Διάφοροι βίοι Αγίων
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Μίκαλλος
«Ἐγὼ εἴμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἐξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰωάν. η’ 12).
Ὁμιλεῖ ὁ Κύριος καὶ λέγει! Ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὅλου τοῦ κόσμου.
Ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἀκολουθεῖ μὲ ἐμπιστοσύνη ἀπόλυτη κι ἐλπίδα καὶ πρόθυμη ὑπακοὴ στὰ λόγια, αὐτὸς δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ περιπατήσει στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ θὰ ἔχει πάντα μέσα του ζωηφόρο καὶ πνευματικὸ φῶς ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή, τὸν Θεό, καὶ ὁδηγεῖ πάλι σ’ Αὐτόν.
Τὰ ὑπέροχα καὶ σωστικὰ τοῦτα λόγια, ποὺ βγῆκαν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θείου Διδασκάλου γιὰ πρώτη φορά, ἔγιναν μὲ τὸν καιρὸ σύνθημα ζωῆς ἀπὸ χιλιάδες ψυχὲς καὶ χάρισαν στὴν Ἐκκλησία τὶς ἀμέτρητες μυριάδες τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως.
Τοῦτα τὰ λόγια ἔκαμαν βίωμα καὶ ζωή τους ὅλοι οἱ ἅγιοι. Τοῦτα τὰ λόγια ἔκαμε βίωμα καὶ ζωή του κι ὁ ἅγιος Μίκαλλος ὁ προσφιλὴς καὶ πολὺ σεβαστὸς ἅγιος τῶν κατοίκων τῆς ὡραίας Ἀκανθοῦς καὶ τῶν γύρω ἀπ’ αὐτὴν χωριῶν.
Μὲ τοῦτο τὸν ἅγιο θὰ ἀσχοληθοῦμε κι ἐμεῖς στὶς γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν.
Ὅπως γράφουμε κι ἀλλοῦ, ὁ ἅγιος Μίκαλλος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τριακόσιους ἁγίους ποὺ ᾖρθαν στὴν Κύπρο περὶ τὰ μέσα τοῦ 12ου αἰῶνα μετὰ τὴ Β’ Σταυροφορία (1147 – 1149 μ.Χ.).
Γιὰ τὴν παιδικὴ ἡλικία, τοὺς γονεῖς καὶ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ ἁγίου δὲν ἔχουμε δυστυχῶς καμιὰ πληροφορία. Ἐκεῖνο ποὺ συμπεραίνουμε γι’ αὐτὸν εἶναι, πὼς ὁ ἅγιος, ὅταν ἦταν νέος, ἀναγκάστηκε γιὰ μία καλύτερη ζωὴ νὰ ξενιτευτεῖ. Πῆγε στὴ Γερμανία κι ἐργαζόταν ὡς ἐργάτης μὲ ἄλλους Ἕλληνες. Ἐκεῖ εὑρισκόμενος ἄκουσε κάποια μέρα τὸ συγκλονιστικὸ κήρυγμα ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη κηρυσσόταν παντοῦ στὶς διάφορες πόλεις καὶ χῶρες τῆς Εὐρώπης:
-Ἀδέλφια, ἐλᾶτε νὰ συνεργαστοῦμε γιὰ ἕνα ἔργο ἱερό! Οἱ Ἅγιοι Τόποι, ἐκεῖ ποὺ γεννήθηκε, μεγάλωσε, περπάτησε καὶ δίδαξε ὁ Χριστός μας, οἱ Τόποι στοὺς ὁποίους ἔκαμε τόσα θαύματα, ἀλλὰ καὶ διώχθηκε καὶ συνελήφθηκε καὶ σταυρώθηκε καὶ ἀπέθανε καὶ τάφηκε βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴ μωαμεθανικὴ ἐξουσία. Ἀλύπητα βασανίζονται ὅσοι τολμοῦν νὰ πᾶνε ἐκεῖ ταπεινοὶ προσκυνητές. Οἱ Ἅγιοι Τόποι πρέπει νὰ ἐλευθερωθοῦν. Καὶ σ’ αὐτὴ τὴν ἱερὴ προσπάθεια καλοῦνται ὅλοι νὰ βοηθήσουν.
Σὲ λίγο χρονικὸ διάστημα ὅσοι στὴν καρδιὰ τους ἔνιωθαν τὴν φλόγα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ νὰ τοὺς καίει, μαζεύτηκαν καὶ δημιούργησαν μία μεγάλη στρατιὰ ποὺ ἕνα πρωὶ ξεκίνησε νὰ κάμει ἔργο τὸν πόθο, ποὺ φλόγιζε τὰ στήθια τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ἡ στρατιὰ αὐτή, ἡ γνωστὴ σὰν δεύτερη σταυροφορία διαλύθηκε ἐκεῖ στὴ σημερινὴ Γιουγκοσλαβία. Ἀνάμεσα στὰ διάφορα σώματα στρατοῦ ἦταν καὶ τριακόσιοι Ἕλληνες μὲ ἀρχηγὸ κάποιο Αὐξέντη, τὸν γνωστὸ Ἅγιο Αὐξέντιο. Ὅταν ἡ στρατιὰ διαλύθηκε, οἱ Ἕλληνες μαζεύτηκαν καὶ μετὰ ἀπὸ μία ἐνθουσιώδη ὁμιλία τοῦ Ἀρχηγοῦ ἀποφάσισαν νὰ τραβήξουν πρὸς τὰ μέρη τοῦ Ἰορδάνη καὶ νὰ ζήσουν ἐκεῖ μιὰ ἀσκητικὴ ζωή, μιὰ ζωὴ πλήρους ἀφιέρωσης στὸν Θεό.
Ἡ πρόταση ἔγινε δεκτὴ μὲ ἐνθουσιασμό. Μετὰ ἀπὸ μία προσευχὴ ποὺ ἔγινε ἀπὸ μέρους ὅλων, οἱ ἄνθρωποί μας ξεκίνησαν. Πρῶτα πῆγαν καὶ προσκύνησαν ὅλοι μαζὶ στὰ Ἱεροσόλυμα. Ὕστερα προχώρησαν πρὸς τὰ ἔρημα τοῦ Ἰορδάνη μὲ σκοπὸ νὰ ἀφιερωθοῦν στὸν Θεὸ καὶ νὰ ζήσουν ἐκεῖ τὴν ζωὴ ποὺ ἀποφάσισαν, τὴ μοναχικὴ κι ἀσκητικὴ ζωή. Ἡ νηστεία, ἡ προσευχή, ἡ ἀγρυπνία, ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλὰ κι ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη πρὸς ὅλους ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὴν ἀνάγκη τους, ἦταν ἡ καθημερινή τους φροντίδα. Τὸ περιβάλλον δυστυχῶς καὶ εὐτυχῶς τοῦ Ἰορδάνη δὲν τοὺς βοηθοῦσε καθόλου στὴ ζωὴ ποὺ διάλεξαν νὰ ζήσουν. Οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ ποὺ μὲ φθονερὸ μάτι παρακολουθοῦσαν τὴν ζωὴ καὶ τὴν πρόοδο τῶν ἀσκητῶν στὰ μέρη ἐκεῖνα, ἄρχισαν νὰ τοὺς παρενοχλοῦν. Κι αὐτοὶ γιὰ νὰ γλιτώσουν μαζεύτηκαν μία μέρα στὴν παραλία μὲ τὸν σκοπὸ νὰ φύγουν ἀπὸ τὸν τόπο ἐκεῖνο.
Ἐδῶ βρῆκαν ἕνα καράβι, μπῆκαν μέσα καὶ ᾖρθαν στὴν Κύπρο, ποὺ ἦταν τότε ὀνομαστὴ γιὰ τὴ θεοσέβειά της. Τὸ καράβι σταμάτησε στὴν Πάφο. Μιὰ παράδοση μάλιστα λέει, πὼς τοῦτο ἐξ αἰτίας μιᾶς δυνατῆς τρικυμίας, τσακίστηκε πάνω στοὺς βράχους. Εὐτυχῶς οἱ ἄνθρωποι σώθηκαν ὅλοι πάνω στὰ συντρίμμια τοῦ καραβιοῦ καὶ βγῆκαν ἔξω στὴ στεριά. Ἀπ’ ἐδῶ σκορπίστηκαν σὲ διάφορα μέρη τοῦ Νησιοῦ κι ἔζησαν ὁ καθένας τῇ μακαρίᾳ ζωῇ μὲ τὸν δικό του τρόπο.
Αὐτὸ ἔκανε κι ὁ ἅγιος Μίκαλλος. Μὲ ὁδηγὸ τὰ λόγια του ψαλμῳδοῦ (ψαλμ. α’, 1 – 2), ποὺ βεβαιώνουν πὼς εἶναι τρισευτυχισμένος καὶ εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀποφεύγει τὶς συναναστροφὲς μὲ ἀνθρώπους διεφθαρμένους καὶ ἀσεβεῖς καὶ ἀντίθετα ἔχει δοσμένη τὴν θέληση καὶ τὴν σκέψη του στὸν νόμο τοῦ Κυρίου καὶ Αὐτὸν μελετᾷ μέρα καὶ νύκτα, προχώρησε στὸν δρόμο ποὺ διάλεξε.
Μπροστά του ἔχει πάντα τοῦ Θεοῦ τὸ θέλημα, ὅπως τὸ δίδαξε τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός. Μὲ τὴν σκέψη σ’ Αὐτὸν βαδίζει ἀνυπόδητος, διασχίζει βουνὰ καὶ κάμπους διαβαίνει ποτάμια ὁρμητικά, χείμαρρους, χωρὶς φόβο καὶ ἀτρόμητος προχωρεῖ μέχρις ὅτου ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς κινδύνους καὶ κόπους ἔφτασε στὰ μέρη τῆς Ἀκανθοῦς. Δύο σπήλαια ποὺ βρῆκε στὸ μέρος αὐτὸ καὶ ποὺ στέκονται ἀκόμη καὶ σήμερα τὸν κάμνουν νὰ σταματήσει καὶ νὰ διαλέξει τὸ μέρος αὐτὸ σὰν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του.
Τὸ περιβάλλον ὑπέροχο. Θάμνοι ποικίλοι κάλυπταν καὶ καλύπτουν ἀκόμη καὶ σήμερα τὸν κάμπο γύρω κι εὐωδιάζουν. Τὰ σπήλαια εὐρύχωρα. Μπροστὰ ἁπλώνεται ἀπέραντη ἡ γαλάζια θάλασσα. Ἡσυχία ὀνειρώδης. Μόνο ὁ φλοῖσβος τῶν κυμάτων ἀκούεται σιγανὰ καὶ τὸ τραγοῦδι τῶν πουλιῶν ποὺ πετᾶνε πάνω στοὺς θάμνους ταράζει κάπως τὴν ἡσυχία τοῦ τοπίου.
Σὲ τοῦτο τὸ μέρος ὁ Ὅσιός μας μὲ εὐγνωμοσύνη ἀπέραντη στὸν Πανάγαθο Θεὸ ἔστησε τὴ σκοπιά του καὶ κάτω ἀπὸ τὴν αἱματόβρεκτη σημαῖα τοῦ Σταυροῦ ἄρχισε τὸν ἀγῶνα. Σὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή του μιὰ σκέψη πρυτανεύει.
Ὁ Κύριος κι οἱ ἐντολές του. Καθετὶ τὸ ὑλιστικὸ τοῦ εἶναι ξένο κι ἀδιάφορο. «Σκύβαλα» θεωρεῖ ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τοῦ κόσμου τούτου τὰ ἀγαθά, κάνοντας μία σύγκριση αὐτῶν μὲ τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀνάπαυση ποὺ δίνει ὁ Χριστός. Τὰ λόγια τοῦ ἱεροῦ ὑμνογράφου βρίσκουν κι ἐδῶ πλήρη τὴν ἐφαρμογή τους.
«Τοὶς ἐρημικοὶς ζωὴ μακαρίᾳ ἐστι, θεϊκῶ ἔρωτι πτερουμένοις». Δηλαδὴ ἡ ζωὴ αὐτῶν ποὺ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πηγαίνουν καὶ ἐγκαθίστανται στὴν ἔρημο μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, εἶναι ζωὴ μακαρία, εὐλογημένη. Κι εἶναι ἡ ζωὴ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τέτοια, γιατί οἱ μοναχοὶ εἶναι ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε ταραχὴ καὶ φροντίδα τοῦ κόσμου. Αὐτοὶ συνέχεια ἔχουν στὴ σκέψη τὸν Θεό, καὶ πρὸς Αὐτὸν στρέφονται πάντα μὲ μία ἀγάπη κι ἕνα ἔρωτα φλογερὸ κι ἀδιάκοπο. Μοναδικὸ μέλημα καὶ φροντίδα τους ἔχουν ἕνα πρᾶγμα. Νὰ ἀρέσουν σ’ Αὐτόν.
Αὐτὸ τὸ μέλημα καὶ τούτη τὴ φροντίδα ἔχει καὶ ὁ Ὅσιος μας: τὸν Κύριο. Σ’ Αὐτὸν προσφέρει κάθε στιγμὴ καὶ ὤρα τὸν ἑαυτό του. Πόθος καὶ παλμὸς κι ἀγῶνας του καθημερινός, πῶς νὰ γίνει ἄνθρωπος ἀρετῆς καὶ νὰ ἀρέσει στὸν Θεό. Τὰ λόγια του ἐπιστήθιου φίλου τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἰωάννου, εἶναι συνέχεια μπροστά του. «Ὁ κόσμος παράγεται καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ, ὁ δὲ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Α’ Ἰωάν. στ’ 17). Τοῦτος ὁ μάταιος κόσμος κι οἱ ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες τοῦ ἐγὼ παρέρχονται καὶ μαζί τους ὅλα ὅσα ἐπιθυμοῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ κατέχουν μέσα σ' αὐτόν.
Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἀγαπᾷ τὸν Θεὸ καὶ ἐκτελεῖ τὸ θέλημά Του δὲν παρέρχεται. Μένει αἰώνια. Δία τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐγκατέλειψε κι αὐτὸς τὸν κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου. Προσπάθειά του μοναδικὴ ἔγινε τώρα ἡ πρόοδός του στὴν ἀρετή. Τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μελετᾷ καθημερινὰ μὲ προσοχὴ καὶ εὐλάβεια στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Μὲ τὴν προσευχὴ ἐπίσης τὴ θερμή, τὴν ἀγρυπνία, τὴ νηστεία ἀνεβαίνει καθημερινὰ τῆς ἀρετῆς τὰ σκαλοπάτια.
Μὲ τοῦτα τὰ μέσα, ἀφοῦ σταύρωσε «τὴν σάρκα σὺν τοὶς παθήμασι καὶ ταὶς ἐπιθυμίαις» ὅπως λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος (Γαλ. ε’, 24), ἐλεύθερος πιὰ βαδίζει σταθερὰ γιὰ νὰ φτάσει κάποια μέρα ἐκεῖ ποὺ βασιλεύει ἀδιάκοπα ἡ αἰώνια μακαριότητα.
Στὸ ἀπόμερο κι ὑπέροχο τοῦτο μέρος τῆς μαρτυρικῆς μας Κύπρου τὸ ποτισμένο μὲ αἵματα καὶ δάκρυα τόσων ὁσίων καὶ μαρτύρων ἔζησε ὁ Ἅγιός μας χρόνια πολλὰ μὲ βασικὴ τροφὴ χόρτα τοῦ κάμπου καὶ ρίζες καὶ τρυφερὲς μύτες ἀπὸ ἀγριοβότανα. Λιτὴ ἡ διατροφή του. Πλούσια ἡ χαρὰ κι ἡ γαλήνη τῆς καρδιᾶς του. Πλουσιώτερη ἡ προσφορά του στὶς διψασμένες γιὰ παρηγοριὰ καὶ φωτισμὸ ψυχές, ποὺ ἀπ’ τὶς πρῶτες μέρες ποὺ τὸν γνώρισαν δὲν ἔπαψαν συχνὰ νὰ τὸν ἐπισκέπτονται καὶ νὰ ἐκζητοῦν τὴ βοήθειά του.
Βοήθεια στὶς δυσκολίες καὶ τοὺς διωγμοὺς ποὺ ἀντιμετώπιζαν ἀπὸ τοὺς σκληροὺς κατακτητὲς τῆς νήσου μας, τοὺς Φράγκους. Ἀλλὰ καὶ βοήθεια στὶς διάφορες ἀρρώστιες ποὺ ἔδερναν τοὺς κατοίκους τοῦ πονεμένου αὐτοῦ τόπου. Καθημερινά, σὲ διάφορες ὧρες, πλήθη χριστιανῶν τὸν ἐπεσκέπτοντο γιὰ νὰ ἀκούσουν τὰ λόγια καὶ τὶς συμβουλές του ἢ γιὰ νὰ ζητήσουν τὴ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν τους ποὺ τοῦ ἔφερναν.
Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ πλούσια εἶχε σκηνώσει στὴν ψυχή, τοῦ χάριζε τὴν πολυπόθητη ὑγεία σὲ ὅσους μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια τὸν ἐπεσκέπτοντο καὶ μὲ πίστη βαθιὰ ζητοῦσαν ἀπὸ τὶς προσευχές του τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Κανένας δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὸ ἀσκητήριό του δυσαρεστημένος. Ἡ ἁγιότητά του εἶχε διαλάμψει στὸ νοητὸ τῆς Ἐκκλησίας στερέωμα.
Καὶ ὅταν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τὸν εἶχε καλέσει γιὰ νὰ τὸν ξεκουράσει στὴν πέραν τοῦ τάφου ζωή, ἥρεμα ὁ Ἅγιος παρέδωσε τὴν ψυχή του στὶς 7 Αὐγούστου στὰ χέρια Ἐκείνου ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔλαβε δόξα ἄφθιτο καὶ μακαριότητα αἰώνια. Ἡ θαυματουργική του δύναμη συνεχίζεται καὶ σήμερα σὲ ὅσους μὲ πίστη ἐπισκέπτονταν μέχρι τὴν ἐπιδρομὴ τοῦ βάρβαρου Ἀττίλα τὸ 1974 τὸ ἐκκλησάκι του, ποὺ βρισκόταν δίπλα στὰ σπήλαια καὶ ἐπλένοντο μὲ τὸ ἁγίασμά του, ἐλάμβαναν τὴ θεραπεία στὴν ἀρρώστια τους καὶ τὴν παρηγοριὰ στὴ δοκιμασία τους.
Ἡ θαυματουργικὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Μίκαλλου ἀνεφέρετο στὴ θεραπεία τῆς μαλάριας καὶ τῆς λέπρας. Ἐπίσης οἱ μητέρες ποὺ θήλαζαν τὰ παιδάκια τους, ὅταν δὲν εἶχαν γάλα, πήγαιναν στὴ χάρη του μὲ πίστη, θήλαζαν ἀπὸ τοὺς σταλακτῖτες ποὺ ἤσαν στὰ σπήλαια καὶ ἐπεκαλοῦντο τὴ βοήθειά του, τὴν ὁποίαν καὶ ἐλάμβαναν πλουσία. Ἄρρητη εὐωδία, ἀναφέρουν οἱ παλαιοί, ξεχυνόταν ἀπὸ τὰ δύο σπήλαια μέχρι τελευταῖα, ποὺ ἔφθανε γύρω στὰ χωράφια ποὺ καλλιεργοῦσαν οἱ ἀγρότες τῆς Ἀκανθοῦς. Δίπλα στὰ σπήλαια ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ἀκόμη μιὰ θαλερὴ μυρτιά, «ἡ μυρτιὰ τοῦ Ὁσίου Μίκαλλου» στὴν ὁποία ἀποδίδονταν πλούσιες θαυματουργικὲς ἰδιότητες.
Μὲ τὴν καρδιὰ σφιγμένη, ἀλλὰ καὶ λουσμένη στὰ δάκρυα μιᾶς εἰλικρινοῦς μετανοίας καλοῦνται οἱ κάτοικοι τῆς πονεμένης Ἀκανθοῦς ὅπου κι ἂν βρίσκονται, καὶ μαζὶ μ’ αὐτοὺς καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ τῆς ἠρωοτόκου Κύπρου, τῆς νήσου ποὺ τὴν ἁγιάζουν τόσοι ἅγιοι, μαζὶ κι ὁ Ὅσιος Μίκαλλος γιὰ τὸν ὁποῖο ὁμιλοῦμε, νὰ ἐνθυμοῦνται πάντα, μὰ καὶ ὅλοι νὰ ἐνθυμούμαστε συχνά – πυκνά, τούτη τὴν ἀλήθεια:
Ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια εἶναι τὸ μοναδικὸ μέσο γιὰ νὰ μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος κάθε φορὰ νὰ ἐπιτυγχάνει τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὶς συμφορὲς ποὺ τὸν δέρνουν καὶ τὸν στενοχωροῦν. Ἡ ἀληθινὴ μετάνοια εἶναι ἡ δύναμη ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο, καὶ τὸν πιὸ ἁμαρτωλό, στὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Αὐτὸ τὸ μέσο, αὐτὸ τὸ φάρμακο καλούμαστε νὰ χρησιμοποιήσουμε κι ἐμεῖς, τοῦτο τὸν καιρό, ἂν θέλουμε νὰ σωθοῦμε καὶ νὰ ἐπιτύχουμε ξανὰ τὴ λύτρωση καὶ τὴν σωτηρία μας. Εἶναι καιρὸς μὲ συντριβὴ ψυχῆς νὰ μετανιώσουμε, νὰ κλάψουμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ μὲ εἰλικρινὴ ἐξομολόγηση νὰ ζητήσουμε νὰ λάβουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ θὰ τὸ λάβουμε. Θὰ μᾶς τὸ χαρίσει ἡ εὐσπλαχνία του. Καὶ θὰ ἐπιτύχουμε τὴν λύτρωση ποὺ ποθοῦμε. Τότε ἐλεύθεροι θὰ ξαναγυρίσουμε καὶ πάλι στὰ ἀγαπημένα μέρη. Θὰ ξαναπᾶμε στὰ χωριά μας. Θὰ ξανακτυπήσουν οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν ποὺ οἱ βάρβαροί του Ἀττίλα δὲν κατέστρεψαν καὶ θὰ ξαναλειτουργηθοῦμε σ' αὐτές. Μὲ ἀνείπωτη χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση θὰ ἀπευθύνουμε καὶ πάλι θερμὰ τὰ εὐχαριστῶ μας στὸν Κύριο, τὴν Παναγία Μητέρα Του καὶ μητέρα ὅλων μας καὶ στοὺς Ἁγίους μας.
Τότε μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση θὰ ψάλλουμε καὶ πάλι τοῦ ψαλμῳδοῦ μας τὸν ἐπίκαιρο στίχο. «Αὕτη ἡ ἡμέρα ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ».
Ἅγιοί της Κύπρου μας, Ἅγιε Μίκαλλε, δῶστε, σᾶς παρακαλοῦμε, ἡ ἡμέρα αὐτὴ νὰ ἔρθει τὸ συντομώτερο. Ἀμήν.
Ἀπολυτίκιο Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τῆς ἐρήμου πολίτης, καὶ ἐν σώματι ἄγγελος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, θεφόρε πατὴρ ἡμῶν Μίκαλλε, νηστείρ, ἀγρυπνία, προσευχή, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τᾶς ψυχᾶς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχὺν δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.
Ἕτερον ἀπολυτίκιο ὑπὸ Χαραλάμπους Μ. Μπούσια. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστῷ εὐηρέστησας ὁσιακὴ ἀγωγή, θεσπέσιε Μίκαλλε, ἐν τοὶς σπηλαίοις τῆς γῆς οἰκήσας ὡς ἄσαρκος, εὖχος καὶ ἀντιλήπτωρ Ἀκανθοῦς τῆς ἐν Κύπρῳ, πρέσβευε δωρηθήναι τοὶς πιστοὶς οὐρανόθεν ὑγείαν καὶ εἰρήνην ψυχῶν ἀδιατάρακτον.
«Ἐγὼ εἴμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἐξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰωάν. η’ 12).
Ὁμιλεῖ ὁ Κύριος καὶ λέγει! Ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὅλου τοῦ κόσμου.
Ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἀκολουθεῖ μὲ ἐμπιστοσύνη ἀπόλυτη κι ἐλπίδα καὶ πρόθυμη ὑπακοὴ στὰ λόγια, αὐτὸς δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ περιπατήσει στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ θὰ ἔχει πάντα μέσα του ζωηφόρο καὶ πνευματικὸ φῶς ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή, τὸν Θεό, καὶ ὁδηγεῖ πάλι σ’ Αὐτόν.
Τὰ ὑπέροχα καὶ σωστικὰ τοῦτα λόγια, ποὺ βγῆκαν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θείου Διδασκάλου γιὰ πρώτη φορά, ἔγιναν μὲ τὸν καιρὸ σύνθημα ζωῆς ἀπὸ χιλιάδες ψυχὲς καὶ χάρισαν στὴν Ἐκκλησία τὶς ἀμέτρητες μυριάδες τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως.
Τοῦτα τὰ λόγια ἔκαμαν βίωμα καὶ ζωή τους ὅλοι οἱ ἅγιοι. Τοῦτα τὰ λόγια ἔκαμε βίωμα καὶ ζωή του κι ὁ ἅγιος Μίκαλλος ὁ προσφιλὴς καὶ πολὺ σεβαστὸς ἅγιος τῶν κατοίκων τῆς ὡραίας Ἀκανθοῦς καὶ τῶν γύρω ἀπ’ αὐτὴν χωριῶν.
Μὲ τοῦτο τὸν ἅγιο θὰ ἀσχοληθοῦμε κι ἐμεῖς στὶς γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν.
Ὅπως γράφουμε κι ἀλλοῦ, ὁ ἅγιος Μίκαλλος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τριακόσιους ἁγίους ποὺ ᾖρθαν στὴν Κύπρο περὶ τὰ μέσα τοῦ 12ου αἰῶνα μετὰ τὴ Β’ Σταυροφορία (1147 – 1149 μ.Χ.).
Γιὰ τὴν παιδικὴ ἡλικία, τοὺς γονεῖς καὶ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ ἁγίου δὲν ἔχουμε δυστυχῶς καμιὰ πληροφορία. Ἐκεῖνο ποὺ συμπεραίνουμε γι’ αὐτὸν εἶναι, πὼς ὁ ἅγιος, ὅταν ἦταν νέος, ἀναγκάστηκε γιὰ μία καλύτερη ζωὴ νὰ ξενιτευτεῖ. Πῆγε στὴ Γερμανία κι ἐργαζόταν ὡς ἐργάτης μὲ ἄλλους Ἕλληνες. Ἐκεῖ εὑρισκόμενος ἄκουσε κάποια μέρα τὸ συγκλονιστικὸ κήρυγμα ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη κηρυσσόταν παντοῦ στὶς διάφορες πόλεις καὶ χῶρες τῆς Εὐρώπης:
-Ἀδέλφια, ἐλᾶτε νὰ συνεργαστοῦμε γιὰ ἕνα ἔργο ἱερό! Οἱ Ἅγιοι Τόποι, ἐκεῖ ποὺ γεννήθηκε, μεγάλωσε, περπάτησε καὶ δίδαξε ὁ Χριστός μας, οἱ Τόποι στοὺς ὁποίους ἔκαμε τόσα θαύματα, ἀλλὰ καὶ διώχθηκε καὶ συνελήφθηκε καὶ σταυρώθηκε καὶ ἀπέθανε καὶ τάφηκε βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴ μωαμεθανικὴ ἐξουσία. Ἀλύπητα βασανίζονται ὅσοι τολμοῦν νὰ πᾶνε ἐκεῖ ταπεινοὶ προσκυνητές. Οἱ Ἅγιοι Τόποι πρέπει νὰ ἐλευθερωθοῦν. Καὶ σ’ αὐτὴ τὴν ἱερὴ προσπάθεια καλοῦνται ὅλοι νὰ βοηθήσουν.
Σὲ λίγο χρονικὸ διάστημα ὅσοι στὴν καρδιὰ τους ἔνιωθαν τὴν φλόγα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ νὰ τοὺς καίει, μαζεύτηκαν καὶ δημιούργησαν μία μεγάλη στρατιὰ ποὺ ἕνα πρωὶ ξεκίνησε νὰ κάμει ἔργο τὸν πόθο, ποὺ φλόγιζε τὰ στήθια τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ἡ στρατιὰ αὐτή, ἡ γνωστὴ σὰν δεύτερη σταυροφορία διαλύθηκε ἐκεῖ στὴ σημερινὴ Γιουγκοσλαβία. Ἀνάμεσα στὰ διάφορα σώματα στρατοῦ ἦταν καὶ τριακόσιοι Ἕλληνες μὲ ἀρχηγὸ κάποιο Αὐξέντη, τὸν γνωστὸ Ἅγιο Αὐξέντιο. Ὅταν ἡ στρατιὰ διαλύθηκε, οἱ Ἕλληνες μαζεύτηκαν καὶ μετὰ ἀπὸ μία ἐνθουσιώδη ὁμιλία τοῦ Ἀρχηγοῦ ἀποφάσισαν νὰ τραβήξουν πρὸς τὰ μέρη τοῦ Ἰορδάνη καὶ νὰ ζήσουν ἐκεῖ μιὰ ἀσκητικὴ ζωή, μιὰ ζωὴ πλήρους ἀφιέρωσης στὸν Θεό.
Ἡ πρόταση ἔγινε δεκτὴ μὲ ἐνθουσιασμό. Μετὰ ἀπὸ μία προσευχὴ ποὺ ἔγινε ἀπὸ μέρους ὅλων, οἱ ἄνθρωποί μας ξεκίνησαν. Πρῶτα πῆγαν καὶ προσκύνησαν ὅλοι μαζὶ στὰ Ἱεροσόλυμα. Ὕστερα προχώρησαν πρὸς τὰ ἔρημα τοῦ Ἰορδάνη μὲ σκοπὸ νὰ ἀφιερωθοῦν στὸν Θεὸ καὶ νὰ ζήσουν ἐκεῖ τὴν ζωὴ ποὺ ἀποφάσισαν, τὴ μοναχικὴ κι ἀσκητικὴ ζωή. Ἡ νηστεία, ἡ προσευχή, ἡ ἀγρυπνία, ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλὰ κι ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη πρὸς ὅλους ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὴν ἀνάγκη τους, ἦταν ἡ καθημερινή τους φροντίδα. Τὸ περιβάλλον δυστυχῶς καὶ εὐτυχῶς τοῦ Ἰορδάνη δὲν τοὺς βοηθοῦσε καθόλου στὴ ζωὴ ποὺ διάλεξαν νὰ ζήσουν. Οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ ποὺ μὲ φθονερὸ μάτι παρακολουθοῦσαν τὴν ζωὴ καὶ τὴν πρόοδο τῶν ἀσκητῶν στὰ μέρη ἐκεῖνα, ἄρχισαν νὰ τοὺς παρενοχλοῦν. Κι αὐτοὶ γιὰ νὰ γλιτώσουν μαζεύτηκαν μία μέρα στὴν παραλία μὲ τὸν σκοπὸ νὰ φύγουν ἀπὸ τὸν τόπο ἐκεῖνο.
Ἐδῶ βρῆκαν ἕνα καράβι, μπῆκαν μέσα καὶ ᾖρθαν στὴν Κύπρο, ποὺ ἦταν τότε ὀνομαστὴ γιὰ τὴ θεοσέβειά της. Τὸ καράβι σταμάτησε στὴν Πάφο. Μιὰ παράδοση μάλιστα λέει, πὼς τοῦτο ἐξ αἰτίας μιᾶς δυνατῆς τρικυμίας, τσακίστηκε πάνω στοὺς βράχους. Εὐτυχῶς οἱ ἄνθρωποι σώθηκαν ὅλοι πάνω στὰ συντρίμμια τοῦ καραβιοῦ καὶ βγῆκαν ἔξω στὴ στεριά. Ἀπ’ ἐδῶ σκορπίστηκαν σὲ διάφορα μέρη τοῦ Νησιοῦ κι ἔζησαν ὁ καθένας τῇ μακαρίᾳ ζωῇ μὲ τὸν δικό του τρόπο.
Αὐτὸ ἔκανε κι ὁ ἅγιος Μίκαλλος. Μὲ ὁδηγὸ τὰ λόγια του ψαλμῳδοῦ (ψαλμ. α’, 1 – 2), ποὺ βεβαιώνουν πὼς εἶναι τρισευτυχισμένος καὶ εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀποφεύγει τὶς συναναστροφὲς μὲ ἀνθρώπους διεφθαρμένους καὶ ἀσεβεῖς καὶ ἀντίθετα ἔχει δοσμένη τὴν θέληση καὶ τὴν σκέψη του στὸν νόμο τοῦ Κυρίου καὶ Αὐτὸν μελετᾷ μέρα καὶ νύκτα, προχώρησε στὸν δρόμο ποὺ διάλεξε.
Μπροστά του ἔχει πάντα τοῦ Θεοῦ τὸ θέλημα, ὅπως τὸ δίδαξε τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός. Μὲ τὴν σκέψη σ’ Αὐτὸν βαδίζει ἀνυπόδητος, διασχίζει βουνὰ καὶ κάμπους διαβαίνει ποτάμια ὁρμητικά, χείμαρρους, χωρὶς φόβο καὶ ἀτρόμητος προχωρεῖ μέχρις ὅτου ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς κινδύνους καὶ κόπους ἔφτασε στὰ μέρη τῆς Ἀκανθοῦς. Δύο σπήλαια ποὺ βρῆκε στὸ μέρος αὐτὸ καὶ ποὺ στέκονται ἀκόμη καὶ σήμερα τὸν κάμνουν νὰ σταματήσει καὶ νὰ διαλέξει τὸ μέρος αὐτὸ σὰν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του.
Τὸ περιβάλλον ὑπέροχο. Θάμνοι ποικίλοι κάλυπταν καὶ καλύπτουν ἀκόμη καὶ σήμερα τὸν κάμπο γύρω κι εὐωδιάζουν. Τὰ σπήλαια εὐρύχωρα. Μπροστὰ ἁπλώνεται ἀπέραντη ἡ γαλάζια θάλασσα. Ἡσυχία ὀνειρώδης. Μόνο ὁ φλοῖσβος τῶν κυμάτων ἀκούεται σιγανὰ καὶ τὸ τραγοῦδι τῶν πουλιῶν ποὺ πετᾶνε πάνω στοὺς θάμνους ταράζει κάπως τὴν ἡσυχία τοῦ τοπίου.
Σὲ τοῦτο τὸ μέρος ὁ Ὅσιός μας μὲ εὐγνωμοσύνη ἀπέραντη στὸν Πανάγαθο Θεὸ ἔστησε τὴ σκοπιά του καὶ κάτω ἀπὸ τὴν αἱματόβρεκτη σημαῖα τοῦ Σταυροῦ ἄρχισε τὸν ἀγῶνα. Σὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή του μιὰ σκέψη πρυτανεύει.
Ὁ Κύριος κι οἱ ἐντολές του. Καθετὶ τὸ ὑλιστικὸ τοῦ εἶναι ξένο κι ἀδιάφορο. «Σκύβαλα» θεωρεῖ ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τοῦ κόσμου τούτου τὰ ἀγαθά, κάνοντας μία σύγκριση αὐτῶν μὲ τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀνάπαυση ποὺ δίνει ὁ Χριστός. Τὰ λόγια τοῦ ἱεροῦ ὑμνογράφου βρίσκουν κι ἐδῶ πλήρη τὴν ἐφαρμογή τους.
«Τοὶς ἐρημικοὶς ζωὴ μακαρίᾳ ἐστι, θεϊκῶ ἔρωτι πτερουμένοις». Δηλαδὴ ἡ ζωὴ αὐτῶν ποὺ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πηγαίνουν καὶ ἐγκαθίστανται στὴν ἔρημο μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, εἶναι ζωὴ μακαρία, εὐλογημένη. Κι εἶναι ἡ ζωὴ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τέτοια, γιατί οἱ μοναχοὶ εἶναι ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε ταραχὴ καὶ φροντίδα τοῦ κόσμου. Αὐτοὶ συνέχεια ἔχουν στὴ σκέψη τὸν Θεό, καὶ πρὸς Αὐτὸν στρέφονται πάντα μὲ μία ἀγάπη κι ἕνα ἔρωτα φλογερὸ κι ἀδιάκοπο. Μοναδικὸ μέλημα καὶ φροντίδα τους ἔχουν ἕνα πρᾶγμα. Νὰ ἀρέσουν σ’ Αὐτόν.
Αὐτὸ τὸ μέλημα καὶ τούτη τὴ φροντίδα ἔχει καὶ ὁ Ὅσιος μας: τὸν Κύριο. Σ’ Αὐτὸν προσφέρει κάθε στιγμὴ καὶ ὤρα τὸν ἑαυτό του. Πόθος καὶ παλμὸς κι ἀγῶνας του καθημερινός, πῶς νὰ γίνει ἄνθρωπος ἀρετῆς καὶ νὰ ἀρέσει στὸν Θεό. Τὰ λόγια του ἐπιστήθιου φίλου τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἰωάννου, εἶναι συνέχεια μπροστά του. «Ὁ κόσμος παράγεται καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ, ὁ δὲ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Α’ Ἰωάν. στ’ 17). Τοῦτος ὁ μάταιος κόσμος κι οἱ ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες τοῦ ἐγὼ παρέρχονται καὶ μαζί τους ὅλα ὅσα ἐπιθυμοῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ κατέχουν μέσα σ' αὐτόν.
Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἀγαπᾷ τὸν Θεὸ καὶ ἐκτελεῖ τὸ θέλημά Του δὲν παρέρχεται. Μένει αἰώνια. Δία τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐγκατέλειψε κι αὐτὸς τὸν κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου. Προσπάθειά του μοναδικὴ ἔγινε τώρα ἡ πρόοδός του στὴν ἀρετή. Τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μελετᾷ καθημερινὰ μὲ προσοχὴ καὶ εὐλάβεια στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Μὲ τὴν προσευχὴ ἐπίσης τὴ θερμή, τὴν ἀγρυπνία, τὴ νηστεία ἀνεβαίνει καθημερινὰ τῆς ἀρετῆς τὰ σκαλοπάτια.
Μὲ τοῦτα τὰ μέσα, ἀφοῦ σταύρωσε «τὴν σάρκα σὺν τοὶς παθήμασι καὶ ταὶς ἐπιθυμίαις» ὅπως λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος (Γαλ. ε’, 24), ἐλεύθερος πιὰ βαδίζει σταθερὰ γιὰ νὰ φτάσει κάποια μέρα ἐκεῖ ποὺ βασιλεύει ἀδιάκοπα ἡ αἰώνια μακαριότητα.
Στὸ ἀπόμερο κι ὑπέροχο τοῦτο μέρος τῆς μαρτυρικῆς μας Κύπρου τὸ ποτισμένο μὲ αἵματα καὶ δάκρυα τόσων ὁσίων καὶ μαρτύρων ἔζησε ὁ Ἅγιός μας χρόνια πολλὰ μὲ βασικὴ τροφὴ χόρτα τοῦ κάμπου καὶ ρίζες καὶ τρυφερὲς μύτες ἀπὸ ἀγριοβότανα. Λιτὴ ἡ διατροφή του. Πλούσια ἡ χαρὰ κι ἡ γαλήνη τῆς καρδιᾶς του. Πλουσιώτερη ἡ προσφορά του στὶς διψασμένες γιὰ παρηγοριὰ καὶ φωτισμὸ ψυχές, ποὺ ἀπ’ τὶς πρῶτες μέρες ποὺ τὸν γνώρισαν δὲν ἔπαψαν συχνὰ νὰ τὸν ἐπισκέπτονται καὶ νὰ ἐκζητοῦν τὴ βοήθειά του.
Βοήθεια στὶς δυσκολίες καὶ τοὺς διωγμοὺς ποὺ ἀντιμετώπιζαν ἀπὸ τοὺς σκληροὺς κατακτητὲς τῆς νήσου μας, τοὺς Φράγκους. Ἀλλὰ καὶ βοήθεια στὶς διάφορες ἀρρώστιες ποὺ ἔδερναν τοὺς κατοίκους τοῦ πονεμένου αὐτοῦ τόπου. Καθημερινά, σὲ διάφορες ὧρες, πλήθη χριστιανῶν τὸν ἐπεσκέπτοντο γιὰ νὰ ἀκούσουν τὰ λόγια καὶ τὶς συμβουλές του ἢ γιὰ νὰ ζητήσουν τὴ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν τους ποὺ τοῦ ἔφερναν.
Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ πλούσια εἶχε σκηνώσει στὴν ψυχή, τοῦ χάριζε τὴν πολυπόθητη ὑγεία σὲ ὅσους μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια τὸν ἐπεσκέπτοντο καὶ μὲ πίστη βαθιὰ ζητοῦσαν ἀπὸ τὶς προσευχές του τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Κανένας δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὸ ἀσκητήριό του δυσαρεστημένος. Ἡ ἁγιότητά του εἶχε διαλάμψει στὸ νοητὸ τῆς Ἐκκλησίας στερέωμα.
Καὶ ὅταν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τὸν εἶχε καλέσει γιὰ νὰ τὸν ξεκουράσει στὴν πέραν τοῦ τάφου ζωή, ἥρεμα ὁ Ἅγιος παρέδωσε τὴν ψυχή του στὶς 7 Αὐγούστου στὰ χέρια Ἐκείνου ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔλαβε δόξα ἄφθιτο καὶ μακαριότητα αἰώνια. Ἡ θαυματουργική του δύναμη συνεχίζεται καὶ σήμερα σὲ ὅσους μὲ πίστη ἐπισκέπτονταν μέχρι τὴν ἐπιδρομὴ τοῦ βάρβαρου Ἀττίλα τὸ 1974 τὸ ἐκκλησάκι του, ποὺ βρισκόταν δίπλα στὰ σπήλαια καὶ ἐπλένοντο μὲ τὸ ἁγίασμά του, ἐλάμβαναν τὴ θεραπεία στὴν ἀρρώστια τους καὶ τὴν παρηγοριὰ στὴ δοκιμασία τους.
Ἡ θαυματουργικὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Μίκαλλου ἀνεφέρετο στὴ θεραπεία τῆς μαλάριας καὶ τῆς λέπρας. Ἐπίσης οἱ μητέρες ποὺ θήλαζαν τὰ παιδάκια τους, ὅταν δὲν εἶχαν γάλα, πήγαιναν στὴ χάρη του μὲ πίστη, θήλαζαν ἀπὸ τοὺς σταλακτῖτες ποὺ ἤσαν στὰ σπήλαια καὶ ἐπεκαλοῦντο τὴ βοήθειά του, τὴν ὁποίαν καὶ ἐλάμβαναν πλουσία. Ἄρρητη εὐωδία, ἀναφέρουν οἱ παλαιοί, ξεχυνόταν ἀπὸ τὰ δύο σπήλαια μέχρι τελευταῖα, ποὺ ἔφθανε γύρω στὰ χωράφια ποὺ καλλιεργοῦσαν οἱ ἀγρότες τῆς Ἀκανθοῦς. Δίπλα στὰ σπήλαια ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ἀκόμη μιὰ θαλερὴ μυρτιά, «ἡ μυρτιὰ τοῦ Ὁσίου Μίκαλλου» στὴν ὁποία ἀποδίδονταν πλούσιες θαυματουργικὲς ἰδιότητες.
Μὲ τὴν καρδιὰ σφιγμένη, ἀλλὰ καὶ λουσμένη στὰ δάκρυα μιᾶς εἰλικρινοῦς μετανοίας καλοῦνται οἱ κάτοικοι τῆς πονεμένης Ἀκανθοῦς ὅπου κι ἂν βρίσκονται, καὶ μαζὶ μ’ αὐτοὺς καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ τῆς ἠρωοτόκου Κύπρου, τῆς νήσου ποὺ τὴν ἁγιάζουν τόσοι ἅγιοι, μαζὶ κι ὁ Ὅσιος Μίκαλλος γιὰ τὸν ὁποῖο ὁμιλοῦμε, νὰ ἐνθυμοῦνται πάντα, μὰ καὶ ὅλοι νὰ ἐνθυμούμαστε συχνά – πυκνά, τούτη τὴν ἀλήθεια:
Ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια εἶναι τὸ μοναδικὸ μέσο γιὰ νὰ μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος κάθε φορὰ νὰ ἐπιτυγχάνει τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὶς συμφορὲς ποὺ τὸν δέρνουν καὶ τὸν στενοχωροῦν. Ἡ ἀληθινὴ μετάνοια εἶναι ἡ δύναμη ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο, καὶ τὸν πιὸ ἁμαρτωλό, στὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Αὐτὸ τὸ μέσο, αὐτὸ τὸ φάρμακο καλούμαστε νὰ χρησιμοποιήσουμε κι ἐμεῖς, τοῦτο τὸν καιρό, ἂν θέλουμε νὰ σωθοῦμε καὶ νὰ ἐπιτύχουμε ξανὰ τὴ λύτρωση καὶ τὴν σωτηρία μας. Εἶναι καιρὸς μὲ συντριβὴ ψυχῆς νὰ μετανιώσουμε, νὰ κλάψουμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ μὲ εἰλικρινὴ ἐξομολόγηση νὰ ζητήσουμε νὰ λάβουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ θὰ τὸ λάβουμε. Θὰ μᾶς τὸ χαρίσει ἡ εὐσπλαχνία του. Καὶ θὰ ἐπιτύχουμε τὴν λύτρωση ποὺ ποθοῦμε. Τότε ἐλεύθεροι θὰ ξαναγυρίσουμε καὶ πάλι στὰ ἀγαπημένα μέρη. Θὰ ξαναπᾶμε στὰ χωριά μας. Θὰ ξανακτυπήσουν οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν ποὺ οἱ βάρβαροί του Ἀττίλα δὲν κατέστρεψαν καὶ θὰ ξαναλειτουργηθοῦμε σ' αὐτές. Μὲ ἀνείπωτη χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση θὰ ἀπευθύνουμε καὶ πάλι θερμὰ τὰ εὐχαριστῶ μας στὸν Κύριο, τὴν Παναγία Μητέρα Του καὶ μητέρα ὅλων μας καὶ στοὺς Ἁγίους μας.
Τότε μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση θὰ ψάλλουμε καὶ πάλι τοῦ ψαλμῳδοῦ μας τὸν ἐπίκαιρο στίχο. «Αὕτη ἡ ἡμέρα ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ».
Ἅγιοί της Κύπρου μας, Ἅγιε Μίκαλλε, δῶστε, σᾶς παρακαλοῦμε, ἡ ἡμέρα αὐτὴ νὰ ἔρθει τὸ συντομώτερο. Ἀμήν.
Ἀπολυτίκιο Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τῆς ἐρήμου πολίτης, καὶ ἐν σώματι ἄγγελος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, θεφόρε πατὴρ ἡμῶν Μίκαλλε, νηστείρ, ἀγρυπνία, προσευχή, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τᾶς ψυχᾶς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχὺν δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.
Ἕτερον ἀπολυτίκιο ὑπὸ Χαραλάμπους Μ. Μπούσια. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστῷ εὐηρέστησας ὁσιακὴ ἀγωγή, θεσπέσιε Μίκαλλε, ἐν τοὶς σπηλαίοις τῆς γῆς οἰκήσας ὡς ἄσαρκος, εὖχος καὶ ἀντιλήπτωρ Ἀκανθοῦς τῆς ἐν Κύπρῳ, πρέσβευε δωρηθήναι τοὶς πιστοὶς οὐρανόθεν ὑγείαν καὶ εἰρήνην ψυχῶν ἀδιατάρακτον.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Μίλος ἢ Μίλης ὁ Θαυματουργός Ἐπίσκοπος Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ τρεῖς μαθητές του
Αὐτοὶ ἦταν Πέρσες. Καὶ ὁ μὲν Μίλος, στρατηγὸς προηγουμένως, γιὰ τὴν ἐνάρετη ζωή του ἔγινε ἐπίσκοπος Τελεπόλεως (ὅπου ὁ προφήτης Δανιὴλ εἶδε τὶς ὁπτασίες).
Χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν Βηθλαπὰτ ἐπίσκοπο Γεδδηγουπόλεως. Καταδιώχτηκε ἀπὸ τοὺς ἀπίστους καὶ κατέφυγε στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου συνάντησε τὸν Μέγα Ἀντώνιο.
Μετὰ δυὸ χρόνια ἐπέστρεψε στὴν Περσία καὶ συνελήφθη μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του, ἀπὸ τὸν Βασιλίσκο Μισθοφάρη στὴν πόλη Μιλιγέρδα. Ἐκεῖ θανατώθηκε μὲ μαχαίρια καὶ τοὺς μαθητές του τοὺς θανάτωσαν, ἀφοῦ τοὺς χτύπησαν μὲ ξύλα καὶ πέτρες.
Ἔτσι ὅλοι ἔλαβαν τὸ ἀθάνατο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.
Αὐτοὶ ἦταν Πέρσες. Καὶ ὁ μὲν Μίλος, στρατηγὸς προηγουμένως, γιὰ τὴν ἐνάρετη ζωή του ἔγινε ἐπίσκοπος Τελεπόλεως (ὅπου ὁ προφήτης Δανιὴλ εἶδε τὶς ὁπτασίες).
Χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν Βηθλαπὰτ ἐπίσκοπο Γεδδηγουπόλεως. Καταδιώχτηκε ἀπὸ τοὺς ἀπίστους καὶ κατέφυγε στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου συνάντησε τὸν Μέγα Ἀντώνιο.
Μετὰ δυὸ χρόνια ἐπέστρεψε στὴν Περσία καὶ συνελήφθη μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του, ἀπὸ τὸν Βασιλίσκο Μισθοφάρη στὴν πόλη Μιλιγέρδα. Ἐκεῖ θανατώθηκε μὲ μαχαίρια καὶ τοὺς μαθητές του τοὺς θανάτωσαν, ἀφοῦ τοὺς χτύπησαν μὲ ξύλα καὶ πέτρες.
Ἔτσι ὅλοι ἔλαβαν τὸ ἀθάνατο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Άγιος Μιχαήλ Πακνανάς ο κηπουρός
Ο Άγιος Μιχαήλ Πακνανάς, γεννήθηκε στην Αθήνα από ενάρετους γονείς. Λόγω της πενίας των γονέων του, έμεινε αγράμματος και έγινε κηπουρός. Κάποια ημέρα ενώ επέστρεψε στην Αθήνα από κάποιο χωριό, συνελήφθη από τους Τούρκους φύλακες και συκοφαντήθηκε ότι μετέφερε κρυφά μπαρούτι για τούς επαναστάτες Έλληνες.
Οδηγήθηκε στον κριτή όπου διαμαρτυρήθηκε για την αδικία εις βάρος του, αλλά καταδικάστηκε εις θάνατον εκτός και εάν εδέχετο να αρνηθεί την πίστη του και να ασπασθεί το Μωαμεθανισμό, οπότε και θα έσωζε τη ζωή του.
Όμως ο ευσεβής και έντιμος εκείνος Αθηναίος, απαντούσε σε ύφος αγέρωχο στις συνεχιζόμενες απειλές των Τούρκων με την χαρακτηριστική φράση, «Δεν τουρκεύω». Καταδικάσθηκε σε θάνατο και οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσης χαίρων και ευχαριστών τον Κύριο που τον αξίωσε της τιμής του μαρτυρίου.
Στην αρχή ο δήμιος χτύπησε τον Άγιο με αντεστραμμένο ξίφος στο λαιμό για να τον εκφοβίσει, προσδοκώντας την μεταστροφή του. Όμως ο γενναίος μάρτυρας τον παρότρυνε με θάρρος λέγοντας «Χτύπα για την πίστη».
Και όταν ο δήμιος έβαλε το μαχαίρι του στον τράχηλο του Αγίου και τον πλήγωσε λίγο άκουσε από το στόμα του Αγίου την ίδια φράση «Χτύπα για την πίστη». Τελικά ο δήμιος απέτεμε τη σεπτή κεφαλή του το 1771, χαρίζοντάς του το αμαράντινο στεφάνι του μαρτυρίου και πλουτίζοντας την Εκκλησία των Αθηνών με ένα καλλίνικο μάρτυρα.
Στην πρώτη κολώνα του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα, διακρινόταν το ακόλουθο επιγραφικό χάραγμα: «1771 Ιουλίου 9 απεκεφαλίσθη ο Πακνανάς Μιχάλης». Η μνήμη του αγίου γίνεται την 30ή Ιουνίου. (Άλλοι, όπως ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, τοποθετούν το μαρτύριο του Αγίου αυτού στα 1770 μ.Χ.).
Ο Άγιος Μιχαήλ Πακνανάς, γεννήθηκε στην Αθήνα από ενάρετους γονείς. Λόγω της πενίας των γονέων του, έμεινε αγράμματος και έγινε κηπουρός. Κάποια ημέρα ενώ επέστρεψε στην Αθήνα από κάποιο χωριό, συνελήφθη από τους Τούρκους φύλακες και συκοφαντήθηκε ότι μετέφερε κρυφά μπαρούτι για τούς επαναστάτες Έλληνες.
Οδηγήθηκε στον κριτή όπου διαμαρτυρήθηκε για την αδικία εις βάρος του, αλλά καταδικάστηκε εις θάνατον εκτός και εάν εδέχετο να αρνηθεί την πίστη του και να ασπασθεί το Μωαμεθανισμό, οπότε και θα έσωζε τη ζωή του.
Όμως ο ευσεβής και έντιμος εκείνος Αθηναίος, απαντούσε σε ύφος αγέρωχο στις συνεχιζόμενες απειλές των Τούρκων με την χαρακτηριστική φράση, «Δεν τουρκεύω». Καταδικάσθηκε σε θάνατο και οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσης χαίρων και ευχαριστών τον Κύριο που τον αξίωσε της τιμής του μαρτυρίου.
Στην αρχή ο δήμιος χτύπησε τον Άγιο με αντεστραμμένο ξίφος στο λαιμό για να τον εκφοβίσει, προσδοκώντας την μεταστροφή του. Όμως ο γενναίος μάρτυρας τον παρότρυνε με θάρρος λέγοντας «Χτύπα για την πίστη».
Και όταν ο δήμιος έβαλε το μαχαίρι του στον τράχηλο του Αγίου και τον πλήγωσε λίγο άκουσε από το στόμα του Αγίου την ίδια φράση «Χτύπα για την πίστη». Τελικά ο δήμιος απέτεμε τη σεπτή κεφαλή του το 1771, χαρίζοντάς του το αμαράντινο στεφάνι του μαρτυρίου και πλουτίζοντας την Εκκλησία των Αθηνών με ένα καλλίνικο μάρτυρα.
Στην πρώτη κολώνα του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα, διακρινόταν το ακόλουθο επιγραφικό χάραγμα: «1771 Ιουλίου 9 απεκεφαλίσθη ο Πακνανάς Μιχάλης». Η μνήμη του αγίου γίνεται την 30ή Ιουνίου. (Άλλοι, όπως ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, τοποθετούν το μαρτύριο του Αγίου αυτού στα 1770 μ.Χ.).
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Μιχαὴλ ὁ Νεομάρτυρας ὁ ἐν Ἀδριανούπολει
Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη καὶ ἀνῆκε στοὺς ἐπιφανεῖς καὶ εὔπορους κατοίκους αὐτῆς. Διαβλήθηκε στὸν δικαστὴ τῆς Ἀδριανουπόλεως ἀπὸ φανατικοὺς Τούρκους, ὅτι περιφρόνησε τὸ ὄνομα τοῦ θεοῦ αὐτῶν. Ὁ δικαστής, ποὺ γνώριζε τὴν ἐντιμότητα τοῦ Ἁγίου, τὸν ἀπέλυσε, ἀλλὰ οἱ συκοφάντες τὸν ἀπείλησαν ὅτι θὰ καταγγείλουν αὐτὸν στὸν Σουλτάνο ὡς ὀλιγωροῦντα τῆς πίστεως αὐτῶν. Ὁ δικαστὴς φοβήθηκε καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ φυλακίσουν τὸν Ἅγιο. Παράλληλα γνωστοποίησε στὸν Σουλτάνο τὰ γενόμενα καὶ ἀνέμενε τὶς ἐντολὲς αὐτοῦ. Ἡ διαταγὴ ἦταν σαφής: ἢ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πατρῴα πίστη του ἢ νὰ καεῖ ζωντανός. Παρὰ τὶς ὑποσχέσεις καὶ τὶς ἀπειλὲς ὁ Μάρτυρας παρέμεινε ἀκλόνητος στὴν πίστη του στὸν Χριστό, γι’ αὐτὸ καὶ ἀποκεφαλίσθηκε τὸ ἔτος 1490.
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καλεῖ τὸν Μάρτυρα Μαυρουδὴ καὶ ὁρίζει τὴν μνήμη του στὶς 10 Μαρτίου, ἐνῷ ὁ Παρισινὸς Κώδικας καλεῖ αὐτὸν Μαυροειδὴ καὶ σημειώνει τὴ μνήμη του στὶς 17 Φεβρουαρίου. Ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης θεωρεῖ ὅτι δὲν εἶναι ἄλλος ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ ὁ ἐξ Ἀδριανουπόλεως καὶ ἄλλος ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ ὁ Μαυρουδής, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Γρανίτσα τῆς Εὐρυτανίας καὶ ἑορτάζει στὶς 21 Μαρτίου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Ἡ νεωτέρα ἔρευνα θεωρεῖ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, ἀλλὰ περὶ δυὸ ξεχωριστῶν Ἁγίων.
Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη καὶ ἀνῆκε στοὺς ἐπιφανεῖς καὶ εὔπορους κατοίκους αὐτῆς. Διαβλήθηκε στὸν δικαστὴ τῆς Ἀδριανουπόλεως ἀπὸ φανατικοὺς Τούρκους, ὅτι περιφρόνησε τὸ ὄνομα τοῦ θεοῦ αὐτῶν. Ὁ δικαστής, ποὺ γνώριζε τὴν ἐντιμότητα τοῦ Ἁγίου, τὸν ἀπέλυσε, ἀλλὰ οἱ συκοφάντες τὸν ἀπείλησαν ὅτι θὰ καταγγείλουν αὐτὸν στὸν Σουλτάνο ὡς ὀλιγωροῦντα τῆς πίστεως αὐτῶν. Ὁ δικαστὴς φοβήθηκε καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ φυλακίσουν τὸν Ἅγιο. Παράλληλα γνωστοποίησε στὸν Σουλτάνο τὰ γενόμενα καὶ ἀνέμενε τὶς ἐντολὲς αὐτοῦ. Ἡ διαταγὴ ἦταν σαφής: ἢ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πατρῴα πίστη του ἢ νὰ καεῖ ζωντανός. Παρὰ τὶς ὑποσχέσεις καὶ τὶς ἀπειλὲς ὁ Μάρτυρας παρέμεινε ἀκλόνητος στὴν πίστη του στὸν Χριστό, γι’ αὐτὸ καὶ ἀποκεφαλίσθηκε τὸ ἔτος 1490.
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καλεῖ τὸν Μάρτυρα Μαυρουδὴ καὶ ὁρίζει τὴν μνήμη του στὶς 10 Μαρτίου, ἐνῷ ὁ Παρισινὸς Κώδικας καλεῖ αὐτὸν Μαυροειδὴ καὶ σημειώνει τὴ μνήμη του στὶς 17 Φεβρουαρίου. Ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης θεωρεῖ ὅτι δὲν εἶναι ἄλλος ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ ὁ ἐξ Ἀδριανουπόλεως καὶ ἄλλος ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ ὁ Μαυρουδής, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Γρανίτσα τῆς Εὐρυτανίας καὶ ἑορτάζει στὶς 21 Μαρτίου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Ἡ νεωτέρα ἔρευνα θεωρεῖ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, ἀλλὰ περὶ δυὸ ξεχωριστῶν Ἁγίων.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Μνάσων ὁ ἀρχαῖος μαθητὴς
«Μετὰ δὲ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐπισκευασάμενοι ἀνεβαίνομεν εἰς Ἱερουσαλήμ, συνῆλθον δὲ καὶ τῶν μαθητῶν ἀπὸ Καισαρείας σὺν ἡμῖν, ἄγοντες παρ’ ὢ ξενισθῶμεν Μνάσων τινι Κυπρίω, ἀρχαίω μαθητή» (Πράξ. κα’ 15 – 16).
Δηλαδή, ὑστέρα ἀπὸ τὶς ἡμέρες αὐτὲς (ποὺ ἔμειναν στὴν Καισαρεία καὶ ὁ προφήτης Ἄγαβος προφήτεψε τὴν σύλληψη τοῦ Ἀποστόλου, ὅταν θὰ πήγαινε στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ τελευταῖα φορά), οἱ Ἀπόστολοι Παῦλος, Λουκᾶς καὶ οἱ σύντροφοί τους ἑτοίμασαν τὶς ἀποσκευές τους καὶ ἀνέβηκαν στὰ Ἱεροσόλυμα.
Ἐκεῖ ἦρθαν καὶ ἀπὸ τὴν Καισαρεία μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητὲς καὶ ἔφεραν μάλιστα μαζί τους καὶ κάποιον Μνάσωνα, Κύπριο παλιὸ μαθητὴ στὸ σπίτι τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ φιλοξενηθοῦν.
Ἀρχαῖος μαθητής!
Νὰ ὁ ἐπίζηλος τίτλος, τὸν ὁποῖο αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοὺ Λουκᾶ δίνει στὸν ἐκλεκτὸ Ἱεράρχη τῆς Κύπρου, τὸν Ἅγιο Μνάσωνα. Ἀρχαῖο μαθητὴ τὸν ὀνομάζει.
Τώρα πῶς ὁ Μνάσων βρέθηκε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ εἶχε μάλιστα καὶ σπίτι δικό του, στὸ ὁποῖο φιλοξενήθηκαν τόσοι μαθητές, δὲν γνωρίζουμε. Ἀπὸ τὸ συναξάρι του μανθάνουμε μόνο πὼς ὁ Ἅγιος Μνάσων γεννήθηκε στὴν Ταμασὸ ἀπὸ γονεῖς εἰδωλολάτρες.
Κάποια φορά, ὅταν ἦταν πιὰ μεγάλος, οἱ γονεῖς του ἔστειλαν αὐτὸν μαζὶ μὲ τὸν φίλο του Θεωνᾶ στὴν Ρώμη γιὰ νὰ διευθετήσουν τὴν διαφορὰ ποὺ ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν τοῦ Πολιτικοῦ καὶ τοῦ χωριοῦ Πέρα ποιὸς ἀπὸ τοὺς ψευδώνυμους, εἰδωλολατρικοὺς θεούς, ποὺ εἶχαν προστάτες ἦταν ὁ μεγαλύτερος. Στὴν Ρώμη οἱ δυὸ φίλοι συνήντησαν μερικοὺς Ἀποστόλους ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα οἱ ὁποῖοι φαίνεται πὼς κατέφυγαν ἐκεῖ μετὰ τὸν λιθοβολισμὸ τοῦ Στεφάνου, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς διδάχτηκαν τὰ περὶ τοῦ Ἰησοῦ Χρίστου. Τὰ λίγα ποὺ ἄκουσαν γιὰ τὴν καινούργια θρησκεία, ἄναψαν μέσα τους βαθὺ τὸν πόθο νὰ γνωρίσουν γι’ αὐτὴν περισσότερα. Γιὰ τοῦτο τὸν λόγο ἔσπευσαν νὰ συντομεύσουν τὸν χρόνο τῆς παραμονῆς τους στὴν Ρώμη καὶ νὰ φύγουν γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα. Τὸ ταξίδι τους εἶχε ἕναν σκοπό: Νὰ συναντήσουν ἐκεῖ τὸν κορυφαῖο Ἀπόστολο Πέτρο καὶ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, γιὰ τοὺς ὁποίους εἶχαν ἀκούσει πολλὰ καλὰ λόγια καὶ νὰ πληροφορηθοῦν ἀπὸ τὸ στόμα τους περισσότερα γιὰ τὸ ἀγαπημένο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ.
Ὁ εὐγενικὸς πόθος τους, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, βραβεύτηκε πλούσια στὴν Ἁγία Πόλη. Ἐδῶ οἱ δυὸ φίλοι συναντήθηκαν μὲ τὸν «ἠγαπημένον μαθητήν», τὸν Θεολόγο Ἰωάννη καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἄκουσαν καταλεπτῶς γιὰ ὅλη τὴν ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου. Στὸ τέλος, ἀφοῦ ἔλαβαν καὶ τὸ ἅγιο βάπτισμα, ἐπέστρεψαν στὴν πατρίδα τους τὴν Κύπρο. Ἦρθαν γιὰ νὰ σκορπίσουν καὶ ἐδῶ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Νά! μιὰ ἀληθινὴ ἐκδήλωση φιλοπατρίας.
Σὰν ἔφτασαν στὴν Κύπρο, μὲ μεγάλη χαρὰ πληροφορήθηκαν ὅτι οἱ Ἀπόστολοι Βαρνάβας, Μάρκος καὶ Παῦλος εἶχαν ἔρθει ἐδῶ πρὸ καιροῦ καὶ ἀνέλαβαν σκληρὴ ὁδοιπορία, γιὰ νὰ φωτίσουν τὶς σκοτισμένες ψυχές. Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Μνάσων κινήθηκε σὲ διάφορα μέρη νὰ τοὺς συναντήσει. Ἕνα πρωὶ οἱ κόποι του βραβεύτηκαν. Σ’ ἕνα σπήλαιο, ὅπως εἴδαμε καὶ στὸν βίο τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου, ὁ Μνάσων συνήντησε τοὺς Ἀποστόλους μαζὶ μὲ τὸν νεοφώτιστο ἐπίσκοπο, τοῦ ὁποίου ὁ «ἀρχαῖος, αὐτός, μαθητής» ἔσπευσε νὰ γίνει σύντροφος καὶ βοηθός του.
Ἀπὸ τὸ σπήλαιο τῆς Ταμασοῦ, στὸ ὁποῖο ἐγκαταστάθηκαν στὴν ἀρχὴ οἱ δύο μαθητὲς καὶ οἱ συνεργάτες τους, ἄρχισαν οἱ σωστικὲς ἐξορμήσεις μὲ ἀποτέλεσμα «ὁ λόγος ὁ τοῦ Σταυροῦ» νὰ γίνει σὲ λίγο καιρὸ πηγὴ παρηγοριᾶς καὶ ἐλπίδος γιὰ τὶς ἀποκαμωμένες καρδιές. Τὸ φλογερὸ κήρυγμα ἐνισχυόμενο ἀπὸ τὸ ζωντανὸ παράδειγμα μιᾶς ἁγίας ζωῆς καὶ τὰ πολλὰ θαύματα πρόσθεταν κάθε ἡμέρα καὶ νέες ψυχὲς στὸν ἀριθμὸ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας.
Πλούσια χαρίτωσε ὁ Θεὸς καὶ τὸν Ἅγιο Μνάσωνα μὲ τὸ θαυματουργικὸ χάρισμα. Ἀπὸ τὸ συναξάρι του μανθάνουμε πὼς κάποια φορὰ ποὺ ὁ Ἅγιος βγῆκε ἀπὸ τὸ σπήλαιο ὅπου ἔμενε καὶ πῆγε στὴν πόλη, εἶχε περάσει ἀπὸ τὸν περικαλλὴ ναὸ τοῦ Ἀσκληπιοῦ, ποὺ βρισκόταν στὸ κέντρο τῆς Ταμασοῦ. Στὸ ἀντίκρισμα τοῦ ναοῦ μὲ τὰ πλούσια ἀγάλματα ἡ ψυχὴ τοῦ ἁγίου ἀγανάκτησε γιὰ τὸ κατάντημα τῶν συμπατριωτῶν του, μὰ καὶ ὄλου τοῦ ἀρχαίου κόσμου. «Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν», ψέλλισε, «ἀργύριον καὶ χρυσίον ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων». Κι ἀφοῦ κοίταξε μὲ παράπονο τὰ λευκὰ μάρμαρα τοῦ ναοῦ καὶ τὸ ἀστραφτερὸ ἄγαλμα τοῦ Ἀσκληπιοῦ, ποὺ ἦταν στὸ μέσο, φώναξε!
-Στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, σὲ διατάζω νὰ πέσεις καὶ νὰ συντριβεῖς.
Δὲν πρόφτασε νὰ τελειώσει ὁ Ἅγιος καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἀσκληπιοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ ναὸς γκρεμίστηκαν τὴν ἴδια στιγμὴ καὶ ἔγιναν κομμάτια. Οἱ ψευδοϊερεῖς, ποὺ βρισκόντουσαν ἐκεῖ, καὶ παρακολουθοῦσαν τὰ γενόμενα μὲ δάκρυα ἔτρεξαν καὶ κατήγγειλαν στοὺς Ἕλληνες εἰδωλολάτρες τὰ ὅσα εἶδαν. Κι αὐτοί, ἔξαλλοι ἀπὸ ἱερὴ ἀγανάκτηση, ὄρμισαν νὰ συλλάβουν τὸν Ἅγιο καὶ νὰ τὸν σκοτώσουν. Μὰ ὁ φλογερὸς ἱεραπόστολος δὲν τὰ ἔχασε. Μὲ τὸ θάρρος τῆς χριστιανικῆς πίστεως ποὺ πλημμύριζε τὴν ψυχή του, στάθηκε ἀτάραχος, κοίταξε κατάματα τὰ μανιασμένα πλήθη, καὶ φύσηξε στὸ πρόσωπό τους. Μικροὶ καὶ μεγάλοι μὲ μιᾶς σταμάτησαν καὶ ἄρχισαν νὰ φωνάζουν μὲ πόνο: «Τὰ μάτια μας. Τὸ φῶς μας. Χάσαμε τὸ φῶς μας. Λυπήσου μας, ἄνθρωπε. Πιστεύουμε στὸν Θεό σου. Συγχώρησέ μας καὶ κάνε μας καλά».
Ὁ Ἅγιος στὶς παρακλήσεις τους ἔσπευσε ν’ ἀνταποκριθεῖ. Τοὺς ξανάδωσε τὸ φῶς τους σφραγίζοντας τὸν καθένα μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, καὶ ὕστερα τοὺς βάπτισε. Κι ἦταν ὅλοι κάπου τριακόσιοι. (Ἀκολουθία Ἁγίου Μνάσωνος σελ. 16, 1774).
Ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη ζωὴ τοῦ Ἁγίου Μνάσωνος εἶναι συνδεδεμένο μὲ τὴν ζωὴ τοῦ πρώτου ἐπισκόπου τῆς Ταμασοῦ, τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου. Μαζὶ ἔμεναν στὴν ἀρχή. Στὸ ἴδιο σπήλαιο ποὺ χρησιμοποιόταν καὶ ὡς ναός. Ἀργότερα ὁ Μνάσων ἔφτιαξε δικό του κελί, δίπλα στὸ κελὶ τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου. Ὅμως μαζί του ἱερουργοῦσε, μαζί του προσευχόταν. Μὲ προθυμία τὸν βοηθοῦσε. Καὶ σὲ ὅλα του ἦταν πιστὸς καὶ ἀφοσιωμένος ἀκόλουθος.
Στὸ ἱεραποστολικὸ ταξίδι ποὺ ἀνέλαβε ὁ Ἠρακλείδιος στὴν Πάφο, ὁ Μνάσων τὸν ἀκολούθησε πρόθυμα καὶ πολὺ τοῦ συμπαραστάθηκε στὸ ἱερὸ ἔργο. Ἀλλὰ καὶ στὴν ἐκτέλεση θαυμάτων, ὅπως ἀναγράφεται στὴν ἀκολουθία του, καθόλου δὲν ὑστέρησε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Δάσκαλό του.
Ὁ Μνάσων, ὅπως ἀναφέραμε καὶ στὸν βίο τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου, ἀνέστησε τὴν Τροφίμη, τὴν μητέρα τοῦ Ἀετίου, ποὺ ἀπὸ τὴν βαθιὰ θλίψη της γιὰ τὸν θάνατο τοῦ παιδιοῦ της κτύπησε τὸ κεφάλι στὸν τοῖχο καὶ ἔπεσε κάτω νεκρή.
Κάποια ἄλλη φορὰ ἀνέστησε ἀπ’ τὸν τάφο ἕνα πάλι νεκρὸ μὲ ἀποτέλεσμα τετρακόσιοι εἰδωλολάτρες νὰ πιστεύσουν καὶ νὰ βαπτιστοῦν τὴν ἴδια μέρα.
Ἔφραξε τὸ στόμα κάποιου δύστροπου χρεώστη, ποὺ μιὰ ἡμέρα ἅρπαξε ἕναν πιστὸ ἀδελφὸ καὶ ζητοῦσε νὰ τὸν στραγγαλίσει, γιὰ νὰ πάρει πίσω ἕνα ἐνέχυρο ποὺ τοῦ εἶχε δώσει. Ὁ Ἅγιος Μνάσων τοῦ πῆρε τὸ χέρι καὶ μὲ γλυκύτητα τοῦ εἶπε:
Ἄφησέ τον, παιδί μου, καὶ θὰ σοῦ ἐπιστρέψει ὅ,τι τοῦ ἔδωκες.
Ὁ δύστροπος ὅμως καὶ ἄνομος χρεώστης, ποὺ εἶδε τὴν στιγμὴ ἐκείνη νὰ πλησιάζουν καὶ ἄλλοι ὅμοιοί του, ἀντὶ νὰ ἀφήσει τὸ δυστυχισμένο θύμα του, ἄρχισε νὰ τὸ πιέζει περισσότερο καὶ νὰ βλαστημᾶ τὸν Κύριο.
Στὶς ὕβρεις καὶ τὶς βλασφημίες τοῦ σκληροῦ καὶ ἄδικου Ἀλέξανδρου — ἔτσι λεγόταν ὁ χρεώστης – ὁ Ὅσιος του εἶπε:
Τὸ ἄνομο στόμα σου, ποὺ ὑβρίζει καὶ βλασφημεῖ τὸν δημιουργό, θὰ μείνει ἄλαλο καὶ κλειστό. Καὶ τὸ χέρι ποὺ ἐπιτίθεται καὶ ζητᾶ νὰ βλάψει τὸν ἀθῶο, θὰ ξηρανθεῖ.
Δὲν πρόφτασε νὰ τελειώσει ὁ Ἅγιος τὰ λόγια του καὶ ἡ τιμωρία βρῆκε τὸν ἄνομο καὶ ὑβριστῆ. Ὁ Ἀλέξανδρος ἔμεινε ἄλαλος καὶ ξερός.
Τὸ θαῦμα κατατρόμαξε τοὺς παριστάμενους. Μερικοὶ μάλιστα ἔσπευσαν νὰ δηλώσουν πίστη στὸν Θεὸ τοῦ Ἁγίου. Ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ἦταν καὶ κάποιος Γελάσιος ποὺ ἐπίστευσε μὲ ὅλο τὸν οἶκο του καὶ βαπτίστηκε.
Τὸ παράδειγμά του μιμήθηκε καὶ ὁ Ἀλέξανδρος. Μὲ δάκρυα ποὺ ἔτρεχαν καὶ ἔβρεχαν τὰ ἐνδύματά του ζητοῦσε μὲ διάφορες κινήσεις τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἅγιος τὸν λυπήθηκε. Τὸν συγχώρησε, τὸν θεράπευσε καὶ στὸ τέλος τὸν βάπτισε.
Στὴν ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Μνάσωνος ἀναφέρονται καὶ ἄλλα θαύματα. Μερικὰ εἶναι καὶ τοῦτα:
«Μίαν τῶν ἡμερῶν» ποὺ ὁ Ἅγιος ξεκίνησε νὰ πάει στὸ χωριὸ Πέρα, βρῆκε τὸν ποταμὸ κατεβασμένο μὲ πολὺ νερό. Ἀφοῦ στάθηκε καὶ εἶπε μία προσευχή, ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ τότε τὰ νερὰ στάθηκαν καὶ ὁ ἅγιος πέρασε στὴν ἄλλη μεριὰ σὰν τὸν προφήτη Ἠλία, «ἁβρόχοις ποσί».
Θεράπευσε δαιμονισμένους καὶ τυφλούς. Κατέπαυσε τρικυμία καὶ πρόλαβε ναυάγιο. Σὲ καιρὸ ξηρασίας, προσευχήθηκε, καὶ οἱ καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ ἄνοιξαν καὶ ἔπεσαν εὐεργετικὲς βροχές. Ὁ Ἅγιος Μνάσων διαδέχτηκε στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Ταμασοῦ τὸν δάσκαλο καὶ προστάτη του, τὸν Ἅγιο Ἠρακλείδιο. Μὲ τὴν ἐπιμονὴ καὶ τὴν ἀτσαλένια θέλησή του, μὲ τὸ κήρυγμα καὶ τὰ θαύματά του ἡ στρατιὰ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Χριστοῦ μεγάλωνε καθημερινὰ καὶ τὸ φῶς τῆς καινούργιας ζωῆς ἁπλωνόταν μὲ τὴν δράση του σ’ ὅλο τὸ βασανισμένο νησί.
Τὸ σωστικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου συνεχίστηκε ὡς τὰ βαθιά του γηρατειά. Ὅταν πλησίασε ὁ καιρὸς ν’ ἀφήσει τὸν κόσμο καὶ νὰ πάει στὸν οὐρανό, κάλεσε κοντά του τοὺς μαθητές του, καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδωκε χρήσιμες συμβουλὲς καὶ τοὺς παρήγγειλε νὰ μὴ λυπηθοῦν, χειροτόνησε ἀντικαταστάτη του τὸν Ροδώνα «ψήφῳ κοινῇ» ὅλων τῶν πολιτῶν τῆς Ταμασοῦ.
Τρεῖς μέρες μετὰ τὰ γεγονότα αὐτά, στὶς 19 τοῦ Ὀκτώβρη, ἡ ἁγία ψυχὴ τοῦ ταπεινοῦ καὶ σεμνοῦ ἐπισκόπου, ἐγκατέλειψε τὰ γήινα καὶ πέταξε γιὰ τὸν οὐρανό. Στὸ ἄκουσμα τὸ θλιβερό του θανάτου του τὰ πλήθη τῶν πιστῶν προσέτρεξαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη, γιὰ νὰ ἀποχαιρετήσουν τὸν πατέρα τους καὶ νὰ ἀσπασθοῦν γιὰ τελευταῖα φορὰ τὸ τίμιο λείψανό του. Τὴν ὥρα τοῦ ἀσπασμοῦ «τυφλοὶ ἀνέβλεπον, χωλοὶ περιεπάτουν καὶ δαίμονες ἔφευγον ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους». Οἱ μαθητὲς κήδευσαν τὸ ἅγιο σῶμα «ἐντίμως καὶ εὐλαβῶς πλησίον τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου».
Ἀργότερα ὁ σεβασμὸς τῶν χριστιανῶν πρὸς τὸν μεγάλο αὐτὸν Ἅγιο ἔστησε λίγο πέρα ἀπὸ τὸν τάφο του ἕνα μοναστήρι, τὸ ὁποῖο σήμερα δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει. Μιὰ μικρὴ ἐκκλησία ὑφίσταται μονάχα ἀπὸ τὴν παλιὰ ἐκείνη δόξα. Μιὰ ἐκκλησία ποὺ διαλαλεῖ τὰ περασμένα μεγαλεῖα καὶ θυμίζει σὲ ὅσους τὴν ἐπισκέπτονται, μιὰ ἐποχὴ σκληρῶν ἀγώνων καὶ
μαρτυρίων, γιὰ νὰ ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα τὸ κεφάλι ψηλὰ καὶ νὰ καυχώμαστε γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ καταγωγή μας καὶ τὴν ὀρθόδοξη πίστη μας.
Τὸ ἐκτιμοῦμε ὅμως αὐτὸ οἱ τωρινοὶ κάτοικοι τῆς Νήσου τῶν Ἁγίων; Ἀλήθεια! Τὸ ἐκτιμοῦμε;
«Μετὰ δὲ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐπισκευασάμενοι ἀνεβαίνομεν εἰς Ἱερουσαλήμ, συνῆλθον δὲ καὶ τῶν μαθητῶν ἀπὸ Καισαρείας σὺν ἡμῖν, ἄγοντες παρ’ ὢ ξενισθῶμεν Μνάσων τινι Κυπρίω, ἀρχαίω μαθητή» (Πράξ. κα’ 15 – 16).
Δηλαδή, ὑστέρα ἀπὸ τὶς ἡμέρες αὐτὲς (ποὺ ἔμειναν στὴν Καισαρεία καὶ ὁ προφήτης Ἄγαβος προφήτεψε τὴν σύλληψη τοῦ Ἀποστόλου, ὅταν θὰ πήγαινε στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ τελευταῖα φορά), οἱ Ἀπόστολοι Παῦλος, Λουκᾶς καὶ οἱ σύντροφοί τους ἑτοίμασαν τὶς ἀποσκευές τους καὶ ἀνέβηκαν στὰ Ἱεροσόλυμα.
Ἐκεῖ ἦρθαν καὶ ἀπὸ τὴν Καισαρεία μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητὲς καὶ ἔφεραν μάλιστα μαζί τους καὶ κάποιον Μνάσωνα, Κύπριο παλιὸ μαθητὴ στὸ σπίτι τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ φιλοξενηθοῦν.
Ἀρχαῖος μαθητής!
Νὰ ὁ ἐπίζηλος τίτλος, τὸν ὁποῖο αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοὺ Λουκᾶ δίνει στὸν ἐκλεκτὸ Ἱεράρχη τῆς Κύπρου, τὸν Ἅγιο Μνάσωνα. Ἀρχαῖο μαθητὴ τὸν ὀνομάζει.
Τώρα πῶς ὁ Μνάσων βρέθηκε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ εἶχε μάλιστα καὶ σπίτι δικό του, στὸ ὁποῖο φιλοξενήθηκαν τόσοι μαθητές, δὲν γνωρίζουμε. Ἀπὸ τὸ συναξάρι του μανθάνουμε μόνο πὼς ὁ Ἅγιος Μνάσων γεννήθηκε στὴν Ταμασὸ ἀπὸ γονεῖς εἰδωλολάτρες.
Κάποια φορά, ὅταν ἦταν πιὰ μεγάλος, οἱ γονεῖς του ἔστειλαν αὐτὸν μαζὶ μὲ τὸν φίλο του Θεωνᾶ στὴν Ρώμη γιὰ νὰ διευθετήσουν τὴν διαφορὰ ποὺ ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν τοῦ Πολιτικοῦ καὶ τοῦ χωριοῦ Πέρα ποιὸς ἀπὸ τοὺς ψευδώνυμους, εἰδωλολατρικοὺς θεούς, ποὺ εἶχαν προστάτες ἦταν ὁ μεγαλύτερος. Στὴν Ρώμη οἱ δυὸ φίλοι συνήντησαν μερικοὺς Ἀποστόλους ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα οἱ ὁποῖοι φαίνεται πὼς κατέφυγαν ἐκεῖ μετὰ τὸν λιθοβολισμὸ τοῦ Στεφάνου, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς διδάχτηκαν τὰ περὶ τοῦ Ἰησοῦ Χρίστου. Τὰ λίγα ποὺ ἄκουσαν γιὰ τὴν καινούργια θρησκεία, ἄναψαν μέσα τους βαθὺ τὸν πόθο νὰ γνωρίσουν γι’ αὐτὴν περισσότερα. Γιὰ τοῦτο τὸν λόγο ἔσπευσαν νὰ συντομεύσουν τὸν χρόνο τῆς παραμονῆς τους στὴν Ρώμη καὶ νὰ φύγουν γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα. Τὸ ταξίδι τους εἶχε ἕναν σκοπό: Νὰ συναντήσουν ἐκεῖ τὸν κορυφαῖο Ἀπόστολο Πέτρο καὶ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, γιὰ τοὺς ὁποίους εἶχαν ἀκούσει πολλὰ καλὰ λόγια καὶ νὰ πληροφορηθοῦν ἀπὸ τὸ στόμα τους περισσότερα γιὰ τὸ ἀγαπημένο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ.
Ὁ εὐγενικὸς πόθος τους, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, βραβεύτηκε πλούσια στὴν Ἁγία Πόλη. Ἐδῶ οἱ δυὸ φίλοι συναντήθηκαν μὲ τὸν «ἠγαπημένον μαθητήν», τὸν Θεολόγο Ἰωάννη καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἄκουσαν καταλεπτῶς γιὰ ὅλη τὴν ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου. Στὸ τέλος, ἀφοῦ ἔλαβαν καὶ τὸ ἅγιο βάπτισμα, ἐπέστρεψαν στὴν πατρίδα τους τὴν Κύπρο. Ἦρθαν γιὰ νὰ σκορπίσουν καὶ ἐδῶ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Νά! μιὰ ἀληθινὴ ἐκδήλωση φιλοπατρίας.
Σὰν ἔφτασαν στὴν Κύπρο, μὲ μεγάλη χαρὰ πληροφορήθηκαν ὅτι οἱ Ἀπόστολοι Βαρνάβας, Μάρκος καὶ Παῦλος εἶχαν ἔρθει ἐδῶ πρὸ καιροῦ καὶ ἀνέλαβαν σκληρὴ ὁδοιπορία, γιὰ νὰ φωτίσουν τὶς σκοτισμένες ψυχές. Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Μνάσων κινήθηκε σὲ διάφορα μέρη νὰ τοὺς συναντήσει. Ἕνα πρωὶ οἱ κόποι του βραβεύτηκαν. Σ’ ἕνα σπήλαιο, ὅπως εἴδαμε καὶ στὸν βίο τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου, ὁ Μνάσων συνήντησε τοὺς Ἀποστόλους μαζὶ μὲ τὸν νεοφώτιστο ἐπίσκοπο, τοῦ ὁποίου ὁ «ἀρχαῖος, αὐτός, μαθητής» ἔσπευσε νὰ γίνει σύντροφος καὶ βοηθός του.
Ἀπὸ τὸ σπήλαιο τῆς Ταμασοῦ, στὸ ὁποῖο ἐγκαταστάθηκαν στὴν ἀρχὴ οἱ δύο μαθητὲς καὶ οἱ συνεργάτες τους, ἄρχισαν οἱ σωστικὲς ἐξορμήσεις μὲ ἀποτέλεσμα «ὁ λόγος ὁ τοῦ Σταυροῦ» νὰ γίνει σὲ λίγο καιρὸ πηγὴ παρηγοριᾶς καὶ ἐλπίδος γιὰ τὶς ἀποκαμωμένες καρδιές. Τὸ φλογερὸ κήρυγμα ἐνισχυόμενο ἀπὸ τὸ ζωντανὸ παράδειγμα μιᾶς ἁγίας ζωῆς καὶ τὰ πολλὰ θαύματα πρόσθεταν κάθε ἡμέρα καὶ νέες ψυχὲς στὸν ἀριθμὸ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας.
Πλούσια χαρίτωσε ὁ Θεὸς καὶ τὸν Ἅγιο Μνάσωνα μὲ τὸ θαυματουργικὸ χάρισμα. Ἀπὸ τὸ συναξάρι του μανθάνουμε πὼς κάποια φορὰ ποὺ ὁ Ἅγιος βγῆκε ἀπὸ τὸ σπήλαιο ὅπου ἔμενε καὶ πῆγε στὴν πόλη, εἶχε περάσει ἀπὸ τὸν περικαλλὴ ναὸ τοῦ Ἀσκληπιοῦ, ποὺ βρισκόταν στὸ κέντρο τῆς Ταμασοῦ. Στὸ ἀντίκρισμα τοῦ ναοῦ μὲ τὰ πλούσια ἀγάλματα ἡ ψυχὴ τοῦ ἁγίου ἀγανάκτησε γιὰ τὸ κατάντημα τῶν συμπατριωτῶν του, μὰ καὶ ὄλου τοῦ ἀρχαίου κόσμου. «Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν», ψέλλισε, «ἀργύριον καὶ χρυσίον ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων». Κι ἀφοῦ κοίταξε μὲ παράπονο τὰ λευκὰ μάρμαρα τοῦ ναοῦ καὶ τὸ ἀστραφτερὸ ἄγαλμα τοῦ Ἀσκληπιοῦ, ποὺ ἦταν στὸ μέσο, φώναξε!
-Στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, σὲ διατάζω νὰ πέσεις καὶ νὰ συντριβεῖς.
Δὲν πρόφτασε νὰ τελειώσει ὁ Ἅγιος καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἀσκληπιοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ ναὸς γκρεμίστηκαν τὴν ἴδια στιγμὴ καὶ ἔγιναν κομμάτια. Οἱ ψευδοϊερεῖς, ποὺ βρισκόντουσαν ἐκεῖ, καὶ παρακολουθοῦσαν τὰ γενόμενα μὲ δάκρυα ἔτρεξαν καὶ κατήγγειλαν στοὺς Ἕλληνες εἰδωλολάτρες τὰ ὅσα εἶδαν. Κι αὐτοί, ἔξαλλοι ἀπὸ ἱερὴ ἀγανάκτηση, ὄρμισαν νὰ συλλάβουν τὸν Ἅγιο καὶ νὰ τὸν σκοτώσουν. Μὰ ὁ φλογερὸς ἱεραπόστολος δὲν τὰ ἔχασε. Μὲ τὸ θάρρος τῆς χριστιανικῆς πίστεως ποὺ πλημμύριζε τὴν ψυχή του, στάθηκε ἀτάραχος, κοίταξε κατάματα τὰ μανιασμένα πλήθη, καὶ φύσηξε στὸ πρόσωπό τους. Μικροὶ καὶ μεγάλοι μὲ μιᾶς σταμάτησαν καὶ ἄρχισαν νὰ φωνάζουν μὲ πόνο: «Τὰ μάτια μας. Τὸ φῶς μας. Χάσαμε τὸ φῶς μας. Λυπήσου μας, ἄνθρωπε. Πιστεύουμε στὸν Θεό σου. Συγχώρησέ μας καὶ κάνε μας καλά».
Ὁ Ἅγιος στὶς παρακλήσεις τους ἔσπευσε ν’ ἀνταποκριθεῖ. Τοὺς ξανάδωσε τὸ φῶς τους σφραγίζοντας τὸν καθένα μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, καὶ ὕστερα τοὺς βάπτισε. Κι ἦταν ὅλοι κάπου τριακόσιοι. (Ἀκολουθία Ἁγίου Μνάσωνος σελ. 16, 1774).
Ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη ζωὴ τοῦ Ἁγίου Μνάσωνος εἶναι συνδεδεμένο μὲ τὴν ζωὴ τοῦ πρώτου ἐπισκόπου τῆς Ταμασοῦ, τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου. Μαζὶ ἔμεναν στὴν ἀρχή. Στὸ ἴδιο σπήλαιο ποὺ χρησιμοποιόταν καὶ ὡς ναός. Ἀργότερα ὁ Μνάσων ἔφτιαξε δικό του κελί, δίπλα στὸ κελὶ τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου. Ὅμως μαζί του ἱερουργοῦσε, μαζί του προσευχόταν. Μὲ προθυμία τὸν βοηθοῦσε. Καὶ σὲ ὅλα του ἦταν πιστὸς καὶ ἀφοσιωμένος ἀκόλουθος.
Στὸ ἱεραποστολικὸ ταξίδι ποὺ ἀνέλαβε ὁ Ἠρακλείδιος στὴν Πάφο, ὁ Μνάσων τὸν ἀκολούθησε πρόθυμα καὶ πολὺ τοῦ συμπαραστάθηκε στὸ ἱερὸ ἔργο. Ἀλλὰ καὶ στὴν ἐκτέλεση θαυμάτων, ὅπως ἀναγράφεται στὴν ἀκολουθία του, καθόλου δὲν ὑστέρησε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Δάσκαλό του.
Ὁ Μνάσων, ὅπως ἀναφέραμε καὶ στὸν βίο τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου, ἀνέστησε τὴν Τροφίμη, τὴν μητέρα τοῦ Ἀετίου, ποὺ ἀπὸ τὴν βαθιὰ θλίψη της γιὰ τὸν θάνατο τοῦ παιδιοῦ της κτύπησε τὸ κεφάλι στὸν τοῖχο καὶ ἔπεσε κάτω νεκρή.
Κάποια ἄλλη φορὰ ἀνέστησε ἀπ’ τὸν τάφο ἕνα πάλι νεκρὸ μὲ ἀποτέλεσμα τετρακόσιοι εἰδωλολάτρες νὰ πιστεύσουν καὶ νὰ βαπτιστοῦν τὴν ἴδια μέρα.
Ἔφραξε τὸ στόμα κάποιου δύστροπου χρεώστη, ποὺ μιὰ ἡμέρα ἅρπαξε ἕναν πιστὸ ἀδελφὸ καὶ ζητοῦσε νὰ τὸν στραγγαλίσει, γιὰ νὰ πάρει πίσω ἕνα ἐνέχυρο ποὺ τοῦ εἶχε δώσει. Ὁ Ἅγιος Μνάσων τοῦ πῆρε τὸ χέρι καὶ μὲ γλυκύτητα τοῦ εἶπε:
Ἄφησέ τον, παιδί μου, καὶ θὰ σοῦ ἐπιστρέψει ὅ,τι τοῦ ἔδωκες.
Ὁ δύστροπος ὅμως καὶ ἄνομος χρεώστης, ποὺ εἶδε τὴν στιγμὴ ἐκείνη νὰ πλησιάζουν καὶ ἄλλοι ὅμοιοί του, ἀντὶ νὰ ἀφήσει τὸ δυστυχισμένο θύμα του, ἄρχισε νὰ τὸ πιέζει περισσότερο καὶ νὰ βλαστημᾶ τὸν Κύριο.
Στὶς ὕβρεις καὶ τὶς βλασφημίες τοῦ σκληροῦ καὶ ἄδικου Ἀλέξανδρου — ἔτσι λεγόταν ὁ χρεώστης – ὁ Ὅσιος του εἶπε:
Τὸ ἄνομο στόμα σου, ποὺ ὑβρίζει καὶ βλασφημεῖ τὸν δημιουργό, θὰ μείνει ἄλαλο καὶ κλειστό. Καὶ τὸ χέρι ποὺ ἐπιτίθεται καὶ ζητᾶ νὰ βλάψει τὸν ἀθῶο, θὰ ξηρανθεῖ.
Δὲν πρόφτασε νὰ τελειώσει ὁ Ἅγιος τὰ λόγια του καὶ ἡ τιμωρία βρῆκε τὸν ἄνομο καὶ ὑβριστῆ. Ὁ Ἀλέξανδρος ἔμεινε ἄλαλος καὶ ξερός.
Τὸ θαῦμα κατατρόμαξε τοὺς παριστάμενους. Μερικοὶ μάλιστα ἔσπευσαν νὰ δηλώσουν πίστη στὸν Θεὸ τοῦ Ἁγίου. Ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ἦταν καὶ κάποιος Γελάσιος ποὺ ἐπίστευσε μὲ ὅλο τὸν οἶκο του καὶ βαπτίστηκε.
Τὸ παράδειγμά του μιμήθηκε καὶ ὁ Ἀλέξανδρος. Μὲ δάκρυα ποὺ ἔτρεχαν καὶ ἔβρεχαν τὰ ἐνδύματά του ζητοῦσε μὲ διάφορες κινήσεις τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἅγιος τὸν λυπήθηκε. Τὸν συγχώρησε, τὸν θεράπευσε καὶ στὸ τέλος τὸν βάπτισε.
Στὴν ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Μνάσωνος ἀναφέρονται καὶ ἄλλα θαύματα. Μερικὰ εἶναι καὶ τοῦτα:
«Μίαν τῶν ἡμερῶν» ποὺ ὁ Ἅγιος ξεκίνησε νὰ πάει στὸ χωριὸ Πέρα, βρῆκε τὸν ποταμὸ κατεβασμένο μὲ πολὺ νερό. Ἀφοῦ στάθηκε καὶ εἶπε μία προσευχή, ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ τότε τὰ νερὰ στάθηκαν καὶ ὁ ἅγιος πέρασε στὴν ἄλλη μεριὰ σὰν τὸν προφήτη Ἠλία, «ἁβρόχοις ποσί».
Θεράπευσε δαιμονισμένους καὶ τυφλούς. Κατέπαυσε τρικυμία καὶ πρόλαβε ναυάγιο. Σὲ καιρὸ ξηρασίας, προσευχήθηκε, καὶ οἱ καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ ἄνοιξαν καὶ ἔπεσαν εὐεργετικὲς βροχές. Ὁ Ἅγιος Μνάσων διαδέχτηκε στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Ταμασοῦ τὸν δάσκαλο καὶ προστάτη του, τὸν Ἅγιο Ἠρακλείδιο. Μὲ τὴν ἐπιμονὴ καὶ τὴν ἀτσαλένια θέλησή του, μὲ τὸ κήρυγμα καὶ τὰ θαύματά του ἡ στρατιὰ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Χριστοῦ μεγάλωνε καθημερινὰ καὶ τὸ φῶς τῆς καινούργιας ζωῆς ἁπλωνόταν μὲ τὴν δράση του σ’ ὅλο τὸ βασανισμένο νησί.
Τὸ σωστικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου συνεχίστηκε ὡς τὰ βαθιά του γηρατειά. Ὅταν πλησίασε ὁ καιρὸς ν’ ἀφήσει τὸν κόσμο καὶ νὰ πάει στὸν οὐρανό, κάλεσε κοντά του τοὺς μαθητές του, καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδωκε χρήσιμες συμβουλὲς καὶ τοὺς παρήγγειλε νὰ μὴ λυπηθοῦν, χειροτόνησε ἀντικαταστάτη του τὸν Ροδώνα «ψήφῳ κοινῇ» ὅλων τῶν πολιτῶν τῆς Ταμασοῦ.
Τρεῖς μέρες μετὰ τὰ γεγονότα αὐτά, στὶς 19 τοῦ Ὀκτώβρη, ἡ ἁγία ψυχὴ τοῦ ταπεινοῦ καὶ σεμνοῦ ἐπισκόπου, ἐγκατέλειψε τὰ γήινα καὶ πέταξε γιὰ τὸν οὐρανό. Στὸ ἄκουσμα τὸ θλιβερό του θανάτου του τὰ πλήθη τῶν πιστῶν προσέτρεξαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη, γιὰ νὰ ἀποχαιρετήσουν τὸν πατέρα τους καὶ νὰ ἀσπασθοῦν γιὰ τελευταῖα φορὰ τὸ τίμιο λείψανό του. Τὴν ὥρα τοῦ ἀσπασμοῦ «τυφλοὶ ἀνέβλεπον, χωλοὶ περιεπάτουν καὶ δαίμονες ἔφευγον ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους». Οἱ μαθητὲς κήδευσαν τὸ ἅγιο σῶμα «ἐντίμως καὶ εὐλαβῶς πλησίον τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου».
Ἀργότερα ὁ σεβασμὸς τῶν χριστιανῶν πρὸς τὸν μεγάλο αὐτὸν Ἅγιο ἔστησε λίγο πέρα ἀπὸ τὸν τάφο του ἕνα μοναστήρι, τὸ ὁποῖο σήμερα δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει. Μιὰ μικρὴ ἐκκλησία ὑφίσταται μονάχα ἀπὸ τὴν παλιὰ ἐκείνη δόξα. Μιὰ ἐκκλησία ποὺ διαλαλεῖ τὰ περασμένα μεγαλεῖα καὶ θυμίζει σὲ ὅσους τὴν ἐπισκέπτονται, μιὰ ἐποχὴ σκληρῶν ἀγώνων καὶ
μαρτυρίων, γιὰ νὰ ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα τὸ κεφάλι ψηλὰ καὶ νὰ καυχώμαστε γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ καταγωγή μας καὶ τὴν ὀρθόδοξη πίστη μας.
Τὸ ἐκτιμοῦμε ὅμως αὐτὸ οἱ τωρινοὶ κάτοικοι τῆς Νήσου τῶν Ἁγίων; Ἀλήθεια! Τὸ ἐκτιμοῦμε;
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Μόδεστος Ἀρχιεπίσκοπος Ἱεροσολύμων
Ὅσα ἀναφέρονται γιὰ τὸν Ἅγιο αὐτὸν στοὺς περισσότερους Συναξαριστές, ἀνήκουν στὴ σφαίρα τῆς φαντασίας καὶ μόνο. Τὸν πατέρα του Εὐσέβιο καὶ τὴν μητέρα τοῦ Θεοδούλη, ἀπὸ τὴν Σεβάστεια τῆς Παλαιστίνης, τοὺς θέλουν ἐπὶ Μαξιμιανοῦ (286 – 305) νὰ πεθαίνουν στὴ φυλακή, ἐνῶ γνωρίζουμε ὅτι τὰ χρόνια τῆς πατριαρχίας τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ ἦταν ἀπὸ τὸ 632 μέχρι τὸ 634.
Ὁ Ἅγιος Μόδεστος, ἀνακαίνισε τὰ ἱερὰ προσκυνήματα, ποὺ καταστράφηκαν ἀπὸ τοὺς Πέρσες καὶ ζήτησε τὴν συνδρομὴ τῶν χριστιανῶν ἀπὸ τὴν Ἀνατολή.
Ὀσιακὰ ἀφοῦ ἔζησε καὶ ἀφοῦ ἔκανε πολλὰ γιὰ τοὺς Ἁγίους τόπους, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείων ἔργων σου, τῇ ἐπιδείξει, πᾶσαν εὔφρανας, Σιὼν τὴν θείαν, τῶν Ἀποστόλων πλουτήσας τὴν ἔλλαμψιν, καὶ τῷ Σωτήρι ὁσίως ἱέρευσας, ἱεραρχίᾳ καὶ βίου λαμπρότητι. Πάτερ Μόδεστε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἱεράρχης ὅσιος Πάτερ ἐδείχθεης, ἐν Σιὼν ὡς ἄγγελος, ἱερατεύσας τῷ Χριστῷ· διὸ ἀξίως δεδόξασαι, Πατριαρχῶν ἐγκαλλώπισμα Μόδεστε.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας ἄστρον λαμπρόν, καὶ Σιὼν τῆς θείας, ὁ κοσμήτωρ ὁ ἱερός· χαίροις Ἱεράρχα, Μόδεστε θεοφόρε, ἡμῶν πρὸς τὸν Δεσπότην, πρέσβυς θερμότατος.
Ὅσα ἀναφέρονται γιὰ τὸν Ἅγιο αὐτὸν στοὺς περισσότερους Συναξαριστές, ἀνήκουν στὴ σφαίρα τῆς φαντασίας καὶ μόνο. Τὸν πατέρα του Εὐσέβιο καὶ τὴν μητέρα τοῦ Θεοδούλη, ἀπὸ τὴν Σεβάστεια τῆς Παλαιστίνης, τοὺς θέλουν ἐπὶ Μαξιμιανοῦ (286 – 305) νὰ πεθαίνουν στὴ φυλακή, ἐνῶ γνωρίζουμε ὅτι τὰ χρόνια τῆς πατριαρχίας τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ ἦταν ἀπὸ τὸ 632 μέχρι τὸ 634.
Ὁ Ἅγιος Μόδεστος, ἀνακαίνισε τὰ ἱερὰ προσκυνήματα, ποὺ καταστράφηκαν ἀπὸ τοὺς Πέρσες καὶ ζήτησε τὴν συνδρομὴ τῶν χριστιανῶν ἀπὸ τὴν Ἀνατολή.
Ὀσιακὰ ἀφοῦ ἔζησε καὶ ἀφοῦ ἔκανε πολλὰ γιὰ τοὺς Ἁγίους τόπους, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείων ἔργων σου, τῇ ἐπιδείξει, πᾶσαν εὔφρανας, Σιὼν τὴν θείαν, τῶν Ἀποστόλων πλουτήσας τὴν ἔλλαμψιν, καὶ τῷ Σωτήρι ὁσίως ἱέρευσας, ἱεραρχίᾳ καὶ βίου λαμπρότητι. Πάτερ Μόδεστε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἱεράρχης ὅσιος Πάτερ ἐδείχθεης, ἐν Σιὼν ὡς ἄγγελος, ἱερατεύσας τῷ Χριστῷ· διὸ ἀξίως δεδόξασαι, Πατριαρχῶν ἐγκαλλώπισμα Μόδεστε.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας ἄστρον λαμπρόν, καὶ Σιὼν τῆς θείας, ὁ κοσμήτωρ ὁ ἱερός· χαίροις Ἱεράρχα, Μόδεστε θεοφόρε, ἡμῶν πρὸς τὸν Δεσπότην, πρέσβυς θερμότατος.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ο Άγιος Μοδεστός Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων
Όσα αναφέρονται για τον Άγιο αυτό στους περισσότερους Συναξαριστές, είναι συγκεχυμένα. Τον πατέρα του Ευσέβιο και τη μητέρα του Θεοδούλη από τη Σεβάστεια της Παλαιστίνης, τους θέλουν επί Μαξιμιανού (286-305) να πεθαίνουν στη φυλακή, ενώ γνωρίζουμε ότι τα χρόνια της πατριαρχίας του Αγίου αυτού ήταν από το 632 μέχρι το 634.
Ο Άγιος Μόδεστος, ανακαίνισε τα Ιερά προσκυνήματα, που καταστράφηκαν από τους Πέρσες και ζήτησε τη συνδρομή των χριστιανών από την Ανατολή. Οσιακά αφού έζησε και πολλά για τους Αγίους τόπους αφού έκανε, απεβίωσε ειρηνικά.
Ο Βίος του επαναλαμβάνεται και την 16η Δεκεμβρίου.
Όσα αναφέρονται για τον Άγιο αυτό στους περισσότερους Συναξαριστές, είναι συγκεχυμένα. Τον πατέρα του Ευσέβιο και τη μητέρα του Θεοδούλη από τη Σεβάστεια της Παλαιστίνης, τους θέλουν επί Μαξιμιανού (286-305) να πεθαίνουν στη φυλακή, ενώ γνωρίζουμε ότι τα χρόνια της πατριαρχίας του Αγίου αυτού ήταν από το 632 μέχρι το 634.
Ο Άγιος Μόδεστος, ανακαίνισε τα Ιερά προσκυνήματα, που καταστράφηκαν από τους Πέρσες και ζήτησε τη συνδρομή των χριστιανών από την Ανατολή. Οσιακά αφού έζησε και πολλά για τους Αγίους τόπους αφού έκανε, απεβίωσε ειρηνικά.
Ο Βίος του επαναλαμβάνεται και την 16η Δεκεμβρίου.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Μύρων
Ὁ Ἅγιος Μύρων, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κρήτη, ἀπὸ μικρὸς διακρινόταν γιὰ τὸ ζῆλο του καὶ τὴν βαθιὰ πίστη του στὸν Θεό.
Ἀφοῦ παντρεύτηκε, ἀσχολήθηκε μὲ τὴν καλλιέργεια τῆς γῆς. Ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔβγαζε ἔδινε ἕνα μέρος στοὺς φτωχοὺς καὶ ὅσο ἔδινε τόσο ἡ σοδειά του αὐξάνονταν. Ἡ συμπάθεια τοῦ Ἁγίου πρὸς τοὺς ἐνδεεῖς, ξεπερνοῦσε κάθε μέτρο.
Μάλιστα λέγεται ὅτι κάποτε συνέλαβε κάποιους μέσα στὴν ἀποθήκη νὰ τοῦ κλέβουν τὸ σιτάρι καὶ ἀντὶ νὰ τοὺς κυνηγήσει, ἀντίθετα τοὺς βοήθησε μεταφέροντας καὶ ὁ ἴδιος τὰ σακιά. Γιὰ ὅλες λοιπὸν τὶς ἀρετὲς αὐτές, ὁ Μύρων χειροτονήθηκε ἱερέας. Μετὰ τὸ σταμάτημα τοῦ διωγμοῦ τῶν χριστιανῶν, ἔγινε δεσπότης στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Κρήτης.
Στὰ χρόνια ποὺ ἦταν δεσπότης στὴν Κρήτη, ἔκανε πάρα πολλὰ θαύματα. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς: Κάποτε ὁ Ἅγιος ἤθελε νὰ περάσει ἀπὸ τὸν ποταμὸ Τρίτωνα καὶ ὁ ποταμὸς εἶχε πλημμυρίσει. Τότε ὁ Ἅγιος πρόσταξε καὶ ἡ ροὴ τοῦ ποταμοῦ σταμάτησε καὶ τὰ νερὰ δὲν προχωροῦσαν μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Μύρων ξαναπέρασε καὶ πῆγε στὸ σπίτι του. Ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ, ἔστειλε τὸ ραβδί του μὲ κάποιους ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τάραξαν τὰ νερὰ μὲ αὐτὸ καὶ ἔτσι αὐτὰ ἐπανῆλθαν στὴν κανονική τους ροή.
Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ ἔκανε μέχρι τὸν θάνατό του ὁ Ἅγιος Μύρων, ὁ ὁποῖος πέθανε σὲ ἡλικία ἑκατὸ ἐτῶν.
Ὁ Ἅγιος Μύρων, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κρήτη, ἀπὸ μικρὸς διακρινόταν γιὰ τὸ ζῆλο του καὶ τὴν βαθιὰ πίστη του στὸν Θεό.
Ἀφοῦ παντρεύτηκε, ἀσχολήθηκε μὲ τὴν καλλιέργεια τῆς γῆς. Ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔβγαζε ἔδινε ἕνα μέρος στοὺς φτωχοὺς καὶ ὅσο ἔδινε τόσο ἡ σοδειά του αὐξάνονταν. Ἡ συμπάθεια τοῦ Ἁγίου πρὸς τοὺς ἐνδεεῖς, ξεπερνοῦσε κάθε μέτρο.
Μάλιστα λέγεται ὅτι κάποτε συνέλαβε κάποιους μέσα στὴν ἀποθήκη νὰ τοῦ κλέβουν τὸ σιτάρι καὶ ἀντὶ νὰ τοὺς κυνηγήσει, ἀντίθετα τοὺς βοήθησε μεταφέροντας καὶ ὁ ἴδιος τὰ σακιά. Γιὰ ὅλες λοιπὸν τὶς ἀρετὲς αὐτές, ὁ Μύρων χειροτονήθηκε ἱερέας. Μετὰ τὸ σταμάτημα τοῦ διωγμοῦ τῶν χριστιανῶν, ἔγινε δεσπότης στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Κρήτης.
Στὰ χρόνια ποὺ ἦταν δεσπότης στὴν Κρήτη, ἔκανε πάρα πολλὰ θαύματα. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς: Κάποτε ὁ Ἅγιος ἤθελε νὰ περάσει ἀπὸ τὸν ποταμὸ Τρίτωνα καὶ ὁ ποταμὸς εἶχε πλημμυρίσει. Τότε ὁ Ἅγιος πρόσταξε καὶ ἡ ροὴ τοῦ ποταμοῦ σταμάτησε καὶ τὰ νερὰ δὲν προχωροῦσαν μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Μύρων ξαναπέρασε καὶ πῆγε στὸ σπίτι του. Ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ, ἔστειλε τὸ ραβδί του μὲ κάποιους ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τάραξαν τὰ νερὰ μὲ αὐτὸ καὶ ἔτσι αὐτὰ ἐπανῆλθαν στὴν κανονική τους ροή.
Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ ἔκανε μέχρι τὸν θάνατό του ὁ Ἅγιος Μύρων, ὁ ὁποῖος πέθανε σὲ ἡλικία ἑκατὸ ἐτῶν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Μύρων ὁ Μάρτυρας
Ὁ Ἅγιος Μύρων μαρτύρησε ὅταν αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Δέκιος, τὸ 250 μ.Χ. Καταγόμενος ἀπὸ πλούσια οἰκογένεια, θὰ μποροῦσε νὰ ζήσει ἄνετα, μὲ ὅλα τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ ποὺ θὰ ἐπιθυμοῦσε. Ὅμως ἡ μεγάλη του ἀγάπη πρὸς τὸ Χριστό, ἔκανε τὸ Μύρωνα νὰ χειροτονηθεῖ ἱερέας.
Ἀφιερώθηκε, λοιπόν, ὁλοκληρωτικὰ στὸ ποιμαντικό του καθῆκον καὶ δίδασκε, νουθετοῦσε καὶ βοηθοῦσε τὸ κάθε ἕνα μέλος τοῦ ποιμνίου του. Μεριμνοῦσε καθημερινὰ γιὰ τοὺς φτωχούς, τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά. Κάποτε, ὁ ἔπαρχος Ἀχαΐας Ἀντίπατρος πῆγε στὸν τόπο ὅπου λειτουργοῦσε ὁ Μύρων καὶ συνέλαβε πολλοὺς χριστιανούς.
Γιὰ νὰ ἐκβιάσει λοιπὸν τὸν Μύρωνα νὰ ἀλλαξοπιστήσει, ἔφερε μπροστὰ του τὸ ποίμνιό του καὶ τοῦ εἶπε ὅτι, ἂν αὐτὸς ἀρνηθεῖ τὸ Χριστό, θὰ τοὺς ἀφήσει ὅλους ἐλεύθερους.
Ὁ Μύρων μειδίασε καὶ ἀπάντησε: «Ἂν ἦταν γιὰ τὴ σωτηρία τῶν πνευματικῶν μου παιδιῶν, πρόθυμα θὰ ἔδινα τὴν ζωή μου. Τώρα ὅμως δὲν πρόκειται γι’ αὐτό. Ἃς δώσουν λοιπὸν οἱ ἴδιοι ἀπάντηση».
Τότε ὅλοι μαζὶ φώναξαν: «Ὄχι. Μιὰ ἀνθρώπινη ψυχὴ εἶναι ἀσύγκριτα πολυτιμότερη ἀπὸ μύρια σώματα καὶ ἀπὸ τὸν κόσμο ὅλο. Ποιὸς λοιπὸν ἀπό μᾶς θέλει νὰ δεχθεῖ, ὥστε νὰ χάσει τὴν ψυχὴ του ὁ πνευματικός μας πατέρας, γιὰ νὰ ζήσουν λίγο περισσότερο στὸν πρόσκαιρο αὐτὸ κόσμο οἱ δικές μας σάρκες;». Ὁ ἔπαρχος, ἐξοργισμένος ἀπὸ τὴν ἀπάντηση, ἀφοῦ βασάνισε μὲ φρικτὸ τρόπο τὸ Μύρωνα, τελικὰ τὸν
ἀποκεφάλισε.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε. Ὡς θεῖον ἀλάβαστρον, τῶν ἱερῶν ἀρετῶν, πιστῶς ἱεράτευσας, τῇ Ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ, καὶ χαίρων ἐνήθλησας· ὅθεν τῇ εὐωδίᾳ, τῶν ἐν σοὶ χαρισμάτων, Μύρων Ἱερομάρτυς, τῶν παθῶν τὸ δυσῶδες, ἀπέλασον ἀνενδότως, ἐκ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου. Ἱερωσύνης τὸ χρῖσμα δεξάμενος, μαρτυρικῶς ἐν Χριστῷ ἠνδραγάθησας· καὶ νῦν ἐν τοῖς μύροις τῶν πόνων σου, Ἱερομάρτυς εὐφραίνεις τοὺς κράζοντας· Σὺ ὤφθης τοῦ Λόγου ὀσφράδιον.
Μεγαλυνάριον. Χαίροις ἱερέων ὑπογραμμός, καὶ τῶν Ἀθλοφόρων, δι’ ἀθλήσεως κοινωνός· χαίροις Ἀχαΐας, ὁ καρποφόρος φοῖνιξ, καὶ τῆς Κυζίκου δόξα, Μύρων μακάριε.
Ὁ Ἅγιος Μύρων μαρτύρησε ὅταν αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Δέκιος, τὸ 250 μ.Χ. Καταγόμενος ἀπὸ πλούσια οἰκογένεια, θὰ μποροῦσε νὰ ζήσει ἄνετα, μὲ ὅλα τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ ποὺ θὰ ἐπιθυμοῦσε. Ὅμως ἡ μεγάλη του ἀγάπη πρὸς τὸ Χριστό, ἔκανε τὸ Μύρωνα νὰ χειροτονηθεῖ ἱερέας.
Ἀφιερώθηκε, λοιπόν, ὁλοκληρωτικὰ στὸ ποιμαντικό του καθῆκον καὶ δίδασκε, νουθετοῦσε καὶ βοηθοῦσε τὸ κάθε ἕνα μέλος τοῦ ποιμνίου του. Μεριμνοῦσε καθημερινὰ γιὰ τοὺς φτωχούς, τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά. Κάποτε, ὁ ἔπαρχος Ἀχαΐας Ἀντίπατρος πῆγε στὸν τόπο ὅπου λειτουργοῦσε ὁ Μύρων καὶ συνέλαβε πολλοὺς χριστιανούς.
Γιὰ νὰ ἐκβιάσει λοιπὸν τὸν Μύρωνα νὰ ἀλλαξοπιστήσει, ἔφερε μπροστὰ του τὸ ποίμνιό του καὶ τοῦ εἶπε ὅτι, ἂν αὐτὸς ἀρνηθεῖ τὸ Χριστό, θὰ τοὺς ἀφήσει ὅλους ἐλεύθερους.
Ὁ Μύρων μειδίασε καὶ ἀπάντησε: «Ἂν ἦταν γιὰ τὴ σωτηρία τῶν πνευματικῶν μου παιδιῶν, πρόθυμα θὰ ἔδινα τὴν ζωή μου. Τώρα ὅμως δὲν πρόκειται γι’ αὐτό. Ἃς δώσουν λοιπὸν οἱ ἴδιοι ἀπάντηση».
Τότε ὅλοι μαζὶ φώναξαν: «Ὄχι. Μιὰ ἀνθρώπινη ψυχὴ εἶναι ἀσύγκριτα πολυτιμότερη ἀπὸ μύρια σώματα καὶ ἀπὸ τὸν κόσμο ὅλο. Ποιὸς λοιπὸν ἀπό μᾶς θέλει νὰ δεχθεῖ, ὥστε νὰ χάσει τὴν ψυχὴ του ὁ πνευματικός μας πατέρας, γιὰ νὰ ζήσουν λίγο περισσότερο στὸν πρόσκαιρο αὐτὸ κόσμο οἱ δικές μας σάρκες;». Ὁ ἔπαρχος, ἐξοργισμένος ἀπὸ τὴν ἀπάντηση, ἀφοῦ βασάνισε μὲ φρικτὸ τρόπο τὸ Μύρωνα, τελικὰ τὸν
ἀποκεφάλισε.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε. Ὡς θεῖον ἀλάβαστρον, τῶν ἱερῶν ἀρετῶν, πιστῶς ἱεράτευσας, τῇ Ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ, καὶ χαίρων ἐνήθλησας· ὅθεν τῇ εὐωδίᾳ, τῶν ἐν σοὶ χαρισμάτων, Μύρων Ἱερομάρτυς, τῶν παθῶν τὸ δυσῶδες, ἀπέλασον ἀνενδότως, ἐκ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου. Ἱερωσύνης τὸ χρῖσμα δεξάμενος, μαρτυρικῶς ἐν Χριστῷ ἠνδραγάθησας· καὶ νῦν ἐν τοῖς μύροις τῶν πόνων σου, Ἱερομάρτυς εὐφραίνεις τοὺς κράζοντας· Σὺ ὤφθης τοῦ Λόγου ὀσφράδιον.
Μεγαλυνάριον. Χαίροις ἱερέων ὑπογραμμός, καὶ τῶν Ἀθλοφόρων, δι’ ἀθλήσεως κοινωνός· χαίροις Ἀχαΐας, ὁ καρποφόρος φοῖνιξ, καὶ τῆς Κυζίκου δόξα, Μύρων μακάριε.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Η Αγία Μάρτυς Αντωνίνα (1 Μαρτίου)
ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ 15ΟΥ ΑΙΏΝΑ ΜΟΝΗ ΓΚΡΑΤΣΙΑΝΙΤΣΑ ΣΕΡΒΙΑΣ
Η Αγία Μάρτυς Αντωνίνα καταγόταν από την πόλη Νίκαια της Βιθυνίας και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (286 - 305 μ.Χ.). Όντας Χριστιανή, φανερώθηκε στον Μαξιμιανό, όταν αναχώρησε για την Νίκαια και ομολόγησε με τόλμη γνώμης τον Χριστό. Γι' αυτό βασανίσθηκε και οδηγήθηκε στη φυλακή. Αφού την έβγαλαν από τη φυλακή, την πίεσαν με την βία να αρνηθεί τον Χριστό.
Η Αγία δεν δέχθηκε και παρέμενε σταθερή στην πίστη της. Τότε οι δήμιοι την κρέμασαν και της έγδαραν τα πλευρά. Έπειτα την τοποθέτησαν πάνω σε πυρακτωμένη σχάρα, αλλά και μετά από αυτό το μαρτύριο η Αγία παρέμεινε αβλαβής. Στη συνέχεια, αφού την έβαλαν σε σάκο, την έριξαν στη λίμνη της Νίκαιας, στην οποία βρήκε το μαρτυρικό θάνατο και έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου.Η μνήμη της τιμάται στις 1 Μαρτίου
ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ 15ΟΥ ΑΙΏΝΑ ΜΟΝΗ ΓΚΡΑΤΣΙΑΝΙΤΣΑ ΣΕΡΒΙΑΣ
Η Αγία Μάρτυς Αντωνίνα καταγόταν από την πόλη Νίκαια της Βιθυνίας και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (286 - 305 μ.Χ.). Όντας Χριστιανή, φανερώθηκε στον Μαξιμιανό, όταν αναχώρησε για την Νίκαια και ομολόγησε με τόλμη γνώμης τον Χριστό. Γι' αυτό βασανίσθηκε και οδηγήθηκε στη φυλακή. Αφού την έβγαλαν από τη φυλακή, την πίεσαν με την βία να αρνηθεί τον Χριστό.
Η Αγία δεν δέχθηκε και παρέμενε σταθερή στην πίστη της. Τότε οι δήμιοι την κρέμασαν και της έγδαραν τα πλευρά. Έπειτα την τοποθέτησαν πάνω σε πυρακτωμένη σχάρα, αλλά και μετά από αυτό το μαρτύριο η Αγία παρέμεινε αβλαβής. Στη συνέχεια, αφού την έβαλαν σε σάκο, την έριξαν στη λίμνη της Νίκαιας, στην οποία βρήκε το μαρτυρικό θάνατο και έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου.Η μνήμη της τιμάται στις 1 Μαρτίου
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.