Διάφοροι βίοι Αγίων
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος ὁ Νέος
Γεννήθηκε στὶς μέρες τοῦ αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου Λέοντα Ε’ τοῦ Ἀρμενίου (813 – 820), σὲ κάποια κωμόπολη τῆς Γαλατίας, τὴν Ὀψῶ, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν Ἄγκυρα (σημερινὴ πρωτεύουσα τῆς Τουρκίας).
Οἱ γονεῖς του ἦταν πλούσιοι καὶ εὐσεβεῖς, καὶ ὀνομάζονταν Ἐπιφάνιος καὶ Ἄννα. Εἶχαν καὶ δυὸ κόρες, τὴν Μαρία, ποὺ ἦταν πρεσβυτέρα καὶ τὴν Ἐπιφάνια.
Ὅταν ὁ Ἅγιος ἦλθε σὲ κατάλληλη ἡλικία, παντρεύτηκε καὶ ἀπόκτησε μία κόρη τὴν Ἀναστασῶ (τὴν γυναῖκά του τὴν ἔλεγαν Εὐφροσύνη). Ἐπειδὴ ὅμως ἐπιθυμοῦσε τὴν μοναχικὴ πολιτεία, ἀφοῦ τακτοποίησε τὶς οἰκογενειακές του ὑποθέσεις, πῆγε σὲ μοναστήρι, κοντὰ στὸν Ὅσιο Ἰωαννίκιο, στὸν Ὄλυμπο τῆς Βιθυνίας.
Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ δοκιμασία, γίνεται μοναχός, τὸ 842, μὲ τὸ ὄνομα Εὐθύμιος, ἀπὸ Νικήτας ποὺ ὀνομαζόταν πρῶτα.
Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια ἀσκήσεως στὸ κοινόβιο αὐτό, ὁ Εὐθύμιος ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐπέστρεψε στὸν Ὄλυμπο καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες καὶ ταξίδια, ἵδρυσε κοντὰ στὴν Θεσσαλονίκη τὴ Μονὴ Περιστερῶν τὸ 871, ὅπου ἐγκαταστάθηκε καὶ τὴν ἀνέδειξε μὲ τὴν ἄριστη πνευματικὴ ζωή του, σὲ ἄριστο πνευματικὸ κέντρο.
Ἔτσι λοιπόν, ἀσκητικὰ καὶ θεάρεστα ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὴν 15η Ὀκτωβρίου 894.
Τὴν βιογραφία του συνέγραψε ὁ ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης Βασίλειος, ποὺ ὑπῆρξε καὶ μαθητὴς τοῦ Ἁγίου.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, διηυγασμένος, ἠκολούθησας, Χριστῷ ὁσίως, θεοφόρε παμμάκαρ Εὐθύμιε· καὶ διαφόροις ἐν τόποις ἐξέλαμψας, καὶ τῷ χειμάρρῳ τοῦ Ἄθω ἡσύχασας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῇ ἰσαγγέλῳ πολιτείᾳ σεμνυνόμενος
Τῶν δωρεῶν τοῦ Παρακλήτου κατηξίωσαι
Καὶ ὡς ἥλιος ἐξέλαμψας ἐν Ὁσίοις.
Μεθ’ ὧν πρέσβευε Χριστῷ τῷ Παντοκράτορι
Ἐκ παντοίων συμφορῶν λυτροῦσθαι πάντοτε
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Εὐθύμιε.
Μεγαλυνάριον.
Ἄσκησιν ὁσίαν διαδραμών, ὡς λύχνος ἐκλάμπεις, ἐν τῷ Ἄθῳ φωτοφανῶς, Εὐθύμιε Πάτερ καὶ πανταχοῦ πυρσεύεις, τὴν αἴγλην τῶν ἁγίων κατορθωμάτων σου.
Γεννήθηκε στὶς μέρες τοῦ αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου Λέοντα Ε’ τοῦ Ἀρμενίου (813 – 820), σὲ κάποια κωμόπολη τῆς Γαλατίας, τὴν Ὀψῶ, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν Ἄγκυρα (σημερινὴ πρωτεύουσα τῆς Τουρκίας).
Οἱ γονεῖς του ἦταν πλούσιοι καὶ εὐσεβεῖς, καὶ ὀνομάζονταν Ἐπιφάνιος καὶ Ἄννα. Εἶχαν καὶ δυὸ κόρες, τὴν Μαρία, ποὺ ἦταν πρεσβυτέρα καὶ τὴν Ἐπιφάνια.
Ὅταν ὁ Ἅγιος ἦλθε σὲ κατάλληλη ἡλικία, παντρεύτηκε καὶ ἀπόκτησε μία κόρη τὴν Ἀναστασῶ (τὴν γυναῖκά του τὴν ἔλεγαν Εὐφροσύνη). Ἐπειδὴ ὅμως ἐπιθυμοῦσε τὴν μοναχικὴ πολιτεία, ἀφοῦ τακτοποίησε τὶς οἰκογενειακές του ὑποθέσεις, πῆγε σὲ μοναστήρι, κοντὰ στὸν Ὅσιο Ἰωαννίκιο, στὸν Ὄλυμπο τῆς Βιθυνίας.
Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ δοκιμασία, γίνεται μοναχός, τὸ 842, μὲ τὸ ὄνομα Εὐθύμιος, ἀπὸ Νικήτας ποὺ ὀνομαζόταν πρῶτα.
Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια ἀσκήσεως στὸ κοινόβιο αὐτό, ὁ Εὐθύμιος ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐπέστρεψε στὸν Ὄλυμπο καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες καὶ ταξίδια, ἵδρυσε κοντὰ στὴν Θεσσαλονίκη τὴ Μονὴ Περιστερῶν τὸ 871, ὅπου ἐγκαταστάθηκε καὶ τὴν ἀνέδειξε μὲ τὴν ἄριστη πνευματικὴ ζωή του, σὲ ἄριστο πνευματικὸ κέντρο.
Ἔτσι λοιπόν, ἀσκητικὰ καὶ θεάρεστα ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὴν 15η Ὀκτωβρίου 894.
Τὴν βιογραφία του συνέγραψε ὁ ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης Βασίλειος, ποὺ ὑπῆρξε καὶ μαθητὴς τοῦ Ἁγίου.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, διηυγασμένος, ἠκολούθησας, Χριστῷ ὁσίως, θεοφόρε παμμάκαρ Εὐθύμιε· καὶ διαφόροις ἐν τόποις ἐξέλαμψας, καὶ τῷ χειμάρρῳ τοῦ Ἄθω ἡσύχασας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῇ ἰσαγγέλῳ πολιτείᾳ σεμνυνόμενος
Τῶν δωρεῶν τοῦ Παρακλήτου κατηξίωσαι
Καὶ ὡς ἥλιος ἐξέλαμψας ἐν Ὁσίοις.
Μεθ’ ὧν πρέσβευε Χριστῷ τῷ Παντοκράτορι
Ἐκ παντοίων συμφορῶν λυτροῦσθαι πάντοτε
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Εὐθύμιε.
Μεγαλυνάριον.
Ἄσκησιν ὁσίαν διαδραμών, ὡς λύχνος ἐκλάμπεις, ἐν τῷ Ἄθῳ φωτοφανῶς, Εὐθύμιε Πάτερ καὶ πανταχοῦ πυρσεύεις, τὴν αἴγλην τῶν ἁγίων κατορθωμάτων σου.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
-
Domna
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 6151
- Εγγραφή: Τετ Μαρ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Γερμανία
- Επικοινωνία:
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Οσιομάρτυρας και Εθνομάρτυρας Κυπριανός
http://www.youtube.com/watch?v=wyo5VKVFrNI
http://www.youtube.com/watch?v=wyo5VKVFrNI
Ο αληθινός χριστιανός έχει τρία γνωρίσματα:
1. Διαβάζει τον Λόγο του Θεού (Αγία Γραφή).
2. Τον εφαρμόζει στη ζωή του.
3. Φροντίζει να τον διαδίδει για να σώζονται και οι άλλοι και να γίνονται κοινωνοί του θαύματος που έζησε.
1. Διαβάζει τον Λόγο του Θεού (Αγία Γραφή).
2. Τον εφαρμόζει στη ζωή του.
3. Φροντίζει να τον διαδίδει για να σώζονται και οι άλλοι και να γίνονται κοινωνοί του θαύματος που έζησε.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ο Άγιος Ευθύμιος ο Ομολογητής, επίσκοπος Σάρδεων
Ο Σ. Ευστρατιάδης, στο Αγιολόγιό του, αναφέρει για τον Άγιο αυτόν τα εξής: Ήκμασεν επί της βασιλείας Κωνσταντίνου και Ειρήνης (780-797), γεννηθείς εν Λυκαονία και σπουδάσας εν Αλεξάνδρεια.
Μετά την αποπεράτωσιν των σπουδών αυτού κατέφυγεν εις μονήν τίνα αποκαρείς μοναχός και διαπρέψας εν τη μοναχική πολιτεία, δια δε την αρετήν και την παιδείαν αυτού προεβιβάσθη εις τον μητροπολιτικόν θρόνον των Σάρδεων, λαβών μέρος εν τη κατά των εικονομάχων αθροισθείση εν Νίκαια το δεύτερον Εβδόμη οικουμενική συνόδω (787), εν η την ορθήν της εκκλησίας δόξαν μετά παρρησίας και θάρρους καθωμολόγησε και υπέγραψε (ίδε Mansi, τ. XII, σ. 1087-1088).
Τα εξαιρετικά αυτού προσόντα εκτιμώντες οι βασιλείς ενεπιστεύθησαν αυτώ διαφόρους δημοσίας αποστολάς, αλλά επί της βασιλείας Νικηφόρου Α’ (802-811), επί καταγγελία γενομένη παρά ανωτέρου υπαλλήλου εν Σάρδεσι ότι έκειρε μοναχήν κόρην, ην εζήτει ούτος εις γάμον, ο Ευθύμιος εξωρίσθη εις την νήσον Παττάλαραν λίαν ταλαιπωρηθείς.
Εκ της εξορίας επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολη (814), αλλά και πάλιν μετά την έκρηξιν της εικονομαχίας επί Λέοντος του Ισαύρου (813-820), οπαδός της εναντίας ταχθείς μερίδος, εξωρίσθη εις Άσσον (παρά το Αδραμύτιον), ένθα παρέμεινε μέχρι του θανάτου του Λέοντος ανακληθείς υπό Μιχαήλ του Τραυλού (820-829), αλλά και τούτον καταβροντήσας δι' ων κατά πρόσωπον αυτού είπεν, "ει τις ου προσκυνεί τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εικόνι περιγραπτόν ήτω ανάθεμα", εξώργισε και ηνάγκασε να εξορίσει αυτόν εις τον Ακρίταν, ένθα ενέκλεισεν αυτόν εις ζοφερωτάτην φυλακήν εκεί δια βουνεύρων τυπτόμενος και εκ των πληγών εξογκωθείς ως ασκός οκτώ ημέρας μετά την άθλησιν, προς Κύριον έξεδήμησε". Θεώ παραστάς, Ευθύμιε, τρισμάκαρ, πλήρης άληκτου τυγχάνεις ευθυμίας.
(Η μνήμη του Αγίου, από ορισμένους Συναξαριστές, περιττώς επαναλαμβάνεται και την 11η Οκτωβρίου.)
Ο Σ. Ευστρατιάδης, στο Αγιολόγιό του, αναφέρει για τον Άγιο αυτόν τα εξής: Ήκμασεν επί της βασιλείας Κωνσταντίνου και Ειρήνης (780-797), γεννηθείς εν Λυκαονία και σπουδάσας εν Αλεξάνδρεια.
Μετά την αποπεράτωσιν των σπουδών αυτού κατέφυγεν εις μονήν τίνα αποκαρείς μοναχός και διαπρέψας εν τη μοναχική πολιτεία, δια δε την αρετήν και την παιδείαν αυτού προεβιβάσθη εις τον μητροπολιτικόν θρόνον των Σάρδεων, λαβών μέρος εν τη κατά των εικονομάχων αθροισθείση εν Νίκαια το δεύτερον Εβδόμη οικουμενική συνόδω (787), εν η την ορθήν της εκκλησίας δόξαν μετά παρρησίας και θάρρους καθωμολόγησε και υπέγραψε (ίδε Mansi, τ. XII, σ. 1087-1088).
Τα εξαιρετικά αυτού προσόντα εκτιμώντες οι βασιλείς ενεπιστεύθησαν αυτώ διαφόρους δημοσίας αποστολάς, αλλά επί της βασιλείας Νικηφόρου Α’ (802-811), επί καταγγελία γενομένη παρά ανωτέρου υπαλλήλου εν Σάρδεσι ότι έκειρε μοναχήν κόρην, ην εζήτει ούτος εις γάμον, ο Ευθύμιος εξωρίσθη εις την νήσον Παττάλαραν λίαν ταλαιπωρηθείς.
Εκ της εξορίας επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολη (814), αλλά και πάλιν μετά την έκρηξιν της εικονομαχίας επί Λέοντος του Ισαύρου (813-820), οπαδός της εναντίας ταχθείς μερίδος, εξωρίσθη εις Άσσον (παρά το Αδραμύτιον), ένθα παρέμεινε μέχρι του θανάτου του Λέοντος ανακληθείς υπό Μιχαήλ του Τραυλού (820-829), αλλά και τούτον καταβροντήσας δι' ων κατά πρόσωπον αυτού είπεν, "ει τις ου προσκυνεί τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εικόνι περιγραπτόν ήτω ανάθεμα", εξώργισε και ηνάγκασε να εξορίσει αυτόν εις τον Ακρίταν, ένθα ενέκλεισεν αυτόν εις ζοφερωτάτην φυλακήν εκεί δια βουνεύρων τυπτόμενος και εκ των πληγών εξογκωθείς ως ασκός οκτώ ημέρας μετά την άθλησιν, προς Κύριον έξεδήμησε". Θεώ παραστάς, Ευθύμιε, τρισμάκαρ, πλήρης άληκτου τυγχάνεις ευθυμίας.
(Η μνήμη του Αγίου, από ορισμένους Συναξαριστές, περιττώς επαναλαμβάνεται και την 11η Οκτωβρίου.)
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Εὐλάλιος
Στὸν πνευματικὸ ὁρίζοντα τῆς Ἐκκλησίας τῆς «Νήσου τῶν Ἁγίων» σὰν ἄστρο φωτεινὸ ἔλαμψε καὶ ὁ ἐπίσκοπος τῆς παλιᾶς βυζαντινῆς πολιτείας, τῆς ὀνομαστῆς Λάμπουσας. Λάμπουσα λεγόταν ἡ παλιὰ Λάπηθος ποὺ ἦταν κτισμένη κοντὰ στὴν θάλασσα.
Στὴν Ἑλληνικὴ καὶ Ρωμαϊκὴ ἐποχή, ὅσο καὶ στὰ χρόνια τὰ Πρωτοβυζαντινὰ ἡ πόλη φημιζόταν γιὰ τὰ πλούτη της γι’ αὐτὸ καὶ Λάμπουσα. Τὴν πόλη κατέστρεψαν αἱ Σαρακηνοὶ μὲ τὶς ἀλλεπάλληλες ἐπιδρομές τους καὶ ἔτσι οἱ κάτοικοι ἀναγκάστηκαν νὰ ἀποτραβηχτοῦν ψηλότερα, ἐκεῖ ποὺ εἶναι σήμερα.
Ὁ Ἅγιος Εὐλάλιος. Τὸ ὄνομά του μᾶς τὸ ἔχουν παραδώσει οἱ χρονικογράφοι Λεόντιος Μαχαιρᾶς καὶ Φλώριος Βουστρώνιος. Γιὰ τὸν βίο καὶ τὴ δράση του ὡς ἐπισκόπου δὲν μᾶς ἀναφέρεται τίποτα. Ἄγνωστα μᾶς εἶναι καὶ τὰ χρόνια ποὺ ἤκμασε. Ὅτι ἐκθέτουμε ἐδῶ, εἶναι ὅτι μᾶς λένε δυὸ τοπικὲς παραδόσεις καὶ ὅτι κατορθώσαμε νὰ βροῦμε στὴν ἀκολουθία του, ποὺ δημοσίευσε γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Βυζαντινολόγος ἐρευνητὴς κ. Κ. Χατζηψάλτης, στὸν Θ’ τόμο τοῦ Δελτίου τῆς Ἑταιρείας Κυπριακῶν Σπουδῶν.
Σὲ μία τοπικὴ παράδοση πολὺ διαδεδομένη ἀναφέρεται, πὼς ὁ ἅγιος αὐτὸς ποιμένας ἦταν ἐπίσκοπος στὴν Ἔδεσσα τῆς Συρίας.
Στὴν πόλη αὐτὴ φυλασσόταν μὲ πολὺ σεβασμὸ ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου, τῆς ὁποίας ἡ ἱστορία ἔχει περίπου ὡς ἑξῆς: Κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ στὴν Παλαιστίνη ζοῦσε καὶ θαυματουργοῦσε ὁ Κύριος, στὴν Ἔδεσσα ἦταν ἕνας βασιλιὰς ποὺ λεγόταν Αὔγαρος.
Κάποια μέρα ὁ βασιλιὰς ἀρρώστησε ἀπὸ λέπρα. Οἱ γιατροὶ ποὺ τὸν ἐπισκέφθηκαν στάθηκαν ἀνίκανοι νὰ τοῦ προσφέρουν καὶ τὴν πιὸ μικρὴ βοήθεια. Ἡ λύπη τοῦ ἄρχοντα ἦταν μεγάλη.
Σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, τὴν ἀπελπιστικὴ, μία ἀχτίνα ἐλπίδας χύθηκε στὴν καρδιά του, σὰν ἔμαθε πὼς στὴ γειτονικὴ χώρα, τὴν Παλαιστίνη, ἦταν ἕνας ἄνδρας, πρότυπο ἀρετῆς καὶ καλοσύνης, ποὺ γιάτρευε ὅλες τὶς ἀρρώστιες. Ἀκόμα ἀνάσταινε καὶ νεκροὺς μ’ ἕναν καὶ μόνο λόγο του.
Νὰ μποροῦσε νὰ πάει ὡς ἐκεῖ, θὰ εὕρισκε ὁπωσδήποτε τὴν ὑγεία του. Ἡ ἀπόσταση ὅμως ἦταν τόσο μακρινὴ καὶ ἡ ἀρρώστια του τόσο βαριὰ κι ὀδυνηρή, ποὺ τοῦ ἦταν ἀδύνατο ν’ ἀναλάβει ἕνα τέτοιο ταξίδι.
Τί νὰ κάμει λοιπόν; Κάθισε καὶ σκέφθηκε καὶ ἀποφάσισε. Ἔγραψε μία ἐπιστολὴ καὶ τὴν ἔδωσε σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους δικούς του, νὰ τὴν πάνε στὴν Παλαιστίνη καὶ νὰ τὴν δώσουνε προσωπικὰ στὸν μεγάλο θεραπευτή. Σ’ αὐτὴν, τοῦ μιλοῦσε μὲ πόνο γιὰ τὴν δοκιμασία του καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ πάει ὁ ἴδιος στὴν Ἔδεσσα, νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τὸν γιατρέψει.
Οἱ ἀπεσταλμένοι ἔκαναν ὅπως τοὺς διέταξε ὁ βασιλιάς τους. Πῆγαν στὴν γειτονικὴ καὶ εὐλογημένη χώρα, βρῆκαν τὸν θεῖο θεραπευτὴ καὶ Δάσκαλο, τὸν Ἰησοῦ καὶ τοῦ ἐπέδωσαν τὴν ἐπιστολή. Καὶ Αὐτὸς ἀντὶ νὰ σηκωθεῖ νὰ πάει στὴν Ἔδεσσα, ὅπως τοῦ ζητοῦσε ὁ ἄρρωστος βασιλιὰς Αὔγαρος, πῆρε ἕνα μαντήλι καὶ μ’ αὐτὸ σπόγγισε τὸν ἵδρωτα ἀπὸ τὸ ἅγιο πρόσωπό Του. Τὴν ἴδια στιγμὴ στὸ μαντήλι ἀπάνω ἀποτυπώθηκε ἡ θεϊκὴ μορφή Του. Δείχνοντας στοὺς ἀνθρώπους τοῦ βασιλιὰ τὴν Ἀχειροποίητη ἐκείνη εἰκόνα του, τοὺς ἔδωσε τὸ μαντήλι καὶ τοὺς εἶπε νὰ τὸ πᾶνε στὸν ἄρχοντά τους, καὶ αὐτὸς μόλις θὰ ἔβλεπε τὴν εἰκόνα Του, θὰ γινόταν ἀμέσως καλά. Κι ἔτσι πράγματι ἔγινε.
Τοῦτο τὸ Μανδήλιο, μὲ τὴν Ἀχειροποίητο εἰκόνα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, φυλασσόταν γιὰ πολλὰ χρόνια στὴν Ἔδεσσα μέσα στὸ βασιλικὸ παλάτι.
Μετὰ τὸν θάνατο ὅμως τοῦ βασιλιὰ ἕνας ἀπὸ τοὺς διαδόχους του, φανατικὸς εἰδωλολάτρης ἀποφάσισε νὰ καταστρέψει τὸ ἱερὸ τοῦτο κειμήλιο. Τὴν ἀνίερη ἀπόφασή του ἔκαμε γνωστὴ στὸν τότε ἐπίσκοπο τῆς Ἔδεσσας Εὐλάλιο. Κι αὐτὸς γιὰ νὰ σώσει τὴν Ἀχειροποίητη εἰκόνα, χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ παρέλαβε τὴ νύχτα κρυφὰ τὸ Ἅγιο Μανδήλιο, καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα.
Περπάτησε ὅλη νύχτα. Τὴν ἄλλη μέρα ἔφτασε στὴν ἀκρογιαλιά. Ἐκεῖ βρῆκε ἕνα καράβι, τὸ ὁποῖο ταξίδευε γιὰ τὴν Κύπρο, καὶ ἀνέβηκε πάνω σ’ αὐτό. Ὅταν ὅμως πλησίαζε στὴν Κύπρο, σηκώθηκε δυνατὴ τρικυμία. Τὰ κύματα βουνὰ πελώρια ἀπειλοῦσαν νὰ τὸ βουλιάξουν.
Οἱ ἐπιβάτες τρομαγμένοι ἔτρεχαν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ μὴ ξέροντας τί νὰ κάμουν. Κάποια στιγμὴ ὁ ἐπίσκοπος Εὐλάλιος βγάζοντας ἀπὸ τὸν κόρφο τὸν πολύτιμο θησαυρό του, ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἄνοιξε μὲ ἱερὴ εὐλάβεια τὸ Ἅγιο Μανδήλιο, τὸ ἅπλωσε στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα καὶ κάθισε ἀπάνω του.
Τὴν ἴδια ὥρα ἡ θάλασσα γαλήνεψε καὶ τὰ κύματα ἔφεραν τὸν ἐπίσκοπο στὴ Λάμπουσα. Σὰν ἔφτασε καὶ βγῆκε στὴν στεριά, ὁ Εὐλάλιος φρόντισε καὶ ἔκτισε ἐκεῖ ἕνα μοναστήρι, στὸ ὁποῖο καὶ ἀφιέρωσε τὸ Ἅγιο Μανδήλιο μὲ τὴν Ἀχειροποίητη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ μοναστήρι κλήθηκε Μονὴ τῆς Ἀχειροποιήτου, μιὰ καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἦταν ἀποτυπωμένη σ’ αὐτό, δὲν εἶχε γίνει ἀπὸ χέρια ἀνθρώπου.
Μιὰ ἄλλη ὅμως καὶ πάλι Κυπριακὴ παράδοση μᾶς λέγει, πὼς ὁ Εὐλάλιος ὁ ἐπίσκοπός της Λάμπουσας δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸν ἱερὸ Εὐλάλιο τὸν ἐπίσκοπό της Ἔδεσσας. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἄλλο ἄσχετο πρόσωπο, ποὺ γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴ Λάμπουσα.
Ὁ Ἅγιος αὐτὸς ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ὑπῆρξε ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Γεννήθηκε ἀπὸ θεοσεβεῖς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι καὶ τοῦ φύτεψαν στὴν ψυχὴ ἀπὸ αὐτὴ τὴν παιδικὴ ἡλικία τὴν ἀγάπη πρὸς τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ τὴν ἀρετή.
Καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς ἀνατροφῆς δὲν ἄργησαν νὰ φανοῦν. Νέος ἀκόμη ὁ Εὐλάλιος ἄρχισε νὰ διακρίνεται μέσα στὴν κοινότητα τῆς Λάμπουσας τόσο γιὰ τὴν ἁγία καὶ παραδειγματικὴ ζωή του, ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἀρετή του. Ὅταν τέλειωσε τὶς σπουδές του, οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ τῆς πόλεως ποὺ θαύμαζαν τὸ σεμνὸ ἦθος καὶ τὴν ὅλη του προσεκτικὴ καὶ ζηλευτῆ συμπεριφορά, ζήτησαν ἀπὸ τὸν τότε ἐπίσκοπό τους νὰ προωθήσει τὸν πιστὸ νέο σὲ διάκονο καὶ πρεσβύτερο.
Ἀκόμη καὶ νὰ τοῦ ἀναθέσει ἐνεργὸ καὶ ὑπεύθυνο θέση στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ζηλωτὴς νέος ἔχοντας πάντα στὴ σκέψη του τὴ σύσταση τοῦ προφήτου Ἱερεμίου «ἀγαθὸν ἀνδρί, ὅταν ἄρη ζυγὸν ἐκ νεότητας αὐτοῦ», ἔσπευσε ν’ ἀποδεχθεῖ.
Γνωρίζει πὼς τὸ ψυχοσωτήριο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀπαιτεῖ πολλοὺς κόπους καὶ θυσίες, ἀλλὰ καὶ ἀρκετὲς εὐθύνες. Πολλὲς φορὲς ὁ ἀφοσιωμένος στὴν ὑπηρεσία τῶν ψυχῶν ἐργάτης θὰ ἀντιμετωπίσει πικρίες ἀπὸ τὴν ἀχαριστία ἐκείνων τοὺς ὁποίους κλήθηκε νὰ καθοδηγήσει στὸν δρόμο τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ καὶ τὸν φθόνο καὶ τὸν διωγμὸ τῶν ἐχθρῶν του Χριστοῦ. Τὰ λόγια τοῦ θεοφωτίστου Ἀποστόλου «οὐκ ἐστὶν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρῖας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφεσ. στ’ 12), ἀντηχοῦν συνεχῶς στ’ αὐτιά του.
Ὅμως δὲν φοβᾶται. Δὲν ὑποχωρεῖ μπροστὰ στὸ ὕψος τῶν εὐθυνῶν. Ἀλλὰ μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν ἀρχηγὸ τῆς πίστεως «καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν», ἀποδέχεται τὴν πρόταση τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου της Λάμπουσας, καὶ χειροτονεῖται διάκονος καὶ μετὰ ἱερέας. Στὴ θέση του αὐτὴ ὁ φλογερὸς ἐργάτης ἀφήνει νὰ λάμψουν ὅλα τὰ πνευματικὰ καὶ ἠθικά του χαρίσματα.
Κηρύττει τακτικὰ καὶ μὲ ζῆλο. Ὀργανώνει ὑποδειγματικὰ τὴν φιλανθρωπικὴ ζωὴ καὶ γίνεται ἡ ψυχὴ καὶ τὸ κέντρο κάθε πνευματικῆς δράσεως. Δὲν πρόφτασε ὅμως ὁ ἱερὸς πατὴρ νὰ ἀναπτύξει ὅλη του τὴν δράση, ὅταν ὁ θάνατος τοῦ γέροντα ἐπισκόπου τῆς δοξασμένης πόλεως τὸν ἀναγκάζει νὰ ἀναλάβει τὸ ἔργο τοῦ ἐπισκόπου.
Κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ μὲ μία φωνὴ καλοῦν τὸν φιλόθεο ἱερέα νὰ ἀποδεχθεῖ τὸ ὑψηλότατο στὴν ἐκκλησία ὑπούργημα, τὸ τοῦ ἐπισκόπου. Μὲ ταπείνωση καὶ φόβο Θεοῦ ὁ εὐλαβὴς κληρικὸς κύπτει τὸν αὐχένα καὶ μ’ εὐγνωμοσύνη ἀποδέχεται τὸ θεῖο χάρισμα τοῦ ἀρχιερέα. Τὸ δέχεται καὶ τὸ καλλιεργεῖ μὲ ὅλη τὴν δύναμη καὶ τὴν φλόγα τῆς ἁγνῆς ψυχῆς του.
«Παραδοθεῖς τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ» ὁλοκληρωτικά, ἐπέδειξε «σύνεσιν ἐν πᾶσι», ζῆλο θερμουργὸ καὶ δράση θαυμαστή. Μὲ ἔργα καὶ λόγια κινεῖται παντοῦ καὶ ἀναδεικνύεται πραγματικὰ δάσκαλος τῆς εὐσέβειας καὶ πρόμαχος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Τὸ κήρυγμά του ὑπῆρξε Χρυσοστομικό. Εὐλάλιος ἦταν τ’ ὄνομά του. Εὐλάλιος ὅμως ἀναδείχθηκε καὶ στὴν πράξη. Ἡ ὁμιλία του ἦταν ἀληθινὰ μαγευτική. Τὰ λόγια του διακρίνονταν ὄχι μονάχα σὲ γλυκύτητα καὶ καλλιέπεια, ἀλλὰ πρὸ παντὸς σὲ περιεχόμενο.
Οἱ Γραφικὲς ἔννοιες ἀκολουθοῦσαν ἡ μιὰ τὴν ἄλλη μὲ μιὰ χάρη καὶ ἁπλότητα ζηλευτῆ. Ποταμοὶ θεολογίας ξεχύνονταν ἀπὸ τὰ χείλη του ποὺ συνήρπαζαν καὶ ὁδηγοῦσαν σὲ ἔργα χριστομίμητα καὶ θεάρεστα. Σὲ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας καὶ σὲ ἐκδηλώσεις χριστιανικῆς ἀνωτερότητας καὶ ζηλευτοῦ ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ.
Ὡς θεοφώτιστος ποιμένας προβάτων λογικῶν ἀκολουθεῖ μὲ ταπεινοφροσύνη καὶ πραότητα τὸ παράδειγμα τοῦ μοναδικοῦ Ποιμένα τῶν ψυχῶν καὶ μὲ αὐτοθυσία ἀποστολικὴ ἐργάζεται μέρα καὶ νύχτα, γιὰ νὰ τὰ ὁδηγήσει στὸν δρόμο τῆς σωτήριας.
Τὰ διδάσκει τακτικά. Πολεμᾶ τὴν ἀπιστία καὶ κακοπιστία ὅπου τὴν βρίσκει. Μὲ ὑπομονὴ καταφωτίζει τοὺς πιστοὺς καὶ ἀπομονώνει τοὺς αἱρετικούς. Προστατεύει τὰ ὀρφανὰ καὶ τοὺς ἀδικουμένους. Φροντίζει τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ἀρρώστους. Παρηγορεῖ τοὺς θλιμμένους. Γίνεται «τοῖς πᾶσι τὰ πάντα, ἴνα πάντως τινὸς σώσει» (Α’ Κορ. θ’ 22).
Ἔτσι κινήθηκε καὶ ἔδρασε ὁ ἱερὸς Εὐλάλιος ὡς ἱερέας στὴν ἀρχὴ καὶ μετὰ ὡς ἐπίσκοπος. Τὰ λόγια τῆς Γραφῆς, ποὺ μελετοῦσε καθημερινὰ καὶ δίδασκε μὲ τόση σοφία καὶ χάρη, φρόντιζε πρῶτα ὁ ἴδιος νὰ τὰ ἐφαρμόζει στὴν ζωή του. Ἔτσι καὶ τὸ τοῦ σοφοῦ της Παλαιᾶς Διαθήκης «ὄσῳ μέγας εἰ, τοσούτω ταπεινοῦ σεαυτόν, καὶ ἔναντι Κυρίου εὐρήσεις χάριν» (Σοφ. Σειρὰχ γ’ 18) τὸ εἶχε πάντα μπροστὰ στὰ μάτια του.
Καμιὰ καύχηση δὲν παρουσίαζε γιὰ τὶς ἐπιτυχίες του. Κανένα ἐγωϊσμό. Καμιὰ ἰδιοτέλεια ἢ ὑστεροβουλία. Μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο μποροῦσε καὶ αὐτὸς νὰ ἀναφωνεῖ: «Χάριτι Θεοῦ εἰμὶ ὁ εἴμι» (Α’ Κορ. ιε’ 10).
Στὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου τούτου ἱεράρχου ποὺ μὲ ὑπομονὴ κι ἐπιμονὴ διατήρησε μέχρι τέλους καὶ τὸ σῶμα καὶ τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ καθαρά, μποροῦμε στ’ ἀλήθεια νὰ ποῦμε, πὼς ξεπληρώθηκε τῆς Γραφῆς ὁ λόγος: «ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοὶς ὁσίοις αὐτοῦ» (Σοφ. Σολ. δ’ 15).
Ὅσιος καὶ ἐκλεκτός τοῦ Θεοῦ ἀναδείχθηκε σὲ ὅλα ὁ μακάριος ἐπίσκοπος. Ἐλεύθερος ἀπὸ ἀδυναμίες καὶ πάθη καὶ ἀκούραστος κήρυκας τῆς ἀλήθειας κατόρθωσε μὲ τὴν ἁγνότητα τῆς ζωῆς του νὰ γίνει ἕνας ἄγγελος σὲ ἀνθρώπινο σῶμα, τύπος καὶ ὑπογραμμὸς μιᾶς ἀνώτερης ζωῆς καὶ ἀληθινὸς καὶ γνήσιος φίλος τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ «ἄκακος, ὅσιος, ἀμίαντος».
Στὸ ἱερὸ πρόσωπό του τὰ πνευματικὰ παιδιά του βλέπουν πάντα τὸν γνήσιο «στρατιώτη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Τὸν στρατιώτη ποὺ μὲ τὶς ὁλονύκτιες προσευχὲς καὶ δεήσεις, κατακτᾶ μία – μία τὶς ὑψηλὲς κορυφὲς τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ καὶ ἀγωνίζεται μὲ τὸ ὑπέροχο παράδειγμα τῆς ἀγάπης καὶ ἁγιότητάς του, νὰ διαφυλάξει καὶ τὰ πνευματικὰ παιδιά του.
Νὰ τὰ διαφυλάξει ἀπὸ τὰ ποικίλα κακὰ ποὺ τὰ προσβάλλουν. Νὰ τὰ διαφυλάξει ἀλώβητα ἀπὸ τὴν ἀπιστία, τὶς αἱρέσεις, τὸ πνεῦμα τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, ποὺ τὰ ἀπειλοῦσε ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου, ποὺ καθημερινὰ συνέρεε στὴν πόλη τους. Δίκαια ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος του ψάλλει: «Σάρκα καθυπέταξας, τῷ λογισμῷ στερρῶς πάνσοφε, καὶ ὡς ποιμήν, λογικῶν προβάτων, ὄντως μάλα ἐποίμανας». Ἡ διακήρυξη τοῦ Κυρίου «ὁ Ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων» (Ἰωάν. ι’ 11) κυκλοφορεῖ πάντα στὴ σκέψη του.
Γι’ αὐτὸ οὐδέποτε ἔδινε «ὕπνον τοὶς ὀφθαλμοίς του καὶ ἀνάπαυσιν τοὶς κροτάφοις του» σὰν ἐμάνθανε, πὼς μερικοὶ ἀπὸ τοὺς χριστιανούς του κινδύνευαν ἀπὸ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον πειρασμό. Μιὰ τέτοια ζωή, ζωὴ «πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰωάν. α’ 14) δὲν μποροῦσε νὰ μὴ ἑλκύσει πρὸς αὐτὴν τὴν εὔνοια καὶ τὴν εὐλογία τοῦ οὐρανοῦ. Ὁ Κύριος προσφέρει πάντα πλούσια τὴν χάρη καὶ τὶς δωρεές Του σ’ ἐκείνους ποὺ Τὸν ἀγαποῦν. «Τοὺς δοξάζοντας μὲ, δοξάσω» διακηρύττει αὐτὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
Καὶ στ’ ἀλήθεια. Ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου πολὺ δόξασε τὸν ἄξιο ἐργάτη καὶ ποιμένα τῆς λογικῆς μάνδρας του. Πλούσια τὸν χαρίτωσε, ὅταν ἀκόμη βρισκόταν στὴν γῆ. Πολλὰ εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἐνήργησε καὶ ἐνεργεῖ μέσο τοῦ Ἁγίου ὁ τῶν θαυμασίων Θεός. Θαύματα ποὺ προκαλοῦν τὸ θάμβος. Θαύματα καταπληκτικά. Θαύματα ποὺ ἔχουν ὡς σκοπό τους τὴν παρηγοριὰ ὅσων ὑποφέρουν καὶ τὴν ἀπαλλαγή τους ἀπὸ τὰ κακὰ καὶ λυπηρά.
Θαύματα ἀκόμη ποὺ ἀποβλέπουν στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.
Ἀπὸ τὸν Κύριο τῶν Δυνάμεων ὁ πιστὸς ἐργάτης τοῦ χριστιανικοῦ ἀμπελώνας πῆρε τὴν χάρη, νὰ ἀποδιώκει δαίμονες. Νὰ θεραπεύει διάφορα νοσήματα ψυχῆς, ἀλλὰ καὶ ἀρρωστήματα τοῦ σώματος. Νὰ βοηθᾶ καθημερινὰ ἐκείνους ποὺ ταξιδεύουν καὶ ταλαιπωροῦνται στὴ θάλασσα. Νὰ προστατεύει ὅσους κινδυνεύουν ἀπὸ πειρατεῖες καὶ ἐπιθέσεις ἀπάνθρωπες. Καὶ γενικὰ νὰ λυτρώνει ἀπὸ τὰ δεινὰ καθένα, ποὺ ἐπικαλεῖται τὴν μεσιτεία του.
Πολλὲς φορὲς μὲ τὶς προσευχές του σὲ τόπους ἄνυδρους καὶ ξηροὺς ἀνέβλυσαν πηγές, ποὺ ἐξακολουθοῦν ὡς τὴν ἐποχή μας, νὰ προσφέρουν τὰ δροσερά τους νάματα, γιὰ νὰ ξεδιψοῦν καὶ νὰ δροσίζουν τοὺς ὁδοιπόρους. Τέτοια πηγὴ μὲ γάργαρο νερὸ εἶναι καὶ τὸ ἁγίασμά του κοντὰ στὸν ἱερὸ ναό του. Αὐτὸ τὸ ἁγίασμα τοῦ θεόφρονα πνευματικοῦ καὶ φιλάνθρωπου ἀρχιποιμένα τῆς Λάμπουσας, θεραπεύει κάθε ἀρρώστια καὶ ἀπαλλάσσει, ὅπως ὁμολογοῦν πολλοὶ καὶ ἀπὸ τὴ συχνὴ ἐνόχληση τοῦ συναχιοῦ. Τὴν θεραπευτική του προσφορὰ ὁ Ἅγιος μὲ τὸ ἁγίασμά του τὴν προσφέρει ἀφειδώλευτα ὄχι μονάχα σὲ πιστοὺς προσκυνητές, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄπιστους ἀλλόφυλους.
Ἕνας ἀπ’ αὐτούς, δὲν εἶναι πολλὰ χρόνια, μὲ ὅλως διόλου κατεστραμμένα δόντια, πῆγε μὲ πίστη καὶ μὲ θερμὴ προσευχὴ ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἅγιο τὴν βοήθειά του. Ὕστερα λούστηκε μὲ τὸ θαυματουργὸ νερό, καὶ ἔπλυνε καλὰ καὶ τὸ στόμα του. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε θαυμαστό. Ὁ ἄρρωστος θεραπεύτηκε τελείως καὶ ἔφυγε δοξάζοντας τὸν Θεὸ καὶ τὸν Ὅσιό του.
Σὲ ἀρκετὰ προχωρημένη ἡλικία ὁ μακάριος ποιμὴν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἔλαια κατάκαρπος, ἔκλινε τὴν κεφαλὴ μπροστὰ στὴ θεία βουλὴ καὶ ἀπεδήμησε γιὰ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ θάνατός του σήμανε συγκλονισμὸ σὲ ὅλη τὴν περιφέρεια καὶ θλίψη σὲ ὁλόκληρη τὴ νῆσο. Οἱ ἄνθρωποι, ποὺ εὐεργετήθηκαν ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν καλωσύνη του, ἔτρεξαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη γιὰ νὰ τὸν ἰδοῦν ἔστω καὶ νεκρὸ, ἀκόμη μιὰ φορά, καὶ νὰ τὸν ἀσπασθοῦν καὶ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία του.
Ἀργότερα ἡ εὐλάβεια τῶν κατοίκων τῆς δοξασμένης πόλεως ἔκτισε κοντὰ στὴν θάλασσα καὶ σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἀχειροποιήτου ἕνα ναὸ στ’ ὄνομά του.
Ὁ ναὸς αὐτὸς μὲ τὸν καιρό, καὶ τὶς τόσες ἐπιδρομὲς ποὺ δοκίμασε ἡ πλούσια πόλη καταστράφηκε. Πάνω στὰ ἐρείπια τοῦ πρώτου ναοῦ ξανακτίστηκε τὸν δέκατο ἕκτο αἰώνα ἄλλος ναός, ποὺ διατηρεῖται ἐξωτερικὰ σὲ πολὺ καλὴ κατάσταση. Τὸν ναὸ ἔκτισε σὲ ρυθμὸ Φραγκοβυζαντινὸ «ὁ Νεόφυτός της Λευκωσίας Ποιμήν» καὶ «νεύσει θείας χάριτος», γιὰ νὰ λάβει μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου «λύτρωσιν συμφορῶν τε καὶ θλίψεως».
Ὁ ναὸς ἦταν ἕνα ὄμορφο μνημεῖο ἀκέραιο καὶ πολὺ καλὰ διατηρημένο, μέχρι τὴν τούρκικη εἰσβολή. Τὸ ἐσωτερικό του μόνο ἦταν γυμνό, χωρὶς πάτωμα, χωρὶς τοιχογραφίες καὶ φορητὲς εἰκόνες, καὶ μ’ ἕνα τέμπλο φθαρμένο.
Τὸ λαμπρὸ παράδειγμα καὶ ἡ ἁγνὴ ζωὴ τοῦ φλογεροῦ καὶ μακάριου ἐπισκόπου της Λάμπουσας, ἂς φωτίσουν τὸν δρόμο τῆς πρόσκαιρης ζωῆς ὅλων μας. Κι ἂν γιὰ ὁποιουσδήποτε λόγους οἱ πειρασμοὶ μᾶς νίκησαν καὶ μᾶς ἀπεμάκρυναν ἀπὸ τὰ καθήκοντά μας ὡς χριστιανῶν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ θρηνοῦμε σήμερα «τὰ περασμένα μεγαλεῖα», τὸ πᾶν δὲν χάθηκε γιὰ μᾶς. Ἂς μετανοήσουμε καὶ μὲ συντριβὴ ψυχῆς, ἂς ζητήσουμε μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου πατρὸς Εὐλαλίου τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Σὲ ὁποιαδήποτε ἡλικία καὶ ἂν βρισκόμαστε, ἡ ἀντίστοιχη ἡλικία τῆς ἐνάρετης ζωῆς τοῦ Ἁγίου, πολλὰ ἔχει νὰ μᾶς πεῖ καὶ νὰ μᾶς διδάξει. Κάτι περισσότερο. Μὲ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοιά μας θὰ ἐπιτύχουμε αὐτὸ ποὺ ποθοῦμε καὶ μ’ ὅλη μας τὴν ψυχὴ λαχταροῦμε: Τὴν λύτρωση ἀπὸ τὰ δεινὰ καὶ τὴν ἐλεύθερη μετακίνηση καὶ διακίνησή μας στὰ ἁγιασμένα χώματα τῆς πατρικῆς γῆς.
Πρωὶ καὶ βράδυ, ἂς κλείνουμε λοιπὸν νοερὰ τῆς ψυχῆς τὰ γόνατα μπροστὰ στὴ σεβάσμια μορφὴ τοῦ θεόφρονος Ἁγίου, καὶ ἀπὸ τὰ τρίσβαθα τῆς καρδιᾶς, ἂς τοῦ λέμε καὶ ἐμεῖς μὲ πίστη φλογερὴ καὶ ἀκλόνητη:
Θεόφρον Εὐλάλιε, τὴν σήν, ποίμνην περιφύλαττε, ἐκ πάσης βλάβης καὶ θλίψεως, καὶ περιστάσεως, καὶ ἐκ πάσης ρύσαι, συμφοράς, θεσπέσιε, καὶ τῆς αἰχμαλωσίας πρεσβείαις σου, ἵνα δοξάζωμεν, ποιμένα ἀληθέστατον, καὶ Τριάδος, μέγιστον συνήγορον.
Στὸν πνευματικὸ ὁρίζοντα τῆς Ἐκκλησίας τῆς «Νήσου τῶν Ἁγίων» σὰν ἄστρο φωτεινὸ ἔλαμψε καὶ ὁ ἐπίσκοπος τῆς παλιᾶς βυζαντινῆς πολιτείας, τῆς ὀνομαστῆς Λάμπουσας. Λάμπουσα λεγόταν ἡ παλιὰ Λάπηθος ποὺ ἦταν κτισμένη κοντὰ στὴν θάλασσα.
Στὴν Ἑλληνικὴ καὶ Ρωμαϊκὴ ἐποχή, ὅσο καὶ στὰ χρόνια τὰ Πρωτοβυζαντινὰ ἡ πόλη φημιζόταν γιὰ τὰ πλούτη της γι’ αὐτὸ καὶ Λάμπουσα. Τὴν πόλη κατέστρεψαν αἱ Σαρακηνοὶ μὲ τὶς ἀλλεπάλληλες ἐπιδρομές τους καὶ ἔτσι οἱ κάτοικοι ἀναγκάστηκαν νὰ ἀποτραβηχτοῦν ψηλότερα, ἐκεῖ ποὺ εἶναι σήμερα.
Ὁ Ἅγιος Εὐλάλιος. Τὸ ὄνομά του μᾶς τὸ ἔχουν παραδώσει οἱ χρονικογράφοι Λεόντιος Μαχαιρᾶς καὶ Φλώριος Βουστρώνιος. Γιὰ τὸν βίο καὶ τὴ δράση του ὡς ἐπισκόπου δὲν μᾶς ἀναφέρεται τίποτα. Ἄγνωστα μᾶς εἶναι καὶ τὰ χρόνια ποὺ ἤκμασε. Ὅτι ἐκθέτουμε ἐδῶ, εἶναι ὅτι μᾶς λένε δυὸ τοπικὲς παραδόσεις καὶ ὅτι κατορθώσαμε νὰ βροῦμε στὴν ἀκολουθία του, ποὺ δημοσίευσε γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Βυζαντινολόγος ἐρευνητὴς κ. Κ. Χατζηψάλτης, στὸν Θ’ τόμο τοῦ Δελτίου τῆς Ἑταιρείας Κυπριακῶν Σπουδῶν.
Σὲ μία τοπικὴ παράδοση πολὺ διαδεδομένη ἀναφέρεται, πὼς ὁ ἅγιος αὐτὸς ποιμένας ἦταν ἐπίσκοπος στὴν Ἔδεσσα τῆς Συρίας.
Στὴν πόλη αὐτὴ φυλασσόταν μὲ πολὺ σεβασμὸ ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου, τῆς ὁποίας ἡ ἱστορία ἔχει περίπου ὡς ἑξῆς: Κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ στὴν Παλαιστίνη ζοῦσε καὶ θαυματουργοῦσε ὁ Κύριος, στὴν Ἔδεσσα ἦταν ἕνας βασιλιὰς ποὺ λεγόταν Αὔγαρος.
Κάποια μέρα ὁ βασιλιὰς ἀρρώστησε ἀπὸ λέπρα. Οἱ γιατροὶ ποὺ τὸν ἐπισκέφθηκαν στάθηκαν ἀνίκανοι νὰ τοῦ προσφέρουν καὶ τὴν πιὸ μικρὴ βοήθεια. Ἡ λύπη τοῦ ἄρχοντα ἦταν μεγάλη.
Σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, τὴν ἀπελπιστικὴ, μία ἀχτίνα ἐλπίδας χύθηκε στὴν καρδιά του, σὰν ἔμαθε πὼς στὴ γειτονικὴ χώρα, τὴν Παλαιστίνη, ἦταν ἕνας ἄνδρας, πρότυπο ἀρετῆς καὶ καλοσύνης, ποὺ γιάτρευε ὅλες τὶς ἀρρώστιες. Ἀκόμα ἀνάσταινε καὶ νεκροὺς μ’ ἕναν καὶ μόνο λόγο του.
Νὰ μποροῦσε νὰ πάει ὡς ἐκεῖ, θὰ εὕρισκε ὁπωσδήποτε τὴν ὑγεία του. Ἡ ἀπόσταση ὅμως ἦταν τόσο μακρινὴ καὶ ἡ ἀρρώστια του τόσο βαριὰ κι ὀδυνηρή, ποὺ τοῦ ἦταν ἀδύνατο ν’ ἀναλάβει ἕνα τέτοιο ταξίδι.
Τί νὰ κάμει λοιπόν; Κάθισε καὶ σκέφθηκε καὶ ἀποφάσισε. Ἔγραψε μία ἐπιστολὴ καὶ τὴν ἔδωσε σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους δικούς του, νὰ τὴν πάνε στὴν Παλαιστίνη καὶ νὰ τὴν δώσουνε προσωπικὰ στὸν μεγάλο θεραπευτή. Σ’ αὐτὴν, τοῦ μιλοῦσε μὲ πόνο γιὰ τὴν δοκιμασία του καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ πάει ὁ ἴδιος στὴν Ἔδεσσα, νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τὸν γιατρέψει.
Οἱ ἀπεσταλμένοι ἔκαναν ὅπως τοὺς διέταξε ὁ βασιλιάς τους. Πῆγαν στὴν γειτονικὴ καὶ εὐλογημένη χώρα, βρῆκαν τὸν θεῖο θεραπευτὴ καὶ Δάσκαλο, τὸν Ἰησοῦ καὶ τοῦ ἐπέδωσαν τὴν ἐπιστολή. Καὶ Αὐτὸς ἀντὶ νὰ σηκωθεῖ νὰ πάει στὴν Ἔδεσσα, ὅπως τοῦ ζητοῦσε ὁ ἄρρωστος βασιλιὰς Αὔγαρος, πῆρε ἕνα μαντήλι καὶ μ’ αὐτὸ σπόγγισε τὸν ἵδρωτα ἀπὸ τὸ ἅγιο πρόσωπό Του. Τὴν ἴδια στιγμὴ στὸ μαντήλι ἀπάνω ἀποτυπώθηκε ἡ θεϊκὴ μορφή Του. Δείχνοντας στοὺς ἀνθρώπους τοῦ βασιλιὰ τὴν Ἀχειροποίητη ἐκείνη εἰκόνα του, τοὺς ἔδωσε τὸ μαντήλι καὶ τοὺς εἶπε νὰ τὸ πᾶνε στὸν ἄρχοντά τους, καὶ αὐτὸς μόλις θὰ ἔβλεπε τὴν εἰκόνα Του, θὰ γινόταν ἀμέσως καλά. Κι ἔτσι πράγματι ἔγινε.
Τοῦτο τὸ Μανδήλιο, μὲ τὴν Ἀχειροποίητο εἰκόνα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, φυλασσόταν γιὰ πολλὰ χρόνια στὴν Ἔδεσσα μέσα στὸ βασιλικὸ παλάτι.
Μετὰ τὸν θάνατο ὅμως τοῦ βασιλιὰ ἕνας ἀπὸ τοὺς διαδόχους του, φανατικὸς εἰδωλολάτρης ἀποφάσισε νὰ καταστρέψει τὸ ἱερὸ τοῦτο κειμήλιο. Τὴν ἀνίερη ἀπόφασή του ἔκαμε γνωστὴ στὸν τότε ἐπίσκοπο τῆς Ἔδεσσας Εὐλάλιο. Κι αὐτὸς γιὰ νὰ σώσει τὴν Ἀχειροποίητη εἰκόνα, χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ παρέλαβε τὴ νύχτα κρυφὰ τὸ Ἅγιο Μανδήλιο, καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα.
Περπάτησε ὅλη νύχτα. Τὴν ἄλλη μέρα ἔφτασε στὴν ἀκρογιαλιά. Ἐκεῖ βρῆκε ἕνα καράβι, τὸ ὁποῖο ταξίδευε γιὰ τὴν Κύπρο, καὶ ἀνέβηκε πάνω σ’ αὐτό. Ὅταν ὅμως πλησίαζε στὴν Κύπρο, σηκώθηκε δυνατὴ τρικυμία. Τὰ κύματα βουνὰ πελώρια ἀπειλοῦσαν νὰ τὸ βουλιάξουν.
Οἱ ἐπιβάτες τρομαγμένοι ἔτρεχαν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ μὴ ξέροντας τί νὰ κάμουν. Κάποια στιγμὴ ὁ ἐπίσκοπος Εὐλάλιος βγάζοντας ἀπὸ τὸν κόρφο τὸν πολύτιμο θησαυρό του, ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἄνοιξε μὲ ἱερὴ εὐλάβεια τὸ Ἅγιο Μανδήλιο, τὸ ἅπλωσε στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα καὶ κάθισε ἀπάνω του.
Τὴν ἴδια ὥρα ἡ θάλασσα γαλήνεψε καὶ τὰ κύματα ἔφεραν τὸν ἐπίσκοπο στὴ Λάμπουσα. Σὰν ἔφτασε καὶ βγῆκε στὴν στεριά, ὁ Εὐλάλιος φρόντισε καὶ ἔκτισε ἐκεῖ ἕνα μοναστήρι, στὸ ὁποῖο καὶ ἀφιέρωσε τὸ Ἅγιο Μανδήλιο μὲ τὴν Ἀχειροποίητη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ μοναστήρι κλήθηκε Μονὴ τῆς Ἀχειροποιήτου, μιὰ καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἦταν ἀποτυπωμένη σ’ αὐτό, δὲν εἶχε γίνει ἀπὸ χέρια ἀνθρώπου.
Μιὰ ἄλλη ὅμως καὶ πάλι Κυπριακὴ παράδοση μᾶς λέγει, πὼς ὁ Εὐλάλιος ὁ ἐπίσκοπός της Λάμπουσας δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸν ἱερὸ Εὐλάλιο τὸν ἐπίσκοπό της Ἔδεσσας. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἄλλο ἄσχετο πρόσωπο, ποὺ γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴ Λάμπουσα.
Ὁ Ἅγιος αὐτὸς ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ὑπῆρξε ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Γεννήθηκε ἀπὸ θεοσεβεῖς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι καὶ τοῦ φύτεψαν στὴν ψυχὴ ἀπὸ αὐτὴ τὴν παιδικὴ ἡλικία τὴν ἀγάπη πρὸς τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ τὴν ἀρετή.
Καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς ἀνατροφῆς δὲν ἄργησαν νὰ φανοῦν. Νέος ἀκόμη ὁ Εὐλάλιος ἄρχισε νὰ διακρίνεται μέσα στὴν κοινότητα τῆς Λάμπουσας τόσο γιὰ τὴν ἁγία καὶ παραδειγματικὴ ζωή του, ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἀρετή του. Ὅταν τέλειωσε τὶς σπουδές του, οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ τῆς πόλεως ποὺ θαύμαζαν τὸ σεμνὸ ἦθος καὶ τὴν ὅλη του προσεκτικὴ καὶ ζηλευτῆ συμπεριφορά, ζήτησαν ἀπὸ τὸν τότε ἐπίσκοπό τους νὰ προωθήσει τὸν πιστὸ νέο σὲ διάκονο καὶ πρεσβύτερο.
Ἀκόμη καὶ νὰ τοῦ ἀναθέσει ἐνεργὸ καὶ ὑπεύθυνο θέση στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ζηλωτὴς νέος ἔχοντας πάντα στὴ σκέψη του τὴ σύσταση τοῦ προφήτου Ἱερεμίου «ἀγαθὸν ἀνδρί, ὅταν ἄρη ζυγὸν ἐκ νεότητας αὐτοῦ», ἔσπευσε ν’ ἀποδεχθεῖ.
Γνωρίζει πὼς τὸ ψυχοσωτήριο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀπαιτεῖ πολλοὺς κόπους καὶ θυσίες, ἀλλὰ καὶ ἀρκετὲς εὐθύνες. Πολλὲς φορὲς ὁ ἀφοσιωμένος στὴν ὑπηρεσία τῶν ψυχῶν ἐργάτης θὰ ἀντιμετωπίσει πικρίες ἀπὸ τὴν ἀχαριστία ἐκείνων τοὺς ὁποίους κλήθηκε νὰ καθοδηγήσει στὸν δρόμο τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ καὶ τὸν φθόνο καὶ τὸν διωγμὸ τῶν ἐχθρῶν του Χριστοῦ. Τὰ λόγια τοῦ θεοφωτίστου Ἀποστόλου «οὐκ ἐστὶν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρῖας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφεσ. στ’ 12), ἀντηχοῦν συνεχῶς στ’ αὐτιά του.
Ὅμως δὲν φοβᾶται. Δὲν ὑποχωρεῖ μπροστὰ στὸ ὕψος τῶν εὐθυνῶν. Ἀλλὰ μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν ἀρχηγὸ τῆς πίστεως «καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν», ἀποδέχεται τὴν πρόταση τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου της Λάμπουσας, καὶ χειροτονεῖται διάκονος καὶ μετὰ ἱερέας. Στὴ θέση του αὐτὴ ὁ φλογερὸς ἐργάτης ἀφήνει νὰ λάμψουν ὅλα τὰ πνευματικὰ καὶ ἠθικά του χαρίσματα.
Κηρύττει τακτικὰ καὶ μὲ ζῆλο. Ὀργανώνει ὑποδειγματικὰ τὴν φιλανθρωπικὴ ζωὴ καὶ γίνεται ἡ ψυχὴ καὶ τὸ κέντρο κάθε πνευματικῆς δράσεως. Δὲν πρόφτασε ὅμως ὁ ἱερὸς πατὴρ νὰ ἀναπτύξει ὅλη του τὴν δράση, ὅταν ὁ θάνατος τοῦ γέροντα ἐπισκόπου τῆς δοξασμένης πόλεως τὸν ἀναγκάζει νὰ ἀναλάβει τὸ ἔργο τοῦ ἐπισκόπου.
Κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ μὲ μία φωνὴ καλοῦν τὸν φιλόθεο ἱερέα νὰ ἀποδεχθεῖ τὸ ὑψηλότατο στὴν ἐκκλησία ὑπούργημα, τὸ τοῦ ἐπισκόπου. Μὲ ταπείνωση καὶ φόβο Θεοῦ ὁ εὐλαβὴς κληρικὸς κύπτει τὸν αὐχένα καὶ μ’ εὐγνωμοσύνη ἀποδέχεται τὸ θεῖο χάρισμα τοῦ ἀρχιερέα. Τὸ δέχεται καὶ τὸ καλλιεργεῖ μὲ ὅλη τὴν δύναμη καὶ τὴν φλόγα τῆς ἁγνῆς ψυχῆς του.
«Παραδοθεῖς τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ» ὁλοκληρωτικά, ἐπέδειξε «σύνεσιν ἐν πᾶσι», ζῆλο θερμουργὸ καὶ δράση θαυμαστή. Μὲ ἔργα καὶ λόγια κινεῖται παντοῦ καὶ ἀναδεικνύεται πραγματικὰ δάσκαλος τῆς εὐσέβειας καὶ πρόμαχος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Τὸ κήρυγμά του ὑπῆρξε Χρυσοστομικό. Εὐλάλιος ἦταν τ’ ὄνομά του. Εὐλάλιος ὅμως ἀναδείχθηκε καὶ στὴν πράξη. Ἡ ὁμιλία του ἦταν ἀληθινὰ μαγευτική. Τὰ λόγια του διακρίνονταν ὄχι μονάχα σὲ γλυκύτητα καὶ καλλιέπεια, ἀλλὰ πρὸ παντὸς σὲ περιεχόμενο.
Οἱ Γραφικὲς ἔννοιες ἀκολουθοῦσαν ἡ μιὰ τὴν ἄλλη μὲ μιὰ χάρη καὶ ἁπλότητα ζηλευτῆ. Ποταμοὶ θεολογίας ξεχύνονταν ἀπὸ τὰ χείλη του ποὺ συνήρπαζαν καὶ ὁδηγοῦσαν σὲ ἔργα χριστομίμητα καὶ θεάρεστα. Σὲ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας καὶ σὲ ἐκδηλώσεις χριστιανικῆς ἀνωτερότητας καὶ ζηλευτοῦ ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ.
Ὡς θεοφώτιστος ποιμένας προβάτων λογικῶν ἀκολουθεῖ μὲ ταπεινοφροσύνη καὶ πραότητα τὸ παράδειγμα τοῦ μοναδικοῦ Ποιμένα τῶν ψυχῶν καὶ μὲ αὐτοθυσία ἀποστολικὴ ἐργάζεται μέρα καὶ νύχτα, γιὰ νὰ τὰ ὁδηγήσει στὸν δρόμο τῆς σωτήριας.
Τὰ διδάσκει τακτικά. Πολεμᾶ τὴν ἀπιστία καὶ κακοπιστία ὅπου τὴν βρίσκει. Μὲ ὑπομονὴ καταφωτίζει τοὺς πιστοὺς καὶ ἀπομονώνει τοὺς αἱρετικούς. Προστατεύει τὰ ὀρφανὰ καὶ τοὺς ἀδικουμένους. Φροντίζει τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ἀρρώστους. Παρηγορεῖ τοὺς θλιμμένους. Γίνεται «τοῖς πᾶσι τὰ πάντα, ἴνα πάντως τινὸς σώσει» (Α’ Κορ. θ’ 22).
Ἔτσι κινήθηκε καὶ ἔδρασε ὁ ἱερὸς Εὐλάλιος ὡς ἱερέας στὴν ἀρχὴ καὶ μετὰ ὡς ἐπίσκοπος. Τὰ λόγια τῆς Γραφῆς, ποὺ μελετοῦσε καθημερινὰ καὶ δίδασκε μὲ τόση σοφία καὶ χάρη, φρόντιζε πρῶτα ὁ ἴδιος νὰ τὰ ἐφαρμόζει στὴν ζωή του. Ἔτσι καὶ τὸ τοῦ σοφοῦ της Παλαιᾶς Διαθήκης «ὄσῳ μέγας εἰ, τοσούτω ταπεινοῦ σεαυτόν, καὶ ἔναντι Κυρίου εὐρήσεις χάριν» (Σοφ. Σειρὰχ γ’ 18) τὸ εἶχε πάντα μπροστὰ στὰ μάτια του.
Καμιὰ καύχηση δὲν παρουσίαζε γιὰ τὶς ἐπιτυχίες του. Κανένα ἐγωϊσμό. Καμιὰ ἰδιοτέλεια ἢ ὑστεροβουλία. Μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο μποροῦσε καὶ αὐτὸς νὰ ἀναφωνεῖ: «Χάριτι Θεοῦ εἰμὶ ὁ εἴμι» (Α’ Κορ. ιε’ 10).
Στὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου τούτου ἱεράρχου ποὺ μὲ ὑπομονὴ κι ἐπιμονὴ διατήρησε μέχρι τέλους καὶ τὸ σῶμα καὶ τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ καθαρά, μποροῦμε στ’ ἀλήθεια νὰ ποῦμε, πὼς ξεπληρώθηκε τῆς Γραφῆς ὁ λόγος: «ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοὶς ὁσίοις αὐτοῦ» (Σοφ. Σολ. δ’ 15).
Ὅσιος καὶ ἐκλεκτός τοῦ Θεοῦ ἀναδείχθηκε σὲ ὅλα ὁ μακάριος ἐπίσκοπος. Ἐλεύθερος ἀπὸ ἀδυναμίες καὶ πάθη καὶ ἀκούραστος κήρυκας τῆς ἀλήθειας κατόρθωσε μὲ τὴν ἁγνότητα τῆς ζωῆς του νὰ γίνει ἕνας ἄγγελος σὲ ἀνθρώπινο σῶμα, τύπος καὶ ὑπογραμμὸς μιᾶς ἀνώτερης ζωῆς καὶ ἀληθινὸς καὶ γνήσιος φίλος τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ «ἄκακος, ὅσιος, ἀμίαντος».
Στὸ ἱερὸ πρόσωπό του τὰ πνευματικὰ παιδιά του βλέπουν πάντα τὸν γνήσιο «στρατιώτη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Τὸν στρατιώτη ποὺ μὲ τὶς ὁλονύκτιες προσευχὲς καὶ δεήσεις, κατακτᾶ μία – μία τὶς ὑψηλὲς κορυφὲς τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ καὶ ἀγωνίζεται μὲ τὸ ὑπέροχο παράδειγμα τῆς ἀγάπης καὶ ἁγιότητάς του, νὰ διαφυλάξει καὶ τὰ πνευματικὰ παιδιά του.
Νὰ τὰ διαφυλάξει ἀπὸ τὰ ποικίλα κακὰ ποὺ τὰ προσβάλλουν. Νὰ τὰ διαφυλάξει ἀλώβητα ἀπὸ τὴν ἀπιστία, τὶς αἱρέσεις, τὸ πνεῦμα τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, ποὺ τὰ ἀπειλοῦσε ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου, ποὺ καθημερινὰ συνέρεε στὴν πόλη τους. Δίκαια ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος του ψάλλει: «Σάρκα καθυπέταξας, τῷ λογισμῷ στερρῶς πάνσοφε, καὶ ὡς ποιμήν, λογικῶν προβάτων, ὄντως μάλα ἐποίμανας». Ἡ διακήρυξη τοῦ Κυρίου «ὁ Ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων» (Ἰωάν. ι’ 11) κυκλοφορεῖ πάντα στὴ σκέψη του.
Γι’ αὐτὸ οὐδέποτε ἔδινε «ὕπνον τοὶς ὀφθαλμοίς του καὶ ἀνάπαυσιν τοὶς κροτάφοις του» σὰν ἐμάνθανε, πὼς μερικοὶ ἀπὸ τοὺς χριστιανούς του κινδύνευαν ἀπὸ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον πειρασμό. Μιὰ τέτοια ζωή, ζωὴ «πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰωάν. α’ 14) δὲν μποροῦσε νὰ μὴ ἑλκύσει πρὸς αὐτὴν τὴν εὔνοια καὶ τὴν εὐλογία τοῦ οὐρανοῦ. Ὁ Κύριος προσφέρει πάντα πλούσια τὴν χάρη καὶ τὶς δωρεές Του σ’ ἐκείνους ποὺ Τὸν ἀγαποῦν. «Τοὺς δοξάζοντας μὲ, δοξάσω» διακηρύττει αὐτὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
Καὶ στ’ ἀλήθεια. Ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου πολὺ δόξασε τὸν ἄξιο ἐργάτη καὶ ποιμένα τῆς λογικῆς μάνδρας του. Πλούσια τὸν χαρίτωσε, ὅταν ἀκόμη βρισκόταν στὴν γῆ. Πολλὰ εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἐνήργησε καὶ ἐνεργεῖ μέσο τοῦ Ἁγίου ὁ τῶν θαυμασίων Θεός. Θαύματα ποὺ προκαλοῦν τὸ θάμβος. Θαύματα καταπληκτικά. Θαύματα ποὺ ἔχουν ὡς σκοπό τους τὴν παρηγοριὰ ὅσων ὑποφέρουν καὶ τὴν ἀπαλλαγή τους ἀπὸ τὰ κακὰ καὶ λυπηρά.
Θαύματα ἀκόμη ποὺ ἀποβλέπουν στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.
Ἀπὸ τὸν Κύριο τῶν Δυνάμεων ὁ πιστὸς ἐργάτης τοῦ χριστιανικοῦ ἀμπελώνας πῆρε τὴν χάρη, νὰ ἀποδιώκει δαίμονες. Νὰ θεραπεύει διάφορα νοσήματα ψυχῆς, ἀλλὰ καὶ ἀρρωστήματα τοῦ σώματος. Νὰ βοηθᾶ καθημερινὰ ἐκείνους ποὺ ταξιδεύουν καὶ ταλαιπωροῦνται στὴ θάλασσα. Νὰ προστατεύει ὅσους κινδυνεύουν ἀπὸ πειρατεῖες καὶ ἐπιθέσεις ἀπάνθρωπες. Καὶ γενικὰ νὰ λυτρώνει ἀπὸ τὰ δεινὰ καθένα, ποὺ ἐπικαλεῖται τὴν μεσιτεία του.
Πολλὲς φορὲς μὲ τὶς προσευχές του σὲ τόπους ἄνυδρους καὶ ξηροὺς ἀνέβλυσαν πηγές, ποὺ ἐξακολουθοῦν ὡς τὴν ἐποχή μας, νὰ προσφέρουν τὰ δροσερά τους νάματα, γιὰ νὰ ξεδιψοῦν καὶ νὰ δροσίζουν τοὺς ὁδοιπόρους. Τέτοια πηγὴ μὲ γάργαρο νερὸ εἶναι καὶ τὸ ἁγίασμά του κοντὰ στὸν ἱερὸ ναό του. Αὐτὸ τὸ ἁγίασμα τοῦ θεόφρονα πνευματικοῦ καὶ φιλάνθρωπου ἀρχιποιμένα τῆς Λάμπουσας, θεραπεύει κάθε ἀρρώστια καὶ ἀπαλλάσσει, ὅπως ὁμολογοῦν πολλοὶ καὶ ἀπὸ τὴ συχνὴ ἐνόχληση τοῦ συναχιοῦ. Τὴν θεραπευτική του προσφορὰ ὁ Ἅγιος μὲ τὸ ἁγίασμά του τὴν προσφέρει ἀφειδώλευτα ὄχι μονάχα σὲ πιστοὺς προσκυνητές, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄπιστους ἀλλόφυλους.
Ἕνας ἀπ’ αὐτούς, δὲν εἶναι πολλὰ χρόνια, μὲ ὅλως διόλου κατεστραμμένα δόντια, πῆγε μὲ πίστη καὶ μὲ θερμὴ προσευχὴ ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἅγιο τὴν βοήθειά του. Ὕστερα λούστηκε μὲ τὸ θαυματουργὸ νερό, καὶ ἔπλυνε καλὰ καὶ τὸ στόμα του. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε θαυμαστό. Ὁ ἄρρωστος θεραπεύτηκε τελείως καὶ ἔφυγε δοξάζοντας τὸν Θεὸ καὶ τὸν Ὅσιό του.
Σὲ ἀρκετὰ προχωρημένη ἡλικία ὁ μακάριος ποιμὴν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἔλαια κατάκαρπος, ἔκλινε τὴν κεφαλὴ μπροστὰ στὴ θεία βουλὴ καὶ ἀπεδήμησε γιὰ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ θάνατός του σήμανε συγκλονισμὸ σὲ ὅλη τὴν περιφέρεια καὶ θλίψη σὲ ὁλόκληρη τὴ νῆσο. Οἱ ἄνθρωποι, ποὺ εὐεργετήθηκαν ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν καλωσύνη του, ἔτρεξαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη γιὰ νὰ τὸν ἰδοῦν ἔστω καὶ νεκρὸ, ἀκόμη μιὰ φορά, καὶ νὰ τὸν ἀσπασθοῦν καὶ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία του.
Ἀργότερα ἡ εὐλάβεια τῶν κατοίκων τῆς δοξασμένης πόλεως ἔκτισε κοντὰ στὴν θάλασσα καὶ σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἀχειροποιήτου ἕνα ναὸ στ’ ὄνομά του.
Ὁ ναὸς αὐτὸς μὲ τὸν καιρό, καὶ τὶς τόσες ἐπιδρομὲς ποὺ δοκίμασε ἡ πλούσια πόλη καταστράφηκε. Πάνω στὰ ἐρείπια τοῦ πρώτου ναοῦ ξανακτίστηκε τὸν δέκατο ἕκτο αἰώνα ἄλλος ναός, ποὺ διατηρεῖται ἐξωτερικὰ σὲ πολὺ καλὴ κατάσταση. Τὸν ναὸ ἔκτισε σὲ ρυθμὸ Φραγκοβυζαντινὸ «ὁ Νεόφυτός της Λευκωσίας Ποιμήν» καὶ «νεύσει θείας χάριτος», γιὰ νὰ λάβει μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου «λύτρωσιν συμφορῶν τε καὶ θλίψεως».
Ὁ ναὸς ἦταν ἕνα ὄμορφο μνημεῖο ἀκέραιο καὶ πολὺ καλὰ διατηρημένο, μέχρι τὴν τούρκικη εἰσβολή. Τὸ ἐσωτερικό του μόνο ἦταν γυμνό, χωρὶς πάτωμα, χωρὶς τοιχογραφίες καὶ φορητὲς εἰκόνες, καὶ μ’ ἕνα τέμπλο φθαρμένο.
Τὸ λαμπρὸ παράδειγμα καὶ ἡ ἁγνὴ ζωὴ τοῦ φλογεροῦ καὶ μακάριου ἐπισκόπου της Λάμπουσας, ἂς φωτίσουν τὸν δρόμο τῆς πρόσκαιρης ζωῆς ὅλων μας. Κι ἂν γιὰ ὁποιουσδήποτε λόγους οἱ πειρασμοὶ μᾶς νίκησαν καὶ μᾶς ἀπεμάκρυναν ἀπὸ τὰ καθήκοντά μας ὡς χριστιανῶν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ θρηνοῦμε σήμερα «τὰ περασμένα μεγαλεῖα», τὸ πᾶν δὲν χάθηκε γιὰ μᾶς. Ἂς μετανοήσουμε καὶ μὲ συντριβὴ ψυχῆς, ἂς ζητήσουμε μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου πατρὸς Εὐλαλίου τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Σὲ ὁποιαδήποτε ἡλικία καὶ ἂν βρισκόμαστε, ἡ ἀντίστοιχη ἡλικία τῆς ἐνάρετης ζωῆς τοῦ Ἁγίου, πολλὰ ἔχει νὰ μᾶς πεῖ καὶ νὰ μᾶς διδάξει. Κάτι περισσότερο. Μὲ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοιά μας θὰ ἐπιτύχουμε αὐτὸ ποὺ ποθοῦμε καὶ μ’ ὅλη μας τὴν ψυχὴ λαχταροῦμε: Τὴν λύτρωση ἀπὸ τὰ δεινὰ καὶ τὴν ἐλεύθερη μετακίνηση καὶ διακίνησή μας στὰ ἁγιασμένα χώματα τῆς πατρικῆς γῆς.
Πρωὶ καὶ βράδυ, ἂς κλείνουμε λοιπὸν νοερὰ τῆς ψυχῆς τὰ γόνατα μπροστὰ στὴ σεβάσμια μορφὴ τοῦ θεόφρονος Ἁγίου, καὶ ἀπὸ τὰ τρίσβαθα τῆς καρδιᾶς, ἂς τοῦ λέμε καὶ ἐμεῖς μὲ πίστη φλογερὴ καὶ ἀκλόνητη:
Θεόφρον Εὐλάλιε, τὴν σήν, ποίμνην περιφύλαττε, ἐκ πάσης βλάβης καὶ θλίψεως, καὶ περιστάσεως, καὶ ἐκ πάσης ρύσαι, συμφοράς, θεσπέσιε, καὶ τῆς αἰχμαλωσίας πρεσβείαις σου, ἵνα δοξάζωμεν, ποιμένα ἀληθέστατον, καὶ Τριάδος, μέγιστον συνήγορον.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ Ἁγίες Λουκρητία καὶ οἱ δυὸ ἀνώνυμες παρθένες Μάρτυρες ἐν Κορδούῃ Ἱσπανίας
Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Εὐλόγιος γεννήθηκε στὴν πόλη Κορδούη τῆς Ἱσπανίας κατὰ τὸν 8ο αἰῶνα μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβῆ καὶ ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἀνατράφηκε μὲ τὰ νάματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως.
Τὰ χρόνια ὅμως ἐκεῖνα ἦταν δύσκολα. Ἡ ἀραβικὴ κατοχὴ τῆς χώρας (711 μ.Χ.) εἶχε ἐπιφέρει πολλὰ δεινὰ στὴν Ἐκκλησία, ποὺ ἦταν διαιρεμένη σὲ τρεῖς ἐπαρχίες μὲ εἴκοσι ἐννέα Ἐπισκόπους καὶ προσπαθοῦσε νὰ ἀνταπεξέλθει στοὺς διωγμοὺς τῶν Μωαμεθανῶν κατακτητῶν ἀλλὰ καὶ στοὺς ἐκ τῶν ἔσω πειρασμούς, ὅπως οἱ αἱρέσεις.
Πολλοὶ κληρικοὶ καὶ μοναχοί, ἐξ’ αἰτίας τῆς ἐπιδρομῆς τῶν ἀλλοφύλων ἐγκαταστάθηκαν στὴν Γαλλία μεταφέροντας μαζί τους τὸ βησιγοτθικὸ ἐκκλησιαστικὸ πνεῦμα καὶ τὸ μοζαραβικὸ τυπικό. Παρ’ ὅλα αὐτὰ στὴν Ἱσπανία, ἡ μοζαραβικὴ Ἐκκλησία διατήρησε τὴν παράδοση καὶ τὴν ὀργάνωσή της μέχρι τὴν ἐποχὴ τῆς «πλήρους ἐπανακτήσεως» (15ος αἰῶνας μ.Χ.), ὁπότε, δυστυχῶς, ἡ σχισματικὴ Ρώμη εἶχε πιὰ ἐπιβάλει παντοῦ στὰ ἐπανακτώμενα μέρη μαζὶ μὲ τὴ λατινικὴ παράδοση καὶ τὸ τυπικὸ καὶ τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία της.
Καρπὸς τῶν διωγμῶν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ἀραβοκρατίας, ὑπῆρξε ἡ παρουσία πολλῶν Μαρτύρων. Ἡ Κορδούη, τόπος ἰσλαμικῆς λατρείας μὲ τὸ μεγάλο τέμενος τῶν χιλίων καὶ ἐνὸς κιόνων, πῆρε τὴν πρώτη θέση στὸ ἱσπανικὸ μαρτυρολόγιο τοῦ 9ου αἰῶνα μ.Χ.
Ὁ Εὐλόγιος εἶχε μελετήσει σὲ βάθος τοὺς Πατέρες, τὴν Παράδοση καὶ τὴ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ζωή του ἦταν ἀπολύτως σύμφωνη μὲ τὰ ὅσα μελετοῦσε καθημερινὰ καὶ δίδασκαν οἱ Θεῖες Γραφές. Ἡ ἄσκηση, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία, καθάριζαν τὴν ψυχή του, ποὺ ἔλαμπε ὡς φωτεινὸς λύχνος διαλύοντας τὰ σκοτάδια τῆς ἀπιστίας. Τὸ ἔτος 850 μ.Χ. ξέσπασε διωγμὸς κατὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱσπανίας. Οἱ Μαυριτανοὶ ἀγρίεψαν. Ὁδηγημένοι ἀπὸ ἕναν ἀποστάτη Ἐπίσκοπο συνέλαβαν καὶ ἔκλεισαν στὴν φυλακὴ ὅλους τοὺς ἱερεῖς τῆς Κορδούης μαζὶ μὲ τὸν Ἐπίσκοπό τους. Μέσα στὴν φυλακὴ ὁ Εὐλόγιος ἔδινε θάρρος στοὺς ἀδελφοὺς νὰ ἀντέξουν μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερία τὴ δοκιμασία. Τὰ λόγια του ἐκεῖνα στήριξαν δυὸ μαθήτριες, πνευματικά του παιδιά, νὰ ὑποστοῦν μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸ μαρτύριο, λίγο μετὰ τὴν ἔξοδό τους ἀὸ τὴ φυλακή, τὸ ἔτος 851 μ.Χ. οἱ δυὸ παρθένες πέρασαν στὸ Ὀρθόδοξο Μαρτυρολόγιο ἀνώνυμα, ὅμως τὰ ὀνόματά τους τὰ γνωρίζει ὁ Ἀγωνοθέτης καὶ Στεφανωτῆς τους Χριστός. Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος συνέταξε τὸ Συναξάριό τους, γιὰ νὰ προτρέψει καὶ τοὺς ἄλλους διωκόμενους Χριστιανοὺς νὰ τὶς μιμηθοῦν. Τὰ γραπτὰ καὶ προφορικά του κηρύγματα κράτησαν πολλοὺς Χριστιανοὺς στὴν πατρῴα εὐσέβεια καὶ τοὺς διεφύλαξαν ἀπὸ τὴν ἀποστασία καὶ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ. Μάλιστα ὁ Ἅγιος συνέγραψε τρία βιβλία μὲ τὶς πράξεις καὶ τὸ τέλος τῶν Νεομαρτύρων τοῦ διωγμοῦ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς.
Ὅλα αὐτὰ συνετέλεσαν, ὥστε ὁ Εὐλόγιος νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἡ πιὸ σημαντικὴ ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα τοῦ καιροῦ του καὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ τὸν ἐκλέξει στὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα τὸ ἔτος 858 μ.Χ. Ὁ νέος Ἐπίσκοπος Κορδούης, πρὶν ἀναλάβει τὰ καθήκοντά του, πρὶν γίνει ἡ ἐνθρόνισή του, συνελήφθη καὶ πάλι καὶ ὁδηγήθηκε στὴν φυλακή. Ἡ κατηγορία ἦταν ὅτι περιέθαλψε καὶ ἔκρυψε μία νεαρὴ Χριστιανή, τὴν Λεωκρητία, ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς της ἤθελαν νὰ ἀσπαστεῖ τὴν θρησκεία τοῦ Μωάμεθ.
Ὁ Εὐλόγιος κατηγορήθηκε ὄχι μόνο γιὰ ἀπαγωγή, ἀλλὰ καὶ γιὰ διαφθορὰ τῆς νεαρῆς Λεωκρητίας. Στὴν ἀπολογία του εἶπε πὼς κανεὶς ποιμένας δὲν ἀρνήθηκε τὴν συμπαράστασή του σὲ ὁποιοδήποτε μέλος τοῦ ποιμνίου του καὶ ἀκόμη κάτι πιὸ σημαντικό: τὸ καθῆκον τοῦ ἱερέως τοῦ Χριστοῦ εἶναι νὰ διδάξει στοὺς πιστοὺς πὼς ἂν ἔχουν νὰ διαλέξουν μεταξὺ Θεοῦ καὶ γονέων, νὰ διαλέγουν τὸν Θεό. Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος δὲν σταμάτησε ἐκεῖ. Πρότεινε στὸν Μουσουλμάνο δικαστὴ νὰ συζητήσουν, γιὰ νὰ τοῦ ἀποδείξει τὴν ἀπάτη τῆς θρησκείας τοῦ Μωάμεθ.
Ὁ Ἅγιος, μετὰ ἀπὸ αὐτά, ὁδηγήθηκε στὸ συμβούλιο τῆς αὐλῆς τοῦ κατακτητοῦ βασιλέως καὶ ἐκεῖ συνέχισε πάλι, μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ παρρησία, τὴ χριστιανικὴ ἀπολογητική του. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ καταδικαστεῖ σὲ θάνατο διὰ ἀποκεφαλισμοῦ.
Στὸν δρόμο τοῦ μαρτυρίου ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος δέχθηκε, ὅπως καὶ ὁ Κύριός του στὸν δρόμο πρὸς τὸν Γολγοθά, ἕνα ράπισμα ἀπὸ ἕναν εὐνοῦχο τῆς συνοδείας τῶν δημίων του. Ἀμέσως ὁ Ἅγιος ἔστρεψε καὶ τὸ ἄλλο μάγουλο χωρὶς νὰ διαμαρτυρηθεῖ. Ὁ ἄπιστος κτύπησε καὶ πάλι γιὰ δεύτερη φορά.
Στὴν συνέχεια, σιωπηλὰ πάντοτε καὶ προσευχόμενος γιὰ τοὺς διῶκτες του καὶ τὸ λαό του, ἔσκυψε τὸ κεφάλι του κάτω ἀπὸ τὸ μαχαῖρι τοῦ δημίου. Πλῆθος Ἀγγέλων ὁδήγησε τὴν ψυχή του στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἦταν τὸ ἔτος 859 μ.Χ.
Ἡ Λεωκρητία ἀποκεφαλίσθηκε τὴν ἑπόμενη Τετάρτη, ὅπως διασῴζουν τὰ Συναξάρια καὶ πρόσθεσε ἕνα ἀκόμη στέφανο δόξας στὸ Μαρτυρολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἱσπανικῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Εὐλόγιος γεννήθηκε στὴν πόλη Κορδούη τῆς Ἱσπανίας κατὰ τὸν 8ο αἰῶνα μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβῆ καὶ ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἀνατράφηκε μὲ τὰ νάματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως.
Τὰ χρόνια ὅμως ἐκεῖνα ἦταν δύσκολα. Ἡ ἀραβικὴ κατοχὴ τῆς χώρας (711 μ.Χ.) εἶχε ἐπιφέρει πολλὰ δεινὰ στὴν Ἐκκλησία, ποὺ ἦταν διαιρεμένη σὲ τρεῖς ἐπαρχίες μὲ εἴκοσι ἐννέα Ἐπισκόπους καὶ προσπαθοῦσε νὰ ἀνταπεξέλθει στοὺς διωγμοὺς τῶν Μωαμεθανῶν κατακτητῶν ἀλλὰ καὶ στοὺς ἐκ τῶν ἔσω πειρασμούς, ὅπως οἱ αἱρέσεις.
Πολλοὶ κληρικοὶ καὶ μοναχοί, ἐξ’ αἰτίας τῆς ἐπιδρομῆς τῶν ἀλλοφύλων ἐγκαταστάθηκαν στὴν Γαλλία μεταφέροντας μαζί τους τὸ βησιγοτθικὸ ἐκκλησιαστικὸ πνεῦμα καὶ τὸ μοζαραβικὸ τυπικό. Παρ’ ὅλα αὐτὰ στὴν Ἱσπανία, ἡ μοζαραβικὴ Ἐκκλησία διατήρησε τὴν παράδοση καὶ τὴν ὀργάνωσή της μέχρι τὴν ἐποχὴ τῆς «πλήρους ἐπανακτήσεως» (15ος αἰῶνας μ.Χ.), ὁπότε, δυστυχῶς, ἡ σχισματικὴ Ρώμη εἶχε πιὰ ἐπιβάλει παντοῦ στὰ ἐπανακτώμενα μέρη μαζὶ μὲ τὴ λατινικὴ παράδοση καὶ τὸ τυπικὸ καὶ τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία της.
Καρπὸς τῶν διωγμῶν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ἀραβοκρατίας, ὑπῆρξε ἡ παρουσία πολλῶν Μαρτύρων. Ἡ Κορδούη, τόπος ἰσλαμικῆς λατρείας μὲ τὸ μεγάλο τέμενος τῶν χιλίων καὶ ἐνὸς κιόνων, πῆρε τὴν πρώτη θέση στὸ ἱσπανικὸ μαρτυρολόγιο τοῦ 9ου αἰῶνα μ.Χ.
Ὁ Εὐλόγιος εἶχε μελετήσει σὲ βάθος τοὺς Πατέρες, τὴν Παράδοση καὶ τὴ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ζωή του ἦταν ἀπολύτως σύμφωνη μὲ τὰ ὅσα μελετοῦσε καθημερινὰ καὶ δίδασκαν οἱ Θεῖες Γραφές. Ἡ ἄσκηση, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία, καθάριζαν τὴν ψυχή του, ποὺ ἔλαμπε ὡς φωτεινὸς λύχνος διαλύοντας τὰ σκοτάδια τῆς ἀπιστίας. Τὸ ἔτος 850 μ.Χ. ξέσπασε διωγμὸς κατὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱσπανίας. Οἱ Μαυριτανοὶ ἀγρίεψαν. Ὁδηγημένοι ἀπὸ ἕναν ἀποστάτη Ἐπίσκοπο συνέλαβαν καὶ ἔκλεισαν στὴν φυλακὴ ὅλους τοὺς ἱερεῖς τῆς Κορδούης μαζὶ μὲ τὸν Ἐπίσκοπό τους. Μέσα στὴν φυλακὴ ὁ Εὐλόγιος ἔδινε θάρρος στοὺς ἀδελφοὺς νὰ ἀντέξουν μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερία τὴ δοκιμασία. Τὰ λόγια του ἐκεῖνα στήριξαν δυὸ μαθήτριες, πνευματικά του παιδιά, νὰ ὑποστοῦν μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸ μαρτύριο, λίγο μετὰ τὴν ἔξοδό τους ἀὸ τὴ φυλακή, τὸ ἔτος 851 μ.Χ. οἱ δυὸ παρθένες πέρασαν στὸ Ὀρθόδοξο Μαρτυρολόγιο ἀνώνυμα, ὅμως τὰ ὀνόματά τους τὰ γνωρίζει ὁ Ἀγωνοθέτης καὶ Στεφανωτῆς τους Χριστός. Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος συνέταξε τὸ Συναξάριό τους, γιὰ νὰ προτρέψει καὶ τοὺς ἄλλους διωκόμενους Χριστιανοὺς νὰ τὶς μιμηθοῦν. Τὰ γραπτὰ καὶ προφορικά του κηρύγματα κράτησαν πολλοὺς Χριστιανοὺς στὴν πατρῴα εὐσέβεια καὶ τοὺς διεφύλαξαν ἀπὸ τὴν ἀποστασία καὶ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ. Μάλιστα ὁ Ἅγιος συνέγραψε τρία βιβλία μὲ τὶς πράξεις καὶ τὸ τέλος τῶν Νεομαρτύρων τοῦ διωγμοῦ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς.
Ὅλα αὐτὰ συνετέλεσαν, ὥστε ὁ Εὐλόγιος νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἡ πιὸ σημαντικὴ ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα τοῦ καιροῦ του καὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ τὸν ἐκλέξει στὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα τὸ ἔτος 858 μ.Χ. Ὁ νέος Ἐπίσκοπος Κορδούης, πρὶν ἀναλάβει τὰ καθήκοντά του, πρὶν γίνει ἡ ἐνθρόνισή του, συνελήφθη καὶ πάλι καὶ ὁδηγήθηκε στὴν φυλακή. Ἡ κατηγορία ἦταν ὅτι περιέθαλψε καὶ ἔκρυψε μία νεαρὴ Χριστιανή, τὴν Λεωκρητία, ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς της ἤθελαν νὰ ἀσπαστεῖ τὴν θρησκεία τοῦ Μωάμεθ.
Ὁ Εὐλόγιος κατηγορήθηκε ὄχι μόνο γιὰ ἀπαγωγή, ἀλλὰ καὶ γιὰ διαφθορὰ τῆς νεαρῆς Λεωκρητίας. Στὴν ἀπολογία του εἶπε πὼς κανεὶς ποιμένας δὲν ἀρνήθηκε τὴν συμπαράστασή του σὲ ὁποιοδήποτε μέλος τοῦ ποιμνίου του καὶ ἀκόμη κάτι πιὸ σημαντικό: τὸ καθῆκον τοῦ ἱερέως τοῦ Χριστοῦ εἶναι νὰ διδάξει στοὺς πιστοὺς πὼς ἂν ἔχουν νὰ διαλέξουν μεταξὺ Θεοῦ καὶ γονέων, νὰ διαλέγουν τὸν Θεό. Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος δὲν σταμάτησε ἐκεῖ. Πρότεινε στὸν Μουσουλμάνο δικαστὴ νὰ συζητήσουν, γιὰ νὰ τοῦ ἀποδείξει τὴν ἀπάτη τῆς θρησκείας τοῦ Μωάμεθ.
Ὁ Ἅγιος, μετὰ ἀπὸ αὐτά, ὁδηγήθηκε στὸ συμβούλιο τῆς αὐλῆς τοῦ κατακτητοῦ βασιλέως καὶ ἐκεῖ συνέχισε πάλι, μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ παρρησία, τὴ χριστιανικὴ ἀπολογητική του. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ καταδικαστεῖ σὲ θάνατο διὰ ἀποκεφαλισμοῦ.
Στὸν δρόμο τοῦ μαρτυρίου ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος δέχθηκε, ὅπως καὶ ὁ Κύριός του στὸν δρόμο πρὸς τὸν Γολγοθά, ἕνα ράπισμα ἀπὸ ἕναν εὐνοῦχο τῆς συνοδείας τῶν δημίων του. Ἀμέσως ὁ Ἅγιος ἔστρεψε καὶ τὸ ἄλλο μάγουλο χωρὶς νὰ διαμαρτυρηθεῖ. Ὁ ἄπιστος κτύπησε καὶ πάλι γιὰ δεύτερη φορά.
Στὴν συνέχεια, σιωπηλὰ πάντοτε καὶ προσευχόμενος γιὰ τοὺς διῶκτες του καὶ τὸ λαό του, ἔσκυψε τὸ κεφάλι του κάτω ἀπὸ τὸ μαχαῖρι τοῦ δημίου. Πλῆθος Ἀγγέλων ὁδήγησε τὴν ψυχή του στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἦταν τὸ ἔτος 859 μ.Χ.
Ἡ Λεωκρητία ἀποκεφαλίσθηκε τὴν ἑπόμενη Τετάρτη, ὅπως διασῴζουν τὰ Συναξάρια καὶ πρόσθεσε ἕνα ἀκόμη στέφανο δόξας στὸ Μαρτυρολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἱσπανικῆς Ἐκκλησίας.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος ὁ Μάρτυρας
Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Εὐλόγιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη καὶ ἦταν υἱὸς πλούσιων εἰδωλολατρῶν γονέων. Ὁ ἴδιος, ἀφοῦ ἐπέστρεψε στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίσθηκε, μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων του, διαμοίρασε τὰ πλούτη του στοὺς πτωχοὺς καὶ περιερχόταν σὲ ὅλη τὴν πόλη καὶ τὴ χώρα, διδάσκοντας στοὺς εἰδωλολάτρες τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ βαπτίζοντας πολλοὺς ἀπὸ αὐτοὺς στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
Ὅμως κατηγορήθηκε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες στὸν ἄρχοντα τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ ἂν τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του. Ὁ Ἅγιος μὲ θάρρος καὶ παρρησία ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἀμέσως ἄρχισαν τὰ βασανιστήρια. Ἀφοῦ τὸν ἔγδυσαν, τὸν κτύπησαν βίαια μὲ σκληρὲς χορδὲς ἀπὸ νεῦρα βοδιῶν καὶ στὴν συνέχεια ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος ἔλαβε τὸ ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας καὶ εἰσῆλθε στὴν οὐράνια ζωὴ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Εὐλόγιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη καὶ ἦταν υἱὸς πλούσιων εἰδωλολατρῶν γονέων. Ὁ ἴδιος, ἀφοῦ ἐπέστρεψε στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίσθηκε, μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων του, διαμοίρασε τὰ πλούτη του στοὺς πτωχοὺς καὶ περιερχόταν σὲ ὅλη τὴν πόλη καὶ τὴ χώρα, διδάσκοντας στοὺς εἰδωλολάτρες τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ βαπτίζοντας πολλοὺς ἀπὸ αὐτοὺς στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
Ὅμως κατηγορήθηκε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες στὸν ἄρχοντα τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ ἂν τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του. Ὁ Ἅγιος μὲ θάρρος καὶ παρρησία ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἀμέσως ἄρχισαν τὰ βασανιστήρια. Ἀφοῦ τὸν ἔγδυσαν, τὸν κτύπησαν βίαια μὲ σκληρὲς χορδὲς ἀπὸ νεῦρα βοδιῶν καὶ στὴν συνέχεια ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος ἔλαβε τὸ ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας καὶ εἰσῆλθε στὴν οὐράνια ζωὴ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Αὐξίβιος Ἐπίσκοπος Σόλων Κύπρου
Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου "ὃς δ' ἂν ποίηση καὶ διδάξει, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν" βρίσκουν πέρα γιὰ πέρα τὴν ἐφαρμογὴ τοὺς στὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου, ποὺ εἶναι ὁ πρῶτος ἐπίσκοπος τῆς Σολέας τῆς Κύπρου.
Ὁ ὅσιος αὐτὸς Πατὴρ καὶ "ἐποίησε καὶ ἐδίδαξε".
Δίκαια λοιπόν, θεωρεῖται μέγας.
Ὁ ἱερὸς καὶ φλογερὸς αὐτὸς ἐργάτης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη κι ἔζησε στὰ χρόνια τῶν Ἀποστόλων. Οἱ γονεῖς του ἤσαν πλούσιοι, ἀλλὰ εἰδωλολάτρες. Εἶχαν δυὸ παιδιά, Τὸν Αὐξίβιο κι ἕναν ἄλλο, τὸν Θεμισταγόρα, ποὺ ἦταν πιὸ μικρός.
Ὁ Αὐξίβιος εἶχε ὡραῖο κι ἐπιβλητικὸ παράστημα ἀγαποῦσε δὲ πολὺ τὰ γράμματα. Ὅταν μεγάλωσε κι ᾖρθε ὁ καιρὸς νὰ μορφωθεῖ, οἱ γονεῖς του τὸν παρέδωσαν σὲ σοφοὺς δασκάλους, κοντὰ στοὺς ὁποίους ὁ νέος διδάχτηκε ὅλη τὴ σοφία καὶ τὴ γνώση τοῦ καιροῦ του. Τὴν ἴδια περίοδο ὁ φιλομαθὴς νέος εἶχε γνωριστεῖ καὶ μὲ χριστιανούς, κι ἄρχισε κι ἀπὸ αὐτοὺς νὰ μαθαίνει τὰ τῆς νέας θρησκείας.
Οἱ γονεῖς ποὺ ἔβλεπαν στὸ μεταξὺ τὸ παιδί τους νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ φτάνει στὴν κατάλληλη ἡλικία γιὰ ἀποκατάσταση, ἄρχισαν νὰ τοῦ μιλοῦν γιὰ γάμο καὶ νὰ τὸν ἐκβιάζουν νὰ νυμφευτεῖ. Μὰ ὁ καλὸς καὶ μεγαλεπήβολος νέος ποὺ διψοῦσε γιὰ ἄλλη ζωή, ζωὴ ἀνώτερη, τοὺς παράτησε κι ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴ Ρώμη μ' ἕνα καράβι, ποὺ ταξίδευε στὴν Κύπρο. Κάποιο πρωινὸ τὸ καράβι ἔφτασε κι ἀγκυροβόλησε στὸν Λιμνίτη, ἕνα λιμάνι ποὺ βρίσκεται στὴ βόρεια ἀκτὴ τῆς νήσου κι ἀπέχει τέσσερα περίπου μίλια ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Σόλων.
Τὴν πόλη αὐτή, ὅπως εἶναι γνωστό, ἔκτισε ὁ βασιλιὰς τῆς Αἴπειας Φιλόκυπρος, τὸ πρῶτο τέταρτο τοῦ ἕκτου αἰῶνος π.Χ. πρὸς τιμὴ τοῦ μεγάλου νομοθέτου τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Σόλωνα, ποὺ ἐπισκέφθηκε τότε τὴν Κύπρο. Στὴν πόλη αὐτὴ ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ κανόνισε, ὥστε ὁ Αὐξίβιος νὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν ἀπόστολο Μᾶρκο καὶ νὰ γίνει μαθητής του. Ὁ νεαρὸς ἀπόστολος ἦταν μόνος του, γιατί ὁ σύντροφός του, κι ἀρχηγὸς τῆς ἱεραποστολικῆς ὁμάδας, Κύπριος ἀπόστολος Βαρνάβας εἶχε ὑποστεῖ στὸ μεταξὺ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο στὴ Σαλαμίνα.
Τὸν εἶχαν λιθοβολήσει ἕνα βράδυ οἱ Ἰουδαῖοι.
Κοντὰ στὸν εὐαγγελιστὴ Μᾶρκο ὁ νεαρὸς προσήλυτος Αὐξίβιος συμπλήρωσε τὶς γνώσεις του γιὰ τὴ νέα πίστη, δέχτηκε τὸ βάπτισμα καὶ χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ αὐτὴ στὴν ψυχή του ἕνας πόθος φλογερὸς καὶ ἱερὸς εἶχε ἀνάψει δυνατά. Ὁ πόθος νὰ μεταδώσει τὸν θησαυρὸ ποὺ βρῆκε καὶ σὲ ἄλλους. Νὰ βοηθήσει κι ἄλλους νὰ γνωρίσουν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ μοιραστοῦν μαζί του τὴν ἀνεκλάλητη χαρά του.
Στὸν πόθο του ὅμως αὐτὸ τὸν ἱερὸ καὶ ἅγιο παρουσιαζόταν ἐμπόδιο τρανὸ κι ἀνυπέρβλητο μία ὑπόδειξη-ἐντολή, ποὺ τοῦ ἔκαμε ὁ δάσκαλός του, ὁ ἀπόστολος Μᾶρκος.
- Προσπάθησε τοῦ εἶχε πεῖ, νὰ ἐπιβληθεῖς στοὺς γύρω σου πρῶτα μὲ τὸ παράδειγμά σου καὶ τὰ ἔργα σου κι ὕστερα μὲ τὰ λόγια καὶ τὴ διδασκαλία σου.
Τὴν ὑπόδειξη αὐτὴ ὁ ἅγιος μας τὴν σεβάστηκε καὶ τὴν τήρησε πιστά. Εἶχε μάθει πὼς ἡ ὑπακοὴ εἶναι μεγάλη ἀρετὴ γιὰ τὸν χριστιανό. Γι' αὐτὸ καὶ δὲν θέλησε νὰ τὴν ἀγνοήσει. Ἀφοῦ ἀποχαιρέτησε τὸν εὐαγγελιστὴ καὶ πνευματικὸ πατέρα κι ὁδηγό του Μᾶρκο, ποὺ ἀναχώρησε γιὰ τὴν Αἴγυπτο, ὁ νεοφώτιστος μαθητὴς ἔφυγε κι αὐτὸς ἀπὸ τὸν Λιμνίτη, κι ᾖρθε στοὺς Σόλους.
Ἐκεῖ κοντὰ στὸν μεγάλο καὶ καλλιμάρμαρο ναὸ τῆς πόλης ποὺ ἦταν ἀφιερωμένος στὸν πατέρα "τῶν θεῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων", τὸν Δία, συνάντησε ὁ ἅγιος μας τὸν εἰδωλολάτρη ἱερέα, ποὺ μόλις τὸν εἶδε κι ἀντιλήφθηκε πὼς ἦταν ξένος, τὸν κάλεσε γιὰ νὰ τὸν φιλοξενήσει.
Στὸ σπίτι τοῦ ἱερέα ὁ μακάριος Αὐξίβιος ἔμεινε ἀρκετὸ καιρὸ χωρὶς νὰ μιλήσει ποτὲ σὲ κανένα γιὰ τὴ χριστιανική του ἰδιότητα.
Κάποια μέρα ποὺ ὁ εἰδωλολάτρης ἱερέας ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸν ναό, ὁ Αὐξίβιος ἀποφάσισε νὰ διακόψει τὴ σιωπή.
- Γιατί λατρεύετε καὶ προσκυνᾶτε σὰν θεοὺς τὶς πέτρες καὶ τὰ μάρμαρα, τοῦ εἶπε; Ὀφθαλμοὺς ἔχουσι, μὰ δὲν βλέπουσι. Ὦτα ἔχουσι, μὰ δὲν ἀκούουσι οὔτε κι ἀντιλαμβάνονται τὶς προσευχὲς τὶς ὁποῖες κάμνετε, καὶ τὶς θυσίες ποὺ τοὺς προσφέρετε. Ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν, ὅπως ἔχω ἀκούσει, εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Αὐτὸς ἔχει δημιουργήσει ὅλο τὸν κόσμο μὲ μόνο τὸν λόγο του. Αὐτὸς δημιούργησε καὶ τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ ἕνα ζευγάρι. Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ 'ναι εὐτυχισμένος.
Γιὰ τὴν εὐτυχία του, τὸν ἔβαλε σ' ἕνα θαυμάσιο κῆπο, τὸν Παράδεισο μέσα στὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μὲ λίγη δουλειὰ θὰ μποροῦσε νὰ βρίσκει, ὅτι τοῦ χρειαζόταν γιὰ τὴν εὐτυχία του. Γιὰ νὰ 'ναι ὄμορφη ἡ ζωή του καὶ νὰ 'χει νόημα, τοῦ ἔδωσε καὶ μία ἐντολή, ἕνα νόμο. Τοῦ εἶπε νὰ τρώγει ἀπὸ τοὺς καρποὺς ὅλων τῶν δένδρων τοῦ Παραδείσου.
Νὰ μὴν τρώγει μόνο ἀπὸ τοὺς καρποὺς ἑνὸς δένδρου, ποὺ τὸ ὀνόμασε "δένδρον τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κάκου". Μὲ τὴν ὑπακοὴ τους οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι στὴν ἐντολὴ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ, θὰ μποροῦσαν νὰ τελειοποιηθοῦν στὴν ἀρετὴ καὶ νὰ ὁμοιάσουν μὲ τὸν Δημιουργό τους. Νὰ γίνουν ἅγιοι, Ὅπως Ἅγιος εἶναι κι Αὐτός. Δυστυχῶς οἱ πρωτόπλαστοι, ἔτσι λέμε τοὺς πρώτους ἀνθρώπους, δὲν τήρησαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ πολὺ καιρό.
Τὴν παράβηκαν. Παράκουσαν. Καὶ μὲ τὴν παρακοὴ τους ἔχασαν τὸν Παράδεισο.
Μόνο αὐτό; Κάτι περισσότερο. Μπῆκε καὶ τὸ κακὸ στὸν κόσμο μὲ ἀποτέλεσμα ὁ βασιλιὰς τῆς δημιουργίας, ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνει σὰν τὰ ἄλογα ζῷα. Νὰ κάμει σκοπό του τὸ φαγητὸ καὶ τὸ ποτὸ καὶ τὴν ἱκανοποίηση τῶν πόθων καὶ τῶν ὁρμῶν του. Κι ὅταν δὲν ἔβρισκε τὰ μέσα, τότε δὲν εἶχε παρὰ νὰ κλέβει, νὰ ἀδικεῖ, νὰ σκοτώνει. Νὰ σκοτώνει κι αὐτοὺς τοὺς δικούς του. Νὰ σκοτώνει τ' ἀδέλφια του, τὸν σύντροφό του, τὰ παιδιά του.
Ἀπὸ τὸ κατάντημα αὐτὸ ὁ καλὸς Θεὸς θέλησε νὰ σώσει στὶς ἡμέρες μας τὰ πλάσματά του. Αὐτός, γιὰ τὸν ὁποῖο μᾶς μίλησαν οἱ μεγάλοι σοφοί μας, ᾖρθε. Ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος κι ᾖρθε. Γεννήθηκε σὰν ἄνθρωπος, μεγάλωσε σὰν κι ἐμᾶς, δίδαξε, πέθανε, ἀναστήθηκε, ἀναλήφθηκε στὸν Οὐρανὸ καὶ θὰ ξανάρθει νὰ μᾶς κρίνει. Νὰ τιμωρήσει τὸ κακὸ καὶ νὰ βραβεύσει τὸ καλό...
Τὰ ἁπλὰ τοῦτα λόγια τοῦ ἁγίου συγκίνησαν τὸν καλοκάγαθο εἰδωλολάτρη ἱερέα, ποὺ ὄχι μόνο ἔπαψε σὲ λίγο νὰ θυσιάζει στοὺς ψεύτικους κι ἀνύπαρκτους θεούς, τὰ εἴδωλα, ἀλλὰ κι ἄρχισε νὰ ζητᾷ νὰ μάθει περισσότερα γιὰ τὸν Θεὸ τῶν χριστιανῶν. Κι ὁ ἱεραπόστολος συνέχισε νὰ τὸν διδάσκει. Ἡ κατήχηση κράτησε κάμποσες μέρες. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε θριαμβευτικό. Ἕνα βράδυ ὁ κατηχούμενος ἀσπάστηκε τὴν καινούργια πίστη καὶ βαπτίστηκε στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὸ πρόσωπό του ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία βρῆκε ἀκόμη ἕνα ζηλωτὴ ἐργάτη, ἕνα ἐργάτη μὲ κῦρος καὶ παλμό.
Λίγες μέρες μετὰ τὸ περιστατικὸ τοῦτο, ὁ ἅγιος μας δέχθηκε στοὺς Σόλους τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἱεροῦ Ἠρακλειδίου, ἐπισκόπου τῆς Ταμασοῦ. Ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἐπίσκεψη ἔδωκε τοῦτο τὸ γεγονός.
Ὁ ἀπόστολος Μᾶρκος μετὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὴν Κύπρο, πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἀπ' ἐκεῖ, ἀφοῦ ἵδρυσε τὴν πρώτη Ἐκκλησία στὴν πολυάνθρωπο ἐκείνη πόλη, ἔφυγε γιὰ νὰ βρεῖ τὸν ἀπόστολο Παῦλο. Ἡ εὐγενικὴ ψυχὴ τοῦ νεαροῦ ἀποστόλου ἔνοιωθε τὴν ἀνάγκη νὰ συναντήσει τὸν πολύπειρο ἀπόστολο καὶ νὰ συζητήσει μαζί του μερικὰ προβλήματα τοῦ χριστιανικοῦ ἔργου.
Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ συνάντηση πραγματοποιήθηκε γρήγορα. Κι οἱ δυὸ ἀπόστολοι ἀφοῦ ἀντήλλαξαν ἀσπασμὸ χριστιανικῆς ἀγάπης, ἄρχισαν μὲ μεγάλο ἐνδιαφέρον νὰ συνομιλοῦν γιὰ τὴν Κύπρο. Κατὰ τὴ συνομιλία ὁ Μᾶρκος ἀποκάλυψε στὸ φλογερὸ ἀπόστολο τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ φίλου του ἀποστόλου Βαρνάβα καὶ τοῦ φανέρωσε πὼς στὴν Κύπρο δὲν ἦταν ἄλλος ἀπόστολος γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τους.
Ὁ θεῖος Παῦλος, σὰν ἄκουσε τὴ δυσκολία, ἔσπευσε ἀμέσως νὰ στείλει στὸ πολύπαθο νησὶ τοὺς συνεργάτες του Ἐπαφρὰ καὶ Τυχικὸ καὶ μερικοὺς ἄλλους. Τοὺς ἔστειλε στὸν Ἠρακλείδιο μὲ ἐπιστολὴ στὴν ὁποία τοῦ ἔγραφε, νὰ ἐγκαταστήσει τὸν μὲν Ἐπαφρὰ ἐπίσκοπο στὴν Πάφο, τὸν Τυχικὸ στὴ Νεάπολη, δηλαδὴ τὴ Λεμεσὸ καὶ τὸν Αὐξίβιο στοὺς Σόλους χωρὶς ὅμως νὰ τὸν χειροτονήσει.
Κι ὁ λόγος; Γιατί ὁ Αὐξίβιος ἦταν χειροτονημένος ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Μᾶρκο.
Ὁ ἅγιος Ἠρακλείδιος μόλις πῆρε τὴν ἐπιστολή, φρόντισε νὰ κάμει ὅ,τι τοῦ ἔγραφε ὁ μακάριος Παῦλος καὶ πῆγε νὰ συναντήσει τὸν Αὐξίβιο. Ἡ συνάντηση ὑπῆρξε συγκινητική. Οἱ ἱεροὶ ἄνδρες "ἠσπάσθησαν ἀλλήλους φιλήματι ἁγίω" κι ἄρχισαν μὲ ἀγάπη καὶ κατανόηση νὰ συζητοῦν. Ὁ Ἠρακλείδιος μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτή, ἀφοῦ ἄκουσε τὸν Αὐξίβιο, τὸν συμβούλεψε νὰ φανερώσει πιὰ τὴν ἰδιότητά του καὶ ν' ἀρχίσει νὰ ἐργάζεται μὲ ζῆλο γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση τῶν συμπολιτῶν του.
Τὸ κήρυγμα τοῦ Αὐξιβίου προβαλλόμενο ἔντονα κι ἀπ' τὴν ἅγια ζωή του καὶ τὰ πολλὰ θαύματα μὲ τὰ ὁποῖα τὸν χαρίτωσε ὁ Κύριος, ἔφερε καταπληκτικὰ ἀποτελέσματα. Συνεχῶς τὸ μικρὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ πλήθαινε-πλήθαινε καὶ γινόταν λαὸς πολύς. Τὰ διάφορα σπίτια στὰ ὁποῖα μαζευόντουσαν ὡς τότε οἱ χριστιανοί, γιὰ νὰ ἐκτελοῦν τὰ θρησκευτικά τους καθήκοντα, μίκραιναν καὶ δὲν τοὺς χωροῦσαν. Μία ἀνάγκη πρόβαλε ἀπαιτητική: Ἡ δημιουργία ἐνὸς εἰδικοῦ χώρου γιὰ τὶς συναθροίσεις τῶν πιστῶν. Τὸ κτίσιμο μιᾶς ἐκκλησίας.
Ἕνα πρωινὸ μετὰ τὴ συνηθισμένη συγκέντρωση ὁ θεῖος Ἠρακλείδιος παράλαβε τὸν ἅγιο Αὐξίβιο κι ἀφοῦ ἀνέπεμψε μαζί του θερμὴ προσευχή, χάραξε σὲ κάποιο τόπο τὸν χῶρο ἐκκλησίας, τοῦ ἔδωκε τὶς τελευταῖες συμβουλὲς καὶ τὸν ἀποχαιρέτησε.
Ὁ ἱερὸς Ἠρακλείδιος ἀναχώρησε μὲ τὴ συνοδεία του γιὰ τὴν πατρίδα του. Κι ὁ μακάριος Αὐξίβιος ρίχτηκε μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς του στὸ ἔργο ποὺ ἔλαβε. Καὶ νά! Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, σὲ λίγο χρόνο, μία ὄμορφη ἐκκλησία ὑψώθηκε στὴν πόλη τῶν Σόλων. Μέσα σ' αὕτη μὲ προθυμία κι ἐνθουσιασμὸ μαζευόντουσαν οἱ πιστοὶ κι οἱ προσήλυτοι τὶς ὁρισμένες μέρες γιὰ ν' ἀκούσουν τὰ ρήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς.
Μία βραδιὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ ἅγιος Αὐξίβιος δίδασκε πρόσεξε μέσα στὸ πλῆθος μία γνωστή του ἀγαπημένη μορφή. Ἦταν ὁ ἀδελφός του Θεμισταγόρας ποὺ εἶχε ἔλθει ἀπὸ τὴ Ρώμη μὲ τὴ σύζυγό του, τὴν ἐνάρετη Τιμῶ, γιὰ νὰ τὸν βρεῖ. Ἡ συνάντηση τῶν ἀδελφῶν ὕστερα ἀπὸ τόσο καιρὸ ὑπῆρξε πολύ-πολὺ συγκινητική. Ὁ Αὐξίβιος κράτησε κοντά του τὸ ἀγαπητὸ ζευγάρι. Τὸ κατήχησε μὲ ἰδιαίτερη χαρὰ στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ κάποια βραδιὰ προχώρησε στὴ βάπτισή του. Μετὰ χειροτόνησε τὸν Θεμισταγόρα πρεσβύτερο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σόλων καὶ τὴ γυναῖκα του διακόνισσα γιατί ὕστερα ἀπὸ τὸ βάπτισμα οἱ δυὸ σύζυγοι ἔζησαν πιὰ σὰν ἀδελφοί.
Ἡ συστηματικὴ ἐργασία τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου ποὺ συνοδευόταν ἀπὸ μία πολὺ προσεκτικὴ κι ἐνάρετη ζωή, μαζὶ μὲ τὰ πολλά του θαύματα ἔγινε ἀφορμή, ἡ πρώτη ἐκκλησία ποὺ κτίστηκε, νὰ εἶναι σὲ λίγο χρόνο πολὺ μικρὴ γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει τὰ πλήθη τῶν πιστῶν τῆς ἱστορικῆς πόλεως. Μὲ τὴ βοήθεια ὅλων τῶν χριστιανῶν μία νέα προσπάθεια ἀναλήφθηκε. Καὶ τὴ μικρὴ ἐκκλησία πολὺ γοργὰ ἀντικατέστησε μία καινούργια πολὺ πιὸ μεγάλη κι ὡραῖα.
Ἀλήθεια! Τί δὲν κάνει ἡ ὁμόνοια, ὁ ζῆλος τῶν πιστῶν κι ἡ ἁγία ζωή;
Ἀνθρώπους μὲ φλογερὸ ζῆλο κι ἁγία ζωὴ χρειάζεται κι ἡ ἐποχή μας, γιὰ ν' ἀλλάξει καὶ νὰ ὀρθοποδήσει. Μὰ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν ἐνάρετη κι ἁγία ζωὴ μόνο ἕνας μπορεῖ νὰ τοὺς δημιουργήσει: Ὁ Χριστός.
Κοντὰ στὸν νεοποιὸ Χριστὸ καλεῖται νὰ τρέξει καὶ νὰ σταθεῖ ὁ καθένας ποὺ θέλει καὶ ποθεῖ ἀληθινὰ νὰ γίνει ὁ καινούργιος καὶ πραγματικὰ κοινωνικὸς ἄνθρωπος.
Τὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ συνέστησε ὁ Κύριος καὶ προπαντὸς τὰ ἁγιαστικὰ Μυστήρια ποὺ λέγονται Μετάνοια κι Ἐξομολόγηση καὶ Θεία Εὐχαριστία εἶναι δυὸ μέσα μοναδικὰ γιὰ νὰ πραγματώσει ὁ ἄνθρωπος, ὁ κάθε ἄνθρωπος ἐκεῖνο ποὺ ἔλεγαν oι πρόγονοι καὶ πατέρες μας: "Ὡς χαρίεν ἐστ' ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ἥ". Δηλαδὴ τί ὄμορφο πρᾶγμα εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅταν εἶναι ἄνθρωπος.
Τότε, αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ τὸ ζωντανότερο κήρυγμα, κήρυγμα πολὺ πιὸ εὔγλωττο κι ἀπὸ τὰ ὡραιότερα λόγια. Τέτοιο ἦταν τὸ κήρυγμα τοῦ μεγάλου ἁγίου μας, τοῦ ἱεροῦ Αὐξιβίου. Κέρδισε τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν συμπολιτῶν του μὲ τὴν ἅγια ζωή του. Πενήντα ὁλόκληρα χρόνια ἔζησε σὰν ἀρχιερέας διδάσκοντας καὶ νουθετώντας τὸ ποίμνιό του.
Πρὶν κλείσει τὰ μάτια ὅρισε σὰν διάδοχο κι ἀντικαταστάτη του στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῶν Σόλων τὸν μαθητὴ καὶ συνεργάτη του Αὐξίβιο.
Αὐτὸς τὸν κατήχησε καὶ τὸν βάπτισε καὶ τοῦ ἔδωκε καὶ τ' ὄνομά του. Μετὰ ἀφοῦ ἀποχαιρέτησε μὲ δάκρυα στοργῆς κι ἀγάπης κλῆρο καὶ λαὸ παρέδωκε τὸ πνεῦμα.
Οἱ χριστιανοὶ πένθησαν τὸν πνευματικό τους πατέρα καὶ τὸν κήδεψαν μὲ πολὺ σεβασμὸ κι ἐπιμέλεια.
Ὁ τάφος τοῦ ἁγίου ἔγινε "ἰατρεῖον νοσημάτων ἄμισθον καὶ θλιβομένων ψυχῶν παραμύθιον".
Χιλιάδες πιστοὶ ἀπὸ ὅλη τὴ νῆσο προσέρχονται κάθε χρόνο μ' εὐλάβεια στὴ χάρη του γιὰ νὰ ζητήσουν μὲ δάκρυα τὴ μεσιτεία καὶ τὴ βοήθειά του. Ἀληθινά! Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοὶς Ἁγίοις αὐτοῦ!.
Ἀπολυτίκιο Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἀποστόλων τὴν χάριν ὡς τοῦ Πνεύματος ὄργανον, διὰ Μάρκου τοῦ θείου, θησαυρίσας, Αὐξίβιε, ἐδείχθης Ἱεράρχης εὐκλεής, καὶ πρόεδρος τῶν Σόλων καὶ ποιμὴν διὰ τοῦτό σου τὴν μνήμην τὴν ἱερὰν τιμῶμεν ἀνακράζοντες, δόξα τῷ δεδωκότι σοὶ ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.
Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου "ὃς δ' ἂν ποίηση καὶ διδάξει, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν" βρίσκουν πέρα γιὰ πέρα τὴν ἐφαρμογὴ τοὺς στὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου, ποὺ εἶναι ὁ πρῶτος ἐπίσκοπος τῆς Σολέας τῆς Κύπρου.
Ὁ ὅσιος αὐτὸς Πατὴρ καὶ "ἐποίησε καὶ ἐδίδαξε".
Δίκαια λοιπόν, θεωρεῖται μέγας.
Ὁ ἱερὸς καὶ φλογερὸς αὐτὸς ἐργάτης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη κι ἔζησε στὰ χρόνια τῶν Ἀποστόλων. Οἱ γονεῖς του ἤσαν πλούσιοι, ἀλλὰ εἰδωλολάτρες. Εἶχαν δυὸ παιδιά, Τὸν Αὐξίβιο κι ἕναν ἄλλο, τὸν Θεμισταγόρα, ποὺ ἦταν πιὸ μικρός.
Ὁ Αὐξίβιος εἶχε ὡραῖο κι ἐπιβλητικὸ παράστημα ἀγαποῦσε δὲ πολὺ τὰ γράμματα. Ὅταν μεγάλωσε κι ᾖρθε ὁ καιρὸς νὰ μορφωθεῖ, οἱ γονεῖς του τὸν παρέδωσαν σὲ σοφοὺς δασκάλους, κοντὰ στοὺς ὁποίους ὁ νέος διδάχτηκε ὅλη τὴ σοφία καὶ τὴ γνώση τοῦ καιροῦ του. Τὴν ἴδια περίοδο ὁ φιλομαθὴς νέος εἶχε γνωριστεῖ καὶ μὲ χριστιανούς, κι ἄρχισε κι ἀπὸ αὐτοὺς νὰ μαθαίνει τὰ τῆς νέας θρησκείας.
Οἱ γονεῖς ποὺ ἔβλεπαν στὸ μεταξὺ τὸ παιδί τους νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ φτάνει στὴν κατάλληλη ἡλικία γιὰ ἀποκατάσταση, ἄρχισαν νὰ τοῦ μιλοῦν γιὰ γάμο καὶ νὰ τὸν ἐκβιάζουν νὰ νυμφευτεῖ. Μὰ ὁ καλὸς καὶ μεγαλεπήβολος νέος ποὺ διψοῦσε γιὰ ἄλλη ζωή, ζωὴ ἀνώτερη, τοὺς παράτησε κι ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴ Ρώμη μ' ἕνα καράβι, ποὺ ταξίδευε στὴν Κύπρο. Κάποιο πρωινὸ τὸ καράβι ἔφτασε κι ἀγκυροβόλησε στὸν Λιμνίτη, ἕνα λιμάνι ποὺ βρίσκεται στὴ βόρεια ἀκτὴ τῆς νήσου κι ἀπέχει τέσσερα περίπου μίλια ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Σόλων.
Τὴν πόλη αὐτή, ὅπως εἶναι γνωστό, ἔκτισε ὁ βασιλιὰς τῆς Αἴπειας Φιλόκυπρος, τὸ πρῶτο τέταρτο τοῦ ἕκτου αἰῶνος π.Χ. πρὸς τιμὴ τοῦ μεγάλου νομοθέτου τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Σόλωνα, ποὺ ἐπισκέφθηκε τότε τὴν Κύπρο. Στὴν πόλη αὐτὴ ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ κανόνισε, ὥστε ὁ Αὐξίβιος νὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν ἀπόστολο Μᾶρκο καὶ νὰ γίνει μαθητής του. Ὁ νεαρὸς ἀπόστολος ἦταν μόνος του, γιατί ὁ σύντροφός του, κι ἀρχηγὸς τῆς ἱεραποστολικῆς ὁμάδας, Κύπριος ἀπόστολος Βαρνάβας εἶχε ὑποστεῖ στὸ μεταξὺ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο στὴ Σαλαμίνα.
Τὸν εἶχαν λιθοβολήσει ἕνα βράδυ οἱ Ἰουδαῖοι.
Κοντὰ στὸν εὐαγγελιστὴ Μᾶρκο ὁ νεαρὸς προσήλυτος Αὐξίβιος συμπλήρωσε τὶς γνώσεις του γιὰ τὴ νέα πίστη, δέχτηκε τὸ βάπτισμα καὶ χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ αὐτὴ στὴν ψυχή του ἕνας πόθος φλογερὸς καὶ ἱερὸς εἶχε ἀνάψει δυνατά. Ὁ πόθος νὰ μεταδώσει τὸν θησαυρὸ ποὺ βρῆκε καὶ σὲ ἄλλους. Νὰ βοηθήσει κι ἄλλους νὰ γνωρίσουν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ μοιραστοῦν μαζί του τὴν ἀνεκλάλητη χαρά του.
Στὸν πόθο του ὅμως αὐτὸ τὸν ἱερὸ καὶ ἅγιο παρουσιαζόταν ἐμπόδιο τρανὸ κι ἀνυπέρβλητο μία ὑπόδειξη-ἐντολή, ποὺ τοῦ ἔκαμε ὁ δάσκαλός του, ὁ ἀπόστολος Μᾶρκος.
- Προσπάθησε τοῦ εἶχε πεῖ, νὰ ἐπιβληθεῖς στοὺς γύρω σου πρῶτα μὲ τὸ παράδειγμά σου καὶ τὰ ἔργα σου κι ὕστερα μὲ τὰ λόγια καὶ τὴ διδασκαλία σου.
Τὴν ὑπόδειξη αὐτὴ ὁ ἅγιος μας τὴν σεβάστηκε καὶ τὴν τήρησε πιστά. Εἶχε μάθει πὼς ἡ ὑπακοὴ εἶναι μεγάλη ἀρετὴ γιὰ τὸν χριστιανό. Γι' αὐτὸ καὶ δὲν θέλησε νὰ τὴν ἀγνοήσει. Ἀφοῦ ἀποχαιρέτησε τὸν εὐαγγελιστὴ καὶ πνευματικὸ πατέρα κι ὁδηγό του Μᾶρκο, ποὺ ἀναχώρησε γιὰ τὴν Αἴγυπτο, ὁ νεοφώτιστος μαθητὴς ἔφυγε κι αὐτὸς ἀπὸ τὸν Λιμνίτη, κι ᾖρθε στοὺς Σόλους.
Ἐκεῖ κοντὰ στὸν μεγάλο καὶ καλλιμάρμαρο ναὸ τῆς πόλης ποὺ ἦταν ἀφιερωμένος στὸν πατέρα "τῶν θεῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων", τὸν Δία, συνάντησε ὁ ἅγιος μας τὸν εἰδωλολάτρη ἱερέα, ποὺ μόλις τὸν εἶδε κι ἀντιλήφθηκε πὼς ἦταν ξένος, τὸν κάλεσε γιὰ νὰ τὸν φιλοξενήσει.
Στὸ σπίτι τοῦ ἱερέα ὁ μακάριος Αὐξίβιος ἔμεινε ἀρκετὸ καιρὸ χωρὶς νὰ μιλήσει ποτὲ σὲ κανένα γιὰ τὴ χριστιανική του ἰδιότητα.
Κάποια μέρα ποὺ ὁ εἰδωλολάτρης ἱερέας ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸν ναό, ὁ Αὐξίβιος ἀποφάσισε νὰ διακόψει τὴ σιωπή.
- Γιατί λατρεύετε καὶ προσκυνᾶτε σὰν θεοὺς τὶς πέτρες καὶ τὰ μάρμαρα, τοῦ εἶπε; Ὀφθαλμοὺς ἔχουσι, μὰ δὲν βλέπουσι. Ὦτα ἔχουσι, μὰ δὲν ἀκούουσι οὔτε κι ἀντιλαμβάνονται τὶς προσευχὲς τὶς ὁποῖες κάμνετε, καὶ τὶς θυσίες ποὺ τοὺς προσφέρετε. Ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν, ὅπως ἔχω ἀκούσει, εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Αὐτὸς ἔχει δημιουργήσει ὅλο τὸν κόσμο μὲ μόνο τὸν λόγο του. Αὐτὸς δημιούργησε καὶ τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ ἕνα ζευγάρι. Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ 'ναι εὐτυχισμένος.
Γιὰ τὴν εὐτυχία του, τὸν ἔβαλε σ' ἕνα θαυμάσιο κῆπο, τὸν Παράδεισο μέσα στὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μὲ λίγη δουλειὰ θὰ μποροῦσε νὰ βρίσκει, ὅτι τοῦ χρειαζόταν γιὰ τὴν εὐτυχία του. Γιὰ νὰ 'ναι ὄμορφη ἡ ζωή του καὶ νὰ 'χει νόημα, τοῦ ἔδωσε καὶ μία ἐντολή, ἕνα νόμο. Τοῦ εἶπε νὰ τρώγει ἀπὸ τοὺς καρποὺς ὅλων τῶν δένδρων τοῦ Παραδείσου.
Νὰ μὴν τρώγει μόνο ἀπὸ τοὺς καρποὺς ἑνὸς δένδρου, ποὺ τὸ ὀνόμασε "δένδρον τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κάκου". Μὲ τὴν ὑπακοὴ τους οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι στὴν ἐντολὴ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ, θὰ μποροῦσαν νὰ τελειοποιηθοῦν στὴν ἀρετὴ καὶ νὰ ὁμοιάσουν μὲ τὸν Δημιουργό τους. Νὰ γίνουν ἅγιοι, Ὅπως Ἅγιος εἶναι κι Αὐτός. Δυστυχῶς οἱ πρωτόπλαστοι, ἔτσι λέμε τοὺς πρώτους ἀνθρώπους, δὲν τήρησαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ πολὺ καιρό.
Τὴν παράβηκαν. Παράκουσαν. Καὶ μὲ τὴν παρακοὴ τους ἔχασαν τὸν Παράδεισο.
Μόνο αὐτό; Κάτι περισσότερο. Μπῆκε καὶ τὸ κακὸ στὸν κόσμο μὲ ἀποτέλεσμα ὁ βασιλιὰς τῆς δημιουργίας, ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνει σὰν τὰ ἄλογα ζῷα. Νὰ κάμει σκοπό του τὸ φαγητὸ καὶ τὸ ποτὸ καὶ τὴν ἱκανοποίηση τῶν πόθων καὶ τῶν ὁρμῶν του. Κι ὅταν δὲν ἔβρισκε τὰ μέσα, τότε δὲν εἶχε παρὰ νὰ κλέβει, νὰ ἀδικεῖ, νὰ σκοτώνει. Νὰ σκοτώνει κι αὐτοὺς τοὺς δικούς του. Νὰ σκοτώνει τ' ἀδέλφια του, τὸν σύντροφό του, τὰ παιδιά του.
Ἀπὸ τὸ κατάντημα αὐτὸ ὁ καλὸς Θεὸς θέλησε νὰ σώσει στὶς ἡμέρες μας τὰ πλάσματά του. Αὐτός, γιὰ τὸν ὁποῖο μᾶς μίλησαν οἱ μεγάλοι σοφοί μας, ᾖρθε. Ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος κι ᾖρθε. Γεννήθηκε σὰν ἄνθρωπος, μεγάλωσε σὰν κι ἐμᾶς, δίδαξε, πέθανε, ἀναστήθηκε, ἀναλήφθηκε στὸν Οὐρανὸ καὶ θὰ ξανάρθει νὰ μᾶς κρίνει. Νὰ τιμωρήσει τὸ κακὸ καὶ νὰ βραβεύσει τὸ καλό...
Τὰ ἁπλὰ τοῦτα λόγια τοῦ ἁγίου συγκίνησαν τὸν καλοκάγαθο εἰδωλολάτρη ἱερέα, ποὺ ὄχι μόνο ἔπαψε σὲ λίγο νὰ θυσιάζει στοὺς ψεύτικους κι ἀνύπαρκτους θεούς, τὰ εἴδωλα, ἀλλὰ κι ἄρχισε νὰ ζητᾷ νὰ μάθει περισσότερα γιὰ τὸν Θεὸ τῶν χριστιανῶν. Κι ὁ ἱεραπόστολος συνέχισε νὰ τὸν διδάσκει. Ἡ κατήχηση κράτησε κάμποσες μέρες. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε θριαμβευτικό. Ἕνα βράδυ ὁ κατηχούμενος ἀσπάστηκε τὴν καινούργια πίστη καὶ βαπτίστηκε στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὸ πρόσωπό του ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία βρῆκε ἀκόμη ἕνα ζηλωτὴ ἐργάτη, ἕνα ἐργάτη μὲ κῦρος καὶ παλμό.
Λίγες μέρες μετὰ τὸ περιστατικὸ τοῦτο, ὁ ἅγιος μας δέχθηκε στοὺς Σόλους τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἱεροῦ Ἠρακλειδίου, ἐπισκόπου τῆς Ταμασοῦ. Ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἐπίσκεψη ἔδωκε τοῦτο τὸ γεγονός.
Ὁ ἀπόστολος Μᾶρκος μετὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὴν Κύπρο, πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἀπ' ἐκεῖ, ἀφοῦ ἵδρυσε τὴν πρώτη Ἐκκλησία στὴν πολυάνθρωπο ἐκείνη πόλη, ἔφυγε γιὰ νὰ βρεῖ τὸν ἀπόστολο Παῦλο. Ἡ εὐγενικὴ ψυχὴ τοῦ νεαροῦ ἀποστόλου ἔνοιωθε τὴν ἀνάγκη νὰ συναντήσει τὸν πολύπειρο ἀπόστολο καὶ νὰ συζητήσει μαζί του μερικὰ προβλήματα τοῦ χριστιανικοῦ ἔργου.
Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ συνάντηση πραγματοποιήθηκε γρήγορα. Κι οἱ δυὸ ἀπόστολοι ἀφοῦ ἀντήλλαξαν ἀσπασμὸ χριστιανικῆς ἀγάπης, ἄρχισαν μὲ μεγάλο ἐνδιαφέρον νὰ συνομιλοῦν γιὰ τὴν Κύπρο. Κατὰ τὴ συνομιλία ὁ Μᾶρκος ἀποκάλυψε στὸ φλογερὸ ἀπόστολο τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ φίλου του ἀποστόλου Βαρνάβα καὶ τοῦ φανέρωσε πὼς στὴν Κύπρο δὲν ἦταν ἄλλος ἀπόστολος γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τους.
Ὁ θεῖος Παῦλος, σὰν ἄκουσε τὴ δυσκολία, ἔσπευσε ἀμέσως νὰ στείλει στὸ πολύπαθο νησὶ τοὺς συνεργάτες του Ἐπαφρὰ καὶ Τυχικὸ καὶ μερικοὺς ἄλλους. Τοὺς ἔστειλε στὸν Ἠρακλείδιο μὲ ἐπιστολὴ στὴν ὁποία τοῦ ἔγραφε, νὰ ἐγκαταστήσει τὸν μὲν Ἐπαφρὰ ἐπίσκοπο στὴν Πάφο, τὸν Τυχικὸ στὴ Νεάπολη, δηλαδὴ τὴ Λεμεσὸ καὶ τὸν Αὐξίβιο στοὺς Σόλους χωρὶς ὅμως νὰ τὸν χειροτονήσει.
Κι ὁ λόγος; Γιατί ὁ Αὐξίβιος ἦταν χειροτονημένος ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Μᾶρκο.
Ὁ ἅγιος Ἠρακλείδιος μόλις πῆρε τὴν ἐπιστολή, φρόντισε νὰ κάμει ὅ,τι τοῦ ἔγραφε ὁ μακάριος Παῦλος καὶ πῆγε νὰ συναντήσει τὸν Αὐξίβιο. Ἡ συνάντηση ὑπῆρξε συγκινητική. Οἱ ἱεροὶ ἄνδρες "ἠσπάσθησαν ἀλλήλους φιλήματι ἁγίω" κι ἄρχισαν μὲ ἀγάπη καὶ κατανόηση νὰ συζητοῦν. Ὁ Ἠρακλείδιος μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτή, ἀφοῦ ἄκουσε τὸν Αὐξίβιο, τὸν συμβούλεψε νὰ φανερώσει πιὰ τὴν ἰδιότητά του καὶ ν' ἀρχίσει νὰ ἐργάζεται μὲ ζῆλο γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση τῶν συμπολιτῶν του.
Τὸ κήρυγμα τοῦ Αὐξιβίου προβαλλόμενο ἔντονα κι ἀπ' τὴν ἅγια ζωή του καὶ τὰ πολλὰ θαύματα μὲ τὰ ὁποῖα τὸν χαρίτωσε ὁ Κύριος, ἔφερε καταπληκτικὰ ἀποτελέσματα. Συνεχῶς τὸ μικρὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ πλήθαινε-πλήθαινε καὶ γινόταν λαὸς πολύς. Τὰ διάφορα σπίτια στὰ ὁποῖα μαζευόντουσαν ὡς τότε οἱ χριστιανοί, γιὰ νὰ ἐκτελοῦν τὰ θρησκευτικά τους καθήκοντα, μίκραιναν καὶ δὲν τοὺς χωροῦσαν. Μία ἀνάγκη πρόβαλε ἀπαιτητική: Ἡ δημιουργία ἐνὸς εἰδικοῦ χώρου γιὰ τὶς συναθροίσεις τῶν πιστῶν. Τὸ κτίσιμο μιᾶς ἐκκλησίας.
Ἕνα πρωινὸ μετὰ τὴ συνηθισμένη συγκέντρωση ὁ θεῖος Ἠρακλείδιος παράλαβε τὸν ἅγιο Αὐξίβιο κι ἀφοῦ ἀνέπεμψε μαζί του θερμὴ προσευχή, χάραξε σὲ κάποιο τόπο τὸν χῶρο ἐκκλησίας, τοῦ ἔδωκε τὶς τελευταῖες συμβουλὲς καὶ τὸν ἀποχαιρέτησε.
Ὁ ἱερὸς Ἠρακλείδιος ἀναχώρησε μὲ τὴ συνοδεία του γιὰ τὴν πατρίδα του. Κι ὁ μακάριος Αὐξίβιος ρίχτηκε μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς του στὸ ἔργο ποὺ ἔλαβε. Καὶ νά! Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, σὲ λίγο χρόνο, μία ὄμορφη ἐκκλησία ὑψώθηκε στὴν πόλη τῶν Σόλων. Μέσα σ' αὕτη μὲ προθυμία κι ἐνθουσιασμὸ μαζευόντουσαν οἱ πιστοὶ κι οἱ προσήλυτοι τὶς ὁρισμένες μέρες γιὰ ν' ἀκούσουν τὰ ρήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς.
Μία βραδιὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ ἅγιος Αὐξίβιος δίδασκε πρόσεξε μέσα στὸ πλῆθος μία γνωστή του ἀγαπημένη μορφή. Ἦταν ὁ ἀδελφός του Θεμισταγόρας ποὺ εἶχε ἔλθει ἀπὸ τὴ Ρώμη μὲ τὴ σύζυγό του, τὴν ἐνάρετη Τιμῶ, γιὰ νὰ τὸν βρεῖ. Ἡ συνάντηση τῶν ἀδελφῶν ὕστερα ἀπὸ τόσο καιρὸ ὑπῆρξε πολύ-πολὺ συγκινητική. Ὁ Αὐξίβιος κράτησε κοντά του τὸ ἀγαπητὸ ζευγάρι. Τὸ κατήχησε μὲ ἰδιαίτερη χαρὰ στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ κάποια βραδιὰ προχώρησε στὴ βάπτισή του. Μετὰ χειροτόνησε τὸν Θεμισταγόρα πρεσβύτερο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σόλων καὶ τὴ γυναῖκα του διακόνισσα γιατί ὕστερα ἀπὸ τὸ βάπτισμα οἱ δυὸ σύζυγοι ἔζησαν πιὰ σὰν ἀδελφοί.
Ἡ συστηματικὴ ἐργασία τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου ποὺ συνοδευόταν ἀπὸ μία πολὺ προσεκτικὴ κι ἐνάρετη ζωή, μαζὶ μὲ τὰ πολλά του θαύματα ἔγινε ἀφορμή, ἡ πρώτη ἐκκλησία ποὺ κτίστηκε, νὰ εἶναι σὲ λίγο χρόνο πολὺ μικρὴ γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει τὰ πλήθη τῶν πιστῶν τῆς ἱστορικῆς πόλεως. Μὲ τὴ βοήθεια ὅλων τῶν χριστιανῶν μία νέα προσπάθεια ἀναλήφθηκε. Καὶ τὴ μικρὴ ἐκκλησία πολὺ γοργὰ ἀντικατέστησε μία καινούργια πολὺ πιὸ μεγάλη κι ὡραῖα.
Ἀλήθεια! Τί δὲν κάνει ἡ ὁμόνοια, ὁ ζῆλος τῶν πιστῶν κι ἡ ἁγία ζωή;
Ἀνθρώπους μὲ φλογερὸ ζῆλο κι ἁγία ζωὴ χρειάζεται κι ἡ ἐποχή μας, γιὰ ν' ἀλλάξει καὶ νὰ ὀρθοποδήσει. Μὰ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν ἐνάρετη κι ἁγία ζωὴ μόνο ἕνας μπορεῖ νὰ τοὺς δημιουργήσει: Ὁ Χριστός.
Κοντὰ στὸν νεοποιὸ Χριστὸ καλεῖται νὰ τρέξει καὶ νὰ σταθεῖ ὁ καθένας ποὺ θέλει καὶ ποθεῖ ἀληθινὰ νὰ γίνει ὁ καινούργιος καὶ πραγματικὰ κοινωνικὸς ἄνθρωπος.
Τὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ συνέστησε ὁ Κύριος καὶ προπαντὸς τὰ ἁγιαστικὰ Μυστήρια ποὺ λέγονται Μετάνοια κι Ἐξομολόγηση καὶ Θεία Εὐχαριστία εἶναι δυὸ μέσα μοναδικὰ γιὰ νὰ πραγματώσει ὁ ἄνθρωπος, ὁ κάθε ἄνθρωπος ἐκεῖνο ποὺ ἔλεγαν oι πρόγονοι καὶ πατέρες μας: "Ὡς χαρίεν ἐστ' ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ἥ". Δηλαδὴ τί ὄμορφο πρᾶγμα εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅταν εἶναι ἄνθρωπος.
Τότε, αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ τὸ ζωντανότερο κήρυγμα, κήρυγμα πολὺ πιὸ εὔγλωττο κι ἀπὸ τὰ ὡραιότερα λόγια. Τέτοιο ἦταν τὸ κήρυγμα τοῦ μεγάλου ἁγίου μας, τοῦ ἱεροῦ Αὐξιβίου. Κέρδισε τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν συμπολιτῶν του μὲ τὴν ἅγια ζωή του. Πενήντα ὁλόκληρα χρόνια ἔζησε σὰν ἀρχιερέας διδάσκοντας καὶ νουθετώντας τὸ ποίμνιό του.
Πρὶν κλείσει τὰ μάτια ὅρισε σὰν διάδοχο κι ἀντικαταστάτη του στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῶν Σόλων τὸν μαθητὴ καὶ συνεργάτη του Αὐξίβιο.
Αὐτὸς τὸν κατήχησε καὶ τὸν βάπτισε καὶ τοῦ ἔδωκε καὶ τ' ὄνομά του. Μετὰ ἀφοῦ ἀποχαιρέτησε μὲ δάκρυα στοργῆς κι ἀγάπης κλῆρο καὶ λαὸ παρέδωκε τὸ πνεῦμα.
Οἱ χριστιανοὶ πένθησαν τὸν πνευματικό τους πατέρα καὶ τὸν κήδεψαν μὲ πολὺ σεβασμὸ κι ἐπιμέλεια.
Ὁ τάφος τοῦ ἁγίου ἔγινε "ἰατρεῖον νοσημάτων ἄμισθον καὶ θλιβομένων ψυχῶν παραμύθιον".
Χιλιάδες πιστοὶ ἀπὸ ὅλη τὴ νῆσο προσέρχονται κάθε χρόνο μ' εὐλάβεια στὴ χάρη του γιὰ νὰ ζητήσουν μὲ δάκρυα τὴ μεσιτεία καὶ τὴ βοήθειά του. Ἀληθινά! Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοὶς Ἁγίοις αὐτοῦ!.
Ἀπολυτίκιο Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἀποστόλων τὴν χάριν ὡς τοῦ Πνεύματος ὄργανον, διὰ Μάρκου τοῦ θείου, θησαυρίσας, Αὐξίβιε, ἐδείχθης Ἱεράρχης εὐκλεής, καὶ πρόεδρος τῶν Σόλων καὶ ποιμὴν διὰ τοῦτό σου τὴν μνήμην τὴν ἱερὰν τιμῶμεν ἀνακράζοντες, δόξα τῷ δεδωκότι σοὶ ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Οἱ Ἅγιοι Εὔοδος, Καλλίστη, Ἀγαθοκλεία καὶ Ἐρμογένης οἱ Μάρτυρες
Ἦταν ἀδέλφια, καὶ ἡ ἀνεύρεση τῆς ἀλήθειας ἦταν ὁ μεγάλος τους πόθος. Καὶ ὁ Θεὸς τοὺς ἐλέησε, ἀξιώνοντάς τους νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμα τῶν ἀποστόλων, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἑλκύστηκαν στὸ φῶς καὶ τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ.
Ἀπὸ τότε ἡ ζωή τους, στάθηκε ζηλευτὴ, πίστεως καὶ ἀγαθοεργίας. Ἔδιναν ἄφθονη βοήθεια σὲ χῆρες καὶ ὀρφανά, καὶ ἀνέπτυξαν μεταξύ τους εὐγενῆ καὶ ἱερὴ ἅμιλλα, γιὰ τὸ ποιὸς νὰ φέρει περισσότερες ψυχὲς μέσα στὸ ψυχοσωτήριο λιμάνι τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Καὶ κατόρθωσαν πολλά.
Τὴν πίστη τους αὐτή, ἐπισφράγισαν καὶ διὰ τοῦ μαρτυρίου. Ὅταν συνελήφθησαν, ὁμολόγησαν ὅτι ἄνηκαν στὴν χριστιανικὴ Ἐκκλησία καὶ ὅτι αὐτὸ ἀποτελοῦσε καύχημά τους περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸ ἂν εἶχαν κάποιο στέμμα στὸ κεφάλι τους. Μάταια ζήτησαν νὰ τοὺς δελεάσουν μὲ ὑποσχέσεις καὶ νὰ τοὺς ἐκβιάσουν μὲ ἀπειλές.
Τὰ ἀδέλφια ἐνθαρρύνονταν μεταξύ τους, μὲ ἀνώτερα πνευματικὰ λόγια. Ἔτσι καὶ τῶν τριῶν τὰ κεφάλια, κόπηκαν μὲ τὸ ξίφος. Καὶ τὰ ἀδέλφια κατὰ σάρκα, στάθηκαν ἀδέλφια διὰ τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως καὶ στὸ μαρτυρικὸ θάνατο καὶ στὴν κληρονομιὰ τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν.
Ἦταν ἀδέλφια, καὶ ἡ ἀνεύρεση τῆς ἀλήθειας ἦταν ὁ μεγάλος τους πόθος. Καὶ ὁ Θεὸς τοὺς ἐλέησε, ἀξιώνοντάς τους νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμα τῶν ἀποστόλων, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἑλκύστηκαν στὸ φῶς καὶ τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ.
Ἀπὸ τότε ἡ ζωή τους, στάθηκε ζηλευτὴ, πίστεως καὶ ἀγαθοεργίας. Ἔδιναν ἄφθονη βοήθεια σὲ χῆρες καὶ ὀρφανά, καὶ ἀνέπτυξαν μεταξύ τους εὐγενῆ καὶ ἱερὴ ἅμιλλα, γιὰ τὸ ποιὸς νὰ φέρει περισσότερες ψυχὲς μέσα στὸ ψυχοσωτήριο λιμάνι τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Καὶ κατόρθωσαν πολλά.
Τὴν πίστη τους αὐτή, ἐπισφράγισαν καὶ διὰ τοῦ μαρτυρίου. Ὅταν συνελήφθησαν, ὁμολόγησαν ὅτι ἄνηκαν στὴν χριστιανικὴ Ἐκκλησία καὶ ὅτι αὐτὸ ἀποτελοῦσε καύχημά τους περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸ ἂν εἶχαν κάποιο στέμμα στὸ κεφάλι τους. Μάταια ζήτησαν νὰ τοὺς δελεάσουν μὲ ὑποσχέσεις καὶ νὰ τοὺς ἐκβιάσουν μὲ ἀπειλές.
Τὰ ἀδέλφια ἐνθαρρύνονταν μεταξύ τους, μὲ ἀνώτερα πνευματικὰ λόγια. Ἔτσι καὶ τῶν τριῶν τὰ κεφάλια, κόπηκαν μὲ τὸ ξίφος. Καὶ τὰ ἀδέλφια κατὰ σάρκα, στάθηκαν ἀδέλφια διὰ τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως καὶ στὸ μαρτυρικὸ θάνατο καὶ στὴν κληρονομιὰ τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Εὖπλος ὁ Μεγαλομάρτυρας ὁ Διάκονος
Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνα μ.Χ., ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Διοκλητιανός.
Γεννήθηκε στὴν Κατάνη τῆς Σικελίας, ὅπου ἦταν καὶ διάκονος τῆς ἐκεῖ Ἐκκλησίας. Θερμὸς κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Εὖπλος, προσπαθοῦσε νὰ στερεώσει τὴν πίστη τῶν διωκόμενων χριστιανῶν καὶ τοὺς προέτρεπε νὰ προτιμοῦν τὰ πιὸ φρικτὰ μαρτύρια παρὰ νὰ ἀρνηθοῦν τὸ Χριστό. Διότι «εἰ ὑπομένομεν, καὶ συμβασιλεύσομεν εἰ ἀρνούμεθα. Κακεῖνος ἀρνήσεται ἡμᾶς». Ἐάν, δηλαδή, δείχνουμε ὑπομονή, τότε καὶ θὰ βασιλεύσουμε μαζὶ μ’ Αὐτὸν (τὸν Χριστό). Ἐάν, ὅμως, Τὸν ἀρνούμαστε, καὶ Ἐκεῖνος θὰ μᾶς ἀρνηθεῖ.
Οἱ εἰδωλολάτρες, βλέποντας αὐτὴ τὴν δραστηριότητα τοῦ Εὔπλου, τὸν κατήγγειλαν στὸν Ἔπαρχο Καλβισιανό. Αὐτὸς προσπάθησε μὲ συζήτηση νὰ πείσει τὸν Εὖπλο ὅτι ἦταν μωρία νὰ πιστεύει στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ ἔπρεπε τὸ συντομότερο νὰ Τὸν ἀρνηθεῖ. Ὁ Εὖπλος ἀκαταμάχητος συζητητής, διέλυσε ἕνα πρὸς ἕνα ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἐπάρχου.
Ὁ Καλβισιανός, ἀφοῦ εἶδε ὅτι δὲν τὰ ἔβγαζε πέρα μὲ τὸν Εὖπλο, διέταξε καὶ τοῦ ἔσχισαν τὶς σάρκες μὲ σιδερένια νύχια. Κατόπιν τοῦ ἔσπασαν τὶς κνῆμες μὲ σφυριὰ καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν. Ἐνῷ ὁ Εὖπλος ἐξακολουθοῦσε νὰ μὴν ἀρνεῖται τὸ Χριστό, μέχρι καὶ τὴν τελευταία του πνοή.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάβαλε.
Ὡς θεῖος διάκονος, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, ὁσίως διήγαγες, τὰ πρὸς Θεὸν καὶ πιστῶς, καὶ ἤθλησας ἄριστα· σὺ γὰρ ἐν τῷ πελάγει, τῶν ποικίλων ἀγώνων, εὔπλοος ἀνεδείχθης, παμμακάριστε Εὖπλε.
Καὶ νῦν ἡμᾶς πρὸς λιμένα, θεῖον κυβέρνησον.
Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Τοὺς νόμους τοῦ Χριστοῦ, ταῖς χερσὶ περιφέρων, ἐπέστης ἐκβοῶν, τοῖς ἐχθροῖς ἐν σταδίῳ· Αὐτόκλητος πάρειμι, ἐναθλήσων στερρότατα· ὅθεν κλίνας σου, περιχαρῶς τὸν αὐχένα, ὑποδέδεξαι, τὴν ἐκτομὴν τὴν τοῦ ξίφους, τελέσας τὸν δρόμον σου.
Μεγαλυνάριον.
Ἄθλους διανύσας μαρτυρικούς, καὶ λύθροις αἱμάτων, πορφυρώσας τὴν σὴν στολήν, τῷ Χριστῷ παρέστης, ὡς Μάρτυς τροπαιοῦχος, ὦ Εὖπλε Διακόνων, τὸ ἐγκαλλώπισμα.
Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνα μ.Χ., ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Διοκλητιανός.
Γεννήθηκε στὴν Κατάνη τῆς Σικελίας, ὅπου ἦταν καὶ διάκονος τῆς ἐκεῖ Ἐκκλησίας. Θερμὸς κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Εὖπλος, προσπαθοῦσε νὰ στερεώσει τὴν πίστη τῶν διωκόμενων χριστιανῶν καὶ τοὺς προέτρεπε νὰ προτιμοῦν τὰ πιὸ φρικτὰ μαρτύρια παρὰ νὰ ἀρνηθοῦν τὸ Χριστό. Διότι «εἰ ὑπομένομεν, καὶ συμβασιλεύσομεν εἰ ἀρνούμεθα. Κακεῖνος ἀρνήσεται ἡμᾶς». Ἐάν, δηλαδή, δείχνουμε ὑπομονή, τότε καὶ θὰ βασιλεύσουμε μαζὶ μ’ Αὐτὸν (τὸν Χριστό). Ἐάν, ὅμως, Τὸν ἀρνούμαστε, καὶ Ἐκεῖνος θὰ μᾶς ἀρνηθεῖ.
Οἱ εἰδωλολάτρες, βλέποντας αὐτὴ τὴν δραστηριότητα τοῦ Εὔπλου, τὸν κατήγγειλαν στὸν Ἔπαρχο Καλβισιανό. Αὐτὸς προσπάθησε μὲ συζήτηση νὰ πείσει τὸν Εὖπλο ὅτι ἦταν μωρία νὰ πιστεύει στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ ἔπρεπε τὸ συντομότερο νὰ Τὸν ἀρνηθεῖ. Ὁ Εὖπλος ἀκαταμάχητος συζητητής, διέλυσε ἕνα πρὸς ἕνα ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἐπάρχου.
Ὁ Καλβισιανός, ἀφοῦ εἶδε ὅτι δὲν τὰ ἔβγαζε πέρα μὲ τὸν Εὖπλο, διέταξε καὶ τοῦ ἔσχισαν τὶς σάρκες μὲ σιδερένια νύχια. Κατόπιν τοῦ ἔσπασαν τὶς κνῆμες μὲ σφυριὰ καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν. Ἐνῷ ὁ Εὖπλος ἐξακολουθοῦσε νὰ μὴν ἀρνεῖται τὸ Χριστό, μέχρι καὶ τὴν τελευταία του πνοή.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάβαλε.
Ὡς θεῖος διάκονος, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, ὁσίως διήγαγες, τὰ πρὸς Θεὸν καὶ πιστῶς, καὶ ἤθλησας ἄριστα· σὺ γὰρ ἐν τῷ πελάγει, τῶν ποικίλων ἀγώνων, εὔπλοος ἀνεδείχθης, παμμακάριστε Εὖπλε.
Καὶ νῦν ἡμᾶς πρὸς λιμένα, θεῖον κυβέρνησον.
Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Τοὺς νόμους τοῦ Χριστοῦ, ταῖς χερσὶ περιφέρων, ἐπέστης ἐκβοῶν, τοῖς ἐχθροῖς ἐν σταδίῳ· Αὐτόκλητος πάρειμι, ἐναθλήσων στερρότατα· ὅθεν κλίνας σου, περιχαρῶς τὸν αὐχένα, ὑποδέδεξαι, τὴν ἐκτομὴν τὴν τοῦ ξίφους, τελέσας τὸν δρόμον σου.
Μεγαλυνάριον.
Ἄθλους διανύσας μαρτυρικούς, καὶ λύθροις αἱμάτων, πορφυρώσας τὴν σὴν στολήν, τῷ Χριστῷ παρέστης, ὡς Μάρτυς τροπαιοῦχος, ὦ Εὖπλε Διακόνων, τὸ ἐγκαλλώπισμα.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Άγιος Ευσέβιος επίσκοπος Σαμοσάτων
Επί βασιλείας του αυτοκράτορα Κωνστάντιου (337-360), ο οποίος ευνοούσε τον αρειανισμό, ό άγιος πατήρ ημών Εύσέβιος επέδειξε όλο και μεγαλύτερο ζήλο στήν υπεράσπιση της αληθινής Πίστης, όπως είχε διατυπωθεί από τους Πατέρες τής Νικαίας. Εξελέγη επίσκοπος Σαμοσάτων, πόλης πού βρισκόταν 200 χλμ. ανατολικά τής Αντιόχειας, στήν βόρεια Οχθη του Ευφράτη, πρωτεύουσας τής επαρχίας Εύφρατινής.Οι αγώνες του για τήν στερέωση τής Όρθοδοξίας συνετέλεσαν ώστε νά απλωθεί ή επιρροή του σε όλη τήν Συρία, έτσι ώστε, όταν χήρευσε ή επισκοπική έδρα τής Αντιοχείας, ό Εύσέβιος έπαιξε σημαντικό ρόλο για τήν εκλογή του άγιου Μελετίου [12 Φεβρ.]. Όταν όμως ό Κωνστάντιος ανακάλυψε ότι ό Μελέτιος όχι μόνο δεν άνηκε στήν μερίδα των άρειανών, άλλά αντίθετα ήταν σφοδρός πολέμιος της, απαίτησε νά του παραδοθούν τά Πρακτικά τής εκλογής του τά όποια είχαν εμπιστευθεί στον Εύσέβιο. Αυτός απάντησε στους απεσταλμένους του αυτοκράτορα ότι δεν μπορούσε νά τά παραδώσει παρά μονάχα μετά άπό έγκριση όσων τά υπέγραφαν. Όταν τον απείλησαν ότι θά του έκοβαν τήν δεξιά του, εκείνος έτεινε με γενναιότητα τά δύο του χέρια λέγοντας: «Δεν πρόκειται νά παραδώσω τήν απόφαση αυτή!»
Κατά τήν σύντομη βασιλεία του Ιουλιανού του Παραβάτη (360-363), ό οποίος προσπάθησε νά αναστυλώσει τήν ειδωλολατρία, ό άγιος Εύσέβιος φόρεσε στρατιωτικό ένδυμα καί περιόδευσε στήν Συρία, τήν Φοινίκη και τήν Παλαιστίνη, ενθαρρύνοντας τους χριστιανούς νά παραμείνουν σταθεροί στήν Πίστη χειροτονώντας κρυφά ιερείς καί επισκόπους. Μετά τον θάνατο του Ιουλιανού, έλαβε μέρος στήν Σύνοδο των είκοσι επτά επισκόπων πού συγκλήθηκε γύρω άπό τον Μελέτιο γιά νά διακηρύξει τό δόγμα τής Νικαίας ώς Κανόνα Πίστεως. Χάρις στήν δική του επιρροή επίσης, κατέστη δυνατή ή εκλογή του Μεγάλου Βασιλείου στον θρόνο τής Καισαρείας τής Καππαδοκίας (370) καί παρέστη ό ίδιος στήν ενθρόνιση. Έκτοτε, οί δύο άγιοι ιεράρχες, συνδεδεμένοι με στενή φιλία, αγωνίσθηκαν μαζί γιά τήν ενότητα τής Εκκλησίας. Ό άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος άπό τήν μεριά του τον εγκωμίασε ως «στύλον καί έδραίωμα τής Εκκλησίας, ή φωστήρα εν κόσμω … κανόνα πίστεως ή πρεσβευτήν αληθείας». Όταν έλαβε τήν εξουσία ό Ούάλης (364-378) αποδείχθηκε φανατικός οπαδός των άρειανών. Επαναφέροντας τους διωγμούς, εξόρισε τον Μελέτιο στήν Αρμενία καί αφού καθαίρεσε τον Εύσέβιο, τον εξόρισε στήν Θράκη (374), όπου ό άγιος εκτέθηκε στους κινδύνους του πολέμου κατά των Γότθων. Όταν ό Εύσέβιος έλαβε άπό τους απεσταλμένους του αυτοκράτορα τήν απόφαση γιά τόν εκτοπισμό του, προκειμένου νά αποφύγει τήν εξέγερση του λαού γιά τήν ύπεράπισή του καί τόν κίνδυνο νά χαθούν ζωές, ζήτησε νά περιμένουν μέχρι νά νυχτώσει καί νά τόν βγάλουν κρυφά άπό τήν πόλη. Μόλις οί χριστιανοί των Σαμοσάτων κατάλαβαν ότι είχαν πάρει τόν επίσκοπο τους, έπλευσαν στον Ευφράτη προς αναζήτηση του. Όταν όμως τους βρήκαν, ο Εύσέβιος τους προέτρεψε νά μήν κάνουν τίποτε γιά νά τόν απελευθερώσουν καί αρνήθηκε τά δώρα πού του προσέφεραν γιά νά απαλύνουν τις κακουχίες του. Στήν έδρα των Σαμοσάτων τοποθετήθηκε ένας άρειανός, ό Εύνόμιος. Ό λαός όμως του έδειξε τόσο μεγάλη περιφρόνηση ώστε μία ημέρα πού βρισκόταν μόνος στά δημόσια λουτρά καί προσκάλεσε τους χριστιανούς πού βρίσκονταν εκεί νά εισέλθουν κι αυτοί, έκείνοι αρνήθηκαν καί μόλις εκείνος βγήκε άπό τό λουτρό απαίτησαν νά αλλάξουν τό νερό, γιατί δεν έπιθυμούσαν νά μολυνθούν άπό τήν αίρεση του Αρείου. Μπροστά σε μιά τέτοια εχθρότητα ό Εύνόμιος παραιτήθηκε, άλλά αντικαταστάθηκε άπό έναν φανατικό άρειανόφρονα, τόν Λούκιο, ο δποΤος εξαπέλυσε διωγμό κατά των ‘Ορθοδόξων τής πόλεως.
Όταν ό Ούάλης βρήκε τόν θάνατο κατά τήν διάρκεια μιας εκστρατείας κατά των Γότθων (378), ό ‘Ορθόδοξος αυτοκράτορας Γρατιανός αποκατέστησε τήν ελευθερία στήν Εκκλησία καί ανακάλεσε άπό τήν εξορία τους ένδοξους δμολογητές τής Πίστεως. Ό άγιος Εύσέβιος μπόρεσε νά επιστρέψει στο ποίμνιο του, τό όποιο τόν δέχτηκε με μεγάλη χαρά καί αμέσως ανέλαβε νά τοποθετήσει νέους ποιμένες στίς χηρεύουσες έδρες. Στίς 22 Ιουνίου 379, καθώς έμπαινε στήν πόλη Δολιχή (σημ. Τέλ Ντουλούκ), μαζι με τόν ‘Ορθόδοξο επίσκοπο τής πόλης, μία γυναίκα άρειανόφρων του πέταξε άπό ψηλά ένα βαρύ κεραμίδι στό κεφάλι. Πριν πεθάνει, ό άγιος Εύσέβιος πρόφθασε νά ζητήσει άπό τήν συνοδεία του νά όρκισθεί ότι δεν θά κατεδίωκε τήν ένοχη καί μιμούμενος τόν Κύριο μας καί τόν άγιο Στέφανο, τά τελευταία του λόγια ήσαν μία προεσυχή υπέρ των έχθρων του.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Εκδόσεις Ίνδικτος
Επί βασιλείας του αυτοκράτορα Κωνστάντιου (337-360), ο οποίος ευνοούσε τον αρειανισμό, ό άγιος πατήρ ημών Εύσέβιος επέδειξε όλο και μεγαλύτερο ζήλο στήν υπεράσπιση της αληθινής Πίστης, όπως είχε διατυπωθεί από τους Πατέρες τής Νικαίας. Εξελέγη επίσκοπος Σαμοσάτων, πόλης πού βρισκόταν 200 χλμ. ανατολικά τής Αντιόχειας, στήν βόρεια Οχθη του Ευφράτη, πρωτεύουσας τής επαρχίας Εύφρατινής.Οι αγώνες του για τήν στερέωση τής Όρθοδοξίας συνετέλεσαν ώστε νά απλωθεί ή επιρροή του σε όλη τήν Συρία, έτσι ώστε, όταν χήρευσε ή επισκοπική έδρα τής Αντιοχείας, ό Εύσέβιος έπαιξε σημαντικό ρόλο για τήν εκλογή του άγιου Μελετίου [12 Φεβρ.]. Όταν όμως ό Κωνστάντιος ανακάλυψε ότι ό Μελέτιος όχι μόνο δεν άνηκε στήν μερίδα των άρειανών, άλλά αντίθετα ήταν σφοδρός πολέμιος της, απαίτησε νά του παραδοθούν τά Πρακτικά τής εκλογής του τά όποια είχαν εμπιστευθεί στον Εύσέβιο. Αυτός απάντησε στους απεσταλμένους του αυτοκράτορα ότι δεν μπορούσε νά τά παραδώσει παρά μονάχα μετά άπό έγκριση όσων τά υπέγραφαν. Όταν τον απείλησαν ότι θά του έκοβαν τήν δεξιά του, εκείνος έτεινε με γενναιότητα τά δύο του χέρια λέγοντας: «Δεν πρόκειται νά παραδώσω τήν απόφαση αυτή!»
Κατά τήν σύντομη βασιλεία του Ιουλιανού του Παραβάτη (360-363), ό οποίος προσπάθησε νά αναστυλώσει τήν ειδωλολατρία, ό άγιος Εύσέβιος φόρεσε στρατιωτικό ένδυμα καί περιόδευσε στήν Συρία, τήν Φοινίκη και τήν Παλαιστίνη, ενθαρρύνοντας τους χριστιανούς νά παραμείνουν σταθεροί στήν Πίστη χειροτονώντας κρυφά ιερείς καί επισκόπους. Μετά τον θάνατο του Ιουλιανού, έλαβε μέρος στήν Σύνοδο των είκοσι επτά επισκόπων πού συγκλήθηκε γύρω άπό τον Μελέτιο γιά νά διακηρύξει τό δόγμα τής Νικαίας ώς Κανόνα Πίστεως. Χάρις στήν δική του επιρροή επίσης, κατέστη δυνατή ή εκλογή του Μεγάλου Βασιλείου στον θρόνο τής Καισαρείας τής Καππαδοκίας (370) καί παρέστη ό ίδιος στήν ενθρόνιση. Έκτοτε, οί δύο άγιοι ιεράρχες, συνδεδεμένοι με στενή φιλία, αγωνίσθηκαν μαζί γιά τήν ενότητα τής Εκκλησίας. Ό άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος άπό τήν μεριά του τον εγκωμίασε ως «στύλον καί έδραίωμα τής Εκκλησίας, ή φωστήρα εν κόσμω … κανόνα πίστεως ή πρεσβευτήν αληθείας». Όταν έλαβε τήν εξουσία ό Ούάλης (364-378) αποδείχθηκε φανατικός οπαδός των άρειανών. Επαναφέροντας τους διωγμούς, εξόρισε τον Μελέτιο στήν Αρμενία καί αφού καθαίρεσε τον Εύσέβιο, τον εξόρισε στήν Θράκη (374), όπου ό άγιος εκτέθηκε στους κινδύνους του πολέμου κατά των Γότθων. Όταν ό Εύσέβιος έλαβε άπό τους απεσταλμένους του αυτοκράτορα τήν απόφαση γιά τόν εκτοπισμό του, προκειμένου νά αποφύγει τήν εξέγερση του λαού γιά τήν ύπεράπισή του καί τόν κίνδυνο νά χαθούν ζωές, ζήτησε νά περιμένουν μέχρι νά νυχτώσει καί νά τόν βγάλουν κρυφά άπό τήν πόλη. Μόλις οί χριστιανοί των Σαμοσάτων κατάλαβαν ότι είχαν πάρει τόν επίσκοπο τους, έπλευσαν στον Ευφράτη προς αναζήτηση του. Όταν όμως τους βρήκαν, ο Εύσέβιος τους προέτρεψε νά μήν κάνουν τίποτε γιά νά τόν απελευθερώσουν καί αρνήθηκε τά δώρα πού του προσέφεραν γιά νά απαλύνουν τις κακουχίες του. Στήν έδρα των Σαμοσάτων τοποθετήθηκε ένας άρειανός, ό Εύνόμιος. Ό λαός όμως του έδειξε τόσο μεγάλη περιφρόνηση ώστε μία ημέρα πού βρισκόταν μόνος στά δημόσια λουτρά καί προσκάλεσε τους χριστιανούς πού βρίσκονταν εκεί νά εισέλθουν κι αυτοί, έκείνοι αρνήθηκαν καί μόλις εκείνος βγήκε άπό τό λουτρό απαίτησαν νά αλλάξουν τό νερό, γιατί δεν έπιθυμούσαν νά μολυνθούν άπό τήν αίρεση του Αρείου. Μπροστά σε μιά τέτοια εχθρότητα ό Εύνόμιος παραιτήθηκε, άλλά αντικαταστάθηκε άπό έναν φανατικό άρειανόφρονα, τόν Λούκιο, ο δποΤος εξαπέλυσε διωγμό κατά των ‘Ορθοδόξων τής πόλεως.
Όταν ό Ούάλης βρήκε τόν θάνατο κατά τήν διάρκεια μιας εκστρατείας κατά των Γότθων (378), ό ‘Ορθόδοξος αυτοκράτορας Γρατιανός αποκατέστησε τήν ελευθερία στήν Εκκλησία καί ανακάλεσε άπό τήν εξορία τους ένδοξους δμολογητές τής Πίστεως. Ό άγιος Εύσέβιος μπόρεσε νά επιστρέψει στο ποίμνιο του, τό όποιο τόν δέχτηκε με μεγάλη χαρά καί αμέσως ανέλαβε νά τοποθετήσει νέους ποιμένες στίς χηρεύουσες έδρες. Στίς 22 Ιουνίου 379, καθώς έμπαινε στήν πόλη Δολιχή (σημ. Τέλ Ντουλούκ), μαζι με τόν ‘Ορθόδοξο επίσκοπο τής πόλης, μία γυναίκα άρειανόφρων του πέταξε άπό ψηλά ένα βαρύ κεραμίδι στό κεφάλι. Πριν πεθάνει, ό άγιος Εύσέβιος πρόφθασε νά ζητήσει άπό τήν συνοδεία του νά όρκισθεί ότι δεν θά κατεδίωκε τήν ένοχη καί μιμούμενος τόν Κύριο μας καί τόν άγιο Στέφανο, τά τελευταία του λόγια ήσαν μία προεσυχή υπέρ των έχθρων του.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Εκδόσεις Ίνδικτος
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.