Από το βιβλίο: "Ασκητές μέσα στον κόσμο"
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
- Dimitris39
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 5841
- Εγγραφή: Κυρ Ιούλ 05, 2009 5:46 pm
Re: Ασκητές μέσα στον κόσμο
Η Παναγια εδιωξε την θανατηφορο γριππη
Σελιδα 312
Σελιδα 312
Κύριε,Θεέ μου,Νύμφιε της ψυχής μου, λυτρωτή μου.
Μνήσθητί μου εν τη βασιλεία σου
«Χαίροις μετά Θεόν ή Θεός, τα δευτερεία της Τριάδος ή έχουσα»
ἳνα ὦσιν ἓν, καθώς ἡμεῖς
Θεέ μου σ'αγαπώ
Μνήσθητί μου εν τη βασιλεία σου
«Χαίροις μετά Θεόν ή Θεός, τα δευτερεία της Τριάδος ή έχουσα»
ἳνα ὦσιν ἓν, καθώς ἡμεῖς
Θεέ μου σ'αγαπώ
Re: Ασκητές μέσα στον κόσμο
Καλημέρα κι από μένα!Πρώτη φορά μπαίνω σ΄αυτή τη συζήτηση και περνω την ευκαιρία γιατί έχω να σας πω κάτι που το θυμάμε πάντα με πολύ συγκινηση...
Όταν ο δευτερος γιός μου ήταν 18μηνών,ενα πρωι καθως ημουν απασχολημένημε τις δουλείες στην κουζίνα,ο μικρός γυρνουσε κοντά μου παίζοντας...Στην κουζίνα υπήρχαν δυο παράθυρα που βλεπαν σε δύο μεγάλα δέντρα τα οποία ήταν ξερά,επειδή ήταν Δεκέμβρης.Κάποια στιγμή βλεπω το παιδί να παρατηρει για αρκετά λεπτα το παραθυρο.Και λέω παρατηρεί γιατί δεν εμοιαζε αφηρημένο αλλα φαινόνταν οτι κάτι βλέπει...Κοιτάζω προς τα δέντρα -νομίζοντας οτι κάποιο πουλί τράβηξε την προσοχή του-και τον ρωτάω:Τι βλεπεις Κωστάκη;Επαναλαμβάνω την ερώτηση δυο-τρείς φορες καθως μου ειχε κινήσει την περιέργεια η συμπεριφορά του!Αφου περασαν μερικά λεπτα περιμένοντας απάντηση,ξαφνικα πέρνει τη ματιά απ΄το σημείο της προσοχής του με κοιτάζει ενω εγω με μεγαλήτερη περιέργεια τον ξαναρωτάω:Τι ήταν εκει Κωστάκη;Και τοτε μου απανταει με σοκαριστική απλότητα στη μωρουδίστικη γλώσσα του: "Ντούλης"(έτσι έλεγε τον Χριστουλη καθε φορα που έβλεπε εικόνα)!!!Συνέχισε το παιχνίδι του σαν να επρόκειτο για το πιο φυσικό πραγμα στον κόσμο.Απέμεινα σαστισμένη να κοιτω τα ξερά δέντρα ,γιατι εμένα αυτό μου αξίζει να βλέπω ενω στο μωρο παιδι τον αγαπημένο του "Ντουλη"!!!!!
Όταν ο δευτερος γιός μου ήταν 18μηνών,ενα πρωι καθως ημουν απασχολημένημε τις δουλείες στην κουζίνα,ο μικρός γυρνουσε κοντά μου παίζοντας...Στην κουζίνα υπήρχαν δυο παράθυρα που βλεπαν σε δύο μεγάλα δέντρα τα οποία ήταν ξερά,επειδή ήταν Δεκέμβρης.Κάποια στιγμή βλεπω το παιδί να παρατηρει για αρκετά λεπτα το παραθυρο.Και λέω παρατηρεί γιατί δεν εμοιαζε αφηρημένο αλλα φαινόνταν οτι κάτι βλέπει...Κοιτάζω προς τα δέντρα -νομίζοντας οτι κάποιο πουλί τράβηξε την προσοχή του-και τον ρωτάω:Τι βλεπεις Κωστάκη;Επαναλαμβάνω την ερώτηση δυο-τρείς φορες καθως μου ειχε κινήσει την περιέργεια η συμπεριφορά του!Αφου περασαν μερικά λεπτα περιμένοντας απάντηση,ξαφνικα πέρνει τη ματιά απ΄το σημείο της προσοχής του με κοιτάζει ενω εγω με μεγαλήτερη περιέργεια τον ξαναρωτάω:Τι ήταν εκει Κωστάκη;Και τοτε μου απανταει με σοκαριστική απλότητα στη μωρουδίστικη γλώσσα του: "Ντούλης"(έτσι έλεγε τον Χριστουλη καθε φορα που έβλεπε εικόνα)!!!Συνέχισε το παιχνίδι του σαν να επρόκειτο για το πιο φυσικό πραγμα στον κόσμο.Απέμεινα σαστισμένη να κοιτω τα ξερά δέντρα ,γιατι εμένα αυτό μου αξίζει να βλέπω ενω στο μωρο παιδι τον αγαπημένο του "Ντουλη"!!!!!
- panagiotisspy
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 7181
- Εγγραφή: Πέμ Ιουν 04, 2009 4:57 am
- Τοποθεσία: ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ
Re: Ασκητές μέσα στον κόσμο
Ναι είναι συγκλονιστικό Εβίτα. Η καθαρή καρδιά των μικρών παιδιών, τους επιτρέπει να θεωρούν αυτονόητη και απολύτως φυσική την Θεία παρουσία.
Ενώ οι περισσότεροι από εμάς τους μεγάλους, θα κοιτάζουμε για πάντα τα ξερά δέντρα
Ενώ οι περισσότεροι από εμάς τους μεγάλους, θα κοιτάζουμε για πάντα τα ξερά δέντρα
Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων,Αγάπην δε μη έχω,γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν και έχω πάσαν την πίστιν,ώστε όρη μεθιστάνειν,Αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί.
-
Domna
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 6151
- Εγγραφή: Τετ Μαρ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Γερμανία
- Επικοινωνία:
Re: Ασκητές μέσα στον κόσμο
Αχχχ , τι ωραίοοοοοοοοο !!!

Ο αληθινός χριστιανός έχει τρία γνωρίσματα:
1. Διαβάζει τον Λόγο του Θεού (Αγία Γραφή).
2. Τον εφαρμόζει στη ζωή του.
3. Φροντίζει να τον διαδίδει για να σώζονται και οι άλλοι και να γίνονται κοινωνοί του θαύματος που έζησε.
1. Διαβάζει τον Λόγο του Θεού (Αγία Γραφή).
2. Τον εφαρμόζει στη ζωή του.
3. Φροντίζει να τον διαδίδει για να σώζονται και οι άλλοι και να γίνονται κοινωνοί του θαύματος που έζησε.
-
Athanasius
- Συστηματικός Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 163
- Εγγραφή: Παρ Αύγ 20, 2010 8:35 am
Καλημέρα Χριστέ μου! Ἀληθινὴ ἱστορία

Τὸ 1922 ἦρθε ἀπὸ τὴν Μικρασία μὲ τοὺς πρόσφυγες ἕνα ὀρφανὸ Ἑλληνόπουλο, ὀνόματι Συμεών. Ἐγκαταστάθηκε στὸν Πειραιὰ σὲ μία παραγκούλα καὶ ἐκεῖ μεγάλωσε μόνο του. Εἶχε ἕνα καροτσάκι καὶ ἔκανε τὸν ἀχθοφόρο, μεταφέροντας πράγματα στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ. Γράμματα δὲν ἤξερε οὔτε πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὴν πίστη μας.
Εἶχε τὴν μακαρία ἁπλότητα καὶ πίστη ἁπλὴ καὶ ἀπερίεργη. Ὅταν ἦρθε σὲ ἡλικία γάμου νυμφεύθηκε, ἔκανε δύο παιδιὰ καὶ μετακόμισε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Νίκαια. Κάθε πρωὶ πήγαινε στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ γιὰ νὰ βγάλει τὸ ψωμάκι του.
Περνοῦσε ὅμως κάθε μέρα τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ἔμπαινε μέσα, στεκόταν μπροστὰ στὸ τέμπλο, ἔβγαζε τὸ καπελάκι του καὶ ἔλεγε: «Καλημέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Βοήθησε μὲ νὰ βγάλω τὸ ψωμάκι μου».
Τὸ βράδυ ποὺ τελείωνε τὴ δουλειὰ τοῦ ξαναπερνοῦσε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, πήγαινε πάλι μπροστὰ στὸ τέμπλο καὶ ἔλεγε: «Καλησπέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Σ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ βοήθησες καὶ σήμερα».
Καὶ ἔτσι περνοῦσαν τὰ χρόνια του εὐλογημένου Συμεών. Περίπου τὸ ἔτος 1950 ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας τοῦ ἀρρώστησαν ἀπὸ φυματίωση καὶ ἐκοιμήθησαν ἐν Κυρίω. Ἔμεινε ὁλομόναχος ὁ Συμεὼν καὶ συνέχισε ἀγόγγυστα τὴ δουλειὰ τοῦ ἀλλὰ καὶ δὲν.....
παρέλειπε νὰ περνᾶ ἀπὸ τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα νὰ καλημερίζει καὶ νὰ καλησπερίζει τὸν Χριστό, ζητώντας τὴν βοήθειά Του καὶ εὐχαριστώντας Τὸν.
Ὅταν γέρασε ὁ Συμεών, ἀρρώστησε. Μπῆκε στὸ Νοσοκομεῖο καὶ νοσηλεύτηκε περίπου γιὰ ἕνα μήνα. Μία προϊσταμένη ἀπὸ τὴν Πάτρα τὸν ρώτησε κάποτε: -Παππού, τόσες μέρες ἐδῶ μέσα δὲν ἦρθε κανεὶς νὰ σὲ δεῖ. Δὲν ἔχεις κανένα δικό σου στὸν κόσμο; -Ἔρχεται, παιδί μου, κάθε πρωὶ καὶ ἀπόγευμα ὁ Χριστὸς καὶ μὲ παρηγορεῖ. -Καὶ τί σου λέει, παππού; -«Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κᾶνε ὑπομονή». «Καλησπέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κᾶνε ὑπομονή».
Ἡ Προϊσταμένη παραξενεύτηκε καὶ κάλεσε τὸν Πνευματικό της, π. Χριστόδουλο Φάσο, νὰ ἔρθει νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν μήπως πλανήθηκε. Ὁ π. Χριστόδουλος τὸν ἐπισκέφθηκε, τοῦ ἐπίασε κουβέντα, τοῦ ἔκανε τὴν ἐρώτηση τῆς Προϊσταμένης καὶ ὁ Συμεὼν τοῦ ἔδωσε τὴν ἴδια ἀπάντηση.
Τὶς ἴδιες ὧρες πρωὶ καὶ βράδυ, ποὺ ὁ Συμεὼν πήγαινε στὸ ναὸ καὶ χαιρετοῦσε τὸν Χριστό, τώρα καὶ ὁ Χριστὸς χαιρετοῦσε τὸν Συμεών. Τὸν ρώτησε ὁ Πνευματικός: -Μήπως εἶναι φαντασία σου; -Ὄχι, πάτερ, δὲν εἶμαι φαντασμένος, ὁ Χριστὸς εἶναι. -Ἦρθε καὶ σήμερα; -Ἦρθε. -Καὶ τί σου εἶπε; -Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι. Κᾶνε ὑπομονή, σὲ τρεῖς μέρες θὰ σὲ πάρω κοντά μου πρωΐ - πρωΐ. Ὁ Πνευματικὸς κάθε μέρα πήγαινε στὸ Νοσοκομεῖο, μιλοῦσε μαζί του καὶ ἔμαθε γιὰ τὴν ζωή του. Κατάλαβε ὅτι πρόκειται περὶ εὐλογημένου ἀνθρώπου. Τὴν τρίτη ἡμέρα πρωΐ - πρωΐ πάλι πῆγε νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν καὶ νὰ διαπίστωσει ἂν θὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ πρόρρηση ὅτι θὰ πεθάνει.
Πράγματι ἐκεῖ ποῦ κουβεντίαζαν, ὁ Συμεὼν φώναξε ξαφνικά: «Ἦρθε ὁ Χριστός», καὶ ἐκοιμήθη τὸν ὕπνο τοῦ δικαίου. Αἰωνία του ἡ μνήμη. Ἀμήν
πηγη http://orthodoxia-ellhnismos.blogspot.c ... _5753.html
Είναι γεναιότερο και βασιλικότερο να νικάς τα πάθη και τις αδυναμίες σου, από το να νικάς στην μάχη τον εχθρό".
Μέγας Αλέξανδρος
Μέγας Αλέξανδρος
- filotas
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4119
- Εγγραφή: Σάβ Αύγ 11, 2007 5:00 am
- Τοποθεσία: Νίκος@Κοζάνη
- Επικοινωνία:
Ένας Μικρός Άγγελος με διορατικό χάρισμα
Ένας Μικρός Άγγελος με διορατικό χάρισμα !!!
Τον Σεπτέμβριο κάποιου έτους στο ογκολογικό τμήμα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Ρίου επικρατεί μεγάλη αναστάτωση. Ο μικρός Δημητράκης ζητούσε επειγόντως τον ιερέα του Νοσοκομείου. Ήθελε οπωσδήποτε να κοινωνήσει.
Ήταν 13 ετών. Ενάμιση περίπου χρόνο βρισκόταν στην συγκεκριμένη κλινική. Ένας μικρός πονοκέφαλος τον οδήγησε εκεί. Οι γιατροί διέγνωσαν καρκίνο του εγκεφάλου. Η καταγωγή του ήταν από το Φίερι της Αλβανίας. Οι γονείς του αβάπτιστοι. Έμεναν αρκετά χρόνια στην Πάτρα. Αυτός, λίγο μετά την είσοδό του στο Νοσοκομείο, θέλησε να βαπτιστή.
Άκουγε για τον Χριστό και ήθελε να γίνει «παιδί» Του. Βαπτίστηκε «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και τους Αγίου Πνεύματος», κατόπιν κατηχήσεως βέβαια.
Όλοι τον αγαπούσαν πολύ στην κλινική. Ο καρκίνος είχε προχωρήσει αρκετά και ήδη του είχε στερήσει την όραση. Δεν έβλεπε καθόλου, τίποτε και κανέναν. Άκουγε όμως με μεγάλη και θαυμαστή υπομονή. Δεν παραπονιόταν. Έλεγε ότι ο Θεός τον αγαπά πολύ. Προσευχόταν και παρακαλούσε και τους γονείς του να κάνουν το ίδιο. Όσοι τον επισκέπτονταν καταλάβαιναν να υπάρχει κάτι διαφορετικό σ’ αυτά το παιδί. Μιλούσε συνέχεια για τον Θεό. Ήταν πάντα ευγενικό και χαρούμενο. Το πρόσωπο του έλαμπε.
Ήθελε να κοινωνάει συχνά των Τιμίων Δώρων. Όταν κάποιες φορές η μητέρα του ήταν σε κάποιον άλλο χώρο της κλινικής, φώναζε:
«Μητέρα, έλα γρήγορα. Φτάνει ο παππούλης με τον Χριστό. Ανεβαίνει τα σκαλιά. Έλα να με ετοιμάσεις».
Και έτσι γινόταν. Ο ιερέας ερχόταν και έβρισκε τον Δημητράκη καθισμένο στο κρεβάτι του, με ανοιχτό το στόμα κάνοντας με ευλάβεια τον σταυρό του. Ενώ δεν εγνώριζε την ακριβή ώρα της προσελεύσεως του ιερέως με τα Τίμια Δώρα, με διορατικό χάρισμα έβλεπε να έρχεται, μολονότι παρεμβάλλονταν δύο κλειστές πόρτες που εχώριζαν το δωμάτιό του από τον διάδρομο που ερχόταν ο ιερέας.
Αυτό το βεβαιώνει και η ευλαβής κυρία Μαρία Γαλιατσάτου η οποία εθελοντικώς φρόντιζε το παιδί αυτό.
«Κυρία Μαρία, θέλω κάτι να σας πω», της είπε μια μέρα.
«Όταν έρχεται ο παππούλης με τον Χριστό, τον βλέπω στις σκάλες, που ανεβαίνει και δίπλα του υπάρχουν δυο ψηλοί, όμορφοι άνθρωποι με ολόασπρη στολή που γέρνουν προς το Άγιο Ποτήριο και με ανοιχτά τα χέρια τους το προστατεύουν».
Κάποτε τον ρώτησε ο γιατρός:
«Τι κάνεις, Δημητράκη, πώς πάμε;».
Του απάντησε:
«Κύριε γιατρέ, μπορώ να σας πω από κοντά. Εγώ είμαι καλά. Εσείς μη στεναχωριέστε που έφυγε η γυναίκα σας. Ο Θεός θα είναι μαζί σας γιατί είστε καλός άνθρωπος».
Ο γιατρός έμεινε λίγο ακίνητος. Κανείς δεν ήξερε το θλιβερό γεγονός που είχε συμβεί την προηγούμενη ημέρα στο σπίτι του, ότι δηλαδή η γυναίκα του τον εγκατέλειψε και πήρε άλλον άντρα.
«Αυτό είναι παιδί του Θεού», έλεγαν όσοι το γνώριζαν.
Την τελευταία φορά που κοινώνησε δεν μπορούσε πλέον να σταθεί καθιστός στο κρεβάτι αλλά υποδέχτηκε με χαρά και λαχτάρα τον Χριστό ξαπλωμένος.
«Ευχαριστώ πολύ», ψέλλισε και μετά εκοιμήθη.

Ο ιερέας, όταν την άλλη μέρα πήγε στο νεκροτομείο να διαβάσει στον Δημητράκη τον τρισάγιο, είπε: «Τέτοιο λείψανο πρώτη φορά στην ζωή μου βλέπω. Το πρόσωπό του είναι χαμογελαστό, λάμπει και έχει το χρώμα του κεχριμπαριού».
Οι γονείς του αγάπησαν τον Χριστό πολύ και θέλουν κι αυτοί να βαπτιστούν.
[ΠΗΓΗ]: "Ασκητές μέσα στον κόσμο", Βιβλίο από τις Εκδόσεις του Ιερού Ησυχαστηρίου Άγίου Ιωάννου Προδρόμου Μεταμορφώσεως Χαλκιδικής.
Πηγή: tistheosmegas.blogspot.com
Τον Σεπτέμβριο κάποιου έτους στο ογκολογικό τμήμα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Ρίου επικρατεί μεγάλη αναστάτωση. Ο μικρός Δημητράκης ζητούσε επειγόντως τον ιερέα του Νοσοκομείου. Ήθελε οπωσδήποτε να κοινωνήσει.
Ήταν 13 ετών. Ενάμιση περίπου χρόνο βρισκόταν στην συγκεκριμένη κλινική. Ένας μικρός πονοκέφαλος τον οδήγησε εκεί. Οι γιατροί διέγνωσαν καρκίνο του εγκεφάλου. Η καταγωγή του ήταν από το Φίερι της Αλβανίας. Οι γονείς του αβάπτιστοι. Έμεναν αρκετά χρόνια στην Πάτρα. Αυτός, λίγο μετά την είσοδό του στο Νοσοκομείο, θέλησε να βαπτιστή.
Άκουγε για τον Χριστό και ήθελε να γίνει «παιδί» Του. Βαπτίστηκε «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και τους Αγίου Πνεύματος», κατόπιν κατηχήσεως βέβαια.
Όλοι τον αγαπούσαν πολύ στην κλινική. Ο καρκίνος είχε προχωρήσει αρκετά και ήδη του είχε στερήσει την όραση. Δεν έβλεπε καθόλου, τίποτε και κανέναν. Άκουγε όμως με μεγάλη και θαυμαστή υπομονή. Δεν παραπονιόταν. Έλεγε ότι ο Θεός τον αγαπά πολύ. Προσευχόταν και παρακαλούσε και τους γονείς του να κάνουν το ίδιο. Όσοι τον επισκέπτονταν καταλάβαιναν να υπάρχει κάτι διαφορετικό σ’ αυτά το παιδί. Μιλούσε συνέχεια για τον Θεό. Ήταν πάντα ευγενικό και χαρούμενο. Το πρόσωπο του έλαμπε.
Ήθελε να κοινωνάει συχνά των Τιμίων Δώρων. Όταν κάποιες φορές η μητέρα του ήταν σε κάποιον άλλο χώρο της κλινικής, φώναζε:
«Μητέρα, έλα γρήγορα. Φτάνει ο παππούλης με τον Χριστό. Ανεβαίνει τα σκαλιά. Έλα να με ετοιμάσεις».
Και έτσι γινόταν. Ο ιερέας ερχόταν και έβρισκε τον Δημητράκη καθισμένο στο κρεβάτι του, με ανοιχτό το στόμα κάνοντας με ευλάβεια τον σταυρό του. Ενώ δεν εγνώριζε την ακριβή ώρα της προσελεύσεως του ιερέως με τα Τίμια Δώρα, με διορατικό χάρισμα έβλεπε να έρχεται, μολονότι παρεμβάλλονταν δύο κλειστές πόρτες που εχώριζαν το δωμάτιό του από τον διάδρομο που ερχόταν ο ιερέας.
Αυτό το βεβαιώνει και η ευλαβής κυρία Μαρία Γαλιατσάτου η οποία εθελοντικώς φρόντιζε το παιδί αυτό.
«Κυρία Μαρία, θέλω κάτι να σας πω», της είπε μια μέρα.
«Όταν έρχεται ο παππούλης με τον Χριστό, τον βλέπω στις σκάλες, που ανεβαίνει και δίπλα του υπάρχουν δυο ψηλοί, όμορφοι άνθρωποι με ολόασπρη στολή που γέρνουν προς το Άγιο Ποτήριο και με ανοιχτά τα χέρια τους το προστατεύουν».
Κάποτε τον ρώτησε ο γιατρός:
«Τι κάνεις, Δημητράκη, πώς πάμε;».
Του απάντησε:
«Κύριε γιατρέ, μπορώ να σας πω από κοντά. Εγώ είμαι καλά. Εσείς μη στεναχωριέστε που έφυγε η γυναίκα σας. Ο Θεός θα είναι μαζί σας γιατί είστε καλός άνθρωπος».
Ο γιατρός έμεινε λίγο ακίνητος. Κανείς δεν ήξερε το θλιβερό γεγονός που είχε συμβεί την προηγούμενη ημέρα στο σπίτι του, ότι δηλαδή η γυναίκα του τον εγκατέλειψε και πήρε άλλον άντρα.
«Αυτό είναι παιδί του Θεού», έλεγαν όσοι το γνώριζαν.
Την τελευταία φορά που κοινώνησε δεν μπορούσε πλέον να σταθεί καθιστός στο κρεβάτι αλλά υποδέχτηκε με χαρά και λαχτάρα τον Χριστό ξαπλωμένος.
«Ευχαριστώ πολύ», ψέλλισε και μετά εκοιμήθη.

Ο ιερέας, όταν την άλλη μέρα πήγε στο νεκροτομείο να διαβάσει στον Δημητράκη τον τρισάγιο, είπε: «Τέτοιο λείψανο πρώτη φορά στην ζωή μου βλέπω. Το πρόσωπό του είναι χαμογελαστό, λάμπει και έχει το χρώμα του κεχριμπαριού».
Οι γονείς του αγάπησαν τον Χριστό πολύ και θέλουν κι αυτοί να βαπτιστούν.
[ΠΗΓΗ]: "Ασκητές μέσα στον κόσμο", Βιβλίο από τις Εκδόσεις του Ιερού Ησυχαστηρίου Άγίου Ιωάννου Προδρόμου Μεταμορφώσεως Χαλκιδικής.
Πηγή: tistheosmegas.blogspot.com
Η μακαρία ἁπλότητα
Ὁ εὐλογημένος Συμεὼν.
Τὸ 1922 ἦρθε ἀπὸ τὴν Μικρασία μὲ τοὺς πρόσφυγες ἕνα ὀρφανὸ Ἑλληνόπουλο, ὀνόματι Συμεών. Ἐγκαταστάθηκε στὸν Πειραιᾶ σὲ μιὰ παραγκούλα καὶ ἐκεῖ μεγάλωσε μόνο του. Εἶχε ἕνα καροτσάκι καὶ ἔκανε τὸν ἀχθοφόρο, μεταφέροντας πράγματα στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ. Γράμματα δὲν ἤξερε οὔτε πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὴν πίστη μας. Εἶχε τὴν μακαρία ἁπλότητα καὶ πίστη ἁπλὴ καὶ ἀπερίεργη.
Ὅταν ἦρθε σὲ ἡλικία γάμου νυμφεύθηκε, ἔκανε δυὸ παιδιὰ καὶ μετακόμισε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Νίκαια. Κάθε πρωὶ πήγαινε στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ γιὰ νὰ βγάλει τὸ ψωμάκι του. Περνοῦσε ὅμως κάθε μέρα τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ἔμπαινε μέσα, στεκόταν μπροστὰ στὸ τέμπλο, ἔβγαζε τὸ καπελάκι του καὶ ἔλεγε:
«Καλημέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Βοήθησέ με νὰ βγάλω τὸ ψωμάκι μου».
Τὸ βράδυ ποὺ τελείωνε τὴ δουλειά του ξαναπερνοῦσε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, πήγαινε πάλι μπροστὰ στὸ τέμπλο καὶ ἔλεγε:
«Καλησπέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Σ᾿ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ βοήθησες καὶ σήμερα».
Καὶ ἔτσι περνοῦσαν τὰ χρόνια τοῦ εὐλογημένου Συμεών.
Περίπου τὸ ἔτος 1950 ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του ἀρρώστησαν ἀπὸ φυματίωση καὶ ἐκοιμήθησαν ἐν Κυρίῳ. Ἔμεινε ὁλομόναχος ὁ Συμεὼν καὶ συνέχισε ἀγόγγυστα τὴ δουλειά του ἀλλὰ καὶ δὲν παρέλειπε νὰ περνᾷ ἀπὸ τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα νὰ καλημερίζει καὶ νὰ καλησπερίζει τὸν Χριστό, ζητώντας τὴν βοήθειά Του καὶ εὐχαριστώντας Τον.
Ὅταν γέρασε ὁ Συμεών, ἀρρώστησε. Μπῆκε στὸ Νοσοκομεῖο καὶ νοσηλεύτηκε περίπου γιὰ ἕνα μῆνα. Μιὰ προϊσταμένη ἀπὸ τὴν Πάτρα τὸν ρώτησε κάποτε:
-Παπποῦ, τόσες μέρες ἐδῶ μέσα δὲν ᾖρθε κανεὶς νὰ σὲ δεῖ. Δὲν ἔχεις κανένα δικό σου στὸν κόσμο;
-Ἔρχεται, παιδί μου, κάθε πρωὶ καὶ ἀπόγευμα ὁ Χριστὸς καὶ μὲ παρηγορεῖ.
-Καὶ τί σοῦ λέει, παπποῦ;
-«Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κᾶνε ὑπομονή». «Καλησπέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κᾶνε ὑπομονή».
Ἡ Προϊσταμένη παραξενεύτηκε καὶ κάλεσε τὸν Πνευματικό της, π. Χριστόδουλο Φάσο, νὰ ἔρθει νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν μήπως πλανήθηκε. Ὁ π. Χριστόδουλος τὸν ἐπισκέφθηκε, τοῦ ἔπιασε κουβέντα, τοῦ ἔκανε τὴν ἐρώτηση τῆς Προϊσταμένης καὶ ὁ Συμεὼν τοῦ ἔδωσε τὴν ἴδια ἀπάντηση.
Τὶς ἴδιες ὧρες πρωὶ καὶ βράδυ, ποὺ ὁ Συμεὼν πήγαινε στὸ ναὸ καὶ χαιρετοῦσε τὸν Χριστό, τώρα καὶ ὁ Χριστὸς χαιρετοῦσε τὸν Συμεών. Τὸν ρώτησε ὁ Πνευματικός:
-Μήπως εἶναι φαντασία σου;
-Ὄχι, πάτερ, δὲν εἶμαι φαντασμένος, ὁ Χριστὸς εἶναι.
-Ἦρθε καὶ σήμερα;
-Ἦρθε.
-Καὶ τί σου εἶπε;
-Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι. Κᾶνε ὑπομονή, σὲ τρεῖς μέρες θὰ σὲ πάρω κοντά μου πρωῒ-πρωΐ.
Ὁ Πνευματικὸς κάθε μέρα πήγαινε στὸ Νοσοκομεῖο, μιλοῦσε μαζί του καὶ ἔμαθε γιὰ τὴν ζωή του. Κατάλαβε ὅτι πρόκειται περὶ εὐλογημένου ἀνθρώπου. Τὴν τρίτη ἡμέρα πρωῒ-πρωῒ πάλι πῆγε νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν καὶ νὰ διαπιστώσει ἂν θὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ πρόρρηση ὅτι θὰ πεθάνει. Πράγματι ἐκεῖ ποὺ κουβέντιαζαν, ὁ Συμεὼν φώναξε ξαφνικά: «Ἦρθε ὁ Χριστός», καὶ ἐκοιμήθη τὸν ὕπνο τοῦ δικαίου.
Αἰωνία του ἡ μνήμη. Ἀμήν.
(Ἀπὸ τὸ βιβλίο ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, 2008, σελ. 350-351
Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, Μεταμόρφωσις Χαλκιδικῆς).
Τὸ 1922 ἦρθε ἀπὸ τὴν Μικρασία μὲ τοὺς πρόσφυγες ἕνα ὀρφανὸ Ἑλληνόπουλο, ὀνόματι Συμεών. Ἐγκαταστάθηκε στὸν Πειραιᾶ σὲ μιὰ παραγκούλα καὶ ἐκεῖ μεγάλωσε μόνο του. Εἶχε ἕνα καροτσάκι καὶ ἔκανε τὸν ἀχθοφόρο, μεταφέροντας πράγματα στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ. Γράμματα δὲν ἤξερε οὔτε πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὴν πίστη μας. Εἶχε τὴν μακαρία ἁπλότητα καὶ πίστη ἁπλὴ καὶ ἀπερίεργη.
Ὅταν ἦρθε σὲ ἡλικία γάμου νυμφεύθηκε, ἔκανε δυὸ παιδιὰ καὶ μετακόμισε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Νίκαια. Κάθε πρωὶ πήγαινε στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ γιὰ νὰ βγάλει τὸ ψωμάκι του. Περνοῦσε ὅμως κάθε μέρα τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ἔμπαινε μέσα, στεκόταν μπροστὰ στὸ τέμπλο, ἔβγαζε τὸ καπελάκι του καὶ ἔλεγε:
«Καλημέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Βοήθησέ με νὰ βγάλω τὸ ψωμάκι μου».
Τὸ βράδυ ποὺ τελείωνε τὴ δουλειά του ξαναπερνοῦσε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, πήγαινε πάλι μπροστὰ στὸ τέμπλο καὶ ἔλεγε:
«Καλησπέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Σ᾿ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ βοήθησες καὶ σήμερα».
Καὶ ἔτσι περνοῦσαν τὰ χρόνια τοῦ εὐλογημένου Συμεών.
Περίπου τὸ ἔτος 1950 ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του ἀρρώστησαν ἀπὸ φυματίωση καὶ ἐκοιμήθησαν ἐν Κυρίῳ. Ἔμεινε ὁλομόναχος ὁ Συμεὼν καὶ συνέχισε ἀγόγγυστα τὴ δουλειά του ἀλλὰ καὶ δὲν παρέλειπε νὰ περνᾷ ἀπὸ τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα νὰ καλημερίζει καὶ νὰ καλησπερίζει τὸν Χριστό, ζητώντας τὴν βοήθειά Του καὶ εὐχαριστώντας Τον.
Ὅταν γέρασε ὁ Συμεών, ἀρρώστησε. Μπῆκε στὸ Νοσοκομεῖο καὶ νοσηλεύτηκε περίπου γιὰ ἕνα μῆνα. Μιὰ προϊσταμένη ἀπὸ τὴν Πάτρα τὸν ρώτησε κάποτε:
-Παπποῦ, τόσες μέρες ἐδῶ μέσα δὲν ᾖρθε κανεὶς νὰ σὲ δεῖ. Δὲν ἔχεις κανένα δικό σου στὸν κόσμο;
-Ἔρχεται, παιδί μου, κάθε πρωὶ καὶ ἀπόγευμα ὁ Χριστὸς καὶ μὲ παρηγορεῖ.
-Καὶ τί σοῦ λέει, παπποῦ;
-«Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κᾶνε ὑπομονή». «Καλησπέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κᾶνε ὑπομονή».
Ἡ Προϊσταμένη παραξενεύτηκε καὶ κάλεσε τὸν Πνευματικό της, π. Χριστόδουλο Φάσο, νὰ ἔρθει νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν μήπως πλανήθηκε. Ὁ π. Χριστόδουλος τὸν ἐπισκέφθηκε, τοῦ ἔπιασε κουβέντα, τοῦ ἔκανε τὴν ἐρώτηση τῆς Προϊσταμένης καὶ ὁ Συμεὼν τοῦ ἔδωσε τὴν ἴδια ἀπάντηση.
Τὶς ἴδιες ὧρες πρωὶ καὶ βράδυ, ποὺ ὁ Συμεὼν πήγαινε στὸ ναὸ καὶ χαιρετοῦσε τὸν Χριστό, τώρα καὶ ὁ Χριστὸς χαιρετοῦσε τὸν Συμεών. Τὸν ρώτησε ὁ Πνευματικός:
-Μήπως εἶναι φαντασία σου;
-Ὄχι, πάτερ, δὲν εἶμαι φαντασμένος, ὁ Χριστὸς εἶναι.
-Ἦρθε καὶ σήμερα;
-Ἦρθε.
-Καὶ τί σου εἶπε;
-Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι. Κᾶνε ὑπομονή, σὲ τρεῖς μέρες θὰ σὲ πάρω κοντά μου πρωῒ-πρωΐ.
Ὁ Πνευματικὸς κάθε μέρα πήγαινε στὸ Νοσοκομεῖο, μιλοῦσε μαζί του καὶ ἔμαθε γιὰ τὴν ζωή του. Κατάλαβε ὅτι πρόκειται περὶ εὐλογημένου ἀνθρώπου. Τὴν τρίτη ἡμέρα πρωῒ-πρωῒ πάλι πῆγε νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν καὶ νὰ διαπιστώσει ἂν θὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ πρόρρηση ὅτι θὰ πεθάνει. Πράγματι ἐκεῖ ποὺ κουβέντιαζαν, ὁ Συμεὼν φώναξε ξαφνικά: «Ἦρθε ὁ Χριστός», καὶ ἐκοιμήθη τὸν ὕπνο τοῦ δικαίου.
Αἰωνία του ἡ μνήμη. Ἀμήν.
(Ἀπὸ τὸ βιβλίο ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, 2008, σελ. 350-351
Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, Μεταμόρφωσις Χαλκιδικῆς).
"ταίς πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς"
- nickzark
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4614
- Εγγραφή: Τετ Μαρ 02, 2011 10:19 am
- Τοποθεσία: Νικόλαος@θεσσαλονίκη
Re: Η μακαρία ἁπλότητα
ευχαριστούμε για την δημοσιευση
