Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :b]Τη Β΄ (2α) Ιουλίου, η ανάμνησις της εν τη αγία σορώ καταθέσεως της τιμίας ΕΣΘΗΤΟΣ

Δημοσίευση από silver »

Τη Β΄ (2α) Ιουλίου, η ανάμνησις της εν τη αγία σορώ καταθέσεως της τιμίας ΕΣΘΗΤΟΣ της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ εν ταις Βλαχέρναις.

Η Βασιλίς των πόλεων, η περικαλλεστάτη Κωνσταντινούπολις, ευθύς απ’ αρχής της κτίσεώς της υπό του ευσεβεστάτου και αγιωτάτου βασιλέως Κωνσταντίνου αφιερώθη πρεπόντως με πολλήν ευλάβειαν εις το όνομα της Δεσποίνης και Βασιλίσσης πάντων των βασιλέων, ως πασών των πόλεων βασιλεύουσα. Ένεκα τούτου υπερβαίνει και εις την ευλάβειαν πάσας τας άλλας πόλεις της οικουμένης· ευρίσκονται δε εις αυτήν Ναοί περισσότεροι ή εις οίον δήποτε άλλον τόπον, καλλωπισμένοι, κεκοσμημένοι από τους ευσεβείς οικήτορας, και σχεδόν ουδείς ευρίσκεται τόπος βασιλικός και δημόσιος ή οίκος άρχοντος, όστις να μη έχη Ναόν ή ευκτήριον της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ότι πανταχού εις την οικουμένην άπασαν, όπου και αν εκηρύχθη το μυστήριον της του Θεού Λόγου σαρκώσεως, υμνείται δια παντός η υπερύμνητος Θεοτόκος και κατά χρέος δοξάζεται, επειδή κατώκησεν εις αυτήν άπαν το πλήρωμα της Θεότητος. Εξαιρέτως δε εις ταύτην την Πόλιν ευρίσκονται Ναοί αναρίθμητοι, αφιερωμένοι εις το πανάγιον αυτής Όνομα. Αλλά από όλας τας Εκκλησίας της τα πρωτεία κατέχει η των Βλαχερνών, ήτις υπερβαίνει τους υπολοίπους Ναούς εις την ωραιότητα, ως τους αστέρας ο ήλιος. Ούτος ο Ναός των Βλαχερνών πιστεύεται ότι είναι ώσπερ τι βασίλειον ιερώτατον της Παναγίας και θειότατον καταγώγιον· δια τούτο και εις άλλας θέσεις ή πόλεις κτίζοντες οι ευσεβείς Εκκλησίς, Βλαχέρνας ταύτας ωνόμασαν, πιστεύοντες ότι η πανάμωμος Δέσποινα ευδοκεί εις ταύτας και χαίρεται και φαιδρύνει και λαμπρύνει αυτάς με την ένθεον παρουσίαν Της. Και πάντες οι αρχιερείς και άρχοντες και ο ευσεβής λαός εις τας Βλαχέρνας συντρέχουσι, προσφέροντες εις τον Θεόν και την Θεοτόκον χαριστήρια και λαμβάνουσι πάντων των λυπηρών λυτήρια, οι εν θλίψεσιν ευρίσκουσι παραμυθίαν και οι ασθενείς την ίασιν, και απλώς ειπείν ο εν Βλαχέρναις θείος Ναός της Πανυμνήτου Θεομήτορος είναι εις όλους μας πάσης ελπίδος σωτηριώδους αποθήκη και θησαυροφυλάκιον, εις το οποίον και από το οποίον παν αγαθόν απολαμβάνομεν. Ηγιάσθη και η Βηθλεέμ, και εδοξάσθη θεοπρεπέστατα, επειδή εκεί εγέννησε σαρκικώς τον Θεόν η Θεοτόκος, Παρθένος μείνασα· εν Κωνσταντινουπόλει δε καθ’ εκάστην ώραν εις τούτον τον ιερόν οίκον παρέχει εις τους δεομένους την του Θεού φιλανθρωπίαν και βοήθειαν. Και φαίνεται τούτο το οικητήριον αγιώτερον από την σκηνήν του μαρτυρίου, εις την οποίαν ήτο η Κιβωτός και αι πλάκες της Διαθήκης, η Στάμνα του μάννα και η ράβδος του Ααρών, ήτις ανεβλάστησεν. Επειδή εκείνη είχε τας πλάκας, τας οποίας ο Μωϋσής κατεσκεύασε, και ενταύθα, εις τας Βλαχέρνας, ευρίσκεται το σεβάσμιον ιμάτιον της Θεοτόκου, το θεοδόχον και άχραντον, το οποίον όχι μόνον αυτή η βασίλισσα των Αγγέλων εφόρεσε και εζώσθη, αλλά και τον Υιόν και Λόγον του Θεού ετύλιξε νήπιον και Τον εθήλασεν· εις το οποίον ιμάτιον έσταξαν και πολλαί ρανίδες από το θείον εκείνο γάλα, με το οποίον έθρεψε Τον τροφέα πάσης της κτίσεως. Εκεί ήτο η καρίνη ράβδος του Ααρών· εδώ έχομεν τον Τίμιον Σταυρόν, το αήττητον τρόπαιον. Εκεί ήτο το Μάννα εις έλεγχον του λαού, όστις ετράφη εις την έρημον, και εδώ είναι ο θείος Άρτος ο ουράνιος, όστις τρέφει τους πιστούς άπαντας. Όχι δε μόνον ταύτα, αλλά και πάσα νόσος και πάσα λύπη και κατήφεια εδώ λαμβάνει την ίασιν· και όσοι εισέρχονται μετά λύπης τινός και θλίψεως, εξέρχονται χαρούμενοι και επιστρέφουν εις τον ίδιον οίκον αγαλλόμενοι. Αλλά ας είπωμεν εν λεπτομερεία από την αρχήν πως συνέβη και έφεραν εις τας Βλαχέρνας από τα Ιεροσόλυμα τοιούτον θησαυρόν πολυτίμητον, ήτοι την Αγίαν Εσθήτα της Θεομήτορος, ίνα λάβητε ψυχικήν ευφροσύνην και αγαλλίασιν. Εις τους χρόνους του ευσεβεστάτου βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου, όστις ήτο και εν τοις λόγοις και τοις έργοις επίσημος, στολίζων με την αγαθήν αυτού πολιτείαν την αλουργίδα και το διάδημα, ήσαν δύο πατρίκιοι στρατοπεδάρχαι αυτάδελφοι, Γάλβιος και Κάνδιδος καλούμενοι, οίτινες εις μεν την αξίαν του σώματος και ευγένειαν ήσαν ευγενείς, περιφανείς τε και αξιόλογοι, εις δε την ψυχήν, ήτις είναι το τιμιώτερον και πολυτιμότερον εν τω ανθρώπω, είχον μώμον και καταφρόνησιν ως κακόφρονες, επειδή ευρίσκοντο βεβυθισμένοι εις την αίρεσιν Αρείου του ματαιόφρονος, ως συγγενείς και απόγονοι του Αρδαβουρίου και Ασπάρεως, οι οποίοι ετυράννησαν εκείνον τον καιρόν τα βασίλεια και τους οποίους ως Αρειανούς ήλεγξεν η αλήθεια. Τον δε Γάλβιον και Κάνδιδον δεν αφήκεν η θεία χάρις να παραμένουν εις το σκότος της αιρέσεως ταύτης, αλλά τους εφώτισε (διότι είχον πολλάς καλωσύνας και αρετάς) και τους ωδήγησε προς την αλήθειαν. Όθεν και αυτοί δεν εφάνησαν προς τοιαύτην ευεργεσίαν αχάριστοι, αλλ’ εδείχθησαν μετ΄την επιστροφήν εν πολλοίς ζηλωταί της αμωμήτου πίστεως. Και όχι μόνον αυτοί ωμολόγουν την ορθοδοξίαν, αλλά και άλλους όσον ηδύναντο ενουθέτουν εις το αυτό, διδάσκοντες, ότι η Αγία Τριάς είναι ομοούσιος και συνάναρχος, και ότι η Παναγία Παρθένος εγέννησε κατά σάρκα τον Θεόν Λόγον, τω Πατρί και Θεώ ομοούσιον, και ούτω καθωδήγησαν και άλλους πολλούς εις την αλήθειαν. Διένεμον δε και ελεημοσύνας πολλάς καθ’ εκάστην εις πένητας, δια να εξαλείψουν την αμαρτίαν της προτέρας αιρέσεως. Η δε πνύμνητος Μήτηρ του Χριστού, βλέπουσα τας πολλάς αγαθοεργίας αυτών, ένευσεν εις την καρδίαν των, και τους παρεκίνησε να προσκυνήσουν τα Ιεροσόλυμα, δια να εύρουν την τιμίαν αυτής Εσθήτα και να την φέρουν εις την Βασιλεύουσαν Πόλιν, όπου υπήρχον και άλλα πολλά και αξιέραστα πράγματα. Έλαβον λοιπόν από τον βασιλέα Λέοντα και από την βασίλισσαν Βερίναν συγχώρησιν και συνοδείαν πολλήν, κατά την αξίαν των, και εκίνησαν εις την οδοιπορίαν προθύμως. Φθάσαντες εις τα μέρη της Παλαιστίνης, επέρασαν από την Γλιλαίαν, δια να ίδουν και την Ναζαρέτ και την Καπερναούμ. Αλλά τούτο ήτο οικονομία άνωθεν, δια να μείνουν εις τι χωρίον εκεί πλησίον, εις το οποίον ο θησαυρός εκρύπτετο. Λοιπόν, όταν ενύκτωσεν, έμειναν εις το μικρόν εκείνο χωρίον και διέμειναν εις τον οίκον μιας γυναικός, έως την επαύριον. Η τιμία εκείνη γερόντισσα, Άννα ονόματι, ήτο Εβραία το γένος, αλλά Χριστιανή εις την πίστιν, ευλαβής και ενάρετος, ως άλλη Άννα θυγάτηρ του Φανουήλ, προσδεχομένη την παράκλησιν του Ισραήλ και προσευχομένη νύκτα και ημέραν προς Κύριον, όχι εις το του Σολομώντος ιερόν, αλλ’ εις το ιερόν εργαστήριον της καρδίας αυτής. Καθώς λοιπόν ητοίμασαν οι υπηρέται οι άλλοι το δείπνον, είδον οι λαρχοντες οίκον τινά κεκλεισμένον, εις τον οποίον ήτο πολλή φωτοχυσία, και εκείτοντο εκεί άνδρες και γυναίκες ασθενείς. Ταύτα βλέπων ο Κάνδιδος από μίαν θυρίδα, ηννόησεν ότι ήτο άγιος τόπος, εις τον οποίον οι ασθενείς ιατρεύοντο, επειδή εξήρχετο από τον οίκον εκείνον και ευωδία θαυμάσιος. Καθήσαντες λοιπόν εις τον δείπνον προσεκάλεσαν και την γερόντισσαν, ίνα την περιποιηθούν καλώς, δια να τους ομολογήση μετά ταύτα πάσαν την αλήθειαν. Αυτή δε μετά βίας πολλής έστερξε να συνδειπνήση με τους άρχοντας, επειδή την παρεκάλεσαν και σχεδόν την εβίασαν δια να τους ομολογήση φιλαλήθως την υπόθεσιν. Αφ’ ου λοιπόν εδείπνησαν, την ηρώτησαν δια τον εσώτερον οίκον, παρακαλούντες να τους είπη την αλήθειαν. Αύτη δε απεκρίνατο λέγουσα· «Βλέπετε το πλήθος των ασθενών; Ο Θεός επρόσταξε και γίνονται εις τούτον τον οίκον μεγάλα θαυμάσια· δαίμονες από τους ανθρώπους διώκονται, τυφλοί αναβλέπουσι, χωλοί περιπατούσι και πάσα άλλη ανίατος ασθένεια θεραπεύεται». Οι δε είπον αυτή· «και πόθεν έλαβεν εξ αρχής ούτος ο τόπος αυτό το χάρισμα; Παρακαλούμεν σε, σεβαστή γερόντισσα, να μας είπης δια την αγάπην του Θεού την αλήθειαν· ότι και ημείς, δια να δοξάσωμεν τα θεία Μυστήρια ήλθομεν από τόπον μακρινόν να προσκυνήσωμεν τα Ιεροσόλυμα». Η δε γυνή δεν ήθελε να φανερώση την υπόθεσιν, αλλά επροφασίζετο λέγουσα· «άλλο δεν ηξεύρω να σας είπω, ει μη μόνον, ότι ο τόπος είναι πεπληρωμένος της θείας χάριτος». Τότε οι άρχοντες εγνώρισαν από το σχήμα της αλλά και τους λόγους, ότι μέγα τι μυστήριον ενυπήρχε και το έκρυπτεν. Έχοντες όθεν πόθον να μάθωσι την αλήθειαν (επειδή η καρδία των ανεφλέγετο, ως του Λουκά και του Κλεώπα, εις τον ένθεον έρωτα), την επήραν οι δύο ιδιαιτέρως από τους άλλους ανθρώπους εις θέσιν απόμερον, και λέγουσι ταύτα προς αυτήν δακρύοντες· «Ορκίζομέν σε ω θεοφιλεστάτη γυνή κι πάντιμος, εις αυτήν την θείαν δύναμιν, ήτις εις τούτον τον οίκον ευρίσκεται, την οποίαν επιστεύθης ως ευλαβής και ενάρετος, να μας είπης όλην την αλήθειαν· και μη φοβηθής, διότι ουδεμίαν βλάβην ή ζημίαν θα υποστής εκ μέρους ημών· μάλιστα θα σε ανταμείψωμεν ως αρμόζει πλουσιοπάροχα». Τότε η γραία, εκ βάθους καρδίας στενάξασα, είπε ταύτα προς αυτούς δακρύουσα· «Από την ώραν όπου επιστεύθην τούτο το θείον Μυστήριον δεν το εφανέρωσα τινός ουδέποτε, καθώς και αι πρόγονοί μας δεν το ωμολόγησαν τινός ανδρός, κατά τον όρκον όπου αλληλοδιαδόχως ελάβομεν· αλλά επειδή βλέπω από τους λόγους και τας πράξεις σας, ότι είσθε άνθρωποι ευλαβείς και αιδέσιμοι, θέλω να σας είπω εξ αρχής την υπόθεσιν· αλλά σας ορκίζω και εγώ εις τον Θεόν, να μη ομολογήσετε το πράγμα εις άλλον τινά ενταύθα ούτε εις τα Ιεροσόλυμα, αλλά φυλάξατε πιστώς κεκρυμμένον το μυστήριον. Γινώσκετε ότι εις τούτον τον ταπεινόν οικίσκον είναι πεφυλαγμένον ένα ιμάτιον της Παναγίας Θεοτόκου Μαρίας εις μικρόν κιβώτιον, του οποίου η Χάρις και θεία δύναμις ενεργεί τοιαύτα θαυμάσια». Έφριξαν οι Γάλβιος και Κάνδιδος ακούσαντες ταύτα, και από τον τρόμον και την έκστασιν τους περιέχυσε ψυχρότατος ιδρώς. Η δε γυνή πάλιν ήρχισε να διηγήται καταλεπτώς εξ αρχής την υπόθεσιν, ούτο λέγουσα· «Αύτη η θεία και Παναγία Παρθένος και Θεοτόκος, τον καιρόν της Αγίας αυτής Μεταστάσεως, είχε δύο γυναίκς παρθένους, αίτινες πολλάκις την υπηρέτησαν εις τας ανάγκας του σώματος με πολλήν ευλάβειαν και επιμέλειαν, εις τας οποίας εχάρισε δύο χιτώνας, τους οποίους εφόρει η Δέσποινα, να έχουν αντί αυτής χάριν ευλογίας εκείνα τα θεία ιμάτια. Μία λοιπόν από ταύτας τας δύο γυναίκας ήτο από το γένος μου, και εις τον θάνατόν της αφήκεν άλλης παρθένου συγγενούς αυτής αυτό το θείον ιμάτιον, κι αυτή άλλης κατά διαδοχήν, παραγγέλλουσα να μη το ομολογήσουν ανδρός τινος, αλλά να το φυλάττουν ακριβώς, με τιμήν μεγάλην, θεοπρεπέστατα· και ούτω κατήντησεν εις εμέ την ναξίαν την σήμερον, και τώρα δεν υπάρχει άλλη παρθένος να της αφήσω τον θησαυρόν αυτόν τον πολύτιμον». Τότε οι δύο αδελφοί την επροσκύνησαν λέγοντες· «Δέσποινα και κυρία μας, ήξευρε, ότι καθώς ώρισες δεν ομολογούμεν άλλου τινός εδώ εις τα όριά σας αυτό το μυστήριον· μόνον αυτήν την χάριν ποίησον εις ημάς σε παρακαλούμεν· να κατακλιθώμεν εκεί μέσα εις το ιερόν οικητήριον, δια να προσευχηθώμεν με ησυχίαν και κατάνυξιν κατά την νύκτα». Η δε γυνή έστερξε και έστρωσαν εκεί την κλίνην οι δούλοι των, και έμειναν όλην την νύκτα οι άρχοντες, ουχί κοιμώμενοι, αλλά αγρυπνούντες μετά δακρύων και προσευχόμενοι, ευχαριστούσαν δε κατά χρέος την Αειπάρθενον Θεοτόκον, ότι τους ηξίωσε να προσκυνήσωσι τοιούτον Μυστήριον. Όταν δε είδον, ότι εκοιμώντο όλοι οι ασθενείς, επήραν όλα τα μέτρα του κιβωτίου εκείνου, ήτοι μάκρος, πλάτος και ύψος και ει τι άλλο ήτο αναγκαίον επιμελέστατα και ακριβώς περιεργαζόμενοι εσημείωσαν. Το πρωϊ ευχαριστούντες την γυναίκα την απεχαιρέτησαν λέγοντες, ότι είχον κατά νουν να επιστρέψωσι πάλιν απ’ εκεί, δια να λάβωσι χάριν και ευλογίαν από την Θεομήτορα, ίνα επιστρέψουν εις την χώραν των κατευόδιον. Αφ’ ου λοιπόν επροσκύνησαν τους Αγίους Τόπους, ευρήκαν ξυλουργόν και ξύλον παλαιόν, το οποίον ωμοίαζε με το ξύλον του κιβωτίου, και τον παρεκάλεσαν να το κάμη κρυφίως κατά τα μέτρα, όπου του έδωσαν. Έγινε δε τούτο απολύτως όμοιον ως το πρωτότυπον, και λαβόντες αυτό επέστρεψαν εις το χωρίον χαρούμενοι, με δώρα προς την γυναίκα πολύτιμα, εξόχως δε θυμιάματα και αρώματα ευωδέστατα, δια την θείαν ιερουργίαν αρμόδια. Τούτους υπεδέχθη η γραία χαίρουσα, και εδείπνησαν από κοινού πάλιν και συνηυφράνθησαν. Έπειτα τους έβαλε να κοιμηθούν εις το ιερόν οικητήριον, χωρίς να έχη υποψίαν τινά ποσώς προς αυτούς. Ούτοι δε έχοντες, ως επόθουν, ευκαιρίαν, έκλαιον όλην την νύκτα σχεδόν ευχόμενοι και βρέχοντες την γην με τα δάκρυά των, έκειντο δε πρηνείς εις την γην και εδέοντο της Παναγίας Θεοτόκου, ταύτα λέγοντες ταπεινώς και ησύχως· «Ηξεύρομεν, ω θειοτάτη και υπερένδοξε Δέσποινα, ότι επειδή ετόλμησεν ο Ζαν εκείνος να εγγίση της Κιβωτού, εστερήθη της παρούσης ζωής με εξαφνικόν και ελεεινόν θάνατον· πως λοιπόν να τολμήσωμεν ημείς οι αμαρτωλοί και ανάξιοι, να λάβωμεν εις τας μεμολυσμένας χείρας ημών την άχραντον και αγίαν Εσθήτα σου, χωρίς να μας δώσης συγχώρησιν; Πλην επειδή πιστεύομεν βέβαια, ότι είναι ορισμός σου και θέλημα, να έλθη και ούτος ο πολύτιμος θησαυρός εις την τιμώσαν σε Πόλιν, την σην επώνυμον, εις ασφάλειαν και περιποίησιν των πιστών βασιλέων και πάντων των ορθοδόξων δούλων σου, και σωτηρίαν διαιωνίζουσαν, δια τούτο τολμώμεν να εγγίσωμεν οι ανάξιοι εις το άγιον τούτο Κιβώτιον, και η χάρις σου να μας συγχωρήση την τόλμην μας». Αυτά και άλλα όμοια ολονυκτίς λέγοντες, και το έδαφος όλον της γης με δάκρυα βρέχοντες, επληρώθησαν εξαίφνης θάρσους συγκερασμένου με ευλάβειαν· όθεν τρέμοντες άμα και χαίροντες, επλησίασαν με δάκρυα, και λαμβάνοντες εκείνο το ιερόν κιβώτιον, όταν όλοι οι ασθενείς εκοιμώντο, αφήκαν εκεί το άλλο, όπερ κατεσκεύασαν όμοιον, το οποίον εσκέπασαν με χρυσούν δέρμα ωραίον, το οποίον είχον φέρει μεθ’ εαυτών. Η δε γυνή νομίζουσα ότι δια ευλάβειαν το έκαμαν, δεν υπωπτεύθη τίποτε. Και με τον τρόπον τούτον ηδυνηθησαν να τελέσουν το έργον, χωρίς να εννοήση την κλοπήν η απονήρευτος γερόντησσα. Πλην ήτο και Θεού θέλημα να έλθη ο πολυτίμητος αυτός θησαυρός εις την βασιλεύουσαν. Το πρωϊ λοιπόν, αποχαιρετήσαντες την γυναίκα, εκίνησαν εις οδοιπορίαν προς το Βυζάντιον, οδεύοντες με χαράν ανεκλάλητον. Και όταν έφθασαν εις την Πόλιν, συναπεφάσισαν αυτοί οι δύο αυτάδελφοι να μη ομολογήσουν τον άσυλον αυτόν θησαυρόν, έως ότου γίνη άλλος βασιλεύς και Αρχιεπίσκοπος, δια ν μη τον πάρουν αυτοί εις τα βασίλεια, και τους στερήσουν από τοιούτον πλούτον πολύτιμον. Έχοντες λοιπόν τόπον ίδιον επιτήδειον, πλησίον του θαλασσίου κόλπου του Κέρατος, ο οποίος τόπος Βλαχέρναι επωνομάζετο, έκτισαν εκεί Εκκλησίαν, την οποίαν επωνόμασαν των Αγίων Πέτρου και Μάρκου των Αποστόλων, και όχι της Θεοτόκου, ως έπρεπε, δια να μη καταλάβουν οι άνθρωποι την υπόθεσιν. Εκεί δε εις τον ναόν αυτόν έκρυψαν αυτό το θείον μυστήριον, φροντίζοντες με πολλήν επιμέλειαν να μη λείψη από την Εκκλησίαν εκείνην η ιερά υμνωδία και φωτοχυσία ουδέποτε. Ούτω λοιπόν τελέσαντες, έκρυψαν ολίγον καιρόν το θείον τούτο μυστήριον. Αλλ’ ο κρατήρ της χάριτος υπερεξεχείλισε και εξεχύνετο, και δεν άφησεν η πληθύς των θαυμάτων, τα οποία καθ’ εκάστην εγίνοντο, να κρύπτεται πλέον τοιούτος θησαυρός πολυτίμητος. Όθεν οι δύο αδελφοί εξ ανάγκης ανήγγειλαν προς τον βασιλέα καταλεπτώς την υπόθεσιν άπασαν, όστις ακούσας τοιούτον χαρμόσυνον και πανευφρόσυνον μήνυμα εχάρη υπερβαλλόντως, και με πολλάς τιμάς ετίμησε τον Γάλβιον και Κάνδιδον, μακαρίζων αυτούς, διότι τους ηξίωσεν ο Θεός να υπηρετήσουν τοιούτο μυστήριον. Πορευθείς όθεν ευθύς επροσκύνησαν μαζί με την βασίλισσαν Βερίναν την Αγίαν Εσθήτα με θερμότατα δάκρυα, και έκτισαν εις εκείνον τον τόπον Ναόν ωραίον στολίσαντες αυτόν πλουσιοπαρόχως, εις το όνομα και προς δόξαν της Θεομήτορος, και κατασκευάσαντες κουβούκλιον με χρυσίον άδολον, εφύλαξαν εις αυτό την θείαν εκείνην Εσθήτα με φόβον πολύν και δάκρυα, τον οποίον Ναόν ετίμησαν με πλούσια δώρα και βασιλικά εισοδήματα. Εις αυτόν τον Ναόν ευρίσκετο η αγία σορός, ήτοι το κιβώτιον εντός του οποίου ήτο αποτεθησαυρισμένη η τιμία Εσθής και το άγιον Παλλίον, ήτοι το επανωφόριον της Θεομήτορος. Περιτυλίξας δε την Εσθήτα ο βασιλεύς με πορφυρίδα βασιλικήν, έβαλεν αυτήν εντός άλλου μικρού κιβωτίου εξ ηλέκτρου (κεχριμπαρίου), και εσφράγισεν αυτό με βασιλικάς σφραγίδας. Το μικρόν δε αυτό κιβώτιον είναι μέχρι της σήμερον φυλακτήριον της βασιλίδος των πόλεων, και διωκτήριον πάσης ασθενείας και πολεμίων εχθρών. Όσους δε χρόνους έζησαν οι ευσεβείς εκείνοι βασιλείς, ο Λέων και η Βερίνα οι αξιοϋμνητοι, έτι δε και οι δύο αυτοί αδελφοί, οι τοσαύτης κοινής μακαριότητος πρόξενοι, δεν έλειψαν από τον θαυμάσιον εκείνον Ναόν δοξολογούντες και ευχαριστούντες τον Κύριον και την Δέσποιναν, ήτις τους ηξίωσε και απήλαυσαν τοιούτον πλούτον πολύτιμον. Ωσαύτως και οι μεταγενέστεροι βασιλείς τε και άρχοντες, και ο κοινός λαός διαπαντός άπαντες συνέτρεχον εις τον Ναόν αυτόν με πολλήν ευλάβειαν προσευχόμενοι δια τας θαυματουργίας, τας οποίας πολλάκις ετέλεσε και τελεί καθ’ εκάστην η παντοδύναμος Δέσποινα, περισκέπουσα και διαφυλάττουσα την Πόλιν ταύτην από διαφόρους κινδύνους και πολέμους, λιμούς και λοιμούς, και από άλλα πολλά εναντία και λυπηρά συναντήματα. Αλλά αφήνοντες τα παλαιά και πρότερα θαυμασιουργήματα, όσα έκαμεν η Παντάνασσα, καθώς εις διαφόρους βίβλους αναγινώσκονται, ας γράψωμεν μόνον τούτο το ύστερον, το οποίον με τους οφθαλμούς μας είδομεν, και ούτω να δώσωμεν τέλος της διηγήσεως. Όταν επολιόρκησαν κατά την τελευταίαν φοράν την Κωνσταντινούπολιν οι πολέμιοι και περιεκύκλωσαν τα τείχη, αφού συνεσκέφθησαν, απεφάσισαν τινές Χριστιανοί να αφαιρέσουν από τον Ναόν αυτόν των Βλαχερνών το χρυσίον και το αργύριον, με τα οποία ήτο ο Ναός εστολισμένος, δια να μη το αρπάσουν οι φιλοχρήματοι βάρβαροι. Αφ’ ου λοιπόν αφήρεσαν όλον τον στολισμόν της Εκκλησίας, ετόλμησαν δια την ανάγκην να εγγίσουν και εις την Αγίαν Σορόν. Την οποίαν ανοίξαντες, ήτοι την χρυσήν, εύρον μέσα εις αυτήν και την μικράν σορόν, ήτοι το εξ ηλέκτρου κιβώτιον, όπερ ήτο εις την χάριν και ωραιότητα θαυμάσιον και λαμπρότατον. Και ανοίξαντες αυτό ανεδόθη τόση ευωδία μύρων, ώστε εγέμισεν όλη η Εκκλησία. Εύρον δε εντός αυτού και το τεμάχιον εκ της βασιλικής αλουργίδος με το οποίον είχον περιτυλίξει την αγίαν Εσθήτα της Θεομήτορος. Με το σημείον αυτό εφάνη, ω του θαύματος! το αψευδές του μυστηρίου και της Θεοτόκου η δύναμις. Ότι η μεν βασιλική αλουργίς, ήτις ήτο και μεταξωτή, ευρέθη από την πολυκαιρίαν εφθαρμένη και άχρηστος· η δε θεία Εσθής, ήτοι της Θεοτόκου το ένδυμα, όπερ ήτο μάλλινον (το δε έριον γίνεται από την βρώσιν εις εξ μήνας σητόβρωτον), ήτο όλον και το στημόνιον και το υφ΄διον άφθαρτον και ομόχροον, μαρτυρούν το απαθές της Θεοτόκου και αδιάφθορον. Ούτω κατά αλήθειαν έπρεπε να διαφυλαχθή το ιμάτιον της Παναγίας αδιάφθορον, καθώς Αυτή έχει την ψυχήν και το σώμα, και τον λογισμόν, και το ήθος, και τον λόγον και τον τρόπον, και τα λοιπά κθαρά τε και αδιάφθορα. Ότι εάν η σκιά του Απ. Πέτρου και του Παύλου, το αίμα και τα σουδάρια έλαβον τόσον αγιασμόν, και ιάτρευον τους αρρώστους, πόσην χάριν έπρεπε να έχη της Θεοτόκου το πανάγιον φόρεμα, με το οποίον όχι μόνον αυτή η Δέσποινα εσκεπάσθη, αλλά και τον Δεσπότην ενίοτε ή και πολλάκις, όταν ήτο νήπιον, ετύλιξε μητροπρεπώς και τον εγαλούχησε. Πρεπόντως λοιπόν έμεινεν αυτό το θείον ιμάτιον απαθές τε και αδιάφθορον, δια να κηρύττεται με την θαυματουργίαν ταύτην της αφθορίας και με τα άλλα τερατουργήματα, όσα τελεί καθ’ εκάστην, ιατρεύον πάσαν ασθένειαν, και να φαίνεται με τα σημεία ταύτα η αφθαρσία της Θεοτόκου και η απάθεια σαφέστατα. Ταύτα βλέπων ο Πατριάρχης, από την χαράν του ένθους γενόμενος, δεν έκρυψε το μυστήριον, δεν αφήκεν αμάρτυρον τον πλούτον της χάριτος, αλλά εμήνυσεν εις τον βασιλέα και ήλθεν εκεί με όλην την Σύγκλητον και τότε τρέμοντες όλοι και κλαίοντες, οι τε Αρχιερείς, ο αυτοκράτωρ και οι επίλοιποι, επροσκύνησαν ως έπρεπε με πολλήν ευλάβειαν το ιερόν Κιβώτιον. Επειδή δε δια τον φόβον των πολεμίων δεν είχον τότε την δυνατότητα να προσκυνήση και ο κοινός λαός, καθώς εδέοντο προς τον βασιλέα με δάκρυα, τους υπεσχέθη εις ολίγας ημέρας, όταν λυτρωθώσιν από τον κίνδυνον, ν την εξαγάγη ο Πατριάρχης από το κιβώτιον και να την ασπασθούν όλοι εις αγιασμόν της ψυχής και ίασιν· ούτω δε ησύχασαν. Κλείσαντες όθεν πάλιν το κιβώτιον το απέθεσαν εις το Άγιον Βήμα της Μεγάλης Εκκλησίας. Μετ’ ολίγον καιρόν, όταν έκαμε μεγάλην θαυματουργίαν η παντοδύναμος Δέσποινα και εσκόρπισαν οι βάρβαροι, επρόσταξεν ο βασιλεύς κήρυκα και έδωκεν εντολήν να συναχθή ο λαός την ορισθείσαν ημέραν, ίνα ασπασθούν την αγίαν Εσθήτα της Θεοτόκου, καθώς τους υπεσχέθη· τόσος δε λαός συνήχθη την ορισθείσαν ημέραν, άνδρες τε και γυναίκες, ώστε δεν έμεινε καν μία αρχόντισσα εις τον οίκον της, δια την αγάπην και τον πόθον, τον οποίον είχεν όλη η Πόλις προς την Παρθένον και Θεομήτορα, ήτις εβοήθησε και ουδείς άνθρωπος εφονεύθη. Διότι εις άλλας περιπτώσεις, όταν συνήγοντο οι άνθρωποι δια τινα υπόθεσιν, εφονεύοντο τινές από τον συνωστισμόν, ενώ τότε δεν απέθανε καν ένα παιδίον με την θείαν βοήθειαν. Όταν λοιπόν συνήχθησαν άπαντες Αρχιερείς, Ιερείς και Μονάζοντες και οι λαϊκοί μικροί και μεγάλοι, άνδρες τε και γυναίκες, νέοι και γέροντες, εποίησαν πρότερον αγρυπνίαν εις τον Ναόν του Αγίου Λαυρεντίου όλην την νύκτα ψάλλοντες, εκεί δε είχον την αγίαν εκείνην σορόν, εντός της οποίας ήτο η Εσθής της Παναγίας, και την ησπάζοντο ο λαός όλος, καταφιλούντες το κιβώτιον έξωθεν. Κατά δε την πρωϊαν την εσήκωσεν ο Πατριάρχης ασκεπής, και ο πιστότατος βασιλεύς εκράτει την ουρανίαν (Ombrella) ασκεπής και αυτός, περιπατών χωρίς στέμμα με πολλήν ταπείνωσιν, με κόπον των πολύν και ιδρώτα από το πλήθος του λαού, όστις ηκολούθει, και κράζοντες όλοι το «Κύριε, ελέησον», έφθασαν εις τον Ναόν των Βλαχερνών. Τότε αποθέσας ο Πατριάρχης τον θησαυρόν όπου εσήκωνεν, έπεσεν εις την γην πρηνής και έκειτο ώραν πολλήν με δάκρυα θερμά προσευχόμενος. Έπειτα εσηκώθη, και ανοίξας την αγίαν θήκην, τρέμων από τον φόβον του, εξήγαγε το άγιον εκείνο φόρεμα, και το εσήκωσεν εις τόπον υψηλόν ιστάμενος, δια να τον ίδουν άπαντες, οίτινες έκραζον όλοι το «Κύριε, ελέησον». Τόσα δε δάκρυα έχυσαν, ώστε υγράνθη όλον το έδαφος· είτα πάλιν εφύλαξεν αυτό εις την θήκην· και λειτουργήσας ο Πατριάρχης, εκοινώνησεν ο βασιλεύς, και όσοι άλλοι ήσαν άξιοι· ούτω δε απήλθον εις τας οικίας αυτών, ευχαριστούντες τον Κύριον. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις αιώνα τον ατελεύτητον. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Γ΄ (3η) Ιουλίου, μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΑΝΑΤΟΛΙΟΥ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

Δημοσίευση από silver »

Ανατόλιος ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και εν Αγίοις πατήρ ημών ήτο πρότερον πρεσβύτερος και αποκρισιάριος της εν Αλεξανδρεία Εκκλησίας. Μετά ταύτα εχειροτονήθη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, κατά τους τελευταίους χρόνους της βασιλείας Θεοδοσίου του Μικρού, του υιού Αρκαδίου, εν έτει υμζ΄ (447) προβληθείς, ως Πατριάρχης, υπό του μονοφυσίτου Διοσκόρου. Προέβαλε δε αυτόν Πατριάρχην ο μονοφυσίτης Πατριάρχης Αλεξανδρείας Διόσκορος, διότι ήλπιζεν, ο μάταιος, ότι θέλει έχει αυτόν σύμφωνον και ομόφρονα της κακοδοξίας του. Όμως όχι μόνον απέτυχε της ελπίδος του, αλλά και τα εναντία συνέβησαν, διότι ο μακάριος ούτος Ανατόλιος καθήρεσε τον κακόδοξον Διόσκορον, το δε όνομα του αοιδίμου αγιωτάτου Φλαβιανού, του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, τον οποίον ο Διόσκορος καθήρεσε παραλόγως και εθανάτωσεν εις την εν Εφέσω ληστρικήν Σύνοδον, συνηρίθμησεν ούτος εις τα δίπτυχα μετά των άλλων αοιδίμων Πατριαρχών, επειδή, ως είπομεν, ο Άγιος Φλαβιανός καθηρέθη παραλόγως από τον Διόσκορον εις την ρηθείσαν εν Εφέσω ληστρικήν Σύνοδον. Ούτος ενήργησεν ίνα και το τίμιον λείψανον του Αγίου Φλαβιανού ανακομισθή και αποθησαυρισθή εις τον Ναόν των Αγίων Αποστόλων. Όχι δε μόνον τούτο έπραξεν, αλλά και δι’ εγκυκλίων επιστολών εξέθεσε τα της Ορθοδόξου πίστεως, και απέστειλε ταύτας προς τους εις πάσαν πόλιν Επισκόπους, παρακινών αυτούς να αναθεματίσωσι τους πρώτους και αρχηγούς της αιρέσεως, ήτοι τον Νεστόριον, τον Ευτυχή και τον Διόσκορον και όλους εκείνους όσοι εδογμάτιζον ότι έπαθε σύγχυσιν ή τροπήν η θεία φύσις επί της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου. Ο Ανατόλιος λοιπόν ούτος, διάδοχος γενόμενος του ρηθέντος Αγίου Φλαβιανού και ποιμάνας την Εκκλησίαν του Χριστού έτη οκτώ, απήλθε προς Κύριον, διάδοχον αφήσας τον αγιώτατον Πατριάρχην Γεννάδιον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η Ιουλίου), μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΑΝΔΡΕΟΥ Αρχιεπισκόπου Κρήτης του Ιεροσολυμίτου.

Δημοσίευση από silver »


Ανδρέας ο θείος πατήρ ημών ήκμασε περί το χπ΄ (680) από Χριστού έτος, πατρίδα έχων την περίφημον Δαμασκόν, και γεννηθείς από γονείς θεοσεβείς και εναρέτους, Γεώργιον και Γρηγορίαν ονομαζομένους. Ούτος ο εν Αγίοις πατήρ ημών Ανδρέας έως του εβδόμου έτους της ηλικίας αυτού ήτο άφωνος, μη δυνάμενος να λαλήση ουδόλως. Όθεν ένεκα τούτου οι γονείς του ελυπούντο πάρα πολύ, νομίζοντες ότι θα μείνη βωβός δια παντός του βίου αυτού. Αλλά αφ’ ου παρήλθον τα επτά έτη, μεταβάς κάποτε μετά των γονέων αυτού ίνα μεταλάβη το πανάχραντον Σώμα και Αίμα του Κυρίου, ω του θαύματος! ευθύς ως μετέλαβεν, ελύθη η γλώσσα του και ελάλει ανεμποδίστως. Έκτοτε οι γονείς του έστειλλον αυτόν εις το σχολείον, δια να μάθη τα ιερά γράμματα. Ο δε καλός Ανδρέας, ως οξύς τον νουν, κατεγίνετο εις τα μαθήματα με πολλήν προθυμίαν και επιμέλειαν και γυμναζόμενος με πόθον υπερβολικόν εις πάσαν μάθησιν, επροχώρησε με μεγάλην σύνεσιν και εις την φιλοσοφίαν. Ίνα δε είπω συντόμως, επειδή είχε διδασκάλους καλώς κατηρτισμένους, εδιδάχθη τα καλλίτερα μαθήματα, και τοιουτοτρόπως εκαθάρισε την γλώσσαν του, δια να ομιλή μετά τέχνης και γλυκύτητος, την ψυχήν του εκαλλιέργησεν εις σημείον ώστε να αποκτήση την αρετήν και την αλήθειαν και τον νουν του εις το να προχωρήση εις τας υψηλοτέρας θεωρίας. Έπειτα μελετών επιστημονικώς τας θείας και ιεράς Γραφάς, και φωτισθείς εξ αυτών κατά την διάνοιαν, εγένετο θερμός εραστής της αληθούς και θείας σοφίας και όλως διόλου απέβλεπε προς εκείνην. Στοχαζόμενος δε εξ άλλου, ότι δεν θα ηδύνατο κατ’ άλλον τρόπον να ενωθή με εκείνην την θείαν σοφίαν, ει μη με το να ελευθερωθή από τα γήϊνα και υλικά αγαθά, παρεκάλεσε τους γονείς του να τον αφιερώσουν εις τον Θεόν, επειδή ουδεμίαν ησθάνετο κλίσιν και αγάπην προς τα του κόσμου πράγματα. Οι δε γονείς του, κινηθέντες παρά Θεού, μετέβησαν μετ’ αυτού και αφιέρωσαν αυτόν εις τον Ζωοδόχον Τάφον του Κυρίου, ως ευπρόσδεκτον προσφοράν. Ήτο δε τότε Πατριάρχης Ιεροσολύμων αγιώτατος τις άνθρωπος και πολύ ενάρετος, Θεόδωρος ονομαζόμενος, ο οποίος μετά πολλής χαράς προσδεξάμενος τον νέον έκαμεν αυτόν πνευματικόν τέκνον του, και ενδύσας αυτόν δια του Μοναχικού σχήματος εχειροτόνησε διάκονον και επεμελείτο όλως διόλου την προκοπήν του, φροντίζων να αναθρέψη αυτόν με αρετάς και να ναβιβάση εις άνδρα τέλειον, και εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού. Όθεν, επιτυχών γην καλήν, την ψυχήν του νέου, είχεν ελπίδας καλάς, ότι δια του θείου λόγου της διδασκαλίας του και δια του καλού παραδείγματος της αρετής, έχει να θερίση και καρπόν εκατονταπλάσιον. Αλλά προ του να απολαύση την τοιαύτην ποθουμένην του νέου τελειότητα, ελύθη από τον δεσμόν του σώματος και εκδημήσας με χαράν εις χείρας του πνευματικού του τέκνου, απήλθε προς τον Δεσπότην Χριστόν, δια να λάβη τους λαμπρούς στεφάνους της καλής οικονομίας ην ήσκησεν εις την Εκκλησίαν Αυτού. Άφησε δε τον θείον Ανδρέαν, ομού μετά του οικονόμου της Εκκλησίας, κυβερνήτην και επίτροπον των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Διότι η νεότης του Αγίου δεν επέτρεπε να αφήση αυτόν μόνον διάδοχον του θρόνου του. Αλλ’ ο Άγιος, αν και κατά την ηλικίαν ήτο νέος, κατά την αρετήν όμως, την κοινήν πρόνοιαν, την επιστασίαν και ωφέλειαν της Εκκλησίας, δεν ήτο ελλιπέστερος ουδενός άλλου προστάτου της Εκκλησίας, διότι δια την Εκκλησίαν των Ιεροσολύμων υπήρξε και πατήρ και διδάσκαλος και οικονόμος και υπηρέτης και παράδειγμα λαμπρόν πάσης ιδέας καλού. Επειδή δε δια προσταγής του ευσεβούς βασιλέως Κωνσταντίνου, του εγγόνου του Ηρακλείου, συνήχθη τότε εις την Κωνσταντινούπολιν η Αγία και Οικουμενική Έκτη Σύνοδος, ήτις ανήρεσε λαμπρώς την αίρεσιν των Μονοθελητών, και έγραψεν εις τόμον ιερόν τα δόγματα της ευσεβείας, εστέλλοντο εις πάσαν Εκκλησίαν γράμματα βασιλικά επισφραγίζοντα τον Συνοδικόν Τόμον και παρακινούντα πάντας τους ευσεβείς να ακολουθούν αυτόν, έφθασαν τα γράμματα ταύτα και εις την Εκκλησίαν των Ιεροσολύμων και επλήρωσαν αυτήν χαράς πνευματικής, διότι έβλεπεν, ότι η ευσέβεια, ήτις επολεμείτο πρότερον από τους αιρετικούς, εστερεώθη πάλιν λαμπρώς. Όθεν άπαντες οι εν Ιεροσολύμοις πρόκριτοι, σκεφθέντες ότι πρέπει να αποστείλουν εις την Κωνσταντινούπολιν άνθρωπον και δια μέσου αυτού να δείξουν, ότι και αυτοί είναι σύμφωνοι προς τα δόγματα της ιεράς εκείνης Συνόδου, έκριναν, δια κοινής ψήφου, να αποστείλουν δια την πρεσβείαν ταύτην τον μέγαν Ανδρέαν ομού μετ’ άλλων δύο κληρικών, επειδή αυτός ήτο γεγυμνασμένος εις τα δόγματα της ευσεβείας, ενημερώτερος παντός άλλου εις τα τοιαύτα και δια της δυνάμεως του λόγου και του Αγίου Πνεύματος. Όθεν συμπαραλαβών δύο ελλογίμους Κληρικούς, τους οποίους αυτός εξέλεξε, μετέβη εις την Κωνσταντινούπολιν. Αλλά δεν επρόφθασεν εν ζωή τον βασιλέα, εύρε δε τον υιόν του Ιουστινιανόν τον ρινότμητον κληρονόμον της βασιλείας, προς ον, αφού ενεχείρισε την ομολογίαν της εν Ιερουσαλύμοις Εκκλησίας, τα ελλείποντα της ομολογίας ανεπλήρωσεν ο ίδιος δια της καλής αυτού γλώσσης. Θαυμασθείς δε παρ’ όλων δια την αγιότητα και την σοφίαν αυτού, και διοικήσας καλώς την πρεσβείαν, τους μεν δύο Κληρικούς τους συντροφεύσαντας αυτόν απέστειλε πάλιν εις τα Ιεροσόλυμα, δι να αναγγείλουν εις τους άλλους ποίον αποτέλεσμα έλαβεν η πρεσβεία των, αυτός δε παρέμεινεν εις την Κωνσταντινούπολιν, δια να ελευθερώση τον εαυτόν του από τας Εκκλησιαστικάς υποθέσεις και να διέλθη εις το εξής ζωήν ήσυχον και μοναχικήν. Όθεν συγκεντρώσας τον εαυτόν του και εγκαταλείψας πάσαν μέριμναν εύλογον και ανεύλογον, αφωσιώθη όλος εις την θείαν μελέτην και θεωρίαν, αγωνιζόμενος με νηστείας, αγρυπνίας και δάκρυα. Τοιουτοτρόπως εξηγνίσθη κατά το σώμα, εκαθαρίσθη κατά την ψυχήν, και εφωτίσθη έτι μάλλον κατά τον νουν, κατά πάντα δε τρόπον ανυψώθη εις τον Θεόν, ηνώθη μυστικώς μετ’ υτού, και απήλαυσε τους αρραβώνας των μελλόντων αγαθών. Διελθών δε πολύν καιρόν εις την ησυχίαν κατέστησεν εαυτόν δεκτικόν των τελείων μέτρων της αρετής, και ακολούθως επροξένει πολλήν ωφέλειαν εις εκείνους, οίτινες προσήρχοντο προς αυτόν. Αλλ’ επειδή ο λαμπρός εις τα έργα και εις τους λόγους, ο θείος πατήρ ημών Ανδρέας, δεν ήτο δυνατόν να διαφύγη της προσοχής των πολλών και να κρυβή έως τέλους υπό τον μόδιον της ησυχίας, απεκαλύφθη τόσον εις τον βασιλέα, όσον και εις την Εκκλησίαν, και χωρισθείς μετά βίας από την ήσυχον ζωήν, διωρίσθη, αν και μη θέλων, εις την διακονίαν της Μεγάλης Εκκλησίας. Έπειτα ενεπιστεύθη εις αυτόν και η οικονομία και διοίκησις του ορφανοτροφείου, εις την οποίαν, φανείς ευδόκιμος, ελέγετο πατήρ και τροφεύς των ορφανών και των πτωχών, και επεμελήθη μετά ενδελεχούς φροντίδος και τα δύο ορφανοτροφεία της Κωνσταντινουπόλεως. Και όχι μόνον ηύξησε τα σιτηρέσια αυτών, αλλά και την στενότητα του χώρου, ην είχον τα οικήματά των, μετέβαλεν εις ευρυχωρίαν δια των μεγάλων οικοδομών τας οποίας κατεσκεύασεν. Όθεν, ως άξιος κατά πάντα, έλαβε και μεγαλύτερον αξίωμα, ανελθών εις τον υψηλόν θρόνον της Αρχιερωσύνης. Και εγένετο Μητροπολίτης της περιφήμου νήσου Κρήτης, ή, αληθέστερον, δια μέσου μιας νήσου, ποιμήν και διδάσκαλος απάσης της του Χριστού Εκκλησίας. Απελθών λοιπόν εις την επαρχίαν αυτού, ήρχισε να εκτελή το έργον του και να επιμελήται αόκνως της διοικήσεως της επαρχίας του, αφοσιωθείς τελείως εις την πρόοδον και την σωτηρίαν του ποιμνίου του. Και πρώτον μεν έφερεν εις πολύ σεμνήν τάξιν πανσόφως τους ιερωμένους, εκφωνήσας λόγον γλυκύτατον περί λειτουργικής τάξεως, δια του οποίου υπεδείκνυεν οποίος πρέπει να είναι ο ιερεύς, ο αξιούμενος όχι μόνον αυτός να πλησιάζη εις το πρώτον και απρόσιτον φως, ήτοι τον Θεόν, αλλά να φωτίζη και άλλους, και να συμφιλιώνη μετά του Θεού. Έλεγε, δηλαδή, ότι πρέπει να είναι λαμπρός και καθαρός αυτός, καθώς ο καθρέπτης, δια να ημπορή να δέχεται εντός εαυτού τας ακτίνας του θείου φωτός, και δια μέσου αυτού να μεταδίδη και εις άλλους τον φωτισμόν του. Κατόπιν έφερεν εις τάξιν τους Παρθενώνας και τα Μοναστήρια, ορίσας νόμους συμφώνως προς τους οποίους να πολιτεύωνται. Είτα επεμελείτο τους κοσμικούς, διδάσκων αυτούς να προσπαθούν να προσεγγίζουν προς τον Θεόν, και όχι να δεσμεύωνται εις την σάρκα και εις τα του κόσμου. Και τας μεν κοσμικάς ηδονάς να καταφρονούν, τας δε εντολάς του Θεού να φυλάττουν και να αγωνίζωνται δια την σωτηρίαν των. Επαιδαγώγει τους νέους, εσωφρόνιζε τους γέροντας, επέστρεφεν εις μετάνοιαν τους αμαρτωλούς, έδιδεν ελπίδ θείου ελέους εις τους μετανοούντας, παρεκίνει εις τους αγώνας της αρετής τους αγωνιζομένους, τους πολεμουμένους εβοήθει, τους κινδυνεύοντας να υποπέσουν εις την αμαρτίαν εβάσταζε, τους πεσόντας ανήγειρεν. Εις τους ασθενείς εγένετο δύναμις, εις τους λυπουμένους παρηγορία, εις τους λιποθυμούντας αναψυχή, εις τας χήρας προστάτης, εις τα ορφανά πατήρ, εις τους πτωχούς θησαυρός, εις τους πεινώντας τροφή, εις τους γυμνούς ένδυμα. Αλλά διατί να μακρηγορώ; Εις πάντας τα πάντα προσέφερεν, ίνα σώση πάντας. Και καθώς ο Κύριος μέλλει να γίνη εις τον μέλλοντα αιώνα φως εις τους Αγίους, και ζωή και δόξα και τροφή και ένδυμα και χαρά, και παν άλλο αγαθόν της μακαριότητος, ούτω και ο μέγας ούτος Ανδρέας ήτο δια τα πνευματικά τέκνα της επαρχίας του η πηγή παντός αγαθού, όχι μόνον ψυχικού, αλλά και σωματικού, δια του οποίου είναι δυνατόν να διανύση τις την παρούσαν ζωήν χωρίς λύπην. Ήνοιξε δε και τον αγαθόν θησαυρόν της καρδίας του, και εσκόρπιζεν εξ αυτού λόγους αγαθούς, και πλατύνας το στόμα του, επλήρωσεν υτό εκ της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Όθεν εν σοφία και συνέσει δια της θείας εμπνεύσεως συνέθεσε βιβλία, εις τα οποία παρουσιάζεται και ρήτωρ εξαίσιος, και ιερολόγος θεόπνευστος. Διότι δια των λόγων αυτού εγκωμιάζει λαμπρώς την υπέραγνον Μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού, κατά τας διαφόρους Θεομητορικάς εορτάς. Εγκωμιάζει ομοίως και τον ζωοποιόν Σταυρόν του Σωτήρος, επί του οποίου, υπομείνας ο απαθής Θεός τα Άγια Πάθη και τον εκούσιον θάνατον, κατέστησεν ημάς κοινωνούς της Βασιλείας και της δόξης Αυτού. Εγκωμιάζει ακόμη και πολλάς άλλας Δεσποτικάς εορτάς, προς δε τούτοις εγκωμιάζει και μερικούς Αγίους, και δια των εγκωμίων τούτων έκαμεν ως ιδικά του τα μαρτύρια εκείνων. Αλλ’ εξαιρέτως εγκωμιάζει τον μέγαν Πρόδρομον Ιωάννην. Συνέθεσε δε και κατά μουσικήν και εναρμόνιον τέχνην πολλούς κανόνας και τροπάρια, δια των οποίων όχι μόνον λαμπρύνει τας εορτάς και παρακινεί τους Χριστιανούς εις πνευματικήν ευφροσύνην και αγαλλίασιν, αλλά προξενεί και κατάνυξιν, και κάμνει τους ψάλλοντας και αναγινώσκοντας να χύνουν πηγάς δακρύων. Εκτός δε των άλλων συνέθεσε και τον μέγαν εκείνον και αξιέπαινον Κανόνα, τον οποίον ψάλλομεν κατά την Πέμπτην της πέμπτης εβδομάδος των Νηστειών, ο οποίος όχι μόνον προξενεί μετάνοιαν και κατάνυξιν, αλλά και πολυμάθειαν παρέχει και διδάσκει τους Χριστιανούς με ποίαν διάθεσιν πρέπει να αναγινώσκουν τας ιεράς Ιστορίας της θείας Γραφής, και πως πρέπει να μεταχειρίζωνται αυτάς ως ύλην και αφορμήν υψηλοτέρων και ηθικών θεωριών. Όχι δε μόνον με τους λόγους του εκόσμησεν ο Άγιος την ποίμνην του, και ηύφρανε πάσαν άλλην Εκκλησίαν Χριστιανών, αλλά και με έργα και κατορθώματα μεγαλοπρεπή. Διότι και τους κατεστραμμένους ναούς του Θεού ανεκαίνισε με πλουσίαν και φιλότιμον βοήθειαν, και ναόν εκ θεμελίων ωκοδόμησεν ωραιότατον προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, ονομάσας αυτόν Βλαχέρνας. Αλλά και ξενοδοχείον εκ θεμελίων έκτισεν, εις ανάπαυσιν των γερόντων, εις θεραπείαν των ασθενών, εις σκέπην των ξένων και πτωχών, προς τους οποίους όχι μόνον έδιδε πλουσιοπάροχα τα προς χρείαν άπαντα και τροφήν, εξοδεύων πανσόφως και θεαρέστως τα χρήματα του Θεού. Αλλ’ όπως εις τα άλλα εμιμείτο τον Χριστόν, τον ιδικόν του Δεσπότην και διδάσκαλον, ούτω και εις ταύτα εμιμείτο Αυτόν. Και υπηρέτει εις το ξενοδοχείον τους ασθενείς και τους ξένους δια των ιδίων του χειρών, περιζωννύμενος το χειρόμακτρον, και πλύνων τας χείρας, τους πόδας και τας κεφαλάς αυτών και καθαρίζων τας πληγάς των αρρώστων, και λείχων σχεδόν δια της γλώσσης του το σεσηπός πύον και τα αίματα. Τόσον εθέρμαινεν αυτόν η προς τον Θεόν και τον πλησίον αγάπη. Δεν είναι υπερβολικόν το να αναφέρωμεν εν ή δύο θαύματα υπό του Αγίου δια της χάριτος του Θεού τελεσθέντα, ίνα αποδείξωμεν την αγιότητα και την παρρησίαν, δι’ ων ήτο κεκοσμημένος ο θείος Ανδρέας. Βαρβαρικός στόλος έπλευσε μίαν φοράν εις την Κρήτην, δια να αιχμαλωτίσουν και ερημώσουν την ποίμνην του Αγίου, και περισφίγξαντες αυτήν δια φοβεράς πολιορκίας, μετεχειρίσθησαν όλας τας πολεμικάς μηχανάς εναντίον της. Ο δε Άγιος δια των ευπροσδέκτων προσευχών του όχι μόνον διεφύλαξε την ποίμνην του εκτός παντός κινδύνου, αλλά και εις τας καρδίας των βαρβάρων τόσον μεγάλον φόβον ενέβαλεν, ώστε ηνάγκασε τούτους να φύγουν, χωρίς να τους διώξη κανείς. Πό την ταχείαν και άτακτον φυγήν των πολλοί ηφανίσθησαν τόσον από τα κύματα της θαλάσσης, όσον και από τους πολεμουμένους Χριστιανούς. Και άλλοτε, ενώ ήρχιζε το θέρος και η γη εφλογίζετο εκ του καύσωνος, δεν ήτο δυνατόν να βρέξη. Όθεν τα σπαρτά εμαράνθησαν και εκινδύνευον να ξηρανθούν τελείως. Οι δε άνθρωποι εκ του φόβου του λιμού και εκ της ανομβρίας ξηρανθέντες, από δε τας θερμάς ακτίνας του ηλίου κατακαιόμενοι, ήσαν εκλελυμένοι και σχεδόν απηλπισμένοι. Εις την τοιαύτην λοιπόν δυστυχίαν, τι έπραξεν η συμπθής εκείνη και ελεήμων του Αγίου ψυχή; Μήπως παρέβλεψε την ποίμνην του, κινδυνεύουσαν να αφανισθή; Όχι. Αλλά υψώσας εις τον ουρανόν χείρας και οφθαλμούς, επεκαλέσθη τον Θεόν εξ όλης του της ψυχής, δια να δώση βροχήν εις την γην, και, ω του θαύματος! Ευθύς εκαλύφθη ο ουρανός από νέφη και έβρεξε τόσην βροχήν, ώστε και τα σπαρτά εποτίσθησαν και εκάρπισαν θαυμασίως και οι άνθρωποι έλαβον αναψυχήν και παρηγορίαν. Άλλοτε πάλιν, εις καιρόν ότε ενέσκηψεν εις την επαρχίαν του μεγάλη επιδημία πανώλους και εθανάτωνε πολλούς, ο Άγιος δια των προς τον Θεόν ικεσιών και δακρύων αυτού ημπόδισε την ορμήν της θανατηφόρου ασθενείας. Αλλά και άλλα πάμπολλα θαύματα ετέλεσεν ο μέγας Ανδρέας, τα οποία αν διηγούμην δεν θα εξήρκει όλη μου η ζωή. Διότι, ως έχων εγκάτοικον εις την ψυχήν του τον Θεόν, εις μεν τους επαρχιώτας του προσέφερε πάντα τα εκ Θεού αγαθά, λυτρώνων αυτούς από κάθε κακόν, εις δε τον Θεόν πάλιν προσέφερε τας σεσωσμένας ψυχάς των επαρχιωτών του, ως προσφοράν ευπρόσδεκτον και αξίζουσαν περισσότερον από όλον τον κόσμον. Επειδή δε παρουσιάσθη ανάγκη, ηναγκάσθη ο Άγιος να μεταβή εις την Κωνσταντινούπολιν. Φθάσας δε εκεί, εγένετο δεκτός με πάσαν τιμήν και σέβας, τόσον από όλον το ιερόν σύστημα της Εκκλησίας, όσον και από τον βασιλέα και όλους τους άρχοντας. Διατρίβων δε εκεί ολίγον καιρόν διεμοίραζεν εις τους πεινώντας τον ουράνιον άρτον, ήτοι τον λόγον της διδασκαλίας, και επότιζε τους διψώντας εκ του ζωοποιού ύδατος του Αγίου Πνεύματος. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και σωματικώς εχόρταινε τους πεινώντας, εβοήθει τους αδικουμένους, υπερησπίζετο τας χήρας, επροστάτευε τα ορφανά και παρηγόρει τους τεθλιμμένους. Τέλος ητοιμάζετο να επνέλθη εις την επαρχίαν του. Επειδή δε προεγνώρισεν, ότι δεν θέλει ιδεί πλέον το ποίμνιόν του, παρέδωκε τον εαυτόν του εις το Πνεύμα το Άγιον το κινούν αυτόν. Ούτω εισελθών εις πλοίον εξεκίνησε δια την Κρήτην. Αλλ’ όταν το πλοίον έφθασεν εις την Μυτιλήνην, εστάθη εκεί. Ο Άγιος τότε ηρώτησε πως ονομάζεται ο τόπος εκείνος, και μαθών ότι καλείται Ερεσσός, απεκρίθη: «Εδώ πρέπει να αποδώσω εις τον Θεόν την εικόνα ην μοι έδωκεν Εκείνος, ήτοι εδώ μέλλω να αποθάνω». Όπερ και εγένετο. Όθεν ελύθη από τον δεσμόν του σώματος και ανήλθε χαροποιός προς τον ποθούμενον Θεόν, καταλαμπρυνόμενος από το απρόσιτον φως της Θεότητος και απολαμβάνων τα ανεκλάλητα αγαθά της ουρανίου Βασιλείας του Θεού. Το δε ιερόν αυτού λείψανον κατετέθη εν τω Ναώ της Αγίας και καλλινίκου Μάρτυρος Αναστασίας, ως θησαυρός ασύλητος και πηγή ιαμάτων αέναος, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ε΄ (5η Ιουλίου), μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ του εν Άθω και των συν αυτώ απο

Δημοσίευση από silver »


Χρήσιμον ήτο πάντοτε να γράφωνται οι βίοι των εναρέτων και αγίων ανδρών, δια την ψυχικήν ωφέλειαν την οποίαν λαμβάνουν οι ακούοντες. Μάλιστα τώρα εις τα τέλη των αιώνων είναι τούτο έτι αναγκαιότερον, ένεκα της φοβεράς αμελείας ην δεικνύομεν, εις σημείον ώστε μετά βίας να δύνανται πολλά και μεγάλα παραδείγματα να παρακινήσουν ημάς προς μικρότατον αγώνα δια την του βίου διόρθωσιν. Ως εκ τούτου, μετά των άλλων ψυχωφελών διηγήσεων, γράφομεν και τούτον τον θαυμάσιον βίον του τρισμάκαρος Αθανασίου, όστις ησκήτευεν εις τον Άθωνα, τον οποίον έγραψαν οι μαθηταί αυτού και αφήκαν εις τους μεταγενεστέρους ως κληρονομίαν εκ θησαυρού πολυτίμου. Ο δε λόγος δεν θα είναι εγκωμιαστικός, αλλά διηγηματικός, μάλιστα προς ωφέλειαν των ακουόντων και όχι ίνα ευφημήσωμεν και επαινέσωμεν τον Άγιον, όστις, επειδή επαινείται υπό των θείων Αγγέλων, δεν χρειάζεται ανθρώπων εγκώμια. Τούτον τον ουράνιον άνθρωπον και επίγειον Άγγελον εβλάστησε μεν Τραπεζούς η μεγαλόπολις, ηύξησε δε λογικώς η Κωνσταντινούπολις, τα δε όρη του Κυμινά και Άθωνος προσέφερον τούτον εις τον Θεόν. Οι γονείς του ήσαν ευγενείς, πλούσιοι και λίαν περίβλεπτοι. Πλην, ο πατήρ αυτού ετελεύτησε πριν γεννηθή ο Άγιος, η δε μήτηρ αφού εγέννησεν αυτόν τον εβάπτισεν, ωνομάσασα εις την Αγίαν κολυμβήθραν Αβράμιον. Έπειτα, αφού έζησεν ολίγον καιρόν, απεβίωσεν. Όθεν ο Αβράμιος έμεινεν ορφανός. Όμως από την κηδεμονίαν και την πρόνοιαν του πατρός των ορφανών δεν απωρφανίσθη, αλλ’ ένευσεν εις την καρδίαν μιας Μοναχής, ευγενούς και πλουσίας παρθένου, ήτις ήτο γνώριμος και προσφιλής εις την μητέρα του και παρέλαβεν αυτόν, ίνα τον αναθρέψη ως τέκνον της. Ούτος δε από μικράς ηλικίας εδείκνυεν οποίος έμελλε να γίνη κατόπιν, διότι ήτο κοσμιώτατος και εύτακτος, συνετός και φρόνιμος. Εις το φαγητόν δεν ήτο ακρατής ή πείσμων, αλλά σώφρων και εγκρατευόμενος από πάσαν αταξίαν. Απλώς δ’ ειπείν, κατά την επωνυμίαν αυτού είχεν όντως και αβραμιαίον το φρόνημα ο Αβράμιος. Όταν δε έπαιζε με τους άλλους παίδας, επροφήτευον εις αυτόν τα μέλλοντα. Συνηθροίζοντο δηλαδή εις εν σπήλαιον και εψήφιζαν αυτόν ηγούμενον και υπετάσσοντο, γεγονός όπερ μετά καιρόν εγένετο πράγματι και πολλά εξ εκείνων των παιδίων μετέπειτα εκουρεύθησαν και έγιναν Μοναχοί. Βλέπων δε ο ευλογημένος Αβράμιος την Μοναχήν εκείνην, ήτις τον ανέτρεφε, να προσεύχεται πολλάκις και να νηστεύη, εθαύμαζε και ηρώτα αυτήν, διατί πράττει ταύτα. Εκείνη δε απεκρίνετο· «ημείς, τέκνον, οι φέροντες τούτο το ένδυμα, είμεθα υποχρεωμένοι να αγρυπνώμεν με προσευχάς και νηστείας, διότι ο εχθρός μας, ο διάβολος, περιπατεί, ζητών ως άγριος λέων να καταπίη κανένα Χριστιανόν». Ο Αβράμιος τότε, ακούσας ταύτα, εχάρη και έκτοτε εγκατέλειψε τα παιδικά και συνέλαβε τον θείον φόβον, όστις είναι η αρχή της σοφίας, εις την καρδίαν του, και με τον φόβον και τον πόθον αυτόν ήρχισε να γνωρίζη και να βαδίζη εις την θείαν οδόν, ενδυναμούμενος με την χάριν του Αγίου Πνεύματος. Είχε δε νουν οξύν και εμάνθανε τόσον ευκόλως τα μαθήματα, ώστε ο διδάσκαλος και οι συμμαθηταί αυτού τον εθαύμαζον. Όταν ο μακάριος συνεπλήρωσε τους επτά χρόνους της ηλικίας αυτού, ετελεύτησεν η θετή μήτηρ του. Είχε δε πόθον πολύν να μεταβή εις το Βυζάντιον δια να εκμάθη την Γραμματικήν. Όθεν ο Κύριος εδώρησεν εις αυτόν κατά την καρδίαν του. Συνεπάθησε τον Αβράμιον εις ευνούχος του βασιλέως Ρωμανού του Γέροντος, όστις ήτο Κουμερκιάριος εκεί εις την Τραπεζούντα και βλέπων τον παίδα σώφρονα και φρόνιμον και όντως φυτόν του Θεού, τον ηγάπησε και έφερεν αυτόν εις την βασιλεύουσαν, εκεί δε τον έστειλεν εις ένα γνωστικόν και λόγιον διδάσκαλον καλούμενον Αθανάσιον. Ο δε νέος πολύν κόπον κατέβαλε, κατά τον πόθον του και την του νοός δεξιότητα. Όθεν εις ολίγον καιρόν εξεπαιδεύθη θαυμασίως εις πολλά μαθήματα. Αλλά παρά την φροντίδα των γραμμάτων δεν παρημέλει τα ψυχικά καθήκοντα. Όσον δε έτρεφε τον νουν με τα μαθήματα της φιλοσοφίας, τόσον ελιμοκτόνει την σάρκα με σκληραγωγίαν και εγκράτειαν, σπουδάζων να γίνη ίσος προς τον διδάσκαλόν του. Ήτο δε στρατηγός τις εκεί εις το Βυζάντιον, Ζεβινάζερ ονομαζόμενος, όστις έδωσεν εις τον υιόν του ως σύζυγον μίαν συγγενή του Αβραμίου, η οποία συνεβούλευσε τον σύζυγόν της να έχουν τον νέον εις την οικίαν των, αφού ήτο συγγενής της, δια να μη έχη αυτόν ξένος. Με πολλάς λοιπόν παρακλήσεις έστερξεν ο Αβράμιος και μετέβη πλησίον της συγγενούς του, αλλά δεν ήθελε να τρώγη εις μίαν τράπεζαν δια το ασύγχυτον, ίνα μη τον βλέπουν ότι εγκρατεύεται. Όθεν παρεχώρησαν εις αυτόν δύο δούλους, δια να τον υπηρετώσι. Και αυτοί μεν του έστελλον καθημερινώς άρτον καθαρώτατον, ιχθύς, οπώρας και άλλας τροφάς, αυτός δε, ο τρισμακάριος, παρεκάλει τους δούλους να πωλώσι τον καθαρόν άρτον και να του αγοράζουν ελάχιστον κρίθινον, τον οποίον έτρωγε κάθε δύο ημέρας με ωμά λάχανα· σπανίως δε έτρωγε και οπώρας, προς ολίγην παραμυθίαν της φύσεως. Έπινεν ύδωρ εις την δίψαν του και, απλώς ειπείν, εβασάνιζε πολύ την σάρκα· δεν εχόρταινε δε ουδέποτε την γαστέρα, αλλά μάλλον την ψυχήν έτρεφε πλουσίως δια της εγκρατείας, και ενετρύφα πολλάκις με νηστείας μακράς, λογιζόμενος την αλουσίαν ως απόλαυσιν και την γύμνωσιν, κατά τον καιρόν του χειμώνος, ως θερμότητα. Όταν δε ο και προτού να μονάση Όσιος ετυραννείτο εκ της αϋπνίας, επλήρωνε μίαν λεκάνην δι’ ύδατος και έπλυνε το πρόσωπον δια να μη νυστάζη, τόσον ώστε κατά τον χειμώνα επάγωνε το ύδωρ επί του προσώπου του. Κατά δε τον ολίγον ύπνον, ον ελάμβανε δια την βίαν της φύσεως, δεν ανεπαύετο εις την κλίνην, αλλά καθεζόμενος εις θρονίον. Ούτω ως προς μεν την ιδίαν αυτού σάρκα ήτο εχθρός άσπλαγχνος, προς δε τους πτωχούς ελεήμων και συμπαθέστατος, και όσα έδιδον εις αυτόν οι συγγενείς και φίλοι του διένεμεν εις χείρας πτωχών και πενήτων και όταν δεν είχε τίποτε ανεχώρει εις τόπον απόκρυφον, εξεδύετο τα εσώρρουχά του, και δίδων αυτά ως ελεημοσύνην, έμενε μόνον με το εξωτερικόν ιμάτιον δια την αναγκαίαν σκεπην του σώματος. Βλέποντες δε ταύτα οι δούλοι του, τα έλεγον εις την κυρίαν των, ήτις εφρόντιζε δι’ άλλο ιμάτιον, μάλιστα όταν ήτο ο χειμών ψυχρότατος, δια να μη ασθενήση. Αλλ’ ο Αβράμιος μετά βίας εδέχετο τούτο. Ούτω λοιπόν βασιλικώς υποτάσσων την σάρκα και την ψυχήν δια των μαθημάτων της σοφίας λαμπρώς φωτιζόμενος, πριν να ενδυθή το μοναχικόν σχήμα, Μοναχός εγνωρίζετο, και προ της ποιμαντικής τελειότητος, ποιμήν τελειότατος. Όθεν δια την θαυμάσιον πολιτείαν του, την γλυκυτάτην ομιλίαν και δια τον πλούτον της σοφίας και γνώσεως αυτού, εγένετο ποθητός εις όλους και λίαν εξετιμάτο. Όθεν οι συμμαθηταί αυτού παρεκάλεσαν τον βασιλέα και τον εψήφισε διδάσκαλον. Ούτω μεν έπραξεν ο Αυτοκράτωρ. Ο δε παντοκράτωρ Θεός, ο προβλέπων τα μέλλοντα, προσέλαβεν αυτόν ως μαθητήν του και φίλον γνήσιον, δια τούτου του τρόπου. Εκείνας τας ημέρας έτυχε να ευρίσκεται εις το Βυζάντιον ο αγιώτατος Μιχαήλ εκείνος, ο Μαλεϊνος, από το Μοναστήριον του Κυμινά. Ακούσας δε ο Αβράμιος τας ρετάς αυτού, επειδή ήτο περιβόητος και περίφημος, μετέβη και είπεν εις αυτόν πνευματικώς, ότι είχε πόθον ανείκαστον να γίνη Μοναχός. Ο δε γέρων, ιδών αυτόν, εγνώρισεν ότι έμελλε να γίνη σκεύος και αγγείον του Αγίου Πνεύματος. Οικονομία δε Θεού, ενώ συνωμίλουν, ήλθεν εις εκείνον τον άγιον Γέροντα ο περιφανής Νικηφόρος, ο ανεψιός του, όστις ήτο τότε στρατηγός όλης της Ανατολής και έγινε κατόπιν αυτοκράτωρ. Ούτος ο σοφός Νικηφόρος ήτο λίαν γνωστικός και ιδών του Αβραμίου το βλέμμα, το ήθος και την λοιπήν αυτού εμφάνισιν, ηννόησεν ότι ήτο άνθρωπος θαυμαστός. Όταν δε ο Αβράμιος, αφού εζήτησε συγχώρησιν, ανεχώρησεν, ηρώτησε τον θείον του, τις ήτο και τι εζήτει. Ο δε Όσιος είπεν εις αυτόν όλην την αλήθειαν, από της στιγμής δε ταύτης είχεν ο Νικηφόρος εις τον νουν τον Αβράμιον. Όταν δε ο Όσιος Μιχαήλ επέστρεψεν εις τον Κυμινάν, μετέβη κατόπιν και ο Αβράμιος, φλεγόμενος υπό του πόθου να γίνη ταχέως Μοναχός. Προσπεσών δε εις τους πόδας του Οσίου εδέετο να τον ενδύση δια του αγίου ενδύματος. Ο δε Γέρων, γνωρίζων οποίος ήτο, δεν ήργησεν, αλλά ευθύς μεταβάς εις την Εκκλησίαν εκούρευσε τον Αβράμιον και ενέδυσε δια του αγγελικού Σχήματος, μετονομάσας αυτόν θανάσιον και στοχαζόμενος ο Όσιος ότι ήτο καλός αγωνιστής, τον ενέδυσε τρίχινα. Και ο μεν Αθανάσιος ήθελε να τρώγη μόνον μίαν φοράν την εβδομάδα, ο δε Γέρων του είπε να τρώγη κάθε τρεις ημέρας και να κοιμάται εις ψάθην, και όχι εις το θρονίον ως πρότερον. Έκαμνε δε προθύμως όσας υπηρεσίας επρόσταξεν αυτόν ο Εκκλησιάρχης, όταν δε είχεν άδειαν εκαλλιγράφει, καθώς ο Γέρων επρόσταξε, και ούτω πάντες οι αδελφοί ωνόμαζον αυτόν τέκνον της υπακοής και επαινούντες εθαύμαζον. Εις τέσσαρας λοιπόν χρόνους ήσκησεν ο αξιέπαινος άπασαν την ασκητικήν πολιτείαν με πολλάς νηστείας, αγρυπνίας ολονυκτίους, γονυκλισίας και άλλους κόπους νυκτερινούς και ιδρώτας ημερησίους, και πάσαν άλλην κακοπάθειαν. Όθεν, όταν εγνώρισεν ο Άγιος Γέρων ότι είχε καθαράν την διάνοιαν και ήτο άξιος δια θείας θεωρίας, εσυγχώρησε να μεταβή εις το μέγα της ησυχίας στάδιον, το οποίον ήτο μακράν από την Λαύραν εν μίλιον, και επρόσταξεν αυτόν να τρώγη ανά δύο ημέρας μίαν φοράν άρτον ξηρόν και να πίνη ύδωρ ολίγον, εις τας τέσσαρας δε τεσσαρακοστάς να κοιμάται ανά πέντε ημέρας εις το θρονί ως το πρότερον, όλας δε τας Κυριακάς και τας Δεσποτικάς εορτάς να αγρυπνή αφ’ εσπέρας εις προσευχάς και δοξολογίας έως την τρίτην ώραν της ημέρας. Εις πάντα ταύτα έκαμεν υπακοήν ο μακάριος. Ο δε ρηθείς Νικηφόρος ήλθεν εις τον Κυμινάν, ίνα ίδη τον θείον του καθώς είχε συνήθειαν, και ενώ συνωμίλουν ηρώτησεν ο άρχων δια τον Αθανάσιον. Ο δε Όσιος τότε διηγήθη τους αγώνας κατά των δαιμόνων και το πόσον ηρίστευεν. Έτυχε δε εκεί και ο Λέων ο πατρίκιος, ο αδελφός του Νικηφόρου τούτου και υπουργός της Δύσεως, προς τους οποίους είπεν ο Όσιος· «Καλόν καιρόν ήλθατε, αγαπημένοι μου, δια να σας δείξω ένα θησαυρόν, τον θαυμάσιον Αθανάσιον». Απήλθον λοιπόν εις το ησυχαστήριόν του οι άρχοντες και καθώς συνωμίλουν, είπε προς αυτούς τοιούτους λόγους, οποίους ποτέ δεν ήκουσαν. Και τόσον ηυφράνθησαν εκ της γλυκύτητος των λόγων του, ώστε ηχμλωτίσθησαν εκ της προς αυτόν αγάπης και μετά βίας απεμακρύνθησαν απ’ αυτόν. Επιστρέψαντες δε εις τον θείον των, είπον εις αυτόν· «Όντως μέγαν θησαυρόν κατέχεις και πολύ σε ευχαριστούμεν, διότι μας τον παρουσίασες». Ο Γέρων τότε εμήνυσεν εις τον Αθανάσιον να έλθη εκεί. Και ως ήλθεν, ο Όσιος επέθεσε τας χείρας του Αθανασίου εις τας κεφαλάς των αρχόντων, ειπών εις αυτούς· «Από σήμερον να λέγετε εις αυτόν τους λογισμούς σας και να υποτάσσεσθε ως εις πατέρα σας πνευματικόν». Τότε όντως εκείνοι έβαλαν μετάνοιαν, ευχαριστούντες δια την οικονομίαν και φροντίδα του Γέροντος, και εξωμολογήθησαν εις τον Αθανάσιον και εθαύμασαν την σοφίαν του. Ο δε Νικηφόρος ενεπιστεύθη τον ον είχε θεάρεστον σκοπόν να γίνη Μοναχός. Ο δε Αθανάσιος συνεβούλευσεν αυτόν ταύτα· «Έχε εις τον Θεόν την ελπίδα σου και θέλει φροντίσει, να οικονομήση το συμφέρον σου». Αφού δε είπε ταύτα, ηυχήθη και απέλυσεν αυτούς, οίτινες έκτοτε ηυλαβούντο και ετίμων τον Αθανάσιον περισσότερον από τον θείον των. Και όχι μόνον αυτούς, αλλ’ όλους τους συγκλητικούς και μεγάλους άρχοντας, τους προσερχομένους ίνα λάβωσι την ευχήν του Γέροντος, απέστελλεν εις τον Αθανάσιον. Ούτος δε ως ταπεινόφρων και μισόδοξος εσκέπτετο να φύγη εκείθεν, έτι δε μάλλον όταν ήκουσεν, ότι ο Άγιος Γέρων ήθελε να κάμη αυτόν Ηγούμενον, διότι είχεν είπει προς ένα γνώριμόν του· «ιδού ο διάδοχός μου», εννοών τον Αθανάσιον. Δεν είχεν όμως είπει δι’ ηγουμενίαν, αλλά γνωρίσας εκ Πνεύματος Αγίου ότι ο Αθανάσιος έμελλε να προκόψη εις την αρετήν και να ανέλθη εις ύψος θεωρίας και ότι η χάρις του Θεού θα έλθη επ’ αυτόν, δια ταύτα επροφήτευσεν ότι του ομοίου προς αυτόν χαρίσματος ηξιώθη και ο Αθανάσιος και ένεκα τούτου έμελλε να γίνη ποιμήν προβάτων εις άλλον τόπον και να τον ευλαβούνται οι άνθρωποι. O μεν λοιπόν θείος Μιχαήλ εγήρασε και συχνάκις ησθένει, οι δε προεστώτεροι Μοναχοί, ελπίζοντες ότι θέλει μείνει προεστώς ο Αθανάσιος, μετέβαινον εις το κελλίον του και εκολάκευον αυτόν, επαινούντες και θεραπεύοντες, πράγμα το οποίον δεν έκαμνον πρότερον. Όθεν, εκπλησσόμενος ο Όσιος δια τας τοιαύτας κολακείας, επληροφορήθη από ένα Μοναχόν, ότι ο Μιχαήλ τον ωνόμασε διάδοχον. Δια να μη γίνη λοιπόν προεστώς και έχη φροντίδας, έφυγε χωρίς να παραλάβη τίποτε, ειμή μόνον δύο βιβλία, τα οποία έγραψε, το Τετραευάγγελον και τον Πραξαπόστολον και το ιερόν κουκούλιον του Οσίου Γέροντος αυτού, το οποίον εβάσταζε πάντοτε ως ψυχωφελές φυλακτήριον. Εκείθεν δε μετέβη εις το Άγιον Όρος του Άθωνος, διότι είχεν ίδει τούτο άλλοτε εκ της Λήμνου και του εφάνη κατάλληλον δι’ ησυχαστήριον. Παρατηρήσας λοιπόν ο Όσιος το πλήθος των Ασκητών, κι βλέπων τον ερημικόν και απερίσπαστον βίον, ον διήγον, καθώς και την πολλήν των σκληραγωγίαν, εθαύμαζε και ηυφραίνετο, διότι εύρε τον τόπον ον επεθύμει. Επειδή οι θαυμάσιοι εκείνοι πατέρες δεν ειργάζοντο την γην, δεν έκαμνον συναλλαγήν, δεν είχον τινά σωματικήν μέριμναν, δεν είχον υποζύγια ή ονόρια, ούτε κελλία εκτισμένα, αλλά κατεσκεύαζον καλύβας με χόρτα και διήρχοντο τον βίον των εις αυτάς εν πολλή στενοχωρία, τον καιρόν του θέρους καταφλεγόμενοι εκ της θερμότητος του ηλίου, και τον χειμώνα κατατρυχόμενοι εκ του δριμυτάτου ψύχους. Η δε τροφή των ήσαν βλαστοί δρυός ή και οπωρικά. Και αν τις έφερεν εις αυτούς σίτον ή όσπρια, τον επλήρωνον με οπώρας. Αλλά τούτο σπανίως εγίνετο ένεκα των επιδρομών των βαρβάρων, οίτινες ως άσπλαγχνοι ήρχοντο πολλάκις και εφόνευον τους ασκητάς. Φθάσας δε ο Όσιος εις την Μονήν του Ζυγού, εύρεν ένα Γέροντα ησυχαστήν απονήρευτον και έμεινεν εις την υπακοήν του, ειπών ότι ωνομάζετο Βαρνάβας και ότι δεν ήξευρε γράμματα. Τούτο δε είπεν ο Όσιος, ίνα μη ακουσθή το όνομά του και στείλουν και τον καλέσουν εκείθεν ο άνωθεν ρηθείς Νικηφόρος ή ο αδελφός του, οίτινες έτρεφον προς αυτόν τοσαύτην ευλάβειαν ως πνευματικόν των πατέρα. Ο μεν λοιπόν Γέρων, ως γέρων την ηλικίαν και εξησθενημένος, δεν ηδύνατο να εργάζεται, ο δε νέος ανεπλήρωνε το υστέρημα του γέροντος, κάμνων πάσαν ευτελή και ταπεινήν υπηρεσίαν, ως ταπεινόφρων και μέτριος. Του έγραφε δε ο Γέρων το αλφάβητον, και αυτός έκαμνεν ότι δεν εγνώριζε να το αναγνώση ούτε να το μάθη ηδύνατο. Διο και πολλάκις ο Γέρων ύβριζε τον Αθανάσιον και ωνείδιζε και εδίωκεν αυτόν, ο δε μακάριος ούτος ανήρ υπέμενεν άπαντα και έχαιρεν ο σοφώτατος, υβριζόμενος από τον άσοφον. Ο δε Νικηφόρος ο ευσεβέστατος, μαθών την φυγήν αυτού, επικράνθη και ανεζήτει αυτόν μετά περισσής φροντίδος. Επειδή δε εγνώριζεν, ότι εσκέπτετο να μεταβή εις το Όρος του Άθωνος, έγραψε προς τον κριτήν της Θεσσαλονίκης ταύτα· «Αδελφέ πνευματικέ, δέομαι πολύ και παρακαλώ σε να μη οκνήσης, αλλά να υπάγης εις τον Άθωνα τρέχων και να ερευνήσης όλον το Όρος, έως ότου εύρης τον Μοναχόν Αθανάσιον, τον τιμιώτατον πατέρα μου. Διότι δεν ημπορείς να μου κάμης μεγαλυτέραν άλλην χάριν από αυτήν και θα είμαι δια τον μικρόν τούτον κόπον σου δούλος σου καθ’ όλον μου τον βίον». Εσημείωσε δε και τον χαρακτήρα του Οσίου και τα γνωρίσματα. Ο δε κριτής, ως έλαβε το γράμμα, ευθύς έσπευσεν εις το Όρος και ανεζήτει τον Αθανάσιον, ερωτήσας τον πρώτον του Όρους. Αλλά κανείς δεν εσκέφθη, ότι ήτο δυνατόν να είναι εκείνος ο ευτελέστατος. Όθεν, ο μεν κριτής επέστρεψεν άπρακτος, ο δε πρώτος του Όρους, ενθυμούμενος τα χαρακτηριστικά του Οσίου, ανέμενε την εορτήν των Χριστουγέννων, ότε άπαντες οι του Όρους συναθροίζονται εις την πανήγυριν, μήπως τον εύρη. Όταν λοιπόν ήλθον, ο πρώτος εγνώρισε τον Αθανάσιον από την μορφήν και από τους τρόπους και εις την Τετάρτην Ωδήν επρόσταξε τον Κανονάρχην να κάμη εις αυτόν μετάνοιαν, ίνα κάμη ανάγνωσιν. Ο δε Αθανάσιος επροφασίζετο ότι δεν ήξευρε, και μάλιστα ο Γέρων, όστις ενόμιζεν αυτόν αγράμματον, έλεγε να ορίσωσιν έτερον Μοναχόν. Αλλά ο πρώτος επρόσταξεν αυτόν να αναγνώση, ως εγίνωσκεν. Ο Όσιος λοιπόν εσυλλάβιζεν ως παιδίον, προσποιούμενος άγνοιαν. Τότε ο πρώτος έδωκεν εις αυτόν φρικτόν επιτίμιον, αν δεν αναγνώση όπως γνωρίζει. Μη δυνάμενος λοιπόν να κρύπτεται πλέον, ένεκα του δεσμού του αφορισμού, έλυσεν εκείνην την εύλαλον γλώσσαν και ανέγνωσε τόσον σοφώτατα και γλυκύτατα, ώστε όλος ο χορός των γερόντων, βλέποντες και ακούοντες εξεπλάγησαν και μάλιστα ο προεστώς του, όστις έκλαιε δοξάζων τον Κύριον. Όταν δε ετελείωσε την ανάγνωσιν και κατά την τάξιν εμετάνισε προ των χορών, ηγέρθησαν οι πατέρες και επροσκύνησαν αυτόν ΄παντες. Μετά δε ταύτα ο πρώτος προσκάλεσεν αυτόν κατά μόνας, ειπών ότι τον ανεζήτουν οι ειρημένοι άρχοντες. Ο Όσιος τότε παρεκάλεσε τον πρώτον να μη ομολογήση αυτόν, εκείνος δε εισακούσας απέστειλε τον Αθανάσιον εις κελλίον αναχωρητικόν, μακράν των Καρυών τρία μίλια, όπου μεταβάς εκάθητο ησυχάζων. Εκέρδιζε δε τα προς συντήρησιν αυτού εκ του εργοχείρου, όπερ ήτο η καλλιγραφία. Τόσον δε ταχέως έγραφεν, ώστε εις εξ ημέρας ετελείωνε το Ψαλτήριον και με τόσον ωραία γράμματα, όσον ουδείς άλλος. Τα δε χρήματα, άτινα ελάμβανεν, έδιδεν εις ελεημοσύνην, κρατών ολίγ, όσον να εξοικονομείται μετά του αδελφού, τον οποίον είχε βοηθόν και συνεργάτην εις τας ανάγκας του. Ο δε άρχων Λέων, όστις εξουσίαζεν όλα τα τάγματα της Δύσεως, ο αδελφός του Νικηφόρου, όταν επολέμησε τους Σκύθας και τους ενίκησεν, επιστρέφων διήλθεν εκ του Άθωνος, αφ’ ενός μεν ίνα ευχαριστήση την Υπεραγίαν Θεοτόκον δια την νίκην, την οποίαν εχάρισεν εις αυτόν, και αφ’ ετέρου δια να εξετάση, μήπως εύρη τον θανάσιον. Όθεν, επειδή δεν είναι δυνατόν να κρυβή πόλις επί όρους κειμένη, απεκαλύφθη και ο σοφός Αθανάσιος, μεταβάς δε ο Λέων εις το κελλίον αυτού ενηγκαλίσθη αυτόν με πολλήν αγαλλίασιν και κατεφίλει ως πατέρα και διδάσκαλον. Οι δε πατέρες του Όρους, βλέποντες την μεγάλην εκτίμησιν και αγάπην, ην είχεν ο άρχων προς τον Όσιον, παρεκάλεσαν τον Όσιον να ζητήση παρ’ αυτού χρηματικήν ενίσχυσιν δια να συμπληρώσωσι την οικοδομήν του ναού των Καρυών, ήτοι το Πρωτάτον και να μεγεθύνωσιν αυτό, διότι ήτο μικρόν και εστενοχωρούντο εις τας συνάξεις. Ο Όσιος τότε παρεκάλεσε τον Λέοντα, όστις έδωκε μετά χαράς όσα χρήματα εχρειάζοντο. Ούτω ανήγειραν εκ θεμελίων το Πρωτάτον και ηύρυναν και εκαλλώπισαν αυτό όσον ηδύναντο. Ο Λέων, αφ’ ου έμεινεν ολίγας ημέρας εις τον Άθωνα, ανεχώρησεν. Ο δε Όσιος, ένεκα ταύτης της προθυμίας του, εγένετο εις όλους εξακουστός και περίφημος, και πολλοί συνέτρεχον εις αυτόν προς ψυχικήν των ωφέλειαν. Αλλ’ ούτος επόθει την ησυχίαν. Όθεν, φεύγων τας αφορμάς της κενοδοξίας, μετέβη εις τα ενδότερα του Όρους, αναζητών τόπον κατάλληλον. Ο δε Θεός, ο έχων δι’ αυτού ητοιμασμένην θαυμασίαν κληρονομίαν, τον ωδήγησεν εις το ακρωτήριον του Άθω, και εκεί εν τω μέσω του τόπου εκείνου κατεσκεύασε μίν καλύβην και ηγωνίζετο όσον ηδύνατο. Εκαλείτο δε ο τόπος ούτος Μελανά. Ο δε μελανός και μισόκαλος διάβολος, βλέπων τους μεγάλους αγώνας του Οσίου, ητοιμάζετο να πολεμήση εκείνον, όστις τον επολέμει. Και πρώτον μεν ετόξευσεν αυτόν δια των βελών της αμελείας, ίνα εξαναγκάση τον Όσιον να φύγη. Αλλά τούτο ήτο οικονομία και παραχώρησις Θεού ίνα, δοκιμαζόμενος ο Όσιος δια της τοιαύτης δοκιμής, γνωρίζη κατόπιν να βοηθή τα ενοχλούμενα υπό του πειρασμού τεκνα αυτού. Μη έχων λοιπόν εκεί πλησίον άλλον τινά να συμβουλευθή πώς να πράξη, εμελέτα ταύτα εις την διάνοιαν λέγων· «Ας έχω υπομονήν ένα χρόνον και τότε, εάν ο Κύριος με βοηθήση και αφανίση τον πειρασμόν, μένω εδώ. Άλλως μεταβαίνω εις άλλον τόπον». Έμεινε λοιπόν εκεί ακαταπύστως πολεμούμενος. Την δε τελευταίαν ημέραν, ότε εμελέτα να μεταβή εις Καρυάς δια να εξομολογηθή εις τους αδελφούς τα συμβαίνοντα, ενώ ανεγίνωσκε την τρίτην ώραν, ήλθεν επ’ αυτόν φως ουράνιον και εκύκλωσεν αυτόν. Όθεν, ο μεν πολέμιος έφυγεν, ο δε Όσιος επληρώθη εξ αρρήτου αγαλλιάσεως και έσταζε δάκρυ γλυκύ. Από της ώρας ταύτης έλαβε το χάρισμα της κατανύξεως και έκλαιε, δίχως πόνον, όταν ήθελε. Και τόσον ηγάπα τον τόπον των Μελανών, όσον εμίσει αυτόν πρότερον. Ο δε κράτιστος Νικηφόρος ωρίσθη παρά του βασιλέως εξουσιαστής όλου του στρατεύματος, και μετέβαινε να πολεμήση εις την Κρήτην, όπου ήσαν τότε Αγαρηνοί, μη υποτασσόμενοι εις τους Ρωμαίους. Μαθών δε παρά του αδελφού του Λέοντος, ότι ο Αθανάσιος ήτο εις τον Άθωνα, έστειλε πλοίον πολεμικόν και γράμματα προς τους Οσίους του Όρους, παρακαλών να δεηθούν προς Κύριον, να βοηθήση αυτόν να νικήση τους Αγαρηνούς, και να αποστείλουν τον Αθανάσιον μετ’ άλλων δύο εναρέτων γερόντων. Οι Μοναχοί τότε, αναγνώσαντες το γράμμα του άρχοντος, εθαύμασαν δια την τόσην φιλίαν του άρχοντος μετά του Οσίου, τον οποίον παρεκάλουν να μεταβή κατά το γράμμα. Αλλ’ ούτος δεν επείθετο. Όθεν έταξαν εις αυτόν ασυγχωρησίαν, εάν δεν θα μετέβαινεν. Ούτως υπήκουσεν ακουσίως και παραλαβών ένα γέροντα, εις τον οποίον υπετάσσετο ο Όσιος, ανήλθον εις πλοίον κι έπλευσαν εις Κρήτην, την οποίαν ο Νικηφόρος κατέλαβε. Ιδών δε ο Νικηφόρος τον Αθανάσιον πολλήν ησθάνθη αγαλλίασιν και ετίμησεν αυτόν, θαυμάζων την πολλήν του ταπείνωσιν, αφού κατεδέχετο να είναι εις την υπακοήν του γέροντος. Ευθύς δε, χωρίς να διηγηθή εις τον Όσιον τας ανδραγασίας του εις εκείνον τον πόλεμον, ανέφερε την παλαιάν του επιθυμίαν, ότε υπέσχετο να γίνη Μοναχός λέγων· «ο φόβος, ω Πάτερ, τον οποίον είχετε εις όλον το Όρος δια τους Αγαρηνούς, ιδού, με την ευχήν σας, ηφανίσθη. Επειδή δε έταξα εις την αγιωσύνην σου να φύγω από τον κόσμον, τώρα δεν έχω πλέον κανέν εμπόδιον. Μόνον, σε παρακαλώ, να κτίσης δι’ ημάς εν ησυχαστήριον, όπου να μονάζωμεν μετ’ άλλων τριών αδελφών ησυχάζοντες και να οικοδομήσης εις άλλον τόπον μεγάλην Εκκλησίαν, ήτις να γίνη Κοινόβιον, ανά πάσαν δε Κυριακήν να κατερχώμεθα εις την Λαύραν, δια να μεταλαμβάνωμεν των θείων Μυστηρίων». Ταύτα δε λέγων ο τροπαιοφόρος Νικηφόρος έδιδεν εις τον Όσιον και χρήματα δια τα έξοδα των κτιρίων. Αλλ’ ο Όσιος δεν τα εδέχθη ειπών· «εγώ δεν θέλω να έχω φροντίδα και μέριμναν, πλην συ έχε πάντοτε τον φόβον του Θεού και πρόσεχε την πολιτείαν σου, επειδή ευρίσκεσαι εν μέσω των παγίδων του κόσμου· εάν δε είναι θέλημα Θεού θα γίνη και τούτο το οποίον ορίζεις». Ελυπήθη ο Νικηφόρος ακούσας ταύτα. Αφού δε απήλαυσαν δι’ ολίγας ημέρας ο εις τον άλλον, εχωρίσθησαν. Και ο μεν Όσιος Αθανάσιος επέστρεψεν εις τον Άθωνα, ο δε Νικηφόρος θερμότερον επόθει να οικοδομηθή το Μοναστήριον. Διο απέστειλεν έν πνευματικόν του φίλον, ονόματι Μεθόδιον, όστις αργότερον εγένετο καθηγούμενος εις το όρος του Κυμινά, με γράμματα και χρήματα προς τον Αθανάσιον, παρακαλών αυτόν να αρχίση την οικοδομήν. Ο δε Όσιος, βλέπων την θερμήν επιθυμίαν και τον θείον πόθον του άρχοντος, έκρινεν ότι ήτο θέλημα Θεού να γίνη το Μοναστήριον. Αποδεχθείς όθεν τον χρυσόν ήρχισεν εις τους εξ χιλι΄δας και τετρακοσίους εξήκοντα εννέα χρόνους από κτίσεως κόσμου να κτίζη με πόνους πολλούς και ιδρώτας το ησυχαστήριον, εντός του οποίου έκτισε ναόν τιμηθέντα επ’ ονόματι του πανενδόξου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Έπειτα ηθέλησε να κτίση κατωτέρω, εκεί όπου είχε την καλύβην, εις τα Μελανά, Εκκλησίαν καλλίστην επ’ ονόματι της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο πολέμιος όμως δεν το ηνείχετο και επολέμησεν όσον ηδύνατο δια να εμποδίση την ανέγερσιν της οικοδομής, ενοχλών τους οικοδομούντας, των οποίων τας χείρας, όταν ήρχιζαν τα θεμέλια, έκαμνεν, ο μισόκαλος, δια των δαιμονικών ενεργειών του, ανενεργήτους, εις σημείον ώστε ούτε εις το στόμα των ηδύναντο να εγγίσουν αυτάς ούτε να φάγουν. Και ταύτα μεν ενήργει ο πονηρός και άδικος, ο δε δίκαιος ανέπεμψε προσευχήν και έψαλλε το Τρισάγιον και τινα τροπάρια. Ούτως, ω του θαύματος! Ελύθησαν αι χείρες αυτών, και ο πονηρός κατησχύνθη. Τούτο ήτο το πρώτον θαύμα, όπερ ετέλεσεν ο Όσιος, όστις πρώτος έλαβε την σκαπάνην και έσκαπτεν εις πείσμα του δαίμονος. Τότε και οι τεχνίται ανεμποδίστως ειργάζοντο, ιδόντες το τοιούτον θαυμάσιον. Ηυλαβήθησαν δε τον θαυμαστόν Αθανάσιον και προσπίπτοντες εις τους πόδας αυτού εδέοντο να κουρεύση τούτους Μοναχούς. Ούτος δ’ ο μακάριος υπήκουσε και εκούρευσεν αυτούς Μοναχούς, ευχαριστών τον Κύριον, διότι, πριν ή κτίση το Μοναστήριον, απέστειλεν οικήτορας, οίτινες ουχί ως μίσθιοι αλλ’ ως κύριοι έκτιζον επιμελέστατα την κατοικίαν των προς ανάπαυσίν των. Όθεν εκ της πολλής των φροντίδος επρόκοπτε και ηύξανε το έργον. Επειδή δε η φήμη της αρετής του Οσίου και του θείου τούτου έργου διεδίδετο πανταχού, συνήγοντο εκεί πολλοί από διαφόρους χώρας, ποθούντες να συγκατοικήσωσι μετά τοιούτου αγίου ανθρώπου, οίτινες βλέποντες ότι έτρωγε μόνον δις της εβδομάδος και τότε άρτον ξηρόν ή καρπούς των αγρίων δένδρων και ότι έπινεν ολίγον ύδωρ, ενόμιζον την ιδικήν των τροφήν ως τρυφήν και συμπαθούντες πλειότερον ειργάζοντο. Συνεργούσης δε και της θείας δυνάμεως δι’ ευχών του Οσίου ετελειώθη ο θείος εκείνος ναός σταυροειδής, ωραίος πολύ και θαυμαστός. Έκτισε δε άλλους δύο μικροτέρους ναούς δεξιά και αριστερά του μεγάλου, τον ένα επ’ ονόματι του θαυματουργού Αγίου Νικολάου και τον έτερον εις μνήμην των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Τότε ο Όσιος εγένετο Μεγαλόσχημος υπό τινος εναρέτου αναχωρητού, Ησαϊα ονομαζομένου, διότι ακόμη δεν ήτο τέλειος Μοναχός παρ’ όλον ότι κατά τας αρετάς ήτο από πολλού καιρού τέλειος. Ούτος δε πάλιν εκούρευσε τους τεχνίτας, τους οποίους ιάτρευσεν, ως είπομεν ανωτέρω. Μετά ταύτα έκτισε τα κελλία και την τράπεζαν, επί της οποίας είναι τοποθετημέναι είκοσι μία πλάκες, άπασαι εκ λευκού μαρμάρου, και χωρεί εκάστη δώδεκα άνδρας. Επί τούτοις έκτισε νοσοκομείον και ξενοδοχείον και ό,τι άλλο εχρειάζετο. Επειδή δε εκεί πλησίον δεν υπήρχε πηγή, ανεζήτησεν εις διάφορα μέρη του όρους, έως ότου εύρεν ύδωρ ηδύτατον εις τόπον υψηλόν και δύσβατον, μακραν της Μονής έως εβδομήκοντα στάδια. Με πολλήν λοιπόν κακοπάθειαν έσκαψεν εκείνους τους αποκρήμνους τόπους και ήνοιξεν αύλακας, συναθροίσας δε εκ διαφόρων μικρών πηγών και πόρων ύδατα έφερεν εις τον τόπον του νέου Ησυχαστηρίου τόσην ποσότητα υδάτων, ώστε κατένειμεν εις όλα τα διακονήματα, καθώς φαίνεται έως την σήμερον. Δια δε τα υπόλοιπα κτίσματα, ήτοι παρεκκλήσια, μύλους, κήπους, αμπελώνας, δένδρα τα οποία εφύτευσεν εκεί εις τα μετόχια, και τον ξενώνα, και όσα άλλα ίδρυσεν ο Όσιος, ίνα οι αδελφοί προσπορίζωνται τα προς το ζην, δεν είναι πρέπον να διηγούμαι. Καθώς δεν είναι επιτετραμμένον να διηγηθή τις και τα τυπικά της Εκκλησίας άτινα έγραψε, τους κανόνας και τάξεις, τα οποία παρέδωσεν, ίνα τηρούν εις τας καθημερινάς Ακολουθίας. Διότι τούτο είναι ιστορίας έργον και ουχί βίου διήγησις. Προσήρχετο δε λαός πολύς από πάσης χώρας, άλλοι δια να λάβουν την ευλογίαν αυτού, άλλοι δια να ερωτήσουν εις ό,τι δεν εγνώριζον. Και όλους υπεδέχετο και ενουθέτει δια λόγων ψυχωφελών, ώστε ουδείς να φεύγη χωρίς ν ωφεληθή. Μεγίστην δε επιμέλειαν κατέβαλεν ο Όσιος, ώστε αι ιεραί Ακουλουθίαι να τελούνται θεοπρεπέστατα και εν πάση ακριβεία, ουδείς δε ετόλμα να συνομιλήση ή να εξέλθη του Ναού, χωρίς μεγάλην ανάγκην, ενώ εψάλλετο η Ακολουθία, διότι είχεν έξωθι δύο αδελφούς, επί τούτω ισταμένους, οίτινες εξήταζον πάντα εξερχόμενον. Και εάν μεν είχε πρόφασιν εύλογον, επέτρεπον εις αυτόν. Άλλως απηγόρευον την έξοδον. Άλλος αδελφός πάλιν, όταν εγίνετο ανάγνωσις, εξύπνα όσους εκοιμώντο. Άλλον αδελφόν επρόσταξε να προσέχη, εάν δεν έλθη κανείς εξ αρχής, να ερωτά τις ήτο και διατί δεν ήλθεν εγκαίρως εις την Ακολουθίαν. Πάντας δε εξήταζε λεπτομερώς και εκανόνιζεν αυστηρώς, όταν η απουσία των δεν ωφείλετο εις ασθένειαν, αλλά εβράδυνον εκ ραθυμίας ή αμελείας. Απλώς δε ειπείν τα πάντα εκυβέρνα σοφώτατα ως ποιμήν άγρυπνος και αγρύπνως εφρόντιζεν, ώστε ο αρπακτικός λύκος να μη καταβροχθίση κανέν πρόβατον. Όθεν, ένεκα ταύτης της ψυχωφελούς ακριβείας, την οποίαν εδείκνυε δια την Εκκλησίαν ο Όσιος και ένεκα της θεαρέστου και σεμνής πολιτείας αυτού, έτι δε και δια την πολλήν ευλάβειαν, την οποίαν έτρεφε προς την Αειπάρθενον και υπερένδοξον Θεοτόκον ο θεοφώτιστος, ηξιώθη να την ιδή πολλάκις και δια των αισθητών οφθαλμών, ως έβλεπε και δια των νοητών οφθαλμών. Όχι δε μόνον εκείνος, αλλά και έτερος ενάρετος αδελφός, Ματθαίος ονομαζόμενος, του οποίου μίαν νύκτα, όταν έψαλλον τον Όρθρον, ηνοίχθησαν οι οφθαλμοί της ψυχής και είδε γυναίκα σεβασμίαν και έντιμον, συνοδευμένην υπό δύο νεανιών λευκοφόρων, εξ ων ο εις εκράτει λαμπάδα και έφεγγεν ως δούλος έμπροσθεν αυτής πορευόμενος, ο δε έτερος ηκολούθει. Λίαν δε ευλαβώς παρίσταντο αμφότεροι. Όταν δε περιέδραμον όλην την Εκκλησίαν, η θαυμασία εκείνη και δορυφορουμένη γυνή προσέφερεν εις τους αδελφούς των χορών ανά εν φλωρίον. Εις εκείνους δε οίτινες ήσαν έσωθεν των πυλών έδωκεν ανά δώδεκα νομίσματα και εις τον Νάρθηκα έδωκεν εξ. Ο δε ευλαβής Ματθαίος έλαβεν εξ νομίσματα, επειδή ευρίσκετο και αυτός εις τον Νάρθηκα, έδραμε δε ευθύς εις τον χορόν και ανήγγειλεν εις τον Όσιον την οπτασίαν, όστις εβεβαιώθη ότι το όραμα ήτο πραγματικόν εξ εκείνων, οίτινες έλαβον εξ νομίσματα ως ευλαβέστεροι, και κατά τους λογισμούς των πλουσίαν έλαβον την ανταπόδοσιν. Εάν δε απορήση τις, πως ο ενάρετος Ματθαίος έλαβε μόνον εξ νομίσματα, ως και οι αμελέστεροι, ας γνωρίζη ότι τούτο εγένετο κατ’ οικονομίαν, ίνα μη υπερηφανευθή ότι έλαβεν ίσον, ως οι πρώτοι, δώρημα και αδιαφορήση, αλλά να μείνη εις την ταπεινοφροσύνην και να καλλιεργήση περισσότερον τας αρετάς. Ταύτα ως προς την Ακολουθίαν. Εις δε την τράπεζαν δεν συνωμίλουν, ούτε έδιδεν αδελφός εις άλλον εκ της μερίδος του. Και όστις ήθελε θραύσει πινάκιον ή άλλο αγγείον, κατά την διάρκειαν του φαγητού, έκαμνε μετάνοιαν και δεικνύων τα τεμάχια εζήτει συγχώρησιν. Μετά το απόδειπνον δεν συνωμίλουν, ουδέ μετέβαινε τις εις άλλου κελλίον. Δεν αργολογούσαν ποτέ, ουδέ ετόλμα τις να είπη τον ψυχρόν λόγον «ιδικόν μου», διότι ο λόγος ούτος χωρίζει ημάς από την μακαρίαν αγάπην. Αλλ’ είχον όλα κοινά, καθώς ορίζει ο μέγας Βασίλειος. Όστις εύρισκε μανδήλιον ή άλλο τι εκρέμα εις το σημαντήρα, δια να το παραλάβη εκείνος όστις το απώλεσεν. Απλώς δε ειπείν, διήρχοντο οι μακάριοι βίον όντως μακάριον και υπερθαύμαστον, καθώς καθωδήγει ο Όσιος. Kαθ’ ον δε καιρόν εκυβέρνα την ποίμνην αυτού ούτω θεαρέστως ο Όσιος, ήλθεν άνθρωπος τις και είπεν εις αυτόν, ότι ο φίλος αυτού Νικηφόρος ο μεγαλώνυμος εγένετο βασιλεύς. Αλλ’ ο Όσιος, αντί να χαρή, ελυπήθη, διότι έκτισε το Μοναστήριον και ανέμενεν αυτόν, επειδή ο Νικηφόρος υπεσχέθη ότι θα εγίνετο Μοναχός ίνα είναι αχώριστοι. Αλλ’ επειδή εκείνος έπραξε παρά την συμφωνίαν των και ο Όσιος απεφάσισε να εγκαταλείψη το Μοναστήριον χωρίς όμως να φανερώση την γνώμην του εις τους άλλους. Μόνον παρέλαβε μεθ’ εαυτού τρεις Μοναχούς, ειπών ότι μετέβαινε προς τον βασιλέα, δια να ζητήση συνδρομήν δια την Μονήν. Και όταν έφθασεν εις την Λήμνον έστειλε τον ένα εκ των Μοναχόν εις τον βασιλέα μετά γράμματος, εν ω ήλεγχεν αυτόν, διότι περιεφρόνησε την συμφωνίαν και επροτίμησε βασιλείαν πρόσκαιρον υπέρ την ουράνιον την αεί διαμένουσαν. Εις δε το τέλος του έγραψε ταύτα· «Ιδού ότι με έβαλες εις πολλούς κόπους ματαίως και ανωφελώς. Λοιπόν τώρα μεταβαίνω εις τόπον ήσυχον, κατά τον πόθον μου, το δε Μοναστήριον παραδίδω πρώτον εις τον Θεόν και δεύτερον εις τας χείρας σου. Εκεί δε εις την Λαύραν ευρίσκεται εις αξιόλογος και ενάρετος αδελφός, ονόματι Ευθύμιος, αυτός είναι άξιος δια την ηγουμενίαν». Ο Μοναχός έφερεν εις τον βασιλέα το γράμμα, ούτος δε εχάρη πριν αναγνώση την επιστολήν. Αλλ’ όταν είδε τι έγραφεν ο Όσιος επικράνθη τόσον, ώστε έκλαυσε και πολύ εμέμφετο τον εαυτόν του. Ομοίως και ο Μοναχός έκλαιε δια την στέρησιν ενός τοιούτου πατρός. Ο δε Όσιος έστειλεν εις το Μοναστήριον τον άλλον αδελφόν του, καλούμενον Θεόδοτον, ίνα ιδή εάν ο βασιλεύς θα φροντίζη δια το Μοναστήριον, κρατήσας δε εις την συνοδείαν του τον έτερον Μοναχόν, τον Αντώνιον, ανεχώρησαν εις Κύπρον και έμειναν εις μίαν Μονήν καλουμένην των ιερέων και ησύχαζον, έως ότου ίδουν τι θα συμβή. Αλλ’ ο βασιλεύς έστειλεν εις πάντα τόπον της δεσποτείας αυτού προστάγματα και γράμματα, με την εντολήν να εύρουν τον Αθανάσιον. Ο δε Όσιος, ως επληροφορήθη τούτο, διελθών εκ της Κύπρου εις την στερεάν, ήθελε να μεταβή εις τα Ιεροσόλυμα. Μαθών δε ότι ήτο φόβος εξ αιτίας των Αγαρηνών, ανέπεμψε δέησιν προς τον Θεόν, ίνα φωτίση αυτόν και πράξη το συμφερώτερον. Κατά δε την νύκτα είδεν εν οπτασία τον Κύριον, προστάζοντα και ειπόντα· «Επίστρεψον εις την Μονήν, την οποίαν έκτισες, ότι μέλλει να αυξηθή περισσώς, και πολλοί θα σωθώσι δια μέσου σου». Όθεν επιστρέψαντες εβάδιζον επί πολλάς ημέρας μετά του Αντωνίου, του οποίου εξωγκώθη ο πους και εκινδύνευσεν εις θάνατον, διότι μετά του πρηξίματος του ποδός έπαθε και δυσεντερίαν και πυρετόν ισχυρόν, τόσον ώστε εκείτετο ασάλευτος ως νεκρός. Ο δε Όσιος εθεράπευσεν αυτόν δια της προσευχής του θαυμασιώτατα. Απελθών δε ο Θεόδοτος εις την Λαύραν, εύρεν όλους τους αδελφούς τεταραγμένους δια την του πατρός στέρησιν, ο δε Ευθύμιος δεν είχε δεχθή την προστασίαν και ούτως είχον μεγάλην σύγχυσιν εις την Μονήν. Όθεν αφού παρέμεινεν ολίγον καιρόν εισήλθε πάλιν εις πλοίον και μετέβη εις συνάντησιν του Οσίου, τον οποίον συνήντησεν εις την Αττάλειαν και επέστρεψαν εις την Λαύραν. Οι δε Μοναχοί, ιδόντες τον ποιμένα εχάρησαν, ως ο τυφλός όταν ιδή τον ήλιον. Άπαντες δε οι του Όρους, ακούσαντες ότι ήλθεν ο Αθανάσιος, συνήγοντο καθ’ εκάστην ίνα ίδωσιν αυτόν. Και άλλος έφερε σίτον, άλλος έλαιον, άλλος άλλα, διότι η Λαύρα ευρίσκετο εις μεγάλην στέρησιν, τόσον ώστε δεν είχον να ζυμώσουν. Αλλ’ εις ολίγον καιρόν, αφ’ ότου επέστρεψεν ο Όσιος Αθανάσιος, όλα ετακτοποιήθησαν και αι αποθήκαι ήρχισαν να πληρούνται από παντός αγαθού. Μετά ταύτα ο Όσιος μετέβη εις την Βασιλεύουσαν. Και ο βασιλεύς, όταν ήκουσεν ότι ήρχετο ο φίλος του, εχάρη πολύ, αλλά εντρέπετο να τον ίδη βασιλέα αντί Μοναχού ως είχεν υποσχεθή. Όθεν εγερθείς του θρόνου του έδραμεν, όχι ως βασιλεύς, αλλ’ ως πλούς άνθρωπος, και προϋπήντησε τον Όσιον με ταπείνωσιν μεγάλην. Αφ’ ου δε ησπάσθη αυτόν, τον έλαβεν εκ της χειρός και εισελθόντες εις το ιδιαίτερον δωμάτιόν του, εδικαιολογήθη εις τον Όσιον ούτω· «Εγώ είμαι ο αίτιος δι’ όλους τους κόπους και τας θλίψεις σου, επειδή ηθέτησα τον φόβον του Θεού και τας συμφωνίας κατεπάτησα. Αλλά, σε παρακαλώ, μακροθύμησον ολίγον καιρόν αναμένων την επιστροφήν μου, έως ότου με αξιώση ο Κύριος να αποδώσω εις Αυτόν ό,τι υπεσχέθην». Ο δε Όσιος, ακούσας τούτους τους ευσεβείς λόγους, ηυφράνθη δια την πολλήν του βασιλέως ταπείνωσιν. Όμως αν και προεγνώριζεν ότι μέλλει να τελειώση τον βίον του εις τα βασίλεια, δεν το απεκάλυψεν, αλλά μόνον εδίδασκε τον βασιλέα να έχη ταπείνωσιν, ν κλαίη δια τας αμαρτίας του και δια την υπόσχεσιν του μοναχικού σχήματος, δι’ ην εψεύσθη ενώπιον του Θεού, να συγχωρή όσους του πταίσουν, εξαιρέτως δε να δίδη πάντοτε ελεημοσύνας. Αυτούς και άλλους ψυχωφελείς και χρησίμους λόγους είπεν εις τον βασιλέα ο Όσιος, προς δε τους γνωρίμους και φίλους του προείπεν, ότι ταχέως μέλλει να αποθάνη ο βασιλεύς εκεί εις το ανάκτορόν του. Έδωκε δε ο βασιλεύς εις τον Όσιον χρυσόβουλλον, εις το οποίον έγραφεν, ότι χαρίζει εις την Λαύραν παραχώρησιν, τουτέστιν εν ετήσιον εισόδημα, δια να τελούν κατ’ έτος την εορτήν με πάσαν μεγαλοπρέπειαν, δωρήσας και το μέγα Μοναστήριον της Θεσσαλονίκης ως Μετόχιον της Μονής του Οσίου. Επειδή δε οι Μοναχοί του Όρους είπον εις τον Όσιον να παρακαλέση τον βασιλέα να χαρίση και εις την Εκκλησίαν των Καρυών εν εισόδημα, έκαμε και ταύτην την ευποιϊαν ο φιλόχριστος Νικηφόρος, ορίσας και εις αυτόν τον ναόν ετήσιον εισόδημα άλλας τέσσαρας λίτρας χρυσού, πλέον των τριών τας οποίας έως τότε ελάμβανον. Ταύτα τελέσας ο Όσιος, τη βοηθεία του Παντοκράτορος, και αποχαιρετήσας τον αυτοκράτορα, επέστρεψεν εις τον Άθωνα. Ο δε αριθμός των Μοναχών επληθύνετο και ο δοτήρ των αγαθών έστελλεν εις αυτούς παν χρειώδες προς κυβέρνησίν των. Ούτοι δε πάλιν εφιλοξένουν άπαντας πλουσιοπαρόχως. Επειδή δεν είχον λιμένα δια να προσεγγίζουν τα πλοία, και δια τούτο πολύ εκοπίασεν ο τρισμακάριος και φιλόξενος, δια να έχουν ανάπαυσιν όχι μόνον οι Μοναχοί, αλλά και οι ξένοι να αποβιβάζωνται με πάσαν άνεσιν. Ο δε μισόκαλος και δια τούτο εφθόνησε, και επλήγωσε τον Όσιον ο παμμίαρος, κατ’ αυτόν τον τρόπον. Καθώς κατεβίβαζον εις τον λιμένα εν ξύλον βαρύτατον, εβοήθει δε και ο Άγιος, όστις έσυρε τούτο εκ του κάτω μέρους ωθούντες μετά των τεχνιτών εις τον κατήφορον, τότε εκ συνεργείας του δαίμονος εκίνησε το ξύλον με πολλήν ορμήν και κατεπλάκωσε τον πόδα του Οσίου, τον οποίον συνέτριψεν εις το σκέλος και τον αστράγαλον. Όθεν εκ της αιτίας ταύτης εκείτετο τρεις χρόνους κλινήρης υπό δριμυτάτων πόνων βασανιζόμενος. Τον καιρόν εκείνον απέθανεν ο βασιλεύς Νικηφόρος δια της επιβουλής, την οποίαν άπαντες γνωρίζουσιν. Όθεν, βασιλεύοντος του Ιωάννου, εύρεν ο πονηρός ευκαιρίαν να ενοχλήση τον Όσιον, και ούτω παρεκίνησε τους απλουστέρους Μοναχούς, τους κατοικούντας εις τα άλλα μέρη του Όρους, να εγκαλέσωσι τον Όσιον εις τον νέον βασιλέα, ότι παρέβη την παλαιάν συνήθειαν και μετέβαλε τους αρχαίους νόμους του Όρους κατά την γνώμην του, εξ ου και γίνεται μέγα σκάνδαλον. Ο βασιλεύς τότε έγραψε προς τον Αθανάσιον να έλθη ευθύς εις την βασιλεύουσαν, όστις ως ιατρεύθη μετέβη πράγματι. Αλλ’ ως τον είδεν ο βασιλεύς ηυλαβήθη αυτόν και αντί να τον κακοποιήση, τον ευηργέτησε και εδώρησε δια χρυσοβούλλου εις την Λαύραν διακόσια τεσσαράκοντα τέσσαρα φλωρία χρυσά. Οι δε γέροντες, ιδόντες τοιούτον παράδοξον, ηννόησαν ότι ο διάβολος επλάνησεν αυτούς και, μετανοήσαντες, προσέπεσον εις τον Όσιον, ζητούντες συγχώρησιν. Ιδών δε ο πολέμιος ότι δια του τρόπου αυτού δεν ηδυνήθη να βλάψη τον Όσιον, έτριζε κατ’ αυτού τους οδόντας και ητοιμάζετο προς πόλεμον αγριώτερον. Την ετοιμασίαν ταύτην του νοσηρού προείπεν εις των ιερών γερόντων, Θωμάς ονομαζόμενος, όστις, ελθών εις έκστασιν την τρίτην ώραν της ημέρας, είδεν εις όλα του Όρους τα υψώματα και τας δασώδεις εκτάσεις πλήθος πιθήκων και αιθιόπων, οίτινες έλεγον ωργισμένοι ο εις προς τον άλλον· «Έως πότε θα υπομένωμεν τον ολοθρευτήν μας αυτόν τον δεινότατον και διατί δεν τον εξολοθρεύομεν; Δεν βλέπετε, ότι μας εξεδίωξεν αθλίως και κατέλαβε τον τόπον μας»; Ενώ δε ταύτα και έτερα έλεγον οι δαίμονες, ο ευσεβής Θωμάς είδε τον Όσιον εξελθόντα μετά της ράβδου από το κελλίον και έδερεν αυτούς τόσον, ώστε τους εξώρισε τελείως από τα Μελανά και έγιναν άφαντοι. Και η όρασις επηλήθευσε μετ’ ολίγον, ότε ο ανθρωποκτόνος ενεφύτευσε το μίσος εις ένα Μοναχόν κατά του ανεξικάκου Αθανασίου, και τόσον τον εξώργιζεν, ώστε εμελέτησε να φονεύση τον Όσιον ο ανόσιος. Όθεν ακονίσας εκείνος ο άθλιος μάχαιραν, μετέβη την νύκτα εις το κελλίον του Οσίου ησύχως, την στιγμήν κατά την οποίαν προσηύχετο δι’ εκείνον τον αχάριστον, και είπε το «πάτερ, ευλόγησον», με τον σκοπόν να εξέλθη δια να τον κτυπήση. Ο δε Όσιος ηρώτησε τις ήτο. Έπειτα ήνοιξε την θύραν, αλλ’ ως τον είδεν ο πάντολμος έμεινεν ως νεκρός εκ του φόβου, αι χείρες του εμαράνθησαν και έπεσε κατά γης η μάχαιρα. Τότε προσπεσών εν συντριβή εις τους πόδας του Οσίου εζήτει συγχώρησιν λέγων· «Ελέησον, πάτερ, τον φονέα σου, συγχώρησον την ανομίαν μου και άφες την ασέβειαν της καρδίας μου». Ανάψας τότε λαμπάδα ο Όσιος και ιδών εις την γην την μάχαιραν ηκονισμένην, ηννόησε την κακήν του σκέψιν και απήντησε· «Ως να ήμην ληστής ήλθες να με φονεύσης, τέκνον μου; Πλην παύσον τα δάκρυα και μη ομολογήσης εις ουδένα το συμβάν, διότι ο Θεός σου συνεχώρησε το ανόμημα». Ταύτα δε ειπών ησπάσθη τον ανόητον εκείνον ως φίλον του, χαρίσας εις αυτόν και δώρα εν ονόματι Κυρίου. Και όχι μόνον ζώντα ηγάπ αυτόν πάντοτε, αλλά και μετά τον θάνατόν του τον έκλαυσε περισσότερον από τους άλλους. Τοσούτον ήτο αμνησίκακος ο μακάριος. Προς δε τους αρρώστους και τους αμελείς ήτο επιμελέστατος θεραπευτής και οικονόμος συμπαθέστατος, υπεδέχετο δε πάντα ασθενούντα και εκυβέρνα δι’ όλων των αναγκαίων εις τε την ψυχήν και το σώμα. Και έλεγε ταύτα εις τους Μοναχούς προς νουθεσίαν των· «Να γνωρίζετε, ότι τούτο ζητεί ο Θεός από κάθε άνθρωπον. Να βοηθούμεν τους αδελφούς πρώτον σωματικώς, να περιποιούμεθα αυτούς όσον δυνάμεθα, έπειτα δε με λόγους ψυχωφελείς να οδηγώμεν αυτούς εις μετάνοιαν, ίνα οι ανάξιοι γίνωνται άξιοι και τίμιοι προς τον Δεσπότην». Όσοι δε δελφοί ήσαν αμελείς και δεν ήξευραν εργόχειρον, ή ήσαν νυσταλέοι και γέροντες, ωρίζοντο υπό του Οσίου εις υπηρεσίας της τραπέζης. Ήτοι άλλοι εκαθάριζον λάχανα ή όσπρια ή άλλο παρόμοιον έργον εξετέλουν δια να μη κάθηνται άνεργοι. Τους δε εργαζομένους επρόσταζε να προσεύχωνται πάντοτε, δια να μη αργολογούσιν. Ήτοι, όταν εζύμωνον ή έπλαθον ή ειργάζοντο εις τους αγρούς, ώριζε να λέγουν και ψαλμούς, δια να ευλογήται το έργον των και η ψυχή των να αγιάζεται. Όσοι δε ήσαν βαρέως ασθενείς, τόσον Μοναχοί, όσον και ξένοι, εστέλλοντο εις το νοσοκομείον· και είχεν ο Όσιος εντεταγμένους αδελφούς, ίνα φροντίζουν αυτούς μετά πάσης επιμελείας. Όταν δε τινές είχον πολλάς πληγάς ή πόνους και ημέλουν οι νοσοκόμοι, ως μη υποφέροντες την δυσωδίαν των πληγών, μόνος ο Όσιος εκαθάριζε τα σεσηπότα μέλη δια των ιδίων χειρών του και πάσαν άλλην ευτελεστέραν υπηρεσίαν εξετέλει και όσον ηδύνατο μυστικώτερον. Όθεν ο Κύριος, βλέπων την τελείαν ταπείνωσιν και τους κόπους, τους οποίους κατέβαλλεν ο Όσιος, εθεράπευε παραδόξως τον ασθενή και ούτω πολλοί ιατρεύθησαν. Ο δε Όσιος όμως δεν εφανέρωνε ταύτα, αλλά έλεγεν, ότι εθεραπεύοντο με βότανα. Όταν δε πάλιν εγνώριζεν, ότι δεν ήτο Θεού θέλημα να ιατρευθή ο τάδε άρρωστος, ετέλει μεθ’ όλων των αδελφών ολονύκτιον αγρυπνίαν δεόμενοι εις τον Θεόν να αναπαύση αυτόν ως εύσπλαγχνος, δια να μη βασανίζεται και ο ασθενής και οι υπηρέται να μη βαρύνωνται. Το δε πρωϊ, όταν ετελείωναν τας ευχάς, ετελείωνε και την ζωήν ο άρρωστος. Τότε ο Όσιος έλεγε με πολλήν ταπεινοφροσύνην, ότι η ευχή όλων συνήργησεν εις τούτο το θαυμάσιον. Δια τας τοιαύτας λοιπόν αρετάς του Οσίου, τας αγρυπνίας, τας νηστείας και άλλας ενθέους πράξεις αυτού, επήκουσεν ο Θεός και εδωρήσατο εις αυτόν την χάριν να τελή άπειρα θαύματα. Ούτω επιθέτων τας χείρας αυτού επί των ασθενών και αναπέμπων ευχήν, ευθύς έβλεπε τούτους να ιατρεύωνται. Εις άλλον πάλιν έλεγε· «δεν έχεις συ, αδελφέ, ουδεμίαν ασθένειαν». Ευθύς δε ο λόγος έργον εγίνετο και έφευγε το κακόν από τον άρρωστον δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Άλλους εκτύπα δια της ράβδου του και εθεραπεύοντο. Όστις δε είχε πάθος θυμού ή φθόνου ή άλλο τι παρόμοιον και εξωμολογείτο τούτο εις τον Όσιον, εκείνος ήγγιζε την ράβδον αυτού εις την κεφαλήν εκείνου ή εις το στήθος του, λέγων· «Ύπαγε εις ειρήνην, δεν έχεις κανέν κακόν». Και ευθύς το πάθος απεχώρει. Πλην δεν ήτο δι’ όλους ταχύς ιατρός, αλλ’ εις τινας μεν έδιδε την ίασιν μετ’ ολίγον χρόνον, εις άλλους ελάφρυνεν ολίγον το κακόν, άλλους δε πάλιν ουδόλως ιάτρευε και εις άλλους απέκοπτε το έργον του κακού, τον δε λογισμόν άφηνε, δια να αγωνίζωνται. Απλώς δε ειπείν, καθώς εγνώριζεν, έκαμνε το συμφερώτερον. Ούτω ήτο δι’ όλους κοινός κυβερνήτης και προστάτης, στελλόμενος παρά της θείας προνοίας. Δια των αρετών δε αυτού όλον το Όρος κατωκείτο από εναρέτους δούλους του Θεού και οι αναχωρηταί εγκατέλειπον την ησυχίαν και ήρχοντο προς αυτόν και υπετάσσοντο, κρίνοντες τούτο ωφελιμώτερον της ησυχίας. Και όχι μόνον οι Μοναχοί του Όρους, αλλά και άλλοι εκ διαφόρων χωρών συνέτρεχον προς τον Όσιον. Από την Ρώμην, την Ιταλίαν, την Καλαβρίαν, την Ιβηρίαν, ευγενείς και πλούσιοι άρχοντες, καθώς και Ηγούμενοι Κοινοβίων, ακόμη και Επίσκοποι, εγκαταλείποντες τους θρόνους των ήρχοντο και υπετάσσοντο εις αυτόν, εκ των οποίων ήσαν και τινες περιφανέστατοι, ο μέγας Πατριάρχης Νικόλαος, ο περιβόητος Χαρωνίτης, Ανδρέας ο Χρυσοπολίτης, ο ασκητής και σοφώτατος, ο ασκητής Ακάκιος, και άλλοι πολλοί σιδηροφόροι ερημίται, οίτινες εγήρασαν εις την άσκησιν. Εκ των προσελθόντων δε ήτο και ο μακαριώτατος Νικηφόρος, όστις ησκήτευεν εις την Καλαβρίαν και είδε θείαν οπτασίαν, ήτις επρόσταξεν αυτόν να μεταβή εις τον Άθωνα και να υποταχθή εις τον αρχηγόν του Όρους Αθανάσιον. Τούτον υπεδέχθη ο Όσιος και αφήκεν ολίγον καιρόν να πορεύεται κατά την παλαιάν του συνήθειαν. Ήτο δε ενδεδυμένος μόνον με εν τρίχινον ιμάτιον, και έτρωγε καθ’ εσπέραν πίτυρα μεθ’ ύδατος θερμού και ουδέν έτερον. Ο δε Όσιος ενέδυσεν αυτόν με τα κοινοβιάτικα, προστάσσων να τρώγη ό,τι έτρωγαν και οι άλλοι. Υπήκουε δε ο τρισμακάριος Νικηφόρος εις όλα τα προστάγματα του Οσίου με πολλήν προθυμίαν και εις τόσην αρετήν έφθασεν, ώστε ηγίασε και έρρεεν εκ των οστών του, μετά την οσίαν αυτού μετάστασιν, μύρον θαυμάσιον, ευωδέστερον όλων των αρωμάτων. Εάν λοιπόν ο καρπός δεικνύη το δένδρον και το δένδρον την ρίζαν, εκ του καρπού της διδασκαλίας αυτού καταφαίνεται οποίος ήτο και ο Αθανάσιος. Είχε δε ο Όσιος μεταξύ των άλλων και το προφητικόν χάρισμα. Και κάποτε, ενώ ήτο χειμών βαρύς και δριμύτατος, εκάλεσεν ένα αλιέα, ειπών· «Λάβε τροφάς, και δράμε ταχέως από την Κερασέαν κάτω προς την θάλασσαν, όπου κινδυνεύουν δύο λαϊκοί και εις Μοναχός από την πείναν και το ψύχος να αποθάνωσι. Και όταν φάγουν και δυναμώσουν, να έλθετε εδώ». Σπεύσας τότε ο αλιεύς εύρε τους τρεις ανθρώπους εις μέγαν πράγματι κίνδυνον, καθώς είπε προφητικώς ο Όσιος και αφού έδωσεν εις αυτούς τροφήν ήλθον εις την Λαύραν, χαίροντες και ευχαριστούντες τον Θεόν και τον δούλον Αυτού, όστις διέσωσε τούτους. Άλλοτε πάλιν ο Όσιος εισήλθεν εις λέμβον μετά τινων άλλων αδελφών και όταν απεμακρύνθησαν ολίγον από την ακτήν, ο δαίμων εβουλήθη να τους πνίξη κι ταράξας την θάλασσαν με δυνατόν άνεμον, ανέτρεψε την λέμβον και εσκέπασαν όλους τα κύματα. Αλλ’ ευθύς, ω των θαυμασίων Σου Δέσποτα! Ως ανεστράφη η λέμβος, ευρέθη ο Άγιος καθήμενος επάνω εις αυτήν, οι δε λοιποί περιπατούντες επάνω εις τα ύδατα. Τότε ο Όσιος έσυρεν ένα προς ένα και ανέβησαν άπαντες εις την ράχιν της λέμβου και διεσώθησαν. Μόνον εις Κύπριος, ονομαζόμενος Πέτρος, ως ο πρώην Πέτρος ηθέλησε να απιστήση. Όταν λοιπόν είδεν ο Όσιος, ότι μόνον εκείνος έλειπεν, εφώναξε λέγων· «Που είσαι, Πέτρε, τέκνον μου»; Και με την φωνήν ανεσήκωσεν αυτόν η θάλασσα. Οι δε Μοναχοί της Λαύρας, οι καταβάντες εις τον λιμένα δια να αποχαιρετήσουν τον Όσιον, επειδή είδον τα γενόμενα, εισήλθον εις άλλην λέμβον και σπεύσαντες ταχέως ανεβίβασαν αυτούς εις την ιδικήν των λέμβον και την ανατραπείσαν ανέσυρον. Είδον δε τότε, ω του θαύματος! Ότι κανέν σκεύος δεν είχε πέσει εις το πέλαγος, ούτε άλλο τι εξ όσων είχον προς χρείαν των. Τούτο δε το εξαίσιον ιδόντες οι Μοναχοί εθαύμασαν περισσότερον και επολλαπλασίασαν την πίστιν και την ευλάβειαν αυτών προς τον Όσιον. Μοναχός τις, χαλκουργός την τέχνην, Ματθαίος ονόματι, είχε δαιμόνιον πολύ άγριον. Τούτον ο Όσιος εδέχθη εις την Λαύραν ως ιδικόν του τέκνον και επρόσταξεν ένα των αδελφών να έχη αυτόν εις το κελλίον του και να τον υπηρετή επιμελέστατα. Ο αδελφός τότε πρώτον μεν παρέλαβε τον Ματθαίον μετά χαράς, αλλά κατόπιν εδειλίασε δια την αγριότητα του δαίμονος και επέστρεψεν αυτόν εις τον Όσιον. Ούτως εποίησαν άλλοι δύο, ο δε τρίτος, όστις τον παρέλαβεν, ωνομάζετο Αμβρόσιος. Ο Όσιος τότε είπεν εις αυτόν· «Εάν υπομείνης ταύτην την κακοπάθειαν, να υπηρετής τον δαιμονιζόμενον, εγώ σοι εγγυώμαι να κληρονομήσης βασιλείαν ουράνιον. Παράλαβε λοιπόν αυτόν και εάν φοβηθής καμμίαν φοράν, όταν τον εύρη το κακόν και ταράσσεται, πληροφόρησόν με». Παρέλαβε λοιπόν αυτόν πάλιν εις το κελλίον του ο Αμβρόσιος, όταν δε ο άρρωστος εταράχθη, έδραμε και ανήγγειλε τούτο εις τον Όσιον, όστις είπεν εις αυτόν· «Ύπαγε, εσκοτισμένε, να ησυχάσης». Αυτόν τον λόγον έλεγεν ο Όσιος, όταν ο άρρωστος ύβριζε κανένα. Απελθών δε ο Αμβρόσιος, εύρε τον Ματθαίον υγιά και σώφρονα. Έτερος τις εκ των Μοναχών του είχεν ασθένειαν και έτρεχεν όλον το ούρον του, όταν εκοιμάτο. Ήτο δε ασκητής και αγωνιστής προθυμότατος. Είχεν όμως τόσην θλίψιν δια την τοιαύτην ασθένειαν ώστε ο παμπόνηρος συνεβούλευσεν αυτόν να κρεμασθή ο ταλαίπωρος. Αλλ’ ο Πανάγαθος Θεός δεν τον αφήκε να χάση τους κόπους του. Αλλ’ ένευσεν εις την καρδίαν του και εξωμολογήθη εις τον Όσιον, δεικνύων τον βρόχον του σχοινίου, δια του οποίου εμελέτησε να πνιγή, εντρέπετο όμως να ειπή την αιτίαν, έως ότου εξομολογών αυτόν ο Όσιος τον ηνάγκασε να το ομολογήση. Όθεν είπεν εις αυτόν οργιζόμενος· «Διατί, εσκοτισμένε, δεν μας το είπες πρωτύτερα; Ύπαγε, και μη το πράξης πλέον». Και, ω του θαύματος! Ο λόγος του έργον εγένετο, και έκτοτε δεν ούρησε κοιμώμενος. Άλλος τις Μοναχός, την κλήσιν Θεόδωρος, είχεν καρκίνον, όστις είναι νόσος δεινή και ανίατος. Ούτος μετέβη προς τον Όσιον, ζητών βοήθειαν, όστις και παρέδωκε τον ασθενή εις τον ιατρόν της Λαύρας Τιμόθεον, ίνα τον επιμελήται ως τέκνον του γνήσιον. Ο δε Τιμόθεος εγνώριζε μεν ότι το πάθος αυτό δεν ιατρεύεται, αλλ’ ανέλαβε τον άρρωστον δια να μη φανή παρήκοος. Τίποτε όμως δεν ωφελήθη ο άρρωστος. Μετά δε καιρόν μετέβη ο Όσιος εις τον Μυλοπόταμον να ιδή τους αδελφούς και αυτόν τον Θεόδωρον. Ιδών λοιπόν το φοβερόν εκείνο πάθος του Θεοδώρου ο Όσιος έκαμε τρισσώς εις αυτόν τον Σταυρόν, ειπών ταύτα· «Ο Θεός να σε καταργήση». Και αυτή η επιτίμησις επέφερεν ίασιν εις ολίγον διάστημα. Αλλ’ ας διηγηθώμεν και έτερον θαύμα του Οσίου Αθνασίου. Η νήσος η ονομαζομένη Νέον, εις την οποίαν είχεν η Λαύρα Μετόχιον και Μοναστήριον, ευρίσκοντο δε εκεί οι νεώτεροι Μοναχοί και επρογυμνάζοντο, είναι τόπος ξηρός και άνυδρος, δια τα κτήνη όμως είναι κατάλληλος, διότι έχει βοσκάς. Ταύτην την νήσον εδώρησαν οι βασιλείς εις την Λαύραν, μετ’ άλλων νήσων, δια να βόσκουν τα πρόβατα. Ένα χρόνον λοιπόν έπεσεν εκεί τόση ακρίς, ώστε έφαγεν όλον το χόρτον και επειδή δεν εύρισκον τα ζώα να φάγουν, απέθνησκον. Όθεν οι εγχώριοι ήλθον εις τον Όσιον κλαίοντες και ζητούντες βοήθειαν. Μεταβάς όθεν εις την νήσον ο Όσιος είδεν, ότι αι ακρίδες είχον καταφάγει όλα τα χόρτα, και μόνον τας αμπέλους δεν ήγγισαν. Ως δε ηρώτησαν αυτόν την αιτίαν, είπεν ότι Θεού οικονομία είναι, δια να έχωμεν ολίγην παραμυθίαν. Εκείνοι δε έλεγον, ότι εκ φύσεως δεν τρώγουν αι ακρίδες τα φύλλα της αμπέλου. Τότε ο πατήρ, δια να γνωρίσουν το σφάλμα των, επρόσταξε να κόψουν αμπελόφυλλα, τα οποία και έρριψαν μακράν της αμπέλου, τα οποία ευθύς αι ακρίδες κατέφαγον. Ανέπεμψε τότε ευχήν ο Όσιος και ευθύς, ω του θαύματος! ήλθον πτηνά αναρίθμητα και κατέφαγον όλας τας ακρίδας. Άλλοτε συνήχθησαν οι Ηγούμενοι του Όρους, υπό του μισοκάλου παρακινούμενοι, και μετέβησαν εις τον βασιλέα Βασίλειον, όστις ευρίσκετο τότε με το στράτευμα εις την Μακεδονίαν, ίνα εγκαλέσουν τον Όσιον δια ματαίαν αιτίαν, ότι δηλαδή ενώ αυτοί ήσαν γεροντότεροι, οι άνθρωποι εκάλουν τον Αθανάσιον αρχηγόν του Όρους. Καθώς λοιπόν μετέβαινον, έτυχε και επανήρχετο εκ τινος υπηρεσίας ο Όσιος και απαντήσας αυτούς, τους εχαιρέτησε και ηρώτησε που μετέβαινον. Τότε οι μεν είπον ψεύματα, άλλας αιτίας προφασιζόμενοι. Ο δε πρώτος του Όρους, Ιωάννης καλούμενος, ήτο απλούς και απονήρευτος, αλλ’ οι άλλοι εβίασαν αυτόν να τους ακολουθήση. Ούτος λοιπόν ωμολόγησε την αιτίαν, ειπών· «Κατά σου, πάτερ, προς τον βασιλέα μεταβαίνομεν». Ο δε Όσιος όμως δεν εκάκισεν, αλλ’ είπεν· «Όπου θέλετε υπάγετε». Ο μεν λοιπόν Ιωάννης, ευλαβηθείς τον Όσιον, επέστρεψε, και παρακινών τους άλλους έλεγε· «ηξεύρετε ότι δεν βλάπτετε τον Αθανάσιον, αλλά μόνον σκάπτετε λάκκον δια τους εαυτούς σας». Αλλ’ εκείνοι δεν υπήκουσαν. Όθεν η θεία δίκη δικαίως τους αδίκους επαίδευσε και ελήστευσαν αυτούς εις τον δρόμον οι κλέπται και δεν τους αφήκαν ούτε υποκάμισον. Λοιπόν επέστρεψαν κατησχυμμένοι και άπρακτοι, γινώσκοντες δε την ανεξικακίαν και αγαθότητα του Αθανασίου μετέβησαν εις αυτόν και τους έδωκεν ενδύματα. Άλλοτε πάλιν ο Όσιος Αθανάσιος μετέβαινε δια λέμβου εις τινα υπηρεσίαν και δεν είχον ύδωρ. Εις δε εκ των αδελφών εδίψασε πολύ, και ωλιγοψύχησεν. Ο δε πατήρ ελυπήθη αυτόν, ως φιλότεκνος, και γεμίσας το σταμνίον εξ ύδατος της θαλάσσης, ηυλόγησεν αυτό, ειπών· «Εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, πίετε όλοι και χορτασθήτε». Οι δε πίοντες, εθαύμασαν την του ύδατος εκείνου γλυκύτητα. Αδελφός τις της Λαύρας, ονόματι Γεράσιμος, είχε δύο ασθενείας, ήτοι σπάσιμον και ρευματισμούς, εκείτετο δε εις την κλίνην ακίνητος. Ο δε Όσιος προσηυχήθη και χαράξας τον σωτήριον Σταυρόν επ’ αυτού, απέδωσε δια της θείας χάριτος την ίασιν εις τον πάσχοντα. Ούτος δε ο Γεράσιμος, μετά την του Οσίου οσίαν τελείωσιν, ωμολόγησε ταύτα. «Κάποτε επήρα από τον πατέρα μας συγχώρησιν και μετέβην εις τα Ιεροσόλυμα, όπου, αφού προσεκύνησα, επέστρεψα αβλαβής με την ευχήν του. Και μίαν ξμέραν, ενώ ευρίσκετο εις τον ναόν των Αγίων Αποστόλων, μετέβην ίνα του ομιλήσω, παρατηρήσας δε εκ μιας σχισμής της θύρας, είδον το πρόσωπόν του ως φλόγα πυρός. Αναχωρήσας δε, μετ’ ολίγον επέστρεψα και βλέπω το πρόσωπόν του αστράπτον και μίαν ομοίωσιν αγγελικήν πύρινον, ήτις περιέβαλλεν αυτόν. Όθεν εφοβήθην και εφώναξα. Ο δε πατήρ είπε προς με· μη φοβού, τέκνον. Πλην εντολήν σου δίδω από Θεού Παντοκράτορος, να μη ομολογήσης εις ουδένα ό,τι είδες ζώντος μου· και ούτως εφύλαξα το πρόσταγμα και δεν σας είπον τίποτε έως σήμερον». Αλλ’ ας διηγηθώμεν έτερα δύο ή τρία εκ των πολλών θαυμάτων, τα οποία ετέλεσεν ο Όσιος Αθανάσιος προ της τελειώσεως αυτού. Αδελφός τις μετέβη εις διακονίαν τινά, απεσταλμένος από τον Όσιον, αμελήσας δε της σωτηρίας αυτού επόρνευσε. Κατόπιν επιστρέψας εις την Λαύραν εξωμολογήθη εις τον Όσιον, όστις, ως έμπειρος ιατρός, εκυβέρνησεν αυτόν, συμβουλεύσας να μη απελπισθή, αλλά να έχη εις τον Θεόν τας ελπίδας του. Ακούσας δε άλλος τις Μοναχός, Παύλος ονόματι, την υπόθεσιν, εσκανδαλίσθη, ως αδιάκριτος, κατακρίνων τον πταίσαντα και τον Όσιον, επειδή δεν ετιμώρησεν αυτόν, τολμήσαντα να τελέση την τοιαύτην αισχράν και ανόσιον πράξιν. Ο δε Όσιος παρετήρησεν αυτόν με βλέμμα άγριον ειπών· «Παύσε, πρόσεχε τι κάμνεις». Από της στιγμής δε εκείνης ο δαίμων ετόξευσε και αυτόν τον Παύλον εις την πορνείαν και τον επολέμει επί τρία ημερονύκτια, το δε χειρότερον, εντρέπετο να ομολογήση τούτο, ίνα τον βοηθήση ο Όσιος, ο οποίος το εγνώριζεν. Αλλ’ ο Όσιος, με τρόπον επιδέξιον δίδων εις αυτόν θάρρος, τον ηναγκασε να εξομολογηθή και να ζητήση βοήθειαν. Όθεν, ο πάνσοφος, πρώτον ενουθέτησεν αυτόν να μη κατακρίνη τους πταίοντας, αλλά μάλλον να συμπονή και να προσεύχεται δι’ αυτούς, έπειτα δε εδεήθη προς τον Θεόν και εσταμάτησε τον κατ’ αυτού πόλεμον, όταν εταπεινώθη και έκλαυσεν. Ιάτρευσε δε και τον αποθηκάριον Αθανάσιον, όστις ήτο εις την αρχήν της υποταγής αυτού εις τον Μυλοπόταμον, όστις, ως πίνων πολύ ύδωρ, έπαθεν υδρωπικίαν, ιδών δε ο Όσιος τούτον τοσούτον διωγκωμένον απέστειλεν εις το νοσοκομείον της Λαύρας. Έπειτα βλέπων, ότι οι ιατροί δεν ηδύναντο να τον ιατρεύσωσιν, ευσπλαγχνισθείς αυτόν, ήγγισε την χείρα εις την κοιλίαν του ειπών· «Ύπαγε, τέκνον, δεν έχεις κανέν κακόν». Ευθύς τότε εκείνος, ω του θαύματος! Ιάθη τελείως. Όχι δε μόνον αυτούς τους οποίους ανεφέραμεν εθεράπευσεν, αλλά και άλλους πολλούς, τους οποίους παραλείπομεν, ίνα συντομεύσωμεν τον λόγον. Όμως ας διηγηθώμεν και την του Οσίου αγίαν τελείωσιν και τα μετά ταύτην θαύματα αυτού. Επειδή, ως είπομεν, πολλοί συνήγοντο εξ όλων των μερών και υπετάσσοντο εις αυτόν προς ψυχικήν σωτηρίαν των, έκτισεν άλλην μεγαλυτέραν Εκκλησίαν και μόνον ο τρούλλος αυτής υπελείπετο, ίνα περατωθή το όλον οικοδόμημα. Τότε ο Όσιος θανάσιος, προβλέπων ότι ήλθεν ο καιρός να υπάγη προς τον ποθούμενον, εκατήχησε τους αδελφούς, ειπών ταύτα· «Αδελφοί και τέκνα μου, ας προσέχη ο καθείς εξ υμών να κρατή την γλώσσαν του· διότι κάλλιον να πέση τις από τόπον υψηλόν ή να καταβιβασθή από την γλώσσαν. Ας υπομένωμεν τον πειρασμόν πάντοτε, διότι με τας θλίψεις και τους πειρασμούς μεταβαίνομεν προς την ουράνιον βασιλείαν. Λοιπόν μη λυπηθήτε δια την συμφοράν, ήτις μέλλει να μου έλθη, ούτε να σκανδαλισθήτε, αλλά να νομίσητε το γενόμενον οικονομίαν προς το συμφέρον σας. Διότι κατ’ άλλον τρόπον κρίνουν οι άνθρωποι, και άλλως οικονομεί ο πάνσοφος Θεός». Ταύτα ακούσαντες οι Μοναχοί ηπόρουν και είχον φροντίδα πολλήν, ως μη γνωρίζοντες τι μέλλει να συμβή. Ο δε Όσιος ενεδύθη το ράσον αυτού, τον μανδύαν και το ιερώτατον κουκούλιον του μακαριωτάτου πατρός αυτού Μιχαήλ του Μαλεϊνου, τα οποία είχε συνήθειαν να ενδύεται κατά τας ημέρας των Δεσποτικών και μεγάλων εορτών, όταν εκοινώνει των Αγίων του Χριστού Μυστηρίων. Οι δε αδελφοί, βλέποντες το πρόσωπόν του φαιδρόν τε και χαριέστατον, εξενίζοντο εις το ασύνηθες αυτό θέαμα. Εισελθών δε εις το κελλίον του πρέμεινεν ώραν πολλήν. Έπειτα εκάλεσεν εξ αδελφούς και ανήλθον ομού εις την κορυφήν του Ναού δια να βοηθήσουν τους τεχνίτας, οίτινες έκτιζον. Και τότε εθραύσθη ο τρούλλος και εκρημνίσθησαν. Αλλ’ οι μεν πέντε την ιδίαν στιγμήν ετελεύτησαν, ο δε Όσιος και ο κτίστης Δανιήλ έμειναν ακόμη ζωντανοί, αλλ’ ήσαν κατακεχωσμένοι υπό τας πέτρας, ήκουον δε οι άξωθεν τον Όσιον έως τρεις ώρας λέγοντα· «Δόξα σοι ο Θεός. Κύριε Ιησού Χριστέ, βοήθει μοι». Σκάψαντες λοιπόν οι αδελφοί με πολλά δάκρυα εύρον τον Άγιον εν Κυρίω τελειωθέντα, ήτο δε με την κεφαλήν εις το Άγιον σύνθρονον, έχων σταυροειδώς τας χείρας του, οι δε πόδες ήσαν όρθιοι, και το άγιον αυτού λείψανον δεν είχε πληγήν, ειμή μόνον ο δεξιός του πους ήτο ολίγον εσχισμένος από το ξύλον. Ετοποθέτησαν τότε τον Όσιον εις την κλίνην και έκλαιον όλοι απαρηγόρητα, τον κυβερνήτην ζημιούμενοι και τον ιατρόν υστερούμενοι και εαυτούς ταλανίζοντες ωλοφύροντο. Αφήκαν δε τον Όσιον τρεις ημέρας άταφον, δια να συναχθούν άπαντες οι του Όρους αδελφοί δια να τελέσουν την επιτάφιον υμνωδίαν, ως έπρεπε. Κατά δε τας ημέρας ταύτας, ω του θαύματος! Ούτε διωγκώθη, ούτε εβρώμισεν, ούτε εμαύρισεν, ουδέ ποσώς ηλλοιώθη. Όταν λοιπόν συνήχθησαν άπαντες και έψαλλον τον Όσιον, είδον αίμα εξερχόμενον εκ της πληγής του ποδός αυτού και εξέστησαν. Όχι δε μόνον τούτο το θαυμάσιον εγένετο, αλλά και το πρόσωπον αυτού εδοξάσθη την ώραν εκείνην και εγένετο λευκόν και άσπιλον ως χιών. Γέρων δε τις εσπόγγιζε δια του μανδηλίου του το αίμα, αλλά τούτο έτρεχε περισσότερον. Όθεν έλαβον άπαντες και εχρίσθησαν, εις αγιασμόν ψυχής τε και σώμτος. Ούτως ενεταφίασαν ευλαβώς και εντίμως το πολύαθλον εκείνο σώμα και σκεύος του Παναγίου Πνεύματος, εξαγαγόντες δε τους άλλους εξ αδελφούς, εύρον τους πέντε τελειωθέντας και συνθλιβέντας εκ των λίθων. Ο δε οικοδόμος Δανιήλ, όστις ήτο πνευματικώτατος και ενάρετος άνθρωπος, έμεινεν ολίγας ημέρας ζωντανός και ωμολόγει ότι είδε πρότερον οπτασίαν, όταν έκτιζε τα κελλία του καλλιγράφου Ιωάννου, καθ’ ην «έστειλεν ο βασιλεύς άνθρωπον, ίνα συνοδεύση προς αυτόν τον Αθανάσιον. Παρέλαβε δε ο άνθρωπος εκείνος ετέρους εξ, εις εκ των οποίων ήμην και εγώ»· έλεγεν ο άνωθεν ρηθείς οικοδόμος «και όταν εφθάσαμεν εις το παλάτιον εισήλθεν ο Όσιος μετά των άλλων πέντε και εγώ απέμεινα έξω της πύλης και έκλαιον. Τότε ήκουσα τινα κι μοι λέγει έσωθεν· «Ακαίρως και ανωφελώς κλαίεις, διότι δεν είναι δυνατόν να εισέλθης, αν δεν σε φέρη ο Αθανάσιος». Κλαίων λοιπόν ύστερα, είδον τον γλυκύτατόν μου πατέρα, όστις, λαβών με εκ της χειρός, με ωδήγησεν εις τον βασιλέα, τον οποίον και προσεκύνησα». Κατά το όραμ λοιπόν και η έκβασις εγένετο. Και απήλθεν εις τον ουράνιον Βασιλέα πρώτον ο Όσιος μετά των άλλων πέντε και ο οικοδόμος κατόπιν. Ούτως έμεινεν η ποίμνη ορφανή από τον Οσιον. Αλλά και μετά την αγίαν αυτού μετάστασιν, νέα πάλιν ετέλεσε θαυμάσια και παράδοξα, εκ των οποίων διηγούμεθα ολίγα εις πίστωσιν των άλλων, και ταύτα με συντομίαν. Μετά την θαυμαστήν τελείωσιν του Οσίου ανέδειξαν εις την Λαύραν Ηγούμενον ένα ενάρετον αδελφόν, ονόματι Ευστράτιον, όστις είχε δεινήν ασθένειαν εις τους νεφρούς, και ούρει αίμα μετά πόνων και οδύνης ανεικάστου. Εδοκίμασε δε ιατρούς πολλούς, όταν έζη ο Άγιος, και απέστειλαν αυτόν εις την Κωνσταντινούπολιν, αλλ’ ουδόλως ωφελήθη. Όθεν υπέμεινε την βάσανον εκείνην επί χρόνους επτά. Μίαν νύκτα είδε καθ’ ύπνον τον Όσιον, όστις έδωσεν εις αυτόν εν ποτήριον, εντός του οποίου του εφάνη, ότι έθεσε ρόδα και επρόσταξεν αυτόν να πίη. Ούτως εθεραπεύθη. Και όταν εξύπνησε, το ούρον του ήτο καθαρόν. Διηγήθη τότε εις πάντας το μέγα τούτο θαυμάσιον. Έτερος Μοναχός είχε δαίμονα άγριον, όστις τον έκαμνε να παραλογίζεται. Ούτος ήλθεν εις τον τάφον του Αγίου, και χρισθείς δια του ελαίου της κανδήλας, κατεταράχθη υπό του δαιμονίου. Κατόπιν ήμεσεν αίμα με κάποια ζώα μικρά, και τότε ελυτρώθη του δαίμονος και απήλθε χαίρων και δοξάζων τον Κύριον. Μετέβησαν τότε αδελφοί τινες της Μονής εις την Σμύρνην δια υπηρεσίαν, τους οποίους εφιλοξένησε φιλόχριστος τις Χριστινός. Είδον δε εις τον οίκον του την σύζυγον αυτού και εθυμίαζεν άπτουσα λαμπάδας με πολλήν ευλάβειαν. Ερωτήσαντες δε αυτήν την αιτίαν της τοιαύτης ευλαβείας ήκουσαν παρ’ αυτής ταύτα· «Εγώ Πατέρες, έχω μίαν αδελφήν ύπανδρον, ήτις ήτο αιμορροούσα και κατάκοιτος. Μίαν ημέραν ήλθεν εις τον οίκον της εις Μοναχός, όστις ιδών αυτήν ούτω δεινώς οδυνωμένην, την ελυπήθη και της είπεν. Έχω αίμα του Οσίου Αθανασίου του εν τω Άθω εις τεμάχιόν τι παλαιοράσου. Αν θέλης να το βρέξω και να πίης το ύδωρ αυτό, θέλεις εύρει βοήθειαν. Η δε ασθενής μετά δακρύων είπεν εις τον Μοναχόν να της το δώση ταχέως, δια τον Κύριον. Καθώς δε έπιεν το απόνιμμα τούτο εις το όνομα του Οσίου μετά πολλής ευλαβείας και πίστεως, ευθύς ιατρεύθη». Δια ταύτην την παράδοξον θαυματουργίαν, είπεν η γυνή εκείνη, κάμνω την τοιαύτην υπηρεσίαν, ευχαριστούς τον Άγιον, και δέομαι του Θεού να συγχωρήση, δια πρεσβειών Αυτού, τας αμαρτίας μου. Νεανίας τις είχε δύο ασθενείας μεγάλας, λέπραν και πτωχείαν υπέρμετρον, και τον εβδελύσσοντο όσοι ήσαν απάνθρωποι και άσπλαγχνοι. Όθεν εκινδύνευεν ο τάλας να αποθάνη από την πείναν. Ακούσας δε τα εξαίσια θαύματα του Οσίου, έδραμεν εις το άμισθον ιατρείον, και προσκυνήσας τον τάφον αυτού εδέετο μετά δακρύων και στεναγμών να τω δωρήση την ίασιν. Λαβών όθεν άγιον έλαιον εκ της κανδήλας εχρίσθη μετά πίστεως και έλαβεν ευθύς την υγείαν του.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΣΤ΄ (6η) Ιουλίου, μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΣΙΣΩΗ του Μεγάλου.

Δημοσίευση από silver »

Σισώης ο Όσιος και μέγας εν ασκηταίς εγεννήθη εν Αιγύπτω κατά τας αρχάς της 4ης εκατονταετηρίδος, ότε ήκμαζον εν Αιγύπτω ο μέγιστος των ασκητών θείος Αντώνιος, ο θαυμάσιος Όσιος Ωρ και πλήθος άλλων μεγάλων Αγίων Αναχωρητών. Τούτων τας αρετάς και τα ένθεα κατορθώματα ακούων και ο καλός Σισώης ηγάπησεν εξ αυτής της βρεφικής του ηλικίας τον Κύριον, διο και παιδίον έτι ων έλαβεν εις τους ώμους του τον Σταυρόν του Χριστού και ηκολούθησεν αυτόν εξελθών και αυτός εις την έρημον και αγωνιζόμενος μετά των άλλων ασκητών τον καλόν αγώνα της ασκήσεως. Κατά τας αρχάς της αναχωρήσεώς του ο μακάριος Σισώης ήλθεν εις την ονομαστήν Σκήτην της Νιτρίας, εις την οποίαν ησκούντο τότε περί τους χιλίους Μοναχούς επάνω εις τους οποίους ήτο προεστώς ο Όσιος Ωρ. Εις ολίγον καιρόν τοσούτον προέκοψεν εις την αρετήν και εις τα πολύμοχθα σκάμματα της ασκήσεως, ώστε υπερέβαλε τους μετ’ αυτού συναγωνιζομένους και κατέστη τύπος και υπογραμμός των Μοναχών. Εξαιρέτως ηγωνίζετο δια την απόκτησιν της ταπεινοφροσύνης, εκτελών πάσαν ταπεινήν εργασίαν και εξουθενών εαυτόν ως μηδέν πράττων, διδασκόμενος εις τούτο από τον θαυμάσιον Ωρ. (Εν τω Γεροντικώ γράφονται ταύτα· Ηρώτησεν ο Αββάς Σισώης τον Αββάν Ωρ, λέγων: «ειπέ μοι λόγον»· και είπεν αυτώ: «έχεις πίστιν εις εμέ»; Και είπε: «ναι»· είπεν ουν αυτώ: «ύπαγε και ο εώρακάς με ποιούντα, ποίησον και συ»· και είπεν αυτώ: «τι ορώ, πάτερ, εις σε»; Έφη δε αυτώ ο γέρων: «ότι ο λογισμός μου κατώτερός εστι πάντων ανθρώπων». ) Όσον δε προέβαινεν εις την ηλικίαν, τοσούτον προέκοπτε και εις την αρετήν και υφ’ όλων εθαυμάζετο. Ασκούμενος εις την Σκήτην της Νιτρίας ο Όσιος, ήκουε τα κατορθώματα του Μεγάλου Αντωνίου και εφλογίζετο η καρδία του να μεταβή και εκείνος πλησίον του και να μιμηθή τους αγώνας του. Όμως δεν επρόφθασε, διότι εν τω μεταξύ απήλθε προς Κύριον ο όντως Μέγας Αντώνιος. Ο δε Σισώης, επιθυμών τελειοτέραν και ησυχαστικωτέραν πολιτείαν, θέλων δε έστω και μετά τον θάνατον του Οσίου Αντωνίου να γίνη μέτοχος της ασκήσεως εκείνου, ανεχώρησεν από την Νιτρίαν, επειδή είχεν αύτη καταστή πολυάνθρωπος και ήρχοντο πολλοί προς αυτόν και μετέβη εις το όρος του Οσίου Αντωνίου, το οποίον ήτο ησυχαστικώτερον. Εις το όρος του Οσίου Αντωνίου ο Σισώης διέτριψε χρόνους μακρούς, διερχόμενος πάσαν ασκητικήν σκληραγωγίαν και πολεμών ακαταπαύστως με τους αόρατους δαίμονας, τους οποίους εις το τέλος κατενίκησε. Δια τας αρετάς του αυτάς εγένετο ονομαστός όχι μόνον εις όλην την Αίγυπτον, αλλά και εις χώρας μακρινάς και πολλοί Κληρικοί τε και λαϊκοί αλλά και Μοναχοί περιώνυμοι ήρχοντο προς αυτόν, ίνα της διδασκαλίας του απολαύσωσι και ωφεληθώσι ψυχικώς. Παρά ταύτα όμως ο μακάριος Σισώης διετήρει άκραν ταπείνωσιν κατευτελίζων πάντοτε εαυτόν, δια την ταπείνωσίν του δε ταύτην έλαβε χάριν παρά Κυρίου να ανιστά νεκρούς. Επειδή δε ο Όσιος δεν ήθελε να ποιή θαύματα δια να μη δοξάζεται το όνομά του, ο Πανάγαθος Θεός ο δοξάζων τους Αυτόν αντιδοξάζοντας ωκονόμει, ώστε και χωρίς την θέλησίν του να γίνωνται τοιαύτα και ακούσατε. Ήλθε ποτε προς τον Όσιον εις το όρος του Αββά Αντωνίου κοσμικός τις, έχων μεθ’ εαυτού τον υιόν του. Κατά την οδόν όμως απέθανεν ο υιός εκ της κακουχίας, ο δε πατήρ έχων πίστιν εις τον Όσιον δεν εταράχθη, αλλ’ έλαβε τον νεκρόν υιόν του εις τας αγκάλας του και τον έφερεν εις τον Όσιον. Αφού δε ήλθεν εις το κελλίον του Οσίου προσέπεσε μετά του υιού του εις τους πόδας αυτού ποιήσας μετάνοιαν, χωρίς δε να είπη τι εξήλθε του κελλίου αφήσας εις τους πόδας του Οσίου το παιδίον. Ο δε Όσιος, μη γνωρίζων ότι είχεν αποθάνει και νομίζων ότι μετάνοιαν βάλλει το παιδίον, λέγει προς αυτό: «Ανάστα τέκνον και έξελθε έξω». Τότε παρευθύς, ω των θαυμασίων σου Χριστέ Βασιλεύ! ανέστη το παιδίον και εξήλθεν έξω. Ιδών τούτο ο πατήρ και θαυμάσας την παρρησίαν του Οσίου εισήλθεν εις το κελλίον και προσκυνήσας τον γέροντα ανήγγειλεν εις αυτόν το γεγονός. ΑΑκούσας δε τούτο ο Όσιος ελυπείτο, διότι δεν ήθελεν, ως είπομεν, να δοξάζεται το όνομά του. Ο δε μαθητής του Οσίου, δια να καθησυχάση τον Όσιον, λέγει προς τον πατέρα του παιδίου· «Ύπαγε εις την ευχήν του Γέροντος, πρόσεχε όμως να μη είπης ουδενός το θαύμα έως ότου ευρίσκεται ο Γέρων εν τη ζωή». Καθώς δε προσετάχθη ο άνθρωπος εποίησε και απήλθε χαίρων και δοξάζων τον Θεόν και τον Όσιον Αυτού. Τόσην δε πίστιν και σεβασμόν είχον προς τον Όσιον οι μαθηταί του, ώστε έσπευδον μετά χαράς να εκτελέσουν την εντολήν του άνευ τινός διακρίσεως. Και ακούσατε την πίστιν ανθρώπου τινός, όστις ήλθε προς τον Όσιον από τας Θήβας της Αιγύπτου ζητών να γίνη Μοναχός. Δεχθείς αυτόν ο Όσιος τον ηρώτησεν αν έχη συγγενή τινα εις τον κόσμον, αυτός δε είπεν ότι έχει ένα υιόν. Θέλων δε ο Όσιος να δοκιμάση αυτόν, του λέγει· «Ύπαγε και ρίψον τον υιόν σου εις τον ποταμόν και τότε να γίνης Μοναχός». Έχων δε εκείνος πίστιν απερίεργον εις τον Όσιον έσπευσε να εκτελέση την εντολήν. Όμως ο Όσιος απέστειλεν οπίσω αυτού τον μαθητήν του, όστις, ως είδεν αυτόν ότι επήρε τον υιόν του δια να τον ρίψη εις τον ποταμόν, τον ημπόδισε και επιστρέψαντες εις τον Όσιον έγινεν ο άνθρωπος εκείνος Μοναχός δοκιμώτατος δια την υπακοήν του. Πόσον ταπεινόφρων ήτο φαίνεται και από τας διδασκαλίας του, τας περιεχομένας εις το Γεροντικόν, όπου μεταξύ των άλλων γράφεται ότι ήλθε ποτε προς αυτόν αδελφός τις, όστις τον ηρώτησε λέγων· «Δεν έφθασες ακόμη εις τα μέτρα του Αββά Αντωνίου, πάτερ»; Ο δε ταπεινόφρων Σισώης με μεγάλην ταπείνωσιν απεκρίθη: «Εάν είχον και έν μόνον εκ των λογισμών του Μεγάλου Αντωνίου θα εγενόμην όλος ως πυρ». Έλεγε δε προς τους προσερχομένους εις αυτόν, ότι η οδός η οδηγούσα εις την ταπεινοφροσύνην είναι πρώτον η εγκράτεια, δεύτερον η προσευχή εις τον Θεόν, και τρίτον το να αγωνίζεται κανείς δι’ όλων αυτού των δυνάμεων, όπως κατορθώση να είναι κατώτερος παντός ανθρώπου. Την ταπεινοφροσύνην δε ταύτην διετήρησε μέχρι τέλους της ζωής του. Έμεινε δε εκεί εις το όρος του Οσίου Αντωνίου εβδομήκοντα δύο χρόνους υπερανθρώπως αγωνιζόμενος. Τόσον όμως ταπεινόν φρόνημα είχεν, ώστε ερωτηθείς ποτε υπό αδελφού επιθυμούντος να μάθη τα κατά τον Όσιον πως ανεχώρησεν από την Σκήτην και ήλθεν εις το όρος και πόσον χρόνον έχει εκεί, απεκρίθη· «Επειδή επληθύνθη η Σκήτη ήλθον εδώ και ευρών ησυχίαν εκάθισα ολίγον χρόνον». Ούτος ο Όσιος, ελθών ποτε εις τον τάφον του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του πάλαι ποτέ διαλάμψαντος εν δόξη βασιλέως των Ελλήνων, έστη προ αυτού και βλέπων αυτόν έφριττεν, αναλογιζόμενος το άστατον του καιρού και της δόξης το πρόσκαιρον· κλαίων δε και θρηνών έλεγε τους εξής επιγραμματικούς λόγους, τους οποίους ύστερον οι μαθηταί του, ζωγραφούντες την εικόνα του παρά τον τάφον του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έγραφον επ’ αυτής· «Ορών σε, τάφε, δειλιώ σου την θέαν και καρδιοστάλακτον δάκρυον χέω, χρέος το κοινόφλητον εις νουν λαμβάνων· πως ουν μέλλω διελθείν πέρας τοιούτον; Αι, αι, θάνατε, τις δύναται φυγείν σε»; Δηλαδή «βλέπων σε, τάφε, δειλιώ και τρομάζω από την θεωρίαν σου και χύνω δάκρυα εκ καρδίας, φέρων εις τον νουν μου το υπό πάντων των ανθρώπων οφειλόμενον χρέος, δηλαδή τον θάνατον· πως και εγώ μέλλω να διέλθω από τοιούτον τέλος; Αι, αι θάνατε, ποίος είναι εκείνος ο άνθρωπος, ο οποίος δύναται να διαφύγη από των χειρών σου»; Είχε δε ο Όσιος τόσον αγαπήσει την νηστείαν και τόσον αφωσιούτο εις την προσευχήν, ώστε πολλάκις επί ημέρας δεν ησθάνετο την ανάγκην να λάβη τροφήν. Ότε δε του υπενθύμιζε ο μαθητής του το φαγητόν έλεγε πολλάκις με μακαρίαν απλότητα· «δεν εφάγομεν, τέκνον»; Απαντώντος δε του μαθητού ότι δεν έφαγον έλεγεν: «Εάν δεν εφάγομεν, φέρε και τρώγομεν». Ότε δε ο Όσιος ήτο μόνος ηγωνίζετο πολύ περισσότερον εις την νηστείαν, ότε όμως προσήρχοντο προς αυτόν ξένοι ήτο φιλόξενος, επεριποιείτο αυτούς, τους έδιδε τροφήν και εδείκνυεν εξ αγάπης ότι τρώγει μαζί των. Μετά όμως την αναχώρησιν των ξένων επεδίδετο εις μεγαλυτέραν νηστείαν δια κανόνα της τροφής, την οποίαν έλαβε μετά των ξένων. Τούτο καλώς εγνώριζον οι μαθηταί του Οσίου και πολύ τον επρόσεχον. Ήλθε δε ποτε προς αυτόν ο Αββάς Αδέλφιος Επίσκοπος Ηλιουπόλεως της Αιγύπτου δια να ωφεληθή από τον Όσιον. Ότε δε επρόκειτο να αναχωρήση αν και ήτο πρωϊ έστρωσεν ο Όσιος τράπεζαν με χυλόν σίτου και παξιμάδι δια τον κόπον της οδοιπορίας έτρωγε δε και αυτός μετά του Επισκόπου. Κατ’ εκείνην την ώραν ήλθον και άλλοι ξένοι και ο Όσιος έδωσεν εντολήν εις τον μαθητήν του να δώση και εις αυτούς από την ιδίαν τροφήν, επειδή ήσαν κουρασμένοι. Λέγει δε ο Επίσκοπος· «Μη τους δίδετε τώρα τροφήν δια να μη είπωσιν ότι ο Αββάς Σισώης τρώγει από πρωϊας». Προσέξας δε ο Όσιος τον Επίσκοπον λέγει εις τον μαθητήν· «Ύπαγε και δώσε εις αυτούς». Ότε δε είδον την τροφήν οι ξένοι, αντί να κατακρίνωσιν, ως ενόμισεν ο Επίσκοπος, είπον· «Μήπως έχετε ξένους; Μήπως και ο Γέρων τρώγει μαζί των»; Επιβεβαιώσαντος δε τούτο του αδελφού, ήρχισαν εκείνοι να λυπούνται και να λέγουν· «Ο Θεός να σας συγχωρήση, διότι αφήκατε τον Γέροντα να φάγη απ’ αυτής της ώρας! Δεν γνωρίζετε ότι τώρα επί πολλάς ημέρας έχει να κοπιάση»; Ταύτα ακούσας ο Επίσκοπος εθαύμασε και βαλών μετάνοιαν εις τον Όσιον είπε: «Συγχώρησόν μοι, Αββά, διότι εγώ ανθρωπίνως κρίνων ωμίλησα, συ δε έπραξας το θέλημα του Θεού». Λέγει τότε ο Όσιος· «Εάν μη ο Θεός δοξάση τον άνθρωπον, η δόξα των ανθρώπων ουδέν είναι». Ότε δε πλέον εγήρασε πολύ και εκ της ηλικίας και της ασκήσεως ησθένησεν, έφερον αυτόν οι μαθηταί του πλησίον της πόλεως, ήτις ωνομάζετο Κλύσμα, δια να περιποιηθούν αυτόν δεόντως. Ο Όσιος όμως ελυπείτο δια την αναχώρησιν εκ του όρους και τότε έρχεται προς αυτόν ο Αββάς Αμμούν από την Ραϊθώ και βλέπων τον Όσιον λυπούμενον λέγει προς αυτόν· «Διατί λυπείσαι, Αββά; Τι ηδύνασο ν πράξης τώρα εις την βαθείαν έρημον ούτω γηράσας και ασθενής»; Ο δε μακάριος Σισώης δακρύων είπε· «Τι μου λέγεις, Αμμούν; Και μόνη η ελευθερία του λογισμού μου, ότι ευρίσκομαι εις την έρημον με έφθανεν, ενώ εδώ και μόνος ο λογισμός ότι ευρίσκομαι πλησίον κατοικουμένου τόπου με στενοχωρεί». Kαθημένων δε Γερόντων παρά την κλίνην του Οσίου, είδον ως να ομιλή μετά τινων και λέγουν προς αυτόν· «τι βλέπεις, Αββά»; Λέγει ο Όσιος· «Βλέπω τινάς ελθόντας επ’ εμέ και παρακαλώ αυτούς να με αφήσωσιν ακόμη ολίγον να μετανοήσω». Λέγει τότε εις των Γερόντων· «Και εάν σε αφήσωσι, δύνασαι πλέον να χρησιμεύσης εις μετάνοιαν»; Λέγει τότε ο Όσιος εις αυτόν· «Αν και δεν δύναμαι να πράξω τίποτε, όμως στενάζω επάνω της ψυχής μου ολίγον και αυτό με αρκεί». Ευρισκομένου δε κατ’ άλλην ώραν του Οσίου εις το κελλίον αυτού μόνου μετά του μαθητού του, ηκούσθη κτύπος εις την θύραν. Εννοήσας δε ο Όσιος ότι ήτο ο εχθρός της αληθείας, λέγει εις τον μαθητήν του Αβραάμ· «Ειπέ εις τον κρούσαντα, εγώ Σισώης εις το όρος, Σισώης και εις το στρωμνίδιον», εννοών την πτωχικήν στρωμνήν από ράκη αντί της ψάθης, την οποίαν εχρησιμοποίει εις το Όρος, και επί της οποίας τον είχον ήδη αποθέσει προς ολίγην ανάπαυσιν. Εξελθών τότε ο Αβραάμ ουδένα είδε, διότι με τον λόγον του Οσίου αφανής εγένετο ο εχθρός. Μαθόντες δε και ο λαός ότι ο Όσιος Σισώης ευρίσκεται εις το Κλύσμα, έσπευσαν πολλοί να τον ίδουν. Ομιλήσαντες δε πολλά επερίμεναν να ακούσουν από τον Όσιον λόγον σωτηρίας. Ο Όσιος όμως μη θέλων να μεγαλύνεται το όνομά του και μη αναπαυόμενος εις το μέρος εκείνο, ουδέν απεκρίνετο. Λέγει τότε εις εξ αυτών· «Τι θλίβετε τον Γέροντα; Δεν τρώγει, δι’ αυτό και δεν δύναται να ομιλήση». Τότε απεκρίθη ο Όσιος με απλότητα λέγων· «Εγώ, όταν έχω ανάγκην, τρώγω». Όταν δε έμειναν μόνοι με τον μαθητήν του, λέγει προς αυτόν· «Πάρε με και πάλιν εις το όρος, διότι δεν δύναμαι να μείνω πλέον εδώ». Ούτω δε και εγένετο. Ούτως ασκητικώς και οσίως προβαίνων ο Όσιος ή μάλλον ειπείν αγγελικώς επί της γης πολιτευσάμενος και εν σαρκί ως άσαρκος ζήσας έφθασεν εις την μακαρίαν ώραν να μεταστή από την παρούσαν πρόσκαιρον ζωήν εις την αιώνιον και αθάνατον. Ότε δε έμελλε να τελευτήση, συναχθέντες οι πατέρες ευρίσκοντο παρά την κλίνην του, και τότε έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος και λέγει προς αυτούς ο Όσιος· «ιδού ο Αββάς Αντώνιος ήλθε». Μετά μικρόν λέγει πάλιν· «ιδού ο χορός των Προφητών ήλθε». Και πάλιν το πρόσωπον αυτού περισσώς έλαμψε και είπεν· «Ιδού ο χορός των Αποστόλων ήλθε». Εδιπλασιάσθη τότε το φως του προσώπου του και εφαίνετο ως μετά τινων ομιλών, πάντες δε οι παρεστηκότες εξίσταντο θαυμάζοντες. Παρεκάλεσαν τότε οι Γέροντες τον Όσιον να είπη εις αυτούς μετά τίνος ομιλεί, ο δε Όσιος είπεν εις αυτούς· «Ιδού οι Άγγελοι ήλθον να λάβουν την ψυχήν μου και παρακαλώ αυτούς ίνα με αφήσουν ολίγον δια να μετανοήσω». Λέγουσι τότε οι Γέροντες προς τον Όσιον· «Δεν έχεις, πάτερ, ανάγκην άλλης μετανοίας». Τότε ο μέχρις εσχάτης αναπνοής ταπεινόφρων Σισώης απεκρίθη δακρύων· «Αληθώς σας λέγω, δεν γνωρίζω τον εαυτόν μου ότι έβαλον μέχρι τούδε αρχήν τινα». Εθαύμασαν τότε οι Πατέρες δια την τοσαύτην ταπεινοφροσύνην του Οσίου και εγνώρισαν εξ αυτού, ότι πράγματι έφθασεν εις την τελειότητα. Τότε έλαμψεν έξαφνα και πάλιν το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος και πάντες κατελήφθησαν υπό φόβου. Λέγει τότε εις αυτούς ο Όσιος· «Βλέπετε, ο Κύριος ήλθε και λέγει· φέρετέ μοι το σκεύος της ερήμου». Παρευθύς δε με τον λόγον τούτον παρέδωκεν ο μακάριος Σισώης το πνεύμα του εις χείρας Θεού· εγένετο δε ως αστραπή και επλήσθη όλος ο οίκος ευωδίας. Δια τοιούτων θαυμαστών σημείων εδόξασεν ο Πανάγαθος Θεός τον Αυτού θεράποντα, τον ταπεινόφρονα Σισώην, παραλαβών Αυτός ο Κύριος της δόξης εις τας παναχράντους χείρας υτού την μακαρίαν ψυχήν του, κατατάξας αυτόν εις τα ουράνια σκηνωματα, εις την άϋλον ζωήν, όπου είναι αι σκηναί των Αγίων και η αϊδιος λαμπρότης, ένθα νυν πρεσβεύει αδιαλείπτως τω Χριστώ και υπέρ ημών Αυτόν δυσωπών. Ου ταις αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ζ΄ (7η) Ιουλίου, μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος ΚΥΡΙΑΚΗΣ.

Δημοσίευση από silver »

Από δύο αιτίας παρακινείται ο άνθρωπος να κάμνη εις άλλον άνθρωπον το αγαθόν. Ή εκ φύσεως, ή εκτελών την εντολήν του Θεού. Και εκ φύσεως μεν πράττει το κλόν, όταν επί παραδείγματι ο πατήρ αγαθοποιή τον υιόν του, και ο υιός τον πατέρα, και ο αδελφός τον αδελφόν, ή συγγενής τον συγγενή. Διότι ούτοι ουχί τόσον δια την εντολήν του Θεού αγαθοποιούσιν αλλήλους, όσον κινούμενοι από την αγάπην της φύσεως. Τούτον τον φυσικόν τρόπον όχι μόνον οι άνθρωποι έχουσιν, αλλά και τα άλογα ζώα, διότι και αυτά, αναγκαζόμενα υπό της φύσεως, αγαπώσι τα όμοιά των, καθώς λέγει και ο σοφός Σειράχ (Κεφ. ιγ: 15). «Παν ζώον αγαπά το όμοιον αυτώ και πας άνθρωπος τον πλησίον αυτού». Δια την εντολήν του Θεού πράττει το καλόν ο άνθρωπος, αν και δεν έχει συγγενή, όμως δια την παραγγελίαν του Χριστού, την οποίαν αναφέρει εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον «Παντί τω αιτούντί σε δίδου», προσφέρει προς τον πλησίον ελεημοσύνην ή άλλην τινά συνδρομήν. Εξ αυτής λοιπόν της δευτέρας αιτίας παρεκινήθην και εγώ σήμερον, αγαπητοί μου αδελφοί, να προσφέρω προς υμάς την διδασκαλίαν μου ταύτην (ήτις υπερβαίνει πάσαν άλλην σωματικήν δωρεάν αγαθού). Διότι ακούω τι είπεν ο Άγγελος Ραφαήλ προς τον Τωβίτ (Κεφ. ιβ: 7) «Μυστήριον βασιλέως καλόν κρύψαι, τα δε έργα του Θεού ανακαλύπτειν ενδόξως». Δια τούτο παρεκινήθην ίνα διηγηθώ προς την γάπην υμών, καθ’ όσον μοι είναι δυνατόν, περί της σήμερον εορταζομένης Αγίας Κυριακής, ίνα από την διήγησιν ταύτην γνωρίσητε τα θυμάσια έργα του Θεού και την άπειρον Αυτού δύναμιν. Διότι πως δεν είναι θαυμαστόν έργον Θεού, γυνή, γένος ασθενέστερον, να νικήση τον νοητόν εχθρόν, τον διάβολον; Ή πως δεν ήτο τούτο έργον παραδόξου δυνάμεως, σώμα γυναικείον, φύσει ασθενές, να υπομένη τοσαύτας τιμωρίας; Επειδή εάν ανήρ τις υπομείνη τας τοσαύτας βασάνους δεν είναι θαυμαστόν, αφού εκ φύσεως έχει την ανδρείαν του σώματος. Αλλά δια να τύχη γυνή να υπομείνη θεληματικώς τιμωρίας και βάσανα, φανερόν είναι ότι ουχί εκ φύσεως ηδυνήθη να υπομείνη ταύτα, αλλ’ εκ της απείρου δυνάμεως του Θεού. Ίνα λοιπόν εννοήσητε τα του Θεού θαυμάσια και την δύνμιν Αυτού, ακούσατε μετά πάσης προθυμίας την περί της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Κυριακής διήγησιν, ίνα και Εκείνον δοξάσητε και την Αγίαν Αυτού επαινέσητε. Μετά την ένσαρκον οικονομίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού κατά τα τ΄ (300) έτη ήσαν δύο βασιλείς πολύ ασεβείς και χριστομάχοι, ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός, το ζεύγος του διαβόλου. Και ο μεν Διοκλητιανός εβασίλευεν εις πάσαν την Ανατολήν, ο δε Μαξιμιανός, όστις είχε γυναίκα την θυγατέρα του Διοκλητιανού τούτου, εις την Δύσιν. Οι ασεβέστατοι λοιπόν ούτοι βασιλείς φρικτήν βουλήν ηβουλήθησαν, ήτοι να σβέσωσι παντελώς το όνομα του Χριστού, και να αφανίσωσι το γένος των Χριστιανών από προσώπου της γης. Διότι ούτε πόλεις είχον εις τον νουν των να προσθέσωσιν εις την εξουσίαν των, ούτε έθνη ήθελον να υποτάξωσιν εις την βασιλείαν των, αλλά μόνον ένα σκοπόν ασεβέστατον είχον και εν έργον παρανομώτατον, να τυραννώσι τους Χριστιανούς. Ποίον κακόν δεν εγένετο τότε εις τους αγαπώντας τον Χριστόν! Επληρούντο αι φυλακαί από του πλήθους των καθ’ εκάστην τιμωρουμένων Χριστιανών! Αι οικίαι, όσαι είχον κυρίους Χριστιανούς, ηρημώνοντο. Αι ερημίαι και τα όρη μετεβάλλοντο εις πόλεις εκ του πλήθους των Χριστιανών, οίτινες έφευγον εκεί. Οι πτωχοί Χριστιανοί και οι της αληθείας φίλοι επαιδεύοντο ως οι μεγαλύτεροι κακούργοι. Τα χρήματα των Χριστιανών διηρπάζοντο υπό των ειδωλολατρών. Οι νόμοι της ανθρωπίνης φύσεως ηλλοιούντο, διότι οι πατέρες ειδωλολάτραι παρέδιδον τους υιούς των εις θάνατον, επειδή επίστευον εις τον Χριστόν. Οι παίδες κατηγόρουν τους πατέρας των ως Χριστιανούς, και, ίνα δι’ ολίγων είπω, σκότος και σύγχυσις μεγάλη υπήρχεν εις όλον τον κόσμον. Διότι οι μεν εχθροί του Χριστού είχον ελευθερίαν να τιμούν τους δαίμονας, οι δε φίλοι της αληθείας Χριστιανοί εδιώκοντο, και ο αληθής Θεός, ο Χριστός, υβρίζετο ως πλάνος. Τότε τινές μεν εφοβούντο και ηρνούντο τον Χριστόν, και εθυσίαζον εις τα είδωλα. Όσοι δε δεν ηδύναντο ούτε να μαρτυρήσωσιν, ούτε ήθελον να γίνωσιν ειδωλολάτραι, έφευγον εις τα όρη και σπήλαια και εκεί εκρύπτοντο, αναμένοντες τον καιρόν, κατά τον οποίον θα εγνώριζον ότι είναι θέλημα Θεού να παρουσιασθώσι. Κατ’ εκείνον λοιπόν τον καιρόν εις τα μέρη της Ανατολής έζη Χριστιανός τις, Δωρόθεος ονόματι, όστις είχε σύζυγον Χριστιανήν καλουμένην Ευσεβίαν. Ο άνθρωπος ούτος ήτο πλούσιος και ελεήμων, πλην τέκνον δεν είχεν, ούτε άρρεν ούτε θήλυ, και δια τούτο πάντοτε μετά της συζύγου του ήσαν λυπημένοι. Όσοι έχουσι πλούτον και δεν γεννώσι τέκνον, αυτοί γνωρίζουσιν οποία θλίψις είναι η έλλειψις τέκνου. Τι λοιπόν συνέβη; Παρεκάλουν και οι δύο τον Θεόν να δώση εις αυτούς τέκνον, ουχί μόνον προς κληρονομίαν του πλούτου των, αλλά μάλλον προς παρηγορίαν των θλίψεων αυτών. Όθεν ο Θεός, ο ευλογήσας την στείραν Σάρραν να γεννήση τον Ισαάκ, την Ελισάβετ να γεννήση τον Πρόδρομον και την Άνναν να γεννήση την Παρθένον Μαριάμ, επήκουσε και της δεήσεως αυτών και μετ’ ολίγας ημέρας, συλλαβούσα η Ευσεβία, εγέννησε εις τον διωρισμένον καιρόν την Αγίαν ταύτην εν ημέρα Κυριακή. Δια τούτο, όταν την εβάπτισαν, έδωσαν εις αυτήν το όνομα Κυριακή. Εκ μικράς ακόμη ηλικίας, η σεμνή αύτη κόρη εδείκνυεν οποία ήθελε καταστή αργότερον. Διότι δεν έπαιζεν ατάκτως, καθώς τα άλλα κοράσια, ούτε ησχολείτο εις απρεπή παιχνίδια, ούτε εις αργολογίας, καθώς σήμερον πράττουσι πολλά κοράσια, ούτε τους περιπάτους ηγάπα, αλλά καθημένη εις την οικίαν των γονέων της, μετά πολλής ευλαβείας και προσοχής ηκροάτο τας νουθεσίας αυτών. Ότε δε έφθασεν εις ώριμον ηλικίαν, τότε περισσότερον εφάνη η σωφροσύνη της, την οποίαν είχεν εις την ψυχήν της. Διότι όσον ηύξανε το σώμα της, τοσούτον και η γνώσις αυτής επλήθυνε και το κάλλος έλαμπεν. Ουδόλως ηκούετο εκ του στόματος αυτής αργολογία ή κατάκρισις ή ψεύδος, καθώς συμβαίνει σήμερον με πολλάς γυναίκας, αι οποίαι, ενώ πρέπει να ίστανται μετά πολλής ευλαβείας εις την Εκκλησίαν, συνομιλούσι και κατακρίνουσιν η μία την άλλην. Εις τους γάμους, ενώ πρέπει να κάθηνται σωφρόνως και ευτάκτως, άδουσι και χορεύουσιν. Εις τας εορτάς, ενώ πρέπει να ακροάζωνται μετά πάσης ησυχίας την ψαλμωδίαν και τους βίους των Αγίων, συναθροίζονται και χορεύουσι. Το παράδοξον είναι ότι έχουσι προς έπαινόν των το ποία θα στολισθή και θα χορεύση καλλίτερον. Ουαί της απωλείας! Αλλ’ η Αγία δεν έπραττε τοιουτοτρόπως, ουδέ μετεχειρίζετο το κάλλος της εις έρωτας νέων ατάκτων, δηλαδή να στολίζεται ή να ψιμυθιούται δια να αρέση εις τους νέους, ούτε παρέκυπτεν από τα παράθυρα δια να αγρεύη τας ψυχάς των ανδρών. Και πάντοτε εν έργον είχεν ως απαραίτητον, να στολίζη την ψυχήν αυτής με νηστείας, με εγκράτειαν, με σιωπήν, με προσευχήν, με την φύλαξιν των οφθαλμών, και με το να συγκρατή την γλώσσαν. Πολλοί άρχοντες εκείνου του καιρού επεθύμησαν να δώσωσιν αυτήν ως νύμφην εις τους υιούς των, αλλ’ αύτη, αγαπώσα την παρθενίαν, κατά μίμησιν της Υπεραγίας Θεοτόκου, δεν ήθελεν ούτε καν να ακούση λόγον περί γάμου. Πολλάκις, όταν οι γονείς αυτής ωμίλουν περί γάμου, διότι την είχον μονογενή και ήθελον να ίδωσιν εξ αυτής κληρονομίαν του γένους, αύτη έλεγε προς αυτούς τοιούτους λόγους, μετά πάσης ευλαβείας και συνέσεως· «Ω τιμιώτατοι γονείς! Όχι διότι η παρακοή των παίδων προς τους γονείς είναι καλή, δια τούτο δεν σας ακούω να λάβω σύζυγον, αλλά διότι εγώ προτιμώ καλλίτερον την παρθενίαν και θέλω να γίνω νύμφη του Χριστού και Θεού μου. Εξ άλλου εις τι θα ωφελήση ο γάμος; Ποία γυνή υπανδρεύθη και δεν μετενόησε; Ποία έγινε μήτηρ και δεν ελυπήθη; Διότι ή το παιδίον αυτής αποθνήσκει, ή ο σύζυγος αυτής ή ο συγγενής του και αναγκαίως θα έχη θλίψιν. Η παρθενία όμως δεν έχει λύπην, ούτε φροντίδας πολλάς. Διότι γυνή, ήτις νυμφεύεται, προσέχει πώς να αρέση εις τον σύζυγόν της, καθώς λέγει ο Απόστολος Παύλος. Έχει φροντίδα πώς να ενδύση τα τέκνα της, και πώς να τα διαθρέψη. Εάν δε μείνη χήρα, αλλοίμονον εις την συμφοράν της! Τότε έχει περισσοτέραν θλίψιν και μέριμναν. Εκείνη δε ήτις παρθενεύει, άλλην φροντίδα δεν έχει, ει μη μόνον πώς να είναι αρεστή εις τον Χριστόν. Διατί λοιπόν θέλετε, γονείς μου, να με υποβάλετε εις τοσαύτας φροντίδας; Η Κυρία Θεοτόκος δεν ήτο παρθένος; Αφήτε λοιπόν και εμέ να γίνω δούλη Εκείνης. Αρκεί η χάρις Αυτής να με διαφυλάξη· διότι δυνατή είναι η βοήθεια Αυτής, ίνα και εμέ ενισχύση. Έχω θάρρος εις τον μονογενή Αυτής Υιόν, όστις αγαπά την παρθενίαν». Τοιούτους λόγους ακούοντες οι γονείς της Αγίας εκ του στόματος αυτής ηυχαρίστουν και εδόξαζον τον Θεόν, τον δωρήσαντα εις αυτούς τοιούτον ευλογημένον τέκνον. Κατ’ εκείνας τας ημέρας άνθρωπός τις, ειδωλολάτρης μεν κατά την θρησκείαν, πλούσιος δε πολύ, ευρίσκετο εις την πόλιν εκείνην, εις την οποίαν ευρίσκοντο και οι γονείς της Αγίας. Ούτος λοιπόν ο άρχων, ακούων περί της Κυριακής ότι είναι νέα και ωραιοτάτη, και ότι ουδεμία άλλη κόρη υπερέχει αυτής κατά το κάλλος και την γνώσιν, απεφάσισε να την δώση ως νύμφην εις τον υιόν του, αφ’ ενός μεν δια το κάλλος και την γνώσιν της, αφ’ ετέρου δε διότι ήτο μονογενής και έμελλεν ο πολύς πλούτος των γονέων αυτής να περιέλθη εις τας χείρας του. Έχων λοιπόν τον τοιούτον σκοπόν ο άρχων εκείνος εμήνυσεν εις τους γονείς της Αγίας, ίνα στέρξωσι και αυτοί εις το συνοικέσιον. Αλλ’ η Αγία, επειδή ήτο αφιερωμένη εις τον Θεόν ψυχή τε και σώματι, δεν ηθέλησεν ουδόλως να ακούση τον τοιούτον λόγον. Μόνον είπεν: «Εγώ είμαι νύμφη καθαρά του Χριστού μου και επιθυμώ να αποθάνω παρθένος». Ταύτα ακούσας ο άρχων εθυμώθη σφόδρα, κι αμέσως μετέβη εις τον βασιλέα Διοκλητιανόν και είπεν εις αυτόν. «Βασιλεύ, ζήθι εις τον αιώνα. Ο κόσμος όλος είναι υποτεταγμένος εις το θέλημα της βασιλείας σου και προσκυνεί τους μεγάλους θεούς. Μία όμως κόρη ενντιούται εις το πρόσταγμά σου και υβρίζει τα είδωλα, λέγουσα ότι ο Χριστός είναι Θεός. Όχι μόνον δε αυτή καταφρονεί τον ορισμόν της βασιλείας σου, αλλά και οι γονείς αυτής είναι Χριστιανοί, και ούτε εις τα είδωλα θυσιάζουσιν, ούτε υποτάσσονται εις την βασιλείαν σου». Ο βασιλεύς Διοκλητιανός, ακούσας ταύτα, επλήσθη θυμού και αμέσως, αποστείλας στρατιώτας, έφερε την Αγίαν και τους γονείς αυτής έμπροσθεν αυτού και είπεν εις αυτούς: «Διατί δεν τιμάτε τους μεγάλους θεούς, τους οποίους τιμά και η βασιλεία μου, αλλά κηρύττετε άλλον θεόν, τον Χριστόν, ον εσταύρωσαν οι Ιουδαίοι ως κακούργον»; Απεκρίθη ο Δωρόθεος· «Ημείς, βασιλεύ, δεν εμάθομεν εκ των προγόνων ημών να προσκυνώμεν ψευδωνύμους θεούς, αλλ’ ένα Θεόν αληθή, τον Χριστόν, τον ποιήσαντα τον ουρανόν και την γην και πάντα τα εν αυτοίς. Όστις δια την σωτηρίαν των ανθρώπων ήλθεν επί της γης και εσαρκώθη και εσταυρώθη ως άνθρωπος, και ανελήφθη, και πάλιν μέλλει να έλθη, ίνα κρίνη τον κόσμον άπαντα, και αποδώση εκάστω κατά τα έργα αυτού. Αυτόν κηρύττομεν, Αυτόν ομολογούμεν αληθινόν Θεόν. Οι δε θεοί, οίτινες τον ουρανόν και την γην δεν εποίησαν, απολέσθωσαν, καθώς λέγει και ο Προφήτης Ιερεμίας». Ο βασιλεύς τότε διέταξε τους στρατιώτας, μετ’ οργής, να απλώσωσι κατά γης τον Δωρόθεον και να τον δείρωσι τοσούτον, ώστε ή να θυσιάση εις τους θεούς ή να αποθάνη από τον δαρμόν. Τότε οι στρατιώται, εκτελούντες την διαταγήν του βασιλέως, ήπλωσαν αυτόν και τον έτυπτον ανηλεώς, έως ότου απέκαμον. Ο δε Άγιος, έχων τον Χριστόν ενδυναμούντα αυτόν, ουδέ το παράπαν ελογίζετο τας βασάνους αυτών, μάλιστα δε εμυκτήριζε και περιεγέλα τα είδωλα ως κωφά και αναίσθητα. Τότε ιδών ο βασιλεύς ότι δεν νικάται ο πατήρ της Αγίας ούτε υπό των πληγών, ούτε υπό της κολακείας, αυτόν μεν και την σύζυγον αυτού Ευσεβίαν, την μητέρα της Αγίας Κυριακής, απέστειλεν εις τον άρχοντα της πόλεως Μελιτηνής, Ιούστον καλούμενον, ίνα εκείνος τιμωρήση αυτούς, ως ανηλεής και ανήμερος. Την δε Αγίαν Κυριακήν, βλέπων ωραίαν, απέστειλεν εις τον γαμβρόν αυτού, τον Μαξιμιανόν, όστις ευρίσκετο τότε εις την Νικομήδειαν, ίνα εκείνος ανακρίνη αυτήν. Και ο μεν άρχων Ιούστος, δις και τρις εξετάσας τους γονείς της Αγίας και μη δυνηθείς ούτε με τιμωρίας, ούτε με κολακείας, ούτε με άλλον τινά τρόπον να αποστρέψη αυτούς από της εις Χριστόν πίστεως, απέκοψε τας κεφαλάς αυτών δια ξίφους και ούτως έλαβε τέλος η ζωή αυτών. Ο δε Μαξιμιανός, δεξάμενος παρά των υπηρετών του πενθερού αυτού Διοκλητιανού την Αγίαν Κυριακήν, πρώτον μεν εθαύμασε το κάλλος αυτής, έπειτα δε, παρουσιάσας αυτήν επί του κριτηρίου αυτού, ήρξατο να λέγη προς αυτήν τοιαύτα : «Τούτο πρέπει να ηξεύρης, ω κόρη, ότι ο μέγας βασιλεύς Διοκλητιανός, διότι ελυπήθη το κάλλος σου, δεν ηθέλησε να σε τιμωρήση ως Χριστιανήν, αλλά σε απέστειλεν εδώ προς με· μη λοιπόν θελήσης μόνη σου να γίνης εχθρά του εαυτού σου και να παραδώσης τοιούτον σώμα εις τιμωρίας και βάσανα, αλλά προσκύνησον τους θεούς, να έχης την ζωήν σου και τότε όχι μόνον θα σου χαρίσω και άλλον πλούτον πλέον του πατρικού, αλλά και νύμφη θα γίνης του βασιλέως εις ένα συγγενή του». Και ο μεν βασιλεύς Μαξιμιανός τοιαύτα και άλλα περισσότερα είπε κολακεύων την Αγίαν, εκείνη δε απεκρίθη· «Μη νομίσης, ω βασιλεύ, ότι με τας τοιαύτας κολακείας ή με τους τοιούτους φοβερισμούς θέλω αρνηθή εγώ τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν, διότι δεν υπάρχει καμμία βάσανος, ούτε τιμωρία, ούτε παίδευσις, η οποία να με χωρίση από την αγάπην αυτού· όχι ο πατρικός μου πλούτος ή άλλος, τους οποίους θέλετε να μοι δώσητε, αλλά και αυτήν την επίγειον βασιλείαν σας εάν μου δώσητε δεν είναι δυνατόν να αρνηθώ εγώ την ευσέβειαν των πατέρων μου· αλλ’ ουδέ άλλον νυμφίον θέλω στέρξει να προτιμήσω εκτός του Χριστού μου, εις τον Οποίον εχάρισα τον εαυτόν μου, ίνα ζήσω και αποθάνω παρθένος». Ταύτα ως ήκουσεν ο Μαξιμιανός επλήσθη όλος θυμού, και παρευθύς διέταξε να τανύσωσι την Αγίαν εις τέσσαρα μέρη εκ των χειρών και των ποδών και να την δείρωσι με ωμά βούνευρα, έως ου ή να αρνηθή τον Χριστόν ή να αποθάνη εκ των βασάνων. Ταύτα ειπών ο βασιλεύς εκάθητο αναμένων το τέλος, διότι ήλπιζεν ότι ως ασθενεστάτη γυνή θέλει δειλιάσει εις τας βασάνους· η δε Αγία, ποιήσασα το σημείον του Σταυρού επί του σώματός της, οικειοθελώς μετά πάσης ευκοσμίας κατέπεσεν εις την γην. Τότε οι στρατιώται του βασιλέως, λαβόντες τα νεύρα εκείνα των βοών, τοσούτον ανηλεώς έτυπτον την Αγίαν, ώστε και δύο και τρεις φοράς ενηλλάχθησαν· και οι μεν στρατιώται ηγανάκτουν τύπτοντες αυτήν, η δε Αγία, έχουσα τον Χριστόν ενδυναμούντα αυτήν, ουδόλως εφαίνετο ότι εδάρη, αλλά τουναντίον τοσούτον έλαμπε το πρόσωπον αυτής, ως εάν ήτο εις τερπνόν και ωραίον περιβόλιον. Βλέπων ταύτα ο βασιλεύς και νομίζων ότι οι στρατιώται λυπούνται αυτήν και δεν την δέρουσι με όλην αυτών την δύναμιν, εβόησε προς αυτούς μετά μεγάλου θυμού· «Διατί, ω κάλιστοι στρατιώται λυπείσθε την υβρίστριαν των θεών»; Απεκρίθη η Αγία· «Μη πλανάσαι, Μαξιμιανέ, μηδέ νόμιζε ότι θέλεις με νικήσει με τας τοιαύτας τιμωρίας, διότι ο Χριστός μου ίσταται αόρατος και μοι δίδει δύναμιν, ώστε να μη συλλογίζωμαι τας βασάνους σου». Ως ήκουσε ταύτα ο βασιλεύς, εντραπείς τους περιεστώτας, ότι δεν ηδυνήθη να νικήση μίαν νέαν κόρην, καθώς εκείνην, εσκέφθη να στείλη αυτήν εις τον διοικητήν της Βιθυνίας, Ιλαρίωνα λεγόμενον. Η δε Βιθυνία είναι επαρχία της Χαλκηδόνος και των άλλων πέριξ πόλεων. Ήτο δε ο Ιλαρίων ούτος άνθρωπος θηριωδέστερος παντός αγρίου θηρίου, διότι τούτο πάντοτε εσκέπτετο, πώς να φανή πλέον φοβερώτερος εις τους Χριστιανούς από τους άλλους ηγεμόνας της Ανατολής. Αφ’ ενός μεν ενόμιζεν ότι τιμωρών τους Χριστιανούς, θέλει αρέσει εις τους θεούς των Ελλήνων, αφ’ ετέρου δε ότι θέλει ακουσθή και το όνομα αυτού εις τους άλλους βασιλείς και εις τους άλλους άρχοντας ως μέγα και πολύ. Εις αυτόν λοιπόν τον Ιλαρίωνα έστειλε την Αγίαν, έγραψε δε και γράμμα προς αυτόν, παραγγέλλων να φροντίση παντοιοτρόπως, όπως αποστρέψη την Αγίαν από της πίστεως των Χριστιανών· εάν δε κατορθώση τούτο, να αποστείλη αυτήν οπίσω προς αυτόν, αυτός δε θέλει τιμήσει και υψώσει αυτόν εις μεγαλύτερα αξιώματα. Αφού ο έπαρχος Ιλαρίων έλαβε το γράμμα του βασιλέως, εκάθισεν επί θρόνου φοβερού και διέταξε να φέρωσι την Αγίαν έμπροσθεν αυτού, εις την οποίαν είπεν· «Άρά γε γνωρίζεις, ω Κυριακή, διατί ο πολυχρονημένος βασιλεύς Μαξιμιανός σε έστειλεν εδώ προς ημάς; Βεβαίως δια την πολλήν ημερότητα και πραότητα, την οποίαν έχει· διότι λυπούμενος να βλέπη τιμωρούμενον τοιούτον ωραιότατον σώμα, σε απέστειλε προς ημάς τους πιστούς δούλους του· αλλά και ημείς αυτήν την γνώμην έχομεν, μάρτυρας δε έχω τους μεγάλους θεούς και τους περιεστώτας άρχοντας, ότι και εγώ εις πάντας τους υπακούοντας εις τους ορισμούς των βασιλέων είμαι φιλάνθρωπος. Μη λοιπόν θελήσης συ σήμερον να μετατρέψης την καλήν μου γνώμην, και να με δείξης ανήμερον και απάνθρωπον· διότι, εάν μείνης π΄λιν εις την προτέραν σου πλάνην, είναι ανάγκη να γίνω εχθρός σου και να σε τιμωρήσω με βασανιστήρια, τα οποία και μόνον ακουόμενα και θεωρούμενα καταπλήττουσι τον άνθρωπον, πολλώ μάλλον και να υποστή ταύτα». Ταύτα ως ήκουσεν η Αγία απεκρίθη προς αυτόν· «Μη νόμιζε, Ιλαρίων, ότι θέλω αλλάξει εγώ την προτέραν μου γνώμην και την ευσέβειαν, διότι ευκολώτερον είναι να μαλάξης τον σίδηρον, παρά να μεταβάλης τον σκοπόν μου· τούτο δε γνώριζε, ότι, εάν ο βασιλεύς Διοκλητιανός και Μαξιμιανός δεν ηδυνήθησαν να νικήσωσι την δύναμιν του Χριστού, πως θέλεις δυνηθή συ να με νικήσης; Δια τούτο μη ματαιοπονής λέγων τοιούτους λόγους, αλλά δοκίμασε και με το έργον να ίδης την δύναμιν του Χριστού μου». Τότε ο έπαρχος, ακούσας τούτους τους λόγους, διέταξε τους στρατιώτας να κρεμάσωσι την Αγίαν από τας τρίχας της κεφαλής, ούτω δε να μείνη κρεμαμένη πολλάς ώρας όχι δε μόνον να έχη ταύτην την βάσανον, αλλά και να κατακαίωσι το σώμα αυτής με ανημμένας λαμπάδας. Τοιουτοτρόπως λοιπόν τιμωρουμένη η Αγία υπέμεινε πάντα γενναίως υπέρ της αγάπης του Χριστού και ως αν έβλεπεν αυτήν μακρόθεν. Βλέπων δε ο Ιλαρίων ότι δεν κατορθώνει τίποτε, μάλλον δε ότι εγίνετο γενναιοτέρα η Αγία με τας τοιαύτας βασάνους, καθώς ο καλός σίδηρος εις το ύδωρ, διέταξε να καταβιβάσωσιν αυτήν και να την οδηγήσωσιν εις την φυλακήν. Κατά δε την νύκτα εις την φυλακήν φαίνεται ο Χριστός εις την Αγίαν, λέγων εις αυτήν· «Μη φοβού, Κυριακή, τας βασάνους, διότι η χάρις μου θέλει είναι μετά σου, να σε λυτρώνη από πάντα πειρασμόν». Ταύτα ειπών ο Χριστός και ιασάμενος τας πληγάς αυτής, ανελήφθη εις τους ουρανούς. Κατά δε την επαύριον, αποστείλας ο Ιλαρίων στρατιώτας, έφερε την Αγίαν εις το κριτήριον. Ως δε είδεν αυτήν όλως υγιά, εθαύμασε και είπε προς αυτήν. «Μοι φαίνεται, ότι όλοι οι περιεστώτες εννοούσι το ότι οι μεγάλοι θεοί πολύ σε αγαπώσι, διότι ιδού. Δια να λυπηθώσι την ωραιότητά σου, ιάτρευσαν τας πληγάς σου, δια να μη έχης ασχημίαν τινά. Μη λοιπόν φανής αχάριστος προς αυτούς, αλλ’ ελθέ μετ’ εμού εις τον ναόν αυτών και προσκύνησον αυτούς». Ως ήκουσε ταύτα, απεκρίθη η Αγία· «Δεν είναι οι θεοί σου, Ιλαρίων, εκείνοι οι οποίοι έδωκαν εις εμέ την υγείαν μου, αλλ’ ο Χριστός μου, ο αληθής Θεός, τον οποίον πιστεύω και προσκυνώ. Αλλ’ επειδή θέλεις να μεταβώμεν εις τον ναόν των θεών σου, ας υπάγωμεν να ίδωμεν ποίους θεούς λέγεις να προσκυνήσω». Ταύτα ακούσας ο Ιλαρίων εχάρη, διότι ενόμισεν ότι η Αγία μετενόησεν. Αφ’ ου δε εισήλθον εις τον ναόν, η Αγία έκλινε τα γόνατα και είπε προσευχομένη· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός μου, ο μόνος έχων την εξουσίαν του ουρανού και της γης, επάκουσόν μου της δούλης Σου και ας κρημνισθώσι τα είδωλα ταύτα, τα άψυχα, ίνα γνωρίσωσιν οι περιεστώτες ότι Συ ει μόνος αληθινός Θεός». Ταύτα της Αγίας ειπούσης, ευθύς σεισμός μέγας εγένετο και εκρημνίσθησαν πάντα τα είδωλα, και συνετρίβησαν εις τεμάχια, οπότε ελθών ισχυρός ανεμοστρόβιλος διεσκόρπισε ταύτα. Τότε οι μεν άλλοι Έλληνες εφοβήθησαν και φεύγοντες εξήλθον του ναού. Μόνον ο έπαρχος Ιλαρίων, αντί να πιστεύση εις τον Χριστόν, ίστατο και εβλασφήμει κατ’ υτού ως αφανίσαντος τους θεούς του. Αλλ’ επήλθεν εις αυτόν σύντομος η θεία δίκη, διότι, αστραπή εκ του ουρανού πεσούσα, κατέκαυσε το πρόσωπον αυτού και ευθύς, πεσών κατά γης, απέθανεν. Ούτω κακώς αποθανών ο κάκιστος Ιλαρίων, απήλθεν εις την αιώνιον κόλασιν. Μετά τον θάνατον του Ιλαρίωνος ήλθεν άλλος έπαρχος εις την Βιθυνίαν, Απολλώνιος ονόματι, όστις, ακούσας περί της Αγίας Κυριακής, ότι κηρύττει παρρησία τον Χριστόν και ότι διδάσκει τους ανθρώπους να επιστρέφωσιν εις Αυτόν, απέστειλε στρατιώτας, οίτινες συνέλαβον αυτήν. Ως δε ωδηγήθη προ αυτού, αυτός, πότε με κολακείας και πότε με απειλάς, ήρχισε να συζητή μετ’ αυτής. Αλλ’ η Αγία, εις ουδέν λογιζομένη τους τοιούτους λόγους, τον μεν Χριστόν ωμολόγει Θεόν αληθινόν, τα δε είδωλα εμυκτήριζε. Τότε, θυμωθείς ο Απολλώνιος, διέταξε να ανάψωσι πυράν μεγάλην και να ρίψωσιν εντός αυτής την Αγίαν. Τι όμως συνέβη μετά ταύτα; Ο Θεός, ο διαφυλάξας τους τρεις παίδας εν τη καμίνω, ίνα μη κατακαώσιν, εθαυματούργησε και τώρα εις την Αγίαν. Διότι, ενώ η Αγία προσηύχετο, βροχή μεγάλη καταπεσούσα, χωρίς να είναι πρότερον ουδέν νέφος εις τον ουρανόν, έσβεσεν ευθύς την φλόγα εκείνην. Ως είδεν ο Απολλώνιος ότι η Αγία ουδέν έπαθεν εκ του πυρός, διέταξε να φέρωσι δύο λέοντας και να απολύσωσιν αυτούς κατ’ αυτής εν τω μέσω του συνεδρίου. Αλλ’ ο Θεός, ο ημερώσας ποτέ τους λέοντας εν τω λάκκω της Βαβυλώνος, ώστε να μη καταφάγωσι τον Δανιήλ, Αυτός και τότε διεφύλαξε την Αγίαν. Διότι οι λέοντες εκείνοι, κατ’ αρχάς μεν ώρμησαν μετ’ αγρίας λύσσης, κατόπιν δε, όταν επλησίασαν την Αγίαν, ευθύς εξημερώθησαν ως αρνία και πεσόντες παρά τους πόδας αυτής, εκυλίοντο παίζοντες. Όθεν πολλοί των περιεστώτων, ιδόντες το παράδοξον τούτο θαύμα, επίστευσαν εις τον Χριστόν. Τούτους απαξάπαντας ο έπαρχος Απολλώνιος εθανάτωσεν, άλλους μεν φονεύσας δια του ξίφους, άλλους ρίψας εις την θάλασσαν, την δε Αγίαν διέταξε να κλείσωσιν εις την φυλακήν, έως ότου συλλογισθή ο μιαρώτατος με ποίαν βάσανον να θανατώση αυτήν. Την επαύριον, αφού εκάθισεν ο Απολλώνιος επί του βήματος, είπε και ωδήγησαν προ αυτού την Αγίαν, και πρώτον ήρχισεν να κολακεύη ταύτην, λέγων· «Εγώ, ω Κυριακή, μα την δύναμιν των μεγάλων θεών, και την νεότητά σου λυπούμαι, και το κάλλος σου θαυμάζω, και δια τούτο έως της στιγμής αυτής ελπίζω πάντοτε να επιστρέψης από την ματαίαν θρησκείαν των Χριστιανών. Λοιπόν μη προτιμήσης να χάσης ταύτην την γλυκυτάτην ζωήν δια της επιμονής σου, αλλά γενού υπήκοος εις τους βασιλικούς ορισμούς και θυσίασε εις τους μεγάλους και αθανάτους θεούς, οι οποίοι σοι έδωκαν την καλλονήν ταύτην, ίνα και οι βασιλείς, όταν πληροφορηθώσι την επιστροφήν σου, ευφρανθώσι μεγάλως και σε ανταμείψωσι με πλουσίας δωρεάς». Ταύτα και άλλα πλείονα λέγων ο έπαρχος, ενόμιζεν ότι δια τούτων θέλει καταπείσει την Αγίαν. Όμως η μακαρία Κυριακή, ατενίσασα εις αυτόν και μεγάλως στενάξασα, απεκρίθη· «Υιέ διαβόλου, εχθρέ πάσης δικαιοσύνης, με τοιαύτας κολακείας θέλεις να μεταστρέψης την ιδικήν μου γνώμην; Με τοιαύτας ψευδολογίας θέλεις να με χωρίσης του γλυκυτάτου μου Ιησού Χριστού; Γνώρισε, ασεβέστατε, ότι ούτε θάνατος, ούτε ζωή, ούτε τιμωρία, ούτε πλούτος, ούτε πτωχεία, ούτε άλλο τι δύναται να με χωρίση της αγάπης Αυτού. Μη λοιπόν κοπιάς ματαίως, έχων τοιαύτην ελπίδα να αρνηθώ εγώ τον Χριστόν μου και να επιστρέψω εις την πεπλανημένην θρησκείαν σου· διότι και εις το πυρ αν με βάλης και εις θηρία αν με παραδώσης, ή εις θάλασσαν με ρίψης, ή δια ξίφους με φονεύσης, δεν θέλεις δυνηθή να μεταστρέψης την γνώμην μου. Διότι, εάν μεν εις το πυρ με ρίψης, έχω τους τρεις παίδας παράδειγμα και δεν θέλω φοβηθή· εάν με παραδώσης εις τα θηρία, έχω τον Προφήτην Δανιήλ εις παρηγορίαν· εάν εις την θάλασσαν με ρίψης, ενθυμουμένη τον Προφήτην Ιωνάν, τον οποίον εφύλαξεν ο Θεός, δεν θέλω δειλιάσει· εάν με ξίφος με φονεύσης, θέλω μιμηθή τον τίμιον Πρόδρομον. Τι λοιπόν με φοβερίζεις με τον πρόσκαιρον θάνατον, ο οποίος είναι ζωή ιδική μου; Τι μου υπόσχεσαι τιμήν, η οποία είναι ατιμία δι’ εμέ; Εγώ μίαν ζωήν έχω, μίαν τιμήν, μίαν ανάπαυσιν, μίαν χαράν, τον υπέρ Χριστού θάνατον· τας δε ιδικάς σου τιμάς και αναπαύσεις και τον μάταιον πλούτον ακόμη λογίζομαι όσον κι τον πηλόν της γης». Ταύτα ως ήκουσεν ο έπαρχος Απολλώνιος, και βλέπων ότι δεν δύναται παντελώς ούτε με κολακείας, ούτε με απειλάς, ούτε με άλλον τινά τρόπον να καταπείση αυτήν, απεφάσισε κατ’ αυτής τον δια ξίφους θάνατον. Λαβόντες λοιπόν αυτήν οι δήμιοι εξήγαγον έξω της πόλεως, ίνα αποκεφαλίσωσιν αυτήν. Ότε δε έφθασαν εις τον τόπον της καταδίκης, παρεκάλεσεν η Αγία ίνα αφήσωσιν αυτήν ολίγην ώραν ίνα προσευχηθή εις τον Θεόν· εκείνοι δε υπακούσαντες άφησαν αυτήν. Τότε η Αγία, κλίνασα τα γόνατα αυτής, και τας μεν χείρας υψώσασα εις τον ουρανόν, τον δε νουν προς τον Θεόν, προσευχομένη έλεγε· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του αθανάτου Πατρός, ο υπό των ουρανίων δυνάμεων συν Πατρί τε και Πνεύματι ανυμνούμενος, Ον είδεν ουδείς ανθρώπων ουδέ ιδείν δύναται κατά την Θεότητα, ο ευδοκήσας κατελθείν επί της γης, και φανήναι τοις ανθρώποις κατά σάρκα, ο και εμέ την ταπεινήν και αναξίαν δούλην σου ενδυναμώσας βαστάσαι σου το άγιον όνομα ενώπιον βασιλέων και τυράννων, ο διαφυλάξας με παρθένον αγνήν μέχρι της ημέρας ταύτης. Συ δεσπόζεις του ουρανού και της γης, συ υπάρχεις ζωής και θανάτου εξουσιαστής, συ είσαι των ψυχών και σωμάτων δημιουργός, συ παράλαβε και την ιδικήν μου ψυχήν, και κατάταξον αυτήν μετά των φρονίμων παρθένων· ου γαρ έσβεσα τον λύχνον της παρθενίας, ως αι μωραί παρθένοι, ουκ ενύσταξεν η ψυχή μου από ακηδίας εις την οδόν του κόσμου τούτου· οπίσω σου έδραμον και Σοι ηκολούθησα· εν τη οδώ των μαρτυρίων σου επορεύθην. Λοιπόν δέξαι το πνεύμα μου εις τας χείρας Σου, και ανάπαυσον αυτό ένθα εστίν η των ευφραινομένων πάντων κατοικία εν Σοι. Σύνταξόν με εν τη αθανάτω Σου τρυφή μετά των γονέων μου, των προαθλησάντων υπέρ του Ονόματός Σου. Μνήσθητι και των επικαλουμένων το Όνομά Σου το Άγιον δι’ εμού της δούλης Σου εν καιρώ θλίψεως. Μνήσθητι των επιτελούντων την μνήμην της εμής τελειώσεως. Αντάμειψον αυτούς με τα πλούσιά σου χαρίσματα. Επάκουσον της προσευχής αυτών εν ημέρα δεήσεως. Πλήρωσον τα προς σωτηρίαν αυτών αιτήματα, ίνα και εν τούτοις δοξασθή το Όνομά Σου το Άγιον, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Ταύτα της Αγίας προσευχομένης, Άγγελοι φωτεινοί παρέλαβον την αγίαν αυτής ψυχήν. Ιδόντες δε οι δήμιοι και οι περιεστώτες ότι ομού με την φωνήν παρέδωκε και την ψυχήν της εκουσίως, εξεπλάγησαν λέγοντες· «Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών, ότι έχει την εξουσίαν της ζωής και του θανάτου· διότι, εάν δεν ήθελεν αύτη με το θέλημά της να αποθάνη, εξ άπαντος ήθελε νικήσει και το ξίφος, καθώς και πρότερον ενίκησε το πυρ και τους λέοντας». Ως δε έμελλον ούτοι να επιστρέψουν εις τον έπαρχον Απολλώνιον, ίνα είπωσιν εις αυτόν τα συμβάντα, φωνή ηκούσθη αοράτως λέγουσα· «Πορεύεσθε, αδελφοί, και διηγείσθε πάσι του Θεού τα μεγαλεία». Και οι μεν υπηρέται πορευθέντες απήγγειλαν τω Απολλωνίω πάντα καταλεπτώς. Χριστιανοί δε τινες, κεκρυμμένοι δια τον φόβον των Ελλήνων, έλαβον το λείψανον της Αγίας και ενεταφίασαν εις επίσημον τόπον, δοξάζοντες και ευλογούντες τον Θεόν. Αυτό είναι το μαρτύριον της Αγίας Κυριακής, ευλογημένοι Χριστανοί· ούτως ηγωνίσθη, ούτως ετελειώθη, ούτως έτυχε και της αδιαδόχου βασιλείας των ουρανών. Λοιπόν και ημείς, οίτινες εορτάζομεν την μνήμην αυτής και θέλομεν να δεχθή ο Θεός την πανήγυρίν μας, ας μη καμνωμεν πράγματα, τα οποία έκαμνον οι Έλληνες εις τας πανηγύρεις αυτών, δηλαδή χορούς, παιγνίδια, άσματα και άλλα δαιμονικά έργα, αλλά μετά συντετριμμένης καρδίας, μετά καθαρού συνειδότος ας πανηγυρίσωμεν και ας εορτάσωμεν την μνήμην της Αγίας. Μη στολιζώμεθα άνδρες τε και γυναίκες, ότι γη είμεθα και εις την γην θα υπάγη το σώμα μας· μη υπερηφανευώμεθα δια ενδύματα και κοσμήματα, διότι ο θάνατος μάς περιμένει· μη πορνεύωμεν και μιαινώμεθα, διότι το πυρ το αιώνιον ετοιμάζεται δια τους τοιούτους· μη πολυπίνωμεν και μεθύωμεν, διότι θέλομεν διψήσει εις το πυρ το άσβεστον μετά του πλουσίου. Τι κερδαίνομεν από την μέθην; Τι καλόν αποκτά η ψυχή μας, εάν πολυφάγωμεν και κακώς εξοδεύωμεν; Πόσοι επέρασαν τοιαύτας ημέρας, ως την σήμερον, με παιχνίδια, με χορούς, μεθυσμένοι, εξωδιασμένοι; Αλλά τώρα είναι χώμα και κόνις εις την γην· δια τούτο καλότυχοι είναι όσοι έκαμον καλόν εις την ψυχήν των. Τους γυμνούς ας ενδύσωμεν, τους πεινώντας ας χορτάσωμεν, τους διψώντας ας ποτίσωμεν, τους ασθενείς ας επισκεπτώμεθα, τους φυλκισμένους ας οικονομώμεν, και τους ξένους ας δεχώμεθα, και τότε θα δεχθή ο Θεός την εορτήν μας, τότε θα χαρώσιν οι Άγγελοι και θα λυπηθώσιν οι δαίμονες. Διότι τι το όφελος, αδελφοί μου, εάν πολυφάγωμεν ημείς και οι πτωχοί πεινώσι; Τι το κέρδος, εάν πολυπίνωμεν ημείς και οι αδελφοί του Χριστού διψώσι; Μία είναι η καθολική ανάπαυσις, η Βασιλεία των ουρανών, η αιώνιος ζωή, η απόλαυσις των μελλόντων αγαθών· τα δε άλλα είναι ως σκιά, ως καπνός και ως όνειρον. Λοιπόν, αδελφοί, ας εργασθώμεν καλώς τα πρόσκαιρα, δια να κληρονομήσωμεν τα αθάνατα· ας ποιήσωμεν τα ολιγοχρόνια, δια να κληρονομήσωμεν τα αιώνια. Η αρετή είναι ολιγοχρόνιος, αλλ’ η Βασιλεία των ουρανών είναι αιώνιος· η ζωή μας είναι πρόσκαιρος, αλλ’ η μέλλουσα ανάπαυσις είναι αθάνατος. Έκαστος Χριστιανός ας κτίση τον οίκον της ψυχής του, καθώς δύναται, και καθώς προαιρείται, ας σπουδάση να ποιήση το αγαθόν, ας βάλη θεμέλιον την εξομολόγησιν, ας κτίση τοίχον με τας αρετάς, ας το σκεπάση με την χάριν του Θεού· προθυμίαν μόνον θέλει ο Θεός από τον άνθρωπον και αυτός το τελειώνει. Μη θαρρώμεν, ότι χωρίς το θέλημα του Θεού κατορθώνομεν τίποτε· διότι, εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες. Ημείς ας επιχειρήσωμεν· ημείς, επικαλεσθέντες την βοήθειαν του Θεού, ας αρχίσωμεν, και Αυτός είναι βοηθός, Αυτός κτίστης, Αυτός δημιουργός, Αυτός και τελειωτής. Ταύτα ας έχωμεν κατά νουν, ευλογημένοι Χριστιανοί, ταύτα ας συλλογιζώμεθα νύκτα και ημέραν, και ταύτα ο εις τον άλλον ας διδάσκωμεν. Ταύτα ας διδάσκη ο ανήρ την εαυτού γυναίκα· οι γέροντες τους παίδας· οι πατέρες τους υιούς· αι μητέρες τας θυγατέρας· οι ιερείς τους εαυτών ενορίτας· οι Επίσκοποι τους ιερείς· ο εις τον άλλον ας παρακινώμεν εις το αγαθόν· ο εις τον άλλον ας προτρέπωμεν εις την αρετήν, διότι αυτόν τον δρόμον περιεπάτησαν οι Άγιοι, αυτά εσπούδασαν να κατορθώσωσι. Δια τούτο και εκ Θεού ετιμήθησαν και εξ ανθρώπων· δια τούτο απέλαβον και τα άρρητα και αιώνια αγαθά, α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν, ως λέγει ο Απ. Παύλος. Και ημείς λοιπόν, δια να ευφράνωμεν τον Θεόν, και να τιμήσωμεν τους Αγίους, αυτά ας σπουδάσωμεν να κατορθώσωμεν, ίνα, ούτω πολιτευόμενοι, εδώ μεν περάσωμεν ζωήν ειρηνικήν, ασκανδάλιστον και απείραστον από εχθρούς ψυχικούς και σωματικούς, εκεί δε καταξιωθώμεν της Βασιλείας των ουρανών μετά πάντων των Αγίων· ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Η΄ (8η) Ιουλίου, μνήμη του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ.

Δημοσίευση από silver »

Ότε εβασίλευεν ο ασεβέστατος Διοκλητιανός, αγριώτατα εφέρετο προς τους Χριστιανούς και δεινότατος πολέμιος αυτών εγένετο. Διότι άλλον σκοπόν δεν είχον άπαντες, ηγεμόνες και άρχοντες, ειμή μόνον να εκριζώσουν την ευσέβειαν και να αφανίσουν τους Χριστιανούς, οι άχρηστοι. Επειδή ο παράνομος αυτοκράτωρ έστειλεν εις όλην την οικουμένην προστάγματα, τα οποία έγραφον εις τους αρχηγούς να φροντίσουν με πάσαν επιμέλειαν την τοιαύτην υπόθεσιν. Εξόχως δε έγραψε δόγμα κατά της πόλεως Αιλιέων ταύτα λέγων· «Ο μέγας βασιλεύς και αυτοκράτωρ Διοκλητιανός προστάσσω όλους εκείνους, οίτινες εις εμέ υποτάσσονται, να σπουδάζουν επιμελώς να θεραπεύουν τους μεγάλους και ανικήτους θεούς, να κτίζουν εις αυτούς ναούς, να τους εορτάζουν και να θυσιάζουν καθ’ εκάστην ενώπιον παντός του λαού με την πρέπουσαν παρρησίαν. Και όσοι δεν υποταχθούν εις τούτο το πρόσταγμα, να λαμβάνουν κακόν και επώδυνον θάνατον. Όσοι δε πάλιν φανώσι προς ημάς και προς τους θεούς ευγνώμονες, να απολαμβάνουν πολλών δωρεών». Ταύτα αφ’ ου έγραψεν ο τύραννος, απέστειλε τον Μαξιμιανόν εις τα έθνη τα εκείθεν των Άλπεων και τον Γαλέριον εις την Περσίαν. Ούτος δε, συνάξας τους ικανωτέρους στρατιώτας, απήλθεν εις την Αίγυπτον, όπου είχε πόλεμον μετά τινος γενναίου, Αχιλλέως ονόματι, ο οποίος εζήτει να γίνη βασιλεύς τυραννικώς. Αλλ’ ο Διοκλητιανός ενίκησεν αυτόν. Έπειτα, ερχόμενος εις την Αντιόχειαν, επληροφορήθη ότι οι περισσότεροι των κατοίκων ταύτης της πόλεως επίστευσαν εις τον Χριστόν, καταφρονούντες τα είδωλα. Ούτω δε γράφει και ο θεηγόρος Λουκάς εις τας Πράξεις των Αποστόλων. Ότι, δηλαδή, πρότερον εξ όλων των χωρών ο Χριστός ωνομάσθη Θεός εις την Αντιόχειαν. Ταύτα και ο Διοκλητιανός ακούσας εθυμώθη σφόδρα, ο ανόητος. Αλλά δεν ηθέλησε τότε να ερευνήση ταύτα, διότι είχε πόθον να υπάγη πρώτον εις την Δάφνην, να προσκυνήση τον Απόλλωνα, προς τον οποίον εθυσίασε βόας χιλίους, ο μωρός και ανόητος. Έπειτα, ως επέστρεψεν εις την Αντιόχειαν, υπεδέχθησαν αυτόν άπαντες με πολλήν τιμήν, επειδή έπρεπε να τον τιμήσουν ως βασιλέα. Εις ταύτην την πόλιν της Αντιοχείας έζη μία ευγενής γυνή, Θεοδοσία ονόματι, συγκλητική το αξίωμα, εκ των πρώτων αρχοντισσών της πόλεως, ήτις είχε πλούτον πολύν και ένα υιόν, Νεανίαν καλούμενον. Αλλ’ ήτο χήρα και προσεκύνει τα είδωλα. Ο δε ανήρ αυτής εκαλείτο Χριστοφόρος κατά το όνομα και την πράξιν, όστις και απέθανεν εις την ευσέβειαν. Αλλ’ ο Νεανίας ανετράφη και εδιδάχθη παρά της μητρός, μετά την τελευτήν του πατρός. Όθεν επίστευε και αυτός εις τα είδωλα, καθώς αυτή τον εδίδαξεν. Έχουσα δε πόθον η Θεοδοσία να τιμήση ο βασιλεύς τον υιόν της, μετέβη προς αυτόν, προς τον οποίον, παραδώσασα χρυσίον πολύ, παρεκάλει να δώση εις τον υιόν της μέγα αξίωμα. Ο Διοκλητιανός τότε, εξετάσας ακριβώς τον Νεανίαν, και ιδών ότι ήτο πολύ φρόνιμος και καλώς κατηρτισμένος εις την Ελληνικήν παιδείαν και ότι δεν προσεκύνει τον Χριστόν, ως ο πατήρ του, αλλ’ είχεν εις τα άψυχα ξόανα πολλήν ευλάβειαν, έλαβε το χρυσίον από την μητέρα του και ωνόμασεν αυτόν δούκα εις όλην την Αλεξάνδρειαν. Εις την οποίαν και τον απέστειλε, παραχωρήσας συνοδείαν στρατιωτών εκ δύο ταγμάτων και προστάσσων αυτόν, όσους Χριστιανούς εύρη και δεν αρνηθούν τον Εσταυρωμένον, πρώτον να αρπάζη όλα τα πράγματα και τα υπάρχοντα αυτών και έπειτα με πολλά βασανιστήρια να δίδη εις αυτούς πικρόν και επώδυνον θάνατον. Ενώ δε ο Νεανίας απήρχετο μεθ’ όλου του πλήθους των στρατιωτών προς την Αλεξάνδρειαν, κινών την κεφαλήν κατά των Χριστιανών και πνέων κατ’ αυτών εκδίκησιν, ως ανόητος, έτυχε τον καιρόν εκείνον ο ήλιος να καίη πολύ την ημέραν. Όθεν μη δυνάμενος να περιπατή την ημέραν, διότι οι ίπποι εδίψων πολύ και εκινδύνευον να αποθάνουν, ηναγκάζετο να οδοιπορή καθ’ όλην την νύκτα δι’ ολιγώτερον κόπον. Όταν έφθασαν εις την Απάμειαν της Συρίας, εξήλθεν όλη η πόλις και με πολλήν τιμήν προϋπήντησαν αυτόν κατά την σθνήθειαν. Έπειτα το εσπέρας ανεχώρησαν εκείθεν και πορευόμενοι τον δρόμον των, όταν διήνυσαν τριάκοντα στάδια, την τρίτην ώραν της νυκτός εγένετο σεισμός και κεραυνός κατέπεσε φοβερώτατος, εκ δε της αστραπής εξήλθε φωνή μεγάλη, λέγουσα· «Νεανία, που θελεις να υπάγης και κατά τίνος μάχεσαι»; Ταύτα ακούσαντες πάντες ετρόμαξαν. Ο δε Νεανίς ωμολόγησε με γνώμην ελευθέραν, τοιαύτα ειπών· «Ο βασιλεύς με διώρισε δούκα Αλεξανδρείας και με απέστειλεν εκεί να θανατώσω άπαντας τους Χριστιανούς, όσοι πιστεύουσι τον Εσταυρωμένον και να στερήσω τούτους εξ όλων των πραγμάτων των». Τότε πάλιν απεκρίθη ο Κύριος, λέγων· «Λοιπόν ήλθες και συ να με πολεμήσης»; Ο Νεανίας τότε απήντησε· «Τις είσαι, Κύριε; Διότι δεν ημπορώ να σε εννοήσω». Τότε εφάνη εις αυτόν εις Σταυρός εκ κρυστάλλου και φωνή εξήλθεν εκ του Σταυρού, λέγουσα· «Εγώ είμαι Ιησούς ο Εσταυρωμένος, ο Υιός του Θεού». Ο δε Νεανίας, ταύτα ακούσας, ηρώτησεν: «Εάν είσαι Υιός του Θεού, διατί σε κατεδίκασαν εις θάνατον οι αρχιερείς των Εβραίων και πως κατεδέχθης να σε ποτίσουν όξος και χολήν»; Και πάλιν η φωνή είπε: «Νεανία, επειδή μέλλεις να γίνης και συ σκεύος μου εκλελεγμένον, άκουσον το μυστήριον της οικονομίας μου. Γίνωσκε λοιπόν ότι δια την σωτηρίαν των ανθρώπων έπαθον ταύτα εκουσίως, διότι εάν εγώ δεν απέθνησκον επί του Σταυρού, ο κόσμος δεν θα εσώζετο». Δια των λόγων τούτων ο Χριστός επλήρωσε την ψυχήν του νέου ευφροσύνης και αγαλλιάσεως. Έπειτα είπε προς αυτόν: «Δια του τύπου τούτου του Σταυρού, τον οποίον σου έδειξα, θέλεις νικήσει τους πολεμούντας σε και ας είναι η ειρήνη και αγάπη μου μετά σου». Τότε, ο μεν Ιησούς ανήλθεν εις τα ουράνια, ο δε Νεανίας και οι λοιποί έμειναν χαίροντες. Επορεύθη λοιπόν ο Νεανίας εις την Σκυθόπολιν όπου συναθροίσας όλους τους χρυσοχόους, είπεν εις αυτούς: «Έχω πόθον να μου κατασκευάσητε με πάσαν επιμέλειαν εν σκεύος πολύτιμον. Όστις λοιπόν είναι ο καλλίτερος τεχνίτης να κατασκευάση τούτο πολύ ωραίον και θα του δώσω όσα αργύρια μου ζητήση». Οι δε χρυσοχόοι έδειξαν εις αυτόν ένα ονομαζόμενον Μάρκον, όστις εγνώριζε την τέχνην καλώς, ειπόντες: Ούτος είναι άξιος να εργασθή κατά τον πόθον σου. Τότε ο Νεανίας εκάλεσε μόνον τον Μάρκον εις το δωμάτιόν του κρυφίως και παρήγγειλεν εις αυτόν να κατασκευάση ένα Σταυρόν, καθώς είδεν αυτόν εις την θείαν οπτασίαν. Ο δε Μάρκος είπε: «Φοβούμαι να τον κατασκευάσω, διότι, εάν το μάθη ο βασιλεύς, θα με θανατώση». Ο Νεανίας τότε ώμοσεν όρκους φοβερούς να τον φυλάττη κρυφά και να μη ομολογήση τίποτα εις ουδένα. Όθεν ο Μάρκος ησφαλίσθη εις την οικίαν του Νεανίου και κατεσκεύασε κρυφίως τον Σταυρόν. Και όταν ετελείωσεν αυτόν, είδεν εν εξαίσιον θέαμα. Ανεφάνησαν εις τον Σταυρόν εκείνον τρεις εικόνες, ήτοι μορφαί με εβραϊκά γράμματα, άτινα έγραφον εις μεν το επάνω μέρος: «Του Δεσπότου η μόρφωσις». Εις το δεξιόν εφαίνετο εις Άγγελος και εγράφετο «Μιχαήλ» και εις το αριστερόν «Γαβριήλ». Τας οποίας εικόνας με επιμονήν προσεπάθησε να εξαλείψη ο χρυσοχόος και όχι μόνον δεν ηδυνήθη, αλλά μάλλον εμαράνθη η χειρ του και έμεινεν ανενέργητος. Μεταβάς δε μίαν νύκτα ο Νεανίας να ίδη εάν ετελείωσεν ο Σταυρός και ιδών τούτον εχάρη πολύ και ευθύς προσεκύνησεν αυτόν, ερωτήσας δε δια τα μορφώματα και τα γράμματα, τι εσήμαινον, έλαβε την απάντησιν ότι δεν εγνώριζεν ο Μάρκος, επειδή αυτός δεν κατεσκεύασε ταύτα, αλλά μόνα των, με τρόπον θαυμάσιον, ετυπώθησαν. Τότε ο Νεανίας, ως γνωστικός, ηννόησεν ότι ταύτα εγένοντο εκ θεϊκής ενεργείας, και πεσών επί της γης προσεκύνησεν αυτά με πολλήν ευλάβειαν. Έπειτα έδωκε του χρυσοχόου πολλά εργύρια με φιλότιμον γνώμην, ευχαριστών αυτόν και τυλίξας τον Σταυρόν με πορφύραν πολύτιμον ανεχώρησεν ομού μετά των στρατιωτών αυτού δια την πόλιν Αλεξάνδρειαν. Έτυχε δε να ευρεθή εκεί εις μίαν μεγάλην ανάγκην, λυτρώσας πολλάς γυναίκας από την αισχύνην και τον ψυχικόν θάνατον. Διότι εκείνον τον καιρόν όλοι οι Αγαρηνοί ήρπαζον δυναστικώς τας θυγατέρας των επισήμων ανδρών και έκαμνον ταύτας συζύγους των, οι μιαρώτατοι. Μη δυνάμενοι δε οι γονείς να εναντιωθούν, έκλαιον δια την τοιαύτην συμφοράν και ευρίσκοντο εις απορίαν τι να πράξουν. Καθώς δε έφθασαν οι βαρβαροι εις την συνοικίαν όπου διέμενεν ο Νεανίας, ίνα αρπάσουν και εκείθεν όσα κοράσια εύρισκον, συνηθροίσθησαν οι πολίται και εδέοντο του νέου δουκός να συμπονέση εις την συμφοράν των και να πολεμήση τους αδίκους εκείνους, ως δίκαιος. Ο δε Νεανίας, ως συμπαθής και εύσπλαγχνος, ελυπήθη τα δάκρυά των και τρέχει παρευθύς με τους στρατιώτας του, κρατών τον τίμιον Σταυρόν, εις τον οποίον είχε τας ελπίδας του περισσότερον παρ’ όσον είχεν ο Ηρακλής και ο Αχιλλεύς εις το ξίφος. Και καθώς ήθελε να κτυπήση τους βαρβάρους είπε ταύτα με θάρρος και πίστιν, ο αξιοϋμνητος: «Τώρα θέλω γνωρίσει εάν είσαι Υιός του Θεού του ζώντος Συ, όστις εφάνης καθ’ οδόν και με συνεβούλευσες τα σωτήρια». Ταύτα δε ειπών, ήκουσε φωνήν εξ ουρανού λέγουσα: «Έχε θάρρος, διότι εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου, και είμαι μετά σου». Τούτο ακούσας έλαβε θάρρος και είπεν εις τους στρατιώτας του. «Ας πολεμήσωμεν τους εχθρούς επειδή, με την δύναμιν του Εσταυρωμένου τούτου, ελπίζω να τους νικήσωμεν». Και ο λόγος του έργον εγένετο. Διότι τόσος φόβος ενέσκηψεν εις τους βαρβάρους, ώστε εκόπτοντο ως τα χόρτα και δεν ηδύνατο τις να αντισταθή εις τον πόλεμον, αλλ’ έπιπτον εις την γην νενικημένοι. Ούτως εφονεύθησαν περισσότεροι από εξ χιλιάδας. Και το θαυμασιώτερον, ότι εκ των στρατιωτών του Νεανίου όχι μόνον ουδείς εφονεύθη, αλλ’ ουδέ κατ’ ελάχιστον επληγώθη. Όθεν ο Νεανίας ενίκησε χωρίς δάκρυ, με του Εσταυρωμένου την δύναμιν. Τότε ο Νεανίας διεμήνυσεν εις την μητέρα του τας καλάς ειδήσεις, ήτις ελθούσα και ακούσασα πρότερον τας ανδραγαθίας του υιού αυτής εχάρη και τον εδέχθη με πολλήν αγαλλίασιν, καταφιλούσα δε τούτον, ως μήτηρ φιλότεκνος, έλεγε: «Πρέπει να ευχαριστήσης τους θεούς τέκνον μου, τους οποίους παρεκάλεσα, όταν ήρχισες τον αγώνα, και σου έδωσαν τα νικητήρια». Είπε τότε ο Νεανίας· «Ευλογημένος να είναι ο αληθινός Θεός, ο δώσας μοι την βοήθειαν». Εκείνη δε απεκρίθη· «Μη λέγης, τέκνον μου γλυκύτατον, ότι σε εβοήθησεν ένας Θεός, δια να μη οργισθούν οι άλλοι και σε κακοποιήσωσι». Τότε ο Νεανίας, έχων πόθον να επιστρέψη την μητέρα του προς την ευσέβειαν, ίνα δώση εις ταύτην το ευ είναι, καθώς εκείνη προσέφερεν εις αυτόν το απλώς είναι, ενουθέτησε ταύτην δια λόγων σωτηρίων να μισήση την προτέραν πλάνην. Δια να βεβαιωθή δε την αλήθειαν, έφερεν αυτήν εις το δωμάτιόν της, όπου είχε τα μιαρά είδωλα, και είπε προς αυτά ο μακάριος· «Σας ερωτώ, τις μου έδωκε την νίκην; Εάν είσθε θεοί, αποκριθήτέ μοι». Εκείνα, ευλόγως, έμειναν άφωνα ως λίθοι. Τότε λέγει προς την μητέρα· «Βλέπεις, ότι δεν δύνανται ούτε να αποκριθώσιν»; Η δε είπε· «Δεν απεκρίθησαν, διότι δεν τους ηρώτησες με ευλάβειαν, αλλά τους περιγελάς». Είπε τότε ο Άγιος· «Λοιπόν ερώτησέ τους συ ευλαβώς, δια να σου δώσουν απόκρισιν». Ευθύς η γυνή προσεκύνησε τα είδωλα, ούτω λέγουσα· «Παρακαλώ σας, θεοί επουράνιοι, Ζεύ παντοκράτωρ και Ποσειδών, όστις ορίζεις την θάλασσαν, μαντικέ Ήλιε και όσοι άλλοι θεοί ευρίσκεσθε, δεν είσθε σεις οι βοηθήσαντες τον υιόν μου»; Αλλ’ εκείνοι πάλιν έμειναν βωβοί και άλαλοι. Τότε ο Νεανίας εξεδύθη την χλαμύδα και ενδυθείς ζήλον ένθεον, απωθήσας την μητέρα, εκρήμνισε τα είδωλα και έκοψεν αυτά εις μέρη λεπτά, επειδή ήσαν όλα χρυσά και αργυρά και διένειμεν εις τους πτωχούς, τα ανωφελή κάμνων ωφέλιμα και τα άχρηστα χρησιμώτατα. Στραφείς δε είπε προς την μητέρα του· «Εγώ μεν έλαβον από τον Εσταυρωμενον βοήθειαν, αυτά δε ας απολεσθούν κακώς, ως των κακών αίτια». Ταύτα ως είδεν η Θεοδοσία, ησθάνθη να μαραίνωνται σχεδόν από τον πόνον τα μέλη της, έτρεμεν όλη και ωργίζετο, αστοχήσασα δε σπλάγχνα μητρικά εκ της ματαίας και ψυχοβλαβούς ευλαβείας, την οποίαν είχεν εις τα ανόητα ξόανα, έτρεχεν ως δαιμονιζομένη να καταγγείλη προς τον βασιλέα το τέκνον της. Και ουδέ τον τοσούτον δρόμον υπελόγισεν, αλλ’ έτρεχε σπουδάζουσα. Ως έφθασεν εις τον Διοκλητιανόν, προσεκύνησεν αυτόν, ταύτα λέγουσα· «Γίνωσκε, βασιλεύ, ότι απώλεσε τας φρένς του το τέκνον μου και επίστευσεν εις τον Εσταυρωμένον, ο άγνωστος. Τα δε είδωλα, τα οποία είχον εις τον κοιτώνα μου, κατέκοψεν εις λεπτά μέρη». Ο βασιλεύς, ακούσας ταύτα, έστειλεν ευθύς προς Ουλκίωνα, τον ηγεμόνα της Παλαιστίνης, γράμματα, προστάσσων ούτω· «Λάβε τους επισημοτέρους ανθρώπους αυτών των πόλεων και ύπαγε προς τον δούκα της Αλεξανδρείας Νεανίαν, τον υιόν της Θεοδοσίς, ήτις, καθώς μας είπεν, απώλεσεν ούτος τας φρένς του και προσκυνεί ως πεπλανημένος ένα θνητόν άνθρωπον κακοθάνατον. Προσπάθησον δε, όσον δυνηθής, να τον εξαγάγης από ταύτην την πλάνην. Άλλως δια πικρών βασάνων θανάτωσέ τον, δι να λάβουν οι άλλοι παράδειγμα και να μη τολμήσουν να πράξουν τα ίδια». Ούτος ο Ουλκίων κατήγετο εξ Ιταλίας, σκολιός εις την γνώμην και αγριώτατος. Παρέλβε λοιπόν τους πρώτους της Συγκλήτου και μετέβη εις το παλάτιον του δουκός, όπου, χαιρετήσας αυτόν, έδωσεν εις χείρας τα βασιλικά γράμματα. Διότι τον εσεβάσθη και δεν ηθέλησε να είπη δια στόματος τα προσταχθέντα. Ο δε Άγιος, αναγνώσας τα γράμματα, κατέσχισε ταύτα και ρίπτων κατά γης με περιφρόνησιν είπε· «Χριστινός είμαι και πράξον το προσταττόμενον». Ο Ουλκίων τότε προσέβλεψε προς τον Άγιον μετ’ ευσπλαγχνίας ειπών· «Εγώ ευλαβούμαι και την ευγένειάν σου και τον βασιλέα φοβούμαι και δεν ηξεύρω τι να κάμω. Λοιπόν σε συμβουλεύω εγώ και όλοι οι άρχοντες να κάμης ότι δήθεν θυσιάζεις, δια να φανή ότι ετέλεσες το πρόσταγμα του βασιλέως, ίνα λυτρωθώμεν και ημείς και συ από τον κίνδυνον της ζωής». Αλλ’ ο Άγιος απήντησε· «Καλά είπες να θυσιάσω, διότι έτοιμος είμαι να υπομείνω πάσαν κόλασιν και να παραδοθώ εις θάνατον, ίνα γίνω θυσία δια τον Χριστόν, τον οποίον ηγάπησα εξ όλης μου της ψυχής. Όθεν μη αμελήσης να μου δώσης τας σκληροτέρας βασάνους, δια να λάβω από τον Δεσπότην Χριστόν μισθόν περισσότερον». Είπε τότε ο δικαστής· «Μη θελήσης να καταφρονηθής, περιφανής ων, ευγενέστατος και γνήσιος φίλος του βασιλέως». Τότε ο Νεανίας, δια να παρακινήση προς θυμόν τον άρχοντα και να μη διστάση να παραδώση αυτόν, έλυσε την ζώνην του και έρριψε ταύτην κατά πρόσωπον του Ουλκίωνος, ειπών· «Σου είπα, ότι είμαι δούλος του Εσταυρωμένου, τον οποίον προσκυνώ ως Θεόν αληθέστατον». Ο άρχων τότε ευθύς επρόσταξε και τον έδεσαν, δια ν τον οδηγήσουν εις την Καισάρειαν Φιλίππου, όπου έκτιζαν ναόν των ειδώλων και ήθελε να ίδη τούτον ο έπαρχος. Αυτήν την πόλιν οι Φοίνικες καλούσιν από το πλησίον όρος του Πανέου, Πανεάδα. Αλλ’ επειδή ανεφέραμεν δια ταύτην την πόλιν, ας γράψωμεν εν ψυχοσωτήριον γεγονός, το οποίον εγένετο εις ταύτην την πόλιν. Η αιμορροούσα εκείνη γυνή, την οποίαν ο Δεσπότης Χριστός εθεράπευσεν, κατήγετο εκ ταύτης της Πανεάδος, εις την οποίαν σώζονται ακόμη αι οικοδομαί της και εις την θύραν του οίκου της επί μιας πέτρας έχουσι τοποθετήσει μίαν γυναίκα χαλκίνην γονατιστήν, απέναντι δε ταύτης ένα άνδρα, ομοίως χάλκινον, όστις είναι ενδεδυμένος με διπλοϊδα και με πολλήν ευκοσμίαν. Και ομολογούσιν όλοι κοινώς, ότι ο ανδριάς εκείνος ομοιάζει τελείως προς τον Χριστόν, τον οποίον κατεσκεύασεν η γυνή εκείνη με πολλήν δαπάνην και ευλάβειαν, δια την λατρείαν της. Εις τους πόδας της στήλης ταύτης φύεται εις χόρτος θαυμάσιος, όστις ανήρχετο μέχρι της ποδίας του ενδύματος και όστις θεραπεύει πάσαν ασθένειαν, όσοι δε άρρωστοι έφαγον εκ τούτου ιατρεύθησαν. Αλλ’ ας επανέλθωμεν εις το προκείμενον. Ελθόντες λοιπόν εις την Καισάρειαν, ανήλθεν ο Ουλκίων επί του βήματος, επρόσταξε δε και έφερον ενώπιον όλου του λαού τον Άγιον και κρεμάσαντες αυτόν εξέσχιζον το σώμα αυτού σπλάγχνως. Τινές δε των περιεστώτων συνεπόνουν και έκλαιον. Αλλ΄τούτο ήτο τέχνασμα του διαβόλου, δια να κάμη τον Άγιον να δειλιάση. Εκείνος όμως ίστατο γενναίος και εδίδασκε πάντας, ταύτα λέγων· «Μη κλαίετε δι’ εμέ, αλλά μάλλον την απώλειαν των ψυχών σας να κλαίετε. Εγώ πρέπει να χαίρωμαι ευφραινόμενος. Διότι καθώς ο γεωργός, όταν σπείρη τον σπόρον αυτού, δια την ελπίδα του θέρους χαίρεται, ούτω και αύται αι πρόσκαιροι βάσανοι προξενούν εις εμέ αιώνιον αγαλλίασιν». Ταύτα ειπών προσηύχετο προς τον Χριστόν να αποστείλη εξ ύψους βοήθειαν. Διότι έως το εσπέρας κατεξέσχιζον τον Άγιον οι αχόρταγοι, τόσον ώστε εφαίνοντο τα οστά αυτού. Αι δε σάρκες έκειντο κατά γης, τήδε κακείσε, ελεεινόν, φευ! και φρικτόν θέαμα. Αισθανόμενοι δε ότι δεν έβλεπον πλέον εκ του σκότους να τον βασανίσωσι, κατεβίβασαν μετα βίας τον Άγιον από του ξύλου και έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν. Ο δε δεσμοφύλαξ, ονόματι Τερέντιος, ήτο φίλος του Αγίου, ευεργετηθείς παρ’ αυτού. Όθεν, ενθυμούμενος την καλωσύνην του, ητοίμασεν εις την φυλακήν, κρυφίως, απαλόν στρώμα και σινδόνας, και επεμελείτο τον Άγιον εις ό,τι ηδύνατο. Κατά δε το μεσονύκτιον κατήλθεν ο Βασιλεύς των ουρανίων δυνάμεων εν μέσω των Αγγέλων ίνα επισκεφθή τον δούλον Αυτού, πάσχοντα δια την αγάπην Του. Ευθύς τότε ηνοίχθη η φυλακή αφ’ εαυτής και ελύθησαν τα δεσμά όχι μόνον του Αγίου, αλλά και των άλλων καταδίκων. Τότε προσεκάλεσαν αυτόν οι Άγγελοι, λέγοντες· «Νεανία, ανάβλεψον προς ημάς». Ιδών δε αυτούς ο Άγιος, ηρώτησε τίνες ήσαν. Οι δε είπον· «Άγγελοι του Θεού είμεθα και απέστειλεν ημάς ίνα σε χαιρετήσωμεν». Ο δε Άγιος είπεν· «Εάν είσθε Άγγελοι του Χριστού, κάμετε τον σταυρόν σας και προσκυνήσατε». Εκείνοι τότε υπήκουσαν. Έπειτα είπον εις αυτόν· «Διατί εδίστασες και δεν μας επίστευσες»; Τότε ο Άγιος, ως να είχε λησμονήσει τα χθεσινά κολαστήρια, εκ του πόθου τον οποίον είχε να λάβη και άλλα δια τον Κύριον, απεκρίθη· «Εις τους τρεις Παίδας ο Κύριος απέστειλε τους Αγγέλους και εδρόσισαν αυτούς, διότι εμάχοντο με το πυρ εις την κάμινον. Αλλ’ εγώ, όστις δεν επολέμησα με το πυρ, πως ηξιώθην τόσης παρακλήσεως»; Ταύτα είπεν, ως ταπεινόφρων και μέτριος. Ο δε Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εφάνη εις αυτόν με μορφήν ανθρωπίνην και φωτίσας αυτόν δια λαμπροτάτου φωτός, ερράντισε δι’ ύδατος εις το πρόσωπον και ανέστησεν αυτόν. Λαμβάνων δε εκ της χειρός, είπε προς τον Άγιον· «Όχι πλέον Νεανίας, αλλά Προκόπιος θέλω να ονομάζεσαι. Λοιπόν ανδρίζου και έχε δύναμιν. Διότι κατά την επωνυμίαν ταύτην θα προκόψης, προσφέρων εις τον Πατέρα μου ποίμνιον». Ο Άγιος τότε τρέμων εκ χαράς έπεσεν έμπροσθεν του Δεσπότου γονατιστός, λέγων· «Δέομαι, Δέσποτα, εις την ανείκαστόν Σου φιλανθρωπίαν να δυναμώσης της ψυχής μου την ασθένειαν, διότι φοβούμαι μήπως δειλιάσω προ των βασάνων και κινδυνεύσω εις την ομολογίαν Σου». Είπε τότε προς αυτόν ο Κύριος· «Μη φοβού, διότι εγώ είμαι πλησίον σου». Ταύτα ο Κύριος ειπών και εμπλήσας την ψυχήν του Αγίου θάρρους και αγαλλιάσεως, ανήλθεν εις τους ουρανούς. Ο δε Άγιος ευρέθη όλως υγιής και όχι μόνον πληγήν δεν είχε πλέον εις το σώμα αυτού, αλλ’ ούτε καν σημείον εφαίνετο. Και έμεινεν ισχυρός εις την προτέραν του δύναμιν, διότι ήλπισεν επί τον Θεόν και εβοηθήθη και ανέθαλεν η σαρξ αυτού, κατά τον Προφήτην. Την επαύριον ο Ουλκίων έστειλεν εις την φυλακήν να ίδη εάν ο Νεανίας απέθανεν. Ο δε Τερέντιος είπεν εις τον απεσταλμένον όσα εγράψαμεν και εισελθών είδε τον Άγιον όλως υγιά και χαίροντα. Όθεν έδραμεν εις το παλάτιον και διηγείτο εις πάντας τουτο το θαυμάσιον. Τότε προστάσσει ο ηγεμών να φέρωσι τον Άγιον εκεί, ότε ιδόντες αυτόν υγιά και λάμποντα εις το πρόσωπον ως ο ήλιος, εξεπλάγησαν. Και έλεγον πολλοί στρατιώται· «Ο Θεός του Αγίου τούτου βοήθει ημάς». Ο δε τύραννος, εγερθείς εκ του θρόνου, είπε προς το πλήθος, ως αφρονέστατος· «Αδελφοί μου, τι παράξενον βλέπετε και θαυμάζετε; Το ότι οι φιλάνθρωποι θεοί ελυπήθησαν τούτον τον αλιτήριον και τον εθεράπευσαν»; Αλλ’ ο Άγιος είπε προς αυτόν· «Φανερόν είναι ότι εξεπλάγης. Δεν γνωρίζω όμως τις εποίησε το τοιούτον θαυμάσιον. Πλην, ας υπάγωμεν εις τον ναόν, δια να γνωρίσωμεν την αλήθειαν». Ο ανόητος ηγεμών εχάρη τότε, πιστεύσας ότι ο Άγιος ήθελε να θυσιάση. Και προστάσσει να στολίσουν όλον τον δρόμον, από του παλατίου έως του ναού να στρώσουν την γην με λευκά υφάσματα και οι κήρυκες να κραυγάζουν ταύτα· «Ο Νεανίας μεταβαίνει εις τον ναόν δια να προσκυνήση τους αθανάτους θεούς». Συνηθροίσθη λοιπόν όλη η πόλις, χαίροντες δια τούτο. Και ως έφθασαν προ του ναού, εισήλθε μόνος ο Άγιος, ειπών προς τους άρχοντας· «Μείνατε έξω δια να κάμω προσευχήν μόνος μου μετά δακρύων, ίνα με συγχωρήσωσιν οι θεοί δια την ύβριν μου προς αυτούς και τότε να έλθετε και σεις». Όθεν εκείνοι έμειναν έξω. Κλείσας δε τας θύρας του ναού ο Άγιος, εστάθη κατ’ Ανατολάς και υψώσας προς τους ουρανούς τα αισθητά και νοητά όμματα ηύχετο ούτως· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ μονογενές του αοράτου Πατρός, ο κτίσας όλον τον κόσμον δι’ ενός λόγου ως Παντοδύναμος, Αυτός και τώρα άπλωσον την παντουργόν χείρα Σου και σύντριψον τα μιαρά ταύτα των ψευδωνύμων θεών αγάλματα, δια να μη πλανώσι το πλάσμα Σου και δια να καταισχυνθή ο βασιλεύς μετά του ηγεμόνος και να γνωρίσουν όλοι, ότι Συ μόνος είσαι Θεός αληθής και Βασιλεύς αιώνιος και αθάνατος». Ταύτα δε ειπών, ετύπωσε τον Σταυρόν εις τον αέρα και αρπάσας από την δεξιάν τον Απόλλωνα κατεθρυμμάτισεν αυτόν, ειπών και ταύτα· «Εις το όνομα του Θεού μου, διαλυθήτε πάντα και γίνετε ύδωρ δια να φύγετε από τον ναόν τούτον, ανίσχυρα». Ευθύς τότε, ω του θαύματος! Κατέπεσαν πάντα τα ξόανα, τριάκοντα τον αριθμόν, και εγένοντο ύδωρ όπερ εχύνετο από την θύραν εις τα έξω. Ιδόντες οι παρεστώτες τούτο το θαυμάσιον εξέστησαν και εκραύγαζον· «Ο Θεός των Χριστιανών, βοήθει μας». Εξόχως δε οι στρατιώται, οι συνοδεύοντες τον Άγιον, μετά των δύο δικαστών, επίστευσαν εις τον Χριστόν. Τούτους ήθελε να θανατώση ο τύραννος, αλλά αφήκεν αυτούς έως την άλλην ημέραν, δια να καλέση προς ασφάλειάν του πολλούς στρατιώτας, επειδή εφοβήθη μήπως αυτοί τον φονεύσουν ως άδικον. Επρόσταξε δε και εφυλάκισαν πάλιν τον Άγιον. Κατά δε την νύκτα οι δικασταί μετά των στρατιωτών μετέβησαν κρυφίως προς τον Άγιον και είπον εις αυτόν να τους βαπτίση, διότι επίστευσαν εις τον Χριστόν εξ όλης καρδίας. Ο Άγιος τότε εχάρη, και παρεκάλεσε τον φύλακα, όστις και εξήγαγεν αυτόν εκ της φυλακής, υποσχεθέντα να επιστρέψη πριν εξημερώση. Και μεταβάς μετ’ αυτών εις τον Επίσκοπον, όστις εκαλείτο Λεόντιος, είπεν εις αυτόν να τους βαπτίση καθώς εβάπτισε και αυτόν πρότερον. Ο δε Αρχιερεύς εκατήχησεν αυτούς και εβάπτισεν άπαντας, κοινωνήσας και δια των Θείων Μυστηρίων. Αφού εβαπτίσθησαν ωδήγησε πάντας αυτούς ο θείος Προκόπιος εις την φυλακήν και εδίδασκεν όλην την νύκτα όσα το Πνεύμα το Άγιον εφώτιζεν αυτόν, ταύτα λέγων· «Αδελφοί, γινώσκετε καλά τίνος βασιλέως εγένεσθε στρατιώται και ποίας συνθήκας ωμολογήσατε. Φροντίσατε λοιπόν να φυλάξετε αληθινήν την ομολογίαν σας και να μη νικηθήτε από όσα δύνανται να ευφράνουν ή να λυπήσουν. Αλλά να προτιμάτε την φιλίαν του Θεού υπέρ άπαντα, συλλογιζόμενοι ότι πάντα ταύτα τα πρόσκαιρα βασανιστήρια, συγκρινόμενα με τα μέλλοντα αγαθά, λογίζονται ως μύθοι. Τούτο το πυρ κρτεί μίαν ώραν, αλλά το της γεέννης είναι άσβεστον και αιώνιον. Ομοίως και τα χαρμόσυνα του κόσμου τούτου, συγκρινόμενα προς τα αιώνια του Παραδείσου, είναι ως όνειρα. Διότι άλλο τίποτε δεν είναι αρκετόν να ευφράνη την ψυχήν, ειμή μόνος ο Θεός, του οποίου το κάλλος είναι άρρητον και η δόξα ανεκδιήγητος. Και ως Πανάγαθος δωρίζει εις εκείνους, οίτινες αγαπούν Αυτόν, μεγάλην μακαριότητα και τόσην απόλαυσιν, όσην να εννοήση δεν δύναται ανθρώπινος νους». Ταύτα και έτερα λέγων ο Άγιος, έθελγε τας καρδίας των ακουόντων. Διότι ήτο χαρίεις κατά την όψιν, έμπειρος εις την διδαχήν και γλυκύτατος εις τον λόγον. Όταν δε εξημέρωσεν, ο τύραννος έστειλεν ανθρώπους δια να φέρουν τον Άγιον και τους στρατιώτας εις το κριτήριον. Ως δε τούτο εγένετο, είπε προς αυτούς με βλέμμα άγριον· «Μετενοήσατε δια την χθεσινήν πλάνην, εις την οποίαν σας έρριψεν ούτος ο κατάρατος»; Οι δε στρατιώται, θέλοντες να δείξουν ότι ο Άγιος δεν έρριψε τον λόγον εις τους λίθους ούτε εις τας ακάνθας, αλλ’ εις γην καλήν, απεκρίθησαν· «Ποίαν ωφέλειαν να λάβωμεν από τοιούτους θεούς, οίτινες ουδέ τους εαυτούς των δεν ηδυνήθησαν να σώσουν, αλλά κατεκρήμνισεν αυτούς ένας δεσμώτης και ηφανίσθησαν; Τις λοιπόν εξ όσων έχουσι γνώσιν θέλει δεχθή ποτέ να αρνηθή τον αληθή Θεόν, τον ποιήσαντα τον κόσμον όλον και να προσκυνήση κωφούς και αδυνάτους θεούς»; Ταύτα ακούσας, πολύ εθυμώθη ο τύραννος και προστάσσει ευθύς τους δημίους να αποκεφαλίσουν πάντας προ των ομμάτων του Μάρτυρος, τον οποίον είχον δεδεμένον με βαρύτατα σίδηρα. Όστις, βλέπων τους Αγίους να τρέχωσι προς την σφαγήν πρόθυμοι, προσηυχήθη υπέρ αυτών ίνα ο Κύριος συναριθμήση τούτους μετά των άλλων Αυτού Μαρτύρων. Και τότε ήλθε φωνή εξ ουρανού λέγουσα· «Επήκουσεν ο Θεός της δεήσεώς Σου, Προκόπιε». Απέκοψαν λοιπόν τας κεφαλάς πάντων των μακαρίων εκείνων στρατιωτών και των δύο δικαστών, Νικοστράτου και Αντιόχου, εις τας κβ΄ (22) του μηνός Μαϊου. Τον δε Προκόπιον πάλιν εφυλάκισαν έως δευτέραν εξέτασιν. Έκλεισαν δε μετά του Αγίου εις την φυλακήν και γυναίκας συγκλητικάς δώδεκα, διότι ωμολόγησαν και αύται εις το θέατρον τον Χριστόν Θεόν αληθινόν. Τας οποίας, ιδών σκυθρωπάς ο Άγιος, εδίδασκε καθ’ όλην την νύκτα να μη δειλιάσουν εις τα πρόσκαιρα κολαστήρια, δια να λυτρωθούν από τα αιώνια τοιαύτα. Και τόσα είπεν, ώστε έκαμεν αυτάς και εχαίροντο, αποδεχόμεναι τον θάνατον δια να γίνουν αθάνατοι. Το πρωϊ επρόσταξεν ο τύραννος και ωδήγησαν τας γυναίκας εις το θέατρον προς εξέτασιν. Ήλθε δε η μήτηρ του Αγίου Μάρτυρος Θεοδοσία, δια να ίδη τι θέλει γίνει έως τελους. Ο τύραννος τότε ηρώτησεν αυτάς εάν ήθελον να θυσιάσουν εις τους θεούς, δια να προσφέρη εις ταύτας τιμάς, ο άτιμος. Αι δε συγκλητικαί απεκρίθησαν· «Έχε την τιμήν ταύτην δια σε. Ημείς έχομεν τον Εσταυρωμένον ως τιμήν και καύχημά μας». Τότε προστάσσει ο τύραννος να τας κρεμάσουν εις ξύλα και να κατακαίουν τας πλευράς και τας μασχάλας των. Καταφλεγόμεναι λοιπόν υπό του πυρός και δεινώς οδυνώμεναι, ελάφρυνον δια της προσευχής τους πόνους και τας οδύνας των. Αλλ’ ο αχόρταγος δεν εχόρτασεν εις ταύτα. Δι’ ο επρόσταξε να κόψουν και τους μαστούς των, λέγων· «Τάχα δεν έρχεται ο Εσταυρωμένος να δώση εις αυτάς βοήθειαν»; Αι Άγιαι τότε ανέκραξαν· «Και εβοήθησε και θέλει βοηθήσει, καθώς γνωρίζουν τούτο οι φρόνιμοι. Διότι εάν έλειπεν η θεία βοήθεια, πως θα ημπορούσαμεν ημείς αι αδύνατοι γυναίκες να υπομείνωμεν τόσα δεινά κολαστήρια»; Εις ταύτα πάλιν ο άδικος δικαστής εθυμώθη και επρόσταξε να πυρώσουν σφαίρας σιδηράς και να θέσουν ταύτας υπό τας μασχάλας των. Τούτου δε γενομένου περιέπαιζε ταύτας ο αφρονέστατος, λέγων· «Σας έκαυσε το πυρ ή ακόμη δεν το αισθάνεσθε»; Αι δε απεκρίθησαν· «Σε, ταλαίπωρε, θέλει καύσει το άϋλον πυρ της κολάσεως, το οποίον δεν σβύνει ποτέ. Ημείς δε ολίγον φροντίζομεν δια ταύτα τα πρόσκαιρα παιδευτήρια, διότι ο αληθής και Πανάγαθος Θεός παρίσταται άνωθεν και δίδει εις ημάς βοήθειαν, τον Οποίον συ δεν ημπορείς να ίδης, καθώς ο τυφλός δεν δύναται να ίδη τον ήλιον». Πάντα ταύτα παρηκολούθει εκ του πλησίον η μήτηρ του Αγίου, Θεοδοσία, ως είπομεν. Ήτις, βλέπουσα τόσην καρτερίαν εις εκείνας τας μακαρίας, του να υπομένουν με τόσην ανδρείαν τοιαύτας οδύνας, ησθάνθη την καρδίαν της πληρουμένην υπό θείου έρωτος και φωτισθείσα υπό της θείας Χάριτος ηννόησε την δύναμιν του Θεού, μεταστραφείσα προς την ευσέβειαν. Όθεν ευθύς αφήκε την προτέραν δόξαν, τιμήν και ευγένειαν, καταφρονήσασα πάσαν πρόσκαιρον της σαρκός ηδυπάθειαν και απόλαυσιν, δια να φυτεύση εις την καρδίαν της τον Χριστόν. Ον ωμολόγησεν εις το θέατρον Θεόν αληθή, ούτω λέγουσα · «Δούλη και εγώ είμαι του Εσταυρωμένου». Ταύτα βλέπων ο ηγεμών εθαύμασε δια την αιφνίδιον αυτής επιστροφήν, ειπών προς ταύτην· «Κυρία Θεοδοσία, πως επλανήθης και αφήκες τους πατρώους θεούς, και ήλλαξες την προτέραν ευσέβειαν»; Η δε ευσεβής Θεοδοσία απεκρίθη· «Δεν επλανήθην, αλλά μάλιστα ήμην πεπλανημένη πρότερον, επειδή δεν εγνώριζα τον αληθή Θεόν, τον ποιήσαντα τον κόσμον, αλλ’ επροσκύνουν αναίσθητα είδωλα». Ιδών όθεν ο άρχων το στερρόν της ομολογίας της, εφυλάκισε ταύτην ομού με τας άλλας γυναίκας. Ήτις και εφίλει τας πληγάς αυτών με πολλήν ευλάβειαν και εμακάριζεν, επεμελείτο δε τας τροφάς και ενδύματα και με ιατρικά διάφορα, επειδή εγνώριζε κάλλιστα την ιατρικήν τέχνην. Ταύτην ως είδεν ο Προκόπιος ηγαλλίασεν η ψυχή του και την ηρώτησε τις ήτο αιτία και ηλλοιώθη προς ταύτην την θείαν αλλοίωσιν. Η δε μακαρία Θεοδοσία απεκρίθη· «Η θαυμασία καρτερία και η μεγάλη υπομονή των μακαρίων τούτων γυναικών με ωδήγησαν να εννοήσω την αλήθειαν και εσκέφθην ότι η αδύνατος φύσις του θήλεος δεν ηδύνατο αφ’ εαυτής να υπομείνη τόσα δεινά κολαστήρια, εάν δεν εβοήθει ταύτην, αοράτως, δύναμις άρρητος. Τούτο με έκαμε να πιστεύσω και εγώ εις τον Χριστόν, γλυκύτατον τέκνον μου». Ο Άγιος τότε επήνεσε ταύτην πολύ και την ηυχαρίστει. Έπειτα την ωδήγησεν εις τον Επίσκοπον, όστις και την ετελείωσε Χριστιανήν δια του Αγίου Βαπτίσματος. Και ότε επέστρεψαν εις την φυλακήν, εδίδασκεν αυτήν και τας άλλας γυναίκας να υπομείνουν ανδρείως τα κολαστήρι δια την Βασιλείαν των ουρανών. Μετά ταύτα έφεραν ταύτας προ του ηγεμόνος, όστις είπε προς την Θεοδοσίαν· «Βλέπεις ότι σε ευσπλαγχνίζομαι και δεν σε παιδεύω. Μετανόησον λοιπόν και συ και παρακάλεσον τους θεούς να σε συγχωρήσουν». Η δε απεκρίθη μετά θάρρους· «Δεν εντρέπεσαι να ονομάζης θεούς τα κωφά και αναίσθητα είδωλα, με τα οποία και συ θα γίνης όμοιος»; Τότε προστάσσει ο άδικος δικαστής να δείρουν την μακαρίαν εις το στόμα, να την τανύσουν γυμνήν, να την ραβδίζωσι τέσσαρες άνδρες και να καταξεσχίζωσι τας πλευράς της δια σιδηρών ονύχων. Τούτων γενομένων, αι άλλαι γυναίκες εδάκρυον από συμπάθειαν, περισσότερον δε όταν είδον τα αίματα, τα οποία ως ρύακες έτρεχον εκ των πλευρών της. Εδεήθησαν δε προς τον Κύριον να της προσφέρη βοήθειαν και αναψυχήν. Ο δε τύραννος επρόσταξε να δέρουν με μολυβδίνας σφαίρας τας σιαγόνας των αγίων γυναικών δια να μη προσεύχωνται. Έπειτα, βλέπων ότι ενικάτο αυτός υπ’ αυτών και ότι ήτο κίνδυνος με την επιμονήν των γυναικών να επιστρέψουν και άλλοι εις την ευσέβειαν, έκαμε δι’ αυτάς, αν και παρά την θέλησίν του, φιλανθρωπίαν ο μισάνθρωπος και εξέδωσε κατ’ αυτών την τελευταίαν απόφασιν, να δέσουν απάσας δια μιάς αλύσου και να κόψουν τας κεφαλάς αυτών. Αίτινες, τούτο ακούσασαι, έχαιρον και έτρεχον εις τον θάνατον με φαιδρόν και αγαλλόμενον πρόσωπον. Διότι εγνώριζον ότι απεμακρύνοντο από τας λύπας της παρούσης ζωής και μετέβαινον εις τα χαρμόσυνα και ευφρόσυνα, ίνα συμβασιλεύσουν μετά του ουρανίου νυμφίου Χριστού αιωνίως. Όταν λοιπόν έφθασαν εις τον τόπον της καταδίκης, έκλιναν τας κεφαλάς χαίρουσαι και εδέχθησαν το μακάριον τέλος εις τας κθ΄ (29) του Μαϊου μηνός. Μετ’ ολίγας ημέρας επρόσταξεν ο άρχων να οδηγήσωσι προς αυτόν τον Προκόπιον και τότε είπεν εις αυτόν· «Δεν εχόρτασες με το να απολέσης τόσας ψυχάς»; Ο Άγιος απήντησε· «Δεν ωδήγησα αυτάς εις την απώλειαν, αλλ’ από την απώλειαν ελύτρωσα ταύτας». Τότε ο άρχων επρόσταξε να ξεσχίσουν του Αγίου το πρόσωπον δια σιδηρών ονύχων. Και οι μεν δήμιοι εξέσχιζον τας σάρκας αυτού ως άγρια θηρία. Αλλ’ ο Άγιος ίστατο καρτερικώς υποφέρων τας πληγάς, ως να ήτο λίθος ή σίδηρος. Και έτρεχον μεν τα αίματα και επότιζον την γην, αλλά στεναγμός ουδόλως ηκούετο. Μετά τούτο έδειραν τον Άγιον εις τον αυχένα δια σχοινίων, εξ ων εκρέμαντο τεμάχια μολύβδου και έπειτα εφυλάκισαν αυτόν έως ότου συνεννοηθή ο ανόητος ποίαν έτι χαλεπωτέραν βάσανον να ορίση δι’ αυτόν. Και ο μεν Άγιος προσηύχετο εις την φυλακήν, ίνα ο Θεός τον στερεώση την ευσέβειαν και τελειώση καλώς την ομολογίαν αυτού. Ο δε Ουλκίων, λυπούμενος και αισχυνόμενος, διότι δεν ηδύνατο να νικήση τον Άγιον, προσεβλήθη υπό πυρετού. Ήτο δε εκ Θεού η πληγή, ίνα παιδευθή δικαίως ο άδικος. Όθεν, ούτω κακώς ο κακός και τρισάθλιος οδυρόμενος, εξεψύχησεν. Ο δε Άγιος έχων την άδειαν εδίδασκεν εις την φυλακήν τους προσερχομένους αόκνως και ούτως ηύξανεν η ευσέβεια. Διότι όχι μόνον δια των λόγων ενήργει, αλλά και άπειρα θαύματα ετέλεσε, θεραπεύων πάσαν ασθένειαν και διώκων ακάθαρτα πνεύματα. Όχι δε μακρόν χρόνον εξοδεύων ή βότανα χρώμενος αλλά μόνον το σημείον του Σταυρού χαράττων εις τον πάσχοντα, ευθύς δια της του Κυρίου χάριτος την ασθένειαν ηφάνιζε και τα δαιμόνια έφευγον. Μετά δε τον θάνατον του Ουλκίωνος, ο βασιλεύς εψήφισε δια την Παλαιστίνην έτερον έπαρχον, Φλαβιανόν ονομαζόμενον, όστις και αυτός κατήγετο εξ Ιταλίας, ομότροπος του προτέρου εις την της ψυχής αγριότητα και σκολιότητα. Ως δε έφθασεν εις την Καισάρειαν, οι ειδωλολάτραι ανέφερον εις τούτον τα του Αγίου. Ευθύς τότε εκείνος επρόσταξε να τον φέρωσι προς αυτόν και ως ηρώτησε τον Άγιον πως ωνομάζετο, εκείνος ο ευλογημένος απεκρίθη· «Χριστιανός είμαι κυρίως και καλούμαι Προκόπιος, όνομα το οποίον δεν μου έδωκεν άνθρωπος, αλλ’ αυτός ο Κύριος και Δεσπότης μου». Ο Φλαβιανός είπε πάλιν· «Δεν ηξεύρεις, ότι ο βασιλεύς επρόσταξεν ότι εκείνος, όστις δεν προσκυνεί τους θεούς, να λαμβάνη επώδυνον θάνατον; Και συ πιστεύεις εις ένα, όστις εγεννήθη εκ γυναικός και τον εσταύρωσαν; Είναι πρέπον να προσκυνήται ο τοιούτος, ως Θεός, ο κατακριθείς εις θάνατον»; Ο Άγιος απήντησε· «Έπρεπεν, ω ηγεμών, να γνωρίζης ότι εις Θεός είναι μόνον, ο δημιουργήσας τον κόσμον όλον και πάντα τα εν αυτώ και να μη ονομάζης πολλούς θεούς αφρονέστατα, τους οποίους περιπαίζουν οι φιλόσοφοί σας και κατακρίνουν εις τα γνωστικά των συγγράμματα. Αν δε θέλης, σου αποδεικνύω τούτο με τας μαρτυρίας αυτών, του Αριστοτέλους, λέγω, και του Πλάτωνος, καθώς και άλλων πολλών διδασκάλων σας, οι οποίοι ομολογούν όχι πολλούς, αλλ’ Ένα και μόνον Θεόν αθάνατον. Ομοίως και δια τον Χριστόν, δια τον οποίον είπες εις όνειδος ότι εγεννήθη εκ γυναικός και τον εσταύρωσαν, θα σου είπω. Εάν θέλης να ακούσης το μέγα τούτο Μυστήριον, δος μοι καιρόν και μακροθύμησον, ίνα σου διηγηθώ επιμελέστατα». Τους αληθείς τούτους του Αγίου λόγους λήρους ενόμισεν ο ληρώδης και είπεν εις τον Άγιον οργιζόμενος· «Εκείνος όστις μετέβη εις τους ουρανούς και του έδωσαν τας κλείδας εκείνης της μακαριότητος, αυτός είναι άξιος να εξηγή τα θεία πράγματα. Αλλά συ κάμε εκείνο το οποίον σε προστάσσω. Προσκύνησον τους θεούς. Άλλως γίνωσκε, ότι τόσας βασάνους θέλω σου δώσει, ώστε να το πράξης και παρά την θέλησίν σου». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Επειδή λοιπόν δεν θέλεις να γνωρίσης τον αληθή Θεόν και γίνεσαι τυφλός με την επιμονήν και την ασέβειάν σου, σφάξε, μαγείρευε και τρώγε ανθρώπινα κρέατα, αλλ’ εγώ δεν προσκυνώ λίθους και χειροποίητα είδωλα, ειμή μόνον τον Χριστόν τον αληθή Θεόν, Ον και σέβομαι». Ταύτα και έτερα πλείονα λέγων ο Άγιος, ήλεγχε τον δόλον των ειδώλων, αδόλως και αληθέστατα. Όθεν εθυμώθη ο τύραννος και μη υποφέρων την πολλήν και εύτολμον αυτού παρρησίαν, επρόσταξεν ένα στρατιώτην, ονόματι Αρχέλαον, να θανατώση δια του ξίφους τον Άγιον, καθώς εκείνος επλήγωσεν αυτόν δια του ξίφους των λόγων του. Έσπευσε λοιπόν ο Αρχέλαος να τον θανατώση. Αλλ’ ευθύς ως ήγειρε την σπάθην, ω του θαύματος! Εξηράνθη η χειρ αυτού και πεσών εις την γην εξεψύχησεν. Όθεν εξεπλάγησαν άπαντες ως είδον το τοιούτον θαυμάσιον. Ο δε ψυχοβλαβής Φλαβιανός εθυμώθη έτι σφοδρότερον κατά την ομοίωσιν του όφεως και δέσας τον Άγιον Μάρτυρα κατά τας χείρας και τους πόδας δια σιδήρων εφυλάκισεν αυτόν. Αλλ’ ούτος ο μακάριος και ούτω σιδηροδέσμιος δεν ημέλει, διότι και εις την γην έτι κειτόμενος προσηύχετο, ευχαριστών τον Κύριον, πρώτον δι’ όλην την ανθρωπότητα, την λυτρωθείσαν από της προπατορικής αμαρτίας δια του εκουσίου πάθους Του, έπειτα πάλιν εδέετο ίνα αξιώση αυτόν να τελειώση καλώς το μαρτύριον. Και ούτως, ω του θαύματος! ήκουσε φωνήν, ήτις ενισχύουσα αυτόν παρεκίνει και ενεδυνάμωνε προς το μαρτύριον. Μετά εξ ημέρας ωδήγησαν τον Άγιον εις το κριτήριον. Είπε τότε ο τύραννος· «Πριν αναλώσω τας σάρκας σου, υπάκουσον εις το θέλημά μου». Απήντησεν ο Άγιος· «Εδώ είναι το σώμα μου και καταξέσχιζε και δέρε τούτο δια να θεραπεύσης τους ομοίους σου δαίμονας». Είπεν ο άρχων· «Με ταύτας τας ύβρεις με παροργίζεις χειρότερον και με παρακινείς να σου επιβάλω σκληροτάτας τιμωρίας. Και μη νομίσης ότι, επειδή εθανάτωσες με τας μαγείας σου τον Αρχέλαον, θα σωθής από τας χείρας μου, φλύαρε». Ταύτα δε ειπών, επρόσταξε να τανύσουν τον Άγιον του Χριστού Μάρτυρα εις την γην και να τον δέρουν τέσσαρες άνδρες ρωμαλέοι με ωμά βούνευρα, έπειτα να θέσουν επί της ράχεως αυτού πεπυρακτωμένους άνθρακας. Ο δε Άγιος, όχι μόνον δεν εσυλλογίζετο τας βασάνους, αλλά εξύβριζε και τον ηγεμόνα δια τούτων των λόγων· «Υιέ ανομίας και ύλη πυρός της αιωνίου κολάσεως, κόλασον τας σάρκας μου, διότι άλλο δεν επιθυμώ, ειμή μόνον να βασανισθώ δια τον Δεσπότην μου». Ταύτα του Μάρτυρος λέγοντος, εδαιμονίζετο φοβερώτερον ο φρενοβλαβής Φλαβιανός και σφόδρα εξωργίζετο κατ’ αυτού. Όθεν, ο κάκιστος, ητοίμαζε πυρ εις το πυρ και κακόν εις το κακόν. Και προστάσσει να πυρώσουν σουβλία, δια των οποίων να κατακαίουν τα ξεσχισμένα μέλη του Αγίου και να ρίπτουν άλας επί των πληγών αυτού. Έπειτα δι’ άλλων σουβλίων να κατακεντώσιν όλα του τα μέλη. Όμως ο Άγιος πάντα ταύτα τα επώδυνα υπέφερε γενναίως και ανδρικώτατα, μυκτηρίζων πάλιν τα είδωλα. Όθεν ο αιμοδιψής ακόλαστος και πολυμήχανος τύραννος εύρεν άλλον τρόπον τιμωρίας. Ητοίμασαν ένα βωμόν και έθεσαν επ’ αυτού ανημμένους άνθρακας και εις την δεξιάν χείρα του Μάρτυρος επέθεσαν λίβανον και εκράτουν ταύτην βιαίως δια σιδήρων άνωθεν του βωμού, όπως, μη υποφέρων των ανθράκων την θερμότητα, ρίψη επ’ αυτών τον λίβανον, δια να φανή ότι εθυσίασεν εις τα είδωλα. Ο δε Άγιος εσταμάτησε την χείρα ακίνητον, έως ότου, ω της καρτερίας και γενναιότητος αυτού! Κατηναλώθη εκ του πυρός η δεξιά αυτού χειρ, ενώ ο Αγιος παρατηρών και δακρύων εστέναζεν όχι εκ μικροψυχίας, αλλά προς ευχαριστίαν, λέγων· «Εκράτησε της χειρός της δεξιάς μου», «και κατάξας τόξον χαλκούν εν βραχίονί μου, και έδωκάς μοι υπερασπισμόν σωτηρίας μου» (Β΄ Βασιλ. κβ: 35-36), «και η δεξιά σου αντελάβε τόμου». Ο δε άδικος δικαστής, θαυμάζων την ανδρείαν του Αγίου, είπε προς αυτόν· «Αφού είπες ότι δεν υπολογίζεις τας τιμωρίας ουδέ αισθάνεσαι αυτάς, διατί εστέναξες από τώρα και εδάκρυσες»; Και ο Άγιος απήντησε· «Μη νομίσης ότι ενικήθην από τον πόνον της σαρκός και εδάκρυσα, συ, άξιε δακρύων. Αλλ’ επειδή τούτο μου το σώμα είναι πηλός και ο πηλός όταν πλησιάση προς το πυρ αποξηραίνεται, απορρίπτων το ύδωρ αυτού, ούτω λοιπόν συνέβη και εις την σάρκα μου. Αλλά περισσότερον εδάκρυσα δια την αγνωσίαν σου και την βεβαίαν απώλειάν σου, διότι αγνοείς τον αληθή Θεόν και προσκυνείς δαίμονας, δια να θεραπεύσης πρόσκαιρον βασιλέα και διότι δια την αιτίαν αυτήν σε περιμένει το πυρ το αιώνιον». Τότε μετά την φρικτήν αυτήν βάσανον, χαλεπωτέραν επινοείται ο παράνομος. Και όπως επρόσταξεν εκρέμασαν αυτόν από τας χείρας, έδεσαν δύο λίθους βαρείς εις τους πόδας του, δια να διασπασθώσι και αποχωρισθούν αι αρθρώσεις. Αλλ’ ως είδεν ότι ενίκησε και ταύτην την φρικτήν βάσανον ο αήττητος, επρόσταξε να καύσουν μέχρι πυρακτώσεως μίαν κάμινον και να ρίψουν οι δήμιοι τον Άγιον εντός αυτής. Όταν δε τον μετέφερον προ του στομίου της φλεγομένης καμίνου εποίησε το σημείον του Σταυρού επ’ αυτού και ευθύς, ως ύψωσε τας χείρας, η φλοξ διεσκορπίσθη προς τα έξω και έκαυσεν όσους ήσαν πλησίον. Οι δε ειδωλολάτραι ιδόντες τούτο το θαυμάσιον ετρόμαξαν. Και φοβούμενοι μη πάθωσι και αυτοί τα αυτά, εκραύγαζον· «Ας θανατωθή ο μάγος να μη κινδυνεύση η πόλις άπασα από τας μαγείας του». Ο δε τύραννος εφοβήθη και αυτός και εξεπλήσσετο. Πλην τότε μεν εφυλάκισε τον Άγιον εις το Πραιτώριον. Αλλά μετ’ ολίγας ημέρας, μη έχων πλέον ελπίδα ότι ο Άγιος του Χριστού μάρτυς Προκόπιος θα ήλλασσε γνώμην, έγραψε κατ’ αυτού την τελευταίαν απόφασιν, να κόψουν την μακαρίαν αυτού κεφαλήν έξω της πόλεως. ‘Οτε δε έφθασεν ο τρισόλβιος εις τον τόπον της καταδίκης, εζήτησε χάριν από τον φονέα, να τον αφήση ολίγην ώραν, δια να δεηθή προς τον Κύριον. Και σταθείς κατ’ Ανατολάς, ύψωσε προς τον ουρανόν τα όμματα και παρεκάλεσε τον Θεόν να φυλάξη την πόλιν από τας επιβουλάς του δαίμονος, να φωτίση τους πολίτας άπαντας να επιστρέψουν εις την ευσέβειαν, να θεραπεύση τους ασθενείς, να βοηθήση τους πένητας και άλλα παρόμοια δια την σωτηρίαν των ανθρώπων, τέλος δε εδεήθη δι’ όσους ήθελον εορτάζει την μνήμην αυτού, να λυτρώνη τούτους από όλας τας οδύνας και να αξιώση της Βασιλείας Αυτού. Ταύτα δε ευξάμενος, ήκουσε φωνήν ταύτα λέγουσαν· «Εισηκούσθη η δέησίς σου Προκόπιε, και θέλουν πληρωθή όσα εζήτησες. Ελθέ τοίνυν, ίνα λάβης τον ητοιμασμένον σοι στέφανον, ως κληρονόμος της ουρανίου μακαριότητος». Ταύτα ακούσας ο Άγιος Μάρτυς έκλινε τον αυχένα προθύμως και έκοψαν την αγίαν αυτού κεφαλήν, κατά τας η΄ (8) του μηνός Ιουλίου. Και η μεν μακαρία αυτού ψυχή ανήλθεν εις τα ουράνια· το δε τίμιον αυτού λείψανον παρέλαβον δια νυκτός φιλόχριστοί τινες και αλείψαντες ευλαβώς δια μύρων και αρωμάτων, το παντός αρώματος ευωδέστερον, απέθεσαν εις τόπον επιτήδειον, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, της Μίας και αληθούς Θεότητος, Η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Θ΄ (9η) του αυτού μηνός Ιουλίου, μνήμη των Οσίων και Θεοφόρων Πατέρων ημών ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ του ρήτορος κα

Δημοσίευση από silver »

, των εν τω Αγιωνύμω Όρει του Άθω ασκητικώς διαλαψάντων και δη εν τη μικρά Σκήτη της Αγίας Άννης κειμένων.

Έθος ιερόν είναι και νόμος θείος, άνωθεν και εξ αρχής παραδεδομένος, ίνα των εναρέτων και αγίων ανδρών οι βίοι και τα κατορθώματα παραμένωσιν ανάγραπτα εις την Εκκλησίαν του Χριστού, αφ’ ενός μεν προς δόξαν Θεού, του ενδοξαζομένου εν τοις Αγίοις Αυτού, αφ’ ετέρου δε προς υποτύπωσιν των θελόντων σωθήναι και κληρονομείν σωτηρίαν κατά τον θεηγόρον Απόστολον Παύλον. Μέγα τω όντι προς μίμησιν αρετής και τελειοτέρου πνευματικού βίου κατόρθωσιν οι των αγίων ανδρών βίοι διηγούμενοι, και ως στήλαι και εικόνες, τρόπον τινά, εις τους θέλοντας ευσεβώς ζην προτιθέμενοι· διο και λέγει Εκκλησιαστικός τις Πατήρ· «Και πάντων μεν των κατά Θεόν πολιτευσαμένων ο βίος τοις ευσεβέσι ωφελιμώτατος, ουχ υπόδειγμα μόνον και τύπος, αλλά και παράκλησις υπάρχων προς αρετήν· ζήλου γαρ τι κέντρον ενίησιν αγαθού, και διαθερμαίνει την ευσεβή ψυχήν προς μίμησιν». Προς την διήγησιν και ανάγνωσιν του βίου των Οσίων ανδρών παρακινών και ο σοφός Σειράχ λέγει· «μη παρίδης διήγημα σοφών»· και πάλιν· «μη αστόχει διηγήματος γερόντων». Αλλά και ο υψίνους Γρηγόριος ο Θεολόγος, την εκ τούτου ωφέλειαν και χάριν δεικνύων, λέγει· «επειδή και το μεμνήσθαι του ανδρός (εννοεί τον Άγιον Κυπριανόν), αγιασμός και μέγιστος εις παράκλησιν αρετής ο λόγος».Όχι μόνον ωφέλειαν, ου την τυχούσαν, καρπούται ο πνευματικώς εορτάζων και τιμών των Αγίων τας μνήμας και εις υπόμνημα άγων την πολιτείαν εκείνων, αλλά και πνευματικήν ευφροσύνην μεγίστην αισθάνεται εν τη ψυχή αυτού δια της τοιαύτης υπομνήσεως, ως και ο σοφός διαγορεύει Σολομών· «Εγκωμιαζομένου δικαίου, ευφρανθήσονται λαοί, αθανασία γαρ εστιν η μνήμη αυτού», τουτέστι της μελλούσης αθανασίας και δόξης προοίμιον και τύπος, κατά τον Θεσσαλονίκης θείον Γρηγόριον, προδεικνύουσα ημίν δια των ενταύθα τελουμένων την δόξαν και την λαμπρότητα, την οποίαν μέλλουσι να κληρονομήσωσιν οι Άγιοι, κατά την δευτέραν του Σωτήρος ημών εμφάνειν, μετά την παγκόσμιον εξανάστασιν και την εις ουρανούς αποκατάστασιν. Αλλά μήπως η τιμή και ο έπαινος των Αγίων δεν αναφέρεται προς αυτόν τον Θεόν, παρ’ ου πάσα αρετή και δώρημα τέλειον τοις ανθρώποις προέρχεται; «Αθανάσιον επαινών, λέγει ο Θεολόγος Μέγας Γρηγόριος, εν τω προς τον Μέγαν Αθανάσιον εγκωμίω αυτού, αρετήν επαινέσομαι, αρετήν δε επαινών, Θεόν επαινέσομαι». Ούτω λοιπόν εχόντων των πραγμάτων και εις τα προεκτεθέντα πειθαρχών και επόμενος, καθήκον εθεώρησα επιβεβλημένον, ίνα και των ενταύθα ασκησάντων Οσίων Πατέρων την μνήμην, Διονυσίου και Μητροφάνους, δι’ εγκωμίων και ασμάτων ως οίον τε τιμήσω, και του εναρέτου βίου αυτών τας αρετάς αμυδρώς πως και εν επιτομή διηγηθώ εις τους φιλοσίους αδελφούς. «Ου θεμιτόν εστι, λέγει σοφός τις, ούτε μην όσιον την των δικαίων και αγίων ανδρών επί γης πολιτείαν, και Θεώ δια κθαρότητα πλησιάζουσαν, βυθώ λήθης καταβαπτίζεσθαι, ή τω μοδίω της σιωπής επί πολύ κατακαλύπτεσθαι, αλλ’ επί την λυχνίαν φανερώς της διηγήσεως επιτίθεσθαι· όπως εντεύθεν των καλών έργων φανερουμένων, η προς τον αγαθόν Θεόν άδυτος εξανατέλλη δόξα». Και λέγω αμυδρώς, διότι είτε εξ αμελείας των προγενεστέρων και συγχρόνων των Οσίων δεν διεσώθη εις ημάς εκτενές τι υπόμνημα του βίου αυτών, ή και συγγραφέν απωλέσθη, πλην ελαχίστων περί αυτών σημειώσεων και μαρτυριών σποράδην διασωζομένων, επί των οποίων βασιζόμενος, και την θείαν χάριν εις αρωγήν επικαλεσάμενος, άρχομαι της περί τούτων διηγήσεως. Εγεννήθησαν οι δύο ούτοι νοητοί αστέρες οι της ισαγγέλου διαγωγής θιασώται και των πάλαι Οσίων μιμηταί και ομότροποι, οι της ουρανίου πόλεως πολίται και οικήτορες και της Αγίας Τριάδος θεράποντες, κατά τας αρχάς του δεκάτου έκτου (16ου) ιώνος, ως δύο βλαστοί ευθαλείς και αμάραντοι όρπηκες, οίτινες έμελλον να καρποφορήσωσιν εις εκατόν της εναρέτου ζωής τους γλυκυτάτους καρπούς και του Αγίου Πνεύματος τας χάριτας, ως τούτο μετά ταύτα εμπράκτως απεδείχθη. Άγνωστον τυγχ΄νει εις ημάς το όνομα της πατρίδος αυτών ή και αν εκ μιάς τοιαύτης αμφότεροι κατήγοντο, καίτοι περί τούτου πολλά ηρευνήσαμεν, αλλ’ ουδέν εξηκριβώσαμεν. Ίσως και ούτοι οι θείοι Πατέρες έπραξαν ως πολλοί των Οσίων, οίτινες αποβλέψαντες εξ ολοκλήρου εις την ουράνιον και μόνιμον πατρίδα ημών, την μητέρα πάντων, κατά τον Απόστολον Παύλον, απέκρυψαν της επιγείου και προσκαίρου τοιαύτης το όνομα. Ανατραφέντες ούτοι εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου ηγάπησαν μάλλον πάντων την ευκοσμίαν των σεμνών και χρηστών ηθών και τον φόβον του Κυρίου, τον όντα κατά τον Παροιμιαστήν πηγήν ζωής. Τοσούτον δε επεδόθησαν εις την σπουδήν και μάθησιν των ιερών γραμμάτων και της λοιπής εγκυκλίου παιδείας, και μάλιστα ο θείος Διονύσιος, ώστε εντός ολίγου εγένετο κάτοχος πολλών γνώσεων και πολύς κατά την έξω σοφίαν. Εξ ου και προσεκτήσατο και την επωνυμίαν του ρήτορος, παραμείνασαν έκτοτε εις αυτόν μέχρι τέλους του βίου. Απόδειξις δε τούτου σαφής άχρι τούδε οι παρ’ αυτού απλοποιηθέντες διάφοροι των Πατέρων λόγοι, διασωζόμενοι εν χειρογράφοις εις πολλάς του Όρους Μονάς, και αύτη η ιδιόχειρος αυτού βίβλος, η εν τη βιβλιοθήκη της Σκήτης της Αγίας Άννης ευρισκομένη κοινώς «Κουβαράς» καλουμένη, εις τας οποίας βλέπομεν επιγραφόμενον και τον δοθέντα εις αυτόν τίτλον του Ρήτορος. Προκόπτων και αυξάνων ο θείος Διονύσιος εν τη θύραθεν σοφία συνεπρόκοπτε και συνηύξανεν αναμφιβόλως, ως σοφός και νουνεχής, και εις την κατά Θεόν φιλοσοφίαν, διότι ήκουσε του ιερού Ιακώβου του Αδελφοθέου λέγοντος· «Τις σοφός και επιστήμων εν υμίν; Δειξάτω εκ της καλής αναστροφής τα έργα αυτού εν πραότητι σοφίας». Διο και εφαίνετο, κατά τον Προφητάνακτα, ωσεί δένδρον πεφυτευμένον παρά τας διεξόδους των μυστικών υδάτων, όπερ έμελλε να καρποφορήση και αποδώση εις τον κατάλληλον καιρόν της αιωνίου ζωής τους ηδυτάτους καρπούς. Τοιουτοτρόπως πολιτευόμενος ο θείος Διονύσιος προ της του αγίου σχήματος περιβολής και ρυθμίζων εαυτόν με την κατά Θεόν ευσέβειαν, καθώς τα μετά ταύτα αυτού αποδεικνύουσι, προσέτι δε και τας αγίας και θεοπνεύστους Γραφάς μελετών, ετρώθη όλως του θείου έρωτος και έκρινε δικαίως, ως όντως σοφός, ν’ αφιερωθή εξ ολοκλήρου εις την κατά Χριστόν πολιτείαν, ήτις αναβιβάζει τον άνθρωπον εις την πρώτην αυτού αξίαν και συνάπτει αυτόν μετά του Θεού. Καταλιπών δε τα πάντα ως πρόσκαιρα και απατώντα και «το της ψυχής ευγενές διαφθείροντα» ως ο Θεολόγος λέγει Γρηγόριος, αλλά και εαυτόν απαρνησάμενος, κατά την ευαγγελικήν εντολήν, προσήλθε μετά θερμού ζήλου και μεγάλης προθυμίας εις την εν Κωνσταντινουπόλει ιεράν και ευαγή Μονήν του Στουδίου, άρας τον ελαφρόν και χρηστόν του Κυρίου ημών ζυγόν. Ότι εις την του Στουδίου περιώνυμον Μονήν εγένετο Μοναχός ο θείος Διονύσιος μαρτυρεί τούτο αυτός ο ίδιος, επιγράφων εαυτόν εις τα παρ’ αυτού γραφέντα «Στουδίτην». Αλλ’ ενταύθα ας μοι επιτραπή μί παρέκβασις. Η εν λόγω Μονή του Στουδίου φαίνεται ότι διετηρήθη αρκετά έτη μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, γενομένην κατά το 1453, διατελούσα πάντως εν παρακμή. Διότι ο καθολικός αυτής Ναός είχε μεταβληθή εις τουρκικόν ευκτήριον, μεταξύ των ετών 1500 έως 1550, ως μαρτυρεί τούτο σοφός τις, περιηγησάμενος τότε τα του Βυζαντίου και την λοιπήν Ανατολήν και ιδών αυτόν. Πάντως όμως και αν είχε μεταβληθή ο Ναός αυτής, κατά την ανωτέρω μαρτυρίαν, εις τουρκικόν τέμενος μετά τινος τμήματος της Μονής, θα κατείχον οι Μοναχοί το επίλοιπον τμήμα, χρησιμοποιούντες ως καθολικόν κανέν εκ των παρεκκλησίων αυτής· ή ίσως, όπερ και πιθανώτερον, να είχον αναχωρήσει εκείθεν συμπήξαντες εις άλλο μέρος της Κωνσταντινουπόλεως την κατοικίαν αυτών, συναποκομίσαντες μετά των άλλων και την περιώνυμον και πολύφημον επωνυμίαν «του Στουδίου». Όπως και αν έχωσι τα πράγματα, η Μονή του Στουδίου φαίνεται σωζομένη μέχρι του τέλους περίπου του δεκάτου έκτου αιώνος, εις το Μοναχολόγιον της οποίας ενεγράφη ο εκ Θεσσαλονίκης καταγόμενος και εν έτει 1577 αποθανών υποδιάκονος Δαμασκηνός ο πεζογράφος (ο μετέπειτα Λιτής και Ρενδίνης Επίσκοπος), εξ ου έλαβε και την επωνυμίαν «Στουδίτης». Πλην της εν Κωνσταντινουπόλει Μονής του Στουδίου υπήρχον και αλλαχού τοιαύται με το αυτό όνομα, υποδεέστεραι πάντως, ιδρυθείσαι κατά τον μεσαίωνα υπό διαφόρων Στουδιτών Μοναχών. Αλλ’ επανέλθωμεν επί το προκείμενον. Προσελθών ο θείος Διονύσιος, ως ελέχθη, εις την Μονήν του Στουδίου και δοκιμασθείς καταλλήλως εις τας προκαταρκτικάς πράξεις, εκάρη ως επεθύμει Μοναχός. Δύναταί τις να συμπεράνη την άκραν υποταγήν και ταπείνωσιν του Οσίου και γενικώς την προθυμίαν αυτού προς τους πνευματικούς αγώνας, της κατά Χριστόν πολιτείας, εκ της μετέπειτα χάριτος αυτού. Διότι ομού με την κουράν των τριχών, απέκειρε και παν υλικόν και εμπαθές θέλημα και φρόνημα, αλλά και πάντα κοσμικόν τύφον και υπερηφάνειαν και ρητορικήν στωμυλίαν και δολεσχίαν και των έξω πραγμάτων γνώσιν, την φυσιούσαν τον άνθρωπον· πάντα σκύβαλα αποστολικώς ο μακάριος ελογίσατο, ίνα μόνον Χριστόν κερδήση, τον Οποίον εξ όλης ψυχής και καρδίας ηγάπησε, γενόμενος πτωχός εν πνεύματι. Επιθυμών όμως ανωτέραν ησυχαστικήν ζωήν, ήτις, κατά τον Μέγαν Βασίλειον, είναι η αρχή καθάρσεως της ψυχής, ανεχώρησε δια τον αγιώνυμον Άθω, το πνευματικόν τούτο γυμναστήριον πάσης αρετής και εναρέτου πράξεως και ελθών κατώκησε εις τι Κελλίον ή και Μονύδριον πλησίον της Σκήτης των Καρυών, ως εμφαίνεται εξ ιδίας αυτού επιστολής, αποσταλείσης εις την τότε «Σύναξιν του Αγίου Όρους», ήτις σώζεται εν χειρογράφω κώδικι, αποκειμένω εν τω άνωθεν των Καρυών Λαυρεωτικώ Κελλίω της Αγίας Τριάδος. Ενταύθα επιδοθείς εις την μελέτην και εργασίαν της ασκητικής φιλοσοφίας, άμα δε και τα κρείττονα ζηλών χαρίσματα, εγένετο εις πάντας αιδέσιμος, πλείστοι δε προσήρχοντο εις αυτόν ζητούντες συμβουλάς, προς επανόρθωσιν ηθών και κατάστασιν ψυχής και εξωμολογούντο τας αμαρτίας αυτων· διότι ο Όσιος, είτε εν τη Μονή του Στουδίου είτε ενταύθα, είχε χειροτονηθή ιερεύς, λαβών και χειροθεσίαν πνευματικού Πατρός. Ταύτα πάντα δύναταί τις να συναγάγη, όταν μετά προσοχής αναγνώση την ανωτέρω επιστολήν, ήτις εστάλη εκ του μετέπειτα εν Μικρά Αγία Άννη ησυχαστηρίου αυτού προς την «Σύναξιν του Αγίου Όρους». Ήτο άρα ο θείος Διονύσιος, ως σοφός και εργάτης της αρετής δόκιμος και της διακρίσεως λύχνος, σύμβουλος αγαθός και καθοδηγός δεξιός, όχι μόνον απλών Μοναχών, αλλά και αυτών των ιθυνόντων τότε τον περίβλεπτον τούτον της Θεοτόκου κλήρον, το όρος του Άθω. Βλέπων όμως ότι δεν ηδύντο να απολαμβάνη εκεί την ποθητήν εις αυτόν ησυχίαν, άμα δε αποφεύγων τας ατασθαλίας και ευθύνας της τότε κακοδιοικήσεως του ιερού ημών τόπου, ως ο ίδιος ομολογεί εν τη ρηθείση επιστολή, ανεχώρησεν εκείθεν και ήλθεν εις την μεγαλώνυμον Σκήτην της γίας Άννης, καλουμένην τότε απλώς «Σκήτην της Λαύρας», ως εν πλείστοις χειρογράφοις εμφαίνεται, μη υπάρχοντος εισέτι του μετέπειτα ιδρυθέντος μεγαλοπρεπούς Κυριακού Ναού εν ονόματι της Θεοπρομήτορος Αγίας Άννης, εξ ου και η Σκήτη έλαβε την επωνυμίαν. Αλλά και ενταύθα μη αναπαυθείς, εξελέξατο δι’ άκραν ησυχίαν και άσκησιν την μικράν καλουμένην Αγίαν Άνναν, ήτις και αύτη τότε εκαλείτο απλώς «Μικρά Σκήτη» ή και συνημμένως μετά της μεγάλης τοιαύτης «Σκήτη της Λαύρας», έχουσα μικρόν άθροισμα ασκητικών ησυχαστηρίων, ένθα ηγωνίζοντο οι τον απράγμονα και ησύχιον βίον ασπαζόμενοι Πατέρες. Ενταύθα μετά του μαθητού αυτού Μητροφάνους εις τινα μικράν καλύβην, ευρισκομένην κατωθεν της καλύβης της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, εντός του εκείσε Σπηλαίου, ιδρυθείσης ίσως παρ’ αυτών, έπηξαν την πνευματικήν αυτών παλαίστραν, αγωνιζόμενοι τον καλόν της ασκήσεως και ησυχίς αγώνα. Άγνωστον εις ημάς πότε προσέλαβε τον θείον Μητροφάνην, όταν ήλθεν εν Μικρά Αγία Άννη, ή όταν ησύχαζεν αλλαχού του Όρους. Πολύ πιθανόν να είχεν αυτόν εκ της Μονής του Στουδίου, διότι εν τισι καλείται και ο Μητροφάνης Στουδίτης είτε διότι προήρχετο και ούτος εκ της αυτής ως είρηται Μονής, είτε έλαβε την επωνυμίαν ταύτην εκ του Οσίου αυτού Γέροντος, καλουμένου Στουδίτου. Σχολάσαντες λοιπόν ενταύθα εκ πάντων των έξω, ησύχασαν σχεδόν τελείως την κατά Θεόν ησυχίαν. Ήκουσαν οι μακάριοι του Θεού δια του Προφητάνακτος λέγοντος· «Σχολάσατε και γνώτε ότι εγώ ειμι ο Θεός». Αλλά και τον Όσιον Νείλον τον σοφόν ανέγνωσαν λέγοντα· «Βίος ησύχιος χρημάτων πολλών περιφανέστερος». Ωσαύτως και τον θείον Ισίδωρον τον Πηλουσιώτην γράφοντα· «Εμοί την μετρίαν είδησιν, κατά μόνας προσέθηκεν αναχώρησις· ο γαρ εν μέσω θορύβων στρεφόμενος και γνώναι τα ουράνια βουλόμενος λέληθεν ότι το εν ακάνθαις σπειρόμενον υπ’ αυτών συμπνίγεται· και ο μη σχολάσας Θεόν γνώναι ου δύναται». Προς τούτοις τον Μέγαν Βασίλειον· «Νους μη σκεδαννύμενος επί τα έξω, μηδέ υπό των αισθητηρίων επί τον κόσμον διαχεόμενος, επάνεισι μεν προς εαυτόν, δι’ εαυτού δε προς την του Θεού έννοιαν αναβαίνει κακείνω τω κάλλει περιλαμπόμενός τε και ελλαμπόμενος, και αυτής της φύσεως λήθην λαμβάνει». Αγωνιζόμενοι ούτως εν τη ησυχία δια των σωματικών, πολλώ δε μάλλον δια των πνευματικών αγώνων και αναβάσεις εν τη καρδία αυτών διατιθέμενοι και από δόξης εις δόξαν προβαίνοντες δια της αδιαλείπτου προσευχής, εκάθηραν εαυτούς από παντός μολυσμού και πάθους σαρκός και πνεύματος και εγένοντο σκεύη δεκτικά των δωρεών της χάριτος και ακηλίδωτα έσοπτρα των μυστικών ελλάμψεων, έχοντες εν ενί λόγω την αγγελικήν αληθώς και μακαρίαν ζωήν, ήτις είναι αρχή και προοίμιον της αιωνίου τοιαύτης, κατά τον Θεσσαλονίκης θείον Γρηγόριον. Περί των ζώντων ταύτην την ένθεον ζωήν, λέγει και ο ουρανοφάντωρ Μέγας Βασίλειος· «Μακάριοι ουν οι του αληθινού κάλλους φιλοθεάμονες· οιονεί γαρ προσδεθέντες αυτώ δια της αγάπης, και τον επουράνιον και μακαριστόν ερώντες έρωτα, επιλανθάνονται μεν οικείων και φίλων, επιλανθάνονται δε οίκου και περιουσίας· επιλανθανόμενοι δε και της σωματικής εις το εσθίειν και πίνειν ανάγκης, μόνω τω θείω και καθαρώ προσεστήκασιν έρωτι». Τότε φαίνεται ότι εζητήθη παρά των πλησιοχώρων του Όρους κατοίκων πνευματικός πατήρ, προς εξομολόγησιν και διόρθωσιν των ευσεβών Χριστιανών και ως τοιούτος ευρέθη κατάλληλος παρά των Πατέρων, δια το περιόν της αρετής αυτού, ο ιερός Μητροφάνης. «Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη, λέγει ο Κύριος, ουδέ καίουσι λύχνον και τιθέασιν αυτόν υπό τον μόδιον· αλλ’ επί την λυχνίαν, και λάμπει πάσι τοις εν τη οικία». Υπακούσας λοιπόν ο θείος Μητροφάνης εις την απόφασιν των Πατέρων, ως πλήρης της προς τον Θεόν και τον πλησίον αγάπης, εξήλθε του Αγιωνύμου Όρους και περιήρχετο τα πέριξ χωρία και κώμας εξομολογών και διορθώνων τας των ψυχών διαθέσεις και μεταπλάττων δια του λόγου της χάριτος τα ήθη και τας καταστάσεις, ενός εκάστου επί το κρείττον, ως καλός οικονόμος της δεδομένης αυτώ υπό του Πνεύματος χάριτος. Φθάσας δε εις το χωρίον Ίσβαρον, συνήντησε τον ευλαβή εκείνον Δημήτριον, τον ιδόντα κατ’ εκείνας τας ημέρας φοβεράν οπτασίαν, τον οποίον εξομολογήσας και εξετάσας δις και τρις επισταμένως, ως αυτός ούτος ο θείος Μητροφάνης λέγει και βεβαιωθείς περί της αληθείας και ακριβείας της οπτασίας, συνέγραψεν αυτήν, μετά την επιστροφήν του εν Αγίω Όρει, κατ’ εντολήν του αγίου αυτού Γέροντος Οσίου Διονυσίου. Περατώσας δε την ανατεθείσαν εις αυτόν εντολήν, επανέκαμψεν εις Άγιον Όρος και επελήφθη και πάλιν των θεοειδών εις ησυχίαν άθλων παιδοτριβούμενος και μυσταγωγούμενος τα τελειότερα υπό του θείου αυτού Αββά και Γέροντος Διονυσίου. Τοιουτοτρόπως αγωνισάμενοι τον καλόν της ευσεβείας και αρετής αγώνα οι μακάριοι και Όσιοι ημών Πατέρες Διονύσιος και Μητροφάνης και λαμπρύναντες εαυτούς δι’ οσιότητος και δικαιοσύνης και εις την δυνατήν δια τους ανθρώπους τελειότητα φθάσαντες, ως πάροικοι και παρεπίδημοι εν τω παρόντι κόσμω, ανέμενον πότε αναλώσωσι των παρόντων, ίνα συν Χριστώ, κατά Απ. Παύλον, ώσι· λέγει δε και ο θείος Χρυσόστομος· «Ώσπερ γαρ ο πυκτεύων επείγεται του σταδίου εξελθείν, ίνα απαλλαγή των τραυμάτων, ούτω και ο εν σκληρώ και τραχυτάτω βίω ζων μετά αρετής επιθυμεί της τελευτής, ίνα των πόνων απαλλαγή των παρόντων, και υπέρ των αποκειμένων έχη στεφάνων θαρρείν». Όθεν επιστάντος του καιρού της μεταστάσεως του Οσίου Διονυσίου, σχηματίσας εαυτόν, παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού ζώντος τη 9η Ιουλίου εν έτει 1606, και προσετέθη ο Όσιος εις τους Οσίους και τους ιερείς ο ιερεύς, ίνα τελειότερον απολαμβάνη της θείας δόξης τας εκφάνσεις και λαμπρότητας. Μετά παρέλευσιν χρονικού διαστήματος εκοιμήθη και ο θείος Μητροφάνης και μετέστη και ούτος εις τα αγαπητά του Κυρίου σκηνώμτα, ένθα λαμπρότητες Αγίων και τρυφή αϊδιος. Άγνωστον εισέτι παραμένει εις ημάς εάν εν Μικρά Αγία Άννη εκοιμήθησαν ή αλλαχού, και που ήδη ευρίσκονται τα ιερά αυτών λείψανα. Διηγήσαντό μοι αναφορικώς τινές Γέροντες, ότι εν Μικρά Αγία Άννη εκοιμήθησαν και ότι τα λείψανα αυτών είναι τεθαμμένα εκεί που, εν τη περιφερεία του σπηλαίου ένθα ηγωνίσθησαν, μη επιτρέποντες την ανακομιδήν αυτών και φανέρωσιν οι Όσιοι, ίνα μείζονος εν ουρανοίς απολαμβάνωσι δόξης, καθώς το του Οσίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη και πλείστων άλλων Αγιορειτών Οσίων, μη δεχομένων την εκ του τάφου ανάδειξιν. Και ότι τινές διερχόμενοι εκείθεν ησθάνθησαν ευωδίαν. Γράφω ταύτα καθώς τα ήκουσα, μηδέν απ’ εμαυτού προσθέσας, συ δε ο αναγινώσκων και οι ακούοντες ας δεχώμεθα μετά σεβασμού τα εκάστοτε παρά των σεβασμίων Γερόντων διηγούμενα. Αλλά μήπως εκτός του Αγίου Μαξίμου και πλείστοι άλλοι Αγιορείται Όσιοι, ίνα μη είπω σχεδόν πάντες, εφανέρωσαν τα εαυτών λείψανα και τάφους; Γέρων Καυσοκαλυβίτης διηγήσατό μοι το εξής: «Προς ετών κατώκει μεταξύ Λαύρας και Καυσοκαλυβίων αδελφός τις, όστις θέλων να εξημερώση και καλλιεργήση τμήμα τις της περιοχής, εν ω έσκαπτεν, ανεκάλυψε τάφον περιέχοντα λείψανον Οσίου άφθαρτον και ακέραιον και πλήρες ουρανίου ευωδίας. Έκθαμβος γενόμενος τότε ο αδελφός και μη γνωρίζων τι να πράξη, εσκέφθη ίνα την επομένην ημέραν, διότι ήτο περί τας δυσμάς του ηλίου, ανέλθη εις την Λαύραν και ανακοινώση το γεγονός. Αλλά την νύκτα, ενώ ηγρύπνει επί του ευρεθέντος αγίου λειψάνου, αποκαμών εφύπνωσε προς στιγμήν, και ιδού βλέπει εξαστράπτοντα Όσιον τινα και λέγοντα προς αυτόν μετ’ αυστηρού ύφους· «Τι σκέπτεσαι να πράξης; Πρόσεχε, μη φανερώσης τι, διότι τους αγώνας δεν τους ηγωνίσθημεν ομού αμφότεροι, κατά δε την πρωϊαν να με καλύψης όπου με εύρες, και να τηρήσης σιωπήν». Διϋπνισθείς έντρομος ο αδελφός έπραξε καθώς διετάχθη παρά του φανέντος εις αυτόν αγνώστου Οσίου, εφανέρωσε δε την υπόθεσιν κατά το τέλος του βίου του, προς δόξαν Θεού, χωρίς ν’ αποκαλύψη και το μέρος του ευρεθέντος τάφου. Ίσως τοιούτον τι να συμβαίνη και με τους ημετέρους Οσίους Πατέρς, μη επιτρέποντες αυτοί ούτοι πλείονα περί αυτών ανάδειξιν. Δυστυχώς, ως εν αρχή είπον, δεν διεσώθη ακριβής περί αυτών διήγησις, διαλαμβάνουσα λεπτομερώς τα κατ’ αυτούς, πλην ελαχίστων σημειώσεων και τινων παραδόσεων, βάσει των οποίων συνέταξα το παρόν σκιαγραφικόν αυτών υπόμνημα, πλατύνας και καθωραϊσας προσφόρως την περί αυτών διήγησιν κατ’ απαίτησιν των φιλούντων τους Οσίους αδελφών. Αρμόδιον εν προκειμένω τυγχάνει και το εξής διήγημα, εν σχέσει με την απόκρυψιν των τιμίων λειψάνων των Οσίων. Ευσεβής τις Χριστιανός εκ Κρήτης, ελθών προ ετών εν Αγίω Όρει προς επίσκεψιν συγγενούς του μονάζοντος εν Μικρά Αγία Άννη και παραπλανηθείς εν τη οδώ, έφθασεν εις την γνωστήν τοποθεσίαν λεγομένην «Πείναν», εγγύς ούσαν της Μικράς Αγίας Άννης. Γνωρίσας δε ότι ετράπη αλλοίαν οδόν και προσπαθών να εύρη εκείθεν δίοδον δια των θάμνων προς άνοδον ανατολικώς, ευρέθη όλως τυχαίως προ σπηλαίου τινός, ένθα έκειτο νεκρόν λείψανον γέροντος Μοναχού, μετά φωταγωγού ανημμένης (κανδήλας). Ιδών τούτο και ποιήσας το σημείον του τιμίου Σταυρού, εξηκολούθησε την άνοδον, νομίσας, ότι μόλις τότε είχε κοιμηθή και ότι θα έλθουν εντός ολίγου να τον ενταφιάσουν. Φθάσας μετά πολλού κόπου εις τον συγγενή του Γέροντα διηγήσατο εις αυτόν τας περιπλανήσεις του και ότι διήλθε και εκ του σπηλαίου του θανόντος αδελφού, ερωτήσας συγχρόνως πότε θα υπάγουν να τον ενταφιάσωσι, νομίζων ότι είναι γνωστόν τούτο εις τους αδελφούς. Ακούσας ο Γέρων τα τοιαύτα αντελήφθη ότι πρόκειται περί εμφανείας θείου λειψάνου, διότι εκείσε ούτε σπήλαιον υπάρχει, αλλ’ ούτε και αδελφός τις έθανε. Εν τω άμα ανέρχονται αμφότεροι εις την Καλύβην του Αγίου Αποστόλου Θωμά, όπου διηγησάμενοι λεπτομερώς τα γεγονότα εβεβαιώθησαν ότι πράγματι πρόκειται περί αγίου λειψάνου, διο και παραλαβόντες τον Γέροντα της εν λόγω Καλύβης και οι τρεις ομού έσπευσαν μετά χαράς εις την ρηθείσαν τοποθεσίαν. Αλλά δυστυχώς, κατά τον θείον Δαβίδ, «Εξέλιπον εξερευνώντες εξερευνήσεις», καθότι όλην την ημέραν ερευνώντες και ανιχνεύσαντες σπιθαμήν προς σπιθαμήν όλην την περιφέρειαν εκείνην ουδέν ανεύρον, ούτε σπήλαιον, ούτε λείψανον, καίτοι ο ευσεβής Χριστιανός υπεδείκνυεν ακριβώς το μέρος, εις ο ανεύρε προ ολίγου το σπήλαιον και το εν αυτώ θείον λείψανον, και ούτω επέστρεψαν περίλυποι εις τα ίδια. Τις άρα ήτο ο προ ολίγου φανείς Όσιος, είτα δε αποκρύψας πάλιν εαυτόν, ως και το πρώτον; Μήπως ήτο εις εκ των ημετέρων Οσίων; Ουδόλως απίθανον, διότι η περιφέρεια αύτη είναι πλησίον της ασκητικής παλαίστρας των Οσίων, ίσως δε ο Όσιος εννοήσας τον θανατον αυτού απήλθεν εκεί κρυφίως και εκοιμήθη όπου και παρέμεινεν, αποφεύγων τον ανθρώπινον έπαινον, καθώς έπραξε και ο Όσιος Ευδόκιμος ο Βατοπεδινός, όστις προϊδών τον θάνατον αυτού εισήλθε κρυφά εις την κρύπτην του κοιμητηρίου της Μονής και εκοιμήθη, μείνας εκεί κεκρυμμένος μέχρι του έτους 1840, οπότε και απεκαλύφθη κατά την γενομένην τότε ανακαίνισιν και επιδιόρθωσιν του κοιμητηρίου. Εν τω σπηλαίω των Οσίων εσώζετο μέχρι του 1888 μικρά ησυχαστική Καλύβη, ήτις κρημνισθείσα συνεχωνεύθη έκτοτε μετά της άνωθεν ταύτης κειμένης Καλύβης της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, περιελθούσης υπό την κατοχήν αυτής και της ασκητικής των Οσίων παλαίστρας. Εσχάτως, κατά το 1937 – 1938, ηθέλησεν ο κ΄τοχος της εν λόγω καλύβης, συνευδοκούντων και των λοιπών Μικραγιαννανιτών αδελφών, να ιδρύση εκεί κάτωθεν του σπηλαίου ναϊδριον επ’ ονόμτι των Οσίων. Γενομένης δε προς τούτο ανασκαφής ευρέθησαν ανατολικώς και εντός του σπηλαίου σημεία αρχαίου ναϊσκου, ήτοι τμήμα του ανατολικού τοίχου του αγίου Βήματος, εν ω μικρά αψίς αγίας Τραπέζης, σωζομένη μία σπιθαμή περίπου από της βάσεως αυτής και ετέρα μικροτέρα τοιαύτη του νιπτήρος προς το αριστερόν μέρος. Άπορον όμως αν αύτη ήτο η Εκκλησία εις την οποίαν ελειτούργουν οι Όσιοι, ή μετά ταύτα ιδρύθη προς τιμήν αυτών. Αλλά δυστυχώς η εργασία έμεινεν ημιτελής δια λόγους τους οποίους δεν δυνάμεθα ενταύθα να διαλάβωμεν. Υπήρχον δε οι Όσιοι κατά τον χαρακτήρα του σώματος, ο μεν Άγιος Διονύσιος ανάστημα έχων υψηλόν, κεφαλήν μεγάλην και τρόπον τινά τετράγωνον, παρειάς πλατείας, ωσαύτως και μέτωπον πλατύ και υψηλόν, μύστακα και γενειάδα πλατείαν, τετραγωνικήν και ολίγον διχασμένην, φθάνουσαν μέχρι του στήθους· ήτο φαλακρός, έχων το τρίχωμα υπόλευκον, ψαρρός και την επιδερμίδα σιτόχρους· γενικώς δε ήτο χαρακτήρ ωραίος και μεγαλοπρεπής, ομοιάζων με τον Άγιον Αθανάσιον τον εν τω Άθω, πλην της γενειάδος, ήτις του Αγίου Διονυσίου ήτο πλατυτέρα, ολίγον διχαζομένη και υπόλευκος, ουχί τελείως λευκή. Ο δε Άγιος Μητροφάνης είχεν ανάστημα μέτριον, κεφαλήν στρογγύλην, κόμην παχείν μέλαιναν, γενειάδα στρογγύλην, μικράν, και γενικώς τρίχωμα ούλον (κατσαρόν)· ωσαύτως και οφθαλμούς κι οφρύας στρογγύλας· ήτο ημιφαλακρός, με επιδερμίδα επί το λευκότερον και γενικώς μελανόθριξ. Ωμοίαζε και ούτος με τον Άγιον Νικόλαον, πλην της ηλικίας και της χροιάς του τριχώματος, διότι ήτο νεώτερος, έχων τρίχωμα μέλαν. Του Οσίου Διονυσίου σώζεται εις την βιβλιοθήκην της Σκήτης της Αγίας Άννης ιδιόγραφος βίβλος ποικίλης ύλης, μετά της ιδίας αυτού υπογραφής, κοινώς καλουμένης «Κουβαράς» και φέρει εν τέλει την εξής ολίγον μεταγενεστέραν σημείωσιν: «Η παρούσα βίβλος υπάρχει του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Διονυσίου του Ρήτορος του ασκήσαντος εν τω όρει του Άθω και αφιερώθη παρά του μαθητού αυτού εις την Μονήν της Αγίας Άννης, εις ωφέλειαν των ασκουμένων αδελφών, και ει τις το αποξενώσει ας έχει τας αράς των τιη΄ (318) Θεοφόρων Πατέρων ημών, και αυτού του αγίου Πατρός ημών Αθανασίου το επιτίμιον». Σώζεται ωσαύτως και χειρόγραφον ψαλτήριον, όπερ εχρησιμοποίει ο Όσιος κατά τας καθημερινάς αυτού ακολουθίας, φέρων και αυτό εν τέλει την ανωτέρω σημείωσιν. Αλλά και εις άλλας του Όρους Μονάς διάφοροι των Πατέρων λόγοι, απλοποιηθέντες παρ’ αυτού, προς «ωφέλειαν των εντυχανόντων» και εξ «ιστορίαι» αι συνοδευόμεναι υπό των «Μαργαριτών» του θείου Χρυσοστόμου. Του δε Αγίου Μητροφάνους η οπτασία του εξ Ισβόρου Δημητρίου. Ταύτα τα ολίγα ευσύνοπτα ηδυνήθην να συνάξω και γραπτώς να παραδώσω εις τους αγαπώντας την δόξαν των Οσίων αδελφούς, εις δόξαν πρωτίστως του εν τοις Αγίοις ενδοξαζομένου Θεού ημών, και δεύτερον εις τιμήν των Οσίων, των επί τοσαύτα έτη μενόντων αγεράστων και ατιμήτων, μάλιστα δε παρ’ ημών των παροικούντων εις τον ιερόν χώρον εις τον οποίον ούτοι διέπρεψαν και ηγίασαν. Αλλ’ ίσως τις είπη, ότι οι παρά Θεού δοξασθέντες και τιμηθέντες, του όντος υπερτελείου, δεν έχουσιν ανάγκην ανθρωπίνων τιμών και επαίνων, όντων ατελών και πεπερασμένων· ναι, δεν έχουσι τοιαύτην ανάγκην, αλλ’ ημείς έχομεν καθήκον και χρεωστούμεν, ή μάλλον εντελλόμεθα, να τιμώμεν και γεραίρωμεν τους οσίως βιώσαντας, ως εργάτας της αρετής και φίλους Θεού, προς τον οποίον και η τιμή αναφέρεται· λέγει δε και ο Μέγας Βασίλειος: «Η προς τους αγαθούς των ομοδούλων τιμή, απόδειξιν έχει της προς τον οικείον Δεσπότην ευνοίας». Διο και ημείς, αδελφοί, οι των Οσίων επιτελούντες την μνήμην, μη μόνον ιστάμεθα θαυμάζοντες τους αγώνας αυτών και την πολιτείαν, αλλ’ ας διαναστώμεν εκ του ληθάργου της αμελείας και ας προθυμοποιήσωμεν εαυτούς, κατά το δυνατόν, προς τους πνευματικούς πόνους και αγώνας, διότι εκ μόνης της θεωρίας και του απλού τυπικού εορτασμού ουδέν ωφελούμεθα, ίνα μη είπω ότι και κατακρινόμεθα, ως γνόντες το καλόν και μη πράξαντες αυτό. «Ου πας ο λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν των ουρανών, λέγει ο Σωτήρ ημών, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν τοις ουρανοίς». Ας ρίψωμεν εν βλέμμα επί του σπηλαίου αυτών, σκεπτόμενοι, έστω και επ’ ελάχιστον, τους εκουσίους κόπους και πόνους αυτών, την εγκράτειαν, την ταπείνωσιν, την υπομονήν και γενικώς την αγγελικήν τούτων ζωήν και τούτο ας γίνη εις ημάς καλή αρχή βελτιώσεως και διαρρυθμίσεως της πολιτείας ημών, κατά τας υποσχέσεις και συνθήκας τας οποίας ενώπιον της Εικόνος του Κυρίου συνεθέσαμεν. Ο τόπος εν ω ιστάμεθ, αδελφοί, καταβιούντες γη αγία εστί, κατά την θείαν φωνήν, αγιασθείσα παρά τοσούτων και τηλικούτων αγίων και θεοφόρων ανδρών· να καταργώμεν άρα αυτόν δια των αμελών ή και εφαμάρτων έργων; Μη γένοιτο! Λέγομεν ενίοτε, αυτοαπατώμενοι βεβαίως· «Ημείς καθήμεθα ενταύθα, εις το Άγιον Όρος, το περιβόλι της Παναγίας, και ελπίζομεν εις Αυτήν να σωθώμεν, ως υπεσχέθη εις τον Όσιον Πέτρον». Ναι, υπέσχετο η Παντοβασίλισσα Θεοτόκος εις τον Όσιον Πέτρον περί των ενθάδε βιούντων ν’ απολογηθή Αύτη εις τον Υιόν αυτής, αλλ’ όχι και των αμελώς· αλλά πως; Των εν μετανοία αληθεί· «Έσομαι τούτοις, επαγγέλεται η Κυρία ημών Θεοτόκος, άμαχος σύμμχος, των πρακτέων υφηγητής, των μη πρακτέων ερμηνευτής, κηδεμών, ιατρός, τροφεύς, ην άρα βούλει τροφήν τε και ιατρείαν, όση τε προς το σώμα τείνει, και τούτο συνιστά τε και λυσιτελεί· και όση το πνεύμα διανιστά τε και ρώννυσι, και μη του καλού διαπεσείν συγχωρεί· συστήσω δ’ άρα τω Υιώ και Θεώ μου, οις αν γένηται καλώς καταλύσαι τήδε τον βίον των αυτοίς ημαρτημένων τελείαν εξαιτησαμένη παρ’ Αυτού την άφεσιν». Ηκούσατε, αδελφοί, τι επαγγέλλεται ημίν η Υπεραγία Θεοτόκος; Πως λοιπόν ημείς να μη φανώμεν αντάξιοι, κατά το μέτρον των δυνάμεών μας, τοιούτων μεγάλων και αψευδεστάτων επαγγελιών, παρά διερχόμεθα τον βίον ημών απλώς και ως έτυχε; Και όχι μόνον τούτο, αλλ’ ενίοτε γινόμεθα αίτιοι και πρόσκομμα σκανδάλου και εις αυτούς τους λαϊκούς δια της πολυτελείας, της φαντασίας, του ψεύδους, της δολιότητος, εν ω έπρεπε να είμεθ τύπος και παράδειγμα καλών έργων· «ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα, και δοξάσωσι τον Πατέρα ημών τον εν τοις ουρανοίς», λέγει ο Σωτήρ ημών. Ήδη οπότε «η νυξ προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν, αποθώμεθα τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός· ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν», μισούντες και απορρίπτοντες αφ’ ημών τα θεομισή πάθη, την μνησικακίαν, την έριν, τον φθόνον και πάσαν άλλην ακαθαρσίαν, και προς τούτοις το θεοστυγές φρόνημα, τον επισκιασμόν, τα κατέχοντα την ταλαίπωρον ημών ψυχήν αιχμάλωτον, και εν μετανοία αληθεί και ειλικρινεί αγάπη ας πράξωμεν εκείνο, όπερ κατά το παρελθόν ημελήσαμεν, ήτοι το θέλημα του Κυρίου το αγαθόν και τέλειον, διότι αι ημέραι τας οποίας διερχόμεθα είναι πονηραί και ουκ οίδαμεν τι τέξεται η επιούσα. Και ούτω πολιτευόμενοι θα έχωμεν την βοήθειαν της Κυρίας Θεοτόκου κατά τον παρόντα βίον οδηγόν και αντιλήπτορα, εν δε τω μέλλοντι κριτηρίω αρωγόν και απολογητήν υπέρ ημών προς τον Υιόν Αυτής ακαταίσχυντον· Αυτής την κραταιάν βοήθειαν έχοντες και οι θεοφόροι Πατέρες ηνδραγάθησαν και ηρίστευσαν και ηξιώθησαν της στάσεως των γγέλων εν ουρανοίς, προς ους στρέφοντες τον λόγον είπωμεν ταύτα. Χαίροις ω μακαρία δυάς, ηγιασμένη ξυνωρίς και θεοδόξαστε Διονύσιε των απ’ αιώνος Οσίων ισοστάσιε, και Μητρόφανες θεράπον του Κυρίου γνησιώτατε· οι πάντα τα υλικά και πρόσκαιρα θεοφρόνως απωσάμενοι, και ασκητικώς και ισαγγέλως εν τώδε τω χώρω βιώσαντες· ήδη μετ’ Αγγέλων και πάντων των Αγίων, εν τω νυμφώνι της δόξης, εν τη ανεκλαλήτω χαρά του Κυρίου χορεύοντες, και κατά μέθεξιν θείαν θεούμενοι, μη παύσησθε, παρακαλούμεν, υπέρ ημών του Κυρίου δεόμενοι· δέξασθε δε και το παρόν μου μικρόν εφύμνιον, ως ευτελές δώρον και νηπίων ψελλίσματα, όπερ υπό του πόθου τυραννηθείς υμίν ως οίον τ’ ανέθηκα και βραβεύσατέ μοι, δέομαι, άφεσιν πταισμάτων και βίου διόρθωσιν· εν δε τη του θανάτου εσχάτη ανάγκη παράστητέ μοι βοηθοί και αντιλήπτορες, αποτρέποντες τας απαισίας και δυσειδείς μορφάς των καταχθονίων δαιμόνων, και όχι μόνον εις εμέ, αλλά και εις πάντας τους ενταύθα ενασκουμένους και κατ’ έτος την ιεράν υμών μνήμην εορτάζοντας, ει και μέγιστον το αίτημα, ίνα συν υμίν υμνώμεν και προσκυνώμεν την υπερύμνητον και ζωαρχικήν Τριάδα εις τους απεράντους αιώνας. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι : Τη Ι΄ (10η) Ιουλίου, μνήμη του Οσίου και θεοφόρου πατρός ημών ΑΝΤΩΝΙΟΥ του Ρώσου

Δημοσίευση από silver »

ασκήσαντος μεν το πρώτον εν τω αγιωνύμω όρει του Άθω εν τω ιερώ κοινοβίω του Εσφιγμένου εν έτει 1012, ύστερον δε απελθόντος εις Ρωσίαν και ανεγείραντος εκ βάθρων την περιβόητον και περικαλλή Λαύραν εις το Κίεβον, όπου και ανεπαύθη εν Κυρίω τω 1073 έτει ζήσας έτη 90.

Αντώνιος ο Όσιος πατήρ ημών ήκμασεν εν έτει από κτίσεως κόσμου 6520, από δε Χριστού 1012, επί της βασιλείας Ρωμανού του Αργυροπούλου και Βλαδιμήρου του ευσεβεστάτου άρχοντος Ρωσίας εν Κιέβω κρατούντος, διαρκέσας άχρι της βασιλείας Ρωμανού Β΄ του Διογένους, ζήσας έτη ενενήκοντα, εκοιμήθη δε κατά το 6578 από κοσμοποιϊας και 1072 από της ενσάρκου του Κυρίου οικονομίας έτος. Ούτος κατά το πρώτον απαρνησάμενος τον κόσμον και ελθών εις το αγιώνυμον όρος του Άθω, έμεινεν εις την υπακοήν του Ηγουμένου της Ιεράς και παμμεγίστης σεβασμίας Μονής της επονομαζομένης του Εσφιγμένου Θεοκτίστου, λαβών δε το άγιον και αγγελικόν σχήμα των μοναχών εδόθη όλος εις άκραν υπακοήν και άσκησιν· δεξάμενος δε δια θείας αποκαλύψεως προσταγήν του Γέροντος αυτού απήλθεν εις Ρωσίαν, ίνα μεταφέρη την ευλογίαν του όρους Άθω και μεταδώση το άγιον και αγγελικόν σχήμα εις τον άρτι πιστεύσαντα λαόν, γενόμενος ούτος το τέκνον του Άθω, απαρχή και πατήρ του Μοναστικού Τάγματος των Ρώσων. Εξ επηρείας δε του αντικειμένου, γενομένου διωγμού των εναρέτων και αγίων ανδρών παρά του τότε τυραννικώς διαδεξαμένου την αρχήν Σιατοπόλκου, αναχώρησεν ο Όσιος Αντώνιος εκείθεν και επέστρεψεν εις το Άγιον Όρος προς τον άγιον αυτού Γέροντα Θεόκτιστον. Αλλά μη δυνάμενος να μένη μετά πολλών, ως γλυκανθείς του μέλιτος της ησυχίας, αδεία του Ηγουμένου και Γέροντος αυτού ησύχασεν εις το άνωθεν της Μονής κείμενον όρος, Σαμάρειαν καλούμενον, εις τον τόπον όπου την σήμερον υπάρχει ο επ’ ονόματι αυτού τιμώμενος ιερός Ναός, άκραν άσκησιν μετερχόμενος. Αλλ’ επειδή ο ευσεβέστατος Ιαροσλάβος, πολεμήσας τον ασεβή εκείνον Σιατοπόλκον, ανέβη εις τον θρόνον του κράτους εν Κιέβω και συνήθροισε τους διασκορπισθέντας Μοναχούς εγείρας Ναούς ιερούς, απεκαλύφθη και πάλιν εις τον άγιον Γέροντα ίνα αποστείλη τον Αντώνιον εις Ρωσίαν· όθεν προτρεψάμενος αυτόν και προφητεύσας ότι μέλλει να γίνη πατήρ πολλών Μοναχών προέπεμψεν αυτόν εις Ρωσίαν, ένθα μετά πολλούς αγώνας ασκητικούς ήγειρε δια προστασίας της Θεοτόκου την θαυμαστήν Μονήν Πετσέρσκβοϊ καλουμένην ένθα και οσίως κοιμηθείς εν Κυρίω ετάφη εν τω σπηλαίω.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΑ΄ (11η) Ιουλίου, μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος και Πανευφήμου ΕΥΦΗΜΙΑΣ,

Δημοσίευση από silver »

ότε τον τόμον του της πίστεως όρου των εξακοσίων τριάκοντα θεοφόρων Πατέρων, των εν Χαλκηδόνι συνελθόντων, τουτέστι της αγίας και Οικουμενικής Δ΄ Συνόδου εκράτυνεν.

Ευφημία η καλλίνικος Μάρτυς του Χριστού ήκμαζε κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού και Πρίσκου Ανθυπάτου Ρώμης, εν έτει σπη΄ (288), κατήγετο δε εκ Χαλκηδόνος, θυγάτηρ πατρός μεν Φιλόφρονος καλουμένου, μητρός δε Θεοδοσιανής. Διαβληθείσα λοιπόν ότι ωμολόγει τον Χριστόν, ετιμωρήθη δια τροχών και πυρός, και δια πολλών άλλων βασάνων· ύστερον δοθείσα εις τα θηρία, ίνα ταύτην σπαράξωσιν, έμεινεν εξ αυτών αβλαβής. Είτα εδήχθη υπό άρκτου, προσευχηθείσα δε παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού εν τω θεάτρω· το δε τίμιον αυτής λείψανον απετέθη εντός θήκης και ενεταφιάσθη εις τόπον τινά πλησίον της Χαλκηδόνος, όπου παρέμεινεν επ’ αρκετούς χρόνους, ιάσεις βρύον παντοδαπάς και θαύματα άπειρα επιτελούν. Μετά παρέλευσιν δε πολλού χρόνου, όταν εξηπλώθη η ευσέβεια εις τον κόσμον, έγινε τοιούτον παράδοξον. Εις τας ημέρας Θεοδοσίου του Μικρού, εν έτει 410, εις Μοναχός και Ιερεύς, Ευτυχής μεν κατά το όνομα δυστυχής δε κατά τον νουν, εγένετο αρχηγός αιρέσεως, ισχυριζόμενος ο φρενοβλαβής, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός έχει μίαν μόνην φύσιν, την της Θεότητος, και μίαν μόνην ενέργειαν, επίσης την της Θεότητος· καθηρέθη δε ούτος υπό του Αγίου Φλαβιανού, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, πλην μεταχειριζόμενος ο άθλιος όργανα τους του βασιλέως αθέους ευνούχους, δεν έπαυε ταράττων την Εκκλησίαν και ενέδρας ποιών, έως ου ο βασιλεύς Θεοδόσιος ετελεύτησεν. Όταν δε ο Μαρκιανός εβασίλευσε μετά της Πουλχερίας, διέταξε να συγκροτηθή Οικουμενική Σύνοδος εις Χαλκηδόνα, κατά το έτος τετρακόσια πεντήκοντα εν (451) δια να εξετάση την υπόθεσιν. Συνελθόντες λοιπόν εν Χαλκηδόνι εξακόσιοι τριάκοντα Επίσκοποι συνεκρότησαν την Αγίαν Δ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον. Τότε, αφού πολλά συνεζήτησαν, κατεδίκασαν και ανεθεμάτισαν τον Ευτυχή και τον τούτου ακόλουθον Διόσκορον ως και πάντας τους μίαν φύσιν και μίαν ενέργειαν επί Χριστού βλασφημούντας. Επειδή όμως οι αιρετικοί δεν επείθοντο εις τα δόγματα της Αγίας Συνόδου, μετήλθον άλλον τρόπον οι άγιοι Πατέρες. Αμφότερα τα μέρη, το των Ορθοδόξων δηλαδή και το των κακοδόξων Μονοφυσιτών, έγραψαν τα υπ’ αυτών πιστευόμενα και κηρυττόμενα εις τόμον ξεχωριστόν έκαστον μέρος· ανοίξαντες δε την θήκην την περιέχουσαν το τίμιον λείψανον της Αγίας Ευφημίας, απέθεσαν τα δύο ταύτα βιβλία επί του στήθους της Αγίας εσφραγισμένα· ανοίξαντες δε πάλιν, μεθ’ ωρισμένας ημέρας, είδον και εξέστησαν· διότι τον μεν τόμον των αιρετικών εύρον ερριμμένον κάτωθεν των ποδών της Αγίας, τον δε τόμον των Ορθοδόξων, τον περιέχοντα τον όρον και την απόφασιν της Αγίας Συνόδου, κρατούμενον υπό της Μάρτυρος εις τας αγκάλας της. Τούτου δε γενομένου, εθαύμασαν άπαντες δια το τοιούτον παράδοξον· εκ τούτου οι μεν Ορθόδοξοι εστηρίχθησαν εις την πίστιν και εδόξασαν τον Θεόν, τον ποιούντα καθ’ εκάστην μεγάλα και παράδοξα θαύματα προς επιστροφήν και διόρθωσιν των πολλών, οι δε αιρετικοί Μονοφυσίται κατησχύνθησαν. Τούτο λοιπόν το χάριτας βρύον ιερόν λείψανον της Αγίας μετεκομίσθη ακέραιον εκ Χαλκηδόνος εις Κωνσταντινούπολιν, προ της αλώσεως αυτής, όπου και ο τότε αοίδιμος Πατριάρχης Κωνσταντίνος ήγειρε Ναόν προς τιμήν της Αγίας. Γενομένης δε της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων και μετατεθέντων πάντων των ιερών λειψάνων εν τω πανσέπτω Ναώ των Αγίων Αποστόλων, εις τον οποίον μετεφέρθη τότε και το Πατριαρχείον, μετετέθη εκεί και το λείψανον της Αγίας. Εκείθεν μετατεθέντος και πάλιν του Πατριαρχείου εις τον Ιερόν Ναόν της Παμμακαρίστου, μετεκομίσθη εκεί ομού μετά των λοιπών και το ιερόν λείψανον της Αγίας. Επειδή δε κατά τας πικράς εκείνας ημέρας της αιχμαλωσίας δεν έπαυον οι κατακτηταί να μεταχειρίζωνται κάθε είδους πικρίαν κατά των Χριστιανών, αρπάζοντες μεταξύ των άλλων τους ιερούς Ναούς και μετατρέποντες αυτούς εις τζαμία, ήρπασαν και τον Ναόν της Παμμακαρίστου και ως εκ τούτου το Πατριαρχείον μετεφέρθη εκ νέου εις τον πάνσεπτον Ναόν του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του τροπαιοφόρου, εν Φαναρίω, όπου και νυν ευρίσκεται. Μετηνέχθη τότε εκεί και το ιερόν λείψανον της Αγίας, όπερ θεία ευδοκία διασώζεται μέχρι της σήμερον, τιμώμενον και σεβόμενον όχι μόνον παρά των ευσεβών και Ορθοδόξων Χριστιανών, αλλά και παρά των ετεροδόξων, βρύον ιάματα εις τους μετ’ ευλαβείας προσερχομένους. Καθιερώθη δε το ιερόν λείψανον της Αγίας εν τω ρηθέντι πανσέπτω Ναώ του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, εις το δεξιόν μέρος αυτού, το οποίον έγινε και παρεκκλήσιον επ’ ονόματι της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Ευφημίας, ότε επί της πρώτης πατριαρχίας του τότε Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου ανωκοδομήθησαν εκ βάθρων τα Πατριαρχεία και αι λοιπαί εν τη πατριαρχική αυλή οικοδομαί. Τελείται δε η μνήμη και πανήγυρις της Αγίας κατά την ια’ (11ην) του Ιουλίου, καθ’ ην συναθροίζονται τα πλήθη των Ορθοδόξων, ανδρών τε και γυναικών της τε Κωνσταντινουπόλεως και των περιχώρων αυτής, και πολλοί των ετεροδόξων και οι μετ’ ευλαβείας προσερχόμενοι και ασπαζόμενοι το ιερόν αυτής λείψανον αξιούνται πολλών ιαμάτων.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”