Πρόκειται για ένα βιβλίο με επιστολές του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, ο οποίος υπήρξε Επίσκοπος της Ορθόδοξης Σερβικής Εκκλησίας και θεολόγος. Έζησε από το 1881 μέχρι το 1956. Το Μάιο του 2003, η Ιερά Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Σερβίας τον διεκήρυξε Άγιο και τον ενέταξε στο Αγιολόγιό της στις 18 Μαρτίου (Κοίμηση) και στις 3 Μαΐου (Μεταφορά Λειψάνων).
Αποσπάσματα (Επιστολές)...
Σε μία γυναίκα, που ταλαιπωρείται από βαριά θλίψη
Γράφεις ότι σε ταλαιπωρεί κάποια ακατανίκητη και ανεξήγητη θλίψη. Σωματικά είσαι υγιής, το σπίτι γεμάτο, αλλά η καρδιά άδεια. Για την ακρίβεια η καρδιά σου είναι γεμάτη από σκοτεινή θλίψη.
Πρόσεχε καλά γιατί αυτό είναι επικίνδυνη ασθένεια της ψυχής. Μπορεί να νεκρώσει πλήρως την ψυχή. Τέτοια θλίψη η εκκλησία μας την βλέπει ως θανάσιμο αμάρτημα. Αφού κατά τον λόγο του αποστόλου υπάρχουν δύο είδη θλίψης: «Η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν εις σωτηρίαν αμεταμέλητον κατεργάζεται˙η δε του κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται» (Β’Κορ. 7,10). Εσύ οφθαλμοφανώς υποφέρεις από το δεύτερο είδος θλίψης.
Η κατά Θεόν θλίψη κυριεύει τον άνθρωπο όταν ο άνθρωπος θυμάται τις αμαρτίες του, μετανοεί και τις αποθέτει στον Θεό. Ή όταν κάποιος θλίβεται για τις αμαρτίες των άλλων ανθρώπων. Ή όταν κάποιος δείχνει ζήλο για την πίστη στον Θεό, αλλά βλέπει με θλίψη την αποχώρηση των ανθρώπων από την πίστη. Τέτοια θλίψη ο Θεός την μετατρέπει σε χαρά. Όπως περιγράφει ο Παύλος, οι απόστολοι και όλοι οι αληθινοί δούλοι του Χριστού είναι «ως λυπούμενοι αεί δε χαίροντες» (Β’ Κορ. 6,10). Χαίρονται γιατί αισθάνονται τη δύναμη και την εγγύτητα του Θεού. Και λαμβάνουν παρηγοριά από τον Θεό. Έτσι και ο ψαλμωδός λέει: «Θυμήσου τον Θεό και χαίρε».
Η αγία θλίψη μοιάζει με τα σύννεφα, μέσα από τα οποία λάμπει το φως της παρηγοριάς. Ενώ η δική σου θλίψη μοιάζει σαν έκλειψη ηλίου. Μάλλον θα είχες πολλά μικρά αδικήματα και αμαρτίες, τα οποία θεωρούσες ασήμαντα, και έτσι δεν εξομολογήθηκες και για τα οποία δεν μετανόησες. Σαν αράχνη, που πολλά χρόνια είναι στα μάτια, τώρα απλώθηκε γύρω από την καρδιά σου, και έφτιαξε φωλιά γι’αυτήν τη μεγάλη θλίψη, την οποία οι κακές δαιμονικές δυνάμεις κακοεργώς στηρίζουν μέσα σου. Γι’αυτό ξαναδές ολόκληρη τη ζωή σου, κάνε μια ενδελεχή ενδοσκόπηση του εαυτού σου, και εξομολογήσου τα πάντα. Με την εξομολόγηση θα καθαρίσεις τον οίκο της ψυχής σου και θα τον αερίσεις. Και θα εισέλθει μέσα σου ο φρέσκος και καθαρός αέρας του Πνεύματος του Θεού. Αμέσως μετά ξεκίνα να πράττεις πάντα το καλό. Ξεκίνησε με το να δίνεις ελεημοσύνη εν ονόματι του Χριστού. Θυμήσου: του Χριστού. Ο Χριστός θα το δει αυτό και γρήγορα θα σε ανταμείψει με τη δωρεά της χαράς. Θα σου δωρίσει ανείπωτη χαρά, την οποία μόνον Αυτός χορηγεί, και την οποία καμία θλίψη, ούτε βάσανο, ούτε δαιμονική δύναμη δεν μπορεί να συσκοτίσει.
Διάβαζε το ψαλτήρι. Αυτό αποτελεί βιβλίο για θλιμμένες ψυχές, βιβλίο παρηγοριάς.
Είθε ο Κύριος σύντομα να σε ανανήψει.
Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται...
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
- ntinoula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1428
- Εγγραφή: Πέμ Μαρ 09, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Θεσσαλῶν Νίκη
Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται...
Το χαμόγελο είναι το φως του προσώπου μας που δείχνει πώς η καρδιά μας είναι μέσα.
- ntinoula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1428
- Εγγραφή: Πέμ Μαρ 09, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Θεσσαλῶν Νίκη
Στον κατάδικο Π.Γ. που παραπονιέται για την αδικία των ανθρώπων
Λες ότι δεν φταις γι’αυτό για το οποίο καταδικάστηκες. Σ’ένα νυχτερινό καυγά στο δρόμο σκοτώθηκε ένας άνθρωπος. Οι δολοφόνοι βιαστικά διασκορπίστηκαν, κι εσύ τυχαία βρέθηκες κοντά στον νεκρό όταν πέρασε το περιπολικό. Σε συνέλαβαν. Σε καταδίκασαν. Τώρα παραπονιέσαι για την αδικία των ανθρώπων. Ορκίζεσαι ότι καταδικάστηκες άδικα. Μετά από το πρώτο σου γράμμα, σε παρακάλεσα να μου εξομολογηθείς όλη σου τη ζωή. Κι εσύ το έκανες. Διαβάζοντας το δεύτερο γράμμα σου, φώναξα: «Μα το άξιζε»!
Άνθρωπε του Θεού, άξιζες αυτή τη βαριά τιμωρία εάν όχι για εκείνο το έγκλημα, τότε σίγουρα για όλα τ’άλλα εγλήματά σου. Ο τα πάντα ορών Δικαστής είδε τα υπόλοιπα εγκλήματά σου σε όλη σου τη ζωή, αλλά κατά το έλεός Του και κατά τη γνωστή μέθοδό Του τα έκρυψε από τους ανθρώπινους μάρτυρες, περιμένοντας τη μετάνοιά σου. Όμως εσύ δεν μετάνιωνες, δεν εξομολογιόσουν, ούτε προσευχόσουν στον Θεό, ούτε κοινωνούσες. Αντίθετα, συνέχιζες μυστικά να πράττεις το κακό και ήσουν έτοιμος να σκοτώσεις τον καθένα που θα σ’εμπόδιζε στις άτιμες πράξεις σου. Μόνο λόγω της βιαιότητας απέναντι στη γυναίκα σου άξιζες φυλακή. Εκείνη δε σε μήνυσε στον γήινο δικαστή. Αλλά οι κραυγές της ακούστηκαν στον αιώνιο Δικαστή.
Για να σε γυρίσει απ’όλους τους κακούς δρόμους και να σε κατευθύνει στον δρόμο του δικαίου, για να σου θυμίσει την ψυχή και να σε προειδοποιήσει για το θάνατο και τη φοβερή δίκη η Πρόνοια του Θεού σε έφερε εκείνη τη νύχτα στον τόπο του εγκλήματος. Έτσι σ’έπιασαν οι άνθρωποι και καταδικάστηκες σε φυλακή.
Η περίπτωσή σου μου θυμίζει ζωηρά ένα μεγάλο χριστιανό άγιο, τον Εφραίμ της Σύρου. Στα νιάτα του ο Εφραίμ αμάρτανε πολύ, όμως δεν καταδικάστηκε ούτε για μια αμαρτία. Συνέβη όμως κλέφτες να κλέψουν ένα πρόβατο από τον γείτονά του. Ο γείτονας κατηγόρησε τον Εφραίμ. Και ο Εφραίμ εντελώς αθώος γι’αυτή την κλοπή, βρέθηκε φυλακισμένος. Πικραμένος για την ανθρώπινη αδικία ο Εφραίμ άρχισε να κλαίει και να θρηνεί μπροστά στον Θεό. Όμως περιμένοντας φυλακισμένος με πολλούς άλλους εγκληματίες, άρχισε να συζητεί μαζί τους. Ρωτούσε με τη σειρά τον καθένα τους, γιατί βρέθηκαν στη φυλακή. Ο ένας του είπε το ένα, ο άλλος το άλλο. Στις αμαρτίες τους ο Εφραίμ αναγνώρισε τις δικές του αμαρτίες, για τις οποίες ούτε κάποιος τον κατηγόρησε, ούτε κανείς τον καταδίκασε. Και το πνεύμα του συνήλθε και αναγνώρισε ότι βρέθηκε στη φυλακή όχι λόγω του κλεμμένου προβάτου, αλλά λόγω των πολλών άλλων εγκλημάτων του. Και μετάνιωσε ο Εφραίμ ταπεινά μπροστά στον Θεό για όλα τα εγκλήματά του. Και άρχισε με δάκρυα να προσεύχεται στον Θεό να του συγχωρήσει τις μυστικές αμαρτίες του, ευγνωμονώντας Τον ταυτόχρονα που τον πέταξαν στη φυλακή για εκείνο που δεν διέπραξε. Και σύντομα τον ελευθέρωσαν ως αθώο. Όμως τούτο το γεγονός έκανε ολόκληρη αναστροφή στην ψυχή του Εφραίμ. Η φυλακή τον δέχτηκε αμαρτωλό, και τον άφησε άγιο.
Ειρήνη σε σένα και υγεία από τον Κύριο
Λες ότι δεν φταις γι’αυτό για το οποίο καταδικάστηκες. Σ’ένα νυχτερινό καυγά στο δρόμο σκοτώθηκε ένας άνθρωπος. Οι δολοφόνοι βιαστικά διασκορπίστηκαν, κι εσύ τυχαία βρέθηκες κοντά στον νεκρό όταν πέρασε το περιπολικό. Σε συνέλαβαν. Σε καταδίκασαν. Τώρα παραπονιέσαι για την αδικία των ανθρώπων. Ορκίζεσαι ότι καταδικάστηκες άδικα. Μετά από το πρώτο σου γράμμα, σε παρακάλεσα να μου εξομολογηθείς όλη σου τη ζωή. Κι εσύ το έκανες. Διαβάζοντας το δεύτερο γράμμα σου, φώναξα: «Μα το άξιζε»!
Άνθρωπε του Θεού, άξιζες αυτή τη βαριά τιμωρία εάν όχι για εκείνο το έγκλημα, τότε σίγουρα για όλα τ’άλλα εγλήματά σου. Ο τα πάντα ορών Δικαστής είδε τα υπόλοιπα εγκλήματά σου σε όλη σου τη ζωή, αλλά κατά το έλεός Του και κατά τη γνωστή μέθοδό Του τα έκρυψε από τους ανθρώπινους μάρτυρες, περιμένοντας τη μετάνοιά σου. Όμως εσύ δεν μετάνιωνες, δεν εξομολογιόσουν, ούτε προσευχόσουν στον Θεό, ούτε κοινωνούσες. Αντίθετα, συνέχιζες μυστικά να πράττεις το κακό και ήσουν έτοιμος να σκοτώσεις τον καθένα που θα σ’εμπόδιζε στις άτιμες πράξεις σου. Μόνο λόγω της βιαιότητας απέναντι στη γυναίκα σου άξιζες φυλακή. Εκείνη δε σε μήνυσε στον γήινο δικαστή. Αλλά οι κραυγές της ακούστηκαν στον αιώνιο Δικαστή.
Για να σε γυρίσει απ’όλους τους κακούς δρόμους και να σε κατευθύνει στον δρόμο του δικαίου, για να σου θυμίσει την ψυχή και να σε προειδοποιήσει για το θάνατο και τη φοβερή δίκη η Πρόνοια του Θεού σε έφερε εκείνη τη νύχτα στον τόπο του εγκλήματος. Έτσι σ’έπιασαν οι άνθρωποι και καταδικάστηκες σε φυλακή.
Η περίπτωσή σου μου θυμίζει ζωηρά ένα μεγάλο χριστιανό άγιο, τον Εφραίμ της Σύρου. Στα νιάτα του ο Εφραίμ αμάρτανε πολύ, όμως δεν καταδικάστηκε ούτε για μια αμαρτία. Συνέβη όμως κλέφτες να κλέψουν ένα πρόβατο από τον γείτονά του. Ο γείτονας κατηγόρησε τον Εφραίμ. Και ο Εφραίμ εντελώς αθώος γι’αυτή την κλοπή, βρέθηκε φυλακισμένος. Πικραμένος για την ανθρώπινη αδικία ο Εφραίμ άρχισε να κλαίει και να θρηνεί μπροστά στον Θεό. Όμως περιμένοντας φυλακισμένος με πολλούς άλλους εγκληματίες, άρχισε να συζητεί μαζί τους. Ρωτούσε με τη σειρά τον καθένα τους, γιατί βρέθηκαν στη φυλακή. Ο ένας του είπε το ένα, ο άλλος το άλλο. Στις αμαρτίες τους ο Εφραίμ αναγνώρισε τις δικές του αμαρτίες, για τις οποίες ούτε κάποιος τον κατηγόρησε, ούτε κανείς τον καταδίκασε. Και το πνεύμα του συνήλθε και αναγνώρισε ότι βρέθηκε στη φυλακή όχι λόγω του κλεμμένου προβάτου, αλλά λόγω των πολλών άλλων εγκλημάτων του. Και μετάνιωσε ο Εφραίμ ταπεινά μπροστά στον Θεό για όλα τα εγκλήματά του. Και άρχισε με δάκρυα να προσεύχεται στον Θεό να του συγχωρήσει τις μυστικές αμαρτίες του, ευγνωμονώντας Τον ταυτόχρονα που τον πέταξαν στη φυλακή για εκείνο που δεν διέπραξε. Και σύντομα τον ελευθέρωσαν ως αθώο. Όμως τούτο το γεγονός έκανε ολόκληρη αναστροφή στην ψυχή του Εφραίμ. Η φυλακή τον δέχτηκε αμαρτωλό, και τον άφησε άγιο.
Ειρήνη σε σένα και υγεία από τον Κύριο
Το χαμόγελο είναι το φως του προσώπου μας που δείχνει πώς η καρδιά μας είναι μέσα.
- ntinoula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1428
- Εγγραφή: Πέμ Μαρ 09, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Θεσσαλῶν Νίκη
Σε μια μοναχική γυναίκα: Περί των Χριστουγέννων της Ιωάννας.
Παραπονιέσαι για τη μοναξιά στη μέση μεγάλης πόλης. Τόσος λαός γύρω σου κοχλάζει σαν μυρμηγκοφωλιά, και εσύ και πάλι αισθάνεσαι σαν στην έρημο. Στις μεγάλες γιορτές η κατάσταση είναι ανυπόφορη. Παντού πλημμυρίζει η χαρά, ενώ εσένα σε πιέζει η λύπη. Οι εορταστικές ημέρες των Χριστουγέννων και της Ανάστασης σου φαίνονται σαν κάποια άδεια δοχεία, τα οποία εσύ γεμίζεις με δάκρυα. Όταν αυτές οι άγιες γιορτές βρίσκονται μακριά πίσω ή μπροστά σου, αισθάνεσαι πιο ήρεμη. Αλλά όταν πλησιάσουν και έρθουν, η θλίψη και η ερημιά κυριεύουν την ψυχή σου.
Τι να σου κάνω; Θα σου διηγηθώ την ιστορία για τα Χριστούγεννα της Ιωάννας διότι ίσως σε ωφελήσει. Θα αφήσω όμως να σου διηγείται εκείνη όπως τα είχε διηγηθεί σε μένα. «Σαράντα και κάτι χρόνια βλέπω εγώ αυτό τον κόσμο σαν γυναίκα. Ποτέ καμιά χαρά, εκτός από λίγη σαν παιδί στο σπίτι των γονέων μου. Αλλά μπροστά στον κόσμο δεν έδειχνα λυπημένη. Μπροστά στους ανθρώπους υποδυόμουν τη χαρούμενη, και στη μοναξιά έκλαιγα. Όλοι με θεωρούσαν ένα ευτυχισμένο πλάσμα, αφού ως τέτοια έδειχνα. Ακούω, όλοι γύρω μου παραπονούνται, και οι έγγαμοι και οι άγαμοι, και οι πλούσιοι και οι φτωχοί, όλοι. Και σκέφτομαι, γιατί κι εγώ να παραπονιέμαι στους δυστυχισμένους για τη δική μου δυστυχία, και μόνο να αυξάνω τη λύπη γύρω μου; Θεέ, να δείχνω χαρούμενη έτσι θα είμαι πιο χρήσιμη στον δυστυχισμένο κόσμο, ενώ το μυστικό μου θα το κρύβω μεσα μου και θα κλαίω στη μοναξιά μου. Προσευχόμουν στον Θεό, για να μου εμφανισθεί με κάποιο τρόπο, τουλάχιστον μόνο ένα δάχτυλό Του να αισθανθώ. Προσευχόμουν έτσι, για να μην σβήσω από την κρυμμένη λύπη. Από κάθε έσοδο έκανα ελεημοσύνη οπουδήποτε είχα ευκαιρία. Επισκεπτόμουν αρρώστους και ορφανούς, και έφερνα χαρά με τη δική μου φαινομενική χαρά. Πιστεύω σε Σένα, αγαθέ μου Θεέ, έλεγα συχνά, αλλά Σε παρακαλώ, εμφανίσου μου με κάποιο τρόπο, για να Σε πιστεύω ακόμα περισσότερο. «Πιστεύω, Κύριε˙ βοήθει μου τη απιστία»(Μάρκ.9,24)˙επαναλάμβανα αυτά τα λόγια από το Ευαγγέλιο. Και πράγματι, βίωσα να μου εμφανιστεί ο Κύριος.
Δυσκολότατες για μένα ήταν οι μεγάλες γιορτές. Μετά από τη Λειτουργία κλεινόμουν στο δωμάτιο και έκλαιγα ολόκληρα τα Χριστούγεννα και την Ανάσταση. Όμως τα προηγούμενα Χριστούγεννα εμφανίστηκε ο Θεός. Αυτό έγινε ως εξής. Πλησίαζε αυτή η μεγάλη μέρα. Εγώ αποφάσισα να ετοιμάσω όλα έτσι όπως η μητέρα μου ετοίμαζε: και κρέας, και ζυμαρικά, και γλυκά, και όλα τ’άλλα. Άπλωσα σανό στο σπίτι, πέταξα από τρία καρύδια σε κάθε γωνιά του δωματίου˙ας είναι η Αγία Τριάδα ελεήμων σε όλες και τις τέσσερις πλευρές του κόσμου. Και κάνοντας όλα αυτά ασταμάτητα προσευχόμουν: Κύριε, στείλε μου επισκέπτες αλλά εντελώς πεινασμένους και φτωχούς! Σε παρακαλώ, εμφανίσου μ’αυτόν τον τρόπο! Που και που μου ερχόταν η σκέψη: τρελή Ιωάννα, τι επισκέψεις περιμένεις τα Χριστούγεννα! Αυτή την άγια μέρα ο καθένας βρίσκεται στο σπίτι του ποιος θα μπορούσε να έρθει ως επισκέπτης σε σένα; Κι εγώ έκλαιγα και έκλαιγα... Όμως και πάλι επαναλάμβανα εκείνη την προσευχή και ετοίμαζα.
Όταν τα Χριστούγεννα γύρισα από την Εκκλησία, άναψα το κερί, έστρωσα το τραπέζι, έβαλα όλα τα φαγητά, και τότε άρχισα να περπατώ από δω κι από κει στο δωμάτιο. Θεέ μου, μην με εγκαταλέιψεις! Πάλι προσευχόμουν. Στο δρόμο λίγοι περνούσαν. Είναι Χριστούγεννα, αλλά και ο δρόμος μας είναι απόμερος. Όμως μόλις το χιόνι έτριζε κάτω από τα πόδια κάποιου, εγώ πεταγόμουν στην πόρτα! Άραγε είναι ο επισκέπτης μου; Δεν είναι. Να, προσπέρασε. Το μεσημέρι ήρθε και πέρασε, και εγώ μόνη. Άρχισα να κλαίω και κραύγασα: τώρα βλέπω, Κύριε, ότι με εγκατέλειψες εντελώς! Έκλαιγα έτσι και σιγοέκλαιγα συνεχώς! Ξαφνικά χτύπησε κάποιος την πόρτα, και εγώ άκουσα φωνές: δώσε αδελφέ, δώσε αδελφή! Γρήγορα έτρεξα και άνοιξα την πόρτα. Μπροστά μου ένας τυφλός και ο οδηγός του, και οι δυο σκυμμένοι, κουρελιασμένοι, παγωμένοι. Ο Χριστός γεννήθηκε, κύριοί μου! φώναξα εγώ χαρούμενα. Αληθώς γεννήθηκε! κροτάλιζαν με τα δόντια εκείνοι τρέμοντας. Έλεος, αδελφή, ελέησέ μας! Δεν σου ζητάμε χρήματα. Από το πρωί κανένας δεν μας πρόσφερε ψωμί, λίγα λεφτά ή από ένα ποτήρι με ρακί. Πεινάμε πολύ. Εγώ πέταξα από τη χαρά μου ως τον τρίτο ουρανό. Τους οδήγησα στο σπίτι και τους έβαλα στο γεμάτο τραπέζι. Τους σέρβιρα κλαίγοντας από χαρά. Εκείνοι με ρώτησαν παραξενεμένοι: «Γιατί κλαις, κυρία;». Από χαρά, κύριοί μου, από καθαρή και φωτεινή χαρά! Εκείνο για το οποίο προσευχόμουν στον Θεό ο Θεός μου το έδωσε. Μερικές μέρες εγώ Του προσεύχομαι, να μου στείλει ακριβώς τέτοιους επισκέπτες όπως είσαστε εσείς, και να, Αυτός μου έστειλε. Δεν ήρθατε εσείς έτσι τυχαία, αλλά σας έστειλε ο αγαθός μου Κύριος. Αυτός σήμερα μου φανερώθηκε μέσα από σας. Αυτά είναι τα πλέον χαρούμενα Χριστούγεννα στη ζωή μου. Τώρα ξέρω, ότι είναι ζωντανός ο Θεός μας. Δόξα σ’Εκείνον και ευχαριστία! «Αμήν», απάντησαν οι αγαπητοί μου επισκέπτες. Τους κράτησα έως το βράδυ, τους γέμισα τις τσάντες και τους αποχαιρέτησα».
Τέτοια ήταν τα προηγούμενα Χριστούγεννα της Ιωάννας. Δώσε Θεέ, να είναι φέτος ακόμα πιο χαρούμενα. Προσευχήσου κι εσύ, κόρη, να σου φανερωθεί ο ουράνιος Πατέρας με κάποιο τρόπο –και στον Θεό οι τρόποι είναι πολλοί- και θα ζήσεις θαύμα. Μην ετοιμάζεσαι για λύπη σε τούτη τη μεγάλη μέρα, αλλά να ετοιμάζεσαι για χαρά. Και ο Πανορατικός, ο Παντελεήμων, θα σε κάνει χαρούμενη.
Παραπονιέσαι για τη μοναξιά στη μέση μεγάλης πόλης. Τόσος λαός γύρω σου κοχλάζει σαν μυρμηγκοφωλιά, και εσύ και πάλι αισθάνεσαι σαν στην έρημο. Στις μεγάλες γιορτές η κατάσταση είναι ανυπόφορη. Παντού πλημμυρίζει η χαρά, ενώ εσένα σε πιέζει η λύπη. Οι εορταστικές ημέρες των Χριστουγέννων και της Ανάστασης σου φαίνονται σαν κάποια άδεια δοχεία, τα οποία εσύ γεμίζεις με δάκρυα. Όταν αυτές οι άγιες γιορτές βρίσκονται μακριά πίσω ή μπροστά σου, αισθάνεσαι πιο ήρεμη. Αλλά όταν πλησιάσουν και έρθουν, η θλίψη και η ερημιά κυριεύουν την ψυχή σου.
Τι να σου κάνω; Θα σου διηγηθώ την ιστορία για τα Χριστούγεννα της Ιωάννας διότι ίσως σε ωφελήσει. Θα αφήσω όμως να σου διηγείται εκείνη όπως τα είχε διηγηθεί σε μένα. «Σαράντα και κάτι χρόνια βλέπω εγώ αυτό τον κόσμο σαν γυναίκα. Ποτέ καμιά χαρά, εκτός από λίγη σαν παιδί στο σπίτι των γονέων μου. Αλλά μπροστά στον κόσμο δεν έδειχνα λυπημένη. Μπροστά στους ανθρώπους υποδυόμουν τη χαρούμενη, και στη μοναξιά έκλαιγα. Όλοι με θεωρούσαν ένα ευτυχισμένο πλάσμα, αφού ως τέτοια έδειχνα. Ακούω, όλοι γύρω μου παραπονούνται, και οι έγγαμοι και οι άγαμοι, και οι πλούσιοι και οι φτωχοί, όλοι. Και σκέφτομαι, γιατί κι εγώ να παραπονιέμαι στους δυστυχισμένους για τη δική μου δυστυχία, και μόνο να αυξάνω τη λύπη γύρω μου; Θεέ, να δείχνω χαρούμενη έτσι θα είμαι πιο χρήσιμη στον δυστυχισμένο κόσμο, ενώ το μυστικό μου θα το κρύβω μεσα μου και θα κλαίω στη μοναξιά μου. Προσευχόμουν στον Θεό, για να μου εμφανισθεί με κάποιο τρόπο, τουλάχιστον μόνο ένα δάχτυλό Του να αισθανθώ. Προσευχόμουν έτσι, για να μην σβήσω από την κρυμμένη λύπη. Από κάθε έσοδο έκανα ελεημοσύνη οπουδήποτε είχα ευκαιρία. Επισκεπτόμουν αρρώστους και ορφανούς, και έφερνα χαρά με τη δική μου φαινομενική χαρά. Πιστεύω σε Σένα, αγαθέ μου Θεέ, έλεγα συχνά, αλλά Σε παρακαλώ, εμφανίσου μου με κάποιο τρόπο, για να Σε πιστεύω ακόμα περισσότερο. «Πιστεύω, Κύριε˙ βοήθει μου τη απιστία»(Μάρκ.9,24)˙επαναλάμβανα αυτά τα λόγια από το Ευαγγέλιο. Και πράγματι, βίωσα να μου εμφανιστεί ο Κύριος.
Δυσκολότατες για μένα ήταν οι μεγάλες γιορτές. Μετά από τη Λειτουργία κλεινόμουν στο δωμάτιο και έκλαιγα ολόκληρα τα Χριστούγεννα και την Ανάσταση. Όμως τα προηγούμενα Χριστούγεννα εμφανίστηκε ο Θεός. Αυτό έγινε ως εξής. Πλησίαζε αυτή η μεγάλη μέρα. Εγώ αποφάσισα να ετοιμάσω όλα έτσι όπως η μητέρα μου ετοίμαζε: και κρέας, και ζυμαρικά, και γλυκά, και όλα τ’άλλα. Άπλωσα σανό στο σπίτι, πέταξα από τρία καρύδια σε κάθε γωνιά του δωματίου˙ας είναι η Αγία Τριάδα ελεήμων σε όλες και τις τέσσερις πλευρές του κόσμου. Και κάνοντας όλα αυτά ασταμάτητα προσευχόμουν: Κύριε, στείλε μου επισκέπτες αλλά εντελώς πεινασμένους και φτωχούς! Σε παρακαλώ, εμφανίσου μ’αυτόν τον τρόπο! Που και που μου ερχόταν η σκέψη: τρελή Ιωάννα, τι επισκέψεις περιμένεις τα Χριστούγεννα! Αυτή την άγια μέρα ο καθένας βρίσκεται στο σπίτι του ποιος θα μπορούσε να έρθει ως επισκέπτης σε σένα; Κι εγώ έκλαιγα και έκλαιγα... Όμως και πάλι επαναλάμβανα εκείνη την προσευχή και ετοίμαζα.
Όταν τα Χριστούγεννα γύρισα από την Εκκλησία, άναψα το κερί, έστρωσα το τραπέζι, έβαλα όλα τα φαγητά, και τότε άρχισα να περπατώ από δω κι από κει στο δωμάτιο. Θεέ μου, μην με εγκαταλέιψεις! Πάλι προσευχόμουν. Στο δρόμο λίγοι περνούσαν. Είναι Χριστούγεννα, αλλά και ο δρόμος μας είναι απόμερος. Όμως μόλις το χιόνι έτριζε κάτω από τα πόδια κάποιου, εγώ πεταγόμουν στην πόρτα! Άραγε είναι ο επισκέπτης μου; Δεν είναι. Να, προσπέρασε. Το μεσημέρι ήρθε και πέρασε, και εγώ μόνη. Άρχισα να κλαίω και κραύγασα: τώρα βλέπω, Κύριε, ότι με εγκατέλειψες εντελώς! Έκλαιγα έτσι και σιγοέκλαιγα συνεχώς! Ξαφνικά χτύπησε κάποιος την πόρτα, και εγώ άκουσα φωνές: δώσε αδελφέ, δώσε αδελφή! Γρήγορα έτρεξα και άνοιξα την πόρτα. Μπροστά μου ένας τυφλός και ο οδηγός του, και οι δυο σκυμμένοι, κουρελιασμένοι, παγωμένοι. Ο Χριστός γεννήθηκε, κύριοί μου! φώναξα εγώ χαρούμενα. Αληθώς γεννήθηκε! κροτάλιζαν με τα δόντια εκείνοι τρέμοντας. Έλεος, αδελφή, ελέησέ μας! Δεν σου ζητάμε χρήματα. Από το πρωί κανένας δεν μας πρόσφερε ψωμί, λίγα λεφτά ή από ένα ποτήρι με ρακί. Πεινάμε πολύ. Εγώ πέταξα από τη χαρά μου ως τον τρίτο ουρανό. Τους οδήγησα στο σπίτι και τους έβαλα στο γεμάτο τραπέζι. Τους σέρβιρα κλαίγοντας από χαρά. Εκείνοι με ρώτησαν παραξενεμένοι: «Γιατί κλαις, κυρία;». Από χαρά, κύριοί μου, από καθαρή και φωτεινή χαρά! Εκείνο για το οποίο προσευχόμουν στον Θεό ο Θεός μου το έδωσε. Μερικές μέρες εγώ Του προσεύχομαι, να μου στείλει ακριβώς τέτοιους επισκέπτες όπως είσαστε εσείς, και να, Αυτός μου έστειλε. Δεν ήρθατε εσείς έτσι τυχαία, αλλά σας έστειλε ο αγαθός μου Κύριος. Αυτός σήμερα μου φανερώθηκε μέσα από σας. Αυτά είναι τα πλέον χαρούμενα Χριστούγεννα στη ζωή μου. Τώρα ξέρω, ότι είναι ζωντανός ο Θεός μας. Δόξα σ’Εκείνον και ευχαριστία! «Αμήν», απάντησαν οι αγαπητοί μου επισκέπτες. Τους κράτησα έως το βράδυ, τους γέμισα τις τσάντες και τους αποχαιρέτησα».
Τέτοια ήταν τα προηγούμενα Χριστούγεννα της Ιωάννας. Δώσε Θεέ, να είναι φέτος ακόμα πιο χαρούμενα. Προσευχήσου κι εσύ, κόρη, να σου φανερωθεί ο ουράνιος Πατέρας με κάποιο τρόπο –και στον Θεό οι τρόποι είναι πολλοί- και θα ζήσεις θαύμα. Μην ετοιμάζεσαι για λύπη σε τούτη τη μεγάλη μέρα, αλλά να ετοιμάζεσαι για χαρά. Και ο Πανορατικός, ο Παντελεήμων, θα σε κάνει χαρούμενη.
Το χαμόγελο είναι το φως του προσώπου μας που δείχνει πώς η καρδιά μας είναι μέσα.