Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΛΑ΄ (31η) Αυγούστου, η ανάμνησις της εν τη αγία Σορώ καταθέσεως της ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ της Υπεραγίας Δεσπ

Δημοσίευση από silver »

Τη ΛΑ΄ (31η) Αυγούστου, η ανάμνησις της εν τη αγία Σορώ καταθέσεως της ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ, εν τω σεβασμίω αυτής Οίκω τω όντι εν τοις Χαλκοπρατείοις, ανακομισθείσης από της Επισκοπής Ζήλας επί Ιουστινιανού του βασιλέως, εν έτει φλ΄ (530), και η ανάμνησις θαύματος γεγονότος δια της επιθέσεως της Τιμίας Ζώνης επάνω εις την βασίλισσαν Ζωήν, την σύζυγον του εν βασιλεύσιν αοιδίμου Λέοντος του σοφωτάτου βασιλέως, εν έτει ωπστ΄ (886).

Καθ’ όλον το έτος είμεθα υπόχρεοι να ευχαριστώμεν και να δοξάζωμεν πρώτον μεν την υπερτάτην και Παναγίαν Τριάδα, Πατέρα, Υιόν και Πνεύμα Πανάγιον, τον ένα και μόνον Θεόν, όστις μας έπλασε και ανέπλασε δια την πολλήν αυτού ευσπλαγχνίαν και αγαθότητα· δεύτερον δε την Υπερένδοξον και Αειπάρθενον Θεοτόκον, δι’ ης απηλαύσαμεν και απολαμβάνομεν τόσα αγαθά, τα οποία υπερβαίνουσι κατά τον αριθμόν τα άστρα του ουρανού και την ψάμμον της θαλάσσης. Εάν όλους τους άλλους Αγίους εορτάζωμεν χαρμονικώς και εγκωμιάζωμεν, διότι εφάνησαν προς τον Δεσπότην ευγνώμονες, φυλάττοντες τα άγια και σωτήρια προστάγματά του, πόσω μάλλον πρέπει να εορτάζωμεν την Υπέραγνον του Θεού Μητέρα, ήτις δια την πολλήν αγιότητα, ταπεινοφροσύνην και καθαρότητά της, τον έκαμε και έκλινεν ουρανούς, και εσαρκώθη απ’ αυτής, ίνα σώση τον άνθρωπον ο φιλάνθρωπος; Δια τούτο και οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας πρεπόντως εθέσπισαν να την εορτάζωμεν όχι μόνον εις τας μεγάλας της εορτάς, την Γέννησιν, τα Εισόδια, την Υπαπαντήν, τον Ευαγγελισμόν και την Κοίμησιν, αλλά και εις άλλας ημέρας καθ’ ας ετέλεσε διάφορα θαυμάσια και μάλιστα δια των αγίων της ιματίων, τα οποία έκαμαν πολλάκις σημεία και τέρατα. Και τι θαυμαστόν; Εάν οι δούλοι της, ενδυναμούμενοι υπ’ αυτής, ετέλεσαν τοιαύτα τερατουργήματα, αφού του Πέτρου η άλυσις και άλλων Αγίων δεσμά και σουδάρια εθαυματούργησαν, διατί και η Τιμία Ζώνη της υπερτίμου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, δι’ ης και τον Δεσπότην ίσως θα έζωσε, να μη κάμη θαύματα; Μη αμφιβάλλετε λοιπόν εις όσα εγράφησαν και θα γράφωνται ως προς τούτο, αλλά πιστεύετε ότι όσα θέλει και βούλεται δύναται να πραγματοποιή, ως Θεόν κυήσασα παντοδύναμον. Ας έχωμεν λοιπόν την Τιμίαν Ζώνην της Θεοτόκου εις ανείκαστον πίστιν και ευλάβειαν, προσευχόμενοι προς Αυτήν πολλάκις. Μάλιστα πρέπει να αγαλλιώμεθα και να χαίρωμεν, όταν ευχώμεθα προς τον Δεσπότην Χριστόν, και εις αυτήν την Υπέραγνον Μητέρα Του, καθώς τινες ευφραίνονται και καυχώνται έχοντες φίλον τον πρόσκαιρον βασιλέα και την βασίλισσαν, και κολακεύονται και δοξάζονται συνομιλούντες προς τοιαύτα πρόσωπα ένδοξα, ελπίζοντες να απολάβωσι παρ’ αυτών πλούσια δώρα και πρωτοκαθεδρίας. Εάν εις τους επιγείους άρχοντας έχετε τοσαύτην πίστιν, ω άνθρωποι, αν και σας ελέγχει ο Προφητάναξ Δαβίδ λέγων· «Μη πεποίθατε επ’ άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων, οις ουκ έστι σωτηρία», πόσην πρέπει να έχωμεν ασυγκρίτω λόγω προς τον αδιάδοχον Βασιλέα και επουράνιον και προς την Αειπάρθενον Μητέρα του; Ας έχωμεν λοιπόν εις ευλάβειαν, εορτάζοντες και τας μικράς πανηγύρεις, και μάλιστα την σημερινήν, όπου είναι η τελευταία ημέρα του έτους, κατά την παλαιάν χρονολογίαν, καθώς και αύριον όπου είναι η πρώτη, ας την εορτάζωμεν μετ’ άλλων πολλών Αγίων, καθώς εν τω Συναξαρίω του μηνός Σεπτεμβρίου φαίνεται. Όθεν ας γράψωμεν εν συντομία τα θαυμάσια, άπερ ηκολούθησαν εις ταύτην την Τιμίαν Ζώνην της Θεοτόκου εις πίστωσιν των πολλών, άτινα ετέλεσεν η παντοδύναμος Κυρία και Παντάνασσα. Ο βασιλεύς Αρκάδιος, ο του Μεγάλου Θεοδοσίου υιός, ο βασιλεύσας εν έτει τριακοσιοστώ ενενηκοστώ πέμπτω (395), έκαμε παντοίους τρόπους δια του χρυσίου και της δυνάμεώς του της βασιλικής και έστειλε και έφερεν από τα Ιεροσόλυμα εις την Κωνσταντινούπολιν την Τιμίαν Ζώνην της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία εφυλάττετο εκεί ομού μετά της Τιμίας Εσθήτος της Θεοτόκου υπό μιάς παρθένου Ιουδαίας και την εναπέθεσεν εις λαμπράν θήκην, την οποίαν ωνόμασεν αγίαν Σορόν. Μετά δε παρέλευσιν ετών τετρακοσίων δέκα, Λέων ο Σοφός βασιλεύς ήνοιξε την αγίαν ταύτην Σορόν, χάριν της συζύγου του βασιλίσσης Ζωής, η οποία ηνωχλείτο από πνεύμα ακάθαρτον. Διότι είδεν αυτή κατ’ όναρ, ότι αν τεθή επάνω εις αυτήν η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου θα ελευθερωθή από του δαιμονίου. Ανοιχθείσης λοιπόν της αγίας θήκης και Σορού, ευρέθη η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου ακτινοβολούσα λαμπρότατα ως θεοϋφαντος, έχουσα δε και χρυσήν σφραγίδα και υπόμνημα σύντομον, το οποίον ανέφερε λεπτομερώς το έτος, την ινδικτιώνα και την ημέραν καθ’ ην ανεκομίσθη εις την βασιλεύουσαν η Αγία Ζώνη, και προσέτι ότι εναπετέθη εν τη θήκη και εσφραγίσθη δια χειρών του βασιλέως Αρκαδίου. Αφού λοιπόν προσκυνήσας ησπάσθη την αγίαν Ζώνην ο βασιλεύς, την ήπλωσεν ο τότε Πατριάρχης επί της πασχούσης βασιλίσσης, και ω του θαύματος! Πάραυτα ηλευθερώθη αύτη από του δαιμονίου. Όθεν άπαντες δοξάσαντες τον Θεόν και Σωτήρα Χριστόν και ευχαριστήσαντες την πανάχραντον Μητέρα Του, απέθεντο πάλιν την Τιμίαν Ζώνην εντός της αγίας Σορού, όπου υπήρχε και πρότερον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Α΄ (1η) του μηνός Σεπτεμβρίου αρχή της Ινδίκτου, ήτοι του νέου έτους.

Δημοσίευση από silver »


Η Αγία του Θεού Εκκλησία εορτάζει σήμερον την Ινδικτιώνα, δια τρεις αιτίας· πρώτον, επειδή αυτή είναι αρχή του χρόνου· δια τούτο δε και παρά των παλαιών Ρωμαίων πολλά ετιμάτο εξ αρχαίων χρόνων. Ινδικτιών δε κατά την ρωμαϊκήν, ήτοι την λατινικήν γλώσσαν, θέλει να είπη ορισμός. Και δεύτερον εορτάζει ταύτην η Εκκλησία, επειδή κατά την σημερινήν ημέραν μετέβη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός μέσα εις την Συναγωγήν των Ιουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το βιβλίον του Προφήτου Ησαϊου, καθώς γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκά δ: 16), το οποίον ανοίξας ο Κύριος ημών, ω του θαύματος! ευθύς εύρε τον τόπον εκείνον, ήτοι την αρχήν του εξηκοστού πρώτου κεφαλαίου του Ησαϊου, εις το οποίον είναι γεγραμμένα δια τον Ίδιον τα λόγια ταύτα· «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ, ου είνεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν» (Λουκ. δ: 18-19). Αφ’ ου δε ανέγνωσεν ο Κύριος τα περί αυτού λόγια ταύτα, έκλεισε το βιβλίον και το έδωκεν εις τον υπηρέτην· έπειτα καθίσας, είπεν εις τον λαόν· «Σήμερον πεπλήρωται η Γραφή αύτη εν τοις ωσίν υμών» (αυτ. 21). Όθεν ο λαός, ταύτα ακούων, εθαύμαζε δια τους κεχαριτωμένους λόγους, οίτινες εξήρχοντο από του στόματός του, ως γράφει ο αυτός Ευαγγελιστής Λουκάς (αυτ. 22). Είναι δε και Τρίτη αιτία, δια την οποίαν η Εκκλησία του Χριστού κάμνει σήμερον ενθύμησιν της Ινδίκτου, και εορτάζει την αρχήν του νέου έτους· ήτοι, ίνα δια μέσου της υμνωδίας και ικεσίας, τας οποίας προσφέρομεν εις τον Θεόν εν τη εορτή ταύτη, γίνη ο Θεός ίλεως εις ημάς, και ευλογήση το νέον έτος, και χαρίση τούτο εις ημάς ευτυχές και πλήρες από όλα τα σωματικά αγαθά, και ίνα φωτίση τας διανοίας μας, εις το να περάσωμεν όλον τον χρόνον καθαρώς και με αγαθήν συνείδησιν, και εις το να ευαρεστήσωμεν τον Θεόν με την φύλαξιν των εντολών του και ούτω να τύχωμεν των εν ουρανοίς αιωνίων αγαθών.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Β΄ (2α) Σεπτεμβρίου, Άθλησις του Αγίου και ενδόξου Μάρτυρος ΜΑΜΑΝΤΟΣ.

Δημοσίευση από silver »


Μάμας ο μέγας του Χριστού και περιβόητος Μάρτυς εγεννήθη εις Γάγγραν, πόλιν της Παφλαγονίας, εν έτει σξ΄ (260). Οι γονείς του ωνομάζοντο Θεόδοτος και Ρουφίνα, ήσαν δε αμφότεροι ευσεβείς και το γένος λαμπρότατοι, έχοντες την καταγωγήν από πατρικίων· ούτοι θερμήν έχοντες την εις Χριστόν αγάπην και μη δυνάμενοι να κρύπτουν τον μέγαν αυτών πόθον, εκήρυττον παρρησία την ευσέβειαν και πολλούς εις αυτήν παρεκίνουν και εστερέωναν. Όθεν μανθάνων ταύτα ο εξουσιαστής της πόλεως Γάγγρας Αλέξανδρος, επειδή είχε προσταγήν από τον βασιλέα, όπως θανατώνη δια βασανιστηρίων όσους Χριστιανούς δεν πείθονται να θυσιάσουν εις τα είδωλα, διέταξε και ωδήγησαν ενώπιόν του τον θείον Θεόδοτον, τον οποίον εβίαζε να θυσιάση εις τα είδωλα· εκείνος όμως ο μακάριος ουδέ καν να τον ακούη δεν εδέχετο· θέλων δε ο κριτής να τον τιμωρήση, ημποδίζετο, επειδή δεν είχεν εξουσίαν να παιδεύση εκείνους, οίτινες κατήγοντο από πατρικίους, εάν δεν έδιδεν ο βασιλεύς ειδικήν άδειαν. Τον απέστειλεν όθεν εις την Καισάρειαν της Καππαδοκίας εις τον ηγεμόνα Φαύστον, όστις ασεβής ων και πολλά σκληρός, ευθύς ως ήλθεν ο Θεόδοτος τον ενέκλεισεν εις την φυλακήν ομού με την σύζυγον αυτού Ρουφίναν, ήτις εκυοφόρει τότε τον μέγαν Μάμαντα. Ευρισκόμενοι αμφότεροι εις το δεσμωτήριον και φοβούμενος ο Θεόδοτος την ανθρωπίνην ασθένειαν και τας βασάνους, εδέετο του Θεού λέγων· «Κύριε ο Θεός των δυνάμεων, ο Πατήρ του αγαπητού σου Υιού, ευλογώ και δοξάζω Σε, ότι δια το όνομά σου ηξιώθην να ευρίσκωμαι εις την φυλακήν. Πλην δέομαί σου, Κύριε, δέξαι μου την ψυχήν εις τα δεσμά ταύτα, ο γινώσκων την ασθένειάν μου, μήποτε καυχήσεται ο εχθρός επ’ εμοί». Ταύτα εκείνος προσηύχετο, ο δε Θεός, όστις γινώσκει τα κρύφια της καρδίας, εδέχθη την καλήν του προαίρεσιν, και ευθύς τον ανέπαυσεν· η δε σύζυγός του Ρουφίνα εγέννησε την ημέραν εκείνην εντός του δεσμωτηρίου και ηπόρει μη γνωρίζουσα τι να πράξη· παρεκάλεσεν όθεν και αύτη να την αναπαύση ο Θεός, και ευθύς εισηκούσθη· το δε παιδίον εκείτετο μόνον εν τω μέσω των λειψάνων των γονέων του. Ο προνοητής όμως των όλων Θεός έστειλε τον Άγγελόν του εις σχήμα νεανίσκου και προσέταξε γυναίκα τινα περιφανεστάτην και ευσεβή, ονομαζομένην Αμμίαν και επιλεγομένην Ματρώναν, να ζητήση τα λείψανα των Αγίων· ευθύς δε ως τα εζήτησε, της εδώρησε ταύτα ο ηγεμών· αύτη δε τα μεν λείψανα έθαψε λαμπρώς και φιλοτίμως εις τον κήπον της, το δε βρέφος καταστήσασα θετόν αυτής τέκνον επεμελείτο και ηγάπα περισσότερον από γνήσιον υιόν της, επειδή μάλιστα δεν είχεν άλλο τέκνον, αλλ’ ούτε και άνδρα. Το δε βρέφος επειδή εκάλει συχνάκις την θετήν του μητέρα μάμα, όπερ κατά την λατινικήν γλώσσαν σημαίνει την μητέρα, δια τούτο ωνομάσθη Μάμας. Ότε δε εγένετο πέντε ετών, τον απέστειλεν η Αμμία εις το σχολείον δια να μορφωθή, επειδή δε είχε πόθον μεγάλον υπερέβη ταχέως άπαντας τους συνομηλίκους του. Κατά τας ημέρας εκείνας εβασίλευεν εις την Ρώμην ο Αυρηλιανός, όστις εβίαζε τους Χριστιανούς να θυσιάζουν εις τα είδωλα όχι μόνον τους άνδρας και τας γυναίκας, αλλά και αυτά τα μικρά παιδία, φανταζόμενος ότι δια την απαλότητα της ηλικίας των θέλουν αρνηθή ευκόλως την ευσέβειαν. Τα δε άλλ πιδία υπετάσσοντο εις το θέλημα του βασιλέως, όσα όμως ήσαν συμμαθηταί του Μάμαντος εμιμούντο και αυτά την γεροντικήν σύνεσιν και φρόνησιν αυτού, και δεν υπέφερον καν να ακούσουν τους λόγους των απίστων, επειδή εδιδάσκοντο καθ’ ημέραν από εκείνην την ευλογημένην θετήν μητέρα του Μάμαντος να σέβωνται μόνον τον αληθινόν Θεόν τον δημιουργόν του παντός, και εις εκείνον μόνον να προσφέρουν την λογικήν λατρείαν και προσκύνησιν, τους δε υπό των ασεβών ονομαζομένους θεούς, τους οποίους τιμώσι και σέβονται ούτοι, ν τους αποστρέφωνται ως πολλής αισχύνης και ατιμίας αξίους και να θεωρούν φλυαρίας τα μυθεύματα αυτών. Ότε δε ο Μάμας εγένετο ετών 15, ετελεύτησεν η θετή μήτηρ του Αμμία, ούτος δε κατέστη κληρονόμος απάσης της περιουσίας και των υπαρχόντων αυτής. Την ιδίαν αυτήν εποχήν, μετά τον Φαύστον, επί των ημερών του οποίου ως είδομεν εμαρτύρησαν οι γονείς τού Μάμαντος, εγένετο ηγεμών εις Καισάρειαν εις ονόματι Δημόκριτος, άνθρωπος κατά πολύ ασεβής, έχων ζήλον θερμότατον εις την λατρείαν των ειδώλων, όστις ευθύς ως έφθασε και επληροφορήθη περί του καλού Μάμαντος, ότι όχι μόνον δεν λατρεύει τους θεούς των, αλλ’ ότι και τους συνομηλίκους και συμμαθητάς του παρεμποδίζει και απομακρύνει από την λατρείαν των ειδώλων, εξηγριώθη και επρόσταξε να τον φέρουν ευθύς ενώπιόν του. Προσαχθείς όθεν ο θείος Μάμας προ του τυράννου τον ηρώτησεν ούτος αν είναι Χριστιανός, και εάν είναι αληθές ότι ούτε αυτός θυσιάζει εις τους θεούς ούτε τους συμμαθητάς του αφήνει να πείθωνται εις τους βασιλείς. Ο δε καλός Μάμας ουδόλως δειλιάσας, είπεν· «Εγώ, ω άρχον, σφοδρώς κατηγορώ το βαθύ σκότος της αγνωσίας σας, επειδή αφήσατε τον αληθή και ζώντα Θεόν και επιστεύσατε δαίμονας και είδωλα κωφά και αναίσθητα· δια τούτο ούτε εγώ ήθελον εγκαταλείψει ποτέ τον Χριστόν μου ούτε ήθελον αμελήσει να καθοδηγήσω εις την ευσέβειαν όσους δυνηθώ». Την παρρησίαν ταύτην του νέου θαυμάσας ο Δημόκριτος, αντελήφθη ότι είναι αδύνατον να καταπείση αυτόν με πραότητα· όθεν επρόσταξε τους παρεστώτας να τον οδηγήσουν εις τον βωμόν του θεού των Σεράπιδος, δια να θυσιάση και χωρίς την θέλησίν του· ο δε Μάμας δεν εφοβήθη παντελώς τας απειλάς του, αλλά του είπε· «Δεν έχεις εξουσίαν να τιμωρής, ούτε να απειλής εκείνον, όστις ανετράφη από μίαν τοιαύτην μεγίστην και περιφανεστάτην μητέρα, ως η Αμμία, και όστις εκληρονόμησεν από αυτήν τοσούτον πλούτον». Ο δε Δημόκριτος ακούσας ταύτα, και πληροφορηθείς από τους περιεστώτας λεπτομερώς τα περί της μακαρίας μμίας και του Μάμαντος, γνωρίζων δε ότι δεν επιτρέπεται να τιμωρή τους εκ πατρικίων άνευ αδείας του βασιλέως, τον απέστειλε σιδηροδέσμιον εις τον αυτοκράτορα Αυρηλιανόν, γράψας και τας πράξεις αυτού. Ο δε βασιλεύς λαβών και αναγνώσας τα γράμματα του Δημοκρίτου μετεχειρίσθη με μεγάλην πανουργίαν τον παίδα, διότι φέρων έμπροσθέν του αυτόν άλλοτε μεν τον εφοβέριζε, άλλοτε δε του υπέσχετο πλούσια δώρα και μεγάλας τιμάς, λέγων εις αυτόν· «Αν, ω καλέ νέε, θυσιάσης εις τον μεγάλον Σέραπιν, αφ’ ενός μεν θέλεις ανατραφή βασιλικώς, διαμένων ομού με ημάς εις τα ανάκτορα, αφ’ ετέρου δε πολλοί θέλουν σε θαυμάσει και επαινέσει». Ο δε καλός Μάμας ούτε από τας απειλάς εφοβείτο και εδουλώνετο ούτε από τας υποσχέσεις και κολακείας εμαλάσσετο ή εψύχετο ο ζήλος αυτού, ηύξανε δε μάλλον η προθυμία του περισσότερον και έλεγε· «Μη γένοιτο, ω βασιλεύ, να τιμήσω εγώ είδωλα κωφά και άψυχα! Θαυμάζω δε πως σεις εγίνατε τοσούτον παχείς και αναίσθητοι, και καταδέχεσθε να τιμάτε τοιαύτα ξυστά και χειροποίητα ξόανα! Παύσον όθεν τας απειλάς και τας μεγάλας υποσχέσεις, διότι τιμωρών θέλεις με ευεργετήσει, ευεργετών δε τώρα θέλεις με ζημιώσει κατά πολύ, επειδή ιδική μου τιμή και κέρδος είναι να αποθάνω δια τον Χριστόν». Θυμωθείς δια ταύτα ο Αυρηλιανός κατά του παιδός, διέταξε να δείρουναυτόν με ράβδους. Όθεν εξεσχίζετο το απαλόν και τρυφερόν σώμα του φρονιμωτάτου παιδός, ούτος δε υπομένων αγογγύστως του εφαίνετο πως πάσχει εν ονείρω. Ο δε βασιλεύς και εις ταύτην την ώραν των βασάνων μεγάλην προσπάθειαν κατέβαλε δια να αμβλύνη και μετατρέψη την γνώμην του παιδός, λέγων εις αυτόν· «Ειπέ μόνον με τα χείλη πως θυσιάζεις, και ευθύς θέλεις ελευθερωθή από πάσαν τιμωρίαν και βάσανον». Ο δε Μάμας είπεν· «Ουδέποτε, ω βασιλεύ, θέλω αρνηθή ούτε δια των χειλέων ούτε με την καρδίαν τον μόνον αληθινόν Βασιλέα Χριστόν, εάν και αναρίθμητα κατ’ εμού επινοήσης βασανιστήρια· αλλά μάλιστα πολύ σε ευχαριστώ, ότι δια μέσου των βασάνων αυτών με φιλιώνεις περισσότερον με τον ποθούμενόν μου Χριστόν· παρακαλώ δε να μη κουρασθούν αι χείρες των δημίων, αλλά να ενδυναμωθούν περισσότερον· διότι καθώς βλέπω γίνονται εις εμέ πρόξενοι μεγάλων αγαθών». Βλέπων ο Αυρηλιανός ότι εις ουδέν ελογίζετο ο Άγιος τας πληγάς και τας μάστιγας, τας οποίας του έδιδε, διέταξε ν τον απογυμνώσουν και να κατακαίουν με λαμπάδας πυρός ολόκληρον το σώμα του δια να αναλύη τούτο ολίγον κατ’ ολίγον, και ούτω με την βραδύτητα να αισθάνεται δριμύτερον και πικρότερον τον πόνον της βασάνου. Εγένετο όθεν και η σκληρά αύτη βάσανος εις τον ακατάβλητον παίδα και ήγγιζον αι ανημμέναι λαμπάδες το μαρτυρικόν του σώμα· αλλ’ όμως το πυρ ηυλβείτο τον αθλητήν και ίστατο ο Μάρτυς ατάραχος άνευ τινός πόνου ή βλάβης, ήναπτε δε μάλλον και εφλογίζετο από τον θυμόν του ο τύραννος βλέπων ταύτα. Προσέταξεν όθεν να δέρουν τον Μάρτυρα και να κτυπούν αυτόν με λίθους· ο Άγιος όμως έμενεν αβλαβής ωσάν να ελιθοβολείτο με άνθη και τριαντάφυλλα, και έχαιρε με τας ελπίδας τού μέλλοντος αιώνος. Απορών όθεν ο Αυρηλιανός, και μη γνωρίζων τι να πράξη, βλέπων δε τον Μάρτυρα αήττητον εις όλας τας βασάνους, διέταξε να δέσουν εις τον λαιμόν του μίαν σφαίραν μολυβδίνην και ούτω να τον ρίψωσιν εις το μέσον του πελάγους. Οδηγουμένου όθεν του Μάρτυρος εις την θάλασσαν, ιδού αίφνης Άγγελος Κυρίου εμφανισθείς καθ’ οδόν με μορφήν φοβεράν ηπείλησε δι’ ανθρωπίνης φωνής τους στρατιώτας, οίτινες φοβηθέντες αφήκαν τον Μάρτυρα και ανεχώρησαν, τον δε Μάρτυρα προσέταξεν ο Άγγελος να αναβή εις το όρος της Καισαρείας και να παραμείνη εκεί. Ελθών ο Μάμας εις το όρος έμεινεν εις αυτό, εντός δε τεσσαράκοντα ημερών έκτισε και Ναόν εις τον τόπον, εις τον οποίον είχε συνήθειαν να προσεύχεται. Αλλ’ επειδή έπρεπε, κθώς λέγει ο Απόστολος, να εργάζηται με τας ιδίας του χείρας, ήρχοντο εις τον Άγιον δια θείας δυνάμεως άγρια ζώα, και αμέλγων το γάλα εκείνων των οποίων ετρώγετο, το έκαμνε τυρόν, εβάσταζε δε δια τον εαυτόν του ολίγον, το δε επίλοιπον κατήρχετο εις την Καισάρειαν και το διένεμεν εις τους πτωχούς. Ηγεμόνευε δε τότε εις την Καππαδοκίαν έτερος ηγεμών ονόματι Αλέξανδρος, άνθρωπος κατά πολύ σκληρός και ασεβέστατος· επειδή δε η φήμη εκήρυττε πανταχού τον Μάμαντα, μαθών περί αυτού ο ηγεμών, έστειλεν ιππείς τινας δια να τον συλλάβουν και να τον φέρουν ενώπιόν του. Προγνωρίσας ο Μάρτυς δια της ενοικούσης εις αυτόν θείας Χάριτος την έλευσίν των εξήλθεν εις απάντησιν αυτών· συναντηθέντες δε και μη γνωρίζοντες οι στρατιώται τον Άγιον, ηρώτων αυτόν αν γνωρίζη που ευρίσκεται ο Μάμας, ο δε Μάρτυς είπεν εις αυτούς· «Κατά το παρόν, ω φίλοι, πρέπει να αναπαυθήτε· καταβήτε όθεν από τους ίππους σας και έλθετε μετ’ εμού να γευθώμεν τροφής, κατόπιν δε εγώ θέλω σας δείξει τον Μάμαντα». Εφιλοξενούντο όθεν ούτοι από τον Άγιον δια τυρού και άρτου και έτρωγον με μεγάλην όρεξιν, εκείνα τα οποία τους προσέφερεν ο καλός φιλευτής· ήλθον δε τότε κατά την συνήθειαν κι τα άγρια ζώα δια να αμελχθούν από τον Άγιον, τα οποία ευθύς ως είδον οι στρατιώται εφοβήθησαν κατά πολύ, και εγκαταλείποντες το φαγητόν προσέδραμον εις τον Μάρτυρα δι να τους βοηθήση· ο δε Άγιος τους ενεθάρρυνεν· είτα δε θέλων να τους απαλλάξη και από κάθε φροντίδα, τους είπεν· «Εγώ είμαι ο Μάμας, τον οποίον ζητείτε· όθεν σας παρακαλώ επιστρέψατε εις την Καισάρειαν και εγώ έρχομαι ταχέως». Οι στρατιώται ταύτα ακούσαντες εθαύμασαν και ανεχώρησαν ευθύς, πεισθέντες ότι τοιούτος άνθρωπος δεν θα τους έλεγε ποτέ ψεύματα. Ο δε απτόητος του Χριστού Μάρτυς Μάμας ανεχώρησεν από το όρος και έφθασε τους ιππείς στρατιώτας εις την θύραν της πόλεως, εις την οποίαν ούτοι ανέμενον· όθεν λαβόντες αυτόν τον ωδήγησαν εις τον Αλέξανδρον, όστις ευθύς ως τον είδε του είπε· «Συ είσαι ο περιβόητος μάγος Μάμας»; Ο δε Μάρτυς μετά συνέσεως είπεν· «Εγώ είμαι ο Μάμας, δούλος του Χριστού, του σώζοντος μεν εκείνους, οίτινες πιστεύουσιν εις Αυτόν κι ποιούσι το άγιον Αυτού θέλημα, παραδίδοντος δε εις αιώνιον πυρ τους μάγους και ειδωλολάτρας. Αλλ’ όμως δια ποίαν αιτίαν απέστειλες τους στρατιώτας και με έφεραν εδώ»; Ο δε ηγεμών είπε: «Διότι δεν δύναμαι να εννοήσω με ποίας μαγείας εξημερώνεις τα άγρια ζώα, και συναναστρέφονται μαζί σου, και τα προστάζεις ως να ήσαν λογικά»; Ο δε Μάρτυς, διακόπτων τον λόγον του, είπεν· «Όστις υπηρετεί τον μόνον αληθινόν και αιώνιον Θεόν καταφρονεί τας μαγείας και τα είδωλα. Πρέπει δε να θαυμάζης πως, αν και είναι άλογα και ανόητα ζώα, ευλαβούνται τον εμόν Δεσπότην και Θεόν και τιμώσι τους δούλους του, σεις όμως είσθε κατά πολύ αλογώτεροι και από αυτά· διότι έχοντες προ οφθαλμών και τοιούτον παράδειγμα, δεν θέλετε να γνωρίσετε την αλήθειαν». Ο δε ηγεμών, επειδή δεν ηδύνατο να αποκριθή, εβίαζεν έτι περισσότερον τον Μάρτυρα και έλεγε· «Διατί ήλθες εις τόσην αυθάδειαν και μωρίαν, ώστε να εναντιώνησαι εις τας βασιλικάς προσταγάς, και να υβρίζης και ημάς αναισχύντως; Αλλ’ όμως τα βασανιστήρια και αι τιμωρίαι θέλουν σε διδάξει το πρέπον». Και παρευθύς προσέταξε να τον κρεμάσουν και να τον ξεσχίζουν με δύναμιν. Ο δε καλλίνικος του Χριστού Μάρτυς και με όλον ότι εξεσχίζετο ούτω πικρώς, παρέμενεν όμως γενναίος ωσάν να μη ησθάνετο κανένα πόνον, εις τον ουρανόν μόνον ενατενίζων και εκείθεν την παρηγορίαν εκδεχόμενος· ο δε ηγεμών βλέπων την καρτερίαν τού νέου διέταξε να ξεσχίζουν έτι περισσότερον τον Μάρτυρα. Τότε ηκούσθη ουρανόθεν θεία φωνή και συν αυτή εμετριάσθησαν οι πόνοι του Αγίου και ανεδείχθη νικητής των βασάνων και των τιμωριών. Ταύτα πολλοί Χριστιανοί ακούσαντες και μαθόντες εστερεώνοντο περισσότερον εις την πίστιν του Χριστού. Ο δε Αλέξανδρος, βλέπων τον γενναίον Μάμαντα μη πτοούμενον εκ των σιδηρών ονύχων και των εκδορών, αυτός μάλλον από την μανίαν και οργήν περισσότερον εσπαράσσετο την καρδίαν, και τον μεν Άγιον κατέβασεν απ’ εκεί, ητοίμασαν δε κάμινον πυρός δια να τον ρίψουν εντός αυτής. Ητοιμάζετο όθεν η κάμινος, ο δε ηγεμών εσκέφθη να εγκλείση εν τω μεταξύ τον Μάρτυρα εις την φυλακήν, ίνα στοχαζόμενος εκεί με περισσοτέραν προσοχήν τας βασάνους τας οποίας έλαβε, και την κάμινον, ήτις μέλλει να τον δεχθή, γίνη ίσως μαλακώτερος εις δευτέρας αποκρίσεις και αλλάξη γνώμην. Εφυλάκισαν όθεν τον Άγιον, αυτός δε εύρεν εκεί ετέρους τεσσαράκοντα Χριστιανούς εγκεκλεισμένους· προσευχηθείς δε εις τον Θεόν ελύθησαν τα δεσμά των, και ηνεώχθησαν αι θύραι της φυλακής, εκείνοι δε έφυγον άνευ τινός κόπου· ο δε Άγιος έμεινε μόνος εις την φυλακήν, ενισχυόμενος υπό θείου Αγγέλου δια τους αγώνας, εις τους οποίους έμελλεν εισέτι να αποδυθή. Κατά το διάστημα τούτο εκαύθη και η κάμινος. Ο δε ηγεμών, αφήνων όλας τας άλλας του φροντίδας, εκάλεσε πάλιν τον Μάρτυρα εις το κριτήριον και του είπε· «Βεβαίως αι φροντίδες, τας οποίας έχομεν εις άλλας υποθέσεις, και ο χρόνος, όστις παρήλθε, θα σου έδωσαν την ευχέρειαν να αναλογισθής το συμφέρον σου· ει δε και δεν εσυνετίσθης, βλέπε την κάμινον, εις την οποίαν ριπτόμενος κατά πολύ θέλεις κλαύσει ανωφελώς». Ο δε γενναίος Μάρτυς είπεν· «Εγώ, ω ηγεμών, και πρότερον σου απεκάλυψα την απόφασίν μου· τι κοπιάς όθεν άνευ λόγου; Ήρχισας, δώσε τέλος και μη βραδύνης να εκτελέσης εκείνα τα οποί ηπείλησς». Ακούσας ταύτα ο ηγεμών, τον έρριψεν ευθύς εις την κάμινον. Ο Πανάγαθος όμως Θεός, όστις εδρόσισε την κάμινον των τριών Παίδων, εκείνος ήτο και ώδε παρών αφανίζων του πυρός την ενέργειαν. Ο δε Μάρτυς συνανεστρέφετο με την φλόγα ωσάν να ευρίσκετο εις πολυανθή και δροσόλουστον κήπον· όθεν καθ’ όλον το διάστημα, κατά το οποίον ήτο εις την κάμινον, υμνολόγει και εδόξαζε τον Θεόν. Αφού δε εμαράνθη η φλοξ και εγένοντο και οι άνθρακες στάκτη, προσέταξε τους δημίους ο ηγεμών να εξαγ΄γουν εκ της καμίνου, εάν απέμεινε κανέν λείψανον μαρτυρικόν. Φθάσαντες δε αυτοί εις την κάμινον, ήκουσαν τον Μάρτυρα δοξολογούντα μεγαλοφώνως τον Θεόν· επιστρέψαντες δε εις τον ηγεμόνα, του ανήγγειλαν το υπερφυές εκείνο θαύμα· εκείνος όμως ο εσκοτισμένος την διάνοιαν είπεν· «Μάρτυς μου ο μέγας Σέραπις και όλοι οι άλλοι θεοί, τούτο είναι φανερά μαγεία». Τοσαύτην μωρίαν είχεν ο αναίσθητος! Το δε πλήθος, βλέπον τον αθλητήν όλως υγιά και αβλαβή, εδόξαζον, όσοι ήσαν δεκτικοί φωτός και αληθείας, τον Θεόν, τον ποιούντα τοιαύτα θαυμάσια. Ο δε κατά πάντα ανόητος ηγεμών, βλέπων εις το κριτήριόν του τον Μάρτυρα ιστάμενον απαθή και μη έχοντα ούτε τρίχα της κεφαλής του κεκαυμένην, τον ωνόμαζε μάγον και απατεώνα. Ο δε Μάρτυς ουδέ καν ηθέλησε να του αποκριθή. Προσέταξεν όθεν ο ασεβής τύραννος να ρίψουν τον Άγιον εις τα θηρία δια να τον κατασπαράξωσιν· ο δε Μάρτυς εβάδιζε και εις αυτήν την δοκιμασίαν μειδιών, ότε δε εισήλθον εις το στάδιον αφήκαν μίαν πάρδαλιν και μίαν άρκτον δια να επιτεθώσιν εναντίον αυτού, αλλ’ η μεν άρκτος πλησιάσασα τον προσεκύνει και εκυλίετο ευλαβώς έμπροσθεν των ποδών του, η δε πάρδαλις ελαφρώς, ηρέμως και ανενοχλήτως πηδήσασα εις τους ώμους του εσπόγγιζε και έλειχε με την γλώσσαν της τους ιδρώτας αυτού. Ούτω τα του ηγεμόνος θηρία συμπεριεφέρθησαν εις τον Μάρτυρα, το δε πλήθος βλέποντες την θείαν δύναμιν του Μάρτυρος εδοξολόγουν τον αληθή τούτου Θεόν. Ταύτα τα θαυμάσια αρκετά ήσαν και λίθους να μαλάξουν, ο ηγεμών όμως επί τοσούτον εσκληρύνετο. Όθεν εξαπέλυσεν εναντίον του Αγίου ένα λέοντα, ο οποίος όσον άλλοτε εξηγριώνετο εναντίον των ασεβών και τους έδιδε πικρόν θάνατον, τόσον ηρέμως και ταπεινώς επλησίασεν εις τον Άγιον Μάρτυρα. Απελπισθείς όθεν ο ηγεμών, προσέταξεν ανδρείον τινά από τους ανθρώπους του να θανατώση τον Άγιον, εκείνος δε λαβών με τας δύο του χείρας εν ακόντιον φέρον τρίλογχον σιδηράν περόνην διεπέρασε δια ταύτης από του ενός μέρους μέχρι του ετέρου τα σπλάγχνα του Αγίου. Ο δε τρισόλβιος Μάρτυς εβάστασε δια των χειρών του τα σπλάγχνα του, τα οποία εξεχύθησαν ομού με το αίμα του, μία δε γυνή ευσεβής έδραμε και έλαβε εις δοχείον εκ του μαρτυρικού εκείνου αίματος. Εβάδισε δε ο Μάρτυς ούτω κρατών με τας χείρας του τα σπλάγχνα του έως δύο στάδια. Φθάσας δε εις εν σπήλαιον, επειδή ήτο πλέον καιρός να δράμη εις τον αγωνοθέτην Χριστόν και να αναπαυθή εκ των κόπων, παρέδωκεν εκεί την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού, ηκούσθη δε τότε και θεία φωνή καλούσα άνωθεν τον αθλητήν εις τας αϊδίους εκείνας σκηνάς και εις την εκείθεν λαμπρότητα και τρυφήν, εις τας οποίας και διέβη τη Δευτέρα του Σεπτεμβρίου μηνός, ων γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ’ ου τω Πατρί, άμα τω αγίω Πνεύματι, δόξα, κράτος, τιμή, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Γ΄ (3η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΑΝΘΙΜΟΥ Επισκόπου Νικομηδείας.

Δημοσίευση από silver »


Άνθιμος ο Μάρτυς και Επίσκοπος εγεννήθη εις την περίφημον πόλιν της Νικομηδείας, από ευσεβών και ευγενών κλάδων αναβλαστήσας, καλούς δε και αυτός προσενέγκας καρπούς, ευωδίαζε πάσαν την Εκκλησίαν ως εύοσμον άνθος, διότι ευθύς μεν ως την πρώτην ηλικίαν των νηπίων παρήλθεν, ήνθιζον εις αυτόν πάσα θεία χάρις και ήθη χρηστά, αλλά και ως παιδίον ήτο δια πολλής συνέσεως κατηρτισμένος. Ότε δε πάλιν έφθασε και εις την ανδρικήν ηλικίαν, τας των ανδρών αρετάς επεμελείτο και εκυριάρχει της γαστρός, εκράτει του θυμού και των σαρκικών επιθυμιών και την κοσμικήν φαντασίαν απεστρέφετο, αλλά και την μητέρα των αρετών, την αγάπην, φιλοπόνως ειργάζετο, άπας δε ο καιρός του ήτο ασχολία προσευχής και τήρησις των θείων εντολών, ώστε καθ’ όλον τον βίον αυτού, απέχων από πάσαν ματαίαν διασκέδασιν, εντελώς ειργάζετο την αρετήν. Δια τοσαύτης δε ταπεινοφροσύνης ήτο κεκοσμημένος, ώστε, όταν έβλεπον αυτόν οι φιλάρετοι άνδρες, κατενύγοντο αι ψυχαί αυτών και επεμελούντο και αυτοί την πρόοδον της αρετής. Επειδή όθεν έζη ούτω και είχε την ιδίαν αυτού αρετήν ως πολυφωνότατον κήρυκα, δεν ήτο δυνατόν να κρύπτηται και να διαφεύγη της προσοχής των ανθρώπων· δια τούτο και επί τον υψηλόν βαθμόν της Ιερωσύνης ανήγαγον αυτόν και ύμνει εν Πρεσβυτέρων καθέδρα τον Κύριον και ηυλόγει τον Θεόν. Δεν ήλθεν όμως αμέσως εις τον της Ιερωσύνης βαθμόν, ούτε απ’ αρχής του βίου αυτού προεμελέτα αυτήν, αλλ’ αφ’ ου πρότερον εις πολλούς ενδιέπρεψε βαθμούς και ετίμησεν αυτούς αξίως με πάσαν αρετήν, υπό πάντων δε τούτων εμαρτυρήθη ότι ήτο άξιος του βαθμού της Ιερωσύνης και ούτω του μεγάλου τούτου αξιώματος επέβη. Δεν επεδίωξε δε την τιμήν, ουδέ ήρπασεν αυτήν, αλλ’ υπ’ εκείνης μάλλον κατελήφθη, αν και σφόδρα απεμακρύνετο απ’ αυτής δια το μέγεθος της ταπεινώσεως αυτού. Ότε δε μετέστη εις Κύριον ο τότε Επίσκοπος Νικομηδείας Κύριλλος, εχήρευε δε ποιμένος η Εκκλησία και την ερημίαν της επένθει πικρώς και εθρήνει την συμφοράν της, τότε οι πρόκριτοι των Νικομηδέων μετά του Εκκλησιαστικού Κλήρου απεφάσισαν ομοφώνως, όπως αναδείξωσιν Επίσκοπον αυτών τον ιερώτατον Άνθιμον. Εισελθόντες όθεν εις την Εκκλησίαν εδέοντο θερμώς εις τον Θεόν να αποκαλύψη εις αυτούς, εάν τούτο αρέσκη και εις Αυτόν και εάν θα έχωσιν επιμαρτυρούσαν την άνωθεν ψήφον. Ευθύς δε μέγ και θαυμαστόν φως περιήστραψε πάντας, φωνή δε θεία ηκούσθη προσμαρτυρούσα υπέρ του Ανθίμου και επικυρούσα την ψήφον αυτών, προτρέπουσα έτι αυτούς, ίνα φέρωσιν εις πέρας το ταχύτερον την απόφασιν ταύτην. Εκ Θεού όθεν εκλεγείς ο θείος Άνθιμος ανέλαβε τους οίακας της Εκκλησίας και απέλαβεν ο θρόνος τον άξιον και καλόν ποιμένα, όστις αυτόν κατεκόσμησεν, η δε Εκκλησία, αποθέσασα την λύπην και κατήφειαν, εστολίσθη με την ευπρέπειαν και λαμπρότητα, επιτυχούσα κατά τον Απόστολον Παύλον τον ανεπίληπτον και σοφόν επιστάτην. Ο δε Άνθιμος, ως αγαθός κυβερνήτης, όλην την προσοχήν αυτού επέστησε προς τούτον μόνον τον σκοπόν, όπως τον χαλεπόν της ασεβείας κλύδωνα καταπραϋνη και τας ψυχάς των συμπλεόντων εις τον λιμένα του Θεού καθορμήση. Ταύτα είδεν ο Ίνδης εκείνος μετά της Δόμνης, οίτινες ήσαν θαυμαστοί και αξιέπαινοι, διότι αυτοί μεν τον βασιλέα και τα περί τον βασιλέα πάντα κατέλιπον και παρέλαβον την ευσέβειαν, αμφότεροι τον κοινόν Βασιλέα πλουτήσαντες. Αλλ’ ουδέ ο Γλυκέριος και ο Θεόφιλος έμειναν άγευστοι της ευσεβείας, ένεκα της διδαχής του Αγίου, ικανή δε απόδειξις είναι ότι και ούτοι τον υπέρ Χριστού θάνατον έλαβον, αλλά και πολλοί άλλοι δεν έμειναν άγευστοι της ευσεβείας, ένεκα της σπουδής του Αγίου, διότι και ούτοι πάντες υπέρ Χριστού δια πυρός ετελειώθησαν. Ούτω θεοφιλώς του Αγίου πορευομένου, εγείρεται αίφνης χειμών χαλεπώτατος και επειδή η καταιγίς ενέπεσε σφοδροτέρα παρά ποτέ, πάντας τους Χριστιανούς κατέδυσε. Διότι επστρέψας ο Μαξιμιανός νικητής από του κατά των Αιθιόπων πολέμου εν έτει 306, διέταξεν ευθύς πάντας κοινώς όπως συναχθώσιν εις Νικομήδειαν, δια να θυσιάσωσιν εις τους θεούς του. Εκηρύχθη όθεν τότε εκείνος ο βαρύτατος και μέγιστος διωγμός των Χριστιανών, όστις επροχώρει καθημέραν καθ’ άπασαν την γην. Όθεν άλλοι μεν των Χριστιανών έφευγον εις τα όρη και σπήλαια, άλλοι παντοιοτρόπως δε εθανατώνοντο, και αι μεν Ιεραί Μοναί ηρημούντο, των δε Παρθένων τα Ησυχαστήρια παντελώς κατηδαφίζοντο. Τότε οι δήμιοι ως άγρια θηρία ήρπασαν και μίαν Παρθένον υπέρλαμπρον ψυχή τε και σώματι, ονόματι Θεοφίλην, καθώς ήτο και εις την πράξιν, την οποίαν ωδήγησαν βιαίως εις το εργαστήριον τής ύβρεως. Αύτη δε η μακαρία, βλέπουσα προς τον ουρανόν, εβόησε μετά δακρύων· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο έρως, το φως μου και ο φύλαξ της ζωής μου, ίδε την νυμφευθείσαν σοι, Νυμφίε μου άμωμε, και λύτρωσαί με από των θηρίων τούτων, φύλαξόν δε την παρθενίαν μου άσπιλον εις δόξαν και αίνον του παντοδυνάμου σου ονόματος». Ανεγίνωσκε δε το Ιερόν Ευαγγέλιον. Εις δε εκ των ασεβών εισήλθεν εις τον οίκον, ίνα πράξη την επιθυμίαν αυτού και ευθύς τρέμων απέθανεν. Ακολούθως εισήλθεν άλλος και είδε φως ανείκαστον και εκ της λαμπρότητος του φωτός έμεινε τυφλός. Τούτο δε έπαθον και άλλοι πολλοί· όσοι όμως εισήλθον με σωφροσύνην εις τον οίκον, είδον ωραίον και υπέρλαμπρον Άγγελον, ιστάμενον εκ δεξιών αυτής, και εγένοντο έντρομοι, ιδόντες τοιούτο παράδοξον θαύμα, εξελθόντες δε εβόησαν· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών». Ο δε θείος Άγγελος λαβών την Παρθένον εκ της αισχράς εκείνης οικίας αμόλυντον εξήλθε μετ’ αυτής πορευόμενος και την ωδήγησεν εις την Εκκλησίαν των πιστών, ειπών προς αυτήν· «Ειρήνη σοι». Η δε εκθαμβουμένη και χαίρουσα έκρουσε την θύραν και εισήλθεν εις την Εκκλησίαν. Εκείνην δε την νύκτα ο Ιεράρχης Άνθιμος μεθ’ όλων των Χριστιανών εώρταζε τα Γενέθλια του Χριστού εν τη Εκκλησία· ιδόντες δε ούτοι ανελπίστως την Θεοφίλην εθαύμαζον. Αύτη δε και οι εκ ταύτης πιστεύσαντες διηγήθησαν πάντα όσα ο Παντοδύναμος Θεός ετέλεσε θαυμασίως, δοξάζοντες και ευχαριστούντες Αυτόν. Ακούσας ταύτα ο Μαξιμιανός διέταξε ν’ αναφθώσιν ευθύς ξύλα πέριξ της Εκκλησίας, ίνα κατακαώσιν οι εν τη Εκκλησία Χριστιανοί. Όπερ εννοήσας ο θείος Ιεράρχης Άνθιμος και θείας Χάριτος εμπλησθείς, εστάθη εις το κέρας του θυσιαστηρίου λέγων· «Ενθυμήθητε, αδελφοί μου φιλόχριστοι και τέκνα εν Κυρίω, ποσάκις εξιστάμεθα θαυμασίως δια την ανδρείαν των Αγίων Τριών Παίδων και δια την ευσέβειαν αυτών, οίτινες και εν μέσω της φλογός ιστάμενοι προσεκάλουν την κτίσιν άπασαν προς υμνωδίαν του Κτίστου. Ας γίνωμεν όθεν και ημείς συγκοινωνοί της δόξης αυτών· εκείνοι μεν ήσαν Τρεις και ουδέ είχον άλλων προτέρων υπόδειγμα, ημείς δε, τοσούτον πλήθος όντες και έχοντες όχι μόνον εκείνους, αλλά και τον Κύριον της δόξης τον επί ξύλου κρεμασθέντα δια την σωτηρίαν ημών, πως και ημείς εκ τούτου να μη γινώμεθα συγκοινωνοί εις το Άγιον Αυτού Πάθος; Ιδού καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού καιρός σωτηρίας· αποθώμεθα λοιπόν τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός, όπως αξιωθώμεν της αιωνίου Βασιλείας». Ταύτα ειπών ο αείμνηστος Άνθιμος και συναγωνιζόμενος μετ’ αυτών βαπτίζει τους κατηχουμένους και την θείαν λειτουργίαν επιτελέσας μετέδωκεν εις άπαντας τα Θεία και Άχραντα Μυστήρια, ανήφθησαν δε εν τω μεταξύ έξωθεν τα φρύγαν, οι δε Άγιοι έσωθεν έψαλλον την υμνωδίαν των Αγίων Τριών Παίδων, πάσαν την κτίσιν προς υμνωδίαν Θεού και δοξολογίαν επικαλούμενοι και ούτω κατεκάησαν άπαντες οι ευρεθέντες Χριστιανοί εν τη Εκκλησία, οίτινες ήσαν τον αριθμόν είκοσι χιλιάδες. Ο δε Άγιος Άνθιμος δεν εκάη, αλλά διεφυλάχθη αβλαβής εκ θείας Χάριτος, ίνα και άλλους ωφελήση εκ της διδασκαλίας υτού, βαπτίση δε και προσφέρη αυτούς σεσωσμένους εις τον Χριστόν. Όθεν ανεχώρησεν εις τινα κωμόπολιν, ίνα φροντίση περί του λοιπού ποιμνίου του ως καλός ποιμήν, τον λόγον της αληθείας σπείρων και το τάλαντον της πίστεως πολλαπλασιάζων, επιστρέφων πολλούς εις θεογνωσίαν και επιστηρίζων εις την ευσέβειαν. Αλλά και οι περί τον Μαρδόνιον και Μυγδόνιον και Πέτρον και τον καρτερικώτατον Ζήνωνα δεν έμειναν άγευστοι της ευσεβείας, διότι βλέποντες και ούτοι την σπουδήν του Ιεράρχου και αυτοί τον ίδιον προς Χριστόν επέδειξαν πόθον μη ανεχόμενοι να υπολειφθώσι της ίσης μαρτυρίας. Τοσαύτη επίδοσις της ευσεβείας υπό του θαυμαστού Ανθίμου εις πολλούς εγένετο. Όθεν η αρετή και ενταύθα φανερόν ποιεί το της ευσεβείας άνθος Άνθιμον. Και πάλιν καταμηνύεται εις τον βασιλέα ο τότε μεν εν Ιερεύσι μέγας, μετά μικρόν δε και μεταξύ των Μαρτύρων τοιούτος. Τότε ο Μαξιμιανός πέμπει είκοσιν εφίππους στρατιώτας, ίνα συλλάβωσιν αυτόν και φέρωσιν ενώπιόν του. Οι δε ιππείς οι πεμφθέντες εις Σημάνην, τούτο ήτο το όνομα της κωμοπόλεως, ευρίσκουσιν εκεί τον Άγιον και ουδόλως γνωρίζοντες αυτόν, ηρώτων τον ίδιον Άνθιμον περί του Ανθίμου, τις είναι ούτος και εις ποίον μέρος της κωμοπόλεως κατοικεί. Ο δε αγαθός, φιλόξενος και φιλαλήθης πατήρ, πρώτον μεν τους εφιλοξένησε και παρέθηκεν εις αυτούς δείπνον, άρτον και κυάμους (κουκκιά), αφού δε ως ηδυνήθη εφιλοξένησεν αυτούς, είτα λέγει εις αυτούς, ότι ο ίδιος είναι ο Άνθιμος, όπερ εκείνοι ακούσαντες έμειναν εκστατικοί και ουδόλως ηδύναντο να αντικρύσωσιν εις την πολιάν του καφαλήν, αναλογιζόμενοι βαθέως αφ’ ενός μεν την τράπεζαν, τον δείπνον και την φιλοξενίαν, αφ’ ετέρου δε προς ποίον σκοπόν επέμφθησαν και προς ποίον σκοπόν μέλλουσι να φέρουσι αυτόν ενώπιον του Μαξιμιανού, εξ άπαντος προς σκοπόν κάκιστον και προς ομολογουμένην τιμωρίαν. Ως εκ τούτου περισσότερον ελύπει τούτο τας ψυχάς αυτών και εξ εντροπής δεν ηδύναντο ν’ ατενίσωσι προς τον Άνθιμον, επειδή και αψευδή μηνυτήν του σεβασμίου ανδρός, ον εζήτουν, εκ του στόματος αυτού ήκουσαν και παρά της του ιδίου γλώσσης μανθάνοντες, ότι αυτός είναι ο Άνθιμος, εθαύμαζον ως εκ τούτου την φιλαλήθειαν του πατρός, και άφησαν αυτόν εκουσίως, προέτρεπον δε μάλιστα αυτόν να φύγη εκείθεν. Διότι εγνώριζον, ότι ουδέν καλόν θα απολαύση όταν παρουσιασθή εις τον Μαξιμιανόν· όθεν είπον· «Εις ημάς αρκεί εις απολογίαν να είπωμεν, ότι καθ’ όλην την Νικομήδειαν τον εζητήσαμεν, αλλά δεν ηδυνήθημεν να εύρωμεν αυτόν». Ο δε ιερός Άνθιμος, δια παντός μελετών τας εντολάς του Θεού, διδάσκων και προτρέπων τους πάντας να λέγωσι την αλήθειαν εν τη καρδία, ούτε δια των χειλέων αυτών να ψευσθώσι δι’ αυτόν ηνείχετο, άλλως τε και τον υπέρ Χριστού θάνατον διψών, ανεχώρησε μετ’ αυτών εκείθεν· βαδίζων δε εν τη οδώ τους έδωκε πολλάς ευσεβείς παραινέσεις και διηγήθη εις αυτούς περί των μελλόντων αγαθών, πάντα δε ασεβή λογισμόν αυτών εξωμάλυνε και αφού παρεσκεύασε την ψυχήν αυτών προς αποδοχήν των θείων επαγγελιών του Ιερού Ευαγγελίου, αναγινώσκει τας θείας ευχάς, ελθόντες δε είτα εις ποταμόν τινα διερχόμενον δια της οδού βαπτίζει αυτούς, και εξακολουθούσι πάλιν την οδοιπορίαν αυτών, έως ου ήλθον εις την πόλιν. Εισελθών δε ο Άγιος εις το τυραννικόν βήμα, είχε μεν τας χείρας οπίσω δεδεμένας κατά διαταγήν βασιλικήν, εις ουρανούς δε την διάνοιαν ανατείνων, επεκαλείτο την εξ ύψους βοήθειαν. Ο δε βασιλεύς θέλων να επιδείξη εις τον μακάριον Άνθιμον και από ψιλής θέας το πικρόν της δοκιμής των βασάνων, κατά πρώτον μαλακώτερον συμπεριεφέρθη εις αυτόν, εκθέσας δημοσία πρότερον τα των κολαστηρίων όργανα, έπειτα δε καλέσας αυτόν είπε· «Συ είσαι ο λεγόμενος Άνθιμος, ο εις την πίστιν του Χριστού πλανηθείς, όστις ως απλούς και ευκολόπιστος άνθρωπος απατηθείς, εκτοξεύεις μυρίας ύβρεις κατά των ημετέρων θεών»; Ο δε γενναίος του Χριστού αθλητής και δια τα προκείμενα των κολαστηρίων όργανα και δια τους λόγους του τυράννου εξ ίσου γελάσας, είπε· «Γνώριζε, ω βασιλεύ, ότι ουδέ καν ήθελον σοι αποκριθώ προς ταύτα, εάν μη με έπειθεν ο ιερός διδάσκαλος Παύλος διδάσκων: «Ετοίμους ημάς είναι παντί τω αιτούντι λόγον διδόναι. Επηγγείλατο γαρ ημίν ο Θεός στόμα και σοφίαν, η ου δυνήσονται αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι ημίν», ότι εγώ και πρότερον καλώς γνωρίζων την πολλήν σου παχύτητα της περί τα είδωλα πλάνης, τώρα σε και τους ιδικούς σου, ως λέγεις, θεούς θα αποδείξω φανερώτατα αναισθήτους, διότι ήλπισας να προσηλυτήσης εμέ και να με αποστήσης από του Δημιουργού των απάντων, όστις και σε το αχάριστον πλάσμα ετίμησε δια της εαυτού εικόνος. Αλλά διατί με παρέστησας δεσμώτην εις το βήμα τούτο και τα των βασάνων παρέταξες όργανα; Ελπίζεις ότι δια τούτων θέλεις με καταπείσει ή ότι δι’ αυτών θέλεις με καταπλήξει; Εις άλλους τινάς των αγενεστάτων πρόσφερε ταύτα, εις τους οποίους ο παρών βίος είναι ηδονή και το να στερηθώσι τούτου είναι η μεγίστη των τιμωριών. Εις εμέ δε και αυτό το πήλινον σώμα είναι παντός δεσμωτηρίου χαλεπώτερον, διότι εμποδίζει την ψυχήν μου να διαβή προς τον ποθούμενον Θεόν· ώστε απειλαί, τιμωρίαι και βάσανοι είναι ποθεινότεραι εις εμέ από πάσαν διατριβήν και ζωήν, των οποίων κατόπιν επακολουθεί ο θάνατος, όστις απολύων με των δεσμών της σαρκός θα με οδηγήση προς τα ποθούμενα». Ταύτα του μεγάλου κατά την αρχιερωσύνην και έτι μεγαλυτέρου κατά την άθλησιν απολογησαμένου, ο βασιλεύς είπεν· «Ταύτα είναι μακρά φλυαρία, θα ίδης δε μετ’ ολίγον». Ευθύς τότε προστάσσει να κτυπώσιν αυτών δια λίθων, ο δε γενναίος Άνθιμος, επειδή απ’ αρχής επόθει τον δια Χριστόν άθλον και ήλπιζεν ίνα λ΄βη εκ θείας προνοίας τον στέφανον της αθλήσεως, εκ τούτου πράως και τας παρούσας πληγάς εδέχετο. Ίνα δε λαμπροτέρα έπαθλα επιτύχη, επιχλευάζων τον τύραννον και σφοδρώς την ψυχήν αυτού κατακαίων δια της φλογός της μανίας ηρέθιζεν αυτόν εις επιπονωτέρας τιμωρίας λέγων· «Θεοί, οι οποίοι τον ουρανόν και την γην ουκ εποίησαν, απολέσθωσαν». Ο λόγος ούτος του Μάρτυρος αυτό τούτο το κέντρον της καρδίας του Μαξιμιανού κατεκέντησε και ευθύς διατάσσει, ίνα δια περονών πεπυρωμένων διατρυπήσωσι τους αστραγάλους αυτού. Εις δε τον Μάρτυρα η βάσανος αύτη ήτο μεγίστη ηδονή, διότι επετύγχανεν εκείνα τα οποία επόθει και απέδιδε μικράν χάριν εις τον Μαξιμιανόν ένεκα των τιμωριών, διότι τοιουτοτρόπως εδίψα ο Άνθιμος, όπως ενωθή με τον Χριστόν λέγων το προφητικόν ρητόν· «Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν τον ισχυρόν, τον ζώντα, πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού μου»; Ο δε Μαξιμιανός ως έχων τυραννικόν πνεύμα ενόμιζεν, ότι ένεκα της αυστηρότητος των κολάσεων θα νικήση την γενναίαν σταθερότητα του Μάρτυρος· όθεν προστάσσει να στρωθή εις το έδαφος όστρακον, είτα γυμνόν εις αυτό απλωθέντα να δέρωσι τον αθλητήν δια ράβδων σφοδρότερον του δέοντος, ίνα δια του ραβδίσματος των πληγών άνωθεν και δια των κάτωθεν εστρωμένων οστράκων αισθανθή η ψυχή αυτού διπλασίαν την οδύνην. Ο δε Άνθιμος ούτε δια της βασάνου ταύτης απηλπίσθη δια την νίκην, αλλ’ εδέετο του Κυρίου λέγων· «Ευχαριστώ σοι, Δέσποτα Βασιλεύ των αιώνων, ότι περιέζωσάς με δύνμιν εξ ύψους, και τους εχθρούς μου έδωκάς μοι νώτον, και τους μισούντας με εξωλόθρευσας, και συνεπόδισας πάντας τους επανισταμένους επ’ εμέ υποκάτω μου». Ο δε Μαξιμιανός επινοεί πάλιν και έτερα κολαστήρια και προστάσσει να καύσωσι χαλκάς περικνημίδας και να υποδήσωσι δι’ αυτών τον Μάρτυρα. Εν ω δε χρόνω οι μακάριοι εκείνοι πόδες υπέμενον την σφοδροτάτην ταύτην και εις οδύνην αφόρητον βάσανον των πεπυρωμένων περικνημίδων, θεία τις Χάρις επέρχεται άνωθεν εις τον γενναίον Μάρτυρα και φωνή ηκούσθη επί μάλλον ενισχύουσα αυτόν και μεγάλα υποσχομένη βραβεία, ήτις έλεγεν· «Εντός ολίγου δια λαμπρώς ακτινοβολούντος στεφ΄νου εξ ανθέων αθλοφορείς». Η δε φωνή αύτη μεταβάλλει ευθύς προς το ευθυμότερον την ψυχήν αυτού και φαιδρότερον το πρόσωπον αυτού απεργάζεται, μειδίαμα δε χαριέστατον εις τα χείλη αυτού επιφαίνεται, δια του οποίου η εσωτερική γαλήνη της καρδίας του εμαρτυρείτο. Βλέπων ταύτα ο Μαξιμιανός εξεπλήττετο, καθώς ήτο επόμενον, και εθαύμαζε ταύτα· αλλ’ εκ της απιστίας αυτού ωνόμαζε γοητείαν τα γινόμενα και ηρώτα να μάθη την αιτίαν. Ο δε δίκαιος είπεν· «Ω βασιλεύ, τα παρόντα θαυμάσια, τα οποία βλέπεις, προοίμια μόνον καλά είναι και αψευδής των μελλόντων επαγγελία, εντός ολίγου δε θα αισθανθής, ότι μάτην κομπάζεις και εκείνους τους οποίους ονομάζεις θεούς θα αποδείξω πολύ ασθενεστέρους της ανθρωπίνης δυνάμεως, ώστε να μεταμεληθής δια την πείραν των βασάνων, την οποίαν επιδεικνύεις εις εμέ». Ένεκα τούτων οργισθείς ο βασιλεύς προστάσσει να δέσωσι τον Μάρτυρα επάνω εις τροχόν και να συστρέφωσιν αυτόν συνεχώς, ομού δε με τον τροχόν να κατακαίωσι δια λαμπάδων και πυρός τας σάρκας αυτού και ούτω να διαλύωνται. Το πρόσταγμα τούτο του Μαξιμιανού ευθύς έργον εγένετο, και κρατούντες οι δήμιοι τας λαμπάδας εις τας χείρας αυτών επλησίασαν το πυρ εις τον τροχόν, πυρ πνέοντες, πυρ βλέποντες, πυρ φέροντες· αι δε ψυχαί αυτών ούσαι θερμότεραι τού εις τας χείρας αυτών πυρός επεθύμουν να μεταβάλουν όλως εις φλόγα τον Αθλητήν. Αλλ’ ω της θαυμαστής περί τον άνδρα, Χριστέ, δυνάμεώς σου! Εστάθη μεν ευθύς εκ της κινήσεως ο τροχός, των δε δημίων κατά γης πεσόντων, πίπτουσιν άμα ανεπαισθήτως από των χειρών αυτών αι λαμπάδες, καθότι αι χείρες αυτών έμειναν ως νεκραί και παράλυτοι, καταναρκωθέντων ως δια ύπνου τινός. Τούτου ένεκα ωργίσθη ο βασιλεύς και κατέκρινε τους δημίους, ως αμελείς των προσταγμάτων αυτού και ανικάνους κατά τας χείρας. Βλέπεις απιστίαν; Εκείνοι μεν ουδέ ν’ αναλάβωσι δύνανται, ούτε είναι ικανοί να μεταχειρισθώσι τας χείρας αυτών. Ο δε τύραννος, αγνοών ότι θεία δύναμις έσβεσε την δύναμιν αυτών, εφαντάζετο ότι η οκνηρία ήτο η αιτία· τούτου ένεκεν έλεγεν· «Πως, αφού μετά πάσης τόλμης ήλθατε, ήδη τόση οκνηρία σάς κατέλαβεν; Αυτόν λοιπόν προετιμήσατε από του ιδικού μου προστάγματος, ώστε τα μεν επιταχθέντα να εγκαταλείψητε ημιτελή, εις το έδαφος δε κατεκλίθητε δια να ευχαριστηθήτε, καταβληθέντες δήθεν εκ του κόπου και θέλοντες δήθεν να αναπαυθήτε»; Οι δε δήμιοι αποκριθέντες είπον· «Ω βασιλεύ, ούτε βραδείς περί τας ιδικάς σου πράξεις είμεθα, ούτε ήλθομεν εις τοιαύτην τόλμην, ούτε υπό οκνηρίας κατελήφθημεν, ούτε από του πολλού κόπου απέκαμον αι χείρες ημών· αλλά φοβερά τις όψις εμφανισθείσα εις ημάς παρέλυσε τας χείρας ημών και όλως εκλελυμένοι και εις μεγίστην ατονίαν ευρισκόμεθα. Διότι τρεις άνδρες λαμπροί μεν την θέαν, λευκοί δε την περιβολήν, αλλά φοβεροί εις το είδος μετά πικρού και αγρίου βλέμματος εμφανισθέντες εις ημάς και το πυρ τών υπό των χειρών ημών κρατουμένων λαμπάδων εναντίον ημών στρέψαντες, ευθύς διέταξαν να απομακρυνθώμεν από του Ανθίμου, με φαιδροτέραν δε φωνήν εκάλουν αυτόν θεράποντα Θεού. Ούτω κατανικώντες φέρουσιν ημάς εις τοιαύτην ως βλέπεις κατάστασιν». Εν όσω δε ούτοι έλεγον ταύτα μεταξύ των, ο δε τροχός δεν συνεστρέφετο, ο Μάρτυς θερμοτέραν προσέφερε την ευχαριστίαν εις τον Θεόν και περισσοτέρας εκείθεν απήλαυσε χρηστότητος. Ο Μαξιμιανός δε θέλων να αποδείξη, ότι τούτο συνέβη εξ αμελείας των δημίων και ουχί εκ της μαρτυρικής εκείνης προς τον Θεόν παρρησίας, ηπείλει αυτόν με τον δια ξίφους θάνατον, εάν δεν θυσιάση εις τους θεούς. Ο δε θείος Άνθιμος την απειλήν μετά μεγαλυτέρας ευχαριστίας υπεδέχετο, εν όλη καρδία του Θεού δεόμενος, όπως καταξιωθή εις τον χορόν των Δισμυρίων Μαρτύρων, άμα δε εσεμνύνετο να λέγη· «Ιδού εγώ και τα παιδία, α μοι έδωκεν ο Θεός» και καθεξής. Ο δε Μαξιμιανός, επειδή έβλεπεν, ότι το τέλος τού Ανθίμου θα αποβή μάλλον κατά την ευχήν αυτού, είπε· «Γνωρίζω το λίαν δοξομανές και φιλότιμον υμών των Χριστιανών και ότι δια την αντιμισθίαν του τολμήματος, το οποίον πράττετε και δια να τύχητε του ονόματος, το οποίον επιθυμείτε, προτιμάτε και αυτό το έσχατον απάντων των κακών, τον βίαιον θάνατον· αλλά συ ουδέν θα επιτύχης ή αφού πρότερον σε περιβάλω δια πολλών τιμωριών, έπειτα και του παρόντος φωτός θα σε στερήσω, διότι δεν σου αξίζει να απολαμβάνης τοιαύτης ηδονής και τοιούτων μεγάλων αγαθών». Ο δε Μάρτυς είπεν· «Αληθώς δεν μου είναι αξία η παρούσα ηδονή ούτε το φως· όθεν τύφλωσον τους οφθαλμούς μου δια να μη βλέπω σε το αχάριστον πλάσμα». Λαβόντες δε οι κκούργοι εκείνοι τον Άγιον ωδήγουν αυτόν κατά διαταγήν του βασιλέως εις το δεσμωτήριον, αλλ’ η θεόφθογγος γλώσσα αυτού τα συνήθη και πάλιν προς τον Θεόν έψαλλε και των αλύσεων και δεσμών απαλλάσσεται. Ουδέ όμως τους άγοντας αυτόν δημίους αφήκεν αμετόχους εκ του θαύματος, αλλά πρηνείς ούτοι πεσόντες έμενον εις την γην εκ της παραδόξου ταύτης θέας καταπλαγέντες. Διότι θεία Χάρις άνωθεν επελθούσα και φως εξαστράπτουσα περιεκύκλωσε τον Μάρτυρα, τους δε οδηγούντας αυτόν δημίους μετά των σιδηρών εκείνων δεσμών, δια των οποίων εδεσμείτο ο Άγιος, ρίπτει αμέσως κατά γης ουδέν λέγοντας και ούτε να καλύψωσι τους οφθαλμούς αυτών δυνηθέντας. Ο δε Μάρτυς εγείρας αυτούς τους είπε να εξακολουθήσωσι την οδόν αυτών· και αφού εισήλθεν εις το δεσμωτήριον ο Άνθιμος χαίρων ως να εισήρχετο εις ευωχίαν, και εις τους εκεί ευρισκομένους προσέφερε τον της πίστεως άρτον, μετά μεγίστης φιλοφροσύνης δεξιωθείς αυτούς, και την ευσέβειαν διδάξας όλως εις τον Χριστόν καθοδηγεί και υιοθετεί αυτούς δια του γίου Βαπτίσματος. Ο δε Μαξιμιανός μαθών τούτο και φοβηθείς μήπως ζημιωθή εξ αιτίας αυτού άλλους πολλούς, παριστά και πάλιν τον Αθλητήν έμπροσθεν αυτού και παροτρύνει πάλιν αυτόν να θυσιάση εις τους θεούς αυτού, υπόσχεται δε και ως ανταμοιβήν της συγκαταθέσεως να τον κάμη ιερέα των ειδώλων. Ο δε θείος Άνθιμος μετά πολλής παρρησίας είπε προς αυτόν· «Εγώ και προ της υποσχέσεώς σου ταύτης είμαι Ιερεύς του πρώτου καλού ποιμένος και Αεχιερέως Χριστού του Θεού, όστις από την μεγίστην φιλανθρωπίαν αυτού και άκραν συγκατάβασιν, άϋλος και απερίληπτος ων, όχι μόνον γίνεται άνθρωπος μεταλαμβάνων της ημετέρας σαρκός, μέχρις ημών κατελθών και δι’ ημάς ταύτα πράττων, αλλά και εαυτόν προσέφερε θυσίαν υπέρ των αμαρτιών ημών, σταυρωθείς και γευσάμενος οδυνηρού θανάτου, τριήμερος αναστάς, και εις ουρανούς ανελθών, πάλιν συνανέφερεν ημάς εκείσε, οπόθεν δια την παρακοήν επεπτώκαμεν. Τούτου Ιερεύς τυγχάνω και εις τούτον προτιμώ να προσαγάγω εμαυτόν θυσίαν, τα δε υμέτερα και οι υμέτεροι λεγόμενοι θεοί άξιοι μόνον σκότους και θρήνων υπάρχουσι, μάλλον δε δια την ιδικήν σας απώλειαν και συμφοράν λοιδορητέοι». Οργισθείς δε πολύ ένεκα τούτου ο Μαξιμιανός προστάσσει να φέρωσι τον γενναίον Άνθιμον εις την οδόν του θανάτου· φέρεται όθεν ο Αθλητής, έχων εις εαυτόν ενακμάζουσαν την ηδονήν, ένεκα της επαγγελίας των μελλόντων αγαθών, διότι έμελλε να διαβή δια του θανάτου προς την ζωήν, επαγαλλόμενος μετά των Αγίων Αγγέλων και των Μαρτύρων εις τας αιωνίους σκηνάς· αιτήσας δε καιρόν εις προσευχήν, την υστάτην προσηύξατο, ούτω δε προσευχηθείς εις τον Θεόν αποτέμνεται την μακαρίαν αυτού κεφαλήν τη Τρίτη του μηνός Σεπτεμβρίου, και εις τον τρισήλιον Θεόν παραδίδει την αγίαν αυτού και μακαρίαν ψυχήν, περί το έτος τδ΄ (304) μ.Χ. Προς το εσπέρας δε ελθόντες τινές των πιστών οσίως και λαμπρώς το τίμιον εκείνου σώμα περιστείλαντες εις τον ίδιον εκείνον τόπον λίαν αξιοπρεπώς ενεταφίασαν, δοξάζοντες Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, την μίαν Θεότητά τε και Βασιλείαν, η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου και Θεόπτου ΜΩΫΣΕΩΣ.

Δημοσίευση από silver »


Μωϋσής ο Προφήτης και θεόπτης, ο υπέρτατος των φιλοσόφων και ο σοφώτατος των νομοθετών και των ιστοριογράφων απάντων ο αρχαιότατος, κατήγετο εκ φυλής Λευϊ· ο πατήρ του ωνομάζετο Αμράμ και η μήτηρ του Ιωχαβέδ, εγεννήθη δε εις την Αίγυπτον το αφοα΄ (1571) π. Χ. Εις την Αίγυπτον οι Ισραηλίται είχον εγκατασταθή από της εποχής του Ιωσήφ, όστις είχεν αναγορευθή υπό του Φαραώ αντιβασιλεύς. Ο Ιωσήφ εκάλεσεν εις την Αίγυπτον τον πατέρα του Ιακώβ και τους αδελφούς του. Έκτοτε αυτοί και οι απόγονοί των παρέμενον εις την Αίγυπτον. Μετά τον θάνατον του Ιακώβ οι Ισραηλίται επληθύνθησαν τόσον, ώστε απετέλεσαν έθνος μέγα. Ο αγαθός εκείνος Φαραώ της Αιγύπτου, όστις είχεν ανυψώσει τον Ιωσήφ εις το αξίωμα της αντιβασιλείας, απέθανεν, ανέβησαν δε εις τον θρόνον άλλοι Φαραώ, οι οποίοι ουδέν εγνώριζον περί του Ιωσήφ. Φοβούμενος λοιπόν ένας νέος Φαραώ την αύξησιν των Ισραηλιτών εσκέφθη να καταστρέψη αυτούς δα παντός τρόπου. Όθεν κατέθλιβεν αυτούς και επέβαλλε διαφόρους σκληράς και απανθρώπους εργασίας. Αλλ’ όσω περισσότερον κατεθλίβοντο οι Ισραηλίται, τόσω περισσότερον επληθύνοντο. Τότε ο Φαραώ διέταξε τας μαίας των Εβραίων να αφήνωσι μόνον τα θηλυκά παιδία των Ισραηλιτών, όσα μαιεύουσι, τα δε αρσενικά να φονεύωσιν. Αλλ’ αι μαίαι, φοβούμεναι τον Θεόν, δεν εξετέλεσαν την σκληράν ταύτην διαταγήν. Δια τούτο ο Φαραώ οργισθείς διέταξε να ρίπτωνται εις τον ποταμόν της Αιγύπτου Νείλον όλα τα άρρενα βρέφη των Ισραηλιτών. Τότε λοιπόν η Ιωχαβέδ εγέννησε τον Μωϋσήν, όστις ήτο παιδίον ωραιότατον, η δε μήτηρ του μετά φόβου και αγωνίας έκρυπτεν αυτό τρεις όλους μήνας. Αλλ’ επειδή δεν ηδύνατο να το κρύπτη περισσότερον, το έβαλε μέσα εις εν κιβώτιον σπάρτινον το οποίον επίσσωσε, λαβούσα δε τούτο η αδελφή του παιδίου Μαριάμ, έθεσεν εις την όχθην του ποταμού και περιέμενεν εκεί πλησίον δια να ίδη τι θα απογίνη. Μετ’ ολίγον η θυγάτηρ του Φαραώ Θέρμουθιν κατέβη μετά των δούλων της εις τον ποταμόν δια να λουσθή. Είδε το κιβώτιον, και έστειλε μίαν δούλην της και το έφερεν. Ανοίξασα το κιβώτιον, είδεν εντός αυτού παιδίον, το οποίον έκλαιε. Το ελυπήθη και είπε· «Θα είναι από τα παιδιά των Εβραίων». Τότε η αδελφή του παιδίου Μαριάμ επλησίασε και είπεν εις την θυγατέρα του Φαραώ· «Θέλεις να φέρω Εβραίαν τροφόν να θηλάζη το παιδίον»; Εκείνη δε είπε· «Ναι». Αμέσως έσπευσεν η καλή αδελφή και έφερε την μητέρα της, η οποία μετά χαράς ενεκφράστου έλαβε πάλιν το παιδίον εις τας αγκάλας της και το ανέθρεψεν. Όταν δε εμεγάλωσεν, έφερεν η μήτηρ το παιδίον εις την θυγατέρα του Φαραώ, η οποία το υιοθέτησε και το ωνόμασε Μωϋσήν (υδατόσωστον), διότι εσώθη εκ του ύδατος. Ο Μωϋσής λοιπόν ανετράφη εις τα ανάκτορα του Φαραώ, όπου και εδιδάχθη όλην την σοφίαν των Αιγυπτίων επί τεσσαράκοντα έτη. Ο Μωϋσής ανδρωθείς έμεινε πιστός εις τους ομοεθνείς του, ησθάνετο δε λύπην βαθείαν βλέπων πόσον σκληρώς επιέζοντο και ετυραννούντο. Μίαν ημέραν είδεν Αιγύπτιον, ο οποίος έδερεν αδίκως Ισραηλίτην. Στρέψας δε τους οφθαλμούς του πέριξ και ιδών ότι κανείς δεν τον έβλεπεν, εφόνευσε τον Αιγύπτιον και έχωσεν αυτόν εις την άμμον. Αλλ’ η πράξις αύτη δεν έμεινε κεκρυμμένη· έγινε δε γνωστή και εις αυτόν τον βασιλέα, ο οποίος εζήτει να θανατώση τον Μωϋσήν. Δια τούτο ο Μωϋσής έφυγε και ήλθεν εις την γην Μαδιάμ. Εκεί δε πλησίον φρέατος, όπου εκάθισε δια να αναπαυθή, υπερήσπισεν ο Μωϋσής επτά παρθένους εναντίον άλλων ποιμένων, οι οποίοι ήθελον δια της βίας να εκδιώξωσιν αυτάς και να ποτίσωσιν αυτοί τα πρόβατά των. Τούτο έγινεν αφορμή να γνωρισθή ο Μωϋσής με τον πατέρα των παρθένων, τον ιερέα Ιοθόρ, ο οποίος αγαπήσας τον Μωϋσήν έδωκεν εις αυτόν την θυγατέρα του Σεπφώραν εις γυναίκα. Κατά το διάστημ τούτο οι Ισραηλίται, στενάζοντες εν τη δουλεία, επεκαλούντο εις βοήθειαν τον Θεόν, και ο Θεός δεν ελησμόνησε τον λαόν αυτού. Ενεθυμήθη την υπόσχεσιν, την οποίαν έδωκεν εις τον Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, και απεφάσισε να τους ελευθερώση. Ο δε Μωϋσής εσχόλαζε και προσηύχετο πάντοτε εις τον Θεόν και δια της μελέτης και προσευχής εκαθάριζε τον νουν και την καρδίαν του· όθεν είδε τον Θεόν εις το όρος Σινά, καθώς ήτο δυνατόν να ίδη άνθρωπος τον Θεόν και γίνεται θεατής του εν τη βάτω θαύματος, ήτις φλεγομένη και μη κατακαιομένη προεικόνιζε την εν τη Παρθένω πραγματικήν και ουσιώδη κατοίκησιν της Θεότητος. Ο Μωϋσής έβοσκε τότε τα πρόβατα του πενθερού του εις την έρημον· αναβάς δε εις το όρος Χωρήβ, πλησίον του Σινά, είδε την βάτον, η οποία εξέπεμπε φλόγας χωρίς όμως να καίηται και να χωνεύηται. Επλησίασε λοιπόν και ήκουσε φωνήν εκ της βάτου λέγουσαν· «Μωϋσή, Μωϋσή· μη πλησιάσης, διότι ο τόπος, εις τον οποίον ίστασαι, είναι άγιος. Εγώ είμαι ο Θεός του πατρός σου Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ». Ο Μωϋσής εκάλυψε το πρόσωπον φοβηθείς, ο δε Κύριος είπε πάλιν προς αυτόν· «Είδον τα δεινά του λαού μου εις την Αίγυπτον και θέλω να ελευθερώσω αυτόν και να τον οδηγήσω εις γην αγαθήν, ρέουσαν γάλα και μέλι, εις την γην Χαναάν. Ύπαγε λοιπόν εις τον Φαραώ και ζήτησον την άδειαν να εξαγάγης εκ της Αιγύπτου τους Ισραηλίτας». Ο Μωϋσής εν τη ταπεινοφροσύνη του εφοβήθη ν΄ αναλάβη έργον τόσον μέγα. Αλλ’ ο Κύριος τον ενίσχυσε, βεβαιώσας αυτόν ότι θα είναι μετ’ αυτού. Ο Μωϋσής εδίσταζεν ακόμη, διότι ήτο βραδύγλωσσος και ισχνόφωνος· αλλ’ ο Κύριος τον ενεθάρρυνε και πάλιν, ειπών ότι θα δώση εις αυτόν βοηθόν τον αδελφόν του Ααρών. Ο Μωϋσής υπήκουσε· παραλαβών δε τον Ααρών ήλθεν εις την Αίγυπτον και ανήγγειλεν εις τους Ισραηλίτας τον σκοπόν της ελεύσεώς των. Παρουσιάσθησαν λοιπόν ο Μωϋσής και ο Ααρών προς τον Φαραώ και εν ονόματι του Θεού εζήτησαν να επιτρέψη εις τους Ισραηλίτας ν’ αναχωρήσωσιν εις την έρημον δια να τελέσωσιν εορτήν εις τον Θεόν. Αλλ’ ο Φαραώ απέπεμψεν αυτούς, ειπών ότι και τον Θεόν δεν γνωρίζει και τους Ισραηλίτας δεν εξαποστέλλει, διέταξε μάλιστα να τους καταπιέζωσι βαρύτερα και σκληρότερα. Ο Μωϋσής παρηγόρει τους ομοεθνείς του και τους υπέσχετο ότι ταχέως θα ελευθερωθώσι. Παρουσιάσθη δε και πάλιν εις τον Φαραώ και έκαμεν ενώπιον αυτού διάφορα έκτακτα σημεία δια να πείση αυτόν ότι από τον Θεόν εστάλη. Αλλ’ η καρδία τού Φαραώ εσκληρύνθη και δεν επείθετο. Τότε ο Θεός έστειλε δέκα μεγάλας τιμωρίας ή πληγάς κατά του Φαραώ και της χώρας του. Και εφ’ όσον μεν διήρκει η τιμωρία, ο Φαραώ ήτο έτοιμος ν’ αφήση τους Ισραηλίτας ν’ αναχωρήσωσιν· όταν δε παρήρχετο η τιμωρία, η καρδία του εσκληρύνετο έτι περισσότερον. Την τελευταίαν όμως φοβερωτέραν και σκληροτέραν τιμωρίαν εφοβήθη τόσον πολύ, ώστε επείσθη να δώση την άδειαν να αναχωρήσωσι. Και ούτως οι Ισραηλίται τετρακόσια τριάκοντα έτη μετά την υπόσχεσιν του Θεού προς τον Αβραάμ, ανεχώρησαν εξ Αιγύπτου συμποσούμενοι εις εξακοσίας χιλιάδας ανδρών χωρίς των γυναικών και των παιδίων. Ο Θεός ωδήγει τους Ισραηλίτας εις τον δρόμον των, την μεν ημέραν ως στύλος νεφέλης, την δε νύκτα ως στύλος πυρός. Αλλ’ ο Φαραώ μετανοήσας εδίωξεν αυτούς δι’ εξήκοντα εκλεκτών αρμάτων και ίππων και στρατού πολυαρίθμου. Οι Ισραηλίται είχον φθάσει εις την Ερυθράν θάλασσαν, ότε οι Αιγύπτιοι επλησίασαν. Φόβος μέγας και απελπισία κατέλαβε τους Ισραηλίτας, διότι ευρίσκοντο μεταξύ των εχθρών και της θαλάσσης. Αλλά δια της θείας βοηθείας, του Μωϋσέως πατάξαντος δια της ράβδου του την θάλασσαν, τα ύδατα της Ερυθράς θαλάσσης εσχίσθησαν εις δύο και οι Ισραηλίται διέβησαν αυτήν αβλαβώς ως δια ξηράς. Οι δε Αιγύπτιοι καταδιώκοντες αυτούς κατεποντίσθησαν, διότι, όταν διέβησαν οι Εβραίοι, εκλείσθη και πάλιν η θάλασσα. Τότε ο Μωϋσής και οι Ισραηλίται εδόξασαν από καρδίας τον Θεόν και έψαλλον την επινίκιον ωδήν του Μωϋσέως· «Άσωμεν τω Κυρίω…» (Άσωμεν τω Κυρίω, ενδόξως γαρ δεδόξασται· ίππον και αναβάτην έρριψεν εις θάλασσαν. Βοηθός και σκεπαστής εγένετό μοι εις σωτηρίαν· ούτος μου Θεός, και δοξάσω αυτόν. Θεός του πατρός μου, και υψώσω αυτόν… Άρματα Φαραώ και την δύναμιν αυτού έρριψεν εις θάλασσαν… Η δεξιά σου, Κύριε, δεδόξασται εν ισχύϊ, η δεξιά σου χειρ, Κύριε, έθραυσεν εχθρούς… Τις όμοιός σοι εν θεοίς, Κύριε, τις όμοιός σοι…» ‘Εξοδ. ιε: 1-11), την οποίαν και μέχρι σήμερον η Εκκλησία ημών ψάλλει. Από της Αιγύπτου εις την γην Χαναάν φέρει μακρά και κατάξηρος έρημος. Επί τρεις ημέρας οι Ισραηλίται ωδοιπόρουν χωρίς να εύρωσι πουθενά ύδωρ. Όταν δε έφθασαν εις Μερράν, εύρον μεν εκεί ύδωρ, αλλ’ ήτο πικρόν και δεν ηδύναντο να πίωσι. Τότε ο λαός αχαριστών εγόγγυζε κατά του Μωϋσέως· ο Θεός όμως έδειξεν εις τον Μωϋσήν ξύλον (προεικόνισμα του Σταυρού), το οποίον έβαλεν εις το πικρόν ύδωρ και μετεβλήθη τούτο εις γλυκύ. Έπειτα ήρχισαν και πάλιν οι Ισραηλίται να γογγύζωσι κατά του Μωϋσέως και του Ααρών, διότι δεν είχον άρτον και κρέας, και έλεγον· «Είθε να απεθνήσκομεν εις την Αίγυπτον, όπου είχομεν τα πάντα εν αφθονία, μάλιστα δε τα κρέατα και τα σκόροδα και τα κρόμμυα· μας εφέρατε εις την έρημον ταύτην δια να αποθάνωμεν της πείνης». Αλλά και πάλιν ήκουσεν ο Θεός τας δεήσεις του Μωϋσέως και έπεμπεν εις τους Ισραηλίτας όρτυγας και μάννα, το οποίον ήτο λευκόν τι φαγητόν μικρόν και στρογγύλον κι είχε γεύσιν πίττας σεμιγδαλίνου ζυμωμένης μετά μέλιτος. Επειδή δε όταν επροχώρησαν βαθύτερον έλειψε πάλιν το ύδωρ και οι Ισραηλίται εγόγγυζον πάλιν, ο Μωϋσής επεκαλέσθη την βοήθειαν του Θεού, ο δε Θεός τού είπε να κτυπήση με την ράβδον του μίαν πέτραν· αφού δε έκαμε τούτο ο Μωϋσής, εξήλθεν ύδωρ άφθονον. Οι Ισραηλίται είχον και να πολεμήσωσιν εναντίον των μαχίμων και αλλοφύλων Αμαληκιτών, οι οποίοι προσέβαλον αυτούς· αλλ’ ο Μωϋσής έπεμψε κατ’ αυτών τον Ιησούν, τον υιόν του Ναυή, με εκλεκτούς άνδρας, αυτός δε προσηύχετο με εκτεταμένας τας χείρας, εις σχήμα σταυρού, τας οποίας εστήριζον ο Ααρών και ο Ωρ και ούτω κατετρόπωσαν αυτούς. Τον τρίτον μήνα, μετά την αναχώρησιν αυτών από την Αίγυπτον, οι Ισραηλίται εστρατοπέδευσαν αντικρύ του όρους Σινά. Ο Μωϋσής ανέβη εις το όρος· καλέσας δε έπειτα τους Ισραηλίτας ανήγγειλεν εις αυτούς εν ονόματι του Θεού, ότι εάν υπακούωσιν εις την φωνήν του Θεού και φυλάττωσι την Διαθήκην του, θα είναι λαός αυτού περιούσιος και εκλεκτός, ιερόν βασίλειον και έθνος άγιον. Ο λαός εδέχθη· και ο Μωϋσής παρήγγειλεν εις αυτόν να καθαρισθή και να προετοιμασθή. Την τρίτην ημέραν ηκούσθησαν από πρωϊας βρονταί, αστραπαί και νεφέλη σκοτεινή εφαίνοντο επί του όρους Σινά, φωνή σάλπιγγος ήχησε και ο λαός όλος έγινε περιδεής και έντρομος. Τότε ο Μωϋσής ωδήγησε τον λαόν κάτωθι του όρους, αυτός δε ανελθών επ’ αυτού έλαβε παρά του Θεού τας δέκα εντολάς, αι οποίαι ήσαν γεγραμμέναι επί δύο πλακών και περιείχον συντόμως τα καθήκοντα του ανθρώπου προς τον Θεόν και προς τον πλησίον. Επειδή όμως ο Μωϋσής έμεινεν επί του όρους Σινά τεσσαράκοντα ημέρας, ο λαός, νομίσας ότι δεν επιστρέφει πλέον, εζήτησε παρά του Ααρών θεούς, οι οποίοι να τον οδηγώσιν. Ο δε Ααρών αναγκασθείς συνέλεξε τα χρυσά ενώτια του λαού και κατεσκεύασε χρυσούν μόσχον, εις τον οποίον ο λαός εθυσίαζε και πέριξ του οποίου έτρωγε και έπινε και εχόρευεν. Όταν δε ο Μωϋσής κατέβη από το όρος κρατών εις τας χείρας του τας δύο πλάκας του Νόμου, και είδε τον χρυσούν μόσχον, ωργίσθη και έρριψε κατά γης τας πλάκας του Νόμου και τας συνέτριψε, κατέκαυσε δε και τον χρυσούν μόσχον. Έπειτα ετιμώρησε βαρύτατα τους πρωταιτίους και επέπληξεν αυστηρώς τον λαόν, ο οποίος μετενόησε δια την ασέβειάν του και ελάτρευσε πάλιν τον αληθινόν Θεόν. Ο δε Πανάγαθος Θεός εδέχθη την μετάνοιαν του λαού και συνεχώρησεν αυτόν. Τότε ο Μωϋσής ανέβη και πάλιν εις το όρος και έγραψεν επί δύο άλλων πλακών τας δέκα εντολάς καθ’ υπαγόρευσιν του Θεού και τας έδωκεν εις τον λαόν δια να τας φυλάττη. Αφού ο Μωϋσής έδωκε τας δέκα εντολάς, διέταξε τον λαόν και έφερε προς αυτόν παν ό,τι είχε χρυσούν και πολύτιμον, εξ αυτών δε κατεσκεύασε την Κιβωτόν της Διαθήκης εκ ξύλου περιχρυσωμένου έσωθεν και έξωθεν και καλυπτομένου δια χρυσών Χερουβίμ. Κατεσκεύασε δε και πολύτιμον σκηνήν, την λεγομένην Σκηνήν του Μαρτυρίου, η οποία εχρησίμευεν ως κινητός ναός. Διηρείτο δε η σκηνή εις δύο μέρη, και το μεν ενδότατον εκαλείτο Άγια Αγίων ή άδυτον, το δε έμπροσθεν ιερόν. Εντός της σκηνής εφυλάττετο η Κιβωτός της Διαθήκης, η οποία περιείχε τας δύο λιθίνας πλάκας και επί της οποίας εκρέματο χρυσή λυχνία επτάφωτος. Ίστατο επίσης εντός της σκηνής και τράπεζα χρυσή, επί της οποίας ήσαν οι άρτοι της προθέσεως και χρυσούν θυμιατήριον. Ενώπιον δε της Κιβωτού της Διαθήκης εστήθη το θυσιαστήριον, επί του οποίου προσεφέροντο αι θυσίαι, ήσαν δε αύται ή εκ ζώων έναιμοι, δι’ εκχύσεως δηλαδή του αίματος τών επί του θυσιαστηρίου σφαζομένων ζώων, ή αναίμακτοι εκ διαφόρων προϊόντων της γης. Τα της λατρείας ανέθεσεν ο Μωϋσής εις την φυλήν του Λευί. Ο Ααρών και οι απόγονοι αυτού ήσαν ιερείς, εις δε εξ αυτών αρχιερεύς. Οι ιερείς προσέφερον τας θυσίας, οι δε Λευίται διηκόνουν αυτούς. Ο Μωϋσής ώρισε και διαφόρους εορτάς, δια των οποίων ο ισραηλιτικός λαός έμελλε να φυλάττη ζωηράν την λατρείαν του αληθινού Θεού. Πλην του Σαββάτου, ήτοι της εβδόμης ημέρας της εβδομάδος, η οποία εωρτάζετο εις ανάμνησιν της καταπαύσεως του Θεού από των έργων της δημιουργίας, ο Μωϋσής ώρισε και τας εξής εορτάς: Το Πάσχα, ή εορτήν των αζύμων, εις ανάμνησιν της εξόδου των Ισραηλιτών εκ της Αιγύπτου και την διάβασιν της Ερυθράς θαλάσσης. Την Πεντηκοστήν, εορταζομένην πεντήκοντα ημέρας μετά το Πάσχα, εις ανάμνησιν της παραδόσεως του Νόμου. Την Σκηνοπηγίαν εορταζομένην οκτώ ημέρας εις ανάμνησιν της εν τη ερήμω διαμονής των Ιουδαίων υπό σκηνάς. Την εορτήν του Εξιλασμού, κατά την οποίαν εισήρχετο ο Αρχιερεύς εις τα Άγια των Αγίων και προσέφερε θυσίαν υπέρ του λαού. Την εορτήν του Ιωβιλαίου εορταζομένην καθ’ έκαστον τεσσαρακοστόν δεύτερον έτος, το οποίον ωνομάζετο έτος αφέσεως. Ώρισεν επίσης ο Μωϋσής να αναγινώσκηται εις τον λαόν ο Νόμος ανά παν έβδομον έτος. Ώρισε τα καθήκοντα των γονέων και των τέκνων, τα καθήκοντα προς τας χήρας και τα ορφανά, προς τους πτωχούς και δυστυχείς· και πολλά άλλα καλά και ωφέλιμα διέταξε. Δι’ όλων τούτων ο Μωϋσής εζήτει προ πάντων να οδηγήση τους Ισραηλίτας εις την αγάπην προς τον Θεόν και τον πλησίον και να καταστήση αυτούς ικανούς να γίνωσιν άγιοι, καθώς Άγιος είναι ο Θεός. Οι Ισραηλίται διαμείναντες εν έτος εις την έρημον Σινά ανεχώρησαν εκείθεν και έφθασαν εις τα μεθόρια της γης Χαναάν εις την αρχήν του δευτέρου έτους. Τότε ο Μωϋσής εκλέξας δώδεκα άνδρας, ανά ένα εξ εκάστης φυλής, τους έστειλε να κατασκοπεύσωσι την γην Χαναάν. Οι άνδρες ούτοι επέστρεψαν μετά τεσσαράκοντα ημέρας και ως δείγμα της ευφορίας του τόπου έφερον μεταξύ άλλων κλήμα μετά σταφυλών, το οποίον εβάσταζον δύο άνδρες επάνω εις ξύλον. Είπον ότι είναι γη ρέουσα μέλι και γάλα, αλλ’ ότι έχει κατοίκους ρωμαλέους και πόλεις μεγάλας και ισχυράς· ότι δε κατοικούσιν εκεί και γίγαντες, προς τους οποίους αυτοί συγκρινόμενοι φαίνονται ως ακρίδες. Ταύτα ακούσαντες οι Ισραηλίται ήρχισαν να κλαίωσι και να γογγύζωσι πάλιν κατά του Μωϋσέως και να ζητώσι να εκλέξωσιν αρχηγόν δια να επιστρέψωσιν εις την Αίγυπτον. Ο Ιησούς και ο Χάλεβ, οι οποίοι εζήτουν να τους ησυχάσωσιν, εκινδύνευσαν να λιθοβοληθώσι. Ο Θεός εισακούσας τας δεήσεις του Μωϋσέως δεν ηθέλησε να καταστρέψη τον αχάριστον και ασεβή λαόν. Κατεδικάσθησαν όμως όλοι εκτός του Ιησού και του Χάλεβ ν’ αποθάνωσιν εις την έρημον πριν ίδωσι την γην Χαναάν. Ο Ααρών κατεδικάσθη να μη εισέλθη εις την γην Χαναάν, διότι εν τη αγανακτήσει του κατά του αχαρίστου λαού έδειξε ποτε ολιγοπιστίαν και ο Μωϋσής παρώξυνεν ως άνθρωπος τον Θεόν, διότι αποκρινόμενος προς τον λαόν, όστις τον εστενοχώρει, είπε με δισταγμόν· «Ακούσατέ μου, οι απειθείς· μη εκ της πέτρας ταύτης εξάξομεν υμίν ύδωρ»; (Αριθμ. κ: 10) δια τούτο δεν εισήλθε και αυτός εις την Γην της Επαγγελίας. Τεσσαράκοντα όλα έτη έμειναν οι Ισραηλίται εις την έρημον. Καθ’ όλον δε το μακρόν τούτο διάστημα εγόγγυζον διαρκώς εναντίον του Μωϋσέως και ηνώχλουν αυτόν και ελύπουν. Ο Κορέ, εκ της φυλής Λευϊ, ο Δαθάν και Αβειρών, εκ της φυλής Ρουβήν και 250 εκλεκτοί άνδρες εστασίασάν ποτε εναντίον του Μωϋσέως, αλλ’ ετιμωρήθησαν πάντες παρά του Θεού δια θανάτου. Και όλος δε ο λαός, υπομένων διαφόρους κακουχίας και στερήσεις, εξηγείρετο εναντίον του Μωϋσέως και Ααρών, αλλ’ ετιμωρείτο δια την απιστίαν αυτού και αχαριστίαν. Εν τούτοις έφθασαν οι Ισραηλίται εις τα σύνορα της Παλαιστίνης. Εκεί δε ο Ααρών, αναβάς μετά του Μωϋσέως εις το όρος Ωρ, απέθανε και ο λαός τον επένθησε τριάκοντα ημέρας. Ενώ οι Ισραηλίται εξηκολούθουν την πορείαν των, οι βασιλείς των Αμορραίων και της Βασάν εξεστράτευσαν εναντίον αυτών, αλλ’ οι Ισραηλίται τους ενίκησαν και εκυρίευσαν και τας χώρας των. Και οι Μαδιανίται αντεστάθησαν, αλλά και τούτους ενίκησαν οι Ισραηλίται. Είχον ήδη καταλάβει οι Ισραηλίται την αριστεράν όχθην του Ιορδάνου και τίποτε πλέον δεν ημπόδιζεν αυτούς να εισέλθωσιν εις την Γην της Επαγγελίας. Όταν δε ο Μωϋσής έφθασεν εις την Γην της Μωάβ συνεκάλεσε τον λαόν και απηρίθμησε τας ευεργεσίας του Θεού προς αυτόν και τον προέτρεψε να μένη πιστός εις τον αληθινόν Θεόν και να φυλάττη τας εντολάς αυτού. Αφού δε, κατά διαταγήν του Θεού, διώρισε διάδοχόν του τον Ιησούν τον υιόν του Ναυή και παρουσίασεν αυτόν εις τον λαόν, ηυλόγησε δια τελευταίαν φοράν μίαν εκάστην φυλήν ιδιαιτέρως, αναβάς δε έπειτα εις την κορυφήν Φασγά του όρους Ναβαύ της Μωάβ· είδε μακρόθεν την γην Χαναάν, την οποίαν του έδειξεν Άγγελος Κυρίου και εκεί απέθανε. Και έθαψαν αυτόν οι Ισραηλίται εις την πεδιάδα Μωάβ, και τον έκλαυσαν τριάκοντα ημέρας. Ο Μωϋσής απέθανεν εις ηλικίαν 120 ετών περί το 1451 π. Χ. Ούτε οι οφθαλμοί του είχον αμαυρωθή, ούτε η δύναμίς του είχεν ελαττωθή. Υπέμεινε πολλάς θλίψεις και δοκιμασίας, αλλ’ εις τα δεινά ευρισκόμενος ήλπιζεν εις τον Θεόν, του οποίου την βοήθειαν μετά πίστεως επεκαλείτο και ελάμβανεν. Ο Μωϋσής συνέγραψε και τα πέντε πρώτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία και Πεντάτευχος καλούνται. Τούτου είναι επίσης αι εκ της Παλαιάς Διαθήκης δύο πρώται της Στιχολογίας Ωδαί: «Άσωμεν τω Κυρίω κτλ» περί της οποίας εγράψαμεν ανωτέρω και το «Πρόσεχε, Ουρανέ, και λαλήσω κτλ.», εκ των οποίων την μεν πρώτην έψαλε παρά τον αιγιαλόν της Ερυθράς θαλάσσης ευθύς μετά την διάβασιν αυτής, ως ανωτέρω είπομεν, την δε δευτέραν επί την γην Μωάβ, προ της τελευτής αυτού ολίγας ημέρας.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ε΄ (5η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου ΖΑΧΑΡΙΟΥ πατρός του Προδρόμου.

Δημοσίευση από silver »


Ζαχαρίας ο θείος Προφήτης, επειδή εκήρυττε παρρησία την Θεοτόκον Μαρίαν, ότι αυτή είναι ομού Μήτηρ και Παρθένος και επειδή προσέταξε την Θεοτόκον, αφού εγέννησε τον Χριστόν, να μη εξέρχηται του τόπου εκείνου, όστις ήτο διωρισμένος εν τω ναώ να στέκωνται αι παρθένοι και προς τούτοις, επειδή ο υιός του Ιωάννης κατά τον καιρόν της βρεφοκτονίας εζητείτο και δεν ευρίσκετο, διότι εκρύπτετο πέραν του Ιορδάνου ποταμού εντός σπηλαίου ομού με την μητέρα του, δια ταύτας τας τρείς αιτίας φονεύεται εις το μέσον του θυσιαστηρίου από τους Ιουδαίους κατά προσταγήν του Ηρώδου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη στ΄ (6η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του εν Κολασσαίς της Φρυγίας γενομένου θαύματος παρά του Αρχιστρατήγου

Δημοσίευση από silver »


Μιχαήλ ο μέγας Αρχιστράτηγος του Θεού και πάλαι μεν, προ της ενσάρκου οικονομίας, είχεν ευσπλαγχνίαν και κηδεμονίαν προς το ανθρώπινον γένος και πολλάς ευεργεσίας έδειξεν εις αυτό, αλλά και μετά την επί γης ένσαρκον παρουσίαν του Θεού Λόγου πολύ μεγαλυτέραν ευσπλγχνίαν και αγάπην έδειξεν εις ημάς τους Χριστιανούς, τους καυχωμένους εις το όνομα του Χριστού. Όθεν από τότε και περισσοτέρας ευεργεσίας έκαμεν εις ημάς, μία των οποίων είναι και η εν Κολασσαίς της Φρυγίας γενομένη, της οποίας την ανάμνησιν εορτάζομεν σήμερον. Ακούσατε όμως απ’ αρχής την υπόθεσιν προς όφελος μεν ιδικόν σας, προς τιμήν δε και έπαινον του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ. Και δια τους άλλους Αγίους της Εκκλησίας μας να διηγήται τις, ευλογημένοι Χριστιανοί, και τα έργα των τα θεάριστα να αναφέρη εις ενθύμησιν, όχι μόνον είναι καλόν προς τον Θεόν, αλλά και προς ημάς τους Χριστιανούς είναι πολύ ωφέλιμον, επειδή η ενθύμησις των Αγίων είναι σημείον της αγάπης, την οποίαν έχομεν εις αυτούς, η δε αγάπη αυτή, την οποίαν έχομεν εις τους Αγίους, προς αυτόν τον Χριστόν τον αληθή Θεόν διαβαίνει, τον οποίον αυτοί οι Άγιοι εσπούδασαν να ευχαριστήσουν με τα έργα των, από τον Οποίον και αυτοί πάλιν αντεδοξάσθησαν. Καλόν όθεν είναι, και ωφέλιμον, να διηγήται τις και δια τους άλλους Αγίους· αλλά το να διηγήται περί των Αγίων Αγγέλων, να αναφέρη και τα θαύματά των, είναι πλέον ωφελιμώτερον δι’ έκαστον Χριστιανόν, διότι όσον αυτοί έχουν περισσοτέραν παρρησίαν προς τον Θεόν και εγγύτατα, ως άϋλοι και ασώματοι όπου είναι, τόσον και ημείς περισσοτέραν ωφέλειαν ψυχικήν απολαμβάνομεν από τας διηγήσεις τών θαυμάτων των. Αλλά των μεν άλλων Αρχαγγέλων, του Γαβριήλ δηλαδή και του Ραφαήλ, εις άλλας ημέρας είναι αι διηγήσεις των θαυμάτων των, σήμερον δε βούλομαι να διηγηθώ προς ημάς το θαύμα του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, το οποίον έκαμεν εις τας Χώνας, και περί του οποίου είναι η πανήγυρίς μας. Αλλά πριν να αρχίσω την υπόθεσιν, σας παρακαλώ, ευλογημένοι Χριστιανοί, ίνα μετά πάσης προθυμίας ακούσητε τους λόγους μου· διότι εγώ μεν βούλομαι να διηγηθώ απ’ αρχής καταλεπτώς πως έγινε το τοιούτον παράδοξον θαύμα παρά του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, δια να μη γίνη ελλιπής ο λόγος μου· υμείς δε ακούσατε προθύμως, ίνα λάβητε και τέλειον τον μισθόν παρά του ρχιστρατήγου Μιχαήλ. Όταν το Πνεύμα το Άγιον κατήλθεν εκ των ουρανών και εφώτισε τους Αποστόλους, τους Μαθητάς του Χριστού και κήρυκας του Ευαγγελίου, τους υπηρέτας της ιδικής μας σωτηρίας, τότε έκαστος εξ αυτών διεμοιράσθη εις τας πόλεις και εις τας χώρας του κόσμου, δια να μεταδώση το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Τότε και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, τον οποίον μαρτυρεί το Άγιον Ευαγγέλιον, ότι τον ηγάπα ο Χριστός περισσότερον των άλλων Μαθητών, επήγε και αυτός εις μίαν πόλιν της Ασίας λεγομένην Έφεσον, η οποία είναι εις τα σύνορα της Ιωνίας και της Λυδίας. Εκεί εύρεν ανθρώπους πολύ πεπλανημένους, μη γινώσκοντας Θεόν αληθινόν, οι οποίοι ως βεβυθισμένοι εις την μαύρην νύκτα της αθεϊας και απιστίας έκαμνον θυσίας και ετίμων ως θεόν την μιαράν Άρτεμιν, η οποία εις τον παλαιόν καιρόν ήτο γυνή ανδρεία και κυνηγετική, οι δε Έλληνες του καιρού εκείνου οι πεπλανημένοι την ωνόμασαν θεάν και την προσεκύνουν και την ελάτρευον με μεγάλας θυσίας. Τοιούτους ανθρώπους πεπλανημένους ευρών εκεί ο Θεολόγος Ιωάννης τους ωδήγησε προς την ευσέβειαν με το φως της θεογνωσίας και τους επέτρεψε να γνωρίζουν μόνον αληθινόν Θεόν τον Χριστόν, καθώς το διηγείται το Ευαγγέλιόν του. Μετά την Έφεσον μετέβη εις άλλην πόλιν της Ασίας, λεγομένην Ιεράπολιν, η οποία είναι εις τα σύνορα της Φρυγίας και της Λυδίας και έχει πολλά θερμά ύδατα, δια να εύρη τον Απόστολον Φίλιππον, διότι αυτός εκεί εδίδασκε τότε. Οι δε άνθρωποι της Ιεραπόλεως πάλαι τόσον ήσαν τυφλοί και πεπλανημένοι, ότι την έχιδναν (τον όφιν τον θανατηφόρον) είχον δια θεόν και την προσεκύνουν. Βλέποντες οι Απόστολοι του Χριστού, Ιωάννης και Φίλιππος, την τοσαύτην πλάνην των ανθρώπων και θέλοντες να δείξουν ότι μάταιον πράγμα ήλπιζαν οι ταλαίπωροι Ιεραπολίται, εδεήθησαν προς τον αληθή Θεόν, τον Χριστόν, και παρευθύς ενεκρώθη το μέγα θηρίον εκείνο. Τούτο ως είδον οι μιαροί εκείνοι και πεπλανημένοι άνθρωποι, αντί να επιστρέψουν και να γνωρίσουν την αλήθειαν, εδαιμονίσθησαν σφόδρα κατά των Αποστόλων, διότι εθανάτωσαν τον θεόν των και ήθελαν να καταργήσουν τας πατροπαραδότους θρησκείας των και ορμήσαντες μετά μανίας μεγάλης και λύσσης, ήπλωσαν, σύραντες τον Άγιον Φίλιππον, και τον εκάρφωσαν εις τον σταυρόν και ούτω πικρώς και ανηλεώς βασανίζοντες αυτόν εθανάτωσαν. Και εκ της παρούσης μεν ζωής τούτον εξήγαγον, εις δε την αιώνιον Βασιλείαν των ουρανών παρέπεμψαν. Αλλά ο διδάσκαλος Χριστός δεν άφησεν άτιμον και άδοξον τον Μαθητήν του, αλλά επειδή τον είδεν ότι έγινε κοινωνός του πάθους του τον έκαμε και κοινωνόν της δόξης των θαυμάτων του· δια τούτο, αφού ο Απόστολος Φίλιππος παρέδωσε το πνεύμα του εις τον Σταυρόν, παρευθύς εσείσθη άρδην όλη η Ιεράπολις από τα θεμέλια, καθώς και η κτίσις πάσα εσαλεύθη, ότε αυτός ο Σωτήρ ημών Χριστός τον εκούσιον περί ημών κατεδέξατο θάνατον εν τω Σταυρώ. Τούτο ως είδον οι άθεοι Ιεραπολίται εφοβήθησαν φόβον μέγαν και μετενόησαν δια την ασέβειάν των και πεσόντες εις τους πόδας του Αποστόλου Ιωάννου εζήτουν συμπάθειαν. Βαπτίσας ουν ο Θεολόγος Ιωάννης αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και διδάξας αυτούς την αλήθειαν, επορεύθη εις έτερον τόπον, Χαιρέτοπον λεγόμενον, κείμενον πλησίον της Ιεραπόλεως, ομοίως δε και εκεί διδάξας και θαυματουργήσας έφερε τους Έλληνας εις θεογνωσίαν. Εκεί λέγουσιν ότι προεφήτευσεν ο Άγιος, ότι εις τους υστέρους καιρούς θα αναβλύση εις εκείνον τον τόπον μέγα αγίασμα, τιμώμενον εις το όνομα του ρχιστρατήγου Μιχαήλ, όπερ θα κάμνη παράδοξα θαύματα. Και ο μεν Θεολόγος Ιωάννης ταύτα προφητεύσας επορεύθη εις άλλας χώρας να διδάξη τον λόγον του Ευαγγελίου, μετά δε ολίγας ημέρας ύδωρ ανέβλυσεν εκ της γης εκείνης, το οποίον όστις έπινε μετά πίστεως παρευθύς ηλευθερούτο από πάσαν ασθένειαν. Τοσαύτα λοιπόν θαύματα και ιατρεία εγίνοντο καθ’ εκάστην εκεί, ώστε όχι μόνον οι Χριστιανοί, αλλά και αυτοί οι άπιστοι Έλληνες επήγαιναν και έπιναν απ’ εκείνο το ύδωρ και εύρισκον ιατρείαν. Από τα άλλα πολλά θαύματα, όσα εγίνοντο τον καιρόν εκείνον εις τους αθέους Έλληνας, ακούσατε εν παράδοξον πως έγινεν. Άνθρωπός τις πλούσιος (Έλλην) εις την πόλιν της Λαοδικείας, η οποία και αυτή είναι εις τα σύνορα της Λυδίας, είχε θυγατέρα μονογενή, άλαλον δε και βωβήν από την κοιλίαν της μητρός της· όθεν είχε μεγάλην λύπην περί ταύτης, βλέπων αυτήν άλαλον και έδιδε σχεδόν ειπείν και αυτήν την ψυχήν του, μόνον να την ίδη να ομιλήση. Μίαν ημέραν λοιπόν είδεν οπτασίαν καλήν, ότι άνθρωπός τις του έλεγε καθ΄ ύπνον, να υπάγη εις το Αγίασμα του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ και δεν θα γυρίση απ’ εκεί πικραμένος, αλλά και της θυγατρός του την ιατρείαν θα απολαύση και την σωτηρίαν της ψυχής του θα κερδήση. Τούτο δε το όραμα είδεν όχι διότι ήτο άξιος να βλέπη τοιαύτας οπτασίας, αφού ήτο εσκοτισμένος όλως διόλου εις την ασέβειαν της ειδωλολατρίας, αλλά ο Θεός, ο θέλων πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν, θέλων με την θαυματουργίαν, η οποία έγινε μετά ταύτα εις την θυγατέρα του, να επιστρέψη και εκείνον και να στερεωθούν και άλλοι εις την ευσέβειαν, ωκονόμησε και είδε την τοιαύτην οπτασίαν. Ότε εξύπνησεν ο άνθρωπος εκείνος, μετά φόβου και τρόμου παραλαβών την θυγατέρα του, επήγεν εις το Αγίασμα του Αρχαγγέλου και εύρεν εκεί ανθρώπους πολλούς συνηθροισμένους, οι οποίοι έχοντες διαφόρους ασθενείας, μόνον ότι έπινον απ’ εκείνο το ύδωρ ή το έχυναν επάνω εις το σώμα των, παρευθύς ηλευθερώνοντο από ό,τι πάθος αρρωστίας είχον. Βλέπων ταύτα ο πατήρ της παιδός ηρώτησε τους ανθρώπους εκείνους τίνος όνομα αναφέρουσιν, όταν χύνωσιν επ’ αυτών ή πίνωσι το ύδωρ και ευρίσκουσι την ιατρείαν· οι δε είπον εις αυτόν· «Το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της μιας Θεότητος, και του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ του δούλου αυτής αναφέρομεν». Ταύτα ως ήκουσε, μηδέν οκνήσας, αλλά πιστεύσας εξ όλης καρδίας και δεηθείς του Θεού, του εν Τριάδι υμνουμένου, και του Αρχαγγέλου αυτού Μιχαήλ, έλαβεν απ’ εκείνο το Αγίασμα μετά πίστεως και έδωκεν εις την θυγατέρα του και έπιε, παρευθύς δε, ω του θαύματος! όχι μόνον η παις ηλευθερώθη από τον δεσμόν της αφωνίας, αλλά και αυτός και αυτή εσώθησαν από τα δεσμά της απιστίας και ήρχισαν με φωνάς ευχαριστηρίους να δοξάζουν τον Θεόν και να μεγαλύνουν τον αυτού θεράποντα Μιχαήλ. Τι το μετά ταύτα; Εβαπτίσθη ο άρχων εκείνος και η θυγάτηρ αυτού και πάντες οι μετ’ αυτού και εγένοντο Χριστιανοί. Και όχι μόνον τούτο, αλλά και Ναόν πολυτελή και πολυέξοδον έκτισεν εις το Αγίασμα εκείνο και το εσκέπασε με κτίσμα θολωτόν ωραιότατον, τόσον ώστε έλεγε μετά του Προφήτου Δαβίδ· «Κύριε ηγάπησα ευπρέπειαν οίκου Σου». Και αυτός μεν ούτω πιστεύσας και τοιαύτας ανταμοιβάς αποδώσας εις τον Αρχάγγελον δια την ευεργεσίαν του, επέστρεψεν εις τον οίκον αυτού, δοξάζων τον Θεόν όχι μόνον δια την θαυματουργίαν, την οποίαν είδεν εις την θυγατέρα του, αλλά πολύ περισσότερον δια την ιδικήν του επιστροφήν. Μετά δε πάροδον ενενήκοντα ετών, παιδίον τι, Άρχιππος ονόματι, εκ της πόλεως των Ιεραπολιτών ορμώμενον, από γονείς Ορθοδόξους και από ρίζαν αγαθήν αγαθόν βλάστημα, κατά το δέκατον έτος της ηλικίας αυτού, επήγεν εις τον Ναόν του Αρχαγγέλου, ως να ωδηγείτο υπό της άνωθεν προνοίας και έγινε νεωκόρος της Εκκλησίας του Αγίου. Τόσην δε εγκράτειαν είχε και άλλας αρετάς, ώστε και χαρισμάτων θεϊκών ηξιώθη· διότι όχι μόνον του σώματος τας επιθυμίας εκράτει, τας βλαπτούσας την ψυχήν, αλλά ουδέ άρτον έτρωγεν ούτε εις λουτρόν ελούσθη ποτέ ούτε εις ανάπαυσιν της σαρκός εκοιμήθη, και ταύτα έπραττε το παιδίον ότε ακόμη ήτο ανήλικον. Και φαγητόν μεν έβραζε τας αγρίας βοτάνας δίχως άλας και έτρωγε μίαν φοράν την εβδομάδα, ποτόν δε είχε το εκ του αγιάσματος ύδωρ, δια ενδύματα δε είχε δύο σακκία τρίχινα, το μεν εν δια να το φορή, το δε άλλο να σκεπάζεται την νύκτα. Και κατ’ έτος ήλλασσε τα σακκία και εφόρει μεν εκείνο με το οποίον εσκεπάζετο, εσκεπάζετο δε με εκείνο όπερ εφόρει και ούτως ήσαν τα σακκία εκείνα πάντοτε και σκέπασμα και φόρεμα του Αρχίππου. Κάτωθι δε της στρωμνής του είχε πέτρας λαξευτάς εστρωμένας και εις το προσκεφάλαιόν του ήτο άλλο σακκί, γεμάτον ακάνθας και ούτως ελάμβανεν ολίγον ύπνον προς σύστασιν της ανθρωπίνης φύσεως. Αλλ’ η μεν δίαιτα του παιδίου εκείνου, έως ου ανεπτύχθη εις άνδρα και έως ότου εκοιμήθη εν Κυρίω, τοιαύτη ήτο, ας μη απιστή δε κανείς ακούων, ότι είχε τοιαύτην σκληροτάτην και υπερφυά δύναμιν, αλλά ας ενθυμηθή ότι εις οποίαν ψυχήν έμβη ο φόβος του Θεού και η αγάπη των μελλόντων αγαθών, όχι μόνον τόσα παρακινεί τον άνθρωπον να κάμνη, αλλά και περισσοτέρους πειρασμούς του σώματος καταπείθει αυτόν να υπομένη και να τους νομίζη δια τρυφήν και ανάπαυσιν. Και έχομεν παράδειγμα εις τούτο τους Μάρτυρας και Οσίους, οι οποίοι πάντα πειρασμόν και πάσαν ιδέαν βασάνων και θλίψεις και στενοχωρίας του σώματος υπέμειναν, μόνον δια να κερδήσουν την Βασιλείαν των ουρανών. Αλλά ας έλθωμεν εις τα επίλοιπα της ιστορίας. Ο εκκλησιάρχης εκείνος Άρχιππος, όστις είχε την τοιαύτην διαγωγήν, την οποίαν ηκούσατε, δεν έπαυε από του να έχη καθ’ εκάστην εις τους οφθαλμούς του το σωτήριον, όπερ είναι δεύτερον βάπτισμα, μετά συντετριμμένης δε καρδίας εμελέτα αείποτε εν τη καθαρά αυτού καρδία τον Θεόν τοιαύτα· «Να μη ίδωσιν οι οφθαλμοί μου τα αγαθά του κόσμου τούτου, μηδέ να συγχυσθή ο νους μου από πρόσκαιρον ματαιότητα, μόνον συ, Κύριε πολυέλαιε, πλήρωσον τους οφθαλμούς μου δακρύων πνευματικών, ταπείνωσον την καρδίαν μου και κατεύθυνον τα διαβήματά μου εις τον νόμον σου· διότι τι κέρδος έχω από το πήλινον σώμα τούτο, όπερ σήμερον μεν είναι, αύριον δε φθείρεται, το οποίον ώσπερ χλόη εξανθεί, κατά δε την εσπέραν απομαραίνεται; Εν μόνον είναι αιώνιον αγαθόν, η σωτηρία της ψυχής, όπερ χάρισαί μοι, Κύριε Παντοδύναμε». Ταύτα και τα τοιαύτα καθ’ εκάστην ημέραν μελετών και λέγων ο Άρχιππος είχε και τον Θεόν ευήκοον εις τας δεήσεις του· τα δε πλήθη των απίστων, τα οποία ήσαν πέριξ εις το Αγίασμα, βλέποντες τας καθ’ εκάστην ημέραν γινομένας θαυματουργίας, συγχρόνως δε φθονούντες και την ενάρετον πολιτείαν του Οσίου Αρχίππου και μη θέλοντες να βλέπωσιν αυτόν αθλητικώς αγωνιζόμενον, ελάλησαν πονηρά. Και μίαν ημέραν συναχθέντες ομοθυμαδόν έδραμον μετά μανίας πολλής κατά του Οσίου Αρχίππου, βουλόμενοι και αυτόν να θανατώσουν και το Αγίασμα παντελώς να εξαφανίσωσι. Σύραντες δε αυτόν από των τριχών της κεφαλής και του πώγωνος, οι μεν έτυπτον μετά ράβδων και ξύλων, οι δε προσεπάθουν να κατασκάψουν και να καταχώσουν το Αγίασμα. Αλλά, ω των ανεκδιηγήτων σου, Χριστέ, κριμάτων! Φλοξ εκείθεν εξελθούσα εφόβησε πάντας και προς φυγήν έτρεψεν· όθεν ως είδον το τοιούτον ανεχώρησαν άπρακτοι. Μετά ταύτα ηθέλησαν να κάμουν άλλην μηχανήν χειροτέραν, βουλόμενοι και τον Ναόν να αφανίσωσιν από θεμελίων και τον Όσιον κακώς να θανατώσωσι. Ποία δε ήτο η μηχανή; Πλησίον εις τον Ναόν του Αρχιστρατήγου, εις τον οποίον ήτο και το Αγίασμα, έτρεχε ποταμός από το αριστερόν μέρος, Χρύσος ονομαζόμενος· εκείνον τον ποταμόν ηβουλήθησαν οι άπιστοι Έλληνες να φέρωσι κατεπάνω του Αγιάσματος και της Εκκλησίας, δια να μιχθή το Αγίασμα με το ύδωρ του ποταμού και να μη γνωρίζηται πλέον παντελώς μηδέ οι Χριστιανοί πίνοντες να ιατρεύωνται. Ταύτα μεν εκείνοι εμελέτησαν και έκοψαν τον ποταμόν από την πρώτην αυτού ροήν, δια να έλθη κατά του Αγιάσματος. Αλλά τις λαλήσει τας δυναστείας του Κυρίου, και ακουστάς ποιήσει πάσας τας αινέσεις αυτού; Ο ποταμός, ώσπερ να ήτο έμψυχος, εφοβήθη την χάριν του Αρχαγγέλου και παρευθύς εγύρισε προς τα δεξιά μέρη της Εκκλησίας, άλλο τόσον μακράν, όσον ήτο και πρωτύτερα από το αριστερόν μέρος· και είναι και έως την σήμερον ημέραν ούτω ρέων ο ποταμός εκείνος, εις πίστωσιν του θαύματος. Ως είδον οι ασεβέστατοι, ότι εις το εναντίον έγινε το επιχείρημά των και η αδικία, ως λέγει και ο Προφήτης Δαβίδ, εψεύσατο εαυτή, μετεχειρίσθησαν δευτέραν μηχανήν πλέον μεγαλυτέραν και φοβερωτέραν της προτέρας, την οποίαν και αυτήν άνωθεν και απ’ αρχής θα σας διηγηθώμεν. Δύο ποταμοί μεγάλοι αναβλύζοντες από ανατολών, ο μεν Λυκόκαστρος, ο δε Κούφος ονομαζόμενοι, έτρεχον κατά τον τόπον εκείνον· τρέχοντες δε προ της Εκκλησίας κεχωρισμένοι και περικυκλούντες τον Ναόν από μακρόθεν ως νήσον, μετά ταύτα ενούνται εις πολύ διάστημα και ως εις ποταμός διασχίζοντες την Λυκίαν εκχύνονται εις την θάλασσαν κατέναντι της νήσου Ρόδου. Αυτούς τους δύο ποταμούς ο φθονών εις τα αγαθά διάβολος, ο σπορεύς των ζιζανίων, τους συνεβούλευσε να στρέψουν κατεπάνω της Εκκλησίας και του Αγιάσματος του Αγίου, ώστε μηδέ ίχνος να φαίνηται πλέον ή σημείον, όπου ήτο το Αγίασμα· διότι ήτο και ο τόπος εύκολος, είχε δε και μεγάλην κατωφέρειαν, τόσον ώστε κατερχόμενον το ύδωρ με ορμήν να μη αφήση λίθον επί λίθου εις το μέρος εκείνο. Ήτο δε και πέτρα από μακρόθεν της Εκκλησίας, υψηλή κατά πολλά και μεγάλη, την οποίαν οι ασεβέστατοι επελέκησαν και έσκαψαν εις εν μέρος, δια να έρχεται το ρεύμα του ποταμού με θυμόν· έπειτα έκαμαν τάφρους μεγάλας και χανδάκια και περιέφραξαν τον τόπον εκείνον, ώστε να συναχθή το ύδωρ εις το μέρος της πέτρας και τότε να χαλάσουν την δέσιν, δια να έλθη το ρεύμα μετά μεγάλου θυμού να εξαλείψη και τον Ναόν και το Αγίασμα και τον Άρχιππον. Αλλά οι μεν μιαροί εκείνοι ούτως ηγωνίζοντο νύκτα και ημέραν, άνδρες, γυναίκες και παιδία, θέλοντες να εκπληρώσουν τον θυμόν των· ο δε του Θεού δούλος Άρχιππος, βλέπων την τοσαύτην μανίαν των ασεβών και ενθυμούμενος εις πόσον κίνδυνον έμελλε να καταντήση το πράγμα, κείμενος επί γυμνού του εδάφους εδέετο του Θεού και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, ίνα μείνη η βουλή των ασεβών ματαία και ανενέργητος και ισχύση η δύναμις του Θεού περισσότερον, παρά τας βουλάς των πεπλανημένων ανδρών εκείνων. Και εκείνος μεν εδέετο του Θεού νύκτα και ημέραν. Αφού δε επέρασαν δέκα ημέραι και συνεκεντρώθη ύδωρ περισσόν, διέλυσαν οι άθεοι τον φραγμόν περί το μεσονύκτιον, δια να χυθή ο ποταμός έξαφνα και παρ’ ελπίδα του Αρχίππου, να γίνη δε και του τόπου και του Οσίου εν τω άμα ο όλεθρος· αυτοί δε εστάθησαν εις το αριστερόν του Ναού, περιμένοντες το αποβησόμενον. Ο Άρχιππος, ως ήκουσε την σύγχυσιν των ανθρώπων και την ταραχήν των υδάτων, πλέον προθυμότερον προσηύχετο, λέγων τα του Προφήτου Δαβίδ λόγια· «Επήραν οι ποταμοί, Κύριε, επήραν οι ποταμοί φωνάς αυτών» και τα λοιπά του ψαλμού. Ταύτα προσευχομένου του Οσίου, θεία όρασις εφάνη, ώσπερ καταβάσα εκ των ουρανών, και εκάλει εξ ονόματος τον Άρχιππον. Αυτός δε μη δυνάμενος να ατενίζη προς το ορώμενον, έπεσεν επί πρόσωπον εις την γην. Τότε του είπεν ο λαλών· «Ανάστα εις τους πόδας σου και έλα εδώ έξω να ίδης την ακαταμάχητον δύναμιν του Θεού». Ανεθάρρησε τότε ο Άρχιππος εκ της φωνής και εξήλθε και είδε στύλον πυρός, φθάνοντα από της γης έως τον ουρανόν και φωνήν ήκουσεν απ΄ εκείθεν, ήτις του έλεγε να σταθή εις το αριστερόν μέρος και να μη φοβήται. Τότε ο φαινόμενος εσήκωσε την δεξιάν του και έκαμε τον τύπον του Σταυρού εις την πέτραν, την επάνωθεν της Εκκλησίας, λέγων· «Έως αυτού να είναι η κίνησίς σου». Και με το ακόντιον, το οποίον εφαίνετο βαστάζων εις την χείραν του, εκτύπησεν ισχυρώς τον τόπον και εσχίσθη η πέτρα από άνωθεν έως κάτω. Αλλ’ ω της δυνάμεώς σου, Χριστέ Βασιλεύ! «Είδοσαν αυτόν ύδατα», ως λέγει ο θείος Δαβίδ, «και εφοβήθησαν» και ως τείχος εστάθησαν. Πάλιν δε ποιήσαντος του Αρχαγγέλου το σημείον του Σταυρού και ειπόντος· «Χωνευθήτωσαν ενταύθα τα ύδατα», σεισμός μέγας και φοβερός εγένετο και το ύδωρ των ποταμών ευθέως κατεχώσθη εις την φάραγγα εκείνην την βαθυτάτην και είναι και έως την σήμερον ούτω φαινόμενοι οι ποταμοί εκείνοι και χωνευόμενοι εις την πέτραν, προς το άνωθεν μέρος της Εκκλησίας, ως προς το Βήμα· δια τούτο και ο τόπος εκείνος, πρώην ονομαζόμενος Κολασσαί, έκτοτε μετωνομάσθη Χώναι, δια την χώνευσιν των ποταμών εκείνων. Δια τοιαύτης βοηθείας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ ελευθερωθείς ο Άρχιππος εκ του πικρού θανάτου, λαμπρά τη φωνή ύμνει και εδόξαζε τον Θεόν και τον αυτού λειτουργόν Αρχιστράτηγον Μιχαήλ μεγαλοφώνως εμεγάλυνε. Ζήσας δε εκεί ενιαυτούς εβδομήκοντα και καλώς και θεαρέστως πολιτευσάμενος και επαυξήσας τον κόπον της αρετής του, προς ον ηγάπα Χριστόν χαίρων ανέδραμεν, ώσπερ καλός γεωργός σπείρας εν δάκρυσι, ν’ απολαύση τους καρπούς των ιδρώτων αυτού ευφραινόμενος. Και άλλα δε θαύματα άπειρα εγίνοντο καθ’ εκάστην ημέραν εις το Αγίασμα εκείνο, τα οποία εάν θελήση να διηγηθή τις λεπτομερώς, θα ομοιάση εκείνον όστις βούλεται να μετρήση τα άστρα του ουρανού ή την άμμον της θαλάσσης. Αλλά η μεν διήγησις του θαύματος του γενομένου παρά του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ εις τας Χώνας, περί του οποίου είναι και η πανήγυρίς μας σήμερον, ούτως έγινεν, ευλογημένοι Χριστιανοί. Πρέπον δε είναι εις ημάς, οι οποίοι ακούομεν των Αγίων τας ιστορίας και τα θαύματα, να μη επιθυμώμεν όλως δι’ όλου τα γήϊνα, αλλά να αναβιβάζωμεν τον νουν μας προς μόνα τα ουράνια· γνωρίζω και εγώ βέβαια πως από γης επλάσθη το σώμα μας και αγαπώμεν τα γήϊνα. Αλλά όστις θέλει να φανή δόκιμος κατά την ημέραν εκείνην την φοβεράν της κρίσεως, δεν είναι πρέπον να συλλογίζηται τας αναπαύσεις του σώματος, επειδή είναι φθαρταί και πρόσκαιροι, αλλά της αθανάτου και αφθάρτου ψυχής την ανάπαυσιν πρέπει να αναζητή και να επιδιώκη πάντοτε. Πως δε γίνεται αύτη η ανάπαυσις της ψυχής, ας ακούσωμεν του Αποστόλου Παύλου λέγοντος εν τη προς Κορινθίους Δευτέρα επιστολή· «Εάν η επίγειος ημών οικία του σκήνους καταλυθή, οικοδομήν εκ Θεού έχομεν, οικίαν αχειροποίητον αιώνιον εν τοις ουρανοίς». Ποία δε είναι η επίγειος κατοικία του σκήνους μας; Το σώμα το φθαρτόν και πρόσκαιρον, όπερ είναι μεν ως οίκος της ψυχής, όταν δε θελήση ο τεχνίτης Θεός να το χαλάση, ουδείς δύναται να εναντιωθή εις Αυτόν. Ποίος δε είναι ο οίκος ο αχειροποίητος, ο αιώνιος εις τους ουρανούς; Η αιώνιος Βασιλεία, η παλαιά μας Πατρίς, το πολίτευμα των αγαθών Χριστιανών, περί του οποίου και αλλού λέγει: «Το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει». Δι’ αυτόν τον οίκον πρέπει όλως δι’ όλου να φροντίζωμεν, ευλογημένοι Χριστιανοί, και να αγωνιζώμεθα, διότι εάν είχε κανείς δύο οίκους, ένα παλαιόν και σεσαθρωμένον, εκτισμένον από πλίνθους και ακάθαρτον κατά πολλά, και έτερον νέον και εύμορφον από λίθους πολυτίμους κατεσκευασμένον, ειπέτε μοι εις ποίον ηγάπα καλλίτερα να κατοική ο άνθρωπος εκείνος; Φανερόν είναι, ότι εις τον δεύτερον· ούτω και ημείς, επειδή συγκείμεθα από δύο πράγματα, και λεγόμεθα σύνθετοι από σώμα και ψυχήν, και το μεν σώμα είναι πρόσκαιρον οίκημα της ψυχής, η δε ψυχή λέγεται αιώνιος κατοικία του Θεού, δια τούτο πρέπει την αιώνιον κατοικίαν του Θεού να αγωνιζώμεθα πώς να καλλωπίσωμεν και όχι πώς να την χαλάσωμεν. Διότι όστις φθείρει τον ναόν του Θεού, ήτοι την ψυχήν του, φθερεί τούτον ο Θεός, ως ορίζει πάλιν ο αυτός Απόστολος Παύλος, εν τη προς Κορινθίους πρώτη επιστολή λέγων· «Ή ουκ οίδατε, ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστιν, ου έχετε από Θεού, και ουκ εστί εξ εαυτών»; Πότε δε μολύνεται το σώμα, ευλογημένοι Χριστιανοί, και γίνεται ανάξιον οίκημα του Αγίου Πνεύματος; Όταν ποιώμεν τα έργα της σαρκός. Ας ακούσωμεν του αυτού Αποστόλου λέγοντος εν τη προς Γαλάτας επιστολή: «Φανερά δε εστι τα έργα της σαρκός, άτινα εστι μοιχεία, ακαθαρσία, ασέλγεια, ειδωλολατρία, φαρμακεία, έχθρα, έρις, ζήλοι, θυμοί, ερίθειαι, διχοστασίαι, αιρέσεις, φθόνος, φόνος, μέθαι, κώμοι και τα όμοια τούτοις»· αυτά είναι τα έργα της σαρκός, αυτά μολύνουσι το σώμα, αυτά μιαίνουσι την ψυχήν. Τι το όφελος, αδελφοί μου, εάν δια την πρόσκαιρον θεραπείαν του σώματος χάσωμεν την αιώνιον ανάπαυσιν της ψυχής; Τι το κέρδος μας, εάν δια ολιγοχρόνιον ανάπαυσιν του σώματος κολάσωμεν την ψυχήν μας αιωνίως; Τι ωφέλησαν τον πλούσιον εκείνον της ευαγγελικής παραβολής αι πολλαί χαραί και τα συμπόσια τα περισσά; Εις ουδέν. Ολίγας ημέρας εχάρη, αλλά απέθανε και επήγεν εις την φλόγα την ακατάπαυστον της κολάσεως· εδώ εχαίρετο και ηυφραίνετο, αλλά εκεί εθλίβετο· εδώ έτρωγε και έπινεν, αλλά εκεί παρεκάλει τον Αβραάμ να στείλη τον Λάζαρον, τον ποτέ καταπεφρονημένον πτωχόν, δια να βάψη τον δάκτυλόν του εις το ύδωρ του Παραδείσου, να στάξη καν μίαν σταγόνα εις την γλώσσαν του την καιομένην. Βλέπετε, ευλογημένοι Χριστιανοί, τι απολαμβάνουσιν εκείνοι, οίτινες ζητούν την ανάπαυσιν του σώματος; Ενώ οι φροντίζοντες να ταλαιπωρούν το σώμα και να κόπτουν τα κακά των θελήματα, ουχί ούτως απολαμβάνουσιν, αλλά μάλλον ζωήν αιώνιον και χαράν παντοτινήν και Βασιλείαν ουρανών κληρονομούσι· μάρτυρα έχομεν τον θείον Απόστολον Παύλον, λέγοντα εν τη προς Κορινθίους πρώτη επιστολή: «Υπωπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ». Διατί, Παύλε; «Ίνα μη άλλοις κηρύξας αυτός αδόκιμος γένωμαι», τουτέστι, δια τούτο ταλαιπωρώ το σώμα μου και ως δούλον το σύρω εις το θέλημα του Θεού, ίνα μη κηρύττων εις άλλους την οδόν της Βασιλείας των ουρανών, αυτός εγώ μένω αδόκιμος δηλαδή αποδοκιμασθώ ως ευρεθείς ανάξιος δι’ αυτήν, αυτό σημαίνει αδόκιμος. Ώστε θέλει να είπη ο θείος Απόστολος, ότι δια τούτο στενοχωρώ το σώμα μου, ίνα μη άλλοι σωθώσι και εγώ μη κριθείς άξιος, ως μη τηρήσας το θέλημα του Θεού, ευρεθώ έξω της Βασιλείας των ουρανών. Μέγα εμπόδιον είναι προς αρετήν, αδελφοί μου ηγαπημένοι, η θεραπεία του σώματος· διο λέγει πάλιν ο αυτός Απόστολος Παύλος εν τη προς Γαλάτας επιστολή· «Η σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος, το δε πνεύμα κατά της σαρκός»· ήτοι το σώμα και η ψυχή είναι εναντία πράγματα· διότι το μεν σώμα είναι γήϊνον, η δε ψυχή ουρανία· το μεν είναι φθαρτόν, η δε άφθαρτος· επιθυμεί πάντοτε το σώμα τα εναντία της ψυχής. Ποία; Την πολυφαγίαν, την πολυποσίαν, την αμαρτίαν, τα οποία είναι θάνατος νοητός της ψυχής· η δε ψυχή πάλιν αγαπά εγκράτειαν, νηστείαν, αρετάς, άτινα υπερβαρύνουσι την σάρκα. Επειδή επιθυμεί το εν τα εναντία του άλλου, ας αφήσωμεν λοιπόν το φρόνημα της σαρκός, η οποία είναι εχθρά εις τον Θεόν, ως διορίζει ο αυτός Απόστολος εν τη προς Ρωμαίους επιστολή, και ας αποκτήσωμεν τα συμφέροντα της ψυχής. Ταύτα τα πράγματα ας φροντίσωμεν να κατορθώσωμεν, τα οποία ουδέ μετά τον θάνατόν μας χάνονται. Ας ίδωμεν τους εμπόρους τι κάμνουσι· κινδυνεύουσι νύκτα και ημέραν, θάλασσαν πλέουσι πολλάκις και τρικυμίας φοβεράς υπομένουσι, δεν φοβούνται πως θα πνιγώσι, δεν συλλογίζονται πως θα αιχμαλωτισθώσιν. Άλλοι δε πάλιν εις την στερεάν πεινώσι, κακοπαθούσι, ψύχη και παγετούς υπομένουσι, την καύσιν του ηλίου δέχονται, τους κλέπτας και τους ληστάς αψηφούν και ταύτα πάντα υπομένουσι, μόνον δια να αποκτήσουν κέρδος πρόσκαιρον και φθαρτόν. Ημείς δε, οίτινες ελπίζομεν να κερδήσωμεν Βασιλείαν ουρανών αιώνιον, οίτινες θαρρούμεν να απολαύσωμεν τα αγαθά, «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν»· δια ταύτα, είπατέ μοι, δεν πρέπει να υπομένωμεν πάσαν θλίψιν και στενοχωρίαν; Ναι, λέγομεν· και τον θάνατον, το βαρύτατον πράγμα, πρέπει να τον νομίζωμεν ως χαράν και αγαλλίασιν, μόνον να μη στερηθώμεν των αιωνίων αγαθών. Διότι και οι Άγιοι οι παλαιοί ούτως επολιτεύθησαν· οι Μάρτυρες, αυτόν τον σκοπόν έχοντες, υπέμειναν τας βασάνους· οι Όσιοι, αυτά συλλογιζόμενοι, ενήστευσαν και εταλαιπώρησαν την σάρκα. Αυτά και ημείς, ευλογημένοι Χριστιανοί, συλλογιζόμενοι νύκτα και ημέραν, ας σπουδάσωμεν να εκκόψωμεν τα θελήματα του σώματος και να αυξήσωμεν της ψυχής τα συμφέροντα, ίνα και της Βασιλείας των ουρανών επιτύχωμεν, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ζ΄ (7η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΣΩΖΟΝΤΟΣ.

Δημοσίευση από silver »


Σώζων ο Άγιος Μάρτυς κατήγετο από την Λυκαονίαν (ήτις είναι μέρος της Καππαδοκίας, ήτοι της Καραμανίας και νεύει προς Νότον κατά την Κιλικίαν), ακμάσας εν έτει σπη΄ (288), ωνομάζετο δε πρότερον Ταράσιος, αλλ’ αφού πιστεύσας εις τον Χριστόν έλαβε το θείον Βάπτισμα, ομού με τον προτερινόν του ασεβή βίον απέρριψε και το πρώτον του όνομα και μετωνομάσθη Σώζων. Έζη δε εις την περιφέρειαν εκείνην μετερχόμενος το έργον ποιμένος προβάτων. Αλλ’ όμως εγένετο συνάμα έκτοτε και ποιμήν ανθρώπων· διότι εις όσους τόπους μετέβαινε με το ποίμνιόν του ίνα βασκήση αυτό, εις όλους τους ανθρώπους, τους οποίους συναντούσεν, ωμίλει τον λόγον της ευσεβείας κηρύττων τα σωτήρια του Ευαγγελίου διδάγματα, και πολλούς από εκείνους κατώρθωνε δια της διδασκαλίας του να οδηγή εις την μάνδραν του Χριστού. Ήτο δε ο λαμπρός αυτός αριστεύς της θείας πίστεως ιλαρός μεν και γλυκύτατος κατά τον χαρακτήρα και πράος, έχων το θέλημά του εστηριγμένον εις τον νόμον του Κυρίου, και επάνω εις αυτόν εμελετούσεν ημέραν και νύκτα και με αυτήν την πολιτείαν και ζωήν του αληθώς ηξιώθη να απολαύση ο τρισμακάριος τον μακαρισμόν του Προφητάνακτος Δαβίδ. Με τοιαύτην όθεν ζωήν διήγε πάντοτε ο μακάριος Σώζων, και ούτως επολιτεύετο εν τω κόσμω· έτυχε δε μίαν φοράν με το ποίμνιόν του εις ένα μέρος όπου υπήρχε πηγή δροσερά, πέριξ δε αυτής βαθεία και άφθονος χλόη, εις την οποίαν άφησε το ποίμνιόν του να βοσκήση. Εκεί δε όπου εκάθητο προσέχων το ποίμνιόν του, ήλθεν εις αυτόν γλυκύτατος ύπνος, και συνάμα μία οπτασία, η οποία τον εθάρρυνε και τον ενίσχυεν έτι μάλλον προς την ευσέβειαν και τον έκαμε θερμότερον και του έδωσε πολύ θάρρος. Είτα δε η οπτασία εκείνη του απεκάλυψε και μίαν χάριν, ήτις έμελλε να έλθη άνωθεν εκ των ουρανών εις εκείνον τον τόπον. Ήκουσε δηλαδή φωνήν, η οποία του έλεγεν, ότι αυτός εδώ ο τόπος και η χώρα θα αποβή εις ωφέλειαν πολλών ανθρώπων, διότι εδώ θα εύρουν την σωτηρίαν των και θα δοξάζουν την Αγίαν Τριάδα. Εγερθείς δε εκ του ύπνου ο καλός εκείνος ποιμήν, ο μακάριος Σώζων, έρχεται εις την Πομπηϊούπολιν, και αφού παρετήρησε καλά και είδεν ότι η ασέβεια και η ειδωλολατρία ευρίσκετο εκεί εις μεγάλην ακμήν και αύξησιν, η δε Χριστιανική πίστις και ευσέβεια προς τον αληθινόν Θεόν ήτο όλως διόλου παρημελημένη και περιφρονημένη, δεν υπέμεινεν αυτό, και δεν εβάσταξεν η ψυχή του, αλλ’ αμέσως μία μεγάλη και οξυτάτη ορμή και προθυμία εισέδυσεν εις την καρδίαν του, και εις πόνος τόσον δριμύς τον εκυρίευσεν όλον, ώστε ελθών πλησίον εις τον ναόν εκείνων των ασεβών, εις τον οποίον ίστατο το χρυσούν άγαλμα, κατέθραυσεν αμέσως την χρυσήν δεξιάν χείρα του, και αφού την επώλησεν εις τους χρυσοχόους αντί μεγάλης αξίας, εμοίρασεν όλα τα χρήματα, τα οποία έλαβεν, εις τους πτωχούς και ενδεείς της πόλεως εκείνης. Εις την πράξιν ταύτην προέβη ο μακάριος Σώζων κρυφίως, χωρίς να τον αντιληφθούν διόλου οι νεωκόροι, οι οποίοι ιδόντες τον ακρωτηριασμόν του αγάλματος, ήρχισαν πάραυτα να συλλαμβάνουν πολλούς ανθρώπους αθώους, οίτινες δεν είχον διαπράξει το έργον αυτό, και τους έσυρον εις το δικαστήριον ως ενόχους της ιεροσυλίας δια να δικασθούν και τιμωρηθούν, τους οποίους εθεώρησαν ως πλέον μιαρωτάτους από τους κακούργους όλους, όσους είχον κεκλεισμένους εις το δεσμωτήριον, επειδή δήθεν είχον διαπράξει μίαν μεγάλην ιεροσυλίαν και είχον βλάψει του θεού των το άγαλμα. Δεν ήθελε δε ουδείς να έλθη εις βοήθειαν των δυστυχών εκείνων αθώων, αλλά και όσοι ήσαν φίλοι των τους απεστρέφοντο, και οι δεσμοφύλακες ακόμη· διότι με αυτόν τον τρόπον φερόμενοι οι ασεβείς εκείνοι άνθρωποι ενόμιζον ότι θα φανούν ευχάριστοι εις τον θεόν των, εάν με σκληρότητα ήθελον φερθή προς τους συλληφθέντας. Αλλ’ όμως ο γενναίος αθλητής Σώζων, επιθυμών να παρουσιασθή και να ομολογήση την ευσέβειαν, απολύση δε ούτω και σώση τους αθώους εκείνους ανθρώπους, οίτινες δεν ήξευρον οι ταλαίπωροι κανέν από τα συμβάντα, εμφανίζεται εις τους νεωκόρους και αναγγέλλει ότι αυτός είναι ο αυτουργός της πράξεως, δια της οποίας αφήρεσε την χρυσήν χείρα τού αγάλματος. Ακούσαντες αυτά οι νεωκόροι τον συνέλαβον αμέσως και τον έφεραν εμπρός εις τον ηγεμόνα της Κιλικίας Μαξιμιανόν, όστις εδείκνυε μεγάλην σπουδήν δια την αύξησιν και επικράτησιν της ασεβείας, εκτελών αυστηρώς το βασιλικόν διάταγμα, το οποίον είχεν εκδοθή εκείνας τας ημέρας. Ούτος είχε διατάξει να προσφέρουν μεγαλοπρεπή και πολυδάπανον θυσίαν εις το χρυσούν αυτό άγαλμα, το οποίον ετιμάτο εις την πόλιν εκείνην, θέλων με τούτο να φανερώση επιδεικτικώς εις το πλήθος την δεισιδαιμονίαν του, την οποίαν είχεν εις τα είδωλα, και να φανή με αυτόν τον τρόπον αρεστός εις τον βασιλέα. Καθίσας όθεν ο ηγεμών επί βήματος υψηλού, διέταξε να του παρουσιάσουν τον Μάρτυρα, προς τον οποίον με πάσαν σοβαρότητα και υπερηφάνειαν και με ένα πολύ υπερφίαλον βλέμμα λέγει· «Πως ονομάζεσαι, ποία είναι η θρησκεία σου και από ποίαν χώραν είσαι»; Ο δε Μάρτυς απήντησεν· «Οι μεν γονείς μου, όταν εγεννήθην, Ταράσιον με ωνόμασαν, αλλά εις το θείον Βάπτισμα με μετωνόμασαν Σώζοντα· πατρίς μου δε είναι η Λυκαονία, διότι εκεί εγεννήθην· εις δε την πίστιν είμαι Χριστιανός και τον Χριστόν μόνον τον αληθινόν Θεόν προσκυνώ και λατρεύω, ο οποίος έκτισε τον ουρανόν και την γην». Ηρώτησε τότε ο Μαξιμιανός· «Ποία αφορμή σε έφερεν εδώ εις αυτήν την πόλιν»; Απήντησεν ο Σώζων· «Ποιμαίνω μίαν ποίμνην προβάτων και περιέρχομαι τον τόπον προς βοσκήν αυτών· οποιονδήποτε δε μέρος με χλόην άφθονον και με ύδατα διαυγή, το οποίον να είναι κατάλληλον προς βοσκήν εύρω, εις κάθε καιρόν του χρόνου, εις αυτό οδηγώ και τα πρόβατά μου να βοσκήσουν». Λέγει ο Μαξιμιανός· «Πως ετόλμησες να διαπράξης μίαν τόσον μεγάλην ασέβειαν και να αφαιρέσης την δεξιάν χείρα του θεού»; Εις ταύτα αποκριθείς ο Σώζων είπεν· «Ότι μεν αυτό το οποίον έπραξα δεν είναι κανέν τολμηρόν έργον ούτε τις θα ήθελε το θεωρήσει ως έγκλημα, μού φαίνεται ότι και ο ιδικός σου θεός το μαρτυρεί· διότι αυτός ούτε καμμίαν οργήν έδειξεν εναντίον μου, όταν του αφήρεσα την χείρα, ούτε ομιλεί καν όλως ούτε αγανακτεί, διότι έπαθέ τινα δεινήν ύβριν και καταισχύνην· αλλ’ ούτε υβρισθείς εποίησε κακόν τι εις εμέ τον υβρίσαντα αυτόν· εάν δε ίσως επί τέλους ήθελε λάβει φωνήν, μου φαίνεται ότι αυτός περισσότερον θα εγκαλέση σάς και φανερά θα σας κατηγορήση, ότι αφήσατε τον Δημιουργόν των όλων και προς την άψυχον ύλην, λίθους και ξύλα και μέταλλα στραφέντες, αυτά νομίζετε θεόν και αυτά λατρεύετε, και εφάνητε τω όντι αχάριστοι και αγνώμονες προς τον ευεργέτην». Λέγει ο ηγεμών· «Εάν αληθινά θέλης, όχι μόνον να λάβης συγχώρησιν δι’ όπερ έπραξας, αλλά προσέτι και αμοιβάς μεγάλας, άφησε αυτάς τας φλυαρίας και σώσον, Σώζον, τον εαυτόν σου, ελθέ να προσκυνήσης τους θεούς». Ο δε Μάρτυς είπε· «Και πως δεν θα είμαι εγώ πολύ περισσότερον αναισθητότερος και από αυτόν τον θεόν σας, αφού θα προτιμήσω να τιμώ αυτόν, ο οποίος ούτε τον εαυτόν του δεν ηδυνήθη να υπερασπίση, όταν κατησχύνθη από εμέ; Ούτε καμμίαν φωνήν άφησε, ούτε επροσκάλεσε κανένα εις βοήθειάν του, ούτε εάν ήθελε πάθει και το πλέον από όλα αθλιώτερον ήτο ικανός να διαμαρτυρηθή. Πρόσεχε λοιπόν, ω ηγεμών, μήπως με το να τιμάς και να πλάττης και κατασκευάζης εκάστην ημέραν θεούς, και να μεταπλάττης άλλους, πρόσεξε, λέγω, μήπως ούτω πράττων, κάμνεις χειροτεχνίαν την δημιουργίαν των θεών». Τότε ο Μαξιμιανός, αναβράσας από τον θυμόν του, παρέδωκε τον Μάρτυρα εις πικράς τιμωρίας και φοβερά βασανιστήρια. Και κατά πρώτον μεν έξεσαν το σώμα του με σιδηρούς όνυχας· η δεινοτάτη δε αύτη βάσανος έφθανε μέχρι των οστών του Μάρτυρος, όστις επεκαλείτο την βοήθειαν και συμμαχίαν του Θεού, με μεγάλην ιλαρότητα και απάθειαν υπομένων την σκληράν αυτήν τιμωρίαν ωσάν να είχε το σώμα του από σίδηρον και διέμενεν απαθέστερος και από αυτούς ακόμη τους ξέοντας. Τότε ο Μαξιμιανός ήρχισε να μεταχειρίζηται άλλα διαφόρου είδους βασανιστήρια, και διέταξε να φορέσουν εις τον Αθλητήν υποδήματα, τα οποία είχον εντός καρφία σιδηρά και τον αναγκάζουν να βαδίζη. Εκείνος δε ο μακάριος, μη αισθανόμενος διόλου τον πόνον, έτρεχεν ως να επατούσεν επάνω εις ρόδα· και καθώς έβλεπε να τρέχουν από τους κατατρυπηθέντας πόδας του άφθονα αίματα, ενόμιζεν ο αοίδιμος ότι περιβρέχεται από κανέν ευχάριστον και γλυκύτατον ύδωρ, τους δε χλευασμούς του τυράννου και τους εμπαιγμούς των παρεστώτων εθεώρει ως ευφημίας του και εγκώμια, και εφαίνετο ότι είναι στολισμένος ο Αθλητής με το αίμα καλύτερον και ευμορφότερον από ό,τι ήτο εστολισμένος ο ηγεμών με την χλαμύδα του αξιώματός του. Είτα ήρχισε και ο ηγεμών να τον εμπαίζη και του έλεγεν· «Αύριον όταν θα εξέλθη η θεά, να παίξης τον αυλόν, ω Σώζον, και σου ορκίζομαι ότι αυτή η ιδία θα σε απαλλάξη ευθύς από πάσαν τιμωρίαν και ποινήν, και θα σε αθωώση από το έγκλημά σου, το οποίον εναντίον της διέπραξας». Προς ταύτα ο Μάρτυς απήντησε· «Συ μεν λέγεις αυτά εις εμπαιγμόν και χλεύην ιδικήν μου, με το να σε παρακινή εις αυτό ο κακός δαίμων, τον οποίον φέρεις εις τα σπλάγχνα σου· εγώ δε, γνώριζε, ότι μετά από το μεγάλον καλόν, το οποίον ηξιώθην να απολαύσω, το άγιον Βάπτισμα, έπαιξα με χαράν τον αυλόν μου εις ένα αγρόν όπου εσύναζα τα πρόβατά μου εις βοσκήν, καλέσας αυτά με του αυλού τον ήχον, και τώρα άδω τω Κυρίω άσμα καινόν, κατά τον Προφητάνακτα, με το οποίον ευαγγελίζομαι την σωτηρίαν όλων των ανθρώπων, την οποίαν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ωκονόμησε γενόμενος άνθρωπος, σταυρωθείς και αναστάς· η δε ιδική σου θεά θα ίσταται ως ο όνος έναντι του αυλού, κατά την παροιμίαν, με το να είναι όλως διόλου άψυχος και αναίσθητος». Ακούσας ταύτα ο Μαξιμιανός έγινεν όλως διόλου θηρίον από τον θυμόν του εναντίον του Μάρτυρος, και διέταξε να τον μαστιγώσουν σκληρότερα από πρωτύτερα τόσον, ώστε, ως είπε, να σαλευθούν αι αρθρώσεις και αι συνδέσεις των οστών του με την βάσανον ταύτην και να διαλυθούν άπασαι αι αρμονίαι του σώματός του, και να εκχυθούν τα εντόσθιά του όλα ως το ύδωρ. Έπειτα διέταξε με μίαν φοβεράν απειλήν να ανάψουν πυράν, εντός της οποίας να ρίψουν ό,τι λείψανον ήθελεν απομείνει από τα μέλη του μετά την σκληροτάτην μαστίγωσιν, δια να κατακαή και να μη απολαύση ούτε την ταφήν την οποίαν απολαμβάνουν κοινώς όλοι οι άνθρωποι. Ταύτα διέταξεν ο Μαξιμιανός και όλα εγένοντο· και με τας φοβεράς πληγάς, τας οποίας έδιδον οι δήμιοι εις τον Μάρτυρα με τας μάστιγας, έπιπτον αι σάρκες του εις τεμάχια και απεγυμνώνετο η εσωτερική του σώματός του διάπλασις, ώστε να φαίνωνται τα εντόσθιά του. Ο δε γενναίος του Χριστού Αθλητής εφαίνετο ωσάν να ευρίσκετο εντός ωραιοτάτου τινός κήπου ή χλοερού τινος λειμώνος κόπτων άνθη εαρινά· επάνω δε εις την χαράν αυτήν και αγαλλίασιν παρέδωκεν ο μακάριος την ψυχήν του εις χείρας του Θεού. Αμέσως δε ήναψαν οι δήμιοι την πυράν· και καθώς η φλοξ αυτής ανέβαινεν υψηλά, αίφνης μια φοβερά βροντή ηκούσθη, η οποία επροξένησε φρίκην εις τους παρεστώτας και τρόμον, και συγχρόνως μια δυνατή βροχή με χάλαζαν κατέπεσεν, η οποία τους δημίους διεσκόρπισε και εγένοντο άφαντοι. Οι δε φιλομάρτυρες και μάλιστα οι πλέον θερμότεροι και επισημότεροι από τους Χριστιανούς, ευρόντες ευκαιρίαν κατάλληλον, επειδή δεν τους ημπόδιζε κανείς πλέον ούτε τους έβλεπε, μετά πολλής χαράς περισυνέλεξαν τα μαρτυρικά λείψανα. Εις το διάστημα αυτό επήλθε πλέον και η νυξ· αλλά και τούτο ακόμη δεν έφερε κανέν εμπόδιον εις το ευσεβές έργον των· διότι ακριβώς δεν ήτο νυξ και σκότος η νυξ εκείνη, διότι φως λαμπρότατον λάμπον θαυμασίως διηυκόλυνε τους ευσεβείς εκείνους και ευλαβείς Χριστιανούς, ώστε να διακρίνουν τα εναπομείναντα μέλη του Μάρτυρος και ούτω πολύ εύκολα με αυτήν την φωταυγίαν εσύναξαν άπαντα, τα οποία μετά πολλής ευλαβείας και κατανύξεως έθαψαν λαμπρώς τη εβδόμη του Σεπτεμβρίου μηνός. Το δε φως εκείνο, το οποίον τους ωδήγησεν εις την συλλογήν των ιερών μελών, ήλθε και άνω του τάφου και παρέμεινεν έως ου γίνη η ταφή όλων των λειψάνων· μετά δε την ταφήν, η νυξ πάλιν έλαβε την φυσικήν της σκοτίαν. Και ούτω δι’ όλων αυτών των σημείων ανεκηρύχθη ο λαμπρός στεφανίτης και Αθλητής Σώζων, εις δόξαν του Θεού και Πατρός και του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και του Αγίου Πνεύματος της Παναγίας Τριάδος. Η πρέπει τιμή και κράτος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Η΄ (8η) η Γέννησις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ και αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ.

Δημοσίευση από silver »

Μαριάμ της Θεόπαιδος και Θεοτόκου τα άγια Γενέθλια εορτάζομεν σήμερον. Ταύτης ο πατήρ Ιωακείμ και η μήτηρ Άννα είλκον αμφότεροι το γένος από την βασιλικήν φυλήν του Δαβίδ· όθεν ήσαν και κατά το σώμα και κατά την ψυχήν ευγενέστατοι από όλους. Επειδή δε παρέμενον άτεκνοι και ωνειδίζοντο δια την ατεκνίαν των ταύτην, τούτου ένεκεν δεν έπαυον από του να προσφέρουν εις τον Θεόν διπλά τα δώρα των ως πλούσιοι και φιλόθεοι. Επειδή όθεν και οι δύο ελυπούντο δια το όνειδος της ατεκνίας, ο μεν Ιωακείμ επήγεν εις το όρος, η δε Άννα εισήλθεν εις τον κήπον και οι δύο ομού παρεκάλουν με δάκρυα τον Θεόν δια να χαρίση εις αυτούς καρπόν κοιλίας· δια τούτο και έτυχον του ποθουμένου, και εγέννησαν την Θεοτόκον Μαρίαν, την πάντων Αγίων Αγιωτάτην· και ούτω απέκτησαν μίαν καλλιτεκνίαν ασύγκριτον και εξοχωτάτην, ήτις υπερείχεν όλας τας καλλιτεκνίας των ανθρώπων· και μακάριοι όντες καθ’ εαυτούς δια την ενάρετον και θεοφιλή αυτών γνώμην, πολλώ μάλλον μακαριώτεροι έγιναν δια την ασύγκριτον χάριν και θείαν τεκνογονίαν ης ηξιώθησαν· επειδή από την ιδικήν των θυγατέρα, ήτοι την αειπάρθενον Μαριάμ, κατεδέχθη να γεννηθή ο Υιός του Θεού. Πως δε και η θεοπρομήτωρ Άννα κατήγετο από την βασιλικήν φυλήν του Δαβίδ λέγομεν με συντομίαν τα εξής: Εικοστός τρίτος από το γένος του Δαβίδ ευρίσκεται ο Ματθάν (ή ακριβέστερον ειπείν εικοστός έβδομος, κατά την γενεαλογίαν του Ευαγγελιστού Ματθαίου). Ούτος λοιπόν λαβών γυναίκα Μαριάμ την εκ της φυλής του Ιούδα καταγομένην, εγέννησεν υιόν τον Ιάκωβον, τον πατέρα Ιωσήφ του Μνήστορος, και τρεις θυγατέρας, Μαρίαν, Σοβήν και Άνναν. Και η μεν Μαρία γεννά Σαλώμην την μαίαν, η δε Σοβή γεννά την Ελισάβετ, η δε Άννα γεννά την Θεοτόκον· ώστε η Σαλώμη, η Ελισάβετ και η Θεοτόκος είναι εγγοναί μεν του Ματθάν και Μαρίας της γυναικός αυτού, πρώται δε εξαδέλφαι μεταξύ των.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Θ΄ (9η) Σεπτεμβρίου, μνήμη των Δικαίων Θεοπατόρων ΙΩΑΚΕΙΜ και ΑΝΝΗΣ.

Δημοσίευση από silver »


Ιωακείμ και Άννης των Αγίων Θεοπατόρων την μνήμην εορτάζομεν σήμερον, διότι εγένοντο πρόξενοι της παγκοσμίου χαράς, με την γέννησιν της θυγατρός αυτών και Κυρίας ημών Θεοτόκου· η κυρίως όμως μνήμη της τελευτής αυτών εορτάζεται κατά την εικοστήν πέμπτην του Ιουλίου.

ΕΓΚΩΜΙΟΝ εις τους Αγίους Θεοπάτορας ΙΩΑΚΕΙΜ και ΑΝΝΑΝ

Η χθες της Θεοτόκου γενεθλιακή πανήγυρις, την της παγκοσμίου χαράς ημίν εορτήν ευφήμοις δεδοξολόγημεν υμνωδίαις· η δε σήμερον ημέρα, την ευχαριστίαν τοις γεννήτορσι προσφέρει της Θεομήτορος, ων η αφορμή, απαρχή της απάντων γέγονε σωτηρίας. Τοίνυν της θυγατρός εστιν η των γονέων πανήγυρις· ώσπερ γαρ επί δόξη μητρός συνδοξάζεται τέκνον, ούτω και επί υμνωδία τέκνου, συμμεγαλύνεται μήτηρ· και η σήμερον ευφροσύνη, μνήμη εστι Δικαίων μετ’ εγκωμίων. Εγένετο εν τοις παλαιοίς καιροίς ανήρ δίκαιος εκ φυλής Ιούδα, ω όνομα Ιωακείμ· ανήρ ένδοξος εν οσιότητι και ευλαβεία· ανήρ επίσημος εν ευγενεία και πλούτω· ανήρ φιλότιμος εν προσαγωγαίς θυσιών· ανήρ εν πάσιν ευάρεστος τω Θεώ· ανήρ επιθυμιών των του Πνεύματος, ότι περ άτεκνος ων και επιθυμία επί τέκνω συνεχόμενος, την του παναγίου Πνεύματος γεγένηκε Νύμφην· ανήρ ως αληθώς επιτυγχάνων, ότι εισήκουσεν ο Θεός των ευχών αυτού δωρησάμενος τούτω την υπέρ πάντα τα ποιήματα των ουρανίων και επιγείων υψηλοτέραν αξίως θυγατέρα. Τώδε ην γυνή θεοσεβής, όνομα αυτή Άννα, εκ της βασιλικής φυλής του Ιούδα, ήτοι του Δαβίδ, καταγομένη· γυνή, παντός απεχομένη κακού· γυνή, πιστώς τα προς τον Θεόν συνοικούσα τω ανδρί· γυνή, προσφοραίς και προσευχαίς μεγαλοδώροις συν τω ιδίω ανδρί τω Ναώ του Θεού προσκαρτερούσα· γυνή, εν ομονοία ψυχής και σωφροσύνη σώματος το μονότροπον αεί της γνώμης μετά του ανδρός κτησαμένη· κατά γαρ την πλάσιν του συζευχθέντος αυτή παρά Θεού, το οστούν διέσωσεν ασυντρίπτως του ανδρός, δια το φιλόθεον, το φίλανδρον αυτώ φυλάξασα της ξυνωρίδος. Ου γαρ βλαπτικώς ως η Εύα μετεποιήθη, αλλά βοηθός τω ανδρί συνηρμόσθη επί τε τοις των αρετών πολιτεύμασιν, επί τε ταις προς Θεόν ικεσίαις· ίσως γαρ άμφω περί την δέησιν της του τέκνου επιθυμίαις συνέκαμνον. Καθάπερ γεωργός άμα τη αυτού γυναικί χώραν καλλιεργήσαντες χέρσον, τον σπόρον καταβαλλόμενοι, της ευφορίας των καρπών επιτυχείν δι’ ευχής εκδέχονται. Ουχ ως η Εύα ζήσασα τω Αδάμ, αλλ’ ως συνεργός ευχρηστίας· και συμπονούσα μετ’ αυτού επί ταις ψυχικαίς εργασίαις, και ως αληθώς μερίς αγαθή τελεσφορήσασα την κοίτην τω ανδρί. Η μεν γαρ Εύα δια καρπόν φυτού, τω κόσμω λύπης εγένετο πρόξενος· η δε του Ιωακείμ Άννα δια καρπόν κοιλίας, τω κόσμω την χαράν εμνηστεύσατο. Πάσι μέντοι γνωστόν ως εν τη Γαλιλαία των Εθνών η Θεοτόκος ευηγγελίσθη Μαρία, εν τω οίκω του τέκτονος Ιωσήφ του και χρηματίσαντος μνήστορος αυτής· εύδηλον δε πάλιν ως εν Βηθλεέμ γεγέννηκε τον Χριστόν, ότι και πατρίς αύτη η πόλις ετύγχανεν ως από μητρός, καθά παρακατιών ο λόγος παραστήσει. Ο γαρ πατρικός αυτής οίκος, ο την προβατικήν περικλείων εν Ιερουσαλήμ υπήρχεν, ως ο λόγος, κολυμβήθραν, εν η τον εν οκτώ και τριάκοντα χρόνοις κατακείμενον παράλυτον ο Χριστός και Θεός ημών εθεράπευσεν εξεγείρας, ως εξ εκείνου μέλλων συμβολικώς του οίκου εκπορεύεσθαι ποιμήν των λογικών προβάτων· είτα και δια της εκείσε του ύδατος κολυμβήθρας, του θείου προτυπουμένου Βαπτίσματος και χρίσματος. Και γαρ της χρονίας πλάνης η νόσος, τας των ανθρώπων ως εν τάξει μελών παραλύσασα ψυχάς, τη καθάρσει του πνεύματος δι’ ύδατος εφυγαδεύθη. Ώσπερ και εν προσώπω της Βηθλεέμ ο άρτος εφυράθη ο νοητός της ζωής, ένθα και ο Χριστός αγγελοφανώς υπεδείχθη τω Αβραάμ, ο και τω Ιακώβ συμπαλαίσας Αγγέλου μορφή. Αυτός γαρ εστιν ο ελθών ευαγγελίσασθαι τοις μακράν και τοις εγγύς· αυτός εστι το Ευαγγέλιον της δικαιοσύνης· αυτός εστιν ο διαγγέλων το πρόσταγμα του Θεού και Πατρός· αυτός ο της μεγάλης βουλής Άγγελος ώτινι ο Πατήρ σύμβουλος γεγονώς, ειρήκει «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν». Ούτός εστι και της αληθινής ζωής ο άρτος ο τω Βηθλεέμ ονόματι προκυρωθείς· Βηθλεέμ γαρ οίκος άρτου ερμηνεύεται. Ο εν τη σκηνή του βραάμ εγκρυφίως πεμφθείς, ήγουν εν μυστηρίω Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας. Πρόσφορον ουν ειπείν δια ταύτα: Ηυλόγησε Κύριος τον οίκον Δαβίδ του Βασιλέως, δια την εκ σπέρματος αυτού φανείσαν Παρθένον. Ηυλόγησε τον οίκον Ιωακείμ και Άννης των δικαίων, δια την τούτων ηγιασμένην θυγατέρα. Ηυλόγησε τον οίκον Ιωσήφ, δια την μυστικώς αυτώ παραδοθείσαν Νύμφην, την όντως αγνήν και αεί Παρθένον του Χριστού Μητέρα, την Θεοτόκον Μαρίαν. Όθεν επί τούτοις μακάριοι αληθώς της Θεομήτορος οι γεννήτορες, οις ο κόσμος αξίαν έχει την οφειλήν· οι μεν γαρ Προφήται, ότι περ δι’ αυτών αψευδώς εχρηματίσθησαν περί της ενανθρωπήσεως του Χριστού· οι Απόστολοι, ότι δια της αυτών θυγατρός υιοί φωτός εγεννήθησαν· οι Άγιοι, ότι μαρτυρικώς εστεφανώθησαν· οι Όσιοι και Δίκαιοι, ως των μελλόντων αγαθών κληρονόμοι· οι αμαρτωλοί, ως ταις πρεσβείαις ελεούμενοι της αειπαρθένου και Θεοτόκου· οις και βοώμεν ευχαρίστως. Χαίρε πάνσεπτε Πάτερ, της μετά Θεόν ελπίδος ημών Ιωακείμ· χάρις τη οσφύϊ σου. Χαίρε Μήτερ πάντιμε, της μητρός της ζωής ημών Άννα· δόξα τη νηδύϊ σου. Χαίροις Πάτερ, του πολυσπόρου γεννήματος γεωργέ. Χαίροις Μήτερ της σωτηρίας ημών. Χαίρε Πάτερ, του ουρανίου βότρυος υπηρέτα· Χαίρε Μήτερ, της αγαθής γης εκατονταπλασίων άρουρα. Χαίρε Πάτερ, του εμψύχου παραδείσου γεωργέ· Χαίρε Μήτερ, του ακλινούς κλάδου δένδρον. Χαίρε Πάτερ, του ασπίλου μαργαρίτου φύλαξ· Χαίρε Μήτερ, του καθαρού σμαράγδου πέτρα. Χαίρε Πάτερ, της ζωηρρύτου πηγής φλέξ· Χαίρε Μήτερ, της τεκνογόνου δίψης υδρία. Πληρούται το στόμα ημών του υμνήσαι της αγιωσύνης υμών τα εξαίρετα. Αλλ’ ουκ εσμέν ικανοί την θεόζευκτον υμών υμνήσαι δυάδα, ει μη γε κατά την φωνήν του εγγόνου υμών κατά σάρκα Χριστού αμφοτέρους μακαρίσαι και ειπείν· «Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς»· υμείς γάρ εστε οι δια την ατεκνίαν ονειδισθέντες άγιοι και ρημάτων ακούσαντες πονηρών, αλλ’ ευφρανθέντες μετ’ ολίγον επί τεκνογονία· και αρκεί υμίν προς έπαινον Μητέρα Θεού γεγενηκέναι. Αληθώς γαρ ως άξιοι προωρίσθησαν οι Δίκαιοι της Θεοτόκου γεννήτορες και συγγενείς γενέσθαι κατά σάρκα Χριστώ και ως εκ γένους επισήμου βασιλικού, λέγω, και ιερατικού τιμηθήναι· εξ αμφοίν γαρ η Θεοτόκος σεμνολογείται, επιμίκτων των δύο φυλών απ’ αρχής κατά διαφόρους τρόπους γεγενημένων. Ένθεν λοιπόν και επί των της Θεοτόκου γονέων ούτω: Ζαχαρίας ο πατήρ Ιωάννου αδελφόν έσχε συνιερέα καλούμενον Αγγαίον προ αυτού τετελευτηκότα· τούτου του Αγγαίου θυγατέρα προς γάμον ηγάγετο Ιωσήφ ο τέκτων, εξ ης τέσσαρας έσχεν υιούς και θυγατέρας δύο, ων εις ην Ιάκωβος ο επικληθείς αδελφός του Κυρίου, ο και πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων· και το όνομα της γυναικός τούτου Σαλώμη, ουχ η μαία αλλ’ ετέρα· μετά δε τον θάνατον ταύτης, μνηστεύεται ο Ιωσήφ την Θεοτόκον Μαρίαν, κατά το μητρικόν γένος καταγομένην από Ματθάν του Ιερέως, και αυτού από Σολομώντος του υιού Δαβίδ καταγομένου, ως φησί το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον γενεαλογούν. Ούτος γαρ ο Ματθάν τρεις έσχε θυγατέρας εκ Μαρίας της γυναικός αυτού, ων τα ονόματα Μαρία, Σωβή, Άννα. Η ουν Μαρία γεννά Σαλώμην την μαίαν· η δε Σωβή γεννά την Ελισάβετ την μητέρα του Ιωάννου του Βαπτιστού. Η δε Άννα, γεννά την Θεοτόκον Μαρίαν εν Βηθλεέμ, την κατά το όνομα της μάμμης και θείας επικληθείσαν Μαρίαν. Ως είναι την Ελισάβετ ανεψιάν μεν της Άννης, εξαδέλφην δε της Θεοτόκου, κυρούντος αμφότερα του Ευαγγελίου, δια μεν το πατρώον γένος και σαρκικόν του Χριστού «ην, φησίν, ο Ιησούς ωσεί ετών τριάκοντα αρχόμενος, ων, ως ενομίζετο, υιός του Ιωσήφ, του Ηλί, του Ματθάν»· δια δε το μητρώον «Ιδού, φησίν, Ελισάβετ η συγγενής σου». Ων ένεκα, δόξα τη συγκαταβάσει του Θεού ημών, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”