσχοντο χρήματα πολλά, άλλοι δε τον ηπείλουν. Ο δε Μάρτυς τούτο μόνον έλεγε· «Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θέλω να αποθάνω».Απάνθρωποι δε τινές Τούρκοι, βλέποντες το αμετάθετον της γνώμης του, από την μανίαν των έσφιγγον κάτωθεν τα δίδυμά του και με τους όνυχάς των τα εξέσχιζον. Την Παρασκευήν συνήχθησαν πάντες εις το κριτήριον και επρόσταξαν να φέρουν προ αυτών τον Μάρτυρα. Τότε έφεραν τούτον ως κατάδικον, με δεδεμένας όπισθεν τας χείρας. Εκεί ήρχισεν ο κριτής να του ομιλή με ημερότητα και ως πατήρ δήθεν να τον παρακινή λέγων· «Έλα, παιδί μου, μετανόησον και κατόπιν πήγαινε όπου θέλεις και να είσαι ό,τι θέλεις· ή Τούρκος ή Χριστιανός ή ό,τι άλλο επιθυμείς». Ο Μάρτυς απεκρίθη· «Χριστιανός είμαι και την Πίστιν μου θέλω». Τότε λέγει εις εξ αυτών· «Δεν πταίει ούτος· πταίουν οι Ιερείς των, οίτινες τους διδάσκουν ότι εκεί όπου αρνηθούν την Πίστιντων εκεί να την ομολογήσουν και πάλιν». Επεμβάς τότε ο μουφτής (νομοδιδάσκαλος των Οθωμανών) είπε· «Λοιπόν αυτόν να μη τον κρεμάσωμεν, αλλά να τον κόψωμεν με το σπαθί». Προς δε τον Μάρτυρα αποτεινόμενος είπε· «Τα ενενήκοντα είναι περισσότερα ή τα εκατόν;» Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Αυτό το οποίον με ερωτάς το γνωρίζουν και τα νήπια». Είπε δε τούτο ο μουφτής δοκιμαστικώς, μήπως αποκριθή ο Μάρτυς τίποτε άλλο, δια να ισχυρισθούν ότι είναι έξω φρενών και να τον εκδιώξουν. Τέλος, βλέπων ο κριτής το αμετάθετον της γνώμης του, εξέδωκε την δια ξίφους απόφασιν· και ούτως οι δήμιοι συνοδεύσαντες τον Άγιον με ορμήν πολλήν και μεγάλην αγριότητα, τον έφεραν εις τον τόπον της καταδίκης, όπου και τον επρόσταξαν να γονατίση. Τότε εις εκ των Αγαρηνών, σύρας το ξίφος του, το επεδείκνυεν εις τον Μάρτυρα, δια να τον κάμη να δειλιάση, συγχρόνως δε πλησιάζει τον Μάρτυρα άλλος τις Τούρκος, Οσμάν ονομαζόμενος, όστις προσποιούμενος ότι λυπείται, λέγει· «Σταθήτε, άνθρωποι, τι είναι αυτό το οποίον θέλετε να κάμετε;» Στραφείς δε προς τον Μάρτυρα του λέγει· «Λυπήσου, άνθρωπε, την ζωήν σου· μόνον ήμαρτον ειπέ και σήκω από εδώ και πήγαινε να ζήσης όπως θέλεις». Αλλ’ ο Μάρτυς απεκρίθη· «Χριστιανός είμαι, Γεώργιος ονομάζομαι και δεν θέλω την συμβουλήν σου». Μετά τούτο τον ερωτά ο δήμιος· «Μετανοείς;» Ο Μάρτυς απεκρίθη· «Χριστιανός είμαι». Λέγει πάλιν ο δήμιος· «Κύψε την κεφαλήν σου». Έκυψε τότε ο Μάρτυς την κεφαλήν με πρόσωπον χαρωπόν και ούτως απέτεμεν ο δήμιος την αγίαν του κάραν, κατά την ε΄ (5ην) του Απριλίου μηνός, ημέραν της εβδομάδος Παρασκευήν, ώραν τρίτην της ημέρας· και η μεν μακαρία ψυχή του ανήλθε προς τον ποθούμενον Χριστόν και απέλαβε του Μαρτυρίου τον αμάραντον στέφανον, η δε θεία Χάρις έμεινεν εις το άγιον αυτού Λείψανον. Δια τούτο κατά την νύκτα εκείνην όπου εξημέρωνε το Σάββατον πολλοί άνθρωποι, όχι μόνον Χριστιανοί αλλά και Αγαρηνοί, έβλεπον το μαρτυρικόν εκείνο Λείψανον ακτινοβολούν και με φως θαυμάσιον απαστράπτον, καθώς αστράπτει ο καθρέπτης, όταν αντανακλά το φως του ηλίου· το φως δε εκείνο εφαίνετο ομοίως και εις το μαρτυρικόν αίμα του, επί όσον διάστημα ευρίσκετο εκεί, διότι ο τόπος ήτο κατηφορικός και λιθόστρωτος. Ως δε εξημέρωσε το Σάββατον, διεδόθη το θαύμα και ευθύς κατά προσταγήν του κριτού εσήκωσαν εκείθεν το άγιον Λείψανον δύο αχθοφόροι και τινες Χριστιανοί και βαδίσαντες μακράν έξω της πόλεως το έφεραν και το έθαψαν εις τον τάφον του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Πολυδώρου. Εν όσω δε εσκάπτετο το μνήμα, οι Χριστιανοί ελθόντες πλησίον, άλλοι έκοπτον τας τρίχας της κεφαλής του και τας έπαιρναν, άλλοι δε κατέκοπτον το αιματωμένον ένδυμά του, λέγοντες προς τους αλλοφύλους, ότι με τα ράκη ταύτα θεραπεύονται εκείνοι οίτινες πάσχουν εξ ελονοσίας. Τότε και τις των Αγαρηνών έλαβε τεμάχιον τι εκ των ενδυμάτων τού Αγίου δια να το δώση εις τον αδελφόν του, όστις έπασχεν εκ της νόσου ταύτης. Αυτό είναι αδελφοί, το Μαρτύριον του Αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου, το οποίον εις μεν τους εχθρούς της Πίστεως προεκάλεσε καταισχύνην αθεράπευτον, εις δε τους ευσεβείς χαράν πνευματικήν και ευφροσύνην ανείκαστον, εις δόξαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΣΤ΄ (6η) Απριλίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΕΥΤΥΧΙΟΥ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

Δημοσίευση από silver »


Ευτύχιος ο μέγας άνθρωπος του Θεού και λαμπρός Αρχιερεύς έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Ιουστινιανού Α΄ του μεγάλου, βασιλεύσαντος κατά τα έτη φκζ΄- φξε΄ (527 – 565), κατήγετο δε εκ χωρίου της Φρυγίας καλουμένου Θεία Κώμη. Οι γονείς αυτού ήσαν λαμπροί και περίβλεπτοι κατά τε τον πρόσκαιρον πλούτον και τον της αρετής, μάλιστα δε τούτου επλούτουν περισσότερον, εκαλούντο δε Αλέξανδρος και Συνεσία, ήτο δε ο πατήρ αυτού τετιμημένος με το αξίωμα του Σχολαρίου. Αφού δε η πράγματι φερώνυμος Συνεσία συνέλαβε τον θαυμαστόν τούτον Ευτύχιον, είδεν όραμα, ότι εν ω εκάθητο επί της κλίνης περιέλαμψεν αίφνης αυτήν φως μέγα και ταραχθείσα δια το παράδοξον του οράματος διελογίζετο τι άραγε εσήμαινε το φανέν. Τούτο δε βεβαίως προεμήνυεν, ότι ο εξ αυτής μέλλων να προέλθη θέλει φωτίσει τους εν τω σκότει της αμαρτίας βεβυθισμένους. Μετά την γέννησιν και τον απογαλακτισμόν του παιδίου και αφού δια του θείου Βαπτίσματος εδόθη εις αυτό το όνομα Ευτύχιος, ωδηγήθη προς τον πάππον αυτού, Ησύχιον ονομαζόμενον, όστις ήτο Ιερεύς έχων το οφφίκιον του Σκευοφύλακος εις την Εκκλησίαν της Αυγουστουπόλεως δια να το αναθρέψη επιμελώς κατά τον νόμον του Κυρίου. Θεοφιλής δε ων εκείνος και θαυματουργός Άγιος ανέτρεφε και τον θείον Ευτύχιον εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, διδάσκων εις αυτόν τα ιερά Γράμματα και την ευκοσμίαν των ηθών, ως στολισμόν της ψυχής και πάσαν άλλην εν ψυχή και σώματι αρετήν. Παις δε ων ακόμη ο Άγιος, ευρισκόμενος ημέραν τινά εις την οικίαν του, συνεκεντρώθησαν εις αυτήν και πολλά άλλα παιδία και κατά την συνήθειάν των έπαιζον. Τι δε ήτο το παιγνίδιον αυτών; Ωνόμαζον εαυτά άρχοντας και Ιερείς, τινά δε εξ αυτών έγραψαν εις τον τοίχον ιδιοχείρως και τα ονόματά των και το αξίωμα, το οποίον έκαστον τούτων επεθύμει. Ο δε Άγιος, θεόθεν εμπνευσθείς, έγραψεν Ευτύχιος Πατριάρχης, όπως τούτο φαίνεται γεγραμμένον μέχρι την σήμερον δεικνύον, ότι Αυτός ο Πατήρ των φώτων προεμήνυσε δια τούτου την μέλλουσαν να δοθή εις αυτόν αξίαν και Χάρν. Αφού λοιπόν ο Άγιος εγένετο δωδεκαετής πλησίον του πάππου αυτού, ευθύς ως ο καιρός το επέτρεψεν απεστάλη εις την Βασιλίδα των πόλεων παρά των γονέων του και του πάππου του, ίνα λάβη και την έξω παιδείαν, μάλλον δε της του Θεού σοφίας οικονομούσης τα πάντα, ίνα ετοιμάση τούτον δια την διακονίαν την οποίαν εξέλεξεν. Παρακολουθήσας λοιπόν εις την Βασιλεύουσαν πάσαν την εγκύκλιον παιδείαν και απομακρύνας απ’ αυτής παν το μυθώδες, ωδήγησεν εαυτόν εις την αληθή και πραγματικήν φιλοσοφίαν, αντιληφθείς ότι η έξω σοφία «μωρία εστί» κατά τον Απόστολον (Α΄ Κορ. α: 18), διότι «πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστι καταβαίνον από του Πατρός των φώτων» (Ιακ. α:17). Όθεν συνέλαβε σκέψιν καλήν· ποία δε ήτο αύτη; Να εγκαταλείψη τον κόσμον και τα εν τω κόσμω και να προσέλθη προς το Αγγελικόν Σχήμα των Μοναχών. Και εκείνος μεν ταύτα εμελέτα, ο πανάγαθος όμως Θεός άλλως πως ωκονόμει τα κατ’ αυτόν. Διότι ενώ εσυλλογίζετο τα του μονήρους βίου, προετυπώθη εις αυτόν το της αρχιερωσύνης αξίωμα κατά τον εξής τρόπον. Παρεκλήθη ο Άγιος παρά του Επισκόπου Αμασείας και άλλων πολλών, όπως δεχθή να χειροτονηθή Επίσκοπος της πόλεως των Λαζιχηνών. Τότε ο Άγιος αν και δεν επεθύμει τούτο, διότι ως είπομεν άλλη ήτο η επιθυμία αυτού, ηναγκάσθη όμως και μη θέλων να δεχθή, σκεφθείς ότι αυτό είναι το θέλημα του Θεού. Παρέδωσε λοιπόν εαυτόν ως αρνίον άκακον εις τον Αρχιερέα των Αμασέων, ευρισκόμενον τότε εν τη Βασιλευούση των πόλεων. Όθεν χειροτονηθείς υπό του Αμασείας Αναγνώστης, εκουρεύθη τας τρίχας της κεφαλής εις τον Ναόν της Θεοτόκου, τον ονομαζόμενον του Ουρβικίου. Μετ’ ολίγον εχειροτονήθη Διάκονος και παραμείνας επί μικρόν διάστημα εις την Ιεροδιακονίαν, χειροτονείται Πρεσβύτερος, τριακονταετής ων κατά την ηλικίαν. Αφού όμως ταύτα πάντα κατά τους θείους όρους και νόμους ετελέσθησαν, αίφνης ελευθερούται απροόπτως από της επισκοπικής φροντίδος, κατά θείαν οικονομίαν, προταθέντος άλλου δια την των Λαζίχων επαρχίαν. Όθεν ελευθερωθείς ανεχώρησεν εκ της Βυζαντίδος και μετέβη εις Αμάσειαν, ένθα εισελθών εις το εκεί μέγα Μοναστήριον, ενεδύθη το Μοναχικόν Σχήμα. Μετά τούτο δεν παρήλθε πολύς χρόνος και ο Αρχιερεύς της Αμασείας, βλέπων τας αρετάς αυτού, του ανέθεσε την φροντίδα της διαποιμάνσεως παντός του υπό την Μητρόπολιν αυτού Μοναχικού συστήματος. Ο δε Άγιος, καίτοι νέος ακόμη τότε, όμως, καθό πεπροικισμένος με την Χάριν του Θεού, καλώς τα πάντα κατηύθυνε και πολλούς προς τον Θεόν καθωδήγησε δια της διδασκαλίας και των νουθεσιών του, την δε Μονήν εκαλλώπισε και νέους ευκτηρίους οίκους αυτής ωκοδόμησε και δι’ αύξησιν των προσόδων της εμερίμνησε και προς παν έργον αρετής επεδίδετο προκόπτων ούτω καθ’ εκάστην προς τα εμπρός. Βασιλεύοντος δε τότε του Ιουστινιανού του Μεγάλου, συνηθροίζετο Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει, εις την οποίαν εκλήθησαν, όπως παραστώσιν πολλοί Επίσκοποι, ίνα παρευρεθώσιν εις αυτήν, μεταξύ των οποίων ήτο και ο των Αμασέων Μητροπολίτης, όστις μη δυνάμενος δια το γήρας να προσέλθη εις την Σύνοδον, προσεκάλεσε τον Αγιον και επρότεινεν εις αυτόν να μεταβή εκείνος αντ’ αυτού και να τον αντιπροσωπεύση, ως έμπειρος και γνώστης των ιερών δογμάτων και των θείων Γραφών. Ο δε Άγιος, αν και εδυσκολεύθη ως το πάλαι ο μέγας Μωϋσής, συγκατένευσεν όμως, έστω και παρά την θέλησίν του, επειδή ούτω επληροφόρησεν αυτόν ο Θεός. Διότι είδεν εν οράματι δάκτυλον δεσποτικής χειρός εν τω στερεώματι του ουρανού, δεικνύοντα προς αυτόν κορυφήν όρους τινός, ήκουσε δε και φωνήν ήτις του έλεγεν· «Εκεί θέλεις γίνει Επίσκοπος». Ποίον όμως άλλο να ήτο το όρος εκείνο αν δεν ήτο η Βασιλίς των πόλεων; Εκκινήσας λοιπόν εξ Αμασείας φθάνει εις την Βυζαντίδα, και προσελθών προς τον αγιώτατον Πατριάρχην Μηνάν παρουσιάσθη ενώπιον αυτού. Τότε ο Πατριάρχης, βλέπων το ήθος, την κοσμιότητα και την γνώσιν του Ευτυχίου τόσον τον εξετίμησεν, ώστε προέτεινεν εις αυτόν να παραμείνη μαζί του· εις δε τον υπ’ αυτόν Κλήρον έλεγεν· «Ούτος ο Μοναχός θα είναι ο διάδοχός μου». Μετά ταύτα ο αγιώτατος εκείνος Πατριάρχης, παρουσίασε τον Άγιον εις τον βασιλέα, όστις, αφού εδέχθη αυτόν, τον συνηρίθμησε μετά των λοιπών Πατέρων, οίτινες απετέλεσαν την Αγίαν εκείνην Σύνοδον. Αρξαμένων δε των εν αυτή αυζητήσεων ανεκοινώθησαν οι λόγοι, ένεκα των οποίων αύτη συνεκλήθη. Προσεκλήθησαν δε όπως παραστώσιν εις αυτήν και οι αντιφρονούντες, ίνα συζητήσωσι μετά των Πατέρων. Τότε ο Άγιος, φανείς κατά τας συζητήσεις δόκιμος πάσης παιδείας θείας τε και ανθρωπίνης, αντήλλαξε γνώμας μετά των αιρετικών εκείνων, οίτινες δεν κατώρθωσαν να αντισταθώσιν εις την σοφίαν και το πνεύμα δια των οποίων ωμίλει. Ότε δε τινες εξ αυτών έλεγον, ότι δεν πρέπει να αναθεματίζωνται οι προαποθανόντες, ο Άγιος απεκρίθη λέγων· «Και ο βασιλεύς Ιωσίας, ανασκάψας μετά θάνατον τους τάφους των θυσιασάντων εις τας δαμάλεις, κατέκαυσε α οστά αυτών. Επιβάλλεται λοιπόν, όπως κατά τον αυτόν τρόπον συμπεριφερώμεθα και ημείς προς τους αιρετικούς αναθεματίζοντες και μετά θάνατον αυτούς». Θαυμάσαντες τότε ο βασιλεύς και πάντες οι παρευρισκόμενοι τον Άγιον, ηξίωσαν αυτόν μεγάλης τιμής· ένεκα δε τούτου διήγε μετά μεγαλυτέρας παρρησίας εις την βασιλικήν αυλήν. Ούτως είχον τα πράγματα μέχρι του έτους φνβ΄ (552), ότε ο αγιώτατος Πατριάρχης Μηνάς μετέστη προς την αιωνίαν ζωήν. Από της πρώτης τότε στιγμής της κοιμήσεως του μακαρίου εκείνου Πατριάρχου και ενώ οι αρμόδιοι ευρίσκοντο ακόμη καθ’ οδόν σπεύδοντες να αναγγείλουν τούτο εις τον βασιλέα, άλλοι είχον μεγάλον αγώνα και φροντίδας εις το πως θα προβάλουν ως διαδόχους εκείνου τους μη αξίους του θρόνου, προσπαθούντες δι’ υποσχέσεων και δωροδοκιών να επιτύχωσι των ελπιζομένων, πείθοντες προς τούτο τους ασκούντας επιρροήν επί του βασιλέως. Αλλ’ ο τα πάντα ποιών και μετασκευάζων Θεός κλίνει την καρδίαν του βασιλέως προς τον άξιον άνδρα, τον μέγαν Ευτύχιον, και αμέσως διατάσσει να ευρεθή ούτος, όπου και αν ευρίσκεται. Ευρεθέντος δε του Αγίου εις τινα οικίαν διέταξεν ο βασιλεύς, όπως διατεθή φρουρά, η οποία να τον φυλάττη εκεί εις την οικίαν εκείνην μετά της πρεπούσης τιμής. Τούτο δε επρόσταξε, διότι εφοβείτο μήπως ο Άγιος, θέλων να αποφύγη την αξίαν, σπεύση να κρυφθή. Εις την οικίαν δε εκείνην φυλασσόμενος ο μέγας ούτος ανήρ ηξιώθη και θείας οπτασίας, την οποίαν του απεκάλυψεν ο Θεός, ίνα γνωρίση, ότι θέλημά Του είναι τούτο. Την οπτασίαν ταύτην διηγήθη μετά ταύτα ο ίδιος ούτος Άγιος, ειπών· «Κατά την νύκτα εκείνην έβλεπον κατ’ όναρ οίκον μέγαν, κατάφωτον και κλίνην ευπρεπώς εστρωμένην, επί της οποίας εκάθητο γυνή τις, ονόματι Σοφία, ήτις αφού με προσεκάλεσε να υπάγω πλησίον της με υπεδείκνυε εις τους άλλους μετά κοσμιότητος. Μετά τούτο έβλεπον το παρακείμενον εις την οικίαν εκείνην ηλιακωτόν κεκαλυμμένον δια χιόνος, ίστατο δε εκεί παιδίον, ονόματι Σωτήριχος, το οποίον εφαίνετο ως να ήτο έτοιμον να πέση εκ του ηλιακωτού. Προφθάσας δε εγώ ανεσήκωσα τούτο εκ της χιόνος, ίνα μη πέση». Τι λοιπόν άλλο ήτο δυνατόν να σημαίνη τούτο από την επιμέλειαν και φροντίδα της Εκκλησίας, η οποία επρόκειτο να του ανετεθή; Τούτο βεβαίως εσήμαινεν η μετά κοσμιότητος υπόδειξις του Αγίου υπό της Σοφίας. Το δε εν τη χιόνι παιδίον εσήμαινεν ασφαλώς ότι η Εκκλησία ευρίσκετο εις δεινόν χειμώνα, εκ της μανίας των αιρετικών, δια της αναλήψεως όμως της ποιμαντορίας αυτής υπό του θείου Ευτυχίου θα επανεύρισκεν αύτη την ειρήνην, αμφότερα δε ταύτα επραγματοποιήθησαν. Διότι και εις τον θρόνον ανεδείχθη ο Άγιος και η Εκκλησία επανεύρε την ειρήνην και την ησυχίαν, δια της επιστασίας και κυβερνήσεως του Αγίου. Εν ω λοιπόν ο Άγιος εφυλάττετο εις την οικίαν εκείνην, ο φιλόχριστος βασιλεύς ανεκοίνωσε προς τον ευαγή Κλήρον και την Σύγκλητον την σκέψιν, την οποίαν απ’ αρχής είχε συλλάβει, πληροφορήσας αυτούς ότι και θείαν οπτασίαν είδε περί τούτου ευρισκόμενος εντός του Ναού του κορυφαίου των Αποστόλων Πέτρου εν τω Αθήρα, εις τον οποίον παρευρίσκετο και ο πρώτος εκείνος της αληθείας κήρυξ. Είδε δηλαδή τότε τον κορυφαίον Πέτρον καθ’ ύπνον, υποδεικνύοντα εις αυτόν τον μέγαν Ευτύχιον και λέγοντα· «Τούτον ποίησον Επίσκοπον». Εβεβαίου δε τούτο μεθ’ όρκων ο βασιλεύς, ότι πράγματι ούτως εγένετο. Πληροφορηθέντες λοιπόν άπαντες, ότι δια θείας οράσεως υπεδείχθη ο θείος Ευτύχιος άπαντες ομοθυμαδόν εν μια φωνή και γνώμη και εν μια ψήφω ανεβόων το, άξιος, άξιος, και προ ακόμη της ώρας αυτού. Αφού λοιπόν ετελέσθησαν εις τον Άγιον άπαντα τα υπό των θείων και ιερών Κανόνων προστασσόμενα και δια της κεκανονισμένης χειροτονίας, έλαβεν εν έτει φνβ΄ (552) την θείαν Χάριν του Παναγίου Πνεύματος, προσεφέρθη εις το ιερόν Θυσιαστήριον ο πραγματικός Ποιμήν και Διδάσκαλος. Βαστάζει τότε και ο Άγιος επί του ώμου αυτού τον τύπον του πεπλανημένου προβάτου (το ωμοφόριον), ανέρχεται εις την υψηλήν περιωπήν και καθέδραν της Εκκλησίας, ενθρονίζεται εις τον θρόνον, μιμούμενος τον Αρχιποίμενα Χριστόν εις τους ουρανούς ανερχόμενον και λέγει και αυτός την συνοπτικήν και συντηρητικήν εκείνην φωνήν προς πάντα τον λαόν· «Ειρήνη πάσι». Και πράγματι πάντα τα επ’ αυτού τελεσθέντα είναι πλήρη πάσης ειρήνης και θείας σοφίας και συνέσεως, ικανά δε να ειρηνεύουν πάντας τους ανθρώπους και να ευφραίνωσι τούτους. Διότι τότε ο Άγιος ούτος Πατριάρχης, ο της ευτυχίας φερώνυμος Ευτύχιος, θέλων να ειρηνεύση την Εκκλησίαν από τα σκάνδαλα των αιρετικών, οι οποίοι κατετάρασσον αυτήν και να ίδη αυτήν ειρηνικήν και ευτυχούσαν, έπεισε τον βασιλέα και συνεκάλεσε την Αγίαν Ε΄ Οικουμενικήν Σύνοδον υπό της οποίας διελευκάνθησαν και εξωμαλύνθησαν πάντα τα ζητήματα και ελήφθησαν αποφάσεις ουχί δια της βίας, ουχί εξ ανάγκης, ουχί κατόπιν έχθρας, ούτε κατόπιν παθών, αλλ’ αποδεδειγμένως και ασφαλώς. Όθεν ειρήνη βαθεία και γαλήνη μεγάλη εδωρήθη εις την του Θεού Εκκλησίαν. Τότε λοιπόν και οι τέσσαρες άλλοι Πατριάρχαι, Βιγίλιος Ρώμης, Απολλινάριος Αλεξανδρείας, Δομνίνος Αντιοχείας και ο μέγας ούτος Ευτύχιος συνελθόντες ομού, ετέλεσαν την θείαν Μυσταγωγίαν, γεγονός όπερ ουδέποτε πρότερον είχε συμβή. Μετά δε τούτο ανεχώρησεν έκαστος των Ιερέων και Αρχιερέων εις την ιδίαν αυτού πόλιν και επαρχίαν. Ούτως αι πανταχού Εκκλησίαι του Θεού είχον ειρήνην, πορευόμεναι και οικοδομούμεναι εν φόβω Κυρίου και πληθυνόμεναι τη παρακλήσει του Αγίου Πνεύματος. Επί δώδεκα λοιπόν έτη ποιμάνας την λογικήν του Χριστού ποίμνην, ο του Θεού πιστός θεράπων Ευτύχιος, επί ύδατος αναπαύσεως και τόπον χλόης αυτήν κατεσκήνωσε, ακαταμάχητον ταύτην διαφυλάξας, το συντετριμμένον καταπτοήσας, το ασθενές ενισχύσας, το πεπλανημένον επιστρέψας δια λόγων ποιμαντικών γνώσεως εμπείρου Ποιμένος, ως ενθυμούμενος πάντοτε τον προς τον κορυφαίον Πέτρον λόγον του Κυρίου: «Ει αγαπάς με, ποίμαινε τα πρόβατά μου· ει φιλείς με, βόσκε τα αρνία μου» (Ιωάν. κα:15). Αλλά δεν υπέφερε πλέον ο φθονερός και μισόκαλος εχθρός διάβολος να βλέπη εις την ευθείαν κινουμένην και βρίθουσαν την άρουραν του Χριστού και τον σίτον μεθ’ ωρίμου στάχεως και καλώς καλλιεργημένον, να ανατείνεται προς το ουράνιον ύψος. Τι λοιπόν πράττει, ο των ζιζανίων σπορεύς; Και πως εμβάλλει μεταξύ του σίτου άκανθαν; Ας ίδωμεν. Γνωρίζετε πάντες την αφοσίωσιν του ευσεβούς βασιλέως Ιουστινιανού εις τας ερεύνας επί των ιερών δογμάτων της Πίστεως. Πως, δηλαδή, εν νυκτί και εν ημέρα, υπεράνω όλων των άλλων φροντίδων, μίαν και μόνην είχε πάντοτε φροντίδα, το να διεξαγάγη συζητήσεις μετά πάντων των αιρετικών, εξ ων πολλά προσεπορίζετο ωφέλιμα διδάγματα επιτυγχάνων άμα και να κατατροπώνη πάντοτε αυτούς δια πιθανών συλλογισμών, εμπραγμάτων αποδείξεων και Γραφικών μαρτυριών. Πως όμως περιεπλάκη εις τον Αφθαρτοδοκητισμόν δεν δύναμαι να το εννοήσω. Δεν γνωρίζω ποίος είναι ο εισηγηθείς τον ελεεινόν όντως και βδελυρόν αυτόν, ή, μάλλον ειπείν, νοσογόνον δογματισμόν. Δεν γνωρίζω ποίος είναι εκείνος, όστις υπό το πρόσχημα δήθεν της ευλαβείας εσκέφθη να είπη, ότι το Σώμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού είναι άφθαρτον, εξ αυτής της ενώσεως. Τις λοιπόν υπήρξεν ο τόσον άφρων, όστις ετόλμησε να είπη άφθαρτον το σώμα του Κυρίου, εξ αυτής της ενώσεως; Διότι εάν τούτο εγένετο δεκτόν, η σάρκωσις και η ενανθρώπησις του Θεού Λόγου θα εγίνετο κατά φαντασίαν και ουχί κατ’ αλήθειαν. διότι πως σώμα άφθαρτον ήθελεν υποστή Σταυρικόν Πάθος, διατρήσεις ήλων, νύξιν πλευράς και Ταφήν; Τινές δε τα του Ωριγένους, του Ευαγρίου και του Διδύμου φρονούντες, κατέπεισαν τον βασιλέα να ανοκοινώση και δημοσία το τοιούτον βλάσφημον δόγμα. Αφού λοιπόν εγένετο τούτο προέτρεπεν ο βασιλεύς τον Άγιον να συμφωνήση και ούτος προς αυτόν. Ο δε Άγιος Ευτύχιος, χωρίς ουδόλως να καμφθή, μάλλον δε διαμαρτυρόμενος προς τον βασιλέα, παρεκίνει πρώτον τούτον δια λόγων παρακλητικών, παραινετικών και αποδεικτικών να απομακρυνθή της τοιαύτης κακοδοξίας, καθόσον αύτη δεν προήρχετο εξ αποστολικής διδασκαλίας και παραδόσεως. Επειδή όμως δεν ήτο δυνατόν να τον καταπείση, επροτίμησε να υπομείνη ο ίδιος πάσαν κακοπάθειαν υπέρ του αληθούς δόγματος. Αμέσως τότε οι των κακών σοφισταί, οι τα πάντα δολίως τολμώντες, εμελέτησαν κενά και μάταια «κατά του Κυρίου και κατά του χριστού Αυτού» (Ψαλμ. β:2)· και αφού έπεισαν τον βασιλέα ως προς τα λεγόμενά των, επιτυγχάνουσιν ώστε να εξώση ούτος του θρόνου τον άξιον Ποιμένα Ευτύχιον, αντ’ αυτού δε να αναβιβάση έτερον, όστις θα ήτο πρόθυμος να συμμορφωθή προς τον σκοπόν αυτών. Όπερ και εγένετο. Διότι ημέραν τινά, κατά την οποίαν ετελείτο η εορτή του Αγίου Τιμοθέου και ο Άγιος Ευτύχιος ετέλει θείαν Λειτουργίαν, εν τω παλατίω του Ορμίσδα, ανήλθον εις τον πατριαρχικόν οίκον, ο στρατηγός και οι υπηρέται αυτού και συνέλαβον και έσυρον μετά θορύβου τους υπηρέτας του Αγίου. Πκηροφορηθείς δε ο Άγιος την γενομένην έφοδον εις το Πατριαρχείον και ότι τινές εκ των εν αυτώ υπηρετούντων συλληφθέντες ενεκλείσθησαν εις την φυλακήν, αφού συνεπλήρωσε την θείαν Λειτουργίαν, έμεινεν εντός του Θυσιαστηρίου. Διότι διεμηνύθη εις αυτόν, ότι εάν εξέλθη εκ των ιερών περιβόλων, ήθελε κινδυνεύσει να θανατωθή. Ταύτα αφού επληροφορήθη ο μακάριος, έστη προ του ιερού Θυσιαστηρίου μετά την απόλυσιν, φέρων και το ωμοφόριον και με εκτεταμένας τας χείρας, προσευχόμενος μέχρι της τρίτης ώρας της νυκτός, παρεκάλει τον Θεόν να διαφυλάξη ατάραχον την Εκκλησίαν και να μη σαλευθούν τα ορθά δόγματα. Ταύτα του Αγίου προσευχομένου, επετέθη κατ’ αυτού το μέγα θηρίον, ο Αιθέριος, μετά μαχαιρών και όπλων και αρπάσας τον Άγιον απήγαγεν αυτόν εις το Μοναστήριον το καλούμενον Χωρακούδην και μετά μίαν ημέραν εξετόπισαν αυτόν εις το εις Χαλκηδόνα Μοναστήριον το ονομαζόμενον της Οσίας. Μετά την ογδόην ημέραν, αφού συνέστησαν συνέδριον εκ φατρίας Επισκόπων και αρχόντων και ενήργησαν άθεσμον και άτακτον χειροτονίαν εκάλουν τον Άγιον να απολογηθή, ως δήθεν καταγγελθέντων εις το συνέδριον λιβέλλων κατ’ αυτού. Τι δε περιείχον ούτοι οι λίβελλοι; Αδύνατον είναι να το ακούση τις και να μη γελάση. Έλεγον δηλαδή ότι έφαγεν εντόσθια ορνιθίων και ότι επί πολλάς ώρας προσηύχετο γονυκλινώς· ίνα δε τα εν λεπτομερείαις παιδαριώδη παραβλέψω, μετακινήσαντες τούτον εκ της Χαλκηδόνος τον ωδήγησαν εις την νήσον Πρίγκηπον. Παραμείνας δε ο Άγιος εν αυτή τρεις εβδομάδας και υπό πολλών στρατιωτών φυλαττόμενος, εκρίθη και πάλιν υπό των αυτών κριτών και κατηγόρων· αλλά και πάλιν, αν και ουδεμίαν αιτίαν ή πρόφασιν εύλογον εύρισκον, όμως υπέγραψαν απόφασιν να διωχθή εκ της Κωνσταντινουπόλεως και να οδηγηθή εις το Μοναστήριον αυτού το ευρισκόμενον εις την περιοχήν της Μητροπόλεως των Αμασέων, όπερ και εγένετο. Όταν λοιπόν ητοιμάσθησαν καλώς τα της εξορίας, απεμακρύνθη της πόλεως ο Άγιος, είμεθα δε και ημείς μετ’ αυτού συναπόδημοι, διότι ήμην και εγώ, ο ταύτα γράψας, πλησίον του Πατρός και Δεσπότου μου διωκομένου υπέρ του Χριστού. Πολλοί τότε των Επισκόπων και μάλιστα οι της Ανατολής εξηγέρθησαν κατά του αιρετικού δόγματος του βασιλέως και των Αφθαρτοδοκητών, γενναίως ανταγωνισθέντες, εξαιρέτως δε ο της Αντιοχείας Πατριάρχης Άγιος Αναστάσιος, όστις μετέσχε των ίσων κινδύνων και στεφάνων, ως και ο Μέγας Ευτύχιος. Ότε δε εφθάσαμεν εις Αμάσειαν, απήλθεν ο Άγιος εις το Μοναστήριόν του, μεγάλως ευχαριστών τον Θεόν, τον καταξιώσαντα αυτόν να εξορισθή και να διωχθή υπέρ της ευσεβείας και του ονόματος Αυτού· ότι δε και δια χαρίτων ιαμάτων και θαυμάτων ήτο πεπλουτισμένος ο Μέγας Ευτύχιος, τούτο θέλει φανερώσει πλήρως η συνέχεια του λόγου. Ανδρόγυνον ήτο εν Αμασεία, μη δυνάμενον να αποκτήση τέκνα. Διότι πριν ή εξέλθουν εκ της γαστρός τα επίτοκα βρέφη, ανηρπάζοντο άωρα υπό του θανάτου και προεκάλουν απαρηγόρητον πένθος εις τους γονείς των. Όθεν τας μεν οδύνας της κυήσεως και του τοκετού υπέφερον ούτοι, της δε χαράς δεν μετείχον. Τι λοιπόν έπραξαν; Απεφάσισαν να καταφύγουν προς τον Θεόν, τον δυνάμενον και νεκρούς να αναστήση δια των δούλων Αυτού. Ήλθον λοιπόν προς τον θείον Ευτύχιον, και τον παρεκάλουν ίνα προσευχηθή δι’ αυτούς, όπως ζήσουν τα μέλλοντα να γεννηθούν τέκνα των. Ο δε Άγιος Ευτύχιος, προσευχηθείς χάριν αυτών, έχρισεν αμφοτέρους δι’ αγίου ελαίου, το οποίον έλαβεν εκ της κανδήλας του Τιμίου Σταυρού και εκ του ελαίου του βρύοντος εκ της αγίας Εικόνος της Αχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, της εν Σωζοπόλει, ειπών και τούτο· «Εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, να ζήση το κυοφορούμενον βρέφος, καλέσατε δε αυτό Πέτρον» (είπε δε τούτο ο Άγιος διότι τότε ήτο έγκυος η γυνή). Παρευρισκόμενος δε εκεί και εγώ, ηρώτησα· «Εάν το μέλλον να γεννηθή είναι θήλυ, πως θα το ονομάσωσι»; Ο Άγιος απεκρίθη· «Όχι, αλλά Πέτρον θα το ονομάσωσι και θέλει ζήσει». Χαίροντες τότε εκείνοι και ως εις τας αγκάλας βαστάζοντες το μήπω εισέτι γεννηθέν παιδίον, ανεχώρησαν δια την οικίαν των. Ότε δε συνεπληρώθη ο απαιτούμενος χρόνος εγεννήθη άρρεν τέκνον, καθώς προείδε και προείπεν ο του Θεού θεράπων Ευτύχιος και βαπτίσαντες τούτο το ωνόμασαν Πέτρον, κατά την παραγγελίαν του Αγίου. Ελθόντες τότε εις την Μονήν ενηγκαλίζοντο τους πόδας του Αγίου ομολογούντες την χάριν την οποίαν εποίησε προς τούτους ο Κύριος και ότι δι’ ευχών αυτού ηλέησεν αυτούς· ο δε Άγιος, επιθέσας επί του νηπίου τας χείρας, ηυλόγησεν αυτό. Μετά δε ταύτα εγεννήθη και έτερος υιός, έφερον δε και αυτόν εις τον Άγιον και εδόξαζον τον Θεόν, τον δωρήσαντα εις αυτούς ευλογίας δια των αγίων ευχών αυτού. Ηρώτησαν δε τον Άγιον πως να ονομάσωσιν αυτόν, ο δε είπε· «Ιωάννην καλέσατε αυτόν, διότι εν τω οίκω Ιωάννου επήκουσε Κύριος ο Θεός της δεήσεως υμών». Ηυξήθησαν λοιπόν τα παιδία των ανθρώπων εκείνων και ηπλώθη η φήμη του Αγίου εις όλην την Αμάσειαν. Όθεν εδόξαζον άπαντες τον Θεόν. Πρεσβύτερος τις είχεν υιόν κωφόν και άλαλον, έως ετών δεκατεσσάρων, τον οποίον και έφερε προς τον Όσιον, δεόμενος όπως τύχη της παρά του Θεού βοηθείας. Προσευχηθείς λοιπόν ο Όσιος και χρίσας πάντα τα μέλη αυτού δι’ αγίου ελαίου εκάλεσε το παιδίον εξ ονόματος τρεις φοράς, λέγων· «Νουνεχή», διότι ούτως εκαλείτο και κατά μεν την πρώτην ημέραν απεκρίθη ανάρθρως· παραμείναντος όμως επί τρεις ημέρας και χριομένου εκ του αγίου ελαίου, ελύθη ο δεσμός της γλώσσης και ήκουε και ελάλει έκτοτε φυσικώς αινών τον Θεόν. Τούτον τον παίδα ηθέλησεν ο πατήρ αυτού να αφήση εις την Μονήν, αλλά δεν επέτρεψε τουτο ο του Θεού θεράπων Ευτύχιος, δια λόγους τους οποίους αυτός εγνώριζεν υπό Θεού οδηγούμενος. Παραλαβών λοιπόν ο πρεσβύτης υγιάτον υιόν του απήλθεν, ευλογών τον Θεόν. Άλλος δε τις Κληρικός ονόματι Κύριλλος είχεν υιόν πενταετή άλαλον, όστις επί μακρόν χρόνον μη θέλων να γευθή τροφής ούτε της ζωής σχεδόν μετείχεν ούτε του θανάτου. Έφερε λοιπόν αυτόν προς τον Άγιον, όστις αναπέμψας την συνήθη ευχήν, μετέδωκεν εις αυτόν την Αγίαν Κοινωνίαν, ευλογήσας δε και άρτον απλούν, έδωκεν εις αυτόν και ούτω τον απέλυσεν· από της ημέρας δε εκείνης διελύθη ο δεσμός της γλώσσης αυτού και ελάλει καθαρώς και έτρωγε και έπινε, γενόμενος υγιής δια της Χάριτος του Θεού. Πόλις τις υπάρχει, πλησίον της Αμασείας, καλουμένη Ζήλα. Άνθρωποι δε τινες, εκείθεν εκκινήσαντες, έφερον παιδίον προς τον Άγιον ειπόντες προς αυτόν, ότι τούτο ήτο τεσσάρων ετών και ουδέν έτρωγεν, ούτε το παραμικρόν, ούτε εθήλαζεν. Ήτο δε τούτο ως άσαρκον και ασώματον, ούτε χρώμα έχον, ούτε σχεδόν ίχνος σαρκός, τόσον ώστε οι θέλοντες ηδύναντο να αριθμήσουν πάσας τας πλευράς αυτού, ακόμη και τας αρμονίας και τας τάσεις των νεύρων ως και αυτά τα οστά του. Ως λοιπόν είδεν αυτό ο θείος Ευτύχιος, ούτως εκ γενετής πάσχον, παρακαλέσας εκτενώς τον εκ του μη όντος εις το είναι παραγαγόντα τούτο Θεόν, έχρισεν εκ του αγίου ελαίου όλον το σώμα αυτού, εκοινώνησε δε τούτο και δια της Αχράντου Κοινωνίας. Ευλογήσας δε και άρτον κοινόν, έδωκε τούτον εις τους γονείς, παραγγείλας να βρέχουν αυτόν εις άκρατον οίνον και ούτω να τον προσφέρουν εις τον παίδα. Αφού δε οι γονείς έπραξαν τούτο, επέτυχον της ελπίδος. Διότι, την επομένην ημέραν, έφερον το παιδίον προς τον Άγιον πολλήν την διαφοράν και αναζωογόνησιν της σαρκός παρουσιάζον. Κατά δε την τρίτην ημέραν τελείως διαφορετικόν είδομεν αυτό. Εκράτει τότε άρτον εις την χείρα του και έτρωγεν ενώπιον ημών, κινούν τους πρότερον ουδέ καν φαινομένους οφθαλμούς του και ατενίζον ένα έκαστον των παρισταμένων. Διηγούντο δε οι γονείς τού παιδίου τούτου, ότι αφ’ ης στιγμής ηυχήθη επ’ αυτού ο Άγιος, απεστράφη τον θηλασμόν και ετρέφετο δια συνήθους τροφής χωρίς διαμαρτυρίαν. Υπερβολικώς λοιπόν χαίροντες οι γονείς του και οι μετ’ αυτών επέστρεψαν εις την πόλιν των, διηγούμενοι το θαύμα εις δόξαν Θεού. Τέκνον τινός των εις την Αμάσειαν χειροτεχνών, αίφνης εις νόσον περιπεσόν, έφθασεν εις αυτάς τας πύλας του θανάτου· λαβών τότε τούτο ο πατήρ εις τας αγκάλας του, έρχεται εις το Μοναστήριον του Αγίου και παρουσιάσας το τέκνον του εις τον Άγιον παρεκάλει τούτον να το θεραπεύση. Ο δε Άγιος ησχολείτο την στιγμήν εκείνην εις άλλην διακονίαν, ώστε δεν είχε καιρόν να φροντίση περί αυτού. Επειδή δε παρήλθεν ώρα πολλή, ήθελεν ο πατήρ του παιδίου να αναχωρήση και λέγει· «Αποθνήσκει το παιδίον μου· διατί λοιπόν να ενοχλούμεν τον Όσιον»; Ημείς δε συνεκρατήσαμεν τον άνδρα λέγοντες· «Μείνε ακόμη ολίγον». Είπομεν δε τούτο, διότι εσκέφθημεν, ότι και τους τεθνεώτας δύναται να εγείρη ο Θεός. Συγχρόνως δε ειδοποιήσαμεν τον Άγιον περί του κινδύνου του παιδός. Ο δε Άγιος, χωρίς διόλου να αμελήση, εισήλθεν εις τον σωτήριον Οίκον του Κυρίου και προσευχηθείς επέθηκε τας χείρας αυτού επί του παιδίου· χρίσας δε τούτο δια του αγίου ελαίου, το αφήκε να αναχωρήση εις τον οίκον αυτού. Κατά δε την επομένην ελθών ο πατήρ μετά του παιδίου, υγιούς πλέον, ηυχαρίστει τον Θεόν τον ζωοποιούντα τους νεκρούς. Γυνή τις χωρική, έχουσα υιόν επταετή, εισήρχετο μετ’ αυτού εις την πόλιν· εκ πονηρού όμως συναπαντήματος επλήγη αίφνης εις τους πόδας ο παις και δεν ηδύνατο να σταθή όρθιος. Λαβούσα τότε η μήτηρ το παιδίον εις τας αγκάλας της, έφερεν αυτό εις τον Άγιον οδυρομένη και κλαίουσα δια το συμβάν εις τον παίδα ατύχημα. Ο δε Άγιος εκτενώς προσευχηθείς ήλειψε δι’ αγίου ελαίου τους πόδας του παιδός. Αφού δε συνεπληρώθη η προσευχή η μήτηρ του παιδίου, θέλουσα να ίδη εάν δύναται να σταθή τούτο εις τους πόδας του, έστησεν αυτό όρθιον ενώ συγχρόνως το υπεβάσταζεν. Εστάθη λοιπόν κατ’ αρχάς το παιδίον όρθιον μόνον, αλλ’ έτρεμε και ήτο έτοιμον να πέση, δια τούτο το εκράτουν από την χείρα. Ολίγον όμως κατ’ ολίγον ηδυνήθη να σταθή εντελώς μόνον όρθιον και ακλόνητον, μετά μικρόν δε και περιεπάτησε και απερχόμενον μετά της μητρός εις τον οίκον του έψαλλεν, υμνούν τον Θεόν. Μοναστήριον γυναικείον ευρίσκεται πλησίον της πόλεως ταύτης Αμασείας, ονομαζόμενον της Φλαβίας. Μοναχαί λοιπόν τινες της Μονής ωδήγησαν προς τον Άγιον κοράσιον πενταετές, λέγουσαι, ότι επ’ ουδενί λόγω θέλει να πλησιάσει τούτο εις την θείαν Κοινωνίαν. Όταν δε πρόκειται να το κοινωνήσουν, καταλαμβανόμενον υπό φόβου και τρόμου πολλού, κραυγάζει και αποστρέφεται αυτήν. Κατά δε την επομένην ημέραν, ήτις ήτο Κυριακή, μετέδιδεν ο Άγιος εις το πλήρωμα της Εκκλησίας τα Άχραντα Μυστήρια, είπε δε τότε να φέρωσι το κοράσιον, ίνα μεταλάβη. Έφεραν λοιπόν τούτο και το ηνάγκασαν μετά μεγάλης βίας και στενοχωρίας να δεχθή εις το στόμα την Αγίαν Κοινωνίαν, ευθύς όμως εκβαλόν εκείνο αγρίαν κραυγήν έπτυσεν αυτήν ενώπιον ημών· ημείς δε φρίξαντες αφήσαμεν το κοράσιον να φύγη παραγγείλαντες εις τους γονείς του να το φέρουν την επαύριον. Ότε λοιπόν την επομένην επανήλθε, προσηυχήθη ο Άγιος επί του κορασίου, έχρισε δε και δια του αγίου ελαίου πάντα τα μέλη αυτού. Μετά τούτο έφερον αυτό ίνα μεταλάβη. Όταν όμως επλησίασε τα Τίμια Δώρα αφήκε φωνήν αγρίαν και όταν επρόκειτο να εγγίση εις το Άγιον Ποτήριον εξήμεσεν εκ του στόματός του πολλήν ακαθαρσίαν, μάλλον δε το ακάθαρτον πνεύμα εξήλθεν απ’ αυτού. Τότε το κοράσιον εμπλησθέν Χάριτος θείας εστέναξε βαθέως και μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων αφόβως και ηρέμως, μετά δε την Αγίαν Κοινωνίαν πάλιν εστέναξε το κοράσιον και είπεν· «Ιδού από της στιγμής αυτής τρώγω κωλώθην», όπως δηλαδή ωνόμαζον τα παιδία της χώρας εκείνης τον μη αγιασμένον άρτον. Πάντες τότε εδόξασαν τον Θεόν, τον ποιούντα θαυμάσια δια των αυτού πιστών θεραπόντων και ανεχώρησαν χαίροντες. Νέος τις μετερχόμενος την τέχνην του κτίστου ειργάζετο εις τον οίκον Χρυσαφίου τινός, όστις διέμενεν εις την πόλιν της Αμασείας. Κατηδάφιζε δε ούτος από του τείχους το παλαιόν μουσείον, όπερ ήτο ιστορημένον με τοιχογραφίας της Αφροδίτης, διότι ο προαναφερθείς Χρυσάφιος επρόκειτο να ανεγείρη Ναόν ευκτήριον επ’ ονόματι των Αρχαγγέλων εις το ανώγειον, εις δε το κατώγειον Ναόν μέγαν επ’ ονόματι της Υπεραγίας Θεοτόκου. Αλλ’ ο εις αυτό παραμένων δαίμων έπληξε την δεξιάν του κτίστου χείρα, ήτο δε η πληγή την οποίαν έλαβε σοβαρωτάτη. Ως λοιπόν είδε τον εαυτόν του ο τεχνίτης εις τοιαύτην κατάστασιν, ήλθε προς τον Άγιον, όπως τύχη ιάσεως δια των ευχών αυτού. Ο δε Άγιος, προσευχηθείς επ’ αυτόν και χρίσας δια του αγίου ελαίου την χείρα αυτού, αποκατέστησε ταύτην υγιά, ως ήτο πρότερον. Εις τον οίκον δε εκείνον, εις τον οποίον ο ιαθείς τεχνίτης έλαβε την πληγήν, έστησε την Εικόνα του Αγίου Ευτυχίου, εις ανάμνησιν του θαύματος και εις σημείον ευχαριστίας. Λεπτουργός τις έφερε παιδίον προς τον Άγιον, ενοχλούμενον υπό ακαθάρτου πνεύματος· εν ω δε ήτο παρών ότε ο Άγιος ετέλει την προσευχήν και επειδή το παιδίον ήτο μικρόν, λέγει τις εκ των παρισταμένων προς τον λεπτουργόν· «Βάστασον το παιδίον, ίνα λάβη εκ του αγιάσματος». Ούτος δε εβάστασε το παιδίον, συμπληρωθείσης δε της ευχής, ανεχώρησαν αμφότεροι. Κατά δε την επομένην έρχεται ο λεπτουργός κλαίων και οδυρόμενος, καθώς μη υποφέρων τους πόνους τους οποίους ησθάνετο εις την χείρα του. Ερωτηθείς δε διατί κλαίει και τις η αιτία, ούτος απήντησεν· «Από της ώρας από της οποίας εβάστασα το παιδίον, έφυγεν ο δαίμων απ’ αυτού και εισεπήδησεν εις εμέ». Τούτο ακούσας ο Άγιος και ελαφρώς μειδιάσας, κατεγέλασε τον δαίμονα, όστις έπραξε ταύτα. Προσευχηθείς δε επί του ανθρώπου απέλυσεν αυτόν, παραγγείλας να απασχολήται εις προσευχήν. Ούτος δε αμελήσας προς την του Αγίου παραγγελίαν και επειδή εφοβείτο τον όγκον και την φλόγωσιν της χειρός, παρέδωκεν εαυτόν εις τους ιατρούς και μετεχειρίζετο θερμά ύδατα προς ιατρείαν του. Εξοδεύσας δε όλην την περιουσίαν αυτού και εις ουδέν ωφεληθείς, ήλθε πάλιν προς τον άμισθον ιατρόν Ευτύχιον· ο δε, όλως προθύμως, χωρίς ουδέ καν να τον επιπλήξη, παρεκάλεσε τον Θεόν υπέρ αυτού και ούτως απηλλάγη των πόνων και της επηρείας του εχθρού, ιαθείς και δοξάζων τον Θεόν. Νέος τις περιέπεσεν εις δαίμονα πονηρότατον και χαλεπόν, οσάκις δε ηνωχλείτο υπ’ αυτού ουδείς ηδύνατο να κρατήση τούτον, αλλά τους πάντας κατεδίωκε και συνέτριβεν. Έφερον λοιπόν αυτόν προς τον Άγιον. Ο δε Άγιος, αφού απέθεσεν εις το μέτωπον του δαιμονιζομένου το φοβερόν κατά των δαιμόνων όπλον, τον Τίμιον Σταυρόν και ήλειψε τούτο δι’ αγίου ελαίου εκ της κανδήλας αυτού, ήρξατο ούτος να κραυγάζη, να αφρίζη, να τρίζη τους οδόντας και να καταλαμβάνεται υπό μανίας. Αφού δε ο δαίμων τον εβασάνισεν ούτω επί πολλάς ώρας, κατόπιν εσταμάτησε και εφαίνετο ως νεκρός, τόσον ώστε ημείς ενομίζομεν ότι απηλλάγη του δαίμονος· επανελθών όμως την επομένην έκαμνε φοβερώτερα τούτων. Επειδή δε επί πολύ έμενεν ο δαίμων καταβασανίζων τον άνθρωπον, ο του Θεού πιστός θεράπων Ευτύχιος θέλων να αποκαλυφθή η αιτία δια την οποίαν δεν αναχωρεί ο πονηρός απ’ αυτού, μου λέγει· «Ερώτησον τον πάσχοντα, ποίος είναι και εκ ποίας αιτίας προσέβαλεν αυτόν ο δαίμων». Ερωτήσας λοιπόν εγώ τούτον λεπτομερώς περί της καταστάσεως και της εκ μικράς ηλικίας διαγωγής αυτού, έλαβον παρά τούτου την εξής απάντησιν· «Εγώ εκ μικράς ηλικίας εισήλθον εις την Ιεράν Μονήν του Αγίου Ιωάννου την εν τη Ακροπόλει της πόλεως ταύτης κειμένην και μονάσας εν αυτή χρόνον πολύν και έπειτα αδιαφορήσας δια την άσκησιν, εξήλθον του Μοναστηρίου. Περιφρονήσας δε το Μοναχικόν Σχήμα, ήλλαξα μετά του Σχήματος και τον βίον, διότι περιεπλάκην με γυναίκας και πολλάς άλλας αμαρτίας έπραξα. Εκ τούτου, όπως βλέπετε, εμπαίζομαι τώρα και τυραννούμαι υπό του δαίμονος. Αλλ’ εις ό,τι δύνασθε, βοηθήσατέ με τον άθλιον». Ταύτα μαθών και ακούσας ο Άγιος, όστις και προ της ομολογίας ταύτης εγνώριζε το γεγονός, αλλ’ έπραξε τούτο, ίνα εξομολογηθή ο ασθενών την αμαρτίαν αυτού, είπε μετά στεναγμού, ως εκ προσώπου του ασθενούς, τους λόγους του Δαβίδ· «Είπα· εξαγορεύσω κατ’ εμού την ανομίαν μου τω Κυρίω· και συ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου» (Ψαλμ. λα:5). Προσευχηθείς λοιπόν επ’ αυτού ο Άγιος, παρήγγειλεν εις αυτόν να απέκθη εις την Μονήν εις την οποίαν ήτο και πρότερον και να ενδυθή και πάλιν το άγιον Σχήμα, το οποίον περιεφρόνησε και ηθέτησεν. Εκτελέσας λοιπόν τα προσταχθέντα ο ασθενής, ουδέποτε πλέον ηνωχλήθη υπό του πονηρού δαίμονος. Όθεν εδόξαζε τον Θεόν και ηυχαρίστει τον Άγιον. Άνθρωπος τις ήλθε προς τον Άγιον, από Κομάνων του Πολυανδού· ούτος επί ολόκληρον έτος απώλεσε την όρασίν του, η δε αιτία της τυφλότητος ήτο αύτη· «Έχων μετά τινος διαφοράν και δικαζόμενος, τον κατηγόρησεν ορκισθείς ψευδώς, διότι εθεώρησεν ότι δεν είναι τίποτε το της ψευδορκίας αμάρτημα. Θέλων δε ο Θεός να σώση αυτόν, τον κατεδίκασεν εις την απώλειαν της οράσεώς του. Ταλαιπωρούμενος λοιπόν ως μη βλέπων το φως και χειραγωγούμενος ήλθε προς τον Άγιον, εις τον οποίον εξωμολογήθη το της ψευδορκίας πλημμέλημα, δεικνύων συνάμα και την των οφθαλμών ασθένειαν· ο δε Άγιος, ευσπλαγχνισθείς αυτόν, παρεκάλεσε τον Θεόν να συγχωρήση το αμάρτημα της ψευδορκίας του· χρίσας δε τους οφθαλμούς αυτού δια του αγίου ελαίου επί τρεις ημέρας, απέλυσε αυτόν τεθεραπευμένον. Γυνή τις έχουσα νήπιον θηλάζον εστερήθη του μητρικού γάλακτος· ελθούσα δε προς τον Άγιον, εθρήνει δια την απώλειαν τούτου. Ο δε Άγιος συμπαθήσας αυτήν ανέπεμψε την συνήθη προσευχήν και ευθύς εξέβλυσαν οι μαστοί αυτής γάλα άφθονον, απολυθείσα δε υγιής εκήρυττε και εξωμολογείτο παρρησία λέγουσα· «Ξηρανθέντος του γάλακτός μου, μετέβην προς τον Άγιον άνδρα Ευτύχιον, όστις απαγγείλας ευχήν, επέτυχε να επανακτήσω τούτο, διο και προσφέρω αυτό και εις τα άλλα νήπια, εκ των οποίων εδανειζόμην πρότερον, ίνα θρέψω το τέκνον μου». Πάντες δε γνωρίζομεν την επιδρομήν των αθέων Περσών εις την ημετέραν πόλιν, ότε ο Χοσρόης ήλθεν εις την Σεβάστειαν και την Μελιτινήν· πολλής λοιπόν ανάγκης και θλίψεως επελθούσης τότε, πάντες σχεδόν οι πλησιόχωροι και οι των εγγύς πόλεων κατέφυγον εις Αμάσειαν, ως καλλίτερον ωχυρωμένην, εμπιστευόμενοι ουχί τόσον εις την οχύρωσιν της πόλεως, όσον εις τας ευχάς του Αγίου. Επειδή δε οι Πέρσαι παρέμειναν εις τους τόπους εκείνους επί πολύν χρόνον, μεγάλη ήτο η στέρησις των τροφίμων. Πάντες λοιπόν, ως εις γαλήνιον λιμένα, κατέφυγον εις το ευαγές του Αγίου Μοναστήριον, όπου ομού μετά των σωμάτων έτρεφον και τας ψυχάς αυτών. Επειδή δε εγίνοντο καθ’ εκάστην μεγάλαι δαπάναι τροφίμων, τόσον από τα ιδικά μας στρατεύματα, όσον και από τα στρατεύματα των εχθρών του Θεού και του Κράτους ημών, περιήκθεν η χώρα εις πρωτοφανή λιμόν και ευρισκόμεθα πάντες εις μεγίστην ανάγκην και βαρείαν στενοχωρίαν, πως να εξεύρωμεν τον αναγκαιούντα άρτον. Διότι τοσούτον ηλαττώθη το άλευρον της Μονής ώστε δεν επήρκει πλέον ούτε δια μίαν εβδομάδα. Ότε λοιπόν οι ασκούντες την διακονίαν του αποθηκαρίου Μοναχοί είδον την ελάττωσιν του αλεύρου και το απαραίτητον της εξοικονομήσεως τοιούτου δια τας ανάγκας της Μονής, προσήλθον εις τον Άγιον λέγοντες τους λόγους, τους οποίους και ο θείος Απόστολος Παύλος ήκουσεν εν Τρωάδι ευρισκόμενος· «Διαβάς εις Μακεδονίαν, βοήθησον ημίν» (Πράξ. ιστ:9). Εν τω μεταξύ το άλευρον επλησίαζεν πλέον να εκλείψη παντελώς και επομένως πάσα ελπίς διασώσεως ημών απωλέσθη. Τότε ο Άγιος, ουδόλως διστάσας ή υπερηφανευθείς, αλλ’ εμπιστευόμενος εις τους οικτιρμούς του Θεού, ήλθεν εις το κελλάριον, όπου ευρίσκοντο αι αποθήκαι του αλεύρου, εις τας οποίας όμως δεν υπήρχε πλέον ειμή ελάχιστον άλευρον. Αφού δε ανέπεμψε προσευχήν εις τον Θεόν, είπεν εις τους διακονητάς· «Παρέχετε άλευρον εις τους έχοντας ανάγκην, διότι ο Κύριος και Θεός ημών θέλει χορηγήσει υπέρ το διπλάσιον. Πιστεύω δε ότι, όπως ουδέποτε έλειψεν εκ των πίθων τούτων το άλευρον, ουδέ τώρα θέλει λείψει. Ας φάγωσι λοιπόν πάντες και ας χορτασθώσιν. Ας δοξολογήσωσι δε τον Κύριον και Θεόν ημών, όπου δεν μας ελησμόνησεν». Έκτοτε λοιπόν και επί πολύν χρόνον παρείχον εκείνοι πλουσίαν την χορηγίαν των άρτων εις τους έχοντας ανάγκην και πολύν πεινώντα λαόν εχόρτασαν. Το θαύμα τούτο διεδόθη πανταχού και πάντες εδόξαζον τον Θεόν και τον Αυτού θεράποντα Ευτύχιον. Περισσότερον δε μάλιστα εθαύμασαν, όταν επληροφορήθησαν, ότι κατά την συγκομιδήν του νέου σίτου ο Άγιος δεν εδέχθη από ουδένα προσφοράν αλεύρου, πλέον της συνήθους ετησίας συγκομιδής του Μοναστηρίου. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά παρ’ όλον ότι εγένετο τοιαύτη σπατάλη, ο παλαιός σίτος επήρκεσεν επ’ αρκετόν ακόμη χρόνον μετά την συγκομιδήν του νέου. Μάλλον δε ούτος επήρκει δια παντός κατά το γεγραμμένον· «Φάγεσθε παλαιά και παλαιά παλαιών, και παλαιά εκ προσώπου νέων εξοίσετε» (Λευϊτ. κστ: 10). Και καθόσον μεν αφορά τα υπό του Αγίου τούτου ανδρός τελεσθέντα πολλά και μεγάλα θαύματα, αρκούντως ολίγα εξ αυτών ανεφέραμεν, τα δε υπόλοιπα αφήσαμεν δια τους επιθυμούντας να ερευνήσουν και να γράψουν περί αυτών εκτενέστερον. Καιρός δε είναι τώρα να διηγηθώμεν και τα της επανόδου και αποκαταστάσεως του Αγίου Ευτυχίου εις τον οικείον αυτού θρόνον του Πατριαρχείου. Εν ω λοιπόν ευρίσκετο εξόριστος επί δώδεκα έτη εις το υπ’ αυτού συσταθέν Μοναστήριον εις την Αμάσειαν, μετέστη του βίου ο αντί του πολυάθλου Αγίου Ευτυχίου ανελθών εις τον θρόνον, ούτω του Θεού, οις Αυτός οίδε κρίμασι, συγχωρήσαντος και οικονομήσαντος. Τότε ο φιλόχριστος λαός εζήτει την επάνοδον εις τον θρόνον του καλού του Ποιμένος και Διδασκάλου Ευτυχίου και καθ’ εκάστην έκαμνεν εκκλήσεις προς τους βασιλείς Ιουστίνον και Τιβέριον, οίτινες απεδέχθησαν τον ένθεον ζήλον του λαού. Μάλιστα δε συνήνεσαν εις τούτο ολοψύχως, διότι ο Άγιος είχε προείπει εις αυτούς, ότι μέλλουσι να βασιλεύσωσι. Μετά πολλής λοιπόν σπουδής και μεγίστης χαράς απέστειλαν σκρίβωνας προς τον Άγιον, με την ρητήν εντολήν, ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην δεν θελήση να υπακούση, να φέρωσι τούτον έστω και άκοντα εις την Βασιλίδα των πόλεων. Φθάσαντες λοιπόν οι απεσταλμένοι επέδωκαν εις τον Άγιον το βασιλικόν γράμμα. Ο δε Άγιος, λαβών τούτο εις χείρας και αναγνώσας αυτό, ανέβλεψε προς τους ουρανούς και ένδακρυς γενόμενος ηυχαρίστησε τον Θεόν. Είτα ηυλόγησε την Μονήν, την πόλιν και τον λαόν και αναθέσας τα πάντα και τους πάντας εις την μέριμναν του Θεού, εξεκίνησε δια την Βασιλεύουσαν. Αλλά τις δύναται να διηγηθή επαξίως τα του Θεού θαυμάσια; Διότι οι μεν ωδύροντο δια τον σωματικόν χωρισμόν, οι δε την επάνοδον εώρταζον. Ποία δε γλώσσα θα δυνηθή να περιγράψη πρεπόντως την θριαμβευτικήν διαδρομήν του, από Αμασείας εις Κωνσταντινούπολιν και την καθ’ έκαστον τόπον, από τον οποίον διήρχετο, πάνδημον υποδοχήν του; Ποίος δύναται να περιγράψη τας συνεχείς προϋπαντήσεις και κατευοδώσεις του, τας συνεχείς εκκλήσεις τας οποίας του απηύθυνον απεσταλμένοι των πλησιοχώρων τόπων, από τους οποίους διήρχετο και δια των οποίων τον εκάλουν να διέλθη και από τον τόπον των; Ποίος δύναται να εξιστορήση τας Γραφικάς ευφημίας, τας οποίας εις πάντα τόπον του απηύθυνον; Πάντες δε κοινώς ανεβόων· «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και ασθενείς απέθετον παρά την οδόν, ίνα καν η σκιά του Αγίου επισκιάση αυτούς. Ξένον δε και παράδοξον θαύμα εγένετο καθ’ ον χρόνον ο Άγιος εξήρχετο από την πόλιν των Ευχαϊτών. Γυνή τις δηλαδή, βαστάζουσα εις τας αγκάλας της το ασθενές αυτής παιδίον, εν τη προσπαθεία της όπως πλησιάση τον Άγιον, ωθηθείσα υπό του όχλου, κατέπεσεν υπό τους πόδας των ημιόνων και εν ω πάντες ενόμιζον πλέον αυτήν νεκράν μετά του παιδός αυτής, όμως όχι μόνον αύτη έμεινεν αβλαβής, αλλ’ απηλλάγη και το παιδίον αυτής εκ της συνεχούσης αυτό νόσου. Ότε δε εφθάσαμεν εις Νικομήδειαν, όχι μόνον ο πιστός λαός επευφήμει τον Άγιον, αλλά και αυτός ο των απίστων Εβραίων δήμος τον επευφήμει, τους παλαιούς επί του Κυρίου Εβραίους σχεδόν μιμούμενος. Μετά τοιαύτης λοιπόν τιμής επανήλθεν εις την Βασιλίδα των πόλεων εκ της καλής αποδημίας ο αγωνιστής, ώστε εκ των πολλών πολλάκις και προς πολλούς κατά διαφόρους καιρούς γενομένων τιμών και υποδοχών, όχι μόνον προς δημοσίους άρχοντας, αλλά και προς Ιερείς και οικείους εκ των επιφανεστάτων, ουδεμία άλλη υποδοχή να αναφέρεται πολυανθρωποτέρα και λαμπροτέρα· μάλλον δε και έτι μεγαλοπρεπώς ο πιστός λαός εισήγαγεν εις την Βασιλίδα των πόλεων τον ιδικόν του Πατέρα, Ποιμένα και Διδάσκαλον. Αλλά τις θα ηδύνατο δια του λόγου να διηγηθή τα τότε γενόμενα θαυμάσια εις την ξηράν και εις την θάλασσαν; Πως και αυτή η θάλασσα μεταβληθείσα εις ξηράν γην και σχεδόν την γείτονα γην μιμηθείσα, τους όγκους των κυμάτων απομακρύνασα προσέφερεν εαυτήν και τους λιμένας της εις τους ανθρώπους, ίνα ανεμποδίστως βαδίζωσιν επ’ αυτής! Διότι δεν ηδύνατο να διακρίνη τις την θάλασσαν από της ξηράς εκ του πλήθους των πλοιαρίων και των επ’ αυτών ανθρώπων. Άπασα δε η γη ήτο εν χείλος, μία φωνή ανθρωπίνη θεία και ουρανία, διότι πάντες ομού με εν στόμα εδόξαζον τον Δεσπότην και Δημιουργόν του παντός δια την επιστροφήν του γνησίου Ποιμένος. Ταύτα πάντα, όσα γράφομεν, δια μεν τους γνωρίζοντας είναι υπόμνησις, δια δε τους αγνοούντας διδασκαλία. Ποία δε είναι τα μετά ταύτα; Μήπως αφίσωμεν αυτά ανεξέταστα; Όχι βεβαίως. Ποία δε είναι ταύτα; Όπως κατά θείαν οικονομίαν, από το παλάτιον του Ορμίσδα εγένετο, ως προείπομεν, η αρχή της εξορίας του θείου τούτου ανδρός, κατά την κβ΄ (22αν) Ιανουαρίου του έτους φξε΄ (565), ούτως εκείθεν πάλιν η επί του Πατριαρχικού θρόνου αποκατάστασις αυτού επραγματοποιήθη, κατά την γ΄ (3ην) Οκτωβρίου του έτους φοζ΄ (577). Διότι κατά την εσπέραν εκείνην διανυκτερεύσας ο Άγιος εις τον Ναόν του Ορμίσδα, ήλθε την επομένην μετά παντός του Κλήρου και του λαού εις τον εν Βλαχέρναις πάνσεπτον Ναόν της Θεοτόκου, όπου και υπεδέχθησαν αυτόν χαίροντες οι ευσεβέστατοι βασιλείς Ιουστίνος και Τιβέριος, εκείθεν δε απήλθεν εις την αγίαν του Θεού Μεγάλην Εκκλησίαν, εις την οποίαν αφού ετέλεσε την αναίμακτον Θυσίαν, διότι ήτο τότε ημέρα Κυριακή, εκινώνησε πάντα τον πιστόν λαόν, αρχήν ποιήσας από της τρίτης ώρας της ημέρας και συνεχίσας έως της ενάτης. Διότι πάντες ήθελον εκ των αγίων αυτού χειρών να μεταλάβωσιν. Αλλά και τούτο θέλω να υπενθυμίσω εις την αγάπην σας. Ότι η επάνοδος αυτού πολλής και μεγάλης ωφελείας εγένετο πρόξενος εις πάντα τον λαόν και αρχή νέων θαυμάτων. Διότι ουδείς αγνοεί, ότι προ της επιστροφής αυτού είχεν επικρατήσει εις την Πόλιν φρικτή και θανατηφόρος επιδημία, η οποία εθέριζε πάσαν ηλικίαν και ότι φθάσας ο του Θεού πιστός θεράπων Ευτύχιος, ως ποτε ο Φινεές, εξιλέωσε τον Θεόν και εκόπασε την θραύσιν. Ποίος δε ήτο ο εξιλασμός; Η τελεσθείσα λιτή παρ’ αυτού και του πιστού λαού, από της Μεγάλης Εκκλησίας μέχρι του σεβασμίου Οίκου της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου του εν Βλαχέρναις. Απ’ αυτής λοιπόν της πρώτης ημέρας της επιστροφής του Αγίου μέχρι της τελειώσεως αυτού κατέστησεν άχρηστον τον εξολοθρεύοντα τον λαόν του Κυρίου ο υπό τούτου δυσωπούμενος Χριστός ο Θεός. Τούτο λοιπόν το πρώτον και κύριον έργον του Αγίου από της επανόδου του εις τον θρόνον, το να πρεσβεύση δηλαδή υπέρ της κοινής σωτηρίας. Ακούσατε όμως και τινα εκ των εν τη Βασιλευούση θαυμάτων αυτού. Νέος τις εκ των ευγενών, διαμένων πλησίον του Καλοποδίου, πριμικηρίου της Αυγούστης, ή μάλλον υπ’ αυτής της ιδίας ανατραφείς, εκ τινος αμαρτωλού σφάλματος, εις το οποίον υπέπεσεν, ησθένει κατά τον ένα οφθαλμόν επί πολύν χρόνον, εκινδύνευε δε και να απολέση αυτόν τελείως, διότι ουδείςιατρός ηδυνήθη να βελτιώση την κατάστασίν του· τουναντίον εχειροτέρευον μάλλον ταύτην οι ιατρεύοντες αυτόν. Εις τοιαύτην λοιπόν κατάστασιν ευρισκόμενος καταφεύγει προς τον έτοιμον και άμισθον ιατρόν τον δια μόνης της ευχής δυνάμενον να θεραπεύη. Ο δε Άγιος, απαγγείλας προσευχήν επ’ αυτού και χρίσας δια του αγίου ελαίου τον πάσχοντα οφθαλμόν, Χάριτι Θεού αποκατέστησεν αυτόν υγιά, όπως ήτο και ο έτερος. Μετά τινος ονόματι Κυρίλλου Κυναρίου συγκατώκει γυνή από πολλών χρόνων· αύτη προσβληθείσα υπό του πάθους της υδρωπικίας, εκινδύνευε σοβαρώς. Πολλά δε δαπανήσασα εις τους ιατρούς ουδόλως ωφελήθη, διο και απηλπίσθη δια την σωτηρίαν της. Ταύτην παραλαβών ο Κύριλλος έφερεν από τόπου εις τόπον, ανά τα διάφορα προάστια, νομίζων ότι εκ του καθαρού αέρος ήθελεν ωφεληθή. Κατ’ εκείνον τον καιρόν συνέπεσε να ευρίσκεται ο Άγιος εις το Πυλεωτικόν. Πληροφορηθείς δε τούτο ο φιλόχριστος εκείνος ανήρ και ουδέν υπολογίσας, ωδήγησε προς τον Άγιον την γυναίκα παρακαλών να προσευχηθή επ’ αυτής όπως ιατρευθή. Πράγματι, προσευχηθείς επ’ αυτής ο Άγιος έχρισεν αυτήν και δια του αγίου ελαίου, μετ’ ολίγας δε ημέρας υπεχώρησεν ο όγκος του σώματος αυτής και ιάθη τελείως. Ούτω λοιπόν διανύων άπαντα τον δρόμον της ζωής του και την Πίστιν αλώβητον τηρήσας ο του Θεού θεράπων Ευτύχιος, ανέμενε τον αποκείμενον αυτώ της «δικαιοσύνης στέφανον» (Β΄Τιμ. δ:8), ζήσας μετά την επάνοδον εις τον θρόνον έτη τέσσαρα και μήνας εξ, ώστε άπαντα τα έτη της ζωής αυτού ηριθμούντο ήδη εις εβδομήκοντα. Πράξας λοιπόν και άλλα πολλά κατορθώματα και τους υπ’ αυτού κατά πάσης αιρέσεως συγγραφέντας λόγους δημοσιεύσας, δια των οποίων επεξηγούσε πλατύτερον και σαφέστερον εις πάντας τους πιστούς τους όρους και τους νόμους της Ορθοδοξίας, ητοιμάζετο δια την εντεύθεν εκδημίαν. Επόθει δε να απέλθη, ίνα, κατά τον θείον Παύλον, «συν Χριστώ είναι» (Φιλιπ. α:23), αλλά δια την των πολλών σωτηρίαν παρέμενεν εισέτι, Χάριτι Χριστού, εν τη σαρκί. Διο και καθ’ εκάστην ημέραν υψηλότερον φιλοσοφών, εδίδασκε τον λαόν και καθωδήγει τους πάντας να φυλάττωσιν ασφαλώς τας θείας εντολάς και να εμμένωσι στερεοί εις την Πίστιν. Μετά δε από ολίγον χρόνον προείδεν ο Άγιος τα μέλλοντα να συμβώσι δεινά εις την πόλιν ταύτην εξ αιτίας των του λαού αμαρτιών, διο και ημέραν και νύκτα παρεκάλει τον Θεόν, λέγων· «Εάν μεν, Κύριε, συγχωρήσης, άφες αυτοίς την αναμενομένην απειλήνκαι οργήν· εάν δε μη, μετάστησόν με του βίου, ίνα μη ίδω την συμφοράν της Πόλεως και του λαού». Όθεν και επέτυχε της αιτήσεως. Διότι το «θέλημα των φοβουμένων Αυτόν» (Ψαλμ. ρμδ:19) ποιεί ο Κύριος. Ότε λοιπόν έφθασεν η λαμπροφόρος ημέρα της Αγίας Αναστάσεως, αφού ετέλεσε τα άγια βαπτίσματα και έψαλε το Χριστός Ανέστη, ασπασθείς άπαν το ιερατείον, τον βασιλέα και την σύγκλητον και πάντα τον λαόν του Κυρίου, ετέλεσε την θείαν Μυσταγωγίαν. Μετά δε την απόλυσιν, ανελθών εις το Πατριαρχείον έλαβε μετρίαν τροφήν και ανεπαύθη ολίγον, αλλ’ έφθασεν η ώρα του λυχνικού· και θέλων να παρευρίσκεται εις τον Εσπερινόν ύμνον, ησθάνθη συστολήν καθ’ όλον το σώμα· τινές δε εξ ημών, ιδόντες ούτως υποφέροντα τον Άγιον, παρεκαλούμεν αυτόν να μη καταβή, αλλά δεν ηδυνήθημεν να τον πείσωμεν. Αφού λοιπόν ο Άγιος ανέπεμψε τας εσπερινάς ευχάς και επεκοινώνησε μετά παντός του λαού, ανήλθεν είτα εις το Πατριαρχείον και κατεκλίθη εις την κλίνην. Περί δε το μεσονύκτιον προσέβαλεν αυτόν σφοδρώς η νόσος, ήτις και τον εταλαιπώρει επί επτά ημέρας, εκείνος δε έμενε προσευχόμενος και απαύστως ποιών το σημείον του Σταυρού. Μαθών ο βασιλεύς Τιβέριος, ότι η πορεία της νόσου έβαινε προς το χειρότερον ή μάλλον ότι επλησίαζε πλέον η μετάθεσις αυτού, πολύ ελυπήθη· διο εγκαταλείψας πάσας τας πολιτικάς φροντίδας μετέβη προς τον Άγιον, απέστειλε δε και τους αυλικούς του, ίνα προσκαλέσωσι τους πρώτους των ιατρών, μήπως δυνηθώσι να τον θεραπεύσωσι. Οι δε ιατροί προσερχόμενοι μάλλον ωφελούντο ή ωφέλουν. Διότι έλεγε προς αυτούς ο Άγιος· «Έχω Ιατρόν, όστις, εάν θέλη, με θεραπεύει· πρόσταγμα έδωσε και δεν δυνάμεθα να το παραβλέψωμεν, γενηθήτω το θέλημά Του». Ταύτα ο βασιλεύς ακούσας, ηρώτα τον Άγιον ποίον κρίνει κατάλληλον, ίνα μετ’ αυτόν γίνη προστάτης του λαού και Ποιμήν. Ο δε Άγιος εσιώπησεν, ουχί διότι δεν εγνώριζε τι να είπη, αλλά δια τινας λόγους τους οποίους ο ίδιος εγνώριζε. Μετά δε ταύτα πλείστα άλλα ομιλήσας, λέγει τελευταίον προς τον βασιλέα· «Και συ, ω βασιλεύ, μετά τέσσαρας μήνας μεθίστασαιτου βίου τούτου», όπερ και εγένετο. Πάσαν λοιπόν την διακαινήσιμον εβδομάδα παραμείνας ο Άγιος ασθενών, ηυλόγει πάντας και ενουθέτει, έχων πλήρως ακμαίον τον νουν μέχρι της Κυριακής του Θωμά, στ΄ (6ην) τότε του μηνός Απριλίου του έτους φπβ΄ (582). Περί δε την δεκάτην ώραν της ημέρας εκείνης παρέθετο ο Άγιος εις χείρας Θεού το πνεύμα του. Όταν δε πάντα τα της κηδείας νενομισμένα και πρέποντα συνεπληρώθησαν, προσεκομίζετο ο Άγιος υψούμενος επί χειρών Οσίων. Έκαστος δε επεθύμει να εγγίση τον νεκρικόν κράββατον και να ασπασθή το ιερόν τού Αγίου Λείψανον. Επειδή όμως ένεκεν του πλήθους του λαού δεν ήτο δυνατόν να επιτύχουν τούτο όλοι, έκαστος προσεπάθει να έλθη τουλάχιστον πλησίον των βασταζόντων το σεπτόν Λείψανον δια να απολαύση έστωκαι μόνην την θέαν αυτού, διότι και αυτό μόνον εθεώρουν ικανόν να προσφέρη εις αυτούς μεγίστην ωφέλειαν. Κατά δε την μεταφοράν του ιερού Λειψάνου του Αγίου εις τον Ναόν των Αγίων Αποστόλων, εις τον οποίον επρόκειτο να ενταφιασθή, άπασαι αι οδοί από τας οποίας θα διήρχετο τούτο, αι αγοραί, αι στοαί, τα διώροφα και τριώροφα οικοδομήματα και αι στέγαι ακόμη ήσαν πλήρεις ανθρώπων. Επί πλέον τούτων ήσαν και οι ακολουθούντες την ιεράν πομπήν, άλλοι προηγούμενοι, άλλοι επόμενοι και άλλοι ανερχόμενοι ο εις επί του άλλου. Απηρτίζετο δε το συρρεύσαν πλήθος εκ πάσης τάξεως και ηλικίας ανθρώπων και από παντός έθνους προερχομένων, μεταξύ των οποίων προεξήρχον άπαντα τα τάγματα του ιερού Κλήρου και των Μοναχών. Υπερενικώντο δε αι ψαλμωδίαι υπό των θρήνων. Αφού λοιπόν το ιερώτατον εκείνο σώμα, διαφυγόν τους αγωνιζομένους να αρπάσουν αυτό, εκομίσθη εντός του Ναού των Αγίων Αποστόλων, απετέθη εν τω ιερώ Θυσιαστηρίω, μετά των τιμίων Λειψάνων των Αγίων ενδόξων Αποστόλων Ανδρέου, Λουκά και Τιμοθέου, ως ισαπόστολος και ούτος αληθής, μεταξύ των Πατριαρχών ως ο άξιος Πατριάρχης, μεταξύ των μεγαλοκηρύκων ως μεγάλη και ούτος φωνή και μεταξύ των ενδόξων Αγίων Μαρτύρων ως Μάρτυς και αυτός, ίνα συνικετεύη μετ’ αυτών εν ουρανοίς υπέρ παντός του κόσμου. Αλλ’ ω τρισμακάριε και Αγιώτατε Πάτερ, παρακαλούμεν σε, όπως εποπτεύης άνωθεν, ίνα πάντα τον βίον ημών διεξέλθωμεν κατά τον ωφελιμώτερον εις την ψυχήν μας τρόπον. Όταν δε έλθη η ώρα να αποδημήσωμεν και ημείς από τον παρόντα κόσμον και προς τον εκεί να προσορμισθώμεν, δέχθητι και ημάς εκεί, κατά τας επαγγελίας σου, εις τους Αβραμιαίους κόλπους και τας των Δικαίων σκηνάς, εις τα ουράνια δόματα της Αγίας και Ομοουσίου και Συναϊδίου Τριάδος, Ης τα μεγαλεία καθαρώτερόν τε και τελειότερον υπό σου και των ως συ, ταπεινώς εδιδάχθημεν και εμάθομεν και εν αυτοίς εσοφίσθημεν. Όθεν Ταύτην παρακαλών απαύστως, Αγιώτατε Πάτερ, και υπέρ ημών των σων ικετών και του ποιμνίου τούτου και του φιλοχρίστου λαού μη παύση ικετεύων, όπως επιτύχωμεν των αιωνίων αγαθών εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, μεθ’ ου τω Πατρί δόξα και προσκύνησις, άμα τω Αγίω και αγαθώ και ζωοποιώ Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ζ΄ (7η) Απριλίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΚΑΛΛΙΟΠΙΟΥ.

Δημοσίευση από silver »


Καλλιόπιος ο Άγιος του Χριστού Μάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπστ΄ - τε΄ (286 – 305), υιός μεν υπάρχων Θεοκλείας, η οποία ήτο δεδιδαγμένη την του Χριστού Πίστιν, καταγόμενος δε εκ Πέργης της Παμφυλίας. Ανατραφείς λοιπόν ούτος ευσεβώς παρά της μητρός του, εμελέτησε καλώς τας θείας Γραφάς, όταν δε εκινήθη ο κατά των Χριστιανών διωγμός υπό του Μαξιμιανού, τότε και ο γενναίος ούτος αγωνιστής ενδυναμωθείς τω πνεύματι και ακολουθών εις τας συμβουλάς της μητρός του, η οποία τον συνεβούλευε να αποθάνη δια τον Χριστόν με Μαρτύριον, προσήλθεν αυτόκλητος εις τον ηγεμόνα Μάξιμον, όστις διέτριβεν εις την εν τη Γαλατία Πομπηϊούπολιν, ήτις ωνομάσθη ούτως εκ του μεγάλου Πομπηϊου, του πέριξ ταύτης νικήσαντος τον Μιθριδάτην και η οποία το πάλαι εκαλείτο Ευπατορία. Αφού λοιπόν ο Άγιος παρουσιάσθη εις τον Μάξιμον και διεκήρυξε γενναίως ενώπιόν του το όνομα του Χριστού, εδέθη με τας χείρας όπισθεν και εδάρη δια μολύβδων. Έπειτα ετανύσθη επί τροχού και εκάη δια πυρός κάτωθεν αναφθέντος. Ελθών όμως θείος Άγγελος, εσταμάυησε τον τροχόν και το πυρ εψύχρανε. Σπαραχθέντων δε όλων των μελών του Μάρτυρος εφαίνετο παραμορφωθείς· διο και ερρίφθη εις την φυλακήν. Τότε η μήτηρ του Αγίου διαμοιράσασα εις τους πτωχούς την περιουσίαν της και ελευθερώσασα τους δούλους και τας δούλας της, οίτινες ήσαν πεντακόσιοι πεντήκοντα τον αριθμόν, εισήλθεν εις την φυλακήν εντός της οποίας ευρίσκετο ο παμφίλτατος υιός της και σπογγίζουσα τα αίματα τα οποία έρρεον εκ των πληγών του εσυντρόφευε τούτον και συνέψαλλε τω Θεώ μετ’ αυτού. Επειδή δε κατά το μεσονύκτιον έλαμψεν εντός της φυλακής φως ουράνιον και ηκούσθη φωνή άνωθεν, η οποία εμακάριζε και επήνει την παρρησίαν και ομολογίαν αυτού, ενεδυναμώθη περισσότερον ο του Χριστού Αθλητής εις τους αγώνας του Μαρτυρίου. Όθεν, επειδή έμενεν ακλόνητος εις την του Χριστού ομολογίαν, κατεδικάσθη εις τον δια σταυρού θάνατον. Συνεκοινώνησε δε ο μακάριος Καλλιόπιος με τα Δεσποτικά Πάθη και τον Σταυρόν του Κυρίου, όχι μόνον κατά τον τρόπον του θανάτου, διότι ως ο Κύριος υπέμεινε Πάθη και Σταυρόν, ούτως υπέμεινεν αυτά και ο αοίδιμος Καλλιόπιος, αλλ’ ακόμη και κατά τον καιρόν, κατά τον οποίον έμελλε να σταυρωθή. Διότι όταν ελήφθη η απόφασις δια την θανάτωσιν αυτού ήτο Μεγάλη Πέμπτη, ότε εορτάζομεν τα φρικτά του Κυρίου Πάθη. Δια τούτο και η μήτηρ αυτού παρεκάλεσε τους διώκτας να μη θανατώσουν άλλως τον υιόν της, ει μη δια σταυρού, ίνα δε επιτύχη τούτο προσέφερε και πέντε χρυσά νομίσματα. Εσταυρώθη δε ο Άγιος με την κεφαλήν προς τα κάτω και όταν ήλθεν η Τρίτη ώρα της Μεγάλης Παρασκευής, τότε ο του Χριστού ποθεινότατος Μάρτυς παρέδωκε το πνεύμα. Αφ’ ου δε κατεβίβασαν το σώμα του Μάρτυρος εκ του σταυρού, ερρίφθη επ’ αυτού η φιλόπαις μήτηρ και ενηγκαλίσθη τον αγαπητόν της υιόν. Έχουσα δε αυτόν εις τας αγκάλας της, ελιποθύμησε και ούτω παρέδωκε και αύτη την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Ενεταφιάσθη δε η φιλτάτη μήτηρ μετά του φιλτάτου υιού υπό τινων ευσεβών και πιστών ανδρών.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Η΄ (8η) Απριλίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΙΩΑΝΝΗΣ ο ναύκληρος, ο εν τη Κω μαρτυρήσας εν έτει αχξθ΄ (1669

Δημοσίευση από silver »


Ιωάννης ο του Χριστού Άγιος Νεομάρτυς ηξιώθη των μαρτυρικών στεφάνων εν τη νήσω Κω κατά το έτος 1669, έλαβε δε χώραν το Μαρτύριον αυτού ούτως: Αγαρηνοί τινες, άγνωστον δια ποίαν αιτίαν, μεταχειρισθέντες επ’ αυτού μαγικάς τινας τέχνας, τον έκαμαν έξω φρενών και έπειτα τον ετούρκευσαν. Μετ’ ολίγας δε ημέρας, ελθών εις αίσθησιν και αντιληφθείς εαυτόν περιτετμημένον και λευκόν σαρίκιον φέροντα εις την κεφαλήν, ελυπήθη δια το κακόν το οποίον έπαθε και απορρίψας το σαρίκιον έζη πάλιν χριστιανικώς και μετανοών ενώπιον του Θεού με δάκρυα και στεναγμούς δια το ακούσιον πταίσμα του. Ιδόντες οι Αγαρηνοί ότι μετεμελήθη και είναι πάλιν Χριστιανός, επέπεσον κατ’ αυτού με ορμήν και αφ’ ου τον έδειραν ανηλεώς, τον έρριψαν εις την φυλακήν, μετ’ ολίγας δε ημέρας τον εξήγαγον πάλιν εκείθεν και προσεπάθουν με διαφόρους τρόπους να τον μεταστρέψουν εις την θρησκείαν των. Πολλά του είπαν δια τούτο και πολύ τον ηπείλησαν. Αλλ’ ο Μάρτυς εις ουδέν ταύτα υπελόγιζεν, αλλ’ έλεγεν· «Εγώ εις τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν πιστεύω και τούτον ομολογώ Θεόν αληθινόν, εξ όλης μου ψυχής και καρδίας. Διότι Αυτός μέλλει να κρίνη τον κόσμον άπαντα και τους ζώντας και τους νεκρούς· την δε ιδικήν σας θρησκείαν αποστρέφομαι και είμαι έτοιμος να υπομείνω εις όσας βασάνους και αν με υποβάλετε δια την αγάπην του Χριστού μου». Τότε εκείνοι, βλέποντες το αμετάπειστον της γνώμης του Μάρτυρος, τον ήρπασαν με θυμόν και δέροντες και απωθούντες και λακτίζοντες αυτόν, παρουσιάσθησαν εις τον κριτήν και εμαρτύρησαν ότι ενώ ωμολόγησε πίστιν εις την θρησκείαν των, κατόπιν μετεμελήθη και επέστρεψε και πάλιν εις τον Χριστόν. Όθεν ο κριτής επρόσταξε και τον έδειραν και πάλιν ανηλεώς, αφού δε είδεν ότι δεν εννοεί να πεισθή εξέδωκε κατ’ αυτού την τελευταίαν απόφασιν, να τον καύσουν. Ανάψαντες λοιπόν μεγάλην πυράν, τον έκαυσαν και ούτως εγένετο θυσία καθαρά και άμωμος εις τον Χριστόν. Ετελειώθη λοιπόν και έλαβε χαίρων του Μαρτυρίου τον στέφανον, αξιωθείς και της των ουρανών Βασιλείας· ου ταις αγίαις πρεσβείαις λυτρωθείημεν και ημείς των παρόντων φθαρτών και τύχοιμεν της εκ δεξιών του Χριστού παραστάσεως εν τη αγήρω μακαριότητι. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Θ΄ (9η) Απριλίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΕΥΨΥΧΙΟΥ του εν Καισαρεία.

Δημοσίευση από silver »

Ευψύχιος ο Άγιος του Χριστού Μάρτυς κατήγετο εκ της χώρας των Καππαδοκών, έζησε δε κατά τους χρόνους του παραβάτου Ιουλιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη τξα΄ - τξγ΄ (361 – 363). Ζων δε ο μακάριος βίον άμεμπτον, έλαβε και γυναίκα νόμιμον, κατόπιν όμως θερμανθείς υπό θείου ζήλου και παραλαβών πολλούς Χριστιανούς εκρήμνισεν εκ θεμελίων τον ειδωλολατρικόν ναόν τον επονομαζόμενον της Τυχης, τον οποίον είχεν εις ιδιαιτέραν συμπάθειαν και αγάπην ο επάρατος Ιουλιανός, όστις και προσερχόμενος εις αυτόν καθ’ εκάστην προσέφερε τας θυσίας του. Αφ’ ου δε απεκαλύφθη η πράξις αύτη του Αγίου, προσέταξεν ο Παραβάτης οι μεν άλλοι Χριστιανοί να υποβληθώσιν εις εξορίας και βασάνους, ο δε Άγιος Ευψύχιος να αποκεφαλισθή, καθ’ ο αυτουργός της τοιαύτης πράξεως· όθεν αποκεφαλισθείς έλαβεν ο αοίδιμος του Μαρτυρίου τον στέφανον.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”