Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντονιστής: Συντονιστές
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ο καθένας σκανδαλίζεται στο μέτρο του εγωισμού του.
π. Παύλος Παπαδόπουλος
π. Παύλος Παπαδόπουλος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Να έχει τόση παγωνιά και μέσα σου να καίγεσαι για μιαν Αγαπη, ψιθυρίζοντας με χείλη που διψάνε ουρανό, "Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησον με..." ... Χριστέ μου μονάχα εσύ μας ζεσταίνεις!!!
π. Λίβυος
π. Λίβυος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Κόλαση για τον υπερφήφανο είναι να του πεις ότι είναι ίσος με τους άλλους ή και κατώτερός τους, το ίδιο είναι παράδεισος για τον ταπεινό. Παράδεισος και κόλασης είναι το ίδιο γεγονός. Το πως το αντιλαμβανόμαστε και το αποδεχόμαστε εμείς προσωπικά κάνει την διαφορά.
Και δεν μιλώ μόνο για την άλλη ζωή, μα και γι'αυτήν.
π. Παύλος Παπαδόπουλος
Και δεν μιλώ μόνο για την άλλη ζωή, μα και γι'αυτήν.
π. Παύλος Παπαδόπουλος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
ΜΑΝΑ
---------------------------
Σηκωνόταν κάθε πρωί και πριν κάνει οτιδήποτε άλλο κατευθυνόταν προς το προσκυνητάρι. Έκανε τον σταυρό της, αργά, ευλαβικά. Έπιανε με το δεξί της χέρι το μικρό ποτηράκι που χρησιμοποιούσε για καντήλι το έφερνε στο αριστερό της χέρι και ξανάκανε το σταυρό της. Το άφηνε απαλά πάνω στο τραπέζι που βρισκόταν εκεί δίπλα, άνοιγε μια μικρή μπιζουτιέρα που μέσα αντί για χρυσαφικά είχε θυμίαμα, καρβουνάκια, φυτιλάκια. Πρόσθετε λίγο λάδι, άλλαζε το φυτιλάκι, το άναβε ψέλνοντας το «Άξιον εστίν», το τοπετούσε και πάλι στο κέντρο του προσκυνηταριού. Το παλιό φυτιλάκι με την χαρτοπετσέτα δεν τα πετούσε στα σκουπίδια, είχε μια ειδική σακούλα, όταν γέμιζε την έπαιρνε και την έκαιγε σε μια άκρη της αυλής του σπιτιού της.
Κάθε μέρα ο γιος της την πετύχαινε σε κάποιο σημείο αλλαγής του φυτιλιού. Αυτός πήγαινε πάντα βιαστικά στο μπάνιο, να πλυθεί, να ντυθεί να πάει στην δουλειά. Ο πατέρας του τους είχε αφήσει εδώ και χρόνια, μάλλον καλύτερα που έφυγε μιας και η καημένη του η μάνα τράβηξε πολλά από τα μεθύσια και τις ασωτίες του.
Την παρατηρούσε κάθε μέρα, κάθε πρωί να ψέλνει, να θυμιάζει το σπίτι, να τον αποχαιρετά με το θυμιατό στο χέρι, να τον σταυρώνει καθώς αυτός απομακρυνόταν. Και πάλι την έβλεπε να ανοίγει απαλά τις κουρτίνες του παραθύρου και να τον παρατηρεί καθώς έμπαινε στο αμάξι. Μετά και αυτή ντυνόταν και πήγαινε στο ναό να ακούσει την ισχνή φωνή του ιερέα να ψέλνει τον όρθο της ημέρας. Μέσα στο ναό καθόταν όρθια κάτω από την αγιογραφία της Αγίας Αικατερίνης. Εκεί στο στασίδι ακουμπούσε λίγο, έκλεινε τα μάτια της και έλεγε την ευχή. Μόλις τελείωνε ο όρθος περίμενε τον πάτερ να πάρει την ευχή του. Έβαζε μετάνοια, φιλούσε το χέρι του και έφευγε.
Το απόγευμα καθώς γυρνούσε κουρασμένος από την δουλειά την έβρισκε είτε να κρατά το συναξάρι είτε το προσευχητάρι. Του έβαζε να φάει, δεν τον ρωτούσε πολλά, μόνο αν ήταν καλά, μόνο αν ήθελε κάτι και μπορούσε να το κάνει. Καθόταν μαζί του και τον έβλεπε να τρώει. Τον έβλεπε και χόρταινε και η ίδια, χαιρόταν όταν έτρωγε όλο το φαγητό στο πιάτο, μα χαιρόταν περισσότερο εάν ζητούσε κι άλλο. Αν σήκωνε τα μάτια του έβλεπε πάντα το χαμόγελό της. Σιωπηλή, ήρεμη, παρόν. Τελείωνε το φαγητό του. Έκανε τον σταυρό της. Σηκωνόντουσαν από το τραπέζι. Πήγαινε στο σαλόνι, άνοιγε την τηλεόραση, έβλεπε είδήσεις ή αθλητικά, μπορεί να τον έπερνε ο ύπνος εκεί. Κατα το βραδάκι, σηκωνόταν ντυνόνταν και καθώς άνοιγε την πόρτα έλεγε «μάνα, θα βγώ...». Η φωνή της ακουγόνταν πίσω από την κλειστή πόρτα του δωματίου της, έκαμε να τον προλάβει μα τις περισσότερες φορές τον λόγο της τον προλάβαινε ο ήχος της εξώπορτας «...να προσέχεις παιδί μου...».
Έμενε στην κλειστή εξώπορτα, όρθια, μόνη, σιωπηλή. Μετά από λίγο γυρνούσε στο δωμάτιό της. Δίπλα στο μονό κρεβάτι της είχε ένα μικρό χαλάκι. Σήκωνε απαλά την φούστα της, τα γονατά της ακουμπούσαν χάμο. Το βλέμμα της έμενε καρφωμένο σε μια εικόνα της Παναγίας που είχε στο κομοδίνο της. Δεν άκουγες τίποτα να βγαίνει από το στόμα της, δεν άκουγες φωνή, μα αν ήσουν παρόν θα έβλεπες τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα, να χαρακώνουν τα μάγουλά της, να κυλάνε στο λαιμό της και να χάνονται στην αλυσίδα του σταυρού της. Οι ώρες περνούσαν, δύο, τρεις και τέσσερις ώρες. Στα γόνατα. Στο μικρό αυτό χαλάκι, στην μικρή αυτή κάμαρα. Ποτέ της δεν έκανε κύρηγμα στο γιο της. Ποτέ της δεν τον ρωτούσε που πήγαινε, με ποιους ήταν, τί έκανε. Την ανησυχία της την έκανε προσευχή.
Το κλειδί στην πόρτα ακουγόταν. Ήταν ο γιος της. Γύρισε. Έκανε τον σταυρό της. Ακουμπούσε το μέτωπό της χάμο και έμενε εκεί μέχρι ο γιος της να μπει στο δωμάτιό του. Αφού έπεφτε για ύπνο, έκανε αυτή να σηκωθεί. Μα κάποιες φορές ήταν τόσο δύσκολο. Τόση ώρα στα γόνατα δεν αισθανόταν πλέον τα πόδια της. Προσπαθούσε στηριζόμενη στο κρεβάτι της. Κάποιες φορές ίσα ίσα που κατάφερνε να ακουμπήσει το σώμα της στο στρώμα, κάποιες άλλες φορές έμενε χάμο απλώνοντας τα πόδια της περιμένοντας να κυκλοφορήσει και πάλι το αίμα.
Την επόμενη μέρα, η πόρτα του δωματίου του άνοιγε. Καθώς πήγαινε στο μπάνιο την έβλεπε και πάλι να αλλάζει το φυτιλάκι. Και αυτό γινόταν χρόνια. Πάντα διακριτική. Είχανε μεταξύ τους μια συνδέουσα απόσταση, μία σχέση σεβασμού, κατανόησης, αλληλοπεριχώρησης.
Ο καιρός περνούσε. Γνώρισε μια κοπέλα όμορφη, καλοσυνάτη, απλή. Την αγαπούσε πολύ ο γιος της, και αυτή την αγάπησε πολύ. Την έφερε και στο σπίτι. Της είπανε ότι έχουν σκοπό να παντρευτούν. Η μάνα του σηκώθηκε έκανε στο σταυρό της, «να ναι ευλογημένο παιδιά μου», είπε, έπεσα στα γόνατα, έπιασε τα χέρια της κοπέλας και τα φίλησε. Τα φίλησε και τα γέμισε δάκρυα, δάκρυα χαράς.
Πέρασαν μερικές ημέρες. Το πρόγραμμα στο σπίτι δεν άλλαξε.
Μέχρι εκείνο το πρωινό.
Ξύπνησε, βγήκε από το δωμάτιό του μα δεν είδε την μάνα του. Κοντοστάθηκε. Έμεινε ακίνητος μερικά δευτερόλεπτα. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Τα χείλη του ψέλλιζαν μια λέξη μα την επαναλάμβαναν αδύναμα, ψιθυριστά. Μα όσο πήγαινε η λέξη δυνάμωνε, μέχρι που η φωνή του έγινε κραυγή... «μάνα μου», έλεγε και ξανάλεγε, έτρεξε στη μικρή της κάμαρα. Άνοιξε την πόρτα. Την είδε γονατιστή πάνω στο μικρό χαλάκι. Ακίνητη, σιωπηλή, ήρεμη, χωρίς πνοή, με μάτια κλειστά, με το κομποσχοίνι στα χέρια της. Είχε γύρει και ακουμπούσε στο πλάι του κρεβατιού. Το μικρό πορτατίφ ήταν ακόμα αναμένο. Μπροστά της η εικονά της Παναγίας.
Γονάτισε δίπλα της. Σταμάτησε να φωνάζει. Σταμάτησε να κινείται κι αυτός.
Και οι δυο πλέον ήταν γονατιστοί. Μάνα και γιος. Δίπλα δίπλα.
Μετά από μερικά λεπτά γύρισε, την είδε, της χάιδεψε τα μαλλιά, την πλησίασε και την ασπάστηκε στα μάτια της, σ’αυτά τα μάτια που ήταν ακόμα υγρά από τα δάκρυα της προσευχής της, της νήψης που βίωνε. Τα δικά του μάτια είχαν γίνει κόκκινα από την αλμύρα των δακρύων του. Η όψη του όμως ήταν ειρηνική, όπως της μάνας του.
Σηκώθηκε. Πήγε προς το προσκυνητάρι. Πήρε με το δεξί του χέρι το καντηλάκι. Άλλαξε το φυτιλάκι. Έκανε το σταυρό του.
Μετά ειδοποίησε τους συγγενείς...
-------------------
-------------------
-------------------
Το μεγαλύτερο κήρυγμα είναι η ζωή μας.
π. Παύλος Παπαδόπουλος
---------------------------
Σηκωνόταν κάθε πρωί και πριν κάνει οτιδήποτε άλλο κατευθυνόταν προς το προσκυνητάρι. Έκανε τον σταυρό της, αργά, ευλαβικά. Έπιανε με το δεξί της χέρι το μικρό ποτηράκι που χρησιμοποιούσε για καντήλι το έφερνε στο αριστερό της χέρι και ξανάκανε το σταυρό της. Το άφηνε απαλά πάνω στο τραπέζι που βρισκόταν εκεί δίπλα, άνοιγε μια μικρή μπιζουτιέρα που μέσα αντί για χρυσαφικά είχε θυμίαμα, καρβουνάκια, φυτιλάκια. Πρόσθετε λίγο λάδι, άλλαζε το φυτιλάκι, το άναβε ψέλνοντας το «Άξιον εστίν», το τοπετούσε και πάλι στο κέντρο του προσκυνηταριού. Το παλιό φυτιλάκι με την χαρτοπετσέτα δεν τα πετούσε στα σκουπίδια, είχε μια ειδική σακούλα, όταν γέμιζε την έπαιρνε και την έκαιγε σε μια άκρη της αυλής του σπιτιού της.
Κάθε μέρα ο γιος της την πετύχαινε σε κάποιο σημείο αλλαγής του φυτιλιού. Αυτός πήγαινε πάντα βιαστικά στο μπάνιο, να πλυθεί, να ντυθεί να πάει στην δουλειά. Ο πατέρας του τους είχε αφήσει εδώ και χρόνια, μάλλον καλύτερα που έφυγε μιας και η καημένη του η μάνα τράβηξε πολλά από τα μεθύσια και τις ασωτίες του.
Την παρατηρούσε κάθε μέρα, κάθε πρωί να ψέλνει, να θυμιάζει το σπίτι, να τον αποχαιρετά με το θυμιατό στο χέρι, να τον σταυρώνει καθώς αυτός απομακρυνόταν. Και πάλι την έβλεπε να ανοίγει απαλά τις κουρτίνες του παραθύρου και να τον παρατηρεί καθώς έμπαινε στο αμάξι. Μετά και αυτή ντυνόταν και πήγαινε στο ναό να ακούσει την ισχνή φωνή του ιερέα να ψέλνει τον όρθο της ημέρας. Μέσα στο ναό καθόταν όρθια κάτω από την αγιογραφία της Αγίας Αικατερίνης. Εκεί στο στασίδι ακουμπούσε λίγο, έκλεινε τα μάτια της και έλεγε την ευχή. Μόλις τελείωνε ο όρθος περίμενε τον πάτερ να πάρει την ευχή του. Έβαζε μετάνοια, φιλούσε το χέρι του και έφευγε.
Το απόγευμα καθώς γυρνούσε κουρασμένος από την δουλειά την έβρισκε είτε να κρατά το συναξάρι είτε το προσευχητάρι. Του έβαζε να φάει, δεν τον ρωτούσε πολλά, μόνο αν ήταν καλά, μόνο αν ήθελε κάτι και μπορούσε να το κάνει. Καθόταν μαζί του και τον έβλεπε να τρώει. Τον έβλεπε και χόρταινε και η ίδια, χαιρόταν όταν έτρωγε όλο το φαγητό στο πιάτο, μα χαιρόταν περισσότερο εάν ζητούσε κι άλλο. Αν σήκωνε τα μάτια του έβλεπε πάντα το χαμόγελό της. Σιωπηλή, ήρεμη, παρόν. Τελείωνε το φαγητό του. Έκανε τον σταυρό της. Σηκωνόντουσαν από το τραπέζι. Πήγαινε στο σαλόνι, άνοιγε την τηλεόραση, έβλεπε είδήσεις ή αθλητικά, μπορεί να τον έπερνε ο ύπνος εκεί. Κατα το βραδάκι, σηκωνόταν ντυνόνταν και καθώς άνοιγε την πόρτα έλεγε «μάνα, θα βγώ...». Η φωνή της ακουγόνταν πίσω από την κλειστή πόρτα του δωματίου της, έκαμε να τον προλάβει μα τις περισσότερες φορές τον λόγο της τον προλάβαινε ο ήχος της εξώπορτας «...να προσέχεις παιδί μου...».
Έμενε στην κλειστή εξώπορτα, όρθια, μόνη, σιωπηλή. Μετά από λίγο γυρνούσε στο δωμάτιό της. Δίπλα στο μονό κρεβάτι της είχε ένα μικρό χαλάκι. Σήκωνε απαλά την φούστα της, τα γονατά της ακουμπούσαν χάμο. Το βλέμμα της έμενε καρφωμένο σε μια εικόνα της Παναγίας που είχε στο κομοδίνο της. Δεν άκουγες τίποτα να βγαίνει από το στόμα της, δεν άκουγες φωνή, μα αν ήσουν παρόν θα έβλεπες τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα, να χαρακώνουν τα μάγουλά της, να κυλάνε στο λαιμό της και να χάνονται στην αλυσίδα του σταυρού της. Οι ώρες περνούσαν, δύο, τρεις και τέσσερις ώρες. Στα γόνατα. Στο μικρό αυτό χαλάκι, στην μικρή αυτή κάμαρα. Ποτέ της δεν έκανε κύρηγμα στο γιο της. Ποτέ της δεν τον ρωτούσε που πήγαινε, με ποιους ήταν, τί έκανε. Την ανησυχία της την έκανε προσευχή.
Το κλειδί στην πόρτα ακουγόταν. Ήταν ο γιος της. Γύρισε. Έκανε τον σταυρό της. Ακουμπούσε το μέτωπό της χάμο και έμενε εκεί μέχρι ο γιος της να μπει στο δωμάτιό του. Αφού έπεφτε για ύπνο, έκανε αυτή να σηκωθεί. Μα κάποιες φορές ήταν τόσο δύσκολο. Τόση ώρα στα γόνατα δεν αισθανόταν πλέον τα πόδια της. Προσπαθούσε στηριζόμενη στο κρεβάτι της. Κάποιες φορές ίσα ίσα που κατάφερνε να ακουμπήσει το σώμα της στο στρώμα, κάποιες άλλες φορές έμενε χάμο απλώνοντας τα πόδια της περιμένοντας να κυκλοφορήσει και πάλι το αίμα.
Την επόμενη μέρα, η πόρτα του δωματίου του άνοιγε. Καθώς πήγαινε στο μπάνιο την έβλεπε και πάλι να αλλάζει το φυτιλάκι. Και αυτό γινόταν χρόνια. Πάντα διακριτική. Είχανε μεταξύ τους μια συνδέουσα απόσταση, μία σχέση σεβασμού, κατανόησης, αλληλοπεριχώρησης.
Ο καιρός περνούσε. Γνώρισε μια κοπέλα όμορφη, καλοσυνάτη, απλή. Την αγαπούσε πολύ ο γιος της, και αυτή την αγάπησε πολύ. Την έφερε και στο σπίτι. Της είπανε ότι έχουν σκοπό να παντρευτούν. Η μάνα του σηκώθηκε έκανε στο σταυρό της, «να ναι ευλογημένο παιδιά μου», είπε, έπεσα στα γόνατα, έπιασε τα χέρια της κοπέλας και τα φίλησε. Τα φίλησε και τα γέμισε δάκρυα, δάκρυα χαράς.
Πέρασαν μερικές ημέρες. Το πρόγραμμα στο σπίτι δεν άλλαξε.
Μέχρι εκείνο το πρωινό.
Ξύπνησε, βγήκε από το δωμάτιό του μα δεν είδε την μάνα του. Κοντοστάθηκε. Έμεινε ακίνητος μερικά δευτερόλεπτα. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Τα χείλη του ψέλλιζαν μια λέξη μα την επαναλάμβαναν αδύναμα, ψιθυριστά. Μα όσο πήγαινε η λέξη δυνάμωνε, μέχρι που η φωνή του έγινε κραυγή... «μάνα μου», έλεγε και ξανάλεγε, έτρεξε στη μικρή της κάμαρα. Άνοιξε την πόρτα. Την είδε γονατιστή πάνω στο μικρό χαλάκι. Ακίνητη, σιωπηλή, ήρεμη, χωρίς πνοή, με μάτια κλειστά, με το κομποσχοίνι στα χέρια της. Είχε γύρει και ακουμπούσε στο πλάι του κρεβατιού. Το μικρό πορτατίφ ήταν ακόμα αναμένο. Μπροστά της η εικονά της Παναγίας.
Γονάτισε δίπλα της. Σταμάτησε να φωνάζει. Σταμάτησε να κινείται κι αυτός.
Και οι δυο πλέον ήταν γονατιστοί. Μάνα και γιος. Δίπλα δίπλα.
Μετά από μερικά λεπτά γύρισε, την είδε, της χάιδεψε τα μαλλιά, την πλησίασε και την ασπάστηκε στα μάτια της, σ’αυτά τα μάτια που ήταν ακόμα υγρά από τα δάκρυα της προσευχής της, της νήψης που βίωνε. Τα δικά του μάτια είχαν γίνει κόκκινα από την αλμύρα των δακρύων του. Η όψη του όμως ήταν ειρηνική, όπως της μάνας του.
Σηκώθηκε. Πήγε προς το προσκυνητάρι. Πήρε με το δεξί του χέρι το καντηλάκι. Άλλαξε το φυτιλάκι. Έκανε το σταυρό του.
Μετά ειδοποίησε τους συγγενείς...
-------------------
-------------------
-------------------
Το μεγαλύτερο κήρυγμα είναι η ζωή μας.
π. Παύλος Παπαδόπουλος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Μέχρι της τρείς τα ξημερώματα περίμενα πάτερ μου στο παράθυρο να δω εάν θα χιονίσει…»
Αυτό μου είπε ένας ηλικιωμένος κύριος. Σκέφτηκα πόσο πολύ ο άνθρωπος λαχταράει την χαρά. Πως είναι φτιαγμένος γι αυτήν. Για το θαύμα, το θαυμαστό, την έκπληξη. Πόσο μου άρεσε ένας πατέρας της εκκλησίας, δεν θυμάμαι το όνομα του, που έλεγε, ότι ο άνθρωπος με την πτώση του, χάνει την δυνατότητα να εκπλήσσεται μπροστά στο θαύμα της ζωής. Τι ωραία ερμηνεία. Και έτσι είναι. Ναι. Το είδα και πάλι με τα χιόνια.
Χιόνισε και όλα τα κρυμμένα παιδιά βγήκαν στις πλατείες και στα βουνά, μα πιο πολύ φανερώθηκαν στα χείλη και στην καρδιά μας. Όχι δεν μιλώ για τα παιδιά μας, για τα μικρά «ζιζάνια» της ζωής μας,.Αλλά για εκείνα τα παιδιά που κρύβονται μέσα στις καρδιές μας. Αυτό το παιδί που κουβαλάει ο καθένας μέσα του και χρόνια τώρα του φωνάζει, «σσσς…. σώπα μην μιλάς, μην γελάς μην παίζεις. Μεγάλωσες. Σοβαρέψου». Και το κάναμε τόσο σοβαρό που μοιάζει νεκρό.
Όμως αυτό το παιδί που χρόνια τώρα έχουμε κρύψει καλά μέσα σ' ένα αβάσταχτο «κρυφτό» ξέρετε τι περιμένει; Εκείνον που κάποια μέρα με δυνατή και συνάμα όλο αγάπη και κατανόηση φωνή θα το καλέσει λέγοντας του «Φτου ξελευθερία…»
Χριστέ μου, σε ακούω αιώνες τώρα να το φωνάζει στις ψυχές των ανθρώπων, μόνο που οι άνθρωποι "σοβαρεύτηκαν" τόσο πολύ που μοιάζουν νεκροί...
π. Λίβυος
Αυτό μου είπε ένας ηλικιωμένος κύριος. Σκέφτηκα πόσο πολύ ο άνθρωπος λαχταράει την χαρά. Πως είναι φτιαγμένος γι αυτήν. Για το θαύμα, το θαυμαστό, την έκπληξη. Πόσο μου άρεσε ένας πατέρας της εκκλησίας, δεν θυμάμαι το όνομα του, που έλεγε, ότι ο άνθρωπος με την πτώση του, χάνει την δυνατότητα να εκπλήσσεται μπροστά στο θαύμα της ζωής. Τι ωραία ερμηνεία. Και έτσι είναι. Ναι. Το είδα και πάλι με τα χιόνια.
Χιόνισε και όλα τα κρυμμένα παιδιά βγήκαν στις πλατείες και στα βουνά, μα πιο πολύ φανερώθηκαν στα χείλη και στην καρδιά μας. Όχι δεν μιλώ για τα παιδιά μας, για τα μικρά «ζιζάνια» της ζωής μας,.Αλλά για εκείνα τα παιδιά που κρύβονται μέσα στις καρδιές μας. Αυτό το παιδί που κουβαλάει ο καθένας μέσα του και χρόνια τώρα του φωνάζει, «σσσς…. σώπα μην μιλάς, μην γελάς μην παίζεις. Μεγάλωσες. Σοβαρέψου». Και το κάναμε τόσο σοβαρό που μοιάζει νεκρό.
Όμως αυτό το παιδί που χρόνια τώρα έχουμε κρύψει καλά μέσα σ' ένα αβάσταχτο «κρυφτό» ξέρετε τι περιμένει; Εκείνον που κάποια μέρα με δυνατή και συνάμα όλο αγάπη και κατανόηση φωνή θα το καλέσει λέγοντας του «Φτου ξελευθερία…»
Χριστέ μου, σε ακούω αιώνες τώρα να το φωνάζει στις ψυχές των ανθρώπων, μόνο που οι άνθρωποι "σοβαρεύτηκαν" τόσο πολύ που μοιάζουν νεκροί...
π. Λίβυος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Κοιτάξτε, επειδή είναι πολύ εύκολο πίσω από ένα πληκτρολόγιο και μέσα από ένα ζεστό σπίτι, με γεμάτο τραπέζι και ψυγείο, να λυπούμαστε και να σκεφτόμαστε τους αστέγους των κρύων και παγερών αυτών ημερών, ας σταματήσουμε τα υποκριτικά πλατιά λόγια και συναισθηματικές φιοριτούρες κι κάνουμε κάτι απλό και πρακτικά δυνατόν. Ανοίξτε τα σπίτια σας να τους φιλοξενήσετε ή πάρτε μια κουβέρτα, με ζεστό φαγητό και πηγαίνετε δίπλα τους. Σταματήστε όμως, μέσα από το face να τους λυπάστε. Είναι τουλάχιστον υποκριτικό. Οι άστεγοι δεν έχουν ανάγκη από την ζεστασιά μονάχα των κρύων ημερών, αλλά από εκείνη την ζεστασιά που δεν γνωρίζει καιρικά φαινόμενα και είναι παντός καιρού. Την ζεστασιά και το ενδιαφέρον της καρδιάς μας.
π. Λίβυος
π. Λίβυος
-
aposal
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 26127
- Εγγραφή: Παρ Απρ 13, 2007 5:00 am
- Τοποθεσία: Απόστολος @ Άγιος Δημήτριος (Μπραχάμι)
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«Η σκέπη και η πρόνοια του Θεού απλώνεται επάνω σε όλους τους ανθρώπους, την βλέπουν όμως όσοι καθάρισαν τον εαυτό τους από την αμαρτία».
Άγιος Ισαάκ ο Σύρος
Άγιος Ισαάκ ο Σύρος
Μελίζεται και διαμερίζεται ο Αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανόμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Θα μάθεις μέσα από δεκάδες μάχες στα χαρακώματα της ζωής, ότι ο αυτός-η που θα σου πει «σε αγαπώ…., θα είμαι για πάντα κοντά σου….» θα φανεί και θα αποκαλύψει τα αισθήματα του, την αφοσίωση και την αγάπη του, το αληθινό του δηλαδή πρόσωπο, σε ώρες δύσκολες και οριακά επικίνδυνες.
Σε στιγμές που θα χειρίζεσαι την σωτηρία της ψυχής και του κορμιού σου, της ζωή σου ολάκερης. Όταν οι πολλοί θα έχουν εξαφανιστεί, ρουφώντας τα σάλια και τα πλατιά λόγια που έριξαν στο κατώφλι σου, τότε που ήσουν ο κλόουν της παρέας, το καλό παιδί, ο μεγάλος ευεργέτης και γέροντας.
Θα έρθει η ώρα που θα αποκαλυφθεί με οδύνη, ότι πολλοί πλησίασαν και έπαιξαν τον ρόλο τους καλά, για το ατομικό και μόνο όφελος. Γιατί σε είχαν ανάγκη. Άλλοι για να καθρεφτίσουν την νάρκισση προσωπικότητας τους και πολλοί για να σε φιλήσουν στον κήπο της Γεσθημανή αφού πρώτα θα τους έχει σκανδαλωδώς ευεργετήσει.
Άλλωστε ο μεγαλύτερος εχθρός είναι εκείνος που κάποτε έφαγε και ήπιε ελπίδα και φώς από την καρδιά σου, τότε που δεκάδες φιλιά ζωής τον έσωσαν από τον σπαραγμό και την απώλεια.
Τότε για πρώτη φορά θα καταλάβεις την μικρή απόσταση του «σ αγαπώ» από το «σε χρησιμοποιώ»….
π. Λίβυος
Σε στιγμές που θα χειρίζεσαι την σωτηρία της ψυχής και του κορμιού σου, της ζωή σου ολάκερης. Όταν οι πολλοί θα έχουν εξαφανιστεί, ρουφώντας τα σάλια και τα πλατιά λόγια που έριξαν στο κατώφλι σου, τότε που ήσουν ο κλόουν της παρέας, το καλό παιδί, ο μεγάλος ευεργέτης και γέροντας.
Θα έρθει η ώρα που θα αποκαλυφθεί με οδύνη, ότι πολλοί πλησίασαν και έπαιξαν τον ρόλο τους καλά, για το ατομικό και μόνο όφελος. Γιατί σε είχαν ανάγκη. Άλλοι για να καθρεφτίσουν την νάρκισση προσωπικότητας τους και πολλοί για να σε φιλήσουν στον κήπο της Γεσθημανή αφού πρώτα θα τους έχει σκανδαλωδώς ευεργετήσει.
Άλλωστε ο μεγαλύτερος εχθρός είναι εκείνος που κάποτε έφαγε και ήπιε ελπίδα και φώς από την καρδιά σου, τότε που δεκάδες φιλιά ζωής τον έσωσαν από τον σπαραγμό και την απώλεια.
Τότε για πρώτη φορά θα καταλάβεις την μικρή απόσταση του «σ αγαπώ» από το «σε χρησιμοποιώ»….
π. Λίβυος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Άνθρωπος ευγενικός και καλλιεργημένος λογαριάζεται εκείνος που δεν είναι φαντασμένος, που δεν ξιπάζεται σ’ εκείνους που συχνάζουν κοντά του και ωφελούνται από τη γενναιοδωρία του, δεν τους παραμελεί, δεν τους υποτιμά στη σκέψη του, αλλά τους εκτιμά όπως την πρώτη φορά που τους συνάντησε.
Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης
http://www.pemptousia.gr/
Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης
http://www.pemptousia.gr/
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Η μετάνοια έχει αρχοντιά, όχι μιζέρια
Έχεις κάνει ένα λάθος. Το ότι το κατάλαβες είναι πολύ καλό.
Μην το παιδεύεις όμως πολύ. Μην αρχίζεις να το αναλύεις. Μην μπαίνεις στην διαδικασία συζήτησης με τον λογισμό σου. Έκανες το λάθος και το κατάλαβες. Τώρα πάνε παρακάτω. Μην μένεις στο λάθος, στην αμαρτία σου. Μην αρχίζεις να μιζεριάζεις. Αυτό δεν είναι μετάνοια. Η μετάνοια έχει αρχοντιά, όχι μιζέρια. Μετανόησε και άσε το λάθος σου πίσω.
Πολλές φορές δυστυχώς ακόμα και την μετάνοιά μας την κάνουμε επιτηδευμένη. Μπαίνουμε δηλαδή σε μία διαδικασία διεξοδικής ανάλυσης της αμαρτίας με αποτέλεσμα να μένουμε στην αμαρτία, να ασχολούμαστε με την πτώση μας και δεν προχωρούμε στην ανάστασή μας.
Ασχολούμαστε με την πληγή μας, την ξύνουμε, την περιεργαζόμαστε και δεν προχωρούμε στην ίασή της.
Πολλοί είναι εκείνοί που ενώ έχουν καταλάβει την αμαρτία τους, ενώ λένε ότι έχουν μετανοήσει δεν επισφραγίζουν την μετάνοιά τους με το Μυστήριο της Εξομολογήσεως.
Και αυτό συμβαίνει διότι ενώ συνειδητοποιούν το σφάλμα τους δεν έχουν την ταπείνωση να ζητήσουν βοήθεια και έλεος.
Προφασίζονται ότι δεν είναι άξιοι να προσέλθουν στο Μυστήριο, ότι είναι τόσες πολλές και βαριές οι αμαρτίες τους που ο πνευματικός δεν θα τις αντέξει, ότι ο Θεός δεν μπορεί να τις συγχωρήσει.
Πλάνη. Εγωισμός.
Είναι κρίμα οι άνθρωποι αυτοί που ενώ κατάλαβαν την αμαρτία τους να μένουν στην αμαρτία τους από ντροπή και εγωισμό απαριθμώντας δικαιολογίες για να μην βγούνε από το σκοτάδι στο φως.
Όταν συνηθίσεις να ζεις μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο είναι επίπονο να βγεις έξω στην ηλιόλουστη φύση. Στην αρχή τα μάτια σου δεν θα αντέχουν το φως, μπορεί να νιώσεις δυσφορία και πόνο όμως μετά από μερικά λεπτά θα δεις τι έχανες τόσο καιρό, θα δεις τα χρώματα της ζωής, θα νιώσεις την θέρμη του φωτός.
Όλοι είμαστε αμαρτωλοί, κάποιοι ταπεινώνονται και ομολογούν την αμαρτία τους και καθαρίζονται δια του Μυστηρίου και κάποιοι άλλοι απλά συνεχίζουν να ζούνε μέσα στην μιζέρια της ταπεινοσχημίας τους, έχοντας αναγάγει την μετάνοια σε μία συναισθηματική κατάσταση.
Αμάρτησες; Μην καθυστερείς. Σήκω.
Έκανες ένα λάθος, χίλια λάθη. Ε, και;
Υπάρχει η μετάνοια και η εξομολόγηση. Υπάρχει ελπίδα.
Ο Θεός πάντα μας δέχεται. Πάντα μας περιμένει. Αρκεί να θέλεις και εσύ να γυρίσεις πίσω σ’Αυτόν.
Γι’αυτό πάψε να μιλάς για την αμαρτία σου. Πάψε να είσαι κολλημένος στο παρελθόν. Η ζωή σου ανοίγεται μπροστά σου.
Είσαι αυτός που θα γίνεις. Όχι αυτός που ήσουν.
http://agiameteora.net/
Έχεις κάνει ένα λάθος. Το ότι το κατάλαβες είναι πολύ καλό.
Μην το παιδεύεις όμως πολύ. Μην αρχίζεις να το αναλύεις. Μην μπαίνεις στην διαδικασία συζήτησης με τον λογισμό σου. Έκανες το λάθος και το κατάλαβες. Τώρα πάνε παρακάτω. Μην μένεις στο λάθος, στην αμαρτία σου. Μην αρχίζεις να μιζεριάζεις. Αυτό δεν είναι μετάνοια. Η μετάνοια έχει αρχοντιά, όχι μιζέρια. Μετανόησε και άσε το λάθος σου πίσω.
Πολλές φορές δυστυχώς ακόμα και την μετάνοιά μας την κάνουμε επιτηδευμένη. Μπαίνουμε δηλαδή σε μία διαδικασία διεξοδικής ανάλυσης της αμαρτίας με αποτέλεσμα να μένουμε στην αμαρτία, να ασχολούμαστε με την πτώση μας και δεν προχωρούμε στην ανάστασή μας.
Ασχολούμαστε με την πληγή μας, την ξύνουμε, την περιεργαζόμαστε και δεν προχωρούμε στην ίασή της.
Πολλοί είναι εκείνοί που ενώ έχουν καταλάβει την αμαρτία τους, ενώ λένε ότι έχουν μετανοήσει δεν επισφραγίζουν την μετάνοιά τους με το Μυστήριο της Εξομολογήσεως.
Και αυτό συμβαίνει διότι ενώ συνειδητοποιούν το σφάλμα τους δεν έχουν την ταπείνωση να ζητήσουν βοήθεια και έλεος.
Προφασίζονται ότι δεν είναι άξιοι να προσέλθουν στο Μυστήριο, ότι είναι τόσες πολλές και βαριές οι αμαρτίες τους που ο πνευματικός δεν θα τις αντέξει, ότι ο Θεός δεν μπορεί να τις συγχωρήσει.
Πλάνη. Εγωισμός.
Είναι κρίμα οι άνθρωποι αυτοί που ενώ κατάλαβαν την αμαρτία τους να μένουν στην αμαρτία τους από ντροπή και εγωισμό απαριθμώντας δικαιολογίες για να μην βγούνε από το σκοτάδι στο φως.
Όταν συνηθίσεις να ζεις μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο είναι επίπονο να βγεις έξω στην ηλιόλουστη φύση. Στην αρχή τα μάτια σου δεν θα αντέχουν το φως, μπορεί να νιώσεις δυσφορία και πόνο όμως μετά από μερικά λεπτά θα δεις τι έχανες τόσο καιρό, θα δεις τα χρώματα της ζωής, θα νιώσεις την θέρμη του φωτός.
Όλοι είμαστε αμαρτωλοί, κάποιοι ταπεινώνονται και ομολογούν την αμαρτία τους και καθαρίζονται δια του Μυστηρίου και κάποιοι άλλοι απλά συνεχίζουν να ζούνε μέσα στην μιζέρια της ταπεινοσχημίας τους, έχοντας αναγάγει την μετάνοια σε μία συναισθηματική κατάσταση.
Αμάρτησες; Μην καθυστερείς. Σήκω.
Έκανες ένα λάθος, χίλια λάθη. Ε, και;
Υπάρχει η μετάνοια και η εξομολόγηση. Υπάρχει ελπίδα.
Ο Θεός πάντα μας δέχεται. Πάντα μας περιμένει. Αρκεί να θέλεις και εσύ να γυρίσεις πίσω σ’Αυτόν.
Γι’αυτό πάψε να μιλάς για την αμαρτία σου. Πάψε να είσαι κολλημένος στο παρελθόν. Η ζωή σου ανοίγεται μπροστά σου.
Είσαι αυτός που θα γίνεις. Όχι αυτός που ήσουν.
http://agiameteora.net/