Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2443
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Κ΄ (20Η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ και της συνοδείας αυτού, ΘΕΟΠΙΣΤΗΣ της α

Δημοσίευση από silver »

Τη Κ΄ (20Η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ και της συνοδείας αυτού, ΘΕΟΠΙΣΤΗΣ της αυτού συζύγου, ΑΓΑΠΙΟΥ τε και ΘΕΟΠΙΣΤΟΥ των υιών αυτών.

Ευστάθιος ο καλλίνικος του Χριστού Μεγαλομάρτυς ήτο Στρατηλάτης εν Ρώμη κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Τραϊανού του εν Ρώμη βασιλεύσαντος κατά το έτος 98μ.Χ. Ήτο δε ούτος ονομαστός και περιφανέστατος δια τας επιτυχείς νίκας του εν πολέμοις και δια τα έξοχα και μεγάλα ανδραγαθήματά του. Και πλούτον δε είχεν ουκ ολίγον και εξ ευγενών κατήγετο γονέων, και ανδρειότατος ήτο και πολύ εμβριθής εις τας σκέψεις και πράξεις του· ωνομάζετο δε Πλακίδας πριν βαπτισθή και γίνη οπαδός του Χριστού. Αλλ’ εκτός των στρατιωτικών προτερημάτων του είχε και πολλάς άλλας αρετάς· ήτο εγκρατής εις τας ορέξεις και επιθυμίας της σαρκός, σώφρων, φιλοδίκαιος, φιλελεήμων και με ένα λόγον ενάρετος. Είχε δύο άρρενα τέκνα, τα οποία καθ’ όλα ωμοίαζαν με αυτόν, και εις τα σωματικά και εις τα πνευματικά χαρίσματα· και η σύζυγός του δε, ήτις ωνομάζετο Τατιανή, εις όλας τας εναρέτους πράξεις ωμοίαζε προς αυτόν. Εν καιρώ δε ειρήνης, ίνα μη μένη ο στρατός άεργος και συνηθίζη εις την ανανδρίαν και οκνηρίαν, εγύμναζε τους στρατιώτας εις το κυνήγιον διαφόρων ζώων, συναγωνιζόμενος ο ίδιος μετ’ αυτών και διαγωνιζόμενος περί την κυνηγετικήν τέχνην. Εν ω λοιπόν ημέραν τινά κατεγίνετο εις εν δάσος περί το κυνήγιον, βλέπει μακρόθεν μίαν έλαφον μεγαλόσωμον, η οποία φεύγουσα έστρεφε και τον παρετήρει εις τους οφθαλμούς· ο δε Άγιος, ιδών αυτήν, ώρμησεν έφιππος κατ’ αυτής να την φθάση, αλλά δεν ηδυνήθη να την πλησιάση· έτρεξαν δε τότε και άλλοι τινές εις βοήθειάν του, πλην και τούτων οι ίπποι απέκαμον, αυτοί δε απελπισθέντες πλέον να την φθάσωσιν, εστάθησαν· μόνος δε ο Άγιος, χωρίς να αγανακτήση δια τούτο, εξηκολούθει να την κυνηγά, έως ου κάθιδρως και αυτός και ο ίππος του έφθασαν εις μέγα χάσμα της γης· και η μεν έλαφος, πηδήσασα το χάσμα, εστάθη αντίκρυ και τον έβλεπεν, ο δε ίππος του Αγίου ήτο των αδυνάτων να το πηδήση· δια τούτο παρετήρει ο Άγιος να εύρη κανέν μέρος κατάλληλον, ίνα διέλθη τα χάσμα. Αίφνης στραφείς βλέπει ότι εν μέσω των κεράτων της ελάφου υπήρχε σταυρός λαμπρότερος του ηλίου, φέρων τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εσταυρωμένον, ήκουσε δε και φωνήν εκείθεν λέγουσαν· «Διατί, ω Πλακίδα, με διώκεις; Εγώ είμαι ο Χριστός, τον οποίον δεν ηξεύρεις και τιμάς με τα έργα σου, και δια σε εφάνην επάνω εις τούτο το ζώον. Αι ελεημοσύναι και αι καλωσύναι, τας οποίας κάμνεις εις τους πτωχούς, πάντοτε είναι ενώπιόν μου· διο ήλθον εγώ ενώπιόν σου, να σε συλλάβω με τα δίκτυα της φιλανθρωπίας μου. Δεν είναι δίκαιον, άνθρωπος ως συ καλός να μη γνωρίζη την αλήθειαν και να λατρεύη τα κωφά και αναίσθητα είδωλα. Εγώ, δια να σώσω το ανθρώπινον γένος, έλαβον ανθρώπου μορφήν και ήλθον εις τούτον τον κόσμον». Ο Άγιος ακούσας τους λόγους τούτους έπεσεν από του ίππου του εις την γην εκ του φόβου και του τρόμου· αλλά ,ετά ικανήν ώραν ήλθεν εις εαυτόν και εσηκώθη, παρατηρών εδώ και εκεί να ίδη ποίος του ωμίλει· επειδή δε κανένα δεν έβλεπεν, εφώναξε μεγαλοφώνως: «Τίνος είναι η φωνή την οποίαν ακούω; Ποίος είσαι συ, ο οποίος μοι ομιλείς; Φανέρωσέ μοι ποίος είσαι, δια να πιστεύσω εις σε». Τότε λέγει ο Κύριος εις αυτόν· «Μάθε, Πλακίδα, ότι εγώ είμαι ο Χριστός, όστις έκτισα τον ουρανόν και την γην και εχώρισα το φως από το σκότος, όστις έκαμα τον ήλιον να λάμπη την ημέραν και την σελήνην και τους αστέρας να φέγγουν την νύκτα, όστις έκαμα τας ημέρας και τας νύκτας, τους μήνας και τα έτη, όστις έπλασα τον άνθρωπον εκ του μηδενός, όστις προς σωτηρίαν αυτού ήλθον μετά ταύτα εις την γην ως άνθρωπος, και εσταυρώθην και ετάφην και τη Τρίτη ημέραν ανέστην εκ νεκρών». Ευθύς ως ήκουσεν ο Άγιος τους λόγους τούτους, έπεσε πάλιν κατά πρόσωπον εις την γην και είπε· «Πιστεύω, Κύριε, ότι συ είσαι ο κτίστης και δημιουργός του κόσμου· ότι συ είσαι ο μόνος αληθινός Θεός, και κανείς άλλος». Ο δε Κύριος λέγει τότε προς αυτόν· «Εάν πιστεύης εις εμέ, ύπαγε να εύρης τον Αρχιερέα της πατρίδος σου, να σε βαπτίση καθώς βαπτίζει και τους άλλους Χριστιανούς». Ο δε Άγιος είπε· «Κύριε! Δύναμαι να είπω τους λόγους τούτους και εις την γυναίκα μου και τα τέκνα μου, δια να πιστεύσουν και αυτά εις σε»; Απεκρίθη εις αυτόν ο Κύριος· «Μάλιστα, ειπέ τα όλα καταλεπτώς και αφού βαπτισθήτε και καθαρισθήτε από τας αμαρτίας σας, έλα πάλιν εδώ να σου φανερώσω τι μέλλει μετά ταύτα να σου συμβή». Όταν ο Κύριος είπε ταύτα, η έλαφος έγινεν άφαντος, ο δε Άγιος ιππεύσας επέστρεψε προς τους στρατιώτας του· το δ’ εσπέρας, αφού εδείπνησε με την γυναίκα και τα τέκνα του εις την οικίαν, λέγει προς αυτήν· «Εγώ σήμερον, ηγαπημένη μου γύναι, κυνηγών μίαν έλαφον εις το δάσος, είδον τον Χριστόν εσταυρωμένον εν τω μέσω των κεράτων της, και μου είπε λόγια, τα οποία δεν ημπορεί να είπη άνθρωπος». Εκείνη δε είπεν εις αυτόν· «Κύριέ μου, είδες τον Θεόν τον οποίον πιστεύουν οι Χριστιανοί; Αυτός είναι ο μόνος αληθινός Θεός. Αυτός θα σώση και ημάς και τα τέκνα μας. Αυτόν είδον και εγώ χθες την νύκτα και μου είπε ταύτα τα λόγια· «Αύριον να έλθητε εις εμέ, συ και ο σύζυγός σου και τα τέκνα σας, να γνωρίσητε ότι εγώ είμαι Θεός αληθινός». Επειδή δε εφάνη και εις σε εις σχήμα ελάφου, έλα να υπάγωμεν αυτήν την νύκτα εις τον Αρχιερέα των Χριστιανών να μας βαπτίση· διότι με το βάπτισμα τούτο σώζονται οι Χριστιανοί». Ο Άγιος απεκρίθη· «Αυτά τα ίδια είπε και εις εμέ ο Χριστός, να βαπτισθώμεν δηλαδή». Αφού απεφάσισαν να πράξωσι τούτο, εξηκολούθησαν να συνομιλώσιν έως του μεσονυκτίου· τότε δε επήραν τα δύο τέκνα των και τινας υπηρέτας των, και επήγαν εις την Εκκλησίαν· αφήσαντες δε έξω τους υπηρέτας εμβήκαν εκείνοι και εύρον τον Αρχιερέα, προς τον οποίον, αφού εφανέρωσαν το όραμά των, είπον ότι επεθύμουν να βαπτισθώσιν· εκείνος δε, ευχαριστήσας τον Θεόν, τον θέλοντα την σωτηρίαν παντός ανθρώπου, τους εβάπτισεν όλους εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος, και τον μεν Πλακίδαν ωνόμασεν Ευστάθιον, την δε γυναίκα του Τατιανήν ωνόμασε Θεοπίστην, τα δε τέκνα των, το μεν μεγαλύτερον ωνόμασεν Αγάπιον, το δε μικρότερον ωνόμασε Θεόπιστον· είτα τους εκοινώνησε τα Άχραντα Μυστήρια και τους ηυχήθη να είναι μετ’ αυτών ο Χριστός, και να τους αξιώση της αιωνίου του Βασιλείας, τούτου δε γενομένου επέστρεψαν εις την οικίαν των. Την δε πρωϊαν, παραλαβών ο Ευστάθιος στρατιώτας τινάς επήγε πάλιν εις το ίδιον μέρος· και εκείνους μεν διέταξε να καταγίνωνται εις το κυνήγιον, αυτός δε, προφασιζόμενος ότι ήθελε να εύρη μεγαλύτερα ζώα, επορεύθη εις το χάσμα, όπου είχεν ίδει την οπτασίαν, και πεσών πρηνής (προύμυτα) έκλαιε λέγων· «Πιστεύω εις σε, Χριστέ μου, διότι τώρα εγνώρισα ότι συ είσαι Θεός αληθινός, συ είσαι ο κτίστης πάντων των ορατών και αοράτων κτισμάτων, και σε παρακαλώ να μοι φανερώσης εκείνα τα οποία χθες μοι υπεσχέθης». Τότε ηκούσθη η φωνή του Κυρίου λέγουσα· «Ευτυχής είσαι, Ευστάθιε, δεχθείς το Βάπτισμα και κατανικήσας την δύναμιν του πονηρού διαβόλου· αλλ’ αυτός δεν θα παύση να σε βάλλη εις πολλούς πειρασμούς, με σκοπόν να σε αναγκάση να βλασφημήσης και ν’ αρνηθής την πίστιν σου, δια να κολασθής αιωνίως. Θα πάθης όσα και ο Ιώβ τον παλαιόν καιρόν έπαθεν, αλλ’ επί τέλους θα νικήσης τον διάβολον». Ο δε Άγιος είπε δακρύων: «Εάν είναι δυνατόν, Κύριέ μου, ας μη δοκιμάσω αυτούς τους πειρασμούς, ή εάν τούτο δεν γίνεται, ενδυνάμωσέ με να φυλάξω τα προστάγματά σου και να είμαι στερεός εις την πίστιν μου». Η δε φωνή του Κυρίου είπεν: «Ανδρίζου, Ευστάθιε, και αγωνίζου υπέρ των καλών έργων. Η χάρις μου θα συνοδεύη και σε και την συνοδείαν σου, και θα διαφυλάξη τας ψυχάς σας από τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού». Αφού είπε ταύτα ο Κύριος, ανελήφθη εις τους ουρανούς· εκείνος δε αναχωρήσας εκείθεν επέστρεψεν εις την οικίαν του, και ανέφερεν εις την γυναίκα του όσα ήκουσεν εις το όρος παρά του Κυρίου· όθεν και εδέοντο του Θεού και οι δύο των λέγοντες· «Το θέλημα του Κυρίου γένοιτο». Ολίγας ημέρας μετά την οπτασίαν και την βάπτισιν του Αγίου, αποθνήσκουσιν από λοιμικήν ασθένειαν όλοι οι άνθρωποι της οικίας του. Τότε ηννόησεν ότι η φθορά αύτη ήτο εις από τους προρρηθέντας υπό του Θεού πειρασμούς, και τον ηυχαρίστησε και παρεκάλει και την γυναίκα του να μη παραπονεθή τελείως εις την χάριν του. Μετέπειτα έπεσε νόσος εις τους ίππους και τάλλα ζώα του, τα οποία όλα εψόφησαν, και υπέφερε και ταύτην την καταστροφήν ο Άγιος μετά πάσης αταραξίας. Προς διασκέδασιν της λύπης του επήρε μίαν των ημερών την γυναίκα και τα τέκνα του και επήγαν εις την εξοχήν· αλλ’ εν ω έλειπον εκεί, γνωρίζοντες οι κλέπται ότι η οικία ήτο έρημος από νθρώπους, εμβαίνουσιν εις αυτήν και κλέπτουσιν όλα γενικώς τα πράγματά των, ούτως ώστε έμειναν με μόνα τα ρούχα τα οποία εφόρουν· και εν ω πρότερον ήσαν οι πλέον ευκατάστατοι, κατόπιν τούτων έγιναν οι πλέον πτωχοί και αξιοδάκρυτοι. Οι ειδωλολάτραι εν Ρώμη έτυχε τας ημέρας εκείνας να έχωσι μεγάλην πανήγυριν, από την οποίαν ούτε ο αυτοκράτωρ ούτε ο αρχιστράτηγος έπρεπε να λείψωσιν· εζήτησαν όθεν απανταχού τον Άγιον, αλλά δεν ημπόρεσαν να τον εύρωσιν· όθεν και είχον όλοι των μεγάλην θλίψιν αντί χαράς, δια τε την φοβεράν δυστυχίαν, η οποία είχεν έλθει εις τον Άγιον, αλλά και διότι δεν ήξευραν που ευρίσκετο, που έφυγε και τι έγινε. Μετά την εορτήν εκείνην λέγει η Θεοπίστη εις τον άνδρα της· «Τα καθήμεθα πλέον εδώ εις τούτον τον τόπον, και είμεθα όνειδος όλου του κόσμου; Να φύγωμεν, να υπάγωμεν εις άλλον τόπον, όπου να μη μας γνωρίζωσιν». Ο Άγιος την ηρώτησε που ενόμιζε καλόν να υπάγωσιν· εκείνη δε απεκρίθη· «Κατάλληλον τόπον νομίζω τα Ιεροσόλυμα, όπου λέγουσιν οι Χριστιανοί ότι υπάρχει ο τάφος του Ιησού Χριστού». Ο Άγιος συγκατένευσεν εις τούτο και εν καιρώ νυκτός ανεχώρησαν μετά τινας ημέρας εις την Αίγυπτον. Περιπατούντες δ’ εκεί έφθασαν εις μέρος παράλιον, και ευρόντες πλοίον επεβιβάσθησαν αυτού δια να περάσωσιν απέναντι. Ο πλοίαρχος, αφού έφθασαν εις το ωρισμένον μέρος, επειδή ήρεσεν εις αυτόν η Θεοπίστη, η οποία ήτο πολύ ωραία, τους εζήτει ναύλον πολύ περισσότερον από τον συνειθισμένον· και επειδή ο Άγιος δεν είχε να δώση, εζήτει να κατακρατήση την γυναίκα του αντί του ναύλου. Ο Άγιος δεν εδέχετο· όθεν διέταξεν ο πλοίαρχος τους ναύτας να τον συλλάβουν και να τον ρίψουν εις την θάλασσαν. Ευρεθείς όθεν εις τοιαύτην ανάγκην ο Άγιος, αφήκεν εις το πλοίον την γυναίκα του κλαίουσαν και θρηνούσαν, και λαβών τα δύο του τέκνα εξήλθεν εις την ξηράν οδυρόμενος και μη γνωρίζων που να υπάγη· κλαίων δε έλεγεν· «Αλλοίμονον εις εμέ και εις σας, τέκνα μου, ότι την μητέρα σας επήρε ξένος και βάρβαρος άνθρωπος». Περιπατών δε φθάνει εις τινα ποταμόν, και επειδή είχεν ούτος πολύ ύδωρ και τα παιδία δεν ηδύναντο να περάσωσιν, αφήκε το εν εις το χείλος του ποταμού, το δε άλλο το επήρεν εις τον ώμον του και το επέρασεν εις την άλλην όχθην· ενώ δε επέστρεφε να λάβη και το άλλο και είχε φθάσει εις το μέσον του ποταμού, βλέπει ότι το εν τέκνον του ήρπασεν εις λέων· τότε γυρίζει ευθύς να ίδη τι γίνεται το άλλο, και βλέπει ότι και εκείνο το ήρπασεν εις λύκος. Συνεπληρώθησαν όθεν όλα τα ανυπόφορα δυστυχήματα, τα οποία το εν μετά το άλλο έμελλον να συμβώσιν εις αυτόν, κατά την πρόρρησιν του Κυρίου, και δεν ήξευρε τι να κάμη· «Να πέσω και εγώ εις τον ποταμόν (έλεγε κατά νουν) να πνιγώ ή να υποφέρω και να μη πράξω το τρομερώτατον τούτο αμάρτημα»; Η Χάρις όμως του Θεού εβοήθησεν αυτόν να τα υποφέρη όλα με καρτερίαν και γενναιότητα χωρίς γογγυσμόν και βλασφημίας. Μετά τα νέα αυτά ατυχήματα, εξελθών ο Άγιος του ποταμού εκείνου εκάθισεν εις μίαν πέτραν και έκλαιε πικρότατα, μαδών τας τρίχας της κεφαλής του και λέγων· «Αλλοίμονον εις εμέ! Πως ήμην και πως τώρα κατήντησα! Που η δόξα; Που αι τιμαί, τας οποίας είχον; Που οι στρατιώται; Που οι άπειροι άλλοι άνθρωποι, τους οποίους είχον εις τας διαταγάς μου; Αλλά, Κύριε, μη παραβλέψης τα δάκρυά μου· μη με εγκαταλείψης έως τέλους. Είπες, Κύριε, ότι θα πάθω όσα και ο Ιώβ· αλλά τα παθήματα εκείνου ήσαν, ως ήκουσα, ολιγώτερα των ιδικών μου. Εκείνος, αν και έχασεν όλα του τα αγαθά, είχεν καν ολίγον μέρος γης και ανεπαύετο εις την κοπρίαν· εγώ όμως δεν έχω που την κεφαλήν μου να κλίνω· είμαι ξένος εις μέρος ξένον. Τι να κάμω; Που να καταφύγω; Τι θα γίνω; Εκείνος είχε φίλους, οι οποίοι τον παρηγόρουν· εκείνος, αν έχασε τα τέκνα του, είχεν όμως την γυναίκα του· αλλ’ εμέ ποίος θα με παρηγορήση; Την γυναίκα μου κατεκράτησεν άλλος, τα τέκνα μου έφαγον τα θηρία. Μη με οργισθής, Κύριε, δια ταύτα μου τα παράπονα, αλλά δος μοι υπομονήν και γενναιοκαρδίαν να υποφέρω ως πιστός οπαδός σου τους πειρασμούς». Αφού έκλαυσεν αρκετά, εσηκώθη και περιπατών έφθασεν εις τινα πόλιν, Βάδησσον ονομαζομένην, όπου έμεινε και ειργάζετο με ημερομίσθιον, άλλοτε μεν σκάπτων την γην, άλλοτε δε θερίζων. Ότε δε μετά εν έτος εγνώρισε καλλίτερον τους ανθρώπους του τόπου εκείνου, παρεκάλεσεν αυτούς και τον διώρισαν αμπελοφύλακα· και τούτο το επιτήδευμα εξηκολούθησε να μετέρχεται επί ολόκληρα δεκαπέντε έτη. Ο πανάγαθος όμως Θεός δεν αφήκε τους δούλους του να χαθούν, διότι πλησίον του ποταμού εκείνου, εις τον οποίον ηρπάγησαν τα παιδία υπό των θηρίων, υπήρχαν ποιμένες, οίτινες, άμα είδον τον λέοντα, έτρεξαν ευθύς όλοι με τους σκύλους των και κατώρθωσαν με του Θεού την βοήθειαν να σώσωσι το εν παιδίον από τους οδόντας του· εκ του άλλου δε μέρους γεωργοί, ως είδον και αυτοί τον λύκον, έτρεξαν οπίσω του και με τας φωνάς των επέτυχον να τον κάμουν να φοβηθή και ν’ αφήση και το άλλο παιδίον σώον και αβλαβές. Οι δε ποιμένες και οι γεωργοί εκείνοι ήσαν κάτοικοι μιάς πλησιοχώρου πόλεως, και εφρόντισαν να αναθρέψωσι τα παιδία οι ίδιοι, επειδή δεν ήξευραν τίνος ήσαν, τα οποία εμεγάλωσαν κεχωρισμένα και δεν εγνωρίσθησαν μεταξύ των, ότι ήσαν αδελφοί. Η δε σύζυγος του Αγίου Θεοπίστη διεφυλάχθη αβλαβής, διότι ευθύς ως κατεκράτησε ταύτην ο βάρβαρος εκείνος πλοίαρχος ησθένησε, κατά θείαν βεβαίως οικονομίαν, και μετ’ ολίγας ημέρας ελθών εις την πατρίδα του απέθανε, χωρίς να δυνηθή να εκπληρώση την αισχράν επιθυμίαν του· όθεν και έμεινεν αύτη εκεί ελευθέρα. Ακολούθως η πόλις, εις την οποίαν η Θεοπίστη ευρίσκετο, επανεστάτησεν· οι δε επαναστατήσαντες εκυρίευσαν τότε πολλάς πόλεις και φρούρια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ο δε Τραϊανός, απορών πώς να καταδαμάση τους αποστάτας, ενεθυμήθη τας ανδραγαθίας του Αγίου Ευσταθίου· αλλά δεν ηδύνατο να μάθη που ευρίσκετο, οι δε στρατιώται έλεγον εις αυτόν· «Χωρίς τον αρχιστράτηγόν μας Πλακίδαν εις τον πόλεμον δεν πηγαίνομεν» και ότι έπρεπε να στείλη ανθρώπους επίτηδες εις όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας, δια να προσπαθήσωσι να τον εύρωσιν. Όθεν ο Τραϊανός δεχθείς την πρότασίν των, έπεμψεν ανά δύο νθρώπους εις όλας τας πόλεις και τα φρούρια προς αναζήτησιν και ανεύρεσίν του, εξ ων δύο στρατιωτικοί φίλοι του Αγίου, ο μεν εις Αντίοχος ονομαζόμενος, ο δε έτερος Ακάκιος, περιφερόμενοι από τόπου εις τόπον, έφθασαν και εις την πόλιν Βηρυτόν, όπου ευρίσκετο ο Άγιος. Τούτους ιδών μακρόθεν εις τον δρόμον περιπατούντας και γνωρίσας από την στολήν και τα χαρακτηριστικά του προσώπου των, ευθύς εδάκτυσε και παρεκάλει τον Θεόν, όπως είδε τους δύο εκείνους φίλους του, χωρίς να το ελπίζη, τοιουτοτρόπως να ίδη και την γυναίκα του την Θεοπίστην, λέγων· «Διότι τα τέκνα μου, Κύριε, γνωρίζω καλώς ότι τα έφαγον τα θηρία· πλην αξίωσόν με να τα ίδω καν εις την ημέραν της αναστάσεως». Εν ω δε έλεγε ταύτα, ακούει φωνήν λέγουσαν: «Έχε θάρρος, Ευστάθιε, διότι και τας πρώτας τιμάς θα ξαναποκτήσης, και την γυναίκα σου θα ίδης και τα τέκνα σου, εις δε την μέλλουσαν ζωήν μεγαλύτερα αγαθά θα απολαύσης και θα υμνήσαι εις γενεάς γενεών». Ταύτα ακούσας ο Άγιος και γενόμενος έμφοβος, εκάθισεν. Όταν δε οι απεσταλμένοι εκείνοι περιπατούντες εις την οδόν επλησίασαν, τους εγνώρισε καλλίτερα· εκείνοι όμως δεν τον εγνώρισαν· διότι και άλλα ενδύματα εφόρει και εκ της μεγάλης του λύπης η όψις του είχε μεταβληθή πάρα πολύ. Όθεν ούτοι άμα επλησίασαν του είπον: «Χαίρε, ω φίλε». Ο δε Άγιος τους αντεχαιρέτησε και τους είπε: «Χαίρετε και σεις, αδελφοί μου». Ευθύς τότε εκείνοι τον ηρώτησαν, αν εγνώριζεν εις την πόλιν εκείνην κανένα ξένον, ο οποίος είχε σύζυγον και δύο παιδία· περιέγραφον δε και τα χαρακτηριστικά αυτών, είπον δε και τούτο· «Εάν τον ηξεύρης και μας τον δείξης, όσα χρήματα και αν μας ζητήσης θα σου δώσωμεν». Ο Άγιος τους ηρώτησε διατί τον εζήτουν, εκείνοι δε απήντησαν, ότι ήτο άκρος φίλος των και επεθύμουν να τον ίδωσι, διότι προ πολλού εστερούντο την παρουσίαν του. «Άνθρωπον τοιούτον, είπεν ο Άγιος, δεν γνωρίζω κανένα εδώ, αλλά καθίσατε, παρακαλώ, ολίγας ημέρας εις τούτον τον ξένον τόπον ν’ αναπαυθήτε και έπειτα υπάγετε εις το καλόν. Και εγώ ξένος είμαι». Οι απεσταλμένοι του αυτοκράτορος εκάθισαν· ο δε Άγιος έτρεξεν εις την πόλιν και παρεκάλεσεν ένα των φίλων του και του εδάνεισεν ολίγα χρήματα, αγοράσας δε οίνον και άρτον και τινα άλλα φαγώσιμα παρέθεσεν εις τους ξένους τράπεζαν. Και εκείνοι μεν έτρωγον αγνοούντες ότι αυτός ήτο ο στρατηγός των· ο Άγιος όμως, υπηρετών αυτούς φιλοφρόνως και συλλογιζόμενος την προτέραν κατάστασίν του, δεν ηδύνατο να κρατή τα δάκρυά του, αλλά τα εσπόγγιζε μακράν και επέστρεφε και περιεποιείτο πάλιν τους ξένους. Οι δε ξένοι, παρατηρούντες αυτόν έπειτα προσεκτικώς εις το πρόσωπον, ήρχισαν να τον αναγνωρίζωσιν ολίγον κατ’ ολίγον· όθεν ο Αντίοχος εψιθύρισεν εις το ωτίον του Ακακίου: «Αδελφέ Ακάκιε, μοι φαίνεται ότι αυτός είναι ο στρατηγός μας, τον οποίον ζητούμεν». Ο δε Ακάκιος του απήντησεν ότι και αυτός το υπωπτεύετο. «Γνωρίζω όμως πολύ καλά», είπεν, «ότι ο Πλακίδας είχεν εις τον λαιμόν του εν σημείον από σπαθιάν. Αν έχη αυτό το σημείον, αυτός πραγματικώς είναι». Βλέποντες λοιπόν μετά προσοχής παρετήρησαν αληθώς το σημείον και πηδήσαντες πάραυτα τον ενηγκαλίσθησαν και τον κατεφίλουν λέγοντες· «Δεν είσαι συ ο αρχιστράτηγος Πλακίδας»; Ο Άγιος δεν ηδυνήθη τότε να κρατήση τα δάκρυα, απήντησεν όμως ότι δεν ήτο εκείνος, οι δε απεσταλμένοι του αυτοκράτορος είπον, ότι όσον και αν ηρνείτο, αυτοί δεν τον επίστευον, διότι ήσαν βέβαιοι ότι εκείνος ο ίδιος ήτο, και ήρχισαν να τον ερωτώσι περί της γυναικός και των τέκνων του. Τότε πλέον ο Άγιος εφανερώθη παρρησία και είπεν, ότι η γυνή και τα τέκνα του απέθανον. Εν ω ταύτα εγίνοντο, εγνωστοποιήθη και εις την πόλιν το γεγονός τούτο και πολύς κόσμος έτρεξαν να μάθωσι τι εζήτουν οι αξιωματικοί εκείνοι, εθαύμαζον δε λέγοντες· «Πόσον μέγας ήτο αυτός ο άνθρωπος και πως κατήντησεν εις τον τόπον μας»! Εκείνοι δε, παρουσιάσαντες εις αυτόν την αυτοκρατορικήν διαταγήν, τον ενέδυσαν με την στρατιωτικήν τού βαθμού του στολήν, και ακολούθως ανεχώρησαν μετ’ αυτού εις Ρώμην· οι δε κάτοικοι της πόλεως τους συνώδευσαν μέχρι τινός, έως ου ο Άγιος Ευστάθιος τους παρήγγειλε να μη προχωρήσουν περισσότερον, αλλά να επιστρέψουν εις τας οικίας των. Καθ’ οδόν ο Άγιος εξιστόρησεν εις τους απεσταλμένους όλα τα συμβάντα εις αυτόν, ήτοι την παρουσίαν του Ιησού Χριστού, πως ωνομάσθη Ευστάθιος εις το άγιον Βάπτισμα, την αρπαγήν της γυναικός του υπό του πλοιάρχου και των τέκνων του υπό των θηρίων, και εν γένει όλα τα ατυχήματά του. Μετά πορείαν δεκαπέντε ημερών έφθασαν εις την Ρώμην· ο δε Τραϊανός, ως ήκουσε τούτο, εξήλθεν εις προϋπάντησίν του και τον εφίλησε, τον ηρώτησε δε διατί ανεχώρησεν εκ της Ρώμης· τότε εκείνος διηγήθη και εις αυτόν παρουσία και εις επήκοον παντός του λαού όσα του συνέβησαν, και εγένετο χαρά μεγάλη εις όλον το στράτευμα δια την διάσωσιν και εύρεσιν του Αγίου· ο δε αυτοκράτωρ τον παρεκάλεσε να περιζωσθή πάλιν την ζώνην του στρατηλάτου. Τούτου γενομένου ο Άγιος απηρίθμησε τον υπάρχοντα στρατόν και τον εύρεν ολιγώτερον παρ’ όσον εχρειάζετο· δια τούτο έλαβε διαταγήν αυτοκρατορικήν να στρατολογήση όσους ήθελεν ακόμη από όλον το κράτος. Η διαταγή δε αύτη έφθασε και εις την πόλιν όπου ευρίσκοντο τα τέκνα τού Αγίου, αι δε αρχαί αυτής κατέγραψαν ταύτα εις την στρατολογίαν, καθό ξένα και απροστάτευτα· ήσαν δε και τα δύο ωραιότατα και εις ώριμον ηλικίαν, και εκ της φυσιογνωμίας των εφαίνοντο ότι κατήγοντο από οικογένειαν αριστοκρατικήν. Αφού συνήχθησαν όλοι οι νεοσύλλεκτοι και διηρέθησαν εις δεκαρχίας, εκατονταρχίας και τάγματα, τα δύο εκείνα παιδία, επειδή ο Άγιος τα είδε πολύ ωραία, φρόνιμα και ευπαρουσίαστα, τα διέταξε να τον υπηρετώσιν εις την τράπεζαν. Η εκστρατεία εκείνη ηυδοκίμησε, διότι όλας τας πόλεις και τα φρούρια, όσα είχον περιέλθει εις την εξουσίαν των αποστατών, ο Άγιος Ευστάθιος πολεμήσας και νικήσας αυτούς, τα ανέκτησεν. Έπειτα προχωρήσας και περάσας τον ποταμόν Χρύσπιν, κατεκυρίευσε και κατελεηλάτει την εχθρικήν χώραν, έως ου κατήντησε και εις την πόλιν, εις την οποίαν ευρίσκετο η Θεοπίστη, και μη γνωρίζων τούτο, κατέλυσεν ακριβώς εις την οικίαν, όπου εκείνη έμενε και έστησε την σκηνήν του εις τον κήπον αυτής, καθό μεγάλον και ανήκοντα εις τον πλέον ευκατάστατον του τόπου πλοίαχον, και διέτριψαν εκεί τρεις ημέρας προς ανάπαυσιν. Εν μια των ημερών τούτων, τα τέκνα του Αγίου επήγαν εις την οικίαν της Θεοπίστης είδη τινά δια μαγείρευμα. Εν ω δε εκάθηντο έξω της οικίας περιμένοντες να ετοιμασθώσι τα φαγητά, ήρχισαν να συνομιλώσι και πρώτος ο μικρότερος είπε: «Τόσον καιρόν ευρισκόμεθα και οι δύο μας εις την ιδίαν υπηρεσίαν του στρατηγού, και ποτέ δεν ηρωτήσαμεν αλλήλους πόθεν καταγόμεθα». Λέγει ο μεγαλύτερος: «Και εγώ προ πολλού καιρού επεθύμουν τούτο, αλλ’ ό,τι έως σήμερον δεν έγινεν, ας γίνη έστω τώρα. Εγώ, επειδή ήμην μικρός, τίποτε άλλο δεν ενθυμούμαι, παρά μόνον ότι ο πατήρ μου ήτο στρατηγός εις την Ρώμην, η δε μήτηρ μου ήτο πολύ ωραία και ότι είχον και ένα αδελφόν ωραίον, μικρότερόνμου, με ξανθά μαλλιά ως τα ιδικά σου. Ο πατήρ και η μήτηρ μας λαβόντες ημάς μίαν ημέραν έφυγον από την Ρώμην, αλλά που έμελλον να ταξιδεύσουν δεν γνωρίζω. Ενθυμούμαι μόνον ότι, ευρισκόμενοι και περιπατούντες εις την ξηράν, εμβήκαμεν έπειτα όλοι μας εις εν πλοίον, και ότι υστερώτερα η μήτηρ μας, δεν ηξεύρω διατί, έμεινε μέσα εις αυτό, μόνος δε ο πατήρ μας με ημάς τους δύο εξήλθεν εις την ξηράν και περιπατούντες εφθάσαμεν εις ένα μεγαλώτατον ποταμόν. Επειδή δε ημείς είμεθα μικροί και δεν ηδυνάμεθα να τον περάσωμεν, ο πατήρ μας, επήρεν εις τον ώμον του τον μικρότερον και τον επέρασεν εις το εν μέρος, εμέ δε άφησεν εις το άλλο. Και ενώ εγύρισε να λάβη και εμέ, ένας λύκος ήρπασε τον αδελφόν μου, εμέ δε από το άλλο μέρος ήρπασεν ένας λέων. Αλλά ο Θεός με ελυπήθη και έτυχον εκείνην την ώραν να ευρίσκωνται εις το δάσος ποιμένες και με ελύτρωσαν από τους οδόντας του λέοντος και με επήγαν εις την πόλιν, την οποίαν γνωρίζεις και συ, και εκεί με ανέθρεψαν και εμεγάλωσα. Τι απέγινεν όμως ο πατήρ μου και ο μικρότερος αδελφός μου δεν γνωρίζω». Αφού ταύτα ήκουσεν ο μικρότερος αδελφός, επήδησε πάραυτα με χαράν και λέγει εις τον μεγαλύτερον: «Εις την δύναμιν του Χριστού, αδελφοί είμεθα. Από όσα είπες το εβεβαιώθην. Και εις εμέ εκείνοι οι οποίοι με ανέθρεψαν έλεγον, ότι από το στόμα ενός λύκου με ελύτρωσαν». Τότε εσηκώθη και ο μεγαλύτερος και ενηγκαλίσθησαν και κατησπάζοντο αλλήλους με χαράν μεγάλην και αγαλλίασιν. Η Θεοπίστη, ένδον ακούσασα όλην την συνομιλίαν των νέων, ηννόησεν ότι αυτή ήτο η μήτηρ των· βλέπουσα δε αυτούς να γλυκοφιλώνται, ηθέλησε να φανερωθή ποία ήτο, αλλ’ εκείνοι εβιάζοντο και αρπάσαντες τα αγγεία με τα φαγητά έτρεξαν να ετοιμάσωσι την τράπεζαν του αρχιστρατήγου. Την άλλην ημέραν επήγεν η Θεοπίστη εις την σκηνήν του αρχιστρατήγου δια να εύρη τα τέκνα της, αλλά δεν τα εύρε, διότι έλειπον εις υπηρεσίαν, εύρεν όμως μόνον τον Άγιον καθήμενον εις την σκιάν ενός δένδρου, και ιδούσα αυτόν μακρόθεν, ευθύς συνησθάνθη ταραχήν μεγάλην εις την καρδίαν της, διότι της εφαίνετο ότι εκείνος ήτο ο σύζυγός της. Επειδή δε επεθύμει να του ομιλήση, επλησίασε και του είπεν· «Άκουσον, παρακαλώ, κύριέ μου, τους λόγους μου. Εγώ κατάγομαι από την Ρώμην, και με έφερον εδώ αιχμάλωτον· όθεν σε παρακαλώ να με υπάγης εκεί». Ενώ δε έλεγε ταύτα η Θεοπίστη εις τον Άγιον, τον παρετήρει καλώς εις το πρόσωπον, και εύρισκεν ότι πάρα πολύ ωμοίαζε τον άνδρα της, αλλά δεν ετόλμα και να τον εξετάση ποίος ήτο· τέλος όμως, αφού επείσθη χωρίς δισταγμόν ότι εκείνος ήτο, έπεσεν εις τους πόδας του και του λέγει· «Σε παρακαλώ, κύριέ μου, να μη θυμώσης εναντίον μου, αλλά ν’ ακούσης τους λόγους μου. Δεν μοι κάμνεις σε παρακαλώ, την χάριν να μοι είπης, ποία ήτο η προτέρα σου κατάστασις; Διότι εγώ νομίζω, ότι συ είσαι ο στρατηλάτης Πλακίδας, ο οποίος επίστευσεν εις τον Χριστόν τον αληθινόν Θεόν, ιδών αυτόν εσταυρωμένον εν μέσω των κεράτων της ελάφου και πολλούς ύστερα υπέφερε πειρασμούς, τελευταίον δε επήρε την γυναίκα του, η οποία είμαι εγώ, και τα τέκνα του, τα οποία ήσαν μικρά, τον Αγάπιον και τον Θεόπιστον, και εκίνησε να υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα· ο δε πλοίαρχος, ο οποίος ήτο κακότροπος άνθρωπος, με εκράτησεν ενέχυρον και με έφερεν εδώ εις αυτήν την πόλιν. Έχω δε μάρτυρα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και τους Αγγέλους αυτού, ότι αγνή και αμόλυντος έμεινα έως τώρα, ούτε απ’ εκείνον ούτε από άλλον κανένα πειραχθείσα εις την τιμήν μου». Ως ήκουσε ταύτα ο Άγιος, εβεβαιώθη δε και από τα χαρακτηριστικά του προσώπου της και από τας ακριβείς πληροφορίας, τας οποίας του έδωκεν, ότι αληθώς εκείνη ήτο η σύζυγός του, έκραξε πάραυτα μετά πολλών δακρύων μεγαλοφώνως: «Δόξα σοι, ο Θεός μου, δόξα σοι». Έπειτα στραφείς προς την Θεοπίστην είπε· «Εγώ είμαι εκείνος τον οποίον λέγεις». Τότε εσηκώθησαν αμφότεροι και ησπάσθησαν αλλήλους και εδόξαζον τον Θεόν. Η δε Θεοπίστη τον ηρώτησε που ήσαν τα τέκνα των. Ο δε Άγιος απεκρίθη, ότι εκείνα τα έφαγον τα θηρία. Τον ηρώτησε πάλιν η Θεοπίστη: «Και πως συνέβη τούτο»; Τότε εκείνος διηγήθη λεπτομερώς το συμβεβηκός. Λέγει τότε εκείνη· «Ας δοξάσωμεν τον Θεόν, τα τέκνα μας ζώσιν έως την σήμερον και ευρίσκονται εδώ μαζί σου· διότι εγώ χθες τα ήκουσα να διηγώνται απαράλλακτα τα ίδια όσα τώρα μοι είπες· και αν δεν πιστεύης, διάταξε να έλθουν, όπως ακούσης και μόνος σου τους λόγους των». Αμέσως λοιπόν ο Άγιος καλεί τους νέους, λέγων: «Παλληκάρια! Διηγηθήτε μοι πόθεν κατάγεσθε». Τότε ο μεγαλύτερος ανέφερεν όσα ενεθυμείτο και εγνώριζε, και εξ αυτών εβεβαιώθησαν και ο Άγιος και η γυνή του, ότι αληθώς εκείνα ήσαν τα τέκνα των. Ποία χαρά και αγαλλίασις έγινε την ημέραν εκείνην και εις τον Άγιον και εις όλον το στράτευμά του! Επτά ολοκλήρους ημέρας διήρκεσεν η χαρά και η πανήγυρις του στρατού, όχι μόνον διότι ενίκησαν και υπέταξαν τους επαναστάτας, αλλά και το κυριώτερον, διότι ευρέθη η αγαπητή συμβία του αρχιστρατήγου των και τα τέκνα των. Ο δε Άγιος εξ όλης ψυχής και καρδίας εδόξαζε τον Θεόν λέγων· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε ο Θεός μου, ότι δεν με αφήκες τον ταπεινόν δούλον σου να πειράζωμαι παντοτεινώς, αλλά έδωκάς μοι ανάπαυσιν των μεγάλων μου θλίψεων. Δοξάζω σε, Θεέ μου, ότι ως προείπες μοι, ούτω και έπραξας. Τώρα όπου είδον την γυναίκα και τα παιδιά μου, παράλαβε την ψυχήν μου». Καταπαύσας ο Άγιος Ευστάθιος εντελώς την αποστασίαν, επέστρεψεν εις την Ρώμην, αλλ’ εν τω καιρώ της επιστροφής του απέθανεν ο Τραϊανός και τον διεδέχθη ο ανεψιός του Αδριανός, όστις έκτισε μετά ταύτα την Ανδριανούπολιν· ήτο δε και αυτός ειδωλολάτρης και μέγας διώκτης των Χριστιανών. Ούτος μαθών ότι ήρχετο ο Στρατηλάτης Ευστάθιος εις την Ρώμην νικητής των αποστατών και τροπαιούχος, εξήλθε να τον προϋπαντήση, κατά την τότε συνήθειαν των αυτοκρατόρων της Ρώμης. Επειδή δε έμαθεν, ότι ο Άγιος εύρε την γυναίκα και τέκνα του, ηθέλησε να προσφέρη εις τα είδωλα μεγάλην θυσίαν, πρώτον μεν διότι ενικήθησαν οι αποστάται, δεύτερον δε διότι ο μακάριος Ευστάθιος απήλαυσε και τα φίλτατά του πρόσωπα επί της γης ζώντα, τα οποία προ πολλού καιρού είχεν ως απολεσθέντα. Εν ω δε ο Αδριανός μετέβη εις τον ναόν του Απόλλωνος και προσέφερε θυσίαν, ο Άγιος δεν ηθέλησε να υπάγη και αυτός να πράξη το ίδιον. Ότε δε ο Αδριανός ύστερον τον ηρώτησε διατί δεν επήγε και αυτός εις τον ναόν του Απόλλωνος να προσφέρη θυσίαν ευχαριστήριον εις τους θεούς, δυνάμει των οποίων και τους εχθρούς ενίκησε και την γυναίκα και τα τέκνα του εύρεν, ο Άγιος απεκρίθη· «Βασιλεύ, εγώ εις τον Χριστόν μου θυσιάζω, Αυτόν δοξάζω και Αυτόν θα ευχαριστήσω· διότι εις αυτόν χρεωστώ την ζωήν μου και την ψυχήν μου· διότι Αυτός μοι έδωκε δύναμιν και ενίκησα τους εχθρούς του αυτοκράτορος· Αυτός ηυδόκησε και είδον και την γυναίκα και τα τέκνα μου. Άλλον Θεόν ούτε γνωρίζω ούτε πιστεύω, ειμή Αυτόν μόνον, όστις έκαμε τον ουρανόν και την γην και πάντα τα εν αυτοίς». Τότε ο Αδριανός διέταξεν αυτόν να ξεζωσθή ευθύς την στρατηγικήν ζώνην και να ίσταται εμπρός του ως κατάδικος αυτός, η γυναίκα του και τα τέκνα των, και τοιουτοτρόπως ήρχισε να τους κάμνη διαφόρους εξετάσεις και παρατηρήσεις, προσπαθών όπως τους καταπείση να αλλάξωσι γνώμην· αλλ’ επειδή με κανένα τρόπον δεν το κατώρθωσε, διέταξε να τους εκθέσωσιν εις τινα πεδιάδα, και ν’ απολύσωσιν εναντίον των ένα μέγαν λέοντα πεινώντα. Αλλ’ ο λέων, άμα επλησίασε τρέχων ορμητικώς προς αυτούς, έκυψε την κεφαλήν ως προσκυνών αυτούς και ανεχώρησεν οπίσω. Επειδή λοιπόν ούτως ο σκοπός του αυτοκράτορος εματαιώθη, επρόσταξε τους στρατιώτας να πυρώσωσι καλά εν χάλκινον βασανιστήριον κατασκευασμένον εις είδος βοός, και να τους κλείσωσιν εις αυτό. Τούτο μαθόντες άπειρον πλήθος κρυφών Χριστιανών και ειδωλολατρών, επήγαν την ημέραν κατά την οποίαν έμελλε να εκτελεσθή η ρηθείσα ποινή, δια να ίδωσι πως θα τους βάλωσι και πως θα τους καύσωσιν εντός του χαλκίνου εκείνου βοός. Αφού λοιπόν ήναψαν μεγάλην πυράν κάτω από το χάλκωμα και επυρώθη αυτό αρκετά, οι δε στρατιώται ητοιμάσθησαν να τους βάλωσιν εντός, οι Άγιοι τους παρεκάλεσαν να μείνωσιν ολίγον να προσευχηθώσι πρώτον· λαβόντες δε την άδειαν και υψώσαντες τας χείρας, εδέοντο του Θεού ούτω λέγοντες: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός των Δυνάμεων, τον οποίον κανείς δεν είδε και ημείς ηξιώθημεν να σε ίδωμεν, επάκουσον της δεήσεώς μας τώρα, αφού ηυδόκησας να συνενωθώμεν και καθώς εφύλαξας από την κάμινον του πυρός τα σώματα των Αγίων Τριών Παίδων, τοιουτοτρόπως φύλαξον και τα ιδικά μας σώματα και ευδόκησον να ενταφιασθώσιν ομού εις ένα τάφον και παράλαβε την ψυχήν μας. Δος δε, Κύριε, την Χάριν Σου εις τα λείψανά μας, και όστις μας επικαλείται να έχη μέρος εις την Βασιλείαν των ουρανών και ή εις ποταμόν ή εις την θάλασσαν μας επικαλεσθή, όταν κινδυνεύη, παρακαλούμεν να προφθάνης εις την βοήθειάν του». Τότε ήκουσαν οι Άγιοι φωνήν εκ του ουρανού ερχομένην και λέγουσαν: «Θα γίνη ό,τι ζητείτε και έτι πολλά πλειότερα, διότι δια το όνομά μου υπεφέρατε μεγάλους πειρασμούς μετά μοναδικής υπομονής και γενναιότητος. Δια τα κακοπαθήματά σας εις την πρόσκαιρον ζωήν θα απολαύσητε εις την ουράνιον πατρίδα την αιωνίαν χαράν και τους πρέποντας εις τους αγώνας σας αμαράντους στεφάνους». Τότε οι Άγιοι αγαλλόμενοι παρεδόθησαν εις τους στρατιώτας προθυμότατα και κλεισθέντες εντός του χαλκίνου εκείνου βοός, παρέδωκαν μετ’ ολίγον την αγίαν των ψυχήν εις τον Κύριον εν έτει ρκστ΄ (126) μ.Χ. Μετά τρεις ημέρας επρόσταξεν ο Αδριανός να ανοίξωσιν εκείνο το χάλκωμα· αφού δε το ήνοιξαν και είδον ότι ουδέ μία καν θριξ της κεφαλής των ήτο βεβλαμμένη από την πυράν, ενόμισεν ότι ήσαν ακόμη ζώντες, και διέταξε να τους εκβάλωσιν έξω. Ο δε εκεί κόσμος, ιδών τα σώματά των σώα και αβλαβή, ήρχισε να φωνάζη μεγαλοφώνως, ενί στόματι και μια καρδία, όλος: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανός· αυτός μόνος είναι Θεός αληθινός και κανείς άλλος»· ο δε Αδριανός φοβηθείς ανεχώρησε. Τοιουτοτρόπως λοιπόν επάνω εις εκείνον τον θόρυβον τινές Χριστιανοί επήραν κρυφίως των Αγίων τα λείψανα και ενεταφίασαν αυτά εις τόπον κατάλληλον. Επί δε του προστάτου των Χριστιανών Μεγάλου Κωνσταντίνου οι Χριστιανοί ανήγειραν Ναόν εις τους Αγίους, και κατ’ έτος εώρταζον και εορτάζουσι και μέχρι της σήμερον την μνήμην αυτών την εικοστήν του μηνός Σεπτεμβρίου. Εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2443
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΑ΄ (21η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου ΙΩΝΑ.

Δημοσίευση από silver »


Ιωνάς ο Προφήτης ήτο υιός του Αμαθί, καταγόμενος από Γιέτ Καριαθμαούς και κατοικών πλησίον εις την Άζωτον, ήτις ήτο πόλις των Ελλήνων παραθαλάσσιος· προεφήτευσε δε περί τα έτη ωλη΄- ωι΄ (838 – 810) προ Χριστού. Μήτηρ αυτού ήτο η χήρα εκείνη, προς την οποίαν επέμφθη ο Ηλίας, όταν δια προσευχής του εγένετο πείνα εις την Σαμάρειαν, και εις όλην την επικράτειαν των δέκα φυλών. Όθεν και δια την φιλοξενίαν εκείνην ηυλόγησε τον καμψάκην, ήτοι το αγγείον του εκαίου και την υδρίαν του αλεύρου, ώστε ούτε εκενώθη, ούτε ωλιγόστευσεν εν όσω επεκράτει η πείνα. Ούτος δε ο Ιωνάς είναι ο υιός της προρρηθείσης χήρας, τον οποίον παραδόξως ανέστησεν ο Προφήτης Ηλίας εκ των νεκρών. Αφού δε επέρασεν ο καιρός της πείνης, ηγέρθη και επήγεν εις γην Ιούδα και εκεί προεφήτευσε με την Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Προσταχθείς δε από τον Θεόν, δια να υπάγη να κηρύξη εις την Νινευϊ την καταστροφήν, την οποίαν έμελλε να πάθη μετ’ ολίγον, δεν υπήκουσεν. Όθεν φεύγων από προσώπου του Θεού περιέπεσεν εις μεγάλην τρικυμίαν της θαλάσσης και γνωρισθείς υπό των ναυτών, ότι αυτός είναι ο αίτιος της τρικυμίας, ρίπτεται εις την θάλασσαν· ευθύς δε από προσταγής Θεού κατέπιεν αυτόν κήτος μέγα· μετά δε τρεις ημέρας και τρεις νύκτας εξήμεσεν αυτόν το κήτος εις την ξηράν και ούτω προετύπωσε την τριήμερον Ταφήν και Ανάστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Πορευθείς λοιπόν και άκων εις Νινευϊ, εκήρυξεν ότι μετά τρεις ημέρας μέλλει να καταστραφή η πόλις εκείνη. Επειδή δε μετενόησαν οι Νινευϊται, δεν ηφάνισεν αυτούς ο Θεός. Όθεν ο Ιωνάς, επανελθών εις την πατρίδα του, δεν έμεινεν εις αυτήν· αλλά παραλαβών την μητέρα του, υπήγεν εις Ασσούρ, χώραν των αλλοφύλων, επιλέγων τούτον τον λόγον, ότι ούτω θα απαλλάξω τον εαυτόν μου από τον ονειδισμόν και την ατιμίαν, ότι εφάνην ψεύστης, προφητεύσας μεν εναντίον της πόλεως Νινευϊ, χωρίς όμως η προφητεία μου να αληθεύση. Αφού δε απέθανε η μήτηρ του και έθαψεν αυτήν, τότε επήγε και κατώκησεν εις γην Σαραάρ παρά την Βάλανον της Δεβόρρας, όπου αποθανών ενεταφιάσθη εν τω σπηλαίω του Κενεζαίου. Ούτος έγινε κριτής εις μίαν φυλήν των Εβραίων κατά τον καιρόν της αναρχίας. Προφητεύων δε είπεν, ότι μέλλει να γίνη εν σημείον θαυμάσιον και τερατώδες εναντίον της Ιερουσαλήμ και όλης της γης· ήτοι όταν ίδουν οι άνθρωποι μίαν πέτραν να φωνάζη ελεεινώς με μίαν λεπτήν φωνήν και ένα κάνθαρον να φωνάζη από το ξύλον προς τον Θεόν, τότε ας ηξεύρουν, ότι είναι εγγύς η σωτηρία. Τότε θα ίδουν και την Ιερουσαλήμ κατακρημνισμένην έως εις τα θεμέλια και επελθόντα εις αυτήν όλα τα έθνη να προσκυνήσουν τον Κύριον, θα μεταθέσουν τας πέτρας αυτής κατά τας δυσμάς του ηλίου. Και τότε μέλλει να γίνη η προσκύνησις του Ηλειμμένου, ήτοι του Μεσσία· και η Ιερουσαλήμ θα γίνη μισητή, διότι θα ερημωθή, και θα κατοικήσουν εις αυτήν θηρία. Και τότε θα επέλθη το τέλος πάσης πνοής.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2443
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΒ΄ (22α) Σεπτεμβρίου, οι Άγιοι Εικοσιέξ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΕΣ Ζωγραφίται, οι ελέγξαντες τους λατινόφρονας,

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΒ΄ (22α) Σεπτεμβρίου, οι Άγιοι Εικοσιέξ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΕΣ Ζωγραφίται, οι ελέγξαντες τους λατινόφρονας, τον τε βασιλέα Μιχαήλ και τον Πατριάρχην Βέκκον, επάνωθεν του Πύργου πυρί τελειούνται.

Επειδή το Άγιον Όρος πάντοτε και ήτο και είναι ο πρόβολος και το στήριγμα της πασχούσης εν τη Ανατολή Εκκλησίας, δια τούτο οι Λατίνοι, ίνα καταστρέψωσι το θεμελιώδες τούτο στήριγμα της Ορθοδοξίας, εισεπήδησαν ποτε και εις αυτό, πείθοντες δια λόγων, εξαπατώντες δια χρημάτων και υποσχέσεων, και καταναγκάζοντες δια των απειλών και της τυραννικής μέχρι μαρτυρίου βίας, όπως αναγνωρισθή και εν τω Αγίω Όρει η εξουσία του Πάπα της Ρώμης. Πλην όμως ολίγοι τινές δειλοκάρδιοι επείθοντο εις τούτο· οι δε πλείονες αυτών επεσφράγισαν δια του ιδίου αίματος την εαυτών ομολογίαν, και δια της σταθερότητος αυτών εξήλεγξαν την ιερόσυλον του Πάπα οικειοποίησιν της εξουσίας και του πεπλασμένου ονόματος ως τοποτηρητού του Χριστού, όστις εις και μόνος και ήτο και είναι και θα είναι εις τους αιώνας, η κεφαλή της Αγίας αυτού Εκκλησίας. Ίνα δε παρεκκλίνωσι οι Μοναχοί του Αγίου Όρους εις τα της Ρώμης και του Πάπα σαθρά δόγματα, συνήργει δυστυχώς και ο τότε αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ ο Παλαιολόγος, και ο Πατριάρχης αυτής Ιωάννης Βέκκος. Ούτοι λοιπόν ήλθον εις το Άγιον Όρος μετά στρατιωτικής δυνάμεως, και αφού έπραξαν εκείνα τα οποία έπραξαν εις τας άλλας Μονάς, ήλθον τελευταίον και εις την Ιεράν Μονήν του Ζωγράφου, πυρ και μανίαν πνέοντες κατά των οικούντων αυτήν Μοναχών. Κατ’ εκείνον δε τον φρικτόν και φοβερόν δια το Άγιον Όρος καιρόν, πλησίον της Μονής Ζωγράφου ηγωνίζετο κατά μόνας εις Μοναχός, έχων συνήθειαν ιεράν να αναγινώσκη πολλάκις καθ’ εκάστην τον Ακάθιστον Ύμνον της Θεοτόκου ενώπιον της θείας Εικόνος Αυτής. Εν μια λοιπόν των ημερών, ότε εις τα χείλη του Γέροντος αντηχούσεν ο Αρχαγγελικός ασπασμός της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας, το «Χαίρε», ακούει αίφνης ο Γέρων εκ της αγίας αυτής Εικόνος τους εξής λόγους· «Χαίρε και συ, Γέρων του Θεού»! ο δε Γέρων εγένετο έντρομος. «Μη φοβού», εξηκολούθησεν ησύχως η εκ της Εικόνος θεομητορική φωνή, «αλλ’ απελθών ταχέως εις την Μονήν, ανάγγειλον εις τους αδελφούς και εις τον Καθηγούμενον ότι οι εχθροί Εμού τε και του Υιού μου επλησίασαν. Όστις λοιπόν υπάρχει ασθενής τω πνεύματι, εν υπομονή ας κρυφθή, έως ότου παρέλθη ο πειρασμός· οι δε επιθυμούντες μαρτυρικούς στεφάνους ας παραμείνωσιν εν τη Μονή· άπελθε λοιπόν ταχέως». Υπακούσας ο Γέρων εις τε την φωνήν και την θέλησιν της Πανάγνου Δεσποίνης ημών, και καταλιπών την κέλλαν αυτού, έδραμεν όσον ηδύνατο ταχύτερον εις την Μονήν, ίνα παράσχη εις τους αδελφούς τρόπον και καιρόν να εμψυχωθώσι και να σκεφθώσιν ωρίμως έκαστος αυτών περί του προκειμένου κινδύνου· αλλά μόλις ο Γέρων έφθασεν εις την πύλην της Μονής, και ιδού βλέπει την εις το κελλίον αυτού αγίαν Εικόνα της Θεομήτορος, ενώπιον της οποίας ανεγίνωσκε προ ολίγου τον Ακάθιστον Ύμνον, και παρ’ αυτής ήκουσε την ανωτέρω φωνήν, ισταμένην επί των πυλών της Μονής. Όθεν μετά κατανύξεως και ευλαβείας πεσών ενώπιον αυτής και προσκυνήσας έλαβεν αυτήν· και ούτω ομού με την αγίαν Εικόνα παρουσιάσθη προς τον Καθηγούμενον. Ακούσαντες δε οι αδελφοί τον επικείμενον κίνδυνον εταράχθησαν μεγάλως· και οι μεν ασθενέστεροι αυτών ταχέως εκρύβησαν εις τα όρη και σπήλαια· είκοσι δε και εξ Μοναχοί, μετά των οποίων και ο Καθηγούμενος, έμειναν εις την Μονήν και εισήλθον εντός του Πύργου, αναμένοντες τους εχθρούς αυτών και προσδοκώντες τους μαρτυρικούς στεφάνους. Μετ’ ολίγον έφθασαν και οι Λατίνοι μετά των λατινοφρόνων, οίτινες κατ’ αρχάς δι’ όλης της δυνάμεως και της ρητορικής τέχνης των Δυτικών παρεκίνουν τους Μοναχούς, ίνα ανοίξωσιν εις αυτούς τας πύλας της Μονής και αναγνωρίσωσι τον Πάπαν κεφαλήν της οικουμενικής Εκκλησίας, υποσχόμενοι το έλεος αυτού του Πάπα και πλήθος χρυσίου· οι δε Μοναχοί ηρώτησαν από τον Πύργον τους Λατίνους, λέγοντες: «Και τις είπεν εις υμάς ότι ο ιδικός σας Πάπας είναι η κεφαλή της Εκκλησίας; πόθεν η τοιαύτη παρ’ υμίν διδασκαλία; Εις ημάς κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός! Ευκολώτερον ημείς αποφασίζομεν ίνα αποθάνωμεν ή να υποχωρήσωμεν, ώστε να μολυνθή ο ιερός ούτος τόπος υπό της ιδικής σας βίας και τυραννίας· δεν ανοίγομεν τας πύλας της Μονής. Αναχωρήσατε εντεύθεν»! Οι δε Λατίνοι εφώνησαν μανιωδώς· «Και λοιπόν, αφού το θέλετε, απαθάνετε». Και ευθύς συναθροίσαντες πλήθος φρυγάνων και ξύλων περί τον Πύργον, κατέκαυσαν αυτούς· και η μεν φλοξ εξαρθείσα υψηλά διεχύθη εις τον αέρα· οι δε Μοναχοί ουδόλως υποχωρήσαντες της πνευματικής αυτών κατοικίας, δοξάζοντες και ευλογούντες τον Κύριον και ευχόμενοι υπέρ των εχθρών αυτών παρέδωκαν τας αγίας αυτών ψυχάς εις χείρας Θεού. Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2443
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΓ΄ (23η) Σεπτεμβρίου, η Σύλληψις του Τιμίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού ΙΩΑΝΝΟΥ.

Δημοσίευση από silver »


Ο Κύριος ημών και Θεός, ο του Πατρός Μονογενής Υιός και Λόγος, όταν έμελλε να καταβή από τους ουρανούς και να συλληφθή ασπόρως και παραδόξως εις την παρθενικήν κοιλίαν της Παναμώμου Αυτού Μητρός, ηθέλησε να προβεβαιώση την εν τη Παρθένω ιδικήν του άσπορον σύλληψιν με άλλο θαύμα παράδοξον. Τούτου ένεκα εξ μήνας προς της ιδικής του συλλήψεως απέστειλε τον Αρχάγγελον Γαβριήλ εις τον Προφήτην και Αρχιερέα Ζαχαρίαν, όστις ευρίσκετο τότε εις τον Ναόν και εθυμία και προσηύχετο υπέρ του λαού, και διεμήνυσεν εις αυτόν την παράδοξον σύλληψιν του ιδικού του Προδρόμου, η οποία έμελλε να γίνη εν τη κοιλία της στείρας και γηραιάς γυναικός του, της Ελισάβετ, και την οποίαν σύλληψιν εορτάζομεν σήμερον. Ο δε Ζαχαρίας, επειδή δεν επίστευσεν εις την παρ’ ελπίδα ταύτην αγγελίαν του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, δια τούτο κατεδικάσθη εις αφωνίαν και σιωπήν, έως ου ίδη δια των έργων γενόμενον το αρχαγγελικόν μήνυμα.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2443
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΔ΄ (24η) Σεπτεμβρίου, μνήμη της Αγίας Πρωτομάρτυρος και Ισαποστόλου ΘΕΚΛΗΣ.

Δημοσίευση από silver »


Θέκλα η ένδοξος Πρωτομάρτυς και Ισαπόστολος του Χριστού, η πιστή του θείου Παύλου μαθήτρια, ήτο από το Ικόνιον της Μικράς Ασίας, θυγάτηρ ούσα ευγενούς τινος και επιφανούς Ελληνίδος γυναικός ονόματι Θεοκλείας, είχε δε και αρραβωνισθή με άνδρα τινά ονόματι Θάμυριν. Κατ’ εκείνον τον καιρόν παρεγένετο από την Αντιόχειαν εις το Ικόνιον ο μέγας κήρυξ και ευαγγελιστής της αληθείας Παύλος, η πολύφθογγος σάλπιγξ του Χριστού, δια να κηρύξη τον σωτήριον λόγον, έχων εις την συνοδείαν του δύο άνδρας, Δημάν τε και Ερμογένην, οίτινες ήσαν πονηροί και υποκριταί, δεικνύοντες ότι τον ηυλαβούντο εις το φαινόμενον, ενώ η γνώμη των ήτο όλως διεστραμμένη. Ο δε θείος Παύλος, ως του Ιησού Χριστού μιμητής και αγαθός άνθρωπος, δεν είχε πανουργίαν τινά, αλλά τους ηγάπα ως αδελφούς και τους εδίδασκε πάσαν την ένσαρκον οικονομίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, πως του απεκαλύφθη ο Κύριος ενώ εβάδιζε προς Δαμασκόν και πως επίστευσεν εις Εκείνον. Όταν λοιπόν έφθασαν εις την πόλιν του Ικονίου και το έμαθεν ο εκεί διαμένων ευσεβής και αγαθός άνθρωπος Ονησιφόρος, εξήλθεν ευθύς με την γυναίκα και τους παίδας αυτού ζητών τον Παύλον, τον οποίον δεν είδε ποτέ του, και μόνον από τον μαθητήν του Τίτον είχεν ακούσει τίνος είδους ήτο εις την θεωρίαν, δηλαδή μικρός το ανάστημα, φαλακρός εις την κεφαλήν, καμπυλομύτης και απλώς ειπείν όλος Πνεύματος Αγίου πεπληρωμένος και χάριτος. Ιδών λοιπόν αυτόν, τον εγνώρισεν από τα ρηθέντα σημεία, και εχαιρέτησεν αυτόν, λέγων: «Χαίροις, υπηρέτα του ευλογημένου Χριστού». Ο δε Παύλος απεκρίθη με σεμνόν και χαρούμενον πρόσωπον: «Η Χάρις του Θεού είη μετά του οίκου σου». Δημάς δε και Ερμογένης, οι άνωθι αναφερόμενοι, είπον εις αυτόν· «Άρα δεν είμεθα και ημείς δούλοι του Χριστού; Διατί μόνον αυτόν εχαιρέτησες»; Ο δε Ονησιφόρος από ταύτα τα λόγια εννοήσας την κακίαν αυτών είπεν· «Εγώ δεν βλέπω εις σας καρπόν δικαιοσύνης· όμως καλώς ήλθετε· κοπιάσατε και σεις έως τον οίκον μου να αναπαυθήτε». Απελθόντες δε, έβαλε τράπεζαν, και τους εφιλοξένησεν επιμελώς ο Ονησιφόρος· έπειτα ήρχισε να διδάσκη ο Απ. Παύλος το Ευαγγέλιον, λέγων· «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται. Μακάριοι οι σώφρονες και εγκρατείς, οίτινες δεν εμόλυναν την παρθενίαν αυτών· διότι οι τοιούτοι γίνονται Ναοί και οικητήρια του Παναγίου Πνεύματος. Μακάριοι οι το θείον του Χριστού δεξάμενοι Βάπτισμα και τηρούντες τα σώματα αυτών άσπιλα και καθαρά έως τέλους· διότι οι τοιούτοι θα αξιωθώσι μεγάλης δόξης εις τον Παράδεισον, και δεν θα δοκιμάσωσι βάσανόν τινα της αιωνίου κολάσεως». Τοιαύτα του Παύλου διδάσκοντος, μεταξύ των άλλων ακροατών ήτο και η Θέκλα, ήτις ίστατο εις το παράθυρον και ηκροάζετο του θείου Παύλου τα λόγια, αλλά το πρόσωπόν του δεν έβλεπεν· όμως με τα ζωήρρυτα εκείνα και γλυκύτατα λόγια ετρώθη την ψυχήν έρωτα θείον και υπερθαύμαστον, αλλοιωθείσα την καρδίαν τοιουτοτρόπως, ώστε ημέλησε πάσαν φροντίδα και μέριμναν σώματος, και ίστατο εις την θυρίδα τρία ημερονύκτια και τόσην γλυκύτητα ησθάνετο εις τα λόγια του Αποστόλου, ώστε έμενεν ώσπερ εις έκστασιν και ούτε ποσώς απεκρίνετο εις την μητέρα αυτής, ήτις επάσχισε πολλά να την ποσύρη από τον τόπον εκείνον, αλλά δεν ηδυνήθη· όθεν νομίζουσα η μήτηρ της, ότι παρεφρόνησε, παρήγγειλε του γαμβρού της, όντος μεγάλου άρχοντος, από τους πρώτους της πόλεως· ούτος δε απήλθεν ευθύς εις τον οίκον της πενθεράς αυτού, η οποία του είπε: «Γίνωσκε, ότι τρεις ημέρας καθέζεται η μνηστή σου εις το παράθυρον ακλινώς, ακροωμένη την διδαχήν αυτού του ξένου, και ούτε να φάγη ηθέλησεν, ούτε να πίη· ύπαγε, κάμε ό,τι δύνασαι να την εκβάλης απ’ εκεί συντομώτερα». Ο δε απελθών επάσχισε πολλά, και της είπε λόγια πρώτον παραπονετικά έρωτος και αισθηματικά, κατά την συνήθειαν των νέων, έπειτα βλέπων, ότι δεν τα έβαλε ποσώς εις τον νουν της, την εφοβέρισε με απήνειαν και πολλήν αυστηρότητα, να την κακοποιήση· αλλά εκείνη ίστατο στερεά ως αδάμας και ούτε καν λόγον ψιλόν απεκρίνετο εις αυτόν. Λοιπόν είχον όλοι οι συγγενείς θλίψιν πολλήν. Ο δε Θάμυρις εθυμώθη κατά του Παύλου, και απήλθε να τον κακοποιήση ως τούτου αίτιον. Καθ’ οδόν δε συνήντησε τους δύο πανούργους, Δημάν και Ερμογένην, και τους ηρώτησε τι άνθρωπος είναι ο Παύλος και ποία η διδασκαλία του. Οι δε απεκρίθησαν· «αυτός πόθεν είναι δεν ηξεύρομεν, μόνον διδάσκει, ότι όστις φυλάξη παρθενίαν μένει αθάνατος, και δια τα λόγια αυτά κάμνει τας γυναίκας και χωρίζονται από τους άνδρας αυτών, καθώς το έπαθεν η Θέκλα· αλλ’ ε΄ν θέλης να την φέρης εις το θέλημά σου, ύπαγε εις τον ηγεμόνα της πόλεως, διάβαλε τον Παύλον, να τον παιδεύση, καθώς του πρέπει, και τότε θέλει φοβηθή η μνηστή σου και θα υπακούση εις το συνοικέσιον». Εκάλεσε λοιπόν ο Θάμυρις αυτούς τους δύο, και τους εφίλευσεν εις το δείπνον, και το πρωϊ έδραμεν ως άγριον θηρίον μετά όχλου πολλού εις την οικίαν του Ονησιφόρου, και αρπάσας τον Παύλον τον επήγεν εις τον ηγεμόνα, λέγων ότι είναι κακοποιός άνθρωπος, και πλανά τας γυναίκας, και τας χωρίζει από τους άνδρας των. Ο δε άρχων είπεν εις τον Παύλον· «Ειπέ μας ποίος είσαι και ποία είναι η διδασκαλία σου»; Ο δε απεκρίθη· «Ο αληθής και ζωοποιός Θεός, όστις ποθεί την σωτηρίαν των ανθρώπων, με απέστειλε, να κηρύττω τον Υιόν αυτού Ιησούν Χριστόν, όστις έπαθε δια την αγάπην ημών, και μας παρήγγειλε να απέχωμεν από όλα τα πονηρά έργα, και να διάγωμεν εν παρθενία, σωφροσύνη τε και αγάπη προς αλλήλους. Λοιπόν, ω ανθύπατε, τι άδικον κάμνω να κηρύττω όσα ο Κύριος και ο Θεός με επρόσταξε»; Τότε ο ηγεμών διώρισε να τον βάλουν εις την φυλακήν δεδεμένον επί τινας ημέρας και να τον κρίνη έπειτα. Ταύτα μαθούσα η Θέκλα εξήφθη από θείον έρωτα, και απεφάσισε να μαρτυρήση δια την αγάπην του Χριστού. Λαβούσα όθεν τα χρυσά στολίδια και τους μαργαρίτας αυτής, απήλθεν εν ώρα μεσονυκτίου εις την φυλακήν, και τα έδωσε του δεσμοφύλακος δώρον, δια να την αφήση να ίδη τον Παύλον· όθεν αφήκεν αυτήν, και εισελθούσα εις την φυλακήν κατεφίλει τα δεσμά του Παύλου με πολλήν ταπείνωσιν και ευλάβειαν, δεομένη τούτου και ικετεύουσα να την διδάξη επιμελώς και να την οδηγήση προς την ευσέβειαν. Ο δε θείος Απόστολος έχων όλως την πίστιν εις τον Θεόν, ελάλει περί της ενσάρκου οικονομίας αυτού υψηλά νοήματα, και περί καταφρονήσεως κόσμου, παρακινών αυτήν προς σωφροσύνην και παρθενίαν σαρκός και πνεύματος. Η δε ηκροάζετο με τόσον πόθον, ώστε της εφαίνετο ο Απόστολος ώσπερ να ήτο αυτός ο Κύριος, και τα λόγια του εδέχετο εις την καρδίαν, και τα είχε γλυκύτερα της ανβροσίας και του νέκταρος. Το πρωϊ, όταν είδον οι συγγενείς αυτής, ότι έλειπεν από την οικίαν, έδραμον όλοι και την εζήτουν εις όλην την πόλιν, νομίζοντες ότι έφυγε με κακόν σκοπόν και αγάπην έρωτος. Ο δε Θάμυρις, ερευνών εις τόπους διαφόρους, έμαθε τέλος παρά τινος δούλου του, ότι ήτο εις την φυλακήν με τον ξένον δέσμιον. Όθεν απελθών και ευρών αυτήν καθεζομένην παρά τους πόδας του Παύλου με δεσμά πόθου συνδεδεμένην, εθυμώθη, και λαβών όχλον ικανόν, απήλθεν εις τον ανθύπατον και ανήγγειλε ταύτα. Ο δε εκέλευσε και έφεραν τον Απόστολον. Η δε ,άρτυς του Χριστού έμεινεν εις την φυλακήν και εκάθητο εις τον τόπον του Παύλου δια ευλάβειαν. Εις ολίγην ώραν παρουσίασαν και αυτήν εις το κριτήριον, και εβόησεν όχλος πολύς προς τον άρχοντα· «Φόνευσον τον μάγον αυτόν και γόητα»! Ο δε άρχων ήκουε τα λόγια του Παύλου ηδέως και εβούλετο να τον απολύση, αλλ’ εφοβείτο τον όχλον. Λοιπόν είπε προς την Θέκλαν· «Διατί δεν θέλεις τον μνηστήρα σου»; Αυτή δε ούτε τον ηγεμόνα εκοίταξεν, ούτε τινά απόκρισιν έδωκε, μόνον τον Παύλον έβλεπεν, ώσπερ να ήτο αυτός η αναψυχή της· όθεν η μήτηρ αυτής Θεόκλεια, από τον πολύν της θυμόν, εβόησε προς τον άρχοντα· «Καύσε την άνομον εις το μέσον του θεάτρου, δια να φοβηθούν αι άλλαι γυναίκες, να μη καταφρονώσι τους άνδρας των». Όταν λοιπόν είδεν ο άρχων, ότι όχι μόνον ο όχλος, αλλά και αυτοί οι συγγενείς της την κατέκριναν, έδωκε κατ’ αυτής την απόφασιν να την καύσωσι, τον δε Παύλον να φραγγελώσωσι και έπειτα να τον διώξουν έξω της πόλεως. Ταύτα κελεύσας ο ανθύπατος ανέστη του θρόνου και απήλθεν εις το θέατρον με τον δήμον όλον, ίνα ίδωσι της κόρης τον θ΄νατον, η οποία δεν εσκέπτετο τόσον εαυτήν όσον τον πνευματικόν της πατέρα· όθεν εκοίταξε πέριξ να τον ίδη. Τότε εμφανίζεται εις αυτήν ο Δεσπότης Χριστός εις σχήμα του Παύλου καθεζόμενος εν μέσω του όχλου. Τούτον ιδούσα έλαβε θάρρος εν εαυτή, λέγουσα κατά μόνας· «Επειδή είμαι ολιγόψυχος και ανυπόμονος, ήλθεν ο διδάσκαλός μου Παύλος να με ενθαρρύνη». Ταύτα σκεπτομένη βλέπει τον Κύριον ανερχόμενον εις τους ουρανούς. Λαβούσα όθεν βεβαίαν πληροφορίαν δια την διδασκαλίαν του Παύλου, επορεύετο γαλλιωμένη εις το μαρτύριον. Οι δε παίδες και αι νεάνιδες εσύναξαν ξύλα δια να την κατακαύσουν. Εγύμνωσαν όθεν αυτήν και την έρριψαν εις το μέσον της φλογός. Ο δε ηγεμών, ιδών ταύτης το κάλλος και την ωραιότητα, εξεπλάγη και ελυπείτο σφόδρα, διότι έμελλε να απολεσθή τοιαύτη παρθένος υπέρκαλος και τόσον επόνεσεν η ψυχή του, ώστε εδάκρυσεν. Η δε μεγαλόψυχος κόρη, έχουσα έσω αυτής τον ένθεον έρωτα, όστις κατέκαιε την καρδίαν της, δεν εδειλία πυρ ένυλον και ομόδουλον, αλλ’ ίστατο άφοβος, και είχε τας χείρας και τα όμματα υψωμένα προς τον ουρανόν, προσευχομένη νοερώς και αναμένουσα εκείθεν την βοήθειαν· όθεν δεν απέτυχε της ελπίδος, αλλ’ εδροσίζετο μάλλον υπό του πυρός και δεν κατεφλέγετο. Έτι δε και βρονταί φοβεραί και αστραπαί εγένοντο εις τον αέρα, και ήλθε σκότος μέγα, συγχρόνως δε βροχή ραγδαία και χάλαζα τοσαύτη εις το θέατρον, ώστε εφόνευσε πολλούς ποθούντας να ίδωσι ταύτης την απώλειαν, το δε πυρ κατεσβέσθη και οι όχλοι διεσκορπίσθησαν. Η δε Αγία του Χριστού Μάρτυς μείνασα μόνη έβαλε τα ιμάτιά της και ανεχώρησεν εκείθεν, ζητούσα τον Παύλον, και ερωτώσα να μάθη που ευρίσκετο. Ο δε θείος Παύλος, αφού τον εμαστίγωσαν και τον έξωσαν της πόλεως, απήλθε μετά του Ονησιφόρου, της γυναικός και των τέκνων αυτού, και εκρύβησαν εις ένα παλαιόν τάφον, νηστικοί τρεις ημέρας. Εν δε παιδίον του Ονησιφόρου είπε προς τον Παύλον· «Κύριε, ο πατήρ μας δεν φροντίζει πλέον δι’ ημάς, και ιδού αποθνήσκομεν από την πείναν· λοιπόν βοήθησέ μας». Ο δε Παύλος, εκδυθείς το επανωφόριόν του, του το έδωσε να το πωλήση, δια να αγοράση άρτους. Απελθών λοιπόν ο νέος εις την αγοράν, και ιδών την Αγίαν υγιά και ελευθέραν, εθαύμασε, διότι ενόμιζεν ότι πλέον είχε γίνει πυρίκαυστος. Όθεν την ηρώτησε περί τούτου· η δε είπεν εις αυτόν ότι ο Κύριος την ελύτρωσε και εζήτει τον Απόστολον. Ο δε νέος είπεν· «Ακολούθει μοι, να σου δείξω αυτόν, όστις έχει τώρα ημέρας εξ νηστικός και προσεύχεται εις τον Θεόν δια σε». Η δε απελθούσα, εύρεν αυτόν γονυκλινή και λέγοντα ταύτα· «Κύριε Ιησού Χριστέ, παρακαλώ την Χάριν σου, βοήθησον την δούλην σου Θέκλαν, και φύλαξον αυτήν, ίνα μη εγγίση αυτήν το πυρ». Αυτή δε ακούσασα ταύτα απ’ έξω του τάφου, εβόησε λέγουσα· «Ευλογητός ο Θεός ο ποιήσας τον ουρανόν και την γην, διότι με ελύτρωσες του πυρός, ίνα ίδω τον Απόστολόν σου». Ο δε ακούσας την φωνήν και ιδών αυτήν, ηγαλλιάσατο λέγων· «Ευχαριστώ σοι, Θεέ μου καρδιογνώστα, ότι επήκουσας της δεήσεώς μου». Ευφρανθέντες λοιπόν άπαντες εφιλεύθησαν άρτον και ύδωρ και ολίγα χόρτα και ενδυναμωθέντες ή μάλλον ειπείν από την θείαν Χάριν και δύναμιν, ήτις έτρεφε και υπέρ πάντα τα βρώματα, εδόξασαν τον Θεόν. Μετά την ευχαριστίαν είπεν η Αγία προς τον Απόστολον· «Δέομαί σου να κόψης τας τρίχας της κεφαλής μου, δια να ενδυθώ ανδρικήν στολήν και να σε ακολουθήσω όπου απέλθης». Ο δε είπεν εις αυτήν· «Ο καιρός είναι αισχρός, και οι άνθρωποι εις το κακόν πρόθυμοι, και συ ωραία την όψιν· λοιπόν φοβούμαι μη σου τύχη άλλος πειρασμός χειρότερος του προτέρου και δεν δυνηθής να τον υπομείνης». Η δε απεκρίθη· «Μόνον σημείωσον εις εμέ την σφραγίδα του Χριστού, και ελπίζω εις αυτόν, μη μου άψηται ουδεμία βάσανος». Ο δε είπεν αυτή· «Μακροθύμησον, και θα έλθη εις σε η δωρεά του Θεού». Έπειτα λέγει του Ονησιφόρου· «Υπάγετε εις την οικίαν σας, και ευχαριστώ την αγάπην σας, εγώ δε υπάγω όπου με προστάξη ο Κύριος». Αποχαιρετήσας λοιπόν αυτούς, απήλθεν ο Παύλος εις ντιόχειαν, ακολουθούσης αυτόν της Αγίας· και καθώς εισήλθον εις την πόλιν, τους υπήντησεν ο πρώτος των μεγιστάνων, το όνομα Αλέξανδρος, πολύς εις την κακίαν και εις την πολιτείαν άσωτος, όστις, ιδών την Θέκλαν τοσούτον ωραίαν, εμέθυσεν εξ έρωτος και λέγει του Παύλου· «Λάβε, άνθρωπε, όσα χρήματα θέλες απ’ εμού, και δός μοι την κόρην αυτήν». Ο δε απεκρίθη: «Εγώ, κυριέ μου, δεν την ηξεύρω, ούτε την ορίζω». Ο δε Αλέξανδρος, ως παρρησίαν πολλήν έχων και ηγεμών υπάρχων της πόλεως, ήρπασε την κόρην με αναισχυντίαν και κατεφίλει αυτήν. Η δε έσπρωχνεν αυτόν ανδρείως και έλεγε μεγαλοφώνως· «Μη δυναστεύης την δούλην του Θεού, αναιδέστατε, ότι εγώ είμαι πρώτη των Ικονίων, και διότι δεν θέλω να υπανδρευθώ με έδιωξαν της πόλεως». Ταύτα λέγουσα και σύρουσα το ιμάτιόν του το εξέσχισε, και κατήσχυνεν αυτόν ενώπιον πάντων. Ο δε εντραπείς, εφοβέρισεν αυτήν λέγων, ότι, εάν δεν του υπακούση θα την δαβάλη εις τον ανθύπατον να την θανατώση, όπερ και εγένετο. Κατέκριναν λοιπόν αυτήν να την ρίψουν εις τα θηρία ως ιερόσυλον, καθό τολμήσασαν να σχίση του ηγεμόνος το ιμάτιον. Η Αγία εζήτησε χάριν παρά του ανθυπάτου, να την παραδώση εις χείρας τινός γυναικός εντίμου, να την φυλάττη αμόλυντον έως την τρίτην ημέραν, οπότε ήθελε να θηριομαχήση. Ο δε υπήκουσε και παρέδωκεν αυτήν μιάς γυναικός χήρας ευγενεστάτης και πλουσίας, Τρυφαίνης ονόματι, της οποίας απέθανε προ ολίγου μία θυγάτηρ, Φαλκονίλλα ονομαζομένη. Έλαβε λοιπόν την Θέκλαν η Τρύφαινα και τόσον την ηγάπησεν εκείνας τας τρεις ημέρας, βλέπουσα τοιούτον αγγελικόν πρόσωπον και ακούουσα τοιαύτα μελίρρυτα λόγια, ώστε επόνει η ψυχή της να την χωρισθή, και έκλαιεν όταν την ωδήγουν εις τον τόπον της καταδίκης. Καταφρονήσασα δε την αξίαν του γένους της, ηκολούθησε και αυτή με άλλας γυναίκας, και επήγαν εις το θέατρον να ίδωσι το αποβησόμενον. Έκλαιον δε αι νεάνιδες πάσαι, και εσυμπονούσαν αυτήν, και κατελάλουν την αδικοκρισίαν ταύτην. Οι δε υπηρέται έδεσαν την Μάρτυρα και την έρριψαν εις το μέσον των θηρίων, όπου ήτο μία λέαινα αγριωτάτη πάντων, η οποία, ως έφθασε πλησίον της Αγίας, μετέβαλε την αγριότητα εις πραότητα και έλειχε με την γλώσσαν τους πόδας της. Ήτο δε η επιγραφή της καταδίκης αύτη: «Ως ιερόσυλος κατεδικάσθη εις θάνατον». Ταύτα βλέπων ο μεν όχλος εξίσταντο λέγοντες· «αδίκως κατεκρίθη η ανεύθυνος»· η δε Τρύφαινα, ενδυναμωθείσα υπό της θείας Χάριτος, εισήλθεν ανδρείως εις τα θηρία και λαβούσα την Μάρτυρα απήλθον εις την οικίαν της αγαλλιώμεναι. Την νύκτα εκείνην βλέπει εν οράματι την θυγατέρα της η Τρύφαινα κατ’ οικονομίαν Θεού και φιλανθρωπίαν ανείκαστον, ήτις λέγει εις αυτήν· «Μήτερ μου, αγάπα αυτήν την ξένην Θέκλαν, και έχε την αντ’ εμού θυγατέρα σου, ότι είναι δούλη του Θεού, και δύναται να κάμη δέησιν και να με βάλη ο Κύριος εις τον τόπον των Δικαίων». Έξυπνος δε γενομένη η Τρύφαινα, είπε της Αγίας· «Τέκνον μου δεύτερον, κάμε μου παρακαλώ σε την καλωσύνην αυτήν, και δεήσου του Χριστού σου να αναπαύση την θυγατέρα μου εις ζωήν την αιώνιον, ότι μου το εζήτησε δια οράματος». Τότε η Αγία ευθύς άρασα τας χείρας και την φωνήν εις ουρανούς, είπε: «Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, Υιέ του αληθούς και ζώντος Θεού, επάκουσόν μου της δούλης σου, και ανάπαυσον την Φαλκονίλλαν εις την ζωήν την αιώνιον, κατά το θέλημά σου το άγιον». Εχαίρετο όθεν η Τρύφαινα ακούουσα ταύτα, ελυπείτο όμως δια την Θέκλαν και έκλαιε, μαθούσα ότι ήρχετο πάλιν ο Αλέξανδρος δια να την συλλάβη και να την θανατώσουν. Πράγματι δε εις ολίγην ώραν έφθασε λέγων ταύτα: «Κυρία, ο ανθύπατος κάθηται εις το κριτήριον, και όλος ο δήμος συνήχθη να ίδωσι της Θέκλης τον θάνατον. Λοιπόν απόστειλον αυτήν τάχιστα». Η δε υβρίσασα αυτόν, απεδίωξεν άπρακτον. Μετά δε ολίγον διάστημα ήλθον οι υπηρέται του ανθυπάτου, να την αρπάσουν βιαίως. Η δε Τρύφαινα, μη δυναμένη ν’ αντισταθή, έλαβεν αυτήν εκ της χειρός, και απήρχετο κλαίουσα και λέγουσα ταύτα· «Οίμοι τη αθλία! Προ ολίγων ημερών συνώδευσα εις τον τάφον την Φαλκονίλλαν μου, και πάλιν τώρα στερούμαι σε την δευτέραν φιλτάτην μου θυγατέρα». Η δε Αγία, βλέπουσα της Τρυφαίνης την ευσπλαγχνίαν τε και συμπάθειαν, εδάκρυσε λέγουσα· «Κύριέ μου και Βασιλεύ, εις τον οποίον πιστεύω, απόδος τον μισθόν άξιον της Τρυφαίνης, διότι τοσούτον με ηγάπησε και εφύλαξε την παρθενίαν μου». Θόρυβος δε και βοή μεγάλη εγένετο, όταν ήρπασαν οι δήμιοι την Θέκλαν· και γυμνώσαντες αυτήν έρριψαν εις τα θηρία, και απέλυσαν κατ’ αυτής λέοντας και άρκτους φοβεράς. Η δε λέαινα εκείνη η αγριωτάτη εστάθη πλησίον της Αγίας, απαντώσα τα άλλα θηρία, και δεν τα άφηνε να την εγγίσωσι. Τότε μία άρκτος μεγάλη έδραμε να ξεσχίση την Μάρτυρα, η δε λέαινα ηναντιώθη ισχυρώς και την εθανάτωσε. Ταύτα ιδών ο Αλέξανδρος έρριψεν έσω εις τον λάκκον ένα λέοντ μεγαλώτατον και φοβερόν, όστις ήτο συνηθισμένος να τρώγη ανθρώπους, και τότε τον είχεν από σκοπού νηστικόν επί πολλάς ημέρας. Η δε λέαινα πάλιν επανέστη κατά του λέοντος και επολέμησαν ώραν πολλήν τοσούτον ισχυρώς και ανδρείως, ώστε εξέψυχαν και τα δύο την αυτήν ώραν. Ταύτα βλέπων ο ηγεμών εκέλευσε να βάλουν και άλλα θηρία πολλά· αλλά μάτην εκοπίαζεν ο δύστηνος, ότι όλα εστέκοντο ως αρνία ήμερα έμπροσθεν της Αγίας. Λαβόντες όθεν εκείθεν την Αγίαν την ωδήγησαν εις μίαν βαθυτάτην και φοβεράν λίμνην, εντός της οποίας ήσαν φώκαι πολλαί. Η δε Αγία, ως είδε την λίμνην, έπεσε εις αυτήν λέγουσα ταύτα: «Εις το όνομά σου, Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, λαμβάνω σήμερον το άγιον Βάπτισμα». Αι δε γυναίκες έκλαιον νομίζουσαι ότι θα φαγωθή από τας φώκας, και θ’ αφανισθή τοσούτον κάλλος, και την παρεκίνουν να μη εισέλθη· αλλ’ ευθύς κατήλθεν εξ ύψους θεία βοήθεια, εν είδει πυρός και αστραπών, εκ του οποίου ενεκρώθησαν αι φώκαι, νεφέλη δε εσκέπασε την Θέκλαν δια να μη την βλέπουν γυμνήν οι περιεστώτες. Έρριψαν δε εις την λίμνην άλλα θηρία αγριώτατα, αλλά αι γυναίκες έρριψαν έσω νάρδον, κασίαν και άμωμον, δια να αποκοιμηθούν τα θηρία από την ευωδίαν των μύρων και να μη την βλάψωσιν, όπερ και εγένετο. Τότε ο Αλέξανδρος είπε προς τον ανθύπατον· «Έχω δύο ταύρους αγριωτάτους και φοβερωτάτους, και ας την δώσωμεν εις αυτούς να την θανατώσουν». Ο δε απεκρίθη· «Κάμε ό,τι θέλεις εις αυτήν συ, ότι εγώ πλέον δεν βάλλω χείρα επ’ αυτής». Δέσαντες λοιπόν αυτήν την έβαλον εις τους ταύρους, τους οποίους κατέκαιον με πεπυρωμένα σίδηρα και τους εκέντων δια να αγριεύσουν χειρότερα· αλλά και τότε αυτοί μεν έμειναν άπρακτοι, τα δε δεσμά της Αγίας ελύθησαν, το πυρ εσβέσθη και αυτή ίστατο αβλαβής. Η δε Τρύφαινα, βλέπουσα όλα ταύτα τα μαρτύρια και τας θλίψεις, ελιποθύμησε και έπεσεν εις την γην ως νεκρά. Ο δε Αλέξανδρος εφοβήθη, διότι η Τρύφαινα ήτο συγγενής τού Καίσαρος, και λέγει εις τον ανθύπατον· «Κέλευσον να εκβάλωσιν έξω την Θέκλαν, και ας υπάγη όπου θέλει, να μη το μάθη ο βασιλεύς δια την Τρύφαιναν και μας θανατώση». Προσκαλέσας δε ο άρχων την Αγίαν, είπεν εις αυτήν· «Τις είσαι; Δια ποίαν αιτίαν δεν σε έβλαψαν τα θηρία»; Η δε απεκρίθη· «Δούλη είμαι Ιησού Χριστού του αληθινού Θεού, όστις έχει ζωής και θανάτου την εξουσίαν, και όστις πιστεύει εις αυτόν, δεν του εγγίζει τις βάσανος, ο δε απιστήσας λαμβάνει τον αιώνιον θάνατον». Ταύτα ακούσας ο άρχων εκέλευσε και την ενέδυσαν. Η δε είπεν εις αυτόν: «Ο Θεός να σε ενδύση σωτηρίαν εν ημέρα κρίσεως». Τότε έγραψε γράμμα ο άρχων προς τους Ικονίους λέγων: «Σας χαρίζω την θεοσεβή Θέκλαν». Εχάρησαν όθεν πάσαι αι γυναίκες, και φωνή μεγάλη εδόξαζον τον Κύριον, λέγουσαι: «Εις Θεός μέγας ο λυτρώσας εκ τόσων κινδύνων την δούλην Του». Η δε Τρύφαινα συνελθούσα ενηγκαλίσατο την Θέκλαν αγαλλομένη και λέγουσα· «Τώρα πιστεύω, ότι ζη και η θυγάτηρ μου Φαλκονίλλα. Ελθέ λοιπόν εις τον οίκον μου, φίλτατον τέκνον, να σου γράψω όλα μου τα υπάρχοντα». Έμειναν δε ομού ημέρας τινάς, διδάσκουσαι τον σωτήριον λόγον, και επέστρεψαν πολλάς εις θεογνωσίαν αληθινήν. Η Θέκλα όμως δεν ηδύνατο να υπομένη την του Αποστόλου στέρησιν, αλλά απέστειλεν εις διαφόρους τόπους ζητούσα τούτον και μαθούσα ότι εδίδασκεν εις τα Μύρα της Λυκίας, ενεδύθη ανδρικήν στολήν και λαβούσα μετ’ αυτής πολλούς νέους απήλθε προς αυτόν μετά πόθου και θερμού πνεύματος. Ο δε Παύλος, ιδών αυτήν εξαίφνης με τόσον πλήθος ανδρών, εθαύμασεν, ακούων μάλιστα όσα έπαθεν εις Αντιόχειαν. Η Θέκλα είπεν εις τον Απόστολον περί της Τρυφαίνης και του πολλού χρυσίου και αργυρίου, τα οποία διεμοίραζεν εις πτωχούς Χριστιανούς. Αφού δε ηυφράνθησαν πνευματικώς ημέρας τινάς, ο Παύλος λέγει εις αυτήν· «Γινώσκω, φιλτάτη μου θύγατερ, ότι ελυπήθης, διότι σε εγκατέλειψα· αλλά ήξευρε, ότι δια το συμφέρον σου το έκαμα, δια να μη θαρρής εις εμέ, αλλά εις τον Κύριον να ελπίζης εξ όλης καρδίας σου και όχι εις φίλους και συγγενείς σου· και ούτως εγένετο και εφάνης ανωτέρα τόσων βασάνων με την δύναμιν και βοήθειάν Του». Η δε απεκρίθη· «Την αυτήν γνώμην είχον και εγώ, μάρτυς μου ο Κύριος, ότι το έκαμες δια το όφελός μου και δεν εφοβούμην καμμίαν βάσανον. Μόνον δια την παρθενίαν μου ελυπούμην, μήπως και πάθω βιαίως τίποτε· αλλά ο Δεσπότης μου Χριστός, ο εκ της Αειπαρθένου γεννηθείς, με εφύλαξε καθαράν και άμωμον». Τότε της είπεν ο Απόστολος: «Θέλημα του Κυρίου είναι να υπάγης ταχέως εις την πατρίδα σου». Η δε, ως μαθήτρια καλή και υπήκοος δεν ηθέλησε να εναντιωθή ποσώς εις το πρόσταγμά του, αλλά κλίνασα την κεφαλήν προσεκύνησε, και ευλογηθείσα παρ’ αυτού ανεχώρησε, και απήλθεν εις Ικόνιον εις την οικίαν του Ονησιφόρου, και πίπτουσα εις το έδαφος, όπου πρώην εκάθητο διδάσκων ο θείος Απόστολος, κατέβρεχεν αυτό δια θερμών δακρύων εξ ευλαβείας λέγουσα· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε ο Θεός μου, διότι εφώτισάς με εις τούτον τον οίκον και εγνώρισά Σε. Συ μόνος είσαι Θεός αληθής, ότι εκ του πυρός και εκ των θηρίων με έσωσας, και σοι μόνω πρέπει δόξα τε και προσκύνησις εις τους αιώνας· αμήν». Ο Ονησιφόρος και πάντες οι μετ’ αυτού ηυφράνθησαν, ακούσαντες τα κατ’ αυτήν, και εδόξασαν τον Κύριον. Η δε Μάρτυς, ευρούσα νεκρόν τον Θάμυριν, την δε μητέρα της έτι ζώσαν, απήλθε προς αυτήν, και επάσχισε πολύ να την επιστρέψη προς την ευσέβειαν, αλλά δεν ηδυνήθη. Όθεν εξελθούσα της πόλεως, επήγεν εις το μνημείον όπου ήτο ο Παύλος κεκρυμμένος μετά του Ονησιφόρου, και προσευχομένη εδέετο του Κυρίου να την οδηγήση όπου είναι ευάρεστον. Έπειτα ανεχώρησεν εις την Σελεύκειαν πλησίον, επάνω εις εν όρος λεγόμενον Καλαμών, εις το οποίον την ωδήγησε μία νεφέλη φωτεινή· όθεν εννοήσασα ότι ήτο θέλημα του Κυρίου να κατοικήση εις εκείνο το όρος, ένθα εύρε και σπήλαιον, εισήλθεν εντός αυτού και διέτριψεν εκεί έτη πολλά, υπομείνασα διαφόρους και χαλεπούς πειρασμούς υπό των δαιμόνων, αλλά νικήσασα αυτούς Χάριτι και βοηθεία του Θεού. Εξήλθε δε η φήμη της Αγίας εις τόπους και πόλεις και ήρχοντο προς αυτήν γυναίκες πολλαί, και διδασκόμεναι τα προς σωτηρίαν άφηναν την δόξαν του κόσμου και ήρχοντο εκεί και ησκήτευον. Όχι δε μόνον τας ψυχάς εθεράπευεν η μακαρία, αλλά και τα σώματα, ει τι πάθος είχον, ιάτρευε δια της παρρησίας της προς Κύριον, και ήτο θαύμα εξαίσιον, ότι μόλις ως επλησίαζεν ο ασθενής εις το σπήλαιον, ευθύς εθεραπεύετο. Τυφλοί ανέβλεπον, χωλοί περιεπάτουν και παράλυτοι ηγείροντο και δαιμονιώντες εθεραπεύοντο, και πάντες οι εν Σελευκεία οικούντες ηυχαρίστουν, ευρόντες ιατρόν τοσούτον εύσπλαγχνόν τε και άμισθον και μόνον οι ιατροί εσκανδαλίζοντο, ότι εις την Θέκλαν έτρεχον οι άρρωστοι πάντες, και επομένως εκινδύνευον να πτωχεύσωσι. Φθονήσαντες λοιπόν και πολλά θυμωθέντες, συμβούλιον έλαβον λέγοντες· «Αύτη η παρθένος είναι ιέρεια της μεγάλης Αρτέμιδος και δια την παρθενίαν της βοηθεί η θεά και τελεί τοιαύτα θαύματα· ας την μολύνωμεν σαρκικώς, να χάση ταύτην την χάριν». Ταύτα διασκεψάμενοι οι παμμίαροι, επλήρωσαν νέους τινάς ακολάστους να την βιάσωσιν, οίτινες απήλθον ευθύς εις το σπήλαιον, και έκρουσαν την θύραν· όθεν εξήλθεν η Αγία, γινώσκουσα εκ θείας Χάριτος την αιτίαν, δι’ ην εκείνοι οι αναίσχυντοι ήλθον εκείσε· πλην ηρώτησεν αυτούς τι εζήτουν. Οι δε είπον εις αυτήν ότι να κοιμηθώσι μετ’ αυτής παρεγένοντο. Η δε την αναισχυντίαν αυτών ακούσασα, είπεν· «Εγώ είμαι γραία δούλη ταπεινή του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, και εάν βουληθήτε και πράξητε πονηρόν εις εμέ, ζημίαν πολλήν θα πάθητε». Οι δε απεκρίθησαν· «Αδύνατον είναι να επιστρέψωμεν άπρακτοι». Ταύτα λέγοντες απεπειρώντο να την προσελκύσωσιν, η δε είπεν εις αυτούς εν ταπεινώσει· «Κ΄μετε υπομονήν, τέκνα μου, ολίγον, να ίδητε την δόξαν του Θεού». Ταύτα ειπούσα και εις τους ουρανούς τα όμματα άρασα ηύξατο· «Κύριε Παντοκράτορ, ο μόνος δυνατός και οίκτίρμων, η ελπίς των απηλπισμένων, η των αβοηθήτων βοήθεια, ο εκ πυρός και θηρών, Θαμύριδός τε και Αλεξάνδρου και βυθού διασώσας με, και ευδοκήσας εν εμοί να δοξασθή το Σον Πανάγιον όνομα, ρύσαι με εκ των χειρών των ανόμων τούτων, και μη αφήσης να υβρίσωσι την παρθενίαν μου, την οποίαν εις σε αφιέρωσα, ότι σε επιποθώ, Νυμφίε μου άμωμε, και σε προσκυνώ συν τω ανάρχω σου Πατρί και τω Αγίω σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας· αμήν». Τότε γίνεται φωνή ουρανόθεν προς αυτήν λέγουσα· «Μη φοβού, Θέκλα δούλη μου αληθής, μετά σου γαρ ειμι· ιδού αυτή η πέτρα, η οποία είναι έμπροσθέν σου, ανοίγεταί σοι, ίνα είναι κατοικία σου αιώνιος». Τότε η Μάρτυς, ως είδε την πέτραν διανοιγείσαν, ευθύς εισήλθεν εις το σχίσμα, η δε πέτρα πάλιν εκλείσθη ως πρότερον και δεν εφαίνετο ποσώς ρήγμα. Εκείνοι δε οι βέβηλοι τούτο το θαύμα ορώντες εξεπλήττοντο, και μη δυνάμενοι τι άλλο να κάμωσιν, ήρπασαν το ωμόφορον αυτής, και έσχισαν μέρος τι ολίγον, και τούτο κατά θείαν οικονομίαν, άμα μεν εις πίστιν του γενομένου, άμα δε εις ευλογίαν και παραμυθίαν των μεταγενεστέρων ευσεβών τε και φιλοχρίστων. Ήτο δε η Αγία δέκα οκτώ ετών όταν ήρχισε το μαρτύριον, έκαμε δε την οδοιπορίαν εις τας περιόδους και εις την άσκησιν επί έτη εβδομήκοντα δύο (72), ώστε ήτο ενενήκοντα (90) ετών, όταν απήλθε προς Κύριον. Τοιούτον ήτο το τέλος της Πρωτομάρτυρος και Ισαποστόλου Θέκλης, τοιούτος ο Βίος, τα έπαθλα, και το υπέρ του Κυρίου μαρτύριον. Αυτήν ας έχωμεν και ημείς άγρυπνον αεί των ψυχών ημών φύλακα, και πρέσβυν ευπρόσωπον προς Θεόν, και οξείαν εν κινδύνοις αντίληψιν. Ης ταις πρεσβείαις και των αιωνίων τύχοιμεν αγαθών, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω η δόξα και το κράτος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2443
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΕ΄ (25η) Σεπτεμβρίου, ο Άγιος Οσιομάρτυς ΠΑΦΝΟΥΤΙΟΣ ο Αναχωρητής και οι συν αυτώ μαρτυρήσαντες π

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΕ΄ (25η) Σεπτεμβρίου, ο Άγιος Οσιομάρτυς ΠΑΦΝΟΥΤΙΟΣ ο Αναχωρητής και οι συν αυτώ μαρτυρήσαντες πεντακόσιοι τεσσαράκοντα εξ, εν έτει από Χριστού τγ΄ (303) σταυρωθείς τελειούται.

Παφνούτιος ο Όσιος και Μάρτυς ησκήτευε κατά τους χρόνους του ασεβεστάτου Διοκλητιανού βασιλεύσαντος των Ρωμαίων κατά τα έτη σπδ΄ - τε΄ (284-305), ήτο δε εις τινα επαρχίαν της Αιγύπτου καλουμένην Γεντυρίαν. Κατά την εποχήν εκείνην εγένετο εξουσιαστής της Αιγύπτου ειδωλολάτρης τις, ονομαζόμενος Αρριανός, ο οποίος εκίνησεν εκεί μέγαν διωγμόν κατά των Χριστιανών. Ούτος ακούσας ότι εις τα μέρη της Γεντυρίας ευρίσκετο ο Αναχωρητής Παφνούτιος, όστις ήτο άνθρωπος δίκαιος και επίσημος εις όλην την περιοχήν εκείνην και σεβόμενος τον Χριστόν, διέταξε δύο εκατοντάρχους να υπάγουν να τον φέρουν σιδηροδέσμιον εις αυτόν· ο δε Άγιος Παφνούτιος, μη γινώσκων τα εναντίον του αποφασισθέντα, ανέβη εις το όρος και ηγρύπνει κατά την συνήθειάν του. Προσευχόμενος λοιπόν εις εκείνο το όρος εφάνη εις αυτόν Άγγελος Κυρίου λέγων· «Χαίρε, Παφνούτιε, Αθλητά του Χριστού»· είπε δε και ο Παφνούτιος προς αυτόν· «Χαίρε, και συ, Κύριέ μου»· έπειτα του λέγει ο Άγγελος· «Ακολούθει μοι, Παφνούτιε, δια να σκεπάσω τον οίκον τον οποίον από μικρόν παιδίον έκτισες». (Εφανέρωνε δε με τούτους τους λόγους ο Άγγελος ότι την αρετήν, την οποίαν ηγωνίζετο να κατορθώση εκ νεότητός του, έφθασε πλέον ο καιρός να την τελειώση, και να βάλη εις αυτήν ως σκέπασμα και τέλος το υπέρ Χριστού Μαρτύριον). «Ύπαγε λοιπόν εις το κελλίον σου και φόρεσε την ιερατικήν σου στολήν, με την οποίαν αναφέρεις εις τον Θεόν την αναίμακτον και θείαν προσφοράν ως Ιερεύς του Υψίστου Θεού, και όπλισον τον εαυτόν σου, διότι ήλθον σήμερον να σε καλέσω εις τον νυμφώνα του Κυρίου σου, δια να απολαύσης τα αιώνια αγαθά του Θεού, χωρίς να έχης πλέον καμμίαν φροντίδα· διότι σε διέβαλον ασεβείς τινες και μισόχριστοι εις τον Αρριανόν τον εξουσιαστήν, και αυτός διέταξε διακοσίους στρατιώτας να σε υπάγουν δέσμιον εις το κριτήριόν του. Αλλ’ έχε θάρρος και μη φοβήσαι, ότι εγώ είμαι Άγγελος Κυρίου, και καθώς ήμην πρότερον πλησίον των γονέων σου, θα είμαι και τώρα ομού με σε, και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός θα σε ενδυναμώση και θα σε κάμη να καταισχύνης τον Αρριανόν και τα είδωλά του». Ακούσας δε ταύτα ο μακάριος Παφνούτιος, εμβήκεν εις το κελλίον του και φορέσας την ιερατικήν στολήν εξήλθεν ευφραινόμενος, ως να εκαλείτο εις τράπεζαν και διασκέδασιν· και καθώς εβάδιζεν εις την οδόν προς την Αίγυπτον, τον εκράτησεν εκ της χειρός ο Άγγελος και συνωδοιπόρει ομιλών μετ’ αυτού περί των εν ουρανοίς μυστηρίων, έως του Νείλου ποταμού, και τότε ο Άγγελος, φανερώσας εις αυτόν πάντα όσα έμελλε να πάθη, ανέβη εις τους ουρανούς. Την ώραν εκείνην εξήλθε του ακατίου (πλοίου μικρού) και ο Αρριανός ο εξουσιαστής, μεθ’ όλης της συνοδείας του και των στρατιωτών του, και εκάθισεν επί θρόνου παρά τον Νείλον· ο δε θείος Οαφνούτιος, ελθών έμπροσθεν του Αρριανού, εφώναξε παρρησία· «Εγώ είμαι ο ζητούμενος Παφνούτιος, και μη βάλης εις κόπον τους στρατιώτας να υπάγουν να με ζητούν· διότι συ μεν έχεις στρατεύματα, τα οποία συνάγουν τους Χριστιανούς, δια να χύσουν το αίμα των· ημείς δε οι Χριστιανοί έχομεν τους Αγίους Αγγέλους, οι οποίοι μας συνάγουν εις την Βασιλείαν του Θεού· λοιπόν Χριστιανός είμαι και εγώ, και ό,τι θέλεις κάμε εις εμέ». Ατενίσας δε αυτόν αγρίως ο εξουσιαστής είπεν· «Συ είσαι ο Παφνούτιος, ο αποστάτης, ο καταφρονών τους νόμους τους βασιλικούς και ατιμάζων τους θεούς»; Ο Άγιος απεκρίθη· «Ναι εγώ είμαι». Ο κριτής είπε· «Τόσον άθεος είσαι, και υβρίζεις τους μεγάλους θεούς»; Ο Άγιος απεκρίθη· «Δεν είμαι άθεος, αλλά παιδιόθεν λατρεύω και προσκυνώ Θεόν ζώντα και αληθινόν· συ δε, ο οποίος λατρεύεις πολλούς θεούς, είσαι αληθώς άθεος». Ταύτα ακούσας ο κριτής εθυμώθη σφόδρα και είπε· «Μα τους μεγάλους θεούς, με πικράς και σκληράς τιμωρίας έχω να σε παιδεύσω», και παρευθύς διέταξε να του βάλουν σίδηρα εις τας χείρας και τους πόδας, και να τον φυλάττουν μετά των άλλων αλυσοδέτων, όπερ και εγένετο, και ήτο ο Άγιος εν μέσω των κλεπτών και κακούργων· και ο μεν εξουσιαστής απεμακρύνετο εκείθεν, ο δε μακάριος Παφνούτιος, μη δυνάμενος να περιπατήση ελευθέρως δια τας αλυσίδας, τας οποίας είχε, μετά μεγάλης δυσκολίας ηκολούθει την συνοδείαν, παραθαρρύνων δε εαυτόν έλεγε· «Παφνούτιε, συλλογίσου τον κλήρον, ο οποίος σοι έλαχε και ενθυμήσου ότι και ο Κύριός σου εν μέσω ληστών εκρέματο». Όταν δε εισήλθεν ο εξουσιαστής και εκαθέστη εις τον θρόνον του κριτηρίου, εζήτησεν ευθύς τον Παφνούτιον· ο δε Άγιος, συρόμενος βιαίως από τους στρατιώτας της αδικίας, εδόξαζε τον Θεόν, και όταν ανεβιβάσθη εις το κριτήριον ελύθησαν αυτομάτως τα σίδηρα και έπεσαν από τας χείρας και τους πόδας του έμπροσθεν του Αρριανού, ο οποίος είπε πάλιν προς αυτόν· «Παφνούτιε, διατί είσαι τόσον τρελλός, και δεν θυσιάζεις εις τους μεγάλους θεούς, αλλά προκρίνεις να αποθάνης κακόν θάνατον»; Ο δε Μάρτυς του είπεν· «ο τοιούτος θάνατος δεν είναι δι’ ημάς τους Χριστιανούς θάνατος, αλλά ζωή αιώνιος· λοιπόν εγώ εις κανένα άλλον δεν προσφέρω θυσίαν, ειμή εις τον Παντοκράτορα Θεόν, τον Βασιλέα των αιώνων». Τότε ο κριτής διέταξε και έφεραν όλα τα τιμωρητικά εργαλεία έμπροσθεν του Μάρτυρος και του λέγει: «Παφνούτιε, εάν δεν μου υπακούσης, να θυσιάσης εις τους μεγάλους θεούς, έχεις να βασανισθής με όλα αυτά τα βασανιστήρια, τα οποία βλέπεις». Ο δε Μάρτυς μειδιών είπε προς αυτόν: «Τύραννε Αρριανέ, νομίζεις ότι φοβούμενος εγώ τα βασανιστήριά σου θα αρνηθώ τον Θεόν μου; Μη γένοιτο! Τούτο μόνον σου λέγω, ότι η ζωή των Χριστιανών είναι ανωτέρα των βασανιστηρίων σου, και δεν τα φοβούμεθα τελείως· διότι είμεθα δεδοκιμασμένοι και γεγυμνασμένοι εις πολλούς αγώνας και κακοπαθείας, και ο Κύριος ημών και λυτρωτής, όστις μας ενδυναμώνει να νικήσωμεν τους αποκρύφους πολέμους του Σατανά, πάλιν θα μας ενδυναμώση να νικήσωμεν και το ιδικόν σου ουτιδανόν διωγμόν». Ο κριτής είπε: «Μακρολογείς, Παφνούτιε, και το κριτήριον δεν υποφέρει να ακούη την πολυλογίαν σου». Παρευθύς δε διέταξε τους στρατιώτας και εκρέμασαν τον Μάρτυρα, και έξεσαν τας σάρκας του τόσον πολύ, ώστε εχύθησαν τα έντερά του εις την γην και όλον το έδαφος εκοκκίνισεν από τα αίματα. Υψώσας τότε ο Άγιος τους οφθαλμούς και τον νουν του εις τον ουρανόν, είπε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δεν αποφεύγω την εις εμέ οικονομίαν σου, διότι έτοιμος είμαι να αποθάνω δια το όνομά σου το άγιον· αλλά παρακαλώ την αγαθότητά σου, μη με αφήσης να αποθάνω ακόμη, έως ότου καταισχύνω τον Αρριανόν και τους θεούς του, δια να κλίνουν γόνυ και να σε προσκυνήσουν οι επουράνιοι και οι επίγειοι και οι καταχθόνιοι, και να σε δοξάσουν όλα τα έθνη». Αφού δε ετελείωσεν ο Άγιος την προσευχήν ταύτην, απεστάλη Άγγελος εξ ουρανού, όστις τον κατεβίβασεν από εκεί όπου τον είχον κρεμάσει και τον απέθεσε κάτω εις την γην, και λαβών με τας χείρας του τα εκκεχυμένα έντερα, τα έβαλεν εις τον τόπον των· έπειτα σφραγίσας αυτόν τρις δια του σημείου του ζωοποιού Σταυρού, τον κατέστησε και πάλιν όλον υγιά και ολόκληρον, και ήτο ως να μη εβασανίσθη παντάπασι. Οι δε δύο στρατιώται, οι οποίοι τον έξεον, βλέποντες τον Άγγελον, ο οποίος έκαμεν υγιά τον Άγιον, επίστευσαν εις τον Χριστόν και παρουσιασθέντες έμπροσθεν του κριτού, έρριψαν τας στρατιωτικάς των ζώνας και εκραύγασαν: «Γίνωσκε, ρριανέ, ότι και ημείς από την σήμερον είμεθα Χριστιανοί». Ο δε κριτής είπε προς αυτούς: «Ειπέτε μοι την αλήθειαν, τρισάθλιοι, τι είδετε και ήλθετε εις τοιαύτην τρέλλαν, κατεφρονήσατε το κριτήριον, ηρνήθητε τους δικαίους θεούς, και το σέβας των βασιλέων»; Εκείνοι δε απεκρίθησαν ομοφώνως αμφότεροι· «Ημείς, εκείνα τα οποία είδομεν, ω εξουσιαστά, δεν ημπορούμεν να σου τα είπωμεν, ότι ούτω γράφει εις την Αγίαν Γραφήν των Χριστιανών: «Μη δότε τα άγια τοις κυσί, μηδέ βάλετε τους μαργαρίτας έμπροσθεν των χοίρων». Ο Αρριανός είπε: «Λοιπόν ίσον με εκάμετε με τους σκύλους και με τους χοίρους»; Οι δε στρατιώται είπον: «Χειρότερος είσαι, επειδή εκείνα τα άλογα ζώα είναι δικαιότερά σου· διότι έκαστον άλογον ζώον δοξάζει τον Θεόν με την φωνήν την οποίαν έχει εκ φύσεως, συ δε ο λογικός και κατ’ εικόνα Θεού πεπλασμένος αρνείσαι και ατιμάζεις τον ποιητήν σου Θεόν· και τι άλλο δύναται να γίνη ποτέ χειρότερον τούτου»; Τότε ο κριτής, θυμωθείς πολλά κατ’ αυτών, διέταξε παρευθύς να τους αποκεφαλίσουν, σημειώσας δε τα ονόματά των, τους έστειλεν έξω της πόλεως και απεκεφαλίσθησαν· και ούτω τελειωθέντος του Μαρτυρίου των δύο στρατιωτών, του Διονυσίου λέγω και του Καλλιμάχου, ανέβησαν ούτοι εν δόξη μαρτυρική εις τον ουρανόν. Ο δε Αρριανός, προστάξας να φυλακισθή ο Μάρτυς Παφνούτιος, ανεχώρησε δια το παλάτιόν του· οι δε στρατιώται αρπάσαντες τον Μάρτυρα τον έκλεισαν εις εν σκοτεινόν δωμάτιον της φυλακής· και την άλλην ημέραν έκαμεν ο εξουσιαστής ζήτησιν των χρεοφειλετών του δημοσίου ταμείου και ευρών αυτούς τεσσαράκοντα τον αριθμόν, άνδρας βουλευτάς κατά την αξίαν, έβαλεν εις την φυλακήν· και την νύκτα εκείνην, καθ’ ην ούτοι ήσαν εν τη φυλακή, έλαμπε φως μέγα εκεί καθώς λάμπει ο ήλιος· το οποίον βλέποντες οι τεσσαράκοντα εκείνοι άρχοντες, είπον εις τον δεσμοφύλακα· «Τι είναι αυτό όπου έκαμες; Διατί έβαλες πυρ μέσα εις την φυλακήν; Ως φαίνεται θέλεις να καύσης την φυλακήν, και να ελευθερώσης τους άλλους φυλακισμένους, ημάς δε να βάλης εις κίνδυνον, δια τούτο το έκαμες». Ο δε δεσμοφύλαξ είπε: «Και εγώ, αδελφοί, θαυμάζω πολύ περί τούτου, διότι πυρ εις την φυλακήν τελείως δεν έφερα, και είναι τώρα δύο νύκτες όπου λάμπει ο τόπος ούτος, και σκότος παντελώς δεν εγένετο, αφού εισήλθεν ενταύθα ο Χριστιανός Παφνούτιος, αλλά το φως αυτού εξαπλώνεται εις ημάς όλην την νύκτα». Ταύτα ακούσαντες οι άρχοντες εκείνοι επήγαν ευθύς εκεί όπου ήτο ο Παφνούτιος, και ήκουσαν έξωθεν ότι προσηύχετο υπέρ σωτηρίας της πόλεως· ανοίξαντες δε την θύραν και εισελθόντες, είδον αυτόν έχοντα υψωμένας τας χείρας του εις τον ουρανόν, αι οποίαι έλαμπαν ως λαμπάδες ανημμέναι, και γύρωθέν του εξήρχετο ευωδία άρρητος· και παρευθύς πεσόντες εις τους πόδας του τον προσεκύνησαν, και διήλθον ούτω όλην εκείνην την νύκτα. Tο πρωϊ, αφού ετελείωσεν ο Άγιος την προσευχήν, τους ηρώτησε: «Διατί ευρίσκεσθε εις την φυλακήν»; Και εκείνοι απεκρίθησαν: «Διότι χρεωστούμεν δημόσια χρήματα». Ο δε Άγιος τους είπε: «Διατί δεν υπακούετε εις εμέ, να πιστεύσητε εις τον αληθή Θεόν, ίνα μη ενοχλήσθε πλέον; Διότι αν ομολογήσητε το όνομά Του το Άγιον, θα ελευθερωθήτε από όλα τα χρέη των αμαρτημάτων σας, θα εξαλειφθή το χειρόγραφον των αμαρτιών σας, θα γίνητε πολίται του ουρανού, και τα ονόματά σας θα γραφώσιν αιωνίως εις την βίβλον της ζωής». Ταύτα ακούσαντες οι άρχοντες απεκρίθησαν όλοι συμφώνως: «Ημείς από σήμερον εξ όλης μας ψυχής πιστεύομεν και ομολογούμεν τον Θεόν τον οποίον πιστεύεις και συ». Τους λέγει ο Άγιος: «Το λοιπόν εγέρθητε, ω τέκνα μου, να υπάγωμεν ομού εις τον εξουσιαστήν, ότι τα ονόματα υμών εγράφησαν εις τους ουρανούς». Ευθύς τότε ηνοίχθησαν αι θύραι και ο Άγιος μετά των άλλων τεσσαράκοντα εξελθόντες απαρατήρητοι της φυλακής μετέβησαν εις το κριτήριον του Αρριανού, όπου ο Άγιος είπε: «Βήμα, Βήμα, ήτοι κριτήριον, κριτήριον, ήλθα εναντίον σου· ότι συ μεν είσαι μετά του Απόλλωνος, εγώ δε είμαι μετά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Ο δε Αρριανός διέταξε να συλλάβουν τον Άγιον· ευθύς όμως ως ώρμησαν οι στρατιώται εναντίον του, εγένετο ούτος άφαντος· οι δε τεσσαράκοντα εκείνοι άρχοντες εφώναξαν παρρησία: «Χριστιανοί είμεθα και ημείς, κάμε και εις ημάς ό,τι θέλεις». Ταύτα ακούσας ο εξουσιαστής ηγανάκτησε και λέγει προς αυτούς: «Τι επάθετε; Μήπως σας εκακοφάνη, διότι σας εφυλάκισα δια τα δημόσια χρήματα»; Οι δε άρχοντες ομοφώνως απεκρίθησαν: «Δεν προσέχομεν εις τους λόγους σου, αλλά προτιμώμεν την ουράνιον ελπίδα· όθεν εγκαταλείπομεν τα πρόσκαιρα και ελπίζομεν εις τα αιώνια· ίνα δε γνωρίσης την στερεότητα της γνώμης μας, σου αφήνομεν όλα μας τα υπάρχοντα, και έχε την κυριότητα αυτών ως και την κατοχήν των εισοδημάτων μας κι των πραγμάτων μας· αι δε γυναίκες και τα τέκνα μας, εάν μεν θέλουν, ας μας ακολουθήσουν· ει δε και δεν θέλουν, ας μας συγχωρήσουν». Ο δε Αρριανός ανταπήντησε: «Τι είναι αυτή η τρέλλα, η οποία σας κατέλαβε; Διότι, καθώς βλέπω, την ανοησίαν του αποστάτου Παφνουτίου έχετε και σεις». Οι δε Μάρτυρες του είπον: «Κλείσε το στόμα σου και σιώπα, μη βλασφημής τον άνθρωπον του Θεού». Ακούσας ταύτα ο εξουσιαστής ήναψεν από θυμόν και εγένετο έξω φρενών· όθεν διέταξε να βασανίσουν τους Αγίους· αφού δε τους εβασάνισαν επί ώραν πολλήν, τους έφεραν εις έρημον τόπον και ανάψαντες πυράν μεγάλην, τους έρριψαν εντός αυτής· και όλοι ομού οι τεσσαράκοντα, κρατούντες ο εις την χείρα του άλλου, ετελειώθησαν δια πυρός εις μίαν και την αυτήν ημέραν, και τοιουτοτρόπως απέλαβον το στέφανον του Μαρτυρίου. Ο δε Άγιος Παφνούτιος, περιπατών εντός της πόλεως και ιδών την θύραν ενός πλουσίου ανοικτήν, επήγεν εκεί και είπεν εις την θυρωρόν: «Δος μοι ολίγον ύδωρ να πίω». Εκείνη δε, γνωρίζουσα αυτόν πρότερον, του είπεν: «Έμβα μέσα, πάτερ»· και παρευθύς έτρεξεν εις την κυρίαν της και της είπεν: «Έλα έξω, κυρία, να ίδης τον Άγιον Παφνούτιον, όστις πολλά θαύματα ετέλεσε ενώπιον του εξουσιαστού Αρριανού». Ευθύς δε εξελθούσα η κυρία της εις την αυλήν της οικίας και ιδούσα τον Άγιον, ο οποίος έστεκεν ως Άγγελος Θεού, προσκυνήσασα του είπε: «Κατά αλήθειαν, όλον μου τον πλούτον εάν εξώδευα, δεν θα ήτο ούτος ικανός να σε κάμη να έλθης εις τον οίκον μου· είθε να δοξασθώ σήμερον δόξαν θεϊκήν, ότι ηθέλησας να έλθης εις ημάς». Λέγουσα δε ταύτα έφερε τον Άγιον εις το εσωτερικόν του οίκου της και τον εκάθισεν εις θρόνον αργυρούν· ο δε μακάριος Παφνούτιος είπεν εις αυτήν· «Θύγατερ, εις τι σας χρησιμεύει το πολύ χρυσίον και αργύριον; Διότι εκείνος, ο οποίος έχει ταύτα, καυχάται εις ματαίας ελπίδας· άκουσόν μου, τέκνον, και έκλεξον δια τον εαυτόν σου την αγγελικήν και αθάνατον πολιτείαν, αντί να έχης ταύτα τα επίγεια και φθαρτά αγαθά». Ταύτα ακούσασα η θυγάτηρ της από το δωμάτιόν της, εξήλθεν ευθύς έξω φορούσα πολύτιμον ένδυμα και χρυσούν στέφανον εις την κεφαλήν. Ο δε Άγιος Παφνούτιος, εγερθείς του θρόνου, εκάθισε κάτω εις το έδαφος· ομοίως και η μήτηρ και η θυγάτηρ της εκάθισαν έμπροσθεν των ποδών του. Τότε ο Άγιος είπε προς αυτάς: «Τέκνα, αφήσατε τον μάταιον και φθαρτόν πλούτον, τον οποίον έχετε, επειδή είναι γεγραμμένον, ότι η σκωρία φθείρει τον χρυσόν και οι σήτες τρώγουσι τα φορέματα, η δε ωραιότης του προσώπου, τιθεμένη εις τον τάφον, μεταβάλλεται εις ασχημίαν· μόνη δε η δόξα του Κυρίου και η Βασιλεία Αυτού μένουσιν εις τους αιώνας των αιώνων». Πριν δε να τελειώση τους λόγους του ο θείος Παφνούτιος, εμβήκεν εις τον οίκον ο ανήρ της γυναικός, και παρευθύς έσπευσεν η γυνή να του δώση την είδησιν δια τον Παφνούτιον· πριν όμως να του είπη αυτή λόγον τινά, της λέγει εκείνος· «Διατί δεν ηξιώθην και εγώ να ευρεθώ ομού μετά των ομοίων μου βουλευτών, οι οποίοι ηξιώθησαν της αιωνίου ζωής; Είθε να εύρισκα και εγώ τον άνθρωπον εκείνον, τον λεγόμενον Παφνούτιον, και να τον έφερον εις τον οίκον μου, να ευχηθή υπέρ ημών, όπως δια των ευχών του κληθώμεν και ημείς θεόθεν και αξιωθώμεν της δόξης του». Και λέγων ταύτα ο Ευστόργιος (τούτο ήτο το όνομά του) ήκουσε παρά της γυναικός του· «Εγένετο, κύριέ μου, ο πόθος σου, διότι εντός του οίκου σου ευρίσκεται ο δούλος του Θεού Παφνούτιος, εστολισμένος δια πάσης χάριτος και σοφίας του Θεού». Όθεν εμβάς μετά χαράς ο Ευστόργιος και ιδών αυτόν, έπεσεν εις την γην και τον προσεκύνησεν· ο δε Άγιος, εγείρας αυτόν είπε· «Κατά αλήθειαν, υιέ μου αγαπητέ, ο Κύριος με απέστειλε σήμερον εις σας, επειδή και είσθε σκεύη όντως εκλεκτά· όθεν μη αμελήσητε, αλλά εγερθήτε να υπάγωμεν εις τον κριτήν, ίνα ομολογήσητε παρρησία το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και λάβητε τον ουράνιον στέφανον». Ευθύς με τον λόγον τούτον του Αγίου ηγέρθησαν άπαντες και ο μεν Παφνούτιος εβάδιζεν εμπρός, εκείνοι δε τον ηκολούθουν, ο μεν Ευστόργιος εκ δεξιών, η δε Ερμιόνη, η γυνή του, εξ αριστερών, η δε Στεφανώ, η θυγάτηρ αυτών, σπεύσασα προεπορεύετο πάντων. Η Ερμιόνη δε προσευχομένη είπε ταύτα: «Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του ζώντος, ιδού ότι ημείς αφήσαμεν την θύραν μας ανοικτήν δια το όνομά σου το Άγιον. Και συ λοιπόν, Κύριέ μου, άνοιξον εις ημάς τας θύρας του ουρανού και δείξον εις ημάς το αληθινόν φως, όπερ υπεσχέθης εις τους αγαπώντας Σε». Ότε δε επλησίασαν εις το κριτήριον, προλαβών αυτούς ο θείος Παφνούτιος παρουσιάσθη εις τον κριτήν και είπε: «Βήμα, βήμα, κατά σου πάλιν ήλθον· και συ μεν μετά του Απόλλωνος, εγώ δε μετά του Κυρίου μου Ιησού Χριστού». Ο δε Αρριανός εθυμώθη σφόδρα δια τούτους τους λόγους και εγερθείς έτρεξεν ως άγριος λύκος, δια να αρπάση τον Άγιον με τας ιδίας του χείρας· και παρευθύς Άγγελος Κυρίου τον ήρπασεν από του μέσου και δεν εφάνη τι έγινεν. Ο δε Ευστόργιος, η Ερμιόνη και η Στεφανώ ανέβησαν εις το κριτήριον, και εφώναξαν παρρησία: «Χριστιανοί είμεθα και ημείς και ποίησον εις ημάς παν ό,τι θέλεις». Τότε ο κριτής, ατενίσας αγρίως τον Ευστόργιον, του είπεν : «Ευστόργιε, ως από μίαν βρύσιν εποτίσθητε αμφότεροι μανίαν, συ τε και η γυνή σου, και ετρελλάθητε; Ή δεν γνωρίζετε, ότι και οι λησταί και οι ιερόσυλοι κρίνονται εις το κριτήριόν μου; Προσκύνησον τους μεγάλους θεούς των βασιλέων, και ύπαγε εις τον οίκον σου εν ειρήνη, ότι, εάν δεν υπακούσης, μέλλεις να αποθάνης με κακόν θάνατον». Ο δε Ευστόργιος του είπε: «Μη φροντίζης περί τούτου· διότι δεν είμαι τοιούτος να δελεασθώ από την ιδικήν σου κακοτεχνίαν, ή να πλανηθώ από τα τεχνάσματα του πατρός σου του διαβόλου, και της μητρός σου της ανομίας». Ο δε κριτής στραφείς προς την κόρην της λέγει: «Πως ονομάζεσαι»; Εκείνη του απεκρίθη: «Στεφανώ». Της λέγει εκείνος: «Θυσίασε, Στεφανώ, εις τους θεούς, δια να λάβης μεγάλην τιμήν από εμέ». Η Στεφανώ του ανταπεκρίθη: «Δεν θα θυσιάσω ποτέ εις τους ακαθάρτους θεούς σου, αλλά προσφέρω το σώμα μου θυσίαν ζώσαν, ευάρεστον εις τον επουράνιον Θεόν και Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν». Τότε ο κριτής, θυμωθείς σφόδρα, διέταξε να την κρεμάσουν ενώπιον των γονέων της· και παρευθύς εκρεμάσθη από τους στρατιώτας και εξέετο· ήτο δε τότε κατά την ηλικίαν έως δεκαοκτώ ετών. Εξέσχιζον λοιπόν οι στρατιώται ασπλάγχνως τας πλευράς της μακαρίας Στεφανώς, η δε μήτηρ της την ενεθάρρυνε λέγουσα: «Τέκνον γλυκύτατον, υπόμεινον ακόμη ολίγην ώραν την βάσανον, ίνα νικώσα λάβης από τον Θεόν της νίκης τον στέφανον· γινώσκεις, φιλτάτη μου θύγατερ, ότι σου ητοίμασα προίκα μεγάλην, δια να σε υπανδρεύσω με τον πρώτον της πόλεως· τώρα όμως, τέκνον μου αγαπητόν, έχεις να κληρονομήσης την αληθινήν και παντοτεινήν κληρονομίαν· διότι ο Νυμφίος σου είναι αθάνατος και ο νυμφών, εις τον οποίον υπάγεις, έχει αιώνιον ευωδίαν και είναι αδιάφθορος, μόνον υπόμεινον έως τέλους, ίνα στεφανωθής και δοξασθής». Ομοίως και ο πατήρ αυτής την ενίσχυσε λέγων· «Ενδυναμού και ανδρίζου, θύγατερ, διότι σήμερον εγνώρισα, ότι ηξιώθην να κληθώ από τον Θεόν εις τον άφθαρτον νυμφώνα Του, και χαίρω και αγάλλομαι, ότι πρότερον από εμέ, αποστέλλω σε δώρον εις τον Δεσπότην Χριστόν». Και οι μεν τίμιοι γονείς της έλεγον ταύτα, οι δε στρατιώται εξέσχισαν τας πλευράς της έως εις τα σπλάγχνα, οπότε η μακαρία Στεφανώ παρέδωκε την αγίαν ψυχήν της εις χείρας Θεού· και λαμβάνοντες αυτήν νεκράν οι γονείς της με τας ιδίας χείρας των, την έβαλαν έμπροσθεν του εξουσιαστού, ο οποίος διέταξε τότε και απεκεφάλισαν και αυτούς την αυτήν ώραν και ετελείωσαν ούτω τον αγώνα του μαρτυρίου και οι τρεις, και ανέβησαν εις τους ουρανούς μετά δόξης μαρτυρικής. Ο δε όντως γενναίος του Χριστού Αθλητής Παφνούτιος την μεν νύκτα προσηύχετο εις τον Θεόν, την δε ημέραν εγύριζεν όλην την πόλιν, και εζήτει όσους εγνώριζεν ότι είναι έτοιμοι να πιστεύσωσιν εις τον Χριστόν, και να λάβωσι τον στέφανον του μαρτυρίου. Όθεν εν μια των ημερών ευρήκε δεκαέξ παιδία, πορευόμενα εις το σχολείον και τα οποία ήσαν τέκνα των τεσσαράκοντα βουλευτών, των μαρτυρησάντων πρότερον, ως είπομεν, και είπε προς αυτά: «Θαυμάζω, τέκνα μου αγαπητά, πως στέργετε να αποχωρισθήτε των πατέρων σας, οι οποίοι εκλέξαντες την απόλαυσιν του Χριστού εβασίλευσαν εις τους ουρανούς, και χαίρουσι τώρα μετά των Αγγέλων· είθε και σεις, ω φίλτατα τέκνα μου, να υπακούσετε εις εμέ, όλα ομού καθώς είσθε, να πιστεύσετε εις τον ιδικόν μου Θεόν, και να με ακολουθήσετε να υπάγωμεν εμπρός εις τον εξουσιαστήν, να ομολογήσετε τον Ιησούν Χριστόν Θεόν αληθινόν και Βασιλέα των αιώνων· διότι αν υπάγετε προς τον Χριστόν, τον διδάσκαλον της αληθείας, θα μάθητε την μάθησιν και σοφίαν των Αγίων Αγγέλων». Ταύτα είπεν ο Άγιος, και παρευθύς ο νους των παιδίων εστράφη εις τους λόγους του, τους οποίους εδέχθησαν και επίστευσαν εις τον Χριστόν, και είπον όλα ομού: «Ας υπάγωμεν, Πάτερ Παφνούτιε, προς τον εξουσιαστήν, και κανέν πράγμα δεν θα εμποδίση την προθυμίαν μας, διότι από του νυν πλέον αποξενούμεθα του ματαίου τούτου κόσμου, επειδή αι καρδίαι μας επληρώθησαν Πνεύματος Αγίου, και υψώθησαν εις τον ουρανόν, εκεί όπου ευρίσκονται οι γονείς μας». Τότε ο θείος Παφνούτιος, ως ο καλός ποιμήν ο τιθείς την ψυχήν αυτού υπέρ του ποιμνίου του, τρέχων πρώτος ανέβη εις το κριτήριον και είπε καθώς και πρότερον· «Βήμα, βήμα, κατά σου πάλιν ήλθον, ω Αρριανέ, συ μεν μετά του Απόλλωνος, εγώ δε μετά του Κυρίου μου Ιησού Χριστού». Ο δε εξουσιαστής προσέταξεν ευθύς τους στρατιώτας του και έσυραν τα ξίφη των, και κρατούντες αυτά γυμνά εις τας χείρας, περιεκύκλωσαν τον Άγιον· αλλ’ ω του θαύματος! ηρπάγη ούτος απ’ έμπροσθέν των και έγινεν άφαντος· την ώραν δ’ εκείνην ανέβησαν εις το κριτήριον οι δεκαέξ παίδες, φωνάζοντες: «Και ημείς Χριστιανοί είμεθα». Λέγει προς αυτούς ο εξουσιαστής· «Που είναι οι γονείς σας; Διότι σεις είσθε ακόμη παίδες και δεν είσθε ικανοί προς απολογίαν, αλλ’ υπάγετε να παίξετε». Του απεκρίθησαν οι τίμιοι παίδες: «Ημείς είμεθα τέκνα των τεσσαράκοντα βουλευτών των μαρτυρησάντων πρότερον, και έχομεν ηλικίαν αρκετήν, και ερώτησέ μας ό,τι θέλεις να σου αποκριθώμεν». Ο εξουσιαστής τους είπε: «Θυσιάσατε εις τους θεούς, δια να μη αφανισθούν τα σώματά σας βασανιζόμενα». Οι δε τίμιοι παίδες είπον εις αυτόν: «Βασάνισέ μας καθώς θέλεις και τότε θα ίδης την δόξαν του Θεού ημών». Βλέπων τότε ο εξουσιαστής προς ένα εκ των παίδων εκείνων, τον μικρότερον, έως δεκατριών ετών, του λέγει: «Τέκνον μου, τι θα κερδήσης, εάν αποθάνης με κακόν θάνατον; Άκουσέ μου ό,τι σε συμβουλεύω ως πατήρ σου, δια να σε καταστήσω εις μεγάλην τιμήν, να σου δώσω πολλά χρήματα και να γράψω εις τον βασιλέα να σου δώση και μέγα αξίωμα· μόνον θυσίασε εις τους μεγάλους θεούς, εις τον Απόλλωνα και εις την Άρτεμιν, δια τους οποίους έγραψεν ο βασιλεύς, ότι αυτοί είναι οι ζώντες θεοί» Το δε παιδίον του λέγει: «Που είναι το πρόσταγμα του βασιλέως σας»; Τότε ο εξουσιαστής προσέταξε και το έφεραν· λαβόντες δε αυτό οι μιαροί ιερείς των ειδώλων, το προσεκύνησαν, ομοίως και ο εξουσιαστής το ησπάσθη πρώτον, έπειτα το έδωκεν εις το παιδίον, το οποίον λαβόν αυτό το ανέγνωσε, και είδεν ότι ήτο υπό του Διοκλητιανού γεγραμμένον, να προσκυνώσιν εβδομήκοντα θεούς ονομαστί. Τούτου γενομένου διέταξεν ο εξουσιαστής και ήναψαν τον βωμόν, λαβών δε λιβανωτόν έβαλεν εις τον βωμόν· έπειτα είπεν εις το παιδίον: «Βάλε και συ, τέκνον μου, θυμίαμα εις τον βωμόν». Το δε παιδίον, πλησιάσαν εις τον βωμόν, έρριψε μέσα εις αυτόν το πρόσταγμα του βασιλέως φωνάζον· «Ένας είναι ο Θεός, ο Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Ιδόντες οι ιερείς των ειδώλων, ότι εκαύθη το βασιλικόν πρόσταγμα, εγένοντο έξω φρενών υπό του θυμού και της λύπης, ανέσπων τας τρίχας της κεφαλής των και επλήγωνον τα σώματά των με τας μαχαίρας. Ομοίως και ο εξουσιαστής, αγανακτήσας υπερβολικώς, διέταξε και έρριψαν τον παίδα μέσα εις τον βωμόν· εθαύμαζεν όμως δια την τόλμην αυτού· ομοίως και οι άλλοι ειδωλολάτραι έμειναν εκστατικοί εις την φρόνησίν του, οι δε άλλοι παίδες, οι συμμαθηταί και συνηλικιώται του, έλεγον εις τον Μάρτυρα: «Αδελφέ, μνήσθητι και ημών προς τον ύψιστον Θεόν, τον ποιητήν του παντός, και δεήθητι αυτού δι’ ημάς, επειδή δια της φρονήσεώς σου έγινες απαρχή εις τον Θεόν και πρώτος από της συνοδείας ημών εδόθης εις Αυτόν δώρον άξιον· δια τούτο και ημείς, ακολουθούντες το ιδικόν σου παράδειγμα, θέλομεν καταξιωθή της Βασιλείας των ουρανών δια να συναγαλλώμεθα μετά των πατέρων ημών». Το δε παιδίον, ευρισκόμενον εντός του πυρός, εμβλέψαν εις τον ουρανόν και ευχαριστήσαν τω Θεώ, εσφράγισε το πρόσωπόν του δια του σημείου του Τιμίου Σταυρού, και ούτω παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού· ο δε κριτής, εγγράψας τα ονόματα και των άλλων παιδίων, διέταξε να τα λογχεύσουν και ούτω να τα θανατώσουν. Εξαφαφόντες όθεν αυτά οι στρατιώται έξω της πόλεως τα εθανάτωσαν με τα ακόντια κατά την προσταγήν του κριτού και τοιουτοτρόπως ετελειώθη εν Κυρίω και τούτων των παιδίων το μαρτύριον. Ο δε Άγιος Παφνούτιος περιεφέρετο ζητών να επιστρέψη εις την θεοσέβειαν και άλλους πεπλανημένους· πορευθείς δε έως εις το χείλος του ποταμού, είδεν εκεί συνάθροισιν πολλών ανθρώπων, τους οποίους επλησίασεν· εκείνοι δε κλίναντες τας κεφαλάς προσεκύνησαν αυτόν, ο δε Άγιος τους ηυλόγησε λέγων: «Χαίρετε, τέκνα εν Κυρίω· διατί δεν ήλθετε και σεις να αγωνισθήτε, εφ’ όσον είναι έτοιμος ο αγών, και η ανταμοιβή αυτού είναι ητοιμασμένη δια σας; Υπακούσατέ μου καν τώρα και πιστεύσατε εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον Βασιλέα των αιώνων, και ομολογήσατε το άγιόν Του όνομα έμπροσθεν του κριτού, και θα σας χαρίση ο Κύριος την αιώνιον ζωήν». Ταύτα ακούσαντες εκείνοι επίστευσαν όλοι εις τον Χριστόν, και έλαβον Πνεύμα Άγιον, δοξάζοντες τον Θεόν. Παρευθύς δε αφήσαντες τα πλοιάριά των (διότι ήσαν αλιείς, ογδοήκοντα τον αριθμόν) επήγαν εις την πόλιν· ο δε Άγιος, τρέχων εμπρός, προσήλθεν εις τον κριτήν, και εφώναξε πάλιν καθώς και πρότερον: «Βήμα, βήμα, κατά σου ήλθον πάλιν, ω Αρριανέ, συ μεν μετά του Απόλλωνος, εγώ δε μετά του Κυρίου μου Ιησού Χριστού· ήλθον προς σε ίνα σε νικήσω». Ο δε κριτής, πολλά παροργισθείς, διέταξε και πάλιν να τον συλλάβουν. Επειδή δε ήλθεν πλέον η ώρα δια να λάβη και ο Άγιος τον στέφανον του Μαρτυρίου, δεν εγένετο άφαντος ως και πρότερον· όθεν εστάθη και συνέλαβον αυτόν οι στρατιώται κι τον έδεσαν. Κατόπιν ανέβησαν εις το κριτήριον οι ογδοήκοντα αλιείς και εφώναξαν παρρησία: «Χριστιανοί είμεθα και ημείς». Ο δε κριτής είπε προς αυτούς: «Ποίος σας εγέλασε να αποθάνητε κακώς»; Εκείνοι όμως είπον ομού, ως εξ ενός στόματος: «Ήλθομεν εδώ δια να καταισχύνωμεν και σε και τα είδωλά σου». Τους λέγει ο κριτής: «Κακούργοι άνθρωποι! Δια ποίαν αιτίαν, εν ω εγώ σας ομιλώ με ημερότητα, σεις μοι αποκρίνεσθε με αυθάδειαν»; Και παρευθύς διέταξε να τους δείρουν· οι δε εβδομήκοντα εξ αυτών ορμήσαντες εκρήμνισαν τον θρόνον του κριτού· και βλέποντες αυτούς οι στρατιώται, έσυραν τα ξίφη των και τους επλήγωσαν. Τότε ο κριτής θυμωθείς σφόδρα διέταξε να τους θανατώσουν όλους. Και λαβόντες αυτούς οι υπηρέται της αδικίας, τους έφεραν εις έρημον τόπον, και κατακόψαντες αυτούς τους εθανάτωσαν, και ετελειώθη ούτως εν Χριστώ το μαρτύριον αυτών. Μετά ταύτα ο τύραννος Αρριανός, κρίνων τον Άγιον, του είπεν: «Αποστάτα και κακέ άνθρωπε και μάγε· τώρα έχω να κάμω τους περιεστώτας όλους να γνωρίσουν, ότι ο Ιησούς Χριστός σου, τον οποίον πιστεύεις επικαλούμενος, δεν θα σε λυτρώση από τας χείρας μου». Και ευθύς προστάζει να αναβιβασθή ο Άγιος εις τον σιδηρούν τροχόν, όστις ήτο κατεσκευασμένος ούτως ώστε το επάνω μέρος αυτού να είναι κοπτερόν, ως στόμα μαχαίρας, το δε κάτω μέρος ως πριόνιον, τροχιζόμενος δε δια του σατανικού εκείνου τροχού να διαμερισθή εις τέσσαρα τεμάχια. Αφού δε είδεν ο κριτής κατακεκομμένον τον Άγιον εις τέσσαρα τεμάχια, εγέλασε πολλά και είπε μεγαλοφώνως: «Που είναι ο Θεός σου, Παφνούτιε; Διατί δεν ήλθε να σε λυτρώση από τας χείρας μου; Λοιπόν εγνώρισες καν τώρα, ότι δεν είναι άλλος θεός, ει μη ο Απόλλων και ο Ζεύς και η Άρτεμις και η Αθηνά; Ούτοι είναι οι ζώντες θεοί, οι οποίοι έδωσαν το κράτος της βασιλείας εις τον Διοκλητιανόν» Έπειτα κατά προσταγήν του ασεβεστάτου εξουσιαστού, απελθόντες εις το παλάτιόν του, διότι ήτο μεσημβρία, απετέθη το σώμα του Αγίου επάνω εις το πτερύγιον του ναού των ειδώλων, δια να το καταφάγουν τα πετεινά του ουρανού. Το σώμα όμως του Αγίου ποσώς δεν επείραξαν τα πετεινά, διότι πρώτον μεν καταβάς Άγγελος Κυρίου το εσκέπασεν, έπειτα δε καταβάς εκ του ουρανού ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, έχων εκ δεξιών αυτού τον Αρχάγγελον Μιχαήλ και εξ ευωνύμων τον Φαβριήλ, εστάθη παρά το σώμα του Αγίου· και οι μεν Άγγελοι συνάξαντες τα κατακεκομμένα μέλη του συνήνωσαν αυτά προς άλληλα· ο δε Σωτήρ ημών απλώσας την δεξιάν Του χείρα είπεν: «Η χειρ η οποία έπλασε τον πρωτόπλαστον άνθρωπον, αυτή πάλιν τώρα αναπλάττει και σε»· έπειτα ενεφύσησεν εις αυτόν πνεύμα ζωής και δυνάμεως και, ω του θαύματος! παρευθύς ανέζησε και εδόξαζεν Αυτόν· ο δε Κύριος ευλογών αυτόν είπε: «Δούλε μου αγαπητέ και πιστέ Παφνούτιε, ύπαγε να ελέγξης τον αναίσχυντον Αρριανόν, τον ονειδίζοντα το όνομά μου». Και ευθύς ανέβη εις τους ουρανούς. Ο δε Άγιος, ζητήσας τον Αρριανόν, και ευρών αυτόν εν ω έκρινεν εις την αγοράν, του είπε: «Με γνωρίζεις Αρριανέ; Εγώ είμαι ο δούλος του Θεού Παφνούτιος, τον οποίον κατέκοψας εις τέσσαρα μέρη, Χάριτι όμως του Κυρίου μου Ιησού Χριστού ανέζησα και ομιλώ έμπροσθέν σου. Διατί ονειδίζεις το όνομα του Θεού μου, του ποιητού απάντων των όντων; Ιδού ο Κύριός μου με ανέστησεν, ίνα ελέγξω την ασέβειάν σου και διδάξω τοις πάσιν, ότι συ είσαι αδύνατος, και λατρεύεις είδωλα κωφά και τυφλά, κατεσκευασμένα εξ ύλης αναισθήτου». Τότε ο πραιπόσιτος Ευσέβιος, βλέπων τον Άγιον Παφνούτιον αναστάντα εκ νεκρών, επίστευσεν εις τον Χριστόν, και είπεν εις τους τετρακοσίους στρατιώτας τούς υπό την εξουσίαν του: «Υπακούσατέ μου, αδελφοί, και πιστεύσατε εις τον Θεόν του ουρανού και της γης, ο οποίος ανέστησε τον δούλον του Παφνούτιον, και τον έστειλε να εξέγξη τον Αρριανόν δια την πλάνην του και δια την ματαίαν ελπίδα, την οποίαν έχει εις τα είδωλα, δια να πιστεύσουν και άλλοι, ότι δεν είναι άλλος Θεός, ει μη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός· και καθώς εγώ έκαμα αρχήν και σας ήνοιξα τον δρόμον εις την πίστιν, ούτω και ο Χριστός θα σας ανοίξη τον δρόμον του ουρανού». Και παρευθύς όλοι μια φωνή ωμολόγησαν τον Χριστόν Θεόν αληθινόν· όθεν παραλαβών αυτούς ο μακάριος Ευσέβιος επήγεν εις τον εξουσιαστήν φωνάζων· «Χριστιανός είμαι». Ομοίως και οι στρατιώται του έλεγον μετά παρρησίας: «Χριστιανοί είμεθα και ημείς, και κάμε ό,τι θέλεις εις ημάς». Ο δε εξουσιαστής, ταύτα ακούσας, έμεινεν εκστατικός, και λέγει εις τον Ευσέβιον: «Δεν έχω εξουσίαν να σε κρίνω, αλλά ύπαγε εις τον δούκα να σε κρίνη εκείνος». Του λέγει ο Ευσέβιος: «Σοι εδόθη εξουσία, Αρριανέ, να με κρίνης». Απεκρίθη ο Αρριανός: «Δεν θέλω να ακούσω τελείως Χριστιανόν». Του λέγει ο Ευσέβιος: «Ομολόγησε ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός ει μη εις μόνος, ο κατοικών εις τους ουρανούς, και αρνήσου τα είδωλα δια να ζήσης και συ μεθ’ ημών ει τους αιώνας». Ο δε Αρριανός είπε: «Μη γένοιτο να αρνηθώ ποτέ τους θεούς, διότι ο Απόλλων και η Άρτεμις είναι ζώντες θεοί». Τότε ο μακάριος Ευσέβιος, γεμίσας τας δύο χείρας του κόνιν λεπτήν, την έρριψεν εις το πρόσωπον του εξουσιαστού λέγων: «Αύτη η κόνις είναι η δύναμίς σου και η δύναμις των θεών σου· μόνον τελείωσε τα έργα του πατρός σου του σατανά». Ο δε εξουσιαστής εθυμώθη σφόδρα και έβαλε και τον έδειραν λέγων προς αυτόν: «Ευσέβιε, δεν σε θανατώνω τώρα, αλλά θα σε βασανίζω ολίγον κατ’ ολίγον, και θα σε βάλω εις την φυλακήν, έως ου ακούση ο βασιλεύς ότι ητίμασες το κριτήριόν μου». Ο δε Ευσέβιος είπε: «Δια να γνωρίσης την δύναμιν του Κυρίου μου Ιησού Χριστού δεν παρέρχεται η σήμερον ημέρα, εάν μη μεταλάβω μυστικώς της τραπέζης του Κυρίου μου (εννοών ότι την ημέραν εκείνην έμελλε να αποθάνη), και συ δεν δύνασαι να κάμης ό,τι θέλεις, εάν δεν δώσης την απόφασιν του θανάτου μου». Και τότε μεν ο εξουσιαστής αναβάς εις την άμαξάν του ανεχώρησεν· επιστρέψας όμως έπειτα και θέλων να καταβή της αμάξης εκρατείτο αοράτως, και δεν ηδύνατο να καταβή· πλην δεν μετενόησε τελείως ο παράνομος, αλλά παρήγγειλε να φέρουν εις την άμαξαν το μεσημβρινόν φαγητόν του· όθεν ο μάγειρος γεμίσας ένα δίσκον από διάφορα φαγητά, τα έφερεν εις αυτόν· και ευθύς ως ήπλωσε την χείρα του εις τον δίσκον, εξηράνθη αύτη και δεν ηδύνατο να την σαλεύση· τότε του λέγει ο συγκάθεδρός του· «Αυθέντα, ας μη μείνωμεν εις την πόλιν ταύτην, διότι κινδυνεύει να αφανισθή και η πόλις δια της μαγείας του Παφνουτίου». Αγανακτών λοιπόν ο εξουσιαστής δια το κακόν το ακολουθήσαν εις αυτόν, διέταξε να καύσουν ζώντας τον πραιπόσιτον και τους στρατιώτας του· οι δε υπηρέται της αδικίας, ανάψαντες τέσσαρας καμίνους, κατέκαυσαν εντός αυτών τους Αγίους Μάρτυρας, και ούτως ετελειώθησαν άπαντες εν Κυρίω και απέλαβον του μαρτυρίου τον στέφανον. Ο δε Αρριανός εξήλθε της πόλεως και διέταξε να τον ακολουθή ο Μάρτυς Παφνούτιος· πλησιάσας δε εις τον ποταμόν Νείλον εμβήκεν εις το πλοίον του, διέταξε δε και έδεσαν μίαν μυλόπετραν εις τον λαιμόν του Μάρτυρος και τον έρριψαν εις τον ποταμόν· ευρισκόμενος δε εντός του πλοίου του είδε και ήκουσε τον Άγιον Παφνούτιον, με την μυλόπετραν εις τον λαιμόν κραυγάζοντα: «Αρριανέ, Αρριανέ, συ μεν χρειάζεσαι πλοίον και άνεμον δια να πλέης, εγώ όμως ούτε πλοίον ούτε άνεμον χρειάζομαι, διότι είναι κυβερνήτης μου ο Κύριός μου Ιησούς Χριστός· και συ μεν αποστέλλεις τους ανθρώπους, ίνα σοι ετοιμάσωσι κατοικίας, αλλ’ εγώ ετοιμάζω εις τον Κύριόν μου ψυχάς λογικάς προς κατοίκησιν εις τα ουράνιά Του δώματα».Τότε ο συγκάθεδρος τού Αρριανού είπεν: «Ας μη αφήσωμεν τον άνθρωπον τούτον να μας ακολουθήση, ότι έχει να αφανίση όλον τον τόπον με τας μαγείας του», ομοίως και ο Αρριανός απορών δεν ήξευρε τι να κάμη. Όθεν εξήλθον και οι δύο του πλοίου και διέταξε να γράψωσιν υπομνήματα περί του Μάρτυρος, τι έκαμε δηλαδή και τι υπέστη· κατόπιν παρέδωκε τον Άγιον Παφνούτιον μετά των υπομνημάτων εις τέσσαρας στρατιώτας δια να τον απαγάγωσι προς τον Διοκλητιανόν· ότε δε έφθασαν και ανέγνωσεν ο Διοκλητιανός τα έγγραφα του Αρριανού, εθαύμασε και παρευθύς απεφάσισε να σταυρωθή ο θείος Παφνούτιος, και εξαγαγόντες αυτόν οι στρατιώται έξω της πόλεως, τον εσταύρωσαν εις μίαν ξηράν φοινικιάν· σταυρούμενος δε ο μακάριος ηυλόγει και εδόξαζε τον Θεόν· η δε ξηρά εκείνη φοινικιά, αναβλαστήσασα ευθύς, δι προσταγής Θεού, ήπλωσε δώδεκα κλάδους γεμάτους από φοίνικας· όπερ βλέποντες οι σταυρωταί του επίστευσαν εις τον Ιησούν Χριστόν. Ήτο δε όταν εσταυρώθη ο Άγιος Δευτέρα ώρα της ημέρας, και έμεινεν επί του σταυρού έως ώρας ενάτης, και τότε παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις τον Χριστόν, και έλαβε παρ’ Αυτού τον αμάραντον στέφανον, οι δε στρατιώται καταβιβάσαντες το άγιόν του λείψανον το ενεταφίασαν εντίμως κατά την εικοστήν πέμπτην του Σεπτεμβρίου μηνός εν έτει τγ΄ (303) από Χριστού· έπειτα παρουσιασθέντες εις τον Διοκλητιανόν ωμολόγησαν έμπροσθέν του τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, και εξηυτέλισαν τα είδωλα εκείνου· δια τούτο θυμωθείς ο τύραννος κατ’ αυτών διέταξε και τους απεκεφάλισαν παρευθύς και ούτως ετελείωσαν και αυτοί το Μαρτύριον και απέλαβον τον άφθαρτον στέφανον. Άπαντες δε οι δια του Αγίου Παφνουτίου μαρτυρήσαντες είναι πεντακόσιοι τεσσαράκοντα εξ (546), οίτινες συναγάλλονται μετ’ αυτού εις την Βασιλείαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2443
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΣΤ΄ (26Η) Σεπτεμβρίου, η Μετάστασις του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, φίλου, παρθένου, επιστ

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΣΤ΄ (26Η) Σεπτεμβρίου, η Μετάστασις του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, φίλου, παρθένου, επιστηθίου και ηγαπημένου του Κυρίου, ΙΩΑΝΝΟΥ του ΘΕΟΛΟΓΟΥ.

Ιωάννης ο Θεολόγος ο ιερός Ευαγγελιστής και θείος Απόστολος του Κυρίου κατήγετο εκ Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, υιός ων του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης, ήτις ήτο θυγάτηρ Ιωσήφ του Μνήστορος της Θεοτόκου. Διότι ο Ιωσήφ είχε τέσσαρας υιούς, Ιάκωβον, Ιωσήν, Ιούδαν και Σίμωνα (ή Συμεών) και θυγατέρας τρεις, την Εσθήρ, την Μάρθαν και την Σαλώμην, ήτις ήτο γυνή μεν του Ζεβεδαίου, μήτηρ δε του Ιωάννου τούτου. Όθεν εκ τούτου έπεται, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήτο θείος του Ιωάννου, ως νομιζόμενος αδελφός Σαλώμης, της θυγατρός Ιωσήφ, μητρός δε Ιωάννου· ο δε Ιωάννης ήτο ανεψιός του Κυρίου. Συνεβοήθει δε ο θείος Ιωάννης τον πατέρα του Ζεβεδαίον εις την αλιευτικήν τέχνην ως και ο αδελφός του Ιάκωβος, διότι ο πατήρ των ήτο αλιεύς και πτωχός άνθρωπος, ότε δε εκλήθη παρά Κυρίου, αφήκε τον πατέρα ομού και το πλοίον του, και ηκολούθησε τον καλέσαντα Κύριον, και τους νόμους αυτού ακριβώς εδιδάχθη. Δια τούτο εγκαταλείψας την αλιείαν των αφώνων ιχθύων, εδιδάχθη πώς να ελκύση δια της διδασκαλίας τας λογικάς ψυχάς των ανθρώπων. Μετεχειρίζετο δε ο θείος Ιωάννης άκραν εγκράτειαν εις όλα τα βλάπτοντα την ψυχήν, δια τούτο και ωκειώθη όλως προς την παρθενίαν. Εκ τούτου δε απέκτησε και το να ονομάζεται παρθένος εξαιρέτως και περισσότερον από όλους τους άλλους ανθρώπους, έτι δε και δια τούτο ηγαπήθη κατ’ εξαίρεσιν από τον Βασιλέα Χριστόν, εις τρόπον ώστε μόνος αυτός έλαβε την ονομασίαν του ηγαπημένου. Όθεν και όταν ο Κύριος ανέβη εις το Θαβώριον Όρος δια να μεταμορφωθή, ανέβη ομού και ο ηγαπημένος ούτος Ιωάννης, και είδε την εκείσε δειχθείσαν εκ μέρους του Θεού Λόγου Θεότητα, και ήκουσε την φωνήν την λέγουσαν: «Ούτος εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ηυδόκησα· αυτού ακούετε». Και εν τω Μυστικώ Δείπνω αυτός πλησίον του ηγαπημένου του Διδασκάλου εκάθισεν. Αυτός και επάνω εις το στήθος του ανέπεσε δια την πολλήν αγάπην, την οποίαν είχε προς αυτόν· αυτός ηρώτησεν Αυτόν λέγων: «Κύριε, τις εστιν ο παραδιδούς σε»; Αυτός εζήτησε και να καθίση εκ δεξιών του Διδασκάλου του, δεικνύων ούτω φανερώς το προς Αυτόν διάπυρον φίλτρον του. Αλλά και όταν συνελήφθη ο Κύριος υπό των Ιουδαίων, ο θείος ούτος Ιωάννης ηκολούθει αυτόν, και εμβήκεν εις την αυλήν του Αρχιερέως, καθό γνωστός του· και όταν εσταυρώθη, αυτός παρίστατο εις τον Σταυρόν μετά της Θεομήτορος. Και η μεν Θεοτόκος ήκουσε παρ’ Αυτού το «Γύναι, ίδε ο υιός σου», ούτος δε ο Ιωάννης ήκουσε το «Ιδού η μήτηρ σου». Τούτου δε του λόγου τι άλλο ημπορεί να γίνη μακαριώτερον; Όθεν από εκείνης της ώρας έλαβεν αξιοπρεπώς εις τον οίκον του την Μητέρα και Παρθένον, ο κατά την ψυχήν και το σώμα Παρθένος. Και όταν δε ο Κύριος ανέστη, αυτός προλαβών τον κορυφαίον Πέτρον, και παρακύψας πρώτος εις τον τάφον, είδε τα εντάφια, και τον ποθούμενον έβλεψε, και παρ’ Αυτού αυτός το εμφύσημα δέχεται και της οικουμένης όλης προβάλλεται Απόστολος. Αυτός και αναληφθέντα είδε τον Κύριον. Αυτός έπειτα και την του Παρακλήτου επιφοίτησιν εν είδει πυρίνων γλωσσών εδέχθη μετά των άλλων συμμαθητών, εν τη ημέρα της Πεντηκοστής. Αυτός τελευταίον και μέχρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου έμεινεν εις Ιερουσαλήμ, υπηρετών αυτήν εις όλα τα χρειαζόμενα. Μετά την της Υπεραγίας Θεοτόκου σεβασμίαν εις ουρανούς Μετάστασιν εξήλθε και ο θείος ούτος Απόστολος εις το κήρυγμα, και μετέβη εις τους τόπους της Μικράς Ασίας, ήτις του έλαχεν εις τον κλήρον δια να κηρύξη την του Σωτήρος θείαν ενανθρώπησιν και να καλέση τους ανθρώπους εις μετάνοιαν και εις την πίστιν του Χριστού. Και ταύτα μεν λέγομεν συνοπτικώς δια την προ της εξόδου εις το κήρυγμα ζωήν του θείου τούτου Αποστόλου. Τα δε περί της εν γένει δράσεώς του κατά τας περιοδείας του, και όσα εδίδαξε και όσα υπέστη, καθώς και περί του πως συνέγραψε το θείον και ιερόν Ευαγγέλιον και τα περί της θείας αυτού μεταστάσεως, θέλετε μάθει κατά πλάτος από αυτόν τούτον τον μαθητήν και συνέκδημον του θείου Ιωάννου, τον Απόστολον Πρόχορον, όστις συνέγραψε ιδιαίτερον βιβλίον υπό τον τίτλον «Αι Περίοδοι του γίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού ηγαπημένου Ιωάννου του Θεολόγου». Τας περιόδους ταύτας καταχωρίζομεν κατωτέρω, εν συνεχεία του παρόντος και δια πρώτην φοράν εν τω Συναξαριστή, μεταγλωττισμένας δε εις γλαφυρόν και απλούν ύφος, χάριν της των πολλών ωφελείας. Ότι δε και ο θείος Ιωάννης εγεύθη το ποτήριον του θανάτου, μανθάνομεντούτο από πολλάς μαρτυρίας. Και ο μεν Πολυκράτης, ο της Εφέσου Επίσκοπος, γράφων προς τον Βίκτωρα Ρώμης, ούτω λέγει αυτολεξεί: «Και γαρ κατά την Ασίαν (την Μικράν δηλαδή) μεγάλον στοιχείον εκοιμήθη, το οποίον και θα αναστηθή εν τη εσχάτη ημέρα της παρουσίας του Κυρίου ημών, Ιωάννης, λέγω, ο επιστήθιος μαθητής του Χριστού· ο οποίος εφόρει εις το μέτωπον ως αρχιερεύς και το πέταλον του παλαιού νομικού αρχιερέως (επάνω εις το οποίον ήτο γεγραμμένον το τετραγράμματον όνομα του Θεού, το καλούμενον Ιεχωβά, όπερ δηλοί, Κύριος, κατά τους Εβδομήκοντα), και ο οποίος Ιωάννης έγινε διδάσκαλος εις την Έφεσον». Ο δε Ιππόλυτος, ο ιερός Πάπας της Ρώμης, διηγούμενος δια το κήρυγμα και δια την τελείωσιν των Αποστόλων, λέγει και περί του θείου τούτου Αποστόλου: «Ιωάννης ο αδελφός του Ιακώβου (του Μεγάλου δηλαδή, του όντος εκ των δώδεκα Αποστόλων), κηρύττων εις την Μικράν Ασίαν τον λόγον του Ευαγγελίου, εξωρίσθη κατά την νήσον Πάτμον. Και από εκεί πάλιν ανακαλείται υπό Νερούα του αυτοκράτορος, του βασιλεύσαντος εν έτει 96. Και έρχεται εις την Έφεσον, και εκεί τελευτά. Τούτου το λείψανον ζητηθέν από τους κατοίκους της Εφέσου, δεν ευρέθη». Αλλά και ο του Μεγάλου Γρηγορίου του Θεολόγου αδελφός, ο Καισάριος, ερωτηθείς περί τούτου επί του εν Κωνσταντινουπόλει Απορρήτου, ταύτα απεκρίθη. «Ο Μέγας ούτος Ιωάννης εις το τέλος του Ευαγγελίου του γράφει ταύτα· «Και τούτο ειπών ο Ιησούς, λέγει αυτώ (τω Πέτρω δηλαδή), ακολούθει μοι. Επιστραφείς δε ο Πέτρος βλέπει τον μαθητήν, ον ηγάπα ο Ιησούς, ακολουθούντα… και λέγει αυτώ· Κύριε, ούτος δε τι; Λέγει αυτώ ο Ιησούς· εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε; Συ ακολούθει μοι. Εξήλθε νουν ο λόγος ούτος εις τους αδελφούς, ότι ο μαθητής εκείνος ουκ αποθνήσκει». (Ιωάννου κβ: 19-23). Εκ τούτου, όθεν, του ρητού πρόφασιν λαβόντες τινές, είπον, ότι το «εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι» ερρήθη από τον Κύριον περί της Δευτέρας Του Παρουσίας. Όθεν και νομίζουν, ότι ο Ιωάννης ακόμη δεν εδοκίμασε θάνατον, αλλά μετετέθη ζων ως ο Ενώχ και ο Ηλίας. Πλην δεν είναι αύτη η αλήθεια· διότι δεν είπεν ο Χριστός το «εάν αυτόν θέλω μένειν» αινιγματωδώς, τάχα ότι μέλλει να ζη ο Ιωάννης, αλλ’ είπεν αυτό απλώς και αισθητώς και αρμοδίως εις την τότε εργασίαν των μαθητών. Ότε δηλαδή ευρών αυτούς ο Κύριος αλιεύοντας επί της Τιβεριάδος συνέφαγε και διελέχθη με όλους τους εκεί ευρεθέντας Αποστόλους, τότε ο Πέτρος θέλων να έχη συνακόλουθον και τον Ιωάννην, δια την αγάπην ην είχεν εις αυτόν, δια τούτο λέγει προς τον διδάσκαλον Χριστόν: «Ούτος δε τι»; Εφανέρωσε δε ο Κύριος την αιτίαν, δια την οποίαν δεν ήθελε να συνακολουθήση και ο Ιωάννης, απολογησάμενος και ειπών: «Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε»; Τουτέστιν, εάν θέλω να μένη επί του αλιεύματος ο Ιωάννης, και ν’ αλιεύη έως ου εγώ επανέλθω ώδε, τι προς σε; Επειδή λοιπόν ο Χριστός εις ουδέν άλλο μέρος εφανέρωσεν, ότι δεν θα αποθάνη ο Ιωάννης, δια τούτο φανερόν είναι, ότι και αυτός ομοίως με τους άλλους Αποστόλους απέθανε· μαρτυρεί δε τον θάνατόν του και ο τάφος του, από τον οποίον εξέρχεται και κόνις λεπτή εις ιατρείαν πολλών ασθενειών. Και ο μεν Καισάριος ταύτα απεκρίθη εις εκείνους, οι οποίοι ευλαβώς τον ηρώτησαν. Ο δε την γλώτταν χρυσούς Ιωάννης εις πολλά μέρη των γλυκυτάτων λόγων του αποδεικνύει, ότι απέθανεν ο Ιωάννης. Πρώτον μεν εν τω Ευαγγελίω περί τούτου διερμηνεύων και λέγων, ότι το μεν να μένη ο Ιωάννης δεν είπεν ο Κύριος δια να μη αποθάνη· αλλά δια να μη είναι ηνωμένος ο Ιωάννης με τον Πέτρον, εις τον καιρόν του κηρύγματος, αλλά να μένη χωριστά κηρύττων εις τους τόπους τους πέριξ της Γαλιλαίας. Επειδή δηλαδή ο Χριστός έβλεπε τον Πέτρον, ότι εφρόντιζε πολύ περί του Ιωάννου, και δεν ήθελε να χωρισθή από αυτόν, και δια τούτο έκαμε και την υπέρ αυτού ερώτησιν, ειπών: «Ούτος δε τι»; Τουτέστι, διατί δεν θα πορευθή και αυτός εις την αυτήν οδόν του κηρύγματος, καθώς και εγώ; διατί δεν θα γίνη και αυτός συγκοινωνός με ημάς της επιστασίας των προβάτων; Διατί δεν θα προχειρισθή και αυτός οικονόμος των λογικών ψυχών; Ταύτα, λέγω, ειπόντος του Πέτρου, είπεν ο Κύριος: «εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε»; Είπε δε ταύτα, αφ’ ενός μεν, ίνα χωρίση αυτούς από την προς αλλήλους άκαιρον ταύτην προσπάθειαν και ένωσιν, εξ άλλου δε ίνα δείξη, ότι όσον και αν αγαπήση ο Πέτρος τον Ιωάννην, αλλ’ όμως δεν φθάνει ποτέ την αγάπην εκείνην, την οποίαν έχει ο Κύριος προς αυτόν. Και τρίτον διδάσκει τον Πέτρον με τα λόγια ταύτα ο Κύριος, ότι δεν πρέπει να πολυπραγμονή προπηδών εις τας ερωτήσεις. Και κατ’ άλλον δε λόγον. Δεν έπρεπεν εις τους Αποστόλους όπου εδέχθησαν την επιστασίαν της Οικουμένης, να είναι πάντοτε σωματικώς ηνωμένοι· αλλά ο μεν εις Απόστολος να υπάγη εις ένα τόπον δια να κηρύξη, ο δε άλλος εις άλλον. Δια τούτο λέγει προς τον Πέτρον: «Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε; Συ ακολούθει μοι». Ως να έλεγε σχεδόν τούτο. Έργον σοι ενεπιστεύθη, ω Πέτρε. Τούτο λοιπόν εργάζου και τελείωνε. Και ακολούθει εις εμέ, όστις σε στέλλω εις το κήρυγμα, και σοι εγχειρίζω όλην την Οικουμένην. Τούτον δε τον Ιωάννην, εάν θέλω να μένη ώδε πέριξ εις τους τόπους της Γαλιλαίας, και να μη τον στείλω μετά σου, τι προς σε; Ήτοι τι φροντίζεις συ περί τούτου; Το δε έως έρχομαι, τούτο δηλοί, αντί του έως θελήσω να αποστείλω αυτόν εις το κήρυγμα. Διότι, σε μεν, ω Πέτρε, τώρα σε εκπέμπω εις αυτό, και εις την προστασίαν της Οικουμένης· διο και ακολούθει μοι, ήτοι πείθου εις τους λόγους μου. Ο δε Ιωάννης ας μένη ώδε έως ου πάλιν έλθω και εκπέμψω και αυτόν, καθώς και σε. Ούτω μεν ερμηνεύων ο θείος Χρυσόστομος εις την ερμηνείαν του ιερού Ευαγγελίου το ανωτέρω ρητόν, δεικνύει φανερώτατα, ότι ο Θεολόγος Ιωάννης απέθανεν. Εν δε τη υποθέσει της προς Εφεσίους επιστολής του Μεγάλου Παύλου αυτολεξεί τούτο φανερώνει λέγων: «Και ο μακάριος δε Ιωάννης ο Ευαγγελιστής πολύ εκεί (εν τη Εφέσω δηλαδή) διέτριψε. Και γαρ εκεί ετελεύτησεν». Αλλά και εις τους κβ΄ και κστ΄ λόγους αυτού ερμηνεύων την προς Εβραίους επιστολήν και εις τον οστ΄ λόγον της ερμηνείας του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, περί τούτου διαλαμβάνων, φανερώνει ότι ο Ιωάννης απέθανεν. Επειδή λοιπόν φανερώτατα λέγει ο θείος Χρυσόστομος, και οι ανωτέρω ρηθέντες αξιόπιστοι και άγιοι άνδρες, ότι ο Ιωάννης απέθανε, ποίος είναι εκείνος όστις δεν θα συμφωνήση με αυτούς; Ή ποίος θα νομίση περί τούτου κατ’ άλλον τρόπον;

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2443
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΖ΄ (27η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΚΑΛΛΙΣΤΡΑΤΟΥ και των συν αυτώ τεσσαράκοντα εννέα

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΖ΄ (27η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΚΑΛΛΙΣΤΡΑΤΟΥ και των συν αυτώ τεσσαράκοντα εννέα ΜΑΡΤΥΡΩΝ.

Καλλίστρατος ο Άγιος Μάρτυς κατήγετο από της χώρας των Καρχηδονίων, της εν τη Αφρική ευρισκομένης, συναριθμούμενος εις το στρατιωτικόν τάγμα, το καλούμενον των Καλανδών, εν έτει σπη΄ (288). Πορευόμενος δε εις την Ρώμην μεθ’ όλου του στρατιωτικού τάγματος, μόνος αυτός έλαμπε μεταξύ των άλλων απίστων στρατιωτών, δια την πίστιν του Χριστού, καθώς και ο αστήρ λάμπει εν μέσω της σκοτεινής και ασελήνου νυκτός. Ήτο δε εκ προγόνων πεφωτισμένος εις την πίστιν του Χριστού ο μακάριος. Διότι εις εκ πατρός προπάππος του, πορευθείς εις Ιεροσόλυμα, ότε ήτο επί γης ο Κύριος, και θεωρήσας με τους ιδίους του οφθαλμούς τα θαυμάσια, άπερ εποίει, επίστευσεν. Όθεν επιστρέψας εις τον οίκον του, έδωκεν εις όλους τους συγγενείς και απογόνους του την καλήν ταύτην πραγματείαν και τον φωτισμόν της θεογνωσίας. Επειιδή δε ο του Χριστού Μάρτυς Καλλίστρατος εφανερώθη εις τους συστρατιώτας του ότι ήτο Χριστιανός, διαβάλλεται προς Περσεντίνον τον στρατηλάτην, ότε Διοκλητιανός και Μαξιμιανός οι βασιλείς εφέροντο μανικώς κατά των Χριστιανών. Παρασταθείς λοιπόν έμπροσθεν του Περσεντίνου και ερωτηθείς, ομολογεί παρρησία την εις Χριστόν ευσέβειαν. Όθεν εξαπλωθείς κατά γης, τόσον άσπλαγχνα εδάρη ο τρισόλβιος, ώστε έτρεχε το αίμα του ποταμηδόν. Έπειτα σύρεται ύπτιος επάνω εις λεπτά τεμάχια τούβλων και καταξεσχίζεται τας πρότερον πληγωθείσας σάρκας του. Είτα ποτίζεται δια χωνίου το ύδωρ μιας ολοκλήρου λεκάνης και φουσκώνεται ως ασκός. Μετά ταύτα τίθεται ο μακάριος μέσα εις ένα σάκκον και ρίπτεται εις το μέσον της θαλάσσης, θεωρούντος και του στρατηλάτου. Επειδή δε ο σάκκος εσχίσθη κατά θείαν δύναμιν, δια τούτο ο Άγιος εφέρθη υπό δύο δελφίνων υγιής έξω εις την παραλίαν. Τότε οι μετ’ αυτού όντες στρατιώται, τεσσαράκοντα εννέα τον αριθμόν, βλέποντες το τοιούτον θαυμάσιον, επίστευσαν και προσφέρονται εις τον Χριστόν δια μέσου του Αγίου. Όθεν όλοι αυτοί δέρονται και συντρίβονται τα μέλη των. Έπειτα ρίπτονται εις την φυλακήν, και εκεί διδάσκονται από τον Άγιον Καλλίστρατον τα δόγματα της θείας του Χριστού οικονομίας και τα περί κρίσεως και ανταποδόσεως, και περί άλλων αξίων μαθήσεως. Και προς τούτοις παρακινούνται από αυτόν εις το να υπομείνωσιν ανδρείως το μαρτύριον. Μετά δε μίαν ημέραν παρασταθέντες προς τον στρατηλάτην, και αποδειχθέντες πλέον άφοβοι ή πρότερον, δέρονται πάλιν. Είτα δεθέντες τας χείρας και τους πόδας, ρίπτονται μέσα εις την εκεί ευρισκομένην κολυμβήθραν, ήτις ωνομάζετο Ωκεανός. Ο δε Άγιος Καλλίστρατος προσηυχήθη να γίνη βάπτισμα εις αυτούς η κολυμβήθρα εκείνη. Και, ω του θαύματος! ευθύς ελύθησαν τα δεσμά, και εξήλθον οι Άγιοι από του αγιάσματος της κολυμβήθρας ενδεδυμένοι στολάς λαμπράς. Ο δε Μάρτυς Καλλίστρατος εφάνη φορών επί της κεφαλής του ευπρεπέστατον στέφανον. Ήκουσε δε και θείαν φωνήν, ήτις παρεθάρρυνεν αυτόν. Εκ δε της φωνής το εκεί πλησίον ευρισκόμενον είδωλον έπεσε κατά γης και διελύθη εις κονιορτόν. Δια τούτου δε του θαύματος πιστεύουσιν εις τον Χριστόν άλλοι εκατόν τριάκοντα πέντε στρατιώται. Φυλακισθέντων δε πάλιν των τεσσαράκοντα εννέα στρατιωτών ομού με τον Άγιον Καλλίστρατον, εφοβήθη ο στρατηλάτης μήπως κάμωσι και άλλα θαυμάσια, και πιστεύσωσι εις τον Χριστόν και άλλοι πολλοί· δια τούτο έπεμψε την νύκτα και κατέκοψεν εις λεπτά τεμάχια τα σώματα των Αγίων. Τούτων δε τα ιερά λείψανα κηδεύσαντες οι εκατόν τριάκοντα πέντε στρατιώται, έκτισαν εις αυτούς και Ναόν ωραιότατον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2443
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΗ΄ (28η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών κι Ομολογητού ΧΑΡΙΤΩΝΟΣ, διασωθέντος από του

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΗ΄ (28η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών κι Ομολογητού ΧΑΡΙΤΩΝΟΣ, διασωθέντος από του μαρτυρικού τέλους εν έτει από Χριστού 276.

Χαρίτων ο Όσιος πατήρ ημών εγεννήθη εις το Ικόνιον της Μικράς Ασίας, εις το οποίον και ανετράφη εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, ανδρωθείς δε εγένετο περιβόητος δια την ευσέβειαν και την αρετήν του και κατέστη πρώτος της πόλεως ταύτης. Κατά την εποχήν εκείνην (σο΄ - σοστ΄ ) (270-276) εβασίλευεν εν Ρώμη ο Αυρηλιανός, όστις κατ’ αρχάς μεν της βασιλείας του, αν και ήτο ειδωλολάτρης, όμως δεν ημπόδιζε τους Χριστιανούς να προσκυνώσι τον αληθινόν Θεόν· κατόπιν όμως παρακινηθείς από τους δαίμονας, τους οποίους ελάτρευεν, εκίνησε μέγαν διωγμόν κατά των Χριστιανών, και εις όλας τας επαρχίας της βασιλείας του έστειλεν ασεβή προστάγματα, κελεύοντα τους εξουσιαστάς μεθ’ όλης της δυνατής προσπαθείας να καταπείσωσι τους Χριστιανούς να αρνηθώσι την πίστιν του Χριστού και να επιστρέψωσιν εις την πλάνην της ειδωλολατρίας, τους δε μη υποτασσομένους εις τα ασεβή προστάγματά του να παιδεύωσι διαφοροτρόπως, και τέλος επονειδίστως να τους θανατώνωσι. Τα βασιλικά ταύτα διατάγματα έφθασαν και εις το Ικόνιον· όθεν συλληφθείς και ο Άγιος Χαρίτων ωδηγήθη από τους στρατιώτας έμπροσθεν του βασιλικού κριτηρίου. Παρασταθείς δε εις τον ύπατον, ήτοι εις τον δεύτερον μετά τον βασιλέα, και ερωτώμενος υπ’ αυτού πως ονομάζεται, και τι πιστεύει, αποκρίνεται, ότι ονομάζεται Χαρίτων και πιστεύει εις τον Χριστόν τον αληθινόν Θεόν· και πάλιν ερωτώμενος, διατί εναντιούται εις τα προστάγματα του βασιλέως και δεν καταπείθεται να θυσιάση εις τους αθανάτους θεούς, αποκρίνεται ευπαρρησιάστως· «Εγώ δεν σέβομαι τα σεβάσματά σας, διότι αυτά δεν είναι τη αληθεία θεοί, αλλά πονηροί δαίμονες και δολερώς σας καταπείθουσι να τους νομίζετε θεούς, δια δύο αίτια· πρώτον μεν, δια να δοξάζωνται αυτοί οι ψεύσται με την ένδοξον ονομασίαν της θεότητος, διότι χαίρονται πολύ να τιμώνται ως θεοί, ως φύσει άκρως υπερήφανοι· δεύτερον δε δια να σύρουν μαζί των και τους προσκυνητάς των εις το άσβεστον πυρ της κολάσεως». Ακούσας ταύτα ο κριτής, του είπεν: «Έπρεπεν, ω Χαρίτων, να θυμωθώ τώρα πολλά και να σου δώσω παρευθύς την μεγίστην παίδευσιν, διότι εβλασφήμησας εις τους θεούς· όμως επειδή και αυτοί είναι μακρόθυμοι και αμνησίκακοι, αυτούς μιμούμενος και εγώ, σε συμβουλεύω να προκρίνης το συμφερώτερόν σου και να θυσιάσης εις τους θεούς, δια να απολαύσης μεγάλην τιμήν και ευτυχίαν από τον βασιλέα». Ο δε γενναίος στρατιώτης του Χριστού απεκρίθη: «Ω δικαστά, εάν αυτά τα κωφά και άψυχα ξόανα είναι θεοί, δεν κάμνεις καλά να μακροθυμής δια τας ύβρεις, τας οποίας τους λέγω· ει δε και δεν είναι θεοί, καθώς και τη αληθεία δεν είναι, ματαίως κοπιάζεις παρακινών με να κάμω παράνομα πράγματα· διότι κατ’ ουδένα τρόπον δεν θα αρνηθώ ποτέ τον ζώντα αληθινόν Θεόν, και να λατρεύσω τους μιαρούς δαίμονας· διότι είμαι ακόλουθος και μιμητής της περιφήμου εκείνης Θέκλης της Πρωτομάρτυρος, η οποία ως άλλος ήλιος λάμπει με τας ακτίνας του Μαρτυρίου εις ταύτην την πόλιν των Ικονιέων· ομοίως είμαι και μαθητής του μεγάλου κήρυκος της ευσεβείας Παύλου, του παρακινήσαντος ενθέως αυτήν την Θέκλαν να υπομείνη τα βάσανα του Μαρτυρίου, δια την αγάπην του Χριστού· όθεν και εγώ σήμερον εμπρός εις όλους λέγω, κατά τον θείον Παύλον: «Ποίον πράγμα δύναται να με χωρίση από την αγάπην του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός, ή πείνα, ή αρπαγή των υπαρχόντων, ή κίνδυνος ή μάχαιρα, ή άλλο τι κακόν, ή καλόν από τα ανθρώπινα; Όχι! κανέν τοιούτον δεν θα με χωρίση από την αγάπην του Χριστού μου». Ο δε εξουσιαστής, επιθυμών να ελκύση εις εαυτόν τον θείον Χαρίτωνα, του λέγει με πραείαν φωνήν: «Ω καλέ Χαρίτων, εάν τα σεβάσματά μας δεν είναι θεοί, καθώς συ λέγεις, πως οι σεβαστοί βασιλείς, οι προσκυνούντες αυτά και πιστεύοντες ως και ημείς οι εξουσιασταί, απολαμβάνομεν παρ’ αυτών πάσαν δόξαν και ευτυχίαν»; Ο δε Μάρτυς είπε: «Πολλά πεπλανημένοι είσθε σεις οι ειδωλολάτραι, ομολογούντες ότι είναι θεοί τα γλυπτά ξόανα, τα κατεσκευασμένα από τας χείρας των ανθρώπων, τα οποία δεν μετέχουσι παντελώς ούτε από λόγον και νουν ούτε από ζώσαν αίσθησιν· καθώς το λέγει η δική μας Αγία Γραφή, ότι «τα είδωλα των εθνών αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων. Στόμα έχουσι και ου λαλήσουσιν, οφθαλμούς έχουσι και ουκ όψονται. Ώτα έχουσι και ουκ ενωτισθήσονται, ουδέ γαρ εστι πνεύμα εν τω στόματι αυτών. Όμοιοι αυτοίς γένοιντο οι ποιούντες αυτά, και πάντες οι πεποιθότες επ’ αυτοίς». (Ψαλμ. ρλθ: ιε-ιθ). Εάν αμφιβάλλης, ω δικαστά, ότι δεν είναι αληθή αυτά τα οποία είπον, δοκίμασε πραγματικώς, δια να βεβαιωθής· βάλε πυράν εις τα είδωλα, πρόσταξε να συντρίψωσι τα σκέλη των, και τότε θα πληροφορηθής δια της δοκιμής σου, ότι είναι παντελώς αναίσθητα και δεν δύνανται να σαλεύσωσιν ή να λλήσωσιν ή να βλάψωσιν εκείνους οι οποίοι τα αφανίζουσιν». Εις τους λόγους τούτους του Αγίου εθυμώθη πολλά ο παράνομος κριτής και προστάττει να γυμνωθή ο Άγιος και να τανυσθή κατά γης από τα τέσσαρα μέρη των χειρών και των ποδών, και να δαρή με βούνευρα, και η προσταγή του έγινε παρευθύς έργον. Εν τούτω δε τω μεταξύ ο θηριώδης τύραννος έλεγε προς τον Μάρτυρα: «Θυσιάζεις εις τους θεούς, ή θέλεις να σωρευθώσιν ακόμη εις το σώμα σου περισσότεροι ραβδισμοί»; Ο δε καρτερόψυχος Αθλητής τού απεκρίθη· «Όχι ραβδισμούς, αλλά μυρίους θανάτους, αν είναι δυνατόν, να μου δώσης δια την αγάπην του Ιησού, όλους τους δέχομαι μετά χαράς, παρά να καταδεχθώ να αρνηθώ την θεότητά του και να θυσιάσω εις τα είδωλα». Ακούσας δε ο τύραννος ταύτα, επρόσταξε πάλιν να τον δέρουν περισσότερον. Και τόσον πολύ τον έδειραν οι ραβδούχοι, ώστε εξηφάνισαν όλας του τας σάρκας και εφάνησαν τα σπλάγχνα του, έμεινε δε ο Μάρτυς άφωνος από τους ανυποφόρους ραβδισμούς, εν ω οι φονείς εκείνοι ακόμη τον έδερον· τότε δε είπεν ο εξουσιαστής να τον αφήσουν πλέον, όχι διότι τον ελυπήθη ο θηριόγνωμος, αλλ’ ίνα μη αποθανών, συντόμως απαλλαγή περισσοτέρων βασάνων. Λοιπόν οι υπηρέται τον εσήκωσαν ως ημιθανή και επ’ ώμων αυτόν επάραντες, τον έρριψαν εις την φυλακήν. Και ίνα είπω συντομώτερον, αποσιωπών τας πολλάς του γενναίου ανδραγαθίας, φέρεται πάλιν εις το κριτήριον ο Μάρτυς του Χριστού, υγιής γενόμενος παραδόξως υπό του Κυρίου εις όλον του το συντετριμμένον σώμα εντός της φυλακής. Ο δε ματαιόφρων εξουσιαστής εδοκίμασεν αύθις πρώτον μεν με απατηλάς κολακείας, δεύτερον δε με φρικτάς απειλάς να τον φέρη εις την γνώμην του· αλλ’ επειδή ο Μάρτυς ήτο πλέον στερεώτερος εις την πίστιν του Χριστού, καταγελών τας μωρολογίας του, λαμβάνει πάλιν μεγαλύτερα βάσανα, και κατακαίεται το σώμα με φλογεράς λαμπάδας, και πάλιν κατακλείεται σιδηροδέσμιος εις την φυλακήν. Δεν παρήλθεν όμως πολύς καιρός, και ο θεόμαχος βασιλεύς επαιδεύθη δικαίως θεόθεν δι’ όσας ετέλεσε κακίας κατά των Χριστιανών, κάκιστα αποθανών ο παγκάκιστος· ο δε μετ’ αυτόν βασιλεύσας, Τάκιτος ονομαζόμενος, σωφρονισθείς εκ του παθήματος του Αυρηλιανού, και φοβούμενος μήπως καταδιώκων και εκείνος τους Χριστιανούς παιδευθή ως ο προ αυτού, κατέπαυσε τον διωγμόν των Χριστιανών καθ’ όλας τας επαρχίας της βασιλείας του. Τούτο δε έγινε κατ’ οικονομίαν Θεού, ίνα μη θανατωθή ο θείος Χαρίτων, και ζημιωθώσι πολλοί την ωφέλειαν, την οποίαν έμελλον να λάβωσιν ένεκα της μακροημερεύσεώς του· όθεν δια να γίνη τούτο το κοινωφελές καλόν, η θεία πρόνοια, η κυβερνώσα πανσόφως τα πάντα, ωκονόμησε και ελυτρώθη ο Μάρτυς δεσμών τε και φυλακής· διότι το βασιλικόν διάταγμα έδωκεν εις όλους τελείαν ελευθερίαν. Ο δε Άγιος Χαρίτων, αν και δεν έλαβε τον υπέρ Χριστού μαρτυρικόν θάνατον, όμως εβάστασεν επάνω εις το καρτερικόν σώμα του τα νικητικά σημεία και τα στίγματα του Χριστού· όθεν νενεκρωμένος ων σχεδόν εν τη προσκαίρω ταύτη ζωή και ποθών να ζήση εις το εξής μόνος μόνω τω Χριστώ, μετεχειρίσθη μίαν στενήν και ασκητικωτάτην ζωήν. Πλην έπεσε πάλιν εις διαφόρους πειρασμούς· διότι απερχόμενος εις την αγίαν πόλιν των Ιεροσολύμων συνελήφθη υπό κακών και θηριωδών ληστών, οι οποίοι δέσαντες οπίσω τας χείρας του, και βαλόντες εις τον τράχηλόν του σιδηράν άλυσιν, τον έφερον εις το σπήλαιόν των, και αφήσαντες αυτόν εκεί δεδεμένον μετέβησαν εις δημοσίας οδούς, παραφυλάττοντες προς σύλληψιν και άλλων διαβατών. Ο δε θείος Χαρίτων στοχαζόμενος, ότι ο πειρασμός εκείνος συνέβη εις αυτόν κατά συγχώρησιν του Θεού δια το συμφέρον της ψυχής του, πρώτον μεν ηυχαρίστει κατά πολλά τον Θεόν, υπομένων αυτόν μετά χαράς· έπειτα δε στραφείς προς τον πονηρόν διάβολον, τον ωνείδιζε τοιουτοτρόπως: «Ω μιαρέ και ακάθαρτε, δια τι με παρέδωκας εις τούτους τους ληστάς; ίνα με φονεύσωσιν αυτοί ή να με εμποδίσης από του σκοπού μου; Ει μεν σπουδάζης ίνα θανατωθώ, ματαίως κοπιάζεις· διότι το είδες φανερώτατα, ότι εγώ, Χάριτι του Χριστού μου, καταφρονώ τον θάνατον· ει δε θέλης να με αποκόψης από της οδού μου, ίνα μη πολιτευθώ κατά μίμησιν του Χριστού, δεν δύνασαι να κατορθώσης τίποτε, τη βοηθεία του Θεού· επειδή αυτός, ων φύσει αγαθός, ζητεί να ευρίσκη ολίγην πρόφασιν, δια να χαρίζη πλουσιοπάροχα τα αγαθά του εις τους ποθούντας να πολιτεύωνται θεαρέστως». Και ταύτα μεν εμελέτα κατά μόνας ο Άγιος, μία δε έχιδνα φαρμακερά επήγε, χωρίς να την ίδη ο Άγιος, εις εν αγγείον των κλεπτών, γεμάτον οίνον, και εξήμεσεν εντός αυτού όλον το δηλητήριόν της· και όταν επέστρεψαν ούτοι εις το σπήλαιον διψαλέοι, πιόντες το δηλητηριώδες ποτόν εν τω άμα απέθανον όλοι κατά θείαν δίκην, και τοιουτοτρόπως οι κακοί κακώς ετελεύτησαν· ευθύς δε ο θαυμαστός Χαρίτων ελύθη αοράτως από τα δεσμά· και επειδή ο τόπος εκείνος ήτο επιτηδειότατος εις ησυχίαν, έμεινεν εκεί ο Άγιος κληρονομήσας μάλιστα τα κακώς συνηγμένα υπό των ληστών αργύρια, τα οποία οικονομών καλώς εμοίρασε μέρος μεν εις τους πτωχούς και εις τους Οσίους Πατέρας, οίτινες ευρίσκοντο εις την έρημον, δια δε των εναπολειφθέντων ωκοδόμησε το σπήλαιον των ληστών εις ναόν Θεού άγιον, συστήσας εκεί Λαύραν ευαγεστάτην, ήτις επωνομάσθη Φαράν ομού μετά του Ναού της, τον οποίον ενεκαινίασεν ο τότε Πατριάρχης Ιεροσολύμων, όστις ήτο ο θείος Μακάριος, εις εκ των τριακοσίων δεκαοκτώ θεοφόρων Πατέρων της Αγίας πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Αγωνιζόμενος λοιπόν ο Όσιος εις το σπήλαιον, έγινε φανερός εις όλους ακουσίως δια την ένθεον πολιτείαν του, και δια τα παράδοξα θαύματα τα οποία έκαμνε καθημερινώς, δι’ ων κατέπειθε πλήθος αναρίθμητον Ελλήνων και Ιουδαίων να δεχθώσι το άγιον Βάπτισμα· πολλοί δε τούτων θαυμάζοντες τους αγώνας και τας αρετάς του ηθέλησαν να τον μιμηθώσι κατά το δυνατόν, και γενόμενοι Μοναχοί υπετάχθησαν εις αυτόν, διότι ήτο τη αληθεία θαύμα εξαίσιον, να βλέπη τις εκείνον τον αξιομακάριστον πως ηγωνίζετο εν ασυγκρίτω προθυμία εις την κατά Θεόν πολιτείαν, και πως ενόμιζε τρυφήν την εγκράτειαν, και πλούτον αδαπάνητον την ακτημοσύνην, και πως ηγάπα την χαμαικοιτίαν· εις δε τας ολονυκτίους προσευχάς και ψαλμωδίας τόσον πολύ εχαίρετο ο αείμνηστος, ώστε περισσοτέραν ανάπαυσιν εστοχάζετο ότι απελάμβανεν αυτός από των αγρυπνιών του παρά οι φιλόζωοι από της πολυϋπνίας και αναπαύσεώς των επάνω εις τα απαλά στρώματα· και περισσότερον ηυχαριστείτο εκείνος εις το τρίχινόν του φόρεμα, δι’ ου κατέξεε τας μαρτυρικάς πληγάς του, παρά οι φορούντες λαμπρά και μαλακά ιμάτια· διότι η ελπίς της αιωνίου μακαριότητος τον ενεψύχωνε να υπομένη ευχαρίστως τα πάντα, πόνον και κόπον. Ήτο δε ο μακάριος Χαρίτων και πολύ ελεήμων εις τους πτωχούς, και συμπαθής εις τους πταίστας. Φιλόξενος ως ο Αβραάμ, αγαθός, πράος, απλούς, άκακος ως παιδίον, ειρηνικός εις άπαντας, καταδεκτικός, ευπρόσιτος, διδακτικός, πλούσιος εις λόγον και σοφίαν, με τα οποία ηύφραινε τας καρδίας των ακροατών· δια τούτο καθ’ εκάστην έτρεχον οι λαοί προς αυτόν, δια να ακούουν την ψυχοσωτήριον διδασκαλίαν του, και από το πλήθος των ανθρώπων, οι οποίοι συνήγοντο εκείσε, η έρημος επολίσθη και ο Άγιος έγινε πολιστής της ερήμου. Βλέπων ο Όσιος, ότι από την πολλήν ταραχήν του συντρέχοντος πλήθους ημποδίζετο από την ησυχίαν και την θείαν συνομιλίαν, και το περισσότερον, σπουδάζων να φύγη την εξ ανθρώπων δόξαν (διότι εγνώριζεν ότι αύτη δύναται να ανεμολικμίση και να αφανίση πάσαν αρετήν), απεφάσισε να αναχωρήση εκείθεν· όθεν παρήγγειλεν εις τους μαθητάς του όλα τα χρειαζόμενα εις την μοναδικήν πολιτείαν, ήτοι τους διώρισε να τρώγουν άπαξ της ημέρας μετά τον εσπερινόν, και να μη τρώγουν πολύ χορταστικά, αλλά να απέχουν από το φαγητόν, όταν το ζητή ακόμη η όρεξίς των, και η τροφή των να είναι άρτος, το δε άλας προσφάγιον· και ως ποτόν να μεταχειρίζωνται το καθαρόν ύδωρ, αλλά μετά εγκρατείς, δια την ζητουμένην απάθειαν· τους διώρισεν ακόμη και καιρόν δια την ψαλμωδίαν και προσευχήν, τόσον εις τας διωρισμένας ώρας της ημέρας, όσον και τας της νυκτός. Τους παρήγγειλεν ωσαύτως να έχωσι μίσος κατά της αργίας, ως μητρός πάσης κακίας, και έργον εις τας χείρας των παντοτεινόν κατά το ψαλμικόν εκείνο ρητόν του Προφητάνακτος Δαβίδ: «Όλην την ημέραν διεπέτασα προς σε (τον Θεόν μου) τας χείρας μου» (Ψαλμ. πζ΄ (87), 10), ήτοι να προσεύχωνται πάντοτε δια της υψώσεως των χειρών των. Εάν δε ο κοινός εχθρός σπείρη εις την καρδίαν των, ως ζιζάνιον, κανένα κακόν λογισμόν, τους έλεγε να τον αποκόπτωσιν εκ καρδίας δια της νηστείας και της θεϊκής μαχαίρας της ακαταπαύστου προσευχής, ίνα μη εύρη τόπον αναπαύσεως εις την καρδίαν των και γεννήση φαρμακερόν καρπόν ηδυπαθείας· «Τούτο γαρ το γένος (των δαιμονικών λογισμών) ουκ εκπορεύεται ειμή εν προσευχή και νηστεία» (Ματθ. ιζ: 21), λέγει ο Κύριος. Τους παρήγγειλε και τούτο: Να μη εξαποστέλλωσι με κενάς χείρας τους πτωχούς τους ερχομένους εις την θύραν του Μοναστηρίου, ίνα μη λαθόντες ποτέ παραβλέψωσιν αυτόν τον Χριστόν, ενδεδυμένον πολλάκις το σχήμα των πτωχών και ερχόμενον προς δοκιμήν ημών. Αφού λοιπόν τους διέταξε τοιουτοτρόπως και κοινή ψήφω και γνώμη όλης της αδελφότητος διώρισεν Ηγούμενον τον εναρετώτατον και εμπειρότατον κατά πάντα, ητοιμάζετο ν’ αναχωρήση. Οι δε αδελφοί, μη υποφέροντες την στέρησίν του, ελυπούντο άκρως, παρακαλούντες αυτόν μετά θερμών δακρύων, να μη χωρισθή απ’ αυτών· αλλά δεν τους υπήκουσε· διότι απέβλεπεν εις μόνον το συμφέρον της ψυχής αυτού τε και αυτών· όθεν τους παρηγόρει ως εξής: «Μη λυπείσθε, τέκνα μου, δια τον χωρισμόν μου· διότι, εάν εγώ αναχωρήσω απ’ εδώ, δεν έρχεται πλέον κανείς να με ζητή και να ενοχλή και σας, και η αναχώρησίς μου θα γίνη ωφέλιμος και εις εμέ και εις σας· διότι τόσον εγώ, όσον και σεις, έχομεν να ησυχάσωμεν πλέον εις τα κελλία μας και να καρποφορήσωμεν συν Θεώ το μέλι της αρετής». Λοιπόν ασπασθείς αυτούς και παραδώσας εις τον Δεσπότην Χριστόν , ανεχώρησε· περιπατήσας δε μιας ημέρας οδόν, εύρε κτά την Ιεριχώ εν σπήλαιον έρημον και καταλληλότατον εις ησυχίαν, και έμεινεν εκεί κεκρυμμένος πολύν καιρόν και παντελώς άγνωστος, τρώγων τα τυχόντα χόρτα της γης και μετά μόνου του Θεού συνομιλών. Ο πανάγαθος όμως Θεός ο Σωτήρ του κόσμου δεν άφησε κεκρυμμένον τον θησαυρόν, αλλ’ εφανέρωσεν εις τον κόσμον τον δούλον του, δια μέσου των θαυμάτων τα οποία εθαυματούργει δι’ αυτού, ιατρεύων διάφορα πάθη σωματικά και ψυχικά. Επειδή λοιπόν πολλοί των θεραπευομένων, βλέποντες την κατά Θεόν πολιτείαν του και ακούοντες τας ψυχωφελείς νουθεσίας του, ηθέλησαν και ηρνήθησαν τον κόσμον και τα του κόσμου, και γενόμενοι Μοναχοί έμειναν μετ’ αυτού, δια τούτο ίδρυσε και εκεί δευτέραν Λαύραν, την οποίαν επλάτυνε κατόπιν ο Ελπίδιος, ο ευδοκιμήσας πολύ εις τα ασκητικά κατορθώματα, και επονομασθείς και Δούκας· διότι κάποιος Δούκας υπερησπίζετο ταύτην την Ιεράν Λαύραν, και ημπόδιζε τας καταδρομάς, όσας εκίνουν κατ’ αυτής οι τότε γειτονεύοντες Εβραίοι, κατοικούντες το χωρίον το καλούμενον Νοερόν, οι οποίοι υπό του φθόνου κινούμενοι εζήτουν να εξαφανίσωσι το Μοναστήριον. Επειδή όμως συνέτρεχον και εκείσε καθ’ ημέραν πολλοί, και ούτε ο Άγιος, ούτε οι αδελφοί είχον ησυχίαν, δια τούτο, παραγγείλας και εις αυτούς πως πρέπει να πολιτεύωνται, και εγκαταστήσας άξιον επιστάτην και οδηγόν αυτών, ανεχώρησε και από εκεί, και επήγεν εις άλλον τόπον της ερήμου, Θεκώον καλούμενον· διότι ο Κύριος ημών, ζητών πάντων την σωτηρίαν, εξοικονόμει ούτως ώστε να μεταλλάσση ο Άγιος τας κατοικήσεις του, το μεν ίνα τον κάμη πλέον φανερώτερον εις όλους δια την αρετήν του, το δε ίνα πηγαίνοντες προς αυτόν ωφελώνται και άλλοι πολλοί, μάλιστα ειδωλολάτραι, εξ ων άλλοι μεν επίστευον εις τον Χριστόν και εβαπτίζοντο, άλλοι δε ωδηγούντο εις την κατά Θεόν πολιτείαν, και αφήνοντες την ματαιότητα του κόσμου και τας κοσμικάς φροντίδας εγίνοντο Μοναχοί, σπουδάζοντες να πολιτεύωνται κατά μίμησιν του Οσίου. Δια το πολύ όθεν πλήθος και των εκεί συναχθέντων αδελφών ωκοδόμησε πάλιν και τρίτην Λαύραν, ονομαζομένην Σουκάν. Ένεκα δε της πολλής αγάπης του πάλιν προς την ησυχίαν, διότι εγνώριζεν εκ δοκιμής την γλυκύτητά της, ως συντεινούσης πλείστον εις την απόκτησιν της αρετής, ερευνών εύρεν εν θεόκτιστον σπήλαιον επάνω εις εν βουνόν, κρημνώδες μεν και άβατον, όχι όμως πολύ μακράν της νεοκτίστου Λαύρας, καλούμενον σπήλαιον Κρεμαστόν, καθό υψηλότατον από της γης, εις το οποίον ανέβαινον μόνον δια κλίμακος. Εις αυτό λοιπόν αναβάς ο μεγαλόψυχος Χαρίτων κατώκησεν· ησυχάζων δε εκεί πολύν καιρόν, και μη δυνάμενος δια το γήρας και τους μακροχρονίους κόπους της ασκήσεως να υπηρετήται μόνος του και να κομίζη το ύδωρ, μηδέ θέλων ν’ αναθέση την διακονίαν ταύτην εις μαθητήν του τινά, δια να μη γίνη βαρετός, τι μεθοδεύεται ο θεοχαρίτωτος; Προστρέχει εις τον Θεόν, όστις δύναται να κάμη τα αδύνατα δυνατά, και τα δύσκολα εύκολα, και δια της προσευχής του, ω του θαύματος! ανέβλυσε παρευθύς ύδωρ καθαρώτατον, το οποίον τρέχει έως την σήμερον από μίαν πλευράν του σπηλαίου, και όχι μόνον παρηγορεί την σωματικήν δίψαν, αλλά και ιατρεύει και πάσαν ασθένειαν, και ούτω γίνεται και μαρτυρία ακριβεστάτη της αγιότητος και της παρρησίας, τας οποίας είχεν εις τον Θεόν ο χαριτόβρυτος Άγιος. Ούτω πολιτευόμενος ο Άγιος προεγνώρισε δια θείας αποκαλύψεως την κοίμησιν αυτού· όθεν κατέβη από του σπηλαίου εις την Ιεράν Λαύραν Σουκάν, εκείθεν δε μετά του Ηγουμένου και των αδελφών επήγεν εις το άλλο Μοναστήριον του Ελπιδίου, και συνοδευθείς υπό των ποιμένων τε και των ποιμνίων αμφοτέρων των Μονών, επήγεν εις την Ιερ΄ν Λαύραν Φαράν· και εκεί ένθα έχυσε πρώτον τους ιδρώτας των ασκητικών του παλαισμάτων ηθέλησε να κάμη ύστερον και την διαθήκην του, και να την αφήση ως κληρονομίαν εις όλους τους μαθητάς του, διατάσσων αυτούς τοιουτοτρόπως.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2443
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΘ΄ (29η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΚΥΡΙΑΚΟΥ του Αναχωρητού.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΘ΄ (29η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΚΥΡΙΑΚΟΥ του Αναχωρητού.

Κυριακός ο Όσιος Πατήρ ημών εγεννήθη εις την Κόρινθον της Πελοποννήσου, το έτος υμη΄(448), βασιλεύοντος εν Κωνσταντινουπόλει του αυτοκράτορος Θεοδοσίου του Μικρού· και ο μεν πατήρ του ήτο πρεσβύτερος της εν Κορίνθω Εκκλησίας, Ιωάννης ονόματι, η δε μήτηρ του εκαλείτο Ευδοξία, ήτο δε Επίσκοπος Κορινθίων ο από μητρός θείος του Πέτρος, όστις και τον έκαμεν Αναγνώστην. Αναγινώσκων λοιπόν συχνάκις ο μακάριος Κυριακός τας Ιεράς Γραφάς, εθαύμαζε πως ο Θεός εξ αρχής ωκονόμησε και εποίησε τα πάντα δια την σωτηρίαν του ανθρωπίνου γένους, και πως υπερεδόξασε τους ευαρεστήσαντας αυτώ παλαιούς Δικαίους και Προφήτας· μάλιστα δε εξίστατο, συλλογιζόμενος τα όσα γράφει το Ιερόν Ευαγγέλιον. Ταύτα τούτου διανοουμένου διεθερμάνθη η καρδία του υπό θείου ζήλου, και απεφάσισε να υπάγη εις την Ιερουσαλήμ, και εκεί να εφησυχάση. Νυχθημερόν δε τούτο μελετών ήκουσε Κυριακήν τινα επ’ Εκκλησίας το Ιερόν Ευαγγέλιον λέγον· «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν, και αράτω τον Σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Ματθ. ιστ: 24)· ευθύς λοιπόν εξήλθεν ησύχως έξω, και επήγεν εις τας Κεγχρεάς, απ’ εκεί δε ευρών πλοίον ανεχώρησεν εις τα Ιεροσόλυμα· ήτο δε τότε δεκαοκταετής, επί του ενάτου έτους της βασιλείας Λέοντος του Μεγάλου. Φθάσας ο Κυριακός αισίως εις την αγίαν Πόλιν εύρε πρώτον τον μέγαν Ευστόργιον, όστις ήτο πεπλουτισμένος δια των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, παρά του οποίου μεγάλως ωφελήθη ψυχικώς, δεύτερον δε ακούων τας θαυμαστάς αρετάς του Μεγάλου Ευθυμίου έλαβε συγχώρησιν παρά του θείου Ευστοργίου και μετέβη προς αυτόν, γενόμενος δεκτός παρ’ αυτού περιχαρώς, και ενδυθείς το μοναχικόν σχήμα. Επειδή όμως εις την Λαύραν του ο Μέγας Ευθύμιος δεν εδέχετο νέους αγενείους, δια το ασκανδάλιστον των αδελφών, τον έστειλεν εις τον Όσιον Γεράσιμον τον εν τω Ιορδάνη, ο οποίος τον εδέχθη και τον έβαλεν εις το μαγειρείον, ένθα υπηρέτει τους αδελφούς προθυμότατα, τας δε νύκτας εξώδευεν εις τας θείας προσευχάς, ετρέφετο δε μόνον δι’ άρτου και ύδατος και ταύτα ανά δύο ημέρας· όθεν τοσούτον τον ηγάπησεν ο Όσιος Γεράσιμος, ώστε τον ελάμβανεν εις την έρημον Ρουβά πλησίον του κατά τον καιρόν της Τεσσαρακοστής, και τον είχε σύντροφον των πόνων και των αρετών του· εκεί δε ησυχάζων και ο μέγας Ευθύμιος τους μετελάμβανε τα θεία μυστήρια εκάστην Κυριακήν, έως την εορτήν των Βαϊων. Ότε δε μετ’ ολίγον είδεν εις οπτασίαν ο θείος Γεράσιμος την ψυχήν του θείου Ευθυμίου υπό Αγίων Αγγέλων προπεμπομένην και εις ουρανούς λαμπρώς ανερχομένην, συμπαραλαβών τον Κυριακόν απήλθεν εις την Λαύραν, αφού δε έθαψαν το σώμα του Αγίου Ευθυμίου μετά της πρεπούσης ευλαβείας, επέστρεψε πάλιν εις το Μοναστήριόν του. Κατά δε το ένατον έτος της εις την Ιερουσαλήμ μεταβάσεως του Κυριακού ετελεύτησε και ο θαυμαστός Γεράσιμος και ανέβη προς τον ποθούμενον Θεόν. Τότε ο Κυριακός, το εικοστόν έβδομον έτος της ηλικίας του άγων, επέστρεψεν εις την Λαύραν του Αγίου Ευθυμίου, όπου εγένετο δεκτός υπό του Καθηγουμένου αυτής Ηλιού και του εδόθη κελλίον, ένθα ησύχαζε, και πολλά επεμελήθη να κάμη την Λαύραν Κοινόβιον. Βλέπων όμως ο Όσιος ότι είχον έχθραν τα δύο Μοναστήρια, το του Αγίου Ευθυμίου και το του Θεοκτίστου, δια τινα αφιερώματα και χρήματα δωρηθέντα παρά του Τερέβωνος, εβαρύνθη τα καθημερινά σκάνδαλα, και αναχωρήσας εκείθεν επήγεν εις την Μονήν του Σουκά, εις την οποίαν διέμεινε πολλά έτη διακονών εις πολλάς διακονίας, εις τας οποίας εφάνη η πολλή του υπομονή και άκρα ταπείνωσις, και εδέχθη και το αξίωμα της ιερωσύνης ότε ήτο τεσσαράκοντα ετών· λέγουσι δε περί αυτού, ότι όχι μόνον δεν άφηνε να επιδύση ο ήλιος επί τω παροργισμώ του αδελφού του, αλλά και ούτε εθυμώθη ποτέ καθ’ όλου, ούτε ημέρα τον είδε ποτέ τρώγοντα. Κατά δε το εβδομηκοστόν έβδομον έτος της ηλικίας του, αφήσας το Μοναστήριον, ανεχώρησεν ο μακάριος Κυριακός εις την έρημον του Νατουφά, ακολουθούμενος υπό ενός υποτακτικού του. Επειδή όμως δεν εύρον ουδεμίαν τροφήν να παρηγορήσωσι την ανάγκην της φύσεως, εδεήθη του Θεού ο Κυριακός να γλυκάνη βότανα τινα, ονομαζόμενα σκιλλοκρόμμυδα και στραφείς προς τον μαθητήν του είπε· «Μάζευσε, τέκνον, αυτά τα βότανα, και βαλών άλας βράσε αυτά και ευλογητός ο Θεός, όστις θα μας χορτάση δι’ αυτών». Και ο Θεός επήκουσε της δεήσεώς του, και μετέβαλε την φυσικήν πικρίαν των βοτάνων εκείνων εις γλυκύτητα, κι ετρέφοντο οι μακάριοι δια των σκιλλοκρομμύδων επί τέσσαρα έτη. Αλλά καθώς λέγει ο θείος Δαβίδ· «Ουκ εγκαταλείψει Κύριος τους Οσίους αυτού». Διότι άνθρωπος τις εκ της χώρας των Θεκώων εκεί πλησίον, ακούων τας πράξεις του Κυριακού, εφόρτωσε το ζώον του άρτους ζεστούς και τους επήγεν εις τον Όσιον, προς τροφοδοσίαν αμφοτέρων. Ο δε μαθητής του ημέραν τινά, χωρίς να του είπη ο Όσιος, έβρασε πάλιν σκιλλοκρόμμυδα, και φαγών αυτά κρυφίως δεν υπέφερε την πικρότητά των, και ευθύς εσβέσθη η δύναμίς του και η φωνή του, και εκείτετο ως νεκρός· ο δε θείος Κυριακός προσευξάμενος υπέρ αυτού προς Κύριον τον ανέστησε, και μεταλαμβάνων αυτόν τα θεία μυστήρια υγιά εποίησεν. Αφού δε εξηντλήθησαν οι άρτοι, τους οποίους είχον, πάλιν διέταξεν ο Όσιος να βράση τα πρώτα εκείνα πικρά σκιλλοκρόμμυδα, και πάλιν ετρέφοντο δι’ εκείνων. Το δε πέμπτον έτος, καθ’ ον ησύχαζεν ο Όσιος εκεί, άνθρωπος τις από της άνωθεν χώρας των Θεκώων, έχων υιόν βασανιζόμενον υπό δαιμονίου χαλεπού, έφερεν αυτόν εις τον Άγιον, δεόμενος θερμώς να τον ελεήση· ο δε Όσιος, προσευξάμενος και χρίσας αυτόν ελαίω σταυροειδώς, τον ηλευθέρωσε της πικράς εκείνης μανίας. Ακουσθείσης δε της φήμης τούτου του θαύματος απανταχού, ήρχοντο πολλοί προς τον Όσιον, και τον ανησύχουν εις την προσευχήν του· δια τούτο έφυγεν εις την εσωτέραν έρημον του Ρουβά, και ετρέφετο εκεί πέντε έτη από ρίζας μελαγρίων, και από βλαστούς και κορυφάς βοτάνων, ως με βασιλικά φαγητά. Αλλ’ η χάρις των θαυμάτων του Οσίου και ταύτην την έρημον ως πόλιν απέδειξε· διότι όσοι είχον δαιμόνια ή άλλας ασθενείας έτρεχον προθύμως εις τον Όσιον, και ουδείς επέστρεφεν οπίσω λυπούμενος ή άπρακτος· και πάλιν βαρυνόμενος ο Όσιος Κυριακός δια το πλήθος των προσερχομένων, κατέφυγεν εις τα βαθύτατα και ενδότατα της ερήμου, εκεί όπου δεν επάτησε ποτέ ουδείς, εις το λεγόμενον Σουσακείμ. Αλλά και εκεί η χάρις του Οσίου και η πολλή πίστις των ευσεβών δεν τον άφηνον ανενόχλητον· διότι διατρίβοντος εκεί επί επταετίαν, συνέβη θανατικόν εις τους πλησίον τόπους· όθεν φοβηθέντες οι Μοναχοί της Λαύρας του Σουκά έδραμον προς τον Όσιον, δεόμενοι μετά κλαυθμών ίνα επανακάμψη μεθ’ εαυτών εις την Λαύραν και έχωσιν αυτόν βοήθειαν εις το θανατικόν· τους ελυπήθη όθεν η αγαθή και φιλάνθρωπος εκείνη ψυχή και επανήλθεν εις την Λαύραν, διαμείνας δε πέντε έτη εν τω κελλίω του μακαρίου Χαρίτωνος, επολέμησεν ανδρικώτατα εκείνους, οι οποίοι εφρόνουν τα δόγματα του Ωριγένους και τους ενίκησεν. Κατά την εποχήν εκείνην επήγεν από την Λαύραν του Μεγάλου Ευθυμίου εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα και ο θαυμάσιος Κύριλλος, εκείνος όστις έγραψε τους Βίους των Αγίων Σάββα και Ευθυμίου, ίνα ίδη τον Επίσκοπον Ιωάννην τον Ησυχαστήν, ο οποίος τον απέστειλε με γράμματα εις τον μακάριον τούτον Κυριακόν, δια να παρακαλέση τον Θεόν όπως νικηθούν οι αιρετικοί. Φθάσας λοιπόν ο Κύριλλος εις τον Όσιον Κυριακόν, του έδωσε την επιστολήν· ο δε αναγνώσας εδάκρυσεν από καρδίας και είπεν· «Ειπέ εις εκείνον, ο οποίος σε έστειλε, να μη λυπήται, διότι τάχιστα θα λάβωσι κακόν θάνατον και ο Νόννος και ο Λεόντιος και οι πρώτοι της αιρέσεως, οι δε ακόλουθοί των θα καταισχυνθώσι· και πάλιν η Εκκλησία θα ίδη ειρήνην και ανάπαυσιν, και ειπέ του ότι πολύ επεμελήθησαν να πλανήσωσι και εμέ τον ταπεινόν, αλλά δεν ηδυνήθησαν, διότι και όψις θεία μοι εφάνη και μοι εφανέρωσε την ακαθαρσίαν της αιρέσεώς των· και όχι μόνον εγώ ενίκησα την πονηρίαν των, Χάριτι Χριστού, αλλά και όλοι οι Μοναχοί της Μονής του Σουκά δια μέσου της συμβουλής μου». Μαθών δε ότι ο Κύριλλος ήτο από την Μονήν του Μεγάλου Ευθυμίου, του είπε περιχαρώς: «Ιδού, όπου είσαι και συγκοινοβιώτης μας, αδελφέ», και του διηγείτο περί του βίου του μακαρίου Ευθυμίου και του Σάββα καταλεπτώς, καθώς εκείνος ύστερον έγραψεν. Ούτω λοιπόν ο θείος Κυριακός ευφραίνων αυτόν με τοιαύτα διηγήματα τον απέλυσεν εν Κυρίω, εις ολίγον δε καιρόν έλαβε τέλος η πρόρρησις του Αγίου και ηφανίσθησαν οι αιρετικοί. Επειδή δε και πάλιν ήρχοντο πολλοί εις τον θείον Κυριακόν και του έδιδον ενόχλησιν, δια τούτο ανεχώρησεν εκείθεν και μετέβη εις τον Σουσακείμ, ων τότε ενενήκοντα εννέα ετών. Εις δε το όγδοον έτος της εκεί διαμονής του Κυριακού, επεθύμησεν ο Κύριλλος να τον ίδη· όθεν ελθών εις την Λαύραν του Σουκά, και ευρών τον μαθητήν του Οσίου, Ιωάννην, τον επήρε και επήγαν εις του Σουσακείμ, όπερ απείχε δεκατρία μίλια. Αφού δε επλησίασαν, τους απήντησεν εις λέων μέγας και φοβερός, και ευθύς ο Κύριλλος ετρόμαξε και εφοβήθη. Ο δε Ιωάννης του είπε· «Μη φοβού»· και ο λέων, ευθύς ως τους είδεν ότι επορεύοντο προς τον Όσιον, παρεμέρισε και επέρασαν αβλαβείς. Τούτους ιδούσα η ιερά εκείνη κεφαλή υπερεχάρη και είπε χαριέντως· «Ιδού και ο συγκοινοβιώτης μου Κύριλλος». Ο δε μαθητής Ιωάννης είπε και αυτός χαριέντως· «Αλλ’ ο λέων, Πάτερ, κατά πολλά τον εφόβισε, και δειλόν φανερώς τον απέδειξεν». Η δε ιλαρά γαληνιαία εκείνη ψυχή είπεν· «Αλλ’ όμως μη φοβείσαι, τέκνον, διότι ούτος ο λέων εδώ ευρίσκεται φύλαξ επιτήδειος των λαχάνων, και δεν αφήνει κανέν θηρίον να βλάψη αυτά». Κατόπιν τους διηγήθη πολλάς αρετάς των της ερήμου Πατέρων, δι’ ων παρεκίνησε και εστερέωσεν αυτούς κατά πολλά εις τον ζήλον της αρετής· έπειτα τους έβαλε και τράπεζαν, και ιδού έφθασε και ο λέων, και ο μεν Όσιος του έδωκεν ιδιοχείρως άρτον και τον έστειλε ν φυλάττη τα λάχανα, προς δε τους καθεζομένους είπε· «Καλόν φύλακα έχω, τέκνα, του κήπου, διότι ούτε άρκτον αφήνει, ούτε κανέν άλλο θηρίον να τον βλάψη, ούτε ληστήν, ούτε βάρβαρον». Έμειναν λοιπόν εκείνοι όλην την ημέραν και απήλαυσαν την διδασκαλίαν και ωφέλειαν των λόγων του, την δε άλλην ημέραν ευλογήσας αυτούς απέστειλεν εν ειρήνη. Ο δε λέων τους έκαμε πάλιν τόπον και επέστρεψαν εις τα ίδια χαίροντες. Επειδή δε ποτε έγινε μεγάλη ξηρασία, και δεν υπήρχε παντάπασιν ύδωρ, προσηύξατο εις τον Θεόν περί τούτου ο Όσιος και ευθύς εφάνη νέφος άνωθέν του και έβρεξεν ύδωρ πολύ, ώστε εγέμισαν αι στάμναι και τα κοιλώματα των πετρών, το οποίον έφθασεν αρκετά τον Όσιον. Καλόν δε είναι να διηγηθώμεν και τούτο: Εν ω ποτε απήρχοντο δύο μαθηταί του προς επίσκεψίν του, είδον κατά την οδόν ομοίωμα ανθρώπου· νομίσαντες δε ότι είναι ούτος Αναχωρητής (διότι πολλοί κατώκουν τότε την έρημον) έδραμον προς αυτόν, και πλησιάσαντες είδον σπήλαιον υποκάτω της γης, ο δε φανείς εκρύβη ένδον· ούτοι δε έμενον έξωθεν ζητούντες την ευλογίαν του. Εκείνος δε είπε· «Τι με θέλετε; Διότι εγώ είμαι γυνή, αλλά που υπάγετε»; Οι δε είπον· «Προς τον Αναχωρητήν Κυριακόν· αλλ’ ειπέ μας πως ονομάζεσαι, και πως και διατί ήλθες ενταύθα»; Η δε είπε· «Τώρα υπάγετε, και όταν γυρίσητε θα σας το είπω». Εκείνοι δε, επειδή δεν ήθελον να ναχωρήσωσιν, είπεν εις αυτούς· «Εγώ μεν λέγομαι Μαρία· η δε τέχνη μου ήτο να τραγουδώ· όθεν εσκανδάλιζον πολλών ψυχάς· παρεκάλουν λοιπόν τον Θεόν να με ελευθερώση από τας παγίδας του πονηρού, και ημέραν τινά κατανυγείσα κατέβην εις τον Σιλωάμ, και γεμίσασα τούτο το αγγείον νερόν, και βαλούσα εις την σπυρίδα ταύτην όσπρια, ήλθον ενταύθα, τα οποία ως βλέπετε δεν ωλιγόστευσαν έως τώρα, αλλ’ ούτε άνθρωπον είδον από τότε· πλην υπάγετε σεις τώρα, και πάλιν γυρίσατε απ’ εδώ να με ίδητε». Ταύτα ακούσαντες εκείνοι ανεχώρησαν και ελθόντες εις τον μακάριον Κυριακόν του είπον άπαντα. Ο δε εθαύμασε κατά το πρέπον και τους είπε και αυτός εις την επιστροφήν των να υπάγουν να την ίδουν· εκείνοι δε επιστρέψαντες, την εύρον νεκράν κειμένην εν τω σπηλαίω. Ελθόντες λοιπόν εις την Λαύραν του Σουκά, και λαβόντες τα προς ταφήν επιτήδεια, εγύρισαν εις το σπήλαιον, και τελέσαντες τα συνήθη, ενεταφίασαν το τίμιον λείψανον ένδον του σπηλαίου. Αλλά ας έλθωμεν εις τον λόγον μας. Αφού έκαμε λοιπόν οκτώ έτη εις τον Σουσακείμ ο μακάριος Κυριακός, και εσβέσθη τελείως η αίρεσις του Ωριγένους, ήλθον οι Μοναχοί της Λαύρας του Σουκά και τον επήγαν εις το σπήλαιον του Μεγάλου Χαρίτωνος, εις το οποίον μετέβαινε συχνά και ο μακάριος Κύριλλος ο τους Βίους συγγράψας των μεγάλων Οσίων Ευθυμίου και Σάββα, οδηγούμενος υπό του Οσίου Κυριακού, από τον οποίον και ελάμβανε μεγάλην ωφέλειαν και προκοπήν εις την αρετήν. Έζησε λοιπόν ο μέγας ούτος Κυριακός εκατόν οκτώ έτη, και μέχρι τέλους δεν συγκατέβη από την συνήθη του άσκησιν. Διότι όταν ήλθεν εις την Αγίαν Πόλιν ήτο δέκα οκτώ ετών· διέτριψε δε πλησίον του Αγίου Γερασίμου του εν Ιορδάνη εννέα έτη, δέκα εις την Μονήν του Μεγάλου Ευθυμίου, τριάκοντα εννέα εις την Λαύραν του Σουκά υπηρετών τους αδελφούς, πέντε εις την έρημον Νατουφά από σκιλλοκρόμμυδα τρεφόμενος, άλλα πέντε εις του Ρουβά· εις τον Σουσακείμ επτά πρώτον, είτα εν τω σπηλαίω του Αγίου Χαρίτωνος πέντε· και πάλιν εις του Σουσακείμ οκτώ· κι πάλιν νέβη εις το σπήλαιον του Αγίου Χαρίτωνος δύο έτη προ της τελειώσεώς του. Και όμως εις τόσον βαθύ γήρας φθάσας, δεν έλειψε παντάπασιν από την στάσιν των θείων ύμνων, και την υπηρεσίαν των προσερχομένων εις αυτόν. Ήτο δε ο Άγιος ούτος πράος, ευκολοπλησίαστος, ιλαρός και γλυκύς, καταδεκτικόα, προλέγων τα μέλλοντα εκ θείας αποκαλύψεως, μεγαλόσωμος, έχων και κάποιαν ωραιότητα και φυσικήν χάριν, υψηλός, όρθιος κατά τον λαιμόν και το σώμα, διδασκαλικός τον τρόπον και την πίστιν ορθοδοξότατος, και διετήρει όλα τα μέλη του σώματος υγιά χωρίς καμμίαν βλάβην την από των γηρατείων προξενουμένην. Ασθενήσας δε ολίγον, ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις τον ποθούμενον Κύριον Ιησούν. Και τώρα είναι εις την ανάπαυσιν των Δικαίων, εις την λαμπρότητα των γγέλων, βλέπων όσα πάντοτε επόθει, και όλην την έλλαμψιν της Αγίας Τριάδος εισδεχόμενος, εν Αυτώ Χριστώ τω Κυρίω ημών, μεθ’ ου τω ανάρχω Πατρί, και τω Παναγίω και ζωοποιώ Πνεύματι, δίξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”