Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΒ΄ (12η) Ιουλίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΠΡΟΚΛΟΥ και ΙΛΑΡΙΟΥ.

Δημοσίευση από silver »

Πρόκλος και Ιλάριος οι Άγιοι Μάρτυρες ήκμασαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Τραϊανού και Μαξίμου ηγεμόνος, εν έτει ρστ΄ (106), κατήγοντο δε εκ της χώρας των Καλλίπων, κειμένης πλησίον της Αγκύρας. Συλληφθείς λοιπόν πρώτος ο Άγιος Πρόκλος και ομολογήσας τον Χριστόν ενώπιον του βασιλέως, παρεδόθη εις τον ηγεμόνα Μάξιμον όπως τιμωρηθή. Όθεν κατά προσταγήν του ηγεμόνος οι στρατιώται, καταξέσαντες πρώτον τον Άγιον, κατέκαυσαν έπειτα με ανημμένας λαμπάδας τα μέλη του, τα οποία είχον πληγωθή εκ των ξεσμών· μετά ταύτα δ’ εκρέμασαν αυτόν επί ξύλου και προσέθεσαν εις τον πόδα του πέτραν βαρείαν. Ύστερον απεφάσισεν ο ηγεμών να θανατωθή ο Άγιος δια βελών. Φερόμενος λοιπόν ο τρισμακάριος αθλητής εις τον τόπον της τιμωρίας συναντά καθ’ οδόν τον ανεψιόν του Ιλάριον, ο οποίος, επειδή εχαιρέτισε τον θείον του, συνελήφθη και αυτός υπό των Ελλήνων. Και ο μεν Άγιος Πρόκλος, καταπληγωθείς εκ της πληθύος των βελών, απήλθε προς Κύριον και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. Ο δε Άγιος Ιλάριος, ερωτηθείς και ομολογήσας εαυτόν Χριστιανόν, κρεμασθείς εδάρη, έπειτα εσύρθη κατά γης επί τρία μίλλια, έπειτα δε απεκεφαλίσθη και ενεταφιάσθη μετά του θείου του Αγίου Πρόκλου. Τελείται δε η αυτών σύναξις και εορτή εις το Μοναστήριον της Υπατίας, πλησίον εις τον τόπον τον λεγόμενον Ματρώνα.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΒ΄ (13η) Ιουλίου, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΓΟΛΙΝΔΟΥΧ της εκ Περσίδος, της μετονομασθείσης ΜΑΡΙΑΣ.

Δημοσίευση από silver »


Μαρία η ένδοξος Μάρτυς του Χριστού, η πρώην ονομαζομένη Γολινδούχ, κατήγετο εκ της Περσίας, έχουσα άνδρα αρχιμάγον, κατά τους χρόνους Χοσρόου μεν του βασιλέως Περσών, Μαυρικίου δε του βασιλέως Ρωμαίων εν έτει φπδ΄ (584). Ελθούσα δε εις έκτασιν, βλέπει Άγγελον Θεού, όστις έδειξεν εις αυτήν τόπον σκοτεινόν και πλήρη πυρός, εντός του οποίου είδε τους προγόνους της, οι οποίοι ελάτρευσαν τα είδωλα. Έδειξε δε εις αυτήν και άλλον τόπον φωτεινόν, εντός του οποίου ηυφραίνοντο και εχόρευον οι του Χριστού λάτραι· θέλουσα δε και αυτή να εισέλθη εντός του φωτεινού εκείνου τόπου, ημποδίζετο υπό του φαινομένου Αγγέλου, όστις έλεγεν εις αυτήν, ότι εις τον τόπον εκείνον δεν δύνανται να εισέλθουν οι άπιστοι. Ευθύς λοιπόν, μετά την οπτασίαν εκείνην, συνελθούσα εις εαυτήν η μακαρία, επίστευσεν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθη, μετονομασθείσα Μαρία. Όθεν δια την αιτίαν ταύτην καταδικασθείσα υπό τε του ανδρός της και του βασιλέως των Περσών, εξωρίσθη εις το φρούριον το καλούμενον της Λήθης. Εις το φρούριον αυτό διήλθεν η αοίδιμος δεκαοκτώ έτη σκληρώς βασανιζομένη· επειδή δε δεν επείσθη να αρνηθή τον Χριστόν, ερρίφθη εις λάκκον εντός του οποίου υπήρχε δράκων, όστις επροξένει μέγαν φόβον εις τους πλησιάζοντας. Εκεί η Αγία διελθούσα τέσσαρας μήνας τοσούτον ημέρωσε τον δράκοντα, ώστε ούτος εστηρίζετο επ’ αυτής και ανεπαύετο· εις το διάστημα δε εκείνο δεν έδωκαν εις την Αγίαν να φάγη. Όθεν έλαβε χάριν παρά Θεού να μη ενοχλήται πλέον εκ της πείνης, μηδέ να χρειάζηται ανθρωπίνην τροφήν. Έπειτα εξήγαγον την Μάρτυρα εκ του λάκκου, και παραστήσαντες αυτήν εις τον υιόν του Χοσρόου, την έδειραν τόσον δυνατά, ώστε εκ του δαρμού εσχίσθη ο μαστός της. μετά ταύτα έβαλον την κεφαλήν της Αγίας εντός σάκκου πλήρους τέφρας εκ καμίνου, ούτω δε κατεκλείσθη μόνη εντός τινος τόπου. Διαφυλαχθείσα δε αβλαβής υπό της θείας χάριτος, ερρίφθη εις πορνοστάσιον, όπου προσετάχθησαν ασελγείς τινες να ατιμάσωσι το σώμα της Αγίας· εκείνοι δε οσάκις εισήρχοντο, δεν εύρισκον αυτήν, διότι εκρύπτετο παραδόξως καθισταμένη αόρατος και δεν την έβλεπον. Σφραγισθείσα δε η Αγία εις το λαιμόν και φερομένη ίνα αποκεφαλισθή, ελυτρώθη αοράτως υπό θείου Αγγέλου, όστις εξήγαγεν εκ του λαιμού της σώαν την σφραγίδα την οποίαν είχε και παρεκίνησε τον δήμιον να την αφήση και να μη την αποκεφαλίση. Επειδή δε η Αγία ελυπείτο διότι δεν έπαθε δια τον Χριστόν, τούτου ένεκα εφάνη εις αυτήν θείος Άγγελος, κρατών ξίφος εις τας χείρας του, δια του οποίου εκτύπησεν αυτήν εις τον λαιμόν, εφάνη δε ότι την έκοψεν· εκ της τομής δε εκείνης εξήλθεν αίμα το οποίον εκοκκίνησε τα ενδύματά της, και ταύτα πολλάς ιατρείας εποίησαν. Τότε η Αγία απήλθεν εις τα Ιεροσόλυμα, προσκυνήσασα δε τους Αγίους Τόπους, ήλθεν εις τινα Μοναστήρια, εντός των οποίων ευρίσκετο η αίρεσις του μονοφυσίτου Σεβήρου. Προσευχηθείσα δε εζήτησε παρά Θεού να της αποκαλύψη, εάν πρέπη να επικοινωνήση μετ’ αυτών· όθεν βλέπει Άγγελον, ο οποίος εκράτει δύο ποτήρια, το μεν σκοτεινόν, το δε άλλο φωτεινόν, εδείκνυε δε εις αυτήν, ότι το μεν φωτεινόν ποτήριον δηλοί την Καθολικήν Εκκλησίαν, το δε σκοτεινόν την συναγωγήν των αιρετικών. Επειδή δε ο τότε Πατριάρχης των Ιεροσολύμων παρεκάλεσεν αυτήν να υπάγη εις Κωνσταντινούπολιν, ίνα ευχηθή τους ευσεβείς βασιλείς, απεκρίθη εις αυτόν, ότι εγγίζει η προς Θεόν αυτής εκδημία και μετάστασις. Φθάσασα λοιπόν μεταξύ των τόπων Νιτζίβεως και Λαράς εις τον ευκτήριον Ναόν του Αγίου Σεργίου, εκεί δε ευχαριστήσασα τον Θεόν ησθένησεν ολίγον· είτα ζητήσασα παρά Θεού την σωτηρίαν όλου του κόσμου, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Αυτού. Τελείται δε η αυτής σύναξις και εορτή εις τον μαρτυρικόν Ναόν του Αγίου Τρύφωνος, ο οποίος κείται πλησίον της Αγίας Ειρήνης της παλαιάς και νέας.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΔ΄ (14η) Ιουλίου, μνήμη του Οσίου και θεοφόρου πατρός ημών ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ του Αγιορείτου και σοφωτάτου

Δημοσίευση από silver »


Η αρετή είναι όντως μέγα και ουράνιον πράγμα, ως έχον πηγήν και αρχήν τον Θεόν, και ως τιμώσα και δοξάζουσα τους φίλους και εργάτας αυτής. Δι’ αυτής ετιμήθησαν οι Άγιοι Προφήται, εμεγαλύνθησαν οι θεηγόροι Απόστολοι, ηνδραγάθησαν οι καλλίνικοι Μάρτυρες, ελαμπρύνθησαν οι θεοειδείς Ιεράρχαι και ωκειώθησαν τω Θεώ οι απ’ αιώνος θεοφόροι Πατέρες. Δια της αρετής ειργάσαντο «ξένα και παράδοξα» εν τω κόσμω οι αγαπήσαντες ολοψύχως τον Θεόν Άγιοι και ανεδείχθησαν πολύφωτοι φωστήρες, «λόγον ζωής επέχοντες» και φαίνοντες «από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών», προς φωτισμόν «των εν σκότει και σκιά θανάτου» κατά την θείαν ρήσιν και προς σωτηρίαν ψυχών αιώνιον. Η αρετή αναδεικνύει τον άνθρωπον μακάριον, Άγγελον επίγειον, πλήρη θείου φωτός, σιωπώντα και λαλούντα και ορώμενον, έμψυχον στηλογραφίαν παντός καλού και λυσιτελούς, κληρονόμον Θεού, συγκληρονόμον Χριστού. Της αρετής φίλος γνήσιος και αληθής εργάτης και μυσταγωγός και υποφήτης «έργω και λόγω» υπήρξε και ο θεοφόρος Νικόδημος, ο μέγας της Εκκλησίας και πολύσοφος διδάσκαλος, το θαύμα των εν Άθω μοναστών, ο φαεινός εωσφόρος της ουρανίου σοφίας και της εν Χριστώ ζωής, ο εν εσχάτοις λάμψας καιροίς και καταφωτίζων της οικουμένης τα πέρατα δια των θεοσόφων αυτού συγγραμμάτων· η εύηχος σάλπιξ του Αγίου Πνεύματος· η μελίρρυτος και σοφωτάτη γλώσσα, η εν «δυνάμει λόγου» διατρανούσα και αναπτύσσουσα τα ρήματα της αιωνίου ζωής και τα των Πατέρων συνεπτυγμένα νοήματα· της ασκητικής ζωής ο πρακτικώτατος υφηγητής· των πνευματικών αναβάσεων ο θεοειδής μυστογράφος και των εν αυταίς ελλάμψεων ο θείος εκφάντωρ· της Ορθοδόξου Εκκλησίας «ο στύλος και το εδραίωμα» και το εξαίρετον καύχημα, και πάσης αιρετικής και κακοφώνου διδαχής ο ισχυρότατος καθαιρέτης· ο πολυειδώς και πολυτρόπως δοξάσας τον Θεόν, και επαξίως παρά Θεού δοξασθείς. «Τους δοξάζοντάς με δοξάσω», λέγει Κύριος Παντοκράτωρ. Ούτος ο πολύς εν σοφία και μέγας εν αρετή, ο περιφανής της Εκκλησίας φωστήρ και διδάσκαλος, το στόμα των πάλαι Οσίων διδασκάλων θείος Νικόδημος, εγεννήθη εν τη νήσω των Κυκλάδων Νάξω, κατά το σωτήριον έτος 1749, εκ γονέων ευσεβών και εναρέτων, Αντωνίου και Αναστασίας, το επίθετον Καλλιβούρση. Δια του αγίου Βαπτίσματος ωνόμασαν αυτόν Νικόλαον, και πρώτοι ούτοι εγαλούχησαν τον υιόν των δια των ζωηφόρων της πίστεως ναμάτων, εκ βρεφικής ηλικίας. Τρανή απόδειξις της θερμής των γονέων του Οσίου ευσεβείας, και μάλιστα της μητρός αυτού, είναι το γεγονός, ότι βραδύτερον αύτη εγένετο Μοναχή, άρασα τον ελαφρόν του Κυρίου ζυγόν, μετονομασθείσα Αγάθη. Εξ απαλών ονύχων εφαίνετο ο Όσιος οποίος έμελλε να αποβή μετά ταύτα· διότι ήτο λίαν προσεκτικός και φρόνιμος, καίτοι εν παιδική ηλικία, αποφεύγων τας ματαίας συναναστροφάς, και παν δυνάμενον να επιφέρη βλάβην εις τον έσω άνθρωπον. Επιμέλεια ηθών, αγχίνοια έξοχος, τρόπων ευκοσμία, ζήλος περί τα καλά και ωφέλιμα, αγάπη προς την θύραθεν και την κατά Θεόν παιδείαν, ήσαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του νεαρού Νικολάου. Αλλά πλέον πάντων διεκρίνετο δια την μεγάλην οξύτητα του νοός, την ακριβή διορατικότητα, την λαμπράν ευφυϊαν και την απέραντον μνήμην, δι’ ων κατέπληττεν όχι μόνον τους συνομήλικας, αλλά και πάντας τους ορώντας τοσαύτα εξαίρετα προσόντα και αγλαά προτερήματα εν τοιαύτη νεαρά έτι ηλικία. Τα πρώτα γράμματα εδιδάχθη εν τη Νάξω, εν τη ιδιαιτέρα αυτού πατρίδι Χώρα, παρά του ιερέως της ενορίας του, παρά του οποίου και εδιδάσκετο συγχρόνως την προς τον Χριστόν αγάπην και προς την αγίαν αυτού Εκκλησίαν, και παν ωφέλιμον και λυσιτελές, και τον οποίον ιερέα μετ’ ευλαβείας και προθυμίας εξυπηρέτει, διακονών κατά την τέλεσιν της θείας Λειτουργίας και τας λοιπάς ιεροπραξίας. Καταρτισθείς ούτω καταλλήλως ο μακάριος παρά του ευλαβούς ιερέως της ενορίας, εφοίτησεν ύστερον εις την εν Νάξω σχολήν, εν τη οποία εδιδάχθη τα θύραθεν και τα ιερά γράμματα παρά του εναρέτου και σοφού διδασκάλου του γένους Αρχιμανδρίτου Χρυσάνθου, αδελφού του θαυμαστού και περιβοήτου «εν λόγω και έργω και ανατροφή» ισαποστόλου και ιερομάρτυρος Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Είναι δε γνωστόν, ότι εις την Νάξον, τη μερίμνη των λογίων Αρχιερέων Θεωνά, Αθανασίου, Ιωάσαφ και άλλων, είχεν ιδρυθή σχολή, η οποία από του 1770 και εντεύθεν ανεκαινίσθη. Από δε του 1781 εγκατεστάθη εν τη Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου, ένθα ελειτούργει μέχρι του 1821. Εις την σχολήν ταύτην εχρημάτισε διευθυντής ο ρηθείς Αρχιμανδρίτης Χρύσανθος ο Αιτωλός, και εδίδαξεν εν συνεχεία μέχρι του θανάτου αυτού, επισυμβάντος εν έτει αψπε΄ (1785). Τοιούτου διδασκάλου τυχών ο νεαρός Νικόλαος εξεπαιδεύθη θαυμασίως ως έδει και εξεκαύθη η φιλόθεος αυτού καρδία προς πλείονα παιδείαν και εκμάθησιν ανωτέρων γνώσεων. Άγων δε το 16ον έτος της ηλικίας, ωδηγήθη υπό του πατρός αυτού εις Σμύρνην, εις την λαμπράν Ελληνικήν σχολήν της πόλεως ταύτης, την ονομασθείσαν αργότερον και γενομένην περιάκουστον ως Ευαγγελικήν Σχολήν, και εισήχθη ως οικότροφος εν τω μαθητικώ αυτής κοινοβίω. Ενταύθα έσχε σπουδαιότερον διδάσκαλον, τον επιφανή κατά την εποχήν εκείνην δια την παιδείαν και ονομαστόν δια την αρετήν Ιερόθεον Βουλισμάν τον Ιθακήσιον, και παρέμεινεν εν τη σχολή επί 5 έτη. Προκόπτων ο μακάριος εις τα μαθήματα κατέπληττε τους πάντας δια τας θαυμασίας αυτού επιδόσεις, την πλουσιωτάτην μνήμην, την φωτεινήν κρίσιν, αλλά και δια την άκραν επιμέλειαν των ηθών και την χρηστότητα των τρόπων. Δι’ αυτόν θα ηδύνατο να λεχθή ό,τι ο Θεολόγος Άγιος Γρηγόριος είπε δια τον Μέγαν Βασίλειον. «Ποίον είδος ουκ επήλθε παιδεύσεως; Μάλλον δε ποίον ου μεθ’ υπερβολής ως μόνον; Ούτω μεν άπαντα διελθών, ως ουδείς εν· ούτω δε εις άκρον έκαστον, ως των άλλων ουδείς». Μαθητεύων εν τη σχολή ταύτη ο νεαρός Νικόλαος εγίνετο διδάσκαλος των συμμαθητών αυτού, αναλύων, αποσαφηνίζων και εκμανθάνων εις αυτούς όσα δεν κατώρθωναν κατά τας ώρας της διδασκαλίας να αντιληφθώσι και εννοήσωσι σαφώς. Δια την προθυμίαν του αυτήν, αλλά και δια την όλην καλωσύνην του και τα λοιπά περικοσμούντα αυτόν χαρίσματα, ετύγχανε κατ’ εξοχήν αγαπητός εκ μέρους των συμμαθητών του, ώστε να προθυμοποιούνται και επιδιώκουν ούτοι να τον αντικαθιστούν εις τας διαφόρους υπηρεσίας του οικοτροφείου, παρά τας διαμαρτυρίας και αντιρρήσεις του. Αυτός ούτος ο διδάσκαλος Ιερόθεος, εκτιμών την λαμπράν θεολογικήν και λοιπήν βαθείαν μόρφωσιν και αρετήν του Νικολάου, έγραφε βραδύτερον προς αυτόν, αναχωρήσαντα πλέον εκ της σχολής. «Ελθέ, υιέ μου, καν τώρα εις το γήρας μου, να σε αφήσω μετά θάνατον εις το σχολείον διδάσκαλον, ότι δεν έχω πλέον άλλον ωσάν σε όμοιον εις την προκοπήν». Εν τη σχολή ταύτη εδιδάχθη και εξέμαθε, πλην των εγκυκλίων μαθημάτων, των θεολογικών γραμμάτων και των αρχαίων Ελληνικών, την Λατινικήν, την Ιταλικήν και την Γαλλικήν γλώσσαν. Η δε επίδοσίς του και η γνώσις της αρχαίας Ελληνικής γλώσσης είναι τω όντι σπανία, ήτις θαυμασίως διαλάμπει εις πάντα τα έργα αυτού. Εγένετο βαθύς κάτοχος αυτής, δυνάμενος να γράφη και να εκφράζηται εις οιανδήποτε μορφήν των ιστορικών φάσεων και παραλλαγών της γλώσσης ημών. Μετά της ιδίας ευχερείας, δια της οποίας εξήγει εις την απλοελληνικήν τα ιερά κείμενα προς κατανόησιν αυτών υπό του λαού, συνέτασσε και τα αρχαιοπρεπέστατα επιγράμματα εις την Ομηρικήν διάλεκτον. Κατά το 1770 εξ αιτίας των υπό των Τούρκων κατά των Χριστιανών εν Σμύρνη διωγμών και σφαγών, εξαγριωθέντων δια την πυρπόλησιν του στόλου αυτών υπό των Ρώσων παρά τον Τσεσμέν, ανεχώρησεν εκείθεν και επανήλθεν εις την πατρίδα αυτού Νάξον, ένθα ο τότε Μητροπολίτης Παροναξίας Άνθιμος Βαρδής προσέλαβεν αυτόν ως γραμματέα και ακόλουθόν του, έχων σκοπόν να προπαρασκευάση αυτόν αρμοδιώτερον «επί τα τελεώτερα της χάριτος» και εισαγάγη κατόπιν εις το ιερατικόν στάδιον, «εις διακονίαν Κυρίου». Επί 5 έτη έμεινε πλησίον του Ανθίμου εν Νάξω, όπου και τω εδόθη ευκαιρία να γνωρισθή μετά των οσιωτάτων και εναρέτων Αγιορειτών Ιερομονάχων Γρηγορίου και Νήφωνος και του Μοναχού Αρσενίου, ανδρών τη αληθεία τους πλείστους υπερεχόντων τη αρετή και σεμνότητι. Ούτοι αφηγήθησαν αυτώ τα της μαναχικής ζωής και αγγελικής πολιτείας των ασκητών εν Αγίω Όρει, και εμύησαν τα της νοεράς προσευχής, γνωρίσαντες τούτον κατάλληλον και επιδεκτικόν των μυστηρίων της μακαρίας ταύτης εργασίας. Εκ της συναναστροφής και συνομιλίας μετά των Οσίων τούτων ανδρών ηχμαλωτίσθη η καρδία του μακαρίου προς ένθεον ζήλον και ανεφλέγη προς πόθον της αγγελικής ζωής των μοναστών του Άθωνος. Επειδή δε πολλά είχεν ακούσει περί της αρετής και σοφίας του Μητροπολίτου Κορίνθου Αγίου Μακαρίου του Νοταρά, ήλθε και συνήντησεν αυτόν εις Ύδραν, διατρίβοντα εκεί, δια να ενισχυθή και φωτισθή παρ’ αυτού έτι περισσότερον εις την κατά Χριστόν ασκητικήν ζωήν, προς την οποίαν είχεν ήδη κατευθύνει όλην την ροπήν της ψυχής του. Εκ της αγίας αυτής συναντήσεως ανεπτύχθη στενός και ισόβιος εν Πνεύματι Αγίω σύνδεσμος και βαθεία αγάπη και εκτίμησις μεταξύ των δύο τούτων αγίων και θεοφόρων ανδρών. Εκεί εγνώρισεν επίσης τον περιβόητον δια την αρετήν αυτού Μοναχόν Σίλβεστρον τον Καισαρέα, έξω της νήσου εν κελλίω ερημικώ ασκούμενον, «τον υψίνουν και πλατύνουν, το μέλι της ησυχίας και θεωρίας τρεφόμενον», παρά του οποίου επί πλέον εξεκαύθη και ανεπτερώθη εις την αγγελικήν των Μοναχών πολιτείαν και διαγωγήν. Καιομένην έχων ήδη την καρδίαν προς την εν πνεύματι μακαρίαν ζωήν και τα τελειότερα του Πνεύματος χαρίσματα, λαβών συστατικά παρά του ρηθέντος Γέροντος Σιλβέστρου γράμματα, ανεχώρησεν εκ της Νάξου κατά το 1775 δια το Άγιον Όρος αρνησάμενος κόσμον και εαυτόν, κατά την του Κυρίου φωνήν, επιθυμών να άρη τον γλυκύν και χρηστόν του Σωτήρος Σταυρόν. Κατά την αναχώρησίν του εκ Νάξου συνέβη το εξής περιστατικόν, δεικνύον τον διάπυρον ζήλον του Νικολάου προς την μοναχικήν ζωήν. Κατελθών εις τον αιγιαλόν εύρεν ιστιοφόρον ετοιμαζόμενον προς αναχώρησιν δι’ Άγιον Όρος, και μεγάλως εδόξασε τον Θεόν επί τη εκπληρώσει του πόθου του. Παρεκάλεσε τότε τον πλοίαρχον να παραλάβη και αυτόν, όστις τω υπεσχέθη ότι την στιγμήν της αναχωρήσεως θα τον ειδοποιήση. Αλλά τις οίδε διατί, ανεχώρησε χωρίς να ειδοποιηθή ο Όσιος, όστις ιδών παρ’ ελπίδα το πλοίον αναχωρούν, ήρχισε να φωνάζη και να θρηνή διατί τον εγκατέλειψαν, και συγχρόνως έρριψεν εαυτόν εις την θάλασσαν, σκοπόν έχων να φθάση κολυμβών το αναχωρούν πλοίον. Ιδόντες τούτο οι ναύται επέστρεψαν και τον παρέλαβον και αποπλεύσαντες εκείθεν έφθασαν αισίως εις Άγιον Όρος. Aποβιβασθείς εν Αγίω Όρει ο Νικόλαος εχάρη χαράν μεγάλην σφόδρα, και ελθών κατά τας οδηγίας του ρηθέντος γέροντος Σιλβέστρου εις την Ιεράν και ευαγή Μονήν του Αγίου Διονυσίου, τιμωμένην επ’ ονόματι του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, εύρεν εκεί πλείστους οσίους άνδρας, κεκοσμημένους πάση αρετή και σεμνότητι και ασκητικοίς χαρίσμασι, μεταξύ των οποίων τους Γέροντας Μακάριον μετά του πατρός αυτού, Αβράμιον και άλλους εν ευλαβεία και οσιότητι ασκουμένους τον πνευματικόν αγώνα, θαυμάσας δε την αρετήν αυτών, εκοινοβίασεν εν τη Ιερά και σεβασμία ταύτη Μονή. Ενταύθα πνέων θείου ζήλου προς την κατά Χριστόν οσίαν ζωήν, και αποβαλών πλήρως παν κοσμικόν φρόνημα και νόημα, εκάρη Μοναχός, λαβών το μικρόν σχήμα, και μετωνομάσθη από Νικολάου, όπου ωνομάζετο πρότερον Νικόδημος. Γνωρίσαντες οι αδελφοί της Μονής τα εξαίρετα χαρίσματα και την βαθείαν παιδείαν και γνώσιν του, έτι δε εκτιμήσαντες την θερμήν αυτού ευλάβειαν και την λοιπήν σπουδήν και προθυμίαν προς τους κανόνας και τας τάξεις της οσίας και σεμνής κοινοβιακής ζωής και το υποδειγματικόν αυτού ήθος, διώρισαν αυτόν αναγνώστην και γραμματέα της Μονής. Εν τη Ιερά ταύτη Μονή ο Όσιος Νικόδημος υπήρξε τύπος εν πάσιν απαράμιλλος, τόσον εν τη ανατεθείσα αυτώ διακονία, όσον και εν ταις πνευματικαίς πράξεσι, δια των οποίων ημέραν εξ ημέρας προήγετο «τοις έμπροσθεν επεκτεινόμενος», υποτάσσων την σάρκα τω πνεύματι και λαμπρύνων τον νουν δια της μελέτης του κρείττονος, και προετοιμάζων εαυτόν δια τους τελειοτάτους αγώνας της θεοποιού ησυχίας και της άκρας κατά Χριστόν φιλοσοφίας, εν οις ανεδείχθη δοκιμώτατος και μέγας εν έργω και λόγω επί τοσούτον, ώστε πάντες έχαιρον και εθαύμαζον. Κατά το 1777 επεσκέψατο το Άγιον Όρος ο Κορίνθου Άγιος Μακάριος, ο γνωρίσας τον ιερόν Νικόδημον εν Ύδρα, και αφού προσεκύνησε τας Ιεράς Μονάς, ήλθεν εις Καρυάς και κατέλυσεν εις το κελλίον «Άγιος Αντώνιος» του συμπολίτου αυτού Δαβίδ. Ενταύθα εκάλεσε τον μακάριον Νικόδημον και προέτρεψεν αυτόν να επιθεωρήση προς έκδοσιν τα ογκωδέστατα πνευματικά βιβλία «Φιλοκαλίαν» και «Ευεργετινόν», και το περί «Θείας και ιεράς Μεταλήψεως» πονημάτιον αυτού, δώσας τας αφορμάς εις τον Όσιον άνδρα να επιδοθή εις τους υψηλούς πνευματικούς αγώνας, οίτινες ανέδειξαν αυτόν φωστήρα της Εκκλησίας αειλαμπέστατον και οικουμενικόν της ευσεβείας διδάσκαλον. Και ήρχισεν από της «Φιλοκαλίας», την οποίαν αφού διεξήλθε, τακτοποιήσας όπου ήτο ανάγκη τας εν αυτή περιεχομένας πνευματικάς και υψηλάς διδασκαλίας, συνέταξε γλαφυρώς εκάστου Οσίου συγγραφέως εν συνόψει τον βίον και της όλης βίβλου το λαμπρόν προοίμιον. Ακολούθως διώρθωσε τον «Ευεργετινόν», συντάξας και αυτού το θαυμάσιον προοίμιον, και εν τέλει διώρθωσε και επλάτυνε το «Περί συνεχούς Μεταλήψεως», άτινα παραλαβών ο Άγιος Μακάριος απήλθε προς εκτύπωσιν εις Σμύρνην. Μετά την αναχώρησιν του Αγίου Μακαρίου, ο θείος Νικόδημος παρέμεινεν εις Καρυάς, φιλοξενούμενος εις το εκεί κελλίον της Μεγίστης Λαύρας, τιμώμενον επ’ ονόματι του Αγίου Γεωργίου και κοινώς επονομαζόμενον των «Σκουρταίων», μετά των οποίων και συνεδέθη δι’ αρρήκτου εν Χριστώ φιλίας και αγάπης, ένθα επί εν έτος αντέγραψε την «Αλφαβηταλφάβητον», βιβλίον συγγραφέν υπό του Οσίου Μελετίου του Γαλησιώτου και Ομολογητού, και περιέχον πνευματικά διδάγματα στιχηδόν, και είτα επανήλθεν εις την Μονήν αυτού. Αγωνιζόμενος ο θείος Πατήρ εν τη Ιερά Μονή του Αγίου Διονυσίου τον καλόν της κατά Χριστόν ζωής και ασκήσεως αγώνα, και αναβάσεις καθ΄ εκάστην ημέραν εν τη καρδία αυτού ποιούμενος, ήκουσε την φήμην των αρετών του Κοινοβιάρχου Παϋσίου του Ρώσου, ευρισκομένου εις Μπογδανίαν (σημερινήν Ρουμανίαν), και έχοντος υπό τας πνευματικάς αυτού οδηγίας υπέρ τους χιλίους αδελφούς, τους οποίους συν τοις άλλοις εδίδασκε και την νοεράν πρσευχήν, απεφάσισε να μεταβή εκεί, ως άκρος εραστής της θεοποιού ταύτης νοεράς προσευχής. Αλλ’ αποπλεύσαντες του Άθωνος κατελήφθησαν υπό σφοδράς εν πελάγει τρικυμίας, κινδυνεύσαντες να πνιγώσι, και ηναγκάσθησαν να αλλάξουν κατεύθυνσιν, μετά πολλού δε κόπου προσήραξαν εις Θάσον, ένθα μετέβαλε σκοπόν. Επανελθών εις Άγιον Όρος, δεν μετέβη εις την Μονήν του Αγίου Διονυσίου, αλλά καταφλεγόμενος υπό του έρωτος της ησυχίας προς απερίσπαστον μελέτην των θείων Γραφών και αδιάλειπτον και αρρέμβαστον προσευχήν, ήλθε προσωρινώς εις το κελλίον των Σκουρταίων, μετά δε ταύτα εγκατεστάθη εν τινι δωματίω ησύχω και μεμονωμένω του κελλίου «Άγιος Αθανάσιος», όπου και ησύχασεν, επιδιδόμενος εις πνευματικάς μελέτας και αδιαλείπτους προσευχάς, δι ων ελαμπρύνετο ο νους του και ετρέφετο η ψυχή του, και εφαίνετο όλος θεοειδής και πλήρης ουρανίου γαλήνης και χάριτος. Ησχολείτο δε και εις αντιγραφήν κωδίκων προς πορισμόν των απαραιτήτως χρειωδών της ζωής. Εκεί συνέταξε τα ιδιόμελα και προσόμοια τροπάρια προς πλουτισμόν της ακολουθίας των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου, επ’ ονόματι των οποίων ετιμάτο ο Ναός του κελλίου. Μετά παρέλευσιν ολίγου καιρού ήλθεν εκ Νάξου και εγκατεστάθη εις την Σκήτην της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος (νυν Καψάλαν) ο λίαν ενάρετος Μοναχός Γέρων Αρσένιος ο Πελοποννήσιος, τον οποίον εγνώρισεν εν Νάξω ο θείος Νικόδημος, και εκ του στόματος του οποίου ήκουσε τα ουράνια και γλυκύτατα ρήματα περί της ασκητικής ζωής, και όλος ετρώθη εξ αυτών προς τα κρείττονα χαρίσματα. Μαθών την έλευσιν τούτου ο θείος Πατήρ, ήλθεν εις την Σκήτην του Παντοκράτορος, ευρών δε τούτον εγένετο υποτακτικός αυτού. Ενταύθα, εν τη Ιερά ταύτη Σκήτη, έστησεν ο αοίδιμος την παλαίστραν των ασκητικών αγώνων, αποδυθείς εις το μέγα στάδιον της ησυχίας, την οποίαν τοσούτον επόθει και ως διψώσα έλαφος επεδίωκε να εύρη. Ενταύθα, εν τη ποθητή ησυχία, ο θείος Πατήρ επεδόθη εξ ολοκλήρου εις τους μεγάλους πνευματικούς αγώνας της κατά Χριστόν ιεράς φιλοσοφίας, και «νυκτός και ημέρας μελετών εν τω νόμω του Θεού», και τας θεοπνεύστους Αγίας Γραφάς, και τους θεοσόφους Πατέρας της Εκκλησίας, επληρώθη θείας αγαλλιάσεως, και έγνω μυστήρια Θεού, ζων υπέρ τα ορώμενα. Τις να διηγηθή τους ενταύθα και απ’ εντεύθεν θείους αγώνας και καμάτους του μακαρίου Πατρός; Αρνησάμενος τελείως εαυτόν, και λιπών πάσαν φροντίδα περί τα υλικά, ενέκρωσεν ολικώς το φρόνημα της σαρκός δια της συντόμου νηστείας, της αδιαλείπτου νοεράς προσευχής, και των λοιπών κακουχιών της επιπόνου ασκητικής ζωής, δι’ ης όλος ελαμπρύνθη και ηγιάσθη. Εντεύθεν ως άλλος θεόπτης Μωϋσής ανήλθεν εις το όρος των αρετών, και εισήλθεν εις το υπέρφωτον γνόφον της εν Πνεύματι θεωρίας, και είδεν, ως ην ανθρώπω δυνατόν, τον αόρατον Θεόν, και ήκουσεν άρρητα ρήματα, και εδέχθη τον ενυπόστατον της χάριτος φωτισμόν και τας αϋλους ελλάμψεις και επιπνοίας του Παρακλήτου. Και εθεώθη κατά μέθεξιν, και εγένετο μακάριος και θεοειδέστατος, και Άγγελος μετά σώματος, και ένθους μύστης της ουρανίου γνώσεως, και εκφάντωρ ακριβέστατος της εν πνεύματι ζωής, διαπορθμεύων και σαφηνίζων ημίν δια «του λόγου της χάριτος» τους καρπούς και τα αγαθά αυτής, των οποίων ήτο πλήρης. Πληρωθείς εντεύθεν ο θείος Νικόδημος «χάριτος και σοφίας», και λαβών ουρανόθεν χάρισμα της διδασκαλίας, ανεδείχθη φαεινότατος φωστήρ της Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, μέγας διδάσκαλος του Χριστιανικού πληρώματος και κράτιστος αντίπαλος πάσης αιρέσεως και ετεροδόξου διδαχής. Ως ύδωρ αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον και τρυφής, κατά τον Δαβίδ, χειμάρρους ανέβλυσεν εκ του μακαρίου του στόματος ο λόγος της χάριτος και οι ποταμοί της διδασκαλίας, καταδροσίζοντες και καταρδεύοντες τόσον τους εν Αγίω Όρει Μοναχούς, όσον και την λοιπήν του Χριστού αγίαν Εκκλησίαν. Η δε αγία του χειρ ανεδείχθη «κάλαμος γραμματέως οξυγράφου», συγγράψασα πλήθος ιερών συγγραμμάτων και αγίων βίβλων, και πλείστους πνευματικούς και γλυκείς ύμνους και ασματικάς ακολουθίας εις διαφόρους Αγίους. Ολόκληρον βιβλιοθήκην αποτελούσι τα ιερά αυτού συγγράμματα, θεολογικά, δογματικά, ερμηνευτικά και ηθικά, εν οις διαφαίνεται το ύψος και το βάθος της παντοδαπού θείας και ανθρωπίνης γνώσεως, και το χύμα της ουρανίου σοφίας. Μυρίους κόπους και ιδρώτας κατέβαλεν ο θεοφόρος Νικόδημος, συγγράφων νύκτα και ημέραν τας ιεράς του διδαχάς, προς ωφέλειαν του πλησίον και πλουτισμόν της Αγίας ημών Εκκλησίας, την οποίαν τοσούτον κατελάμπρυνε και κατεκόσμησεν εν εσχάτοις χρόνοις. Κατά το 1782 ο Γέρων Αρσένιος εκ της Σκήτης του Παντοκράτορος απήλθεν εις την απέναντι του Άθω νησίδα Σκυροπούλαν, τον οποίον ηκολούθησεν ο θείος Νικόδημος. Η διαβίωσις εκεί υπήρξε πλήρης δυσκολιών και ταλαιπωριών. Εξ επιστολής την οποίαν έστειλεν εκείθεν εις τον εξάδελφόν του και Επίσκοπον Ευρίπου Ιερόθεον, πληροφορούμεθα δια το άγονον της νήσου, όπου μόνον «όρνεα, αι γρήες, ιχθυοφάγα, αιγιαλοίς και παραλίοις πέτραις ενδιαιτώμενα, νυκτινόμα και φωνήν απηχή αφιέντα, τοις κλαυθμηρισμοίς των νηπίων προσεοικυίαν» ήσαν οι μόνοι σύντροφοι. Και εκεί η ζωή του ήτο αγγελική και ουράνιος. Έζη ως άσαρκος και μόλις επήρκει, εργαζόμενος σκληρώς, εις τας στοιχειώδεις βιοτικάς ανάγκας. Και τούτο διότι προετίμησεν, όπως γράφει ο ίδιος, «τον εργατικόν και χειρωνακτικόν βίον, δικελλίτης γεγονώς και σκαπανεύς, σπείρων, θερίζων, και καθ’ εκάστην αλέθων και τάλλα πάντα ποιών, οις η πολύμοχθος χαρακτηρίζεται των ερημονήσων ζωή και πολυειδής περιπέτεια». Επί πλέον δε εκεί εστερείτο βιβλίων, αλλ’ έχαιρε «χαράν ανεκλάλητον και δεδοξασμένην», επιδιδόμενος εις την αδιάλειπτον νοεράν προσευχήν, δι’ ης κατενελάμπετο ο νους του και εδέχετο τας ουρανίους αποκαλύψεις και θείας μυήσεις της υπερκοσμίου σοφίας. Αλλά καίτοι εστερείτο πάντων, ζων ως Άγγελος, καίτοι αποφεύγων πάσαν επικοινωνίαν και φροντίδα μετά των έξω, δηλονότι του κόσμου, υπήκουσεν όμως εις την παράκλησιν του εξαδέλφου του Ιεροθέου, αποβλέπων εις την εκ τούτου ωφέλειαν, και έγραψε, κατά μικρά διαλείμματα «από της σκαφής και του χειρομύλωνος» θαυμάσιον πολυσέλιδον βιβλίον, πλήρες σοφίας θείας και ανθρωπίνης, κατωχυρωμένον δια πολλών μαρτυριών τόσον εκ των θείων Πατέρων, όσον και εκ των έξω σοφών, υπό τον τίτλον «Συμβουλευτικόν», καθό περιέχον συμβουλάς προς Αρχιερείς μεν ειδικώτερον, και προς πάντας τους πιστούς γενικώτερον. Το σοφόν τούτο σύγραμμα, εν ω διαπραγματεύεται παρί φυλακής αισθήσεων και του κατά τον έσω άνθρωπον αγώνος προς τελειοποίησιν, δεικνύει εξαιρετικώς την πλουσίαν εκ Θεού χάριν και την απέραντον μνήμην του μεγάλου τούτου πατρός, γράψαντος εν ερημονήσω, στερουμένου και αυτών των στοιχειωδών. Ο ίδιος θείος Πατήρ, χαριτολογών κάπως, έγραφε προς τον Ιερόθεον, ότι « κατά την εικόνα των αναμηρυκαζόντων ζώων… πάνθ’ όσα δι’ αναγνώσεως έφθη εντυπωθέντα τω, κατ’ Αριστοτέλη, αγράφω αβακίω της εμής φαντασίας, και κατά Πρόκλον, τοις ιεροίς σηκοίς του εμού νοός, ή μάλλον ειπείν το του θείου Δαβίδ, «άπερ εν τη καρδία μου έκρυψα θεία λόγια, όπως αν μη αμάρτω», ταύτα φημί (όσα δηλονότι τω προκειμένω σκοπώ συνετέλουν) αναπεμπάσας και μνημονεύσας, κατά την υπό των Πλατωνικών καλουμένην αναζωγράφησιν, τω ρυπώδει τουτωϊ Συμβουλευτικώ ενεχάραξα». Δια να τον ανακουφίση ολίγον εκ των στερήσεων της ερημικής ζωής ο Ιερόθεος του έστειλεν εις Σκυροπούλαν τροφάς, ενδύματα και σκεπάσματα, άτινα ευχαρίστων εδέχθη ο θείος Πατήρ. Κατά το 1783 επανήλθεν εις Άγιον Όρος και έλαβε το μέγα και αγγελικόν σχήμα παρά του οσιωτάτου Γέροντος Δαμασκηνού Σταυρουδά. Μετά πάροδον ολίγου καιρού εγκατεστάθη οριστικώς εις αγορασθείσαν καλύβην, ευρισκομένην άνωθεν του Κυριακού της Σκήτης του Παντοκράτορος, την λεγομένην του Θεωνά. Εν αυτή μετά εν έτος προσέλαβεν ως υποτακτικόν τον συμπολίτην αυτού Ιωάννην, μετονομασθέντα δια του αγγελικού σχήματος Ιερόθεον, όστις και υπηρέτησεν αυτόν επί έξ έτη. Ησυχάζων και εργαζόμενος εκεί το μέλι της αρετής, και καταλαμπόμενος υπό του φωτός του Αγίου Πνεύματος, συνέγραφε συνεχώς και εδίδασκε δια των σοφών και μελισταγών λόγων και πνευματικών νουθεσιών τους προσερχομένους αδελφούς, εκ των οποίων πλείστοι κατώκησαν εις τας πέριξ Καλύβας, δια να βλέπουν το χάριεν αυτού πρόσωπον και ακούουν την ουράνιον διδασκαλίαν του, διότι ως ελκύει ο μαγνήτης τον σίδηρον, ούτως είλκυε τους πάντας η επανθούσα χάρις εν τω Αγίω Νικοδήμω. Εκεί τη προτροπή του δια δευτέραν φοράν ελθόντος εις Άγιον Όρος, εν έτει αψπδ΄ (1784), αγαπητού του Μητροπολίτου Κορίνθου Αγίου Μακαρίου διώρθωσε και ητοίμασε προς έκδοσιν τα συγγράμματα του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Επίσης συνέθεσε το «Εξομολογητάριον», συνέλεξε και εκαλλώπισε το «Θεοτοκάριον», ομοίως τον «Αόρατον πόλεμον», το «Νέον Μαρτυρολόγιον» και τα «Πνευματικά Γυμνάσματα». Βιβλία πλήρη χάριτος θείας και ουρανίου σοφίας, διδάσκοντα αποχήν αμαρτίας και ειλικρινή μετάνοιαν, τους ποικίλους τρόπους προς απόκρουσιν των καθ’ ημών επιθέσεων του μισοκάκου εχθρού και τας ιεράς γυμνασίας της κατ’ ευσέβειαν πολιτείας. Κατ’ αυτόν τον καιρόν, τη προτροπή του σοφού διδασκάλου Αθανασίου του Παρίου, διδάσκοντος τότε εν Θεσσαλονίκη, και του Μητροπολίτου Ηλιουπόλεως Λεοντίου, περισυνέλεξεν εκ των βιβλιοθηκών του Αγίου Όρους και ητοίμασε προς έκδοσιν τα συγγράμματα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά «μετά πολλού κόπου και εν τρισίν όλοις τεύχεσιν απαρτίσας, και πλείσταις σημειώσεσιν, ως έθος αυτώ, προσεπαυξήσας και κατακαλλύνας απέστειλεν εις Βιέννην δια να τυπωθώσιν εις το τυπογραφείον των αδελφών Μαρκίδου Πουλίου». Δυστυχώς όμως τα πολύτιμα αυτά χειρόγραφα απωλέσθησαν. Διότι το τυπογραφείον αυτό κατεστράφη και διηρπάγη υπό των Αυστριακών, εξ αιτίας μερικών επαναστατικών προκηρύξεων, κατ’ άλλους μεν του Ρήγα του Φεραίου, κατ’ άλλους δε του Ναπολέοντος, προς Έλληνας, αι οποίαι είχον τυπωθή εκεί. Μεταξύ των διαρπαγέντων υπό της εξουσίας και κατακρατηθέντων αντικειμένων ήσαν και τα χειρόγραφα του Οσίου Νικοδήμου. Όταν δε ο εν Θεσσαλονίκη πρόκριτος Νάνος Καυτάτζογλου έμαθε παρά των εν Βιέννη ομογενών την απώλειαν των ιερών αυτών συγγραμμάτων, την κατέστησε γνωστήν εις τον θείον Νικόδημον, ο οποίος «κλαίων και οδυρόμενος», ως λέγει ο «παράδελφός» του Ευθύμιος, «δεν ηθέλησε να σταθή μίαν ώραν εις την καλύβαν του». Απήλθε δε εις το κελλίον των λίαν αγαπητών του αδελφών Σκουρταίων, δια να εύρη παρ’ αυτών παρηγορίαν. Τοσούτον ελυπήθη ο μακάριος δια την απώλειαν των εν λόγω θαυμαστών αυτών συγγραμμάτων, αναλογιζόμενος οίου καλού θα εστερούντο οι ευσεβείς Χριστιανοί. Μετά ταύτα ήλθεν εις Άγιον Όρος ο διδάσκαλος Ιερομόναχος Αγάπιος εκ Δημητσάνης Πελοποννήσου, μετά του οποίου συμφωνήσας ο θείος Νικόδημος, αποβλέπων εξ ολοκλήρου εις την ωφέλειαν του πλησίον, ήρχισε την εργασίαν δια την συστηματικήν κατάταξιν και ερμηνείαν των ιερών της Εκκλησίας Κανόνων, απαραίτητον προς οδηγίαν και φωτισμόν των ιερωμένων αλλά και παντός ευσεβούς. Το πολύτιμον αυτό σύγγραμμα, το οποίον, βοηθούμενος και υπό του ανωτέρω ιεροδιδασκάλου Αγαπίου, μετά πολλών κόπων έφερεν εις πέρας, το ωνόμασε «Πηδάλιον», ως κυβερνών και κατευθύνον την Εκκλησίαν του Χριστού, είναι δε πεπλουτισμένον, πλην της ερμηνείας εκάστου κανόνος, δια πλήθους σχολίων και σημειώσεων, προς ακριβή γνώσιν του κανονικού δικαίου και του πνεύματος των ιερών Κανόνων. Αμέσως μετά το πέρας του έργου τούτου το απέστειλεν ο θείος πατήρ δια του Αγαπίου εις την Κωνσταντινούπολιν, δια να εγκριθή υπό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Μετά εν έτος ο Πατριάρχης Νεόφυτος, λαβών «την καλήν περί του βιβλίου μαρτυρίαν» και παρά των εν Χίω ευρισκομένων Αγίου Μακαρίου Κορίνθου και Αθανασίου του Παρίου, προς ους είχε στείλει το βιβλίον, ζητών και εκείνων την έγκρισιν, έδωσε την Συνοδικήν έγκρισιν και δια του Αγίου Μακαρίου το επέστρεψεν εις τον θείον Νικόδημον. Αλλ’ ούτος ο μακάριος, πάμπτωχος καθώς ήτο, δεν ηδύνατο ποτέ να εκδώση το Πηδάλιον, όπως άλλωστε και τα άλλα βιβλία του. Δια τούτο έγινεν έρανος μεταξύ των Μοναχών του Αγίου Όρους, τα δε συλλεγέντα χρήματα μετά των χειρογράφων εδόθησαν εις τον αρχιμανδρίτην Θεοδώρητον τον εξ Ιωαννίνων, παρακληθέντα να φροντίση δια την εκτύπωσιν του Πηδαλίου εν Βενετία. Αλλ’ εδώ νέα πικρία επεφυλάσσετο δια τον ιερώτατον άνδρα Όσιον Νικόδημον. Ο Θεοδώρητος απεδείχθη, κατά τον χαρακτηριαμόν του Ευθυμίου, «δόλιος» και «ψευδάδελφος». Διότι εκ των επεξηγηματικών σημειωμάτων και σχολίων του θείου Πατρός εν αυτώ προς τους Κανόνας, άλλα μεν αυθαιρέτως αφήρεσεν, άλλα ηλλοίωσε και τινα ιδικά του προσέθεσεν, εις υποστήριξιν πεπλανημένων δοξασιών και ξένων και οθνείων προς το πνεύμα της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας φρονημάτων, παραποιήσας και καταστρέψας το έργον εις δεκαοκτώ και πλέον σημεία. Όταν ο ιερός Νικόδημος είδε την παραποίησιν και διαστρέβλωσιν ταύτην, προς βλάβην των ευσεβών Χριστιανών, κατεθλίβη και επικράνθη μεγάλως. Δεν ηδύνατο εκ τούτου να εύρη ησυχίαν, και έλεγε μετά δακρύων εις τους αδελφικούς του φίλους Σκουρταίους, ότι «το είχε κάλλιον πολλάκις να τον εκτύπα (ο Θεοδώρητος) εις την καρδίαν με μάχαιραν, παρά να προσθέση ή αφαιρέση εις το βιβλίον του». Ελυπείτο ο μακάριος βαθύτατα, αναλογιζόμενος την βλάβην και τον σκανδαλισμόν ον θα προεξένουν εις τας ευσεβείς ψυχάς αι ετεροδιδασκαλίαι αύται εις εν τοιούτον Κανονικόν βιβλίον. Μετά το συμβάν τούτο παρέμεινεν εις το κελλίον των Σκουρταίων επί δύο μήνας, μετέπειτα δε εκοινοβίασεν εις τον γέροντα Σίλβεστρον Καισαρέα, έχοντα το Παντοκρατορινόν κελλίον «Άγιος Βασίλειος», ένθα και συνέχισε τους πνευματικούς αυτού αγώνας και την γονιμωτάτην συγγραφικήν εργασίαν. Εκεί συνέγραψε την «Χρηστοήθειαν», βιβλίον διδακτικώτατον, διορθούν τα ήθη των ευσεβών Χριστιανών και διδάσκον αποχήν εκ πάσης πλάνης και μαγείας και γοητείας. Επίσης διώρθωσε τα «εγκώμια του επιταφίου». Μετ’ ολίγον καιρόν απεχώρησεν εκ του κελλίου του Αγίου Βασιλείου, λόγω δυσφορίας του υποτακτικού του Γέροντος Σιλβέστρου, και εισήλθεν εις την ΙεράνΜονήν του Παντοκράτορος. Αλλ’ ο έρως της ησυχίας και της ερημικής ζωής, δι’ ης ηξιούτο υψηλών θεωριών, δεν τον αφήκεν ενταύθα επί πολύ. Απεχώρησε της Μονής Παντοκράτορος και εγκατεστάθη εις μικράν ησυχαστικήν καλύβην, απέναντι του κελλίου του Αγίου Βασιλείου, όπου έζη ασκητικώτατα, ως ξένος και πάροικος επί της γης και σαρκοφόρος άγγελος, μη έχων ουδέ τον επιούσιον άρτον, συνετηρείτο δε υπό των πνευματικών και αγαπητών αυτού αδελφών Σκουρταίων. Η ασκητική και ισάγγελος αύτη ζωή του Οσίου διδασκάλου και μεγάλου πατρός Νικοδήμου κατέπληττε τους πάντας. «Η ζωοτροφία του, λέγει ο παράδελφός του Ευθύμιος, ποτέ μεν ήτο ορύζιον νερόβραστον, ποτέ δε νερόμελον· τον δε περισσότερον καιρόν ελαίαι και μουσκεμμένα κουκκιά ήτο το προσφάγιόν του. Οπότε δε του ετύγχανον οψάρια, τα έδιδε κανενός γειτόνου του και τα εμαγείρευε και έτρωγον μαζί. Ομοίως και οι γείτονές του, ηξεύροντες ότι δεν μαγειρεύει, πολλάκις του επήγαινον μαγείρευμα». Οι αδελφοί Σκουρταίοι, βλέποντες την σκληροτάτην ζωήν του, εν τη οποία κατεπονείτο αγωνιζόμενος και συγγράφων, συχνάκις τον εκάλουν να συντρώγη μετ’ αυτών, προς ανακούφισιν του καταπεπονημένου σώματός του. Αλλά και κατά την ώραν του φαγητού, οσάκις ηρωτάτο επί πνευματικών ζητημάτων, «ήρχιζε να λέγη, από δε το λέγειν ελησμονούσε την πείναν, τόσον ώστε πολλάς φοράς τον επρόσταζεν ο μακαρίτης ο Γέροντάς μας να σιωπήση, δια να φάγη». Τόσον ήτο θεόληπτος και θεοφορούμενος και τόσον πολύ ηυφραίνετο η καρδία του εις την μελέτην και ανάλυσιν των θείων λόγων. Εν ταύτη τη Καλύβη εκάθηρε και εκαλλώπισε το «Ευχολόγιον», το δεύτερον «Εξομολογητάριον», ηρμήνευσε τας δεκατέσσαρας Επιστολάς του Αγίου Αποστόλου Παύλου και τας επτά «Καθολικάς», μετέφρασε και εσχολίασε την «Ερμηνείαν των Ψαλμών» Ευθυμίου του Ζυγαδηνού, και τας εννέα Ωδάς, ονομάσας το βιβλίον «Κήπον των χαρίτων». Έργα ογκωδέστατα, περιέχοντα θησαυρόν θεολογικών νοημάτων και ηθικών διδαγμάτων και παντοδαπήν διδασκαλίαν ευσεβείας, τα οποία μελετών πας ευσεβής καρπούται βελτίωσιν ζωής και αληθή φωτισμόν. Αλλά τι να είπωμεν περί των πειρασμών και διωγμών και συκοφαντιών, τας οποίας υπέστη ο μέγας ούτος της Εκκλησίας φωστήρ; Αγωνιζόμενος τον καλόν της αρετής αγώνα και συγγράφων τη οδηγία του Αγίου Πνεύματος τα ιερά του βιβλία, ποικιλοτρόπως εφθονήθη και επειράσθη τόσον υπό απαιδεύτων και αμαθών ανθρώπων, όσον και υπό των νοητών εχθρών. Και περί μεν των απαιδεύτων και αμαθών αδελφών ουδείς λόγος, διότι ο θείος Πατήρ εθεώρει αυτούς ως γνησίους αδελφούς και μεγάλους ευεργέτας, υπομένων τα πάντα και συγχωρών εκ καρδίας. Οι δε νοητοί εχθροί, μη δυνάμενοι να πειράξουν αυτόν κατ’ άλλον τρόπον, όταν ηγρύπνει και έγραφεν ήρχοντο έξωθεν του παραθύρου του κελλίου του και εψιθύριζον και εθορύβουν, αλλ’ ούτος ενδεδυμένος την χάριν του Αγίου Πνεύματος ουδεμίαν σημασίαν έδιδε, πολλάκις δε εγέλα εις τας ανοήτους και αηδείς αυτών πράξεις. Εν μια νυκτί, ευρισκόμενος ακόμη εις Σκυροπούλαν, ήκουσε ψιθυρισμούς έξω της καλύβης του μετά κρότου δυνατού, νομίσας ότι κατέπεσε τοίχος τις ευρισκόμενος πλησίον της καλύβης, αλλά την πρωϊαν εύρεν αυτόν ως ήτο πρότερον. Και ενταύθα πολλάκις τα όμοια τω συνέβαινον. Ποτέ ηθέλησε να ακούση τι λέγουν και ήκουσεν ευκρινώς την φωνήν: «Αυτός ο γράψας». Ενίοτε δε εκτύπων κατ’ επανάληψιν την θύραν της καλύβης. Όταν εξήγει τον 34ον ψαλμόν εις τον στίχον «Γενηθήτω η οδός αυτών σκότος και ολίσθημα, και Άγγελος Κυρίου καταδιώκων αυτούς», προεξένησαν τόσον κρότον και θόρυβον, ώστε ενόμισεν ότι διήλθεν εκ της καλύβης του στρατός πολύς μετά πατάγου, και ότι κατέπεσεν ο εκεί πλησίον ευρισκόμενος τοίχος. Αλλά ταύτα πάντα ήσαν κατά φαντασίαν, προς εκφοβισμόν του θείου και μακαρίου Πατρός. Αλλ’ ούτος, όστις πρότερον ήτο τόσον δειλός, ως λέγει ο ρηθείς Ευθύμιος, ώστε όταν εκοιμάτο εις το κελλίον αυτού άφηνε την θύραν του δωματίου ανοικτήν δια να λαμβάνη ισχύν τρόπον τινα εκ των παρακειμένων αδελφών, όταν εξήλθεν εις την ησυχίαν τόσον ηνδρειώθη και ενεδυναμώθη υπό της χάριτος του Κυρίου, ώστε πάντα ταύτα και πάσαν άλλην μανιώδη του εχθρού επίθεσιν εθεώρει ως αθύρματα και «βέλη νηπίων». Τοιουτοτρόπως διήνυε τον ανάντη αλλά καλλιστέφανον της ασκήσεως αγώνα ο τρισαριστεύς μέγας Νικόδημος, αντιμετωπίζων πλείστας δυσχερείας και ποικίλους πειρασμούς, εν οις εδοκιμάσθη «ως χρυσός εν χωνευτηρίω» και έλαμψεν υπέρ ήλιον η δικαιοσύνη αυτού. Κατά τα τελευταία έτη της επιγείου ζωής του, ίσως προς περισσότερον άνετον επίδοσιν εις τας συγγραφάς του και μελέτην των εις διαφόρους Μονάς αποκειμένων χειρογράφων κωδίκων, ίσως και δια να μη επιβαρύνη τα αυτά συνεχώς πρόσωπα με την λιτοτάτην ασκητικήν συντήρησίν του, πιθανόν δε και διότι προσεκαλείτο και παρ’ άλλων αδελφών του Αγίου Όρους, ήλλαξεν επανειλημμένως τόπον παραμονής. Αλλά και κατά τα έτη αυτά ηγωνίσθη ως και πρότερον υπερανθρώπως, γράφων και κινούμενος εν τω ενδυναμούντι αυτόν Χριστώ και λέγων μετά Παύλου· «Ζω ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Επτά έτη προ της μακαρίας μεταστάσεώς του είχεν ως αντιγραφέα των έργων του τον Μοναχόν Κύριλλον, αδελφόν το πρώτον της εν Ευρυτανία Μονής Προυσσού, και επί δέκα εννέα έτη Ιερομόναχον εν Αγίω Όρει. Εις κτηματολόγιον της Ιεράς Μονής Προυσσού, εις την σελίδα 925, ο εν λόγω Ιερομόναχος Κύριλλος γράφει τα εξής: «των δέκα εννέα ετών, όπου κατά το Άγιον Όρος ησύχαζον, επτά έτη εξ αυτών διήλθον υπό την υποταγήν του αοιδίμου τούτου ανδρός, καλλιγραφία χρώμενος, όθεν και των αυτού ποιημάτων τα πλείστα ιδίαις χερσί καλλιέγραψα». Παραθέτει δε κατάλογον δέκα επτά εκδεδομένων έργων του Αγίου Νικοδήμου, και πενήντα οκτώ ανεκδότων, δια τα οποία λέγει· «ταύτα εισιν άπερ ιδίοις όμμασιν είδον, και δια της επιταγής του ιδίου ανδρός αντέγραψα…. αωιε΄ μαρτ. η΄εν Πυρσώ». Η φήμη των αρετών και της σοφίας του μεγάλου τούτου Πατρός εξήλθε ταχέως και διεδόθη πανταχού, και πλείστοι πανταχόθεν έχοντες πνευματικήν ανάγκην συνέρρεον προς αυτόν, δια να εύρωσι ψυχικήν παρηγορίαν, ως διηγείται ο παράδελφός του Ευθύμιος· «όλοι οι πληγωμένοι εκ των αμαρτιών άφησαν τους Αρχιερείς και πνευματικούς, και όλοι έτρεχον εις τον ρακενδύτην Νικόδημον, δια να εύρουν την ιατρείαν των και παραμυθίαν των θλίψεών των, όχι μόνον από τα Μοναστήρια και Σκήτας και κελλία, αλλά και πολλοί Χριστιανοί ήρχοντο από διαφόρους χώρας, να ιδούν και παρηγορηθούν εις τας θλίψεις των από τον Νικόδημον». Η συνεχής όμως και τόσον γόνιμος αύτη εργασία, η έντονος εξ άλλου προθυμία του να καθοδηγή δια πνευματικών συνομιλιών και συμβουλών και παραινέσεων τόσον τους Μοναχούς του Αγίου Όρους, όσον και τους έξωθεν πανταχόθεν συρρέοντας Χριστιανούς, και επί τούτοις η σύντονος δια αενάων προσευχών, αγρυπνιών και λοιπών ασκητικών καμάτων επίδοσίς του εν τη μακαρία κατά Χριστόν ζωή, έκαμψαν την αντοχήν του σώματός του και εκλόνισαν την υγείαν του, οπότε ηναγκάσθη να καταφύγη εις το κελλίον του ζωγράφου Κυπριανού. Ενταύθα, παρ’ όλους τους κόπους και τας ασθενείας του σώματός του, εξηκολούθει τους τιμίους αγώνας ως καλός της αληθείας αγωνιστής, άνω έχων το φρόνημα, και τα άνω ποθών και ζητών νύκτα και ημέραν. Κατά δε τα τελευταία έτη της μακαρίας ζωής του συνέταξε τον τρίτομον «Συναξαριστήν», ηρμήνευσε και ανέλυσεν εις ογκώδες θεολογικώτατον βιβλίον, «Εορτοδρόμιον» επικαλούμενον, τους ασματικούς Κανόνας των Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών, επίσης και εις άλλο βιβλίον επιγραφόμενον «Νέα Κλίμαξ» τους αναβαθμούς της Οκτωήχου. Έργα θαυμαστά και ως ειπείν «θεοπαράδοτα», αποπνέοντα την μυστικήν ευωδίαν της πολυποικίλου σοφίας του Αγίου Πνεύματος, της οποίας έμψυχον θησαυροφυλάκιον υπήρχεν. Εν τέλει συνέταξεν «Ομολογίαν της εαυτού πίστεως» εις αναίρεσιν ανευλαβών και ασυστάτων κατηγοριών, αι οποίαι είχον διατυπωθή υπό τινων φθονερών και κακοβούλων Μοναχών του Αγίου Όρους κατά του μεγίστου τούτου εν αρετή και περιβλέπτου εν σοφία. Αλλ’ τιςνα διηγηθή τας διαβολάς, τας θλίψεις και τους πειρασμούς του μακαρίου Νικοδήμου υπέρ των υγιών και αληθών της Εκκλησίας ημών παραδόσεων; Υπέρ αυτών ηγωνίσθη καρτεροψύχως, καταβάλλων πάσαν προσπάθειαν δια την τήρησιν αυτών και μάλιστα δια την τέλεσιν των μνημοσύνων των τεθνεώτων κατά την ημέραν του Σαββάτου, καθώς ώρισεν απ’ αρχής η Αγία ημών Εκκλησία, και δια την αναζωογόνησιν μιας αληθούς πνευματικής ζωής μεταξύ των Μοναχών του Αγίου Όρους και του λοιπού Ορθοδόξου πληρώματος. Λόγω τούτου κατεδιώχθη αμειλίκτως ο δίκαιος υπό των «ψευδαδέλφων» υποκρινομένων ευλάβειαν, και εσυκοφαντήθη απηνώς «υπό χειλέων αδίκων λαλούντων αδικίαν εν υπερηφανεία και εξουδενώσει», ως οι Μεγάλοι της Εκκλησίας ημών Πατέρες Άγιος Αθανάσιος, Άγιος Χρυσόστομος, Άγιος Φώτιος, των οποίων μιμητής και ζηλωτής και κατά τον λόγον εφάμιλλος ετύγχανε. Τότε δια την συνείδησιν των απλουστέρων αδελφών ηναγκάσθη να γράψη την, ως ανωτέρω είπομεν, «Ομολογίαν», η δε Ιερά Κοινότης του Αγίου Όρους υπεραμυνομένη της αθωότητος και δικαιοσύνης του μεγάλου διδασκάλου εξέδωκεν εγκύκλιον επιστολήν, σφοδρώς ελέγχουσα και επιτιμώσα τους τα ζιζάνια σπείροντας εν τω νοητώ της Εκκλησίας αγρώ. Όλη η αγία ζωή του Οσίου πατρός ηναλώθη εις υψηλούς πνευματικούς αγώνας και εις συγγραφήν ιερών βιβλίων. Η χάρις του Αγίου Πνεύματος, η οποία ενώκει εις την καθαράν καρδίαν του, έρρεε και εχύνετο άφθονος εκ του στόματός του, ως από πηγής πλουσίας, ευφραίνουσα πάντας. Μίαν και μόνην φροντίδα και έννοιαν έσχε καθ’ όλην την οσίαν ζωήν του, την εξυπηρέτησιν του θείου θελήματος και την ωφέλειαν του πλησίον. Και εις αμφότερα ανεδείχθη καθ’ όλα απαράμιλλος, και των πάλαι Αγίων ισοστάσιος και χαρακτήρ. Εδέχθη παρά Κυρίου το τάλαντον, και ηύξησεν αυτό μυριοπλασίως, ως ευγνώμων δούλος και πιστός θεράπων. Έζησεν ως Άγγελος, και υπήρξεν Όσιος και Άγιος, και θεόσοφος θεολόγος, ταμείον ακένωτον του Παρακλήτου, θεοειδής και φωτεινός πνευματικός σύμβουλος από του Πατριάρχου μέχρι του απλουστέρου πιστού, ακτινοβολών την χάριν του Χριστού, δόξα της Εκκλησίας και μέγα καύχημα του Αγιωνύμου Όρους. Ήτο τον τρόπον απλούς και ανεξίκακος, το ήθος γλυκύς και χαρίεις, ακτήμων, πράος και ταπεινότατος. Η ταπείνωσίς του ήτο βαθυτάτη έργω και λόγω. Οσάκις ομιλεί περί εαυτού λέγει: «Εγώ ειμι το έκτρωμα». «Εγώ ειμι ο τεθνηκώς κύων», «Εγώ ειμι το ουδέν», «ο κεχριαίος», «ο άσοφος, ο απαίδευτος». Αντί υποδημάτων έφερε πάντοτε «τσαρούχια». Δεν είχε δεύτερον ράσον, αλλ’ ούτε μόνιμον, ως ανωτέρω είδομεν, κατοικίαν. Κατοικία του θεοφόρου διδασκάλου ήτο όλον το Άγιον Όρος, εξ ου έλαβε και την κατ’ εξοχήν επωνυμίαν Αγιορείτης. Διανύων το τελευταίον στάδιον της επιγείου ζωής του, και αισθανόμενος τον εαυτόν του περισσότερον καταβεβλημένον, επανήλθεν εις το κελλίον των αγαπητών του Σκουρταίων, όπου και εδέχθη τας αδελφικάς εκείνων περιποιήσεις. Ήγγιζε πλέον η εκ του κόσμου τούτου αποδημία αυτού, διότι η υγεία του, λόγω των πολλών κόπων, είχε κλονισθή ανεπανορθώτως. Ο οργανισμός είχεν εξαντληθή. Οι οδόντες του είχον πέσει. Η ακοή του είχε γίνει βαρεία. Μετά δυσκολίας εκινείτο. Την 5ην Ιουλίου του 1809 επεσκέφθη, χάριν αναψυχής, την Ιεράν Μονήν Κουτλουμουσίου. Οι Πατέρες περιχαρείς εδέχθησαν τον θείον διδάσκαλον, και περί την εσπέραν απερχόμενον απεχαιρέτησαν αυτόν μετά σεβασμού και πολλής ευλαβείας, προπέμψαντες εις το κελλίον των Σκουρταίων, με την ελπίδα ότι πάλιν θα τον έβλεπον εις την Μονήν των. Αλλά δεν τον επανείδον εκεί. Διότι, κατά την εσπέραν της ημέρας, καθώς κατήρχετο του ημιόνου έξω του κελλίου προσεβλήθη υπό ημιπληγίας. Και όπως διηγείται ο Ευθύμιος, «επιάσθη η δεξιά του χειρ, την δε άλλην ημέραν επιάσθη η γλώσσα του, και βρέχων αυτήν με το νερόν ωμίλει ολίγον και μετ’ ολίγον πάλιν επιάνετο». Προησθάνετο ο θείος Πατήρ ότι εγγίζει πλέον το ποθητόν τέλος και έχαιρε, διότι και αυτός, κατά το παράδειγμα του θεηγόρου Παύλου, «επεθύμει αναλύσαι και συν Χριστώ είναι». Προετοιμαζόμενος δια την εντεύθεν αποδημίαν ο θείος Πατήρ, έκαμε γενικήν εξομολόγησιν, εζήτησε και ετέλεσεν Ευχέλαιον, και καθημερινώς μετείχε των Αχράντων Μυστηρίων. Την 13ην Ιουλίου εβάρυνεν ακόμη περισσότερον η κατάστασίς του. Με μόλις ακουομένην φωνήν απηύθυνε, με μικράς διαλείψεις, θερμήν προσευχήν προς τον Χριστόν, ειπών εις τους παρεστώτας αδελφούς· «Δεν μπορώ, Πατέρες μου, να προσευχηθώ νοερώς, και προσεύχομαι με το στόμα». Ηυχαρίστει συνεχώς τους αδελφούς δια την αγάπην και τους κόπους, εις τους οποίους είχον υποβληθή και υπεβάλλοντο δι’ αυτόν. Κρατών δε εις τας οσίας χείρας του τα τίμια λείψανα του Αγίου Μακαρίου Κορίνθου και του Οσίου Ιερομονάχου Παρθενίου Σκούρτα εψιθύριζε: «Σεις ήλθετε εις τον ουρανόν και αναπαύεσθε δια τας αρετάς όπου εκατορθώσατε εις την γην, και ήδη κατατρυφάτε την δόξαν του Κυρίου μας, και εγώ πάσχω εξ αμαρτιών μου. Διο, παρακαλώ σας, Πατέρες μου, ικετεύσατε τον Κύριόν μας, να ελεήση και εμέ και να με αξιώση αυτού, όπου είσθε σεις». Τοιουτοτρόπως διήλθεν ολόκληρον την ημέραν. Την νύκτα εβάρυνε περισσότερον. Εζήτησε και εκοινώνησε πάλιν. Εσταύρωσε τότε τας χείρας, ήπλωσε τους πόδας, ηρέμησε πλήρως, και συνεχώς προσηύχετο, εις ερώτησιν δε των παρισταμένων αδελφών: «διδάσκαλε, ησυχάζεις»; Εκείνος ηρέμα απήντησε: «Τον Χριστόν έβαλα μέσα μου, και πώς να μη ησυχάσω»; Περιστοιχιζόμενος υπό αγαπητών αδελφών, τον Κύριον ημών και τα ουράνια αγαθά συνεχώς φανταζόμενος, και εν υπερτάτη γαλήνη, τη 14η Ιουλίου, ημέρα Τετάρτη του έτους 1809, εν ηλικία 60 ετών, παρέδωκε την μακαρίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού ζώντος, τον Οποίον εκ νεότητος ηγάπησε και Αυτώ εαυτόν αφιέρωσε. Και, όπως πάλιν ιστορεί ο Ευθύμιος, «ανατέλλοντος του ηλίου εις την γην, εβασίλευσεν ο νοητός ήλιος της Εκκλησίας του Χριστού. Έλειψεν ο στύλος ο οδηγών τον νέον Ισραήλ εις την ευσέβειαν, εκρύφθη η νεφέλη η δροσίζουσα τους τηκομένους τω καύσωνι των αμαρτιών, επένθησαν οι φίλοι και όλοι οι Χριστιανοί, εκ των οποίων εις Χριστιανός, αν και αγράμματος, είπε τοιούτον λόγον: Πατέρες μου, καλλίτερον ήτο να απέθνησκον σήμερα χίλιοι Χριστιανοί και όχι ο Νικόδημος». Το πανόλβιον σώμα του θεοφόρου Πατρός και Αγίου διδασκάλου ετάφη εις το εν Καρυαίς Λαυριωτικόν Κελλίον των Σκουρταίων, ένθα οσίως εκοιμήθη. Ενταύθα, εν τω αυτώ κελλίω, φυλάσσεται ήδη ευλαβώς η τιμία κάρα του, θείαν ευωδίαν αγιότητος αποπνέουσα και αγιάζουσα τους μετά πίστεως προσκυνούντας αυτήν. Μεγάλως ελύπησε τους πάντας ο θάνατος του Αγίου Νικοδήμου, τόσον τους εν Αγίω Όρει Μοναχούς, όσον και τους εν τω κόσμω ευσεβείς Χριστιανούς, και πάντες εθρήνησαν την μετάστασιν αυτού, διότι ήτο κοινός απάντων διδάσκαλος και παρήγορος, και μάλιστα κατά τους χαλεπούς και ζοφερούς της δουλείας χρόνους. Αλλ’ η μακαρία αυτού ψυχή συνηριθμήθη μετά των Οσίων και θεολόγων και διδασκάλων και πάντων των Αγίων, ως Οσίου και θεολόγου και διδασκάλου και Αγίου. Ήδη δε απολαύων της αιωνίου χαράς, εν τω φωτί της δόξης του Κυρίου, εν τη Εκκλησία των πρωτοτόκων, εν ταις λαμπρότησι των Αγίων, βλέπει ανακεκαλυμμένως, πρόσωπον προς πρόσωπον, όπερ πρότερον εν εσόπτρω και αινίγμασι και σκιαίς εώρα, και θεούται κατά θείαν μέθεξιν, και πρεσβεύει πάντοτε υπέρ του Αγιωνύμου Όρους και παντός του Ορθοδόξου Χριστιανικού πληρώματος, ως συμπαθέστατος πάντων πατήρ και διδάσκαλος. Aλλ’, ω Πάτερ μου, Πάτερ θεόπνευστε και οικουμενικέ της αληθείας διδάσκαλε, εξαίρετον του Αγιωνύμου Όρους καύχημα, φαεινότατε εωσφόρε της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Πανόσιε και Πανάγιε Νικόδημε· δίδου ημίν φωτισμόν ταις πρεσβείαις σου προς εκπλήρωσιν του θείου θελήματος, κατεύθυνον τα διαβήματα ημών προς τας τρίβους της εναρέτου ζωής, επισκίασον ημάς τη χάριτί σου, και συνέτισον ημών τον νουν του συνιέναι τας θεοσόφους διδαχάς σου, ίνα εν αυταίς εύρωμεν μετάνοιαν, ίασιν, χαράν, ειρήνην, χρηστότητα, αγαθωσύνην, πραότητα, αγάπην, και ει τι αγαθόν και καλόν και σωτήριον, και εν τέλει ζωήν αιώνιον, οι ειλικρινώς αγαπώντες σε και καθ’ εκάστην ημέραν και ώραν επικαλούμενοι την πατρικήν σου χάριν και βοήθειαν. Και πρέσβευε πάντοτε προς Κύριον υπέρ πάντων ημών. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΕ΄ (15η) Ιουλίου, του Αγίου και Ισαποστόλου βασιλέως των Ρώσων ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΥ του εκχριστιανίσαντος τ

Δημοσίευση από silver »


Βλαδίμηρος ο Ισαπόστολος Άγιος της Ρωσικής Εκκλησίας και ηγεμών της Ρωσίας ήτο υιός του ηγεμόνος του Κιέβου Σβιατοσλάβ, γεννηθείς κατά το έτος 949. Η μήτηρ του εκαλείτο Μαλούσα, ήτο δε πρότερον οικονόμος της μητρός του Σβιατοσλάβ Αγίας βασιλίσης Όλγας, ήτις ησπάσθη πρώτη τον Χριστιανισμόν εν Ρωσία και ωδήγησε πολλούς ειε την ευσέβειαν. Ο Βλαδίμηρος μετά τον θάνατον του πατρός του κατεδιώχθη υπό των αδελφών του Γιαροπόλσκ και Ολιέγ και κατέφυγεν εις Σουηδίαν, βραδύτερον όμως κατανικήσας αυτούς κατέλαβε τον θρόνον του Κιέβου. Κατά την εποχήν εκείνην ο Βλαδίμηρος ήτο ακόμη ειδωλολάτρης, διότι και ο πατήρ του ελάτρευεν έως τέλους τα είδωλα, μη ακολουθήσας εις την πίστιν του Χριστού την μητέρα του Όλγαν, έλαβε δε πολλάς συζύγους, εκ των οποίων απέκτησε δώδεκα υιούς και ένδεκα θυγατέρας. Ούτος προτού να γίνη ακόμη Χριστιανός ανήγειρεν επί του λόφου του Κιέβου παρά την όχθην του Δνειπέρου μέγα είδωλον του Περούν, τον οποίον ελάτρευον ως θεόν της βροντής και αστραπής, όστις ήτο και ο κύριος θεός των Σλαύων, εις τον οποίον, όπως αναφέρουν τα αρχαία Ρωσικά χρονικά, εγίνοντο ανθρώπιναι θυσίαι. Κατά την εποχήν εκείνην υπήρχον εν Κιέβω δύο Ναοί, ο του Προφήτου Ηλιού και εις μικρός ξύλινος Ναός της Αγίας Σοφίας, οίτινες είχον ιδρυθή υπό της μάμμης του Αγίου βασιλίσσης Όλγας και των υπ’ αυτής οδηγηθέντων εις την πίστιν του Χριστού πρώτων Ρώσων Χριστιανών. Ο Βλαδίμηρος ήτο τότε πολύ μαχητικός και δραστήριος βασιλεύς. Επολέμησε κατά των χωριστών σλαυικών εθνών, του Λιθουανικού έθνους και των Βουλγάρων. Κατόπιν όμως φωτισθείς υπό της θείας χάριτος και δια των πρεσβειών και ικεσιών της μάμμης του Αγίας βασιλίσσης Όλγας επίστευσεν εις τον αληθινόν Θεόν. Τα αρχαία χρονικά αναφέρουν πολλά θαυμαστά γεγονότα περί της προσελεύσεως εις την αληθή πίστιν του Χριστού του Αγίου τούτου βασιλέως Βλαδιμήρου. Πολλοί τότε Χριστιανικοί λαοί, Έλληνες, Λατίνοι και άλλοι, έστειλαν προς αυτόν εις το Κίεβον Ιεραποστόλους, αλλ’ ούτος τους απέπεμψε και έστειλεν ιδικούς του απεσταλμένους εις τα Χριστιανικά κράτη, ίνα εκλέξουν τον λαόν εκ του οποίου θα εδέχετο ούτος το Χριστιανικόν Βάπτισμα. Ελθόντες τότε οι απεσταλμένοι του Βλαδιμήρου εις την Κωνσταντινούπολιν παρηκολούθησαν την θείαν λειτουργίαν και τας διαφόρους τελετάς εις την Αγίαν Σοφίαν. Τόσον δε βαθείαν εντύπωσιν έκαμον εις αυτούς, ώστε έμειναν κατάπληκτοι και έλεγον κατόπιν εις τον Βλαδίμηρον· «Ουκ ίσμεν ει εσμέν εν ουρανώ ή επί της γης». Δεν ημπορούσαμεν δηλαδή να ξεχωρίσωμεν αν ευρισκόμεθα εις τον ουρανόν ή επί της γης. Και προσέθετον: «Εάν η Ελληνική πίστις δεν ήτο αρίστη, η μάμμη σου, η οποία ήτο σοφωτάτη γυνή, δεν θα ησπάζετο αυτήν». Τότε ο Βλαδίμηρος πιστεύσας εις τον Χριστόν εβαπτίσθη εν Κιέβω το έτος 987. Ενυμφεύθη δε και την αδελφήν των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου και Κωνσταντίνου Η΄ Άνναν. Κατεκρήμνισε τότε όλα τα είδωλα και εβάπτισεν εν πρώτοις τους κατοίκους του Κιέβου, εις τας εκβολάς του παραποτάμου του Δνειπέρου Βορυσθένους· εις το σημείον δε αυτό ηγέρθη και μνημείον εις ανάμνησιν του μεγάλου αυτού γεγονότος. Κατόπιν εβάπτισε και τους λοιπούς Ρώσους, μόνον δε εις την ηγεμονίαν του Νοβογορόδ συνήντησεν αντίστασιν εκ μέρους των ιερέων των ειδώλων. Ο Βλαδίμηρος έκτισεν εν Κιέβω και δύο ωραίας Εκκλησίας Δεσατίναϊα και Σπας-να-Μπερέτσοβε καλουμένας από τους επιχωρίους, αίτινες είναι αι αρχαιότεραι Εκκλησίαι που διετηρήθησαν μέχρι σήμερον. Ο Βλαδίμηρος μετά την βάπτισίν του μετέβαλεν εντελώς χαρακτήρα και έγινεν αληθινός Χριστιανός. Ο χρονογράφος Νέστωρ αναφέρει περί αυτού ότι εις την επικράτειάν του κατήργησε την θανατικήν ποινήν, επειδή τούτο απηγορεύετο υπό του Χριστιανισμού. Ο μακάριος Βλαδίμηρος εξετιμήθη πολύ υπό του Ρωσικού λαού, και τα Ρωσικά επικά άσματα «Μπιλίναι»τοποθετούν τούτον εις το κέντρον του έπους του Κιέβου. Ούτω θεαρέστως πολιτευόμενος ο Άγιος εκοιμήθη τη ιε΄ (15) Ιουλίου του έτους 1015. Και ο μεν μισθαποδότης Κύριος κατέταξε την μακαρίαν αυτού ψυχήν μετά των Αγίων, η δε Εκκλησία ονομάσασα αυτόν Ισαπόστολον Άγιον γεραίρει την μνήμην αυτού την 15ην Ιουλίου καθ’ ην παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΣΤ΄ (16η) Ιουλίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΑΝΤΙΟΧΟΥ, αδελφού του Αγίου Μάρτυρος Πλάτωνος.

Δημοσίευση από silver »

Αντίοχος ο Μάρτυς κατήγετο εκ της εν Καππαδοκία πόλεως Σεβαστείας, την ιατρικήν δε μετερχόμενος περιήρχετο τας πόλεις και ιάτρευσε τους ασθενούντας. Περιερχόμενος λοιπόν την χώραν της Γαλατίας και Καππαδοκίας και ιατρεύων πάσαν ασθένειαν, συνελήφθη υπό του ηγεμόνος Ανδριανού, εκρεμάσθη δε υπ’ αυτού επί ξύλου και εξεσχίσθη εις τα πλευρά, δοθείς είτα εις το πυρ. Επειδή όμως αι βάσανοι αύται δεν έβλαψαν αυτόν, τούτου ένεκα εφυλακίσθη, και την επιούσαν ερρίφθη εντός λέβητος πλήρους ζέοντος ελαίου, ο οποίος εκαίετο επτά ημέρας. Εξελθών δε ο Άγιος και εκείθεν δια της θείας χάριτος αβλαβής, εδόθη ίνα καταβροχθισθή υπό των θηρίων, αλλά και αυτά τον αφήκαν αβλαβή· είτα συντρίψας δια της προσευχής του όλα τα είδωλα και εις κόνιν αυτά μεταβαλών, απεκεφαλίσθη δια την αιτίαν ταύτην ο αοίδιμος και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. Ιδών δε Κυριακός ο δήμιος, ο αποκεφαλίσας τον Άγιον, παράδοξον θαύμα, ήτοι να τρέξη εκ του λαιμού του αίμα και γάλα, ωμολόγησε παρρησία εαυτόν Χριστιανόν και εφώνησεν· «Ανάθεμα τω Αδριανώ και τοις ειδώλοις αυτού». Διο αποκεφαλισθείς και αυτός ανήλθεν εις ουρανούς, ίνα μετά του Αγίου Αντιόχου συναγάλληται.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΖ΄ (17η) Ιουλίου, μνήμη της Αγίας και καλλινίκου Μάρτυρος ΜΑΡΙΝΗΣ.

Δημοσίευση από silver »


Μαρίνα η μακαρία κόρη και καλλιπάρθενος Μάρτυς ήτο από την Αντιόχειαν της Πισιδίας, τον καιρόν Διοκλητιανού ή Κλαυδίου Καίσαρος εν έτει σο΄ (270), από γονείς περιφανείς. Ο πατήρ αυτής ήτο ιερεύς των ειδώλων επίσημος, και εις όλην την πόλιν αιδέσιμος, Αιδέσιος δε και το όνομα. Ήτο δε η κόρη μονογενής θυγάτηρ του πατρός αυτής, ολίγας δε ημέρας μετά την γέννησιν αυτής απέθανεν η μήτηρ της. Έδωκε τότε ο Αιδέσιος το βρέφος εις τινα γυναίκα, ίνα το θηλάζη, ήτις κατώκει έξω της πόλεως δεκαπέντε στάδια. Τούτο δε ίσως ήτο οικονομία Θεού, να δοθή εκεί έξωθεν το κοράσιον, ότι εκεί ήσαν Χριστιανοί· όταν δε ηλικιώθη ολίγον και ωμίλει, ήκουσεν από τινος τον λόγον της του Χριστού πίστεως· επειδή δε έτυχεν εκ φύσεως αγαθής ψυχής και καλής προαιρέσεως, έτι δε και συνετή περισσώς και φρόνιμος, εδέχθη τον σωτήριον λόγον εις την καρδίαν της ευθύς ως ήκουσεν ότι ο Χριστός είναι αγαθός Θεός, αιώνιος και πολυεύσπλαγχνος και έγινε δια την σωτηρίαν των ανθρώπων άνθρωπος· σταυρωθείς δε εκουσίως ανέστη ενδόξως και ανελθών εις τους ουρανούς ετίμησε με την πατρικήν συνεδρίαν την φύσιν της ανθρωπότητος. Αυτά και έτερα όμοια ακούον το χαριτωμένον κοράσιον ερρίζωσεν εις την ψυχήν της ο σπόρος της πίστεως ως κόκκος σινάπεως, συνεργούσης της θείας χάριτος, με τον καιρόν δε απέδωκε τον καρπόν, ως εύκαρπος γη και καλλίστη, εκατονταπλάσιον, αυξάνουσα την ορθόδοξον πίστιν με το μαρτύριον, καθώς θέλετε ακούσει κατωτέρω σαφέστερον. Όσον επρόκοπτεν η κόρη εις την ηλικίαν του σώματος, τοσούτον ηύξανεν η γνώσις και φρόνησις αυτής, εφλόγιζε δε ο πόθος του Χριστού την καρδίαν της και καθ’ ημέραν προσηύχετο προς αυτόν, να την αξιώση να γίνη κοινωνός των Μαρτύρων και μέτοχος. Όχι δε μόνον εις την ψυχήν εμελέτα ταύτα η θεοφώτιστος, αλλά και δια του λόγου τα έλεγεν εις έκαστον, τον οποίον έβλεπε· ωμολόγει δε εις όλους ότι ήτο Χριστιανή, υβρίζουσα τα είδωλα. Δια ταύτα και ο ψευδώνυμος πατήρ αυτής, ο αναιδής Αιδέσιος, την εμίσησεν ολοψύχως, ακούσας την ομολογίαν αυτής και δεν ήθελε καν να την ίδη εις το πρόσωπον, αλλά την έκαμεν απόκληρον. Όσον δε την απεστρέφετο ο σαρκικός της πατήρ και επίγειος, τοσούτον ο ουράνιος και αιώνιος την εδέχετο, τον οποίον και αυτή ηγάπα εξ όλης καρδίας της, όσους δε έβλεπε να τους βασανίζουν και να τους φονεύουν δια το όνομά του ή τους έδερον, αυτή τους εσέβετο και επόθει να είναι μετ’ αυτών, και εμελέτα να μαρτυρήση και αυτή δια τον Χριστόν, όταν οικονομήση η χάρις του καθώς και εγένετο, διότι αφού με τον λόγον και τον λογισμόν επίστευσεν εις τον Χριστόν έπρεπε να τον δοξάση και με τα έργα, ήτοι να βασανισθή και αυτή, να δοκιμασθή εις την πίστιν, δια να συνδοξασθή εις την βασιλείαν αυτού με τους άλλους Μάρτυρας. Ο δε τρόπος της αθλήσεως της Αγίας ούτως εγένετο κατά το δέκατον πέμπτον έτος της ηλικίας της. Τον καιρόν εκείνον ήτο εις την Ανατολήν εις Έπαρχος, το όνομά του Ολύμβριος, άγριος και θηριόγνωμος άνθρωπος. Ούτος έτυχε και ήρχετο από τα μέρη της Ασίας, μεταβαίνων εις την Αντιόχειαν, και κατά τύχην είδεν εις τον δρόμον την καλλιπάρθενον Μαρίναν, ήτις επορεύετο εις το πατρικόν της ποίμνιον. Βλέπων δε το τόσον κάλλος αυτής και την ωραιότητα, ετρώθη εις την καρδίαν από σαρκικόν έρωτα, διότι ήτο η κόρη πολύ ωραία, έβαλε δε εις τον νουν του να την λάβη γυναίκα ο τρισκατάρατος· όθεν προσέταξε να του την φέρουν εις το κριτήριον. Καθώς λοιπόν την επήραν, προσηύχετο εις τον δρόμον να της δώση ο Κύριος σοφίαν και δύναμιν να φυλάξη έως τέλους την ευσέβειαν, να νικήση τα κολαστήρια και να στεφανωθή με τους Αγίους Μάρτυρας. Φθάσαντες εις το παλάτιον, την ερώτησεν ο άρχων να είπη το όνομα, το γένος και τον Θεόν τον οποίον επίστευεν. Η δε απεκρίνατο άφοβα· «Μαρίναν με λέγουσιν, είμαι ελευθέρων γονέων τέκνον, εύχομαι δε να γίνω δούλη του Θεού και Σωτήρος μου Ιησού Χριστού, όστις έκαμεν όλον τον κόσμον». Βλέποντες οι παρόντες τοσούτον κάλλος και ακούοντες τοιαύτην απόκρισιν εύτολμον εθαύμασαν. Πλην εφυλάκισαν αυτήν έως την άλλην ημέραν, κατά την οποίαν είχον εορτήν πάνδημον και επρόκειτο να έλθουν εις την θυσίαν άπαντες. Όταν λοιπόν συνήχθησαν δια την εορτήν έφεραν και την Αγίαν, ελπίζοντες, ότι θέλει θυσιάσει και αύτη, όταν ίδη αυτούς θυσιάζοντας. Αλλά ματαίως οι μάταιοι και αφρόνως εμελέτησαν. Διότι εκείνη ποσώς δεν ενικήθη ούτε με κολακείας, όσας της είπεν ο άρχων, υποσχόμενος εις αυτήν πλούσια χαρίσματα, ούτε τας απειλάς του ποσώς εφοβήθη, ότι την εφοβέριζε να της επιβάλη μύρια κολαστήρια. Αλλά με πολλήν παρρησίαν του απεκρίθη λέγουσα· «Μη έχης τινά ελπίδα ματαίως, ηγεμών, εις εμέ, να δειλιάσω ποσώς τα κολαστήρια, ότι δεν θέλει με χωρίσει από τον Χριστόν καμμία θλίψις, λιμός, πυρ, ξίφος και άλλη χαλεπωτέρα βάσανος, ούτε βίαιος και πολυώδυνος θάνατος· ούτε πάλιν απολαύσεις χρυσίου και άλλου πλούτου και τιμής θα με δελεάσωσιν, επειδή όλα ταύτα είναι φθαρτά και πρόσκαιρα, η δε ψυχή είναι αθάνατος και ποθεί τα αιώνια. Δια τούτο ημείς οι Χριστιανοί καταφρονούμεν ως φρόνιμοι τας παρούσας απολαύσεις, ως προσωρινάς και προσκαίρους, υπομένοντες τα λυπηρά και οδυνηρά της μιας ημέρας, δια να έχωμεν ζωήν αθάνατον μετά θάνατον και απόλαυσιν αιώνιον. Αν δε νομίζης ότι ψεύδομαι, εδώ είμαι, και δοκίμασόν με ίνα γνωρίσης και με το έργον την αλήθειαν. Δείρε με, σφάξον, κατάκαυσον, πνίξον και παίδευσόν με μέ κολαστήρια μύρια· όσον θέλεις με βασανίσει χειρότερα, τόσον περισσότερον θέλει με δοξάσει ο Χριστός εις την μέλλουσαν ζωήν και μακαριότητα. Πολλάκις δε μας δίδει και απ’ εδώ μικράν παράκλησιν εις αρραβώνα της μελλούσης αγαλλιάσεως και μας εξάγει από τον βυθόν της θαλάσσης, μας λυτρώνει από το πυρ και από άλλας κολάσεις εις αισχύνην σας και κατάκρισιν. Δεν λυπούμαι λοιπόν ζωήν πρόσκαιρον, αλλά παραδίδω προθύμως το σώμα εις τον θάνατον, δια τον αθάνατον Θεόν και Δεσπότην μου, καθώς και αυτός δια την αγάπην μου εσταυρώθη ο αναμάρτυτος». Αυτά και άλλα πλείονα ακούσας ο τύραννος, εξεμάνη από τον θυμόν η οργίλος και θηριώδης καρδία του. Πλην έχων ακόμη ολίγην ελπίδα να την δελεάση ως γυναίκα απλήν και απονήρευτον, δεν εφανέρωσε τον θυμόν του, αλλά την εκολάκευε λέγων· «Παρακαλώ, Μαρίνα, προσκύνησον τους θεούς, ίνα λυτρωθής από δεινά κολαστήρια, και σου υπόσχομαι να σε πάρω δια γυναίκα μου, να δοξασθής υπέρ όλας τας γυναίκας της πόλεως και να έχης πάσαν απόλαυσιν». Αυτά και έτερα παρόμοια εφλυάρει ο αφρονέστατος μάταια. Έπειτα βλέπων ότι τον ενέπαιζεν η Αγία και κατεφρόνει τους λόγους του, δεν ηδυνήθη πλέον να κρύψη την ένδοθεν θηριότητα, αλλά προστάσσει τους στρατιώτας να την γυμνώσουν και να την δείρουν με ραβδία σκληρά ασπλάγχνως· τόσον δε σκληρώς την έδειραν, ώστε εκοκκίνισεν η γη όλη από τα αίματα, διότι ήσαν τα ραβδία με ακάνθας και κατεξέσχιζαν τας σάρκας της. Η δε Μάρτυς υπέφερεν ανδρείως τους πόνους και ούτε εστέναξεν, ούτε εδάκρυσεν, ούτε καν σχήμα σκυθρωπότητος έδειξεν. Αλλ’ ώσπερ να εβασανίζετο άλλος και αυτή να επαραστέκετο, ούτως έστεκε στερεά και αήττητος, προς τον ουρανόν ατενίζουσα· νοερώς δε επεκαλείτο τον Θεόν εις βοήθειαν και με την δύναμιν αυτού υπέφερε τας πληγάς με ανδρείαν θαυμάσιον. Όταν την έδειραν ώραν πολλήν, επρόσταξεν ο τύραννος να την φυλακίσουν, όχι δια συμπάθειαν ο ασυμπαθής και απάνθρωπος, αλλά δια να μη αποθάνη από τας μάστιγας και ούτω πως δυνηθή να την βασανίση και δεύτερον. Την έκλεισαν λοιπόν εις ένα τόπον σκοτεινόν και απαραμύθητον. Και μεθ’ ημέρας τινάς την έφεραν πάλιν εις το κριτήριον· κρεμάσαντες δε αυτήν, κατεξέσχισαν τας πλευράς της με σιδηρούς όνυχας· και τόσον εξέσχισαν τας σάρκας της, ώστε ασχήμισε και έγινεν άχρηστον και άμορφον όλον το κάλλος του σώματος· ουχί δε μόνον ο κοινός λαός ελυπήθη και εσυμπόνεσε και εδάκρυσε δι’ αυτήν, αλλά και αυτός ο θηριώδης κολαστής απέστρεψεν απ’ αυτής το πρόσωπον μη υποφέρων να βλέπη την ασχημίαν της· τοσούτον έγινεν άμορφος η πρώην ωραιοτάτη και πάγκαλος. Είτα εφυλάκισαν και πάλιν την Αγίαν εις τον απαράκλητον εκείνον και άχαρον τόπον, αφήνοντες αυτήν άνευ τροφής και ανεπιμέλητον. Αλλ’ όσον ήτο διεφθαρμένον το σώμα της, τόσον η ψυχή της ανεκαινίσθη και εγένετο λαμπροτέρα, προσηύχετο δε ευχαριστούσα, ότι την ηξίωσεν ο Κύριος να βασανισθή δια την αγάπην του. Ο δε μισόκαλος και φθονερός διάβολος, βλέπων ότι δεν ηδυνήθη να νικήση μίαν τρυφεράν κόρην ο υπηρέτης του, ήτοι ο άρχων της πόλεως και να την κάμη να προσκυνήση τους δαίμονας, ηβουλήθη να δοκιμάση μήπως και την νικήση αυτός ο αδύνατος. Μεταμορφωθείς λοιπόν εις σχήμα μεγάλου και φοβερού δράκοντος, όπως είναι εις τα έργα βλαπτικός και θανάσιμος, εφάνη ο πάντλμος έμπροσθεν της Αγίας ως φοβερόν και εξαίσιον θέαμα. Από το στόμα του και τους οφθαλμούς εξήρχετο πυρ και καπνός· οι οδόντες του ήσαν λευκοί, η δε γλώσσα του ήτο κόκκινη ως αίμα· εσφύριζε δε δυνατά και έκαμνεν ανήκαστον σύγχυσιν, και τοιαύτα σχήματα φοβερώτερα, ώστε ήθελε τρομάξει έκαστος βλέπων. Η Αγία όμως ουδόλως εφοβήθη να παύση την προσευχήν, από την οποίαν προσεπάθει να την εμποδίση ο κακομήχανος. Βλέπων δε ούτος ότι δεν εδειλίασεν, αλλά προσηύχετο αφόβως, έδραμεν εναντίον της και πλατύνας το στόμα και την κοιλίαν του εφάνη ότι την εκατάπιεν. Όταν η Αγία είδεν ότι την κατέπιεν ο δράκων έως την μέσην, καθώς της εφάνη, έγινεν από τον φόβον της έντρομος· ευθύς δε επικαλουμένη του Σωτήρος Χριστού το σωτήριον όνομα έκαμε σταυρόν με την δεξιάν της εις τα σπλάγχνα του δράκοντος, ο δε σταυρός έσχισε την κοιλίαν αυτού ως ρομφαία δίστομος. Και ο μεν δράκων, αφού διερράγη, έγινεν άφαντος, η δε Μάρτυς έμεινεν αβλαβής και έχαιρε ψάλλουσα προς τον Θεόν δοξολογίας και νικητήρια, έλεγε δε και διάφορα από την Γραφήν αρμόδια, ήτοι: «ο Θεός ουκ έστι πέρας της μεγαλωσύνης σου, θανατοίς και ζωογονείς, συνέτριψας την κεφαλήν του δράκοντος», και έτερα όμοια. Τότε πάλιν ο δαίμων, ως φιλόνεικος όπου είναι, δεν έπαυσε τας μηχανουργίας, αλλ’ ηθέλησε να δοκιμάση και με άλλον τρόπον να πολεμήση την Μάρτυρα. Μετασχηματισθείς εις άνθρωπον ο μισάνθρωπος, έγινε μαύρος ωσάν τον αιθίοπα· όθεν ο φοβερός εκείνος δράκων μεταβληθείς, εφαίνετο ως μαύρος τις κύων. Τότε η Μάρτυς, αρπάσασα αυτόν από τας τρίχας και ευρούσα εκεί εν σφυρίον ερριμμένον, εκτύπησεν αυτόν εις την κεφαλήν και εις την ράχιν και τελείως αυτόν εταπείνωσε. Καθώς δε είναι εις τα έργα σκοτεινός και άσχημος, ούτως εφάνη και πάλιν τρέχων εναντίον της Αγίας, εκεί όπου έστεκε προσευχομένη. Την ήρπασεν από τας χείρας, και την εφοβέριζε με φωνάς μεγάλας, ότι θα την φονεύση, εάν δεν παύση την προσευχήν, ίνα μη του δίδη δι’ αυτής ενόχλησιν. Έως εδώ έκαμε, και άλλο περισσότερον δεν τον εσυγχώρησε να πράξη ο Κύριος· διότι εάν είχεν εξουσίαν περισσοτέραν θα την εθανάτωνεν. Αλλά δεν έχει αυτός ο ανίσχυρος δύναμιν αφ’ εαυτού να μας κακοποιήση χωρίς της θείας συγχωρήσεως. Πλην και τούτο το ολίγον δια κακόν του το έκαμεν ο ανόητος· ότι από το πρώτον του κακούργημα κατά της Αγίας και το του Θεού θαυματούργημα, επήρε θάρρος η Αγία κατά του πειράζοντος και αρπάσασα αυτόν από τας τρίχας της κεφαλής τον εμαστίγωσεν. Αφού λοιπόν ενίκησε τον πολέμιον ανδρείως η πάνσεμνος και έγινεν άφαντος ο ανίσχυρος και αδύνατος, τότε ήλθον εις την Αγίαν ουρανόθεν τα νικητήρια και ευαγγέλια σωτήρια και χαρμόσυνα· ήτοι, εφάνη φως μέγα εκ του οποίου έλαμψεν όλον το δεσμωτήριον· το φως δε αυτό εξήρχετο από ένα Σταυρόν, όστις έφθανεν από την γην έως τον ουρανόν· επάνω δε του Σταυρού επέτα μία λευκή περιστερά καθαρά και άμωμος. Ταύτα μοι φαίνεται ότι εδήλουν το της Αγίας Τριάδος μυστήριον· το μεν φως εσήμαινε την δόξαν του Πατρός· ο Σταυρός τον εσταυρωμένον Χριστόν και η περιστερά το Πνεύμα το Άγιον. Καταβάσα δε η περιστερά ήλθε πλησίον της Αγίας και της λέγει· «Χαίρε, Μαρίνα, η λογική περιστερά του Θεού, ότι ενίκησας τον πονηρόν και τον εχθρόν κατήσχυνας· χαίρε δούλη πιστή και αγαθή του Κυρίου σου, τον οποίον επόθησας εξ όλης καρδίας σου και εμίσησας πάσαν απόλαυσιν πρόσκαιρον. Χαίρε και ευφραίνου, ότι έφθασεν η ημέρα να λάβης της νίκης τον στέφανον και να εισέλθης αξιόχρεως εστολισμένη με τας φρονίμους παρθένους εις τον νυμφώνα του νυμφίου και βασιλέως σου». Με τους λόγους τούτους, όπου ελαλήθησαν ουρανόθεν εις την Αγίαν, ανεκαινίσθη το σαρκίον αυτής με την δρόσον του Παναγίου Πνεύματος· όλαι δε αι πληγαί της τελείως εθεραπεύθησαν τόσον, ώστε ούτε σημείον τραύματος δεν έμεινε ποσώς εις το σώμα της. Όθεν ενεπλήσθη πλείστης χαράς και αγαλλιάσεως και εξωμολογείτο ευφραινομένη, μεγαλοφώνως λέγουσα· «Ευλογήσω σε, Κύριε, υμνήσω σε ο Θεός μου, και δοξάσω το όνομά σου, ότι έκαμες εις εμέ την αναξίαν δούλην σου θαυμάσια πράγματα. Υψώσω σε, Κύριε, και αινέσω σε, ότι ηλέησας και ιάτρευσας την ψυχήν και το σώμα μου, και δεν με παρέδωκας εις τας χείρας των εχθρών μου, αλλά και το υπέρογκον της φαντασίας του ολεθριωτάτου δράκοντος μου έδειξες, και τούτον με τους άλλους θανατηφόρους όφεις και δαίμονας εις τας αβύσσους εβύθισας. Τώρα δε πάλιν αγαλλιασθείσα τω πνεύματι επί σοι τω Θεώ και Σωτήρι μου, ζητώ άλλην μίαν χάριν από την αγαθοτάτην του χρηστότητα, να με αξιώσης να αναγεννηθώ με το λουτρόν του αγίου σου Βαπτίσματος, δια να τελειωθώ με το ύδωρ της παλιγγενεσίας, καθώς ηγιάσθην με το αίμα της αθλήσεως, να γίνω αξία της εισόδου των Αγίων σου· ότι συ είσαι μόνος Άγιος αληθώς και εν Αγίοις αναπαυόμενος και ενδοξαζόμενος, συν τω ανάρχω σου Πατρί, και τω ζωοποιώ Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας. Αμήν». Ούτω προσηύχετο καθ’ όλην την νύκτα η Αγία εις την φυλακήν αγαλλομένη και δοξάζουσα τον Θεόν. Το δε πρωϊ καθίσας εις τον θρόνον ο έπαρχος έμπροσθεν όλου του λαού της πόλεως διέταξε και έφεραν εκεί την Μάρτυρα. Βλέπων δε ο έπαρχος όλην υγιά και φαιδράν εις το πρόσωπον, εθαύμασεν εις αυτήν και της λέγει· «Βλέπεις, Μαρίνα, πως οι μεγάλοι θεοί έχουν την φροντίδα σου, και σπλαγχνισθέντες εις το κάλλος σου σε ιάτρευσαν; Πρέπει και συ να μη φανής εις τους ευεργέτας αχάριστος, αλλά να τους δώσης αξίαν αντάμειψιν, να γίνης ιέρειά των, να θυσιάζης εις αυτούς ομού με τον πατέρα σου». Λέγει εις αυτόν η Αγία: «Εμέ δεν ιάτρευσαν οι αναίσθητοι και ανίσχυροι θεοί σου, αλλά ο αληθής και μόνος Θεός, όστις θεραπεύει ψυχάς και σώματα, τον οποίον θέλω λατρεύει πάντοτε. Τούτον πρέπει να γνωρίσης και συ και αυτόν μόνον να προσκυνής ως αθάνατον, να μισήσης δε των ειδώλων την πλάνην και ματαιότητα». Τότε προστάσσει ο τύραννος να γυμνώσουν την Αγίαν και να την κρεμάσουν εις το ξύλον, και να κατακαίουν με λαμπάδας πυρός τας πλευράς και το στήθος της. Υπέμενε δε η Αγία τας αλγηδόνας και τους πόνους ώραν πολλήν καταφλεγομένη· προσηύχετο δε με την καρδίαν ήσυχα, ευχαριστούσα τον Κύριον. Μετά ταύτα έφεραν εις το μέσον ένα μεγάλον λέβητα, τον οποίον εγέμισαν νερόν· καταβιβάσαντες δε από το ξύλον την Μάρτυρα, έδεσαν αυτήν ισχυρώς και την εβούτηξαν εις τον λέβητα κατακέφαλα, δια να πνιγή εις τα ύδατα. Αλλ’ εις μάτην εκοπίαζον οι ανόητοι, ότι όταν την εισήγον εντός εβόησε λέγουσα· «Κύριε Ιησού Χριστέ, όστις έλυσας τα δεσμά του θανάτου και τους νεκρούς εξανέστησας, Συ, παντοδύναμε, επίβλεψον και εις την δούλην σου, και τα δεσμά μου διάρρηξον· ας γίνη δε τούτο το ύδωρ εις εμέ εις ζωήν αιώνιον και εις αναπλήρωσιν του επιθυμουμένου μου Βαπτίσματος, ίνα εκδυθώ τον παλαιόν και φθειρόμενον άνθρωπον και ενδυθώ τον καινόν και αθάνατον». Ούτω προσευχομένην έρριψαν την Αγίαν εις το σκεύος εκείνο του ύδατος· παρευθύς δε σεισμός μέγας εγένετο και εφάνη πάλιν η πρώτη περιστερά επάνω του ύδατος, βαστάζουσα εις το στόμα στέφανον. Αυτήν την ώραν εφάνη και ο πύρινος στύλος, επάνω δε τούτου Σταυρός κατά τον τύπον, όπως άνω εγράψαμεν. Τούτου γενομένου εξήλθεν η Αγία από τα ύδατα ελευθέρα, διότι όλα τα δεσμά της ελύθησαν, ίστατο δε με αγαλλίασιν άφραστον δοξάζουσα την Παναγίαν Τριάδα και εξ όλης ψυχής αυτήν εμεγάλυνεν, ότι εβαπτίσθη αμέσως υπ’ αυτής κατά τον πόθον της και υπερφυώς εφωτίσθη. Όχι δε μόνον τούτο το θαυμάσιον έγινε τότε εις την Αγίαν, αλλά και έτερον εξαίρετον· ήτοι εκάθησεν η περιστερά εις την κεφαλήν της Μάρτυρος, βαστάζουσα εκείνον τον αμάραντον στέφανον και λέγει προς αυτήν με φωνήν γλυκυτάτην· «Ειρήνη σοι, δούλη του Θεού· έχε θάρρος, και δέξου από την δεξιάν του Υψίστου τούτον τον ουράνιον στέφανον». Ταύτα λέγουσα η θεία περιστερά, ω του θαύματος! Αναπτερίζει τας πτέρυγας, ώσπερ να εχαίρετο εις τα τελούμενα· τότε δε πετάξασα εκάθισεν επάνω εις τον φωτοφανή εκείνον Σταυρόν και λέγει πάλιν εις επήκοον πάντων προς την Αγίαν Μάρτυρα· «Ελθέ εις τας άνω Μονάς του Παραδείσου, Μαρίνα θεόνυμφε, να απολαύσης της αφθαρσίας τον στέφανον εις τα αγαπητά του Θεού σκηνώματα, να χαίρεσαι με τους Αγίους χορεύουσα και αναπαυομένη αιώνια». Αυτήν την θείαν φωνήν ακούσαντες όλοι της πόλεως έφριξαν και επίστευσαν ευθύς εις τον Χριστόν, άνδρες ομού και γυναίκες πλήθος αμέτρητον και εβόησαν μεγαλοφώνως, ότι ήσαν έτοιμοι να λάβουν δια τον Χριστόν, τον αληθή Θεόν, θάνατον. Ακούσας ο έπαρχος ότι ωμολογούσαν τον Χριστόν Θεόν και Βασιλέα, τους δε βασιλείς και τους θεούς εβλασφήμουν και ύβριζον, επρόσταξε να θανατώσουν όσους επίστευσαν, Εκείνοι δε οι μακάριοι έτρεχον εις την σφαγήν δια τον Χριστόν εκουσίως ως πρόβατα άκακα. Εφόνευσαν δε τότε οι ανήμεροι τύραννοι άνδρας χιλιάδας δεκαπέντε, χωρίς τας γυναίκας, όπου δεν τας εμέτρησαν. Όλοι δε ούτοι βαπτισθέντες με το άγιον αίμα των, δεν εχρειάσθησαν άλλο βάπτισμα· γενόμενοι δε θυσία και ολοκαύτωμα εις τον Θεόν, απήλθον εις την αιώνιον βασιλείαν οι τρισμακάριοι. Ο δε δυσσεβής Ολύμβριος, φοβούμενος μήπως και πιστεύσουν και οι επίλοιποι της πόλεως, εάν αφήση την Αγίαν ακόμη ζωντανήν, έδωκε κατ’ αυτής και μη θέλων την δια ξίφους απόφασιν. Καθώς δε επήραν αυτήν οι δήμιοι και την ωδήγησαν εις τον τόπον της καταδίκης, όπου και το ειρημένον πλήθος απεκεφάλισαν, παρεκάλεσεν η Αγία τον δήμιον, όπου ήθελε να την φονεύση, και του λέγει· «Περίμενε ολίγην ώραν δι’ εμέ, ω τέκνον μου, να ομιλήσω προς τους παρεστώτας ολίγους λόγους, να κάμω και την προσευχήν μου και τότε να κάμης το προστασσόμενον». Ούτως είπεν, έπειτα στρέφει προς το πλήθος το πρόσωπον λέγουσα: «Παρακαλώ σας, αδελφοί και φίλοι μου, ως αναξία δούλη του Υψίστου, ακούσατε νουνεχώς την μικράν μου ταύτην παραίνεσιν. Ηξεύρετε, ότι ένας είναι μόνον ο αληθινός Θεός εν Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι θεωρούμενος και προσκυνούμενος· όστις δε πιστεύει μόνον εις αυτόν σώζεται. Λοιπόν υπερβαίνοντες πάσαν την κτίσιν των ορωμένων και νοουμένων, υψώσατε τον νουν και γνωρίσατε τον Πατέρα των φώτων και τον μονογενή Υιόν και Λόγον αυτού, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και το πανάγιον Πνεύμα· ότι αυτά τα τρία πρόσωπα είναι ένας Θεός αιώνιος, παντοδύναμος και ακατάληπτος και ουδείς σώζεται εις άλλο όνομα». Ταύτα η Μάρτυς προς τους παρόντας ομιλήσασα, ύψωσε προς τον ουρανόν τα όμματα της διανοίας τοιαύτα λέγουσα: «Άναρχε, αθάνατε, άχρονε, άκτιστε, ακατάληπτε και ανεξιχνίαστε Κύριε, Θεέ των όλων και δημιουργέ πάσης της κτίσεως, προνοητά και σωτήρ όλων, όπου εις Σε ελπίζουσιν, ευχαριστώ σοι, όπου με έφερες εις την ώραν ταύτην και ήγγισα εις τον στέφανον της δικαιοσύνης σου. Υμνώ και ευλογώ την αναρίθμητον ευσπλαγχνίαν και φιλανθρωπίαν σου, όπου ηθέλησες να με συντάξης με τους εκλεκτούς δούλους σου. Επίβλεψον και τώρα επ’ εμέ την ταπεινήν, Δέσποτα Θεέ, Κύριε του ελέους παντοκράτωρ και παντοδύναμε, επάκουσον της προσευχής μου, και πλήρωσόν μου τα αιτήματα εις έπαινον και τιμήν και δόξαν του υπεραγίου και προσκυνητού σου ονόματος, χάρισαι την άφεσιν των αμαρτιών όλων εκείνων, όπου θέλουν οικοδομήσει Εκκλησίαν εις το όνομα της δούλης σου, να λειτουργώσιν εις αυτήν προσευχόμενοι, ή γράφουσι το μαρτύριον της αθλήσεώς μου και το αναγινώσκουσι μετά πίστεως, μνημονεύοντες το όνομα της δούλης σου και καρποφορούσι το κατά δύναμιν· όλων αυτών, λέγω, όσοι θεραπεύσουν το οικητήριον του σώματός μου, όπου εμαρτύρησε δι’ αγάπην σου, συγχώρησον τας αμαρτίας κατά το μέτρον της πίστεως αυτών· και μη εγγίση χειρ κολαστήριος, ούτ πείνα, ουδέ θανατικόν, ή άλλη βλάβη ψυχής ή σώματος. Όσοι δε θέλουν με εορτάσει δοξολογούντες μετά πίστεως και σου ζητήσουν σωτηρίαν και έλεος δια μέσου μου, χάρισαί τους εις τούτον τον κόσμον τα αγαθά σου, να πορεύωνται προς αυτάρκειαν· αξίωσον δε αυτούς και της επουρανίου βασιλείας Σου. Ότι Συ Ει μόνος αγαθός και φιλάνθρωπος, και των αγαθών δοτήρ εις τους αιώνας. Αμήν. Ταύτα προσευχομένης της Μάρτυρος εγένετο πάλιν σεισμός, και έπεσον κατά γης πολλοί άνθρωποι, ομοίως και ο δήμιος, όπου έμελλε να την θανατώση, έπεσεν έντρομος. Ο δε Κύριος αυτός της επαραστάθη νοητώς με πλήθος πολύ Αγίων Αγγέλων, και της λέγει· «Έχε θάρρος, Μαρίνα, και μη φοβήσαι, ότι τας προσευχάς σου επήκουσα και πάντα όσα εζήτησας επλήρωσα και θα τα αποπληρώσω κατά καιρόν, καθώς και ήτησας· τώρα δε ήλθον να αναλάβω την ψυχήν σου εις τα ουράνια· μακαρία συ, ότι δια τους αμαρτωλούς παρεκάλεσας, εφάνης ενώπιόν μου άμωμος, και εύρες χάριν εις εμέ. Δι’ αυτό πολύς έσται ο μισθός σου εις τα ουράνια». Τότε η μακαρία ενεπλήσθη χαράς πολλής και αγαλλιάσεως και λέγει εις τον δήμιον· «Τελείωσον τώρα εις εμέ εκείνο, όπου σε επρόσταξαν». Αυτός δε έτρεμε και δεν ετόλμα να σηκώση το ξίφος. Αλλ’ η Αγία τον ενεθάρρυνε και μετά βίας τον κατέπεισε και απέτεμε την μακαρίαν της κεφαλήν τη δεκάτη εβδόμη του μηνός Ιουλίου. Τότε το μεν άγιον λείψανον παρέλαβον κρυφίως οι Χριστιανοί και ενεταφίασαν αυτό εντίμως ως έπρεπεν· η δε μακαρία αυτής ψυχή απήλθεν εις την ουράνιον εύκλειαν. Ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΗ΄ (18η) Ιουλίου, ο Όσιος ΠΑΜΒΩ εν ειρήνη τελειούται.

Δημοσίευση από silver »


Παμβώ ο Μέγας Όσιος ησκήτευεν εις το όρος της Νιτρίας. Εγένετο δε και διδάσκαλος Διοσκόρου του Επισκόπου και του Άμμωνος, και Ιωάννου του ανεψιού Δρακοντίου, του θαυμασίου εκείνου. Μεγάλα όντως και θαυμαστά ήσαν τα προτερήματα, οι αγώνες και τα κατορθώματα του τρισμάκαρος Οσίου Παμβώ. (Ενοχληθείς ποτε ο Όσιος Παμβώ υπό του δαίμονος της βλασφημίας, και παρακαλών υπέρ τούτου τον Θεόν, ήκουσε φωνήν άνωθεν λέγουσαν εις αυτόν· «Παμβώ, Παμβώ, μη αθύμει επί αλλοτρία αμαρτία, αλλά περί των σων φρόντισον πράξεων, τας δε του πονηρού βλασφημίας επ’ αυτόν κατάλιπε»). Και εις τα τόσα προτερήματα και τας αρετάς του, τοσούτον κατεφρόνει τα χρήματα, όσον ο Κύριος παρήγγειλε τοις Αποστόλοις να μη έχουν ράβδον ιδικήν των. Δια τούτον τον μακάριον Παμβώ διηγείτο η Αγία Μελάνη ταύτα· «Επειδή ήλθον, (λέγει η Αγία Μελάνη) από την Ρώμην εις την Αλεξάνδρειαν, και έμαθον δια τούτον τον Όσιον από τον μέγαν Ισίδωρον τον Ξενοδόχον, εζήτησα και μου έδωκεν οδηγούς και με έφεραν εις την έρημον προς αυτόν. Έφερα δε τότε μαζί μου πλούτον πολύν, έως τριακοσίας λίτρας αργύρου και τον παρεκάλεσα να τον λάβη, αυτός δε με μεγάλην φωνήν με ηυλόγησε λέγων· «Ο Θεός, τέκνον μου, να σου αποδώση τον μισθόν της ελεημοσύνης σου». Ευθύς τότε επρόσταξεν ο Όσιος τον οικονόμον να λάβη τα αργύρια και να τα μοιράση εις τα Μοναστήρια της Λιβύης, εις τα ησυχαστήρια και όπου αλλού ήτο ανάγκη, να μη κρατήση δε μήτε οβολόν δια τας ιδικάς των ανάγκας, μόνον να τα μοιράση όλα εις τους έχοντας ανάγκην. Ενώ δε εγώ επερίμενα να μου είπη λόγον επαινετικόν δια την τόσην ελεημοσύνην, μου είπεν· «Το τι και τι έδωκες ελεημοσύνην, εγώ δεν έχω ανάγκην να μάθω, μόνον εκείνος ο Κύριος, όστις διακρατεί και εξουσιάζει τα πάντα, και τα κυβερνά και προνοεί, εκείνος ηξεύρει και την ποσότητα των χρημάτων όπου έδωκες και θέλει σου αντιμετρήσει τον μισθόν της αγαθής προαιρέσεως». Αυτά και άλλα παρόμοια μοι είπεν ο Άγιος και καν την θήκην, εις την οποίαν ήσαν τα αργύρια, δεν κατεδέχθη να ιδή τελείως. Εκοιμήθη δε ούτος ο μακάριος Παμβώ χωρίς ουδόλως να ασθενήση ή να πονέση κανέν μέλος του· αλλά εκείνην την ώραν έπλεκε μίαν σπυρίδα, αφού δε την ετελείωσεν ανελλιπή, εστράφη προς με, (λέγει ο συγγράψας το Λαυσαϊκόν Επίσκοπος Ηρακλείδης) και μοι λέγει· «Λάβε, τέκνον, αυτήν την σπυρίδα δια να με ενθυμήσαι, διότι άλλο τίποτε δεν έχω να σου αφήσω». Και τούτο μόνον λέγων παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Κυρίου, εβδομήκοντα ετών γέρων. Έτυχεν ακόμη εκεί η Αγία Μελάνη, η οποία τον εκήδευσεν και τον ενεταφίασεν, επήρε δε εκείνην την σπυρίδα και την εφύλαττεν έως εις τον θάνατόν της. Έλεγον ακόμη δια τούτον τον θαυμάσιον Παμβώ, ότι την ώραν, καθ’ ην παρέδιδε την μακαρίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού, ευρέθησαν εκεί ο Μακάριος ο πρεσβύτερος και ο Αμμώνιος, και οι δύο ούτοι θαυμάσιοι εις την αρετήν και ακουσμένοι αγωνισταί. Ήσαν ακόμη και άλλοι αδελφοί, εις τους οποίους είπε ταύτα· «Αφού ήλθα εις αυτήν την έρημον και έκτισα αυτό το κελλίον και κατώκησα, ποτέ δεν έλειψε το εργόχειρον από την χείρα μου, αλλ’ ούτε έλαβα καμμίαν χάριν από τινα, μέχρι και τεμαχίου άρτου. Έως τώρα δε οσάκις ωμίλουν ποτέ δεν μετενόησα. Τώρα υπάγω προς τον Θεόν με λογισμόν, πως δεν έβαλα ακόμη αρχήν εις την αρετήν, καθώς ήθελεν ο Θεός». Μας έλεγον δε ακόμη οι Πατέρες, ότι οσάκις ήθελον τον ερωτήσει ή δια κανένα νόημα της θείας Γραφής ή δια καμμίαν αρετήν πρακτικήν, ποτέ δεν απεκρίθη ευθύς. Αλλά έλεγεν· «Να συλλογισθώ, και με καιρόν ίσως και δυνηθώ, βοηθεία Θεού, να δώσω την απόκρισιν εις αυτό». Αυτόν τον ακριβή στοχασμόν του Οσίου, όπου είχεν εις τας ερωτήσεις, τον εθαύμασε και ο Μέγας Αντώνιος και άλλοι πολλοί μεγάλοι και αγιώτατοι Πατέρες.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΗ΄ (19η) Ιουλίου, μνήμη της Οσίας Μητρός ημών ΜΑΚΡΙΝΗΣ, αδελφής του Μεγάλου Βασιλείου.

Δημοσίευση από silver »


Μακρίνα η οσιωτάτη μήτηρ ημών ήτο μεγαλυτέρα αδελφή του Μεγάλου Βασιλείου, κεκοσμημένη δε ούσα με σωματικόν κάλλος και με γνώμην αγαθήν, ηρραβωνίσθη, πριν ή δε τελεσθή ο γάμος της απέθανεν ο ταύτην αρραβωνισθείς, ενώ εισέπραττε τους δημοσίους φόρους· η δε μακαρία Μακρίνα, καίτοι εζήτουν αυτήν άλλοι πολλοί εις γάμου κοινωνίαν, όμως δεν ηθέλησεν, αλλά προετίμησε μάλλον την χηρείαν και τα της χηρείας δεινά ή να δοκιμάση τας του γάμου τέρψεις και ηδονάς. Όθεν αποσπασθείσα πάσης κοσμικής συναναστροφής διέμενε μετά της μητρός της και κατεγίνετο εις την ανάγνωσιν και μελέτην των θείων Γραφών· πρωτότοκος δε ούσα, και επέχουσα θέσιν δευτέρας μητρός επί των εννέα άλλων αδελφών της, ανέτρεφε και επαίδευεν αυτούς. Οσίως λοιπόν και ασκητικώς διανύσασα την ζωήν της και μετά του αδελφού της θείου Γρηγορίου του Νύσσης συμφιλοσοφήσασα περί ψυχής εις αυτάς τας τελευταίας της αναπνοάς, απήλθε προς Κύριον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Κ΄ (20) Ιουλίου, η ως εις Ουρανόν πυρφόρος ανάβασις του Αγίου ενδόξου Προφήτου ΗΛΙΟΥ του Θεσβίτου

Δημοσίευση από silver »


Ηλίας ο ένδοξος Προφήτης ήτο υιός Σωβάκ, καταγόμενος εκ Θέσβης, πόλεως της Γαλαάδ πέραν του Ιορδάνου, εκ της φυλής του Ααρών, η δε Θέσβη, εξ ης και θεσβίτης εκλήθη ο Άγιος, ήτο δεδομένη εις τους ιερείς. Όταν δε ούτος εγεννήθη, είδεν ο πατήρ του Σωβάκ οπτασίαν, ότι άνδρες λευκοφόροι τον ωνόμαζον Ηλίαν (όπερ δηλοί Θεός ή θείος, παραγόμενον εκ του Ηλί, το οποίον σημαίνει εβραϊστί Θεός), ότι τον εσπαργάνωναν με πυρ, και πυρ έδιδον εις αυτόν να φάγη. Όθεν μεταβάς εις την Ιερουσαλήμ εφανέρωσε την οπτασίαν ταύτην εις τους ιερείς, οι οποίοι είπον εις αυτόν δια χρηματισμού προφητικού και αποκαλύψεως ταύτα· «Μη φοβηθής, ω άνθρωπε, ότι η κατοίκησις του τέκνου θα είναι φως, ο λόγος του απόφασις, η ζωή του κατά Κύριον, και ο ζήλος του θα φανή ευάρεστος εις τον Θεόν, θέλει δε κρίνει τον Ισραήλ δια πυρός και μαχαίρας». Ούτος ο Άγιος ήκμασε περί τα εννεακόσια έτη προ της ελεύσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και προεφήτευσεν έτη είκοσι πέντε (921- 896 π.Χ.), ας ίδωμεν δε ποία και πόσα έργα και θαύματα έκαμεν. Γράφει το βιβλίον της Παλαιάς Διαθήκης, όπερ ονομάζεται Βασιλειών Τρίτη, εις το τέλος του δεκάτου έκτου Κεφαλαίου, ότι εις την πόλιν Σαμάρειαν, καθώς και εις τα περίχωρα της Ιερουσαλήμ, εβασίλευεν εις βασιλεύς Αχαάβ ονομαζόμενος, υιός του Αμβρί. Ούτος ήτο ασεβής και δεν επίστευεν εις τον αληθινόν Θεόν, επήρε δε και γυναίκα την Ιεζάβελ, την θυγατέρα του βασιλέως των Σιδωνίων, Ιεθεβαάλ· τόσον δε εγκατέλειψε τον Θεόν, όστις εποίησε τον ουρανόν και την γην, ώστε έκαμε Ναόν ειδωλικόν, έστησε δε και μέγα είδωλον, ίνα προσκυνή τον θεόν των Ελλήνων, τον οποίον οι μεν Έλληνες ωνόμαζον Δία, οι δε Εβραίοι Βάαλ. Εις εκείνας τας ημέρας ήτο και ο Προφήτης Ηλίας, βλέπων δε τον βασιλέα ότι αφήκε τον αληθινόν Θεόν και προσκυνεί είδωλα κωφά και αναίσθητα, αυτός και ο λαός άπας, είπε· «Ζη Κύριος ο Θεός των δυνάμεων, ο Θεός του Ισραήλ, ενώπιον του οποίου παρίσταμαι εγώ· να μη γίνη πλέον δρόσος ουδέ βροχή εις την γην, ειμή μόνον πάλιν δια του λόγου μου». Αφού είπε ταύτα ήλθε λόγος Κυρίου προς τον Ηλίαν λέγων· «Φύγε απ’ εδώ κατά ανατολάς και κρύψου εις τον χείμαρρον όπου είναι απέναντι του Ιορδάνου ποταμού και ονομάζεται Χοράθ, θέλεις δε πίνει νερόν από τον ποταμόν και εγώ θέλω προστάξει τους κόρακας να σε τρέφουν εκεί». Τότε ο Προφήτης έκαμε κατά τον λόγον του Κυρίου, και εκάθισεν εις τον χείμαρον Χοράθ, οι δε κόρακες του έφερναν κάθε πρωϊ άρτον, το δε δειλινόν του έφερναν κρέας, έπινε δε και νερόν από τον λάκκον. Εάν δε ερωτήση τις διατί ο Θεός επρόσταξε τους κόρακας να τρέφουν τον Προφήτην και όχι άλλο πτηνόν, γνωρίσατε ότι οι κόρακες είναι κατά πολύ μισότεκνοι, διότι έχουν συνήθειαν, όταν βγάλουν τα πουλιά των, δεν τα τρέφουν καθώς και τα άλλα πτηνά, αλλά τα αφήνουσι μόνα εις την φωλεάν και αναχωρούν· εκείνα δε πεινώντα και ζητούντα τροφήν, κράζουν φωνάς προς τον Θεόν, ο δε Θεός ευσπλαγχνιζόμενος ταύτα στέλλει τα ζωϋφια τα μικρά, μυίας δηλονότι και ακρίδας και άλλα τοιαύτα, τα οποία πετούν πλησίον του στόματος των πτηνών εκείνων, τότε δε εκείνα αρπάζουν τα ζωϋφια και διατρέφονται έως ότου έρχονται εις ηλικίαν και πετώσιν. Ότι δε αληθής είναι ο λόγος ούτος και ο συγγραφεύς του Ιώβ βεβαιών τούτο λέγει εν τω τριακοστώ ογδόω Κεφαλαίω· «Τις δε ητοίμασε κόρακι βοράν; Νεοσσοί γαρ αυτού προς Κύριον κεκράγασι πλανώμενοι τα σίτα ζητούντες». Ομοίως δε και ο Προφήτης Δαυϊδ το λέγει εις τον ρμστ΄ (146) ψαλμόν: «Διδόντι τοις κτήνεσι τροφήν αυτών και τοις νεοσσοίς των κοράκων τοις επικαλουμένοις αυτόν». Επειδή λοιπόν, ως είπον, οι κόρακες είναι μισότεκνοι και δεν διατρέφουν τα παιδιά των, δια τούτο τους έστειλε και ο Θεός να διαθρέψουν τον Προφήτην, σημείον τούτο δεικνύον και λέγον προς τον Προφήτην, διότι και συ, ω Ηλία, είσαι ανελεήμων, ότι δεν λυπείσαι τα ζώα και τους ανθρώπους, αλλά με παρεκάλεσες να μη βρέξω ίνα αποθάνουν. Αυτό δε το άκαμεν ο Θεός, ως εύσπλαγχνος, ίνα λυπηθή ο Προφήτης τους ανθρώπους και ζητήση βροχήν από τον Θεόν. Αλλά ας έλθωμεν πάλιν εις την διήγησίν μας. Μετά τινας ημέρας εξηράνθη ο χείμαρρος και δεν είχε νερόν, διότι βροχή δεν έγινε παντελώς. Είπε πάλιν ο Θεός προς τον Ηλίαν· «Έγειραι και πορεύθητι εις πόλιν ονομαζομένην Σαρεφθά, ήτις είναι εις τα σύνορα της Σιδώνος, και εγώ θέλω προστάξει μίαν χήραν γυναίκα εκεί να σε διαθρέψη». Μετέβη λοιπόν ο Ηλιού και εστάθη έξω από την πύλην της πόλεως, βλέπει δε μίαν γυναίκα χήραν, ήτις συνέλεγεν ολίγα ξύλα και επέστρεφεν εις τον οίκον της· ο δε Προφήτης της είπεν· «Λάβε ολίγον ύδωρ εις αγγείον και φέρε μου να πίω». Πορευομένην δε να φέρη το ύδωρ εφώνησε πάλιν αυτήν ο Προφήτης λέγων· «Φέρε μου και ολίγον άρτον να φάγω». Απεκρίθη η γυνή· «Ζη Κύριος ο Θεός σου, άρτος δεν ευρίσκεται παρ’ εμοί, μόνον ολίγον άλευρον εις το καδίον μου, και ολίγον έλαιον εις το δοχείον και δια τούτο συλλέγω ολίγα ξύλα ίνα κάμω μικράν πήτταν, να φάγω εγώ και τα παιδιά μου και έπειτα να αποθάνωμεν από την πείναν». Ο δε Προφήτης λέγει εις αυτήν· «Έχε θάρρος, πορεύου και ποίησον καθώς λέγεις, αλλά φέρε εις εμέ πρώτον τεμάχιον άρτου και μετά ταύτα θέλεις φάγει και συ και τα παιδιά σου· διότι ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, από το καδίον δεν θέλει ολιγοστεύσει το άλευρον και από το δοχείον δεν θέλει λείψει το έλαιον έως τας ημέρας, καθ’ ας θα εξαποστείλη ο Θεός βροχήν εις την γην». Επήγε λοιπόν η γυνή και έκαμε κατά τον λόγον του Προφήτου, και απ’ εκείνης της ημέρας δεν έλειψεν ούτε το άλευρον από το καδίον ούτε το άλαιον από το δοχείον κατά τον λόγον του Κυρίου, όστις ελαλήθη δια στόματος του Προφήτου Ηλιού. Βλέπετε, ευλογημένοι Χριστιανοί, πόσην ωφέλειαν προξενεί η ελεημοσύνη; Η γυνή εκείνη μήπως εγνώριζεν ότι είναι Προφήτης και Άγιος και του έδωκεν άρτον, τον οποίον, ούτως ειπείν, αφήρεσεν από το στόμα της και από το στόμα των τέκνων της; Ουχί· μόνον ως πτωχόν και συνάνθρωπον τον είδεν· αλλ’ επειδή ήτο ελεήμων και φιλόξενος, επροτίμησε κάλλιον να δώση εις τον πτωχόν και πεινασμένον να φάγη, παρά αυτή και τα παιδιά της. Που είναι να ακούσουν ταύτα τινές ανελεήμονες γυναίκες, όπου έρχεται ο πτωχός αδελφός του Χριστού εις την θύραν των και δεν αρκεί, ότι δεν δίδουν ολίγον άρτον, αλλά τον υβρίζουν και ονειδίζουν και με θυμόν πολύν τον αποδιώκουν; Εκείνη όμως η χήρα δεν έπραξεν ούτω, αλλά με ένα λόγον του Προφήτου εστέρησε τον εαυτόν της και το έδωκεν εις αυτόν· αλλά ιδέ και την ευλογίαν του Θεού την οποίαν απέκτησε. Πόσοι άρχοντες και αρχόντισσαι ήσαν τον καιρόν εκείνον με χιλιάδας φλωρία; Όμως απέθνησκον από την πείναν· η δε χήρα η πτωχή, με την φιλοξενίαν της, έτρωγε και έπινε με αυτάρκειαν· όχι δε μόνον αυτήν την ευλογίαν απέκτησεν, αλλά και τον υιόν της, ο οποίος απέθανε τας ημέρας εκείνας, τον ανέστησεν ο Προφήτης. Πως δε τον ανέστησεν; Ακούσατε. Ευρισκομένου του Αγίου εις τον οίκον της χήρας, ησθένησεν ο υιός της από ασθένειαν σοβαράν, έως ου απέθανε. Παρεπονέθη τότε προς τον Προφήτην η γυνή και είπεν· «Άνθρωπε του Θεού, ήλθες να αναμνήσης τας αμαρτίας μου εις τον Θεόν και να θανατωθή ο υιός μου»! Λέγει προς αυτήν ο Προφήτης· «Δος μοι τον υιόν σου». Έλαβε λοιπόν αυτόν από τας αγκάλας της και τον ανεβίβασεν εις το ανώγειον, όπου εκοιμάτο αυτός και τον έθεσεν επάνω εις την κλίνην του. Τότε τον ενεφύσησε τρις εις το πρόσωπον, είτα επεκαλέσθη τον Θεόν, και είπεν· «Ας επιστρέψη η ψυχή του παιδαρίου τούτου». Ούτω δε και εγένετο και ανέστη το παιδίον. Τότε το παρέδωκεν εις την μητέρα λέγων· «Ίδε, ζη ο υιός σου». Είπε δε η γυνή· «Τώρα εγνώρισα, ότι είσαι άνθρωπος του Θεού, και λόγος Κυρίου αληθινός είναι εις το στόμα σου». Αφού δε παρήλθον τρία έτη, έγινε λόγος Κυρίου προς τον Προφήτην Ηλίαν λέγων· «Ύπαγε και παρουσιάσθητι έμπροσθεν του Αχαάβ, ίνα δώς βροχήν επί πρόσωπον της γης». Παρουσιάσθη λοιπόν ο Προφήτης προςτον Αχαάβ, κατοικούντα εις την Σαμάρειαν· ήτο δε εκεί λιμός μέγας. Ο δε Αχαάβ εκάλεσε τον οικονόμον του, Αβδιού ονόματι, ο οποίος εφοβείτο τον Θεόν κατά πολλά· διότι η μεν Ιεζάβελ, η γυνή του Αχαάβ, εφόνευσε τους Ιερείς του Θεού του Υψίστου, εκείνος δε έλαβεν εκατόν άνδρας από αυτούς και τους έκρυψεν εις δύο σπήλαια, και τους έτρεφεν εκεί κρυφίως. Αυτόν λοιπόν εκάλεσε τότε ο Αχαάβ και του λέγει· «Ας εξέλθωμεν εις το πεδίον και εις τας πηγάς των υδάτων, μήπως εύρωμεν που χόρτον δια τους ίππους μας και τα ζώα μας, ώστε να μη εξολοθρευθώσι παντελώς». Διεμέρισαν δε την οδόν, και ο μεν Αχαάβ επορεύετο προς το ένα μέρος, ζητών βοσκήν δια τα ζώα, ο δε Αβδιού επήγεν εις άλλο μέρος. Εκεί ερχομένου του Προφήτου Ηλιού, απήντησεν αυτόν ο Αβδιού, ως δε τον είδεν, έπεσεν επί πρόσωπον αυτού και είπε· «Μη είσαι συ, κύριέ μου, ο Ηλιού»; Ο δε Προφήτης του λέγει· «Εγώ είμαι· μόνον ύπαγε και ειπέ εις τον Αχαάβ τον κύριόν σου, ότι θέλω να τον συναντήσω». Απεκρίθη ο Αβδιού· «Διατί, κύριέ μου, εκαταφρόνησες τόσον την ζωήν σου και θέλεις να θανατωθής; Ζη ο Θεός, δεν έμεινε βασιλεία ουδέ τόπος, όπου να μη έστειλεν ο Αχαάβ αναζητών σε· όσοι δε είπον, ότι δεν σε είδον, τους εθανάτωσε και τον τόπον των κατέκαυσε· συ δε τώρα μόνος σου ζητείς τον θάνατόν σου; Καλώς δε λέγεις, να υπάγω να του είπω, ότι επιθυμείς να τον συναντήσης· αλλά εάν έλθη πνεύμα Θεού και σε αρπάση και ελθών ο Αχαάβ δεν σε εύρη, δεν ηξεύρεις, ότι θα με θανατώση; Ή μήπως δεν γνωρίζεις ότι και εγώ φοβούμαι τον Θεόν, τον οποίον και συ προσκυνείς και ότι παρέλαβον εκατόν Ιερείς και τους έχω κεκρυμμένους εις δύο σπήλαια και τους τρέφω δια να μη τους φονεύση η Ιεζάβελ; Τώρα φοβούμαι να μη φονεύση η Ιεζάβελ και εμέ δια την ιδικήν σου αιτίαν». Απεκρίθη ο Προφήτης· «Ζη Κύριος ο Θεός των δυνάμεων, εις τον οποίον παρεστάθην σήμερον· πρέπει να παρουσιασθώ εις τον Αχαάβ». Επήγε λοιπόν ο Αβδιού και ευρών τον Αχαάβ του είπε καταλεπτώς την υπόθεσιν. Ερχόμενος δε ο Αχαάβ δια να συναντήση τον Προφήτην Ηλίαν, είδε μακρόθεν αυτόν και του είπε· «Συ είσαι, όστις διαστρέφεις τον λαόν»; Απεκρίθη ο Προφήτης· «Δεν τον διαστρέφω εγώ, αλλά συ και ο οίκος του πατρός σου, οίτινες αφήσατε Κύριον τον Θεόν και προσκυνείτε τον Βάαλ. Λοιπόν τώρα ύπαγε, στείλε και σύναξε όλους τους ιερείς των ειδώλων να έλθουν προς με εις το όρος Καρμήλιον, και τους τετρακοσίους πεντήκοντα ιερείς του Βάαλ και τους άλλους υπολοίπους ιερείς της αισχύνης, τους οποίους ωνόμαζον οι Έλληνες της Αφροδίτης, και τους τετρακοσίους ιερείς των Αλσών, δηλαδή των Ναών, οι οποίοι ευρίσκοντο υποκάτω των δένδρων, οι οποίοι τρώγουν τον άρτον της Ιεζάβελ· όλοι ας έλθουν εκεί». Τότε έστειλεν ο Αχαάβ και έφερεν όλους τους ιερείς εις το Καρμήλιον όρος. Αφού λοιπόν εσυνάχθησαν όλοι, λέγει προς αυτούς ο Προφήτης· «Έως πόυε θα χωλαίνετε και από τους δύο πόδας; Εάν είναι Κύριος ο Θεός, υπάγετε με αυτόν». Ο δε λαός δεν απεκρίθη λόγον. Τους λέγει πάλιν ο Προφήτης· «Εγώ έμεινα μόνος Προφήτης Κυρίου του Θεού, οι δε ιερείς του Βάαλ και της αισχύνης και των Αλσών είναι χίλιοι διακόσιοι· φέρετε λοιπόν δύο βόας, ας πάρουν δε αυτοί τον ένα και εγώ τον άλλον και ας τον σφάξουν, πυρ όμως εις τον βωμόν να μη ανάψουν, να σφάξω δε και εγώ τον άλλον και να σωρεύσω ξύλα, πυρ δε και εγώ να μη ανάψω και ας κάμωμεν προσευχήν εις το όνομα του Θεού μας. Όποιος δε Θεός εισακούση και στείλη πυρ να κατακαύση τον βουν, εκείνος είναι Θεός αληθινός». Απεκρίθη τότε όλος ο λαός και είπε· «Καλοί και δίκαιοι είναι οι λόγοι ους ελάλησας». Τότε λοιπόν λέγει ο Προφήτης προς τους ιερείς της αισχύνης· «Λάβετε σεις πρώτον τον ένα, σφάξατέ τον και προσφέρετε θυσίαν εις τον Βάαλ, παρακαλέσατε δε τον θεόν σας να σας στείλη πυρ». Έλαβον λοιπόν τον βουν και τον έσφαξαν επί του βωμού, κατόπιν εκύκλωσαν γύρωθεν τον βωμόν, και από πρωϊας μέχρι μεσημβρίας έκραζον μεγαλοφώνως λέγοντες· «Επάκουσον ημών, Βάαλ, επάκουσον ημών εν πυρί». Αλλ’ ουδέ η ελαχίστη φωνή του θεού των ηκούετο, ουδ’ αυτός είχε ώτα να τους ακούση. Τότε λοιπόν ο Προφήτης κατεγέλασε και τους είπε· «Κράξατε περισσότερον, διότι ίσως κοιμάται ή δεν έχει καιρόν και δεν σας ακούει». Εκείνοι δε περιεφέροντο γύρωθεν του βωμού και έκραζον με φωνάς μεγάλας· έτυπτον δε τα στήθη των, μέχρις αιματώσεως, αλλά ματαίως εκοπίαζον, έως ου ήλθε το δειλινόν, αλλά δεν εφάνη κανέν σημείον. Τότε λέγει προς τους ιερείς ο Προφήτης· «Παραμερίσατε να κάμω και εγώ την προσευχήν μου». Έλαβε τότε δώδεκα λίθους, κατά τον αριθμόν των δώδεκα φυλών του Ισραήλ και έκτισε θυσιαστήριον δια τον Θεόν, έπειτα έκαμε λάκκον, ο οποίος εχωρούσε δύο φορτία σίτου, γύρωθεν του θυσιαστηρίου. Μετά ταύτα εμέλισε τον άλλον βουν και τον έβαλεν επάνω εις τα ξύλα τα ξηρά, και λέγει προς τον λαόν· «Λάβετε τέσσαρας κάδους ύδωρ και χύσατε επάνω εις τον βουν και εις τα ξύλα». Και εποίησαν ούτως· είπε πάλιν· «Χύσατε δεύτερον». Και εδευτέρωσαν. Λέγει πάλιν· «Χύσατε τρίτον». Έχυσαν τότε εκ τρίτου· το δε ύδωρ εκείνο επλήρωσε τον λάκκον και περιεχύθη γύρωθεν αυτού. Πλην μάθετε και τούτο, ότι αι τρεις φοραί όπου είπεν ο Προφήτης να χύσουν νερόν ήσαν εις τύπον της Αγίας Τριάδος, οι δε τέσσαρες κάδοι ήσαν εις τύπον των τεσσάρων Ευαγγελιστών, εδήλουν δε ότι η παναιτία και ζωαρχική Τριάς με το ύδωρ, ήτοι την διδαχήν των τεσσάρων Ευαγγελιστών, επότισε τας κεχερσωμένας ψυχάς των Εθνών. Αλλά ας έλθωμεν εις τον λόγον μας. Αφού λοιπόν ούτως εποίησεν ο λαός, ανέβλεψε ο Προφήτης εις τον ουρανόν και είπε· «Κύριε ο Θεός Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, επάκουσόν μου σήμερον εν πυρί, ίνα γνωρίση ο λαός ούτος, ότι συ είσαι Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, και εγώ ειμί δούλος σου, και ότι δι’ εσέ έκαμα τα έργα ταύτα. Επάκυσόν μου, Κύριε, επάκουσόν μου εν πυρί, ίνα εννοήση ο λαός, ότι συ είσαι Θεός αληθινός, και συ επέστρεψας την καρδίαν του λαού τούτου οπίσω σου». Λέγοντος ταύτα του Προφήτου, παρευθύς έπεσε πυρ παρά Κυρίου εκ του ουρανού και κατέφαγε τον βουν, τα ξύλα και το ύδωρ, όπερ ήτο εις τον λάκκον, αλλά και αυτούς τους λίθους έως και το χώμα έγλειψε το πυρ. Τότε έπεσε πας ο λαός επί πρόσωπον αυτών και είπον· «Αληθώς Κύριος είναι ο Θεός· αυτός είναι Θεός αληθής». Είπε τότε ο Προφήτης προς τον λαόν· «Συλλάβετε τους ιερείς του Βάαλ, κανείς να μη μείνη από αυτούς». Συνέλαβον τότε αυτούς, ο δε Προφήτης τους κατεβίβασεν εις ένα ξηροπόταμον, όστις ονομάζεται χείμαρρος Κισσών, εκεί δε κατέσφαξεν αυτούς. Μετά ταύτα είπε προς τον Αχαάβ· «Ύπαγε, φάγε και πίε, ότι ακούω την βροχήν όπου έρχεται». Και ο Αχαάβ έπραξεν ως προσετάχθη· ο δε Προφήτης Ηλίας ανέβη εις το όρος, και κύψας επί την γην, έβαλε το πρόσωπόν του εν μέσω των γονάτων αυτού. Μετά δε ώραν εστράφη προς τον υπηρέτην του, όστις λέγουσιν, ότι ήτο ο Προφήτης Ιωνάς, ο υιός της χήρας, τον οποίον ανέστησεν ο Προφήτης Ηλίας, περί του οποίου προείπομεν, και του λέγει· «Βλέψον προς την θάλασσαν, ίνα ίδης τι έρχεται». Είδεν ο υπηρέτης, αλλ’ ουδέν εφάνη. Πάλιν λέγει ο Προφήτης· «Βλέψον έως επτά». Εποίησε καθώς προσετάχθη, την δε εβδόμην είδε νέφος μικρόν, ως πάτημα ανθρώπου, όπερ ηγείρετο από την θάλασσαν. Τότε λέγει ο Προφήτης εις εκείνον τον υπηρέτην του· «Ύπαγε και ειπέ εις τον Αχαάβ να ζεύξη την άμαξάν του, να προφθάση εις την οικίαν του, διότι θέλει κινδυνεύσει από την βροχήν». Εποίησε τότε ο βασιλεύς Αχαάβ ούτω· τόση δε πολλή βροχή ήλθεν, ώστε δεν επρόφθασε να υπάγη εις την Σαμάρειαν την πόλιν, εις τα βασίλειά του, αλλά εισήλθεν εις πόλιν τινα Ιεζράελ ονομαζομένην. Εις την πόλιν αυτήν εισήλθε και ο Προφήτης Ηλίας, φεύγων την πολλήν βροχήν όπου εγίνετο. Μετά τινας ημέρας, αφού έπαυσεν η βροχή, ήλθεν ο Αχαάβ εις την Σαμάρειαν και διηγήθη εις την γυναίκα του Ιεζάβελ πάντα όσα εποίησεν Ηλίας και ότι εφόνευσε τους ιερείς του Βάαλ. Η δε μιαρά εκείνη γυνή, ως ήκουσεν ότι ο Προφήτης Ηλίας εφόνευσε τους ιερείς, έστειλεν εις αυτόν ανθρώπους και είπον· «Εάν συ είσαι ο Ηλίας, και εγώ είμαι η Ιεζάβελ. Μάθε λοιπόν ότι εις αυτά που επέτρεψεν ο Θεός και έγιναν έχουν να προστεθούν και ταύτα· αύριον αυτήν την ώραν θα φονεύσω και εγώ σε, ως συ εφόνευσες εκείνους». Ταύτα ως ήκουσεν ο Προφήτης Ηλίας, άνθρωπος ήτο και αυτός, εφοβήθη και ηγέρθη να φύγη, φεύγων δε ήλθεν εις μίαν χώραν Βηρσαβεέ λεγομένην, ήτις ήτο εις τα σύνορα της Ιουδαίας. Εκεί αφήκε το παιδάριον, τον υπηρέτην, ο οποίος ήτο ο Ιωνάς, ως προείπον, αυτός δε επορεύθη εις την έρημον, μιάς ημέρας οδόν. Αγανακτημένος δε επήγε και εκάθησε κάτωθεν ενός δένδρου, το οποίον εβραϊστί μεν λέγεται Ραθμάν, ελληνιστί δε το λέγουν Άρκευθον, το οποίον γίνεται μόνον εις τον τόπον της Παλαιστίνης, είναι δε παρόμοιον ως κέδρος. Εκεί όπου εκάθητο στενοχωρημένος και απηλπισμένος και εζήτει από τον Θεόν τον θάνατον, απεκοιμήθη και ιδού Άγγελος Κυρίου ήλθε και ήγειρεν αυτόν λέγων· «Έγειραι και φάγε». Ηγέρθη ο Προφήτης και βλέπει ότι επάνω του μέρους της κεφαλής του ήτο μία πήττα άρτου από βρίζαν και δοχείον με ύδωρ. Έφαγε τότε και πάλιν απεκοιμήθη. Επήγε δε πάλιν ο Άγγελος εκ δευτέρου και του λέγει· «Έγειραι, φάγε και πίε, ότι πολλήν οδόν έχεις να περιπατήσης». Πάλιν δε ηγέρθη και έφαγε και έπιε. Με την δύναμιν του φαγητού εκείνου επεριπάτησεν ο Προφήτης Ηλίας τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας, έως ου επήγεν εις το όρος το λεγόμενον Χωρήβ, το οποίον λέγεται εις την Γραφήν και Σινά, διότι το Σίναιον όρος έχει δύο κορυφάς και η μεν μία κορυφή λέγεται Σινά, η δε άλλη λέγεται Χωρήβ, εις την οποίαν είδε και ο Μωϋσής την βάτον καιομένην και μη καταφλεγομένην. Εις αυτήν επορεύθη και ο Προφήτης και εισήλθεν εις ένα εκεί σπήλαιον, και ιδού λόγος Κυρίου εγένετο προς αυτόν λέγων· «Διατί ήλθες εδώ, Ηλία»; Είπεν ο Προφήτης· «Ηγάπησεν η ψυχή μου τον Παντοκράτορα Κύριον, διότι σε εγκατέλιπον οι υιοί του Ισραήλ, τα θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν, τους Προφήτας σου εφόνευσαν, μόνον δε εγώ έμεινα Προφήτης μονώτατος και ζητούσι και την ιδικήν μου ζωήν να την αφαιρέσουν». Τότε ηκούσθη φωνή Κυρίου λέγουσα· «Να εξέλθης αύριον και να σταθής έμπροσθεν του Κυρίου εις το όρος τούτο. Και ιδού θέλει έλθει ο Κύριος. Θέλει δε γίνει τότε άνεμος δυνατός, να εξολοθρεύση τα όρη και τας πέτρας, αλλά δεν θέλει είναι εκεί ο Κύριος. Έπειτα θέλει γίνει σεισμός, αλλ’ ουδέ εκεί θέλει είναι. Μετά τον σεισμόν θέλει γίνει πυρ, αλλ’ ούτε εκεί θέλει είναι ο Κύριος. Μετά το πυρ θέλει γίνει φωνή πνοής λεπτής, εκεί θέλει είναι ο Κύριος». Τούτο προέλεγε την θεωρίαν, την οποίαν είδεν ο Προφήτης εις το όρος Θαβώρ, δηλαδή την Μεταμόρφωσιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ακόμη δε ότι η φωνή εκείνη θέλει είναι ο Πρόδρομος Ιωάννης, ο οποίος ήτο η φωνή του Λόγου. Αλλά ταύτα έγιναν μετά ταύτα. Ως ήκουσεν ο Προφήτης τούτον τον λόγον του Κυρίου, εκάλυψε το πρόσωπόν του με την μηλωτήν του και εξήλθε και εστάθη εις την είσοδον του σπηλαίου. Τότε ιδού πάλιν φωνή εγένετο εκ Θεού προς αυτόν λέγουσα· «Τι περιμένεις εδώ, Ηλία»; Και είπεν ο Ηλίας τα ίδια όπου είπε και την πρώτην φοράν. Λέγει ο Κύριος· «Εγείρου και ύπαγε όπισθεν εις την οδόν σου, και να υπάγης εις την Δαμασκόν την πόλιν, να χρίσης τον Αζαήλ εις βασιλέα της Συρίας και τον Ιηού τον υιόν του Ναμεσσί να χρίσης εις βασιλέα επί τον Ισραήλ, και τον Ελισσαιέ, τον υιόν του Σαφάτ, όπου είναι από την χώραν την Αβελμανουλάν, να τον χρίσης εις Προφήτην, ίνα αντικαταστήση σε». Ανεχώρησε λοιπόν εκείθεν ο Προφήτης Ηλίας και ευρίσκει τον Ελισσαιέ, όστις εκαλλιέργει αγρόν. Παρευθύς έρριψε τότε ο Ηλίας την μηλωτήν του επάνω αυτού· ο δε Ελισσαιέ, καταλιπών τα πάντα, ηκολούθησεν έκτοτε τον Προφήτην Ηλίαν και εγένετο μαθητής και υπηρέτης αυτού. Μετά ταύτα ήτο άνθρωπος τις από τα περίχωρα της Σαμαρείας, ονόματι Ναβουθαί, όστις είχεν άμπελον πλησίον εις το αλώνιον του Αχαάβ, του βασιλέως της Σαμαρείας. Ο δε Αχαάβ, ζηλοτυπών την άμπελον εκείνην, είπεν εις τον Ναβουθαί· «Δος μοι την άμπελόν σου να κάμω κήπον λαχάνων, διότι είναι πλησίον εις τον οίκον μας, και να σου δώσω άλλην αντ’ αυτής. Ει δε και δεν θέλεις να λάβης άλλην άμπελον, λάβε χρήματα δια την τιμήν της». Του λέγει ο Ναβουθαί· «Να μη μου γίνη αύτη η εγκατάλειψις από τον Θεόν μου, να δώσω την πατρικήν μου κληρονομίαν εις άλλον άνθρωπον». Αποτυχών ο Αχαάβ, επέστρεψε λυπημένος εις τον οίκον του, και την εσπέραν από την λύπην του δεν έφαγε, αλλ’ εκοιμήθη νήστις. Η δε μιαρά γυνή αυτού Ιεζάβελ, ως είδεν αυτόν λυπημένον, τον ηρώτησε· «Τι έχεις, ω κύριέ μου, και είσαι ούτω πικραμένος»; Της λέγει εκείνος· «Εζήτησα από τον Ναβουθαί τον Ισραηλίτην την άμπελόν του να την μεταβάλω εις κήπον, και αυτός μοι απεκρίθη· «Να μη δώση ο Θεός να πωλήσω την πατρικήν μου κληρονομίαν». Του λέγει η μιαρά Ιεζάβελ· «Εγέρθητι, κύριέ μου, φάγε και χαίρου, και αύριον θα ενεργήσω εγώ, ώστε να κληρονομήσης χωρίς πληρωμήν την άμπελον του Ναβουθαί». Ο Αχαάβ την εσπέραν εκείνην επαρηγορήθη. Η δε μιαρά Ιεζάβελ γράφει το πρωϊ επιστολήν και σφραγίζει αυτήν με την σφραγίδα του Αχαάβ, απέστειλε δε ταύτην προς τους συμπολίτας του Ναβουθαί, τους εχθρούς του, λέγουσα εις αυτούς· «Να βάλετε ψευδο μάρτυρας κατά του Ναβουθαί, ότι ύβρισε τον Θεόν και τον βασιλέα και να τον λιθοβολήσετε». Εκείνοι δε, προς χάριν της βασιλίσσης, εψευδομαρτύρησαν κατά του Ναβουθαί και ελιθοβόλησαν αυτόν. Μετά ταύτα οι άνθρωποι εκείνοι έστειλαν μήνυμα εις την Ιεζάβελ, λέγοντες· «Καθώς διετάχθημεν, ούτως έγινεν· παρουσιάσαμεν μάρτυρας ότι ο Ναβουθαί ύβρισε τον Θεόν και τον βασιλέα και τον ελιθοβολήσαμεν, και ιδού απέμεινεν η κληρονομία του έρημος». Τότε η μιαρά εκείνη γυνή Ιεζάβελ, ως έγινε το θέλημά της, είπε προς τον άνδρα της, τον Αχαάβ· «Ιδού απέμεινεν η άμπελος του Ναβουθαί έρημος· όρισε λοιπόν να είναι της βασιλείας σου». Ενώ δε ανεχώρει ο Αχαάβ δια να υπάγη εις την άμπελον εκείνην, είπε Κύριος ο Θεός προς τον Προφήτην Ηλίαν· «Ύπαγε εις συνάντησιν του βασιλέως Αχαάβ της Σαμαρείας, όστις υπάγει να κληρονομήση τον αμπελώνα του Ναβουθαί, και ειπέ προς αυτόν· «Συ έρχεσαι να κληρονομήσης τον αμπελώνα του Ναβουθαί, αλλ’ ούτω λέγει Κύριος ο Θεός· «Εις τον τόπον όπου εχύθη το αίμα του Ναβουθαί, να χυθή και το ιδικόν σου, ως και της μιαράς Ιεζάβελ, της οποίας το αίμα να γλείψωσιν οι κύνες, διότι εζηλεύσατε την άμπελον του γείτονός σας και εκάματε πάντα τρόπον αδικίας δια να την κληρονομήσετε· και άνθρωπος από την γενεάν σου να μη μείνη ήσυχος εις την βασιλείαν». Ταύτα ακούσας ο Προφήτης επήγε καθώς προσετάχθη, και τα είπεν εις τον Αχαάβ. Ο δε Αχαάβ, ως ήκουσε ταύτα, έκλαυσε και ενεδύθη σάκκον, και ενήστευσε μετανοών δια την αμαρτίαν του. Ο δε Θεός εδέχθη την μετάνοιάν του, και πάλιν είπε προς τον Προφήτην· «Βλέπεις πως εμετανόησεν ο Αχαάβ; Δια τούτο δεν θα δώσω την οργήν μου εις τας ημέρας του, αλλά εις τας ημέρας του υιού αυτού». Τούτο δε και εγένετο αληθές κατά τον λόγον του Θεού. Διότι μετά τον θάνατον του Αχαάβ εβασίλευσεν εις την Σαμάρειαν ο υιός αυτού, Οχαζίας ονόματι, ο οποίος έπαυσε να προσκυνή τον μόνον αληθή Θεόν, και προσεκύνει τα άψυχα και αναίσθητα είδωλα, όπως και οι Έλληνες. Μίαν δε των ημερών, αφού πλέον είχεν αποθάνει ο Αχαάβ, πεσών ο νέος βασιλεύς Οχαζίας από τον εξώστην του παλατίου του, ησθένησε. Δεν εζήτησεν όμως ιατρείαν από τον Θεόν, όστις δίδει την υγείαν εις τους ασθενείς, αλλ’ είπεν εις τους ανθρώπους του· «Υπάγετε εις την πόλιν Ακκαρών, εκεί είναι μία μάντις του Βάαλ· εκείνην ερωτήσατε δια την ασθένειάν μου». Πορευομένων δε των ανθρώπων, Άγγελος Κυρίου ελάλησε προς τον Προφήτην Ηλίαν λέγων· «Ύπαγε εις συνάντησιν των ανθρώπων του Οχοζίου και ειπέ προς αυτούς· «Δεν είναι ο Θεός εις την Ιερουσαλήμ, όστις δίδει την υγείαν, αλλά ζητείτε μάντεις; Δια τούτο ούτω λέγει Κύριος ο Θεός: Από την κλίνην, όπου κατάκειται ο βασιλεύς, δεν θέλει εγερθή, αλλ’ εκεί θέλειαποθάνει». Επήγε τότε ο Προφήτης και είπε προς τους ανθρώπους του βασιλέως τον λόγον του Κυρίου, εκείνοι δε επιστρέψαντες ανήγγειλαν εις τον βασιλέα ότι εις άνθρωπος μας συνήντησε καθ’ οδόν, και μας είπε τούτους τους λόγους. Τους ηρώτησεν ο βασιλεύς· «Τι είδους άνθρωπος ήτο εκείνος»; Λέγουν αυτοί· «Άνθρωπος ήτο, με κόμην μακράν, είχε δε ζώνην δερματίνην εζωσμένην περί την οσφύν του». Λέγει ο βασιλεύς· «Ηλίας ο Θεσβίτης είναι· αλλά σπεύσατε, εις πεντηκόνταρχος να παραλάβη πεντήκοντα στρατιώτας και να υπάγη να τον φέρη». Επήγεν ο πεντηκόνταρχος εις το όρος και ευρών τον Προφήτην, είπε· «Άνθρωπε του Θεού, ο βασιλεύς σε καλεί να κατέλθης». Απεκρίθη ο Προφήτης και είπεν· «Εάν εγώ είμαι άνθρωπος του Θεού, να κατέλθη πυρ από τους ουρανούς να καταφάγη σε και τους ανθρώπους σου». Παρευθύς, με τον λόγον του Προφήτου, κατήλθε πυρ εξ ουρανού και κατέφαγε τον πεντηκόνταρχον και τους πεντήκοντα στρατιώτας αυτού. Ως έμαθεν ο βασιλεύς την υπόθεσιν, απέστειλε πάλιν δεύτερον πεντηκόνταρχον με άλλους πεντήκοντα ανθρώπους. Ομοίως όμως και εκείνους δια προσευχής κατέκαυσεν ο Προφήτης. Έστειλε τότε και τρίτον πεντηκόνταρχον, με άλλους τόσους ανθρώπους. Εκείνος δε ο τρίτος εστάθη από μακρόθεν, έπεσεν εις την γην και εδεήθη του Αγίου λέγων· «Άνθρωπε του Θεού, μη οργισθής εναντίον μου, όπως ωργίσθης κατά του πρώτου και δευτέρου πεντηκοντάρχου και των ανθρώπων αυτών, αλλά λυπήσου με, κατάβηθι, ίνα έλθης εις τον βασιλέα». Τότε Άγγελος Κυρίου είπε προς τον Προφήτην· «Μη φοβηθής, μόνον ύπαγε και μόνος σου εις τον βασιλέα Οχοζίαν». Επήγε λοιπόν ο Ηλίας και ήλεγξε τον βασιλέα, κατά την εντολήν του Κυρίου και εγένετο το τέλος αυτού, εν έτει 896 π.Χ. καθώς προείπεν ο Προφήτης Ηλίας. Μετά δε τον θάνατον τούτου εβασίλευσεν άλλος υιός του Αχαάβ, Ιωράμ ονόματι. Εις τας ημέρας τούτου του βασιλέως ηθέλησεν ο Θεός να πάρη τον Προφήτην Ηλίαν από της παρούσης προσκαίρου ζωής. Τότε παρέλαβεν ο Προφήτης Ηλίας τον μαθητήν του Ελισσαίον, και επήγαν εις τινα τόπον, ονομαζόμενον Γάλγαλα. Εκεί είπεν ο Ηλίας προς τον Ελισσαίον· «Κάθισε συ εδώ, διότι εμέ με απέστειλεν ο Θεός να υπάγω έως την πόλιν Βαιθήλ». Απεκρίθη ο Ελισσαίος· «Ζη Κύριος, και ζη η ψυχή σου, δεν θέλω σε αφήσει». Ήλθον τότε και οι δύο εις την Βαιθήλ· οι δε άνθρωποι όπου ήσαν εις την Βαιθήλ, τέκνα όντες των Προφητών, είπον προς τον Ελισσαίον· «Γνωρίζεις, ότι σήμερον ο Θεός θέλει να παραλάβη τον γέροντά σου»; Λέγει ο Ελισσαίος· «Και εγώ το γνωρίζω, μόνον σιωπάτε». Πάλιν είπεν ο Ηλίας εις τον Ελισσαίον· «Κάθισε εδώ, διότι ο Θεός με απέστειλεν έως την Ιεριχώ». Πάλιν λέγει ο Ελισσαίος· «Ζη Κύριος, και ζη η ψυχή σου, δεν θέλω σε αφήσει». Περιπατούντες δε οι δύο, ήγγισαν εις την Ιεριχώ. Πάλιν δε εκεί οι υιοί των Προφητών είπον εις τον Ελισσαίον· «Γνωρίζεις, ότι σήμερον ο Θεός θέλει να παραλάβη τον διδάσκαλόν σου»; Λέγει και προς εκείνους ο Ελισσαίος· «Και εγώ το γνωρίζω, μόνον σιωπάτε». Πάλιν εκ τρίτου είπεν ο Ηλίας εις τον Ελισσαίον· «Κάθισε εδώ, διότι ο Θεός με απέστειλεν έως τον Ιορδάνην ποταμόν, να υπάγω μόνος». Λέγει πάλιν ο Ελισσαίος· «Ζη Κύριος, και ζη η ψυχή σου, δεν θέλω σε αφήσει». Επορεύθηησαν τότε αμφότεροι εις τον Ιορδάνην ποταμόν. Μετ’ αυτών δε ηκολούθησαν και άλλοι πεντήκοντα άνθρωποι, οι οποίοι ήσαν τέκνα των Προφητών. Τότε ο Προφήτης Ηλίας έβγαλε την μηλωτήν του και εκτύπησε τον ποταμόν, παρευθύς δε εσχίσθη εις το μέσον ο ποταμός και εγένετο οδός, από την οποίαν επέρασαν ως δια ξηράς εις το πέραν. Μετά ταύτα είπεν ο Ηλίας εις τον Ελισσαίον· «Ζήτησον να σου γίνη κανέν χάρισμα, πριν αναληφθώ από σου». Λέγει ο Ελισσαίος· «Ας γίνη η χάρις του Θεού, την οποίαν έχεις, διπλή εις εμέ». Απεκρίθη ο Ηλίας· «Μέγα χάρισμα εζήτησας, πλην, εάν με ίδης, όταν αναληφθώ, να γίνη εις σε ως εζήτησας· εάν δε δεν με ίδης, να μη γίνη». Εκεί τότε, καθώς ωμίλουν, ιδού εφάνη ως άρμα πύρινον και ίπποι πύρινοι, και ήρπασαν τον Προφήτην Ηλίαν και τον ανέβαζον ως εις τον ουρανόν. Ο δε Ελισσαίος βλέπων αυτόν υψούμενον, έκραξε μεγαλοφώνως· «Πάτερ, άρμα Ισραήλ, και ιππεύς αυτού»· όπερ ερμηνεύεται, ότι οι μεν βασιλείς των Εβραίων είχον ίππους και αμάξας και ίππευον ως εξουσιασταί, συ δε, ω Προφήτα, είσαι και άρμα και ιππεύς, και εξουσιαστής του Ισραήλ. Ταύτα λέγων ο Ελισσαίος εκράτησε την μηλωτήν του Προφήτου Ηλιού και πλέον δεν τον είδεν. Ως δε ητοιμάζετο να περάση τον Ιορδάνην και ευρίσκετο εις το χείλος του ποταμού, έλαβε την μηλωτήν του Προφήτου Ηλιού, η οποία έπεσεν επάνωθεν αυτού και με εκείνην εκτύπησε το ύδωρ, αλλά δεν εσχίσθη. Τότε είπεν ο Ελισσαίος· «Που είναι ο Θεός Ηλιού του πατρός μου»; Και μετά το ειπείν τον λόγον, πάλιν δεύτερον εκτύπησε το ύδωρ και εσχίσθη εις δύο και διεπέρασε δια ξηράς εις το πέραν. Ιδόντες δε οι υιοί των Προφητών, οίτινες ήσαν εις την Ιεριχώ, ότι ούτως εθαυματούργησεν ο Ελισσαίος, είπον· «Ανεπαύθη το πνεύμα του Προφήτου Ηλιού επί τον Ελισσαίον». Τότε εξήλθον εις συνάντησίν του, και τον επροσκύνησαν έως την γην. Ήσαν δε τότε 895 χρόνοι προ Χριστού. Τα μεν έργα και θαύματα του Προφήτου ούτως έγιναν, ευλογημένοι Χριστιανοί, καθώς εν συντόμω τα ακούσατε. Ίσως δε να ερωτήση τις, ότι επειδή η Παλαιά Διαθήκη δεν γράφει, ότι απέθανεν ο Προφήτης ούτος, αλλά ανελήφθη ως εις τον ουρανόν, άραγε απέθανε φυσικόν θάνατον, ως οι άλλοι άνθρωποι, οι τε δίκαιοι και οι αμαρτωλοί, ή είναι έως την σήμερον ζων; Εάν δε είναι ζων εις ποίον τόπον ευρίσκεται; Ή διατί είναι ζων και δεν απέθανε, και πότε θέλει αποθάνει; Προς αυτάς τας ερωτήσεις λέγομεν απόκρισιν όχι ιδικήν μας, αλλά της θείας Γραφής. Ο Προφήτης ούτος εφάνη μεν ότι ανελήφθη ως εις τον ουρανόν, καθώς το ηκούσατε, αλλά εις τον ουρανόν δεν ανέβη· δια τούτο λέγει και η Παλαιά Γραφή, ότι ανέβη ως εις τον ουρανόν, επειδή δεν είναι δυνατόν σώμα φθαρτόν να αναβή εις τον ουρανόν. Ουδέ άλλος τις ανέβη ποτέ εις τους ουρανούς μετά του σώματος, μόνον ο Χριστός, καθώς το λέγει και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εις το τρίτον αυτού Κεφάλαιον· «Ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ειμή ο εκ του ουρανού καταβάς, ο υιός του ανθρώπου, ο ων εν τω ουρανώ». Ο δε Απόστολος Παύλος, εν τη προς Εφεσίους Επιστολή, εις το τέταρτον Κεφάλαιον, τούτο αποδεικνύει λέγων· «Ο καταβάς, αυτός εστι (τουτέστι ο Χριστός) και ο αναβάς υπεράνω πάντων των ουρανών, ίνα πληρώση τα πάντα». Άλλος τις εκτός από τον Χριστόν, ως είπον, δεν ανέβη εις τον ουρανόν. Αλλ’ ο Θεός, θέλων να φυλάξη τον Προφήτην Ηλίαν, δια να έλθη εις το τέλος του κόσμου να ελέγξη τον Αντίχριστον, δια τούτο άφησε μεν να φανή ότι ανελήφθη ως εις τον ουρανόν, πλην εδώ κάτω εις την γην ευρίσκεται ζων μετά του φθαρτού σώματος, αν και ημείς δεν τον βλέπομεν με τους αισθητούς οφθαλμούς ως ανάξιοι όντες της τοιαύτης θεωρίας. Εις ποίον δε τόπον ευρίσκεται ουδείς Άγιος, ούτε διδάσκαλος της Εκκλησίας μας το έγραψε, και δια τούτο μήτε ημείς δεν δυνάμεθα να αποφασίσωμεν περί του τόπου, τόσον δε μόνον γνωρίζομεν, ότι ο Θεός, όστις τον έτρεφε και άλλοτε δια κόρακος, αυτός δύναται και τώρα δι’ Αγγέλου να τον τρέφη μέχρι της συντελείας του κόσμου. Ότι δε είναι ακόμη ζων και ότι μέλλει να έλθη πάλιν σωματικώς μετά του δικαίου Ενώχ να ελέγξη τον Αντίχριστον και να διδάξη τον κόσμον να μη πιστεύσουν εις αυτόν τον πλάνον Αντίχριστον, και ότι τότε μέλλει να λάβη τον θάνατον εκ των χειρών του Αντιχρίστου, το λέγει και ο Προφήτης Μαλαχίας εις το τέταρτον Κεφάλαιον ως εκ προσώπου του Θεού· «Ιδού εγώ αποστελώ υμίν Ηλίαν τον Θεβίτην, πριν ή ελθείν την ημέραν Κυρίου την μεγάλην και επιφανή, ος αποκαταστήσει καρδίαν πατρός προς υιόν και καρδίαν ανθρώπου προς τον πλησίον αυτού, μη ελθών πατάξω την γην άρδην». Αλλά και ο Θεολόγος Ιωάννης εις το βιβλίον της Αποκαλύψεως αυτού, εις το ενδέκατον Κεφάλαιον πλέον καθαρώτατα και λεπτότερα το διηγείται, λέγων ούτως· «Και δώσω τοις δυσί μάρτυσί μου (δηλαδή εις τους Προφήτας Ηλίαν και Ενώχ), και προφητεύσουσιν ημέρας χιλίας διακοσίας εξήκοντα (ήτοι μόνον τρεις χρόνους και πέντε και ήμισυν μήνας), περιβεβλημένοι σάκκους. Ούτοι εισιν αι δύο ελαίαι και αι δύο λυχνίαι αι ενώπιον του Κυρίου της γης εστώσαι και ει τις αυτούς θέλει αδικήσαι, πυρ εκπορεύεται εκ του στόματος αυτών και κατεσθίει τους εχθρούς αυτών· και ει τις θέλει αυτούς αδικήσαι, ούτω δει αυτόν αποκτανθήναι. Ούτοι έχουσιν εξουσίαν τον ουρανόν κλείσαι, ίνα μη υετός βρέχει εν ταις ημέραις της προφητείας αυτών, και εξουσίαν έχουσιν επί των υδάτων στρέφειν αυτά εις αίμα, και πατάξαι την γην εν πάση πληγή, οσάκις εάν θελήσωσι. Και όταν τελέσωσι την μαρτυρίαν αυτών, το θηρίον το αναβαίνον εκ της αβύσσου ποιήσει μετ’αυτών πόλεμον και νικήσει αυτούς και αποκτενεί αυτούς. Και το πτώμα αυτών (ρίψει) επί της πλατείας της πόλεως της μεγάλης, ήτις καλείται πνευματικώς Σόδομα και Αίγυπτος, όπου και ο Κύριος αυτών εσταυρώθη. Και βλέπουσιν εκ των λαών και φυλών και γλωσσών και εθνών το πτώμα αυτών ημέρας τρεις και ήμισυ, και τα πτώματα αυτών ουκ αφήσουσι τεθήναι εις μνήμα. Και οι κατοικούντες επί της γης (ήτοι όσοι πιστεύσουν εις τον Αντίχριστον) χαίρουσιν επ’ αυτοίς, και ευφρανθήσονται και δώρα πέμψουσιν αλλήλοις, ότι ούτοι οι δύο Προφήται εβασάνισαν τους κατοικούντας επί της γης». (Αποκ. Ιωάν. ια: 3-10). Ιδού, βοηθεία Θεού, εδιαλύσαμεν τας απορίας μας. Πρέπει δε και τούτο να γνωρίζετε, ότι τα θαύματα, τα οποία ηκούσατε ότι έκαμεν ο Προφήτης Ηλίας, τα μαρτυρεί και το θείον και ιερόν Ευαγγέλιον, αλλά και οι Απόστολοι. Διότι ο μεν Ευαγγελιστής Λουκάς εις το τέταρτον Κεφάλαιον λέγει δια την Σαρεφθίαν χήραν ούτως, ως εκ προσώπου του Χριστού, προς τους Ιουδαίους· «Επ’ αληθείας δε λέγω υμίν, πολλαί χήραι ήσαν εν ταις ημέραις Ηλιού εν τω Ισραήλ, ότε εκλείσθη ο ουρανός επί έτη τρία και μήνας εξ, ως εγένετο λιμός μέγας επί πάσαν την γην, και προς ουδεμίαν αυτών επέμφθη Ηλίας, ειμή εις Σάραπτα της Σιδωνίας προς γυναίκα χήραν». Δια δε την προσευχήν όπου έκαμε και δεν έβρεξεν ο Θεός επί της γης τρεις χρόνους και εξ μήνας, ο Αδελφόθεος Ιάκωβος το λέγει εις το πέμπτον Κεφάλαιον της Καθολικής αυτού επιστολής ούτως· «Ηλίας άνθρωπος ην ομοιοπαθής ημίν, και προσευχή προσηύξατο του μη βρέξαι, και ουκ έβρεξεν επί της γης ενιαυτούς τρεις και μήνας εξ· και πάλιν προσηύξατο, και ο ουρανός υετόν έδωκε και η γη εβλάστησε τον καρπόν αυτής». Ότι δε και δια προσευχής κατεβίβασεν ο Προφήτης Ηλίας πυρ εξ ουρανού και έκαυσε τους δύο πεντηκοντάρχους μετά των στρατιωτών, ο Ευαγγελιστής Λουκάς και τούτο το βεβαιώνει εις το ένατον Κεφάλαιον του Ευαγγελίου αυτού λέγων, ως από προσώπου των Αποστόλων προς τον Χριστόν· «Κύριε, θέλεις είπωμεν πυρ καταβήναι εξ ουρανού, και αναλώσαι αυτούς, ως και Ηλίας εποίησεν»; Αλλά και ο Απόστολος Παύλος εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν εις το ενδέκατον Κεφάλαιον λέγει τους λόγους του Προφήτου· «Κύριε, τους Προφήτας σου απέκτειναν, και τα θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν, καγώ υπελείφθην μόνος, και ζητούσι την ψυχήν μου». Ταύτα είναι τα εξαίσια θαύματα τα οποία εν τη παρούσι ζωή ευρισκόμενος ετέλεσε ο Προφήτης Ηλίας. Όμως και μετά την ως εις ουρανούς ανάληψίν του δεν έπαυσεν ο Άγιος θαυματουργών και ελέγχων την παρανομίαν. Δια τούτο και όταν ο Ιωράμ ο βασιλεύς της Ιουδαίας, ο υιός του Ιωσαφάτ, αφήκε την λατρείαν του αληθινού Θεού και ελάτρευε τα είδωλα, τον ήλεγξε δριμύτατα δι’ επιστολής του την οποίαν του έστειλε δια θείου Αγγέλου οκτώ έως δέκα έτη από της αναλήψεώς του. (εις την Παλαιάν Διαθήκην βιβλίον β’ των Παραλειπομένων, Κεφάλαιον εικοστόν πρώτον στίχος 12 γράφονται δα την εν λόγω επιστολήν του Προφήτου Ηλία ταύτα: «Και ήλθεν αυτώ –τω Ιωράμ δηλαδή- εν φραφή παρά Ηλιού του Προφήτου λέγων· τάδε λέγει Κύριος Θεός Δαβίδ του πατρός σου…»). Τον απειλούσε δε δια της επιστολής ταύτης ότι θα ασθενήση, τούτο δε και εγένετο δια την αμετανόητον κατάστασίν του. Αλλά και μέχρι σήμερον δεν παύει ο Άγιος θαυματουργών και ευεργετών ημάς· ( Ο Ιερός Δοσίθεος Πατριάρχης Ιεροσολύμων εν τη Δωδεκαβίβλω αυτού –βιβλίον ΙΒ΄ κεφάλαιον β΄ παράγραφος β΄ σελίς 1192- διηγείται το εξής θαύμα, όπερ έλαβε χώραν κατά την εικοστήν Ιουλίου, ημέραν της εορτής του Αγίου με το παλαιόν Ορθόδοξον ημερολόγιον, εν Βελιγραδίω, παρόντος του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Παϊσίου παρευρεθέντος εκεί κατά τινα μετάβασίν του, λέγων επί λέξει τα εξής: «… Ο ουν Παϊσιος από Ιασίου ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, είτα εις Ανδριανούπολιν, Φιλιππούπολιν, Σόφιαν και Βελιγράδιον, εν ω όντος αυτού του Πατριάρχου Παϊσίου, συνέβη γενέσθαι τοιούτον τι. Γυνή τις ορθόδοξος Λατινίδι γυναικί ζυμώσαι θελούση κατά την εικοστήν του Ιουλίου, εν η η του Ηλιού του Προφήτου εορτάζεται μνήμη, είπε· «Σήμερον εστίν η εορτή Ηλιού του Προφήτου, και μη άπτου έργων». Η δε Λατινίς υπολαβούσα έφη, ότι δέκα παρήλθον ημέραι από της εορτής Ηλιού του Προφήτου, και ούτως αμφότεραι αλλήλαις εφιλονείκουν, ει άρα αι δέκα ημέραι καλώς προσετέθησαν παρά των παπιστών, και ήρξατο η Λατινίς ζυμούσα. Και ω του θαύματος! Μετεβέβλητο εν ταις χερσίν αυτής το φύραμα εις λίθον, οίον εστι το κισσήριον, το κοινώς λεγόμενον πωρί, και ηκούσθη εις την Σερβίαν το πράγμα, και διένειμαν εαυτοίς τον λίθον οι άνθρωποι εις μαρτύριον και έλαβε και ο Παϊσιος μέρος εκ της πέτρας, όπερ έως του νυν κείται κρεμάμενον εις την εικόνα του Προφήτου εν τω κατά την Ιερουσαλήμ Μοναστηρίω αυτού. Είτα ο Παϊσιος απήλθεν εις Σέρρας, Θεσσαλονίκην και Βέροιαν και αύθις εις Κωνσταντινούπολιν, κακείθεν εις Ιεροσόλυμα…»· πρέπον δε είναι και ημείς, οίτινες ευεργετούμεθα υπό των Αγίων και ακούομεν τας διηγήσεις και τους λόγους αυτών, να σπουδάζωμεν πώς να γίνωμεν και μιμηταί τούτων, δια να τύχωμεν και ημείς της βασιλείας των ουρανών. Ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν, χάριτι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα συν τω ανάρχω αυτού Πατρί, και τω Παναγίω και Αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2413
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΑ΄ (21η) Ιουλίου, μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών ΣΥΜΕΩΝ του δια Χριστόν σαλού, και ΙΩΑΝΝΟΥ.

Δημοσίευση από silver »


Συμεών και Ιωάννης οι δύο ούτοι Όσιοι Πατέρες ήλθον κατά τας ημέρας του βασιλέως Ιουστίνου του νέου, εν έτει φιη΄ (518), από την Έδεσσαν εις τα Ιεροσόλυμα κατά την εορτήν της Υψώσεως, δια να προσκυνήσουν τον Τίμιον Σταυρόν, καθώς και άλλοι πολλοί την ημέραν αυτήν προσέρχονται. Εκ τούτων ο πρώτος, ο Ιωάννης, πατέρα μεν είχε, μητέρα δε δεν είχεν. Ο δε έτερος, ο Συμεών, πατέρα δεν είχε, μόνον δε μητέρα, γεροντικής ηλικίας ογδοήκοντα περίπου ετών. Ήτο δε ο Ιωάννης ετών είκοσι δύο και τον υπάνδρευσεν ο πατήρ αυτού κατ’ εκείνον τον χρόνον. Είχον δε οι νέοι ούτοι πολλήν αγάπην μεταξύ των, ώστε δεν ηδύναντο ουδόλως να χωρισθώσιν ο εις από τον άλλον. Αφού λοιπόν επροσκύνησαν τους Αγίους Τόπους, ήλθον εις τον Ιορδάνην. Καθώς δε περιήρχοντο και παρετήρουν τους Οσίους Ασκητάς, ετρώθη η καρδία των εις τον θείον έρωτα και έβαλον κατά νουν να γίνουν Μοναχοί. Καθώς λοιπόν επροχώρουν έφιπποι (επειδή ήσαν πλούσιοι και ευγενέστατοι), όταν διέτρεξαν ικανόν δρόμον αφίππευσαν, έδωσαν δε τους ίππους των εις τους υπηρέτας και τους διέταξαν να ιππεύσουν και να προχωρήσουν, διότι εκείνοι είχον υπηρεσίαν, και κατόπιν θα τους έφθαναν. Όταν έμειναν μόνοι των, έδειξεν ο Ιωάννης εις τον Συμώνα τας δύο οδούς, όπου έβλεπε, λέγων· «Ιδού, αδελφέ, η οδός όπου πηγαίνει εις την αιώνιον ζωήν». Έδειξε δε εκείνην ήτις έφερε προς την έρημον. Έπειτα του δεικνύει την άλλην, ήτις ωδήγει εις τον κόσμον, λέγων· «Αυτή οδηγεί την ψυχήν εις τον θάνατον και την απώλειαν. Λοιπόν ας κάμωμεν προς τον Κύριον δέησιν, να μας φωτίση να γίνη το συμφερώτερον». Κλίναντες τότε τα γόνατα και στενάξαντες εκ βάθους καρδίας, προσηύχοντο λέγοντες· «Ο Θεός, όστις θέλεις να σωθή όλος ο κόσμος, φανέρωσόν μας το θέλημά σου, και φώτισόν μας να κάμωμεν το καλλίτερον δια την ψυχήν μας». Ταύτα ειπόντες, ηγέρθησαν· θέσαντες δε κλήρους έτυχεν εις αυτούς η οδός της ερήμου. Όθεν περιχαρείς γενόμενοι, κατεφρόνησαν άπαντα τα πρόσκαιρα αγαθά ως σκύβαλα, δια να κληρονομήσουν τα αιώνια. Εναγκαλισθέντες λοιπόν αλλήλους εφιλήθησαν ο εις μετά του άλλου, λέγοντες· «Ας περιπατήσωμεν, αδελφέ, την στενήν και τεθλιμμένην οδόν, δια να εύρωμεν κατόπιν την ευρύχωρον. Ας μισήσωμεν την σάρκα και ας την νεκρώσωμεν, δια να ζη η ψυχή αιώνια». Ταύτα ειπόντες έτρεχον χαίροντες, ως να μετέβαινον εις γάμον, και ο εις τον άλλον επροθυμοποίει· διότι ο μεν Ιωάννης εφοβείτο δια τον Συμεών, μήπως και η αγάπη της μητρός του τον εμποδίση από τον ένθεον έρωτα, ο δε Συμεών πάλιν εδίσταζε δια τον Ιωάννην, μήπως η πολλή προσπάθεια και η πολλή αγάπη της νεονύμφου γυναικός τον σύρη προς αυτήν βιαίως, ως ο μαγνήτης τον σίδηρον. Όθεν ο μεν Ιωάννης προς τον Συμεών τοιαύτα έλεγε· «Πρόσεχε, αδελφέ μου, μη αμελήσης εις την προκειμένην οδόν της αρετής, διότι σήμερον εξαναγεννήθημεν, και δεν μας μέλει πλέον δια του κόσμου τα πράγματα, ότι ο πλούτος μας δεν δύναται να μας ωφελήση ποσώς την ώραν της κρίσεως. Η νεότης και το κάλλος της σαρκός ως άνθος μαραίνεται, και όλη η ευδαιμονία του κόσμου παρέρχεται ταχέως, και ως όνειρον αφανίζεται». Ο δε Συμεών πάλιν προς τον Ιωάννην τοιαύτα ανταπεκρίνετο· «Εγώ, αδελφέ μου φίλτατε, ούτε πατέρα έχω, ούτε αδελφούς ή άλλον τινά συγγενή μου, ειμή μόνον την γραίαν αυτήν, ήτις με εγέννησεν· όθεν δεν φοβούμαι ποσώς δι’ εμέ να επιστρέψω πλέον εις την κοσμικήν ματαιότητα, αλλά μόνον δια τον εαυτόν σου αμφιβάλλω και θλίβομαι, μήπως και σε αποσπάση βιαίως ο πόθος της νεονύμφου σου γυναικός από τον ένθεον έρωτα». Αυτά και έτερα λέγοντες, έφθασαν εις το Μοναστήριον του Οσίου Γερασίμου, εις το οποίον ήτο εις ενάρετος άνθρωπος, Νίκων ονομαζόμενος, όστις ενίκησεν όντως πάσαν δαιμονικήν παράταξιν εις τον πνευματικόν πόλεμον, και έλαμπε με σημεία και θαύματα. Μάλιστα είχε και προορατικόν χάρισμα και προέβλεπε τα μέλλοντα, καθώς και την έλευσιν αυτών εγνώρισε δι’ οράματος. Διότι του είπεν εις φοβερός εις την θέαν και θαυμάσιος· «Εγείρου, άνοιξον την θύραν της ποίμνης, ίνα εισέλθουν τα πρόβατά μου». Ταύτα ακούσας ηγέρθη και ανοίξας την θύραν εκάθητο. Οι δε νέοι είχον κάμει προσευχήν προς τον Θεόν, να οικονομήση η χάρις του, εάν ήτο θέλημά του να γίνουν Μοναχοί, να εύρουν ανοικτήν την θύραν του Μοναστηρίου. Φθάσαντες λοιπόν εκεί, και ιδόντες την θύραν ανεωγμένην, εχάρησαν. Ο δε Ηγούμενος τους υπεδέχθη λέγων· «Καλώς ήλθον του Χριστού τα πρόβατα». Προς δε τον Συμεών είπεν ιδιαιτέρως· «Καλώς ήλθες, Σαλέ», επροφήτευσε δε και άλλα λόγια. Και αναπαύσας αυτούς την πρώτην ημέραν, την δευτέραν τους ενουθέτησε (πριν αυτοί του είπουν τίποτε) λέγων· «Καλή και αξία είναι η προς Θεόν αγάπη σας, μόνον να μη ψυχρανθή η πολλή σας προθυμία από δαιμονική συνεργίαν. Καλά και γνωστικά επράξατε να καταφρονήσετε τα παρόντα δια τα μέλλοντα. Καλοί είναι και οι κατά σάρκα γονείς τε και συγγενείς, αλλά καλλίτερα να ευαρεστήσετε και να δουλεύσητε εις τον ουράνιον Πατέρα ως τέκνα του φίλτατα, να έχετε τους αγίους Αγγέλους φίλους και ευμενείς προστάτας προς Κύριον. Καλή και γλυκεία η του παρόντος βίου απόλαυσις, και τερπνός ο πλούτος και η ευδαιμονία η πρόσκαιρος· αλλά δεν είναι ισαξία προς τα άφθαρτα και αιώνια αγαθά της ουρανίου μακαριότητος». Αφού ενουθέτησεν ικανώς από κοινού και τους δύο, είπε ταύτα ιδιαιτέρως προς τον Συμεών· «Μη λυπήσαι δια το γήρας της μητρός σου, ότι ο Κύριος δύναται να την παρηγορήση κάλλιον από σε υπό των αγώνων σου δυσωπούμενος. Ότι καλά και συ επερίμενες την τελευτήν εκείνης, αλλά δεν ήξευρες εάν απέθνησκες συ πρότερον, να υπάγης εις τον άλλον κόσμον έρημος από αρετάς και να μη έχης τινά να σε λυτρώση της αιωνίου κολάσεως. Ότι εκεί δεν δύναται πλούτος ή δόξα, ή συγγενών μεσιτεία, να ωφελήσουν τινά, ει μη μόνον η ενάρετος πολιτεία και οι κατά Θεόν πόνοι και κάματοι». Έπειτα εστράφη και προς τον Ιωάννην και του λέγει· «Πρόσεχε, τέκνον, να μη λυπηθής ποσώς δια την γυναίκα σου, ότι ο Θεός έχει την φροντίδα της». Αποτεινόμενος είτα και πάλιν προς τους δύο είπε· «Χαίρετε αμφότεροι, επειδή καλού βασιλέως εγίνατε στρατιώται· και έχετε εις αυτόν τας ελπίδας σας, ότι ως ελεήμων και Πανάγαθος θέλει φροντίσει δια τον οίκον σας, να κυβερνήση τους συγγενείς σας και υμάς ψυχή τε και σώματι· μόνον μη οκνεύσετε εις την δούλευσιν αυτού ποτέ· ότι εάν ήθελε σας προσκαλέσει ο επίγειος βασιλεύς εις το επίγειόν του παλάτιον, να σας τιμήση με αξίωμα Πατρικίου, εκαταφρονείτε όλα σας τα υπάρχοντα, και υπομένετε πάσαν κακοπάθειαν, και εδέχεσθε να διατρέχετε καθ’ εκάστην ώραν κίνδυνον της ζωής σας δια την φιλίαν του φθαρτού βασιλέως, και δια την ολίγην ταύτην τιμήν, όπου ηδύνατο να σας δώση, ήτις ως σκιά και ενύπνιον αφανίζεται. Τοσούτω μάλλον πρέπει να σπουδάσητε να ευαρεστήσετε τον ουράνιον και αιώνιον Βασιλέα των Βασιλέων Χριστόν τον Θεόν ημών, όστις έδειξε τόσην αγάπην εις ημάς τους αγνώμονας, ώστε εθανατώθη κατά το ανθρώπινον δια τον άνθρωπον ως φιλάνθρωπος. Εάν και το ίδιον αίμα δι’ αυτόν εκχύσωμεν, τι θαυμαστόν; Ότι και Αυτός έχυσεν εις τον Σταυρόν το ίδιον Αυτού αίμα το πολυτίμητον και σωτήριον, δια να μας λυτρώση από την δεινήν αιχμαλωσίαν του κακοσχόλου δαίμονος». Με ταύτα και άλλα παρόμοια ψυχωφελή υποδείγματα επροθυμοποίει τους νέους ο Γέρων δια να μη οκνεύσουν ποτέ εις την θείαν βούλησιν, βλέπων πως ήσαν πολύ τρυφεροί και δεν ήσαν συνηθισμένοι εις την σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν. Έπειτα, δια να τους δοκιμάση, ηρώτησεν αυτούς, εάν ήθελον να τους κουρεύση ευθύς ή να κάμουν την δοκιμήν κατά την συνήθειαν πρότερον. Ούτοι δε είπον με μίαν γνώμην και οι δύο, να τους κουρεύση το συντομώτερον. Μάλιστα ο Συμεών του είπεν, ότι εάν δεν τους κουρεύση ευθύς, θα υπάγουν εις άλλο Μοναστήριον. Ούτως είπε, διότι ήτο άκακος και απονήρευτος. Αλλ’ ο Ιωάννης ήτο γνωστικός και σοφώτερος· ήξευρον όμως και οι δύο ελληνικά γράμματα, και ήσαν εις άκρον πεπαισευμένοι. Τότε τους εξήτασε και χωριστά ένα προς ένα ο πάνσοφος, δια να καταλάβη τον πόθον αυτών καλλίτερα, δοκιμάζων δε μόνον τον Συμεών του έλεγεν· «Ο σύντροφός σου μοι υπεσχέθη να μείνη ακόμη εν έτος λαϊκός δια δόκιμος». Ο δε απεκρίνατο· «Εάν αυτός θέλη, ας κάμη όπως θέλει, αλλ’ εγώ δεν μένω ούτε μίαν ημέραν κοσμικός. Πλην παρακαλώ την αγιωσύνην σου, να τον κουρεύσης και αυτόν συντόμως. Διότι το έτος τούτο υπανδρεύθη και έλαβεν σύζυγον πλουσίαν και εύμορφον, μήπως ο πόθος της τον αιχμαλωτίση και ολιγοστεύση τον ένθεον αυτού έρωτα». Πάλιν δε ο Ιωάννης έλεγε μόνος του προς εκείνον τον Άγιον Γέροντα με θερμότατα δάκρυα (επειδή ήτο πολύ κατανυκτικός και είχε τα δάκρυα πολύ εύκολα)· «Κάμε, πάτερ, δια τον Κύριον, κούρευσόν μας σήμερον, ότι δια τον Συμεών φοβούμαι· διότι ζη η μητέρα του, προς την οποίαν έχει τοσαύτην αγάπην, ώστε εκοιμώντο μαζί έως σήμερον και δεν ηδύναντο ούτε ημέραν ούτε νύκτα να αποχωρισθώσιν». Όταν εγνώρισεν ο Όσιος την σταθεράν ιδέαν των νέων, τότε επληροφορήθη, ότι και ο Θεός δεν θέλει τους καταισχύνει, επειδή ολοψύχως τον επόθησαν και προσέδραμον εις αυτόν αδιστάκτως. Όθεν έφερε το ψαλίδιον και το έθεσεν εις την αγίαν Τράπεζαν, από την οποίαν το έλαβον αυτοί κατά την τάξιν· και δώσαντες αυτό εις τας χείρας του, τους εκούρευσε και τους ενέδυσεν ιμάτια πεπαλαιωμένα του αγίου και αγγελικού σχήματος αρμόδια. Μετά ταύτα πάλιν εκάθισεν όλην εκείνην την ημέραν, νουθετών αυτούς ο Ηγούμενος, διότι προέβλεπεν, ότι ολίγον καιρόν θα έμεναν εις το Μοναστήριον. Ήτο δε τότε Σάββατον, όταν τους εκούρευσε, ήθελε δε την επομένην ημέραν εις την λειτουργίαν να τους τελειώση Μοναχούς, να τους ενδύση το αγγελικόν σχήμα. Είχε δε κάμει ένα Μοναχόν προ ολίγων ημερών, όστις εφόρει ακόμη τον μανδύαν, το κουκούλιον, εβάστα δε και τον Σταυρόν κατά την τάξιν, έως ότου τελειώση η εβδομάς. Τούτον τον νεόκουρον διέταξεν ο Ηγούμενος να έλθη εκεί όπου ήσαν οι νέοι, οίτινες ιδόντες αυτόν ούτως ενσεδυμένον εξέστησαν δια μίαν οπτασίαν όπου αυτοί μόνοι ως καθαροί και αμόλυντοι είδον, την οποίαν τους ηξίωσεν ο Πανάγαθος Θεός και είδον δια να ευλαβηθούν καλλίτερον το άγιο Σχήμα. Εγερθέντες λοιπόν προσεκύνησαν τον νεόκουρον και τον Ηγούμενον, παρακαλούντες αυτόν και λέγοντες· «Εάν μέλλη να λάβωμεν και ημείς τοσαύτην τιμήν και δόξαν, ως ούτος ο τρισμακάριος, ένδυσόν μας αφ’ εσπέρας αυτό το άγιον φόρεμα, μήπως και μας συμβή ενυπνιασμός την νύκτα από φαντασίαν του δαίμονος και στερηθώμεν τοιούτων πολυτίμων στεφάνων, και αυτής της λαμπροφόρου συνοδείας οι τάλανες». Ταύτα ακούσας ο Ηγούμενος ηννόησεν ότι είδον οπτασίαν, και διέταξε τον νεόκουρον να υπάγη εις το καλλίον του. Οι δε παίδες του Χριστού ελυπήθησαν πολύ και λέγουσι προς τον Ηγούμενον· «Μακάριοι και ημείς εάν αξιωθώμεν τοσαύτης τιμής, να φορώμεν εις την κεφαλήν τοιούτον λαμπρόν στέφανον, και να μας συνοδεύουν τοσούτον πλήθος Μοναχών με λαμπάδας εις τας χείρας χαίροντες». Ούτως είπον, νομίζοντες ότι ο Ηγούμενος τα έβλεπεν. Αυτός δε πάλιν εσιώπησε, θαυμάζων την πολλήν των ακεραιότητα και την της ψυχής καθαρότητα. Μόνον υπεσχέθη να τους τελειώση την επομένην δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και ούτως εποίησε. Τόσην δε λάμψιν είχεν η όψις των, ώστε έβλεπον την νύκτα ο εις του άλλου το πρόσωπον, εις δε την κεφαλήν τον πολυτίμητον εκείνον στέφανον, τον οποίον έβλεπον πρότερον εις την κεφαλήν του προαναφερθέντος νεοκούρου Μοναχού. Αυτά όλα όπου είπομεν έως εδώ και όσα θέλομεν διηγηθή μέχρι τέλους διηγήθη ο αψευδής Συμεών προς ένα ιεροδιάκονον της Εδέσσης, Ιωάννην ονομαζόμενον. Όστις ως θαυμαστός και ενάρετος όπου ήτο, από θείαν χάριν ηννόησε την απόκρυφον αρετήν του Συμεών· όστις εφαίνετο εις τους ανθρώπους σαλός και άγνωστος (καθώς κατόπιν θέλομεν διηγηθή ακριβέστερον εις το θαυμάσιον, όπου άκαμεν εις αυτόν τον Διάκονον), εις δε τον Θεόν ήτο φρόνιμος πολύ και σοφώτατος. Ούτος ο θεοφιλής Ιωάννης μας διηγήθη όλον τον Βίον τούτον, καθώς τον ήκουσεν απ’ αυτόν τον Μέγαν Συμεών, και επεκαλείτο τον Θεόν μάρτυρα, ότι δεν είπε περισσότερον από την αλήθειαν, αλλά μάλιστα και πολλά από την πολυκαιρίαν ελησμόνησεν. Εις τοσαύτην χαράν ευρίσκετο η ψυχή μας (έλεγεν ο Μέγας Συμεών, προς τον ρηθέντα Διάκονον), ώστε δεν ηθέλομεν να γευθώμεν τροφήν ή ποτόν από την ευλάβειαν. Μετά δύο δε ημέρας είδομεν υπηρετούντα εις την Μονήν τον νεόκουρον εκείνον Μοναχόν, εφόρει δε άλλο ιμάτιον και δεν είχε πλέον εις την κεφαλήν τον άνωθεν στέφανον, ούτε οι Μοναχοί τον συνώδευον με τας λαμπάδας ως πρότερον· θαυμάσας δε είπον εις τον Ιωάννην· «Πίστευσόν μοι, αδελφέ, ότι αφού πληρώσωμεν και ημείς τας επτά ημέρας, δεν θα έχωμεν πλέον ταύτην την χάριν και την ευπρέπειαν. Λοιπόν αν θέλης να με ακούσης, ακολούθει μοι προθύμως, να υπάγωμεν εις τόπον ήσυχον και ατάραχον, να εργασθώμεν δια την ψυχήν μας. Ναι, αδελφέ φίλτατε, καθώς απηρνήθημεν τα κοσμικά, ας αρνηθώμεν και πάσαν φροντίδα και μέριμναν γήϊνον, να μελετώμεν μόνον τα ουράνια· ότι εις τούτο το άγιον Σχήμα, όπου ελάβομεν, βλέπω ξένα και θαυμάσια πράγματα· δια τούτο από την ώραν όπου μας ενέδυσεν ο δούλος του Θεού αισθάνομαι πυρ, το οποίον μου κατακαίει τα εντόσθια, και ζητεί η ψυχή μου να μη ίδω πλέον άνθρωπον, ούτε να ομιλήσω μετά τινος όλως διόλου».Του λέγει ο Ιωάννης· «Τι θα τρώγωμεν; Πως θα ψάλλωμεν, όπου ακόμη καμμίαν κατάστασιν της μοναδικής πολιτείας και διαγωγήν δεν εμάθομεν»; Λέγει ο Συμεών· «Εκείνος ο πλουσιόδωρος Βασιλεύς, όστις τρέφει πάσαν πνοήν λογικήν και άλογον, αυτός έχει την έννοιαν ως πατήρ φιλόπαις να μας τρέφη ως αγαθός και εύσπλαγχνος και να μας διδάξη πώς να διάγωμεν, μόνον μη διακόψης παρακαλώ την προθυμίαν μου». Του λέγει ο Ιωάννης· «Ας πράξωμεν όπως θέλεις. Αλλά πως θα φύγωμεν την νύκτα, όπου η θύρα του Μοναστηρίου κλείεται»; Ο δε Συμεών είπεν· «Εκείνος όστις μας ήνοιξεν όταν ήλθομεν, αυτός πάλιν θα μας ανοίξη να φύγωμεν». Καθώς λοιπόν απεφάσισαν, είδεν αυτήν την νύκτα ο Ηγούμενος όραμα, ότι η θύρα του Μοναστηρίου ήνοιξεν, ήκουσε δε φωνήν ούτω λέγουσαν· «Εξέλθετε να βοσκήσετε εσφραγισμένα πρόβατα του Χριστού». Εγερθείς τότε από την κλίνην έδραμε και ευρών την θύραν ανοικτήν εστέναζε, νομίζων ότι έφυγον οι νεόκουροι και δεν ηξιώθη να λάβη την ευλογίαν των. Καθώς ταύτα διελογίζετο και ενώ οι καθαροί νυμφίοι του Δεσπότου Χριστού ήρχοντο να εξέλθουν, έβλεπεν έμπροσθεν αυτών ο Ηγούμενος Αγγέλους τινάς λαμπαδηφόρους, οίτινες εκράτουν εις την μίαν χείρα σκήπτρον. Οι δε μακάριοι ιδόντες την θύραν ανεωγμένην και τον Ηγούμενον εκεί ευρισκόμενον εχάρησαν, θέλοντες δε να τον προσκυνήσουν, δεν τους άφησεν. Αυτοί δε ευχαριστήσαντες αυτόν ικανώς, διότι τους ηξίωσε του αγγελικού Σχήματος, του εζήτησαν συγχώρησιν να υπάγουν εις αναχώρησιν δια να δυνηθούν να δουλεύσουν ολοψύχως τον Θεόν εις την έρημον, τον παρεκάλεσαν δε να μη τους λησμονήση εις την προσευχήν του, αλλά να δέηται δια λόγου των. Αφού λοιπόν έκλαυσαν αμφότεροι ικανώς, εγονάτισεν ο Όσιος Νίκων, θέσας εις την δεξιάν του τον Συμεών και εις την αριστεράν τον Ιωάννην, και υψώσας προς τον ουρανόν τας χείρας, προσηύχετο ούτω· «Ο Θεός ο μέγας και ισχυρός, ο αινετός και δίκαιος, επάκουσόν μου την ώραν ταύτην του αναξίου δούλου σου, και τους πόδας αυτών εις οδόν ειρήνης κατάρτισον. Ναι, Κύριος ο Θεός, επάκουσόν μου η ελπίς πάντων των περάτων της γης, και των επί ξένης μακράν. Επιτίμησον τοις ακαθάρτοις δαίμοσιν από προσώπου των παίδων σου, και ανάστηθι εις την βοήθειαν αυτών· πνεύμα δειλίας, ακηδίας, υπερηφανείας και πάσης κακίας ας σβύση απ’ αυτών και πάσα πύρωσις σαρκός και διαβολικής συνεργείας και φώτισον τας ψυχάς αυτών με το φως της σης επιγνώσεως, δια να φθάσουν εις το άκρον της αρετής, να δοξάζουν αιωνίως με τους Αγίους Αγγέλους σου και πάντας τους εναρέτους δούλους σου το πάντιμον και φυλακτήριον όναμά σου του Πατρός και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν». Ταύτα θερμώς προς Θεόν ευξάμενος, πάλιν προς αυτούς μετά δακρύων έλεγεν· «Ο Θεός, τέκνα, τον οποίον επροτιμήσατε από όλα τα κτίσματα, να στείλη τον Άγγελόν του προ προσώπου σας, να ετοιμάση την οδόν σας, να σας λυτρώση από όλα τα εναντία και από τας χείρας του βροτοκτόνου λέοντος, καθώς και τον Προφήτην εφύλαξεν από τα στόματα των λεόντων ως Παντοδύναμος. Βλέπετε, τέκνα, εις πόλεμον ήλθετε, αλλά μη φοβηθήτε, διότι δεν σας αφήνει ο Κύριος να πειραχθήτε περισσότερον από όσον δύνασθε να υποφέρετε. Μόνον σταθήτε ανδρείοι, έχοντες τα όπλα του αγίου Σχήματος. Ενθυμείσθε την παραβολήν του πύργου, και προσπαθήσετε να τελειώσητε αυτό το καλόν όπου ηρχίσατε, ίνα μη καταισχυνθήτε κατόπιν. Μικρός είναι ο πόλεμός σας και μεγάλος ο στέφανος· πρόσκαιρος ο κόπος και αιωνία η απόλαυσις». Ταύτα και άλλα πολλά ψυχοσωτήρια λόγια λέγων ο Όσιος προς τους Οσίους, έκρουσε το ξύλον του όρθρου. Τότε λαμβάνει ο Συμεών κατά μέρος τον Ηγούμενον και του λέγει· «Προσεύχου, Δέσποτα, παρακαλώ την αγιωσύνην σου, δια τον αδελφόν Ιωάννην, να λησμονήση την σύζυγόν του, δια να μη με αφήση μοναχόν εις την έρημον». Ομοίως και ο έτερος του είπε μυστικά, να κάμη δια τον Συμεών δέησιν, να μη ενθυμηθή της μητρός του και τον αφήση μόνον, να κινδυνεύη ως εις ναυάγιον. Θαυμάσας ο Γέρων δια την αγάπην όπου είχεν ο εις μετά του άλλου, τους απεχαιρέτησε λέγων· «Υπάγετε, τέκνα μου, ιδού σας ευαγγελίζομαι, ότι ο Κύριος έχει ανοικτήν την θύραν του Παραδείσου, να σας υποδεχθή χαίροντας, καθώς και την θύραν της Μονής ταύτης σας ήνοιξε με τρόπον θαυμάσιον». Σφραγίσας δε αυτούς με το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις όλον το σώμα, τους απέλυσεν εις ειρήνην. Επορεύοντο λοιπόν οι μακάριοι χαίροντες, προσευχόμενοι δε έλεγον· «Ο Θεός οδήγησον ημάς τους ξένους, να μη πλανηθώμεν ως απολωλότα πρόβατα, ότι δια την αγάπην σου παρεδόθημεν εις το πέλαγος της ερήμου ταύτης». Λέγει ο Ιωάννης προς τον Συμεών, όταν έφθασαν εις ένα δίστρατον· «Από ποίον δρόμον να υπάγωμεν»; Ο δε είπεν εις αυτόν· «Ας οδεύσωμεν το δεξιόν, διότι τα δεξιά προτιμώνται πάντοτε». Οδεύσαντες λοιπόν ικανώς, έφθασαν εις την Νεκράν θάλασσαν, κατ’ οικονομίαν δε του Θεού, όστις δεν αφήνει τους δούλους του να κακοπέσουν, εύρον τόπον τινά κατάλληλον δι’ άσκησιν, Αρρωνάν ονομαζόμενον, εις τον οποίον κατώκει εις Γέρων ενάρετος. Αφού έφθασαν εις τοιούτον τόπον σωτήριον, εχάρησαν ευχαριστούντες τον Κύριον και έμειναν εκεί αγωνιζόμενοι. Ο δε μισόκαλος τους εφθόνησε, μη υποφέρων να βλέπη την αρετήν των, και τον μεν Ιωάννην παρεκίνει εις το να επιθυμή την σύζυγόν του, τον δε Συμεών εις τον πόθον της μητρός του. Αυτοί δε προσηύχοντο εκ καρδίας και ούτως εδίωκον τον πειράζοντα. Άλλην φοράν τους ενεθύμιζε κρεωφαγίαν, οινοποσίαν και πάσαν άλλην τρυφήν και ηδυπάθειαν σώματος, εις δε τας ευχάς ακηδίαν και δειλίαν εις την άσκησιν. Εις τον ύπνον πάλιν τους εδείκνυε τους συγγενείς των κλαίοντας, αλλά και πάσαν άλλην μηχανήν τους εδείκνυεν ο κακότεχνος με φαντασίας διαφόρους, δια να τους κάμη να δειλιάσωσιν. Αλλ’ αυτοί οι αείμνηστοι, ενθυμούμενοι τους στεφάνους και την διδασκαλίαν του Γέροντος, τον οποίον έβλεπον πολλάκις και εις τον ύπνον των, επαρηγορούντο θαυμασιώτατα, διότι και καθ’ ύπνον τους ενουθέτει και μακράν ευρισκομένους προσηύχετο δι’ αυτούς. Ταύτα βλέποντες εις τον ύπνον εχαίροντο, γνωρίζοντες βέβαια, ότι ο Όσιος Νίκων εφρόντιζε δια την σωτηρίαν αυτών ως φιλάδελφος. Εζήτησαν δε από τον Θεόν την χάριν, ο μεν Συμεών να παρηγορηθή η μητέρα του, να μη λυπήται δι’ αυτόν. Ο δε Ιωάννης, να κοιμηθή η σύζυγός του δια να μη τον ενοχλή εις τον νουν η ενθύμησις αυτής. Επήκουσε δε αμφοτέρων ο Κύριος, όστις ως εύσπλαγχνος παρέχει τα αιτήματα των δούλων του. Όθεν μετά δύο έτη επληροφορήθη από τον Θεόν ο μακάριος Συμεών, ότι έμεινεν η μήτηρ του άνευ λύπης δι’ αυτόν, διότι αυτός εφαίνετο καθ’ όλην την νύκτα εις το όνειρον και την παρηγόρει ούτω λέγων εις την Συριακήν διάλεκτον· «Λάδε χρελημέχ», δηλαδή: «Μη λυπήσαι, μήτερ, διότι καλά είμεθα εγώ και ο Ιωάννης· επειδή εστρατεύθημεν εις τα ουράνια παλάτια του αιωνίου Βασιλέως, ο οποίος μας ενέδυσε με στολάς ωραίας, φορούμεν δε εις τας κεφαλάς στεφάνους ευπρεπείς δια τον κόπον της ασκήσεώς μας. Λοιπόν παρηγόρησον και του Ιωάννου τους συγγενείς να μη λυπούνται παντάπασι δι’ αυτόν». Ο δε Ιωάννης πάλιν είδεν εις τον ύπνον του ένα λευκοφόρον και του λέγει· «Ιδού τον πατέρα σου κατέστησα άνευ λύπης, θέλω δε λάβει και την σύζυγόν σου εις την αιώνιον αγαλλίασιν». Διηγήθησαν τότε ο εις προς τον έτερον το όραμά των και έμειναν παρηγορημένοι αμφότεροι, διάγοντες άνευ πόνων και οκνηρίας τον δρόμον της ασκήσεως, αδιαλείπτως ευχόμενοι· τοιουτοτρόπως μετ’ ολίγα έτη προώδευσαν και έγιναν τέλειοι τόσον, ώστε ηξιώθησαν και θείων οράσεων και θαυμασίων αποκαλύψεων. Ησύχαζον δε ο καθ’ εις εις ένα σπήλαιον· ήσαν δε ο εις από τον άλλον μακράν τόσον όσον να ρίψη τις μίαν πέτραν, δια να προσεύχηται έκαστος μόνος του με δάκρυα κατανύξεως. Όταν δε ήρχετο εις τον ένα ακηδία ή άλλος πειρασμός, προσηύχοντο μεταξύ των προς Κύριον και εδίωκον τον πειράζοντα. Εν μια δε των ημερών είδεν ο Συμεών οπτασίαν, με την οποίαν εγνώρισεν ότι εκοιμήθη η μήτηρ αυτού. Όθεν το είπεν εις τον Ιωάννην, και έκαμαν δια την ψυχήν της προς τον Κύριον κοινήν δέησιν ομού πρότερον, έπειτα πάλιν αυτός προσηύχετο ιδιαιτέρως εις τον Θεόν να αναπαύση την ψυχήν αυτής εις τόπον ανέσεως. Έπειτα είπε προς τον Συμεών ο Ιωάννης· «Επειδή επήκουσεν ο Θεός της δεήσεώς σου και σε επληροφόρησεν, ότι ανέπαυσε την μητέρα σου, σε παρακαλώ ας συγκοπιάσωμεν μαζί ευχόμενοι προς τον Κύριον και οι δύο να κάμη ευσπλαγχνίαν εις την ονομασθείσαν σύζυγόν μου, ή να την φωτίση και αυτήν όπως ενδυθή το άγιον Σχήμα, ή να την αναπαύση με την μητέρα σου, δια να μείνω και εγώ εις το εξής ανενόχλητος ο ανάξιος». Ούτως ευξάμενοι, είδε μίαν νύκτα οπτασίαν ο Ιωάννης, ότι ήλθεν η μήτηρ του Συμεών και έλαβε την σύζυγόν του από την χείρα λέγουσα· «Ανάστα, αδελφή, εκδύσου τα ερρυπωμένα ιμάτια και ενδύσου στολήν λευκήν. Ότι ο ουράνιος Βασιλεύς σου εχάρισε λαμπρόν οικητήριον, να συναγάλλεσαι πάντοτε μετά του νυμφίου σου». Γνωρίσαντες τότε και οι δύο ότι ελυτρώθησαν από τοιαύτην φροντίδα, διήλθον εις την έρημον ασκούντες με πολλήν κακοπάθειαν και άσκησιν είκοσιν εννέα έτη πολλούς πειρασμούς υπομείναντες. Τους οποίους όλους νικήσαντες, και τον διάβολον ανδρείως πατάξαντες, έφθασαν εις μέτρα τελειότητος· μάλιστα δε ο Συμεών, όστις με την πολλήν του ακακίαν και καθαρότητα ησθάνετο τελείαν απάθειαν εις το σώμα του, με την χάριν και δύναμιν του Αγίου Πνεύματος, και ούτε πάθος εφοβείτο, ούτε ψύχραν ησθάνετο, ούτε επείνα, ούτε καύσιν ησθάνετο, αλλά σχεδόν υπερέβη τα μέτρα της ανθρωπίνης φύσεως και δυνάμεως.΄Οθεν είπε προς τον συναγωνιστήν αυτού ταύτα· «Αδελφέ Ιωάννη, εδώ όπου καθήμεθα μόνον τον εαυτόν μας ωφελούμεν· αλλ’ εάν υπάγωμεν εις τον κόσμον, θα έχωμεν πολλήν μισθαποδοσίαν, θα γίνωμεν και άλλων πολλών οδηγοί προς σωτηρίαν, καθώς εις πολλά μέρη της Αγίας Γραφής είναι γεγραμμένα διάφορα παραδείγματα». Του είπε και ρήσεις τινάς εξ αυτών, ήτοι: «Μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου», και πάλιν: «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπω…», και τα τούτοις όμοια. Αυτά και άλλα πλείστα του έλεγε, δια να τον φέρη εις την γνώμην του. Ο δε Ιωάννης είπεν εις αυτόν· «Νομίζω, αδελφέ, ότι ο σατανάς εφθόνησε την ησυχίαν μας και σου έβαλεν αυτήν την ιδέαν· όθεν κάθησον εις το κελλίον σου, να τελειώσωμεν εδώ, όπου εκλήθημεν, το επίλοιπον της παροικίας μας». Του λέγει ο Συμεών· «Πίστευσόν μοι, ότι δεν μένω πλέον εδώ, αλλά θα υπάγω να εμπαίζω τον κόσμον». Λέγει ο Ιωάννης: «Μη, αδελφέ μου αγαπητέ· σε παρακαλώ, δια τον Κύριον, μη με αφήσης μόνον τον ταπεινόν, ότι εγώ δεν έφθασα ακόμη εις αυτά τα μέτρα, να εμπαίζω τον κόσμον, και μη διαχωρισθής από εμέ, διότι δεν έχω άλλον μετά Θεόν ειμή μόνον σε, και δια την αγάπην σου απηρνήθην τα πάντα και σε ηκολούθησα, τώρα δε θέλεις να με αφήσης εις το πέλαγος της ερήμου ταύτης, να κινδυνεύω ο άπορος; Ενθυμήσου τας συνθήκας, όπου εδώσαμεν εις τον Θεόν, όταν μας εκούρευσεν ο Όσιος Νίκων να μη διαχωρισθή δια καμμίαν αιτίαν ο εις από του άλλου, αλλά να είμεθα και οι δύο μία ψυχή εις δύο σώματα. Εάν με αφήσης εδώ μόνον, θέλω αμαρτήσει και θέλει εκζητήσει ο Θεός την ψυχήν μου από σε». Του λέγει πάλιν ο Συμεών· «Υπόθεσον κατά νουν, ότι απέθανον· όθεν διοικήσου καθώς δύνασαι, διότι εγώ δεν περιμένω πλέον εδώ». Ιδών την σταθεράν γνώμην του ο Ιωάννης εγνώρισεν, ότι εκ Θεού προήρχετο η ιδέα αύτη, επειδή δεν τους εχώριζε κανείς ειμή ο θάνατος· μάλιστα ουδέ αυτός ο θάνατος, διότι πολλάκις έκαμαν δέησιν προς τον Χριστόν να κοιμηθώσι μαζί την αυτήν ημέραν, επειδή δε είχον πίστιν ο Θεός τους επήκουσε και εις τούτο, καθώς εις όσα του εζήτησαν. Λέγει λοιπόν ο Ιωάννης· «Πρόσεχε, Συμεών, μήπως σε εξαπατήση ο διάβολος». Ο δε είπεν εις αυτόν· «Συ μόνον μη με λησμονήσης εις τας ευχάς σου καθώς και εγώ δεν θέλω σε λησμονήσει ποτέ, και αι ευχαί σου (του Θεού βοηθούντος) με σώζουσι». Τότε πάλιν ο Ιωάννης τον συνεβούλευσε με τοιαύτα σοφώτατα λόγια, λέγων· «Πρόσεχε ακριβώς, Αββά Συμεών, και φυλάττου επιμελέστατα, να μη σου σκορπίση ο κόσμος όσην αρετήν η έρημος σου εσύναξε, να μη σε βλάψη η ταραχή όσον σε ωφέλησεν η ησυχία, και να απολέσης με την πολυϋπνίαν όσα με την αγρυπνίαν απέκτησας. Πρόσεχε μη φθείρης την σωφροσύνην του μοναχικού Βίου με γυναίκας συναυλιζόμενος· μη απολέσης την κατάνυξιν δια γέλωτος και την προσευχήν σου δι’ αμέλειαν· απλώς δε βάλε πολλήν επιμέλειαν εις τας ψυχικάς σου δυνάμεις, να μη πράττη και η ψυχή έσωθεν όσα τελούσι τα σωματικά μέλη έξωθεν· αλλά εις όσα πράξη το σώμα, σχήματα ή λόγους ή πράγματα, ας μείνη ο νους σου και η καρδία ατάραχος, δια να μη μολύνεται ποσώς η ψυχή από ταύτα και βλάπτεται. Ούτω και εγώ εις την σωτηρίαν σου θέλω χαίρει, μόνον εύχου τω Θεώ να μη μας χωρίση εις τον αιώνα τον μέλλοντα». Εις τους λόγους τούτους του Ιωάννου, δακρύων ο Συμεών είπε· «Μη φοβού, αδελφέ, ότι αυτό όπου θέλω να πράξω, δεν το πράττω από τον εαυτόν μου, αλλ’ ο Θεός με διέταξε· θέλεις δε γνωρίσει και συ, ότι ευηρέστησε το έργον μου εις τον Θεόν και ότι με την συνεργείαν Αυτού και βοήθειαν εγένετο εκ του ότι προ του θανάτου μου θέλω έλθει να σε χαιρετήσω, εντός δε ολίγων ημερών θέλεις με φθάσεις και συ, Θεού θέλοντος». Ταύτα ειπών, έκαμεν ευχήν επί πολλήν ώραν· ασπασθέντες δε αλλήλους εις τα στήθη εδάκρυσαν και απεχαιρετίσθησαν. Ηκολούθησε δε ο Ιωάννης επί πολύ διάστημα τον Συμεώνα, διότι η ψυχή του τον επόθει, και δεν ηδύνατο να τον χωρισθή· αλλ’ όσας φοράς του έλεγεν ο Συμεών να επιστρέψη οπίσω, του εφαίνετο, πως εχώριζε με το ξίφος την καρδίαν του, δια τούτο τον παρεκάλει να τον αφήση να ακολουθή, αλλ’ ο Συμεών τον διέταξε δριμύτερον· όθεν επέστρεψε στυγνός και περίλυπος καταβρέχων την γην με άφθονα δάκρυα. Ο δε Συμεών έφθασεν εις Ιεροσόλυμα, διότι επεθύμει να προσκυνήση τους Αγίους Τόπους, και παραμείνας εκεί επί τρεις ημέρας προσηύχετο, παρακαλών τον Κύριον να μη φανερωθή η εργασία του έως της τελευτής αυτού, δια να φύγη την δόξαν των ανθρώπων, δια της οποίας έρχεται η υπερηφάνεια και οίησις, η οποία εκρήμνισεν από τους ουρανούς τους Αγγέλους. Επήκουσε δε αυτού ο Κύριος, διότι παρ’ όλας τας θαυματουργίας, τας οποίας ετέλεσε, δεν εφανερώθη η εργασία του. Επειδή εάν ο Κύριος δεν τον εσκέπαζεν, ήθελον γνωρίσει οι άνθρωποι την αρετήν του από τα θαύματα τα οποία έκαμε· ότι ιάτρευσε δαιμονισμένους, άνθρακας εις τας χείρας εβάστασεν, προέβλεψε τα μέλλοντα, τα μακρόθεν εφανέρωσεν, Ιουδαίους και αιρετικούς προς την Ορθόδοξον πίστιν εχειραγώγησε, νοσούντας και ασθενείς εθεράπευσε, και άλλα πολλά θαύματα έκαμε. Πλην με όλα ταύτα ωκονόμησεν ο Κύριος να μη τον γνωρίσουν οι άνθρωποι, καθώς αυτός εζήτησεν ο μακάριος. Αλλ’ ας διηγηθώμεν εξ αρχής την υπόθεσιν, δια να γνωρίσωμεν καλύτερα τον Άγιον. Αφού προσεκύνησε τους Αγίους Τόπους, επήγεν εις την Έδεσσαν· ευρών δε εκεί σκύλον τινά νεκρόν έξωθεν της πόλεως, έλυσε το σχοινίον, όπερ ήτο εζωσμένος εις την μέσην, και έδεσε με αυτό τον σκύλον, σύρων δε αυτόν τον εισήγαγε μέσα από την θύραν της πόλεως· εκεί δε πλησίον ήτο σχολείον· οι δε παίδες, ιδόντες αυτόν, έτρεξαν όλοι οπίσω του και τον περιέπαιζον ως μωρόν. Ελθόντα δε εις την αγοράν, είδεν αυτόν εις κάπηλος ούτω πτωχικά ενδεδυμένον και ηρώτησεν αυτόν, εάν ήθελε να του πωλή τα φαγητά, όπου είχεν εις το εργαστήριον, ο δε Συμεών εδέχθη. Κατά δε την πρώτην ημέραν έφαγε πρώτον αυτός, διότι είχε μίαν εβδομάδα νήστις· έπειτα έδωσε τα επίλοιπα ελεημοσύνην εις τους πτωχούς. Το εσπέρας ήνοιξε το ερμάριον ο κάπηλος, να ίδη πόσα χρήματα είχεν εισπράξει ο Αββάς εξόσων επώλησεν, αλλά δεν εύρεν ούτε οβολόν, τα δε φαγητά δεν υπήρχον, διότι τα εμοίρασεν όλα. Όθεν έδειρεν αυτόν και τον εξεδίωξε και παρά πολύ τον εξουθένωσε και τον ύβρισεν. Αλλ’ αυτός δεν έφυγεν εκείνην την εσπέραν. Κατά δε την νύκτα έβαλεν άνθρακας αναμμένους εις την δεξιάν του χείρα και θέσας λιβάνιον εθυμίαζεν. Η δε γυνή του εστιάτορος τον είδε και εθαύμασε πως δεν εκάη ποσώς η χειρ του, δ’ αυτό δε το θαύμα έγινεν όλος ο οίκος των ορθόδοξος, οι οποίοι ήσαν όλοι αιρετικοί του Σεβήρου, δηλαδή ακέφαλοι. Ο δε Όσιος, όταν έκαμνεν εν θαύμα εις μίαν συνοικίαν, έφευγεν απ’ εκεί και επήγαινεν εις άλλην, έως να λησμονηθή το πράγμα να μη τον γνωρίσουν. Ή όταν ήθελε κάμει το θαύμα, έκαμνε κατόπιν και μίαν μωρίαν, δια να σκεπάση με την σαλότητα το κατόρθωμα. Τούτο έκαμε και τότε, όταν είδεν ότι η γυνή του εστιάτορος τον εσέβετο και τον εθαύμαζε· ανέβη μίαν νύκτα, όπου εκοιμάτο μόνη εις το στρώμα της, προσποιούμενος ότι θέλει να την μοιχεύση. Αυτή δε εφώναξεν, ώστε ήλθεν ο άνδρας της και του λέγει ότι ο καλόγηρος ήθελε να την βιάση. Τότε εκείνος έδειρεν αυτόν άσπλαγχνα και τον έβγαλεν έξω, όπου ήτο μεγάλος χειμών και ψύχος αφόρητον, και δεν τον εδέχθη πλέον, μάλιστα όπου και αν ευρίσκετο ο εστιάτωρ, όταν ήκουε κανένα να λέγη δια τον Συμεών ότι ήτο σαλός με το θέλημά του, αυτός ανταπεκρίνετο και τον κατέκρινεν, ότι είχε δαιμόνιον, διότι μίαν νύκτα, εάν αυτός δεν επρόφθανεν, ήθελε βιάσει την γυναίκα του. Έτρωγε δε μερικάς φοράς και το κρέας ο δίκαιος, όχι πολύ, αλλά μόνον δια να τον βλέπουν οι άνθρωποι, να τον νομίζωσι δια σαλόν και ανόητον, κατόπιν δε ενήστευε και τον άρτον επί μίαν εβδομάδα. Πλην την μεν κρεωφαγίαν έβλεπον, την δε νηστείαν δεν εγνώριζαν· διότι τας αρετάς τας έκαμνεν απόκρυφα, την δε ασχημοσύνην εις τον φανερόν, δια να τον αποστρέφονται. Ιδών δε πολλάκις αυτόν εις ενάρετος και θεοφιλής Διάκονος, Ιωάννης ονόματι, όστις, ως προείπομεν, είναι ο μετά ταύτα φανερώσας τα περί του Οσίου, τον εσυμπόνεσεν ως εύσπλαγχνος θαυμάζων την πολλήν του σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν και τον επήρε να τον πλύνη εις ένα λουτρόν. Όταν δε έφθασαν εκεί προσεπάθει ο Ιωάννης να τον σύρη μέσα εις τα λουτρά των ανδρών, να τον πλύνωσι· αλλ’ αυτός έδραμε μέσα εις το γυναικείον, και ώρμησεν εν μέσω των γυναικών, αι οποίαι τον έδειραν και τον εδίωξαν. Ύστερον δε τον ηρώτησεν ο θεοφιλής Ιωάννης, ο οποίος έγραψε και τον Βίον του όλον και του λέγει· «Δια τον Κύριον, πάτερ, όταν εισήλθες εις το μέσον αυτών δεν ησθάνθης εις το σώμα σου καμμίαν ενόχλησιν»; Ο δε απεκρίνατο· «Πίστευσόν μοι, τέκνον, ότι καθώς όταν τοποθετής ένα ξύλον εις τα άλλα ξύλα δεν αισθάνεται, ούτω και εγώ δεν εσαλεύθην όλως διόλου, αλλ’ ήτο όλος ο νους μου εις τον Θεόν και προσηυχόμην». Ούτος ο θεοφιλής Ιωάννης είχεν υιόν άσωτον, όστις επόρνευσε με γυναίκα τινά ύπανδρον και όταν εξήλθεν από τον οίκον της εδαιμονίσθη ο άθλιος. Ο δε Όσιος, θέλων να τον ιατρεύση ψυχή τε και σώματι, τον έφθασεν εις την αγοράν και του δίδει ράπισμα, λέγων· «Ταπεινέ, μη μοιχεύσης πλέον, να μη σε εγγίση ο δαίμων». Τότε τον έρριψεν ο δαίμων και αφρίζων εσπάραζε· και ιδού βλέπει τον σαλόν ο δαιμονιζόμενος και του έβγαλεν από επάνω του ένα μαύρον σκύλον, τον οποίον έδειρε με Σταυρόν ξύλινον και ούτως ελυτρώθη από τον δαίμονα. Όταν δε συνήλθε ο πάσχων, τον ηρώτησαν τι έπαθε, αλλά δεν ηδυνήθη να είπη άλλον λόγον, ειμή μόνον τούτον· «Ένας μου είπε να μη μοιχεύω». Μετά όμως το τέλος του Αββά Συμεών, εξηγείτο εις όλους καταλεπτώς το θαυμάσιον. Είχε δε συνήθειαν ο Όσιος να αναβαίνη και εις τας οικίας των πλουσίων να παίζη, πολλάς δε φοράς προσεποιείτο ότι εφίλει τας δούλας, μία δε από αυτάς συνέλαβεν από ένα δημότην, δηλαδή πολίτην. Την ηρώτησε λοιπόν η κυρία της τις την έφθειρεν. Η δε απεκρίθη· «Ο σαλός Συμεών με εβίασε». Όταν δε ήλθεν ο Όσιος εις αυτόν τον οίκον, τον ήλεγξεν η κυρία της, λέγουσα· «Κακώς έκαμες, Συμεών, και εβίασας την δούλην μου». Αυτός δε εμειδίασε και της έφερε πολλάκις οψάρια, κρέας και άρτον λέγων· «Φάγε, γυνή μου, να γεννήσης γρήγορα». Όταν δε επλησίασεν ο καιρός να γεννήση, εβασανίζετο τρία ημερόνυκτα η αθλία, και εκινδύνευε να αποθάνη. Η δε κυρία της είπε προς τον Όσιον· «Κάμε προσευχήν, Συμεών, δια την γυναίκα σου, διότι δεν ημπορεί να γεννήση η τάλαινα». Αυτός δε τρέχων προς αυτήν, εκτύπα τας χείρας και έλεγεν· «Τη αληθεία, ταπεινή, δεν γεννάται το βρέφος, εάν δεν ομολογήσης τον πατέρα του». Τότε η τάλαινα, βλέπουσα τον επικείμενον κίνδυνον, ωμολόγησε την αλήθειαν, λέγουσα· «Άδικα τον δίκαιον εκατάκρινα, αλλά με τον δείνα δημότην το άκαμα». Τότε παρευθύς εγέννησε, πάντες δε εθαύμασαν. Όθεν είχον πολλοί τον Συμεών ως Άγιον, άλλοι δε έλεγον ότι από τον σατανάν ήσαν αυτά τα σημεία δια να πλανώνται οι άνθρωποι. Εις παντοπώλης της πόλεως, Εβραίος, είδεν ημέραν τινά, ότε επλύνετο ο Όσιος, ότι του ωμίλουν δύο Άγγελοι. Όθεν έβαλεν εις τον νουν του να φανερώση την αρετήν του. Ο δε Όσιος εφάνη καθ’ ύπνον και του λέγει· «Μη είπης εις ουδένα τι είδες». Όταν εξημέρωσεν, ήθελεν ο Εβραίος να φανερώση τον Όσιον, ούτος όμως φανείς ήγγισεν αυτόν εις τα χείλη και εβουβάθηκεν. Όθεν ήλθε προς τον Σαλόν και του έλεγε με νεύματα να τον θεραπεύση. Τότε εφάνη και πάλιν εις τον ύπνον του ο Όσιος και του λέγει· «Εάν πιστεύσης εις τον Χριστόν και βαπτισθής, θεραπεύεσαι, αλλέως αποθνήσκεις ούτως άλαλος». Ο δε Ιουδαίος τότε μεν δεν απεφάσισε να βαπτισθή· όταν δε ο Όσιος απήλθε προς Κύριον και τον είδεν ο Ιουδαίος εστεφανωμένον, μετετέθη δε το άγιόν του και σεβάσμιον λείψανον, ως θέλομεν ίδει κατωτέρω, τότε πιστεύσας εβαπτίσθη με όλον τον οίκον του· όταν δε εξήλθεν από την ιεράν κολυμβήθραν ωμίλησεν. Όθεν είχε τόσην ευλάβειαν εις τον Συμεών, όπου τον εώρταζε κατ’ έτος και πολλούς πτωχούς εθεράπευσεν. Έφθασε δε ο Όσιος εις τόσην απάθειαν και καθαρότητα, ώστε επήγαινεν εις το μέσον των εταιρίδων γυναικών, όταν εχόρευον εις το θέατρον, και έμενεν ως χρυσός καθαρός και αμόλυντος, καθώς αυτός εζήτησεν από τον Θεόν εις την προσευχήν του, να τον λυτρώση από τον πόλεμον της πορνείας. Είδε τότε τον μακάριον Νίκωνα, όστις του είπε· «Πως έχεις, αδελφέ Συμεών»; Ο δε απεκρίνατο· «Κακώς έχω, εάν δε προφθάσης να μου δώσης βοήθειαν, διότι η σαρξ μου σαλεύει και με σκανδαλίζει». Του λέγει ο Όσιος Νίκων· «Μη δειλιάσης εξ αυτού». Τότε επήρε νερόν από τον Ιορδάνην και τον έβρεξεν εις το υπογάστριον και τον εσφράγισε με τον τύπον του Σταυρού ειπών· «Ιδού υγιής γέγονας». Από τότε, καθώς ώμνυεν ο Όσιος, ουδέποτε εσκανδαλίσθη όλως διόλου. Όθεν έχων αυτό το θάρρος εισήρχετο ελεύθερα μέσα εις τας γυναίκας, και έκαμνε όσα σχήματα ήθελε, δια να τον νομίζουν μωρόν και άφρονα. Είχε δε και το χάρισμα της εγκρατείας ο μακάριος και δεν εδοκίμαζε τίποτε από την αρχήν της Τεσσαρακοστής μέχρι της Μεγάλης Πέμπτης, και τότε ήρπαζεν άρτον από τον αρτοποιόν και έτρωγεν. Οι δε άνθρωποι εσκανδαλίζοντο λέγοντες· «Καν την Μεγάλην Πέμπτην δεν δύνασαι να νηστεύης, άγνωστε»; Εν μια δε των ημερών είδε δαίμονα με τους νοερούς οφθαλμούς του, όστις εστέκετο εις την αγοράν, έχων κατά νουν να εισέλθη εις εκείνον όστις περάση πρώτος. Ο δε Όσιος το ηννόησεν εκ θείας χάριτος, και γεμίσας λίθους τον κόλπον του, όταν έβλεπεν ανθρώπους ερχομένους δια να περάσουν, τους ελιθοβόλει και έστρεφον οπίσω φοβούμενοι, έως ου επέρασεν ένας σκύλος, κρούσας δε αυτόν ο διάβολος ήρχισε να αφρίζη· τότε και ο Όσιος εφώναξεν εις τους ανθρώπους να διέλθουν άφοβα. Όλος λοιπόν ο σκοπός του Οσίου ήτο δια να σώση ψυχάς με όποιον τρόπον ηδύνατο, ή με προβλήματα γελοιώδη ή με άλλην τέχνην και γνωστικήν διάθεσιν ή και με θαυματουργίαν και παραγγελίαν τινά κατά τον αρμόδιον καιρόν γενομένην. Ημέραν τινά επέρασεν ο Όσιος από τόπον τινά, όπου εχόρευον κοράσια και καθώς τον είδον ήρχισαν να τον περιγελούν, και ετραγώδουν αισχρά δια τους Μοναχούς και άσχημα λόγια. Ο δε δίκαιος, δια να τα σωφρονίση, έκαμε προσευχήν και παρευθύς ετυφλώθησαν εκ του ενός οφθαλμού. Όθεν διηγείτο η μία της άλλης την συμφοράν· και εννοήσασαι ότι ο Συμεών τας ετύφλωσεν, έτρεχον οπίσω του φωνάζουσαι· «Συγχώρησόν μας, σαλέ, και λύσε μας». Όταν δε τον έφθασαν, εκράτησαν αυτόν βιαίως και τον ώρκιζον να τας ιατρεύση. Ο δε Όσιος είπεν εις αυτάς· «Ήτις θέλει να ιατρευθή, ας δεχθή να την φιλήσω εις τον τυφλόν οφθαλμόν, και τότε παρευθύς θέλει θεραπευθή». Όσας λοιπόν ήθελεν ο Θεός να ιατρευθούν, εδέχθησαν και τας εφίλησε και ιάθησαν· αι δε άλλαι, όσαι δεν ηθέλησαν να τας φιλήση ο σαλός, έμειναν ούτω κλαίουσαι. Μετ’ ολίγην ώραν, αφού ανεχώρησεν απ’ εκεί ο Όσιος, έτρεχον και αυταί κατόπιν φωνάζουσαι· «Περίμενε, σαλέ, φίλησον και ημάς δια τον Κύριον». Αλλ’ αυτός πλέον δεν εδέχθη, γνωρίζων εκ Πνεύματος Αγίου, ότι εάν δεν ήθελε τυφλώσει αυτάς, ήθελον γίνει αι πορνικώτεραι από όλας τας γυναίκας της Συρίας. Με την ασθένειαν δε εκείνην έπαυσαν την ασωτείαν και έμειναν ούτω μέχρι θανάτου. Ήλθον ποτέ άνθρωποι τινες από την Έδεσσαν εις Ιεροσόλυμα να εορτάσουν την Αγίαν Ανάστασιν. Εις δε απ’ αυτούς κατέβη εις τον Ιορδάνην δι’ ευλάβειαν· πηγαίνων δε εις όλα τα σπήλαια της ερήμου, έδιδεν ελεημοσύνην εις τους Ασκητάς δια τον Κύριον. Ούτος, όστις ήτο έμπορος, κατ’ οικονομίαν Θεού συνήντησε τον συνασκητήν του Συμεών Ιωάννην, τον οποίον επροσκύνησεν ο έμπορος και του εζήτει ευλογίαν. Του λέγει ο Ιωάννης· «Από ποίον τόπον είσαι»; Ο δε είπεν· «Από την Έδεσσαν». Τότε του λέγει ο Όσιος· «Σεις έχετε εκεί τον Αββάν Συμεών τον σαλόν και ζητείς ευχήν από εμέ τον ανάξιον, όταν εγώ και όλος ο κόσμος χρειάζεται ευχήν από αυτόν»; Έλαβε λοιπόν τον έμπορον εις το σπήλαιον αυτού και τον εφίλευσε πλούσια, όσα ο Θεός του έστειλεν. Ούτος δε εθαύμασε βλέπων πως έφερεν εις την τράπεζαν άρτον ζεστόν και οψάρια ψητά και οίνον ωραιότατον, ταύτα δε εις τοσαύτην πλησμονήν, ώστε εχόρτασαν και επερίσσευσαν. Έπειτα, όταν επήρεν ο έμπορος την συγχώρησιν να αναχωρήση, του έδωκεν ο Ιωάννης άλλας τρεις ευλογίας, δηλαδή άρτους ζεστούς, και του λέγει· «Δώσε του σαλού Συμεώνος, και ειπέ του να εύχεται δια τον αδελφόν του Ιωάννην». Καθώς δε έφθασεν ο έμπορος εις την Έδεσσαν, ω του θαύματος! απήντησεν αυτόν εις την θύραν της πόλεως ο Συμεών, και του λέγει· «Μήπως έφαγες τας τρεις ευλογίας, τας οποίας ο Αββάς Ιωάννης μου έστειλεν; Εάν τας έφαγες να τας πληρώσης κακώς έχων». Εκείνος δε εθαύμασε ταύτα ακούσας, και τον επήρεν ο Συμεών εις την καλύβην του να τον φιλεύση· ώμνυε δε κατόπιν ο έμπορος, ότι του έβαλε και αυτός εις την τράπεζαν από εκείνα τα ίδια φαγητά, όπου ο Ιωάννης τον εφίλευσεν εις την έρημον, και τα ίδια αγγεία, όπου είχεν εκεί, και τα οψάρια. Όταν έφαγον, του έδωκεν ο έμπορος τους τρεις άρτους και ανεχώρησεν εις τον οίκον του, και δεν ετόλμησε να ομολογήση τινος το θαυμάσιον. Αλλ’ ακούσατε ένα εξαίσιον τερατούργημα όπου έγινε δια προσευχής του Οσίου εις τον ρηθέντα Διάκονον, τον φίλον αυτού, όστις έγραψε τον Βίον του. Τινές κακούργοι εφόνευσαν άνθρωπον, τον οποίον έρριψαν εις την οικίαν του Ιωάννου από το παράθυρον. Όταν εύρον τον νεκρόν εις τον οίκον του θεοφιλεστάτου εκείνου ανδρός, όλοι ενόμισαν, ότι αυτός τον εφόνευσεν. Όθεν έδωκεν ο άρχων κατ’ αυτού την απόφασιν, δια να τον κρεμάσουν. Καθώς λοιπόν τον επήραν οι δήμιοι και τον έφεραν δεδεμένον εις τον τόπον της καταδίκης, δεν έλεγεν άλλον λόγον καθ’ όλον τον δρόμον ειμή μόνον· «ο Θεός του σαλού ας με βοηθήση». Θέλων δε ο Θεός να τον σώση από τοιαύτην συκοφαντίαν, έστειλεν άνθρωπον, όστις λέγει του Συμεών· «Σαλέ άθλιε, τώρα πηγαίνουν να κρεμάσουν τον φίλον σου, εάν δε αυτός αποθάνη εις ολίγας ημέρας θα αποθάνης και συ από την πείναν, ότι άλλος κανείς δεν φροντίζει δια τον εαυτόν σου». Είπε δε εις αυτόν και την πανουργίαν του φονέως ως άνωθεν είπομεν. Τότε ο Όσιος επήγε μόνος εις το κελλίον του, ήτοι εις ένα τόπον απόκρυφον, όπου ηύχετο πάντοτε και τον οποίον κανείς δεν εγνώριζεν, ειμή μόνον αυτός ο φίλος του Ιωάννης· κλίνας δε εκεί τα γόνατα, παρεκάλει τον Κύριον να λυτρώση τον δούλον αυτού από τον προκείμενον κίνδυνον. Όθεν ο Δεσπότης Χριστός επήκουσε τον φίλον του και ωκονόμησε να φανερωθούν οι φονείς ευθύς και να μη αποθάνη αδίκως ο δίκαιος. Όταν λοιπόν έφεραν οι δήμιοι εις την αγχόνην τον Ιωάννην, ήλθον τρεις ιππείς τρέχοντες και διατάσσουν τους δημίους να τον απολύσουν, διότι οι φονείς ευρέθησαν. Λυτρωθείς παραδόξως ο Ιωάννης έδραμεν εις τον άνωθεν απόκρυφον τόπον, βλέπων δε από μακράν τον Συμεών ευχόμενον εφοβήθη· ότι ως σφαίραι πυρός εξήρχοντο από το στόμα του, και ανέβαινον εις τον ουρανόν, γύρωθεν δε αυτού ήτο ως κλίβανος πυρός καιομένου, ο δε Όσιος έστεκεν εις το μέσον του πυρός ευχόμενος· όθεν δεν ετόλμησε να τον πλησιάση, μέχρις ότου απετελείωσε την προσευχήν. Τότε στραφείς ο Όσιος είπε προς τον Διάκονον· «Ούτος ο πειρασμός σου συνέβη, διότι ήλθον χθες δύο πτωχοί και σου εζήτησαν ελεημοσύνην, συ δε ενώ είχες δεν τους έδωσες, αλλά τους απέπεμψες. Μη νομίζης ότι είναι ιδικά σου εκείνα τα οποία δίδεις, ολιγόπιστε; Ο Κύριος λέγει ότι, όστις δώση ελεημοσύνη, θα απολαμβάνη εις τούτον τον κόσμον εκατονταπλάσιον και ζωήν αιώνιον εις τον μέλλοντα. Λοιπόν, εάν πιστεύης, δίδε όσον δύνασαι, εάν δε δεν δίδης, είναι φανερόν, πως είσαι άπιστος». Αυτά και έτερα ψυχωφελή ακούσας ο Ιωάννης, ευχαριστών αυτόν απήλθεν εις την οικίαν του χαίρων. Μίαν πρωϊαν εκράτει ο Όσιος σινάπι τριμμένον εις την αριστεράν του χείρα, εις δε την δεξιάν άρτον, και βυθίζων εις το σινάπι έτρωγεν. Όστις δε ήθελε τον περιπαίξη, ήλειφε με το σινάπι το στόμα του. Ήλθε δε και εις του οποίου οι οφθαλμοί είχον ασπράδα, έχρισε δε ο Όσιος τους οφθαλμούς αυτού με το σινάπι ειπών· «Ύπαγε και πλύσου με σκορδόξυδον, να ιατρευθής, έξηχε», δηλαδή σαλέ· διότι τούτον τον λόγον είχε πάντοτε συνήθειαν να λέγη προς άπαντας. Εκείνος δε επήγεν εις ιατρούς να τον θεραπεύσουν (διότι τον λόγον του σαλού δεν επίστευεν), οίτινες τον ετύφλωσαν ακόμη περισσότερον. Όθεν από την θλίψιν του ηναγκάσθη μίαν ημέραν και είπεν· «Ό,τι μου είπεν ο σαλός θα πράξω, έστω και εάν ήξευρα ότι θα έβγουν οι οφθαλμοί μου όλως διόλου». Ούτος λοιπόν επλύθη με σκορδόξυδον και τόσον ιάθη τελείως, ώστε έγιναν οι οφθαλμοί του καθαροί ως παιδίου μικρού, και έβλεπε θαυμάσια. Τότε περισσώς εθαύμαζεν. Απαντήσας δε αυτόν ο Όσιος, τον συνεβούλευσε λέγων· «Βλέπεις πως ιατρεύθης, έξηχε; Μη κλέψης πλέον του γείτονός σου τας αίγας». Άλλος τις πλούσιος ήτο εκεί εις την Έδεσσαν· τούτου δε εις δούλος έκλεψεν απ’ αυτού πεντακόσια χρυσά νομίσματα, και μη δυνάμενος να τα εύρη, απαντήσας τον Όσιον, τον ηρώτησε λέγων· «Δύνασαι, έξηχε, να μου εύρης τα αργύρια όπου έχασα, και να σου δώσω τα δέκα»; Του λέγει ο Όσιος· «Δώσε μου υπόσχεσιν ότι δεν θα δείρης πλέον κανένα δούλον σου, και να σου είπω που είναι». Αυτός δε έδωκε τον λόγον του με όρκον φρικτόν να τον υπακούση. Τότε είπεν ο Όσιος το όνομα του κλέπτου, και τον τόπον όπου τα έκρυψε, και εύρεν αυτά. Μετά καιρόν δε, θέλων να δείρη ένα των δούλων του ο ρηθείς πλούσιος, έτρεμεν η χειρ του· όθεν ηννόησε πως ήτο του σαλού ενέργεια, και ευρών αυτόν του είπε· «Λύσον με από τον όρκον, σαλέ». Ο δε Όσιος δεν του έδωκεν απάντησιν. Μόνον εφάνη εις τον ύπνον αυτού και του λέγει· «Εάν λύσω τον όρκον, θέλω σκορπίσει τα αργύριά σου, να τα χάσης όλως διόλου. Δεν εντρέπεσαι, άγνωστε, να δέρης τους δούλους σου, όπου αυτοί θα υπάγουν εις την αιώνιον ζωήν, συ δε εις την γέενναν, εάν δεν γίνης συμπαθής προς τους πένητας»; Συνέπασχε δε και συνελυπείτο τους δαιμονιζομένους ο Όσιος και συνηντάτο μετ’ αυτών και προσηύχετο δι’ αυτούς, ώστε πολλούς εθεράπευσε, και πολλάκις εξέπεμπον τοιαύτας φωνάς οι δαίμονες λέγοντες· «Ω βία σαλέ, όλον τον κόσμον χλευάζεις και πειράζεις και ημάς, αναίσχυντε! Φύγε απ’ εδώ, μη βασανίζης και ημάς». Ο δε Όσιος ήλεγχεν όλους όσους ήξευρεν από Πνεύμα Άγιον ότι ήσαν αμαρτωλοί, δηλαδή πόρνους, κλέπτας, επιόρκους και βεβαρημένους άλλους με διάφορα αμαρτήματα και τους ωνείδιζε με τρόπον επιδέξιον, ούτως ώστε επέστρεφεν αυτούς εις μετάνοιαν. Ήτο δε εκεί γυνή τις μάντισσα, ήτις έκαμνε φυλακτήρια, την οποίαν προσεποιείτο ότι ηγάπα και της έδιδεν άρτον, και άλλα φαγητά και ιμάτια όπου του εχάριζαν. Έπειτα της είπε μίαν ημέραν· «Θέλεις να σου κάμω ένα φυλακτόν, να μη σε βλάπτη ποτέ κανείς οφθαλμός»; Του λέγει εκείνη· «Ναι». Ο δε μακάριος έγραψε ταύτα εις Συριακήν διάλεκτον· «Είθε να σε καταργήση ο Θεός και να σε κάμη να παύσης να αποστρέφεσαι απ’ αυτού, και να αποστρέφης και τους άλλους». Τούτο το γράμμα λαβούσα εκράτει επάνω της η μάντισσα και δεν ηδύνατο πλέον να κάμη μαγείαν ή φυλακτήριον. Καθήμενος ποτέ ο Όσιος πλησίον εις κάμινόν τινα, εις την οποίαν έψηνε γυαλιά εις Εβραίος, είπε προς τινας πτωχούς· «Θέλετε να σας κάμω να γελάσετε; Κυττάξετε επιμελώς τι θέλω πράξει». Εγερθείς δε έκαμεν ένα Σταυρόν εις τα υάλινα σκεύη του Εβραίου και εθραύσθησαν τότε επτά αγγεία. Και οι μεν εγελούσαν, ο δε Εβραίος εθυμώθη, και καύσας δια πυράς τον Όσιον τον εδίωξεν. Ο δε Όσιος είπεν εις αυτόν· «Επ’ αληθείας, εάν δεν κάμης Σταυρόν εις το μέτωπόν σου, όλα σου τα αγγεία θέλουν συντριβή». Τότε δε πάλιν, όταν έλεγε ταύτα ο Όσιος, εθραύσθησαν άλλα δεκατρία αγγεία. Τούτο το θαυμάσιον ιδών ο Εβραίος εκατανύχθη, και κάμνων την άλλην ημέραν τον Σταυρόν εις το μέτωπον, δεν εθραύσθη κανέν αγγείον τελείως· όθεν πιστεύσας εις τον Χριστόν εβαπτίσθη. Άλλην φοράν έπλυναν έξω της πόλεως δέκα δημόται τα ενδύματά των και περνών απ’ εκεί ο Όσιος είπεν εις αυτούς· «Έλθετε μετ’ εμού, να σας φιλεύσω, έξηχοι». Οι πέντε λοιπόν επίστευσαν τον λόγον του και τον ηκολούθησαν. Όταν δε τους ωδήγησεν εις ένα τόπον όπου ηθέλησε, τους είπε· «Καθίσατε ολίγον εδώ, έως να έλθω». Πηγαίνων δε παρεμπρός, έκαμεν ευχήν προς τον Θεόν, όστις του έστειλε φαγητά διάφορα, άρτους και οίνον νόστιμον, και τους εφίλευσε πλουσιώτατα. Όταν δε εχόρτασαν, τους έδωκεν όσα επερίσσευσαν λέγων· «Λάβετε ταύτα μαζί σας, να φάγουν αι γυναίκες και τα παιδιά σας· και εάν αφήτε αυτήν την τέχνην, να μη είσθε πλέον δημόται, να σας φθάσουν αυτά τα φαγητά, να τρώγετε έως να αποθάνω». Αυτοί τότε τα επήραν και είπον προς αλλήλους· «Ας δοκιμάσωμεν μίαν εβδομάδα, και εάν δεν ολιγοστεύσουν τα βρώματα, ας αφήσωμεν την αμαρτίαν». Ούτω ποιήσαντες έτρωγαν καθ’ ημέραν, και δεν ωλιγόστευσαν τα βρώματα, ω του θαύματος! αλλά ήσαν την εβδόμην ημέραν ως και την πρώτην ανελλιπή· όθεν επέστρεψαν εις μετάνοιαν, οι δε τρεις απ’ αυτούς έγιναν Μοναχοί. Ούτος ο μακάριος, μεταξύ των άλλων αρετών, είχε την ακτημοσύνην και δεν είχεν άλλο τι εις την καλύβην του, ειμή μόνον ένα φορτίον κλήματα, δια να κοιμάται παραμικρόν· πολλάς δε φοράς διήρχετο όλην την νύκτα άϋπνος, εις την προσευχήν ιστάμενος, βράχων την γην με δάκρυα. Το δε πρωϊ, όταν εξήρχετο από την καλύβην, έκοπτε κλάδους ελαιών ή από άλλα φυτά και κάμνων στέφανον τον εφόρει εις την κεφαλήν, εις δε την χείρα εκράτει άλλον κλάδον φωνάζων· «Νίκα τω Βασιλεί και τη Πόλει». Πόλιν δε έλεγε την ψυχήν, Βασιλέα δε τον νουν. Εζήτησε δε και χάριν παρά του Θεού ο τρισόλβιος να μη μακρύνουν ποτέ τα μαλλιά του και τα γένεια, δια να μην τα κόπτη, και γνωρίσουν ότι ήτο σαλός εκουσίως. Όθεν όλη του η ζωή παρήλθε χωρίς ποτέ να κόψη τας τρίχας της κεφαλής του. Προς δε τον θεοφιλή Διάκονον είπε πολλάκις την αλήθειαν, αλλά τον εφοβέρισε να μη ομολογήση τινός την υπόθεσιν ζώντος αυτού· ει δε και την φανερώση, να λαμβάνη εις τον μέλλοντα αιώνα μεγάλην βάσανον. Όταν δε εγνώρισεν ότι έμελλε να κοιμηθή, προ δύο ημερών είπεν εις αυτόν· «Γίνωσκε, φίλε μου Ιωάννη, ότι σήμερον επήγα και εύρον τον αδελφόν μου τον Ασκητήν Ιωάννην εις την έρημον, και ηυφράνθην πολλά, διότι τον είδα ότι εφόρει τίμιον στέφανον εις τον οποίον γύρωθεν ήσαν γεγραμμένα ταύτα· «Στέφανος υπομονής της ερήμου». Πάλιν δε εκείνος είπε προς με· «Εγώ είδα πως ήλθε τις και σου έλεγεν· «Ελθέ, σαλέ, να λάβης τους στεφάνους των ψυχών, όπου μου έφερες». Εγώ δε, κύριέ μου Διάκονε, δεν έχω κανένα καλόν επάνω μου, ούτε μισθόν ποσώς αναμένω· μόνον παρακαλώ σε να επιμελήσαι πάσαν ψυχήν άπορον, μάλιστα τους Μοναχούς και αναπήρους, και να τους ελεής όσον δύνασαι· ότι οι τοιούτοι δύνανται να μας αξιώσουν της ουρανίου μακαριότητος. Έτι δε σε παρακαλώ να κοπιάσης μικρόν δια την αγάπην μου, να γράψης όλην την αμέλειαν του οικτρού μου Βίου, καθώς σου τον είπα με συντομίαν, ο δε Κύριος θέλει πληρώσει τον κόπον σου. Γίνωσκε δε και τούτο, ότι εις ολίγας ημέρας αναχωρείς και συ από τούτον τον πρόσκαιρον κόσμον, καθώς ο Δεσπότης μου εφανέρωσε· λοιπόν ετοίμασον τα εφόδια και φρόντισον δια την ψυχήν σου, δια να δυνηθής να περάσης τα εναέρια πνεύματα. Ότι ο Κύριος το γινώσκει, πολύν φόβον έχω, έως να τα περάσω και εγώ, να μη με πειράξωσι. Δια τούτο σε παρακαλώ να σπουδάσης και δια τον εαυτόν σου. Και τούτο σου γίνεται εύκολον, εάν φυλάξης αυτά τα δύο· πρώτον να δώσης ελεημοσύνην το κατά δύναμιν και υπέρ την δύναμιν· ότι αυτή η αρετή σου βοηθεί από τας άλλας περισσότερον κατά την Γραφήν: «Μακάριος ο Κύριος». Δεύτερον σε παρακαλώ, να νη πλησιάσης εις το Άγιον Θυσιαστήριον πώποτε όταν έχης με τινα σκάνδαλον, δια να μη εμποδίση η ανομία σου την επιφοίτησιν του Παναγίου Πνεύματος, να υστερηθούν της χάριτός του και οι επίλοιποι». Αυτά και έτερα πλείονα του παρήγγειλεν, από τα οποία του είπε να μη ομολογήση τινός ωρισμένα απ’ αυτά. Έπειτα του είπεν: «Αδελφέ Ιεροδιάκονε, παρακλήθητι, ότι την τρίτην ημέραν προσλαμβάνει ο Κύριος τον σαλόν και ελάχιστον, και τον Αββάν Ιωάννην τον αδελφόν μου, καθώς εγώ χθες σου είπον. Ύπαγε λοιπόν εις ειρήνην, και μετά δύο ημέρας να έλθης εις την καλύβην μου, και μη μου λησμονήσης του ταπεινού και αμαρτωλού παράφρονος». Ταύτα ειπών ο ταπεινόφρων και μέτριος επήγεν εις την καλύβην αυτού και προσευχόμενος ικανώς εις τον Κύριον παρέδωκε την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού, τη εικοστή πρώτη του Ιουλίου, μεγάλως υπεραστράψας εις τας αρετάς και εις ένθεα και φρικτά κατορθώματά του, καταπλήξας τους Ασωμάτους Αγγέλους με την θαυμάσιον πολιτείαν του. Όταν δε παρήλθον ημέραι δύο και δεν εφαίνετο ο Όσιος, μετέβησαν οι γνώριμοί του και τον εύρον υποκάτω εις τα κλήματα τελειωθέντα. Τούτο δε το έκαμεν ο πάνσοφος, δια να πιστεύσουν τινές ότι ήτο σαλός, όταν τον ίδωσιν ούτως ηπλωμένον ως κτήνος ανόητα. Εσήκωσαν λοιπόν δύο πτωχοί το λείψανον του Οσίου και επήγαιναν να τον ενταφιάσουν εις το ξενοταφείον ούτως ανεπιμέλητα, καθώς δε διήρχοντο από τον οίκον του Ιουδαίου, περί του οποίου είπομεν ανωτέρω, ήκουσεν ο Εβραίος εντός του οίκου του ευρισκόμενος ψαλμωδίαν τοιαύτην και μελωδίαν τοσούτον θαυμάσιον, την οποίαν δεν φθάνει γλώσσα ανθρώπου να την διηγηθή. Εκπλαγείς λοιπόν ο Ιουδαίος και προκύψας από το παράθυρον, βλέπει ότι μόνον δύο πτωχοί εσήκωναν το τίμιον λείψανον του πλουσίου εις αρετάς Οσίου, ατενίσας δε εις τον αέρα είδεν άνωθεν του λειψάνου Αγίους Αγγέλους να συνοδεύουν αυτό ψάλλοντες ουράνια άσματα. Τότε εδάκρυσεν από την χαράν και εβόησε λέγων· «Όντως καλότυχος συ και μακάριος, ότι μη έχων ανθρώπους να σε ενταφιάσουν, επήρες τας ουρανίους Δυνάμεις των Αρχαγγέλων και σε συνοδεύωσιν άδοντες υπερκόσμια άσματα». Ταύτα ειπών ο πρώην Ιουδαίος εξήλθε με όλον τον οίκον του και συνοδεύσας το άγιον λείψανον, το ενεταφίασε με πολλήν ευλάβειαν, διηγούμενος εις όλους καταλεπτώς το θαυμάσιον. Ταύτα ακούσας ο θεοφιλής Διάκονος Ιωάννης έδραμεν εις τον τάφον με άλλους πολλούς περίλυπος, ότι δεν ήλθε πρωτύτερα· θέλων δε να τον αναχώση δια να τον ενταφιάσουν με Ιερείς και θυμιάματα, καθώς έπρεπεν, ανοίξαντες τον τάφον, δεν ευρέθη ποσώς (ω του θαύματος!) το τρισόλβιον σώμα του μάκαρος, ότι ο Κύριος το μετέθεσεν όπου ηθέλησε και τότε ο εις εις τον άλλον διηγούντο τα του Οσίου θαυμάσια, όσα ετέλεσε και εποίησεν εις καθ’ έκαστον, και εδόξασαν τον Θεόν, όστις έδωκεν εις τον πιστόν τούτον δούλον του τόσην δύναμιν και χάριν. Ούτος είναι ο Βίος και η θαυμαστή πολιτεία του αοιδίμου Συμεών, δια μέσου του οποίου εποίησεν ο Κύριος τοσαύτα θαυμάσια. Μάλιστα επ’ αληθείας αφήκα και πολλά άγραφα, μόνον δε τα πλέον χρησιμώτερα εσημείωσα, δια να τα αναγινώσκουν πρόθυμα οι ακροαταί και να μη αμελούν και κοιμώνται εις την τούτων ανάγνωσιν. Εκοιμήθη δε και ο μακάριος Ιωάννης ο εν Χριστώ αδελφός και συνασκητής αυτού την ιδίαν ημέραν, ήτοι κατά την σήμερον, καθώς αυτοί εδεήθησαν του Θεού, όστις επήκουσεν ως αγαθός και επλήρωσε την αίτησιν αυτών καθώς και αυτοί εφύλαξαν τας εντολάς του απαρασάλευτα και εδώ μεν ηξίωσε να λυτρωθώσιν εις την ιδίαν ημέραν από τους σωματικούς αγώνας και έπαθλα, εκεί δε ανέπαυσε τας ψυχάς αυτών εις ομοίαν δόξαν και ανάπαυσιν αιώνιον. Ής γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν τη αυτού χάριτι και φιλανθρωπία, ω πρέπει τιμή και προσκύνησις συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι πάντοτε νυν και εις τους αιώνας.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”