Γέροντος Εφραίμ Αγιορείτου Φιλοθεΐτου

Εδώ μπορείτε να συζητήσετε σχετικά με τους Αγιορείτες Πατέρες που έχετε επισκεφθεί στο Αγιον Όρος

Συντονιστής: Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
smarios
Τακτικό Μέλος
Τακτικό Μέλος
Δημοσιεύσεις: 50
Εγγραφή: Παρ Δεκ 02, 2005 9:00 am
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑ
Επικοινωνία:

Γέροντος Εφραίμ Αγιορείτου Φιλοθεΐτου

Δημοσίευση από smarios » Πέμ Δεκ 15, 2005 7:20 am

Γέροντος Εφραίμ Αγιορείτου Φιλοθεΐτου


Αντιμετώπιση των πειρασμών



Πατέρες μου,

Κάθε άνθρωπος, κάθε Χριστιανός Ορθόδοξος προσέρχεται στον Θεό και Τον πλησιάζει, αφού πρώτα δοκιμαστή δια «πυρός και ύδατος». Εάν δεν πέραση ό Χριστιανός από καμίνι, στην αναψυχή δεν έρχεται. Γι' αυτό ό καλός Θεός, ό οποίος «ετάζει καρδίας και νεφρούς» (Ψαλμ. 7, 9) γνωρίζει πολύ καλά τι κρύβει ό καθένας μας μέσα στο βάθος της καρδιάς του από πλευράς εμπάθειας, από πλευράς χαρισμάτων και προθέσεων και ανάλογα επεμβαίνει, συνήθως με πικρά φάρμακα πολλές φορές και με σταύρωση πραγματική, προκειμένου να μας ανόρθωση ψυχικά, να μας κάνη ψυχικά υγιείς και άξίους, για να περάσουμε εύκολα τα τελώνια και να φθάσουμε στον Θρόνο της Χάριτος. Σαν καλός Πατέρας, για να δώσει την πραγματική υιοθεσία στο παιδί Του και να γίνει κληρονόμος Θεού και συγκληρονόμος Χριστού, θα το πέραση από το καμίνι της σκληράς δοκιμής. Άλλος έτσι, άλλος αλλιώς, όλοι θα περάσουν από δοκιμασία, ανάλογα με την κρίση του Θεού.

Ξεσηκώνει ό Θεός έναν πόλεμο και δη σε μας τους μοναχούς. Επιτρέπει στον δαίμονα και μας βάζει στη μάχη, αλλά δεν μας αφήνει χωρίς Χάρι. Συγχρόνως έρχεται και συμπαραστέκεται αοράτος και δυναμώνει την ψυχή, φωτίζει τον άνθρωπο, του διδάσκει τον πόλεμο κι έτσι δίνει τη μάχη. Εκεί ή θα στεφανωθεί ή θα ηττηθεί.

Ό υπ' αριθμόν «ένα» πόλεμος είναι ό σαρκικός. Αρχίζει από την νεότητα. Επιτρέπει στον δαίμονα της πορνείας, να πολεμήσει τον άνθρωπο με πόλεμο, που ενδεχομένως έξω στον κόσμο του ήταν άγνωστος, δηλαδή μπορεί έξω να ήταν ή ζωή του καθαρή, να μην έμπλεξε με την αμαρτία και να ήταν σε ομαλή κατάσταση. Ήξερε ό Θεός ότι έξω στον κόσμο, εάν επέτρεπε στον δαίμονα αυτόν να τον πειράξει, δεν επρόκειτο να τα βγάλει πέρα ό άνθρωπος. Τον φωτίζει, του δίνει την προκαταρκτική χάρι, του δίνει τον ενθουσιασμό, του δίνει την θέληση, την δύναμη, αποτάσσεται τον κόσμο και έρχεται εδώ. Μπαίνει στο πεδίον της μάχης και κατόπιν εξαπολύει τον δαίμονα της πορνείας. Του λέει: «Πολέμησε τώρα». Και έρχεται ό μοναχός και λέει: «Πώς εγώ δεν είχα αυτόν τον πόλεμο; Πώς θα απαλλαγώ τώρα;». Ή του δίνει άλλου είδους πόλεμο και νοιώθει ότι έγινε χειρότερος εδώ, που είναι στο Μοναστήρι, ενώ στον κόσμο δεν είχε πόλεμο, δεν είχε τόσους πειρασμούς. Του λέει ό λογισμός ότι ήταν καλύτερα εκεί παρά εδώ. Κι όμως δεν είναι έτσι. Εδώ εξαπέλυσε τον δαίμονα, εδώ τον άφησε ελεύθερο να σε πολεμήσει. Γιατί; Για να ανάδειξη μάρτυρα, αγωνιστή και δικαιωματικά να πάρεις το στεφάνι. Γι' αυτό λέγεται ότι, αν ήξεραν οί άνθρωποι ότι ο μοναχός έχει πολλούς πειρασμούς, δεν θα γινόντουσαν μοναχοί. Άλλα και τανάπαλιν, εάν ήξεραν την δόξα των μοναχών στον άλλο κόσμο, όλοι τους θα γινόντουσαν μοναχοί.

Κατά τον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο ό Θεός δεν θέλει για την άλλη ζωή «βόδια», άμυαλους, απείραχτους, άσοφους, αλλά σοφούς όχι σοφούς κατά την κοσμική έννοια, αλλά σοφούς στον πόλεμο κατά του δαίμονος, κατά του κόσμου και κατά του εαυτού τους. Ό άνθρωπος πρέπει να γίνει αγωνιστής και πάνω σ' αυτόν τον πόλεμο τον περίπλοκο γίνεται σοφός και πτυχιούχος πλέον της κατά Θεόν σοφίας, διότι μαθαίνει την τέχνη των τεχνών και την επιστήμη των επιστημών. Έτσι ανεβαίνει και γίνεται κληρονόμος. Ποίας βασιλείας; Όχι επιγείου, όχι φθειρόμενης αλλά της αιωνίου άφθαρτου Βασιλείας.

Βλέπεις απλούς ανθρώπους, και κατά τα χρόνια των Πατέρων, που δεν έβγαζαν πανεπιστήμια και σχολές ό Μέγας Αντώνιος, που δεν ήξερε να διάβαση, ήταν ό ταλαντούχος και πτυχιούχος πνευματικός και πήρε την πρώτη θέση μεταξύ των ασκητών, γιατί έγινε κατά Θεόν σοφός. Για να γίνουμε, λοιπόν, πτυχιούχοι του Θεού, πρέπει να δώσουμε ποικίλες μάχες, να πάρουμε πολλά μαθήματα. Όπως τα παιδιά στο σχολείο έχουν πολλά μαθήματα και μαθηματικά και χημεία και φυσική κ.ά., και σε όλα πρέπει να δώσουν την μάχη των εξετάσεων, για να περάσουν, έτσι κι εμείς δίνουμε εξετάσεις ό καθένας μας εις το πώς θα πάρει το πτυχίο και τον καλό βαθμό.

Εμείς οι μοναχοί δεν θέλουμε φιλοσοφίες κοσμικές, δεν θέλουμε διδάγματα. Θέλουμε σαν μοναχοί να γνωρίσουμε τον πόλεμο που έχουμε να κάνουμε. Το θέμα είναι πώς θα πολεμήσουμε τους λογισμούς, την φαντασία, τις εικόνες και πώς θα τηρήσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα το Ιερόν Εύαγγέλιον. Ερχόμαστε εδώ. Ή σάρκα έχει την ανάγκη της τροφής, την ανάγκη του ύπνου, την ανάγκη του ενδύματος.

Κοντά σ' αυτά έχει και την φυσική περίπτωση της αυξήσεως του ανθρωπίνου γένους, όπως την έχουν και όλα τα ζώα «Αυξάνεστε και πληθύνεσθε», λέγει ή Γραφή. Έτσι ξεσηκώνεται ή φύσις και ζητεί τα εαυτής, ζητά τα δικά της, την ικανοποίηση της. Ό πόλεμος είναι φυσικός. Είναι σπαρμένος μέσα στην φύση το πάθος. Έρχεται κι ό δαίμονας από την άλλη και σκληρύνει το πράγμα. Και μπαίνει τιμονιέρης στην σκέψη, στην φαντασία, μας φέρνει εικόνες, εξωθεί την κατάσταση, μας στριμώχνει. τι πρέπει να κάνουμε εδώ; Ή καρδιά πρέπει να καθαριστή. Μας διδάσκει ό Χριστός, μας διδάσκουν και οί Πατέρες «Εκ της καρδίας εξέρχονται οι πονηροί διαλογισμοί» (Ματθ. 15, 19). Εκ της καρδίας, λέει, ξεπηδούν όλα τα άσχημα. Ή καρδιά μας είναι γεμάτη από ρίζες, ακανθώδη ριζίδια, λέγει ό Άββάς Ποιμήν' «Και ό θέλων άνασπάσαι αυτά τα ακανθώδη ριζίδια, αιμορραγεί και πονεί». Αν δεν αιμορραγήσει κι αν δεν πόνεση σύμφωνα με την διδασκαλία των Πατέρων, ό άνθρωπος δεν θεραπεύεται.

Παίρνει την τσιμπίδα ό γιατρός, ό Θεός, τρόπον τινά, και τραβάει τίς ρίζες αυτές μία - μία. Κι όταν τίς ξεριζώνει, ή καρδιά νοιώθει πόνο και χύνει αίμα. Και αυτός, ό οποίος θα κάνη υπομονή σ' αυτόν τον πόνο, σ' αυτήν την επέμβαση του Θεού, μία μέρα θα γίνει υγιής. Ή καρδιά του έτσι, με την προσπάθεια την ανθρωπινή και με την βοήθεια της χάριτος, δεν θα επιθυμεί αυτά τα πράγματα, τα βρώμικα και τα άσχημα. Από τη στιγμή όμως που δεν θα δεχθεί αυτήν την ιατρική επέμβαση, που θα αντίδραση στον πόνο και στο ξερίζωμα των ριζών αυτών και δεν θα κάνη την ανάλογη υπομονή, στην καθηλώσει, εκεί στην ιατρική επέμβαση, θα μείνει εμπαθής.

Ποιος μπορεί να καυχηθεί, κατά τους Πατέρες, ότι τήρησε την καρδιά του αμόλυντη; Κανείς! Ό Μέγας Βασίλειος έλεγε: «Γυναίκα ουκ έγνων και παρθένος ουκ ειμί». Εννοούσε βέβαια τον πόλεμο της σαρκός, τον ενήδονο πόλεμο της φαντασίας, τους ενυπνιασμούς κ.λ.π. Όλα αυτά είναι μία αισθήσεις σαρκική στην καρδιά, οπότε ή καρδιά, άσχετα εάν δεν γνώριζε τι θα πει «έτερον φύλον», δεν ήταν παρθενική.

Έτσι από τη μία πλευρά αγωνιζόμεθα εναντίον των κακών φαντασιών, μαχόμενοι να τις σβήσουμε, γιατί αυτές γεννούν τους βρώμικους λογισμούς. Από την άλλη πλευρά με την νηστεία κατά δύναμιν και την εγκράτεια, τις μετάνοιες, τον κανόνα, τον μόχθο και τον κόπο επάνω στη δουλειά και την αγρυπνία, δείχνουμε την προαίρεση μας ενώπιον του Θεού, ότι θέλουμε να καθαρισθούμε, να αγνιστούμε και να γίνουμε άγιοι. Όχι, ότι οί προσπάθειες αυτές θα φέρουν το αποτέλεσμα της αγιότητας, αλλά με όλα αυτά συμβάλλουμε στο έργο της καθάρσεώς μας μετά του Θεού. «Συνεργοί Θεού έσμεν» (1 Κόρινθο. 3, 9). Συνεργαζόμεθα μετά του Θεού στην κάθαρση της καρδίας μας.

Όταν ή καρδιά μας είναι βρώμικη, βρώμικα θα είναι και τα έργα μας και τα μάτια μας και οί σκέψεις μας και οί κινήσεις μας και τα πάντα. Όλα τα μέλη μας έχουν την αφετηρία τους στην καρδιά. Ανάλογα με ότι έχει ή καρδιά μέσα της, το εξωτερικεύει δια των μελών. Γι' αυτό έχουμε τους ενυπνιασμούς, που έρχεται ό διάβολος και πιάνει δουλειά. Μας φέρνει φαντασίες καθ' ύπνο, ώστε ξυπνώντας, να μας τίς παρουσίαση στην μνήμη, για να μας προκαλέσει και την ημέρα τον πόλεμο. Εμείς τι πρέπει να κάνουμε εδώ; Να αδιαφορήσουμε για την περίπτωση του ενυπνιασμού, ως τίποτε, με την πρόνοια να μην ενθυμούμεθα το τι μας παρουσίασε εκεί με όλη την ελευθερία της βρωμιάς του δαίμονος και να πούμε στον εαυτό μας: «Τελείωσε, είναι ή φυσική πορεία του θέματος». Να αγωνιζώμεθα ανάλογα σ' αυτήν την περίπτωση των φαντασιών. Μας έρχονται εικόνες; Με ένα σφουγγάρι να τίς σβήνουμε. Ξαναέρχονται τολμηρά; Ξανά σβήσιμο. Άφ' ης στιγμής όμως δεν αγωνισθούμε ανάλογα κι αρχίζουν να μας επηρεάζουν, να μας κατακτούν, μετά αποκτούν ισχύ και κάθε φορά μας έρχεται ή φαντασία, σαν νικητής της προηγούμενης και της προπροηγο
ύμενης φοράς και μας λέει: «Εδώ είμαι! Τώρα θα σε βάλω κάτω!». Όπως ένα παιδάκι παλεύει μία, δύο, τρεις, πέντε και μόλις βλέπει τον αντίπαλο του «λακίζει», δεν μπορεί να τον αντιμετώπιση, διότι από τίς ήττες που έπάθε προηγουμένως, του έσπασε το ηθικό. Όταν συμβεί κάτι τέτοιο, ή ψυχή αμέσως με την εικόνα της κακής φαντασίας παραλύει, παραδίνεται και μετά σκέπτεται άλλα άντ' άλλων.

Γι' αυτό χρειάζεται να είμεθα πάνοπλοι, νηφάλιοι, έξυπνοι, να είμεθα επίσκοποι, ώστε με την εμφάνιση της εικόνας, «τακ» εμείς να τη σβήνουμε. Μια, δυο, τρεις θα αρχίσει ό εχθρός να παθαίνει ήττα στην περίπτωση που έρχεται πάλι να κάνη την αντιπαράσταση του και τον πόλεμο. Έτσι όταν το εσωτερικό του ποτηριού γίνει καθαρό, και το έξω θα γίνει καθαρό, κατά το Ιερόν Εύαγγέλιον.

Ένας γέροντας έβγαζε εύκολα δαιμόνια και ηγετικά δαιμόνια, «αξιωματικούς», και τους αφόπλιζε με ευκολία. Του λέγει ό υποτακτικός του εν απορία:

-Γέροντα, γιατί τα δαιμόνια σε φοβούνται και φεύγουν;

Λέει:

-Παιδί μου, δεν έκανα τίποτα σπουδαίο γίνεται αυτό από την Χάρι του Θεού. Εκείνο μόνον που έχω να πω, είναι ότι όλα μου τα χρόνια επολεμούμην στην φαντασία από κακούς λογισμούς, αλλά με την Χάρι του Θεού ουδέποτε ίσχυσε, ουδέποτε με νίκησε ή φαντασία. Όχι συγκατάθεση δεν έκανα, αλλά μήτε συνδυασμό! Και επειδή ουδέποτε νίκησαν οί δαίμονες, γι' αυτό τώρα ηττώνται, φοβούνται, αφοπλίζονται αμέσως και απελαύνονται από τους ανθρώπους.

Άρα, ήταν αριστούχος σε όλα του και μπήκε στο πανεπιστήμιο άνευ εξετάσεων.

Έτσι γίνεται και με τα διάφορα άλλα πάθη μας, τον φθόνο, την ζήλια, την υπερηφάνεια, τον εγωισμό, την κατάκριση, την άργολογία κ.λ.π. τι χρειάζεται εδώ; Νίψη. Μας λέει ό λογισμός: «Να πιάσω αυτόν τον αδελφό να του πω κάτι να ξεσκάσω». Όταν τον πιάσω και του μιλήσω, θα πω κάτι που δεν πρέπει, θα ακούσω κάτι, που δεν πρέπει να ακούσω, κι έτσι θα πάθω την ζημιά μέσα μου. Και δεν θα είναι ξέσκασμα αυτό, αλλά σκάσιμο, διότι εγώ θα πάθω την δουλειά με την υποχώρηση. Όταν όμως αντιδράσω και πω: «Ποιο είναι το όφελος να καθίσω να μιλήσω; Και εγώ που πάω μ' αυτήν την διάθεση, θα του κάνω ζημιά». Κι όταν σκεφθώ έτσι και φρενάρω και δεν το κάνω, λέω πέντε ευχές καλύτερα. Με το να μην πάω, νίκησα, ενώ αν πήγαινα και του μιλούσα, θα ήταν ήττα. Σήμερα αυτή ή ήττα, αύριο ή άλλη, και γίνεται ό άνθρωπος πιο εμπαθής.

Το ίδιο συμβαίνει και με το άλλο πάθος της υπερηφάνειας. Μας λέει ό λογισμός ότι κάτι είμαι, έχω αυτό το χάρισμα κ.λ.π. Φουντώνει μέσα ό λογισμός και πρέπει να αντιδράσω, να πω ότι εγώ δεν είμαι τίποτε άλλο παρά χώμα και πηλός. Αυτή είναι ή φύση μου κι αυτή είναι ή τιμή μου. Ό πηλός τι γίνεται και το χώμα; Το πατάνε όλοι, και τα ζώα και οί άνθρωποι. Αυτός είσαι, μη μιλάς. «τι έχεις ο ουκ έλαβες; ει δε και έλαβες, τι καυχάσαι ως μη λαβών;» (1 Κορ. 4, 7). Ό,τι έχεις από που το έλαβες; Από τον εαυτόν σου και νομίζεις ότι είσαι κάτι; Τίποτα δεν είσαι. Δεν σου το απέδειξε ή πείρα, που και τότε, εκεί κι εκεί την πάτησες κι έπαθες δουλειές! Και τώρα σου έδωσε μία «σταλίτσα» Χάρι ό Θεός και σκέφθηκες κάτι όμορφο και μίλησες δυο πράγματα, ή έκανες ένα έργο φιλάνθρωπο, μια ελεημοσύνη, ξεκούρασες κάποιον άλλον και τι το σπουδαίο υπάρχει σ' αυτό; Ό Χριστός τι έκανε για σένα; Ό Θεός κατέβηκε από τους ουρανούς στην γη και έγινε άνθρωπος «Έκλινε ουρανούς και κατέβει», έλαβε σάρκα, ταπεινώθηκε και υπέμεινε τον ονειδισμό και την κακία των ανθρώπων.

-Παιδί μου, τον Χριστό, ποιος Τον σταύρωσε; ερώτησε ένας Γέροντας τον υποτακτικό του.

-Οί Εβραίοι, απάντησε ό υποτακτικός.

-Όχι οί Εβραίοι.

-Ποιος Γέροντα;

-Ό φθόνος και ή κακία σταύρωσαν τον Χριστό! Επειδή ό Χριστός έκανε θαύματα κι όλος ό κόσμος πήγαινε κοντά Του, σκέφθηκαν οί γραμματείς και οί φαρισαίοι ότι πρέπει να Τον βγάλουν από την μέση, γιατί Αυτός θα τους κατακτούσε. Έτσι ενήργησαν θανάσιμος.

Βλέπουμε από την άλλη πλευρά τον Ιούδα, τον ένα από τους δώδεκα μαθητές, να γίνεται προδότης του διδασκάλου του. Δεν άκουγε τις διδασκαλίες του Χριστού; Τίς άκουγε, αλλά είχε το πάθος της φιλαργυρίας και δεν το πολέμησε. Εάν το είχε πολεμήσει, δεν θα εγίνετο προδότης. Ό Θεός γνώριζε το πάθος και γι' αυτό του έδωσε το πορτοφόλι, τον κορβανά, που είχε από τίς συνεισφορές των ανθρώπων που βοηθούσαν στο έργο της διατροφής των Αποστόλων. Κυρίως διακονούσαν εκεί οί γυναίκες και οί ασθενείς που θεραπεύθηκαν. Γιατί του έδωσε το ταμείο; Για να μην πει ότι αναγκάσθηκα να γίνω φιλάργυρος, επειδή δεν μου έδινε ό διδάσκαλος κι ήμουν απένταρος. Εάν το κάναμε εμείς, θα λέγαμε ότι βοηθήσαμε τη φιλαργυρία, γι' αυτό έγινε έτσι. Κρίσης ανθρώπινη. Ό Χριστός του είπε: «Να το πάρεις να το έχεις, να μην λες ότι δεν το είχες, και γι' αυτό έγινες φιλάργυρος». Και ιδού αυτός κακώς το εκμεταλλεύθηκε. Αμέσως είπε στους φαρισαίους: «Τι θα μου δώσετε, για να σας Τον παραδώσω!». Κι αυτοί είπαν: «Πάρε τριάκοντα αργύρια». Έτσι έγινε ή υποχώρησης, που κατέληξε στην προδοσία.

Προδίδουμε κι εμείς την ψυχή μας στον διάβολο, όταν δεν αντιστεκόμαστε στο κακό. Εμείς οί μοναχοί εδώ δεν έχουμε τίποτε άλλο, παρά να μαχόμεθα κατά των παθών. Γι' αυτό οί μοναχοί αυτοί που προοδεύουν, στεφανώνονται και γίνονται μεγάλοι. Έχουμε εκατομμύρια ασκητές και μοναχούς επιτυχημένους, γιατί μαθήτευσαν κοντά στους Γέροντες, πώς πολεμείται το ένα και το άλλο πάθος.

Είπε ένας υποτακτικός:

-Πάτερ, τι να πρωτοπολεμήσω; Ξεσηκώθηκαν όλα τα πάθη, και κείνο και κείνο και τα έχω χάσει.

Άπαντα ό γέροντας:

-Όχι, παιδί μου, έτσι. Τα πάθη δεν ξεσηκώνονται έτσι απλά μαζί' ένα - ένα ξεσηκώνεται. Σήμερα σε πολεμάει αυτό; Χτύπα το. Αύριο θα σε πολεμήση εκείνο; Χτύπα εκείνο. Και σιγά - σιγά χτυπώντας, χτυπώντας γίνεται ή καταστολή των παθών κι εσύ θα αναχθείς πνευματικά.

Και εμείς οί σημερινοί άνθρωποι έχουμε τους ίδιους πολέμους, γιατί είναι ίδια τα δαιμόνια, δεν έχουν αλλάξει. Έρχονται, λοιπόν, και μας πολεμούν, όπως τους πατέρες τους παλαιούς. Μα εκείνοι ήταν λεβέντες, γιατί νικούσαν και γινόντουσαν μεγάλοι. Εμείς την πατάμε. Μας φέρνουν λογισμούς π.χ. εναντίον του αδελφού μας και δεν τους πολεμούμε καθόμαστε και τους δεχόμαστε. Γιατί μου είπε ένα λόγο, γιατί με στραβοκοίταξε, γιατί δεν με εξυπηρέτησε πλέκουμε και πλέκουμε λογισμούς και λογισμούς. Και μετά τι γίνεται; Πάμε από το κακό στο χειρότερο. Χάνουμε και τον καιρό μας κι ό διάβολος που είναι πάρα πολύ τεχνίτης, χαίρεται. «Ας τον, λέει, τον χαζεύω τώρα». Ό χρόνος περνάει και το κάθε τι άσχημο στεριώνει μέσα μας. Θα μεγαλώσει, θα μεγαλώσει και από μυρμηγκάκι θα γίνει λιονταράκι! Μετά θα γίνει λέοντας μεγάλος και όταν αντιληφθούμε, ότι πια μας έφερε βόλτα και μας έχει τυλίξει για τα καλά, θα σηκώσουμε το ανάστημα, δήθεν για να αντικρούσουμε, αλλά θα συναντήσουμε ισχύ λέοντος. Και λέγει ό Όσιος Έφραίμ: «Με λέοντα καταπιάστηκες να πολεμήσεις; Πρόσεξε να μη σου σύντριψη τα κόκαλα!».

Λέγει ό Αββάς Δωρόθεος: «Και τι είναι ένας λόγος, που θα πω ή μία σκέψη να την σκεφθώ; Ναι, αλλά ή μία σκέψης θα φέρει την άλλη και ό ένας λογισμός τον άλλο ή μία υποχώρησης την άλλη κι έτσι ,σιγά

σιγά γίνεται ό άνθρωπος εμπαθής».

Κι εμείς, παιδιά, πολεμούμεθα από τα 'ίδια δαιμόνια, αλλά υποχωρούμε ων πρώτος ειμί εγώ. Υποχωρούμε μας έρχεται μία υπόνοια για τον αδελφό κι εμείς την πιστεύουμε. Μα, στάσου, είναι κι έτσι; Μα, αφού τον είδα, μα αφού μου το είπε ό τάδε κ.λπ. Ναι, εντάξει αλλά από στόμα σε στόμα και από σκέψη σε σκέψη το πράγμα αλλοιώνεται. Ξέρεις ότι υπάρχει και πνεύμα υπόνοιας κι ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα;

Βλέπουμε και στην περίπτωση του διακόνου στο Γεροντικό. Ήταν δύο αδελφοί σ' ένα μοναστήρι. Ό ένας ήταν διάκονος, ό άλλος μοναχός. Ίσως να διακονούσαν και μαζί. Μια μέρα ό μοναχός είδε το διάκο να είναι σκυθρωπός, να μην είναι ευχάριστος, να μη μιλάει ωραία κ.λπ., όπως τίς προηγούμενες μέρες.

-Διάκο, γιατί είσαι έτσι, σου έκανα τίποτε; τον έρωτα.

-Ναι, έκανες εκείνο το πράγμα και με σκανδάλισες, άπαντα εκείνος.

-Δεν το έκανα, όχι, δεν το έκανα.

Πάει κατ' ιδίαν, σκέπτεται.

-Που το βρήκε αυτό τώρα ό διάκος, γιατί μου το είπε;

Πράγματι δεν το είχε κάνει. Πάει και του λέει:

-Σε παρακαλώ, Διάκο, πίστεψε με, γαλήνεψε, έλα στον εαυτό σου γιατί το λες αυτό, αφού δεν το έχω κάνει;
Μα θα σου πω ψέματα;

Ό άλλος επέμενε:

-Το έκανες.

Τότε ό μοναχός είπε με τον λογισμό του σαν φωτισμένος από τον Θεό: «Για στάσου εσύ έκανες του κόσμου τα σφάλματα και τα έχεις ξεχάσει. Μήπως κι αυτό το έκανες, αλλά σου λανθάνει, όπως και τόσα άλλα, που έχεις κάνει; Το έκανες, τελείωσε ή υπόθεση. Διάβολος διάβολο δεν βγάζει! Νίκα το κακό με το καλό, την υπερηφάνεια του αλλού με την ταπείνωση την δική σου. Έτσι ωφελείς τον εαυτό σου, κι εκείνον θα διόρθωσης. Πήγαινε να ζήτησης συγγνώμη, ταλαίπωρε, από τον διάκο». Και πηγαίνει, χτυπάει την πόρτα του διάκου:

-Δι' ευχών των Αγίων Πατέρων.

Ανοίγει ό διάκος. Του λέει ό μοναχός:-Διάκο, θα το έκανα πάει τελείωσε και θα το 'χω ξεχάσει. Έχεις δίκιο, Διάκο, συγγνώμη!

Πάει να του βάλει μετάνοια.

-Όχι, όχι, λέει ό Διάκος φωτίσθηκα από τον Θεό και πληροφορήθηκα ότι δεν το έκανες, αδελφέ μου. Εγώ πλανήθηκα!

Μόλις ταπεινώθηκε ό ένας, αμέσως έπεσε και ό άλλος. Όσο και οι δύο κρατούσαν την θέση τους, ωφέλεια δεν γινόταν.

Εμείς οί σημερινοί, επειδή έχουμε τον εγωισμό αχτύπητο, δεν τον πολεμήσαμε για να σπάσει λίγο, τώρα μας φουντώνει ποικιλοτρόπως και σκανδαλιζόμεθα ό ένας με τον άλλον. Χίλια δυο μας βάζει στο μυαλό μας και γινόμεθα εμπαθείς και αρχίζουμε να αποκλαιόμεθα όλοι μας και να λέμε ότι δεν πάμε καλά. Δεν έχουμε αγάπη, δεν έχουμε φιλαδελφία τι καλόγεροι είμεθα εμείς; Που θα καταλήξουμε; Και ή θεραπεία είναι μπροστά μας. Έχουμε φαρμακεία, αλλά θα πρέπει να πάρουμε φάρμακα για να γίνουμε καλά. Το ένα φάρμακο είναι πικρό, το άλλο ξινό, το άλλο νυστέρι και κόβει, το άλλο πονάει! Ναι, αλλά έτσι θα γίνεις καλά, παιδάκι μου!

Βλέπουμε τους γεροντάδες μας, τους παππούδες μας. Έβλεπα τον δικό μου τον Γέροντα. Τι αγώνα έκανε ό καημένος! Όταν ήταν στην σπηλιά, ένας μοναχός έχασε την υπομονή του και του πέταξε στο πρόσωπο το πιάτο με το φαΐ. Ό Γέροντας κατέβασε το κεφάλι κάτω «Εύλόγησον, Πάτερ» και του έβαλε μετάνοια, ενώ δεν έφταιγε. Να 'τος ό νικητής!

Μια μέρα πάλι στα Κατουνάκια τι έγινε; Κοντά στο κελί, που έμενε ό Γέροντας ως αρχάριος -και είχε Γέροντα τον Γέρο-Έφραίμ, που ήταν απλούτσικος- ήταν ένας άλλος μοναχός, εκεί δίπλα, πολύ θυμώδης και σκανδαλώδης. Μία φορά, δεν ξέρω τι είχε συμβεί, για κάτι πραγματάκια, για κάποιο οροθέσιο, καμιά έλίτσα, ποιος ξέρει τι ήταν εκεί, άρχισε να φωνάζει τον Γέρο-Έφραίμ, τον Γέροντα του π. Ιωσήφ, και να τον βρίζει:

«Είσαι παλιόγερος, είσαι τέτοιος, είσαι τέτοιος!» Ό Γέροντας μου ήταν τότε παλικάρι, υποτακτικός.

Βλέποντας τον Γέροντα του να τον κάνη έτσι ό άλλος, φούντωσε μέσα του ό εγωισμός κι ό θυμός. Πόσο αγρίεψε ό θυμός να βλέπει τον παππούλη, τον Γέροντα του να τον τυραννάει εκείνος! Και είχε δίκιο ό γέρο-Έφραίμ, αλλά εκείνος ήταν άλλος άνθρωπος. Σκέφθηκε από μέσα του: «Έτσι και βγω έξω τώρα, δεν μου γλιτώνει, τελείωσε ή υπόθεσης». Πάει και πέφτει μέσα στην Εκκλησία και αρχίζει να βάζει κάτω τον θυμό. Ό θυμός του έλεγε: «Βγές έξω και βουτά τον». Έπεσε κάτω και άρχισε να κλαίει: «Βοήθα με, Χριστέ μου, βοήθα με τώρα. Κύριε Ιησού Χριστέ, σώσε με. Σώσε με, να μη βγω έξω. Βοήθησε με, Θεέ μου άλλαξε μου τον λογισμό και την καρδιά μου» και τα δάκρυα έβρεχαν το πάτωμα. αφού έβρεξε με τα δάκρυα το πάτωμα, όπ, κατευνάσθηκε ό θυμός και ή οργή, βγήκε έξω και του μίλησε με ένα γλυκό τρόπο:

-Παππούλη μου, γιατί φέρεσαι έτσι στον Γέροντα; Δεν είναι τίποτα το σπουδαίο. Δεν ήρθαμε εδώ να κληρονομήσουμε καλύβες, ελιές και βράχια. Εδώ ήρθαμε για την ψυχή μας, ήρθαμε για την αγάπη. Αν χάσουμε την αγάπη, χάσαμε τον Θεό. Αυτά θα τα αφήσουμε, αλλά την αγάπη θα την πάρουμε θα πάρουμε όμως και το μίσος. Και τι βγαίνει, γέροντα, μ' αυτό; Εμείς αφήσαμε γονείς και τόσα και τόσα και ήρθαμε εδώ, και τώρα θα μαλώσουμε γι' αυτά; Θα γίνουμε ρεζίλι σ' όλη την κτίση! Κι έτσι κατεύνασε το πάθος.

Μας έλεγε:

-Παιδιά, αν έβγαινα την ώρα που ήμουν θυμωμένος, τι θα έκανα; Θα τον σκότωνα στο ξύλο. Και τι θα έβγαινε; Εγώ θα ήμουν ένας κακός άνθρωπος και όλα τα δαιμόνια εκεί της ερήμου θα πανηγύριζαν! Τώρα όμως, που έπεσα κάτω και αντιστάθηκα και προσευχήθηκα και έπνιξα μέσα μου τον θυμό, βγήκα νικητής.

Το πάθος θέλει αντιμετώπιση. Έτσι, ούτος ή άλλως θα υποχώρηση. Αρκεί, εκεί επάνω στο στρίμωγμα και στην πίεση, εσύ να μην υποχώρησης. Αντιστάσου και θα υποχώρηση το πάθος, γιατί αυτός που σε πολεμάει είναι δαίμονας, είναι προσωπικό όν, έχει μία άλφα δύναμη και την άδεια από το Θεό να σε πολεμήση. Μόλις το εξάντληση αυτό το όριο που του έδωσε ό Θεός, θα υποχώρηση ούτως ή άλλως. Και μετά τι γίνεται; Στεφανώνεσαι! Μόλις υποχώρηση ό πόλεμος, έρχεται και ή Χάρις του Θεού.

Έτσι επολεμούμην κι εγώ στο ένα πάθος, στο άλλο κι άμα σταματούσε ό πόλεμος και ειρήνευα μερικές μέρες, έβλεπα ότι δεν έχω ανύψωση πνευματική. Και όπ! ερχόταν άλλος πόλεμος. Μάχη! Μόλις υποχωρούσε ό πόλεμος, ή Χάρις του Θεού ερχόταν.

Θέλω να πω, ότι εμείς οί μοναχοί πρέπει να μάθουμε την φιλοσοφία να πολεμούμε τα πάθη και τους δαίμονες. Αν αυτό δεν το αποκτήσουμε, ότι κι αν μάθουμε, μεγάλοι να γίνουμε, πτυχία αν πάρουμε, τέχνες αν μάθουμε, αν δεν γίνουμε έτσι μέσα μας έναντι των παθών και των δαιμόνων, θα είμεθα πολύ μικροί απέναντι στον Θεό. Και τα χρόνια περνάνε και φεύγουμε από την ζωή. Λέμε ότι θα γεράσουμε και θα πεθάνουμε. Μπορεί όμως να μη γεράσουμε και να φύγουμε νεώτεροι. Γι' αυτό χρειάζεται από μέρους μας να είμεθα πάντα προσεκτικοί, να βιαζώμεθα, να καθαριζώμεθα, και έτσι σιγά - σιγά να πλησιάζουμε τον Θεό.

Ό γέροντας όταν αγρυπνούσε, καθόταν ώρες στην προσευχή. Ερχόταν ό ύπνος, ό κακός δαίμονας όπως τον έλεγε - και λόγω ασθενείας ήταν και βαρύς και δεν ήταν εύκολο σαν και μένα, που ήμουν παιδί, να τρέχει και να φτιάχνει. τι έκανε, όταν ερχόταν ό ύπνος ή όταν δεν έβρισκε από την ευχή Χάρι; Άρχιζε κι έψελνε «τροπαριάκια» νεκρώσιμα και του ερχόταν ή μνήμη του θανάτου, ή μνήμη της εξόδου, ή μνήμη της κολάσεως και καθόταν κι έκλαιγε. Και αφού περνούσε ό ύπνος και ξυπνούσε έτσι, γύριζε το φύλλο και έπιανε πάλι την ευχή μέσ' την καρδιά, και έβγαινε μετά από επτά-οκτώ ώρες προσευχή! Αυτό γινόταν κάθε μέρα! Μου έλεγε:

-Παιδί μου, ξέρεις τι κάνω εγώ;

-Τι κάνεις, Πατέρα μου;

-Κάθομαι και κάνω ταμείο κάθε μέρα.

-τι ταμείο, Γέροντα;

-Να, κάθομαι και εξετάζω τον εαυτό μου, και βλέπω που είμαι εμπαθής, που υποχωρώ, ποιο πάθος με νικάει ή συνείδηση μου το δείχνει. Ή πυξίδα μου το δείχνει ότι εδώ είσαι αδύνατος. Και παίρνω απόφαση την άλλη μέρα να το πολεμήσω αυτό το πάθος. Την άλλη μέρα μου δείχνει κάπου άλλου. Πολέμα κι εκείνο, μου λέει. Και πολεμώντας το ένα, πολεμώντας το άλλο, σιγά - σιγά βλέπω καλυτέρευση στον εαυτό μου. Λέγανε τότε οί παππούδες μας: «Εργασαι στα νιάτα σου, να έχεις στα γεράματα σου».

-Και τι θα πει, Γέροντα, αυτό;

-Να, παιδί μου' τώρα που είσαι νέος, πολέμησε τα πάθη, πολέμησε την σκέψη, πολέμησε την φαντασία, κοπίασε στην υπακοή σου, κοπίασε στον κόπο, ίδρωσε, άγρυπνα και όλοι αυτοί οί κόποι, όλος αυτός ό αγώνας είναι εργασία, είναι εργάσιμα χρόνια. Όταν θα πέση το σώμα και δεν θάχη την δύναμη να μάχεται με το ένα, με το άλλο, όταν θα περάσουν τα χρόνια και ήδη εσύ θα έχεις δουλέψει τα χρόνια αυτά, που προβλέπει ό Θεός να εργασθείς, κατόπιν θα σου δώσει σύνταξη. Και ανάλογα την τέχνη, ανάλογα την θέση, θα πάρεις την ανάλογη σύνταξη. τι είναι ή σύνταξη; Είναι ή Χάρις του Θεού.

Να εμένα τώρα, αν με ρωτήσεις, θα σου απαντήσω: Μέσα μου νοιώθω, παιδί μου, παράδεισο. Ή ευχή ρολόι, ή Χάρις πλούσια πάθος δεν βλέπω, δεν κινείται κανένα, δεν αισθάνομαι πόλεμο, δεν έχω λογισμούς, δεν έχω επαναστάσεις. Όλα αυτά δεν είναι σημερινά κατορθώματα, είναι από την νεότητα. Τότε έγιναν τα πάντα. Τώρα ήρθε ή αξιομισθία. Ένας νεώτερος είχε πόλεμο και παρακάλεσε , τον Θεό: «Θεέ μου, ελάφρωσέ με άπ' αυτόν τον πόλεμο». Και ό Θεός άκουσε την προσευχή του και του έδωσε ελευθερία. Και κάποτε πήγε σ' ένα μεγάλο γέροντα, έμπειρο, που πέρασε πολλά, «θαλασσόλυκο» που λέμε, και του λέει:

-Γέροντα αναπαύθηκα εκ των παθών.

-Τι είπες;

-Να, ξεκουράστηκα δεν με πολεμάει εκείνο, εκείνο. Τον κοίταξε «βλοσυρό τω ομμάτιο», με ένα μάτι, ας πουμε καρφωτό, και του είπε:

-Από τώρα ανάπαυσις, από τώρα σύνταξης μειωμένη; Λάθος! Πρώτα παρεκάλεσες
μόνος σου τον Θεό να έρθει αυτή ή ανάπαυσις. Τώρα πήγαινε στους πατέρες να τους πεις να κάνουν προσευχή για σένα να παρακαλέσουν τον Θεό να γυρίσουν πίσω τα πάθη να πολεμήσεις, να αναχθείς πνευματικός και να πάρεις σύνταξη μεγάλη μεθαύριο. Όχι από τώρα σύνταξη!

Καταλάβατε; τι θέλει να μας πει ό πατερούλης αυτός; Ότι δεν μας συμφέρει από τώρα ή ανάπαυσις. Την στιγμή, που έχουμε νεότητα, μας χρειάζονται οί πόλεμοι, τα πάθη, για να τα χτυπήσουμε. Αυτά επιμένουν κι εμείς να τα χτυπάμε. Και επιτρέπει ό Θεός, λέει ό Άββας Ισαάκ, να μην εισακούεται ή προσευχή που κάνουμε για τον άλφα - βήτα πόλεμο, διότι πολεμώντας και μνημονεύοντας το όνομα του Θεού, αγιάζεται ό νους, το στόμα και ή καρδιά με το όνομα του Χριστού. Έχοντας τον πόλεμο αναγκάζεσαι να κάνης προσευχή: «Βοήθα με, Χριστέ μου, βοήθα με Παναγία μου», και αυτό το όνομα που φωνάζεις, αυτό φέρνει και την αγιότητα.

Ένας αδελφός είχε πόλεμο σαρκικό, μεγάλο, κι από τον πόλεμο που είχε και τους λογισμούς έκοβε βόλτες έξω συνέχεια και φώναζε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Κύριε Ιησού Χριστέ». Του λέγει ό γέροντας του, ό οποίος ήταν παλαίμαχος και γενναίος:

-Παιδί μου, βλέπω έχεις πόλεμο θέλεις να κάνω προσευχή, να σου φυγή ό πόλεμος;

-Όχι, γέροντα, σε παρακαλώ, μην κάνεις προσευχή άσε με, ωφελούμαι.

-Θεός συγχωρήσει σε, παιδάκι μου, βρήκες τον δρόμο σου! Αυτός είναι ό δρόμος του Θεού. Αυτό ήθελα να ακούσω από σένα. Διότι αν μου έλεγες «Ναι, Γέροντα, κάνε προσευχή να φυγή ό πόλεμος» ήταν σαν να σταματούσες να πλέκεις τον στέφανο σου. Το στεφάνι πρέπει να γίνει ολόκληρο, μ' όλα τα λουλούδια και γαρύφαλλα και τριαντάφυλλα και άλλα. τι, με τα λίγα λουλουδάκια, άντε τελείωσε ή υπόθεσης; Δειλός είναι ό άνθρωπος αυτός.

Λοιπόν, θέλω να πω, παιδιά, πώς εάν δεν μάθουμε πώς γίνονται οι πόλεμοι, δεν πρόκειται να κάνουμε πρόοδο. Κι αν μάθουμε γράμματα, κι αν διαβάζουμε, κι αν μελετούμε, τίποτε δεν κάνουμε, αν δεν μάθουμε να πολεμούμε τον λογισμό και την φαντασία. Να έχουμε μεταξύ μας αγάπη και να θυσιαζώμεθα ό ένας για τον άλλον. «Εσύ να μη μου κάνης, εγώ θα σου κάνω εξυπηρέτηση». Αυτός είναι ό Ευαγγελικός νόμος. Αν δεν κάνης έτσι, μην περιμένεις να εφαρμόσεις το Ευαγγέλιο σωστά.

«Με εξυπηρέτησες; Μου έκανες κάτι; Κι εγώ θα ανταποκριθώ. Στο κάνω αυτό, για να μου κάνης εκείνο». Δεν είναι καλογερική αυτή! Νίκα το κακό με το καλό. Αυτός σε κατέκρινε, δεν σε εξυπηρέτησε; Εσύ ευκόλυνε τον, εσύ κάνε του καλό. Εσύ απέναντι στον Θεό τι θα κάνης. Τον λογαριασμό του δεν τον πληρώνεις εσύ. Εσύ τον δικό σου θα πλήρωσης. Πλήρωσε τώρα, κάνε το Ευαγγέλιο στην πράξη και μεθαύριο ό Χριστός, αυτό το Ευαγγέλιο θα σε δικαιώσει. Τι είπε ό Κύριος; «Ό λόγος ον λελάληκα, αυτός Θα σε κρίνει εν ήμερα Κρίσεως». Το άκουσες το Ευαγγέλιο, το ξέρεις, αλλά υποχωρείς στην επιθυμία και δεν κάνεις αυτό το πράγμα. Λοιπόν εάν εφαρμόσετε το Ευαγγέλιο, τότε θα μπορέσετε να περάσετε στην ελευθερία των τέκνων του Θεού.

Αυτά έλεγε και ό δικός μου ό καημένος ό Γέροντας. Ό Γέροντας είχε βέβαια πολλή φυλακή στο στόμα και ήταν αγιασμένος. Σάς τα είπα κι άλλη φορά. Μέσα στην συνοδεία ήμασταν άνθρωποι ζωντανοί και βλέπαμε και ακούγαμε. Μόλις πηγαίναμε να πούνε μια κουβέντα για κάτι έξω από την συνοδεία μας

-«Ξέρεις, Γέροντα εκείνο έγινε», ξύλο!

-Εδώ μέσα, έλεγε, δεν θα φέρετε κουβέντες έξω από την συνοδεία. Εδώ μέσα θα κοιτάξουμε τα δικά μας. Δεν έχετε καμία δουλειά να ασχολείστε με το τι κάνει ό κάθε πατέρας.

Ιδίως ό καημένος ό πατήρ Αρσένιος, που ήταν απλούστατος και αγιασμένος, έλεγε καμιά κουβεντούλα:

-Ξέρεις, Γέροντα, αυτός είναι αμελής, αργόσχολος.

Αμέσως του έβαζε κανόνα

-Αρσένιε, τον Αρσένιο κοίταξε και άσε εκείνον εκείνος ξέρει πώς θα σωθεί. Εσύ δεν ξέρεις πώς θα σωθείς, που ανοίγεις το στόμα σου και μιλάς.

Έτσι μας είχε ό Γέροντας, και δεν μιλούσε ό ευλογημένος ποτέ. Δεν τον άκουσα ποτέ να πει μια κουβέντα για τον άλφα ή βήτα μοναχό. Εμείς χίλια δυο λέμε, ων πρώτος εγώ. Εδώ τόσα ακούσαμε και είμεθα έτσι. Σκέψου να μην ακούσης κιόλας, τι θα λες.

Θέλω να πω ότι έτσι βίαζαν τον εαυτόν τους οί Άγιοι Πατέρες, και προχώρησαν και έφθασαν στον ουρανό. Και τώρα τα δαιμόνια φωνάζουν για τον Γέροντα Ιωσήφ, ότι γυρνάει στα μοναστήρια και βοηθάει. Και πράγματι μας βοηθάει ό πάππους τώρα που είναι εκεί επάνω. Ό πάππους νομίζετε ότι στέκεται; Εδώ δεν στεκόταν και θα σταθεί τώρα εκεί επάνω, που βλέπει τα πράγματα, ποιος είναι ό παράδεισος και ποια ή κόλαση, και βλέπει κι εμάς εδώ κάτω τι κάνουμε! Εδώ κυκλοφορεί ό πάππους και μας βοηθάει. Πόσες φορές μας έχει γλιτώσει από μεγάλα κακά κι εμείς δεν ξέρουμε από που έρχεται ή βοήθεια. Έχουμε τέτοιο μεσίτη στον ουρανό!

Γι' αυτό να ζητάμε, την ευχή του πάππου, διότι μεριμνάει για μας. Όσο μπορούμε, παιδιά, να τηρούμε αυτά που μας διδάσκουν οί πατέρες μας δηλαδή να μαχόμεθα εναντίον των φαντασιών, εναντίον των λογισμών να έχουμε μεταξύ μας αγάπη, προσοχή, να μην κατακρίνουμε ό ένας τον άλλον, να μην σπρώχνουμε ό ένας τον άλλον στην πτώση, να κάνουμε τον κανόνα μας και τα καθήκοντα μας, γιατί αύριο θα πεθάνουμε. Κι ότι έχουμε στον «τουρβά» μας, αυτά θα πάρουμε μαζί μας στον ανήφορο. Βάλτε καλά πράγματα μαζί σας βάλτε ψωμάκι, βάλτε τυράκι, βάλτε φρούτα. Μην βάζετε σκουπίδια και σκύβαλα και παλιοντενεκέδες και παλιοκούτια μέσα. Βάλτε καλά πράγματα, διότι μ' αυτά θα περάσετε στον άλλο κόσμο.

Εδώ πέρασαν τόσα χρόνια. Τι καταλάβαμε; Εγώ κοντεύω τα 60, άλλος τα 30, άλλος τα 20. Τι καταλάβαμε; Σαν να ήρθαμε χθες στον κόσμο και τώρα φεύγουμε για τον άλλο κόσμο. Να οί ασθένειες, να οί καρκίνοι, κι ό ένας μετά τον άλλον φεύγουμε. Να, ό πατήρ Έφραίμ, ό μακαρίτης, έφυγε στα σαράντα του χρόνια. Εγώ τον προετοίμαζα, του έλεγα διάφορα για πείρα ότι εγώ θα φύγω, θα κάνω αυτό και εκείνο. Να μην κάνη αυτό, να διόρθωση εκείνο και το άλλο' τον συμβούλευα. Εδώ μέσα ήτανε' να εκεί κάτω καθόταν. Εδώ μέσα δεν ήτανε; Δεν μας έψελνε, δεν γύριζε, δεν μας λειτουργούσε; Είναι τώρα εδώ; Όχι. Πάει. Τώρα στον τάφο λειώνει κι ή ψυχούλα του είναι στον ουρανό. Όπως τα λέω εγώ, έτσι τα έλεγε κι εκείνος. Κι όμως έφυγε. Αυτή είναι ή αλήθεια. Ό παπάς έφυγε κι εγώ έμεινα πίσω. Και τώρα νομίζετε ότι δεν μας βοηθάει ό παπάς; Μας βοηθάει, όπως και όλοι οί πατέρες που έχουν φύγει. Είδατε πόσα τροχαία γίνονται και πόσοι μοναχοί μας γλίτωσαν! Και ό δικός μας πατέρας γλίτωσε, και της Ξηροποτάμου ό πατέρας γλίτωσε. Ποιος ξέρει ποια προσευχή έπιασε και ποιος Άγιος βοήθησε και γλιτώσανε!

Βλέπετε πόσα νέα παιδιά φεύγουν από την ζωή; Έτσι κι εμείς. Περπατάμε στις σκάλες ξαφνικά γλιστράς, πέφτεις με το κεφάλι και μένεις στον τόπο. Τελείωσε ή υπόθεσης. Βγαίνουμε έξω. Ξέρουμε, αν θα γυρίσουμε;

Μπαίνεις μέσα στο αυτοκίνητο, συγκρούεσαι και μένεις στον τόπο. Να, ένας Εισαγγελέας Εφετών προχθές με την γυναίκα του, πέσανε μέσα στη θάλασσα με το αυτοκίνητο από 20 μέτρα ύψος, και τους πήγανε βαρεία στο νοσοκομείο. Μπορεί να πήγαιναν σε κάποια διασκέδαση και που βρέθηκαν; Ή ζωή τελειώνει. Τι θα πει νέος, Τι θα πει γέρος; "Άπαξ και αποφασίσει ό Θεός να σε πάρη, 0ά σε πάρη! Πάρε οσα μέτρα θέλεις. Θα σε πάρη στο «άψε - σβήσε». Άλλοι παθαίνουν τροχαία σοβαρά και βγαίνουν σώοι και άλλοι όχι. Να, ό πατέρας Έφραίμ. Άμα θα δείτε το αυτοκίνητο, θα πείτε «Μπορεί να σκοτώθηκε άνθρωπος εδώ μέσα;». Και σκοτώθηκε κατά τον χειρότερο τρόπο. Κι άλλου έγινε «τρίο - καρώ» το αυτοκίνητο, και βγήκε σώος. Τι σημαίνει αυτό; Ότι δεν ήρθε ακόμη ή ώρα του. Αν δεν στείλει τον Στρατηγό ό Θεός από πάνω, αν δεν έλθει ό Αρχάγγελος, δεν φεύγει ό άνθρωπος με τίποτε. Αρα, λοιπόν, στο χέρι του Θεού είναι ή ζωή μας. Δεν είναι το θέμα της ηλικίας είναι το θέμα της αποφάσεως του Θεού.

Επειδή δεν ξέρουμε πότε θα παρθεί ή απόφαση, να την έχουμε στο μυαλό μας. Θα πεθάνουμε. Που θα πάμε; Απορώ και με τον εαυτό μου. Βρε, ταλαίπωρε άνθρωπε, δεν μπορείς να συνειδητοποίησης, ότι μέσα σε λίγα λεπτά θα φυγής; Έφυγες. Που θα πάς; Στην άλλη ζωή. Θα γυρίσεις εδώ; Όχι. Τελειώνει εκείνη; Όχι. Θα πέρασης από το δικαστήριο; Ναι. Γιατί δεν τακτοποιείσαι τώρα να προπαρασκευασθείς, για να πέρασης σωστά στον άλλο κόσμο που θα ζήσης αιώνια; Εδώ φροντίζεις για όλα για την υγεία σου, για εκείνο, για το άλλο, για όλα φροντίζεις, αλλά για την ψυχή σου δεν φροντίζεις. Ναι, δεν φροντίζω. Γιατί; Γιατί ε
ίναι ή ανθρώπινη αδυναμία, είναι και ό διάβολος μας παρασύρουν και οί επιθυμίες μας, και δεν προετοιμαζόμεθα γενναία. Πίστεψε το ότι φεύγεις από την ζωή κι αφήνεις πίσω τον κόσμο. Σταμάτησε ή καρδιά σου; Τέρμα, μέσα σε λεπτά φεύγεις από τον κόσμο αναχώρησες, τέρμα! Δεν ήξερα ότι θα φύγω

τόσο σύντομα δεν ήξερες; Δεν τα διάβαζες; Δεν έβλεπες τους πεθαμένους πώς πηγαίνουν; Τα τροχαία δεν τα άκουγες; Κι όμως αυτή είναι ή αλήθεια, παιδιά.

Ό Θεός θα μας καταδικάσει, και πρώτον εμένα, γιατί τα λέω αυτά και δεν τα εφαρμόζω. Τα λέμε, τα

πιστεύουμε, και ζούμε σαν να μην είναι αλήθεια αυτά που λέμε, σαν να είναι μια θεωρία, μια φιλοσοφία ενός φιλοσόφου, στον αέρα λόγια. Και όμως είναι αλήθεια. Θα γίνουν αυτά. Μπορούμε να την χωνέψουμε αυτήν την αλήθεια; Τότε να δεις πώς αλλάζει ή ζωή μας! Τότε να δεις Τι προσοχή θα έχουμε και Τι ενδιαφέρον!

Αυτό πρέπει να συνειδητοποιήσουμε να προσέχουμε τον εαυτό μας και να λέμε: «Μήπως δεν θα ξημερώσω;». Ξημέρωσε. «Θα νυκτώσω; Τουλάχιστον την τελευταία ήμερα ας κάνω κάτι». Μου ήρθε ένας κακός λογισμός; Αμέσως να τον διώξω. Γιατί να τον αφήσω; Να τον μειώσω. "Έρχεται ό λογισμός" «πες αυτόν τον λόγο». Γιατί να τον πω; Εκεί που θα κάνω πέντε αργολογίες, να πω πέντε ευχές.

Άμα σε ξαπλώσει ό Θεός στο κρεβάτι, θα έρθουν τα δαιμόνια και τότε θα δεις Τι έχεις κάνει. Πάει όμως τελείωσε ή υπόθεσης σε πήρε ό Θεός. Το ψέμα τελείωσε εδώ. Είσαι στον ύπνο και κοιμάσαι και βλέπεις όνειρο ότι είσαι στρατηγός, σκοτώνεις, ρημάζεις, φωνάζεις, φτιάχνεις, κηρύττεις κι άμα ξυπνήσεις Τι είσαι; Ένας απλός καλόγερος. Έτσι και τότε θα μας συμβεί. Θα ξυπνήσουμε στην άλλη ζωή και θα περάσουμε στον άλλο κόσμο. Τέρμα. Ή ζωή τελειώνει. Δεν μπορούμε να το βάλουμε στο μυαλό μας. «Πας άνθρωπος ψεύτης» λέγει ή Γραφή. Όχι ότι λέει ψέματα, αλλά ό ίδιος είναι ένα ψέμα.

Ας μας ελεήσει ό Θεός, ας μας συγχώρεση για όσα κάνουμε. Να παρακαλούμε τον Θεό νύχτα - μέρα, να φωνάζουμε «ήμαρτον». Και όταν σφάλλουμε σε κάτι να σηκώνουμε τα μάτια και να λέμε: «Συγγνώμη, έσφαλα». Και μετά να τρέχουμε στον πνευματικό, να το εξομολογούμεθα, να φεύγει, να μην το έχουμε μέσα μας. Και εάν ξαναπέφτουμε, να το ξανάλεμε, να το ξεκαθαρίζουμε. Κι αν κάνουμε έτσι, τότε θα περάσουμε στην Βασιλεία του Θεού. Και εκεί επάνω είναι ανάπαυσις «Ουκ εστί θλίψις, ουκ εστί πόνος, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος. Αφαιρέσει Κύριος ό Θεός παν δάκρυο από των οφθαλμών ημών». Αιώνια ζωή, ανάπαυσις μέσα στο φως του Θεού. Μέσα στο άκτιστον φως του Θεού, ως άγγελος θα ψέλνεις τον Τρισάγιο ύμνον. Εκεί επάνω είναι τα πάντα εν ειρήνη και μόνο, που ξέρεις ότι πέρασες στην Βασιλεία του Θεού και δεν πρόκειται πλέον να δεις θλίψη και στενοχώριες στους αιώνες των αιώνων, είναι αρκετό.

Λοιπόν, έφ' όσον εμείς ήρθαμε εδώ, για να περάσουμε σ' αυτόν τον Παράδεισο και σ' αυτήν την ανάπαυση, εκεί να τείνουμε τώρα. Άνθρωποι είμαστε. Θα πέσουμε, θα σηκωθούμε. Όχι απελπισία, όχι απόγνωση. Αυτά είναι του διαβόλου. Εμείς με ελπίδα κάποια μέρα θα τον φέρουμε «βόλτα» τον διάβολο και θα περάσουμε μέσα στην Βασιλεία του Θεού.

Αύτω ή δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΦΙΛΟΘΕΟΥ.2004
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ο ΌΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ. ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2004

Άβαταρ μέλους
Christos
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1871
Εγγραφή: Σάβ Μαρ 12, 2005 9:00 am
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από Christos » Δευ Δεκ 04, 2006 8:29 am

Εικόνα

Άβαταρ μέλους
vfilip
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 696
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 21, 2006 8:00 am

Δημοσίευση από vfilip » Δευ Δεκ 04, 2006 8:56 am

Πρόκειται για μια αποκαλυπτική ομιλία . Μπράβο smarios αν έχεις & αλλες τέτοιες ομιλίες γραπτές δημοσίευσε τις .

Άβαταρ μέλους
NIKOSZ
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 6135
Εγγραφή: Τετ Οκτ 04, 2006 8:00 am
Τοποθεσία: Αθηνα

Δημοσίευση από NIKOSZ » Τετ Ιαν 24, 2007 2:20 pm

ΜΙΑ ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΦΙΛΟΘΕΙΤΟΥ

Δεκαεννέα ετών ήμουν, ενθυμούμαι, όταν επήρα τον δρόμο για το Περιβόλι της Παναγίας μας, το Αγιον Όρος.
Τον δρόμο αυτόν προς τον Μοναχικό βίον μου τον υπέδειξε ή ενάρετος και φιλομόναχος μητέρα μου - νυν Μοναχή Θεοφανώ.
Εις τα πρώτα έτη της δυστυχίας της Κατοχής, όταν είχα διακόψει χάριν εργασίας το Γυμνάσιο, ήλθε σε μίαν από τις δύο εκκλησίες των Παλαιοημερολογιτών εις τον Βόλο ένας ιερομόναχος Αγιορείτης ως εφημέ¬ριος. Αυτός ήταν καλογέρι του Γέροντος Ιωσήφ του ησυχαστού, καθώς τον έλεγε. Αυτός ό Αγιορείτης ιερομόναχος στάθηκε δι' εμένα εκείνον τον καιρόν πολύτιμος σύμβουλος και βοηθός εις την πνευματική μου πορεία. Τον έκαμα Πνευματικόν και με τις διηγή¬σεις του και τις συμβουλές του εις ολίγον καιρόν άρχισα να αισθάνομαι την καρδίαν μου να ξεμακραίνει από τον κόσμον και να προσκολλάται προς το Αγιον Όρος. Μάλιστα, όταν μου μιλούσε δια την ζωήν του Γέροντος Ιωσήφ, κάτι εφλέγετο μέσα μου, και διάπυρος έγένετο ή ευχή και ό ποδός μου, πότε να τον γνωρίσω.

Όταν ήλθε πλέον ή ώρα -Σεπτεμβρίου είκοσι έξι 1947-ένα καραβάκι μας έφερνε αργά-αργά ένα πρωινό από τον κόσμον προς το αγιώνυμο Όρος• ωσάν να ειπεί κανείς από την όχθη τον πρόσκαιρου προς την αντίπερα της αιωνιότητας.
Εις την σκάλα της Αγίας Αννης περίμενε ένα σεβάσμιον Γεροντάκι, ό Γέρο- Αρσένιος.
- Δεν είσαι συ ό Γιαννάκης από το Βόλο; με ερωτά.
- Ναι, του λέγω, Γέροντα, άλλα πώς με ξέρετε;
-"Α, λέγει, ό Γέροντας Ιωσήφ το ξέρει από τον Τίμιον Πρόδρομο. Του εμφανίστηκε απόψε και του είπε: Σου φέρνω ένα προβατάκι, βάλε το στην μάνδρα
σον".
Εγώ, κόλλησε ή σκέψη μου εις τον Τίμιον Πρόδρο¬μο, τον προστάτη μου, εις τον οποίου την ήμέραν της γεννήσεως γεννήθηκα. Αισθανόμουν πολλή ευγνωμοσύνη δια την φροντίδα τον αυτήν.
- Λοιπόν, Γιαννάκη, πάμε, μου λέγει ό Γέρο Αρσένι¬ος. Πάμε, διότι ό Γέροντας μας περιμένει.
Ανηφορίσαμε. Τι αισθήματα! Όση δύναμιν και αν διαδέτη κανείς δεν περιγράφονται.

Το βράδυ εκείνο, μέσα στο Εκκλησάκι τον Τίμιο Πρόδρομο, πού είναι λαξευμένο μέσα στην σπηλιά, έβαλα την μετάνοια της υποταγής μου. Εκεί μέσα εις το παραμικρό εκείνο φως γνώρισε ή ψυχή μου με τον δικό της τρόπον την φωτεινή φυσιογνωμία του αγίου Γέροντος μου.
Ήμουν ό μικρότερος της Συνοδείας κατά σωματική και πνευματική ηλικία. και ό Γέρων Ιωσήφ υπήρξε ένας από τα μεγαλύτερα αγιορείτικα πνευματικά αναστήματα του καιρού μας. Έμεινα πλησίον τον δώδεκα έτη μαθητευόμενος παρά τους πόδας τον. Τόσο έζησε μετα ταύτα.
Με αξίωσε ο Θεός να , τον υπηρετήσω μέχρι τελευταίας αγίας του πνοής.

Και ήταν άξιος πάσης υπηρεσίας έναντι των πολλών του πνευματικών κόπων έναντι των αγίων του ευχών, τάς οποίας μας άφησε βαρύτιμο πνευματική κληρονομίαν. Τον γνώρισα όντως θεοφόρο. Πνευματικός στρατηγός άριστος. Εμ¬πειρότατος εις την πάλη κατά των παθών και των δαιμόνων. Δεν ήτο δυνατόν να έλθει πλησίον τον άνθρωπος, όσον εμπαθής και αν ήταν, και να μη θεραπευθεί. Αρκεί μόνον να τον έκαμνε υπακοή.
Αναφερόμενος εις τους μοναχούς υπεράνω όλων έθετε την Χριστομίμητο υπακοή. Δια τους κοσμικούς πρόκρινε την νοερά προσευχή, αλλά πάντοτε τη υποδείξει εμπείρων οδηγών. Διότι είχε πολύ φοβηθεί το μάτι τον από τις πλάνες των ανθρώπων.

- Είδες άνθρωπον να μη συμβουλεύεται ή να μην τηρεί τις συμβουλές; Εις ολίγον καιρόν περίμενε να τον δεις πλανεμένο. Αυτό συχνά μας το έλεγε.
Εις την τάξιν μας την ασκητική ήτο αυστηρότατος. Αγάπησε με όλη του την ψυχήν "νηστεία, αγρυπνία, προσευχή". Το ψωμάκι τον και το φαγάκι τον πάντοτε με μέτρον. Δεν έτρωγε δε φαγητό πρόσφατο, εάν γνώριζε ότι υπήρχε κάτι περίσσευμα της χθες ή τρίτης ημέρας. Εις ημάς όμως τους νέους ήτο μετριοπα¬θής ως προς την δίαιτα. Διότι διέβλεπε τόσες σωματι¬κές αδυναμίες, όπου έκρινε ότι έπρεπε να μας οικονομήσει. Αλλ' ή επιείκεια του εφαίνετο ωσάν να εξηντλείτο όλη εις αυτήν την συγκατάβαση. Πέραν τούτον σφόδρα απαιτητικός. "Όχι ότι δεν γνώριζε να συγχωρεί σφάλματα ή να ανέχεται αδυναμίες, αλλά ήθελε από η¬μάς να επιστρατεύομε όλες τις δυνάμεις ψυχής και σώμα¬τος εις την άσκηση. Διότι έλεγε ότι δεν δίνουμε να το χρη¬σιμοποίηση ό Θεός, το χρησιμοποιεί ό άλλος. Δι' αυτό και ό Κύριος μας δίδει εντολή να τον αγαπώμεν εξ όλης ψυχής και καρδίας, δια να μη ευρίσκει τόπον και ανάπαυσιν ό πονηρός να σταθεί μέσα μας".

Αγρυπνούσαμε κάθε νύκτα. Αυτό ήτο το τυπικόν μας. Απαιτούσε να αγωνιζώμεθα μέχρις αίματος εναντίον του ύπνου και των αισχρών λογισμών. Εκείνος αγρυ¬πνούσε σκοτεινά μέσα στο κελλάκι του με αχώριστο σύντροφο την αδιάλειπτο νοερών προσευχή. Καίτοι απομονωμένος εκεί μέσα έδειχνε ότι γνώριζε τι συμβαίνει έξω πώς κινούμεθα ημείς και πώς πορευόμεθα. Με μίαν απλή ματιά διάβαζε τους λογισμούς μας. Καί, όταν έβλεπε ότι είχαμε ανάγκην τονώσεως πνευμα¬τικής, μας διηγείτο διάφορα θαυμαστά κατορθώματα των Αγιορειτών Πατέρων. Εις την διήγηση του ήτο χαριέστατος. Όταν μιλεί ήθελες συνεχώς να τον ακούς. Παρ' όλον όμως το φυσικό διηγηματικό του χάρισμα, όταν έφτανε να μας ομιλεί δια τον θείων φωτισμό, δια τις καταστάσεις της χάριτος, πολλές φορές έδειχνε ότι στενοχωρείται, διότι το πτωχό ανθρώπινο λεξιλόγιο δεν τον βοηθούσε να έκφραση εκείνα του τα βαθιά νοήματα. "Έμεναν ωσάν άφωνος, ωσάν μακράν οπό ημάς, μη δυνάμενος να ομιλήσει δι' εκείνα όπου ευρίσκονται εις την ύπεράγνωστον, υπέρλαμπρο, ακρότατη κορυφή των μυστικών λογίων εκεί όπου τα απλά και απόλυτα, τα άτρεπτα και απόρρητα μυστήρια της Θεολογίας.

Δεν είχε σπουδάσει ό Γέροντας μου Θεολογία. Όμως θεολογεί με πολλή βαθύτητα. Γράφει εις μία από τις επιστολές του "ό αληθής Μοναχός, όταν εν τη υπακοή και τη ησυχία καθαρίση τάς αισθήσεις και γαληνιάση ό νους και καθαριστή ή καρδία του, τότε λαμβάνει χάριν και φωτισμό γνώσεως και γίνεται όλος φως, όλος νους, όλος διαύγεια και βρύει θεολογία, όπου αν γράφουν τρεις δεν προλαμβάνουν το ρεύμα της χάριτος όπου βρύει κυματωδώς και σκορπίζει ειρήνη και άκρα ακινησία πασών εις όλον το σώμα. Φλογίζε¬ται ή καρδία από θεία αγάπη και φωνάζει: Κρατεί, Ιησού μου, τα κύματα της χάριτος σου, ότι αναλύομαι ώσει κηρός. Και όντως αναλύεται μη βαστάζων. Και αρπάζεται ό νους εις την θεωρία, και γίνεται σύγκρασις, και μετουσιουται ό άνθρωπος, και γίνεται ένα με τον Θεόν, ώστε να μη γνωρίζει ή να χωρίζει τον εαυτόν του καθώς ό σίδηρος εις το πυρ, όταν ανάψει και αφομοίωση εις το πυρ."

Από τα λόγια του αυτά φαίνεται ότι ό θείος γνόφος, τον οποίον καταυγάζει το άκτιστο φως, δεν του ήτο άγνωστος και απρόσιτος περιοχή, αλλά τον γνώριζε ως χώρον και τρόπον παρουσίας Θεου ως μυστήριον απόρρητον, ως φως υπέρλαμπρο και υπερφανέστατο. Και τούτο διότι ό Γέροντας μου γνώριζε να προσεύχε¬ται. Πολλές φορές, όταν έβγαινε από την πολύωρο καρδιακήν προσευχή του, βλέπαμε το πρόσωπον του αλλοιωμένο και φωτεινό. Δεν είναι διόλου θαυμαστό το ότι το φως εκείνο μέσα εις το όποιον λούζετο συνεχώς ή ψυχή του, κατά καιρούς περιέλουε εμφανώς και το σώμα του. Εξ άλλου το φωτοστέφανο των Αγίων δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή ή ανταύγεια του άκτιστου φωτός της χάριτος, όπου λάμπει και χρυσαυγίζει μέσα τους.

Ή αγνότητα του Γέροντος ήτο κάτι το θαυμαστόν.
Ενθυμούμαι, όταν έμπαινα το βράδυ εις το κελλάκι του, ευωδίαζε όλο. Ή δε οσμή της προσευχής του αισθανόμουν να διαποτίζει ό,τι τον περιέβαλε, επηρεά¬ζοντας όχι μόνον τις εσωτερικές αλλά και τις εξωτερικές μας αισθήσεις. Όταν μας ομιλούσε δια την αγνότητα ψυχής και σώματος, έφερνε πάντοτε ως παράδειγμα την Παναγία μας. - Δεν ημπορώ να σας περιγράψω, έλεγε, πόσον αρέσκει ή Παναγία μας την σωφροσύνη και καθαρότη¬τα. Επειδή αυτή είναι ή μόνη αγνή Παρθένος δι' αυτό και όλους τοιούτους μας θέλει και αγαπά. Και πάλιν έλεγε δεν υπάρχει άλλη θυσία πλέον ευώδης εις τον Θεόν, όσον ή αγνότητα του σώματος, όπου αποκτάται με αίμα και αγώνα φρικτό. Και κατέληγε βιαστείτε όθεν καθαρεύοντες την ψυχήν και το σώμα μη δέχεσθε ποσώς αισχρούς λογισμούς.

Αν ειπείτε δια την σιωπή λόγον δεν έβγαζε χωρίς ανάγκης. Ιδιαιτέρως την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, όταν ήσαν μόνοι των με τον Γερο- Αρσένιο, τηρούσαν σιωπή όλη την εβδομάδα. Ομιλούσαν μόνον από του Εσπερινού του Σαββάτου έως το Απόδειπ
νο της Κυριακής, και έκτοτε σιωπηλοί όλη την εβδομάδα. Με νοήματα συνενοούντο. Και, επειδή πολλή ωφέλεια είχε ιδεί από την άσκηση της σιωπής, απαγόρευε και εις ημάς να ομιλούμε μεταξύ μας μόνον δια τα απολύ¬τως αναγκαία επέτρεπε να χαλούμε την σιωπή. "Όταν μας έστελνε έξω του ησυχαστηρίου μας δια κάποιον "διακονίαν" δεν μας επέτρεπε να μιλήσομε με κανέ¬να.

Ενθυμούμαι, όταν επέστρεφα, πάντοτε μου έκαμε ακριβή εξέτασιν, εάν τήρησα απόλυτον υπακοή και σιωπή. Εις παράβαση δύο-τριών λέξεων ό πρώτος μου "κανόνας" ήταν διακόσιες μετάνοιες. "Όμως ήξερε αυτός ό 'ουράνιος άνθρωπος με τόση δεξιοτεχνία να θεραπεύει τα πάθη των υποτακτικών του, ώστε μόνον να έμεναν πλησίον του και γινόντουσαν άλλοι άνθρωποι. Άλλα ολίγοι έμεναν. Ενώ πολλοί πέρασαν. Δεν ήτο εύκολων να μείνει κανείς κοντά του. Ιδίως την ταπεινότητα μου ή πατρική του αγάπη μου έκαμε τόση παιδεία, όπου ίσως μερικών θα έφαίνετο απίστευτο, εάν ήκουον. Λόγου χάριν, εις τα δώδεκα έτη, όπου εζήσαμεν μαζί, μετρημένες φορές άκουσα το όνομα μου από το στόμα του.

Δια να με προσφώνηση, να με φωνάξει, χρησιμοποιούσε όλους τους ονειδισμούς και όλα τα ανάλογα κοσμητικά επίθετα. "Όμως τι στοργή μέσα εις αυτά τα περίτεχνα σκώμματα Τι ενδιαφέρον αγνό πίσω από τους ονειδισμούς αυτούς! Και πόσον ευγνωμονεί τώρα ή ψυχή μου δι' εκείνες τις χειρουργι¬κές επεμβάσεις της καθαρότατης γλώσσης του!
Μείναμε εις την έρημο αρκετούς χρόνους. Άλλ' όμως από τις διάφορες κακουχίες σχεδόν όλοι ασθενήσαμε. Ό Γέροντας επήρε εις την προσευχή του την πληροφορία πώς έπρεπε να κατεβούμε παρακάτω όπως και έγινε.

Εκεί το κλίμα ηπιότερων, οι κόποι μετριότεροι, και συνήλθαμε. Έκτος του Γέροντος αυτός ήταν ασθενής εις όλη του την ζωή. Θέλετε από την νηστεία, θέλετε από τους κόπους της αγρυπνίας, από τον ίδρωτα της προσευχής ή από συνεργία πειρασμού, πάντως από όλα αυτά έφθασε να είναι όλος μία πληγή. Μιαν ήμερα τον ερώτησα: - Γέροντα, γιατί κάμετε τώρα τόση νηστεία, έπειτα από τόση εξάντληση; Και μου απήντησε: - Τώρα, παιδί μου, νηστεύω να δώσει σε σας την χάριν Του ό αγαθός μας Θεός.
Όμως, παρά τάς σωματικός του ασθενείας και πό¬νους, αισθανόταν μέσα του τόση ψυχική ευφορία και μακαριότητα, όπου δυσκολεμένος να την περιγράψει έλεγε ότι κάτι ωσάν Παράδεισος είναι μέσα του.

Τέλος ήλθε και ό καιρός της αναχωρήσεως του. Τον θάνατο τον ανέμενε εις όλη του την ζωήν. Διότι ή παραμονή του εδώ ήταν αγώνας και κόπος και πόνος. λαχταρούσε ή ψυχή του άνάπαυσιν και το σώμα του επίσης. Και εις ημάς, παρ' ότι άπ' αρχής μας είχε εμφυτεύσει έντονο την μνήμην του θανάτου, έκαμε πολύ ισχυρά εντύπωση ή εξοικείωση του με το "φοβερότατων του θανάτου μυστήριον". έδειχνε ότι ετοιμά¬ζεται δια πανήγυρη. Τόσον ή συνείδηση του τον πληροφορεί περί του θείου ελέους. Όμως τις τελευταί¬ες ήμερες έκλαυσε πάλιν πέραν τον συνηθισμένου. Του λέγει ό Γέρο-Αρσένιος, να τον παρηγόρηση: - Γέροντα, τόσους κόπους, τόση προσευχή κάματε εις όλη σας την ζωήν, τόσα κλάματα πάλιν κλαίτε; Τον κοίταξε ό Γέροντας και αναστέναξε: - "Ε, Γέρο Αρσένιε! άλήθεια είναι αυτά όπου είπες, αλλά άνθρωπος είμαι. Μήπως γνωρίζω αν ήσαν αρεστά όσα έπραξα εις τον Θεόν μου; Αυτός Θεός είναι δεν κρίνει καθώς ημείς οι άνθρωποι. Και μήπως θα ξαναγυρίσομε πάλιν εδώ δια να κλαύσωμεν; Ό,τι προλάβει τώρα ό καθένας μας. Όσο πενθήσει και κλαύση, τόσον θα παρακληθεί.

Ή αγάπη του προς την Παναγία μας είναι ανωτέρα πάσης περιγραφής. Μόνον πού ανέφερε το όνομα της τα μάτια του έτρεχαν. Την παρακαλούσε οπό καιρόν, να τον πάρη, να ξεκουραστεί. Και τον είσήκουσεν ή Παντάνασσα. Τον πληροφόρησε ένα μήνα πριν δια την άναχώρησίν του. Με κάλεσε τότε ό Γέροντας και μου υπέδειξε τι να ετοιμάσομε. Περιμέναμε Την παραμονή της κοιμήσεως του - 14 Αυγούστου 1959 - πέρασε να τον ηδύ ό κ. Σχοινάς από τον Βόλο ήσαν γνώριμοι πολύ.
- Τι κάμετε, Γέροντα, του λέγει, πώς έχει ή υγεία σας;
- Αύριο, Σωτήρη, αναχωρώ δια την αιώνια πατρί¬δα. Όταν ακούσης τις καμπάνες, να ένδυμηθής , τον λόγον μου. Το βράδυ εις την αγρυπνία της Κοιμήσεως της Παναγίας μας ό Γέροντας συνέψαλλε όσον ήδύνατο με τους Πατέρας. Εις την Θεία Λειτουργία την ώραν πού κοινώνησε τα Άχραντα Μυστήρια είπε: "έφόδιον ζωής αιωνίου". Ξημέρωσε 15η Αυγούστου. Ό Γέροντας κάθεται στην μαρτυρική του πολυθρονίτσα στην αυλή του ησυχαστηρίου μας. Περιμένει την ώραν και την στιγμήν. Είναι σίγουρος δια την πληροφορία πού του είχε δώσει ή Παναγία μας, αλλά βλέποντας την ώραν να περνά και τον ήλιον να ανεβαίνει του έρχεται κάτι ωσάν στενοχώ¬ρια, ωσάν αγωνία δια την βραδύτητα.

Είναι ή τελευταία επίσκεψις του Πονηρού. Με φωνάζει και μου λέγει: - Παιδί μου, γιατί αργεί ό Θεός να με πάρη; Ό ήλιος ανεβαίνει και εγώ είμαι ακόμη εδώ! Βλέποντας εγώ τον Γέροντα μου να λυπήτε και σχεδόν να αδημονεί του λέγω με θάρρος: - Γέροντα μη στενοχωρήστε, τώρα εμείς θα κάνομε "ευχή" και θα φύγετε. Σταμάτησαν τα δάκρυα του. Οί πατέρες, ό καθένας το κομποσχοίνι του και έντονο την ευχή. Δεν πέρασε ένα τέταρτο και μου λέγει: - Κάλεσε τους Πατέρες να βάλουν μετάνοια, διότι φεύγω. Βάλαμε την τελευταία μετάνοια. "Έπειτα από λίγο σήκωσε τα μάτια του υψηλά και έβλεπε επιμόνως επί δύο λεπτά περίπου. Κατόπιν γυρίζει, και πλήρης νηφαλιότητας και ανέκφραστου ψυχικού θάμ¬βους μας λέγει: - Όλα τελείωσαν, φεύγω, αναχωρώ,
ευλογείτε! Και με τις τελευταίες λέξεις έγειρε το κεφάλι του δεξιά, ανοιγόκλεισε δύο-τρεις φορές ήρεμα το στόμα και τα μάτια, και αυτό ήταν. Παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Εκείνου τον οποίον πόθησε και δούλευσεν εκ νεότητας.

Θάνατος όντως οσιακός. Εις ημάς σκόρπισε αναστάσιμων αίσθησιν. Μπροστά μας είχαμε νεκρό και ήρμοζε πένθος, όμως μέσα μας ζούσαμε άνάστασιν. Και τούτο το αίσθημα δεν έλειψε πλέον με αυτό συνοδεύεται έκτοτε ή ένδύμησις του αειμνήστου αγίου Γέροντος.
Επειδή αυτή καθ' έαυτήν ή ζωή του υπήρξε δι' ημάς γραπτή και προφορική διδασκαλία επειδή και γνωρίσαμε εξ ιδίας πείρας την δύναμιν των λόγων του και επειδή υπό πολλών πιεστικώς από ετών παρακαλούμεθα να γράψομε περί του αγίου Γέροντος ιδού όπου δια της παρού¬σης επιμελείας δίδομε εις αυτόν τον ίδιον την δυνατότητα να ομιλήσει δια μέσου των επιστολών του.

Ό Γέρων Ιωσήφ ήταν αγράμματος κατά κόσμον - μόλις Δευτέρας Δημοτικού. "Όμως ήταν σοφός περί τα θεία. Θεοδίδακτος. Το Πανεπιστήμιον της ερήμου του έμαθε εκείνα των οποίων κυρίως έχομεν ανάγκην τα ουράνια.
Γνωρίζομε ότι θα ωφελήσουν δια των λόγων του Γέροντος οι μονάζοντες Γνωρίζομε ότι δα ωφεληθούν οι εν κοσμώ τον αγώνα τον καλόν αγωνιζόμενοι. Εάν ωφελήσουν και κάποιοι άλλοι, αυτό ό Κύριος το γνωρί¬ζει, και ας κόμη ως ευδοκεί ή άγαθότης Του. Πάντως τα τοιαύτα μήτε ευκόλως ακούονται - χωρίς γενναίων φρόνημα - μήτε και γίνονται πράξης, χωρίς αγώνα και κόπο πολύν

Άρχιμ. Έφραίμ, Καθηγούμενος της εν Άγίω Όρη Ιεράς Κοινοβιακής Μονής του Όσίου Φιλοθέου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΦΙΛΟΘΕΟΥ.

Άβαταρ μέλους
filotheitis
Τακτικό Μέλος
Τακτικό Μέλος
Δημοσιεύσεις: 47
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 28, 2008 9:00 am
Τοποθεσία: ATHENS

Δημοσίευση από filotheitis » Παρ Απρ 04, 2008 11:33 pm

ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΟΥ.ΕΙΧΑ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΝΑ ΠΑΩ ΣΤΗΝ ΜΟΝΗ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΩ ΚΑΠΟΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΑ.ΤΟ ΠΑΡΟΝΥΜΙΟ ΠΟΥ ΕΧΩ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΤΟ ΕΧΩ ΠΑΡΕΙ.ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΜΑΣ ΑΞΙΩΣΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΙΔΙΟ,ΠΑΡΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΦΟΡΕΣ ΠΟΥ ΠΑΕΙ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΜΟΝΗ ΦΙΛΟΘΕΟΥ.

Άβαταρ μέλους
smarti
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 5165
Εγγραφή: Κυρ Μαρ 09, 2008 9:00 am
Τοποθεσία: Σμαρώ@Κατερίνη, Σέρρες

Δημοσίευση από smarti » Σάβ Απρ 05, 2008 11:49 am

Μακαρι να μπορουσαμε να διαβαζουμε καθε μερα και κατι καινουριο απο τους αγιους γεροντες. Θα μας ωφελουσε παρα πολυ νομιζω στο να γινουμε καλυτεροι ανθρωποι.Θα ταν ωραιο αν ειχες να δημοσιευσεις και αλλα τετοια κειμενα.Ευχαρηστουμε.

Άβαταρ μέλους
ΜΙΧΣ
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4991
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 23, 2012 12:24 pm

Re: Γέροντος Εφραίμ Αγιορείτου Φιλοθεΐτου

Δημοσίευση από ΜΙΧΣ » Παρ Δεκ 07, 2012 12:03 pm

Μαρτυρία Γέροντος Εφραίμ Αριζονίτη ( ακούγεται η φωνή του γέροντα Εφραίμ (Φιλοθεϊτη), νυν Αριζονίτη και γι αυτό ανάρτησα σε αυτό το νήμα αντί στο άλλο με τη σχετική συζήτηση viewtopic.php?f=43&t=12171&start=90
Τις προσευχές σου γέροντα... Δόξα τω Θεώ. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με την αμαρτωλή. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς. Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς και τον κόσμο σου.


+Η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς Αγία, δόξα σοι.

Άβαταρ μέλους
ΜΙΧΣ
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4991
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 23, 2012 12:24 pm

Re: Γέροντος Εφραίμ Αγιορείτου Φιλοθεΐτου

Δημοσίευση από ΜΙΧΣ » Παρ Δεκ 07, 2012 12:18 pm

Ομιλία γέροντος Εφραίμ Αριζονίτη-ΠΟΤΕ ΘΑ ΕΜΦΑΝΙΣΤΕΙ Ο ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ
ανάρτηση απο Μάρτιο 2012

+Η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς Αγία, δόξα σοι.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Αγιορείται Πατέρες”