ΣΤΗ ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Γιε μου, τώρα εγώ σε λίγο
θα σ’ αφήσω και θα φύγω.
Νιώθω εξάντληση πολλή
και λιγόστεψε το φως μου
μια φωνή με προσκαλεί
στη γαλήνη τ’ άλλου κόσμου.
Φεύγω γιέ μου μη με κλάψης
μόνο, εκεί που θα με θάψης,
στην αυλή τ’ άγιου Μηνά,
πουν’ τ’ αδέλφια σου θαμμένα,
θέλω νάρχεσαι συχνά
να προσεύχεσαι για μένα.
Φεύγω, γιέ μου, και σου δίνω
την ευχή μου φυλαχτό σου,
και παραγγελιά σ’ αφήνω
και στερνή μου συμβουλή,
να φυλάξης πιο πολύ
κι απ’ τ’ αμπέλια κι απ’ το βιός σου
κι απ’ το σπίτι αυτό που εχτίστη
με τον ίδρω τω γονιώ σου,
κι απ΄τα μάτια κι απ’ το φως σου,
-να φυλάξης πιο πολύ
του πατέρα σου την Πίστη.
Ότι κι αν σου τύχη εμπρός σου,
κι όπου πας κι όπου βρεθής,
γιέ μου, να το θυμηθής,
αυτή θάναι σύντροφός σου
και πατέρας κι αδελφός σου.
Γιατί, πρέπει να το ξέρης,
δε θα δης μόνο χαρές.
Θα χρειαστή πολλές φορές
στη ζωή σου να υποφέρης.
Και ποτές δε θα σου λείψη
κάποιος πόνος, κάποια θλίψη.
Μα αν τα κύματα αφρισμένα
πρύμα-πλώρη σε χτυπάνε,
κι οι βοριάδες αν φυσούν
άγρια και λυσσομανάνε,
κι αν κυλήσουνε τα νέφη,
σαν από δαιμόνων χέρια,
και σκεπάσουν την ψυχή σου
και σου κρύψουνε τ’ αστέρια-
στάσου ορθός και μη τρομάξης.
Κι αν ριχτή καμιά φορά
σαν γεράκι η μαύρη θλίψη,
και σου πνίξη τη χαρά
και την ευτυχία σου πνίξη,
πάλι εσύ μη φοβηθής•
σήκωσε τα χέρια ευθύς,
κι απλωσέ τα για ν’ αρπάξης
και γερά να κρατηθής
απ’ το χέρι που θ’ απλώση
προς εσένα με στοργή
Κείνος που μ’ αγάπη τόση
κυβερνά ουρανό και γη.
Αν με πίστη τον ζητήσης
και Θεό τον προσκυνήσης,
κι αν Σωτήρα σου τον κράξης
και προστάτη στου τον πης,
πριν να τον καλοφωνάξης
στο πλευρό σου θα τον δης.
Και θα δης να γαληνεύη
ευθύς η λύσσα του βοριά
και το μουγκρητό του πόντου,
και παντού να βασιλεύη,
στα πελάη και στη στεριά,
η γαλήνη των ματιών Του.
Μοσχομύριστος ο μπάτης
θα χαϊδεύη σε απαλά
φέρνοντας σου ειρήνης μίλημα,
κι ο ουρανός από ψηλά,
πλέοντας στο γαλάζιο φως του,
θα σου στέλνη αγάπης μήνυμα,
και θα σου χαμογελά.
Μα θα σου ριχτούν ακόμα,
γιέ μου, οι μαύροι
κάποιοι που γι’ αυτούς δεν είναι
τίποτα του Αφέντη οι νόμοι,
του Θεού κάποιοι κακοί
κι άγριοι και σκληροί και λάβροι
κι άπιστοι, που δε λατρεύουν
καμιά δύναμη θεϊκή,
κι ούτε προσκυνούν τον Κτίστη,
και γυρνούν σε κάθε τόπο
και γυρεύουν
να σκοτώσουνε την πίστη
των ανθρώπων.
Γιε μου, πρόσεξε καλά,
γιατί οι μαύροι θα σταθούνε,
φίλοι τάχα, στο πλευρό σου,
πλάνα λόγια θα σου πούνε,
γλυκά λόγια κι απαλά,
μα με τέχνη θα κυττάξουν
τον πανάγιο θησαυρό σου
να σου αρπάξουν.
Δεκατέσσερα τα μάτια
και τ’ αυτιά κλειστά,
κι αν σου τάζουνε παλάτια
διαμαντόχτιστα.
Ειν’ αυτοί σαν το ποτάμι,
γιε μου, το ξερό,
που δεν έχει νερό δράμι
στον καλό καιρό,
που δε βρίσκεις ούτε στάξη
να δροσίσης τα φρυγμένα
χείλη μεσ’ του ήλιου την κάψη,
και στον όχτο τον ξερό
σβηούν τα χόρτα μαραμένα.
Και μονάχα στο καιρό
που ξεσπούν οι καταιγίδες
λάβρες και νροποντές,
κι αστραπές τα νέφη σκίζουν
-πυρωμένες αλυσίδες,-
και σαν τέρατα μουγκρίζουν
καταπανωτά οι βροντές,
βλέπεις το ξερό ποτάμι
να κατρακυλά με ορμή,
-στο θολό το ρέμα του άμμοι,
πέτρες, βότσαλα, κορμοί-
να σκεπάση όλους τους τόπους,
να γκρεμίση και να πνίξη,
και στη δυστυχία να ρίξη
χίλιους-δυο φτωχούς ανθρώπους.
Κι ειν’ αυτοί σαν το δαυλό,
που όλους κι όλα τα καπνίζει,
κι όπου αγνό κι όπου καλό,
το λερώνει, το μαυρίζει,
και δεν ξέρει να φωτίζη,
μα έχει φλόγα μοναχά
πυρκαγιές ν’ ανάβη,
να σκορπάη τη δυστυχία,
και σ’ έρειπια θλιβερά
θησαυρούς να θάβη.
Κι είν’ αυτοί καταλύτες
των ιερών κι αγνών κι ωραίων
που μας άφησε το χτες
ειν’ οι φάρες των αθέων,
του Σταυρού οι απαρνητές,
που ζητάνε να ποτίσουν
τις αθώες ψυχές των νέων
με το ψέμα,
στο σκοτάδι να βυθίσουν
των παθών όλη τη γη,
στην οδύνη, στη σφαγή,
και στο αίμα.
Μα κοντά σ’ αυτούς παιδί μου,
που θα θέλουν το κακό σου,
κάποιοι κι άλλοι οχτροί κρυφοί
πόλεμο θα σου σηκώσουν.
Κάποιοι κι άλλοι οχτροί κρυφοί,
που θα παίρνουνε τροφή
απ’ τα βάθη τω στηθιώ σου,-
σερπετά φαρμακερά,
σιχαμένα, γλιστερά,
που θα βόσκουν στην καρδιά σου,
και την ώρα θα ζητούν
το φαρμάκι που κρατούν
όλο εντός σου να τ’ αδειάσουν.
-θα φουντώσ’ η αποθυμιά
του ενόχου μεσ’ στην ψυχή σου,
κι αμαρτίες κρυφές μια-μια
πόθους θα γεννοβολήσουν.
Και θ’ ανάψουνε φωτιές
μέσα σου και θα θελήσουν
με ταξίματα, με χάδια,
και με μάγια και γητειές,
μεσ’ στα δίχτυα και στα φάδια
του κακού να σε τυλίξουν
και στη λάσπη να σε ρίξουν.
Μα αν της αμαρτίας ο πόθος
μεσ’ στη σάρκα σου φουντώνη,
κι αν περβόλια ολανθισμένα
γύρω σου κι ολούθε απλώνη,
πρόσεξε, μην πλανηθής,
πίσω της εσύ δεμένος
σκλάβος να συρθής.
Πρόσεξε! κάτω απ’ τα κρίνα,
κάτω απ’ τις δροσιές,
έτοιμοι παραμονεύουν
οι σκορπιοί και οι οχιές.
Κι απ’ τις πρασινάδες κάτω,
κι από τις τριανταφυλλιές
με τα ρόδα τ’ αλικά των,
κι απ’ τις φουντωτές μηλιές,
μαύρα βάραθρα κρυμμένα
και πηγάδια σκοτεινά,
με τα στόματ’ ανοιγμένα,
σαν το δράκο που πεινά,
περιμένουν το διαβάτη
να περάση,
που τον έχει η αμαρτία
ξεγελάσει.
Τράβηξε τα βήματά σου
περ’ απ’ τις κακοτοπιές
τίμιος, καθαρός κι αμόλευτος
το κρασί της νιότης πιές.
Κι αν χρειαστή και να παλαίψης
και σκληρά ν’ αγωνιστής,
-λεύτερος κι αγνός να μείνης
και να μην πιαστής,-
μη δειλιάσης, μη σαλέψης
και μη συχυστής.
Στάσου ατράνταχτος και ζώσου
τ’ άρματα, άξιος μαχητής,
ρίξου απάνου στον οχτρός σου,
χτύπα τον μερονυχτίς.
Στάσου ατράνταχτος και πάτα
σε σκληρή και στέρεη γη,
βάδιζε την ίσια στράτα
μεσημέρι, βράδυ, αυγή.
Βάδιζε την ίσια στράτα,
τη γεμάτη φως,
να βλογήση σου τα νιάτα
ο Πλάστης σου ο Θεός.
Να βλογήση σου τα νιάτα
και τα γηρατειά,
ναν’ τα στήθια σου γεμάτα
παντ’ από μια θεία γαλήνη,
κι η χαρά σου αθώα, πλατιά
κι άσβηστη να μείνη.
Βάδιζε την ίσια στράτα,
που όλο και τραβά ψηλά
προς τα ονειρευτά παλάτια.
Κι όταν κάποτ’ έρθ’ η ώρα
κι εσύ γείρης απαλά
και σου κλείσουνε τα μάτια,
θα σε ξαναδώ, παιδί μου,
στη χρυσογαλάζια χώρα.
Και θα σε χαρή η ψυχή μου…
Έχε, γιέ μου, την ευχή μου!
