Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2545
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Λ΄ (30η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Επισκόπου της Μεγάλης Αρμενίας.

Δημοσίευση από silver »


Γρηγόριος ο της Μεγάλης Αρμενίας λαμπρότατος φωστήρ ήτο από γένος βασιλικόν υιός ων Ανάκ, Πάρθου το γένος, γεννηθείς περί το έτος σμ΄ (240). Ούτος ήτο συγγενής του βασιλέως της Αρμενίας Κουσαρώ, τον οποίον εθανάτωσε δια δόλου ο ίδιος ο Ανάκ, αποσταλείς και παρακινηθείς εις τούτο από τον Αρτασύραν βασιλέα των Περσών. Όθεν δια τον βασιλικόν τούτον φόνον εθανατώθη όλη η γενεά του Ανάκ, μόνος δε ο θείος Γρηγόριος ούτος και εις έτερος αδελφός του ελυτρώθη από του θανάτου, πεμφθείς παις μικρός εις την επικράτειαν των Ρωμαίων, δια μέσου συγγενούς των τινός. Ευρισκόμενος λοιπόν ο θείος ούτος πατήρ εν Καισαρεία της Καππαδοκίας, εμάνθανε και την άλλην παιδείαν των γραμμάτων και τα των Χριστιανών δόγματα και διδάγματα, και βαπτισθείς έγινε Χριστιανός. Επειδή δε εις των υιών τού φονευθέντος Κουσαρώ, Τιριδάτης ονομαζόμενος, διωχθείς εκ της Αρμενίας υπό του βασιλέως των Περσών, διέτριβεν εκεί συναριθμούμενος εις τους πρώτους άρχοντας των Ρωμαίων, δια τούτο ο θείος Γρηγόριος επήγε μετ’ αυτού προκρίνων θεληματικώς να τον υπηρετή. Όθεν κατά μεν τα άλλα πάντα εθεράπευε τον Τιριδάτην και τον ανέπαυεν, επειδή δε ήτο Χριστιανός, κατά τούτο μόνον πολλά τον ελύπει και τον παρώξυνεν. Επειδή δε ο Τιριδάτης έκαμε μίαν μεγάλην ανδραγαθίαν εις βοήθειαν των Ρωμαίων, δια τούτο εις ανταπόδοσιν της χάριτος εκείνης αποκατεστάθη υπ’ αυτών εις την αρχήν και εξουσίαν του πατρός του βασιλέως της Αρμενίας. Ανελθών ο Τιριδάτης εις τον θρόνον της Μεγάλης Αρμενίας, επέδειξε μεγάλον ζήλον προς τα είδωλα και επεθύμει να εύρη τρόπον, ώστε να πιστεύσωσιν εις αυτά όλοι οι υποκείμενοι εις αυτόν και μάλιστα οι επιφανέστεροι και χρησιμώτεροι των αρχόντων, μεταξύ των οποίων ήτο και ο θείος Γρηγόριος· όθεν καλέσας αυτόν μετεχειρίζετο πάντα τρόπον να τον καταστήση κοινωνόν της θρησκείας του, αλλ’ ο Άγιος, κρατών στερεώς την ευσεβή πίστιν, ωμολόγει παρρησία ότι ποτέ δεν θα την απαρνηθή. Βλέπων δε ο Τιριδάτης, ότι δεν υπετάσσετο, θυμωθείς του λέγει· «Εγώ σε ετίμησα, Γρηγόριε, και σε έχω συγκοινωνόν εις την τιμήν και τον πλούτον μου, και συ γίνεσαι προς τον ευεργέτην αχάριστος»; Ο δε Άγιος του λέγει· «Ο Δεσπότης Χριστός ο Βασιλεύς πάσης κτίσεως μας προστάσσει να υποτασσώμεθα εις τους επιγείους βασιλείς και άρχοντας (τα του Καίσαρος τω Καίσαρι) ως προς τας σωματικάς υπηρεσίας, αι οποίαι την ψυχήν δεν βλάπτουσι, καθώς είδες ότι σου υπήκουσα έως τώρα προθύμως εις τους πολέμους και τας άλλας χρείας της πόλεως και δεν ημέλησα πώποτε· αλλά τώρα, όπου με προστάσσεις και παρακινείς εις την ασέβειαν, δεν πρέπει να σου υποταχθώ, διότι αν πράξω ούτω, θέλει κατακριθή η ψυχή μου εις την αιώνιον κόλασιν». Ταύτα και έτερα λέγοντος προς αυτόν του Αγίου, εθυμώθη ο Τιριδάτης υπέρ το μέτρον· όθεν έβαλε και έδεσαν οπίσω τους αγκώνας του Αγίου και τεντώσαντες άνω και κάτω το στόμα του δια ξύλου, εφόρτωσαν εις τους ώμους του βώλους μεγαλωτάτους άλατος μεταλλικού, το οποίον εξάγεται εις την Αρμενίαν· έπειτα κρεμάσαντες τον Άγιον υψηλά δια σχοινίου τον ετιμώρουν πικρώς έως ημέρας επτά. Την δε εβδόμην τον κατεβίβασαν, και τον ηρώτησαν εάν έστεργε να θυσιάση εις τα είδωλα· και επειδή ποσώς δεν έστεργε, του έδωσαν δεινότερα κολαστήρια, τα οποία υπέμεινεν ανδρειότατα ο γενναίος της ευσεβείας αγωνιστής. Είτα εκρέμασαν τον Άγιον αντιστρόφως από του ενός ποδός, και τον έδειραν ασπλάγχνως με ραβδία χονδρά ροζάρικα· κάτωθεν δε εκάπνιζον αυτόν με κόπρον βρωμερωτάτην, ώστε ουδέ να αναπνεύση ηδύνατο, αλλ’ ο τρισμακάριος υπέμενε ταύτα μεγαλοψύχως, ευχαριστών και δοξάζων τον Κύριον, και διδάσκων τους παρόντες την του Δεσπότου Χριστού ενανθρώπησιν και την δόξαν του Παραδείσου, η οποία αναμένει τους Χριστιανούς, και την αιώνιον κόλασιν της οποίας γίνονται κληρονόμοι όσοι αποθνήσκουσιν αμετανόητοι. Αφού λοιπόν άλλας επτά ημέρας εβασανίσθη ούτω, τον κατεβίβασαν, ελπίζοντες να τον φέρωσιν εις την μιαράν των γνώμην οι μάταιοι· και επειδή δεν έστεργε, πάλιν συνέσφιγξαν τας κνήμας του δια σανίδων και σχοινίων τόσον ισχυρώς, ώστε ένεκα της πολλής συνθλίσεως έσταζε το αίμα από τα άκρα των δακτύλων των ποδών του. Ύστερον εκάρφωσαν εις τα πέλματα των ποδών του σιδηρά καρφία, και τον ηνάγκασαν ούτω να τρέχη όσον ηδύνατο. Εις ταύτην την τιμωρίαν ησθάνετο οδύνην πολλήν ο τρισόλβιος, και εκοκκίνιζεν εκ της ροής των αιμάτων όλον το έδαφος· ο δε Τιριδάτης έβαλε πάλιν και τον έδειραν ωμότερον, απλώσαντες αυτόν υπτίως κατά γης. Έπειτα έθλιψαν την κεφαλήν του δια μηχανικού οργάνου και έβαλον εις τους ρώθωνας αυτού δια μιάς σύριγγος σαπωνόχωμα (σόδαν ή ποτάσσαν) και όξος δριμύ ηνωμένα μεθ’ άλατος και νίτρου, των οποίων εισήλθεν η δριμύτης έως εις αυτά τα βαθύτατα μέρη της κεφαλής και έως εις αυτόν τον εγκέφαλόν του. Είτα κατέκαιον την κεφαλήν του επί εξ ημέρας δια θυλάκου δερματίνου πλήρους θερμοτάτης στάκτης της καμίνου, εντός της οποίας έβαλον τον Άγιον· την δε εβδόμην, αφού τον εξήγαγον, είπεν ο Τιριδάτης προς καταφρόνησιν· «Τάχα επήγες εις τα βασίλεια του Χριστού σου, και απήλαυσας ολίγην από την θαυμασίαν εκείνην μακαριότητα»; Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Ακόμη δεν υπάγομεν εις εκείνην την δόξαν και άρρητον αγαλλίασιν, παρά όταν έλθη ο Δεσπότης Χριστός εν τη Δευτέρα υτού Παρουσία, ίνα κρίνη άπαντας, και τότε οι μεν ευγνώμονες δούλοι του θα λάβωσι πλουσίαν την ανταπόδοσιν, συ δε, άθλιε, θα λάβης την τιμωρίαν, η οποία σου πρέπει κατά τας πράξεις σου». Θυμωθείς όθεν ο Τιριδάτης τα μέγιστα προσέταξε και εκρέμασαν τον Άγιον κατακέφαλα, και δια του αφεδρώνος έρριπτον άφθονον ύδωρ εντός της κοιλίας του προς καταισχύνην οι αλιτήριοι· μετά ταύτα τον εκολάκευσε πάλιν ο Τιριδάτης, είτα δε τον εφοβέρισε να τον θανατώση με δεινά κολαστήρια· επειδή δε ο Άγιος δεν επείθετο εις το να υπακούση, τον εκρέμασαν πάλιν και με σιδηρούς όνυχας εξέσχιζον τας πλευράς του ασπλάγχνως και έτρεχαν κρουνηδόν τα αίματα· κατόπιν έστρωσαν εις την γην σιδηρούς τριβόλους, επάνω εις τους οποίους σύροντες αυτόν υπτίως ολόγυμνον του έλεγον· «Που είναι τώρα ο Θεός σου, και δεν σε λυτρώνει από τας χείρας μας»; Πάλιν δε τον εφυλάκισαν και την επιούσαν ιδών ο Τιριδάτης αυτόν υγιά εις όλας του τας πληγάς, εθαύμασε και διέταξε να βάλωσι σιδηράς κνημίδας εις τα γόνατά του, σιδηρά υποδήματα εις τους πόδας του και να τον κρεμάσωσιν, Ούτω δε κρεμάμενος διέμενεν ο Άγιος τρεις ολοκλήρους ημέρας. Εν ω δε πάλιν περιεπαίζετο υπό του Τιριδάτου, διότι δεν του έδιδεν ο Χριστός βοήθειαν, είπεν εις αυτόν· «Εγώ έχω εις χαράν μου τα κολαστήρια ταύτα, διότι είναι ψυχοσωτήρια· αλλά συ επισωρεύεις εις την κεφαλήν σου πυρ καταφλέγον αιωνίως». Διο θυμωθείς σφόδρα ο Τιριδάτης λέγει· «Επειδή απειλείς να με καύσης δια πυρός ασβέστου, εγώ θα σε καύσω τώρα εις το πυρ το σβεννύμενον, ίνα σε διδάξω να μη είσαι τόσον αυθάδης και αναίσχυντος προς εμέ». Ανέλυσαν λοιπόν εντός χαλκώματος μόλυβδον και τον έχυσαν όλον βραστόν εις τον Άγιον, όστις υπέμεινε γενναίως και ταύτην την βάσανον, δοξάζων τον Κύριον. Ιδών ο Τιριδάτης, ότι με κολαστήρια δεν ηδύνατο να νικήση τον Άγιον, εδοκίμασε πάλιν δια κολακειών να τον διαστρέψη εις την ασέβειαν· αλλά εις από τους σατράπας και άρχοντας αυτού τον συνεβούλευσε λέγων· «Δεν είναι δίκαιον ούτε πρέπον, ω βασιλεύ, να ζήση πλέον ούτος ο άνθρωπος, ούτε να βλέπη τον ήλιον, επειδή είναι υιός του Πάρθου Ανάκ, όστις με δόλον εφόνευσε τον πατέρα σου, και κατέστησε την Αρμενίαν όλην αιχμάλωτον των Περσών». Ταύτα ακούσας ο Τιριδάτης εμίσησεν εξ όλης ψυχής τον Γρηγόριον, και διατάσσει να δέσουν τας χείρας, τους πόδας και τον τράχηλόν του, και να τον ρίψουν εις τον βαθύν βορβορώδη λάκκον (ήτοι εις ξεροπήγαδον) της πόλεως Αρταξά. Ούτος δε ο λάκκος, αδελφοί κι πατέρες, ήτο εν φοβερόν και ελεεινόν θέαμα, ότι τον είχον οι Αρμένιοι επί ταυτού κατεσκευασμένον, δια να ρίπτουν εκεί τους καταδίκους, κι ήτο γεμάτος όφεις θανατηφόρους και σκώληκας, και δυσωδίαν είχε πολλήν από την λάσπην των θηρίων, όπου δεν ήτο δυνατόν να υποφέρη τις εκεί καν μίαν ημέραν από την άμετρον δυσωδίαν. Εις τούτον τον φοβερόν και απαράκλητον λάκκον έκλεισαν τον θαυμάσιον και θείον Γρηγόριον, και έμεινεν εκεί εις τον δυσωδέστατον και σκοτεινόν εκείνον τόπον χρόνους ολοκλήρους δεκαπέντε, τρεφόμενος κρυφίως από μίαν γυναίκα χήραν, την οποίαν προσέταξεν Άγιος Άγγελος να καταβιβάζη καθ’ εκάστην ημέραν τεμάχιον άρτου, ίνα τρώγη ο Άγιος, δια να μη αποθάνη από την πείναν ούτε από άλλην τινά κάκωσιν, και ούτως ετρέφετο καθ’ όλον εκείνο το διάστημα. Επειδή δε ο βασιλεύς Τιριδάτης έχασε τας φρένας του και δαιμονισθείς έτρωγε τας σάρκας του, μεταβαλών δε την νθρωπίνην μορφήν εις μορφήν χοίρου, εβόσκετο μαζί με τους χοίρους εις τα βουνά (ω του παραδόξου τερατουργήματος! ), δια να μαρτυρήται με το έξω σχήμα η έσω της ψυχής σκληρότης και ο βόρβορος αυτής. (Μη δε απιστήση τις εις τούτο, ότι όπου Θεός ενεργεί, το αδύνατον αργεί, ότι ως Παντοδύναμος έκαμε και τούτο το θαυματούργημα καθώς το του Ναβουχοδονόσορος, και άλλα θαυμασιώτερα εις δόξαν αυτού και μεγαλοπρέπειαν). Ήτο λοιπόν εις την πόλιν της Αρμενίας θλίψις πολλή και στενοχωρία δια την χοιρείαν μορφήν του βασιλέως, και την άλλην των αρχόντων από την των δαιμόνων μάστιγα (διότι και οι άρχοντές του εδαιμονίσθησαν). Είχε δε ο Τιριδάτης αδελφήν Κουσαροδούκταν ονόματι, ήτις είδεν ενύπνιον και ήκουσε φωνήν λέγουσαν· «Εάν δεν εξέλθη ο Γρηγόριος από τον λάκκον, ούτε ο αδελφός σου ούτε οι άρχοντες θεραπεύονται». Την δε πρωϊαν επήγεν ευθύς εις την αγοράν και ανήγγειλε την οπτασίαν εις τους άρχοντας· οι δε νομίζοντες φαντασίαν το ενύπνιον, την εχλεύαζον λέγοντες, ότι ούτε καν οστούν του Γρηγορίου ευρίσκετο. Αλλά πάλιν και άλλας νύκτας ακούσασα εν οράματι τα όμοια, κατέπεισε τον λαόν, και έστειλαν ένα σατράπην, Αυτάϊαν καλούμενον, ελθών δε ούτος εις τον λάκκον, εφώνησε τον Γρηγόριον, όστις ευθύς απεκρίνατο· όθεν κρεμάσας σχοινία, τον παρεκάλεσεν ο άρχων να δεθή με ταύτα δια να τον σύρωσιν έξω, επειδή ο Θεός του ούτως επρόσταξεν. Εξελθών ο Άγιος του λάκκου και λουσάμενος ενεδύθη και τον έφεραν εις την πόλιν των· ο δε Τιριδάτης και οι άλλοι άρχοντες έπεσαν όλοι εις τους πόδας του δεόμενοι να τους λυτρώση της δαιμονικής μάστιγος. Αυτός δε ηρώτησεν αυτούς και του έδειξαν τον τόπον εις τον οποίον είχον ρίψει τα λείψανα των Αγίων Μαρτύρων, τα οποία εύρον σώα και ακέραια και απείρακτα από τα πετεινά και θηρία και ευωδίαζον, και τα ενεταφίασαν εντίμως, ως έπρεπε, μετά πολυτίμων ιματίων, τα οποία τους έδωκεν ο βασιλεύς· και την άλλην ημέραν έκαμεν ευχήν υπέρ αυτών, ίνα τους συνετίση ο Κύριος (και μάλιστα τον βασιλέα) και εννοήσωσι το τηε θείας αυτού οικονομίας μυστήριον, έπειτα τους εδίδαξε και ικανώς ενουθέτησε να μισήσωσι τα πονηρά είδωλα, και να γνωρίσωσι τον μόνον Θεόν, όστις ως ελεήμων και παντοδύναμος τον εφύλαξε τόσα έτη εις τον λάκκον αβλαβή και απήμαντον, και να πιστεύσωσιν εις Αυτόν, ίνα μη κολασθώσιν αιωνίως· και τους υπεσχέθη ότι, εάν βαπτισθώσι, θα λάβωσι της ψυχής και του σώματος ίασιν· διηγήθη δε προς αυτούς και οπτασίαν θαυμάσιον, την οποίαν είδεν εις τον λάκκον, και δια της οποίας του εφανερώθη, πως έμελλον να πιστεύσωσιν εις τον Δεσπότην Χριστόν όλοι οι Αρμένιοι, προς λύτρωσιν από της αιωνίου κολάσεως, την οποίαν χάριν συντομίας παραλείπομεν. Αυτά και έτερα λέγων ο μέγας Γρηγόριος περί της Ορθοδόξου πίστεως, τους έπεισε και επίστευσαν άπαντες. Έκτισαν δε Εκκλησίαν πλουσίαν εις τιμήν της Οσίας Ριψιμίας και των λοιπών Οσιομαρτύρων, και έθεσαν εκεί τα τίμια λείψανα. Ο δε Τιριδάτης παρεκάλει τον Άγιον να τον μεταστρέψη από της φρικτής εκείνης χοιρείας μορφής εις το πρότερον είδος του· ει δε μη, καν τας χείρας μόνον και τους πόδας του, ίνα υπηρετή και αυτός κατά δύναμιν εις την οικοδομήν της Εκκλησίας, την οποίαν έκτιζον. Ελυπήθη λοιπόν ο Άγιος, και ποιήσας ευχήν υπέρ αυτού προς Κύριον, μετέστρεψεν εις την προτέραν μορφήν τας χείρας και τους πόδας του· όστις, ίνα μη φανή προς την ευεργεσίαν αχάριστος, έτι δε ίνα τύχη της συγχωρήσεως παρά των Αγίων Μαρτύρων, τας οποίας δεινότατα εκόλασεν άλλοτε, έσκαπτε μόνος του τον τόπον βαθύτατα όπου έμελλον να βάλωσι τας σορούς τας εμπεριεχούσας τα άγια των λείψανα και εσήκωνεν εις τον ώμον του τους βαρείς και μεγάλους λίθους, επειδή ήτο ανήρ ισχυρός. Η δε αδελφή του Κουσαροδούκτα και η βασίλισσα, Ασιχήνη ονόματι, ειργάζοντο και αυταί και εξήγον το χώμα δια των κρασπέδων των ιματίων των μετά πολλής ταπεινώσεως. Ο δε Άγιος, βλέπων την πολλήν αυτών ευλάβειαν, συνήγαγεν όλον το πλήθος της πόλεως, και έκαμαν κοινήν λιτανείαν προς Κύριον μετά δακρύων δεόμενοι, ίνα θεραπεύση τον βασιλέα, μεταστρέφων αυτόν εις την προτέραν μορφήν, και απολυτρών των δαιμόνων αυτόν τε και τους άλλους. Επακούσας δε αυτών ο Θεός, ο παντελεήμων και πανάγαθος, εξήγαγεν από του Τιριδάτου τον έξωθεν επικείμενον χοίρον και απεδίωξε τον ένδοθεν δαίμονα· και όχι μόνον έως εδώ έδειξε την φιλανθρωπίαν Αυτού ο πανοικτίρμων Θεός και πανάγαθος, αλλά και όλους τους άρχοντας και σατράπας ιάτρευσε και ηλευθέρωσεν από τους πονηρούς δαίμονας· και όσοι άλλοι ήσαν λεπροί, λωβοί και παράλυτοι ή άλλην ασθένειαν είχον, εθεραπεύθησαν άπαντες, όχι μόνον σωματικώς, αλλά και ψυχικώς, όπερ το συμφερώτατον· διότι ιδόντες τοιαύτα θαυμάσια, έδραμεν όλον το πλήθος του λαού, μυριάδες αναρίθμητοι, ζητούσαι το άγιον Βάπτισμα· οίτινες όλοι (και μάλιστα ο βασιλεύς και οι πρόκριτοι) ίνα φανερώσωσιν, ότι επίστευσαν ολοψύχως εις τον Χριστόν, εχάλασαν από τα θεμέλια όλους τους ναούς των ειδώλων, και λαβόντες από τα σκευοφυλάκια όλους τους θησαυρούς, ήτοι χρυσίον, αργύριον, σκεύη αργυρά και χρυσοϋφαντα ιμάτια, τα αφιέρωσαν εις τας Εκκλησίας, τας οποίας εις δόξαν Χριστού ωκοδόμησαν· και όχι μόνον τα κινητά, αλλά και τα ακίνητα, ήτοι χωράφια και άλλα όμοια, και έκαμαν την άτιμον ύλην και ανωφελή, ύλην ψυχωφελή και πολύτιμον. Ούτω λοιπόν του Δεσπότου Χριστού και Παντοδυνάμου Θεού συνεργούντος εδιώχθησαν εκείθεν οι ανίσχυροι δαίμονες, φοβούμενοι την αξουσίαν Αυτού, και τρέμοντες έφυγον απ’ εκείνα τα όρια. Και όχι μόνον η Αρμενία όλη επίστευσεν, αλλά και πολλά άλλα έθνη γειτνιάζοντα εγνώρισαν την αλήθειαν και εμίσησαν την προτέραν πλάνην και εβαπτίσθησαν, χάριτι όχι μόνον του μεγάλου Γρηγορίου, αλλά και του βασιλέως Τιριδάτου, όστις έγινεν εις τους άλλους καλόν παράδειγμα· διότι ενθυμούμενος πόσας αμαρτίας και πόσους φόνους έκαμεν εις τους Αγίους δούλους του Χριστού, ηγωνίζετο πάση δυνάμει να υπερβάλη δια των τελευταίων αγαθοεργιών του τας πρώτας κακοεργίας του, τας οποίας εν αγνοία έπραξε. Βλέποντες δε οι επίλοιποι άπαντες εζήλωσαν το καλόν, κατά το αρχαίον λόγιον, «φιλεί το αρχόμενον συνεξομοιούσθαι τοις άρχουσιν»· όθεν προϊόντος του χρόνου ηύξανε και η ευσέβειά των. Επειδή δε δεν είχον Αρχιερέα, έλαβον βουλήν αγαθήν να ψηφίσωσιν Αρχιερέα τον μέγαν Γρηγόριον, ίνα γίνη κυβερνήτης των ψυχών αυτών, να τους βαπτίση, να τους χειροτονήση Ιερείς και να οδηγήση αυτούς προς σωτηρίαν, διότι αυτός ήτο αίτιος και εγνώρισαν την αλήθειαν· αλλ’ ο Άγιος απεποιείτο δειλιών υπό ταπεινοφροσύνης και μετριοπαθείας να λάβη τοσούτων ψυχών φροντίδα και μέριμναν, γινώσκων ότι το φυτόν της πίστεως ήτο απαλόν, και εχρειάζετο πότισμα και επιμέλειαν μεγίστην. Πλην ο Κύριος έστειλεν ουρανόθεν Άγγελον προς τον βασιλέα Τιριδάτην και τον μέγαν Γρηγόριον, προστάσσων τον δεύτερον να λάβη την αξίαν ως άξιος, διο και έστερξεν ίνα μη γίνη του Θεού παρήκοος. Έστειλεν όθεν ο βασιλεύς τον θείον Γρηγόριον μετά δεκαέξ μεγιστάνων εις τον Μητροπολίτην Καισαρείας της Καππαδοκίας Λεόντιον, γράψας προς αυτόν και επιστολήν ταύτα λέγουσαν· «Σκότος πολύ της ασεβείας ετύφλωνεν ημάς πρότερον, και επομένως δεν ηδυνάμεθα να γνωρίσωμεν τον Δημιουργόν και κοινόν Δεσπότην της κτίσεως, έως ου Αυτός μάς εξαπέστειλεν ως άλλον ήλιον τον μέγαν Γρηγόριον και Παρθένους Αγίας, ίνα γνωρίσωμεν δια μέσου τούτων την Εκείνου φιλανθρωπίαν και χρηστότητα, ημείς δ’ εβασανίσαμεν αγριώτατα και τας τιμίας εκείνας Παρθένους και τον ιερόν τούτον Γρηγόριον, φονεύσαντες μάλιστα ελεεινώς (φευ!) αυτάς· επί τέλους δε ο θείος Γρηγόριος ενίκησε την ασπλαγχνίαν και ωμότητα ημών δια της αμάχου δυνάμεως του Θεού, του οποίου η άπειρος ευσπλαγχνία και των οικτιρμών η άβυσσος δεν μας αφήκε να απολεσθώμεν, και δια των διδασκαλιών και προσευχών αυτού τε και των Παρθένων εκείνων εδίωξε το σκότος των ψυχών ημών, και προς το φως της αληθείας μάς εχειραγώγησε. Τούτον λοιπόν τον της σωτηρίας ημών αίτιον, όστις τόσα αγαθά προυξένησεν εις ημάς, εψηφίσαμεν διδάσκαλον και ποιμένα μας, και ουχί μόνον ημείς, αλλά και ο Κύριος άνωθεν ταύτην την ψήφον επεσφράγισεν· όθεν στέλλομεν αυτόν εις την σην πανιερότητα, να μας τον χειροτονήσης Αρχιερέα και να μας τον στείλης ταχέως». Ταύτην την επιστολήν λαβών ο Λεόντιος υπεδέχθη φιλοτίμως τους πρέσβεις και τον μέγαν Γρηγόριον και παρευθύς τον εχειροτόνησεν εν πολλή δόξη και τον έστειλεν εις τον Τιριδάτην. Επιστρέφων ο θείος Γρηγόριος εις την Μεγάλην Αρμενίαν συμπαρελάμβανεν άνδρας εναρέτους από τας πόλεις και χώρας, όθεν διήρχετο, και τους εδίδασκεν όσα εγνώριζεν ότι ήσαν χρήσιμα, ίνα τους χειροτονήση Ιερείς και ιεροδιδασκάλους. Ότε δ’ έφθασεν εις τα όρια της Αρμενίας του ανήγγειλαν οι εγχώριοι, ότι ήτο εκεί παρά τον ποταμόν Ευφράτην λαός ειδωλολατρικός έχων βωμόν των ειδώλων εις το όνομα του Ηρακλέους, εις τον οποίον εθυσίαζον εις τους δαίμονας και ότι οι Χριστιανοί δεν ηδύναντο να κρημνίσωσι τον βωμόν τούτον κωλυόμενοι υπό των διαφόρων φαντασιών και μηχανορραφιών του σατανά. Τότε ο Άγιος, ζήλω θείω κινούμενος, παρευθύς επήγεν εκείσε και έκαμε προς τον παντοδύναμον Θεόν δέησιν, και έπεσεν εκ θεμελίων ο ναός ο ειδωλολατρικός χωρίς να εγγίση χειρ ανθρώπου τελείως· και κτίσας Εκκλησίαν εις τον Κύριον την εθρονίασε και ενεκαινίασε δια των αγίων λειψάνων του Τιμίου Προδρόμου και του Αγίου Αθηνογένους, εις την οποίαν ελειτούργησε και εβάπτισε τους σατράπας, τους οποίους είχεν εις την συνοδείαν του· μείνας δε εκεί ημέρας είκοσιν, εβάπτισεν ένδεκα μυριάδας ανθρώπων και εχειροτόνησεν Ιερείς τε και Διακόνους εις όλην την περίχωρον. Ο δε βασιλεύς Τιριδάτης, ακούσας ότι ήρχετο ο Άγιος, εξήλθε της πόλεως μεθ’ όλης της συγκλήτου και της αδελφής του και της βασιλίσσης, και φθάσαντες έως τας όχθας του Ευφράτου μετά πολλής ταπεινώσεως και ευλαβείας τον προσεκύνησαν και ηυφράνθησαν· αφού δε τους εδίδαξε και κατήχησε και τους έβαλε και ενήστευσαν τριάκοντα ημέρας προσευχόμενοι, έπειτα εβάπτισεν άπαντας, εν αρχή μεν τον βασιλέα, την αδελφήν του και την ομόζυγον, τας σατράπας και άρχοντας, έπειτα δε τον κοινόν λαόν άπαντα· και αφού έκτισεν εκεί παρά τον Ευφράτην ετέραν Εκκλησίαν, και ελειτούργησε, τους εκοινώνησε και έγιναν υιοί φωτός και ημέρας οι πριν εσκοτισμένοι και άφρονες. Ο δε παντοδύναμος Κύριος, ίνα στερεωθώσιν εις την πίστιν οι νεοφώτιστοι, έδειξε και εκεί, ότε εβαπτίζοντο, δύο μεγάλα και φρικτά θαύματα, ήτοι εστάθη ο ποταμός, και δεν έτρεχον τα ύδατα ως εις τον Ιορδάνην ποταμόν και εις την Ερυθράν θάλασσαν, εφαίνετο δε και μέγας στύλος φωτός εις τα ύδατα, εις τα οποία το πλήθος του λαού εβαπτίζετο, εις δε την κεφαλήν του στύλου ήτο Σταυρός λαμπρότατος και εξαστράπτων υπέρ τον ήλιον, τον οποίον έβλεπον όλην την ημέραν οι βαπτιζόμενοι, όντες τον αριθμόν μυριάδες δεκαπέντε και πλέον· έμεινε δε εκεί ο Άγιος ημέρας επτά βαπτίσας πλήθος αμέτρητον. Αφού ετακτοποίησεν όλους αυτούς ο θείος Γρηγόριος επήγεν εις τας άλλας πόλεις και χώρας της Αρμενίας εις τας οποίας έκτιζεν Εκκλησίας, και ελειτούργει απανταχού και εβάπτιζε και εχειροτόνει Ιερείς καθ’ εκάστην, και ωκοδόμει Μοναστήρια, Ησυχαστήρια και άλλα ψυχοσωτήρια οικήματα, εις τα οποία όλα είχε τον βασιλέα Τιριδάτην επιμελητήν και αντιλήπτορα βοηθόν, διότι εχάριζεν εισοδήματα πλούσια προς αυτάρκτη διατήρησιν Ιερέων τε και Μοναζόντων. Προς τούτοις δε και διδασκαλεία και παιδευτήρια ανήγειρεν, ίνα μανθάνωσιν οι παίδες τα ιερά γράμματα. Όθεν όχι μόνον η Αρμενία επίστευσεν εις τον Παντελεήμονα Θεόν, αλλά και Πέρσαι και Μήδοι και Ασσύριοι και άλλα έθνη υπέκλινον τους αυχένας αυτών υπό τον ζυγόν του Χριστού τον χρηστόν και γλυκύτατον· διότι η ευγνωμοσύνη του βασιλέως και η πλουσία μετάδοσις των χρημάτων προς τους ενδεείς και πένητας, και του Αρχιερέως η ευσπλαγχνία και συμπάθεια προς τους ασθενείς έσυρεν αυτούς προς την ευσέβειαν. Ότι ο μεν Αρχιερεύς ιάτρευε τους ασθενείς από πάσης ασθενείας, ο δε βασιλεύς έδιδεν ελεημοσύνας πλουσιοπαρόχους εις τους αναξιοπαθούντας, και απεφυλάκιζε τους χρεοφειλέτας, ξεσχίζων τα χρεόγραφα τα εις χείρας δανειστών και εξοφλών αυτά εκ του βασιλικού θησαυρού. Εκ της χρηστής όθεν διοικήσεως του Αγίου και του βασιλέως απέλαβε βαθείαν ειρήνην άπασα η Αρμενία και επολιτεύοντο οι άνθρωποι ως αρνία ήμερα, απταίστως, ευσεβώς και θεαρέστως· πολλοί δε εξ αυτών έγιναν και Μοναχοί, και κτίζοντες Μοναστήρια και Ησυχαστήρια απέδιδον εις τον ευεργέτην Θεόν τα ευχαριστήρια, και πολλά παιδία των πρώην απίστων συναγαγών ο μέγας Γρηγόριος επιμελώς τα εξεπαίδευσε και έγιναν τοσούτον ενάρετοι άνθρωποι, ώστε κατόπιν προεχειρίσθησαν και Επίσκοποι. Και εις μεν τον Ευφράτην εχειροτόνησεν Αρχιερέα τον Αλβίνον, εις δε την περίχωρον των Βασηνών τον Ευστάθιον και Βάσσον, και ίνα μη μακρηγορώ ένα προς ένα, εις ολίγα έτη εχειροτινήθησαν Αρχιερείς τετρακόσιοι. Τότε ο μέγας Γρηγόριος, έχων πόθον πολύν να υπάγη να ησυχάση εις τα υψηλότερα όρη της Αρμενίας, αφήκε τον Αλβίνον εις τα βασίλεια επίτροπόν του, ως απάντων εναρετώτατον, παραγγείλας εις αυτόν να επιμελήται το ποίμνιον ως να ήτο ο ίδιος. Ο δε βασιλεύς ελυπείτο δια την αναχώρησιν του Αγίου και τον παρεκάλει δακρύων να μη αποχωρισθώσιν αλλήλων, αλλ’ ο πόθος της ησυχίας ενίκα την δέησιν, και δεν έκαμε τον λόγον του· όθεν και μη θέλων επέτρεψε την αναχώρησιν. Λαβών λοιπόν ο Άγιος ολίγους μαθητάς απήλθε και κτίσας δι’ αυτών μικρόν οικητήριον εις εν σπήλαιον ησύχαζεν εκεί τρώγων μόνον άρτον μίαν φοράν ανά τεσσαράκοντα ημέρας. Προς παρηγορίαν δε της υπερβολικής λύπης του ο Τιριδάτης δια την του Αγίου στέρησιν, μαθόν ότι όταν ήτο νέος ο Γρηγόριος εγέννησε δύο παίδας εκ γυναικός νομίμου, ων ο μεν Ορθάνης ονόματι ήτο Ιερεύς, ο δε την κλήσιν Αριστάνης αγαπήσας την ερημικήν εκ νεότητος εμόναζε τρώγων μόνον χόρτα και φορών εν μόνον ιμάτιον, έστειλε τρεις άρχοντας εις την Καισάρειαν προς αναζήτησίν των απανταχού και ανεύρεσιν. Οι δε, απελθόντες ταχέως και ευρόντες τον μεν ένα διδάσκοντα τον λαόν, τον δε άλλον αγωνιζόμενον εις την έρημον, μετά μεγάλων παραινέσεων και παρακλήσεων συμπαρέλαβον και τους δύο και τους προσήγαγον εις τον βασιλέα, όστις τους υπεδέχθη χαίρων και παρεκάλεσε τον ιερόν Γρηγόριον να χειροτονήση τον υιόν του Αριστάνην Μητροπολίτην Αρμενίας, ως εικόνα εαυτού και αρχέτυπον. Ο δε Άγιος, γνωρίσας ότι ήτο ο Αριστάνης πολύ ενάρετος, τον εχειροτόνησε παρευθύς· και πορευθείς μετ’ αυτού εις όλην την περίχωρον, εστήριξε καλλίτερα εις την ευσέβειαν· έπειτα απεχαιρέτησεν άπαντας, και ανελθών πάλιν εις το ασκητήριόν του, μετ’ ολίγον απεδήμησε προς Κύριον τη λ΄ (30) Σεπτεμβρίου ολίγον μετά το έτος τκε΄ (325) και απέλαβε παρ’ Αυτού πλουσίας τας αμοιβάς των αγώνων του. Τον καιρόν εκείνον και ο Μέγας Κωνσταντίνος, όστις έγινε βασιλεύς των Χριστιανών δια της θείας δυνάμεως και βοηθείας και κρημνίσας όλα τα ειδωλεία εκ θεμελίων, ωκοδόμησεν Εκκλησίας εις δόξαν Θεού, συνήγαγεν εις Οικουμενικήν Σύνοδον τους τιη΄ (318) Θεοφόρους Πατέρας προς στερέωσιν της ευσεβείας και εκρίζωσιν των ζιζανίων της ετεροδοξίας. Έλαμπον δε τότε οι δύο βασιλείς ως αστέρες λαμπρότατοι, ο μεν Τιριδάτης εις τους τόπους της Ανατολής, ο δε Μέγας Κωνσταντίνος εις τα εσπέρια· διότι και ο Τιριδάτης κατά αλήθειαν εφύλαττεν όλας τας αρετάς και τας εντολάς του Κυρίου απαρασαλεύτους, μάλιστα και αποκρύφως ηγωνίζετο, ενήστευε και ηγρύπνει ως τους Ασκητάς, μετά δακρύων του Κυρίου δεόμενος, ίνα συγχωρήση την προτέραν ασέβειάν του. Ήλθε λοιπόν εις την Αγίαν ταύτην Α΄ Οικουμενικήν Σύνοδον και αυτός ο Μητροπολίτης Αριστάνης και ο Τιριδάτης άμα λαβόντες τας επιστολάς του Μεγάλου Κωνσταντίνου και συνηυφράνθησαν μετ’ αλλήλων. Αφού δε η Σύνοδος εκείνη έληξεν, έλαβον τα θρησκευτικά δόγματα γεγραμμένα και τα εκόμισαν προς τους Αρμενίους, οίτινες τους υπεδέχθησαν χαίροντες, και τοιουτοτρόπως εστερεώθησαν περισσότερον εις την Ορθοδοξίαν και διέμεινεν εις την Αρμενίαν επί χρόνους πολλούς η ευσέβεια εις δόξαν της υπερουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος, Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, του ενός και μόνου Θεού· ω πρέπει κράτος, τιμή και προσκύνησις πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2545
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Α΄ (1η) Οκτωβρίου μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΑΝΑΝΙΟΥ.

Δημοσίευση από silver »


Ανανίας ο του Χριστού Απόστολος έζη κατά τους χρόνους κατά τους οποίους και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ευρίσκετο σωματικώς επί της γης, διέμενε δε εις την Δαμασκόν. Ήτο δε τότε ηγεμών εις τα μέρη της Ανατολής άνθρωπος τις τύραννος και σκληρός, ονόματι Λουκιανός, όστις έτρεφε μεγάλην μανίαν κατά των Χριστιανών, προσπαθών να φαίνεται δια παντός τρόπου υπήκοος και ευπειθής εις τα προστάγματα των βασιλέων τα παράνομα και ασεβή. Όσοι λοιπόν ωμολόγουν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν Θεόν αληθή, τους ετιμώρει με διάφορα κολαστήρια, χρησιμοποιών ως όργανά του σκληρούς υπηρέτας, οι οποίοι ετιμώρουν τους Χριστιανούς άλλους μεν εις το πυρ καταφλέγοντες, άλλους εις ποταμούς και θαλάσσας βυθίζοντες, άλλους βοράν εις τα θηρία παραδίδοντες και άλλους ποικιλοτρόπως και απανθρώπως βασανίζοντες. Κατ’ εκείνον τον καιρόν λοιπόν ευρίσκετο και ο Άγιος Ανανίας ο Απόστολος εις την πόλιν της Δαμασκού, ως είπομεν, προς τον οποίον εμφανισθείς ο Κύριος εν οράματι, τον εκάλεσεν εξ ονόματος, λέγων· «Ανανία· ο δε είπεν· Ιδού εγώ, Κύριε· ο δε Κύριος προς αυτόν· Αναστάς πορεύθητι επί την ρύμην την καλουμένην ευθείαν, και ζήτησον εν οικία Ιούδα Σαύλον ονόματι, Ταρσέα· ιδού γαρ προσεύχεται και είδεν εν οράματι άνδρα ονόματι Ανανίαν εισελθόντα και επιθέντα αυτώ χείρα, όπως αναβλέψη. Απεκρίθη δε Ανανίας· Κύριε, ακήκοα από πολλών περί του ανδρός τούτου, όσα κακά εποίησε τοις Αγίοις σου εν Ιερουσαλήμ· και ώδε έχει εξουσίαν παρά των Αρχιερέων δήσαι πάντας τους επικαλουμένους το όνομά Σου. Είπε δε προς αυτόν ο Κύριος· Πορεύου, ότι σκεύος εκλογής μοι εστιν ούτος του βαστάσαι το όνομά μου ενώπιον εθνών και βασιλέων υιών τε Ισραήλ. Εγώ γαρ υποδείξω αυτώ όσα δει αυτόν υπέρ του ονόματός μου παθείν» (Πράξ. Θ: 10-16). Ταύτα μεν είπε προς τον Ανανίαν ο Κύριος. Ο δε Σαύλος ημέρας ολίγας πρότερον, έχων μίσος πολύ κατά των Μαθητών του Κυρίου, προσελθών εις τον Αρχιερέα «ητήσατο παρ’ αυτού επιστολάς εις Δαμασκόν προς τας συναγωγάς, όπως, εάν τινας εύρη» καθ’ οδόν «άνδρας τε και γυναίκας» (Πράξ. Θ:2), οδηγήση δεδεμένους εις Ιερουσαλήμ. Εν ω δε επορεύετο και προσήγγιζεν εις την Δαμασκόν, εξαίφνης περιήστραψεν αυτόν φως από του ουρανού· και πεσών επί την γην, ήκουσε φωνήν λέγουσαν προς αυτόν· «Σαούλ, Σαούλ, τι με διώκεις»; Είπε δε· «Τις ει, Κύριε»; Ο δε Κύριος είπεν· «Εγώ ειμι Ιησούς, ον συ διώκεις» (Πράξ. Θ: 4-5) «σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν» (Πράξ. κστ:14). Τρέμων τε και θαμβούμενος είπεν ο Σαύλος· «Κύριε, τι θέλεις να πράξω»; Και ο Κύριος είπε προς αυτόν· «Ανάστηθι και είσελθε εις την πόλιν και λαληθήσεταί σοι, τι σε δει ποιείν» (Πράξ. θ: 6). Οι δε άνδρες οι συνοδεύοντες αυτόν ίσταντο έκθαμβοι, ακούοντες μεν της φωνής, μηδένα δε θεωρούντες. «Ηγέρθη δε ο Σαύλος από της γης· ανεωγμένων τε των οφθαλμών αυτού, ουδένα έβλεπε. Χειραγωγούντες δε αυτόν εισήγαγον εις Δαμασκόν» (Πράξ. θ:8). Και ήτο εκεί ημέρας τρεις μη βλέπων, και ούτε έφαγεν, ούτε έπιεν. Τότε έφθασεν Ανανίας ο απεσταλμένος από τον Κύριον, ως ανωτέρω είπομεν, και έβαλεν επ’ αυτόν τας χείρας του λέγων· «Σαούλ αδελφέ, ο Κύριος απέσταλκέ με, Ιησούς ο οφθείς σοι εν τη οδώ η ήρχου, όπως αναβλέψης και πλησθής Πνεύματος Αγίου. Και ευθέως απέπεσον από των οφθαλμών αυτού ωσεί λεπίδες, ανέβλεψέ τε· και αναστάς εβαπτίσθη· και λαβών τροφήν, ενίσχυσεν» (Πράξ. θ: 17-18). Ούτω λοιπόν χειραγωγήσας ο Ανανίας τον μέγαν Παύλον προς την αλήθειαν, εν έτει λστ΄ (36) από Χριστού, και φωτίσας τους της ψυχής αυτού και του σώματος οφθαλμούς, και βαπτίσας αυτόν το τρίτον έτος μετά την Ανάληψιν του Κυρίου, κατά τους ακριβεστέρους χρονολόγους, απήλθεν έπειτα εις την Βηθαγαυρήν της Ελευθερουπόλεως κηρύττων το άγιον Ευαγγέλιον, και ως έμπειρος αλιεύς έσυρε δια των δικτύων της διδασκαλίας του πολλούς προς την αληθινήν πίστιν του Χριστού και την ευσέβειαν. Τούτο μαθόντες οι υιοί του σκότους έδεσαν και απήγαγον αυτόν εις τον Λουκιανόν, τον ηγεμόνα της πόλεως ταύτης, ο οποίος, βλέπων αυτόν εις την όψιν ωραίον, εις την γλώσσαν σοφόν και ρήτορα, και εις τα ήθη συνετόν, γνωστικόν και πεπαιδευμένον, εθαύμασε, και κρύπτων την φυσικήν αγριότητα, υποκρίνεται χρηστότητα, λέγων προς αυτόν μετά πολλής ιλαρότητος· «Ποίησον, Ανανία, το πρόσταγμά μου, διότι προς το συμφέρον σου σε συμβουλεύω, αρνήσου τον Εσταυρωμένον, προσκύνησον τους ημετέρους θεούς, και μη θελήσης να γίνη η αξιοθέατος ωραιότης σου πυρός παρανάλωμα». Ο δε απεκρίνατο· «Εγώ προσκυνώ τον αληθινόν Θεόν, του οποίου υπηρέτης και διάκονος εγενόμην, χειραγωγήσας τον μέγαν Παύλον προς την ευσέβειαν, όστις και Σαύλος ωνομάζετο πρότερον περιπατών εις τον σάλον και τον κλύδωνα της αγνωσίας· αλλά τώρα ήλθεν εις τον λιμένα της του Χριστού πίστεως, γινώσκων ως πάνσοφος την αλήθειαν». Ο δε ηγεμών λέγει προς αυτόν· «Θαρρώ, ότι ελπίζεις εις την δύναμίν σου, και νομίζεις ότι δεν θα φοβηθής το δριμύ των κολάσεων· δια τούτο ετράπη εις αγνωσίαν η γνώσις σου και η φρόνησίς σου εις κουφότητα». Ταύτα ακούσας ο της αληθείας διδάσκαλος ύψωσε προς ουρανόν τας χείρας και τα όμματα λέγων· «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός των Δυνάμεων, μη αφήσης να με συλλάβη ο εχθρός εις τα δίκτυά του, αλλ’ αξίωσόν με να πάθω δια το όνομά σου, να γίνω κοινωνός του Παύλου εις την ουράνιον Βασιλείαν σου και να λάβω και εγώ με τους λοιπούς Μαθητάς σου τον στέφανον της αθλήσεως». Ταύτα ευξάμενον, εγύμνωσαν αυτόν οι υπηρέται και έδειραν ανηλεώς λέγοντες· «Υπάκουσον εις τα βασιλικά προστάγματα· θυσίασον εις τους θεούς, να λυτρωθής των κολάσεων». Ο δε Άγιος προσηύχετο νοερώς, υπομένων ανδρείως τα λυπηρά σιωπηλός και ατάραχος. Όταν δε απέκαμον οι υπηρέται ραβδίζοντες, τότε αφήκαν αυτόν και ήρχισε πάλιν να τον κολακεύη ο ηγεμών λέγων· «Λυπήθητι την ζωήν σου και μη θελήσης να απολεσθή η ωραιότης σου, διότι θέλω σου δώσει πικροτέρας κολάσεις και χαλεπώτερα παιδευτήρια». Ο δε Άγιος, έχων εις την καρδίαν του ένθεον έρωτα, απεκρίθη γενναίως και λέγει προς αυτόν· «Δεν εντρέπεσαι, άθλιε, άλλοτε μεν να με μαστιγώνης, άλλοτε δε να με κολακεύης, ώσπερ να ήμην βρέφος μωρόν και ανόητον; Ήξευρε ότι όχι μόνον εγώ δεν θυσιάζω ποτέ εις τους δαίμονας, έστω και αν μοι επιβάλης όλα του κόσμου τα παιδευτήρια, απαίδευτε, αλλά και όσους από σας δυνηθώ θέλω οδηγήσει να επιστρέψουν προς την ευσέβειαν». Ταύτα ακούσας ο άδικος δικαστής εθυμώθη και προστάσσει να γυμνώσουν εκ νέου τον Άγιον, και να ξεσχίζουν όλον το σώμα του με σιδηρούς όνυχας, να τον κατακαίουν δε με λαμπάδας πυρός δια να αναλυθώσιν ολίγον κατ’ ολίγον αι σάρκες αυτού και να αισθανθή έως της καρδίας αυτού τον πόνον και την βάσανον. Αλλ’ ο Άγιος τας μεν πληγάς εκ των σιδηρών ονύχων εις ουδέν ελογίζετο και ως να έπασχεν άλλος ούτως εφαίνετο· το δε πυρ αυτόν μεν εδρόσιζε, του δε τυράννου την καρδίαν μάλλον εφλόγιζε και ωργίζετο ο ασύνετος λέγων· «Έως πότε δεν θα υποτάσσεσαι εις το βασιλικόν πρόσταγμα, τιμών και συ τους θεούς, τους οποίους όλοι σέβονται»; Ο δε Άγιος λέγει προς αυτόν· «Τι επαναλαμβάνεις τους ιδίους λόγους, και επιστρέφεις εις τα ίδια, ως τα παιδία τα οποία παίζουν εις τον αγρόν; Γνώριζε βεβαίως και αλαλήτως, ότι ούτε δια δωρεών ούτε δι’ απειλών, ούτε δι’ άλλου τινός τρόπου θέλεις δυνηθή να με νικήσης. Μάλιστα λυπούμαι και κλαίω πικρώς και δια την απώλειάν σου, καθόσον δεν σε αρκεί το να ευρίσκεσαι εις την πλάνην μόνος συ, αλλά βιάζεις και τους άλλους παρασύρων εις την ασέβειαν. Δεν ηξεύρεις, ότι τα είδωλα, τα οποία σέβεσθε, είναι ξύλα, λίθοι και μέταλλα, από ανθρώπους γενόμενα; Πόση ατοπία και ασέβεια είναι λοιπόν να προσκυνήτε αντί του Δημιουργού το κτίσμα και δημιούργημα; Τις έχων γνώσιν θέλει προσκυνήσει τα έργα των χειρών αυτού πώποτε»; Θυμωθείς εις ταύτα ο της απωλείας υπόδουλος, επειδή δεν είχε πλέον ελπίδα τινά εις αυτόν, προσέταξε ο των λίθων αναισθητότερος να εκβάλωσι τον Άγιον έξω της πόλεως και να λιθοβολήσωσιν αυτόν. Ο δε Άγιος, απερχόμενος ίνα λάβη εις τον διατεταγμένον τόπον τον θάνατον, έλεγε ταύτα εις έλεγχον των παρανόμων εννόμως ευχόμενος· «θεοί οι τον ουρανόν και την γην ουκ εποίησαν, απολέσθωσαν εκ της γης» (Ιερ. ι:11). Καθ’ ον χρόνον λοιπόν ελίθαζον αυτόν δια πλήθους λίθων, είχε τας χείρας και τα όμματα υψωμένα προς ουρανόν λέγων· «Δέξαι, Κύριέ μου, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων, ως ευπρόσδεκτον θυσίαν μου την δια των λίθων τελείωσιν, και συναρίθμησόν με μετά των δούλων σου». Ταύτα ειπών, έλαβε τον μακάριον στέφανον παρά Χριστού του ουρανίου Βασιλέως αξιωθείς να βασιλεύη μετ’ Αυτού αιωνίως. Ήτο δε τότε η πρώτη του Οκτωβρίου μηνός. Το δε τίμιον αυτού και σεβάσμιον λείψανον έλαβον τινες φιλομάρτυρες και ενεταφίασαν με μεγάλην λαμπρότητα εις την Δαμασκόν εις τον πατρικόν αυτού κλήρον, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, της μιάς εν Τριάδι Θεότητος. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2545
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Β΄ (2α) Οκτωβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ και ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ της παρθένου.

Δημοσίευση από silver »


Κυπριανός και Ιουστίνα οι ένδοξοι του Χριστού Άγιοι Μάρτυρες έλαβον τον στέφανον του μαρτυρίου κατά τας ημέρας της βασιλείας του ασεβεστάτου Καίσαρος Κλαυδίου εν έτει σξη΄ (268). Και ο μεν Κυπριανός κατήγετο από την Καρχηδόνα ή Καρθαγένην της Λιβύης, διέτριβεν εις την Αντιόχειαν της Συρίας και ήτο ευγενής και πλούσιος· η δε Ιουστίνα κατήγετο από την Αντιόχειαν και ήτο θυγάτηρ Αιδεσίου και Κληδονίας. Αμφότεροι οι Άγιοι ούτοι Μάρτυρες ήσαν πρότερον ειδωλολάτραι και μάλιστα ο Κυπριανός, όστις επερίσσευεν εις την λατρείαν των ειδώλων, διότι ήτο φιλόσοφος και κατά την μαγικήν τέχνην άκρος. Προσήλθε δε εις την πίστιν του Χριστού κατά τον ακόλουθον τρόπον. Η Ιουστίνα, το καλόν τούτο φυτόν, ήτο μεν πρότερον ειδωλολάτρις, ως είπομεν άνωθεν, και πολλάς είχεν ακάνθας ως ακολουθούσα και σεβομένη την ασέβειαν των γονέων της, με τον καιρόν όμως, αυξανομένης αυτής κατά την ηλικίαν, προέκοπτε και επερίσσευε και η γνώσις. Επειδή λοιπόν ήτο κατοικητήριον άξιον φωτισμού και χάριτος, έλαβε φως θεογνωσίας, και την μεν λατρείαν των ειδώλων ήρχισε να καταφρονή, να γινώσκη δε τον αληθή και μόνον Θεόν. Με τοιούτους λογισμούς η παρθένος προκαθαρίζουσα την ψυχήν και ταύτα συχνώς διαλογιζομένη, εζήτει από τον Θεόν τον θείον φωτισμόν και την αληθή γνώσιν. Ταύτα της Αγίας διαλογιζομένης, Διάκονος τις Αντιοχεύς, ονόματι Πραϋλιος, διηγείτο ποτέ περί της ενανθρωπήσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ερμηνεύων το της ενσάρκου οικονομίας μυστήριον, πως δηλαδή ελυπήθη το πλάσμα του αυτός ο των όλων Θεός, και πως ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ευηγγελίσατο την Αγίαν Παρθένον και Θεοτόκον, και πως αύτη συνέλαβεν εν γαστρί και εγέννησε τον Κύριον και περί όλων εν γένει των αφορώντων την ζωήν και την διδασκαλίαν του Σωτήρος και Θεού ημών, περί των σωτηρίων αυτού διδαγμάτων, των θαυμάτων, περί του φθόνου των Ιουδαίων δι’ αυτά, περί του Σταυρού, της Ταφής και τέλος περί αυτής της θείας Αναστάσεως. Η δε Ιουστίνα, ακούσασα ταύτα, εστερεώνετο έτι περισσότερον και ταχύτερον εις την πίστιν του Χριστού, και επεθύμει να διδαχθή φανερά από τον Διάκονον την ευσέβειαν. Αλλ’ επειδή ήτο νέα και παρθένος συνεστέλλετο, και δια τούτο επήγαινε κρυφίως εις την Εκκλησίαν, δια να ακούη τα θεία λόγια. Μετά παρέλευσιν ολίγου χρόνου ηθέλησε να φανερώση τούτο και εις την μητέρα της, και λέγει προς αυτήν· «Διατί, ω μήτερ, πιστεύομεν θεούς αναισθήτους και χειροποιήτους; Δεν γνωρίζεις τους Γαλιλαίους; Αυτοί είναι φοβεροί και δυνατοί· διότι όταν τις από αυτούς φανή, οι ιδικοί μας θεοί ως κλέπται φρίττουσι και φεύγουσι· και δικαίως, διότι κλέπτουσι την τιμήν του Θεού και τας ψυχάς ημών κολάζουσι». Ταύτα έλεγεν η Ιουστίνα, η μήτηρ όμως αυτής όχι μόνον δεν επείθετο, αλλά και τα εφανέρωσεν εις τον άνδρα της· διότι εφοβείτο μήπως και θανατώση την κόρην της, αν το μάθη αιφνιδίως. Αυτός δε ακούσας ταύτα ήρχισε να αμφιβάλλη. Ήτο δε τότε νυξ, και κοιμηθείς είδε τον Χριστόν εν μέσω πολλών Αγγέλων δορυφορούμενον, όστις έλεγε προς αυτόν· «Δεύτε προς με και θέλω σας χαρίσει την Βασιλείαν των ουρανών». Εξυπνήσας λοιπόν, άλλην μαρτυρίαν δεν εζήτησεν, αλλά λαβών την γυναίκα και την θυγατέρα αυτού, ήλθεν εις τον Επίσκοπον, Όπτατον λεγόμενον· ακούσας δε ο Επίσκοπος την οπτασίαν, ευθύς χωρίς αμφιβολίαν τους ηξίωσε του θείου Βαπτίσματος. Και εγένετο ο Αιδέσιος, ο πατήρ της κόρης, αντί ιερεύς των ειδώλων, Πρεσβύτερος και ιερουργός θείων Μυστηρίων, αγαπήσας ζωήν καθαράν και θεάρεστον. Ζήσας δε μήνας δεκαοκτώ απήλθε προς Κύριον, τον οποίον ολοψύχως ηγάπησεν. Η δε παρθένος μείνασα ορφανή πατρός προέκοπτε καθ’ εκάστην εις τας αρετάς· όθεν ο φθονερός διάβολος δεν υπέφερε να αφήση αυτήν ειρηνικήν και απολέμητον· και ακούσατε την διήγησιν. Αγλαϊδας τις σχολαστικός, ευγενής και πλούσιος και εις ηδονάς της σαρκός ακόλαστος και ακράτητος, βλέπων πολλάκις την παρθένον ήτις επήγαινεν εις την Εκκλησίαν, επληγώθη από το κάλλος της, μολονότι η μακαρία εκείνη ηγωνίζετο πάντοτε με νηστείας και προσευχάς να το μαραίνη· αναμένων λοιπόν ούτος πάντοτε εις τον τόπον, από τον οποίον διέβαινεν η παρθένος δια την Εκκλησίαν, έκαμνε πολλάκις νεύματα προς αυτήν και πολλάκις επαίνους της έλεγε, και γυναίκα του νόμιμον να την λάβη υπέσχετο· η δε κόρη του είπεν· «Όλα αυτά εγώ τα θεωρώ φλυαρίαν· αρκετός Νυμφίος μου είναι ο Χριστός, όστις φυλάττει την παρθενίαν μου καθαράν και αμέτοχον από παντός μολυσμού». Με τούτους τους λόγους ο Αγλαϊδας, ως με βέλη πληγωθείς, εδοκίμασε να αρπάση με βίαν την κόρην, έχων και άλλους φίλους μαζί του. Ακούσαντες δε οι συγγενείς της κόρης, έδραμον ευθύς ωπλισμένοι. Ο δε Αγλαϊδας, τούτους ιδών και φοβηθείς, και περισσότερον αισχυνθείς, από την εντροπήν του έφυγεν. Η δε κόρη έπτυεν αυτόν και ύβριζεν, εκείνος δε ουδέ ούτως επαύετο από την μανίαν του έρωτος, αλλ’ ετεχνεύετο και άλλας μηχανουργίας κρυφίως, και τέλος κατέφυγεν εις τον Κυπριανόν, όστις, ως είπομεν, είχε σπουδάσει την φιλοσοφίαν και την μαγικήν τέχνην και είχε φθάσει εις το άκρον και των δύο τούτων, δια την μεγάλην οξύτητα του νοός του. Μέγας δε γενόμενος ηθέλησε να έλθη και εις την Αντιόχειαν, δια να δείξη και εκεί την δόξαν της σοφίας του. Ελθών λοιπόν ο Αγλαϊδας εις τον Κυπριανόν διηγήθη εις αυτόν την συμφοράν του και το πάθος του, και ότι πάσαν τέχνην και μηχανήν μεταχειρισθείς δεν εύρε καμμίαν ιατρείαν και θεραπείαν του κακού, επειδή η παρθένος εις όλα τον ενίκησεν. Ύστερον του είπε και τούτο· «Συ μόνος έμεινες παρηγορία της συμφοράς μου, και εις σε θαρρών δεν εθανατώθην· πολύν δε πλούτον και χρυσίον θέλω σου χαρίσει, αν εύρω θεραπείαν δια των ενεργειών σου»! Υπήκουσεν ο Κυπριανός υποσχεθείς να του καταπαύση ταχέως την λύπην. Ούτω λοιπόν ο μεν Αγλαϊδας ανεχώρησε χαίρων και ευφραινόμενος, ελπίζων συντόμως να λάβη εις χείρας του την παρθένον. Ο δε Κυπριανός ευθύς εφώναξεν ένα πονηρόν δαιμόνιον, από εκείνα τα οποία είχον συνήθειαν να τον υπηρετούν εις τοιαύτα αισχρά και ανόσια έργα, και του είπεν· «Εάν δυνηθής να τελειώσης το πρόσταγμά μου, θέλω σε προτιμήσει από όλα τα δαιμόνια». Το δε δαιμόνιον ευθύς με την συνηθισμένην του υπερηφάνειαν αποκρινόμενον έλεγε· «Και ποίον έργον είναι εις εμέ δύσκολον να το κάμω, όταν θέλω; Εγώ πολλάς φοράς και πόλεις ολοκλήρους κατέσεισα και ηρήμωσα, πολλούς υιούς πατροκτόνους έκαμα, αδελφούς και ανδρόγυνα εις έχθραν αφιλίωτον έφερα, πολλούς θέλοντας να παρθενεύουν ημπόδισα, Μοναχούς, οι οποίοι εις όρη και σπήλαια κατώκουν με νηστείας πολλάς ως άσαρκοι, επιθυμίαν σαρκός τους έσπειρα και ηδονάς να επιθυμήσουν παρεκίνησα· άλλους οι οποίοι ήθελον να απαρνηθώσι τα γήϊνα και τα σαρκικά όλα εις τα οποία ημείς χαιρόμεθα, και θέλοντες να αρχίσουν την αρετήν, εγώ τους κατέπεισα να αφήσουν τους τοιούτους λογισμούς, και να επιθυμούν τα γήϊνα. Όμως τι πρέπει να λέγω πολλά; Τα πράγματα θέλουν δείξει ποίος είμαι· λάβε λοιπόν τούτο το πλήρες αγγείον και ράντισον τον οίκον της παρθένου, και αν δεν σε υπακούση, ω Κυπριανέ, καταφρόνησόν με και ως αδύνατον έχε με». Εγένοντο λοιπόν ταύτα τοιουτοτρόπως. Αναστάσα δε η παρθένος περί την τρίτην ώραν της νυκτός, ίνα ως συνήθως προσευχηθή, διεθερμαίνετο κατά τους νεφρούς, και τον πειρασμόν εγνώρισεν, επειδή δε περισσότερον εξήναπτεν αυτήν η φλοξ της επιθυμίας, έλεγε βιαζομένη· «Κύριε, παγίδας ητοίμασαν τοις ποσί μου και κατέκαμψαν την ψυχήν μου» (Ψαλμ. νστ:7)· «εν τούτω έγνων ότι τεθέληκάς με (και ηγάπησάς με), ότι ου μη επιχαρή ο εχθρός μου επ’ εμέ» (Ψαλμ. μ:12) «Η ρομφαία αυτών εισέλθοι εις την καρδίαν αυτών, και τα τόξα αυτών συντριβείη» (Ψαλμ. λστ:15). Διότι εγώ εις σε τον ζώντα και αιώνιον Θεόν με όλην μου την ψυχήν και καρδίαν αφιερώθην». Ταύτα τα όπλα μετεχειρίσθη η γενναία κατά του δαίμονος, έπειτα και το σημείον του σταυρού ποιήσασα, το φοβερόν κατά των δαιμόνων και ανυπομόνητον υπ’ αυτών όπλον, έφυγεν ο δαίμων. Επιστρέψας δε με μεγάλην εντροπήν και φόβον εις τον Κυπριανόν, ησχύνετο να είπη ότι ενικήθη· όμως εξεταζόμενος, και μη θέλων είπε την αλήθειαν· «Είδα, είπε, σημείον τι, και έφριξα δυνατά και την δύναμίν του δεν υπέφερα». Ούτω λοιπόν καταφρονηθείς εκείνος ο δαίμων, άλλος δυνατώτερος παρευθύς εκαλείτο, ο οποίος έπαθεν όσα έπαθε και ο πρώτος· τότε ήλθεν άλλος τρίτος, ο άρχων και εξουσιαστής αυτών, και είπεν εις τον Κυπριανόν να έχη θάρρος. Επήγεν λοιπόν ούτος με τρόπον πανούργον, με σχήμα, λέγω, γυναικός και είπε της παρθένου ότι επέμφθη από τον Θεόν δια να συγκατοικούν μαζί, να αλληλοβοηθώνται εις την αρετήν· μετά δε ταύτα λέγει προς την Ιουστίναν· «Σε παρακαλώ ειπέ μου, αν όλαι αι γυναίκες επαρθένευον, τότε κατ’ ανάγκην δεν θα εχάνοντο οι άνθρωποι από τον κόσμον»; Ταύτα ακούσασα η Ιουστίνα ηννόησε την απάτην του δαίμονος, και με την προσευχήν πάλιν και το σημείον του Σταυρού μετ’ αισχύνης και τούτον απεδίωξεν. Ελθών δε και ούτος εις τον Κυπριανόν, και ερωτώμενος, εφανέρωσε την αλήθειαν, λέγων· «Όπου τυπωθή το σημείον του Σταυρού, οι δαίμονες έντρομοι και κατησχυμμένοι φεύγουσι». Ταύτα ακούσας ο σοφός Κυπριανός σοφώτερος έγινε, και καταφρονήσας τους δαίμονας, απεστράφη ευθύς και την πλάνην και επίστευσεν εις τον Χριστόν. Δια να δώση δε περισσοτέραν πληροφορίαν εις τον Επίσκοπον του καιρού εκείνου, Άνθιμον λεγόμενον, διηγήθη εις αυτόν όσα είδε και έμαθε δια μέσου της Ιουστίνης περί της δυνάμεως του Χριστού. Ο δε Επίσκοπος κατηχήσας αυτόν και ευλογήσας απέλυσεν. Ο δε Κυπριανός, όσην ορμήν είχε πρότερον εις τα άτιμα πάθη, τόσον περισσοτέραν προθυμίαν έδειξεν εις τας αρετάς, και ομού με τα μαγικά βιβλία κατέκαυσε και όσα είδωλα είχε· βαλών δε κόνιν εις την κεφαλήν αυτού, βαρέως ανεστέναζε δια την προτέραν του αγνωσίαν· και βρεχόμενος με τα δάκρυά του, ακαταπαύστως προσηύχετο με τοσαύτην ταπεινοφροσύνην, ώστε δεν ετόλμα να εκφωνήση το όνομα του Θεού. Τοιουτοτρόπως λοιπόν, με στεναγμούς και δάκρυα διατελέσας όλην την νύκτα, μετέβη κατά την ώραν του όρθρου εις την Εκκλησίαν, ήτο δε τότε Μέγα Σάββατον· και πρώτον λόγον ήκουσε το τροπάριον εκείνο, όπερ λέγει· «Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του Νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ. γ: 13)· το του Προφητάνακτος· «Είδες, Κύριε, μη παρασιωπήσης, Κύριε, μη αποστής απ’ εμού» (Ψαλμ. λδ:22) και το του Ησαϊου· «Ιδού ο παις μου, ον ηρέτισα, ο αγαπητός μου» (Ματθ. ιβ: 18, Ησ. νβ:13). Ταύτα ακούσας εγένετο βεβαιότερος εις την πίστιν. Όθεν ηξιώθη ευθύς και του θείου Βαπτίσματος, μετά δε τριάκοντα ημέρας εχειροτονήθη βαθμηδόν Αναγνώστης, Υποδιάκονος και Διάκονος και θείαν έλλαμψιν εδέχθη, και δύναμιν εναντίον των παθών και των δαιμόνων υψηλήν και θαυμασίαν. Μετά δε παρέλευσιν ενός έτους και Πρεσβύτερος γίνεται, τελευταίον δε, δια την άκραν του αρετήν, χειροτονείται και των Καρχηδονίων Επίσκοπος. Όχι δε μόνον εις την Καρχηδόνα, αλλά και εις όλην την Δύσιν και την Ανατολήν εξηπλώθη η φήμη του. Ούτος και την αληθώς ευγενή παρθένον Ιουστίναν ούτω μετωνόμασε, διότι πρότερον εκαλείτο Ιούστα, και συναριθμήσας αυτήν με τας Διακόνους της Εκκλησίας, κατέστησε μητέρα και Ηγουμένην εις τας εκεί ευρισκομένας Ασκητρίας. Αφ’ ου δε με την δύναμιν των λόγων του, με τας επιστολάς του και με τον θεοφιλή και ενάρετον βίον του αναριθμήτους απίστους εις την πίστιν του Χριστού ωδήγησε, μη υποφέρων ο διάβολος να βλέπη ταύτα, εκίνησε κατ’ αυτού τον Δέκιον, ο οποίος εβασίλευε τότε εις την Ρώμην. Ενόμισε λοιπόν ούτος ότι, αν υποτάξη τον Κυπριανόν, εύκολα θέλει πλανήσει και τους λοιπούς Χριστιανούς· όθεν προσέταξε και παρεστάθη έμπροσθεν αυτού. Φανείς όμως ούτος ανώτερος από πάσαν κολακείαν και απειλήν, εξωρίσθη. Αλλά και εις την εξορίαν ευρισκόμενος ο Άγιος δεν έπαυεν ως καλός ποιμήν να φροντίζη δια το ποίμνιόν του και να στηρίζη αυτό συνεχώς με τας επιστολάς του, προς τούτοις δε ηγωνίζετο και από αυτής ταύτης της εξορίας να σβέση καθ’ ολοκληρίαν την πλάνην της ειδωλολατρίας, νουθετών και παρακινών τους πιστεύοντας να στοχάζωνται μόνον την ουράνιον δόξαν και να επιθυμούν ξίφη, φλόγας και θηρία, τα οποία γίνονται αίτια μακαριότητος και δια πόνον πρόσκαιρον και ολίγον χαρίζουσι Βασιλείαν ουράνιον. Ταύτα ο Κυπριανός και έλεγε και πρώτος έπραττε, γνωρίζων ότι τα έργα περισσότερον πείθουν από τους λόγους, και με το παράδειγμά του ενεδυνάμωνε τους άλλους, καθώς ο λόγος θέλει το φανερώσει. Βλέπων ο πονηρός και μισόκαλος εχθρός τα έργα ταύτα του Κυπριανού εφλογίζετο υπό του φθόνου· όθεν παρεκίνησε ασεβείς τινας και τον κατήγγειλαν εις τον κόμητα της Ανατολής, Ευτόλμιον λεγόμενον, ότι με τας μαγείας του, τους λόγους του και τας γραφάς του καταπείθει τους ανθρώπους να αρνούνται τους θεούς και ότι αυτός, πιστεύων τον Χριστόν, αφόβως υβρίζει και περιγελά τους θεούς. Θυμωθείς δε με αυτά ο κόμης, και μάλιστα, ότι εδίδαξε και την παρθένον Ιουστίναν να φρονή καθώς και αυτός, παρέδωκεν αυτόν εις δεσμά και φυλακήν ομού με την παρθένον Ιουστίναν και απεφάσισε να τους κρίνη εις την Δαμασκόν. Ελθόντων λοιπόν των Αγίων εις την Δαμασκόν, ο κόμης εκάθισεν επί θρόνου υψηλού, και είπεν εις τον Κυπριανόν· «Συ είσαι ο διδάσκαλος των Χριστιανών; Και πως ων Έλλην πρότερον, τώρα κηρύττεις τον Εσταυρωμένον»; Και ο Άγιος μετά μεγάλης σεμνότητος και ευταξίας απεκρίθη· «Εγώ, ω ηγεμών, έχων πολλήν σπουδήν πρότερον εις τα μαθήματα και εις τα μαγικά βιβλία, δεν εύρον κανέν όφελος»· διηγήθη δε ο Κυπριανός όσα είδε και έμαθεν από την υπόθεσιν της Ιουστίνης και τέλος προσέθεσεν εις τον ηγεμόνα· «Επειδή λοιπόν οι δαίμονες φρίττουσι τον Εσταυρωμένον και τα είδωλά σας είναι απάτη και ψεύδος, εις δε είναι ο αληθής Θεός, ο Χριστός, ο οποίος και μόνον δύναται να σώση τους πιστεύοντας εις Αυτόν, τι άλλο έπρεπε να κάμω από του να πιστεύσω εις τον Δεσπότην Χριστόν»; Εις ταύτα θυμωθείς ο κόμης και μη δυνάμενος να απολογηθή, προσέταξε να κρεμασθή ο Άγιος και να ξεσχίζεται, η δε Ιουστίνα να δέρεται εις το πρόσωπον και εις τους οφθαλμούς· τυπτομένη δε η Αγία εβόησε· «Δόξα σοι ο Θεός, ότι με ηξίωσας να βασανίζωμαι δια το όνομά σου το Άγιον» και με τοσαύτην γενναιότητα εκαρτέρει, έως ότου ητόνησαν οι τύπτοντες και έπαυσαν να την βασανίζουν. Ο δε θείος Κυπριανός ξεσχιζόμενος εις το πρόσωπον, τοσούτον γενναίος και μεγαλόφρων ίστατο και μετά τοιαύτης ανδρείας και μακαριότητος ωμίλει, ώστε οι περιεστώτες εκ του σκότους της απιστίας εφωτίζοντο εις την πίστιν του Χριστού. Διότι μεταξύ των άλλων έλεγε προς τον κόμητα· «Ανόητε και ανάξιε της Βασιλείας των ουρανών, δια την οποίαν εγώ επιθυμώ να πάσχω, διατί δεν βλέπεις το αληθινόν φως, να αφήσης το σκότος»; Προς ταύτα ο κόμης λυπούμενος περισσότερον είπεν· «Επειδή κέρδος νομίζεις τας βασάνους, εγώ θα σου τας πολλαπλασιάσω, δια να με ευγνωμονής περισσότερον»· και τότε μεν προσέταξε να φυλακίσωσι τον Κυπριανόν, την δε Ιουστίναν εγκλείσωσιν εις το φροντιστήριον το λεγόμενον της Τερεντίνης. Μετά δε ολίγας ημέρας, φέροντες τους Αγίους εις δευτέραν εξέτασιν, τους έλεγε με ημερότητα· «Μη θελήσετε να πιστεύσετε άνθρωπον νεκρόν και να θυσιάσετε την ζωήν σας δι’ εκείνον, όστις δεν ηδυνήθη να φυλάξη ούτε την ιδικήν του». Οι Άγιοι του είπον· «Δεν γνωρίζεις, ότι άνευ θανάτου δεν έρχεται η αθανασία; Δεν εννοείς το μυστήριον εκείνου, όστις με την τριήμερον ταφήν ενίκησε τον θάνατον; Αλλά συ αληθώς είσαι τυφλός και παχύς κατά τον νουν εις τα μεγάλα και καλά· δια τούτο και βλέπων δεν βλέπεις, και ανόητος ων δεν θέλεις να εννοήσης». Προς ταύτα ο κόμης οργισθείς, προσέταξε να καυθή δυνατά τηγάνιον και να βάλουν εις αυτό τους Αγίους. Πρώτος λοιπόν ο θείος Κυπριανός ανδρείως επήδησεν εντός αυτού, βλέπων δε την Ιουστίναν δειλιώσαν και γνωρίζων αυτήν από το αργόν περιπάτημα την ενεδυνάμωνε δια των λόγων του και της ενεθύμιζε τα πρότερα κατορθώματα, και πως ενίκησε τους δαίμονας και αυτόν από την απιστίαν ηλευθέρωσεν. Με τοιούτους λόγους ενθαρρύνας την Ιουστίναν, και με τον τύπον του Σταυρού στερεωθέντες, έπεσον αμφότεροι οι Άγιοι ησύχως επάνω εις την φλόγα του σιδήρου, ως εις δρόσον θαυμάσιον. Θαυμάζων δε ο κριτής, έλεγε την υπόθεσιν μαγείαν. Αθανάσιος δε τις, συγκάθεδρος και φίλος του κριτού, είπεν· «Εγώ να ελέγξω την αδυναμίαν του Χριστού σας». Και ευθύς προσευξάμενος εις τον Δία και τον Ασκληπιόν να τον βοηθήσωσιν, επήδησεν εις το πυρ. Δεν επρόφθασεν όμως ο ανόητος να εγγίση εις αυτό, και ευθύς εστερήθη της ζωής, λαβών την πρέπουσαν τιμωρίαν της αγνωσίας του. Οι δε Άγιοι διαμένοντες επί πολύ εις το φοβερόν εκείνο τηγάνιον, ήσαν επί πολλάς ώρας αβλαβείς και λαμπρυνόμενοι. Διότι και το πυρ ηυλαβείτο τον κοινόν Δεσπότην και δημιουργόν, δια τον οποίον έπασχον οι Άγιοι. Βλέπων λοιπόν ο κριτής τα τοιαύτα παράδοξα, δυνατά δε φλογιζόμενος συν τοις άλλοις και δια τον θάνατον του φίλου του Αθανασίου, καλέσας ένα συγγενή του, Τερέντιον καλούμενον, τον συνεβουλεύθη κατά μόνας, τι να πράξη δια τους Αγίους. Ο δε του είπε· «Άπεχε απ’ αυτούς, διότι η δύναμις του Χριστού είναι ακατανίκητος. Θέλεις δε πράξει καλώς, αν τους στείλης εις τον βασιλέα, φανερώνων εις αυτόν και πόσην σπουδήν και θυμόν έδειξας δια να τους εξαναγκάσης να πιστεύουν εις τους θεούς, και πόσον τους εβασάνισες, και ότι παρ’ όλα ταύτα ούτοι παρέμειναν αβλαβείς». Ταύτα ακούσας ο κόμης, γράφει ευθύς εις τον Κλαύδιον Καίσαρα, τον βασιλεύσαντα εν έτει σξη΄ (268) ευρισκόμενον τότε εις την Νικομήδειαν, και εκθέτει εις αυτόν λεπτομερώς την υπόθεσιν του Κυπριανού και της Ιουστίνης, και όσα εις αυτούς έκαμεν, ομού δε με την επιστολήν εξαπέστειλε και αυτούς εις τον βασιλέα· θαυμάσας δε εκείνος την μεγάλην αυτών καρτερίαν και θεωρήσας ανωφελές να τους τιμωρήση και αυτός, απεφάσισε κατ’ αυτών τον δια ξίφους θάνατον. Έγραψε δε και την απόφασίν του ταύτην έχουσαν ούτω· «Κυπριανός και Ιουστίνα, αυθαδιάσαντες εναντίον των θεών, και ούτε με τιμωρίας, ουδέ με δώρα μετανοήσαντες, ας θανατωθούν δια ξίφους». Ταύτα ακούσαντες οι Άγιοι εχάρησαν χαράν μεγάλην, οδηγηθέντες δε εις τον ποταμόν τον λεγόμενον Γάλλον δια να θανατωθούν, προσέτρεξε και πλήθος πολύ, δια να ίδουν το τέλος τοιούτων πεφημισμένων Αγίων. Φθάσαντες λοιπόν εις τον προσδιωρισμένον τόπον προσηύξαντο δια την ειρήνην της Εκκλησίας και όλου του κόσμου. Ο δε μέγας Κυπριανός, ως σοφός και φρόνιμος, φοβούμενος την γυναικείαν ασθένειαν, παρεκάλεσε τους δημίους να θανατώσωσι πρώτον την Ιουστίναν, όπερ και εγένετο και εδέξατο η μακαρία το μακάριον τέλος. Τότε και ο Άγιος πολλά ευχαριστήσας τον Θεόν δια τον μαρτυρικόν θάνατον, εθανατώθη και αυτός δια ξίφους και ανέβη εις ουρανούς και ούτως έλαβον οι τρισμακάριοι τον του Μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. Διερχόμενος δε τότε τυχαίως άνθρωπος τις, Θεόκτιστος λεγόμενος, και βλέπων τον Άγιον φερόμενον εις θάνατον είπεν· «Άδικα θανατώνεται άνθρωπος καθαρός και δίκαιος». Όθεν δια τον λόγον τούτον θυμωθείς ο συγκάθεδρος του ηγεμόνος, Φέλβιος λεγόμενος, όστις επήγε να θανατώση τους Μάρτυρας, έρριψε τον Θεόκτιστον από τον ίππον του και εθανάτωσε και αυτόν, Μάρτυρα τρίτον αναδείξας αυτόν. Εφυλάττοντο δε τα λείψανα των Αγίων με πολλήν επιμέλειαν, δια να μη τα αρπάσουν οι Χριστιανοί· όμως τινές ευλαβείς προερχόμενοι εκ Ρώμης και διερχόμενοι εκείθεν δια θαλάσσης, είδον τα λείψανα των Αγίων και τα εγνώρισαν, αλλά δια τους φύλακας παρεμέρισαν από μακρόθεν, έως ου εκείνοι απεκοιμήθησαν, και τότε λαβόντες τα λείψανα κρυφίως επέστρεψαν εις την Ρώμην, και τα εδώρησαν εις μίαν περιφανεστάτην γυναίκα, Ματρώναν λεγομένην, Ρουφίναν δε επονομαζομένην, της οποίας το γένος κατήγετο από τον Κλαύδιον Καίσαρα. Αύτη τα κατέθεσεν εντίμως εις θήκην εις ένα επίσημον και λαμπρόν τόπον της πόλεως, ιατρείας και θεραπείας αναριθμήτους χαριζόμενα καθ’ εκάστην εις όσους εις αυτά μετά πίστεως προστρέχουσιν. Εις δόξαν Θεού Πατρός, και Κυρίου Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και μεγαλοπρέπεια, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2545
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Γ΄ (3η) Οκτωβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ του Αρεοπαγίτου.

Δημοσίευση από silver »


Διονύσιος ο ουρανομύστης και πάνσοφος εγεννήθη από γονείς ευγενείς και άρχοντας εις την περίφημον πόλιν των Αθηνών, εις την οποίαν οι άνθρωποι ήσαν θερμοί λάτρεις των ειδώλων και σοφώτεροι από τους ανθρώπους όλων των πόλεων του καιρού εκείνου. Εις τας Αθήνας ευρίσκοντο τότε πολλοί φιλόσοφοι, εις από τους οποίους, ο συνετώτερος, ήτο και ο θαυμάσιος Διονύσιος. Ούτος εκ νεότητος εδόθη εις την σπουδήν των γραμμάτων και έμαθεν όλας τας επιστήμας καλώς και όλοι δια την σοφίαν του τον εθαύμαζον, διότι ήτο μάλιστα εκ φύσεως φρόνιμος. Δια τας γνώσεις του λοιπόν ταύτας και δια την σύνεσίν του ως και δια την ευγένειαν του γένους του τον εψήφισαν πρώτιστον κριτήν και δημοκράτην της πόλεως· διότι δεν είχον ένα αρχηγόν οι Αθηναίοι, ούτε εις άλλον ηγεμόνα υπετάσσοντο, αλλ’ είχον πολίτευμα δημοκρατικόν. Διότι λοιπόν ο Διονύσιος ήτο εύγλωττος εις την Αττικήν διάλεκτον και ρητορικώτατος και υπερέβαινεν εις την σοφίαν όλους τους επικουρείους και στωϊκούς φιλοσόφους, έτι δε και διότι ήτο άνθρωπος δίκαιος και ενάρετος, δια ταύτα του έδωσαν πρωτεύουσαν θέσιν και ήτο εις από τους εννέα βουλευτάς του εν Αθήναις δικαιοτάτου κριτηρίου του καλουμένου Άρειος Πάγος· και όντως έκρινε τόσον δίκαια, ώστε όλοι τον εθαύμαζον· διότι ούτε πλουσίους ησχύνετο, ούτε δώρα ποσώς εδέχετο, αλλά τους μεν αυθάδεις αδικητάς αυστηρώς ετιμώρει, εις δε τους πτωχούς και ηδικημένους απέδιδε το δίκαιον και τους εβοήθει όσον ηδύνατο. Προ της εποχής ταύτης και ότε ο Άγιος Διονύσιος ήτο ακόμη νέος, είχε μεταβή μετ’ άλλων σοφών συμπατριωτών του εις την Ηλιούπολιν της Αιγύπτου. Ήτο δε τότε η εποχή, κατά την οποίαν οι αχάριστοι Ιουδαίοι εσταύρωσαν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ο δε ήλιος, μη υποφέρων κατά την ημέραν εκείνην της Μεγάλης Παρασκευής να βλέπη τον Ποιητήν και Δημιουργόν αυτού πάσχοντα, απέκρυψε τας ακτίνας του και εσκοτίσθη εν πλήρει μεσημβρία. Ο δε Διονύσιος, βλέπων τοιαύτην υπερφυσικήν και θαυμάσιον έκλειψιν, εξεπλήττετο λέγων· «Ή Θεός πάσχει ή το παν απόλλυται». Ταύτα είπε, διότι η έκλειψις του ηλίου γίνεται όταν η σελήνη είναι εις την τελευταίαν ημέραν της ή εις την 28ην ή και 27ην σπανίως· αλλ’ εις την 14ην, κατά την οποίαν έγινεν η Σταύρωσις του Χριστού, δεν ήτο δυνατόν ποτέ να σκοτισθή ο ήλιος. Εκ τούτου όθεν ηννόησεν ο Διονύσιος, ως πάνσοφος και καλοπροαίρετος όπου ήτο, ότι το μέγα εκείνο σκότος εσήμαινε μεγάλην τινά υπόθεσιν· έγραψε δε την ημέραν, την ώραν και τον χρόνον, κατά τον οποίον συνέβη ο φοβερός εκείνος σκοτισμός και το εσκέπτετο πάντοτε, αναμένων και επιποθών να μάθη κάποτε την σημασίαν του φαινομένου εκείνου. Αφού λοιπόν επέστρεψεν εις τας Αθήνας και ότε ευρίσκετο εις την του Αρείου Πάγου επίζηλον θέσιν του, απονέμων εις έκαστον την δικαιοσύνην επιμελέστατα, έφθασεν εις αυτάς ο μέγας Απόστολος Παύλος, δια να κηρύξη το σωτήριον Ευαγγέλιον και κατά πολύ εμόχθησε να επιστρέψη τους Αθηναίους εις την ευσέβειαν· όθεν καθ’ εκάστην διελέγετο εις τας συναγωγάς με τους φιλοσόφους, λέγων ότι έμελλε να αναστηθούν ποτε άπαντες οι άνθρωποι, να απολαύση έκαστος κατά τα έργα του, οι μεν δίκαιοι ζωήν αιώνιον, οι δε αμαρτωλοί ατελεύτητον κόλασιν. Τινές λοιπόν από τους φιλοσόφους ενέπαιζον αυτόν και τον ωνόμαζον σπερμολόγον και φλύαρον· διότι εκήρυττε Θεόν νεώτερον και νεκρών εξανάστασιν. Άλλοι δε πάλιν συνετώτεροι έλεγον, ότι οι λόγοι του ήσαν εύλογοι και έπρεπε να συλλογισθούν ημέρας τινάς, δια να του δώσουν απόκρισιν. Λαβόντες λοιπόν αυτόν παρέστησαν εις τον Άρειον Πάγον, εις το ανώτερον κριτήριον, εις το οποίον εκάθηντο οι προεστώτες της πόλεως, οίτινες είπον προς τον Απόστολον· «Έχομεν μεγάλον πόθον να ακούσωμεν την διδασκαλίαν σου· επειδή μας είπον, ότι αναγγέλλεις ασυνήθη τινά και διδάσκεις νέαν θρησκείαν». Ο δε πάνσοφος Παύλος, ως εις αλιεύς έμπειρος, τους εσαγήνευσε με γλυκυτάτην διδασκαλίαν και με τρόπον επιδεξιώτατον. Δεν είπεν εις αυτούς εξ αρχής ότι ήσαν πεπλανημένοι και ασύνετοι, προσκυνούντες αναίσθητα είδωλα, δια να μη σκανδαλισθούν ότι τους ήλεγξεν ως ανοήτους και άφρονας, επειδή ήσαν περίφημοι εις όλον τον κόσμον δια την σοφίαν των. Αλλά με ταπεινήν λαλιάν, σχήμα εύτακτον και τρόπον ευάρμοστον είπε ταύτα· «Ω άνδρες Αθηναίοι, εγνώρισα ότι είσθε θεοσεβέστεροι και ευλαβέστεροι από τους άλλους ανθρώπους, διότι διερχόμενος από ταύτην την πόλιν σας, και βλέπων τα σεβάσματά σας, εύρον βωμόν, εις τον οποίον δεν έχετε κανένα είδωλον, αλλ’ έχετε αναγράψει επ’ αυτού· ΤΩ ΑΓΝΩΣΤΩ ΘΕΩ. Αυτόν λοιπόν τον αληθή Θεόν, τον οποίον αγνοούντες ευσεβείτε, εκείνον κηρύττω και αυτόν σας αναγγέλλω, ότι αυτός όλον τον κόσμον εποίησεν, ορατόν τε και αόρατον. Ο αληθής ούτος Θεός είναι ανενδεής και δεν χρειάζεται τίποτε από ημάς, αλλ’ αυτός μας δίδει την πνοήν και την ζωήν και όλα όσα χρειαζόμεθα, ως ελεήμων και εύσπλαγχνος· αυτόν όθεν τον όντως αληθή Θεόν έχω πόθον να σας καταστήσω γνωστόν, να τον εννοήσητε και να τον εύρητε ψηλαφώντες, αν και δεν είναι μακράν από ημάς, αλλά, καθώς είπε και κάποιος εκ των υμετέρων φιλοσόφων «εν αυτώ ζώμεν» (Πραξ. ιζ: 28) και δι’ αυτού κινούμεθα και εις αυτόν ευρισκόμεθα. Λοιπόν επειδή είμεθα γένος του Θεού, δεν είναι πρέπον να νομίζωμεν τον χρυσόν και τον άργυρον και πάσαν άλλην ύλην, ότι είναι όμοια του Θεού, αλλά ας μετανοήσωμεν δια τα εξ αγνοίας ημών ανομήματα, ίνα και ο Θεός συγχωρήση ημάς ως συμπαθέστατος». Αυτοί οι ολίγοι και κάρπιμοι λόγοι, τους οποίους είπεν ο θείος Απόστολος, ήσαν πλήρεις μεγάλων μυστηρίων, ώστε έμειναν άλαλοι οι φιλόσοφοι και τον εθαύμαζον, μη γνωρίζοντες να του δώσουν απόκρισιν τινα. Ο δε σοφώτατος Διονύσιος παρέλαβε τον Παύλον εις την οικίαν του, και ερωτήσας αυτόν δια τον Χριστόν, του διηγήθη εκείνος καταλεπτώς την θείαν οικονομίαν άπασαν, ήτοι την σάρκωσιν του Θεού, το Πάθος, την Ανάστασιν και την εις ουρανούς Ανάληψιν αυτού. Όταν δε έλεγε περί του σκότους, όπερ εκάλυψεν όλον τον κόσμον κατά την Σταύρωσιν του Χριστού, ακούσας τον λόγον ο Διονύσιος, όστις είχε γεγραμμένην την ημέραν εκείνην, δια να μάθη του σκότους το αίτιον, παρετήρησε το ημερολόγιόν του, όπου είχε σημειώσει το γεγονός εκείνο, και εγνώρισεν ότι αυτός είναι Θεός αληθέστατος, επειδή εις το Πάθος του έγινε τοιαύτη θαυμάσιος έκλειψις. Βεβαιωθείς λοιπόν ο σοφός Διονύσιος την αλήθειαν, επίστευσεν ευθύς εις τον Χριστόν και εβαπτίσθη με όλον τον οίκον του, κατά το πεντηκοστόν δεύτερον έτος από Χριστού, όπερ έπραξαν και άλλοι πολλοί, βλέποντες ότι ο προεστώς και σοφώτερος αυτών απηρνήθη τα είδωλα. Ο δε μέγας Παύλος εχειροτόνησε τότε Αρχιερέα της πόλεως των Αθηνών τον θείον και θαυμαστόν Ιερόθεον, όστις πάλιν εδίδαξε τον Διονύσιον και άλλα απόκρυφα τινα και θεία Μυστήρια, καθώς και εκείνος ήκουσεν άλλοτε από τον μέγαν Παύλον. Μετά δε τον θάνατον του Ιεροθέου εχειροτονήθη Επίσκοπος ο θείος Διονύσιος και κατηξιώθη, ως αυτός τούτο λέγει ο αοίδιμος, της ιδίας εκείνης Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, την οποίαν είχε και ο Ιερόθεος. Όθεν, επειδή και όλον τον νουν ανεβίβασεν ο θειότατος ούτος Ιεράρχης εις τα άνω και τα ουράνια, δια τούτο φιλοσοφεί ομού και λογογραφεί «Περί Ουρανίου Ιεραρχίας των Υπερκοσμίων Αγγέλων», «Περί Καταφατικής και Αποφατικής Θεολογίας» και περί άλλων πραγμάτων ουρανίων και μυστηρίων· όθεν αφήκε συγγράμματα εις την Εκκλησίαν μας πολλά υψηλά και παράδοξα, από τα οποία ας γράψωμεν ολίγα τινά προς ενθύμησιν. «Αφού μετέβην εις την Κρήτην (λέγει εις ένα από τα συγγράμματά του ο ίδιος ο σοφός Διονύσιος) με εφιλοξένησεν ο Ιερεύς Κάρπος, όστις ήτο τόσον ενάρετος άνθρωπος και εις τον νουν καθαρώτατος, ώστε δεν ήρχιζε ποτέ την θείαν Λειτουργίαν, εάν δεν έβλεπεν οπτασίαν τινά και όρασιν πρότερον. Ούτος ο θαυμάσιος Ιερεύς μου έλεγεν, ότι εις άπιστος τον παρεπίκρανε, διότι εχώρισεν ένα πιστόν Χριστιανόν από την Εκκλησίαν και τον έσυρεν εις την αθεϊαν. Ενώ δε είχε τοιαύτην πικρίαν, δεν έκαμεν, ως έπρεπε, προς τον Θεόν ευχήν αγαθοπρεπώς δια να τον βοηθήση να επαναφέρη και τους δύο με νουθεσίαν και καλωσύνην εις την ευσέβειαν, αλλά (δεν γνωρίζω πως) έμεινεν η έχθρα εις την ψυχήν του, και εκοιμήθη με την αγανάκτησιν κατ’ αυτών οργιζόμενος· εγερθείς δε το μεσονύκτιον να αναγνώση τους θείους ύμνους, κατά την συνήθειάν του, καθώς ίστατο εις την προσευχήν ελυπείτο απρεπώς και εδυσχέραινε, λέγων ότι δεν ήτο δίκαιον να ζουν άνδρες άθεοι, οι οποίοι διαστέφουσι τας ορθάς και αγίας οδούς του Κυρίου· ταύτα λέγων παρεκάλει τον Θεόν να στείλη από τους ουρανούς κεραυνόν, και να κατακαύση αμφοτέρους χωρίς κανένα οίκτον. Τοιαύτα συλλογιζόμενος, του εφάνη αίφνης ότι εσείσθη όλος ο οίκος εκείνος εις τον οποίον ευρίσκετο· έπειτα διηρέθη εις δύο, από την στέγην έως κάτω εις τα θεμέλια, φλοξ δε πυρός κατέβαινεν εκ του ουρανού μέχρις αυτού. Ο δε ουρανός ήτο ανοικτός, και επάνω εις αυτόν εκάθητο ο Ιησούς, πέριξ δε αυτού παρίσταντο εις σχήμα ανθρώπων αναρίθμητοι Άγγελοι. Ταύτα μεν βλέπων άνωθεν εθαύμαζε, κύπτων δε εις το κάτω μέρος είδε το έδαφος της γης εσχισμένον, εις την άκραν δε του σκοτεινού εκείνου χάσματος έβλεπε τους δύο εκείνους ανθρώπους, τους οποίους κατηράτο, οίτινες ίσταντο εκεί ελεεινοί και περίτρομοι τόσον, ώστε εκινδύνευον να κρημνισθούν από τον τρόμον των ποδών των. Κάτωθεν του χάσματος εξήρχοντο όφεις συρόμενοι εις τους πόδας αυτών και ποτέ μεν εσφύριζον, ποτέ δε τους εκτύπων με τας ουράς των, και προσεπάθουν να τους ρίψουν εις τον κατήφορον, ώστε ευρίσκοντο εις μέγαν κίνδυνον. Ο δε Κάρπος βλέπων αυτούς ελυπείτο, ότι δεν έπεσον κάτω το συντομώτερον. Μετά ταύτα υψώσας προς το άνω μέρος τα όμματα βλέπει πάλιν τον ουρανόν και τον Δεσπότην Χριστόν ως πρότερον, όστις ηγέρθη από το θρόνον του και κατέβη με τους Αγγέλους, οίτινες εβοήθουν εκείνους του δύο, άλλοι τον ένα και άλλοι τον άλλον, και τους έδιδον χείρα βοηθείας, δια να μη πέσωσιν· ο δε Ιησούς απλώσας την χείρα λέγει προς τον Κάρπον· «Κρούε λοιπόν εναντίον μου, επειδή δεν λυπείσαι τους αδελφούς σου, ότι εγώ είμαι πάλιν έτοιμος να πάθω και άλλας πολλάς φοράς δια την σωτηρίαν των ανθρώπων και χαίρω εις τούτο μόνον, άλλοι να μη αμαρτήσωσι· πλην ιδέ και στοχάσου επιμελώς, εάν νομίζης καλόν να ανταλλάξης την μετά του Θεού και των αγαθών και φιλανθρώπων Αγγέλων διαγωγήν, δια της συγκατοικίσεως μετά των όφεων εις αυτήν την σκοτεινήν φάραγγα». Αυτός λοιπόν ο σοφός Διονύσιος ηρμήνευσε τον τύπον της Εκκλησιαστικής καταστάσεως, και άλλας βίβλους ψυχωφελείς συνέθεσε και εδήλωσε δια τας Ταξιαρχίας των Ασωμάτων Δυνάμεων, διηγούμενος τους τρόπους και τας ευταξίας αυτών, πως διηνεκώς δοξάζουσι και ακαταπαύστως υμνολογούσι τον Κύριον· δια τας οποίας χοροστασίας των Αγγέλων αφήκε τόσον ακριβή και σοφώτατα συγγράμματα, ώστε όσοι διδάσκαλοι τα αναγνώσουν θαυμάζουν πως έμαθε τοιαύτα μυστήρια, και λέγουν, ότι ή από θείαν αποκάλυψιν τα εγνώρισεν ή ο μέγας Παύλος τα ηρμήνευσε προς τούτον και τον Ιερόθεον, επειδή μόνος ο Παύλος τα εγνώριζεν, αφ’ ότου ηρπάγη εις τον Παράδεισον. Ούτος ο θείος θύτης και θύμα Θεού Διονύσιος, από την πολλήν αγάπην όπου είχε προς τον Δεσπότην Χριστόν, ακούσας ότι έζη ακόμη σωματικώς εις την Ιερουσαλήμ η πανάμωμος Μήτηρ αυτού και Αειπάρθενος Δέσποινα, επήγε να την επισκεφθή· και βλέπων την θείαν θέαν αυτής και θαυμάσιον ωραιότητα, και την συνοδείαν των Αγίων Αγγέλων, οίτινες την εφύλαττον, και ακούσας εκείνα τα ουράνια λόγια εξέστη και έφριξεν ομολογήσας, ότι και το είδος και οι χαρακτήρες της την εμαρτύρουν Θεού Μητέρα κατά αλήθειαν. Και αφ’ ου έμεινεν ικανάς ημέρας και εχάρη την παρουσίαν της και ωφελήθη πολλά από Αυτήν, επήγεν εις διαφόρους χώρας και πόλεις αποστολικώς, κηρύττων το σωτήριον Ευαγγέλιον· επιστρέψας δε εις Αθήνας εποίμαινε καλώς το ποίμνιον αυτού. Ότε δε η Κυρία Θεοτόκος εκοιμήθη και προς τον Υιόν αυτής εξεδήμησε, τότε και ο μέγας ούτος Διονύσιος παραδόξως επέστη εις την κοίμησιν Αυτής, αρπαγείς εν νεφέλη μετά των ιερών Αποστόλων και θείων Ιεραρχών. Επιστρέψας πάλιν εις την πατρίδα του, τας Αθήνας, εκυβέρνα καλώς και θεαρέστως τον θρόνον του και πολλούς ειδωλολάτρας ωδήγησεν εις την ευσέβειαν με την διδασκαλίαν και πολιτείαν αυτού την θαυμάσιον. Κατά δε τους τελευταίους χρόνους του Νέρωνος επήγεν εις την Ρώμην, δια να αποχαιρετήση τον διδάσκαλόν του Παύλον, όταν τον απεκεφάλισαν και ήτο παρών εις το μαρτήριον αυτού, καθώς το μαρτυρεί μόνος του εις την επιστολήν, την οποίαν γράφει προς τον συμμαθητήν αυτού και Συναπόστολον Τιμόθεον· μετά δε τον θάνατον του Αποστόλου Παύλου επέστρεψεν εις τας Αθήνας. Έπειτα μετέβη πάλιν εις Ρώμην, εξαπλώνων πανταχού της ευσεβείας το κήρυγμα, συναντηθείς δε εκεί μετά του Αγίου Κλήμεντος, του της Ρώμης Επισκόπου, κατά παρακίνησιν εκείνου επήγεν εις τους δυτικούς Γαλάτας, ήτοι εις την Γαλλίαν, ομού με τους δύο μαθητάς του Ρουστικόν και Ελευθέριον. Αφ’ ου λοιπόν ο Άγιος περιήλθε διαφόρους τόπους μετά των μαθητών του, διδάσκων και κηρύττων πανταχού τον λόγον της Πίστεως, επήγε και εις Παρισίους, την νυν πρωτεύουσαν της Γαλλίας, όπου εθαύμασαν το κάλλος αυτής, τον πλούτον και την παραγωγικότητα της γης, την ευκαρπίαν αυτής, την ευκρασίαν του αέρος, και τα λοιπά της πόλεως ταύτης αξιοθαύμαστα πράγματα και εξόχως των πολιτών την ευγένειαν. Όθεν ο πάνσοφος Διονύσιος, κτίσας εις εν μέρος οίκον ευκτήριον και Εκκλησίαν μικράν, ευρίσκετο εκεί διδάσκων και ελκύων εις την ευσέβειαν, κηρύττων το Ιερόν Ευαγγέλιον και συνοδεύων με τα έργα τους λόγους του, εφώτιζε τυφλούς, ιάτρευε κωφούς και αλάλους, παραλύτους ανώρθωνε, νεκρούς ανίστα, και πάσαν άλλην ασθένειαν εθεράπευεν· όθεν εις ολίγον καιρόν εφύτευσε πολλά δένδρα εύκαρπα και επλήθυνεν ο σπόρος της πίστεως ουχί μόνον εκεί, εις Παρισίους, αλλά και εις την Ισπανίαν και εις την Βρετανίαν και εις άλλους τόπους έπεμπε τους μαθητάς αυτού· και του Θεού συνεργούντος επλήθυνε καθ’ ημέραν η ευσέβεια και οι προσερχόμενοι πιστοί, κατεδαφίζοντες εκ θεμελίων τα ειδωλεία, έκτιζον ιεράς Εκκλησίας, εις τας οποίας ο πανάγαθος Θεός εδοξάζετο. Ο δε πονηρός και αποστάτης δαίμων ωργίζετο κατά του Διονυσίου βλέπων ότι αυτός ήτο η αιτία της εκείνου καταφρονήσεως· όθεν παρεκίνησε τινάς να διαβάλουν αυτόν ως παραβάτην εις τον τότε βασιλέα Δομετιανόν, τον βασιλεύσαντα εν έτει πβ΄ (82), ότι κατεφρόνει τους παλαιούς θεούς, κηρύττων ένα νεώτερον. Ο δε Δομετιανός εθυμώθη και έστειλεν επίτροπόν του εις Παρισίους να εξετάση δια τον Άγιον, και όσους άλλους εύρη Χριστιανούς να τους τιμωρήση, εάν δεν προσκυνήσουν τα είδωλα· έκαμε λοιπόν ο τύραννος μεγάλην διάλεξιν με τον Άγιον, προσπαθών με τινας ψευδοσυλλογισμούς να πείση τον Άγιον ότι πρέπει να προσκυνώνται οι παλαιοί θεοί, τους οποίους επίστευεν όλος ο κόσμος, και όχι εις νεώτερος και κακοθάνατος, εις τον οποίον ολίγοι πιστεύουσιν. Ο δε Άγιος απεκρίθη αφόβως λέγων· «Μεγάλη σας αγνωσία είναι, κατά αλήθειαν, να προσκυνήτε λίθους και ξύλα και άλλας ύλας αναισθήτους, και να λέγετε ότι ήσαν θεοί οι πόρνοι και φονείς και φιλήδονοι, οίτινες έκαμαν τόσας αισχρουργίας, ώστε αισχύνομαι να τας αναφέρω, δια να μη μολύνω τα χείλη μου». Ακούσας ταύτα ο τύραννος εθυμώθη αμέτρως, και εγερθείς του θρόνου εφώναξε λέγων· «Ω αναισχυντία μεγάλη, την οποίαν βλέπω εις τούτον τον άνθρωπον! Τους θεούς υβρίζει, εις τους βασιλείς δεν υποτάσσεται, και τον όχλον πλανά με μαντείας και πανουργεύματα, λέγων ότι είναι αι φαντασίαι του θαύματα». Ταύτα λέγων ο άκριτος κριτής προσέταξε να κόψουν τας κεφαλάς και των τριών Αγίων, ήτοι του Διονυσίου και των δύο μαθητών του Ρουστικού και Ελευθερίου· οίτινες ακούσαντες την απόφασιν του κριτού, δια να μη νομισθή ότι εφοβούντο τον θάνατον, εβόησαν ταύτα αγαλλιώμενοι· «Όσοι προσκυνούσι τα είδωλα, να γίνουν όμοιοι τούτων και χείρονες ως ανόητοι· ημείς δε προσκυνούντες Θεόν παντοδύναμον, δυνάμεθα να τελώμεν θαυμάσια με την Χάριν αυτού και βοήθειαν, και όχι με μαγείας, καθώς μας κατακρίνετε ψευδώς· ας κάμουν και οι ιερείς των ανοσίων θεών σας τοιαύτα θαυμάσια, να φωτίσουν τυφλούς, να αναστήσουν νεκρούς και να θεραπεύσουν πάσαν ασθένειαν· αλλά δεν δύνανται ως ανισχύρων και αναισθήτων θεών υπηρέται να πράξουν καλόν οι άφρονες». Ταύτα εξώργισαν τους ασεβείς περισσότερον, αρπάσαντες δε τους Αγίους οι δήμιοι έτρεχον σπουδαίως εις τον τόπον της τελειώσεως· και φθάσαντες εις υψηλόν τι όρος έξω της πόλεως, τους απεκεφάλισαν τη γ΄ (3η) Οκτωβρίου του 96ου έτους από Χριστού, τελευταίου δε της του Δομετιανού βασιλείας. Έγινε δε εις τον μέγαν Διονύσιον θαύμα παράδοξον ομού και εξαίσιον· όταν δηλαδή ο Άγιος απεκεφαλίσθη, λαβών την αγίαν κεφαλήν του εις τας χείρας του περιεπάτησεν έως δύο μίλλια και δεν αφήκεν αυτήν, έως ου απήντησε γυναίκα τινά ενάρετον, Κατούλαν ονόματι, και σταθείς κατά θείαν Πρόνοιαν απέθεσεν αυτήν ως θησαυρόν εις τας παλάμας εκείνης. Αυτή δε η μακαρία γυνή λαβούσα πολλήν αγαλλίασιν δια τον πλούτον, όστις της ήλθε κατά θείαν οικονομίαν και πρόνοιαν, ηγόρασεν από τους δημίους κρυφίως τα άγια των Μαρτύρων λείψανα· διότι ο μεν τύραννος προσέταξε να τα φάγωσι τα θηρία, η δε ευγενής εκείνη γυνή επήρε την νύκτα τους φύλακας και τους έκαμε δείπνον πλούσιον, μεθυσθέντες δε εκείνοι της έδωσαν τα άγια λείψανα με αργύρια, και τα ενεταφίασεν εις τόπον έντιμον έξω των Παρισίων. Ύστερον δε οι Χριστιανοί έκτισαν εις τον τόπον εκείνον Εκκλησίαν εις το όνομα των Αγίων, όστις έως την σήμερον φαίνεται. Κατά δε τον χαρακτήρα του σώματος ήτο ο Άγιος Διονύσιος μέσος κατά το ύψος, λεπτός, λευκός μεν κατά το χρώμα, αλλά ολίγον κίτρινος, ολίγον κοντήν έχων την ρίνα, συνεσπασμένας τας οφρύς, κοίλους ήτοι βαθουλούς τους οφθαλμούς, μεγάλα τα ώτα. Λευκήν μεν έχων κόμην, μακράν δε, ομοίως και το γένειον μακρόν μεν, μετρίως δε αραιόν. Τελείται δε η αυτού σύναξις εν τη αγιωτάτη μεγάλη Εκκλησία, εν τω εν Αθήναις Ναώ του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και εις πάντας τους Ιερούς Ναούς των Ορθοδόξων Χριστιανών.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2545
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η) Οκτωβρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΙΕΡΟΘΕΟΥ πρώτου Επισκόπου Αθηνών.

Δημοσίευση από silver »


Ιερόθεος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών και πρώτος Επίσκοπος Αθηνών εγεννήθη εις τας κλεινάς Αθήνας και ήτο εις εκ των εννέα βουλευτών του Αρείου Πάγου, καθώς ήτο και ο θείος Διονύσιος ο μαθητής του. Προκατηχηθείς δε την εις Χριστόν πίστιν από τον Απόστολον Παύλον και βαπτισθείς, εχειροτονήθη υπ’ αυτού πρώτος Επίσκοπος Αθηνών. Αυτός δε πάλιν μυσταγωγεί τελειότερον τα περί Χριστού δόγματα τον Αρεοπαγίτην Διονύσιον. «Ούτος ο μακάριος παρεγένετο εις την Κοίμησιν της Υπεραγίας Θεοτόκου δια νεφέλης μετά των Αποστόλων και των Ισαποστόλων Ιεραρχών και ήτο έξαρχος, μετά τους Αποστόλους, επί των θείων υμνωδιών, όλος εκδημών, όλος εξιστάμενος εαυτού, και την προς τα υμνούμενα κοινωνίαν πάσχων, διο και από όλους, όσοι τον ήκουον και τον έβλεπον, εκρίνετο ότι είναι θεόληπτος και θείος υμνολόγος», καθώς ταύτα λέγει αυτολεξεί ο μαθητής αυτού μέγας Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης (εν τω γ΄ κεφαλαίω ΄Περί θείων ονομάτων΄). Καλώς λοιπόν και θεοφιλώς πολιτευόμενος και ευφράνας τον Θεόν με την θεάρεστον αυτού πολιτείαν και τα ένθεα κατορθώματα, προς Αυτόν εξεδήμησεν.

Εκλογή εκ του εις τον εν Αγίοις Πατέρα ημών και Ισαπόστολον πρώτον Ιεράρχην Αθηνών μέγαν ΙΕΡΟΘΕΟΝ εγκώμίου του σοφωτάτου Ευθυμίου Ζυγαδινού συντεθείσα υπό Αγάθωνος Μοναχού.

Ιερόθεον θέλω εγκωμιάσει τον ιερόν του Θεού άνθρωπον, είναι δε πρέπον τω όντι εις αυτόν και δίκαιον το εγκώμιον, πρώτον μεν επειδή καθώς είχε το θείον και ιερόν όνομα Ιερόθεος, το οποίον σημαίνει αφιερωμένον τω Θεώ άνθρωπον, ούτως είχε και έργα θεία και του Θεού άξια, δια των οποίων ηγιάσθη και καθιερώθη εις τον Θεόν και προσφυέστατα συνεφώνησαν μετά του ονόματός του τα έργα του· δεύτερον δε επειδή συνέζησε και συνανεστράφη μετά των αφιερωμένων εις τον Θεόν Αγίων Αποστόλων και ίσα με εκείνους ηξιώθη χαρίσματα, αποστολικήν λαβών διακονίαν, αποστολικήν δόξαν, αποστολικήν προεδρίαν, άλλος Απόστολος και ων και φαινόμενος· τούτου ένεκεν δίκαιον είναι μετά των Αποστόλων και αυτόν να τιμώμεν και να εγκωμιάζωμεν· επειδή καθώς αναντιρρήτως αποστολικώς πάσαν την ζωήν αυτού διήνυσεν, ούτω δικαίως και σέβας αποστολικόν και έπαινοι αποστολικοί εις αυτόν οφείλονται και εγκώμια, καθότι το πρέπον απαιτεί των ίσων πόνων να είναι ίσοι και οι μισθοί και τα στέφανα όμοια. Όστις δε το ιερόν τούτο χρέος εκπληροί και σεβασμίως τιμά και γεραίρει τον ιερόν τούτον άνθρωπον του Θεού Ιερόθεον, ηξεύρετε ποίον έχει μισθόν και τίνα λαμβάνει την ανταπόδοσιν; Το να γίνη και ούτος αξιόμισθος και αξιοσέβαστος ως ο ευφημούμενος Άγιος και παρά πάντων σεβασμίως να τιμάται και να εγκωμιάζεται. Τούτου ένεκα προθύμως πρέπει άπαντες οι φιλόθεοι και φιλέορτοι να συντρέξωσι και γηθοσύνως τας ευκλεείς αυτού πράξεις να αναμνήσωσι, και εκ των καλών αυτού κατακόρως να απολαύσωσι και χορτάσωσιν, εις το οποίον πάντοτε μεν, εξαιρέτως δε σήμερον κατά την ημέραν της αυτού πανηγύρεως άπαντας πανταχόθεν τους φιλοθέους προσκαλεί να συνέλθωσιν. Εκ τίνων γονέων εγεννήθη και κατήγετο ο ιερός πατήρ ημών Ιερόθεος και πως καλώς και ευγενώς ανατραφείς και εκπαιδευθείς και εις μέτρον ηλικίας φθάσας κατέστη τοσούτον επίσημος, ώστ’ εξεπέρασε και συτούς τους ευκλεεστάτους και υπερενδόξους άνδρας κατά την φήμην και την υπόληψιν, ουδείς μεν των ιστορικών μας το εξιστόρησεν, εκ των συγγραμμάτων όμως αυτού και εκ της υψηλής σοφίας του απταίστως δυνάμεθα να κρίνωμεν και περί της ευγενούς ανατροφής και νομίμου αυτού εκπαιδεύσεως. Επειδή ο του ανθρώπου λόγος πάντοτε είναι ζωηροτάτη και απαράλλακτος εικών των έργων του ως παρά πάντων ομολογείται· «Ανδρός χαρακτήρ εκ λόγων γνωρίζεται». Πολλάκις μάλιστα εις λόγος παραμικρός αρκεί άπασαν να παραστήση την ηθικήν του ανθρώπου κατάστασιν, επειδή τα ήθη τον λόγον παρομοιάζουσι και ο λόγος τα ήθη· και ο μεν αξιέπαινος λόγος αξιέπαινα ήθη σημαίνει, τα δε επαινετά ήθη επαινετόν λόγον γεννώσιν· ούτος λοιπόν ο λόγος αποδεικνύει, ότι και η γέννησις και η ανατροφή και η εκπαίδευσις του Ιεροθέου λίαν ήσαν αξιέπαινα. Επειδή τοσούτον υψηλή ήτο των λόγων και συγγραμμάτων αυτού η σοφία, ώστε ουχί μόνον των άλλων Ιεραρχών και Θεολόγων ανδρών την σύνεσιν υπερέβαινεν, αλλά και αυτού του θεολήπτου Αποστόλου Τιμοθέου, μαθητού Παύλου του Αποστόλου, ως αυτός ούτος φιλαλήθως ομολογεί τούτο ο Τιμόθεος. Ότι μεν λοιπόν παιδιόθεν ο Άγιος ούτος εγένετο των καλών και έργων και λόγων εραστής θερμότατος, αυτά τα πράγματα το κηρύττουσιν. Επειδή εκ πρώτης αυτού ηλικίας ενώσας με την φυσικήν ευφυϊαν του νοός τα ευγενή και χρηστά ήθη, εις παν είδος των εγκυκλίων μαθημάτων και επιστημών εγένετο εμπειρότατος και εντελέστατος, και περί μεν σωματικού πλούτου και γηϊνων κτημάτων ποσώς δεν εφρόντιζεν, ένα δε μόνον πλούτον εγίνωσκε και υπερεπόθει, την των αρετών κτήσιν και την των επιστημών κατανόησιν, αλλ’ ουχί αμελώς και περιέργως, αλλά μετά ζεούσης καρδίας και γνώμης ανδρείας και γενναιόφρονος, προετίμα δε νουνεχώς, παρά την μάθησιν των επιστημών, των αρετών την κατόρθωσιν, και κατά πρώτον μεν λόγον εις την των αρετών εργασίαν φιλοπόνως ηγωνίζετο, κατά δεύτερον δε λόγον και τας επιστήμας και πάσαν την εγκύκλιον παίδευσιν φιλοτίμως εσπούδαζε, καλώς γινώσκων ότι η της φιλοσοφίας και των επιστημών σπουδή προηγουμένως χρείαν έχει της των αρετών πράξεως και της των χρηστών ηθών καθαρότητος· διότι καθώς λέγει η Σοφία Σολομώντος εις πονηράν και εμπαθή ψυχήν η σοφία ποτέ δεν εισέρχεται· «Εις γαρ κακότεχνον ψυχήν ουκ εισελεύσεται σοφία» (Σοφ. Σολ. α:4). Πόσης δε σπουδής και επιμελείας χρείαν έχει και πόσους ιδρώτας πρέπει να χύση όστις επιποθεί την εαυτού ψυχήν δια του λαμπρού των αρετών και επιστημών ενδύματος να κοσμήση, γινώσκουσιν ακριβώς όσοι δια της πράξεως έμαθαν και έργω τα καλά ταύτα απέκτησαν· καθότι όστις μάθη εφ’ όσα πάθη, εκείνου και η γνώσις είναι βεβαία και αδιάπταιστος και ο λόγος αληθής τε και αξιόπιστος. Επειδή τόσον των αρετών η κατόρθωσις όσον και των επιστημών η κατανόησις μεγάλων πόνων και ιδρώτων και χρόνων ικανών χρείαν έχουσιν, ότι γλυκύς μεν είναι ο της παιδείας καρπός, αλλ’ η ρίζα πικρά και επίμοχθος· όθεν απαιτείται και νους μεν φιλήσυχος, ατάραχος, αρέμβαστος και αμετεώριστος, αγρυπνίαι δε συνεχείς και άπαυστοι και ταλαιπωρίαι και κακοπάθειαι απειράριθμοι. Τα καλά ταύτα καλώς γινώσκων ο ιερός Πατήρ ημών Ιερόθεος πάσαν κατέβαλε σπουδήν και επιμέλειαν, ώστε κατά τε την πράξιν και θεωρίαν κατέστη ακρότατος, υπερβάς άπαντας του καιρού εκείνου τους ευκλεείς άνδρας θεωρητικούς τε και πρακτικούς. Επειδή τους μεν πρακτικούς και εναρέτους υπερέβαινε κατά την θεωρίαν δια της υψηλής σοφίας του, τους δε θεωρητικούς και πεπαιδευμένους υπερενίκα κατά την πράξιν δια της άκρας αυτού αρετής και ασκήσεως, τους δε πρακτικούς τε άμα και θεωρητικούς υπερείχε κατά τον υψηλότερον βαθμόν της θεωρίας και πράξεως, εις τον οποίον αυτός είχεν ανυψωθή υπέρ άπαντας, καθότι η μεν υψηλή σοφία του την άμεμπτον εβεβαίωνε πολιτείαν του και την υψηλήν υπεστήριζε παιδείαν του, και δια να είπω συντόμως, άπαντα τα καλά, όσα προς αρετήν και παιδείαν συντείνουσι, μετά μεγίστης προθυμίας και αναριθμήτων πόνων ως φιλόπονος μέλισσα εις εαυτόν εθησαύρισεν. Αλλά οι μεν πόνοι παρήλθον, η δε δόξα αυτού διαμένει αιώνιος· μεγάλης δε φρονήσεως και αγχινοίας έργα είναι το επικερδέστατον τούτο εμπόριον, το να δώση δηλονότι εις κόπον πρόσκαιρον και να λάβη δόξαν αιώνιον, το οποίον οι νόες οι μικρόφρονες ποτέ δεν δύνανται να επιχειρήσωσιν. Ούτω λοιπόν ο εν Αγίοις πατήρ ημών Ιερόθεος την πρακτικήν αρετήν βάσιν ποιήσας της θεωρητικής, και δια της πράξεως την θεωρίαν ζητήσας, έφθασεν εις τον ακρότατον της αρετής και της παιδείας βαθμόν, καθ’ όσον είναι δυνατόν εις την ανθρωπίνην φύσιν, και εγένετο τελειότατος και τοιουτοτρόπος προ της εν Χριστώ πίστεως και προ της αναγεννήσεως δια του αγίου Βαπτίσματος προκαθαρίσας εαυτόν, εγένετο άξιος και της αμωμήτου ημών πίστεως. Ότε δε ο θείος Απόστολος Παύλος κηρύττων πανταχού εις τα έθνη έφθασε και εις τας κλεινάς Αθήνας τον Ιησούν και την Ανάστασιν ευαγγελιζόμενος, τινές δε των επικουρείων και στωϊκών φιλοσόφων αντίθεον και βλάσφημον την διδασκαλίαν αυτού νομίζοντες, συλλαβόντες έφερον αυτόν εις το του Αρείου Πάγου περίφημον δικαστήριον, ίνα κριθείς και κατακριθείς αξίαν λάβη την καταδίκην της βλασφημίας του, τότε και ο Παύλος, σταθείς εν μέσω του κριτηρίου, εξεφώνησε την θαυμασιωτάτην εκείνην δημηγορίαν, λαβών την αφορμήν του λόγου εκ της του βωμού επιγραφής «Τω Αγνώστω Θεώ», δια της οποίας είλκυσε τους ελλογιμωτέρους και σοφωτέρους των άλλων φιλοσόφων προς την εις Χριστόν πίστιν, εν οις ήτο και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, και γυνή τις ονόματι Δάμαρις, και έτεροί τινες μετ’ αυτών, ως ταύτα πάντα λεπτομερώς ο ιερός Λουκάς ιστορεί εις τας Πράξεις των Αποστόλων. O δε θείος Πατήρ ημών Ιερόθεος προ του ιερού Διονυσίου είχε πιστεύσει, υπό του Αποστόλου Παύλου προδιδαχθείς. Επειδή, αν τότε ήθελε πιστεύσει και αυτός μετά του θείου Διονυσίου, δεν ήθελε σιωπήσει τούτο ο ιερός Λουκάς, αλλ’ ήθελεν αναφέρει και αυτόν εξ ονόματος, επισημότερον του Διονυσίου όντα και πάντων των άλλων κατά τε την παιδείαν και την αρετήν υπέρτερον· «Ου γαρ αν ει τηνικαύτα και ούτος μετά Διονυσίου πιστεύσας, εκολλήθη τω Παύλω» (επιφέρει ο σοφός Ζυγαδινός εν τω εις τον Άγιον τούτον εγκωμίω αυτού). Εν τοσούτω, αφ’ ου ο τε θείος Πατήρ ημών Ιερόθεος και ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος εδέχθησαν την εις Χριστόν πίστιν, διδάσκονται αμφότεροι υπό του Αποστόλου Παύλου πάντα τα της πίστεως δόγματα και χειροτονούνται Επίσκοποι των τότε πιστευσάντων Χριστιανών, ο δε θείος Διονύσιος και του Ιεροθέου μαθητής εχρημάτισε κατά τε την έξω σοφίαν και τα της Θεολογίας απόρρητα, εκ του οποίου πρέπει να στοχασθώμεν πόση ήτο η του Ιεροθέου επιστημονική τε και θεολογική σοφία, όταν τοσούτον μέγαν Μαθητήν ηδυνήθη να αναδείξη, οίος ήτο ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος. Επειδή κατά την αψευδή του Κυρίου απόφασιν, δεν είναι ανώτερος ο μαθητής του διδασκάλου αυτού, αλλ’ όμως ο του Ιεροθέου μαθητής Διονύσιος ομολογουμένως υπερβαίνει πάντα σοφόν ακρότατον, πολλώ μάλλον άρα ο διδάσκαλος αυτού Ιερόθεος «αυτάρκη ταύτα (λέγει ο σοφός Ευθύμιος ο Ζυγαδινός) της θεοειδούς εκείνου (του Ιεροθέου) διανοίας και υψηλής εμφήναι το κλέος»· δια των οποίων δηλούται σαφώς, ότι και υπό του θείου Παύλου και υπό του μεγάλου Ιεροθέου μαθητευθείς ο θεόληπτος Διονύσιος, εμυήθη υπ’ αμφοτέρων τα κρείττονα και τα τελειότερα της τε ουρανίου και της καθ’ ημάς σοφίας. Μεγάλως δε ευγνωμονεί προς τον διδάσκαλον αυτού Ιερόθεον ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος και θαυμάσιος πλέκει εγκώμια πολλαχού των αθανάτων εκείνων συγγραμμάτων αυτού, μέγαν ήλιον ονομάζων αυτόν, κλεινόν καθηγεμόνα, θείον διδάσκαλον, Ιερομύστην, υμνολόγον θεόληπτον και άλλα πάμπολλα, ώστε «ουκ αν ποτε προς ούτω μέγαν ήλιον αντειπείν επεχειρήσαμεν» (Διονυσίου Αρεοπαγίτου εν τω «Περί θείων ονομάτων»). Δια δε τα ιερά του Ιεροθέου συγγράμματα αποφαίνεται ο Μέγας Διονύσιος ότι επιστημονικώς και μετά γηραλέας φρονήσεως έγραψε ταύτα και ότι ως άλλην Αγίαν Γραφήν πρέπει να τα νομίζωμεν, ώσπερ τινά δεύτερα εκείνης λόγια και των θεολέκτων ακόλουθα. Έχει δε και ιδιαίτερον κεφάλαιον προς τον Απόστολον Τιμόθεον, όπου γνωστοποιεί, ότι και αυτός ο θείος Τιμόθεος λαβών παρά του Διονυσίου το υψηλότατον του Ιεροθέου σύγγραμμα, και μη δυνηθείς να το εννοήση, το επέστρεψε προς τον Διονύσιον, παρακαλών αυτόν να το εξηγήση, ως του διδασκάλου αυτού σύγγραμμα, και να το πέμψη εξηγημένον προς αυτόν «και πολλάκις ημάς και αυτός εις τούτο προέτρεψας, και την γε Βίβλον αυτήν ως υπεραίρουσαν ανταπέσταλκας» (κεφ. γ΄ ). Τούτο λοιπόν μόνον αρκεί ν’ αποδείξη οποίος ήτο κατά την σοφίαν ο ιερός Πατήρ ημών Ιερόθεος, όταν η Βίβλος αυτού και αυτού του Αποστόλου Τιμοθέου υπερέβαινε την κατάληψιν και δια τούτο εζήτει παρά του ιερού Διονυσίου την ταύτης εξήγησιν. Αλλά και εις την κηδείαν του θεοδόχου σώματος της Κυρίας ημών Θεοτόκου μαρτυρεί ο αυτός Διονύσιος, ότι ήτο παρών και ο Ιερόθεος υπό νεφέλης αρπαγείς, και ότι ύμνους τότε εμελώδησε και επιταφίους ωδάς εις δόξαν της Θεομήτορος, υπερβαινούσας κατά πολύ τας των άλλων Ιεραρχών ωδάς και εγκώμια, τα οποία και αυτοί οι θείοι Απόστολοι υπερθαυμάζοντες εφύλαττον εις την μνήμην των, και εις πολλούς πολλάκις αυτά ανέφερον, ως και τούτο ο αυτός μαρτυρεί Διονύσιος, λέγων προς Τιμόθεον τον Απόστολον· «Πολλάκιςοίδα παρά σου και μέρη τινά των ενθεαστικών εκείνων υμνωδιών επακούσας». Ενθυμούμαι, λέγει, ω Τιμόθεε, ότι πολλάκις ήκουσα εκ του στόματός σου και περικοπάς τινας εκ των θεολήπτων εκείνων ύμνων και εγκωμίων, τα οποία ο εμός θείος διδάσκαλος Ιερόθεος εξεφώνει προς την Κυρίαν ημών Θεοτόκον όλος ένθους, έξω ων εαυτού και μετά της υμνουμένης Θεομήτορος ηνωμένος τω πνεύματι, πάθος πάσχων απαθές και μακάριον, και καθώς μεταξύ των ιερών Αποστόλων το σκεύος της εκλογής ο θείος Παύλος διέπρεπε και υπερείχεν εις τα της Δεσποίνης ημών εγκώμια, ούτω μεταξύ των Ιεραρχών προηγείτο και υπερέλαμπεν ο μακάριος Ιερόθεος, πάντων κρατών, πάντων υπερέχων, και παρά πάντων υφ’ ων ηκούετο και ωράτο θεόληπτος και θείος υμνολόγος κρινόμενος. Τον τοιούτον λοιπόν και τοσούτον κατά τε αρετήν και σοφίαν μέγαν και θειότατον άνδρα με τίνας να τον παραβάλωμεν και πως να τον ονομάσωμεν; Με τους αϋλους Αγγέλους και Άγγελον να τον ονομάσωμεν; Ναι, βεβαιότατα, διότι αγγελικώς εν τω κόσμω επολιτεύθη, και ένσαρκος Άγγελος ανεφάνη· με τους Αποστόλους και Απόστολον να τον ονομάσωμεν; Ναι βεβαιότατα, διότι Αποστολικήν εγχειρισθείς διακονίαν, αποστολικώς τα χρέη αυτής εξετέλεσε· με τους Μάρτυρας, με τους Ιεράρχας και Διδασκάλους; Ναι, βεβαιότατα, διότι ως Μάρτυς μεν και δια λόγων και δι’ έργων και αγώνων την της πίστεως αλήθειαν εμαρτύρησεν, ως δε Ιεράρχης, κανονικώς και νομίμως αρχιερατεύσας, τον Θεόν ευηρέστησε και ως διδάσκαλος υπέρ πάντα τα διδασκαλικά χρέη εξεπλήρωσεν. Αλλά και ουρανόν και ήλιον και σελήνην εάν αυτόν ονομάσωμεν, αληθεύομεν, διότι και αυτός δια των αειφώτων έργων και λόγων αυτού ως δι’ αστέρων λαμπρυνόμενος την του Θεού δόξαν, την ένσαρκον του Θεού Λόγου οικονομίαν διηγήθη, και το της αγνοίας και ειδωλολατρίας σκότος δια της αληθούς θεογνωσίας αποδιώξας, πάσαν κατηύγασε την υφήλιον, αλλά και σκεύος εκλογής, άλλον Παύλον και υιόν βροντής, δεύτερον Θεολόγον, εάν αυτόν ονομάσωμεν, μεθ’ υπερβολής δεν τον εγκωμιάζομεν. Επειδή και του Παύλου επλούτει τον διακαή προς το κήρυγμα ζήλον, και της του Ιωάννου Θεολογίας τον παγκόσμιον καταπληκτικόν ήχον. Δια τοσούτων στεφάνων η αρετή αυτόν κατεκόσμησε, δια τοσούτων αγαθών η φιλοσοφία αυτόν κατεποίκιλεν. Τίνα λοιπόν εκ των προνομίων και χαρίτων αυτού να θαυμάση τις πρότερον; Ή ποία γλώσσα ρητορικωτάτη θέλει δυνηθή να εφεύρη των τοσούτων και τοιούτων κατορθωμάτων πρέποντα τα εγκώμια; Επειδή όταν μία ψυχή εις εαυτήν συναθροίση άπαν καλόν, υπερνικά άπαν εγκώμιον· όθεν εγώ εν έτι προς τοις ειρημένοις ειπών, θέλω καταπαύσει τον λόγον μου, ότι δηλαδή μετά τοσούτων και τοιούτων λαμπρών κατορθωμάτων και προτερημάτων ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Ιερόθεος εν βαθυτάτω γήρατι τελευτήσας, ηξιώθη της των Πατριαρχών, Προφητών, Μαρτύρων, Ιεραρχών και πάντων των απ’ αιώνος Αγίων συναυλίας και συνοικήσεως, υπέρ ημών εκτενώς καθικετεύων τον Ύψιστον, ίνα αταράχως το της παρούσης ζωής πέλαγος διαπλεύσαντες, εις τους γαληνούς και ακυμάντους λιμένας της των Ουρανών Βασιλείας καταντήσωμεν. Δέξαι λοιπόν ευμενώς, Πάτερ θειότατε, τα παρ’ ημών ευλαβώς προσφερόμενα, τα παρά σου αντιδίδων ημίν, όσα δια των πρεσβειών σου να αντιδώσης δύνασαι· ήδη μεν ευεξίαν σώματος και ψυχής, αμαρτιών άφεσιν, πειρασμών απαλλαγήν, και τέλος βίου εις Θεόν ευάρεστον· προς δε το μέλλον την εκ δεξιών Χριστού του Θεού ημών μετά των Αγίων παράστασιν. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι εις τους αιώνας. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2545
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ε΄ (5η) Οκτωβρίου, της Αγίας Μάρτυρος ΧΑΡΙΤΙΝΗΣ.

Δημοσίευση από silver »

Χαριτίνη η Αγία Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού και Δομετίου κόμητος εν έτει 290, δούλη Κλαυδίου τινός. Ακούσας δε ο κόμης Δομέτιος περί αυτής, ότι είναι Χριστιανή και ότι και άλλους πολλούς επιστρέφει εις την πίστιν της, τους δε λοιπούς Χριστιανούς στερεώνει περισσότερον εις αυτήν, γράφει εις τον αυθέντην αυτής Κλαύδιον να αποστείλη την Χαριτίνην εις αυτόν δια να την εξετάση. Λαβών ο Κλαύδιος τα γράμματα ελυπήθη και ενδυθείς σάκκον, ήτοι τρίχινον φόρεμα, εθρήνει. Η δε Χαριτίνη, παρηγορούσα αυτόν, έλεγε· «Μη λυπού, αυθέντα μου, αλλά χαίρε, επειδή έχω να λογισθώ εις τον Θεόν ευπρόσδεκτος θυσία δια τας ιδικάς μου και ιδικάς σου αμαρτίας». Λέγει τότε ο Κλαύδιος· «Δούλη του Θεού, ενθυμού και εμέ πλησίον του επουρανίου Βασιλέως». Ο δε κόμης, επειδή εβράδυνε να έλθη, έδραμεν εις την οικίαν της, όπου κατώκει μόνη και κατά μόνας προσευχομένη εις τον Θεόν, και ευθύς, μετά μεγάλου θυμού εμαστίγωσε την Αγίαν και αφού την κατεπλήγωσε, την έδεσε με άλυσον σιδηράν εις τον λαιμόν και παρέδωκε την δικαίαν εις τον άδικον κριτήν του τόπου. Τότε ο κριτής έθεσεν ευθύς έμπροσθεν της Αγίας τα τιμωρητικά όργανα και λέγει προς αυτήν· «Σωφρονίσου, πριν να τιμωρηθής, λυπήσου τον εαυτόν σου και θυσίασον εις τους θεούς, δια να κερδίσης τρία μεγάλα καλά. Πρώτον να λάβης την συγχώρησιν από τους θεούς. Έπειτα την αγάπην των βασιλέων. Και τρίτον δεν θέλει αφανισθή από τας δριμείας βασάνους η νεότης σου». Ταύτα ακούσασα η Μάρτυς ύψωσε εις τον ουρανόν τα όμματα, ζητούσα από εκεί βοήθειαν· ποιήσασα δε και το σημείον του Σταυρού είπε· «Ποικίλος και πλάνος είσαι, ω ηγεμών, αλλ’ η πονηρία σου ανωφελής δεν θέλει με φοβίσει, ούτε συμβουλεύων με καταπείθεις, ούτε θέλεις ελαττώσει την προθυμίαν, την οποίαν έχω, να βασανισθώ δια τον Χριστόν· διότι εις τον μόνον αληθινόν Θεόν ελπίζω και εις αυτόν την ζωήν μου αφιέρωσα. Ανίσως λοιπόν θέλης να σωφρονής, τον εαυτόν σου λυπήσου δια την πλάνην σας και πράξε το συμφέρον σου, το οποίον είναι να μη πιστεύης είδωλα κωφά, δια τα οποία είπεν ο Προφήτης Δαβίδ· «Οι θεοί των εθνών δαιμόνια» (Ψαλμ. 95, 5) και αλλαχού· «Τα είδωλα των εθνών αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων» (Ψαλμ. ριγ, 12) και πάλιν· «Όμοιοι αυτοίς γένοιντο οι ποιούντες αυτά» (Ψαλμ. ριγ, 16), ο δε Προφήτης Ιερεμίας λέγει· «θεοί, οι τον ουρανόν και την γην ουκ εποίησαν, απολέσθωσαν» (Ιερ. ι, 11). Ταύτα ακούσας ο κριτής και πάλιν οργισθείς, προσέταξε, δια καταισχύνην, και της εξύρισαν τας τρίχας της κεφαλής. Θαύμα δε ηκολούθει και η κεφαλή πάλιν εκαλύπτετο με τας ιδίας τρίχας αναφυομένας και εφαίνετο ως πρότερον. Ο κριτής τότε περισσότερον οργισθείς προσέταξε να βάλουν επάνω εις την κεφαλήν της άνθρακας ανημμένους, έπειτα επάνωθεν να χύνουν και όξος· η δε Μάρτυς έλεγε· «Κύριε Ιησού Χριστέ, η βοήθεια εκείνων, οίτινες ελπίζουν εις Σε, ο τους Αγίους σου Τρεις Παίδας εκ φλογός σώσας, αυτός και νυν ελθών δυνάμωσόν με εις τας βασάνους, τας οποίας δια την αγάπην σου πάσχω, δια να μη είπουν οι εχθροί της αληθείας, που εστιν ο Θεός αυτών». Μετά δε την ευχήν ηλευθερώθη ευθύς η Μάρτυς από τους πόνους, ευχαριστούσα δε εδόξαζε τον Θεόν, ένεκα του οποίου πάλιν ο ηγεμών θυμωθείς προσέταξε και εκάρφωσαν εις τους μαστούς της Μάρτυρος σιδηρά σουβλία πεπυρωμένα. Και αι μεν σάρκες της Αγίας ηφανίζοντο από εκείνα τα σουβλία, αλλ’ η διάπυρος φλοξ της αγάπης του Χριστού περισσότερον ήναπτεν εις την καρδίαν της. Έπειτα προσέταξε και έκαιον τας πλευράς της με λαμπάδας ανημμένας, εκείνη δε περισσότερον ηύχετο. Αφεθείσα δε από τας βασάνους εβιάζετο να θυσιάση· αλλ’ επειδή κατά τε την καρδίαν και τα χείλη αμετάθετος και ακατάπειστος ήτο η Μάρτυς, ων δε και ο κριτής εις το κακόν και εις τον θυμόν αμίμητος, προσέταξε και της έδεσαν εις τον λαιμόν λίθον μέγαν, και είπε να την ρίψουν εις τον βυθόν της θαλάσσης. Ριπτομένη δε η Αγία εβόα· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε, ότι ηθέλησας δια το όνομά σου να περάσω και δια μέσου ύδατος θαλασσίου, δια να ευρεθώ καθαρά εις την ημέραν της Αναστάσεως. Αλλά δείξον καθώς και πάντοτε, ούτω και τώρα, εις εμέ τα θαυμάσιά σου, δια να δοξασθή περισσότερον το μέγα σου όνομα εις τους αιώνας. Αμήν». Ταύτα της Αγίας προσευχομένης, τα δεσμά ελύθησαν και ο λίθος μόνος εις το βάθος κατεφέρετο. Εκείνη δε (ω του θαύματος!) ίστατο αφόβως επάνω της θαλάσσης και περιπατούσα εις τα ύδατα, ως εις στερεάν γην, ήρχετο έξω εις τον αιγιαλόν. Ιδούσα δε τον ηγεμόνα, όστις περιέμενεν εκεί δια να ίδη το τέλος, του είπε· «Χαίροις, ω ηγεμών, δεν ηννόησες ακόμη την εις εμέ δύναμιν του Χριστού μου; Άφες λοιπόν το σκότος και πρόσδραμε εις το αληθινόν φως, δια να κερδήσης την σωτηρίαν σου. Αλλ’ ανίσως και επιμείνης εις την προτέραν σου γνώμην, εις εμέ βέβαια θέλεις γίνει αίτιος πολλών αγαθών, αλλ’ εις την ψυχήν σου θέλεις προξενήσει απώλειαν και αφανισμόν». Ταύτην την παρρησίαν μη υποφέρων ο ασεβής, και μάλιστα από το θαύμα καταπλαγείς, εξίστατο, έμεινε δε και άφωνος. Μετά δε πολλήν ώραν, ελθών εις τον νουν του είπεν· «Αυτά τα παράδοξα έργα, τα οποία βλέπω, με κάμνουν να θαυμάζω την δύναμιν του Γαλιλαίου, αλλ’ εγώ θέλω τα αποδείξει όλα μαγείας και ψεύδη». Και ευθύς προσέταξε να γυμνώσουν την Αγίαν και να δέσουν τας χείρας της οπίσω εις τροχόν, να βάλουν δε σωρόν ανθράκων υποκάτω και να γυρίζουν τον τροχόν συχνότερα, δια να συντρίβωνται ολίγον κατ’ ολίγον τα μέλη της και ούτω να αποθάνη με πολλούς πόνους. Και η μεν προσταγή ευθύς εγίνετο, ο δε Κύριος εβοήθει πάλιν την δούλην του και Άγγελος ελθών τους μεν άνθρακας έσβυσε, την δε δύναμιν των τιμωρούντων ηφάνισε και δεν ηδύναντο πλέον να γυρίσουν τον τροχόν. Και πάλιν εδώ ο κριτής διηπόρει, όμως και άλλας βασάνους επενοούσε και προσέταξε να της εκριζώσουν τους όνυχας των χειρών και των ποδών της. Η δε Αγία, ως να ετιμωρείτο άλλος, ούτως εφαίνετο. Ο δε άρχων προσέταξε και εξερρίζωσαν και τους οδόντας της, προσέταξε δε ο μιαρός και τους υπηρέτας του να την υπάγουν εις υψηλόν και φανερόν τόπον, και να διαλαλήσουν οι κήρυκες εις όλον τον τόπον να συναθροισθούν όσοι θέλουν να την μολύνουν και να καταισχύνουν το σώμα της· και πάλιν είπε να την γυρίσουν οπίσω ύστερον, δια να της επιβάλη και άλλα κολαστήρια. Η δε του Χριστού Μάρτυς είπεν· «Ο Χριστός μου δύναται εις μίαν και μόνην στιγμήν και χωρίς κόπον να μεταβάλη όλα αυτά και να λάβη την ψυχήν μου καθαράν σήμερον, αφανίζων τα ακάθαρτά σου νοήματα». Ταύτα ειπούσα, χείρας ομού και νουν και όμματα υψώσασα προσηύχετο εις τον ποθούμενον Θεόν. Αφ’ ου δε προσηυχήθη, με ειρήνην παρέθετο εις αυτόν το πνεύμα καθαρόν, θυσιάσασα προς αυτόν και το σώμα και την ψυχήν. Επροτίμα δε καλύτερον να αποθάνη, παρά να αμαρτήση έστω και μη θέλουσα. Ο δε άρχων και μετά τον θάνατόν της εφύλαττεν αμείωτον τον θυμόν και προσέταξε και την έρριψαν εις το βάθος της θαλάσσης δεδεμένην μέσα εις σάκκον με άμμον γεμάτον. Αλλ’ ουδέ τότε ελησμόνησε την δούλην του ο Θεός, όστις δοξάζει τους Αυτόν δοξάζοντας· διότι μετά τρεις ημέρας έφερεν εις την γην η θάλασσα το σώμα της Αγίας σώον και αβλαβές, ευλαβηθείσα αυτό, διότι εθανατώθη δια την αγάπην του δημιουργού Θεού. Ο δε αυθέντης της Κλαύδιος, αγαθός και καλόγνωμος, ο οποίος είχεν αναθρέψει την Μάρτυρα από μικράν, λαβών αυτό και λαμπρώς μυρίσας και ενδύσας ενεταφίασεν εις τινα τόπον τιμίως και ευλαβώς. Τοιούτον είναι το τέλος και το μαρτύριον της του Χριστού Μάρτυρος Χαριτίνης, η οποία ετελειώθη εις τας πέντε του Οκτωβρίου μηνός. Εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2545
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΣΤ΄ (6η) του μηνός Οκτωβρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΘΩΜΑ.

Δημοσίευση από silver »


Θωμάς ο ένδοξος του Κυρίου Απόστολος ήτο εις εκ των Δώδεκα Αποστόλων και Μαθητών του Κυρίου, οι οποίοι μετά την φρικτήν και ένδοξον του Δεσπότου Χριστού Ανάληψιν διεσπάρησαν εις όλην την οικουμένην κηρύττοντες τον σωτήριον λόγον του Ευαγγελίου και οι οποίοι με πολλούς κόπους και πόνους και βασάνους, τα οποία έπαθον από τους ασεβείς, έφεραν ημάς εις την ευσέβειαν και είμεθα χρεώσται να πανηγυρίζωμεν αυτούς περισσότερον από τους άλλους Αγίους, ως υπέρ άπαντας κοπιάσαντας, ίνα έχωμεν αυτούς και κατά την παρούσαν ζωήν μεσίτας προς τον Δεσπότην, να μας συγχωρήση τα αμαρτήματα. Εξόχως δε τον περιφανέστατον μεταξύ των Αποστόλων και φιλαληθέστατον τούτον Απόστολον Θωμάν, τον ακριβή μηνυτήν της αληθείας, όστις με την κατ’ οικονομίαν απιστίαν αυτού και ψυχωφελή αμφιβολίαν μετέβαλε την απιστίαν ημών εις πίστωσιν, και με τον δισταγμόν του ωλοκλήρωσε την πίστιν των άλλων Αποστόλων, και την έκαμε βεβαιοτέραν και αναντίρρητον· όθεν έφραξε τα στόματα των απίστων διωκτών και δεν ημπορεί να είπη τις, Ιουδαίος ή ειδωλολάτρης, ότι ο Δεσπότης δεν ανεστήθη· επειδή αυτός ο πιστός δούλος και μάρτυς ακριβέστατος της Αναστάσεως ετόλμησε να ψηλαφήση τον αναφή και αόρατον, δια να μη αμφιβάλλη τις άλλος ύστερον. Αλλ’ ας είπωμεν εξ αρχής την διήγησιν με βραχύτητα. Όταν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ευρίσκετο σωματικώς εις την γην, δια την σωτηρίαν ημών γενόμενος άνθρωπος, τότε ήτο και ο ευλογημένος Θωμάς εις την Ιουδαίαν, υιός γονέων πτωχών, αλλ’ είχεν εις τον Μωσαϊκόν Νόμον μεγάλην ευλάβειαν, και ανεγίνωσκε τας βίβλους επιμελώς εκ νεότητος, παιγνίδια δε των παίδων ποτέ δεν επόθησεν, αλλά διήρχετο πολιτείαν αγίαν και δεν ημέλει ποσώς, αλλ’ ειργάζετο πάντοτε είτε εις σωματικήν είτε εις ψυχικήν υπηρεσίαν. Ήτο αλιεύς, και από την ευτελεστάτην αυτήν τέχνην επορίζετο τα προς το ζην ως ηδύνατο· επειδή δε ήτο πτωχός και ενδεής εγυμνάζετο εις την κακοπάθειαν· όθεν και παρευθύς, όταν τον εκάλεσεν ο Χριστός, δεν ανέβαλε τον καιρόν, αλλά μετά χαράς ηκολούθησεν εις αυτόν και ούτως έγινε και ο μακάριος Θωμάς εις εκ των Δώδεκα Αποστόλων, Μαθητής προθυμότατος, υπηρέτης πιστότατος, και οικονόμος της αποστολής των εθνών δοκιμώτατος· ευθύς δε τότε ενεπλήσθη θείας δυνάμεως, επλούτησε την των θαυμάτων ενέργειαν, και ηξιώθη να γίνη του σεσαρκωμένου Θεού συνοδοιπόρος και σύντροφος, με τον οποίον πολλάκις εκοπίασε και εκακοπάθησε, πολλούς διωγμούς υπομείνας αδίκως, άλλοτε μεν διωκόμενος, άλλοτε δε λιθαζόμενος υπό των αχαρίστων Ιουδαίων. Όταν δε πάλιν εβούλοντο να θανατώσουν τον Σωτήρα και ευεργέτην των, έλεγε μετά των Συναποστόλων αυτού ο πιστός και ευγνώμων προς τον Δεσπότην δούλος· «Ας υπάγωμεν και ημείς να συναποθάνωμεν μετ’ αυτού, ότι κάλλιον είναι να συσταυρωθώμεν με τον Δεσπότην, παρά να ζώμεν χωρίς αυτόν». Ταύτην τηνκατά του θανάτου τόλμην του Συμμαθητού εθαύμαζον οι άλλοι Απόστολοι. Αλλά μετά την σωτήριον Σταύρωσιν, αφ’ ου εθανατώθη ο θάνατος με τον του Κυρίου θάνατον, αναστάς ο Σωτήρ εμφανίζεται εις τους μύστας και φίλους του, την Ανάστασιν και την κατά του άδου νίκην πιστούμενος· διότι καθώς ευρίσκοντο δια τον φόβον των Ιουδαίων κεκρυμμένοι εις το ανώγειον, εισήλθεν ο Δεσπότης χωρίς να ανοίξη τας θύρας, καθώς και εκ της Αγίας Παρθένου θεοπρεπώς, αφράστως και θαυμασίως έγινεν άνθρωπος, καθώς και εις την θάλασσαν με τους αχράντους πόδας αυτού περιεπάτησεν· ότι η φύσις αρνείται τους νόμους αυτής, οπόταν την προστάξη ο Κύριος. Επέστη λοιπόν εις το μέσον των Μαθητών ο Δεσπότης Χριστός, και δια της εισόδου αυτού, των θυρών κεκλεισμένων, εβεβαίωσεν εις αυτούς το θαύμα της Αναστάσεως. Ούτω λοιπόν οι μεν άλλοι Μαθηταί εχαίροντο ότι είδον οφθαλμοφανώς τον Κύριον, ο δε Θωμάς δεν ευρέθητότε εκεί, κατ’ οικονομίαν Θεού, δια να γίνη κατόπιν, ότε ηρεύνησε το πράγμα, λαμπρότατος κήρυξ της Αναστάσεως και διαλαλητής αυτής ακριβέστατος. Αφού ήλθεν ο Θωμάς και του είπον οι άλλοι ότι είδον τον Κύριον, από την μεγάλην χαράν της ψυχής του δεν επίστευσεν εκείνο όπερ επόθει να γίνη, και ακούων αυτό γεγενημένον αμφέβαλλε, και έλεγεν ότι δεν θα το επίστευεν, εάν δεν εψηλαφούσε τον Κύριον. «Τι λέγεις, Θωμά; Εάν ο Μαθητής απιστή, πως να πιστεύση ο Ιουδαίος; Εάν δεν παραδέχεται την Ανάστασιν ο Απόστολος, πως να την δεχθώσιν οι Έλληνες; Αλλά δεν ενθυμείσαι τα προλαβόντα θαύματα; Λεπροί καθαρίζονται, παράλυτοι εγείρονται, τυφλοί φωτίζονται, νεκροί ανίστανται, και συ μένεις εις την απιστίαν, μύστα της Χάριτος; Ας απιστή ο Καϊάφας, ας συκοφαντή ο Ιουδαίος, ας πολυπραγμονή ο Νικόδημος· αλλ’ ο εις από τους Δώδεκα Μαθητάς να δυσπιστή την Ανάστασιν»; Αυτά και έτερα μου φαίνεται να έλεγον προς τον ένα οι δέκα μύσται και Συναπόστολοι· αυτός δε πάλιν να αποκρίνεται προς αυτούς δικαιότερα· «Τι μου μέμφεσθε την αμφιβολίαν και με κατακρίνετε αδίκως; Προς Ιουδαίους με πέμπετε να κηρύττω την Ανάστασιν, να διδάσκω εις τα έθνη την έγερσιν· πως λοιπόν να μαρτυρήσω όσα οι οφθαλμοί μου δεν είδον; Πως να διδάξω εις άλλους όσα δεν εγνώρισα; Να πιστεύσω μόνον με λόγους; Αλλ’ οι Ιουδαίοι θέλουν με κατακρίνει ως ύποπτον, οι δε Έλληνες θα με περιγελούν ως ασύνετον, και δεν θα πιστεύσουν τους λόγους μου, όταν ακούσουν ότι εξ ακοής κηρύττω την του Δεσπότου Ανάστασιν». Και μεθ’ ημέρας οκτώ πάλιν ήσαν έσω οι Μαθηταί αυτού, και Θωμάς μετ’ αυτών· έρχεται ο Ιησούς, των θυρών κεκλεισμένων, και έστη εις το μέσον και είπεν· Ειρήνη υμίν. Είτα λέγει τω Θωμά· φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε, και ίδε τας χείρας μου και την πλευράν μου και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός. Και απεκρίθη ο Θωμάς, και είπεν αυτώ. Ο Κύριός μου και ο Θεός μου. Λέγει αυτώ ο Ιησούς· ότι εώρακάς με πεπίστευκας; Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες. (Ιωάν. κ, 26-29). Με τον λόγον τούτον εμακάρισε και επήνεσεν ο Κύριος ημάς τα έθνη, ότι χωρίς να ίδωμεν Αυτόν σωματικώς επιστεύσαμεν. Απολαύσας λοιπόν της θαυμαστής εκείνης θέας ο Θωμάς, εγένετο αίτιος να μάθουν οι Απόστολοι όσα δεν εγνώριζον· ομολογεί τον οραθέντα Θεόν και Κύριον, διότι Θεού ήτο το κατόρθωμα της Αναστάσεως. Μετά ταύτα ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός παρέμεινεν αθέατος εις τους Αποστόλους, ως άφθαρτος και αόρατος, και μόνον όταν ήθελεν εφαίνετο· αυτοί δε πάλιν ηλίευον ως πρότερον· εφανερώθη δε εις αυτούς εις τον αιγιαλόν και τους προσέταξε να ρίψωσι εις τα δεξιά μέρη του πλοίου το δίκτυον· τούτου δε γενομένου συνέλαβον πλήθος ιχθύων· ήτο δε με τους Αποστόλους και ο Θωμάς και συνειργάζετο μετ’ αυτών, ως δοκιμώτατος εις την υπακοήν. Όταν δε ήλθεν η ώρα της Αναλήψεως, έλαβεν ο Κύριος την Παναγίαν και Αειπάρθενον Μητέρα αυτού ομού μετά των Αποστόλων, αφού προηγουμένως τους έδωκε να εννοήσωσι και να πιστεύσωσι την Ανάστασιν· ανελθόντες δε εις το όρος των Ελαιών, Αυτός μεν ευλογήσας αυτούς ανήλθεν εις τους ουρανούς και εκάθισεν εις τα δεξιά του Πατρός, ως ομοούσιος αυτού και ομόθρονος, οι δε μετά χαράς μεγάλης επέστρεψαν αναμένοντες την κάθοδον του Παναγίου Πνεύματος. Τότε και ο μέγας ούτος Απόστολος έλαβεν ομού με τους λοιπούς Αποστόλους την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος κατελθόντος εν είδει πυρίνων γλωσσών επί τας κεφαλάς των Αποστόλων κατά την ημέραν της Πεντηκοστής. Ενδυναμωθείς δε με την εξ ύψους δύναμιν και ο θείος ούτος Απόστολος απήλθεν εις το σωτήριον κήρυγμα, κατά το πρόσταγμα του Δεσπότου· «Πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα, κηρύξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μάρκ. ιστ, 15). Έκαστος λοιπόν των Αγίων Αποστόλων εκληρώθη δι’ ωρισμένην χώραν της Οικουμένης καθώς το Πανάγιον Πνεύμα ώρισε· του δε μακαρίου Θωμά έπεσεν ο κλήρος να υπάγη εις τους Πάρθους, τους Πέρσας, τους Μήδους και τους Ινδούς. Αι Ινδίαι είναι χώρα της Ασίας, οι δε άνθρωποι αυτής ήσαν τότε πολύ ωμοί και βάρβαροι και ελάτρευον τα είδωλα. Ιδών ο μακάριος Θωμάς ότι εις τοιούτον έθνος άγριον τον απέστειλαν, εδυσχέραινε και ελυπείτο δια την ασθένειαν του σώματος· καθώς λοιπόν διελογίζετο πως να πράξη, φαίνεται εις αυτόν μίαν νύκτα ο Δεσπότης Χριστός και του λέγει· «Μη φοβείσαι, Θωμά, αλλά ύπαγε εις τας Ινδίας, κήρυξον το Ευαγγέλιον, και η Χάρις μου θα είναι μετά σου». Κατ’ εκείνας τας ημέρας έτυχε και ήτο εις τα Ιεροσόλυμα έμπορός τις εκ πόλεως τινός των Ινδιών, Αμβανής ονόματι, τον οποίον έστειλεν ο βασιλεύς Γουνδιαφόρος να εύρη κτίστην τινά επιτήδειον, διότι είχε πόθον να οικοδομήση παλάτιον ωραίον. Ο Δεσπότης, λοιπόν, ως καρδιογνώστης, γινώσκων σαφέστατα όσα έμελλε να πράξη εις τας Ινδίας ο Απόστολος, εφάνη εις την αγοράν μίαν ημέραν ως άνθρωπος και λέγει του Αμβανή· «Θέλεις να αγοράσης ένα αιχμάλωτον, κτίστην την τέχνην, τον οποίον έχω»; Ο δε είπε· «ναι». Τότε του έδειξε τον Θωμάν και συνεφώνησαν την αγοράν δια τρεις λίτρας αργυρίου· έγραψε δε το ομόλογον ο Δεσπότης λέγων· «Εγώ Ιησούς ο Υιός Ιωσήφ του τέκτονος επώλησα εις σε τον Αμβανή, τον δούλον μου Θωμάν» και τα λοιπά όσα συνήθως γράφονται εις τα ομόλογα. Ο δε αγοραστής ηρώτησε τον Θωμάν, εάν ήτο αληθώς αιχμάλωτος, ούτος δε δεικνύων τον Δεσπότην Χριστόν ωμολόγησε λέγων· «Ναι, ούτος είναι ο Κύριός μου, όστις με ηγόρασε με μεγάλην τιμήν ως φιλάνθρωπος». Ηκολούθησε λοιπόν ο Θωμάς τον Αμβανήν και τον υπηρέτει ως δούλος του· την δε άλλην νύκτα εφάνη πάλιν εις αυτόν ο Κύριος εν οράματι, και του δίδει τα αργύρια τα οποία έλαβε, λέγων· «Έχε την τιμήν της αγοράς σου, και την Χάριν μου μετά σου». Μετά ταύτα εισήλθον εις πλοίον ο έμπορος με τον Απόστολον, και ευρόντες καλόν άνεμον έφθασαν κατευοδοθέντες εις τας Ινδίας, εξήλθον δε εις πόλιν καλουμένην Ανδράπολιν, εις την οποίαν είχον μεγάλην πανήγυριν, διότι ο εξουσιαστής της πόλεως ταύτης υπάνδρευε την θυγατέρα του και έπαιζον διάφορα όργανα. Οι δε κήρυκες προσεκάλουν εις τους γάμους πλουσίους και πένητας, ξένους και εντοπίους και πάντα άνθρωπον εκεί ευρισκόμενον. Ο δε Απόστολος Θωμάς, κληθείς και αυτός εις τον γάμον μετά του Αμβανή, εκάθισαν εις το κατώτερον και ευτελέστερον μέρος της τραπέζης. Ενώ δε όλοι έτρωγον από τα φαγητά της τραπέζης, μόνος ο θείος Απόστολος δεν έτρωγεν, αλλ’ εκάθητο συλλογισμένος και συνεσταλμένος προσέχων εις τον εαυτόν του. Βλέπων δε τούτον εις των υπηρετών των κερνώντων τον οίνον, κινηθείς από αυθάδειαν και υπερηφάνειαν, έδωκεν εν ράπισμα εις τον Απόστολον του Κυρίου, λέγων εις αυτόν· «Επειδή εις γάμον εκλήθης μη σκυθρώπαζε, αλλά χαίρε και συνευφραίνου με τους άλλους συνδαιτυμόνας». Ο δε Απόστολος απεκρίθη εις τον ραπίσαντα· «Το μεν σφάλμα σου είθε να συγχωρήση ο Κύριος εις τον μέλλοντα αιώνα, την δε χείρα σου, ήτις ακρατώς εκινήθη κατ’ εμού και με ερράπισεν, ας την διαμοιράσουν τα θηρία εις τον παρόντα αιώνα, προς σωφρονισμόν και παιδείαν των άλλων». Τότε λοιπόν πορευθείς ο υπηρέτης εκείνος δια να φέρη ύδωρ και συγκεράση με τον οίνον, κατεξεσχίσθη από θηρίον, παραμονεύον εις το φρέαρ, και ούτως απέθανε. Την δε χείρα εκείνου επήρεν ένας σκύλος, και εμβήκεν εις το συμπόσιον, βαστάζων αυτήν εις το στόμα του, επιδεικνύων εις όλους την παιδείαν, την οποίαν έλαβε εκείνος, δια την αδικίαν και το ράπισμα το οποίον έδωκεν εις τον Απόστολον. Επειδή δε οι προσκεκλημένοι ηπόρουν τίνος άραγε είναι η χειρ εκείνη, τότε μία Εβραία, παίζουσα τον αυλόν εις τον γάμον, εφώναξε μεγαλοφώνως και είπε· «Μέγα και φοβερόν μυστήριον εφανερώθη σήμερον εις ημάς. Ακούσατε όλοι σεις οι καθήμενοι εις την τράπεζαν. Θεός ή Θεού Απόστολος κατεδέχθη να καθίση εις την τράπεζαν ομού με ημάς σήμερον. Διότι εγώ παίζουσα τον αυλόν και ευφραίνουσα σας τους συμποσιάζοντας, ήκουσα άνθρωπον ομόγλωσσον με εμέ, όστις έλεγεν εβραϊστί εις τον οινοχόον, ο οποίος τον ερράπισε· «Την δεξιάν σου χείρα την ραπίσασάν με θέλουν διαμοιρασθή εν τη παρούση ζωή τα θηρία δια να ίδωσιν όλοι και να σωφρονισθώσι». Και ιδού ότι ήλθεν εις έργον ο λόγος του». Τούτο το θαύμα έφθασε και εις τα ώτα του εξουσιαστού της πόλεως εκείνης, όστις αφ’ ου ετελέσθη ο γάμος προσεκάλεσε τον Απόστολον και είπε προς αυτόν· «Αν συ με την κατάραν σου δύνασαι να προξενής θάνατον, δείξον και την δύναμιν την οποίαν έχει η ευχή σου και η ευλογία εις την ιδικήν μου θυγατέρα, ήτις υπανδρεύθη σήμερον». Όθεν περιχαρώς τον λόγον δεξάμενος ο Απόστολος, επήγεν εις το δωμάτιον των νεονύμφων, και στηρίξας τους νέους εις σωφροσύνην και καταπείσας αυτούς να φυλάξωσι παρθενίαν, τους αφιέρωσεν εις τον Θεόν και ανεχώρησε. Μετ’ ολίγην δε ώρα βλέπει ο νυμφίος άνθρωπον ομοιάζοντα με τον Απόστολον, όστις συνωμίλει με την νύμφην, νομίσας δε ότι είναι ο Θωμάς, είπεν εις αυτόν· «Δεν εξήλθες συ έξω πρότερον από όλους; Και πως τώρα πάλιν αιφνιδίως ήλθες; Απορώ και εξίσταμαι». Τότε ο φαινόμενος απεκρίθη· «Εγώ δεν είμαι ο Θωμάς, αλλ’ αδελφός του Θωμά κατά χάριν, όστις δε ακολουθήαη εμέ ως έπραξεν ο Θωμάς και αρνηθή τον κόσμον και τα του κόσμου πράγματα, αυτός εις την μέλλουσαν ζωήν θα γίνη όχι μόνον αδελφός ιδικός μου, αλλά και συγκληρονόμος της Βασιλείας μου». Ταύτα ειπών έγινεν άφαντος από το μέσον αυτών, οι δε νεόνυμφοι εγκολπωθέντες τον λόγον του Κυρίου ως μαργαρίτην, προσέφερον εις τον φανέντα ολονυκτίους προσευχάς και δεήσεις. Την δε πρωϊαν επήγεν ο πατήρ και πενθερός εις το δωμάτιον, και βλέπων τους νεονύμφους ότι εκάθηντο αντικρύ ο εις του άλλου εταράχθη, και ηρώτα αυτούς, δια ποίαν αιτίαν κάθηνται ούτω χωριστά· οι δε απεκρίθησαν· «Ημείς ευχόμεθα, όπως αυτός ο χωρισμός φυλαχθή μεταξύ μας έως τέλους, ίνα κατά τον καιρόν των στεφάνων μένωμεν αχώριστοι εις τον ουράνιον και αιώνιον νυμφώνα, κατά την αψευδή υπόσχεσιν, την οποίαν μας έδωκεν ο φανείς εις ημάς εν ομοιώματι ξένου». Ταύτα ακούσας ο πατήρ και πενθερός εταράχθη περισσότερον, και υπεσχέθη να δώση πολλάς δωρεάς και χαρίσματα, αν ευρεθή ο πλάνος εκείνος, όστις τους ηπάτησε με τους τοιούτους λόγους και προσαχθή ενώπιόν του. Έστειλαν όθεν ζητούντες τον φανέντα· αλλά κατά το ψαλμικόν «Εξέλιπον εξερευνώντες εξερευνήσεις» (Ψαλμ. ξγ, 7), διότι ο φανείς εις τους νεονύμφους ορατώς μεν ουχ ευρίσκετο, αοράτως δε φαινόμενος εις τους νέους μαθητάς του εστήριζεν αυτούς. Ο δε Απόστολος εις εκείνους μεν, όσοι με κακόν σκοπόν εζήτουν αυτόν, δεν ενεφανίζετο, εκ του εναντίον δε εις τους ζητούντας αυτόν θεοφιλώς και με καλόν σκοπόν, ήτοι εις τους νέους του Χριστού Μαθητάς εφαίνετο χωρίς να τον βλέπουν οι άλλοι και τους εστήριζεν. Επειδή δε οι νεόνυμφοι παρεκάλουν τον Κύριον, ίνα καταπραϋνη την οργήν του πατρός αυτών, και τον αξιώση να μάθη την αλήθειαν της εις αυτόν πίστεως, τούτου χάριν επήκουσεν αυτών ο Θεός, και ωκονόμησε να γίνη και εκείνος Χριστιανός. Εδιδάχθη δηλαδή από τους νέους την ευσέβειαν, και εις τον Χριστόν ολοψύχως επίστευσεν. Αφ’ ου δε τούτο εγένετο, ακούσαντες οι δόκιμοι ούτοι μαθηταί του Χριστού, ότι ο Θωμάς διατρίβει εις τας Ινδίας, επήγαν εις αυτόν με σπουδήν και ετελειώθησαν με το άγιον Βάπτισμα. Και ούτως έγιναν κήρυκες και αυτοί εις άλλους του αγίου Ευαγγελίου. Μετά ταύτα ήλθεν ο Απόστολος εις τον βασιλέα της Ινδίας, Γουνδιαφόρον καλούμενον, όστις ηρώτησεν αυτόν ποία μεν τεχνητά πράγματα γνωρίζει να κατασκευάζη από ξύλα, ποία δε από τους λίθους. Ο δε Απόστολος απεκρίθη, ότι από μεν τα ξύλα είναι εμπειρότατος εις το να κατασκευάζη άροτρα, κωπία και ζυγούς των βοών, από δε τους λίθους ηξεύρει να κάμνη κίονας, ναούς και βασιλικά παλάτια. Τότε τω λέγει ο βασιλεύς· «άραγε δύνασαι να μου κατασκευάσης εν παλάτιον εις τον τόπον εκείνον, εις τον οποίον εγώ αγαπώ»; Ο δε Απόστολος υπεσχέθη, ότι δύναται. Εχάρη όθεν πολύ ο βασιλεύς ακούσας ταύτα και τον ωδήγησεν εις τον τόπον, τον οποίον επιθυμούσε, ήτο δε πράγματι ο τόπος αυτός ωραίος και πανευφρόσυνος, έχων βρύσεις και δένδρα διάφορα. Ιδών δε ο Απόστολος τον τόπον ενεκωμίασεν αυτόν ως όντως ευπρεπέστατον και αρμόδιον δια βασιλέα. Τότε του λέγει ο βασιλεύς· «Σχεδίασόν μοι το σχήμα και τον τόπον της οικοδομής επί χάρτου, δια να ίδω εάν μοι αρέση το σχέδιον, διότι θα αναχωρήσω εις άλλην χώραν δι’ αναγκαίαν υπηρεσίαν, και θα απουσιάσω τρία έτη, θέλω δε όταν επανέλθω να είναι έτοιμον το παλάτιον προς κατοίκησιν». Ο δε Απόστολος έλαβε κάλαμον και έκαμε το σχέδιον λαμπρότατον, θέτων ανατολικώς τα παράθυρα, δια να εισέρχεται φως πολύ, και θύρας προς δυσμάς δια τον άνεμον· τον δε κλίβανον έθεσεν εις το νότιον μέρος δια την θερμότητα και τον αγωγόν του ύδατος προς βορράν δια να είναι το ύδωρ ψυχρόν το θέρος και αβλαβές, τόσον δε τεχνικόν το εσχεδίασεν, ώστε ο βασιλεύς τον επήνεσε λέγων· «Αληθώς τεχνίτης είσαι, άνθρωπε, και σου πρέπει να υπηρετής βασιλείς ως εμπειρότατος». Τότε ο βασιλεύς, χωρίς να χρονοτριβή, προσέταξε να δοθή εις τον Απόστολον χρυσίον, δια να συνάξη τας επιτηδείους ύλας, όσαι θα εχρησίμευον εις την του παλατίου οικοδομήν. Παρεκάλει δε τον Απόστολον ο βασιλεύς να βάλη τότε παρευθύς τα του παλατίου θεμέλια. Αλλά ο Απόστολος απεκρίθη· «Δεν είναι του παρόντος μηνός να κτίζωμεν παλάτιον, αλλά μάλλον του ερχομένου του κατά Μακεδόνας ονομαζομένου Υπερβερεταίου, ήτοι του Οκτωβρίου μηνός». Νομίζω δε ότι ούτως είπεν ο Απόστολος δια την ανταμοιβήν των αιωνίων αγαθών, ήτις έχει να ανταποδοθή εις τον ερχόμενον εκείνον μέλλοντα αιώνα. Έδωκαν λοιπόν εις τον Απόστολον κατά την προσταγήν του βασιλέως χρυσίον και αργύριον αναρίθμητον, σίτον, οίνον, έλαιον, μαγειρεύματα και άλλα όμοια χρειαζόμενα· και ούτως ο μεν βασιλεύς απήλθεν εις άλλην πόλιν, ο δε Απόστολος έλαβε τα απαιτούμενα έξοδα δια το παλάτιον και ανεχώρησε δια τον τόπον της κατασκευής· διαμοιράσας δε κρυφίως εις τας χείρας των πτωχών όλα τα χρήματα και λοιπά είδη, κατεσκεύασεν εις τον βασιλέα παλάτιον αχειροποίητον εις την των πρωτοτόκων αυλήν, ήτοι εις την των ουρανών Βασιλείαν. Καθ’ εκάστην δε διδάσκων ο Απόστολος την ευσέβειαν, και ποιών μεγάλα θαύματα, έβλεπον ταύτα οι ειδωλολάτραι και πολλοί εξ αυτών επίστευον και εγίνοντο Χριστιανοί βαπτιζόμενοι εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αφ’ ου δε παρήλθε καιρός, εζήτησεν ο βασιλεύς πληροφορίας από τον Απόστολον, εάν ετελείωσεν η οικοδομή του παλατίου· εκείνος δε απήντησεν εις αυτόν, ότι χρειάζεται ακόμη και άλλα έξοδα, δια να κατασκευάση μεγαλοπρεπώς την στέγην του παλατίου, η οποία μόνη έμεινεν ατελείωτος. Ο δε βασιλεύς νομίζων, ότι το μήνυμα τούτο ήτο σύμφωνον προς τον ιδικόν του σκοπόν, με πολλήν χαράν έστειλε και άλλο πολύ χρυσίον εις τον Απόστολον, γράψας και ταύτα εις αυτόν· «Τεχνικωτάτην και ωραιοτάτην κατασκεύασον το ταχύτερον την στέγην του παλατίου, ίνα, όταν ίδω την τεχνικήν σου οικοδομήν με τους οφθαλμούς μου, εγκωμιάσω με επαινετικούς λόγους σε τον πολλά πλεονεκτήματα και επιδεξιότητας έχοντα». Ο δε Απόστολος, λαβών το χρυσίον, και άρας τους οφθαλμούς και τας χείρας εις τον ουρανόν έλεγεν· «Ευχαριστώ σοι, φιλάνθρωπε Κύριε, ότι με ποικίλους και διαφόρους τρόπους γνωρίζεις να οικονομής την σωτηρίαν παντός ανθρώπου». Όθεν διεμοίρασεν αυτό πάλιν εις τους πτωχούς ως το πρότερον. Αφ’ ου παρήλθεν ολίγος καιρός, έτυχε να υπάγουν εις τον βασιλέα άνθρωποι τινες από τον τόπον εκείνον, εις τον οποίον διέτριβεν ο Απόστολος. Επειδή δε ο βασιλεύς επεθύμει να μάθη δια το κάλλος και την ωραιότητα του παλατίου του, ηρώτησεν αυτούς περί αυτού, εκείνοι δε του είπον· «Μη προσμένης, ω βασιλεύ, τελείως από εκείνον τον άνθρωπον οικοδομάς κτισμάτων και παλατίων, διότι αυτός διεμοίρασεν εις τους πτωχούς όλον το χρυσίον όσον του έδωκες. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και κηρύττει εις εκείνους όσοι προστρέχουσι προς αυτόν ένα Θεόν άγνωστον παντελώς, και θαυματουργεί εξαίσιά τινα πράγματα, χωρίς να τρώγη τελείως». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς εταράχθη ευθύς από μεγάλον θυμόν· όθεν προσέταξε και έφεραν τον Απόστολον ενώπιόν του, ηρώτα δε αυτόν, αν έκτισε το παλάτιον. Ο δε Απόστολος, διακόψας τον βασιλέα, απεκρίθη· «Το παλάτιον εκείνο, όπερ έμαθον να κτίζω από τον αληθή αρχιτέκτονα Χριστόν, ω βασιλεύ, εκτίσθη από εμέ πολύ ωραιότατον». Λέγει τότε ο βασιλεύς· «Ταύτην την ώραν θα υπάγωμεν να το ίδωμεν». Ο δε Απόστολος απεκρίθη· «Νομίζω, ότι δεν χρειάζεσαι κατά το παρόν το κατασκευασθέν παλάτιον· αλλ’ όταν αναχωρήσης από τον κόσμον τούτον, τότε θέλεις εύρει αυτό χρήσιμον και αρμόδιον». Ο δε βασιλεύς, νομίσας ότι τον περιγελά, εξέβαλεν ως θηρίον φοβεράν φωνήν και είπε· «Ούτος ο απατεών προστάζω να κατακλεισθή εντός σκοτεινοτάτου λάκκου, ομού με τον έμπορον, όστις έφερεν αυτόν εδώ». Ενώ δε ο Απόστολος ήτο φυλακισμένος με τα δεσμά, ο αδελφός του βασιλέως, κυριευθείς μίαν νύκτα από βαρυτάτην λύπην, η οποία ηπείλει να του προξενήση θάνατον, προσεκάλεσε τον αδελφόν του βασιλέα, και λέγει εις αυτόν· «Εγώ λυπηθείς πολύ δια την συμβάσαν εις σε ζημίαν από εκείνον τον δόλιον, ησθένησα και δια τούτο τώρα φεύγω από ταύτην την ζωήν». Μετ’ ολίγην δε ώραν αποπνιγείς, έγινεν άφωνος· λαβών δε την ψυχήν αυτού Άγγελος Κυρίου διήρχετο τας σκηνάς των Δικαίων δεικνύων εις αυτήν την ωραιότητα των σκηνών εκείνων, ηρώτα δε αυτόν, εις ποίαν από τας σκηνάς εκείνας αγαπά να κατοικήση. Βλέπουσα δε η ψυχή εκείνη μίαν εξαίρετον σκηνήν, εδείκνυεν αυτήν εις τον Άγγελον και παρεκάλει αυτόν να την αφήση να κατοικήση εκεί. Ο δε Άγγελος είπεν· «Εις αυτήν δεν ημπορείς να κατοικήσης, επειδή αυτή είναι του αδελφού σου, την οποίαν ο ξένος Θωμάς έκτισε δι’ εκείνον». Η δε ψυχή απεκρίθη· «Παρακαλώ σε, άφες με να υπάγω οπίσω εις τον αδελφόν μου, ίνα αγοράσω αυτήν από εκείνον με ολίγην τιμήν και ούτω να επαναστρέψω πάλιν εδώ». Τότε επιστρέψας ο Άγγελος την ψυχήν, απέδωσε ταύτην εις το νεκρόν σώμα της. Όθεν ο αποθανών, ελθών εις εαυτόν ως από κάποιαν μέθην και έκστασιν, εζήτει τον αδελφόν του. Ότε δε εκείνος ήλθεν, είπε προς αυτόν· «Αδελφέ, πιστεύω αδιστάκτως, ότι θα προετίμας να δώσης το ήμισυ της βασιλείας σου, μόνον να με ίδης ζώντα· τώρα δε μικράν χάριν ζητώ από σε, την οποίαν, παρακαλώ, να μη μου υστερήσης». Ο βασιλεύς απεκρίθη· «Δεν θέλω λείψει από το να χαρίσω προθύμως εις σε τον φίλτατόν μου αδελφόν ό,τι δύναμαι». Τότε χωρίς συστολήν εφανέρωσεν εις τον αδελφόν την υπόθεσιν, λέγων εις αυτόν· «Δος μοι το παλάτιον, οποίον έχεις εις τους ουρανούς και λάβε όσα χρήματα θέλεις δια την τιμήν». Ο δε βασιλεύς ακούσας τούτο εγένετο ως άφωνος και με ταπεινήν λαλιάν απεκρίθη· «Εγώ έχω παλάτιον εις τους ουρανούς; Πόθεν; Και από ποίαν μου καλωσύνην»; Ο δε αδελφός αυτού λέγει· «Ναι, έχεις παλάτιον εκεί, αν και συ δεν το γνωρίζεις, το οποίον έκτισεν ο εις την φυλακήν ευρισκόμενος ξένος, του οποίου παλατίου την ωραιότητα εγώ εθεώρησα τώρα, οπότε ηρπάγην από Άγγελον Κυρίου». Εννοήσας τότε ο βασιλεύς το λεγόμενον, απέφυγεν εντέχνως να εκπληρώση την προς τον αδελφόν του υπόσχεσιν, δικαιολογούμενος δε είπε προς αυτόν· «Ανίσως το ζήτημά σου, αδελφέ μου, ευρίσκετο υποκάτω εις την βασιλείαν και εξουσίαν μου, εξ ανάγκης έπρεπε να φυλάξω τους όρκους μου και να σου το δώσω· επειδή δε αυτό ευρίσκεται εις τους ουρανούς, κρίνον μόνος σου περί του πράγματος. Πλην ο τέκτων των τοιούτων παλατίων ευρίσκεται εδώ, όθεν λάβε αυτόν και θέλει κατασκευάσει και δια σε παλάτιον άλλο, λαμπρότερον εκείνου όπερ είδες». Ταύτα ειπών εξήγαγεν ευθύς από την φυλακήν τον Απόστολον ομού με τον έμπορον Αμβανήν, πεσόντες δε ο τε βασιλεύς και ο αδελφός του εις τους πόδας αυτού εζήτουν συγχώρησιν του προτέρου σφάλματος. Ο δε Θωμάς, ευχαριστήσας τον Κύριον, εβάπτισεν αυτούς με όλους τους άρχοντας. Βλέπων δε και ο λαός ότι οι προεστοί εβαπτίσθησαν, ήρχοντο και αυτοί καθ’ εκάστην εις την ευσέβειαν. Αφού λοιπόν έφερεν ο θείος Θωμάς εις θεογνωσίαν τους περισσοτέρους πολίτας εκείνης της χώρας, απήλθεν εις άλλην μεγάλην χώραν των Ινδιών με πολλήν ταπείνωσιν, ανεπιμέλητος την κόμην και άλουστος, χλωμός εις την όψιν και πολύ αδύνατος, φαινόμενος σχεδόν ως ασώματος με ιμάτιον εσχισμένον και ευτελέστατον, εις τον λόγον όμως ήτο ωφέλιμος και εις το έργον πολλά θαυμάσιος. Βλέπων δε τους βαρβάρους εκείνους, ότι είχον εις τα βάθη της ψυχής των ερριζωμένην την ασέβειαν, και γνωρίζων ότι η πολυχρόνιος συνήθεια δεν μεταβάλλεται ευκόλως με βίαν και αυστηρότητα, αλλά μάλλον με ήθη χρηστά και λόγους γλυκείς, δεν τους ήλεγξεν, ούτε ποσώς τους κατεφρόνησεν, ούτε είπε λόγον υπέρογκον, αλλά με ταπεινοφροσύνην κοσμούμενος και με άλλας αρετάς εστολισμένος τους έσυρεν εις επίγνωσιν· και βλέποντες αυτόν εις τα έργα θαυμάσιον και μέτριον εις το φρόνημα, τον έκριναν άξιον λόγου, και τον εξήτασαν δια το γένος του, το σέβας και το επιτήδευμα, ο δε πράως και ταπεινών απεκρίνατο, ότι ήτο του Χριστού Μαθητής, όστις έγινεν άνθρωπος ως φιλάνθρωπος, δια να δώση εις τους εις Αυτόν πιστεύοντας ζωήν αιώνιον και ψυχών σωτηρίαν, και άλλα αγαθά ανείκαστα και απόρρητα. Αφού είπεν εις αυτούς ταύτα, τους εξήγησεν όλην την θείαν οικονομίαν, την πλάσιν του ανθρώπου και αναγέννησιν, την Σταύρωσιν του Κυρίου ημών και Ανάστασιν, και την προς τον Πατέρα Ανάληψιν, τα περί της αποστολής των Αποστόλων και τα λοιπά προσθέσας και τα εξής· «Εις από τους Δώδεκα αυτούς υπηρέτας του Λόγου, οι οποίοι είδομεν όσα θαύματα ετέλεσε, είμαι και εγώ και ήλθον έως εδώ δι’ αγάπην σας, να σας κηρύξω αυτού του Θεού την άμετρον φιλανθρωπίαν και το άπειρον έλεος». Αυτά και έτερα πλείονα λέγων, ετέλεσε και θαυμάσια κατά τον καιρόν αρμόδια· όθεν του Κυρίου συνεργούντος εδέχθησαν οι βάρβαροι εκείνοι εις τας ψυχάς αυτών τον σπόρον της πίστεως, και έγιναν δούλοι Χριστού δια του αγίου Βαπτίσματος, εξόχως δε η γυνή του βασιλέως Μισδίου, Μιγδονία ονόματι, ήτις ήτο πολύ ευπρεπής και καλόγνωμος, ως και άλλη ευγενής γυνή του άρχοντος Χαρασίου Τερτιανή καλουμένη· αυταί αι δύο ήκουσαν την διδαχήν του Αποστόλου και επίστευσαν εις τον Χριστόν, αίτινες ομού συνεφώνησαν να φυλάξωσι σωφροσύνην και έζων ασκητικώς εις τα βασίλεια. Ο δε βασιλεύς και ο Χαράσιος εθυνώθησαν, ότι δεν υπήκουον εις αυτούς αι γυναίκες των, και γινώσκοντες ότι ο Θωμάς ήτο εις ταύτα αίτιος, έφεραν αυτόν εις το κριτήριον, και του λέγει ο βασιλεύς οργιζόμενος· «Δεν φθάνει, Θωμά, ότι επλάνησες όλην την χώραν με τας μαντείας σου, και επίστευσαν εις τον Χριστόν, ασεβή και παράνομε, αλλά διδάσκεις και τας γυναίκας μας να μη συγκοινωνούν με τους άνδρας των, ασύνετε; Εγώ σε ελυπήθην και σε άφησα ζώντα, ελπίζων να μεταμεληθής, και συ έγινες χειρότερος»; Ταύτα ειπών, προσέταξε και τον εφυλάκισαν, το δε μεσονύκτιον επήγαν οι Χριστιανοί εις την φυλακήν, την οποίαν ήνοιξε με την προσευχήν ο Απόστολος, και εισερχόμενοι τους εδίδασκε να μένουν εις την πίστιν αμετακίνητοι, και να μη δειλιάσουν πρόσκαιρον θάνατον, δια να εύρουν ζωήν αιώνιον. Νουθετήσας λοιπόν και κατηχήσας τους αβαπτίστους, εξήλθεν ο Απόστολος από την φυλακήν, και επήγεν εις ένα οίκον, εις τον οποίον είχον έτοιμα όλα τα απαιτούμενα και δια το άγιον Βάπτισμα, και δια την ιεράν Λειτουργίαν, ούτως ώστε να τελειωθώσιν οι κατηχούμενοι· ποιήσας λοιπόν ο θείος Απόστολος ευχήν, ίνα καθαρίση αυτούς ο Κύριος, εβάπτισε τον Ουαζάνην, τον υιόν του βασιλέως Μισδίου, την Τερτίαν την βασίλισσαν και Μιγδονίαν την θυγατέρα αυτής, και τους επιλοίπους άπαντας εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος· κατόπιν ετέλεσε και την θείαν Λειτουργίαν, και εκοινώνησεν αυτούς λέγων· «Τούτο το Σώμα το Πανάγιον, όπερ έγινε θυσία, και το πολύτιμον και πανάχραντον Αίμα, όπερ εχύθη εις τον Σταυρόν δια να εξαγοράση τας αμαρτίας μας και να μας χαρίση την σωτηρίαν, να συγχωρήση και τας ιδικάς σας αμαρτίας, να παράσχη εις υμάς την υγείαν της ψυχής και να γίνη αρραβών της ουρανίου Βασιλείας και αιωνίου μακαριότητος». Τότε ηκούσθη φωνή άνωθεν λέγουσα· «Αμήν λέγω ημίν, μη φοβείσθε, αλλά πιστεύσατε». Αφού ο θείος Απόστολος ετέλεσε ταύτα μετέβη και πάλιν εις την φυλακήν και εκλείσθη ως και πρότερον, ηκολούθησαν δε αυτόν η Τερτία, η Μιγδονία και η Μαρκία και ήθελον να συγκλεισθώσιν ομού με τον Απόστολον· ούτος δε είπε προς αυτάς· «Θυγατέρες μου και σύνδουλαι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ακούσατε τον τελευταίον μου λόγον· αύριο υπάγω προς τον Δεσπότην μου, δια να απολαύσω τον μισθόν του κόπου μου πολυπλάσιον· όθεν χαίρω δι’ αυτό και ευφραίνομαι, ότι ήλθεν ο καιρός της ανταποδόσεως· σεις δε μείνατε εις την πίστιν, και μη αμφιβάλλετε, μήτε αμελήσητε, όταν με ίδητε αποθνήσκοντα· διότι ο φαινόμενος ούτος θάνατος δεν είναι θάνατος, αλλά λύσις και λύτρωσις του σώματος, τον οποίον χαίρων δέχομαι, δια να απολαύσω ζωήν αιώνιον όντως και πανευφρόσυνον, προς την οποίαν και σεις θέλετε αξιωθή να έλθετε, εάν την πίστιν έως τέλους φυλάξητε». Ταύτα λέγων προσηύξατο και εκλείσθη εις το δεσμωτήριον. Αι δε γυναίκες έκλαιον, διότι εγνώριζον ότι έμελλε να τον θανατώση ο Μίσδιος, προς τον οποίον επήγαν οι φύλακες λέγοντες· «Βασιλεύ, απόλυσον τον φαρμακόν εκείνον και γόητα, ότι όσας φοράς θέλει ανοίγει τας θύρας και υπάγει όπου θέλει· αλλά και η γυνή σου και ο υιός σου εμβαίνουσι και συνομιλούσι με αυτόν». Ελθών τότε ο βασιλεύς εις τας φυλακάς και βλέπων τας θύρας εσφραγισμένας καθώς τας αφήκεν, εθαύμασε και παραστήσας τον Θωμάν, ηρώτησεν αυτόν εάν ήτο δούλος τινός ή ελεύθερος. Ο δε απεκρίθη· «Δούλος είμαι του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, όστις είναι Θεός αληθινός, και κατοικεί εις τους ουρανούς, και όστις με έστειλεν εδώ δια να σώσω πολλούς από σας». Λέγει ο Μίσδιος· «Εγώ εβαρύνθην τας μαντείας σου, και θα σου δώσω τον πρέποντα θάνατον, δια να λυτρώσω το γένος μας από τας γοητείας και κακουργίας σου». Ούτως είπεν· επειδή όμως εφοβείτο τον όχλον, διότι επίστευσαν πολλοί και δια να μη γίνη εκεί μέσα σύγχυσις, τον ωδήγησεν έξω της πόλεως με ολίγους στρατιώτας, και απομακρυνθέντες τρία στάδια, τον παρέδωσεν εις πέντε στρατιώτας, δια να τον αναβιβάσουν επάνω εις το όρος και να τον φονεύσωσι. Και ούτως ο μεν βασιλεύς επέστρεψεν εις την πόλιν, ο δε λαός έσπευδε πρόθυμος να αρπάση τον Απόστολον από τας χείρας των στρατιωτών· αυτός όμως τους ημπόδισε, φθάσας δε εις τον ωρισμένον τόπον ούτω προσηύξατο· «Κύριε ο Θεός μου, η ελπίς πάντων των πιστών και η λύτρωσις αυτών, οδήγησόν με σήμερον προς σε ερχόμενον, να μη εμποδισθή η ψυχή μου από τα τελώνια του αέρος· διότι ιδού ετελείωσα το έργον σου, και επλήρωσα το πρόσταγμά σου, πωληθείς ως δούλος Σου· λοιπόν απόδος μοι την ελευθερίαν σήμερον». Ταύτα ειπών ο θείος Απόστολος ηυλόγησε και ηυχήθη τους πιστούς, έπειτα λέγει εις τους στρατιώτας· «Ποιήσατε τώρα του βασιλέως το πρόσταγμα». Οι δε ευθέως ελόγχισαν αυτόν, πλήξαντες αυτόν ταυτοχρόνως με τα ακόντια και ούτως ετελείωσε τον δρόμον της παροικίας του ο μακάριος Θωμάς εν τη πόλει Μελιαπούρ ή Μαλιαπούρ, ως λέγουσι τινες, ήτις και Άγιος Θωμάς καλείται έως την σήμερον, κειμένη εις το Κορομανδέλ της ανατολικής πλευράς της Ινδικής Χερσονήσου. Τότε οι πιστοί κλαύσαντες πικρώς ετύλιξαν το άγιον λείψανον με σινδόνας και ιμάτια πολύτιμα, τα οποία έφερεν η Τερτία, και το ενεταφίασαν εις τον τόπον εις τον οποίον έθαπτον τους βασιλείς. Η δε βασίλισσα και ο Ουαζάνης μετά των λοιπών έμειναν εις τον τάφον καθ’ όλην την ημέραν και την νύκτα ποιήσαντες αγρυπνίαν. Κατά δε την νύκτα εφάνη ο θείος Απόστολος προς αυτούς λέγων· «Τι κάθεσθε εις τον τάφον μου; Δεν είμαι εις αυτόν καθώς νομίζετε, αλλά ανέβην εις τους ουρανούς, δια να απολαύσω τα ελπιζόμενα· υμείς δε Τερτία και Μιγδονία, μη λησμονήσετε όσα σας είπον, αλλά φυλάξατε την ευσέβειαν, και ο Δεσπότης Χριστός να σας βοηθήση». Ο δε Ουαζάνης, όστις ήτο Διάκονος, και ο Ονησιφόρος ο Πρεσβύτερος, τους οποίους εχειροτόνησεν ο Θωμάς όταν επήγαινεν εις το θάνατον, εδίδασκον παρρησία το Ευαγγέλιον και επίστευον καθ’ εκάστην πλήθος αμέτρητον. Μετά καιρόν εδαιμονίσθη εις υιός του Μισδίου, και μη δυνάμενος να εύρη την ιατρείαν του, απήλθεν ο βασιλεύς εις τον τάφον του Αποστόλου, δια να λάβη μέρος εκ του αγίου λειψάνου και βάλη αυτό εις τον υιόν του, ίνα υεραπευθή· ανοίξας δε τον τάφον, δεν εύρε το λείψανον, διότι Χριστιανός τις το επήρε κρυφίως και το επήγεν εις την Δύσιν. Ο δε Θωμάς εφάνη προς τον βασιλέα λέγων· «Ζώντος εμού ηπίστησες, και τώρα πιστεύεις; Αλλά δια να ίδης του Δεσπότου μου την φιλανθρωπίαν, λάβε χώμα από τον τάφον μου και βάλε αυτό εις τον υιόν σου, να λάβη ευθύς την υγείαν του, διότι εγώ δεν είμαι μνησίκακος». Τότε ο βασιλεύς έφερεν εκεί τον υιόν του, και λαμβάνων ολίγον χώμα μετά πολλής πίστεως το έβαλεν εις τον δαιμονιζόμενον λέγων· «Πιστεύω εις τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν». Ευθύς δε εθεραπεύθη ο υιός του. Όθεν εβαπτίσθη αυτός και όλον του το παλάτιον, ως και οι επίλοιποι όλης της πόλεως, έγινε δε μεγάλη πανήγυρις πανταχού εις εκείνα τα μέρη. Ο δε βασιλεύς παρεκάλει την ποτέ γυναίκα αυτού Τερτίαν ως και την Μιγδονίαν με δάκρυα και μεγάλην ταπείνωσιν να κάμουν ευχήν προς τον Δεσπότην Χριστόν δια να του συγχωρήση τα πρότερα αμαρτήματα, ως και τα κακά τα οποία έπραξεν εναντίον του τιμίου και ενδόξου Αποστόλου Αυτού. Τοσαύτης ευφροσύνης εγένετο εις ημάς, αδελφοί, πρόξενος ο θείος Θωμάς σήμερον, δια μέσου του οποίου οι βάρβαροι εκείνοι και μελανοί εις τα πρόσωπα από τον αισθητόν ήλιον ελαμπρύνθησαν από τον νοητόν της δικαιοσύνης Ήλιον. Ούτος απέστειλεν εις τας ψυχάς αυτών τας ακτίνας του με τον πιστόν του Απόστολον, δια του οποίου τους εφώτισε, ηγίασαν δε μετά ταύτα πολλοί από εκείνους καθώς εις τας βίβλους μας φαίνεται, και εξόχως εις τον Βίον του Οσίου πατρός ημών Ιωάσαφ, όστις ήτο βασιλεύς αυτών των Ινδών, και αφήκε την πρόσκαιρον βασιλείαν δια να απολαύση την αιώνιον· ης γένοιτο να απολαύσωμεν άπαντες. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2545
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ζ΄ (7η) του μηνός Οκτωβρίου, οι Όσιοι ΕΝΕΝΗΚΟΝΤΑ ΕΝΝΕΑ Πατέρες

Δημοσίευση από silver »

Τη Ζ΄ (7η) του μηνός Οκτωβρίου, οι Όσιοι ΕΝΕΝΗΚΟΝΤΑ ΕΝΝΕΑ Πατέρες, οι εν τη νήσω Κρήτη ασκήσαντες, εν ειρήνη τελειούνται, ων επισημότερος εστιν ο θείος ΙΩΑΝΝΗΣ ο κατ’ εξοχήν Ερημίτης καλούμενος.

Ιωάννης ο Όσιος Πατήρ ημών ο επιλεγόμενος Ερημίτης και οι συν αυτώ έτεροι ενενήκοντα οκτώ Όσιοι Πατέρες, οι σήμερον ομού εορταζόμενοι, της μεγαλονήσου Κρήτης το καύχημα, και προστάται αυτής και υπερασπισταί και φύλακες ανύστακτοι, Συνασκηταί όντες, ηξιώθησαν και οι ενενήκοντα εννέα να τελειωθώσιν ομού κατά την σήμερον εν δόξη κατά τρόπον καινοφανή και θαυμάσιον και να λάβουν άπαντες ομού και ίσους τους στεφάνους της ασκήσεως· αλλ’ ακούσατε απ’ αρχής την υπόθεσιν, ίνα πολλήν την αγαλλίασιν λάβητε. Οι Όσιοι ούτοι Πατέρες ετελειώθησαν μεν θαυμασίως εν τη νήσω Κρήτη, ως είπομεν, κατήγοντο όμως εκ διαφόρων και μακρινών τόπων. Και ο μεν πρώτος αυτών, ο θαυμάσιος Ιωάννης, ο επιλεγόμενος Ερημίτης, ήτο γέννημα και θρέμμα της Αιγύπτου από της οποίας ήσαν και έτεροι τριάκοντα πέντε Όσιοι Πατέρες εκ των ενενήκοντα εννέα. Οι τριάκοντα εξ ούτοι Όσιοι Πατέρες, ακούοντες ότι ο Πατριάρχης Αβραάμ δια να υπακούση εις την φωνήν του Κυρίου την ειπούσαν προς αυτόν· «Έξελθε εκ της γης σου, και εκ της συγγενείας σου, και εκ του οίκου του πατρός σου, και δεύρο εις την γην, ην αν σοι δείξω» (Γέν. ιβ, 1), του εχάρισεν ο Θεός την γην της επαγγελίας και τον ηξίωσεν τοσούτων μεγάλων δωρεών, ώστε να γεννηθή από το γένος του ο Χριστός, εξήλθον και αυτοί από της πατρίδος αυτών και εμβάντες εις πλοίον εμάκρυνον φυγαδεύοντες. Ταξειδεύοντες δε έφθασαν εις την νήσον Κύπρον, εκεί δε εις ολίγον καιρόν διεδόθη η φήμη των εις όλην την νήσον και συνέτρεχον πολλοί, όλοι δε οι προσερχόμενοι ωφελούντο ψυχικώς και σωματικώς, διότι πολλοί ασθενείς και κακώς έχοντες εθεραπεύοντο. Εις αυτήν λοιπόν την νήσον της Κύπρου ευρίσκοντο και άλλοι τριάκοντα εννέα Πατέρες, εις διαφόρους τόπους ασκητικώς πολιτευόμενοι, οι οποίοι ακούσαντες την αρετήν των Οσίων των ελθόντων από την Αίγυπτον, επήγαν και αυτοί και συνηνώθησαν όλοι, ομού ζώντες ζωήν ενάρετον και ασκητικήν. Είτα δια να απομακρυνθώσι και οι Κύπριοι από την πατρίδα αυτών, ανεχώρησαν από την νήσον Κύπρον και μετέβησαν εις Αττάλειαν, εκεί δε πάλιν ευρήκαν άλλους είκοσι τέσσαρας Μοναχούς, οίτινες ηνώθησαν με αυτούς και έγινεν ο χορός των Οσίων Πατέρων Ενενήκοντα εννέα· μη δε θαυμάσητε ότι δεν ήσαν ακριβώς εκατόν, διότι είχον τον Χριστόν δια κεφαλήν των, και ούτως ήσαν πάλιν σωστοί εκατόν. Αφ’ ου λοιπόν παρέμειναν ολίγον καιρόν εκεί εις την Αττάλειαν, παρεκάλουν τον Θεόν να τους οδηγήση εις τόπον ξένον και αρμόδιον, δια να μη τους βλέπουν οι άνθρωποι και τους επαινούν και τους δοξάζουν, διότι πολλά τους ευφημούσαν οι άνθρωποι του τόπου εκείνου και εθαύμαζον. Βλέπων δε ο Θεός τον πόθον, τον οποίον είχον να ησυχάσουν, ωδήγησεν αυτούς ν’ αναχωρήσουν από την Αττάλειαν και να έλθουν εις την Κρήτην. Εμβάντες λοιπόν όλοι εις πλοίον ήλθον μετ’ ολίγας ημέρας εις την ποθητήν Κρήτην· αφ’ ου όμως επλησίασαν εις αυτήν, έτυχεν εναντίος άνεμος· όθεν δεν ημπόρεσαν να προσορμισθούν εκεί, μάλιστα εκινδύνευε να συντριβή το πλοίον· και τούτον όλον εγένετο, ίνα δείξη ο Θεός την δύναμίν του εις τους Κρήτας και να αποδείξη ότι περισσότερον ημπορεί να βοηθή τους δούλους του με μίαν ράβδον και ένα ράσον, καθώς θέλετε ακούσει ότι έκαμεν εις τον Όσιον Ιωάννην, παρά όσον ημπορούν να βοηθούν ξίφη και ακόντια, εις τα οποία οι Κρήτες είχον τότε το θάρρος των. Επειδή λοιπόν δεν ηδύναντο από τον μέγαν άνεμον να πλησιάσουν και να αγκυροβολήσουν εις την Κρήτην, έπλευσαν εις την αντίπεραν νήσον, ήτις ονομάζεται Γαύδος, η οποία είναι μακράν από την Κρήτην μίλια τεσσαράκοντα και εκεί έκαμαν ημέρας εικοσιτέσσαρας· είτα γενομένης γαλήνης εμβήκαν πάλιν εις το πλοίον και ήλθον εις την Κρήτην. Θέλων όμως ο Θεός να δοξάση τον Άγιον Ιωάννην και να φανερώση εις τους ανθρώπους την αρετήν του, τον εσκέπασεν εκεί όπου εκοιμάτο και δεν τον είδον οι άλλοι Αδελφοί, όταν ανεχώρησαν και ούτως απέμεινεν εκεί εις την Γαύδον· και τούτο ήτο, ως είπομεν, θέλημα Θεού, δια να γίνη το παράδοξον και φοβερόν θαύμα, όπερ θέλετε ακούσει. Αφ’ ου λοιπόν απεβιβάσθησαν οι ευλογημένοι Πατέρες εις την Κρήτην, ανεζήτησαν τον Ιωάννην και μη ευρόντες αυτόν, εγνώρισαν ότι έμεινεν εις την Γαύδον, και σταθέντες μετά μεγάλης και αδιστάκτου πίστεως προς τον Θεόν, εφώναξαν από την Κρήτην εις την Γαύδον· «Αδελφέ Ιωάννη, ελθέ προς ημάς αφόβως και μη δειλιάσης». Έρχεται λοιπόν ο Άγιος Ιωάννης εις τον αιγιαλόν, και προσευξάμενος είπε το Άγιον Σύμβολον της Πίστεως και άλλα κατανυκτικά, ψαλμούς και τροπάρια, και σφραγίσας την θάλασσαν με το Σημείον του Σταυρού, ήπλωσε το ράσον του επάνω εις τα ύδατα· ποιήσας δε και εις τον εαυτόν του το σημείον του Σταυρού, ανέβη και εκάθισεν επάνω εις το ράσον του, ως εις πλοίον, και προσευχόμενος αυτός εν τη θαλάσση και οι άλλοι αδελφοί εν τη ξηρά, ήρχισε να πλέη από της τρίτης ώρας της ημέρας, κατά δε την έκτην έφθασεν αβλαβής, ω του θαύματος! εις την Κρήτην, και δίδων εις αυτόν ο πρώτος των Αδελφών την δεξιάν του, εξήλθεν έξω, και ασπαζόμενοι αυτόν άπαντες οι Αδελφοί, έψαλλον· «Τω συνδέσμω της αγάπης συνδεόμενοι οι ανάξιοι, τω δεσπόζοντι των όλων εαυτούς Χριστώ αναθέμενοι, ευαγγελιζόμενοι πάσιν ειρήνην». Παράδοξον και υπερφυές φαίνεται τούτο το θαύμα, και είναι τη αληθεία παράδοξον, αλλά όχι και ανώτερον από την δύναμιν της Πίστεως, επειδή ούτως υπόσχεται ο Ποιητής της κτίσεως Χριστός εις τους προς αυτόν πιστεύοντας· «Ο πιστεύων εις εμέ, τα έργα α εγώ ποιώ κακείνος ποιήσει, και μείζονα τούτων ποιήσει» (Ιωάν. ιδ΄, 12), και· «Εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω, μετάβηθι εντεύθεν εκεί και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. ι΄, 20). Αφ’ ου λοιπόν ηυφράνθησαν οι Άγιοι Πατέρες δια τον θαυμαστόν ερχομόν του Οσίου Ιωάννου από την Γαύδον εις την Κρήτην, ανέβησαν επάνω εις τα όρη και βουνά προς το νότιον μέρος της Κρήτης, δια να εύρουν σπήλαια προς κατοικίαν· εύρον δε πράγματι το ποθούμενον εις το μέρος, το οποίον ονομάζεται της μεγάλης Πέτρας του Χάρακος, εις χωρίον λεγόμενον Αζωγυραία, και εκεί έμειναν ησυχάζοντες και προσευχόμενοι, η δε τροφή των ήτο από σκινόκαρπον, κεράτια και χορτάρια της γης. Αλλ’ επειδή το σπήλαιον ήτο μικρόν και δεν εχωρούσαν όλοι, εμοιράσθησαν εις δύο, και οι μεν τριάκοντα εξ επέρασαν αντίπερα του ποταμού εις ένα σπήλαιον, οι δε λοιποί έμειναν εις το πρώτον σπήλαιον έως τέλους της ζωής των. Ο δε Άγιος Ιωάννης επεθύμει την ησυχίαν, επειδή ήτο φιλήσυχος και εραστής της μονώσεως, δια να προσεύχηται μόνος μόνω τω Θεώ· όθεν εφανέρωσεν εις τους Αδελφούς την γνώμην του και εζήτει συγχώρησιν να αναχωρήση κατά μόνας. Οι δε αδελφοί ακούοντες αυτό ελυπήθησαν πολύ, όμως βλέποντες το αμετάθετον της γνώμης του έδωκαν εις αυτόν άδειαν, και μη θέλοντες, να αναχωρήση, και ποιήσαντες παράκλησιν και προσευχήν, έλεγον προσευχόμενοι· «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, επειδή ο Ιωάννης, ο ημέτερος αδελφός, μέλλει να αναχωρήση από ημάς, οδήγησον αυτόν να διέλθη την ζωήν του εν ειρήνη και ησυχία και αξίωσον ημάς, Δέσποτα των απάντων, ίνα κατά την ημέραν κατά την οποίαν η Χάρις σου ευδοκήση να πληρώση εις εξ ημών το τέλος της παρούσης ζωής, εν τη αυτή ημέρα αξίωσον ημάς, Δέσποτα, να δώσωμεν όλοι το κοινόν χρέος του θανάτου, και σύνταξον ημάς συν αυτώ εις την ουράνιόν σου Βασιλείαν. Αμήν». Μετά την ευχήν βαλών ο Όσιος Ιωάννης μετάνοιαν ανεχώρησεν από της αδελφότητος· τις δε δύναται να είπη τας κακοπαθείας τας οποίας υφίστατο εις εκείνον τον τόπον, εις τον οποίον επήγε να ασκητεύη; Η τροφή του Οσίου τούτου ήτο τον μεν χειμώνα από τα χόρτα της γης, το δε θέρος από σκινόκαρπον και αγριοκεράτια, ζώντος ζωήν αγγελικήν, με ολονυκτίους προσευχάς υπέρ αυτού και υπέρ του κόσμου παντός· από δε την μεγάλην σκληραγωγίαν, την οποίαν έκαμνεν, αδυνάτισε τόσον, ώστε δεν ημπορούσε να ίσταται εις τους πόδας ορθός, αλλά περιεπάτει εσκυμμένος ως ζώον τετράποδον. Εν μια των ημερών, ήτις ήτο η έκτη του Οκτωβρίου, κατά την οποίαν έμελλε να παραλάβη αυτόν ο Θεός και να τον αναπαύση εις την ουράνιον ανάπαυσιν, εξήλθεν ο Άγιος δια να εύρη την συνειθισμένην του τροφήν, εκεί δε που, ως είπομεν, περιεπάτει ως ζώον τετράποδον εσκυμμένος, τον είδεν από μακράν εις νέος βοσκός προβάτων, όστις είχεν εξέλθει την ώραν εκείνην εις το κυνήγιον. Βλέπων δε αυτόν εις τον λόγγον, και νομίζων ότι είναι ζώον, έρριψε το τόξον και τον ετόξευσε καιρίως εις την καρδίαν· ευθύς δε ο Άγιος, γνωρίσας ότι τον εκτύπησε βέλος θανατηφόρον, έκαμε προσευχήν εις τον Θεόν να τον αξιώση να φθάση ζων εις το σπήλαιον, ο και εγένετο. Ο δε βοσκός, όστις επλήγωσε τον Άγιον, έτρεξε να εύρη και να πάρη, ως ενόμιζε, το θήραμα, το οποίον εφόνευσε, πλην δεν το εύρεν. Βλέπων όμως σταγόνας αίματος και ακολουθών αυτάς, ήλθεν εις το σπήλαιον και έφθασε τον Άγιον έτι ζώντα και έχοντα τας χείρας του δεδεμένας σταυροειδώς, και το βέλος εις την καρδίαν του, και ευθύς πίπτει κατά γης ασπαζόμενος τους πόδας του Αγίου, κλαίων δε και οδυρόμενος έλεγεν· «Αλλοίμονον εις εμέ τον ταλαίπωρον, τι έπαθον σήμερον! Φευ μοι τω αθλίω! Πως ετυφλώθην, και έγινα φονεύς εις άνδρα δίκαιον και Άγιον; Τι να κάμω! Δεν έχω που αλλού να προσδράμω, ειμή μόνον εις σε, Άγιε δούλε του Θεού, να μου συγχωρήσης το σφάλμα, και να παρακαλέσης τον Θεόν να με οδηγήση εις μετάνοιαν». Ταύτα και άλλα πολλά λέγοντος του βοσκού μετά δακρύων, λέγει προς αυτόν ο Άγιος με ταπεινήν και ήρεμον φωνήν· «Ο Θεός, τέκνον μου, να σου δώση μετάνοιαν και να σου συγχωρήση το αμάρτημα, το οποίον έκαμες σήμερον εις εμέ τον ανάξιον αυτού δούλον, και να σε αξιώση της Βασιλείας του, αμήν»· και ταύτα ειπών παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού. Έπειτα βουλόμενος να αναχωρήση ο νέος δεν ηδύνατο από την ουράνιον ευωδίαν την οποίαν ησθάνετο και από την γλυκυτάτην ψαλμωδίαν των Αγίων Αγγέλων, την οποίαν ήκουεν άνωθεν πλησίον του αγίου λειψάνου· όμως μετά πολλήν ώραν, νεύσει θεία, εξήλθεν έξω του σπηλαίου δια να κηρύξη τον Άγιον εις όληντην περίχωρον των Χανίων, κηρύττων δε αυτόν έλεγε φανερά και το σφάλμα του και εις ολίγας ημέρας ακουστόν εγένετο το όνομα του Αγίου εις όλην την Κρήτην. Όθεν επορεύοντο πλήθος λαού και προσεκύνουν αυτόν, και όλοι οι μετά πίστεως ερχόμενοι εις προσκύνησίν του ελάμβανον των παθών των την ίασιν. Ούτω λοιπόν ο θείος Ιωάννης, κρίμασιν οις οίδεν ο Κύριος, ετελείωσε την παρούσαν ζωήν με βίαιον θάνατον, τη έκτη του Οκτωβρίου· οι δε λοιποί ενενήκοντα οκτώ συνασκηταί του, ευρισκόμενοι εις τα άνω ειρημένα σπήλαια του χωρίου Αζωγυραία, καθώς προείπομεν, ότι εζήτησαν από τον Θεόν να αναπαυθούν όλοι μίαν ημέραν, ούτω και εγένετο· διότι κατά την ιδίαν εκείνην ημέραν, κατά την οποίαν εφόνευσεν ο βοσκός τον Όσιον Ιωάννην εις το Ακρωτήριον, κατά την ιδίαν ταύτην ανεπαύθησαν εν Κυρίω και ούτοι άπαντες εις τα σπήλαια της Αζωγυραίας· καθώς δε είναι παλαιά παράδοσις εις τους εντοπίους, άλλοι ακουμβούσαν επάνω εις τας ράβδους των, άλλοι έκλιναν τας κεφαλάς εις τους ώμους των, άλλοι ίσταντο προσευχόμενοι, άλλοι γονατιστοί, και άλλοι άλλως, παρέδωσαν εν ειρήνη τας μακαρίας αυτών ψυχάς τω Κυρίω, αρξάμενοι από της τρίτης ώρας της ημέρας και τελευτήσαντες έως της εβδόμης. Παράδοξον φαίνεται το τέλος των Αγίων τούτων, πως τόσοι άνθρωποι απέθανον εις μίαν και την αυτήν ημέραν· παράδοξον μεν, αλλ’ όχι και απίστευτον. «Όπου γαρ βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις», το εζήτησαν παρά Θεού και το έλαβον· «Θέλημα γαρ των φοβουμένων Αυτόν ποιήσει, και της δεήσεως αυτών εισακούσεται» (Ψαλμ. ρμδ΄: 19), κατά την του Αγίου Πνεύματος απόφασιν. Το θαυμαστόν και παράδοξον αληθώς είναι πως τοσαύτη πληθύς ενενήκοντα εννέα ανθρώπων εσώθησαν και ηγίασαν όλοι, και ουδείς εξ αυτών απώλετο· δώδεκα ήσαν οι Μαθηταί του Χριστού, και απώλετο εξ αυτών ο Ιούδας ο υιός της απωλείας· τεσσαράκοντα ήσαν οι εν Σεβαστεία τη λίμνη αθλήσαντες, και απώλετο εξ αυτών ο εις· από αυτούς όμως ουδείς απώλετο, αλλ’ άπαντες εσώθησαν και εκοιμήθησαν, ως είρηται, τη έκτη του Οκτωβρίου μηνός, εις την οποίαν ημέραν εώρταζον και την μνήμην αυτών έως το 1632 έτος από Χριστού. Έκτοτε όμως, επειδή ήτο κατ’ αυτήν η μνήμη του Αγίου ενδόξου και πανευφήμου Αποστόλου Θωμά, μετετέθη η μνήμη των Αγίων εις την εβδόμην του αυτού μηνός μετά Συνοδικήν και Πατριαρχικήν απόφασιν του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου του Αλεξανδρείας Λουκάρεως επιλεγομένου του Κρητός· όθεν και ως κεκυρωμένη υπό Συνοδικής αποφάσεως η άσκησίς των και άπασα η ιστορία και η Αγιότης αυτών δεν μένει εις τινα καμμία αμφιβολία δια τα παραδόξως λεγόμενα περί αυτών· και μάλιστα όταν θαυματουργούσι καθ’ εκάστην και εν γη και εν θαλάσση εις τους μετά πίστεως επικαλουμένους την βοήθειαν αυτών· ων ταις Αγίαις πρεσβείαις ελεήσαι και σώσαι ημάς ο Θεός ως αγαθός και φιλάνθρωπος. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2545
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Η΄ (8η) Οκτωβρίου, μνήμη του Αγίου Οσιομάρτυρος ΙΓΝΑΤΙΟΥ του νέου.

Δημοσίευση από silver »


Ιγνάτιος ο νέος στρατιώτης και Μάρτυς του Χριστού κατήγετο από μίαν χώραν της επαρχίας Τιρνόβου, Εσκή Ζαγοράν λεγομένην. Ο πατήρ του εκαλείτο Γεώργιος και η μήτηρ του Μαρία. Ούτοι μετοικήσαντες εις Φιλιππούπολιν έβαλον τον Άγιον, ονομαζόμενον τότε Ιωάννην, να μανθάνη τα ιερά γράμματα και τοσούτον επρόκοπτεν, ώστε εις διάστημα ολίγου καιρού όχι μόνον τα κοινά λεγόμενα γράμματα εις γλώσσαν σλαβονικήν, αλλά και την γραμματικήν αυτών άριστα επαιδεύθη και έμαθεν. Επειδή δε παιδιόθεν ηγάπα την ησυχίαν και μοναχικήν ζωήν, ανεχώρησε μετ’ ολίγον από τους γονείς του και επήγεν εις το όρος Ρίλον, εις το εκεί Μοναστήριον, υποταχθείς εις αυστηρόν τινα Γέροντα χρόνους έξ. Εις το Μοναστήριον αυτό εδιδάσκετο ο μακάριος τελειότερον την γραμματικήν, υπηρετών συγχρόνως εις τον Ναόν της Μονής και αναγινώσκων άπασαν την ακολουθίαν, υπομένων επί πάσι μετά μεγάλης ανεξικακίας την σκληρότητα του Γέροντός του, όστις και μίαν των ημερών, κυριευθείς ολοκλήρως από το δαιμόνιον του θυμού, επυροβόλησε κατά του Αγίου δια να τον φονεύση. Εκ τούτου φοβηθείς ενεχώρησε και επήγεν εις την πατρίδα του. εκεί διατρίβων υπέπεσεν εις μεγαλυτέρους πειρασμούς, από τους οποίους ουδέν έπαθεν, αλλ’ έλαβεν αφορμήν ως νουνεχής και φρόνιμος να αναδείξη εαυτόν Μάρτυρα του Χριστού και Άγιον αληθέστατον δια της ενώπιον των τυράννων ευθαρσούς ομολογίας της θεότητος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Είναι τοις πάσι γνωστός ο κατά των Τούρκων αγών και πόλεμος των Σέρβων. Εναντίον τούτων συνάγοντες οι Τούρκοι στρατεύματα ηνάγκαζον και τον πατέρα του Αγίου να υπάγη θέλοντες να τον προχειρίσωσι χιλίαρχον, ως άνδρα μεγαλόσωμον και ανδρείον. Αλλ’ εκείνος, επεκρίθη προς αυτούς· «Αδύνατον να υπάγω εναντίον των ομοπίστων μου Χριστιανών»· όθεν ελογχεύθη την δεξιάν πλευράν, ως ο Δεσπότης και Θεός, και εκόπη τότε την κεφαλήν υπό των μισοχρίστων εκείνων αγρίων Αγαρηνών, τοιουτοτρόπως δε απεδείχθη Μάρτυς της αληθούς ημών πίστεως ο μακάριος εκείνος και τρισόλβιος πατήρ του σήμερον παρ’ ημών εορταζομένου Αγίου. Εκείνοι δε, δια να ικανοποιήσωσι περισσότερον τον θυμόν και την μανίαν των, ήρπασαν την γυναίκα και τας δύο θυγατέρας της, και δια πολλών απειλών τας ετούρκευσαν. Ο δε Ιωάννης, ιδών τότε την τοσαύτην δυστυχίαν της μητρός και των αδελφών, μετασχηματισθείς, εκρύβη εις την οικίαν σεβασμίας τινός γραίας. Μαθούσα δε η μήτηρ και αι αδελφαί την αποκρυβήν του Ιωάννου έστειλαν μίαν ημέραν Τούρκους τινάς δια να τον πιάσωσι. Και μη γνωρίσαντες αυτόν, μολονότι ο ίδιος απεκρίβη προς αυτούς, ότι τοιούτος άνθρωπος δεν εφάνη εις ταύτα τα μέρη, ανεχώρησαν. Η δε καλή εκείνη γραία έστειλε τον Ιωάννην εις το Βουκουρέστιον της Ρουμανίας, όπου και γνωρισθείς μετά του Αγίου Οσιομάρτυρος Ευθυμίου, εφιλιώθη μετ’ αυτού, ώστε ήτο μεταξύ αυτών περισσότερον τι της φυσικής αδελφικής σχέσεως και φιλίας. Τοιουτοτρόπως η ομοιότης των ηθών συνιστά ζώσαν αγάπην και διατηρεί αυτήν δια παντός απαραμείωτον, ότε μάλιστα και τις αόρατος χάρις συνδέει αμφότερα τα μέρη. Διατρίβων λοιπόν εκεί εις Βουκουρέστιον, και βλέπων ότι κινδυνεύει να περιπέση εις εντοπίους παρανομίας και ασωτίας, εσκέφθη να υπάγη εις το Άγιον Όρος. Διαβαίνων δε την πόλιν Σούμλαν, εύρεν εκεί τον φίλον του Άγιον Ευθύμιον, όστις προ αυτού είχεν αναχωρήσει από το Βουκουρέστιον, και εκεί εις την Σούμλαν, καθώς διηγήθημεν εις την Βιογραφίαν του Αγίου Ευθυμίου, ηρνήθη τον Χριστόν. Ιδών λοιπόν αυτόν εις τοιαύτην κατάστασιν, ελυπήθη μεν υπερβαλλόντως δια του φίλου του την δυστυχίαν, έλαβε δε πρόνοιαν να αναχωρήση εκείθεν όσον τάχιστα, μήπως συμβή και εις αυτόν κανέν τοιούτον απευκταίον δια τας τότε εκεί ανωμαλίας των περιστάσεων. Εν ω δε ταύτα εσυλλογίζετο, έφθασαν μερικοί Τούρκοι στρατιώται, και ευρόντες αυτόν εις τον τόπον όπου έμενε, αρπάζοντες και εκδύοντες τα της οικίας του πράγματα, τον ηνάγκαζον να αρνηθή την πίστιν του και να γίνη Τούρκος. Ο δε φοβηθείς, έδωκεν εις αυτούς υπόσχεσιν, ότι γίνεται. Εκείνοι, πεισθέντες εις τον λόγον του μόνον, εφρόντιζον δια την διαρπαγήν. Ο δε λαβών ευκαιρίαν, έφυγε πάραυτα εκείθεν, και περιπατών ημέραν και νύκτα έφθασεν εις Εσκή Ζαγοράν, εκείθεν δε μετά τινος Προηγουμένου Αγιορείτου εκ της Ιεράς Μονής του Γρηγορίου ήλθεν εις το Άγιον Όρος, και διατρίψας ολίγον καιρόν εις την αυτήν Μονήν του Γρηγορίου και μεταβάς αλλεπαλλήλως εις διαφόρους Μονάς, τέλος επήγεν εις την Σκήτην της Αγίας Άννης προς τον αείμνηστον εκείνον άνδρα παπά Βασίλειον, μετά του οποίου δια τινα ανάγκην επήγεν εις Θεσσαλονίκην. Επειδή δε τότε εμαρτύρησεν εκεί ο Άγιος Οσιομάρτυς Δαβίδ, επυρώθη τοσούτον από το πυρ της θείας αγάπης, ως είδε κρεμάμενον τον Άγιον δια το όνομα του Χριστού, ώστε ηθέλησε να μαρτυρήση και αυτός εκεί, ανίσως δεν ημποδίζετο από τινα άλλον αδελφόν Γέροντα, όστις έλαβεν αυτόν τότε παρά του παπά Βασιλείου και επέστρεψαν εις την Αγίαν Άνναν. Ασθενήσας δε ο Γέρων ούτος μετά ημέρας τινάς, εκοιμήθη εν Κυρίω. Τοσούτον τον Γέροντα εμακάριζεν ο Ιωάννης και ενεκωμίαζεν ως ενάρετον, δια του οποίου τον θάνατον και λυπηθείς ανεχώρησεν εκείθεν, και επήγεν εις την Σκήτην του Καυσοκαλυβίτου. Κατά δε την εορτήν της Πεντηκοστής εις εκ των αδελφών της Σκήτης του Τιμίου Προδρόμου, ελθών προς επίσκεψιν των αδελφών της Αγίας Άννης, διηγήθη το μαρτύριον του νεωστί αθλήσαντος Αγίου Οσιομάρτυρος Ευθυμίου. Τούτο ακούσας ο Ιωάννης εχάρη καθ’ υπερβολήν, και δοξολογών τον Θεόν, έλεγεν ότι δεν είναι δίκαιον να χαίρηται μόνον αυτός εις τους ουρανούς, αλλά να παραλάβη και αυτόν εις την συνοδείαν του και μάλιστα με τον ίδιον τρόπον του Μαρτυρίου. Εκ τούτου φλογιζόμενος ήλθε και εις την Νέαν Σκήτην και μείνας ολίγας ημέρας εις την καλύβην του Γέροντος Κοσμά, εγνώρισεν εκεί Ιερέα τινά Προκόπιον, παρ’ ου οδηγηθείς ήλθεν εις την Σκήτην του Τιμίου Προδρόμου προς τον Πανοσιώτατον πνευματικόν Νικηφόρον, τον Γέροντα και αλείπτην του φίλου του Αγίου Ευθυμίου· όστις μαθών τα κατ’ αυτόν, τον υπεδέχθη μετά χαράς, και παρέδωκεν αυτόν εις την επιστασίαν του πρώτου των υποτακτικών του, δηλαδή εις τον Γέροντα Ακάκιον. Ενταύθα λοιπόν καταβιβάσας τα άρμενα της περιπλανήσεως και περιφοράς του, και επιρρίψας ως άγκυραν τους λογαριασμούς του εις τον λιμένα της ησυχίας και καλής οδηγίας του Γέροντός του, ηκολούθει μετά χαράς εις τον κανόνα του πνευματικού του Πατρός και έκαμνεν αυτόν μετά μεγάλης προθυμίας και ζέσεως, ημέραν δε παρ’ ημέραν ηύξανε τους αγώνας και εφαίνετο ότι ηύξανε και εις την αρετήν, ως δένδρον παρά τας διεξόδους των υδάτων, άρτον μόνον εσθίων και ύδωρ πίνων, όσον να ικανοποιή μικρόν την ανάγκην της φύσεως. Τας γονυκλισίας εξέτεινε και κομβοσχοίνια των μικρών μετανοιών εμέτρα με το διάστημα των ωρών, η δε ζωή του δεν ήτο ή εν μελέτημα του ονόματος του Ιησού Χριστού! Ανεγίνωσκεν αείποτε το ιερόν Ευαγγέλιον εις το σλαβονικόν και πολλάκις της ημέρας έλεγε τους Οίκους της Θεοτόκου, προς την οποίαν είχε πολλήν ευλάβειαν, και την οποίαν μετά δακρύων παρεκάλει συνεχώς να τον αξιώση του μαρτυρικού τέλους. Εις τοιούτους λοιπόν αγώνας ευρισκόμενος και τοσούτον κοπιάζων και δουλαγωγών το σώμα του, εφαίνετο πάντοτε φαιδρότατος. Ήτο δε και εις άκρον φιλότιμος, μη θέλων να μένη οπίσω από κανένα κατορθωτήν της αρετής, ουδέ και από τον φίλον του τον Άγιον Ευθύμιον. Δι’ ο και καθ’ ημέραν, συλλογιζόμενος το Μαρτύριον εκείνου, εσπούδαζε να κάμνη όσα ήκουσεν, ότι έκαμεν ο Άγιος Ευθύμιος, δια να ημπορέση να σύρη και αυτός εις εαυτόν την μαρτυρικήν χάριν εκείνου. Και εις όσα μεν υπερέβαλε τον Άγιον Ευθύμιον, δεν ήθελε να τα μετρά, αλλ’ εταπεινοφρόνει ο θαυμάσιος· εις όσα δε έμενεν οπίσω, ηγωνίζετο να τον φθάση και συνεχώς παρεκάλει να τον ενδυναμώση να αξιωθή και του Μαρτυρίου, δια να μη είναι μακράν από αυτόν, όστις και έτι ζων προεφήτευσε περί αυτού, ως είπομεν εις τον Βίον του, ότι μετ’ αυτόν θέλει έλθει και άλλος προς τον Πνευματικόν του πατέρα Ακάκιον, όστις και αυτός μέλλει να μαρτυρήση. Αυτά λοιπόν είναι τα κατορθώματα και αι θεοφιλείς πράξεις του Αγίου, και όσας άλλας ακόμη ημείς δια το αδύνατον του νοός και της ζωής ημών δεν ηδυνήθημεν να περιεργασθώμεν εις αυτόν και να εννοήσωμεν. Δεν εφαίνοντο όμως αυτά αρεστά εις τον εχθρόν του καλού και της αρετής διάβολον. Διο και με πάντα τρόπον εσπούδαζε να τον αποκόψη και εμποδίση από του θαυμαστού τούτουτρόπου και δρόμου της αρετής, άλλοτε μεν με τους λογισμούς της κοσμικής προσπαθείας, άλλοτε δε με την φιλαυτίαν, άλλοτε με την φιλοδοξίαν και ανυποταξίαν, και άλλοτε πάλιν με την φιληδονίαν, δια της οποίας τοσούτον πόλεμον έφερεν εις αυτόν καθ’ όλον το ύστερον, ώστε μίαν ημέραν έπεσε κάτω ως από της πολλής φλογός της σαρκικής επιθυμίας. Έπειτα δραμών εις τον επιστάτην του Γέροντα Ακάκιον και παρηγορηθείς υπ’ αυτού και στηριχθείς με λόγους θεοφιλείς και παραδείγματα αγίων ανδρών, ως έπρεπεν, επήγεν εις την Εκκλησίαν και έλαβεν εις χείρας του την εικόνα της Θεοτόκου, κατασπαζόμενος δε αυτήν παρεκάλει μετά δακρύων να τον βοηθήση και ελευθερώση από τοιούτου πολέμου και την επιβουλήν του διαβόλου. Ήλθε δε εις αυτόν τότε δια της Χάριτος της Θεομήτορος ευωδία τις έρρητος και απερίγραπτος, την οποίαν δεν ηδύνατο να εννοήση πόθεν ήρχετο, έκτοτε δε έλειψεν απ’ αυτού ο θανατηφόρος της ψυχής πόλεμος. Όλους αυτούς τους κόπους και τα κατορθώματα της αρετής ελογίζετο εις ουδέν ο μακάριος· ένα δε είχε σκοπόν αείποτε και εφαντάζετο, το Μαρτύριον, περί του οποίου συνεχώς μετά δακρύων παρεκάλει τον Γέροντά του, δια να λάβη την άδειαν και ευχήν να υπάγη και αυτός, καθώς και ο προ αυτού. Και επειδή ο Γέρων δεν έδιδεν εις αυτόν την άδειαν, έμενεν εις μεγάλην λύπην πλατυνόμενος εις τους κόπους και τους αγώνας της ασκήσεως. Ιδών όμως μετά ταύτα τον πόθον, τον οποίον είχε, να θανατωθή δια το όνομα του Χριστού, και κρίνας το πράγμα καλώς, ότι ήτο θέλημα Θεού, ο Γέρων Ακάκιος εκούρευσεν αυτόν Μοναχόν, μετονομάσας Ιγνάτιον, και συγκατανεύσας εις τον σκοπόν του, έδωκε την άδειαν εις το να υπάγη εις την βασιλεύουσαν κατά τον πόθον του. Διορίζεται τότε παρά του πνευματικού του Πατρός πάλιν ο Γρηγόριος δια να απέλθη μετ’ αυτού συνοδοιπόρος εις την βασιλεύουσαν, και ως πρόθυμος και καλός υποτακτικός δέχεται μετά χαράς την προσταγήν του Γέροντος, και μετά τας κοινάς ευχάς και ευλογίας απάντων των εν Χριστώ Πατέρων και αδελφών της Σκήτης, παραλαβών το νέον του Χριστού καλλιέργημα, ως αρνίον άκακον συρόμενον εις σφαγήν, καταβαίνει μετ’ αυτού εις την σεβασμίαν Μονήν των Ιβήρων, και ασπασάμενοι την θαυματουργόν Εικόνα της Πορταϊτίσσης Θεοτόκου και τους εκεί εν Χριστώ Πατέρας και αδελφούς, και λαβόντες παρ’ αυτών ευχάς και παρά της Θεομήτορος βοήθειαν, ανεχώρησαν δια την Λαύραν. Εκείθεν δε ευρόντες πλοίον, ανεχώρησαν δια Κωνσταντινούπολιν, κατά την δωδεκάτην Σεπτεμβρίου. Μετά μεγάλας τρικυμίας, κινδύνους τε και δυσκολίας, τας οποίας καθ’ οδόν εδοκίμασαν, έφθασαν εκεί κατά την εικοστήν ενάτην του αυτού μηνός, και έμειναν εις το εργοστάσιον θεοφιλούς τινος ανδρός, όστις τους υπεδέχθη μετά πάσης χαράς και προθυμίας ως ανθρώπους του Θεού. Έμαθον δε τότε ότι ήτο εκεί και ο φιλόχριστος Ιωάννης εκείνος, όστις υπηρέτησε και εις τα του Αγίου Ευθυμίου, και εχάρησαν μεγάλως. Ευρόντες δε αυτόν εφανέρωσαν τον σκοπόν των, και ευρών αυτόν έτοιμον εις όσα ήσαν αναγκαία, τα οποία ετοιμάσας εκείνος έφερεν εις αυτούς, εστοχάσθησαν ως αρμοδίαν ημέραν την ερχομένην Παρασκευήν, ίνα παρρησιασθή εις το κριτήριον ο Ιγνάτιος. Και δη μεταλαβών των Αχράντων Μυστηρίων, εξεδύθη τα ίδια αυτού ιμάτια και ενεδύθη τα τουρκικά, και όλος φαιδρός και λαβών ευχήν παρά του συνοδίτου Γρηγορίου, και αντιδούς εις αυτόν, ως εικός, μετά πολλάς συνδιαλέξεις και δάκρυα χωρισμού, αναμνήσεις και λόγους παραινετικούς προς το Μαρτύριον, τα οποία δια συντομίαν παρατρέχομεν, έτρεχεν ο ένθερμος ούτος εραστής του Χριστού, ώσπερ τις έλαφος διψώσα, και οδηγούμενος υπό του προρρηθέντος Ιωάννου ήλθεν εις την Υψηλήν λεγομένην Πύλην των Οθωμανών· επειδή δε τότε δια τινας αιτίας δεν ήτο το κατ’ αυτούς λεγόμενον Διβάνι, εγύρισεν άπρακτος μετά μεγάλης λύπης. Ερωτώμενος δε υπό του συνοδίτου του Γρηγορίου, πως ούτως ετελείωσε σύντομα το έργον του, απεκρίθη με την συνειθισμένην του απλότητα· «Δεν ήτο εκεί, αδελφέ, ούτε ο βασιλεύς, ούτε ο βεζύρης». Συνέβη δε τότε, δια τινας αιτίας βασιλικάς, να μη γίνη Διβάνι έως της ερχομένης Τρίτης. Καθ’ όλας δε τας ημέρας ταύτας απήγαινεν εκεί μετά χαράς δια να παρρησιασθή, και εγύριζεν άπρακτος μετάμεγάλης λύπης δια την αποτυχίαν του. Μαθών δε εις των φιλοχρίστων Χριστιανών την υπόθεσιν ταύτην, και γνωρισθείς μετά του Γρηγορίου, τον συνεβούλευσε να στείλη τον Μάρτυρα εις την οικίαν άλλου τινός φιλοχρίστου, δια να προσευχηθή έμπροσθεν εις μίαν εικόνα της Θεοτόκου θαυματουργόν, την οποίαν είχεν εκείνος εις τον οίκον του. Επείσθη εις αυτό ο Γρηγόριος και απέστειλεν εκείσε τον Ιγνάτιον. Τούτου δε προσευχομένου όλην την νύκτα και ικετεύοντος μετά θερμών δακρύων την Θεοτόκον, εις το να ευκολύνη την οδόν του Μαρτυρίου του, περί το μεσονύκτιον έγινε κρότος και εξαίφνης στέφανος λαμπρός, εξερχόμενος από της σεβασμίας εκείνης εικόνος της Θεομήτορος, περιεκύκλωσε τον Ιγνάτιον. Και τούτο εγένετο τρις, καθώς διηγήθησαν, όσοι παρετήρουν αυτόν κρυφίως. Όταν δε επέστρεψε την πρωϊαν προς τον Γρηγόριον, έμαθεν ότι γίνεται την ημέραν εκείνην Διβάνι. Πλήρης λοιπόν χαράς και σπουδής επήγεν εις το παλάτιον του κριτού, και εμβάς είπε μετά παρρησίας μεγάλης προς αυτόν· «Εγώ, κριτά, όταν ήμην παιδίον ανήλικον, βιασθείς από σας τους Τούρκους, έδωσα λόγον ψιλόν, ότι αρνούμαι την πίστιν μου, και τώρα ήλθα εδώ να λάβω τον λόγον εκείνον οπίσω και να κηρύξω τον Χριστόν μου Θεόν αληθινόν και πλάστην μου». Ομού δε με τον λόγον έρριψε κατά γης το πράσινον σαρίκιον από την κεφαλήν του. Ο δε κριτής, βλέπων και ακούων ταύτα, απεκρίθη μετά θυμού· «Ποίος σε έφερεν εδώ; Καλόγηρος ή κοσμικός»; Λέγει ο Μάρτυς· «Μόνος μου ήλθα με την δύναμιν του Χριστού»· λέγων δε ταύτα εδείκνυε μίαν εικόνα του Κυρίου Ιησού Χριστού, την οποίαν δια βοήθειάν του έκρυπτεν εις το στήθος του ομού με ένα σταυρόν. Λέγει προς αυτόν ο κριτής· «Άφες, άνθρωπε, τας μωρολογίας και ελθέ εις σεαυτόν· στοχάσου ότι, εάν εμμείνης εις την ιδέαν ταύτην, θα υποφέρης τρομεράς βασάνους και τέλος και αυτόν τον θάνατον. Πλην να σου δώσωμεν ημείς πολλά δωρήματα, ώστε να ζήσης με αυτάρκειαν εις όλην σου την ζωήν, να σε προβιβάσωμεν και εις αξιώματα ίνα χαίρης με ημάς πάντοτε». Ο δε Μάρτυς απεκρίνατο· «Τα μεν δώρα σου και αξιώματα, ως πρόσκαιρα, τα χαρίζω εις σε τον πρόσκαιρον· τας δε παιδείας και τον θάνατον, με τον οποίον με φοβίζεις, αυτά δεν είναι εις εμέ νέον μήνυμα, αλλά, προ του να έλθω, τα ηξεύρω, και μάλιστα δια τούτο ήλθον, να με θανατώσης δια τον Χριστόν μου, όστις είναι ο μόνος αιώνιος και αθάνατος Θεός, του οποίου και τα δωρήματα είναι αιώνια και η Βασιλεία του ουράνιος, ανεκλάλητος και ασάλευτος· ο δε ψευδοπροφήτης ο ιδικός σας Μωάμεθ είναι διδάσκαλος της απωλείας και αποστάτης Θεού, φίλος δε του διαβόλου, επίσης η διδασκαλία του ήτο σατανική, και σεις οι μάταιοι τον επιστεύσατε, και μέλλετε να κολασθήτε με αυτόν, εάν δεν πιστεύσητε εις τον Χριστόν τον αληθή Θεόν». Ταύτα ακούσας ο κριτής ηλλοιώθη από τον θυμόν του και μη δυνάμενος να λαλήση, έκαμε νεύμα να εκβάλωσιν έξω τον Μάρτυρα, τον οποίον συλλαβών εις των παρισταμένων υπηρετών έσυρε μετά βίας. Ο δε Μάρτυς, απλώσας την χείρα του, έδωκεν εις αυτόν εν ράπισμα, και δραμών έμπροσθεν του κριτού εγονάτισε, και ελέγχων αυτόν και την πίστιν του, έκλινε τον αυχένα του και τον παρεκίνει να τον σφάξη ο ίδιος. Τότε λαβόντες αυτόν οι υπηρέται δια της βίας τον έβαλον εις την φυλακήν, έθεσαν δε και τους πόδας του εις την ποδοκάκην, και περιέβαλον με αλύσεις σιδηράς και βαρείας τον τράχηλόν του. Φέροντες δε και εμπαόζοντες αυτόν τον ηνάγκαζον να αρνηθή την πίστιν του. ο δε γενναίος Αθλητής του Χριστού υπέφερε τα πάντα ευχαρίστως και έχαιρεν, ότι βασανίζεται δια τον Χριστόν τον υπερύμνητον, καθώς εχαίροντο και οι Απόστολοι, ότε εδάρησαν και εξεβλήθησαν του παρανόμου εκείνου συνεδρίου, διότι εκήρυττον τον Χριστόν. Τελειωθέντος λοιπόν τότε του Διβανίου, έφερεν ο κριτής τον Μάρτυρα εις ιδιαιτέραν εξέτασιν, και ερωτών αυτόν, ποίος το έφερεν εκεί, ήκουσεν από τον Μάρτυρα· «Ο Κύριός μου Ιησούς Χριστός με έφερε». Λέγει ο κριτής· «Ελθέ, τέκνον, εις σεαυτόν, και μη είσαι τόσον αταπείνωτος! Μέλλεις να δοκιμάσης τα βασανιστήρια όσα δεν ηκούσθησαν, και μη ελπίζης να αποτμηθής και να λάβωσιν οι Χριστιανοί το αίμα σου προς αγιασμόν, αλλά μέλλω να σε κρεμάσω». Λέγει ο Μάρτυς· «Είτε με κόψης είτε με κρεμάσης, ω κριτά, ευεργεσίαν μεγάλην μου κάμνεις, και όλα τα δέχομαι δια την αγάπην του Χριστού μου μετά χαράς». Τότε επρόσταξεν ο κριτής και έβαλον τον Μάρτυρα εις απόκρυφον τινα και σκοτεινήν φυλακήν. Ο δε συνοδίτης του Γρηγόριος, πληροφορηθείς όσα ημείς ήδη ανωτέρω διηγήθημεν, έβρεχε με δάκρυα το έδαφος της γης και μετά ζεούσης καρδίας ικέτευε τον αθλοθέτην Χριστόν τον Θεόν να ενδυναμώση τον Μάρτυρα εις το να τελειώση τον δρόμον του Μαρτυρίου του ενδόξως και θεοφιλώς. Ωσαύτως και άλλοι Χριστιανοί πολλοί διένεμον χρήματα, ελεημοσύνην προς βοήθειαν του φυλακισθέντος Μάρτυρος. Εκεί λοιπόν ευρισκόμενος ο Μάρτυς, ότι μεν ενόμιζε την σκοτεινήν εκείνην φυλακήν άλλον Παράδεισον δι’ αυτόν και τας βασάνους τρυφάς και απολαύσεις, πάσα καρδία Χριστιανού δύναται να το πιστεύση και νους θεοφιλής να το συμπεράνη· οποίας δε τυραννίας και παιδείας του έκαμνον εις αυτήν οι άσπλαγχνοι εκείνοι υπηρέται του διαβόλου, δεν μας έγινε γνωστόν έως του νυν, μ’ όλον ότι εξητάσαμεν διαφόρους. Εκείνο δε όπερ παρά πάντων των εν Κωνσταντινουπόλει Χριστιανών άδεται και πιστεύεται είναι, ότι μεγάλας παιδείας εδοκίμασεν ο μακάριος υπό των ασεβών εκείνων και μεγάλην γενναιότητα έδειξε, βασανιζόμενος υπέρ του ονόματος του Χριστού δύο ολοκλήρους ημέρας και νύκτας. Μετά δε τας σκληράς εκείνας παιδείας και τας απατηλάς κολακείας και υποσχέσεις εφάνη ακατάσειστος και ακατάπειστος ο του Χριστού στρατιώτης και Μάρτυς. Είτα έφερεν αύθις εις εξέτασιν ο κριτής αυτόν, και ως είδεν αυτόν με παρρησίαν απαράμιλλον ομολογούντα την θεότητα του Ιησού Χριστού, και καταισχύνοντα την ματαίαν αυτων πλάνην και τον ταύτης διδάσκαλον ονομάζοντα δαιμονιώδη, απελπισθείς, κατεδίκασεν αυτόν εις τον δι’ αγχόνης θάνατον. Ευθύς τότε παραλαβόντες οι δούλοι του διαβόλου το άκακον αρνίον του Δεσπότου Χριστού, έσυρον αυτόν προς τον θάνατον. Εκείνος δε, καίτοι εκνευρισμένος από την πείναν, την δίψαν και την λοιπήν κακοπάθειαν του σώματος, μ’ όλον τούτο εδείκνυεν, ως λέγουσι, μεγίστην προθυμίαν απερχόμενος εις τον τόπον της καταδίκης, ως μέλλων μετ’ ολίγον να φθάση εις το άκρον των εφετών, τον γλυκύτατόν του Χριστόν τον Θεόν, υπέρ του οποίου και κόσμον και τρυφάς και ηδονάς και σώμα και νεότητα και αυτήν την ζωήν εκουσίως παρέδωκε και κατεφρόνησεν ο αείμνηστος. Αφ’ ου λοιπόν έφθασαν εις τον τόπον εκείνον, Δακτυλόπορταν λεγόμενον, νομίζων ότι μέλλει να αποκεφαλισθή, έκλινε τα γόνατα· ω της γενναιότητός σου, στρατιώτα του Χριστού, Αθλητά Ιγνάτιε! Και κλίνας τον αυχένα του, παρεκάλει να τον θανατώση ο δήμιος. Αλλ’ επειδή η προσταγή ήτο να κρεμασθή, ανεβίβασαν αυτόν οι άνομοι υπηρέται εις τα υψηλά, και σύραντες βιαίως το σχοινίον, έπνιξαν τον Μάρτυρα, κρεμάσαντες αυτόν επί του ξύλου κατά μίμησιν του Χριστού, και ούτως ετελειώθη ο αείμνηστος κατά την ογδόην του Οκτωβρίου μηνός του χιλιοστού οκτακοσιοστού δεκάτου τετάρτου έτους (1814), ημέρα Πέμπτη, ώρα έκτη, και ούτως απέπτη από τα ύψη της αγχόνης ως λευκοανθισμένη περιστερά εις τους ουρανούς, τοιουτοτρόπως δε παρασταθείς εις την αγάπην και τον έρωτά του Χριστόν τον Θεόν, ώσπερ τις ωραία και πολύπροικος νύμφη, με πληθύν πόνων ασκητικών και ιδρώτων και αγώνων του Μαρτυρίου, και με καλλονήν μιας αληθούς αφθορίας και παρθενίας, εστεφανώθη παρ’ αυτού με τοιούτον τριπλούν στέφος και διάδημα, και κατετάχθη εις τους μαρτυρικούς νυμφώνας και θαλάμους, ίνα χαίρηται πάντοτε μετ’ αυτών. Ο δε συνοδίτης του Γρηγόριος, μαθών το πανένδοξον τέλος του Μάρτυρος, παρ’ ολίγον έχανε τους λογισμούς του από της χαράς, και τρέχων τήδε κακείσε, έφθασεν εις τον τόπον όπου ιδών τον Μάρτυρα κρεμάμενον, επροσκύνησεν, ως συμπεραίνω, αυτόν από μακρόθεν, και έκλαυσεν από την χαράν του, πλην να πλησιάση εις αυτόν δεν ηδύνατο, εμποδιζόμενος υπό των φυλασσόντων αυτόν στρατιωτών απίστων. Όθεν και έλαβε φροντίδα πως να λάβη το ιερόν αυτού λείψανον. Τούτο δε μετά την τρίτην ημέραν αγοράσας από τους δημίους εκείνους με χρήματα ικανά, ανεχώρησεν από την Κωνσταντινούπολιν τη ιδ’ (14) Οκτωβρίου, ώσπερ τις μυροφόρος ολκάς, έχων επί των ώμων του τον καλόν φόρτον, τον θείον νεκρόν του Αγίου ενδόξου Οσιομάρτυρος Ιγνατίου, του σήμερον παρ’ ημών των θερμών αυτού εραστών λαμπρώς εορταζομένου, έφερε δε μεθ’ εαυτού και μαρτυρικά λείψανα του προαθλήσαντος Αγίου Ευθυμίου, άπερ έλαβε από της νήσου της Πρώτης, εις την οποίαν διηγήθημεν ότι ετάφη ο Άγιος Ευθύμιος προ μηνών επτά, και έφθασεν εις Άγιον Όρος τη εικοστή του αυτού Οκτωβρίου. Ο δε ιερός νεκρός και τα λείψανα εναπετέθησαν εις τον νεόδμητον αυτών σεπτόν Ναόν. Λέγονται δε και παρά πολλών βεβαιούνται περίτούτου του Αγίου και τινα παράδοξα και διηγήσεως άξια, τα οποία, επειδή παρεκλήθημεν και διωρίσθημεν παρά τινων θεοφιλών ανδρών Βυζαντινών δια γραμμάτων, αναφέρομεν αυτά. Εις θεοσεβής Χριστιανός προ της τελειώσεως του Αγίου έδωκεν εις αυτόν εν βαλάντιον με μερικά χρήματα δια να εξοδεύση τάχα εις τας ανάγκας του από αυτά· όταν δε εκρεμάσθη ο Άγιος (μ’ όλον ότι αναμφιβόλως δυνάμεθα να συμπεράνωμεν, ότι έλαβον αυτά οι δήμιοι ή οι παιδεύσαντες τον Μάρτυρα), πάλιν ω του θαύματος! ευρέθη το βαλάντιον με όλα τα αργύρια εις τον κόλπον του ανδρός εκείνου, τα οποία καίτοι διανέμων εξ αυτών εις πολλούς πτωχούς με αφθονίαν και χωρίς παρατήρησιν, έμενον πολλάς ημέρας τα αυτά, χωρίς να λείψωσιν ή τελειώσωσιν. Χριστιανός τις υπό ευλαβείας κινούμενος, ότε ο Άγιος εκρέματο, επήγε μίαν νύκτα, κοιμωμένων των φυλάκων, και ανοίξας με βελόνην τον πόδα του Αγίου έβρεξε το μανδήλιόν του με το καταρρέον αίμα του Αγίου. Μετά ολίγας ημέρας ιδών το μανδήλιον, βλέπει με έκπληξιν εσχηματισμένον εις αυτό σταυρόν δια του αίματος του Μάρτυρος! Τούτο το μανδήλιον με τον σταυρόν είδον άλλοι πολλοί Χριστιανοί αξιόπιστοι και εθαύμασαν. Εις το κατά τον Γαλατάν ευρισκόμενον προσκύνημα του Κύκκου της Υπεραγίας Θεοτόκου επήγαν μίαν ημέραν ένα δαιμονιζόμενον και ένα παράλυτον· ο δε Μοναχός ο υπηρετών αυτό το προσκύνημα, και έχων τον σκούφον, ον εφόρει ο Άγιος εις τον δρόμον του Μαρτυρίου του, ηγορασμένον από των δημίων, έθηκεν αυτόν εις τους ασθενούντας, επικαλούμενος τον Άγιον, και παρευθύς, ω του θαύματος! ευρέθη ο παράλυτος όρθιος και ο δαιμονιζόμενος υγιής και σώφρων εις δόξαν Χριστού του Θεού, και πίστωσιν της αγιότητος του Αγίου Οσιομάρτυρος Ιγνατίου· ου ταις αγίαις πρεσβείαις ρυσθείημεν των δεινών και τύχοιμεν της ουρανίου Βασιλείας, Χάριτι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2545
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Θ΄ (9η) του μηνός Οκτωβρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΙΑΚΩΒΟΥ του Αλφαίου.

Δημοσίευση από silver »


Ιάκωβος ο θείος Απόστολος του Κυρίου, ο του Αλφαίου υιός, ήτο εις εκ των Δώδεκα Αποστόλων, καθώς μαρτυρούσιν οι δύο Ευαγγελισταί, ο Ματθαίος και ο Μάρκος· υπήρξε δε και αδελφός του Ευαγγελιστού Ματθαίου. Ούτος λοιπόν ο Άγιος του Κυρίου Απόστολος, εξελθών εις το κήρυγμα του Ευαγγελίου, κατέστρεφε τους βωμούς των ειδώλων, υπό θείου ζήλου φλεγόμενος, ιάτρευε τας νόσους και εδίωκε τα ακάθαρτα πνεύματα· δια τούτο και τα πλήθη των εξ εθνών πιστευόντων ωνόμαζον αυτόν σπέρμα θείον. Διελθών λοιπόν ο θείος ούτος Απόστολος μέγα μέρος της Οικουμένης και τον Χριστόν κηρύξας ο εραστής του Χριστού, του οποίου το πάθος και τον θάνατον εζήλωσε, τελευταίον εκαρφώθη εις τον σταυρόν και ούτως εις τον ποθούμενον Χριστόν παρέδωκε το πνεύμα του.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”