Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΑ΄ (11η) Φεβρουαρίου, μνήμη της Αγίας ΘΕΟΔΩΡΑΣ της βασιλίσσης, της υπερασπισάσης την Ορθοδοξίαν.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΑ΄ (11η) Φεβρουαρίου, μνήμη της Αγίας ΘΕΟΔΩΡΑΣ της βασιλίσσης, της υπερασπισάσης την Ορθοδοξίαν.

Θεοδώρα η μακαρία βασίλισσα ήτο γυνή του βασιλέως Θεοφίλου του εικονομάχου, όστις απέθανεν εν έτει ωμβ΄ (842), όχι όμως κακόδοξος, καθώς ήτο ο σύζυγός της, αλλ’ Ορθόδοξος και ευσεβής. Ήτο δε η μακαρία Θεοδώρα θυγάτηρ επιφανούς ανδρός εκ Παφλαγονίας ονόματι Μαρίνου και μητρός Θεοκτίστης, ευφυεστάτη και ευσεβεστάτη από της παιδικής της ηλικίας, διο και πάντες την εσέβοντο και την εθαύμαζον δια τε την πνευματικήν αυτής καλλονήν, αλλά και δια την αρετήν και αγιότητα αυτής. Υπανδρευθείσα δε η Θεοδώρα τον Θεόφιλον, (1), καίτοι ούτος είχε πατρόθεν κληρονομήσει την κατά των αγίων Εικόνων λύσσαν, αύτη όμως μετά της μητρός της Θεοκτίστης και των τέκνων της, τα οποία απέκτησε μετά του Θεοφίλου, ήτοι του Μιχαήλ και πέντε θυγατέρων, έμενε πιστοτάτη εις την Αγίαν Ορθοδοξίαν έχουσα κεκρυμμένα εις κιβώτιον, εντός του δωματίου της, τον Τίμιον Σταυρόν και τας Εικόνας του Χριστού και της Θεοτόκου και τας ησπάζετο και τας προσεκύνει κατά μόνας κρυφίως την νύκτα, προσευχομένη έμπροσθεν αυτών και παρακαλούσα τον Θεόν, ίνα κάμη έλεος εις τους Ορθοδόξους. Δια την ευσέβειάν της ταύτην πολλάκις εκινδύνευσεν η γενναιόφρων Θεοδώρα από τον κακόφρονα σύζυγόν της βασιλέα Θεόφιλον, αλλά πάντοτε εσκέπετο υπό της Χάριτος του Θεού, όστις προγνωρίζων την αγαθήν αυτής προαίρεσιν και το γενναίον υπέρ της Ορθοδοξίας φρόνημα την προώριζεν, ίνα εν καιρώ αναστηλώση αύτη την Ορθοδοξίαν, επειδή δε ήτο, ως είπομεν, και ευφυεστάτη, κατώρθωσε δι’ ευστόχων απαντήσεων να εξέρχεται αβλαβής εκ των δυσκόλων περιστάσεων, όταν της συνέβαινε πειρασμός. Χαρακτηριστικαί της Χάριτος του Θεού, ήτις την εσκέπαζε, και της ευφυϊας, της οξύτητος του νοός και του εφευρετικού πνεύματος αυτής είναι αι απαντήσεις, τας οποίας έδωσεν εις τον Θεόφιλον εις δύο κρισίμους περιστάσεις, κατά τας οποίας την υπωπτεύθη ούτος, ότι προσκυνεί τας αγίας Εικόνας. Είναι δε αύται αι εξής: Ήτο εις τα ανάκτορα άνθρωπός τις νάνος, ηλίθιος, τραυλός, κακόμορφος και πάσχων τον νουν, ονόματι Δένδερις, τον οποίον είχεν ο βασιλεύς και οι περί αυτόν δι’ αντικείμενον γέλωτος και διασκεδάσεως. Ως τοιούτος δε είχε την ελευθερίαν να εισέρχεται πανταχού ανεμποδίστως και εις αυτούς ακόμη τους βασιλικούς θαλάμους. Έτυχε λοιπόν ποτε να εισέλθη εις τον θάλαμον της βασιλίσσης εις ώραν κατά την οποίαν η Θεοδώρα προσηύχετο και ησπάζετο τας αγίας Εικόνας. Ο δε κακόμορφος και ηλίθιος εκείνος εστάθη έμπροσθεν αυτής με ανοικτόν στόμα και την ηρώτησε· «Μάννα τι τα»; Αύτη δε η μακαρία αφελώς, δια να μη δώση καμμίαν υποψίαν, απεκρίθη· «Αυτά είναι τα καλά νινία μου». Έπειτα από αρκετήν ώραν εξελθών ο Δένδερις μετέβη προς τον βασιλέα, τον οποίον εύρε γευματίζοντα. Τότε τον ηρώτησεν ο βασιλεύς που ήτο και από πού έρχεται, ο δε Δένδερις απεκρίθη, ότι ήτο εις την Μάννα, όπως συνήθιζε να ονομάζη την βασίλισσαν. Τότε του λέγει ο πολυπράγμων Θεόφιλος· «Τι σου είπε και τι σου έδωσεν η Μάννα»; Απεκρίθη ο Δένδερις· «Έχει καλά νινία». Λέγει ο Θεόφιλος· «Και τι τα κάμνει»; Τότε ο Δένδερις, φέρων την χείρα εις το στόμα και ασπαζόμενος αυτήν, λέγει· «Να μα». Εξεμάνη τότε ο Θεόφιλος υποπτευθείς ότι η βασίλισσα προσκυνεί κρυφίως τας αγίας Εικόνας και ευθύς μεταβάς εις τον κοιτώνα της βασιλίσσης εξημμένος και κοχλάζων υπό θυμού λέγει προς αυτήν· «Δεν αισχύνεσαι, βασίλισσα συ και γυνή ανεπτυγμένη, ν’ απειθής εις τα βασιλικά θεσπίσματα και να καταδέχησαι να προσκυνής ως θεούς τα ξύλα και τα είδωλα και συ και η μήτηρ σου»; Ταύτα η μακαρία Θεοδώρα ακούσασα εταράχθη μεν προς ολίγον, αλλά καταστείλασα ευθύς την ταραχήν, υπεκρίθη αφελέστατα άγνοιαν και απαθέστατα αποταθείσα ερωτά· «Καλέ Αύγουστε, τι έχεις; Ουδέν γνωρίζω εξ όσων λέγεις· ειπέ μου, ποίος σου είπεν, ότι εγώ προσκυνώ τας Εικόνας»; Λέγει ο Θεόφιλος· «Ο Δένδερις». Τότε η Θεοδώρα μειδιάσασα και υποκριθείσα παντελή άγνοιαν απεκρίθη αφελώς· «Ω τον ηλίθιον και κακόμορφον ανδράριον, όταν ο Δένδερις ήλθεν, ω βασιλεύ, ήμην έμπροσθεν του καθρέπτου και εκτένιζον την κόμην μου. Ιδών δε αυτός το σώμα μου εις τον καθρέπτην, ηρώτησε· «Μάννα τι τα»; Εγώ δε είπον· «Είναι το νινίον μου». Καταστήλας τότε ο Θεόφιλος την αγανάκτησιν, απεκάλει μεμωρωμένον τον ηλίθιον Δένδεριν. Ούτω δια της αξιοθαυμάστου ταύτης απαντήσεως διέφυγε τον κίνδυνον. Άλλοτε πάλιν παραλαβούσα η Θεοδώρα τας θυγατέρας της Θέκλαν, Άνναν, Αναστασίαν, Πουλχερίαν και Μαρίαν, μετέβη μετ’ αυτών εις την μητέρα της Θεοκτίστην. Εκεί δε η ευλαβής γυνή εξαγαγούσα μικράς τινας Εικόνας, τας οποίας είχε κεκρυμμένας, έθετεν αυτάς επί τας κεφαλάς των κορασίων και επί του στόματος δια να τας ασπασθώσιν. Έλεγε δε ότι αυτά είναι τα καλά νινία, τα οποία πρέπει να αγαπώσι και να ασπάζωνται. Είπε δε εις τα μεγαλύτερα εξ αυτών να μη είπωσι τίποτε εις τον πατέρα αυτών. Ότε δε εκείνα επανήλθον εις τον πατέρα των και τα ηρώτησε, τι είπε και έδωκεν εις αυτά η μάμμη των, τα μεν τρία μεγαλύτερα εσιώπων, το δε προτελευταίον, η Πουλχερία, η οποία μόλις ήρχιζε να ψελλίζη, είπεν ότι τους έδειξε τα νινία. Θυμωθείς τότε ο Θεόφιλος απηγόρευσε να βλέπωσι συνεχώς τα μικρά την μάμμην των. Τοιουτοτρόπως και την φοράν αυτήν διεφύλαξεν η Χάρις του Θεού άτρωτον την Θεοδώραν. Υπό τοιαύτας συνθήκας έζησεν η Θεοδώρα επί δώδεκα έτη μετά του συζύγου της Θεοφίλου. Και επί τέλους ήλθε το πλήρωμα του χρόνου. Η οργή του Θεού κατέφθασε τον θεόργιστον Θεόφιλον και ησθένησε δεινώς εκ δυσεντερίας, τόσον ώστε εκινδύνευεν εις θάνατον. Τότε ήνοιξε το στόμα αυτού, και εστέκετο ανοικτόν τόσον πολύ, ώστε εφαίνοντο και αυτά τα σπλάγχνα του. Εις το ελεεινόν τούτο θέαμα πικρώς θλιβομένη η βασίλισσα Θεοδώρα, μόλις την ήρπασεν ολίγος ύπνος, βλέπει εν οράματι την άχραντον Θεοτόκον με το προαιώνιον Θείον Βρέφος εις τας αγκάλας της περικυκλωμένην από λαμπροφανείς Αγγέλους, συγχρόνως δε βλέπει και τον άνδρα της Θεόφιλον δερόμενον και ονειδιζόμενον υπ’ αυτών. Εξυπνήσασα η βασίλισσα είδεν, ότι ο Θεόφιλος ολίγον τι αναπνεύσας εξεβόησεν· «Αλλοίμονον εις εμέ τον άθλιον, ότι δια τας αγίας Εικόνας με δέρουσι». Τότε ανασύρασα η Θεοδώρα την Εικόνα της Θεοτόκου, την οποίαν είχε κεκρυμμένην, έβαλεν αυτήν επάνω του Θεοφίλου και παρεκάλει μετά δακρύων την Υπερένδοξον Δέσποιναν να συγχωρήση και να φωτίση τον Θεόφιλον. Εις τοιαύτην δε κατάστασιν εκείνος ευρισκόμενος, ιδών ένα από τους περιεστώτας, έχοντα ανηρτημένην εγκόλπιον Εικόνα, ήπλωσε την χείρα του και αρπάσας αυτήν την κατεφίλει, παρευθύς δε το στόμα εκείνο, το οποίον τοσούτον κατά των αγίων Εικόνων εμαίνετο και ο λάρυγξ, όστις τοσούτον είχεν ανοιχθή, έστρεψαν εις την φυσικήν των κατάστασιν και ανεκουφίσθη από την μεγίστην εκείνην παίδευσιν, η οποία τον κατετυράννει. Εκβαλούσα τότε η βασίλισσα τας σεπτάς και αγίας Εικόνας, τας οποίας είχε κεκλεισμένας μέσα εις τα ιδικά της κιβώτια, έπεισε τον Θεόφιλον να τας τιμά και να τας ασπάζεται με όλην του την ψυχήν· μετ’ ολίγον δε ετελείωσε ούτος και την ζωήν, ομολογών ότι πρέπει να τιμώμεν και να ασπαζώμεθα τας αγίας Εικόνας. Μετά τον θάνατον του Θεοφίλου ανεκηρύχθη βασιλεύς ο υιός του Μιχαήλ, τριετής μόλις την ηλικίαν, επετρόπευε δε αυτόν η μήτηρ του βασίλισσα Θεοδώρα. Παρευθύς τότε έστειλε προστάγματα πανταχού να απολυθούν άπαντες όσοι δια τας αγίας Εικόνας ευρίσκονται εις εξορίας και φυλακάς, και να έχουν πάσαν ελευθερίαν και άνεσιν. Συγχρόνως συνεκάλεσε Σύνοδον Ιεράν, ήτις κατεβίβασε μεν από τον Πατριαρχικόν θρόνον τον Εικονομάχον Ιωάννην Ζ΄ τον και Ιαννήν αποκαλούμενον, όστις μαντειάρχης και δαιμονάρχης μάλλον ήτο άξιος να ονομάζεται ή Πατριάρχης, ανεβίβασε δε τον υπεράξιον του Πατριαρχικού θρόνου Ομολογητήν του Χριστού Άγιον Μεθόδιον, όστις πολλά είχε πάθει πρότερον υπέρ των αγίων Εικόνων, υπέρ των οποίων και εις τάφον είχε κατακλεισθή ζων, ο του ουρανού άξιος οικιστής. Εν συνεχεία η Σύνοδος αύτη εκύρωσε μεν τας αποφάσεις της εν έτει ψπζ΄ (787) συγκροτηθείσης εν Νικαία το δεύτερον Αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, κατεδίκασε δε και ανεθεμάτισε τους Εικονομάχους και λοιπούς αιρετικούς. Αφού ταύτα απεφάσισεν η Σύνοδος, συνήχθησαν εις τον Ναόν της Αγίας Σοφίας άπαντες οι επιζώντες Άγιοι Πατέρες, Επίσκοποι, Ιερείς και Μοναχοί, οι οποίοι είχον κατά πολλά βασανισθή από τους Εικονομάχους, και όλος ο λαός με επικεφαλής την βασίλισσαν Θεοδώραν και τον υιόν της βασιλέα Μιχαήλ, λαβόντες εις τας χείρας των τας αγίας Εικόνας, μετά κηρών, θυμιαμάτων και λαμπάδων ετέλεσαν μετά πάσης λαμπρότητος και μεγαλοπρεπείας ιεράν λιτανείαν και αποκατέστησαν εις τους Ναούς τας αγίας Εικόνας, ήτο δε τότε η ιθ΄ (19η) Φεβρουαρίου του έτους ωμβ΄ (842), ημέρα Κυριακή, πρώτη των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Έκτοτε εθεσπίσθη όπως το ιερόν αυτό γεγονός εορτάζεται κατ’ έτος μετά πάσης λαμπρότητος κατά την πρώτην Κυριακήν των Νηστειών, η οποία και από του γεγονότος τούτου ωνομάσθη Κυριακή της Ορθοδοξίας. Ούτως επολιτεύθη εις εαυτήν και ούτως ωφέλησε την Εκκλησίαν η ευσεβεστάτη βασίλισσα Θεοδώρα, μισθόν λαβούσα παρά Κυρίου τον άφθαρτον της Ομολογίας στέφανον, όμως δια να λάβη μεγαλύτερον τον μισθόν και δια να καταισχυνθή έτι περισσότερον ο αντίδικος ημών διάβολος, παρεχώρησεν ο Θεός και εδοκιμάσθη και μετά ταύτα σκληρώς η περικλεής αύτη βασίλισσα. Διότι και ο υιός της Μιχαήλ και ο αδελφός της Βάρδας μεγάλως έθλιβον αυτήν καθ’ ημέραν, μάλιστα δε ο Βάρδας, όστις είχε τότε καταστή πανίσχυρος, και ο οποίος ήτο τόσον διεφθαρμένος και ραδιούργος, ώστε και αυτήν την προστάτιδά του και αδελφήν του βασίλισσαν ερραδιούργει, και τον ανήλικον βασιλέα ανεψιόν του ωδήγει εις την διαφθοράν δια να τον καταστήση υποχείριόν του. Διέβαλε δε εις αυτόν συχνά την μητέρα του, η οποία μεγάλως ηγωνίζετο να σωφρονίση αυτόν. Η επίδρασις του Βάρδα υπήρξε τοιαύτη, ώστε πριν έτι ενηλικιωθή καλώς ο Μιχαήλ, εν έτει ωνστ΄ (856) εξώρισεν από τα βασίλεια την μητέρα του βασίλισσαν Θεοδώραν και τας τέσσαρας αδελφάς του Θέκλαν, Άνναν, Αναστασίαν και Πουλχερίαν, τας οποίας, αφού κατά την προσταγήν του εκούρευσαν Μοναχάς, ενέκλεισεν εις την Μονήν των Γαστρίων, εις την οποίαν και παρέμειναν έγκλειστοι μέχρι του θανάτου των. Εκοιμήθη δε η μακαρία Θεοδώρα την ια΄ (11ην) Φεβρουαρίου του έτους ωξζ΄ (867). Τοιουτοτρόπως η αξιομακάριστος Θεοδώρα έπιε μέχρι τέλους το πικρόν ποτήριον, το οποίον της προσέφεραν ο υιός και ο αδελφός αυτής. Αλλ’ αυτή μεν αντημείφθη πλουσίως παρά Κυρίου και εδοξάσθη εν ουρανώ και επί γης, εκείνοι δε δεν ήργησαν να εύρουν αντάξιον της κακίας των θάνατον, διότι ο μεν Βάρδας εδολοφονήθη τελικώς, κατά προσταγήν του Μιχαήλ, εν έτει ωξστ΄ (866), ο δε Μιχαήλ εδολοφονήθη υπό Βασιλείου του Μακεδόνος εν έτει ωξζ΄ (867). Και εκείνων μεν τα λείψανα ατίμως υπό των φονέων διεπομπεύθησαν, της δε μακαρίας Θεοδώρας το αγιώτατον λείψανον εδόξασεν ο Θεός μετά θάνατον, διότι, ανακομιδής γενομένης, ευρέθη ακέραιον και αλώβητον, μυρίπνουν ευωδίαν αποπνέον και ιάματα βρύον. Το πολύτιμον τούτο κειμήλιον προς της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων μετεφέρθη ακέραιον εις Κέρκυραν, αποθησαυρίζει δε ήδη τούτο εις τους κόλπους αυτού ο εν Κερκύρα Μητροπολιτικός Ναός της Θεοτόκου Σπηλαιωτίσσης. Δια τας αρετάς της ταύτας η μεν μήτηρ ημών Αγία Εκκλησία ανεκήρυξε την Θεοδώραν Αγίαν, εορταζομένης της μνήμης της κατά την σήμερον ια΄ (11ην) Φεβρουαρίου· ημείς δε εκλιπαρούμεν την Αγίαν Αυτής μεγαλειότητα ή την μεγάλην Αυτής Αγιότητα, ίνα πρεσβεύη αενάως προς Κύριον υπέρ της Αγίας Ορθοδοξίας, την οποίαν υπερήσπισε και εκράτυνεν. Αυτής αγίαις πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ημών ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.


(1). Ο Θεόφιλος εβασίλευσε κατά τα έτη 829 – 842. Ότε δε ούτος επρόκειτο να έλθη εις γάμον κατά προτροπήν της μητρός του εστάλησαν εις τα ανάκτορα τα ωραιότερα κοράσια εξ όλης της αυτοκρατορίας, ίνα εξ αυτών εκλέξη ο Θεόφιλος την αρέσκουσαν εις αυτόν δια σύζυγον. Τούτου γενομένου μεταξύ των άλλων παρθένων ήτο και η περικαλλεστάτη και σοφή νεάνις Κασσιανή, εις την οποίαν πρώτον απέβλεψεν ο Θεόφιλος. Θέλων δε να δοκιμάση την ευφυϊαν εκάστης, λέγει προς την Κασσιανήν· «Εκ γυναικός ερρύη τα φαύλα», υπονοών την Εύαν. Τότε η σοφωτάτη Κασσιανή, σεμνώς ερυθριάσασα, απήντησε θαραλλέως· «Αλλά και εκ γυναικός πηγάζει τα κρείττω», υπονοήσασα την Θεοτόκον. Η τόλμη και η σοφία της Κασσιανής συνέστειλε τον Θεόφιλον, όστις απομακρυνθείς απ’ αυτής εξέλεξε την σεμνήν Θεοδώραν, εις ην και προσέφερε το μήλον, ως σύμβολον της εκλογής του. Ούτως η μεν Θεοδώρα έγινε βασίλισσα, η δε Κασσιανή εγκαταλείψασα την κοσμικήν ζωήν εγένετο Μοναχή. Εις την Κασσιανήν οφείλεται το δοξαστικόν της Μεγάλης Τετάρτης «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή». Λέγεται δε ότι όταν συνέθετε τούτο η Κασσιανή ήτο απόγευμα και ευρίσκετο εις κήπον. Όταν δε είχε φθάσει εις τους στίχους «αποσμήξω δε τούτους τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις», αντιληφθείσα την έλευσιν του Θεοφίλου έσπευσε να κρυβή. Ελθών δε ο Θεόφιλος και ιδών το ημιτελές ποίημα προσέθηκε την φράσιν: «Ων εν τω παραδείσω, Εύα το δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη». Επανελθούσα δε η Κασσιανή μετά την αναχώρησιν του Θεοφίλου και ιδούσα τους υπό του Θεοφίλου γραφέντας στίχους αφήκεν αυτούς ως είχον και συνεπλήρωσε το ποίημα. Και τούτο μεν άδεται εκ παραδόσεως ίσως διότι η φράσις αύτη εκ πρώτης όψεως φαίνεται έξωθεν παρεισφρήσασα, η δε ερμηνεία των στίχων τούτων έχει ως εξής· «καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας… ων (των οποίων ποδών Χριστού του Θεού) τον κρότον ακούσασα η Εύα κατά το δειλινόν εκείνο εν τω Παραδείσω καταληφθείσα υπό φόβου εκρύβη».

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΒ΄ (12η) Φεβρουαρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΜΕΛΕΤΙΟΥ Αρχιεπισκόπου Αντιοχείας της Μεγάλη

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΒ΄ (12η) Φεβρουαρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΜΕΛΕΤΙΟΥ Αρχιεπισκόπου Αντιοχείας της Μεγάλης.

Μελέτιος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, ο της Μεγάλης Αντιοχείας Αρχιεπίσκοπος, ήκμασεν επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου εν έτει τλδ΄ (334) και έζησε μέχρι της εποχής της Αγίας Β΄ Οικουμενικής Συνόδου της συνελθούσης εν έτει τπα΄ (381) επί Θεοδοσίου του Μεγάλου. Ούτος δια την υπερβάλλουσαν αρετήν του και δια την εις Χριστόν καθαράν αγάπην του, έγινεν εις τους πολλούς τοσούτον ποθητός και αξιέραστος, ώστε ότε το πρώτον εισήλθεν εις την Αντιόχειαν (ήτο δε τότε η κυρία ημέρα της χειροτονίας του), πας Χριστιανός ωθούμενος υπό του προς αυτόν πόθου, τον προσεκάλει εις τον οίκον του, νομίζων ότι μέλλει να αγιασθή δια μόνης της εισόδου του Αγίου. Τριάκοντα δε μόνον ημέρας διατρίψας εις την Αντιόχειαν, ουδέ αυτάς ολοκλήρους, εδιώχθη υπό των εχθρών της αληθείας Αρειανών, καθότι επείσθη εις την κακοδοξίαν των ο τότε βασιλεύς Κωνστάντιος, ο υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, συγχωρούντος ταύτα του δικαιοκρίτου Θεού, οις Αυτός οίδε κρίμασιν. Αφ’ ου λοιπόν εδιώχθη παρανόμως εκ της επαρχίας του, επανήλθεν εις την Κωνσταντινούπολιν και έμεινεν εις αυτήν περισσότερον των δύο ετών. Είτα εκάλεσεν αυτόν ο βασιλεύς δια γραμμάτων να μεταβή, όχι εκεί πλησίον, αλλά εις την Θράκην· ωσαύτως δε και άλλοι πολλοί Επίσκοποι πολλαχόθεν της οικουμένης εκεί συνήχθησαν, κληθέντες και αυτοί δια βασιλικών γραμμάτων, διότι τότε επλησίαζεν ο καιρός κατά τον οποίον έμελλε να ελευθερωθώσιν από τον πολυχρόνιον χειμώνα των αιρέσεων αι Εκκλησίαι του Θεού και να λάβωσι την τελείαν γαλήνην. Τότε λοιπόν εθαυμάσθη ο μέγας ούτος Πατήρ ημών Μελέτιος υφ’ όλων των εκεί συναχθέντων Επισκόπων, τόσον δια την αρετήν του, όσον και δια την σύνεσιν των λόγων του· και εκεί ολίγον ασθενήσας, παρέδωκεν εν ειρήνη την μακαρίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού, αφήσας την πρόσκαιρον ταύτην ζωήν εις την ξένην γην. Αυτού αγίαις πρεσβείαις, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΓ΄ (13Η) Φεβρουαρίου, μνήμη των Αγίων Αποστόλων και Μαρτύρων ΑΚΥΛΑ και ΠΡΙΣΚΙΛΛΗΣ.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΓ΄ (13Η) Φεβρουαρίου, μνήμη των Αγίων Αποστόλων και Μαρτύρων ΑΚΥΛΑ και ΠΡΙΣΚΙΛΛΗΣ.

Ακύλας και Πρίσκιλλα οι ένδοξοι Απόστολοι και Μάρτυρες του Χριστού κατήγοντο εκ του Πόντου της Μικράς Ασίας, ήσαν δε Ιουδαίοι το γένος, κατά δε την τέχνην σκηνοποιοί, ήτοι κατεσκεύαζον σκηνάς δια δερμάτων, ζώντες κατά τους χρόνους του βασιλέως Κλαυδίου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη μα΄ - νδ΄ (41-54). Αναχωρήσαντες δε από την πατρίδα των, τον Πόντον, ήλθον και εγκαταστάθησαν εις την Ρώμην. Επειδή όμως ο Κλαύδιος εδίωξεν όλους τους Χριστιανούς και τους Ιουδαίους από την Ρώμην, ήλθον εις την Κόρινθον, όπου ειργάζοντο την τέχνην των. Ακούσαντες δε δια το κήρυγμα του Αγίου Αποστόλου Παύλου, επήγαν προς αυτόν, όταν ούτος ευρίσκετο εις την Κόρινθον, ή μάλλον ο θείος Παύλος επήγε προς τον Ακύλαν, εν Κορίνθω ευρισκόμενον. Διότι ούτω γράφεται εις τας Πράξεις· «Μετά δε ταύτα χωρισθείς ο Παύλος εκ των Αθηνών ήλθεν εις Κόρινθον· και ευρών τινα Ιουδαίον ονόματι Ακύλαν, Ποντικόν τω γένει, προσφάτως εληλυθότα από της Ιταλίας, και Πρίσκιλλαν γυναίκα αυτού, δια το διατεταχέναι Κλαύδιον χωρίζεσθαι πάντας τους Ιουδαίους από της Ρώμης, προσήλθεν αυτοίς, και δια το ομότεχνον είναι έμεινε παρ’ αυτοίς και ειργάζετο· ήσαν γαρ σκηνοποιοί τη τέχνη» (Πράξ. Ιη΄ 1-3). Όθεν, αφ’ ου ο θείος Ακύλας συνεσχετίσθη με τον Απόστολον Παύλον, εβαπτίσθη υπ’ αυτού αυτός τε και η γυνή του Πρίσκιλλα, υπηρέτουν δε εις το εξής τον Απόστολον Παύλον και ηκολούθουν, συγκινδυνεύοντες μετ’ αυτού, εις όλους τους πειρασμούς όσοι εγίνοντο εις αυτόν. Τοσούτον δε ηγάπησε τους δύο τούτους ο Απόστολος Παύλος, αφ’ ενός μεν δια την αρετήν των και αφ’ ετέρου δια την εις Χριστόν πίστιν των, ώστε αναφέρει περί αυτών εις τρεις επιστολάς του, διότι εν τη προς Ρωμαίους επιστολή γράφει· «Ασπάσασθε Πρίσκιλλαν και Ακύλαν» (Ρωμ. ιστ: 3). Ομοίως και εν τη πρώτη προς Κορινθίους (ιστ: 19) και εν τη Δευτέρα προς Τιμόθεον (δ:19). Με τοιαύτην λοιπόν πολιτείαν ευηρέστησαν οι μακάριοι ούτοι τον Χριστόν και τον μακάριον Παύλον και εποίησαν πολλά θαύματα· ύστερον δε συλληφθέντες υπό των απίστων απεκεφαλίσθησαν και ούτω στεφανηφόροι μετέβησαν εκ της γης εις τους ουρανούς.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΔ΄ (14ην) Φεβρουαρίου, μνήμη της Αθλήσεως του εν Αγίοις Οσιομάρτυρος ΔΑΜΙΑΝΟΥ του νέου, του κτίτορ

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΔ΄ (14ην) Φεβρουαρίου, μνήμη της Αθλήσεως του εν Αγίοις Οσιομάρτυρος ΔΑΜΙΑΝΟΥ του νέου, του κτίτορος της κατά τον εν Δημητριάδι Κίσσαβον σεβασμίας Μονής του Τιμίου Προδρόμου, αθλήσαντος εν έτει αφξη΄ (1568).

Δαμιανός ο νέος Αθλητής του Χριστού, είχε πατρίδα την Αράχωβαν του τέως δήμου Παρακαμπυλίων της Ευρυτανίας, εις την οποίαν εγεννήθη από γονείς ευσεβείς. Ότε δε ήτο ακόμη νέος επόθησε την μοναδικήν πολιτείαν· όθεν εγκαταλείψας τον κόσμον και τα εν κόσμω, επήγεν εις το Άγιον Όρος εις την ιεράν Μονήν του Φιλοθέου και έγινε Μοναχός. Αφού δε έμεινεν ολίγον καιρόν εις το Μοναστήριον, ανεχώρησεν εις την ησυχίαν, δια να αγωνίζεται περισσότερον εις τας αρετάς· ευρών δε σημειοφόρον τινά Ασκητήν, όστις ησύχαζεν εις τόπον ερημικόν, Δομέτιον ονομαζόμενον, έμεινε μαζί του τρεις χρόνους σχεδόν, εργαζόμενος όλας τας αρετάς με τόσην προθυμίαν και ακρίβειαν, ώστε ηξιώθη να ακούση και θείαν φωνήν, η οποία του έλεγε· «Δαμιανέ, δεν πρέπει να ζητής μόνον το συμφέρον το ιδικόν σου, αλλά και το των άλλων». Όθεν ευθύς αφήσας το Άγιον Όρος επήγεν εις τα όρη του Ολύμπου, και εκήρυττεν εις τα χωριά, τα οποία ευρίσκονται εκεί, τον λόγον του Θεού λαμπρά τη φωνή διδάσκων και παρακινών τους Χριστιανούς να μετανοήσωσι και απέχωσιν από τας αδικίας και από όλας τας άλλας κακίας, να φυλάττωσι δε τας εντολάς του Θεού, εργαζόμενοι τα καλά και θεάρεστα έργα. Αλλ’ ο μισόκαλος διάβολος παρεκίνησε πολλούς από τους κατ’ όνομα μόνον Χριστιανούς κατά δε τα έργα ασεβείς, και κατηγόρουν τον Άγιον, λέγοντες ότι είναι πλάνος και απατεών, κατέτρεχον δε αυτόν διαφόρως, επιβουλευόμενοι την ζωήν του. Ο δε Άγιος μιμούμενος τον Χριστόν ανεχώρησεν εκείθεν δια να ειρηνεύσουν οι Χριστιανοί και επήγεν εις τα μέρη του Κισσάβου και της Λαρίσσης, εκήρυττε δε πάλιν εκεί τον λόγον του Θεού· παθών δε και εκεί τα ίδια, ανεχώρησεν εις τα υψηλά μέρη των Αγράφων, και εκεί εδίδασκε τους Χριστιανούς να μένουν στερεοί εις την πίστιν και να φυλάττουν τας εντολάς του Κυρίου. Ο διάβολος όμως δεν ησύχασεν, αλλά και εκεί ήγειρεν εναντίον του Αγίου ανευλαβείς τινας και αθεοφόβους, οι οποίοι τον κατέτρεχον, καλούντες αυτόν πλάνον και ψευδομόναχον. Όθεν αφήσας και αυτά τα μέρη ο Άγιος επέστρεψε πάλιν εις τον Κίσσαβον, δια να μένη δε ατάραχος ωκοδόμησεν εκεί Μοναστήριον, εις το οποίον έμεινε μαζί με άλλους Μοναχούς, αναπέμποντες εις τον Θεόν καθ’ εκάστην τας ευχάς των. Όμως και εκεί επήγαιναν πολλοί δια να ωφελούνται εις την ψυχήν από τας ψυχωφελείς διδασκαλίας του, επειδή ήτο κατά πολλά γνωστικός και γεμάτος από θεία χαρίσματα. Καιρόν δε τινα, μεταβάς δια τινας ανάγκας του Μοναστηρίου, και μάλιστα δια την ωφέλειαν των Χριστιανών εις εν χωρίον, Βουλγαρίνην καλούμενον, συνελήφθη υπό Αγαρηνών τινών και παρεδόθη εις τον εξουσιαστήν της Λαρίσης, εις τον οποίον ανέφερον ότι εμποδίζει τους Χριστιανούς να πωλούν και να αγοράζουν την Κυριακήν, και τους διδάσκει να μένουν στερεοί εις την πίστιν του Χριστού· όθεν ο εξουσιαστής επρόσταξε να τον δείρουν σφοδρώς, να του βάλωσι βαρείας αλύσεις εις τον τράχηλον και εις τους πόδας, και να τον ρίψωσιν εις την φυλακήν. Εκεί επί δέκα πέντε ημέρας τον εβασάνιζον με διάφορα σκληρά παιδευτήρια, και πότε με φοβερισμούς, πότε με κολακείας και υποσχέσεις τον εβίαζον να αρνηθή την πίστιν του Χριστού. Μη δυνάμενος λοιπόν ο άρχων να καταπείση τον Άγιον, αλλά βλέπων μάλιστα αυτόν να ελέγχη με γενναιότητα την θρησκείαν των και τον προφήτην των, και με πολλήν παρρησίαν κηρύττοντα τον Χριστόν Θεόν αληθινόν, και ότι είναι πρόθυμος να υπομείνη δια την αγάπην του μύρια βάσανα, ήναψεν όλος από τον θυμόν, και παρευθύς προστάζει να θανατωθή πρώτον δια της αγχόνης και έπειτα να ριφθή εις το πυρ. Λαβόντες λοιπόν αυτόν οι δήμιοι τον εκρέμασαν· επειδή δε εις απ’ αυτούς εκτύπησε τον Μάρτυρα εις την κεφαλήν με πέλεκυν, εκόπη το σχοινίον και έπεσεν ο Μάρτυς εις την γην ημιθανής· εκείνοι δε λαβόντες αυτόν έτι ζώντα, τον έρριψαν εις το πυρ και τον έκαυσαν, την δε στάκτην αυτού έρριψαν εις τον ποταμόν Πηνειόν, εν έτει αφξη΄ (1568). Ούτως έλαβεν ο μακάριος Δαμιανός του Μαρτυρίου τον στέφανον. Ου ταις αγίαις πρεσβείαις ρυσθείημεν και ημείς των παγίδων του εχθρού, και αξιωθείημεν της Βασιλείας των ουρανών. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΕ΄ (15ην) Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΟΝΗΣΙΜΟΥ.

Δημοσίευση από silver »


Ονήσιμος ο Άγιος Απόστολος ήτο πρότερον δούλος του Αγίου Αποστόλου Φιλήμονος, όστις κατά τον Θεοδώρητον, κατήγετο από τας Κολοσσάς, προς τον οποίον γράφει χωριστήν επιστολήν ο μακάριος Παύλος. Κλέψας δε ο Ονήσιμος ούτος χρήματα από τον οίκον του Αποστόλου Φιλήμονος, ως τούτο δηλούται από την ρηθείσαν επιστολήν του Παύλου προς τον Φιλήμονα, έφυγε και επήγεν εις την Ρώμην, εκεί δε συναντήσας τον Απόστολον Παύλον, εις τα δεσμά ευρισκόμενον, κατηχήθη από αυτόν την εις Χριστόν πίστιν και βαπτισθείς έγινε και αυτός θαυμάσιος εις την αρετήν. Επειδή δε ο θείος Παύλος δεν έκρινε δίκαιον να λυπήται ο Φιλήμων δια την κλοπήν και την φυγήν του δούλου του τούτου Ονησίμου, απέστειλεν αυτόν εις τον αυθέντην του Φιλήμονα, ομού με την προς αυτόν συστατικήν και παρακλητικήν επιστολήν. Ο δε Φιλήμων, δεξάμενος τον Ονήσιμον ομού μετά της επιστολής, εχάρη και πάλιν απέστειλεν αυτόν οπίσω εις τον Παύλον, τον οποίον και υπηρέτει. Ας ίδωμεν όμως πως ακριβώς περιγράφονται τα κατά τον Άγιον Ονήσιμον εν τω πλατυτέρω αυτού Βίω τον οποίον παραθέτομεν ενταύθα το πρώτον εν μεταφράσει. Και το γένος των δούλων δοκιμάζει χαράν, όταν γνωρίση την ευσέβειαν και μάλιστα, όταν δια της ειλικρινούς πίστεως προς Χριστόν τον Θεόν, αφού συντρίψη τα κέντρα του διαβόλου, ελέγξη αυτόν ως αποστάτην και καταργήση τελείως την δύναμίν του. Διότι είναι δυνατόν με ελευθέριον τρόπον και με σωφροσύνην να υπερνικήση κανείς την θλίψιν, η οποία συνοδεύει τον εις την τάξιν των δούλων ευρισκόμενον άνθρωπον, ώστε να αναδειχθή ούτος νικητής του φίλου της αμαρτίας και μισοκάλου δαίμονος, όπως ακριβώς και ο Ονήσιμος, ο θείος Απόστολος του Χριστού, όστις υπήρξεν πρότερον δούλος του Φιλήμονος, ως είπομεν. Ούτος ήτο Ρωμαίος το γένος θεοφιλής εις τους τρόπους και φίλος ιδιαιτέρως αγαπητός της μεγάλης σάλπιγγος του Πνεύματος, του Παύλου του κορυφαίου των Αποστόλων. Αφού δε ησπάσθη την εις Χριστόν τον Θεόν ημών πίστιν, η οποία ελευθερώνει από την αμαρτίαν, και έγινε μαθητής του θείου Παύλου και εδιδάχθη παρ’ αυτού τα μυστήρια της ευσεβείας, ειργάζετο μαζί με εκείνον εις το έργον της αποστολής και εγένετο συνοδοιπόρος αυτού και εφυλακίσθη μαζί του, όταν εκήρυττεν εις όλην την οικουμένην το σωτήριον κήρυγμα του Ευαγγελίου. Δεν είναι όμως ανάγκη να γράφωμεν ημείς περί του μακαρίου τούτου Ονησίμου, όταν αι θείαι επιστολαί του ιδίου του Μεγάλου Παύλου είναι δυνατόν να πληροφορήσωσιν ημάς δι’ όλα τα αφορώντα εις αυτόν. Διότι εις μίαν των επιστολών του, την οποίαν έγραψε προς τον Φιλήμονα, ο οποίος υπήρξε κύριος του Ονησίμου, ως εξής γράφει περί αυτού· «Παρακαλώ σε περί του εμού τέκνου, ον εγέννησα εν τοις δεσμοίς μου, Ονήσιμον, τον ποτέ σοι άχρηστον, νυνί δε σοι και εμοί εύχρηστον, ον ανέπεμψα· συ δε αυτόν, τουτ’ έστι τα εμά σπλάγχνα, προσλαβού· ον εγώ εβουλόμην προς εμαυτόν κατέχειν, ίνα υπέρ σου διακονή μοι εν τοις δεσμοίς του Ευαγγελίου· χωρίς δε της σης γνώμης ουδέν ηθέλησα ποιήσαι, ίνα μη ως κατ’ ανάγκην το αγαθόν σου η, αλλά κατά εκούσιον· τάχα γαρ δια τούτο εχωρίσθη προς ώραν, ίνα αιώνιον αυτόν απέχης, ουκέτι ως δούλον, αλλ’ υπέρ δούλον, αδελφόν αγαπητόν, μάλιστα εμοί, πόσω δε μάλλον σοι και εν σαρκί και εν Κυρίω»! (10-16). Δηλαδή: «Σε παρακαλώ δια το παιδί μου, το οποίον εγέννησα όταν ήμουν εις την φυλακήν, τον Ονήσιμον, ο οποίος κάποτε ήτο ανωφελής δια σε, τώρα όμως είναι εύχρηστος και δια σε και δι’ εμέ, τον οποίον έστειλα οπίσω προς σε, συ δε αυτόν να τον δεχθής, διότι είναι ως να είμαι εγώ ο ίδιος. Τούτον επεθύμουν να κρατήσω πλησίον μου, ίνα χάριν σου με υπηρετή εις την φυλακήν μου, εις την οποίαν ευρίσκομαι χάριν του Ευαγγελίου, χωρίς όμως την ιδικήν σου γνώμην δεν ηθέλησα να κάμω τίποτε, δια να μη φανή ότι το υπέρ σου καλόν γίνεται κατ’ ανάγκην, αλλά με την ιδικήν σου συγκατάθεσιν. Διότι ίσως δια τούτο εχωρίσθη προσωρινώς από σε, ίνα έχης αυτόν πάντοτε, όχι πλέον ως δούλον, αλλά κάτι περισσότερον δια σε, ως αδελφόν κατά σάρκα και εν Κυρίω». Αρκούν αυτά δια να φανερώσουν την αρετήν, η οποία εστόλιζε τον Ονήσιμον. Διότι οι λόγοι αυτοί δεν είναι λόγοι κόλακος τινος ή μαρτυρίαι ψευδομάρτυρος, αλλά λόγοι του κήρυκος της αληθείας, ο οποίος ονομάζει αυτόν τέκνον και αδελφόν, και όστις δια μεν της ονομασίας του τέκνου φανερώνει το μέγεθος της αγάπης, την οποίαν είχε προς τον Ονήσιμον, δια δε της ονομασίας του αδελφού μαρτυρεί την ίσην προς την του Παύλου παρρησίαν, την οποίαν είχεν ο Ονήσιμος προς τον Θεόν. Αυτός λοιπόν, ο οποίος εκαθάρισε την ψυχήν του δια της ευσεβείας και της αγνείας, δια της νηστείας δε και της προσευχής και δια των λοιπών αρετών ήσκησε το σώμα του και το προητοίμασε γενναίως δια τους αγώνας κατά της ασεβείας, δεν ήτο δυνατόν να μη φορέση και μαρτυρικόν στέφανον και να μη προκινδυνεύση και μέχρι θανάτου υπέρ του ευαγγελικού κηρύγματος. Μετά δηλαδή την δια του Μαρτυρίου ανάλυσιν των κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου προς τον διδάσκαλον και Δεσπότην αυτών Χριστόν, καταγγέλλεται εις κάποιον ονόματι Τέρτυλον, ο οποίος ήτο έπαρχος εις την Ρώμην, ο μακάριος ούτος Ονήσιμος, ότι πολλούς απέσπα από την λατρείαν των ειδώλων και τους ωδήγει εις την λατρείαν του εσταυρωμένου Χριστού, καθώς ο Πέτρος και ο Παύλος, οι οποίοι εθανατώθησαν προηγουμένως υπό του Νέρωνος. Ο έπαρχος, καταληφθείς από ασυγκράτητον θυμόν, διέταξε να συλληφθή ευθύς ο Ονήσιμος και να οδηγηθή αμέσως ενώπιόν του, όταν δε ωδηγήθη προς αυτόν, ο παράνομος εκείνος δικαστής, αφού τον εκοίταξε καλώς, ηρώτησε τον Άγιον να είπη το όνομά του, την κατάστασίν του και την θρησκείαν εις την οποίαν ανήκει και πιστεύει. Ο δε Άγιος απήντησεν ότι ονομάζεται μεν Ονήσιμος, ότι παλαιότερον ήτο δούλος ενός ανθρώπου ίσου με αυτόν, τώρα δε είναι δούλος και Απόστολος του αγαθού Δεσπότου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Και ο έπαρχος λέγει· «Και ποία υπήρξεν η δικαιολογία, που τόσον εύκολα ήλλαξες κύριον»; Ο δε Μάρτυς του Χριστού Ονήσιμος απεκρίθη· «Η επίγνωσις της αληθείας και το μίσος της ειδωλολατρίας, ω δικαστά». Λέγει εκείνος· «Και πόσα χρήματα έλαβες δια να μεταπηδήσης εις την νεοφανή αυτήν δεσποτείαν του Χριστού»; Ο Άγιος απήντησεν· «Ο ίδιος ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος και αληθινός Θεός με εξηγόρασε με το τίμιον αίμα του». Ο δε έπαρχος ηρώτησεν πάλιν· «Ποίαν διαγωγήν και πολιτείαν διδάσκουν εις τους ανθρώπους αι γραφαί των Χριστιανών»; Ο δε θείος Απόστολος του Χριστού είπε· «Πάσαν αρετήν διδάσκουν, ω δικαστά, αντίθετα προς τα ιδικά σας βιβλία των Ελλήνων· διότι σεις μεν θεωρείτε, κακώς και ανοήτως, ως θεούς, εκείνους οι οποίοι διέπραξαν τα άτιμα έργα της αισχύνης και αμαρτάνετε χωρίς φόβον, και χωρίς εντροπήν πράττοντες τα έργα των θεών σας, και εκτελούντες ό,τι υπάρχει κακόν και ολέθριον, νομίζοντες ότι με τον τρόπον αυτόν δεικνύετε τον σεβασμόν σας προς τους θεούς σας. Δι’ ημάς όμως τους Χριστιανούς η αγνεία και η παρθενία έχει γίνει ποθεινότατον πράγμα, η δε ακτημοσύνη και η περιφρόνησις των χρημάτων θεωρείται από ημάς θησαυρός και πλούτος αναφαίρετος. Και δια να είπω με μίαν λέξιν, ό,τι σεις νομίζετε φευκτόν και δύσκολον, δι’ ημάς τους Χριστιανούς είναι αρεστόν και χαρμόσυνον δια την θερμήν αγάπην, την οποίαν έχομεν προς τον Θεόν. Ούτε και σταματώμεν μόνον εις εκείνα που βλέπομεν, διότι η πραγματική πατρίς μας πιστεύομεν ότι υπάρχει εις τους ουρανούς. Δια τούτο προθύμως θυσιαζόμεθα προς χάριν του Χριστού και αποστρεφόμεθα την ματαίαν λατρείαν των ειδώλων, μη παραμένοντες μόνον εις τα ορατά, αλλά προσέχοντες αδιαλείπτως εις τα νοούμενα. Διότι τα μεν ορατά ρέουν όπως το ύδωρ και παρέρχονται όπως το όνειρον, εκείνα δε, τα νοούμενα, παραμένουν διαρκώς ως αιώνια και αθάνατα». Όταν ήκουσεν αυτά ο έπαρχος είπεν· «Άφησε αυτάς τας πολλάς φλυαρίας και ανοησίας και προσπάθησε να εξιλεώσης με θυσίας τους αθανάτους θεούς, διότι, αν δεν θελήσης, και χωρίς την θέλησίν σου θα σε αναγκάσουν εις τούτο φοβερά βασανιστήρια». Τότε απήντησεν ο Άγιος· «Μη σε μέλει δι’ αυτό, αλλ’ εκείνο που νομίζεις πράξον τάχιστα, δια να μάθης ότι τίποτε δεν είναι ικανόν να με χωρίση της αγάπης του Χριστού». Μόλις ήκουσε την απάντησιν αυτήν ο έπαρχος παρέδωσε τον Μάρτυρα εις τους φύλακας, διατάξας να υποβληθή εις πολυειδή βασανιστήρια, τα οποία να παρατείνουν όσον το δυνατόν περισσότερον τους πόνους του. Ο δε δίκαιος Ονήσιμος, ωσάν να έβλεπεν ήδη και να ενετρύφα εις την χαράν του Παραδείσου, όχι μόνον δεν ησθάνετο τους πόνους, από τα βασανιστήρια που εδοκίμαζε, αλλά τουναντίον τα εθεώρει ως αφορμήν μεγάλης χαράς. Επειδή δε τα βασανιστήρια του Μάρτυρος εις την φυλακήν παρετείνοντο επί δέκα οκτώ ημέρας, κατά το διάστημα αυτό πολλοί προσερχόμενοι προς αυτόν εδιδάσκοντο καλώς από τους λόγους του και τας συμβουλάς και παραινέσεις του να σέβωνται τον Θεόν, απαρνούμενοι μεν την θρησκείαν των ειδώλων, προσερχόμενοι δε ειλικρινώς εις την αμώμητον πίστιν του Χριστού. Θέλων λοιπόν ο έπαρχος να τους εμποδίση, με το πρόσχημα της φιλανθρωπίας εξορίζει τον Μάρτυρα από την Ρώμην, αποστείλας αυτόν μετά των άλλων ομοπίστων του εις Ποτιόλους, διατάξας συγχρόνως, ο ανόητος, αυτόν να παύση το θείον κήρυγμα. Ο δε θείος Ονήσιμος, φθάσας εις Ποτιόλους, εξηκολούθησε και εκεί το συνηθισμένον έργον του, διδάσκων με πολλήν παρρησίαν εις όλους το κήρυγμα της εις Χριστόν πίστεως. Όταν επληροφορήθη τούτο ο έπαρχος κατελήφθη από ασυγκράτητον θυμόν και διά των δορυφόρων του έφερε πάλιν τον Μάρτυρα ενώπιόν του, έχοντα τας χείρας του εις το τιμωρητικόν ξύλον και ταλαιπωρούμενον και με πολλάς άλλας κακώσεις. Όταν λοιπόν παρέστησεν τον Άγιον ενώπιόν του, λέγει προς αυτόν· «Τι έπαθες, ανόητε, και την ιδικήν μου φιλανθρωπίαν ανταποδίδεις δια τόσων πολλών κακών, ώστε δικαίως να είσαι άξιος ακόμη μεγαλυτέρων τιμωριών»; Ο μακάριος Ονήσιμος απεκρίθη τότε· «Εγώ επερίμενα, ω έπαρχε, ότι αργά ή γρήγορα θα επροτιμούσες το καλύτερον και φρονίμως θα εγκατέλειπες το χειρότερον, και ότι, αφού θα προσήρχεσο εις τον Χριστόν, θα εγίνεσο δούλος αυτού με ειλικρινή πίστιν και καθαράν πολιτείαν δι’ όλον τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής σου, ώστε να εξασφαλίσης δια τον εαυτόν σου την αιωνίαν ανάπαυσιν, εις εμέ δε θα επέτρεπες να προχωρώ ανεμποδίστως τον δρόμον του Ευαγγελίου, ώστε κανείς άνθρωπος να μη στερηθή της Χάριτος του Θεού. Αλλ’ όπως βλέπω, συ εξακολουθείς να μένης εις την προτέραν ανοησίαν σου και εφόρεσες ως ένδυμα την ασέβειαν, η οποία όπως το ύδωρ εισήλθεν εις την καρδίαν σου αι ως έλαιον διεπότισε τα οστά σου». Μόλις ήκουσεν αυτά ο έπαρχος διέταξε να τεντωθή ο Μάρτυς από τα τέσσαρα μέρη και να δέρεται με χονδράς ράβδους καθ’ όλον το σώμα. Δερομένου λοιπόν του Μάρτυρος ασπλάγχνως επί πολλάς ώρας αι μεν σάρκες του απεσπώντο ελεεινώς από το σώμα του και έπιπτον εις την γην μαζί με το ρέον αίμα του, τα δε οστά του συνετρίβοντο, αλλ’ ο τόνος της ψυχής του ουδόλως καταβάλλετο, και περισσότερον ενεδυναμώνετο με την ελπίδα των προσδοκωμένων αιωνίων αγαθών. Ο δε παράνομος δικαστής, αφού διέταξε τους δημίους να συντρίψουν ασπλάγχνως τα σκέλη του Μάρτυρος, εισήλθεν αμέσως εις το πραιτώριον, μη υποφέρων ο αλιτήριος την εξευτελιστικήν ήτταν, την οποίαν υπέστη. Αφού δε οι δήμιοι, σύμφωνα με την παράνομον διαταγήν του επάρχου, συνέτριψαν ασπλάγχνως με τας ράβδους τα σκέλη του Μάρτυρος, ο μακάριος Ονήσιμος παρέδωσε την μακαρίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού, κατά την ιε΄ (15ην) του Φεβρουαρίου μηνός. Μία δε περιφανής γυνή, εξ εκείνων αι οποίαι είχον σχέσεις ακόμη και με τους βασιλείς, πολύ πλουσία κατά την περιουσίαν, πλουσιωτέρα δε κατά την εις τον Θεόν ευσέβειαν, κατασκευάσασα θήκην εκ λαμπροτάτου αργύρου, ετοποθέτησεν εις αυτήν λαμπρώς και φιλοτίμως το λείψανον του Μάρτυρος, εξασφαλίσασα τοιουτοτρόπως δι’ εαυτήν, μετά το τέλος της επί της γης ζωής της, την εις τας ουρανίους μονάς κατοικίαν και την απόλαυσιν των εκεί αγαθών· εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, της μιάς Θεότητος και Βασιλείας. Η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :]Τη ΙΣΤ΄ (16ην) Φεβρουαρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΦΛΑΒΙΑΝΟΥ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΣΤ΄ (16ην) Φεβρουαρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΦΛΑΒΙΑΝΟΥ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

Φλαβιανός ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοδοσίου του Μικρού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη υη΄ - υν΄ (408-450). Πρεσβύτερον ων της εν Κωνσταντινουπόλει Αγίας Εκκλησίας, δια δε την ενάρετον αυτού πολιτείαν εχειροτονήθη εν έτει υμστ΄ (446) Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως με την θέλησιν του Θεού και με την ψήφον της Συνόδου, του βασιλέως και της Συγκλήτου· διανύσας δε εις τον θρόνον έτη τρία, κατά παραχώρησιν Θεού, εξώσθη του θρόνου του παρά του Μονοφυσίτου Διοσκόρου και των ομοφρόνων αυτού και επέμφθη εις εξορίαν, όπου υπομείνας πολλάς θλίψεις δια την Ορθόδοξον πίστιν και ασθενήσας, προς Κύριον εξεδήμησεν.
Ούτος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Φλαβιανός Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ηξιώθη μαρτυρικού τέλους καθ’ ον χρόνον ηγωνίζετο υπέρ των αληθειών της Αγίας Ορθοδόξου πίστεως και κατά των Μονοφυσιτών, είναι δε λίαν ανεπαρκείς αι παρεχόμεναι ενταύθα πληροφορίαι υπό του Συναξαρίου, διο προσθέτομεν και τα εξής: Ο μακάριος Φλαβιανός ανήλθεν εις τον Πατριαρχικόν θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως εν έτει 446 βασιλεύοντος Θεοδοσίου του Β΄ διαδεχθείς τον ιερόν Πρόκλον, μαθητήν χρηματίσαντα του θείου Χρυσοστόμου. Κατά την εποχήν εκείνην ετάραττε την Εκκλησίαν του Χριστού η αίρεσις του Μονοφυσιτισμού, την οποίαν εκήρυττεν ο ιδρυτής της αιρέσεως ταύτης Αρχιμανδρίτης Ευτυχής. Ούτος ηγουμένευε Μονής τινος της Κωνσταντινουπόλεως, ήσκει δε μεγάλην επιρροήν επί του πανισχύρου πρωθυπουργού Χρυσαφίου, υπεστηρίζετο επίσης υπό του ομόφρονός του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Διοσκόρου (444 – 451). Κινήσαντες δε ούτοι πάντα λίθον, έπεισαν τον ηλαττωμένης αντιλήψεως βασιλέα Θεοδόσιον τον Β΄ να συγκαλέση την εν Εφέσω συγκροτηθείσαν εν έτει 449 Σύνοδον, την αποκληθείσαν Ληστρικήν, επί τω σκοπώ επικρατήσεως του Μονοφυσιτισμού. Πρόεδρος της Συνόδου ταύτης ωρίσθη υπό του αυτοκράτορος ο Διόσκορος. Ο μακάριος Φλαβιανός προσήλθεν εν τη Συνόδω ταύτη, ίνα προασπίση την Ορθοδοξίαν, απηγορεύθη όμως εις αυτόν και τους μετ’ αυτού το δικαίωμα ψήφου, ενώ παρεχωρήθη τοιούτον εις τον αρχηγόν των Σύρων Μονοφυσιτών Μοναχών Αρχιμανδρίτην Βαρσουμάν. Ούτος κατήγετο εκ Σαμοσάτων, συγκροτήσας δε τάγμα εκ χιλίων παραφόρων Μονοφυσιτών Μοναχών, ωπλισμένων με ράβδους, σκαπάνας και πτυάρια, ελεηλάτει τας παρά τον Ευφράτην Εκκλησίας των Νεστοριανών, έκαιε τα Μοναστήρια αυτών, εδίωκεν ή εφόνευε τους Νεστοριανούς Επισκόπους και πλείστα άλλα έκτροπα εποίει. Ελθών ούτος εις την Σύνοδον της Εφέσου έφερε μεθ’ εαυτού και το τάγμα τούτο δια να το χρησιμοποιήση καταλλήλως. Ουχί δε μόνον το τάγμα τούτο προσήλθεν εις την Έφεσον, αλλά και πολυπληθείς άλλαι ομάδες εκφρόνων αιρετικών εκ διαφόρων τόπων διαφοροτρόπως ωπλισμένων και αποφασισμένων δια πάσαν κακίαν. Όλοι αυτοί ήσκησαν τρομοκρατίαν κατά παντός μη Μομοφυσίτου εις την Σύνοδον της Εφέσου, ηξίωσαν δε και την καταδίκην του Αγίου Φλαβιανού. Επειδή όμως η αξίωσις αύτη προεκάλει αντιρρήσεις εν τη Συνόδω η τρομοκρατία ενετάθη. Βλέπων ο Άγιος την κατ’ αυτού μανίαν των φανατικών και εκφρόνων αιρετικών και ότι ούτοι ήσαν έτοιμοι να ορμήσουν εναντίον του, έσπευσε να κρυβή ως εις άσυλον υπό την Αγίαν Τράπεζαν του Ναού της Θεοτόκου, εις τον οποίον εγίνετο η ψευδοσύνοδος, δεν τον αφήκαν όμως, αλλ’ ωθούντες, λακτίζοντες και τύπτοντες αυτόν τον εξέβαλον του Ναού, τον καθήρεσαν και απεφάσισαν την εξορίαν του. Δεν ηρκέσθησαν όμως εις ταύτα μόνον οι Μοναχοί του Βαρσουμά, αλλ’ εξηκολούθησαν κακοποιούντες τον Άγιον τόσον ώστε μετά τρεις ημέρας παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού εν μέσω των βασάνων. Παρόμοια υπέστησαν και οι λοιποί Ορθόδοξοι Αρχιερείς. Δια τας όντως ληστρικάς ταύτας κακοπραγίας η Σύνοδος αύτη απεκλήθη ληστρική. Ο Ρώμης Λέων, ο κατά την ιη΄ (18ην) του παρόντος μηνός Φεβρουαρίου εορταζόμενος, πληροφορηθείς τα γενόμενα απέρριψε την Σύνοδον ταύτην αποκαλέσας αυτήν latrocinium Ephesinum (Ληστρικόν Εφέσιον). Κατά το επόμενον έτος ο βασιλεύς Θεοδόσιος Β΄ κρημνισθείς εκ του ίππου του απέθανεν, οι δε διαδεχθέντες αυτόν Ορθοδοξότατοι βασιλείς Μαρκιανός και Πουλχερία, η αδελφή του Θεοδοσίου, συνεκάλεσαν την εν Χαλκιδόνι συνελθούσαν Αγίαν Δ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον, αποκατέστησαν την Ορθοδοξίαν και κατεδίκασαν τον Μονοφυσιτισμόν και μάλιστα τους αρχηγούς τούτου Ευτυχή, Διόσκορον, Βαρσουμάν κλπ. Τότε ανεκομίσθη εκ της ξένης και το ιερόν του Αγίου Φλαβιανού λείψανον και κατετέθη εν τω Ναώ των Αγίων Αποστόλων συνεργεία του διαδεχθέντος τον Άγιον Φλαβιανόν Πατριάρχου Αγίου Ανατολίου (449-458), ως γράφεται εις το εκείνου Συναξάριον κατά την γ΄ (3ην) Ιουλίου. Η Ορθοδοξία και πάλιν ενίκησεν, οι δε Μονοφυσίται εις τόσον σκοτασμόν εβυθίσθησαν, ώστε τον εγκληματίαν Βαρσουμάν ανεκήρυξαν και τιμώσιν ως Άγιον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΖ΄ (17ην) Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος ΘΕΟΔΩΡΟΥ του Τήρωνος.

Δημοσίευση από silver »


Θεόδωρος ο ένδοξος Άγιος Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους των βασιλέων της Ρώμης Διοκλητιανού και Μαξιμιανού των βασιλευσάντων κατά τα έτη σπδ΄- τε΄ (284-305), Μαξιμιανού Γαλερίου του εν τη ανατολή βασιλεύσαντος (τε΄ - τια΄ 305-311) και Μαξιμίνου του ανεψιού και διαδόχου του Γαλερίου, κατήγετο δε εκ της Αμασείας πόλεως της Καππαδοκίας, από το χωρίον Χουμιαλά. Κατ’ εκείνον τον καιρόν έστειλαν οι βασιλείς διαταγάς, ότι όποιος εκ των Χριστιανών αρνηθή το Χριστόν και πιστεύση εις τα είδωλα θα έχη μεγάλας τιμάς από τους βασιλείς· όστις δε αρνήται να θυσιάση εις τα είδωλα και μένει εις την πίστιν του, να θανατώνεται με τιμωρίας και βασάνους. Χριστιανοί δε τινες μετέβαινον φανερά και ωμολόγουν τον Χριστόν ως Θεόν αληθινόν, διο και απέθνησκον με πολλάς τιμωρίας. Άλλοι πάλιν ηρνούντο φεύ εκ του φόβου των βασάνων τον Χριστόν και εθυσίαζον εις τα είδωλα. Όσοι δε ούτε να αρνηθούν τον Χριστόν ήθελον, ούτε να μαρτυρήσουν ηδύναντο έφευγον εις τα όρη και εκρύπτοντο εις τα σπήλαια. Πολλοί δε πάλιν φοβούμενοι μήπως ανακαλυφθούν προσεποιούντο εις το φανερόν ότι είναι ειδωλολάτραι, εν τω κρυπτώ δε ελάτρευον τον Χριστόν. Εξ αυτών λοιπόν ήτο και ο Μεγαλομάρτυς Θεόδωρος ο Τήρων. Ούτος ήτο Χριστιανός κεκρυμμένος, εφοβείτο δε να παρουσιασθή, όχι δια τα μαρτύρια, αλλά διότι ενόμιζεν, ότι δεν ήτο ακόμη εκ Θεού δια να μαρτυρήση· δια τούτο ηθέλησε να δοκιμάση αν ήτο θέλημα Θεού. Και η δοκιμή ήτο η εξής: Ο Άγιος επειδή ήτο γνωστικός και ανδρείος ήτο εις το τάγμα των Τηρώνων (νεοσυλλέκτων). Μέλλοντες δε να υπάγωσιν εις την Ανατολήν δια φύλαξιν, διωρίσθη ο Άγιος εις την λεγεώνα δηλαδή εις τάγμα εκλεκτόν. Ανεχώρησαν λοιπόν με τον αρχηγόν των Βρίγκαν δια την Ανατολήν και μετέβησαν εις την πόλιν των Ευχαϊτων. Πλησίον δε της πόλεως ταύτης, περί τα τεσσαράκοντα μίλια, ήτο δάσος μέγα εις το οποίον κατώκει μέγας και φοβερός όφις, όθεν ουδείς ετόλμα να διαβή δια της οδού εκείνης. Πολλοί δε άνθρωποι φοβούμενοι το θηρίον άφησαν τα κτήματά των, τα οποία είχον εκεί πλησίον. Θέλων λοιπόν ο μακάριος Μάρτυς του Χριστού Θεόδωρος να δοκιμάση και να ίδη, εάν είναι θέλημα Θεού να μαρτυρήση, μετέβη εις το δάσος έφιππος και εκοπίασε πολύ δια να εύρη το θηρίον, επειδή όμως επεριπάτησε πολύ και δεν το εύρεν, εκουράσθη και ηθέλησε να αναπαυθή, όθεν παρεμέρισεν ολίγον από το δάσος και εκοιμήθη. Γυνή δε τις πλουσία, ονόματι Ευσεβία, διέβαινεν εκ του τόπου εκείνου και ιδούσα αυτόν κοιμώμενον, επειδή ήτο φιλάνθρωπος, τον εξύπνησε λέγουσα· «Ω νεανία, εάν θέλης την ζωήν σου, φύγε εκ του τόπου τούτου, διότι εδώ κατοικεί θηρίον μέγα και φοβερόν και ουδείς τολμά να διαβή από τον τόπον τούτον· πως συ ετόλμησες και ήλθες εδώ»; Ο δε Άγιος ηρώτησε την γυναίκα λέγων· «Ποία είσαι συ»; Απεκρίθη η γυνή· «Εγώ είμαι Χριστιανή και έχω κτήμα από τους γονείς μου εδώ, εκ του φόβου δε του θηρίου θα το αφήσω, διότι πολλούς ανθρώπους είδον ενώπιόν μου, όπου τους εφόνευσεν ο δράκων. Δια τούτο, σε παρακαλώ, να μη μείνης εις αυτόν τον τόπον και γίνης τροφή του θηρίου». Ενθαρρύνων τότε ο Άγιος την γυναίκα εκείνην λέγει προς αυτήν· «Γύναι, μη φοβού, μηδέ δάκρυζε· σήμερον θέλεις ελευθερωθή απ’ το θηρίον αυτό· ο Κύριός μου Ιησούς Χριστός θέλει καταργήσει την δύναμίν του και θέλει σας λυτρώσει από τον πειρασμόν του· επειδή δε είχες την καλωσύνην να με ξυπνήσης, εύχομαι να σου δώση πάλιν ο Θεός τον τόπον, τον οποίον είχες κληρονομίαν». Αυτά είπεν ο Άγιος και ποιήσας το σημείον του Σταυρού ανέβη εις τον ίππον του και ώρμησεν εντός του δάσους, τότε ήκουσε τον θόρυβον τον οποίον έκαμνε το θηρίον. Όθεν έδραμεν ευθύς προς το σημείον από το οποίον ήρχετο ο θόρυβος και είδεν, ότι εξήρχετο ο δράκων εκ της κρύπτης του, πολύ φοβερός και πυρ εξήρχετο εκ των οφθαλμών του, έκαμνε δε και συριγμόν δυνατόν. Ευθύς τότε ο Άγιος, ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού, έδραμεν εναντίον του δράκοντος και με το κοντάριόν του τον εκτύπησεν εις την κεφαλήν. Το δε θηρίον εκ του πόνου εσύριξε δυνατά και περιέστρεψε την ουράν του· αφού δε έκαμε και άλλα φοβερά τινα σχήματα εψόφησε. Τότε ο Άγιος εξήλθεν από το δάσος χαίρων και γνωρίζων, ότι ήτο θέλημα Θεού να μαρτυρήση, διότι ηννόησεν, ότι όπως ενίκησε τον αισθητόν δράκοντα θα νικήση και την δύναμιν του νοητού θηρίου, του διαβόλου. Αφού λοιπόν ηλευθέρωσε τον τόπον εκείνον ο Άγιος μετέβη πάλιν προς τους λοιπούς στρατιώτας του τάγματός του. Διάγων λοιπόν ο Άγιος μετά του τάγματός του ήλθεν ο καιρός κατά τον οποίον οι στρατιώται και ο αρχηγός των Βρίγκας ήθελον να θυσιάσουν εις τα είδωλα· και οι μεν άλλοι στρατιώται μετέβαινον και εθυσίαζον, ο δε μακάριος Θεόδωρος έμενεν εις την σκηνήν του. Τότε εγνωρίσθη, ότι είναι Χριστιανός. Ο δε Βρίγκας συναθροίσας όλον τον στρατόν λέγει προς τον Άγιον· «Θεόδωρε, διατί δεν θυσιάζεις όπως όλοι μας; Ή μήπως είσαι Χριστιανός»; Απεκρίθη τότε ο Άγιος με πολλήν παρρησίαν, λέγων· «Εγώ είμαι Χριστιανός εξ αρχής και εις τον Χριστόν μου πιστεύω και εις αυτόν θέλω να θυσιάζω». Λέγει ο Βρίγκας· «Θεόδωρε, έχε την πρώτην σου τιμήν και έλα να θυσιάσης εις τα είδωλα, μη θέλεις δε σήμερον να ατιμασθής από όλο σου το γένος και από όλους τους συντρόφους σου και πάθης κακόν, αλλά θυσίασε, όπως όλοι ο άλλοι στρατιώται, και μη γίνεσαι παραβάτης των βασιλικών διαταγμάτων· διότι, εάν το μάθη ο βασιλεύς, θα πάθης μεγάλην ζημίαν». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Εγώ φανερά σου το είπον, ότι είμαι Χριστιανός και δεν το αρνούμαι, αλλά πάλιν σου το λέγω, ότι Χριστιανός είμαι και τον Χριστόν μου προσκυνώ και αυτού είμαι στρατιώτης και εις αυτόν θυσιάζω». Ο δε Βρίγκας είπε· «Και οι στρατιώται όλοι Χριστιανοί είναι και όμως θυσιάζουν εις τους θεούς και μένουν στρατιώται». Αυτόν δε τον λόγον είπεν ο Βρίγκας, όχι διότι ήσαν πράγματι Χριστιανοί οι στρατιώται, αλλά δια να τους δοκιμάση και να ίδη εάν είναι και άλλος Χριστιανός εκ των στρατιωτών. Όταν ήκουσε τον λόγον τούτον ο Άγιος είπε προς τον Βρίγκαν· «Έκαστος γνωρίζει τίνος είναι στρατιώτης· εγώ γνωρίζω και ομολογώ ότι είμαι στρατιώτης του ουρανίου Βασιλέως, του Κυρίου μου Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού, εκείνον έχω βασιλέα και εις εκείνον στρατεύομαι». Τότε δέκαρχός τις, ονόματι Ποσειδώνιος, θέλων να περιπαίξη τον Άγιον, είπε προς αυτόν ειρωνευόμενος· «Θεόδωρε, έχει ο Θεός σου υιόν»; Ο δε Άγιος απεκρίθη με πολλήν παρρησίαν· «Ναι, ο Προφήτης Δαυϊδ το λέγει. «Τω Λόγω του Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν και τω πνεύματι του στόματος αυτού, πάσα η δύναμις αυτών» (Ψαλμ. λβ: 6). Λέγει ο Βρίγκας· «Δυνάμεθα, Θεόδωρε, να ίδωμεν τον Υιόν του Θεού σου, όπου λέγεις»; Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Εάν αφήσης την πλάνην σου και γίνης Χριστιανός, τότε θα εννοήσης ποίος είναι ο Υιός του Θεού, τον οποίον κηρύττω». Λέγει ο Ποσειδώνιος περιπαικτικώς· «Και εάν ηθέλαμεν εννοήσει τον Υιόν του Θεού σου, τι καλόν ηθέλαμεν απολαύσει ή τι κακόν θέλομεν πάθει, εάν δεν τον γνωρίσωμεν»; Λέγει ο Άγιος· «Πολύ είναι, Ποσειδώνιε, να αφήσης την πλάνην και να έλθης εις την αλήθειαν, να αφήσης το σκότος και να έλθης προς το φως· να αφήσης το στράτευμα του φθαρτού βασιλέως και να γίνης στρατιώτης του ουρανίου Βασιλέως, όπως και εγώ». Τότε στραφείς ο Βρίγκας είπε προς τον Ποσειδώνιον· «Ας του δώσωμεν καιρόν μιας ημέρας να συλλογισθή το καλλίτερον». Τότε τον μεν Άγιον άφησαν, ήρχισαν δε να εξετάζωσιν άλλους Χριστιανούς. Ο δε ευλογημένος Θεόδωρος ήρχετο πλησίον εκείνων των Χριστιανών και τους εδίδασκε να μην αρνηθώσι τον Χριστόν· έλεγε δε προς αυτούς· «Αδελφοί μου Χριστιανοί και συστρατιώται του επουρανίου Βασιλέως Χριστού, μη φοβείσθε τας τιμωρίας και τα βάσανα ταύτα τα πρόσκαιρα, διότι μόνον εις την θεωρίαν έχουσι τον φόβον, όταν δε αποτολμήσετε και λάβετε εν ή δύο μαρτύρια, τότε τα επίλοιπα θέλει σας φαίνονται χαρά και αγαλλίασις. Προσέξατε, αδελφοί μου, μη αρνηθήτε τον Χριστόν, όστις είναι έτοιμος να σας αξιώση της Βασιλείας του. Αν θυσιάσητε εις τα είδωλα, τι κέρδος θα αποκτήσετε; Αναπόφευκτον είναι μίαν ημέραν να αποθάνητε, εάν δε αποθάνητε ειδωλολάτραι αλλοίμονον εις σας. Ίστασθε λοιπόν, αδελφοί μου, δυνατοί». Αυτά και άλλα λέγων ο Άγιος ενεδυνάμωνε τους Χριστιανούς. Και οι μεν τύραννοι τους άλλους Χριστιανούς εφυλάκισαν, ο δε Άγιος μετέβη δια νυκτός και έβαλε πυρ εις ελληνικόν τινα βωμόν ονομαζόμενον της θεάς Ρέας, δια να δείξη ότι όχι μόνον δια λόγων είναι Χριστιανός, αλλά και δι’ έργων, να δείξη δε και εις τους Έλληνας, ότι προσκυνούσι κωφά και αναίσθητα ξύλα. Μεγάλη λοιπόν σύγχυσις έγινεν εις τα Ευχάϊτα την ημέραν εκείνην δια τον βωμόν, όστις κατεκάη. Υπηρέτης δε τις του βωμού ονόματι Κρονίδης είχεν ίδει τον Άγιον, όταν έβαλε πυρ εις τον βωμόν και φοβούμενος μήπως θεωρηθή υπεύθυνος, επήρε τον Άγιον και τον επήγεν εις τον αρχηγόν του τόπου, ονόματι Πούπλιον και εστάθη έμπροσθέν του, λέγων· «Αυθέντα Πούπλιε, ο ασεβέστατος ούτος στρατιώτης του βασιλέως, όπως εις τον αρχηγόν του στρατού τον Βρίγκαν ωμολόγησεν, είναι Χριστιανός· αυτός κατέκαυσε και τον βωμόν της θεάς Ρέας και αντιτίθεται προς τα βασιλικά προστάγματα· δια τούτο έφερα αυτόν εις την εξουσίαν σου και συ, ως φρόνιμος δούλος των θεών, κάμε εις αυτόν, όπως ορίζουν οι νόμοι και οι βασιλείς». Τότε, όταν ήκουσε ταύτα ο Πούπλιος, εκάλεσεν ευθύς τον στρατηγόν Βρίγκαν και λέγει προς αυτόν· «Συ άφησες τον ασεβέστατον αυτόν να κατακαύση τον βωμόν της θεάς Ρέας»; Ο Βρίγκας απεκρίθη· «Εγώ του έδωσα άδειαν να συλλογισθή καλλίτερον, όχι να κατακαύση τον βωμόν· πολλάκις του είπον να θυσιάση και δεν με ήκουσεν, αλλά με περιέπαιζε λέγων, ότι είναι στρατιώτης του Ναζωραίου Ιησού και αρνείται την στρατιάν των ισχυρών βασιλέων. Αρχηγός λοιπόν είσαι και, όπως νομίζεις καλόν, τιμώρησε αυτόν μήπως και μεταβάλης την μιαράν του γνώμην». Τότε ο Πούπλιος λέγει προς τον Άγιον με πολύν θυμόν· «Ασεβέστατε στρατιώτα, αυτή είναι η τιμή την οποίαν δίδεις εις τους μεγάλους θεούς; Αντί να θυσιάσης εις τον βωμόν της μεγάλης θεάς Ρέας, συ επήγες και τον κατέκαυσες; Και με ποίαν τόλμην μετέβης, μιαρώτατε, και έκαμες τοιαύτην παρανομίαν; Δεν εδειλίασες τα βασιλικά προστάγματα»; Ο δε Άγιος απεκρίθη με πολλήν παρρησίαν· «Ηγεμών Πούπλιε, ομολογώ ότι εγώ είμαι εκείνος όστις κατέκαυσα τον βωμόν της Ρέας, διότι ηθέλησα να δοκιμάσω και να ίδω, εάν είναι θεά αληθινή· αλλ’ είδα ότι είναι ξύλον κωφόν και αναίσθητον· και τοιαύτην τιμήν πρέπει να έχωσι τα είδωλα, επειδή οφθαλμούς έχουσι και δεν βλέπουσι, ώτα έχουσι και δεν ακούουσι, στόμα έχουσι και δεν ομιλούσι, πόδας έχουσι και δεν περπατούσι. Τι θεοί λοιπόν είναι αυτά τα άλαλα ξύλα»; Τότε ο ηγεμών, μη δυνάμενος να αντισταθή εις τους λόγους αυτούς, διέταξε να δείρουν δυνατά τον Άγιον, όταν δε ετελείωσαν το πρόσταγμά του λέγει προς αυτόν ο Πούπλιος· «Δια να σου φανώ γλυκόλογος, δια τούτο υπερηφανεύεσαι τόσον· αλλά εάν σε δοκιμάσω με βάσανα και με πολλάς τιμωρίας, τότε, και μη θέλων, θα υποταχθής εις τα βασιλικά προστάγματα». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Καθώς δεν δέχεσαι συ τους ιδικούς μου λόγους, έτσι και οι ιδικοί σου φοβερισμοί δεν με φοβίζουν· αι ιδικαί σου απειλαί μόνον τα μικρά παιδία φοβίζουν, αλλ’ εγώ έχω την δύναμιν του Χριστού μου, ήτις μοι είναι χαρά και αγαλλίασις. Ούτε λαμβάνω κατά νουν τας τιμωρίας με τας οποίας με απειλείς, διότι η δύναμις του Χριστού μου θα τας ελαφρώση». Λέγει προς αυτόν ο ηγεμών· «Θεόδωρε, θυσίασε εις τους θεούς να ελευθερωθής από τας τιμωρίας». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Ό,τι θέλεις κάμε εις εμέ· εγώ τον Χριστόν μου δεν αρνούμαι». Όταν ήκουσε ταύτα ο ηγεμών, έτριξε τους οδόντας του ως λέων και μετά θυμού πολλού είπε προς τους υπηρέτας του· «Λάβετε τον μιαρόν τούτον, ο οποίος μας θεωρεί ως ουδέν και θέσατε αυτόν εις την φυλακήν, κλείσατε δε καλώς τας θύρας και σφραγίσατε αυτάς με την σφραγίδα μου· μη του δώσητε δε άρτον, ούτε ύδωρ, ούτε άλλο τίποτε έως ότου αποθάνη κακήν κακώς»! Έλαβον λοιπόν αμέσως οι στρατιώται τον Άγιον και μεταφέραντες αυτόν εις την φυλακήν τον έθεσαν εις τα δεσμά. Αλλ’ επειδή ταύτα πάντα υπέμεινεν ο Άγιος δια την αγάπην του Χριστού, δια τούτο ούτε και ο Χριστός τον εγκατέλειψεν, αλλά κατά την ιδίαν εκείνην νύκτα εφάνη ο ίδιος προς αυτόν και του λέγει· «Χαίρε Θεόδωρε, στρατιώτα μου, μη λυπείσαι ουδόλως, ούτε να θλίβεσαι δια τον δαρμόν τον οποίον έλαβες δια την αγάπην μου· εγώ, καθώς πάντοτε, είμαι μετά σου· εις ολίγας δε ημέρας θέλεις έλθει εις την Βασιλείαν μου, μη λάβης δε τροφήν από τας χείρας αυτών! Η Χάρις μου θα σε τρέφη. Χαίρε λοιπόν και ευφραίνου». Και ο μεν Κύριος, ούτως ειπών, ανελήφθη. Ο δε Άγιος υπέμεινεν εις την φυλακήν, χαίρων και ψάλλων· έψαλλον δε μετ’ αυτού και Άγγελοι Θεού τόσον, ώστε οι φύλακες ενόμιζον, ότι είναι εις την φυλακήν Χριστιανοί και ψάλλουν μαζί με τον Άγιον! Μετέβησαν λοιπόν και παρατηρήσαντες είδον, ότι η φυλακή ήτο κλειστή, η δε σφραγίς του ηγεμόνος ήτο ακριβής και αβλαβής. Απεσύρθησαν τότε αλλά και πάλιν ήκουον φωνήν ανδρών πολλών, όθεν παρατηρήσαντες από θυρίδα τινά είδον ότι ήτο πλήθος ανδρών λευκοφόρων, οίτινες έψαλλον μετά του Αγίου! Ευθύς τότε μετέβησαν και είπον εις τον ηγεμόνα Πούπλιον, ότι μέσα εις την φυλακήν είναι πολλοί Χριστιανοί, οι οποίοι δεν γνωρίζουσι πόθεν εισήλθον! Όταν ήκουσε τούτο ο ηγεμών εφοβήθη και ευθύς ηγέρθη και μετέβη εις την φυλακήν μεθ’ όλων των στρατιωτών. Και τους μεν στρατιώτας έθεσε γύρω να προσέχουν την φυλακήν, εάν είναι Χριστιανοί να τους συλλάβωσιν, αυτός δε εισήλθεν εντός της φυλακής και φωνήν μεν ήκουεν πολλών, ως ανωτέρω είπομεν, ουδένα όμως είδεν εντός αυτής ειμή μόνον τον Άγιον δεδεμένον και ησφαλισμένον εις το ξύλον. Όταν δε τον είδεν, φοβηθείς έκλεισε και πάλιν την φυλακήν και διέταξε τους φύλακας να του δίδουν εκάστην ημέραν από μίαν ουγγίαν (24 γραμμάρια) άρτου και ολίγον ύδωρ. Όταν δε οι φύλακες έφεραν την τροφήν εις τον Άγιον, ούτος δεν την εδέχθη, αλλά τους είπε· «Εγώ έχω τροφήν ουράνιον, ήτοι τον Χριστόν μου και την δύναμίν του, την δε ιδικήν σας μιαράν τροφήν δεν την θέλω. Λέγω δε και εγώ καθώς λέγει και ο Προφητάναξ Δαυϊδ· «Έλαιον δε αμαρτωλού μη λιπανάτω την κεφαλήν μου» (Ψαλμ. ρμ: 5). Το πρωϊ διέταξεν ο ηγεμών και εξέβαλον τον Άγιον από την φυλακήν, όταν δε τον έφερον έμπροσθέν του είπε προς αυτόν· «Άκουσόν με, φίλε μου Θεόδωρε, και έλα θυσίασε εις τα είδωλα, πριν σε τιμωρήσω· και, μα την δύναμιν των θεών, να γράψω εις τους βασιλείς να σε χειροτονήσουν αρχιερέα των θεών να σε έχωμεν όλοι μας δια πρώτον, να γίνης και ισότιμος με ημάς και τιμήν μεγάλην να απολαύσης από τους βασιλείς». Ο δε Άγιος, όταν ήκουσε, πρώτον εγέλασε δια την αρχιερωσύνην, την οποίαν του επρότεινεν ο ηγεμών, έπειτα απεκρίθη και είπεν· «Ηγεμών Πούπλιε, μη νομίζεις, ότι με τοιαύτας κολακείας και ψευδολογίας θα νικήσης την γνώμην μου· πληροφορήσου καλώς, ότι καν πυρ με καύση, καν θάλασσα και ποταμοί με πνίξουν, καν ξίφος με κατακόψη, καν θηρία με φάγωσι, καν το σώμα μου όλον το κατακόψης εις μυριάδας τεμάχια, εγώ τον Χριστόν μου δεν αρνούμαι έως ότου αναπνέω και έως ότου ζω και δια την αγάπην του Χριστού μου θέλω να βασανίζωμαι και να τιμωρούμαι πάντοτε». Ταύτα όταν ήκουσεν ο ηγεμών εθαύμασε πολύ δια την τόλμην του Αγίου· έλαβε λοιπόν κατά μόνας τον αρχηγόν Βρίγκαν και τον ηρώτησε τι να κάμη· ο δε Βρίγκας του είπε· «Αρχηγός είσαι εις τον τόπον αυτόν και κάμε ό,τι νομίζεις καλόν». Τότε διέταξεν ο Πούπλιος να τιμωρήσωσι τον Άγιον, κρεμώντες αυτόν με την κεφαλήν προς τα κάτω και να ξέωσι το σώμα του με σιδηράς χείρας, έως ότου ή αποθάνη ή θυσιάση· τόσον δε οι υπηρέται έξεον τον Άγιον, ώστε εφάνησαν τα πλευρά του· και οι μεν υπηρέται εκουράσθησαν ξέοντες, ο δε Άγιος άλλο δεν απεκρίνετο, ει μη έψαλλε μυστικώς· «Ευλογήσω τον Κύριον εν παντί καιρώ, δια παντός η αίνεσις αυτού εν τω στόματί μου» (Ψαλμ. λγ: 2). Ο ηγεμών, όταν είδεν ότι δεν κατορθώνει τίποτε, διέταξε να τον κατεβάσουν και λέγει προς αυτόν· «Δεν εντρέπεσαι, άθλιε, να ελπίζης εις ένα κακοθάνατον άνθρωπον, τον Ιησούν τον Ναζωραίον; Εις εκείνον πιστεύεις, ο οποίος ούτε τον εαυτόν του ηδυνήθη να βοηθήση»; Ο Άγιος απεκρίθη· «Τοιαύτην εντροπήν να είχον πάντοτε, ασεβέστατε άνθρωπε, και εγώ και όλοι οι Χριστιανοί, όσοι ελπίζουσιν εις τον Χριστόν». Κατά την ώραν εκείνην σύγχυσις μεγάλη εγένετο από το πλήθος των ανθρώπων, ο δε ηγεμών φοβούμενος μήπως γίνη κανέν κακόν από τον κόσμον, ηρώτησε πάλιν τον Άγιον λέγων· «Ας αφήσωμεν τας πολυλογίας και ειπέ μου λόγον βέβαιον και αποφασιστικόν· θέλεις να θυσιάσης εις τους θεούς ή να πάθης περισσοτέρας τιμωρίας»; Ο Άγιος απεκρίθη· «Ασεβέστατε και κληρονόμε πάσης διαβολικής τέχνης, δεν φοβείσαι τον Θεόν, ο οποίος σου έδωκε τοιαύτην εξουσίαν, αλλά με προστάζεις να τον αρνηθώ και να προσκυνήσω τα αναίσθητα ξύλα»; Τότε ο ηγεμών αφήκε τον Άγιον ολίγην ώραν δια να σκεφθή τι να κάμη. Όταν δε παρήλθεν η ώρα λέγει προς αυτόν· «Τι επιθυμείς καλύτερον; Να είσαι μαζί μας ή με τον Χριστόν σου»; Ο Άγιος απεκρίθη· «Με τον Χριστόν μου ήμην, είμαι και θα είμαι». Όταν είδεν ο ηγεμών, ότι πλέον τίποτε δεν κατορθώνει, αλλά μάλιστα σύγχυσις γίνεται, απεφάσισε να αποτελειώσουν τον Άγιον και έγραψε την εξής απόφασιν· «Επειδή ο Θεόδωρος είναι κακός αποστάτης των βασιλικών προσταγμάτων, ηρνήθη δε τους ιδικούς μας θεούς και πιστεύει τον εσταυρωμένον Ιησούν, διατάσσω να τον καύσετε τελείως, τόσον ώστε ούτε η γη να δεχθή το μιαρόν του σώμα, αλλά να τον καταφάγη το πυρ, επειδή και αυτός κατέκαυσε τον ναόν της θεάς Ρέας». Τότε έλαβον ευθύς τον Άγιον οι στρατιώται δεδεμένον και τον μετέφεραν εις τον τόπον της καταδίκης του. Ο δε Άγιος έλυσε την ζώνην, την οποίαν είχε και έβγαλε και το ένδυμα και τα υποδήματα τα οποία εφόρει. Ηθέλησαν τότε οι στρατιώται να τον καρφώσωσιν εις την γην, δια να μη ταραχθή, αλλ’ ο Άγιος δεν ηθέλησε και είπεν· «Αφήσατέ με ακάρφωτον. Ο Χριστός, όστις μου έδωκε δύναμιν και υπέμεινα τας άλλας τιμωρίας, θέλει μου δώσει δύναμιν να υπομείνω και το πυρ». Δεν τον εκάρφωσαν λοιπόν, αλλά μόνον τον έδεσαν, ο δε Άγιος εσήκωσε τας χείρας του προς τον Θεόν και μετά δακρύων παρεκάλει, λέγων· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ μονογενές του αθανάτου Πατρός, όστις δια την σωτηρίαν μας κατέβης από τους ουρανούς και ήλθες εις την γην, ευχαριστώ σοι, διότι με ηξίωσας να υπομείνω βασάνους και τιμωρίας δια το Άγιόν σου όνομα, δοξολογώ σε, διότι με κατηξίωσες να μιμηθώ το Πάθος σου, υμνολογώ σε διότι με ενεδυνάμωσες να μαρτυρήσω δια την αγάπην σου. Αξίωσόν με, Χριστέ μου, και της Βασιλείας σου. Και καθώς εγώ υπέμεινα τόσα μαρτύρια δια την αγάπην σου, ούτω και Συ, Θεέ μου, δόξασόν με εις την Βασιλείαν σου. Αλλά και τους στρατιώτας, οίτινες ήσαν μετ’ εμού, τώρα δε ευρίσκονται εις την φυλακήν δια το όνομά σου, αξίωσον και εκείνους να μαρτυρήσουν και να λάβουν θάνατον δι’ αγάπην σου, όπως και εγώ». Ενώ δε ηύχετο ούτω, κεκρυμμένος τις Χριστιανός, ονόματι Κλεόνικος, έβλεπε τον Άγιον και εδάκρυζε· λέγει δε προς αυτόν ο Άγιος· «Αδελφέ Κλεόνικε, σε περιμένω· όθεν ελθέ». Αφού είπε ταύτα ο Άγιος ήρχισε πάλιν δεόμενος του Χριστού και λέγων· «Χριστέ μου, Θεέ αληθινέ, όστις πρώτος έδειξες το Μαρτύριον και υπέμεινας Σταυρόν και θάνατον δια την σωτηρίαν μας και δια να μας δείξης οδόν σωτηρίας και πώς να ερχώμεθα εις την Βασιλείαν σου, Συ δέξαι, Κύριε, και τούτο το Μαρτύριόν μου το μικρόν και παράλαβε την ψυχήν μου εις την αιώνιον Βασιλείαν σου, κατάταξον δε ταύτην με τας ψυχάς των Αγίων σου Μαρτύρων· διότι, ελπίζων εις Σε, υπέμεινα τας τιμωρίας και τα βάσανα, και δια την δόξαν σου έλαβα τον θάνατον». Ταύτα είπεν ο Άγιος και αμέσως επήδησεν εντός της καιομένης εκείνης καμίνου υμνών και δοξάζων τον Θεόν! Ο δε Θεός, δια να δείξη θαύμα και να δοξάση τον Άγιόν του, ωκονόμησε το εξής θαυμάσιον: Η φλοξ εκείνη έγινεν ως αψίς και περιεκύκλωσε μόνον το σώμα του Αγίου, δεν έβλαψεν όμως αυτό ουδόλως! Ο δε Άγιος, ευχαριστών και δοξάζων τον Κύριον, παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού. Τότε η γυνή εκείνη Ευσεβία, περί της οποίας προείπομεν, ότι εξύπνησε τον Άγιον κοιμώμενον πλησίον του δάσους, κατώρθωσε δια πολλών χρημάτων να λάβη το ιερόν και χαριτόβρυτον λείψανον του Αγίου, μετέφερε δε τούτο εις την πατρίδα της τα Ευχάϊτα, όπου κατ’ έτος εώρταζε τον Άγιον και τον είχε βοηθόν της εις κάθε περίστασιν. Όχι δε μόνον αυτή, αλλά και όλοι οι ασθενείς του τόπου εκείνου και όλος ο κόσμος τον είχον ιατρόν των ψυχών και των σωμάτων. Όχι δε μόνον όσοι είναι πλησίον αλλά και οι μακρόθεν ευρισκόμενοι ομοίως απολαμβάνουσιν από τον πλούτον των χαρισμάτων του. Άπειρα δε είναι τα θαύματα, ευλογημένοι Χριστιανοί, τα οποία έκαμνε και κάμνει ο Άγιος εις τους μετ’ ευλαβείας επικαλουμένους την χάριν του, από τα οποία θα είπωμεν ολίγα τινά προς πίστωσιν των πολλών και μάλιστα να είπωμεν πρώτον το θαύμα των κολλύβων, του οποίου την ετήσιον μνήμην επιτελούμεν ιδιαιτέρως κατά το πρώτον Σάββατον των Νηστειών εις ανάμνησιν της επιστασίας του Αγίου προς τους ευλαβείς Χριστιανούς, τους φυλάσσοντας τας εντολάς του Θεού. Αλλά παρακαλώ την αγάπην σας, όπως εντείνητε την προσοχήν σας, ίνα πληροφορηθήτε την υπεράγαθον ευσπλαγχνίαν του Θεού και την αμνησίκακον βοήθειάν του και πως προστατεύει πολλάκις τους Χριστιανούς, ίνα μη εμπέσουν εις ολισθηρόν βόθρον απωλείας ητιμασμένον υπό του αρχεκάκου δαίμονος και των ομοφρόνων αυτού, αλλά προνοεί περί αυτών και επισκέπτεται αυτούς. Όταν εβασίλευσεν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης ο μιαρός και αποστάτης, ο οποίος εξέφερεν εντόνως πολλάς και διαφόρους βλασφημίας κατά του αληθινού Θεού, κινούμενος υπό του πατρός αυτού, του σατανά, εσήκωσε θεομάχον χείρα εναντίον της ευσεβούς πίστεως των Χριστιανών, ίνα απομακρύνη αυτούς από της αγάπης του Θεού και καταφρονηθή υπό των ανθρώπων η Αγία του Χριστού πίστις, χάριν της τιμής και της λατρείας των δαιμόνων. Ω της συμφοράς! Ω της μανίας και λύσσης! Ήθελεν ο άθλιος να τιμώνται μεν τα είδωλα, ο δε Θεός να υβρίζεται! Επειδή λοιπόν είχε την λύσσαν ταύτην και την μεγάλην ασέβειαν, δεν παρέλειπε καθ’ ημέραν να τιμωρή τους Χριστιανούς. Άλλους μεν δια τρυπημάτω της κοιλίας, άλλους δι’ εξορύξεως των οφθαλμών και εκριζώσεως των οδόντων, άλλους δι’ αποκοπής της γλώσσης, και άλλους με σούβλας και τήγανα και όσα άλλα όργανα θανατηφόρα εφεύρισκον δια τον βασανισμόν των Χριστιανών. Τοιουτοτρόπως λοιπόν εκμανείς ο μιαρός, δεν ηδύνατο να δώση τέρμα εις την ασέβειάν του, οι δε Χριστιανοί εδέχοντο το πλήθος των βασάνων με υπομονήν. Ούτως είχον τα πράγματα, ότε ο ασεβής Ιουλιανός, φλογιζόμενος από την κακίαν, σκέπτεται και αποφασίζει φοβεράν και απάνθρωπον βουλήν, ούτε να μαστιγώνη, ούτε να θανατώνη κανένα, εκτός εάν δεν κατώρθωνε προηγουμένως να παραδώση όλους δια της απογνώσεως και της απελπισίας εις την ειδωλολατρίαν. Εάν δε ο Θεός δεν ήθελε βοηθήσει τους Χριστιανούς και διαλύσει και το μηχάνημα τούτο, ασφαλώς θα επετύγχανεν η πονηρά και ανοσία απόφασίς του. Είναι δε το τέχνασμα, το οποίον ηθέλησε να μεταχειρισθή ο Ιουλιανός, το εξής: βλέπων ο άθλιος, ότι οι Χριστιανοί κατά την πρώτην εβδομάδα της αγίας Τεσσαρακοστής εξαγνίζονται δια της νηστείας και της εκτενούς προσευχής, προσκαλεί κατά την πρώτην ημέραν τον έπαρχον της πόλεως, ο οποίος ήτο ομόφρων και όμοιος με αυτόν, ως προς την απιστίαν, και λέγει προς αυτόν· «Επειδή, ω έπαρχε, αφού μετεχειρίσθην πολλά και ποικίλα μηχανήματα, δεν κατώρθωσα να σβύσω την πίστιν των Χριστιανών και ένεκα τούτου ευρίσκομαι εις μεγάλην φροντίδα, μου ήλθεν από τους θεούς μας γνώμη καλή και αναντίρρητος, ότι οι Χριστιανοί την εβδομάδα ταύτην την πρώτην φυλάττουσι μετά πολλής επιμελείας δια νηστείας. Διατάσσω λοιπόν να σηκωθούν από την αγοράν όλα τα τρόφιμα και τίποτε να μη υπάρχη εις αυτήν εκτός εκείνων, τα οποία εγώ θα χορηγήσω, τρόφιμα δηλαδή και ποτά ραντισμένα με το αίμα των θυσιών ημών· διότι κατ’ αυτόν τον τρόπον αναγκαστικώς θα αγοράσωσιν όλοι και θα φάγωσι και θα υπακούσωσιν εις ημάς, διότι θα γευθώσιν από την θυσίαν των θεών· ή, αν δεν υπακούσωσιν, θα αποθάνωσιν από την πείναν». Αυτά όταν ήκουσεν ο έπαρχος από το αντίθεον στόμα του βασιλέως, λέγεται ότι είπε· «Τώρα γνωρίζω, ότι η καρδία του βασιλέως είναι εις τας χείρας των θεών». Μετά τον λόγον τούτον του μιαρού βασιλέως ηκολούθησεν ευθύς η πράξις, και όσα μεν τρόφιμα υπήρχαν εις την αγοράν απεσύρθησαν, εξετέθησαν δε προς πώλησιν τα μεμιασμένα τρόφιμα και ποτά του βασιλέως. Τι λοιπόν έκαμεν ο πλάσας ημάς Θεός; Άραγε παρείδεν ή παρέβλεψε τους ευσεβείς δούλους του; Ουδαμώς. Αλλ’ ευθύς ως επεχειρήθη το φοβερόν και σατανικώτατον τούτο έργον, ευθύς επεμελήθη και ο Πανάγαθος Θεός την σωτηρίαν του χριστεπωνύμου λαού του, αποστείλας τον Μεγαλομάρτυρα αυτού Θεόδωρον, τον αληθέστατα δώρον Θεού, προς σωτηρίαν της πίστεως, ίνα δοξάση εκ των θαυμασίων αυτού έργων τον θεράποντα αυτού. Παρουσιάζεται λοιπόν ο Άγιος φανερώς και όχι εν οράματι προς τον Πατριάρχην των Χριστιανών, φανερώνων εις αυτόν το αντίθεον τερατούργημα του Παραβάτου Ιουλιανού και είπε προς αυτόν· «Πατριάρχα, σήκω γρήγορα και συνάθροισε το ποίμνιον του Χριστού και διαφύλαξε αυτό μετά μεγάλης προσοχής, παραγγέλλων να μη αγοράση ουδείς τίποτε από τα τρόφιμα, τα οποία υπάρχουν εις την αγοράν, διότι ο δυσσεβέστατος Ιουλιανός κατεμόλυνεν άπαντα δια του μιαρού αίματος της θυσίας αυτού». Ο δε Αρχιερεύς, θαυμάσας, είπε προς τον Άγιον· «Και πως λοιπόν, ω κύριέ μου, είναι δυνατόν να γίνη τούτο; Εις μεν τους πλουσίους ίσως αυτό να είναι δυνατόν, καθ’ όσον έχουσι παρακαταθήκην τροφίμων· εις δε τους πένητας, οι οποίοι δεν έχουσιν ουδέ μιας ημέρας τροφήν, τι πράγμα πρέπει να δοθή προς παρηγορίαν της ανάγκης αυτών»; Ο δε Μάρτυς είπε· «Κόλλυβα να προσφέρης εις αυτούς, κόλλυβα δια να ανακουφίσης την ανάγκην αυτών». Λέγει ο Πατριάρχης· «Και τι είναι αυτά τα κόλλυβα; Δεν γνωρίζω». Ο δε Μάρτυς απεκρίθη· «Σιτάρι· να το βράσης και να το μοιράσης εις τους Χριστιανούς». Δια να δείξη δε ο Άγιος πόθεν ήλθε, λέγει προς τον Πατριάρχην· «Διότι τούτο το βρασμένο σιτάρι εις την χώραν των Ευχαϊτων συνηθίζομεν να το λέγωμεν κόλλυβα. Ούτω λοιπόν ποίησον και διατήρησον το ποίμνιον του Χριστού αβλαβές και αμίαντον». Λέγει ο Πατριάρχης· «Και ποίος είσαι, κύριε, ο οποίος φροντίζεις τόσον φιλανθρώπως και ευσπλάγχνως δια την σωτηρίαν ημών»; Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Εγώ είμαι ο Μάρτυς του Χριστού Θεόδωρος, ο οποίος απεστάλην παρ’ αυτού εις σωτηρίαν και βοήθειαν ιδικήν σας». Τι λοιπόν τούτου παραδοξότερον και φιλανθρωπότερον θαύμα; Όντως, θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού! Καθώς ήκουσε λοιπόν ταύτα ο Πατριάρχης, γεμάτος από θαυμασμόν και χαράν ηγέρθη, συνήθροισε τον λαόν του Χριστού και φανερώνει την επιστασίαν και την βοήθειαν του Μάρτυρος κηρύξας ταύτα εις όλους με ακρίβειαν, διεφύλαξε δε ούτω αβλαβές το ποίμνιον του Χριστού. Εις δε την αγοράν, μολονότι ετελείωνεν η εβδομάς, το τέχνασμα του Ιουλιανού έμενεν ανωφελές και χωρίς καμμίαν ενέργειαν, διότι ουδείς των Χριστιανών ηγόραζε τα μεμιασμένα τρόφιμα. Αφού λοιπόν ο Ιουλιανός ενικήθη φανερώς, απέσυρεν από την αγοράν τα μεμιασμένα τρόφιμα και έφερε τα συνήθη· οι δε Χριστιανοί ύμνησαν και ηυχαρίστησαν τον Θεόν και τον καλλίνικον Αυτού Μάρτυρα Θεόδωρον και ετέλεσαν χάριν αυτού φαιδράν και λαμπράν εορτήν. Έκτοτε λοιπόν και μέχρι τώρα, η ενέργεια του θαύματος κηρύσσεται εις διδασκαλίαν των νηστευόντων Χριστιανών, ότι είναι μεγάλη δύναμις και πολλά πλήθη αμαρτημάτων δύναται να καλύψη και να αφανίση η καθαρά νηστεία. Ακούσατε τώρα άλλο θαύμα του Αγίου. Εις την χώραν των Ευχαϊτων υπάρχει επαρχία, ήτις λέγεται Ποντοηράκλεια. Εκεί επέδραμον ποτέ Ισμαηλίται πειραταί, οι οποίοι ηχμαλώτισαν πολύν λαόν των Χριστιανών. Μεταξύ των άλλων λοιπόν ηχμαλώτισαν και τον μονογενή υιόν χήρας τινός. Επειδή δε η χήρα έκλαιεν ελεεινώς και απαρηγόρητα, διότι δεν είχεν άλλον υιόν δια να παρηγορήση την χηρείαν της, επορεύετο καθ’ εκάστην ημέραν εις τον Ναόν του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου και παρεκάλει αυτόν, οδυρομένη και κλαίουσα γοερώς και ταύτα λέγουσα προς αυτόν· «Γνωρίζεις, ω Άγιε Μεγαλομάρτυς, ότι εξ αρχής αφιέρωσα εις σε τον μονογενή μου υιόν. Εγώ μεν αυτόν εγέννησα, ιδικός σου δε υιός ήτο κατά Χάριν, ένεκεν δε τούτου ετέλουν καθ’ έκαστον έτος την ιεράν σου μνήμην και λειτουργίαν, ίνα διαφυλάττης αυτόν. Τώρα δε εμέ την ταλαίπωρον και δυστυχή με κατέστησες εντελώς έρημον και δεν έχω που να κλίνω την κεφαλήν μου. Δια τούτο σε παρακαλώ, Άγιε, επειδή έχυσες το αίμα σου υπέρ του Δεσπότου Χριστού και έχεις παρρησίαν προς Αυτόν και όσα θέλεις ζητήσει θα σου δώση ο Κύριος, ελευθέρωσον τον υιόν μου δια να εύρω παρηγορίαν η ταλαίπωρος». Ταύτα και άλλα πολλά έλεγεν η γυνή μετά πολλών δακρύων και στεναγμών, νύκτα και ημέραν, προς τον Άγιον υπέρ του υιού αυτής, ίνα ελευθερώση αυτόν ο Άγιος εκ της δεινής συμφοράς και αιχμαλωσίας, καθώς λέγει ο Προφήτης Δαυϊδ, ότι, θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει. Ότε λοιπόν έφθασεν ο καιρός της εορτής του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου, ενεθυμήθη η χήρα, όπως επιτελέση την εορτήν μετά χαράς και λαμπρότητος και δακρύουσα έλεγε καθ’ εαυτήν· «Πως και με ποίον τρόπον θα επιτελέσω χαίρουσα την εορτήν ταύτην, ενώ δεν είναι παρών ο γλυκύτατός μου υιός; Πως θα υπομείνω άνευ δακρύων και στεναγμών, αφού έχασα την παρούσαν μου ελπίδα; Δια τούτο σε παρακαλώ, ω γνήσιε δούλε του Θεού Θεόδωρε, παρηγόρησον μου την χηρείαν». Ταύτα λέγουσα η γυνή εισήρχετο συνεχώς εις τον Ναόν και έβρεχε τους πόδας του Μάρτυρος δια των δακρύων της, κατ’ αυτόν δε τον τρόπον ετέλει την μνήμην αυτού. Τι λοιπόν; Άραγε, παρείδεν ο Κύριος την παράκλησιν αυτής; Ουδαμώς. Αλλά κατά την ιδίαν εκείνην νύκτα, κατά την οποίαν ετελείτο η μνήμη του Μάρτυρος, αίφνης αοράτως, ενώ οι Ιερείς έψαλλον και ο λαός ύμνει, ευρέθη ο αιχμαλωτισθείς υιός εις το μέσον της Εκκλησίας, φερόμενος υπό του Αγίου και καθήμενος εις λευκόν ίππον! Ποίος τώρα να περιγράψη την χαράν και τας ευχαριστίας της γυναικός εκείνης; Ήκουσαν δε και οι πιστοί και οι ενάρετοι άνθρωποι τον κρότον των ποδών του ίππου και εξεπλάγησαν άπαντες δια το παράδοξον θαύμα, το οποίον έγινεν υπό του Αγίου. Βλέποντες δε και τον παίδα και ακούοντες αυτόν να διηγήται την υπό του Αγίου αρπαγήν αυτού εκ μέσου των Αγαρηνών, ηυχαρίστησαν και εδοξολόγησαν τον Θεόν και τον θεράποντα αυτού Μεγαλομάρτυρα Θεόδωρον. Ακούσατε τώρα και έτερον θαύμα του Αγίου, το οποίον αναφέρει και η ακολουθία του εις το τροπάριον το λέγον· «Τους στρατιώτας παιδεύεις της αρπαγής απέχεσθαι». Είναι δε τούτο το εξής: Στρατιώτης τις, έχων μεγάλην πίστιν εις τον Μεγαλομάρτυρα Θεόδωρον, επρόκειτο να μεταβή εις πόλεμον· αφού δε προσεκύνησε τον Άγιον, ανεχώρησεν, όταν δε επέστρεψεν εκ του πολέμου, κατόπιν μεγάλης νίκης, μετέβη πάλιν, ίνα προσκυνήση αυτόν· εκβαλών δε το ξίφος αυτού, το οποίον ήτο κεκοσμημένον με πολύ χρυσίον και λίθους πολυτίμους, το αφιέρωσεν εις την Εκκλησίαν εις την οποίαν ήτο η λάρναξ του Αγίου, η περιέχουσα το τίμιον αυτού λείψανον, ευχαριστήσας δε τον Άγιον ανεχώρησεν. Άλλος δε τις στρατιώτης επορεύθη και αυτός δια να προσκυνήση το ιερόν λείψανον του Αγίου, διότι ήτο εξακουστός ο Άγιος εις όλους τους τόπους δια τα θαύματά του, ιδών δε το ξίφος εκείνο το ωραιότατον και κεκοσμημένον επεθύμησε σφοδρώς αυτό και ηθέλησε να το αφαιρέση, λέγων εν τη διανοία του· «Τούτο δεν χρειάζεται καθόλου εις τον Άγιον, καλλίτερον δε αρμόζει να το κρατώ εγώ, ο οποίος είμαι στρατιώτης, να το έχω ευλογίαν του Αγίου και βοήθειαν εις τον πόλεμον». Αφού λοιπόν έλαβε το ξίφος από την λάρνακα του Αγίου, το εφόρεσε και προσκυνήσας έφευγε με χαράν. Όταν όμως εξήρχετο από την Εκκλησίαν, τον ετύφλωσεν ο Άγιος και δεν εγνώριζε που επορεύετο. Μετανοήσας λοιπόν τότε ο στρατιώτης, επέστρεψε πάλιν το ξίφος εις την λάρνακα του Αγίου και αμέσως ανέβλεψε· παρατηρήσας δε εκ νέου το κάλλος του ξίφους, ενόμισεν ότι η τύφλωσίς του δεν προήρχετο από τον Άγιον και λαμβάνει πάλιν αυτό και το φορεί. Ευθύς όμως ως εξήρχετο από τον Ναόν έμεινε τυφλός. Ελθών δε ο Ιερεύς ο εφημερεύων εις τον Ναόν του Αγίου και ιδών τον στρατιώτην τυφλόν, ήρχισε να ερωτά αυτόν τι πράγμα του συνέβη· και αυτός διηγήθη λεπτομερώς την αιτίαν. Αφού λοιπόν παρεκάλεσε τον Ιερέα να κάμη παράκλησιν προς τον Άγιον, όπως συμπαθήση και συγχωρήση αυτόν, επέστρεψε το ξίφος εις τον Άγιον και άλλα εκατόν νομίσματα, μόνον δια να αναβλέψη. Τότε έλαβεν ο Ιερεύς έλαιον από την κανδήλαν του Αγίου, ήλειψε τους οφθαλμούς του στρατιώτου και ευθύς αναβλέψας έφυγε μετά πολλής χαράς, δοξάζων τον Θεόν και τον Άγιον αυτού Μεγαλομάρτυρα Θεόδωρον. Έτερον θαύμα του Αγίου είναι το αναφερόμενον εις το τροπάριον αυτού το λέγον· «Μάταιον δρασμόν επέχεις οικετών». Είναι δε τούτο το εξής: Ο Άγιος ήτο, ως είπομεν, γστός εις όλους τους Χριστιανούς από τα πολλά τέρατα και σημεία, τα οποία έκαμνε φανερά, με την φανέρωσιν της κάθε ζημίας και δραπετεύσεως των υπηρετών. Πως και κατά τίνα τρόπον; Ακούσατε. Οι άνθρωποι, οι οποίοι ήρχοντο εις τον ιερόν τάφον αυτού μετά πίστεως, παρεκάλουν αυτόν θερμώς περί του πράγματος, το οποίον τους ενδιέφερεν ή δηλονότι δια θεραπείαν ασθενείας ή δι’ επανόρθωσιν ζημίας ή ό,τι άλλο, έπειτα δε ετελείτο η θεία λειτουργία. Διέμενε δε ο άνθρωπος εκείνος ζητών και παρακαλών και διανυκτερεύων εις την Εκκλησίαν. Εφανερώνετο δε εις αυτόν καθ’ ύπνον ο Άγιος και απεκάλυπτε το πράγμα, το οποίον εζήτει. Άνθρωπος δε τις ευλαβής, έχων μεγάλην πίστιν εις τον Άγιον Μεγαλομάρτυρα Θεόδωρον, είχεν υπηρέτην τινά καλόν και έντιμον, τον οποίον, επειδή έφυγε κρυφίως, εζήτει και δεν εύρισκε και ως εκ τούτου ευρίσκετο εις μεγάλην αθυμίαν και λύπην. Τρέχει λοιπόν προς τον Άγιον μετά προσευχής και λειτουργίας, παρακαλών αυτόν περί της φανερώσεως του υπηρέτου αυτού. Καίτοι όμως έμεινεν εις τον Ναόν του Αγίου τρεις ημέρας και τρεις νύκτας, δεν εφανερώνετο εις αυτόν ο Άγιος και ο άρχων ελυπείτο και ηγανάκτει. Κατά δε την τρίτην νύκτα, παρουσιασθείς εις αυτόν ο Άγιος, του λέγει· «Τι στενοχωρείσαι και αγανακτείς εναντίον εμού, ότι τάχα δεν εισακούω της προσευχής σου περί του υπηρέτου σου; Δεν ήμην εδώ, διότι διετάχθην υπό του Θεού να μεταβώ εις την Κωνσταντινούπολιν, επειδή ο Άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος, άνθρωπος ενάρετος και φοβούμενος τον Θεόν, απέθανεν, αυτός ο οποίος πολύ ετίμησε και εδόξασε τους Αγίους Πάντας εις τον κόσμον αυτόν, τους Προφήτας, Αποστόλους, Οσίους και Μάρτυρας και πάντας τους ευαρεστήσαντας εις τον Χριστόν τον αληθινόν Θεόν, άνδρας και γυναίκας, συντάξας εις αυτούς Απολυτίκια και Κοντάκια με γλώσσαν και σοφίαν, η οποία εδόθη εις αυτόν παρά Θεού. Δια τούτο λοιπόν εκλήθημεν όλα τα τάγματα των Αγίων να συνοδεύσωμεν την ψυχήν αυτού εις τους ουρανούς μετά πολλής τιμής και δόξης, ανταποδίδοντες την αγάπην και την τιμήν με την οποίαν εκείνος ετίμησεν ημάς εις τον κόσμον αυτόν. Δια τούτο δεν ήμην εδώ. Περί δε του υπηρέτου σου, μη στενοχωρείσαι, αλλά πήγαινε εις τον τάδε τόπον και θα εύρης αυτόν». Εξυπνήσας τότε ο άρχων εθαύμαζε δια την αγάπην του Αγίου και την φοβεράν αυτού διήγησιν. Μεταβάς δε εις τον τόπον, τον οποίον του υπέδειξεν ο Άγιος, εύρε τον υπηρέτην του, δοξάζων τον Θεόν και τον θεράποντα αυτού Μεγαλομάρτυρα Θεόδωρον. Αλλά και μικρού παιδίου αίτησιν επλήρωσεν ο Άγιος, και ανθρώπους οι οποίοι εκινδύνευον εις την θάλασσαν διέσωσε, και άλλους αιχμαλώτους ηλευθέρωσε και κλέπτας εφανέρωσε, και ασθενείς εθεράπευσε και πλείστα άλλα ετέλεσε. Τοιαύτα είναι τα του Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Τήρωνος θαύματα, τα οποία αείποτε επιτελεί εις τους μετά πίστεως επικαλουμένους αυτόν εις δόξαν του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της μιας Θεότητος και Βασιλείας. Ης τη απείρω φιλανθρωπία αξιωθείημεν πάντες, οι της πατροπαραδότου ευσεβείας ερασταί, Ορθόδοξοι Χριστιανοί, των αιωνίων αγαθών εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων, δια των πρεσβειών του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου και πάντων των Αγίων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΗ΄ (18η) Φεβρουαρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΛΕΟΝΤΟΣ Πάπα Ρώμης.

Δημοσίευση από silver »


Λέων ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοδοσίου Β΄ του Μικρού και των διαδόχων αυτού Μαρκιανού και Λέοντος, δια δε την υπερβολικήν αυτού σωφροσύνην και καθαρότητα και δια το ειλικρινές και άμεμπτον της ζωής του εχειροτονήθη υπό της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος Επίσκοπος της παλαιάς Ρώμης εν έτει υμ΄ (440). Οσίως δε και ορθοδόξως ποιμάνας το εαυτού ποίμνιον, ηφάνισε καθ’ ολοκληρίαν τας των αιρετικών Μανιχαίων και Πελαγιανών βλασφημίας εν Ιταλία. Ήτο δε ο μακάριος Λέων και κατά τον καιρόν της Αγίας Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου των εξακοσίων τριάκοντα Πατέρων, ήτις συνεκροτήθη εν Χαλκηδόνι εν έτει υνα΄ (451) και η οποία, ακολουθούσα εις την διδασκαλίαν του Αγίου τούτου Λέοντος, του Αγίου Φλαβιανού και άλλων της Ορθοδοξίας προμάχων, πολλά μεν εξέθετο και εδογμάτισε περί της Ορθοδόξου Πίστεως, κατά κράτος δε ανέτρεψε τα δόγματα των αιρετικών εκείνων, οίτινες εφλυάρουν μίαν φύσιν και μίαν ενέργειαν και θέλησιν εν τω προσώπω του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού του Θεού ημών. Επειδή δε οι θεοστυγείς εκείνοι εμάχοντο κατά της αληθείας και εσπούδαζον να ανασκευάσωσι τα των θείων Πατέρων θεόπνευστα δόγματα, τούτου ένεκα ο μακάριος Λέων, καμφθείς υπό της παρακλήσεως, την οποίαν απηύθυναν προς αυτόν όλοι οι Πατέρες, μετεχειρίσθη επί πολλάς ημέρας νηστείαν, αγρυπνίαν και προσευχήν· όθεν, εμπνευσθείς υπό του ζωοποιού Πνεύματος, εγγράφως εξέθετο και ώρισε δια τα τότε ζητούμενα. Ανεκήρυξε δε καθαρώς δύο φύσεις και δύο ενεργείας και θελήσεις επί Χριστού του Θεού ημών και ταύτα έστειλε δι’ επιστολής προς τον αοίδιμον Πατριάρχην Φλαβιανόν, ταύτην δε την επιστολήν δεξάμενον το πλήθος των εν τη Χαλκηδόνι συνηθροισμένων Αγίων Πατέρων των συγκροτούντων την Αγίαν Δ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον, εθεώρησε ταύτην ως στήλην Ορθοδοξίας και επίστευσεν, ότι αυτή εξήλθεν ως εκ στόματος του Θεού· όθεν, επικυρώσασα ταύτην η Αγία εκείνη Σύνοδος, αντέστη με περισσότερον θάρρος εναντίον του πλήθους των τε Μονοφυσιτών και των Μονοθελητών και διέλυσε τας πολυπλόκους τούτων μηχανορραφίας. Και η μεν Αγία εκείνη Σύνοδος μετά ταύτα διελύθη, ο δε θεσπέσιος Λέων, μείνας έτι εν τη παρούση ζωή μέχρι του έτους υοα΄ (471) και ως φωστήρ δια των αρετών διαλάμψας, εις γήρας βαθύ προς Κύριον εξεδήμησε.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΘ΄ (19η) Φεβρουαρίου μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΑΡΧΙΠΠΟΥ.

Δημοσίευση από silver »


Άρχιππος ο Άγιος Απόστολος ήτο μαθητής του Αποστόλου Παύλου, υπό του οποίου επαινείται και συστρατιώτης αυτού ονομάζεται, εις δε τας προς Φιλήμονα και προς Κολασσαείς επιστολάς γράφει περί αυτού· «Είπατε Αρχίππω· βλέπε την διακονίαν ην παρέλαβες εν Κυρίω, ίνα αυτήν πληροίς» (Κολ. δ: 17). Ούτος λοιπόν ευρισκόμενος εις τας Κολασσάς πόλιν της Φρυγίας, εκήρυττε τον λόγον του Ευαγγελίου μετά του Αγίου Φιλήμονος. Οι εκεί όμως ειδωλολάτραι ώρμησαν κατ’ αυτών και συλλαβόντες τον Απόστολον τούτον τον έφερον εις τον ηγεμόνα Ανδροκλήν. Μη πεισθείς δε να θυσιάση εις το είδωλον το καλούμενον Μηνάν, ερρίφθη εντός λάκκου και μέχρις οσφύος εχώσθη, εκεντήθη είτα με βελόνας υπό παίδων και τελευταίον λιθοβοληθείς ετελειώθη και έλαβε παρά Κυρίου τον του Μαρτυρίου αμάραντον στέφανον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2579
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Κ΄ (20η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και θαυματουργού ΛΕΟΝΤΟΣ, Επισκό

Δημοσίευση από silver »

Τη Κ΄ (20η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και θαυματουργού ΛΕΟΝΤΟΣ, Επισκόπου Κατάνης.

Λέων ο θεοπρόβλητος της Εκκλησίας φωστήρ, και των θείων προσταγμάτων εκπληρωτής, ο των Αποστόλων ζηλωτής και των πενήτων προνοητής και μεγίστων τεραστίων εργάτης θαυμάσιος, εγεννήθη εις την πόλιν της Ραβέννης από γονείς ευγενείς, ευγενέστατος κατά κόσμον, εις δε την της ψυχής κατάστασιν πολύ ευγενέστερος, δια την υπερβάλλουσαν αυτού αρετήν και αξιέπαινον πολιτείαν, διότι όχι μόνον μετά την χειροτονίαν του, αλλά και πρότερον εφύλαττεν όλας τας αρετάς. Είχε δε πρότερον ο θεόπνευστος την φροντίδα και την διοίκησιν των εκκλησιαστικών πραγμάτων, διηκόνει δε ως πιστός και φρόνιμος οικονόμος πάντας τους συνδούλους αυτού, διένειμε δε και το δεσποτικόν σιτομέτριον. Δια την θαυμαστήν λοιπόν πολιτείαν αυτού, αποθανόντος Σαβίνου του τότε Αρχιερέως Κατάνης, συνήχθη όλον το πλήθος της Μητροπόλεως Κατάνης από θείαν νεύσιν και βούλησιν, και εψήφισαν άπαντες τον Λέοντα, όστις κατά την επωνυμίαν είχε και γενναιότητα εις την ψυχήν, όθεν επολέμει ανδρείως κατά των νοητών λύκων, αγωνιζόμενος με αγρυπνίας, προσευχάς και άλλας αρετάς να φυλάττη τα πρόβατα αβλαβή από τους αιρετικούς και τους δαίμονας, διελέγχων καθ’ εκάστην και ανατρέπων τας σαθράς και κακοδόξους ετεροδιδασκαλίας και στηλιτεύων τους μύθους των Ελλήνων, ως πάνσοφος. Προς δε τους πιστούς ήτο πολύ συμπαθής και εύσπλαγχνος, δίδων πολλάς ελεημοσύνας ο χριστομίμητος. Έλαμπε λοιπόν εις όλους ως φωστήρ διαυγέστατος, ψυχών επιμελούμενος, ορφανών προμηθούμενος, πενήτων τροφεύς και αδικουμένων αντιλήπτωρ επιμελέστατος και, απλώς ειπείν, όλους τους ενδεείς και πτωχούς υπεδέχετο και τους εβοήθει πλουσιοπάροχα, γενόμενος τα πάντα τοις πάσι, κατά τον μέγαν Απόστολον, δια να σώση όσους ηδύνατο. Είχε δε ζήλον πολύν εις το θείον σέβας ως άλλος Ηλίας· όθεν ηγωνίζετο να εξαλείψη την ειδωλολατρίαν παντελώς, διότι υπήρχον ακόμη τινές βεβυθισμένοι εις το σκότος των ειδώλων, ως άγνωστοι. Όθεν, όχι μόνον με λόγια τους εδίδασκεν, αλλά και με έργα και θαύματα, δια να γνωρίσουν το ανίσχυρον και αδύνατον των ματαίων θεών και του αληθινού και όντως Θεού την υπερβάλλουσαν δύναμιν. Ημέραν λοιπόν τινά επήγε με πολλούς ανθρώπους εις τόπον τινά, εις τον οποίον είχον στημένον οι Έλληνες εν είδωλον από τον καιρόν του Δεκίου και το εθεοποιούσαν, οι άφρονες· ο δε φρόνιμος και πάνσοφος Λέων έκαμεν εκεί προσευχήν προς τον Δεσπότην Χριστόν με δάκρυα, να το κρημνίση ως Παντοδύναμος· και παρευθύς, ω του θαύματος! έπεσε κατά γης και συνετρίβη το ακάθαρτον είδωλον, εις δε τον τόπον αυτού ευρέθη την αυτήν ώραν εις Σταυρός θαυμασιώτατος· βλέποντες δε οι παριστάμενοι τοιούτον φρικτόν τεράστιον εξεπλάγησαν και έκτισαν εκεί Εκκλησίαν των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Όχι δε μόνον τον Ναόν τούτον, αλλά και έτερον κάλλιστον και περίβλεπτον ωκοδόμησεν ο Όσιος εις το όνομα της Παρθενομάρτυρος Λουκίας, η οποία εμαρτύρησεν εκεί εις την Κατάνην, εις αυτόν δε τον Ναόν ευρίσκεται τώρα το πάνσεπτον και τίμιον λείψανον του θαυμασίου τούτου Λέοντος, από του οποίου ιερού Λειψάνου αναβλύζει, ως από πηγής αενάου, μυρίπνοον έλαιον παντοίων κακών αποσοβητήριον, παθών αλεξιτήριον και δαιμόνων φυγαδευτήριον· διότι, όσα θαύματα ετέλεσε ζων ο τρισόλβιος, τόσα και έτι περισσότερα ετέλεσε μετά θάνατον, αλλά και μέχρι σήμερον δεν παύει από του να τελή καθ’ εκάστην τα αυτά και να ιατρεύη πάσαν ασθένειαν εκείνων οίτινες τον επικαλούνται μετά πίστεως, τα οποία δεν γράφομεν εδώ όλα, χάριν συντομίας, μόνον μίαν θαυματουργίαν εξαισίαν θα είπωμεν, την οποίαν ετέλεσεν έτι ζων ο Άγιος, και εκ της οποίας έγινεν εις όλον τον κόσμον περιβόητος, απ’ αυτήν δε την τερατουργίαν να εννοήσητε πόσην παρρησίαν είχε προς Χριστόν τον Θεόν ο θεόπνευστος. Εις την νήσον της Σικελίας ήτο εις λεκανομάντης, ονόματι Ηλιόδωρος, όστις δια συνεργίας δαιμόνων έκαμνε σημεία και τέρατα, επερίσσευε δε ούτος εις την κακίαν Ιαννήν, Ιαμβρήν και Σίμωνα τους μάγους, επειδή είχεν εις εαυτόν όλην την διαβολικήν ενέργειαν. Ούτος ήτο υιός ευγενούς τινος πατρικίας Χριστιανής, Βαρβάρας ονόματι, και ενομίζετο Χριστιανός· αλλά παιδιόθεν ήτο θρασύς και υπερήφανος και επεθύμει να γίνη έπαρχος της πόλεως, δια να κάμνη αναίσχυντα τα κακά του θελήματα. Αλλά δεν ήτο θέλημα Θεού να λάβη τοιούτον υπέρτατον αξίωμα, ως ανάξιος. Ετράπη λοιπόν εις άλλο τόλμημα ο παμμίαρος· εύρε δηλαδή Ιουδαίον τινά επίσημον εις τας μαγείας και γοητείας, με τον οποίον έγινε φίλος και τον παρεκάλεσε να τον βοηθήση να λάβη το ποθούμενον αξίωμα, αυτός δε του έδωσεν επιστολήν τινα και του λέγει· «Ύπαγε το μεσονύκτιον εις τους τάφους των αρχόντων, ανέβα επάνω εις μίαν στήλην και εκεί θέλει έλθει κάποιος φοβερός εις την θέαν· αλλά μη δειλιάσης· εάν σου ειπή να κατέβης, μη υπακούσης έως να σου υποσχεθή ότι θα κάμνη όλα τα θελήματά σου». Τότε ο βδελυρός Ηλιόδωρος επήγεν εις τον τόπον εκείνον χαρούμενος και ρίπτων υψηλά εις τον αέρα την επιστολήν, είδε τον διάβολον έφιππον επί τινος ελάφου και του λέγει· «Τι χρειάζεσαι από εμέ»; Ο δε Ηλιόδωρος απεκρίθη· «Θέλω να μου κάμης ό,τι ποθώ και ορέγομαι». Εκείνος δε απήντησεν· «Εάν δέχεσαι να αρνηθής τον Χριστόν, θα σου παρέχω αμέσως ό,τι μου ζητείς». Τότε ο δυστυχής εκείνος απηρνήθη τον Χριστόν και συνετάχθη με τον δαίμονα, όστις του έδωσε τον πλέον δυνατόν εις την κακίαν και πονηρότατον διάβολον, ονομαζόμενον Γάσπαρον, τον οποίον επρόσταξε να στέκεται πλησίον αυτού, να του υποτάσσεται πάντοτε, εκτελών όλα τα προστάγματα αυτού. Ταύτα προστάξας ο άρχων του σκότους έγινεν άφαντος ο αντίθεος, ο δε απατεών και αρνησίθεος Ηλιόδωρος έμεινε χαρούμενος, μη γινώσκων, ο άφρων και δείλαιος, την της ψυχής και του σώματος αυτού απώλειαν· διότι δεν εκόλασε μόνον την ψυχήν του αιώνια, αλλά κατά την δικαιοκρισίαν του Θεού και της παρούσης ζωής εστερήθη, γενόμενος πυρός παρανάλωμα, ως του πυρός της ατελευτήτου κολάσεως κληρονόμος, καθώς προβαίνοντες εις τον λόγον θέλομεν ιστορήσει. Διότι ο νέος ούτος αποστάτης και του Εωσφόρου εφάμιλλος, μη λαμβάνων κατά νουν το ανίκητον της θείας Δυνάμεως, επεχείρει να κακοποιή τους ευσεβείς, ο ασεβής και επίβουλος, επιβουλάς και κακώσεις καθ’ εκάστην κατ’ αυτών μηχανώμενος και όλους ετάρασσε με φαντασίας και γοητείας, ο επικατάρατος· όχι δε μόνον εκεί εις την Μητρόπολιν της Κατάνης, αλλά περιερχόμενος και τας λοιπάς πόλεις και χώρας των Σικελών ετάραττε με τας μαγείας του άπαντας, ένεκα δε τούτου και απεφασίσθη υπό του βασιλέως εις θάνατον. Αλλά τας μεν μαγείας και τα διαβολικά τεχνάσματα του επαράτου Ηλιοδώρου, δια των οποίων κατώρθωνε να διαφεύγη την σύλληψιν υπό των βασιλικών απεσταλμένων, ας αφήσωμεν δια να μη μολύνωμεν τας ακοάς σας, ας έλθωμεν δε εις το κάκιστον τέλος το οποίον, καθώς του έπρεπεν, έλαβε. Πολλάκις ο Αρχιερεύς Λέων, ως συμπαθέστατος ποιμήν, τον ενουθέτησε με χρηστότητα χριστομίμητον, και τον παρεκάλει να παύση τας κακουργίας του, δια να μη κολασθή ο τρισάθλιος, αλλά μάλλον χειρότερα έκαμνε, νομίζων φλυαρίας τας του Αγίου νουθεσίας και παραγγέλματα· και προστιθείς ανομίαν εις ανομίαν, ετόλμησεν ο πάντολμος να εισέρχεται εις την Αγίαν Εκκλησίαν, και να περιπαίζη και να χλευάζη τα Άχραντα και θεία Μυστήρια. Ημέραν μάλιστα τινα, κατά την οποίαν ήτο μεγάλη εορτή και ελειτούργει ο Άγιος, εισήλθεν ο εναγής Ηλιόδωρος και εχόρευε λακτίζων ατάκτως και λέγων φλυαρίας και βλασφημίας δια να προξενή γέλωτας, εκαυχάτο δε ότι θα κάμη τον Άγιον και όλους τους άλλους εκεί εκκλησιαζομένους να χορεύωσι. Και ταύτα μεν δεν ηδυνήθη να πράξη ο δυστυχής, διότι η θεία Δύναμις ημπόδισε τας κακουργίας του δαίμονος. Την τοιαύτην όμως αυθάδειαν του ματαιόφρονος εκείνου βαρυνθείς ο θεόφρων Λέων εγονάτισε και ηυχήθη προς τον Θεόν θερμότατα να τον βοηθήση να καταισχύνη τας πανουργίας αυτού· έπειτα, μετά την ευχήν, αφ’ ου μετέλαβε τα θεία Μυστήρια, έδραμεν έξω από το Άγιον Βήμα, πριν να εκδυθή τα ιερά άμφια, και δένει από τον λαιμόν δυνατά με το ωμόφορόν του τον Ηλιόδωρον, λέγων· «Κύριος ο Θεός, όστις εκρήμνισεν από τον ουρανόν τον πατέρα σου διάβολον, σε επιτιμά, να μη δυνηθής πλέον να ενεργής τας μαγείας σου προς απάτην πολλών και απώλειαν». Παρευθύς τότε πάσα η μαγική τέχνη και σατανική δύναμις του Ηλιοδώρου εξηφανίσθη· όθεν συλληφθείς κατά την βασιλικήν απόφασιν υπέσυη τον δια πυρός θάνατον δια τα κακουργήματα, τα οποία είχε διαπράξει. Θαύμα δε τότε ηκολούθησε μέγιστον, διότι ομού μετ’ αυτού ανήλθεν επί της πυράς και ο αείμνηστος Λέων, όστις και έμεινεν επ’ αυτής· και εκείνος μεν ο αλιτήριος απετεφρώθη τελείως και έγινε στάκτη και δικαίως ο άδικος ηναλώθη υπό του πυρός, ως πυρός κληρονόμος και απήλθεν εις πυρ ατελεύτητον. Ο δε μέγας Αρχιερεύς και θαυματουργός Λέων εξήλθεν από την φλόγα αβλαβής προς θάμβος και έκπληξιν των ορώντων και ούτε καν τα ιερά αυτού άμφια ετόλμησε να καύση το πυρ ουδόλως, ή έστω μίαν τρίχα από την σεβασμίαν και πανίερον αυτού κεφαλήν, καθώς εις την Βαβυλώνα τον καιρόν του Ναβουχοδονόσορος εις τους Αγίους Τρεις Παίδας εγένετο τοιούτον φρικτόν τεράστιον, το οποίον βλέποντες οι παρόντες εξέστησαν και εδόξαζον μεγαλοφώνως τον Κύριον, όστις ενεργεί τοιαύτα θαυμάσια δια να δοξάση τους δούλους του. Αυτή η φήμη έφθασεν εις όλα τα πέρατα της οικουμένης· όθεν ο προρρηθείς βασιλεύς έστειλε προς τον Άγιον γράμματα και τον προσεκάλει να υπάγη εις Κωνσταντινούπολιν να τον απολαύση και να λάβη την ευλογίαν του· όθεν απήλθε δια να μη παρακούση το βασιλικόν πρόσταγμα· ο δε Αυτοκράτωρ ευλαβώς και σεβασμίως τον ετίμησε, βλέπων εκείνην την σεμνοπρέπειαν της αγγελικής διαγωγής και την Χάριν και λαμπρότητα του Πνεύματος και την των απορρήτων τεραστίων ενέργειαν· διότι ετέλεσε και εκεί εις την βασιλεύουσαν πολλά θαυμάσια, εκτός δε των άλλων έβαλε κάρβουνα ανημμένα και θυμίαμα εις το ράσον του και τους εθυμίασεν εις δόξαν και μεγαλοπρέπειαν Θεού· όθεν, ιδόντες τοιούτον θαυμάσιον, εξέστησαν άπαντες και τον κατευώδωσαν με πολλήν τιμήν, ως έπρεπε. Τούτου του θαυμασίου τον βίον εθαύμασαν οι Άγγελοι δια το συγγενές της λαμπρότητος και οι δαίμονες έπτηξαν δια την δύναμιν και εξουσίαν, την οποίαν του έδωκε κατ’ αυτών ο Παντοδύναμος· άνθρωποι δε εξεθαμβήθησαν δια το υπερβάλλον της αγιωσύνης και το της σεμνοπρεπείας αξιάγαστον· οι δε αιρετικοί, από την βροντήν της φωνής των ορθών δογμάτων αυτού εδειλίασαν· οι Έλληνες από την σοφίαν αυτού εφιμώθησαν και τελείως κατησχύνθησαν· οφθαλμοί τυφλοί εφωτίσθησαν, χείρες και πόδες παράλυτοι ιατρεύθησαν και κάθε λώβη και ασθένεια σώματος και παν μέλος άρρωστον και εμπαθές εθεραπεύθη με την επίθεσιν των χειρών του και την δέησιν. Αυτά και άλλα παραδοξότερα ετέλεσεν ο θαυμάσιος Λέων, όχι μόνον ζων αυτός ως Ισάγγελος, αλλά και μετά την αυτού εντεύθεν προς Θεόν εκδημίαν και Αγίαν μετάστασιν· μάλιστα δε και θαυμασιώτερα έως την σήμερον ενεργεί ο Παντοδύναμος Θεός εις τον τάφον του δια να δοξάση τον δούλον του, εκ των οποίων να είπωμεν εν, το οποίον ετέλεσε αυτήν ταύτην την ημέραν της αυτού προς Θεόν εκδημίας και μεταστάσεως. Γυνή τις ευγενής από την πόλιν των Συρακουσίων ήτο αιμορροούσα και εξώδευσε τον πλούτον της όλον εις ιατρούς, αλλά δεν είδεν ωφέλειάν τινα. Τέλος πάντων, πεφωτισμένη από θείαν τινά αποκάλυψιν, επήγεν εις τον άμισθον τούτον ιατρόν και φθάσασα εις την αρειανήν πύλην της πόλεως, ήκουσε τα σήμαντρα τα οποία εκτύπων δια την του Οσίου μετάστασιν. Όθεν έδραμε σπουδάζουσα και προσπίπτουσα εις το άγιον λείψανον μετά δακρύων και πίστεως εζήτει την ίασιν· κατά την πίστιν λοιπόν αυτής και η έκβασις ευθύς ηκολούθησεν· έπαυσε δηλαδή η ρύσις του αίματος με τρόπον θαυμάσιον και επιτυχούσα της θεραπείας επέστρεψε προς την ιδίαν οικίαν χαίρουσα και διηγείτο τα του Θεού μεγάλα θαυμάσια, μεγαλύνουσα τον γνήσιον θεράποντα αυτού. Εκοιμήθη δε ο Άγιος την εικοστήν Φεβρουαρίου, παραδούς εις χείρας Θεού την μακαρίαν αυτού ψυχήν· το δε τίμιον και πάνσεπτον αυτού λείψανον ενεταφίασαν σεβασμίως εις τον περικαλλή Ναόν της Αγίας Λουκίας, τον οποίον αυτός ωκοδόμησεν. Ο δε Κύριος, όστις δοξάζει τους αυτόν δοξάζοντας, εδόξασε και μετά θάνατον αυτόν τον γνήσιον δούλον του και αναβλύζει έλαιον ευώδες από τον τάφον του, το οποίον ιατρεύει πάσαν ασθένειαν των προσερχομένων μετ’ ευλαβείας και πίστεως. Αλλ’ ω των ουρανίων εραστά και κληρονόμε Λέων, ο λέων ως αληθώς αναδειχθείς και πιστός ως λέων αήττητος. Ω βασιλεύ, των δουλικών παθών κράτιστε και των τυραννικών εχθρών καθαιρέτα δραστικώτατε· ο των αιρετιζόντων το στίφος ως υπούλους αλώπεκας καταπλήττων και απελαύνων δια του βασιλικού σου βρυχήματος, τον δε δήμον των Ορθοδόξων συγκροτών και καταρτίζων δια των στερεών δογμάτων και σοφωτάτων διδαγμάτων σου· ο δυνατός εν έργω και λόγω γενόμενος και κατ’ άμφω διαλάμπων, δίκην ηλίου εις πάντα τα πέρατα, ο δια των μεγίστων τεραστίων και θαυμάτων, όχι τους πάλαι Προφήτας μόνον υπερβαλών, αλλά και αυτών των μεγάλων Πρωταποστόλων συναμιλλώμενος· ω ποιμήν θεοπρόβλητε, λαμπτήρ θεοπύρσευτε και δούλε Θεού Χριστομίμητε· παιδευτά των αφρόνων, ολοθρευτά των δαιμόνων και πρεσβευτά των σων προσφύγων θερμότατε· ευμενώς πρόσδεξαι τα παρόντα ψελλίσματα εξ ατέχνου διανοίας και γλώττης πόθω πολλώ προσφερόμενα και τους εις τούτο πίστει πολλή προτρεψαμένους την ημετέραν ευτέλειαν χάρισαι ειρήνην, ευημερίαν, ευρωστίαν και σωτηρίαν ψυχής αιώνιον· και εις πάντας τους την σην ιεράν επιτελούντας πανήγυριν, μη διαλείπης αιτούμενος παρά Θεού τα συμφέροντα, παθών αποτροπήν, πειρασμών απολύτρωσιν και νοσημάτων αναίρεσιν· και απλώς, πάντων μεν των αγαθών εν τω παρόντι αιώνι απόλαυσιν, εν δε τω μέλλοντι αξιωθήναι της ουρανίου Βασιλείας και αιωνίου μακαριότητος, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω πρέπει πάσα δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις, συν τω Πατρί και Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”