Επειδή μπήκε θέμα για το προπατορικό αμάρτημα και τις συνέπειές του, και το ποιος και πως απαλλάσσεται από αυτές, το οποίο κατέληξε άδοξα, νομίζω ότι πρέπει να το ξανασυζητήσουμε, βάζοντάς το όμως στις σωστές του βάσεις.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος λέει στους Φαρισαίους που ήρθαν να μάθουν ποιος είναι:
«11 εγώ μέν υμάς βαπτίζω εν ύδατι εις μετάνοιαν· ο δε οπίσω μου ερχόμενος ισχυρότερός μου εστιν, ού ουκ ειμί ικανός τα υποδήματα βαστάσαι· αυτός υμάς βαπτίσει εν Πνεύματι αγίω και πυρί·» (Ματθ. 3, 11)
Και ο Χριστός λέει στο Νικόδημο:
«3 απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτώ· Αμήν αμήν λέγω σοι, εάν μη τις γεννηθή άνωθεν, ου δύναται ιδείν την βασιλείαν τού Θεού. 4 λέγει προς αυτόν ο Νικόδημος· Πώς δύναται άνθρωπος γεννηθήναι γέρων ών; μη δύναται εις την κοιλίαν της μητρός αυτού δεύτερον εισελθείν και γεννηθήναι; 5 απεκρίθη Ιησούς· Αμήν αμήν λέγω σοι, εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν τού Θεού. 6 το γεγεννημένον εκ της σαρκός σάρξ εστιν, και το γεγεννημένον εκ τού Πνεύματος πνεύμά εστι.» (Ιωαν. 3, 3-6).
Επομένως κανείς δεν μπορεί ν’ απαλλαγεί από τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος, που μεταφέρονται δια της κατά σάρκα γεννήσεως από γενιά σε γενιά, παρά μόνο αν βαπτισθεί και αναγεννηθεί «εξ ύδατος και Πνεύματος».
Επικουρικά παραθέτω δυο κείμενα τα οποία εξηγούν την εν δυνάμει απαλλαγή από τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος δια του Αγίου Βαπτίσματος.
«Βάπτισμα
Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά
Ανδρέα Θεοδώρου, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, 1997, σελ. 156-161

Γιατί βαπτιζόμαστε στο όνομα της Αγίας Τριάδος;
Για ν' αποβάλουμε το χιτώνα της φθοράς και να ντυθούμε τη δόξα του Χριστού. Με το χιτώνα της φθοράς μας έντυσε με την παράβαση του ο Προπάτορας, που μας κληροδότησε μια φύση χαλασμένη, στην οποία μπαίνουμε όλοι ανεξαίρετα οι άνθρωποι με τη φυσική μας γέννηση. Η φύση αυτή της φθοράς εμποδίζει την είσοδο στη Βασιλεία του Θεού. Πρέπει οπωσδήποτε ν' αφανισθεί και αυτό πετυχαίνεται στο ιερό βάπτισμα (Ιωαν. 3,3). Παράλληλα πρέπει να ντυθούμε το Χριστό («Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε Χριστόν ενεδύσασθε» ψάλλει η Εκκλησία μας), να αναγεννηθούμε, να γίνουμε μία νέα πνευματική ύπαρξη και ζωή.
Το βάπτισμα, λοιπόν, είναι η τελετή εκείνη που ίδρυσε ο Χριστός, κατά την οποία ο άνθρωπος, βαπτιζόμενος σε αγιασμένο νερό με τριττή κατάδυση και ανάδυση στο όνομα της αγίας και ζωοποιού Τριάδος, αφ ' ενός μεν αποβάλλει την παλαιά φύση της αμαρτίας (το προπατορικό αμάρτημα), αφ' έτερου δε άναγεννάται σε μια καινούργια ένθεη ύπαρξη, φυτεμένη στη χάρη του Θεού.
Το βάπτισμα είναι κορυφαίο μυστήριο. Ονομάζεται «κυριακό», γιατί στη Γραφή υπάρχει ρητή πληροφόρηση για την άμεση σύσταση του από τον Κύριο (Ματθ. 28,19). Δια του βαπτίσματος ο άνθρωπος φυτεύεται μυστικά στο άχραντο σώμα του Χριστού, γίνεται επίσημα μέλος της Εκκλησίας και έχει το δικαίωμα συμμετοχής του και στα υπόλοιπα εκκλησιαστικά μυστήρια.
Αφού δια του βαπτίσματος καταργείται το σώμα της αμαρτίας, γιατί εξακολουθεί να αμαρτάνει μετά ταύτα ο άνθρωπος;
Δύσκολο το ερώτημα. Φυσικά και μετά την εκρίζωση της αμαρτίας δια του βαπτίσματος ο άνθρωπος δεν παύει να είναι λογικός και ελεύθερος. Όπως δε ο πρωτόπλαστος, αν και πλασθείς καθαρός από την αμαρτία, όμως έπεσε σ ! αυτή κάνοντας κατάχρηση της λογικής του ελευθερίας, έτσι κι ο βαπτισθείς, καίτοι ολοκάθαρος μετά το λουτρό της παλιγγενεσίας, μπορεί να αμαρτήσει ως προσωπικότητα λογική και ελεύθερη. Βέβαια εδώ δεν πρόκειται απλώς για τη δυνατότητα της αμαρτίας, που έγκειται σε κάθε λογική φύση, αλλά περί ροπής προς την αμαρτία, περί φρονήματος σαρκικού ( concupiscentia = επιθυμητικό), που είναι άπορο πως παραμένει, μια και η ρίζα του (η φθαρμένη φύση) έχει καταργηθεί από το βαπτισθέντα. Πραγματικά έχουμε δογματικό πρόβλημα.
Να μην εκριζώνεται άραγε σε όλη της την έκταση η αμαρτία από τη φύση του βαπτισθέντος και να εξακολουθούν να παραμένουν εισέτι λείψανα της σ' αύτη; Μια απάντηση μπορεί να είναι η ακόλουθη. Το αμαρτητικό εξακολουθεί να παραμένει στη φύση του αναγεννηθέντος κατά παραχώρηση και παιδαγωγία Θεού. Ο Θεός δηλαδή επιτρέπει την παρουσία του, για να έχει ο βαπτισθείς ένα κίνητρο πνευματικών αγώνων, ώστε να κερδίζει κι αυτός, κατά κάποιο τρόπο, τη σωτηρία του, συνεργαζόμενος με τη χάρη του Θεού. Έτσι εκείνος που με ολιγωρία φέρεται προς την αμαρτητική ορμή, είναι ενδεχόμενο, αμαρτάνοντας βαριά, να χάσει τη δικαίωση που έλαβε δια του βαπτίσματος, και στο τέλος να χάσει την ψυχή του. Ενώ άλλος, καταγωνιζόμενος με τη χάρη τοϋ Θεσϋ το έπιθυμητικό, μπορεί να προαχθεί πνευματικώς και να κερδίσει την αιώνια ζωή. Στην πράξη διαπιστούται σαφώς το διττό αυτό ενδεχόμενο. Όλοι οι βαπτιζόμενοι δεν είναι το ίδιο. άλλοι αναδεικνύονται άξιοι της υψηλής κλήσεως και άλλοι όχι (Ματθ. 20,16). “
Πηγή: Αποστολική Διακονία
( http://www.apostoliki-diakonia.gr/GR_MA ... =4.4.1.htm )
«Η Θεολογία του Βαπτίσματος
Για την Ορθόδοξη εκκλησία το βάπτισμα αποτελεί ένα απο τα επτά μυστήριά της. Σύμφωνα μάλιστα με το υπόμνημα της Μεγάλης Παρασκευής το βάπτισμα όπως και η Θεία Ευχαριστία εξέρευσαν εκ της τρωθείσης πλευράς του Ιησού Χριστού[17]. Κατά τον Απόστολο Παύλο δόθηκε απο τον Κύριο για να λυτρωθεί ο άνθρωπος από το προπατορικό αμάρτημα και από τις προσωπικές αμαρτίες[18]. Η τριττή κατάδυση στην ορθόδοξη θεολογία συμβολίζει την τριήμερο ταφή και ανάσταση του Χριστού[19]. Έτσι πέρα απο μια τελετουργική υποδοχή των πιστών στο σώμα της εκκλησίας, πέρα απο τη λήψη της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος, αποτελεί συμμετοχή στο θάνατο και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Ο κάθε νεοφώτιστος με την βάπτιση αποθέτει τον Παλαιόν άνθρωπον και εξέρχεται απο το μυστήριο αναγεννημένος ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ευαγγελιστή Ιωάννη[20].
Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση ο νεοφώτιστος πρέπει να καταδύεται πλήρως στο ύδωρ (τριττή κατάδυση), ενώ η δι'επιχύσεως ή ραντίσματος βάπτιση αποτελεί κακοδοξία. Το μυστήριο αυτό τελείται στις 8 ή τις 40 ημέρες από την γέννηση, ενώ υπάρχουν και ομολογίες οι οποίες δέχονται την βάπτιση μόνο μετά την ενηλικίωση. Η βάπτιση εικονίζει την έκχυση του Αγίου Πνεύματος στο βαπτιζόμενο άτομο.
Μετά τη βάπτιση, η αμαρτητική επιθυμία και ορμή εξακολουθούν να παραμένουν στο βαπτισθέντα, χωρίς όμως να καταλογίζονται σαν αμαρτία στη φύση πού ελευθερώθηκε από το προπατορικό αμάρτημα. Η μετά το βάπτισμα παρουσία της αμαρτητικής ορμής αποτελεί μέσο της θείας παιδαγωγίας κατά την ορθοδοξία, αποτελούσα κίνητρο αγώνων του αναγεννημένου κατά των παθών και της αμαρτίας και μέσο ηθικής και πνευματικής εμπεδώσεως και τελειώσεως. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η λογική του νηπιοβαπτισμού, που εισήχθη από τους πρώτους αιώνες στην πράξη της Εκκλησίας. Εισήχθη για ν' αντιμετωπίσει την ανάγκη στη ζωή του πληρώματος της Εκκλησίας, το ενδεχόμενο να πεθάνει κανείς αβάπτιστος, οπότε αδυνατεί να εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών. Τα νήπια μπορεί να μην έχουν τη δυνατότητα να πιστέψουν, αυτό όμως δεν αποτελεί για την ορθόδοξη εκκλησία λόγο, ώστε να μη μπορούν να δεχθούν τη βαπτισματική χάρη. Είναι βασικό αξίωμα στη θεολογία της ορθοδόξου παραδόσεως, ότι η θεία χάρη ενεργεί λυτρωτικά, εκεί όπου δεν υπάρχει η αμαρτία, η οποία είναι ο μόνος παράγων πού αναστέλλει και ματαιώνει τη λυτρωτική της ενέργεια. Στα νήπια το στοιχείο της προσωπικής αμαρτίας απουσιάζει και συνεπώς ή θεία χάρη μπορεί να επιδράσει ευεργετικά, καταλύοντας από τη φύση τους το σώμα του προπατορικού αμαρτήματος.»
Βιβλιογραφία
- Βλασίου Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Εκδόσεις Διήγηση, Αθήνα, 2002.
- Ηλία Μηνιάτη, Οι Τρεις περι Πίστεως Λόγοι (Δογματική Ορθοδόξου Εκκλησίας), Εκδόσεις Επτάλοφος, Αθήνα.
- Θεοδώρου Ανδρέας, Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά - συμβολικά - ιστορικοδογματικά, Εκδόσεις Αποστολική Διακονία.
- The Anchor Bible Dictionary, Τόμ. 1, 1992, Εκδ. Doubleday.
Πηγή: Ορθόδοξη Εγκυκλοπαίδεια
( http://el.orthodoxwiki.org/%CE%92%CE%AC ... E%BC%CE%B1 )
Όσο για το θέμα που τέθηκε για τους προ της θέσπισης του Αγίου Βαπτίσματος Αγίους και ιδιαίτερα για τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, ο Απόστολος Παύλος λέει:
«1 Τί ούν ερούμεν Αβραάμ τον πατέρα ημών ευρηκέναι κατά σάρκα; 2 ει γάρ Αβραάμ εξ έργων εδικαιώθη, έχει καύχημα, αλλ' ου προς Θεόν. 3 τι γάρ η γραφή λέγει; επίστευσε δε Αβραάμ τώ Θεώ, και ελογίσθη αυτώ εις δικαιοσύνην» (Ρωμαίους 4, 1-3).
Όσοι ζούσαν προ της ελεύσεως του Κυρίου στον κόσμο και πίστεψαν στο Θεό, τόσο ώστε να Του αφιερώσουν τη ζωή τους, αυτοί δικαιώθηκαν εξ αιτίας της πίστεώς τους. Όμως η σωτηρία τους ήταν δύσκολη, επειδή ο νόμος προσδιόριζε το τι είναι αμαρτία, δεν έδινε όμως διέξοδο δια της Χάριτος για ν’ αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι τις συνέπειες του προπατορικού και να τηρήσουν το θέλημα του Θεού αποφεύγοντας την αμαρτία. Έτσι ακόμη κι όσοι γνώριζαν το θέλημα του Θεού δεν είχαν τη δύναμη να το τηρήσουν, εκτός από τους ελάχιστους, που η μεγάλη τους πίστη προσήλκυσε τη Χάρι του Θεού πάνω τους και τους βοήθησε να δικαιωθούν στα μάτια του Θεού. Απ’ αυτούς τους ελάχιστους ήταν οι προφήτες, ο μεγαλύτερος των οποίων σύμφωνα με τον Χριστό μας υπήρξε ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, και η Παναγία, η οποία δια την πίστη της και την ταπείνωσή της αξιώθηκε από το Θεό να φιλοξενήσει στη μήτρα της τον Υιό του Θεού και να αγιαστεί με τον τρόπο αυτό, ανεβαίνοντας ψηλότερα ακόμη και από τους Αγγέλους.
Εμείς όμως σήμερα δια του Αγίου Βαπτίσματος, απαλλασσόμαστε από τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος, που είναι η απώλεια της Χάριτος και ο θάνατος, και ενδυόμαστε τη Χάρι του Αγίου Πνεύματος, με την οποία μπορούμε αν το θελήσουμε να νικήσουμε την παραμένουσα τάση προς την αμαρτία και να κερδίσουμε την Αιώνια Ζωή.
Περισσότερα για το προπατορικό αμάρτημα με πολύ τεκμηρίωση μπορείτε να βρείτε στα:
1) http://users.auth.gr/~martzelo/index.files/docs/80.doc
2) http://www.egolpio.com/APOLOGITIKA/prop ... arthma.htm
