Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2544
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΕ΄ (15η) του αυτού μηνός Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, Επισκόπου Ιλλυρικού

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΕ΄ (15η) του αυτού μηνός Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, Επισκόπου Ιλλυρικού.

Ελευθέριος ο θαυμαστός και ένδοξος Ιερομάρτυς διέλαμπεν ως αστήρ φωταυγέστατος κατά το δεύτερον ήμισυ του δευτέρου μετά Χριστόν αιώνος, γεννηθείς εις την περιφανή μεγαλόπολιν Ρώμην από γονείς ευγενείς, λαμπρούς και πλουσίους, οίτινες ήσαν όχι μόνον κατά σάρκα περιφανείς, αλλά και εις την πίστιν ευγενείς τε και ευσεβέστατοι, διότι η μήτηρ αυτού, Ανθία ονόματι, ήτο δεδιδαγμένη την ακρίβειαν της Πίστεως από τους μαθητάς του μακαρίου Παύλου. Αύτη γεννήσασα τον ιερόν τούτον παίδα τον ωνόμασεν Ελευθέριον, τον οποίον ανέθρεψεν ευσεβώς. Ο δε πατήρ αυτού ήτο μεν πλούσιος, ως είπομεν, και διετέλεσεν ύπατος της πόλεως, όπερ αξίωμα ήτο εν από τα μεγαλύτερα και λαμπρότερα αξιώματα των αρχόντων, πλην έζησεν ολίγον καιρόν μετά την γέννησιν του Αγίου· όθεν έμεινεν ούτος υποτασσόμενος εις την μητέρα αυτού, η οποία τον έδωκεν εις τον Αρχιερέα της Ρώμης να τον μανθάνη τα ιερά γράμματα. Βλέπων ο Αρχιερεύς το ήθος του νέου, την ευταξίαν, την κοσμιότητα και τας άλλας αρετάς, τας οποίας είχε, τον προεχείρισε Κληρικόν· όταν δε έγινεν ετών δεκαπέντε τον εχειροτόνησε Διάκονον, εις τα δεκαεπτά Ιερέα και εις τα είκοσι τον εχειροτόνησεν Επίσκοπον του Ιλλυρικού· αλλά ας μη θαυμάση τις δια το ότι τον έκαμαν Επίσκοπον τόσον νέον, διότι τούτο εγένετο κατ΄ οικονομίαν Θεού δια τας μεγάλας αρετάς του νέου Ελευθερίου και μάλιστα διότι ήτο τόσον λόγιος και σοφός, ώστε προσείλκυε με την διδαχήν του πάντας εις την ευσέβειαν· όθεν δια να τεθή ο λύχνος επί την λυχνίαν και να μη κρύπτεται, κατά το ιερόν Ευαγγέλιον, και δια να φωτίση πολλάς ψυχάς και να επιστρέψη τους εσκοτισμένους εις θεοσέβειαν, δια τούτο πρεπόντως τον ανεβίβασεν εις τον υπέρτιμον θρόνον ο μέγας Ανίκητος, όστις ήτο τότε Αρχιεπίσκοπος Ρώμης, γνωρίζων πόσοι θέλουν φωτισθή δια μέσου αυτού, καθώς και εγένετο και επέστρεψαν πολλοί Έλληνες και εβαπτίσθησαν, διότι η γλυκύτης και η σοφία των λόγων του παρεκίνει τους ακροατάς να γνωρίσουν την αλήθειαν. Ο δε διάβολος, όστις φθονεί την σωτηρίαν των ανθρώπων πάντοτε, ελύσσα κατ΄ αυτού και έτριζε τους οδόντας ο δείλαιος και μη δυνάμενος να τον θανατώση ο ανίσχυρος, ενδύεται τον βασιλέα όλως δι΄ όλου εισερχόμενος εις τα εκείνου εντόσθια και εκίνησε διωγμόν κατά της ευσεβείας ο ασεβέστατος. Εδίωκε λοιπόν κοινώς πάντας τους Χριστιανούς ο άχρηστος βασιλεύς και εξόχως εζήτει τον Ελευθέριον δια να θανατώση εκείνον πρώτον ως αίτιον της ευσεβείας και κατόπιν τους άλλους. Απέστειλε λοιπόν στρατηλάτην τινά, ονόματι Φήλικα, προστάσσων αυτόν να φέρη επειγόντως τον Ελευθέριον· ο δε Φήλιξ επήγε με πλήθος στρατιωτών και περιεκύκλωσε την Εκκλησίαν, εντός της οποίας είχεν ακούσει ότι εδίδασκεν ο Άγιος. Εισήλθεν όθεν εις το Ναόν με κακήν γνώμην και βλέμμα άγριον· αλλά καθώς εισήλθε και είδε τον Άγιον με τοσαύτην ευκοσμίαν και ήκουσε την γλυκυτάτην εκείνην γλώσσαν και την πάνσοφον αυτού διδασκαλίαν, ω του θαύματος! εθαύμασε και μεταβαλών το άγριον βλέμμα εις ιλαρότητα, γίνεται ο πρώην λύκος ήμερον πρόβατον και αντί διώκτου μαθητής και υπήκοος, καταφρονεί τιμήν πρόσκαιρον, απαρνείται πλούτον και συγγενείς, δεν ενδιαφέρεται ποσώς δια να δώση απόκρισιν εις τον βασιλέα, αλλά προσπίπτων εις τους πόδας του Αγίου πιστεύει εις τον Χριστόν ο αοίδιμος. Ο δε Άγιος τον κατήχησε και τον ενουθέτησε την ακρίβειαν της πίστεως· έπειτα τον συνεβούλευσε να τον υπάγη εις τον βασιλέα, καθώς τον προσέταξε, δια να μη ζημιωθή ο Άγιος τον στέφανον του Μαρτυρίου. Εκίνησαν λοιπόν εις οδοιπορίαν και καθώς διήρχοντο από βρύσιν τινά εζήτησεν ο ευλαβής Φήλιξ (ως άλλος Κανδάκης από τον Φίλιππον) να τον βαπτίση ο Ελευθέριος, όστις ιδών τον πολύν αυτού πόθον και την μεγάλην προθυμίαν προθύμως και εκείνος τον ανεγέννησε δια του θείου Βαπτίσματος. Μεθ΄ ημέρας δε τινας φθάσαντες εις την Ρώμην, ο μεν πιστότατος Φήλιξ ηνώθη με τους άλλους Χριστιανούς και τους είπε τα γενόμενα, ο δε Άγιος επήγεν εις το κριτήριον χαίρων ως να τον είχον καλεσμένον εις πανήγυριν και εορτήν πανευφρόσυνον. Ιδών δε ο βασιλεύς τον Άγιον τόσον νέον και ωραίον και την πολλήν αυτού ευταξίαν και κοσμιότητα, τον εσυμπάθησε και του λέγει· «Διατί, Ελευθέριε, αφήκας την προπατορικήν σου πίστιν και την ευσέβειαν των θεών και πιστεύεις εις ένα κακοθάνατον άνθρωπον»; Ο δε Άγιος εσιώπα, ακούσας τοιούτον λόγον ανόητον και δεν έδωκεν εις αυτόν ουδεμίαν απόκρισιν. Τότε πάλιν ο τύραννος είπε προς τον Άγιον λόγους πολλούς και κολακευτικούς και του υπέσχετο δωρεάς και χαρίσματα πλούσια, εάν θυσιάση εις τα είδωλα· εάν δε δεν υπακούση, ηπείλει ότι θα του δώση διάφορα κολαστήρια. Ο δε Ελευθέριος ελευθέραν και την απόκρισιν έδωκε προς αυτόν ειπών· «Πώς να καταδεχθώ να προσκυνήσω τοιούτους θεούς αναισθήτους και ξόανα άψυχα; Μάλιστα και σας, οίτινες προσκυνείτε αυτούς, σας ταλανίζω και σας κλαίω, διότι ο Θεός σάς ετίμησε με το λογικόν, σεις δε γίνεσθε ανοητότεροι των ξύλων και των λίθων και νομίζετε ότι αυτά είναι θεοί, τον δε αληθινόν και μόνον Θεόν, όστις μας έπλασε και όλον τον κόσμον εδημιούργησεν, αφήσατε και προσκυνείτε τους δαίμονας· εγώ όμως λατρεύω τον Δεσπότην μου Χριστόν· αυτόν σέβομαι και ομολογώ Θεόν αληθέστατον, τας δε τιμάς και δωρεάς, τας οποίας μου υπόσχεσαι, ως και τα δεινά και φρικτά κολαστήρια, με τα οποία με απειλείς, νομίζω πληγάς νηπίων και παίχνια, διότι εγώ απηρνήθην τον κόσμον και εσταυρώθην κατά τον διδάσκαλόν μου Παύλον και νομίζω τον θάνατον δια τον Χριστόν μου τρυφήν και δόξαν και αγαλλίασιν». Ακούσας ταύτα ο τύραννος εθυμώθη και προστάσσει να πυρώσουν χάλκινον κράββατον και να θέσουν επάνω τον Άγιον, να έχουν δε υποκάτω πολλούς άνθρακας και εκεί να τον αφήσουν έως να ψηθή τελείως. Όταν λοιπόν έρριψαν τον Άγιον εις την φοβεράν εκείνην βάσανον, τον ελυπήθη όλος ο λαός της πίλεως, όστις ήτο εκεί συνηγμένος και αναρίθμητοι άνθρωποι ελοιδόρησαν τον βασιλέα δια την τοιαύτην ωμότητα λέγοντες· «Διατί ν΄ απολεσθή τοιούτος άνθρωπος επιφανής, ευγενής και πάνσοφος, ως καταφρονεμένος τις και άτιμος»; Ο δε παντοδύναμος Θεός ελάφρυνε τας οδύνας αυτού άνωθεν και έκειτο ο Άγιος δροσιζόμενος, ως να ήτο εις τρυφερά και δροσερά χόρτα. Μετά ώραν ικανήν, όταν παρήλθεν ο θυμός του τυράννου, είπε να τον εκβάλουν από την εσχάραν, νομίζων ότι απέθανεν· ο δε Άγιος επήδησεν όρθιος και απαθής χωρίς να έχη πληγήν τελείως και έψαλλε ταύτα περιχαρής και αγαλλιώμενος· «Υψώσω σε ο Θεός μου, ο Βασιλεύς μου και ευλογήσω το όνομά σου εις τον αιώνα» (Ψαλμ. ρμδ΄ 1), και τα λοιπά του ψαλμού· και τότε λέγει προς τον τύραννον· «Κοίταξέ με τώρα, ω βασιλεύ, που ενόμιζες ότι έγινα παρανάλωμα του πυρός και ίδε ότι ουδόλως αυτό με ήγγισεν· εννόησον λοιπόν εκ τούτου την επ΄ εμέ δύναμιν του μόνου αληθινού Θεού μου, των δε ιδικών σου ψευδωνύμων θεών την ασθένειαν». Ταύτην την παρρησίαν του Μάρτυρος ενόμισεν ο βασιλεύς ως ύβριν αυτού· όθεν εύρεν άλλην νεωτέραν βάσανον να τον παιδεύση ισχυρότερον. Επρόσταξε λοιπόν και έθεσαν τον Άγιον επάνω εις εσχάραν πεπυρωμένην και κάτωθεν μεν αυτής είχον πλήθος ανθράκων, άνωθεν δε έχυνον έλαιον δια ν΄ ανάψουν την φλόγα περισσότερον· πλην ουδέ τότε η Χάρις του Θεού ημέλησεν, αλλ΄ ευθύς ως τον ήπλωσαν εις την εσχάραν, το μεν πυρ έσβυσε και ο σίδηρος εψυχράνθη, ο δε Άγιος έμεινεν υπό της θείας Χάριτος δροσιζόμενος. Ο θυμός όμως του τυράννου μάλλον εξήπτετο και προστάσσει να βάλλουν λίπος, κηρόν και πίσσαν εις λέβητα και να βράσουν εντός αυτού τον Μάρτυρα. Αφού δε από την πολλήν πυράν εκοκκίνισεν ο λέβης, είπεν ο τύραννος· «Αναμέσον ζωής και θανάτου ευρίσκεσαι, Ελευθέριε· όθεν φρόντισον δια το συμφέρον σου, διότι εγώ, εκτιμών την ευγένειάν σου και την πολλήν καλωσύνην και το κάλλος σου, σε λυπούμαι, μα τους θεούς, και δεν θέλω να χάσης την ζωήν σου δι΄ εν πείσμα μάταιον και ανωφελές». Ο δε Άγιος γενναίως και αφόβως ήλεγχε τον βασιλέα, ονομάζων αυτόν λύκον της Αραβίας, όστις εφόνευε τους πιστούς ως πρόβατα· του έλεγε δε, ότι δεν ηδύνατο να τον αποσπάση από την γνώμην του, έστω και αν τον υπέβαλλεν εις όλα τα βασανιστήρια του κόσμου. Τότε επρόσταξεν ο τύραννος και τον έρριψαν εις τον λέβητα· αλλά ματαίως εκοπίαζε, διότι μετέβαλε τον πυρ εις δρόσον η άνω Πρόνοια και έμεινεν ο Μάρτυς πάσης βλάβης αμέτοχος ως και πρότερον δοξάζων τον Κύριον. Ο δε τύραννος ίστατο περίλυπος απορών και μη γνωρίζων τι να πράξη ο δείλαιος. Τότε ο έπαρχος της πόλεως, Κορέμων ονόματι, όστις ήτο πολυμήχανος και ήξευρε διάφορα κολαστήρι, βλέπων τον βασιλέα διαπορούντα και οδυνώμενον, τον παρηγόρησε λέγων· «Εγώ, βασιλεύ, να σε απαλλάξω από τους κόπους και τας φροντίδας δια τον Ελευθέριον και να τον κάμω να εκτελέση τον λόγον σου ή άλλως να απολεσθή κακώς και ανηλεώς». Ταύτα ειπών, επρόσταξε και έφεραν κλίβανον χάλκινον, έσωθεν του οποίου είχον από παντού καρφωμένα αιχμηρά σίδηρα, έβαλον δε πυρ δια να τον πυρώσουν δυνατά και να ρίψουν εντός αυτού τον Μάρτυρα. Ο έπαρχος δε αυτός εγνώριζε μεν την πίστιν του Χριστού, καθό δεδιδαγμένος από τον Φήλικα, πλην ήτο φίλος του βασιλέως και δια την πρόσκαιρον δόξαν δεν άφηνε την θρησκείαν των ειδώλων. Όταν λοιπόν αυτός ητοίμαζεν εκείνο το φρικτόν κολαστήριον, τότε ο Άγιος ως άλλος Στέφανος παρεκάλει τον Κύριον, αντί πάσης άλλης βοηθείας, να φωτίση τους διώκτας του και να τους δώση σωτηρίαν ψυχής· υψώσας δε προς ουρανόν τον νουν και την διάνοιαν, έλεγε ταύτα με ψυχικήν αγαλλίασιν· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε Ιησού Χριστέ και Θεέ μου, όστις με ενεδυνάμωσας και τοσούτων αγαθών με ηξίωσας, ώστε να πάθω ταύτα δια το πανάγιόν σου Όνομα. Αυτός και τώρα την μεν ψυχήν μου λύτρωσον από τας χείρας των εχθρών σου και σώσον με, δια να γνωρίσουν όλοι, ότι συ είσαι μόνος Θεός αληθέστατος, αυτούς δε αξίωσον να μισήσουν τα αναίσθητα είδωλα και να έλθουν εις την αλήθειαν». Ο μεν λοιπόν Άγιος ούτως ηύχετο· ο δε Κύριος επήκουσεν αυτού και εφώτισε τον έπαρχον, όστις ηλλοιώθη και ώσπερ να μη ήτο εκείνος, όστις ητοίμασε την τιμωρίαν του Μάρτυρος, επλησίασε τον βασιλέα και του λέγει· «Ποίον κακόν έπραξεν ο καλός Ελευθέριος και τον αποφασίζεις εις τοιούτον κακόν και χαλεπόν θάνατον»; Ο δε βασιλεύς ηπόρει ακούσας τοιαύτα ανέλπιστα και τον ηρώτα τι έπαθε και έστρεψεν η γνώμη του εις το εναντίον τόσον γρήγορα. Και του έλεγεν· «Εγώ σε ετίμησα περισσότερον από κάθε άλλον άρχοντα του παλατίου μου και σε εψήφισα έπαρχον, πλούτον πολύν σου εχάρισα και πάλιν εάν είσαι φιλάργυρος και επήρες από τον Ελευθέριον χρυσίον και συμπονείς δι΄ αυτόν, εγώ να σου δώσω χαρίσματα μεγαλύτερα». Ο δε Κορέμων επληρώθη όλος θείου Πνεύματος με την προσευχήν του Αγίου και φωτισθείς την διάνοιαν έλεγεν· «Η τιμή σου ας είναι μετά σου εις απώλειαν και τα αργύριά σου ας τα καύση το πυρ, το οποίον σε αναμένει εις την κόλασιν, διότι με το θέλημά σου, γίνεσαι τυφλός εις την αλήθειαν και δεν γνωρίζεις την αδυναμίαν των θεών σου, οίτινες δεν δύνανται να λυτρώσουν εκ του πυρός ουδένα από σας, καθώς ο Χριστός ελύτρωσε τοσάκις τους δούλους του».Ταύτα ακουσας ο τύραννος εθυμώθη τόσον ο ανόητος, ώστε έστρεψε την προτέραν αγάπην εις μίσος ανείκαστον και προστάσσει να βάλουν εις τον ητοιμασμένον κλίβανον αυτόν τούτον τον έπαρχον, όστις τον ητοίμασεν. Όταν δε έφερον πλησίον αυτού τον έπαρχον και είδε την φοβεράν εκείνην φλόγα, εφώναξε προς τον Άγιον λέγων· «Ποίησον, Άγιε του Θεού, δέησιν προς τον αληθή Θεόν δι΄ εμέ και ενδυνάμωσόν με με το όπλον του Χριστού, καθώς και τον στρατηλάτην Φήλικα περιετείχισας». Ούτω λοιπόν ο Κορέμων καθοπλισθείς με τας ευχάς του Αγίου, εισήλθεν εις τον κλίβανον μετά προθυμίας και πίστεως· Χάριτι όμως Χριστού έμεινε και αυτός αβλαβής και ηυχαρίστει και υμνολόγει τον Κύριον. Ο δε βασιλεύς προσέταξε και τον απεκεφάλισαν· ούτω δι΄ ολίγον κόπον μιας στιγμής εκέρδησε ζωήν αιώνιον και αγαλλίασιν άρρητον. Αφού ο Άγιος Κορέμων ετελειώθη, επρόσταξεν ο τύραννος και έβαλον εις τον κλίβανον τον Άγιον, αλλ΄ ευθύς το μεν πυρ έσβυσε, τα δε σίδηρα έστρεψαν προς τα οπίσω το οξύ μέρος αυτών ευλαβούμενα τας σάρκας του Μάρτυρος. Ο δε βεβλαμμένος τον νουν και ασύνετος τύραννος έμεινε τυφλός εις την ψυχήν και δεν ήθελε να γνωρίση την αλήθειαν· όθεν φυλακίζει πάλιν τον Άγιον. Πολλοί όμως δια τας άνω ειρημένας θαυματουργίας εφώναζον· «Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών». Ο δε άχρηστος ελύσσα κατά του Αγίου και τον αφήκεν εις τα δεσμά ν΄ αποθάνη από την πείναν και την κακοπάθειαν. Ο Θεός όμως, όστις έτρεφε τον Ηλίαν δια του κόρακος, αυτός και τον Ελευθέριον επεμελείτο εις την φυλακήν και του έστελλε τροφήν με περιστεράν όσας ημέρας παρέμεινεν έγκλειστος. Ο δε τύραννος, βλέπων ότι δεν ίσχυον αι πονηρίαι του, εδαιμονίζετο περισσότερον, και προστάσσει να δέσουν εις ζυγόν ίππους αγρίους, ο αγριώτερος και αλογώτερος εκείνων, και να δέσουν τον Άγιον όπισθεν αυτών και να τον σύρουν επάνω εις λίθους και βράχους δια να κατακοπούν αι σάρκες του και να ξεψυχήση ελεεινότατα. Ματαίως όμως έχανε τον καιρόν του μη παύων να μελετά κακά κατά του Αγίου ο εναγής και παμμίαρος τύραννος, διότι ο παντοδύναμος Κύριος δεν ημέλει να του στέλλη εξ ύψους βοήθειαν· όθεν ελθών Άγιος Άγγελος μετέβαλεν εις ημέρους τούς αγρίους ίππους και λύσας τα δεσμά ελευθερώνει τον Ελευθέριον, τον οποίον εκάθισεν επάνω εις την άμαξαν, την οποίαν έσυρον οι ίπποι και τον επήγε καθεζόμενον εις το πλησίον όρος αταράχως, εκεί δε γίνεται και άλλο θαυμασιώτερον· ήτοι, καθώς ανεγίνωσκε την Ακολουθίαν του, υμνολογών τον Κύριον, συνηθροίζοντο αι άρκτοι και οι λέοντες και άλλα άγρια ζώα του όρους και περιεκύκλουν τον Άγιον χαίροντα και εσκίρτων νεύοντα προς την γην τας κεφαλάς των. Ταύτα μαθών ο ασύνετος τύραννος από τινας κυνηγούς, οι οποίοι έτυχον εκεί και είδον τοιούτον θαυμάσιον, δεν ηυλαβήθη καν από ταύτα τον ΄γιον, αλλά γίνεται των θηρίων ανοητότερος και στέλλει στρατιώτας να του φέρουν τον Ελευθέριον. Τα δε θηρία, ως τους είδον, ώρμησαν με θυμόν εναντίον των, και θα τους εξέσχιζαν με τους οδόντας και τους όνυχας αυτών· πλην ο Άγιος προσέταξε να μη βλάψουν ουδένα, αλλά να υπάγουν εις τα σπήλαιά των, τους δε στρατιώτας ωνείδισε ότι επήγαν με ξίφη και όπλα να τον κυνηγήσουν ως να ήτο φονεύς και ληστής. Ταύτα ειπών, τους ηκολούθησε προθύμως, εδίδασκε δε αυτούς καθ΄ όλην την οδοιπορίαν των, να λάβουν παράδειγμα από την σύνεσιν των θηρίων και να γνωρίσουν τον Ποιητήν της κτίσεως δια να εύρουν ζωήν αιώνιον· και τόσον τους ενουθέτησεν, ώστε πολλοί εξ αυτών επίστευσαν εις τον Χριστόν. Όταν έφθασαν εις την Ρώμην, ετέλεσεν ο βασιλεύς πανήγυριν, δια να συναχθώσι πολλοί και να ίδωσι τον θάνατον του Αγίου, τον οποίον επρόσταξε να ρίψουν εις τα θηρία. Αλλά τα πράγματα δεν ηκολούθησαν καθώς ο τύραννος ενόμιζε, διότι αφήσαντες κατά του Αγίου λέαιναν αγρίαν κατά πολύ και ανήμερον, εκείνη πρώτον μεν ώρμησε μετά σπουδής κατά του Αγίου, όμως, αφού επλησίασεν, έκλινε την κεφαλήν εις τους πόδας αυτού και ανέλειχε τα ίχνη των ποδών του, έκαμε δε και σημεία τινά, ως να είχε γνώσιν ανθρωπίνην και ηυλαβείτο τον Μάρτυρα· αλλ΄ ουδέ εις αυτό το θαυμάσιον επίστευσεν ο σκληροκάρδιος τύραννος, αλλ΄ ενόμισεν ότι επειδή το θηρίον εκείνο ήτο λέων θηλυκός, ήτοι λέαινα, δεν είχε τόσην δύναμιν και δια τούτο δεν έβλαψε τον Άγιον· όθεν προστάσσει να φέρουν άλλον αρσενικόν λέοντα, όστις όμως εφάνη και αυτός προς τον Άγιον ημερώτερος από τον θηλυκόν· αγκαλίζεται και φιλεί τους πόδας του, σείει την ουράν του, χορεύει και χαίρεται και δεικνύει και αυτός με τα σχήματα νόησιν και αγάπην προς τον Άγιον. Οι δε περιεστώτες, τοιούτον θαυμάσιον βλέποντες, όσοι μεν είχον τους οφθαλμούς της ψυχής ανοικτούς ανέκραζον· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών», οι δε τυφλοί και ανόητοι έλεγον, ότι ήτο μάντις και γόης. Τούτους όμως η θεία δίκη δικαίως επαίδευσε, δια να φραγούν, κατά τον Δαβίδ (Ψαλμ. λ΄ 19), τα δόλια χείλη, άτινα λαλούσι κατά του δικαίου ανομίαν και εξουθένωσιν, διότι ευθύς, καθώς είπον τα βλάσφημα λόγια, επληγώθησαν αοράτως. Βλέπων ο παράνομος τύραννος, ότι ο Άγιος ενίκα όλα τα κολαστήρια, απηλπίσθη τελείως. Όθεν γνωρίζων ότι με άλλον τρόπον δεν ηδύνατο να τον θανατώση διατάσσει να κόψωσι την κεφαλήν του. Τούτου λοιπόν γενομένου, παρέδωκεν ο ένδοξος Ελευθέριος την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού. Η δε μήτηρ αυτού Ανθία ενηγκαλίσθη το σώμα του υιού της και Μάρτυρος και καταφιλούσα τούτο εμακάριζεν αυτόν ότι έπαθε τοσαύτα δια τον Κύριον. Τότε οι δήμιοι και την μητέρα ως ωμοί και άσπλαγχνοι εθανάτωσαν. Όσοι δε πιστοί ευρέθησαν εκεί εις την Ρώμην από την Αυλώνα, ήτοι από την έδραν της Επισκοπής του Μάρτυρος, έλαβον και τα δύο ταύτα άγια Λείψανα και μυρίσαντες αυτά και πρεπόντως τιμήσαντες, φιλοθέως και ευλαβώς ενεταφίασαν, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος του ενός και μόνου Θεού, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2544
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΓ΄ (16η) του Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου ΑΓΓΑΙΟΥ.

Δημοσίευση από silver »

Αγγαίος ο Άγιος Προφήτης κατήγετο από την ιερατικήν φυλήν του Λευϊ, εγεννήθη δε εις την Βαβυλώνα, μετά την αιχμαλωσίαν των Ισραηλιτών. Νέος δε έτι ων, μετέβη εκ της Βαβυλώνος εις την Ιερουσαλήμ μετά των άλλων Ιουδαίων και προεφήτευσε μετά του Προφήτου Ζαχαρίου έτη τριάκοντα εξ, προλαβών την έλευσιν του Χριστού έτη τετρακόσια εβδομήκοντα. Φανερώς δε προεφήτευσε δια την από Βαβυλώνος επιστροφήν των Ιουδαίων και είδεν εκ μέρους την δευτέραν οικοδομήν του Ναού· αποθανων δε ετάφη ενδόξως πλησίων εις τους τάφους των ιερέων, καθότι και αυτός, ως είπομεν, ήτο από γένος ιερατικόν. Ούτος κατά τα χαρακτηριστικά του σώματος ήτο δασύς την κόμην, γέρων πολύ, στρογγύλον έχων το γένειον· κατά τον ηθικόν χαρακτήρα έντιμος, κατά την αρετήν περιφανής, αγαπώμενος παρά πάντων, τιμώμενος ως ένδοξος και μέγας Προφήτης. Αγγαίος δε ερμηνεύεται εορτή ή εορταζόμενος.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2544
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΖ΄ (17η) Δεκεμβρίου, μνήμη των Αγίων Τριών Παίδων ΑΝΑΝΙΟΥ, ΑΖΑΡΙΟΥ, ΜΙΣΑΗΛ και ΔΑΝΙΗΛ του Προφήτου

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΖ΄ (17η) Δεκεμβρίου, μνήμη των Αγίων Τριών Παίδων ΑΝΑΝΙΟΥ, ΑΖΑΡΙΟΥ, ΜΙΣΑΗΛ και ΔΑΝΙΗΛ του Προφήτου.

Δανιήλ ο μακάριος Προφήτης ήτο από την βασιλικήν φυλήν του Ιούδα, καταγόμενος από γένος ευρισκόμενον εις την βασιλικήν υπηρεσίαν και εγεννήθη εις Βηθαράν την ανωτέραν. Ενώ δε ακόμη ήτο νήπιον, απήχθη αιχμάλωτος εκ της Ιουδαίας εις την Βαβυλώνα και εκεί προεφήτευσεν έτη εβδομήκοντα· προέλαβε δε την Γέννησιν του Χριστού τετρακόσια εξήκοντα έτη. Ήτο δε ανήρ τοσούτον σώφρων, ώστε οι Ιουδαίοι ενόμιζον, ότι είναι ευνούχος. Επένθησε πολύ δια την αιχμαλωσίαν των ομοφύλων του Εβραίων, ενήστευε δε από πάσαν επιθυμητήν τροφήν· και ήτο μεν ξηρός κατά το σώμα, εφαίνετο όμως πολύ ωραίος με την Χάριν του Υψίστου Θεού. Οι δε Άγιοι ΤΡΕΙΣ ΠΑΙΔΕΣ ήσαν Ιεροσολυμίται, υιοί πατρός μεν Εζεκίου του βασιλέως, μητρός δε Καλλινίκης. Ο δε πατήρ αυτών Εζεκίας ασθενήσας και ειπών προς τον Θεόν μετά δακρύων, ότι εφύλαξε τα αρεστά ενώπιον αυτού, έλαβε προσθήκην της ζωής του δεκαπέντε έτη. Όταν δε η αγία πόλις των Ιεροσολύμων εκυριεύθη υπό του Ναβουχοδονόσορος βασιλέως των Βαβυλωνίων και Ασσυρίων, απήχθησαν και ούτοι οι Τρεις Παίδες αιχμάλωτοι εις την Βαβυλώνα μετά του Προφήτου Δανιήλ· εκεί δε κατεστάθησαν επιστάται των πραγμάτων του βασιλέως δια την αρετήν και φρόνησίν των και μάλιστα δια την μεσιτείαν του Δανιήλ. Επειδή δε κατεφρόνησαν την χρυσήν εικόνα του βασιλέως, την οποίαν προσέταξε να προσκυνώσιν όλοι οι λαοί εις την πεδιάδα Δεηρά, ερρίφθησαν εις κάμινον, επταπλασίως καιομένην, εντός της οποίας δροσιζόμενοι από καταβάντα θείον Άγγελον έψαλλον τον παγκόσμιον ύμνον, συγκαλούντες όλα τα κτίσματα εις δοξολογίαν Θεού. Τότε βλέπων ο βασιλεύς το παράδοξον τούτο θαύμα ωμολόγησεν, ότι είναι μέγας ο Θεός ο υπ΄ αυτών προσκυνούμενος. Ο δε θείος Δανιήλ, καίτοι συζήσας και συναναστραφείς μετά των ανωτέρω Αγίων Τριών Παίδων και γενόμενος αίτιος να τιμηθώσι δια της μεσιτείας του, ως είπομεν, εν τούτοις δεν ερρίφθη μετ΄ αυτών εις την κάμινον καθώς και η θεία Γραφή δεν αναφέρει τούτο. Η αιτία δε δια την οποίαν δεν ερρίφθη εις την κάμινον ο Δανιήλ είναι η εξής, όπερ συνάδει και με την αλήθειαν. Επειδή ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ ωνόμασε τον Δανιήλ Βαλτάσαρ, ως είναι γεγραμμένον· ¨Και ο βασιλεύς επέθηκεν όνομα αυτώ Βαλτάσαρ» (Δαν. ε: 12), το δε όνομα αυτό ήτο γνώρισμα εξόχου τιμής και όνομα του θεού αυτών, κατά το ρητόν «Έως ήλθε Δανιήλ, ου το όνομα Βαλτάσαρ, κατά το όνομα του θεού μου» (Δαν. δ: 5), τούτου ένεκα, ίνα μη φανή εις τους Πέρσας τους θεόν νομίζοντας το πυρ, ότι έσβεσε την φλόγα της καμίνου ο των Βαβυλωνίων θεός, ο καλούμενος Βαλτάσαρ, δια τούτο ωκονομήθη παρά της θείας Προνοίας να μη ριφθή εις την κάμινον μετά των Αγίων Τριών Παίδων ο Προφήτης Δανιήλ, ο έχων το όνομα τούτο· αλλ΄ ουδέ εις την ιστορίαν την περί της καμίνου λεγομένην αναφέρεται διόλου ο Δανιήλ. Οι δε Άγιοι Τρεις Παίδες, αφού ελυτρώθησαν παραδόξως και υπερφυσικώς από την κάμινον του πυρός, πάλιν αποκατεστάθησαν εις την προτέραν των δόξαν· και διανύσαντες την ζωήν των εντίμως, ετελεύτησαν εν ειρήνη καθώς και ο Προφήτης Δανιήλ. Λέγουσι δε τινες, ότι μετά τον θάνατον του Ναβουχοδονόσορος και των λοιπών βασιλέων, οι οποίοι ετίμων τους Αγίους Τρεις Παίδας, έγινεν άλλος βασιλεύς, Αττικός ονομαζόμενος. Ούτος εξετάσας τους τρεις Αγίους τούτους και ελεγχθείς υπ΄ αυτών δια την ασέβειάν του, προσέταξε να κοπή η κεφαλή του Αγίου Μισαήλ, την οποίαν εδέχθη ο Άγιος Αζαρίας απλώσας το φιβλατόριόν του, ήτοι τον επενδύτην του (διότι φίβλα λατινιστί λέγεται η πόρπη και το επανωφόριον)· ομοίως επρόσταξε να κοπή και η κεφαλή του Αγίου Αζαρίου, την οποίαν εδέχθη ο θείος Ανανίας, ύστερον δε και αυτός ο Ανανίας απεκεφαλίσθη. Λέγουσι δε και τούτο, ότι αφ΄ ου εκόπησαν αι τίμιαι κεφαλαί των Αγίων Τριών Παίδων τούτων, πάλιν προσεκολλήθησαν εις τα σώματά των και Άγγελος Κυρίου παρέλαβε τα αυτών λείψανα και τα μετέφερεν εις το όρος Γεβάλ, ένθα τα έθηκεν υποκάτω εις πέτραν. Αφ΄ ου δε παρήλθον τετρακόσια έτη, ανέστησαν και αυτοί, κατά την εκ του τάφου έγερσιν του Κυρίου, μετά των άλλων Προπατόρων, και ύστερον πάλιν απέθανον. Τούτων των τεσσάρων την μνήμην παρελάβομεν από τους θεοφόρους Πατέρας να εορτάζωμεν επτά ημέρας προ της κατά Σάρκα Γεννήσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, επειδή και αυτοί, ως νομίζω, κατήγοντο εκ της βασιλικής φυλής του Ιούδα, αφ΄ ης κατήγετο και ο Κύριος ημών κατά το ανθρώπινον. Τελείται δε η αυτών Σύναξις εν τη αγιωτάτη Μεγάλη Εκκλησία.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2544
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΗ΄ (18η) Δεκεμβρίου, ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗΝ ΔΑΝΙΗΛ ΚΑΙ ΕΙΣ

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΗ΄ (18η) Δεκεμβρίου, ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗΝ ΔΑΝΙΗΛ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΠΑΙΔΑΣ

Η Εκκλησία του Χριστού, ευλογημένοι Χριστιανοί, εορτάζει σήμερον, Κυριακήν προ της Χριστού Γεννήσεως, την μνήμην πάντων των από Αδάμ μέχρι του Ιωσήφ του Μνήστορος της Υπεραγίας Θεοτόκου ευαρεστησάντων τω Θεώ, καθώς αυτούς γενεαλογεί ο ιερός Ευαγγελιστής Ματθαίος και όσους ο θείος Ευαγγελιστής Λουκάς από Αδάμ μέχρις Αβραάμ αριθμεί ως επίσης και πάντων των Προφητών και Προφητίδων, επειδή αυτοί εγένοντο αρχηγοί του γένους του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού κατά σάρκα και διότι αυτοί προείπον περί της ελεύσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, από των οποίων τας προφητείας και ημείς επιστεύσαμεν εις Αυτόν. Μετά πάντων λοιπόν των Δικαίων Προπατόρων και Πατέρων εξόχως αναφέρουσι τα σήμερον ψαλλόμενα Τροπάρια και η Ακολουθία της Εκκλησίας μας περί του Αγίου Προφήτου Δανιήλ και των Αγίων Τριών Παίδων. Διατί δε τούτο; Διότι ο Προφήτης αυτός, καθώς θέλετε ακούσει κατωτέρω, με την εξήγησιν του ονείρου, το οποίον είδεν ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ, προεσήμανε φανερά την ένσαρκον οικονομίαν του Χριστού, ότι θέλει γεννηθή εκ της Παρθένου άνευ θελήματος ανδρός και ότι θέλει διαμένει η Βασιλεία του και η εξουσία του εις τους αιώνας. Ομοίως δε και οι Άγιοι Τρεις Παίδες, με το θαύμα το οποίον εγένετο εις αυτούς, μη καταφλεχθέντας εν τη καμίνω, προεικόνισαν την Αγίαν Παρθένον, ήτις έμεινεν άφλεκτος εκ του πυρός της Θεότητος. Την ιστορικήν ταύτην διήγησιν πρόκειται να φέρω και εγώ ο ευτελής προς την υμετέραν αγάπην, οσιώτατοι Πατέρες και αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί, και παρακαλώ υμάς όπως ακούσητε ταύτην προθύμως, ίνα θησαυρίσητε θησαυρόν μέγαν εις την ψυχήν σας. Διότι όχι μόνον σήμερον είναι αναγκαίον και ωφέλιμον να μάθετε τα περί αυτών, αλλά και εις όλας τας ημέρας του έτους ανάγκη είναι να ενθυμείσθε την ιστορίαν των· διότι δεν υπάρχει Ακολουθία της Εκκλησίας μας, η οποία να μη αναφέρη δι΄ αυτούς και μάλιστα οι ειρμοί της ζ΄ και η΄ ωδής πάντοτε δι΄ αυτούς διηγούνται· αλλά δια να μη γίνη ελλιπής ο λόγος μου, είναι ανάγκη να αρχίσω απ΄ αρχής την περί τούτων ιστορίαν. Εις την Βαβυλώνα ήτο βασιλεύς τις, Ναβουχοδονόσορ ονόματι, όστις συνάξας τα στρατεύματά του εξεστράτευσε κατά της Ιερουσαλήμ, την οποίαν και κατέλαβεν. Ούτος όχι μόνον τον κοινόν λαόν μετώκησεν από την Ιερουσαλήμ εις την Βαβυλώνα, αλλά και τον βασιλέα της Ιερουσαλήμ, Σεδεκίαν ονόματι, αιχμάλωτον παραλαβών, αυτόν μεν ετύφλωσε, τους παίδας αυτού κατέσφαξε, πάντα δε τον θησαυρόν του βασιλέως και τα σκεύη του ναού τα χρυσά και τα αργυρά, με τα οποία είχε κατακοσμήσει αυτόν ο βασιλεύς Σολομών, τα απεκόμισεν όλα εις την Βαβυλώνα. Επιστρέψας δε εις το βασίλειόν του, εξέλεξε και από τα τέκνα των Εβραίων όσα ηθέλησε και τα παρέδωκεν εις τον αρχιευνούχον του, Αφανέξ λεγόμενον και Ασχάνην, να τα φυλάττη δια να τα έχη εις υπηρεσίαν της βασιλείας. Απ΄ εκείνα λοιπόν τα παιδία τέσσαρα ήσαν εκλελεγμένα και δια την φρόνησίν των, αλλά και διότι ήσαν από το γένος των βασιλέων Εζεκίου και Σεδεκίου· εξ αυτών το πρώτον έλεγονΔανιήλ, το δεύτερον Ανανίαν, το τρίτον Αζαρίαν και το τέταρτον Μισαήλ. Αυτά τα τέσσαρα παιδία, επειδή ήσαν τόσον εκλεκτά, προσέταξεν ο βασιλεύς και τα ευνούχισαν, μετήλλαξε δε και τα ονόματά των και τον μεν πρώτον, τουτέστι τον Δανιήλ, ωνόμασε Βαλτάσαρ, τον δε δεύτερον, τον Ανανίαν, εκάλεσε Σεδράχ, τον τρίτον, ήτοι τον Αζαρίαν εκάλεσε Μισάχ και τον τέταρτον, τον Μισαήλ, εκάλεσε Αβδεναγώ· προσέταξε δε να τους δίδωσι και από τα βασιλικά φαγητά καθ΄ εκάστην ημέραν, ήτοι κρέας και όσα άλλα έτρωγεν ο βασιλεύς, ούτω δε να διατραφώσι τρία έτη μανθάνοντα τα γράμματα και την γλώσσαν των Χαλδαίων, μετά δε ταύτα να τα φέρωσιν έμπροσθεν αυτού. Ταύτα λοιπόν ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ προστάξας, παρέδωκεν αυτούς εις τον αρχιευνούχον εκείνον· ο δε Προφήτης Δανιήλ και οι άλλοι Τρεις Παίδες έβαλαν αγαθόν λογισμόν εις την ψυχήν των, να μη μιανθώσι παντελώς από τα φαγητά του βασιλέως, επειδή εκείνος μεν ήτο εθνικός και ειδωλολάτρης, αυτοί δε ήσαν Εβραίοι. Έχοντες λοιπόν τον τοιούτον λογισμόν, είπον προς τον αρχιευνούχον· «Παρακαλούμεν σε να μη μας δίδης από τα φαγητά του βασιλέως, ως τους άλλους παίδας, αλλά ταύτα μεν λάμβανε συ, προς ημάς δε να δίδης από τα όσπρια και τα λάχανα της γης να τρώγωμεν». Είπε δε ο ευνούχος· «Φοβούμαι τον βασιλέα, όστις προσέταξε το φαγητόν σας και το ποτόν σας, διότι θα ταλαιπωρηθήτε από την νηστείαν, και όταν σας ίδη ο βασιλεύς, θα οργισθή κατ΄ εμού και θα χάσω την ζωήν μου». Λέγει εις αυτόν ο Δανιήλ· «Δοκίμασόν μας ως λέγομεν με τα όσπρια και δίδε μας και ύδωρ να πίνωμεν έως δέκα ημέρας, και εάν ίδης, ότι μετήλλαξε το πρόσωπόν μας και έγινεν ασχημότερον από το των άλλων παιδίων, τα οποία τρώγουν το κρέας και πίνουν τον οίνον, τότε ποίησον ως σοι αρέσκει». Εδοκίμασε λοιπόν ο ευνούχος ούτω και μετά τας δέκα ημέρας, όταν τους επεσκέφθη, είδε τα πρόσωπα αυτών να είναι πλέον λαμπρότερα από τα των άλλων παιδίων, τα οποία έτρωγαν τα βασιλικά φαγητά. Την υπόθεσιν ταύτην αναφέρει και η ευχή των κολλύβων, ήτις λέγει· «ο τοις σπέρμασι τους τρεις Παίδας και Δανιήλ, των εν Βαβυλώνι αβροδιαίτων λαμπροτέρους αναδείξας». Με την τοιαύτην λοιπόν τροφήν διήλθον οι τρεις Παίδες και ο Δανιήλ, εγκρατευόμενοι και μανθάνοντες την σοφίαν των Χαλδαίων, καθώς προσέταξεν ο βασιλεύς τον αρχιευνούχον. Όταν δε συνεπληρώθη ο χρόνος, τον οποίον είχε προστάξει ο βασιλεύς, παρέστησαν έμπροσθεν αυτού πάντας τους παίδας των αιχμαλώτων Εβραίων. Ο δε Θεός έδωκε γνώσιν και σοφίαν εις τον Δανιήλ και εις τους Τρεις Παίδας και εφάνησαν ενώπιον του βασιλέως εις όσα τους ηρώτησε πλέον φρονιμώτεροι και σοφώτεροι από τα άλλα παιδία, τόσον ώστε θαυμάσας ο βασιλεύς δια τας γνώσεις των, τους είχεν εις μεγαλυτέραν τιμήν από τους άλλους αιχμαλώτους παίδας. Κατά τας ημέρας εκείνας ήτο Εβραίος τις, από τους αιχμαλώτους της Ιερουσαλήμ, κατοικών εις την Βαβυλώνα, Ιωακείμ καλούμενος, ο οποίος ήτο άρχων και πλούσιος υπέρ τους άλλους Εβραίους· είχε δε και γυναίκα Σωσάνναν λεγομένην, ωραίαν κατά πολλά και φοβουμένην τον Κύριον· είχε δε πλησίον εις την οικίαν της και περιβόλιον ωραίον, εις το οποίον εσύχναζεν η Σωσάννα και περιεπάτει με τας υπηρετρίας της. Τον καιρόν εκείνον ήσαν δύο Εβραίοι, οι οποίοι είχον διορισθή υπό της εξουσίας του βασιλέως κριταί των άλλων Εβραίων, αυτοί δε, επειδή ήτο επίσημος άρχων ο Ιωακείμ εκείνος, εσύχναζον εις την οικίαν του καθ΄ εκάστην ημέραν και συνεβουλεύοντο μετ΄ αυτού. Εισερχόμενοι δε και εξερχόμενοι συχνάκις εκείθεν, έβλεπον και την γυναίκα του Ιωακείμ, την Σωσάνναν, ήτις διήρχετο απ΄ έμπροσθέν των. Όμως με την πάροδον του χρόνου, βλέποντες αυτήν ωραίαν, έπεσαν εις επιθυμίαν κακήν και ελησμόνησαν να βλέπουν προς τον εν τω ουρανώ καθήμενον φοβερόν κριτήν Θεόν, αλλά όλως διόλου το κάλλος αυτής περιειργάζοντο νύκτα τε και ημέραν και αυτήν εφαντάζοντο. Είχον λοιπόν οι κριταί εκείνοι την πονηράν ταύτην επιθυμίαν εις τας καρδίας αυτών και την διετήρουν μυστικήν απ΄ αλλήλων επί πολύν καιρόν. Όθεν δεν εγνώριζεν ο εις ότι και ο άλλος αγαπά την Σωσάνναν· τέλος, εν μια των ημερών εξεμυστηρεύθησαν εις αλλήλους την επιθυμίαν των και απεφάσισαν όπως επιτηρήσωσι τον καιρόν, και όταν η Σωσάννα θα είναι εις το περιβόλιον μόνη της, ο δε άνδρας της ο Ιωακείμ θα λείπη, τότε να την βιάσωσι και να τελέσουν την επιθυμίαν των. Παρηκολούθουν λοιπόν τον Ιωακείμ και την Σωσάνναν οι άνομοι και ημέραν τινά, κατά την οποίαν έλειπεν ο Ιωακείμ εις άλλην χώραν, η δε Σωσάννα κατά την συνήθειάν της εισήλθε περί την μεσημβρίαν εις τον κήπον να περιπατήση, τότε και αυτοί επήγαν και εκρύβησαν εις τι μέρος του κήπου και δεν εφαίνοντο. Αφού λοιπόν επέρασεν ώρα ικανή, μη γνωρίζουσα η Σωσάννα ότι είναι κεκρυμμένοι οι δύο κριταί εκείνοι των Εβραίων και ότι παραφυλάττουν τον καιρόν, έστειλε τας υπηρετρίας της να φέρωσι φαγητά και λουστικά μυρίσματα, κατά την συνήθειαν των γυναικών, δια να λουσθή εις την στέρναν του κήπου, διότι ήτο ζέστη υπερβολική. Οι δε κριταί εκείνοι, ως είδον ότι η Σωσάννα είναι μόνη παντελώς, έδραμον και την συνέλαβον λέγοντες· «Ή θα δεχθής να εκτελέσωμεν την επιθυμίαν μας μετά σου ή θα μαρτυρήσωμεν εναντίον σου, ότι είδομεν νέον τινά αμαρτάνοντα μετά σου και τότε μέλλεις να θανατωθής». Ως ήκουσεν η Σωσάννα τους τοιούτους λόγους, αναστέναξε και είπε· «Στενά μού είναι και τα δύο· διότι, εάν δεχθώ την ανομίαν, ο θάνατός μου θα είναι ψυχικός· εάν δε δεν δεχθώ, μέλλω να θανατωθώ, κατά την μαρτυρίαν σας· αλλά καλλίτερον είναι να αποθάνω δικαία και καθαρά, παρά να πταίσω εις τον Θεόν και να καταπατήσω την τιμήν του ανδρός μου». Ταύτα ειπούσα η Σωσάννα εξεβαλε φωνήν, καλούσα τας υπηρετρίας της να την σώσουν· από δε το άλλο μέρος εξέβαλον φωνήν και οι γέροντες εκείνοι οι κριταί λέγοντες· «Τρέξατε να ιδήτε την Σωσάνναν, πως την συνελάβομεν μετά τινος νέου, κάμνοντας την ανομίαν». Ακούσαντες λοιπόν οι ιδικοί της τας φωνάς ταύτας έδραμον να ίδωσι τι συμβαίνει, και λέγουσιν οι κριταί· «Ημείς ήλθομεν κατά την συνήθειάν μας να συμβουλευθώμεν με τον Ιωακείμ και δεν τον εύρομεν· όμως γυρίζοντες να υπάγωμεν εις τας οικίας μας, είδομεν νέον τινά ξένον, όστις εισήρχετο εις τον κήπον του Ιωακείμ· εισήλθομεν λοιπόν όπισθέν του κρυφίως και τον είδομεν να αμαρτάνη με την Σωσάνναν· τότε ωρμήσαμεν να τον συλλάβωμεν, αλλά εκείνος ήτο δυνατώτερος από ημάς και μας έφυγε· ταύτα μαρτυρούμεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων». Ως δε ήκουσαν οι ιδικοί της τους λόγους τούτους, εντραπέντες εσιώπησαν, διότι δεν εφαντάζοντο ποτέ να ακουσθή τοιούτος λόγος δια την Σωσάνναν. Την επομένην, ως ήλθεν ο άνδρας της ο Ιωακείμ, ώρισαν οι κριταί και έφεραν την Σωσάνναν έμπροσθέν των· εκάθισε δε ο λαός των Εβραίων να κρίνωσι την υπόθεσιν, επειδή οι κριταί ήσαν και μάρτυρες· έκλαιον δε και τα τέκνα της και οι συγγενείς της. Επήγαν λοιπόν οι κριταί εκείνοι, οίτινες εμαρτυρούσαν, και έβαλον τας χείρας των εις την κεφαλήν της Σωσάννης, κατά την συνήθειαν των Εβραίων, και είπον· «Ημείς επήγαμεν εις την οικίαν του Ιωακείμ και μη ευρόντες αυτόν, ανεχωρήσαμεν εκείθεν, όμως εξερχόμενοι, είδομεν νέον τινά όστις εισήλθεν εις τον κήπον· τότε ηκολουθήσαμεν αυτόν κρυφίως και είδομεν οφθαλμοφανώς να αμαρτάνη μετά της γυναικός ταύτης· ταύτα μαρτυρούμεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων». Απεκρίθησαν οι Εβραίοι πάντες ως εξ ενός στόματος και είπον· «Κατά την μαρτυρίαν σας, αξία είναι να την λιθοβολήσωμεν, καθώς ορίζει ο Μωϋσής εις το κβ΄ (22ον) κεφάλαιον του Δευτερονομίου, επειδή εμίανε την κοίτην του ανδρός της». Τότε απεφάσισε πας ο λαός να την εκβάλουν έξω της Βαβυλώνος και να την λιθοβολήσουν. Όταν λοιπόν έφθασαν εις τον τόπον της καταδίκης, η Σωσάννα κλαίουσα και αναστενάζουσα εβόησε προς τον Θεόν, και είπεν· «Ο Θεός ο αιώνιος, ο των κρυπτών γνώστης, συ όστις γινώσκεις τα πάντα πριν ταύτα γίνωσι, συ γνωρίζεις και ότι ψευδώς εμαρτύρησαν οι κριταί εναντίον μου και δια τούτο αποθνήσκω αδίκως δια να μη κάμω το θέλημά των». Τι λοιπόν ωκονόμησεν ο Θεός, δια να μη θανατωθή αδίκως η δικαία; Όταν την εξέβαλον έξω της πόλεως και ητοιμάζοντο να ρίψουν τους λίθους εναντίον της, ιδού έφθασεν εκεί υπό του Θεού καθοδηγούμενος και ο Προφήτης Δανιήλ, νέος ων και τρυφερός εις την ηλικίαν, και λέγει προς τον λαόν· «Ω ανόητοι άνθρωποι, διατί θέλετε να φονεύσητε μίαν αναίτιον γυναίκα; Τόσον πολύ στερείσθε φρονήσεως, ώστε δεν σκέπτεσθε ότι πρέπει να εξετάσητε καταλεπτώς την υπόθεσιν, αλλά μόνον δι΄ ένα λόγον θέλετε να χύσετε αίμα δίκαιον; Επιστρέψατε οπίσω, να ανακρίνω εγώ την κρίσιν αυτήν κατά τους νόμους». Ως δε ήκουσεν ο λαός την φωνήν ταύτην, επέστρεψαν όλοι των μετά χαράς εις το κριτήριον, διότι ελυπήθησαν την Σωσάνναν. Τότε εκάθισεν ο Δανιήλ εις το κριτήριον εν μέσω των πρεσβυτέρων, και λέγει προς τον λαόν· «Χωρίσετε αυτούς μακράν τον ένα από τον άλλον, να τους εξετάσω εγώ». Ως δε εχωρίσθησαν ο εις από του ετέρου, εκάλεσεν ο Δανιήλ τον ένα, και του λέγει· «Πεπαλαιωμένε των ημερών και των κακών, τώρα έφθασαν κατά σου αι αμαρτίαι σου, τας οποίας έκαμνες πρότερον και κατεδίκαζες τους αναιτίους, τους δε αιτίους απέλυες, λαμβάνων δώρα· ειπέ μας λοιπόν, εάν αληθώς λέγης, κάτωθεν τίνος δένδρου τους είδες να αμαρτάνουν»; Απεκρίθη εκείνος· «κάτωθι σχίνου ήσαν εργαζόμενοι την ανομίαν». Ως λοιπόν είπεν ο γέρων εκείνος, ότι υποκάτω του σχίνου τους είδε, λέγει εις αυτόν ο Προφήτης· «Αληθώς εψεύσθης κατά της κεφαλής σου· διότι ιδού Άγγελος Κυρίου, λαβών από του Θεού απόφασιν, παρίσταται ενταύθα δια να σε σχίση εις το μέσον». Τότε καλέσας και τον δεύτερον, λέγει προς αυτόν· «Σπέρμα Χαναάν και ουχί Ιούδα, το κάλλος σε εξηπάτησε και η επιθυμία διέστρεψε την καρδίαν σου. Ούτως εποιήσατε και εις τας άλλας γυναίκας των Εβραίων, αίτινες φοβούμεναι υμάς, έκαμναν το θέλημά σας· αλλά αύτη δεν είναι ως εκείναι· ειπέ μας λοιπόν και συ, εις ποίον δένδρον τους είδες να αμαρτάνουν»; Απεκρίθη εκείνος· «κάτωθεν πρίνου είδον αυτούς». Λέγει προς αυτόν ο Δανιήλ· «Και συ αληθώς εψεύσθης κατά της κεφαλής σου· διότι ιδού Άγγελος Κυρίου παρίσταται, δια να πριονίση και σε». Ως ήκουσεν ο λαός την τοιαύτην ψευδομαρτυρίαν, εδόξασαν τον Θεόν, τον σώζοντα τους επ΄ αυτόν ελπίζοντας, ορμήσαντες δε εναντίον τών δύο ψευδομαρτύρων εκείνων ελιθοβόλησαν αυτούς, ούτω δε εδοξάσθη κατά την ημέραν εκείνην, ως φρόνιμος και γνωστικός, ο Δανιήλ, μάλλον δε ο Θεός, όστις έδωκεν εις αυτόν την τοιαύτην σοφίαν. Μετά δε το δεύτερον έτος της αλώσεως της Ιερουσαλήμ, ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ είδεν όραμα θαυμαστόν, το οποίον, ως εξύπνησε, παρευθύς το ελησμόνησε. Τότε συγκαλέσας τους μάγους και τους σοφούς των Χαλδαίων, και τους ονειροκρίτας, και τους σημειολύτας, τους είπε· «Όραμα είδα φοβερόν και θαυμαστόν· και όταν εξύπνησα, το ελησμόνησα· θέλω λοιπόν να μου ειπήτε και το όραμά μου και την ερμηνείαν του τι δηλοί». Απεκρίθησαν οι μάγοι· «Βασιλεύ πολυχρονημένε, ειπέ μας το όνειρόν σου, και ημείς να το διαλύσωμεν». Λέγει εις αυτούς ο βασιλεύς· «Και το όνειρόν μου να ειπήτε και την ερμηνείαν του, διότι μέλλετε κακώς να αποθάνετε». Απεκρίθησαν οι μάγοι· «Το ζήτημά σου, βασιλεύ, δεν δύναται άνθρωπος να το ορίση, μόνον οι θεοί τους οποίους προσκυνούμεν δύνανται να εύρωσι και το όνειρόν σου, και την ερμηνείαν του». Τότε ο βασιλεύς θυμωθείς απεφάσισε να φονεύση όλους τους σοφούς και τους μάγους των Χαλδαίων, όπου και αν ευρίσκωνται. Ήρχισαν λοιπόν οι υπηρέται του βασιλέως να φονεύουν τους μάγους, ήλθον δε να φονεύσουν και τον Προφήτην Δανιήλ και τους Τρεις Παίδας, ως όντας και αυτούς από το τάγμα των σοφών. Τότε επήγεν ο Δανιήλ και ευρίσκει τον σωματοφύλακα του βασιλέως, Αριώχ ονόματι, και πίπτει εις τους πόδας του λέγων· «Παρακαλώ σε, δεήσου προς τον βασιλέα να υπομείνη ταύτην την νύκτα, και εάν δεν εύρω εγώ το όραμά του και την ερμηνείαν του, ας κάμη ό,τι ορίση». Επήγε λοιπόν ο Αριώχ και εδεήθη του βασιλέως, όστις ώρισε να παύσουν από τον φόνον μέχρι της αύριον. Τότε ο Προφήτης έκαμε δέησιν προς τον Θεόν ολονύκτιον μετά των Τριών Παίδων· και ο Θεός, δια να θαυμαστώση τους δούλους του, του απεκάλυψε το όραμα του βασιλέως· το δε πρωϊ, ως ανέτειλεν η ημέρα, παρεκάλεσε πάλιν τον Αριώχ να τον υπάγη έμπροσθεν του βασιλέως, δια να του είπη το όραμά του και την εξήγησίν του. Ως δε επήγεν ο Δανιήλ ενώπιον του βασιλέως, είπε προς αυτόν· «Μη νομίσης, ω βασιλεύ, ότι από σοφίαν ανθρωπίνην εγνώρισα εγώ το όραμά σου· διότι εδώ είναι και άλλοι σοφώτεροι από εμέ· αλλ΄ ο Θεός, όστις είναι εν τω ουρανώ, Αυτός αποκαλύπτει μυστήρια. Αυτός έδειξε και προς την βασιλείαν σου τι μέλλει να γίνη εις τους εσχάτους καιρούς, είναι δε το όραμα το οποίον έδειξεν ο Θεός εις την βασιλείαν σου το εξής: Συ, βασιλεύς, κοιτόμενος εις την κλίνην σου, διελογίζεσο τι μέλλει γενέσθαι κατά τας εσχάτας ημέρας, και ο Θεός σού έδειξε τούτο το όραμα. Έβλεπες ότι ήτο μία εικών μεγάλη, της οποίας η όψις ήτο υψηλή κατά πολλά και φοβερά· η κεφαλή της ήτο από χρυσίον καθαρόν, αι χείρες της και το στήθος της ήσαν αργυρά, η κοιλία της και οι μηροί της ήσαν χάλκινοι, αι κνήμαι των ποδών της ήσαν σιδηραί· οι δε πόδες μέρος μεν ήσαν σιδηροί, μέρος δε ήτο οστράκινον. Θεωρών λοιπόν την εικόνα εκείνην, είδες, ω βασιλεύς, ως να εκόπη Λίθος εκ του Όρους, δίχως χειρός ανθρώπου, και εκτύπησε την εικόνα εκείνην εις τους πόδας τους σιδηρούς και οστρακίνους· τότε ελεπτύνθη το όστρακον, ο σίδηρος, ο χαλκός, ο άργυρος, ο χρυσός, και έγιναν ως κονιορτός από άλωνος θερινής, και ο άνεμος διεσκόρπισε τον κονιορτόν εκείνον, τόσον ώστε δεν εφάνη πλέον ο τόπος αυτών· ο Λίθος δε εκείνος, όστις εκτύπησε την εικόνα, έγινεν Όρος μέγα κα εσκέπασεν όλην την γην. Αυτό είναι το ενύπνιόν σου, ω βασιλεύς· να σου είπω δε τώρα και την εξήγησίν του. Η χρυσή κεφαλή είναι η βασιλεία σου, αι δύο χείρες αι αργυραί και το στήθος είναι η βασιλεία των Περσών και των Μήδων, οίτινες θέλουν έλθει κατόπιν από σε, η βασιλεία δε αύτη θέλει είναι πτωχοτέρα από την ιδικήν σου, καθώς και το αργύριον είναι κατώτερον από τον χρυσόν· η κοιλία και οι μηροί οι χάλκινοι είναι η μετά την βασιλείαν των Περσών μέλλουσα να έλθη βασιλεία των Ελλήνων, την οποίαν θέλει αυξήσει ο βασιλεύς Αλέξανδρος, φονεύων τον βασιλέα της Περσίας Δαρείον· μετά δε ταύτην θέλει έλθει η βασιλεία των Ρωμαίων, ήτις θέλει είναι ισχυροτέρα από τας άλλας βασιλείας, καθώς και ο σίδηρος είναι δυνατώτερος από τον χαλκόν και τον άργυρον και τον χρυσόν. Το δε διατί οι πόδες ήσαν μέρος μεν σιδηροί, μέρος δε οστράκινοι, δηλοί, ότι πολλά μεν έθνη θα είναι κατά τον καιρόν εκείνον μεμιγμένα εις τον κόσμον, όμως αυτά θα έχουν διαφόρους θρησκείας, και δεν θα πιστεύουν όλοι εις ένα Θεόν, αλλά θα είναι απ΄ αλλήλων κεχωρισμένοι κατά την πίστιν, καθώς και ο σίδηρος, όταν αναλύση, δεν ενούται με το όστρακον. Κατά δε τας ημέρας εκείνας της τελευταίας βασιλείας θέλει αναστήσει ο Θεός του ουρανού Βασιλείαν, η οποία δεν θέλει διαφθαρή εις τον αιώνα και τέλος δεν θα έχη». Τούτο δε έλεγεν ο Προφήτης, σημαίνων την επ΄ εσχάτων των χρόνων Γέννησιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του αχειροτμήτου Λίθου, η οποία εγένετο εκ του Όρους του νοητού, ήτοι της Παρθένου, άνευ θελήματος ανδρός. Ως ήκουσε ταύτα ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ έπεσεν επί πρόσωπον και προσεκύνησε τον Δανιήλ, και είπεν· «Αληθώς ο Θεός τον οποίον συ προσκυνείς, αυτός είναι ο Θεός, όστις αποκαλύπτει κρύφια μυστήρια». Δώσας δε μεγάλα χαρίσματα εις τον Προφήτην, τον κατέστησε πρώτον επάνω εις τους λογιστάς της βασιλείας του. Ο δε Δανιήλ παρεκάλεσε τον βασιλέα και ετίμησε και τους Τρεις Παίδας τους συγγενείς του, και τους έκαμεν άρχοντας εις τας πόλεις και επαρχίας, αυτόν δε τον έκαμεν άρχοντα εις την αυλήν του βασιλέως. Κατά δε το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας του εποίησεν ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ εικόνα χρυσήν, κατά το ομοίωμα του προσώπου αυτού, της οποίας το ύψος ήτο πήχεις εξήκοντα και το πλάτος αυτής πήχεις εξ· έστησε δε την εικόνα αυτήν πλησίον της Βαβυλώνος, εις πεδιάδα λεγομένην Δεειρά, και απέστειλεν ορισμόν να συναχθώσιν όλοι οι άρχοντες των υπ΄ αυτόν εθνών, οι στρατηγοί, οι τοπάρχαι, οι διοικηταί, οι τύραννοι και οι εξουσιασταί και να έλθουν εις τα εγκαίνια της εικόνος. Κατά τον ορισμόν λοιπόν του βασιλέως συνήχθησαν όλοι, εστάθη δε τότε ο κήρυξ του βασιλέως και είπε· «Προς σας λέγω, λαοί, φυλαί και γλώσσαι, ότι εις οίαν ώραν ακούσητε την σάλπιγγα και τα άλλα μουσικά όργανα, όλοι να πέσετε να προσκυνήσετε την εικόνα του βασιλέως· διότι όποιος δεν την προσκυνήση, θέλει ριφθή εις την κάμινον του πυρός την εκεί πλησίον κατακαιομένην». Οι δε διάφοροι λαοί και αι διάφοροι φυλαί και γλώσσαι, όταν ήκουσαν την σάλπιγγα, όλοι πεσόντες προσεκύνησαν την εικόνα του βασιλέως, οι δε Τρεις Παίδες και ο Δανιήλ ο Προφήτης δεν έπεσον να προσκυνήσωσι την εικόνα. Τότε επήγαν άνδρες τινές Χαλδαίοι και διέβαλον αυτούς εις τον βασιλέα, λέγοντες· «Βασιλεύ, να ζης εις τους αιώνας· συ έθηκας δόγμα, ότι πας άνθρωπος, όστις ακούση της φωνής της σάλπιγγος και των άλλων μουσικών οργάνων και δεν πέση να προσκυνήση την εικόνα σου, κατ΄ αυτήν ταύτην την ώραν να βληθή εις την κάμινον του πυρός· είναι όμως άνδρες τινές Ιουδαίοι, τους οποίους τους ετίμησεν η βασιλεία σου, αλλ΄ αυτοί δεν έπεσαν να προσκυνήσουν την εικόνα σου». Τότε ο βασιλεύς θυμωθείς ώρισε να φέρωσιν έμπροσθέν του τους Σεδράχ, Μισάχ και Αδβεναγώ· και λέγει προς αυτούς· «Αληθώς σεις δεν εφοβήθητε τον ορισμόν μου, να προσκυνήσετε την εικόνα μου και να λατρεύσετε τους θεούς μου; Δεν βλέπετε, τουλάχιστον, την κάμινον και δεν σκέπτεσθε ότι θέλετε βληθή εις αυτήν; Ποίος Θεός είναι εκείνος, όστις θέλει σάς σώσει από τας χείρας μου»; Απεκρίθησαν οι Τρεις Παίδες και του λέγουν· «Δεν έχομεν ανάγκην, ω βασιλεύ, να κρυφθώμεν εις αυτό από σε, διότι ο Θεός εις τον ουρανόν είναι τόσον φοβερός και δυνατός, ώστε δύναται να μας σώση από τας χείρας σου· αυτόν δε τον Θεόν ημείς προσκυνούμεν». Τότε ο βασιλεύς, θυμωθείς περισσώς, ώρισε να καύσουν την κάμινον εκείνην επτά φοράς περισσότερον από ό,τι εκαίετο· επρόσταξε δε και άνδρας δυνατούς να δέσουν τους Τρεις Παίδας, καθώς ήσαν ενδεδυμένοι με τα ενδύματά των, και να τους ρίψουν εις την κάμινον. Παρευθύς λοιπόν έγινεν ο ορισμός του βασιλέως και εβλήθησαν οι Τρεις Παίδες εις το μέσον της καμίνου. Αλλά ο Θεός, εις τον οποίον είχαν επιρρίψει τας ελπίδας των ούτοι οι ευλογημένοι Παίδες, δεν τους άφησε να απολεσθώσι μέχρι τέλους, αλλ΄ έστειλε τον Άγγελον αυτού, όστις εξετίναξε την φλόγα της καμίνου, και μετέβαλεν εις δρόσον το πυρ· και τους μεν Παίδας λύσας από τα δεσμά εφύλαξεν ακεραίους, τους δε περιεστώτας Χαλδαίους κατέκαυσε, δια να δείξη, ότι το αυτό πυρ και καίει και δροσίζει· διότι τους μεν Χαλδαίους και υπηρέτας κατέκαυσε, τους δε Παίδας εδρόσισε. Τότε οι Τρείς Παίδες ύμνουν και εδοξολόγουν τον Θεόν εν τη καμίνω λέγοντες· «Ευλογητός ει Κύριε ο Θεός των Πατέρων ημών, και αινετόν και δεδοξασμένον το όνομά σου εις τους αιώνας» (Δαν. γ΄ Προσ. 2) και τα λοιπά της ωδής. Ο δε βασιλεύς, ακούσας αυτούς να υμνώσι τον Θεόν, άμα δε βλέπων και τον Άγγελον, και νομίζων ότι έβαλαν και τον Προφήτην Δανιήλ, είπε προς τους άρχοντας αυτού· «Δεν επρόσταξα να βάλετε εις την κάμινον τρεις άνδρας; Διατί τώρα φαίνονται τέσσαρες, του δε τετάρτου η μορφή διατί είναι φοβερά και εξηλλαγμένη παντελώς»; Οι δε άρχοντες, μη βλέποντες τον Άγγελον, εθαύμαζον εις τους λόγους του βασιλέως. Τότε επρόσταξεν ο βασιλεύς και τους εξέβαλον από την κάμινον· όταν δε εξήλθον απ΄ αυτής, έπεσεν ο βασιλεύς και προσεκύνησεν αυτούς λέγων· «Αληθώς ο Θεός, τον οποίον σεις προσκυνείτε, αυτός είναι Θεός ισχυρός». Ακολούθως δε ώρισεν, όπως εις τους τόπους της βασιλείας του προσκυνούν όλοι τον Θεόν των Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, αυτοί δε να είναι εξουσιασταί των Ιουδαίων, οίτινες ευρίσκοντο εις την Βαβυλώνα υπό την βασιλείαν του. Δεν παρήλθε πολύς καιρός, και πάλιν ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ είδεν άλλο όραμα φοβερόν· εκάλεσε λοιπόν τον Προφήτην Δανιήλ και του λέγει· «Εγνώρισα ότι δεν ευρίσκεται άλλος σοφώτερός σου κατά την σήμερον ημέραν, όστις να διαλύη τα οράματα· λοιπόν να μου εξηγήσης και τούτο το όραμα τι δηλοί· εγώ έβλεπα ότι ήτο εν δένδρον υψηλόν κατά πολλά, το οποίον έφθανεν έως τον ουρανόν, και το πλάτος του εσκέπαζεν όλην την γην· κάτωθεν αυτού κατώκουν τα θηρία της γης και εις τους κλώνους του εκάθηντο τα πετεινά του ουρανού· απ΄ αυτό διετρέφοντο όλα τα ζώντα πράγματα. Ενώ δε εγώ έβλεπον εκείνο το δένδρον, ιδού ήλθεν Άγγελος Κυρίου και είπεν· «Εκκόψατε το δένδρον αυτό, και συντρίψατε τους κλώνους του, εκτινάξατε τα φύλλα του και διασκορπίσατε τον καρπόν του, ας τρομάξουν τα θηρία, τα οποία είναι υποκάτωθεν αυτού, και ας φύγουν τα όρνεα από τους κλώνους του· πλην την ρίζαν τού δένδρου αφήσατε εις την γην. Τούτο είναι το όραμά μου». Τότε ο Δανιήλ, ως ήκουσεν, εστάθη επί πολύ σκεπτικός, διότι ο λογισμός του διεταράσσετο με το πώς να αποκριθή εις τον βασιλέα· μετά δε ώραν ικανήν, λέγει προς αυτόν· «Το όραμά σου, ω βασιλεύ, να εκπληρωθή εις τους μισούντάς σε και η εξήγησίς του να στραφή προς τους εχθρούς σου. Το δένδρον το μέγα και υψηλόν συ είσαι, ω βασιλεύ, όστις θα υπερυψωθής υπέρ πάντας τους βασιλείς της γης, διότι όλοι είναι υπό την εξουσίαν σου· πλην, δια το να υπερηφανευθής, θέλεις απολέσει την βασιλείαν σου, και θέλεις γίνει ώσπερ ζώον άλογον, να τρώγης χόρτον της γης και ούτω θέλεις διέλθει επτά καιρούς. Μετά δε ταύτα θέλεις έλθει και πάλιν εις την προτέραν σου τάξιν, καθώς ήκουσες, ότι είπεν ο Άγγελος, αφήσατε την ρίζαν του δένδρου. Η δε γνώμη μου, αν σου αρέση, βασιλεύ, είναι να ποιήσης ελεημοσύνην δια να απαλείψης τας πολλάς σου ανομίας και αδικίας, ίνα ο Θεός μακροθυμήση επί σε». Ταύτα δε τα οποία είπεν ο Προφήτης ετελειώθησαν έως τέλους· διότι περιεπλανήθη εις την ερημίαν ο βασιλεύς επτά καιρούς, διατρίψας ως ζώον άγριον, μετά δε ταύτα πάλιν επανήλθεν εις την βασιλείαν, βασιλεύσας δε τεσσαράκοντα τρία όλα έτη ετελεύτησε. Μετά τον θάνατον του Ναβουχοδονόσορος εβασίλευσεν ο υιός αυτού, Ευϊλμερωδάχ λεγόμενος, έτη δεκαοκτώ, και τούτου αποθανόντος εβασίλευσεν ο υιός αυτού έτη τεσσαράκοντα, ο οποίος, ως γράφει ο Φλάβιος Ιώσηπος, ωνομάζετο Νιγλίσαρος. Μετά δε τον θάνατον τούτου εβασίλευσεν ο υιός του, Βαλτάσαρ ονόματι, εις του οποίου τας ημέρας συνέβη το εξής παράδοξον. Εν μια των ημερών ηθέλησεν ούτος να φιλεύση τους φίλους του και τους άρχοντας του παλατίου του· εκεί λοιπόν εις την τράπεζαν προσέταξε να φέρωσι τα σκεύη τα χρυσά και τα αργυρά (όσα έφερεν ο προπάππος του ο Ναβουχοδονόσορ από τον ναόν της Ιερουσαλήμ, και είχε προσηλώσει εις τους ναούς των θεών αυτού), να πίωσι με εκείνα οι φίλοι και αι παλλακίδες του βασιλέως, πίνοντες δε, τους μεν θεούς τους ξυλίνους και πηλίνους κι αργυρούς και χρυσούς, τα ποιήματα των ανθρώπων, ετιμούσαν και εδόξαζον, τον δε Θεόν, τον εξουσιαστήν παντός του κόσμου, εβλασφημούσαν και ύβριζον. Εν μέσω λοιπόν του τόπου εκείνου είδεν ο βασιλεύς, ως χείρα ανθρώπου, ήτις εφάνη από τον τοίχον της οικίας εις την οποίαν εκάθητο, και έγραψε γράμματα, τα οποία έλεγον ούτω κατά την γλώσσαν των Εβραίων: «Μανή, Θεκέλ, Φάρες». Ως δε είδε την όρασιν ταύτην, εφοβήθη πολύ, από δε τον φόβον του ήλλαξεν η όψις τού προσώπου του, και δεν ηδύνατο πλέον να υπομείνη. Τότε προσέταξε να έλθουν οι μάγοι και οι σοφοί των Χαλδαίων, οι ονειροκρίται και οι σημειολύται, να εξηγήσουν τα γράμματα εκείνα· αλλά κανείς δεν ηδυνήθη να είπη την λύσιν των. Τρέμοντος λοιπόν του βασιλέως, και φοβουμένου δια την θεωρίαν την οποίαν είδε, του λέγει η μήτηρ του· «Μη φοβήσαι και δειλιάζης, τέκνον, διότι εδώ ευρίσκεται άνθρωπός τις Εβραίος, από τους αιχμαλώτους της Ιουδαίας, τους οποίους έφερεν ο προπάππος σου, ο οποίος είναι ικανός να σου εξηγήση τα γράμματα ταύτα· διότι και εις τον καιρόν εκείνου, καθώς το έχομεν ακοήν, πολλά όνειρα διέλυσε και ετελειώθησαν καθώς είπε». Τότε ο βασιλεύς έστειλε και έφεραν τον Δανιήλ, είπε δε προς αυτόν· «Οι μάγοι και οι σοφοί των Χαλδαίων δεν ηδυνήθησαν να εξηγήσουν τα γράμματα αυτά· εάν λοιπόν τα εύρης συ, θα σε ενδύσω κόκκινον φόρεμα, καθώς φορώ και εγώ, θα βάλω εις τον λαιμόν σου μανιάκην χρυσούν και θα σε καταστήσω τρίτον άρχοντα της βασιλείας μου». Του λέγει ο Προφήτης· «Τα δωρήματά σου, βασιλεύ, δος τα εις όποιον αγαπάς, εγώ δε δίχως δώρα θα σου εξηγήσω τα γράμματα. Ο Θεός ο ύψιστος έδωκεν εις τον προπάππον σου Ναβουχοδονόσορα την τιμήν και την εξουσίαν, και τον έτρεμεν ο κόσμος· όταν δε υψώθη η καρδία του και υπερηφανεύθη κατά του Θεού, ήρθη και η τιμή του, και αυτός ετρέφετο με τα άγρια θηρία, δια να γνωρίση, ότι μόνος ο Θεός του ουρανού και της γης είναι ένδοξος και φοβερός. Και συ λοιπόν, ω βασιλεύς, δεν εταπείνωσας την καρδίαν σου ενώπιον του Θεού, αλλά έφερες τα ιερά σκεύη του αγίου ναού, και τα έδωκες εις τας παλλακίδας σου και εις τους φίλους σου δια να πίνουν με αυτά, τα οποία ήσαν αφιερωμένα εις τον Θεόν τον ύψιστον· και το χειρότερον, ότι δεν εδόξασες τον Θεόν, όστις έχει την εξουσίαν της πνοής πάντων των ζώντων, αλλά ετίμησας τα είδωλα τα κωφά και αναίσθητα, τα έργα των χειρών των ανθρώπων. Δια τούτο αυτός ο αληθής Θεός εβαρύνθη κατά σου, και έστειλε τον Άγγελον αυτού, και έγραψε τα γράμματα ταύτα, τα οποία δηλούσιν ούτως: Μανή, ήτοι εμέτρησεν ο Θεός την βασιλείαν σου, και την ετελείωσε. Θεκέλ, ήτοι την έβαλεν εις τον ζυγόν της Δικαιοσύνης, και ευρέθη υστερημένη. Φάρες, ήτοι θέλει διαμοιρασθή η βασιλεία σου εις Μήδους και Πέρσας· αυτή είναι η εξήγησις των γραμμάτων, ω βασιλεύς». Τότε ως ήκουσεν ο βασιλεύς τους λόγους τούτους, ελυπήθη μεν, πλην ώρισε και ενέδυσαν τον Δανιήλ με το βασιλικόν ένδυμα, έβαλε δε εις το στήθος του και τον χρυσούν μανιάκην· επρόσταξε δε να είναι τρίτος κατά σειράν άρχων της βασιλείας του. τούτο δε εποίησεν ο βασιλεύς, δεικνύων γνώμην καλοπροαίρετον, διότι το να έλθουν μεν τα κακά επ΄ αυτόν, όσα είπεν ο Προφήτης, εγνώρισεν, ότι δεν είναι από της εξουσίας αυτού, αλλά από του Θεού· το δε να τον τιμήση, καθώς υπεσχέθη, έβαλεν εις τον νουν του, ότι είναι αληθινού βασιλέως ιδίωμα. Αλλά ας έλθωμεν εις τα επίλοιπα της διηγήσεως. Κατά την νύκτα εκείνην εφονεύθη ο βασιλεύς Βαλτάσαρ, κατά τον λόγον του Προφήτου και Δαρείος ο Μήδος, ο υιός του Αστυάγου, παρέλαβε την βασιλείαν, ων τότε ετών εξήκοντα δύο (62), επήρε δε μετά των άλλων και τον Προφήτην Δανιήλ και τους Τρεις Παίδας και τους επήγεν εις την Μηδίαν. Εκεί τους μεν Τρεις Παίδας εποίησεν άρχοντας εις πόλεις και επαρχίας, τον δε Δανιήλ κατέστησε πρώτον λογιστήν των εισοδημάτων της βασιλείας του. Βλέποντες δε οι άλλοι λογισταί, ότι τον ετίμησεν ο βασιλεύς περισσότερον από αυτούς, τον εφθόνησαν και εζήτουν αιτίαν να τον κατηγορήσουν ενώπιον του βασιλέως. Επειδή όμως δεν εύρισκον τοιαύτην, διότι ήτο δίκαιος και αδωροδόκητος, ετεχνεύθησαν άλλην επιβουλήν, την οποίαν ακούσατε. Συνήθειαν είχεν ο Προφήτης ν αναβαίνη τρεις φοράς την ημέραν εις το ανώγειόν του και να υψώνη τας χείρας εις τον ουρανόν, να προσεύχηται. Οι δε φθονεροί εκείνοι λογισταί εβουλεύθησαν, δια την συνήθειάν του ταύτην, να εύρουν αιτίαν κατηγορίας· όθεν συναχθέντες, είπον προς τον βασιλέα· «Εφάνη καλόν, ω βασιλεύ, εις τους άρχοντας της βασιλείας σου, όπως επί τριάκοντα ημέρας μη ζητήση κανείς ουδεμίαν χάριν ούτε από Θεόν ούτε από ανθρώπους, ειμή μόνον από την βασιλείαν σου· και εάν ορίζης, κύρωσον το δόγμα τούτο, όστις δε παραβή τον ορισμόν σου αυτόν, ας τον ρίψωμεν εις τον λάκκον, εις τον οποίον διατρέφονται οι λέοντες». Ο βασιλεύς, μη γνωρίζων την δολεράν γνώμην αυτών, ούτε ότι δια τον Δανιήλ κατεργάζονται την πονηρίαν ταύτην, εκύρωσε το δόγμα εκείνο. Όλοι λοιπόν οι άλλοι άνθρωποι, ως πεπλανημένοι και ειδωλολάτραι, έπαυσαν από του να προσκυνούν τους θεούς αυτών, ο δε Προφήτης, κατά την συνήθειάν του, ανέβη και πάλιν εις το ανώγειόν του και θέσας τα γόνατά του κατά γης, προσηύχετο εις τον Θεόν. Τότε καιροφυλακτήσαντες οι κακομήχανοι εκείνοι λογισταί και ιδόντες αυτόν ούτω ποιούντα, προσήλθον προς τον βασιλέα και του λέγουν· «Συ, βασιλεύ, ώρισας να μη ζητήση τις ζήτημα, ούτε από τον Θεόν, ούτε από άνθρωπον, επί τριάκοντα ημέρας· και ιδού ο Δανιήλ ζητεί από τον Θεόν του τα ζητήματά του». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς πολύ ελυπήθη δια τον Δανιήλ, πώς να τον θανατώση και εστάθη όλην την ημέραν αγωνιζόμενος με λόγους να τον ελευθερώση από τας χείρας των. Εκείνοι δε είπον· «Γνώριζε, βασιλεύ, ότι τώρα όπου εκάθισες εις την βασιλείαν, εάν δεν τηρήσης τον λόγον σου και δεν τελειώσης τον ορισμόν σου, πλέον κανείς από τον κοινόν λαόν δεν θέλει υπακούσει εις τον ορισμόν σου». Τότε αφ΄ ενός μεν εντραπείς ο βασιλεύς, αφ΄ ετέρου δε και ελπίζων, ότι τον Δανιήλ θέλει διαφυλάξει ο Θεός του, ώρισε να τον ρίψουν εις τον λάκκον· αφού δε έρριψαν εντός αυτού τον Προφήτην, ώρισε και έβαλαν λίθον μέγαν επάνω εις το στόμιον του λάκκου, εσφράγισαν δε τον λίθον με την σφραγίδα της βασιλείας του και των αρχόντων εκείνων και ούτω επήγεν εις το παλάτιόν του λυπούμενος δια τον Δανιήλ, τόσον ώστε κατά την νύκτα εκείνην έμεινεν άϋπνος. Την δε πρωϊαν ηγέρθη ο βασιλεύς, και επήγεν εις τον λάκκον να ίδη το αποτέλεσμα. Και όταν επλησίασεν εις τον λάκκον, λέγει προς τον Προφήτην Δανιήλ· «Δούλε του Θεού του υψίστου, άραγε ηδυνήθη ο Θεός σου να σε λυτρώση από τους λέοντας»; Απεκρίθη ο Προφήτης έσωθεν· «Βασιλεύ, να ζης εις τους αιώνας, ο Θεός μου απέστειλε τον Άγγελον αυτού και έφραξε τα στόματα των λεόντων και δεν εβλάβην». Ταύτα ακούοντες οι παρεστώτες έφριξαν και εθαύμαζον δια την του αληθινού Θεού του Δανιήλ δύναμιν. Τότε διέταξεν ο βασιλεύς και τον μεν Δανιήλ εξέβαλον από τον λάκκον, τους δε λογιστάς εκείνους, οίτινες τον διέβαλον, τους έρριψεν εντός του λάκκου, αυτούς, τας γυναίκας των και τα τέκνα των· και παρευθύς, πριν ακόμη φθάσουν εις το βάθος του κάκκου, τους ήρπασαν οι λέοντες και τους κατέφαγον. Τότε επληρώθη η αδικία αυτών εις τας κεφαλάς αυτών, μάλλον δε και περισσότερον αυτοί εβλάβησαν, διότι εκείνοι μεν έπασχον να θανατώσουν τον Προφήτην μόνον, αυτοί όμως εθανατώθησαν συν γυναιξί και τέκνοις. Έγραψε δε και ορισμόν ο βασιλεύς εις όλην την βασιλείαν, ότι πάντες ένα Θεόν να προσκυνώσι, τον Θεόν του Δανιήλ. Από τότε λοιπόν εγένετο επίσημος ο Δανιήλ εις την Μηδίαν και εις όλην την βασιλείαν του Δαρείου, ομοίως και οι Τρεις Παίδες, οι συγγενείς του Προφήτου. Αλλά ταύτα μεν περί τούτου· πρέπον δε είναι να είπωμεν, ως εν συντόμω, και δια τας οράσεις τας οποίας είδεν ο αυτός Προφήτης, ίνα μη γίνη ελλιπής ο λόγος μας. Γράφει ο Προφήτης ούτος Δανιήλ εις το ζ΄ κεφάλαιον του Βιβλίου αυτού, ότι εις το πρώτον έτος της βασιλείας του βασιλέως Βαλτάσαρ είδε την εξής οπτασίαν· έπνεον εις την θάλασσαν οι τέσσαρες άνεμοι του ουρανού ο Σάνηρος από ανατολών, ο Ζέφυρος εκ δυσμών, ο Βορράς απ΄ άρκτου και ο Νότος από της μεσημβρίας· και ιδού εξήλθον από την θάλασσαν τέσσαρα θηρία μεγάλ, τα οποία ήσαν διαφορετικά το ένα από το άλλο· και το μεν ένα θηρίον ήτο ως λέων θηλυκός και είχε πτερά ως αετού, εντός ολίγης δε ώρας έπεσαν τα πτερά του και αυτό έλειψεν εκ του μέσου. Μετά δε ταύτα εφάνη πάλιν τούτο και είχε πόδας ανθρωπίνους και καρδίαν ανθρωπίνην. Το δε δεύτερον θηρίον ήτο όμοιον άρκτου, και εστάθη κατά μέρος· είχε δε και τρία πλευρά εις το στόμα του, ανά μέσον των οδόντων αυτού και φωνή ηκούετο, όπου έλεγε προς αυτό· «Εγείρου, φάγε σώματα πολλά» (Δανιήλ ζ: 5). Το τρίτον θηρίον ήτο ως πάρδαλις πλουμιστή και είχε τέσσαρα πτερά επάνω του και τέσσαρας κεφαλάς και μεγάλη εξουσία εδόθη εις αυτό. Το δε τέταρτον θηρίον ήτο κατά πολλά φοβερόν και παράδοξον και δυνατόν πολύ, οι οδόντες του ήσαν σιδηροί και μεγάλοι και έτρωγε δι΄ αυτών τα επίλοιπα και τα κατεπάτει με τους πόδας του· διέφερε δε κατά πολύ από τα άλλα θηρία τα προ αυτού εμφανισθέντα· είχε δε τούτο και δέκα κέρατα εις την κεφαλήν του, μεταξύ των οποίων εφύτρωσεν άλλο κέρατον μικρόν και εξερρίζωσε τρία κέρατα από τα άλλα, είχε δε το μικρόν εκείνο κέρας οφθαλμούς ως ανθρώπου και στόμα ανθρώπινον, το οποίον ωμίλει λόγους υπερηφάνους και έκαμε πόλεμον κατά των Αγίων. Μετά ταύτα, αφού έλειψαν τα τέσσαρα αυτά θηρία και ηφανίσθησαν, τότε οι Άγγελοι του Θεού έβαλον θρόνους και εκάθησεν ο Παλαιός των ημερών, του οποίου το φόρεμα ήτο λευκόν ως χιών και αι τρίχες της κεφαλής του ήσαν ως μαλλίον λευκόν και καθαρόν. Ο θρόνος του ήτο ως φλοξ πυρός και οι τροχοί του θρόνου του ήσαν ως το πυρ, όταν καίη. Έμπροσθεν δε του θρόνου αυτού έτρεχε ποταμός πύρινος και χιλιάδες Αρχαγγέλων και μυριάδες Αγγέλων παρίσταντο ενώπιον αυτού μετά φόβου και τρόμου. Τότε έγινε κρίσις και ήνοιξαν τα βιβλία· έφεραν δε το θηρίον εκείνο, το οποίον ελάλει τους πολλούς και υπερηφάνους λόγους και το εφόνευσαν, το δε σώμα του εδόθη εις καύσιν πυρός· και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ήλθεν ως άνθρωπος και έφθασεν έως του Παλαιού των ημερών και εδόθη εις αυτόν η αρχή και η τιμή και η Βασιλεία και πάντες οι λαοί, αι φυλαί και αι γλώσσαι θέλουν δουλεύσει εις αυτόν και οι εξουσία αυτού είναι εξουσία αιώνιος, η οποία δεν θέλει παραλλάξει ουδέποτε και η Βασιλεία αυτού δεν θέλει απολεσθή ποτέ». Ταύτα μεν είδεν ο Προφήτης, γενόμενος εν εκστάσει. Τι δε εδηλοποίει η όρασις αύτη, ακούσατε. Το μεν πρώτον θηρίον, το οποίον ητο ως λέαινα, εσήμαινε την βασιλείαν των Βαβυλωνίων, τουτέστιν αυτόν τον Ναβουχοδονόσορα. Το δε ότι είχε πτερά ως αετού, δηλοί ότι είχεν εξουσίαν μεγάλην εις πάσαν την γην· διότι όπως ο λέων είναι βασιλεύς εις όλα τα θηρία, ούτω και ο αετός είναι βασιλεύς εις όλα τα πετεινά· το δε ότι έπεσαν τα πτερά του και αυτό έλειψεν από την μέσην σημαίνει ότι, καθώς προείπον, ο Ναβουχοδονόσορ απώλεσε την βασιλείαν του και ήτο διατρεφόμενος με τα άγρια θηρία επτά καιρούς. Ότι δε πάλιν εφάνη η λέαινα και είχε πόδας ανθρώπου και καρδίαν ανθρωπίνην εδηλοποίει, ότι ο Ναβουχοδονόσορ, μετά τους επτά καιρούς, εγένετο πάλιν άνθρωπος και έλαβε και πάλιν την βασιλείαν του. Το δε δεύτερον θηρίον, το οποίον ήτο ως άρκτος, εσήμαινε την βασιλείαν του Δαρείου, περί του οποίου είπον, ότι έλαβε την βασιλείαν από της χειρός του Βαλτάσαρ. Το δε ότι εστάθη κατά μέρος, δηλοί ότι ο Δαρείος δεν είχε το βασίλειόν του εις την Νινευϊ, τουτέστι την Βαβυλώνα, καθώς το είχαν οι βασιλείς των Χαλδαίων, ο Ναβουχοδονόσορ και οι υιοί αυτού και οι έγγονοι αυτού, αλλά το είχε μακράν της Βαβυλώνος εις την Μηδίαν, εις πόλιν λεγομένην Εκβάτανα. Το δε ότι είχε τρία πλευρά εις το στόμα του, σημαίνει ότι, αφού κατελύθη η βασιλεία των Χαλδαίων, οίτινες ήσαν εν γένος, διεμοιράσθη αυτή εις τρία γένη, εις τους Μήδους, εις τους Πέρσας και εις τους Ασσυρίους· και Μήδος μεν ήτο ο Δαρείος, Πέρσης δε ήτο ο Κύρος, όστις εβασίλευσε μετά τον Δαρείον, Ασσύριος δε ήτο ο Σαρδανάπαλος, τον οποίον εφόνευσεν ο Αρβάκης. Το δε ότι έλεγον: «Εγείρου, φάγε σάρκας ανθρώπων», δηλοί ότι πολλαί αλληλοφονίαι και πολλοί πόλεμοι έγιναν εις τον καιρόν τούτων των βασιλέων. Το δε τρίτον θηρίον, το οποίον ήτο ως πάρδαλις, εδηλοποίει την βασιλείαν των Ελλήνων, τουτέστι τον Μακεδόνα Αλέξανδρον· διότι αυτός εφόνευσε τον Δαρείον τον Πέρσην και μετέθεσε την βασιλείαν από τους Πέρσας εις το γένος των Ελλήνων. Όταν δε ακούετε Δαρείον, μη συγχίζεσθε εις τα ονόματα, διότι εις τους χρονογράφους τρεις βασιλείς ευρίσκομεν Δαρείους λεγομένους· και ένας μεν ήτο ο Μήδος Δαρείος, περί του οποίου προείπομεν, ότι κατέλυσε την βασιλείαν των Βαβυλωνίων· δεύτερος ήτο άλλος Δαρείος, ο οποίος εγέννησε τον βασιλέα Ξέρξην, τον μέγαν και θαυμαστόν, περί του οποίου λέγουν, ότι εγεφύρωσε την θάλασσαν εις τα κάτω νεόκαστρα του Ελλησπόντου και έκαμε και το Άγιον Όρος νήσον· τρίτος Δαρείος είναι εκείνος, τον οποίον εφόνευσεν ο βασιλεύς Αλάξανδρος, ο υιός του Μακεδόνος Φιλίππου κα της Ολυμπιάδος. Το δε ότι η πάρδαλις αυτή ήτο πλουμιστή, σημαίνει ότι ο Αλέξανδρος ούτος ήτο πολύβουλος και πολύτροπος και εκυρίευσεν έθνη πολλά και διάφορα εις τας θρησκείας· τα δε τέσσαρα πτερά, τα οποία είχεν επάνω της, και αι τέσσαρες κεφαλαί, δηλούσιν, ότι μετά τον θάνατον του Αλεξάνδρου τέσσαρες βασιλείς διεμοιράσθησαν την βασιλείαν του, καθώς διηγείται η ιστορία του βασιλέως Αλεξάνδρου· πρώτος ο Αντίγονος, δεύτερος ο Αντίπατρος, τρίτος ο Πτολεμαίος και τέταρτος ο Αντίοχος. Το δε τέταρτον θηρίον, το οποίον ήτο κατά πολλά φοβερόν και δυνατώτερον από τα άλλα, προεσήμαινε την βασιλείαν των Ρωμαίων, δηλαδή τον Καίσαρα Αύγουστον, διότι την βασιλείαν των Ελλήνων την εκληρονόμησαν κατόπιν οι Ρωμαίοι. Ότι δε είχε δέκα κέρατα εις την κεφαλήν του και ανάμεσα εις εκείνα εφύτρωσεν άλλο μικρόν κέρας και εξερρίζωσε τρία μεγάλα κέρατα και ότι αυτό είχε στόμα ανθρώπου και εβλασφήμει κατά του Θεού, δηλοί ότι εν τω μέσω των βασιλειών δέκα εθνών, ήτοι των Ρωμαίων, των Ισπανών, των Λιβύων, των Αλαμανών (Γερμανών), των Ελλήνων, των Χριστιανών, των Τούρκων, των Περσών, των Λέχων και των Ρώσων, θέλει γεννηθή ο Αντίχριστος, όστις θα χαλάση τρεις βασιλείας απ΄ αυτάς και θα βασιλεύση αυτός, δια να πλανήση τον κόσμον, να τον πιστεύσουν ως θεόν. Τον δε Προφήτην Ηλίαν και τον Ενώχ και όσους δεν τον προσκυνήσωσι, θα τους φονεύση, καθώς το διηγείται και ο Θεολόγος Ιωάννης πλέον λεπτομερέστερον εις την Αποκάλυψίν του. Τα δε επίλοιπα της οπτασίας του Προφήτου, ευλογημένοι Χριστανοί, ως φανερά και εις τους ιδιώτας, δεν είναι ανάγκη να τα εξηγήσω, διότι σημαίνουν την Δευτέραν Παρουσίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, κατά την οποίαν μέλλει να κρίνη πάσας τας φυλάς και γλώσσας, και ότι εις μεν τους δικαίους θέλει δώσει την ατελεύτητον Βασιλείαν, τους δε αμαρτωλούς θέλει πάρει ο πύρινος ποταμός· αύτη είναι η πρώτη όρασις του Δανιήλ. Δευτέρα όρασις του Προφήτου Δανιήλ είναι εκείνη την οποίαν είδε κατά το τρίτον έτος της βασιλείας του αυτού βασιλέως Βαλτάσαρ και η οποία είναι μεν πολυποίκιλος, πλην ως εν συντόμω ακούσατε και αυτήν και την εξήγησιν αυτής. Εις την πόλιν Σούσα είδε, λέγει, ο Προφήτης ως κριόν, ιστάμενον εις τον ποταμόν της Περσίας Ουβάλ, είχε δε ούτος δύο κέρατα υψηλά, το ένα δε κέρατον εκ των δύο ήτο υψηλότερον από το άλλο· και με αυτό εκεράτιζε τα τέσσαρα μέρη της γης, ήτοι Ανατολήν, Δύσιν, Άρκτον και Μεσημβρίαν, κανένα δε άλλο θηρίον δεν ηδύνατο να σταθή έμπροσθεν αυτού, διότι τούτο είχε μεγάλην εξουσίαν και δύναμιν. Μετά ταύτα εφάνη εις τράγος, όστις είχεν ένα κέρατον μόνον ανάμεσα των δύο οφθαλμών, ο οποίος ήλθεν έως εκεί όπου ίστατο ο κριός και ηγριώθη πολύ κατ΄ αυτού, με το ένα δε κέρατον, που είχε, συνέτριψε τα δύο κέρατα του κριού και συνεπάτησεν αυτόν υπό τους πόδας του, χωρίς να δυνηθή κανείς να τον ελευθερώση· ο δε τράγος εκείνος έγινε μέγας και θαυμαστός κατά πολλά. Μετά ταύτα συνετρίβη εκείνο το ένα κέρας και εφύτρωσαν από την κεφαλήν αυτού άλλα τέσσαρα κέρατα· από δε το ένα κέρας, εκ των τεσσάρων εκείνων, έγινεν άλλο κέρας κατά πολύ ισχυρόν και εμεγάλωσε τόσον, ώστε ηπλώθη προς τον Νότον και την Ανατολήν. Από εκείνο το κέρας έπαυσαν αι Εβραϊκαί θυσίαι και ο ναός της Ιερουσαλήμ ηρημώθη. Αύτη λοιπόν είναι η όρασις, τι δε δηλοί και αυτή, ακούσατε. Κριός μεν ισχυρός ήτο η βασιλεία των Περσών και των Μήδων, δύο δε κέρατα ήσαν ο Δαρείος, και εις έτερος βασιλεύς ονόματι Πώρος· υψηλότερος δε εις την τιμήν και μεγαλύτερος εις την βασιλείαν ήτο ο Δαρείος, όστις εξουσίαζε κόσμον πολύν. Ύστερον ήλθεν ο Αλέξανδρος, ο μονογενής υιός του Φιλίππου και μονοκράτωρ των Ελλήνων, όστις φονεύσας τον Πώρον και τον Δαρείον, επήρε την βασιλείαν των. Μετά ταύτα ο μεν μονοκράτωρ Αλέξανδρος απέθανε δηλητηριασθείς υπό των ανθρώπων του, αφού εβασίλευσεν έτη δώδεκα. Τέσσαρες δε άλλοι βασιλείς, τους οποίους ανεφέραμεν εις την πρώτην όρασιν, διεμοιράσθησαν την βασιλείαν αυτού. Από δε την γενεάν του τετάρτου βασιλέως ντιόχου εγεννήθη άλλος βασιλεύς Αντίοχος, ο λεγόμενος Επιφανής, ο οποίος ηρήμωσε την Ιερουσαλήμ, ηφάνισε τον ναόν και έπαυσε τας Εβραϊκάς θυσίας επί τρία έτη, καθώς δύναται να το μάθη έκαστος βουλόμενος από τον πρώτον τόμον των Μακκαβαίων. Είδε και τρίτην οπτασίαν ο Προφήτης Δανιήλ εις το πρώτον έτος της βασιλείας Δαρείου του Μήδου, του υιού Αστυάγους και Ασουήρ λεγομένου· η δε όρασις εκείνη εφανέρωσεν ότι μετά τετρακόσια ενενήκοντα έτη θέλει γεννηθή ο Άγιος των Αγίων, ο Ιησούς Χριστός, εκ της Παρθένου Μαρίας, και ότι τότε θέλει παύσει τελείως πάσα θυσία των Εβραίων και ότι θέλουσιν ερημωθή τα Ιεροσόλυμα και πλέον οι Εβραίοι δεν θέλουσιν έχει ούτε βασιλέα ούτε τόπον να θυσιάσουν, όπερ ετελειώθη μετά ταύτα, καθώς είπεν ο Προφήτης, εις τον καιρόν του βασιλέως Αδριανού, του επονομαζομένου Αιλίου· διότι αυτός ηρήμωσε τελείως τα Ιεροσόλυμα και έστησε και είδωλον ιδικόν του εις την ωραίαν πύλην του Ιερού, επωνόμασε δε και την Ιερουσαλήμ Αιλίαν. Τούτο βεβαιώνει και ο ίδιος ο Χριστός εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, εις το εικοστόν τέταρτον κεφάλαιον, λέγων· «Όταν ουν ίδητε το βδέλυγμα της ερημώσεως, το ρηθέν δια Δανιήλ του Προφήτου, εστώς εν τόπω αγίω» (Ματθ. κδ: 15), και τα λοιπά. Βδέλυγμα δε της ερημώσεως το είδωλον του καίσαρος Αδριανού ονομάζει ο Χριστός, το οποίον έστησε τότε αυτός εκεί, ερημωθείσης της Ιερουσαλήμ. Μετά τον θάνατον του βασιλέως Δαρείου του Μήδου, εβασίλευσε Κύρος ο Πέρσης, ο οποίος είχεν εις μεγάλην τιμήν τον Προφήτην Δανιήλ, τόσον ώστε δεν τον άφηνε να λείπη παντελώς από την τράπεζάν του. Ούτος είχε το βασίλειόν του εις την Βαβυλώνα· οι δε Βαβυλώνιοι τον καιρόν εκείνον είχον είδωλον μέγα, το οποίον προσεκύνουν ως θεόν· τούτο δε εκείνοι μεν ωνόμαζον κατά την γλώσσαν των Βηλ, οι δε Εβραίοι το εκάλουν Βάαλ, και οι Έλληνες Δία. Εις αυτό λοιπόν το είδωλον εξωδεύοντο από τον βασιλικόν πλούτον καθ΄ εκάστην ημέραν σιμιγδάλεως κοιλά δώδεκα, πρόβατα τεσσαράκοντα, και οίνου μέτρα εξ, τα οποία έθετον έμπροσθεν του ειδώλου εκείνου, και την πρωϊαν δεν ευρίσκετο τίποτε, οι δε πεπλανημένοι άνθρωποι ενόμιζον, ότι τα τρώγει ο θεός των ο Βήλ. Ο μεν λοιπόν βασιλεύς Κύρος επήγαινε και προσεκύνει αυτόν ως θεόν· επειδή δε ο Προφήτης Δανιήλ δεν ήθελε να τον προσκυνήση, λέγει προς αυτόν ημέραν τινά ο βασιλεύς· «Διατί δεν προσκυνείς τον Βηλ»; Απεκρίθη ο Προφήτης· «Δεν προσκυνώ εγώ, βασιλεύ, είδωλα χειροποίητα, αλλά τον Θεόν τον ζώντα, τον κτίσαντα τον ουρανόν και την γην, ο οποίος έχει εξουσίαν πάσης πνοής». Του λέγει ο βασιλεύς· «Δεν σου φαίνεται θεός ζων ο Βηλ; Δεν βλέπεις πόσα τρώγει και πίνει καθ΄ εκάστην ημέραν»; Ο δε Δανιήλ γελάσας είπε· «Μη πλανάσαι, βασιλεύ· αυτός εσωτερικώς μεν είναι πηλός, εξωτερικώς δε χαλκός· πως λοιπόν δύναται να φάγη τοσαύτας τροφάς»; Τότε θυμωθείς ο βασιλεύς εκάλεσε τους ιερείς και τους υπηρέτας του ναού και τους είπε· «Να μοι είπητε ποίος τρώγει τα τόσα φαγητά, τα οποία προσφέρομεν εις τον Βηλ· ει δε μη, θέλετε θανατωθή. Εάν πάλιν αποδείξετε ότι τα τρώγει ο Βηλ, τότε να θανατωθή ο Δανιήλ, όστις εβλασφήμησεν εις αυτόν». Απεκρίθησαν οι ιερείς (οι οποίοι ήσαν εβδομήκοντα, εκτός των γυναικών και των τέκνων των). «Ημείς, βασιλεύ, να λείπωμεν από τον ναόν, η δε βασιλεία σου βάλε τα φαγητά έμπροσθεν του Βηλ, έπειτα κλείσον τας θύρας, και σφράγισον αυτάς με την σφραγίδα σου, την δε πρωϊαν, εάν ταύτα δεν έχουν φαγωθή από τον θεόν Βηλ, να θανατωθώμεν ημείς, άλλως να θανατωθή ο Δανιήλ, όστις εβλασφήμησε». Ταύτα έλεγον οι ιερείς εκείνοι, στηριζόμενοι εις την πονηρίαν των, διότι είχον κατώγαιον κρυφίως κάτωθεν του ναού, το οποίον επεκοινώνει δια σήραγγος με την οικίαν του πρώτου ιερέως και εκείθεν εισήρχοντο μέχρι της τραπέζης του ναού, την οποίαν είχον έμπροσθεν του Βηλ. Εγείροντες δε λίθον μέγαν, εισήρχοντο συν γυναιξί και τέκνοις και τα έτρωγον την νύκτα, έπειτα πάλιν έβαλλον την πλάκα εις τον τόπον της, και ούτω δεν εγνώριζεν ο κοινός λαός τι ποιούσιν οι ιερείς. Τον λόγον τούτον ειπόντες οι ιερείς προς τον βασιλέα, επαραμέρισαν. Ο δε βασιλεύς, παραλαβών τον Προφήτην Δανιήλ, επήγαν εις τον ναόν και έβαλον τα φαγητά έμπροσθεν του Βηλ. Όταν δε ηθέλησε να εξέλθη ο βασιλεύς, του λέγει ο Προφήτης. «Έκβαλε έξω τον κοινόν λαόν και μείνε μόνος συ, βασιλεύ, εδώ και βλέπε τι πρόκειται να κάμω». Τότε επήρεν ο Προφήτης στάκτην και αφού την έβαλεν εις κόσκινον ήρχισε να πασπαλίζη όλον το έδαφος του ναού. Έπειτα εξήλθε μετά του βασιλέως και εσφράγισαν τας θύρας· οι δε ιερείς δεν είδον τι εποίησεν ο Προφήτης Δανιήλ. Κατά την νύκτα εκείνην εισήλθον πάλιν οι ιερείς εις τον ναόν, κατά το σύνηθες αυτών, συν γυναιξί και τέκνοις από το κατώγαιον, το οποίον είχον και κατέφαγον τα φαγητά εκείνα. Την δε πρωϊαν επήγεν ο βασιλεύς μετά του Δανιήλ να ίδη το αποτέλεσμα· και ως είδεν εν πρώτοις τας θύρας εσφραγισμένας, ερωτά τον Δανιήλ· «Σώαι είναι αι σφραγίδες, Δανιήλ»; Και απεκρίθη ο Δανιήλ· «Σώαι είναι, βασιλεύ». Όταν δε ήνοιξαν τας θύρας, παρετήρησεν ο βασιλεύς από μακρόθεν εις το είδωλον και ευθύς ως είδεν ότι έλειπον τα φαγητά, εβόησε μεγαλοφώνως· «Μέγας θεός είσαι, Βηλ, και δεν υπάρχει δόλος εις σε». Ο δε Δανιήλ γελάσας, εκράτησε τον βασιλέα και του λέγει· «Στάσου, βασιλεύ, και μη υπάγης παρέμπροσθεν· ίδε τα ίχνη των πατημάτων τούτων τίνος είναι»; Βλέπει ο βασιλεύς και ήσαν ίχνη πατημάτων ανδρών, γυναικών και παιδίων. Τότε θυμωθείς κατά των ιερέων, τους έβαλεν εις βάσανα και ούτως ωμολόγησαν οι μιαροί την κακοτεχνίαν των και ότι τα έτρωγον αυτοί δια νυκτός κρυφίως. Τότε ο βασιλεύς τους μεν ιερείς ώρισε να τους φονεύσουν συν γυναιξί και τέκνοις, εις δε τον Δανιήλ παρέδωκε το είδωλον και τον ναόν· και αυτός τον μεν ναόν κατέκαυσεν, το δε είδωλον συνέτριψεν. Αφού δε κατέστρεψεν ο Προφήτης τον νομιζόμενον θεόν των Βαβυλωνίων, εκείνοι πάλιν οι πεπλανημένοι, αντί να προσκυνήσουν τον αληθή Θεόν, προσεκύνουν ένα δράκοντα μέγαν και φοβερόν· ο δε δράκων, τον οποίον ακούομεν πολλάκις εις την Γραφήν, είναι μεν εις την αρχήν όφις, τρεφόμενος δε και παλαιούμενος γίνεται μέγας και φοβερός και ονομάζεται δράκων. Τοιούτον λοιπόν δράκοντα προσεκύνουν οι Βαβυλώνιοι ως θεόν, αναγκαζόμενοι προς τούτο υπό του νοητού δράκοντος, του διαβόλου. Τον δράκοντα τούτον προσκυνών και ο βασιλεύς Κύρος, είπε προς Προφήτην· «Διατί δεν προσκυνείς και συ, ω Δανιήλ, τούτον τον φοβερόν θεόν; μήπως έχεις να είπης και δια τούτον, ότι είναι άψυχος; Αυτός ζη και τρώγει». Λέγει προς αυτόν ο Δανιήλ· «Εγώ, βασιλεύ, Κύριον τον Θεόν μου προσκυνώ και αυτόν μόνον λατρεύω, διότι αυτός είναι Θεός ζων· δος μοι εξουσίαν και εγώ δίχως σίδηρον και ξύλον να φονεύσω τον θεόν σας». Απεκτίθη ο βασιλεύς· «κάμε καθώς σου αρέσει». Τότε έλαβεν ο Προφήτης πίσσαν, λίπος και τρίχας και εζύμωσεν αυτά ομού, έπειτα εποίησεν αυτά ως άρτους, και τα έρριψεν εις το στόμα του θηρίου· και μεθ΄ ώραν ικανήν διερράγη ο δράκων. Ο δε Δανιήλ αναγελάσας είπε· «Ίδετε τους θεούς σας». Οι Βαβυλώνιοι, ως ήκουσαν ότι εφονεύθη ο θεός αυτών, εθυμώθησαν κατά πολλά και ώρνησαν κατά του βασιλέως λέγοντες· «Έγινεν ο βασιλεύς Ιουδαίος· δια τούτο τον θεόν μας Βηλ κατέστρεψε, τους ιερείς κατέσφαξε και τον δράκοντα εφόνευσεν». Είπον δε και προς τον βασιλέα· «Παράδωσον εις ημάς τον Δανιήλ ειδ΄ άλλως βάλλομεν πυρ εις το παλάτιόν σου». Τότε ο βασιλεύς, φοβηθείς τον λαόν, παρέδωκεν εις αυτούς τον Δανιήλ· εκείνοι δε επήγαν και τον έρριψαν εις λάκκον τινά, εις τον οποίον διετρέφοντο επτά λέοντες βασιλικοί. Εις αυτούς έδιδον καθ΄ εκάστην ημέραν δύο ανθρώπους καταδίκους και δύο πρόβατα· τότε όμως δεν τους έδωκαν τίποτε, δια να πεινάσουν και καταφάγουν τον Προφήτην. Αλλ΄ ο Θεός, δια την αρετήν αυτού, όχι μόνον τους λέοντας ημέρωσε και δεν τον έφαγον διαμείναντα εκεί επί εξ ημερονύκτια, αλλά και άλλο μεγαλύτερον θαύμα ωκονόμησε, το οποίον ακούσατε. Τον καιρόν εκείνο ήτο ο Προφήτης Αββακούμ εις τα Ιεροσόλυμα, είχε δε βράσει φαγητόν και έλαβε και άρτον να υπάγη εις τους θεριστάς, εις τον αγρόν του. Προχωρών δε έξω της πόλεως, ιδού υπήντησεν αυτόν Άγγελος Κυρίου, και του λέγει· «Το φαγητόν αυτό να το υπάγης εις τον Προφήτην Δανιήλ εις την Βαβυλώνα, εις τον λάκκον των λεόντων». Απεκρίθη ο Αββακούμ· «Αυθέντα, ούτε την Βαβυλώνα είδον ποτέ, ούτε τον λάκκον των λεόντων γνωρίζω που είναι». Τότε έλαβεν αυτόν ο Άγγελος Κυρίου από την κορυφήν και ούτω βαστάζων αυτόν, τον επήγεν εις τον λάκκον των λεόντων, ο οποίος, ως λέγουσιν, απέχει από την Ιερουσαλήμ περί τας είκοσι τέσσαρας ημέρας οδοιπορίας. Αλλ΄ ο Άγγελος είναι έτι ταχύτερος από τον νουν του ανθρώπου, όστις εις μίαν στιγμήν διανοούμενος ευρίσκεται από το εν άκρον της γης εις το άλλο. Ως δε ευρέθη ο Αββακούμ εις τον λάκκον των λεόντων, εβόησε· «Δανιήλ, Δανιήλ, λάβε το φαγητόν αυτό, το οποίον σου έστειλεν ο Θεός». Ο δε είπεν· «Ευχαριστώ σοι, Θεέ μου, ότι με ενεθυμήθης και δεν καταλιμπάνεις τους εκζητούντάς σε και αγαπώντάς σε». Τότε ο μεν Δανιήλ λαβών το φαγητόν εκείνο έφαγε και εχορτάσθη, ο δε Άγγελος αποκατέστησε και πάλιν τον Αββακούμ εις τα Ιεροσόλυμα. Μετά δε τας εξ ημέρας, επήγεν ο βασιλεύς Κύρος να ίδη τι απέγινεν· ως δε είδε τον Προφήτην ότι εκάθητο υγιής, εβόησε μεγαλοφώνως· «Μέγας είναι ο Θεός του Δανιήλ και πλην αυτού άλλος Θεός δεν υπάρχει». Τότε ώρισε και τον μεν Προφήτην εξέβαλον από τον λάκκον, τους δε πρωταιτίους των σκανδάλων προσέταξε να ρίψωσιν εντός αυτού να τους φάγωσι τα θηρία, όπερ και έγινε παρευθύς. Αυτή είναι η ιστορία των Αγίων Τριών Παίδων και του Αγίου Προφήτου Δανιήλ ας προσθέσωμεν όμως ακόμη ολίγα τινά, τα οποία είναι ωφέλιμα να μάθετε. Ο Προφήτης Δανιήλ πρέπει να γνωρίζετε ότι προέλαβε την Γέννησιν του Χριστού, κατά τον Συναξαριστήν, έτη τετρακόσια εξήκοντα δηλαδή εκοιμήθη το υξ΄ (460) προ Χριστού. Τούτο όμως δεν φαίνεται ακριβές, αλλ΄ ενωρίτερον θα εκοιμήθη ο Άγιος. Εις τον Συμεώνα τον Μεταφραστήν ευρίσκομεν ότι εις ηλικίαν εκατόν ετών εκοιμήθη ο Άγιος. Διότι ο θείος ούτος και σοφός ανήρ γράφει εις το υπόμνημα το οποίον συνέγραψεν εις τούτον τον Προφήτην, ότι ο Ναβουχοδονόσορ εβασίλευσεν έτη τεσσαράκοντα τρία. Ευρίσκομεν δε εις το εικοστόν τέταρτον κεφάλαιον του τετάρτου βιβλίου των Βασιλειών, ότι εις το δέκατον ένατον έτος της βασιλείας αυτού κατέλαβε τα Ιεροσόλυμα. Απέμειναν λοιπόν από τον καιρόν, που ηχμαλώτισαν τον Δανιήλ και τους Τρεις Παίδας, έως ου απέθανεν ο Ναβουχοδονόσορ έτη εικοσιτέσσαρα. Το δε ότι λέγει η Γραφή, ότι ο Ναβουχοδονόσορ έκαμε την εικόνα την χρυσήν εις το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας αυτού, καθώς και ανωτέρω γράφομεν, έχει άλλην σημασίαν· διότι δεν λέγει η Γραφή κατά το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας του Ναβουχοδονόσορος, αλλά κατά το δέκατον όγδοον έτος από της αλώσεως των Ιεροσολύμων, από τότε δηλαδή που ο Ναβουχοδονόσορ ήτο βασιλεύς και της Βαβυλώνος και της Ιερουσαλήμ. Αφού δε έκαμε την χρυσήν εικόνα, έζησε μόνον μετά ταύτα έτη εκ και απέθανεν. Δια να μη είπη δε τις και πως τότε έμεινεν επτά καιρούς εις την ερημίαν ο Ναβουχοδονόσορ, καθώς είπεν ο Δανιήλ, αφού μετά την κατασκευήν της χρυσής εικόνος έζησε μόνον έξ έτη, δια τούτο να λύσωμεν και την απορίαν ταύτην. Οι επτά καιροί, περί των οποίων προείπομεν, δεν είναι επτά έτη, ως νομίζουσί τινες, αλλά μόνον έν έτος και εννέα μήνες. Διότι εις το Βιβλίον του Δανιήλ, εις το τέταρτον κεφάλαιον, ούτω γράφει περί της υποθέσεως αυτής: «επτά καιροί αλλαγήσονται επί σε» (Δαν. δ: 22). Δεν είπε δηλαδή επτά έτη, αλλά επτά καιροί· καιρός δε είναι όχι το έτος, όπως νομίζομεν ημείς, αλλά το τέταρτον του έτους, διότι το έτος έχει τέσσαρας καιρούς, έαρ, θέρος, φθινόπωρον και χειμώνα. Αλλά ας έλθωμεν εις τον αριθμόν των ετών του Προφήτου Δανιήλ. Έζησεν, ως είπομεν, ο Ναβουχοδονόσορ, μετά την αιχμαλωσίαν της Ιερουσαλήμ, έτη κδ΄ (24), εβασίλευσε δε και ο υιός του ο Ευϊμερωδάχ έτη ιη΄ (18), τούτου δε αποθανόντος εβασίλευσεν ο υιός αυτού και πατήρ του Βαλτάσαρ, τον οποίον, ως είπομεν, ο Φλάβιος Ιώσηπος ονομάζει Νιγλίσαρον έτη μ΄ (40), εβασίλευσε και ο Βαλτάσαρ έτη γ΄ (3), διότι, ως είπομεν, εις αυτό το έτος είδεν ο Προφήτης Δανιήλ την δευτέραν οπτασίαν. Εβασίλευσε δε και ο Δαρείος έτη δ΄ (4), έφθασε ο Προφήτης και έως το τρίτον έτος της βασιλείας του Κύρου, καθώς ο ίδιος γράφει εις το δέκατον κεφάλαιον του Βιβλίου αυτού. Ήτο δε, όταν τον συνέλαβον αιχμάλωτον, ετών η΄ (8), τοιουτοτρόπως τα πάντα έτη του Προφήτου Δανιήλ συνάγονται εις εκατόν (100). Επί του σημείου όμως τούτου γεννάται η εξής απορία και ακούσατε και αυτής την λύσιν. Ευρίσκομεν πολλαχού εις την Παλαιάν Διαθήκην, ότι από τον καιρόν της αλώσεως των Ιεροσολύμων, έως της ανακτήσεως αυτών, ήτις εγένετο εις το πρώτον έτος της βασιλείας του Κύρου (536 π.Χ.) διήλθον έτη εβδομήκοντα πλήρη, καθώς τούτο πιστούμεθα και από άλλας μεν ρήσεις της Αγίας Γραφής, κυρίως όμως από τας των Προφητών Ιερεμίου, Έσδρα και Νεεμίου. Εξόχως δε από το τριακοστόν έκτον κεφάλαιον του δευτέρου Βιβλίου των Παραλειπομένων, το οποίον γράφει εις το τέλος ότι «εσαββάτισεν», ήτοι απέμεινεν αδούλευτη, η γη της Ιερουσαλήμ εβδομήκοντα έτη (Β΄ Παρ. λστ΄ 21). Αφού λοιπόν, ως είπομεν , εβδομήκοντα έτη διήλθον από την άλωσιν της Ιερουσαλήμ, έως το πρώτον έτος του Κύρου, ο δε Προφήτης Δανιήλ απέθανεν εις το τρίτον έτος της βασιλείας του, πως τότε έζησεν εκατόν έτη ο Προφήτης, ενώ κατά τον λόγον τούτον ευρίσκονται ότι μόνον ογδοήκοντα έτη έζησε; Διότι οκτώ ετών ήτο όταν ηχμαλωτίσθη, παρήλθον και εβδομήκοντα έτη από της αλώσεως έως της ανακτήσεως των Ιεροσολύμων, έζησε και δύο έτη μετά ταύτα, ώστε ομού τα πάντα έτη του Προφήτου Δανιήλ είναι ογδοήκοντα και τούτο είναι το αληθές. Το γραφόμενον ότι εκατόν έτη έζησεν ο Προφήτης είναι σφάλμα όχι της Αγίας Γραφής, αλλά του αντιγραφέως, όστις αντέγραψε τον λόγον του Μεταφραστού Συμεώνος από το πρωτότυπον. Η Παλαιά Διαθήκη εις πολλούς τόπους ρητώς διαλαμβάνει, ότι εβδομήκοντα έτη διήλθεν έρημος η Ιερουσαλήμ, το σφάλμα λοιπόν οφείλεται εις εκείνον όστις αντέγραψεν ότι ο υιός του Ευϊλμερωδάχ, ο πατήρ δηλονότι του Βαλτάσαρ, ο κατά τον Φλάβιον Ιώσηπον Νιγλίσαρος, εβασίλευσεν έτη τεσσαράκοντα, αυτός έκαμε το σφάλμα του αριθμού των ετών και όχι ο Μεταφραστής Συμεών· διότι ο Μεταφραστής είχε γράψει, ότι ο πατήρ τού Βαλτάσαρ εβασίλευσεν έτη είκοσι μόνον, δια να γίνουν σωστά εβδομήκοντα, από το δέκατον ένατον έτος της βασιλείας του Ναβουχοδονόσορος έως το πρώτον έτος του Κύρου, ως ανωτέρω είπομεν. Ο δε αντιγραφεύς, ιδών κάππα στοιχείον γεγραμμένον εκεί εις τα είκοσιν έτη, ενόμησεν, ότι είναι μ΄ στοιχείον και γράψας μ΄ αντί κ΄ προσέθεσε τον αριθμόν και προεκάλεσε την απορίαν, Οι δε Άγιοι Τρεις Παίδες, όταν ενεβλήθησαν εις την κάμινον του πυρός, συμφώνως προς τους αριθμούς τους οποίους εδώσαμεν ανωτέρω, ευρίσκοντο τότε εις το εικοστόν έκτον ή εικοστόν όγδοον έτος της ηλικίας των, διότι, ως προείπομεν, δεκαοκτώ έτη παρήλθον από της αλώσεως της Ιερουσαλήμ μέχρι του καιρού κατά τον οποίον έκαμεν ο Ναβουχοδονόσορ την χρυσήν εικόνα, ήσαν δε και ούτοι όταν ηχμαλωτίσθησαν οκτώ έως δέκα ετών, επειδή εγνώριζον, ότι είναι καλή η νηστεία και δεν ήθελον να φάγωσι τα φαγητά του βασιλέως· ώστε φανερόν είναι, ότι είκοσι εξ έως είκοσι οκτώ ετών ήσαν, όταν ενεβλήθησαν εις την κάμινον. Και από άλλο εν ακόμη δύναται να βαβαιωθή τις, ότι ετύγχανε να είναι τόσων ετών οι Άγιοι Τρεις Παίδες, διότι γράφει εις το βιβλίον του ο Δανιήλ, εις το τρίτον κεφάλαιον, ότι ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ, όταν ήθελε να ρίψη τους Τρεις Παίδες εις την κάμινον, προσέταξεν άνδρας ισχυρούς να τους δέσωσιν, ώρισε δηλαδή ανθρώπους δυνατούς να εκτελέσουν αυτήν την υπηρεσίαν. Εάν λοιπόν οι νέοι ήσαν ανήλικοι τότε, δεν εχρειάζοντο δυνατοί άνθρωποι, δια να τους δέσουν, αλλά και ο καθείς άνθρωπος ηδύνατο να τους δέση. Αλλά και από άλλο σημείον της διηγήσεως δυνάμεθα να εννοήσωμεν τούτο, ήτοι από το ότι ο αυτός Δανιήλ, προ της διηγήσεως της καμίνου, γράφει, ότι ο βασιλεύς κατέστησεν επί τα έργα της χώρας της Βαβυλώνος τους Σεδράχ, Μισάχ και βδεναγώ, δηλαδή πριν ακόμη τους βάλη εις την κάμινον τους είχε καταστήσει διοικητάς και επιτηρητάς των διαφόρων περιοχών της Ββυλώνος. Και πάλιν, μετά την διήγησιν της καμίνου, γράφει, ότι ηξίωσεν απ΄ αυτών ο βασιλεύς να ηγηθούν πάντων των Ιουδαίων, των ευρισκομένων εις το βασίλειον αυτού. Εάν λοιπόν οι Άγιι ούτοι Παίδες δεν ήσαν τελείας ηλικίας, πως ήτο δυνατόν να τους ανατεθή τοσαύτη εξουσία και διακυβέρνησις λαών; Μη δε σας φαίνωνται παράδοξοι οι λόγοι ούτοι και απορείτε διατί λέγονται παίδες, αφού ήσαν τόσων ετών τότε, όπως επίσης και διατί τους ζωγραφίζουν νέους και αυτούς και τον Προφήτην Δανιήλ, όστις έζησε τόσα έτη. Γνωρίζετε, ότι όταν τους συνέλαβεν αιχμαλώτους ο Ναβουχοδονόσορ, ήσαν μικρά παιδία και δια τούτο ωνομάζοντο παίδες· επειδή δε οι Τρεις ούτοι ήσαν πάντοτε μαζί ως να ήσαν μία ψυχή, δια τούτο ηνωμένως ωνομάζοντο Τρεις Παίδες, απέμεινε δε το όνομα αυτό εις αυτούς έως ου απέθανον. Πρέπει δε να γνωρίζωμεν ακόμη, ότι παίδες όχι μόνον τα παιδία λέγονται εις την Γραφήν, αλλά και οι αιχμάλωτοι και οι δούλοι· τούτο δε δύναται να το διαπιστώση ο καθείς από πολλάς ρήσεις της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, μάλιστα δε από την Γένεσιν, εις την οποίαν ο Μωϋσής διηγείται, ότι οι Αιγύπτιοι ζητούντες από τον Ιωσήφ σίτον, εδέχθησαν να είναι αιχμάλωτοι του Φαραώ, και είπον· «Ίνα ουν μη αποθάνωμεν εναντίον σου και η γη ερημωθή, κτήσαι ημάς και την γην ημών αντί άρτων και εσόμεθα και ημείς και η γη ημών παίδες τω Φαραώ» (Γεν. μζ: 19). Και πάλιν κατωτέρω γράφει ότι, αφού τους έδωκε τον σίτον, είπον· «Σέσωκας ημάς, εύρομεν χάριν εναντίον του Κυρίου ημών και εσόμεθα παίδες τω Φαραώ» (Γεν. μζ: 25). Αλλά και εις πλείστα άλλα σημεία της Αγίας Γραφής γράφεται η λέξις παίδες, αντί των λέξεων αιχμάλωτοι ή δούλοι. Περί δε της τελειώσεως των Αγίων, ο μεν Μεταφραστής Συμεών λέγει, ότι και οι Άγιοι Τρεις Παίδες και ο Προφήτης Δανιήλ εν ειρήνη ετελειώθησαν, τούτο δε είναι και το αληθέστερον. Το δε Συναξάριον άλλως γράφει (βλέπε σελ. 481), εις δε την σταύρωσιν του Χριστού, όταν, ως γράφει το ιερόν Ευαγγέλιον, «πολλά σώματα των κεκοιμημένων Αγίων ηγέρθη» (Ματθ. κζ: 52), ανεστήθησαν και αυτοί μετά των Αγίων Προπατόρων και Πατέρων και πάλιν εκοιμήθησαν, περιμένοντες την τελευταίαν και παγκόσμιον Ανάστασιν. Ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν εν Χριστώ τω αληθινώ Θεώ ημών. Ω πρέπει η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2544
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΘ΄ (19η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΓΡΗΓΕΝΤΙΟΥ Επισκόπου Αιθιοπίας.

Δημοσίευση από silver »

Γρηγέντιος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ήτο από την μεγαλόπολιν των Μεδιολάνων, ήκμαζε δε εν έτει φιη΄(518). Οι γονείς του ωνομάζοντο Αγάπιος και Θεοδότη, ευσεβείς αμφότεροι· το δε παιδίον αυτών, ο θείος δηλαδή ούτος Γρηγέντιος, από μικρός εδεικνύετο, ότι έμελλε να γίνη δούλος Χριστού γνήσιος από σημεία και πράξεις εναρέτους, τας οποίας είχεν εκ νεότητος. Όθεν όταν έφθασεν εις ηλικίαν νόμιμον, τον εχειροτόνησαν Διάκονον με θείον νεύμα και βούλησιν και τότε εδόθη εις περισσοτέραν νηστείαν, σκληραγωγίαν και άσκησιν και άλλας αρετάς ο θαυμάσιος· όθεν δεξάμενος την Χάριν του Πνεύματος, ετέλει σημεία μεγάλα και τέρατα. Υπήρχε δε εκεί εις τα Μεδιόλανα γέρων τις σημειοφόρος Ερημίτης, όστις προεφήτευσεν εις τον Άγιον όσα έμελλε να συμβώσιν εις αυτόν. Αλλά και ο Μέγας Απόστολος Πέτρος εις οπτασίαν τού εφανέρωσεν ύστερον, ότι θέλει γίνει Επίσκοπος Αιθιοπίας και θα επιστρέψη μυριάδας Εβραίων εις την ευσέβειαν, καθώς και εγένετο. Τον καιρόν εκείνον ήτο αυτοκράτωρ εις το Βυζάντιον ο ευσεβής και υπέρμαχος της Ορθοδοξίας Ιουστίνος ο Α΄, όστις εβασίλευσεν από του 518 μέχρι του 527 μ.Χ. οπότε αφήκε τον θρόνον του εις τον ανεψιόν του Ιουστινιανόν τον Α΄ 527- 565 μ. Χ. Εις την Αιθιοπίαν εβασίλευσε τότε ο χριστιανικώτατος και γνωστός δια την δικαιοσύνην και ευσέβειαν βασιλεύς Ελεσβαάν. Ότε δε ετελεύτησεν ο Αρχιεπίσκοπος Αιθιοπίας, ο βασιλεύς έγραψεν εις τον Πατριάρχην Αλεξανδρείας να του στείλη Αρχιερέα τινά ενάρετον και σοφώτατον άνθρωπον, ίνα ποιμάνη την επαρχίαν του. Τότε ευρέθη από θείαν Πρόνοιαν εις την Αλεξάνδρειαν ο θαυμάσιος Γρηγέντιος, τον οποίον χειροτονήσας ο Πατριάρχης, πεφωτισμένος ων εκ θείου Πνεύματος, τον έστειλεν εις την Αιθιοπίαν με τιμήν, ως έπρεπεν· ο δε βασιλεύς τον υπεδέχθη ασμένως με όλην την σύγκλητον και κατά πολλά τον ετίμησαν ως σημειοφόρον και ισαπόστολον, ιδόντες αυτόν αιδεσιμώτατον και πανευλαβέστατον, ευχαριστούντες τον Κύριον, όστις τους έστειλε τοιούτον Ποιμένα αξιοθαύμαστον. Όθεν και ο χριστιανικώτατος εκείνος βασιλεύς, δια να τον ενισχύση εις το έργον του, τον περιέβαλε με πάσαν εμπιστοσύνη και του έδωκεν όλην την εξουσίαν εις όλην την επαρχίαν. Την αποστολήν του ταύτην επετέλεσεν ο Άγιος μετά μεγάλου ζήλου και θερμής πίστεως στηρίζων, νουθετών και διδάσκων καθημερινώς το ποίμνιόν του. Εκείνο όμως το οποίον τον ανέδειξε μέγαν Αρχιποιμένα και υπέρμαχον της αληθούς και Ορθοδόξου Πίστεως είναι η μεγάλη αυτού προσπάθεια και ο ένθερμος ζήλος, όπως μεταδώση την χριστιανικήν διδασκαλίαν πανταχού και κατοχυρώση αυτήν δια νόμων, οδηγιών, κανονιστικών εγκυκλίων κλπ. Υπήρχον δε τότε εις την Αιθιοπίαν πολλαί χιλιάδες Εβραίων, οίτινες ενέμενον μετά φανατισμού εις την ιδίαν αυτών πλάνην. Τούτους ηγωνίσθη δι΄ όλων αυτού των δυνάμεων να φέρη εις την ευσέβειαν, όπερ και επέτυχε πλήρως, ως θέλομεν ίδει κατωτέρω. Δεν περιωρίσθη δε μόνον εις την Αιθιοπίαν η δράσις του Αγίου, αλλ΄ επεξετάθη αύτη και εις την Ευδαίμονα Αραβίαν και δη εις την χώραν των Ομηριτών, την οποίαν κατέλαβεν ο βασιλεύς Ελεσβαάν δια την ακόλουθον αιτίαν. Η χώρα των Ομηριτών εκυριαρχείτο τότε από τους Εβραίους, των οποίων αρχηγός ήτο τις Δουνουάν καλούμενος, λίαν δυσσεβής και φοβερός πολέμιος των Χριστιανών. Τούτον κατεπολέμησε πολλάκις ο Ελεσβαάν και τον κατενίκησεν επί τοσούτον, ώστε τον ηνάγκασε να πληρώνη και κεφαλικόν φόρον, δια να έχη την εξουσίαν. Επειδή όμως οι Χριστιανοί επιέζοντο πολύ υπό του τυράννου τούτου Δουνουάν, μάλιστα δε και δια τον απροκάλυπτον αυτού διωγμόν και δια την αναίσχυντον αυτού διαγωγήν και αθέτησιν των υποσχέσεών του, ιδία επί της πόλεως Νεγράς, εις την οποίαν εμαρτύρησεν ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Αρέθας και οι συν αυτώ, ο Ελεσβαάν παρακινηθείς και υπό του αυτοκράτορος Ιουστίνου και του Πατριάρχου Αλεξανδρείας, εξεστράτευσε κατά του Δουνουάν, κατετρόπωσεν αυτόν, ηλευθέρωσε και πάλιν την Νεγράν και τας λοιπάς πόλεις και κατέστησε βασιλέα των Ομηριτών τον ευσεβέστατον και χριστιανικώτατον Αβραάμ ή Αβράμιον. Τότε άφησεν εκεί τον Άγιον Γρηγένιον να τακτοποιήση και αυτός εκκλησιαστικώς το κράτος των Ομηριτών. Λαβών λοιπόν ο Άγιος την εξουσίαν εχειροτόνησεν ευθύς Πρεσβυτέρους και Διακόνους, καθιέρωσε πολλάς νεοκτίστους Εκκλησίας, κατέστησε κατά πόλεις Επισκόπους και συνέθεσε τους περιφήμους Νόμους των Ομηριτών, δια των οποίων εκυβερνάτο η Εκκλησία των Ομηριτών. Εκεί ευρισκόμενος ο Άγιος ειργάσθη έτι περισσότερον δια την προσέλκυσιν της εις Χριστόν αληθούς πίστεως των πεπλανημένων Ιουδαίων, το οποίον και επέτυχε δια των πολλών θαυμασίων τα οποία έκαμε και δια της σοφίας των λόγων του· διότι ήτο εις τας Γραφάς πολύ έμπειρος και λόγιος και ενίκα τους γραμματείς των Ιουδαίων τόσον, ώστε δεν ηδύνατο άλλος τις να αντεπεξέλθη εις την σοφίαν των λόγων του και εις τα υψηλά του νοήματα ει μη μόνον ο νομοδιδάσκαλος αυτών, όστις ήτο ο πλέον εγγράμματος και ο πλέον πολυμήχανος, Ερβάν ονομαζόμενος, όστις εφιλονίκει καθ΄ ημέραν με τον Όσιον και του έδιδε πολλήν ενόχλησιν με τους ψευδοσυλλογισμούς του ο μάταιος· αλλ΄ ο θεόπνευστος Γρηγέντιος διέλυεν ως ιστόν αράχνης όλα του τα μηχανήματα και σοφίσματα. Αφού λοιπόν έκαμε πολλάς ημέρας διάλεξιν με τον Ερβάν ο σοφώτατος Γρηγέντιος και είπεν έκαστος εις βοήθειάν του διαφόρους ερωτήσεις και αποκρίσεις από τας βίβλους των Προφητών, βλέπων ο Εβραίος ότι τον ενίκα ο Γρηγέντιος (επειδή ήτο σοφώτερος και έλεγε την αλήθειαν), είπε ταύτα προς τον Άγιον· «Διατί να δαπανώμεν εις τόσας διαλέξεις τον καιρόν ματαίως και ανωφελώς; Ας παύσωμεν την φιλονικίαν και ας έλθωμεν εις τα έργα· δείξε μου αυτόν τον Ιησούν Χριστόν ζώντα, να τον ίδω αισθητώς και να ομιλήσω μετ΄ αυτού, και τότε να γίνω Χριστιανός αψευδέστατα». Ακούσαντες δε οι κάκιστοι Ιουδαίοι τούτον τον λόγον εσκανδαλίσθησαν και εφώναζεν όλον το πλήθος προς τον Ερβάν λέγοντες· «Διδάσκαλε, παρακαλούμεν σε, μη πλανηθής και γίνης Χριστιανός, αλλά μάλλον ανδρίζου και ίσχυε, στέκε ασάλευτος και στερεός εις την πίστιν μας, επειδή ηξεύρεις βέβαια, ότι άλλος Θεός δεν είναι ειμή ο Θεός των πατέρων μας». Λέγει προς αυτούς ο Ερβάν· «Τι φλυαρείτε, ασύνετοι; Εάν ο Γρηγέντιος με πληροφορήση ότι ο Χριστός είναι κατά αλήθειαν εκείνος περί του οποίου οι Προφήται ωμίλησαν, και δεν πιστεύσω εις αυτόν αδιστάκτως, τότε θα είμαι μωρός και ανόητος και του Θεού των πατέρων ημών αλλότριος». Βλέπων λοιπόν ο Άγιος, ότι ο Ερβάν ελάλει ταύτα κατ΄ αλήθειαν και όχι με χλεύην τινά ή υπόκρισιν, απεκρίνατο και λέγει προς αυτόν με ιλαρότητα· «Με ποίον τρόπον θέλεις να λάβης ταύτην την πληροφορίαν την οποίαν εζήτησες»; Λέγει ο Εβραίος· «Παρακάλεσον τον Δεσπότην σου (εάν είναι εις τον ουρανόν, καθώς είπες), παρευθύς να πιστεύσω εις αυτόν και να λάβω το Βάπτισμα». Τότε και το πλήθος των Φραμματέων και Φαρισαίων εφώναξε λέγον· «Ναι, δέσποτα Αρχιεπίσκοπε, κάμε του διδασκάλου μας το θέλημα, δείξον μας τον Χριστόν σου, και τότε μετά φόβου και τρόμου να πιστεύσωμεν εις αυτόν, μη έχοντες πλέον τινά απολογίαν ή πρόφασιν». Ταύτα μεν έλεγον εκφώνως, απόκρυφα δε έλεγον μεταξύ των, ότι και εάν τους τον δείξη να μη γίνουν Χριστιανοί, αλλά να προτιμήσουν να κολασθούν οι τρισάθλιοι· έτεροι δε πάλιν έλεγον· «Είναι τόσα έτη σήμερον, όπου τον εσταύρωσαν οι πατέρες μας και ετάφη εις τον λάκκον, δύναται τώρα αυτός να τον αναστήση, όπου καν οστούν εξ αυτού δεν έμεινεν»; Τότε ο Άγιος, γνωρίζων ότι εάν δεν κάμη τούτο το θαυμάσιον, δεν πιστεύουν οι σκληροτράχηλοι, είπε προς αυτούς· «Μάθετε ότι δια τον πολύν πόθον, τον οποίον έχω, να σας οδηγήσω εις την αλήθειαν, να μη κολασθήτε, ταλαίπωροι, θέλω παρακαλέσει τον Δεσπότην μου Χριστόν να συγκαταβή και πάλιν να έλθη εις την γην ουσιωδώς σήμερον, ως ελεήμων και πολυεύσπλαγχνος· και τότε, όταν φανή προς ημάς, καθώς εις τον ουρανόν καθέζεται δοξαζόμενος, όσοι δεν πιστεύσετε, ευθύς να σας κόψουν δικαίως με την μάχαιραν». Όλοι λοιπόν εδέχθησαν, νομίζοντες το πράγμα αδύνατον, να φανή ζων εκείνος όστις εθανατώθη και ετάφη τόσα έτη πρωτύτερα. Τότε ο Άγιος γνωρίζων ακριβώς, ότι ο Κύριος είπεν εις το ιερόν Ευαγγέλιον, ότι όστις έχει πίστιν εις Αυτόν θα κάμη μεγαλύτερα θαύματα από όσα Εκείνος ετέλεσεν, εγερθείς από τον θρόνον του, εξήλθε μόνος από της αιθούσης του συνεδρίου, παρακαλέσας τον βασιλέα να μη αναχωρήση, έως να επιστρέψη, δια να μη λυθή το συνέδριον. Εξελθών δε εστάθη εις τι μέρος απέναντι του λαού ο μακάριος και έκαμε προς την ανατολήν τρεις μετανοίας έως την γην, κλίνων την κεφαλήν και τα γόνατα. Έβλεπον δε αυτόν όλοι από μακράν ευχόμενον, εξ όλης καρδίας και πίστεως και λέγοντα μετά δακρύων προς τον Κύριον· «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Υιός και Λόγος του φοβερού και αοράτου Πατρός, ο προ αιώνων απαθώς και αρρεύστως εξ αυτού γεννηθείς, ου ποιηθείς, ο δι΄ αυτού κατ΄ αρχάς στερεώσας τον ουρανόν και την γην και θεμελιώσας αυτήν επί της θαλάσσης με το Πνεύμα σου το Άγιον, έπειτα κλίνας ουρανούς κατέβης εις την Αγίαν Παρθένων Μαρίαν και γενόμενος άνθρωπος ο φιλάνθρωπος συνανεστράφης με τους παρανόμους Ιουδαίους, εργαζόμενος σημεία και τέρατα· αυτός, Κύριε Ιησού Χριστέ, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ελέησον, ελεήμον, και το εσκοτισμένον τούτο πλήθος των Εβραίων και επισκίασον αυτό τη δυνάμει σου, άνοιξον τους εσκοτισμένους οφθαλμούς αυτών, τους οποίους ετύφλωσεν ο διάβολος, και εμφανίσου εις αυτούς κατά το πλήθος των οικτιρμών σου, ίνα σε ίδωσιν οφθαλμοφανώς την σήμερον και πιστεύσουν εις Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και τον αποστείλαντά Σε Πατέρα και εις το Πνεύμα Σου το Άγιον». Καθώς είπε ταύτα ο Άγιος και τον εκύτταζον άπαντες, αίφνης έγινε σεισμός μέγας και βροντή προς την ανατολήν με κτύπον μεγάλον, τόσον ώστε έπεσον κατά γης από τον φόβον των όλοι οι παρευρισκόμενοι. Εγερθέντες δε μετ΄ ολίγον και βλέποντες προς την ανατολήν, είδον σχιζομένους τους ουρανούς και νεφέλην φωτεινήν ηπλωμένην ως πεδιάδα αρχομένην από τον ουρανόν και φθάνουσαν έως αυτούς· βλέποντες δε καλλίτερα, είδον τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ερχόμενον από τους ουρανούς προς αυτούς, επάνω της νεφέλης καθήμενος, ήτο δε εις το κάλλος πολύ ωραίος και εύμορφος. Ερχόμενος δε εστάθη εις το άκρον της νεφέλης πλησίον του συνεδρίου και άνωθεν του Αρχιεπισκόπου ωσεί πήχεις διακοσίας, τον έβλεπον δε όλοι ενδεδυμενον με νεφέλην κοκκίνην ωραιοτάτην και ένδοξον, από την οποίαν εξήρχετο ακτίνες θεότητος· εις δε την κεφαλήν αυτού ήτο διάδημα εις το κάλλος αμήχανον και εξαστράπτον, το οποίον ακτινοβολούσε τοσούτον, ώστε εφαίνετο ως ακάνθινος στέφανος, εκράτει δε εις την αριστεράν χείρα βιβλίον και εις την δεξιάν ξίφος. Ιδόντες λοιπόν ο βασιλεύς, οι άρχοντες και οι άλλοι ευσεβείς τον Δεσπότην εις τοιαύτην μορφήν θαυμάσιον, εφοβήθησαν ομού και εχάρησαν και εν τρόμω ηγαλλιάσαντο, μη δυνάμενοι να ομιλήσουν τελείως απ΄ εκείνο το φοβερώτατον θέαμα, μόνον τον έβλεπον με πολλήν ευφροσύνην και γλυκύτητα ως εκστατικοί και θαυμάζοντες· οι δε Ιουδαίοι με τον Ερβάν, βλέποντες το φοβερόν εκείνο μυστήριον, εφοβήθησαν περισσότερον και δέροντες τα στήθη από τον φόβον των έστρεφον τα βλέμματά των δεξιά και αριστερά προσπαθούντες αν ήτο δυνατόν να εύρωσι τρόπον να φύγωσιν. Τότε ο Άγιος εβόησε μεγαλοφώνως προς τον Ερβάν λέγων· «Βλέπεις, Ερβάν, το φοβερόν τούτο μυστήριον, το οποίον εζήτησες; Πληροφορήσου λοιπόν αναμφιβόλως και πίστευσον, ότι εις Θεός είναι μόνον, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός». Ο δε εσιώπα πάλιν με τους άλλους Ιουδαίους και δεν επίστευσαν ευθύς οι αχάριστοι, μόνον ίσταντο όλοι σιωπώντες και θαυμάζοντες. Τότε ήλθε προς αυτούς φωνή από τον Δεσπότην λέγουσα· «Δια την μεγάλην του Αρχιεπισκόπου παράκλησιν εφάνην προς σας, των οποίων οι πατέρες με εσταύρωσαν». Ταύτην την φωνήν ακούσαντες έπεσαν εις την γην οι Ιουδαίοι πρηνείς, έντρομοι και τετυφλωμένοι, καθώς έπαθε και ο μέγας Παύλος πρότερον, μετ΄ ολίγην δε ώραν ηγέρθησαν· και ήσαν μεν ανοικτοί οι οφθαλμοί των, αλλά δεν έβλεπον ουδόλως. Οι δε πιστοί και ευσεβείς όχι μόνον έβλεπον, αλλά μάλιστα εφωτίσθησαν περισσότερον βλέποντες τον Κύριον εις τους ουρανούς ανερχόμενον, έως ου τον εσκέπασεν η νεφέλη από προσώπου αυτών και πλέον δεν εφαίνετο. Ούτω λοιπόν ο ουράνιος Βασιλεύς ανελήφθη όπου ην το πρότερον· ο δε επίγειος και όλα τα πλήθη των Χριστιανών μετά του Αγίου ευχαριστούσαν μεγαλοφώνως την άκραν του Θεού συγκατάβασιν, κείμενοι πρηνείς ώραν πολλήν εις την γην και βοώντες μετά δακρύων αγαλλιάσεως όλοι το «Κύριε, ελέησον». Μετά ταύτα, εγερθέντες προσεκύνησαν τον Αρχιεπίσκοπον ο βασιλεύς και όλοι οι άρχοντες τιμώντες πολύ, ως έπρεπε, γεραίροντες άμα και θαυμάζοντες αυτόν ως άγιον άνθρωπον. Οι δε δυστυχείς Ιουδαίοι, παραμένοντες εισέτι τότε εις το σκότος, ηρώτων αλλήλους, εάν έβλεπον, αλλά πάντες απήντων ουδαμώς. Όθεν είπον ταύτα προς τον Ερβάν ολολύζοντες· «Αλλοίμονον εις ημας! Τι θα γίνωμεν τώρα, διδάσκαλε; Πως θα πορευθώμεν ουδαμώς βλέποντες»; Ο δε Ερβάν ηρώτα τους άλλους λέγων· «Άραγε ημείς μόνον δεν βλέπομεν ιδόντες τον Θεόν ή και οι Χριστιανοί, όσοι αυτόν είδον το αυτό έπαθον»; Τότε τινές από τους ευσεβείς, οίτινες ήκουσαν τους Ιουδαίους, απεκρίθησαν λέγοντες· «Μη γένοιτο τούτο, αλλά μάλιστα ημείς οι Χριστιανοί βλέποντες τον Χριστόν εφωτίσθημεν υπό της Χάριτος αυτού της αφάτου· νυν δε βλέπομεν καλύτερον». Τότε ο Ερβάν χειραγωγηθείς υφ΄ ενός των Χριστιανών επήγεν εις τον Αρχιερέα και λέγει προς αυτόν· «Πας άνθρωπος, όταν ίδη τον Θεόν, λαμβάνει ευεργεσίαν τινά παρ΄ Αυτού, ημείς δε ιδόντες Αυτόν σήμερον ετυφλώθημεν. Τοιαύτην ευεργεσίαν παρέχει εις τους προσερχομένους προς αυτόν ο Χριστός; Λοιπόν δεν έχει του Πατρός αυτού την αγαθότητα»; Απεκρίθη ο Άγιος· «Θεός εκδικήσεων Κύριος» (Ψαλμ. 93: 1)· κατά τας βλασφημίας υμών ανταπέδωκεν υμίν. Λέγει προς αυτόν ο Εβραίος· «εάν όμως αποδίδη κακόν αντί κακού, ουδείς έρχεται εις μετάνοιαν». Λέγει ο Άγιος· «Ο ιατρός, όταν κόψη το σεσηπός μέλος, δεν έχει κατάκρισιν. Επειδή λοιπόν είδετε τον Κύριον δι΄ αναξίων οφθαλμών ετυφλώθητε». Λέγει προς αυτόν ο Ερβάν· «Εξ όσων ηκούσαμεν και είδομεν εις σε, εν έτι λείπεται να τελειώσης, ήτοι να φωτίσης ημών τους οφθαλμούς και τότε να ποιήσης όλους ημάς Χριστιανούς· ειδεμή, θέλεις δώσει λόγον εις τον Θεόν κατά την ώραν της Κρίσεως». Λέγει προς αυτόν ο Άγιος· «Βαπτίσθητε πρότερον και τότε θέλετε αναβλέψει». Απεκρίθη ο Ερβάν· «Αλλ΄ εάν βαπτίσης ημάς και ύστερον δεν αναβλέψωμεν, τι θέλει γίνει»; Λέγει ο Άγιος· «Εις μόνον εξ ημών ας βαπτισθή και αν δεν φωτισθή ψυχή τε και σώματι, ας μη βαπτισθή έτερος». Ο λόγος ούτος ήρεσεν εις όλους τους Ιουδαίους και ως εβάπτισεν ο Άγιος ένα εξ αυτών, ευθέως ήνοιξαν αυτού οι οφθαλμοί και εβόησε λέγων· «Ο Ιησούς Χριστός είναι Θεός αληθέστατος, εις τον οποίον πιστεύω και εγώ ο ανάξιος». Ταύτα και οι ΄λλοι Εβραίοι ακούσαντες προσήλθον άπαντες μετά πολλής προθυμίας και εβαπτίσθησαν· λαβόντες δε την εν Χριστώ σφραγίδα κατετάχθησαν μετά των Ορθοδόξων Χριστιανών και χαρά μεγάλη και αγαλλίασις εγένετο εν τη Εκκλησία του Χριστού· ο δε δαίμων και οι οπαδοί αυτού εζημιώθησαν ζημίαν πολλήν και θλίψιν απαραμύθητον. Βαπτισθέντος λοιπόν και του Ερβάν και των λοιπών πάντων εφωτίσθησαν αυτών οι οφθαλμοί και εδόξαζον μεγαλοφώνως τον Κύριον, μετανοούντες καθ΄ υπερβολήν δια τα πρότερα αυτών ανομήματα. Κατ΄ εξοχήν δε ο Ερβάν ο σοφώτατος έκλαιε δια τον Δεσπότην Χριστόν μετά πολλής της κατανύξεως και τύπτων το στήθος του έλεγεν· «Αλλοίμονον εις εμέ τον άφρονα! Εις τους ουρανούς είναι ο Δεσπότης ημών Ιησούς Χριστός, τον οποίον οι αχάριστοι πατέρες ημών εσταύρωσαν, και ημείς ενομίζομεν ότι ευρίσκεται εις τον Άδην! Ω Δέσποτα πολυέλεε Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του ζώντος, συγχώρησόν μοι δα το μέγα σου έλεος, όσα εν αγνοία μου ήμαρτον εις Σε». Αυτά και έτερα πλείονα λέγοντες καθ΄ εκάστην εσέβοντο πολύ τον μακάριον Γρηγέντιον, τον οποίον ετίμων ως Θεού Άγγελον. Ο δε Ερβάν δεν ηδύνατο εκ της πολλής αγάπης, την οποίαν είχε προς τον Άγιον, να απομακρυνθή απ΄ αυτού παντελώς. Όθεν και ο βασιλεύς ηγάπα καθ΄ υπερβολήν αυτόν, ως ευπρεπέστατον και λογιώτατον και ως υιόν αυτού πνευματικόν, διότι αυτός τον ανεδέχθη εκ της ιεράς κολυμβήθρας του Αγίου Πνεύματος, ονομάσας αυτόν Λέοντα, και εποίησεν αυτόν ένα της συγκλήτου, τιμήσας αυτόν με το αξίωμα του πατρικίου. Όχι δε μόνον εις την πόλιν Κεφρών εβαπτίσθησαν οι Ιουδαίοι, αλλά και εις όλας τας πόλεις της επαρχίας του προσέταξεν ο ευσεβέστατος βασιλεύς και εβαπτίσθησαν όλαι αι συναγωγαί των Εβραίων, έφθασε δε ο αριθμός των πρώτων νεοφωτίστων Ιουδαίων τας πέντε χιλιάδας. Κατά προσταγήν δε του βασιλέως και του γίου εμίγησαν όλοι οι βαπτισθέντες μετά των άλλων Χριστιανών. Έγραψε δε και νόμον. Όταν νυμφευθή τις εκ τούτων των νεοφωτίστων, να μη λαμβάνη γυναίκα εκ της πτριάς αυτού, αλλ΄ εκ των άλλων Χριστιανών των εξ εθνών. Ομοίως και όστις υπανδρεύση την θυγατέρα του, να μη τολμήση να δώση αυτήν εις τους ομοφύλους του, αλλ΄ εις ξένους Χριστιανούς· όστις δε παραβή τον νόμον τούτον, να αποκεφαλίζεται άνευ συγχωρήσεώς τινος. Εις ολίγους δε χρόνους δια της πανσόφου ταύτης διατάξεως του ευσεβεστάτου βασιλέως και του θεοπροβλήτου Αρχιερέως η γενεά όλη των Ιουδαίων συνηνώθη μετά των Χριστιανών επί τοσούτον, ώστε συνεχωνεύθη ολοτελώς και άπασα η βασιλεία των Ομηριτών εφωτίσθη βοηθεία του Θεού και χαρά μεγάλη και αγαλλίασις ήτο εις τας Εκκλησίας του Θεού πανταχού και ομόνοια. Ο δε βασιλεύς και ο ρχιεπίσκοπος διήγον εν αρετή δοξολογούντες καθ΄ εκάστην τον Κύριον με αγρυπνίας και άλλα έργα θεάρεστα· εξαιρέτως δε επεμελούντο την ελεημοσύνην υπέρ πάσας τας αρετάς, ως θεομίμητον, βοηθούντες τα ορφανά και τας χήρας και τους άλλους πένητας αφθονώτατα. Εξετάσας δε ο χριστιανικώτατος βασιλεύς όλας τας ψήφους και αποφάσεις, τας οποίας έγραψε, τας μεν δικαίας επεκύρωσε, τας δε αδίκους ηκύρωσε, όσας δηλαδή τυχόν εποίησεν αδίκως ένεκεν απροσεξίας ή διαβολής κακών ανθρώπων· κατά προσταγήν δε αυτού οι μεγιστάνες και οι άρχοντες τού έδωσαν εγγράφως ιδιοχείρους δηλώσεις, ότι δεν θέλουσιν αδικήσει πτωχόν τινα ουδέποτε, ούτε και να κρίνωσιν αδίκως ή να καταδικάσωσιν αδίκως ανεύθυνον ή δικαιώσωσιν υπεύθυνον. Επί πάσι δε τούτοις έγραψε διαφόρους νόμους και δόγματα και οι ταύτα παραβαίνοντες (τα του βασιλέως προστάγματα) ξίφει εφονεύοντο ή εβυθίζοντο εις την θάλασσαν. Εις ουδένα δε εχαρίζετο ούτε εις πτωχόν ούτε εις άρχοντα ίνα φυλάξη τον Νόμον του Κυρίου απαρασάλευτα· ουδέποτε δε εποίησέ τι εις ουδεμίαν υπόθεσιν χωρίς να επικαλεσθή την μεσιτείαν του Αγίου, να ερωτήση τον Κύριον· το δε παρά του Κυρίου προσταττόμενον εποίει κατά γράμμα. Όθεν όλα τα της βασιλείας έβαινον κατ΄ ευχήν και ουδέν απέβαινεν εναντίον, επειδή ούτος εποίει τα εις τον Θεόν αρέσκοντα. Βασιλεύσας λοιπόν ο αξιομακάριστος εκείνος βασιλεύς έτη τριάκοντα απεδήμησεν εις ουρανούς εν καλή μετανοία. Διότι ο Άγιος προεφήτευσε την ημέραν της μεταστάσεώς του και ητοιμάσθη ως έπρεπε, τελευτήσας οσιώτατα και ενταφιασθείς εν τιμή και ευλαβεία. Μετά ταύτα παρέλαβε το βασίλειον ο υιός αυτού ονόματι Έρδιδος, όστις υπετάσσετο και αυτός ομοίως, ως ο πατήρ του, εις τον Άγιον Γρηγέντιον, όστις εποίμανε το ποίμνιον του Χριστού καλώς και θεαρέστως πολλά ποιήσας θαυμάσιά τε και τεράστια όχι μόνον όταν ευρίσκετο εις την ζωήν ταύτην, αλλά και μετά την οσίαν αυτού κοίμησιν γενομένην τη ιθ΄ (19) του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 552 μ.Χ. όχι πολύ ύστερον από την του βασιλέως κοίμησιν, ενταφιασθείς εις το κοιμητήριον της μεγάλης Εκκλησίας. Τοσούτοι δε Αρχιερείς, Ιερείς, Διάκονοι και Μοναχοί συνήχθησαν κατά τον ενταφιασμόν αυτού, ώστε δεν εχώρεσεν αυτούς η Μητρόπολις, εθρήνουν δε άπαντες πικρώς και ωδύροντο τοιούτου φιλανθρώπου Ποιμένος την στέρησιν, διότι εις όλους ήτο πατήρ φιλόστοργος και φιλότεκνος μεσιτεύων εις τον φιλάνθρωπον Θεόν, παρακαλών και δεόμενος συμπαθέστατα δια το ποίμνιον και δια της θεαρέστου ικεσίας αυτού συνεχώρει τα πταίσματα αυτών, ως ελεήμων και φιλάνθρωπος εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, Ω η δόξα και το κράτος, η τιμή και η προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2544
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Κ΄ (20η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΙΓΝΑΤΙΟΥ του Θεοφόρου, και Προεόρτια της κατά Σάρ

Δημοσίευση από silver »

Τη Κ΄ (20η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΙΓΝΑΤΙΟΥ του Θεοφόρου, και Προεόρτια της κατά Σάρκα Γεννήσεως του Κυρίου ημών ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

Ιγνάτιος ο θείος και θεοφόρος Πατήρ ημών ήτο Επίσκοπος εις την Αντιόχειαν κατά τον καιρόν του βασιλέως Τραϊανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 98-117. Τούτον λέγουσί τινες, ότι έλαβεν ο Δεσπότης Χριστός εις τας αγίας του χείρας, όταν ήτο ακόμη βρέφος μικρόν, και διδάσκων τον λαόν εις Ιεροσόλυμα, είπε προς αυτούς· «όστις ουν ταπεινώσει εαυτόν ως το παιδίον τούτο, ούτος εστίν ο μείζων εν τη Βασιλεία των ουρανών· και ος εάν δέξηται παιδίον τοιούτον εν επί τω ονόματί μου εμέ δέχεται» (Ματθ. ιη: 4-5). Ταύτα λέγων ο Δεσπότης Χριστός εφανέρωσε σαφέστατα την μέλλουσαν προκοπήν του παιδός, εις την Αποστολικήν διδασκαλίαν. Ούτος λοιπόν ο μακάριος Ιγνάτιος έγινε μαθητής του θείου Ευαγγελιστού Ιωάννου ομού με τον ιερόν Πολύκαρπον, όστις έγινεν Επίσκοπος Σμύρνης. Χειροτονηθείς δε ο θείος Ιγνάτιος Ιερεύς από τους ιερούς Αποστόλους, εψηφίσθη υπό τούτων και Αντιοχείας Επίσκοπος και εξεπαιδεύθη παρά των ιδίων εις πάσαν αρετήν εμπρέπουσαν εις τους Ιερείς· συνεκοπίασε δε και ούτος πολύ και εβασανίσθη να κηρύττη τον λόγον της Πίστεως και συνεκακοπάθησεν ως ζηλωτής των Αποστόλων, διδάσκων τα έθνη και τέλειος διάκονος των του Χριστού μυστηρίων αναφανείς. Τον καιρόν εκείνον, νικήσας ο Τραϊανός τους Τατάρους, εκενοδόξησε και εκίνησε και κατά των Χριστιανών πόλεμον αγριώτατον, δια να τους εξαναγκάση να προσκυνήσουν τους θεούς του, περί των οποίων ενόμιζεν ότι τον εβοήθησαν και ενίκησεν. Έστειλε λοιπόν εις όλας τας πόλεις γράμματα, ότι όσοι Χριστιανοί δεν θέλουσι να θυσιάσωσι, να τους παιδεύουν πρώτον δριμύτατα και κατόπιν να τους θανατώνουν ανηλεώς. Ήτο δε τότε ο Τραϊανός εις την Αντιόχειαν και ητοιμάζετο εις πόλεμον και κατά των Περσών· ανήγγειλαν δε τινες εις αυτόν δια τον Ιγνάτιον, ότι εδίδασκε τους ανθρώπους να προσκυνώσι Θεόν νεώτερον εσταυρωμένον και κακοθάνατον, να φυλάττωσι παρθενίαν και να μισώσι πάσαν τρυφήν και ευμάρειαν του βίου τούτου, το δε χειρότερον, να καταφρονούν τους θεούς και τα δόγματα των βασιλέων. Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς προσέταξε να φέρουν τον Άγιον εις το θέατρον, τούτου δε γενομένου λέγει προς αυτόν· «Συ είσαι ο Ιγνάτιος εκείνος, όστις καταφρονείς τα προστάγματά μας και διαστρέφεις με την διδαχήν σου την Αντιόχειαν, παρακινών τους ανθρώπους να σέβωνται τον Χριστόν και να καταφρονώσι τους θεούς, αναιδέστατε»; Του λέγει ο Άγιος· «Φευ, πως ονομάζεις θεούς τα άψυχα είδωλ; Εις είναι ο αληθής Θεός, ο Ιησούς Χριστός, ο μονογενής Υιός του Θεού και Πατρός, όστις όλον τον κόσμον εδημιούργησε και ο οποίος, εάν τον εγνώριζες, βασιλεύς, ήθελε στερεώσει τον θρόνον της βασιλείας σου και ήθελε λαμπρύνει το διάδημα της κεφαλής σου». Ακούσας ταύτα ο Τραϊανός λέγει προς τον Άγιον· «Ας αφήσωμεν την πολυλογίαν και προσκύνησον τους αθανάτους θεούς, να σε κάμω αρχιερέα του μεγάλου Διός, να σε ονομάσω πατέρα της βουλής και να σε τιμούν άπαντες». Λέγει ο Άγιος· «Θαυμαστή σου η επαγγελία και μεγαλόδωρος. Αλλά ποίαν ανάγκην έχω εγώ τοιαύτης τιμής, εφ΄ όσον είμαι Ιερεύς του Θεού του υψίστου και προσφέρω εις Αυτόν καθ΄ εκάστην θυσίαν αινέσεως; Είμαι δε έτοιμος να θυσιάσω δι΄ Αυτόν και τον εαυτόν μου ακόμη, λαμβάνων δια την αγάπην του θάνατον, καθώς αυτός ο αθάνατος εκουσίως έπαθε δι΄ εμέ. Λοιπόν καν εις θηρία με παραδώσης καν εις ξίφος, ή εις τον σταυρόν με προσηλώσης, ή εις άλλον πικρότερον θάνατον, ποτέ δεν θέλω προσκυνήσει τους δαίμονας, ουδέ θάνατον φοβούμαι ποσώς, ούτε ποθώ πράγματα πρόσκαιρα· αλλά μόνον τα μέλλοντα ως μένοντα επιποθώ, και αυτά μόνον ορέγομαι· όλη μου δε η σπουδή είναι να υπάγω προς τον ποθούμενον Χριστόν με πικρόν και επώδυνον θάνατον, επειδή και αυτός απέθανε δι΄ αγάπην μου». Τότε η σύγκλητος όλη είπε προς αυτόν δι΄ εμπαιγμόν· «Τι λέγεις; Ομολογείς και συ μεθ΄ ημών ότι ο Θεός σου απέθανε; Αφού λοιπόν αυτός έλαβεν επονείδιστον και κατησχυμμένον θάνατον, πως ημπορεί να ωφελήση τους δούλους του»; Πλήρης τότε πίστεως θερμοτάτης και Πνεύματος Αγίου ο θείος Ιγνάτιος απεκρίνατο· «Ο Ιησούς Χριστός ο Θεός μου και Κύριος, πρώτον μεν έγινεν άνθρωπος, και δια την σωτηρίαν ημών υπέμεινεν εκουσίως σταυρόν και θάνατον· αλλά την τρίτην ημέραν ανέστη, καταλύσας του διαβόλου την δύναμιν, και συναναστήσας ημάς από το πτώμα της αμαρτίας και αναβάς θεοπρεπώς εις τους ουρανούς (από τους οποίους κατέβη το πρότερον) συνανύψωσε και ημάς και μας εχάρισεν αγαθά περισσότερα. Οι ιδικοί σας όμως θεοί, ως κακούργοι και πονηροί, δεν δύνανται να σας δώσουν κανέν καλόν· μάλιστα δε σας έδωσαν πολλά βλαβερά και επιζήμια πράγματα· επειδή αυτοί δεν είναι θεοί, αλλά φθορείς και αμαρτωλοί άνθρωποι, οίτινες διήλθον την ζωήν των αισχρώς και ατίμως, και ως αίτιοι πολλών θανάτων παρεδόθησαν εις αθάνατον θάνατον. Καθώς εις τας βίβλους σας φαίνεται, ο μεν πρώτος από τους θεούς σας, κατά την πλάνην σας, ο και μεγαλύτερος νομιζόμενος, απέθανε εις την Κρήτην, και τον ενεταφίασαν εις εν όρος πλησίον του μεγάλου Κάστρου, το οποίον όρος έως την σήμερον δια τον τάφον αυτού ονομάζεται του Διός. Ο δε Ασκληπιός από αστραπήν κατακαυθείς εξέψυξε. Της Αφροδίτης ο τάφος εις την Πάφον έως την σήμερον φαίνεται και ο Ηρακλής υπό πυρός κατεκάη, ούτω δε και οι λοιποί διαφόρως ως φθορείς κκοί καώς απωλέσθησαν». Ταύτα του Θεοφόρου Ιγνατίου διηγουμένου, ο βασιλεύς και η σύγκλητος εφοβήθησαν μήπως εξελεγχθή η πλάνη αυτών περισσότερον, βεβαιωθή δε το σέβας του Χριστού. Όθεν προστάσσουν να τον φυλακίσουν έως της επομένης εξετάσεως. Καθ΄ όλην δε την νύκτα ο βασιλεύς διελογίζετο κατά ποίον τρόπον να λυτρωθή από τον Ιγνάτιον, δια να μη προσελκύση και άλλους Έλληνας εις την ιδικήν του Πίστιν ως λόγιος. Αποφασίζει όθεν να τον δώση εις τα θηρία να τον φ΄γωσι, δια να λάβουν από τούτον και άλλοι παράδειγμα. Την πρωϊαν ανεκοίνωσε την απόφασίν του ταύτην εις την σύγκλητον και όλοι επήνεσαν την βουλήν του βασιλέως, εζήτησαν όμως όπως αποσταλή εις την Ρώμην δεδεμένος και να τον ρίψουν βοράν εις τα εκεί θηρία, δια δύο αιτίας. Πρώτον μεν δια μα μη τον θανατώσουν εκεί εις την Αντιόχειαν και τον δοξάζουν οι φίλοι του, έχοντες τα οστά του εις αγιασμόν κατά την τάξιν και συνήθειαν αυτών. Δεύτερον δε δια να λάβη από την τοσαύτην οδοιπορίαν ταλαιπωρίαν και κακοπάθειαν, έτι δε να θνατωθή εις ξένην γην ως κακούργος και να μη αξιωθή επιμελείας τινός, ούτε και μετά την τελείωσιν μικράς ενθυμήσεως. Εξέβαλον λοιπόν αυτόν από την φυλακήν και πρώτον μεν εδοκίμασε πάλιν ο βασιλεύς με επαγγελίας αγαθών, με δωρεάς και χαρίσματα και με απειλάς τιμωριών και κολάσεων να μεταστρέψη την γνώμην του. Μη δυνάμενος όμως να σαλεύση ποσώς τον πύργον της ομολογίας του, έγραψεν ως άνωθεν την τελευταίαν απόφασιν. Δέσαντες λοιπόν αυτόν και με άλλας ακόμη αλύσεις, τον παρέδωκεν ο Τραϊανός εις εν στρατιωτικόν τάγμα, με την εντολήν να τον υπάγουν εις το θέατρον της Ρώμης, και όταν θα είχον μεγάλην πανήγυριν και θα ήτο λαός πολύς συνηγμένος εις αυτό, να τον ρίψουν εις τα άγρια θηρία, ούτως ώστε ενώπιον πάντων να τον σπαράξωσι. Ταύτα προστάξας δια τον Άγιον Ιγνάτιον ο βασιλεύς, ανεχώρησεν εκείθεν εκστρατεύσας κατά της Περσίδος. Λαβών ο θείος Ιγνάτιος την τελευταίαν εκείνην απόφασιν, ηυχαρίστει μεγαλοφώνως τον Κύριον και κάμνων προσευχήν παρεκάλεσε δια την Εκκλησίαν και παρέδωκεν εις τον Θεόν την ποίμνην του μετά δακρύων δεόμενος να τους περισκέπη και να τους διαφυλάττη έως τέλους εις την ευσέβειαν· έπειτα ηκολούθει τους στρατιώτας αγαλλιώμενος. Φθάσαντες δε εις την Σελεύκειαν εισήλθον εις πλοίον και διερχόμενοι από την Σμύρνην εχαιρέτησε τον ιερόν Πολύκαρπον και τους λοιπούς Επισκόπους και Ιερείς, οίτινες συνήχθησαν από πάσαν Εκκλησίαν της Ασίας, με τον σκοπόν να τον ίδουν και να απολαύσουν της γλυκυτάτης διδασκαλίας του, ασπαζόμενος δε άπαντας, τους παρήγγειλε να εύχωνται δι΄ αυτόν, όπως μη εμποδισθή ο δρόμος της αθλήσεώς του, αλλά να αξιωθή να τον φάγουν τα θηρία, δια να υπάγη ταχέως προς τον ποθούμενον. Ταύτα είπεν ο πάνσοφος, δια να γνωρίσουν τον πόθον τον οποίον είχε να λάβη τον θάνατον, να μη πικραίνωνται, διότι τους έβλεπεν ότι ήσαν περίλυποι και εφοβείτο μη στασιάσουν και τον αρπάσουν από τους στρατιώτας, εμποδίσουν δε ούτω την ποθουμένην οδοιπορίαν του· το αυτό εφοβείτο να μη κάμουν και εις την Ρώμην οι ευσεβείς. Όθεν προέλαβε και έστειλε και εις εκείνους επιστολήν. Αφού δε έστειλε την επιστολήν τον επήραν οι στρατιώται και επήγαιναν δια ξηράς, διαβαίνοντες πεζή από την Τρωάδα, Νεάπολιν, Φιλίππους, Μακεδονίαν και άλλας χώρας, εις τας οποίας εδίδασκε τον λόγον του Θεού, στηρίζων τους Επισκόπους και τους Πρεσβυτέρους, νουθετών τους νεωτέρους και πάντας διασφαλίζων εις την ευσέβειαν. Διαπλεύσας λοιπόν ο Άγιος το Ανδριατικόν και Τυρρηνικόν πέλαγος έφθασεν εις την Ρώμην και παρεδόθη υπό των στρατιωτών εις τον έπαρχον της πόλεως, όστις ιδών τα γράμματα του βασιλέως, εφυλάκισεν επιμελώς τον Άγιον. Όταν δε είχον μεγάλην πανήγυριν, κατά την οποίαν ήσαν συνηγμένοι όλοι της πόλεως, όχι μόνον δια την εορτήν, αλλά και δια να ίδωσι τον Άγιον, διότι πανταχού περιέτρεχε η φήμη, ότι έφεραν τον Αρχιεπίσκοπον Αντιοχείας να τον φάγωσι τα θηρία και δι΄ αυτό είχον συναχθή λαός αναρίθμητος να τον ίδουν, τότε φέροντες αυτόν οι στρατιώται, παρέστησαν εις το θέατρον. Στραφείς δε ο Άγιος προς το πλήθος του λαού είπε προς αυτούς με γενναίον και άτρεπτον φρόνημα· «Ω άνδρες Ρωμαίοι και θεαταί του αγώνος μου, να γνωρίζετε, ότι δεν έπραξα καμμίαν κακουργίαν, αλλ΄ ούτε και εις τίποτα έπταισα, δια να είμαι άξιος θανάτου· λαμβάνω όμως τούτον σήμερον εκουσίως χαίρων και αγαλλόμενος, δια να επιτύχω τον αληθή Θεόν, τον οποίον διψώ και επιποθώ να απολαύσω. Επειδή δε είμαι σίτος αυτού, αλέθομαι από τους οδόντας των θηρίων, δια να γίνω άρτος καθαρός και άμωμος». Ταύτα ειπόντος του Αγίου, αφήκαν τους λέοντας και τον κατέφαγον όλον, καθώς αυτός επόθει και παρεκάλεσεν. Αφήκαν μόνον τα μεγαλύτερα οστά, τα οποία, αφού διελύθη το θέατρον και ανεχώρησαν οι άνθρωποι, λαβόντες οι Χριστιανοί ενεταφίασαν εντίμως και ευλαβώς εις τόπον επίσημον τη εικοστή του Δεκεμβρίου μηνός, περί το έτος 113, ύστερον δε πάλιν μετά καιρόν, τα επήγαν εις Αντιόχειαν. Λέγεται δε ότι μετά την αγίαν αυτού τελείωσιν έκλαιον οι πιστοί εις την στέρησιν αυτού και εθρήνουν απαρηγόρητα, σχολάζοντες εις τον τάφον του, αγρυπνούντες και υμνούντες αυτόν ακατάπαυστα. Ο δε Άγιος εφάνη εις αυτούς εν οράματι και ασπασάμενος αυτούς τους παρηγόρησε, λέγων να μη θρηνώσιν, αλλά μάλλον να χαίρωνται· ούτω δε κατεπράϋνε την οδύνην των. Άλλοι πάλιν τον είδον ιδρωμένον καθώς ήτο κατά τον αγώνα της αθλήσεως, να προσεύχεται δια την σωτηρίαν της πόλεως και δια τους Χριστιανούς άπαντας. Τοιούτος ήτο ο δια Χριστόν θείος έρως του Θεοφόρου Πατρός ημών Ιγνατίου, ως και οι δια τον Χριστόν αγώνες και το τέλος αυτού. Μαρτυρεί δε και ο Ειρηναίος ο Επίσκοπος Λουγδούνων, άνθρωπος πιστός και αξιόλογος, όστις τον ευφημίζει πολλά εις τα συγγράμματά του. Έτι δε και ο Ιερομάρτυς Επίσκοπος Σμύρνης Άγιος Πολύκαρπος εις μίαν Επιστολήν του γράφει ταύτα· «Παρακαλώ σας, αδελφοί, να έχετε υπακοήν και υπομονήν, καθώς είδετε εις τον μακάριον Ιγνάτιον και εις άλλους πολλούς, ως και εις αυτόν τον διδάσκαλον Παύλον και τους λοιπούς, οίτινες επίστευσαν· και δεν ηγωνίσθησαν μάταια, αλλά εις την πίστιν και δικαιοσύνην του Θεού εκοπίασαν, δεν ηγάπησαν δε τούτον τον απατεώνα κόσμον, αλλά τον Δεσπότην Χριστόν, με τον οποίον συνέπαθον. Όθεν και παρ΄ αυτού εδοξάσθησαν». Ούτω λοιπόν ο θείος Ιγνάτιος επιθυμήσας να γίνουν τα θηρία τάφος του, κατώκησε μάλιστα εις τας ψυχάς των φιλοθέων ανδρών και όλοι τον είχον εις μεγάλην ευλάβειαν. Έτι δε και ο βασιλεύς Τραϊανός ακούων μετά ταύτα τας αρετάς του Θεοφόρου Ιγνατίου και ότι γενναίως υπέμεινε το Μαρτύριον, με ιλαρόν και πασίχαρον πρόσωπον, ευχαριστών αυτόν διότι του έδωκε τοιαύτην ψήφον, να γίνη βορά των θηρίων, ηυλαβήθη πολύ όχι μόνον τον Ιγνάτιον, αλλά και πάντας τους Χριστιανούς, διότι εγκρατεύοντο από πάσαν πράξιν αισχράν, ενήστευον, προσηύχοντο όλην την νύκτα και άλλας αρετάς ετελούσαν οι αξιέπαινοι· ένεκα των οποίων μετενόησε δι΄ όλας τας προλαβούσας πράξεις του και έγραψε νόμον, να μη φονεύση πλέον Χριστιανόν κανείς από τους ηγεμόνας και άρχοντας αυτού. Όθεν όχι μόνον ζων ήτο ωφέλιμος εις τους Χριστιανούς ο θείος Ιγνάτιος, αλλά και μετά την τελευτήν αυτού έγινε καύχημα της εν Χριστώ ημών Πίστεως, ως ευσεβείας επίδοσις, τεθλιμμένων παράκλησις και προσκαίρου ζωής καταφρόνησις, εγκράτεια των βλαβερών, βίου καθαρότης και σφαλμάτων διόρθωσις, Χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ΄ ου δόξα τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2544
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΑ΄ (21η) Δεκεμβρίου, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΙΟΥΛΙΑΝΗΣ.

Δημοσίευση από silver »


Ιουλιανή η ένδοξος Μάρτυς του Κυρίου ήτο από την Νικομήδειαν και έζη κατά τους χρόνους του δυσσεβούς βασιλέως Μαξιμιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 286- 305. Ήτο δε αύτη από γένος επιφανές και έκλαμπρον, ωραία την όψιν και τον τρόπον επαινετή και φιλάρετος, επάνω δε εις τας άλλας της αρετάς είχε και την ευσέβειαν, η οποία είναι το θαυμασιώτερον, διότι ο πατήρ αυτής και οι λοιποί συγγενείς της ήσαν Έλληνες ειδωλολάτραι, η δε μήτηρ της ούτε τα είδωλα εσέβετο, ούτε τον Χριστόν, αλλά ίστατο αμφίβολος. Επί πλέον ο πατήρ της Ιουλιανής εμίσει πολύ τους Χριστιανούς και τους εμάχετο σφόδρα. Αλλά η πάνσεμνος Ιουλιανή, ως γνωστική όπου ήτο εκ φύσεως, βλέπουσα την γην, τον ουρανόν, τον αέρα, την θάλασσαν και τα λοιπά του Κτίστου ποιήματα, εζήτει τον τούτων Δημιουργόν, έχουσα τον Παύλον διδάσκαλον και δια μέσου των κτισμάτων ηννόησε τον Ποιητήν η αοίδιμος· και έλεγε καθ΄ εαυτήν τοιαύτα ως πάνσοφος· «Εάν είναι εις μόνον Θεός αληθέστατος, αυτόν πρέπει να προσκυνώ και να σέβωμαι, τα δε είδωλα ως απολείας αίτια να βδελύσσωμαι». Ταύτα έλεγε, και τα έργα εις τους λόγους επηκολούθησαν· όθεν καταφρονούσα τας φροντίδας πάσας του σώματος, μόνον τα ψυχικά επόθει και καθ΄ εκάστην ανεγίνωσκε τας θείας Γραφάς, προσηύχετο και ει τι άλλο θεάρεστον εγνώριζε, το εποίει προθύμως. Ήτο δε τότε εις την Νικομήδειαν άρχων τις ονόματι Ελεύσιος, φίλος μέγας του βασιλέως και των δαιμόνων λάτρης επιμελέστατος, με τον οποίον είχον αρραβωνίσει οι γονείς της την Ιουλιανήν και εκείνος εβιάζετο να τελέσουν τους γάμους, μη γνωρίζων την γνώμην της· η δε Αγία του διεμήνυσε να μη έχη ελπίδα τινά εις αυτήν, ότι θα την λάβη γυναίκα του, εάν δεν γίνη πρότερον έπαρχος της πόλεως. Ταύτα μεν είπε, δια να εύρη πρόφασιν να εμποδίση τους γάμους, εάν δεν λάβη την αξίαν. Εάν δε πάλιν και γίνη έπαρχος, να του προβάλη και άλλην αξίωσιν, καθώς κατωτέρω φαίνεται σαφέστερον. Ο δε Ελεύσιος, επειδή ήτο εις την αγάπην αυτής αιχμάλωτος, έκαμεν ό,τι ηδύνατο και ηγόρασε την επαρχίαν με χρυσίον πολύ. Έπειτα της έστειλε μήνυμα, ότι έγινεν ο νυμφίος αυτής εις την αξίαν λαμπρότερος. Η δε πάλιν αντέγραψεν εις αυτόν λέγουσα· «Εάν δεν προσκυνήσης τον Θεόν και Δεσπότην μου, ζήτησε να εύρης άλλην ομόζυγον· διότι τούτο μόνον θέλω δια προίκα και νυμφικά μου χαρίσματα» . Ταύτα ακούσας εθυμώθη πολύ ο Ελεύσιος, και το ανήγγειλεν εις τον πατέρα της, τον οποίον μάλιστα και ηπείλησεν ότι θα κακοποιήση, εάν δεν την εξαναγκάση να ικανοποιήση τον πόθον του. Μαθών ταύτα ο πατήρ της Ιουλιανής ελυπήθη και έδραμεν ευθύς εις τον οίκον του, δεν έδειξεν όμως αμέσως τον θυμόν του, αλλά εδοκίμασε πρότερον με κολακείας να διαστρέψη την Άγίαν και της λέγει· «Ειπέ μου, γλυκυτάτη μου θυγατέρα και φως των οφθαλμών μου, διατί δεν θέλεις να γίνη ο γάμος και καταφρονείς τον έπαρχον»; Η δε απεκρίνατο· «Εάν δεν γίνη πρότερον κοινωνός εις την δόξαν μου ο Ελεύσιος, δεν είναι πρέπον να τον λάβω σύζυγον· διότι πως είναι δυνατόν να ενωθώσι τα σώματά μας, αι δε ψυχαί μας να μάχωνται»; Ταύτα εθύμωσαν τον πατέρα της και της λέγει οργιζόμενος· «Εμωράνθης, ανόητη, και ποθείς να λάβης μύρια κολαστήρια; Σε διαβεβαιώ όμως ενώπιον των μεγάλων θεών Απόλλωνός τε και Αρτέμιδος, ότι θέλω δώσει το σώμα σου να το φάγουν οι κύνες και τα άγρια θηρία». Απάντησεν η Μάρτυς· «Μη αμελήσης, αλλά σύναξε όσα θηρία θέλεις και δος μου όσους θανάτους δυνηθής, διότι πολλήν ωφέλειαν θέλω λάβει, εάν πολλάκις αποθάνω δια τον Χριστόν μου και πολλάς αμοιβάς θέλω απολαύσει εις τον Παράδεισον». Τότε πάλιν ο δεινός εκείνος και άσπλαγχνος εδοκίμασε με κολακείας αλλά και άλλας απειλάς κολαστηρίων να την φέρη εις την γνώμην του, όμως δεν ηδυνήθη, διότι αυτή τον απέκοψεν από τον λόγον του λέγουσα· «Μήπως είσαι και συ ως τους θεούς σου αναίσθητος, και έχων ώτα δεν ακούεις τους λόγους μου; Εγώ σου είπα και σε εβεβαίωσα, ότι εάν δεν προσκυνήση τον Χριστόν, δεν συγκοινωνώ ποτέ με τον Ελεύσιον». Βλέπων ο πατήρ της Αγίας ότι με τους λόγους μόνον δεν κατορθώνει τίποτε, έκλεισεν αυτήν εις σκοτεινήν φυλακήν, κατά δε την νύκτα την ερωτούσαν και πάλιν εάν μετέβαλε γνώμην. Αλλ΄ αυτή απεκρίνατο στερεώτερα λέγουσα· «Δεν προσκυνώ γλυπτά και αναίσθητα ξόανα, αλλά μόνον τον Χριστόν μου, τον αληθή Θεόν προσκυνώ και σέβομαι». Τότε θυμωθείς ο πατήρ της αφήκε τους λόγους και ερχόμενος εις τα έργα έδειρε την Αγίαν όχι ως πατήρ, αλλά ως εχθρός και επίβουλος, ανηλεώς πολύ και ασπλάγχνως, έπειτα δε την παρέδωκεν εις τον μνηστήρα της, να την κάμη ως βούλεται. Λαβών εκείνος εις την εξουσίαν του την Αγίαν και βλέπων το τόσον κάλλος αυτής και την ωραιότητα την άφθαστον, κατεπραϋνθη εκ της επιθυμίας η οργή και η μανία αυτού και λησμονήσας τον θυμόν, τον οποίον είχε κατ΄ αυτής πρότερον, λέγει προς αυτήν με πολλήν ημερότητα· «Ποίησον το θέλημά μου, γλυκυτάτη μου νύμφη, και συμφώνησον να γίνης ομόζυγός μου ίνα λυτρωθής από τα κολαστήρια και εάν δεν θέλης να προσκυνήσης τους θεούς, ημείς εις τούτο δεν σε βιάζομεν· αρκεί μόνον να κάμωμεν τον γάμον». Η δε απεκρίνατο· «Ούτε κανένας λόγος, ούτε βάσανος, ούτε αυτός ο κίνδυνος του θανάτου θέλει με πείσει να συζευχθώ μετά σου, εάν δεν λάβης το θείον Βάπτισμα και δεν γίνης ως και εγώ Χριστιανός τέλειος». Ακούων τους λόγους τούτους της Μάρτυρος και φλεγόμενος εισέτι υπό της επιθυμίας, λέγει προς αυτήν ο έπαρχος με πραότητα· «Επ΄ αληθείας, φιλτάτη μου κόρη και πολυπόθητος, θα εδεχόμην να σου κάμω και τούτο το θέλημα δια την προς σε αγάπην μου, εάνδεν εκινδύνευεν η ζωή μου· διότι, εάν κάμω τοιούτον πράγμα, ευθύς ως το μάθη ο βασιλεύς όχι μόνον την επαρχίαν θέλει μού αφαιρέσει, αλλά θέλει μού δώσει και πικρότατον θάνατον». Απεκρίθη η Αγία· «Εάν συ φοβείσαι τον θνητόν και πρόσκαιρον βασιλέα, όστις δεν δύναται να σου εγγίση εις την ψυχήν, ειμή μόνον να παιδεύση το σώμα σου, πως εγώ να μη φοβηθώ τον αθάνατον και ουράνιον, τον Δεσπότην πάντων των βασιλέων, Όστις εξουσιάζει πάσαν πνοήν και ζωήν; Πως εγώ να καταφρονήσω τοιούτον Βασιλέα και να λάβω τον αντίδικον αυτού άνδρα; Εάν είχες συ δούλον τινά ηγαπημένον και έκαμνε γάμον με τους εχθρούς σου, δεν θα εσκανδαλίζεσο εναντίον του και δεν θα τον εμισούσες ως επίβουλον; Μη πλανάσαι λοιπόν και μη έχης καμμίαν ελπίδα εις εμέ. Μη χάνης τον καιρόν σου με το να με δοκιμάζης με κολακείας και απειλάς. Αλλά εάν θέλης, πρόσελθε συ εις τον Θεόν μου και πίστευσον, ή άλλως σφάξον με, καύσον με εις το πυρ, μάστιζε και κατάκοπτε τας σάρκας μου, βάλε θηρία να με σπαράξωσι και μηχανεύσου να μου δώσης τα δεινότερα κολαστήρια εξ όσων δύνασαι, διότι εγώ σε εμίσησα και νομίζω την μετά σου κοινωνίαν τάφον και θάνατον». Ταύτα ακούσας ο υπό του πυρός της επιθυμίας φλογιζόμενος έπαρχος εξεκαύθη υπό άλλου πυρός, του θυμού, έτι περισσότερον και έγινεν ως θηρίον ανήμερον, καθώς ο καταφρονηθείς έρως το έχει συνήθειαν. Προστάσσει όθεν να τανύσουν την Αγίαν με λωρία τέσσαρες άνδρες, άλλοι δε να την δέρουν ανηλεώς εις όλον το σώμα με ξηρά βούνευρα, έως να κουρασθώσιν οι μαστιγούντες. Τούτου γενομένου, αυτοί μεν απέκαμον δέροντες, η δε μακαρία εκείνη κόρη εστερεούτο έτι περισσότερον εις την γνώμην της και δεν εφοβήθη τας μάστιγας, ούτε ποσώς εδειλίασεν. Ο δε Ελεύσιος εκέλευσε να την αφήσουν, και της λέγει· «Αυτά, Ιουλιανή, είναι τα προοίμνια των βασάνων, τα οποία μέλλεις να λάβης, από ταύτα δε εννόησον και τα επίλοιπα, τα οποία σε αναμένουν, εάν έως τέλους απειθήσης, και τότε θέλεις μετανοήσει, αλλ΄ ανωφελώς». Η δε απεκρίνατο· «Ποίησον ει τι θέλεις, αναίσθητε και ανόητε, διότι καλλίτερον έχω να πάθω όλα του κόσμου τα βασανιστήρια, παρά να συγκοινωνήσω μετά σου». Τότε την εκρέμασαν από τας τρίχας της κεφαλής όλην την ημέραν, έως ου ανεσπάσθη το δέρμα της όλον και ανέβησαν αι οφρύες αυτής υπεράνω του μετώπου, τόσον ώστε έμεινεν ελεεινόν θέαμα· αλλά και πάλιν την παρεκάλει ο έπαρχος (καθώς ο έρως τον εξωθούσε) με διάφορα κολακεύματα. Βλέπων όμως ότι εκοπίαζε ματαίως και ανωφελώς, την εβασάνισε πάλιν χειρότερα, και πυρώσας σίδηρα, έβαλεν εν εις τας μασχάλας, άλλο εις τα πλευρά της και έτερον εις τους μηρούς της, δέσαντες δε εις τας σάρκας της τα πυρωμένα εκείνα σίδηρα, την έρριψαν εις την φυλακήν ανεπιμέλητον, ένθα οδυνωμένη σφοδρώς από την ανύποιστον εκείνην βάσανον, έκειτο εις την γην και προσηύχετο ταύτα λέγουσα· «Κύριέ μου Θεέ παντοκράτορ και παντοδύναμε, καθώς ελύτρωσες τον Προφήτην Δανιήλ, τους Αγίους Τρεις Παίδας και Θέκλαν την Πρωτομάρτυρα από το πυρ και τα θηρία και από πάσαν άλλην βάσανον, αυτός και τώρα παραστάσου και εις εμέ και λύτρωσόν με από τα πάνδεινα ταύτα κολαστήρια και από τον πολεμούντα με, Βασιλεύ αήττητε». Ταύτα προσευξαμένης της Αγίας εφάνη προς αυτήν με μορφήν Αγγέλου ο διάβολος, λέγων· «Πολλά δεινά κολαστήρια έχει κατασκευασμένα δια σε ο έπαρχος, τα οποία δεν δύνασαι να υποφέρης. Λοιπόν όταν σε εκβάλωσιν απ΄ εδώ, ύπαγε εις τους βωμούς και θυσίασον». Ερωτήσασα δε αυτόν η Μάρτυς τις ήτο, απεκρίνατο· «Άγγελος είμαι του Θεού και με απέστειλε να σου είπω να κάμης τον λόγον του τυράννου, δια να μη αφανισθή κακώς το σώμα σου, ο δε Θεός είναι φιλάνθρωπος και θέλει σε συγχωρήσει δια την της σαρκός ασθένειαν». Η δε Μάρτυς εθαύμασε, Αγγέλου μεν μορφήν βλέπουσα, συμβουλήν δε δαίμονος ακούουσα. Όθεν βαθέως στενάξασα εδάκρυσε λέγουσα· «Κύριε και ποιητά των απάντων, τον οποίον υμνούσιν οι Άγγελοι και φρίττουσιν οι σκοτεινοί δαίμονες, μη με καταφρονήσης και με απατήση ο πονηρός διάβολος, αλλά δείξον μοι τις είναι ούτος, όστις με συμβουλεύει τοιαύτα, και προσποιείται ότι είναι δούλος και υπηρέτης σου». Ταύτα ειπούσα, ευθύς επήκουσεν ο επικαλούμενος και φωνή ουρανόθεν ηκούσθη λέγουσα· «Έχε θάρρος, Ιουλιανή, ότι εγώ είμαι μετά σου, και σου δίδω δύναμιν να νικήσης τον πειράζοντα, όστις θέλει σου ομολογήσει και την αλήθειαν». Με την φωνήν και το θαύμα ηκολούθησε πάραυτα, και της μεν Αγίας τα δεσμά ελύθησαν, ο σίδηρος των μηρών εξέπεσεν, ο δε φαινόμενος δαίμων εδέθη με τρόπον θαυμάσιον, τον οποίον επιλαβομένη ανδρείως η Μάρτυς εξήταζεν αυτόν ως δούλον κάκιστον, να είπη τις ήτο, διατί ήλθε και τις τον έστειλεν, ο δε δαίμων, υπό αοράτου δυνάμεως μαστιγούμενος, εφανέρωσεν ευθύς ο φιλοψευδής την αλήθειαν, ειπών ότι ήτο εις εκ των πρώτων δαιμόνων και εστάλη υπό του πατρός αυτού σατανά να την πλανήση, διότι και αυτή τον κατεπλήγωσε με τους ανδρείους αγώνας της. Εις το τέλος δε είπε και ταύτα ο αλιτήριος· «Εγώ την Εύαν ηπάτησα· τον Κάϊν αδελφοκτόνον απέδειξα· τον Ηρώδην βρεφοκτόνον κατέστησα, τον Ιούδαν προδότην και φονευτήν εαυτού κατήντησα· τους Ισραηλίτας ειδωλολάτρας εποίησα και τον σοφόν Σολομώντα εμώρανα και παίγνιον έρωτος κατέστησα». Ταύτα η Μάρτυς ακούσασα, έπτυσεν αυτόν, τον δε Θεόν εδόξασεν, ευχαριστούσα ότι την ελύτρωσεν από τας κακουργίας εκείνου και όλας τας πληγάς αυτής εθεράπευσε. Τη επαύριον έστειλεν ανθρώπους ο έπαρχος να την φέρουν (εάν έζη ακόμη) εις το κριτήριον. Η δε Μάρτυς Ιουλιανή απήλθε χαίρουσα, ηκολούθει δε αυτήν και ο δαίμων αοράτως συρόμενος. Ο δε άρχων ιδών αυτήν όλως υγιά και τεθεραπευμένην, εξίστατο λέγων· «Ειπέ μας πότε και ποίος σου έμαθε τας μαντείας και τελείς τοιαύτα τερατουργήματα»; Απεκρίθη η Μάρτυς· «Αυτό δεν έγινεν από τέχνην ανθρωπίνην, αλλά από θείαν και άρρητον δύναμιν, ήτις κατήσχυνε και σε και τον σατανάν τον πατέρα σου, εμέ δε ανωτέραν της ιδικής σου και της εκείνου κακοτεχνίας απέδειξε· και ούτως εδώ μεν ο Χριστός την δύναμίν σας παντελώς εξενεύρισεν, εκεί δε σας έχει ητοιμασμένον πυρ φοβερόν και τάρταρον χαλεπόν, σκότος και σκώληκα και έτερα δεινά κολαστήρια». Ο δε έπαρχος ακούσας το πυρ, πυρ κατά της Αγίας ηυτρέπιζε πρόσκαιρον· και εκκαύσας κάμινον δυνατά με ξύλα και ετέραν εύκαυστον ύλην, έρριψαν εντός αυτής την αήττητον Μάρτυρα· ευθύς δε ως ερρίφθη εκείνη η μακαρία εις την κάμινον ύψωσε τα βλέμματα προς τον Θεόν και εδάκρυσεν, αι δε μικραί σταγόνες των δακρύων αυτής το πυρ εκείνο το φοβερόν και άμετρον έσβεσαν, ως να ήσαν αύται ποταμός μέγας και ακατάπαυστος. Βλέποντες ο λαός των Νικομηδέων, άνδρες τον αριθμόν πεντακόσιοι, τοιούτον φρικτόν θαυμάσιον, με μίαν φωνήν και γνώμην εβόησαν· «Εις είναι ο Θεός, ο Θεός της Μάρτυρος Ιουλιανής, τον οποίον και ημείς σεβόμεθα, καν με πυρ ή με ξίφος μάς θανατώσης». Τούτους προσέταξεν ο έπαρχος και απεκεφάλισαν άπαντας, έτι δε και γυναίκας εκατόν και τριάκοντα, αι οποίαι ομοίως τον Χριστόν Θεόν αληθή ωμολόγησαν· έπειτα βράζων από τον θυμόν του ο έπαρχος, έβαλε την Αγίαν εις λέβητα γεμάτον βρασμένον μόλυβδον. Η δε θεία Χάρις αυτήν μεν εφύλαξεν αβλαβή, τον δε μόλυβδον περιέχυσεν εις τα πρόσωπα των στρατιωτών με τρόπον θαυμάσιον, και όλους τους περιεστώτας εκύκλωσε παραδόξως ως η χαλδαϊκή κάμινος, και δικαίως τους αδίκους η θεία δίκη ενέπρησε και ως κακούς κακώς εθανάτωσεν. Ιδών δε τους δημίους αναλωθέντας δεινώς ο δεινός και δείλαιος εδαιμονίσθη από τον θυμόν, και ξεσχίζων τα ενδύματά του εβλασφήμει τους ανισχύρους και αναισθήτους θεούς ο τούτων αναισθητότερος, βλέπων ότι δεν ηδύνατο να νικήση μίαν τρυφεράν κορασίδα ασθενή και αδύνατον. Συλλογιζόμενος λοιπόν καθ΄ εαυτόν ο τύραννος, ότι και εάν της δώση και έτερα κολαστήρια, δεν την νικά, αλλά μάλιστα θέλουν πιστεύσει και άλλοι εις τον Χριστόν, και θέλει ζημιωθή και χλευασθή περισσότερον, έδωκε κατ΄ αυτής την τελευταίαν απόφασιν, να την αποκεφαλίσωσιν. Η δε καλλίνικος Ιουλιανή επορεύετο προς τον θάνατον χαίρουσα, με ηδονήν και αγαλλίασιν άμετρον, ότι ελυτρώνετο από τα λυπηρά του παρόντος ματαίου βίου και απήρχετο εις τα χαρμόσυνα και πανευφρόσυνα κάλλη του Παραδείσου. Εδίδασκε δε τους ακολουθούντας να προτιμούν την αγάπην του Χριστού από όλα τα πράγματα, και να είναι έτοιμοι να υπομείνουν όλα τα κολαστήρια και αυτόν ακόμη τον πανώδυνον θάνατον, ίνα αυτόν κερδήσωσι. Ταύτα δε λέγουσα, εσφράγισε και με τα έργα βεβαιότερα τα λεγόμενα, και φθάνουσα εις τον τόπον της καταδίκης, πρώτον μεν προσηυχήθη, έπειτα δε έκλινε τον αυχένα της προς τον δήμιον, χωρίς να δείξη σημείον λύπης ή σκυθρωπότητά τινα, αλλά με χαράν και ευφροσύνην και ούτως έκοψαν την τιμίαν αυτής κεφαλήν, την νικηφόρον και πολύαθλον. Γυνή δε τις Ρωμαία, Σοφία ονόματι, πλουσία και ένδοξος, έτυχεν εκεί εις την Νικομήδειαν δια τινα αναγκαίαν υπόθεσιν, και ιδούσα τα γενόμενα, επήρε το άγιον Λείψανον της Μάρτυρος και της έκτισεν εις την πατρίδα της Ναόν περικαλλέστατον, αντάξιον των άθλων και των αγώνων αυτής. Μετ΄ ολίγας ημέρας και ο μιαρός Ελεύσιος έλαβεν από την θείαν δίκην την δικαίαν ο άδικος παίδευσιν· διότι ενώ εταξίδευε δια θαλάσσης ομού με άλλους πολλούς έγινε τρικυμία μεγάλη, όλοι δε οι ταξιδεύοντες με το πλοίον εκείνο επνίγησαν και μόνον αυτός ηδυνήθη να σωθή, δια να λάβη περισσοτέραν παίδευσιν, διότι βαστών εν σανίδιον εξήλθεν εις τόπον τινά έρημον, και εκεί έγινε τροφή των θηρίων ο δείλαιος. Τοιούτον εστάθη της ωραίας και σώφρονος Ιουλιανής το του Μαρτυρίου στάδιον και τοιούτον τέλος δια τον Κύριον έλαβε, καταφρονήσασα τον Ελεύσιον, τον οποίον όταν ήτο ετών εννέα ηρραβωνίσθη· κατά δε το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας της ενυμφεύθη τον Δεσπότην Χριστόν, με το ένδοξον και πολύαθλον όντως Μαρτύριον αυτής, με τον οποίον συμβασιλεύει τώρα και συνευφραίνεται πάντοτε εκεί ένθα υπάρχει η ανέκφραστος ηδονή και άρρητος αγαλλίασις· της οποίας είθε να αξιωθώμεν και ημείς τη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού φιλανθρωπία και Χάριτι· Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2544
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΒ΄ (22α) Δεκεμβρίου, μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ της Φαρμακολυτρίας.

Δημοσίευση από silver »

Αναστασία η ένδοξος του Χριστού Μεγαλομάρτυς ήτο κατά τους χρόνους του ασεβεστάτου Διοκλητιανού, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπδ΄- τε΄ (284- 305), κατήγετο δε από την περίδοξον και μεγαλόπολιν Ρώμην, από γένος περιφανέστατον, ωραία την όψιν και ευπρεπέστατα εις τα ήθη και τάξεις κεκοσμημένη και με την ευγένειαν της ψυχής εστολισμένη υπέρ το κάλος του σώματος. Ο πατήρ της ωνομάζετο Πραιξτετάτος, είχε δε διδάσκαλον ενάρετόν τινα άνθρωπον ονόματι Χρυσόγονον, εκ του οποίου εδιδάχθη την ευσέβειαν και εγνώρισε τον αληθή Θεόν, τα δε αναίσθητα είδωλα απέβαλε και κατεφρόνησεν. Και ούτω μεν η Αγία επορεύετο· ο δε πατήρ αυτής την υπάνδρευσε χωρίς την θέλησίν της μετά τινος ειδωλολάτρου, Ποπλίωνος ή Πουπλίου καλουμένου, τον οποίον εμίσει η κόρη και προφασιζομένη ασθένειαν δεν εδέχθη την μετ΄ εκείνου κοινωνίαν διά τε την απιστίαν του, και την προς την παρθενίαν αγάπην της· καθ΄ εκάστην δε προσηύχετο εις τον Χριστόν φυλάττουσα πάσας τας εντολάς του. Εξαιρέτως δε ηγάπα πολύ την ταπείνωσιν. Όθεν πολλάκις εξεδύετο τα πολύτιμα και λαμπρά της ιμάτια και ενεδύετο πενιχρά δια να μη την γνωρίζωσιν, επήγαινε δε με την δούλην της εις τας φυλακάς και επεμελείτο τους Χριστιανούς, σπογγίζουσα τας πληγάς και τα αίματα αυτών. Ειργάζετο δε και πάσαν άλλην υπηρεσίαν η μακαρία ως να ήτο δούλη και καταφιλούσα εξ ευλαβείας τας πληγάς τών Μαρτύρων, τους ενουθέτει να μη δειλιάσωσι κολαστήρια πρόσκαιρα, αλλά να φυλάττουν στερεά την ευσέβειαν, τους έδιδε δε και τροφάς, ενδύματα και παν άλλο αναγκαίον του σώματος, ταύτα δε ετέλει κατά πάσας τας νύκτας κρυφίως, δίδουσα εις τους φύλακας χρήματα, δια να την αφήνουν να εισέρχεται. Ταύτα μαθών ο Ποπλίων την εφυλάκισε και ούτε αυτήν άφηνε να εξέρχεται ουδόλως, ούτε εις άλλην τινά να της ομιλήση τελείως επέτρεπεν. Όθεν ελυπείτο διότι δεν είχεν άδειαν να επιμελήται τους φυλακισμένους ως πρότερον, εξαιρέτως δε είχε θλίψιν απαραμύθητον δια τον διδάσκαλόν της Χρυσόγονον, όστις επήγαινε πρωτύτερα και την έβλεπε πολλάκις και συνεχαίροντο, τότε δε τον είχε και αυτόν φυλακισμένον ο βασιλεύς δια την ευσέβειαν. Όθεν δεν ηδύνατο να ίδη ή να παρηγορήση ο εις τον άλλον δια στόματος, αλλά μόνον γυναίκα τινά γραίαν έστειλε προς αυτόν η Αγία, και του διεμήνυσε να κάμη προς τον Θεόν δι΄ αυτήν δέησιν, να την λυτρώση από τα δεσμά, δια να θεραπεύη τους Μάρτυρας. Ο δε Χρυσόγονος τής απήντησε να έχη υπομονήν, διότι εις ολίγας ημέρας θέλει αποθάνει ο άνδρας της και θα μείνη εντελώς ελευθέρα, όπερ και εγένετο. Διότι ο βασιλεύς απέστειλεν αυτόν πρέσβυν εις τους Πέρσας και εφονεύθη καθ΄ οδόν. Όθεν λαμβάνουσα η Αγία ελευθερίν τελείαν, ετέλει ανεμποδίστως όσα εβούλετο, χαρίζουσα εις τους πτωχούς τα υπάρχοντά της και παρακινούσα τους Αγίους Μάρτυρας να υπομένουν ανδρείως τα κολαστήρια. Ο δε δυσσεβής Διοκλητιανός ήτο τότε εις την Νίκαιαν, και τας μεν άλλας δημοσίας υποθέσεις δεν επεμελείτο τόσον, όσον εφρόντιζε να μη διαφύγη κανείς ευσεβής από τας χείρας του. Ανέφερον λοιπόν εις αυτόν, ότι εις την Ρώμην είχον πολλούς Χριστιανούς φυλακισμένους και τους εβασάνιζον διαφόρως, αλλ΄ ουδείς εξ αυτών κατεδέχετο να προσκυνήση τα είδωλα, έχοντες διδάσκαλον τινα την κλήσιν Χρυσόγονον, όστις τους παρεκίνει εις το Μαρτύριον. Τότε ο βασιλεύς προσέταξε τους μεν άλλους να βασανίσουν πολλά, έπειτα εάν δεν θυσιάσωσι να τους δώσουν πικρόν θάνατον, τον δε θείον Χρυσόγονον να φέρωσιν ενώπιόν του ως κατάδικον. Λαβόντες λοιπόν τούτον οι στρατιώται επήγαινον εις τον βασιλέα, ηκολούθει δε και η θαυμαστή Αναστασία, δεικνύουσα νικημένην την του γένους ασθένειαν από την ευγένειαν του φρονήματος. Όταν δε έφθασαν εκεί, είπε ταύτα ο βασιλεύς προς τον Χρυσόγονον· «Υπάκουσον εις το πρόσταγμά μου, θυσίασον εις τους θεούς να λυτρωθής από διάφορα κολαστήρια και να σε κάμω έπαρχον της Ρώμης». Ο δε Άγιος με παρρησίαν πολλήν απεκρίνατο· «Ένα και μόνον Θεόν γνωρίζω, τον οποίον ομολογώ αληθέστατον και με το στόμα και με όλην την ψυχήν και καρδίαν μου· αυτόν λατρεύω και προσκυνώ και προκρίνω, ως πάντων των ηδέων ηδύτερον και πάσης ζωής ποθεινότερον, θεών δε πλήθος και μύθους και δαίμονας αποστρέφομαι και συμβουλεύω ομοίως την βασιλείαν σου να τους μισήσης ως αιτίους βλάβης και απωλείας ψυχών, τας δε τιμάς και τας δωρεάς, τας οποίας μού υπόσχεσαι, νομίζω σκιάν και όνειρα». Την παρρησίαν ταύτην του Αγίου θαυμάσας ο βασιλεύς, προσέταξε να τον αποκεφαλίσουν εις τόπον έρημον, τούτου δε γενομένου έρριψαν το Λείψανον αυτού εις παρακειμένην λίμνην. Εις εκείνα τα μέρη, εις τα οποία έρριψαν το Λείψανον του Χρυσογόνου, κατώκουν τρεις αδελφαί, Αγάπη, Χιονία και Ειρήνη καλούμεναι, διέμενε δε εκεί και Ιερομόναχος τις ενάρετος, ονόματι Ζωϊλος, ο οποίος δια θείας αποκαλύψεως είδε που ευρίσκετο το Λείψανον του Αγίου Χρυσογόνου. Όθεν λαβών αυτό ως και την τιμίαν αυτού κεφαλήν με πολλήν ευλάβειαν, το απέκρυψεν εις το κελλίον του, και μετά ημέρας τριάκοντα φαίνεται εις αυτόν ο Άγιος Χρυσόγονος και του λέγει· «Γνώριζε, Ζωϊλε, ότι ο δυσσεβής βασιλεύς έμαθε περί των τριών αδελφών Ειρήνης, Αγάπης και Χιονίας και θέλει θανατώσει αυτάς εντός εννέα ημερών. Ιδού λοιπόν έρχεται η του Χριστού δούλη Αναστασία, να τας ενθαρρύνη προς το Μαρτύριον. Ετοιμάσου δε και συ δια την μέλλουσαν ζωήν, διότι εις ολίγας ημέρας έρχεσαι προς ημάς, να απολαύσης τους γλυκυτάτους καρπούς των πόνων σου». Την αυτήν οπτασίαν είδε και η παρθένος Αναστασία. Όθεν απήλθεν ευθύς εις το οικητήριον του Ζωϊλου χαίρουσα, ιδούσα δε εκεί τας τρεις Αγίας Παρθένους, ηρώτησε δια το ιερόν Λείψανον του Αγίου Χρυσογόνου. Αφού λοιπόν είδε και προσεκύνησε τούτο ευλαβώς, έλαβε τας Αγίας Παρθένους και απήλθεν εις άλλον τόπον, εδίδασκε δε καθ΄ οδόν αυτάς να μη δειλιάσουν τα των ασεβών κολαστήρια. Και ταύτα μεν έπραξαν αι Παρθένοι, ο δε θείος Ζωϊλος κατά την θείαν αποκάλυψιν απήλθεν εν ειρήνη προς Κύριον. Μαθών ο παράνομος βασιλεύς, εις ποίον τόπον ευρίσκοντο αι τρεις εκείναι Παρθένοι, προσέταξε να τας συλλάβουν και να τας φέρουν εις το θέατρον. Τούτου δε γενομένου πρώτον μεν ήρχισε να κολακεύη τας Αγίας με ημερότητα, εγκωμιάζων με λόγους την ωραιότητα τούτων και υποσχόμενος να τας υπανδρεύση πλουσίως και να χαρίση εις αυτάς μεγάλα δωρήματα, εάν προσκυνήσουν τα είδωλα. Η δε πρώτη κατά την ηλικίαν, ήτις εκαλείτο Αγάπη, δια να δείξη την προς τον αληθή Θεόν αγάπην αυτών, με παρρησίαν πολλήν απεκρίνατο· «Μη βάλης ποσώς εις τον νουν σου, ω βασιλεύς, ότι θέλομεν φοβηθή δεινά κολαστήρια ή σκληρότατον θάνατον, ή ότι θα μας νικήση η λαμπρότης του γένους, ή θα λυπηθώμεν το κάλλος των σώματος ή ότι με κολακείας θέλεις αδυνατίσει την στερεότητά μας, να προδώσωμεν την ευσέβειαν. Μάλιστα όσον μάς βασανίσης χειρότερα, τόσον θέλεις μάς ωφελήσει περισσότερον». Ιδών ο Βασιλεύς την τοσαύτην παρρησίαν των Παρθένων εθαύμασεν, επειδή όμως είχεν υπηρεσίαν να υπάγη εις την Μακεδονίαν, τας εφυλάκισε και προσέταξε τον έπαρχον Δουλκίτιον να τας εξετάση με επιμέλειαν και να δώση εις αυτάς δεινά κολαστήρια. Η δε Αναστασία ηκολούθει τας Αγίας και επεμελείτο αυτάς, ως και τους άλλους Χριστιανούς εις όλα τα χρειαζόμενα, ως και ανωτέρω είπομεν. Ο δε πονηρός Δουλκίτιος ήτο ασελγής πολύ και ακόλαστος εις την πορνείαν ο μιαρώτατος, και επεθύμησε να μιάνη μίαν από τας τρεις παρθένους, βλέπων την πολλήν αυτών ωραιότητα. Όθεν μεμεθυσμένος καθώς ήτο από τον έρωτα και τον οίνον, απήλθε νύκτα τινά μόνος του εις την φυλακήν δια να πράξη το μελετώμενον. Αλλά Θεού θέλοντος έκαμε λάθος εις τον τόπον, και εισήλθεν εις εν μαγειτείον, εις το οποίον ήσαν χύτραι μουτζουρωμέναι, τας οποίας νομίζων ότι ήσαν τα κοράσια, τας ενηγκαλίζετο και εγένετο μαύρος από την μουτζούραν εις όλον το πρόσωπον. Έπειτα εξελθών έξω δια να υπάγη εις το παλάτιον, δεν τον εγνώριζε κανείς ότι είναι ο έπαρχος, μάλιστα ενόμιζον ότι ήτο παράφρων τις και δαιμονιζόμενος, και άλλοι μεν εγέλων, άλλοι δε τον έδερον· όταν δε έφθασεν εις το παλάτιον δεν τον άφησαν οι δορυφόροι να εισέλθη εντός αυτού, αλλά τον απεδίωκον και έσπρωχναν έξω αυτού και μάλιστα τον εγρονθοκόπησαν· διότι ουδείς ηδύνατο να φαντασθή ότι αυτός ήτο ο έπαρχος· μόνον δε συγγενείς του τινές ιδόντες αυτόν τον εγνώρισαν μετά βίας και τον επήγαν εις την οικίαν του. Συνελθών δε ούτος από της μέθης, έλεγε ότι του έκαμαν οι Χριστιανοί μαγείαν και θυμωθείς κατ΄ αυτών έτι περισσότερον προσέταξε να φέρουν τας τρεις Παρθένους και να τας γυμνώσουν τελείως δια να τας διαπομπεύση εις εκδίκησιν της αισχύνης του. Αλλ΄ ω των παραδόξων πραγμάτων, δημιουργέ Κύριε! Ως έφεραν τας τιμίας Παρθένους και εδοκίμασαν να αφαιρέσουν τα υποκάμισά των, έγιναν ταύτα ως δέρματα και εκόλλησαν τόσον εις τας σάρκας αυτών, ώστε δεν ηδυνήθησαν τελείως να τον ξεσχίσουν οι δήμιοι, και πάντες εξέστησαν εις τοιούτον εξαίσιον θαύμα. Αλλά και έτερον θαύμα ηκολούθει τω θαύματι, διότι έμεινε τυφλός ο έπαρχος από ουράνιον δύναμιν, και ηναγκάσθησαν να τον σηκώσουν από τον θρόνον του ως άψυχον χόρτον και τον υπάγουν εις τον κράββατόν του· την δε επαρχίαν έλαβεν από τον βασιλέα άλλος, το όνομα Σισίνιος, όστις εδοκίμασε και αυτός να διαστρέψη τας Παρθένους με απειλάς και κολακείας. Βλέπων όμως ότι εις μάτην κοπιάζει δέρων τον αέρα, προσέταξε να καύσουν τας δύο αδελφάς, Αγάπην και Χιονίαν, την δε Ειρήνην αφήκεν, ως νεωτέραν, έχων εις αυτήν ολίγην ελπίδα ο δείλαιος. Ανάψαντες λοιπόν οι υπηρέται την κάμινον, έκαμαν αι Άγιαι προσευχήν κι ποιήσασαι το σημείον του Τιμίου Σταυρού επήδησαν εντός της παφλαζούσης φλογός αγαλλιώμεναι. Ο δε παντοδύναμος Θεός έλαβε τας ψυχάς αυτών χωρίς να πονέσωσι· διότι το πυρ ουδόλως έβλαψεν αυτάς, ούτε ετόλμησε να καύση καν τρίχα τινά της κεφαλής αυτών ή ιμάτιον. Όθεν η φιλομάρτυς Αναστασία επήρε τα ιερά αυτών Λείψανα και τα ενεταφίασε με πολλήν ευλάβειαν, δεομένη του Θεού καθ΄ εκάστην, να την αξιώση και αυτήν του Μαρτυρικού στεφάνου. Ο δε Σισίνιος εκολάκευε πάλιν την Ειρήνην να θυσιάση. Έπειτα, όταν είδεν ότι δεν επείθετο, την ηπείλησε και της λέγει· «Γνώριζε, ότι, εάν παρακούσης εις το πρόσταγμά μου, θέλω προστάξει να σε βάλουν εις τόπον τινά ατιμίας δημόσιον, εις τον οποίον θα έρχεται πας τις να σε πορνεύη, δια να φθαρή και να μολυνθή, κατά την Γραφήν σας, η ψυχή και το σώμα σου». Η δε απεκρίνατο· «Ελπίζω εις τον Δεσπότην μου να λυτρώση από τας παγίδας τούς πόδας μου και να φυλάξη την ψυχήν μου αμόλυντον· εάν δε πάλιν και μολυνθώ βιαίως και χωρίς την θέλησίν μου, δεν θα έχω εγώ αμαρτίαν, διότι ακουσίως μου έγινε». Τότε ο άρχων παρέδωκεν αυτήν εις τους στρατιώτας, να την υπάγουν εις πορνείον, δια να πηγαίνη εις αυτήν όστις θέλει. Ο Πανάγαθος όμως Θεός δεν ημέλησεν, αλλά έστειλεν ευθύς Αγίους Αγγέλους εις σχήμα στρατιωτών, οίτινες λαβόντες την Αγίαν την επήγαν επάνω εις εν όρος εις πείσμα του άρχοντος, όστις βλέπων τοιούτον θαυμάσιον δεν έπαυσε να πολεμά με τον Παντοδύναμον ο αδύνατος, αλλά έτρεχε προς το όρος έφιππος, δια να την πάρη βιαίως ο αφρονέστατος. Αλλά πάλιν θαύμα εις το θαύμα ηκολούθησε και έβλεπε μεν την κόρην από μακράν, αλλά να την πλησιάση δεν ηδύνατο· διότι θεία τις δύναμις αόρατος τον ημπόδιζεν, ως να ήτο έμπροσθεν αυτού τείχος απροσπέλαστον· και βλέπων δεν έβλεπεν, αλλά έκαμε τον γύρον του όρους ψηλαφών ανωφελώς και εβασανίζετο ματαίως έως εις το εσπέρας περιπλανώμενος. Τότε έρριψε στρατιώτης τις εν βέλος κατά της Μάρτυρος, το οποίον Θεού συγχωρήσαντος διεπέρασε την Αγίαν. Η δε Μάρτυς, ευχαριστήσασα τον Χριστόν, όστις την εφύλαξεν άμωμον, εναπέθεσεν εις χείρας Αυτού την μακαρίαν ψυχήν της, όταν δε ο άρχων ανεχώρησεν, λαβούσα η Αναστασία το Λείψανον ενεταφίασεν αυτό εντίμως και ευσεβώς ομού με τα Λείψανα των άλλων Αγίων Παρθένων αλείψασα τούτο με μυριστικά θυμιάματα. Ταύτα μαθών ο άρχων εφυλάκισε την Αναστασίαν, σκοπεύων να την βασανίση με κολαστήρια. Ακούσας όμως ότι ήτο από τας ευγενεστέρας της Ρώμης δεν ετόλμησε να την εγγίση, αλλά την έστειλεν εις τον βασιλέα, όστις εξήτασεν αυτήν τι έκαμε τον πατρικόν της πλούτον. Η δε απεκρίνατο· «Πρώτον διεμοίρασα όλα τα υπάρχοντά μου εις τους πτωχούς Χριστιανούς, έπειτα ήλθα να προσφέρω ολοψύχως εις τον Χριστόν το σώμα μου, ίνα θυσιασθή δια την αγάπην του, επειδή άλλο τι δεν εξουσιάζω να αφιερώσω εις τον Ποιητήν και Σωτήρα μου». Ο δε βασιλεύς, γνωρίσας το στερρόν της γνώμης της, δεν ηθέλησε να την βασανίση αυτός, δια να μη τον νικήση και τον καταισχύνη. Όθεν την παρέδωκεν εις τον έπαρχον, όστις λέγει προς αυτήν με ήπιον τρόπον· «Διατί δεν προσκυνείς τους θεούς, τους οποίους ο πατήρ σου εσέβετο»; Η δε απεκρίνατο· «Αυτούς μεν ελύτρωσα από τας αράχνας, τας μυίας και τα όρνεα, τα οποία τους ερρύπαιναν, παραδώσασα τούτους εις το πυρ· τας δε γαστέρας των πτωχών ενέπλησα δια βρωμάτων χρησιμοποιήσασα τα άχρηστα». Ο δε έπαρχος είπε μετά θυμού· «Μα τους θεούς, εγώ να παιδεύσω μεγάλως ταύτην την ιερόσυλον». Λέγει η Μάρτυς· «Θαυμάζω την γνώσιν σου, ω δικαστά, ότι την καλήν πράξιν καλείς ιεροσυλίαν. Εάν εκείνα τα άψυχα είχον αίσθησιν ή δύναμίν τινα, διατί δεν εβοηθούσαν τον εαυτόν τους, να μη τους συντρίψω ή να παιδεύσουν εμέ όταν τους έκαυσα»; Αφού λοιπόν ο έπαρχος εδοκίμασε με πολλάς κολακείας και απειλάς και δεν ενίκησε την Αγίαν, ανέφερεν εις τον βασιλέα τα γενόμενα, όστις παρέδωκεν αυτήν εις τον Αρχιερέα του Καπιτωλίου, Ουλπιανόν καλούμενον, όπως την καταπείση και προσκυνήση τα είδωλα, ως πολυμήχανος όπου ήτο εις το κακόν και σκληρότατος, ή άλλως να την θανατώση ανηλεώς. Λαβών εκείνος την Αγίαν εις την εξουσίαν του, προσεπάθησε να εξαπατήση αυτήν με διάφορα τεχνάσματα, μεταξύ των οποίων ήτο και το εξής. Ετοποθέτησεν εις το εν μέρος στολάς γυναικείας πολυτίμους, λίθους τιμίους, άνθη ευώδη, κλίνας αργυράς, στρώματα λαμπρά και άλλα ωραιότατα πράγματα· εις δε το άλλο στρεβλωτήρια και άλλα διάφορα κολαστήρια όργανα, δια να την εκφοβίση με ταύτα ή να την δελεάση με τα χαρμόσυνα. Αλλά διεψεύσθη εις τας ελπίδας του ο δείλαιος. Διότι η Αγία ουδόλως ενικήθη υπ΄ αυτών, αλλά έμεινε στερεά και ακλόνητος. Όθεν την εφυλάκισεν, δώσας εις αυτήν προθεσμίαν τριών ημερών να συλλογισθή το συμφέρον της. Η δε Αγία έλεγε προς αυτόν· «Μη χάνης τον καιρόν σου ματαίως, διότι καν τρία έτη διορίαν μου δώσης, καν περισσότερον, εγώ ένα Θεόν προσκυνώ, τον αιώνιον, δια τον Οποίον παραδίδω και την ψυχήν μου προθύμως εις θάνατον, τους δε θεούς σου καταφρονώ ομού με τα των βασιλέων προστάγματα». Έμεινε λοιπόν η Αγία εις την φυλακήν και επί τρεις ημέρας δεν εδοκίμασε βρώσιμόν τι. Κατά το διάστημα δε τούτο τρεις γυναίκες, εις το κακόν εξησκημέναι, αποσταλείσαι προς τούτο υπό του βασιλέως, προσεπάθουν να διαστρέψουν αυτήν, αλλ΄ εις μάτην εκοπίασαν μη δυνηθείσαι να σαλεύσουν ποσώς την πίστιν της Αγίας. Ο δε μιαρός δικαστής εκίνησε να υπάγη εις την φυλακήν, να μολύνη την αμόλυντον ο παμβέβηλος. Αλλά παρευθύς επληγώθη αοράτως από τον Κύριον, και έμεινεν όχι μόνον τυφλός, αλλά και από τους πόνους σφοδρώς οδυνώμενος, φωνάζων δε επεκαλείτο τους ανισχύρους θεούς του εις βοήθειαν. Όθεν συναθροισθέντες εις τας φωνάς του οι γείτονες τον έφεραν βαστακτόν εις τον οίκον του, αλλά δεν είχεν από τους πόνους ανάπαυσιν. Νομίζων δε, ότι θέλει εύρει θεραπείαν τινά, εάν κατέφευγεν εις τους μιαρούς ναούς των ειδώλων, προσέταξε και τον επήγαν εις ένα εξ αυτών, εκεί δε από τους πόνους βασανιζόμενος ο άδικος δικαστής κακώς εξέψυξεν. Μετά τον θάνατον εκείνου λυτρωθείσα εκ της φυλακής η Αγία, επήγεν εις άλλην χώραν, εις την οποίαν ήτο φυλακισμένη δια την πίστιν γυνή τις καλουμένη Θεοδότη, ήτις είχεν υποστή πολλά μαρτύρια από τον Λευκάδιον τον κόμητα της πόλεως· διηγουμένη δε η Αναστασία εις αυτήν όσα της έκαμαν, εστερέωσεν αυτήν περισσότερον. Ο δε Λευκάδιος, ταύτα μαθών, την μεν Αναστασίαν εφυλάκισε, την δε Θεοδότην έστειλε δεδεμένην εις τον ύπατον της Βιθυνίας με γράμματα, όστις την εβασάνισε διαφόρως και μη δυνάμενος να την νικήση, προσέταξε να φέρουν τους δύο παίδας της και ηπείλει και αυτούς να τους θανατώση, εάν δεν προσκυνήσουν τα είδωλα. Ο δε πρωτότοκος ονόματι Εύοδος απεκρίνατο· «Ημείς, ω ηγεμών, δεν φοβούμεθα κολαστήρια σώματος, επειδή αυτά μάς προξενούν ζωήν αιώνιον· μόνον δε τον αληθή Θεόν φοβούμεθα και τρέμομεν, όστις δύναται να κολάση δεινώς την ψυχήν και το σώμα εις την ατελεύτητον γέενναν». Βλέπων τον νέον ο άρχων είπε προς αυτόν· «Θαυμάζω πως έχεις τόσην μάθησιν, ενώ είσαι ολίγων ετών και συ ομιλείς τοσούτον ευκόλως και καλλίτερα από γέροντα». Ο δε απεκρίνατο· «Η μεν γλώσσα είναι ιδική μου, τα δε λόγια είναι του Κυρίου, όστις μας υπεσχέθη ότι, όταν μας φέρουν εις τα κριτήρια, θα ομιλή Εκείνος δι΄ ημάς». Τότε ο δυσσεβής προστ΄σσει να ραβδίσουν τον παίδα νηλεώς, έμπροσθεν της μητρός του, δια να πονέση τα σπλαγχνα βλέπουσα το τέκνον βασανιζόμενον. Η δε γενναία μήτηρ εχαίρετο και το παρεκίνει τοιαύτα λέγουσα· «Έχε υπομονήν, τέκνον μου· στέκου ανδρείος και υπόμεινον δια τον Χριστόν, να λάβης ένδοξον στέφανον». Όθεν ο άνομος δικαστής, θυμωθείς περισσότερον, παρέδωκεν αυτήν εις άνθρωπον ασελγή και ακόλαστον, ο οποίος ωνομάζετο Υρτακός και του έδωκεν εντολήν να την μιάνη υβριστικώς, ευθύς όμως ως ήγγισεν εις αυτήν ο παμμίαρος ηλλοιώθη όλον το πρόσωπον αυτού και έτρεχεν ως ποταμός το αίμα από την ρίνα του, εφώναζε δε προς τον ύπατον λέγων· «Ως έβαλα την χείρα μου εις την Θεοδότην έπαθα μεγάλο κακόν· διότι είδον νέον τινά ευπρεπή και λαμπρότατον, όστις μου έδωσε ράπισμα τοσούτον δυνατόν, ώστε συνέτριψε τους μυκτήρας μου». Αλλά και ταύτα ακούων εκείνος ο ασυνείδητος και τοιούτον θαυμάσιον βλέπων, δεν επίστευσεν, αλλ΄ εδοκίμαζε με απειλάς την Μάρτυρα λέγων· «Εάν δεν προσκυνήσης τους αθανάτους θεούς, θέλεις ίδει εσφαγμένα έμπροσθέν σου τα ηγαπημένα σου τέκνα». Λέγει προς αυτόν η Αγία· «Αυτό επιθυμώ και εγώ, να προπέμψω ζώσα προς τον Δεσπότην Χριστόν τα τέκνα μου, εις τον ασφαλή εκείνον και σωτήριον λιμένα και τότε να ακολουθήσω κατόπιν αυτών, να συνευφραινώμεθα πάντοτε». Ούτοι οι λόγοι διετάραξαν τον τύραννον και προστάσσει να τους καύσουν εις κάμινον, εις την οποίαν εισήλθον η μήτηρ με τα τέκνα αγαλλιώμενοι και ευχαριστούντες τον Κύριον, ούτω δε τας αγίας αυτών ψυχάς εις χείρας Θεού εναπέθεντο. Τοιουτοτρόπως η μεν Θεοδότη συν τοις τέκνοις το μκάριον τέλος εδέχθησαν· η δε μακαρία Αναστασία ήτο φυλακισμένη από τον έπαρχον του Ιλλυρικού, όστις ακούσας ότι ήτο από πλουσίους γονείς και περίδοξος, εδοκίμασεν, ως φιλάργυρος, εάν δυνηθή, να κερδήση χρήματα τινα και της λέγει· «Εάν είσαι αληθής Χριστιανή, κάμε τον λόγον του Νυμφίου σου· καταφρόνησον όλα τα χρήματα και τα πράγματα, τα οποία έχεις και δος τα εις εμέ, να λυτρωθής από τας φροντίδας· όταν κάμης αυτό, μη φοβείσαι από εμέ κολαστήρια, προσκύνα δε τον Θεόν σου ως βούλεσαι». Η δε Αγία απεκρίνατο· «Ο Κύριός μου προσέταξε να δίδωμεν εις τους πτωχούς τα υπάρχοντά μας, συ δε είσαι πλούσιος και όστις σου δώση ελεημοσύνην είναι ανόητος. Όμως εάν σου τύχη πενία και απορία των αναγκαίων και σε ίδω χρειαζόμενον, τότε μετά χαράς να σε θρέψω πεινώντα, να σε ποτίσω διψώντα και να σε ενδύσω γυμνητεύοντα». Αυτά και πλείονα τούτων λεγούσης της Αγίας, τα οποία χάριν συντομίας παραλείπομεν, εθυμώθη ο τύραννος και φυλακίζει αυτήν, προστάσσων να μη της δώσουν να φάγη τίποτε, ειμή μόνον ολίγον τι μετά την δύσιν του ηλίου. Η Αγία όμως ούτε εκείνην την ολίγην τροφήν κατεδέχθη, έχουσα τον πόθον της όλον και τον έρωτα εις τον Χριστόν, τον οποίον είχε βρώσιν και πόσιν και του σκότους παράκλησιν. Έβλεπε δε και καθ΄ εκάστην νύκτα την μακαρίαν Θεοδότην την σύναθλον, ήτις επλήρωνε την καρδίαν της ευφροσύνης και αγαλλιάσεως και της έδιδε προς τους αγώνας προθυμίαν και δύναμιν· ερωτήσασα δε η Αναστασία την Θεοδότην, διατί ήρχετο προς αυτήν μετά θάνατον, απεκρίνατο· «Ο Θεός δίδει την χάριν ταύτην εις τους Μάρτυρας, να φανερώνωνται εις όσους φίλους των βούλονται, να συνομιλούν και να ευφραίνωνται». Μετά ημέρας τριάκοντα, νομίζων ο τύραννος, ότι από την πολλήν πείναν και κακοπάθειαν θα ησθένησεν η Αγία, έστειλεν ανθρώπους και την έφεραν ενώπιόν του, βλέπων δε αυτήν φαιδράν και πεπαρρησιασμένην περισσότερον παρά πρότερον, επλήσθη θυμού κατά των φυλάκων, νομίζων ότι αυτοί την επεμελήθησαν· όθεν εκδιώξας εκείνους έβαλεν άλλους να την φυλάττουν άλλας τόσας ημέρας, σφραγίσας και τας θύρας επιμελώς. Η δε Αγία πάλιν έμεινε προσευχομένη ημέραν και νύκτα προς τον Κύριον. Μετά τριάκοντα ημέρας εξέβαλε και πάλιν εκ της φυλακής την Αγίαν και προστάσσει να την καταβυθίσουν εις το μέσον της θαλάσσης ομού με άλλους πολλούς καταδίκους ειδωλολάτρας, μεταξύ δε αυτών ήτο και Χριστιανός τις Ευτυχιανός ονομαζόμενος, τον οποίον εβασάνισε πρότερον δια τον Χριστόν διαφόρως και του επήρεν όλα τα υπάρχοντά του. Έβαλον λοιπόν αυτούς οι στρατιώται εις λέμβον, εισήλθον δε και αυτοί εις άλλην λέμβον και αφού τους ωδήγησαν εις τα ανοικτά της θαλάσσης κατετρύπησαν εις πολλά σημεία την λέμβον των καταδίκων δια να βυθισθή. Αλλά ο Θεός έστειλε την μακαρίαν Θεοδότην, ήτις δεν αφήκε την λέμβον να βυθισθή, αλλ΄ εκράτει το τιμόνιον και την εκυβέρνα έως ου έφερεν αυτούς εις την ακτήν. Οι δε Έλληνες, οίτινες ήσαν εντός της λέμβου, ιδόντες τοιούτον θαυμάσιον εξέστησαν και πίπτοντες εις τους πόδας του Ευτυχιανού και της Αγίας εδέοντο να τους διδάξουν την ευσέβειαν. Τούτου γενομένου, επίστευσαν εις τον Χριστόν άπαντες, τον αριθμόν εκατόν είκοσι. Ταύτα μαθών μετά την τρίτην ημέραν ο έπαρχος, έστειλε στρατιώτας και έφεραν αυτούς εις το κριτήριον, τους παρεκάλεσε δε πολύ να επιστρέψουν εις την προτέραν πλάνην, υποσχόμενος να τους αφήση εκευθέρους και να τους δώση και πολλά χαρίσματα· αλλά δεν εδέχθησαν οι αείμνηστοι, ούτε ζωήν προέκριναν πρόσκαιρον, μόνον την αιώνιον επεπόθησαν. Δοκιμάσας λοιπόν αυτούς ο έπαρχος με διάφορα κολαστήρια και μη δυνηθείς να τους νικήση, απεκεφάλισεν άπαντας. Την δε μακαρίαν Αναστασίαν προσέταξε να δέσουν εις τους πασσάλους και να θέσουν πέριξ αυτής πυρ να την κατακαύσουν, τούτου δε γενομένου παρέδωκε και αύτη την μακαρίαν ψυχήν της εις χείρας Θεού, τη κβ΄ (22) του μηνός Δεκεμβρίου. Γυνή δε τις την κλήσιν Απολλωνία, το γένος επίσημος, παρεκάλεσε την γυναίκα του επάρχου και της εχάρισε το ιερόν Λείψανον της Αναστασίας, το οποίον ενεταφίασεν ευλαβώς εις τον κήπον της. Μετά δε ταύτα έκτισε και Ναόν πολυτελή και περίβλεπτον εις το όνομα της Αγίας και την εώρταξε κατ΄ έτος πλουσιοπάροχα. Ύστερον μετά πολλά έτη έκτισαν εις Κωνσταντινούπολιν μεγαλοπρεπή Ναόν της Αγίας και έφεραν εκεί το σεβάσμιον αυτής και πολυτίμητον Λείψανον, το οποίον ήτο θησαυρός αγαθών, θαυμάτων πηγή και ρώσις ψυχής τε και σώματος εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, της μιάς Θεότητός τε και Βασιλείας, Η πρέπει πάσα τιμή, μεγαλωσύνη τε και μεγαλοπρέπεια, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2544
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΓ΄ (23η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου και Θεοφόρου Πατρός ημών ΝΑΟΥΜ του Θαυματουργού, του φωτιστού

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΓ΄ (23η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου και Θεοφόρου Πατρός ημών ΝΑΟΥΜ του Θαυματουργού, του φωτιστού και Ιεροκήρυκος της Βουλγαρίας.

Ναούμ ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ήκμαζε κατά τους χρόνους Μιχαήλ Γ΄ βασιλέως του Βυζαντίου, του υιού Θεοφίλου του Εικονομάχου, βασιλεύσαντος κατά τα έτη ωμβ΄ - ωξζ΄ (842-867), ότε και οι Άγιοι Κύριλλος, Μεθόδιος και Κλήμης διέτριβον εις Βουλγαρίαν αγωνιζόμενοι εις το να φωτίσωσι, δια της Πίστεως του Χριστού και της Ορθοδοξίας, το πεπλανημένον έθνος των Βουλγάρων. Εις τούτους τους πρώτους φωτιστάς της Βουλγαρίας γενόμενος κατά πάντα ακόλουθος ο θείος ούτος Ναούμ περιήρχετο μετ΄ αυτών όλας τας πόλεις της Βουλγαρίας, κηρύττων τον λόγον της ευσεβείας, τυπτόμενος, λοιδορούμενος, θλιβόμενος και διωγμούς και μάστιγας υπομένων υπό των απίστων και εχθρών του Χριστού. Επειδή δε οι ανωτέρω Πατέρες, ο θείος δηλαδή Κύριλλος και οι Μεθόδιος και Κλήμης οι Ισαπόστολοι, ηθέλησαν να μεταγλωττίσωσι την Παλαιάν και Καινήν Διαθήκην εκ της Ελληνικής εις την Βουλγαρικήν, με τα στοιχεία εκείνα τα οποία εφεύρον εις κατάληψιν των Βουλγάρων, έκριναν εύλογον να αναφέρωσι περί του έργου αυτού και εις τον τότε Πάπαν της Ρώμης Ανδριανόν, ίνα λάβη το έργον αυτών και εξ εκείνου το κύρος και την βεβαίωσιν. Όθεν μετέβησαν εις Ρώμην έχοντες μεθ΄ εαυτών και τον θεσπέσιον τούτον Ναούμ, και έγιναν δεκτοί με μεγάλην τιμήν και φιλοφροσύνην από τον ρηθέντα Πάπαν. Έδειξε δε εκεί ο Θεός δια των ανωτέρω δούλων του πολλά θαύματα, εκ των οποίων και εξ άλλων αποκαλύψεων εγνώρισεν ο Πάπας, ότι το έργον το οποίον εποίησαν της μεταγλωττίσεως ήτο εκ Θεού· μάλιστα δε παραβάλλων το Ελληνικόν κείμενον των Γραφών με το Βουλγαρικόν, εύρεν αυτά σύμφωνα κατά πάντα. Όθεν εβεβαίωσε και εκύρωσε την μεταγλώττισιν ταύτην και εψήφισεν, ίνα αύτη δοθή εις μάθησιν των Βουλγάρων, προς περισσοτέραν κατάληψιν της ευσεβείας. Ο δε Άγιος ούτος Ναούμ, καθό νεώτερος των ανωτέρω Αγίων και θερμότερος κατά τον ζήλον, ηγωνίζετο περισσότερον, υπηρετών προθύμως εις όλα τα παρ΄ αυτών προστασσόμενα. Όταν δε έμελλον να αναχωρήσωσιν από την Ρώμην, εποίησε δι΄ αυτών ο Θεός πολλά θαύματα, διότι όσοι ασθενείς προσέτρεξαν εις αυτούς εθεραπεύθησαν με τρόπον θαυμάσιον· ήτοι όταν ενητένιζον τους Αγίους εις τους οφθαλμούς, ηλευθερώνοντο, τόσον δηλαδή ήσαν χαριτωμένοι οι Άγιοι, ώστε και δύναμις ιαματική επήγαζεν εκ των οφθαλμών των. Όταν λοιπόν οι Άγιοι ούτοι Πατέρες επεράτωσαν το έργον των, ο μεν θείος Κύριλλος, ο αρχηγός της μεταγλωττίσεως των Γραφών, έμεινεν εις την Ρώμην και φθάσας εις έσχατον γήρας, απήλθε προς Κύριον· ο δε ιερός Μεθόδιος, παραλαβών τους μαθητάς του, μεταξύ των οποίων ήτο και ο θείος ούτος Ναούμ, απεφάσισε να επιστρέψη πάλιν εις Βουλγαρίαν. Επανερχόμενος δε ούτος επορεύθη εις την γην των Γερμανών, οίτινες είχον πολλάς αιρέσεις ως και αυτήν ακόμη την του Απολλιναρίου, εβλασφήμουν δε και κατά του Αγίου Πνεύματος. Επειδή λοιπόν ο θείος Μεθόδιος μετά του Οσίου τούτου Ναούμ ηγωνίζοντο να προσελκύσωσι αυτούς εις την Ορθοδοξίαν, οι βάρβαροι εκείνοι ετιμώρησαν τους Αγίους με δαρμούς και ξεσχισμούς και με άλλα βάσανα και ύστερον τους έρριψαν εις την φυλακήν. Ενώ δε προσηύχοντο εις αυτήν οι Άγιοι, ω του θαύματος! έγινε σεισμός μέγας, εκ του οποίου εσαλεύθη μεν όλος ο τόπος και εκρημνίσθησαν πολλαί οικίαι των δυσσεβών εκείνων, ελύθησαν δε τα δεσμά και αι θύραι της φυλακής ηνεώχθησαν· όθεν εξελθόντες οι Άγιοι επορεύοντο χαίροντες καθ΄ οδόν, ως ποτε οι θείοι Απόστολοι, διότι ηξιώθησαν να ατιμασθώσι δια το Πνεύμα το Άγιον. Αφιχθέντες λοιπόν εις την Βουλγαρίαν, εγένοντο δεκτοί από τον αρχηγόν των Βουλγάρων Μιχαήλ, ο οποίος διεμοίρασεν αυτούς εις τας πέριξ χώρας, όπως κηρύττωσι το όνομα του Χριστού και την Βουλγαρικήν εξήγησιν των θείων Γραφών. Τότε ο θείος Κλήμης, συμπαραλαβών τον Άγιον τούτον Ναούμ, περιήρχετο διαφόρους τόπους της Βουλγαρίας, μάλιστα δε την Διάβυαν, την Μοισίαν και την Παννονίαν, ήτοι την σημερινήν Ουγγαρίαν, κηρύττων τον λόγον της ευσεβείας, και απ΄ αυτού δεν εχωρίσθη ο θείος Ναούμ έως εσχάτης του αναπνοής, συμβοηθών αυτόν, ως ο Ααρών εβοήθει τον Μωϋσήν. Διατρίβων λοιπόν ο Άγιος Ναούμ εις την ρηθείσαν Διάβυαν και εκεί ζήσας επί τινα χρόνον οσίως και θεαρέστως, απήλθε προς Κύριον, αφήνων το ιερόν αυτού Λείψανον θησαυρόν θαυμάτων ακένωτον εις τους μετά πίστεως προς αυτό προστρέχοντας.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2544
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΓ΄ (24η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΝΙΚΟΛΑΟΥ του από στρατιωτών, και διήγησις ωφέλιμο

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΓ΄ (24η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΝΙΚΟΛΑΟΥ του από στρατιωτών, και διήγησις ωφέλιμος.

Νικόλαος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών εγένετο στρατιώτης κατά τους χρόνους του βασιλέως Νικηφόρου του Πατρικίου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ωβ΄-ωια΄ (802-811). Ότε δε ο Νικηφόρος συνήθροισε στρατόν ίνα πολεμήση τους Βουλγάρους, τότε και ο Νικόλαος εξήλθε μετά των στρατευμάτων. Διερχόμενος δε εκ τινος τόπου, επειδή ήτο εσπέρα, έμεινεν εις πανδοχείον· και αφού εδείπνησε μετά του πανδοχέως, προσηυχήθη και επλάγιασεν ίνα κοιμηθή. Κατά δε τας εξ ή και επτά ώρας της νυκτός, η θυγάτηρ του πανδοχέως, τρωθείσα υπό σατανικού έρωτος, επήγεν εκεί όπου εκοιμάτο ο Όσιος και τον εκέντησε, παρακινούσα αυτόν εις αισχράν πράξιν. Ο δε Άγιος είπε προς αυτήν· «Παύσαι, ω γύναι, τον σατανικόν και αθέμιτον έρωτα, μη θελήσης δε και συ να μολύνης την παρθενίαν σου και εμέ τον ταλαίπωρον να καταβιβάσης εις του Άδου το πέταυρον». Αυτή δε ανεχώρησε μεν, αλλά μετ΄ ολίγην ώραν προσελθούσα και πάλιν ηνώχλει τον δίκαιον. Ο δε Όσιος την εδίωξε και δια δευτέραν φοράν, ήλεγξε δε και επετίμησεν αυτήν σφοδρώς· αλλ΄ εκείνη πάλιν ανεχώρησε, και πάλιν επέστρεψε, μεθυσμένη ούσα από τον έρωτα. Τότε ο Άγιος λέγει προς αυτήν· «Ταλαίπωρη και πάσης αναισχυντίας πεπληρωμένη, δεν βλέπεις ότι οι δαίμονες σε ταράττουσιν, ίνα και την παρθενίαν σου φθείρωσι και την ψυχήν σου κολάσωσι και ακολούθως σε καταστήσωσι γελοίαν και επονείδιστον εις όλους τους ανθρώπους; Δεν βλέπεις, ότι και εγώ ο ελάχιστος πορεύομαι με την βοήθειαν του Θεού εις έθνη βάρβαρα, και εις πόλεμον και αιματοχυσίαν; Πως λοιπόν να μολύνω την σάρκα μου, καθ΄ ον καιρόν υπάγω εις πόλεμον»; Ταύτα και άλλα όμοια επιπληκτικά λόγια ειπών ο δίκαιος προς την γυναίκα και αποβαλών αυτήν, ηγέρθη και αφού ετέλεσε την προσευχήν του, επήγεν εις την προκειμένην υπηρεσίαν του. Την δε ερχομένην νύκτα, καθώς εκοιμήθη, βλέπει ότι ίστατο εις υψηλόν και περίοπτον τόπον και ότι πλησίον του εκάθητο Κριτής, όστις είχε τον δεξιόν του πόδα τεθειμένον επί του αριστερού, και έλεγε προς αυτόν· «Βλέπεις τα στρατεύματα του ενός μέρους των Ρωμαίων και του άλλου μέρους των Βουλγάρων»; Ο δε Νικόλαος απεκρίνατο· «Ναι, Κύριε, βλέπω ότι οι Ρωμαίοι συγκόπτουσι και νικώσι τους Βουλγάρους». Τότε ο φαινόμενος λέγει προς τον δίκαιον· «Βλέπε εις εμέ». Ο δε στρέψας τους οφθαλμούς του προς αυτόν, είδεν, ότι τον μεν δεξιόν του πόδα είχεν επί της γης, τον δε αριστερόν επί του δεξιού· έπειτα ατενίσας προς τα στρατεύματα, βλέπει ότι οι εχθροί Βούλγαροι κατέκοπτον τους Ρωμαίους. Αφού δε έπαυσεν η συγκοπή και ο πόλεμος, λέγει ο φαινόμενος Κριτής προς τον δίκαιον· «Παρατήρησον καλώς τους τόπους των φονευθέντων σωμάτων και λέγε μοι τι βλέπεις». Ο δε Νικόλαος παρατηρήσας καλώς, είδεν όλην την γην εκείνην πλήρη νεκρών σωμάτων των φονευθέντων Ρωμαίων· μεταξύ δε αυτών βλέπει και τόπον πράσινον και ωραίον, διάστημα έχοντα έως μιας κλίνης ενός ανθρώπου. Τότε ο φαινόμενος φοβερός είπεν εις τον στρατιώτην Νικόλαον· «Και τίνος νομίζεις ότι είναι η κλίνη εκείνη»; Ο δε Νικόλαος απεκρίθη· «Ιδιώτης και αμαθής είμαι, αυθέντα μου, και δεν γνωρίζω». Λέγει προς αυτόν πάλιν εκείνος ο φοβερός· «Η κλίνη, την οποίαν βλέπεις, είναι ιδική σου, και εις αυτήν έμελλες να πέσης και συ, μετά των άλλων φονευθέντων συστρατιωτών σου· αλλ΄ επειδή κατά την παρελθούσαν νύκτα απετίναξας επιτηδείως και ενίκησας τον τρίπλοκον όφιν, ήτοι την γυναίκα, η οποία τρις σε επολέμησε παρακινούσα σε εις αισχράν πράξιν, δια τούτο συ ο ίδιος ελύτρωσας τον εαυτόν σου από της συγκοπής ταύτης και του θανάτου, και έσωσας την ψυχήν σου ομού και το σώμα σου. Λοιπόν ουδέ ψυχικός θάνατος θέλει σε κυριεύσει, εάν με υπηρετήσης γνησίως». Ταύτα ιδών ο δίκαιος και γενόμενος έμφοβος, εξύπνησε και εγερθείς εκ της κλίνης, προσευχήθη· οπισθοχωρήσας δε μιας ημέρας τόπον, ανέβη εις εν όρος, και εκεί προσηύχετο ησύχως προς τον Θεόν δια το Ρωμαϊκόν στράτευμα. Επειδή δε ο βασιλεύς επήγεν εις τας Κλεισωρείας της Βουλγαρίας, ανέβησαν και οι Βούλγαροι εις το όρος, αφήσαντες εις φύλαξιν του τόπου δεκαπέντε ως έγγιστα χιλιάδας στρατόν, τον οποίον οι Ρωμαίοι κατέσφαξαν. Όθεν υπερηφανευθέντες δια την νίκην ταύτην εγένοντο αμελείς· ενώ λοιπόν όλοι οι Ρωμαίοι αμερίμνως και απροφυλάκτως εκάθευδον, ήλθον κατ΄ αυτών νυκτός οι Βούλγαροι, και όλους σχεδόν, μετά του βασιλέως Νικηφόρου, τους διεπέρασαν εν στόματι μαχαίρας. Τότε ο δίκαιος Νικόλαος ενθυμηθείς την οπτασίαν την οποίαν είδεν, ηυχαρίστησε τον Θεόν, και επέστρεψεν οπίσω κλαίων και οδυρόμενος· έπειτα ελθών εις Μοναστήριον, έλαβε το Αγγελικόν Σχήμα των Μοναχών, και δουλεύσας γνησίως εις τον Θεόν αρκετά έτη, έγινε διακριτικώτατος και μέγας Πατήρ.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”