Αληθινές ιστορίες που δεν τις μάθαμε ποτέ

Από το τέλος της Εικονομαχίας μέχρι τους νεότερους χρόνους

Συντονιστής: Συντονιστές

Άβαταρ μέλους
gkdgr
Συστηματικός Αποστολέας
Συστηματικός Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 174
Εγγραφή: Σάβ Ιουν 25, 2005 8:00 am
Τοποθεσία: ΚΑΒΑΛΑ

Αληθινές ιστορίες που δεν τις μάθαμε ποτέ

Δημοσίευση από gkdgr » Παρ Σεπ 28, 2007 11:00 pm

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΦΑΣΑΡΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΘΑ ΑΝΟΙΞΩ ΕΝΑ ΘΕΜΑ ΜΕ ΕΝΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΣΚΟΠΟ.

ΝΑ ΣΑΣ ΑΠΟΔΕΙΞΩ ΜΕ ΜΕΡΙΚΑ ΑΠΛΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΟΤΙ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΜΑΘΑΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΛΛΑ ΠΡΟΤΙΜΟΥΣΑΝ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΟΠΩΣ ΝΟΜΙΖΑΝ ΑΥΤΟΙ ΟΤΙ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΣΥΜΒΕΙ.

ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

α)Βαφτίστηκε λίγο πρίν πεθάνει και μάλιστα από απο ότι πιστεύεται ασπάστηκε τον Αρειανισμό που είχε καταδικαστεί σαν αίρεση στη Α' Οικουμενική Σύνοδο

β)Διατήρησε το αξίωμα του μέγα αρχιερέα (pontifex maximus) του JUPITER

γ)Λάτρευε ως ύψιστο θεό το θεό Ήλιο (Απόλλωνα) και τη θεά Νίκη με σαφή συγκρητισμό, με ανάμειξη δηλαδή στοιχείων από την αρχαία ελληνική θρησκεία και από ανατολικές θρησκείες

δ)Λίγα χρόνια αργότερα (μετα την Οικουμενική Σύνοδο και την καταδίκη του Αρείου) , ο Κωνσταντίνος άλλαξε στάση, ανακάλεσε τον Άρειο από την εξορία, και τιμώρησε με τον ίδιο τρόπο τον μεγάλο αντίπαλο του Άρειου στην Σύνοδο, τον ΑΓΙΟ Αθανάσιο, της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας. Ο ΑΓΙΟΣ Αθανάσιος παρέμεινε εξόριστος μέχρι την άρση της ποινής από τον ίδιο τον Κωνσταντίνο, την ημέρα που βαπτίσθηκε Χριστιανός

ΤΙ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΕΝΟΣ ΕΙΚΟΣΑΧΡΟΝΟΥ ΟΤΑΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙ , ΣΗΜΕΡΑ ΠΟΥ ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΧΙΛΙΑΔΕΣ, ΟΤΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑΝ ΝΑ ΤΟΥ ΜΑΘΟΥΝ ΗΤΑΝ ΜΙΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ;

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΕΜΕ ΤΙΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ;
ΠΟΙΟΥΣ ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ;

ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΕΓΩ ΝΑ ΦΤΑΣΩ ΣΤΑ 30+ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΩ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΟΤΙ
ο ορος ΒΥΖΑΝΤΙΟ πλάστηκε μόλις στις αρχές του δεκάτου έκτου αιώνος (1562 μ.Χ.) από τον Φράγκο ιστορικό Ιερώνυμο Wolf, χρησιμοποιήθηκε δε αργότερα επανειλημμένως από άλλους δυτικούς συγγραφείς με σκοπό την υποτίμηση της Ρωμηοσύνης.

ότι ο ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ προκειμένου να σώσει την Βασιλεύουσα , το θρόνο και το κεφάλι του έφτασε μέχρι του σημείου να θέλει να υποτάξει την Ορθόδοξη Εκκλησία στον Πάπα έναντι μιας στρατιωτικής βοήθειας που ποτέ δεν έφτασε..
ΕΜΕΝΑ ΜΟΥ ΤΟΝ ΜΑΘΑΝΕ ΣΑΝ ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΙΑ...
Κάτι σαν ήρωα ...Μετά έμαθα τα υπόλοιπα..

Άβαταρ μέλους
Dimokratis
Συστηματικός Αποστολέας
Συστηματικός Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 150
Εγγραφή: Κυρ Μάιος 06, 2007 8:00 am

Δημοσίευση από Dimokratis » Σάβ Σεπ 29, 2007 7:53 am

Η δική μου άποψη στο θέμα αυτό είναι οτί οι συγγραφείς των βιβλίων της ιστορίας δεν ασχολούνται με τέτοιες λεπτομέρειες(κατ'αυτούς).

Επίσης δεν είναι κρυφό από την Εκκλησία οτί ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν ειδωλολάτρης.

Ο Παλαιολόγος μπορεί να έκανε το λάθος που προανέφερες,αλλά νομίζω οτί το ξεχρέωσε με το αίμα του...

Άβαταρ μέλους
michail
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 567
Εγγραφή: Τετ Απρ 13, 2005 8:00 am

Δημοσίευση από michail » Σάβ Σεπ 29, 2007 8:31 am

Σημαντικότερο θέμα γία τήν παιδεία είναι το μάθημα των θρησκευτικών ,τό οποίο έχει καί άμμεση σχέση με τό μέλλον τών παιδιών καί όχι μόνον.

Άβαταρ μέλους
strumfi
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 614
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 12, 2007 8:00 am
Τοποθεσία: Ελένη@Αττική

Δημοσίευση από strumfi » Σάβ Σεπ 29, 2007 3:28 pm

michail έγραψε:Σημαντικότερο θέμα γία τήν παιδεία είναι το μάθημα των θρησκευτικών ,τό οποίο έχει καί άμμεση σχέση με τό μέλλον τών παιδιών καί όχι μόνον.
Διαφωνώ. Δεν σώζει η θρησκεία. Σώζει μόνο ο Χριστός. Πάρε παράδειγμα τους φανατικούς μουσουλμάνους. Αυτοί κι αν έχουν θρησκευτική παιδεία.

Άβαταρ μέλους
michail
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 567
Εγγραφή: Τετ Απρ 13, 2005 8:00 am

Δημοσίευση από michail » Κυρ Σεπ 30, 2007 11:21 am

strumfi έγραψε:
michail έγραψε:Σημαντικότερο θέμα γία τήν παιδεία είναι το μάθημα των θρησκευτικών ,τό οποίο έχει καί άμμεση σχέση με τό μέλλον τών παιδιών καί όχι μόνον.
Διαφωνώ. Δεν σώζει η θρησκεία. Σώζει μόνο ο Χριστός. Πάρε παράδειγμα τους φανατικούς μουσουλμάνους. Αυτοί κι αν έχουν θρησκευτική παιδεία.
Εκτός από τούς τυχερούς ανθρώπους πού βίωσαν κάποιο θαυμα καί έγιναν μαρτυρές τού μεγαλείου τής δημιουργίας τού Κυρίου,οί υπόλοιποι πώς είναι δυνατόν να γνωρίσουν εστω καί μέσα απο τόν γραπτό λόγο τών χριστιανικών ιερών γραφών τόν Υιον του Θεού τόν Μονογενή Ιησού Χριστό ; Διαβάζοντας ανατολικές θεωρείες ;Στήν καφετερία ;Κάνοντας κλάμπινκ ; Χρειάζονται ένα πρόσφατο θαύμα διά να πεισθούν; Μά τό πατάμε καί μάς ανέχεται,μάς συντηρή υλικά,καί στρέφοντας τά μάτια ψηλά βλέπουμε καί τήν συνέχεια αυτού ! Τά σχολικά χρόνια είναι η καλλύτερη ευκαιρία να διδαχθούν τα παιδία μέσα από τήν ορθόδοξη θρησκεία μάς καί να ωφελιθούν μακροπρόθεσμα .Είναι θέμα χρόνου τό νά επαληθευθούν οι αλήθειες τών Ιερων Γραφών όχι μόνον γία τό παρελθόν καί τό παρών,αλλά καί διά το μέλλον μάς !

Άβαταρ μέλους
nkope
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1345
Εγγραφή: Σάβ Απρ 08, 2006 8:00 am
Τοποθεσία: Κοζάνη
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από nkope » Κυρ Σεπ 30, 2007 11:39 am

Δεν έχεις δίκιο gkdgr. Αυτά που αναφέρεις είναι παρερμηνείες των εχθρών της Ορθοδοξίας. Δεν έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα, ούτε εξηγούνται μ' αυτό τον τρόπο. Επειδή δεν έχω πρόχειρη την τεκμηρίωση αυτή τη στιγμή. Αν κάποιος άλλος μπορεί ας το κάνει.

Κωνσταντίνε εσύ που είσαι Θεολόγος βοήθησε μας στο θέμα αυτό.

Αλλοιώς επιφυλάσσομαι ν' απαντήσω μόλις βρω τα σχετικά κείμενα.

Άβαταρ μέλους
nkope
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1345
Εγγραφή: Σάβ Απρ 08, 2006 8:00 am
Τοποθεσία: Κοζάνη
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από nkope » Κυρ Σεπ 30, 2007 11:54 am

Ο ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

Ταξιάρχου ε.α ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΠΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ένα από τα πιο αξιόλογα γεγονότα που αντιμετώπισε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά τον 4. αι. μ.Χ. υπήρξε η κρίση ανάμεσα στον πολιτισμό και στη θρησκεία. Μια νέα θρησκεία, ο Χριστιανισμός, συγκρούστηκε με τον παλιό ειδωλολατρικό πολιτισμό, βγήκε νικητής κι αφού αναγνωρίστηκε-ύστερα από μακροχρόνια περίοδο διωγμών-από το Μέγα Κωνσταντίνο, καθιερώθηκε ως επίσημη θρησκεία του Κράτους στα τέλη του ίδιου αιώνα από έναν άλλον αυτοκράτορα, το Μέγα Θεοδόσιο. Το αξιοπερίεργο είναι ότι δυο εκ διαμέτρου αντίθετοι παράγοντες, ο Χριστιανισμός και ο παγανιστικός Ελληνισμός, βρήκαν μια αμοιβαία συμφωνία, αναμείχτηκαν και δημιούργησαν στη συνέχεια ένα νέο πολιτισμό, τον Ελληνοχριστιανικό, γνωστό με το όνομα Βυζάντιο. Κέντρο αυτού του πολιτισμού έγινε η Κωνσταντινούπολη, η νέα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η παλιά ειδωλολατρική αυτοκρατορία έγινε τώρα μια Χριστιανική Αυτοκρατορία κι εκείνος που έπαιξε τον κυριότερο ρόλο σ' αυτό, όπως και σ' άλλες μεταβολές, ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος.
Αναρωτιέται κανείς πώς μια αυτοκρατορία, που είχε ήδη αποκτήσει έναν πολιτισμό παγκόσμια αναγνωρισμένο, με ισχυρότατη διοίκηση, σταθερή μορφή ιδεών, μεταστράφηκε και μάλιστα σχετικά γρήγορα και από ειδωλολατρική έγινε χριστιανική, μπαίνοντας σε μια νέα εποχή, αντίθετη με το παρελθόν της. Το κυριότερο αίτιο πρέπει να το αναζητήσουμε ακριβώς στην ειδωλολατρεία. Ο παλιός δηλ. ειδωλολατρικός κόσμος, τόσο στην πολιτική όσο και στη θρησκεία, δεν μπορούσε πια να ικανοποιήσει τις προσδοκίες του έθνους. Είχαν παρουσιαστεί στο μεταξύ νέες απαιτήσεις και επιθυμίες, που μόνον ο Χριστιανισμός φαινόταν ικανός να τις ικανοποιήσει. Ακόμα και για το ότι την εποχή αυτή βρέθηκε μια μεγάλη προσωπικότητα, ο Μέγας Κωνσταντίνος, για να υλοποιήσει τις ανάγκες αυτές.

Ο ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε πιθανότατα το 285 μ.Χ. στη Ναΐσσό (σημερινή Νίς) της Γιουγκοσλαβίας. Ήταν γιος του Ιλλυριού Κωνσταντίνου του Χλωρού και της ανεπίσημης συζύγου του Ελένης, που ήταν Χριστιανή. Από νεαρή ηλικία ο Κωνσταντίνος ακολούθησε το στρατιωτικό επάγγελμα, στο οποίο διέπρεψε.
Όταν το 305 μ.Χ. οι δυο πρώτοι Αύγουστοι της Ρώμης, Μαξιμιανός και Διοκλητιανός, παραιτήθηκαν από το αξίωμα τους, νέοι Αύγουστοι ανακηρύχτηκαν, στην Ανατολή ο Γαλέριος και στη Δύση ο Κωνστάντιος. Το επόμενο έτος (306) ο Κωνστάντιος πέθανε στη Βρετανία και ο στρατός ανακήρυξε Αύγουστο στη Δύση τον Κωνσταντίνο. Ο γάμος του με τη Φούστα, κόρη του Μαξιμιανού και αδερφή του κατοπινού Αύγουστου Μαξέντιου, τον διευκόλυνε από πολιτικής πλευράς σ' αυτό. Πραγματικά την ίδια εποχή μια επανάσταση στη Ρώμη από το λαό και στρατό ανέτρεψε το Γαλέριο και ανακήρυξε Αύγουστο το Μαξέντιο, γιο του Μαξιμιανού που είχε παραιτηθεί. Ο Μαξιμιανός ενώθηκε με το γιο του και πήρε πάλι το αυτοκρατορικό αξίωμα. Ο Γαλέριος στο μεταξύ είχε αναγνωρίσει ως νέο Αύγουστο της Ανατολής το Λικίνιο.
Ακολουθεί μια περίοδος εμφύλιου πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου ο Γαλέριος και ο Μαξιμιανός πέθαναν. Ο Κωνσταντίνος τότε έκλεισε συμμαχία με το Λικίνιο και νίκησε το Μαξέντιο σε αποφασιστική μάχη κοντά στη Ρώμη, το 312 μ.Χ. Ο Μαξέντιος, προσπαθώντας ν' αποφύγει την αιχμαλωσία του, πνίγηκε στον Τίβερη. Οι δυο νικητές Κωνσταντίνος και Λικίνιος συναντήθηκαν στο Μεδιόλανο (Μιλάνο), όπου υπέγραψαν το περίφημο «"Εδικτον των Μεδιολάνων» (Διάταγμα του Μιλάνου), το τόσο σοβαρό για το Χριστιανισμό, για το οποίο θα μιλήσουμε στη συνέχεια.
Ωστόσο, οι ειρηνικές σχέσεις ανάμεσα στους δυο Αύγουστους δεν κράτησαν πολύ. Ο αγώνας άρχισε μεταξύ τους και κατέληξε σε ολοκληρωτική νίκη του Κωνσταντίνου του 324 μ.Χ., στο θάνατο του Λικίνιου και στην ανάδειξη του Κωνσταντίνου ως μοναδικού αυτοκράτορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Η βασιλεία του Κωνσταντίνου επηρέασε σημαντικά τη μελλοντική ιστορία, όχι μόνο της αυτοκρατορίας, αλλά και του κόσμου ολόκληρου. Σπουδαιότερα γεγονότα της βασιλείας του πάντως ήταν η ίδρυση και μεταφορά στις όχθες του Βοσπόρου, στην Κωνσταντινούπολη (τη «Νέα Ρώμη»), της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας και η επίσημη αναγνώριση του Χριστιανισμού ως ισότιμης θρησκείας με τις άλλες, θέμα με το οποίο θα ασχοληθούμε στην παρούσα έρευνα.

Οι λόγοι της μεταστροφής του Κωνσταντίνου

Γιατί όμως ο Κωνσταντίνος ευνόησε το Χριστιανισμό, που μέχρι τότε ήταν σε διωγμό και σε παρανομία; Με το ζήτημα αυτό ασχολήθηκαν τόσο ιστορικοί όσο και θεολόγοι. Πολλά ερωτηματικά είχαν γεννηθεί όπως:
- Η εύνοια αυτή πρέπει να θεωρηθεί σαν απλή ένδειξη της πολιτικής του σοφίας;
- Θεώρησε το Χριστιανισμό απλώς ως μέσον επιτυχίας των πολιτικών του σκοπών;
- Στην απόφαση του μήπως συνέβαλαν και οι δυο αυτοί παράγοντες (δηλ. πολιτικοί και πνευματικοί);
Η λύση του προβλήματος παρουσιάζει μεγάλη δυσκολία, εξαιτίας των εντελώς αντίθετων πληροφοριών που δίνουν οι πηγές. Ο Επίσκοπος Ευσέβιος, για παράδειγμα, περιγράφει έναν Κωνσταντίνο που είναι τελείως αλλιώτικος απ' αυτόν που μας δίνει ο ειδωλολάτρης συγγραφέας Ζώσιμος. Έτσι οι ιστορικοί βρήκαν μια διέξοδο, να δίνουν δηλ. απαντήσεις στο πολύπλοκο αυτό πρόβλημα σύμφωνα με τις προσωπικές τους απόψεις. Ο Γάλλος ιστορικός Boissier γράφει σχετικά στο βιβλίο του «Η πτώση του Ειδωλολατρισμού»: «Δυστυχώς, όταν ασχολούμεθα με μεγάλους άνδρες, που έπαιξαν ένα σπουδαίο ρόλο στην ιστορία και προσπαθούμε να μελετήσουμε τη ζωή τους και τη δράση τους, σπάνια είμαστε ικανοποιημένοι κι από τις πιο φυσικές εξηγήσεις. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί έχουν κάτι το διαφορετικό από τους συνανθρώπους τους, μας κάνει να μην πιστεύουμε ότι μπορούν να ενεργούν όπως και οι κοινοί άνθρωποι. Ψάχνουμε να βρούμε απόκρυφες αιτίες, πίσω και από την πιο απλή τους πράξη, ενώ συγχρόνως τους αποδίδουμε μια λεπτότητα και ένα βάθος σκέψεως ή απιστίας, τις οποίες ποτέ τους δεν είχαν διανοηθεί.' Όλα αυτά έχουν την εφαρμογή τους στην περίπτωση του Κωνσταντίνου. Έχει επικρατήσει μια βασισμένη στην προκατάληψη πεποίθηση, ότι ο ικανός αυτός πολιτικός θέλησε να μας ξεγελάσει. Όσο θερμότερα αφιέρωνε τον εαυτό του. στις θρησκευτικές υποθέσεις, που τον πρόβαλλαν σαν ένα γνήσιο πιστό, τόσο πιο βάσιμες γίνονταν οι προσπάθειες μας ν' αποδείξουμε ότι ο Κωνσταντίνος ήταν αδιάφορος για τα ζητήματα αυτά και ότι υπήρξε ένας σκεπτικιστής, που στην πραγματικότητα δεν ενδιαφερόταν για καμιά θρησκεία, προτιμώντας τη θρησκεία1 εκείνη που τον ευνοούσε περισσότερο».
Στο έργο του Α. Vasiliev «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» βρίσκει κανείς ένα μεγάλο αριθμό απόψεων ιστορικών και θεολόγων όλων των εποχών για τα αίτια της μεταστροφής του Κωνσταντίνου υπέρ του Χριστιανισμού. Είναι απόψεις από όμοιες ή παραπλήσιες μέχρι εντελώς αντίθετες, παράδοξες, αφύσικες, που είναι ολοφάνερο πως απηχούν εντελώς προσωπικές εκτιμήσεις, ανάλογα με το αν το θέμα εξετάζεται με γνώμονα την πολιτική οξυδέρκεια και σκοπιμότητα ή τη θρησκευτική και πνευματική πεποίθηση του αυτοκράτορα.
Ωστόσο, μελετώντας τη στροφή του Κωνσταντίνου προς το Χριστιανισμό, βλέπουμε ότι η πολιτική του οπωσδήποτε επηρέασε βαθύτατα τη νέα θρησκεία, η οποία τον εξυπηρετούσε από πολλές απόψεις. Ο Κωνσταντίνος αντιλήφθηκε ότι στο μέλλον ο Χριστιανισμός θ' αποτελούσε την κύρια ενωτική δύναμη ανάμεσα στις φυλές της αυτοκρατορίας και θέλησε να ενισχύσει την ενότητα της, μέσα από μια ενοποίηση της Εκκλησίας.
Η μεταστροφή του Κωνσταντίνου συνήθως σχετίζεται με το «δράμα» που είδε κατά τη διάρκεια του πολέμου του με το Μαξέντιο, που ήταν ένας φωτεινός Σταυρός στον ουρανό με τις λέξεις «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ». Υπάρχουν, ωστόσο, πολλές εκδοχές γύρω απ' αυτό το περιστατικό:
- Η πρώτη περιγραφή του θαύματος αυτού ανήκει στο σύγχρονο του Κωνσταντίνου και χριστιανό Λακτάνιο, ο οποίος μίλησε όχι για όραμα αλλά για όνειρο, στο βιβλίο του «Ό θάνατος των Διωκτών» (DE MORTIBUS PERSECOTORUM) και τονίζει ότι μ' αυτό ο Κωνσταντίνος πήρε θεϊκό μήνυμα να χαράξει στις ασπίδες του το ομοίωμα του θεϊκού σημ
είου του Σταυρού.
- Ο Ευσέβιος, σύγχρονος κι αυτός του Κωνσταντίνου, αναφέρεται σε δυο έργα του στα σχετικά με τη νίκη κατά του Μαξέντιου: Στο παλιότερο έργο του «Εκκλησιαστική Ιστορία» γράφει μόνον ότι ο Κωνσταντίνος, ξεκινώντας εναντίον της Ρώμης, «προσευχήθηκε στο θεό του ουρανού και στο Λόγο του, τον Ιησού Χριστό, το Λυτρωτή του Σύμπαντος», χωρίς ν' αναφέρει τίποτε για όραμα ή όνειρο.
Σ' ένα νεότερο κατά 25 χρόνια έργο του «Ή ζωή του Κωνσταντίνου» αναφέρει ότι ο ίδιος ο αυτοκράτορας επιβεβαίωσε με όρκο το γνωστό περιστατικό του οράματος με το Σταυρό, που κατατρόμαξε και τον ίδιο και το στρατό του. Την επόμενη νύχτα είδε σε όνειρο το Χριστό, που τον συμβούλεψε να κατασκευάσει ομοίωμα του Σταυρού και μ' αυτό επικεφαλής να βαδίσει εναντίον των εχθρών του.
Την επόμενη μέρα, πραγματικά ο Κωνσταντίνος κάλεσε τους συμβούλους του και τους διοικητές του στρατού του, τους περιέγραψε το όνειρο και διέταξε την κατασκευή μιας σημαίας, γνωστής ως «Λάβαρον». Αυτό ήταν ένας μεγάλος Σταυρός, σε σχήμα κονταριού. Από το εγκάρσιο τμήμα του κρεμόταν ένα μεταξωτό ύφασμα, κεντημένο με χρυσάφι και διακοσμημένο με πολύτιμες πέτρες, που πάνω του είχε τις εικόνες του Κωνσταντίνου και των δυο παιδιών του. Στην άκρη του Σταυρού, γύρω από το μονόγραμμα του Χριστού, υπήρχε ένα χρυσό στεφάνι. Το Λάβαρο αυτό από τότε έγινε η Σημαία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Υπάρχουν κι άλλες ακόμα μαρτυρίες και πληροφορίες για το θείο όραμα σε συγγράμματα άλλων συγγραφέων, που όμως διαφέρουν τόσο μεταξύ τους, ώστε δεν μπορούν ν' αποτελέσουν ιστορικό υλικό.

Το «"Εδικτον1 των Μεδιολάνων» ( «Εδικτον» (Λατ. ΕDICTUΜ): Διάταγμα άρχοντα στους Ρωμαίους, που κυρίως αφορούσε στον τρόπο και τον τύπο απονομής της δικαιοσύνης. Αργότερα, κατά το Μεσαίωνα, υποδήλωνε και το Νόμο του Κράτους.)

Ο Χριστιανισμός επί βασιλείας του Μεγ. Κωνσταντίνου απόκτησε επίσημα το δικαίωμα να υπάρχει και να διαδίδεται. Ωστόσο, το πρώτο Διάταγμα υπέρ των Χριστιανών εκδόθηκε το 311 μ.Χ. από το Γαλέριο, που ήταν ένας από τους τρομερότερους διώκτες του. Με το Διάταγμα αυτό επιτρεπόταν στους Χριστιανούς να υπάρχουν νόμιμα και συγχωρούσε την αντίσταση τους να γίνουν ειδωλολάτρες, όπως διέταζε η Κυβέρνηση. Έγραφε σχετικά το Διάταγμα αυτό του Γαλέριου: «Οι Χριστιανοί μπορούν να έχουν και πάλι τις συναντήσεις τους, εφόσον δεν κάνουν τίποτε το αντίθετο προς το κοινό καλό και υποχρεώνονται να προσεύχονται για το καλό μας και για το καλό της Πολιτείας».
Το Φεβρουάριο του 313 μ.Χ., δυο χρόνια αργότερα, ύστερα από την ήττα του Μαξέντιου, ο Κωνσταντίνος συμφώνησε με το σύμμαχο του Λικίνιο κι εξέδωσαν στο Μιλάνο το εξαιρετικού ενδιαφέροντος για το Χριστιανισμό έγγραφο, το οποίο ονομάστηκε «"Εδικτον των Μεδιολάνων». Το Διάταγμα αυτό αποκαθιστούσε τη θρησκευτική ειρήνη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με τη Διακήρυξη της ελευθερίας της συνειδήσεως, της ελεύθερης εισόδου στο Χριστιανισμό, της επιστροφής στις χριστιανικές Εκκλησίες των τόπων προσευχής και των κτημάτων που είχαν δημευθεί από την Πολιτεία, καθώς και της απαλλαγής του Κλήρου από τα δημόσια βάρη. Όλα τα μέχρι τότε μέτρα εναντίον των Χριστιανών θεωρήθηκαν άκυρα.
Το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού δυστυχώς δεν διασώθηκε. Υπάρχει ένα Λατινικό αντίγραφο, που είχε σταλεί από το Λικίνιο στο Νομάρχη της Νικομήδειας και διασώθηκε από το Λακτάνιο (DE MORTIBUS PERSECOTORUM) και μια ελληνική μετάφραση, που περιλαμβάνεται στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του Ευσέβιου.
Με το Διάταγμα αυτό ο Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος έδωσαν στο Χριστιανισμό τα δικαιώματα που είχαν οι ειδωλολάτρες και οι οπαδοί των άλλων θρησκειών. Δεν μπορούμε βέβαια να μιλούμε ακόμα για θρίαμβο, είναι όμως πολύ σημαντικό το ότι οι Χριστιανοί όχι μόνον απέκτησαν το δικαίωμα να υπάρχουν, αλλά και μπήκαν για πρώτη φορά κάτω από την προστασία του Κράτους, βγαίνοντας από την παρανομία.
Παρόλο που ορισμένοι ιστορικοί δέχονται ότι το ' Εδικτον των Μεδιολάνων τοποθετούσε το Χριστιανισμό πάνω απ' όλες τις άλλες θρησκείες (ο δικός μας Στεφανίδης δέχεται ότι ανυψώθηκε τότε σε επίσημη θρησκεία του Κράτους), παρατηρούμε ότι το Διάταγμα αυτό χωρίς να τονίζει την υπεροχή του Χριστιανισμού, έθετε το ζήτημα της εκλογής μεταξύ της υπεροχής ή των ίσων δικαιωμάτων του Χριστιανισμού, οπότε ασφαλώς κλίνουμε προς τα ίσα δικαιώματα. Βέβαια τα συμπληρωματικά προνόμια που δόθηκαν στο Χριστιανισμό-κυρίως με τη μεσολάβηση της Χριστιανής μητέρας του Κωνσταντίνου-και η εξάπλωση που έπαιρνε συνεχώς η νέα θρησκεία, αύξησαν τη σημασία του Εδίκτου των Μεδιολάνων.
Όπως λέει ένας ιστορικός «στην πραγματικότητα, χωρίς υπερβολές, η σημασία του Εδίκτου του Μιλάνου παραμένει ασυζήτητα μεγάλη, γιατί αποτελεί μια πράξη που έθεσε τέρμα στην εκτός νόμου θέση των Χριστιανών, ενώ συγχρόνως αναγνώρισε πλήρη θρησκευτική ελευθερία, υποβιβάζοντας έτσι την ειδωλολατρεία, de jure, από την προηγούμενη θέση της ως της μόνης επίσημης θρησκείας, στην ίδια θέση που είχαν και οι άλλες θρησκείες».

Ο Μ. Κων/νος και η Εκκλησία

Ο Μ. Κωνσταντίνος ύστερα από το Έδικτο των Μεδιολάνων θέσπισε δυο Νόμους πολύ ουσιαστικούς για το χριστιανικό κόσμο και ιδίως της Ανατολής:
- Με τον πρώτο Νόμο κανόνισε με γενναιοδωρία την αποζημίωση των Χριστιανών της Ανατολής, για όσες ζημίες είχαν πάθει από τους προκατόχους του, κατά τη διάρκεια των διωγμών.
556
- Με το δεύτερο Νόμο ζητούσε την ευλογία του Θεού, κάτω από τη προστασία του οποίου έθετε τον εαυτό του και φανέρωνε πολύ καθαρά την ιδιαίτερη πρόνοια του για τους Ανατολικούς: «Σε, τώρα παρακαλώ τον μέγιστον Θεόν, να είσαι ευμενής και πράος εις τους ιδικούς Σο ανατολικούς και να προσφέρης εις αυτούς την λύτρωσιν δι* εμού το ύπηρέτου Σου».
Σύμφωνα με τα λόγια αυτά θα νόμιζε κανείς ότι ο Κωνσταντίνος έμελλε να επιβάλει τη νέα Πίστη ως επίσημη θρησκεία. Ήταν όμως αρκετά συνετός για να αντιληφθεί πως αυτό ήταν ακόμα πρόωρο. Και προσθέτει «Επιθυμώ ο λαός Σου να ζη ειρηνικά και χωρίς επαναστάσεις. Οι παράπλανημένοι να απολαύουν την ιδίαν ειρήνην και ησυχίαν με τους πιστούς. Διότι αυτή η διαμόρφωσις της κοινωνίας είναι κατάλληλος δια να οδηγήσει εις τον ίσιον δρόμον. Κανείς να μην παρενοχλή τον άλλον ας κάμνη ο καθένας ο,τι ή ψυχή του επιθυμεί».
Ο Κωνσταντίνος, ωστόσο, πέρα από την απλή παραχώρηση δικαιωμάτων στους Χριστιανούς, έκαμε και κάτι παραπάνω. Έδωσε στους κληρικούς όλα τα δικαιώματα που είχαν οι ειδωλολάτρες ιερείς, τους απάλλαξε από τους κρατικούς φόρους και άλλες υποχρεώσεις, που θα τους απασχολούσαν έξω από τα καθήκοντα τους. Ο κάθε άνθρωπος μπορούσε ν αφιερώσει την περιουσία του στην Εκκλησία. Έτσι, μαζί με τη διακήρυξη της θρησκευτικής ελευθερίας, αναγνωριζόταν και η νομική υπόσταση τη Χριστιανικής Κοινότητας.
Η Εκκλησία απόκτησε επίσης αξιόλογα προνόμια και στον τόμε της δικαιοσύνης. Προς το τέλος ιδίως της βασιλείας του Κωνσταντίνου τα δικαιώματα των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων αυξήθηκαν ακόμα περισσότερο. Έτσι:
- Οι αποφάσεις ενός Επισκόπου έπρεπε να γίνονται δεκτές ως τελικές για ανθρώπους οποιασδήποτε ηλικίας.
- Οποιαδήποτε περίπτωση, που δεν αφορούσε σε Εκκλησιαστικό Δικαστήριο, μπορούσε να εισαχθεί σ' αυτό, έστω κι αν δεν συμφωνούσε ένας αντίδικος.
- Οι αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων έπρεπε να επικυρωθούν από1 τα Πολιτικά Δικαστήρια.
Μ' όλα αυτά τα μέτρα είναι φυσικό ότι η Εκκλησία πλούτιζε κι ο πλούτος της αυτός μεγάλωνε με τις δωρεές, με τη μορφή παραχώρησης κτήματα χρημάτων, τροφίμων και πολύτιμων αφιερωμάτων. Οι Χριστιανοί δεν ήταν πια υποχρεωμένοι να συμμετέχουν σε ειδωλολατρικές γιορτές. Παράλληλα, η χριστιανική διδασκαλία επέδρασε σημαντικά στο μετριασμό των άγριων κι απάνθρωπων ποινών στους εγκληματίες.
Ο Κωνσταντίνος φρόντισε επίσης για την ανέγερση πολλών χριστιανικών ναών σ' όλα τα μέρη της απέραντης αυτοκρατορίας. Σ' αυτών αποδίδονται η Βασιλική του Αγίου Πέτρου και η Βασιλική του Λατερανού στη Ρώμη. Ιδιαίτερα στην Παλαιστίνη, όπου η μητέρα του Αγία Ελένη βρήκε ύστερα από ανασκαφές στο λόφο του Γολγοθά τον Τίμιο Σταυρό, έχτισε πολλές Εκκλησίες: Στην Ιερουσαλήμ, εκεί που είχε ταφεί ο Χριστός, χτίστηκε η Εκκλησία του Παναγίου Τάφου, στο Όρος των Ελαίων η Εκκλησία της Αναλήψεως και στη Βηθλεέμ η Ε
κκλησία της Γεννήσεως.
Επίσης η Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρα της πλουτίστηκαν με αξιόλογες Εκκλησίες, κυριότερες από τις οποίες είναι η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και η Εκκλησία της Αγίας Ειρήνης. Πιθανολογείται ότι ο Κωνσταντίνος είχε θεμελιώσει και την Αγία Σοφία, που συμπληρώθηκε από το διάδοχο του Κωνστάντιο. Αλλά και σ' άλλα μέρη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου χτίστηκαν πολλές Εκκλησίες, όπως στην Αντιόχεια, στη Νικομήδεια, στη βόρεια Αφρική και αλλού.
Όλες αυτές ο» Εκκλησίες, όπως κι άλλες που χτίστηκαν αργότερα στα τρία μεγάλα Χριστιανικά Κέντρα (Ρώμη, Κωνσταντινούπολη και Ιερουσαλήμ) αποτελούν τα σύμβολα του θριάμβου της Χριστιανικής Πίστης, που γρήγορα έγινε η επίσημη θρησκεία του Κράτους (το 339 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο το Μέγα).

ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΜΑΧΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

Δυστυχώς ο συμβιβασμός, που είχε πετύχει ο Μ. Κωνσταντίνος ανάμεσα στους Χριστιανούς και στους Εθνικούς (ειδωλολάτρες), δεν μπόρεσε ν' αποτρέψει και «τον μέγα εμφύλιοn πόλεμον του Χριστιανισμού)», όπως τον χαρακτηρίζει ο ιστορικός μας Κων. Παπαρρηγόπουλος και τον οποίο είχε προβλέψει ο Απόστολος Παύλος στην Επιστολή του προς Κολασσαείς: «Προσέχετε μήπως σας ξεγελάσει κανείς με τη φιλοσοφία ή με κάποια νέαν απάτη»!
Έτσι, μετά από μια περίοδο εντατικής δημιουργικής δράσης της Εκκλησίας, άρχισαν να εκδηλώνονται αντιθέσεις, κυρίως στο δογματικό τομέα. Κατά τον 3. αι. μ.Χ. τα δογματικά ζητήματα απασχολούσαν μόνον ορισμένα άτομα, όπως τον Τερτιλλιανό και τον Ωριγένη, αλλά στον 4. αιώνα έπαιρναν μέρος σ' αυτά ολόκληρες ομάδες ανθρώπων, καλά οργανωμένες. Για την αντιμετώπιση αυτών των διαφορών θεωρήθηκε ότι το μόνο κοινό και κατάλληλο όργανο ήταν οι «Σύνοδοι», στις οποίες δινόταν η ευκαιρία συζητήσεως των αντιθέσεων.
Στην προσπάθεια αυτήν όμως ανάμεσα στην Εκκλησία και στην Πολιτεία παρουσιάστηκε ένας νέος παράγοντας, που επέδρασε σημαντικά στην κατοπινή εξέλιξη των σχέσεων πνευματικών και υλικών δυνάμεων. Ξέρουμε πως από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου το Κράτος έπαιρνε μέρος στις θρησκευτικές φιλονικίες, διευθύνοντας τις συζητήσεις κατάλληλα. Ήταν όμως φυσικό να μη συμπίπτουν πάντοτε τα συμφέροντα Κράτους και Εκκλησίας.
Για πολλούς αιώνες το κέντρο του πολιτισμού της Ανατολής ήταν η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου άκμαζε η επιστημονική, φιλοσοφική και καλλιτεχνική δράση. Ήταν λοιπόν φυσικό, οι νέες δογματικές ιδέες να προέλθουν από την Αλεξάνδρεια, η οποία σύμφωνα με τον καθηγητή Α. Spassky «έγινε στην Ανατολή το κέντρο της θεολογικής εξέλιξης, αποκτώντας έτσι στο χριστιανικό κόσμο τη φήμη μιας φιλοσοφημένης Εκκλησίας, που ποτέ δεν κουράστηκε να μελετά τα μεγάλα θρησκευτικά και επιστημονικά ζητήματα».
Ωστόσο, η μεγαλύτερη θρησκευτική αναστάτωση, ο Αρειανισμός-για τον οποίο θα μιλήσουμε αμέσως παρακάτω-δεν προήλθε από την Αλεξάνδρεια αλλά από την Αντιόχεια της Συρίας, παρόλο που ο Άρειος ήταν Αλεξανδρινός ιερέας κι αυτό γιατί στην Αντιόχεια υπήρχε η Θεολογική Σχολή του Λουκιανού, ενός από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους της εποχής εκείνης, που όπως λέει ο Α. Ηarnacκ, υπήρξε η γενέτειρα του Αρειανισμού.

Άρειος και Αρειανισμός

Αφορμή για την εσωτερική αυτή αναστάτωση στις τάξεις των Χριστιανών έδωσε ο Άρειος με τη διδασκαλία του, που ονομάστηκε «Αρειανισμός». Ο Άρειος καταγόταν από τη Λιβύη και μορφώθηκε στη Σχολή του Λουκιανού στην Αντιόχεια. Στις αρχές του 4. αι. μ.Χ. ως Πρεσβύτερος στην Αλεξάνδρεια εκδήλωσε αιρετικά φρονήματα και διατύπωσε απόψεις για τον Ιησού Χριστό που συνθέτουν τη διδασκαλία του, τον Αρειανισμό. Το κύριο σημείο της διδασκαλίας του είναι η άρνηση της θεότητας του Λόγου, δηλ. του Ιησού. Ενώ δηλ. κατά τη χριστιανική διδασκαλία ο Λόγος (Υιός του Θεού) είναι πραγματικά Θεός, όπως ο Πατήρ, κατά τον Άρειο και τους οπαδούς του έχει δευτερεύουσα ή υποδεέστερη θεϊκή ιδιότητα κι αυτό γιατί είναι «κτίσμα», που δεν γεννήθηκε από τον Πατέρα αλλά «κατασκευάστηκε» (ποιηθείς): «'Εξ ουκ όντων ην ποτέ, ότε ουκ ην πριν γένηται, άλλ' αρχήν του κτίζεσθαι έσχε και αυτός».
Ο Αρειανισμός υπήρξε μια από τις σοβαρότερες κρίσεις της Χριστιανοσύνης. Στην προσπάθεια του να περιορίσει το Χριστιανισμό σε λογικά στοιχεία, τον καθιστούσε κενό από κάθε θρησκευτικό περιεχόμενο. Ωστόσο, η κρίση αυτή είχε και τα καλά της. Ανάγκασε τους θρησκευτικούς ηγέτες της εποχής να εμβαθύνουν θεολογικά στο νέο δόγμα και με τη διασπορά των εξόριστων οπαδών του στην Ανατολή και τη Δύση έκαμε δυνατή την αλληλογνωμία των δυο ομάδων των Χριστιανικών Εκκλησιών. Η αρειανή κρίση, που έγινε σιγά-σιγά πολιτικοθρησκευτική, εξακολούθησε μέχρι τη βασιλεία του Μ. Θεοδοσίου (379 μ.Χ.), όπως θα δούμε στη συνέχεια.
Το 319 μ.Χ., ο Επίσκοπος Αλεξάνδρειας Αλέξανδρος, άνθρωπος ενάρετος και πράος, όταν πληροφορήθηκε για τη διδασκαλία του Αρείου, τον κάλεσε και του ζήτησε να απολογηθεί. Ο Άρειος απάντησε με υπεκφυγές και διέδωσε ότι συμφωνεί με τον Επίσκοπο. Σε νέα καταγγελία του όμως ο Επίσκοπος, σε μια του εκκλησιαστική διάλεξη με θέμα «Ή Αγία Τριάς», προσπάθησε με ζήλο ν' αποδείξει ότι οι τρεις υποστάσεις της ήταν ενωμένες απόλυτα μεταξύ τους και εντελώς ίσες. Τότε ο Άρειος προχώρησε στο μέσον της αίθουσας και υποστήριξε ότι αυτός που πιστεύει στην πλήρη ισοτιμία των τριών υποστάσεων του Θεού πέφτει σε πλάνη, την οποία έχει καταδικάσει η Εκκλησία. Γιατί είναι σαν να πιστεύει ότι οι υποστάσεις αυτές δεν είναι τίποτε άλλο παρά διαφορετικά ονόματα του «Ίδιου όντος». Αλλ΄ εκείνος που τις εξισώνει τόσο πολύ, προφανώς τις συγχέει. Κατόπιν ο Άρειος διατύπωσε τον πολύκροτο συλλογισμό, ότι «αν ο Πατήρ γέννησε τον Υιό, ο γεννήσας προϋπήρχε του γεννηθέντος, επομένως ο Υιός δεν υπήρχε εξαρχής με τον Πατέρα».
Η άποψη αυτή προκάλεσε μεγάλη διχογνωμία στην Αίγυπτο, που δεν μπορούσε ν' αποσοβήσει ο Αλέξανδρος με την αδύνατη φύση του. Αλλά μεταξύ των κληρικών ήταν και κάποιος «Διάκονος», μικρός στο ανάστημα αλλά με φλογερή ψυχή, ο Αθανάσιος, μόλις 20 ετών, ο οποίος κατάλαβε από τη συζήτηση ότι ο Άρειος, αν και δεν τολμούσε να εξηγηθεί καθαρά, είχε οπωσδήποτε την πρόθεση ν' αρνηθεί τη θεία φύση του Χριστού και παρουσίαζε τη διδασκαλία του σαν ανθρώπινο δόγμα, απογυμνωμένο από την πανοπλία της Θείας Αποκαλύψεως, σ' όλες τις επιθέσεις του φιλοσοφικού πνεύματος. Ο Αθανάσιος αφιέρωσε από τότε όλες του τις δυνάμεις για την άμυνα του «ένσαρκωθέντος Λόγου», με τόσο μεγάλη θρησκευτική πεποίθηση και τόσο θάρρος, ώστε αναδείχτηκε ο ηρωικότερος από όλους τους αγίους της Εκκλησίας στον πνευματικό τομέα.
Παρακινούμενος λοιπόν ο Αλέξανδρος από το φλογερό αυτό Διάκονο κάλεσε τον Άρειο ν' απολογηθεί ενώπιον του Κλήρου της Αλεξάνδρειας και αφού τον πίεσε μέχρι του σημείου-παρά τη ρητορική του δεινότητα-να βλασφημήσει ότι «ο Λόγος του Θεού δεν είναι αναμάρτητος», τον αφόρισε αδίστακτα, τον αναθεμάτισε ως αιρετικό και μαζί μ' αυτόν άλλους 11 Διακόνους και 2 Επισκόπους. Ο Άρειος όμως είχε μεγάλη ευχέρεια λόγου (καθώς μας λέει διασωθείσα παροιμία «του Αρείου το άπύλωτον στόμα») και ήταν ευφυέστατος και δραστήριος ώστε, εκμεταλλευόμενος και τη μεγάλη περιπλοκή του όλου ζητήματος και τα εξημμένα πνεύματα, συγκρότησε σ' όλη την Ανατολή μεγάλη μερίδα οπαδών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και ιδιαίτεροι φίλοι του αυτοκράτορα, όπως οι Επίσκοποι Νικομήδειας Ευσέβιος και Καισαρείας Ευσέβιος.
Ο Κωνσταντίνος, που μόλις είχε νικήσει το Λικίνιο, έφτασε το 324 στη Νικομήδεια όπου πληροφορήθηκε για τις φιλονικίες και αντιθέσεις που δημιούργησε ο Άρειος. Θέλοντας πάνω απ' όλα να καθιερώσει μια θρησκευτική ειρήνη στην αυτοκρατορία του, έστειλε από μια Επιστολή στον Επίσκοπο Αλέξανδρο και στον Άρειο, με τις οποίες τους καλούσε να βρουν κάποιο τρόπο συμφωνίας, προβάλλοντας τους για παράδειγμα τους φιλόσοφους που ζουν ειρηνικά, παρ' όλες τις διαφορές που τους χώριζαν. Στις επιστολές του ακόμα τόνιζε πως δεν ήταν δύσκολη μια συμφωνία, αφού και οι δυο αντίδικοι πίστευαν στη Θεία Πρόνοια και τον Ιησού Χριστό. Έγραφε σχετικά: «Δώστε μου πίσω την ηρεμία, έτσι ώστε η χαρά και η γαλήνη να ρυθμίζουν από τώρα και στο εξής τη ζωή μου».
Οι Επιστολές αυτές στάλθηκαν στην Αλεξάνδρεια διαμέσου του Επισκόπου Κορδούης της Ισπανίας. Αλλ' η φωνή της σύνεσης δεν εισακούστη
κε. Ο Άρειος απάντησε στον αυτοκράτορα με αυθάδεια, παραπονούμενος γιατί του επιβλήθηκε αργία. Ταυτόχρονα ο Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε ότι στην Αλεξάνδρεια ξέσπασαν ταραχές, στις οποίες ο όχλος δεν σεβάστηκε ούτε τις δικές του εικόνες. Τότε το οξύ του πνεύμα τον οδήγησε στη σωστή λύση. Κι αφού οι Ιεράρχες δεν μπορούσαν μόνοι τους ν' αποφασίσουν για το θέμα του Αρειανισμού, ο αυτοκράτορας συγκάλεσε στη Νίκαια της Καππαδοκίας Οικουμενική Σύνοδο, 'για να λύσει τη διαφορά αυτή.

Η Σύνοδος της Νίκαιας (325 μ.Χ.)

Στη Σύνοδο της Νίκαιας προσκλήθηκαν από τον Κωνσταντίνο όλοι οι Επίσκοποι του Χριστιανισμού. Παρόλο όμως που ο αυτοκράτορας ανέλαβε σε βάρος του δημοσίου όλα τα έξοδα τους (οδοιπορικά, διατροφή, διαμονή κ.λ.π.) από τους 300 και πλέον (μερικοί τους ανεβάζουν σε 318) Επισκόπους που συγκεντρώθηκαν στη Νίκαια, μόνο 3-4 προέρχονταν από τη Δύση. Ούτε ο ίδιος ο Επίσκοπος Ρώμης (Πάπας) δεν ήρθε, αλλ' έστειλε ως αντιπροσώπους του δυο Πρεσβύτερους. Όλοι οι άλλοι ανήκαν σε ελληνικές ή εξελληνισμένες χώρες της Ανατολής και μεταξύ τους πιο διαπρεπείς ήταν ο γέροντας Αλέξανδρος, έχοντας κοντά του πάντα το νεαρό σύμβουλο του Αθανάσιο.
Με την έναρξη των εργασιών της Συνόδου ο Κωνσταντίνος, ως Πρόεδρος της Συνόδου, απάγγειλε στα λατινικά τον εναρκτήριο λόγο του, που μεταφράστηκε στα ελληνικά, αλλ' όταν αργότερα αναμείχτηκε στις συζητήσεις της Συνόδου μίλησε στα ελληνικά. 'Οπως λέει ο Ευσέβιος «έχρησιμοποίησε την έλληνικήν γλώσσαν, διότι και αυτήν την έγνώριζε». Επίσης όλες οι Πράξεις της Συνόδου συντάχτηκαν στα ελληνικά, όπως και το Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο κανονίστηκε τότε.
Οι Επίσκοποι συγκεντρώθηκαν στη Νίκαια στα μέσα του Ιουνίου του 325 μ.Χ. αλλ' η πρώτη επίσημη συνεδρίαση τους έγινε στις 5 ή 6 Ιουλίου. Η Σύνοδος κράτησε 20 περίπου μέρες και μέσα σ' αυτό το σχετικά μικρό χρονικό διάστημα έλυσε, εκτός από μερικά άλλα δευτερεύοντα ζητήματα, το κεφαλαιώδες θέμα που είχε πριν λίγο διαιρέσει την Εκκλησία και καθιέρωσε το δόγμα ότι ο Υιός του Θεού ήταν «ομοούσιος τω Πατρί», αναθεμάτισε τους αιρετικούς και εξόρισε τον Άρειο και τους πιο πεισματικούς οπαδούς του στη Γαλατία της Μ. Ασίας. Οι δυο Ευσέβιοι, ύστερα από λίγους δισταγμούς, υποχώρησαν μπροστά στην πλειοψηφία και υπέγραψαν το Σύμβολο της Πίστεως, γιατί είδαν ότι ο Κωνσταντίνος είχε αμετάκλητη απόφαση να υποστηρίξει όσα η Σύνοδος είχε επικυρώσει.
Πραγματικά ο αυτοκράτορας εκτός από αυτά έβγαλε και ιδιαίτερο. Διάταγμα κατά των αιρετικών, με το οποίο διέταξε να καούν όλα τα συγγράμματα του Αρείου και επέβαλε την ποινή του θανάτου σ' όποιον έκρυβε οποιοδήποτε από τα συγγράμματα αυτά. Είναι φανερό ότι η επέμβαση αυτή της πολιτικής αρχής στα δόγματα της Εκκλησίας είναι αντίθετη σ' όλες τις θρησκευτικές αντιλήψεις που επικρατούν σήμερα. Αλλ' ο Κωνσταντίνος πίστευε τότε-και είχε δίκιο να το πιστεύει-ότι αν δεν πάψουν εντελώς οι συζητήσεις αυτές, κινδύνευε να γκρεμιστεί όλο το οικοδόμημα του Χριστιανισμού. Πίστευε-και δίκαια-ότι οι αποφάσεις της Συνόδου, όσο οικουμενική κι αν ήταν, δεν μπορούσε να ξερριζώσει το κακό, αν οι αποφάσεις αυτές δεν επικυρώνονταν με αυτοκρατορικό Νόμο. Πολύ ορθά μάλιστα δικαιολόγησε την ενέργεια του αυτή, λέγοντας στους Αρχιερείς: «Σεις μεν είσθε Επίσκοποι εις τα εσωτερικά της Εκκλησίας, εγώ δε έτάχθην υπό του Θεού επίσκοπος των έκτος της Εκκλησίας». Κι όταν στα τέλη Ιουλίου έληξαν οι εργασίες της Συνόδου, μίλησε πάλι στους Επισκόπους με πολλή πραότητα και προπαντός τους συμβούλεψε να μην στασιάζουν μεταξύ τους, δίνοντας έτσι αφορμή να τους χλευάζουν εκείνοι που είναι πάντα έτοιμοι να βλασφημήσουν το όνομα του Θεού.
Η επίσημη διακήρυξη της Συνόδου πληροφόρησε όλες τις Χριστιανικές Κοινότητες για τη νέα κατάσταση αρμονίας και ειρήνης που επικράτησε στην Εκκλησία. Ο Κωνσταντίνος έγραφε: «Ο διάβολος δεν έχει πια καμιά δύναμη εναντίον μας, εφόσον εκείνο το οποίο με κακοήθεια είχε επινοήσει για την καταστροφή μας, χτυπήθηκε γερά στη ρίζα του. Η Αλήθεια, με τη βοήθεια του Θεού, σκόρπισε όλες τις διαφωνίες, τα σχίσματα, τις οχλαγωγίες και τα θανάσιμα δηλητήρια της ασυμφωνίας».
Ύστερα από αυτά διαλύθηκε η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, που το κύριο έργο της ήταν ο ακριβής καθορισμός του μέρους εκείνου από το Σύμβολο της Πίστεως που ανατρέπει τη θεωρία του Αρείου και καθορίζει στον κάθε χριστιανό την Ομολογία του για το Χριστό: «...και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υίόν του Θεού, τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν άληθινόν, εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, όμοούσιον τω Πατρί, δι΄ ου τα πάντα έγένετο».
Πόσο φρόνιμα διαχειρίστηκε την υπόθεση αυτήν ο Κωνσταντίνος φαίνεται από τα γεγονότα που ακολούθησαν μέχρι σήμερα. Πέρασαν από τότε 16 αιώνες. Το κράτος στο οποίο βασίλευε ο Κωνσταντίνος διαλύθηκε. Πάνω στα ερείπια του δημιουργήθηκαν νέα κράτη. Διαμορφώθηκαν νέα έθνη. Διαπλάστηκαν νέες γλώσσες. Ανακαλύφτηκαν νέοι κόσμοι. Εφευρέθηκαν νέες επιστήμες και τέχνες. Νέα πολιτεύματα ρύθμισαν τις τύχες των λαών. Νέες ανάγκες παρουσιάστηκαν, δοξασίες και τάσεις. Η ηθική και υλική άποψη του πλανήτη μας άλλαξε εντελώς. Κι όμως σ' όλα τα μέρη της γης, με κάθε ανθρώπινη γλώσσα, αντηχεί ακόμα η προσευχή εκείνη, που ορίστηκε τότε στη Νίκαια από τους αντιπροσώπους του χριστιανικού Ελληνισμού: «Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα Παντοκράτορα......»

Κωνσταντινούπολη, το κέντρο του Χριστιανισμού

Ο Μ. Κωνσταντίνος μετά τη Σύνοδο της Νικαίας αποφάσισε να χτίσει νέα πρωτεύουσα στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας και μετά από πολλές σκέψεις κατέληξε στην εκλογή του αρχαίου Βυζαντίου στο Βόσπορο. Οι ιστορικοί αποδίδουν, σε διαφορετικά ο καθένας αίτια, τους λόγους που οδήγησαν τον Κωνσταντίνο σ' αυτήν την απόφαση:
- Οι Χρονογράφοι της εποχής του και ο Άγγλος ιστορικός Γίββων θεωρούν ότι ο Κωνσταντίνος, μετά τα θλιβερά οικογενειακά του γεγονότα (θανάτωσε το γιο του Κρίσπο ύστερα από ραδιουργίες της μητριάς του Φούστας και μετά και αυτήν την ίδια), καθώς και τον ηθικό ξεπεσμό της Ρώμης, που δεν μπορούσε να κατανοήσει τη μεταβολή που γινόταν στον κόσμο με το Χριστιανισμό, αποφάσισε να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα του και να εγκατασταθεί στις ελληνικές εκείνες χώρες, στις οποίες γεννήθηκε κι ευδοκίμησε το ευαγγελικό κήρυγμα.
- Άλλοι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι ο Κωνσταντίνος, σαν υπέρμαχος των Χριστιανών, θεώρησε σκόπιμο να μεταφέρει την πρωτεύουσα του σε περιοχή που το χριστιανικό στοιχείο υπερτερούσε σε αριθμό και δύναμη. Λέγεται ότι αρχικά διάλεξε την περιοχή της σημερινής Σόφιας της Βουλγαρίας κι άλλοι ότι θέλησε να χτίσει τη νέα πρωτεύουσα μεταξύ της Τροίας και της Περγάμου.
Τελικά, ο Κωνσταντίνος κατέληξε στην περιοχή του Βυζαντίου. Στην εκλογή αυτή οφείλεται η εξασφάλιση της πολιτικής αναβιώσεως του ελληνικού έθνους και η διατήρηση της αυτονομίας του για 1.000 περίπου χρόνια. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στο ότι χτίστηκε στην περιοχή αυτή μια πόλη μεγάλη και ισχυρή, αλλά κυρίως στο ότι χτίστηκε σε χώρο που παρουσίαζε ιδιαίτερα και μοναδικά πλεονεκτήματα και φαινόταν προορισμένη να γίνει αυτό που ονομάστηκε αργότερα «η Βασιλίδα των Πόλεων».
Πραγματικά, ο Κωνσταντίνος διέκρινε τον κίνδυνο από την Ασία κι ήθελε να εποπτεύει καλύτερα, από το κοντινό Βυζάντιο, τις κινήσεις των Σαρματών και Γότθων στο Δούναβη, όπως και των Περσών στην Ασκί. Με τη συνηθισμένη του δραστηριότητα αποπεράτωσε το έργο του μέσα σε εννιά μήνες. Την 11 Μαΐου του 330 μ.Χ. έγιναν τα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας, που ο Κωνσταντίνος ονόμασε Νέα Ρώμη (Κωνσταντινούπολη ονομάστηκε αργότερα προς τιμήν του). Η νέα πόλη αυξήθηκε πολύ γρήγορα σε έκταση, πληθυσμό και πλούτο. Ο Κωνσταντίνος με θέρμη λάμπρυνε τη νέα του πρωτεύουσα με μεγαλοπρεπή ανάκτορα και δημόσια οικοδομήματα, πλατείες, λιμάνια, Ιππόδρομο, τείχη κι άλλα έργα.
Εδώ όμως σκοπός μας είναι να δούμε την Κωνσταντινούπολη σαν θρησκευτικό, χριστιανικό κέντρο. Πραγματικά σ' αυτόν τον τομέα ο Κωνσταντίνος δεν φάνηκε καθόλου φειδωλός. Τίμησε τη νέα πόλη με πολυάριθμες Εκκλησίες, όπως είπαμε (των Αγίων Αποστόλων, της Αγίας Ειρήνης, της Αγίας του Θεού Σοφίας κι άλλες). Τους ναούς αυτούς προίκισε με τα αναγκαία για τη λατρεία ιερά βιβλία και το έργο αυτό ανέθεσε σ
το φίλο του Επίσκοπο Καισαρείας.
Τα σύμβολα της νέας Πίστεως στόλιζαν με πολλούς τρόπους τη νέα πόλη και τα ανάκτορα της. Παράλληλα φρόντισε να συγκεντρώσει σ' αυτήν πολλά από τα αριστουργήματα της αρχαίας τέχνης και θρησκείας, πράγμα για το οποίο κατηγορήθηκε άδικα. Γιατί αν εξετάσουμε με προσοχή αυτά που ο Κωνσταντίνος μετέφερε στη νέα πόλη από τις διάφορες περιοχές της Ελλάδας, θα δούμε ότι και λίγα ήταν και τα πιο εγκαταλειμμένα, που οπωσδήποτε θα χάνονταν. Ούτε από την Αθήνα, ούτε από την Ολυμπία, ούτε από τους Δελφούς μετακίνησε τα αριστουργήματα της αρχαίας τέχνης. Μόνο στον Ιππόδρομο στήθηκε τότε ο «χρυσούς τρίπους των Δελφών» με τον τρικέφαλο χάλκινο όφι. Από τα άλλα αναφέρουμε τις εικόνες των Ελικωνίδων Μουσών (από την κορυφή του Ελικώνα), που κόσμησαν τα ανάκτορα της Κωνσταντινούπολης.
Τα εγκαίνια, όπως είπαμε, έγιναν στις 11 Μαίου 330 μ.Χ. με μεγαλοπρέπεια και η πόλη αφιερώθηκε στην ιδιαίτερη προστασία της Υπεραγίας Θεοτόκου, Υπερμάχου Στρατηγού της Πόλεως. Οι γιορτές κράτησαν 40 μέρες κι επαναλαμβάνονταν για πολλούς αιώνες. Οι Βυζαντινοί συμπλήρωσαν την αίγλη και τη δόξα της Βασιλεύουσας και προπαντός την κατέστησαν το κέντρο του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας. Εκεί οικοδομήθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο κι εκεί παρέμεινε η έδρα του μέχρι σήμερα. Η ιερή πόλη έχει συνδέσει το όνομα της με τη βυζαντινή δόξα, με τους αγώνες και τις θυσίες του Ελληνισμού κατά των απειράριθμων εχθρών του. Κι αν υποδουλώθηκε, στη συνείδηση των Ελλήνων μένει αδούλωτη. Εξακολουθεί να είναι το κέντρο του Ελληνισμού και της Χριστιανοσύνης κι έτσι θα τη βλέπουν πάντα οι γενιές που θ' ακολουθήσουν. Είναι ένας θρύλος αιώνιος, ελληνικός και χριστιανικός.

Οι Δυο Ευσέβιοι. Ο θάνατος του Αρείου

Στα τελευταία αυτά χρόνια της βασιλείας του ο Κωνσταντίνος υπήρξε άτυχος από πολλές απόψεις. Οι δυο Ευσέβιοι (Νικομήδειας και Καισαρείας) είχαν, όπως είδαμε, υπογράψει το Σύμβολο της Πίστεως στη Νίκαια, αλλά πάντα έδειχναν συμπάθεια στον αρχηγό της αιρέσεως (του Αρειανισμού) που είχε καταδικάσει η Σύνοδος εκείνη. Έτσι ο Νικομήδειας Ευσέβιος κατάφερε να πείσει τον αυτοκράτορα ν' ανακαλέσει από την εξορία τον Άρειο, για να σταματήσει δήθεν η εκκλησιαστική διαίρεση που υπέβοσκε.
Ο Κωνσταντίνος πείστηκε και δέχτηκε τον Άρειο, με τον οποίο συμφιλιώθηκε και επειδή αυτός ήταν πριν από την καταδίκη του Πρεσβύτερος, ενέκρινε να επιστρέψει πάλι στη θέση του. Για το σκοπό αυτό ο Ευσέβιος έγραψε επιστολή στον Επίσκοπο Αλεξάνδρειας, με την οποία εξηγούσε όλα όσα είχαν συμβεί και τον παρακαλούσε να δεχτεί τον Άρειο. Στο μεταξύ όμως είχε πεθάνει ο γηραιός Αλέξανδρος και διάδοχος του είχε εκλεγεί, από 54 Επισκόπους της επαρχίας Αιγύπτου και από τον ενθουσιώδη λαό της Αλεξάνδρειας, ο Αθανάσιος.
Ο νέος Επίσκοπος κατάλαβε αμέσως ότι ο Άρειος δεν είχε διόλου απαρνηθεί τις πρώτες αρχές του για τη θεϊκή φύση του Χριστού κι ότι αν ξαναρχόταν στην Αλεξάνδρεια θα ξαναζωντάνευαν τα παλιά πάθη της διχόνοιας των Χριστιανών. Δεν δίστασε λοιπόν καθόλου να απορρίψει την παράκληση του Επισκόπου Νικομήδειας. Τότε πήρε επιστολή από τον ίδιο τον αυτοκράτορα με το ίδιο περιεχόμενο, αλλά και πάλι ο Αθανάσιος αρνήθηκε. Απάντησε απλά στον Κωνσταντίνο ότι ζητάει κάτι το αδύνατο. Ο αυτοκράτορας έστειλε δεύτερη επιστολή με την οποία φοβέριζε τον Επίσκοπο ότι θα τον καθαιρούσε και θα τον έδιωχνε από την Αλεξάνδρεια, αν συνέχιζε ν' αρνιέται να δεχτεί στους κόλπους της Εκκλησίας αυτούς που ζητούσαν να προσέλθουν σ' αυτήν. Αλλ' ο Αθανάσιος απάντησε ότι «η Εκκλησία του Χριστού δεν μπορεί να έχει τίποτε το κοινό με την αίρεση, η οποία αρνείται τη θεϊκή φύση του Χριστού».
Τότε ο Ευσέβιος μεταχειρίστηκε κάθε ραδιουργία και συκοφαντία και κατόρθωσε να πείσει τον αυτοκράτορα να εξορίσει τον Αθανάσιο στη γαλλική πόλη Αύγουστο των Τριβηρών, όπου ο Αθανάσιος έφτασε στις αρχές του χειμώνα του 336 μ.Χ. Ήταν όμως τόσο μεγάλη η ηθική υπεροχή του Ιεράρχη αυτού, καθώς κα

Άβαταρ μέλους
nkope
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1345
Εγγραφή: Σάβ Απρ 08, 2006 8:00 am
Τοποθεσία: Κοζάνη
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από nkope » Κυρ Σεπ 30, 2007 12:05 pm

Στο link αυτό υπάρχουν οι ομιλίες του π. Γεωργίου Μετάλληνου με θέμα "Ο Μέγας Κωνσταντίνος κι η ιστορική αλήθεια:

http://www.mystakidis.com/istologio/fil ... ntinos.mp3

Άβαταρ μέλους
konstantinoupolitis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1079
Εγγραφή: Τετ Ιαν 17, 2007 9:00 am
Τοποθεσία: Μακεδονία

Δημοσίευση από konstantinoupolitis » Κυρ Σεπ 30, 2007 3:19 pm

Α) Ο ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕ Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ: ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ
ΚΑΤΑ ΤΟΝ Δ΄ ΑΙΩΝΑ


Την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου ο Χριστιανισμός ήταν, ουσιαστικά, πλειοψηφία στην Θράκη και Μ. Ασία, κατείχε πολύ σημαντικό ποσοστό σε Ελλάδα, Μέση Ανατολή και Βόρεια Αίγυπτο, ενώ στη παρά τη Μεσόγειο Δύση οι Χριστιανικές κοινότητες αποτελούσαν μεν μειοψηφία, πλην, όμως, είχαν κάνει αισθητή και υπολογίσιμη την παρουσία τους.
Στην ίδια την Φλαβεία οικογένεια του, επικρατούσε ο μονοθεϊσμός. Μέλη της είχαν ασπασθεί το Χριστιανισμό, ενώ η μητέρα του Ελένη και πρώτη σύζυγος του πατρός του Κώνσταντος ήταν, είτε φίλα προσκείμενη στον Ιουδαϊσμό, είτε στον Χριστιανισμό στον οποίο και αργότερα αναμφίβολα προσχώρησε. Ο πατήρ του και Τετράρχης με έδρα την Αυγούστα των Τρεβήρων, είχε ως θρησκευτική πίστη έναν ιδιότυπο παγανιστικό ηλιακό μονοθεϊσμό. Τον ίδιο στον οποίο και αρχικά ανήκε και ο υιός Κωνσταντίνος(προ της προσχωρήσεως του στον Χριστιανισμό). Ο πατέρας του είναι ο μόνος εκ των Τετραρχών, ο οποίος κατά τα χρόνια 303–6 δεν εφάρμοσε διωγμό κατά των Χριστιανών.
Αν και για το θέμα του οράματος του Σταυρού(312) είτε σε σχήμα Χ είτε σε κλασσικά σταυρικό, έχουν διατυπωθεί μέχρι και ειρωνείες από συγχρόνους ιστορικούς της Δύσεως, τούτο μαρτυρείται από το βιογράφο του Ευσέβιο Καισαρείας. Παράλληλα το ίδιο το σημείο είχε προφητευτεί και αναγορευθεί σε σύμβολο νίκης και Θείας δικαιοσύνης από τον ίδιο το Κύριο, αναφερόμενος στη Μέλλουσα Κρίση. Επιπλέον, εάν δεν είχε συμβεί κάτι συνταρακτικό και αντιληπτό από το στράτευμα, δεν θα μπορούσε να επιβάλει σε αυτό ξένο θρήσκευμα. Ήταν γνωστή τόσο η προσήλωση του στρατεύματος σε θεότητες προστάτιδες όπως ο Μίθρας, αλλά και το ότι η πλειοψηφία στον τότε κόσμο της Δύσεως ήταν ο Παγανισμός(υποστηρίζεται ότι την εποχή εκείνοι, οι Χριστιανοί σε όλη την Αυτοκρατορία συνιστούσαν το 1/7 του συνολικού πληθυσμού).

Το εάν και πόσα διατάγματα εξεδόθησαν στα Μεδιόλανα το Φεβρουάριο του 313 μ.Χ., δεν μας είναι γνωστό. Διεσώθησαν δύο κείμενα, δημοσιευμένα από το Λικίνιο. Για εκείνο που μπορούμε να μιλήσουμε με βεβαιότητα, είναι πως πρόκειται για αποφάσεις ανεξιθρησκίας και όχι αναγορεύσεως του Χριστιανισμού σε επίσημη θρησκεία. Ο Χριστιανισμός μέχρι τον Κωνστάντιο, για να μην πούμε πολύ αργότερα επί Θεοδοσίου, δεν απόλαυσε παροχή απόλυτων κυριαρχικών προνομίων.
Αναμφίβολο επίσης είναι και το γεγονός, πως ο Παγανισμός επί Κωνσταντίνου δεν διώχθηκε. Οπωσδήποτε ο Κωνσταντίνος απαγόρευσε και σωστά την θρησκεία των αυτοκρατόρων. Αίτιο ή αφορμή για μεγάλο αριθμό μαρτύρων. Όπως περιόρισε και συγκεκριμένες δραστηριότητες των Εθνικών Ιερέων. Ακόμα όμως και αυτά τα μέτρα, εφαρμόσθηκαν στην πράξη μόνο στην Κωνσταντίνειο Δύση καθώς στην Ανατολή ο Λικίνιος δεν τα υιοθέτησε μέχρι και τον θάνατό του το 322. Όπως και να΄χει, η σταθερότητα που ο Κωνσταντίνος ενέπνευσε έφερε στο προσκήνιο και τους Κρυπτοχριστιανούς, δίδοντας στην Ρωμαϊκή κοινωνία την πραγματική αριθμητικά θρησκευτική της εικόνα.
Ο Κωνσταντίνος δεν έκανε επίσημη θρησκεία τον Χριστιανισμό. Εντούτοις έδωσε στην Εκκλησία του νομική υπόσταση. Επετράπησαν οι δωρεές προς αυτήν, ενώ αναγνωρίστηκαν, ακόμα και ως προς υποθέσεις του Κοινού Νομικού Δικαίου, η μερική αρμοδιότητα των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων.
Την πολεμική κατά του Εθνισμού, εφάρμοσε επίσημα στη Δύση ο Γρατιανός(~376) και στην Ανατολή ο Θεοδόσιος(το 380). Αρχικά περιορίστηκαν σε δημεύσεις περιουσιών των ναών, παύση χορηγιών, και περιορισμό των εν ισχύ προνομίων. Αργότερα, το 386, προέβησαν σε εκτεταμένες καταστροφές ναών στην Ανατολή, τη παρακινήσει του Θεοδοσίου. Επιζώντα στοιχεία του πάλαι ποτέ κραταιού Παγανισμού, επεβίωσαν σε διάφορες περιοχές της Δύσεως ή της Ανατολής μέχρι τον Θ΄ αιώνα(ενδεικτικά αναφέρουμε χαράξεις θρησκευτικών συνθημάτων, Χριστιανικών και Παγανιστικών, στο στάδιο της Αφροδισιάδος του ΣΤ΄ αιώνα).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

Από την μονοκρατορία του Κωνστάντιου και μετά, η Εκκλησία ζούσε κατά περιόδους σε καθεστώς ομηρίας. Σειρά αυτοκρατόρων προσπάθησαν, κυρίως για λόγους που άπτονταν του επεκτατισμού και γενικότερα της πολιτικής, να επιβάλουν ανορθόδοξες δογματικές αποφάσεις.
Στα διοικητικά της Εκκλησίας έχουν καταγραφεί πλήθος περιπτώσεων, όπου οι διορισμοί, οι εκλογές επισκόπων, οι άνοδοι πόλεων σε επισκοπές ή Αρχιεπισκοπές, και οι προστασίες Μονών προσδιορίζονταν από την αυτοκρατορική επέμβαση. Επίσης, άνευ της συγκαταθέσεως του αυτοκράτορος, ήταν αδύνατη η σύγκληση συνόδων. Γενικά, επικρατούσε ή επιχειρούνταν συνέχεια να εγκατασταθεί καθεστώς καισαροπαπισμού.
Ο αυτοκράτωρ στέφονταν από το πατριάρχη, θεωρούνταν ως έχων ένα ιδιόρρυθμο και μερικό βαθμό Ιεροσύνης, ετιμάτο κατά μια έννοια ως Αρχιερέας, απόρροια, προφανώς, Ρωμαϊκών καταλοίπων της αυτοκρατορικής λατρείας. Ως ένα βαθμό, έφερε κάποια αρχιερατικά διοικητικά προνόμια, χωρίς φυσικά να μπορεί να ασκεί λειτουργικά καθήκοντα, πλην της προσφοράς θυμιάματος ή της αποδοχής Θείας Κοινωνίας εντός του Ιερού(;). Μπορούμε εδώ να αναφέρουμε για παράδειγμα το Έγγαμο των επισκόπων, δικαίωμα που κατήργησε με διάταγμα ο Ιουστινιανός με την 6η και 123η Νεαρά του το 535 και 546 αντίστοιχα.
Από την άλλη, η Εκκλησία στο Κανονικό της Δίκαιο καταδίκασε, ήδη από τους Αποστολικούς Κανόνες, την ανάμειξη της Πολιτείας στα της Εκκλησίας. Στην πράξη, όμως, η στάση της χαρακτηρίζονταν από συνεχή συμβιβασμό. Εντούτοις, όταν αυτό το καθεστώς άπτονταν δογματικών ζητημάτων, πάντα υπήρχαν τα αναστήματα που ύψωναν τη φωνή τους και έλεγχαν ουσιαστικά αυτοκράτορα, ως άλλοι Πρόδρομοι τον Ηρώδη. Μαρτύρια, ομολογίες, βασανισμοί, εξορίες. Ακόμα και όταν ο Πατριάρχης υπέκυπτε !!

Γ΄) Αρειανισμός

Περίοδος Πρώτη 308–324 μ. Χ.

Από την πρώτη καταδίκη του Αρείου
έως την Σύνοδο της Αντιοχείας του 324 μ. Χ.

Ο Ιδρυτής και η Δογματική του:
Ο Άρειος κατάγονταν από τη Λιβύη. Θήτευσε στη Σχολή του Λουκιανού, ολοκλήρωσε δε τις σπουδές του στην Αλεξανδρινή. Θεωρούνταν σημαντικός διδάσκαλος στην εποχή του και έφερε, γενικά, φήμη ιδιαιτέρως εγκρατούς ατόμου. Το γεγονός δε, ότι αξιώθηκε το Ιερατικό Σχήμα, υπήρξε ένα επιπλέον προσόν για την ευκολοτέρα διάδοση των απόψεών του.
Οι ιδέες του Αρείου αντλούν στοιχεία από τον Μοναρχιανισμό, (τόσο από τον Δυναμικό, όσο και από τον Τροπικό), αλλά και από τις περί υποταγής του Χριστού ιδέες του Ωριγένους. Αν και έκανε διάκριση μεταξύ Ουσίας και Ενέργειας, θεωρούσε τον Λόγο(και κατ΄ επέκταση και το Πνεύμα αν και δεν το διακήρυξε ποτέ) κτίσμα. Ο Λόγος ενυπάρχει ως δύναμη στον Ένα Θεό. Ο κτιστός και έγχρονος Λόγος δημιουργήθηκε, όταν ο Θεός(που τότε έγινε Πατήρ) θέλησε να φτιάξει δια του κτίσματος τον κόσμο. Κατά συνέπεια, ο Λόγος αυτός απετέλεσε το πρώτο κτίσμα. Η Ενσάρκωση πραγματοποιήθηκε σε άψυχο σώμα και έγινε ώστε να δοθεί το τέλειο πρότυπο. Έτσι ο Χριστός έφτασε στην Θέωση δια της τελείας υποταγής και υπακοής στο θέλημα του Πατρός. Κάτι που βέβαια μπορεί να επιτύχει κάθε άνθρωπος.
Φυσικά η Κτίση ως δημιούργημα του κτίσματος Λόγου και όχι του όντος Θεού, δεν έχει ανάγκη μετοχής στις Θείες ενέργειες για να κατοχυρώνει την ζωή και τη λειτουργία του.
Οι πρώτες αντιδράσεις
στην διδασκαλία του:
Ο Άρειος καταδικάστηκε πρώτη φορά το 308, από τον μετέπειτα μάρτυρα Πέτρο Αλεξανδρείας(†311). Ο τελευταίος, έγινε γνώστης των παραδοξολογιών του Αρείου ύστερα από σχετικό όραμα. Έτσι προχώρησε στην καθαίρεση του από το βαθμό του διακόνου. Τότε το θέμα είχε μείνει σε τοπικό επίπεδο. Στην συνέχεια, όμως, ο διάδοχος του Πέτρου Αχιλλάς(311–2) τον αποκατέστησε(312) και τον προήγαγε στο βαθμό του πρεσβυτέρου.
Στην αρχή με τον Αλέξανδρο, διάδοχο του Αχιλλά στην επισκοπική καθέδρα, δεν αντιμετώπισε πρόβλημα και έχαιρε της εκτιμήσεως του. Τα πρώτα σύννεφα ήρθαν αργότερα. Με αφορμή διαμάχη του με τον πρεσβύτερο Κολλούθο, θα καταγγελθεί στον Πατριάρχη. Η συνάντηση των δύο ανδρών, θα καταλήξει σε ρήξη. Ο Αλέξανδρος θα τον καλέσει για εξηγήσει
ς και αντ΄αυτού θα εισπράξει την υπό του Αρείου κατηγορία για Σαβελλιανισμό.
Ήταν το 318 όταν και ξέσπασε το ζήτημα σε όλη του την έξαρση. Ο Αλέξανδρος στην αρχή, δεν εξάντλησε όλη του την αυστηρότητα. Εντούτοις οργάνωσε με τον κλήρο της αρμοδιότητος του πολλές συζητήσεις και με συμμετοχή του πρεσβυτερίου της ευρυτέρας περιοχής Αλεξανδρείας και Μαρεώτιδος. Τα γεγονότα αυτά είχαν ως διπλή κατάληξη: Από την μια πραγματοποιήθηκε η απόσχιση του πρεσβυτέρου Κολλούθου από την Αλεξανδρινή Εκκλησία. Ο τελευταίος θεώρησε, πως ο Αλέξανδρος ήταν μαλθακός απέναντι στο Άρειο. Από την άλλη είχαμε την δευτέρα Συνοδική καθαίρεση του Αρείου και συν αυτώ του Θεωνά Μαρμαρικής, του Σεκούνδου Πτολεμαΐδος και άλλων 11 διακόνων. Καταδίκη που έλαβε χώρα, μάλλον, το 320 και από ολομέλεια 97 συνολικά επισκόπων.
Την περίοδο 322–324, ο Κωνσταντίνος πολεμούσε το Λικίνιο. Ως εκ τούτου, το όλο κλίμα δεν ευνοούσε μια πολιτική παρέμβαση ή μια περαιτέρω Συνοδική επίλυση. Ο Κωνσταντίνος κέρδισε, τελικά, τον Λικίνιο το 322(;). Ο Λικίνιος αρχικά διέφυγε, αργότερα, όμως, σκοτώθηκε στη Θεσσαλονίκη το 324(;). Σε αυτά τα χρονικά πλαίσια, η όλη διαμάχη τροφοδοτούσε ως θεματολογία τις θεατρικές σκηνές, ενω ο ίδιος ο Άρειος διέδιδε τις δοξασίες του δια της φιλολογικής οδού και συγκεκριμένα μέσω της μελοποιήσεως της ποιητικής συλλογής του «Θαλείας».
Με την λήξη του πολέμου, αποστάλθηκε υπό του Κωνσταντίνου ο Όσιος, επίσκοπος Κορδούβης της Ισπανίας, για να ερευνήσει και διευθετήσει το θέμα. Επέστρεψε, όμως, άπρακτος, με αποτέλεσμα το πρόβλημα να λάβει οικουμενική προβολή.

Η εν Αντιοχεία Σύνοδος του 324:

Επίλογος της περιόδου, υπήρξαν οι Αρχαιρεσίες προς ανάδειξη επισκόπου στην χηρεύουσα θέση του Πατριάρχου Αντιοχείας, που οδήγησαν στην εκλογή του έως τότε επισκόπου Βερροίας της Συρίας Ευσταθίου. Έλαβαν χώρα στην Αντιόχεια, στις 24 Δεκεμβρίου του 324(πρέπει να σημειώσουμε εδώ πως την περίοδο εκείνη λόγω των δυσκολιών μετακινήσεως, κάθε γεγονός που συγκέντρωνε επισκόπους, όπως Εγκαίνια ναών, Αρχαιρεσίες, κ.τ.λ. μπορούσε να μετατραπεί σε τοπική Σύνοδο).
Την Σύνοδο συγκρότησαν 56 ή 59 επίσκοποι. Η διαφορά, ίσως είναι τυπική. Ενδέχεται να προκύπτει από τους τρεις που αρνήθηκαν υπογράψουν τον καταδικαστικό για τον Άρειο Συνοδικό Τόμο. Συγκεκριμένα ήταν οι Ευσέβιος Καισαρείας, Θεόδοτος Λαοδικείας και Νάρκισσος Νερωνιάδος. Για την πράξη τους αυτή, επιτιμήθηκαν με ακοινωνησία. Οι αποφάσεις της Συνόδου ήταν ένα ηχηρό χαστούκι προς τον Αρειανισμό. Παράλληλα, όμως, θέριεψαν και τα μίση ανάμεσα στους επισκόπους. Γεγονός που θα φανεί καλύτερα, μετά την Α΄ Οικουμενική του 325.



Περίοδος Δευτέρα: 325–337

Από την Πρώτη εν Νικαία Οικουμενική
έως τον θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου


Η περίοδος αυτή, άρχεται με τη υπό του Μ. Κωνσταντίνου σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής στη Νίκαια της Βιθυνίας. Τελειώνει, νοητά, με τους θανάτους του Αρείου στα τέλη του 336 και του Μεγάλου Κωνσταντίνου τον Μάιο του 337. Πρέπει εδώ να τονισθεί, πως η Νίκαια, όπως και η Νικομήδεια την εποχή εκείνη, ήταν άτυπες πρωτεύουσες αυτοκρατορίας, καθώς ο αυτοκράτωρ έμενε εκεί αναγκαστικά για σημαντικά χρονικά διαστήματα. Συγκεκριμένα ο Κωνσταντίνος, επιθυμούσε διακαώς μεταφορά της πρωτευούσης στην Ανατολή. Μάλιστα είχε επιλέξει, ήδη, ως νέα Ρώμη το Βυζάντιο. Έτσι και μέχρι να ολοκληρωθεί η ανοικοδόμηση του τελευταίου ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στα νέα του λειτουργικά καθήκοντα, έμενε εναλλάξ στις δύο παραπάνω πόλεις.

Η Δογματική της 1ης εν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου

Συγκρότηση και έναρξη αυτής:

Η ανεπίσημος εναρκτήρια ημερομηνία των εργασιών, ήταν πιθανότατα η 20η Μαΐου του 325. Το χώρο αποτελούσε η αίθουσα των αυτοκρατορικών ανακτόρων. Προστέθηκαν μάλιστα και επιπλέον καθίσματα, ώστε να εξυπηρετηθεί το μεγάλο πλήθος των παρακολουθούντων. Επίσημα πάντως, η έναρξη των εργασιών πραγματοποιήθηκε την 14η Ιουνίου, με την είσοδο του Αυτοκράτορος.
Δίνονται διάφοροι αριθμοί για το σύνολο των επισκόπων που έλαβαν μέρος, αλλά η επίσημη εκκλησιαστική θέση για το θέμα είναι 232, που με τη προσθήκη 86 ιερωμένων, μοναχών και Ομολογητών έφτασε τους 318. Συμμετείχαν οι επικεφαλής όλων των Αρχιεπισκοπών της Ανατολής πλην του ασθενούς Μητροφάνους επισκόπου Βυζαντίου(που τότε δεν ήταν παρά μια άσημη επισκοπή)και επίσημος αντιπροσωπεία από την Δύση με επικεφαλής τον Όσιο Κορδούβης.
Ως προς την προεδρία, αυτή καθ΄ εαυτή άνηκε στον Αυτοκράτορα. Φέρονται, όμως, πρόεδροι και οι Ευστάθιος Αντιοχείας, Αλέξανδρος Αλεξανδρείας και Όσιος Κορδούβης. Προφανώς η ιδιότητα αυτή έγκειται στην θέση των πόλεων που ποίμαιναν ή αντιπροσώπευαν, καθώς τα Πατριαρχεία δεν είχαν, ακόμα, ως θεσμός καθορισθεί. Οι δύο πρώτοι, προέρχονταν από τις αντίστοιχες δυο μεγαλύτερες πόλεις και διοικητικές περιφέρειες της Ανατολής, ενώ ο Όσιος εκπροσωπούσε τον Ρώμης και τη Δύση.

Συστατικοί λόγοι:

Ο Αρειανισμός υπήρξε ο ένας από τους δύο συστατικούς λόγους της Συνόδου. Οι προσκείμενοι ή οι φίλα προσκείμενοι στην Αρειανική αίρεση, δεν υπερέβαιναν τους 20 επισκόπους. Μεταξύ αυτών, όμως, συγκαταλεγόταν οι τρεις άτυπα και παρασκηνιακά σημαντικότεροι της περιοχής: ο Χαλκηδόνος Μάρις, ο Νικαίας Θεογνίς και ο Ευσέβιος Νικομηδείας. Και οι τρεις είχαν σημαντικές δυνατότητες προσβάσεως στην Αυλή. Πολύ ουσιαστικός ήταν και ο ρόλος του επισκόπου της σημαντικοτέρας, τότε, διοικητικά πόλεως της Παλαιστίνης Καισαρείας(της του Φιλίππου) Ευσέβιος(ο γνωστός επίσης και ως Ευσέβιος ο του Παμφίλου). Ο Ευσέβιος διατηρούσε στενότατες σχέσεις με τους προαναφερομένους, το δε γεγονός ότι υπήρξε αργότερα προσωπικός βιογράφος του Κωνσταντίνου, μαρτυρεί την διείσδυση και την διαπλοκή του στους χώρους της Εξουσίας. Σε αυτούς μπορούν να συναριθμηθούν και δύο φημισμένοι Αρειανοί ρήτορες Ευλόγιος και Φαίδων.
Πρωταγωνιστές αυτής:
Την υπερασπιστική γραμμή της Εκκλησίας ανέδειξαν μεταξύ άλλων οι Νικόλαος Μύρων της Λυκίας, Σπυρίδων Τριμυθούντος της Κύπρου, Λεόντιος Καισαρείας της Μικράς Ασίας, Μακάριος Ιεροσολύμων και από πλευράς μη επισκόπων οι Αλέξανδρος που εκπροσωπούσε το Βυζάντιο και ο Μέγας Αθανάσιος(τότε διάκονος) που συνέβαλε, κυρίως, στη ίδια την σύνταξη του Συνοδικού Συμβόλου.
Σημεία Θεϊκής παρουσίας:
Παράλληλα η παρουσία του Θεού μέσω Σημείων, υπήρξε ένας πολύ καθοριστικός παράγων, όχι για την μεταστροφή των αιρετικών, αλλά για το οριστικό αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. Αναφέρονται, τουλάχιστον, τέσσερα: Το πρώτο ήταν η βουή που συναισθάνθηκαν οι συνοδικοί, όμοια αυτής που περιγράφεται στις Πράξεις των Αποστόλων, δείγμα βέβαια της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος. Συνέβη κατά την κοινή προσευχή την επίσημη ημέρα ενάρξεως, προσευχή που ζήτησε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος.
Το δεύτερο υπήρξε η διάσπαση ενός κεραμικού στα τρία συστατικά του μέρη, πυρ, σκόνη και ύδωρ. Το σημείο πραγματοποιήθηκε, ύστερα από επίκληση της Αγίας Τριάδος υπό του Σπυρίδωνος Τριμυθούντος, προς πειθώ του ρήτορος Ευλογίου.
Τρίτο θαύμα απετέλεσε η αλαλία και επαναφορά στην προτέρα υγιή κατάσταση του ρήτορος Ευλογίου με πρωταγωνιστή τον εκπρόσωπο του Μητροφάνους Βυζαντίου Αλέξανδρο και μετέπειτα πρώτου επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως.
Το τέταρτο Σημείο ήταν, και το επισφράγισμα της Συνοδικής Αληθείας. Δύο επίσκοποι απεδήμησαν κατά την διάρκεια των εργασιών και άρα δεν πρόλαβαν να υπογράψουν τον Συνοδικό Τόμο. Ξαφνικά και ενώ είχε εξακριβωθεί η μη υπογραφή του Τόμου εκ των δύο προ της αποδημίας, διαπιστώθηκε η παρουσία των δύο υπογραφών τους. Η δε γραφολογική, τότε, εξέταση, απέδειξε το γνήσιο αυτών.
Το τελικό αποτέλεσμα της σχετικής ψηφοφορίας, ήταν να συνταχθούν με τις ιδέες του Αρείου, μόνο, οι συνεργάτες του Θεωνάς Μαρμαρικής και Σεκούνδος Πτολεμαΐδος(οι οποίοι, βέβαια, είχαν, επίσης, καθαιρεθεί και κατά την Σύνοδο της Αλεξάνδρειας του 320). Παράλληλα με την καθαίρεση, διετάχθη και η εξορία τους(sic) στη ….Νικομήδεια !!
Απόρροια, βέβαια, των δογματικών διαδικασιών της Συνόδου, συνέστησε και η σύνταξη Ομολογίας Πίστεως, η οποία είναι ευρέως γνωστή ως Σύμβολο της Νικαίας και που αποτελεί(αν και αυτό αγνοείται) το κύριο Σύμβολο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Τον Όρο αυτό, τελικά
, υπέγραψαν και οι Νικομηδείας και Νικαίας. Ωστόσο, αρνήθηκαν να ομονοήσουν στα επιβληθέντα επιτίμια. Η κίνηση αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη, με αποτέλεσμα να τους οριστεί χρονική περίοδος μετανοίας.
Η συμβολή του Μεγάλου Κωνσταντίνου:
Στις παραπάνω αποφάσεις της Συνόδου, πρέπει να τονιστεί πως δεν παρενέβη καθόλου ο Μέγας Κωνσταντίνος. Ίσως η μόνη φορά, που κάτι τέτοιο δεν επιχειρήθηκε, δίκαια ή άδικα, σε Οικουμενική Σύνοδο. Ως προς αυτό η άποψη του Αυτοκράτορα ήταν, πως οι γνώσεις του στην ελληνική, γλώσσα της Φιλοσοφίας και της Δογματικής, ήταν περιορισμένες. Επιπλέον, ένιωθε σεβασμό προς την Ιεροσύνη και αναρμοδιότητα ως προς τα Θεολογικά. Ίσως είναι μια πραγματικότητα δύσκολα πιστευτή, με βάση τις προηγούμενες αλλά και τις επόμενες πρακτικές των αυτοκρατόρων, μα είναι αδιαμφισβήτητη αλήθεια.

ΤΟ ΕΝ ΝΙΚΑΙΑ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ

«Πιστεύομεν εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα,
πάντων ορατών τε και αοράτων Ποιητήν.
Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού,
γεννηθέντα εκ του Πατρός, Μονογενή, τουτέστιν της ουσίας του Πατρός
Θεόν εκ Θεού, Φώς εκ Φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού,
Γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι΄ ου τα πάντα εγένετο
Τα τέ εν τω Ουρανώ και εν τη γή.
Τον δι΄ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέρα σωτηρία
κατελθόντα και σαρκωθέντα και εναθρωπήσαντα,
παθόντα και αναστάντα τη τρίτη ημέρα,
ανελθόντα εις τους ουρανούς και ερχόμενον κρίναι ζώντας και νεκρούς.
Και εις το Άγιο Πνεύμα.
Τους δε λέγοντας «ην ποτέ ότε ούκ ήν» και πριν γεννηθήναι ούκ ήν
Και ότι «εξ ούκ όντων» εγένετο
ή «εξ ετέρας υποστάσεως ή ουσίας» φάσκοντες είναι
«ή κτιστόν» ή «τρεπτόν» ή «αλλοιωτόν» τον Υιόν του Θεού, αναθεματίζει η Καθολική και Αποστολική Εκκλησία»

Συνοπτική παράθεση των γεγονότων μέχρι και τη Σύνοδο της Καισαρείας του 334

Εξορία των Αρειανών:

Οι εξόριστοι οδηγήθηκαν στην Νικομήδεια. Εκεί έγιναν δεκτοί σε εκκλησιαστική κοινωνία από τον τοπικό επίσκοπο Ευσέβιο και τον επίσκοπο Νικαίας Θεογνή, παρά το αυτοκρατορικό διάταγμα και τις αποφάσεις της Συνόδου. Αποτέλεσμα η εξορία των πρώτων στην περιοχή του Ιλλυρικού, των δε δευτέρων στη Γαλατία της Δύσεως, παράλληλα με την καθαίρεση και αντικατάσταση τους από Σύνοδο αντιπροσώπων της Νικομηδείας και της Νικαίας. Όλα αυτά περί το φθινόπωρο του 325.

Εκλογή Αθανασίου
και ή διαμάχη με τους Μελιτιανούς:

Μέχρι και το 328, δεν είχαμε ιδιαίτερες εξελίξεις. Την χρονιά εκείνη, με αφορμή την αποδημία του Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας και την εκλογή του Μ. Αθανασίου, αναζωπυρώνεται το Μελιτιανό Σχίσμα. Οι τελευταίοι θεωρούσαν πως βάση των Κανονικών αποφάσεων της Νικαίας, έπρεπε αξιωματικά να δοθεί σε αυτούς η έδρα της Αλεξανδρείας και δη στον Ιωάννη Αρκώφ. Αυτό σε σχέση με το δογματικό ζήτημα, είχε να κάνει με το ότι στυλοβάτης της Νικαίας απέβη ο Αθανάσιος και με διάφορες πολιτικές αφορμές, αλλά κυρίως αιτήσεις διαφόρων σχισματικών, πιέζονταν ο αυτοκράτορας να εξορίσει τον Αθανάσιο. Και η περίπτωση των Μελιτιανών ήταν η πρώτη αφορμή.

Ανάκληση και Αποκατάσταση των εξορίστων:

Την ίδια χρονιά, ετέρα Σύνοδος της Νικομηδείας, αποκαθιστά τους Ευσέβιο και Θεογνή(κατόπιν πιέσεων του οικογενειακού περιβάλλοντος του Κωνσταντίνου) ανακαλώντας τους από την εξορία. Η αντίδραση του Αθανασίου στην απόφαση, συμπλήρωσε την παράταξη των αντιπάλων: Αρειανοί, Κολλουθιανοί, Μελιτιανοί, Αυλή και τον κίνδυνο να περιέλθει στη δυσμένεια του αυτοκράτορος.

Η Καθαίρεση και Ομολογία του Ευσταθίου:

Ο Ευστάθιος Αντιοχείας(†331 ή 332) προσέγγιζε παραδοξολογίες, στην προσπάθεια του να κατοχυρώσει την Πίστη της Νικαίας. Μετά το 325, αρνιόταν επίμονα να αποδεχτεί Σύμβολα διαφορετικά της Συνόδου. Εξάλλου η Σύνοδος της Αντιοχείας δεν είχε ξεχαστεί, ποτέ, από μερικούς και ειδικά τους Αρειανούς και τον Ευσέβιο Καισαρείας. Ούτε, βέβαια, η πολεμική του κατά του Ωριγένους, τον οποίο και υπολήπτονταν αφάνταστα ο Ευσέβιος. Έτσι με αφορμή εορταστικές εκδηλώσεις υπέρ του μάρτυρος Λουκιανού, κατηγορήθηκε α) για ανηθικότητα, β) για ασέβεια προς την Αγίους Ελένη και Λουκιανό και γ) για αίρεση από τους αποδεδειγμένα αιρετικούς ! Αυτό έλαβε χώρα κατά τα εγκαίνια της Ελενουπόλεως, πόλεως στην οποία υπήρχε και ο τάφος του προαναφερομένου μάρτυρα. Καθαιρέθηκε το 330 από Σύνοδο της Αντιοχείας και εξορίσθηκε στην Τραϊανούπολη της Θράκης. Από εκεί μεταφέρθηκε στους Φιλίππους, όπου και παρέδωσε το πνεύμα του.
Η δίωξη του Ευσταθίου, δεν έγινε ποτέ αποδεκτή από μέρος του ποιμνίου του. Περίπου 60 χρόνια αργότερα, θα εκλεχτεί, αντικανονικά, επίσκοπος φιλικός προς τους προσηλωμένους στον Ευστάθιο πιστούς, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το πολυχρόνιο Σχίσμα της Αντιοχείας.
Ο διωγμός κατά του Αθανασίου:
Μετά τον Ευστάθιο, στόχος των Αρειανών ήταν η Αλεξάνδρεια και ο Αθανάσιος. Κύριο μέσο για την εκδίωξη του, χρησιμοποιήθηκε το Μελιτιανό. Ενεθάρρυναν, μάλιστα, την χειροτονία Μελιτιανού Αρχιεπισκόπου. Πράγμα πού έγινε, οξύνοντας το Σχίσμα. Διαδοχικά κατηγόρησαν τον Αθανάσιο α) για παράνομη φορολόγηση λινών υφασμάτων και β) για βεβήλωση ναού του Μελιτιανού πρεσβυτέρου Ισχυρά. Κατηγορίες για τις οποίες αθωώθηκε από τον Κωνσταντίνο το 332.
Το 334, θα κατηγορηθεί για δολοφονία του Μελιτιανού επισκόπου Αρσενίου. Συγκροτήθηκε Σύνοδος στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, ελεγχομένη υπό του Ευσεβίου. Δεν είναι βέβαιο, εάν ο Αθανάσιος απείχε λόγω μη κλήσεως ή ενσυνειδήτου απουσίας του. εν τέλει η μη παρουσία του, ανέστειλε την απόφαση και έριξε ως φαίνεται και τον Αθανάσιο στη δυσμένεια του αυτοκράτορος. Τελεσίδικη απόφαση, ορίστηκε να εκδώσει η Σύνοδος που προγραμματίζονταν για την Τύρο.

Η Σύνοδος της Τύρου του 335
και η τελική εξορία του:

Συγκροτήθηκε τον Ιούλιο του ιδίου έτους και έλαβαν μέρος συνολικά 60 επίσκοποι. Αυτό αφού πρώτα απαγορεύτηκε η συμμετοχή 47 ή 49 επισκόπων της Αλεξανδρινής Εκκλησίας(λόγω βέβαια της προσηλώσεως στον Αθανάσιο). Ο Αθανάσιος, εκεί, παρουσίασε ζωντανό τον υποτίθεται «δολοφονηθέντα» Αρσένιο καθώς επίσης και ομολογία του πρεσβυτέρου Ισχυρά. Στην συνεδρίαση προστέθηκε και κατηγορία επί συνουσία. Η πληρωμένη γυναίκα που εμφανίστηκε, κατέδειξε άλλον ως θύτη. Εντούτοις τίποτε από αυτά δεν λήφθηκε υπόψην, καθώς η απόφαση ήταν προειλημμένη.
Το παραπάνω γρήγορα αντιλήφθηκε ο Αθανάσιος, που επιχείρησε και πέτυχε την διαφυγή του. Έτσι κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και ζήτησε ακρόαση από τον αυτοκράτορα. Στην Πόλη, όμως, κατέφθασε και αντιπροσωπεία της Συνόδου. Δηλωτικό δε του κατασκευασμένου της υποθέσεως, ήταν πως τα μέλη της επιτροπής αποτελούσαν δεδηλωμένοι Αρειανοί: οι δύο Ευσέβιοι, ο Χαλκηδόνος Μάρις, ο Νικαίας Θεογνίς, ο Ουάλης επίσκοπος Μουρσών και ο Ουρσάκιος επίσκοπος Σιγγιδόνος της Παννονίας. Η επιτροπή πρόσθεσε στις κατηγορίες και το «εύρημα» της παρεμποδίσεως φορτίων δημητριακών προς τη Βασιλεύουσα(η Αίγυπτος ήταν παραδοσιακά ο κύριος σιτοβολώνας της Αυτοκρατορίας). Το αποτέλεσμα ήταν, η εξορία του Αθανασίου στην Αυγούστα των Τρεβήρων της Δυτικής Γαλατίας.

Η «Εν Εγκαινίοις» Σύνοδος των Ιεροσολύμων του 335:

Στις 13 Σεπτεμβρίου του 335, πραγματοποιήθηκαν τα λαμπρά εγκαίνια του Μαρτυρίου της Αναστάσεως των Ιεροσολύμων. Παρουσία του αυτοκράτορος, πλήθους επισκόπων και μέσα σε αυτούς η πλειοψηφία των συνοδικών της Τύρου. Πριν από τα εν λόγω εγκαίνια, η συνάθροιση τόσων επισκόπων μετετράπη, μοιραία, σε Σύνοδο(σύμφωνα και με τη σχετική πρακτική της εποχής όπου λόγω της δυσχέρειας των μετακινήσεων κάθε συγκέντρωση επισκόπων για οποιοδήποτε λόγο, μπορούσε να εξελιχθεί σε έκτακτη Σύνοδο) με θέμα το Αρειανικό. Πιθανότατα, ήταν η πρώτη φορά που ο Άρειος έγινε, επίσημα, δεκτός σε εκκλησιαστική κοινωνία.
Ως επακόλουθο της κοινωνίας, ο Άρειος με τον για χρόνια διάκονο του Ευζώιο, προσήλθαν στη Νικομήδεια. Είχε και το 333 κληθεί σε απολογία, αλλά τελικώς δεν προσήλθε. Εδώ το έκαναν, υποβάλλοντας, μάλιστα, μια μετριοπαθή Ομολογία Πίστεως. Μαρτυρείται, πως κατά την Ομολογία ο Άρειος έκρυβε, επιμελώς, την λίβελό του.

Ο Μάρκελλος Αγκύρας
και η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του 336:

Ο Μάρκελλος Αγκύρας(†374) αναμφίβολα δεν είχε καθα
ρά ορθόδοξες θέσεις. Ανιχνεύονται στη Θεολογία του τάσεις Μοναρχιανισμού. Εντούτοις υπήρξε τιμητής, έστω και φιλολογικά, των όρων της Νικαίας και ειδικά του «ομοούσιος». Αντιδρώντας στην αποκατάσταση του Αρείου, δεν έλαβε μέρος στις εορταστικές εκδηλώσεις των εγκαινίων. Σε απάντηση συνέγραψε Τόμο, τον οποίο υπέβαλε στον αυτοκράτορα. Αυτός με τη σειρά του, έθεσε το πρόβλημα σε τοπική Σύνοδο που συνήλθε το 336, ώστε να εξετάσει τις απόψεις του.
Πρέπει να σημειώσουμε, πως η Άγκυρα αποτελούσε το μεγαλύτερο διοικητικό κέντρο της Μ. Ασίας και το τελευταίο, πλέον, προπύργιο του «ομοούσιος». Αν και ο Πατριάρχης Αλέξανδρος αποπειράθηκε να την ματαιώσει, η προσπάθεια του έπεσε στο κενό. Η Σύνοδος έκρινε, πως ο Τόμος του Μαρκέλλου ακολουθούσε την θεολογία του Σαβελλίου και τον καθήρεσε. Με την εξέλιξη αυτή, ο Αρειανισμός απλώθηκε, πλέον, πάνω από τις έδρες των τεσσάρων σημαντικότερων πόλεων της Ανατολής.

Το τέλος του Αρείου
και του Μ. Κωνσταντίνου:

Ο Κωνσταντίνος από τη μια ήθελε να λυθεί το ζήτημα, ώστε να επικρατήσει ηρεμία στην επικράτεια του. Από την άλλη, κατά πάγια τακτική του, απέφευγε να επεμβαίνει σε Δογματικά ζητήματα. Η συνέπεια στην πολιτική του αυτή, σε συνδυασμό με την απουσία ορθοδόξου Αρχιεπισκόπου, τον έφερε σε, πραγματικά, δυσχερεστάτη θέση. Μπορεί να είχε εξορίσει τον Αθανάσιο, εντούτοις κρατούσε κενή, ακόμα, την έδρα του.

Τέλη του 336, παρουσιάζουν μπροστά του τον Άρειο. Χωρίς να επικυρώσει την διδασκαλία του Αρείου και δηλώνοντας την Θεολογική του ανεπάρκεια λέει στον Άρειο: «Αν η πίστη σου είναι ψευδή, τότε ας σε κρίνει ο Θεός».
Ύστερα από αυτό, στέλνει να ειδοποιήσουν τον Αλέξανδρο να τον δεχτεί σε Κοινωνία. Ο Αλέξανδρος, γονατιστός και δακρυσμένος, παρακαλεί τον Θεό να τον πάρει μαζί του, για να μην κάνει πράξη την αυτοκρατορική εντολή.
Παραμονές της Κυριακής που θα πραγματοποιούνταν η συγκεκριμένη αποκατάσταση, ο Άρειος ένιωσε στομαχικές διαταραχές. Καταφεύγει στα δημόσια αποχωρητήρια. Από εκεί δεν θα επιστρέψει ποτέ. Οι άνθρωποι που τον αναζήτησαν, αντίκρισαν εντοπίζοντάς τον ένα αποκρουστικό θέαμα. Εσωτερικά του όργανα διάχυτα στο πάτωμα. Κάπου στα τέλη του 336, το ανεπανόρθωτο για την Ορθοδοξία, υπήρξε ανεκπλήρωτος δρόμος μίας μέρας.
Εν κατακλείδι, το 337 θα κλείσει με δύο θανάτους μεγάλων ανδρών. Στις αρχές του έτους ο Αλέξανδρος Κωνσταντινουπόλεως και στις 21 ή 22 Μαΐου ο Κωνσταντίνος. Λίγες μέρες πριν είχε δεχτεί το Βάπτισμα. Κανείς από τους δύο, δεν μπορούσε να προβλέψει τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν.

Άβαταρ μέλους
gkdgr
Συστηματικός Αποστολέας
Συστηματικός Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 174
Εγγραφή: Σάβ Ιουν 25, 2005 8:00 am
Τοποθεσία: ΚΑΒΑΛΑ

Δημοσίευση από gkdgr » Κυρ Σεπ 30, 2007 9:31 pm

nkope έγραψε:Δεν έχεις δίκιο gkdgr. Αυτά που αναφέρεις είναι παρερμηνείες των εχθρών της Ορθοδοξίας. Δεν έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα, ούτε εξηγούνται μ' αυτό τον τρόπο. Επειδή δεν έχω πρόχειρη την τεκμηρίωση αυτή τη στιγμή. Αν κάποιος άλλος μπορεί ας το κάνει.

Κωνσταντίνε εσύ που είσαι Θεολόγος βοήθησε μας στο θέμα αυτό.

Αλλοιώς επιφυλάσσομαι ν' απαντήσω μόλις βρω τα σχετικά κείμενα.
Αγαπητέ nkope, δεν αντιλαμβάνομαι κατ' αρχάς σε τι διαφωνούμαι και κατα δεύτερο τι διαφορετικό έγραψα εγώ από αυτά που παρέθεσες εσύ σχετικά με τον Μέγα Κωνσταντίνο.

"....Έτσι ο Νικομήδειας Ευσέβιος κατάφερε να πείσει τον αυτοκράτορα ν' ανακαλέσει από την εξορία τον Άρειο, για να σταματήσει δήθεν η εκκλησιαστική διαίρεση που υπέβοσκε....."

"....Έτσι ο Νικομήδειας Ευσέβιος κατάφερε να πείσει τον αυτοκράτορα ν' ανακαλέσει από την εξορία τον Άρειο, για να σταματήσει δήθεν η εκκλησιαστική διαίρεση που υπέβοσκε...."

"...Για το σκοπό αυτό ο Ευσέβιος έγραψε επιστολή στον Επίσκοπο Αλεξάνδρειας, με την οποία εξηγούσε όλα όσα είχαν συμβεί και τον παρακαλούσε να δεχτεί τον Άρειο. Στο μεταξύ όμως είχε πεθάνει ο γηραιός Αλέξανδρος και διάδοχος του είχε εκλεγεί, από 54 Επισκόπους της επαρχίας Αιγύπτου και από τον ενθουσιώδη λαό της Αλεξάνδρειας, ο Αθανάσιος...."

"...Τότε ο Ευσέβιος μεταχειρίστηκε κάθε ραδιουργία και συκοφαντία και κατόρθωσε να πείσει τον αυτοκράτορα να εξορίσει τον Αθανάσιο στη γαλλική πόλη Αύγουστο των Τριβηρών, ...."

".... Ο Μ. Κωνσταντίνος πέθανε την 22α Μαΐου του 337 μ.Χ. κοντά στη Νικομήδεια; σε ηλικία 63 χρονών, αφού βασίλεψε για 30 χρόνια. Λίγο πριν από το θάνατο του βαφτίστηκε από τον Επίσκοπο Νικομήδειας Ευσέβιο..."

Κοινώς γράφουμε τα ίδια..και δεν θα μπορούσε να ήταν και διαφορετικά αφού οι πηγές είναι συγκεκριμένες.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ.. Ο ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΓΙΝΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ (ΒΑΠΤΙΣΤΗΚΕ) ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

ΒΑΠΤΙΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΣΕΒΙΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΑΡΕΙΑΝΙΣΤΗΣ (ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΔΗΛΑΔΗ)

ΕΙΠΑ ΕΓΩ ΤΙΠΟΤΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ???

Η ΔΙΑΦΩΝΙΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΓΙΑΤΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΑ ΜΑΘΟΥΜΕ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ .. ΚΑΙ ΤΙ ΘΑ ΑΠΑΝΤΗΣΩ ΕΓΩ ΣΤΟ ΓΙΟ ΜΟΥ ΟΤΑΝ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΙ..

Απάντηση

Επιστροφή στο “Εκκλησιαστική ιστορία κατά τους νεότερους χρόνους”