Πέρασα.....

Διάφορα Θέματα που δεν μπορούν να είναι σε άλλη κατηγορία

Συντονιστής: Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
lovethink
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 5013
Εγγραφή: Πέμ Μαρ 09, 2006 9:00 am

Πέρασα.....

Δημοσίευση από lovethink »

ΠΕΡΑΣΑ - (Κική Δημουλά)

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ' όλα. Λίγο απ' όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ' ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ' αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια

και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Mίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από εδώ, πήγα και από εκεί...
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από εδώ, έχασα κι από κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ' την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
από το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου 'λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ' αντίσταση σ' αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Σε σωστή ώρα νυχτώνει....

Άβαταρ μέλους
eortologio_gr
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1644
Εγγραφή: Τρί Ιουν 13, 2006 8:00 am
Τοποθεσία: Χρήστος@Thessaloniki
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από eortologio_gr »

Γιά τα δυό σου μάτια τα γαλάζια
(Γούναρης Νίκος - έτος: 1937)


Γιά τα δυό σου μάτια τα γαλάζια
που 'ναι όλο χάρι κι όλο νάζια
κάθε μου αγάπη έδιωξα παληά
και γυρνώ μεσ' τα κρασοπουλιά

Τι κι αν με ψευτιές με ξεγελούνε
τι κι αν άλλους μ' έρωτα κυττούνε
δεν μπορώ στιγμή εγώ να τ' αρνηθώ
κι άλλα μάτια να ερωτευθώ

Είμ' ερωτευμένος με τα μάτια σου
στώ' χα πει και πάντα θα στο λέω
κι αν σε χάσω, μπρος στα σκαλοπάτια σου
νύχτες αξημέρωτες θα κλαίω

Μπορώ να γίνω και φονιάς
κι ας γελά μαζύ μου ο ντουνιάς
Είμ' ερωτευμένος με τα μάτια σου
στώ 'χα πει και πάντα θα στο λέω

Σαν να έχουν φύγει απ' τα ουράνια
και κυττούν με τόση περηφάνεια
τα ματάκι' αυτά π' ανάβουνε φωτιές
όταν λεν του κόσμου τις ψευτιές

Μπρος τους χαμηλώνουνε τ' αστέρια
κι έρχονται οι βλάμηδες στα χέρια
μάτια που όποιος τα είδε μιά βραδυά
έπαθε ζημιά μεσ' την καρδιά

Είμ' ερωτευμένος με τα μάτια σου
στώ' χα πει και πάντα θα στο λέω
κι αν σε χάσω, μπρος στα σκαλοπάτια σου
νύχτες αξημέρωτες θα κλαίω

ΥΓ. περισσότερο λαικό - γίηνο - καθημερινό και άστα να πάνε φίλτατε lovethink
Τελευταία επεξεργασία από το μέλος eortologio_gr την Τρί Οκτ 31, 2006 3:37 pm, έχει επεξεργασθεί 1 φορά συνολικά.
στα εύκολα ξέρω τι να κάνω - στα δύσκολα σε θέλω ...
Εικόνα

Άβαταρ μέλους
Dirfys
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 933
Εγγραφή: Τετ Σεπ 28, 2005 8:00 am
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από Dirfys »

με κανατε και ζηλεψα....
.....
Μικρό παιδί σαν ήμουνα
και πήγαινα σχολείο,
μικρό παιδί!..
…Στα μάτια είχα τη χαρά
στα χέρια το βιβλίο,
μικρό παιδί!

Κι όταν η βαρυχειμωνιά,
μου πάγωνε τα χέρια,
Στον ουρανό τα σήκωνα,
να ζεσταθούν στ’ αστέρια!
Στον ουρανό τα σήκωνα,
να ζεσταθούν στ’ αστέρια!

Παιδί στα δεκατέσσερα,
μου ’κλεψαν τη χαρά μου,
μικρό παιδί!..
…Τον Ήλιο είχα στην καρδιά,
το γέλιο συντροφιά μου,
μικρό παιδί!

Κι όταν η βαρυχειμωνιά,
μου πάγωνε τα χέρια…

Άβαταρ μέλους
tigris
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 492
Εγγραφή: Παρ Ιαν 20, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑ

Δημοσίευση από tigris »

Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα στο σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.

Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα βουνά, οι οροσειρές του μυαλού μου κρατούν ακόμα λίγο φως στην κορφή τους, μα η άγια νύχτα πλακώνει, ανεβαίνει από τη γης, κατεβαίνει από τον ουρανό, και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει δε θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.

Ρίχνω στερνή ματιά γύρα μου, ποιόν ν’αποχαιρετίσω; τι ν’αποχαιρετίσω; τα βουνά, τη θάλασσα, την καρπισμένη κληματαριά στο μπαλκόνι μου, την αρετή, την αμαρτία, το δροσερό νερό; Μάταια, μάταια, κατεβαίνουν όλα ετούτα μαζί μου στο χώμα.

Σε ποιόν να εμπιστευτώ τις χαρές και τις πίκρες μου, τις μυστικές δονκιχώτικες λαχτάρες της νιότης, την τραχιά σύγκρουση αργότερα με το Θεό και με τους ανθρώπους, και τέλος την άγρια περηφάνια που έχουν τα γεράματα που καίγουνται μα αρνιούνται, ως το θάνατο, να γίνουν στάχτη; Σε ποιόν να πω πόσες φορές σκαρφάλωνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο ανήφορο του Θεού, γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και ξανάρχισα ν’ανηφορίζω;

Πού να βρώ μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;
[...]

Μα τώρα το μεροκάματο τέλεψε, μαζεύω τα σύνεργά μου, ας έρθουν άλλοι σβώλοι χώματα να συνεχίσουν τον αγώνα, είμαστε, εμείς οι θνητοί, το τάγμα των αθανάτων, κόκκινο κοράλλι το αίμα μας, και χτίζουμε απάνω στην άβυσσο ένα νησί.
[...]
Εχετε γειά!

Το ποιημα της Δημουλα, lovethink, μου θύμισε τον αποχαιρετισμό στην ζωή του Καζαντζακη (Αναφορά στον Γκρέκο)

Άβαταρ μέλους
nhfaliamethh
Έμπειρος Αποστολέας
Έμπειρος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 250
Εγγραφή: Τετ Ιούλ 19, 2006 8:00 am
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από nhfaliamethh »

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Οι τελευταίες ώρες του
ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ
μες στη φλεγόμενη σπηλιά.

ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ

Στον Ήρωα και Άγιο

ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ

Στους Μεγάλους Νεκρούς
Ποιητές
Και
Διδασκάλους του Έθνους

ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ
ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟ
ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ
ΑΓΓΕΛΟ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟ

Και
Σ' όλους τους Γνωστούς
Κι Άγνωστους
Μάρτυρες
Των
Ελληνικών και Παγκόσμιων
Αγώνων


Στις 5 Μαρτίου 1957, μέρα Τρίτη, όλες οι πρωινές αθηναϊκές εφημερίδες
έγραψαν :


ΛΕΥΚΩΣΙΑ, 4. ( Ιδ. Υπ. ) - Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, φερόμενος ως υπαρχηγός της ΕΟΚΑ και υπασπιστής του αρχηγού της Διγενή, εφονεύθη προχθές, αφού
>επολέμησε ηρωικώς επί δέκα ολόκληρες ώρες, μόνος αυτός εναντίον ισχυρών
>βρετανικών δυνάμεων , στην περιοχή του όρους Τρόοδος σε μια σπηλιά πλησίον
>της Μονής Μαχαιρά. Η μάχη διεξήχθη υπό τις ακόλουθες συνθήκες.
>Οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν την πληροφορία ότι στη Μονή Μαχαιρά εκρύπτετο ο
>καταζητούμενος αυτός πατριώτης , ο οποίος είχε επικηρυχθεί αντί 5.000 λιρών
>στερλινών. Τις απογευματινές ώρες του Σαββάτου απόσπασμα του βρετανικού
>στρατού από 60 άνδρες εκινήθη προς την Μονή, την οποία και εκύκλωσε για να
>συλλάβει τον καταδιωκόμενο αγωνιστή. Οι Βρετανοί στρατιώται ανεστάτωσαν
>κυριολεκτικώς την Μονή και έθεσαν υπό κράτησιν όλους τους μοναχούς,
>περιλαμβανομένου και του Ηγουμένου, τους οποίους και εκακοποίησαν για να
>τους αποσπάσουν πληροφορίες περί του ακριβούς σημείου όπου εκρύπτετο ο
>Αυξεντίου.
>Κανείς όμως μοναχός δεν είπε τίποτα. Κατά την διάρκεια της ερεύνης στην
>περιοχή γύρω από το μοναστήρι, οι Βρετανοί στρατιώται ανεκάλυψαν μια σπηλιά
>κρυμμένη μέσα σε θάμνους.
>Λέγεται ότι κάποιος βοσκός τους έδωσε την πληροφορία ότι μέσα στην σπηλιά
>ήταν κρυμμένος ο Αυξεντίου. Αμέσως οι βρετανικές δυνάμεις εκύκλωσαν την
>σπηλιά και εκάλεσαν τον Αυξεντίου να παραδοθεί.
>Ο επί κεφαλής του βρετανικού αποσπάσματος ανθυπολοχαγός Μίντλεντον πλησίασε
>την είσοδο της σπηλιάς και εφώναξε : " Ρίξε τα όπλα σου και παραδώσου,
>αλλιώς θα επιτεθούμε ". Κάποιος απήντησε : " Καλά παραδιδόμαστε ". Τέσσερες
>άνδρες βγήκαν έξω, δυο από αυτούς επικηρυγμένοι με 5.000 λίρες, όπως και ο
>Αυξεντίου. Ο Αυξεντίου δεν ήταν μεταξύ αυτών. Ο ανθυπολοχαγός Μίντλεντον
>τον εκάλεσε και πάλιν να παραδοθεί, αλλά έλαβε την υπερήφανη απάντησιν "
>Μολών λαβέ ".
>Αμέσως, τέσερες άνδρες όρμησαν μέσα στην σπηλιά. Ο ηρωικός μαχητής της
>κυπριακής ελευθερίας τους υπεδέχθη με καταιγισμόν πυρός. Oι τρεις από τους
>τέσερες Βρετανούς, οι οποίοι είχαν ελπίσει ότι θα εισέπραττον την
>επικήρυξιν του Αυξεντίου βγήκαν αμέσως έντρομοι, ενώ ο τέταρτος,
>τραυματισμένος στο στήθος κατέπεσε στο έδαφος, για να υποκύψει λίγες ώρες
>αργότερα στα τραύματά του. Ο επί κεφαλής των βρετανικών δυνάμεων
>ανθυπολοχαγός Μίντλεντον εζήτησε αμέσως ενισχύσεις, οι οποίες και
>κατέφθασαν με τα ελικόπτερα. Η μάχη συνεχίσθη έτσι επί 10 ολόκληρες ώρες,
>κατά την διάρκειά της δε οι Βρετανοί εχρησιμοποίησαν μεταξύ των άλλων
>δακρυγόνες βόμβες.
>Μπροστά στο αλύγιστο θάρρος του Αυξεντίου και αφού προηγουμένως έκαναν
>χρήσιν όλων των ειδών των όπλων, οι Βρετανοί στρατιώται έρριψαν μέσα στην
>σπηλιά βόμβες πετρελαίου. Τεράστιες φλόγες εκάλυψαν το σπήλαιο για να
>τυλίξουν σε λίγο το κορμί του ηρωικού πατριώτη.
>Η μάχη ετελείωσε στις 2 η ώρα την νύκτα.
>Το πτώμα του Αυξεντίου ανευρέθη απηνθρακωμένο.
>Ο Αυξεντίου ήταν ηλικίας 29 ετών, το επάγγελμά του δε ήταν σοφέρ ταξί.
>Στον κατάλογο των καταζητουμένων από τους Άγγλους, ήταν εγγεγραμμένος
>δεύτερος μετά τον στρατηγό Γρίβα.
>
>
>( Ακριβές αντίγραφο απ' τις εφημερίδες της 5ης Μαρτίου 1957 )
>
>
>
>
>Α Π Ο Χ Α Ι Ρ Ε Τ Ι Σ Μ Ο Σ
>
>( Ο Γρηγόρης ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ αποκλεισμένος
>στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά ).
>
>Τέλειωσαν πια τα ψέματα - δικά μας και ξένα
>Η φωτιά η παντάνασσα πλησιάζει. Δεν μπορείς πια
>Να ξεχωρίσεις αν καίγεται σκοίνος ή φτέρη ή θυμάρι. Η φωτιά πλησιάζει.
>
>Κι όμως πρέπει να προφτάσω να ξεχωρίσω,
>Να δω, να υπολογίσω, να σκεφτώ - ( για ποιόν; Για μένα;
>Για τους άλλους; ) Πρέπει.
>Μου χρειάζεται πριν απ' το θάνατό μου μια ύστατη γνώση, η γνώση του θανάτου
>μου, για να μπορέσω να πεθάνω.
>
>Οι άλλοι τέσσερις έφυγαν. Στο καλό. Τι ησυχία - σα νάναι εδώ να γεννηθεί
>ένα παιδί ή να πεθάνει ένας μάρτυρας, και περιμένεις ν' ακουστεί μια
>πελώρια κραυγή ( του παιδιού ή του Θεού ), μια κραυγή πιο τρανή απ' τη
>σιωπή
>Που θα ρίξει τα τείχη του πριν, του μετά και του τώρα, να μπορέσεις να
>θυμηθείς, να μαντέψεις, να ζήσεις μαζί, μες σε μια άχρονη στιγμή, τα πάντα.
>Όμως τίποτα.
>
>Μαρμαρωμένη ησυχία, - μ' όλο που ακούγονται
>Οι ντουφεκιές κ' οι φωνές - πόσο ξένα, δεν ακούγονται, χαράζονται
>Στεγνά σα σύρματα κομμένα ή σα νερά που κρυστάλλωσαν πριν πέσουν
>Και μένουν σ' έναν ξένο χώρο, σταματημένα κ' αιχμηρά.
>Τι ησυχία, -
>Μ' όλο που ακούγεται η έλευση της φωτιάς. Δεν είναι ώρα πια για πίσω. -
>
>Πίσω και πλάι και πάνω, το φράγμα της πέτρας, μπροστά ένας μικρός ή ο
>ατελείωτος θάνατος, στη μέση
>( στη μέση ; ) εγώ. - Τι είναι ένας άνθρωπος κλεισμένος στη φωτιά και στην
>πέτρα, που η μόνη του διέξοδος :
>Ένας τμηματικός θάνατος ; Πρέπει να τον γνωρίσω.
>Δεν προφταίνω.
>
>Ίσως και να μπορούσα να γλυτώσω. Ίσως μπορούσα
>ν' αντέξω την καταφρόνια ή την συγγνώμη ή την λησμονιά των άλλων. Όμως εγώ
>θα μπορούσα να λησμονήσω το φως που ονειρευτήκαμε μαζί ; κείνο το μέγα
>καρδιοχτύπι της σημαίας μας ; Θα μπορούσα να βολευτώ στον ίσκιο μιας γωνιάς
>με σταυρωμένα τα χέρια γύρω στα σταυρωμένα γόνατα
>σα μνησίκακη, μεμψίμοιρη ή αμέτοχη αράχνη
>που πλέκει μόνο με το σάλιο της τα δίχτυα της ;
>
>Ίσως μπορούσε, κ' έτσι ακόμη, νάταν όμορφα -
>Μια πεταλούδα παραπλανημένη ίσως θαρχόταν κάποτε να καθίσει στα κάγκελα του
>παραθύρου
>Παίζοντας αόριστα, όχι για μένα, (μα ίσως και για μένα), τη δίδυμη, λεπτή
>σημαιούλα της,
>Μια γραμμή φως ίσως περνούσε απ' τη χαραματιά της πόρτας σαν το μικρό
>δαχτυλάκι μιας φίλης
>Που τραβάει επιτιμητικά μια γραμμή στη σκόνη του τραπεζιού σου με τα
>τεφτέρια σου.
>Η φωνή ενός παιδιού - δε μπορεί - θ' ακουγόταν στα χωράφια ένα απόγευμα κ'
>η ματιά μιας γυναίκας που ονειρεύεται χαμογελώντας - η ματιά της, χαμένη
>στο βράδυ, θα σ' άγγιζε,
>Η ματιά μιας γυναίκας που δε σ' είδε και την είδες.
>
>Ίσως και νάταν καλά. Ένας γλόμπος που θ' άναβε νωρίς μπροστά στην
>καγκελόπορτα της φυλακής σου
>μες στο ρόδινο ανοιξιάτικο δείλι, θάταν ίσως
>τούτος ο γλόμπος η απαλή καμπύλη ολόκληρης ακρογιαλιάς, θα μαζεύονταν πάνω
>του τα έντομα
>σαν τα μικρά καΐκια σ' ένα λιμανάκι του νησιού μας.
>
>Παντού μπορείς να ταξιδέψεις κι ασάλευτος.
>Μονάχα η τελευταία ακινησία : αταξίδευτη. Δε μπόρεσα να φύγω.
>Δε χωρούσα. Ήταν η έξοδος στενή. Μούλειψε και το θάρρος
>μήπως και δε μπορέσω να πεθάνω. Συχωράτε με.
>Ίσως οι τέσσερις συντρόφοι μου νάταν πιο δυνατοί από μένα - δηλαδή πιο
>ειλικρινείς.
>Εγώ ήμουν αδύναμος : Ντράπηκα.
>
>
>Εσείς πηγαίνετε. ( Φύγανε.) Δε σας κρατώ. ( Φύγανε κιόλας. ) Στο καλό.
>Η φωτιά πλησιάζει. Συχωράτε με, φίλοι που δεν μπόρεσα να σας ακολουθήσω,
>που σας άφησα μόνους σε τούτη την έξοδο. Είναι η πρώτη φορά. Δε μπορούσα.
>Συγχωρέστε με.
>
>Κι όμως, το νιώθω ακόμη, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στην ερημιά σαν
>κουρασμένος πεισματάρης βράχος, ξεχασμένος, ή ν' αδικιέμαι, ν' αδικώ, να
>βλέπω
ν' αδικούνται οι φίλοι μου και να σωπαίνω, ή σα δαρμένος, μαδημένος
>σκύλος που κοιτάει καχύποπτα τη σκιά ενός σπουργιτιού και τη σκιά του,
>Ή (το μελέτησα κι αυτό) ασκητεύοντας, να λειάνω με τις
>ρώγες των δαχτύλων μου
>(μαλακωμένες πια απ' την αχρηστία) να λειάνω μια πέτρα κι ώρες ν'
>αποξεχνιέμαι κοιτάζοντας τις ασάλευτες φλέβες της, κι έτσι σκυφτός
>να κλαίω αμίλητα απ' την ευτυχία να υπάρχω.
>Δε μπόρεσα.
>
>Αν έβγαινα παραδίνοντας τα κλειδιά μου, μπουσουλώντας με χέρια και με πόδια
>(κάθε έξοδος είναι στενή, συντρόφια μου), αν κινούσα να παραδώσω σα
>σκισμένη σημαία την ψυχή μου - Ποια ψυχή μου ;
>Δεν πρόφτασα όλη να τη δοκιμάσω, να τη γνωρίσω ολόκληρη. Μου χρειάζεται
>τούτη η στιγμή, να μάθω που και τι θα παραδώσω ή δε θα παραδώσω. Ξέρω πως
>θα μπορούσε νάμαι στη θέση σας, αδέρφια μου που φύγατε, γιατί ξέρω, όπως κι
>εσείς, τι θα πει πόνος και φόβος,
>μα εγώ είχα ένα φόβο πιο μεγάλο απ' τον πόνο μου κι απ' το φόβο σας, όχι
>μονάχα το φόβο του κορμιού μου, μα και τον φόβο της ψυχής μου, που δεν την
>ξέρω - ο ίσκιος της κάθε κίνησής μου μεγάλωνε απέραντα πάνω σ' έναν
>τρομαχτικά κάτασπρο τοίχο,
>και κάθε σφυγμό μου τον άκουγα να πέφτει μες στο πάντοτε γράφοντας στέρεους
>κ' υδάτινους κύκλους ατελείωτους. Έτσι με τούτο το φόβο της ψυχής μου
>γλύτωσα απ' το φόβο του κορμιού μου. Ωστόσο ξέρω όλο το φόβο, και μπορείτε
>να με πιστέψετε, γιατί κανένας μας δεν είναι που να θέλει να πονάμε ή να
>φοβόμαστε.
>
>Εδώ τουλάχιστο, μπορείτε να με πιστέψετε.
>Εδώ δεν είναι δύσκολο ν' αγαπηθούμε. Όλα είναι τόσο δύσκολα, κ' ίσως για
>τούτο και ν' αξίζουν. Όμως δε θα μπορούσα να περπατήσω με κομμένα τα γόνατα
>της ψυχής μου. Με του κορμιού μου, τα πόδια και τα χέρια κομμένα, θα το
>μπορούσα. Συχωράτε με. Γεια σας.
>
>
>Έφυγαν. Ησυχία. Τι μοναξιά πυκνοκατοικημένη. Τα πάντα πυκνά και διαλυμένα.
>Το απέραντο δίχως βάρος μάρτυρες. Σε ποιόν να μιλήσω και γιατί ; Αν είχαν
>τουλάχιστο μείνει. -
>
>Δεν πρέπει να βουλιάξω μέσα μου. Ας κρατηθώ έστω απ' τη φωνή μου, απ' τον
>ήχο του δικού μου ντουφεκιού, να μείνει το κεφάλι μου έξω ή μοναχά το
>μέτωπό μου και τα μάτια μου. Θέλω να βλέπω.
>
>Θέλω να φανταστώ τα δέντρα, τα παράθυρα, τα πράγματα, να νιώσω τη σπιτίσια
>ζεστασιά τους, ν' αντιμετωπίσω αυτή τη μεγάλη παγωνιά της φωτιάς που
>πλησιάζει. Μια καρέκλα ακουμπισμένη στη γωνιά μιας κάμαρας μπορεί και
>νάναι, λέω, σαν εσωτερικό καμπαναριού, όπου ο ήχος της καμπάνας στρογγυλός
>κατεβαίνει γεμίζοντας με κυριακάτικη ησυχία το σπίτι. Δε μπορώ να συνεχίσω.
>
>Μοιάζει ανέφικτη η νίκη δίχως μάρτυρες που να τη διαλαλήσουν.
>
>Θέλω να φανταστώ το πτώμα μου τριγυρισμένο από κλαμένους φίλους και
>μεσίστιες σημαίες για να μπορέσω να παραιτηθώ απ' το σώμα μου. Κανείς
>τριγύρω μου. Μάρτυρας μόνος η φωνή μου - κι αυτή πώς να περάσει τη φωτιά
>και την πέτρα ;
>Πρέπει μονάχος να τα βγάλω πέρα. Τι ησυχία ! - σα μόνιμη. Ρητή. Το παγούρι
>μου θυμίζει πως κιόλας δε διψώ. Δε θα διψάσω πια. Κι όμως το γυλιό μου εκεί
>στο καρφί κρέμεται ακόμη με την έκφραση του πρώτου άστρου της βραδιάς πάνω
>απ' την παραλία της Λεμεσός την ώρα που τα γκαρσόνια καταβρέχουν με
>λαστιχένιους σωλήνες το πεζοδρόμιο ύστερα από την τρομερή ζέστη μιας μέρας
>του Ιούλη, την ώρα που βγάζουν τα πρώτα τραπεζάκια στην προκυμαία για τους
>βραδινούς πελάτες, την ώρα που κι ο πιο μικρός θόρυβος του πιο μικρού
>ψαριού, εκεί δίπλα, στα ρηχά, φωνάζει :
>" αύριο, αύριο, αύριο".
>
>Ναι, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στη μοναξιά, στη λησμονιά, οπουδήποτε,
>απόστρατος κι ανεύθυνος, δίχως φθόνο, να χαίρουμαι τα κατορθώματα των
>άλλων, ένδοξες πράξεις, που δεν έκανα εγώ - να κοιτάω τη διαδρομή ενός
>αργοπορημένου μερμηγκιού που κουβαλάει μες στο ολοπόρφυρο λιόγερμα ένα
>σπυρί καλαμπόκι πιο μεγάλο απ' το μπόι του και να νιώθω όλης της γης το
>κάλεσμα και του καλοκαιριού τη ζέστα με τα πόδια αυτού του μερμηγκιού, κι
>όλου του κόσμου η ευγνωμοσύνη αμίλητη να στέκει μες στα μάτια μου καθώς θ'
>ακούω αιώνια κείνο το ψαράκι να φωνάζει :
>"αύριο, αύριο". Ποιο αύριο σήμερα ;
>
>Τρομερή παγωνιά τούτη η ζέστη. Δεν προφταίνω. Ο αέρας χάνεται. Και πρέπει
>να εξαντλήσω την προθεσμία μου. Ν' αφήσω και κάποια διαθήκη. Τι χρειάζεται
>;
>Θα την κάψει κι αυτήν η φωτιά. Δε θα την κάψει.
>Τι δύσκολα, λοιπόν που τελειώνει η ζωή. Και πρέπει να προλάβω να ζήσω αυτή
>την τελευταία μου δυσκολία, να την κερδίσω, κ' ίσως να τη δώσω σα μια χαρά
>στους άλλους. Πως ; Με τι ; " Μα πρέπει ".
>
>Τι πρέπει ; Ποιος μιλάει ; Τι λέει ; Γιατί ; " Μα πρέπει ".
>Εδώ ούτε καθήκοντα, ούτε ανάγκες πια. Ποιος προστάζει; Τι ζητούν από μένα ;
>και ποιοι ; Κ' οι φτωχοί, κ' οι αδικημένοι, κ' η πατρίδα, κι ο κόσμος, κι ο
>εαυτός μου ; Καθήκοντα κι ανάγκες. Ναι. Καθήκοντα κι ανάγκες.
>Ένα κόκκινο φως μέσα κ' έξω. Το αίμα κι ο αγέρας.
>Υπάρχουν. Υπάρχω. Να υπάρξουμε.
>Θα υπάρξουμε. Ένα κόκκινο φως η στιγμή μου. Και πρέπει να δέσω τις σκέψεις
>με τα πράγματα - να υπάρξουν χεροπιαστά. Και δεν έχω καιρό. Και τα πράγματα
>φύγαν. Δεν τα βλέπω.
>Οι άπιαστες σκέψεις απομένουν μόνο και πρέπει αυτές, τουλάχιστο, να τις
>κρατήσω - νάβρω κάποιο τρόπο να τις δώσω.-
>
>Και τούτο δω το σαλιγκάρι που ανηφοράει ανέμελο στην πέτρα, αυτό και το
>εκκλησάκι του μαζί, - που πάει ; Δεν προσέχει. Να του μιλήσω ; να του
>εμπιστευτώ ; Είναι κουφό. Σα να μην έχει πάρει δανεικά από κανέναν, -
>τραβάει αυτό και το εκκλησάκι του μαζί. - Πρέπει λοιπόν να προφτάσω
>ολομόναχος, - τι να προφτάσω ;
>Δεν είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να σκεφτείς η στιγμή του θανάτου, κ'
>είναι η μόνη που την έχεις ακέρια, γιατί είναι το τέλος, και δω δε χωράνε
>διαψεύσεις κι απάτες - ποιος ο λόγος άλλωστε ;
>
>
>Είμαι 29 μόλις χρονώ και το μόνο που ξέρω είναι πως θέλω να ζήσω. Δεν
>πρόφτασα ακόμη να σκεφτώ, μια και δεν πρόφτασα να ζήσω. Μες στη μάχη τι να
>σκεφτείς ;
>Δεν πρόφτασα. Μου χρειάζεται, τουλάχιστο, τούτη η ολόκληρη στιγμή μου για
>να ζήσω ολόκληρος. Θυμάμαι-.
>
>Ήταν άνοιξη τότες. Καθόμασταν άκρη - άκρη στο λιμάνι της Αμμόχωστος,
>Και ξέρω τώρα-δεν τόξερα - τότες - ήταν όμορφη η ζωή, ( κ' είναι, κ' ίσως
>πιο όμορφη πάντα - όλο πιο όμορφη γίνεται - τη φτιάχνουμε )
>ήταν όμορφα τα στάχυα, τα κίτρα, τ' αμπέλια, τα σπίτια, οι γυναίκες, τα
>καΐκια -
>όμορφα πούπαιζαν οι ανταύγειες του νερού στα πλευρά των καραβιών - όμορφες
>κ' οι σκιές των καραβιών μες στο νερό. Σκιές γλάρων περνούσαν πάνω απ' την
>προκυμαία, πάνω απ' τα στρογγυλά τραπεζάκια του υπαίθριου καφενείου με τα
>φλιτζάνια του καφέ, κ' έτσι όπως κουβεντιάζαμε, τρεις παλιόφιλοι,
>δίχως ν' ανασηκώνουμε καθόλου το κεφάλι
>νιώθαμε πως οι γλάροι ήταν απάνω μας και πίναμε μαζί με τον καφέ κάτι απ'
>τη φευγαλέα σκιά των γλάρων,
>μια γέψη απλοχωριάς, φιλίας κ' ελευθερίας.
>
>Ε, ναι, είναι όμορφη η ζωή, κ' εγώ ήμουν όμορφος,
>( γιατί ήμουν ; Είμαι. )
>Κι όλα μπορούμε να τα φτιάξουμε όμορφα χέρι με χέρι.
>Συχνά τα καλοκαίρια μες στην κάψα του μεσημεριού - και στο χιόνι - ένιωσα
>να στεριώνει η ζωή μ' εμπιστοσύνη τη σημαία της μες στα σκέλια μου,
>Κι όταν ακόμα με κύκλωνε ο φόβος μ' όλους τους κυκλώπειους ίσκιους του
>Κι όταν μου τράνταζε τα φυλλοκάρδια η σημαία της πατρίδας που κρατούσα στα
>χέρια
>Καθώς την πλαταγίζαν οι νευρώδεις άνεμοι, κείνη η άλλη σημαία δεν
>ξεχνιόταν. Ήταν όμορφα. Τώρα δε χωράει κάτι τέτοιο. Διάλεξα τη φωτιά.
>Η απόφασή μου πάρθηκε. Είμαι έτοιμος.
>
>Λέτε νάναι πιο φαρδιά η πύλη του θανάτου ; Εδώ τελειώνω. Δεν ξέρω πάρα
>κάτω.
>Τ' άλλα φτιάχτε τα, πείτε τα,
εσείς. Κέρδισα ακόμη μια στιγμή μεγάλη σαν
>ολόκληρο τον πόνο. Δεν ήξερα πως μια στιγμή μπορούσε νάχει τόση διάρκεια.
>Δεν είχα φανταστεί πως ο πόνος μπορούσε να σκέφτεται. Κι όλα έχουνε το βαθύ
>νόημά τους και προσμένουν να το βρούμε. Κι ο κόσμος θα φτώχαινε
>αν έλειπε ένα χαλικάκι, ένα τζιτζίκι, ή κ' η φωνή του γαλατά μες στο
>χάραμα. Τόμαθα.
>Μήπως αυτό είναι τάχα κείνο που λένε ηρωισμός ;
>Και που ωστόσο δεν τόξερε εκείνος που τον έλεγαν ήρωα; Και μήπως τάχα η
>σκέψη νικάει τη σιωπή, τη φωτιά και το χρόνο κι αυτό το λέμε μοίρα ;
>Δεν τόξερα. Τόμαθα. Γεια σας.
>
>
>Αυτή την πιο όμορφη στιγμή μου σας την αφήνω, αδέρφια. Αυτό είναι το
>ντουφέκι μου - ολοκαίνουργιο τ' όπλο του ανθρώπου. Και τούτο το ντουφέκι,
>που μου καίει τα χέρια, το αγαπάω, αυτό το ντουφέκι το δροσίζω με … - Δεν
>είναι κακό να με δείτε να κλαίω - είμαι πολύ συγκινημένος απ' όλα κι απ'
>τον εαυτό μου και πιο συγκινημένος απ' την ανακάλυψη αυτής της συγκίνησης.
>
>Αν με γνωρίζατε αυτή τη στιγμή θ' άξιζε και να με αγαπήσετε, όπως κ' εγώ
>σας αγαπάω χωρίς ταπεινοσύνη ή περηφάνεια. Μα ποιος θα σας μεταδώσει τούτη
>τη στιγμή ; Δεν τη χωράνε τα λόγια, τα χέρια, τα μάτια, ούτε η πράξη, ούτε
>η σκέψη - είναι μεγάλη σαν εκείνο που λέμε πατρίδα μεγάλη σαν αυτό που λέμε
>γη μεγάλη σαν όλο τον κόσμο.(Τι αλλιώτικη που είναι η φωνή μου.) Σαν όταν
>δουλεύεις, με δικιά σου θέληση, στο χωραφάκι του φτωχού και δίψασες το
>μεσημέρι
>Και παρατάς την τσάπα σου γερτή όλο εμπιστοσύνη στον κορμό της μονάκριβης
>συκιάς
>Και σκύβεις στο ρυάκι να πιεις κι αντικρίζεις στο γάργαρο ρυάκι το πρόσωπό
>σου ωραίο, ξαναμμένο απ' τη δουλειά, τον αγέρα, τη νιότη, τον ήλιο,
>Κι αποθαμάζεις στο νερό τα αστραποβόλα μάτια σου,
>και τούτο δε σε σταματάει
>μα πίνεις το νερό μαζί με τον εαυτό σου. Ξεδιψάς κι αναγέρνεις κατόπι το
>κεφάλι στον ουρανό σάμπως να ψάχνεις κάποιον νάβρεις στα ψηλά για να του
>πεις ευχαριστώ κ' είναι ο ουρανός κ' η γη μέσα σου
>κι όξω απέραντα κι ολόφωτα κ' είναι όλος ο κόσμος
>δικός σου και μπορείς να τον δώσεις.
>
>Αυτή η στιγμή είναι ανεπανάληπτη, γιατί είναι η αιωνιότητα, κ' η αιωνιότητα
>υπάρχει και τη δημιουργούμε - δεν επαναλαμβάνεται σαν κάτι που έρχεται και
>φεύγει και ξανάρχεται. Λοιπόν μην κλαίτε.
>Όμως εμένα αφήστε με να κλάψω, γιατί σε λίγο, το μαντεύω, δε θα μπορώ πια
>να κλάψω μες στην αναγνώριση της ευτυχίας πως μπορώ να πεθάνω.
>Συχωρέστε με.
>
>Κι αλήθεια, ξέχασα να σας πω το κυριότερo
>-που μόλις τώρα τόμαθα-
>δεν είναι τόσο δύσκολος ο θάνατος. Το αντίθετο μάλιστα.
>Και σας βεβαιώνω τώρα με το αίμα μου :
>ποτέ δεν ήταν τόσο ευτυχισμένος ο Χριστός
>όσο την ώρα που το τελευταίο καρφί τον άφησε ακίνητο,
>χωρίς να τον σκοτώσει,
>για να κοιτάξει κατάματα τον ουρανό και τη θυσία του,
>ποτέ ο Προμηθέας δεν αντίκρισε τόσο γαλήνια κι ολόφωτα τον κόσμο όσο την
>ώρα που
>το ράμφος του όρνεου βρήκε τα μάτια του ξέροντας,
>τότε μόνο, πως είχε αξιωθεί να δώσει το φως και τη φωτιά στον άνθρωπο,
>κι ακόμα, ναι, ποτέ τόσο όμορφος δεν ήταν ο μικρός
>Γρηγόρης Αυξεντίου 29 χρονώ…
>
>
>Λέω τον αριθμό των χρόνων μου και κλαίω ξέροντας
>πως θα τον προσθέσετε στη δόξα του έθνους μας
>(ας μου συχωρεθεί κι αυτή μου η τελευταία αδυναμία).
>Ακούω αυτόν τον αριθμό στα χείλη σας
>και θάθελα να τον φιλήσω πάνω στα χείλη σας.
>
>Ήμουν ίσως μικρός για τη δόξα - ίσως μικρός για μια τέτοια ευτυχία. Μια
>πράξη σωστή είναι το πήδημα του ανθρώπου έξω απ' τη μοναξιά.
>Είναι το σφίξιμο χιλιάδων χεριών κι ο όρκος όλων.
>Είμαι έτοιμος.
>
>Δε δέχομαι, όχι, τη θυσία για το θάνατο. Τη δέχομαι
>Μονάχα για τη ζωή - για μια ζωή που πια δε θα
>Απαιτεί καμιά θυσία. Είμαι έτοιμος.
>
>
>Ποτέ δε θα μπορούσα να πιστέψω πως η στενότητα
>μιας σπηλιάς μπορούσε να έχει τόση ευρυχωρία, μπορούσε να χωρέσει την
>πατρίδα με τις ελιές της,
>τ' ακρογιάλια της, τα βάσανά της, με τα καΐκια της
>μ' ολάνοιχτα πανιά στον αντρίκιον αγέρα της,
>τον κόσμο με τα φλάμπουρά του, τα όνειρά του, τις καμπάνες του, και τα
>μικρά αγριόχορτα. Ανασαίνω,
>μέσα σ' αυτό το πέτρινο τούνελ που η έξοδός του
>είναι το ίδιο το στόμιο του ήλιου. Το ξέρω :
>από δω, κατευθείαν, θα περάσω νεκρός μες στον κόσμο.
>Μην κλαίτε. Και ξέρω τώρα, όσο ποτέ,
>Πως είναι δυνατή η ελευθερία. Γεια σας.
>Τούτη την ώρα δεν τρομάζω τα μικρά ή μεγάλα λόγια -
>Μπορώ να σκουπίσω τα μάτια μου στη σημαία μας
>Μια και το ξέρω : στην απόλυτη στιγμή μου
>μες απ' το στόμιο του θανάτου οι συναγωνιστές μου
>θα παραλάβουν απ' τα χέρια μου φλεγόμενη
>τη σημαία του ανένδοτου αγώνα, φλεγόμενη σαν πύρινο άλογο ικανό να
>διασχίσει το άπειρο και το θάνατο σαν άσβηστη δάδα μέσα σ' όλες τις νύχτες
>των σκλάβων,
>φλεγόμενη η σημαία μας σα μέγα αστραφτερό δισκοπότηρο για την Άγια Μετάληψη
>του Κόσμου.
>Μπορώ να επαναλάβω :
>
>" Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και το αίμα μου - το σώμα και το
>αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίου
>ενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ' το χωριό Λύση,
>οδηγού ταξί το επάγγελμα,
>πούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα όσα να φτιάχνουν τη
>λέξη
>Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α "
>και που σήμερα, 2 του Μάρτη 1957, κάηκε ζωντανός στη σπηλιά της Μονής
>Μαχαιρά και σήμερα ακριβώς, 2 του Μάρτη, μέρα Σάββατο - μην το ξεχάστε,
>σύντροφοι -
>Στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, και 3 πρώτα λεπτά,
>γεννήθηκε ο μικρός Γρηγόρης ανάμεσα στα
>ματωμένα γόνατα της πλάσης.
>
>
>Δέκα ώρες είναι πάρα πολλές για όλα όταν έχεις ένα ντουφέκι, κάμποσες
>σφαίρες και το δίκιο με το μέρος σου
>Όταν έχεις δικά σου 29 χρόνια και μπορείς
>να τα διαθέσεις μόνος σου
>όταν έχεις το θάνατο σου δικό σου. Γεια σας.
>
>Όλο σας αποχαιρετώ κι ακόμα μένω. Ναι, η πιο μεγάλη πράξη της ζωής μας
>είναι η απόφαση του θανάτου μας,
>Όταν υπάρχει κάποια διέξοδος όταν μπορείς και να τον αποφύγεις, και συ τον
>διαλέγεις
>σαν τιμή και σα χρέος για τους άλλους,
>πιο πέρα απ' τις ανάγκες σου.
>Όποιος μπορεί να νικήσει μια στιγμή τη ζωή του
>Νικάει και το θάνατο. Τόμαθα.
>
>( Αλλιώτικα που ακούγεται η φωνή μου σήμερα. Μην είναι αυτή που μου ζητάτε
>; αυτή που θάθελα ν' ακούσετε ; Μην είναι μονάχα αυτή η σωστή φωνή μου ;
>ή η φωνή σας ; η φωνή όλων μας ; )
>
>Τα πάντα είναι ανύπαρχτα πριν τα σκεφτείς και πριν τα πράξεις. Όχι μονάχα
>να τα σκεφτείς, ή μονάχα να τα πράξεις, μα να τα πράξεις και να τα σκεφτείς
>μαζί.
>Και σεις, αδέρφια μου, πολύ με βοηθήσατε.
>( Κανένας δεν υπάρχει μόνος χωρίς τη βοήθεια του άλλου. )
>
>Εσύ που θα κλάψεις για το θάνατό μου με βοήθησες να πεθάνω με το κεφάλι
>ψηλά εσύ που θα πάρεις το ντουφέκι μου να εκδικηθείς το θάνατό μου
>Με βοήθησες να πεθάνω ευτυχισμένος για σένα και για μένα. Με βοήθησαν κι
>αυτοί που πέσανε πριν από μένα.
>Όπως και γω θα σας βοηθήσω.
>
>Τούτη η ώρα δεν είναι για καυχησιές και ηρωισμούς,
>όταν βρίσκεσαι κατάφατσα με το θάνατο,
>και σας το λέω απλά, σα να στρίβω το τιμόνι του αμαξιού μου μιαν
>ανοιξιάτικη μέρα για ν' αποφύγω μια σύγκρουση μ΄ ένα κάρο που το οδηγάει
>ένας ατζαμής χωριάτης ή για να μη χτυπήσω ένα παιδί που παίζει ανύποπτο στη
>λιακάδα ή ακόμα, ναι,
>( και τούτη η τρυφερότητα δεν είναι αταίριαστη
>σ' έναν άντρα που πρόκειται να πεθάνει )
>για να μη λιώσω ένα αγριολούλουδο που πήγε το μπαστάρδικο και φύτρωσε
>καταμεσίς στη δημοσιά
>αθώο-αθώο και γαλανό σαν το μισόκλειστο ματάκι της πλάσης - ναι, τόσο απλά
>μπορώ να σας το πω, σα να στρίβω το τιμόνι του αμαξιού μου :
>" Τ' αληθινό μπόι το
υ ανθρώπου μετριέται πάντα με το μέτρο της λευτεριάς ".
>Τίποτ' άλλο. Γεια σας.
>
>Αν λυπάμαι για κάτι είναι που πια δε θα μπορέσω να κάνω τίποτα για σας (
>όχι σα φήμη ή σαν ιδέα ή σα θρύλος, μα με τούτα τα ίδια μου τα χέρια ),
>Έτσι να πούμε, να, να ρίξω και γω μια ντουφεκιά στον αέρα στη γιορτή της
>απελευθέρωσης
>ή να φορτώσω σ' ένα μεγάλο φορτηγό εκατό τσουβάλια ψωμί, διακόσια τσουβάλια
>πατάτες,
>να σηκώσω κείνης της γριούλας τη ζαλιά τα ξύλα μες στο δάσος να σηκώσω το
>άλογο του γέρου αγωγιάτη πούπεσε μες στη λάσπη κάποιο βροχερό πρωινό
>να δώσω μια κλωτσιά και γω στη μπάλα που παίζουν τα πατριωτάκια το δείλι
>στο γήπεδο ή να δώσω μια σβερκιά στο φίλο ένα βραδάκι που θα λέει ένα
>άνοστο αστείο
>ή να μοιράσω, μια μέρα που η δουλειά πήγε καλά, μια χαρτοσακούλα καραμέλες
>στα πιτσιρίκια της γειτονιάς μου ή ν' ακουμπήσω αυτά τα δυνατά μου χέρια,
>που σήμερα τα αγάπησα, σ' ένα τραπεζάκι της Αμμόχωστος και, δίχως να κοιτάω
>τα εργατικά μου χέρια, να τα νιώθω πως ξεκουράζονται πάνω στα πέτρινα
>γόνατα
>του φιλικού μας κόσμου.
>
>
>Σήμερα νιώθω μια τρυφερότητα για τον εαυτό μου ξέροντας πως θα μ' αγαπήσετε
>Σήμερα αγαπάω κ' εχτιμάω τον εαυτό μου
>σήμερα χαμογελάω στον εαυτό μου κοιτάζοντας τον
>με τ' αδερφικά σας μάτια.
>
>Μια στιγμή άφησα τ' όπλο μου να κρυώσει μια στάλα στην πέτρα, άνοιξα το
>γυλιό μου κ' έβγαλα το καθρεφτάκι της τσέπης, - ναι, είμαι όμορφος, - όταν
>μ' αγαπάτε - τι θα μπορούσα να κάνω για σας, - όταν μ' αγαπάτε -τι θα
>μπορούσα , μόνο τώρα το καταλαβαίνω-
>( κ' ίσως είναι αργά, μόνο με το θάνατό μου έχω να σας χαρίσω πια. ) λ.χ.
>θα μπορούσα να τινάξω ένα τανκ με μια γροθιά, να πελεκήσω ένα άγαλμα σ'
>'ένα βουνό, μονομερίς - όταν μ' αγαπάτε - ή να χτίσω σε μια ώρα ένα
>πανύψηλο σκολειό. Δεν αστειεύουμαι. Δεν είναι ώρα, αδέρφια μου, για αστεία.
>Θάθελα νάμαι ωραίος μέσα κι όξω για ν' αξίζω την αγάπη σας, ναι, ( κι ας το
>πω κι αυτό : ) για να με σκέφτουνται σαν άντρα τους όλα τα ωραία κορίτσια,
>για να με σκέφτουνται σα φίλο τους όλοι οι ελληνικοί μας έφηβοι και τα
>παιδιά του κόσμου.
>Δεν προφταίνω.
>
>Να πρόφταινα, τουλάχιστο, να ξυριστώ, να ψαλιδίσω λιγάκι το μουστάκι μου.
>Μα ίσως και να πηγαίνει λίγο γένι στη νεανική μορφή μου. ( Βλέπετε πόσο
>παιδί με κάνει η αγάπη σας ; Μου ξαναδίνει τη δικιά μου φωνή. )
>Για σκέψου, αδερφέ μου, μεθαύριο να διαλέγουν πάνω στα χνάρια μας τα
>κορίτσια τον άντρα τους
>τα παιδιά τους φίλους τους οι άντρες τις πράξεις τους,
>να ξέρεις πως και συ πορεύεσαι μαζί τους στ' αψηλά,
>σ' ένα ψηλό - ψηλό βουνό, όλο κορδέλες άσφαλτο,
>για ν' αγναντέψεις ακέρια την πλάση,
>τις πολιτείες γιομάτες καμινάδες κι αστεροσκοπεία και παράθυρα, τους
>κάμπους και τα δάσα, τα λιμάνια γιομάτα κατάρτια, τα ειρηνικά αεροπλάνα,
>τους λεβέντες αϊτούς και τους παιδιάστικους χαρταιτούς με κείνες τις
>αστείες πολύχρωμες ουρές τους - σ' ένα ψηλό-
>ψηλό βουνό, με μια αυτοκινητάρα τελευταία μάρκα
>που ίσως θάχει τ' όνομά μας -.
>
>Και μόλις τώρα το σκέφτηκα, πως τάχατες η ζωή δεν πάει μπροστά με σκοτεινές
>εξομολόγησες και μικρές ειλικρίνειες ( η εξομολόγηση - τόχω ακουστά, και
>τώρα το θυμήθηκα - σώζει, λέει, εκείνον που ξομολογιέται. Μα τον άλλον ; Κι
>ο άλλος τι σου χρωστάει να σηκώνει στη ράχη του σαν τσουβάλια άχρηστες
>πέτρες τα λόγια σου δίχως καν να μπορεί να τις χτίσει ; ) Το λοιπόν , η ζωή
>τραβάει μπροστά με πράξεις και θυσίες - μ' αυτό που λένε " γενική ηθική "
>κι ούτε που ξέρω πως τα λένε αυτά, κι ωστόσο τάπα.
>Εγώ το μόνο πούμαθα είναι : σα χουφτώνεις τη γωνιά του τραπεζιού είναι η
>γωνιά του τραπεζιού μ' όλη της τη στερεότητα κι όταν χουφτώνεις ένα στήθος
>ξέρεις πώς και τα πιο στέρεα χέρια τρέμουν και τότες θέλεις να σπείρεις
>χιλιάδες παιδιά για να χαρούν τον κόσμο μας που εσύ δεν πρόφτασες να τον
>χαρείς κ' ίσως, δε λέω, ίσως και να το ξέρεις - κάπου αλλού, βαθιά σου να
>το νιώθεις - πώς τούτο το στήθος
>"γλυκοβύζαστο ετοιμάζει γάλα ανδρείας και λευτεριάς".
>Και, βέβαια, που πρέπει να το ξέρεις. Γεια σας.
>
>
>Άντε, γριά μάνα, μην αρχίσεις τώρα τις κλάψες. -Όχι;-
>Έτσι σε θέλω. Ρωμιά. Σου παίρνω λες τη ζωή σου ; Σου αφήνω την περφάνεια
>σου.
>Δε θα σέιδει ο εχτρός καμπουριασμένη. Το ξέρω. Θα πεις: "Είμαι πέρφανη για
>το γιο μου, - κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη παρά γονατισμένος ο
>λεβέντης μου".
>Έτσι. Γεια σου, μάνα.
>
>Ο πατέρας θα με γνωρίσει στο νεκροτομείο απ' τις χοντρές ελληνικές κοκάλες
>μου, όμοιες με τις δικές του, κι απ' το σταυρό της πατρίδας πούχα φυλαχτάρι
>μες στις τρίχες του κόρφου μου. Μιλάω για μένα σα νάμαι ερωτευμένος με τα
>μένα, σα νάναι η Ρωμιοσύνη ερωτευμένη με τα μένα. Συχωράτε με.
>Εσείς μου το δώσατε τούτο το δικαίωμα. Ευχαριστώ.
>Εσείς, κ' η αγάπη μας, κι ο θάνατός μου. Το ξέρω, ως και κείνος που πήρε τα
>5.000 αργύρια θα πιει κάποιο βραδάκι ένα ποτήρι στην υγειά μου σε μια
>ταβέρνα της Πάφος και θ' απογείρει να κλάψει μέσα στο ποτήρι του,
>Γιατί ήμουνα φίλος καλός
>κ' ίσως να γίνει φίλος μας κι αυτός μια μέρα.
>
>Τώρα λοιπόν, βαθιά και σίγουρα, μπορώ να σας το πω, σα να οδηγάω, και πάλι,
>το αμαξάκι μου σ' ένα ασφαλτοστρωμένο δρόμο της Κύπρου ίσα και παστρικά,
>ένα ολογάλανο κ' ήμερο πρωινό, - μπορώ να το πω :
>" Η αρετή μας είναι η αμοιβαία μας χρησιμότητα ".
>Εν τάξει αδέρφια. Εδώ δεν είναι ακατόρθωτη η αδερφοσύνη για μας και για
>όλους. Εδώ οι διαφορές βουλιάζουνε σ' ένα χαμόγελο, - κ' είναι έτσι όπως
>ακούς, κείνες τις νύχτες του καλοκαιριού, - γαλάζιες, αργυρές και ρόδινες -
>σ' ένα μονάχα φέγγος ευτυχίας όλα τα ξέχωρα σπιτίσια μουρμουρίσματα και των
>μικρών και των μεγάλων άστρων και τρέμει η ρίζα της καρδιάς και τρέμει ο
>κόσμος τόσο που θέλεις να σκουντήσεις τον αγκώνα κάποιου φίλου για ν'
>ακούσεις μαζί του,
>ή τον αγκώνα έστω μιας πέτρας για ν' ακούσει και κείνη,
>να μοιράσεις τη χαρά σου.
>
>Με τούτη την αγάπη, λέω, που μια μέρα, οι ξύλινοι σταυροί θα
>μπουμπουκιάσουν τριαντάφυλλα - ναι, κι ο δικός μου ο σταυρός, ο καμένος, ο
>πέτρινος, με τούτη, λέω, την αγάπη μια μέρα θα λυγίσουμε κείνους που
>φέρνουν τ' άδικο και σπέρνουνε το μίσος.
>Τούτη είναι η εντολή μου -
>μ' όλο που αυτή την ώρα δεν το ξέρω το μίσος
>σα να μην τόμαθα ποτές ή να το ξέχασα. Γεια σας.
>
>
>Όλο ετοιμάζουμαι να φύγω. Όλο σας αποχαιρετώ, κι ακόμα στέκω σαν κάτι νάχω
>να προστέσω ακόμα στον κόσμο. Σα νάχω να προσφέρω λίγη ακόμα ευτυχία σε σας
>απ' το μεδούλι μου. Θυμάμαι -
>
>καλοκαιριάτικο σούρουπο ήταν -
>σταμάτησα τ' αμάξι μπροστά σε μια καλύβα. Διψούσα. Μια μαυροφορεμένη γριά
>με φίλεψε με το κανάτι δροσερό νερό. " Φχαριστώ γιαγιά ", της είπα. " Καλή
>λευτεριά, γιε μου ", αποκρίθηκε.
>" Καλή λευτεριά, γιαγιά " της ξανάπα - κ' ένιωσα πως της την χρωστάω.
>
>Μούβγαλε το κασκέτο και μου σφούγγισε με το χέρι της το κούτελό μου.
>( Ξέρετε, κ' οι γριές μπορούνε να χαμογελάνε. )
>Τη λευτεριά το λοιπόν ο καθένας μας τήνε χρωστάει σ' όλους. Μια λευτεριά
>μονάχα για τον ένα δε φελάει σε τίποτα ( αν υπάρχει ).
>Τίποτα δεν είναι μήτε για τον ίδιον.
>" Άντε γεια σου γιαγιά. Καλή λευτεριά, το λοιπόν "
>- κι' έτριψα λίγο τα μάτια μου - έπεφτε κιόλας γαλανό το θάμπος της
>βραδιάς, δεν καλόβλεπα.
>
>Κι όπως τράβηξα πάλι με χαμηλωμένα τα δυο φώτα μου
>( γιατί έφεγγε ακόμα ) ένιωθα ν' ανεβαίνω με τα' αμάξι μου, μαζί και ο
>μέγας κάμπος της Μεσαορίας βαθύς και σιωπηλός, αχνισμένος απ' το αργό
>φεγγαρόφωτο, ένιωθα ν' ανεβαίνω ίσα στον ουρανό κ' ένιωθα το φεγγά
ρι που με
>χτύπησε κατάστηθα ολόδροσο,
>σάμπως χρυσό κωνσταντινάτο το φεγγάρι κρεμασμένο
>μ' ένα σπάγκο απ' το λαιμό μου, να με δροσίζει τη καρδιά και λίγο - λίγο να
>ζεσταίνεται και ν' αχνίζει στον κόρφο μου. Κι έλεγα :
>δε φτάνει το τραπέζι, μήτε κάμποσος παράς στην τσέπη, μήτε το ψωμί και το
>φιλί - ο άνθρωπος είναι πιο τρανός
>απ' την καθημερνή την έγνοια του.
>Κ' έλεγα πάλι που ο άνθρωπος αρχίζει την έγνοια του για το ψωμί κι όλο
>τραβάει πιο πέρα απ' τη σκλαβιά του από σκλαβιά σε σκλαβιά, από ξεσκλάβωμα
>σε ξεσκλάβωμα, απ' το ξεσκλάβωμα της πατρίδας στο ξεσκλάβωμα του κόσμου
>ώσπου να νιώσει, μπαίνοντας ίσα στον ουρανό, ν' αχνίζει το φεγγάρι στον
>κόρφο του, ώσπου να κλάψει μια νύχτα από αγάπη για όλο τον κόσμο. Έτσι
>άφησα σ' ένα χαντάκι τ' αμάξι μου.
>Πήρα τ' όπλο. Κι ανέβηκα στο βουνό. Έτσι βρέθηκα σε τούτη τη σπηλιά που το
>στόμιό της βλέπει ολόισα τον ήλιο. Το στρογγυλό της στόμιο είναι ο ίδιος ο
>ήλιος
>που θα τον νιώσω πάλι δροσερό, καθώς θα με περνάνε,
>( όπως κείνη τη νύχτα το φεγγάρι ) - θα τον νιώσω δροσερό κωνσταντινάτο να
>μου δροσίζει το καμένο στήθος, κ' έτσι λίγο - λίγο να ζεσταίνεται ο ήλιος
>και ν' αχνίζει στον κόρφο μας.
>Γεια σας.
>

Άβαταρ μέλους
ix8ys
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 370
Εγγραφή: Τρί Μάιος 30, 2006 8:00 am

Δημοσίευση από ix8ys »

Η περιπλάνηση μιας Νότας

couple

Μια νότα ξέφυγε να βρεί απόψε απεγνωσμένα
μελωδία στίχο και ρυθμό απ'την ψυχή βγαλμένα.

Ξεκίνησε λοιπόν αυτή το μακρινό ταξίδι
μ'ελπίδες όνειρα τρελά που κόβαν σαν κοπίδι.

Τραγούδια βρήκε ψεύτικα να την αποπλανήσουν
μ'ωραίο στίχο μαγικό να την αποκοιμήσουν.

Μ'αυτή ποτέ δεν ξέχασε πιο ήταν τ'όνειρο της
γι'αυτο και τα παράτησε να βρει το ριζικό της.

refren

Η περιπλάνηση μιας νότας
στης μουσικής τη ρώτα.
Τα όνειρα μιας νότας
Πάει να βρεί ρωτόντας.

couple

Ώσπου μια μέρα ξαφνικά συνάντησε τυχαία
ένα τραγούδι αληθινό να ψάχνει για παρέα.

Κι αφού εσυζητίσανε τα βρήκανε οι δυο τους
να γείνουν σώμα και ψυχή πως ήτανε γραφτό τους.

Για χρόνια επορευτίκανε στης μουσικής τη ρώτα
σε μιας κιθάρας τις χορδές το τραγούδι και η νότα.

refren

Πηγή: http://www.musicheaven.gr/ (Το βρήκα εντελώς τυχαία :) )
Η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το άγιον. Τριάς αγία, δόξα σοι.
Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, μήτηρ του Θεού, φύλαξον με

Άβαταρ μέλους
lovethink
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 5013
Εγγραφή: Πέμ Μαρ 09, 2006 9:00 am

Δημοσίευση από lovethink »

ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ
Απόσπασμα
***************************
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν, μ' ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ' ακούς
Τό χαμένο μου το αίμα καί τό μυτερό, μ' ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
Ειμ' εγώ, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, μ' ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Το λευκό νυφικό της Όφηλίας, μ' ακούς
Πού μ' αφήνεις, πού πάς καί ποιος, μ' ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω από τους κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί των ηφαιστείων οί λάβες
Θα' ρθει μέρα, μ' ακούς
Να μας θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τούς η απονιά, ν' ακούς
Των ανθρώπων

Και χιλιάδες κομμάτια να μάς ρίξει
Στα νερά ένα-ένα, μ' ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι με κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς

Το λουλούδι αυτό τής καταιγίδας και μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δεν γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς
Mές στη μέση της θάλασσας


Από το μόνο θέλημα τής αγάπης, μ' ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς
Μέ σπηλιές καί με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει- ακούς;
Είμ' εγώ πού φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.
Καλή Σαρακοστή

Άβαταρ μέλους
stratos
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2298
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 14, 2005 9:00 am
Τοποθεσία: Ηλίας @ Θεσσαλονίκη

Δημοσίευση από stratos »

Να ταν τα πευκα της πλαγιας να μου διναν απ τα κλαδια τους τ αμετρα μια στιβα
ναφτιαχνα σε μιαν ακρη διπλα τους
τη φτωχικη μου κι ερημη καλυβα....

Να ταν το καλοκαιρι να μου δινανε
τα φυλλα να πλαγιαζω τα ξερα τους
μαζι τους να το λεω το τραγουδι τους
μαζι τους τ αυγινο το σφυριγμα τους . .

Κι υστερα? τιποτ αλλο
Κι οταν θα σβυνε ετσι η ζωη μου απο χαρα γεματη
λιγα κλαδια τους παλι να μου δινανε
να γινουν το στερνο μου το κρεβατι..



το ποιημα του Λαμπρου Πορφυρα που τοσο συγκινουσε τον γεροντα Πορφυριο
Εικόνα

Άβαταρ μέλους
Dirfys
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 933
Εγγραφή: Τετ Σεπ 28, 2005 8:00 am
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από Dirfys »

ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ
του Ναζίμ Χικμέτ

(απόδοση Γιάννης Ρίτσος)


Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά,
Όπως, να πούμε, κάνει ο σκίουρος,
Δίχως απ' όξω ή από πέρα να προσμένεις τίποτα.
Δε θα 'χεις άλλο πάρεξ μονάχα να ζεις.

Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που έτσι, να πούμε, ακουμπισμένος σ' έναν τοίχο
με τα χέρια σου δεμένα
Ή μέσα στ' αργαστήρι
Με λευκή μπλούζα και μεγάλα ματογυάλια
Θε να πεθάνεις, για να ζήσουνε οι άνθρωποι,
Οι άνθρωποι που ποτέ δε θα 'χεις δει το πρόσωπό τους
και θα πεθάνεις ξέροντας καλά
Πως τίποτα πιο ωραίο, πως τίποτα πιο αληθινό απ' τη ζωή δεν είναι.

Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που θα φυτέυεις, σα να πούμε, ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου
Όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου
Μα έτσι γιατί το θάνατο δε θα τονε πιστεύεις
Όσο κι αν τον φοβάσαι
Μα έτσι γιατί η ζωή θε να βαραίνει πιότερο στη ζυγαριά

Άβαταρ μέλους
Dirfys
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 933
Εγγραφή: Τετ Σεπ 28, 2005 8:00 am
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από Dirfys »

“Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ.

Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι’αυτό που αξίζουν, αλλά γι’αυτό που σημαίνουν.

Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!

Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.

Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ’ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ’αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...

Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.

Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους... Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.

Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ’αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.

Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ’αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’έβλεπα να βγαίνεις απ’ την πόρτα, θα σ’αγκάλιαζα και θα σού ‘δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’έβλεπα, θα έλεγα “σ’αγαπώ” και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη.

Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ΄θελα να σου πω πόσο σ’αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.

Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν’το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις “συγνώμη”, “συγχώρεσέ με”, “σε παρακαλώ”, “ευχαριστώ” κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.

Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα.”

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

* Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες έχει αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή για λόγους υγείας: καρκίνος στους λεμφαδένες. Η κατάστασή του μοιάζει να επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα. Η αποχαιρετιστήρια αυτή επιστολή εστάλη από τον συγγραφέα στους φίλους του.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Διάφορα Θέματα”