Το όνειρο του Γιωργίνη

Γενικά Πνευματικά Θέματα

Συντονιστές: konstantinoupolitis, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
agiooros
Διαχειριστής
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 2647
Εγγραφή: Τρί Φεβ 08, 2005 9:00 am
Τοποθεσία: Νίκος@Εύβοια
Επικοινωνία:

Το όνειρο του Γιωργίνη

Δημοσίευση από agiooros » Τρί Ιαν 08, 2013 5:21 pm

Επίκαιρο διήγημα των Φώτων τού Κωστή Δερμιτζάκη

Τό ψαραδοχώρι τής ιστορίας μας μετράει δέ μετράει διακόσιες ψυχές.
Χρόνια τού μόχθου, φτώχεια, ανέχεια! Μιά στάξη λαδάκι στό τσικάλι σου, ένα ξεροκόμματο στό τραπέζι, και λογιάζεσαι αφέντης!
Στά χρόνια τούτα τό βλογημένο το ψωμάκι δέ μπαγιατεύει γιά πέταμα, κι άν τύχει νά γλιστρήσει από τό χέρι σου, τό πιάνεις από χάμω μ’ ευλάβεια καί τό φιλάς! Κι ό άνθρωπος, πιότερο από τά έχει του, μετράει γι΄ αυτό που κλείνει μες στα στήθεια! Έτσι τό νιώθουν οι φτωχοί ψαράδες τού χωριού.
Η κοινή μοίρα, μές απ’ τόν καθημερινό αγώνα, σμίγει τίς ψυχές τους σ’ ένα τίμιο πόθο, στό ίδιο αχνοδιάφανο όνειρο: ένα αύριο καλύτερο για τά παιδιά τους!
Τούς σμίγει στο ίδιο γραφτό, τούς κατασταίνει συμπορευτές στό κακοτράχαλο μονοπάτι τού κάματου, πού νιώθουν νά τούς σέρνει παραμάζεμα, δεμένους χέρια-πόδια, στανικό σαφάρι! Τούτο το νιώθουν πιότερο τίς βαρυχειμωνιές, όταν αποκλεισμένοι σέ τούτο τό μικρό κάβο πού αποκότησε νά κουρνιάσει τό χωριουδάκι τους, τον απόμερο κι απόμακρο κόσμο τους, για βδομάδες ολάκερες συντροφιά δέν έχουν άλλη από τίς αστραπές καί τις βροντές πού συνταράζουν τόν αιθέρα τους, τούς αγέρηδες πού λυσσομανούν.
Ετσι, πορεύουνται τις μέρες τους... Κι είναι για τούτο ξέχωρα φωτεινές, οι λιγοστές αναλαμπές πού ταράζουνε τήν ήμερη στατικότητα της ζωής τους. Τότε γεροντάδες καί νιοί, αδερφοπητοί από τή φύση τους, τελειώνουνται μεμιάς παιδιά τής ίδιας οικογένειας, αδέρφια σωστά!
Σέ τούτη τή μικρή κοινωνία πορεύεται στό δικό της αγώνα η φαμίλια του Σταύρου τού Ψαρογιώργη. Ό Σταύρος κι η Μαργή, εξόν απ’ τόν ιδρώτα τους καί το σκαρί τους, τή Λενιά, έχουνε λόγους νά είναι περήφανοι τήν κόρη τους τή Χαρούλα, τό Γιωργίνη τό παλικάρι τους...
Μεγάλη μέρα στό χωριό, ύστερα από τή Λαμπρή καί τά Χριστούγεννα, ό αγιασμός των υδάτων τά Θεοφάνεια.
Αποβραδίς, θ΄ ανοίξουν οι καπεταναίοι τις κασέλες τους ν΄ ανασύρουν αυτό, πού έχει θέση σε κάθε ιδιαίτερη περίσταση της ζωής τους: τήν παραδοσιακή τους φορεσιά. Αξημέρωτα θά τυλίξει η κυρά σταυρωτά στή λευκή δεξιμάτη πετσέτα τό μεγάλο άρτο, καί θά σύρουν γιά τήν εκκλησιά.
Καί σάν τελειώσει η λειτουργιά, θά σιμώσουν μ’ ευλάβεια στο Αγιο Ποτήρι γιά τήν Κοινωνία. Υστερα, όλοι μαζί, μέ τά εξαπτέρυγα μπρός, τό γέροντα καί τούς ψαλτάδες, θά σύρουνε γραμμή στή μικρή προκυμαία γιά τόν Αγιασμό, ενώ τά παλικάρια τού χωριού θά ετοιμάζουνται νά βουτήξουν.
Τό έχουνε μεγάλη ευλογία ν΄ ανεβάσουν τό Σταυρό, που απ’ τό χέρι τού παπά Σκαντζή θ΄αγιάσει τά νερά. Καί σάν ο γιός αξιωθεί, σέ μιά από τις καταδύσεις, νά τόν ανασύρει απ’ τό βυθό, τό μεσημέρι στό φαγητό, συναγμένη η οικογένεια θ΄ αναπέμψει ευλαβικά στον αφέντη Χριστό ευχαριστία κι ικεσία:
-Ας ήταν νά μάς αξίωνες καί τού χρόνου τέτοια χαρά!
Πολλά χρόνια στή σειρά είχε ευτυχήσει ο Σταυρής νά φιλά πρώτος τό Σταυρό απ’ τήν αρμύρα! Κάτω απ’τό κόνισμα, στό τραπέζι, η Μαργή περήφανη του ΄δινε ένα φιλί στό μάγουλο, γι’ αμοιβή του. Ενα φιλί μ’ ένα χαμόγελο, πού σέ λίγες περιστάσεις τού ΄χε χαρίσει σάν τή γύρεψε απ’ τόν πατέρα της, σάν απόχτησαν τό σκαρί τους, σάν βάφτισαν τή Χαρούλα, τό Γιωργίνη τους καί τή Λενιά.
-Καλέ μου Σταυρή! τού λεγε γλυκά καί τόν φιλούσε.
Καί τ’ αποδίδαν στήν ευλογία αυτή, πού παράπονο ως τώρα, απ’ τή στρυφνή ζωή τους δέν είχαν η υγειά καί η αγάπη δέν τούς έλειψαν, τό δίχτυ του ό Σταυρής, ακόμη καί στούς δύσκολους καιρούς, σπάνια τό ανάσυρε εύκαιρο, μές απ’ τό κύμα. Οχι, δέν είχαν παράπονο. Ποτέ, ως τώρα... Όμως...
Μέ τό έμπα τού Δεκέμβρη ο Σταύρος αρρώστησε. Ή Μαργή φώναξε τ΄αδέρφια της καί τόν κατέβασε στό νοσοκομείο, στή χώρα, όπου τόν κράτησαν γιά κάμποσο. Μά κι όταν βγήκε, δέν ήτανε έτοιμος νά δουλέψει τή Λενιά.
Ήτανε η πρώτη τους μεγάλη δοκιμασία...
Σχεδόν τούς λείφτηκε τό ψωμί, κι ούτε τα Φώτα θα μπορούσε ο άντρας της οικογένειας νά βουτήξει γιά τή χάρη τού Σταυρού στήν προκυμαία!
Τή μέρα κείνη, σάν η καμπάνα σήμανε όρθρο, η Μαργή είχε κιόλας ξεφουρνίσει τό στρογγυλό ψωμί, γιά τήν εκκλησιά. Ό άρρωστος ανακάθισε στό στρώμα του, τήν κοίταξε μ’ αγωνία. Δέν τής πήρε πολύ νά νιώσει σίμωσε στό κρεβάτι, κάθισε πλάι του. Έσφιξε τό χέρι του, τόν κοίταξε, τού χαμογέλασε μέ συγκατάβαση.
Ό Γιωργίνης έκαμε τότε την εμφάνισή του στήν πόρτα.
Στάθηκε δίπλα στόν παραστάτη καί τήραγε βουβός. Υστερα πήρε νά μιλήσει, μά άχνα δέ βγήκε από τό στόμα του• ξεροκατάπιε σαστισμένος. Ήτανε μόλις δεκατριών.
Έφερε γύρα τό κρεβάτι κι έπιασε τ΄ άλλο χέρι τού πατέρα του.
-Τού χρόνου, πατέρα..., ψέλισε στό τέλος. Τού χρόνου...
Σήκωσε τό βλέμμα κι ατένισε τό Σταύρο δειλά.
-Τού χρόνου, θά βουτήξεις εσύ..., ματάπε. Σήμερα..., θά βουτήξω εγώ!!
Ό άνδρας γύρισε, κοίταξε τή γυναίκα του. Ή Μαργή έκρυψε τό στόμα μέ τό χέρι της.
-Ο Μήτσος τής Βαγγελίτσας βούτηξε απ’ τά δεκαπέντε του, συμπλήρωσε τό παιδί. Κι εγώ, μεγάλωσα πιά... Θά βουτήξω!
Ό Σταύρος έσφιξε τά χείλη, δέ μίλησε. Ή Μαργή αναλύθηκε σέ λυγμούς. ‘Υστερα πήρε το παιδί στήν αγκαλιά της, βάλθηκε νά τού χαιδεύει τά μαλλιά, νά τό φιλάει.
-Είσαι μικρός, Γιωργίνη μου! ψιθύρισε. Μικρός! Ό Χριστός δέν θά μάς κρατήσει κακία... Τού χρόνου θά ξαναβουτήξει ο πατέρας σου. Είσαι παιδί, ακόμη!...
-Όχι, όχι! Τό είδα στ’ όνειρο, πρέπει νά βουτήξω! Δός μου τήν ευκή σου, πατέρα!
‘Ο άλλος τόν κοίταξε μέ συγκατάβαση.
-Χίλιες ευκές, σου δίνω, βλαστάρι μου! έκαμε. Μά όχι νά βουτήξεις... Σά μεγαλώσεις, τότες ναί, βούτηξε καί βγάλε τό Σταυρό πρώτος απ’ όλους!
-Τόν βγάζω καί τώρα, τό Σταυρό! Πρέπει νά βουτήξω, τό είδα στ’ όνειρο, πατέρα!
Ό Σταύρος λοξοκοίταξε τόσο πεισματάρη πρώτη φορά, τόν έβλεπε, τό γιό του.
-Πρέπει νά βουτήξω, τό είδα στό όνειρο! ματάπε τό παιδί καί ξέσπασε σέ κλάμα.
Τό μικρό παραθύρι τής σοφίτας βίγλιζε ευθεία στό πέλαγο.
Ήτανε η σκοπιά, τό μετερίζι του. Πόσες φορές δεν ανακάθισε στό κρεβάτι του, ν’ αγναντέψει τή θάλασσα!
Τούς χειμώνες, σάν ό βοριάς λυσσομανούσε, κοίταζε τ’ αφρισμένα κύματα καί χαιρότανε τή ζεστασιά τού κρεβατιού, στή σιγουριά τής μικρής σοφίτας. Κι ένιωθε ξεχωριστή θαλπωρή ν’ ακούει από κάτω τή φωνή τού πατέρα νά μιλάει γιά τόν καιρό, γιά τήν ψαριά, γιά τ’ αύριο: «πάει ό βοριάς σά νά τόν φέρνει ανατολικό, τώρα», έλεγε καμιά φορά. Κι άκουε συνάμα ό Γιωργίνης τή βροχή νά δέρνει τό τζάμι τ’αγαπημένου του παραθυριού καί τή στέγη τής σοφίτας, κι έσερνε τις κουβέρτες πάνω απ’ τό κεφάλι του.
Μοναδική, καμιά φορά σκέψη του, οί ναυτικοί, πού θαλασσοδέρνουνταν στ’ ανοιχτό πέλαγος, κι η αγωνία τους, ωσότου ματαγυρίσει κάλμα. Κι άλλοτε, στούς καλούς καιρούς, μέτραγε απ’ τό χαμηλό παραθυράκι τά φωτάκια από τις βάρκες πού είχανε βγει στήν ψαριά, καί προσευχόταν άμποτες η Παναγιά νά γέμιζε τό δίχτυ τους, νά αβγάταινε τις σοδειές τους!
Σήμερα, καθότανε στή γωνιά τού κρεβατιού, καί μέ τούς αγκώνες στά γόνατα, τό κεφάλι στά δυό του χέρια, έβλεπε λυπημένος στήν προκυμαία τόν Αγιασμό -ο πατέρας τού είχε απαγορέψει νά πάει.
Καί νά! Ό παπά Γιάννης ο Σκαντζής σηκώνει τό χέρι του, τινάζει τό Σταυρό.
Ή κόκκινη κορδέλα φτερούγισε στόν αέρα καί βούτηξε στή θάλασσα. Έξι μ’ εφτά κολυμβητές ταράξαν ξωπίσω της τό νερό καί χάθηκαν στό γαλάζιο του.
Δέν περνά πολύ καί νάτους, πάλι! Όλα τά καϊκια σφυρίζουν τό φόρτε τους. Ένας τους έχει υψωμένο μέ καμάρι τό χέρι του, οι άλλοι σιμώνουν για νά προσκυνήσουν.
Τό ίδιο έγινε τή δεύτερη καί τήν τρίτη φορά.
Καί τότε, καθώς τό χέρι μέ τό κόκκινο σημάδι υψώθηκε απ’ τό νερό, μιά βουή σύρθηκε πάνω απ’ τό πλήθος.
Ό Γιωργίνης τεντώθηκε, πίσω απ’ τό παράθυρο ο άλλοι βουτηχτές δέ σιμώναν τώρα νά προσκυνήσουν!...
Ενιωσε τήν καρδιά νά φτερουγίζει από αγωνία.
Ό παπάς σήκωσε τά χέρια του, τά κούνησε άγαρμπα στούς νέους στό νερό, κι αυτοί μεμιάς ξαναβούτηξαν.
Μετακάθισε σαστισμένος μά, τί έγινε; Τό μυαλό του πήγε στ’ όνειρο καί η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Ω, Θεέ μου!
Κουτρουβάλησε τά σκαλοπάτια στή στιγμή, κι αγνοώντας τις φωνές τού πατέρα του, έτρεξε μ’ όση δύναμη του δίναν τά πόδια του στήν προκυμαία, ενώ δυνατοί λυγμοί ταράζαν τό στήθος του...
Ό κόσμος είχε πιάσει ν’ αραιώνει.
-Κάτι κακό θά γενεί στό χωριό μας! έλεγαν. Τέτοιο πράμα δέ ματαγίνηκε! Νά λυθεί ή κορδέλα, νά χαθεί ό Σταυρός!... Τά παλικάρια δέ βγαίνουν απ’ τό νερό ωσότου τόν βρούνε, ώστόσο... Ή Παναγιά νά φυλάει, από τούτο τό σημάδι!...
Προσπέρασε τόν παπά και στάθηκε νά τηράει στό νερό, καθώς δάκρυα αυλακώναν τά μάγουλά του.
Οι βουτηχτές ξαναβγήκαν άπραχτοι -ό Σταυρός, όχι, δέ βρισκόταν...
Ή Χαρούλα σίμωσε βουβή κι έπιασε τό χέρι του.
-Τ΄ όνειρο! Τ΄ όνειρο! ψέλιζε αυτός, σά νά παραμιλοϋσε.
Είχε δεί στ΄ όνειρο, πώς βούτηξε κι αυτός, κι είχε ευτυχήσει νά βγάλει τό Σταυρό... στήν τρίτη κατάδυση!...
Τό Μάρτη ό Σταυρής είχε πιά γίνει τελείως καλά.
Αρκετά καί η Λενιά είχε ξαρμυρίσει έξω απ’ τό κύμα.
Έτούτη η κακοτυχιά στάθηκε μιά καλή ευκαιρία νά πάρει μιά ανάσσα κι αυτή.
Ό Γιώργης βοήθησε τούς μπαρμπάδες του νά τή σύρουν στό γυαλό, καί μόλις η αρρώστεια άφησε τόν πατέρα νά σταθεί στά πόδια του, ήτανε περήφανος πού μπορούσε νά τού δώσει κι αυτός ένα χέρι στό καλαφάτισμά της νά τριφτεί η μπογιά, νά κατραμωθούν οι αρμοί, νά ξαναβαφτεί καινούρια.
-Θά μέ παίρνεις πιό συχνά, πατέρα, τώρα μαζί σου; είχε πολλές φορές ρωτήσει τό Σταύρο τήν ώρα τής δουλειάς.
-Μά εσύ έχεις τό σχολειό! έλεγε αυτός. Πρώτα τό διάβασμα, ύστερα τ’άλλα!
΄Ετσι, σιγά σιγά ήρθε ο καιρός, πού πατέρας καί πλεούμενο ήτανε έτοιμοι νά ξαναπαλαίψουνε μέ τό κύμα.
Ό Γιωργίνης φώναξε τ΄ αδέρφια τής μάνας του νά βοηθήσουν νά συρθεί η βάρκα στό νερό. Ό Σταυρής έκανε κουμάντο στό τράβηγμα καί ο Γιωργίνης επιθεωρούσε παρέκει.
Ή Λενιά είχε κάμει τό μισό δρόμο, όταν ένα μαδέρι γλίστρησε κι έπεσε πάνω στόν οδηγό τής καρίνας. Ο μικρός, πρίν προλάβει ν΄αντιδράσει κανείς, θέλοντας κι αυτός νά προσφέρει κάτι, τινάχτηκε, ζύγωσε απ’ τό πλάι τό σκαρί κι άπλωσε τό χέρι του νά πιάσει τό καδρόνι. Μά η βάρκα συνέχισε τήν πορεία της κι όπως τό παιδί πήγε νά σηκώσει τό ξύλο, αυτή τό χτύπησε καί σπρώχνοντάς το εμπρός, πλάκωσε τό χέρι του πάνω στόν όδηγό!
Ό Γιώργης έβγαλε άγρια κραυγή καί λιποθύμισε.
-Παιδί μου! έκραξε ο πατέρας κι έτρεξε.
Ή βάρκα πήγε νά χάσει τήν ισορροπία της, μέ κίνδυνο νά πλακώσει καί τούς δυό, πού κοίτουνταν δεξιά της. Μέ πολλή προσπάθεια τή συγκράτησαν, τήν έσυραν πίσω και λευτέρωσαν τό λαβωμένο χέρι. ‘Ομως, ποιό χέρι; Δάχτυλα δέν ξεχωρίζαν μεταξύ τους, η παλάμη όλάκερη μιά ματωμένη σάρκα!
Ή Μαργή, μέ σπαραχτική κραυγή, έτρεξε στό γυαλό.
-Γρήγορα! Γρήγορα στή Χώρα! ούρλιαξε ό άντρας της, κουβαλώντας τό μικρό στήν αγκαλιά του.
Ήτανε η δεύτερη μεγάλη δοκιμασία τους...
Ο γιατρός κούνησε τό κεφάλι σκεφτικός.
-Τά κόκαλα θά δέσουν! έκαμε. Μά πρέπει νά βγεί ο γύψος γιά νά δούμε καί τά νεύρα... Αλλά, έχει ό Θεός!...
-Δηλαδή, γιατρέ..., πήγε νά ψελλίσει η Μαργή, μά κείνος τήν έκοψε:
-Όχι, όχι! Δέν θά σκεφτούμε τίποτ΄ άλλο, τώρα! Κάνουμε ύπομονή και ελπίζουμε! έκαμε μ’ένα κίνημα του χεριού.
-Παναγιά μου... η χάρη σου...! ύψωσε δακρυσμένα τα μάτια της στόν ουρανό, η μάνα.
Ό καιρός πέρασε.
Τόν Απρίλη έκοψαν τό γύψο, μά τό χέρι δέ σάλεψε απ’ τόν καρπό καί κάτω ό Γιωργίνης δέν τό ένιωθε κάν.
Ό γιατρός του είπε νά κάνει υπομονή, μέ τήν προσπάθεια θ΄άρχιζε σιγά σιγά νά κουμαντάρει και πάλι τά δάχτυλά του.
Όμως, τό παιδί είχε πρόβλημα. Στό σχολειό έπιασε νά γράφει μέ τ΄αριστερό, μά δέν τά κατάφερνε. Ύστερα, στά διαλείμματα, μή μπορώντας νά παίζει μέ τούς συμμαθητές σάν παλιά, άρχισε ν΄απομονώνεται, νά κλείνεται στόν εαυτό του, νά γίνεται δύστροπος.
-Πάει, τόν χτύπησε νεραϊδικό! πιάσαν νά ψιθυρίζουν μεταξύ τους οι γείτονες κι οι χωριανοί.
-Τόν χτύπησε νεραϊδικό, νεραϊδοπάρθηκε! άρχισαν ύστερα από λίγο νά λένε κι οι συμμαθητές του.
Μά ό Γιωργίνης δέ νεραϊδοπάρθηκε.
Απλά, δέν έβρισκε τή δύναμη νά υποταχτεί στήν καινούρια του ζωή. Όταν ό δάσκαλος έγραφε τό μάθημα στόν πίνακα, έπρεπε νά δανειστεί γιά τό σπίτι τό τετράδιο κάποιου συμμαθητή, καί ν΄αγγαρέψει γι’ αντιγραφή τή Χαρούλα, τήν αδερφή του.
Οταν έπαιζε μέ τά παιδιά κάποιο παιχνίδι κι έχανε, τόν κοιτάζαν συμπονετικά καί τού ‘λεγαν: «Δέν πειράζει, Γιώργη!». Μα αυτός δέν άντεχε τό βλέμμα τους, τήν περίσσια τους συγκατάβαση, τήν άδολη παρηγοριά τους! Δέν άντεχε νά τόν βλέπουνε σά σακάτη! Γιατί, ό ίδιος, στό βάθος, σακάτης δέν ένιωθε...
Κι έβρισκε τότε καταφύγιο στ΄ αγαπημένο παραθύρι, τή βίγλα του, στή μικρή σοφίτα... Καθόταν στό προσκέφαλο, μέ τήν πλάτη στό κρεβάτι του, κι αγνάντευε τή θάλασσα. Στό βάθος τού ορίζοντα, εκεί όπου η άκρη της έσμιγε μέ τό γαλάζιο τ΄ ουρανού, ονειρευότανε, σ’ ένα καράβι δικό του, νά σεργιανίζει λεύτερος σ’ όλα τά νησιά καί τίς χώρες!
Καί τότε ανοίγαν τά στήθη του, σάν κόμπος ένα παράπονο ανέβαινε απ’ τήν καρδιά στό λαιμό του, τού ΄κοβε τήν αναπνοή, ύγραινε τά μάτια του. «Γιατί, Θεέ μου;»
Κι έρχουνταν συνάμα στό μυαλό του οί φορές πού έμεινε αδιάβαστος γιατί δέ πρόλαβε ν΄ αντιγράψει τό μάθημα, τά βλέμματα τής λύπησης από τούς συμμαθητές, ό βουβός πόνος τής μάνας του... Ναί, όλα τά ΄νιωθε, ό Γιωργίνης! Έτούτη η κακοτυχιά, λές τόν ωρίμασε σέ μιά στιγμή δέκα χρόνια, τού είχε ανοίξει τήν καρδιά, τό μυαλό, τά μάτια του! Όλα τά ένιωθε, όλα τά νογούσε, όλα τά έβλεπε!
Μόνη του παρηγοριά ετούτη η βίγλα του, καί τό εικόνισμα του Χριστού, που πάντα έδειχνε ν΄ακούει τόν πόνο του... Τόν κοίταζε μέ τό μειλίχιο βλέμμα του, πού παράβγαινε στήν απεραντοσύνη του, τό ξάγναντο του πελάγου! Ω! πόσα μυστικά τής παιδικής ψυχής δέ χώνεψε στή γαλήνη του, τούτο τό βλέμμα!
Κι όσο πιό πολλή παρηγοριά στάλαζε μέσα της, άλλο τόσο αβγάταινε η καλωσύνη καί η ζεστασιά του! Αυτή η σοφίτα στάθηκε η αγκαλιά, πού τόν κανάκεψε στόν πόνο του, καί τού ‘δωκε γιά βάρσαμο, στήν απεραντοσύνη τούτης τής ματιάς, τόν καλύτερο φίλο! Ενα φίλο, πού σιωπηλός άκουγε, χωρίς ν΄ανοίξει στόμα παρηγορούσε.
Ναί, ό μικρός τό ήξερε, πώς ό Χριστός τόν άκουγε βουβά κι έπιανε, μέ τό αφτί τής ψυχής, μιά γλυκειά φωνή, νά τού λέει: «καλέ μου Γιωργίνη! Αν έχεις εμένα, δέ σου λείπει τίποτα!».
Εκλεινε τότε τά μάτια του κι έβλεπε τόν εαυτό του ν΄αντιγράφει άνετα από τόν πίνακα μέ τό δεξί, νά πετάει τή μπάλα μέ δύναμη, παίζοντας στά διαλείμματα μέ τούς φίλους, ή νά τούς σέρνει απ’ τήν πλάτη, τρέχοντας ξωπίσω τους, σάν παλιά. Άλλοτες, πάλι, μέ τόν αυθορμητισμό τής παιδικής απλότητας, τολμούσε ν΄ αντιτείνει: «μά δέν έχω τό χεράκι μου, Χριστέ μου!».
Τότες η φωνή γινότανε μεμιάς αυστηρή: «Οχι! Σέ μένα δέν υπάρχουν κουλοί! Οποιος μέ κοιτάει στό πρόσωπο κι αποθέτει τόν πόνο του στά πόδια μου, κι άν είναι νεκρός, ζεί! Μαζί μου δέν υπάρχουν ανάπηροι!». Κι έγερνε μεμιάς τό κεφάλι του ό μικρός σ’ ένα ύπνο γαλήνιο, όπου όλα ήταν όμορφα και οι τρεχάλες καί τά παιχνίδια δίναν κι έπαιρναν δίχως τελειωμό, σέ κάθε διάλειμμα, στό σχολείο!
Οι μήνες πέρασαν.
Ό γιατρός, σάν ξαναείδε τό παιδί, εξανέμισε καί τίς στερνές τους ελπίδες. Μά στό Γιωργίνη είπε άλλα -πώς νά πληγώσεις μιά αθώα ψυχή;
Ομως, πράγμα παράδοξο, ό Σταύρος κι η Μαργή τελευταία έβλεπαν τήν ψυχολογία του γιού τους μέ τόν καιρό νά ΄χει πάρει τα πάνω της. Τό παιδί είχε πάψει νά κλείνεται στόν κόσμο του, ξαναγύριζε σιγά-σιγά στά παιχνίδια του, στις τρεχάλες στήν πλατεία! Μήπως -αλήθεια- κάναν έγκλημα, νά τόν κρατούν στό σκοτάδι;...
Ο βοριάς μούγκριζε λυσσασμένα.
Στροβίλιζε τή βροχή καί τή χτυπούσε δυνατά στό παράθυρο.
Ό Γιώργης καθόταν σταυροπόδι μπρός στό τζάκι. Είχε βάλει κάμποσα κάστανα καί τ΄ ανασκάλευε μέ τή μασιά νά ψηθούν.
Ή Μαργή ύφαινε στόν αργαλειό, ή Χαρούλα έπλεκε. Ητανε πιά κόρη τής παντρειάς ετοίμαζε τήν προίκα της.
Στήν απέναντι γωνιά ό Σταύρος έπλεκε τό δίχτυ του. Ητανε η ασχολία της ρουτίνας, σάν ό καιρός τόν ανάγκαζε σ’ ανάπαψη απ’ τήν ψαριά.
Τρείς μέρες μέναν γιά τά Χριστούγεννα. Δυο χρονιές είχανε περάσει από το ατύχημα του παιδιού, σέρνοντας, σέ τούτο τόν απόμερο κόσμο, στή ζωή τού κάματου, τόν καθένα μέ τό σταυρό του.
Ό Γιώργης ήτανε στά δεκαπέντε του.
Τό χέρι του έμενε ξερό, όμως τούτο έμοιαζε πιά μιά ασήμαντη λεπτομέρεια. Είχε μάθει, έστω και δύσκολα, νά γράφει μέ τ΄ αριστερό, κι ύστερα απ΄ τήν προηγούμενη χρονιά, πού τήν έχασε, φέτος είχε γραφτεί στό γυμνάσιο, στή Χώρα. Ετρεξε πάλι στήν πλατεία μέ τούς φίλους του, έπαιξε μπάλα, κολύμπησε τό καλοκαίρι στό γυαλό. Τό “νεραϊδικό” τόν είχε αφήσει! Από κάμποσο, μιά ιδέα είχε καρφωθεί στό μυαλό του.
-Θά μ’ αφήσεις νά βουτήξω τά Θεοφάνεια, πατέρα; έκαμε άξαφνα.
Ό Σταύρος πάγωσε. Αλυσσίδα περάσαν στο μυαλό του η επιμονή πρίν δυό χρόνια του παιδιού, ό περιορισμός του στή σοφίτα, τό ψυχόκαμά του, τότε, στήν αστοχιά τών βουτηχτών, τό παραλήρημα πού ακολούθησε. Κι ένιωσε πάλι τήν καρδιά νά ξεπεταρίζει, σάν κάθε φορά πού τολμούσε ό λογισμός νά συσχετίσει όλα τούτα, μέ τήν κακή στιγμή πού ακολούθησε -τό ατύχημα του μικρού. Είχε κάμει καλά, πού του ΄χε αρνηθεί; Δέν ήτανε πιά τόσο σίγουρος! Τουλάχιστον όσο ήτανε γιά κάτι άλλο: ό Γιώργης είχε μεστώσει τότες μέσα του πώς, ήτανε θέλημα Θεού νά έβγαζε εκείνος τό Σταυρό, στήν τρίτη κατάδυση! Καί τώρα, νά!
-Θά μ’ αφήσεις, πατέρα;
Μέ τί ευκολία είχε πεί τό όχι, τότες! Μά τότες ήταν αλλιώς ό Γιωργίνης ήτανε μόλις δεκατριών. Κι όσο γιά κείνο τό όνειρο -ω, κείνο τό όνειρο, πόσο είχε κάμει τό παιδί δυστυχισμένο! Κανείς δέν έδωσε σημασία τότες σ΄ ένα όνειρο! Μά κυρίως, τότες, κανείς δέν είχε λόγο νά μή τού χαλάσει χατήρι...
Ναί, τότες, ήταν όλα διαφορετικά! Ενώ, τώρα... Τώρα ό πατέρας ένιωθε πως ένα όχι ήτανε τόσο βαρύ, όσο, ίσως, ούτε ο κίνδυνος τού θανάτου! Ήτανε από τις στιγμές, πού ένα χαμόγελο αξίζει μιά ζωή -ένα χαμόγελο τού Γιωργίνη! Έξόν, καί πού κίνδυνος δέν υπήρχε τό παιδί, μ’ όλο του τό πρόβλημα, ήτανε δεινός κολυμβητής..
-Θά μ’ αφήσεις;
Σήκωσε επιτέλους τό κεφάλι, τόν κοίταξε.
-Τό θέλεις, λοιπόν, τόσο πολύ;
-Ω, πατέρα, ναί! Κι άν θέλει ό Χριστός, καί τόν Σταυρό τόν βγάζω μέ τ΄ αριστερό!
Το χέρι της Μαργής τινάχτηκε ασυναίστητα και χτύπησε μέ δύναμη τό τελάρο.
Ο Σταύρος κούνησε τό κεφάλι.
-Εστω, είπε. Ας είναι, γιά τό καλό! Κι άν δέ βγάλεις, δά, καί τό Σταυρό, δέ χάλασε ό κόσμος...
Τό παιδί άνοιξε τά χέρια κι έπεσε στήν αγκαλιά τού πατέρα του...
Ο παπα-Γιάννης ο Σκαντζής σήκωσε τό χέρι του. Ή κορδέλα φουρφούρισε στόν αέρα καί χάθηκε στό νερό. Οι βουτηχτές σύραν ξωπίσω.
Οι σειρήνες ούρλιαξαν, σάν ό Σταυρός ανέμισε πρώτη φορά πάνω απ’ τή θάλασσα. Τό ίδιο κι ύστερα από λίγο.
Τό μυαλό τού Γιωργίνη πήρε στροφές. Οχι... Δέν ήρθε νά ξεπαγιάσει δίχως λόγο. Είχε προσευχηθεί στό Χριστό. Τόν είχε κοιτάξει καταπρόσωπο, η απεραντοσύνη κείνης τής ματιάς είχε ξεχειλίσει τήν καρδιά του μ’ ελπίδα! «Σέ μένα δέν υπάρχουν ανάπηροι!», είχε ηχήσει η γλυκειά φωνή στήν ψυχή του.
Ναί, έπρεπε νά φανεί αντάξιος, τουλάχιστο νά πασκίσει, ν΄αγωνιστεί... Είχε παρατηρήσει πώς οι μεγαλύτεροι, μέ τήν εμπειρία τους, άρπαζαν κάθε φορά τό Σταυρό, σχεδόν πρίν πιάσει πάτο. Καί ήξερε, πώς η μεγαλύτερη δυσκολία ήτανε νά προσαρμοστεί η όραση μές στό νερό. Ύπολόγισε λοιπόν τήν κατεύθυνση τής νέας ρίψης καί βυθίστηκε, έχοντας πρός τά κεί τήν προσοχή του.
Καί νά! Μιά άσπρη γραμμή σκίζει τό νερό καί... ώ, Θεέ μου!, η κορδέλα λύνεται απ’ τό Σταυρό, πού μ’ ένα λαμπίρισμα βυθίζεται στή λάσπη του βυθού! Οι άλλοι δέν κατάλαβαν καν τι γίνηκε, μήτε πρόλαβαν νά δουν τίποτα, πέρα από την κόκκινη κορδέλα. Ό Γιωργίνης μέ τρείς απλωτές βρέθηκε πάνω από τον Σταυρό, έκαμε ν΄απλώσει το αριστερό καί κοκάλωσε.
Οχι, τούτο δέν είχε ματαγίνει! Νά πιάσει τό Σταυρό μέ τ΄αριστερό; Θά τό σχολιάζαν, θά λέγανε “κακό σημάδι”. «Βιάστηκε -ίσως έλεγαν- νά κάμει κάτι, πού δέν ξαναγίνηκε! Γιατί βιάστηκε; Αυτός πού δέ μπορεί νά κάμει τό Σταυρό του σά σωστός χριστιανός, άρμοζε νά βεβηλώσει τό ιερό Σύμβολο, νά τό πιάσει μέ τό ζερβό; Νά πάρει, ίσως, τό χωριό στό λαιμό του; ‘Η τάχα εκδικήθηκε, πού δυό χρόνια πιό μπροστά τό “σημάδι” ξέσπασε πάνω του; Τώρα σέ ποιόν νά ξεσπάσει η αναποδιά;».
Οι άλλοι σιμώναν. Τό ψυχανεμίστηκαν πώς ό Γιώργης είδε τό Σταυρό. Νά! Μερικές ακόμη απλωτές καί κάποιος θ΄ απλώσει τό χέρι νά σκαλίσει τή λάσπη, μπρός του!
Άπλωσε τό δεξί. Ισως κατάφερνε νά μπλέξει τό Σταυρό στά δάχτυλα καί νά τόν κρατήσει. Τά βούτηξε στή λάσπη τού βυθού καί τά ΄συρε πρός τό μέρος του. Τό μέταλλο στραφτάλισε στό χέρι του, η καρδιά του φτερούγισε. «Ω, Χριστέ μου! Δώσε νά μή μου γλυστρήσει ό Σταυρός!», θερμή δέηση ανάβλυσε από τα σπλάχνα του. «Σέ μένα δέν υπάρχουν ανάπηροι!», άκουσε ξανά τή γνώριμη φωνή στήν ψυχή του. Κι αμέσως... ώ, Θεέ μου! Να!! κρυάδα τού μετάλλου στήν παλάμη του! Πώς ήτανε δυνατόν; Τό χέρι αυτό δέν ήτανε δικό του, αφόντας τό ΄χε πλακώσει η καρίνα τής Λενιάς. ‘Ητανε ξένο, ξύλινο, ξερό, δέν τό κουμάνταρε, δέν τό είχε...
Ασυναίσθητα, σέ μιά μηχανική προσπάθεια να συγκρατήσει τον Σταυρό, ένιωσε τόν αντίχειρα νά κινείται! Και καθώς εκείνο πήγε νά γλιστρήσει, κινήθηκε καί ό μεσαίος καί τόν κράτησε!
Ό Γιώργης ένιωσε ξαφνικά νά καίγεται στό παγωμένο νερό, νά έχει χάσει τήν αίστηση τού χώρου, καί καθώς γύρισε τό κεφάλι στό σημείο πού ό χλωμός ήλιος καθρεφτιζότανε στήν επιφάνεια, ένιωσε νά ζαλίζεται, τά μέλη του νά κινούνται αργά, δίχως νεύρο, παρόλη τήν προσπάθεια, νά πλέει χαλαρός σέ μιά θάλασσα γαλήνια καί ζεστή, τ΄αφτιά του βουλωμένα, τά μάτια του θαμπά. Υστερα, μεμιάς, ένιωσε νά πνίγεται! Εβαλε όλη του τή δύναμη καί μέ μιά τελευταία ώθηση πετάχτηκε έξω απ’ τό νερό, σφίγγοντας γερά τό Σταυρό στό δεξί του!!
Οι σειρήνες βούϊξαν.
Γιά μιά στιγμή, τό πλήθος κοίταξε βουβό. Αυτό πού έβλεπαν, όχι, δέν τό πιστεύαν! Δέν ήτανε δυνατόν, τά μάτια τους τούς γελούσανε!! Κι όμως, ήτανε ό Γιώργης του Σταυρή! Εκλαιε μέ λυγμούς, καθώς κολυμπούσε πρός τήν προβλήτα. Υστερα, μεμιάς, όλοι ζωντάνεψαν! Μεγάλη φωνή σηκώθηκε στόν αέρα! « Ό Γιώργης! Ό Γιώργης τού Σταυρή! Θάμα! Θάμα!» έσκουζαν.
Ή Μαργή μέ μιά φωνή τινάχτηκε καί σπρώχνοντας άγαρμπα ζερβόδεξα, σίμωσε στήν άκρη τού μόλου. Ό Σταύρος, πού είχε σιμώσει νωρίτερα γιά νά παρακολουθήσει τό γιό του, είχε κιόλας βουτήξει μέ τά ρούχα στή θάλασσα. Ήθελε νά ψηλαφίσει, νά δεί, νά τόν σφίξει στήν αγκαλιά του!
-Παιδί μου! Γιωργίνη μου! τόν έπνιξε στά φιλιά, καθώς ανταμωθήκαν στό νερό.
-Τ΄όνειρο! Τ΄όνειρο...! έλεγε μόνο αυτός, μές στ΄ αναφιλητά του.
Ό Σταύρος δέ μίλησε -τί μπορούσε νά πεί; Ισως, μόνο τούτο: πώς ό ίδιος, μ’ όλη τή μπόρεση κι εμπειρία του, δέν ήτανε καθόλου σίγουρο πώς θα ΄χε βγάλει τό Σταυρό, καί ειδικά στήν τρίτη κατάδυση, πού είχε λυθεί η κορδέλα! Άλλο πάλι καί τούτο! Ακριβώς σά δυό χρόνια νωρίτερα, πού είχε δεί το όνειρο, ό Γιωργίνης! Σύμπτωση; Τ΄ όνειρο πρίν δυό χρόνια, η παράδοξη εμμονή του παιδιού, τό λύσιμο τής κορδέλας στήν τρίτη κατάδυση; ‘Ολα συμπτώσεις; Καί τ΄ άλλο;... Ό Σταύρος τό είχε δεί καθαρά, πρίν ακόμη ό παπα-Γιάννης ρίξει τό Σταυρό, ό Γιώργης είχε βουτήξει! Αν ήτανε σύμπτωση κι αυτό, οι συμπτώσεις γίνουνταν πολλές, αντί νά εξηγούν έμπλεκαν πιο πολύ την «εξήγηση»!
Ανέβηκε πίσω απ’ τό γιό του τά σιδερένια σκαλιά.
-Θάμα! Θάμα! έσκουξαν ξανά ο χωριανοί, σάν είδαν μπρός τους τό παιδί νά δίνει στόν παπα-Γιάννη τό Σταυρό πού κρατούσε σφιχτά στό δεξί του.
Ό Σταύρος αναζήτησε με το βλέμμα ένα γύρο τή γυναίκα του.
Τήν είδε παρέκει δακρυσμένη, μέ τή Χαρούλα καί τή μάνα του, μέσα σέ συγγενείς καί γείτονες, ν’ αγκαλιάζουνται, νά φιλιούνται.
Τής χαμογέλασε γλυκά, έδειξε μ’ ένα νεύμα τόν ουρανό, καί σταυροκοπήθηκαν κι οι δυό τους...

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Θέματα”