Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2476
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Λόγος εις την Αγίαν Σκέπην της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου.

Δημοσίευση από silver »


Την ιεράν ταύτην εορτήν της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας επιτελούμεν, αδελφοί, εις ανάμνησιν της οπτασίας την οποίαν είδεν ο Όσιος Πατήρ ημών Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός κατά τας ημέρας της βασιλείας του ευσεβεστάτου βασιλέως Λέοντος. Κατά την εποχήν εκείνην, εν ημέρα Κυριακή, πρώτη Οκτωβρίου, ετελείτο εις τον εν Βλαχέρναις περίλαμπρον Ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου ολονύκτιος υμνωδία, εις την οποίαν παρευρίσκετο και ο Όσιος Ανδρέας μετά πλήθους λαού. Τότε περί την τετάρτην ώραν της νυκτός ανυψώσας ο Όσιος τους οφθαλμούς αυτού προς τον ουρανόν είδε την ουράνιον Άνασσαν, την Σκέπην παντός του κόσμου, την Υπεραγίαν Παρθένον και Θεοτόκον, ισταμένην εις τον αέρα και προσευχομένην, λάμπουσαν δε ως ο ήλιος και σκέπουσαν τον λαόν με το τίμιον αυτής Μαφόριον. Ιδών δε αυτήν ο όσιος Ανδρέας λέγει εις τον μαθητήν αυτού τον μακάριον Επιφάνιον· «Βλέπεις, αδελφέ, την Βασίλισσαν και Κυρίαν των απάντων ευχομένην υπέρ του κόσμου παντός»; Απεκρίθη εκείνος· «Ναι, βλέπω, Πάτερ Άγιε, και εγώ δι’ ευχών σου αγίων την Κυρίαν Θεοτόκον και θαυμάζω». Ικανώς λοιπόν προσευξαμένη εκεί η Θεοτόκος, εγερθείσα εισήλθεν εις το Άγιον Βήμα, όπου ήτο η αγία Σορός η περιέχουσα το ιερόν αυτής Μαφόριον· λαβούσα δε αυτό εξήλθε και εστάθη έμπροσθεν των βασιλικών θυρών του βήματος, θέσασα δε τούτο επί της Παναχράντου αυτής κεφαλής απετύλιξε με ωραίαν σεμνότητα, είτα κρατήσασα αυτό δια των αχράντων αυτής χειρών, το οποίον ήτο μέγα και φοβερόν, εφήπλωσεν επάνω του περιεστώτος λαού και εσκέπασεν όλους τους εκεί υπάρχοντας Χριστιανούς. Έβλεπον δε αυτό οι μακάριοι επί ικανήν ώραν ούτως εφηπλωμένον, και έπεμπε λάμψιν αστραποειδή ως ήλεκτρον εξαστράπτον. Εν όσω δε η Θεοτόκος ήρχισε να αναβαίνη εις τους ουρανούς, εχάνετο ολίγον κατ’ ολίγον και η θεία αυτής Σκέπη, και πλέον δεν εφαίνετο, παρέμεινεν όμως εκεί η Χάρις αυτής, δια του ιερού Μαφορίου, το οποίον εφυλάττετο εις τον Ναόν αυτόν των Βλαχερνών, ήτις χάρις επεσκίαζε τους πιστούς. Ταύτης της εμφανίσεως της Αγίας Σκέπης την ανάμνησιν εορτάζομεν, διότι τοιαύτην πράγματι παρέχει προστασίαν και Σκέπην η Υπερύμνητος Δέσποινα εις τον πιστόν λαόν της και μάλιστα κατά τους εσχάτους τούτους δεινούς καιρούς, ότε υπερπληρωθέντες εκ των αμαρτιών ημών πληθύνονται εφ’ ημάς και οι κίνδυνοι, ούτως ώστε να εκπληρούνται και εις ημάς κατά τινα έποψιν τα ιερά του θείου Παύλου λόγια· «Κινδύνοις ληστών, κινδύνοις εκ γένους, κινδύνοις εξ εθνών, κινδύνοις εν πόλει, κινδύνοις εν ερημία, κινδύνοις εν θαλάσση, κινδύνοις εν ψευδαδέλφοις» (Β΄ Κορ. ια: 26). Έτι δε εκπληρούνται εφ’ ημάς και αυτού του Κυρίου τα θεία λόγια· «Εγερθήσεται γαρ έθνος επί έθνος και βασιλεία επί βασιλείαν· και έσονται λιμοί και λοιμοί, και σεισμοί κατά τόπους» (Ματθ. κδ: 7). Και καταθλίβουσιν ημάς αι των αλλοφύλων επιδρομαί, οι εμφύλιοι πόλεμοι και αι θανατηφόροι πληγαί. Εις τοιούτους λοιπόν δεινούς καιρούς και η Υπερευλογημένη Παρθένος, η Μήτηρ του Κυρίου, δίδει εις ημάς την Σκέπην αυτής, ίνα εκ πάντων των κινδύνων λυτρώσηται ημάς και ίνα εκ μεν του λιμού, ασθενείας τε και σεισμού υπερασπισθή, εκ δε των πολέμων και πληγών σκεπάση και διαφυλάξη ημάς αβλαβείς υπό την Σκέπην αυτής την αγίαν. Καθώς δε ποτε ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος είδεν εν ουρανοίς σημείον μέγα· «Γυνή περιβεβλημένη τον ήλιον» (Αποκ. ιβ:1), ούτω και ο Άγιος Ανδρέας εις τον ουρανόμορφον Ναόν των Βλαχερνών είδε την Ανύμφευτον Νύμφην ενδεδυμένην ηλιόμορφον πορφύραν. Το υπό του Θεολόγου οραθέν μέγα σημείον την πανεύσπλαγχνον Σκέπην ημών προεικόνιζε, το οποίον θέλει φανερωθή κατά την συντέλειαν απάσης της κτίσεως. «Και ηνοίγη ο Ναός του Θεού ο εν τω ουρανώ και ώφθη η κιβωτός…. Και εγένοντο αστραπαί και φωναί και βρονταί, και σεισμός, και χάλαζα μεγάλη» (Αποκ. ια: 19). «Και σημείον μέγα ώφθη εν τω ουρανώ, γυνή περιβεβλημένη τον ήλιον» (Αποκ. ιβ: 1). Και διατί άρα το σημείον το την Υπεραγίαν Θεοτόκον προεικονίζον δεν εφανερώθη προ των αστραπτών, και των βροντών, και των φωνών, και των σεισμών, και της χαλάζης, οπότε άπαντα τα στοιχεία ήσαν ειρηνεύοντα, αλλά κατ’ αυτήν την φοβεράν του ουρανού και της γης ταραχήν; Ίνα δια τούτου φανερωθή, ότι η Παμμακάριστος καταφυγή και υπεράσπισις ημών εις αυτήν την δεινήν περίστασιν του καιρού, πλησιαζούσης της καταστροφής ημών, προφθάνει εις την βοήθειαν ημών, και περισκέπει ημάς εκ των αστραπών, των ουχί μικρόν δελεαζουσών ματαίων του κόσμου ηδονών, εκ των φωνών της βιοτικής υπερηφανείας και κενοδοξίας, εκ των βροντών της απροσδοκήτου των εχθρών επιδρομής, εκ του σεισμού των παθών, και εκ της χαλάζης των άνωθεν κατερχομένων εφ’ ημάς τιμωριών δια τας αμαρτίας ημών. Οπόταν δηλαδή άπαντα τα ρηθέντα δεινά περιστοιχούσιν ημάς, τότε ευθύς φανερούται ως μέγα σημείον η ταχίστη του γένους των Χριστιανών βοήθεια, σκέπουσα και διαφυλάττουσα ημάς δια του αοράτου προστασίας αυτής. Τούτο λοιπόν το σημείον έδωκεν ο Κύριος εις τους φοβουμένους αυτόν, όπως δι’ αυτού εκφύγωσιν από προσώπου τόξου διότι ευρισκόμεθα εις τον κόσμον τούτον ως το σημείον το τοξευόμενον. Διότι ίπτανται εφ’ ημάς βέλη πανταχόθεν· τα μεν εκ του τόξου των ορατών εχθρών των καυχωμένων εναντίον ημών δια την υπερηφανίαν αυτών, τα δε εκ του τόξου των αοράτων εχθρών, ώστε να μη δυνάμεθα να υπομένωμεν τας διαβολικάς αυτών προσβολάς, άλλα εκ της φύσεως της πολεμούσης το πνεύμα, και άλλα εκ της του Θεού δικαίας οργής, υπέρ της οποίας είπε και ο Προφητάναξ Δαβίδ· «Εάν μη επιστραφήτε, την ρομφαίαν αυτού στιλβώσει· το τόξον αυτού ενέτεινε και ητοίμασεν αυτό και εν αυτώ ητοίμασε σκεύη θανάτου· τα βέλη αυτού τοις καιομένοις εξειργάσατο» (Ψαλμ. ζ: 13-14). Όθεν ίνα μη θανατηφόρως πληγωθώμεν από ταύτα τα βέλη, εδόθη εις ημάς σημείον του φυγείν από προσώπου τόξου η Σκέπη της Πανάγνου και Πανυπερευλογημένης Παρθένου. Υπό την Σκέπην λοιπόν αυτής ως δια θυρεού φυλαττόμεθα εκ των βελών αβλαβείς. Επειδή αύτη η προστάτις ημών έχει χιλιάδας και μυριάδας μυριάδων θυρεών εις προφύλαξιν ημών. Όθεν και λέγει προς αυτήν το Πνεύμα το Άγιον· «Ως πύργος Δαβίδ τράχηλός σου… χίλιοι θυρεοί κρέμανται επ’ αυτόν, πάσαι βολίδες των δυνατών» (Άσμα Ασμάτων δ:4). Ο Προφήτης Δαβίδ ωκοδόμησε ποτε τον ωραιότατον και υψηλότατον πύργον αυτού μεταξύ της Σιών της εν υψηλώ όρει ισταμένης και της Ιερουσαλήμ της κατωτέρω κειμένης και θυγατρός Σιών ονομαζομένης. Και ήτο μεταξύ αυτών ο πύργος εκείνος, ώσπερ ο βραχίων μεταξύ κεφαλής και σώματος, επειδή την μεν Ιερουσαλήμ υπερέβαινεν εις το ύψος, την δε Σιών επλησίαζεν, εις αυτόν δε τον πύργον εκρέμαντο οι θυρεοί και πάντα τα όπλα τα εις διαφύλαξιν της Ιερουσαλήμ προοριζόμενα. Όθεν το Πνεύμα το Άγιον προσομοιοί την υπέραγνον Παρθένον με τον πύργον της Ιερουσαλήμ, επειδή θυγάτηρ ούσα του Προφήτου Δαβίδ, παρίσταται μεταξύ του Χριστού, του όντος κεφαλής της Εκκλησίας, και μεταξύ των πιστών των όντων σώμα της Εκκλησίας αυτού, υπερκειμένη μεν της Εκκλησίας, ως ούσα αληθώς ανωτέρα πάντων, πλησιάζουσα δε εις τον Χριστόν, ως δωρησαμένη εις αυτόν την σάρκα. Παρίσταται δε και τώρα ότε εστάθη εις τον αέρα μεταξύ ουρανού και γης, μεταξύ Θεού και ανθρώπων, μεταξύ του αγωνοθέτου Χριστού και της αγωνιζομένης Εκκλησίας, ώσπερ ο πύργος Δαβίδ μεταξύ Σιών και Ιερουσαλήμ, πεπληρωμένη θυρεών δυνατών (θυρεούς δε λέγω τας προς Θεόν υπέρ ημών παντοδυνάμους ικεσίας αυτής, τας υπό των αξίων ακουσθείσας κατά την εμφάνισιν της τιμίας αυτής Σκέπης). Ευχομένη λοιπόν θερμώς ως Μήτηρ προς τον Υιόν και Θεόν και πλάστην αυτής, καθικέτευεν αυτόν με λόγους γεμάτους ευσπλαγχνίας και αγάπης, τοιαύτα, λέγουσα· «Βασιλεύ Ουράνιε, δέξαι πάντα άνθρωπον δοξάζοντά Σε και επικαλούμενον το Πανάγιόν Σου όνομα εν παντί τόπω, και τον τόπον, εις τον οποίον εκτελείται η μνήμη του εμού ονόματος, αγίασον και δόξασον τους δοξάζοντάς Σε και τιμώντας Εμέ την αγαπημένην Μητέρα σου, προσδεχόμενος πάσας τας δεήσεις και ικεσίας αυτών, και απολυτρών αυτούς από πάσης ανάγκης και θλίψεως». Αι τοιαύται άρα δεήσεις Αυτής δεν είναι ώσπερ θυρεοί διαφυλάττοντες την αγωνιζομένην Εκκλησίαν; Ναι, αληθώς θυρεοί αήττητοι, δια των οποίων δυνάμεθα να σβέσωμεν πάντα τα πεπυρωμένα βέλη του μισικάλου εχθρού. Ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Αμβρόσιος ο Αρχιεπίσκοπος Μεδιολάνων, λέγει δια τον πύργον του Δαβίδ, ότι εκτίσθη δια δύο αιτίας, ήτοι αφ’ ενός μεν προς υπεράσπισιν και αφ’ ετέρου προς καλλωπισμόν της πόλεως· «Ωκοδόμησε, λέγει, πύργον ο Δαβίδ, ίν’ έσται φρουρά μεν ως μακρόθεν ορών τον εχθρόν και αποδιώκων αυτόν της πόλεως, ευπρέπεια δε ως υπερκείμενος τω ύψει απάσας τας εν Ιερουσαλήμ υψηλάς οικοδομάς». Και λοιπόν ουχί ματαίως προσωμοιώθη με τον πύργον εκείνον και η σκέπουσα ημάς Θεοτόκος, επειδή δι’ ημάς αύτη είναι πύργος ισχύος από προσώπου εχθρού. Αληθώς δε διαφυλάττει και κοσμεί ημάς· διαφυλάττει μεν, όταν τους ορατούς και αοράτους εχθρούς αποδιώκη μακράν από ημάς· όταν ελευθερώνη τους αιχμαλώτους από τα δεσμά· όταν τους τυραννουμένους υπό των ακαθάρτων πνευμάτων ελευθεροί· όταν τους θλιβομένους παραμυθήται, τους αδικουμένους υπερασπίζηται, τους πεινασμένους τρέφη, όταν εις τους εν τρικυμία γίνεται λιμήν, και όταν τους ασθενείς επισκέπτηται. Κοσμεί δε ημάς, σκέπουσα ενώπιον Θεού την γύμνωσιν της αθλίας ημών ψυχής, και δια μεν των υψηλών αυτής υπουργημάτων, ως δια πολυτίμων στολών κατακοσμούσα, δια δε των πολλών αυτής χαρίτων, ως ανεξαλείπτων θησαυρών, αναπληρούσα την ένδειαν ημών, ευαρέστους ημάς αποκαθιστά εις τον Κύριον και Θεόν ημών. Κοσμεί και στολίζει, όταν τους μη έχοντας το του γάμου ένδυμα περιβάλλη δια της ιεράς αυτής Εσθήτος και απεργάζηται, ούτως ώστε να μη φαίνεται ενώπιον του παντεφόρου οφθαλμού του Θεού η αισχύνη της ψυχικής ημών γυμνότητος, ήτις προεικονίσθη ποτέ δια της αοράτου και ακατασκευάστου γης, κεκαλυμμένης ούσης τότε δια των υδάτων. Διότι η ακατασκεύαστος εκείνη και αόρατος γη ήτο εικών της αμαρτωλού ψυχής, της απολεσάσης μεν την πνευματικήν αυτής ευκοσμίαν, ενδεούς δε ούσης εξ έργων αγαθών, και ξένης μενούσης της θείας Χάριτος· τα δε ύδατα, τα κατακαλύπτοντα τότε την ακατασκεύαστον γην, προεικόνιζον την ευσπλαγχνίαν της Θεοτόκου Μαρίας, ώσπερ θάλασσαν ανεξάντλητον, και ποταμούς αφθόνως εις πάντας επιχεομένους και πάντας επικαλύπτοντας. Αλλά και ότε το Πνεύμα του Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος, επεφέρετο επομένως και επάνω της ακατασκευάστου γης, κεκαλυμμένης ούσης υπό των υδάτων, ώσπερ να μη έβλεπε την αμορφίαν αυτής, προεικόνιζε δε τούτο ότι πάσα ψυχή σκεπομένη υπό της πανευσπλάγχνου Σκέπης της Αειπαρθένου και Θεοτόκου, όσον δύσμορφος και αν υπάρχη, δεν θέλει μείνει όμως αμέτοχος της του Αγίου Πνεύματος Χάριτος. Επειδή η Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου θέλει σκεπάσει την αμορφίαν αυτής, καθώς ποτε εσκέπασαν τα ύδατα την ακατασκεύαστον γην, και θέλει κοσμήσει αυτήν δια της ευπρεπείας της Χάριτος αυτής, και θέλει ελκύσει επ’ αυτήν το Πνεύμα το Άγιον. Στολίζει ημάς η Πανάμωμος Κόρη, ότε τους αμαρτωλούς δικαίους, και τους ακαθάρτους καθαρούς ποιεί. Όθεν και λέγει προς Αυτήν ο ιερός Αναστάσιος ο Σιναϊτης· «Τους μεν μάγους Αποστόλους, τους δε τελώνας Ευαγγελιστάς εκτελεί, τους δε πόρνους μάλλον των καθαρωτάτων παρθένων αγνίζει». Ούτω την Αιγυπτίαν Μαρίαν, πόρνην ούσαν το πρότερον, μάλλον καθαρωτέραν πολλών παρθένων απειργάσατο, ώστε η πρότερον εζοφωμένη και ακάθαρτος λάμπει ήδη εν τη Βασιλεία του Χριστού ως ο ήλιος δια πρεσβειών της Παναμώμου και Αειπαρθένου Μαρίας, ήτις είναι εις πάντας τους εις αυτήν προστρέχοντας σκέπη τε και ευπρέπεια. Στολίζει προς τούτοις αύτη και άπασαν την πνευματικήν Ιερουσαλήμ, την Εκκλησίαν, λέγω, του Χριστού, ήτις εν ταύτη τη εορτή ψάλλει προς αυτήν· «Ω θαυμαστή ευπρέπεια πάντων των πιστών! Των Προφητών εκπλήρωμα, Αποστόλων δόξα, Μαρτύρων εγκαλλώπισμα, της παρθενίας καύχημα, και παντός του κόσμου πανθαύσματος Σκέπη»! Εις τον πύργον του Δαβίδ μαζί με τους θυρεούς ήσαν και πάντα τα βέλη των δυνατών. Ούτος δε ο έμψυχος πύργος, η Πανάχραντος, έχει μεθ’ εαυτής βέλη δυνατών, δηλαδή τας ικεσίας των συν αυτή ευχομένων Αγίων. Επειδή ουχί κατά μόνας εφάνη αύτη εις την Εκκλησίαν εν τω αέρι ισταμένη, αλλά μετά των Αγγελικών Δυνάμεων και μετά πλήθους λευκοφόρων Αγίων ευλαβώς ισταμένων κύκλω αυτής, των οποίων αι προς Θεόν ικεσίαι είναι ώσπερ βέλη δυνατών δυνάμενα να αποκρούσουν πάσας τας του εχθρού παρεμβολάς. Βλέπουσα η πανάμωμος Δέσποινα ημών Θεοτόκος, ότι η ζωή ημών επί της γης είναι μία συνεχής πάλη, επειδή δι’ όλων αυτού των δυνάμεων πολεμεί ημάς ο εχθρός, όστις ήγειρε πάσας τας παρεμβολάς αυτού εναντίον ημών και εκύκλωσεν ημάς με όλα τα στρατεύματα αυτού· «Εκύκλωσάν με κύνες πολλοί· συναγωγή πονηρευομένων περιέσχον με (Ψαλμ. κα: 17)· ήνοιξε επ’ εμέ το στόμα αυτών ως λέων αρπάζων και ωρυόμενος» (Ψαλμ. κα: 14), δια τούτο θέλουσα να βοηθήση ημάς η ουράνιος Άνασσα εκίνησε κατά του εχθρού ημών πάσας τας ουρανίους Δυνάμεις. Προσεκάλεσε Προφήτας και Αποστόλους, εσύναξε Μάρτυρας και Παρθένους, συνήγαγεν Οσίους τε και Δικαίους και ήλθε συν αυτοίς να βοηθήση και να περιφρουρήση ημάς και να δώση εις ημάς την νίκην κατά του εχθρού ημών, επειδή δι αυτής εγείρονται τρόπαια και δι αυτής οι εχθροί ημών πίπτουσιν. Ήλθε λοιπόν μετά των Αγγελικών Δυνάμεων, επειδή είναι κλίμαξ προοραθείσα υπό του Ιακώβ, την οποίαν αι Αγγελικαί Δυνάμεις περικυκλούσιν. Αλλ’ ενταύθα, ενθυμούμενος τις την κλίμακα του Ιακώβ, δύναται να θαυμάζη, διατί άρα οι του Θεού Άγγελοι δεν είχον ανάπαυσιν εις αυτήν, αλλ’ ανέβαινον και κατέβαινον; Ας γνωρίζη ο τοιούτος, ότι η κλίμαξ εκείνη ήτο προεικόνισμα της Αειπαρθένου Μαρίας, κατά το προς αυτήν εκκλησιαστικόν λόγιον· «Χαίρε η γέφυρα προς τους ουρανούς η μετάγουσα, και κλίμαξ η μετάρσιος ην ο Ιακώβ εθεάσατο». Δεν έχουσι δε εν αυτή ανάπαυσιν οι Άγγελοι, επειδή η ακοίμητος εν ικεσίαις Θεοτόκος προστάσσει τους Αγγέλους, ίνα συν αυτή ακαταπαύστως βοηθώσι τους ανθρώπους, και ανερχόμενοι μεν να αναφέρωσιν εις τον Θεόν τας ευχάς των προσευχομένων, κατερχόμενοι δε να καταβιβάζωσιν εις αυτούς την Χάριν του Θεού και την δωρεάν Αυτού. Εκείνη λοιπόν η κλίμαξ κατεβίβασε και τώρα πλήθος Αγγέλων μεθ’ εαυτής, φέρουσα εις ημάς εξ ύψους σκέπην τε και βοήθειαν. Ήλθε μετά Αγγέλων, ίνα εντέλληται εις αυτούς να διαφυλάξωσιν ημάς εις πάσας τας οδούς ημών. Έφερε δε μεθ’ εαυτής και πάντων των Αγίων τα Τάγματα, όπως κοινήν υπέρ ημών ποιήσωσι δέησιν και συναναφέρη κοινώς και τας αμαρτωλάς ημών προσευχάς προς τον Υιόν αυτής και Θεόν ημών. Μεταξύ δε πάντων των μετά της Θεοτόκου φανερωθέντων εν τη Εκκλησία Αγίων ήσαν δύο λαμπρότεροι, ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, του οποίου μεγαλύτερος «ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών» (Ματθ. ια: 11) και ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Τούτους τους δύο εκίνησε μεθ’ εαυτής η προστάτις ημών εις ικεσίαν υπέρ ημών, ως μεγάλην έχοντας την παρρησίαν προς τον Θεόν, ίνα ταχύτερον κάμψη τον Θεόν εις έλεος, διότι «Πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη» (Ιακ. ε: 16). Έστη δε η Πανάχραντος Παρθένος μεταξύ δύο Παρθένων, ώσπερ η Κιβωτός μεταξύ των δύο Χερουβίμ, και ώσπερ ο θρόνος του Κυρίου Σαβαώθ μεταξύ των Σεραφίμ, και ώσπερ ο Μωϋσής εκτεταμέναις παλάμαις μεταξύ του Ααρών και του Ωρ, ο δε καταχθόνιος Αμαλήκ πίπτει συν τη ζοφερά αυτού εξουσία και δυνάμει. Εορτάζομεν όθεν την Σκέπην της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, αναμιμνήσκοντες την ένδοξον αυτής εν Βλαχέρναις φανέρωσιν, την οραθείσαν υπό των Αγίων Ανδρέου και Επιφανίου. Εορτάζομεν δε ευχαριστούντες την προστάτιδα ημών δια την φανερωθείσαν τοιαύτην προς το Χριστιανικόν γένος ευσπλαγχνίαν αυτής δεόμενοι αυτής εκτενώς, ίνα και νυν και πάντοτε ευσπλάγχνως σκέπη ημάς τους αιτούντας την Σκέπην αυτής· επειδή άνευ της Σκέπης και βοηθείας αυτής αδύνατον είναι εις ημάς τους παροργίζοντας τον Θεόν να ζώμεν επί της γης. Διότι αμαρτάνοντες κατά πολύ υποπίπτομεν εις πολλούς πειρασμούς και οδυρνούς κατά το γεγραμμένον· «Πολλαί αι μάστιγες του αμαρτωλού» (Ψαλμ. λα: 10). Προ πολλού δε θα είχομεν απολεσθή δια τας αμαρτίας ημών, εάν δεν έσκεπεν ημάς η Πανεύσπλαγχνος Δέσποινα. Και τω όντι, εάν δεν εδέετο υπέρ ημών η προστάτις ημών, ποίος ήθελε λυτρώσει ημάς εκ τοσούτον κινδύνων; Ποίος ήθελε φυλάξει ημάς ελευθέρους μέχρι σήμερον; Ο Προφήτης Ησαϊας συμβουλεύει λέγων· «Αποκρύβηθι μικρόν όσον όσον, έως αν παρέλθη η οργή Κυρίου» (Ησ. κστ: 20). Αλλ’ εκ της οργής του Κυρίου που δυνάμεθα να κρυβώμεν; Ουδαμού ευρίσκομεν σκέπην οι τάλανες να προσδράμωμεν, ειμή την Δέσποιναν του κόσμου, ήτις δι’ εαυτήν λέγει δια Πνεύματος Αγίου· «Ως ομίχλη κατεκάλυψα γην» (Σειρ. κδ: 3). Υπό την Σκέπην λοιπόν αυτής ας σκεπασθώμεν, της ως ομίχλης καλυπτούσης πάσαν την γην. Αλλ’ ω Πανυπέρτιμε Παρθένε, διατί προσωμοιώθης με τοιούτον ευτελές πράγμα, την ομίχλην; Δεν είναι άρα δια Σε εις παρομοίωσιν ο ήλιος; Η σελήνη και τα άστρα, καθώς θαυμαστικώς ερρέθη περί Σου· «Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος, καλή ως σελήνη, εκλεκτή ως ο ήλιος»; (Άσμ. στ :9) η δε ομίχλη οποίαν ευπρέπειαν έχει, ώστε να ευχαριστήσαι εις την προς ταύτην προσομοίωσιν; Η ομίχλη, οπόταν πληθυνθή επί της γης και επικαλύψη αυτήν, πάντα τα θηρία λυτρούνται τότε των κυνηγών. Τούτο δε είναι το μυστήριον, διατί η Υπεραγία Θεοτόκος επωνομάσθη ομίχλη, ίνα εκ των διωκόντων σκεπάση ημάς. Ημείς οι αμαρτωλοί κτήνη είμεθα και θηρία ένεκεν της απανθρωπίας ημών, κατά την του Χρυσοστόμου διάκρισιν, την κοιλίαν ευχαριστούμεν, καθώς η άρκτος, το σώμα εξογκώνομεν ως ο χοίρος, μνησικακούμεν ως η κάμηλος, δολιευόμεθα ως η αλώπηξ, τον ιόν της κακίας φέρομεν ως η έχιδνα. Τοιαύτα λοιπόν θηρία υπάρχοντας, προφθάνουσιν ημάς διάφοροι διώκται· προφθάνει ημάς η δικαία οργή του Θεού εκδικούσα πάντα τα κακά ημών επιτηδεύματα· «Θεός εκδικήσεων Κύριος, ο Θεός εκδικήσεων επαρρησιάσατο» (Ψαλμ.). Προφθάνουσιν ημάς και αι ανομίαι ημών έφη τις· «Κατέλαβόν με αι ανομίαι μου, και ουκ ηδυνάσθην του βλέπειν» (Ψαλμ : λθ: 13). Προφθάνει ημάς και ο αόρατος εχθρός· «Ετάραξεν άρκτος ενεδρεύουσα αυτός μοι, λέων εν κρυφαίοις» (Θρ. Ιερ. γ: 9-10). Προφθάνει ημάς και ο αόρατος εχθρός· «Είπεν ο εχθρός· διώξας καταλήψομαι·…. Ανελώ τη μαχαίρα μου· κυριεύσει η χειρ μου» (Εξ. ιε:9). Αλλ’ ας θαρρώμεν, διότι έχομεν την νοητήν ομίχλην σκέπουσαν ημάς, λέγω την Υπεραγίαν Θεοτόκον, εις αυτήν ας ελπίσωμεν, προς αυτήν ας προστρέξωμεν, διότι υπό την Σκέπην αυτής ουδέ θριξ εκ της κεφαλής ημών απόλείται. Όθεν εν κατανύξει βοήσωμεν, λέγοντες προς Αυτήν. Σκέπασον ημάς εν τη Σκέπη σου η Προστασία ημών, Παναγία Παρθένε· κατά τας ημέρας ταύτας τας πονηράς σκέπασον ημάς. Πάσαι δε αι ημέραι της ζωής ημών είναι πονηραί, και βλέπομεν εις αυτάς πονηρά και πράττομεν πονηρά, θησαυρίζοντες εις εαυτούς οργήν εν ημέρα οργής, άπασαι δε αι πονηραί ημών ημέραι χρήζουσι της σης πανευσπλάγχνου Σκέπης. Σκέπασον όθεν ημάς κατά πάσας τας ημέρας ημών, μάλιστα δε κατά την δεινήν εκείνην ημέραν, κατά την οποίαν η ψυχή ημών μέλλει να χωρισθή από του σώματος, πρόφθασον τότε, βοήθησον και σκέπασον ημάς εκ των εναερίων πονηρών πνευμάτων· αλλά και κατά την φοβεράν ημέραν της κρίσεως, σκέπασον ημάς δια της μυστικής σου Σκέπης. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2476
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΘ΄ (29η) Οκτωβρίου, μνήμη της Αγίας Οσιομάρτυρος ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ της Ρωμαίας.

Δημοσίευση από silver »

Αναστασία η Αγία Οσιομάρτυς του Χριστού η σήμερον εορταζομένη ήτο από την μεγαλόδοξον Ρώμην, έζη δε κατά τους χρόνους Δεκίου του βασιλέως και των διαδόχων αυτού Γάλλου και Βαλεριανού εν έτει σνστ΄ (256). Είναι δε και άλλη Μάρτυς Αναστασία η επιλεγομένη Φαρμακολύτρια, καταγομένη και αυτή από την Ρώμην, ακμάσασα κατά τους χρόνους του Διοκλητιανού, αλλά τα μεν περί αυτής ας ίδη πας τις εις την κβ΄ (22αν) του Δεκεμβρίου μηνός, ότε επιτελείται η μνήμη αυτής· ενταύθα δε να διηγηθώμεν τα περί της σήμερον εορταζομένης, ήτις τον Χριστόν εκ βρέφους ποθήσασα, ήρε τον ζυγόν αυτού τον χρηστόν και γλυκύτατον και εβάστασε το ελαφρόν αυτού φορτίον, ήτοι της μοναδικής πολιτείας, ύστερον δε ηξιώθη του Μαρτυρίου και υπέμεινε γενναίως και ανδρειότατα υπέρ της αγάπης του ουρανίου Νυμφίου αυτής διάφορα και πάνδεινα κολαστήρια· όθεν και υπ’ αυτού εδοξάσθη μεγάλως με τριπλούν στέφανον· ένα μεν δια την παρθενίαν αυτής, άλλον της ασκήσεως και έτερον τον του Μαρτυρίου, περί του οποίου θα διηγηθώμεν επιμελώς προς όφελος των αναγιγνωσκόντων. Αύτη η αξιέπαινος κόρη και της του Θεού και Σωτήρος ημών Χριστού Αναστάσεως επώνυμος απηρνήθη πατέρα, μητέρα και συγγενείς, εμίσησε πλούτον και δόξαν και πάσαν σωματικήν ηδυπάθειαν και εγκατέλιπεν άπαντα τα ρευστά και πρόσκαιρα αγαθά, δια να απολαύση τα αεί και πάντοτε διαμένοντα. Απήλθε λοιπόν εις το Μοναστήριον, όταν ήτο ετών είκοσι, και την εκούρευσεν ενάρετός τις και εγγράμματος Μοναχή, ονόματι Σοφία, ήτις εδίδασκεν αυτήν και ενουθέτει επιμελώς εις την μοναδικήν πολιτείαν. Η δε νεάνις, συνετή και εύτακτος, ωφελείτο διηνεκώς από τας νουθεσίας της διδασκάλου και εδείκνυε πολλήν αρετήν. Η δε Σοφία εδόξαζε τον Κύριον, βλέπουσα την πνευματικήν αυτής θυγατέρα να προκόπτη εις τον ένθεον έρωτα. Ο εχθρός όμως εφθόνει της κόρης την γενναιότητα και της έδωκεν εις την σάρκα μεγάλον και σφοδρότατον πόλεμον, ίνα την αναγκάση, εάν δυνηθή, να μισήση την μοναδικήν πολιτείαν ή καν να γίνη αμελής εις την άσκησιν. Αλλ’ η Αγία ποσώς δεν ώκνει εις τους πνευματικούς αγώνας, μάλιστα και προθυμοτέρα εγίνετο, όσον δε έβλεπε τον εχθρόν και επίβουλον, ότι την επολέμει δυνατά, τοσούτον και αυτή ανδρείως αντηγωνίζετο και ούτω κατά κράτος ενίκα και κατήσχυνε τον πειράζοντα. Βλέπων δε ο μισόκαλος ότι με τον τρόπον τούτον δεν ηδυνήθη να νικήση, επεχείρησε και άλλην επιβουλήν ο τρισάθλιος, ήτοι εφανέρωσεν αυτήν εις τους υπηρέτας της ασεβείας και διακόνους του, οίτινες είχον τον καιρόν εκείνον πόθον πολύν και επιμέλειαν να βασανίζωσι τους Χριστιανούς με διάφορα κολαστήρια. Δραμόντες λοιπόν ούτοι ανήγγειλαν προς τον ηγεμόνα Πρόβον, ότι η Αναστασία ούτε τους θεούς αυτών προσεκύνει, ούτε τους βασιλείς εσέβετο, αλλά εκήρυττε τον Χριστόν Θεόν αληθή και Ποιητήν πάσης της κτίσεως. Συνάξας λοιπόν ο Πρόβος πολυάνθρωπον θέατρον, προστάσσει να φέρωσιν εκεί την μακαρίαν, οι δε υπηρέται απήλθον ευθύς με μεγάλην ορμήν εις το Μοναστήριον και θραύσαντες τας θύρας εισήλθον μετά αναισχυντίας, ζητούντες την Αναστασίαν εξ ονόματος. Η δε διδάσκαλος αυτής Σοφία, ιδούσα την μανίαν των στρατιωτών, εγνώρισε την αιτίαν και τους παρεκάλεσε να αναμείνωσιν ολίγην ώραν. Λαβούσα δε την Αναστασίαν μετά δακρύων, απήλθον κρυφίως εις το θυσιαστήριον και λέγει προς αυτήν τοιαύτα έμπροσθεν της ιεράς Εικόνος του Δεσπότου Χριστού: «Εγώ, ηγαπημένη μου θύγατερ, από την ώραν, κατά την οποίαν σε ανεδέχθην, δεν ημέλησα ουδόλως να σε διδάσκω εις την κατά Θεόν πολιτείαν, και τώρα έφθασες εις ηλικίαν του πληρώματος του Χριστού. Ύπαγε λοιπόν προς αυτόν αγαλλιωμένη, διότι με αυτόν σε νυμφεύω σήμερον, εις αυτόν σε προσάγω και εις αυτόν σε παραδίδω να σε δεχθή δια νύμφην του άφθορον. Ιδού και Νυμφών ευπρεπής, και ο καλών αψευδής, και παρίστανται οι Άγιοι Άγγελοι να σε οδηγήσωσιν ως νύμφην Χριστού εις τους ουρανίους θαλάμους, να αγάλλησαι και να συνευφραίνησαι μετ’ αυτού πάντοτε, εις την ευφροσύνην εκείνην την ανεκλάλητον. Βάδισον την στενήν του Μαρτυρίου και τεθλιμμένην οδόν, ότι δι’ αυτής υπάγει εις την ευρυχωρίαν και την αιώνιον αναψυχήν η ψυχή σου· επειδή πρέπον είναι και δίκαιον όχι μόνον βασανιστήρια πάνδεινα να υπομείνωμεν δια την αγάπην του Χριστού, αλλά και αυτόν τον θάνατον να λάβωμεν αγαλλιώμενοι, διότι, εάν αυτός ο Κύριός μας και Δεσπότης απέθανε δι’ ημάς, πως να μη μιμηθώμεν και ημείς προθύμως τον εκείνου δια την σωτηρίαν μας θάνατον; Μάλιστα, ηγαπημένη μου θύγατερ, δεν λογίζεται θάνατος το να αποθάνης δια τον Χριστόν, αλλά ευφροσύνη, χαρά, ηδονή, λαμπρότης και αγαλλίασις, φως του φωτός τούτου γλυκύτερόν τε και ωραιότερον και διάβασις και μετάστασις από τα φθαρτά και πρόσκαιρα εις τα άφθαρτα και αιώνια, από τα λυπηρά και παμμόχθηρα, εις τα χρηστότερα και χαρμόσυνα. Τώρα υπάγεις, φιλτάτη μου, εις τα βέβαια και μόνιμα, τα διηνεκή και μηδέποτε λήγοντα, να συνευφραίνησαι μετά των φρονίμων Παρθένων εις εκείνην την άρρητον ηδονήν και άφραστον αγαλλίασιν, την αεί και πάντοτε διαμένουσαν. Μη δειλιάσης λοιπόν το αυστηρόν των τυράννων και το δριμύ των κολάσεων, διότι ο Δεσπότης Χριστός, ο Νυμφίος σου, θέλει σου παρασταθή δια να ελαφρύνη τους πόνους σου. Αν δε σε αφήση και ολίγον να κακοπαθήσης, δια να φανή η υπομονή σου και η δοκιμή της πίστεώς σου και δια να θαυμάσωσιν οι ορώντες την ανδρείαν και προθυμίαν σου, πάλιν δεν θέλει σε εγκαταλείψει έως τέλους· αλλ’ όταν αδυνατίσης, τότε θέλει σβεσθή η δριμύτης των πληγών και των πόνων σου και θέλει σου ανατείλει φως και παράκλησις, δόξα δε Κυρίου θέλει σε κυκλώσει». Ταύτα και έτερα πλείονα είπεν η πάνσοφος Σοφία προς την παρθένον. Αύτη δε της απεκρίθη λέγουσα· «Ποίησον δέησιν, μήτερ μου, και ικεσίαν προς τον Δεσπότην μας, να μου στείλη εξ ύψους δύναμιν και βοήθειαν, να μη δειλιάσω την των τυράννων ωμότητα, ότι το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σάρξ ασθενής, και χωρίς της θείας βοηθείας δεν κατορθούται το αγαθόν. Εύξαι λοιπόν θερμώς υπέρ εμού, μήτερ μου, και θέλω σπουδάσει, κραταιουμένη από την δύναμιν του Θεού και από τας ευχάς σου, να φυλάξω πάσας τας εντολάς απαρασαλεύτους». Ταύτα είπεν η παρθένος προς την διδάσκαλον, παρευθύς δε έδραμον οι στρατιώται και την ήρπασαν ως αρνίον από την μητέρα του και δένοντες αυτήν με σίδηρα, την επήγαν εις το κριτήριον χαίρουσαν· βλέποντες δε οι στρατιώται τοσαύτην ευκοσμίαν και ωραιότητα εθαύμαζον. Ο δε Πρόβος καθήσας εις το κριτήριον ηρώτησε την Αγίαν πως ωνομάζετο. Η δε απεκρίνατο: «Αναστασία καλούμαι, διότι ο Κύριος με ανέστησε, δια να καταισχύνω σήμερον σε και τον πατέρα σου τον διάβολον». Ταύτην την τραχείαν απόκρισιν ακούσας ο Πρόβος ηβουλήθη να καταμαλάξη με κολακείας το αυστηρόν αυτής και απότομον, μη γινώσκων ο ανόητος ότι η κόρη είχεν εις την πίστιν την ψυχήν στερεωτέραν αδάμαντος. Έλεγε λοιπόν προς αυτήν: «Άκουσόν μου, θύγατερ, επειδή σε συμβουλεύω προς το συμφέρον σου, και θυσίασον εις τους μεγάλους θεούς, να σε νυμφεύσω με πλουσιώτατον άρχοντα, να σου δώσω χρυσίον πολύ, αργύριον, ιμάτια λαμπρά, υπηρετών και αιχμαλώτων πληθύν, να γίνης εις μίαν στιγμήν ευγενής και περίδοξος. Γνώρισον λοιπόν το συμφέρον σου και πράξον άξια της ωραιότητος και της ψυχικής ευγενείας σου. Μη θελήσης να δοκιμάσης τον θυμόν μου και να μάθης πόσον μέγα κακόν είναι η ασέβεια, διότι εγώ (οι θεοί το γνωρίζουσι) σε λυπούμαι δια το κάλλος σου και ως να ήμην κατά σάρκα πατήρ σου φροντίζω δια το όφελός σου και σε συμβουλεύω το συμφέρον σου· εάν όμως δεν μου ακούσης, είναι ανάγκη να δοκιμάσης τον θυμόν μου και την αγριότητά μου, όπως είδες τώρα την ευμένειαν και ημερότητά μου και τότε θα μετανοήσης ανωφελώς». Ταύτα η Μάρτυς ακούσασα, ενεθυμήθη των μητρικών παραινέσεων της σοφής διδασκάλου Σοφίας και απεκρίθη ταπεινώς λέγουσα· «Δι’ εμέ, ω δικαστά, Νυμφίος, πλούτος και ζωή, είναι ο γλυκύτατος Χριστός, ο Δεσπότης μου, ο δε δι’ αυτόν θάνατος είναι δι’ εμέ και της ζωής τιμιώτερος. Δια τον Χριστόν μου πάντα τα ηδέα και απολαυστικά της γης κατεφρόνησα. Χρυσόν, άργυρον, λίθους πολυτίμους και τα λοιπά, τα οποία τιμώσιν οι φιλόσαρκοι, ως πηλόν λογίζομαι· πυρ δε και ξίφος και σίδηρον, μελών στέρησιν, πληγάς τε και μάστιγας και ει τι άλλο νομίζετε δια τιμωρίαν, εγώ τα έχω δια ηδονήν και αγαλλίασιν, αποβλέπουσα εις τον Δεσπότην Χριστόν και Σωτήρα μου. Όχι δε μόνον να πάθω τοιαύτα δεινά δι’ αγάπην του, αλλά και να αποθάνω μυριάκις επιθυμώ δι’ αυτόν. Μη υποκρίνεσαι λοιπόν ότι λυπείσαι την καλλονήν μου, η οποία μαραίνεται ως τα άνθη του αγρού, αλλά ποίησον παν ό,τι είναι εις την εξουσίαν σου, δια να μη παρέρχεται ο καιρός ματαίως, διότι εγώ ξυλίνους ή λιθίνους θεούς δεν θέλω προσκυνήσει ποτέ». Ταύτα ακούσας ο ηγεμών εθυμώθη και προστάσσει πρώτον μεν να την δείρωσιν ανηλεώς εις το πρόσωπον, έπειτα δε να την γυμνώσωσι δια να την βλέπη όλον το θέατρον προς αισχύνην της. Εγλυμνωσαν λοιπόν εκείνο το πάγκαλον σώμα και εις τους Αγγέλους αιδέσιμον και το παρέστησαν ενώπιον πάντων χωρίς τινος σκεπάσματος δια να καταφρονηθή υπό πάντων. Τότε της λέγει ο άρχων: «Ούτω σου πρέπει δια την υπερηφάνειάν σου να διαπομπεύεσαι ενώπιον τοσούτων οφθαλμών ανδρών· αλλά καν τώρα ζήτησον την ευμένειαν των θεών και μη θελήσης να ίδης προώρως μαραινόμενον τοσούτον κάλλος και να απολεσθής αθλιώτατα, διότι, εάν δεν ποιήσης το θέλημά μου, ουδείς δύναται να σε λυτρώση από τας χείρας μου, αλλά θέλω σε κατακόψει εις λεπτά τεμάχια και θέλω σε ρίψει να σε φάγωσι τα άγρια θηρία». Η δε Αγία απεκρίνατο· «Εγώ, ω ηγεμών, την γύμνωσιν ταύτην του σώματος δεν την έχω δι’ αισχύνην, αλλά δια καλλωπισμόν και μάλιστα λαμπρότατόν τε και ευπρεπέστατον· διότι, εκδυθείσα τον παλαιόν άνθρωπον, επιθυμώ να ενδυθώ τον νέον με δικαιοσύνην και αλήθειαν· όθεν είμαι έτοιμος να λάβω και αυτόν τον θάνατον, με τον οποίον με εφοβέρισας, διότι έχω αυτόν πολλά ποθεινότατον. Εάν δε και τα μέλη μου κατακόψης, ωμότατε δικαστά, και εκριζώσης την γλώσσαν, τους οδόντας και τους όνυχας, τότε μάλλον θα με ευεργετήσης περισσότερον. Όλην εμαυτήν χρεωστώ εις τον Δημιουργόν και Σωτήρα μου και τούτον ποθώ να δοξασθή εις όλα τα μέλη μου, έτι δε να παραστήσω αυτά εις αυτόν κεκαλλωπισμένα με τον στολισμόν της ομολογίας». Αυτά και έτερα όμοια είπεν η Αγία, δια να θυμωθή ο δικαστής, να μη την λυπηθή και την αφήση ατιμώρητον και στερηθή των στεφάνων της αθλήσεως. Θαυμάσας λοιπόν ο άρχων και όλον το θέατρον τοσαύτην παρρησίαν μιας παρθένου, αφήκε τας κολακείας και επιχειρίζεται τας τιμωρίας και δεινά κολαστήρια. Όθεν προστάσσει να καρφώσωσιν εις την γην τάσσαρας πασσάλους επάνω εις τους οποίους την ετάνυσαν και την εκρέμασαν αντιστρόφως και κάτωθεν μεν είχον πυρ με έλαιον, πίσσαν, θείον και άλλα όμοια, με τα οποία κατεφλέγοντο το στήθος, η κοιλία και τα σπλάγχνα της, άνωθεν δε την έδερον εις την ράχιν με ράβδους οι άσπλαγχνοι. Ούτω λοιπόν έπασχεν η αείμνηστος βασανιζομένη ώραν πολλήν, ήτο δε η ράχις και όλα τα νώτα της καταξεσχισμένα από τους ραβδισμούς· έμπροσθεν δε κατεφλέγοντο αι σάρκες, αι φλέβες και το αίμα, είχε δε τόσην οδύνην και πόνους, ώστε είναι αδύνατον να τα περιγράψη τις, αλλά και μόνον εις το άκουσμα τοιούτων βασάνων δειλιά και θαυμάζει πας άνθρωπος. Αλλ’ η Μάρτυς (ω ψυχής γενναίας όντως δια Χριστόν και αναγκων της φύσεως υψηλοτέρας!) με την ευχήν μόνην, ώσπερ με δρόσον τινά, έσβυνε την σφοδρότητα του πυρός ενθυμουμένη τα παλαιά του Θεού θαυμάσια, επειδή είχεν πολλήν σύνεσιν και σοφίαν των θείων Γραφών και ούτως ελάφρυνε τας οδύνας της. Το δε άγριον και απάνθρωπον εκείνο θηρίον, ο βασιλεύς, ιδόν ότι δεν εδειλίασε τοσαύτας βασάνους, προστάσσει να την δέσωσιν εις τροχόν· και ευθύς εγένετο έργον ο λόγος του, γυρίζων δε ο τροχός δια τινος μηχανής συνέτριψε τα οστά της Αγίας, τα νεύρα και οι αρμοί ετανύοντο και όλη, φεύ! Η πλάσις του σώματος μετετοπίσθη από την φυσικήν αρμονίαν και έμεινεν ελεεινόν θέαμα. Η δε Μάρτυς πάλιν επεκαλείτο εκείνον, όστις ηδύνατο να την βοηθήση εν καιρώ θλίψεως και να την λυτρώση από τας χείρας των εχθρών, ταύτα λέγουσα· «Θεέ θεών, ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός της σωτηρίας μου, η υπομονή, η καταφυγή μου και δύναμις, η ελπίς της ψυχής μου και σωτηρία μου, μη μακρύνου απ’ εμού, ότι εξέλιπεν εις οδύνην η ζωή μου, εκολλήθη εις γην η γαστήρ μου «και τα οστά μου ωσεί φρύγιον συνεφρύγησαν» (Ψαλμ. ρα:4) και δος μοι βοήθειαν εν ώρα θλίψεως «ο Θεός ο περιζωννύων με δύναμιν (Ψαλμ. ιζ: 33). Ταύτα προσευξαμένης της Αγίας, ω ταχείας επισκοπής! Ω οξυτάτης λυτρώσεως! Ευθύς ευρέθη αύτη ελευθερωμένη εξ εκείνου του χαλεπού μηχανήματος και ίστατο έμπροσθεν του δικαστού υγιής εις όλον το σώμα άνευ ουδενός σημείου πληγής ή καύματος πυρός εις τας σάρκας της. Αλλ’ αυτός ο τετυφλωμένος δεν ηδυνήθη να αισθανθή την θαυματουργίαν της θείας δυνάμεως, μεμεθυσμένος από την ας΄ρβειαν και μανίαν και σκότος περικείμενος· όθεν εκρέμασε πάλιν αυτήν εις το ξύλον και με όνυχας σιδηρούς την κατέσχιζαν. Η δε Αγία προσηύχετο και ευθύς ήλθεν εξ ύψους βοήθεια, ητόνησαν οι δήμιοι και αύτη ίστατο ουδέ ποσώς οδυνωμένη. Απορών δε ο ηγεμών ηγείρετο πολλάκις από τον θρόνον του με πολλήν οργήν και θυμόν, μη γνωρίζων τι να πράξη. Ο διάβολος όμως, όστις του ωμίλει κρυφίως, του ενεθύμισε να κόψη τους μαστούς της Αγίας. Αύτη η τιμωρία είναι χαλεπή και δριμυτάτη, ακροαταί, διότι εις το μέρος αυτό είναι μάλιστα καθιδρυμένη και ερριζωμένη η καρδία. Αλλά η Μάρτυς, έχουσα μεγαλύτερον πάθος εις την καρδίαν δια τον έρωτα του Χριστού, κατεφρόνησε του μικρού και ελάσσονος. Ο δε τύραννος, ιδών ότι και ταύτην την χαλεπωτάτην βάσανον υπέμεινεν η Οσία, ηγωνίζετο ο αλιτήριος να νικήση την υπερβολήν της καρτερίας με την υπερβολήν των κολάσεων· όθεν ανέσπασεν αυτής όλους τους οδόντας και τους όνυχας. Η δε Αγία, ως να μη ησθάνετο πόνον τινά, ηυχαρίστει θερμότερον τον Κύριον, διότι ηξιώθη να γίνη συγκοινωνός αυτού εις τα Πάθη, ενύβριζε δε και τους θεούς του τυράννου, σκότος αυτούς και πλάνους και δαίμονας και απώλειαν ψυχής ονομάζουσα. Ταύτα μη υποφέρων να ακούη ο δικαστής (επειδή εις τους ασθενείς οφθαλμούς είναι μισητόν το φως το γλυκύτατον) κελεύει να ανασπάσωσι την γλώσσαν της Αγίας από την φάρυγγα. Η δε Μάρτυς ουδόλως εδειλίασε την τιμωρίαν ταύτην, μόνον εζήτησεν ολίγην διορίαν δια να αποδώση την πρέπουσαν προσευχήν με το όργανον της φωνής και να δοξάση τον Κύριον. Ευχαριστήσασα λοιπόν τον Θεόν εποίησε δέησιν εις αυτόν όπως την αξιώση να επιστέψη με ένδοξον τέλος το Μαρτύριόν της και όσοι ασθενείς την επικαλεσθώσιν εις βοήθειαν, να τους δίδη την θεραπείαν ως ιατρός παντοδύναμος. Ταύτα της Αγίας προσευξαμένης, ήλθε φωνή ουρανόθεν μαρτυρούσα την αποδοχήν των αιτημάτων της, ήτοι ότι θα γίνη το θέλημά της καθώς εζήτησε. Τότε η Μάρτυς ακούσασα την θείαν φωνήν εχάρη και λέγει εις τον δήμιον να τελέση το προσταττόμενον, εκείνος δε έκοψεν, οίμοι! με σίδηρον την θεολόγον εκείνην γλώσσαν, την φθεγγομένην τα θεία λόγια. Έτρεχον λοιπόν τα αίματα και εκοκκίνισαν τα ιμάτια της αμώμου νύμφης του Χριστού, ήτις από τον πόνον ολιγοψυχήσασα εζήτησεν ύδωρ και της το έδωκεν ευσεβής τις και ενάρετος Χριστιανός ονόματι Κύριλλος, όστις δια την μικράν αυτήν καλωσύνην του ψυχρού ποτηρίου απολαμβάνει αντιμισθίαν παρά Θεού τον στέφανον της αθλήσεως. Διότι μανθάνων ο Πρόβος, ότι ελυπήθη την Αγίαν και της έδωκεν ύδωρ, προσέταξε να κόψωσι τας κεφαλάς και των δύο και ούτως ετέλεσαν τον δρόμον του Μαρτυρίου αμφότεροι. Έμεινε δε ερριμμένον ημέρας τινάς το λείψανον της Οσίας χωρίς ουδόλως να εγγίση εις αυτό πετεινόν ή θηρίον από θείαν νεύσιν και βούλησιν. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και θείος Άγγελος ουρανόθεν καταπέμπεται να αποδώση εις την διδάσκαλον αυτής Σοφίαν το άγιον λείψανον, η οποία προσηύχετο από την ώραν που έλαβον από τας αγκάλας της την Αναστασίαν και εδέετο προς τον Κύριον να την ενδυναμώνη έως τέλους, να μη νικηθή από κολακείας ή να δειλιάση τα κολαστήρια και ζημιωθή των στεφάνων. Ούτω λοιπόν προσευχομένη της Σοφίας μετά θερμών δακρύων και εξ όλης ψυχής, εφάνη εις αυτήν Άγιος Άγγελος, αφού ετελείωσεν η Αγία και απήλθεν εις τον ουράνιον θάλαμον να αγάλλεται αιώνια, όστις αναγγέλλει εις αυτήν το ποθούμενον τέλος της Οσιομάρτυρος Αναστασίας, το ευκταιότατον μήνυμα και ήδιστον και γλυκύτατον εις αυτήν άκουσμα· έτι δε και οδηγός αυτής γίνεται και της έδωκε το ποθεινότατον εις αυτήν και σεβάσμιον της Μάρτυρος λείψανον, εις το οποίον περιχυθείσα η μακαρία Σοφία και καταφιλούσα αυτό με θερμά δάκρυα και πολλήν αγαλλίασιν, έλεγε ταύτα: «Ποθεινόν μου και πολυέραστον τέκνον, το οποίον ανέθρεψα καλώς με κόπον πολύν, με ησυχίαν και άσκησιν, ευχαριστώ σοι, ότι δεν κατεφρόνησας τας επαγγελίας, δεν ηστόχησας τας νομοθεσίας, ουδέ παρείδες τας εντολάς, αλλά εφύλαξας τας υποσχέσεις και παρέστης εις Χριστόν τον Νυμφίον σου περιβεβλημένη παρθενίας ιμάτιον, πεποικιλμένη με του Μαρτυρίου τα στίγματα και εστολισμένη με στέφανον εκ λίθων τιμίων, τώρα δε κατοικείς εις τόπον σκηνής θαυμαστής, εις τον οίκον της δόξης Κυρίου και συν Αγγέλοις ευφραίνεσαι. Δια τούτο παρακαλώ σε, φιλτάτη μου θύγατερ και πνευματική μητέρα μου, γενού μοι της προσκαίρου ταύτης ζωής καλή γηροτρόφος και μεσίτις άμα και πρέσβυς προς τον Δεσπότην μας να με αξιώση της ουρανίου Βασιλείας του». Αυτά και έτερα λέγουσα η φιλόπαις και φιλόθεος Σοφία ενηγκαλίζετο και καταφίλει το τίμιον λείψανον, αλλά δεν ηδύνατο να το εγείρη δια το γήρας· όθεν, ενώ εσυλλογίζετο περί τούτου, εφάνησαν αίφνης δύο άνδρες εις το είδος και τον τρόπον αιδέσιμοι, οίτινες ήγειραν το σεβάσμιον εκείνο και ιερλωτατον λείψανον και το επήγαν μετά της Σοφίας εις την Ρώμην και το απέθεσαν εντός αυτής λαμπρώς και εντίμως εις δόξαν Θεού Πατρός και Κυρίου Ιησού Χριστού, μεθ’ ου τιμή και κράτος, συν Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2476
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Λ΄ (30η) του Οκτωβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΜΑΡΚΙΑΝΟΥ

Δημοσίευση από silver »

Τη Λ΄ (30η) του Οκτωβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΜΑΡΚΙΑΝΟΥ Επισκόπου Συρακουσών, μαθητού του Αγίου Αποστόλου Πέτρου.

Μαρκιανός ο Μάρτυς εχειροτονήθη από τον Απόστολον Πέτρον και απεστάλη Επίσκοπος εις τας Συρακούσας της Σικελίας. Καταπλήξας δε όλους τους εκεί ευρισκομένους με τα θαύματα και σημεία όσα ετέλεσε και κατακρημνίσας με μόνην την προσευχήν του τους βωμούς των ειδώλων, εποίησεν όλους υιούς φωτός δια της θεογνωσίας και δια του αγίου Βαπτίσματος. Όθεν οι Ιουδαίοι, από τον φθόνον κινούμενοι και μη υποφέροντες την παρρησίαν του Αγίου, εθανάτωσαν αυτόν με βίαιον θάνατον και ούτως εκομίσατο ο μακάριος τον της αθλήσεως αμάραντον στέφανον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2476
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΛΑ΄ (31η) Οκτωβρίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΝΙΚΟΛΑΟΣ, ο εν Χίω μαρτυρήσας κατά το αψνδ΄ (1754) έτος, ξίφ

Δημοσίευση από silver »

Τη ΛΑ΄ (31η) Οκτωβρίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΝΙΚΟΛΑΟΣ, ο εν Χίω μαρτυρήσας κατά το αψνδ΄ (1754) έτος, ξίφει τελειούται.

Νικόλαος ο νέος Μάρτυς του Χριστού ήτο από την περίφημον νήσον Χίον, από χωρίον Καρυάς λεγόμενον, Χριστιανός παλαιόθεν εκ γονέων και προγόνων· και ο μεν πατήρ αυτού ωνομάζετο Πέτρος, η δε μήτηρ του Σταματού, όχι δε μόνον αυτός ήτο Χριστιανός, κατά την ακολουθίαν του γένους, αλλ’ ήτο μάλιστα Χριστιανός και κατά τα χριστιανικά ήθη εκ νεαράς του ηλικίας, ευλαβής δηλονότι εις τα θεία, ταπεινός εις όλους, σεμνός εις την συναναστροφήν του, εγκρατής εις την γλώσσαν τόσον, ώστε ούτε βλασφημία, ούτε ουδεμία άλλη κακολογία ηκούετο ποτέ από το στόμα του· και επί πάσιν η απλότης και η ακακία, την οποίαν είχε, προσέτι και η υπομονή, από όλους εθαυμάζετο και επαινείτο και σχεδόν ήτο εστολισμένος ο μακάριος εκ νεότητός του με όλα εκείνα τα καλά και τας χάριτας, τα οποία αναγινώσκομεν εις τους Βίους των παλαιών Αγίων, και δια των οποίων προεγνωρίζοντο τι είδους άνθρωποι έμελλον να κατασταθώσιν εις το ύστερον. Επειδή και η απλότης εκείνη και η ακακία την οποίαν είχε, δεν ήτο μωρία και ανοησία, καθώς συμβαίνει πολλάκις εις πολλούς, αλλ’ ήτο αγαθότης αληθινή και καλωσύνη, απλότης δηλαδή εναντία της πονηρίας, και ακολούθως ήτο αρετή θεάρεστος· τοιούτος ήτο, Χριστιανοί, ο θείος Νικόλαος ακόμη από τας αρχάς του, καίτοι ανετράφη ο ευλογημένος ορφανός χωρίς προστασίαν και παίδευσιν πατρός. Τι δε μετά ταύτα; Αφ’ ου πλέον έφθασεν έως την ηλικίαν των είκοσιν ετών, συνεφώνησε με άνθρωπόν τινα του αυτού χωρίου, Φραγκούλην ονομαζόμενον, και απελθόντες εις Μαγνησίαν, ειργάζοντο την οικοδομικήν τέχνην. Ο δε Νικόλαος όσον ηύξανε κατά την ηλικίαν, τόσον προέκοπτε και κατά τα προειρημένα καλά. Αλλά δια να παραδράμω τα άλλα, εν μόνον αναφέρω και εξ αυτού δύναται να συμπεράνη έκαστος και τα έτερα. Εις τον τόπον, εις τον οποίον διέτριβον, έπεσε ποτέ ακρίς και επνίγη, εις δε εκ της συνοδείας των, Ιωάννης ονομαζόμενος, Χίος και αυτός, γνωρίζων την διάθεσίν του, έλαβεν εξ αυτών των πεπνιγμένων ακρίδων και έτριβεν εις το πρόσωπόν του, δια να τον δοκιμάση εάν θυμώση και είπη προς αυτόν σκληρόν ή απρεπή λόγον. Αυτός όμως τόσην υπομονήν έδειξεν, ώστε δεν ήνοιξε καν το στόμα του να ειπή ουδέ την ελαχίστην λέξιν. Αλλ’ ο τοιούτος αγαθός και χαριτωμένος νέος, κρίμασιν οις οίδε Κύριος, εξύπνησεν ημέραν υινά έξω φρενών, χωρίς καμμίαν φαινομένην αιτίαν, αλλά καίτοι παρεφρόνησε και εξήλθεν από τον νουν του, πάλιν δεν έκαμεν έργα αφροσύνης και τρέλλας· τόσον μόνον εφαίνετο, ως παραλογιασμένος και άφωνος. Βλέποντες δε οι Αγαρηνοί αυτόν νέον, ωραίον και εις τοιαύτην κατάστασιν, τον παρεκίνουν να τουρκεύση, αυτός δε μη έχων λογισμόν υγιά, ηκολούθησεν εις αυτούς χωρίς μεγάλην βίαν· όθεν φέροντες αυτόν αυτοί με προθυμίαν μεγάλην και ζήλον πολύν, τον παρέστησαν εις τους αρχηγούς των, λέγοντες προς αυτούς, ότι ούτος ο νέος ζητεί να τουρκεύση· και εκεί πάλιν ερωτώμενος εάν θέλη να τουρκεύση, εσιώπα, ως να μη ησθάνετο και να μη ήκουε τι του έλεγον. Όθεν αγανακτήσαντες οι άρχοντες αυτών εκ της αιτίας ταύτης, αυτόν μεν ως τρελλόν δέροντες τον εδίωξαν εκείθεν, εκείνους δε, οίτινες τον προσέφερον, τους ήλεγξαν και ωνείδισαν, διότι τους έφερον εκεί τοιούτον άνθρωπον. Μετά το γεγονός τούτο φοβηθέντες οι συμπατριώται του μήπως υποστή ψυχικόν τινα όλεθρον, τον έφερον εις την εν Χίω αδελφήν του, Δεσποινού καλουμένην, διηγούμενοι προς αυτήν τα εν Μαγνησία γενόμενα· αυτή όμως, ω και τι να είπω δια την αφροσύνην της! Δεν τα εφύλαξε μυστικά, και δια τούτο μετ’ ολίγον έφθασεν εις τους αγάδες της Χίου η κακή φήμη, ότι δηλαδή ετούρκευσεν εις την Ανατολήν· και τότε βέβαια εκινδύνευε να πάθη το ναυάγιον μέσα εις τον λιμένα ο ευλογημένος Νικόλαος, όστις προ ολίγου είχε λυτρωθή από το πέλαγος της μαγνησιακής ασεβείας. Μαθόντες οι αγάδες τα περί του Νικολάου, συνέλαβον αυτόν και ήλλαξαν το σχήμα και το όνομά του, εις το εξής δε εφαίνετο με ενδύματα τουρκικά και με το όνομα Μεϊμέτης, άλλο δε τι δεν του έλειπε πλην της περιτομής, την οποίαν ποτέ δεν έλαβεν· επειδή όμως εστερείυο των προς το ζην αναγκαίων, προσεκολλήθη ειςτους κρεοπώλας, και έβοσκε τα ζώα, τα οποία είχον δια σφαγήν, ελάμβανε δε από αυτούς την ζωοτροφίαν του. Εν μια λοιπόν των ημερών συνέβη, κατά θείαν οικονομίαν, να τον ίδη εις τα βουνά της Αγίας Υπακοής Αρχιμανδρίτης τις, Κύριλλος ονόματι, ερωτήσας δε σχετικώς τους εκεί ευρεθέντας τι άνθρωπος ήτο, έμαθε τα περί αυτού· όθεν συνέλαβεν αγαθήν βουλήν να πλησιάση αυτόν και να προσπαθήση να τον επαναφέρη εις την οδόν του Χριστού, γινώσκων ότι ο λόγος του Κυρίου δύναται να επαναφέρη αυτόν κατά το γεγραμμένον· «η δήλωσις των λόγων σου φωτιεί και συνετιεί νηπίους» (Ψαλμ. ριη:130). Προσήλθε λοιπόν εις αυτόν και αφ’ ου τον ηρώτησε και εγνώρισε την μεγάλην του απλότητα, τον εδοκίμαζε πλέον με τρόπους επιτηδείους να καταλάβη την γνώμην του που κλίνει, έπειτα του έδωκε και τινας συμβουλάς τι να κάμη και πως να διάγη· και αυτά φαίνεται ότι ήσαν η αρχή και η αφορμή της μεταβολής και της διορθώσεώς του, διότι αναχωρήσας εκείθεν ήλθεν εις τόπον τινά Υδραγώγιον λεγόμενον, και εκοιμήθη εντός μιας κρημνισμένης Εκκλησίας της Αγίας Άννης· και έκλεισε μεν τους σωματικούς οφθαλμούς εις ύπνον, ήνοιξε όμως τους ψυχικούς, ως άλλος Ιακώβ, εις οπτασίαν παράδοξον· και ιδού βλέπει μίαν ωραιοτάτην κόρην με ξενικήν στολήν ενδεδυμένην, και του λέγει· «Σήκω Νικόλαε, πήγαινε εις τον Ιερέα του Ναού του Υιού μου να σε λούση, να υγιαίνης, δια να σε πάρω γαμβρόν». Αναστάς εκ του ύπνου ο καλός Νικόλαος έτρεξε μετά χαράς μεγάλης εις το χωρίον, διηγούμενος αυτολεξεί προς την αδελφήν του το όραμα εκείνο· αυτά δε τα ίδια ανήγγειλαν και εις τον εφημέριόν των, Γεννάδιον ονομαζόμενον, ζητούντες την λύσιν και την ερμηνείαν του ονείρου· ο δε Ιερεύς εκείνος, νομίζων αυτό όνειρον απλώς ή αποτέλεσμα της αφροσύνης του, εδίωξεν αυτούς λέγων· «Το όνειρον θέλομεν εξετάσει τι είναι και τι δηλοί»; Αναχωρήσαντες εκείθεν μετέβησαν εις τον προρρηθέντα Αρχιμανδρίτην, όστις είχε τότε καλήν υπόληψιν, προσέτι δε ήτο και προεστώς εις τον Ναόν του Σωτήρος Χριστού, εις το Παλαιόκαστρον, δια τούτο προσήλθον εις αυτόν, να ψάλη αγιασμούς και να του αναγνώση εξορκισμούς, μήπως αυτά εννοούσε λούσιν η φανείσα κόρη, και αυτόν τον Αρχιμανδρίτην έλεγεν Ιερέα του Ναού του Υιού της. Πράγματι δε και η έκβασις των πραγμάτων αυτό απέδειξε, διότι προσκαλεσάμενος ο Νικόλαος την θείαν βοήθειαν, δια των ευχών του Ιερού Αρχιμανδρίτου εκείνου, έλαβε το ποθούμενον, ήλθε δηλαδή εις τον εαυτόν του και υγιάνθη, γενόμενος καθώς ήτο πρότερον εις διάστημα δύο ημερονυκτίων· ο δε Αρχιμανδρίτης, αφ’ ου θεία Χάριτι τον κατέστησεν υγιά και φρόνιμον, εφρόντισε πλέον και δια την ψυχικήν του υγείαν· όθεν τον κατήχησε καλώς και τον εδίδαξεν ικανώς και ούτως, αφ’ ου τον έβαλεν ειςοδόν μετανοίας και χριστιανικής ζωής, τον απέλυσεν εν ειρήνη. Τα επίλοιπα όμως της διηγήσεως, αδελφοί, είναι θαυμαστά και παράδοξα, και ως τοιαύτα και περισσοτέραν απαιτούσι την προσοχήν. Διο ελθών εις τον εαυτόν του ο νέος και σωφρονισθείς χωρίς να του μείνη κανέν ελάττωμα, ήρχισε να κάμνη μίαν θαυμασίαν μετάνοιαν, και απορρίψας από μιάς πάσαν σωματικήν φροντίδα ο αοίδιμος, με νηστείαν και προσευχήν και αγρυπνίαν διήρχετο όλον τον προ του Μαρτυρίου καιρόν, και με γονυκλισίας σχεδόν υπέρ αριθμόν· πολλάκις δε και παρακινούμενος από την αδελφήν του να δώση ολίγην άνεσιν εις τον εαυτόν του από την πολλήν νηστείαν και ταλαιπωρίαν, δεν ηθέλησεν, αλλ’ έμεινε νηστεύων συναπτώς και δύο και τρεις ημέρας· βλέπων δε την Εικόνα της αποτομής του Τιμίου Προδρόμου, ήρπαζεν αυτήν και την κατεφίλει αχόρταστα και με θερμά δάκρυα εις τουςοφθαλμούς και με καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην, ή μάλλον ειπείν αναμμένην από φλόγα της του Χριστού αγάπης έλεγε· «Άγιε του Θεού, καθώς συ δια αγάπην του Χριστού απεκεφαλίσθης, ούτω αξίωσον και εμέ να αποκεφαλισθώ δια αγάπην του». Ω έρως! Ω αγάπη θερμοτάτη προς τον Χριστόν· όντως «μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει» (Ιωάν. ιε:13). Όθεν με όλον ότι δεν είχε δια λόγου και εν επιγνώσει εξομόσει και με όλον ότι ηδύνατο να υπάγη εις άλλο τι μέρος και εκεί και τον Χριστόν να λατρεύη και την ζωήν του να φυλάττη, παρ’ όλα αυτά, μη φοβηθείς «από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι: 28), ενεφανίζετο ως Χριστιανός, τόσον ώστε και εις την Εκκλησίαν μετά των άλλων μετέβαινεν. Αλλ’ επειδή προ ολίγου εφαίνετο και εγνωρίζετο ως Τούρκος, δια τούτο φοβούμενοι οι άλλοι Χριστιανοί τον κίνδυνον να τον δέχωνται εις την Εκκλησίαν, την τρίτην φοράν, καθ’ ην μετέβη πάλιν, τον εδίωξαν με φωνάς και θόρυβον· αυτός δε ο μακάριος εστάθη εις το μέσον του Ναού με πρόσωπον σκυθρωπόν και βεβρεγμένον από τα δάκρυα και με θρηνώδη φωνήν λέγει· «Διατί με διώκετε, αδελφοί, από τον Ναόν του Θεού, αφού είμαι και εγώ Χριστιανός, ως υμείς; Πλην Χριστιανός είμαι, και Χριστιανός μέλλω να αποθάνω». Έπειτα σφραγίσας τον εαυτόν του τρις με το σημείον του Τιμίου Σταυρού εξήλθεν έξω μετά δακρύων και αναστεναγμών και πηγαίνων εις την οικίαν του εδόθη όλος εις θερμήν δέησιν προς τον Θεόν, έως ότου και οι άλλοι εξήλθον από την Εκκλησίαν. Επειδή δε είχεν ακουσθή πρότερον, ότι ο Νικόλαος επέστρεψε και πάλιν εις την προτέραν του πίστιν και άφησε την τουεκικήν, δια τούτο και φθάνουν ως επί ληστήν μετά μαχαιρών και όπλων οι απεσταλμένοι από το κριτήριον, δια να τον φέρουν εις εξέτασιντου τολμήματος· και πρώτον μεν έδεσαν αυτού τας χείρας εις τα οπίσω, έπειτα δε συνέλαβον και τον εφημέριον του χωρίου, και άλλους δύο, τους προύχοντας, και όλους ομού τους έφερον εις το κριτήριον· και τους μεν άλλους τρεις τους εφυλάκισαν, μόνον δε τον Νικόλαον παρέστησαν εις εξέτασιν. Εξεταζόμενος λοιπόν ο μακάριος Νικόλαος εις το κριτήριον και ερωτώμενος διατί ήλλαξε το σχήμα και το όνομά του και έγινε πάλιν Χριστιανός απεκρίθη· «Επειδή εγώ από Χριστιανούς εγεννήθην, Χριστιανός ανετράφην, Χριστιανός είμαι και τον Χριστόν μου ποτέ δεν ηρνήθην δια να τουρκεύσω, ούτε θέλω τον αρνηθή ποτέ, αλλά Χριστιανός μέλλω να αποθάνω». Και ταύτα μεν είπεν ο Νικόλαος, ο δε κριτής και οι μετ’ αυτού τότε κατ’ αρχάς μεν εδοκίμαζον με πολλάς κολακείας και διαφόρους υποσχέσεις να τον καταπείσωσι να μένη εις την θρησκείαν των· πλην άλλο δεν κατώρθωσαν με αυτά, παρά τούτο μόνον· ήναψαν δηλονότι τον ζήλον του Μάρτυρος και ούτε τους κριτάς ηυλαβήθη, ούτε τα άλλα παριστάμενα πλήθητων Αγαρηνών εφοβήθη, ούτε άλλο τι υπελόγησεν, αλλά με φρόνημα γενναίον και λαμπράν φωνήν ήλεγξε την θρησκείαν των, εχλεύασε και κατεγέλασε την αγνωσίαν των και την πλάνην των και ουδείς εξ αυτών ηδυνήθη να αντείπη και να εναντιωθή, κατά την του Κυρίου υπόσχεσιν την λέγουσαν· «Εγώ γαρ δώσω υμίν στόμα και σοφίαν, η ου δυνήσονται αντιπείν, ουδέ αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι υμίν» (Λουκ. κα: 15). Επειδή λοιπόν από την θείαν παρρησίαν και την πνευματοκίνητον γλώσσαν του Μάρτυρος ενικήθησαν και κατησχύνθησαν οι Αγαρηνοί, μετέβαλον την ημερότητα εις θηριώδη αγριότητα, τας κολακείας και τας υποσχέσεις εις απειλάς και φοβερισμούς· όθεν χωρίς να χάσωσι καιρόν τον έδειραν αγρίως και με άκραν σκληρότητα του έδωκαν εις τους πόδας περισσοτέρους από πεντακοσίους ραβδισμούς και μετά την βάσανον ταύτην τον έρριψαν ούτως αθεράπευτον εντός της φυλακής, όχι δε μόνον τούτο, αλλά και με απανθρωπίας υπερβολήν έσφιγξαν τους καταπληγωμένους πόδας του εντός βασανιστηρίου ξύλου το κοινώς λεγόμενον τουμπρούκι, οι δε προαναφερθέντες τρεις ομοχώριοί του ήσαν και αυτοί φυλακισμένοι, αλλά χωρίς βασάνους· πλην όμως δεν υπέφερον ουδέ αυτήν την στενοχωρίαν της φυλακής, ετόλμησε δε να είπη προς αυτόν ο Ιερεύς μάλιστα, ο διδάσκαλος της ευσεβείας, φευ! Ετόλμησε, λέγω, να εκφέρη λόγον όντως σατανικόν και διαβολικόν ειπών· «Έως πότε θα μας βασανίζης; Τούρκευσε να γλυτώσης και συ και ημείς και δι’ ένα άνθρωπον η χριστιανωσύνη δεν ολιγοστεύει». Τούτον τον λόγον ακούσας ο θείος Νικόλαος τόσον εταράχθη, τόσον ήναψεν ο ένθεος ζήλος του, ώστε δεν τον ηυλαβήθη πλέον ως Ιερέα του Θεού, αλλ’ ως εχθρόν, επίβουλον και προδότην της ευσεβείας τον έπτυσε τρις εις το πρόσωπον λέγων· «Συ ο Ιερεύς του Θεού με παρακινείς να προδώσω την πίστιν μου, αντί να με διδάσκης να την φυλάξω έως θανάτου»; Μετά δε ημέρας τινάς, νομίζοντες οι Τούρκοι, ότι θέλει δειλιάσει από τας προτέρας τιμωρίας και ούτω θα αρνηθή τον Χριστόν, τον προσήγαγον εις δευτέραν εξέτασιν· και πάλιν υποσχέσεις μεγάλαι, πάλιν κολακείαι πολλαί. «Λυπήθητι, έλεγον, την νεότητά σου, ω τέκνον, την ωραιότητά σου, την ζωήν σου, μη θελήσης να ζημιωθής και χάσης τόσα καλά, αλλά κάμε υπακοήν εις ημάς, δια να σε τιμήσωμεν και να σε δοξάσωμεν μεγάλως». Και ταύτα λέγοντες του εδείκνυον κιβώτιον περιέχον πολλά φλωρία και άλλα αργύρια και μίαν ενδυμασίαν λαμπράν και βαρύτιμον· προσέθεσαν δε και τα εξής· «Αυτά όλα ας είναι ιδικά σου, επί πλέον να σε κάμωμεν υιόν μας, μόνον υπάκουσον· εάν όμως παραμείνης εις το πείσμα σου, θέλομεν σε θανατώσει απαραιτήτως με σκληρότατον θάνατον». Ταύτα μεν έλεγον οι τύραννοι, ο δε Μάρτυς, χωρίς να πτοηθή ουδόλως, ανταπεκρίθη· «Ούτε τας κολακείας σας δέχομαι, ούτε τας υποσχέσεις σας βάλλω παντελώς εις τον νουν μου, αλλ’ ουδέ τας τιμωρίας και τον απειλούμενον θάνατον φοβούμαι. Χριστιανός είμαι και από την αγάπην του Χριστού ουδέν πράγμα θέλει δυνηθή να με χωρίση· πλην εάν μου υπακούσητε σεις πρότερον (τους λέγει με την σύντροφόν του απλότητα), εις ζήτημα τι όπερ έχω να σας ζητήσω, υπακούω και εγώ εις σας ύστερον». Αυτοί δε, μη ηξεύροντες τι ήτο το ζήτημά του, υπεσχέθησαν μετά χαράς· τι δε ήτο εκείνο το ζήτημα; «Δεχθήτε πρώτον σεις, τους λέγει, να σας βαπτίσω, να σας κάμω Χριστιανούς και έπειτα κάμετέ με και σεις ό,τι θέλετα». Τόσον δε τους ετάραξεν αυτός ο λόγος του Μάρτυρος, τόσον τους ήναψε τον θυμόν, ώστε τους έκαμε να επινοήσωσι και να αποφασίσωσιν, ακόμη και να μεταχειρισθώσιν εις αυτόν τα πλέον δεινά και ασυνήθιστα κολαστήρια, προσέταξαν, λέγω, και έχυσαν νερά κάτω εις το έδαφος της φυλακής, έπειτα έχοντες διαπερασμένα εις τι σανίδιον πολλά και οξέα καρφία, τα έθεσαν επί των υδάτων εκείνων, μετά δε εξήπλωσαν τον Μάρτυρα επάνω εις αυτά τα καρφία τα διαπερασμένα εις το σανίδιον· επί δε του στήθους και της κοιλίας του επέθηκαν πλάκα βαρυτάτην, εις δε τον λαιμόν επέρασαν αλυσίδα. Ταυτοχρόνως του είχον τους πόδας του εις την ποδοκάκην. Ταύτα μεν προσέταξαν οι τύραννοι, οι δε υπηρέται ετελείωσαν τα προσταχθέντα το ταχύτερον, ο δε Μάρτυς του Χριστού τα υπέμενε χαίρων και δοξάζων τον Θεόν. Ο Χριστός όμως, όστις είναι των Μαρτύρων το κραταίωμα και η δύναμις, δεν έφησε τον δούλον του αβοήθητον και απαρηγόρητον εις τοσαύτην ανάγκην, αλλά το μεσονύκτιον γίνεται σεισμός φοβερός εντός της φυλακής και με τον σεισμόν απεκυλίσθη η πλάξ και έπεσεν από το στήθος και την κοιλίαν του Αγίου. Και ω του θαύματος! ούτε η πλαξ του συνέτριψε τα οστά του στήθους, ούτε τα καρφία τού ετρύπησαν την ράχιν, αλλ’ έμεινεν όλος αβλαβής, θεία δυνάμει· η δε φυλακή ενεπλήσθη από ευωδίαν άρρητον την ώραν εκείνην· τότε και ο προρρηθείς ολιγόπιστος Ιερεύς, βλέπον το παράδοξον θαύμα, μετενόησε και εζήτει θερμώς το έλεος του Θεού δι’ εκείνα τα οποία εβλασφήμησε και πίπτων εις τους πόδας του Αγίου εζήτει συγχώρησιν, επειδή του είπε να τουρκεύση· και όχι μόνον αυτός, αλλά και όλοι οι εν τη φυλακή ευρεθέντες εξεπλάγησαν και εφώναζον· «Όντως Άγιος άνθρωπος είναι, αληθώς Μάρτυς είναι, ως και εκείνοι οι παλαιοί και δια τούτο ο Θεός εφάνη θαυμαστός εις αυτόν». Και ήτο μεγάλη χαρά εις όλους εκείνους, οίτινες τα τοιαύτα θαυμάσια ήκουον, μόνον δε οι Τούρκοι κατησχύνοντο και ως άλλοι Φαραώ εσκληρύνοντο από την ακοήν των θαυμάτων. Δια ταύτα λοιπόν τους μεν άλλους τρεις ομοχωρίους του Αγίου, ως μάρτυρας υπάρχοντας των γενομένων και κήρυκας προς τον λαόν, αισχυνόμενοι τους απέλυσαν, αφού έλαβον μεγάλην ποσότητα χρημάτων, απέλυσαν δε και τον Αρχιμανδρίτην εκείνον, όστις συνεβούλευσε και διώρθωσε τον Μάρτυρα, καθώς είπομεν, τον οποίον όχι μόνον είχον και αυτόν φυλακισμένον, αλλά και εφοβέριζον μάλιστα να κόψωσι την γλώσσαν του, τον δε Μάρτυρα εκβάλλοντες από την κοινήν φυλακήν, δια να μη τον βλέπωσιν οι άλλοι Χριστιανοί, οίτινες έμειναν φυλακισμένοι, αφ’ ου του έδεσαν τας χείρας και τους πόδας, τον έρριψαν μέσα εις τον σταύλον των αλόγων, εγκαταλελειμμένον από πάσαν ανθρωπίνην βοήθειαν, δια να λάβη θάνατον βίαιον και άτιμον από τα καταπατήματα των αλόγων ο τρισμακάριστος. Και τα μεν πονηρά βουλεύματα των Οθωμανών ήσαν τοιαύτα, ο δε Θεός, όστις εφύλαξεν αβλαβή τον Προφήτην Δανιήλ εντός του λάκκου από την ορμήν και την αγριότητα των λεόντων, Αυτός βέβαια εφύλαξε και τον Νικόλαον από την ορμήν και τα πατήματα των αλόγων και δεν άφησε να πάθη ουδέν κακόν. Αφ’ ου δε παρήλθον τρεις ημέραι, βλέπων τις από τους Αγαρηνούς, Σουρούλης το επίθετον, ότι ακόμη ζη, του έδιδεν άρτον να φάγη και αυτός απεκρίθη ότι ήτο χορτασμένος από τα φαγητά τα οποία έφερεν εις αυτόν η αδελφή του (παρ’ όλον ότι η αδελφή του είχε κρυφθή μακράν δια τον φόβον των Αγαρηνών), έμεινε δε και πάλιν ο μακάριος Μάρτυς νηστεύων, καθώς και όλον τον καιρόν του μαρτυρίου του με νηστείαν μεγάλην τον διήλθε. Τέλος πάντων, επειδή ούτε η γνώμη του μετεβλήθη δια των βασάνων να αρνηθή τον Χριστόν, ούτε απέθανεν, αγανακτήσαντες πλέον οι Τούρκοι εζήτησαν φετφάν από τον μουφτήν δια να φονεύσωσι τάχα νομίμως τον δίκαιον οι αδικώτατοι και παρανομώτατοι· πλην δεν έδωκε φετφάν, κρίνων αυτό εναντίον εις την νομοθεσίαν των, επειδή ήτο απερίτμητος, διότι έγινε γνωστόν εις όλους ότι ήτο απερίτμητος· αυτοί όμως αδίκως και εναντίον εις τους νόμους των απεφάσισαν τον κατ’ αυτού θάνατον, αφ’ ου διαφόρως τον εβασάνισαν, καθώς έως εδώ ο λόγος εφανέρωσεν, εις διάστημα τριάκοντα ημερών. Τότε λοιπόν εκβάλλοντες αυτόν εκ της φυλακής, τον έφεραν εις πεδιάδα τινά της πόλεως, καλουμένην Βουνάκι, κειμένην εις τα έξω τείχη της Σούδας του Κάστρου, ολίγον κατωτέρω από το ζύγιον του νερού και επιστρέφοντες από το τέμενος όλοι οι αγάδες έφιπποι εστάθησαν κύκλω και τον ηρώτησαν τρις εάν ήλθεν εις τον νουν του να τουρκεύση, αυτός δε ο ευλογημένος, ταλαιπωρούμενος από τόσων ημερών νηστείαν, ατονισμένος από τόσας πολλάς βασάνους και το περισσότερον δια να δείξη ότι δεν τους ψηφά τελείως, δεν απεκρίθη με λόγον το όχι, αλλά μόνον με την ανάνευσιν της κεφαλής. Τελευταίον τον εγονάτισαν τρις και την μεν πρώτην του έδωκεν ο δήμιος μίαν ισχυράν λογχευτικήν μαχαιριάν εις την ράχιν, έπειτα τον ήγειραν επάνω και πάλιν τον ηρώτησαν· την δε δευτέραν φοράν του έκοψε τον λαιμόν ολίγον τι και πάλιν τον ήγειραν και τον ηρώτησαν, εάν θέλη να τουρκεύση δια να σώση την ζωήν του, λέγοντες εις αυτόν, ότι και αι πληγαί του ιατρεύονται. Την τρίτην φοράν λέγοντες εις αυτόν να γονατίση, έτρεξεν με μεγάλην δύναμιν και ορμήν, από την πολλήν έφεσιν και επιθυμίαν την οποίαν είχε να τελειώση τον δρόμον του Μαρτυρίου και κλίνας τα γόνατα, εξεφώνησε το γλυκύτατον όνομα της Κυρίας Θεοτόκου, λέγων τρις· «Παναγία, βοήθει μοι». Και τότε πλέον ο δήμιος τον εκτύπησε με όλην του την δύναμιν, αλλά πάλιν δεν απεκόπη η πάντιμος αυτού κεφαλή, ούτε με μίαν, ούτε με δύο, έως ου με απανθρωπίαν και σκληρότητος υπερβολήν τον έλαβεν από τας τρίχας της κεφαλής και τον έσφαξεν ως πρόβατον. Και ούτω ο ένδοξος Νικόλαος τον αγώνα τον καλόν ηγώνισται, κατά τον θείον Απόστολον (Β΄ Τιμ. δ: 7), την προς Χριστόν τον Θεόν πίστιν τετήρηκε, τον σωτήριον δρόμον του Μαρτυρίου τετέλεκε και το στέφος της αφθαρσίας έλαβε παρά Θεού, κατά το εικοστόν τρίτον έτος της ηλικίας του, κατά τα χίλια επτακόσια πεντήκοντα τέσσαρα (1754) έτη από Χριστού, την τριακοστήν πρώτην του Οκτωβρίου μηνός, εν ώρα έκτη, καθ’ ην και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εσταυρώθη. Και τότε, θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού! Σκότος πυκνότατον επέπεσεν εις όλην την Χίον, τόσον ώστε τα πλήθη τα οποία ανέμενον να ίδωσι το τέλος, Τούρκοι, Χριστιανοί, Φράγκοι, Εβραίοι, δεν διέκριναν αλλήλους από το σκότος, ουδέ τον δρόμον, τον οποίον έκαστος εξ αυτών έμελλε να περιπατήση δεν εύρισκεν, ως να ήτο σκοτεινοτάτη τις νυξ του χειμώνος· οι δε χωρικοί, βλέποντες αίφνης τοιούτον παράδοξον σημείον και μη γινώσκοντες την αιτίαν, έλεγον· «Τούτο βέβαια δεν είναι άλλο παρά οργή θεϊκή καθ’ ημών». Και έμεινε περιαδόμενον αυτό το σκότος έως την σήμερον. Μόνον δε το πρόσωπον του Μάρτυρος νεκρόν, μέγα θαύμα! Έλαμπεν ως άστρον λαμπρότατον, εντός του σκότους εκείνου. Αλλά και θείον φως επεσκίαζεν το μαρτυρικόν λείψανον επί τρεις συνεχείς νύκτας, κατά τας οποίας εφύλαττον αυτό οι Αγαρηνοί εις τον τόπον της καταδίκης. Αυτοί δε οι πεπλανημένοι, βλέποντες το ουράνιον εκείνο φως και την εντροπήν μη υποφέροντες, έλεγον ότι πυρ κατέβη εκ του ουρανού ίνα κατακαύση το σώμα του· όθεν λαβόντες αφορμήν εκ τούτου έκαυσαν και εμαύρισαν το πρόσωπόν του με δάσας δια να μη φαίνηται εις έλεγχον και κατηγορίαν των το κάλλος και η λαμπρότης, την οποίαν είχεν εκ θείας Χάριτος· και ουχί μόνον με το ουράνιον φως εδόξασεν ο Χριστός τον Μάρτυρά του, αλλά και με ευωδίαν θαυμαστήν και άρρητον, η οποία επλήρου τον αέρα εν όσω έμενεν εκεί το άγιον λείψανον· τινές δε των φυλάκων έκοψαν δάκτυλα και άλλα ευκολόκοπα μέλη και τα έδωκαν εις τινας γνωρίμους των Χριστιανούς, δια να λάβωσι χρήματα, άλλοι δε πάλιν Χριστιανοί έλαβον χώμα βεβρεγμένον από τα μαρτυρικά αίματα. Τέλος πάντων, μετά τρεις ημέρας έρριψαν το άγιον λείψανον εις την θάλασσαν, δια να μη το λάβωσιν οι Χριστιανοί, εις ποίον δε τόπον εφέρθη και που κατήντησε δεν ηξεύρει τις· ούτως εδόξασε τον Θεόν, αδελφοί, ο θείος Νικόλαος, με τους υπέρ φύσιν αγώνες τού Μαρτυρίου του και ο Θεός αντεδόξασεν αυτόν, με τα παράδοξα θαύματα της θείας αυτού παντοδυναμίας. Κατ’ εκείνον δε τον καιρόν, του θαυμαστού τούτου Μάρτυρος, γυνή τις σεμνή και κοσμία, Σμαράγδα ονόματι, εκινδύνευεν εις θάνατον από δεινότατον και ανίατον τι πάθος· το δε πάθος αυτό της συνέβη από την ακόλουθον περίστασιν· αύτη είχεν υιόν διατρίβοντα εις ξενιτείαν, όστις επάνω εις το άνθος της ηλικίας του απέθανε· μαθούσα λοιπόν την τοιαύτην λυπηράν είδησιν του υιού της τόσον αμέτρως ελυπήθη, ώστε έπαθεν ασυνήθιστόν τι πάθος· έπαυσε δηλαδή εις το εξής η κατά μήνα φυσική ρύσις του αίματός της και το εμποδισθέν αίμα από τους φυσικούς πόρους έστρεψε και εξήρχετο εκ του στόματός της και τόσον πολύ, ώστε λεκάνην επλήρου, καθώς η ιδία έλεγε· καλεί λοιπόν τους ιατρούς, δοκιμάζουν εκείνοι με όλην την δύναμιν της τέχνης των να την θεραπεύσωσιν, αλλά δεν δύνανται· προσπίπτει εις την χάριν των θαυματουργών και ιαματικών Αναργύρων, προσκαλεί τα ιερά των λείψανα, ψάλλουν εις αυτήν αγιασμόν με αυτά, αλλ’ όχι μόνον θεραπείαν δεν ευρίσκει, αλλ’ ούτε καν παραμικράν παρηγορίαν· προσκαλεί έπειτα και την χαριτόβρυτον κάραν της Οσίας Ματρώνης, αλλ’ ο Θεός, ο αντιδοξάζων τους αυτόν δοξάζοντας, βουλόμενος να δοξάση τον νέον αυτού Μάρτυρα Νικόλαον (καθώς έδειξαν τα πράγματα ύστερον), δεν ηυδόκησε να την θεραπεύση ούτε η Αγία Ματρώνα· το δε πάθος ηύξανε και ο θάνατος ηπείλει την δυστυχή γυναίκα. Επειδή λοιπόν απηλπίσθη αύτη από πάσαν βοήθειαν, και επειδή κατ’ εκείνας τας ημέρας ετελείωσε τον αγώνα του Μαρτυρίου ο θείος Νικόλαος, έφερον τεμάχιόν τι από το λείψανον του Αγίου, το οποίον μετά μεγάλης πίστεως προσκυνήσασα και ασπασθείσα η ασθενής, έλαβεν ευθύς την υγείαν της, δοξάζουσα τον Θεόν και τον Άγιον· ου ταις αγίαις πρεσβείαις ο Θεός ελεήσαι και σώσαι ημάς ως αγαθός και φιλάνθρωπος. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2476
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Α΄ (1η) Νοεμβρίου μνήμη των Αγίων και Θαυματουργών Αναργύρων ΚΟΣΜΑ και ΔΑΜΙΑΝΟΥ.

Δημοσίευση από silver »

Τη Α΄ (1η) Νοεμβρίου μνήμη των Αγίων και Θαυματουργών Αναργύρων ΚΟΣΜΑ και ΔΑΜΙΑΝΟΥ. Κοσμάς και Δαμιανός οι αυτάδελφοι Άγιοι Μάρτυρες, οι δια την δωρεάν παρ’ αυτών παρεχομένην ιατρείαν των ασθενών αποκληθέντες Ανάργυροι, ήσαν από τα μέρη της Ασίας, υιοί υπάρχοντες ευσεβούς τινός γυναικός ονόματι Θεοδότης, αποτελούν δε ούτοι την πρώτην συζυγίαν των φερόντων το όνομα Κοσμάς και Δαμιανός Αγίων Αναργύρων. Επειδή δε έχομεν τρεις συζυγίας Αγίων Αναργύρων φερόντων το αυτό όνομα Κοσμάς και Δαμιανός, δια τούτο και ίνα μη συγχυζώμεθα, όταν ακούωμεν τα ονόματα αυτών, θα είπωμεν πρώτον ολίγα τινά δια τας ετέρας δύο συζυγίας και είτα θα εισέλθωμεν εις το θέμα των σήμερον εορταζομένων Αγίων. Εκτός λοιπόν των σήμερον εορταζομένων, έχομεν ετέρους δύο Αγίους Αναργύρους, ονομαζομένους και αυτούς Κοσμάν και Δαμιανόν, οίτινες ήσαν από την Ρώμην και ήθλησαν επί της βασιλείας του Καρίνου εν έτει σπδ΄ (284). Ούτοι ήσαν ιατροί την τέχνην και εθεράπευον ανθρώπους και ζώα αμισθί· ομού δε με την θεραπείαν εδίδασκον και τον Χριστόν ως τον αληθή Θεόν. Τότε ο βασιλεύς Καρίνος, ως ήκουσε τα περί αυτών, τους προσεκάλεσεν ενώπιόν του, αυτοί δε προσελθόντες εις αυτόν μετά παρρησίας και κηρύξαντες ενώπιόν του τον Χριστόν ως αληθή Θεόν, τον έπεισαν και ούτως ο βασιλεύς από ειδωλολάτρης κατέστη Χριστιανός ένθερμος. Η δε πίστις του βασιλέως εις τον Χριστόν προήλθεν ως επί το πλείστον από θαύμα, το οποίον επ’ αυτού οι Άγιοι ούτοι Ανάργυροι εθαυματούργησαν· απειλήσας δηλαδή αυτούς, ότι θα τους καταστρέψη, αν εντός ολίγου δεν ασπασθώσι την ειδωλολατρίαν, παρευθύς ο λαιμός του εστράφη εις τα οπίσω, οι δε Άγιοι με την δύναμιν του Θεού τον επανέφερον εις την προτέραν του θέσιν. Εκ τούτου όθεν του θαύματος και εκ της ζωηράς των διδασκαλίας όχι μόνον ο βασιλεύς Καρίνος επίστευσεν εις τον Χριστόν, αλλά και πάντες οι παρευρισκόμενοι και πλήθος λαού. Μετά ταύτα δε ο διδάσκαλος της τέχνης των, φθονών αυτούς δια την τόσην περί την ιατρικήν ικανότητά των, εν ω αυτός δεν ηδύνατο ουδέ καν να παραβληθή, εβουλεύθη τον αφανισμόν των· συμφωνήσας όθεν με άλλους αυτού μαθητάς ομογνώμονας, ανεβίβασε τους Αγίους εις υψηλόν τι όρος, δήθεν ίνα συλλέξωσι βότανα θεραπευτικά, εκεί δε τους εθανάτωσαν δια λιθοβολισμών. Η μνήμη αυτών εορτάζεται την α΄ (1ην) του Ιουλίου μηνός (Τόμ. Ζ΄, έκδ. α΄ και β΄ σελ. 11).
Είναι και άλλοι δύο ακόμη Άγιοι Ανάργυροι, Κοσμάς και Δαμιανός ονομαζόμενοι, οι οποίοι κτήγοντο από την Αραβίαν, άριστοι όντες εις την ιατρικήν τέχνην. Ούτοι λοιπόν περιερχόμενοι χωρία και πόλεις εθεράπευον τους ασθενείς και συνάμα εκήρυττον το όνομα του Χριστού. Δια τούτο εις τον καιρόν των βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού φθάσαντες μετά τριών εισέτι αδελφών εις πόλιν τινά της Λυκίας, Αιγάς λεγομένην, συνελήφθησαν υπό του αυθέντου της χώρας, Λυσίου καλουμένου, και εδάρησαν περισσώς. Επειδή δε ούτοι εξηκολούθουν κηρύσσοντες παρρησία τον Χριστόν, ερρίφθησαν υπό των τυράννων εις την θάλασσαν, αφού πρότερον αφού πρότερον προσέδεσαν δια σχοινίου εις τους τραχήλους των δύο βαρυτάτους λίθους. Άγγελος όμως Κυρίου τους εξέβαλε της θαλάσσης υγιείς, αλλά και πάλιν συλλαβών αυτούς ο Λυσίας τους έβαλεν εις κάμινον καλώς κεκαυμένην· εν τούτοις όμως και απ’ εκείνην, θεία συνδρομή, αβλαβείς διαφυλαχθέντες, εκαρφώθησαν επί Σταυρού, τέλος δε απεκεφαλίσθησαν επί του Σταυρού δια προσταγής του Λυσίου. Η δε ημέρα της τελευτής αυτών είναι η ιζ΄ (17η) του Οκτωβρίου μηνός. Ταύτα εν ολίγοις γράφπμεν ενταύθα δια τους άλλους Αγίους Αναργύρους, δια δε τους σήμερον εορταζομένους ας ετοιμάσωμεν εαυτούς, αδελφοί, ίνα ευφρανθώμεν εις την περί τούτων κατά πλάτος διήγησιν, τιμώντες αξίως την μνήμην αυτών δια της μελέτης των πλήρους αγάπης, φιλανθρωπίας και αγαθότητος έργων αυτών και ούτως αξιωθώμεν και της κατά το δυνατόν μιμήσεως αυτών. Πάντοτε δε χρεωστούμεν, ευλογημένοι Χριστιανοί, να μελετώμεν αγαθά, δια να μη ευρίσκη ο νους μας καιρόν να μελετά πονηρά, δεδομένου ότι ο νους του ανθρώπου δεν δύναται να μένη ήσυχος εφ’ όσον έγινεν εκ του Θεού αεικίνητος. Επειδή λοιπόν ο νους μας πρέπει να συλλογίζεται πάντοτε το αγαθόν, δια τούτο πρέπει να κατευθύνωμεν αυτόν εις την μελέτην και ακρόασιν των θείων λόγων, εις ύμνον και δοξολογίαν του Θεού, εις δεήσεις και προσευχάς, εις προαίρεσιν αγαθήν και εις το πως να τελειώσωμεν τα αρεστά εις τον Θεόν. Διότι η μεν ματαία μελέτη αναβλαστάνει έργα της ματαιότητος, κατεργάζεται δε και τον θάνατον της ψυχής· η δε αγαθή μελέτη δίδει καρπόν αγαθόν και ζωής και σωτηρίας γίνεται πρόξενος· όπως το εναντίον είναι απώλεια της ψυχής καθώς το λέγει και ο θείος Δαβίδ εις τον ριη΄ (118) Ψαλμόν· «Ει μη ότι ο νόμος σου μελέτη μου εστι, τότε αν απωλόμην εν τη ταπεινώσει μου» (Ψαλμ. ριη:92). Δια τούτο οφείλομεν πάντοτε να μελετώμεν τα αγαθά και να αναγινώσκωμεν τας Γραφάς και τους Βίους των Αγίων· διότι καθώς είπεν ο Χριστός εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον: «Ερευνάτε τας Γραφάς, ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν» (Ιωάν. ε: 39). Μη προφασιζώμεθα και λέγομεν, ότι δεν γνωρίζομεν γράμματα να αναγινώσκωμεν· εάν ημείς δεν γνωρίζωμεν, γνωρίζουσιν άλλοι, και όταν αναγινώσκουσιν εκείνοι, ημείς ας μη αμελώμεν· διότι ποίαν απολογίαν θέλομεν δώσει εις τον Θεόν, όταν δια μεν τον σωματικόν βίον διαπλέωμεν θαλάσσας, καταφρονούμεν κινδύνους, κλέπτας δεν φοβούμεθα, ψύχος και βροχήν δεν συλλογιζώμεθα και πάντα πειρασμόν υπομένωμεν, μόνον δια να κερδήσωμεν αγαθά υλικά, δια δε την ωφέλειαν της ψυχής μας να μη θέλωμεν ούτε καν εις την Εκκλησίαν να υπάγωμεν, ίνα ακούσωμεν από άλλους τον λόγον του Θεού; Καθώς δε κοπιάζουσιν όσοι σκάπτουν το βάθος της γης δια να εκβάλωσι τον άργυρον και τον χρυσόν, ούτω και ημείς χρεωστούμεν νύκτα και ημέραν να σπουδάζωμεν πως θα εύρωμεν το κέρδος της ψυχής μας. Πότε δε ευρίσκομεν το κέρδος της ψυχής μας; Όταν είναι εορτή Αγίου τινός, πρέπει να τρέχωμεν εις την Εκκλησίαν, δια να ακούσωμεν λόγον Θεού και διδαχήν. Διότι δι’ αυτό ενομοθέτησαν και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας τας εορτάς των Αγίων, όχι δια να μένωμεν αργοί, αλλά να τρέχωμεν εις την Εκκλησίαν, να ακούωμεν διδαχήν, να ερωτώμεν αλλήλους τι εορτή είναι σήμερον; Τις Άγιος εορτάζεται; Πως ηγωνίσθη, πως ετελειώθη, πως εδοξάσθη εκ Θεού και ανθρώπων; Και ούτω με τας ερωτήσεις αυτάς και την μάθησιν να γινώμεθα μιμηταί κατά δύναμιν των έργων του Αγίου εκείνου. Μη εντρεπώμεθα, αδελφοί, να ερωτώμεν τους γινώσκοντας, δια να μανθάνωμεν πράγματα τα οποία δεν γνωρίζομεν· διότι και ο Μωϋσής ούτω λέγει εις το Δευτερονόμιον, εις την περικοπήν της β΄ ωδής: «Επερώτησον τον πατέρα σου και αναγγελεί σοι, τους πρεσβυτέρους σου και ερούσι σοι» (Δευτ. λβ: 7). Υπάρχουν πολλοί Άγιοι της Εκκλησίας μας, πιστεύσατέ μοι, των οποίων ούτε το όνομα γνωρίζομεν, ούτε τα έργα· διατί; Διότι δεν φροντίζομεν να μανθάνωμεν τοιαύτα πράγματα, τα οποία είναι κέρδος της ψυχής μας, αλλά μόνον εις τας βιοτικάς μερίμνας έπεσεν όλως δι’ όλου ο νους μας· και αν μεν ακούσωμεν μυθιστόρημα, παρευθύς το μανθάνομεν και το ενθυμούμεθα, αν δε ακούσωμεν διήγησιν Αγίου τινός, παρευθύς την λησμονούμεν. Και θέλεις είπει: τι κέρδος έχω εις την ψυχήν μου, εάν ακούω την διδαχήν, έπειτα δε δεν κάμνω καθώς ακούω; Άκουσον, άνθρωπε· ειπέ μοι, εάν τις έχη δύο δοχεία παλαιά και βάλη εντός του ενός ύδωρ δια να το πλύνη, το δε ύδωρ εκείνο πάλιν το χύση, εις το έτερον δε δοχείον δεν βάλη παντελώς ύδωρ, ποίον ήθελεν είναι καθαρώτερον; Εκείνο το οποίον εδέχθη το ύδωρ, αν και αυτό εχύθη ή το άλλο το οποίον δεν εδέχθη παντελώς ύδωρ εντός αυτού; Φανερόν είναι ότι το πρώτον. Ομοίως είναι και ο άνθρωπος· εάν ακούση την διδαχήν και δεν τηρή, βεβαίως δεν ποιεί καλώς, όμως είναι καλλίτερος από εκείνον όστις δεν θέλει ακούσει τελείως. Διότι εκείνος μεν, όστις δεν ακούει διδαχήν, δεν γνωρίζει ποίον είναι το θέλημα του Θεού, δεν γνωρίζει ποία λέγεται αρετή και ποία είναι η κακία. Επειδή λοιπόν δεν εννοεί ποίον έργον είναι αρεστόν εις τον Θεόν δια να το κάμη και ποίον είναι το κακόν δια να το αποφύγη, δια τούτο εκείνος κολάζεται. Όστις όμως ακούει τον λόγον του Θεού πάντοτε, μεταμελείται, δια τας αμαρτίας του, ελέγχεται υπό της συνειδήσεως δι’ αυτάς και υπάρχει ελπίς να σωθή, εάν μετανοήση. Δια τούτο, ευλογημένοι Χριστιανοί, θα σας διηγηθώμεν ενταύθα τας πράξεις και τα κατορθώματα των Αγίων τούτων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού, των οποίων την μνήμην εορτάζομεν σήμερον, ίνα μιμούμενοι τας πράξεις αυτών φανώμεν και ημείς τέκνα άξια ενός και του αυτού επουρανίου πατρός του Θεού ημών. Ας προσηλώσωμεν λοιπόν τώρα τον νουν εις την διήγησιν των σήμερον εορταζομένων Αγίων Αναργύρων και ας ίδωμεν ποία έργα ούτοι ειργάσθησαν, πως επολιτεύθησαν και πως τέλος ετιμήθησαν υπό του Θεού και των ανθρώπων. Ούτοι λοιπόν οι Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός ωνομάσθησαν Ανάργυροι, ως είπομεν, διότι ιάτρευον τους ασθενείς, χωρίς να λαμβάνουν παρ’ αυτών καμμίαν ανταμοιβήν της εργασίας των, ούτε αργύρια ούτε άλλα δώρα. Η οικογένειά των ήτο ευκατάστατος και ο μεν πατήρ των κατ’ αρχάς ήτο Έλλην την θρησκείαν, ύστερον όμως, αφ’ ότου δηλαδή εγέννησε τους δύο τούτους Αγίους, απηρνήθη την μυσαράν ειδωλολατρίαν και ησπάσθη τον Χριστιανισμόν, μετά παρέλευσιν δε ολίγου χρόνου, κατά τον οποίον εβίωσεν εν αρετή και σωφροσύνη, παρέδωκε το πνεύμα εις τον Πλάστην καταλιπών τους δύο παίδας του εις την θείαν βοήθειαν και την προστασίαν της μητρός των. Η δε μήτηρ αυτών, Θεοδότη ονόματι και Χριστιανή παιδιόθεν, αφ’ ου απέμεινε χήρα, εσπούδαζε να αναθρέψη τους υιούς της έτι περισσότερον με την ευσέβειαν· διότι και αυτή η ιδία ήτο γυνή ενάρετος και δια τα πολλά και καλά προτερήματά της κατέστη το παράδειγμα όλων των τότε πλησίον της ευρισκομένων γυναικών. Οι δε δύο υιοί της εσπούδασαν καλώς την ιατρικήν τέχνην και ήρχισαν αμέσως το φιλανθρωπότατον έργον των· δεν προσεπάθουν όμως να θεραπεύωσι τόσον τα σώματα, όσον τας ψυχάς, κηρύττοντες πανταχού και πάντοτε το όνομα του Χριστού. Ούτω πολιτευόμενοι οι Άγιοι ηξιώθησαν και αποστολικών χαρισμάτων· διότι το χάρισμα, το οποίον έδωκεν ο Χριστός εις τους Αγίους Αποστόλους, να ιατρεύωσι κάθε είδος ασθενείας, το απέκτησαν και αυτοί· και δια τούτο άνευ βοτάνων, άνευ εμπλάστρων και άλλων θεραπευτικών μέσων, αλλά με την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος εθεράπευον τους πάσχοντας. Τι δε να διηγώμαι την ταπείνωσιν, την ακτημοσύνην, την φιλανθρωπίαν και τας άλλας αρετάς, τας οποίας οι Απόστολοι ούτοι του Χριστού είχον; Διότι τόσον ταπεινοί ήσαν, ώστε τας πληγάς των ασθενών μόνοι των τας περιποιούντο· τοσαύτην δε ακτημοσύνην είχον, ώστε ουχί μόνον αργύρια ουδέποτε απέκτησαν, αλλ’ ούτε δεύτερον ένδυμα δεν εφόρεσάν ποτε, ουδέ σάκκον δεν έφερον καθ’ οδόν· δι’ ο και οι άνθρωποι δεν τους έκραζον ονομαστί, Κοσμάν δηλαδή και Δαμιανόν, αλλά Αναργύρους και το επίθετον τούτο ήτο δηλωτικόν και του γένους αυτών. Ελεημοσύνην δε και φιλανθρωπίαν τοσαύτην είχον, ώστε όχι μόνον ασθενείς ανθρώπους εθεράπευον, αλλά και τα άλογα ζώα, οσάκις τα έβλεπον άρρωστα τα ιάτρευον, ως τούτο θέλει γίνει φανερόν εις την συνέχειαν του λόγου μας. Εφέροντο δε ίσως και προς τους πλουσίους και προς τους πτωχούς, παρέχοντες εις όλους την θεραπείαν, ομοίως δε ιάτρευον τους ξένους ως και τους ιδίους. Άλλη τις προβατική κολυμβήθρα ήτο η οικία των, μάλλον δε υπερείχεν εκείνης· καθ’ ότι εκείνη μεν ένα τινά των αρρώστων εθεράπευε καθ’ όλον το έτος, εις δε την οικίαν των Αγίων πολλούς και διαφόρους έβλεπε τις θεραπευομένους καθ’ εκάστην ημέραν. Έχοντες δε οι Άγιοι τοσαύτην Χάριν Θεού και ιατρεύοντες πάσαν ασθένειαν δεν ενόμιζον ότι από την τέχνην των εγίνετο τούτο, αλλά της Χάριτος του Θεού ωνόμαζον το κατόρθωμα, επειδή εγνώριζον μεν των παλαιών ιατρών τα βιβλία, του Ιπποκράτους, του Γαληνού, του Διοσκορίδου και άλλων, αλλά δεν εχρειάζοντο και τόσον αυτά όσον το όνομα του Χριστού, έχοντες αυτό και μόνον εις τας θεραπείας των οδηγόν και βοηθόν. Και η μεν τέχνη της ιατρικής τυφλόν δεν δύναται να ιατρεύση, ουδέ χωλόν να περιπατήση, ουδέ νεκρόν να αναστήση. Αυτοί όμως με την δύναμιν του Χριστού όλα ταύτα ενήργουν· δια τούτο και οι άνθρωποι, ακούοντες από μακράν την τόσην θαυματουργόν αυτών δύναμιν, καθ’ εκάστην συνέτρεχον, φέροντες ασθενείς, τυφλούς, χωλούς, δαιμονιζομένους, κλινήρεις από πάσαν ασθένειαν· και εν τούτοις οι τοιούτοι δεν ανεχώρουν ανωφελώς, αλλ’ απήρχοντο χαίροντες και απολαμβάνοντες διπλήν την θεραπείαν, την του σώματος δηλαδή και την της ψυχής. Τα μεν λοιπόν θαύματα τούτων να διηγήται τις είναι κόπος πολύς, ευλογημένοι Χριστιανοί· εν τούτοις όμως δια παράδειγμα της θαυματουργίας των Αγίων θα σας διηγηθώ τώρα εν ή δύο μόνον θαύματα· τα δε επίλοιπα, αναρίθμητα όντα, θα αντιπαρέλθω προσωρινώς ίνα μη γίνη φορτικός ο λόγος μου. Κατ’ εκείνον τον καιρόν ήτο μία γυνή, ονόματι Παλλαδία, κατά πολλά ασθενής και κλινήρης, έως ου παντελώς δεν ηδύνατο επί πολλά έτη να κινηθή από τον τόπον της· αλλ’ οι Άγιοι ούτοι, άμα εισήλθον εις την οικίαν της, παρευθύς την ιάτρευσαν και τοσούτον ώστε ήθελέ τις νομίσει ότι παντελώς δεν είχεν υποπέσει εις ασθένειαν. Αύτη λοιπόν, θαυμάζουσα και χαίρουσα δια την μεγάλην και παράδοξον ταύτην των Αγίων θαυματουργίαν, θέλουσα δε να τους ανταμείψη με μικράν τινα δωρεάν, έλαβε τρία αυγά και τα παρουσίασεν ως ελάχιστον δώρον εις τους Αγίους· αλλ’ εκείνοι, ιδόντες αυτά, όχι διότι ήσαν ολίγα, αλλά μη θέλοντες καθ’ ολοκληρίαν να λάβωσι μισθόν δια την ιατρείαν, δεν τα εδέχθησαν. Ως δε είδεν η γυνή αύτη, ότι δεν εδέχθησαν οι Άγιοι την δωρεάν της, κατά πολλά ελυπήθη. Όθεν καιροφυλακτούσα και ευρούσα τον Άγιον Δαμιανόν, τον μικρότερον αδελφόν, προσήλθον εις αυτόν, και σταθείσα έμπροσθέν του είπε κλαίουσα· «Διατί έχετε εμέ την αθλίαν ως βδελυκτήν; Διατί με αποβάλλετε ως μιαράν; Διατί με αποστρέφεσθε την ταλαίπωρον και δεν θέλετε να λάβητε την παραμικράν δωρεάν μου; Ορκίζω σε εις τον Χριστόν, τον αληθή Θεόν, τον οποίον πιστεύω η αθλία, να μη με πικράνης την δούλην σου, αλλά να δεχθής το ελάχιστον τούτο χάρισμα ως μέγα». Αυτούς τους λόγους ακούσας ο Άγιος Δαμιανός, ελυπήθη την γυναίκα και έλαβε τα τρία εκείνα αυγά. Μετά τινας ημέρας ανέφερεν ο μακάριος Δαμιανός την υπόθεσιν ταύτην εις τον αδελφόν του, τον Άγιον Κοσμάν, ότι δηλαδή τον συνήντησεν η ιατρευθείσα εκείνη γυνή, ότι τον παρεκάλεσε, τον ώρκισε και ότι αυτός την ελυπήθη και τέλος έλαβε την δωρεάν της. Τούτο ως ήκουσεν ο Άγιος Κοσμάς πολύ ηγανάκτησεν, εστέναξε και έκλαιε τον αδελφόν του, ως υποπεσόντα εις μέγα αμάρτημα, εις το πάθος της φιλαργυρίας, περισσότερον δε τον επέπληττεν, ότι παρέβη την ρητήν συμφωνίαν των, να μη λαμβάνωσι δηλαδή ποτέ δώρα δια τας ιατρείας. Ουχί δε τόσον μόνον τον ωνείδισεν ο Άγιος Κοσμάς, αλλ’ είπε και τούτο, ότι μετά τον θάνατόν του να μη θάψωσι το σώμα του εκεί όπου θα θάψωσι και το του Δαμιανού. Τόσον βαρύ εφάνη τούτο εις τον Άγιον και τόσον επικράνθη, μη γνωρίζων τον σκοπόν του Αγίου Δαμιανού, ότι δηλαδή έλαβε την δωρεάν δια τον όρκον της γυναικός, αλλά νομίζων ότι δια μισθόν ιατρείας έλαβε ταύτην. Εν τούτοις όμως ο καρδιογνώστης Θεός, όστις εγνώριζε καθαρώς τον σκοπόν του Αγίου Δαμιανού, δεν άφησε τον Άγιον Κοσμάν να είναι ούτω καταβεβλημένος υπό της λύπης κατά του αδελφού του, αλλά δι’ αποκαλύψεως φανείς εν οράματι ειρήνευσε την καρδίαν του, φανερώσας εις αυτόν τον σκοπόν του αδελφού του. και αυτός μεν ο θείος Κοσμάς, ιδών την τοιαύτην οπτασίαν, συνεφιλιώθη μετά του αδελφού αυτού, προς δε τους ανθρώπους δεν είπε την οπτασίαν, την οποίαν είδε. Δια τούτο και όταν ανεπαύθη εν Κυρίω ο Άγιος Κοσμάς, δεν ήθελον οι Χριστιανοί να θέσωσι το τίμιόν του λείψανον εκεί όπου έθεσαν και το του Αγίου Δαμιανού, κατά την παραγγελίαν του. Ακούσατε όμως τι ο Θεός παράδοξον θαύμα ωκονόμησεν επ’ αυτού· αλλ’ εν τούτοις αναμείνατε να μάθητε πρότερον περί της κοιμήσεως αυτών και μετά ταύτα ακούσατε και τα περί του θαύματος τούτου. Περιπατούντες οι Άγιοι, ως προείπον, και παρέχοντες αφθόνους ευεργεσίας εις τους ανθρώπους, έφθασαν και εις τινα χώραν της Ασίας Φερεμάν λεγομένην. Εκεί λοιπόν ησθένησεν ο Άγιος Δαμιανός, ο νεώτερος αδελφός, επειδή δε ήτο θέλημα Θεού να αναπαυθή από τα φθαρτά και να πορευθή εις τα άφθαρτα κάλλη του Παραδείσου, εκοιμήθη εν Κυρίω και την μεν αγίαν αυτού ψυχήν παρέλαβον Άγγελοι φωτεινοί, το δε τίμιον λείψανον κατετέθη υπό του Αγίου Κοσμά και άλλων πολλών Χριστιανών εκεί εις την προρρηθείσαν χώραν. Δεν παρήλθον δε πολλαί ημέραι, ότε εκοιμήθη και ο Άγιος Κοσμάς. Οι δε Χριστιανοί, ως προείπον, επειδή είχον παραγγελίαν του Αγίου, όπως μη βάλωσι το λείψανόν του εις τον αυτόν τόπον όπου και το του Αγίου Δαμιανού, δεν ήθελον να το θάψωσι πλησίον του αδελφού του. Αλλ’ ο των θαυμασίων Θεός ιδού τι ωκονόμησεν: Οι μεν Χριστιανοί ηπόρουν επί πολλήν ώραν περί του πρακτέου, αν δηλαδή έπρεπε να μη τον θάψωσι πλησίον του αδελφού του, κατά την παραγγελίαν, ή επειδή ήσαν αδελφοί σαρκικοί εκ μιάς και της αυτής κοιλίας γεννηθέντες να τεθώσι ο εις πλησίον του άλλου· ο δε Θεός φανερώνει ενώπιον των ανθρώπων κάμηλόν τινα, της οποίας τον πόδα είχε ποτε θεραπεύσει ο Άγιος Κοσμάς, βεβλαμμένον όντα, αυτή δε ελάλησεν ανθρωπίνως, ότι θέλημα Θεού είναι να ταφώσιν οι δύο αδελφοί πλησίον· και ταύτα ειπούσα απήλθεν εις το όρος· οι δε παρευρεθέντες Χριστιανοί, άμα είδον το παράδοξον τούτο θαύμα, με μεγάλην αυτών έκπληξιν έπραξαν όπως η κάμηλος είπεν. Ουδείς δε εξ υμών, ευλογημένοι Χριστιανοί, ας μη απιστήση περί του θαύματος τούτου, διότι τα αδύνατα παρ’ ανθρώποις δυνατά εστι παρά τω Θεώ και όπου θέλει ο Θεός νικάται φύσεως τάξις. Εάν δε τις δεν βεβαιώνεται μόνον με τους λόγους τούτους εις το θαύμα, ας αναγνώση την Αγίαν Γραφήν εις το βιβλίον του Προφήτου Μωϋσέως, το οποίον ονομάζεται Αριθμοί, και θέλει εννοήσει από το κβ΄ κεφάλαιον, ότι και εις τους παλαιούς καιρούς ωμίλησεν η όνος του μάντεως Βαλαάμ, απ’ αυτό δε θα βεβαιωθή, ότι δεν είναι παράδοξόν τι, του Θεού θέλοντος, να ομιλήση η κάμηλος. Και ταύτα αρκούσι περί αυτού του θαύματος· ακούσατε δε τώρα και έτερον θαύμα γενόμενον κατά την κατάθεσιν του τιμίου λειψάνου του Αγίου Κοσμά. Γεωργός τις άνθρωπος, θερίζων τον αγρόν του, έπεσε την μεσημβρίαν υπό την σκιάν δένδρου τινός ίνα κοιμηθή. Πλην κατά δυστυχίαν, ως συμβαίνει πολλάκις, όφις εισελθών εντός του στόματός του και εισχωρήσας εις την κοιλίαν του έμελλε να καταφάγη τα σπλάγχνα του και ο ταλαίπωρος γεωργός εκινδύνευε να αποθάνη· λαβόντες όθεν αυτόν τινές των συγγενών του, τον έρριψαν επί του τάφου των Αγίων· και την νύκτα εκείνην φαίνονται οι Άγιοι Ανάργυροι και του δίδουσιν είδος τις ποτού καιτην επαύριον παρευθύς εξήμεσε τον όφιν, όστις ήτο είδος τέρατος. Ιδού δε και άλλο θαύμα προς δόξαν των Αγίων. Άνθρωπός τις Χριστιανός γέρων ησθένησε βαρείαν ασθένειαν· η δε ασθένειά του ήτο υδρωπικία, και επερίμενε τον θάνατον. Ακούων όμως τα θαύματα των Αγίων Αναργύρων, τα οποία εγίνοντο καθ’ εκάστην εις τον Ναόν των, παρεκάλεσε τους συγγενείς του και τον επήγαν επί κραββάτου, ρίψαντες αυτόν έμπροσθεν της Εικόνος των Αγίων. Έμενε λοιπόν εκεί κείμενος ημέρας πολλάς και καμμίαν ωφέλειαν δεν έβλεπε, διότι δοκιμάζοντες οι Άγιοι την πίστιν του δεν τον ιάτρευον· αυτός δε βλέπων, ότι οι μεν άλλοι ασθενείς ερχόμενοι μετ’ αυτών ιατρεύοντο, αυτός δε τόσας ημέρας δεν ιατρεύετο, αντί να έχη υπομονήν και να δέεται περισσότερον των Αγίων, εκείνος εβλασφήμει κατά των Αγίων, ότι τον παραβλέπουσι και δεν τον ιατρεύουν σύντομα, από δε την απιστίαν του ημέραν τινά εμήνυσεν εις τους συγγενείς του να υπάγουν να τον πάρουν, ίνα αποθάνη τουλάχιστον εις τον οίκο του. Επήγαν λοιπόν και τον επήραν πάλιν επί κραββάτου. Πορευόμενος δε εις την οδόν, επειδή αύτη ήτο μακράν της χώρας, τον έβαλαν εις μέρος εις το οποίον ήσαν δένδρα και ύδωρ, να αναπαυθώσιν ολίγον. Εκεί λοιπόν καθεζόμενοι οι άνθρωποι εκείνοι, εκοιμήθησαν από τον κόπον της οδού, ο δε ασθενής από τον πόνον της ασθενείας μη δυνάμενος να κοιμηθή, έκειτο έξυπνος. Φαίνονται λοιπόν τότε οι Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός προς τον ασθενή εις σχήμα ανθρώπων διαβατών, και του λέγουν· «Τι έχεις, άνθρωπε, και είσαι ασθενής, και που υπάγεις»; Απεκρίθη εκείνος: «Την μεν ασθένειάν μου βλέπετε, διότι είναι φανερά, υπάγω δε εις τον οίκον μου να αποθάνω πλησίον των τέκνων μου». Του λέγουσιν οι Άγιοι· «Και διατί δεν επήγες εις τον Ναόν των Αγίων Αναργύρων, όστις είναι εδώ πλησίον, να ιατρευθής; Δεν ακούεις πως έρχονται από πέντε και δέκα ημερών δρόμον οι ασθενείς και ιατρεύονται»; Απεκρίθη εκείνος· «Επήγα και εγώ και τώρα απ’ εκείθεν έρχομαι, αλλά δεν είδα καμμίαν βοήθειαν εις τον εαυτόν μου· ως εκ τούτου εβεβαιώθην, ότι είχον είπει οι άνθρωποι ψεύματα, ότι είναι θαυματουργοί οι Άγιοι Ανάργυροι, και απόδειξις ότι εμέ δεν ηδυνήθησαν να με ιατρεύσουν». Λέγουσιν οι Άγιοι· «Μη βλασφημής, ω άνθρωπε, εις την δύναμιν του Χριστού και την χάριν των Αγίων Αναργύρων, μόνον άκουσόν μας· επίστρεψε πάλιν εκεί όπου έκεισο και θέλεις ίδει την δύναμιν του Χριστού». Απεκρίθη ο ασθενής· «Και τις να με γυρίση πάλιν όπισθεν, αφού οι άνθρωποι ούτοι ηγανάκτησαν, όσον να με φέρουν εδώ»; Οι δε Άγιοι του λέγουν· «Αυτούς μεν άφησέ τους να αναπαύωνται, ημείς δε δια την αγάπην του Χριστού θα σε βαστάσωμεν να σε υπάγωμεν». Τον εσήκωσαν λοιπόν οι δύο Άγιοι Ανάργυροι με το ξυλοκράββατον και τον επήγαν έως εις τον Ναόν των, έπειτα τον άφησαν έμπροσθεν της Εικόνος αυτών και έγιναν άφαντοι. Μετά παρέλευσιν ώρας εξύπνησαν και οι συγγενείς του και μη ευρόντες αυτόν εκεί, επέστρεψαν εις τον Ναόν των Αγίων και τον εύρον. Κατά δε την νύκτα εκείνην φαίνονται οι Άγιοι Ανάργυροι προς αυτόν, κρατούντες ξίφη εις τας χείρας, λέγει δε ο Κοσμάς προς τον Δαμιανόν· «Σχίσε την κοιλίαν του γέροντος δυνατά, διότι είναι και γέρων και βλάσφημος». Του εφάνη λοιπόν ότι τον έσχισε με το ξίφος εις το υπογάστριον· ο δε ασθενής από τον φόβον του εξύπνησε και βλέπει ότι αληθώς ήτο το υπογάστριον αυτού εσχισμένον, ως να ήτο από φλεβοτόμον, παρευθύς δε τόση ύλη και δυσωδία εξήλθεν, ώστε ελέπτυνε το σώμα του και ήλθεν εις την προτέραν του κατάστασιν. Και όχι μόνον τούτο ιάτρευσαν, αλλά και το τραύμα εκείνο, όπερ ήτο από την πληγήν του ξίφους, φανέντες προς αυτόν την δευτέραν νύκτα εθεράπευσαν. Ούτως απήλθεν ο άνθρωπος εκείνος εις τον οίκον του υγιής, περιπατών και δοξάζων τον Θεόν. Ακούσατε όμως και έτερον θαύμα των Αγίων. Άρχων τις των Χριστιανών βασιλέων είχεν ασθένειαν μεγάλην και αθεράπευτον, δυσουρίαν ονομαζομένην. Έχων λοιπόν την ασθένειαν αυτήν ο άρχων εκείνος, εξώδευσεν όλην αυτού την περιουσίαν, ίνα εύρη την θεραπείαν, αλλ’ εις μάτην. Αφ’ ου λοιπόν απηλπίσθη από τους ιατρούς όλους, ενεθυμήθη τους Αγίους Αναργύρους και είπε προς τους συγγενείς και φίλους του να τον υπάγωσιν εις την Εκκλησίαν των. Οι δε Άγιοι, ως φιλάνθρωποι και ελεήμονες, βλέποντες την ασθένειαν του άρχοντος, επιφαίνονται εις αυτόν δια νυκτός και λέγουσιν· «Ω άνθρωπε, λάβε ολίγας τρίχας από τον Κοσμάν και αφού κάψης αυτάς και τρίψης καλώς, πίε με ολίγον ύδωρ και θέλεις ιατρευθή». Ο δε άρχων εκείνος, άμα εξύπνησεν, εθαύμαζε τι να εδήλου το όραμα εκείνο· που να εύρη τον Κοσμάν να λάβη τας τρίχας; Επειδή ενόμιζεν ότι πραγματικώς δια τον Άγιον Κοσμάν έλεγον, όμως το τοιούτον είχεν άλλο νόημα και ακούσατε αυτό. Εις τας ημέρας εκείνας, πριν ήπροσπέση ο άρχων εκείνος εις τον Ναόν των Αγίων, Χριστιανός τις είχε χαρίσει εν πρόβατον εις τον Ναόν αυτών να το σφάξωσιν εις την εορτήν των· επειδή δε εν τω μεταξύ ήσαν ακόμη ημέραι τινές έως ότου έλθη η ημέρα της εορτής και πανηγύρεως των Αγίων, ετρέφετο το πρόβατον εις την αυλήν της Εκκλησίας και έγινε κατά πολλά ήμερον, οι δε υπηρέται της Εκκλησίας το ωνόμαζον Κοσμάν, δόντες εις αυτό το όνομα του Αγίου. Απ’ εκείνο λοιπόν το πρόβατον εννόουν λέγοντες να λάβη τρίχας, τας οποίας αφού καύση και τρίψη καλώς να τας πίη με ολίγον ύδωρ· ο άρχων όμως εκείνος ευλόγως ηπόρει τι εδήλου η οπτασία εκείνη, μη γνωρίζων ούτε το πρόβατον ούτε την ονομασίαν του. Αλλ’ ιδού πως ωκονόμησαν το πράγμα οι Άγιοι. Όταν ανέτειλεν η ημέρα, το πρόβατον εκείνο, οδηγούμενον εκ της χάριτος των Αγίων, επορεύθη και εστάθη ενώπιον του άρχοντος εκείνου, κράζον μεγαλοφώνως κατά την φωνήν των προβάτων, ώσπερ να εζήτει τι. Οι δε άλλοι ασθενείς και υπηρέταιτου άρχοντος, βλέποντες το πρόβατον ούτω στενοχωρούμενον και μεγαλοφώνως κράζον, εθαύμαζον, τι άραγε να εσήμαινε τούτο. Μεθ’ ικανήν δε ώραν, εις των Ιερέων της Εκκλησίας, ελθών και ιδών και αυτός το πρόβατον εις τοιαύτην κατάστασιν τω είπε· «Τι έχεις, Κοσμά, και κράζεις ούτω»; Τότε παρευθύς ως ήκουσε την λέξιν «Κοσμά» εις το πρόβατον, ως φρόνιμος διηγήθη την οπτασίαν εις τους περιεστώτας και ούτω λαβόντες το πρόβατον εκούρευσαν ολίγας τρίχας από του δέρματός του και τας οποίας, αφού τας έκαυσαν και τας έτριψαν καλώς, κατά την παραγγελίαν των Αγίων, τας έδωκαν εις τον άρχοντα, όστις μετ’ ολίγου ύδατος τας έπιε· παρευθύς δε, ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ! Υγιής εγένετο ο άνθρωπος και απήλθεν εις τον οίκον αυτού δοξάζων τον Θεόν, τον θαυματουργούντα δια των πιστών αυτού δούλων. Ακούσατε προς περισσοτέραν δόξαν της Παναγίας Τριάδος, ευλογημένοι Χριστιανοί, και άλλο θαύμα επίσης μέγα. Άνθρωπος τις ήτο από τα μέρη της Ανατολής, πλούσιος και έρχων, ευλαβής δε και φοβούμενος τον Θεόν, ο οποίος είχε μεγάλην ασθένειαν εις την καρδίαν και τον στόμαχον, εκ νεαράς του ηλικίας· η δε ασθένειά του αύτη ήτο ανίατος και ούτε να φάγη όσον εχρειάζετο ηδύνατο, ούτε να πίη και τέλος εφαίνετο ως δαιμονισμένος. Απορών δε περί του πρακτέου, ήτο βυθισμένος εις μεγάλην στενοχωρίαν και λύπην, έχων μόνην παρηγορίαν και ελπίδα τον Θεόν. Ούτω λοιπόν διακείμενος ο άνθρωπος, και μη ευρίσκων ουδαμού ουδεμίαν ιατρείαν, προσέδραμεν εις τον Ναόν των Αγίων Αναργύρων. Μείνας δε εκεί ολίγας ημέρας και μη ιδών καμμίαν ωφέλειαν, ενόμισεν ότι δεν είναι θέλημα Θεού να ιατρευθή παντελώς. Όθεν απεφάσισε να απέλθη πάλιν εις τον οίκον του· εν τούτοις όμως την νύκτα προς την επαύριον ημέραν, ότε έμελλε να αναχωρήση, αφού πάντα τα προς την οδοιπορίαν αναγκαιούντα ητοιμάσθησαν, επιφαίνεται άνθρωπός τις εις τον ύπνον του και λέγει εις αυτόν: «Μη βιάζεσαι, άνθρωπε, να επιστρέψης εις τον οίκον σου, αλλά πρόσμενε ακόμη μέχρι της ερχομένης Κυριακής και θέλεις ίδει την δύναμιν του Θεού και την δόξαν των πανευφήμων Αγίων Αναργύρων». Ως έφθασε λοιπόν η Κυριακή, πάλιν κατά την συνήθειάν του ο ασθενής έπεσε προς της Εικόνος των Αγίων, και προς το μεσονύκτιον βλέπει φανερώς, ότι εξήλθε του Αγίου Βήματος ο Άγιος Κοσμάς, ο μεγαλύτερος αδελφός, και περιήλθεν όλην την Εκκλησίαν επισκεπτόμενος τους ασθενείς, προς αυτόν δε τον ασθενή, ο οποίος έβλεπε την οπτασίαν, δεν έστρεψε παντελώς τον οφθαλμόν του· ενόμισε δε τότε ο άρχων εκείνος, ότι εις την επιστροφήν τουλάχιστον ο Άγιος θα τον έβλεπεν, αλλ’ εις μάτην. Τότε λοιπόν ιδών ο ασθενής ότι επλησίαζε να εισέλθη πάλιν εις το Άγιον Βήμα, ενώ αυτόν καθ’ ολοκληρίαν δεν τον παρετήρησε, προσέδραμεν εις τους πόδας του δεόμενος αυτού να τον ιατρεύση. Λέγει τότε εις αυτόν ο Άγιος· «Λάβε αυτό το γλύκισμα και αφού το φάγης θέλεις ιατρευθή». Ως έλαβε δε ο άρχων από τας χείρας του Αγίου το γλύκισμα εκείνο, πάλιν προσέπεσεν ενώπιόν του λέγων· «Παρακαλώ σε, Άγιε του Θεού, να ευδοκήσης να μη με πειράξη πλέον η επάρατος αύτη ασθένεια». Τότε απλώσας ο Άγιος την χείρα του επί του άρχοντος και ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού είπεν: «Εις το όνομα του Θεού να μη σε πειράξη πλέον η τοιαύτη ασθένεια, σου παραγγέλλω όμως από τούδε και εις το εξής να μη γευθής ουδέποτε όσπρια, καθ’ όλην σου την ζωήν». Είχε δε ο άνθρωπος εκείνος, ως έλεγε, και άλλην ασθένειαν, και αύτη ήτο εκ διαλειμμάτων μονομερής πόνος των οδόντων του· παρεκάλεσεν όθεν τον Άγιον να ιατρεύση και αυτήν την ασθένειαν· ο δε Άγιος είπεν· «Αρκετή σου είναι η θεραπεία του στομάχου, αυτήν δε την μικράν ασθένειαν είναι θέλημα Θεού να την έχης· διότι «Ον αγαπά Κύριος παιδεύει» (Παροιμ. γ:12). Ούτω λοιπόν τυχών ο άρχων εκείνος εντελούς ιατρείας του στομάχου επανήλθεν εις τον οίκον αυτού δοξάζων τον Θεόν και μεγαλύνων τους αυτού θεράποντας Αγίους Αναργύρους. Ακούσατε δε και άλλο θαύμα, το οποίον θα διηγηθώ, ευλογημένοι Χριστιανοί, και ούτως εις δόξαν του Θεού να περατώσω την περί των Αγίων τούτων διήγησιν. Άρχων τις ευγενής και χρηστός από την Φερεμάν, θέλων να πορευθή εις μακρινήν χώραν δι’ εμπορεύματα, έλαβε μεθ’ εαυτού την γυναίκα του και κατηυθύνθη εις τον τάφον των Αγίων Αναργύρων, όπου εκτείνας τας χείρας του προς τους Αγίους είπεν· «Άγιοι Ανάργυροι και θαυματουργοί, υπό την σκέπην σας αφήνω την γυναίκα ταύτην και η χάρις υμών να την περισκεπάση έως ότου επανέλθω». Ταύτα ειπών ο άρχων εκείνος επέστρεψεν εις τον οίκον αυτού, παραγγείλας εις την γυναίκα, ότι εν όσω δεν βλέπει ίδιόν του γράμμα και τον δακτύλιόν του να μη πιστεύση καμμίαν περί αυτού είδησιν ως αληθή. Και ταύτα ειπών ο άρχων εκείνος εις την σύζυγόν του απήλθεν εις μεμακρυσμένην χώραν· ο δε εχθρός της αληθείας διάβολος φθονών τον άρχοντα, ότι ενεπιστεύθη την σύζυγον αυτού εις τους Αγίους και θέλων να τον κάμη να πικρανθή και να απιστήση, τι ετεχνεύθη; Έπλασε γράμματα κατά φαντασίαν, ως προερχόμενα από του άρχοντος εκείνου και προοριζόμενα δια την σύζυγόν του, έπλασε δε κατά φαντασίαν και τον δακτύλιόν του. Έλεγον δε τα γράμματα εκείνα, ίνα δήθεν αυτή μεταβή εσπευσμένως πλησίον του. Αφού λοιπόν ητοίμασεν όλα ταύτα ο δολερός διάβολος, μετεμορφώθη εις είδος αγωγέως και προσελθών εις την σύζυγον του άρχοντος ενεχείρισεν εις αυτήν τα γράμματα και τον δακτύλιον του συζύγου της, άτινα δήθεν παρέδωκεν εκείνος εις αυτόν δια να τα φέρη. Ιδούσα λοιπόν η γυνή και αναγνωρίσασα το γράμμα του συζύγου της, προς δε και τον δακτύλιόν του, απεφάσισε να απέλθη προς αυτόν, συνοδευομένη μάλιστα υπό του απεσταλμένου. Αλλά παρατηρήσατε πόσον ισχύει η πρεσβεία των Αγίων. Πορευόμενος ο μεταμορφωμένος δαίμων με την γυναίκα, ωδήγησεν αυτήν εις ένα μέγαν κρημνόν· εκεί δε ώθησεν αυτήν με σκοπόν να την θανατώση· εκείνη δε η αθλία, κρημνιζομένη από τοιούτον μέγαν κρημνόν, άλλο τι δεν ηδυνήθη να είπη ειμή μόνον: «Άγιοι Ανάργυροι, βοηθήσατέ με την δούλην σας». Και παρευθύς, ω του θαύματος! ευρέθη η γυνή εκείνη από τον κρημνόν εις τον οίκον αυτής. Ούτω λοιπόν ελευθερωθείσα της επιβουλής του πονηρού δαίμονος, εδόξασε και ηυχαρίστησε τον Θεόν και τους αυτού θεράποντας Αγίους Αναργύρους Κοσμάν και Δαμιανόν. Αλλά και περί τούτου του θαύματος αν τις αμφιβάλλη, ας αναγνώση το βιβλίον του Προφήτου Δανιήλ δια να εννοήση ότι και ο Προφήτης Αββακούμ εν διαστήματι μιάς ημέρας από Ιερουσαλήμ ευρέθη εις την Βαβυλώνα, εν ω το διάστημα των δύο αυτών πόλεων είναι είκοσι και τεσσάρων ημερών (Δανιήλ ιβ’ , εν Βηλ και Δράκων, 33-39). Δια τα θαύματα τέλος των Αγίων Αναργύρων, ευλογημένοι Χριστιανοί, αρκετός είναι εις ημάς ο λόγος· τούτο δε μόνον θα σας αναφέρω, ότι είναι πρέπον να συλλογισθώμεν, ω ευσεβέστατοι Χριστιανοί, διατί μεν επί των αρχαίων καιρών οι άνθρωποι ηγίαζον ευκόλως, την σήμερον δε εποχήν δυσκόλως δυνάμεθα να εύρωμεν άνθρωπον ενάρετον. Μήπως άλλος Θεός ήτο τότε και άλλος τώρα; Μήπως τα έτη, οι μήνες, αι ημέραι και αι ώραι ήλλαξαν; Μήπως τα τέσσαρα στοιχεία της φύσεως μετεβλήθησαν, η γη δηλαδή, το ύδωρ, ο αήρ και ο αιθήρ; Μήπως άλλο Ευαγγέλιον ήκουσαν εκείνοι και άλλο ακούομεν ημείς; Ουχί, ουχί· όλα ευρίσκονται όπως ο Θεός απ’ αρχής εποίησεν αυτά και τοιαύτα θα διαμένωσι μέχρι της συντελείας του αιώνος. Τι λοιπόν είναι το αίτιον; Ημείς ηλλάξαμεν την γνώμην ημών, ημείς ηγριώθημεν και ημείς πταίομεν, διότι δεν παρακινούμεν ο εις τον άλλον εις εναρέτους πράξεις, αλλά αλληλοκτονούμεθα, αλληλοκλεπτόμεθα και μυρία όσα αντιχριστιανικά πράττομεν. Λέγετέ μοι, με τοιούτου είδους έργα είναι δυνατόν να ευαρεστήσωμεν τον Θεόν; Είναι δυνατόν να ονομασθώμεν τέκνα του; είναι δυνατόν να μιμηθώμεν τους Αγίους και να φανώμεν άξιοι απόστολοι και ημείς του Χριστού; Ουχί βεβαίως. Λοιπόν παρακαλώ υμάς, ευλογημένοι αδελφοί μου, δια την αγάπην του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του δι’ ημάς σταυρωθέντος, ας φροντίζωμεν και δια την ψυχήν ημών, η οποία δεν εξαγοράζεται με όλα τα πλούτη του κόσμου· ας συλλογιζώμεθα συνεχώς τα μέλλοντα· ας αποφεύγωμεν τα μάταια πράγματα και ας ζητώμεν τα αιώνια· ας μη δαπανώμεν την ζωήν ημών χάσκοντες δια τας ματαιότητας του κόσμου τούτου, αλλ’ ας την χρησιμοποιώμεν εις έργα θεάρεστα· ας μη ραθυμώμεν εις τα καλά· ας μη αναβάλλωμεν τας όσας καλάς πράξεις σκοπούμεν να πράξωμεν· σήμερον ενεθυμήθης να πράξης μίαν αγαθήν πράξιν, αν δύνασαι, σήμερον πράξον αυτήν· ου γαρ οίδας τι τέξεται η επιούσα. Έως πότε θα είμεθα οκνηροί και αμελείς εις τας παραγγελίας του Θεού; Δεν θα εξυπνήσωμεν ποτέ από τον βαθύν της ραθυμίας ύπνον; Δεν θα προσέχωμεν ποτέ να συλλογισθώμεν που είναι οι πάπποι ημών, που οι πατέρες ημών; Που είναι οι άρχοντες και βασιλείς; Που είναι οι δυνατοί της γης; Που οι πλούσιοι; Που οι εύμορφοι; Που οι υπερήφανοι; Που οι άδικοι; Που οι μέθυσοι; Που οι πόρνοι και τόσοι άλλοι; Δεν ήσαν και εκείνοι ποτε εις τον κόσμον; Δεν εχάρησαν; Δεν έκαμον τας ορέξεις των; Αλλά τώρα που ευρίσκονται; Χώμα μόνον και ουδέν πλέον, κόκκαλα ξηρά και εκείνα καταπατημένα. Τι ωφελήθησαν λοιπόν εκείνοι; ουδέν· εκτός εκείνων όσα επράχθησαν συμφώνως με τας εντολάς του Θεού· εκτός μόνον των αγαθών πράξεων. Ενώ από τα πλούτη, τα μεγαλοπρεπή οικοδομήματα, τους εκτεταμένους αγρούς και τας ευφόρους αμπέλους, ουδέν εκέρδησαν. Μετά θάνατον ο άνθρωπος δεν φέρει μεθ’ εαυτού, ανερχόμενος εις τους ουρανούς, ίνα κριθή ενώπιον του αδεκάστου Κριτού, άλλο τι, ειμή μόνον τας καλάς και κακάς της ψυχής του πράξεις. Εν πράγμα είναι αθάνατον, η αρετή, τα δε άλλα είναι σκιά, καπνός, όνειρον. Λοιπόν ας εργασθώμεν τα καλά, ίνα κληρονομήσωμεν τα αθάνατα. Η ζωή ημών είναι πρόσκαιρος, αλλ’ η μέλλουσα είναι αιώνιος. Καθείς τέλος Χριστιανός ας κτίση τον οίκον της ψυχής του· ας βάλη θεμέλιον την εξομολόγησιν· ας τον τειχίση με τας αρετάς· ας τον σκεπάση με την χάριν του Θεού· προθυμίαν μόνον θέλει ο Θεός από τον άνθρωπον και Αυτός τον τελειοποιεί. Μη θαρρώμεν δε ότι άνευ του θελήματος του Θεού είναι δυνατόν να κατορθώσωμεν τι, διότι «Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον (τον της ψυχής), εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες» (Ψαλμ. ρκστ: 1). Ας παρακινώμεν τέλος ο εις τον άλλον εις το αγαθόν, ίνα ούτως ενταύθα μεν διέλθωμεν ζωήν εύθυμον, ειρηνικήν, ανεπίδεκτον πάσης διαβολικής συνεργείας, εκεί δε αξιωθώμεν της βασιλείας του Χριστού· ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους απεράντους αιώνας. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2476
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Β΄ (2α) Νοεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΜΑΡΚΙΑΝΟΥ του εν τη Κύρω.

Δημοσίευση από silver »


Μαρκιανός ο Όσιος πατήρ ημών πατρίδα είχε την Κύρον· αφήσας δε την πατρίδα και την περιφάνειαν του γένους του, επήγεν εις το μέσον της ερήμου, και κτίσας εκεί εν κελλίον μικρότατον τόσον όσον να σκεπάζη μόνον το σώμα του, εκλείσθη εντός αυτού ενδυθείς ράσα τρίχινα, όλον δε το φαγητόν του ήτο εκάστην εσπέραν τρεις ουγγίαι (=24 περίπου γραμμάρια) άρτου, έπινε δε τόσον ολίγον ύδωρ, όσον μόνον δια να ζη. Αφού δε επέρασεν ολίγος καιρός απέκτησε δύο μαθητάς, τον Ευσέβιον, όστις έγινε και κληρονόμος της καλύβης του, και τον Αγαπητόν, όστις την αγγελικήν αυτήν πολιτείαν μετεφύτευσεν εις την Απάμειαν. Έκτισαν δε και αυτοί μικράς καλύβας και ησύχαζον εις αυτάς. Ούτος ο Όσιος, έγκλειστος ων πάντοτε, δεν απέκτησε ποτέ λύχνον, αλλά φως θεϊκόν εφώτιζεν αυτόν κατά τον καιρόν της νυκτός και εδείκνυεν εις αυτόν την σύνθεσιν των γραμμάτων· όθεν έβλεπε και ανεγίνωσκε, διότι είχε μαζί του εν μικρόν Ψαλτήριον προς ανάγνωσιν. Επειδή δε μίαν φοράν εμβήκεν από την πλησίον έρημον μεγαλώτατος δράκων, όστις εφοβέριζεν ότι έχει να προξενήση θάνατον και φθοράν, δια τούτο εταράχθησαν οι Συνασκηταί του· ο δε Άγιος με τον δάκτυλόν του μεν ετύπωσε τον Σταυρόν εις τον δράκοντα, με το στόμα του δε ενεφύσησεν εις αυτόν και, ω του θαύματος! καθώς το άχυρον όσον μείνη εις χωράφιον μετά το θέρος διαλύεται από το πυρ, ούτω και ο δράκων εκείνος ευθύς διερράγη και διελύθη εις πλείστα τεμάχια. Εν μια δε των ημερών επήγεν εις αυτόν ο της Αντιοχείας Επίσκοπος Φλαβιανός και ο της Κύρου Επίσκοπος (ο Θεοδώρητος), και άλλοι τινές Επίσκοποι και ονομαστοί άνδρες και λόγιοι, οίτινες παρεκάλεσαν αυτόν, προτείναντες πολλά ρητά εκ της θείας Γραφής, να εξέλθη από το κελλίον του χάριν της των αδελφών ωφελείας, όμως ο Άγιος ουδέ να ακούση ταύτα υπέφερεν, αλλ’ έμεινεν εις το κελλίον του έγκλειστος. Ούτος επανέφερε πολλούς από διαφόρους αιρέσεις εις την αληθή και Ορθόδοξον πίστιν. Μίαν φοράν η κατά σάρκα αδελφή του Αγίου, λαβούσα από την πόλιν Κύρον φαγητά αρμόδια εις τοιούτον Ασκητήν, συμπαραλαβούσα δε και τον υιόν της, επήγεν εις τον Όσιον. Ο δε Όσιος την μεν αδελφήν δεν ηθέλησε να ίδη, τον δε υιόν της και ανεψιόν του εδέχθη μετά χαράς, χωρίς να λάβη από αυτόν κανέν δώρον. Ο δε ανεψιός του επέμενε παρακαλών αυτόν να δεχθή όσα του έφερεν. Όθεν ηρώτησεν αυτόν ο Όσιος· «Όταν ήρχεσθε προς εμέ, πόσα Μοναστήρια και καλύβας ασκητικάς επεράσατε; Και εις ποίους εδώσατε εκ των δώρων σας»; Ο δε ανεψιός απεκρίθη· «Εις κανένα δεν εδώσαμεν τίποτε». Τότε είπεν ο Όσιος· «Υπάγετε οπίσω έχοντες μεθ’ ημών όσα μοι εφέρατε, επειδή δια την φυσικήν συγγένειαν και όχι δια την αγάπην την προς Θεόν και οικειότητα ταύτα μοι εφέρατε». Ο θαυμάσιος ούτος Μαρκιανός έγινεν εις όλους μέγας και περιβόητος και ποθητός, όχι μόνον εις τους πλησιοχώρους, αλλά και εις τους μακράν κατοικούντας· επειδή δε έμαθεν ότι πολλοί εμάχοντο και εφιλονείκουν δια να λάβωσι το σώμα του αφού αποθάνη, είχον δε ήδη ετοιμάσει και θήκας δια να το βάλωσι και Ναούς ωκοδόμησαν εις το όνομά του, επειδή, λέγω, τούτο έμαθεν ο Όσιος, ώρκισε τον πρώτον του μαθητήν Ευσέβιον να κρύψη μετά θάνατον το σώμα του εις τόπον απόκρυφον, μακράν από την καλύβην του. Ούτω λοιπόν θεαρέστως πολιτευσάμενος απήλθε προς Κύριον. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2476
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Γ΄ (3η) Νοεμβρίου, εορτάζομεν τα Εγκαίνια του Ναού του Αγίου Μεγαλομάρτυρος ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Δημοσίευση από silver »

Τη Γ΄ (3η) Νοεμβρίου, εορτάζομεν τα Εγκαίνια του Ναού του Αγίου Μεγαλομάρτυρος ΓΕΩΡΓΙΟΥ του εν Λύδδη, ήτοι την ανακομιδήν και κατάθεσιν του αγίου σώματος αυτού.

Γεώργιος ο ένδοξος του Χριστού Μεγαλομάρτυς πατρόθεν μεν κατήγετο εκ της Καππαδοκίας, μητρόθεν δε εκ της Παλαιστίνης· τυχών δε φύσεως και ανατρωφής καλής, καταγωγής δε ευγενούς, διότι οι γονείς του υπήρξαν έκπαλαι και εκ προγόνων ευγενείς και ευσεβείς, έγινε και εις τους πολέμους λαμπρότατος και επιτηδειότατος. Όθεν και όταν ήρχισε να αναδίδη τρίχας, έγινεν από τον βασιλέα Διοκλητιανόν Τριβούνος ονομαστότατος του Νουμέρου· έπειτα έγινε και κόμης δια την ανίκητον ανδρείαν του. Έως τότε όμως εκρύπτετο ότι είναι Χριστιανός. Όταν δε έφθασεν ο Άγιος εις το εικοστόν έτος της ηλικίας του, απέθανεν ο πατήρ του εις τους αγώνας, τους οποίους υπέστη δια την ευσέβειαν· και λοιπόν παραλαβών την μητέρα του, ανεχώρησεν από την Καππαδοκίαν και επήγεν εις την Παλαιστίνην, την πατρίδα της μητρός του, εις την οποίαν είχε κτήματα πολλά και κληρονομίαν μητρικήν. Αφ’ ου δε η μήτηρ του ετελεύτησεν, έμειναν εις τον Άγιον χρήματα πάμπολλα· λαβών δε όλα τα χρήματα μεθ’ εαυτού, επορεύθη εις τον Διοκλητιανόν επιθυμών να λάβη μείζον αξίωμα. Βλέπων όμως την τοσαύτην μανίαν, την οποίαν έπνεεν ο τύραννος κατά των Χριστιανών, απεφάσισε να διανείμη εις τους πτωχούς και πένητας τα χρήματα, τα οποία είχε μεθ’ εαυτού, να κηρύξη δε τον εαυτόν του Χριστιανόν ενώπιον του Διοκλητιανού και της βουλής όλης, το οποίον και έπραξεν. Όθεν αφού διεμοίρασε ταχέως τα χρήματα, ηλευθέρωσε τους δούλους του και διέθεσε και τα εν Παλαιστίνη κτήματά του· τότε την τρίτην ημέραν μετά την άθεον του Διοκλητιανού απόφασιν (διότι βουλήν άνομον εβουλεύθη ο Διοκλητιανός και οι συν αυτώ να εξαφανίσωσιν από τον κόσμον τους Χριστιανούς), τότε, λέγω, αυτόκλητος παρέστη ο μέγας Γεώργιος εις το μέσον του βουλευτηρίου, παρόντος και του Διοκλητιανού, ανακηρύξας λαμπρώς τον Χριστόν Θεόν αληθινόν και Υιόν Θεού και ελέγχων των ειδώλων τον δόλον και την ματαιότητα. Όθεν ευθύς παραδίδεται ο του Χριστού γενναίος αγωνιστής εις διάφορα και σχεδόν αμέτρητα βασανιστήρια, διότι με ακόντιον μεν κεντάται εις την κοιλίαν, τροχόν δε και βούνευρα πολλάκις δοκιμάζει, και εν λάκκω πλήρει τίθεται ασβέστου. Επειδή δε εφυλάχθη αβλαβής εξ όλων τούτων δια της θείας Χάριτος, είλκυσεν εις την πίστιν του Χριστού την γυναίκα του Διοκλητιανού Αλεξάνδραν, ομοίως δε και γεωργόν, Γλυκέριον ονόματι, αναστήσας τον βουν του, και Αθανάσιον τινά, αναστήσας αυτόν εκ νεκρών· και απλώς ειπείν, πλήθος σχεδόν άπειρον ανθρώπων επέστρεψεν εις τον Χριστόν με τα διάφορα θαύματα, όσα ετέλεσε δια του ονόματος του Χριστού. Αφού δε ταύτα ούτως εποίησε, ρίπτεται σιδηροδέσμιος εις την φυλακήν, κατά την νύκτα δε εκείνην φαίνεται ο Χριστός εις τον ύπνον του και ευαγγελίζεται εις αυτόν τα αγαθά άπερ έμελλε να κληρονομήση. Εξυπνήσας δε ο Άγιος μετά χαράς, ηυχαρίστει τον Θεόν, και παρεκάλεσε τον δεσμοφύλακα να αφήση τον υπηρέτην του να εισέλθη εις την φυλακήν, διότι επερίμενεν έξω (ούτος δε και το Μαρτύριον του Αγίου συνέγραψε με ακρίβειαν). Εισελθών λοιπόν ο υπηρέτης και βλέπων τον αυθέντην του εις τα δεσμά, επροσκύνησεν αυτόν και έπεσεν εις τους πόδας του κλαίων. Ο δε Άγιος τον ήγειρε, λέγων προς αυτόν να χαίρη· έπειτα διηγήθη εις αυτόν και το όραμα όπερ είδε, και ακολούθως προστάσσει αυτόν να λάβη, μετά τον θάνατόν του, το σώμα του και να το μετακομίση εις την Παλαιστίνην, ωσαύτως να λάβης και την διαθήκην την οποίαν συνέταξε πριν ή παρρησιασθή, παραγγείλας προς τούτοις εις αυτόν να έχη πάντοτε εις την ψυχήν του τον τού Θεού φόβον. Ο δε υπηρέτης, υποσχεθείς να φυλάξη τα παραγγελθέντα, εξήλθε της φυλακής. Κατά δε την ερχομένην ημέραν εφέρθη πάλιν ο Μάρτυς εις εξέτασιν και μη πεισθείς να θυσιάση εις τον Απόλλωνα, αλλά κρημνίσας μάλιστα δια προσευχής του τα εν τω ναώ τούτου είδωλα, δια ξίφους την κεφαλήν αποτέμνεται. Ο δε υπηρέτης του Αγίου λαβών το πολύτιμον αυτού λείψανον και την διαθήκην του, μετέβη εις την Παλαιστίνην, και εις αυτήν ενεταφίασεν ευλαβώς και εντίμως το ιερόν εκείνο σώμα μετ’ άλλων Χριστιανών, εξεπλήρωσε δε ευαρέστως όλα όσα είχε διατάξει ο Άγιος. Δεν παρήλθε πολύς χρόνος και ιδού διέλαμψεν η ευσέβεια και ο μέγας και αοίδιμος Κωνσταντίνος, ο βασιλεύς και Ισαπόστολος, ανέλαβε της βασιλείας τα σκήπτρα. Τότε λοιπόν ευκαιρίαν λαβόντες οι της ευσεβείας και του Αγίου Μάρτυρος Γεωργίου φίλοι και ερασταί, κτίζουσι Ναόν χαριέστατον εν ταυτώ και ωραιότατον εις την Λύδδαν, και ανακομίσαντες από τον αφανή τόπον, εις τον οποίον ευρίσκετο πρότερον το πολύαθλον και Άγιον σώμα του Μάρτυρος, το πολλού φωτός άξιον, τούτο αποθησαυρίζουσιν εις τον παρ’ αυτών οικοδομηθέντα νεόκτιστον Ναόν· και συν τη καταθέσει του λειψάνου τελούσι του Ναού τα εγκαίνια, κατά την παρούσαν τρίτην ημέραν του Νοεμβρίου μηνός. Το δε του Αγίου λείψανον επήγαζεν αενάως κρουνούς θαυμάτων εις τους πιστώς εις αυτό πλησιάζοντας· διότι γνωρίζει ο Θεός να δοξάζη τους αυτόν δοξάζοντας. Έκτοτε λοιπόν η Αγία του Χριστού Εκκλησία εορτάζει ετησίως, κατά την σημερινήν ημέραν, την Ανακομιδήν του λειψάνου του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, εις δόξαν και αίνεσιν Χριστού, του αληθινού Θεού ημών, και του αυτού Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2476
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η) Νοεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΥ του Μεγάλου του εν τω Ολύμπω.

Δημοσίευση από silver »

Τη Δ΄ (4η) Νοεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΥ του Μεγάλου του εν τω Ολύμπω.

Ιωαννίκιος ο θαυμάσιος και μέγας Πατήρ ημών εγεννήθη το εικοστόν τέταρτον και τελευταίον έτος Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου, εν έτει ψμα΄(741), εις την επαρχίαν των Βιθυνών, εις χωρίον καλούμενον Μαρικάτον από ευσεβείς γονείς, οίτινες ωνομάζοντο ο μεν Μυριτρίκης, η δε Αναστασώ· γεννηθείς λοιπόν εξ αυτών ετρέφετο με θείαν παιδείαν μάλλον ή με τροφήν πρόσκαιρον· γράμματα μεν δεν ηθέλησε να μάθη, ως και ο Μέγας Αντώνιος, αλλ’ επειδή ήτο ρωμαλέος και μεγαλόσωμος τον έγραψαν εις τον στρατόν οι υπηρέται του βασιλέως, οίτινες εζήτουν ανθρώπους δια τον πόλεμον, επρόκοψε δε τόσον εις την μάχην, ώστε όλοι τον εθαύμαζον. Ήτο δε και επιμελής εις τα θεία προστάγματα, έχων εις την καρδίαν αυτού τον φόβον του Θεού πάντοτε. Φθονών όθεν αυτόν ο διάβολος, ότι εφύλαττεν ακριβώς τας εντολάς του Κυρίου, έπλεκε κατ’ αυτού παγίδας και πανουργίας και τον έρριψεν εις την αίρεσιν των εικονομάχων ο πολυμήχανος, η ασέβεια δε αύτη εκράτησε τον καιρόν εκείνον υπέρ τα εκατόν έτη, οι δε ακολουθούντες αυτήν δεν προσεκύνουν ουδόλως τας αγίας Εικόνας οι μωροί, έως ου απωλέσθησαν ελεεινώς οι αρχηγοί της ασεβείας αυτής και έλαβε την βασιλείαν η ευσεβής Ειρήνη η βασίλισσα, ήτις συνεκάλεσε κατά το έτος ψπγ΄ (783) την Αγίαν εβδόμην Οικουμενικήν Σύνοδον υπό της οποίας εθεσπίσθη και πάλιν να τιμάται και να προσκυνήται ο σεβάσμιος χαρακτήρ του Σωτήρος και των λοιπών Αγίων τα εκτυπώματα. Τινές όμως των Εικονομάχων, από την κακήν αυτών συνήθειαν, εδυστρόπουν και δεν προσεκύνουν αυτάς οι πεπλανημένοι και άγνωστοι. Εις δε από τούτους ήτο και ο μέγας ούτος Ιωαννίκιος. Επειδή όμως εν αγνοία ημάρτανε, δεν τον αφήκεν ο καρδιογνώστης Θεός να μείνη επί πολύν καιρόν εις την ασέβειαν, αλλά με τον εξής τρόπον πανσόφως τον εσαγήνευσεν. Ότε καιρόν τινα, επιστρέφων από τον πόλεμον, διήρχετο από τον Όλυμπον, τον εφώτισεν ο Κύριος να υπάγη πλησιέστερον του όρους δια να συνομιλήση μετά τινος εναρέτου Ασκητού και να λάβη την ευλογίαν του. περιπατών λοιπόν εις το δάσος του όρους εκείνου φαίνεται Ασκητής τις εις το σχήμα σεβάσμιος, και λέγει προς αυτόν πριν χαιρετηθώσι τελείως· «Εις μάτην κοπιάζεις, Ιωαννίκιε, να φυλάττης με τόσον πόνον την αρετήν και να μη προσκυνής του Δεσπότου Χριστού την Εικόνα, την οποίαν καταφρονείς αφρονέστατα». Ταύτα ακούσας ο μέγας μεγάλως εθαύμασε, το προορατικόν του ανδρός εκπληττόμενος, και πίπτων εις τους πόδας του Ασκητού εζήτει την των αγνοημάτων συγχώρησιν, υποσχόμενος να προσκυνή ευσεβώς εις το μέλλον τας του Χριστού και πάντων των Αγίων Εικόνας με μεγάλην ευλάβειαν. Από την ώραν εκείνην λοιπόν ηλλοιώθη θαυμασίαν αλλοίωσιν και εκοιμάτο κατά γης, εποίει μετανοίας αγρυπνών το πλείστον της νυκτός, προσηύχετο μετά δακρύων, δια να του συγχωρήση ο Κύριος όσα του έπταισεν εξ αγνοίας το πρότερον, και ενήστευε καθ’ εκάστην εγκρατευόμενος, όταν δε ελάμβανεν ανάγκην να συνδειπνήση με φίλους του, έτρωγε μεν από τα φαγητά, δια να μη γνωρίζεται η αρετή του, αλλά τόσον ολίγον εγεύετο, όσον μόνον να φαίνεται ότι δεν ενήστευε, και εις τοιαύτην διαγωγήν διήλθεν έτη εξ. Τον καιρόν εκείνον επολέμουν την Θράκην οι Βούλγαροι, ο δε βασιλεύς των Χριστιανών, κηρύξας τον πόλεμον, εξεστράτευσε κατ’ αυτών έχων μεθ’ εαυτού και τον μέγαν Ιωαννίκιον, ομού με τους λοιπούς ανδρείους. Και όταν είδεν ο μέγας αριστεύς Ιωαννίκιος, ότι ενικώντο οι Χριστιανοί και εγέμισαν από τους πεφονευμένους αι φάραγγες, έδραμεν ως άλλος Δαβίδ μυριάδας των αλλοφύλων φονεύων, και τόσην ανδρείαν έδειξεν εις αυτήν την μάχην, ώστε έστρεψαν οπίσω οι πρώην διώκοντες Βούλγαροι και τους κατέκοπτον ελεεινώς οι υπ’ αυτών διωκόμενοι. Απηλευθέρωσε δε από τας χείρας των εχθρών και μεγάλον τινά άρχοντα ο Άγιος, τον οποίον είχον δεδεμένον και έτρεχον σπουδαίως να τον κρατήσουν αιχμάλωτον. Την τοιαύτην ανάγκην βλέπων ο Άγιος εκτύπησεν εις το μέσον των εχθρών, και άλλους μεν εθανάτωσεν, άλλους δε επλήγωσεν· όθεν έφυγαν έμφοβοι, λύσας δε αυτός τον αιχμάλωτον τον απέστειλεν εις τον βασιλέα χαίροντα. Ιδών δε ούτος τοιαύτην ανδρείαν εις τον Ιωαννίκιον, τον επήνεσε και του έδωσε μέγα δώρον. Αυτός δε πάλιν, δια να μη φανή προς τον ευεργέτην αχάριστος, έδραμεν εις ανδρείον τινά Βούλγαρον, όστις ιστάμενος εις στενόν τινα τόπον εφόνευε πολλούς Χριστιανούς, ως δυνατός και ακαταγώνιστος, και κόψας την κεφαλήν εκείνου, όστις εθανάτωσε τόσους Χριστιανούς, την έδωκε του βασιλέως δώρον πολύτιμον. Αυτά τα προς τους ορατούς εχθρούς αγωνίσματα ήσαν προεικονίσματα κατά των αοράτων δαιμόνων, τα οποία έμελλε να τελέση ο γενναίος Ιωαννίκιος ύστερα. Όθεν ως φρόνιμος το εγνώρισε και επιστρέψας εις την οικίαν του εγκρατεύετο πάλιν ευχόμενος, ωπλίζετο δε κατά των δαιμόνων, ώσπερ το πρότερον, τοιαύτα κατά διάνοιαν λέγων· «Εάν έδειξα εις τους σωματικούς εχθρούς ανδρείαν και δύναμιν, διατί να μη πολεμήσω και τους αοράτους δαίμονας γενναιότερα;» Ταύτα μελετών ελυπείτο, ότι εζημιώθη τόσα έτη, μη εργασθείς δια τον Δεσπότην Χριστόν εκ νεότητος, αλλά εκινδύνευε την ζωήν δια τιμήν πρόσκαιρον, και ηύχετο ταύτα προς τον ουράνιον Βασιλέα, λέγων· «Συγχώρησόν μοι, εύσπλαγχνε Κύριε, τα πρότερα και υπόσχομαι να μη φροντίσω δια το σώμα πλέον από την σήμερον, αλλά να το υποτάξω τω Πνεύματι, και να δουλεύω καν τώρα και έμπροσθεν της Βασιλείας σου όσον δύναμαι». Ταύτα ευχόμενος και βλέπων τον Όλυμπον ωρέχθη την ησυχίαν και το ερημικόν αυτού. Όθεν απεφάσισε να διέλθη τον επίλοιπον καιρόν της ζωής του εις αυτόν ησυχάζων. Μεταβάς δε πρότερον εις την Κωνσταντινούπολιν, προσεκύνησεν όλους τους εκεί Ιερούς Ναούς και αποχαιρετήσας αυτούς καταφρονεί τιμήν πρόσκαιρον, απαρνείται πατέρα, μητέρα και όλην του την συγγένειαν, καταλιμπάνει πλούτον και τα λοιπά της σαρκός ποθητά, δια τον πόθον της ουρανίου μακαριότητος, και αναχωρήσας εκείθεν μετέβη εις την Μονήν των Αυγάρων, εξομολογηθείς δε εις τον Καθηγούμενον ταύτης Γρηγόριον, τον συνεβούλευσεν εκείνος να μη υπάγη τότε παρευθύς εις την άσκησιν, εάν δεν υπομείνη καιρόν τινα με συνοδείαν Μοναχών πρότερον, να μάθη τας τάξεις, την υπακοήν και την ταπείνωσιν και να συνειθίση τους πολέμους του δαίμονος, δια να μη ζημιωθή ως απαίδευτος. Ταύτην την καλήν συμβουλήν ακούσας ο Ιωαννίκιος, απήλθεν εις του Αντιδίου το Μοναστήριον και έκαμεν εκεί δύο έτη, μανθάνων ψαλμούς πεντήκοντα από το ψαλτήριον και πάσαν άλλην της μοναχικής παλαίστρας ακρίβειαν. Έχων όμως πόθον προς την ησυχίαν αμέτρητον, έλαβε μετά ταύτα από όλους τους αδελφούς συγχώρησιν και ανεχώρησε, φθάσας δε εις το ποθούμενον αυτού όρος, εδέετο του Θεού, όλην την εβδομάδα νήστις, να του φανερώση οδηγόν τινα απλανή και ενάρετον, δια να δυνηθή δια μέσου αυτού να εύρη την σωτηρίαν του. Την δε εβδόμην ημέραν ακούει φωνήν ο νέος ούτος Μωϋσής ουρανόθεν, ήτις του είπε να υπάγη εις το εσώτερον μέρος του όρους, δια να εύρη το ποθούμενον. Εισελθών όθεν εις το ενδότερον και ερευνήσας επιμελώς, εύρε δύο Μοναχούς ενδεδυμένους με ράσα τρίχινα, οίτινες έζων με τόσην ακτημοσύνην, ώστε ήσαν ως ασώματοι Άγγελοι, εσθίοντες μόνον χόρτα άγρια· τούτους ασπασάμενος με ευλάβειαν ο Ιωαννίκιος τους ηρώτησε να τον οδηγήσωσιν προςτον ποθούμενον, εκείνοι δε νουθετήσαντες αυτόν ικανώς εις όσα εχρειάζετο του επροφήτευσαν και όσα του συνέβησαν ύστερον, λέγοντες· «Όταν κάμης έτη πεντήκοντα εις την άσκησιν, εις το τέλος της ζωής σου θέλουν σε πειράξει τινές φθονεροί και βάσκανοι, αλλά ο πόνος αυτών θέλει επιστρέψει εις την κεφαλήν των αδίκων εκείνων δικαίως και θα τρυγήσουν τους πόνους αυτών, συ δε ουδέ το ελάχιστον δεινόν πρόκειται να πάθης». Ταύτα δε έγιναν όλα, καθώς θέλομεν γράψει κατωτέρω. Ταύτα προφητεύσαντες οι Όσιοι εκείνοι Ασκηταί του εχάρισαν χιτώνα τρίχινον, τον οποίον είχεν όπλον κατά των δαιμόνων ακαταμάχητον. Λαβών λοιπόν τας ευχάς των Αγίων εκείνων Γερόντων ο Όσιος επήγεν εις το όρος Τριχάλιξ ονομαζόμενον, εις το οποίον διήλθε διαγωγήν θαυμάσιον και έμενεν ύπαιθρος χωρίς να εισέλθη εις οίκον ή εις σπήλαιον, αλλά μόνον τον ουρανόν είχε στέγην, υπομένων τας βίας των ανέμων, των χιόνων και των υετών ο αήττητος. Ο δε Γρηγόριος, τον οποίον ανεφέραμεν ανωτέρω, επήγε να τον εύρη και βλέπων την πολλήν αυτού κακοπάθειαν, του έκαμε μικράν καλύβην να φυλάττεται από τας βροχάς και τας χιόνας και ούτως ανεπαύθη ολίγον καιρόν. Είτα πάλιν, επειδή τον έμαθον οι άνθρωποι και ερχόμενοι πολλάκις εκεί του έδιδαν ενόχλησιν, ανεχώρησεν εκείθεν ο μακάριος και μετέβη εις όρος τι παρά τον Ελλήσποντον κρημνώδες πολλά και δασύτατον, εις το οποίον έσκαψεν ολίγον εις τόπον, όστις ήτο αρμόδιος και έκαμεν υποκάτω της γης μικρόν λάκκον, όσον τον εχώρει, και εκεί κατώκησε, μη έχων ως ο Ηλίας τον κόρακα να του φέρη το σιτηρέσιον, αλλά βοσκόν τινα όστις έβοσκε τράγους. Τούτον παρεκάλεσεν ο Άγιος να του φέρη καθ’ έκαστον μήνα ολίγους άρτους και ύδωρ, αυτός δε προσηύχετο δια την ψυχήν του. Έκαμε λοιπόν τρία έτη εις εκείνον τον τόπον νύκτα και ημέραν ευχόμενος και έλεγε τον περισσότερον καιρόν την ευχήν ταύτην· «Η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς Αγία, δόξα σοι», και από τούτον τον Άγιον συνήθισαν και άλλοι Χριστιανοί ταύτην την ευχήν και την λέγομεν έως την σήμερον. Ημέραν τινά του ήλθε ο λογισμός να υπάγη εις τινα Ναόν ευρισκόμενον εις τα μέρη εκείνα, να προσκυνήση τον εις αυτόν τιμώμενον Άγιον, και εκεί έτυχε στρατιώτης τις φίλος του, όστις ιδών αυτόν τον εγνώρισεν από το μέγα ανάστημα του σώματος και τους χαρακτήρας της όψεως και επιπεσών εις τον τράχηλον του Αγίου από την χαράν του έχυνε δάκρυα, επειδή εύρε τον παλαιόν του φίλον Ιωαννίκιον. Αφού λοιπόν ανεγνωρίσθησαν και ωμίλησαν επ’ ολίγον, ενεχώρησεν ο άνθρωπος εκείνος δια να υπάγη προς τους άλλους φίλους του και να τους δώση είδησιν περί του που ευρίσκετο ο Ιωαννίκιος. Εκείνος όμως φεύγων τον ανθρώπινον έπαινον, επήγεν εις τα όρη της Κουντουρίας και εισερχόμενος εις Εκκλησίαν τινά, την οποίαν εύρεν εις την οδόν, έτυχεν εκεί ανδρόγυνον τι, το οποίον ήθελε να λειτουργήσωσιν, ιδόντες δε εκείνοι εξαίφνης τοιούτον άνδρα γιγαντιαίον, ανυπόδητον και μακρύμαλλον, εφοβήθησαν και έφευγον. Ο δε Άγιος με πραείαν και ήμερον φωνήν τους ηρώτησε να του δείξωσι την οδόν, εκείνοι δε του έδειξαν ποταμόν τινα, τον οποίον έμελλε να διαβή, όστις ήτο πλημμυρισμένος από τας βροχάς του χειμώνος και ήτο δυσκολοπέραστος· ο δε Όσιος ηγέρθη το μεσονύκτιον και ποιήσας ευχήν, (ω του θαύματος!) διέβη τον ποταμόν αβρόχως. Ούτω δε βαδίζων έφθασεν εις την Έφεσον και ελθών εις τον Ναόν του ηγαπημένου μαθητού Ιωάννου, αι θύραι αυτού ήνοιξαν μόναι των και αφού εποίησε την προσευχήν του, πάλιν εσφάλισαν. Επιστρέφων εκείθεν προς Κουντουρίαν ο Όσιος, τον υπήντησαν εις την οδόν δύο Μοναχαί, μήτηρ και θυγάτηρ, είχε δε η θυγάτηρ πειρασμόν, όστις την παρεκίνει προς πορνείαν και της έδιδε μεγάλον πολύ και ανυπομόνητον σκάνδαλον, τόσον ώστε η γραία δεν ηδύνατο πλέον να την εμποδίση από το κακόν με νουθεσίας και παραδείγματα· όθεν ιδούσα τον Όσιον, τον παρεκάλεσε να της αναγνώση ευχήν, να λυτρωθή από τον πειράζοντα. Ο δε Όσιος ως συμπαθής εσυμπόνεσε την κόρην και της λέγει να βάλη εις τον τράχηλόν του την χείρα της και τότε εποίησεν ευχήν προς Θεόν δεόμενος να λυτρωθή η κόρη από το σκάνδαλον και να υπάγη το κακόν εις τον Άγιον και ούτως αυτή μεν λυτρωθείσα τελείως του πειρασμού επέστρεψε σωφρονισμένη εις το Μοναστήριόν της, ο δε Άγιος έμεινεν εις μέγαν και δεινότατον πόλεμον. Εβασάνιζον λοιπόν τον Άγιον λογισμοί αισχροί και άπρεποι και τον παρεκίνουν εις πορνείαν, τόσον δε σκάνδαλον του έδωσαν, ώστε εισήλθεν εις σπήλαιον δια να εύρη θηρίον να τον φάγη και να διασωθή από τον ψυχικόν θάνατον. Έτυχε δε δράκων τις δεινός εις το σπήλαιον, τον οποίον πλησιάσας ο Όσιος τον παρεκάλει να τον φάγη προτιμών μάλλον τον θάνατον ή να μολύνη την ψυχήν με τους ατόπους λογισμούς και με τα άτακτα της σαρκός κινήματα. Ευθύς όμως ως επλησίασεν εις τον δράκοντα, εκείνος μεν ενεκρώθη, οι δε πονηροί λογισμοί ηφανίσθησαν και παν έτι θέλημα της σαρκός που τον επείραζεν εμαράνθη τελείως και από την ώραν εκείνην τον εφοβούντο όλα τα θηρία ορατά και αόρατα. Ημέραν τινά, καθώς ανεγίνωσκε τους ψαλμούς του Δαβίδ, είδε τινά, όστις μετέφερε σωρόν λίθων, από τους οποίους εξήλθε μέγας όφις φοβερός εις το είδος και κοκκινόμορφος· ο δε Άγιος κτυπήσας αυτόν με την ράβδον τον εθανάτωσεν. Και πάλιν άλλην φοράν τον χειμώνα εισήλθεν εις σκοτεινόν σπήλαιον, εις το οποίον είχε φωλεάν δράκων άγριος· ο δε Άγιος βλέπων τους οφθαλμούς του θηρίου να λάμπουν ενόμισεν ότι ήτο πύρ, το οποίον ήναψεν άλλος τις πρότερον· όθεν συνάξας ολίγα ξυλάρια, τα έβαλεν εις τα όμματα του δράκοντος να ανάψη πυράν να ζεσταθή, ο δε δράκων εσάλευεν· όθεν ηννόησεν ο Άγιος ότι ήτο θηρίον, όμως ουδόλως εδειλίασεν, αλλ’ εσύρθη παράμερα και δεν ετόλμησεν ο δράκων να τον εγγίση, επειδή είχε την θείαν Χάριν, ήτις τον εφύλαττεν. Είχε δε τότε εις την έρημον έτη δώδεκα· αλλ’ ακόμη δεν ήτο Μοναχός, ο τοσούτον εις την αρετήν θαυμάσιος, του ήλθε δε τότε φωνή άνωθεν, να υπάγη να κατοικήση εις τόπον τινά Εριστή καλούμενον και να ενδυθή το σχήμα των Μοναχών εις εκείνο το Ασκητήριον. Επήγε λοιπόν εκεί τον καιρόν του θέρους ο Όσιος και φανερώνει την θείαν αυτήν αποκάλυψιν εις τον Καθηγούμενον του Μοναστηρίου εκείνου ονόματι Στέφανον, όστις εδέχθη τον Άγιον και τον έκειρε κατά την τάξιν Μοναχόν. Αφού λοιπόν έλαβε το Άγιον σχήμα ο μονάζων και προ του σχήματος, επρόκοπτεν εις την αρετήν περισσότερον, προσθέτων πόνους και κόπους υπέρ τους πρότερον και ησφαλίσθη εις τόπον καλούμενον Κρίτημα, δεδεμένος εξ οργυιάς άλυσιν, παράμεινε δε εκεί έτη τρία και τότε του ήλθε λογισμός να υπάγη εις τόπον Χελιδόνα καλούμενον, να ομιλήση με τινα περιβόητον και άγιον άνδρα, την κλήσιν Γεώργιον. Όταν λοιπόν έφθασεν εις τον ποταμόν Γοράντην, εύρε δράκοντα εις το πέραμα και με την προσευχήν του τον εθανάτωσε, φθάσας δε εις τον μέγαν εκείνον Γεώργιον έμεινε μετ’ αυτού έτη τρία, και εκμαθών όλον το Ψαλτήριον επήγεν εις την Μονήν των Αυγάρων, με τινα μαθητήν την κλήσιν Παχώμιον και ανέβησαν εις το πλησίον όρος δια να ίδωσι κελλία τινά, τα οποία έκτιζον εκεί δια να κατοικούν όσοι επροτίμων την αναχώρησιν. Έτυχε δε εκεί τράγος τις υπέρ φύσιν πολλά μεγάλος, τον οποίον ιδόντες οι Μοναχοί, οίτινες επήγαν με τον Άγιον, ωρέχθησαν αυτόν και εμελέτων να τον κυνηγήσωσιν, δια να κάμουν ασκόν το δέρμα του. Ο δε Άγιος, ως προορατικός, γνωρίσας τους διαλογισμούς αυτών, εφώνησεν ένα την κλήσιν Σάββαν και του λέγει· «Ύπαγε να φέρης εδώ εκείνον τον τράγον». Ο δε απεκρίνατο· «Και εάν φύγη, πως να τον φέρω, αφού είναι άγριος;» Λέγει ο Άγιος· «Ύπαγε και ειπέ του τον λόγον μου και έρχεται πάραυτα». Τότε στραφείς προς τους άλλους τους ηρώτα εάν ήτο το δέρμα του τράγου χρήσιμον, οι δε είπον· «Ναι, είναι πολύ καλόν και χρήσιμον, δια τούτο από ώραν πολύν μελετώμεν, εάν δυνηθώμεν, να τον θηρεύσωμεν».Τότε ήλθεν ο Σάββας και τον ηκολούθει ο τράγος ως ήμερος· ο δε Άγιος δεικνύων και προς τα άλογα ζώα το φιλάγαθον, είπε προς αυτόν· «Ύπαγε, βόσκου κατά το σύνηθες», και ούτως εδίδαξε τους Μοναχούς, όχι μόνον συμπάθειαν, αλλά και την εκκοπήν του θελήματος. Εις εκείνο το όρος εις το οποίον ησκήτευεν ο Ιωαννίκιος, ήτο και άλλος Αναχωρητής, Γουρίας ονόματι, όστις ενομίζετο από τους άλλους εναρετώτατος· ούτος λοιπόν βλέπων τον μέγαν Ιωαννίκιον, ότι τον επερίσευεν εις όλα, εφθόνησε περισσότερον και τόσον τον εκυρίευσεν ο πατήρ του φθόνου, ώστε και εις φόνον ώρμησεν ο ανόητος και ακούσατε· μελετών εις την διάνοιαν αυτού ο παγκάκιστος Γουρίας, πως να φονεύση τον Όσιον, χωρίς να τον εννοήσουν οι άνθρωποι, έβαλε βουλήν να τον ποτίση δηλητήριον· προσποιούμενος λοιπόν ότι ήθελε να μιμήται την αρετήν εκείνου, επήγεν εις το κελλίον του, ο δε Όσιος τον υπεδέχθη ως απονήρευτος και έκαμαν ομού ημέρας πολλάς, έως ου εύρεν ο υποκριτής της αρετής καιρόν επιτήδειον να τελέση το μελετώμενον· ποτίσας λοιπόν αυτόν της επιβουλής το ποτήριον, ησθάνετο ο Άγιος εις τα εντόσθια αυτού πολλάς οδύνας, όμως ο Παντοδύναμος Θεός δεν τον αφήκεν επί πολλήν ώραν να τον κυριεύση το δηλητήριον, αλλ’ έστειλε τον Άγιον Ευστάθιον εν οράματι και τον εθεράπευσε, δίδων εις αυτόν τελείαν υγείαν ως πρότερον· δια δε την ευεργεσίαν ταύτην έκτισεν ύστερον ο Όσιος Εκκλησίαν του Μεγαλομάρτυρος Ευσταθίου, ήτις έως την σήμερον φαίνεται, από τότε δε έλαβεν έτι μεγαλυτέραν χάριν ο Όσιος, να τελή εις το πείσμα του Γουρία θαυμάσια. Νύκτα δε τινα είδεν οπτασίαν έξυπνος, ότι εξήρχετο βρύσις εις το ανατολικόν μέρος του τόπου, μέγα δε πλήθος προβάτων τυφλών έπιναν απ’ εκείνο το γλυκύτατον ύδωρ και εφωτίζοντο. Μη δυνάμενος να εννοήση την έννοιαν της οράσεως, ηρώτησεν εγχωρίους τινάς και του είπον, ότι εις εκείνον τον τόπον ήτο Ναός της Θεοτόκου το πρότερον· όθεν έκτισεν εκεί Ναόν ωραίον και πλούσιον, αλλά και Μοναστήριον ωκοδόμησε και συνήχθησαν πρόβατα λογικά, τα οποία ήσαν τυφλά εις την ψυχήν πρότερον και πίνοντες το γλυκύ νάμα της διδαχής του Οσίου εφωτίσθησαν ύστερα, καθώς η οπτασία εδήλωσε και καθοδηγούμενοι υπ’ αυτού ετέλεσαν τον βίον θεάρεστα. Όταν δε εκτίζετο η Εκκλησία επήλθε βροχή μεγάλη και εξήλθον από την γην ερπετά θανάσιμα, τα οποία έδακνον τους τεχνίτας και δεν ηδύναντο να κτίζωσιν. Ο δε Όσιος εποίησε προς Κύριον δέησιν και έγινεν αυτοστιγμεί ο ουρανός καθαρός, ενώ πρότερον ήτο σκοτεινός από το πάχος των νεφελών και ούτως οι κτίσται ανεμποδίστως ειργάζοντο, υπηρέτει δε τούτους ανεμποδίστως ο Άγιος. Εγείρας δε ο Όσιος μέγαν λίθον κατά την διάρκειαν της οικοδομής εξήλθεν υποκάτωθεν αυτού μία έχιδνα και τον εδάγκασεν εις την χείρα, χύσασα και το δηλητήριόν της, αλλ’ αυτός ως άλλος Παύλος ετίναξε το θηρίον και αυτό μεν έπεσε κατά γης, ο δε Άγιος έμεινεν αβλαβής τελείως, και υπηρέτει τους τεχνίτας έως ου συνεπλήρωσαν άπασαν την οικοδομήν και μετά ταύτα πάλιν είχε τους οφθαλμούς αυτού πάντοτε προς τον Θεόν, όστις ενδυναμώνει τους δούλους του και τους δοξάζει, εις δόξαν αυτού και μεγαλοπρέπειαν. Τούτο δε εγένετο και εις τον Όσιον, όστις προσευχόμενος ύψωνεν όλον τον νουν του προς τα ουράνια, τα οποία εστοχάζετο και ουδαμώς εφρόνει τα επίγεια. Άλλος δε τις ενάρετος Ασκητής, την κλήσιν Ευστράτιος, εμιμείτο τούτον τον Όσιον και πολλάκις κρυπτόμενος τον έβλεπεν ευχόμενον, δια να λαμβάνη απ’ εκείνον παράδειγμα· ιδών δε ποτε αυτόν εις υψηλοτέραν θεωρίαν μετέωρον, ίστατο κεκρυμμένος έως το ύστερον και τον έβλεπε, διότι δεν επάτει ουδόλως εις την γην, αλλά καθώς ήτο η ψυχή του εις τα ουράνια, ούτω και το σώμα του ίστατο υψηλά από την γην μετέωρον· ταύτα ιδών ετρόμαξεν ο Ευστράτιος· ο δε Όσιος εννοήσας ότι τον είδε, τον εκανόνισε βαρύτατα ως περίεργον. Αλλά ακούσατε και τα επίλοιπα θαυμάσια αυτού. Γυνή τις είχε δαιμόνια πολλά και την παρεκίνουν εις αισχρουργίας και απρεπή πράγματα. Όθεν έδραμεν εις τον άμισθον ιατρόν Ιωαννίκιον να τον λυτρώση από τον κίνδυνον· ο δε Όσιος εποίησε προς Κύριον δέησιν, να μη την πειράξουν πλέον οι δαίμονες, αλλά να μεταφέρουν εις εκείνον τον πόλεμον· ταύτα είπεν έχων εις τον Θεόν το θάρρος του, ο οποίος του έδιδε την βοήθειαν· ευθύς λοιπόν έφυγαν από την γυναίκα οι δαίμονες, ώσπερ να εξήρχοντο από την προσευχήν του Αγίου τόξα και ξίφη να τους εκάρφωναν· η γυνή λοιπόν απήλθεν υγιής εις τον οίκον της, ευχαριστούσα τον Άγιον· οι δε δαίμονες λαβόντες νέον τινά τον επήγαν το μεσονύκτιον εις τόπον κρημνώδη και δύσβατον δια να τον κρημνίσωσιν οι τρισκατάρατοι· ευρεθείς δε ο Άγιος εκεί την ώραν κατά την οποίαν τον ώθουν εις τον κατήφορον και αρπάσας αυτόν, εδίωξε τους υπευθύνους, τον δε ανεύθυνον κατηύθυνεν εις οδόν σωτηρίας αγαλλιώμενον. Άπαντες λοιπόν διηγούντο του Οσίου τα κατορθώματα, τας αρετάς του θαυμάζοντες και όντως θαυμάσια ήσαν τα έργα του και όλους τους μαθητάς ελύτρωσε πολλάκις από διαφόρους κινδύνους και από παγίδας και μηχανήματα δαιμόνων, ποτέ μεν το σημείον του Σταυρού χαράσσων, ποτέ δε και με την ράβδον αυτού εθανάτωνε θηρία και διεσκόρπιζε δαίμονας. Μετά καιρόν απήλθε πάλιν εις το όρος του Τριχάλικος να ησυχάση ολίγον καιρόν, διότι ήτο ο τόπος αυτός επιτήδειος προς άσκησιν· έμεινε λοιπόν εκεί πάλιν ύπαιθρος και άοικος, χωρίς τινα σωματικήν παραμυθίαν· ο δε Ηγούμενος της Μονής Αγαύρων Ευστράτιος, έχων πόθον να τον πλησιάση, επήγεν εκεί και τον ηρώτησεν, εάν έμελλε να ζήση ακόμη καιρόν πολύν ο βασιλεύς Λέων. Ταύτα είπε, διότι αυτός ο τύραννος ήτο μισόχριστος και εδέοντο του Θεού οι Ορθόδοξοι να τον εξολοθρεύση, ίνα μη τους πειράζη ο ασεβέστατος· ο δε Ιωαννίκιος απεκρίνατο ότι εις ολίγας ημέρας τον φονεύει ο Μιχαήλ, δια να λάβη αυτός το βασίλειον και ούτως εγένετο, καθώς προεφήτευσεν ο Άγιος· και εθαύμασεν ο Ευστράτιος και όσοι άλλοι το ήκουσαν, ότι εγνώριζεν όλα τα μέλλοντα. Περιπατών δε ποτε εις τόπον κρημνώδη και άβατον δια να υπάγη εις αναχωρητικόν σπήλαιον, έπεσεν η ράβδος από την χείρα του και επήγεν εις κατήφορον, εις τον οποίον δεν ηδύνατο να υπάγη άνθρωπος· ο δε Άγιος ελυπείτο, διότι δεν ηδύνατο να οδεύση χωρίς την ράβδον του, δια το τραχύ και άβατον του τόπου· κλίνας λοιπόν τα γόνατα, προσηύχετο εις τον Θεόν κατά την συνήθειαν, και τότε (ω του θαύματος!) επέταξεν η ράβδος ως πετεινόν εναέριον και έρχεται εις τας χείρας του· ευχαριστήσας λοιπόν τον Θεόν εβάδισεν εις την οδόν του. Φθάσας δε εις το σπήλαιον, το εύρε πλήρες δαιμόνων, οίτινες ιδόντες αυτόν εθυμώθησαν και δια να τον φοβίσουν έκαμον ταραχήν μεγάλην, έβρυχον, έσειον όλον το σπήλαιον και εδείκνυον ότι ήθελον να τον θανατώσουν, επειδή επήγε να τους εκβάλη από τον οίκον των. Ιδόντες όμως τέλος την γενναιότητα του Οσίου και ότι ουδόλως εφοβείτο τας κακουργίας των, ανεχώρησαν άκοντες από το σπήλαιον, ταύτα λέγοντες· «Τι ημίν και σοι; Ήλθες προ καιρού βασανίσαι ημάς;» και άλλα παρόμοια. Ούτω λοιπόν εις όσους τόπους επήγαινεν, ελύτρωνε τους εγχωρίους από πάσαν βλάβην ψυχής τε και σώματος, και όσοι εκατοικούσαν εις εκείνα τα όρια ευχαριστούσαν τον Όσιον, όστις εδίωξεν απ’ εκεί τους δαίμονας. Κόρη τις συγκλητικού τινος άρχοντος είχε χαλεπήν ασθένειαν και έκειτο ακίνητος και παράλυτος εις όλα τα μέλη της, ήτο δε αύτη ευσεβής και Ορθόδοξος, ο δε γαμβρός του Οσίου, όστις είχε την αδελφήν του γυναίκα ήτο Εικονομάχος, τον οποίον εδίδαξε πολλάκις ο Άγιος να γίνη Ορθόδοξος και αυτός δεν ηθέλησεν. Ο δε Όσιος ως ζηλωτής της ευσεβείας και συμπαθέστατος έκαμε προς τον Θεόν δέησιν να θεραπευθή μεν η κόρη εκείνη, ήτις ουδεμίαν είχε μετ’ αυτού συγγένειαν, αλλά μόνον διότι ήτο Ορθόδοξος, ο δε γαμβρός του να χάση το φως του, καθώς ήτο και εις την ψυχήν τετυφλωμένος και άγνωστος· και ούτως εγένετο, ως εζήτησε του Κυρίου ο Άγιος. Η μεν λοιπόν παράλυτος ηγέρθη, και δοξάζουσα τον Θεόν επέστρεψε περιπατούσα εις την οικίαν της, ο δε τυφλός την ψυχήν έμεινε τυφλός και κατά το σώμα, και πλέον δεν ιατρεύθη, καθώς και την ασθένειαν της ψυχής δεν απέρριψε· τοσούτον λοιπόν ήτο ζηλωτής της ευσεβείας και δίκαιος ο Ιωαννίκιος, ώστε τον μεν συγγενή του, όστις ήτο κακόδοξος, ετύφλωσε, την δε ξένην, ήτις ήτο Ορθόδοξος, εθεράπευσεν. Είχε δε συνήθειαν ο Όσιος, όταν ήρχοντο οι άνθρωποι να τον εύρωσιν, κατέβαινεν έως το κάτω μέρος του όρους και τους εδέχετο, δια να μη κουράζωνται εις τόσον ανήφορον. Ημέραν δε τινα επήγαν τινές Αρχιερείς να τον εύρωσι, μεταξύ των οποίων ήτο ο Μητροπολίτης Χαλκηδόνος, ο Νικαίας Πέτρος, και ο μέγας Θεόδωρος ο Στουδίτης, όστις είχεν εις την συνοδείαν του δύο αδελφούς του Μοναστηρίου του, Ιωσήφ και Κλήμεντα την κλήσιν. Κατέβη λοιπόν και τότε ο Όσιος να τους προϋπαντήση, και αφού εφιλεύθησαν πνευματικά και σωματικά, λέγει προς τον Ιωσήφ ο Όσιος· «Ετοιμάσου δια την έξοδον». Οι μεν λοιπόν ακροαταί δεν ηννόησαν τότε τούτον τον λόγον· αλλ’ όταν είδον, ότι μετά δέκα οκτώ ημέρας ο Ιωσήφ ετελεύτησεν, εθαύμασαν του Αγίου την πρόρρησιν. Ουχί δε μόνον το προορατικόν είχεν, αλλά και τας λοιπάς αρετάς, και εξόχως την συμπάθειαν, και κατά πολλά εφρόντιζε να ωφελή τους Χριστιανούς και να τους λυτρώνη από τας θλίψεις, τόσον ώστε και πολλάκις εξέθεσε την ψυχήν του εις κίνδυνον, ως χριστομίμητος, δια να λυτρώση τα πρόβατα. Δια τούτο και όταν μετά τον θάνατον του Μιχαήλ, όστις εβασίλευσε μόνον έτη τέσσαρα, έλαβεν ο Νικηφόρος το βασίλειον και οι Βούλγαροι νικήσαντες αυτόν συνέλαβον αιχμαλώτους πολλούς Χριστιανούς, ο φιλάνθρωπος Ιωαννίκιος τούτο μαθών είχε πόθον να τους λυτρώση από την σκοτεινήν φυλακήν, εις την οποίαν τους είχον σιδηροδεσμίους. Καταφρονήσας όθεν ησυχίαν και άσκησιν, δια να σώση ψυχάς από θάνατον, δεν εσυλλογίσθη ουδόλως τους κινδύνους της οδοιπορίας και την λοιπήν κακοπάθειαν, αλλά επήγε μόνος του εις την Βουλγαρίαν, όπου τους είχον, και προσευξάμενος έξω της φυλακής, ηνοίχθησαν αι θύραι και ελύθησαν αι αλύσεις, εξέβαλε δε τους δεσμίους, καθώς ο Χριστός ελύτρωσε από τον άδην τους προπάτορας, ωδήγει δε αυτούς όλην την νύκτα εις την οδοιπορίαν με φως θαυμάσιον ως άλλος Μωϋσής, και τους έφερεν εις τα όρια του Βυζαντίου, διδάσκων αυτούς καθ’ οδόν και νουθετών με σωτήρια λόγια, να μη γίνουν γενεά σκολιά ως οι πατέρες αυτών, παραπικραίνοντες τον λυτρωτήν Θεόν και Σωτήρα των, αλλά να ενθυμούνται τας ευεργεσίας πάντοτε. Οι δε λυτρωθέντες πολλάκις αυτόν παρεκάλεσαν, να τους είπη τις ήτο και δεν ήθελεν· ύστερον δε, όταν εχωρίσθησαν, τους ωμολόγησε το όνομά του, και τους είπε να γινώσκουν την Χάριν του Θεού, προς τον οποίον να μη φανώσιν αχάριστοι· και ούτως αυτοί μεν απήλθον εις τας οικίας των χαίροντες, ο δε Όσιος επήγεν εις την Σιγριανήν, να προσκυνήση το λείψανον του Αγίου Θεοφάνους. Επιστρέφων εκείθεν επέρασε το πλοίον από την Θάσον, η οποία νήσος ήτο πλήρης όφεων, οίτινες έβλαπτον πολύ τους οικήτορας. Όθεν εσυνάχθησαν όλοι ακούοντες ότι ήλθεν ο μέγας Ιωαννίκιος, ότι εις όλον σχεδόν τον κόσμον είχε διαθοθή η φήμη του, και πίπτοντες εις τους πόδας αυτού, μετά δακρύων εδέοντο να τους βοηθήση δια τον Κύριον και να τους λυτρώση της βλάβης των όφεων· σπλαγχνισθείς λοιπόν επ’ αυτούς έκαμε προσευχήν ο Άγιος, και παρεθύς, ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ! Εξήλθον από τας φωλεάς των οι όφεις και επήδησαν αγεληδόν εις την θάλασσαν, ουδαμώς πλέον εμφανισθέντες. Τοιούτον τεράστιον βλέποντες οι της νήσου εγχώριοι ηυχαρίστησαν τον Όσιον ως έπρεπε, και ως Άγγελον τον εσέβοντο, μάλιστα ο Καθηγούμενος των Μοναχών, οίτινες ήσαν εκεί, ονόματι Δανιήλ, δεν εξεχώρισε πλέον από τον Όσιον, αλλά επήγε μαζί του, θέλων δε εκείνος να λάβη μεθ’ εαυτού αδελφόν τινα, την κλήσιν Ευθύμιον, είπε προς αυτόν ο Όσιος· «Μη κοπιάζης να έλθης μεθ’ ημών, αδελφέ Ευθύμιε, αλλά διόρθωσε την ψυχήν σου ότι εις ολίγας ημέρας υπάγεις προς Κύριον». Αναχωρήσαντες λοιπόν με τον Όσιον Δανιήλ επήγαν να κατοικήσουν εις μικρότατον σπήλαιον, εις το οποίον εφώλευε πονηρότατος δαίμων, όστις εφάνη προς αυτούς μαύρος και φοβερός, δια να τους εκφοβίση να φύγωσιν· ούτοι όμως ουδόλως επτοήθησαν. Βλέπων δε ο φθονερός όφις ότι δεν έφευγον, ετυλίχθη εις τους πόδας του Οσίου Δανιήλ, τον δε μέγαν Ιωαννίκιον επλήγωσεν εις την πλευράν και τόσον πόνον του έδωσεν, ώστε έκειτο μίαν εβδομάδα άφωνος. Και είτα ο μεν δαίμων έγινεν αφανής, οι δε Όσιοι έμειναν ανεπηρέαστοι με την Χάριν και την βοήθειαν του Θεού. Μετά ταύτα ο μεν μέγας Ιωαννίκιος επέστρεψε πάλιν εις το όρος του Τριχάλικος, τον δε Όσιον Δανιήλ παρεκίνησε να επιστρέψη εις το ποίμνιόν του, ένθα ήτο ανάγκη να ποιμαίνη τα πνευματικά του τέκνα. Ακούσαντες οι εγχώριοι την επάνοδον του μεγάλου Ιωαννικίου εχάρησαν τόσον όσον ελυπήθησαν πρότερον, όταν έφυγεν. Διαμείνας εις το όρος εκείνο επ’ αρκετόν καιρόν, εδίωξεν εκείθεν την κάμπην, ήτις έτρωγε τα λάχανα, επροφήτευσεν εις πολλούς τον θάνατον και άλλα θαυμάσια ετέλεσε. Κατόπιν επήγεν εις άλλο όρος τραχύ και άβατον, όπερ εκαλείτο του Κόρακος, εις το οποίον έμενον οι δύο εκείνοι Όσιοι, οίτινες, ως είπομεν ανωτέρω, του έδωσαν το τρίχινον ράσον και του είχον προφητεύσει ότι θέλει κατοικήσει και εις αυτό εις το ύστερον, ετέλεσε δε και εκεί πολλά θαυμάσια, τα οποία αφήνομεν δια συντομίαν και μόνον ένα να γράψωμεν εις πίστωσιν των άλλων. Εις το όρος αυτό του Κόρακος έβοσκον τα πρόβατά των ποιμένες τινές, οίτινες επειδή απώλεσαν αυτά περιήρχοντο το όρος προς ανεύρεσίν των. Βλέπων δε τούτους ο Άγιος, εκάλεσεν έκαστον εξ ονόματος, ενώ ουδέποτε άλλοτε τους είχεν ίδει, γνωρίσας δε με την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος που ήσαν τα πλανώμενα πρόβατα, τους είπε και του τόπου το όνομα, ευρόντες δε αυτά εθαύμασαν και πολλά τον ηυχαρίστησαν. Έχοντες δε χαράν το να συνομιλούν με τοιούτον Άγιον, ήρχοντο πολλάκις να τον εύρουν, αλλ’ ο Άγιος όταν ήθελε τον έβλεπον, όταν όμως δεν ήθελεν, εγένετο ενώπιον αυτών αφανής. Ανελθών είτα εις το όρος του Αντιδίου, έκτισε και εκεί κελλίον μικρότατον, εις το οποίον κατώρθωσεν αρετάς μεγαλυτέρας, ταλαιπωρών την σάρκα με σκληραγωγίαν και άσκησιν. Ήτο δε τότε ασθενής η σύζυγος του μαγίστρου Στεφάνου και έγινε φρενοβλαβής από μαντείας, τας οποίας της έκαμαν οι αιχμάλωτοι. Οι δε ιατροί μετεχειρίσθησαν πολλά φάρμακα, αλλά κανέν δεν την ωφέλησεν. Όθεν η ασθενής έδραμε προς τον Άγιον, όστις εποίησε παρευθύς προσευχήν και την ιάτρευσεν αμέσως. Είχε δε και υποτακτικόν παιδίον ο Άγιος, ονόματι Στέφανον, όστις ήτο δίκαιος και κατά πολλά ενάρετος, απελθών δε εις το κελλίον αυτού του είπεν ο Άγιος· «Ετοιμάζου, αδελφέ, προς την έξοδον». Ο δε Στέφανος απεκρίθη· «Ητοιμάσθην, διδάσκαλε, και το θεμέλιον της αρετής φιλοπονώτερον ωκοδόμησα». Ταύτα είπε και εις ολίγον διάστημα εκοιμήθη χαίρων, όστις και μετά θάνατον ετέλεσεν άπειρα θαύματα. Αλλά και άλλων πολλών τον θάνατον προεφήτευσεν ο Όσιος καθώς και ανωτέρω είπομεν και αναριθμήτους ασθενείς εθεράπευσε και άλλα πλείστα άξια διηγήσεως κατώρθωσεν, αλλά φθάνουν τα προγεγραμμένα να φανερώσουν την προς τον Θεόν παρρησίαν του, και ας βραχυλογήσωμεν την διήγησιν, δια να εύρωμεν την τελείωσιν. Τον καιρόν εκείνον ήτο ακόμη εις την Εκκλησίαν μεγάλη σύγχυσις από τον Εικονομάχον Θεόφιλον, ο δε προεστώς των Αγαύρων Ευστράτιος, απελθών, ηρώτησε τον Όσιον λέγων· «Ειπέ μας, δια τον Κύριον, έως πότε μέλλει να έχη η Εκκλησία μας σκάνδαλα;» Ο δε απεκρίνατο· «Εις ολίγας ημέρας χειροτονείται Πατριάρχης εις ενάρετος και εγγράμματος, την κλήσιν Μεθόδιος, αυτός δε μετά την οδυνηράν τελευτήν του Θεοφίλου, όστις μέλλει εντός ολίγου να αποθάνη, θέλει αποκαταστήσει την Ορθοδοξίαν και θέλει επαναφέρει εις την Εκκλησίαν την ομόνοιαν». Ούτως είπεν ο Άγιος, εις ολίγον δε καιρόν επληρώθησαν όσα επροφήτευσεν ο θεσπέσιος· και ο μεν Θεόφιλος ετελεύτησεν, η δε μακαρία Θεοδώρα και ο αοίδιμος Μιχαήλ, ο υιός της, έλαβον το βασίλειον και καθίσαντος εις τον θρόνον του ιερού Μεθοδίου, κατέπαυσαν όλαι αι ταραχαί των αιρετικών και ειρήνευσαν με την θείαν Χάριν τα σκάνδαλα. Μετά καιρόν εποίησαν οι Αγαρηνοί με τους Χριστιανούς πόλεμον και εφόνευσαν πολλούς, ως και πολλούς ηχμαλώτισαν, μεταξύ δε τούτων έτυχε και συγγενής τις του Αγίου. Αφού λοιπόν έκλεισαν εις την φυλακήν τους αιχμαλώτους οι Άραβες, επεκαλέσθησαν τον Ιωαννίκιον εις βοήθειαν, να λυτρώση καν τον συγγενή του από την κάκωσιν· και παρευθύς ευρέθη την ώραν του μεσονυκτίου εις το μέσον των δεσμίων ο Όσιος και λέγει εις ένα απ’ εκείνους· «Έγειραι και ας εγείρη έκαστος τον άλλον σας». Τότε αι αλύσεις ελύθησαν, αι θύραι μόναι των ηνεώχθησαν και εξήλθον ευθύς οι αιχμάλωτοι, οίτινες έτρεχον δρομαίοι προς τας οικίας των, αλλ’ εις την οδόν έδραμον κατ’ επάνων των κύνες δυνατοί και άγριοι και εκινδύνευσαν εις θάνατον. Αλλά και εκεί πάλιν επρόφθασεν ο κοινός ιατρός και βοηθός εις πάντας Ιωαννίκιος και ρίπτων αχλύν βαθείαν ως σύννεφον εις την όψιν των κυνών δεν έβλεπον· όθεν απήλθον οι άνθρωποι υγιείς εις τους συγγενείς των, οίτινες ενθυμούμενοι τοιαύτην μεγίστην ευεργεσίαν ηυχαρίστουν καθ’ όλην την ζωήν των τον Όσιον. Ο τοιούτος δε και τοσούτος φίλος του Χριστού γνησιώτατος, αφού ετέλεσε τοιαύτα θαυμάσια, όταν εγήρασε και έμελλεν εις ολίγας ημέρας να υπάγη προς τον ποθούμενον, του ήλθε μία θλίψις μεγάλη και συμφορά, από συνεργίαν του μισοκάλου και φθονερού δαίμονος, αλλά τούτο εγένετο κατ’ οικονομίαν Θεού, όστις πολλάκις τους Αγίους του παραδίδει εις τας χείρας εκείνων, οίτινες τους θλίβουσιν, όχι δια να τους πειράξη, αλλά δια να τους λαμπρύνη μάλιστα και να τους δοξάση περισσότερον. Μοναχός τις κατά το σχήμα, ονόματι Επιφάνιος, ήτο εις εκείνα το όρια, όστις είχε φήμην ψευδή και εφαίνετο ως ενάρετος, αλλ’ έσωθεν ήτο διάβολος και εμίσησε τόσον τον Άγιον, ώστε εβουλεύθη να τον αποκτείνη ο τρισκατάρατος και έβαλε πολλάκις πυρ να καύση το δάσος του όρους, δια να θανατώση τον Όσιον. Ο Άγιος όμως το εγνώριζεν από θείαν Χάριν και ανεχώρει πρότερον· ως πραότατος δε όπου ήτο και μαθητής του αμνησικάκου Χριστού, δεν έκαμε κακόν του εχθρού του, αλλά του έλεγε με ταπείνωσιν να του είπη εις τι του έπταισε και ήθελε να τον θανατώση. Εκείνος όμως τον ύβριζεν ο αναίσχυντος· έπειτα κρατών εις τας χείρας του ράβδον, ήτις είχεν εις την άκραν σουβλωτόν σίδηρον, τον εκτύπησε δι’ αυτού εις την κοιλίαν ο πάντολμος, αλλά με την βοήθειαν του Θεού έμεινεν αβλαβής και απαθής ο συμπαθής και παρεκάλει τον άθλιον Επιφάνιον να κάμουν αγάπην μεταξύ των, εκείνος όμως ο μισάνθρωπος δεν ηθέλησεν, αλλ’ έμεινεν αδιάλλακτος. Τούτον δε τον πειρασμόν του επροφήτευσαν εκείνοι οι δύο Όσιοι, οίτινες του έδωσαν το τρίχινον, καθώς είπομεν. Ήτο δε τότε ο Άγιος πολύ γέρων και αδύνατος από τους κόπους της ασκήσεως· κτίσας δε κελλίον εις την Μονήν του Αντιδίου, ησύχαζεν εις αυτό· όταν δε επήγαινεν εις τους αδελφούς καμμίαν φοράν, τον έβλεπον όσοι ήθελεν εκείνος και εις τους άλλους ήτο αφανής. Κατά το τέταρτον έτος της βασιλείας του ευσεβεστάτου Μιχαήλ του Γ΄, γνωρίσας από θείαν Χάριν την τελευτήν του Αγίου ο Πατριάρχης Μεθόδιος, επήγε να λάβη την τελευταίαν ευλογίαν. Αφού λοιπόν εχαιρέτησεν ο εις τον άλλον και συνωμίλησαν ώραν πολλήν ευφρανθέντες τω Πνεύματι, εκάλεσεν όλους τους Χριστιανούς, Κληρικούς και Μοναχούς, όσοι έτυχαν και τους παρήγγειλε να φυλάττουν ακριβώς την Ορθόδοξον πίστιν, να ευλαβούνται τον Αρχιερέα και να έχουν μεταξύ των την κατά Θεόν αγάπην και ομόνοιαν. Έπειτα λέγει προς τον Μεθόδιον· «Εγώ μεν υπάγω μετά δύο ημέρας, συ δε έρχεσαι εις ολίγον χρόνον να με εύρης καθώς ο Δεσπότης προώρισεν». Αυτά δε τα οποία προείπεν ο θαυμάσιος έγιναν· και αυτός μεν την τρίτην ημέραν, κατά την οποίαν είχε τέσσαρας ο Νοέμβριος, απήλθε προς τον ποθούμενον εν έτει ωμε΄ (845)· ο δε λαμπρώς εκλάμψας εις το Πατριαρχείον Μεθόδιος, οκτώ μόνον μήνας μετά την του Οσίου τελείωσιν, τη δεκάτη Τετάρτη του Ιουνίου εκοιμήθη και ούτος ο τρισμακάριος. Κατά την ώραν δε όπου ανεπαύθη ο μέγας ούτος Ιωαννίκιος είδον οι Μοναχοί του Ολύμπου στύλον πύρινον, του οποίου επροπορεύοντο Άγγελοι, οίτινες ήνοιγον του Παραδείσου τας πύλας, εις ον εισήλθεν ο Άγιος και προσεκύνησε την Παναγίαν Τριάδα αγαλλιώμενος· το δε άγιον αυτού και πανσεβάσμιον λείψανον ενεταφίασαν ευλαβώς ο Πατριάρχης μετά των παρευρεθέντων εκεί Κληρικών και Μοναχών, ετέλεσε δε τούτο και μετά θάνατον θαύματα, παραλύτους ιάτρευσε, δαιμόνια εξέβαλε και άλλα σημεία και τέρατα εποίησεν. Εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2476
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ε΄ (5η) Νοεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Πάπα Αλεξανδρείας του Ομολογητού.

Δημοσίευση από silver »

Τη Ε΄ (5η) Νοεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Πάπα Αλεξανδρείας του Ομολογητού.

Γρηγόριος ο εν Αγίοις πατήρ ημών, αγαπήσας τον Χριστόν εκ νεαράς ηλικίας, εστόλισε τον εαυτόν του με όλας τας αρετάς. Όθεν και μετά τον θάνατον του τότε αγιωτάτου Πάπα Αλεξανδρείας εχειροτονήθη εκ θείας Προνοίας Επίσκοπος Αλεξανδρείας, παρά των εν Αλεξανδρεία Επισκόπων, συμφωνούντος και του φιλοχρίστου λαού, γενόμενος ούτω διδάσκαλος ακριβής της Ορθοδοξίας και της κατά Θεόν εναρέτου πολιτείας. Εδίδασκε δε την αρετήν ο αοίδιμος μάλλον δια των έργων ή δια του λόγου, επειδή ήτο πράος, ταπεινός, ελεήμων, σώφρων, ορφανών πατήρ, χηρών υπερασπιστής, οδηγός των πεπλανημένων, ιατρός των ασθενών και των λυπουμένων παρηγορία. Όθεν έβλεπε πας τις, ότι όλοι οι Χριστιανοί έχαιρον και ηυφραίνοντο δια τούτον τον Άγιον. Αλλ’ ο σκανδαλοποιός διάβολος ενέπνευσεν εις τον βασιλέα Λέοντα Ε΄ τον Αρμένιον τον εν έτει ωιγ΄ (813) βασιλεύσαντα γνώμην μιαρωτάτην, δηλαδή το να αποβάλη την προσκύνησιν των αγίων Εικόνων· διο και έπεισεν αυτόν να φέρη εξ Αλεξανδρείας εις Κωνσταντινούπολιν σιδηροδέσμιον τον Άγιον τούτον Γρηγόριον. Παραστάς λοιπόν ο αοίδιμος Γρηγόριος έμπροσθεν του βασιλέως ήλεγξεν αυτόν ενώπιον της συγκλήτου και των αρχόντων, αποκαλών αυτόν αιρετικόν και άθεον και ασεβή. Ο δε τύραννος, μη ανεχόμενος τας ύβρεις ταύτας, κατεξέσχισε τας σάρκας του με τας πληγάς των βουνεύρων. Ο Άγιος όμως ευχαρίστως υπομένων τον δαρμόν, έλεγεν εις τους παρεστώτας: «Δια την αγίαν Εικόνα του Χριστού μου έτοιμος είμαι να κατακοπώ καθ’ όλα τα μέλη του σώματός μου». Ταύτα δε ακούσας ο παρανομώτατος βασιλεύς, επρόσταξε να εξορισθή ο Άγιος· απελθών δε εις την εξορίαν ο του Χριστού Ομολογητής και εκεί διανύσας τρία ολόκληρα έτη, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, παρά του οποίου έλαβε τον της Ομολογίας στέφανον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2476
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΣΤ΄ (6η) Νοεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΠΑΥΛΟΥ Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, του Ο

Δημοσίευση από silver »

Τη ΣΤ΄ (6η) Νοεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΠΑΥΛΟΥ Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, του Ομολογητού και Ιερομάρτυρος.

Παύλος ο μέγας Ομολογητής και Μάρτυς κατήγετο από την Θεσσαλονίκην, εχρημάτισε δε νοτάριος, ήτοι γραμματεύς Αλεξάνδρου του Αγιωτάτου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, και Διάκονος της Αγίας αυτής Εκκλησίας εν έτει τνα΄ (351). Τούτον λοιπόν εχειροτόνησαν οι Ορθόδοξοι Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως μετά τον θάνατον του Αλεξάνδρου. Κωνστάντιος δε ο βασιλεύς, καθό Αρειανός, όταν επανήλθεν εκ της Αντιοχείας έξωσεν αυτόν από τον Πατριαρχικόν θρόνον, και αντί τούτου ανεκήρυξε Πατριάρχην τον Νικομηδείας Ευσέβιον, τον Αρειανόν. Ο δε Άγιος Παύλος μετέβη εις την Ρώμην και εκεί εύρε τον Μέγαν Αθανάσιον εκβεβλημένον όντα και αυτόν από τον θρόνον του. δια γραμμάτων λοιπόν του βασιλέως Κώνσταντος απολαμβάνουσι και οι δύο τους θρόνους των, αλλά πάλιν εκβάλλονται υπό του ιδίου Κωνσταντίου τη εισηγήσει των Αρειανών. Τότε γράφει ο Κώνστας προς τον αδελφόν αυτού Κωνστάντιον, ότι «αν ο Αθανάσιος και ο Παύλος δεν απολάβωσι τους θρόνους των, θέλω έλθει μετά στρατιωτικής δυνάμεως εναντίον σου». Όθεν απέλαβε πάλιν τον θρόνον του ο μακάριος Παύλος. Μετά δε τον θάνατον του Κώνσταντος εξορίζεται ούτος εις Κουκουσόν της Αρμανίας, ένθα απεκλείσθη εντός οίκου τινός. Λειτουργών δε εις τον Θεόν την αναίμακτον λειτουργίαν επνίγη από τους Αρειανούς με το ίδιόν του ωμοφόριον και ούτω παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν ο τρισμακάριος εις χείρας Θεού.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”