Η Β' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Η Εκκλησία κατά τους πρώτους Αποστολικούς χρόνους μέχρι το τέλος της Εικονομαχίας(Ζ'Οικ.Σύνοδος)

Συντονιστής: Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
Dimokratis
Συστηματικός Αποστολέας
Συστηματικός Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 150
Εγγραφή: Κυρ Μάιος 06, 2007 8:00 am

Η Β' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Δημοσίευση από Dimokratis » Τετ Δεκ 03, 2014 10:58 pm

Η Πρώτη σύνοδος της Κωνσταντινούπολης, γνωστή ως Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, ήταν η Εκκλησιαστική Σύνοδος που διενεργήθηκε το 381 μ.Χ. και συγκλήθηκε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, μετά από προτροπή του Μελετίου Αντιοχείας.
Στόχος της ήταν η εκκλησιαστική ειρήνευση, αλλά και η επίλυση των αναφυέντων εν τη εκκλησία κρίσιμων θεολογικών και διοικητικών προβλημάτων.
Κύρια εστία εντάσεων μετά την Α΄ Οικουμενική σύνοδο, αναδείχτηκε ο προσδιορισμός της υπόστασης του Αγίου Πνεύματος, αλλά και η συνεχιζόμενη αμφισβήτηση της ομοουσίου υποστάσεως του Υιού με τον Πατέρα.
Η σύνοδος αυτή επελήφθη των εν λόγω προβλημάτων και αποτέλεσε ουσιαστικά το κύκνειο άσμα της αρειανικής διαμάχης στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αφού μετά τη σύνοδο του 383 στη Κωνσταντινούπολη, καμία άλλη σύνοδος δεν ασχολήθηκε ξανά με το ζήτημα αυτό, ενώ έδρασε καταλυτικά και στη δυτική επαρχία της αυτοκρατορίας, όχι όμως και στην υπόλοιπη Δύση, που λόγω της ισχυρής Γοτθικής παρουσίας, συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια ακόμα.

Η πορεία προς τη Β΄ Οικουμενική σύνοδο

Παρά την καταδίκη του αρειανισμού και τη σύνταξη συμβόλου πίστεως με το οποίο εκφραζόταν η κοινή πίστη της πλειοψηφίας των επισκόπων, η σταδιακή μεταστροφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, λόγω της επιρροής των ισχυρών γυναικών του παλατιού Βασιλίνας και Κωνσταντίας, αλλά και του προσωπικού φίλου του Ευσεβίου Καισαρείας, προς τον αρειανισμό πυροδότησε νέο γύρο αρειανικής διαμάχης στην εκκλησία για περίπου 50 χρόνια.
Τόσο οι ανακλήσεις αρειανών επισκόπων από την εξορία, όσο και η διάθεσή του για μια συμβιβαστική λύση, ιδίως στο θέμα του «ομοουσίου», έφερε σε πλεονεκτική θέση τους αρειανίζοντες επισκόπους σε σχέση με τους εκφραστές της συνόδου της Νίκαιας, οι οποίοι επιπρόσθετα είχαν βρει και ένα σημαντικό σύμμαχο μετά τον θάνατό του Κωνσταντίνου, τον αρειανόφρονα αυτοκράτορα Κωνστάντιο. Με συστηματική προώθηση των ιδεών τους στο παλάτι κατάφεραν στην ανατολή να επικρατήσουν, την ώρα που υποστηρικτές επίσκοποι της συνόδου της Νίκαιας, αποπέμπονταν από τη θέση τους τους, ιδίως όσοι δε συνέτειναν σε μια πρόταση σύγκλησης προς τα σύμβολα της συνόδου του Σιρμίου (351) που είχαν εκφράσει οι αρειανόφρονες.
Η σύνοδος μάλιστα Αριμίνου - Σελεύκειας το 359, παρουσία 400 επισκόπων, είχε επιβεβαιώσει πως η πλειοψηφία των επισκόπων συμφωνούσε με το Νικαϊκό σύμβολο, ενώ οι παρεμβάσεις του μονοκράτορα Κωνστάντιου δεν επέτρεπαν την ελεύθερη συλλογική έκφραση της πλειοψηφίας του σώματος της εκκλησίας, που και σε αυτή την περίπτωση υποχρεώθηκε σε υπαναχώρηση μετά από εξορίες επισκόπων.
Ταυτόχρονα, με το πέρας της Α΄ οικουμενικής συνόδου οι αρειανικές θέσεις περί της υποστάσεως του Υιού αυξήθηκαν, εκφραζόμενες από τρεις παρατάξεις.
Των ομοίων, των ομοιουσιανών και των ανομοίων ή ευνομοιανών, ενώ ιδίως μετά το 360 σταδιακά ενεφανίσθησαν θέσεις περί της υποστάσεως και του τρίτου προσώπου της Τριάδος, με κύριους εκφραστές, τους Μακεδονιανούς και τους Απολιναριστές οι οποίοι ονομάστηκαν πνευματομάχοι, όπως πνευματομάχοι αποκαλούνταν και οι αρειανόφρονες, αφού πέραν της κατωτερότητας του Υιού ως κτίσμα, κτίσμα θεωρούσαν και το Άγιο Πνεύμα.
Χαρακτηριστικός είναι ο λόγος του Επιφανίου για την πίστη των αρειανιστών, λέγοντας πως «Το Άγιον Πνεύμα κτίσμα πάλιν κτίσματος φασίν είναι.

Ο σκοπός σύγκλησης της συνόδου

Κύριος σκοπός σύγκλησης της συνόδου ήταν να εξαλείψει τα λείψανα του βία επιβληθέντος Αρειανισμού δια της αναστηλώσεως του κύρους της Α΄ οικουμενικής συνόδου και ολοκληρώσεως του Τριαδικού δόγματος κατά του οποίου εστρέφοντο οι ετερόδοξες ομολογίες και να αποσαφηνίσει τον λαβύρινθο εκθέσεων από τη μεγάλη δογματική σύγχυση που είχε επέλθει.
Ταυτόχρονα ήταν η θέληση του Αυτοκράτορα για ειρήνευση στην Ανατολική επαρχία της Αυτοκρατορίας, καθώς και η θέληση της εκκλησίας να διευθετήσει εκκλησιαστικά ζητήματα με αιχμή την αποκατάσταση του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και κανονικών ζητημάτων.
Η σύνοδος αυτή οριστικώς κηρύχθηκε οικουμενική από την Δ΄ Οικουμενική, παρότι η συμπληρωματική και διευκρινιστική σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη ένα έτος αργότερα, την είχε ήδη ανακηρύξει με αυτό τον τίτλο.
Ο προβληματισμός όμως κυρίως τίθεται, εξαιτίας της «Ληστρικής συνόδου» του 449, της οποίας τα πρακτικά, δεν την απαριθμούν στις οικουμενικές, ενώ αποκαλούν δεύτερη οικουμενική, τη θεωρούμενη σήμερα τρίτη.

Η σύνθεση της συνόδου και οι εργασίες

Στη σύνοδο συμμετείχαν 150 ανατολικοί επίσκοποι, με δεσπόζουσες προσωπικότητες των Αντιοχείας Μελέτιο, Γρηγόριο Ναζιανζηνό, Νεκτάριο Κωνσταντινουπόλεως, Τιμόθεο Αλεξανδρείας, Κύριλλο Ιεροσολύμων, Ικονίου Αμφιλόχιο, Γρηγόριο Νύσσης, Ταρσού Διόδωρο κ.α. Επίσης, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος παραβρέθηκε στην εναρκτήρια συνεδρία.
Η σύνοδος, όπως προαναφέρθηκε, είχε διττό σκοπό, δηλαδή την επίτευξη επίλυσης βασικών άμεσων αναγκών της εκκλησίας αλλά και την αντιμετώπιση δογματικών θεωριών.
Ήδη από την εποχή της ανόδου του Θεοδοσίου στο θρόνο είχε εκφραστεί η διάθεση για μία οικουμενική σύνοδο, η οποία θα διακήρυττε την ενότητα της εκκλησίας, την πίστη στο σύμβολο της Νίκαιας και θα αντιμετώπιζε τις κακοδοξίες. Πρωτοστάτης αυτής της κίνησης υπήρξε ο Μέγας Βασίλειος, που από το 372 επιδίωξε, αν και για διάφορους λόγους δε κατέστη δυνατή η πραγματοποίηση της επιθυμίας του, σύγκληση μεγάλης συνόδου.
Θεολογικά η σύνοδος είχε προετοιμαστεί από τον Μελέτιο και τη σύνοδο των 153 επισκόπων το 379 στην Αντιόχεια, στην οποία είχε ήδη κατοχυρωθεί η Τριαδολογική θεολογία των Καππαδοκών πατέρων.

Συνοπτική παράθεση και ερμηνεία Ιερών Κανόνων

Κανών Α΄: Κυρώνει την πίστη των πατέρων της Νίκαιας και αναθεματίζει τις αναφυόμενες αιρέσεις. Σκοπός του κανόνος είναι να διακηρύξει τη σταθερότητα στην πίστη της Α΄ Οικουμενικής συνόδου, να διακηρύξει πως κάθε αθέτηση του συμβόλου της αποτελεί αιρετική δοξασία. Τέλος, αναθεματίζει δεδομένες ετερόδοξες ομολογίες (Ευνομοιανοί, Ημιάρειοι, Πνευματομάχοι κ.α.).

Κανών Β΄: Απαγορεύει κάθε υπερόρια επέμβαση σε αλλότριες εκκλησιαστικές διοικήσεις. Κατά το παρελθόν στα εκκλησιαστικά πράγματα οι υπερόριες χειροτονίες συνέβαιναν λόγω των διωγμών, με σκοπό την διοικητική οικονομία του ποιμνίου, όπως κατά τους αποστολικούς κανόνες ορίζετο. Επειδή, όμως, παρατηρήθηκαν υπερόριες χειροτονίες (Πέτρος Αλεξανδρείας - Μάξιμος Κυνικός), οι οποίες στόχο είχαν την προώθηση προσωπικών συμφερόντων, ορίστηκε, κατά το παράδειγμα του 6ου κανόνος της Α΄ Οικουμενικής συνόδου, πως επίσκοπος δεν μπορεί να χειροτονηθεί κάποιος χωρίς την συγκατάβαση της Επαρχιακής Συνόδου.

Κανών Γ΄: Αποδίδει στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως τα δεύτερα σε τάξη Πρεσβεία τιμής. Αποδίδεται μάλιστα στην Κωνσταντινούπολη η ονομασία Νέα Ρώμη. Η παρουσία αυτού του κανόνος είναι πραγματικά πολύ σημαντική, γιατί δημιουργήθηκαν σχετικά με αυτήν σημαντικές ερμηνευτικές αποκλίσεις, ιδιαίτερα από τους Λατίνους θεολόγους, και αυτό γιατί θεωρήθηκε ως κλίμακα εξουσίας στην εκκλησιαστική διοικητική τάξη. Σύμφωνα όμως με το Πηδάλιον, αυτός ο κανόνας «δηλοί ισότητα τιμής, και τάξιν…όχι δεύτερον την τιμή, αλλά τη τάξει της τιμής...καθώς αδύνατο είναι να ευρεθούν δύο τινά ίσα όντα».

Κανών Δ΄: Ορίζει τη χειροτονία του Πέτρου Κυνικού αντικανονική, καθώς και τις χειροτονίες που διενήργησε.

Κανών Ε΄: Κυρώνει τον τόμο πίστεως των δυτικών. Σύμφωνα με τον Νικόδημο Αγιορείτη, ο κανόνας αυτός είναι ειδικός και μερικός. Έτσι, επί της ουσίας κυρώνεται το σύμβολο της πίστης της Νίκαιας, αλλά και η τριαδολογία των Καππαδοκών πατέρων, όπως αυτή εκφράστηκε στον τόμο της εν λόγω Συνόδου.

Κανών ΣΤ΄: Αποτελεί συμπλήρωση της δευτέρας κανονικής διατάξεως της Συνόδου, που ως σκοπό έχει να ορίσει ένα πλαίσιο περί των κατηγοριών κατά επισκόπων. Ορίζει πως, αν είναι ιδιωτική η καταγγελία για χρηματισμό ή πλεονεξία, τότε να μην εξετάζεται το θρήσκευμα του κατηγορούντος, αν όμως κατηγορείται για έγκλημα ή ιεροσυλία, να εξετάζεται η δογματική πεποίθηση, αλλά και αν οι κατήγοροι έχουν επίσης κατηγορηθεί στο παρελθόν και έχουν απαλλάξει τον εαυτό τους από κάθε αμφιβολία. Ορίζει, επίσης, πως οι κατηγορίες πρέπει να εμφανίζονται ενώπιον τοπικής Συνόδου και να λαμβάνεται εκεί η απόφαση.

Κανών Ζ΄: Καθορίζει τον τρόπο εισαγωγής των επιστρεφόντων στην εκκλησία αιρετικών. Αυτοί για να εισέλθουν στην εκκλησία πρέπει να παραδώσουν Λίβελλο πίστης. Οι Αρειανοί, Μακεδονιανοί, Απολλιναριστές ορίζονται να μην αναβαπτισθούν, αλλά να μετέχουν εκ νέου του χρίσματος, ενώ Μοντανιστές, Ευνομιανοί, Σαβελλιανοί να αναβαπτισθούν λόγω της άκυρης τέλεσης του αρχικού μυστηρίου.

Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος διετράνωσε, αποσαφήνισε, διετύπωσε, ερμήνευσε, διεκήρυξε στην Οικουμένη την πίστη της Εκκλησίας και αποτελεί αιώνιο ορόσημο για την χριστιανική πίστη αλλά και για την νομοκανονική εκκλησιαστική τάξη.
Οι συνέπειες των αποφάσεών της βιώνονται στη λατρεία της Υπερουσίου Αγίας Τριάδος, στην επίκληση του Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος κατά την μεταβολή των τιμίων Δώρων αλλά και σε κάθε λατρευτική πράξη, στα αγιοπνευματικά χαρίσματα των αγίων, στον εγκεντρισμό μας, μέσω του Βαπτίσματος και της Θείας Ευχαριστίας, στο Σώμα του Χριστού ο οποίος είναι τέλειος Θεός που έγινε τέλειος και πλήρης άνθρωπος, στην αναγνώριση των πρεσβείων τιμής στο Οικουμενικό μας Πατριαρχείο. Τις συνέπειες των αποφάσεών της τις ομολογούμε κάθε φορά που απαγγέλουμε το Σύμβολο της Πίστεως και διακηρύσσουμε την πίστη μας στον εν Τριάδι Θεό.

http://el.orthodoxwiki.org
http://www.egolpion.com

Απάντηση

Επιστροφή στο “Εκκλησιαστική ιστορία κατά τους πρώτους Αποστολικούς χρόνους”