Φθινοπωρινές Αναζητήσεις

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
spetzouras
Έμπειρος Αποστολέας
Έμπειρος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 262
Εγγραφή: Δευ Μαρ 27, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Lakonia
Επικοινωνία:

Φθινοπωρινές Αναζητήσεις

Δημοσίευση από spetzouras »

Αδελφοί μου καλημέρα!
Παραθέτω ένα πολύ όμορφο (κατά την άποψή μου) κείμενο...

Μπροστά στον καφενέ, με τη μαγκούρα να τον συντροφεύει, ο γέροντας αγνάντευε πέρα από τον πλάτανο. Ίσως και να ονειρευόταν. Το βλέμμα πίσω από τα χοντρά γυαλιά του δυσδιάκριτο, έμοιαζε απλανές, νόμιζε κανείς πως ίσως και να μην έβλεπε. Κόντευε τα ενενήντα, μάζευε ήλιο τούτες τις ζεστές ακόμη φθινοπωρινές μέρες για το χειμώνα που έπεφτε βαρύς στ' αγαπημένα του κορφοβούνια. Είχε περάσει καιρός από τότε που τα πόδια του βάρυναν. Δεν είχε πια τις αντοχές να κινείται με ευκολία και του άρεσε να αράζει εκεί στον καφενέ, να χαζεύει τα γύρω του, όπως εξηγούσε στον διαπορούντα περαστικό που τον προσέγγισε, μιας και δεν είδε άλλον άνθρωπο νωρίς εκείνο το πρωινό στο χωριό.
Αποσπούσαν την προσοχή του απλά πράγματα, ένα θρόισμα του αέρα, το πέταγμα ενός πουλιού ή ενός εντόμου, ένας ήχος ή ακόμη και τίποτε, όταν τον παρέσυρε το πνεύμα και οι οφθαλμοί απλώς έμεναν ακίνητοι, κατακτημένοι από τις σκέψεις ή τις αναπολήσεις. «Είναι η ευτυχία μου αυτή», θα εξομολογηθεί στον άγνωστο, που γοητεύθηκε από το ύφος, τον τρόπο και την ομιλία του γέροντα. Αστός, της πόλης εκείνος, μπερδεμένος από τα πολλά φθινοπωρινά, από εκείνα που κάθε Σεπτέμβρη ταράζουν τους ανθρώπους και τους ξαναβάζουν στο σκληρό παιχνίδι της αστικής καθημερινότητας, που το καλοκαίρι λασκάρει και δημιουργεί ψευδαισθήσεις ότι η ζωή μπορεί να είναι και αλλιώς. Στάθηκε όμως στον καφενέ. Είδε στο ήρεμο γεροντικό πρόσωπο το αντίδοτο του δικού του αναστατωμένου βίου και αναζήτησε απαντήσεις.
«Θες να βρεις την ευτυχία, ξένε μου. Δεν ξέρω που να σε στείλω, μα θα σου πω που τη βρήκα εγώ. Εδώ μεγάλωσα, σ' αυτό το χωριουδάκι. Έφυγα ελάχιστες φορές, όταν υπήρχε απόλυτη ανάγκη και οι περιστάσεις το επέβαλαν. Εδώ, ανάμεσα σ' αυτές τις πλαγιές, πέρασα τα χρόνια μου, δουλεύοντας στα χτήματα. Πότε στο όργωμα, άλλοτε στο σκάλο, μετά στο θερισμό, στον τρύγο, κόβοντας ξύλα ή φροντίζοντας τα ζώα. Παλεύοντας με τη φύση, στα καλά και στ' άσχημά της, με λίγα, με εκείνα που είχαμε. Δικό μας το ψωμί, δικά μας τα κηπευτικά, τα φασόλια, τα ρεβύθια, οι φακές, το κρασί απ' τ' αμπέλια μας, το γάλα, το τυρί, το βούτυρο αγνά, απ' τα ζωντανά μας. Καθαρά, ξένε μου, χωρίς φάρμακα, χωρίς ορμόνες, με γεύση κανονική, σε μέγεθος σωστό, όπως τα φτιάχνει ο καιρός, όπως τα μεγαλώνει το χορτάρι και ο ήλιος. Λεφτά δεν είχαμε ποτέ πολλά. Δεν μας έλειψαν κιόλας ούτε που και τα ζηλέψαμε.
Τα παιδιά, έξι ζωή να 'χουνε, τα αναθρέψαμε καλά, πήγανε στα σχολεία, πρόκοψαν. Είναι στην πόλη, έχουν αμάξια, σπίτια, δουλειές, αλλά να σου πω την αλήθεια στενοχωριέμαι. Τα βλέπω σαν κι εσένα, όλο έγνοιες και σκοτούρες και σκέφτομαι αν έκανα καλά και δεν τους κράτησα εδώ. Αρχόντοι θα ήταν τώρα. Θα είχανε το χωριό δικό τους, αν κράταγαν και τα δικά μου χούγια, νοικοκυραίοι μεγάλοι θα γινόντανε. Να σου πω το μυστικό ποιο είναι. Απλή ζωή, περπάτημα πολύ, δουλειά χειρωνακτική, αλλά με σύστημα και αγάπη. Όχι το έργο για το έργο. Με μεράκι το όργωμα. Το κλάδεμα με πόνο για τ' αμπέλι, ο σκάλος μερακλήδικος, τα ζώα με αγάπη και υπομονή. Και τους ανθρώπους με καλοσύνη. Μη σε πιάνουν εγωισμοί και οι φανατισμοί. Δώσε, άμα θες να πάρεις. Και τέλος πάντων, δώσε τόπο στην οργή, όλα έχουν την εξήγησή τους. Αμα γνωρίζεις, μπορείς και να κατανοείς τον κόσμο καλύτερα. Και να ξέρεις πως τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία, ούτε και τα αξιώματα. Ο απλός βίος και η ανεκτικότητα δίνουν τη χαρά. Αυτή γεμίζει τη ζωή.
«Να 'σαι καλά γέροντα», είπε ο φθινοπωρινός επισκέπτης, έμεινε για λίγο σιωπηλός, το βλέμμα έψαξε πέρα από τον πλάτανο μήπως και δει αυτό που κοιτούσε ο γέροντας, αλλά δεν τα κατάφερε. Σηκώθηκε, χαιρέτησε ξανά, μπήκε στο αμάξι και κατηφόρισε για να ξανάβρει τον κόσμο του, που δεν μπορούσε να αρνηθεί ούτε να ξεπεράσει...

Αντώνης Καρακούσης
'Aρθρο ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ
Όλα επί των ημερών μας?! ;-)
lovethink
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 5014
Εγγραφή: Πέμ Μαρ 09, 2006 6:00 am

Re: Φθινοπωρινές Αναζητήσεις

Δημοσίευση από lovethink »

spetzouras έγραψε:«Θες να βρεις την ευτυχία, ξένε μου. Δεν ξέρω που να σε στείλω, μα θα σου πω που τη βρήκα εγώ. Εδώ μεγάλωσα, σ' αυτό το χωριουδάκι. Έφυγα ελάχιστες φορές, όταν υπήρχε απόλυτη ανάγκη και οι περιστάσεις το επέβαλαν. Εδώ, ανάμεσα σ' αυτές τις πλαγιές, πέρασα τα χρόνια μου, δουλεύοντας στα χτήματα. Πότε στο όργωμα, άλλοτε στο σκάλο, μετά στο θερισμό, στον τρύγο,
Αυτό δεν αρκεί για να γίνεις Αγιος φυσικά ....
Διότι στα κτήματα ζούσε και αυτός που σκότωσε 5 μαζεμένους επειδή ήταν στο κτήμα του :|
Άβαταρ μέλους
spetzouras
Έμπειρος Αποστολέας
Έμπειρος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 262
Εγγραφή: Δευ Μαρ 27, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Lakonia
Επικοινωνία:

Re: Φθινοπωρινές Αναζητήσεις

Δημοσίευση από spetzouras »

lovethink έγραψε:
spetzouras έγραψε:«Θες να βρεις την ευτυχία, ξένε μου. Δεν ξέρω που να σε στείλω, μα θα σου πω που τη βρήκα εγώ. Εδώ μεγάλωσα, σ' αυτό το χωριουδάκι. Έφυγα ελάχιστες φορές, όταν υπήρχε απόλυτη ανάγκη και οι περιστάσεις το επέβαλαν. Εδώ, ανάμεσα σ' αυτές τις πλαγιές, πέρασα τα χρόνια μου, δουλεύοντας στα χτήματα. Πότε στο όργωμα, άλλοτε στο σκάλο, μετά στο θερισμό, στον τρύγο,
Αυτό δεν αρκεί για να γίνεις Αγιος φυσικά ....
Διότι στα κτήματα ζούσε και αυτός που σκότωσε 5 μαζεμένους επειδή ήταν στο κτήμα του :|
Αδελφέ μου λάθος κατάλαβες...δεν πρόκειται περί αγιότητας :?
Πρόκειται όπως έχω τονίσει με τα Bold στο κείμενο, για το ότι πρέπει να ζούμε απλά και τίποτε άλλο...
Ίσως επειδή είμαι από χωριό να σημαίνει κάτι παραπάνω αυτό το κείμενο για εμένα.... :oops:
Όλα επί των ημερών μας?! ;-)
Misha
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3872
Εγγραφή: Δευ Δεκ 26, 2005 6:00 am
Τοποθεσία: http://clubs.pathfinder.gr/seraphim
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από Misha »

φίλε Σπέτζουρα πολυ καλό το κείμενο...

είναι ζητούμενο πια το αυτονόητο...

παλιότερα ανάλογα κείμενα έγραφε σε εφημερίδες της εποχής ο μακαριστός ομολογητής της πίστης μας κυρ Φώτης Κόντογλου...


αυτά τα μικρα,απλά ,καθημερινά,ανθρώπινα θα μπορούσαν να γίνουν αιτία να έλθουμε πιο κοντά οι άνθρωποι μεταξύ μας,να αμβλυνθούν οι φανατισμοί και οι βίαιες αντιπαραθέσεις και εν τέλει να ζήσουμε τα λίγα χρόνια που μας αντιστοιχούν στον καθένα πιο όμορφα και δημιουργικά ...
<div><img width="158" height="171" border="0" src="whiteangelap0.jpg" /></div><br />
lovethink
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 5014
Εγγραφή: Πέμ Μαρ 09, 2006 6:00 am

Re: Φθινοπωρινές Αναζητήσεις

Δημοσίευση από lovethink »

Η ζωή στις πόλεις δεν θεωρώ πως είναι ταυτισμένη με την εγκληματικότητα ή ότι άλλο
Πχ το σκάνδαλο με τη μαθήτρια που τη βιάσανε έγινε σε επαρχία
Το μυστήριο με τον Αλεξ έγινε σε επαρχία
Ο κτηνοτρόφος που σκότωσε 5 ανθρώπους έγινε στην εξοχή

Αρα δεν κάνει η ζωή στο χωριό τον άνθρωπο απαραίτητα καλό ή κακό
Αλλά ότι η ηρεμία αυτή είναι ΥΠΕΡΟΧΗ ναι
ΜΟΝΟ στην εξοχή νιώθεις ότι ΖΕΙΣ πραγματικά και ουσιαστικά
Ενώ εμείς εδώ στην Αθήνα ........... ζούμε για τις 15 μέρες του Αυγούστου
Άβαταρ μέλους
spetzouras
Έμπειρος Αποστολέας
Έμπειρος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 262
Εγγραφή: Δευ Μαρ 27, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Lakonia
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από spetzouras »

Misha έγραψε:παλιότερα ανάλογα κείμενα έγραφε σε εφημερίδες της εποχής ο μακαριστός ομολογητής της πίστης μας κυρ Φώτης Κόντογλου...
Αααααχ...πραγματικά μια μεγάλη μορφή...ανατριχιαστικά κείμενα,απλά,μεστά,γεμάτα νόημα...
Τελικά και πάλι το απλό είναι αυτό που συγκινεί στην εποχή μας που τα έχουμε όλα και είμαστε τόσο μπερδεμένοι στην πολύπλοκη καθημερινότητα...

Θυμάμαι ένα Χριστουγεννιάτικο με τον Άγιο Βασίλειο,που επισκεύθηκε το σπίτι ενός χωριάτη παραμονή Χριστουγέννων...πραγματικά καταπληκτικό...
Όλα επί των ημερών μας?! ;-)
Misha
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3872
Εγγραφή: Δευ Δεκ 26, 2005 6:00 am
Τοποθεσία: http://clubs.pathfinder.gr/seraphim
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από Misha »

Ο Γιάννης ο Βλογημένος


Ο άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ' όλα τα χωριά, να δει ποιος θα τον γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών -λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ' όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν του ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.

Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέρασε από το νεκροταφείο, και είδε τα κιβούρια πως ήτανε ρημαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα ήταν σκαλισμένα από τα τσακάλια. Σαν άγιος που ήταν άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά και εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διάβασει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στεναχωρήθηκε και είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένο», και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια.

Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφταξε σε κάτι χωριά που ήταν τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της ήταν μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!». Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους, και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακελίστικα και χαρούμενα.

Απάνω σ' αυτά, άνοιξε η πόρτα και βρήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλικάρι, με μαύρα στριφτά γενιά, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιος χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!».

Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μια κούνια, που ήταν δεμένη σε δυο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι ήταν τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναικά του Γιάννη.

Αυτός, σαν εμπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, και είδε πως ήταν γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και τ΄ ανεσπάσθηκε και είπε: «Να' χω την ευχή σου γέροντα», και το έλεγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να' τανε πατέρας του. Και κείνος του είπε: «Βλογημένος να' σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατα σου η ειρήνη του Θεού να' ναι απάνω σας!»

Σηκώθηκε και η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και εκείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε.

Κι ο άγιος Βασίλης ήτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του ήτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, και είχε και ένα παλιοτάγαρο αδειανό.

Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι.

Και φανήκανε τα δοκάρια, σα να' τανε μαλαμοκαπνισμένα, και οι πήτιες που ήτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, και οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ' άλλα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ' άλλα, τα φτωχά τα πράγματα που' χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος.

Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια ευωδία πάντερπνη. Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε και έκατσε κοντά στη φωτιά και η γυναίκα του' θεσε μαξιλάρια ν' ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό και το' βαλε κοντά του, και έβγαλε και το παλιόρασο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγιό του, και έβαλε μέσα στην κονιφίδα τα νιογέννητα τ' αρνιά, κι υστέρα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγιός τα' βγαλε τ' αλλά στη βοσκή. Λιγοστά ήτανε τα ζωντανά του, φτωχός ήτανε ο Γιάννης, μα ήτανε Βλογημένος. Κ' είχε μια χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί ήτανε καλός άνθρωπος και είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους, σαν να' τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε.

Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθισε μέσα, σα να' τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλια του.

Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες και οι επίσημοι άνθρωποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου.

Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ' Αη-Βασίλη. Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μια φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία».

Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάλθηκε κατά την ανατολών και έκανε το σταυρό του, υστέρα έσκυψε και πηρέ μια φυλλάδα από το ταγάρι του, και είπε:

«Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάλθηκε από πίσω του, κ' η γυναικά βύζαξε το μωρό και πήγε και κείνη και στάλθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χεριά. Κι ο άγιος Βασίλης είπε το «Θεός Κύριος» και τ' απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο που λέγει: «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου».

Η φωνή του ήτανε γλυκεία και ταπεινή, κι ο Γιάννης και η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα.

Και είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ» χωρίς να πει το δικό του τον Κανόνα, που λέγει: «Σου την φωνήν έδει παρείναι , Βασίλειε».

Και ύστερα είπε όλη τη λειτουργία και έκανε απόλυση και τους βλόγησε. Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε και αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά.

Κι ο άγιος Βασίλης πηρέ το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα, και είπε:

- «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».

Και έκοψε το πρώτο κομμάτι και είπε: «Του Χριστού».

Και ύστερα είπε: «Της Παναγίας».

Και ύστερα είπε: «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου».

Του λέγει ο Γιάννης:

- «Γέροντα, ξέχασες τον αη-Βασίλη!».

Του λέγει ο άγιος:

«Ναι καλά!» και ύστερα λέγει:

- «Του δούλου του Θεού Βασιλείου».

Και ύστερα λέγει πάλι:

- «Του νοικοκύρη, της νοικοκυράς, του παιδιού, του παραγιού, των ζωντανών, των φτωχών».

Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος:

- «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;»

Του λέγει ο άγιος:

- «Έκοψα, Βλογημένε!».

Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα ο μακάριος.

Και υστέρα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος και είπε την ευχή του:

- «Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου».

Και είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος:

- «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποια παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; Οι αρχόντοι και οι βασιλιάδες τι αμαρτίες να' χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε».

Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε και είπε πάλι την ευχή, αλλιώτικα:

- «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισελθής. Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήριά Σου τοις νηπιοίς αποκαλύπτεται»
.

Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.


Φώτης Κόντογλου




Μάλλον αυτό λες αγαπητέ φίλε....
<div><img width="158" height="171" border="0" src="whiteangelap0.jpg" /></div><br />
Άβαταρ μέλους
spetzouras
Έμπειρος Αποστολέας
Έμπειρος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 262
Εγγραφή: Δευ Μαρ 27, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Lakonia
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από spetzouras »

Misha έγραψε:Ο Γιάννης ο Βλογημένος...

............................................................

Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.


Φώτης Κόντογλου

Μάλλον αυτό λες αγαπητέ φίλε....
Αυτό ακριβώς!!!

να σαι καλά αδελφέ μου!!!

Πραγματικά μου έρχονται δάκρυα στα μάτια.... :cry: :oops:

Όσο σκέφτομαι ότι για μερικούς τα παραπάνω κείμενα θεωρούνται αστεία και παιδιαρίστικα... X(
Όλα επί των ημερών μας?! ;-)
helen
Βασικός Αποστολέας
Βασικός Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 141
Εγγραφή: Πέμ Αύγ 03, 2006 5:00 am
Τοποθεσία: ΤΡΙΠΟΛΗ

Δημοσίευση από helen »

Να πω και εγώ την γνώμη μου που μεγάλωσα σε χωριό μέχρι τα 11? Λοιπόν αυτή η ατμόσφαιρα του κειμένου υπάρχει πάντα μέσα μου...και νομίζω πως έχει δημιουργήσει μια ιδιαίτερη ¨ματιά¨θα έλεγα σχετικά με το πως βλέπω τα πράγματα πρόκειται για μια απλοποίηση... Σχετικά με τον κόπο που χρειάζεται στην ζωή για να πάρεις κάτι σίγουρα οι άνθρωποι του χωριού το ξέρουν καλά, ακόμα βλέπω την ανησυχία των γονιών μου για τα ζώα τα βλέπουν και λίγο σαν παιδιά τους.... Από την άλλη πλευρά υπάρχουν και κάτι άνθρωποι στα χωριά....! Απερίγραπτοι σχεδόν άγριοι... δεν καταλαβαίνουν τίποτα με άγρια ένστικα... και το ανέφερα αυτό σε μια συζήτηση προχθές σχετικά με το έγκλημα που έγινε.
ΜΕΙΖΩΝ ΕΣΤΙ Ο ΕΝ ΥΜΙΝ 'Η Ο ΕΝ ΤΩ ΚΟΣΜΩ
Misha
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3872
Εγγραφή: Δευ Δεκ 26, 2005 6:00 am
Τοποθεσία: http://clubs.pathfinder.gr/seraphim
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από Misha »

spetzouras έγραψε:
Misha έγραψε:Ο Γιάννης ο Βλογημένος...

............................................................

Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.


Φώτης Κόντογλου

Μάλλον αυτό λες αγαπητέ φίλε....
Αυτό ακριβώς!!!

να σαι καλά αδελφέ μου!!!

Πραγματικά μου έρχονται δάκρυα στα μάτια.... :cry: :oops:

Όσο σκέφτομαι ότι για μερικούς τα παραπάνω κείμενα θεωρούνται αστεία και παιδιαρίστικα... X(


"ει έχεις καρδίαν δύνασαι σωθήναι" έλεγε ο αββάς Παμβώ...

αυτοι που έχουν ζωντανή την καρδιά τους καταλαβαίνουν...

οι άλλοι,των οποιων "ετυρώθη ως γάλα η καρδία αυτών" κατά τον ψαλμωδό ,θα μας θεωρούν χαζούς επειδή εκτιμούμε την απλή,λιτή ,απέριττη ζωή μέσα στη Παράδοση μας...

επειδή ψαχνουμε το "Είναι" περισσότερο από το "έχειν"...

ε,οκ ...όλα καλά ...δε γίνεται να ταιριάξουμε με τους πάντες...
<div><img width="158" height="171" border="0" src="whiteangelap0.jpg" /></div><br />
Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”