Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2479
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ζ΄ (7η) Νοεμβρίου, ο Όσιος Πατήρ ημών και θαυματουργός ΛΑΖΑΡΟΣ, ο εν τω Γαλλησίω όρει ασκήσας εν

Δημοσίευση από silver »

Τη Ζ΄ (7η) Νοεμβρίου, ο Όσιος Πατήρ ημών και θαυματουργός ΛΑΖΑΡΟΣ, ο εν τω Γαλλησίω όρει ασκήσας εν ειρήνη τελειούται.

Λάζαρος ο τρισμακάριστος Πατήρ ημών κατήγετο εκ της Μικράς Ασίας, από χωρίον τι ευρισκόμενον πλησίον της Μαγνησίας, γεννηθείς εν έτει 967. Οι γονείς του ωνομάζοντο Νικήτας και Ειρήνη, αμφότεροι ευγενείς, θεοσεβείς και ενάρετοι. Καθ’ ον χρόνον εγεννάτο ο Όσιος, εξαπέστειλεν ο Θεός από τον ουρανόν φως θείον, το οποίον επλήρωσεν όλον τον πατρικόν του οίκον, όπερ εφανέρωσεν, ότι το βρέφος, το οποίον εγεννάτο, έμελλε να γίνη υιός φωτός και δοχείον της θείας ελλάμψεως. Ταύτην την έλλαμψιν φοβηθείσαι αι συνηθροισμέναι εκεί γυναίκες εξήλθον του οίκου, έμεινε δε μόνη η μήτηρ. Ηκολούθησε δε και δεύτερον θαύμα· διότι αφού παρήλθεν ώρα ικανή και έφυγε το φως από το μέσον, εμβήκαν δε πάλιν αι γυναίκες προς επίσκεψιν της λεχούς, ω του θαύματος! είδον το βρέφος ιστάμενον ευθύς όρθιον και προσευχόμενον κατ’ ανατολάς, έχον τας χείρας του ακουμβισμένας ευτάκτως εις το στήθος του σταυροειδώς· επρομήνυε δε ο Θεός δια τούτων την καθαρότητα τού Οσίου και την δεκτικήν επιτηδειότητα, την οποίαν είχεν η ψυχή του εις τας θείας ελλάμψεις. Ότε ο Όσιος έγινε πέντε ετών παρεδόθη από τους γονείς του εις παιδαγωγόν, δια να μάθη τα ιερά γράμματα και εις ολίγον καιρόν υπερέβαλεν όλους τους συμμαθητάς του. Όθεν από όλους ενεκωμιάζετο η ευφυϊα του, μάλιστα δε η πραότης αυτού, η ταπείνωσις, η προθυμία και η σπουδή, την οποίαν είχεν εις τας αναγινωσκομένας εν τη Εκκλησία Ακολουθίας και προσευχάς. Προς τούτοις εθαυμάζετο η προς τους πτωχούς φιλανθρωπία και συμπάθεια και ιλαρότης, την οποίαν είχεν ο Όσιος εκ νεαράς ηλικίας. Τόσην δε πολλήν επιμέλειαν και σπουδήν εδείκνυεν εις την ελεημοσύνην ο τρισόλβιος, ώστε εις ολίγον καιρόν εξήντλησε τα χρήματα του διδασκάλου του και τα έδωκεν εις τας χείρας των πτωχών· δια τούτο και ελάμβανεν από εκείνον πολλούς δαρμούς, όπως αυτός πάλιν δεν έπαυεν από του να ελεή. Μόλις δε και μετά βίας στοχασθείς ο διδάσκαλός του την παρ’ ηλικίαν σύνεσιν και φρόνησιν του παιδίου, μετεχειρίζετο αυτόν εις το εξής ως διδάσκαλον. Αφού ο Όσιος ήλθεν εις μεγαλυτέραν ηλικίαν και εις γνώσιν τελειοτέραν, επόθησε να αναχωρήση από την πατρίδα του και να υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα, δια να προσκυνήση τον Άγιον Τάφον του Κυρίου και τους λοιπούς ιερούς τόπους· οσάκις όμως απεφάσιζε να υπάγη, ημποδίζετο από τους συγγενείς του· και δια να μη φύγη κρυφίως, τον επήγαν οι γονείς του εις τι Μοναστήριον, όπερ ήτο εκεί πλησίον, των Ορόβων επονομαζόμενον, δια να καταγίνεται εις τα ιερά μαθήματα και να προγυμνάζεται εις την αρετήν και περισσότερον δια να φυλάττεται να μη φύγη. Αλλ’ ο Λάζαρος, φλεγόμενος από θείον έρωτα, δεν ησύχαζεν, αλλ’ εμελέτα πάντοτε την φυγήν, και ευρίσκων κατάλληλον περίστασιν λανθάνει και γονείς και συγγενείς και Μοναχούς και ανεχώρησε. Διερχόμενος δε από τας Χώνας, όπου έγινε το θαύμα του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ και πηγαίνων εις τον εκεί Ναόν του Αρχαγγέλου, τον παρεκάλεσε να τον βοηθή εις την οδοιπορίαν του. Αναχωρήσας εκείθεν επήγεν εις την Αττάλειαν, εκεί δε επεβουλεύθη από Μοναχόν τινά, ο οποίος, συνοδοιπόρος του ων εις όλην την οδόν, διελογίζετο να τον πωλήση εις τους Σαρακηνούς, οίτινες ήσαν εκεί, δια να λάβη χρήματα· εκεί δε όπου τον εσυμφωνούσε με διάλεκτον Αρμενικήν ο Μοναχός (αν πρέπη να τον ονομάζη τις Μοναχόν), ευρέθη κατά θείαν οικονομίαν Χριστιανός τις, όστις εγίνωσκε την διάλεκτον εκείνην. Εννοήσας όθεν την επιβουλήν, το είπε του Οσίου, όστις παρευθύς ανεχώρησεν από εκεί και επήγεν εις το όρος, όπερ ήτο εκεί πλησίον, εις το οποίον ευρών σεμνοπρεπή τινά Ιερομόναχον και φρόνιμον, και ερωτηθείς από αυτόν ποίος είναι και πόθεν έρχεται, του εφανέρωσεν ο Όσιος την πατρίδα, τους γονείς και τον πόθον τον οποίον είχε, δια να προσκυνήση τους Αγίους Τόπους και την επιβουλήν του Μοναχού και όλα τα άλλα τα οποία τον ηκολούθησαν κατά την οδόν. Ο δε θείος εκείνος ανήρ ερωτήσας πάλιν τον Όσιον, εάν έχη ακόμη σκοπόν, δια να υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα και μαθών ότι ποθεί πολλά και σκέπτεται να υπάγη, του είπεν ότι δεν ήτο πρέπον να περιέρχεται ούτως όπου θέλει, ων νέος πολλά και ευκολοπολέμητος από τον διάβολον, επειδή είναι πολύ κακόν να ακολουθή τις εις τον λογισμόν του· διότι γίνεται θήρευμα του εχθρού, όστις έχει παντού ηπλωμένα τα βέλη της απωλείας. Του είπε δε, εάν θέλη να ακούση την συμβουλήν του δια την ωφέλειαν της ψυχής του, να μείνη εις το Μοναστήριον εις το οποίον αυτός ήτο Ηγούμενος, να γίνη Μοναχός, αφού δε διέλθη εκεί καιρόν πολύν, έως ότου έλθη εις ηλικίαν μεγάλην, τότε να αναχωρήση εκείθεν χωρίς κίνδυνον. Αυτήν την καλήν συμβουλήν ακούων ο θείος Λάζαρος, την εδέχθη μετά χαράς, και έμεινεν εις το Μοναστήριον εκείνο, και εκδυόμενος ομού με τα κοσμικά ενδύματα τον παλαιόν άνθρωπον, ενεδύθη τον νέον, ήτοι τον Χριστόν, ομού με τα μοναχικά ενδύματα, τα οποία ενεδύθη και έκτοτε εδόθη όλος εις τους ασκητικούς αγώνας. Την δε νηστείαν, ήτις λεπτύνει το πάχος του σώματος και καταπραϋνει τα πάθη, τα οποία εναντιώνονται της ψυχής, τόσον πολλά την ηγάπησεν ο μακάριος, όσον οι φιλόσαρκοι αγαπούν την τροφήν και την πολυφαγίαν. Την δε υπακοήν, ήτις είναι το θεμέλιον της μοναδικής πολιτείας και την ταπείνωσιν, την υψηλοτάτην από όλας τας αρετάς, με τόσην επιμέλειαν την απέκτησεν, ώστε έγινεν εις τους μεταγενεστέρους τύπος και παράδειγμα τούτων των δύο αρετών. Τί δε να είπωμεν δια την αγρυπνίαν και δια την ξηρασίαν του σώματος, και την άλλην σκληραγωγίαν, όπου έκαμνε δια να λεπτύνη με αυτά την σάρκα; Τόσον μόνον λέγομεν, ότι επειδή απέκτησε πλησίον εις την φύσιν την καλήν, την οποίαν είχε, και άσκησιν καλήν, δια τούτο μετεχειρίζετο κάθε αρετήν ως να ήτο ουράνιος και ουχί γήϊνος· διότι η καλή φύσις προξενεί εις την ψυχήν δύναμιν και η καλή άσκησις πάλιν φέρει εις τέλος καλόν την δύναμιν της ψυχής. Όθεν δεν ευρίσκετο τις όστις να μη θαυμάζη τα κατορθώματα του θείου Λαζάρου και να μη τον επαινή, και να τον κηρύττη εις τους άλλους· και μάλιστα από όλους ο Ηγούμενος του Μοναστηρίου, ο πνευματικός του Πατήρ, τον οποίον υπηρετούσεν ο Όσιος και ελάμβανεν από αυτόν δια μισθόν της υπηρεσίας του την μάθησιν της ασκήσεως. Αφού δε διέτριψεν εις το Μοναστήριον εκείνο ο Όσιος πολύν καιρόν, του είπεν ο Γέρων αυτού· «Εγώ μεν, ω τέκνον μου, μετ’ ολίγον καιρόν υπάγω εις την γην, την κοινήν μητέρα πάντων, σε δε αφιερώνω εις τον κοινόν Δεσπότην Χριστόν, και Εκείνος θέλει φροντίσει δια σε». Ο δε Όσιος, ακούσας ταύτα και στενάξας εκ βάθους ψυχής, έκλαυσε μεγάλως, διότι ουδέ να ακούση ήθελε τον χωρισμόν του Γέροντός του. Δεν παρήλθεν όμως πολύς καιρός και ο Γέρων του απήλθε προς Κύριον· ο δε θείος Λάζαρος, κλαίων και θρηνών πολλά δια τον θάνατόν του, μετά τρεις ημέρας ανεχώρησεν από το Μοναστήριον και επήγεν εις σπήλαιόν τι, όπερ ήτο εκεί πλησίον, εις τόπον πολλά δύσβατον και εμβήκεν εις αυτό δια να συνομιλή μόνος με μόνον τον Θεόν. Εις πόσην δε άσκησιν και σκληραγωγίαν εδόθη ο καρτερόψυχος εις εκείνο το σπήλαιον είναι δύσκολον να το διηγήται τις· πλην όσον αυτός προσεπάθει να κρύπτη τας αρετάς του από τους ανθρώπους, τόσον περισσότερον εγίνετο περιβόητος εις όλους, διότι η αρετή θέτει εκείνον, όστις την εργάζεται, απέναντι των οφθαλμών των ανθρώπων, έστω και αν εκείνος προσπαθή να κρύπτεται. Δια τούτο καθ’ εκάστην έτρεχον εις τον Όσιον πλήθη ανθρώπων δια να τον βλέπωσι και να λαμβάνωσι την ευχήν του, και ούτε το μάκρος της οδού ούτε το δύσβατον του τόπου, ουδέν κανέν εναντίον ημπόδιζε την προθυμίαν των και τους υστερούσε από την θεωρίαν του Οσίου. Μάλιστα δια να μη εμποδίζωνται από την σκληρότητα της οδού, τινές συνέλεξαν φρύγανα και ξύλα πολλά, και τα έκαυσαν επάνω εις εκείνην την δύσβατον οδόν· έπειτα έχυσαν όξος εις αυτήν, δια να απαλύνουν όσον ήτο δυνατόν οι σκληροί εκείνοι λίθοι, να κόπτωνται ευκόλως από τα σιδηρά εργαλεία, και με τοιούτον τρόπον εποίησαν ομαλήν την οδόν, ήτις επήγαινεν εις τον Όσιον· διότι ο ένθεος εις τα καλά πόθος παρακινεί τους ανθρώπους να επιχειρίζωνται και τα αδύνατα σχεδόν και δυσκολοεπιχείρητα. Και το μεν πλήθος των ανθρώπων τοιαύτην αγάπην είχεν εις τον Όσιον. Ο δε Αρχιερεύς του τόπου εκείνου, ακούων την φήμην του Αγίου, επεθύμει πολλά να αναβαίνη προς αυτόν και ενόμιζε πολλά χρήσιμον το να συνομιλή με τον Όσιον· και εκ ταύτης της αιτίας ηθέλησεν ο Άγιος να κτίση Ναόν επ’ ονόματι της Θεοτόκου εις τον τόπον εκείνον και κελλία δια να κατοικούν και να αναπαύωνται οι αδελφοί εκείνοι, οίτινες επήγαινον εις αυτόν και ήθελον να γίνουν Μοναχοί· επειδή ήσαν πολλοί οίτινες ηρνήθησαν τον κόσμον και ήθελον να ζουν ομού με τον Όσιον όλην των την ζωήν. Ωκοδόμησε λοιπόν εκεί ο Άγιος τέλειον Μοναστήριον, διότι επροθυμοποιήθησαν πολλά και τα πλήθη των πλησιοχώρων ανθρώπων εις αυτό το θεάρεστον έργον, και εβοήθησαν με όλας των τας δυνάμεις· έκαστος δε εξ εκείνων των Χριστιανών είχε μεγάλην χαράν, να φαίνεται ότι είναι προσταγμένος από τον Όσιον και ότι τελειώνει την προσταγήν του. Επειδή δε η φήμη του Αγίου διεδόθη εις όλα τα μέρη και έτρεχον όλοι εις αυτόν, χάριν ωφελείας, επήγεν εις αυτόν και τις άνθρωπος και του είπεν, ότι είχε σκοπόν να υπάγη εις τινα τόπον εκεί πλησίον ευρισκόμενον, τον οποίον μάλιστα εδείκνυε με τον δάκτυλόν του, δια να τρυγήση άγρια μελίσσια, τα οποία εφώλευον εκεί εις τον κρημνόν. Ο δε Όσιος ή διότι από το επικίνδυνον του τόπου προεγνώεισε τον θάνατον του ανθρώπου (επειδή ο τόπος εκείνος ήτο τη αληθεία κρημνώδης και επικίνδυνος) ή διότι προείδε το μέλλον από την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, όπερ κατοικούσεν εις αυτόν, είπε προς αυτόν· «Συμφέρον σου είναι, τέκνον μου, ουδέ να ίδης τον τόπον εκείνον, διότι είναι μεγαλώτατος κίνδυνος και αφανισμός, εάν δεν μακρύνης από αυτόν και άφησε τον τοιούτον σκοπόν, αν θέλης να γλυτώσης από τον κίνδυνον». Ο δε άνθρωπος εκείνος, παρακούων την συμβουλήν του Οσίου, επήγεν ομού με τους άλλους συντρόφους του εις εκείνον τον κρημνώδη τόπον και δεθείς με σχοινίον κρεμάται από τους συντρόφους του και καταβιβάζεται κάτω. Αλλά στοχασθήτε τι μέγα κακόν είναι το να μη υπακούη τις εις εκείνους οίτινες τον συμβουλεύουν τα συμφέροντα· διότι ο ταλαίπωρος εκείνος ακόμη δεν είχε φθάσει εις το ήμισυ του ύψους εκείνου και εκόπη το σχοινίον. Όθεν έπεσε κάτω πτώμα ελεεινόν και αξιοδάκρυτον, ξεψυχήσας προτού να φθάση κάτω, από τα πολλά κτυπήματα τα οποία έλαβεν εις τας εξοχάς των λίθων και ετρύγησε καρπόν θανατηφόρον από αυτόν τον ανόητον στοχασμόν. Έκτοτε λοιπόν οι επίλοιποι επρόσεχον εις τους λόγους του Οσίου ως εις λόγους Προφήτου και δεν παρήκουον αυτούς. Άλλοτε πάλιν επήγεν άλλος τις εις τον Όσιον και εξωμολογήθη τας αμαρτίας του· έπειτα εις το τέλος του λέγει, ότι αυτός πολύ σοφά και επιτήδεια κερδίζει την τροφήν του χωρίς να ηξεύρη καμμίαν τέχνην· διότι εγείρεται την νύκτα και πηγαίνων εις ξένας οικίας λαμβάνει από αυτάς ό,τι εύρη και πηγαίνει εις τόπον απόκρυφον και το κρύπτει· και όταν οι κύριοι των οίκων ζητούν τα πράγματά των, αυτός τους λέγει, ότι οι Άγιοι τού αποκαλύπτουν πολλά απόκρυφα πράγματα, και προς τούτοις του φανερώνουν και τον τόπον εκείνον, εις τον οποίον έκρυψαν τα πράγματά των οι κλέπται, οίτινες τα επήραν· όθεν εγείρων τον Τίμιον Σταυρόν εις τους ώμους του ή εικόνα Αγίου, τους λαμβάνει και πηγαίνει εις τον τόπον εκείνον, εκεί δε τους λέγει και σκάπτουν και ευρίσκει έκαστος τα πράγματά του· και ούτως οι άνθρωποι εκείνοι τιμούν αυτόν ως φίλον του Θεού και ως άξιον να βλέπη θείας αποκαλύψεις και δια τούτο περιποιούνται αυτόν και του δίδουν και μερίδιον από τα χαμένα εκείνα πράγματα. Ταύτα ως ήκουσεν ο Όσιος του είπε· «Τέκνον μου, τοιαύτην πονηράν τέχνην μεταχειριζόμενος λέγεις ότι με σοφίαν και επιτηδειότητα κερδίζεις την τροφήν σου; Αλλοίμονον εις σε δια τον σκοτισμόν του νοός σου! Διότι απατάσαι και γελάσαι από τον διάβολον και νομίζεις σοφίαν την διδασκαλίαν του, την οποίαν έμαθες δια την απώλειαν της ψυχής σου και το σκότος νομίζεις ως φως. Εάν δεν παύσης από αυτήν την κακίαν, θέλεις γίνει υπόδικος εις το ουαί και αλλοίμονον, όπως λέγει ο Προφήτης Ησαϊας, με το να νομίζης το πικρόν γλυκύ και μετ’ ολίγον καιρόν θα έλθη εις σε η από Θεού παιδεία και οργή». Και καθώς ήκουσεν εκείνος ταύτα, έπεσεν εις τους πόδας του Οσίου και εζήτει με δάκρυα την συγχώρησιν της αμαρτίας του, υποσχόμενος,ότι εις το εξής δεν θέλει πεισθή πλέον εις την απάτην του διαβόλου, αλλά θέλει παύσει από την κακίαν και θέλει εργάζεσθαι με όλην του την δύναμιν την αρετήν· όθεν λαβών συγχώρησιν από τον Όσιον, ετελείωσε την υπόσχεσιν την οποίαν έκαμε με την βοήθειαν του Θεού και με τας ευχάς του Αγίου. Πλην αν και ο Άγιος επροξένει εις πολλούς μεγάλην ωφέλειαν και με τους λόγους και δια των έργων του, και ανώρθωνε τους πεπτωκότας εις την αμαρτίαν και εστερέωνε τους ισταμένους εις την αρετήν, με όλα ταύτα πάλιν διελογίζετο να αναχωρήση από εκεί και να υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα, δια να αποφύγη την δόξαν των ανθρώπων, επειδή εγνώριζε πόσον μέγα εμπόδιον είναι αυτή εις εκείνους, οίτινες βαδίζουν εις την στενήν και τεθλιμμένην οδόν, έτι δε και δια να εκπληρώση τον πόθον τον οποίον είχεν εξ απαλών ονύχων να ίδη και να προσκυνήση τους Αγίους Τόπους. Όθεν φανερώσας τον σκοπόν του εις τους αδελφούς, οίτινες εμόναζον εις το Μοναστήριόν του και παρηγορών όσον ηδύνατο αυτούς, επειδή ελυπούντο πολλά δια τον χωρισμόν του, τους παρήγγειλε να φυλάττουν όσα ανήκουν εις το μοναδικόν επάγγελμα και να επιμελούνται την σωτηρίαν των με όλας των τας δυνάμεις και ούτως ανεχώρησεν από εκεί και επήγεν εις τα Ιεροσόλυμα. Αφού δε είδε και επροσκύνησε τα εκείσε θαυμάσια προσκυνήματα και αυτόν τον δεσποτικόν Τάφον του Κυρίου, μετ’ ολίγας ημέρας επήγεν εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα, εις την οποίαν έκρινε καλόν να μείνη πολύν καιρόν, δια να συναγωνίζεται με τους Οσίους Πατέρας, οίτινες ήσαν εκεί, και να απολαύση μεγάλην ωφέλειαν· επειδή κανέν άλλο δεν παρακινεί τόσον πολλά τους ανθρώπους εις την αρετήν, ως το καλόν παράδειγμα εκείνων, οίτινες πολιτεύονται εναρέτως. Και καθώς ο λίθος, όταν τρίβεται με τον λίθον, γίνεται ομαλός, ίσος και λαμπρότερος, ούτω και ο ενάρετος, όταν συναγωνίζεται με άλλον ενάρετον, προκόπτει περισσότερον και γίνεται λαμπρότερος. Γενόμενος λοιπόν δεκτός μετά χαράς από τους αδελφούς εκείνους ο Όσιος και μένων εκεί έλαβε το διακόνημα του παρεκκλησιάρχου, εις το οποίον εποίησεν εξ έτη, αγωνιζόμενος ομοίως με τους πρώτους και εκλεκτούς Μοναχούς, οίτινες ήσαν εκεί, οι οποίοι, ως να ήσαν ασώματοι, ηγωνίζοντο να φθάσουν τους ασωμάτους Αγγέλους· και όχι μόνον ομοίως με εκείνους ηγωνίζετο ο θείος Λάζαρος, αλλά τους υπερέβαινε κατά πάντα, ούτως ώστε πάντες εθαύμαζον. Εκρίθη όθεν άξιος να γίνη Ιερεύς και παρεκινείτο προς τούτο από τον Ηγούμενον της Μονής, αλλά κατ’ αρχάς δεν ήθελε, λέγων ότι δεν είναι άξιος τοιούτου αξιώματος βαρέος. Επειδή όμως ο Ηγούμενος τον ηνάγκαζε να λάβη την διακονίαν ταύτην, διότι εγνώριζε ποίος ήτο ο Λάζαρος κατά την αρετήν και ποίων αξιωμάτων ήτο άξιος, δια τούτο και ο Όσιος δεν έκρινε καλόν να ανθίσταται περισσότερον από το πρέπον εις τον Ηγούμενον, δια να μη φανή ότι αυθαδιάζει. Όθεν και παρά την θέλησίν του υπήκουσε και εχειροτονήθη Ιερεύς από τον τότε Πατριάρχην Ιεροσολύμων, έκαμε δε άλλα εξ έτη εις το Μοναστήριον· έπειτα βλέπων τους πλέον εναρέτους Μοναχούς, οίτινες εξήρχοντο από τοΜοναστήριον την πρώτην εβδομάδα της Τεσσαρακοστής, κατά παλαιάν συνήθειαν, επήγαιναν εις την έρημον, και την εβδομάδα των Βαϊων επανήρχοντο πάλιν εις το Μοναστήριον, φέροντες καλούς καρπούς της ασκήσεως, επόθησε και αυτός να υπάγη και χωρίς να το είπη εις τον Ηγούμενον ανεχώρησε κρυφίως από το Μοναστήριον· όχι διότι κατεφρόνησε τον Ηγούμενον, επειδή ποίος άλλος έδειξε τόσην υπακοήν εις τους μεγαλυτέρους, ως ο Λάζαρος, αλλά διότι ενικήθη από την γλυκύτητα της ησυχίας, την οποίαν εποθούσεν από ετών πολλών και δια να την επιτύχη μετεχειρίζετο κάθε τρόπον και διότι εγνώριζεν ότι ο Ηγούμενος, όστις τον ηγάπα και τον ήθελε πλησίον του, δεν θα τον άφηνε να αναχωρήση. Μείνας λοιπόν εις την έρημον τας διωρισμένας ημέρας της Τεσσαρακοστής, επέστρεψε μετά των άλλων εις το Μοναστήριον· και οι μεν άλλοι όλοι εγένοντο δεκτοί μετά χαράς και περιποιήσεων, διότι ήσαν τεταλαιπωρημένοι από τους πολλούς και μακρούς κόπους της ερήμου, ο δε θείος Λάζαρος μόνος εδιώχθη από το Μοναστήριον, δια προσταγής του Ηγουμένου, και ουδέ να έμβη εις την θύραν εσυγχωρήθη. Επειδή δε έμεινε πολύν καιρόν έξω, κλαίων θερμώς και παρακαλών να λάβη συγχώρησιν και δεν έλαβεν, επήγε εις τα Ιεροσόλυμα και έβαλε μεσίτην εις τον Ηγούμενον τον οικονόμον της εν Ιεροσολύμοις Μεγάλης Εκκλησίας, τον οποίον είχε φίλον παλαιόν. Και ως το ήκουσεν ο οικονόμος, επήγε παρευθύς εις την Λαύραν και παρεκάλεσε πολύ τον Ηγούμενον, δια να συγχωρήση τον φίλον του Λάζαρον· και ούτως έλαβε την συγχώρησιν ο Όσιος από τον Ηγούμενον και συνηριθμήθη πάλιν με τους λοιπούς αδελφούς της Λαύρας. Μένων δε εις την Λαύραν έως τον ερχόμενον καιρόν της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και βλέπων τους άλλους, οίτινες επήγαιναν πάλιν εις την έρημον, δεν εσυλλογίσθη ούτε την οργήν του Ηγουμένου, ούτε τον διωγμόν από το Μοναστήριον, ούτε κανέν άλλο τοιούτον, αλλά επήγε και αυτός εις την έρημον. Διότι η γλυκύτης και το μέλι της ησυχίας εις εκείνους, οίτινες το δοκιμάζουν άπαξ, γίνεται πάντοτε επιθυμητόν, και τους κάμνει να καταφρονούν όλα τα άλλα και να τρέχουν εις αυτό μόνον. Γευθείς δε το μέλι αυτό και ο Όσιος, δεν υπέφερε να μένη εις το Μοναστήριον και να ζημιώνεται το τόσον καλόν της ησυχίας και ερημίας· δια τούτο πηγαίνων εις τον τόπον της ησυχίας και εις τον παράδεισον της αρετής, δεν ηθέλησε να επιστρέψη εις την Λαύραν, διότι εκυριεύθη όλος από τον πόθον της ησυχίας· ευρών δε τόπον πολλά υψηλόν, έκτισεν επάνω εις αυτόν στύλον, και αρνηθείς κάθε γήϊνον και υλικόν πράγμα με τελειότητα, ανέβη εις τον στύλον, ως στρατιώτης ελαφρός από κάθε βάρος, δια να ποιήση πόλεμον μέγαν, ουχί προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τα πνεύματα της πονηρίας, και μένων πολλά έτη επάνω εις αυτόν ηγωνίσθη πολλά ανδρείως κατά των δαιμόνων και εποίησε μεγάλας νίκας και τρόπαια κατ’ αυτών. Καταβάς δε ποτε από τον στύλον ο Όσιος και βαδίζων εις την ομαλήν οδόν ήκουσε τρις άνωθεν φωνήν, ήτις έλεγε· «Λάζαρε, πρέπει να υπάγης εις την πατρίδα σου». Ο δε Όσιος εθαύμασε δια την φωνήν, και βλέπων γύρωθεν, και μη βλέπων τινά, ενόμισεν ότι ήτο δαίμονος η φωνή· αλλ’ επειδή επήγεν εις τον τόπον εκείνον και την δευτέραν ημέραν, ομοίως και την τρίτην και ήκουσε την αυτήν φωνήν, εσκέφθη, ότι ήτο εκ της θείας προνοίας· όμως έμεινεν ακόμη εκεί, δια να μάθη ακριβέστερον την αλήθειαν· αλλ’ η φωνή εκείνη καθ’ εκάστην εφώναζεν. Όθεν επήγεν εις τινας Οσίους, οίτινες κατώκουν εκεί πλησίον, και εκ νεαράς των ηλικίας διέτριβον εις τας ερήμους έως εις τα γηρατεία των, και τους εφανέρωσε την φωνήν, την οποίαν ήκουε, δια να μάθη από αυτούς τι πρέπει να κάμη· πληροφορηθείς δε από αυτούς, ότι η φωνή εκείνη ήτο εκ θείας προνοίας, ανεχώρησεν από εκεί και επήγεν εις τα Ιεροσόλυμα και λαμβάνων εις συνοδείαν Μοναχόν τινά ενάρετον, Παύλον ονόματι, επήγεν έως την Σεβάστειαν· εκεί δε χωρισθέντες, ο μεν Παύλος επήγεν εις Τραπεζούντα, ο δε Όσιος Λάζαρος ανεχώρησε δια την Ρώμην, διότι προ πολλού επόθει να υπάγη δια να προσκυνήση τους δύο κορυφαίους Αποστόλους. Πηγαίνων δε με πολλήν προθυμίαν και διερχόμενος από φάραγγά τινά, απήντησε δύο άρκτους μεγάλας και εφοβήθη πολύ· μη έχων δε που να κρυφθή δια να διαφύγη τον κίνδυνον, κατέφυγεν εις τον Θεόν και άρας τους οφθαλμούς και τας χείρας εις τον ουρανόν είπε τα του Δαβίδ· «Κύριε, μη αποστής απ’ εμού, ότι θλίψις εγγύς και ο βοηθήσων ουδείς· σώσον με, Δέσποτα, εκ στόματος αιμοβόρων θηρίων και εκ θανάτου άρπασον την ψυχήν μου». Και ω του θαύματος! βλέπει παρευθύς τας άρκτους να κλίνουν κάτω τας κεφαλάς των και να στρέφουν προς το ένα μέρος του δρόμου με συστολήν, δίδουσαι ούτω τόπον εις τον Όσιον, ως εις αυθέντην των, να διέλθη από το άλλο μέρος· διότι η αρετή και εις αυτά τα θηρία ακόμη είναι πράγμα αιδέσιμον. Καίτοι δε εφυλάχθη αβλαβής από τα αισθητά θηρία ο άνθρωπος του Θεού, όμως το νοητόν θηρίον, ο διάβολος, βλέπων ταύτα, δεν υπέφερεν, αλλά μετεσχηματίσθη ως μέγας κύων μαύρος και κατεδίωκε τον Όσιον και πότε μεν επήγαινεν εμπρός εις την οδόν και τον εφοβέριζε να τον καταξεσχίση με τους οδόντας του, πότε επήγαινεν από οπίσω και τον εγαύγιζεν άγρια, δίδων εις αυτόν υποψίαν, ότι τον ήρπασεν από τους πόδας· και ταύτα πάντα έκαμνεν ο κατάρατος εις διάστημα τριών ημερών. Όταν δε ηθέλησε να υπάγη ο Άγιος εις χωρίον τι, δια να λάβη ολίγην ζωοτροφίαν δια την οδόν, διότι δεν είχε μαζί του κανένα άρτον, ουδέ εφρόντιζε ποτέ δια την αύριον, τον ημπόδιζεν ο άσπλαγχνος, διότι με τα πολλά γαυγίσματα, τα οποία έκαμνεν, εμάζευε πλησίον και τους αληθινούς κύνας, οίτινες ήσαν εις τα χωρία και τους εξηγρίωνε κατά του Αγίου, αυτός πρώτος ορμών κατ’ επάνω του, έχων οπίσω και εκείνους οίτινες τον ηκολούθουν· όθεν δι’ αυτά τα εμπόδια διήρχετο νηστικός ο Όσιος όλην την ημέραν και την νύκτα, χωρίς να ημπορή να πλησιάση εις χωρίον δια την ενόχλησιν του δαίμονος. Όμως με την βοήθειαν του Θεού ηλευθερώθη και από τον πειρασμόν αυτόν ο Όσιος, επειδή απέκαμε πλέον ο εχθρός αντιστεκόμενος εις την μεγαλοψυχίαν του, από την οποίαν εδιώχθη, ως από μάστιγα, και έμεινε κατησχυμμένος ως ασθενέστατος. Επειδή δε, με την πρόνοιαν του Θεού, έγινεν ανώτερος από τους πειρασμούς του εχθρού ο Όσιος και έφθασεν εις την Έφεσον, επήγεν εις τον εκείσε Αρχιερέα και συνομιλών με αυτόν, του εφανέρωσε την γνώμην την οποίαν είχε δια να υπάγη εις την Ρώμην. Ο δε Αρχιερεύς, θαυμάζων την πραότητα του Οσίου και την απλότητα και την γλυκύτητα των λόγων του και την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, ήτις έλαμπε δι’ αυτού, ηχμαλωτίσθη όλος εις την αγάπην του και τον επαρακαλούσε να μείνη μαζί του και να εμποδισθή από την οδοιπορίαν της Ρώμης. Ο δε Όσιος τον μεν λογισμόν τον οποίον είχε δια την Ρώμην τον απέβαλε, καθώς ο Εφέσου τον συνεβούλευσεν, όμως το να μείνη μαζί με τον Αρχιερέα και να καταφρονήση την ησυχίαν δεν έστερξε παντελώς· όθεν αναχωρών απ’ εκεί, επήγεν εις την Μονήν των Ορόβων, από την οποίαν έφυγεν, όταν ήθελε να υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα· και ευρισκόμενος εκεί κατ’ αρχάς δεν εφανέρωσε ποίος ήτο· έπειτα, επειδή οι Μοναχοί οίτινες ήσαν εκεί δεν τον εγνώρισαν και τον επαρακαλούσαν να τους ειπή το όνομα και την πατρίδα του, τους είπεν ότι είναι ο Λάζαρος εκείνος, όστις καιρόν τινά εφυλάττετο από αυτούς· και παρευθύς διεδόθη ο λόγος εις όλα τα περίχωρα, ότι εγύρισεν ο Λάζαρος πάλιν εις το Μοναστήριον και έτρεχον όλοι μετά προθυμίας να τον ίδουν και μάλιστα η μήτηρ του ήλθε παρευθύς εις το Μοναστήριον, δια να τον ιδή (ο πατήρ του ήτο αποθαμμένος), ήτο δε τότε ο Όσιος τριάκοντα οκτώ ετών. Όθεν χαίροντες όλοι έβλεπον το γλυκύτατον πρόσωπον του Οσίου και ήκουον με προσοχήν τους ψυχωφελεστάτους λόγους του· διότι πλησίον εις τας άλλας αρετάς, όσας είχεν ο Όσιος, είχε και λόγον ηρτυμένον με άλας, κατά τον θείον Απόστολον, και ωμιλούσε με πολλήν ιλαρότητα και γλυκύτητα ο ευλογημένος και με όχι ολίγην χάριν, τόσον ώστε ηδύνατο και την σκληράν ως πέτραν ψυχήν να μαλακώση· δια τούτο και οι περισσότεροι από εκείνους έκλαυσαν από την χαράν των, βλέποντες τον θαυμαστόν Λάζαρον και ακούοντες τους θείους του λόγους. Επειδή όμως επήγαιναν εις αυτόν συχνάκις πολλοί και του ετάρασσον την ησυχίαν, δια τούτο απεφάσισε να αναχωρήση από εκεί και να υπάγη εις τόπον ήσυχον. Μείνας λοιπόν εκεί ολίγας ημέρας, τόσον μόνον όσον να ευχαριστήση τον πόθον της μητρός του, την οποίαν έβλεπεν ότι ελυπείτο πολλά δια τον χωρισμόν του, έπειτα ανεχώρησε, ζητών να εύρη τόπον ήσυχον. Ακούων δε ότι το Ασκητήριον το οποίον ήτο αντικρύ του Γαλλησίου όρους εις το οποίον ήτο και Ναός της Αγίας Μάρτυρος Μαρίνης, ήτο κατά την γνώμην του, επήγεν εκεί· και βλέπων τον τόπον πολλά ήσυχον, συνηρίθμησε και αυτός τον εαυτόν του με τους δύο αυταδέλφους, τους οποίους εύρεν εκεί. Μαθών ο Αρχιερεύς της Εφέσου, ότι επήγεν εκεί ο ηγαπημένος του Λάζαρος, έλαβε μεγάλην χαράν, αγαπών να τον έχη πλησίον του και να συναναστρέφεται με αυτόν· όθεν μεταβάς εκεί τον εχαιρέτησε με χαρμόσυνον ψυχήν και παρέδωκεν εις την εξουσίαν του το Ασκητήριον εκείνο και τους αδελφούς, αφ’ ου πρότερον τους παρήγγειλε να προσέχουν εις τον Όσιον ως τέκνα εις τον πατέρα των, χωρίς να φανούν ποτέ εναντίοι εις την γνώμην του ουδέ εις το παραμικρόν. Ο δε θείος Λάζαρος, ησυχάζων εκεί, ηγωνίζετο περισσότερον εις τους αγώνας της ασκήσεως και επεμελείτο προθυμότερον όλας τας αρετάς, όμως επεθύμει να μη τον ηξεύρη τις, διότι ούτος εστοχάζετο, ότι το να κάμη τις την αρετήν δια επίδειξιν και ανθρωπαρέσκειαν και το να μη την κάμνη τελείως, είναι παρόμοια κακά· και έλεγεν ότι εκείνοι οίτινες μεταχειρίζονται την αρετήν, δια να αποκτήσουν την δόξαν των ανθρώπων, αυτοί δεν λαμβάνουν καμμίαν ωφέλειαν, ως λέγει το ιερόν Ευαγγέλιον, «απέχουσι τον μισθόν αυτών» (Ματθ. στ:2). Διότι εάν βεβαίως δεν είχαν κανένα άνθρωπον, όστις να επαινή τας αρετάς των, ασφαλώς δεν ήθελαν τας επιχειρισθή τελείως· εκείνοι δε οίτινες κάμνουν την αρετήν κρυφίως από τους ανθρώπους και γνωστώς εις μόνον τον Θεόν, αυτοί έχουν να λάβουν από Αυτόν πολλαπλάσιον την δόξαν. Όθεν όσον είναι καλλιτέρα η δόξα του Θεού από την δόξαν των ανθρώπων, τόσον είναι ανώτερος και εκείνος όστις κάμνει την αρετήν κρυφίως (διότι η θεϊκή δόξα είναι αιώνιος και άφθαρτος, η δε ανθρωπίνη είναι πρόσκαιρος και φθαρτή, και ουδέ μένει έως τέλους, αλλά προ του να αποθάνουν έχει να φανερωθή η υπόκρισίς των). Και ο μεν Όσιος τοιαύτην γνώμην είχε, να κρύπτη τας αρετάς του και να λέγη και να δεικνύη τον εαυτόν του κατώτερον από όλους, αλλά τα πράγματα εγίνοντο εις το εναντίον· διότι καθώς εκείνος όστις φωνάζει με σάλπιγγα από υψηλόν μέρος γίνεται φανερός εις όλους, τοιουτοτρόπως και ο θείος Λάζαρος, αν και εις το πλέον απόκρυφον μέρος επήγαινεν, εγίνετο φανερός εις όλους, όχι φωνάζων με σάλπιγγα, αλλ’ εκτελών τας αρετάς. Δια τούτο λοιπόν έτρεχον καθ’ εκάστην εις τον Όσιον πλήθη ανθρώπων αναρίθμητα· και πρώτον έργον του Οσίου ήτο να τρέφη με λόγον ψυχοσωτήριον τας ψυχάς εκείνων όσοι επήγαιναν εις αυτόν και δεύτερον να τρέφη και τα σώματά των με αισθητά φαγητά· και τούτο εσυνήθιζε να κάμνη πάντοτε, έστω και εάν δεν είχεν αρκετά φαγητά δια την τροφήν την ιδικήν του και της συνοδείας του, έστω και εάν είχεν ένα και μόνον άρτον, όπερ προξενεί θαυμασμόν εις πάντα άνθρωπον. Τόσην δε πολλήν φιλανθρωπίαν είχεν ο Όσιος ώστε υπερέβαινε κατά τούτο όλους τους περιβοήτους εις την φιλανθρωπίαν· επειδή εκείνοι έκαμναν την ελεημοσύνην από τα περισσεύματα ή έκοπτον και ολίγα από τα χρειαζόμενά των και τα έδιδαν εις εκείνους, οίτινες δεν είχον· αλλά έδιδαν τόσα μόνον, ώστε και αυτοίνα μη χρειάζωνται από άλλους· μόνος δε από όλους ο Όσιος εκείνην την τροφήν την οποίαν είχε, δια να παρηγορήση το αδυνατισμένον σώμα του από την νηστείαν και να ενδυναμώση αυτό, το οποίον ήτο από τους κόπους αποκαμωμένον, την έδιδεν εις τους άλλους με μεγάλην μεγαλοψυχίαν, καταφρονών τη επιμέλειαν του εαυτού του και νομίζων ιδικήν του τροφήν το να τρέφη τους χρείαν έχοντας· και τούτο λέγεται κυρίως ελεημοσύνη και μετάδοσις· διότι η φιλάνθρωπος γνώμη του ανθρώπου δεν φανερώνεται με το να δίδη τις τα περισσεύματα, αλλά με το να δίδη τα αναγκαία και διαμοιράζη θεληματικώς εις τους πτωχούς εκείνο όπερ αυτός έχει με ένδειαν. Πλην την μεγάλην ταύτην φιλανθρωπίαν του Οσίο δεν υπέφεραν οι δύο αυτάδελφοι, οίτινες κατοικούσαν εκεί πρότερον, ως είπομεν, αλλά ελυπούντο πολλά και καθ’ εκάστην ώραν εγόγγυζαν, τα δε φαγητά, τα οποία παρέθετεν ο Άγιος εις τους ξένους, τα ενόμιζαν στέρησιν των μελών των· και επειδή εδοκίμασαν να μεταβάλουν την γνώμην του και δεν ηδυνήθησαν, δια τούτο ανεχώρησαν από εκεί και άφησαν τον Όσιον με άλλους τινάς μαθητάς του, οι οποίοι με την γνώμην του Οσίου έσπειραν κουκκία πλησίον εις μίαν δημοσίαν οδόν· επειδή δε η γη ήτο καλή και παχεία και έθρεψε τα κουκκία, έκαμαν καρπόν πολύν. Όθεν δεν ήτο κανένας διαβάτης, όστις να μη φάγη από τον καρπόν και να μη λάβη ακόμη και εις την οικίαν του. Οι δε μαθηταί του Οσίου ελυπούντο πολύ, διότι έβλεπον τους κόπους των να τους τρώγουν οι οδοιπόροι. Ο Άγιος όμως όχι μόνον δεν ελυπείτο, αλλά επαρηγορούσε και τους μαθητάς του και τους εχαροποιούσε με χαροποιά λόγια· όταν δε ήλθε καιρός, τους επρόσταξε να συνάξωσι τα κουκκία· εκείνοι όμως δεν ήθελαν να υπάγουν και να κοπιάζουν ματαίως, επειδή εγνώριζον καλά και με τας χείρας των εψηλάφησαν, ότι δεν έμεινε τελείως καρπός. Ο δε Όσιος πότε με βίαν, πότε με παράκλησιν τους έκαμε και επήγαν μη θέλοντες και τα εσύναξαν, φέροντες δε αυτά εις την άλωνα και αναγνωσθείσης ως συνήθως της εφ’ άλωνος λεγομένης ευχής, όταν τα ελίχνιζον, ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ! Βλέπουν, ότι ήτο εις την άλωνα τόσος πολύς καρπός, ώστε ενόμιζε τις, ότι όλα τα καλάμια και τα ξύλα των κουκκίων έγιναν καρπός. Όθεν εχάρησαν πολλά και ενθυμούμενοι τα λόγια, τα οποία τους έλεγεν ο Όσιος, όταν τους επαρηγορούσεν, έτρεξαν εις αυτόν και του λέγουν το θαυμάσιον, ζητούντες συγχώρησιν δια την εναντιότητα την οποίαν έδειξαν και δεν ήθελαν να συνάξωσι τα κουκκία· ο δε Όσιος τους εσυγχώρησεν ευθύς, διότι εγνώριζεν ότι δεν το έκαμαν από κακίαν, αλλά διότι δεν ήξευραν το αποσοβησόμενον. Μετά δε ολίγον καιρόν βλέπων ο Άγιος ότι δεν ωφελείτο εκεί, αλλά εζημιώνετο από τας ενοχλήσεις και τας ταραχάς των ανθρώπων, ηγέρθη από εκεί και επήγεν εις τινα ενάρετον Γέροντα, όστις κατοικούσεν εις το έναντι κείμενον Γαλλήσιον όρος και εκείνος του είπεν, ότι εις την κορυφήν του όρους αυτού είναι σπήλαιόν τι πολλά επιτήδειον εις άσκησιν, διότι ήτο ερημία πολλή, δια την σκληρότητα του όρους και το απαρηγόρητον και διότι όσοι επήγαιναν εκεί επολεμούντο πολλά από τους δαίμονας· εις εκείνο δε το σπήλαιον ετελείωσε τους αγώνας της ασκήσεως και ο μέγας την αρετήν Παφνούτιος καλούμενος. ΄Οθεν και ο θείος Λάζαρος απεφάσισε να κατοικήση εις αυτό το σπήλαιον και καθώς ήρχισε να ανέρχεται το όρος, οι δαίμονες ετάρασσον όλον τον τόπον με φωνάς ασχήμους και κραυγάς αλλοκότους, επειδή κατελάμβανον ότι επήγαινεν ο αφανιστής και πολέμιός των και δια τούτο επεχείρησαν να τον εκφοβίσουν· ο δε Όσιος μένων άφοβος έψαλλε και επεριπατούσε την οδόν με περισσότερον θάρρος, γνωρίζων, ότι όλα τα επιχειρήματα των δαιμόνων ήσαν φαντάσματα μόνον και όχι πράγματα. Όταν λοιπόν ανέβη εις το όρος, εστάθη έμπροσθεν του σπηλαίου και ετελείωσε την ωδήν την οποίαν έψαλλεν. Έπειτα εσημείωσεν εις εαυτόν τον τύπον του Σταυρού, ομοίως εσημείωσε και την πέτραν ήτις ήτο εκεί και, ω του θαύματος! βλέπει, ότι ετυπώθη παρευθύς ο Σταυρός επάνω εις την πέτραν, και τόσον βαθέως και εύμορφα, ώστε όποιος τον έβλεπεν ενόμιζεν, ότι τον εσκάλισε κανένας επιτήδειος πετροπελεκητής. Τούτο το θαύμα βλέπων ο Όσιος συνεπέρανεν, ότι κατά θείαν Πρόνοιαν έγινεν η έλευσίς του εκεί, και ότι εις την καλήν αρχήν έχει να ακολουθήση και τέλος καλόν και ευχαριστούσε τον Θεόν. Εμβαίνων δε εις το σπήλαιον και βλέπων, ότι ήτο επιτήδειον καθώς το ήθελε και μάλιστα διότι έσταζε και ολίγον ύδωρ από την επάνωθεν πέτραν δια να παρηγορή την δίψαν του, απεφάσισε να ησυχάση εις αυτό και να συνομιλή με τον Θεόν. Ποίος όμως δύναται να είπη τι είδους πειρασμούς ανυποφόρους υπέμεινεν εκεί ο Όσιος από τους δαίμονας, ων εις ερημίαν, έρημος από συγκάτοικον αδελφόν; Διότι καθ’ όλας τας ημέρας κατά τας οποίας επέρασεν ο Όσιος εις το σπήλαιον, δεν έπαυαν οι επάρατοι από του να τον πειράζουν με κάθε είδους τρόπον και να τον φοβίζουν με διάφορα φόβητρα και φαντασίας, δια να τον κάμουν να φύγη. Αλλ’ ο Άγιος εδέχετο ανδρείως τους πολέμους των, χωρίς να αποκάμη εις τους ακαταπαύστους πειρασμούς τους οποίους του έκαμναν. Έμεινε δε εκεί έτη πολλά ησυχάζων και προσομιλών μόνος προς μόνον τον Θεόν. Μετά ταύτα ήλθον εις τον Όσιον εξ Μοναχοί, περί των οποίων δεν γνωρίζει τις να είπη από που έμαθον περί του Οσίου, διότι έξω από τον Γέροντα εκείνον, άλλος άνθρωπος δεν εγνώριζε που ησυχάζει, και πάλιν ο Γέρων εκείνος δεν το εφανέρωσεν εις κανένα άνθρωπον, έως ότου είχε τοιαύτην εντολήν από τον Όσιον. Παρεκάλουν δε οι Μοναχοί εκείνοι τον Όσιον, μετά πολλών δακρύων, να τους δεχθή να συγκατοικήσουν με αυτόν. Ο δε Όσιος, βλέπων τον πολύν των πόθον, τους εδέχθη και τους έδωκε τύπους και κανόνας της μοναδικής πολιτείας, πως να πολιτεύωνται. Έχων όμως ο Όσιος προ πολλού σκοπόν να οικοδομήση μικράν Εκκλησίαν του Δεσπότου Χριστού πλησίον εις την θύραν του σπηλαίου και μη δυνάμενος μόνος, χωρίς άλλου τινός βοήθειαν, τότε, ότε εύρε συμβοηθούς τους εξ εκείνους Μοναχούς, ηθέλησε να αρχίση το έργον πλην δεν είχεν έξοδα. Αλλά θεία Προνοία ευρέθη πλουσία τις και ενάρετος γυνή εις την Έφεσον και έδωκετα έξοδα και ούτως ωκοδόμησε τον Ναόν εις το όνομα του Σωτήρος Χριστού. Μετά ταύτα, επειδή επήγαν εκεί και άλλοι εξ αδελφοί και έγιναν δώδεκα, ο δε τόπος ήτο στενός και δεν εχωρούσε να κάμουν ούτε οικίαν, ούτε στέγην, ούτε άλλο τι, αλλ’ έμενον ασκεπείς, ανέβη ο Όσιος με τους αδελφούς επάνω εις την κορυφήν του Γαλλησίου όρους και εκεί ωκοδόμησε Ναόν της Θεοτόκου και κελλία γύρωθεν αρκετά, δια να κατοικήσουν οι αδελφοί· έπειτα έκτισε και ασκητικά κελλία έξω από το Μοναστήριον, μακράν το ένα από το άλλο, δια να δύνανται οι ησυχάζοντες εις αυτά αδελφοί να έχουν καθαράν την ησυχίαν. Ησυχάζων δε ποτέ ο Όσιος εις τι εκ των ρηθέντων κελλίων εν καιρώ θέρους, ότε ήτο καύσων υπερβολικός και ήτο μόνος και αναγινώσκων την έκτην ώραν, εδίψησε τόσον πολύ, ώστε εκινδύνευσεν εις θάνατον· και μη ευρίσκων εκεί νερόν δια να πίη, εξηπλώθη εις την γην λιπόθυμος, έχων τας χείρας του υψωμένας προς τον Θεόν και ζητών εξ αυτού βοήθειαν. Ο δε φιλάνθρωπος Θεός, ο ταχύς εις παρηγορίαν και οξύς εις βοήθειαν, δεν παρείδε τον δούλον του κινδυνεύοντα, αλλ’ ευθύς απέστειλε θείον Άγγελον εις τον μαθητήν του εκεί όπου ευρίσκετο και δίδων εις αυτόν αγγείον γεμάτον ύδωρ, του είπε και έτρεξεν εις το Ασκητήριον και με το νερόν ανεζώωσε τον πνευματικόν του Πατέρα, όστις εκινδύνευεν. Αλλ’ ο εχθρός ημών διάβολος δεν ησύχαζεν, αλλ’ εσχηματίσθη εις όφιν μέγαν και εμβήκεν αίφνης εις τον κόλπον του Αγίου, δια να τον τρομάξη· ο Όσιος, γινώσκων την του σατανά μηχανήν και συνηθισμένος ων να πολεμή με αυτόν, δεν εφοβήθη τελείως, αλλά εποίησε το σημείον του Σταυρού και παρευθύς έγινεν άφαντος ο όφις. Έκτοτε επειδή επλήθυνον οι Μοναχοί και το Μοναστήριον ήτο στενόν και δεν τους εχωρούσεν, διότι, όταν το έκτιζεν ο Όσιος, δεν ενόμιζεν ότι θα συναχθούν τόσον πολλοί, επειδή ήτο ο τόπος σκληρός και άνυδρος, δια τούτο παρεκάλει τον Θεόν ο Όσιος μετά δακρύων πολλάς ημέρας δια να του φανερώση, αν είναι θέλημά Του να οικοδομήση Ναόν και Μοναστήριον μεγαλύτερον, δια να κατοικούν όσοι αδελφοί επήγαιναν και εις ποίον μέρος να τεθώσι τα θεμέλια του Ναού. Όθεν νύκτα τινά, ότε προσηύχετο, ήκουσε φωνήν, ήτις του έλεγε να εξέλθη εκ του κελλίου του και ως εξήλθεν, είδε πύρινον στύλον φθάνοντα έως τον ουρανόν και Αγγέλους του Θεού, οίτινες ανέβαινον από την γην ψάλλοντες μετά πολλού μέλους το «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού» (Ψαλμ. ξζ: 2), και ευθύς εννόησεν, ότι εις την θέσιν εις την οποίαν εφάνη ο στύλος ήτο θέλημα Θεού να κτίση τον Ναόν. Ήρχισε λοιπόν την οικοδομήν μετά μεγίστης προθυμίας και κτίζων Ναόν εκ θεμελίων μεγαλώτατον και ωραιότατον, ωκοδόμησε και Μοναστήριον γύρωθεν του Ναού ωραιότατον. Πάντα δε τα έξοδα της οικοδομής εδαπάνησεν ο βασιλεύς Κωνσταντίνος Θ΄ ο Μονομάχος (1042 – 1054), διότι ενώ ήτο εξωρισμένος από τον βασιλέα Ρωμανόν εις την νήσον Μυτιλήνην, δι’ οπτασίας προείδεν ο Όσιος ότι θα γίνη διάδοχος της βασιλείας των Χριστιανών. Τότε ο θείος Λάζαρος έστειλεν ανθρώπους προς τον Κωνσταντίνον και τον παρηγόρησε δια τας συμφοράς τας οποίας έπασχε, του έδωσε δε και καλάς ελπίδας, ότι αυτός θα διαδεχθή τον βασιλέα Ρωμανόν. Αφού δε παρήλθεν ολίγος καιρός απέθανεν ο Ρωμανός και έγινε βασιλεύς ο Κωνσταντίνος, ως το προείπεν ο Όσιος· τότε έστειλεν εις τον Όσιον πλήθος πολύ αργυρίων και πολλά σκεύη, κειμήλια και αφιερώματα πολύτιμα, δια να ποιήση τελείαν και πληρεστάτην την οικοδομήν του Μοναστηρίου· διότι ο Όσιος δεν είχε ουδέ οβολόν. Με τας βασιλικάς λοιπόν ταύτας δαπάνας ωκοδόμησεν ο Όσιος τον Ναόν της Αναστάσεως, τον οποίον τοιουτοτρόπως επωνόμασε και όλον το μεγαλώτατον εκείνο και περιφανές Μοναστήριον. Και η μεν οικοδομή του Μοναστηρίου ήρχισεν, ως είπομεν, από θείαν οπτασίαν και πάλιν με θείαν Πρόνοιαν ωκονομήθησαν τόσα έξοδα και ετελείωσαν όλα τα χρειαζόμενα του Μοναστηρίου· οι δε Μοναχοί πάντοτε επληθύνοντο, δια την αρετήν του Οσίου, και εις ολίγον καιρόν έγιναν περισσότεροι από τους επτακοσίους, εκ των οποίων ο εις ήτο ο κατά σάρκα αδελφός του θείου Λαζάρου, ο οποίος μαθητευθείς από τον αδελφόν του τα της μοναδικής πολιτείας τόσον πολύ επρόκοψεν, ώστε υπερέβαινεν όλους τους άλλους εις την αρετήν, δεύτερος γενόμενος του αδελφού του· όθεν και μετά τον θάνατον του Οσίου, με την ψήφον όλων των αδελφών έγινε διάδοχος του αδελφού του και Ηγούμενος του Μοναστηρίου. Αφού δε ο Άγιος ετελείωσε το Μοναστήριον, έκτισε και στύλον πλησίον του Ναού εις το όπισθεν μέρος, υψηλόν, ασκεπή, δυσανάβατον και πολύ στενόχωρον, διότι το πλάτος του ήτο τρεις πήχεις μόνον και ανέβη επάνω εις αυτόν, έχων μόνον εν δερμάτινον ένδυμα, την κεφαλήν ασκεπή, τους πόδας ανυποδήτους και βαστάζων βαρέα σίδηρα. Υπέφερε δε ο μακάριος όλα τα δεινά του χειμώνος, βροχάς δυνατάς, χιόνας πολλάς, ψύχος υπερβολικόν και το δριμύ των παγετών, εκ του οποίου εκρυσταλλώνετο σχεδόν ο αοίδιμος· υπέφερε δε και του θέρους την θερμότητα και τοιουτοτρόπως διήγεν ως άσαρκος ο Άγιος. Εγένετο δε ποτέ βροχή τόσον πολλή και δυνατή, ώστε έσυρε και λίθους μεγάλους από την ορμήν των υδάτων και ζώα πολλά εθανάτωσε και τους καρπούς έφθειρεν· όθεν ποιμήν τις αιγών ευρισκόμενος εκεί πλησίον εις το Μοναστήριον, μη υποφέρων την δυνατήν εκείνην βροχήν, έτρεχεν εις το Μοναστήριον δια να σωθή από τον κίνδυνον· και καθώς επλησίασεν εις αυτό και έβλεπεν εις τον στύλον, ζητών από τον Άγιον βοήθειαν, ω! και ποίος να διηγηθή καθώς πρέπει το μεγαλείον των θαυμασίων σου, Χριστέ Σωτήρ! Βλέπει την Υπεραγίαν Θεοτόκον Μαρίαν, ισταμένην εις τον αέρα άνωθεν του στύλου και σκεπάζουσαν και φυλάττουσαν αυτόν από την βροχήν. Το θαυμάσιον τούτο ακούοντες πάντες επίστευον, μόνος δε ο εξουσιαστής της χώρας εκείνης δεν το επίστευεν, εάν δεν το έβλεπεν οφθαλμοφανώς· λοιπόν εις καιρόν δυνατού χειμώνος, βιάζων πολύ εαυτόν, ανέβη με πολύν κόπον εις το Μοναστήριον και πηγαίνων πλησίον εις τον στύλον, βλέπει θαύμα εξαίσιον· διότι το χιόνι όπερ έπιπτεν άνωθεν με ορμήν, όταν επλησίαζεν εις τον στύλον εξέκλινεν από τα δύο μέρη του στύλου και έπιπτεν εις την γην, χωρίς να εγγίση ουδέ νιφάς εντός του στύλου· τούτο το θαύμα βλέπων εκείνος και θαυμάζων πολλά εζητούσε συγχώρησιν από τον Όσιον, δια την απιστίαν την οποίαν είχε πρότερον δι’ αυτό, και λαμβάνων αυτήν επέστρεψεν εις τον οίκον του, κηρύττων εις όλους το θαύμα όπερ είδε, χωρίς να απιστή πλέον εις όσα ελέγοντο δια τον Άγιον. Ο μαθητής του Οσίου επήγε ποτέ εις τι πλησιόχωρον χωρίον δι’ αναγκαίαν υπόθεσιν και πόρνη τις μετέβη κατ’ ιδίαν προς αυτόν και εδοκίμαζε με παντοίους τρόπους να τον σύρη εις πορνείαν και εκείνος (φεύ!) διελογίζετο να πράξη την αμαρτίαν. Αφού δε ητοιμάσθη, ακούει φωνήν του Οσίου, όστις τον απειλούσεν, υπενθυμίζων την αιώνιον κόλασιν την οποίαν έμελλε να λάβη, εάν πράξη την αμαρτίαν· και εξ εκείνης της φωνής τόσον εφοβήθη, ώστε απεστράφη την πόρνην και εσώθη της αμαρτίας· και περί τούτου ο Όσιος δεν ήξευρε τίποτε, πριν να το μάθη από τον μαθητήν του· αλλ’ ο Θεός, ο δοξάζων τους δούλους του, αυτός ήτο όστις αντί του Οσίου Λαζάρου εφώναξεν εις τον μαθητήν και τον ηλευθέρωσεν από την αμαρτίαν, θέλων να θαυμαστώση με τούτο τον Όσιον. Καιρόν τινά κατά τον οποίον είχον πόλεμον οι Χριστιανοί με τους Πέρσας, εις τα στρατιωτικά τάγματα των Χριστιανών ήτο και τις παλαιός φίλος του Οσίου καλούμενος Φιλιππικός· και επειδή ενικήθησαν οι Χριστιανοί εις τον πόλεμον και ηχμαλωτίσθησαν πολλοί εκ των Χριστιανών, ηχμαλωτίσθη και ο Φιλιππικός και εβλήθη εις την φυλακήν σιδηροδέσμιος από τους Πέρσας και εταλαιπωρείτο. Παρεκάλει δε τον Θεόν να αποθάνη, δια να ελευθερωθή από τοιαύτην δυστυχεστάτην ζωήν. Αλλά ευρισκόμενος ο δυστυχής έτη πολλά εις την φυλακήν ουδεμίαν βοήθειαν ελάμβανεν από κανέν μέρος· ενεθυμήθη δε νύκτα τινά τον Όσιον Λάζαρον και τα θαύματα, άτινα έκαμνε, και μετά θερμών δακρύων τον επεκαλέσθη να τον λυτρώση από τα δεσμά και από τας συμφοράς τας οποίας πάσχει. Και ω του θαύματος! το μεσονύκτιον εφάνη εις αυτόν ο Όσιος και μόλις τον ήγγισε τα σίδερα έπεσαν από τους πόδας του και ευθύς τον επρόσταξε να ακολουθή· και τοιουτοτρόπως ομού με αυτόν εξήλθον εις την οδόν βαδίζοντες το υπόλοιπον της νυκτός, περί τα εξημερώματα δε ευρέθησαν αμφότεροι αναβαίνοντες εις τι όρος και παρευθύς έγινε άφαντος ο Όσιος· τότε ελθών εις εαυτόν ο Φιλιππικός εννόησεν ότι το όρος εκείνο ήτο το Γαλλήσιον και εδόξαζε τον Θεόν δια την ελευθερίαν την οποίαν του έδωκε. Μεταβάς δε εις το Μοναστήριον και διηγηθείς το θαυμάσιον ηυχαρίστει πολλά τον Όσιον και δεν ηθέλησε πλέον να υπάγη εις τους συγγενείς του, αλλ’ έμεινεν εκεί και έγινε Μοναχός, διελθών θεαρέστως το υπόλοιπον της ζωής του. Ο οικονόμος του Μοναστηρίου, αντιφερόμενος εις τον Όσιον, έκτιζεν από τα εισοδήματα του Μοναστηρίου άλλο Μοναστήριον εις τόπον όπου έτρεχον πολλά νερά· ο τόπος ήτο χαριέστατος και εύκρατος και ούτε η ψύχρα του χειμώνος τον προσέβαλλεν, ούτε η καύσις του θέρους· και τούτο εποίησε δια να ελκύση τους Μοναχούς με την καλλονήν της τοποθεσίας, να τους λάβη εκεί, θέλων να αποκτήση δόξαν μεγάλην εις εαυτόν και να αφήση έρημον το Μοναστήριον του Αγίου. Τούτο το έργον εποίει κρυφίως ο οικονόμος· αλλ’ επειδή δεν ήτο δυνατόν να κρυφθή από τον Όσιον, αν και ο οικονόμος εποίει παντοίους τρόπους να το κρύψη, το έμαθεν ο Όσιος· όθεν, αφού το έμαθεν, τον εκάλεσε και του είπε με ιλαρότητα να παύση από το τοιούτον έργον και να μη αντιφέρεται εις αυτόν. Αλλ’ ο οικονόμος ουχί μόνον δεν ήθελε να ακούση τον πνευματικόν του Πατέρα, αλλά και λόγους τού είπε σκληρούς και εποίει το έργον με περισσοτέραν προθυμίαν. Επειδή δε ο Όσιος του είπε να παύση και εκ δευτέρου και εκ τρίτου, ο δε οικονόμος δεν ήκουσε, τότε ο Όσιος είπε τούτον τον λόγον μόνον· «Ο Θεός, τέκνον, θέλει φροντίσει να σε διορθώση». Και ευθύς με τον λόγον τού Οσίου τον επαίδευσεν ο Θεός· και πριν υπάγη εις το κελλίον του, βιαίως και ελεεινώς εξέψυξε και εθέρισε της κακής του απειθείας τους χειροτέρους καρπούς· διότι δεν είναι κανέν άλλο πάθος χειρότερον από την παρακοήν, επειδή έχει ακόλουθον τον θάνατον, και τούτου απόδειξις η παρακοή του Αδάμ και της Εύας, ήτις εγέννησε τον θάνατον. Άλλοτε πάλιν οι αδελφοί, οίτινες είχον την φροντίδα των ζώων, επήγαιναν οίνον εις το Μοναστήριον· και όταν έφθασαν εις τι ξενοδοχείον εξεφόρτωσαν τους ημιόνους και εκάθησαν να φάγωσιν· όταν δε ήλθεν η ώρα να πίουν, λαβών εις εξ αυτών το δοχείον δια να πίη, είπε· «Πάτερ, ευλόγησον». Και ω του θαύματος! ήκουσεν ευθύς την φωνήν του Οσίου ειπόντος· «Ο Θεός, τέκνον μου, να σε ευλογήση», και ταύτην την φωνήν ήκουσε και ο έτερος αδελφός, όστις ήτο μαζί του· πηγαίνοντες δε την άλλην ημέραν εις το Μοναστήριον και ξεφορτώνοντες τον οίνον, τους είπεν ο Άγιος να πίουν ολίγον οίνον, δια τον κόπον, λαβών δε πάλιν ο ίδιος το δοχείον να πίη είπε πάλιν εις τον Όσιον· «Πάτερ ευλόγησον», ο δε Όσιος του είπε· «Συ, τέκνον μου, και χθες έλαβες την ευλογίαν, ουχί δε και ο σύντροφός σου»· και παρευθύς ηννόησαν εκείνοι, ότι την φωνήν την οποίαν ήκουσαν την χθεσινήν ημέραν, την είπε τη αληθεία ο Όσιος. Τοιουτοτρόπως λοιπόν ήσαν όλα γνωστά εις τους ψυχικούς οφθαλμούς του Αγίου και δεν ήτο δι’ αυτόν κανέν απόκρυφον· διότι όσοι έχουσι τους οφθαλμούς της ψυχής των καθαρούς από τα πάθη, βλέπουν απέναντι τον νοητόν ήλιον Χριστόν, και εξ Εκείνου δέχονται την έλλαμψιν των κεκρυμμένων πραγμάτων. Φίλος δε τις αρχαίος του Οσίου έστειλε με τον δούλον του δύο δοχεία γεμάτα οίνον καλόν, ο δε δούλος έκρυψεν εις την οδόν το εν δοχείον, και το έτερον επήγεν εις τον Όσιον, ο οποίος γνωρίζων την κλοπήν του δούλου, του είπε· «Φυλάξου, τέκνον, να μη πλησιάσης πλησίον εις το δοχείον, όπερ έκρυψας εις την οδόν, δια να μη κινδυνεύσης». Αλλ’ εκείνος δεν ήκουσε τον λόγον τού Οσίου και επήγε με χαράν, δια να λάβη το δοχείον εκείνο που έκρυψε, παρευθύς δε εκπηδήσας εκ του δοχείου όφις μέγας, τον κατεδίωκε και εάν δεν επεκαλείτο τον Άγιον δεν θα εσώζετο εκ του κινδύνου. Έγινε ποτέ μεγάλη ανομβρία εις εκείνα τα μέρη και εξηράνθη η γη και αι βρύσεις και οι ποταμοί εξηράνθησαν, και πάντα τα φυόμενα εν τη γη τελείως ηφανίσθησαν, το δε Μοναστήριον του Οσίου εδοκίμαζε την ξηρασίαν ταύτην περισσότερον από τα άλλα μέρη, επειδή ήτο εις την κορυφήν του όρους, ουχί δε μόνον εις καιρούς ανομβρίας, αλλά και εις καιρόν βροχής είναι υστερημένον από τρεχούμενον ύδωρ. Βλέπων δε ο Όσιος ταύτην την ξηρασίαν, δεν είχε ξηρούς τους οφθαλμούς του, αλλ’ έχυνε ποταμηδόν δάκρυα και πολύ ελυπείτο εις την κοινήν συμφοράν· δια τούτο και θερμώς παρεκάλει τον Θεόν να λυπηθή το πλάσμα του και να δροσίση την γην, ήτις εξηράνθη από την ανομβρίαν. Τι δε εποίησεν ο Θεός ο πάντα προς το συμφέρον οικονομών; Ούτε παρέβλεψε τελείως την δέησιν του Αγίου, ούτε πάλιν συγκατένευσεν εις όλην του την παράκλησιν· διότι η παράκλησις του Οσίου ήτο κοινή, δια να βρέξη εις όλα τα μέρη, αλλ’ ο Θεός έβρεξεν εις μόνον το Μοναστήριον, ίσως δια να φέρη εις μετάνοιαν τους αμαρτωλούς με ταύτην την παιδείαν. Αλλά και ο τρόπος της βροχής ήτο πολλά θαυμάσιος· διότι αφού παρήλθεν η νύκτα και ανέτειλεν ο ήλιος, εφάνη αίφνης νέφος, το οποίον επήγεν επάνω του Μοναστηρίου, και έγινε πολλή βροχή, όλα δε τα μέρη όσα ήσαν εκεί γύρωθεν έμειναν ξηρά. Μόνον δε οι Μοναχοί απήλαυσαν ύδωρ και εγέμισαν όλαι των αι στέρναι όσαι ήσαν εκεί, έπειτα δε πάλιν έγινεν αιθρία. Βλέποντες οι πλησιόχωροι το θαύμα τούτο, έδραμον εις τον Όσιον λυπημένοι και τον παρεκάλουν μετά δακρύων να τους συμπονέση εις την συμφοράν των και να παρακαλέση και δι’ αυτούς τον Θεόν δια να τους λυπηθή. Ο δε Όσιος παρεκάλεσε τον Κύριον περισσότερον από πρότερον, και εισήκουσεν ο Κύριος τον δούλον του, και έλυσε και εις αυτούς την ξηρασίαν, απέλαβε δε πάλιν η γη τον στολισμόν της δια μέσου της βροχής. Ο δε Όσιος ουχί μόνον ανεπλήρωσε τότε την έλλειψιν της βροχής με την προσευχήν του, αλλά και την υπερβολήν της βροχής ημπόδισεν άλλοτε με την προσευχήν του. Είχε δε ποτέ το Μοναστήριον έλλειψιν άρτων, και ευλογήσας ο Άγιος τρεις μικρούς άρτους, οίτινες μόνον είχον απομείνει, εχόρτασε δι’ αυτών πλήθος Μοναχών υπέρ τους επτακοσίους· ούτως ήσαν δυνατά εις την καθαράν πίστιν του Οσίου και ουδέν ήτο αδύνατον εις αυτήν. Μετά ταύτα ασθενήσας βαρέως ο Όσιος ανέμενε τον θάνατον μετά χαράς, ων προ πολλού έτοιμος, διότι εποθούσε και αυτός, κατά τον θείον Παύλον, να αποθάνη και να είναι ομού με τον Χριστόν. Ίσταντο δε γύρωθέν του όλον το πλήθος των μαθητών του, κλαίοντες και οδυρόμενοι δια τον θάνατον του πνευματικού Πατρός των, ήσαν δε όλοι έτοιμοι να δώσουν και αυτήν την ζωήν των δια την ζωήν του Πατρός των. Οι δε θρήνοι και οι οδυρμοί, τους οποίους εποίουν, ήθελον παρακινήσει εις δάκρυα και τους πλέον σκληρούς εις την καρδίαν. Δια τούτο και ο θείος αυτών Πατήρ, και με όλον ότι έφθασεν εις τας εσχάτας αναπνοάς, εκινήθη εις δάκρυα και ευσπλαγχνίσθη τα τέκνα του· και λυπούμενος αυτά δια την ορφανίαν των, παρεκάλεσε δι’ αυτά την Μητέρα του Θεού, την συνηθισμένην του αντίληψιν και σκέπην και καταφυγήν του και εδεήθη Αυτής να του χαρίση ακόμη έτη ζωής, ουχί διότι ήτο φιλόζωος, άπαγε! Αλλά διότι εσυμπόνεσε τους πνευματικούς υιούς του. Και ο μεν Όσιος ούτω προσηύχετο. Η δε Μητροπάρθενος Δέσποινα, η γεννήσασα την Αυτοζωήν, η κοινή σωτηρία του ανθρωπίνου γένους, καθώς εφύλαξε τον Όσιον από άλλα δεινά, ούτω και εις το τέλος της ζωής του έγινεν εις αυτόν βοηθός και εμπόδιον του θανάτου, διότι εζήτησεν από τον Υιόν Της, όστις έχει την εξουσίαν της ζωής και του θανάτου, να προσθέση εις την ζωήν τού Οσίου δεκαπέντε έτη ακόμη· διότι ο Όσιος εν εκστάσει γενόμενος, όταν ήτο ασθενής, είδε την Θεοτόκον παρακαλούσαν υπέρ τούτου τον Υιόν Της, το οποίον επληρώθη, διότι παρευθύς ανέλαβεν ο Όσιος, ζήσας ακόμη έτη δεκαπέντε. Αφού έφθασεν εις το δέκατον τέταρτον έτος ο Όσιος, ζων ο αοίδιμος με μεγάλην σκληραγωγίαν και άσκησιν και μεταχειριζόμενος περισσότερον στενοχωρημένην ζωήν, παρά όταν ήτο νέος και δυνατός εις το σώμα, καθόσον άπαξ της εβδομάδος έτρωγε χόρτα ωμά, τοιαύτην σκληραγωγίαν έχων, και μη δυνάμενος πλέον να ίσταται εις τους πόδας του, έθεσε χονδρόν ξύλον εις τον στύλον, δια να κάθεται επάνω εις αυτό και να απλώνη τους πόδας του, διότι ήσαν πληγωμένοι και πρησμένοι. Όθεν ταλαιπωρούμενος ο Όσιος από τοιούτους πόνους και πληγάς ολόκληρον έτος, και γενόμενος πλήρης των κατά Θεόν ημερών, όταν ετελείωσαν τα δεκαπέντε έτη, τα οποία του εχάρισεν ο Θεός δια μεσιτείας της Θεοτόκου, προεγνώρισε θεόθεν το τέλος της ζωής του· και χωρίς να φανερώση τούτο εις κανένα Μοναχόν, δια να μη κλαίουν πάλιν και οδύρωνται, εποίησε διαθήκην με τας χείρας του δι’ όλα τα πράγματα του Μοναστηρίου, και την έθεσεν εις τον κόλπον του· και ούτως απέβαλε το χώμα, την ιλύν και την σάρκα, και χωρισθείς από την κάτω φυλακήν και ταλαιπωρίαν, μετέβη προς τον Θεόν, εν έτει ανγ΄ (1053), πλήρης ημερών γενόμενος. Θαυμαστά δε πράγματα ηκολούθησαν εις την τελευτήν του Οσίου· διότι ευθύς ότε εχωρίσθη από το σώμα η θεία ψυχή του και ανέβη εις τα ουράνια, κατέβη άνωθεν νεφέλη ολόφωτος, ομοία με εκείνην, ήτις εφάνη εις την γέννησίν του, και εφανέρωνε την τελευτήν του παμμάκαρος, καλούσα όλους εις τον στύλον του Οσίου, με το παράδοξον φως όπερ έλαμπεν· εκαλούσεν ακόμη και τον μαθητήν του Αγίου, Γρηγόριον ονόματι, όστις ησύχαζε τότε εις τον ναόν της Θεοτόκου, τον οποίον έκτισεν ο Όσιος δια τους δώδεκα Μοναχούς, ως προείπομεν. Όσοι λοιπόν έβλεπον την νεφέλην, έτρεχον εις τον στύλον και εθεωρούσαν κείμενον νεκρόν το λείψανον του Οσίου και εθρήνουν απαρηγόρητα και ωδύροντο, καλούντες τον Πατέρα, κλαίοντες την ορφανίαν και μη υποφέροντες τον χωρισμόν του, επιθυμούσαν να συναποθάνουν με τον Όσιον. Ελυπούντο δε επί πλέον οι μαθηταί του και διότι ενόμιζον, ότι ετελεύτησε χωρίς να κάμη διαθήκην· όμως περισσότερον από όλους ελυπείτο ο προρρηθείς Γρηγόριος· όθεν δια την μεγάλην οικειότητα, την οποίαν είχεν εις τον Όσιον, είπεν εις αυτόν ως εις ζώντα· «Διατί, Πάτερ, μας ελύπησες απαρηγόρητα; Διατί μας επροξένησες δύο λύπας, τας οποίας δεν δυνάμεθα να υποφέρωμεν; Διατί δεν ηθέλησες να κάμης διαθήκην και να μας παραγγείλης τα δέοντα, αλλά εφύλαξες τον θάνατόν σου αγνώριστον; Δεν μας λυπείσαι τα τέκνα σου; Δεν βλέπεις πως μας κατέστησε το πένθος το ιδικόν σου»; Ταύτα λέγων ο Γρηγόριος εις το λείψανον του Οσίου, ω του θαύματος! ο κείμενος νεκρός και άπνους, ώσπερ ζων και έμπνους και αισθανόμενος ήγειρε την δεξιάν του χείρα και την έβαλεν έσω εις τον κόλπον του και λαμβάνων την διαθήκην την έδωκεν εις χείρας του Γρηγορίου και πάλιν εφάνη νεκρός. Ο δε Γρηγόριος, λαμβάνων την διαθήκην και αναγινώσκων αυτήν με προσοχήν, είδεν, ότι δεν ήτο υπογεγραμμένον εις αυτήν, κατά την συνήθειαν, το όνομα του Αγίου, και πάλιν είπεν εις τον κείμενον νεκρόν· «Ανίσως, Πάτερ, και η υπογραφή του ονόματός σου δεν βεβαιώση όσα έγραψες εις την διαθήκην, ημείς τα τέκνα σου δεν έχομεν να σε ενταφιάσωμεν». Τότε ο Όσιος (ω του φρικτού τεραστίου!) ηγέρθη πάλιν, και έμπροσθεν πάντων εκάθησε και υπέγραψε το όνομά του, και με την υπογραφήν του εβεβαίωσεν όσα είχε γεγραμμένα εις την διαθήκην· έπειτα πάλιν απεκοιμήθη ύπνον γλυκύτατον και αιώνιον. Ενεταφιάσθη δε το ιερόν λείψανον του Οσίου πλησίον εις τον στύλον εκείνον, εις τον οποίον έκαμε τους υπερφυσικούς του αγώνας δια να διαμείνη ο ίδιος τόπος εκείνος και τάφος εν ταυτώ του αγωνιζομένου και μαρτυρία φανερά και απόδειξις του αγώνος. Και λοιπόν εμοιράσθη εις δύο ο Όσιος, και εις μεν τους κάτω και γηϊνους εδόθη το άγιόν του λείψανον, πηγή θαυμάτων ακένωτος, ιατρείον διαφόρων ασθενειών, δαιμόνων φυγαδευτήριον, βλάβης παντοίας ελευθερωτήριον, και πάντων των σωτηρίων καλών πλουσιοπάροχον χαριστήριον· η δε θεία ψυχή του ανήλθεν εις τους ουρανούς, από τους Αγγέλους δορυφορουμένη, ένθα είναι η Εκκλησία των πρωτοτόκων, όπου αι ταξιαρχίαι των Αγγέλων, των Αποστόλων και Προφητών αι χοροστασίαι· τα τάγματα των Μαρτύρων· τα συστήματα των Διδασκάλων· των Ασκητών ο χορός· των Οσίων ο σύλλογος και ο ύμνος ο ακατάπαυστος της Αγίας Τριάδος. Η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2479
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Η΄ (8η) Νοεμβρίου, η Σύναξις των Αρχιστρατήγων ΜΙΧΑΗΛ και ΓΑΒΡΙΗΛ και των λοιπών Ασωμάτων και ουραν

Δημοσίευση από silver »

Τη Η΄ (8η) Νοεμβρίου, η Σύναξις των Αρχιστρατήγων ΜΙΧΑΗΛ και ΓΑΒΡΙΗΛ και των λοιπών Ασωμάτων και ουρανίων Ταγμάτων.

Εις την Σύναξιν των Εννέα Ταγμάτων, Χερουβίμ και Σεραφίμ, Θρόνων, Κυριοτήτων, Δυνάμεων και Εξουσιών, Αρχών, Αρχαγγέλων και Αγγέλων. Μιχαήλ ο ενδοξότατος και λαμπρότατος Ταξιάρχης των Ασωμάτων Δυνάμεων πολλάς και μεγάλας ευεργεσίας και χάριτας προσήνεγκεν εις το ανθρώπινον γένος, ως τούτο φαίνεται τόσον από την Παλαιάν Διαθήκην, όσον και από την νέαν Χάριν του Ευαγγελίου. Διότι αυτός εφάνη πρώτον εις τον Πατριάρχην Αβραάμ· έπειτα εις τον Λώτ, όταν ελύτρωσεν αυτόν μετά των θυγατέρων του από του θεοπέμπτου πυρός και της καταστροφής των Σοδόμων· μετά ταύτα εφάνη εις τον Πατριάρχην Ιακώβ, όταν ελύτρωσεν αυτόν από των φονικών χειρών του αδελφού του Ησαύ. Αυτός επροπορεύετο έμπροσθεν της παρεμβολής των υιών Ισραήλ, όταν ηλευθερώθησαν από της αιχμαλωσίας των Αιγυπτίων, και με τον στύλον του πυρός και της νεφέλης διηυκόλυνεν εις εκείνους της οδοιπορίας τα εμπόδια. Αυτός εφάνη εις τον μάντιν Βαλαάμ, όταν εκείνος εβάδιζε δια να καταρασθή τον Ισραηλιτικόν λαόν, φοβερίζων αυτόν και φανερά εμποδίζων από το τοιούτον κίνημα. Αυτός και προς τον Ιησούν του Ναυή ερωτήσαντα απεκρίθη: «Εγώ Αρχιστράτηγος Κυρίου νυνί παραγέγονα». Ούτος και εν τη ΝέαΧάριτι κατεξήρανε τους ποταμούς, τους οποίους απέλυσάν ποτε οι δυσσεβείς εναντίον του εν Χώναις Αγιάσματός του και εναντίον του θείου Ναού του. Και άλλα πολλά ιστορούνται δι’ αυτόν εις τας θεοπνεύστους Γραφάς·δια τούτο και ημείς προστάτην αυτόν και φύλακα της ζωής ημών προβαλλόμενοι, την πάνσεπτον αυτού πανήγυριν εορτάζομεν σήμερον, η οποία και Σύναξις ονομάζεται δια την επομένην αιτίαν. Ο δι’ υπερβολήν υπερηφανείας επαρθείς διάβολος κατά του πάντων Ποιητού και Δεσπότου και καυχησάμενος να αναβιβάση τον θρόνον του επί των νεφελών του ουρανού και να γίνη όμοιος τω Υψίστω, καθώς περί αυτού γράφει ο Ησαϊας (Ησαϊας ιδ: 14), ούτος, λέγω, άμα διελογίσθη και ηβουλήθη ταύτα, εξέπεσε της ουρανίου δόξης και του αρχαγγελικού αυτού αξιώματος, καθώς είπεν εν τοις Ευαγγελίοις ο Κύριος· «Εθεώρουν τον Σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα» (Λουκ. ι:18). Ομοίως δε και το υποτασσόμενον εις αυτόν τάγμα των Αγγέλων απεσκίρτησεν από του Θεού δια υπερηφάνειαν, διο εξέπεσε και αυτό μετά του αρχηγού του διαβόλου, και έγιναν όλοι ομού σκοτεινοί αντί γωτεινών και δαίμονες αντί Αγγέλων. Τότε λοιπόν λέγεται, ότι ο μέγας ούτος Αρχιστράτηγος Μιχαήλ, βλέπων την ελεεινήν των Αγγέλων έκπτωσιν, ηννόησε την αιτίαν της τοιαύτης εκείνων πτώσεως, και με την υποταγήν και ταπείνωσιν, την οποίαν έδειξεν ως δούλος ευχάριστος και ικέτης πιστός προς τον ιδικόν του Δεσπότην Θεόν, διεφύλαξε τόσον την ιδικήν του δόξαν και λαμπρότητα την παρά Θεού χαραχθείσαν, όσον και την δόξαν των άλλων Αγγελικών Ταγμάτων· όθεν δια την υποταγήν και ευγνωμοσύνην του ταύτην διωρίσθη παρά του παντοκράτορος Θεού πρώτος των Αγγελικών Τάξεων. Διότι συνάξας και ενώσας εις εν τους χορούς των Αγγέλων, εβόησεν εις αυτούς το «Πρόσχωμεν», ήτοι ας προσέξωμεν και ας εννοήσωμεν τι έπαθον ούτοι οι εκπεσόντες δαίμονες δια την υπερηφάνειάν των, οίτινες προ ολίγου ήσαν ομού με ημάς Άγγελοι, και ας συλλογισθώμεν τι μεν είναι ο Θεός, τι δε είναι ο Άγγελος· ο μεν Θεός δηλαδή είναι Δεσπότης και δημιουργός ημών των Αγγέλων, ημείς δε οι Άγγελοι είμεθα δούλοι και κτίσματα του Θεού. Και ούτως ανύμνησε και εδόξασε τον των απάντων Θεόν, αναβοήσας εκείνον βέβαια τον θείον και αγγελικόν ύμνον μεθ’ όλων των Αγγέλων· «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης αυτού». Το τοιούτον λοιπόν Μυστήριον εξ αρχαίας παραδόσεως παραλαβόντες ημείς, την παρούσαν εορτήν εορτάζομεν, Σύναξιν αυτήν ονομάζοντες των Αγγέλων, τουτέστι προσοχήν, ομόνοιαν και ένωσιν. Ομού δε με τον Αρχάγγελον Μιχαήλ εορτάζομεν σήμερον και τον ωραιότατον και χαριέστατον Αρχάγγελον Γαβριήλ, διότι και αυτός πολλάς ευεργεσίας εποίησεν εις το ανθρώπινον γένος, τόσον εν τη Παλαιά, όσον και εν τη Νέα Διαθήκη. Διότι εις μεν την προφητείαν του Δανιήλ φέρεται αυτολεξεί το όνομά του, όταν εξήγησεν εις τον Δανιήλ την όρασιν, την οποίαν είδε περί των βασιλέων Μήδων και Περσών και Ελλήνων, ως ο ίδιος λέγει· «Και εγένετο εν τω ιδείν με, εγώ Δανιήλ, την όρασιν και εζήτουν σύνεσιν, και ιδού έστη ενώπιόν μου ως όρασις ανδρός, και ήκουσα φωνήν ανδρός… και είπε· Γαβριήλ συνέτισον εκείνον την όρασιν. Και ήλθε και έστη…» (Δαν. η:15-16). Πάλιν δε, άλλην φοράν, ο αυτός Γαβριήλ εφανέρωσεν εις τον αυτόν Δανιήλ ότι μετά εβδομήκοντα εβδομάδας ετών, ήτοι μετά τετρακόσια ενενήκοντα έτη, μέλλει να έλθη ο Χριστός· «Και ιδού ανήρ Γαβριήλ, ον είδον εν τη οράσει εν τη αρχή, πετόμενος και ήψατό μου ωσεί ώραν θυσίας εσπερινής. Και συνέτισέ με» και τα λοιπά. (Δαν. θ: 21-22). Αυτός και πάλιν είναι όστις ευηγγέλισε και την γυναίκα του Μανωέ, ότι μέλλει να γεννήση τον Σαμψών. Αυτός είναι όστις ευηγγέλισε τον Ιωακείμ και την Άνναν, ότι μέλουν να γεννήσωσι την Κυρίαν και Δέσποινα Θεοτόκον. Εις δε την Νέαν Διαθήκην αυτός είναι ο ευαγγελίσας τον Ζαχαρίαν, σταθείς εκ δεξιών του θυσιαστηρίου του θυμιάματος, ότι θα γεννήση τον μέγαν Ιωάννην τον Πρόδρομον. Αυτός έτρεφε και την Αειπάρθενον Μαρίαν δώδεκα έτη μέσα εις τα Άγια των Αγίων με τροφήν ουράνιον. Αυτός δη αυτός, και ποίος αμφιβάλλει; Ευηγγέλισε την αυτήν Θεοτόκον, ότι μέλλει να γεννήση εκ Πνεύματος Αγίου τον Υιόν και Λόγον του Θεού. Αυτός εφάνη εις το όραμα του Ιωσήφ, ως πολλοί διατείνονται, και είπεν εις αυτόν να μη φοβηθή, αλλά να παραλάβη Μαριάμ την γυναίκα του, επειδή το εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματός εστιν Αγίου. Αυτός εφάνη και εις τους ποιμένας και ευηγγέλισεν αυτούς, ότι ετέχθη ο Σωτήρ του κόσμου Χριστός. Αυτός εν οράματι είπε και εις τον Ιωσήφ να λάβη το παιδίον και την Μητέρα αυτού και να φύγη εις την Αίγυπτον· και πάλιν αυτός ο ίδιος είπεν εις αυτόν να επιστρέψη εις την γην Ισραήλ. Πολλοί δε των ιερών Διδασκάλων και ασματογράφων γνωματεύουσιν ότι ο θείος Γαβριήλ ήτο ο λευχειμονών εκείνος Άγγελος, όστις κατελθών εκ του ουρανού απεκύλισε τον λίθον από της θύρας του μνημείου του ζωοδότου Ιησού, και εκάθητο επ’ αυτό και αυτός ήτο και ο ευαγγελίσας τας Μυροφόρους περί της Αναστάσεως του Κυρίου. Και δια να μη αναφέρωμεν όλα ακριβώς, λέγομεν ότι ο θειότατος Γαβριήλ υπηρέτησεν εις το Μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας του Θεού Λόγου απ’ αρχής έως τέλους· δια τούτο και η Εκκλησία του Χριστού παρέλαβε να συνεορτάζη αυτόν ομού με τον Αρχάγγελον Μιχαήλ και να επικαλήται την παρ’ αυτού χάριν και βοήθειαν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2479
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Θ΄ (9η) Νοεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ Μητροπολίτου Πενταπόλεως

Δημοσίευση από silver »

Τη Θ΄ (9η) Νοεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ Μητροπολίτου Πενταπόλεως της εν Αιγύπτω και κτίτορος της εν Αιγίνη Ιεράς Μονής της Αγίας Τριάδος, των Μοναζουσών, κοιμηθέντος οσίως κατά το έτος 1920.

Δεν θα παύση η Αγία του Χριστού Ορθόδοξος Εκκλησία να αναδεικνύη Αγίους έως της συντελείας του αιώνος. Και τούτο είναι αναντίρρητος απόδειξις της εν αυτή τεθησαυρισμένης δογματικής αληθείας και των λοιπών αγίων παραδόσεων, τας οποίας κρατεί και διατηρεί ανοθεύτους και αναλλοιώτους, καθώς τας παρέλαβεν, ως πολύτιμον παρακαταθήκην και πηγήν ύδατος ζώντος, «αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», κατά την του Ευαγγελίου φωνήν, δια του οποίου ποτίζει και δροσίζει τα ευσεβή αυτής τέκνα. Καυχάται λοιπόν η Αγία του Χριστού Εκκλησία δια τους εν αυτή Αγίους του Θεού, τους πάλαι διαλάμψαντας, και χαίρει και σεμνύνεται εις τα κατορθώματα και εις το πλήθος των αρετών και των παραδόξων θαυμάτων αυτών, αλλά πολύ περισσότερον σκιρτά και χορεύει εν Πνεύματι Αγίω, και αγαλλιάται αγαλλίασιν αγίαν, δια τους νεοφανείς Αγίους, τους εσχάτως εν ταις πονηραίς ταύταις ημέραις διαλάμψαντας, και δια της εναρέτου αυτών ζωής, και του πλούτου των αρετών και των ποικίλων θαυμάτων τον Θεόν δοξάσαντας, και το ουράνιον κύρος της Ορθοδόξου πίστεως άπαξ έτι σφραγίσαντας. Ούτοι οι νεοφανείς Άγιοι, ως άλλοι άνθρακες, κατά τον Προφητάνακτα Δαβίδ, εκ του αϋλου πυρός αναφθέντες, τας μεν ευσεβείς και σπουδαίας ψυχάς ανάπτουσι και αναφλέγουσι προς πολύ περισσοτέραν θείαν αγάπην και πλείονα επίδοσιν αρετής, τας δε ψυγείσας εν τη παγερά απιστία και τη ψυχρότητι της αμαρτίας του παρόντος αιώνος διαθερμαίνουσι, και επαναφέρουσιν εις την ευθείαν οδόν της ευσεβείας και ηθικής βάσεως, εξ ης εξετράπησαν. Δικαίως άρα η Εκκλησία του Θεού πλείονα χαράν χαίρει εις την δόξαν των νεοφανών Αγίων, και ως εκλεκτή Νύμφη τω εαυτής ουρανίω Νυμφίω «εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη» βοά μετά του θεηγόρου και ουρανοβάμονος Παύλου· «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας». Τοιούτος νεοφανής αστήρ εν τω στερεώματι της Εκκλησίας και Άγιος εν Αγίοις θαυματουργός και περίδοξος τυγχάνει και ο Άγιος Νεκτάριος, ο Μητροπολίτης Πενταπόλεως, το εξαίρετον καύχημα των ευσεβών και Ορθοδόξων Χριστιανών, το νέκταρ το γλυκύτατον της εναρέτου ζωής, το οποίον κατηύφρανε δια της αγιαστικής Χάριτος τας καρδίας των ευσεβών· το πολύτιμον σκεύος των δωρεών του Αγίου Πνεύματος· το ύψος της ταπεινώσεως, το βάθος της αγάπης· το πανευώδες αλάβαστρον της ευωδίας του Παρακλήτου· ο πολύς εν αρετή και μέγας εν θαύμασι, και ταχύς εν προστασίαις, και προς Θεόν πρεσβευτής ημών θερμότατος. Ο θεοφόρος ούτος Ιεράρχης Άγιος Νεκτάριος εγεννήθη εν Σηλυβρία της Θράκης εκ γονέων ευσεβών Δήμου και Μαρίας Κεφαλά, τη α΄ (1η) του Οκτωβρίου αωμστ΄ (1846) και ωνομάσθη εις το θείον βάπτισμα Αναστάσιος. Εξ απαλών ονύχων εφαίνετο οποίος έμελλε να κατασταθή μετά ταύτα, διότι ήτο φρόνιμος και συνετός και υπήκοος εις τους γονείς του, οίτινες ανέτρεφον αυτόν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» και πάση κατά Χριστόν ευσεβεία. Εν ταύτη τη παιδική ηλικία απέφευγε τας παιδικάς επιβλαβείς ενίοτε συναναστροφάς και τας λοιπάς των παίδων συνηθείας και παίγνια, και εδέχετο εν τη ψυχή του «ως σπόγγος τα νάματα», τας καλάς οδηγίας και σοφάς υποθήκας των γονέων του, και μάλιστα της λίαν ευσεβούς μητρός του τους λόγους, και ό,τι ήτο δυνατόν καλόν και ωφέλιμον. Χαρακτηριστικόν είναι, όταν παρ’ αυτής εμάνθανε να λέγη τον Ν΄ Ψαλμόν του Δαβίδ, ήτοι το «Ελέησόν με ο Θεός…» και έφθανεν εις τον στίχον «Διδάξω ανόμους τας οδούς σου…» επανελάμβανε τον στίχον δις και τρις, σημαίνων δια τούτου τρόπον τινά, τόσον την κατάκτησιν της Θεολογίας, όσον και την τάσιν και αποστολήν του εις το κήρυγμα, δια του οποίου πολλούς εδίδαξε τον Νόμον και το θέλημα του Κυρίου, πλείστους δε επέστρεψεν εξ οδού απωλείας και ανομίας προς την οδόν της ευσεβείας, αρετής και σωτηρίας. Όταν έφθασεν εις ηλικίαν επτά ετών ηγόραζε χάρτην και συνέρραπτεν αυτόν, ερωτώμενος δε υπό της μητρός του τι έκαμνεν ούτω τον χάρτην, απεκρίνετο ότι ήθελε να κάμη βιβλία, δια να γράψη τα λόγια του Θεού. Μεταβαίνων εις την Εκκλησίαν, και ακούων τον Θείον Λόγον, επιστρέφων εις την οικίαν, είχεν αυτόν εις την μνήμην, εις σημείον ώστε το πλείστον μέρος αυτού να διηγήται εις έκπληξιν και θαυμασμόν των ακουόντων. Αλλά και παιδικούς άμβωνας έστηνε, και ανέβαινεν επ’ αυτών ως άλλος Ιεροκήρυξ. Ταύτα πάντα φαίνονται και εις τον παιδικόν βίον του Μεγάλου της Εκκλησίας Πατρός Αγίου Αθανασίου Πατριάρχου Αλεξανδρείας, άτινα επαναλαμβάνονται απαραλλάκτως και εις το αυτό στάδιον του βίου τού νέου Πατρός της Εκκλησίας Αγίου Νεκταρίου, και άτινα, ως τότε, ούτω και τώρα, είναι προτυπώματα και εικόνες της μελλούσης χάριτος και δόξης και ευκλείας του Αγίου, ως λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Την πρώτην εγκύκλιον παιδείαν εδιδάχθη εις την πατρίδα αυτού, και εις ηλικίαν δέκα τεσσάρων ετών ανεχώρησεν εκείθεν και μετέβη εις την Κωνσταντινούπολιν, ένθα προσελήφθη, παρά τινος συγγενούς αυτού, ως υπάλληλος εν τω καταστήματι αυτού. Σφόδρα ων φιλομαθής και πλήρης θείου φόβου, ουδέποτε παρέλειψε κατά το διάστημα αυτό την σπουδήν, εν πολλή επιθυμία των Ελληνικών γραμμάτων, απέχων πάσης επιβλαβούς και εφαμάρτου ροπής και πράξεως. Εν μέσω του κοσμικού θορύβου, και εν τοιαύτη ηλικία, δεν ημέλει της προσευχής και της μελέτης των συγγραμμάτων των Πατέρων της Εκκλησίας, κατά το μέτρον της δυνάμεως αυτού. Όσα δε ρητά και αποφθέγματα και άλλα εξ αυτών χωρία και τμήματα ενόμιζεν ωφέλιμα προς οικοδομήν του πλησίον, κατέγραψεν αυτά επί των σακκιδίων και των εκ χάρτου περιβλημάτων, όπως οι εκ του καταστήματος αγοράζοντές τι διδάσκωνται αναγινώσκοντες ταύτα, ως αναφέρει ο ίδιος θείος Πατήρ εν τω προλόγω του παρ’ αυτού εκδοθέντος βιβλίου «Λογίων θησαύρισμα», όπερ μετέπειτα απετέλεσεν εκ των συγκεντρωθέντων, ως ανωτέρω είπομεν, ρητών και αποφθεγμάτων εκ των Πατερικών βιβλίων. Ηγάπα κατ’ εξοχήν, μετά πολλού πόθου, να εκκλησιάζεται τακτικά και να παρακολουθή μετ’ ευλαβείας τας ιεράς της Εκκλησίας Ακολουθίας, συχνάζων καθ’ εκάστην σχεδόν εις τον Ναόν. Εκ τούτου ανεπτερούτο έτι περισσότερον προς θείαν αγάπην και τελείαν αφιέρωσιν εις την ευαρέστησιν του Κυρίου, διακαή δε πόθον έτρεφε προς την μοναχικήν πολιτείαν, ήτις είναι η ταχυτέρα οδός προς ηθικήν τελειοποίησιν και ένωσιν μετά του Θεού, Όστις είναι, κατά τον μέγαν Θεολόγον Γρηγόριον, «των εφετών το ακρότατον». Μετά παρέλευσιν χρονικού διαστήματος εγκαταλείψας το κατάστημα προσελήφθη ως παιδονόμος εις το εν τω Μετοχίω του Παναγίου Τάφου Σχολείον, ένθα μετά πολλού ζήλου εξετέλεσε την ανατεθείσαν αυτώ υπηρεσίαν, διδάσκων εις τας κατωτέρας τάξεις και διδασκόμενος τα των ανωτέρων μαθήματα. Άγων ήδη το εικοστόν έτος της ηλικίας ανεχώρησεν εκ της βασιλίδος των πόλεων και μετέβη εις την νήσον Χίον, έχων πάντοτε οδηγόν και σύντροφον εις παν διάβημά του τον φόβον του Θεού, τον όντα κατά τον Παροιμιαστήν «πηγήν ζωής», και την αγάπην προς τον Θεόν και την ουρανόθεν σοφίαν. Ενταύθα εις το χωρίον της νήσου Λιθίον διωρίσθη δημοδιδάσκαλος, ένθα διέμεινεν έτη επτά, διδάσκων όχι μόνον τους μαθητάς, αλλά και πάντας τους χωρικούς προτρέπων επί την ευσέβειαν και την αρετήν, παρέχων εαυτόν παράδειγμα της κατά Θεόν ζωής και πολιτείας, ζων βίον λιτόν και μάλλον ασκητικόν, εγκρατευόμενος και προσέχων εις εαυτόν. Ιδιαιτέρως ηγάπα την προσευχήν και την μελέτην, και πολλάκις μετά την εν τω Σχολείω υπηρεσίαν απεσύρετο και ενεκλείετο εις το δωμάτιόν του μελετών και προσευχόμενος, αλλά και εν τω Ναώ τού χωρίου πολλάκις εκήρυττε τον θείον λόγον. Zηλωτής ων και ένθερμος θιασώτης του μοναχικού βίου, επεσκέπτετο συχνότατα την Ιεράν Μονήν των Αγίων Πατέρων, και συνδιελέγετο περί των μυστικών αναβάσεων του Μοναχικού βίου και της κατά Χριστόν αγίας φιλοσοφίας μετά του τότε διαπρέποντος επί αρετή οσιωτάτου Γέροντος Παχωμίου, παρ’ ου οδηγούμενος καταλλήλως πλείστα εμυήθη περί υψηλοτέρου βίου και τελειότητος των εν ασκήσει οσίων αρετών. Ταύτα πάντα έτρωσαν έτι περισσότερον την ψυχήν του προς τον πόθον της μοναχικής ζωής και τη 7η Νοεμβρίου του έτους 1876 εκάρη Μοναχός εν τη Νέα Μονή της Χίου, ονομασθείς Λάζαρος, και κατετάχθη εν τη εκείσε οσία αδεφότητι, ένθα αόκνως υπηρέτησεν ως γραμματεύς. Εν τη αγία ταύτη Μονή ήσκησεν οσίως επί μίαν τριετίαν, αγαπηθείς σφόδρα υπό της χορείας των εκεί Πατέρων και αδελφών, ένεκεν των αγαθών αυτού τρόπων, του εναρέτου ζήλου και της απαραμίλλου προθυμίας και των λοιπών αρετών του. Μετά εν έτος από της περιβολής του αγίου και Αγγελικού Σχήματος, εχειροτονήθη Διάκονος τη 15η Ιανουαρίου του 1877, τη αυτή ημέρα καθ’ ην εβαπτίσθη, υπό του τότε Μητροπολίτου Χίου Γρηγορίου, εν τω Ιερώ Ναώ των Αγίων Μαρτύρων Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου, λαβών το όνομα Νεκτάριος. Τοιουτοτρόπως ζων και πολιτευόμενος επεδίδετο αδιαλείπτως εις την μελέτην των Αγίων Γραφών μετά θερμοτέρου ζήλου και των ιερών συγγραμμάτων των Αγίων Πατέρων, εξ ων οσημέραι εδέχετο θείον φωτισμόν, η δε καρδία αυτού ανεφλέγετο υπό του πόθου να σπουδάση την Ιεράν Θεολογίαν, δια να διακονήση δι’ αυτής ως δυνατόν καλλίτερον εν τω Ευαγγελίω της χάριτος, και φανή ούτω χρήσιμος εις τον περιούσιον λαόν, «ον περιεποιήσατο τω ιδίω αίματι» ο Κύριος της δόξης. Προς τούτο όμως υλικά μέσα και πόροι δεν υπήρχαν, αλλ’ ο Θεός, όστις, κατά τον Ψαλμωδόν, «θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιεί», εφώτισε Χίον τινά ευσεβή, εκ των πλουσιωτέρων της νήσου, Ιωάννην Χωρέμην καλούμενον, όστις και απέστειλεν αυτόν, ιδία δαπάνη, εις Αθήνας, προς εκπλήρωσιν των αγαθών αυτού εφέσεων και επιθυμιών. Εχάρη επί τω γεγονότι τούτω, τω τελεσθέντι πράγματι «τη άνωθεν προμηθεία», χαράν μεγάλην σφόδρα ο μακάριος Νεκτάριος, και ιδού αφίκετο εις το Άστυ της Παλλάδος, «το παιδευτήριον πάσης σοφίας», κατά τον ειπόντα σοφόν, εις την πόλιν εκείνην, ένθα οι μεγάλοι φωστήρες της Εκκλησίας και Άγιοι Ιεράρχαι Βασίλειος ο Μέγας και Γρηγόριος ο Θεολόγος εξεπαιδεύθησαν και εγένοντο κάτοχοι πάσης θύραθεν σοφίας. Χαίρων δε διότι έβλεπεν ότι ήρξατο πληρούμενος ο πόθος αυτού, και ευλογών το Πανάγιον όνομα του ουρανίου Πατρός, και ευχόμενος υπέρ του ευεργέτου του, επεδόθη μετά ζήλου διαπύρου εις τας σπουδάς, μελετών ημέραν και νύκτα, χωρίς να γνωρίση ετέρας οδούς, ειμή την του Σχολείου και την της Εκκλησίας κατά τας Κυριακάς και λοιπάς Εορτάς. Εν ω όμως ελάμβανε το πτυχίον του Γυμνασίου, ο προστάτης αυτού Ιωάννης Χωρέμης απεδήμησε προς Κύριον. Στερούμενος ούτω μέσων όπως ακολουθήση Θεολογικάς σπουδάς εν τω Πανεπιστημίω, τη προτροπή και συστάσει τινών κατέφυγεν εις Αλεξάνδρειαν, ένθα εκθέσας εις τον τότε Πατριάρχην Αλεξανδρείας Σωφρόνιον τα καθ’ εαυτόν, έτυχεν ιδιαιτέρας ευνοίας και προστασίας, τη συστάσει δε τούτου επανήλθεν εις Αθήνας και ενεγράφη εις την Θεολογικήν Σχολην του Πανεπιστημίου, παρασχεθείσης της κανονικής εις αυτόν αδείας υπό της Ιεράς αυτού Μονής και του Μητροπολίτου Χίου. Εν τω Πανεπιστημίω Αθηνών ενεγράφη τω 1882 και ηξιώθη του πτυχίου του προλύτου της Θεολογικής Σχολής τω 1885. Κατά το διάστημα των σπουδών του έτυχεν υποτροφίας, διαγωνισθείς δια το κληροδότημα τού Α. Γ. Παπαδάκη. Φοιτών εις το Πανεπιστήμιον ήτο τύπος και παράδειγμα εναρέτου κληρικού, σεμνός τα ήθη, χρηστός τους τρόπους, ευσχήμων και ευλαβής κατά τον έξω άνθρωπον, πράος και ταπεινός και συνετός κατά τον έσω και μη φαινόμενον. Αποπερατώσας τω 1885 τας Θεολογικάς σπουδάς εν Αθήναις, και πληρωθείσης ούτω της ιεράς αυτού επιθυμίας, επανήλθεν εις Αλεξάνδρειαν «ως ναύς πεπληρωμένη παντός καλού», ένθα χειροτονείται πρεσβύτερος υπό του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Σωφρονίου εν τω Πατριαρχικώ Ναώ του Αγίου Σάββα τη 23η Μαρτίου 1886, κατ’ Αύγουστον δε του αυτού έτους έλαβε το οφφίκιον του Αρχιμανδρίτου εν τω Ιερώ Ναώ του Αγίου Νικολάου εν Καϊρω. Ανετέθησαν δε εις αυτόν αμέσως καθήκοντα Ιεροκήρυκος και Γραμματέως των Πατριαρχείων, και αυθημερόν διωρίσθη Πατριαρχικός Επίτροπος εν Καϊρω. Εν τη ανατεθείση εις αυτόν διακονία έδειξεν απαράμιλλον ζήλον και αξιέπαινον δραστηριότητα, εκτελών εν φόβω Θεού και πολλή αγάπη τα ιερά αυτού καθήκοντα. Μεταξύ των πολλών άλλων ενεργειών και εργασιών αυτού επεμελήθη μετ’ ιδιαιτέρας φροντίδος της διακοσμήσεως και αγιογραφήσεως του Πατριαρχικού Ναού του Αγίου Νικολάου, η δε απαιτηθείσα όλη δαπάνη δια τη εν λόγω εργασίαν συνελέγη κατόπιν μεγάλων προσπαθειών και ενεργειών υπό του Αγίου δι’ εράνων και δωρεών μεταξύ του πληρώματος των ευσεβών ομογενών της Αιγύπτου. Η εν τω Ναώ τούτω εικονογράφησις των τεσσάρων Ευαγγελιστών μετά των οικείων συμβόλων του κεντρικού θόλου, του Ευαγγελισμού και των Προφητών περί το τόξον άνωθεν του Ιερού Βήματος, η Εικών του Χριστού επί του Θρόνου, η Αγία Τριάς και ο Χριστός ευλογών τον άγιον άρτον επάνωθεν των θυρών της βορείου και νοτίου εισόδου, η επί του όρους διδασκαλία του Κυρίου, η Βαϊοφόρος, ως και άλλαι ιεραί Εικόνες και παραστάσεις οφείλονται εις την πρωτοβουλίαν και καταβληθείσαν μέριμναν του Αγίου Πατρός. Η αγία αυτού ψυχή εφλέγετο υπό αγίου ζήλου όπως ίδη τον Ναόν Κυρίου «πλήρη δόξης», κατά την θείαν φωνήν, όπερ μαρτυρεί την εν καρδία αυτού κεκρυμμένην θείαν επίδοσιν και χάριν πνευματικήν. Μετά εν έτος, ήτοι τη 15η Ιανουαρίου 1889, εχειροτονήθη εις τον εν Καϊρω Πατριαρχικόν Ναόν του Αγίου Νικολάου Αρχιερεύς υπό του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Σωφρονίου, συλλειτουργούντων μετ’ αυτού και των Αρχιεπισκόπων πρώην Κερκύρας Αντωνίου Χαριάτου και Σιναίου Πορφυρίου, προχειρισθείς εις Μητροπολίτην της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης εν Αιγύπτω Μητροπόλεως Πενταπόλεως. Ο θείος Πατήρ μετά μεγάλης ταπεινώσεως εδέχθη το μέγα αξίωμα της Αρχιερωσύνης, και εν θερμή κατανύξει και ευλαβεία υπετάγη ως δούλος ευγνώμων εις το θέλημα του Κυρίου, διότι τα πάντα ανέθετεν εις την θείαν βουλήν και νεύσιν, και άνευ δισταγμού ή αντιλογίας εδέχετο ό,τι άνωθεν απεφασίζετο, προς δόξαν Θεού και ωφέλειαν του πλησίον, προς ο έτεινον πάσαι αι ευσεβείς προσπάθειαί του. Και έλεγεν εν ταπεινώσει πολλή προς Κύριον: «Κύριε, διατί με ανύψωσας εις τοσούτον μέγα αξίωμα; Εγώ Σου εζήτησα να γίνω μόνον Θεολόγος και όχι Μητροπολίτης. Εκ νεαράς ηλικίας Σου εζήτησα να με αξιώσης να γίνω ένας απλούς εργάτης του Θείου λόγου Σου, και Συ, Κύριε, τώρα με δοκιμάζεις με τόσα πράγματα. Αλλ’ υποτάσσομαι, Κύριε, εις το θέλημά Σου, και δέομαι, καλλιέργησε εντός μου την ταπεινοφροσύνην και τον σπόρον των λοιπών αγίων αρετών, δι’ ων τρόπων γνωρίζεις, και αξίωσόν με να ζήσω πάσας τας επί γης ημέρας μου συμφώνως προς τους λόγους του μακαρίου Παύλου, όστις λέγει: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Και ούτως ετέθη ο λύχνος επί την λυχνίαν, κατά την Ευαγγελικήν φωνήν, και πλούσιον ήρχισε να εκπέμπη πανταχού το φως των Ευαγγελικών αρετών του. Πάντες ου μόνον εν Καϊρω, αλλά και εν πάση τη Αιγύπτω ευσεβείς Χριστιανοί ητένιζον προς αυτόν μετά θαυμασμού δια τα εξέχοντα αυτού προτερήματα, και μετά πολλού σεβασμού ωμίλουν περί αυτού λέγοντες: «Ιδού ο άξιος του Υψίστου λειτουργός· ιδού ο κατάλληλος δια τον Πατριαρχικόν θρόνον της Αλεξανδρείας». Αλλ’ ο Άγιος εξηκολούθει να προσφέρη τας υπηρεσίας αυτού, ως και πρότερον, εν τη Εκκλησία μετά προθυμίας και ταπεινοφροσύνης, μηδέν έτερον διανοούμενος ή σκεπτόμενος, ειμή το πως να αρέση εις τον Κύριον και να φανή άξιος της μεγάλης κλήσεως ης ηξιώθη, καταστάς ούτω πρότυπον εν τη Ιεραρχία της Αλεξανδρείας, «εν λόγω, εν έργω, εν αναστροφή» και λοιποίς σπανίοις αυτού προτερήμασι, και ηγαπήθη τα μέγιστα υπό του Ορθοδόξου πληρώματος. Όσον δε παρήρχετο ο χρόνος, επί τοσούτον διεδίδετο η φήμη των περικοσμουσών αυτόν αρετών, προς χαράν και καύχησιν αγίαν των ευσεβών ομογενών. Αλλ’ ο δημιουργός της κακίας εχθρός, ο φθονήσας και τον Πρωτόπλαστον εν τω Παραδείσω της δόξης, δεν ήργησε να φανή, και οι σπείροντες τα ζιζάνια έτοιμοι προς επίθεσιν εναντίον του Αγίου Πατρός. Η αγαθή φήμη του, ήτις «ως τάχος αστραπής» πανταχού διήρχετο και διηχείτο, και η μεγάλη αγάπη του ευσεβούς λαού προς αυτόν, διήγειρεν, ως μη ώφελε, τον φθόνον των εν τοις Πατριαρχείοις της Αλεξανδρείας κατ’ αυτού, διότι «και των τελείων δυστυχώς άπτεται ο φθόνος», και ήρχισαν να διαδίδουν ότι δήθεν επιδιώκει να καταλάβη τον θρόνον της Αλεξανδρείας, πράγμα όπερ ουδόλως εσκέφθη ή διενοήθη ο Άγιος, αλλά πορευόμενος «εν πάση δικαιοσύνη και αληθεία την οδόν του Κυρίου» διηκόνει «εν αγαθή συνειδήσει» εν τη δοθείση αυτώ διακονία, αγαπών και σεβόμενος και σφόδρα εκτιμών τον ευεργετήσαντα αυτόν Πατριάρχην Σωφρόνιον. Ούτος όμως, παθών ως άνθρωπος, επείσθη εις πικράς διαβολάς, και ηνάγκασε τον Άγιον να αποχωρήση της θέσεως την οποίαν κατείχε, και εν συνεχεία να απομακρυνθή της Αιγύπτου και να πορευθή αλλαχού. Εδέχθη ο θείος Πατήρ την αδικίαν ταύτην και πικράν δοκιμασίαν εν πολλή ευχαριστία προς τον Κύριον, διότι τον ηξίωσε να συκοφαντηθή και διωχθή αδίκως, χωρίς να δώση την παραμικράν αιτίαν προς τούτο, ως εδιώχθησαν και εφθονήθησαν και πλείστοι Άγιοι της Εκκλησίας ημών, επί των οποίων τα ίχνη απροσκόπτως εβάδιζεν εν ευθυτάτη καρδία και Χριστιανική απλότητι, δεχόμενος γλυκείαν παρηγορίαν παρά των λόγων του Σωτήρος ημών: «Ει εμέ εδίωξαν, και υμάς διώξουσι…» και «μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης, ότι αυτών εστιν η Βασιλεία των ουρανών». Η διακονία του Αγίου, ως είπομεν, εν Αιγύπτω ήτο λίαν καρποφόρος και πλήρης «αγαθών πράξεων», η δε απομάκρυνσίς του εντεύθεν όλως άδικος, ήτις βαθύτατα ελύπησεν αυτόν, διότι απεχωρίζετο, άνευ λόγου τινός, προσφιλούς ποιμνίου υπεραγαπώντος αυτόν. Ο ευσεβής λαός έκλαυσε δια την απώλειαν τού καλού ποιμένος, και τούτο μαρτυρεί η εξής επιστολή: «Αι πολλαί ευεργεσίαι Σας προς πάντας τους επιδεομένους, ο λαμπρώς διακοσμηθείς Πατριαρχικός Ναός και τα ανακαινισθέντα εισί διαπρύσιοι κήρυκες της Υμετέρας αρετής και ικανότητος… μεγάλως θλιβόμεθα επί τη αναχωρήσει Σας, διότι αιαθανόμεθα εν τη καρδία ημών το εναπολειφθέν κενόν, ή λογιζόμεθα μεγάλην ζημίαν την στέρησιν του συμπαθεστάτου των Αρχιερέων, και του αγαθωτάτου και δραστηριωτάτου των Κληρικών». Η δοκιμασία αύτη, την οποίαν υπέστη εν πολλή καρτερικότητι και ανεξικακία ψυχής ο Άγιος Νεκτάριος, υπενθυμίζει τας θλίψεις και τα δεινά, τα οποία εδοκίμασαν οι μεγάλοι και επιφανείς Πατέρες της Αγίας Μητρός ημών Εκκλησίας. Αναχωρήσας κατ’ αυτόν τον τρόπον εξ Αιγύπτου ο τόσον δοκιμασθείς πράος και ανεξίκακος και ταπεινός Όσιος Πατήρ, χωρίς να γογγύση ή να είπη τι εναντίον των αδίκως διωκόντων αυτόν, αλλά μάλλον ευχόμενος υπέρ αυτών, ήλθεν εις Αθήνας τω 1889, επί τω σκοπώ να πορευθή εις Άγιον Όρος και μονάση εκεί, αν και πολλοί τον παρώτρυναν, εν οις και ο Επίσκοπος των Πατρών αείμνηστος Δαμασκηνός, όπως παραμείνη εν Ελλάδι, ένθα η ωφέλεια θα ήτο αρκετά μεγάλη, δια του κατά Χριστόν αγίου βίου αυτού και του θείου κηρύγματος. Εν Αθήναις ελθών εστερείτο παντελώς χρημάτων, διότι ό,τι επορίζετο εν Αιγύπτω διένεμεν εις τους πτωχούς και έχοντας ανάγκην και εξέδιδεν ωφέλιμα συγγράμματα δια το Χριστιανικόν πλήρωμα. Τοσούτον δε αφιλοχρήματος ήτο, ώστε πολλοί έλεγον: «Ο Πενταπόλεως και τα χρήματα δύο πράγματα αντίθετα». Ενώ δε εστερείτο και αυτού του ημερησίου άρτου, παρ’ ουδενός εζήτει, ζων εν Ευαγγελική ολιγαρκεία και πτωχεία, επί εν έτος δε παρέμεινεν αναζητών εργασίαν, αλλ’ ουδαμού εύρισκε κατανόησιν ή συναντίληψιν. Και τούτο ήτο προς δοκιμασίαν του Αγίου, δια να τον λαμπρύνη επί πλείον ο Θεός, γνωρίζων ότι έφερεν ευχαρίστως και καρτερικώς τους ποικίλους πειρασμούς και τας θλίψεις, δι’ ων «το δοκίμιον υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν», ως λέγει ο Αδελφόθεος θείος Ιάκωβος. Επί τέλους διωρίσθη Ιεροκήρυξ του νομού Ευβοίας τη 15η Φεβρουαρίου 1891, και τοιουτοτρόπως ο μέγας ούτος Ιεράρχης, ο λάμψας εν τη Εκκλησία της Αλεξανδρείας ως αστήρ φαεινός και επιφανώς εκείσε διαπρέψας δια του αγίου βίου του, του Αποστολικού ζήλου και των άλλων Ευαγγελικών αρετών, «ο πράος και ταπεινός τη καρδία», ο ένα μόνον σκοπόν έχων, την δόξαν του Κυρίου και «την οικοδομήν εν Χριστώ Ιησού» του πλησίον, εδέχθη εν πολλή ταπεινώσει και ευχαριστία προς τον Κύριον τον διορισμόν τούτον, και ήρχισε και αύθις την εντατικήν καλλιέργειαν εν τω αμπελώνι του Χριστού «ως καλός οικονόμος της δοθείσης αυτώ Χάριτος». Εκ της θέσεως του Ιεροκήρυκος Ευβοίας μετετέθη τη 19η Αυγούστου 1893 εις τον νομόν Φθιώτιδος και Φωκίδος, ως Ιεροκήρυξ και εδώ ο θείος Πατήρ, μέχρι του 1894. Αλλά τις να διηγηθή τον απαράμιλλον αυτού ζήλον, την πλουσίαν χρηστότητα, την αγάπην και την άλλην επιμέλειαν, την οποίαν επέδειξεν εν τω θείω κηρύγματι ο ταπεινός ούτος τω φρονήματι μέγας Ιεράρχης, προς ωφέλειαν του πλησίον και ηθικήν τελειοποίησιν εν τω Χριστωνύμω πληρώματι; Τόσον εν τη Ευβοία, όσον και εν Φθιώτιδι και Φωκίδι, αι Ευαγγελικαί αυτού αρεταί «υπέρ ήλιον» έλαμψαν, «ο λόγος της χάριτος» ο εκπορευόμενος εκ του στόματος αυτού έρρεεν ως ποταμός και η Εκκλησία του Χριστού εποτίζετο πλουσίως εκ των ζωηρρύτων τούτων ναμάτων. Ως άλλος Απόστολος ο θείος Πατήρ «ευηγγελίζετο την αιώνιον σωτηρίαν» εις τας περιοχάς αυτάς. Τους ζώντας εν αμαρτία παρεκίνει εις μετάνοιαν, τους ολιγοψύχους παρεκάλει εις αρετήν, εις τους προθύμους ενέπνεε πλείονα προθυμίαν εις το αγαθόν, «τύπος και παράδειγμα γενόμενος τοις πάσιν, ίνα πάντας ή πλείονας κερδήση». Η Εύβοια μετά της Φθιώτιδος και Φωκίδος ευφήμω στόματι ομολογούν την χάριν και κηρύττουν την ευεργεσίαν της θεία νεύσει διελεύσεως εξ αυτών του Αγίου πατρός ημών Νεκταρίου. Περατώσας και ενταύθα την ανατεθείσαν αυτώ εντολήν «εν φόβω Θεού και αγαθή συνειδήσει», προσεκλήθη τη 8η Μαρτίου τω 1894 και ανέλαβε την διεύθυνσιν της εν Αθήναις Εκκλησιαστικής Ριζαρείου Σχολής. Και ως ομολογείται, προ του διορισμού τού Αγίου ως διευθυντού η Σχολή αύτη δεν ήτο και εις τόσον ομαλήν, ως θα έπρεπε, κατάστασιν. Μόλις όμως ανέλαβε την διεύθυνσιν ούτος, ειρήνευσεν αύτη και έλαβε την κανονικήν της κατεύθυνσιν, διότι ως φιλόστοργος Πατήρ εφέρετο και εις τους μαθητάς και εις το λοιπόν προσωπικόν της Σχολής, απολαμβάνων βαθυτάτου σεβασμού και απείρου εκτιμήσεως και αγάπης παρά πάντων. Ήτο ο μόνος ενδεδειγμένος δια την θέσιν αυτήν, εις ην τον έθηκεν η θεία βουλή. Δια της αγιότητος του βίου του, της βαθείας μορφώσεώς του, της τε θύραθεν και της θείας, των πατρικών του παραινέσεων, επεβλήθη εις πάντας, και η Σχολή απέβη πραγματικόν φυτώριον των μαθητευομένων προς διακονίαν εν τη Εκκλησία. Η ζωή του εν αυτή ήτο ζωή μάλλον Μοναχού «εν οσιότητι και δικαιοσύνη» εν προσευχή και χρηστότητι και διηνεκεί μελέτη και συγγραφή ιερών βιβλίων, διδάσκων συγχρόνως εις τας ανωτέρας τάξεις Ποιμαντικήν και άλλα μαθήματα. Εν ενί λόγω η υπηρεσία του εις την Ριζάρειον Σχολήν αφήκεν εποχήν, ως περιτράνως ομολογούσιν οι τότε μαθητεύσαντες και ειδότες τον Όσιον άνδρα, και των αυτού καλών πείραν λαβόντες. Καίτοι βεβαρημένος υπό των καθηκόντων του διευθυντού της Σχολής δεν έπαυε να ιερουργή πάντοτε και να κηρύττη τον Θείον λόγον εν τω Παρεκκλησίω της Σχολής, όπου πολλοί εκκλησιάζοντο και ήκουον μετά θαυμασμού τον Άγιον Ιεράρχην ομιλούντα μετά δυνάμεως λόγου και σοφίας, και εξωμολογούντο εις αυτόν, και ελάμβανεν έκαστος την κατάλληλον θεραπείαν, και τα ανάλογα προς την νόσον της εαυτού ψυχής φάρμακα. Αλλά και εκτός της Σχολής, οσάκις του εδίδετο ευκαιρία, ιερούργει και εκήρυττε, τόσον εν Αθήναις, όσον και εν Πειραιεί, ένθα συνέτρεχον μετά πίστεως και ευλαβείας τα στίφη των ευσεβών. Η φήμη της πλουσίας διδασκαλίας του και η αγιότης του βίου είλκυε τους πάντας «ως ο μαγνήτης τον σίδηρον», ο δε διδακτικός του λόγος ήτο λίαν αποτελεσματικός και επέδρα σωτηρίως επί τας ψυχάς των ακουόντων, διότι ήτο «πρακτικός και άλατι ηρτυμένος», προερχόμενος εκ καρδίας «πεπληρωμένης Χάριτος», ο δε σεβασμός τον οποίον παρά πάντων απελάμβανεν ήτο βαθύτατος. Δυνάμεθα να είπωμεν ότι η διάβασις του Αγίου Νεκταρίου εκ των Αθηνών και του Πειραιώς ήτο επίσκεψις θεία και ευλογία Θεού, «επισκεψαμένου τον λαόν αυτού» δια του Αγίου τούτου Πατρός, όστις «ως άνθραξ του αϋλου πυρός» ανεζωπύρησε το θείον κήρυγμα, πλείστας ψυχάς ανέφλεξε προς θείον έρωτα, και ενεφύσησε θείαν πνοήν και θέρμην ουρανίαν εις την πνευματικήν ζωήν. Πολλάκις επεσκέπτετο την Εξαρχίαν του Παναγίου Τάφου και συνωμίλει μετά του τότε εκεί Εφημερίου, όντως πνευματικού ανθρώπου, προς ον εν μια ημέρα είπε τα εξής: «Όταν ο άνθρωπος κατανοήση τον προορισμόν αυτού και ότι είναι τέκνον του ουρανίου Πατρός, του άκρου δηλαδή αγαθού, μετά περιφρονήσεως βλέπει τα αγαθά του κόσμου τούτου· ναι, υποφέρει ο ενάρετος άνθρωπος πειρασμούς και εξευτελισμούς εν τω κόσμω τούτω, χαίρει όμως εν τω βάθει της καρδίας αυτού, και διότι έχει αναπεπαυμένην την συνείδησίν του· μισεί ο κόσμος και περιφρονεί τους εναρέτους άνδρας, ζηλεύει όμως αυτούς, διότι, ως έλεγον οι πρόγονοι ημών, αρετήν και πολέμιος θαυμάζει. Κατά την θερινήν περίοδον του έτους 1898, άμα τη διακοπή των μαθημάτων, επεσκέφθη τας Ιεράς Μονάς του Αγίου Όρους ως ευλαβής προσκυνητής των ιερών παοδευτηρίων της ασκητικής πολιτείας και κατά Χριστόν φιλοσοφίας, της οποίας άκρος εραστής ετύγχανε, κατά τον Μέγαν Θεολόγον Γρηγόριον. Η ταπεινοφροσύνη του, η πραότης του, η πηγαία ευλάβεια της ψυχής του, και γενικώς η απλότης και η χρηστότης των τρόπων του, πολύν θαυμασμόν προεξένησαν εις τους εκεί Οσίους Μοναχούς, δεχομένους και βλέποντας εν τω προσώπω τού Αγίου τους πάλαι Αγίους Ιεράρχας της Εκκλησίας ημών Βασίλειον τον Μέγαν, Γρηγόριον τον Θεολόγον και άλλους. Φθάσας εις την Μονήν Σίμωνος Πέτρας, επεσκέφθη το Γηροκομείον αυτής, όπου ευρών υπέργηρον κλινήρη Μοναχόν, έκυψε και ησπάσθη αυτόν εις το στόμα «εν φιλήματι αγίω». Γράφω δε τούτο ως ιδιάζον χαρακτηριστικόν της τελείας ευλαβείας και ταπεινώσεως του Αγίου. Πανταχού δύναται τις ειπείν, όπου και αν ευρίσκετο ο Άγιος, ήτο ζων παράδειγμα και έμψυχος εικών αρετής, ευσεβείας και διδασκαλίας, «και σιγών και φθεγγόμενος», κατά την θείαν φωνήν, ως αληθής μαθητής του Κυρίου. Kατ’ εκείνην την εποχήν εχήρευσεν ο Πατριαρχικός θρόνος Αλεξανδρείας, του Πατριάρχου Σωφρονίου εκδημήσαντος προς Κύριον, και πάντες προς το σεπτόν πρόσωπον του Οσίου απέβλεψαν, θεωρήσαντες τούτον τον πλέον κατάλληλον καθ’ όλα δια το ύπατον τούτο αξίωμα. Αλλ’ ο ταπεινόφρων Νεκτάριος απέφυγε την εκλογήν ταύτην, σκοπόν έχων να διέλθη το υπόλοιπον της ζωής του ως Μοναχός εν τινι Μονή εν αδιαλείπτω προσευχή και ενώσει προς τον Κύριον, ως ενθέρμως και ολοψύχως επόθει. Ως είπομεν, ο προς την μοναχικήν ζωήν πόθος του ήτο διακαής, και γυναίκες τινές, λίαν ευλαβείς, εξομολογηθείσαι εφανέρωσαν εις αυτόν την επιθυμίαν να μονάσουν υπό την πεφωτισμένην πνευματικήν οδηγίαν και διακυβέρνησιν αυτού, οπότε και απεφάσισε πλέον οριστικώς να προβή εις ίδρυσιν γυναικείας Μονής, θεωρήσας τούτο, ως και ήτο, θέλημα Θεού. Ανεζήτει όθεν τον κατάλληλον τόπον, και ούτος υπήρξεν εν τη νήσω Αιγίνη, όπου και ίδρυσε την Ιεράν και Σεβασμίαν αυτού Μονήν. Εις την ίδρυσιν ταύτης προέβη ο Άγιος Νεκτάριος το πρώτον κατά το 1904, διευθυντής έτι ων της Ριζαρείου Σχολής, τη εγκρίσει του τότε Μητροπολίτου Αθηνών Θεοκλήτου. Η εν Αιγίνη τοποθεσία αύτη καλείται «Ξάντος» και έχει προς το βόρειον μέρος τον λόφον, εν ω υπήρχεν η παλαιά χώρα της Αιγίνης μετά της Επισκοπής του Αρχιεπισκόπου Αγίου Διονυσίου του Ζακυνθίου, εν μέσω πολλών Ναών και Παρεκκλησίων, εκ των οποίων τινά σώζονται μέχρι σήμερον, απέχει δε της εν παραλία νέας πόλεως περί την μίαν και πλέον ώραν. Εν τη περιόπτω ταύτη τοποθεσία υπήρχε παλαιά Μονή επ’ ονόματι της Ζωοδόχου Πηγής ημικατεστραμμένη, εν η κατά την παράδοσιν των κατοίκων ήσκησεν η εξ Αιγίνης Οσία Αθανασία, ακμάσασα κατά την Βυζαντινήν περίοδον και εορταζομένη τη 18η Απριλίου. Ταύτην την Μονήν επανεσύστησε και επανίδρυσεν ο Άγιος Νεκτάριος επ’ ονόματι της Αγίας Τριάδος, και παραιτηθείς το 1907 της διευθύνσεως της Ριζαρείου Σχολής εγκατεστάθη οριστικώς εν αυτή. Προ όμως της παραιτήσεώς του είχεν αποστείλει εκεί, εν τη παλαιά Μονή, τας εν Αθήναις πνευματικάς μαθητρίας του, τας επιθυμούσας να περιβληθούν το Αγγελικόν Σχήμα, μεθ’ ων ήτο και η τυφλή Ξένη, η χρηματίσασα πρώτη Ηγουμένη και διαπρέψασα επ’ αρετή και οσιότητι, προστεθεισών δε και ετέρων εις τας υπαρχούσας τότε εκεί απετελέσθη η πρώτη αδελφότης τής επανιδρυθείσης Ιεράς Μονής. Προ της εγκαταστάσεως του Αγίου εν τη Μονή της Οσίας Αθανασίας είδεν ο τότε Εφημέριος αυτής Νικόλαος το εξής χαρακτηριστικόν όραμα. Τω εφάνη ότι εισήλθεν εις μεγαλοπρεπή αίθουσαν, εν τη οποία ήτο καθημένη επί θρόνου δόξης μεγαλοπρεπής γυνή, κρατούσα εις τας αγκάλας της βρέφος λαμπρότατον, όπερ προσεκύνησε και ησθάνθη δρόσον γλυκείαν εισελθούσαν εν τω στόματί του. Ιστάμενος περιδεής προ της υπερλάμπρου γυναικός ο Ιερεύς, ήκουσε φωνήν «Έρχεται ο Νεκτάριος», και εν τω άμα εισήλθεν ο Άγιος, εγερθείσα δε εκ του θρόνου και η φαινομένη εκείνη γυνή και πλησιάσασα αυτόν είπεν· «Ενθυμείσαι ότι ήλθα να σε πάρω προ καιρού, αλλά σε αφήκα, διότι αι Μοναχαί έχουν ανάγκην της προστασίας σου». Τούτο ασφαλώς εδήλου ότι η Κυρία Θεοτόκος είχεν υπό την ιδιαιτέραν προστασίαν Της τον Άγιον, προς αποπεράτωσιν του αρξαμένου πνευματικού του έργου εν τη Ιερά αυτού Μονή, διασώσασα αυτόν ποτε εκ δεινής και επικινδύνου νόσου. Εγκατασταθείς ο θείος Πατήρ εις την Μονήν αυτού και απαλλαγείς άλλων φροντίδων και μεριμνών, επεδόθη μετά πολλού ζήλου εις την όσον το δυνατόν τελειοτέραν κατάρτισιν του μεγάλου αυτού έργου, του ήδη τη του Θεού βοηθεία αρξαμένου. Τις δύναται να διηγηθή οίους κόπους και αγώνας κατέβαλλε νύκτα και ημέραν φροντίζων και κοπιών και εργαζόμενος υπέρ της ρυθμίσεως και ευταξίας και αυξήσεως της σεπτής Μονής του; Εφαρμόσας εν αυτή τέλειον κοινοβιακόν σύστημα, άγρυπνος διετέλει δια την εφαρμογήν των επί τούτω θείων των Αγίων Πατέρων Διατυπώσεων και των λοιπών μοναστικών Κανόνων, εν τη κεκανονισμένην προς Θεόν δοξολογία και ψαλμωδία και τη έξωθεν ευταξία και σεμνότητι, τη πρεπούση εις Μοναχάς, ζώσας την κατά Χριστόν ζωήν και πολιτείαν. Παν το απάδον απέτρεπε και εκαλλιέργει ως φιλόστοργος Πατήρ εις τας ψυχάς των μοναζουσών τον φόβον του Θεού, την ευλάβειαν, την κατάνυξιν, την προς αλλήλας αγάπην, την χριστομίμητον υπακοήν, ζων ως τέλειος Μοναχός και Ασκητής, λιτότατος την δίαιταν, απλούς τους τρόπους, άκακος, ταπεινός και πράος τη καρδία. Ο Άγιος ετέλει ο ίδιος και καθήκοντα Εφημερίου εν τη Μονή, και πλείστας χειρωνακτικάς εργασίας και τινας βαρείας και σκληράς, καλλιερών τους κήπους και αγρούς της Μονής, και ποτίζων αυτούς δι’ ύδατος μεταφερομένου υπ’ αυτού εκ μακρινής αποστάσεως. Και όχι μόνον αυτά, αλλά και αύλακας ήνοιγε και οχετούς ητοίμαζε, και λίθους μεγάλους μετέφερεν επί των ώμων του δια την οικοδόμησιν και συμπλήτωσιν των κελλίων της Μονής, και αυτά τα υποδήματα των Μοναχών επιδιώρθωνεν «ιδίαις χερσί», και εν ενί λόγω υπέβαλλεν εαυτόν ο μακάριος εις αυστηροτάτην άσκησιν, δια της οποίας ενεκρώθη τελείως εν τω κόσμω, και έζη βίον «έξω κόσμου και σαρκός, υπέρ τα ορώμενα» κατά τον θείον Θεολόγον Γρηγόριον. Η αγγελική αύτη ζωή του Αγίου τον ανέδειξεν επάξιον δοχείον των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, ούτινος τας αϋλους ελλάμψεις «όλος ενθεώτατος» εδέχετο εν τη ψυχή του και πλουσίαν την Χάριν των θαυμάτων έλαβε παρά Κυρίου, ως αληθής θεράπων και φίλος αυτού, η δε φήμη του ως Αγίου και θαυματουργού διεδίδετο όχι μόνον απ’ άκρου εις άκρον της νήσου, αλλά και πέραν των ορίων αυτής. Πλείστοι δε προσέτρεχον πανταχόθεν προς αυτόν και ελάμβανον τα προς σωτηρίαν αιτήματα, παραμυθούμενοι και θεραπευόμενοι ψυχή τε και σώματι παρά του Αγίου Πατρός, πολλοί δε αμαρτωλοί και άπιστοι μετεβάλλοντο δια του λόγου και της θαυματουργικής Χάριτος αυτού και έχαιρεν η νήσος Αίγινα πλουτήσασα τοιούτον θεοφόρον άνδρα εν τοις εσχάτοις τούτοις καιροίς. Προς ταις σωματικαίς ασκήσεσιν ο Άγιος είχε παραλλήλως, ή μάλλον του ήσαν κύριον έργον, αι πνευματικαί θεωρίαι και η αδιάλειπτος νοερά προσευχή, η τελουμένη δια του ενδιαθέτου εν τη καρδία λόγου, δια της οποίας μετηρσιούτο ο νους του ως του μεγάλου Πατρός Αγίου Αρσενίου, εξαιρετική δε γλυκύτης επεχύνετο επί της γαληνιαίας μορφής του, εμφαίνουσα την κεκρυμμένην εν τη αγία αυτού ψυχή δόξαν και λαμπρότητα, εν τη αγιαστική Χάριτι του Αγίου Πνεύματος. Συχνάκις απεσύρετο επί ώρας «εν τω ταμείω του» και προσηύχετο νοερώς προς τον Θεόν, παρ’ ου ελάμβανεν ό,τι εζήτει, ή κάλλιον ειπείν, κατά τον Αδελφόθεον Ιάκωβον, «πάσαν δόσιν αγαθήν και παν δώρημα τέλειον». Δεχθείς ο Άγιος τον πλούτον της πνευματικής ζωής, μετέδιδεν εξ αυτού πλουσίως και εις τα πνευματικά τέκνα, τας Μοναχάς, διδάσκων αυτάς τα καλά και τας αντιμισθίας της αγίας ταύτης ζωής, και συνιστών εις αυτάς να αποφεύγουν «ταχυτάτω ποδί» τας μετά των κοσμικών συναναστροφάς και συνομιλίας, ως λίαν επιβλαβείς και φθοροποιούς δια τας Μοναχάς, και δια τούτο, όταν προσήρχοντο εις την Μονήν επισκέπται, τους εδέχετο η τυφλή Ηγουμένη Ξένη μετ’ άλλης γεροντίσσης τη ηλικία Μοναχής. Εάν ποτέ ερχομένους επισκέπτας δεν αντελαμβάνοντο μακρόθεν και εύρισκον ούτοι τον Άγιον έξω της Μονής εργαζόμενον, ήτο αδύνατον να τον γνωρίσουν, λόγω της ευτελούς ενδυμασίας του, και εξίσταντο σφόδρα, όταν αργότερον, ζητούντες να τον ίδωσιν, ανεγνώριζον ότι ο ζητούμενος ήτο εκείνος ο ευτελής εργάτης, ενδεδυμένος ήδη τα ράσα του. Ο σωτήριος του Αγίου λόγος ήτο και αυστηρός όπου έδει, και επιεικής όπου θα έπρεπε να συγκαταβαίνη ταις ανθρωπίναις αδυναμίαις, η δε ιερά αυτού Μονή πραγματικόν φυτώριον αρετής και νοητός πυρσός και φάρος δια τους ποικίλως κινδυνεύοντας και πικρώς θαλαττεύοντας εν τω πελάγει του παρόντος βίου. Η θαυμαστώς χαριτώσασα τον Άγιον Χάρις του Θεού έδωκεν εις αυτόν, ως και προείπομεν, το χάρισμα της θαυματουργίας, και περιγράφομεν τινά εκ των θαυμάτων, άτινα ετέλεσε ζων: Γυνή τις πάσχουσα εκ σφοδράς κεφαλαλγίας και μη δυνηθείσα να θεραπευθή υπό των ιατρών, προσήλθεν εις τον Άγιον, όστις προσευχηθείς εθεράπευσεν αυτήν. Εκ Λαμίας προσήλθε τις εις τον Άγιον πάσχων χρονίως εκ σεληνιασμού, προς ον αναγνώσας ο Όσιος ευχάς τινας εκ των εξορκισμών, εθεραπεύθη ευθύς ο άνθρωπος και επέστρεψεν εις την πατρίδα αυτού υγιής, δοξάζων τον Κύριον. Ανομβρία δεινή εμάστιζε ποτε την Αίγιναν, απειλούσα καταστροφήν, και τότε οι κάτοικοι προσήλθον εις τον Άγιον, παρακαλούντες να προσευχηθή προς κατάπαυσιν του δεινού. Ο Άγιος δεχθείς την αίτησιν των ευσεβών Αιγινητών ανήλθε μετά των μοναζουσών εις την Επισκοπικήν Εκκλησίαν του Αγίου Διονυσίου δια να ιερουργήση και να παρακαλέσουν ομού τον Κύριον όπως λυπηθή την πάσχουσαν νήσον και εξαποστείλη την εξ ύψους ευλογίαν του· δεν είχεν εισέτι τελειώσει η θεία Λειτουργία, και επακούσας ο Θεός της δεήσεως του δούλου αυτού έστειλεν άφθονον βροχήν εις την διψώσαν νήσον, ήτις βροχή διήρκεσεν έως το εσπέρας. Το αυτό θαύμα επανελήφθη και άλλοτε, οπότε έπασχεν η νήσος και πάλιν εκ της ανομβρίας, και προσευχηθέντος του Αγίου, ήλθεν εξ ουρανού άφθονος βροχή και «εμεθύσθησαν, κατά τον Δαβίδ, αι αύλακες» της γης. Μοναχή τις πάσχουσα από παράλυσιν της κεφαλής προσήλθεν εις τον Άγιον ιερουργούντα, κατά την στιγμήν της Θείας Μεταλήψεως, αλλά βλέπουσα αυτόν λάμποντα εκ θείου φωτός εδειλίασε να πλησιάση. Εκείνος, εννοών αυτήν, λέγει: Διατί δεν πλησιάζεις; Πρόσελθε. Τότε αυτή προσήλθε προς μετάληψιν των Θείων Μυστηρίων εκ χειρός του Αγίου, οπότε και αντελήφθη ότι την ήγγισε τις εκ των όπισθεν εις την κεφαλήν, και ευθύς απηλλάγη εκ της ασθενείας αυτής, δια της χάριτος του Αγίου. Κόρη τις επταέτις εκ του χωρίου Χαλασμένη, πάσχουσα εκ χρονίων και αδιαλείπτων πυρετών, μετεφέρθη υπό των γονέων της εις τον Άγιον, παρ’ ου εύρε την τελείαν θεραπείαν. Άλλη τις κόρη ηρραβωνισμένη, εκ μαγείας και σατανικής ενεργείας ήλθεν εις δεινήν νευροπάθειαν ή μάλλον παραφροσύνην, ήτις προσελθούσα εις τον Άγιον και εξομολογηθείσα εύρε την θεραπείαν της, κατόπιν αναγνώσεως ευχών τινών επ’ αυτής υπό του Αγίου, και επιθέσεως των αρχιερατικών του αμφίων, διηγουμένη έκτοτε το γεγονός επ’ αυτήν θαύμα δια της χάριτος του θαυματουργού Αγίου Νεκταρίου. Προ του αποκλεισμού, κατά τον πρώτον παγκόσμιον πόλεμον, αι Μοναχαί ηθέλησαν να αποθηκεύσουν επί πλέον σίτον και άλλα είδη επισιτισμού δια το προβλεπόμενον εκ του πολέμου δεινόν μέλλον, αλλ’ ο θείος Πατήρ επέπληξεν αυτάς σφοδρώς ειπών· «Εάν κάμετε αυτό που λέγετε, εξάπαντος θα πεινάσωμεν». Και ούτως ηρκέσθησαν εις την κατ’ έτος συνήθη προμήθειαν των ειδών επισιτισμού δια την Μονήν. Αλλ’ ω των θαυμασίων σου Κύριε! εκ τούτων «έφαγον και εχορτάσθησαν», κατά τον Προφητάνακτα, όχι μόνον η Αδελφότης τής Μονής, αλλά και πάντες οι προσερχόμενοι κατά την περίοδον εκείνην, εκδήλου γενομένης της Χάριτος και ευλογίας του Αγίου εκ τούτου. Η τεταγμένη αδελφή προς διακονίαν του Αγίου έβλεπε, και ιδία οπότε ησθένει ο Όσιος, νέον τινά καθ’ ύπνους, όστις παρίστατο εις τον Άγιον, και εις ερώτησιν της αδελφής μη τι έχει ανάγκην τινός ο Πατήρ, απήντα· «εγώ σε ειδοποιώ οπότε παραστή ανάγκη τις». Τον αυτόν νέον όχι μόνον καθ’ ύπνους έβλεπεν η εν λόγω αδελφή, αλλά και εν εγρηγόρσει εθεώρει αυτόν, και μάλιστα οπότε ιερούργει ο Άγιος παρίστατο πλησίον του, και εφαίνετο ενδεδυμένος στρατιωτικήν ενδυμασίαν, με αστραπηφόρον μορφήν. Άλλη αδελφή εξυπηρετούσα εν τω Ναώ ως Υποδιάκονος, εις ώραν καθ’ ην ιερούργει ο Άγιος, και ακριβώς εις το «Τα σα εκ των σων», είδε μεγαλοπρεπεστάτην Κυρίαν, κρατούσαν βρέφος εις τας αγκάλας της, ήτις εισελθούσα εκ της Ωραίας Πύλης εστάθη πλησίον του Αγίου, και εκφωνηθέντος του «Εξαιρέτως» ήπλωσε τας χείρας της και έδωκε το βρέφος εις αυτόν. Τούτο είδεν η αδελφή εν εγρηγόρσει, οφθαλμοφανώς. Πλείστα είναι τα θαύματα, άτινα ετέλεσεν ο Άγιος ζων, και άτινα διηγούνται οι ευσεβείς Αιγινήται και αι αδελφαί της Μονής, εκ των οποίων ανεγράψαμεν ολίγα προς δόξαν Θεού και τιμήν και έπαινον του Αγίου. Η Αίγινα εδέχθη ως ευλογίαν Θεού και εξαιρετικήν χάριν την έλευσιν και εγκαταβίωσιν εν αυτή του Αγίου Νεκταρίου, και εις εκάστην ανάγκην και θλίψιν προσέτρεχον μετά πολλής της πίστεως εις τον Άγιον και εύρισκον την θεραπείαν συμβαινόντων περιστατικών και άλλων ποικίλων στενοχωριών και αναγκών, διότι έβλεπον την επανθούσαν θείαν Χάριν εις τον Άγιον και την θαυματουργικήν δύναμιν, την οποίαν έλαβε παρά Θεού, και δια της οποίας ευηργέτει τους έχοντας ανάγκην. Αλλά και εις το συγγράφειν ιεράς συγγραφάς και βιβλία πλούσιον είχε το χάρισμα ο Άγιος, προς δόξαν της Εκκλησίας και ωφέλειαν του πλησίον, υπέρ ου ηνάλωσε όλον τον βίον, άτινα μαρτυρούν την πολυμάθειαν αυτού και τον πλούτον της θύραθεν και της θείας Σοφίας, και αποπνέουν την ευωδίαν της ευσεβείας και το γλυκύτατον άρωμα του Παναγίου Πνεύματος. Αλλ’ ο εχθρός της αληθείας, βλέπων «δολίω και φθονερώ βλέμματι» το συντελούμενον μέγα έργον του Αγίου εφρύαττε και προσεπάθει να ανακόψη την θεοφιλή ταύτην και σωτήριον πορείαν. Και ιδού ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος, όστις προθύμως έδωκεν άδειαν προς ίδρυσιν της Μονής, υπείκων εις διαβολάς κατά του Αγίου, πολύ ύστερον έθλιψεν αυτόν, αποστέλλων κατ’ έτος Ιερέα ανακριτήν, όστις ανέκρινε τον Όσιον Πατέρα, μη τι επιλήψιμον ανεύρη, ως διελογίζετο, προς διάλυσιν της Μονής. Τα αυτά και χείρονα τούτων έπραξε και ο διάδοχος του Θεοκλήτου Μελέτιος Μεταξάκης. Αλλ’ ο Άγιος εν πολλή ταπεινώσει και ανεξικακία και ευχαριστία προς Θεόν υπέμεινε τα πάντα, και έχων ακλόνητον πεποίθησιν επί Κύριον ίστατο, κατά τον Ψαλμωδόν, ως «Όρος Σιών» μηδέν υφορώμενος, και «επορεύετο την οδόν του Κυρίου», καταβάλλων κόπους και προσπαθείας υπέρ της τελειοτέρας καταρτίσεως της Ιεράς αυτού Μονής. Ούτως ηγωνίζετο ο μακάριος τον καλόν της αρετής και ασκήσεως αγώνα, ότε ησθένησεν εκ προστατίτιδος, και υπέφερεν επί εν και ήμισυ έτος οδυνηρούς πόνους, αποκρύπτων την τοιαύτην ασθένειαν μέχρις ολίγου χρόνου προ της μακαρίας κοιμήσεώς του. Εν τοιαύτη τελών καταστάσει ηθέλησε κατά τα μέσα του Αυγούστου να υπάγη και προσκυνήση την θαυματουργόν Εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου, την ευρισκομένην εν τη Ιερά Μονή της Χρυσολεοντίσσης, απέχουσαν μίαν περίπου ώραν εκ της Μονής της Αγίας Τριάδος. Επειδή δεν ήτο δυνατόν να υπάγη πεζή, λόγω της βασανιζούσης αυτόν ασθενείας, επέβη ημιόνου συνοδευόμενος υπό των Μοναζουσών Αθανασίας και Ευφημίας, και της τρίτης Αγαπίας τότε καλουμένης, νυν δε Νεκταρίας. Εν τη Μονή ταύτη παρέμεινεν επί δεκαπέντε περίπου ημέρας ησυχάζων, μελετών και προσευχόμενος γονυκλινής προ της θαυματουργού Εικόνος της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποίαν σφόδρα ηυλαβείτο, παρακαλών όπως παραταθή επί τινα εισέτι έτη η επί γης ζωή αυτού, προς ολοκλήρωσιν του εν τη Ιερά Μονή έργου του, πλην όμως ανέθετε τα πάντα εις το θέλημα του Κυρίου, εις ο ολοψύχως υπετάσσετο. Προσκυνήσας δια τελευταίαν φοράν την ιεράν της Θεομήτορος Εικόνα, γονυπετής και με δακρυβρέκτους οφθαλμούς προσευχηθείς μυστικώς, όπισθεν δε αυτού εδέετο παρακολουθούσα η μία εκ των συνοδών αυτού Μοναχή Νεκταρία, και εξελθών επέστρεψεν επί ημιόνου εις την Ιεράν Μονήν του. Φθάσας εις τι σημείον του δρόμου, ένθα δείκνυται πέτρα έχουσα εγκεχαραγμένον το σημείον του Τιμίου Σταυρού, και κατελθών του ζώου, ήρχισε πάλιν να προσεύχεται με υψωμένα τας χείρας και τους οφθαλμούς εις τους ουρανούς, εν υψηλή και κρυφία θεωρία και εκστάσει. Βλέπουσα ταύτα η εν λόγω αδελφή υπέθεσεν ότι έπαθε τι και έσπευσε να τον κινήση, οπότε και διέκοψε τον Άγιον, ειπόντα προς αυτήν: «Με διέκοψες από την προσευχήν μου». Και πάλιν οι οφθαλμοί του ήσαν πλήρεις δακρύων, τους οποίους αφού απεσπόγγισεν, εστράφη βλέπων προς τον ορίζοντα και είπε· «Ας ευλογήσω δια τελευταίαν φοράν το Μοναστηράκι μου και τους Χριστιανούς της νήσου, διότι εντός ολίγου θα απέλθω». Εξεπλάγη η Νεκταρία ακούσασα αυτά και είπε· «Που θα απέλθης»; «Εις τους ουρανούς», απήντησε ο θείος Πατήρ. Τούτο φανερώνει καθαρώς ότι ο Κύριος τω απεκάλυψεν, ότι εντός ολίγου τον προσλαμβάνει πλησίον του, εις τας αιωνίους Μονάς τής ατελευτήτου Βασιλείας, «ίνα αναπαύσηται εκ των κόπων αυτού». Επανήλθεν εις την Μονήν και μετ’ ολίγας ημέρας, τη επιμόνω συστάσει και παρακλήσει των αδελφών, μετεφέρθη και εισήχθη εις το εν Αθήναις Αρεταίειον νοσοκομείον προς θεραπείαν. Άμα τη αφίξει του Αγίου εκεί, συνοδευομένου υπό αδελφών, εξεπλάγησαν οι εν τω νοσοκομείω επί τη τοσαύτη ταπεονώσει και απλότητι του Αγίου, αλλά και τη πολλή αυτού πτωχεία, μαθόντες ότι είναι Μητροπολίτης, διότι εξέλαβον αυτόν ως ένα απλούν Γέροντα Μοναχόν. Εις το Αρεταίειον παρέμεινε νοσηλευόμενος επί πεντήκοντα και πλέον ημέρας, και τη 8η Νοεμβρίου, προ του μεσονυκτίου, επιφωσκούσης της 9ης του 1920 παρέδωκε πλήρης ουρανίου γαλήνης και χαράς την μακαρίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού ζώντος, ον εκ νεότητος ηγάπησε και δι’ όλου του βίου εδόξασεν, άγων το 74 έτος της ηλικίας, γενόμενος προσθήκη τοις απ’ αιώνος Αγίοις κατά τον Άγιον Βασίλειον. Εχάρησαν οι Άγιοι Ιεράρχαι απολαβόντες τον εφάμιλλον αυτοίς Ιεράρχην, οι Όσιοι τον Όσιον και πάντες οι Άγιοι τον μιμητήν αυτών και ισότιμον, ο δε Πανάγαθος Θεός και Κύριος της δόξης έστεψεν αυτόν «τω διαδήματι του αθανάτου κάλλους και τω στεφάνω της αφθαρσίας». Έν περίπου έτους προ της μακαρίας κοιμήσεως του θεοφόρου τούτου Πατρός, αδελφή τις εκ της Ιεράς αυτού Μονής ήκουσε καθ’ ύπνους ως εν οράματι φωνήν λέγουσαν· «Ο Πατήρ απέρχεται εις ουρανίους κατασκηνώσεις, όπου ήχος καθαρός εορταζόντων». Επίσης άλλη αδελφή, κατά το αυτό διάστημα, είδε νέον χρυσοστόλιστον ως λαμπρόν αξιωματικόν, όστις ελθών εζήτει τον Άγιον. Εις ερώτησιν εκείνης «Τι τον θέλεις»; Απεκρίθη ο φανείς λαμπρός νέος εις αυστηρόν ύφος ότι «Δεν ημπορώ να τον αφήσω πλέον, διότι ανήκει εις τους ουρανούς, και αρκετά σας τον αφήσαμεν». Επίσης καθ’ ο διάστημα ενοσηλεύετο εις τας Αθήνας, ετέρα αδελφή, Μοναχή και αύτη εκ της σεπτής Μονής του, είδεν εν οράματι ότι ευρέθη εις τι ωραίον μέρος, ένθα υπήρχε νεόκτιστον παλάτιον εκ λαξευτής πέτρας, και το οποίον παρετήρει και περιειργάζετο νέος τις μήπως είχεν ατέλειάν τινα. Ευρών δε αυτό κατά πάντα τέλειον, το έκλεισε και ίστατο· ηπόρησε βλέπουσα τούτο η αδελφή, και ηρώτησε τον νέον τίνος είναι το λαμπρόν τούτο παλάτιον· «Του Νεκταρίου», απεκρίθη εκείνος. Αλλ’ η Μοναχή εξηκολούθει να απορή και διελογίζετο· «Που άρα εύρεν ο Άγιος τοιούτον παλάτιον, πτωχότατος ων»; Και ηρώτησεν εκ δευτέρου, οπότε και έλαβε την δευτέραν απάντησιν εντονωτέραν ότι «Είναι του Νεκταρίου». Ταύτα πάντα μαρτυρούν τας πλουσίας αντιμισθίας και τας ουρανίους αμοιβάς, τας οποίας εύρεν ο Άγιος, δια την καθαρότητα της ζωής του, τους ατρύτους οσίους καμάτους του, τους υπέρ της αρετής και ευσεβείας αγώνας του, τους αδίκους διωγμούς και τας κατηγορίας και διαβολάς και συκοφαντίας, άτινα μεγαλοψύχως εν πλήρει γαλήνη και αγάπη υπέμεινε, και προ παντός δια την μεγάλην, την άπειρον, ως είπεν, ταπείνωσίν του και πραότητα και ανεξικακίαν, αρετάς, αίτινες τον ανέδειξαν τέλειον μαθητήν του Κυρίου, πάμφωτον αστέρα της Εκκλησίας και αληθές εκτύπωμα και ίσον εν δόξη των πάλαι Αγίων· «Τους γαρ δοξάζοντάς με δοξάσω», λέγει Κύριος Παντοκράτωρ. Σύμπασα η νήσος Αίγινα εθρήνησε μεγάλως επί τη προς Κύριον εκδημία του Αγίου Νεκταρίου, και πάντες οι εκείσε Χριστιανοί έκλαιον την στέρησιν του θαυματουργού προστάτου των, μετά πολλής δε ευλαβείας απεδέχθησαν το Ιερόν σκήνωμα, κρουομένων πενθίμως των κωδώνων όλων των Εκκλησιών της νήσου. Μετά πάροδον ολίγης ώρας από της αυτού κοιμήσεως άρρητος ευωδία εξεχύθη παραδόξως εκ του τιμίου λειψάνου, ήτις επλήρωσε την αίθουσαν εις την οποίαν κατέκειτο, προς έκπληξιν και θαυμασμόν πάντων των εν τω νοσοκομείω ευρισκομένων, γνωσθείσης τότε αναφανδόν πλέον της κεκρυμμένης αγιότητος του Οσίου Πατρός. Εκ της αιθούσης τον μετέφερον εις τον Ναόν του θεραπευτηρίου, και εκείθεν δι’ αυτοκινήτου εις Πειραιά εις τον Ιερόν Ναόν της Αγίας Τριάδος, ένθα πολλοί προσήρχοντο και τον προσεκύνουν και μετ’ εκπλήξεως παρετήρουν ευώδες μύρον εκβλύζον εκ του προσώπου του, εξ ου η κόμη και η γενειάς ήσαν περίρρυτοι. Εκείθεν αυθημερόν μετέφερον αυτό εις Αίγιναν, όπου ως προείπομεν «εν κλαυθμώ και κοπετώ», κατά την Προφητικήν φωνήν, και εν πολλή ευλαβεία υπεδέχθησαν αυτό, και εκ του λιμένος μέχρι της Μονής το μετέφερον κρατούντες το φέρετρον εις τας χείρας, καθ’ όλην δε την διαδρομήν άρρητος και ουρανία ευωδία ανεδίδετο εξ αυτού, ο δε Άγιος εφαίνετο ως κοιμώμενος επισκιασάσης επ’ αυτόν, κατά τον Άγιον Γρηγόριον Θεσσαλονίκης, της Χάριτος του Παρακλήτου, και τέλος αι Μοναχαί υπεδέχθησαν αυτό μετά κλαυθμών και θρήνων. Ψαλείσης της ακολουθίας της κηδείας ετάφη εν συρροή Κλήρου και λαού εν τω προαυλίω της Μονής παρά τω εκεί πεύκω. Κατά την ημέραν της οσίας κοιμήσεως του Αγίου ο σύζυγος ευσεβούς τινός γυναικός, στερούμενος πίστεως και ευλαβείας, έτυχε κατά καλήν σύμπτωσιν να ασπασθή την δεξιάν του Αγίου κατά την μεταφοράν του τιμίου λειψάνου του εις Αίγιναν, παραδόξως δε τότε ησθάνθη αυτήν θερμήν και απαλήν, και θαυμάσας επί τούτω μετεβλήθη και εγένετο, τη χάριτι του Αγίου, τη αληθεία πιστός και ευσεβής. Τούτο ιδούσα η γυνή αυτού και επειδή δεν έτυχε και αύτη να προσκυνήση το ιερόν του Αγίου λείψανον, ελυπήθη εκ τούτου σφόδρα· και ιδού την επομένην νύκτα βλέπει εν οράματι ότι ευρέθη εις τινα Ιερόν Ναόν, εις του οποίου την Ωραίαν Πύλην ίστατο ο Άγιος ιερουργών ολολαμπής περιχεόμενος ουρανίω φωτί, ο δε ευρισκόμενος εκεί πιστός λαός εφώναζε· «Ο Νεκτάριος ηγίασε». Τότε η γυνή αύτη μετά του τέκνου της διέσχισε το πλήθος, και πλησιάσασα τον Άγιον έλαβε την ευλογίαν, και πλησθείσα ουρανίου χαράς, της εφάνη ότι ανεχώρησε δια τον οίκον της. Επισκεφθείσα δε μετά τινα χρόνον την Μονήν δια να προσκυνήση τον τάφον του Αγίου εξεπλάγη ιδούσα την Εικόνα του, ήτις ήτο ομοία καθ’ όλα με την φανείσαν εις αυτήν εν τω οράματι όψιν του Αγίου, διότι ζώντα δεν εγνώρισεν αυτόν. Ετέρα τις ευσεβής γυνή εκ Πειραιώς, κατά την νύκτα της κοιμήσεως του Οσίου, είδε τον ουρανόν ως να ήτο περιβεβλημένος με χρυσοσύνθετα νέφη, και εν τω μέσω αυτών περιστεράν πετομένην, ήκουσε δε συγχρόνως φωνήν λέγουσαν· «Η περιστερά της Αιγίνης επέταξεν». Μετά παρέλευσιν πέντε μηνών ηθέλησαν να οικοδομήσουν μαρμάρινον μνημείον επί του τάφου του Αγίου και κατ’ ανάγκην θα έπρεπε να ανοιγή ο τάφος, να μετακομισθή δε εκείθεν ολίγον ο νεκρός. Αλλ’ η Ηγουμένη εδίσταζε να προβή εις μίαν τοιαύτην πράξιν φοβουμένη μήπως ανοιγομένου του τάφου εξέλθη δυσοσμία, ως συνήθως εκπέμπουν τα νεκρά και εν αποσυνθέσει τελούντα σώματα. Ταύτα διελογίζετο εν εαυτή η Ηγουμένη χωρίς να ανακοινώση εις ουδένα τας σκέψεις της. Και ιδού εμφανίζεται ο Άγιος εις τινα αδελφήν της Μονής και της λέγει· «Τι κάμνεις τέκνον»; «Καλά δι’ ευχών σας, Πάτερ», απεκρίθη η Μοναχή. «Σκύψε να σε σταυρώσω», επανέλαβεν ο Άγιος κατά την συνήθειαν ην είχε πάντοτε. Έκυψεν η αδελφή και την εσταύρωσεν, είτα της λέγει· «Μύρισέ με να ιδής, μυρίζω»; Η αδελφή απεκρίθη ότι δεν μυρίζει. Τότε της λέγει καθαρώτερον· «Βρωμώ»; Εκείνη απήντησε· «Ποίος λέγει ότι βρωμάτε, Σεβασμιώτατε Πάτερ; Πως είναι δυνατόν να βρωμάτε»; Λέγει πάλιν ο Άγιος· «Η Γερόντισσα Ξένη, η Ηγουμένη», επανέλαβεν ο Άγιος. «Κύτταξέ με λοιπόν, τέκνον, μου λείπει τίποτε»; Και έδειξεν εις αυτήν τας χείρας, τους πόδας και την ράχιν, και πάλιν λέγει εις την αδελφήν· «Δεν είμαι ολόκληρος»; «Ολόκληρος είσθε», ανταπήντησεν η αδελφή. Πάντα ταύτα η αδελφή αύτη διηγήθη εις την Ηγουμένην, ήτις εν πληροφορία πλέον καρδίας επροχώρησεν εις την απόφασιν της προσωρινής μεταφοράς του τιμίου λειψάνου εκ του τάφου, έως ότου ετοιμασθή ο εκ μαρμάρου τοιούτος. Ανοίξασαι λοιπόν τον τάφον, εύρον το άγιον λείψανον σώον και ακέραιον, μεθ’ όλων των ιερών αμφίων ευωδιάζον αρρήτως, ο δε θείος Πατήρ εφαίνετο ωσεί κοιμώμενος, μηδεμιάς αλλοιώσεως επελθούσης εις αυτό, αλλά φέρον άπαντα τα σημεία της Αγιότητος. Τότε το μετέφερον εις το δωμάτιον του Αγίου, όπου παρέμεινεν επί τεσσαράκοντα και οκτώ ώρας, μέχρι της κατασκευής του μαρμαρίνου τάφου, ότε αι αδελφαί ενδύσασαι αυτό δια νέων ενδυμάτων εναπέθεσαν πάλιν εν τω αυτώ μνημείω. Η αλλαγή των ενδυμάτων του ιερού λειψάνου επανελήφθη και πάλιν υπό των αδελφών κατά τον αυτόν τρόπον. Το ιερόν τούτο λείψανον του Αγίου Νεκταρίου παρέμεινεν επί είκοσι και πλέον έτη σώον και αδιάφθορον, εκχέον την άρρητον ευωδίαν της αγιότητος «ως μυροθήκη του Αγίου Πνεύματος», ήτις εξήρχετο του τάφου και εγένετο αισθητή προς μεγάλην έκπληξιν των προσερχομένων πιστών, αναφωνούντων ενίοτε: «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού». Τούτο είδον πλείστοι ευσεβείς κείμενον εν τω τάφω και εξέστησαν σφόδρα, βλέποντες μετά τοσαύτα έτη τον Άγιον νεκρόν ως να εκοιμάτο. Και Αρχιερείς και Ιερείς και επιστήμονες και απλοϊκοί είδον τούτο το υπερφυές θαύμα της αφθαρσίας και δόξης του σεπτού λειψάνου και εθαύμασαν και εμαρτύρησαν «στεντορεία τη φωνή» την αγιότητα του Οσίου Πατρός, και την μεγάλην αυτού παρρησίαν προς Κύριον. Αλλ’ ύστερον διελύθη, κρίμασιν οις οίδεν ο Κύριος, ως διελύθησαν πλείστα αδιάφθορα λείψανα Αγίων, ως του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου, και άλλων Αγίων, τα θαυμαστά όμωςτα τελούμενα υπ’ αυτού είναι άπειρα, και η ευωδία έφθονος και γλυκυτάτη. Όπου επεκαλέσθησαν και επικαλούνται τον Άγιον ταχέως έφθασε και φθάνει πάντοτε η σωτήριος αυτού αντίληψις· δαιμονιώντας ιάτρευσε, παραλύτους συνέσφιγξε, χωλούς ηνώρθωσε, τους εν θαλάσση κινδυνεύοντας διέσωσε, και εις πάσαν θλίψιν ευρίσκεται ταχύτατος βοηθός και επίκουρος. Πανταχού το άγιον όνομά του εγένετο γνωστόν, η δε χάρις των θαυμάτων του έφθασε μέχρι των περάτων της γης. Και εν ξηρά και θαλάσση και εν νήσοις και εν Ευρώπη και εν Αμερική οι ευσεβείς επικαλούνται τον Άγιον, και η παρ’ αυτού βοήθεια ταχυτάτη εις πάντας. Και «εν ονείροις φαινόμενος» βοηθεί τους έχοντας ανάγκην. Πλήθη συρρέουν εις την Ιεράν αυτού Μονήν εξ όλων των μερών, και άπειρα αναθήματα βλέπει τις εν αυτή αποκείμενα, μαρτυρούντα το πλήθος των θαυμάτων αυτού και των λοιπών ποικίλων αντιλήψεων. Εις πολλούς Ναούς και πλείστας ευσεβείς οικίας υπάρχουν εικόνες του Αγίου Νεκταρίου, εις δε τα Χανιά της Κρήτης ιδρύθη επ’ ονόματί του ενοριακός Ναός, ένθα ο Άγιος θαυματουργεί εις τους επικαλουμένους αυτόν, και πολλοί υπάρχουν οι εκεί τυχόντες της παρ’ αυτού ευεργεσίας, ως μαρτυρούν τα τελούμενα εκείσε θαύματα, μετά θερμής δε ευλαβείας εδέχθησαν τον μετενεχθέντα εκεί σπόνδυλον εκ των τιμίων λειψάνων του Οσίου, εξελθόντος προς τούτο του Αρχιερέως, ενδεδυμένου την αρχιερατικήν αυτού στολήν μετά πλείστου ιερού Κλήρου και ευσεβούς λαού της πόλεως Χανίων. Παρεκκλήσιον επ’ ονόματι αυτού καθιερώθη και εις τα νέα οικοδομήματα της Εκκλησιαστικής Ριζαρείου Σχολής. Τη δε 2α Σεπτεμβρίου του έτους 1963 εγένετο η ανακομιδή των τιμίων και μυριπνόων αυτού λειψάνων υπό του Σεβ. Μητροπολίτου Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης κ. Προκοπίου, παρισταμένων του Μητροπολίτου πρώην Ηλείας Αντωνίου, των Μοναχών της Μονής, του Ιερού Κλήρου και των αρχών της νήσου, ως και του συμβούλου της Επικρατείας κ. Μερτικοπούλου. Παρισταμένων πάντων τούτων μετά κατανύξεως και ευλαβείας ηνοίχθη ο τάφος, εκ του οποίου εξήλθεν άρρητος ευωδία «υπέρ πάντα τα αρώματα», κατά το Γρσφικόν, τα δε ιερά και κρακοβαφή του Αγίου λείψανα συλλεγέντα «οσίαις χερσίν» εναπετέθησαν η μεν αγία Κάρα εντός επιχρύσου θήκης, εχούσης σχήμα αρχιερατικής μίτρας, κατασκευασθείσης δια του τμήματος τιμαλφών των προσκυνητών και λοιπών αυτών δωρεών, τα δε λοιπά ιερά λείψανα εντός αργυράς θήκης, κειμένης παραπλεύρως του μαρμαρίνου εικονοστασίου ένθα και η υπό της Μοναχής Θεοδώρας ζωγραφηθείσα εικών του Αγίου ίσταται εν τω Παρεκκλησίω αυτού. Το επ’ ονόματι αυτού Παρεκκλήσιον κοσμείται υπό πολλών κανδηλών και ετέρων εικονοστασίων, ευλαβών δωρεών και προσφορών προς τον Άγιον, εν ιδιαιτέρα δε θήκη αναρτώνται τα διάφορα πολυπληθή αφιερώματα των ευλαβών Χριστιανών. Τα ιερά αυτά λείψανα εκπέμπουν διαρκώς άρρητον ουρανίαν ευωδίαν, μαρτυρούσαν την εξαιρετικήν χάριν ην έλαβε παρά Κυρίου ο Άγιος Νεκτάριος δια την καθαρότητα της ζωής του. Η ευωδία αύτη αναφανείσα αμέσως μετά την οσίαν κοίμησιν του Αγίου εν τω ιερώ αυτού σκηνώματι, έκτοτε ουδέποτε εξέλιπεν εξ αυτού, και ούτε θα εκλείψη. Και εν τω τάφω κείμενον επί τοσαύτα έτη αρρήτως ευωδίαζε, και διαλυθέντος η ιδία ευωδία και πλείων ταύτης παραμένει εις τα σεπτά οστά αναδιδομένη εκείθεν και ευφραίνουσα των πιστών τας ψυχάς. Πλην της ευωδίας ταύτης και ευώδες μύρον ανέβλυσεν ο Άγιος εκ του ιερού αυτού λειψάνου, οπότε τούτο μετεφέρετο εξ Αθηνών εις Αίγιναν. Τούτο παρετηρήθη εξερχόμενον ως σταγόνες εκ του προσώπου, του λαιμού, των χειρών και λοιπών μερών, εις σημείον ώστε η κόμη και η γενειάς να φαίνωνται ως να έχουν εμβαπτισθή εντός ύδατος. «Μέγας ο Κύριος ημών και της μεγαλωσύνης αυτού ουκ έσται πέρας, ο δοξάζων τους δοξάζοντας αυτόν» ως αψευδώς επηγγείλατο. Άρα ο Άγιος και θαυμαστός Πατήρ ημών Νεκτάριος δεν είναι μόνον θαυματουργός, αλλά και μυροβλύτης, «ως ευωδία Χριστού» κατά Παύλον τον Μέγαν Απόστολον. Ως προείπομεν, ο Άγιος έλαβε πλουσίαν παρά Θεού την Χάριν του θαυματουργείν, και πάμπολλα είναι τα θαύματα άτινα ενήργησε και ενεργεί καθ’ εκάστην εις τους επικαλουμένους το άγιον αυτού όνομα. Πλείστα εξ αυτών αναγράφονται εν ειδικώ κώδικι της Μονής, και άλλα δημοσιεύονται εις ιδιαίτερα βιβλία και περιοδικά, τα οποία αδύνατον είναι να περιλάβωμεν εις τον στενόν τούτον χώρον και μόνον δύο παλαιότερα θα αναφέρωμεν ενταύθα, τελεσθέντα εις την Ιεράν αυτού Μονήν και δύο νεώτερα λαβόντα χώραν το μεν ένα εν Χανίοις της Κρήτης, το δε έτερον εν τη θαλάσση πλησίον της Ιταλίας, εξ ων εμφαίνεται η Χάρις του Αγίου, όστις, όπου δήποτε μετά πίστεως προσκαλούμενος, προφθάνει και παρέχει αφθόνως τας ιάσεις και την βοήθειαν αυτού, προς δόξαν Θεού «του ενδοξαζομένου εν τοις Αγίοις αυτού» και τιμήν του Αγίου και θαυματουργού Ιεράρχου. Μετά την κοίμησιν του Αγίου, ήτοι κατά το 1922, κόρη τις καταγομένη εκ Θηβών, εκ του χωρίου Κόκλα, ονόματι Κωνσταντίνα Μακρή, εκ μικράς ηλικίας έπασχε δεινώς και εβασανίζετο υπό πνεύματος ακαθάρτου. Ακούσαντες οι γονείς της την θαυματουργόν και ιαματικήν δύναμιν του Αγίου, προσήλθον μετά θερμής πίστεως, φέροντες την πάσχουσαν θυγατέρα αυτών να προσκυνήση τον τάφον του Αγίου, όπως τύχη της ποθουμένης υγείας. Ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ, ο αντιδοξάζων τους δοξάζοντάς Σε! Ελθούσα και προσκυνήσασα η πάσχουσα τον τάφον του Αγίου και μείνασα ολίγας ημέρας, εύρε την ποθουμένην υγείαν, δοξάζουσα και υμνούσα τον θαυματουργόν Άγιον Νεκτάριον. Έκτοτε παρέμεινεν εις την ευαγή αυτού Μονήν, αφιερωθείσα εις τον Θεόν και γενομένη Μοναχή, μετονομασθείσα Καικιλία. Ετέρα τις κόρη καταγομένη εξ Αστυπαλαίας, μείνασα μικρά ορφανή αποθανόντων των γονέων αυτής, εγκατεστάθη εις Πειραιά, παρά τη θεία αυτής, ονομαζομένη Άννα Γιαννικίου. Αύτη κατά τον Ιανουάριον του 1925 προσεβλήθη αιφνιδίως υπό ακαθάρτου πνεύματος, δεινώς βασανιζομένη υπ’ αυτού. Όταν δε το ακάθαρτον πνεύμα ήκουε το όνομα του Αγίου, ύβριζεν αυτόν και εφρύαττεν ο αλιτήριος, σπαράσσων το πλάσμα του Θεού. Οι συγγενείς αυτής μη δυνάμενοι να βλέπουν την τυραννικήν πλέον καταστάσαν ζωήν της κόρης, κατά τον Μάϊον μήνα, ημέραν της Πεντηκοστής, απεφάσισαν να την φέρουν εις τον τάφον του Αγίου προς θεραπείαν. Ενώ δε έφερον αυτήν εις την Μονήν, ο δαίμων εφρύαττε σπαράσσων και κατατυραννών την πάσχουσαν, ώστε ηναγκάσθησαν αι Μοναχαί να δέσωσιν αυτήν με σχοινία εις το πλησίον του τάφου πεύκον. Μόνον αυτόπται μάρτυρες δύνανται να διηγηθούν την κακίαν του εχθρού. Ο τάφος του Αγίου εκυμαίνετο! Τέλος μετά παρέλευσιν αρκετής ώρας εξήλθε το πονηρόν πνεύμα, και αφήκε την κόρην ελευθέραν, ήτις παρέμεινεν εις την Μονήν αφιερωθείσα εις τον Θεόν, και γενομένη και αύτη Μοναχή μετωνομάσθη Μητροδώρα, αφιερώσασα προς δόξαν του Αγίου και αργυρούν κανδήλιον. Γυνή τις ονόματι Στέλλα Μαυράκη, θεία του εξαετούς μαθητού της α΄ τάξεως Ηρακλή Ι. Μαυράκη, διηγείται τα εξής: Εν έτει 1952 ο Ηρακλής Μαυράκης, 6 ετών, εγγεγραμμένος εις την α΄ τάξιν του 9ου Δημοτικού Σχολείου Χανίων έπαιζεν ένα απόγευμα, κατά μήνα Μάϊον, αμέριμνος έξωθεν της οικίας του, επί της οδού Βρυσών 29. Τέλος εδείπνησε και κατεκλίθη υγιής. Την πρωϊαν, εν ω η μήτηρ του Μαρίνα Μαυράκη θα τον εσήκωνε δια το Σχολείον, το παιδάκι ευρέθη παραλυμένον. Ευθύς εκλήθη ο ιατρός κ. Κωνσταντίνος Χιωτάκης, όστις διεπίστωσε φυματιώδη μηνιγγίτιδα βαρείας μορφής, βεβαιώσας ότι ουδεμία ελπίς υπήρχε, και ότι το παιδί έχει ολίγων μόνον ωρών ζωήν. Εις την διαμαρτυρίαν και τον πόνον των οικείων του δια την απότομον και θανάσιμον ταύτην εκδήλωσιν της ασθενείας ο ιατρός προς βεβαίωσιν της γνωματεύσεώς του επέβαλε παρακέντησιν εις τον νωτιαίον μυελόν, παρά την θέλησιν των γονέων του, ως θεωρών τούτο ήδη νεκρόν. Πράγματι η εξέτασις επεβεβαίωσε την γνωμάτευσιν του ιατρού, όστις και πάλιν αξιωματικώτερον ετόνισεν ότι το παιδί πλέον πρέπει να θεωρήται νεκρόν. Τότε η Στέλλα Μαυράκη εκάλεσε τον ιατρόν ιδιαιτέρως, παραπονεθείσα δια το απότομον της γνωματεύσεως προς τους γονείς, και δη την μητέρα. Ο ιατρός εδικαιολογήθη, ότι εις παρομοίας περιπτώσεις ενδείκνυται η ειλικρίνεια. Τον παρεκάλεσε δια παρηγορίαν της μητρός να γράψη μίαν συνταγήν, έστωκαι χωρίς ελπίδα σωτηρίας ή ωφελείας. Το εδέχθη, έγραψε και ανεχώρησεν. Η Μαυράκη, καθησυχάσασα ολίγον τους γονείς, μετέβη προς αγοράν των φαρμάκων. Καθ’ οδόν βασανιζομένη δια το γεγονός, εσκέφθη καθ’ εαυτήν ότι ήτο δυνατόν δια του Αγίου Νεκταρίου, του οποίου η φήμη μόλις είχε φθάσει εις τα Χανιά, να εγίνετο το παιδί καλά. Πράγματι ήλλαξε πορείαν, και μετέβη εις τινα οικίαν γνωστής οικογενείας, ήτις είχε μικράν εικόνα του Αγίου, παρακαλέσασα ένδακρυς να της δοθή, δια να σταυρώση το παιδί. Κατά την ιδίαν στιγμήν που συνεζητούντο τα ανωτέρω εις την οικίαν της γνωστής οικογενείας, το παιδί εφώναξε την γιαγιά του και την μητέρα του και τους είπε: «Μη κλαίτε, και θα γίνω καλά». Εις φυσικήν ερώτησίν των απήντησε: «Μου το είπεν ο Άγιος Νεκτάριος». Εις συνεχείς εξακριβωτικάς ερωτήσεις της γιαγιάς και της μητέρας, το παιδί απήντησεν: «Ο Άγιος Νεκτάριος μου το είπε». «Πότε παιδί μου, και πως»; Και εκείνο εξακολουθεί να λέγη: «Ήλθεν ο Άγιος, ένας γέροντας, με μακριά γενειάδα, με εχάϊδεψε στο πρόσωπον και μου είπε: «Ειπέ εις την γιαγιά σου και την μητέρα σου να μην κλαίνε· εγώ θα σε κάμω καλά· μην ακούτε τον γιατρό· η θεία σου πηγαίνει τώρα να φέρη…». Εν τω μεταξύ η θεία παρέλαβε την εικόνα, επήγεν, επήρε και το φάρμακον, και επέστρεψεν εις το σπίτι. Πριν ακόμη φθάση εις το δωμάτιον του μικρού, και ενώ ανήρχετο το 2ον ή 3ον σκαλοπάτι της κλίμακος, εν ω δεν είχε γίνει αντιληπτή από κανένα, το παιδί ανεφώνησεν· «Η θεία μου μου φέρνει τον Άγιον Νεκτάριον». Εις ερώτησιν της θείας, ήτις πλέον εισήρχετο εις το δωμάτιον, πως το ξέρει, απήντησε· «Μου το είπεν ο Άγιος!». Τότε η θεία επλησίασε το παιδί, το εσταύρωσε, ήκουσεν από το στόμα του να της διηγήται τα ανωτέρω, και τέλος έκρυψε την μικράν εικόνα του Αγίου εις το στήθος του μικρού. Το παιδί, το οποίον εξακολουθεί να ευρίσκεται εις τελείαν παράλυσιν, μετά το σταύρωμα, κινεί αργά τας χείρας του, τας φέρνει εις το στήθος του, και αγκαλιάζει την εικονίτσα. Κλίνει ευθύς το κεφαλάκι του δεξιά, και εφάνη ως να έπεσεν εις λήθαργον. Οι οικείοι του δεν το ηνώχλησαν, έκριναν όμως σκόπιμον να θυμιάσουν και να αναγνώσουν την Παράκλησιν του Αγίου, από εν βιβλιάριον, το οποίον την εποχήν εκείνην ευρίσκετο εις ολίγας οικίας των Χανίων, και εις την οικογένειαν του κ. Μαυράκη. Μετά την Παράκλησιν, ήτις εγένετο εις το ίδιον δωμάτιον, με πολλήν πίστιν και ευλάβειαν, άφησαν το παιδί να κοιμάται περί τας δύο ώρας. Μετ’ αυτάς συνήλθε το παιδί και εφώναξεν: «Είμαι καλά». Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2479
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ι΄ (10η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΜΙΛΟΥ Επισκόπου του θαυματουργού, και των δύο μαθ

Δημοσίευση από silver »

Τη Ι΄ (10η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΜΙΛΟΥ Επισκόπου του θαυματουργού, και των δύο μαθητών αυτού.

Μίλος ο Άγιος Πατήρ ημών εγεννήθη εις κώμην τινά των Περσών και αφού εβαπτίσθη έμαθε τα ιερά γράμματα. Εν ω δε έλελλε να γίνη στρατιώτης του βασιλέως των Περσών, όταν έφθασεν εις ηλικίαν, ημπόδισεν αυτόν από το τοιούτον μία φοβερά και νυκτερινή οπτασία, την οποίαν είδεν. Όθεν έκτοτε επολιτεύετο με παρθενίαν και άσκησιν παρακαλών τον Θεόν και δι’ εαυτόν και δι’ όλον το γένος του. Αφού δε παρήλθον έτη τινά, αφήσας την πατρίδα του, έγινε Μοναχός, και κατοικήσας εις τον τόπον εκείνον, εις τον οποίον ο Προφήτης Δανιήλ είδε τας οπτασίας, όταν ήτο εις Βαβυλώνα, εχειροτονήθη Επίσκοπος υπό του Επισκόπου Γενναδίου, του Ομολογητού και Μάρτυρος γενομένου. Αφού λοιπόν εκοπίασεν ο αοίδιμος ελέγχων τους εκεί Χριστιανούς, διότι παρενόμουν με έργα και με λόγους, εδάρη και εδιώχθη υπ’ αυτών. Όθεν γνωρίζων, ότι έμενον αδιόρθωτοι, προεφήτευσε την οργήν του Θεού, ήτις έμελλε να επιπέση εναντίον των και ανεχώρησε. Μετά παρέλευσιν δε τριών μηνών επραγματοποιήθη η πρόρρησίς του, διότι οι άρχοντες της Επισκοπής του υπέπεσαν εις μέγα αμάρτημα προς τον βασιλέα εκ τινος συμβεβηκότος. Τούτου ένακα απέστειλεν ο βασιλεύς στρατιώτας με τριακοσίους ελέφαντας και την μεν πόλιν της Επισκοπής κατέστρεψε, τους δε πολίτας αυτής εθανάτωσεν εν μαχαίρα. Τότε ο Άγιος επορεύθη εις Ιεροσόλυμα και εύρεν Αμμώνιον τον μαθητήν του Μεγάλου Αντωνίου· και διανύσας εκεί δύο έτη, επανήλθεν εις την Περσίαν. Κατά δε την επιστροφήν επήγεν εις Μοναχόν τινα, όστις κατώκει εις σπήλαιον, και βλέπων ότι εισήλθεν εις το σπήλαιον δράκων τις, όστις είχε μήκος δώδεκα πήχεων, είπε προς αυτόν· «Έφθασεν, ω δράκον, επί σε η οργή του Κυρίου». Και σφραγίσαντος αυτόν του Αγίου με τον τύπον του Τιμίου Σταυρού και εμφυσήσαντος εις αυτόν, ω του θαύματος! ευθύς διερράγη και ενεκρώθη. Μεταβάς δε ο Άγιος εις την επαρχίαν του, έκτισεν εκεί Εκκλησίαν προς εξιλέωσιν των αμαρτιών τού απειθήσαντος λαού του και θανατωθέντος με πικρόν θάνατον υπό του βασιλέως. Αφού δε διήλθεν εκεί πολύν χρόνον, επήγεν εις πόλιν καλουμένην Κτησιφώντα, όπου ευρών Σύνοδον Επισκόπων συνηθροισμένην, έστη εν τω μέσω αυτής, ελέγχων τον Επίσκοπον εκείνον, εναντίον του οποίου η Σύνοδος έγινεν. Ο δε Επίσκοπος εκείνος εξηυτέλιζε και περιέπαιζε τον Άγιον, καυχώμενος εις τα προβλήματα και την σοφίαν του, προς τον οποίον ο Άγιος απεκρίθη· «Επειδή αδιόρθωτος μένεις, αλαζονευόμενος εναντίον των του Κυρίου μου Αρχιερέων, τους οποίους συνήθροισε το Πνεύμα το Άγιον, δια τούτο τώρα επιπίπτει κατά σου η οργή του Θεού, όστις ιδού σε καθιστά ημίξηρον επί πολλά έτη, ίνα δια της ασθενείας σου ταύτης σωφρονισθώσι και διορθωθώσιν οι λοιποί». Και ω του θαύματος! ομού με τον λόγον του Αγίου επέπεσε κεραυνός ουρανόθεν και κατέστησεν αυτόν ημίξηρον, διατηρηθέντα ούτω δώδεκα ολόκληρα έτη και ύστερον ετελεύτησεν. Αναχωρήσας από εκεί ο Άγιος μετέβη εις άλλην πόλιν, της οποίας ο άρχων έπασχε δεινήν ασθένειαν επί δύο έτη. Όθεν εκείνος μαθών την παρουσίαν τού Αγίου έστειλε και τον παρεκάλεσε να υπάγη να τον επισκεφθή ως ασθενούντα και να δώση εις αυτόν την ευχήν του. Επειδή δε ο αποσταλείς άνθρωπος παρεκίνει τον Άγιον να επιταχύνη, ταύτα προς αυτόν ο Άγιος απεκρίνατο· «Πορευθείς ειπέ μεγάλη τη φωνή εις τον αποστείλαντά σε ασθενή: Ταύτα παραγγέλλει προς σε ο Επίσκοπος: Εν τω ονόματι Ιησού Χριστού, τον οποίον κηρύττω εγώ ο ευτελής και ανάξιος, απόβαλε από σου πάσαν παρενοχλούσαν σε ασθένειαν και περιζώσας την μέσην σου ελθέ με τους ιδίους σου πόδας, δια να σε ίδω». Άμα δε επανήλθεν ο απεσταλμένος και είπε ταύτα τα λόγια, ω του θαύματος! ανέλαβεν ο άρχων και τόσον ενεδυναμώθη, ώστε δεν έμεινε πλέον εις αυτόν ουδέν ίχνος και σημείον ασθενείας· όθεν εγερθείς επορεύθη προς τον Άγιον, περιπατών με τους ιδίους του πόδας. Ρίψας λοιπόν τον εαυτόν του εις τα τίμια ίχνη του Αγίου και αψάμενος των ποδών του με τας δύο χείρας του κατεφίλει τούτους, κυλιόμενος επί του εδάφους και τον Θεόν ηυχαρίστει και εδόξαζε τον ούτως αυτόν δοξάσαντα. Τούτο το παράδοξον θαύμα του Αγίου πολλούς απίστους προσείλκυσεν εις την αληθή του Χριστού πίστιν. Εκεί ευρισκόμενος ο Άγιος εδίωξε πολλούς δαίμονας από τους πάσχοντας και μίαν γυναίκα κλινήρη και παράλυτον ούσαν εννέα έτη λαβών εκ της χειρός, ήγειρεν υγιά· και άνθρωπον αδίκως κατ’ άλλου φερόμενον, και την αδικίαν βεβαιώνοντα καταφρονητικώς μεθ’ όρκυ, τούτον, λέγω, επειδή κεταφρόνει και δεν ήκουε τους λόγους του Αγίου, τον έκαμε δια προσευχής του να λάβη εις όλον το σώμα του την λέπραν του Γιεζή, εις διόρθωσιν και άλλων πολλών, ώστε εκ τούτου όχι ολίγον πλήθος της πόλεως εκείνης προσέτρεξεν εις τον Άγιον και εζήτησε να δεχθή την πίστιν των Χριστιανών. Και άλλα δε πολλά θαύματα εις διαφόρους τόπους εποίησεν ούτος ο Άγιος. Τούτων των θαυμάτων την φήμην ακούσας ο άρχων Βασιλίσκος έστειλε και έφερε τον Άγιον· και παραστήσας αυτόν και τους δύο μαθητάς του έμπροσθέν του, επειδή είδε την εις Χριστόν πίστιν αυτών ειλικρινή και ασάλευτον, υπέβαλεν αυτούς εις πολλάς βασάνους και τιμωρίας. Έπειτα ανάψας από τον θυμόν, εξιφούλκησε και έπληξεν ο ίδιος εις το στήθος τον Άγιον· ομοίως και ο αδελφός του βασιλέως, συμφωνών μετά του αδελφού του, εκτύπησε και εκείνος εις την καρδίαν του Αγίου. Ο δε του Κυρίου Επίσκοπος και Αθλητής, ων έτι ζων είπε προς αυτούς· «Επειδή σεις συνεφωνήσατε και οι δύο να θανατώσητε εμέ, αναίτιον όντα, δια τούτο αύριον κατά την αυτήν ώραν θέλει χυθή και των δύο το αίμα υπό των ιδίων χειρών σας, ήτοι θέλετε φονευθή αμοιβαίως και η μήτηρ σας θέλει μείνει άτεκνος». Και ταύτα ειπών, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. τους δε δύο μαθητάς του Αγίου αναβιβάσας ο δυσσεβής Βασιλίσκος επί δύο ορέων, τους κατέχωσεν εκεί με λίθους. Κατά την ερχομένην λοιπόν ημέραν εξήλθεν ο ασεβής Βασιλίσκος μετά του αδελφού του προς κυνήγιον, πάντη αψηφούντες την πρόρρησιν του Αγίου, την οποίαν ενόμισαν φλυαρίαν· ευρόντες δε έλαφον και καταφθάσαντες αυτήν και οι δύο αδελφοί μόνοι, εστάθησαν αντικρύ ένθεν και ένθεν της ελάφου και εκτύπησαν αμφότεροι τας λόγχας δια να την θανατώσωσιν. Αι δε λόγχαι, φερόμεναι με ορμήν, ενεπήχθησαν εντός των καρδιών των και ούτω βιαίως απολέσαντες τας ψυχάς των, εθανατώθησαν και οι δύο. Και τα μεν λείψανα του Αγίου Μίλου και των μαθητών του ενεταφιάσθησαν από τους Χριστιανούς, αι δε ψυχαί αυτών ανήλθον εις τα ουράνια και πρεσβεύουσιν υπέρ ημών προς τον Κύριον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2479
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΑ΄ (11η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος ΜΗΝΑ, του εν τω Κοτυαείω.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΑ΄ (11η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος ΜΗΝΑ, του εν τω Κοτυαείω.

Μηνάς ο θαυμαστός ούτος Άγιος Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού εν έτει 296, ων κατά την αρετήν περιβόητος και λάμπων ώσπερ ήλιος. Πατρίδα μεν είχε την Αίγυπτον, προγόνους δε και πατέρα είχεν ασεβείς κατά την θρησκείαν ειδωλολάτρας· και όμως από τοιούτους γονείς γεννηθείς ο Άγιος εχρημάτισε δούλος του Χριστού εκλεκτός. Αφού ανετράφη ο Άγιος και ήλθεν εις την ηλικίαν των ανδρών, απεγράφη εις την τάξιν των στρατιωτών, ευρισκόμενος εις τα βασιλικά στρατεύματα εις τα Νούμερα (στρατιωτικά τάγματα) τα ονομαζόμενα Ρουταλικά, υπό τον ηγεμόνα Αργυρίσκον, εν τω Κοτυαείω της Φρυγίας Σαλουταρίας, το οποίον τώρα τουρκιστί ονομάζεται Κιουτάϊ. Κατ’ εκείνον τον καιρόν ο ταξίαρχος Φιρμηλιανός, συνάξας τους στρατιώτας του επήγεν εις την Μπαρμπαρίαν δια να την φυλάττη, εν μέσω δε εκείνων των στρατιωτών ήτο, ως είπον, και ο Άγιος Μηνάς. Διέφερε δε ο Άγιος των άλλων στρατιωτών, όχι μόνον εις το ανάστημα του σώματος, εις την ωραιότητα και εις την ανδρείαν, αλλά και εις την φρόνησιν· δια τούτο ήτο και γνώριμος εις τους πολλούς και είχεν όνομα επαινετόν. Ημέραν τινά, ευθύς ως ήκουσε τας διαταγάς του βασιλέως, δι’ ων παρηγγέλλοντο οι στρατιώται και ωδηγούντο εις το πως να συλλαμβάνωσι τους Χριστιανούς και να τους τυραννώσιν, εμίσησε τοσούτον το ασεβέστατον εκείνο πρόσταγμα, ώστε έρριψε την ζώνην την στρατιωτικήν, η οποία ήτο σημείον κατ’ εκείνον τον καιρόν εις τους στρατιώτας και ανέβη εις το όρος, όπερ ήτο άνωθεν του Κοτυαείου, ένθα ησκήτευε, προκρίνας κάλλιον να κατοική με τα θηρία, παρά να ευρίσκεται με τους εχθρούς του Χριστού ειδωλολάτρας. Εκεί διατρίψας ο Άγιος ικανόν καιρόν, εκαθάρισεν εαυτόν με νηστείας, αγρυπνίας και προσευχάς. Αφού δε εστερέωσε και ενεδυνάμωσε την καρδίαν του με τον ένθεον ζήλον του Χριστού και ήναψε την ψυχήν του από την θείαν αγάπην, είδε και αποκάλυψιν, ότι καιρός είναι να μαρτυρήση. Όθεν ημέραν τινά, κατά την οποίαν είχον μεγάλην πανήγυριν οι ειδωλολάτραι, κατέβη από το βουνόν, και σταθείς εν μέσω αυτών ανεκήρυξε τον Χριστόν Θεόν αληθινόν. Και μετά μεγάλης φωνής έκραξε λέγων· «Γνωρίσατε καλά, ότι εις είναι ο αληθής Θεός, ο Χριστός, αυτά δε άτινα σεις λατρεύετε είναι ξύλα κωφά και αναίσθητα». Όσοι ήκουσαν την φωνήν ταύτην όλοι συνηθροίσυησαν προς αυτόν να ίδωσι τις είναι, αφήσαντες τους χορούς και τα παιχνίδια της εορτής. Εθαύμαζον δε πως ετόλμησεν ούτος να παρουσιασθή εις τοσούτον πλήθος. Όσοι λοιπόν ήσαν κρυφοί Χριστιανοί εχάρησαν εις την παρρησίαν του Αγίου, οι δε ειδωλολάτραι, σύροντες και δέροντες έφερον τον Άγιον έμπροσθεν του ηγεμόνος της πόλεως, ονόματι Πύρρου, όστις εκάθητο εφ’ υψηλού θρόνου, δια να βλέπη το θέατρον. Ευθύς δε ως είδε τον Άγιον, ηυλαβήθη το σχήμα του και την ηλικίαν του, διότι ήτο τότε ο Άγιος έως πεντήκοντα ετών και είχε πρόσωπον και σχήμα άξιον ευλαβείας. Δια τούτο τον εξήταζε με ημερότητα, πόθεν είναι, τις είναι και από ποίαν θρησκείαν. Προς τούτον ο Άγιος απεκρίθη· «Πατρίδα μεν έχω την Αίγυπτον, καλούμαι δε Μηνάς· ήμην δε και ποτε στρατιώτης· αλλ’ όμως, επειδή είσθε ασεβείς και ειδωλολάτραι, άφησα την τιμήν σας και ήμην εις το όρος κεκρυμμένος Χριστιανός. Τώρα δε ήλθα να παρουσιασθώ ενώπιον πάντων και να ομολογήσω τον Χριστόν μου ως Θεόν αληθινόν, ίνα και αυτός με ομολογήση ως δούλον αυτού εν τη Βασιλεία των ουρανών, καθώς το λέγει και μόνος του· «όστις με ομολογήση έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ αυτόν έμπροσθεν του πατρός μου του εν τοις ουρανοίς». Ταύτα ως ήκουσεν ο ηγεμών, μεγάλως οργισθείς προσέταξε να φυλακίσωσι τον Άγιον, ίνα συλλογισθή, πως θα τον θανατώση. Πρωϊας δε γενομένης αφού διελύθη η πανήγυρις της εορτής, διέταξε να εκβάλωσι τον Άγιον από την φυλακήν. Και πρώτον μεν κατήγγειλε μέγα έγκλημα κατά του Αγίου, ότι ετόλμησεν εις τοσούτον πλήθος να είπη τοιούτους λόγους· διότι καταφρόνησιν ιδικήν του είχε την παρρησίαν του Αγίου· έπειτα τον ωνείδιζεν, ότι άφησε την υπηρεσίαν τού βασιλέως. Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Ναι, ηγεμών· ούτω πρέπει να ομολογώμεν φανερά και παρρησία τον Χριστόν μου, διότι είναι φως και να μη φοβώμεθα, καθώς Εκείνος είπεν, «από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι:28), αλλά να τον κηρύττωμεν και στόματι και καρδία· διότι και ο Απόστολος Παύλος ούτω μας εδίδαξε λέγων· «Καρδία γαρ πιστεύετε εις δικαιοσύνην, στόματι δε ομολογείτε εις σωτηρίαν» (Ρωμ. ι:10). Ταύτα ως ήκουσεν ο ηγεμών, λέγει προς αυτόν· «Σε βλέπω, ω Μηνά, ότι δεν είσαι νέος μωρός, ώστε να μη γνωρίζης το συμφέρον σου· ιδού έχεις ηλικίαν γεροντικήν· μη λοιπόν κάμης ως μωρός και καταφρονήσης ταύτην την γλυκυτάτην ζωήν, προτιμών τον θάνατον. Συλλογίσου ως φρόνιμος το καλλίτερον και ελθέ ίνα γίνης συγκοινωνός μεθ’ ημών, έχε δε και την πρώτην σου τάξιν και, αν μας ακούσης, και ο βασιλεύς θέλει σε τιμήσει και οι θεοί θέλουσι σε συγχωρήσει, αν και τους ύβρισες χθες». Ταύτα ως ήκουσεν ο Άγιος πρώτον μεν εγέλασε δια τους λόγους του ηγεμόνος, έπειτα δε απεκρίθη και είπε· «Δεν είναι κανέν πράγμα, ω ηγεμών, ουδέ καμμία βάσανος ικανή να με χωρίση από την αγάπην του Χριστού μου· και εάν θέλης και με το έργον, κάμε οιανδήποτε παίδευσιν θέλεις και θα σοι οφείλω και χάριτας». Τότε ο Πύρρος με πολύν θυμόν λέγει εις τους στρατιώτας· «Συλλάβετε τον μιαρόν τούτον και τανύσατε αυτόν κατά γης εις τέσσαρα, έπειτα λάβετε νεύρα ωμά βοών και δέρετε αυτόν αλύπητα, έως ου απολαύση εκείνο όπερ ζητεί». Πριν δε ή τελειώση τον λόγον, παρευθύς το πρόσταγμα. Κατ’ εκείνην δε την ώραν έδειξεν ο Άγιος την υπομονήν του και την καρτερίαν του τόσον, ώστε εφαίνετο ότι άλλος επαιδεύετο· μάλιστα δε εφαίνετο όλως ευφραινόμενος· δις και τρις ηλλάχθησαν οι στρατιώται· τοσαύτην δε ανδρείαν έδειξεν, ώστε όλοι εθαύμαζον, όχι τοσούτον εις την πρώτην τόλμην του, όσον εις την τόσην υπομονήν. Φίλος δε τις παλαιός του Αγίου, στρατιώτης και αυτός, ονόματι Πηγάσιος, βλέπων το σώμα του Αγίου ότι μέλλει να σκορπισθή από τας πληγάς, επήγεν ως λυπούμενος προς τον Άγιον και του λέγει· «Δεν βλέπεις, ω άνθρωπε, ότι όλος διελύθης, ότι αι σάρκες σου κολλώνται εις τα λωρία και ότι εις ολίγην ώραν μέλλεις αδίκως να θανατωθής; Ειπέ ότι θυσιάζεις και ο Θεός σου θέλει σε βοηθήσει, διότι δεν το κάμνεις με την θέλησίν σου, αλλά μη θέλων δια τας αφορήτους πληγάς». Ταύτα ως ήκουσεν ο Άγιος εγύρισε με βλέμμα φοβερόν και του λέγει· «Απόστητε απ’ εμού πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν» (Ψαλμ. στ:9)· φύγε από εμέ, εχθρέ της αληθείας και ουχί φίλε μου· διότι εγώ εις τον Χριστόν μου εθυσίασα και θέλω θυσιάσει, ο οποίος είναι και βοηθός μου, και ταύτας τας πληγάς με δυναμώνει να τας υποφέρω ως τρυφήν και χαράν». Ταύτα βλέπων ο Πύρρος προσέταξε να τον δέσουν υψηλά τανυστόν εις ξύλον όρθιον και με σιδηρούς όνυχας να ξέωσι δυνατά το σώμα τού Αγίου, έως ου φανώσι και τα εντόσθιά του. Ταύτης της βασάνου γενομένης, είπεν ο θηριώνυμος ηγεμών, περιπαίζων τον Άγιον· «Εγνώρισας εις το σώμα σου, ω Μηνά, ολίγην παίδευσιν δια να φρονιμεύσης ή ακόμη θέλεις να σου προσθέσωμεν και άλλην τιμωρίαν εις χαράν σου και αγαλλίασιν;» Ο Μάρτυς είπεν· «Ω ανόητε, τι συλλογίζεσαι με τοιαύτα παιχνίδια να γυρίσης εμέ από την πίστιν μου ή με τοιαύτας βασάνους να διασείσης τον στερεόν πύργον της ομολογίας μου;» Ταύτα ως ήκουσεν ο Πύρρος διέταξε τους στρατιώτας του περισσότερον να ξέωσι τον Άγιον και προς αυτόν είπεν· «Άφες την κακήν επιμονήν, ω Μηνά, και υποτάγηθι εις τον μεγάλον βασιλέα Μαξιμιανόν». Ο Άγιος απεκρίθη· «Δια να μη γινώσκης ποίος είναι ο βασιλεύς, τον οποίον ομολογώ εγώ, δια τούτο λέγεις να τον αρνηθώ και να υποταχθώ εις τον φθαρτόν και γήϊνον βασιλέα, αλλ’ εγώ δεν αρνούμαι τον αληθινόν Βασιλέα, όστις δίδει πνοήν και ζωήν εις πάντας τους εν τη γη και έδωκε και έχει εξουσίαν εις τους βασιλείς». Βλέπων ο δικαστής την επιμονήν του Αγίου ηθέλησε να προσελκύση αυτόν εντέχνως εις το θέλημά του· όθεν προσποιούμενος ότι δεν γνωρίζει τι λέγει ο Άγιος, είπε· «Και ποίος είναι αυτός, ω Μηνά, όστις δίδει την εξουσίαν εις τους βασιλείς και είναι και βασιλεύς πάσης κτίσεως;» Ο Άγιος απεκρίθη· «Ο Ιησούς Χριστός είναι, ο του Θεού Υιός, ο πάντοτε ζων και διαμένων, εις τον οποίον υποτάσσονται πάντα εν τω ουρανώ και εν τη γη». Ο δικαστής είπε· «Και δεν ηξεύρεις, ω Μηνά, ότι δι’ αυτό το όνομα όπου λέγεις οργίζονται οι βασιλείς και προστάσσουσι να σας τιμωρώμεν ανηλεώς;» Ο Άγιος απεκρίθη· «Αν οργίζωνται οι βασιλείς, εμέ δεν με λυπεί, ουδέ τους συλλογίζομαι· ένα σκοπόν έχω· να αποθάνω εις την καλήν ταύτην ομολογίαν. Διότι, ως λέγει και ο Απόστολος Παύλος, «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;» (Ρωμ. η:35). Ταύτα μεν ο Άγιος έλεγεν· ο δε τύραννος περισσότερον ωργίσθη και προστάσσει τους στρατιώτας να λάβωσι τριχίνους σάκκους, να τρίβωσι δυνατά το σώμα του Αγίου το εξεσμένον. Τούτου δε γενομένου ο Άγιος έλεγε· «Σήμερον αποδύομαι τους δερματίνους της αμαρτίας χιτώνας και ενδύομαι το φωτεινόν ένδυμα της Βασιλείας του Θεού». Πάλιν ο δικαστής, βλέπων ότι και ταύτην την βάσανον ο Άγιος ως παίγνιον υπολαμβάνει, προσέταξε να λάβωσι λαμπάδας ανημμένας και να κατακαίωσι κύκλωθεν το σώμα του Αγίου. Αλλά και εις αυτήν την βάσανον ο Άγιος έλεγεν: «Έχω τον Χριστόν μου βοηθόν, όστις είπε να μη φοβώμεθα από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι». Ταύτα ακούων ο δικαστής και βλέπων ότι δεν δύναται με άλλην βάσανον να ελκύση τον Άγιον προς αυτόν, προσέταξε να τον καταβιβάσωσιν από το ξύλον και να τον οδηγήσωσιν έμπροσθέν του· έπειτα του λέγει· «Ειπέ μοι, ω Μηνά, πόθεν σοι ήλθε η τοσαύτη σοφία των γραμμάτων, να αποκρίνεσαι ούτως, συ όστις ως στρατιώτης, ήσο συνειθισμένος εις πολέμους και φόνους;» Ο δε Άγιος, σοφιζόμενος υπό της Χάριτος του Θεού, απεκρίθη· «Ο Θεός μου, η αληθής σοφία του Πατρός, αυτός με εσόφισεν, ω δικαστά, να ελέγξω την αθεότητά σου. Διότι αυτός ούτως είπε· όταν υπάγητε έμπροσθεν βασιλέων και τυράννων δια το όνομά μου, μη μεριμνήσητε πως ή τι λαλήσητε· διότι θέλει δοθή εις ημάς, εν εκείνη τη ώρα, σοφία «η ου δυνήσονται αντειπείν ουδέ πάντες αντιστήναι οι αντικείμενοι υμίν» (Λουκ. κα: 15). Ο ηγεμών είπε· «Εγνώριζεν ο Χριστός σας ότι μέλλετε οι Χριστιανοί να τινωρήσθε από ημάς;» Ο Άγιος απεκρίθη· «Επειδή είναι Θεός αληθής βεβαίως το εγνώριζε. Διότι είναι και καρδιογνώστης των ανθρώπων και προγνώστης των μελλόντων, εξ ου τα πάντα εγένοντο». Προς ταύτα ο δικαστής μη δυνάμενος να απαντήση είπεν· «Άφες τας ματαιολογίας και περισσολογίας, ω Μηνά, και έκλεξον εν εκ των δύο· ή την του Χριστού σου ομολογίαν ή την μεθ’ ημών διαγωγήν». Ο Άγιος απεκρίθη· «Με τον Χριστόν μου και ήμην και είμαι και θα είμαι πάντοτε». Ο δικαστής είπε· «Σε λυπούμαι, ω Μηνά, να σε θανατώσω, τοιούτον άνθρωπον όντα· όμως έχε άδειαν δια μίαν ώραν να συλλογισθής το συμφερώτερόν σου». Ο Άγιος απεκρίθη· «Και δέκα έτη αν με αφήσης, ω δικαστά, εγώ άλλην βουλήν δεν μεταβουλεύομαι, μόνον τούτο ηξεύρω: να κηρύττω τον Χριστόν μου Θεόν αληθινόν, τους θεούς σας να τους ονομάζω, ως είναι, ξύλα κωφά και αναίσθητα και δαίμονες μάλλον ειπείν ακάθαρτοι ή θεοί». Τότε ο δικαστής, πολύ θυμωθείς, προσέταξε να ρίψωσιν εις την γην τριβόλια σιδηρά και επ’ αυτών να σύρωσι τον Άγιον γυμνόν επί ώραν ικανήν. Αλλ’ ο τρισόλβιος ύβριζε τους θεούς του. Ο δε ηγεμών, έτι πλέον οργιζόμενος, πάλιν προσέταξε με ράβδους ακανθώδεις να τον κτυπώσιν εις τον αυχένα και άλλοι να του δίδωσι ραπίσματα εις το πρόσωπον λέγοντες· «Τίμα τους θεούς και τους βασιλείς». Ταύτα πάντα ο Άγιος πάσχων έχαιρε ψάλλων· «Παρανόμους εμίσησα τον δε νόμον σου ηγάπησα» (Ψαλμ. ριη΄ 113). Εις δε εκ των στρατιωτών του ηγεμόνος, ονόματι Ηλιόδωρος, παρεστώς εκεί και βλέπων την τοσαύτην καρτερίαν του Αγίου, θέλων να φανή προς τον ηγεμόνα ως σύμβουλος καλός, του λέγει· «Αυθέντα, νομίζω ότι και σεις γνωρίζετε, ότι αυτό το μιαρόν γένος των Χριστιανών είναι πολύ φιλόνεικον και επίμονον και δεν καταπείθεται ευκόλως· όμως δια να απαλλαγής από τοιαύτην φροντίδα και αυτός να λάβη το πρέπον τέλος, πρόσταξε να τον αποκεφαλίσωσι». Ταύτα ως ήκουσεν ο δικαστής, βλέπων δε το αμετάθετον του Αγίου, έγραψε την απόφασιν ούτως· «Μηνάν τον Αιγύπτιον, όστις ύβρισε τους μεγάλους θεούς, προστάσσω να τον αποκεφαλίσωσι». Ταύτης της αποφάσεως εξενεχθείσης, πολλοί φίλοι του Αγίου προσελθόντες τον εκολάκευον λέγοντες· «Μη μας καταφρονήσης, ω Μηνά, ενθυμήθητι τους φίλους σου, τους οικείους σου, την τιμήν σου· μη προκρίνης τον θάνατον και καταφρονής την γλυκυτάτην ταύτην ζωήν· μετενόησον, να σε έχωμεν πάλιν το καύχημά μας». Τοιαύτα και άλλα πλείονα έλεγον οι στρατιώται, νομίζοντες ότιθα δυνηθούν να μεταβάλουν τον σκοπόν του Αγίου. Αλλ’ ο Μάρτυς, ως δηλητήριον εχίδνης υπολαμβάνων τους τοιούτους λόγους των στρατιωτών, είπε· «Φύγετε απ’ εμού, θεομάχοι, και μάλλον τον εαυτόν σας καθοδηγήσατε, να επιστραφήτε από την πλάνην των ειδώλων· διότι εις ολίγον καιρόν παρέρχεται αύτη η πρόσκαιρος ζωή και θέλετε κληρονομήσει την ατελεύτητον κόλασιν και σεις και οι βασιλείς σας και οι άρχοντές σας». Τότε ιδόντες οι στρατιώται ότι δεν είναι δυνατόν να μεταστρέψωσι την γνώμην του Αγίου, τον έλαβον και τον ωδήγησαν έξω της πόλεως να τον αποκεφαλίσωσι. Πορευόμενος δε ο Άγιος είδε τινάς φίλους του, κεκρυμμένους Χριστιανους, και τους λέγει κρυφίως· «Σας παρακαλώ, μετά τον θάνατόν μου να λάβητε το σώμα μου να το υπάγητε εις την πατρίδα μου την Αίγυπτον». Φθάσας ο Άγιος εις τον τόπον της καταδίκης ύψωσε τας χείρας του εις τον ουρανόν και δεόμενος έλεγεν· «Ευχαριστώ σοι, Δέσποτα και Θεέ, ότι με κατηξίωσας να γίνω κοινωνός των παθημάτων σου· ότι δεν με παρέδωκας εις τα θηρία τα ανήμερα να με κερδήσωσιν· ότι με εφύλαξας έως νυν καθαρόν εις την ομολογίαν σου· αλλά και νυν, δέομαί σου και Σε ικετεύω, παράλαβε την ψυχήν μου εις την Βασιλείαν σου και δος την Χάριν σου και την βοήθειάν σου εις εκείνους οίτινες θα με επικαλούνται». Ταύτα ειπών ο Άγιος και κλίνας το γόνυ απετμήθη την κεφαλήν, κατά την ενδεκάτην του Νοεμβρίου. Μετά δε την αποτομήν της κεφαλής, λαβόντες ταύτην και το άλλο σώμα οι ειδωλολάτραι, παρέδωκαν εις το πυρ· και η μεν ψυχή του Αγίου επορεύθη εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους αναπαύσεως, εις χείρας Θεού ζώντος· το δε τίμιον και άγιον αυτού σώμα, παραδοθέν εις το πυρ, μέρος μεν κατεκάη, μέρος δε έμεινε, το οποίον τινές των κεκρυμμένων Χριστιανών και φίλων του Αγίου, λαβόντες κατά την παραγγελίαν του, δια μύρων και οθονίων εντυλίξαντες, απεκόμισαν εις την Αίγυπτον. Έλαβε δε Χάριν παρά Κυρίου ο Άγιος να ποιή εξαίσια θαύματα και να βοηθή τους εν ανάγκαις ευρισκομένους, από τα οποία θαύματα θα γράψωμεν ενταύθα ολίγα τινά προς ωφέλειαν των αναγινωσκόντων. Χριστιανός τις εκ Κωνσταντινουπόλεως, απελθών δια την πανήγυριν του Αγίου τούτου Μηνά, κατέλυσεν εις ξενοδοχείον· ο δε ξενοδόχος, γνωρίσας ότι ο ξένος είχε χρήματα, ηγέρθη κατά το μεσονύκτιον και εφόνευσεν αυτόν· είτα κατακόψας όλα τα μέλη του σώματός του, έβαλεν αυτά εντός σπυρίδος (ζεμπιλίου) και τα εκρέμασε προσμένων να εξημερώση. Ενώ λοιπόν ο φονεύς ήτο εις αγώνα και μέριμναν, πως, που και πότε να υπάγη να κρύψη τα μέλη του φονευθέντος, δια να μη τον αντιληφθή τις, ιδού φαίνεται εις αυτόν ο Άγιος Μηνάς, έφιππος ως στρατιώτης, και τον εξετάζει τι έγινεν ι εκεί καταλύσας ξένος· ο δε φονεύς βεβαιώνει ότι δεν γνωρίζει τίποτε. Τότε ο Άγιος, καταβάς από τον ίππον, εμβήκεν εις το ενδότερον της οικίας και ευρών την σπυρίδα και καταβιβάσας αυτήν, βλέπει τον φονέα με φοβερόν και άγριον βλέμμα και λέγει· «Ποίος είναι ούτος;» Ο δε φονεύς, από τον φόβον του γενόμενος άφωνος ως εκστατικός, έρριψεν εαυτόν πτώμα ελεεινόν εις τους πόδας του Αγίου· ο δε Άγιος συναρμόσας όλα τα μέλη του φονευθέντος και προσευχηθείς, ανέστησε τον νεκρόν και είπεν εις αυτόν· «Δος δόξαν εις τον Θεόν». Ο δε νεκρός αναστηθείς ως εξ ύπνου και συλλογισθείς τα όσα έπαθεν από τον ξενοδόχον και πως ανεζωώθη πάλιν, εδόξασε τον Θεόν και ηυχαρίστει και προσεκύνει τον φαινόμενον στρατιώτην, όστις τον ανέστησεν. Αφού δε ο φονεύς εσηκώθη επάνω, επήρεν ο Άγιος από αυτόν τα χρήματα και τα έδωκεν εις τον αναστηθέντα άνθρωπον, λέγων προς αυτόν· «Ύπαγε, αδελφέ, εις την οδόν σου». Στραφείς δε προς τον φονέα έδειρεν αυτόν, καθώς του έπρεπε· κατόπιν νουθετήσας και προς τούτοις συγχωρήσας το σφάλμα του και υπέρ αυτού προσευχηθείς, ίππευσε και έγινεν άφαντος. Τότε εγνώρισεν εκείνος ότι ο Άγιος Μηνάς ήτο ο φανείς, εις του οποίου την πανήγυριν επήγαινεν ο ξένος εκείνος να προσκυνήση. Άλλος τις Χριστιανός πλούσιος υπεσχέθη να κάμη δίσκον αργυρούν εις την Εκκλησίαν του Αγίου· πορευθείς δε εις τον χρυσοχόον, είπεν εις αυτόν να κατασκευάση δύο δίσκους και να γράψη επάνω εις τον ένα το όνομα του Αγίου και εις τον άλλον το όνομα το ιδικόν του. Αφού δε κατεσκεύασεν αμφοτέρους, επειδή ο δίσκος του Αγίου εφαίνετο λαμπρότερος και ωραιότερος, ο Χριστιανός εκείνος εκράτησε δι’ εαυτόν τον δίσκον του Αγίου, χωρίς να συλλογισθή την επιγραφήν την οποίαν είχε και το όνομα του Αγίου. Ταξιδεύων δε εις την θάλασσαν, ενώ εδείπνει, έφερεν ο υπηρέτης εις την τράπεζαν τον δίσκον του Αγίου πλήρη από φαγητά· ο δε αναίσθητος εκείνος και ανευλαβής Χριστιανός έτρωγεν από τα φαγητά του δίσκου χωρίς καμμίαν ευλάβειαν. Αφού δε εσηκώθη η τράπεζα, επήρεν ο υπηρέτης τον δίσκον δια να πλύνη αυτόν εις την θάλασσαν, παρασυρθείς όμως ο δίσκος από τας χείρας του υπηρέτου, έπεσεν εις τον βυθόν της θαλάσσης· ο δε υπηρέτης, σύντρομος γενόμενος και πολύ φοβηθείς, προς τούτοις δε και όλος καταναρκωθείς και χαυνωθείς, θέλων να τον αρπάση, έπεσε και αυτός εις την θάλασσαν. Τούτο βλέπων ο αυθέντης του και ελεεινολογών εαυτόν έλεγεν· «Αλλοίμονον εις εμέ τον άθλιον! Διότι επιθυμήσας τον δίσκον του Αγίου, ιδού μετά του δίσκου έχασα και τον δούλον μου. Αλλά εις σε, Κύριε Θεέ μου, υπόσχομαι, ότι αν εύρω μόνον το λείψανον του δούλου μου, θέλω δώσει εις τον Μάρτυρά σου Άγιον Μηνάν μετά του άλλου τούτου δίσκου και την τιμήν την οποίαν είχεν ο καταβυθισθείς του Αγίου δίσκος». Εξελθών λοιπόν από το πλοιάριον έβλεπεν εις την παραθαλασσίαν, προσμένων και ελπίζων να ίδη το ζητούμενον νεκρόν σώμα του δούλου του. Ενώ δε επρόσεχεν επιμελώς, ω του θαύματος! βλέπει τον υπηρέτην του ζώντα, όστις εξήρχετο από την θάλασσαν και κρατών εις τας χείρας του τον του Αγίου δίσκον· βλέπων δε αυτόν εξεπλάγη· όθεν έκραξε με μεγάλην φωνήν, κηρύττων το θαύμα του Αγίου. Οι δε επιβαίνοντες εις το πλοίον εξήλθον όλοι έξω και βλέποντες τον δούλον κρατούντα εις τας χείρας τον δίσκον εθαύμαζον πολύ και εδόξαζον τον Θεόν, ηρώτησαν δε αυτόν με τι τρόπον ελυτρώθη από την θάλασσαν. Ο δε δούλος διηγήθη λέγων· «Ευθύς άμα έπεσα εις την θάλασσαν, ήλθον τρεις άνθρωποι ωραίοι την όψιν, εκ των οποίων ο μεν εις, ο μεγαλύτερος κατά την ηλικίαν, ήτο ενδεδυμένος με στρατιωτικήν στολήν, ο άλλος ήτο νέος ωραίος και ο τρίτος Διάκονος. Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι με επήραν από τον βυθόν της θαλάσσης και περιπατήσαντες μετ’ εμού χθες και σήμερον, ήλθομεν έως εδώ». Το θαύμα τούτο διεφημίσθη πανταχού και ένεκα τούτου μεγαλύνεται έως την σήμερον ο Χριστός, ο ούτω δοξάζων τους Αγίους του. Οι τρεις δε εκείνοι άνθρωποι, οίτινες εφάνησαν τότε και έσωσαν τον δούλον από τον βυθόν της θαλάσσης, ήσαν ο μεν μεγαλύτερος κατά την ηλικίαν ο Άγιος Μηνάς, ο νέος ο Άγιος Βίκτωρ και ο Διάκονος ο Άγιος Βικέντιος, οι οποίοι εμαρτύρησαν και αυτοί κατά την ιδίαν εκείνην ημέραν, ήτοι ο μεν Άγιος Βίκτωρ κατά την 11ην Νοεμβρίου του έτους ρξ΄ (160), ο Άγιος Βικέντιος την 11ην Νοεμβρίου του έτους σλε΄ (235) και ο Άγιος Μηνάς την 11ην Νοεμβρίου του έτους 296, τιμώνται δε και οι τρεις κατά την σημερινήν ημέραν. Και γυνή τις ερχομένη εις τον Ναόν του Αγίου εβιάσθη καθ’ οδόν από τινα εις αισχράν πράξιν· όθεν επεκαλέσθη τον Άγιον να την βοηθήση· ο δε Άγιος δεν παρέβλεψεν αυτήν, αλλά και ταύτην εφύλαξε καθαράν και αμόλυντον και τον βιαστήν επόμπευσε και εθεάτρισε με τοιούτον τρόπον. Ο βιαστής δηλαδή εκείνος, δέσας το άλογόν του εις τον πόδα του, εβίαζε την γυναίκα· το δε άλογον ηγριώθη εναντίον του αυθέντου του, ώστε ουχί μόνον από την άτοπον πράξιν αυτόν ημπόδισεν, αλλά και έσυρεν αυτόν κατά γης και δεν εστάθη ειμή αφού έφθασεν εις τον Ναόν του Αγίου· εκεί δε με πολλάς και μεγάλας φωνάς εχρεμέτιζεν. Όθεν ηνάγκασε πολλούς ανθρώπους, οίτινες ήσαν τότε εκεί δια την εορτήν, να εξέλθωσιν έξω δια να ίδωσι τι συνέβαινε. Προσέτρεχε δε εις την Εκκλησίαν του Αγίου και άλλο πλήθος πολύ Χριστιανών. Ο δε δυστυχής εκείνος βλέπων αφ’ ενός μεν την συνάθροισιν του λαού και αφ’ ετέρου ότι ο ίππος εξηγριούτο κατ’ αυτού περισσότερον, και ότι δεν εβοηθείτο υπ’ ουδενός, εφοβήθη μήπως πάθη από τον ίππον κανέν κακόν μεγαλύτερον. Όθεν εξωμολογήθη χωρίς εντροπήν έμπροσθεν όλων την αμαρτίαν του και ευθύς εστάθη ο ίππος με ημερότητα. Λύσας λοιπόν τον πόδα του από τον ίππον, εμβήκεν εις τον Ναόν του Αγίου και προσπεσών εις την αγίαν εικόνα του παρεκάλει αυτόν να μη τον αφήση να λάβη άλλοτε τοιούτον ή άλλον πειρασμόν. Άλλοτε πάλιν προσέμειναν εις τον Ναόν του Αγίου χωλός τις και γυνή άλαλος μετ’ άλλων πολλών ασθενών, δια να λάβωσιν ιατρείαν από τον Άγιον· κατά δε το μεσονύκτιον, ενώ όλοι οι ασθενείς εκοιμώντο, φαίνεται ο Άγιος εις τον χωλόν και του λέγει· «Τώρα, που είναι ησυχία, ύπαγε και κράτησον το επανωφόριον της βωβής γυναικός και θέλεις ιατρευθή». Απελθόντος δε του χωλού και πιάσαντος το επανωφόριον της βωβής, ευθύς εκείνη ταραχθείσα εφώναξε, κατηγορούσα τάχα τον χωλόν και με τον νόστιμον τούτον τρόπον ελύθη η γλώσσα της· ο δε χωλός πάλιν, εντραπείς από τα λόγια της βωβής, ευθύς εσηκώθη εις τους πόδας και ήρχισε να φεύγη. Γνωρίσαντες δε και οι δύο το εις αυτούς γενόμενον χαριέστατον θαύμα παρά του Αγίου, εδόξασαν τον Θεόν. Εβραίος τις, έχων φίλον Χριστιανόν, πολλάκις ενεπιστεύετο και άφηνεν εις αυτόν χρήματα ικανά, όταν έμελλε να υπάγη εις τόπον μακρινόν. Εις τούτον λοιπόν αφήκε μίαν φοράν παρακαταθήκην βαλάντιον με πεντακόσια νομίσματα· ο δε Χριστιανός έβαλε κατά νουν να αρνηθή την παρακαταθήκην αυτήν του Εβραίου, το οποίον και έθεσεν εις πράξιν. Ότε λοιπόν ήλθεν ο Εβραίος και εζήτησε τα χρήματά του, καθώς είχε συνήθειαν, ο Χριστιανός δεν έδιδε ταύτα προς αυτόν λέγων· «Συ δεν άφησες τίποτε εις εμέ κατά την φοράν ταύτην και τι ζητείς απ’ εμού;» Ο δε Εβραίος ανελπίστως ακούσας τούτο άλλος εξ άλλου έγινεν· ελθών δε εις εαυτόν, λέγει προς τον Χριστιανόν· «Άλλο δεν θέλει γίνει παρά όρκος δια να διαλύση την αμφιβολίαν ταύτην, επειδή και δεν ήτο κανείς μάρτυς παρών ότε σου παρέδωκα τα χρήματά μου, επειδή είχον εμπιστοσύνην ότι είσαι πιστός και αληθής άνθρωπος». Εζήτει όθεν ο Εβραίος να αποδειχθή δια μέσου του Αγίου Μηνά εκείνος όστις δεν αληθεύει. Επήγαν λοιπόν και οι δύο συμφώνως εις τον Ναόν του Αγίου Μηνά και παρευθύς ο Χριστιανός χωρίς αργοπορίαν εποίησεν όρκον και εβεβαίωσε την άρνησιν της παρακαταθήκης· αφού δε ο όρκος ετελείωσεν, εξήλθον και οι δύο από τον Ναόν και ίππευσαν, ο δε ίππος του Χριστιανού ητάκτει και εξηγριούτο εναντίον του αυθέντου του και δαγκάνων τον χαλινόν εφοβέριζεν, ότι θέλει προξενήσει εις τον αναβάτην του πικρόν θάνατον. Και κατά μεν το παρόν έρριψεν αυτόν εις την γην, πλην δεν τον έβλαψεν εις το σώμα· εχάθη δε μόνον το μανδήλιόν του ομού με το κλειδίον και την χρυσήν σφραγίδα του. Έπειτα πάλιν ιππεύσας επορεύετο μετά του Εβραίου, ο οποίος μη υποφέρων την ζημίαν, ελυπείτο πολύ καθ’ οδόν και εστέναζεν από βάθους καρδίας. Ενώ δε επορεύοντο εις την οδόν, θέλων ο Εβραίος να πιάση με το καλόν τον Χριστιανόν, μήπως μεταμεληθή και επιστρέψη τα χρήματα, λέγει προς αυτόν· «Επειδή ο τόπος ούτος, ω φίλε, είναι επιτήδειος, ας καταβώμεν από τα άλογα και ας φάγωμεν άρτον». Ότε όμως ήρχισαν να τρώγωσιν, ιδού μετ’ ολίγον βλέπει ο Χριστιανός τον δούλον του ελθόντα και κρατούντα δια μεν της μιας χειρός το βαλάντιον του Εβραίου, δια δε της άλλης το κλειδίον και το μανδήλιόν του· ιδών δε αυτά εξεπλάγη και είπε προς τον δούλον του· «Τι είναι τούτο;» Ο δε δούλος απεκρίθη· «Φοβερός τις ιππεύς ήλθεν εις την κυρίαν μου και δίδων εις αυτήν το κλειδίον με το μανδήλιόν σου, είπε: «Στείλε με ταχύτητα μεγάλην το βαλάντιον του Εβραίου, ίνα μη κινδυνεύση ο ανήρ σου». Όθεν εγώ λαβών τούτο από την κυρίαν μου ήλθον προς σε, καθώς προσέταξας». Τότε ο Εβραίος περιχαρής γενόμενος επέστρεψε μετά του Χριστιανού εις τον Ναόν και αυτός μεν παρεκάλει ίνα βαπτισθή, ο δε Χριστιανός εζήτει να λάβη συγχώρησιν δια τον ψευδή όρκον, τον οποίον εποίησε και παρώργισε τον Θεόν. Όθεν και οι δύο έλαβον εκείνο το οποίον εζήτησαν· και ο μεν Εβραίος έλαβε το Άγιον Βάπτισμα, ο δε Χριστιανός έλαβε την του όρκου συγχώρησιν και ούτως επέστρεψαν εις τα ίδια χαίροντες και δοξάζοντες τον Θεόν. Κατά το έτος αωκστ΄ (1826), την εποχήν εκείνην του τρόμου και των σφαγών, καθ’ ην κατά πολλούς τρόπους επεβουλεύετο η ζωή των Χριστιανών, οι Τούρκοι του Ηρακλείου Κρήτης ενόμισαν ότι η καταλληλοτέρα περίστασις, ίνα κορέσωσι την φανατικήν αυτών μανίαν κατά των Χριστιανών, ήτο η ημέρα του Πάσχα, ιη΄ (18η) Απριλίου, ότε θα εύρισκον αυτούς συνηγμένους επί το αυτό εις τον Ιερόν Ναόν της Μητροπόλεως, τιμώμενον επ’ ονόματι του Μεγαλομάρτυρος Μηνά, και θα τους κατελάμβανον απαρασκεύους και ανικάνους να υπερασπίσωσιν εαυτούς. Ίνα δε παραπλανήσωσι την προσοχήν της εγχωρίου Διοικήσεως έβαλον πυρ εις διάφορα μέρη της πόλεως και προεκάλεσαν πυρκαϊάν εις συνοικίας μεμακρυσμένας της Μητροπόλεως. Και ήδη, αρξαμένης της ιεράς Λειτουργίας, ανεγινώσκετο το Ευαγγέλιον, ότε τα μανιώδη στίφη είχον περικυκλώσει τον Ιερόν Ναόν και ήσαν έτοιμα να ορμήσουν και αρχίσουν το αποτρόπαιον της σφαγής έργον. Αλλ’ αίφνης πολιός τις γέρων εμφανίζεται μεταξύ αυτών έφιππος περιτρέχων τον Ναόν και μετά γυμνού τού ξίφους αποδιώκων αυτούς. Ευθύς δε οι βάρβαροι περιδεείς ετράπησαν εις φυγήν, καταληφθέντες υπό φόβου ακατανοήτου, και ούτως εματαιώθη το καταχθόνιον αυτών σχέδιον δια της προστασίας του Μεγαλομάρτυρος Μηνά, όστις ενεφανίσθη υπό το πρόσωπον του πολιού γέροντος. Οι δε επιδραμόντες Τούρκοι λόγω του νυκτερινού σκότους και της συγχύσεως αυτών εξέλαβον τον Άγιον ως τον πρώτον των προκρίτων, αποσταλέντα προς ματαίωσιν της σφαγής υπό του Διοικητού της πόλεως, προς τον οποίον διεμαρτυρήθησαν ακολούθως. Ουδέν όμως ούτος εγνώριζε σχετικώς, ο δε πρώτος των προκρίτων διεπιστώθη ότι δεν είχεν απομακρυνθή την νύκτα εκείνην του οίκου του. Εννόησαν όθεν τότε ότι επρόκειτο περί θαυματουργικής επεμβάσεως του Πολιούχου Αγίου Μηνά, κατέστησαν δε γνωστόν το θαύμα οι ίδιοι οι Τούρκοι. Έκτοτε ούτοι κατείχοντο υπό δέους και ευλαβείας απέναντι του Αγίου, τινές δε εξ αυτών προσέφερον ετησίως διάφορα δώρα εις τον Ναόν αυτού. Επί τη ευεργετική ταύτη θαυματουργία του Αγίου, συσκέψεως γενομένης κατόπιν μεταξύ των Επισκόπων Αρκαδίας Μαξίμου, Σητείας Μελετίου και Πέτρας Δωροθέου, εθεσπίσθη όπως ενιαυσίως τελήται εορτή τη Τρίτη της Διακαινησίμου προς δόξαν του Αγίου και διαιώνισιν του θαύματος, ήτις και τελείται εις τον παλαιόν Μητροπολιτικόν Ναόν, ένθα εγένετο το θαύμα. Κατά την εορτήν ταύτην, θεωρουμένην ως δευτέραν ετησίαν εορτήν του πολιούχου του Ηρακλείου Αγίου Μηνά, εκτίθεται εις προσκύνησιν ευθύς από του Εσπερινού το εις τον Μητροπολιτικόν Ναόν φυλασσόμενον τίμιον και άγιον αυτού λείψανον. Ακούσατε όμως και άλλο θαύμα φοβερώτατον, το οποίον ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Μηνάς ετέλεσεν εις τας ημέρας μας και του οποίου τα ευεργετικά αποτελέσματα απολαμβάνομεν όλοι οι Έλληνες, ακόμη δε και όλος ο κόσμος εκείνος, όστις ευρίσκετο τότε παρά το πλευρόν της δοκιμαζομένης πατρίδος μας. Όλοι γνωρίζομεν εις ποίαν δεινήν θέσιν ευρέθη η Ελλάς κατά την περίοδον του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου των ετών 1939 – 1946. Κατά την εποχήν εκείνην υποστάσα η Ελλάς την επίθεσιν των ασυγκρίτως μεγαλυτέρων δυνάμεων του άξονος, επολέμησε μεν ερρωμένως, και εφ’ όσον εμάχετο εναντίον των Ιταλών αντεπεξήρχετο νικηφόρως, όταν όμως επετέθησαν εναντίον αυτής και αι σιδηρόφρακτοι στρατιαί των Γερμανών του Χίτλερ, τότε αύτη εκάμφθη και κατεκτήθη υπό των εχθρών της Γερμανών, Ιταλών, Βουλγάρων και Αλβανών και διεμελίσθη, διαμοιρασθείσα μεταξύ αυτών, είναι δε γνωστά τα αφάνταστα μαρτύρια, τα οποία υπέστησαν οι Έλληνες από τους βαρβάρους αυτούς κατακτητάς κατά την περίοδον εκείνην. Τότε ολίγος στρατός Ελληνικός διαφυγών την αιχμαλωσίαν διεπεραιώθη εις την Αίγυπτον, την πατρίδα του Αγίου Μηνά, και εκεί απετέλεσε τον πυρήνα του ανασυσταθέντος Ελληνικού στρατού, εκείθεν δε συνέχισε τον αγώνα του δια την απελευθέρωσιν της σκλαβωμένης πατρίδος. Και τις από ημάς δεν ενθυμείται μετά δέους την περίοδον εκείνην του φόβου και του τρόμου, κατά την οποίαν αι στρατιαί του Χίτλερ, με αρχηγόν τον περιβόητον εκείνον Ρόμμελ, καταλαβούσαι ολόκληρον σχεδόν την βόρειον Αφρικήν εβάδιζαν και κατά της Αλεξανδρείας; Και τις δεν ενθυμείται την περιώνυμον εκείνην μάχην του Ελ Αλαμέϊν του έτους 1942, κατά την οποίαν αι συμμαχικαί δυνάμεις, μεθ’ ων συνεμάχοντο και οι ολίγοι ελεύθεροι Έλληνες, ανέκοψαν την προέλασιν του Ρόμμελ και κατανικήσασαι τας δυνάμεις αυτού έτρεψαν αυτούς εις φυγήν και κατεδίωξαν έως ου άπαντας τους εχθρούς συνέλαβον αιχμαλώτους; Τις έτι δεν ενθυμείται ότι συνεχισθέντος από τότε του αγώνος εναντίον των τέως πανισχύρων εχθρών κατεβλήθησαν ούτοι τελείως εντός δύο ετών απελευθερωθεισών μαζί με την πατρίδα μας, την Ελλάδα, και όλων των χωρών εκείνων τας οποίας είχον καταλάβει οι τύραννοι; Και ποίος δεν γνωρίζει ότι, εάν δεν είχε γίνει η θαυμασία εκείνη μεταστροφή του πολέμου εις το Ελ Αλαμέϊν θα είμεθα σήμερον αιχμάλωτοι και δούλοι των εχθρών μας; Τις έκαμε το μεγάλον αυτό θαύμα; Τις άλλος από τον Άγιον Μεγαλομάρτυρα Μηνάν, τον προστάτην μας, και ακούσατε δια να λάβητε πολλήν την αγαλλίασιν. Το όνομα του Ελ Αλαμέϊν είναι Αραβική παραφθορά του ονόματος του Αγίου Μηνά, έλαβε δε το όνομα τούτο διότι εκεί, εις το Ελ Αλαμέϊν, υπάρχει Ναός του Αγίου Μηνά, λέγεται δε ότι εκεί υπήρξε και ο τάφος του Αγίου. Εις τον Ναόν αυτόν του Αγίου Μηνά προσέτρεχον επί αιώνας ολοκλήρους προσκυνηταί από όλας τας παραμεσογείους χώρας και πλείστα θαύματα επετελούντο δια της χάριτος του Αγίου, σώζονται δε μάλιστα μέχρι σήμερον εις τα ερείπια του αρχαίου αυτού Ναού πολλαί παραστάσεις των διαφόρων θαυμάτων του Αγίου· μία μάλιστα εκ των παραστάσεων αυτών εικονίζει τον Άγιον Μηνάν οδηγούντα καμήλους καραβανίου τινός, το οποίον διέσωσεν από βέβαιον κίνδυνον. Όταν λοιπόν αι στρατιαί του Ρόμμελ εβάδιζον κατά της Αλεξανδρείας έφθασαν και εις το Ελ Αλαμέϊν, εις το οποίον εστρατοπέδευσαν την νύκτα εκείνην και την πρωϊαν ητοιμάζοντο να επιτεθούν κατά της πόλεως. Ο κόσμος ολόκληρος και περισσότερον ημείς οι υπόδουλοι τότε Έλληνες υπό δέους συνεχόμενοι ανεμέναμεν ως βεβαίαν την πτώσιν αυτής, μαζί με την οποίαν θα εχάναμεν και τας τελευταίας ελπίδας της απελευθερώσεώς μας ως και αυτά τα τελευταία υπολείμματα του ελευθέρου στρατού μας. Όμως ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Μηνάς δεν αφήκε να γίνη η ολοκληρωτική αυτή καταστροφή, διότι ως Έλλην και αυτός Αιγυπτιώτης συνεπόνεσε τους πάσχοντας Έλληνας και τους συμμάχους αυτών και το μεσονύκτιον, καθ’ ην στιγμήν επρόκειτο να αρχίση η μάχη, ω εξαισίου θαυματουργήματος! Βλέπουν τινές ευσεβείς τον Άγιον Μηνάν εξερχόμενον εκ των ερειπίων του Ναού αυτού και οδηγούντα καμήλους, ως ακριβώς εν τη προρρηθείση τοιχογραφία εικονίζετο, εισχωρούντα δε ομού με αυτάς εις το στρατόπεδον των εχθρών. Είναι αδύνατον να περιγράψη τις τον πανικόν όστις κατέλαβεν από της ώρας εκείνης τους τέως πανισχύρους και αηττήτους εχθρούς, καθώς επίσης απερίφραπτος τυγχάνει η έκτασις της καταστροφής αυτών. Αρκεί δε μόνον να είπωμεν ότι από της ώρας εκείνης εσήμανε το τέλος της παντοδυναμίας αυτών και εντός ολίγου χρόνου κατενικήθησαν τελείως, απελευθερωθείσης ούτω και της ημετέρας πατρίδος. Το θαύμα τούτο εκτιμώντες και αυτοί οι αλλόδοξοι σύμμαχοι προσέφερον εις το Πατριαρχείον Αλεξανδρείας τον τόπον εκείνον δια να ανακτισθή ο Ναός του Αγίου και να ιδρυθή εκεί και Μοναστήριον επ’ ονόματι αυτού εις ένδειξιν αιωνίου ευγνωμοσύνης προς τον Άγιον και δια να υμνολογήται εις αυτόν απαύστως δια την επιτελεσθείσαν εξαίσιον θαυματουργίαν, ο εν τοις Αγίοις αυτού ενδοξαζόμενος Θεός και ο ένδοξος αυτού Μεγαλομάρτυς Άγιος Μηνάς, ου ταις αγίαις πρεσβείαις λυτρωθείημεν και ημείς από πάσης περιστάσεως και αξιωθείημεν της Βασιλείας των ουρανών. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2479
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΒ΄ (12η) Νοεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΙΩΑΝΝΟΥ Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας του Ελεήμο

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΒ΄ (12η) Νοεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΙΩΑΝΝΟΥ Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας του Ελεήμονος.

Ιωάννης ο εν Αγίοις πατήρ ημών Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας ο Ελεήμων εγεννήθη εν έτει φνε΄ (555) εις την νήσον Κύπρον, εις την οποίαν και ανετράφη ως περ φυτόν ευθαλές και εστολισμένον δια της αρετής. Ο πατήρ αυτού ήτο ενάρετος άνθρωπος και επιφανής, Επιφάνιος το όνομα, όστις δια τας αρετάς του έγινεν έπαρχος εις την αυτήν νήσον. Η δε γυνή αυτού Κοσμία πρεπόντως είχε και το σωματικόν κάλλος ομού με την ψυχικήν ωραιότητα, και ωμοίαζεν εις τας αρετάς του ανδρός της. Έχων λοιπόν ο Ιωάννης τοιούτους γεννήτορας δεν παρήλλαξεν από αυτούς, αλλά μάλλον εσπούδαζε να τους στολίση με τας πράξεις περισσότερον, δια να γνωρίζεται από τον καρπόν το δένδρον και όχι απ’ εκείνο ο καρπός να στολίζεται, αλλά μάλιστα δια το παιδίον ο πατήρ να σεμνύνεται. Αφού δε έφθασεν ο Άγιος εις μέτρον ηλικίας και επαιδεύθη καλώς τα ιερά γράμματα, τον ενύμφευσαν οι γονείς του παρά την θέλησίν του και δια να μη γίνη των γονέων παρήκοος επήρε γυναίκα και διήγε με σωφροσύνην και εγκράτειαν. Αναγκαζόμενος δε υπό των συγγενών, εγέννησε και παιδία, τα οποία μετ’ ολίγον ετελεύτησαν άωρα, ομοίως και η γυνή αυτού απήλθε προς Κύριον, ο δε Ιωάννης, ως ευγνώμων ψυχή, ηυχαρίστησε πολλά και εδόξασε τον Θεόν, όστις και τα έδωκε και τα έλαβεν. Έκαμνε δε αιτίαν αρετής ταύτην την υπόθεσιν, συλλογιζόμενος ότι η στέρησις των τέκνων και της γυναικός τον ελύτρωσαν από την του βίου φροντίδα και μέριμναν, και καθ’ εκάστην προσήδρευε τω Θεώ· όθεν και τα σπλάγχνα της θείας χρηστότητος διανοίγονται εις αυτόν. Δια τούτο και αυτός, εκείνα κατά το δυνατόν εκμιμούμενος, ανοίγει τα σπλάγχνα και όλας τας θύρας και δίδει χείρα βοηθείας εις τους δεομένους, διαμοιράζων αφθόνως όλον τον πλούτον του και χαρίζων εις όλους τα χρειαζόμενα. Δια την πράξιν του δε ταύτην έγινεν εις τους πάντας γνωστός και επίδηλος, ουχί μόνον εις τους ιδιώτας και τους άρχοντας, αλλά και έως εις την Κωνσταντινούπολιν και εις αυτόν τον βασιλέα Ηράκλειον έφθασεν η φήμη του, ήτο δε τότε το έτος χι΄ (610). Κατά τον καιρόν εκείνον ευρίσκετο χηρεύουσα από Πατριάρχην η Αλεξάνδρεια, ο δε λαός όλος επεθύμει να αξιωθή ενός τοιούτου καλού ποιμένος· όθεν παρεκάλεσαν τον βασιλέα να ψηφίση τον Ιωάννην Αρχιεπίσκοπον, ο δε βασιλεύς έστειλεν ανθρώπους εις την Κύπρον και τον έφεραν, τον παρεκάλεσε δε να δεχθή την αξίαν, αλλ’ αυτός προφασιζόμενος έλεγεν, ότι δεν ήτο άξιος τοιούτος άνθρωπος να δεχθή τόσον βάρος και μεγαλείον επάνω του. Άρχων δε τις, Νικήτας ονόματι, Πατρίκιος την αξίαν, αδελφός κατά πνεύμα του Ιωάννου και φίλος του ακριβώτατος, είχε θάρρος πολύ προς τον βασιλέα, γνωρίζων δε την μεγάλην αρετήν του ανδρός και αξιώτερον πάντων παρεκίνησε τον βασιλέα να τον αναβιβάση εις τον θρόνον βιαίως, εάν δεν θελήση να δεχθή με την θέλησίν του. Μετά βίας λοιπόν κατεπείσθη ο Ιωάννης να δεχθή την αξίαν ταύτην, δια να μη γίνη παρήκοος εις την θέλησιν του λαού και του βασιλικού προστάγματος. Γίνεται λοιπόν του θρόνου του Αποστόλου Μάρκου διάδοχος το χι΄ (610) έτος, εις μεν τον καιρόν υστερώτερος, εις δε τον βίον και εις τας αρετάς όμοιος αυτού, καθώς τα κατορθώματα άτινα έκαμεν, αφού έλαβε την αξίαν, θέλουν δηλώσει σαφέστερον. Ευθύς λοιπόν, αφού ανέβη εις τον θρόνον, ηγωνίζετο δια παντός να ανακαινίση το κήρυγμα του Αποστόλου Μάρκου, ήτοι να στερεώση την Ορθόδοξον πίστιν, τα δε ζιζάνια των αιρετικών να εκριζώση τελείως. Ήσαν δε τότε ακόμη τινές υποστηρίζοντες την αίρεσιν του μονοφυσίτου Πατριάρχου Πέτρου του Κναφέως, όστις ετόλμησε να βάλη προσθήκην τινά βλάσφημον εις τον Τρισάγιον Ύμνον, λέγων: «Άγιος αθάνατος, ο σταυρωθείς δι’ ημάς». Αλλ’ ο Άγιος εξέβαλε το βλάσφημον τούτο, δογματίζων απαθή και αθάνατον την θεότητα και εδίδαξε το ποίμνιον αυτού να φρονή και να πιστεύη ούτως. Όταν δε έλαβε το αξίωμα, εύρε μόνον επτά ορθοδόξους Ναούς, τους οποίους εδεκαπλασίασεν, ήτοι έκτισεν άλλους εξήκοντα τρεις. Είχε δε μεγάλην σπουδήν και φροντίδα να επιστρέφη προς την ευσέβειαν όσους ήσαν ηπατημένοι εις αίρεσιν τινά. Εδείκνυε δε και εις τας χειροτονίας ζήλον θερμότατον, ούτως ώστε να γίνωνται αύται χωρίς τινος πληρωμής, άνευ δε δοκιμασίας να μη χειροτονήσουν ποτέ τινα. Προ πάντων δε επεμελείτο την προστασίαν των αδικουμένων, προστάσσων τους κριτάς να μη προδίδουν δια προσωποληψίαν το δίκαιον, αλλά με ζυγόν δικαιοσύνης να σταθμίζουν τας κρίσεις, χωρίς να παρασύρωνται ούτε από φιλίαν ούτε από έχθραν προς τινα, αλλά να κρίνωσι δίκαια. Ταύτα μεν πάντα επεμελείτο ο Άγιος, εξαιρέτως όμως εσπούδαζε να σπλαγχνίζεται τους ενδεείς και να θεραπεύη τους πένητας, χωρίς να λυπήται ουδόλως τα χρήματα, αλλά εκένωνε τα ταμεία και τα έδιδεν ελεημοσύνην. Έκτισε ξενοδοχεία, νοσοκομεία, πτωχοτροφεία και ευποιϊας και καλωσύνας έκαμεν αναριθμήτους, δίδων καθημερινώς σιτηρέσια δια να κυβερνώσι τους δεομένους και τόσην είχεν εις ταύτα επιμέλειαν, ώστε και των πτωχών και απόρων γυναικών, αίτινες δεν είχον καν μίαν καλύβην να γεννώσιν, ούτε προς θεραπείαν τι επιτήδειον, έδωκεν επτά οικίας εις διαφόρους τόπους της πόλεως, με κλίνας, στρώματα και τροφάς και παν άλλο χρειαζόμενον. Όσοι δε κληρικοί ήσαν πτωχοί, ελάμβανον παρ’ αυτού τα προς την χρείαν και ουχί μόνον εις αυτούς έδιδεν, αλλά και εις τους Επισκόπους, εις όσους δηλονότι δεν έφθανον αι δαπάναι να πορεύωνται. Αλλά τι ταύτα πάντα προς την μεγάλην θάλασσαν της πλουσίας αυτού προαιρέσεως και το αχανές εκείνο πέλαγος της χρηστότητος; Κατά αλήθειαν, άλλος Νείλος ήτο εις τοσούτον αναρίθμητον έλεος, όχι μόνον ποτίζων ως εκείνος την Αίγυπτον, αλλά και πάσαν την κτίσιν σχεδόν δροσίζων· διότι ποίος πτωχός και άπορος ήρχετο προς αυτόν και ανεχώρει με κενάς τας χείρας και στυγνόν πρόσωπον χωρίς να απολαύση πλουσίας χρηστότητας; Τον καιρόν εκείνον ελεηλάτησαν την Συρίαν οι Πέρσαι και ηχμαλώτισαν λαόν αμέτρητον, από τους οποίους ηδυνήθησαν και έφυγον πολλοί άρχοντες ομού και αρχόμενοι, ως και Κληρικοί και Επίσκοποι, οίτινες ακούσαντες την φήμην του Πατριάρχου έδραμον ώσπερ εις λιμένα και καταφυγήν μόνιμον, ζητούντες ικανήν ελεημοσύνην, τους οποίους όλους ο πλούσιος εκείνος και αστενοχώρητος εστιάτωρ εδέχθη με ιλαρώτατον πρόσωπον, τους παρηγόρησεν ως πατήρ φιλότεκνος και πλουσίως και δαψιλώς ηλέησεν, ουχί ως ξένους και παροίκους, αλλ’ ως αδελφούς του και τέκνα, χαρίζων εις αυτούς τα προς την χρείαν και μη αποβλέπων προς το πλήθος των δεομένων, αλλά προς τον πλουσιόδωρον Θεόν, τον ανοίγοντα χείρα και εις παν ζώον ευδοκίαν μεταδίδοντα· τους δε πληγωμένους έβαλεν εις πανδοχεία, προστάσσων τους πανδοχείς να τους επιμεληθούν με ιατρείας αναγκαίας και να μη τους βιάσουν να αναχωρήσουν χωρίς να θέλωσι μόνοι των. Εις δε τους υγιείς επρόσταξε να δίδεται καθ’ εκάστην ωρισμένον ποσόν, των δε γυναικών να δίδεται το διπλούν, λέγων ότι αι γυναίκες έπρεπε να ενισχύωνται περισσότερον, διότι δεν δύνανται να γυρίζουν εις διαφόρους τόπους χωρίς κίνδυνον και με τόσην ευκολίαν, ώσπερ οι άνδρες. Ήρχοντο δε και τινες νέαι, αι οποίαι εφορούσαν στολίδια κατά την συνήθειαν των γυναικών, ήσαν δε καλά ενδεδυμέναι, τας οποίας βλέποντες οι διανομείς του Πατριάρχου είπον προς αυτόν· «Δέσποτα Άγιε, νομίζομεν ότι δεν πρέπει να δίδωμεν ελεημοσύνην εις τας τοιαύτας γυναίκας». Ο δε Άγιος τους παρετήρησε με αυστηρόν βλέμμα λέγων προς αυτούς· «Εάν θέλετε να διαμοιράζετε του Χριστού τον πλούτον, κάμνετε με απλότητα την εντολήν αυτού την λέγουσαν· «Τω αιτούντί σε δίδου» (Ματθ.ε:42), εάν δε ερευνάτε τίνος να δίδετε και τίνος ουχί, γινώσκετε ότι μήτε ο Θεός, μήτε εγώ έχομεν χρείαν από υπηρέτας τοιούτους. Εάν ήσαν ιδικά μου αυτά τα χρήματα, τα οποία δίδετε, ίσως ήθελα τα λυπηθή· αλλ’ επειδή είναι χαρίσματα και δωρεαί του Δεσπότου, πρέπον είναι εις το πράγμα του να φυλάττεται το πρόσταγμά του απαρασάλευτα». Νουθετήσας λοιπόν αυτούς, είπε ταύτα προς εκείνους οίτινες εκάθηντο πλησίον αυτού και εθαύμαζον την εύσπλαγχνον γνώμην του. «Όταν ήμην ετών δέκα πέντε, είδα την νύκτα εις το όραμά μου μίαν ωραιοτάτην κόρην υπέρ τον ήλιον λάμπουσαν, ήτις ήτο εστολισμένη θαυμασιώτατα έχουσα εις την κεφαλήν στέφανον από κλάδον ελαίας· στάσα δε αύτη έμπροσθεν της κλίνης μου, με ήγγισεν εις το πλευρόν και εξύπνησα· ιδών δε Αύτη έμπροσθεν της κλίνης μου, με ήγγισεν εις το πλευρόν και εξύπνησα· ιδών δε αυτήν και οφθαλμοφανώς, ηγέρθην της κλίνης μου ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού και της λέγω· «Τις είσαι; Και πως ετόλμησες να έλθης εδώ να με εξυπνήσης;» Η δε εμειδίασεν ολίγον και μοι λέγει· «Εγώ είμαι η πρώτη θυγάτηρ του Μεγάλου Βασιλέως». Ταύτα ακούσας εγώ την προσεκύνησα με ευλάβειαν. Η δε πάλιν μοι είπε· «Εάν φιλιωθής μετ’ εμού, εγώ θα σε υπάγω έμπροσθεν του Βασιλέως, να σε αγαπήση πολλά, ότι άλλος τις δεν έχει τόσην παρρησίαν προς αυτόν, ως εγώ, ήτις τον έκαμα και κατέβη από τους ουρανούς εις την γην και έλαβε σάρκα δια να λυτρώση τον άνθρωπον». Συλλογιζόμενος δε εγώ περί του ποία να ήτο η φανείσα, εγνώρισα ότι ήτο η ελεημοσύνη, ήτις έκαμε τον Πανάγαθον Θεόν να σαρκωθή δια την ημετέραν αγάπην. Τότε λοιπόν έσπευσα προς την Εκκλησίαν, επειδή ήτο η ώρα του Όρθρου, καθ’ οδόν δε με υπήντησε πτωχός τις και παγωμένος από το ψύχος. Εγώ δε εκδύομαι ευθύς το ιμάτιον, όπερ εφόρουν, και δίδω αυτό εις αυτόν· δια να γνωρίσω δε εάν ήτο η οπτασία την οποίαν είδα αληθινή, δεν ήμουν ακόμη εις την Εκκλησίαν φθασμένος και έρχεται προς με άνθρωπος τις ενδεδυμένος στολήν λευκήν, και δίδει μοι εκατόν χρυσά νομίσματα, τυλιγμένα εις μανδήλιον, λέγων μοι· «Δέξαι ταύτα και διαμοίρασέ τα ως βούλεσαι». Μόλις εγώ έλαβα αυτά, έγινεν αφανής εκείνος όστις τα έδωκε. Τότε εγώ είπον· «Αληθής ήτο η οπτασία μου», από τότε δε και έμπροσθεν, όταν έδιδα ελεημοσύνην τινά, έλεγον προς τον εαυτόν μου· «τώρα να ιδώ, εάν μου δώση ο Κύριος εκατονταπλασίονα κατά την υπόσχεσιν». Ούτω λοιπόν δοκιμάζων τον Θεόν, εβεβαιώθην με το έργον μυριάκις και ελάμβανα περισσότερα από όσα έδιδα· όθεν καταμεμφόμενος έλεγον προς τον εαυτόν μου· «Παύσαι, ψυχή μου, και μη πειράζεις τον απείραστον, μόνον δούλευσε αυτόν εν απλότητι, επειδή τόσας φοράς επιστώθης την αλήθειαν». Λοιπόν δεν θέλω πλέον να ακροασθώ τους ολιγοπίστους υπηρέτας μου, αλλά να δίδω εκάστου ελεημοσύνην αφθονοπάροχα». Βλέπων ξένος τις την άμετρον χρηστότητα του Αγίου, ηθέλησε να τον δοκιμάση. Όταν λοιπόν επήγαινε να επισκεφθή τους ασθενείς εις το νοσοκομείον, είχε δε συνήθειαν να κάμνη τούτο ο Άγιος τρις της εβδομάδος, τον υπήντησεν ο ξένος εκείνος εις τον δρόμον, λέγων προς αυτόν· «Ελέησόν με, Δέσποτα, τον αιχμάλωτον». Ο δε Άγιος είπεν εις τον διανομέα να του δώση εξ νομίσματα. Λαβών δε αυτά ήλλαξε το ένδυμά του και προλαμβάνει εις άλλον τόπον τον Άγιον, ζητών και πάλιν ελεημοσύνην και λέγων, ότι είχε μεγάλην ανάγκην. Ο δε διανομεύς επλησίασε και λέγει εις τον Άγιον· «Εκείνος όστις έλαβε τα εξ νομίσματα είναι, Δέσποτα». Ο δε Άγιος προσεποιήθη ότι δεν τον ήξευρε και του έδωσεν άλλα εξ, τα οποία, αφού έλαβεν εκείνος επέστρεψε και πάλιν μετ’ ολίγην ώραν μετασχηματισμένος ζητών και πάλιν ελεημοσύνην. Ο δε υπηρέτης είπε προς τον Άγιον· «Εκείνος ο πρώτος είναι, όστις ήλθε δις και σε ηπάτησεν ως πονηρός». Τότε ο πραότατος Πατριάρχης δεν εσκανδαλίσθη ουδαμώς κατά του πτωχού, αλλά θέλων να νικήση τον εαυτόν του και να μη αμελήση της ελεημοσύνης το έργον, είπεν εις τον υπηρέτην· «Δος του δύο φοράς περισσότερα, από όσα του έδωσες πρότερον, μήπως είναι ο Δεσπότης μου Ιησούς και ήλθε με πτωχικόν σχήμα να με δοκιμάση». Είχε δε κάμει και τούτο ο Ιωάννης ευθύς ως έγινε Πατριάρχης· προσεκάλεσε τους οικονόμους της Εκκλησίας, όσοι είχον αξιώματα, και είπε προς αυτούς εις επήκοον πάντων· «Αδελφοί, δεν μου φαίνεται πρέπον να φροντίζωμεν δι’ άλλα πράγματα πριν ή φροντίσωμεν δια τον Χριστόν μας. Υπάγετε λοιπόν, ερευνήσατε εις όλην την πόλιν και φέρατέ μου γεγραμμένα πάντων των κυρίων μου τα ονόματα». Οι δε ακούσαντες διηπόρουν και εθαύμαζον, μη δυνάμενοι να εννοήσουν τον λόγον του, εζήτησαν δε να τους εξηγήση των λεγομένων την ακρίβειαν. Ο δε Ιωάννης είπεν· «Εκείνους τους οποίους σεις καλείτε πτωχούς, τούτους εγώ ονομάζω αυθέντας και αντιλήπτορας, ότι αυτοί δύνανται να μας βοηθήσουν και να μας δώσουν βασιλείαν την επουράνιον». Πορευθέντες λοιπόν κατέγραψαν όλους τους πένητας και ευρέθησαν επτά χιλιάδες και πεντακόσιοι, εις τους οποίους προσέταξε να δίδουν καθ’ εκάστην ημέραν ικανήν ελεημοσύνην, να πορεύωνται εις τας ανάγκας των. Τη επαύριον έστειλεν ανθρώπους να εξετάσουν όλα τα μέτρα, τα ζύγια και τα σταθμά της πόλεως, δια να είναι όλα όμοια και δίκαια, με τα οποία να πωλώσι και να αγοράζωσιν· έδωκε δε και πρόσταγμα γραπτώς, όπερ διελάμβανε ταύτα· «Ιωάννης ελάχιστος και ανάξιος δούλος των δούλων του Ιησού Χριστού, προστάσσω εις όσους είναι υπό την ποίμνην μου να μη έχωσι σταθμά και μέτρα διάφορα, διότι τα μισεί ο Κύριος, αλλά με τα αυτά και να πωλούν και να αγοράζωσιν· ει τις δε ευρεθή παραβάτης τούτου μου του προστάγματος, να είναι εστερημένος από όλα του τα υπάρχοντα, τα οποία να διαμοιράζωνται εις πτωχούς· διότι, καθώς λέγει ο Απόστολος, οι προεστώτες και ποιμένες χρεωστούν να δώσουν απολογίαν δια τας ψυχάς τών υπ’ αυτών ποιμαινομένων Χριστιανών. Επειδή λοιπόν έγινα με Πρόνοιαν Θεού ποιμήν σας, θέλω δια παντός τρόπου σας εκβάλει πάσαν αιτίαν και πρόφασιν αμαρτίας και να σας φέρω εις πολιτείαν ενάρετον». Έχων δε πόθον να μετέχη όσον ηδύνατο της μοναδικής τελειότητος έκτισεν, ευθύς ως έγινε Πατριάρχης, δύο Μοναστήρια εις τιμήν και μνήμην της Υπεραγίας Θεοτόκου και συνάξας Μοναχούς να κατοικούν εις αυτά, είπε προς αυτούς: «Εγώ θα μεριμνώ και θα φροντίζω να σας χορηγώ όλα τα αναγκαία του σώματος, δια να μη δίδεται ο νους σας εις τα βιοτικά και αμελήτε την ακολουθίαν και τον κανόνα σας· μη έχετε λοιπόν καμμίαν φροντίδα δια ζωοτροφίαν και ένδυμα, ειμή μόνον να προσεύχεσθε δια την ψυχήν μου και ας λογίζεται η κοινοβιακή Ακολουθία, την οποίαν αναγινώσκετε όλοι ομού εις την Εκκλησίαν, εις ψυχικήν μου ωφέλειαν, των δε προσευχών, τας οποίας κάμνετε κατά μόνας, ας είναι μισθός ιδικός σας». Τούτο δε είπεν ο πάνσοφος δια να τους κάμη να προσεύχωνται ακατάπαυστα και να μη δαπανώσιν άκαιρα και εν αμελεία τον βίον των. Μετά ταύτα ακούσας, ότ τινές κριταί της Εκκλησίας έκαμαν αδικοκρισίαν με χρήματα αδικούντες πρωχούς, ήλεγξεν αυτούς και τους παρήγγειλε να μη ακουσθή πλέον όμοιόν τι δι’ αυτούς και δια να τους νικήση με το καλόν και να τους εκβάλη πάσαν αιτίαν αδικίας, τους ηύξησε τον μισθόν και την πληρωμήν, την οποίαν ελάμβανον, δια να έχωσιν αυτάρκειαν, προστάσσων να μη δέχωνται ουδόλως δώρον, ενθυμούμενοι το ρητόν της Γραφής, όπερ λέγει, ότι το πυρ θέλει κατακαύσει εκείνους, οι οποίοι λαμβάνουν δώρα και κρίωουσιν άδικα. Ούτω λοιπόν διδαχθέντες υπ’ αυτού διωρθώθησαν τόσον, ώστε έστρεψαν οπίσω το ύστερον μίσθωμα. Μαθών δε ο Άγιος ότι τινές πτωχοί εδυναστεύοντο από άλλους, και θέλοντες να παρρησιασθούν έμπροσθεν αυτού να τους εγκαλέσουν, δεν τους άφηναν οι υπηρέται να εισέλθουν, αλλά τους εδίωκον έξω, διενοήθη ο τρισμακάριος να θεραπεύση την αδικίαν ταύτην τοιουτοτρόπως. Επρόσταξε να βάλλουν τον θρόνον του έξω της Εκκλησίας εις τον φόρον τρις της εβδομάδος και καθεζόμενος επερίμενεν έως την ώραν του γεύματος, δια να έρχωνται οι πτωχοί και άποροι μόνοι των, να λέγουν το δίκαιόν των· και δια να μη εντρέπωνται ούτε να φοβούνται, δεν ήθελε την ώραν εκείνην να είναι πλησίον αυτού οι υπηρέται, ειμή μόνον ευλαβής τις και ενάρετος άνθρωπος, δια να προσκαλή έκαστον να έρχεται. Έπειτα, αφού ήθελεν ακούσει την αίτησιν του πτωχού, εάν είχε δίκαιον, επρόστασσε τους υπηρέτας να κάμωσι την δικαιοσύνην, πριν έλθη η ώρα του γεύματος. Όθεν άπαντες εθαύμαζον, βλέποντες τοιαύτην νέαν συνήθειαν, την οποίαν άλλος τις δεν έκαμε πρότερον, και ηρώτων την τούτου αιτίαν· ο δε απεκρίνατο ταύτα· «Εάν ημείς οι ανάξιοι έχωμεν άδειαν να εισερχώμεθα πάσαν ώραν εις την Εκκλησίαν και να ιστάμεθα ενώπιον του Δεσπότου, δεόμενοι και παρακαλούντες αυτόν με τόσην αυθάδειαν να μας δίδη ταχέως τα αιτούμενα, πόσω μάλλον είμεθα και ημείς χρεώσται να ακούωμεν τας δεήσεις των συνδούλων μας και να τους βοηθώμεν κατά δύναμιν, ενθυμούμενοι τον δεσποτικόν λόγον· «Εν ω μέτρω μετρείτε, μετρηθήσεται υμίν;» (Ματθ. ζ:2). Ούτω λοιπόν ποιήσας ο αγιώτατος Πατριάρχης έτυχεν ημέραν τινά, καθεζόμενος εις τον άνωθεν διατεταγμένον τόπον έως την τρίτην ώραν της ημέρας, δεν είδε να έλθη κανείς να αναφέρη κατά τινος εγκαλέσιμον· όθεν ηγέρθη του θρόνου περίλυπος. Κληρικός δε τις ενάρετος, Σωφρόνιος το όνομα, ηρώτησε την αιτίαν της σκυθρωπότητος. Ο δε απεκρίνατο· «Διότι σήμερον δεν εκοπίασα, ούτε τινά μισθόν απέκτησα, επειδή δεν ήλθε τις να ζητήση δικαιοσύνην· δια τούτο είμαι περίλυπος, διότι δεν έκαμα ευεργεσίαν τινά εις τους αδελφούς μου». Ο δε ιερός Σωφρόνιος, πεφωτισμένος υπό Θεού, απεκρίνατο· «Μάλιστα πρέπει να χαρής, Δέσποτα Άγιε, βλέπων ότι ειρήνευσες την ποίμνην σου, και δεν ευρίσκεται μάχη ουδόλως εις το μέσον των, αλλά έκαμες τους επιγείους ανθρώπους να διάγουν πολιτείαν ισάγγελον». Ταύτα ακούων ο Άγιος παρηγορήθη και ατενίσας προς τον ουρανόν είπεν· «Ευχαριστώ σοι, Κύριέ μου, ότι έκαμες εμέ τον ανάξιον Αρχιερέα του λαού σου και έδωκές μου Χάριν να κυβερνώ εν ειρήνη την Εκκλησίαν σου». Ταύτην δε την ενάρετον συνήθειαν εκράτησεν ο Κωνσταντίνος, ο υιός του Ηρακλείου, όστις ήτο κατά πνεύμα υιός του Αγίου, τον οποίον εμιμείτο και αυτός και έκρινε τα δίκαια των πτωχών με τον άνωθεν τρόπον, καθ’ όλον τον καιρόν της βασιλείας του. Έμπορός τις εκινδύνευσεν εις την θάλασσαν και απώλεσεν όλον το πράγμα του. Μόνον το πλοίον του έμεινε κενόν, όστις ακούων τας ελεημοσύνας, τας οποίας έδιδεν ο μακάριος Ιωάννης, επήγεν εις αυτόν, μετά δακρύων δεόμενος να τον βοηθήση. Ο δε Άγιος του έδωκε πέντε λίτρας χρυσίου, με το οποίον ηγόρασε πραγματείαν και απήλθεν εις το ταξίδιον. Αλλά πάλιν έχασεν ό,τι και αν είχε και μετά βίας έσωσε το πλοίον του. Έχων δε θέρρος εις την ευσπλαγχνίαν του Πατριάρχου, έδραμεν εις εκείνον και του λέγει τα συμβάντα. Ο δε είπε προς αυτόν· «Πίστευσόν μοι, τα χρήματα άτινα ήνωσες με τα ιδικά μου ήσαν αδίκως κερδημένα· όθεν με δικαίαν κρίσιν του Θεού έχασες με εκείνα και αυτά τα οποία σου εχάρισα». Ούτως είπε και του έδωσεν άλλας δέκα λίτρας χρυσίου, λέγων να μη τα ενώση με άλλα χρήματα, αλλά μόνα αυτά να ενδύση εις πραγματείαν. Ο δε ούτως έκαμεν· αλλά πάλιν, ενώ ο δυστυχής αυτός εταξίδευεν, έπνευσεν εναντίος άνεμος τόσον χαλεπός, ώστε συνετρίβη το πλοίον εις τινα βράχον και έχασεν όλον το φορτίον και το πλοίον, μόνον οι άνθρωποι εσώθησαν· ο δε πραγματευτής ησθάνθη τόσην λύπην, ώστε εκινδύνευσεν εις θάνατον, ούτε ετόλμησε πλέον να υπάγη εις τον Πατριάρχην. Ο Θεός όμως, όστις οικονομεί τα πάντα προς το συμφέρον του ανθρώπου, απεκάλυψεν εις τον Άγιον την υπόθεσιν. Όθεν έστειλε και τον έφεραν, και δια να τον παρηγορήση λέγει προς αυτόν· «Μη λυπείσαι, τέκνον μου, και ελπίζω ότι από την σήμερον θα σε ελεήση ο Θεός και δεν θα ζημιωθής πλέον εις το πέλαγος, διότι ήτο από αδικίας καμωμένον το πλοίον και το έχασες». Ταύτα ειπών, έδωσεν εις αυτόν εν πλοίον της Εκκλησίας φορτωμένον πλήρες με δύο μυριάδας κιλά σίτου, και του λέγει· «Ύπαγε εις το ταξίδιον και πολύ κέρδος θέλεις κάμει με του Θεού την βοήθειαν». Εξερχόμενος λοιπόν ο πραγματευτής από τον λιμένα, εταξίδευεν είκοσιν ημερονύκτια χωρίς να ίδουν γην ούτε ήξευραν καθόλου που επήγαιναν, ουδέ τι άνεμος τους έπνεε, μόνον ο πλοίαρχος έβλεπε τον Πατριάρχην καθήμενον εις το τιμόνι και του έλεγε να μη φοβήται, ότι καλά εταξίδευον. Μετά ημέρας είκοσιν έφθασαν εις τας νήσους της Βρεταννίας, εις τας οποίας ήτο μεγάλη πείνα, μαθών δε ο άρχων, ότι ήσαν φορτωμένοι με σίτον, εδόξασε τον Θεόν και είπεν εις τον έμπορον, εάν ήθελε να του δώση ένα φλωρί εις το κιλόν ή να ζυγίσουν τον σίτον και να του δώσουν ίσον βάρος κασσιτέρου, ήτοι καλάϊ. Ο δε έμπορος επήρε το ήμισυ εις χρήμα και το έτερον ήμισυ εις κασσίτερον και ούτως ανεχώρησαν από την Βρεταννίαν και ταξιδεύοντες έφθασαν εις την Δεκάπολιν. Εκεί έγινεν ένα εξαίσιον θαύμα και εκπλήξεως άξιον και εις πολλούς ολιγοπίστους απίστευτον, ήτοι εξήλθεν ο πλοίαρχος εις την άνωθεν χώραν και επώλησεν ενός χρυσοχόου φίλου του πεντήκοντα λίτρας απ’ εκείνον τον κασσίτερον. Ο δε χρυσοχόος, θέλων να τον δοκιμάση εις την πυράν, είδεν ότι ήτο άργυρος άδολος· όθεν ενόμισεν ότι του το έδωκεν ο φίλος του δια να τον ίδη εάν ήτο πιστός και λαβών τον άργυρον επήγεν εις το πλοίον και του λέγει· «Πότε με ηύρες ψεύστην ή άδικον και ήλθες σήμερον να με δοκιμάσης, δίδων μου άργυρον αντί κασσιτέρου;» Ο δε θαυμάσας είπε προς αυτόν· «Πίστευσόν μοι, ότι δια κασσίτερον σου το έδωκα· αλλ’ εάν ο παντοδύναμος Θεός, ο ποιήσας το ύδωρ οίνον, έκαμε και αυτό το θαυμάσιον δια προσευχής του Πατριάρχου, του οποίου είναι όλον το φορτίον και το πλοίον, τι θαυμαστόν; Αλλά δια να πιστωθής την αλήθειαν, ας υπάγωμεν να σου δείξω και το υπόλοιπον». Απελθόντες λοιπόν, το εύρον αργύριον άδολον. Τούτο δεν είναι απίστευτον, επειδή εκείνος ο Θεός, όστις έκαμε πρότερον άλλα θαυμασιώτερα, ο αυτός ηδυνήθη εν ευκολία να κάμη και τούτο, δια να πλουτίση τον δούλον Του Ιωάννην και να κυβερνήση τον πτωχόν εκείνον πραγματευτήν, όστις εζημιώθη. Άλλην φοράν πάλιν επήγεν εις άνθρωπος εις τον Άγιον, δεόμενος αυτού να τον ελεήση, τον οποίον ελυπήθη πολύ διότι ήτο άρχων πρότερον και επτώχευσεν· όθεν είπεν εις τον διανομέα να του δώση δέκα πέντε λίτρας χρυσίου. Εκείνος δε πηγαίνων να φέρη τα χρήματα, συνεβουλεύθη με τον οικονόμον και άλλους και δεν έδωσαν ειμή πέντε λίτρας, διότι τους εφάνη πολύ να δώσωσι δέκα πέντε. Ήτο δε τότε ο Άγιος εις την Εκκλησίαν, διότι ήτο ημέρα Κυριακή πρωϊ και ενώ εξήλθε, τον υπήντησε χήρα τις γυνή πλουσιωτάτη και του δίδει ένα γράμμα εις το οποίον έγραφεν, ότι του εχάριζε πεντακοσίας λίτρας χρυσίου δια την ψυχήν της. Τούτο βλέπων ο Άγιος εγνώρισε με την Χάριν του προορατικού, την οποίαν είχε, την αιτίαν του πράγματος και λέγει εις τους υπηρέτας· «Πόσον χρυσίον εδώσατε εις τον πτωχόν εκείνον, όπου σας είπα;» Οι δε απεκρίθησαν· «Όσον επρόσταξες». Ο δε Άγιος εφώνησε τον πτωχόν και τον ηρώτησεν έμπροσθεν αυτών πόσον έλαβεν. Ο δε ωμολόγησε την αλήθειαν. Τότε δεικνύει ο Άγιος εις αυτούς το γράμμα της γυναικός και τους λέγει με αυστηρότητα· «Ο Θεός να σας συγχωρήση δια τας χιλίας λίτρας χρυσίου, τας οποίας ένεκα ημών έχασα σήμερον, διότι, εάν εδίδετε όσα σας είπα εκείνου του πτωχού, μου έδιδεν η γυνή εκείνη άλλας χιλίας λίτρας χρυσίου και δια να βεβαιωθήτε την αλήθειαν ειπέτε της γυναικός να έλθη εδώ». Η δε ήλθεν ευθύς βαστάζουσα το χρυσίον. Λέγει προς αυτήν ο Άγιος· «Παρακαλώ σε, ειπέ μου την αλήθειαν, είχες γνώμην να μου δώσης περισσότερα χρήματα;» Η δε μετά φόβου πολλού απεκρίνατο· «Επ’ αληθείας, Δέσποτα Άγιε, χιλίας πεντακοσίας λίτρας έγραψα με το χέρι μου εις τον χάρτην, τον οποίον σου έδωσα· έπειτα τον ανέγνωσα, εάν έχη σφάλμα τι, και βλέπω μόνον πεντακοσίας γεγραμμένας· το πως έγινε τούτο δεν γνωρίζω, ότι τον χάρτην δεν έδωσα εις χείρας άλλου· όθεν θαυμάζουσα περί τούτου, ενόμισα ότι ο Θεός δεν ήθελε να δώσω περισσότερα». Ταύτα ακούσαντες οι διανομείς του Αγίου έπεσαν εις τους πόδας αυτού ζητούντες συγχώρησιν, εκείνος δε τους προσέταξε να μη κάμουν πλέον παρακοήν, αλλά να ποιώσι το προστασσόμενον. Βλέπων ο ηγεμών της Αλεξανδρείας, ονόματι Νικήτας Πατρίκιος, την άμετρον ελεημοσύνην και την μεγαλόδωρον προαίρεσιν του Αγίου και φθονήσας, διότι εσκόρπιζεν εις τους πτωχούς τον θησαυρόν της Εκκλησίας αφθονοπάροχα, παρακινηθείς δε και από τινας κακούς ανθρώπους, απήλθεν εις το Πατριαρχείον και λέγει προς τον Άγιον· «Το βασίλειον έχει μεγάλην ανάγκην από χρυσίον, επειδή δε εξοδεύεις τοσούτον ασκόπως τον θησαυρόν της Εκκλησίας, καλύτερον είναι να τον δλωσης εις ωφέλειαν του κοινού παρά να τον διασκορπάς ματαίως». Ο δε Άγιος δεν εσκανδαλίσθη ουδόλως εις τούτο, αλλ’ απεκρίθη με πραότητα· «Δεν μου φαίνεται δίκαιον όσα είναι αφιερωμένα εις τον επουράνιον Βασιλέα να δοθώσιν εις τον επίγειον, διότι λογίζεται ιεροσυλία· αλλ’ αν σου αρέση να το κάμης δυναστικώς, εγώ δεν εναντιούμαι, ούτε με το θέλημά μου σου δίδω τι και κάμε ως βούλεσαι». Τότε ο άρχων προσέταξε τους ανθρώπους του και επήραν τα χρήματα, αφήκαν δε μόνον εκατόν λίτρας χρυσίου δια τα απαραίτητα έξοδα. Κατερχόμενοι από το Πατριαρχείον συνηντήθησαν καθ’ οδόν μετά τινων ανθρώπων, οίτινες εβάσταζον κεράμια γεμάτα μέλι, τα οποία έστελλον από την Αφρικήν εις τον Άγιον, εγράφετο δε επί του σκεπάσματος εκείνων των δοχείων: «Μέλι εξαίρετον», εις άλλα δε πάλιν εγράφετο: «Μέλι άκαπνον». Ταύτα ιδών ο Πατρίκιος και γνωρίζων ότι ο Ιωάννης δεν είχε μνησικακίαν τινά, εζήτησεν από τον Άγιον να του στείλη ολίγον μέλι, το οποίον του εχρειάζετο. Φθάσαντες εις τον Άγιον οι απεσταλμένοι, παρέδωσαν τα κεράμια, τα οποία ανοίξαντες εύρον όλα, ω του θαύματος! γεμάτα χρυσίον άδολον, ότι κατά την πλουσίαν αυτού προαίρεσιν του έδιδε και τας αντιδόσεις ο πλουσιόδωρος Κύριος, καθώς γράφεται εις την ζ΄ Ωδήν του Κανόνος αυτού: «Μέλιτος γεύσις ηδυτάτη, μετενήνεκται εις δόκιμον χρυσόν σοι· τη πλουσία σου γαρ προσέχων προαιρέσει, ο ποιητής πλουσίας σοι χορηγεί τας αντιδόσεις». Τούτο το παράδοξον θαύμα ιδών ο Άγιος μεγάλως ηυχαρίστησε τω Κυρίω και έστειλεν εις τον Πατρίκιον εν κεράμιον με επιστολήν, ήτις έγραφε ταύτα· «Ο Θεός, όστις λέγει εις την Γραφήν προς τον δούλον αυτού· εγώ δεν θέλω σε εγκαταλείψει (Δευτ. λα:6), επειδή αψευδής είναι, μου ανταπέδωκε τάχιον άλλα χρήματα, αντί εκείνων άπερ μου επήρεν η ενδοξότης σου, και από τούτο το κεράμιον να βεβαιωθής την αλήθειαν. Γίνωσκε λοιπόν ακριβώς ότι φθαρτός άνθρωπος δεν θέλει δυνηθή ποτ΄ποσώς να πτωχύνη τον Θεόν των απάντων, όστις δίδει πνοήν και τροφήν των λογικών και αλόγων ζώων». Απελθόντες λοιπόν οι απεσταλμένοι εύρον τον άρχοντα εις την τράπεζαν, όστις βλέπων ότι εβαστούσαν εν κεράμιον, είπε προς αυτούς· «Εσκανδαλίσθη ο Δεσπότης, δια τούτο μου έστειλε τοσούτον ολίγον δώρημα». Αλλά ύστερα, αφού εξεσκέπασε το αγγείον και ανέγνωσε την επιστολήν, κατενύχθη τη καρδία και λέγει ταύτα μετά δακρύων· «Ζη Κύριος ο Θεός, ουδέ ο ταπεινός Νικήτας, ως αμαρτωλός και φθαρτός άνθρωπος, δεν θέλει πειράσει τον Θεόν πώποτε». Αφήνει όθεν ευθύς το γεύμα και με ζέσιν πίστεως, λαμβάνων όλα τα χρήματα, τα οποία επήρε της Εκκλησίας και το κεράμιον πλήρες, ουχί δε μόνον ταύτα, αλλά και από ιδικά του τριακοσίας λίτρας χρυσίου, επήγε μόνος του και πεσών εις τους πόδας του Πατριάρχου με πολλήν ταπεινότητα εδέετο να τον συγχωρήση και να τον κανονίση ως βούλεται. Ο δε Άγιος εθαύμασε πολύ εις την ταχείαν αλλοίωσιν και μετάνοιαν ταύτην του ηγεμόνος και υποδεχόμενος αυτόν ιλαρώς τον συνεχώρησε, και απ’ εκείνης της ώρας έγιναν μεγάλοι φίλοι. Αλλ’ ο Θεός, όστις επείραξε πάλαι τον Αβραάμ, δια να φανερωθή εις τον κόσμον όλον η πίστις του, ηθέλησε να πειράξη και τον δούλον αυτού Ιωάννην, δια να γνωρίσουν όλοι την αρετήν του και να τον θαυμάσουν ως νέον Ιώβ. Λοιπόν είχεν ο Άγιος πλοία δεκατρία μεγάλα, ων έκαστον εχώρει δέκα χιλιάδες μόδια, φορτωμένα δε όλα με ακριβήν πραγματείαν. Όταν λοιπόν ήσαν εις το πέλαγος του Αδρίου εσηκώθη τόσον μεγάλη τρικυμία και ταραχή ανέμων, ώστε δια να σωθούν οι άνθρωποι έρριψαν όλον το φορτίον εις το πέλαγος, το οποίον ήξιζε τρεις χιλιάδας τριακοσίας λίτρας χρυσίου. Οι υπεύθυνοι των πλοίων ωδήγησαν αυτά κενά εις τον λιμένα της Αλεξανδρείας, οι δε ίδιοι κατέφυγαν εις τον Ναό του Κυρίου φοβούμενοι να μη τους βάλη ο Πατριάρχης εις φυλακήν, δια να του πληρώσουν τα χρήματα, τούτο δε έκαμαν, διότι κατά την συνήθειαν του καιρού εκείνου δεν συνελαμβάνοντο οι χρεοφειλέται, οίτινες κατέφευγον εις την Εκκλησίαν. Ο δε Άγιος τους έστειλεν επιστολήν, γράφων ταύτα: «Αδελφοί μου αγαπητοί, εις τον Ιώβ γέγραπται ότι «ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλατο· ως τω Κυρίω έδοξεν, και ούτω εγένετο· είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον» (Ιώβ α:21). Έλθετε έξω, τέκνα μου, και μη λυπείσθε, μόνον ελπίσατε εις τον πανάγαθον Κύριον και η Χάρις του θέλει μας κυβερνήσει». Ήλθον δε και τινες φίλοι του ηγαπημένοι να τον παρηγορήσουν δια την μεγάλην ζημίαν ταύτην· αλλ’ ο Άγιος προελάμβανε τον λόγον, ώσπερ να μη ήτο ιδική του η ζημία και έλεγε· «Μη σκανδαλίζεσθε, τέκνα μου, μηδέ λυπείσθε δι’ αυτό, το οποίον μου συνέβη, ότι ιδικόν μου είναι το πταίσιμον, επειδή υπερηφανευόμην εις τα αγαθά, τα οποία ο Κύριος μου εδάνεισεν· όθεν πιστεύω, ότι θέλουσα η Χάρις του να με κάμη να μη κενοδοξώ ότι δίδω ελεημοσύνην, επαραχώρησε να μου έλθη η συμφορά αύτη, δια να ταπεινωθώ. Εγώ λοιπόν είμαι αίτιος δύο κακών, ενός μεν, διότι εστερήθην του μισθού της ελεημοσύνης δια την υπερηφάνειαν μου· άλλου δε, ότι δι’ αυτήν πάλιν έγινα πρόξενος απωλείας τοσούτων χρημάτων και τώρα είναι επάνω μου το κρίμα όλων εκείνων των πτωχών, οίτινες ήθελον κυβερνηθή με αυτά· πλην ελπίζω εις τον πανάγαθον Κύριον, ότι δια την ανάγκην των πτωχών αδελφών μου δεν θέλει μας εγκαταλείψει, ότι αυτός ο Θεός, όστις ήτο τον καιρόν του Ιώβ, και του επολλαπλασίασε τα αγαθά, εκείνος είναι και τώρα και ούτως ελπίζω να κάμη και εις ημάς». Αυτά και έτερα πλείονα έλεγε προς εκείνους, οίτινες ήρχοντο χάριν παρακλήσεως, και όλοι ανεχώρουν με πολλήν ωφέλειαν ψυχικήν, δια την υπομονήν αυτού και άκραν ταπείνωσιν. Και όντως εις ολίγον καιρόν ανταπέδωκεν ο πλουσιόδωρος ευεργέτης τούτου του νέου Ιώβ δύο φοράς τόσα, όσα του επήρε, καθώς αυτός επροφήτευσεν.. όθεν ευχαριστήσας τον Κύριον έγινε προς τους ενδεείς ευσπλαγχνικώτερος, και μαθών ότι άνθρωπος τις ευρίσκετο εις πτωχείαν πολλήν και εντρέπετο να ζητήση παρρησία εις τους ανθρώπους, επήγε κρυφίως μόνος του ο Άγιος και του δίδει δύο λίτρας χρυσίου, δια το οποίον ευχαρίστησε πολλά ο πτωχός και του λέγει, ότι θα είναι χρεοφειλέτης του πάντοτε εις τοσαύτην ευεργεσίαν, επειδή κατεδέχθη να υπάγη μόνος εις την οικίαν του και ότι θα εντρέπεται πάντοτε να τον ίδη εις το πρόσωπον. Ο δε Άγιος είπεν εις αυτόν· «Σιώπα, μη λέγης τοιαύτα, ότι ακόμη δεν έχυσα το αίμα μου δια σε, καθώς ο Δεσπότης απέθανε δι’ ημάς». Έφευγον δε τότε από την Περσίαν πλήθος πολύ δια τον διωγμόν, ως άνωθεν εόπομεν, και ήρχοντο εις την Αλεξάνδρειαν, όπου τους υπεδέχετο ο Πατριάρχης με ευσπλαγχνίαν μεγάλην. Δια τούτο εδυστύχησεν ο κόσμος ολίγον καιρόν και έγινε μεγάλη ακρίβεια, διότι ο Νείλος δεν εξεχείλισε τον χρόνον εκείνον να ποτίση την γην και έμειναν άνυδρα τα χωράφια. Αφού λοιπόν εδαπάνησεν όλον τον θησαυρόν της Εκκλησίιας ο Πατριάρχης και χιλίας λίτρας χρυσίου, το οποίον εδανείσθη και το διεμοίρασεν όλον εις τους πτωχούς, επλήθυνεν η πείνα περισσότερον και δεν εύρισκε πλέον να δανεισθή, διότι έκαστος εφρόντιζε δι’ εαυτόν. Ήτο δε τότε εκεί εις την Αλεξάνδρειαν κληρικός τις πλουσιώτατος δίγαμος, όστις είχε πόθον να γίνη Ιεροδιάκονος, αλλ’ επειδή ο νόμος δεν τον συνεχώρει να ιερωθή δια τον δεύτερον στέφανον, ενόμισεν ότι θα καταπείση τον Άγιον με αργύρια, δια την πολλήν του ανάγκην, να του δώση την ποθουμένην αξίαν. Λοιπόν έστειλεν εις αυτόν γράμμα με τον υιόν του και έλεγε ταύτα· «Δέσποτά μου παναγιώτατε, ήκουσα ότι δια την παίναν, ήτις ήλθε δια τας αμαρτίας μας, δεν έχεις να βοηθής τους πτωχούς κατά την συνήθειαν και δεν μου φαίνεται πρέπον να έχω απόλαυσιν και αφθονίαν εγώ ο ανάξιος δούλος σου, και συ ο Δεσπότης μου να ευρίσκεσαι εις απορίαν. Λοιπόν έχω σίτον πολλάς χιλιάδας μόδια, και εκατόν πενήντα λίτρας χρυσίου, τα οποία όλα σου χαρίζω, να με χειροτονήσης Διάκονον και γνωρίζεις ότι συγχωρεί ο Απόστολος να γίνη εξ ανάγκης και νόμου μετάθεσις». Λαβών την επιστολήν ταύτην ο Άγιος εκάλεσε τον δίγαμον και ήλεγξεν αυτόν μυστικά δια να μη τον καταισχύνη έμπροσθεν των ανθρώπων και του λέγει· «Ο πανάγαθος Θεός θέλει κυβερνήσει τους πτωχούς, καθώς τους έτρεφε πριν γεννηθώμεν εγώ και συ· μόνον ας φυλάττωμεν τας εντολάς του, και αυτός όστις ηυλόγησε τους πέντε άρτους και τους επλήθυνεν εις την έρημον, δύναται να ευλογήση και σήμερον δέκα μόδια σίτου, τον οποίον έχω ακόμη εις την σιταποθήκην μου να αρκέση εις όλον το πλήθος του λαού. Εις σε δε, τέκνον, αρμόζει ο λόγος τον οποίον είπεν ο Πέτρος προς Σίμωνα ότι· «Ουκ έστι σοι μερίς ουδέ κλήρος εν τω λόγω τούτω» (Πράξ. η:21). Ταύτα ειπών ο Άγιος απέπεμψεν αυτόν άπρακτον, και ευθύς έφθασαν εις τον λιμένα δύο πλοία μεγάλα της Εκκλησίας πλήρη σίτου, τα οποία είχε στείλει εις την Σικελίαν και είχον χιλιάδας πολλάς. Τότε ο Άγιος έπεσε κατά γης μετά δακρύων και αγαλλιάσεως λέγων· «Ευχαριστώ σοι, Κύριέ μου, ότι δεν αφήκες τον δούλον σου να πωλήση την χάριν της Ιεροδιακονίας. Ευλογητός ει, Κύριε, ότι οι εκζητούντές σε και τας εντολάς σου φυλάττοντες «ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού» (Ψαλμ. λγ:11). Τον καιρόν εκείνον της σιτοδείας εχρεώστει ικανά αργύρια ένας πτωχός και τον έπνιγαν οι δανεισταί να τα δώση· όθεν επήγεν εις πλούσιόν τινα, και τον παρεκάλεσε να του δανείση πεντήκοντα λίτρας χρυσίου με τόκον. Ο δε άρχων υπεσχέθη μεν να του δώση, αλλά μόνον με λόγον το είπεν· έπειτα παρήρχοντο αι ημέραι και οι δανεισταί δεν του έδιδαν διορίαν· όθεν απήλθεν εις τον Πατριάρχην, και είπεν εις αυτόν την υπόθεσιν. Ο δε Άγιος δεν τον αφήκε να τελειώση τον λόγον και του λέγει· «Εγώ, τέκνον μου, να σου δανείσω όσα χρειάζεσαι» και ευθύς του έδωσε τα αργύρια. Τοσούτον ευσπλαγχνικός ήτο, ώστε δεν ηδύνατο να ίδη τινά τεθλιμμένον κλαίοντα και να μη συγκλαύση μετ’ αυτού. Ο δε Θεός έδειξεν οπτασίαν εις τον ρηθέντα πλούσιον, δια να του φανερώση πόσον μέγαν μισθόν εζημιώθη, διότι δεν εδάνεισε του πτωχού το χρυσίον, καθώς το έταξεν. Είδε λοιπόν καθ’ ύπνον ο πλούσιος αυτός Ιερέα ιστάμενον εις το Ιερόν, εις τον οποίον έφερον πολλάς προσφοράς, δι’ εκάστην δε προσφοράν που του έδιδεν έκαστος ελάμβανεν εκατόν. Ο δε Πατριάρχης ίστατο όπισθεν του Ιερέως. Τότε του εφάνη ότι ήκουσε φωνήν λέγουσαν· «Λάβε τας προσφοράς εκείνας και δος αυτάς του Ιερέως, δια να λάβης και συ εκατόν εις την μίαν». Ο δε άρχων ημέλησε να υπάγη· όθεν ο Πατριάρχης έδραμε και λαβών τας προσφοράς έδωσεν αυτάς του Ιερέως, όστις του ανταπέδιδε δι’ εκάστην προσφοράν εκατόν τοιαύτας. Εξυπνήσας ο άρχων δεν ηδύνατο να εννοήση της οπτασίας την δήλωσιν, πλην ενεθυμήθη τον πτωχόν εκείνον, όστις εζήτει το δάνειον και καλεί αυτόν να έλθη εκεί. Ο δε απελθών είπεν εις αυτόν, ότι ο Πατριάρχης του επήρε τον κόπον και τον μισθόν, διότι δεν ηδύνατο πλέον να υπομένη, επειδή οι δανεισταί τον εβίαζον. Ο δε απεκρίνατο· «Την αλήθειαν είπες, ότι μου επήρε τον μισθόν ο Πατριάρχης και το είδον εις οπτασίαν». Ουαί λοιπόν εις εκείνους, οίτινες δύνανται να κάμουν καλόν και αμελούσιν οι άφρονες! Ακούσατε δε και δια την ανεξικακίαν αυτού και πόσην σπουδήν είχε δια να μη είναι τις σκανδαλισμένος μαζί του και πόσον εταπεινώνετο, δια να φέρη τον αμαρτωλόν εις μετάνοιαν. Δύο από τους κληρικούς του εσκανδαλίσθησαν και εδάρησαν, τους οποίους δικαίως αφώρισε· και ο μεν εις εδέχθη κατά το πρέπον το επιτίμιον, ως ευλαβής όπου ήτο, και διορθωθείς έλαβε παρ’ αυτού την συγχώρησιν. Ο δε έτερος δεν έλαβεν υπ’ όψιν τον αφορισμόν, αλλά διήγεν αμελώς, όχι δε μόνον τούτο, αλλά και ως υπερήφανος ηπείλει να ζημιώση τον Άγιον. Ούτος δε ήτο εις από εκείνους, οίτινες συνεβούλευαν τον Πατρίκιον να λάβη τα χρήματα της Εκκλησίας. Βλέπων λοιπόν ο ανεξίκακος Ιωάννης την ασέβειαν του κληρικού, ότι έμενεν εις τον αφορισμόν εκουσίως, μηδόλως δια την ψυχήν του φροντίζων, επικραίνετο πολύ, διότι ο καταχθόνιος λύκος έμελλε να φάγη το πρόβατόν του και εμελέτα να τον νικήση με την ταπείνωσιν. Κυριακήν δε τινα κατά την οποίαν ελειτούργει ο Άγιος, όταν έφθασεν εις το μέσον της ιερουργίας, ενεθυμήθη τον αφωρισμένον κληρικόν και της δεσποτικής εντολής, ήτις κελεύει να αφήσωμεν το δώρον εις το θυσιαστήριον, όταν ενθυμηθώμεν ότι έχομεν μετά τινος σκάνδαλον και να υπάγωμεν πρώτον να τον ειρηνεύσωμεν και έπειτα να προσφέρωμεν την θυσίαν. Όθεν έστειλεν ανθρώπους να εύρωσι τον κληρικόν εκείνον ταχέως, να τον φέρουν , δια να τον απαλλάξη από τας χείρας του δαίμονος. Αφού λοιπόν ήλθεν ο ζητούμενος, εξήλθεν από το Άγιον Βήμα ο Πατριάρχης ενδεδυμένος την αρχιερατικήν στολήν και πίπτει εις τους πόδας του λέγων· «Αδελφέ, συγχώρησόν μοι δια τον Κύριον». Ο πρώην δε ασύνετος ούτος και άνους, βλέπων την ιεράν κεφαλήν εκείνην κειμένην εις τους πόδας του, ετρομοκρατήθη φοβηθείς μήπως έλθη πυρ εκ των ουρανών και τον κατακαύση· όθεν έπεσε και αυτός μετά δακρύων επί της γης και εξομολογούμενος εζήτει την των αγνοημάτων συγχώρησιν. Ο δε Πατριάρχης είπεν· «Ο Θεός να μας συγχωρήση και τους δύο, ω τέκνον μου». Έπειτα τον επήρεν αγαλλιώμενος και εισήλθεν εις το Άγιον Βήμα μετά καθαράς συνειδήσεως, και τότε είπε με παρρησίαν προς τον Κύριον· «Άφες ημίν, Δέσποτα, τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών» (Ματθ. στ:12). Ο δε κληρικός μετετράπη από τούτο το παράδειγμα εις χρηστότητα, και έγινε μέτριος τόσον, ώστε εις ολίγον καιρόν ηξιώθη και της Ιερωσύνης. Αλλά ακούσατε και άλλο παρόμοιον. Ειπέ τις των Πατέρων, ότι της φύσεως των Αγγέλων είναι ίδιον το να μη έχουν μάχην ποτέ ουδέ σκάνδαλον μεταξύ των, των δε ανθρώπων είναι ίδιον το να οργίζωνται, να σκανδαλίζωνται και ταχέως να κάμουν διαλλαγήν, των δαιμόνων δε να είναι μαχόμενοι και αγαπην ποτέ να μη έχωσι. Τούτο δε είπον, δια να δείξω την τελειότητα του Αγίου εις ολίγον σκάνδαλον, το οποίον του συνέβη με τον Πατρίκιον, όστις ήθελε να πληρώνη ο λαός όλος ωρισμένα χρήματα της βασιλείας· αλλ’ ο Άγιος δεν τον άφηνεν, έχων ζήλον δια τους πτωχούς, εις τους οποίους ερρίπτετο το βάρος του άνωθεν φόρου. Δια τούτο εφιλονίκησε και ηναντιώθη με τον φίλον του μη θέλων να τον αφήση να αδικήση τους πένητας. Ο δε άρχων ανεχώρησεν απ’ αυτού οργιζόμενος, ήτο δε ώρα Τρίτη της ημέρας, και του μεν Ιωάννου το σκάνδαλον ήτο εύλογον λίαν και δικαιότατον ως από θείον ζήλον κινουμένου. Ο δε Πατρίκιος είχεν άδικον, ως από φιλαργυρίαν νικώμενος. Όμως ο Άγιος, συλλογιζόμενος, ότι ο ενάρετος άνθρωπος ή δίκαιον έχει ή άδικον, πρέπει να μη σκανδαλίζεται, βλέπων μάλιστα ότι επλησίαζεν η ώρα του Εσπερινού, έστειλε τον πρώτον των πρεσβυτέρων να είπη του Πατρικίου, ότι ο ήλιος εβασίλευε, θέλων να του δώση είδησιν με τούτον τον λόγον, ότι δεν ήτο συγχωρημένον, κατά την εντολήν του Δεσπότου, να κρατή ο θυμός του έως την δύσιν του ηλίου. Ταύτα ακούσας ο ηγεμών εθαύμασε την χρηστότητα του ανδρός, και ήλθεν εις τόσην κατάνυξιν ψυχής και θερμότητα, ώστε απήλθεν εις τον Άγιον, όστις τον υπεδέχθη χαροποιός, λέγων· «Καλώς ήλθες, τέκνον υπακοής, εις το της Εκκλησίας πρόσταγμα· πίστευσόν μοι, ότι εάν εγνώριζα πως δεν ήσουν τόσον σκανδαλισμένος, θα ηρχόμην να σε εύρω και δεν εντρεπόμην, ότι και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός επήγαινεν εις τας χώρας και πόλεις δια να επιστρέψη αμαρτωλούς προς μετάνοιαν». Ο δε Πατρίκιος είπε προς αυτόν· «Δέσποτά μου, με την ευχήν σου από την σήμερον δεν θέλω πιστεύσει πλέον εις τους λόγους εκείνων των κακών ανθρώπων, οίτινες σε διέβαλαν και με τας πανουργίας των έσπειραν ανάμεσόν μας ζιζάνια». Ο δε είπε προς αυτόν· «Εάν πιστεύωμεν, τέκνον μου, τας διαβολάς των ανθρώπων, πίπτομεν σε πολλούς κινδύνους και μάλιστα τώρα, όπου είναι ολίγοι οι πιστοί, και οι περισσότεροι δεν έχουν αγάπην ούτε δικαιοσύνην ποσώς, αλλά μόνον έχθραν πάσχουν να βάλουν ως πονηρότατοι. Τούτο πολλάς φοράς δοκιμάζων απεφάσισα να μη πιστεύω πλέον εις άνθρωπόν τινα, ούτε να κάμω απόφασιν, χωρίς να εξετάσω τα δύο μέρη επιμελέστατα, και έδωκα νόμον, ότι όποιος εγκαλέση τινά δια κανέν έγκλημα, εάν δεν το αποδείξη με μαρτυρίας και ευρεθή ψεύστης, να λαμβάνη την τιμωρίαν εκείνην, την οποίαν είχε να πάθη ο πταίστης· όθεν από τότε δεν ετόλμησέ τις να μου αναφέρη ψεύματα, την οποίαν τάξιν σε παρακαλώ να φυλάξης και συ, ειδεμή πίπτεις εις πολλάς αδικίας». Υποσχεθείς δε ο Πατρίκιος, ότι θα εκτελέση την παραγγελίαν ταύτην του Αγίου, ανεχώρησεν. Είχε δε ο μακάριος Ιωάννης ανεψιόν τινα ονόματι Γεώργιον, όστις ήλθεν εις διαφοράν μετά τινος καπήλου, όστις είχεν ενοικιάσει από τον Άγιον εργαστήριά τινα, δια τα οποία επλήρωνεν ενοίκιον. Ούτος λοιπόν ο ασυνείδητος ύβρισε τον νέον και πολλά τον κατεφρόνησεν· όθεν εντραπείς αυτός, έδραμεν εις τον Πατριάρχην κλαίων, όστις ηρώτησεν αυτόν την αιτίαν της θλίψεως. Ο δε νέος, αρχίζων να λέγη την υπόθεσιν διέκοπτε πολλάκις τον λόγον από τα δάκρυα. Τότε τινές από εκείνους οι οποίοι έτυχον παρόντες και ήκουσαν την ύβριν, την οποίαν εξεστόμισεν ο κάπηλος, είπον την υπόθεσιν, εις δε το τέλος είπον και ταύτα, δια να τον παρακινήσουν εις εκδίκησιν: «Δέσποτα Άγιε, μεγάλην αισχύνην έκαμε της Αρχιερωσύνης σου, υβρίσας τον ανεψιόν σου τοσούτον αναίσχυντα ένας αναξιώτατος άνθρωπος». Ο δε Άγιος, ως ιατρός έμπειρος, θέλων να θεραπεύση την πληγήν και τον θυμόν της καρδίας του νέου με γλυκύ φάρμακον, απεκρίνατο· «Λοιπόν ετόλμησε τις να σε υβρίση; Ευλογητός Κύριος ο Θεός, ότι έχω να κάμω τοιαύτην εκδίκησιν, ώστε να θαυμάση και να το διηγήται όλη η Αλεξάνδρεια». Ούτως είπε και εις ολίγην ώραν, αφού είδε τον νέον ότι ήτο παρηγορημένος δια τον λόγον της εκδικήσεως, τον εκάλεσε κατά μόνας και του λέγει· «Τέκνον μου ποθεινότατον, εάν θέλης να είσαι ανεψιός μου κατά αλήθειαν, ετοίμασον τον εαυτόν σου να υπομένης όχι μόνον ύβρεις, αλλά και μάστιγας, καθώς είμαι και εγώ έτοιμος και τότε να σε έχω δια συγγενή και τέκνον μου, ότι η αληθής συγγένεια δεν είναι από αίμα και σάρκα, αλλά από την της ψυχής αρετήν και ευγένειαν». Ταύτα ειπών, εκάλεσε τον έξαρχον των καπήλων και του λέγει· «Μη τολμήσης ποτέ να λάβης από τον κάπηλον, όστις ύβρισε τον ανεψιόν μου, κανέν ενοίκιον, εξ εκείνων τα οποία πληρώνει της Εκκλησίας, αλλά χάριζέ του τα πάντοτε». Ταύτα ακούσαντες οι περιεστώτες εθαύμασαν την ανεξικακίαν και χρηστότητα αυτού και εγνώρισαν, ότι αυτή ήτο η εκδίκησις, την οποίαν είπεν ότι θα κάμη και θα την διηγήται όλη η Αλεξάνδρεια. Και όχι μόνον αυτός ήτο αμνησίκακος, αλλά και τους άλλους παρεκίνει σπουδαίως προς διαλλαγήν. Και ακούσατε. Διάκονος τις, Δαμιανός ονόματι, είχεν έχθραν με άλλον Κληρικόν και δεν ήθελε να κάμη αγάπην. Τούτο μαθών ο Άγιος παρήγγειλε του Αρχιδιακόνου να του δείξη τον ρηθέντα Δαμιανόν την Κυριακήν, όταν θα ελειτούργει· ποιήσας δε εκείνος, καθώς προσετάχθη, έδειξεν αυτόν από το Άγιον Βήμα. Όταν δε έφθασαν εις το Κοινωνικόν, επήγαν να μεταλάβωσιν οι Διάκονοι κατά την συνήθειαν. Ο δε Άγιος τους μεν άλλους εκοινώνησε, τον δε Δαμιανόν ουδαμώς, αλλά είπεν εις αυτόν εις επήκοον πάντων· «Ύπαγε πρώτον, κάμε διαλλαγήν με τον αδελφόν σου, κατά την εντολήν του Δεσπότου, και τότε να λάβης χωρίς μνησικακίαν τα Μυστήρια του αμνησικάκου Χριστού». Ο δε Διάκονος, αισχυνθείς ενώπιον τοσούτου πλήθους λαού, υπεσχέθη να εκτελέση το προστασσόμενον. Από τότε λοιπόν επήραν φόβον πολύν όχι μόνον οι κληρικοί αλλά και πάντες οι λαϊκοί και έκαστος εφυλάττετο από την μνησικακίαν, δια να μη καταισχυνθή ως ο Διάκονος. Ούτος ο αγιώτατος Πατριάρχης είχε πολλάς αρετάς και χάριτας και μάλιστα την μελέτην των Θείων Γραφών και ανάγνωσιν και τον περισσότερον καιρόν της ημέρας εδαπανούσεν εις νουθεσίαν των αδελφών. Ποτέ δεν ωμίλει μάταια και άκαιρα λόγια, αλλά καλά και ψυχωφελή εναρέτων ανδρών διηγήματα, προβλήματα δογματικά και άλλα Γραφικά ζητήματα αναγκαία της Θείας Γραφής και αποδείξεις περί της Ορθοδόξου πίστεως, δια νουθέτησιν του λαού, διότι ήσαν τότε πολλοί αιρετικοί, εις καθαίρεσιν και ανατροπήν των οποίων εψήφισε δύο, τους πλέον πεπαιδευμένους κληρικούς, Ιωάννην και Σωφρόνιον, οι οποίοι να διαλέγωνται κατά το δυνατόν περί πίστεως, να φέρουν τους αιρετικούς προς ευσέβειαν. Ομού δε με τας άλλας αρεράς εμίσει πολύ την κατάκρισιν· και όταν ήκουέ τινα να καταλαλή ή να αργολογή, τον ημπόδιζε με εύσχημον τρόπον και έφερεν άλλην διήγησιν· και ει μεν διωρθώνετο, καλώς είχεν, ει δε και ήθελε παρακούσει, έλεγε του θυρωρού να μη του επιτρέψη πλέον την είσοδον· τούτο δε έκαμνε, δια να διορθώση τόσον τον παρεκτρεπόμενον, όσον και τους άλλους με το παράδειγμα εκείνου. Ακούσας δε ποτέ ο μακάριος να λέγουν, ότι εις χώραν τινά είχον συνήθειαν, οπόταν ήθελον ψηφίσει βασιλέα, να του φέρουν τέσσαρας λίθους διαφορετικούς εις το χρώμα, λέγοντες εις αυτόν να διαλέξη, από τι είδους πέτραν ήθελε να κτίσουν τον τάφον του, δια να του ενθυμίσουν με τούτον τον τρόπον, ότι ήτο φθαρτός άνθρωπος και έμελλε να αποθάνη, αύτη η συνήθεια ήρεσε πολύ του Πατριάρχου και προστάσσει να κτίσουν το μνήμα του και να μη το τελειώσουν έως τον θάνατόν του και να πηγαίνη εις άνθρωπος να του λέγη ανά πάσαν εορτήν, όταν ήτο εις δόξαν και τιμήν πολλήν με τον κλήρον όλον· «Δέσποτα, πρόσταξον να τελειώσουν τον τάφον σου, ότι δεν ηξεύρεις ποίαν ώραν ο θάνατος έρχεται». Τούτο έκαμνεν ο αείμνηστος δια να ενθυμήται τον θάνατον, να φοβήται την μέλλουσαν κρίσιν και να λαμβάνουν παράδειγμα οι επίλοιποι από αυτόν. Όταν ο Ρασμιόζης, ο αρχιστράτηγος των Περσών, ελεηλάτησε τους σεβασμίους τόπους των Ιεροσολύμων και συνέτριψε τα Άγια, έκλαυσεν ο Ιωάννης και εθρήνει ταύτα ως ο Προφήτης Ιερεμίας. Έπειτα στέλλει τους θεοφιλείς και εμπίστους ανθρώπους του, Κτήσιππον, Θεόδωρον τον Αμαθούντος Επίσκοπον, Αναστάσιον τον Καθηγούμενον του μεγάλου όρους και Γρηγόριον άλλον Επίσκοπον, δίδων εις αυτούς χρυσίον, τροφάς και ιμάτια, δια να λυτρώσουν τους αιχμαλώτους. Του δε Αγίου Μοδέστου, όστις ήτο τότε Πατριάρχης Ιεροσολύμων και ευρίσκετο εις πτωχείαν πολλήν δια την ρηθείσαν αιτίαν, έστειλεν ιδιαιτέρως, δια να δαπανήση να ανακαινίση τας Εκκλησίας, χιλίους σάκκους σίτον, χίλια βυτία οίνου, όσπρια, οψάρια, σίδηρον, και ει τι άλλο έκαμνε χρεία και εξόχως χιλίους κτίστας από την Αίγυπτον και χρήματα πολλά, γράφων προς αυτόν και την επιστολήν ταύτην· «Συγχώρησόν νοι, καλέ εργάτα του Σωτήρος Χριστού, ότι δεν σε βοηθώ, καθώς πρέπει εις τους Επισκόπους και επ’ αληθείας· εάν ήτο εύκολον ήθελον έλθει μετά χαράς και σωματικώς να υπηρετήσω εις την ανακαίνισιν του Αγίου Τάφου· δέομαι δε της αρχιερωσύνης σου, να μη δώσης την δόξαν εις εμέ, δια ταύτα τα οποία σου στέλλω, αλλ’ εις τον παντοδύναμον Θεόν, τον οποίον ικέτευε να γράψη μετά των εκλεκτών αυτού και εμού του αναξίου το όνομα». Ήτο δε ο Ιωάννης πολύ ταπεινός, ως ουδείς άλλος, όχι μόνον εις τα λόγια και τας πράξεις, καθώς ηκούσατε, αλλά και εις την διατροφήν και ενδυμασίαν πολύ ευτελής τρ και μέτριος και εξόχως εις την στρωμνήν αυτού, ήτις ήτο ταπεινή και ευκαταφρόνητος, την οποίαν βλέπων άρχων τις εκείνης της πόλεως, όστις έτυχε και εισήλθεν εις το πενιχρόν του κελλίον και ιδών ότι δεν ήτο επάνω εις το στρώμα του άλλο τι ειμή μόνον παλαιόν σκέπασμα κατεξεσχισμένον και άχρηστον, τον ελυπήθη και του έστειλε πολυτίμητον εφάπλωμα, όπερ το ηγόρασε τριάκοντα εξ νομίσματα, παρακαλών να το δεχθή, να σκεπάζεται με αυτό δι’ αγάπην του. Kαι απεδέχθη μεν αυτό ο Άγιος δια την του ανδρός ευλάβειαν, αλλά το εσπέρας, δεν εσκεπάσθη, μη δυνάμενος να κοιμηθή, εμέμφετο και κατεφρόνει εαυτόν, λέγων ταύτα, καθώς ο υπηρέτης του εμαρτύρησεν· «Οίμοι τω αθλίω! Πως έχω τοσούτον πολυτίμητον σκέπασμα εις το στρώμα μου και οι εν Χριστώ αδελφοί μου κείνται ολόγυμνοι και τρέμουν από την ψύχραν εις τας πλατείας της πόλεως ύπαιθροι και άδειπνοι, έχοντες διπλήν τιμωρίαν της πείνας και της ψυχρότητος; Ουαί εις εμέ τον ταλαίπωρον! Πόσοι επιθυμούν να χορτασθώσι κατά τον πένητα Λάζαρον από τα ψιχία της τραπέζης μου και πόσοι ξένοι και παρεπίδημοι ευρίσκονται εις την πόλιν ταύτην πεινώντες και διψώντες και κάμνουν εβδομάδας και μήνας να φάγωσιν έλαιον ή άλλο τι φαγητόν καλόν και μη έχοντες που την κεφαλήν κλίναι κείνται εις την αγοράν διαφόρως βασανιζόμενοι; Και συ, ταλαίπωρε Ιωάννη, όστις είσαι άνθρωπος μετανοίας, πίνεις τον οίνον και τρώγεις καλά οψάρια, έχων όλας τας αναπαύσεις, ύστερον δε από όλα ταύτα εσκεπάσθης και με ιμάτιον τοσούτον πολύτιμον; Κατά αλήθειαν γνώριζε, ότι με τόσην απόλαυσιν και αυτάρκειαν δεν υπάγεις εις Βασιλείαν ουράνιον, αλλά μάλιστα θέλεις ακούσει την φοβεράν εκείνην φωνήν, την οποίαν ήκουσεν ο άσπλαγχνος πλούσιος· «Μνήσθητι, τέκνον, ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου», οι δε πένητες τα επώδυνα και δια τούτο αυτοί μεν τώρα έχουν παράκλησιν και συ οδύνην αιώνιον» (Λουκ. ιστ:25). Ευλογητός ο Θεός, να μη σκεπασθή πλέον ο ταπεινός Ιωάννης με τοιούτον ιμάτιον, αλλά με την τιμήν τούτου να ενδυθώσι τόσοι πτωχοί και πένητες αδελφοί μου». Το πρωϊ έστειλεν αυτό εις την αγοράν και με την πληρωμήν αυτού ενέδυσεν εκατόν πτωχούς, ηγόρασε δε τούτο ο άρχων, όστις το εξαναχάρισε του Αγίου και του το έστειλε και πάλιν παρακαλών αυτόν να το κρατήση δια τον Κύριον. Ο δε Άγιος το επώλησε και πάλιν και ενέδυσεν άλλους τόσους πένητας. Τούτο δε έγινε όχι μόνον δύο και τρις, αλλά πολλάκις, έως ου συνηντήθησαν με τον άρχοντα εκείνον, και του λέγει· «Ας ίδωμεν, τις έχει να νικήση από τους δύο μας εις το ύστερον· εγώ να το πωλώ ή συ να το αγοράζης και να μου το πέμπης». Ούτω λοιπόν έπαιρνε του πλουσίου εκείνου και έδιδεν εις τους πτωχούς. Έφερε δε και εις μαρτυρίαν το παράδειγμα του μεγάλου Επιφανίου, όστις έλαβε με πολλήν γνώσιν και ευσεβή μέθοδον τα χρήματα του Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων Ιωάννου, όστις ήτο φιλάργυρος και τα έδωσεν όλα εις τους έχοντας ανάγκην. Ομοίως και ούτος ο αείμνηστος Ιωάννης έκαμεν εις τον Επίσκοπον Τρώϊλον, όστις ήτο πολύ φιλάργυρος και τον έφερεν εις τόσον έλεος με τούτον τον τρόπον, ώστε έγινεν ευσπλαγχνικώτατος. Αφού επήγεν ο Άγιος εις επίσκεψιν των ασθενών, κατά την συνήθειαν, εις το πτωχοτροφείον, όπερ έκτισεν εις τόπον καλούμενον Καισάρειον, επήρε μαζί του και τον ρηθέντα Επίσκοπον, γνωρίζων ότι εβάστα ο διανομεύς αυτού τριάκοντα λίτρας χρυσίου, δια ν’ αγοράσουν αργυρά ποτήρια και έτερα σκεύη δια την τράπεζαν. Φθάσαντες εις τους ασθενείς είπε προς αυτόν· «Δείξον αγάπην σήμερον, αδελφέ μου Επίσκοπε, και τίμησον τους πτωχούς αδελφούς του Χριστού, δος εις αυτούς τίποτε έλεος». Ο δε Τρώϊλος εντραπείς έμπροσθεν των ανθρώπων να παρακούση του Πατριάρχου, λέγει του διανομέως να δώση καθ’ ενός ένα χρυσόν νόμισμα. Οι δε πτωχοί ευρέθησαν τόσοι, ώστε εδαπάνησεν όλα τα χρήματα. Τότε ελυπήθη πολύ ο Επίσκοπος μεταμεληθείς δια την ακούσιον ελεημοσύνην και αποχαιρετήσας τον Πατριάρχην ανεχώρησεν εις τον οίκον του, και τόσον ενικήθη υπό της θλίψεως, ώστε έπεσεν ασθενής, συλλογιζόμενος την τοσαύτην ελεημοσύνην, την οποίαν έδωσε δι’ ανθρωπαρέσκειαν. Κατά την ώραν εκείνην ήλθεν απεσταλμένος του Πατριάρχου και τον εκάλεσε να γευθώσιν. Ο δε απεκρίνατο ότι δεν ηδύνατο να υπάγη δια την ασθένειαν. Τούτο ακούσας ο Πατριάρχης και γνωρίσας το αίτιον, απήλθεν ευθύς προς εκείνον, βαστάζων όλα τα χρήματα, και χαμογελάσας ολίγον είπε προς αυτόν· «Μη νομίσης, αδελφέ μου, ότι σου είπον να δώσης τα ιδικά σου έλεος· δι’ εμέ σου είπα να τα δώσης, διότι δεν είχον μαζί μου, αλλά τώρα σου τα έφερα και ευχαριστώ σοι». Ο δε Επίσκοπος, αφού έλαβε το χρυσίον, ιατρεύθη ευθύς από την ασθένειαν και ήλθον αι φυσικαί δυνάμεις του τόσον, ώστε φανερά εγνωρίσθη η αιτία της ασθενείας του. Τότε ο Πατριάρχης του είπε να του κάμη γράμμα, εις το οποίον να ομολογή ότι έλαβεν οπίσω τον μισθόν της ελεημοσύνης εκείνης, το οποίον έγραψεν ευθύς ο Επίσκοπος και έλεγε ταύτα· «Ο Θεός του ελέους και της φιλανθρωπίας, αυτός απόδος τον μισθόν Ιωάννη τω εμώ Δεσπότη και Πατριάρχη Αλεξανδρείας των τριάκοντα λιτρών χρυσίου, όπερ εγώ διεμοίρασα εις τους πτωχούς όπερ εγώ επληρώθηκα». Έλαβε λοιπόν τον χάρτην ο Άγιος, ως επίσης και τον Επίσκοπον δια να φιλευθώσι· και μετά το φαγείν, ο μεν Επίσκοπος εκοιμήθη, ο δε φιλάνθρωπος Θεός, δια πρεσβειών του Αγίου, θέλων να τον κάμη να γνωρίση πόσην μισθαποδοσίαν εζημιώθη δια την φιλαργυρίαν, του έδειξε ταύτην την όρασιν. Είδε λοιπόν τότε ο Τρώϊλος ότι τον επήγαν εις τον Παράδεισον, και εκεί έβλεπε παλάτιον περικαλλές και υπέρλαμπρον, του οποίου δεν ήτο άλλο μεγαλύτερον ή ωραιότερον, και εις το άνωθεν μέρος της θύρας ήτο γεγραμμένος τίτλος με χρυσά γράμματα, όστις έλεγε· «Τρωϊλου του Επισκόπου αιωνία μονή και ανάπαυσις». Ενώ λοιπόν ανεγίνωσκεν εκείνον τον τίτλον με ελπίδα να απολαύση τοιαύτην μονήν, ήλθε νέος τις του βασιλέως με άλλους εις την συνοδείαν του και κρατών εις τας χείρας αυτού χρυσίον πολύ, είπεν εις τους υπηρέτας του· «Εξαλείψατε τον τίτλον εκείνον από την θύραν και γράψατε καθώς ο βασιλεύς ώρισε· «Μονή και ανάπαυσις Ιωάννου του Πατριάρχου, όστις την ηγόρασεν από τον Επίσκοπον Τρώϊλον δια τριάκοντα λίτρας χρυσίου». Έξυπνος δε γενόμενος ο Επίσκοπος διηγήθη εις τον Πατριάρχην την οπτασίαν, ζητών των προτέρων αγνοημάτων συγχώρησιν. Από τότε απλώσας τας χείρας εις ευποιϊαν, έγινε πολύ ευσπλαγχνικός και ελεήμων εις τους πένητας. Ούτω λοιπόν ο μακάριος Ιωάννης παρεκίνει έκαστον προς έλεος και πολλάκις διηγείτο ψυχωφελή παραδείγματα περί ευσπλαγχνίας, εξόχως δε ημέραν τινά, κατά την οποίαν ήσαν συνηθροισμένος λαός πολύς, είπε το παρόν αληθέστατον και αξιοθαύμαστον διήγημα, το οποίον εβεβαίωνε μεθ’ όρκου, ότι ήκουσεν από φιλαλήθη και αψευδέστατον άνθρωπον. «Όταν ήμην εις την Κύπρον, είχα εις εργαστήριον υπηρέτην τινά πιστόν και σώφρονα, όστις έζησε παρθένος και ετελεύτησεν. Ούτος μου είπεν, ότι εις την Αφρικήν είχεν ένα κύριον τελώνην, Πέτρον καλούμενον, πλούσιον πολλά, αλλά άσπλαγχνον και προς τους πτωχούς ασυμπάθητον, του οποίου συνέβη τοιούτον θαυμάσιον. Καθεζόμενοι τινές πτωχοί εις τον ήλιον, εν ώρα χειμώνος δια θερμότητα, εμετρούσαν τας οικίας των ελεημόνων ανθρώπων, οίτινες τους ευσπλαγχνίζοντο δια τον Κύριον, και τους εμακάριζον· ομοίως δε εταλάνιζαν και κατηρώντο τους ασπλάγχνους, με τους οποίους συνηρίθμουν και τον αυθέντην μου τον άνωθεν Πέτρον, διότι ήτο τοσούτον σκληρός, ώστε δεν έδωσε ποτέ τινος ελεημοσύνην. Εις δε απ’ εκείνους τους πένητας είπε προς αυτούς· «Τι μου δίδετε, να κάμω τον Πέτρον να μου δώση ελεημοσύνην;» Εκείνοι δε, νομίζοντες τούτο αδύνατον πράγμα, εστοιχημάτισαν. Επήγε λοιπόν ο πτωχός και ίστατο εις την θύραν του Πέτρου, έως ου ήλθε, κατά τύχην δε έφερεν εκείνην την ώραν ο φούρναρης άρτους εις ένα κοφίνιον, ο δε πτωχός εζήτει ελεημοσύνην και ο πλούσιος τον εδίωκε, μη θέλων δε να αναχωρήση εθυμώθη ο Πέτρος και έρριψε κατ’ αυτού ένα άρτον δια να τον κτυπήση· ο δε πτωχός ήρπασεν αυτόν, και απελθών εις τους άλλους, ώμοσεν, ότι τον έλαβε δια χειρός του. Μετά δύο ημέρας ο Πέτρος ησθένησε και είδεν οπτασίαν, ότι τον επήγαν εις το κριτήριον του Θεού και εστάθμιζαν εις το ζύγι όλα τα έργα του καλά και κακά και εσυνάχθησαν πλήθος δαιμόνων φοβερών, φέροντες γεγραμμένας πάσας τας αμαρτίας του, τας οποίας και έβαλαν εις το ένα μέρος της πλάστιγγος, από δε το άλλο ίσταντο ολίγοι Άγγελοι φωτοφόροι, οίτινες εζήτουν να εύρουν, εάν έκαμε ποτέ αγαθοεργίαν τινά και μη ευρίσκοντες ελυπούντο βλέποντες ότι ήσαν πολλά τα αμαρτήματά του. Τότε είπεν ο φύλαξ αυτού· «Προς τους άλλους δεν έκαμεν άλλο καλόν, ειμή μόνον ένα άρτον, τον οποίον έρριψεν ενός πτωχού». Τότε βάλλοντες οι Άγγελοι εις το άλλο μέρος της ζυγαριάς εκείνον τον άρτον, εβάρυνε τόσον ώστε ήτο ίσα με όλα του τα αμαρτήματα. Είπον λοιπόν προς αυτόν οι Άγγελοι· «Ύπαγε, κάμε και άλλας ελεημοσύνας και πρόσθεσε εις τον άρτον τούτον, ειδεμή θα σε πάρουν ούτοι οι ζοφεροί και άσπλαγχνοι δαίμονες». Αναστάς λοιπόν ο Πέτρος εννόησε την οπτασίαν και εδόξασε τον Θεόν δια την τοιαύτην ευεργεσίαν, λέγων· «Αλλοίμονον εις εμέ τον σκληρόν και απερίσκεπτον! Εάν ο άρτος, τον οποίον ηκόντισα κατά του πτωχού θυμωμένος, μου έδωσε τοσαύτην ωφέλειαν, πόσην θα λάβω εάν δώσω πολλήν ελεημοσύνην με καλήν γνώμην και αγαθήν προαίρεσιν;» Από τότε λοιπόν έγινε τοσούτον ενάρετος και εύσπλαγχνος ο ευλογημένος Πέτρος, ώστε εγυμνώνετο πολλάκις και έδιδεν εις τους πτωχούς τα ιμάτιά του. Εξόχως δε μίαν πρωϊαν, ενώ απήρχετο εις το εργαστήριον, τον υπήντησε γυμνός τις, όστις εναυάγησεν εις το πέλαγος και πίπτων εις τους πόδας αυτού εζήτησεν έλεος. Ο δε Πέτρος έβγαλεν ευθύς το επανωφόριόν του και του το έδωσε, το οποίον ήτο ακριβόν πράγμα και πολυτίμητον. Ο δε πτωχός, εντραπείς να φορή τοιούτον ιμάτιον, το έδωσεν εις την αγοράν να πωληθή. Επιστρέφων δε ο Πέτρος εις τον οίκον του και ιδών αυτό επικράνθη τόσον, ώστε δεν έφαγε τίποτε, αλλ’ εσφαλίσθη και έκλαιε, συλλογιζόμενος ότι ο πτωχός επώλησε το ένδυμά του δια να κερδήση. Με την θλίψιν ταύτην απεκοιμήθη και βλέπει εις το όραμά του νέον τινά ενδοξότατον, υπέρ τον ήλιον λάμποντα, με το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις την κεφαλήν και εφόρει του Πέτρου το επανωφόριον, λέγων προς αυτόν· «Διατί κλαίεις;» Ο δε απεκρίνατο· «διότι βλέπω ότι την ελεημοσύνην, την οποίαν δίδομεν, την λαμβάνουν τινές δια κέρδος και όχι δια την ανάγκην των». Τότε του δεικνύει το ένδυμα ο φανείς και του λέγει· «Γνωρίζεις αυτό;» Ο δε είπε· «Ναι». Και ο νέος· «Ιδού ότι το φορώ από την ώραν όπου μου το έδωκες και σε ευχαριστώ, διότι ήμην γυμνός και με ενέδυσες». Έξυπνος δε γενόμενος ο τελώνης, εγνώρισε την δήλωσιν της οπτασίας και ούτως ήρχισε να μακαρίζη πολλά την πενίαν, λέγων εις εαυτόν· «Επειδή ο Χριστός λαμβάνει δια τον εαυτόν του όσα δίδονται δια τους πένητας, να μη αποθάνω, πρίν ή γίνω τελείως πτωχός και άπορος». Ευθύς δε με τον λόγον και το έργον εγένετο. Αφού λοιπόν έδωσεν ελεημοσύνην το πράγμα του, καλεί ένα αιχμάλωτον, τον οποίον είχεν αγοράσει και τον είχεν επίτροπον εις τον οίκον του, και του λέγει· «Ένα λόγον απόκρυφον έχω να σου είπω μυστικά και γνώριζε, ότι εάν τον φανερώσης τινός και δεν κάμης τον λόγον μου, θέλω σε πωλήσει εις τους βαρβάρους εξ αποφάσεως». Υποσχεθέντος δε του επιτρόπου να τελέση το προσταττόμενον, του δίδει δέκα λίτρας χρυσίου, λέγων· «Ύπαγε, αγόρασον πραγματείαν και λάβε με ως δούλον σου εις Ιερουσαλήμ, εκεί δε πώλησόν με τινός Χριστιανού και την πληρωμήν, την οποίαν θα σου δώσουν, διαμοίρασον εις τους πτωχούς, χωρίς να κρατήσης ούτε εν αργύριον». Ο δε ακούσας ταύτα, εδάκρυσε και έλεγεν ότι δεν ηδύνατο να το κάμη. Λέγει προς αυτόν ο Πέτρος· «Επ’ αληθεία θα σε πωλήσω εις τους βαρβάρους εάν παρακούσης την εντολήν μου». Ιδών λοιπόν την ευλαβή αυτού γνώμην και το αμετάθετον αυτής έκαμε καθώς τον προσέταξε και απελθών εις Ιεροσόλυμα τον επώλησε χρυσοχόου τινός φίλου του, τον οποίον έλεγαν Ζωϊλον· έπειτα υποσχεθείς μεθ’ όρκου εις τον Πέτρον ότι δεν θα είπη τινός την υπόθεσιν, επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν. Έμεινε λοιπόν ο Πέτρος αιχμάλωτος και πενιχρά ενδεδυμένος εις τον οίκον του Ζωϊλου μετά πολλής ταπεινότητος και έκαμνε τας ευτελεστέρας υπηρεσίας, εμαγείρευεν, έπλυνε τα αγγεία και τα ιμάτια, ενήστευεν, ηγρύπνει και άλλας αρετάς εσπούδαζεν. Όθεν ο Ζωϊλος βλέπων τας πράξεις του και γνωρίσας, ότι ο Θεός έστειλεν εις τον οίκον του ευτυχίαν, τον ηυλαβήθη και του λέγει· «Γνώριζε, Πέτρε, ότι θέλω να σε ελευθερώσω από την σήμερον, να σε έχω ως αδελφόν μου». Ο δε Πέτρος δεν ηθέλησε, δια να μη υστερηθή τον μισθόν της υπακοής. Οι δε άλλοι δούλοι, βλέποντες αυτόν ούτως ευτελή εις το ένδυμα, τον κατεφρονούσαν και τον ύβριζαν. Υπέμεινε δε τους ονειδισμούς ο Πέτρος μετ’ ευχαριστίας. Ο δε ελεήμων Θεός του έκαμε και την χάριν ταύτην, ήτοι, οσάκις ήθελε λυπηθή δια τας ύβρεις, τας οποίας του έκαμναν, εφαίνετο εις το όραμά του ενδεδυμένος εκείνο το επανωφόριον, το οποίον έδωκε του πτωχού και κρατών εις τας χείρας του τα αργύρια, με τα οποία τον ηγόρασεν ο Ζωϊλος, του έλεγεν· «Αδελφέ μου Πέτρε, μη θλίβεσαι. Εγώ επήρα την πληρωμήν σου, και έχε υπομονήν, έως ότου τους κάμω να σε γνωρίσωσι». Μετ’ ολίγον ήλθον έμποροι χρυσοχόοι από τον τόπον του να προσκυνήσουν τον Άγιον Τάφον, τους οποίους ο Ζωϊλος ως συντεχνίτης εφιλοξένησε και καθεζόμενοι εις την τράπεζαν τους υπηρέτει ο Πέτρος. Εκείνοι δε στοχαζόμενοι πολλάκις αυτόν, τον εγνώρισαν και είπον προς τον Ζωϊλον· «Αυτός ο αιχμάλωτός σου είναι ένας πλούσιος και μεγάλος πραγματευτής του τόπου μας και όχι μόνον ο κοινός λαός επικράνθησαν, όταν εχάθη, αλλά και αυτός ο βασιλεύς έλαβε θλίψιν ανείκαστον». Ταύτα ακούσας ο Πέτρος, φέρων το μαγείρευμα, έφυγεν ευθύς προς την θύραν του οίκου, εις την οποίαν εκάθητο κωφός και βωβός τις, όστις με νεύμα ήνοιγε και εσφάλιζε. Σπουδάζων λοιπόν ο Πέτρος να φύγη είπε προς τον κωφόν· «Εις το όνομα του Δεσπότου Χριστού, άκουσόν μου και άνοιξον». Ο δε απεκρίθη και ήνοιξε. Και φεύγων ο Πέτρος, έμεινεν ο κωφός υγιής και με πολλήν αγαλλίασιν έδραμεν εις την τράπεζαν λέγων· «Εγέρθητε ταχέως να φθάσητε τον υπηρέτην του μαγειρείου, ότι είναι άγιος άνθρωπος και εκείνος με εθεράπευσε· διότι καθώς μου εφώναξε ν’ ανοίξω την θύραν, είδα φλόγα πυρός εξελθούσαν από το στόμα του και ως η φλοξ αύτη εισήλθεν εις το στόμα και τα ώτα μου, ευθύς ενεμποδίστως ελάλησα και ήκουσα». Τότε έδραμον άπαντες να τον εύρουν, αλλά ο Κύριος τον εσκέπασε, δια να φυλάξη την αρετήν του έως τέλους και έφυγεν εις άγνωστον τόπον, όπου πλέον δεν τον είδε τις από όσους τον εγνώριζαν». Αυτά και έτερα έλεγεν ο Πατριάρχης, νουθετών τον λαόν, δια να ευσπλαγχνίζωνται αλλήλους. Έλεγε δε και τούτο· «Εάν δια την αγάπην του Δεσπότου και του πλησίον έχυσαν το αίμα των αναρίθμητοι Μάρτυρες, πόσω μάλλον ημείς χρεωστούμεν να δώσωμεν εις τους πτωχούς δια τον Χριστόν τον πλούτον μας, ίνα λάβωμεν μισθόν εκατονταπλάσιον εν ημέρα ανταποδόσεως, ότι όστις σπείρει ολίγον, ολίγον θερίζει και όστις σπέρνει πολύ, θέλει απολαύσει την Βασιλείαν των ουρανών να αγάλλεται αιωνίως». Ούτω λέγων παρεκίνει τους παρεστώτας εις έλεος με ψυχωφελή διηγήματα. Ανεγίνωσκε δε ποτε τον Βίον του Αββά Σεραπίωνος, όστις έδωσε το επανωφόριόν του ελεημοσύνην και αφού επήγε παρεμπρός εύρεν άλλον ολόγυμνον, όστις έτρεμεν από την ψύχραν και σπλαγχνισθείς έδωκεν εις αυτόν το έσωθεν ιμάτιον και έμεινεν εκείνος ολόγυμνος, κρατήσας μόνον το Ευαγγέλιόν του. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2479
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΓ΄ (13η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου νέου Οσιομάρτυρος ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΓ΄ (13η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου νέου Οσιομάρτυρος ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ του εκ Κωνσταντινουπόλεως όντος, και εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσαντος εν έτει 1681.

Δαμασκηνός ο μακάριος Νεομάρτυς εμαρτύρησεν επί της βασιλείας μεν του Σουλτάν Μεχμέτ, επί της πατριαρχείας δε του εκ Χίου Πατριάρχου Ιακώβου εν έτει 1681, ήτο δε από τον Γαλατάν της Κωνσταντινουπόλεως, εκ της ενορίας της Ελεούσης, ονόματι Διαμαντής, υιός ευσεβών γονέων, Κυριακού και Κυριακής, την τέχνην ράπτης· πολύ νέος ων έμεινεν ορφανός, δι’ ο και επεριπατούσεν άτακτα. Συλληφθείς λοιπόν, καθώς λέγουν, από τους δυνάστας διά τι κακόν όπερ έκαμεν, ηρνήθη (φεύ!) την των Χριστιανών άμωμον πίστιν, δια να λυτρωθή· είτα προβαίνων κατά την ηλικίαν ήλθεν εις εαυτόν, και συλλογιζόμενος τι κακόν έπαθεν, απήλθεν εις το Άγιον Όρος, εις το Μοναστήριον της Μεγίστης Λαύρας, δια να κλαύση το μέγα αμάρτημα της του Χριστού αρνήσεως και εκεί πηγαίνων εδόθη εις συχνάς αγρυπνίας και εις τας λοιπάς κακουχίας της ασκήσεως· λαβών δε το μέγα Αγγελικόν Σχήμα έμεινε δώδεκα έτη υποτασσόμενος εις τον Γέροντά του με άκραν υπακοήν. Πλην μ’ όλον ότι τόσας αρετάς έκαμνεν ο αοίδιμος και πολλούς Μοναχούς εκείνου του καιρού υπερέβη εις τους ασκητικούς πόνους και ιδρώτας, το συνειδός όμως πάντοτε τον έτυπτε δια την άρνησιν και ενόμιζεν όλους τους ασκητικούς αγώνας του ότι είναι ουδέν, κατά σύγκρισιν του σφάλματός του· διότι ενεθυμείτο πάντοτε τους λόγους του Κυρίου: «Όστις ομολογήση με έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ αυτόν έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς· και όστις αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι καγώ αυτόν έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς». Όθεν κατ’ άλλον τρόπον δεν ενόμιζεν ότι έχει να ομολογηθή από τον Χριστόν έμπροσθεν του Πατρός του εν τη φρικτή αυτού Παρουσία, παρά με το να ομολογήση και αυτός τον Χριστόν πρότερον έμπροσθεν των ανθρώπων. Και τούτο μεν ούτος ορθώς ενόμιζε, πλην ουδείς από τους Μοναχούς δεν τον ηνάγκαζε εις τούτο, επειδή εγνώριζον την ανθρωπίνην ασθένειαν και εφοβούντο μήπως επιστρέψη πάλιν εις τα οπίσω και γίνουν τα ύστερα χείρονα των πρώτων. Εν μέσω των τοιούτων λογισμών ευρισκόμενος ο Μάρτυς, έτυχε τότε ο εν τη Λαύρα ευρισκόμενος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Διονύσιος να απέρχεται εις Κωνσταντινούπολιν· όθεν έκρινεν εύλογον ο Άγιος να υποταχθή εις αυτόν και μαζί του να απέλθη εις την βασιλεύουσαν με σκοπόν να μαρτυρήση, όπερ και έκαμε. Συναπελθών δε μετά του Πατριάρχου εις Κωνσταντινούπολιν, εφανέρωσεν εις αυτόν και τον πόθον τον οποίον είχε δια να μαρτυρήση. Εκείνος δε τον παρεκίνησεν εις τούτο, λέγων εις αυτόν και ταύτα· «Όταν εγώ επιστρέψω εις το Άγιον Όρος, συ κάμε ως βούλεσαι, και πρέσβευε υπέρ εμού εις τον Χριστόν, δια τον οποίον αποθνήσκεις, ίνα εύρω αυτόν ίλεων εν τη εμή εξόδω». Αποδημήσαντος λοιπόν του Διονυσίου, εφανέρωσεν ο Άγιος και εις τινα άλλον Μοναχόν Λαυριώτην το κεκρυμμένον εν τη καρδία του μυστήριον, το περί του μαρτυρίου, και ήκουσε παρ’ εκείνου ταύτα τα παρηγορητικά λόγια: «Ενδυναμώθητι, αδελφέ, τη του Κυρίου ισχύϊ, και άρχισε τον αγώνα και θέλεις γίνει και συ εις απ’ εκείνους τους παλαιούς Μάρτυρας, οίτινες ήθλησαν υπέρ Χριστού». Και λοιπόν ήρχισεν ο Όσιος το επιχείρημα ούτως· έκοψε τα μαλλιά της κεφαλής του και εφόρεσεν ιμάτια ναυτικά, δια να μη συμβή κανέν κακόν εις τους Μοναχούς από τους κρατούντας· είτα, μεταλαβών των Αχράντων Μυστηρίων εις τον Ναόν του Αγίου Νικολάου, εις τον Γαλατάν, επέρασεν εις την Αγίαν Σοφίαν και εκεί ιστάμενος προσηύχετο, ποιών το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις το πρόσωπόν του· οι δε παραπορευόμενοι Αγαρηνοί, βλέποντες αυτόν ιστάμενον και προσευχόμενον εις τόπον απηγορευμένον δια τους Χριστιανούς, εξίσταντο· πλην νομίζοντες αυτόν ως παράφρονα, διέβαινον, μηδέν λέγοντες. Αναχωρήσας δε απ’ εκεί ο Άγιος και περιπατών εις την οδόν, βλέπει Αγαρηνόν τινα γραμματέα, έχοντα εις χείρας του βιβλίον και αναγινώσκοντα, λέγει δε εις αυτόν· «Διαλαμβάνει το βιβλίον σου τι περί Χριστού»; Ο δε γραμματεύς είπεν εις τον Μάρτυρα· «Δεν γίνεσαι Μουσουλμάνος»; Και εις τον διάλογον τούτον συνηθροίσθησαν οι εκεί πλησίον Αγαρηνοί και ήκουον, μυκτηρίζοντες αυτόν ως παράφρονα· είτα τους λέγει: «Εγώ να σας είπω λόγον προς ωφέλειάν σας». Οι δε του λέγουν· «Ειπέ». Λέγει ο Μάρτυς· «Ο Χριστός είναι Θεός αληθινός και ποιητής ορατών τε και αοράτων». Οι δε του είπον· «Τρελλός είσαι»; Λέγει ο Μάρτυς· «Όχι εγώ, αλλά σεις είσθε τρελλοί και άγνωστοι και πεπλανημένοι, όπου δεν πιστεύετε, ότι ο Χριστός είναι Θεός»· αυτοί δε πάλιν, νομίσαντες αυτόν ως μαινόμενον, τον άφησαν. Εκείθεν μετέβη ο Μάρτυς εις το τζαμίον του Σουλτάν Μεχμέτ και πάλιν είπε τα αυτά εις τους εκεί χοτζάδες, αλλά και αυτοί ως μωρόν τον εδίωξαν· κατέβη δε εκείθεν εις το λεγόμενον τουρκιστί Καμπάνι, και κράξας δια φωνής μεγάλης είπεν· «Άνδρες Ισμαηλίται, μόνη η πίστις του Χριστού είναι αληθινή, σεις δε επλανήθητε και μέλλετε να κολασθήτε». Αλλά και εκεί όλοι ομοίως τον παρέβλεψαν. Τη δε επαύριον το πρωϊ επήγεν εις την αυλήν του βεζύρη και ήρχισε να φωνάζη έμπροσθεν εις τους εκεί γραμματικούς· «Μόνη η πίσις των Χριστιανών είναι αληθινή και ο Χριστός είναι Θεός αληθινός, η δε ιδική σας πίστις δεν είναι αληθινή». Οι δε γραμματικοί συλλαβόντες και δείραντες αυτόν ανηλεώς τον εδίωξαν ως μωρόν· κατά δε την τρίτην ημέραν επήγενεις το τζαμίον, το λεγόμενον Σεγιζακί, πλησίον εις τα δωμάτια των Γενιτσάρων·και όταν έβγαιναν οι Τούρκοι από το προσκύνημά των, εβόα ο Μάρτυς· «Άνδρες Ισμαηλίται, τίνα σέβεσθε; Εις ποίον θαρρείτε; Τι ελπίζετε από το προσκύνημά σας; Μία είναι η αληθής πίστις, η του Χριστού». Όλοι δε ως φρενοβλαβή και μωρόν νομίζοντες αυτόν, τον παρέβλεπον· λοιπόν εστράφη πάλιν ο Άγιος εις την κατοικίαν του εις τον Γαλατάν, σφόδρα περίλυπος, διότι απέτυχε του σκοπού του. Όθεν και προσευχόμενος όλην την νύκτα, έλεγε· «Μη βδελύξη με τον ταπεινόν σου δούλον, Υιέ του Θεού, εις το να με συναριθμήσης εν τω χορώ των Μαρτύρων Σου». Κατά την επομένην, ήτις ήτο ημέρα Κυριακή, αναστάς επορεύθη εις το τζαμίον του Τοσχανά, εις το οποίον λέγεται ότι εξώμοσε την ευσέβειαν όταν ήτο νέος, ως προείπομεν· και εκεί πολλών Αγαρηνών συντρεχόντων εις τον χώρον του προσκυνήματος, ανεβόησεν ο Μάρτυς προς το πλήθος ταύτα· «Τι συνηγάγεσθε αυτού, τρισάθλιοι; Εις ποίον ελπίζετε; Αλλοίμονον εις σας, ταλαίπωροι, διότι έχετε να κολασθήτε· μόνος ο Χριστός είναι Θεός αληθινός». Οι δε Αγαρηνοί ταύτα ακούσαντες επλήσθησαν θυμού και ώρμησαν εναντίον του, και δέροντες αυτόν ανηλεώς και σύροντες τον έφερον εις τον καδήν του Γαλατά· του δε Μάρτυρος τα αυτά και περισσότερα λέγοντος κατά του Μωάμεθ και της βδελυράς αυτού διδαχής, έδωκεν ο κριτής την ομολογίαν αυτού, ήτις παρ’ αυτοίς λέγεται χοντζέτιον, και τον έπεμψαν εις τον βεζύρην, τον επίτροπον της βασιλείας. Ο δε βεζύρης τον ηρώτησε· «Ταύτα όπου γράφει ο κριτής κατά σου είναι αληθή»; Ο δε Μάρτυς εφώναζε· «Ναι, αφέντη, και αληθή και βέβαια είναι». Ο δε βεζύρης με πολλήν ημερότητα λέγει προς αυτόν· «Ας είναι συγχωρημένον τούτο σου το έγκλημα, διότι είσαι ραγιάς βασιλικός και υπόχρεως να πληρώνης τα βασιλικά δοσίματα, και δια τούτο σου χαρίζει η βασιλεία την ζωήν σου· αλλά και ως φαίνεται πτωχός είσαι και δια τούτο επιθυμείς τον θάνατον». Ο δε Μάρτυς λέγει· «Δεν είμαι πτωχός, αλλά και από σε πλουσιώτερος, επειδή έχω τον θησαυρόν της πίστεώς μου μέσα εις την καρδίαν μου, ο οποίος υπεραστράπτει λαμπρότερον του ηλίου, ότι τον πλούτον τούτου του κόσμου, όπου εσύναξες συ τώρα, αύριον τον λαμβάνει άλλος, τον δε πλούτον, τον οποίον απέκτησα εγώ δια της πίστεώς μου, μένει πάντοτε εις εμέ, με τον οποίον θέλω υπάγει εις την Βασιλείαν των ουρανών». Ιδών λοιπόν ο βεζύρης, ότι δεν πείθεται κατ’ ουδένα τρόπον ο Μάρτυς εις τους λόγους του, έδωκε κατ’ αυτού την απόφασιν να τον θανατώσουν. Λαβών δε τούτον ο αρχιδήμιος και δέσας αυτόν, τον έφερε μετά της αυτού κουστωδίας εις το Φανάριον, και γονατίζων αυτόν έμπροσθεν της θύρας του Πατριαρχείου ξίφει την αγίαν αυτού κεφαλήν απέτεμεν, ευχαριστούντος τον Σωτήρα, ότι δεν τον υστέρησε του πόθου του. Όταν δε τον απεκεφάλισαν, το άγιόν του αίμα κρουνηδόν εκπηδήσαν κατέβαψε τας σανίδας της θύρας του απέναντι εργαστηρίου· Ηγούμενος δε τις του Μοναστηρίου του Μαύρου Μώλου, ονόματι Μακάριος, αγοράσας τας θύρας αυτάς, έφερεν εις το Μοναστήριόν του χάριν ευλαβείας και αγιασμού· έκειτο δε, κατά το πρόσταγμα, το άγιον λείψανον τρεις ημέρας έμπροσθεν του Πατριαρχείου· Χριστιανοί δε τινές, δόντες χρήματα εις τους φύλακας, ήραν αυτό εκείθεν και το έβαλον εις καϊκιον, δια να το υπάγουν εις το εν τη νήσω Χάλκη Μονύδριον της Αγίας Τριάδος· επρόφθασαν όμως οι Πατέρες της Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της εις την αυτήν νήσον Χάλκην κειμένης, και το επήραν εις την αυτήν Μονήν, ενταφιάσαντες αυτό εντίμως όπισθεν του Αγίου Βήματος· ου ταις πρεσβείαις ο Σωτήρ της αυτού Βασιλείας και ημάς αξιώσαι. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2479
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΔ΄ (14η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΦΙΛΙΠΠΟΥ, ενός εκ των ιβ΄ (12) Αποστόλων.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΔ΄ (14η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΦΙΛΙΠΠΟΥ, ενός εκ των ιβ΄ (12) Αποστόλων.

Φίλιππος ο θείος του Κυρίου Απόστολος ήτο εις εκ των δώδεκα, εκ Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, συμπολίτης Ανδρέου και Πέτρου. Από μικρός εδόθη εις τα μαθήματα, έχων δε πόθον πολύν εις τον Νόμον, εσχόλαζεν εις τα μαθήματα του Μωϋσέως, διότι τοιαύτην είχον τότε οι διδάσκαλοι των Ιουδαίων συνήθειαν και εμάνθανον πρώτον τους νέους αυτάς τας βίβλους, έπειτα τους ηρμήνευον και έτερα όσα ηδύναντο. Από ταύτα λοιπόν ηννόησεν ο Φίλιππος όλας τας ρήσεις, όσαι διελάμβανον περί της ελεύσεως του Χριστού και τας εφύλαττεν εις την καρδίαν του· δια τούτο και καθ’ όλην την ζωήν του διέμεινε παρθένος. Όταν λοιπόν εύρεν αυτόν ο Δεσπότης Χριστός εις την Γαλιλαίαν μετά το βάπτισμα και τον προσεκάλεσε να τον ακολουθήση, δεν έβαλε καιρόν εις το μέσον, αλλά γνωρίσας, ότι αυτός ήτο ο Μεσσίας, τον οποίον ανέμενον, τον ηκολούθησε προθύμως και δεν εξεχώρισεν από αυτόν, γνωρίζων ότι εύρε τον πολύτιμον Μαργαρίτην. Έχων δε πόθον να προσαγάγη προς τον Σωτήρα και τους φίλους του ως καλοπροαίρετος άνθρωπος, ευρίσκει τον Ναθαναήλ, όστις ήτο φίλος του, ακριβής του Νόμου διδάσκαλος, και του λέγει· «Ον έγραψε Μωϋσής εν τω νόμω και οι Προφήται, ευρήκαμεν, Ιησούν τον υιόν του Ιωσήφ τον από Ναζαρέτ» (Ιωάν. α:46). Με ταύτα και έτερα τα οποία είπεν, ωδήγησε προς τον Δεσπότην τον φίλον του. Φαίνονται δε και άλλα πολλά εις το ιερόν Ευαγγέλιον, με τα οποία ημπορεί να εννοήση έκαστος τούτου του Αποστόλου την ευγνωμοσύνην και υπακοήν προς τον Διδάσκαλον, του οποίου έγινε κοινωνός εις όλους τους κόπους έως την σωτήριον Σταύρωσιν· όθεν και της Αναστάσεως απήλαυσε και της θεοπρεπούς Αναλήψεως και της παρουσίας του Παναγίου Πνεύματος. Μετά ταύτα βάλλοντες οι θείοι Απόστολοι κλήρους, δια να ίδωσι που είναι θέλημα Θεού να πορευθή έκαστος δια να κηρύξη το σωτήριον Ευαγγέλιον, απήλθον άλλος εις την Ανατολήν, άλλος εις τα Εσπέρια, έτερος εις τα Βόρεια και άλλος εις τα Νότια μέρη· του δε θείου Φιλίππου έλαχε ο κλήρος της Ασίας, εις την οποίαν επήγε προθύμως κηρύττων τον Χριστόν εις όλας τας πόλεις και χώρας, τελών σημεία και θαύματα άπειρα, δια τα οποία, του Θεού συνεργούντος, πολλοί επίστευσαν και πανταχού έκτισεν Εκκλησίας, τα ειδωλεία ηφάνιζε, και εχειροτόνει Αρχιερείς. Είχε δε εις την συνοδείαν του τον Απόστολον Βαρθολομαίον και την σαρκικήν του αδελφήν, Μαριάμνην ονόματι, οίτινες τον ακολουθούσαν, υπηρετούντες αυτόν και συγκοινωνούντες εις όλα τα λυπηρά και χαρμόσυνα και πολλούς πειρασμούς και θλίψεις εις διαφόρους χώρας από τους απίστους υπέμειναν, μαστιγούμενοι, ραβδιζόμενοι, λιθαζόμενοι και ποικιλοτρόπως βασανιζόμενοι. Από τας κακοπαθείας ταύτας και τας θλίψεις τας οποίας ο θείος ούτος Απόστολος Φίλιππος υπέμεινε, θα είπωμεν ενταύθα ολίγα τινά, ως επίσης και ολίγα θαυμάσια, εκ των πολλών τα οποία ετελέσθησαν δια μέσου του, ίνα δια τούτων διαπιστωθώσιν αναμφιβόλως και τα επίλοιπα, έπειτα δε θέλομεν γράψει και το μακάριον τέλος, το οποίον έλαβεν εις την Ιεράπολιν της Φρυγίας. Ούτος ο λαμπρότατος αστήρ και μέγας του Κυρίου Απόστολος αφού εκήρυξε το Ευαγγέλιον του Χριστού εις τας πόλεις της Λυδίας και της Μυσίας, συνοδευόμενος, ως είπομεν, και υπό του Αποστόλου Βαρθολομαίου και της αδελφής του Μαριάμνης και αφού υπέστησαν πολλάς κακοπαθείας υπό των απίστων, δερόμενοι, ραβδιζόμενοι, φυλακιζόμενοι και λιθοβολούμενοι, εύρον έπειτα και τον ηγαπημένον Μαθητήν και Θεολόγον Ιωάννην κηρύττοντα και αυτόν τον Χριστόν εις την Ασίαν, ότε και η του ανθυπάτου Νικάνωρος γυνή επίστευσεν εις τον Χριστόν, και η του Στάχυος οικία εκάη υπό του ανθυπάτου και του λαού των Ελλήνων. Αλλά και προς τους Πάρθους επήγεν ο Άγιος και κλίνων τα γόνατα εζήτει από τους ουρανούς θείαν επίσκεψιν· και ευθύς είδεν αετόν με χρυσάς πτέρυγας, όστις εικόνιζε τον Χριστόν εσταυρωμένον· όθεν λαμβάνων από την όρασιν ταύτην θάρρος και δύναμιν, επήγαινεν εις το κήρυγμα πρόθυμος· μετέβη δε και εις την χώραν των Κανδάκων. Ανέβη δε ποτε εις πλοίον, δια να διαπεραιωθή προς την Άζωτον· κατά δε την νύκτα εκείνην έγινε μεγάλη τρικυμία· επειδή δε ήτο και σκότος βαθύ ευρίσκοντο εις μέγαν κίνδυνον, τότε όμως εφάνη φωτοφανής τύπος του Σταυρού, όστις εφώτισε το σκότος της νυκτός και διεσώθησαν οι κινδυνεύοντες. Φθάσαντες εις την Αζώτιδα γην εξήλθεν ο Φίλιππος και κατέλυσεν εις τον οίκον, του οποίου οι οικήτορες είχον θυγατέρα, ήτις είχεν εις τον οφθαλμόν ασθένειαν και εκινδύνευε να απολέση το φως της· ακούσαντες δε το κήρυγμα του Αποστόλου επίστευσαν εις τον Χριστόν όλοι και έλαβον το Άγιον Βάπτισμα. Μετά ταύτα ο πατήρ της κόρης εζήτησε χάριν από τον Φίλιππον, να θεραπεύση τον οφθαλμόν της. Ο δε Απόστολος λέγει προς την κόρην· «Μόνη σου θέλω να θεραπεύσης το πάθος σου, Χαριτίνη, και χαρίζω την δύναμιν όχι μόνον εις σε, αλλά και εις όσους έλαβον το Άγιον Βάπτισμα να τελήτε θαυμάσια· το πρωϊ λοιπόν βάλε την δεξιάν σου εις τον οφθαλμόν σου, επικαλουμένη του Δεσπότου Χριστού το σωτήριον όνομα να λάβης την ίασιν». Ούτω λοιπόν ποιήσασα εθεραπεύθη η Χαριτίνη ευχαριστούσα τον Κύριον και τότε δεν εξεχώρισεν από τον Απόστολον. Αναχωρήσας εκείθεν ο θείος Απόστολος μετέβη μετά της συνοδείας του εις την Ιεράπολιν κηρύττοντες τον Κύριον· οι δε εντόπιοι ήθελον να φονεύσωσι τον Απόστολον, με πρόφασιν να μη απατηθούν αι γυναίκες των και τους χωρισθώσι καθώς και άλλων πολλών επλανήθησαν. Άρχων δε τις σεβαστότερος των άλλων και τιμής άξιος ελύτρωσε τον θείον Φίλιππον από τον λιθασμόν, λέγων ταύτα προς τους συμπολίτας του· «Αδελφοί, ακούσατε την συμβουλήν μου· μη κάμετε αδικίαν τινά κατά τούτου του ξένου, αλλ’ ας δοκιμάσωμεν την διδασκαλίαν του, εάν είναι προς ψυχικήν σωτηρίαν». Εις τους λόγους τούτους του άρχοντος δεν ηδυνήθησαν να εναντιωθώσιν, επειδή ήτο επίσημος, αυτός δε πρώτος από τους άλλους προσέπεσεν εις τους πόδας του Αποστόλου παρακαλών αυτόν να μείνη εις την οικίαν του· και πηγαίνοντες μαζί, εσκανδαλίσθη η γυνή του άρχοντος Μάρκελλα, ζητουσα λύσιν του συνοικεσίου και να της επιστρέψη την προίκα οπίσω, εάν δεν εκβάλη από την οικίαν των τον Φίλιππον, ο οποίος βλέπων τον άρχοντα περίφοβον, του έδωκε θάρρος να ίσταται εις την πίστιν, αυτός δε προσευχόμενος έκαμεν εκείνην, ήτις εσκανδαλίζετο, δούλην του ανδρός αυτής και υπήκοον και του έλεγεν· «Από που ήλθεν ούτος ο θαυμάσιος άνθρωπος; Ω! πόσον είναι οι λόγοι του γλυκύτατοι και επαινετή των ηθών αυτού η κατάστασις». Ο δε άρχων είπε προς αυτήν· «Μεγάλου Θεού κήρυξ είναι, ω γύναι, και αιωνίου Βασιλείας πρόξενος και ας πιστεύσωμεν εις αυτόν»· προσπίπτοντες λοιπόν εις τον Απόστολον, εβαπτίσθησαν με όλον τον οίκον των· με εκείνους δε και πολλοί άλλοι από τους γείτονας. Ο δε ευρετής της κακίας, βλέπων νενικημένον εαυτόν, παρεκίνησε τινας να καύσουν τον οίκον του άρχοντος· τούτο γνωρίσας ο Απόστολος δια Πνεύματος Αγίου, εξήλθε προς αυτούς άφοβα· και κρατήσαντες αυτόν ως θηρία ανήμερα, τον επήγαν εις το δικαστικόν βουλευτήριον, του οποίου ο έξαρχος, ονομαζόμενος Αρίσταρχος, είπε ταύτα προς αυτόν μετά θυμού· «Γνωρίζω ότι καυχάσαι δια τας μαγείας σου· αλλά εάν δεν ρίψης αυτάς από επάνω σου, θέλω σε θανατώσει με λιθασμόν πικρότατον· περί δε του σταυρωθέντος Θεού σου θέλομεν εξετάσει με τον καιρόν ύστερα». Ταύτα λέγων τον ήρπασεν από τας τρίχας της κεφαλής και τον περιέπαιζε σύρων αυτόν από του ενός μέρους εις το άλλο και βασανίζων. Ο δε Απόστολος, δια να σωφρονίση την αταξίαν του Αριστάρχου, ίσως δε και δια να γνωρίσουν οι παρεστώτες, ότι είναι δυνατού Θεού υπηρέτης, εβόησε μεγαλοφώνως, δια να τον ακούσουν άπαντες, λέγων· «Συ, Κύριε, όστις έπλασας τας καρδίας μας και γνωρίζεις τας κινήσεις και διανοήματα αυτών, πλήρωσόν μου τον λόγον τούτον, όστις εξέρχεται χωρίς οργήν από την καρδίαν μου και ας γίνη προς σωφρονισμόν των άλλων παράλυτος η άτακτος αύτη χειρ, ήτις ετόλμησε να απλωθή επί της κεφαλής την οποίαν ηγίασες». Ούτως είπε και ευθύς ο λόγος έργον εγένετο και όχι μόνον εξηράνθη η χειρ του, αλλά ετυφλώθη και ο εις οφθαλμός του, ο προς το μέρος εκείνο, εκωφώθη δε και από τα δύο ώτα και έμεινε άλαλος τελείως. Ταύτα βλέποντες οι παρεστώτες εξέστησαν και παρεκάλουν αυτόν με φόβον να συγχωρήση τον πταίσαντα, ο δε Απόστολος λέγει προς αυτούς· «Αι διαστροφαί των μελών δεν δύνανται να βοηθηθούν από άνθρωπον, διότι ένας είναι ο διορθωτής αυτών, ο Δημιουργός, όστις εξ αρχής συνήρμοσεν εκ της γης τον άνθρωπον και εάν δεν πιστεύσητε εις εκείνον ομού με αυτόν, όστις έπαθε, δεν λαμβάνει την θεραπείαν του». Κατά την ώραν εκείνην έτυχε και επήγαιναν να ενταφιάσουν νεκρόν και λαμβάνοντες την κλίνην εκείνοι, οίτινες ήσαν με τον Αρίσταρχον, έλεγον εις τον Απόστολον περιγελώντες αυτόν· «Εάν αυτόν τον νεκρόν αναστήσης, όλοι να προσκυνήσωμεν τον Θεόν σου ομού με τον Αρίσταρχον». Ο δε Άγιος, βλέπων προς τους ουρανούς, έκαμε προσευχήν ολίγην ώρα, έπειτα εκάλεσε τον νεκρόν με πραείαν φωνήν εξ ονόματος λέγων· «Θεόφιλε, ο Χριστός σε προστάσσει, έγειραι και λάλει ό,τι θέλεις χωρίς εμπόδιον». Τότε παρευθύς ο νεκρός (ω του θαύματος!) ηγέρθη και προσέπεσεν εις τον Απόστολον λέγων· «Ευχαριστώ σοι, Άγιε του Θεού, ότι την ώραν ταύτην από πολλά κακά με ελύτρωσες, διότι με έσυρον δυναστικώς τινές μαύροι και άσχημοι, δια να με ρίψουν εις τον ολέθριον τάρταρον, το οποίον και θα εγίνετο, εάν δεν ήθελες προφθάσεινα με λυτρώσης τον άθλιον». Τούτο το παράδοξον έκαμεν όλους και ετρόμαξαν, θαυμάζοντες ότι ήξευρε και το όνομα του αποθαμένου, τον οποίον δεν είδε πρωτύτερα και τον ανέστησε πάραυτα. Απορρίψαντες λοιπόν οι άνθρωποι εκείνοι πάσαν αμφιβολίαν και πάντα δισταγμόν, επίστευσαν εις τον Χριστόν λέγοντες· «Αυτός τον οποίον κηρύττεις, θαυμασιώτατε, είναι ο μόνος αληθής και παντοδύναμος Θεός, όστις τελεί τοιαύτα παράδοξα, εις αυτόν δε προσέχομεν άπαντες και αδιστάκτως πιστεύομεν». Τότε καταπαύσας με την χείρα του τον θόρυβον, προσέταξε τον προρρηθέντα άρχοντα να κάμη το σημείον του σταυρού εις τον Αρίσταρχον, επικαλούμενος την Παναγίαν Τριάδα, ποιήσας δε εκείνος το προστασσόμενον εθεραπεύθη τελείως ο Αρίσταρχος· τότε πάντες έλαβον το σωτήριον Βάπτισμα, μεταξύ δε των πρώτων ήτο και ο Πρέφεκτος, ο πατήρ του αναστάντος εκ νεκρών, όστις ήτο από τους προεστώτας της πόλεως. Ούτος, πιστεύσας ολοψύχως εις τον Χριστόν, έδωκεν εις τον Απόστολον τους δώδεκα χρυσούς θεούς, τους οποίους είχε, να τους διαμοιράση εις τους πένητας· όχι δε μόνον ταύτα, αλλά καλώς δαπανήσας και τα επίλοιπα πράγματά του, εφύλαξεν έως τέλους την πίστιν και ετελείωσε τον βίον θεάρεστα· ο δε Απόστολος, καταρτίσας όλους εκείνους και στερεώσας εις την Ορθόδοξον πίστιν, εχειροτόνησεν Επίσκοπον τον προρρηθέντα άρχοντα τον άνδρα της Μαρκέλλας· ωσαύτως εχειροτόνησε Πρεσβυτέρους και Διακόνους και προσέταξε να κτίσουν Εκκλησίας, τας οποίας καθιέρωσε, διδάξας δε άπαντας τους ηυχήθη και ανεχώρησε δια να κηρύξη τον Χριστόν και εις άλλας πόλεις της Φρυγίας. Αναχωρήσας εκείθεν ο θείος Φίλιππος μετέβη εις πόλιν τινά της Φρυγίας πολυάνθρωπον και περίφημον, ήτις ήτο και πρωτεύουσα των άλλων πόλεων. Βλέπων δε ότι αύτη ήτο εις τοσαύτην αγνωσίαν βεβυθισμένη, ώστε όλοι οι εν αυτή κατοικούντες προσεκύνουν δια θεόν μίαν έχιδναν μεγάλην και φοβεράν εις την όρασιν, ελυπήθη βαθύτατα δια την απώλειαν των ανθρώπων αυτών, τους οποίους εμώρανεν επί τοσούτον ο διάβολος, όστις κατώκει έσωθεν του θηρίου εκείνου και τους έφερεν εις τοιαύτην αναισθησίαν, ώστε να του δίδουν θυσίαν ανθρώπους οι απάνθρωποι. Τρωθείς λοιπόν την ψυχήν από θείον έρωτα δια την σωτηρλιαν αυτών επλησίασεν εις το θηρίον ο μέγας Απόστολος και ποιήσας προσευχήν προς τον Θεόν σύντομον, επεκαλέσθη του Δεσπότου Χριστού το φοβερόν και άστεκτον εις τους δαίμονας όνομα και παρευθύς εθανάτωσε την έχιδναν εκείνην, ήτις ήτο αιτία της των πολλών απωλείας και έμεινεν αύτη νεκρά, φοβερόν παρέχουσα εις τους παρεστώτας θέαμα. Αφού λοιπόν ο Άγιος ελύτρωσε τον λαόν από τοιούτον κακόν, τους εδίδαξε τον αληθή Θεόν, όστις είναι ο μόνος ποιητής απάσης της κτίσεως, ο δημιουργήσας όλον τον κόσμον, ορατόν και αόρατον, και όστις έπλασε τον άνθρωπον, τον οποίον αμαρτήσαντα ανέπλασε με την συγκατάβασιν της θείας αυτού ενανθρωπήσεως και την σωτήριον Σταύρωσιν και Ανάστασιν αυτού και εις ουρανούς ανεβίβασε. Τους εδίδαξεν επίσης ότι ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός μέλλει να έλθη και πάλιν το δεύτερον, να αναστήση όλον το γένος της ανθρωπότητος και να αποδώση εις έκαστον κατά τα έργα του· όσοι δε είναι βεβαπτισμένοι εις το όνομά Του και φυλάττουσι τα άγια προστάγματά Του θα κληρονομήσωσιν ευφροσύνην αιώνιον, όσοι δε πάλιν αθευήσωσι τον Νόμον Του, θα κατακριθώσιν εις ατελεύτητον κόλασιν. Με ταύτα και άλλα σωτήρια λόγια κατήχησε τον λαόν ο Απόστολος, όσους δε είδεν ότι εδέχθησαν εις την ψυχήν τον λόγον της πίστεως τους εβάπτισε, εχειροτόνησε δε εις αυτούς Αρχιερείς και Πρεσβυτέρους. Τελέσας λοιπόν ο θείος Απόστολος όσα ήσαν χρειαζόμενα, ήλθεν ο καιρός να υπάγη προς τον ποθούμενον, να πίη και αυτός το ψυχοσωτήριον του Μαρτυρίου ποτήριον. Ευρισκόμενος λοιπόν τότε εις Ιεράπολιν τον κατέκριναν εις τους άρχοντας, οίτινες συλλαβόντες αυτόν τον εβασάνισαν διαφοροτρόπως και πικρώς τον ερράβδισαν· έπειτα δένοντες αυτόν από τους αστραγάλους τον εκρέμασαν κατακέφαλα, ήσαν δε τότε εκεί η αδελφή του Μαριάμνη και ο Απόστολος Βαρθολομαίος, ότι ομού εκοπίαζον εις τον μυστικόν αμπελώνα, κηρύττοντες το Ευαγγέλιον· κρεμάσαντες λοιπόν και τον Βαρθολομαίον ομοίως, εσταύρωσαν τον Φίλιππον· η δε Μαριάμνη, αν και δεν της εποίησαν κακόν εις την σάρκα, αλλά η ψυχή της συνέπασχε και επόνει, βλέπουσα τον αδελφόν της τοιουτοτρόπως βασανιζόμενον. Καθ’ ον δε χρόνον ταύτα επράττοντο, εξεδίκησεν ο παντοδύναμος Θεός τον φίλον του Φίλιππον, και αίφνης έγινε σεισμός εις όλην την χώραν αυτήν φοβερώτατος, εβυθίσθη δε τόπος πολύς και πολλοί απωλέσθησαν. Ταύτα βλέποντες εκείνοι και υπό του φόβου και της λύπης συνεχόμενοι ηννόησαν την ανομίαν των και προσελθόντες εις τους Αγίους μετά δακρύων, εδέοντο να τους συγχωρήσωσι το πταίσιμον. Επειδή λοιπόν οι άνθρωποι εκείνοι ολοψύχως μετενόησαν, τους ευσπλαγχνίσθη ο Κύριος ως φιλάνθρωπος και παύων τον σεισμόν τους ελύτρωσεν απ’ εκείνον τον επώδυνον κίνδυνον, τους έδειξε δε και οπτασίαν θαυμάσιον, σημείον θειοτέρας δυνάμεως· και είδον κλίμακα, από την γην έως τα ουράνια και τους εδείκνυε την άνοδον· τούτο έγινεν εις τους απίστους οδός σωτήριος και ομολογούντες τον Χριστόν Θεόν αληθή, κατεβίβασαν τον Βαρθολομαίον απ’ εκεί όπου εκρέματο, όταν δε ηθέλησαν να ξεκαρφώσωσιν από τον Σταυρόν και τον Φίλιππον, αυτός δεν ηθέλησε, γνωρίζων ότι εις ολίγην ώραν έμελλε να υπάγη προς τον ποθούμενον· όθεν από τον Σταυρόν ούτω καθηλωμένος εδίδασκε τον λαόν νουθετών αυτούς να πιστεύσωσι καθαρά προς τον όντως Θεόν, και να φυλάττωσιν όλα του τα προστάγματα. Ταύτα λέγων ο Άγιος εποίησε δέησιν δι’ αυτούς και ούτως απήλθε προς Κύριον· το δε τίμιον και άγιον λείψανον αυτού ενεταφίασαν ευλαβώς ο Βαρθολομαίος και η Μαριάμνη τη δεκάτη Τετάρτη του Νοεμβρίου μηνός, ψάλλοντες ωδάς κατά την τάξιν και ύμνους προς τον Θεόν, δοξάζοντες Αυτόν και πανηγυρίζοντες τον Απόστολον. Έπειτα έμειναν ολίγας ημέρας και εστερέωσαν εις την πίστιν τους Ιεραπολίτας καλλίτερα· ο δε Άγιος Απόστολος Βαρθολομαίος, καταστήσας τον Στάχυν Επίσκοπον Ιεραπόλεως και εξελθών ταύτης επορεύθη μετά της Μαριάμνης εις άλλας πόλεις και χώρας κηρύττοντες το του Χριστού Ευαγγέλιον, ότι Αυτώ πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2479
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΕ΄ (15η) Νοεμβρίου, οι Άγιοι Μάρτυρες ΕΛΠΙΔΙΟΣ, ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ και ΕΥΣΤΟΧΙΟΣ πυρί τελειούνται.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΕ΄ (15η) Νοεμβρίου, οι Άγιοι Μάρτυρες ΕΛΠΙΔΙΟΣ, ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ και ΕΥΣΤΟΧΙΟΣ πυρί τελειούνται.

Ελπίδιος, Μάρκελλος και Ευστόχιος οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους Ιουλιανού του Παραβάτου, εν έτει τξα΄ (361). Εκ τούτων των Αγίων Μαρτύρων ο μακάριος Ελπίδιος ήτο μέλος της Συγκλήτου εμπεπιστευμένος τα μυστικά πράγματα του αποστάτου Ιουλιανού, νόμους δε γράφων εγνωρίσθη ότι είναι Χριστιανός. Παρασταθείς λοιπόν εις τον αποστάτην και μη πεισθείς να αρνηθή τον Χριστόν, ενεδύθη ένδυμα τραχέως υφασμένον με τρίχας αιγός, το οποίον είχε μεν καρφωμένους τριβόλους σιδηρούς, επάνω δε ηλείφετο με πίσσαν βραστήν και με αυτήν εστερεώνοντο οι τρίβολοι· έπειτα κτυπώμενον έξωθεν το ένδυμα εκείνο κατετρύπα τας έσωθεν σάρκας του Αγίου με τας αγκίδας των τριβόλων. Μετά ταύτα ερρίφθη ο Άγιος εντός λάκκου και κατεκάη εις τας σάρκας με ύδωρ ζέον, το οποίον εχύνετο εις όλον το σώμα του. Είτα τίθεται επί των καταξηρανθεισών σαρκών του έμπλαστρον κατεσκευασμένον μεν από πίσσαν και λίπος και από άλλα κολλητικά και καυστικά είδη, πυρωμένον δε ον καθ’ υπερβολήν. Ακολούθως δε ποτίζεται ποτά τινά δριμύτατα αναμεμιγμένα με θείον και άσφαλτον. Μετά ταύτα προσαχθέντων και των Αγίων Μαρτύρων Ευστοχίου και Μαρκέλλου, προσεδέθησαν εις αγρίους ίππους και ταύρους επί τω σκοπώ ίνα διασπαραχθώσιν υπ’ αυτών, αλλ’ όμω τα ζώα έμειναν ακίνητα υπό θείας Δυνάμεως. Όθεν κατεθλάσθησαν τα μέλη των με ραβδία χοντρά και ούτως ερρίφθησαν εις το πυρ, εις το οποίον ευρισκόμενοι παρέδωκαν οι αοίδιμοι τας ψυχάς των εις χείρας Θεού. Λέγουσι δε ότι μετά ταύτα ενεταφιάσθησαν μεν αυτών τα τίμια λείψανα εις το Καρμήλιον όρος, ευθύς δε γενομένων αστραπών και βροντών παρεγένετο εκεί ο Δεσπότης Χριστός μετά των Αγγελικών Δυνάμεων και ησπάσατο τους Μάρτυρας. Και τον μεν Ευστόχιον και Μάρκελλον μετέθηκεν εις τόπον, τον οποίον Αυτός ηθέλησε, τον δε θαυμαστόν Ελπίδιον ανέστησε και ενδυναμώσας αυτόν απέστειλεν ίνα αγωνισθή εις το Μαρτύριον το δεύτερον. Τούτον βλέπων ο Ιουλιανός προσέταξε να απλωθή δεδεμένος από τα τέσσαρα άκρα και να δέρηται αδιακόπως· έπειτα να χύνηται όξος και άλας επί των πληγών του, αι οποίαι να τρίβωνται με πανία τρίχινα. Μετά ταύτα ηπλώθη ο του Χριστού Μάρτυς επί ανημμένων ανθράκων, από τους οποίους έβαλον και επ’ αυτής ακόμη της κεφαλής του. Είτα κρεμάται επί του βασανιστηρίου ξύλου και τίθεται επί των ώμων του σιδηρούς θυρεός, ο οποίος είχεν οπήν, εις το μέσον δε του θυρεού τούτου ετέθη σωρός ανημμένων ανθράκων, ίνα κατακαύση τα αισθητήριά του. Ακολούθως δε εκτυπήθη εις την κεφαλήν με κόρακα σιδηρούν. Επειδή δε εφυλάχθη ο Άγιος αβλαβής από όλα τα βασανιστήρια, πολλούς απίστους επέστρεψεν εις την πίστιν του Χριστού και κατέπεισε τούτους να συντρίψωσι τα είδωλα. Τελευταίον δε ριφθείς ο Μάρτυς εντός ανημμένης καμίνου, παρέδωκε το πνεύμα του εις χείρας Θεού και ούτως έλαβε παρ’ Αυτού της νίκης τον στέφανον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2479
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΣΤ΄ (16η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Δημοσίευση από silver »


Ματθαίος ο θείος Απόστολος ήτο από την Κανά της Γαλιλαίας, εις την οποίαν εποίησε το πρώτον θαύμα ο Κύριος, ήτο δε τελώνης την τάξιν, ήτοι ενοικιαστής των τελών και των φόρων, επάγγελμα το οποίον είχον οι Εβραίοι ως άδικον, διότι επλούτει από τας πολλάς αδικίας. Ούτος καθήμενος ποτε εις το τελωνείον ήκουσε τον Κύριον λέγοντα εις αυτόν· «Ακολούθει μοι». Όθεν κατ’ αυτήν την ώραν αφήκεν όλα και ηκολούθησε τον Κύριον, έκαμε δε εις τον οίκον του φιλοξενίαν μεγάλην εις αυτόν, καθώς το λέγει ο ίδιος εις το Ευαγγέλιόν του. Εκάλεσε δε και τους συγγενείς και φίλους του, δια να παρακινηθώσι και πιστεύσωσιν εις τον Χριστόν, καθώς και εκείνοι αδιστάκτως επίστευσαν. Έκτοτε δε συνηριθμήθη με τους λοιπούς Αποστόλους. Οι δε Γραμματείς και Φαρισαίοι, ως κακότροποι, κατέκρινον τον Δεσπότην, προς τους Μαθητάς αυτού λέγοντες· «Διατί τρώγει και πίνει με τελώνας και αμαρτωλούς ο Διδάσκαλός σας;» Ο δε Ιησούς, ταύτα ως καρδιογνώστης γινώσκων, έδωκεν άλλην ημέραν προς τους Μαθητάς και τους Φαρισαίους περί τούτου τοιαύτην δικαίαν απάντησιν λέγων· Οι υγιείς τον ιατρόν δεν χρειάζονται, αλλά μόνον οι ασθενείς· και «μάθετε τι εστιν, έλεον θέλω και ου θυσίαν· ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. θ:13). Έγινε δε αυτόπτης και κοινωνός εις όλα τα σημεία και θαύματα, τα οποία εποίησεν ο Κύριος προ της σωτηρίου Σταυρώσεως και μετά την ένδοξον Ανάστασιν. Μετά δε την του Παναγίου Πνεύματος κάθοδον απήλθον οι θείοι Απόστολοι, έκαστος κατά τον κλήρον όπου του έτυχε, να κηρύξουν εις τον κόσμον τον σωτήριον λόγον επιστρέφοντες τους Έλληνας· τότε και ο ιερώτατος Ματθαίος, αφ’ ου εδέχθη την δύναμιν του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέραν της Πεντηκοστής και εσοφίσθη τα θεία, εδίδαξε πρώτον τους Εβραίους, διότι ήτο κατά πολλά ζηλωτής, έχων αγάπην εις αυτούς και επεθύμει να γνωρίσωσι την ευσέβειαν. Δια την οποίαν αιτίαν τους έγραψε πρώτος από τους άλλους το Άγιον Ευαγγέλιον εις Εβραϊκήν διάλεκτον, οκτώ έτη μετά την Ανάληψιν του Χριστού, αρχίζων από την γενεαλογίαν του Αβραάμ· και πρώτον μεν διηγείται την κατά Σάρκα του Χριστού Γέννησιν, την Βάπτισιν, τους πειρασμούς τους οποίους υπέστη, καθώς και την ιδικήν του πρόσκλησιν, ομολογών μόνος του, ότι ήτο αρχιτελώνης, δια κατηγορίαν εαυτού ως ταπεινόφρων και μέτριος· έστειλε δε αυτό εις τους νεοφωτίστους Ιουδαίους· διδάξας δε τους Πάρθους και Μήδους και συστησάμενος Εκκλησίας εις αυτούς και εις άλλα έθνη πολύγλωσσα, εβασανίσθη πολλά και εκακοπάθησεν από δίψαν και πείναν και μάστιγας, τα οποία όλα υπέμεινεν, έχων τον Θεόν βοηθόν του. Μετά ταύτα διενοήθη ο θείος Απόστολος να ησυχάση εις κανέν μέρος, διότι εβαρύνθη τους κόπους, τους κινδύνους και την κακοπάθειαν. Αναβάς λοιπόν εις τι όρος ησκήτευεν εκεί πολύν χρόνον, μονοχίτων και αίθριος, ήτοι χωρίς οίκον ή σπήλαιον, αλλά από μόνον τον ουρανόν σκεπόμενος. Ύστερον δε του εφάνη ως παιδίον ο Κύριος ημών, ο κατ’ αρχάς πλάσας τον άνθρωπον, και απλώσας την δεξιάν του χείρα, του έδωκε ράβδον λέγων· «Κατάβα εκ του όρους και ύπαγε εις Μυρμήνην, φύτευσε δε αυτήν εις το κατώφλιον του εκεί αγιάσματος, η οποία θέλει ριζωθή με την ιδικήν μου δύναμιν, να γίνη δένδρον πολύκαρπον. Από τους κλώνους του θα στάζη μέλι γλυκύτατον και θα εξέλθη βρύσις από την ρίζαν του, από το νερόν της οποίας λουόμενοι οι θηριόγνωμοι της χώρας άνθρωποι και από τον γλυκασμόν του δένδρου μεταλαμβάνοντες θέλουν γλυκανθή εις την αίσθησιν, να παύσουν από τας παρανομίας των». Τότε λαμβάνων με ευλάβειαν την ράβδον, την οποίαν του έδωκεν ο Κύριος, επήγαινεν εις το προκείμενον· και κατά την οδόν τον υπήντησεν η βασίλισσα της πόλεως εκείνης, Φουλβάνα ονόματι, μετά του υιού της και της νύμφης της, οίτινες αμφότεροι είχον δαιμόνια, τα οποία εφώναζον προς τον Απόστολον λέγοντα· «Ποίος σε ηνάγκασε να έλθης εδώ εις τον τόπον μας και σου έδωκε την ράβδον αυτήν εις αφάνισίν μας;» Ο δε Απόστολος, επιτιμήσας αυτά με πραείαν φωνήν, εθεράπευσε τους ατακτούντας εκείνους και τους έκαμε να τον ακολουθούν σωφρονισμένοι και εύτακτοι. Ο δε Επίσκοπος της πόλεως Πλάτων, μαθών την παρουσίαν του Αποστόλου, εξήλθε με τους Κληρικούς του όλους να τον προϋπαντήση ως έπρεπε· και πηγαίνοντες αμφότεροι εις την πόλιν, εφύτευσαν την ράβδον έμπροσθεν του λαού, τον Κύριον ευλογήσαντες. Τότε παρευθύς (ω του θαύματος!) ερρίζωσεν εκείνο το ξηρόν ξύλον και έκαμε κλάδους και καρπόν ώριμον, γλυκύτερον μέλιτος· από δε την ρίζαν εξήλθεν ύδωρ· και πάντες οι παρεστώτες εξέστησαν, ιδόντες τοιούτον θαυμάσιον θέαμα, το οποίον ηκούσθη εις όλην την πόλιν. Και συντρέχον το πλήθος των πολιτών και της γλυκύτητος του καρπού μεταλαμβάνοντες, μετέβαλον εις ημερότητα και πραότητα την προτέραν ωμότητα. Μαθών δε και ο βασιλεύς τα γενόμενα, ημέρωσε την ψυχήν ολίγον· αλλά πάλιν ύστερον τον ηνάγκαζεν ο δαίμων να κατακαύση τον Απόστολον, διότι δεν εχώριζεν ουδόλως από τον ευεργέτην αυτής η βασίλισσα. Αλλά πάλιν ο Σωτήρ εφάνη νύκτα τινά προς τον Απόστολον λέγων· «Αν και ο βασιλεύς μελετά κακά δια σε, πλην μη φοβείσαι, έχων εμέ εις βοήθειάν σου». Ταύτην την οπτασίαν εφανέρωσε προς τον Επίσκοπον, ευχαριστών τον Κύριον. Έστειλε δε τότε ο βασιλεύς τέσσαρας στρατιώτας να τον συλλάβωσιν, οίτινες πλησιάσαντες αυτόν ετυφλώθησαν· και υποστρέψαντες ανήγγειλαν εις τον βασιλέα το γενόμενον. Ο δε εθυμώθη περισσότερον και απέστειλεν άλλους, οίτινες, όταν επλησίασαν, ήτο εκεί παρών ο Δεσπότης ως παιδίον ωραίον, του οποίου τας ακτίνας και την λαμπρότητα του φέγγους μη δυνάμενοι να βλέπωσι, επέστρεψαν άπρακτοι και είπον προς τον βασιλέα την όρασιν, εκείνος δε επήγε θυμωμένος από τον ευρετήν της κακίας να θανατώση με τας χείρας του τον Απόστολον. Αλλ’ ευθύς ως επλησίασεν ετυφλώθη. Όθεν έπεσεν εις τους πόδας του Αγίου, με ταπείνωσιν λέγων· «Συγχώρησόν μου την άγνοιαν και φώτισόν μου τους οφθαλμούς». Σπλαγχνισθείς αυτόν ο Απόστολος, και ποιήσας σταυρόν εις αυτόν τον εφώτισεν. Ο δε, αγνώμων προς τον ευεργέτην γενόμενος, επρόσταξε τους στρατιώτας να καρφώσουν εις την γην τας χείρας και τους πόδας του· έπειτα να βάλωσιν επάνω του σωρόν ξύλα, και άνωθεν να τον περιχύνωσι με έλαιον δελφίνος, πίσσαν και άσφαλτον, κάτωθεν δε να εκκαίωσι την φλόγα με κλήματα. Οι δε φονείς αρπάσαντες τον Άγιον τον έφερον ως θυσίαν εις ητοιμασμένον βωμόν, και καρφώνοντες αυτόν χαμαί ήναψαν τα ξύλα επάνω του. Τότε όμως θαυμασίως εδροσίσθη η εκ του πυρός συρίζουσα κάμινος και πλέον ουδόλως έκαιε. Το θαυμάσιον τούτο έκαμε τους περιεστώτας ειδωλολάτρας και ετρόμαξαν και εδόξαζον τον Θεόν του Αποστόλου μεγαλοφώνως, θαυμάζοντες. Ο δε βασιλεύς εταράχθη, και ηρώτησε διατί εφώναζον. Μαθών δε το γενόμενον, είπε ταύτα· «Θέλω να αποδείξω φανερωτέραν του ανδρός την ευσέβειαν, εάν είναι αληθή αυτό όπερ έγινε». Και συνάξας πολλά κάρβουνα από τα λουτρά απτόμενα και δεμάτια φρυγάνων, έβαλε τους χρυσούς του θεούς επάνω εις την κάμινον, εις την οποίαν ήτο ο Απόστολος, θέτων και τριγύρω της καμίνου άλλους ανδριάντας, ραίνων δε με την ξηράν ύλην εκείνον τον σωρόν των ανθρώπων, επεκαλείτο τους θεούς αυτού εις βοήθειαν, και προσευχομένου του Αποστόλου κάτωθεν, έγινε και άλλο θαύμα εξαίσιον. Ήτοι το πυρ έκλινε και εξεχύθη εις τους έξω ανδριάντας και τους έκανε στάκτην. Αφού λοιπόν κατέκαυσεν αυτούς έτρεξε και προς εκείνον τον υπερήφανον, όστις έφευγε φοβούμενος μήπως τον φθάση το πυρ. Επέστρεψε δε εις την κάμινον ζητών τον Απόστολον εις βοήθειαν. Ο δε Άγιος εποίησε προσευχήν απ’ εκεί και εσύρθη η φλόγα με βροντήν προς εαυτόν, και ούτως ελύτρωσε τον βασιλέα από τον κίνδυνον. Έπειτα λέγει ταύτα· «Κύριε, εις χείρας σου παραδίδω την ψυχήν μου» και απήλθεν εις την ουράνιον αγαλλίασιν. Το δε τίμιον αυτού και πάνσεπτον λείψανον έμεινεν αβλαβές από το πυρ και προστάσσει ο βασιλεύς να το βάλουν εις βασιλικήν κλίνην, αίροντες δε αυτό οι αυλικοί και προύχοντες εις τους ώμους των, το επήγαν εις τα βασίλεια. Επειδή όμως ο βασιλεύς δεν είχεν ακόμη την πίστιν σωστήν και ακεραίαν εις την ψυχήν του, αλλά χωλαίνουσαν, επρόσταξε να ποιήσωσι σιδηράν θήκην, εις την οποίαν εσφάλισε το λείψανον του Αγίου, λέγων ταύτα προς την σύγκλητον· «Εάν ο Θεός, τον οποίον εγνωρίσαμεν δια μέσου του, τον φυλάξη αβλαβή από τον βυθόν της θαλάσσης, καθώς και το πυρ δεν τον ήγγισε, αυτός είναι δυνατός Θεός και των στοιχείων εξουσιαστής και ανώτερος, και πρέπει να αρνηθώμεν τους θεούς μας, επειδή καν εαυτούς δεν ηδυνήθησαν να λυτρώσουν από το πυρ, αλλά κατεφλέχθησαν, και να σεβώμεθα χωρίς δισταγμόν και αμφιβολίαν τοιούτον Θεόν παντοδύναμον». Ταύτα ειπών προσέταξε και έρριψαν εκείνην την σιδηράν θήκην εις το πέλαγος· τούτου γενομένου φαίνεται την νύκτα ο Ευαγγελιστής εις τον Επίσκοπον, λέγων· «Ύπαγε προς τα ανατολικά του παλατίου να εύρης ομού με την θήκην και το εμόν λείψανον». Ο δε Αρχιερεύς απήλθε με τους εκλεκτούς και λογίους άνδρας εις τον υποδειχθέντα τόπον. Βλέποντες δε την λάρνακα ότι ήρχετο επάνω των υδάτων πλέουσα, ανευφήμησαν με ύμνους επινικίους τον Κύριον, όστις ελύτρωσε τον άξιον δούλον του εκ πυρός τε και ύδατος. Ταύτα βλέπων ο βασιλεύς απέρριψε την απιστίαν άπασαν, και παρεκάλει τον Αρχιερέα να του δώση συγχώρησιν και το Άγιον Βάπτισμα, όστις θεωρών την θερμότητα της προαιρέσεως αυτού του ανέγνωσε τους αφορισμούς κατά του δαίμονος πρότερον. Έπειτα, ότε τον εβάπτιζεν, ήκουσε φωνήν άνωθεν φερομένην, ήτις του έλεγε· «Μη ονομάσης αυτόν Φουλβιανόν, αλλά Ματθαίον». Τότε ο βασιλεύς αναγεννηθείς εις του Αποστόλου το όνομα, μετά την εβδόμην ημέραν της αυτού καθάρσεως συνέτριψε με την ψυχήν του πάντα τα είδωλα, όσα ήσαν εις όλους τους τόπους των, και επιμεληθείς το άγιον λείψανον ως έπρεπεν, έκαμεν όλους τους υπηκόους του και εβαπτίσθησαν. Ο δε Απόστολος εφάνη εις οπτασίαν, και λέγει ταύτα προς τον Επίσκοπον· «Χειροτόνησε τον βασιλέα Πρεσβύτερον και τον υιόν του Διάκονον και μετά τρία έτη θέλεις έλθει προς Κύριον και τότε ας γίνη ο συνώνυμός μου βασιλεύς Επίσκοπος και μετά την τελείωσιν αυτού ας γίνη ο υιός του διάδοχος». Αφού δε παρήλθον τα τρία έτη, απήλθεν ο Πλάτων προς Κύριον, αφήνων εις τον βασιλέα Ματθαίον τον θρόνον του, και αυτός πάλιν εις τον υιόν του, κατά την του Αποστόλου διάταξιν. Ταύτα τα οποία εγράψαμεν άνωθεν, ήτοι το Μαρτύριον του Ευαγγελιστού Ματθαίου, ηρανίσθημεν από τον Συναξαριστήν, τον οποίον έγραψε Νικηφόρος ο Ξανθόπουλος. Αλλά ο Μεταφραστής διηγείται με συντομίαν την υπόθεσιν λέγων, ότι «Αφού εδίδαξε τους Πάρθους, επήγεν εις διαφόρους πόλεις και χώρας κηρύττων και επιστρέφων πολλούς προς ευσέβειαν και τελευταίον απήλθεν εις Ιεράπολιν της Συρίας, ήτις είναι εις τον Ευφράτην ποταμόν, και αφού έφερε τους εγχωρίους εις την θεογνωσίαν, εβάπτισεν άπαντας, ωκοδόμησεν Εκκλησίας και διδασκαλεία, εχειροτόνησε Διακόνους, Ιερείς και Επισκόπους, εθεράπευσεν αναριθμήτους ασθενείς και δαιμονισμένους και άλλα διάφορα θαυμάσια έπραξε, και πολλά κοπιάσας δια την ευσέβειαν, ήλθεν εις το ποθούμενον τέλος πλήρης ημερών γενόμενος και ούτως απήλθεν εν ειρήνη προς Κύριον. Το δε ιερόν και πάνσεπτον αυτού λείψανον ενεταφίασαν με δόξαν και λαμπροφορίαν ανείκαστον». Τούτον τον μύστην και Ευαγγελιστην του Χριστού ας εορτάσωμεν και ημείς με καθαράν συνείδησιν μετανοούντες δια τας αμαρτίας ημών εξ όλης της καρδίας και μη είπη τις ότι έχει πολλάς ανομίας και ο Θεός δεν τον δέχεται. Διότι αφού τούτον τον τελώνην εδέχθη ο πολυέλεος και τον ανέδειξεν από αρχιτελώνην Απόστολον, πως να μη υποδεχθή και πάντας τους αμαρτήσαντας; Μη είπη δε τις ότι τον Ματθαίον προσεκάλεσεν, αλλ’ εμέ δεν δέχεται. Διότι δια τούτο υψώθη εις τον Σταυρόν, δια να τον βλέπωμεν όλοι και να ακούωμεν την φωνήν Του, Όστις μας προσκαλεί καθ’ εκάστην με ευσπλαγχνίαν άπειρον· έχει ανοικτάς τας αγκάλας να μας υποδεχθή, ως τον άσωτον υιόν· κλίνει την ακήρατον κορυφήν, δια να μας δώση της αγάπης το φίλημα. Ω πόσους προσκαλεί ο εύσπλαγχνος ιατρός, να τους θεραπεύση δωρεάν, και δια την αμέλειάν των δεν θέλουν να κοπιάσουν ολίγον τι. Οι τοιούτοι δεν μιμούνται τον Ματθαίον, ούτε τον εορτάζουσιν ως πρέπει, επειδή δεν τρέχουσιν ευθύς εις μετάνοιαν, αλλά βάλλουν καιρόν εις το μέσον διαφόρους αιτίας προφασιζόμενοι. Ο Απόστολος Ματθαίος, ευθύς ως τον προσεκάλεσεν ο Δεσπότης, δεν είπεν: «Άφες με να ετοιμάσω τα πράγματά μου· να κάμω λογαριασμόν με τους χρεώστας και τους μετ’ εμού συναλλασσομένους· να οικονομήσω τον πλούτον μου». Αλλά παρευθύς αφήκε κτήματα, χρήματα, φίλους, συγγενείς και τα λοιπά έρημα, δια να αποκτήση τον Ευαγγελικόν Μαργαρίτην, τον μόνιμον όντως και πολυτίμητον, τον οποίον και επέτυχε. Και αντί του φθειρομένου πλούτου, τον οποίον αφήκεν, απολαμβάνει τώρα τον αεί διαμένοντα. Ταύτα συλλογιζόμενος τώρα, ότε χρησιμεύει πολύ η μετάνοια, διορθωθήτε επιμελέστατα, και δότε όλας τας αδικίας και περισσότερα. Σκορπίσατε καλώς τα κακώς συναχθέντα, ως ο τρισόλβιος Ματθαίος πανσόφως εποίησε. Δότε αυτά εις τους αδελφούς του Δεσπότου μας, δια να σας τα ανταποδώση αυτός ο πλουσιόδωρος Βασιλεύς των βασιλευόντων. Να συμβασιλεύσητε μετ’ Αυτού και πάντων των Αγίων, δοξάζοντες Αυτόν συν Πατρί και Πνεύματι· Ω πρέπει κράτος, τιμή και προσκύνησις, πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Ταις του Σου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ματθαίου πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”