Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1961
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ζ΄ (7η) του Δεκεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ Επισκόπου Μεδιολάνων.

Δημοσίευση από silver » Παρ Δεκ 07, 2018 1:03 am


Αμβρόσιος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών εγεννήθη κατά το έτος τμ΄ (340) εις Μεδιόλανα της Ιταλίας, όπου και δια τας πολλάς του αρετάς κατέστη Επίσκοπος και από των οποίων ως αστήρ φωτεινότατος κατηύγασεν άπασαν την οικουμένην με το φως της διδασκαλίας του εκπληρώσας εις εαυτόν την εντολήν του Κυρίου την λέγουσαν· «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. ε , 16 ). Τούτο δε δεν είπε μόνον προς τους Αποστόλους ο Κύριος, αλλά και προς πάντας τους διαδόχους αυτών Αρχιερείς, οι οποίοι πρέπει να λάμπωσιν ως το φως κατά τας αρετάς, ίνα βλέποντες οι άνθρωποι την χριστομίμητον αυτών πολιτείαν δοξάζωσι τον Θεόν. Όσοι δε Αρχιερείς δεν φυλάττουσι τας εντολάς του Κυρίου, καν εγγράμματοι και διδάσκαλοι είναι, αλλοίμονον εις αυτούς! Διότι δεν είναι Ποιμένες, αλλά λύκοι άρπαγες προβατόσχημοι και θέλουν καταπατηθή ως άλας άχρηστον και ανωφελές· «ου γαρ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλ΄ οι ποιηταί» καθώς λέγει ο θείος Παύλος (Ρωμ. β΄ 13). Και ο Δεσπότης λέγει· «όστις γαρ αν ποιήση το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς, αυτός μου αδελφός και αδελφή και μήτηρ εστίν» (Ματθ. ιβ: 50). Και αλλαχού λέγει· «Ου πας ο λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν των ουρανών αλλ΄ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ ζ : 21 ). Και πάλιν λέγει· «ος δ΄ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται» (Ματθ. ε: 19).
Ναι κατ΄ αλήθειαν· όστις Αρχιερεύς διδάσκει τον λόγον του Θεού και φυλάττει τον νόμον απαρασάλευτα, φέρων ούτω τους αμαρτήσαντας εις μετάνοιαν και δεικνύων με τα έργα μάλλον την διδασκαλίαν ή με τους λόγους, ούτος θέλει λάβει παρά Κυρίου πλουσίας τας αμοιβάς των πόνων αυτού εν ημέρα ανταποδόσεως. Τούτο γνωρίζοντες οι παλαιοί Αρχιερείς εσπούδαζον να φυλάττουν πάσας τας σωτηρίους εντολάς. Ήσαν ταπεινοί και πραότατοι, ειρηνοποιοί, ελεήμονες και φιλόξενοι, ταπεινοί τη καρδία, εγκρατείς πολύ και σώφρονες. Δεν εφοβούντο βασιλείς και δυνάστας, ούτε ησχύνοντο άρχοντας, αλλ΄ ήλεγχον παρρησία τους παραβάτας και αυστηρώς αυτούς εκανόνιζον. Και εξόχως ο νυν εις ευφημίαν προκείμενος και κατά χρέος παρ΄ ημών πανηγυριζόμενος Αμβρόσιος ο της αμβροσίας επώνυμος, το της Ιταλίας αγλάϊσμα, ο εραστής της σοφίας και ζηλωτής του Προδρόμου και Ηλιού του παμμάκαρος. Τούτου τον Βίον έρχομαι σήμερον προς υμάς να διηγηθώ και προσέχετε επιμελώς να θαυμάσητε όχι μόνον τον ζήλον του Αρχιερέως, αλλά πολλώ μάλλον του αοιδίμου βασιλέως Θεοδοσίου την άκραν ταπείνωσιν και θερμοτάτην μετάνοιαν. Ούτος ο μακάριος της ηδυτάτης αμβροσίας αξίως επώνυμος εγεννήθη, ως είπομεν, εις την μεγαλόπολιν Μεδιόλανα, την εξακουστήν και περίφημον, από γονείς ευσεβείς και ευγενεστάτους. Ο πατήρ αυτού ήτο έπαρχος εις την Γαλλίαν, Αμβρόσιος και αυτός ονομαζόμενος. Μετά την τελευτήν των γονέων του έμεινεν ο Αμβρόσιος με μίαν αδελφήν μεγαλυτέραν απ΄ αυτόν, την οποίαν βλέπων ο νέος μίαν φοράν να ασπάζηται την χείρα ενός Επισκόπου, της έδωκε και αυτός την δεξιάν, λέγων· «Φίλησον και ταύτην, διότι και εγώ μέλλει να γίνω Επίσκοπος». Η δε μη κατανοήσασα την πρόρρησιν του παιδός, τον επέπληξεν· αλλ΄ ύστερον, όταν ετελειώθη η προφητεία του, εθαύμασεν η αδελφή του, εφύλαξε δε και αύτη η μακαρία έως τέλους παρθενίαν και άκρας αρετάς, μιμουμένη τον Άγιον.
Όταν δε ο Άγιος έφθασεν εις ηλικίαν νόμιμον εγνώριζε πολλάς επιστήμας, εξαιρέτως δε την ρητορικήν. Όθεν όλοι τον εθαύμαζον, διότι έμαθεν εις ολίγον καιρόν τόσα γράμματα και τον εψήφισαν Αβοκάτον, ήτοι ρήτορα, δηλαδή δικηγόρον, όπως λέγομεν σήμερον, υπερήσπιζε τουτέστι τας διαφοράς των κρινομένων εις το παλάτιον και τοσούτον επιμελώς και με τοσαύτην ευγλωττίαν και σύνεσιν ερρητόρευεν, ώστε δεν ήτο άλλος όμοιός του και μάλιστα εις την δικαιοσύνην, την αλήθειαν και τας άλλας αρετάς, με τας οποίας ήτο εστολισμένος και έθαλλεν. Όθεν ο βασιλεύς Ουαλεντινιανός, όστις εξουσίαζε τότε την Ρώμην και όλην την Ευρώπην, δηλαδή όλα τα εσπέρια μέρη, τον έκαμεν ηγεμόνα να ορίζη όχι μόνον τα Μεδιόλανα, αλλά και πάσαν την Ιταλίαν. Όταν τον εψήφισεν ο βασιλεύς ηγεμόνα, του λέγει ο Πρόβος ο επίτροπος του βασιλέως· «Αμβρόσιε, λάβε την αξίαν, την οποίαν σου έδωσεν ο βασιλεύς και κυβέρνα τον λαόν όχι ως κριτής, αλλ΄ ως Επίσκοπος». Ταύτα είπεν ο Πρόβος με άλλην γνώμην, ήτοι να μη είναι πολύ αυστηρός εις τας κρίσεις και παιδεύει σκληρά τους πταίοντας, αλλ΄ ως ποιμήν να τους ευσπλαγχνίζεται όσον δύναται. Αλλά και ούτος ο λόγος ήτο πρόρρησις περί της εκκλησιαστικής ηγεμονίας, εις την οποίαν έμελλε μετά καιρόν να αναδειχθή ο Άγιος. Εκυβέρνα λοιπόν το οφφίκιον αυτού με τόσην γνώσιν και διάκρισιν, ώστε όλος ο λαός τον ηυχαρίστει τα μέγιστα.
Κατ΄ εκείνον τον καιρόν απέθανεν ο βασιλεύς της Ανατολής Ιοβιανός, ο δε Ουαλεντινιανός έφερεν από την Παννονίαν τον γνήσιον αυτού αδελφόν Ουάλεντα και του έδωσε την κυβέρνησιν όλης της Ανατολής, ήτοι να ορίζη το Βυζάντιον, την Θράκην, την Αίγυπτον και όλα τα μέρη της Ελλάδος. Ο δε Ουαλεντινιανός παρέμεινεν εις την Δύσιν, ως είπομεν ανωτέρω, και εκήρυττε πανταχού την ευσέβειαν, εξοστρακίζων, όσον ηδύνατο, την αίρεσιν του Αρείου, εις την οποίαν ήτο βεβυθισμένος και ο τότε Αρχιερεύς των Μεδιολάνων Αυξέντιος· όθεν ο Κύριος έκοψε την ζωήν αυτού και κακώς ετελεύτησε. Τότε ο ευσεβέστατος βασιλεύς, προσκαλέσας τους Επισκόπους όλους της Ιταλίας, είπε προς αυτούς· «Γνωρίζετε καλώς, Πατέρες σεβασμιώτατοι, καθό ανατεθραμμένοι με θεία και ιερά μαθήματα, οποίος πρέπει να είναι ο έχων αρχιερωσύνης αξίωμα, ήτοι όχι μόνον με λόγον, αλλά και με πολιτείαν ενάρετον να διορθώνη το ποίμνιον, να το οδηγή προς νομήν σωτήριον και να έχη μαρτυρίαν της διδασκαλίας την πολιτείαν του. Τοιούτον λοιπόν άνθρωπον εκλέξατε δια τον επισκοπικόν θρόνον, ίνα και ημείς, οίτινες κυβερνώμεν την βασιλείαν, υποκλίνωμεν εις αυτόν μετά προθυμίας τας κεφαλάς μας και δεχώμεθα μετ΄ ευχαριστήσεως τους ελέγχους αυτού ως ιατρικήν θεραπείαν· διότι ως άνθρωποι σφάλλομεν και ημείς κατ΄ ανάγκην».
Ταύτα λέγοντος του ευσεβούς βασιλέως, η Σύνοδος όλη παρεκάλεσεν να ψηφίση αυτός τον μέλλοντα Αρχιερέα, ως σοφός όπου ήτο και ευσεβέστατος. Ο δε απεκρίνατο· «Τούτο το επιχείρημα είναι έξω της ημετέρας δυνάμεως, διότι σεις είσθε ηξιωμένοι θείας Χάριτος, καθότι εδέχθητε την ακτίνα εκείνην του Παναγίου Πνεύματος και δια τούτο θέλετε κάμει εκλογήν καλλιτέραν». Ούτω λοιπόν οι μεν Αρχιερείς εξελθόντες από τα βασίλεια διελογίζοντο περί του εκλεκτέου. Οι δε λαϊκοί, οίτινες κατώκουν τα Μεδιόλανα, εφιλονείκουν μεταξύ των, οι Ορθόδοξοι και οι Αρειανοί, θέλοντες εκάστη παράταξις να ψηφίση τον ιδικόν της ομόφρονα. Ο δε θείος και θαυμαστός Αμβρόσιος, διαλάμπων τον καιρόν εκείνον με τας καλάς του αρετάς, αμέμπτως και ευσεβώς πολιτευόμενος και πεπαιδευμένος τον τε θείον και πολιτικόν νόμον, έκρινε τας υποθέσεις εκάστου ορθά και δίκαια και καθολικά ήτο ακριβής έλεγχος πάσης κακής πράξεως και στάθμη της διακρίσεως, καίτοι ήτο αμέτοχος του θείου Βαπτίσματος, διότι τον καιρόν εκείνον δεν εβαπτίζοντο, έως να φθάσουν εις την ηλικίαν του Χριστού. Ακούσας λοιπόν την στάσιν του λαού και την φιλονικίαν και φοβηθείς μήπως γίνη νεωτερισμός τις, έρχεται εις τα Μεδιόλανα ταχέως και με την πολλήν αυτού γνώσιν έπαυσε τα σκάνδαλα, λέγων προς τον λαόν, ότι δεν έπρεπε να γίνη ο Αρχιερεύς με στάσιν και σύγχυσιν, αλλά να προκρίνουν τον εναρετώτερον όλων, δια να είναι άξιος να ποιμαίνη τα λογικά θρέμματα. Οι δε ταύτα και έτερα πλείονα ακούσαντες παρ΄ αυτού ψυχοσωτήρια λόγια, απεκρίθησαν, φωτισθέντες εκ θείου Πνεύματος, ότι ουδείς άλλος ήτο αξιώτερος αυτού δια να γίνη Επίσκοπος. Όθεν όλοι εβόησαν προς τον βασιλέα, ότι τον Αμβρόσιον ήθελον δι΄ οδηγόν και Ποιμένα των. Ευθύς τότε ο βασιλεύς, ιδών τον σοφώτατον και αξιέπαινον τούτον άνδρα και γνωρίζων ότι ούτος ήτο ζυγός και στάθμη δικαιοσύνης αμίμητος, προσέταξε να τον βαπτίσουν και να τον χειροτονήσουν. Ο δε Αμβρόσιος, ταύτα ακούσας, ανεχώρησε, προφασιζόμενος ότι δεν ήτο άξιος τοιαύτης επιχειρήσεως και δια να μη του δώσουν περί τούτου άλλην ενόχλησιν, εξήλθε το εσπέρας της πόλεως με σκοπόν να υπάγη εις άλλην χώραν να κρυφθή δια να μη τον ευρίσκωσι και τον πειράζωσιν.
Ο Κύριος όμως, όστις ήθελε να τεθή ο λύχνος επί την λυχνίαν και να φωτίση τους εν σκότει καθεύδοντας, τι ωκονόμησεν; Περιπατών ο Άγιος όλην την νύκτα (ήτο δε τότε η πρώτη του Δεκεμβρίου) ευρέθη πάλιν την πρωϊαν, ω του θαύματος! έξωθεν των τειχών της πόλεως των Μεδιολάνων. Οι δε ευλαβέστεροι των Χριστιανών, όσοι εξήλθον κατόπιν αυτού εις αναζήτησίν του, ευρόντες αυτόν, τον απήγαγον βιαίως εις την Μητρόπολιν και ανέφερον το γεγονός εις τον βασιλέα, δεόμενοι τούτου να τον ψηφίση δια γράμματος και να τον παρακαλέση να μη παρακούση, αλλά να δεχθή την αξίαν. Χαρείς ο βασιλεύς δια την εύρεσιν του Αμβροσίου, αλλά και διότι τους ανθρώπους, τους οποίους αυτός εψήφιζεν εις ηγεμονίαν, έκρινεν ο λαός αξίους της Μητροπόλεως, έγραψεν ευθύς μετά πάσης χαράς την ψήφον, προστάσσων να τον τελειώσουν το ταχύτερον. Γνωρίσας δε και ο Άγιος, ότι ήτο Θεού θέλημα, έστερξε και βαπτισθείς και χειροτονηθείς κατά την τάξιν, έλαβε την αρχιερατικήν χάριν τη 7η Δεκεμβρίου εν έτει 374. Ήτο δε παρών εις πάντα ταύτα ο βασιλεύς και αφού τον ενεθρόνισεν εις τον μέγιστον θρόνον της Μητροπόλεως, έκαμε την ευχαριστήριον ταύτην δέησιν προς τον Κύριον λέγων· «Ευλογημένον και δεδοξασμένον το όνομά σου, Δέσποτα Παντοκράτορ Σωτήρ ημών, ότι εις τον θείον τούτον άνδρα εγώ μεν παρέδωσα σώματα ανθρώπων προς κυβέρνησιν, Συ δε του ενεπιστεύθης ψυχάς αθανάτους προς καθοδήγησιν, αποδείξας ούτω δικαίας τας ψήφους μου».
Μετ΄ ολίγας ημέρας συνομιλών ο Άγιος μετά του βασιλέως, τον εμέμφθη με πολλήν παρρησίαν και τον κατέκρινεν αυστηρώς, διότι τινές των αρχόντων του δεν έπραττον καλώς εις τινα πράγματα. Ο δε βασιλεύς δεν εσκανδαλίσθη ποσώς εις τοιούτον έλεγχον, αλλά μάλλον επήνεσε τον Άγιον, ως ζηλωτήν της ευσεβείας και της αμαρτίας κατήγορον, λέγων· «Εγώ μεν προ πολλού εγνώρισα τον ένθεον ζήλον σου· όθεν και σύμψηφος εις την χειροτονίαν σου γέγονα. Ιάτρευε λοιπόν, ως ο θείος Νόμος ορίζει, τα των ψυχών ημών αμαρτήματα». Ούτω λοιπόν καλώς και ορθοδόξως κυβερνήσας το βασίλειον ο ευσεβέστατος Ουαλεντινιανός έτη δεκαοκτώ απήλθεν προς Κύριον, αφήσας διαδόχους τους παίδας αυτού, Γρατιανόν και Ουαλεντινιανόν τον νέον. Ο δε αδελφός αυτού Ουάλης, όστις εβασίλευεν εις το Ανατολικόν μέρος, ήτο Αρειανός. Εκστρατεύσας δε ποτε κατά των Τατάρων ενικήθη υπ΄ αυτών και φεύγων εκρύβη εις αχυρώνα, εις τον οποίον και κατεκαύθη παραδοθέντος του αχυρώνος εις το πυρ, ούτω δε έμεινεν όλη η βασιλεία των Ρωμαίων εις τον Γρατιανόν, επειδή ο Ουάλης δεν έκαμε τέκνον. Επειδή και ούτος ήτο ευσεβής ως ο πατήρ αυτού, έγραψε πρόσταγμα πανταχού και ανεκάλεσεν όλους τους Αρχιερείς, τους οποίους ο Ουάλης ο θείος του εξώρισε δια την ευσέβειαν. Μαθών δε ότι η Θράκη ελεηλατήθη από τους βαρβάρους, τους φονεύσαντας τον Ουάλεντα, αφήκε την Ιταλίαν και απήλθεν εις την Παννονίαν.
Κατά τον καιρόν εκείνον ήτο και ο μέγας Θεοδόσιος, όστις ήτο ονομαστότατος και διότι κατήγετο από γένος περιφανές και δια την πολλήν του ανδρείαν και γενναιότητα, ευρίσκετο δε τότε εις την Ισπανίαν, διότι εκεί εγεννήθη και ανετράφη και πολλοί άρχοντες τον εφθόνουν δια τας ανδραγαθίας του· όθεν ήτο περίλυπος. Ο δε βασιλεύς Γρατιανός τον εκάλεσεν εις βοήθειάν του και τον εχειροτόνησεν αρχηγόν του στρατού και του στόλου και τον έστειλε κατά των βαρβάρων εις πόλεμον, εκείνος δε καθωπλισμένος με το απροσμάχητον όπλον του Τιμίου Σταυρού και με την Ορθοδοξίαν ενίκησε τους εχθρούς του και τοσαύτην καταστροφήν τους κατήνεγκε, Θεού βοηθούντος, ώστε εθαύμασαν άπαντες. Εχάρη λοιπόν ο Γρατιανός δια την νίκην ταύτην και ευθύς έστεψε βασιλέα τον Θεοδόσιον και εκείνον μεν αφήκεν εις την Ανατολήν, αυτός δε απήλθεν εις Ιταλίαν, ανφότεροι δε ηγωνίζοντο να αξαλείψουν τον αρειανισμόν και μάλιστα ο Θεοδόσιος, διότι εις την Ανατολήν ήσαν πολλοί Αρειανοί εξ αιτίας του Ουάλεντος. Μετά δε καιρόν απέθανεν ο Γρατιανός από επιβουλάς κακών ανθρώπων, αφήσας τέκνα και αδελφόν τινα νέον ομώνυμον του πατρός αυτού, όστις και τον διεδέχθη εις τον θρόνον. Μάξιμος δε τις, καταφρονών την ηλικίαν του νέου Ουαλεντινιανού, ήρπασε τυραννικώς την Κυβέρνησιν της Δύσεως. Η δε Ιουστίνα, γυνή μεν του μεγάλου Ουαλεντινιανού, του δε νέου μήτηρ, ήτο Αρειανή· και έως μεν έζη ο σύζυγός της, έκρυπτε την αίρεσιν, τότε δε την εφανέρωσε και νουθετούσα πολλάκις τον απονήρευτον υιόν της, τον επλάνησε και πιστεύσας εις αυτήν, αρειάνιζεν.
Ο δε μέγας Αμβρόσιος, αφού έλαβε την χειροτονίαν, διήρχετο πολιτείαν ισάγγελον, ενήστευεν όλην την εβδομάδα και μόνον το Σάββατον και την Κυριακήν έτρωγε και έδιδεν ελεημοσύνας πολλάς εις τους φυλακισμένους και άλλους πένητας. Όλον τον πλούτον, τον οποίον εκληρονόμησεν από τους γονείς του και από την Μητρόπολιν, διένειμεν εις πτωχούς και απόρους δια τον Κύριον, τα δε ακίνητα πράγματα του πατρός του, ήτοι αγρούς, αμπελώνας και άλλα όμοια, αφιέρωσεν εις την Εκκλησίαν, με την εντολήν να δίδουν οι Κληρικοί εις την αδελφήν του την εσοδείαν αυτών καθ΄ όλην την ζωήν αυτής δια συντήρησίν της, μετά δε τον θάνατόν της να μένουν τελείως εις την Μητρόπολιν. Δι΄ εαυτόν δε ουδέν εκράτησεν, αλλ΄ έλεγεν, ότι, καθώς ο Ποιητής και Δεσπότης μου πλούσιος ων, εκουσίως επτώχευσε και γυμνός προσηλώθη εις τον Σταυρόν, ούτω πρέπει και πάντες οι δούλοι του να τον μιμηθούν, ακολουθούντες Αυτόν γεγυμνωμένοι πάσης σαρκικής προσπαθείας και σχέσεως. Ήτο δε τόσον συμπαθητικός ο αείμνηστος, ώστε όταν του εξωμολογείτο τις αμαρτίαν τινά θανάσιμον, έκλαιε τόσον, ώστε έκαμνε τον εξομολογούμενον και εδάκρυζεν. Όταν δε ήθελε πληροφορηθή ότι έπραξέ τις ανόμημά τι και δεν ήρχετο εις μετάνοιαν, μετεχειρίζετο κάθε τρόπον και πάσαν μέθοδον, έτι δε και προσηύχετο δι΄ εκείνον, έως ότου τον ελκύση εις εξομολόγησιν· και απλώς ειπείν, ο Αμβρόσιος ήτο πασών των αρετών δοχείον και θησαυροφυλάκιον, εξόχως δε ήλεγχε τους αιρετικούς και όσοι εξ αυτών παρέμενον αμετανόητοι τους εδίωκε.
Ακούσας δε ο Άγιος, ότι ο νέος βασιλεύς, απατηθείς υπό της μητρός του αρειανίζει, ηγωνίζετο να λυτρώση την ψυχήν αυτού από τον θάνατον και νουθετών αυτόν καθ΄ εκάστην, του ενεθύμιζε την ευσέβειαν του πατρός του και τον εδίδασκε περί της διαφοράς μεταξύ των Ορθοδόξων και των Αρειανών. Ο δε βασιλεύς, καθό νέος και απερίσκεπτος, επίστευε μάλλον εις την μητέρα αυτού ή τον Άγιον· όθεν και θυμωθείς κατ΄ αυτού τον εδίωξεν έξω της Εκκλησίας. Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Εγώ μεν θεληματικώς δεν εξέρχομαι της μάνδρας την οποίαν μοι ενεπιστεύθη ο Κύριος, εγκαταλείπων ούτω και προδίδων τα λογικά πρόβατα, έστω και αν πρόκειται να χύσω το αίμα μου· εάν δε εις σε φαίνεται εύλογον, βάλε εις τον λαιμόν μου την μάχαιραν, ότι μετά χαράς αποδέχομαι την σφαγήν δι΄ αγάπην του Δεσπότου μου». Ταύτα μαθών μετά καιρόν ο Μάξιμος γράφει εις τον βασιλέα να μη πειράζη την Εκκλησίαν, ούτε να προδώση την πατρικήν ευσέβειαν, διότι άλλως θα έλθη κατ΄ αυτού να τον πολεμήση. Επειδή όμως ο βασιλεύς δεν κατεπείσθη, ήλθε πράγματι κατ΄ αυτού ο Μάξιμος με πολύ στράτευμα και κατέλαβε τα Μεδιόλανα. Ο δε βασιλεύς μη έχων την δύναμιν να αντιταχθή εφοβήθη και έφυγεν εις τον Αυλώνα.
Μετά ταύτα ο βασιλεύς Θεοδόσιος έγραψεν εις τον Ουαλεντινιανόν, ότι επειδή επρόδωσε την ευσέβειαν, τον εγκατέλειψεν ο Θεός, τον δε τύραννον εβοήθησεν, ως υπέρ της αληθείας αντιμαχόμενον και τον εδίωξεν από τον θρόνον του. Ταύτα γράψας ο ευσεβής και γνωστικός Θεοδόσιος, ήλθεν εις βοήθειαν αυτού, αφήσας την βασιλείαν του έρημον δια να αποδώση δικαιοσύνην και να επαναφέρη τον βασιλέα προς την ευσέβειαν, όπερ και εγένετο· και πρώτον μεν τον ελύτρωσε της μητρώας πλάνης και προς την πατρικήν αλήθειαν εχειραγώγησεν· έπειτα εκήρυξε πόλεμον κατά του Μαξίμου και φονεύσας αυτόν ως τύραννον, χωρίς να κάμη αιματοχυσίαν εις τον λαόν, έβαλε πάλιν εις τον θρόνον τον Ουαλεντινιανόν. Και ταύτα μεν έπραξεν ο πιστότατος βασιλεύς, δια να φυλάξη τας συνθήκας τας οποίας έδωσεν εις τον Γρατιανόν, όταν τον έκαμε βασιλέα. Είχε δε και άλλας αρετάς μεγάλας ούτος ο χριστομίμητος βασιλεύς, τας οποίας, εάν αφήσω αγράφους, θέλω σας προξενήσει ζημίαν μεγάλην. Λοιπόν προσέχετε, να λάβετε μεγάλην ωφέλειαν. Εις την Θεσσαλονίκην, ήτις ήτο και τότε πρωτεύουσα πόλις της Μακεδονίας μεγάλη και πολυάνθρωπος, εξερράγη εξ αφορμής του Ιπποδρόμου επανάστασις του λαού εναντίον των αρχών και κατεσφάγησαν πολλοί ανώτεροι αξιωματούχοι του στρατού μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός διοικητής της φρουράς της πόλεως Βοθέριχος. Ταύτα μαθών ο Θεοδόσιος εθυμώθη και προστάσσει τους στρατιώτας του να φονεύσουν περί τας δύο χιλιάδας Θεσσαλονικείς. Οι στρατιώται όμως ευρόντες ευκαιρίαν απέκτειναν επτά χιλιάδας, μεταξύ δε των υπευθύνων εφονεύθησαν και πολλοί ανεύθυνοι, πράξιν την οποίαν, ως λέγουν, δεν εσκέφθη καλώς ο βασιλεύς, αλλά νικηθείς υπό του θυμού ως άνθρωπος ήμαρτε. Μαθών δε ταύτην την αξίαν πολλών δακρύων συμφοράν ο μέγας Αμβρόσιος, ελυπήθη πολύ και έκλαυσεν.
Μεθ΄ ημέρας δε τινας επήγεν ο Θεοδόσιος εις τα Μεδιόλανα και θέλων να εισέλθη εις τον Ναόν δια να ακούση την λειτουργίαν κατά την συνήθειαν, επρόλαβε μακρόθεν ο Άγιος και δεν τον αφήκε να εισέλθη ούτε καν εις τον νάρθηκα, αλλ΄ είπε προς αυτόν· «Άραγε δεν γνωρίζεις την μεγάλην εκείνην μιαιφονίαν την οποίαν ετέλεσες; Ή μήπως η αξία της βασιλείας δεν αφήνει να γνωρίσης την αμαρτίαν σου; Πρέπει να ενθυμήσαι πάντοτε, ότι όλοι μας έχομεν κοινήν την φύσιν και ένα Προπάτορα. Πλούσιοι και πένητες από εν χώμα επλάσθημεν και πάλιν εις αυτό επιστρέφομεν, έως της κοινής αναστάσεως. Μήπως, επειδή φορείς την αλουργίδα και το διάδημα νομίζεις ότι δεν αποθνήσκεις και συ μεθαύριον, να γίνης σκωλήκων βρώμα και κόνις άχρηστος; Εις είναι ο Βασιλεύς και Δεσπότης, ο Δημιουργός απάσης της κτίσεως. Πως θα τολμήσης λοιπόν να ίδης με τους οφθαλμούς σου τον Ύψιστον; Με ποίους πόδας θα περιπατήσης το άγιον έδαφος του Ναού του; Πως θα υψώσης εις προσευχήν τας χείρας σου, αίτινες εισέτι στάζουσιν από το αίμα εκείνων των αδίκων φόνων, τους οποίους ετέλεσας; Πως θα τολμήσης να κοινωνήσης το πανάγιον Σώμα του Δεσπότου Χριστού, χωρίς να κλαύσης την ανομίαν σου και να κάμης την πρέπουσαν ικανοποίησιν και μετάνοιαν; Ύπαγε λοιπόν και μη εισέλθης εις τον Ναόν, ίνα μη αυξήσης με τοιαύτην καταφρόνησιν την προτέραν σου παρανομίαν και δέχου τούτον τον δεσμόν του κανόνος, εις τον οποίον ο των όλων Δεσπότης γίνεται σύμψηφος με τον εαυτόν μου».
Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς, ως ευλαβής και εγγράμματος όπου ήτο, δεν εσκανδαλίσθη ποσώς, επειδή εγνώριζε ποία πράγματα είναι ίδια των Ιερέων και ποία των βασιλέων· όθεν στενάζων εκ βάθους καρδίας και δακρύων, εστράφη εις τα βασίλεια. Ήτο δε τότε η Αγία Ανάστασις και διήλθον μήνες οκτώ, έως ου έφθασεν η εορτή των Χριστουγέννων. Ο δε Θεοδόσιος εκάθητο εις το παλάτιον, κλαίων βαρύτατα. Ιδών δε αυτόν ούτω κλαίοντα άρχων τις σπουδαίος Ρουφίνος ονόματι, ηρώτησε την αιτίαν της τοσαύτης θλίψεως. Ο δε πικρώς στενάξας, έχυσε θερμότατα δάκρυα και λέγει προς αυτόν· «Συ μεν έχεις χαράν και παιγνίδια και δεν γνωρίζεις την θλίψιν μου· εγώ δε στενάζω και κλαίω πικρώς την ιδικήν μου συμφοράν, αναλογιζόμενος ότι οι δούλοι μου και πάντες οι πένητες εισέρχονται αφόβως εις την Εκκλησίαν και προσεύχονται εις τον Δεσπότην Χριστόν, εις εμέ δε εκλείσθη η θύρα, όχι μόνον αυτή η επίγειος, αλλά και από της Βασιλείας των ουρανών είμαι εξωρισμένος δια την μεγίστην παρανομίαν μου». Ο δε Ρουφίνος, θέλων να προσφέρη εις τον βασιλέα εκδούλευσιν, είπε προς αυτόν· «Εάν ορίζης, δέσποτα, υπάγω να παρακαλέσω τον Αρχιερέα πολύ έως να τον καταπείσω να σου συγχωρήση το πταίσιμον». Λέγει ο βασιλεύς· «Εγώ γνωρίζω καλώς ότι είναι δικαία η απόφασις του Αμβροσίου και ότι δεν θέλει εντραπή την εξουσίαν της βασιλείας μου και να παραβή το θείον πρόσταγμα». Ο Ρουφίνος όμως υπέσχετο ότι οπωσδήποτε θα πείση τον Άγιον να του δώση συγχώρησιν. Όθεν λέγει προς αυτόν ο Θεοδόσιος· «Ύπαγε λοιπόν ταχέως, παρακάλεσέ τον μετά πολλής ταπεινώσεως και εγώ έρχομαι υστερώτερα». Επήγε λοιπόν ο Ρουφίνος και πίπτων εις τους πόδας του Αγίου έκειτο ώραν ικανήν δεόμενος. Ο δε ελέγχων αυτόν, έλεγεν, ότι δεν τον συνεχώρει, αλλ΄ ήτο έτοιμος να λάβη μάλλον θάνατον, παρά να παραβή τον νόμον. Ο Ρουφίνος διεμήνυσε ταύτα εις τον βασιλέα, δια να μη κοπιάση εις μάτην· είχε δε φθάσει τότε ο βασιλεύς εις το μέσον της αγοράς, όταν του ήλθε το μήνυμα και είπεν· «Ας υπάγω και θέλω υπομείνη τους δικαίους ελέγχους του Αγίου». Απελθών λοιπόν εστάθη έξωθεν του Ναού, παρακαλών να τύχη συγχωρήσεως. Ο δε Άγιος, μη γνωρίζων την αγαθήν πρόθεσιν του βασιλέως, την συντριβήν και την άκραν αυτού ταπείνωσιν και νομίσας ότι δυναστικώς εζήτει συγχώρησιν, του λέγει· «Πως εναντιούσαι εις τον Θεόν και καταπατών τους Νόμους αυτού τολμάς να εισέλθης τυραννικώς εις τον οίκον του»; Ο δε απεκρίνατο μετ΄ ευλαβείας και ταπεινότητος· «Δεν θρασύνομαι κατά των θείων Νόμων, Άγιε Δέσποτα, ούτε με βίαν και κενοδοξίαν ζητώ να εισέλθω έστω και εις τα άγια πρόθυρα, αλλά παρακαλώ σε, ως του Δεσπότου Χριστού διάδοχον, να μιμηθής την φιλανθρωπίαν και ευσπλαγχνίαν αυτού του κοινού Δεσπότου μας, και μη κλείης εις εμέ την θύραν, ήτις είναι ανεωγμένη εις όλους όσοι μετανοούν με θερμότητα». Τότε ο Άγιος τον ηρώτησε· «Και συ ποίαν μεταμέλειαν έδειξες μετά την παρανομίαν σου; Με ποία φάρμακα τας ανιάτους σου πληγάς εθεράπευσες»; Λέγει ο βασιλεύς· «Εγώ μεν με πνεύμα συντετριμμένον και με δάκρυα ζητώ την συγχώρησιν, έργον δε ιδικόν σου είναι να δείξης την φιλανθρωπίαν του Θεού και να συνθέσης τα ιατρικά φάρμακα». Τότε ο πάνσοφος Αμβρόσιος, ιδών αυτόν εξ όλης καρδίας μεταμελούμενον, έδωκεν εις αυτόν κανόνα ευάρμοστον δια το πραχθέν ανόμημα και είπε προς αυτόν· «Γράψε νόμον, οπόταν κάμης απόφασιν να θανατώσουν πταίστην τινά δια τας πράξεις του, να παρέρχωνται τριάκοντα ημέραι και τότε να εκτελήται». Ταύτην την συνετήν νουθεσίαν ο βασιλεύς δεξάμενος, ευθύς προσέταξε να γραφή ο νόμος εκείνος, τον οποίον ιδιοχείρως υπέγραψε και τότε τον συνεχώρησεν ο Αμβρόσιος και εισελθών με θάρρος εις τον Ναόν έπεσεν εις την γην ουχί γονατιστός, αλλά πρηνής και μετά πολλής ευτελείας και ταπεινότητος ανέσπα τας τρίχας της κεφαλής του, έτυπτε το στήθος και εκτύπα την κεφαλήν εις το έδαφος, βρέχων αυτό με θερμότατα δάκρυα και βοών την δαβιτικήν εκείνην φωνήν: «Εκολλήθη τω εδάφει η ψυχή μου· ζήσον με κατά τον λόγον σου» (Ψαλμ. ριη: 25) εδέετο συγχωρήσεως. Επειδή δε ήτο η ώρα της Αγίας Κοινωνίας, εγερθείς ομοίως με δάκρυα, εισήλθεν εις το άγιον Βήμα και εστάθη πλησίον της αγίας Τραπέζης, δια να κοινωνήση καθώς είχε συνήθειαν να κάμνη εις την Κωνσταντινούπολιν.
Αλλ΄ ούτε εδώ υπέμεινε να σιωπήση ο ιερός Αμβρόσιος, αλλ΄ ηθέλησε να του φανερώση την διαφοράν του τόπου των ιερωμένων από του των λαϊκών· και πρώτον μεν τον ηρώτησεν εάν εχρειάζετο τι. Ο δε απήντησεν, ότι ανέμενε να κοινωνήση τα θεία Μυστήρια. Τότε ο Άγιος του διεμήνυσε με τον Αρχιδιάκονον ταύτα· «Εις τα ένδοθεν του θυσιαστηρίου, ω βασιλεύς, μόνον οι Ιερείς πρέπει να εισέρχωνται, οι δε κοσμικοί ουδαμώς· Έξελθε λοιπόν έξω και στάσου εις την τάξιν των λαϊκών, διότι η αλουργίς δεν χρίει Ιερείς, αλλά βασιλείς». Ο δε πιστότατος Θεοδόσιος εδέχθη και ταύτην την νουθεσίαν μετά χαράς, αποκριθείς, ότι δεν εισήλθεν εξ υπερηφανείας, αλλά διότι τοιαύτην τάξιν είχον εις το Βυζάντιον. Με τοιαύτην λοιπόν και τοσαύτην αρετήν διέλαμπον αμφότεροι, ο τε βασιλεύς και ο Αρχιερεύς οι αείμνηστοι. Εγώ δε θαυμάζω και των δύο τα κατορθώματα, του μεν την παρρησίαν και την του θείου ζήλου θερμότητα, του δε την ευπείθειαν και την της Πίστεως καθαρότητα. Όσα λοιπόν εδιδάχθη υπό του Αμβροσίου ο βασιλεύς εις τα Μεδιόλανα, εκείνα και εφύλαττεν ολοψύχως, όταν επέστρεψεν εις την Κωνσταντινούπολιν. Όθεν εν μια των Δεσποτικών εορτών, ότε τον προσεκάλεσεν ο Πατριάρχης Νεκτάριος να εισέλθη εις το άγιον Βήμα να κοινωνήση, ο ευλαβής βασιλεύς ευθύς του απεκρίθη, λέγων· «Δεν δύναμαι να εισέλθω, διότι εδιδάχθην από τον θείον Αμβρόσιον πόσον διαφέρει ο Ιερεύς από τον βασιλέα». Είχε δε και άλλην αφορμήν ωφελείας ούτος ο βασιλεύς· ήτο δε αύτη η σύζυγός του, η τιμία Πλακίλλα, η οποία του υπενθύμιζε πάντοτε τους θείους νόμους δια των λόγων και δια των πράξεων. Διότι αυτή η αείμνηστος δεν υπερηφανεύθη ποτέ δια την αξίαν της βασιλείας, αλλά περισσότερον ανεζωπύρει αύτη την θείαν αγάπην εις την καρδίαν της, επειδή η μεγάλη ευεργεσία, την οποίαν έλαβεν από τον Θεόν, ηύξανε μάλλον τον προς Αυτόν έρωτα· όθεν εφρόντιζε δια τους ασθενείς όλους της Πόλεως, τυφλούς, κεκρατημένους, παραλύτους και άλλους ασθενείς, εις των οποίων τας οικίας επήγαινε μόνη της και τους υπηρέτει η τρισμακάριστος εις όλα τα χρειαζόμενα. Δεν ηρκείτο δε με το να στείλη τους δορυφόρους και τους δούλους της, αλλ΄ αυτή δια μισθόν περισσότερον απήρχετο εις τα ξενοδοχεία των Εκκλησιών και εθεράπευε τους ασθενείς. Εμαγείρευεν, έπλυνε τα αγγεία και πάσαν άλλην δουλικήν υπηρεσίαν ταπεινώς κατεδέχετο. Είχε δε και άλλην συνήθειαν, να λέγη ταύτα πολλάκις προς τον ομόζυγον· «Πρέπει σου, άνερ, να συλλογίζεσαι πάντοτε οποίος ήσο πρότερον και πως κατέστης το ύστερον, διότι αυτά ενθυμούμενος, δεν θέλεις φανή προς τον ευεργέτην Θεόν αχάριστος, αλλά θέλεις κυβερνήσει νομίμως την βασιλείαν, την οποίαν Εκείνος σοι έδωκε και ούτω να τον ευχαριστής καθώς πρέπει». Ούτω λοιπόν θεαρέστως πολιτευομένη η μακαρία Πλακίλλα απήλθε προς Κύριον.
Ο θαυμάσιος Αμβρόσιος κατέβαλλε κόπους μεγάλους επιστρέφων τους αιρετικούς, ως άνωθεν είπομεν· και καθ΄ εκάστην επίστευον πολλοί, βλέποντες την ένθεον αυτού πολιτείαν και τα θαύματα, τα οποία ετέλει ο Κύριος δια μέσου αυτού και εθεραπεύοντο ασθενείς, δαίμονες εδιώκοντο και έτερα ενηργούντο παράδοξα, τα οποία βλέποντες έτρεχον πολλοί εις την Πίστιν. Δεν έκαμνε σχεδόν άλλην υπηρεσίαν, μόνον εβάπτιζε τους πιστεύοντας, εις από τους οποίους ήτο και ο σοφώτατος και θεολογικώτατος Αυγουστίνος, τον οποίον αυτός κατήχησε με την πολλήν του σοφίαν και σύνεσιν. Ήτο δε πρότερον ο ιερός Αυγουστίνος βεβυθισμένος εις την αίρεσιν των Μανιχαίων και με τας διδαχάς του τον έκαμεν ο Αμβρόσιος να πιστεύση εις τον Χριστόν και να βαπτισθή υπ΄ αυτού, έγινε δε ο ιερός Αυγουστίνος τοσούτον ενάρετος και μέγας υπέρμαχος της Εκκλησίας, ώστε εχειραγώγησε πολλούς προς την ευσέβειαν με τας διδαχάς του και με τα πάνσοφα συγγράμματά του.
Απερχόμενος ημέραν τινά ο μέγας ούτος Αμβρόσιος προς την Ρώμην δια τινα υπόθεσιν, ενυκτώθη καθ΄ οδόν και έμεινεν εις τον οίκον πλουσίου τινός ανδρός, όστις ανέπαυσεν όλους, τον Αρχιερέα και τους συνοδεύοντας αυτόν Κληρικούς, πλουσιοπαρόχως. Το πρωϊ τον ηρώτησεν ο Άγιος εάν εδοκίμασε θλίψιν τινα καθ΄ όλην την ζωήν. Ταύτα δε είπε, διότι είδεν ότι είχε πλούτον ανείκαστον. Ο δε απεκρίνατο· «Δι΄ ευχών σου, Δέσποτα Άγιε, ουδέποτε με ελύπησεν ο Θεός, ούτε με εζημίωσεν ουδόλως, ούτε γνωρίζω τι είναι ασθένεια· αλλά και πολλάς δωρεάς μού απέστειλεν ο Πανάγαθος, πλούτον, δόξαν, τέκνα και πάσαν άλλην απόλαυσιν». Ο δε Άγιος ακούσας ταύτα εδάκρυσε και λέγει προς τους Κληρικούς· «Εγέρθητε ταχέως να φύγωμεν από τον κατηραμένον τούτον οίκον, δια να μη μας προφθάση ο θυμός του Θεού». Ιδών δε ότι ημέλουν να ετοιμάσουν τους ίππους, τους επρόσταξεν εντονώτερα να φύγουν το συντομώτερον. Παρευθύς δε ως ανεχώρησαν και προ του να διατρέξωσιν ούτε εν στάδιον (ω των θαυμασίων σου, Δέσποτα!) ήνοιξεν η γη και κατέπιε την οικίαν εκείνην με τον πλούσιον και όλους τους συγγενείς και τον πλούτον του. Θαυμάσαντες οι ακολουθούντες τον Άγιον δια το φοβερόν αυτό συμβεβηκός, ηρώτησαν αυτόν πως το εγνώρισεν. Ο δε απεκρίνατο· «Γνωρίζετε βέβαια, ότι όταν έχη τις θλίψεις, διαφόρους πειρασμούς και βάσανα, ο Κύριος είναι μετ΄ αυτού και τον τιμωρεί ως τέκνον του ηγαπημένον δια τα παραμικρά αμαρτήματα, τα οποία έπραξε, δια να τον δοξάση ύστερον εις την Βασιλείαν αυτού αιώνια. Όταν δε πάλιν έχη τις εις τούτον τον κόσμον απόλαυσιν άλυπον, υγείαν, ευημερίαν και άλλα όμοια, άνευ τιμωριών και θλίψεων, είναι σημείον της απωλείας αυτού αψευδέστατον, διότι είναι παρωργισμένος ο δίκαιος Κριτής κατ΄ αυτού και τον έχει αποφασισμένον, δια τας πράξεις του, εις την αιώνιον κόλασιν, του δίδει δε εδώ απόλαυσιν πρόσκαιρον δια μικράς τινας αγαθοεργίας, τας οποίας ετέλεσεν. Επ΄ αληθείας, αδελφοί, έπρεπε να θρηνώμεν απαρηγόρητα, όταν δεν μας έρχωνται πειρασμοί και βάσανα, και πάλιν, όταν μας παιδεύη ο δίκαιος Κριτής και πάνσοφος Ιατρός, πρέπει όχι μόνον να υπομένωμεν τους πόνους καρτερικώς, αλλά και να τον ευχαριστώμεν χρεωστικώς, όπως και τους σωματικούς ιατρούς, τους οποίους πληρώνομεν να κόψουν και να καύσουν τα μέλη μας δια την ελπιζομένην υγείαν και σωτηρίαν μας».
Ταύτα και έτερα πλείονα λέγων ο Άγιος, έτρεφε ψυχικώς τους ακούοντας και αφού έφθασαν εις την Ρώμην, τον παρεκάλεσεν η αδελφή του να λειτουργήση εις την Εκκλησίαν αρχοντίσσης τινός, ήτις είχεν εις εκείνον πολλήν ευλάβειαν και καθώς ελειτούργει του έφερον γυναίκα παραλυτικήν να την θεραπεύση. Ο δε σπλαγχνισθείς επ΄ αυτήν και ποιήσας ευχήν προς Κύριον, την εθεράπευσε. Τελέσας δε εις την Ρώμην και άλλα διάφορα θαύματα, επέστρεψεν εις τα Μεδιόλανα και ετέλεσε περισσότερα. Οι δε αιρετικοί έλεγον, ότι με τέχνην μαντείας τα έκαμνεν. Εις δε απ΄ εκείνους, όστις κατηγόρει τον Άγιον περισσότερον, εδαιμονίσθη ενώπιον πάντων με δικαίαν κρίσιν του Θεού, όταν δε τον ετάρασσε το δαιμόνιον, ωμολόγει και παρά την θέλησίν του την αλήθειαν, λέγων ότι ο Αμβρόσιος είναι Άγιος και τα δόγματά του ορθόδοξα, των δε Αρειανών ψευδή και μάταια. Διότι η Αγία Τριάς είναι ομοούσιος, Πατήρ, Υιός και Πνεύμα Άγιον. Οι δε ανόητοι και παράφρονες Αρειανοί εθυμώθησαν ταύτα ακούοντες από τον δαιμονιζόμενον και αντί να πιστεύσουν εις τοιαύτην αψευδεστάτην μαρτυρίαν, προσθέντες κακόν επί κακού, τον έρριψαν εις τον ποταμόν και επνίγη ο άθλιος. Έτερος δε τις αιρετικός από τους πρώτους επίστευσε και εβαπτίσθη και ερωτήσαντες αυτόν τινές την αιτίαν, δια την οποίαν επίστευσε τόσον ταχέως, απεκρίνατο, ότι εγνώρισεν οφθαλμοφανώς την αλήθειαν, διότι όταν εδίδασκεν ο Αμβρόσιος, έβλεπεν ωραιότατον Άγγελον, όστις του ωμίλει εις τα ώτα και τον ενουθέτει όσα εκήρυττε.
Συνέβη δε και άλλο γεγονός κατά τας τελευταίας ημέρας του Αμβροσίου, το οποίον δεν είναι πρέπον να αφήσωμεν άγνωστον. ΆΑνθρωπος τις ονόματι Κρεσκόβιος εκρύπτετο εις την Εκκλησίαν δια πταίσιμόν τι, το οποίον έπραξεν. Ο δε ηγεμών των Μεδιολάνων, Στηλίχων καλούμενος, έστειλεν ανθρώπους του παλατίου ημέραν τινά, κατά την οποίαν ήτο ο Άγιος μόνος, να συλλάβουν τον κρυπτόμενον. Ούτοι εισήλθον βιαίως εις τον Ναόν του Κυρίου και λαβόντες αυτόν εφυλάκισαν, έπειτα επήγαν εις την αγοράν, εις την οποίαν ήτο ο ηγεμών και πάσα η πόλις συνηθροισμένη διά τινα πανήγυριν και είπον προς αυτόν, ότι έκαμαν καθώς τους προσέταξεν. Ο δε Άγιος εσκανδαλίσθη πολύ εις αυτό, βλέπων ότι κατεπάτησαν τον Ναόν του Κυρίου και πίπτει μετά θερμών δακρύων εις προσευχήν, προς τον Κύριον δεόμενος να τιμωρήση τους τολμητάς δημίους, οίτινες τον κατεφρόνησαν. Όθεν ο το θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιών Κύριος επήκουσε της δεήσεως του δούλου του και ευθύς ως έφθασαν εις την αγοράν οι δήμιοι, ως εκ θαύματος, επέδραμον εκεί θηρία τινά, τα οποία ονομάζουσι λεοπαρδάλεις και προξενούν πολλήν ζημίαν εις εκείνα τα μέρη της Ιταλίας και τους εξέσχισαν έμπροσθεν του ηγεμόνος, χωρίς να δυνηθή τις να τους βοηθήση· και το θαυμασιώτερον, ότι δεν έθιξαν άλλον τινά, παρά μόνον εκείνους και εάν δεν έφευγε και ο άρχων να κρυφθή ταχέως, θα εθανάτωναν και αυτόν· εκείνος δε φοβηθείς προσέταξε να εκβάλουν από την φυλακήν τον υπεύθυνον, τον οποίον απέστειλεν εις τον Άγιον και εζήτει να τον συγχωρήση δια το τόλμημα.
Πολλά και άλλα θαυμάσια ετέλεσεν ο Παντοδύναμος δια προσευχών του Αμβροσίου και τοιαύτα, ώστε ηπλώθη η φήμη του σχεδόν εις όλον τον κόσμον και πολλοί ήρχοντο από μακρινάς χώρας δια να τον ίδουν και να ακούσουν εκείνα τα γλυκύτερα της αμβροσίας και του νέκταρος λόγια και μάλιστα η βασίλισσα των Μαρκομάννων, ήτις ήτο ειδωλολάτρις και ακούσασα την ένθεον αυτού πολιτείαν, απήλθεν εις επίσκεψιν αυτού και τόσον ηυφράνθη από τον λόγον του, ώστε επίστευσεν εις τον Χριστόν. Ο δε Άγιος την εβάπτισε και της έδωκεν εγγράφως την Ορθόδοξον Πίστιν και ποίαν πολιτείαν να διάγη και παν άλλο αναγκαίον προς σωτηρίαν· εξαιρέτως δε την παρεκάλεσε να μη αφήση ποτέ τον άνδρα της να κάμη πόλεμον κατά των Ρωμαίων.
Ούτω λοιπόν καλώς πολιτευσάμενος ο γλυκύτατος Αμβρόσιος και πολλούς λόγους ψυχωφελείς συγγραψάμενος και επιμελώς κυβερνήσας την Εκκλησίαν, ως καλός Ποιμήν και ουχί μισθωτός, εφύλαξεν αυτήν αλύμαντον από αισθητούς και νοητούς λύκους. Αλλ΄ ήλθεν η ώρα να υπάγη προς τον ποθούμενον· όθεν ασθενήσας, έκειτο εις την κλίνην. Ο δε Στηλίχων, ο έπαρχος, ακούσας ότι απέθνησκεν ο Αμβρόσιος, ελυπήθη πολύ και έλεγεν ότι ο θάνατός του θέλει είναι απάσης της Ιταλίας απώλεια.
Έστειλε δε και τινας άρχοντας να είπωσι του Αγίου όπως παρακαλέση τον Θεόν και του δώση ακόμη ολίγην ζωήν δια το συμφέρον του λαού, διότι βασιλεύς τις εβούλετο να τους πολεμήση, αλλά διότι ηυλαβείτο τον Άγιον έως ου έζη δεν τους επείραζεν. Ο δε Αμβρόσιος απεκρίνατο, λέγων· «Εγώ δεν τολμώ να πειράσω τον Κύριόν μου και όταν ορίση ας με λάβη, εγώ δε τον ευχαριστώ και τον δοξάζω».
Ήσαν δε δύο Διάκονοι εις άλλο κελλίον πλησίον του Αγίου και συνομιλούντες μυστικώς έλεγον· «Άραγε, ποίος θα γίνη Επίσκοπος μετά την τελευτήν του Αγίου»; Ο δε έτερος απεκρίνατο, ότι «Ο Σιμπλίκιος ο Ηγούμενος του δείνος Μοναστηρίου είναι ενάρετος άνθρωπος και φίλος του Αυγουστίνου, πιστεύω δε ότι αυτόν θα κάμωσιν». Ο δε Άγιος, γνωρίσας δια Πνεύματος Αγίου εκείνα τα οποία έλεγον οι Διάκονοι, απεκρίθη ταύτα δυνατά και τον ήκουσαν λέγοντα· «Καλός είναι ο Σιμπλίκιος, αλλ΄ είναι γέρων». Ταύτα ακούσαντες οι Διάκονοι εξεπλάγησαν και το είπον εις τον λαόν· όθεν εψήφισαν Αρχιερέα τον ρηθέντα Σιμπλίκιον. Ο δε Άγιος προσευχόμενος παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού, τη 4η του Απριλίου του έτους 397 παραμονή του Πάσχα υπάρχων ετών πεντήκοντα επτά, εις τον καιρόν των βασιλέων Θεοδοσίου και Ουαλεντινιανού. Αλλ΄ επειδή κατά τα περισσότερα έτη τυγχάνει η Αγία Ανάστασις ή η Μεγάλη Εβδομάς κατά τας αρχάς του μηνός Απριλίου, δια τούτο την εορτάζομεν την εβδόμην Δεκεμβρίου, ότε εχειροτονήθη Επίσκοπος. Το δε τίμιον αυτού και άγιον λείψανον εναπετέθη εις την Μητρόπολιν των Μεδιολάνων, την οποίαν τοσούτον ελάμπρυνεν. Ετέλεσε δε και μετά θάνατον θαύματα πολλά εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, του παντοδυνάμου Θεού, Ω πρέπει η τιμή, το κράτος και η προσκύνησις, εις τους αιώνας. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1961
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Η΄ (8Η) του Δεκεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΠΑΤΑΠΙΟΥ

Δημοσίευση από silver » Σάβ Δεκ 08, 2018 6:37 am



Πατάπιος ο Όσιος Πατήρ ημών εγεννήθη εις τας Θήβας της Αιγύπτου, από γονείς ευσεβείς, και βαπτισθείς ανετράφη και επαιδεύθη επιμελώς τα ιερά γράμματα· και όσον ηύξανεν εις την σωματικήν ηλικίαν και εμάνθανε την φιλοσοφίαν, τοσούτω μάλλον προέκοπτεν εις την αρετήν και εγίνετο εις την ψυχήν φιλοσοφώτερος, γνωρίζων των προσκαίρων πραγμάτων το άστατον. Όθεν πανσόφως απαρνησάμενος πατρίδα, πλούτον και συγγενείς και πάσαν σαρκός ηδυπάθειαν και κοσμικήν ματαιότητα, κατώκησεν εις την έρημον· και τόσον προέκοψεν εις την ησυχίαν, ώστε έλαμψεν εις τας αρετάς ως φωστήρ διαυγέστατος. Και επειδή δεν ήτο πρέπον ο λύχνος να κρύπτεται υπό τον μόδιον, αλλά να τεθή επί την λυχνίαν, καθώς είπεν ο Κύριος, δια τούτο όσον ο Όσιος έφευγε τον ανθρώπινον έπαινον, τόσον ο Θεός τον εδόξαζε και τον έκαμνε πανταχού περιβόητον και συνηθροίζοντο από τας χώρας και πόλεις πολλοί εις αυτόν χάριν ωφελείας και βλέποντες την άσκησιν αυτού, τα άνθεα κατορθώματα και τα εξαίσια θαυμάσια, εθαύμαζον. Βλέπων ο Όσιος το άμετρον πλήθος, όπερ συνήγετο εκεί και την τιμήν την οποίαν του έδιδον, ανεχώρησεν από την έρημον ησύχως και επήγεν εις την Κωνσταντινούπολιν· κατώκησε δε εις τας Βλαχέρνας και ούτως έμεινε ξένος και έρημος, δια να φύγη τον ανθρώπινον έπαινον· και λησμονήσας τους προτέρους αγώνας εδίδετο εις περισσοτέραν σκληραγωγίαν και άσκησιν, μη φροντίζων ουδέ ποσώς δια τροφάς και ενδύματα, αλλά εμιμείτο τους ασωμάτους Αγγέλους εν σώματι, προσευχόμενος εις τον Θεόν νοερώς και το άρρητον κάλλος εκείνο διηνεκώς φανταζόμενος. Όθεν έχων την θεωρίαν με την πράξιν συνεζευγμένην έγινεν όλος μετέωρος και ανέβαινεν εις τους ουρανούς με το πνεύμα και έβλεπε νοερώς τας ουρανίους Δυνάμεις, αίτινες υμνούσιν ακαταπαύστως τον Κύριον. Δια τούτο και ο Θεός τον εδόξασε και του έδωκε δύναμιν να κάμνη θαυμάσια, από τα οποία να γράψωμεν ολίγα εις πίστωσιν των άλλων, δια να εννοήσητε πόσα δύναται να κατορθώση όστις φυλάττει τα θεία προστάγματα. Νέος τις πιστός και ευλαβής άνθρωπος ήτο τυφλός εκ γενετής και δεν έβλεπεν ουδόλως· ακούσας δε τας αρετάς του Οσίου και την πολιτείαν αυτού την θαυμάσιον, απήλθεν εις εκείνον χειραγωγούμενος· μιμούμενος δε τον τυφλόν του Ευαγγελίου, εβόησε με πολλήν θερμότητα προς τον Όσιον λέγων· «Ελέησόν με δια τον Κύριον, υιέ του Φωτός και της Χάριτος, και φώτισον τους οφθαλμούς μου, να ίδω και εγώ ο ανάξιος τα ορατά ταύτα πράγματα, όπως υμνήσω δια των κτισμάτων τον Κτίσαντα». Ταύτα λέγοντος του τυφλού, τον ελυπήθη ο Όσιος ως ελεήμων και ευσπλαγχνικώτατος, αλλά δεν ετόλμα, ως ταπεινόφρων, να επιχειρισθή τοιαύτην πράξιν, νομίζων εαυτόν ανάξιον και λέγει προς αυτόν δια να ίδη και την γνώμην του· «Τι θαυμάσιον εγνώρισες εις εμέ και ζητείς παρ΄ εμού πράγμα, το οποίον δεν δύναται άλλος να τελέση ειμή μόνον ο Δημιουργός του κόσμου και παντοδύναμος»; Τότε ο νέος εφώναζεν ελεεινότερα μετά δακρύων δεόμενος και με λόγους ταπεινούς εβεβαίωνε την αναμφίβολον πίστιν αυτού, ότι ηδύνατο ο Όσιος να του δώση την ποθουμένην θεραπείαν, ως του Χριστού δούλος γνήσιος. Τότε ο Όσιος είπε προς αυτόν μετά πίστεως· «Εις το όνομα του Δεσπότου Χριστού, όστις φωτίζει τυφλούς και νεκρούς ανιστά, ανάβλεψον». Ταύτα ειπών (ω του μεγίστου θαυματουργήματος!) εφωτίσθη ο πρώην τυφλός και εδόξασε τον Θεόν αγαλλόμενος. Ταύτα βλέποντες οι παρόντες εθαύμαζον και δεικνύοντες τούτον έλεγον· «Αυτός είναι ο εκ γενετής τυφλός, τον οποίον εφώτισεν ο Πατάπιος». Άλλος δε τις άνθρωπος ήτο εις το Βυζάντιον υδρωπικός· όθεν ήτο πολύ εξωγκωμένη η κοιλία του και εξώδευσεν όλην του την περιουσίαν εις ιατρούς· αλλ΄ εκείνους μεν ωφέλησεν ολίγον, εις τον εαυτόν του όμως δεν εγνώρισε ουδεμίαν ωφέλειαν. Όταν λοιπόν είδεν ότι η ανθρωπίνη βοήθεια δεν ηδύνατο να τον θεραπεύση, έδραμε προς τον Όσιον και δεικνύων εις αυτόν το χαλεπόν πάθος, εδέετο να κάμη έλεος εις αυτόν και να παρακαλέση τον Κύριον δι΄ αυτόν. Ο δε Άγιος βλέπων τοιούτον σχήμα ελεεινόν ελυπήθη· διότι δεν ήτο μόνον εις την κοιλίαν το πάθος, αλλά εις όλον το σώμα του, το δε δέρμα του ήτο πρησμένον ως ασκός και του έδιδεν οδύνην απερίγραπτον. Πρώτον λοιπόν εποίησεν ο Άγιος προσευχήν μετά δακρύων προς τον Κύριον, έπειτα εσημείωσε σταυρόν εις την κοιλίαν του πάσχοντος και τον έχρισε με το έλαιον της κανδήλας, λέγων· «Ο Δεσπότης Χριστός, όστις και τον υδρωπικόν ιάτρευσεν, αυτός και σε θέλει σήμερον θεραπεύσει ως εύσπλαγχνος». Ταύτα του Οσίου λέγοντος, οι μεν δεσμοί των υγρών της κοιλίας ελύθησαν, οι δε φυσικοί πόροι εξέβαλον όλα τα ακάθαρτα υγρά και έμεινεν ο ασθενής όλος υγιής εις μίαν στιγμήν, εις υαύμα και έκπληξιν των ορώντων. Άλλος τις νέος είχε δεινόν δαιμόνιον ο ταλαίπωρος και άλλοτε μεν έσχιζε τα ιμάτιά του και έμενεν ολόγυμνος, άλλοτε δε έπιπτεν εις κρημνούς και λάκκους, άλλοτε δε πάλιν έπιπτεν εις τα ύδατα και εκινδύνευε πολλάκις ο άθλιος. Περιπατούντος δε τούτου ποτέ εις την οδόν, τον έσυρεν ο δαίμον και επήγαινε να τον βυθίση εις την θάλασσαν· εκεί δε συνέπεσε να τον ίδη, κατ΄ οικονομίαν Θεού, ο μέγας Πατάπιος, βλέπον δε τούτον το δαιμόνιον ετάραξε τον νέον δυνατά. Έστρεφε τους οφθαλμούς και εξήρχοντο αφροί εκ του στόματος, έτριζε τους οδόντας και εκύτταζε με αγριότητα τον Όσιον· αφού δε εκείνος επλησίασεν, είπε ταύτα ο δαίμων ως οδυρόμενος· «Ω συμφοράν όπου έπαθα! Τι ήθελε πάλιν εδώ ο Πατάπιος; Τι να γίνω; Που να υπάγω, να εύρω τόπον να κατοικήσω; Καν εις πόλιν υπάγω, καν εις έρημον, φθάνεις, ω Ναζωραίε, και με τον τύπον του Σταυρού σου με διώκεις, νικώμενος δε εγώ αφανίζομαι». Ταύτα λέγον το πονηρόν δαιμόνιον εσήκωσεν εις τον αέρα τον νέον και τον ετίνασσεν. Ο δε μέγας του Χριστού αριστεύς ετύπωσεν εις τον αέρα με την χείρα του τον ζωοποιόν Σταυρόν λέγων· «Έξελθε, πνεύμα ακάθαρτον, και ύπαγε μακράν εις την έρημον· ο Χριστός σε προστάσσει, του οποίου και χωρίς να θέλης ωμολόγησες την δύναμιν». Ταύτα λέγοντος του Οσίου, εσπάραξεν ο δαίμων τον άνθρωπον και ρίψας αυτόν κατά γης, εξήλθεν ως καπνός και έφυγεν. Ο δε νέος από την χαράν του εδάκρυσε και δοξάζων τον Θεόν, ηυχαρίστει τον Όσιον. Έφθαναν μόνον αυτά τα θαυμάσια να φανερώσουν του Οσίου την παρρησίαν προς Κύριον· αλλ΄ ας είπωμεν άλλο εν και τότε να τελειώσωμεν την διήγησιν. Γυνή τις είχε την πανώδυνον και φρικτήν ασθένειαν του καρκίνου του στήθους και έκαμνε σκώληκας εις τους μαστούς της· είχε δε όχι μόνον εις το στήθος, αλλά και εις όλον το σώμα μεγάλην βάσανον και έφθαναν οι πόνοι έως την καρδίαν, τόσον ώστε εκινδύνευεν εις θάνατον. Βλέπουσα λοιπόν η ταλαίπωρος, ότι οι μεν ιατροί κατεσπατάλουν την περιουσίαν της ματαίως και ανωφελώς, οι δε σκώληκες εβόσκοντο εις τας σάρκας της, απήλθεν εις τον μέγαν Πατάπιον και πίπτουσα κατά γης εις τους πόδας του εθρήνει ελεεινότατα λέγουσα· «Ιάτρευσόν με, δούλε του Θεού, την ταλαίπωρον· σπλαγχνίσου με την αθλίαν, διότι και προ του τάφου με τρώγουσι σκώληκες και τόσον φρικτούς πόνους μού δίδουσιν, ώστε επιθυμώ τον μισητόν από όλους και αποτρόπαιον θάνατον». Ο δε Όσιος απεκρίνατο· «Εάν έχης πίστιν καθαράν προς τον Κύριον και δεν αμφιβάλλης δια την ίασιν, κατά την πίστιν σου ας σου γίνη και η έκβασις». Η δε εκ βαθέων στενάξασα έλεγε· «Πιστεύω, Κύριε, ότι καθώς γινώσκεις φανερά όλα τα κρύφια και άγνωστα, ούτως είσαι με την θείαν Χάριν και παντοδύναμος. Λοιπόν ως ελεήμων θεράπευσον τας οδύνας μου». Τότε της είπεν ο Όσιος να του δείξη το πάθος της και ιδών αυτό εθαύμασε λέγων· «Χαλεπόν είναι το πάθος σου και δυσίατον, αλλ΄ η πίστις υπερνικά και η ελπίς καρπούται την ίασιν. Ύπαγε λοιπόν εις ειρήνην και πλέον δεν θέλεις πονέσει». Ταύτα ειπών, έμεινεν η γυνή τεθεραπευμένη και απήλθε χαίρουσα και δοξάζουσα τον Θεόν, εκήρυττε δε πανταχού το θαυμάσιον, φημίζουσα εις όλους τον Όσιον. Από ταύτα τα οποία εγράψαμεν, ας εννοήση έκαστος πόσην χάριν επλούτησεν ο Πατάπιος παρά Κυρίου και δεν είναι ανάγκη να περιεργαζώμεθα περισσότερον, διότι εκ των ονύχων ο λέων γνωρίζεται. Λοιπόν ας έλθωμεν εις την κοίμησιν αυτού, να δώσωμεν τέλος της διηγήσεως. Ούτος ο μέγας του Θεού άνθρωπος και της αρετής αληθώς τύπος έμψυχος, εστόλισε την πολιτείαν αυτού με έργα και θαύματα και όταν έμελλε να μετασταθή από την πρόσκαιρον ζωήν ταύτην εις την αιώνιον, συνήχθησαν όλοι οι Ασκηταί και έκλαιον την αναχώρησιν αυτού, νομίζοντες κοινήν ορφανίαν την τούτου υστέρησιν και οδυρόμενοι τον χωρισμόν αυτού έλεγον· «Ω Πάτερ γλυκύτατε και παμπόθητε, διατί εγκαταλείπεις ορφανά τα τέκνα σου και υπάγεις εις άλλην πατρίδα τόσον γρήγορα; Ω! ποίος να καταπαύση την λύπην μας; Ποίος θα θεραπεύη τώρα τα τραύματα των ψυχών μας; Ω της συμφοράς! Και πώς να υπομείνωμεν την υστέρησίν σου οι τάλανες»; Αυτά και έτερα λέγοντες, αυτοί μεν έκλαιον, διεκτραγωδούντες το πάθος και την θλίψιν των. Ο δε Όσιος δεν έδειξε ουδεμίαν δειλίαν ή φιλοζωϊαν έναντι του θανάτου. Αλλ΄ είπε ταύτα προς αυτούς με όμμα ιλαρόν και πασίχαρον· «Μη με αποχαιρετάτε, ηγαπημένα μου τέκνα, με δάκρυα, διότι πολλήν βλάβην δίδετε με αυτά και εις εμέ και εις τον εαυτόν σας. Αλλ΄ είπατε ευχάς προς τον Θεόν και ποιήσατε κοινώς δια την ψυχήν μου παράκλησιν, πράγμα το οποίον σας δίδει πολλήν ωφέλειαν». Ταύτα λέγων κατέπαυσε τους οδυρμούς αυτών και τα δάκρυα· τους έκαμε δε διδαχήν σοφωτάτην περί της αιωνίου μακαριότητος. Έπειτα εποίησε προσευχήν δι΄ αυτούς και ούτως αφήκεν εις χείρας Θεού την μακαρίαν ψυχήν του χαίρουσαν. Το δε ιερόν και πάνσεπτον Λείψανον αυτού ενεταφίασαν εις τον σεβάσμιον Ναόν του Τιμίου Προδρόμου, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, της ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος, της μιάς Θεότητος· Ή πρέπει τιμή και προσκύνησις, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1961
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Θ΄ (9η) του Δεκεμβρίου, η Σύλληψις της Αγίας ΑΝΝΗΣ μητρός της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Δημοσίευση από silver » Κυρ Δεκ 09, 2018 1:02 am

Ιωακείμ και Άννα οι θείοι γεννήτορες της Θεοτόκου λυπούμενοι δια την ατεκνία αυτών ανεχώρησαν ο μεν Ιωακείμ εις το όρος, η δε Άννα εις περιβόλιον, ένθα αμφότεροι προσηύχοντο δια να χαρίση εις αυτούς καρπόν κοιλίας ο Κύριος. Ο δε Πανάγαθος Θεός, θέλων να ετοιμάση δι΄ εαυτόν Ναόν ζώντα και οίκον Άγιον ίνα κατοικήση, απέστειλεν εις τούτους, εκ των οποίων ηυδόκησε να γεννηθή η κατά σάρκα μήτηρ αυτού, τον Άγγελόν του περί του οποίου λέγουσιν ότι ήτο ο Γαβριήλ. Τούτον δε αποστείλας προανήγγειλεν ότι θέλει συλλάβει η στείρα και γηραιά Άννα, ίνα με την σύλληψιν της στείρας βεβαιώση την εκ της Παναγίας Παρθένου ιδικήν Του άσπορον Σύλληψιν και άφθορον Γέννησιν. Συνελήφθη λοιπόν η Παναγία Θεοτόκος και Παρθένος Μαρία εν τη κοιλία της Άννης εκ σπέρματος του Ιωακείμ και εγεννήθη, όχι καθώς λέγουσί τινες επτά μηνών ή χωρίς ανδρός, άπαγε! Αλλ΄ εννέα τελείων μηνών και εκ συναφείας ανδρός, πλην εξ επαγγελίας και Αγγέλου προρρήσεως και υπέρ τους νόμους της φύσεως, τόσον δια το άγονον της Άννης, όσον και δια το γηραλέον αυτής, διότι μόνος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός συνελήφθη χωρίς συνάφειαν ανδρός και χωρίς σποράν εκ της Αγίας Παρθένου Μαρίας, απορρήτως και ανερμηνεύτως, καθώς ηξεύρει μόνος αυτός· και επειδή ήτο τέλειος Θεός, δια τούτο και όλα τα της κατά Σάρκα Αυτού οικονομίας προσέλαβε τέλεια, καθώς και την των ανθρώπων φύσιν τελείαν Αυτός εδημιούργησε και έπλασεν απ΄ αρχής κατά την δημιουργίαν του κόσμου. Ταύτην λοιπόν την Σύλληψιν της Υπεραγίας Θεοτόκου πανηγυρίζομεν σήμερον, προς μνήμην των θείων χρησμών και χαροποιών αγγελιών, των δοθεισών υπό Αγγέλου εις τους Δικαίους Θεοπροπάτορας περί συλλήψεως της Αγνής Θεομήτορος. Διότι τούτους τους δια λόγων χρησμούς του Αγγέλου έργα και πράγματα ποιών ο εκ του μηδενός υποστήσας τα πάντα Θεός, εκίνησε την στειρεύουσαν και γηραλέαν μήτραν της Άννης εις καρποφορίαν· και την διανύσασαν την ζωήν της με ατεκνίαν, ταύτην παραδόξως παιδοτόκον μητέρα εργάζεται σήμερον και χαρίζει εις τους Δικαίους άξιον καρπόν τής αυτών αιτήσεως, διότι ηυδόκησεν, ώστε οι σώφρονες γονείς να γεννήσωσι θυγατέρα την προ των αιώνων προορισθείσαν και εκλεχθείσαν εκ πασών των γενεών, από της οποίας Αυτός να γεννηθή έμελλεν. Η δε Σύναξις αυτών τελείται εν τω σεβασμίω Οίκω της Θεοτόκου, τω όντι εν τοις Ευοράνοις παρά την αγιωτάτην Μεγάλην Εκκλησίαν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1961
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ι΄ (10η) του Δεκεμβρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΜΗΝΑ του Καλλικελάδου, ΕΡΜΟΓΕΝΟΥΣ και ΕΥΓΡΑΦΟΥ.

Δημοσίευση από silver » Δευ Δεκ 10, 2018 1:17 am


Μηνάς, Ερμογένης και Εύγραφος οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμίνου του εν τη Ανατολή βασιλεύσαντος κατά τα έτη τζ΄ - τιγ΄ (307-313), ετύγχανον δε ούτοι εκ των πρώτων αρχόντων του παλατίου αυτού. Κατά την ιδίαν αυτήν εποχήν, εκτός του Μαξιμίνου, εβασίλευον και άλλοι βασιλείς, οίτινες είχον διαδεχθή τους αιμοχαρείς τυράννους, το ζεύγος του διαβόλου, τον Διοκλητιανόν, λέγω, και τον Μαξιμιανόν, ήσαν δε αυτοί οι Κωνστάντιος ο Χλωρός πρώτον (+306) και υιός του Κωνσταντίνος κατόπιν εις τα δυτικώτατα μέρη της Αυτοκρατορίας, ο Μαξέντιος εις την Ρώμην, ο Μαξιμιανός Γαλέριος εις την Ελληνικήν χερσόνησον με έδραν την Θεσσαλονίκην και άλλοι τινές ενδιάμεσοι, καθώς και ο Μαξιμίνος εις την Ανατολήν, περί του οποίου προείπομεν. Ούτος λοιπόν εκίνησε κατά των Χριστιανών διωγμόν φοβερώτατον και ήτο μεγάλη ταραχή και σύγχυσις εις όλην την Ανατολήν· επειδή ο ασεβέστατος αυτός βασιλεύς ηγωνίζετο να εξαλείψη την Πίστιν του Δεσπότου Χριστού και να στερεώση την απάτην των προπατόρων του, ήτοι να προσκυνώνται τα είδωλα εις όλην την επαρχίαν του, μη γνωρίζων ο μωρός και ασύνετος, ότι όσον κανείς αντιμάχεται κατά της αληθείας, επί τοσούτον αύτη στερεούται, καθώς ο Χριστός μάς υπεσχέθη ειπών ότι η Εκκλησία αυτού θέλει είναι ακαταγώνιστος και ανίκητος και ότι «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ιστ: 18). Όσον λοιπόν αυτός επολέμει και εμάχετο την ευσέβειαν επί τοσούτον αύτη εστερεούτο. Κατά τας ημέρας εκείνας απήλθον προς τον βασιλέα Αλεξανδρείς τινές και του λέγουν· «Πολυχρονημένε βασιλεύ, γνώριζε ότι εις την χώραν μας υπάρχει μεγάλη στάσις και απείθεια, όχι μόνον εις τα κοινά πράγματα και τας κρατικάς υποθέσεις, αλλά, το χειρότερον, και εις τα της λατρείας. Επειδή ευρίσκονται εκεί άφρονες τινες και αναίσχυντοι, οίτινες δεν καταδέχονται να προσκυνούν τους παντοδυνάμους θεούς εκείνους, τους οποίους εσέβοντο και όλοι οι προπάτορες ημών, αλλ΄ ομολογούν Θεόν ένα Εσταυρωμένον. Λοιπόν είναι ανάγκη να υπάγης έως εκεί, να ειρηνεύσης τα σκάνδαλα». Ταύτα ακούσας ο Μαξιμίνος διελογίζετο πώς να ενεργήση, διότι δεν είχε καιρόν να υπάγη αυτός. Όθεν έστειλε προστάγματα φοβερώτατα προστάσσων ότι, όστις προσκυνήση Θεόν νεώτερον, αυτός με να θανατώνεται, η δε περιουσία του όλη να δημεύεται. Παρά ταύτα όμως, ύστερον από ολίγον του ανήγγειλαν πάλιν ότι οι Αλεξανδρείς δεν έλαβον ποσώς υπ΄ όψιν τα προστάγματά του, αλλά κηρύττουν τον Χριστόν παρρησία.Ταύτα ακούσας ο Μαξιμίνος εθυμώθη, πλην όμως, επειδή είχεν ανάγκην μεγάλην να υπάγη εις το Βυζάντιον, δεν επήγεν ευθύς εις την Αλεξάνδρειαν. Όμως έστειλε τον φρονιμώτερον άρχοντα εκ των συμβούλων αυτού, τον μετέπειτα ένδοξον Μεγαλομάρτυρα Μηνάν, όστις ήτο Αθηναίος, πεπαιδευμένος εις την ελληνικήν σοφίαν και την ρητορικήν επιστήμην, τόσον ώστε ήτο άξιος με την ευγλωττίαν του να συναγωνισθή με κάθε σοφόν, το δε αληθέστερον ότι ούτος ήτο Χριστιανός εις το απόκρυφον, αλλ΄ εις τον βασιλέα παρρησιάζετο ως ειδωλολάτρης, διότι δεν ετόλμα ακόμη να ομολογήση την αλήθειαν, επειδή δεν εγνώριζε το αποβησόμενον. Τούτον λοιπόν έστειλεν ο βασιλεύς εις την Αλεξάνδρειαν, δια να διαλύση πάσαν αμφιβολίαν και παν ζήτημα, το οποίον θα ηγείρετο εις το μέσον, ουτως ώστε να παύσουν τα σκάνδαλα, έτι δε δια να αφανίση τελείως με την σοφίαν και γνώσιν του το κήρυγμα του Χριστού, ως ζηλωτής του Ελληνισμού, όπως εις το φαινόμενον ενομίζετο. Έδωσε δε εις αυτόν οδηγίας όσοι δεν πειθαρχήσουν εις τας εντολάς του να τους παιδεύη σκληρότατα. Λαβών λοιπόν ο Μηνάς την εξουσίαν, απήλθεν εις την Αλεξάνδρειαν ως του βασιλέως επίτροπος και εκεί με την δύναμιν των λόγων του και την βασιλικήν εξουσίαν, την οποίαν είχεν, έλυσε μεν τας διαφοράς και ειρήνευσε τον λαόν, επαναφέρας εις αυτόν την παλαιάν γαλήνην. Δια την Πίστιν όμως του Χριστού έβαλε κατά νουν, ότι δεν ήθελεν εύρει καιρόν επιτηδειότερον να παρρησιασθή, απ΄ αυτόν κατά τον οποίον είχε την εξουσίαν εις χείρας του και του ήτο εύκολον να καταπείση την χώραν ολόκληρον εις το να γίνουν Χριστιανοί και διότι, εάν ήθελε μαρτυρήση άλλον καιρόν, θα ελάμβανεν ένα και μόνον στέφανον, ενώ τότε θα είχε μισθόν και δια τους άλλους οίτινες θα επίστευον. Έστειλε λοιπόν πρώτον αναφοράν εις τον βασιλέα, δια της οποίας εξέθετεν εις αυτόν την επελθούσαν συμφωνίαν και την ειρήνευσιν του λαού, προσπαθών ούτω να καθησυχάση τον βασιλέα· έπειτα γνωρίζων τον όχλον, και ότι ολίγοι είναι οι πιστεύοντες μόνον με τους λόγους και τας παροτρύνσεις, ίσως δε και αυτοί οι ολίγοι υποκρινόμενοι, δεν έκαμεν εις αυτούς πολλάς ομιλίας, ειμή μόνον έλεγεν ολίγα τινά όταν ήθελον τον ερωτήσει. Όμως επεχείρησε να δεικνύη με τα έργα την δύναμιν του Εσταυρωμένου, διότι εγνώριζεν ότι τα έργα δύνανται να ελκύσουν ευκολώτερον τους βλέποντας αυτά εις την ευσέβειαν, επειδή οι οφθαλμοί είναι πιστότεροι των ώτων. Περιεπάτει όθεν εις την αγοράν καθ΄ εκάστην ταπεινός και μέτριος, απορρίπτων πάσαν κενοδοξίαν προερχομένην εκ του αξιώματός του. Ηκολούθει δε αυτόν και όλος ο λαός, όχι τόσον δια την εξουσίαν, την οποίαν είχεν, όσον δια τα σημεία και τα θαύματα, τα οποία ετέλει, θεραπεύων πάσαν ασθένειαν· διότι και μόνον εάν ήθελε βάλει την χείρα του εις ασθενή, επικαλούμενος το όνομα του Δεσπότου Χριστού, και εσφράγιζεν αυτόν δια του Τιμίου Σταυρού, ευθύς εθεραπεύετο· και οι μεν χωλοί περιεπάτουν, οι τυφλοί ανέβλεπον, οι κωφοί ήκουον, οι άλαλοι ωμίλουν και απλώς ειπείν οι δαίμονες και παν κακόν εφυγαδεύετο. Ταύτα τα εξαίσια βλέπων ο λαός, άφηναν την προγονικήν των απάτην, τους πατρώους θεούς εβδελύσσοντο, τα άψυχα είδωλα και ψευδωνύμους θεούς εκρήμνιζον, τους βωμούς κατηδάφιζον και εγίνοντο μία γνώμη και μία ψυχή και γλώσσα με τον Μάρτυρα. Ητοιμάζοντο δε με μεγάλην προθυμίαν, εάν παραστή ανάγκη, και να αποθάνωσιν δια την αγάπην του Χριστού. Οι λόγοι του Μηνά εφαίνοντο εις αυτούς ως λόγοι ζωής και η λαλιά αυτού ως φωνή θεϊκή. Μόνον ολίγοι τινές έμειναν εις την ασέβειαν, διότι έκλεισαν τα ώτα και τους οφθαλμούς, δια να μη γνωρίσουν την αλήθειαν· αυτοί ετίμων πολύ την επιβώμιον εορτήν των δαιμόνων δια τα συμπόσια, την μέθην, τας κοίτας και την ασέλγειαν, ύβριζον δε και ητίμαζον τα των Χριστιανών δια την εγκρατή ζωήν και τον μετά σώματος ασώματον βίον. Μη υπομένοντες λοιπόν οι υιοί του σκότους και της απωλείας απόγονοι την αισχύνην των σεβασμάτων αυτών, εζήτουν τρόπον να εκδικηθούν τον Άγιον και τους λοιπούς Χριστιανούς, δια την ύβριν των μιαρών θεών· αλλά φοβούμενοι την ορμήν του πλήθους, δεν ετόλμων να πράξουν φανερά τίποτε· μόνον έστειλαν προς τον βασιλέα γράμματα, δια να εξάψουν τον θυμόν αυτού, και έλθη να τους παιδεύση το ταχύτερον. Έγραφον δε ότι πανταχού το όνομα του Γαλιλαίου (του Χριστού) ήτο σεβαστόν, ηθετούντο δε οι πατρώοι θεοί και εις ολίγον καιρόν θέλουν έλθει και εις φανεράν αποστασίαν, να μη λαμβάνωσι καθόλου υπ΄ όψιν των τα βασιλικά προστάγματα. Τούτων δε πάντων, έλεγον, αιτία είναι ο έπαρχος, τον οποίον έστειλε να τιμωρή τους Χριστιανούς, διότι αυτός πιστεύσας εις τον Χριστόν είναι ο πρώτος όστις κηρύττει αυτόν ανερυθριάστως και καθ΄ εκάστην πείθει τους απλουστέρους εις την αθέτησιν των θεών και των βασιλικών προσταγμάτων.Ταύτα ακούσας ο Μαξιμίνος έλαβε μεγάλην λύπην και αισχύνην· λύπην μεν δια την απώλειαν της χώρας, φανταζόμενος ότι υπάρχει κίνδυνος να αποστατήσουν και να μη τον προσκυνούν ως βασιλέα, ούτε να πληρώνουν το βασιλικόν δόσιμον· αισχύνην δε, ότι έβλεπε τους θεούς υβριζομένους, εαυτόν δε ηττημένον, εφ΄ όσον δεν ηδύνατο να τους υποτάξη. Μετ΄ ολίγον, αφού παρήλθεν η ζάλη των διαλογισμών, ελάλησε λόγια βλάσφημα κατά του Χριστού και του Μηνά, λέγων ότι «Είναι αδύνατον να γνωρίση τις τον άνθρωπον με ακρίβειαν ποίαν γνώμην έχει και ότι δεν είναι άξιοι συγχωρήσεως όσοι λάβουσι χάριν, έπειτα δε φανούν προς τον ευεργέτην αχάριστοι». Ούτως είπε και τη επαύριον συνήθροισεν όλην την σύγκλητον να κάμουν συμβούλιον τι μέλλει γενέσθαι, πάντες δε με μίαν γνώμην απεφάσισαν, να στείλη άρχοντά τινα φρονιμώτατον, ονόματι Ερμογένη, όστις να υπάγη αντί του βασιλέως εις την Αλεξάνδρειαν, διότι ήτο ικανός με καλόν τρόπον να ειρηνεύση τα σκάνδαλα και να κάμη τον Μηνάν να μετανοήση. Ο Ερμογένης ήτο αγαθός άνθρωπος, σεμνός και σώφρων, έχαιρε δε και μεγάλης φήμης διότι και μη έχων φύσει νόμον (κατά τον Απόστολον) τα του νόμου εφύλαττεν (Ρωμ. β: 14) καίτι αγνοών του Εσταυρωμένου την δύναμιν και μη έχων την σφραγίδα του θείου Βαπτίσματος. Ήτο δε και αυτός Αθηναίος, πεπαιδευμένος εις τα ελληνικά· είχε και γνώσιν φυσικήν περισσοτέραν από τα γράμματα και απλώς ειπείν ήτο άξιος δια πάσαν υπόθεσιν μεγάλην και αυθεντικήν. Όθεν ο βασιλεύς τον διώρισεν έπαρχον Αλεξανδρείας, καταργήσας τον μακάριον Μηνάν και υστερήσας αυτόν πάσης αξίας. Εις δε τον Ερμογένη παρήγγειλε να εξετάση επιμελώς δια τον Μηνάν και να μη τον λυπηθή ουδόλως ως φίλον και συμπατριώτην του, αλλ΄ εάν ήσαν αληθή τα λεγόμενα, να τον βασανίση με διάφορα κολαστήρια. Ο μεν βασιλεύς ούτως ώρισε, του έδωκε δε και πολλούς στρατιώτας να τον συνοδεύσωσιν. Ο δε Ερμογένης εισήλθεν εις τα πλοία με πολλήν φαντασίαν και δορυφορίαν υπηρετούμενος και αρμενίζων είδε καθ΄ ύπνον τρεις άνδρας, οι οποίοι είπον προς αυτόν· «Ίδε, Ερμόγενες, ως ουδέ σπουδής βραχείας υπερορά ο Θεός». Και αυτός τους ηρώτησε· «Ποία είναι η βραχεία σπουδή»; Οι δε απεκρίθησαν· «Ο αληθής δέχεται την ατελή σου πρόθεσιν εις αυτήν την οδόν σου, εις την οποίαν εκίνησες να υπάγης δια ζημίαν πολλών και θέλει σε αξιώσει δόξης μεγάλης και τιμής αθανάτου. Φύλαττε λοιπόν τα ευαγγέλια ταύτα, διότι θέλεις κάμει φίλον μέγαν τον αληθή και αϊδιον Βασιλέα, όστις θα σε αξιώση τοσαύτης προκοπής, όσην δεν ημπορεί να σου δώση βασιλεύς επίγειος». Εγερθείς εκ του ύπνου ο Ερμογένης δεν ηννόησε την οπτασίαν τι εσήμαινεν αύτη, αλλ΄ είπεν, ότι ήτο όνειρον και του υπέσχετο δόξαν επίγειον και τα τοιαύτα. Μετ΄ ολίγας ημέρας έφθασεν εις την Αλεξάνδρειαν και συνήχθη όλη η χώρα εις τον αιγιαλόν να τον προϋπαντήσουν με σάλπιγγας, τύμπανα και δόξαν πολλήν, σχεδόν ως να ήτο αυτός ο βασιλεύς. Συνώδευσαν δε αυτόν με πολλάς τιμάς έως το παλάτιον· πριν όμως διασκορπισθή ο λαός, επήγεν ο μακάριος Μηνάς προς τον Ερμογένη, δια να κηρύξη την ευσέβειαν, θαρρών ότι θέλει τον ακούσει ως φρόνιμος, να ωφεληθή τι και του λέγει· «Χάρις εις τον ένα και μέγαν Θεόν, και με την πρόνοιαν Αυτού, ως φαίνεται, ο υψηλός συ και περιφανής αφήκες την μεγάλην πόλιν και ήλθες εις ταύτην την πενιχράν». Ούτως είπεν ο Άγιος έχων κατά νουν να καταισχύνη μετά ταύτα τους μιαρούς του θεούς. Αλλ΄ ως ήκουσεν ο Ερμογένης ένα Θεόν, δια να μη φανή προς τους συκοφάντας ότι ακροάζεται τους εχθρούς του βασιλέως, έτι δε και δια να φανή αγριώτερος προς τον Άγιον και προς τον βασιλέα ευγνώμων, προσέταξε να τον κλείσουν αμέσως εις την φυλακήν, λέγων προς τους παρεστώτας· «Αύριον θέλει εννοήσει αυτός ο μάταιος μύστης του Γαλιλαίου ποίος είμαι εγώ και πόσος φίλος των εχθρών του βασιλέως και των θεών και εάν είναι εις Θεός, ή πολλοί, όταν δοκιμάση τα δεινά κολαστήρια εκείνα τα οποία τον αναμένουσι». Την επομένην, καθίσας ο έπαρχος εις υψηλότατον θρόνον, προστάσσει να φέρουν τον Άγιον, όστις ήλθε χωρίς φόβον ή δειλίαν τινά, αλλά με φαιδρόν πρόσωπον. Λέγει δε προς αυτόν ο έπαρχος· «Είναι δίκαιον, Μηνά, να τιμά έκαστος τους θεούς και τους βασιλείς και μάλιστα να είναι ευγνώμων προς τους ευεργέτας αναγνωρίζων την καλωσύνην, την οποίαν του προσέφερον ή όχι»; Ο Άγιος απεκρίνατο· «Πρέπον είναι, ω έπαρχε, να ευγνωμονή έκαστος τον ευεργέτην, εφ΄ όσον τούτο είναι προς το συμφέρον και όφελος και των δύο· αλλ΄ όταν η ευγνωμοσύνη βλάπτη τα μέρη αμφότερα, είναι δίκαιον να γίνη το συμφερώτερον. Το να τιμώμεν τους βασιλείς, είναι καλά και άγια καμωμένον, δια την αρχήν και εξουσίαν αυτών, όταν και αυτοί τιμούν και σέβωνται Εκείνον όστις έδωκεν εις αυτούς την ηγεμονίαν, ήτοι τον όντως Θεόν. Αλλ΄ όταν αυτοί σφάλλουν εις την ευσέβειαν και δεν αποδίδουν την οφειλομένην τιμήν εκεί όπου πρέπει, δεν είναι ουδείς χρεώστης να τιμά ούτε αυτούς ούτε τους θεούς των, διότι δεν εξετάζουν εάν είναι αληθινοί αυτοί οι θεοί και αν έχωσι δύναμιν, όπως και ο αληθής και παντοδύναμος Θεός. Οι θεοί πρέπει να μη έχουν αρχήν και γέννησιν, αλλά να είναι ατελεύτητοι και αθάνατοι· εάν δε λείπη τι εξ αυτών, δεν είναι πρέπον να προσκυνώνται ως θεοί, καθό ατελείς. Πρέπει δε μάλιστα οι βασιλείς να ζητήσωσι μετά πόθου θερμοτάτου και με ψυχής καθαρότητα τον όντως όντα Θεόν τον αληθή και παντοδύναμον». Ακούων ταύτα ο έπαρχος και θέλων πρώτον με ιλαρότητα να καταπείση τον Μάρτυρα, είπε με πραείαν φωνήν. «Και πόθεν συ, ω Μηνά, κατεπείσθης να αφήσης την λατρείαν των πατρώων θεών και να πιστεύσης ότι ο Χριστός είναι ο αληθής Θεός»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Εγώ, ω έπαρχε, είμαι Αθηναίος, καθώς το γνωρίζεις, και ετίμων τον πάτριόν μου νόμον· αφού δε απέθανεν ο πατήρ μου ήμην ακόμη πολύ νέος και επεδόθην εις την ελληνικήν παιδείαν, την οποίαν αφού έμαθον, από τον πόθον τον οποίον είχον, ακούων ότι είχον και οι Χριστιανοί βίβλους τινάς, επεθύμησα να τας αναγνώσω, εύρον δε εις αυτάς κεκρυμμένην μεγάλην ωφέλειαν και πολλήν διαφοράν μεταξύ τούτων και της ελληνικής παιδείας, διότι εις ταύτην μεν ευρίσκεται πλάνη και μοχθηρία, εις εκείνας δε αρετή και αλήθεια. Αι Γραφαί των Χριστιανών εξηγούσιν ότι αι δυνάμεις του Χριστού είναι θεϊκαί και απαθείς, ενώ αι των Ελλήνων λέγουσιν, ότι είναι παθητοί οι θεοί των· όχι δε μόνον τούτο, αλλά και από ασελγείας και αταξίας και άλλα ψεύδη και φλυαρίας είναι πλήρεις και λέγουν, ότι οι θεοί έκαμαν μάχην προς αλλήλους και ενικήθησαν και εδάρησαν από ανθρώπους θνητούς· γέμουσι δε και από άλλους πολλούς μύθους και δια να είπω με απλά λόγια ο σκοπός των Γραφών του Χριστού είναι η επίγνωσις του αληθούς Θεού και η σωτηρία των ανθρώπων, ενώ των γραφών των Ελλήνων είναι η καθοδήγησις προς άτιμα πάθη και η πασιφανής των πειθομένων εις αυτάς απώλεια». Αφού είπε ταύτα ο Μάρτυς του Χριστού, ύστερον προσέθεσε και τα εξής: «Εγώ όμως, ω έπαρχε, δεν επίστευσα εις τον Χριστόν μόνον με τα λόγια των Γραφών, αλλ΄ εζήτησα να γνωρίσω και με το έργον την αλήθειαν· ευρών λοιπόν άνθρωπον τινα παράλυτον, του οποίου όλα τα μέλη ήσαν μεμαραμμένα και ουδείς ιατρός ήτο ικανός να τον θεραπεύση, εγνώρισα ότι το έργον ηκολούθει τους λόγους· διότι καθώς επεκαλέσθην μόνον το όνομα του Δεσπότου Χριστού, ευθύς εκείνα τα μεμαραμμένα μέλη του ασθενούς, ως να μετεπλάσθησαν, έστρεψαν εις την προτέραν κατάστασιν και έγινεν ο άνθρωπος υγιής, ως να μη είχε ποτέ ασθενήσει. Με το έργον λοιπόν εγνώρισα τον Δημιουργόν των απάντων και μισήσας την δόξαν και την ματαιότητα των Ελλήνων, έγινα δούλος του Χριστού δια του θείου Βαπτίσματος από τότε δε, ω έπαρχε, ασθενείας φοβεράς, πάθη ανίατα και άλλα κακά, τα οποία μόνος ο Θεός δύναται να ιατρεύση, θεραπεύω εν ευκολία επικαλούμενος το όνομα μόνον του Χριστού. Μάρτυρες τούτων είναι όλος ο λαός, όστις παρίσταται εδώ εις το θέατρον, ούτε δύνασαι να είπης ότι τα λέγω ψεύματα, διότι έτοιμος είμαι να σου δείξω και με το έργον την δύναμιν του Χριστού μου». Ούτως εκήρυξεν ο Άγιος την αλήθειαν και ίστατο όλος ο λαός από της τρίτης ώρας έως της εβδόμης, ακούοντες με περισσοτέραν γλυκύτητα αυτόν, παρά αν ήσαν εις πλουσιωτάτην τράπεζαν. Όταν ο λαός είδεν ότι ο Άγιος ήλεγξε τους ψευδωνύμους θεούς των βασιλέων, τον δε Χριστόν αληθή Θεόν ανεκήρυξε, καλών αυτούς μάρτυρας των θαυμάτων, εβόησαν όλοι με μίαν φωνήν λέγοντες· «Μη αμφιβάλλης εις ταύτα ποσώς, φρονιμώτατε έπαρχε, διότι ημείς είδομεν οφθαλμοφανώς ταύτα τα τεράστια και ουδέν ψεύδος, ούτε απάτη υπάρχει εις αυτά τα θαυμάσια. Γνώρισον λοιπόν και συ ως γνωστικώτατος την αλήθειαν και μη προσκυνής Θεόν άλλον ειμή μόνον εκείνον, τον οποίον κηρύττει ο μακάριος Μηνάς». Ο έπαρχος τότε ευλαβηθείς την πεπαρρησιασμένην ομολογίαν της πόλεως και βλέπων όλον σχεδόν τον λαόν με την γνώμην του Μάρτυρος, εδειλίασε, φοβηθείς μήπως αποτολμήσουν και επίθεσιν τινα κατ΄ αυτού. Μη δυνάμενος δε εξ άλλου να εναντιωθή προς την αλήθειαν, προσέταξε να κλείσωσιν εις την φυλακήν τον Άγιον και εγερθείς του θρόνου διέταξε την απόλυσιν του θεάτρου. Όθεν έκαστος απήλθεν εις την οικίαν του, ευφημούντες τον Άγιον, όστις εφυλακίσθη μεν, αλλ΄ η γλώσσα του ήτο ελευθέρα και έψαλλε ταύτα· «Έσωσας ημάς, Κύριε, εκ των θλιβόντων ημάς και τους μισούντας ημάς κατήσχυνας» (Ψαλμ. μγ : 8 ), «Ήνοιξας εν παραβολαίς το στόμα ημών και εφθεγξάμεθα προβλήματα απ΄ αρχής» (Ψαλμ. οζ : 2 ). ΟΟ δε έπαρχος, αναλογιζόμενος πόσον τον κατεφρόνησαν οι Αλεξανδρείς και πόσον θέλει τον κατακρίνει ο βασιλεύς, όταν ακούση τα γενόμενα, επικράνθη πολύ και εκοιμήθη νήστις. Όταν εξημέρωσε, συνήχθησαν εις το θέατρον περισσότεροι άνθρωποι, επιποθούντες να ίδωσι το τέλος της διαλέξεως. Ο δε έπαρχος, μαθών ταύτα, επρόσταξε να φέρουν όλα τα κολαστήρια όργανα, με τα οποία ετιμώρουν τους απειθείς και καθίσας επί του βήματος έστειλε να φέρουν δεδεμένον τον Μάρτυρα, δια να φοβηθή βλέπων ταύτα και λέγει προς αυτόν· «Εις ποίαν τύχην εθάρρευσας και ετόλμησας να καταπείσης όλον τον λαόν της πόλεως να αποστατήσουν από την βασιλικήν εξουσίαν, να καταφρονήσωσι τους θεούς και να πιστεύσουν εις την γνώμην σου σεβόμενον Θεόν νεώτερον; Ή μήπως έβαλες κατά νουν να εξουσιάσης την πόλιν ταύτην τυραννικώς»; Λέγει προς αυτόν ο Άγιος· «Φανερόν είναι, ω έπαρχε, από το μέτριον σχήμα και τας άλλας μου εργασίας, ότι εγώ δεν έχω κατά νουν να ασκήσω καμμίαν τυραννίαν, ούτε τον λαόν παρεκίνησα εις απείθειαν, αλλ΄ ο ζήλος του Θεού, τον οποίον εγνώρισαν δια των σημείων, τους ηνάγκασε να καταφρονήσουν τους θεούς σας, διότι πρέπον είναι πας άνθρωπος, έχων γνώσιν και γνωρίσας το ψεύδος, να το μισή και να προσκυνή την αλήθειαν, η οποία είναι ο Χριστός». Βλέπων ο έπαρχος ότι με τους λόγους μόνον δεν δύναται να πείση τον Μάρτυρα, λέγειπρος αυτόν· «Ούτω νομίζεις, ανόητε· αλλά τώρα θα σε κάμω εγώ να γνωρίσης ότι όλα αυτά, τα οποία είπες χθες και σήμερον, είναι φλυαρήματα και ότι δεν πρέπει να σέβεσαι τον Εσταυρωμένον· διότι όταν συ δεν δυνηθής να θεραπεύσης εκείνα τα μέλη, τα οποία εγώ θα σου κόψω, πώς να πιστεύσω ότι δίδεις εις άλλους την υγείαν, αφού δεν θα δύνασαι να ιατρεύσης τον εαυτόν σου»; Την γνώμην ταύτην του επάρχου επήνεσεν όλος ο λαός. Ο δε Άγιος είπε προς αυτόν· «Παρακαλώ τον Κύριον, να δοκιμάσης εις εμέ τον Χριστόν, διότι τότε ελπίζω να εκδυθής και συ την αξίαν, την οποίαν φορείς και να γίνης εις εκ των δούλων του ουρανίου Βασιλέως Χριστού του Θεού». Ο έπαρχος, οργισθείς εις τούτο πολύ και δια να εκδικήση την ύβριν ταύτην, καθώς την ενόμιζεν, ελπίζων δε και ότι με τούτο θέλει νικήσει τον Άγιον, προστάσσει να κόψουν με μαχαίρας όλην την σάρκα των ποδών του, ήτοι τα πέλματα και να μη αφήσουν ει μη μόνον τα κόκκαλα. Ο δε Άγιος, τοσούτον ανηλεώς τας σάρκας κατατεμνόμενος, επόνεσεν ολίγην ώραν, πλήν υπέμεινε τας αλγηδόνας ανδρείως και αφού τον αφήκαν οι δήμιοι, επήδησε και εστάθη ορθός, με τα οστά μόνον των ποδών και έψαλλεν· «Ο πους μου έστη εν ευθύτητι, εν Εκκλησίαις ευλογήσω σε, Κύριε» (Ψαλμ. κε: 12). Έρρεε λοιπόν το αίμα κρουνηδόν από τους πόδας του Μάρτυρος και έγινε το έδαφος όλον κόκκινον. Αυτός δε είχε την όψιν φαιδράν, την ψυχήν προς τους κινδύνους νεαράν και ακμάζουσαν και την γλώσσαν πεπαρρησιασμένην προς έλεγχον και απλώς ειπείν ήτο χωρίς φόβον ή δειλίαν τινά προς τα κολαστήρια. Τότε το θέατρον όλον εκρότησε τας χείρας, διότι ενικήθη ο έπαρχος, όστις δια να φύγη τον έλεγχον του Αγίου και να τον κάμη να μη δύναται πλέον να αντιλογή, προστάσσει να του ανασπάσουν την γλώσσαν από τον φάρυγγα. Ο δε είπε προς αυτόν· «Εάν εκβάλης και τας κόρας των οφθαλμών μου, ω έπαρχε, δεν θέλω προσκόψει, διότι ο νόμος του Χριστού θα είναι ως λύχνος εις τους πόδας μου». Όταν δε ανέσπων με σπουδήν οι υπηρέται την γλώσσαν του Μάρτυρος, έπασχε μεν ο γενναιότατος και αήττητος αγωνιστής, αισθανόμενος πόνον πολύν και ανείκαστον βάσανον, αλλά ηνδρίζετο καρτερικώς, έχων εις τον Χριστόν όλην αυτού την διάνοιαν. Μετά ταύτα εξησθένησε μεν η σωματική δύναμις του Αγίου, ο ψυχικός όμως πόθος προς τον Χριστόν ενεδυναμούτο και εδείκνυε με νεύματα προς τον έπαρχον και τους παρεστώτας, ότι όχι μόνον υπέμενε με καρτερίαν τα λυπηρά, αλλά και είχε ταύτα δια τρυφήν και αγαλλίασιν, επιθυμών μάλιστα και αυτόν τον θάνατον. Ο δε έπαρχος εσκανδαλίσθη, διότι δεν ελάμβανεν υπ΄ όψιν την τιμωρίαν ο Άγιος, αλλ΄ έθετε και τον λαόν μάρτυρα της ανδρείας του, και προστάσσει να εξορύξουν τους οφθαλμούς του. Οι δε υπηρέται, χωρίς καμμίαν συμπάθειαν, εξέβαλον ευθύς ανηλεώς τους οφθαλμούς του Μάρτυρος, όστις υπέμεινε και την βάσανον ταύτην γενναίως και έκλινε πολλάκις την κεφαλήν, ευχαριστών τον Θεόν, όστις τον ηξίωσε τοσούτον αγαθών. Βλέπων ταύτα ο έπαρχος επικράνθη και ήτο εις την ψυχήν σκυθρωπός· όθεν εγερθείς εκ του θρόνου προσέταξε να φυλάττουν το λείψανον έως την αύριον, δια να το δώσωσιν εις τα θηρία να το φάγουν, να μη μείνη ουδέν εις ενθύμησιν. Οι δε στρατιώται, λαβόντες τον Άγιον, όστις είχεν ακόμη ολίγην πνοήν, τον έρριψαν εις την φυλακήν άνευ επιμελείας τινός. Κατά δε την τρίτην ώραν της νυκτός ήλθεν άμετρον φως εις το δεσμωτήριον και εξαίφνης παρουσιάζεται ο Δεσπότης Χριστός εις τον τόπον, εις τον οποίον ήτο ερριμμένος ο Άγιος και πρώτον μεν του έδωκε θάρρος και προθυμίαν πολλήν, έπειτα ανέπλασε την γλώσσαν, τους οφθαλμούς και τους πόδας του και απλώς απ΄ εκεί όπου ήτο σχεδόν νεκρός, τον κατέστησεν όλον υγιά και ούτε μικρότατον σημείον πληγής τινός έμεινεν, αλλ΄ έγινεν υγιέστερος και δυνατώτερος από πριν. Έπειτα λέγει προς αυτόν ο Δεσπότης· «Πρόσεχε, ω Μηνά, διότι εγώ ειμι Ιησούς Χριστός, δια τον οποίον έπαθες τόσα βάσανα και δεν σε εγκατέλειψα πρότερον, ούτε εμάκρυνα από σου, αλλ΄ ανέμενον να φανερωθή ενώπιον των αρχών και των εξουσιών η αγάπη την οποίαν έχεις προς εμέ, δια να την γνωρίσουν άνθρωποι και δαίμονες, να θαυμάσωσιν. Επειδή λοιπόν η προς εμέ αγάπη σου έγινε πλέον φανερά, από τώρα και εις το εξής θα είμαι μετά σου και φανερά θα σε βοηθώ. Γνώριζε δε και τούτο, ότι αύριον θέλει γίνει ικέτης σου ο έπαρχος Ερμογένης, όστις εχθρεύεται τόσον το όνομά μου και εις ολίγας ημέρας θέλει γίνει συναθλητής σου και αυτός και θα μαρτυρήση δι΄ εμέ, διότι είναι ανάξιον της φιλανθρωπίας μου να παραδράμω την χρηστότητα αυτού, επειδή έχει μεγάλην συμπάθειαν προς τους πένητας και φυλάττει σωφροσύνην, χωρίς να έχη ακόμη διδαχθή το Ευαγγέλιον και τους νόμους μου».Ταύτα ειπών ο Σωτήρ, ενεφύσησεν εις αυτόν Πνεύμα άγιον και τον αφήκε πλήρη ευφροσύνης και αγαλλιάσεως. Ο δε έπαρχος, επειδή και αυτός ήτο άνθρωπος γλυκύς τε και φρόνιμος και εγνώριζε τον μακάριον Μηνάν, ότι ήτο σοφός και περιφανής την ψυχήν, ακόμη δε ότι ήσαν και από την αυτήν πατρίδα, έξυπνος γενόμενος το μεσονύκτιον και ελευθερωθείς από τον θυμόν, ο οποίος τον εσκότιζε πρότερον, διελογίζετο οποίας τιμωρίας έδωκε του Αγίου και πόσην υπομονήν έδειξεν εκείνος μη πράξας ή ειπών αγενές τι και άπρεπον και ότι απωλέσθη τοιούτος σοφώτατος άνθρωπος, όμοιος του οποίου δεν ήτο άλλος εις την σοφίαν και τας γνώσεις. Ταύτα διελογίζετο, διότι ενόμιζεν ότι ο Άγιος απέθανεν από τας πολλάς τιμωρίας. Όθεν κατέκρινε τον εαυτόν του ότι δεν τον εκολάκευε, ώστε να έχη τοιούτον άνθρωπον σύντροφον. Ταύτα ο έπαρχος διαλογιζόμενος εδάκρυε μετανοών δι΄ όσα ετέλεσε πρότερον. Πλην επειδή τα γενόμενα ουκ απογίνονται, έκρινε καλόν να τιμήση καν τον λείψανόν του κατά το πρέπον, να το ενταφιάση δηλαδή με δόξαν πολλήν και ούτω να αποκαταστήση κατά το δυνατόν τον εξευτελισμόν, τον οποίον του έκαμεν. Όταν λοιπόν εξημέρωσε, προσέταξεν ο έπαρχος να συναχθή όλη η πόλις εις το θέατρον και να φέρουν εντίμως το σώμα του Μάρτυρος. Εισελθόντες δε οι απεσταλμένοι εις την φυλακήν, είδον θαύμα φρικτόν και εξαίσιον. Είδον φως και λάμψιν αμέτρητον και δύο άνδρας ωραίους την όψιν φέροντας όπλα και φυλάσσοντας τον Μάρτυρα, αυτόν δε ζώντα και σώον καθ΄ όλα τα μέλη, ψάλλοντα δε τοιαύτα· «Εάν πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ΄ εμού ει, Κύριε» (Ψαλμ. κβ: 4). Εκπλαγέντες λοιπόν εις τοιαύτην θέαν οι υπηρέται ενόμισαν ότι βλέπουσιν όνειρον· αλλ΄ αφού εγνώρισαν ότι ήσαν αληθινά τα ορώμενα εκ θείας δυνάμεως εβόησαν άπαντες· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών». Είτα απορρίπτουσι τα στρατιωτικά ξίφη και μη λαμβάνοντες καν κατά νουν τον θυμόν του δικαστού, αλλά καταφρονούντες και τους άρχοντας και τον βασιλέα, επίστευσαν εις τον Χριστόν και έμειναν με τον Άγιον. Επειδή δε είχε συναχθή όλος ο λαός εις το θέατρον με πόθον πολύν να ίδωσι το άγιον Λείψανον και εδυσανασχέτουν δια την αργοπορίαν των στρατιωτών, έστειλεν ο έπαρχος περισσοτέρους άνδρας να εκτελέσουν την υπηρεσίαν ταχύτερον, οίτινες ως είδον τα γενόμενα επίστευσαν και αυτοί εις τον Χριστόν και ίσταντο όλοι με πολλήν ευλάβειαν και φόβον ενώπιον του Αγίου, ως να ήτο αυτός ο Θεός. Ακούων δε ο Άγιος ότι ολόκληρος η πόλις ήτο συνηθροισμένη δι΄ αυτόν και θέλουν πιστεύσει όλοι εις τον Χριστόν, βλέποντες τοιαύτην θαυματουργίαν, έσπευσε με τους στρατιώτας να φθάση εν βία εις το θέατρον. Ο δε λαός, ιδόντες αυτόν, ενόμισαν φάντασμα την αλήθειαν, αλλά αφού τον επρόσεξαν καλλίτερα και είδον ότι ήτο αυτός ο Μηνάς και έβλεπε με τους οφθαλμούς, περιεπάτει με τους πόδας και εκελάδει η εύλαλος γλώσσα του, εβόησαν άπαντες· «Εκυρίευσεν η δύναμις του Χριστού τον θάνατον. Καλότυχος η Αλεξάνδρεια, ήτις σήμερον ελυτρώθη της πλάνης των ειδώλων και εδιδάχθη την αλήθειαν. Του Θεού είναι αναμφιβόλως αυτή η εξουσία και η δύναμις. Ανδρίζου ρήτορ, χαίρε Αθλητά του αληθινού και σώζοντος Θεού». Εκπλαγείς ο έπαρχος εις το παράδοξον θέαμα, ηγέρθη του θρόνου και προστάσσει τον λαόν να σιωπήσουν και να πλησιάση ο Άγιος, βλέπων δε αυτόν ενόμιζεν ότι βλέπει όνειρον, διότι δεν είχεν ακόμη δοκιμάσει τον Χριστόν. Ψηλαφήσας λοιπόν τον Άγιον με τας χείρας του, εγνώρισε το θαυμάσιον και έμεινεν ως εξεστηκώς επί πολλήν ώραν. Έπειτα είπε προς αυτόν· «Λέγε μοι, ω άνθρωπε, φιλαλήθως περί του Θεού σου, τι πράγματα παράδοξα είναι αυτά τα οποία βλέπομεν, και τα οποία άλλος δεν δύναται να κάμη, ειμή μόνον αυτός ο Θεός; Ειπέ μοι με ακρίβειαν τα περί της Πίστεως του Χριστού». Τότε ο Άγιος εδίδαξεν αυτούς με βραχυλογίαν τα περί της ανάρχου υπάρξεως του Θεού και Πατρός, τα περί της σωματικής παρουσίας του Χριστού επί τηε γης, τα περί του σωτηρίου Πάθους και όλου του της ενσάρκου οικονομίας μυστηρίου. Εις δε το τέλος είπε και ταύτα· «Επειδή λοιπόν, ω έπαρχε, ο Θεός είναι αγαθός και φιλάνθρωπος και κατέβη δια την σωτηρίαν των ανθρώπων επί της γης, δεν θέλει να υπάγη τις εις την απώλειαν, να ζημιωθή τα αιώνια αγαθά· και καθώς η μήτηρ αγαπά το τέκνον, το οποίον εγέννησε και επιμελείται αυτό υπομένουσα τας ύβρεις, τας οποίας της κάμνει δια την αγνωσίαν του και δεν το εχθρεύεται, διότι νικάται υπό των φυσικών σπλάγχνων, ούτω και ο ελεήμων Θεός προνοεί και κυβερνά την δημιουργίαν αυτού και ως Πατήρ μας υπομένει τας ύβρεις, τας οποίας του κάμνομεν από την πολλήν αγνωσίαν μας και μας υπομένει με φιλανθρωπίαν αμέτρητον, ουδέν έτερον ποθών, ειμή μόνον να αξιωθώμεν της δόξης του, να φθάσωμεν «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας (πνευματικής) του πληρώματος του Χριστού Αυτού», καθώς μας διδάσκει ο Παύλος (Εφεσ. δ: 13). Επειδή λοιπόν είδεν ο Σωτήρ ότι τον κατεφρονήσαμεν και τον παρωργίσαμεν με τα βδελύγματα των ειδώλων σας, τα οποία προσκυνείτε ως θεούς και εις την δύναμιν αυτού δεν πιστεύετε, μας ελυπήθη ως τέκνα του και ήλεγξε σήμερον την πλάνην των ειδώλων σας, ίνα και σεις γνωρίσητε την αήττητον Αυτού δύναμιν». Αφού τοιαύτα και έτερα πλείονα είπεν ο Άγιος, προσέθεσε κατόπιν και ταύτα· «Ας σκεφθή λοιπόν έκαστος εμέ, άνθρωπον γέροντα και αδύνατον φυσικώς, ακόμη δε περισσότερον εξησθενημένον από τα βασανιστήρια, τα οποία μου εκάμετε και πως, ενώ χθες με ερρίψατε ως νεκρόν εις την φυλακήν, τώρα ίσταμαι όλος υγιής, απαθής και ακέραιος, ως να ήτο άλλος εκείνος, όστις εβασανίσθη, και ανεγεννήθην ισχυρότερος. Όθεν όστις θέλει να εύρη τον αληθινόν Θεόν, ας τον εννοήση από εμέ σήμερον, διότι δεν είναι άλλος από εκείνον όστις την γλώσσαν και τους πόδας και τους οφθαλμούς μού εχάρισε και ας πιστεύση από τούτο, ότι Αυτός έπλασε και τον κόσμον όλον απ΄ αρχής και την κίνησιν έδωκεν εις τα πάντα. Μη βραδύνης λοιπόν, ω έπαρχε, ως γνωστικώτατος, να γνωρίσης Εκείνον, όστις σε σκέπει και αναμένει την επιστροφήν σου, διότι, καθώς μού είπε σαφέστατα ο Χριστός, όταν με εθεράπευσεν, θέλεις έλθει και συ προς Αυτόν και θα συμμαρτυρήσης με εμέ δια την ομολογίαν του. Χαίρε λοιπόν και αγάλλου, σοφώτατε, διότι αντί του προσκαίρου τούτου και φθαρτού βασιλέως, του οποίου είσαι δούλος, γίνεσαι φίλος του αθανάτου και αιωνίου Βασιλέως και συγκληρονόμος της των Αγίων μακαριότητος εις την Βασιλείαν των ουρανών». Ταύτα ειπόντος του Αγίου εγνώρισεν ο έπαρχος την αλήθειαν, μάλιστα διότι τον επεσκίασεν η θεία Χάρις και τους ψυχικούς οφθαλμούς του διήνοιξεν· όθεν ήρχισεν από τους λόγους του Μάρτυρος και από το φανερώτατον θαύμα της θεραπείας του να εννοή τον αληθή Θεόν και να δέχεται φωτισμούς ευσεβείας εις την ψυχήν. Ενεθυμείτο δε και την οπτασίαν, την οποίαν είδεν εις το πέλαγος, ότι ο φανείς εις αυτόν Θεόν εβούλετο να τον συναριθμήση με τους υπηρέτας και φίλους του και ταύτα συλλογιζόμενος ο Ερμογένης έχαιρε μεν δια το μεγαλείον του πράγματος, διηπόρει όμως και εδίσταζε πώς να αξιωθή παρευθύς να γίνη φίλος τοιούτου Θεού, αφού επί τόσα έτη ευρίσκετο εις την πλάνην της ειδωλολατρίας. Η δε θεία Χάρις, δια να τον φέρη εις επίγνωσιν, του φανερώνει λαμπρότερα σύμβολα της αληθείας και είδεν αυτός και άλλοι τινές, οι οποίοι ήσαν πλησίον του, δύο άνδρας λευκοφόρους, λάμποντας ως αστραπή, και φέροντας πτέρυγας, οι οποίοι παρέστησαν έμπροσθεν του Αγίου με όπλα πολεμικά και έθεσαν εις την τιμίαν αυτού κεφαλήν στέφανον λαμπρόν και ωραιότατον. Ταύτα βλέπων ο έπαρχος, ηρώτησε τους πλησίον εάν τα έβλεπον και αυτοί, εκείνοι δε απεκρίθησαν, ότι τα έβλεπον καθαρώτατα. Τότε ηγέρθη του θρόνου περιχαρής και εβόησε προς το πλήθος λαμπρά τη φωνή· «Όντως αληθινού Θεού είναι δούλος ο άνθρωπος ούτος και μέγαν Θεόν μάς κηρύττει. Αυτόν ομολογώ και εγώ Θεόν αληθέστατον, όστις αναπλάσσει όσους αγωνίζονται δι΄ αυτόν και τους βραβεύει, ουρανόθεν χαρίζων εις αυτούς νίκας κατά των εχθρών, καθώς φανερά το βλέπομεν τώρα ενώπιόν μας και με νοεράν συμμαχίαν δικαιώνει και σκέπει αυτούς. Ομολογώ λοιπόν ότι έως τώρα ευρισκόμην λανθασμένος, προσκυνών τους πονηρούς δαίμονας». Ταύτα δε λέγων επόθει να σπεύση και να φιλήση τους πόδας του Μάρτυρος, αλλά δεν ετόλμα δια την θαυμάσιον όψιν και παρουσίαν των Αγγέλων, οίτινες και έγιναν πάραυτα άφαντοι από των οφθαλμών του, δια να μη τους φοβήται. Τότε λοιπόν, ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ! Έδραμεν ο έπαρχος και πίπτων έμπροσθεν του Αγίου και καταφιλών ευλαβώς τους πόδας του, έλεγεν· «Εύξαι υπέρ εμού εις τον αληθινόν Θεόν σου και παρεκάλεσέ τον να δεχθή και εμέ τον ανάξιον δούλον του, να μη με βδελυχθή δε δια τας αμαρτίας μου, διότι τώρα εγνώρισα από σε οποίους δορυφόρους έχουν όσοι είναι του Χριστού δούλοι γνήσιοι και τίνα πληρωμήν και πόσας αμοιβάς δίδει εις αυτούς δια τον κόπον των και τους στέλλει θαυμαστούς και φοβερούς υπηρέτας να τους φυλάττωσι, τους οποίους δεν ημπορούμεν να ίδωμεν πρότερον, διότι είμεθα εναγείς και ακάθαρτοι. Δειλιώ λοιπόν και αμφιβάλλω, μήπως και με εκδιώξει ο Χριστός ως ανάξιον· όθεν σε παρακαλώ να δεηθής προς αυτόν να με συναριθμήση με τους ευτελεστέρους δούλους του και να είναι τούτο αρκετόν εις εμέ· επί πλέον επιποθώ να με αξιώση να παιδευθώ τώρα και να τιμωρηθώ δια την προτέραν πλάνην και αφροσύνην μου». Ταύτα ακούων μετά χαράς ο Άγιος λέγει προς αυτόν· «Μη έχης αμφιβολίαν τινά εις την ανεξικακίαν του Θεού μου, λαμπρότατε έπαρχε, αλλ΄ έχε θάρρος, διότι εγώ γινώσκω την φιλανθρωπίαν αυτού και είναι τοσούτον ελεήμων και μετανοών επί κακίαις ανθρώπων, ώστε όχι μόνον δεν σε αποστρέφεται, αλλά και το όνομά σου έγραψεν εις την βίβλον της ζωής και κατεδέχθη να συνδοξάσωμεν ομού το Όνομά του το Άγιον με το ποθητόν Μαρτύριον». Αφού είπε ταύτα και επειδή εγνώριζεν, ότι όλος ο λαός ήτο νήστις και ίσταντο εκπληττόμενοι, προτιμώντες να ακούουν τους λόγους του μάλλον ή να καταλύσουν σωματικήν τροφήν, τους απεχαιρέτησε, υποσχόμενος εις αυτούς να ανταμωθώσι και πάλιν κατά την αύριον. Ο έπαρχος όμως δεν απεχωρίσθη πλέον από του Αγίου, αλλ΄ έλαβεν αυτόν εις τον οίκον του και του εζήτει να του ερμηνεύση την Πίστιν, να εννοήση καλώς την ακρίβειαν αυτής. Κατά δε την επομένην, πριν ακόμη ανατείλη ο ήλιος, συνηθροίσθη εις το θέατρον τόσον πλήθος ανθρώπων, ώστε δεν ήτο δυνατόν να τους χωρέση, βλέποντες δε τον Άγιον ομού μετά του επάρχου, εβόησαν άπαντες· «Πιστεύομεν άπαντες εις τον Θεόν εκείνον, τον οποίον συ κηρύττεις και αρνούμεθα τα αναίσθητα είδωλα». Ευχαριστήσας δε τον Θεόν ο Άγιος, τους επήνεσεν, υποσχόμενος ότι θα έχουν μισθόν περισσότερον διότι ταχέως επέστρεψαν εις την ορθήν Πίστιν, παρά αν ήθελον βραδύνει να πραγματοποιήσουν την επιστροφήν αυτήν και εξηκολούθουν παραμένοντες επί πολύ εις την απιστίαν· όταν δε βαπτισθούν, θα γίνουν μέτοχοι των δωρεών του Κυρίου. Ταύτα ειπών ο Άγιος ηυχήθη αυτούς λέγων· «Ο Θεός να σας αξιώση του αγίου Βαπτίσματος και να σας κάμη χρησίμους εις πάσαν Αυτού εργασίαν και δούλευσιν. Ερωτήσατέ με δε ακόμη, ό,τι θέλει έκαστος περί Θεού και εγώ μετά χαράς θα αποκρίνωμαι». Ο δε έπαρχος μεθ΄ όλου του πλήθους είπον προς αυτόν· «Δεν έχομεν πλέον αμφιβολίαν περί του Θεού σου, Άγιε, διότι όλα τα εγνωρίσαμεν φανερά και πιστεύομεν όσα μάς είπες· εν μόνον ζητούμεν και ποθούμεν, να γίνωμεν φίλοι και δούλοι Αυτού με το άγιον Βάπτισμα. Αληθώς απροσωπόληπτος είναι ο Θεός, όστις δια την σωφροσύνην του επάρχου και την προς τους πένητας παρεχομένην υπ΄ αυτού προστασίαν έδωκεν εις αυτόν αμοιβήν την ευσέβειαν». Τότε προστάσσει ο Άγιος να φέρουν ύδωρ και κλίνας την κεφαλήν ο έπαρχος εβάπτισεν αυτόν ο Άγιος λέγων· «Δέχεται το λουτρόν της αναγεννήσεως ο δούλος του Θεού Ερμογένης εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Ούτως εβαπτίσθη ο έπαρχος προς μεγίστην χαράν των παρακολουθούντων. Μετά ταύτα διελύθη το θέατρον, και απήλθεν έκαστος εις τα ίδια. Ευρέθησαν δε τότε παρόντες εις την πόλιν δεκατρείς Επίσκοποι, οίτινες ήλθον από τα περίχωρα και από την έρημον δια να ίδουν τους αγώνας του Μάρτυρος και να επισκεφθούν και τους πιστούς, οίτινες ήσαν εις την χώραν. Λέγει δε προς αυτούς ο Άγιος· «Δεν είναι δίκαιον, Άγιοι Αρχιερείς, να στερηθή η Εκκλησία τοιούτου ανδρός πολυμαθούς και σώφρονος και εις την διάνοιαν υψηλού, αλλά χειροτονήσατε αυτόν Αρχιερέα, αν φαίνεται πρέπον εις την θεοφιλίαν σας». Τότε οι Αρχιερείς βλέποντες τον Ερμογένη ότι δεν ηναντιώθη ουδόλως, δια την πολλήν ευλάβειαν την οποίαν είχε προς τον Άγιον, τον εχειροτόνησαν Κληρικόν· έπειτα του έδωκαν κατά τάξιν όλους τους βαθμούς και τέλος τον εχειροτόνησαν Αρχιερέα. Ο δε Άγιος κατά την εβδόμην από της χειροτονίας του ημέραν συνήθροισεν όσον χρυσίον είχε και ό,τι άλλα πολύτιμα πράγματα, καθώς και άπασαν την περιουσίαν του και τα διένειμεν εις χείρας των πενήτων· έπειτα απαρνησάμενος πάσαν τρυφήν και όλα εκείνα εις τα οποία χαίρονται οι φιλόκοσμοι, εγκαταλείψας δε και πάσαν άλλην φροντίδα, εκίνησε με την βοήθειαν όλου του πλήθους πόλεμον κατά των δαιμόνων, έχων προς αυτούς μνησικακίαν, δια να εκδικηθή την προτέραν πλάνην και εις ολίγας ημέρας κατέσκαψε όλους τους βωμούς των και κρημνίσας πάντα τα είδωλα, ύψωσε τον ζωοποιόν Σταυρόν και ωκοδόμησεν Εκκλησίαν, δια να προσκυνήται το όνομα του Χριστού και καθ΄ ημέραν εβάπτιζε τόσους εκ των πιστευόντων, ώστε αριθμόν δεν είχον, τους δε δαιμονιώντας και ησθενημένους, μόνον αν ήθελεν επικαλεσθή επ΄ αυτούς το γλυκύτατον όνομα του Χριστού, τους εθεράπευεν από πάσαν ασθένειαν και τους δαίμονας παρευθύς εδίωκεν. Εδίδασκε δε τον λαόν καθ΄ εκάστην να φυλάττουν αγνείαν, σωφροσύνην, θεοσέβειαν, ταπεινοφροσύνην, αγάπην, πραότητα, ακτημοσύνην και πάσαν άλλην πράξιν ενάρετον, παρέχων τον εαυτόν του ως υπόδειγμα, καθώς πρέπει να πράττη πας όστις διδάσκει, ήτοι πρώτον έπραττεν αυτός τας αρετάς και έπειτα εδίδασκε τους άλλους. Εις ολίγας ημέρας λοιπόν έγινεν όλη η Αλεξάνδρεια μία ποίμνη και εις Ποιμήν, ο Δεσπότης Χριστός· αλλά πάλιν ο μισόκαλος διάβολος, μη δυνάμενος να βλέπη την Εκκλησίαν του Χριστού μας ατάραχον, παρεκίνησεν άνθρωπον τινα του συνεδρίου δεισιδαίμονα, το όνομα Ρουστίκιον, όστις βλέπων τους βωμούς των ειδώλων κατηδαφισμένους τελείως, τα δε θυσιαστήρια των Χριστιανών ανεγηγερμένα, εμέθυσεν από τον θυμόν· όθεν επήγεν εις τον βασιλέα και του λέγει· «Γνώριζε, πολυχρονημένε βασιλεύ, ότι κατεφρονήθη πάσα θυσία, υβρίσθησαν οι σεμνοί μας θεοί, κατηδαφίσθησαν και διελύθησαν όλοι οι βωμοί εκ θεμελίων και με ένα λόγον καθηρέθησαν τελείως και απωλέσθησαν οι θεοί μας, διότι ο έπαρχος Ερμογένης έγινε Χριστιανός και έκαμαν τόσα με τον Μηνάν, ώστε προσκυνείται πανταχού ο Χριστός χωρίς φόβον τινά, ακολουθεί δε οπίσω αυτών όλη η Αλεξάνδρεια. Λοιπόν, εάν δεν βάλης φροντίδα και μελέτην πολλήν εις ταύτην την υπόθεσιν, να καταστρέψης τα ιερά των Χριστιανών και να αναστήσης τους θεούς μας, εχάθη εις ολίγον καιρόν η βασιλεία σου παντελώς και η του Χριστού στερεώνεται». Ταύτα και άλλα πολλά λέγων ο αλιτήριος Ρουστίκιος, εκίνησε τον βασιλέα εις οργήν πολλήν και εις θυμόν άμετρον κατά του επάρχου και πάσης της πόλεως και απεφάσισε να υπάγη μόνος του το ταχύτερον να τους εξολοθρεύση. Ευχαριστήσας λοιπόν ο βασιλεύς και τιμήσας πολύ τον Ρουστίκιον, ότι ήτο προς τους θεούς ζηλωτής, προσέταξε να συναχθούν δέκα χιλιάδες ανδρείοι στρατιώται, δια να τον συνοδεύσουν. Τούτου δε γενομένου, και αφήσας πάσαν άλλην φροντίδα του Κράτους, απήλθε με βίαν οιλλήν εις την Αλεξάνδρειαν και προστάσσει να φυλακίσουν τους Αγίους και την επομένην ημέραν να τους φέρουν γυμνούς εις το θέατρον. Την επομένην συνήχθη όλη η πόλις, να ίδωσι τι μέλλει να γίνη. Όταν δε έφεραν τους Αγίους ιδών αυτούς ο βασιλεύ, εβόησε λέγων· «Τι είναι τούτο, θεοί παντοδύναμοι; Να τιμήσω αυτόν τον πλάνον, να τον αξιώσω τοσαύτης προνοίας και να του εμπιστευθώ τας πρώτας αρχάς, πράγμα το οποίον εις άλλον τινά δεν έκαμα, και αυτός να γίνη προς εμέ τοσούτον αχάριστος και να έλθη εις τοσαύτην αφροσύνην, ώστε να κόψη τας τρίχας της κεφαλής του και να γίνη ως τους μίμους, οίτινες παρακινούν με τας κωμωδίας των τους ανθρώπους εις γέλωτα»; Ούτως ειπών, εστράφη προς τον Ερμογένη και λέγει προς αυτόν· «Ειπέ μοι, δύστηνε, διατί σου έδωσα την εξουσίαν γης και θαλάσσης και σε έκαμα έπαρχον ισόβιον; Εγώ σε εδόξασα, διότι ήσο ευλαβής και ευγνώμων προς τους θεούς και ήλπιζα ότι δεν ήθελες ποτέ αρνηθή αυτούς, ό,τι δήποτε και αν ήθελε σου συμβή. Ήλπιζα ακόμη ότι χάρις εις την γνώσιν σου θα επανέφερες τούτον τον λόγιον και σοφόν άνδρα από την πλάνην εις την οποίαν ωλίσθησε και θα τον αποκαθίστας εις την πάτριόν του θρησκείαν. Συ όμως τι είδες; Τι έπαθες και συνεκοινώνησες εις την κακοδοξίαν αυτού, κουρεύσας μάλιστα την κεφαλήν, ανόητε, ως να είσαι μίμος του θεάτρου και γελοίος»; Ταύτα είπεν ο Μαξιμίνος με πολύν θυμόν και οργήν αμέτρητον, εκοίταζε δε αυτούς με αγρίαν και θηριώδη όψιν, δια να τους φοβίση και να επιστρέψουν ταχέως εις την γνώμην του. Αλλ΄ ο ελεήμων και ταχύς εις βοήθειαν Θεός έστειλε δύο Αγγέλους να τους δώσουν θάρρος, είπον δε ούτοι προς αυτούς· «Μη φοβηθήτε την οργήν του βασιλέως, αλλά πολεμήσετε αυτόν ανδρείως, και θα τον νικήσητε· ο Θεός θέλει σας δώσει την δύναμιν». Τότε απεκρίθη ο Ερμογένης και του λέγει· «Εάν έχης ολίγην υπομονήν, σοφώτατε βασιλεύ, θέλω σου είπει την αιτίαν, ήτις με ηνάγκασε και κατεφρόνησα τας ευδαιμονίας σου και τας τιμάς, εις τας οποίας, καθώς λέγεις, με ηξίωσας, και ήλθον πρόθυμος εις τοιαύτην τύχην, ώστε να φαίνωμαι μωρός, πτωχός, άτιμος και γελοίος εις τους ανθρώπους, να ονομάζωμαι δούλος Χριστού, άγνωστος και πλάνος εκουσίως και με το θέλημά μου. Όχι δε μόνον ταύτα, αλλά και να είμαι έτοιμος να καταφρονήσω και ξίφος και πυρ και θηρία και να διψώ δι΄ αγάπην Χριστού τον θάνατον μάλλον ή την ζωήν. Εις τούτο θέλουν μαρτυρήσει και όλοι ούτοι, οίτινες είδον οφθαλμοφανώς όσα πρόκειται να είπω· μάλιστα και μόνος σου θα τα ίδης, εάν θέλης, σήμερον. Δεν θέλω δε είπει παρά μόνην την αλήθειαν». Λέγει προς αυτόν ο βασιλεύς· «Αυτό ποθώ και εγώ να ακούσω».Τότε λέγει ο Άγιος· «Εγώ, κράτιστε βασιλεύ, ήμην πολύ ηγριωμένος κατά του Χριστού και με πολύν πόθον ελάτρευον τους νομιζομένους θεούς και εδούλευον εις την βασιλείαν σου επιμελώς, καθώς το γνωρίζεις. Ελθών δε με φαντασίαν μεγάλην εις την χώραν ταύτην, ηγωνίσθην πολύ με κολακείας και απειλάς να φέρω τον άνθρωπον τούτον εις την δυσσέβειαν των πατέρων μας, αλλά δεν ηδυνήθην, μάρτυς των λόγων μου είναι όλος ο λαός, όστις γνωρίζει πόσα έκαμα δια να τον απομακρύνω από την ευσέβειαν· διότι δεν εγνώριζα ο άφρων, ότι ούτος ήτο αμετάβλητος εις την Πίστιν του, έχων την γλώσσαν πεπαρρησιασμένην και ανίκητον εις τας αποκρίσεις και την ψυχήν έτοιμον να υποστή πάσαν μάλλον τιμωρίαν και βάσανον παρά να αρνηθή τον Χριστόν. Τέλος δε, δια να αφήσω τα περιττά, βλέπων ότι ουδόλως ελάμβανεν υπ΄ όψιν του το κράτος και την εξουσίαν μου, αλλ΄ αντιλέγων ήλεγχε τους θεούς, επρόσταξα να κόψουν τα πέλματα των ποδιών του, να αποσπάσουν την γλώσσαν του και να εκβάλουν τους οφθαλμούς του. Και οι μεν δήμιοι εξετέλεσαν τα προσταχθέντα, αυτός δε έμεινεν ως νεκρός κατά την ανθρωπίνην φύσιν και τον έρριψαν εις την φυλακήν. Όμως, δια να είπω την αλήθειαν, ύστερα τον ελυπήθην και εγώ και επόνεσεν η ψυχή μου, διότι απωλέσθη τοιούτος σοφώτατος άνθρωπος, νομίζων ότι απέθανε. Το πρωϊ στέλλω να φέρουν το λείψανόν του, δια να τον θάψωμεν τουλάχιστον καθώς πρέπει. Όταν όμως ήλθε και είδον αυτόν υγιά, με οφθαλμούς και πόδας, και ήκουσα την κεκομμένην γλώσσαν του να διαλέγεται σοφώτατα και να ομιλή γλυκύτατα, ενόμιζα ότι έβλεπον όνειρον και τρίψας τους οφθαλμούς, μήπως είναι φάντασμα, επήδησα εκ του θρόνου και ψηλαφήσας εγνώρισα ότι αυτός ήτο ο Μηνάς. Τότε ενικήθην από την αλήθειαν, έχων αψευδή μάρτυρα την συνείδησιν· αλλ΄ ιδού και αυτός είναι παρών και ο λαός όστις παρηκολούθησε τας τιμωρίας. Ερεύνησον λοιπόν και συ το θαύμα, ως θέλεις, δια να το ίδης με τους οφθαλμούς σου». Ταύτα ειπών ο Άγιος ηρώτησε τον βασιλέα· «Ειπέ μοι λοιπόν και συ, βασιλεύ, είδε τις ποτε τους θεούς σας να τελέσουν τοιαύτα θαυμάσια, καθώς είδα εγώ τον Χριστόν αναπλάσαντα και ψυχώσαντα εξαίφνης όλον τον άνθρωπον; Όθεν από τούτο ας γνωρίση έκαστος την δύναμιν Αυτού, διότι, εάν δεν ήτο Θεός, δεν θα εποίει τοιαύτα εξαίσια πράγματα. Όστις λοιπόν βλέπει τοιαύτα θαυμάσια και δεν καταφρονήση πρόσκαιρον δόξαν και βασιλείαν επίγειον και πάσαν σωματικήν ηδυπάθειαν, δια να γίνη φίλος τοιούτου Θεού, να φωτίζη τυφλούς, να ανιστά νεκρούς, να μετακινή τα όρη και να μεταπλάττη όλην την κτίσιν ως βούλεται και, το ακριβέστερον, να είναι βέβαιος, ότι μέλλει να βασιλεύη αιώνια και αυτός δεν εκτιμήση τοιαύτα χαρίσματα, ο τοιούτος κατ΄ αλήθειαν είναι μωρός και ανόητος, καν έπαρχος είναι, καν βασιλεύς, διότι δεν γνωρίζει το όφελός του. Δια ταύτην την αιτίαν και εγώ εβδελύχθην τους μύθους και τους θεούς σας και όλην την φαινομένην ευδαιμονίαν απαρνησάμενος προσέδραμον εις τον Χριστόν και ηγάπησα μάλλον να είμαι κακοδαίμων, καθώς με είπες και ανόητος. Ιδού ήκουσας εξ ημών τα ιδικά μας και εάν θέλης να τα γνωρίσης και εις την πράξιν, μη αμελήσης, αλλά συλλογίσθητι να μας δώσης την δεινοτέραν βάσανον, την οποίαν δύναται να εύρη ανθρώπινος νους. Βάλε θηρία να μας αναλώσουν, ρίψε μας εις κρημνούς, βύθισόν μας εις την θάλασσαν, κατάχωσέ μας εις την γην, κατάκαυσόν μας εις πυρ, κόπτε με μαχαίρας τα μέλη μας και μεταχειρίσου εναντίον μας πάσαν άλλην τιμωρίαν, καθώς και εγώ πρωτύτερα, όταν ήμην τυφλός ως συ, έκαμα προς τούτον τον μέγαν φωστήρα και άμισθον διδάσκαλον Μηνάν, όστις με εχειραγώγησε προς την αλήθειαν». Ο μεν λαός λοιπόν εθαύμασε την παρρησίαν του Ερμογένους, την ανδρείαν και την εις το λέγειν σοφίαν και μάθησιν. Ο δε βασιλεύς, μη δυνάμενος να εναντιωθή εις τα λεγόμενα, διότι όλος ο λαός ήσαν μάρτυρες και το θαύμα φανερόν αφ΄ εαυτού και βάλλων κατά νουν, ότι εάν τον αφήση να μακραίνη τον λόγον ακόμη, θέλουν ελεγχθή οι θεοί του και αυτός θα καταισχυνθή περισσότερον, είχεν απορίαν και λύπην πολλήν. Όθεν προστάσσει να κόψουν τας χείρας του Ερμογένους από τον ώμον και τους πόδας του από τα γόνατα και να τα βάλουν εις την εσχάραν έμπροσθεν αυτού να τα ψήσωσιν. Έπειτα να σχίσωσι την κοιλίαν του με κοντάρια, να χυθούν όλα τα εντόσθια και το επίλοιπον του σώματος να ρίψουν εις τον ποταμόν. Τότε οι άσπλαγχνοι δήμιοι, αρπάσαντες τον Άγιον, έκοψαν με τα ξίφη ανηλεώς τας χείρας και τους πόδας του. Εκείνος δε ητόνισεν από τους πόνους και απέκαμεν, όμως υπέμενε με πολλήν καρτερίαν ανδρείως, ως να έβλεπεν άλλον τιμωρούμενον και όχι εαυτόν. Όταν δε είδε τα μέλη του και εκαίοντο, έλαβεν άνεσιν και ευφροσύνην ψυχικήν, λέγων· «Μακάριος εγώ και καλότυχος, ότι τας χείρας, τας οποίας ήπλωνα εις θυσίαν αλλοτρίων θεών, και τους πόδας, οι οποίοι περιεπάτησαν εις την πλάνην της απωλείας, δέχεται σήμερον ο Δεσπότης Χριστός εις θυσίαν ολοκαυτώσεως». Τότε εκτύπησαν οι δήμιοι τον μακάριον Ερμογένην εις την κοιλίαν και εχύθησαν όλα του τα εντόσθια· έπειτα τον ήρπασαν ολίγον ακόμη πνέοντα και τον έρριψαν εις τον ποταμόν. Τούτων γενομένων, και μη φροντίζων πλέον δια τον Ερμογένην ο βασιλεύς, διελογίζετο δια τίνος τρόπου να θανατώση τον μακάριον Μηνάν, τον οποίον είχεν ο λαός ως θεόν, εφοβείτο δε μήπως τον νικήση ο Άγιος με θαύματα και με την δύναμιν των λόγων του και καταισχυνθή μεν ο ίδιος ούτος ο βασιλεύς, απολέση δε και εκείνους οι οποίοι επίστευσαν εις τον Χριστόν με τους λόγους του. Προσέταξε λοιπόν να κλείσουν τον Άγιον εις φυλακήν σκοτεινήν και απόκρυφον και εκεί να τον γυμνώσουν πρώτον· έπειτα να τον κρεμάσουν εις την στέγην από τας χείρας και εις τους πόδας του να δέσουν λίθον μέγαν και τόσον βαρύν, ώστε να μη δύναται να τον σύρη άμαξα, εις αυτήν δε την θέσιν να τον αφήσουν έως ότου κατασπασθή βιαίως και ξεψυχήση. Ευθύς λοιπόν οι υπηρέται εξετέλεσαν το προσταχθέν και αφήκαν αυτόν μόνον κρεμάμενον εις τον σκοτεινόν εκείνον τόπον, δια να μη έχη παρηγορίαν τινά από κανένα. Του δε μακαρίου Μηνά από το άμετρον βάρος του λίθου, όστις τον έσυρε προς τα κάτω, ολίγον κατ΄ ολίγον μετετοπίζοντο αι αρμονίαι και αι αρθρώσεις, έσπων τα νεύρα, εσπάρασσον αι σάρκες και με ένα λόγον όλη η αρμονία και ενότης των μελών του σώματος εχωρίζετο, μετεκινούντο δε ταύτα από τον τόπον των με πολλήν και σφοδροτάτην οδύνην του Μάρτυρος, ο οποίος, εφ΄ όσον είχεν ολίγην δύναμιν εις την ψυχήν, έπασχε μεν δεινώς, έψαλλε δε συνεχώς, λέγων· «Ίδε, Κύριε, την ταπείνωσίν μου και τον κόπον μου» (Ψαλμ. κδ: 18)· ότι· «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν» (Ρωμ. η: 18). Αφού εξηντλήθη άπασα η δύναμις του Αγίου και πλέον δεν είχε πνοήν, λέγων «Ευχαριστώ σοι, Κύριε, ότι απήλαυσά σου των αγαθών», εσιώπησε και έμεινεν ως νεκρός. Ότε δε ετελείωσε και ο μαρτυρικός αυτός αγών των Αθλητών του Χριστού, τότε ήλθον εις αντίληψιν και βοήθειαν οι προσφιλείς και σύμμαχοί των Άγγελοι και πρώτον μεν εξέβαλον εκ του ποταμού το σώμα του Μάρτυρος Ερμογένους και το κατέστησαν άρτιον, σώον, υγιές και ολόκληρον, ως ήτο πρότερον και του λέγουν να τους ακολουθή, δια να του δείξουν τον συναθλητήν του Μηνάν. Αφού δε έφθασαν εις την φυλακήν, ηνοίχθησαν αι θύραι αυτής με δύναμιν θεϊκήν, διαλυθέντων των κλείθρων. Ο δε μακάριος Ερμογένης, κατανοήσας εαυτόν και θαυμάζων πως έγινεν η αναβίωσίς του, εθαύμαζε βλέπων και τον μακάριον Μηνάν ούτως άπνουν κρεμάμενον και κατανοών την φοβεράν εκείνην βάσανον, ετρόμαζεν, ότι ήσαν σχεδόν εξηρθρωμένα πάντα τα μέλη από την θέσιν των. Οι δε Άγγελοι είπον εις τον Ερμογένην· «Μη είσαι σκυθρωπός, αλλά πρόσεχε τι μέλλει να κάμωμεν». Τότε πλησιάζουν με ευλάβειαν εις τον Άγιον και αφού προσήρμοσαν τα μέλη του εις τας αρμονίας αυτών, ευλογήσαντες ανέστησαν αυτόν. Τότε μετεστράφη η λύπη του Ερμογένους εις χαράν και αγαλλίασιν, έμειναν δε οι Άγγελοι ομού μετ΄ αυτών έως την ώραν του όρθρου, ομιλούντες θαυμαστά πράγματα περί της του Χριστού Βασιλείας και της αιωνίου μακαριότητος. Έπειτα τους ενίσχυσαν περισσότερον προς τους κινδύνους, παρακινούντες αυτούς να μη οκνήσουν εις τους στεφάνους, τους οποίους μέλλουν να αξιωθούν ακόμη, υποσχόμενοι ότι θα είναι και αυτοί εις την συνοδείαν των να ελαφρύνουν τους αγώνας των έως τέλους. Ταύτα λέγοντες οι Άγιοι Άγγελοι τους απεχαιρέτησαν και ανελήφθησαν εις τους ουρανούς.Το πρωϊ εκέλευσεν ο βασιλεύς να συναχθή όλος ο λαός εις το θέατρον και καθήσας επί του βήματος διελογίζετο τι να πράξη, διότι του είπον, ότι όλη η χώρα επίστευσεν εις τον Χριστόν και δεν ήτο πρέπον να την αφήση ατιμώρητον· να θανατώση δε πάλιν όλους ήτο παράλογον και μεγάλη η ζημία του. Προσεποιήθη λοιπόν ότι δεν εγνώριζε τίποτε και λέγει προς αυτούς· «Εγνώρισα από πολλά πράγματα, ω ακροαταί, ότι με φόβον και ευλάβειαν εθεραπεύατε τους θεούς, προσφέροντες εις αυτούς τας διατεταγμένας θυσίας· εις ημάς δε τους βασιλείς υπετάσσεσθε πάντοτε· τώρα όμως, επειδή επλανήθητε και δεν ηναντιώθητε προς τους αλιτηρίους εκείνους, τους τολμήσαντας να διδάσκουν τον Εσταυρωμένον και δεν τους ελιθοβολήσατε παρευθύς, γνωρίζω ότι εθυμώθησαν οι θεοί και ωργίσθησαν εναντίον σας. Όθεν δια να μη ρίψουν πυρ και κεραυνούς από τον ουρανόν και σας κατακαύσουν, θέλω επιβάλει εγώ προς σας μικράν τιμωρίαν, ίσως ημερώσουν και καταπραϋνθώσι. Προστάσσω λοιπόν να είσθε εστερημένοι όλοι σας από τας τιμάς, τας οποίας σας εχάρισα πρότερον, δια να εννοήσητε με την επιτίμησιν ταύτην και με τας τιμωρίας, τας οποίας έλαβον εκείνοι οι ανόητοι, ότι όταν ο δικαστής δεν πλανηθή από τας μαντείας τοιούτων υποκριτών, τότε δεν δύναται ο Εσταυρωμένος να βοηθήση ή να λυτρώση τινά από κανέν κακόν ή ασθένειαν, αλλά μόνον προξενεί βιαίους θανάτους και δυστυχίαν εσχάτην εις όσους τον σέβονται. Αν δεν πιστεύετε εις τους λόγους μου, το είδετε οφθαλμοφανώς εις εκείνους τους μάγους και γόητας, Ερμογένην και Μηνάν, οι οποίοι εκαυχώντο πρότερον να αναστήσουν άλλους νεκρούς και τώρα, ότε αφήρεσα την ζωήν αυτών με φρικτόν θάνατον, δεν δύνανται να βοηθήσουν τους εαυτούς των. Που είναι σήμερον εκείνου του πλάνου Χριστού η δύναμις»; Η βλασφημία αύτη, ακουσθείσα από τον λαόν, προεκάλεσε γενικήν αναστάτωσιν, άπαντες οι εν τω θεάτρω εξεγερθέντες έκαμον θόρυβον και ταραχήν πολλήν, εξεδήλωνον δε την πρόθεσιν να προβούν και εις επιθετικάς ενεργείας. Τότε οι κήρυκες εκάλεσαν δια των σαλπίγγων τον λαόν να σιωπήση δια να ακούσουν τον βασιλέα, όστις ήθελεν ακόμη να λέγη κατηγορίας κατά του Χριστού και των Αγίων· αλλ΄ αίφνης βλέπουν όλοι τους Μάρτυρας να πηδούν έμπροσθεν εις το βήμα του βασιλέως σώοι και ακέραιοι χωρίς κανέν σημείον πληγής επάνω των. Τότε όλοι εβόησαν μεγαλοφώνως· «Ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Χριστός». Ανήρ δε τις πεπαιδευμένος εις τα Ελληνικά, ονόματι Εύγραφος, συνεργάτης και γραμματεύς του μακαρίου Μηνά, βλέπων τα τελούμενα, επληρώθη η καρδία του θάρρους, ανδρείας και ζήλου θεϊκού και ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού, επήδησεν εις το μέσον, λέγων· «Χριστιανός είμαι και εγώ, βασιλεύ, τα προστάγματά σου καταφρονώ, την θρησκείαν σου αναθεματίζω και έρχομαι δια τον Χριστόν μου να λάβω θάνατον. Δεν λυπούμαι την σάρκα ταύτην ποσώς, αλλ΄ είμαι έτοιμος να υποστώ πάσαν τιμωρίαν και βάσανον. Μη έχης λοιπόν ελπίδα, ότι με κολακείας ή απειλάς θα νικήσης εμέ ή άλλον τινά των Χριστιανών, διότι θάνατός μας είναι το να ζώμεν με τους ασεβείς και ζωή μας ο δια Χριστόν θάνατος. Γνωρίζομεν ότι ήλθες εις ταύτην την χώραν ως λέων ωρυόμενος, ζητών με θυμόν να αρπάσης εις την ειδωλολατρίαν και να διασπαράξης το ποίμνιον του Χριστού· αλλά ματαίως κοπιάζεις, διότι με την τόλμην του θανάτου και το αμετάθετον της ευσεβείας θέλομεν φύγει από σου, περιπαίζοντές σε ως δολεράν και πεπονηρευμένην αλώπεκα». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς ηλλοιώθη τας φρένας από την κατάπληξιν του θαύματος και ελησμόνησεν ότι ήτο βασιλεύς· όθεν επήδησεν από τον θρόνον και αρπάσας με μανίαν την σπάθην ενός στρατιώτου, εθανάτωσε μόνος του τον Μάρτυρα, δίδων εις αυτόν πολλάς και θανασίμους πληγάς, τας οποίας υπεδέχετο ο αριστεύς αφόβως ιστάμενος και ελέγχων την μωρίαν του βασιλέως· ύστερον έπεσεν εις την γην από τους πόνους, ευχαριστών τον Θεόν ότι τον ηξίωσε πρώτον από τους άλλους να πορευθή προς αυτόν με πολλάς πληγάς, δια να λάβη και πολλά στέφανα. Ούτω λέγων ο μακάριος Εύγραφος εξέπνευσεν. Ο δε τρισάθλιος και ανόητος βασιλεύς, έχων ακόμη την ψυχήν τετυφλωμένην από την μέθυν του θυμού, εκάθισεν εις τον θρόνον και αναλογιζόμενος την αταξίαν, εις την οποίαν τον εξώθησεν η μανία του και τον έκαμε να υβρίση το αξίωμα της βασιλείας, να φονεύση δηλαδή άνθρωπον ως να ήτο δήμιος, επροφασίσθη προς τον λαόν ότι το έκαμε δια την αναισχυντίαν του Ευγράφου. Αφού συνήλθεν από την κατάπληξιν ο βασιλεύς, είπε προς τον λαόν· «Σας διαβεβαιώ εις την δύναμιν των μεγάλων θεών, ότι πολλά παράδοξα πράγματα ανέμενον να ίδω, αλλά δεν επίστευα ποτέ ότι θα ευρεθώσι τοιούτοι μάντεις και γόητες· πλην μη νομίζετε τούτο πρωτοφανές και πρωτάκουστον, διότι με την μαντείαν επλάνησαν και πλανούν τους απλουστέρους και τους πείθουν να υφίστανται κακόν θάνατον οι δυστυχείς, δια την αγάπην του Εσταυρωμένου». Στραφείς κατόπιν προς τους Μάρτυρας, είπε προς αυτούς· «Εγώ θα ελέγξω ταχέως με τρόπον ακριβέστερον την απάτην, δια να γνωρίσουν όλοι ότι η ψευδής αυτή ανάπλασις των μελών σας είναι φαντασία και απάτη των οφθαλμών και μαγεία σαφεστάτη». Οι δε Άγιοι απεκρίθησαν· «Ανάρμοστα ωμίλησες, ω βασιλεύς, επειδή η διάνοιά σου παραλογίζεται, η ψυχή σου ετυφλώθη, η καρδία σου είναι πεπωρωμένη και διεστραμμένη· δια τούτο η αλήθεια του παραδόξου θαύματος σου φαίνεται απάτη και γοητεία. Δεν είσαι τυφλός προφανώς δια να μη πιστεύης εκείνα τα οποία βλέπεις με τους οφθαλμούς σου, και τα οποία είναι λαμπρότερα του φωτός και της ημέρας. Εάν έχης ακόμη αμφιβολίαν δι΄ όσα βλέπεις, ελθέ και ερεύνησε καλλίτερα την αλήθειαν· εάν δε νομίζης ότι με απειλάς και υποσχέσεις θα δυνηθής να μας μεταστρέψης, πλανάσαι, διότι και την βασιλείαν σου, εάν μας προσφέρης, την οποίαν σεις οι φιλόκοσμοι έχετε δια πράγμα μέγα και πολύ και μακαριώτατον, ουδέν θέλεις επιτύχει, μάλιστα ευκολώτερον είναι να αφήσης συ την πλάνην και να πιστεύσης εις τον Χριστόν, παρά ημείς να έλθωμεν εις το ψεύδος. Αποφάσισον λοιπόν παν ό,τι επιθυμείς εναντίον μας, αλλά γνώριζε πως, ό,τι και αν κάμης, ματαίως βασανίζεσαι». Βλέπων λοιπόν ο βασιλεύς και αφ΄ εαυτού του την αλήθειαν ως και την έκπληξιν των παρισταμένων, οίτινες εψηλάφων τους Αγίους και εθαύμαζον, εφοβήθη μη αποστατήσουν και φανερά και τον θανατώσουν ως εναντιωτήν της αληθείας· όθεν εξέδωκε την απόφασιν να κόψουν τας κεφαλάς των και ηγέρθη από τον θρόνον του. Οι δε Άγιοι, φθάσαντες εις τον τόπον της καταδίκης με τους στρατιώτας και όλον το πλήθος της πόλεως, εποίησαν προσευχήν εις επήκοον πάντων, δεόμενοι του Δεσπότου Χριστού υπέρ ειρηνικής καταστάσεως της χώρας και πασών των Εκκλησιών των Χριστιανών και όπως μη αποστρέψη κενόν και αβοήθητον ουδένα εξ όσων ήθελον επικαλεσθή αυτούς εις επικουρίαν και αντίληψιν. Μετά την ευχήν ησπάσθησαν και απεχαιρέτησαν αλλήλους και κλίνοντες τας κεφαλάς εδέχθησαν το ποθούμενον τέλος κατά την δεκάτην του Δεκεμβρίου. Επειδή δε ο μακάριος Μηνάς είχε ζητήσει χάριν από τον βασιλέα, όπως επιτρέψη να υπάγουν το Λείψανόν του εις το Βυζάντιον, εις το οποίον, καθώς είπεν ο Άγιος εις τινας φίλους του, του εδόθη κλήρος να κατοική, εφθόνησε και εις τούτο ο Μαξιμίνος και προστάσσει να κατασκευάσουν κιβώτιον σιδηρούν, εντός του οποίου να βάλουν τα Λείψανα των Μαρτύρων και να τα βυθίσωσιν εις την θάλασσαν. Ετέλεσαν λοιπόν οι υπηρέται και την προσταγήν αυτήν, ο δε βασιλεύς, βλέπων ότι όλον το πλήθος του λαού ήσαν εξηγριωμένοι κατ΄ αυτού, ανεχώρησε με δειλίαν ο άθλιος και έσπευδε δια ξηράς σπουδαίως προς την πρωτεύουσαν αυτού. Τούτων ούτω γενομένων, τελείται και έτερον θαύμα εξαίσιον, όχι μικρότερον των προτέρων, ήτοι εκείνη η σιδηρά θήκη, ήτις είχε τα Λείψανα των Αγίων Μαρτύρων, έπλεεν επάνω εις τα κύματα με πρόσταγμα θεϊκόν και ως να ήτο πετεινόν με φτερά έτρεχε προς το Βυζάντιον, εις το οποίον και εντός ολίγου κατέφθασεν. Άγγελος δε Κυρίου εφανέρωσε ταύτα δια νυκτός, λέγων προς τον Αρχιερέα της Πόλεως· «Έγειραι ταχέως, ύπαγε εις το παραθαλάσιον, το καλούμενον Ακρόπολις, να υποδεχθής τα Λείψανα των Αγίων Μαρτύρων Μηνά και Ερμογένους, τα οποία έρχονται δια θαλάσσης από την Αλεξάνδρειαν». Εγερθείς λοιπόν ο Πατριάρχης εκάλεσεν όσους Χριστιανούς ηδυνήθη κατά την ώραν του μεσονυκτίου και απελθόντες εις τον ρηθέντα τόπον, είδον φως μέγα εις το πέλαγος, ως στύλον στηριζόμενον επάνω εις νομιζομένην λέμβον, η δε κορυφή του πυρίνου στύλου έφθανεν έως τον ουρανόν· ίσταντο δε δύο άνδρες λαμπροί με ευλάβειαν ανά εις εις έκαστον μέρος της λέμβου, η οποία έτρεχε κατ΄ ευθείαν προς τον λιμένα. Όσον όμως επλησίαζε το φαινόμενον, τόσον και εγνωρίζετο, ότι δεν ήτο λέμβος, αλλά κιβώτιον, το οποίον πλέον εις την θάλασσαν ούτε επάνω ανέβαινεν εις τα υψώματα των κυμάτων, ούτε πάλιν έπιπτε προς τα κάτω, αλλά με την ενέργειαν των ανδρών εκείνων έβαινεν εις ευθείαν γραμμήν και έτρεχε ταχύτατα. Ήτο δε το περιαστράπτον αυτό φως άμετρον και πλουσιώτατον και εφαίνετο ως άλλος ήλιος. Αλλά και οι φαινόμενοι εκείνοι άνδρες είχον σημεία και σύμβολα θείας τινός και παραδόξου δυνάμεως, συνώδευον δε την σορόν με πολλήν ευλάβειαν. Ταύτα βλέποντες, εξίσταντο άπαντες. Αφού λοιπόν η ιερά λάρναξ έφθασεν εις τον αιγιαλόν, οι δύο εκείνοι άνδρες, οι οποίοι ήσαν Άγιοι Άγγελοι, επλησίασαν τον Πατριάρχην και του είπον εις ποίον μέρος να διαφυλάξη την λάρνακα έως καιρόν δια την του βασιλέως θρασύτητα και πώς να τιμήσωσιν ύστερον τα άγια Λείψανα. Ταύτα ειπόντες οι Άγγελοι εγένοντο αφανείς. Ο δε Αρχιερεύς και όλοι οι συμπαρευρεθέντες, αφού είδον πως η σιδηρά αύτη λάρναξ έπλεεν ως φύλλον δένδρου, εθαύμασαν και προσκυνήσαντες ευλαβώς ησπάζοντο τα άγια Λείψανα· κατόπιν τα εφύλαξαν εις Ναόν τινα απόκρυφον, καθώς προσετάχθησαν. Ο δε Μαξιμίνος, ευρισκόμενος τότε εις την Ταρσόν της Κιλικίας, επληγώθη από οργήν θεήλατον και εχύθησαν οι οφθαλμοί του, δερόμενος υπό θείων Αγγέλων, τους οποίους αυτός μόνον έβλεπε, καθώς ο ίδιος ωμολόγησεν εις τους παρευρισκομένους, ειπών, ότι Άγγελος τον εφόνευε· τούτο δε το έκαμεν εξ ανάγκης βιαζόμενος βεβαίως υπό του Αγγέλου δια να μη μείνη το θαύμα απόρρητον, αλλά να γνωσθή η αλήθεια και ότι η θεία δίκη κολάζει τους πονηρούς. Μαθών δε ο Αρχιερεύς τον θάνατον του δυσσεβούς βασιλέως, απήλθε σπουδαίως και έλαβε τα άγια Λείψανα των Μαρτύρων από τον τόπον εις τον οποίον τα είχεν κεκρυμμένα και ενεταφίασεν αυτά μεγαλοπρεπώς εις το τείχος της Ακροπόλεως δια να υπάρχωσιν εκεί οι Άγιοι φύλακες μεν της Πόλεως, σωτήρες δε των πλεόντων και παραμυθία αψευδής των κατατρυχομένων από συμφοράς και νόσους παντοίας, εις δόξαν του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω ζωοποιώ και τελεταρχικώ Πνεύματι, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1961
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΑ΄ (11η) του Δεκεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΔΑΝΙΗΛ του Στυλίτου.

Δημοσίευση από silver » Τρί Δεκ 11, 2018 1:00 am

Δανιήλ ο Όσιος Πατήρ ημών ούτος έζη κατά τους χρόνους του βασιλέως Λέοντος Α΄ του μεγάλου του επικαλουμένου Μακέλλη του βασιλεύσαντος κατά τα έτη (457- 474), κατήγετο δε από την Μεσοποταμίαν της Συρίας, εκ της περιφερείας Σαμοσάτων. Τούτου τον θαυμάσιον και μελίρρυτον Βίον θέλομεν διηγηθή ενταύθα, ελπίζοντες ότι μεγάλως εκ τούτου θέλετε ωφεληθή. Διότι καθώς όταν ομιλή τις προς ανδρείους στρατιώτας περί των διακριθέντων εις πολεμικούς άθλους και τρόπαια διεγείρεται η ψυχή αυτών προς τους πολέμους και γίνονται προθυμότεροι και όσον μάλλον τας ανδραγαθίας των αηττήτων και ισχυρών εκείνων ακούουσι, τοσούτον και αυτοί προθυμοποιούνται και επιθυμούσι να δείξουν ομοίαν ανδρείαν και δύναμιν, τοιουτοτρόπως και όταν διδάσκαλος τις διηγήται τους ασκητικούς Βίους, τους θαυμαστούς αγώνας και τα ένθεα κατορθώματα των εναρέτων ανδρών, προθυμοποιούνται οι ευλαβείς και φιλόχριστοι ακροαταί και παρακινούνται να μιμηθώσι τον επαινούμενον. Ο δε Βίος του θαυμασίου τούτου Δανιήλ είναι ικανός και μόνος αυτός να εγείρη εις πλείονα ζήλον πάσαν ψυχήν ενάρετον και να την παρακινήση εις αγώνας πνευματικούς, να ποθήση με πολλήν ηδονήν τους γλυκυτάτους πόνους της ασκήσεως. Διότι όσον είναι ούτος ο Βίος θαυμασιώτατος, τοσούτον υπάρχει και ωφελιμώτατος, όστις δε αναλόγως της δυνάμεως αυτού θέλει τον μιμηθή, ούτος θέλει κατορθώσει πολλήν αρετήν εις ολίγον διάστημα και θέλει εξασφαλίσει παρά Θεού εις την ουράνιον και αιώνιον αυτού Βασιλείαν αντάμειψιν άπειρον. Προσέχετε λοιπόν εις ταύτην την θαυμάσιον διήγησιν. Ούτος ο θαυμάσιος Πατήρ ημών Δανιήλ ήτο υιός πατρός μεν Ηλία καλουμένου, μητρός δε Μάρθας, οίτινες ήσαν πρότερον άτεκνοι και είχον δια τούτο θλίψιν άμετρον. Μη δυναμένη δε η γυνή να ακούη τους ονειδισμούς του ανδρός δια την πολυχρόνιον αυτής στείρωσιν, εξήλθε κρυφίως από την οικίαν της το μεσονύκτιον και υψώσασα τας χείρας προς ουρανόν, εδέετο μετά δακρύων τοιαύτα προς Κύριον λέγουσα· «Δέσποτα και Βασιλεύ απάσης της κτίσεως, όστις έπλασας εξ αρχής άρσεν και θήλυ τον άνθρωπον, προστάσσων αυτόν να αυξάνωνται και να πληθύνωνται, δέομαι της ευσπλαγχνίας σου, παντοδύναμε, να με λυπηθής την αναξίαν και να λύσης την στείρωσιν της κοιλίας μου, δίδων και εις εμέ τεκνογονίαν, καθώς εχάρισες εις την Σάρραν κατά το γήρας αυτής τον Ισαάκ, εις την Άνναν τον Σαμουήλ και εις την Ελισάβετ τον μέγαν Πρόδρομον, και σου υπόσχομαι να σου αφιερώσω το τέκνον, το οποίον θα γεννήσω, καθώς και η Άννα εποίησεν». Ούτω προσευχομένη εισήλθεν εις την οικίαν της και ως απεκοιμήθη, βλέπει εις το όραμά της ότι κατέβησαν δύο μεγάλοι φωστήρες ως δίσκοι στρογγυλοί εκ των ουρανών και ίσταντο άνωθεν της κεφαλής αυτής. Τούτο ίσως να εσήμαινε την αρετήν του παιδός, όστις έμελλε να γεννηθή εξ αυτής· διότι μετά την όρασιν αυτήν συνέλαβε και έτεκε τον μακάριον Δανιήλ. Όταν το παιδίον έφθασεν εις το πέμπτον έτος της ηλικίας του, επήγαν οι γονείς του εις το Μοναστήριον και το αφιέρωσαν εις τον Θεόν κατά την υπόσχεσιν. Ο δε Ηγούμενος δεν το εκράτησε τότε εις την Μονήν έως ου μεγαλώση και γίνη η αναχώρησις με την γνώμην του παιδίου. Όταν λοιπόν έφθασεν εις ηλικίαν νόμιμον, καταφρονήσας συγγενείς και φίλους, πλούτον και δόξαν και όλα τα του κόσμου τούτου θέλγητρα δια την αγάπην του Κτίστου, επήγεν εις τι Κοινόβιον και πεσών εις τους πόδας του Προεστώτος παρεκάλει αυτόν να τον κουρεύση Μοναχόν. Ο δε Ηγούμενος, βλέπων αυτόν πολύ νέον, εδίσταζε, μήπως δεν δυνηθή να υποφέρη την κακοπάθειαν και προσεπάθει να τον εμποδίση, επειδή ήτο τότε ετών δώδεκα· τον παρεκίνει λοιπόν να μείνη ολίγον ακόμη καιρόν εις τον οίκον των, έως ότου να συνειθίση νηστείαν, αγρυπνίαν και πάσαν άλλην σκληραγωγίαν της ασκήσεως. Ο δε Δανιήλ σαφώς και θαυμαστώς απεκρίνατο, λέγων προς αυτόν· «Και εγώ, Πάτερ μου, δια την αυτήν αιτίαν ποθώ να γίνω Μοναχός, δια να ζήσω με τον Χριστόν και να αποθάνω δια τον κόσμον σωματικώς». Αφ΄ ου λοιπόν ο Ηγούμενος με διαφόρους λόγους προσεπάθησε να τον εμποδίση και δεν ηδυνήθη, συνεβουλεύθη περί αυτού και τους αδελφούς, οίτινες ιδόντες την πολλήν προθυμίαν του παιδός εθαύμαζον και ηννόησαν ότι ο Θεός τον εφώτισεν· όθεν συγκατένευσαν και έμεινεν εις την συνοδείαν των ο Δανιήλ, όστις και εις τους αγώνας υπερτέρησεν άπαντας, διάγων από όλους τους άλλους εναρετώτερα. Τούτο μαθόντες και οι γονείς του εχάρησαν και απελθόντες εις την Μονήν παρεκάλεσαν τον Προεστώτα να τον κάμη έμπροσθέν των Μοναχόν· και ούτως εποίησε, παρήγγειλε δε εις αυτούς ίνα μη έρχωνται συχνά εις το Μοναστήριον. Έμεινε λοιπόν ο μακάριος αυξάνων και προκόπτων ψυχικώς. Αφού δε εχρημάτισεν αρκετά έτη εις το Κοινόβιον, επεθύμησε να υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα να προσκυνήση τους Αγίους Τόπους, εις τους οποίους ο Κύριος έπαθεν, έτι δε να ίδη και τον θαυμάσιον Συμεών τον Στυλίτην, να λάβη την ευλογίαν του. Όθεν εζήτησεν από τον Προεστώτα συγχώρησιν, εκείνος όμως ουδόλως ήθελε να τον αφήση. Αλλ΄ ύστερον και παρά την θέλησίν του τού έδωσε την συγχώρησιν. Επειδή έχων ανάγκην να υπάγη δι΄ εκκλησιαστικάς φροντίδας εις Αντιόχειαν, έλαβε μετ΄ άλλων τινών αδελφών και τον Δανιήλ εις την συνοδείαν του· όταν δε διήρχοντο από το χωρίον Τελλαδάν, εις το οποίον ησκήτευεν ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης, πλησιάσαντες εις τον στύλον, εθαύμαζον το ύψος αυτού και την τραχύτητα του τόπου και ότι υπέμεινεν ο γενναίος εκείνος την ψυχρότητα του χειμώνος, την καύσιν του θέρους, την των ανέμων βίαν και των χιόνων και όμβρων την δριμύτητα. Ταύτα συλλογιζόμενοι, οι μεν άλλοι ενόμιζον τοιούτον αγώνα μάταιον και άκαιρον. Ο δε μακάριος Δανιήλ όχι μόνον εθαύμαζεν, αλλά παρεκινείτο προς ζήλον εκείνου και μίμησιν. Όταν λοιπόν ωμίλησαν αυτοί προς τον Όσιον και τον εχαιρέτησαν, έκυψεν εκείνος από το ύψος του στύλου και τους είπε να βάλουν την κλίμακα να αναβούν· αλλά οι άλλοι δεν ηθέλησαν, ο μεν ασθένειαν, ο δε γήρας και άλλας αιτίας προφασιζόμενοι· ο δε θαυμάσιος Δανιήλ έδραμε προθύμως και ασπασάμενος αυτόν, απέλαβε τον μισθόν του κόπου του πλούσιον, διότι ο μέγας Συμεών τον ηυλόγησε και του προεφήτευσε την μέλλουσαν αρετήν αυτού, ταύτα λέγων· «Ανδρίζου, τέκνον, διότι πολλούς πόνους μέλλεις να υπομείνης δια τον Κύριον, όστις θέλει σου δώσει δύναμιν και βοήθειαν να νικήσης έως τέλους τον δαίμονα». Λαβών λοιπόν την ευχήν του Συμεών ο Δανιήλ κατέβη και επήγε με τον Ηγούμενον, ο οποίος εις ολίγον καιρόν ετελεύτησεν. Οι δε Μοναχοί παρεκάλουν όλοι τον Δανιήλ να τον ψηφίσουν Προεστώτα, αλλά δεν ηθέλησεν ο αείμνηστος, δια να μη έχη φροντίδα και μέριμναν, επειδή όμως τον ηνάγκαζον να δεχθή έφυγε κρυφίως και επήγε πάλιν εις τον ηγαπημένον του Συμεών, μετά του οποίου παρέμεινεν ολίγας ημέρας και του εζήτησε συγχώρησιν, να υπάγη να προσκυνήση τα Ιεροσόλυμα, έπειτα δε να μείνη εις την ενδοτέραν έρημον. Ο Συμεών όμως τον ημπόδιζε, λέγων ότι ήσαν κίνδυνοι εκ των πολέμων των βαρβάρων. Ο νέος όμως δεν υπήκουσεν, αλλ΄ εκίνησεν εις οδοιπορίαν προθύμως, έχων προς Κύριον τας ελπίδας του και περιπατήσας ολίγην οδόν, συνήντησεν αυτόν λευκογένης τις Μοναχός, παρομοιάζων με τον Στυλίτην, όστις τον ηρώτησε που επορεύετο. Ο δε απεκρίνατο· «Εάν θέλη ο Θεός προς Ιεροσόλυμα». Λέγει ο Γέρων προς αυτόν· «Καλά είπες, εάν θέλη ο Κύριος· γνώριζε λοιπόν ότι δεν είναι θέλημα Θεού να θέσης την ζωήν σου εις κίνδυνον· δεν ήκουσες την ταραχήν και την σύγχυσιν η οποία υπάρχει εκεί»; Ο δε απεκρίνατο· «Ήκουσα τούτο, αλλ΄ έχων τον Θεόν βοηθόν μου ελπίζω να μη μου τύχη καμμία κάκωσις· εάν δε και με εύρη ο θάνατος, δεν βλάπτεται η ψυχή μου εκ της αιτίας ταύτης».Τότε ο Γέρων έδειξε σχήμα σοβαρόν, επειδή ο Δανιήλ δεν ήθελεν να υπακούση και λέγει προς αυτόν· «Ποίησον τον λόγον μου, τέκνον, προς το συμφέρον σου. Κατά το παρόν μη υπάγης, μόνον άπελθε εις το Βυζάντιον να προσκυνήσης πολλάς Εκκλησίας και να ίδης ιερά και άξια πράγματα· εάν δε ποθής να ησυχάσης, ύπαγε εις την Θράκην ή εις το στόμα του Πόντου και μη νομίζης ότι μόνον εις τα Ιεροσόλυμα ευρίσκεται ο απερίγραπτος Θεός, αλλ΄ εις πάντα τόπον». Ταύτα συνομιλούντες εις την οδόν έφθασαν εις εν Μοναστήριον και ηρώτησεν ο νέος τον Γέροντα, εάν ήθελε να παραμείνωσιν εκεί έως την επομένην. Λέγει δε προς αυτόν ο Γέρων· «Ύπαγε πρότερον συ, έπειτα έρχομαι και εγώ κατόπιν σου». Εισελθών λοιπόν ο Δανιήλ ανέμενεν επί ώραν πολλήν τον φανέντα γηραιόν, αλλ΄ εκείνος δεν εφάνη καθόλου. Όθεν ασπασάμενος τους αδελφούς εδείπνησε και την νύκτα φαίνεται ο γηραιός εις τον ύπνον του και του είπε να υπάγη ταχέως εις το Βυζάντιον, καθώς και έξυπνον τον συνεβούλευσεν. Ο δε εγερθείς το πρωϊ διελογίζετο, τις να ήτο εκείνος, ο οποίος εφάνη εις αυτόν, άνθρωπος ή Άγγελος; Τότε, θεία Χάριτι, εγνώρισεν ότι ο μέγας Συμεών ο φίλος του τον ενουθέτησε να υπάγη εις την Κωνσταντινούπολιν, δια να ωφεληθώσι πολλοί εξ αυτού. Λαβών λοιπόν συγχώρησιν από τον Προεστώτα του Μοναστηρίου εκείνου ανεχώρησε και φθάσας εις το Βυζάντιον έμεινεν εις τον Ναόν του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, όστις είναι εις τα μέρη της Προποντίδος, ακούσας δε ότι εις άλλον τινά τόπον υψηλόν εκεί πλησίον, καλούμενον Ανάπλουν, ήτο ναός ειδωλικός, εις τον οποίον κατώκουν πονηρά πνεύματα και έπνιγον τους πλέοντας εις εκείνα τα μέρη και όλους τους οδοιπόρους εκακοποίουν και εζημίωνον, ηθέλησε να μιμηθή τον μέγαν Αντώνιον· όθεν απήλθεν εις τον ρηθέντα ναόν κρατών τον Σταυρόν του Χριστού ως όπλον αήττητον και ψάλλων ταύτα· «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι»; (Ψαλμ. κστ: 1). Εσφράγισε λοιπόν τας τέσσαρας γωνίας του Ναού με το σημείον του Τιμίου Σταυρού, ποιήσας και μετανοίας όσας ηδύνατο· το δε εσπέρας ήλθεν ο άρχων του σκότους και ποιών σύγχυσιν και θόρυβον άμετρον έρριπτε λίθους να τον φονεύση ο τρισκατάρατος. Ο δε Άγιος ίστατο αφόβως προσευχόμενος. Παρήλθον λοιπόν η πρώτη και η Δευτέρα νύκτες ούτως αοράτως υπ΄ αυτών πολεμούμενος και την τρίτην είδε μεγάλους τινάς και γιγαντιαίους ανθρώπους, μαύρους την όψιν και φοβερούς, οι οποίοι τον ηπείλουν λέγοντες· «Ποίος σου έδωκε την εξουσίαν ταύτην, άθλιε, να έλθης εδώ, να μας διώκης από τον οίκον μας»; Ταύτα λέγοντες οι δαίμονες εποίουν σχήματα, ότι ήθελον να τον πνίξωσιν εις την θάλασσαν και του έρριπτον λίθους φωνάζοντες, αλλ΄ ουδείς ετόλμα να τον πλησιάση. Ο δε Άγιος πρώτον μεν και ούτος τους ηπείλει έχων εις τον Θεόν το θάρρος του· έπειτα βλέπων ότι ήσαν αναίσχυντοι και του έδιδον περισσοτέραν ενόχλησιν, έκλεισεν όλας τας πύλας του ναού και τα παράθυρα, δια να δείξη ότι δεν τους φοβείται, μόνον μίαν θυρίδα αφήκε, δια να ομιλή με εκείνους, οίτινες θα ήρχοντο να τον ίδωσι και να λαμβάνη και ολίγην τροφήν του σώματος. Ούτω λοιπόν με νηστείας και προσευχάς ενίκησε τον πειράζοντα, καταργήσας όλας τας μηχανουργίας αυτού με του Εσταυρωμένου την δύναμιν και έμεινεν ο τόπος εκείνος όλος εις το εξής απείρακτος και δεν έβλαπτον πλέον οι δαίμονες ως έπρατον πρότερον· όθεν ηκούσθη η φήμη του Οσίου πανταχού και συνήγοντο άπειρα πλήθη ανδρών τε και γυναικών να τον βλέπωσι και εδόξαζον τον Θεόν θαυμάζοντες, ότι εκεί όπου οι δαίμονες, κατώκουν το πρότερον ελατρεύετο ο Δεσπότης Χριστός εις το ύστερον. Ο δε φθονερός και μισάνθρωπος, όταν είδε την ωφέλειαν του λαού, ηγριώθη και μη δυνάμενος να διώξη αυτός τον Όσιον, έσπειρε ζιζάνια και κακούς λογισμούς εις τους εξουσιάζοντας τον ναόν και τα περίχωρα, να τον διώξουν από τον τόπον των. Επήγαν λοιπόν οι άνθρωποι εκείνοι εις τον Επίσκοπον του Βυζαντίου, παρακαλούντες αυτόν να διώξη τον Όσιον. Αλλ΄ ο Αρχιερεύς (όστις ήτο ο Ανατόλιος), ως φρόνιμος και ενάρετος, δεν τους ήκουσεν, αλλ΄ έστειλεν εντίμως και ευλαβώς να τον φέρωσι, δια να γνωρίση την γνώμην του· ερωτήσας δε αυτόν τις ήτο και διατί ήλθεν εις εκείνα τα όρια, απεκρίθη ότι ο Κύριος τον απέστειλε. Τότε ο Επίσκοπος, ταύτα ακούσας, ετίμησε τον Άγιον καθώς έπρεπεν,ευφρανθείς εις τα θεία του λόγια. Μετά καιρόν ησθένησεν ο άνωθεν Ανατόλιος και προσκαλεσάμενος πάλιν τον Όσιον, παρεκάλεσεν αυτόν να ποιήση δέησιν προς τον Θεόν δι΄ αυτόν. Τότε ο Δανιήλ ως υπήκοος δεν ημέλησεν, αλλά κλίνας τα γόνατα προσηύξατο, ο δε Θεός επακούσας της δεήσεως τού δούλου του εθεράπευσε τον Πατριάρχην και πάντες εθαύμασαν. Ο δε θαυματουργός δεν εζήτησεν άλλο χάρισμα, ειμή μόνον να συγχωρήση εκείνους, οι οποίοι τον εσυκοφάντησαν αδίκως· τότε ο Αρχιερεύς απεκρίνατο· «Όχι μόνον να τους συγχωρήσω, αλλά και να τους ευχαριστήσω είναι πρέπον, διότι ήσαν η αιτία και εγνώρισα σε τον σωτήρα και ευεργέτην μου». Μετά ταύτα έλεγεν ο Αρχιερεύς εις τον Όσιον να του χαρίση Μοναστήριον και δωρήματα και να τον έχη εις την συνοδείαν του πάντοτε. Ο δε Όσιος δεν ηθέλησεν τίποτε από αυτά, μόνον επιστρέψας πάλιν εις τον ναόν ενεκλείσθη ως πρότερον και εποίησεν εν αυτώ έτη εννέα, μετά τα οποία τον προσεκάλεσεν εις τελειοτέραν πολιτείαν η θεία Πρόνοια και του εφανέρωσε προδήλως τα μέλοντα· ελθών δηλαδή εις έκστασιν, είδε στύλον νεφέλης πολύ υψηλόν, εις την κορυφήν του οποίου ίστατο ο θαυμαστός Συμεών, με δύο αστραπηφόρους νέους λέγων προς αυτόν· «Ανάβα, Δανιήλ, προς με». Ο δε απεκρίνατο· «Πώς να δυνηθώ να αναβώ τοσούτον ύψος, Κύριε»; Τότε ο Συμεών προστάσσει τους νεανίσκους και τον ανεβίβασαν, εναγκαλισθείς δε αυτόν τον έλαβε και τον ανεβίβαζεν εις τον ουρανόν αγαλλόμενος και τότε πάλιν του εφώνησε λέγων· «Ανδρίζου, Δανιήλ, και ίστασο γενναίως». Από την φωνήν αυτήν ήλθεν ο Δανιήλ εις εαυτόν και ηννόησεν ότι η όρασις ήτο από τον Θεόν, όστις τον προσεκάλει να αναβή εις τον στύλον, όπως και έγινεν εις ολίγον καιρόν και έλαβεν ο Δανιήλ εκ Θεού την χάριν διπλήν ως ο Ελισσαίος από τον διδάσκαλον αυτού· και προσέχετε ακριβώς ίνα λάβητε ψυχικήν αγαλλίασιν. Κατά τον καιρόν εκείνον ο Στυλίτης Συμεών ετελεύτησεν, ο δε μαθητής αυτού Σέργιος έλαβε το κουκούλιον αυτού και το επήγαινεν εις τον βασιλέα ως δώρον πολύτιμον. Αλλά κατ΄ οικονομίαν Θεού δεν εύρεν εύκαιρον τον βασιλέα, διότι ήτο απησχολημένος με τας φροντίδας του πολέμου και τας άλλας μερίμνας. Όθεν εκίνησεν ο Σέργιος να υπάγη εις την Μονήν των Ακοιμήτων χάριν προσκυνήσεως. Αφού λοιπόν επλησίασεν εις τον τόπον του Δανιήλ, ήκουσε την φήμην αυτού, διότι διηγούντο την θαυμάσιον πολιτείαν του εις όλα εκείνα τα περίχωρα. Όθεν έχων πόθον να τον ίδη, επήγεν εκεί με την συνοδείαν του και χαιρετήσαντες αλλήλους, είπεν ο Σέργιος προς τον Δανιήλ την του μακαρίου Συμεών αποβίωσιν. Ο δε Όσιος πάλιν διηγήθη εις τον Σέργιον την ρηθείσαν όρασιν, εκείνος δε γνωρίσας ότι ήτο Θεού θέλημα να γίνη ο Δανιήλ διάδοχος του Στυλίτου Συμεών, έδωκεν εις αυτόν το κουκούλιον. Ο δε Θεός έδειξε πάλιν οπτασίαν εις τον Σέργιον δια τον Δανιήλ, δια να φανερώση ότι ήτο και αυτός σκεύος εκλογής, κατά τον Παύλον, και έμελλε να επιχειρισθή πολιτείαν υψηλοτέραν και θαυμάσιον. Είδε λοιπόν τρεις νέους ωραίους, λέγοντας προς αυτόν· «Σέργιε, ειπέ εις τον Δανιήλ να εξέλθη από το ειδωλείον και να ετοιμασθή προς αγώνα μεγαλύτερον». Ταύτα ακούσας από τον Σέργιον ο Όσιος και ενθυμούμενος την προτέραν όρασιν, εβεβαιώθη ότι ήτο εκ Θεού να αναβή όπως και ο Συμεών εις τον κίονα· όθεν έστειλεν αυτόν να ερευνήση εις όλην εκείνην την περιοχήν δια να εύρη τόπον ήσυχον και κατάλληλον. Ο δε Σέργιος, ερευνήσας εις όλας τας κορυφάς των ορέων του τόπου εκείνου, έφθασεν εκεί όπου ήτο θέλημα του Κυρίου να κατοικήση ο δούλος του, και τότε είδε το εξής θαυμάσιον· είδε περιστεράν λευκήν, ήτις επέτα πυκνά και πάλιν εκαθέζετο εις τον αυτόν τόπον. Ιδών δε αυτήν ότι ούτω πολλάκις κατέπιπτεν, ενόμισεν ότι ήτο περιπεπλεγμένη εις δίκτυα· όθεν πλησιάσας δια να ίδη καλλίτερον, επέταξεν αύτη υψηλά και πλέον ποσώς δεν εφάνη καθόλου. Εννοήσας λοιπόν την σημασίαν του πράγματος και βλέπων τον τόπον επιτήδειον, έδραμεν εις τον Όσιον και διηγήθη εις αυτόν λεπτομερώς άπαντα τα γενόμενα. Ταύτα ακούσας ο Όσιος εχάρη και προστάσσει να οικοδομήσωσι μετά σπουδής τον στύλον. Αφού δε έκτισαν την κεφαλήν, ήτοι το άνωθεν μέρος του κίονος, εξήλθεν ο Όσιος νύκτα τινά κρυφίως από τον Ναόν και ανελθών εις τον κίονα προσηύξατο λέγων· «Δόξα σοι, Χριστέ ο Θεός, όστις με ηξίωσας τοιούτων αγαθών. Γνωρίζεις, Κύριέ μου, ότι αναβαίνω εις τούτον τον κίονα έχων εις Σε τας ελπίδας μου· λοιπόν προσδέχου την πρόθεσίν μου και δος μοι δύναμιν να τελέσω τον αγώνα τούτον τον πολυώδυνον». Έμεινε λοιπόν ο Όσιος εις τον στύλον υπομένων με καρτερίαν θαυμάσιον τον καύσωνα της ημέρας και την ψυχρότητα της νυκτός. Μη υποφέρων δε ταύτα ο μισόκαλος και πατήρ του φθόνου, εδοκίμασε να του εμποδίση την πρόθεσιν και έσπειρε ζιζάνια εις τον αυθέντην του τόπου, όστις ωργίζετο κατά του Οσίου, ότι έκτισε τον στύλον χωρίς να λάβη την άδειάν του. Απελθών λοιπόν ανέφερεν εις τον βασιλέα και εις τον Πατριάρχην Γεννάδιον, όστις ή από φθόνον ή δια την αγάπην του άρχοντος, όχι μόνον προσέταξε να καταβιβάσουν τον Όσιον από τον στύλον, αλλά και επετίμησεν αυτόν ως ανήκοον. Απελθών λοιπόν ο εξουσιαστής του τόπου, Γελάνιος ονόματι, με άλλους τινάς εις την συνοδείαν του, εμελέτα να καταστρέψη τον στύλον ομού με τον Όσιον. Αλλ΄ ο παντοδύναμος Θεός, ο δοξάζων τους αυτόν δοξάζοντας, προσέταξε τα στοιχεία της φύσεως και ενώ ήτο γαλήνη μεγάλη και ουρανός ανέφελος ήλθον αίφνης βροχή δυνατή και χάλαζα μεγάλη, ήτις κατέκαυσεν όχι μόνον τας σταφυλάς των αμπελώνων, αλλ΄ έπεσον και τα φύλλα αυτών και δεν έμεινε να τρυγήσουν τίποτε. Παρ΄ όλον όμως αυτό το θαυμάσιον, δεν έπαυσε την οργήν ο Γελάνιος, αλλά προσέταξε τον Όσιον να καταβή ταχέως από τον κίονα. Ο δε Όσιος κατέβαινε με ταπείνωσιν· και όταν ήτο εις το έκτον σκαλίον της κλίμακος, βλέπων τους πόδας αυτού τον ηυλαβήθη ο Γελάνιος, διότι ήσαν καταπληγωμένοι από το στάσιμον και τον παρεκάλεσε να αναβή πάλιν επάνω ως πρότερον και να τον συγχωρήση δια το πταίσιμον. Ύστερον μάλιστα του έκαμε τον στύλον υψηλότερον, παχύτερον και στερεώτερον και ανέφερε προς τον βασιλέα δια την υπομονήν και την γενναιότητα του Οσίου. Μετ΄ ολίγας ημέρας ήλθε γηραιός τις νομικός, βαστάζων τον υιόν του, όστις είχε δεινόν δαιμόνιον και αποθέσας αυτόν πλησίον του στύλου, παρεκάλει τον Όσιον μετά δακρύων να σπλαγχνισθή τον πάσχοντα. Ο δε είπε προς αυτόν· «Εάν πιστεύης ότι δύναμαι να τον θεραπεύσω, να γίνη κατά την πίστιν σου». Ταύτα λέγων ο Όσιος προσέταξε τους μαθητάς του να δώσουν εις τον ασθενή να πίη έλαιον. Τότε έρριψε και ετάραξεν αυτόν το δαιμόνιον και εφώναζε λέγον· «Εξέρχομαι»· και ούτως ο ασθενής εξήμεσεν αίμα μαύρον πυκνόν και ελυτρώθη του δαίμονος. Ο δε πατήρ του παιδός έκλαιεν από την χαράν του, ευχαριστών τον ιατρόν· ο δε ιαθείς έμεινε πλησίον του Αγίου και εγένετο Μοναχός, καταφρονών πάσαν κοσμικήν ματαιότητα και σαρκικήν ηδυπάθειαν. Άλλος δε τις, Κύρος το όνομα, έπαρχος το αξίωμα, όστις έγινε μετά ταύτα Επίσκοπος Κοτυαείου, είχε θυγατέρα δαιμονιζομένην, Αλεξανδρείαν ονόματι, την οποίαν έφερεν εις τον Άγιον με άλλην τινά ομοίως δαιμονιώσαν, ήτις ήτο γυνή του συγγάμβρου του, τας οποίας ο Όσιος με την προσευχήν εθεράπευσεν. Όθεν ο Κύρος ευχαριστήσας τον Όσιον, ως εγγράμματος όπου ήτο, συνέθεσεν εν επίγραμμα, το οποίον και εχάραξε πελεκητόν εις τον κίονα, έλεγε δε τούτο τα εξής: «Μεσσηγύς γαίης τε και ουρανού ίσταται ανήρ, πάντοθεν ορνύμενος και ου τρομέων ανέμους. Τροφή δ΄ αμβροσίη τρέφεται και ανέμονι δίψη. Ίχνια ριζώσας κίονι διχθαδίω Δανιήλ δε ρύζει, Υιέα κηρύττων μητρός απειρογάμου». Δηλαδή· εν τω μέσω της γης και του ουρανού ίσταται άνθρωπος τις, από τους ανέμους όλους σειόμενος και πολεμούμενος, μηδόλως δ΄ αυτούς φοβούμενος. Τρέφεται δε με τροφήν ουράνιον και πίνει άνεμον εις την δίψαν του, στερεώσας δε τους πόδας του εις στύλον δίχαλον, βοά Δανιήλ ο θαυμάσιος, κηρύττων τον Υιόν της απειρογάμου Μητρός, Θεόν αληθέστατον. Κατ΄ εκείνον τον καιρόν εβασίλευε και ο Λέων Α΄ ο Μακέλλης (457-474). Ούτος είχε πόθον πολύν να γεννήση η θυγάτηρ του Αριάδνη παιδίον αρσενικόν, δια να γίνη κληρονόμος της βασιλείας του. Απήλθε λοιπόν εις τον στύλον και βάζει μεσίτην προς τον Θεόν τον Δανιήλ, να παρακαλέση τον Κύριον να της δώση τέκνον κατά τον πόθον του. Ο δε Όσιος του λέγει· «Το ερχόμενον έτος θέλει γεννήσει παιδίον η θυγάτηρ σου, την δείνα ημέραν και μη λυπείσαι». Και, ω του θαύματος! την ορισθείσαν ημέραν εγέννησεν άρρεν η βασιλίς κατά την προφητείαν του Οσίου και πάντες εξέστησαν. Τότε ο βασιλεύς δι΄ ανταμοιβήν διέταξε και του έκτισαν και έτερον στύλον. Επήγε λοιπόν παντού η φήμη του Οσίου· όθεν και η βασίλισσα Ευδοκία, όταν ηλευθερώθη από την Αφρικήν, επήγε να τον ίδη και με πολλήν ευλάβειαν τον ετίμησε και πολύ τον παρεκάλεσε να υπάγη να κατοικήση εις τους τόπους αυτής, αλλά δεν ηθέλησεν· ευχαριστήσας δε την καλήν της γνώμην, απεκρίθη ότι δεν πρέπει να μεταβαίνη τις από τόπου εις τόπον, ως ακατάστατος. Ταύτα ειπών ηυλόγησεν αυτήν, αφού δε εκείνη ανεχώρησεν ανέβη εις τον στύλον του Γελανίου, όστις ήτο ο υψηλότερος και διήγε διαγωγήν θαυμασιωτέραν, τόσον ώστε ο δαίμων εφθόνησε και του έπλεξε πάλιν άλλους δόλους. Παρεκίνησε δηλαδή τους αιρετικούς, οι οποίοι ήσαν εις το Βυζάντιον, να του δώσουν ενόχλησιν, εκείνοι δε ευρόντες γυναίκα του έρωτος άσεμνον, ονόματι Βασιανήν, από την Ασίαν, την κατέπεισαν με χρήματα να δοκιμάση, εάν δυνηθή, να μολύνη τον Όσιον ή άλλον τινά από τους μαθητάς του. Απήλθε λοιπόν η άσωτος προς τον σώφρονα, ενδεδυμένη λαμπρά ιμάτια και κοσμήματα πολύτιμα· και πλησιάσασα εις τον στύλον, έμεινε πολλάς ημέρας εις τι χωράφιον, προφασιζομένη ότι είχεν ασθένειαν και με διαφόρους πανουργίας και ερωτικά σχήματα, ως επιτηδεία όπου ήτο εις την πορνείαν, επεδίωκε να αιχμαλωτίση πάση θυσία την καθαράν του ψυχήν η ακάθαρτος· αλλά δεν ηδυνήθη παρ΄ όλας τας πονηρίας της όχι μόνον τον Άγιον να νικήση, αλλ΄ ουδέ καν ένα εκ των μαθητών του. Όθεν επέστρεψεν η πάντολμος άπρακτος· και δια να λάβη τα χρήματα, τα οποία της υπεσχέθησαν, είπε ψεύματα, ότι την ωρέχθη ο Δανιήλ και είπεν εις τους μαθητάς του να βάλουν κλίμακα να αναβή εις τον στύλον, αλλ΄ αυτή δεν κατεδέχθη και έφυγεν. Ούτως η βέβηλος εδυσφήμησε τον αμόλυντον, αλλ΄ η θεία δίκη δεν υπέφερε την συκοφαντίαν· όθεν εισήλθεν εντός αυτής δαίμων, εκ του οποίου και μη θέλουσα ωμολόγησεν εις όλους το ψεύδος και τον δόλον των αιρετικών. Οι μεν λοιπόν άνθρωποι της Πόλεως επήγαν αυτήν εις τον Όσιον, ο οποίος ως δούλος Χριστού και μιμητής αμνησίκακος την ιάτρευσε και συνεχώρησε το πταίσιμόν της. Αύτη δε θαυμάζουσα την φιλανθρωπίαν του Οσίου κατεφίλει τον στύλον ραίνουσα αυτόν με δάκρυα και κατανυγείσα δια της θείας Χάριτος υπεσχέθη να διορθώση την πολιτείαν της και ούτως εποίησε και ετέλεσε τον υπόλοιπον αυτής βίον η πρώην άσωτος σωφρονέστατα. Εγνώριζε δε ο Όσιος και τα μέλλοντα· όθεν προβλέπων μεγάλην απειλήν και οργήν Κυρίου, ήτις έμελλε να έλθη εις το Βυζάντιον, διεμήνυσεν εις τον βασιλέα, καθώς και εις τον Πατριάρχην, να ποιώσι δύο λιτανείας την εβδομάδα μεθ΄ όλου του λαού, δια να εξιλεώσουν τον Θεόν και να τους παιδεύση ολιγώτερον. Αλλ΄ αυτοί αμελήσαντες, εδοκίμασαν πόσον μέγα κακόν προξενούν τα αμαρτήματα, καθώς θέλομεν γράψει κατωτέρω. Θα είπωμεν όμως πρότερον πως ο Όσιος εχειροτονήθη Ιερεύς, επειδή ήτο τούτο θέλημα Θεού. Ο βασιλεύς, υπό του Παναγίου Πνεύματος φωτιζόμενος, εζήτησεν από τον τότε Πατριάρχην Γεννάδιον να χειροτονήση τον Άγιον Ιερέα, εκείνος δε λαβών πολλούς εκκλησιαστικούς, επήγεν εις τον στύλον χαίρων. Ο Όσιος όμως ως προορατικός εγνώρισεν όσα ο βασιλεύς και ο Αρχιερεύς είπον. Όταν δε έφθασεν εις τον στύλον, είπεν ο Πατριάρχης προς τον Όσιον· «Από πολλού καιρού είχον πόθον να απολαύσω την αγιωσύνην σου, αλλ΄ αι πολλαί φροντίδες της Εκκλησίας δεν με άφηνον· τώρα λοιπόν όπου εύρων ολίγην ευκαιρίαν, ήλθον να σε απολαύσω και σε παρακαλώ βάλε την κλίμακα να αναβώ, ίνα συνομιλήσωμεν». Ο δε είπε προς αυτόν ως προφητικώτατος· «Ματαίως σε έβαλεν εις κόπον εκείνος όστις σε έστειλε». Ταύτα ακούσας εθαύμασεν ο Επίσκοπος, ότι προεγνώρισε τα πάντα ο Όσιος. Αφού λοιπόν επί ώραν πολλήν προσεπάθει ο Πατριάρχης να πείση τον Όσιον να βάλη την κλίμακα και εκείνος δεν εδέχετο, προσέταξε τον Αρχιδιάκονον να είπη τα ειρηνικά, αυτός δε είπε τας ευχάς και εχειροτόνησε και μη θέλοντα τον Άγιον Πρεσβύτερον δια του ασυνήθους τούτου τρόπου·(Ο ασυνήθης ούτος τρόπος χειροτονίας ουδόλως δύναται να θεμελιώση δικαίωμα μιμήσεως, διότι «το παρά Κανόνας ουχ έλκεται προς υπόδειγμα». Ουχί δε μόνον ούτος, αλλά και πας άλλος τρόπος χειροτονίας λαβών χώραν εις σπανίας περιπτώσεις προ της θεσπίσεως του κανονικού δικαίου της Εκκλησίας, έστω και υπό Αγίων ανδρών ενεργηθείς, απορρίπτεται εφ΄ όσον δεν είναι σύμφωνος προς τους θείους και Ιερούς Κανόνας)· ο δε λαός εφώνησε το «άξιος». Έπειτα, αφού ετελείωσε την λειτουργίαν ο Γεννάδιος, είπε προς αυτόν· «Ιδού έλαβες της Ιερωσύνης τα σύμβολα, διότι όταν ο λαός εφώνησε το «άξιος», τότε ο Θεός αντί εμού σε εχειροτόνησε· λοιπόν μη φανής παρήκοος του θείου βουλήματος, αλλά βάλε την κλίμακα, να σε κοινωνήσω τα θεία Μυστήρια. Τότε γνωρίσας ο Άγιος, ότι δεν εγένετο η πράξις αύτη άνευ της θελήσεως του Θεού, εδέχθη και αναβάς ο Αρχιερεύς τον εκοινώνησεν. Έπειτα ευξάμενος υπέρ του λαού, απέλυσεν άπαντας εν ειρήνη. Ταύτα όλα ακούσας ο βασιλεύς εθαύμασε· και γνωρίζων πόσον η αρετή είναι τιμιωτέρα της βασιλείας, απήλθεν εις αυτόν και πίπτει με πολλήν ταπείνωσιν εις τους καταπληγωμένους πόδας του, και τούτους ούτως ιδών ο βασιλεύς εθαύμασεν, έκτισε δε και έτερον στύλον, άνωθεν εις δύο κίονας θεμελιωμένον και τον ωνόμασε Διχθάδιον, εις το οποίον ο Δανιήλ αναβαίνων έχαιρε και εδίδετο εις περισσοτέραν άσκησιν· και το μεν θέρος υπό του ηλίου κατεφλέγετο, τον δε χειμώνα τού έδιδον πάλιν οι άνεμοι και αι θύελλαι μεγάλην στενοχωρίαν και άμετρον βάσανον. Αλλ΄ αυτός ο αδαμάντινος εκαρτέρει ως ανδριάς και στήλη μάλλον ή άνθρωπος. Μάλλον δε ειπείν και αυτών των μετάλλων εφάνη όντως δυνατώτερός τε και ισχυρότερος, επειδή παν πράγμα με την πολυκαιρίαν δαπανάται και αφανίζεται, ενώ ο Όσιος ουδόλως εδειλίασε τοσαύτην των ανέμων και χιόνων σφοδρότητα. Όθεν ηξιώθη παρά Θεού και ετέλεσε μεγάλα σημεία και τέρατα, από τα οποία να είπωμεν ολίγα τινά, εις πίστωσιν και των άλλων, κατά την υπόσχεσιν. Εις την πρώτην του Σεπτεμβρίου μηνός, όταν ετέλουν οι φιλόθεοι την εορτήν του Αγίου Μάμαντος, ήλθε μέγας εμπρησμός αιφνιδίως εις το Βυζάντιον, καθώς ο Δανιήλ προεφήτευσε, και τοσούτον ηύξανεν η φλοξ, ώστε περιεκύκλωσαν όλην την πόλιν και κατέκαυσεν οίκους και Εκκλησίας πολλάς και πολλοί άνθρωποι κατεκάησαν· έτεροι πάλιν έμειναν ημικεκαυμένοι, ούτοι δε ήσαν δυστυχέστεροι εκείνων οι οποίοι απέθανον. Ήτο λοιπόν φοβερόν το θέαμα και μέγας ο κίνδυνος να βλέπη κανείς την Βασιλίδα των πόλεων τοιουτοτρόπως πυρπολουμένην, όπως τα Σόδομα. Μετά βίας τότε και μη θέλοντες οι άνθρωποι της Πόλεως ενεθυμήθησαν την πρόρρησιν του Οσίου και πιστεύοντες ότι μόνον εκείνος ηδύνατο να τους βοηθήση με την προσευχήν του, έστειλαν μεσίτας δεόμενοι να τους σπλαγχνισθή ως φιλάνθρωπος· ο δε Όσιος ακούσας την δεινήν εκείνην συμφοράν εδάκρυσε· και πρώτον μεν τους ώκτειρε, ότι ημέλησαν και δεν εποίησαν δεήσεις και παρακλήσεις προς Κύριον πρότερον, καθώς τους είχε παραγγείλει· έπειτα τους προσέταξε να προσεύχωνται νήστεις και ούτως εποίησε και ο Άγιος δια την σωτηρίαν αυτών δεόμενος· και μετά την προσευχήν προεφήτευσεν εις αυτούς ταύτα λέγων· «Υπάγετε και εις επτά ημέρας σβύνει το πυρ και μη δειλιάσητε». Ούτως είπε και έργον ο λόγος εγένετο. Ώστε πάντες εθαύμασαν και εξόχως ο βασιλεύς και η βασίλισσα, οίτινες επήγαν εις τον Όσιον και εζήτουν συγχώρησιν δια τα σφάλματα του παρελθόντος, υποσχόμενοι διόρθωσιν δια το μέλλον.Έγινε δε κατά το έτος εκείνο χειμών δριμύτατος, χιόνες συχνάκις και άνεμοι βιαιότατοι και τοσούτον άγριοι, ώστε εκινδύνευον να πέσουν οι στύλοι, επάνω εις τους οποίους ήτο ο Όσιος, όστις εσείετο μετά των στύλων από του ενός μέρους εις το έτερον ως κλάδος δένδρου. Ίσταντο δε οι μαθηταί του Οσίου δακρυρροούντες και έντρομοι· ο δε Όσιος έμενεν άφοβος, έχων τον νουν εις τον ουρανόν, προσευχόμενος και αναμένων εκείθεν βοήθειαν. Επειδή δε, κατά το γραφικόν λόγιον, «εκέκραξεν ο δίκαιος και ο Κύριος εισήκουσεν αυτού» (Ψαλμ. λγ: 18) έγινε παρευθύς γαλήνη μεγάλη θαυμασιώτατα. Ακούσας δε ο βασιλεύς ότι εσαλεύθησαν οι στύλοι εκ του ανέμου, εκίνησεν έφιππος να υπάγη δια να τους ίδη και να τους στερεώση καλλίτερα· καθώς όμως κατέβαινεν από το όρος, εφοβήθη ο ίππος του και πεσών πρηνής επλάκωσεν τον βασιλέα. Ο δε Δανιήλ προέφθασε με την προσευχήν και τον ελύτρωσεν εκ του κινδύνου και τόσον ηυλαβείτο από την ώραν εκείνην τον Όσιον ο βασιλεύς, ώστε τον εκήρυττεν εις όλους και τον εφήμιζε. Μετά ταύτα ήλθε προς τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου ο βασιλεύς των Λαζών δια να συνάψουν μεταξύ των συνθήκας· λαβών δε τούτον ο βασιλεύς επήγαν αμφότεροι εις τον Όσιον, δια να θαυμάση και εκείνος την καρτερίαν του, τόσον δε τον ηυλαβήθη εκείνος, ώστε όχι μόνον τον Όσιον, αλλά και τον στύλον προσεκύνησε λέγων· «Ευχαριστώ σοι, επουράνιε Βασιλεύ, ότι με ηξίωσας να απολαύσω ουράνιον άνθρωπον». Και τόσον τον ετίμησαν και οι δύο βασιλείς, ώστε τον έβαλαν κριτήν εις τας υποθέσεις των και τους συνεβίβαζεν· επιστρέψας δε ο βασιλεύς των Λαζών εις το κράτος του, διηγείτο πανταχού το τοιούτον θαυμάσιον και οσάκις έστελλε προς τον βασιλέα επιστολήν, έγραφε χαιρετισμούς και εις τον Όσιον. Ώστε λοιπόν όλος ο κόσμος, ιδιώται και βασιλείς, Έλληνες και βάρβαροι, τον ετίμων ως Άγγελον· αρκούν όσα εγράψαμεν να φανερώσουν την καρτερίαν αυτού και τους υπέρ άνθρωπον αγώνας του· αλλ΄ επειδή αμαρτίαν θα έχω, εάν σιωπήσω έως εδώ, θέλω γράψει εν εισέτι θαυμάσιον, δια να δοξασθή ο Θεός, όστις του εχάρισε τοσαύτην δύναμιν. Έτος τι έγινε μέγας και φοβερός χειμών, άνεμοι σφοδροί και χιόνες σφοδρόταται· ο δε Όσιος υπέμεινεν όλην την βίαν εκείνην της χιόνος γυμνός καθ΄ όλον το σώμα και άστεγος· διότι και το δερμάτινον κουκούλιον, το οποίον είχε, του το επήραν οι άνεμοι και το έρριψαν μακράν από τον στύλον εις φάραγγα. Εδέχετο λοιπόν όλην την νύκτα την χάλαζαν εις την σάρκα του (ω της καρτερίας και γενναιότητος!) βασανιζόμενος από την βίαν των ανέμων, την της χιόνος σφοδρότητα και της νυκτός την δεινήν ψυχρότητα. Πρωϊας δε γενομένης επληθύνετο η βροχή καθώς επίσης και η χιών, οι δε μαθηταί αυτού δεν ηδύναντο καν να εξέλθουν έξω της θύρας, επί τρεις ημέρας. Κατά δε την τρίτην ημέραν, καθ΄ ην έπαυσεν ολίγον η σύγχυσις των ανέμων, έβαλον κλίμακα οι μαθηταί και ανέβησαν, ιδόντες δε αυτόν (θέαμα ξένον και φρικωδέστατον) πεπαγωμένον και κρυσταλλωμένον, εξέστησαν, διότι όλον το σώμα του ήτο απονενεκρωμένον και ανενέργητον, ως να ήτο τεμάχιον πάγου ή κρύσταλλος. Θερμάναντες λοιπόν ύδωρ, ερράντισαν αυτόν και εις ολίγην ώραν συνήλθεν εις εαυτόν λέγων· «Διατί με επειράξετε, εν ω εκοιμώμην γλυκύτατα; Ολίγη ώρα είναι αφ΄ ότου επεκαλέσθην τον Κύριον εις βοήθειαν και απεκοιμήθην». Ούτως ειπών, εζήτησε να τον ενδύσουν ιμάτιόν τι δια να μη τον βλέπουν γυμνόν.Ταύτα μαθών ο βασιλεύς επήγε προς τον Όσιον και πεσών εις τους πόδας αυτού μετά δακρύων εδέετο λέγων· «Εάν και δεν λυπείσαι τον εαυτόν σου, όμως δια να μη υστερήσης ημάς της ποθεινής παρουσίας σου, ποίησον αγάπην δια τον Χριστόν και μη θελήσης να αποθάνης παράκαιρα από τόσην σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν». Μετά βίας λοιπόν εδέχθη, ευλαβηθείς τα δάκρυα του βασιλέως και του εποίησαν μικράν στέγην, εκ της οποίας είχεν ολίγην άνεσιν. Όσοι λοιπόν ηγεμόνες και μεγιστάνες, πρέσβεις και βασιλείς και άλλοι μεγάλοι και σπουδαίοι άρχοντες ήρχοντο προς τον βασιλέα, τους έστελλε χάριν ευλογίας έως τον Όσιον. Οι δε βλέποντες αυτόν και ακούοντες τα σοφά εκείνα και φρόνιμα λόγια, επέστρεφον θαυμάζοντες. Τον καιρόν εκείνον ηκούσθη φήμη, ότι ο Γιζέριχος, ο βασιλεύς των Βανδάλων, έκαμε στρατόν πολύν και επήγαινε να πολεμήση την Αλεξάνδρειαν. Έχων δε ο βασιλεύς μεγάλην εκ τούτου αγωνίαν, έδραμεν εις τον Άγιον και του λέγει την υπόθεσιν. Ο δε, προβλέπων προδήλως τα μέλλοντα, είπε ταύτα· «Δεν πρόκειται να υπάγη καθόλου εις την Αλεξάνδρειαν ο Γιζέριχος, αλλά θέλει επιστρέψει εις τα οπίσω κατησχυμμένος και άπρακτος»· όντως δε ούτω και εγένετο, καθώς ο Δανιήλ προεφήτευσεν. Ο δε βασιλεύς δια να ανταμείψη τον Όσιον ηθέλησε να κάμη κελλία κάτωθεν του στύλου, δια να έχουν τουλάχιστον οι μαθηταί του ανάπαυσιν· αλλ΄ ο Όσιος δεν εδέχθη, μόνον τον παρεκάλεσε να στείλη ανθρώπους, να φέρουν το λείψανον του Αγίου Συμεών. Ο δε βασιλεύς, έχων πόθον μεγάλον να ευαρεστήση τον Όσιον, έστειλε παρευθύς ανθρώπους εις την Αντιόχειαν, να φέρουν το άγιον Λείψανον, ωκοδόμησε δε και Εκκλησίαν εις το βόρειον μέρος του στύλου δια να τοποθετηθή εις αυτήν το άγιον Λείψανον και κελλία δια να αναπαύονται οι ξένοι, οίτινες ήρχοντο εις επίσκεψιν αυτού. Αφού δε έφεραν το άγιον Λείψανον του Συμεών εναπέθεσαν αυτό εις τον οικοδομηθέντα Ναόν, ο δε Όσιος χαίρων ηυχαρίστει τον βασιλέα και τους λοιπούς, οίτινες εκοπίασαν, τους έκαμε δε και διδαχήν σοφωτάτην περί φιλαδελφίας και αγάπης και περί κρίσεως· και τόσον κατενύχθησαν, ώστε έκλαυσαν άπαντες. Όσοι δε ετόλμων να είπωσι κακόν κατά του Οσίου, τους επαίδευεν ευθύς η θεία δίκη ως αδίκους δικαίως, προς παραδειγματισμόν και των επιλοίπων. Μίαν δε φοράν αιρετικός τις έλεγε λοιδορίας κατά του Οσίου. Επειδή δε οι παρόντες τον απεστόμωσαν, αυτός κρατών έσωθεν του ενδύματός του οψάριον ψητόν και δεικνύων αυτό εις τους ανθρώπους έλεγεν· «Ο εγκρατής Δανιήλ μεταξύ των πολλών φαγητών έτρωγε και τούτο το οψάριον». Αφού είπε ταύτα εις ολίγην ώραν έφαγε με την γυναίκα και τα τέκνα του το οψάριον και παρευθύς εδαιμονίσθησαν όλοι όσοι έφαγον. Οι δε παρόντες, γνωρίσαντες την αιτίαν, επήγαν αυτούς εις τον Όσιον, ο οποίος ως αμνησίκακος εποίησεν ευχήν δι΄ αυτούς και τους ελύτρωσεν όχι μόνον από τον ένα δαίμονα της μανίας, αλλά και από τον άλλον της κακοδοξίας, τον φοβερώτερον, αυτοί δε τοσούτον ευγνώμονες εφέρθησαν προς τον Όσιον, ώστε έκαμον την εικόνα του αργυράν και αυτούς ιστόρησαν εις τους πόδας του επιγράφοντες το θαυμάσιον, δια να μείνη αλησμόνητον πάντοτε. Τοσούτον δε ήτο ο Όσιος εις το λέγειν λόγιος, ώστε ωφελούντο πολύ οι ακούοντες όχι μόνον οι πραείς, αλλά και οι άγριοι και εταπεινούντο· μετανοούντες δε δια τας αμαρτίας αυτών εσώζοντο, καθώς και με το ακόλουθον παράδειγμα φαίνεται. Ανδρείος τις Γαλάτης, Εδρανός ονομαζόμενος, έχων και άλλους πολλούς συντρόφους, ενίκησεν ως δυνατός πολλούς εις τον πόλεμον. Ο δε βασιλεύς προσκαλέσας αυτόν τον ετίμησε κατά πολλά δια να τον έχη εις τους πολέμους· καταστήσας δε αυτόν κόμητα εις τους ιππείς τον εφιλοδώρησεν ικανώς. Έπειτα τον έπεμψε χάριν ευλογίας εις τον Άγιον, όστις τον εδίδαξε τόσον επιτηδείως, ώστε έγινεν ο λύκος ήμερον πρόβατον και ο πρώην φονεύς και βάρβαρος Χριστού μαθητής και φιλόσοφος και γίνεται υποτακτικός του Δανιήλ θαυμάσιος, απαρνηθείς πάσαν κοσμικήν ματαιότητα, όχι δε μόνον αυτός, αλλά και τους φίλους του όλους παρεκίνει πολλάκις και τους εδίδασκε να μιμηθώσι την πράξιν του δια να κερδήσουν και αυτοί Βασιλείαν ουράνιον. Εξ αυτών τον εμιμήθησαν δύο άλλοι και έγιναν Μοναχοί από τον Άγιον. Μετωνομάσθη δε Τίτος ο Εδρανός και προέκοπτεν κατά πολλά εις την άσκησιν, ο δε βασιλεύς ελυπήθη και προσεπάθησε να τους απομακρύνη από την γνώμην αυτήν, δια να τους έχη βοηθούς εις την ανάγκην, αλλά δεν ηδυνήθη. Όθεν και μη θέλων αφήκεν αυτούς, κατά τον πόθον των, δια να μη λυπήση τον Άγιον. Έμεινε λοιπόν ο μακάριος Τίτος μιμούμενος εις τας αρετάς τον διδάσκαλον και εξόχως εις την νηστείαν και θέλων να γνωρίση κατ΄ αλήθειαν τι και πόσον έτρωγεν ο Άγιος, παρεφύλαττεν όλην την νύκτα όπισθεν του στύλου περιεργαζόμενος. Και ποιήσας τούτο επί επτά ημερονύκτια, δεν είδε τον Όσιον να φάγη τίποτε και θαυμάζων εξωμολογήθη τον λογισμόν αυτόν, ερωτήσας τον Άγιον να του είπη κατά Θεόν πνευματικά την αλήθειαν. Ο δε απεκρίνατο· «Τόσον μόνον τρώγω και πίνω, όσον να μη αποθάνω από την πολλήν ασιτίαν και κακοπάθειαν· διότι δεν ζώμεν δια να τρυφώμεν, αλλά τρώγομεν δια να ζώμεν». Νουθετηθείς λοιπόν ο μακάριος Τίτος από τον Όσιον, διήρχετο διαγωγήν θαυμάσιον και έτρωγε μόνον όσον να ζη, ύπνον δε ελάμβανε πολύ ολίγον και αυτόν όχι κοιτόμενος, αλλ΄ εδένετο από τας μασχάλας και εκρέματο. Εις δε το στήθος είχε βιβλίον επάνω εις εν σανίδιον και ανεγίνωσκεν έως να αποκοιμηθή και τότε ελάμβανεν ολίγον ύπνον κλίνων την κεφαλήν επάνω εις το σανίδιον. Ταύτα μαθών και ο βασιλεύς, οσάκις επήγαινε προς τον Άγιον, έβλεπε και τον μακάριον Τίτον, λαμβάνων παρ΄ αυτού πολλήν ωφέλειαν. Ούτω δε πολιτευόμενος απήλθε προς Κύριον. Όχι δε μόνον αυτός εφύλαξε τόσην αρετήν, αλλά και εις από τους δούλους του ονόματι Ανατόλιος και ζώντος αυτού και μετά την εκείνου μετάστασιν εφύλαττε τόσην αρετήν, ώστε έκαμε και δώδεκα μαθητάς και έγινεν εις όλους θαυμάσιος και περιβόητος. Αλλ΄ επί το προκείμενον επανέλθωμεν. Ο βασιλεύς Λέων είχε γαμβρόν από την θυγατέρα του Αριάδνην τον Ίσαυρον Ζήνωνα, τον οποίον έκαμεν ύπατον, έπειτα τον έστειλε κατά των βαρβάρων εις Θράκην. Εκείνος λοιπόν επήγε με τους άρχοντάς του να λάβη ευχήν από τον Δανιήλ· ο δε Όσιος του προεφήτευσεν όσα έμελλε να πάθη έως τέλους· ότι θέλει επιστρέψει νικητής από τον πόλεμον, ύστερον θέλουν τον επιβουλευθή οι ιδικοί του, αλλά δεν θα τον κακοποιήσωσι και ούτως έγιναν όσα προείπεν ο Όσιος. Εγέννησε δε η Αριάδνη παιδίον, ως ανωτέρω είπομεν, και το ωνόμασαν Λέοντα. Μετά καιρόν απέθανε ο βασιλεύς, αφήσας τον έγγονόν του τούτον διάδοχον εις τον θρόνον του. Η σύγκλητος όμως έκαμε βασιλέα τον Ζήνωνα, εις ολίγον δε καιρόν απέθανε το παιδίον Λέων· οι δε συγγενείς τού Ζήνωνος Αρμάτος και Βασιλίσκος εφθόνησαν και τον εμίσουν αδίκως. Ο Ζήνων, γνωρίσας πολλάκις την επιβουλήν, έδραμε προς τον Όσιον ζητών βοήθειαν. Ο δε πάλιν προείπεν εις αυτόν όσα έμελλον να του ακολουθήσωσιν· ότι δηλαδή θέλει φύγει από τον θρόνον, εις τόπον έρημον, και θέλει φάγει από την πείναν ωμά χόρτα· έπειτα πάλιν θα απολαύση το βασίλειον· ύστερον δε θα αποθάνη εις τον θρόνον του καλόν θάνατον, όπως και εγένετο. Βλέπων λοιπόν ο βασιλεύς ότι επληθύνοντο αι επιβουλαί έφυγε κρυφίως με την βασίλισσαν και επήγεν εις την Ισαυρίαν. Τότε ο Βασιλίσκος ήρπασε τα σκήπτρα της βασιλείας και ήγειρε κατά της Εκκλησίας πόλεμον, λέγων λόγια βλάσφημα κατά της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού, εμελέτησε δε και να θανατώση τον Πατριάρχην Ακάκιον, διότι ηναντιούτο μη αφήνων τους πιστούς να συγκοινωνήσουν εις την αίρεσίν του. Συνταχθέντες λοιπόν πλήθος πολύ Μοναχών και λαϊκοί εφύλαττον τον Αρχιερέα, να μη τον φονεύσωσιν. Έστειλαν δε και επιστολάς προς τον Δανιήλ, να βοηθήση την Εκκλησίαν δια της προς τον Θεόν προσευχής του. Ο δε πανούργος Βασιλίσκος έγραψε προς τον Όσιον απολογούμενος, ότι ο Πατριάρχης ήτο αίτιος της ταραχής, διότι διέστρεφε τον στρατόν και εγένετο πρόσκομμα· ο δε Όσιος ως διακριτικός και σοφώτατος εγνώρισε την κακουργίαν του βασιλέως και του ανταπήντησεν ελέγχων αυτόν δριμύτατα και προλέγων ότι ο Θεός θέλει του αφαιρέσει το βασίλειον και άλλα παρόμοια. Τότε ο Πατριάρχης έστειλε τους προκρίτους Αρχιερείς προς τον Όσιον, να τον παρακαλέσουν όπως καταβή από τον στύλον δια τον Κύριον και να βοηθήση την Εκκλησίαν, διότι άλλην ελπίδα δεν είχον. Απελθόντες λοιπόν παρεκάλεσαν τον Άγιον, αλλ΄ εκείνος δεν εδέχθη να καταβή. Όθεν έστειλε πάλιν εκ δευτέρου τους Επισκόπους, προστάσσων αυτούς να κλαύσουν τόσον εις τους πόδας αυτού, έως να τους λυπηθή, να καταβή. Έλεγον λοιπόν προς τον Όσιον ταύτα· «Μιμήσου, Άγιε, τον Διδάσκαλον, όστις έκλινε τους ουρανούς και κατέβη δια την σωτηρίαν μας. Τι άπρεπον είναι λοιπόν, να καταβής και συ από τον στύλον ολίγον, δια να σώσης την κινδυνεύουσαν Εκκλησίαν, δια την οποίαν αυτός ο Δεσπότης Χριστός το πολύτιμον Αυτού και Πανάγιον Αίμα εξέχεεν»; Αυτά και άλλα όμοια έλεγον οι Επίσκοποι, κλαίοντες κάτωθεν του στύλου γονυπετείς προσευχόμενοι. Ο δε Όσιος πρώτον μεν εβαρύνθη και εσκανδαλίσθη· έπειτα βλέπων αυτούς ότι επληθύνοντο τα δάκρυα, τους ελυπήθη ως συμπαθέστατος και μη γνωρίζων ποίον εκ των δύο να ποιήση, εδεήθη εις τον Θεόν, να του φανερώση πώς να πράξη εις την υπόθεσιν ταύτην. Προσευχόμενος λοιπόν περί τούτου, ήκουσε φωνήν ουρανόθεν, ήτις είπε προς αυτόν να καταβή και πάλιν να επιστρέψη. Λαβόντες λοιπόν τον Όσιον οι Επίσκοποι απήλθον εις τον Πατριάρχην αγαλλιώμενοι. Αδύνατον δε είναι να γράψωμεν επαρκώς πόσην τιμήν του έκαμαν οι Ορθόδοξοι και με πόσην ευφροσύνην τον υπεδέχθησαν. Ευθύς τότε ο του Χριστού στρατιώτης επολέμησε τον αντίπαλον ελέγχων αυτόν και ονομάζων νέον Διοκλητιανόν, ηπείλει δε αυτόν με τιμωρίας τού τε παρόντος αιώνος και του μέλλοντος. Ο δε βασιλεύς, νενικημένος από τον Όσιον, εμάκρυνεν από την Πόλιν παραγγέλλων προς αυτόν· «Ιδού σοι χαρίζω την Πόλιν και τους πολίτας αυτής και κάμε ως βούλεσαι». Ο Άγιος όμως δεν εδέχθη τούτο, αλλ΄ έτρεχεν οπίσω αυτού, δια να τον ελέγξη και κατά πρόσωπον· επειδή δε οι πόδες του ήσαν ησθενημένοι από την άσκησιν και δεν ηδύνατο να περιπατή, τον εσήκωνον οι άνθρωποι και βαδίζοντες συνήντησαν καθ΄ οδόν λεπρόν τινα, όστις εφώναξε λέγων· «Ελέησόν με, δούλε του Θεού, και θεράπευσόν με τον ταλαίπωρον». Λέγει προς αυτόν ο Άγιος· «Διατί αφήκας τον Παντοδύναμον και ζητείς παρ΄ ανθρώπου ομοιοπαθούς σου την ίασιν; Πλην εάν έχης πίστιν δύνανται και οι δούλοι του να σου δώσουν βοήθειαν». Ταύτα λέγων προσέταξεν αυτόν να λουσθή εις την θάλασσαν. Ο δε υπακούσας εκαθαρίσθη αμέσως και πάντες εξέστησαν, βλέποντες τοιούτον θαυμάσιον και έτρεχον εις τον Άγιον υγιείς τε και ασθενείς, οι μεν να απολαύσουν ψυχής ευφροσύνην βλέποντες αυτόν, οι δε να εύρουν θεραπείαν της μάστιγος εκ της οποίας εμαστίζοντο και κατά την πίστιν εκάστου ηκολούθει η έκβασις. Βλέπων τον Όσιον βασταζόμενον Γότθος τις καθήμενος εις το παράθυρον, είπε ταύτα προς εμπαιγμόν· «Ιδού και ο νέος ύπατος». Ταύτα λέγων έπεσε κατά γης και εξέψυξεν. Οι δε λοιποί εφοβήθησαν ιδόντες τοιούτο θαυμάσιον. Αλλά και αυτός ο βασιλεύς εδειλίασε και όταν έφθασεν ο Άγιος εις τα βασίλεια δεν τον άφησαν να εισέλθη. Τότε αποτινάξας το χώμα των ποδών του, κατά το Ευαγγέλιον, ανεχώρησε. Μετά ταύτα μεταμεληθείς ο βασιλεύς, διότι δεν τον εδέχθη και φοβηθείς μήπως πάθη κακόν τι, έστειλε και τον εκάλεσε να επιστρέψη, ο Όσιος όμως δεν ηθέλησε, και του διεμήνυσεν, ότι εις ολίγον καιρόν θα απολέση την βασιλείαν· έπειτα θέλει λάβει και κακόν θάνατον, διότι υβρίζει τον ουράνιον Βασιλέα, όστις θέλει τον παιδεύσει με κόλασιν αιώνιον. Όταν δε οι απεσταλμένοι είπον ταύτα προς τον βασιλέα, έπεσε πύργος τις, όστις ήτο εις τα βασίλεια, προς σωφρονισμόν και έλεγχον του αλαζόνος. Έγιναν δε και άλλα πολλά θαυμάσια αναρίθμητα, από τα οποία να είπωμεν ολίγα τινά με βραχύτητα. Πρώτον μεν εθεράπευσεν ο Όσιος δύο νεανίσκους, έχοντας δαιμόνιον, έπειτα θυγατέρα τινά πιστής γυναικός, ήτις έκλαιεν ακαταπαύστως και σπλαγχνισθείς επ΄ αυτήν την ιάτρευσεν. Eίτα και άρχων τις, την αξίαν πατρίκιος, μιμούμενος τον Ζακχαίον, επήρε τον Όσιον εις την οικίαν του μετά θερμής πίστεως. Όθεν έτυχε και αυτός ομοίας ευλογίας με τον Ζακχαίον. Αφού δε ο Όσιος έφθασεν εις το Πατριαρχείον και τον υπεδέχθησαν με πολλήν τιμήν και ευλάβειαν, φοβερός τις όφις, άγνωστον πόθεν προερχόμενος, ευρέθη εις τους πόδας του Οσίου, ο δε Όσιος ιδών αυτόν τον προσέταξε να απέλθη χωρίς να βλάψη τινά. Τότε ο όφις, στραφείς προς τον τοίχον, διερράγη ενώπιον πάντων και έμεινεν άπνους. Γυνή δε τις επιφανής, την κλήσιν Ραϊς, την πίστιν Ορθόδοξος, προσελθούσα προσέπεσεν εις τους πόδας του Οσίου κλαίουσα και παρακαλούσα να την ευλογήση να γεννήση υιόν· βλέπουσα δε ότι οι πόδες του ήσαν πληγωμένοι από την άσκησιν, εθαύμασε την υπομονήν του και έδωσε τεμάχιον ράμματος δια να τυλίξουν τους πόδας του, έπειτα δε να το λάβη δι΄ ευλάβειαν. Ο δε Όσιος δεν εδέχετο, τον παρεκάλεσεν όμως ο Επίσκοπος και υπήκουσεν. Όθεν όχι μόνον έδεσε τους πόδας του με το ράμμα και της το έδωκεν, αλλά και της προεφήτευσεν ούτω λέγων· «Ένα υιόν θέλεις γεννήσει και ονόμασον αυτόν Ζήνωνα», ούτω δε κατά την πρόρρησιν εγένετο. Ταύτα βλέπων ο βασιλεύς και φοβηθείς ότι θέλουν επαληθεύσει και εις αυτόν όσα δεινά του προανήγγειλεν ο Όσιος έστειλεν ανθρώπους και τον εκάλεσε να υπάγη προς επίσκεψίν του, αλλ΄ ο Άγιος δεν εδέχετο. Τότε τον εκάλεσε και πάλιν ο βασιλεύς με περισσοτέραν ταπείνωσιν, αλλά και πάλιν απέτυχεν· επειδή δε επανέλαβε τούτο πολλάκις και ο Άγιος δεν ήρχετο προς αυτόν, απήλθεν ο ίδιος ο βασιλεύς μόνος του προς τον Άγιον με σχήμα δούλου και προσκυνήσας αυτόν εζήτει συγχώρησιν. Ο δε Άγιος, γνωρίσας ως προορατικός το απόκρυφον, δεν τον εδέχθη, αλλά μάλλον ελέγξας αυτόν δια την παρανομίαν και κακοδοξίαν του τον απέπεμψε. Προς δε τους παρόντας εφανέρωσε την πονηράν αυτού γνώμην ειπών· «Πρέπει να γνωρίζετε ότι η ταπείνωσις, την οποίαν έδειξεν ο Βασιλίσκος, ήτο υπόκρισις και πονηρία, με την οποίαν ήθελε να καλύψη την αγριότητα της ψυχής του· γρήγορα όμως θέλετε ίδει ότι θα εύρη η θεία δίκη τον άδικον». Ούτω λοιπόν ο μακάριος τοσαύτα θαυματουργήσας και νικητής αναδειχθείς εις τον υπέρ της ευσεβείας πόλεμον και προφητεύσας τα μέλλοντα, επέστρεψε πάλιν εις τον στύλον του, τον ασκητικόν αγωνιζόμενος αγώνα του. Εις ολίγας δε ημέρας εξεδίωξαν τον Βασιλίσκον από το βασίλειον, καθώς ο Άγιος προεφήτευσε, και εκάθησε πάλιν ο Ζήνων εις τον θρόνον του. Όθεν βλέπων αληθινάς όλας τας προρρήσεις τού Αγίου, τον ηυλαβείτο περισσότερον και επήγε με την βασίλισσαν δια να του αποδώσουν την πρέπουσαν ευχαριστίαν. Αλλά προ του να τελειώσωμεν την διήγησιν, ας γράψωμεν ακόμη δύο ή τρία θαυμάσια, δια να μη υστερήσωμεν τους ευλαβείς από της ψυχικής ταύτης ωφελείας και απολαύσεως. Χρυσοχόος τις είχε παιδίον ετών επτά, το οποίον δεν ηδύνατο να περιπατήση όρθιον, εσύρετο δε μόνον με την κοιλίαν ως ερπετόν. Τούτο οι γονείς λαβόντες επήγαν εις τον στύλον και μετά δακρύων εδέοντο να τους ελεήση ο Άγιος, όστις είπε προς αυτούς να το βάλωσιν εις τον Ναόν του Αγίου Συμεών και να εγγίσουν εις αυτό το άγιον Λείψανον και ούτως εποίησαν. Ο δε Άγιος εποίησεν ευχήν από του στύλου την εβδόμην ημέραν· και παρευθύς, ω του θαύματος! βλέπουσι το παιδίον και εχοροπήδα, αναβαίνον δε τας βαθμίδας ενηγκαλίζετο χαίρον τον στύλον και κατεφίλει αυτόν με ευλάβειαν. Άλλος τις από την Ανατολήν πορευόμενος εις οδόν έπεσεν εις ληστάς, οίτινες του επροξένησαν πολλάς πληγάς και λαβόντες παν ό,τι είχε μαζί του δεν ηρκέσθησαν εις αυτά, αλλ΄ έκοψαν και τα νεύρα των γονάτων του και αφέντες αυτόν ημιθανή έφυγον. Ιδόντες δε αυτόν άλλοι τινές οδοιπόροι τον ελυπήθησαν και τον επήγαν βασταζόμενον εις την Άγκυραν, ήτις ήτο εκεί πλησίον και τον παρέδωσαν εις τον Επίσκοπον, όστις τον επεμελήθη με ιατρούς και με ιαματικά βότανα και εθεραπεύθησαν αι πληγαί, αλλά να περιπατήση δεν ηδύνατο, διότι τα νεύρα ήσαν κεκομμένα και ανενέργητα. Παρεκάλεσαν λοιπόν τον Επίσκοπον να τον στείλη εις τον Άγιον Δανιήλ και βαλόντες αυτόν επάνω εις το κτήνος, τον επήγαν εις τον Όσιον και πίπτων εις τον στύλον εβόα μετά δακρύων ελεεινώς. Ο δε Δανιήλ ως ταπεινόφρων έφευγε πανσόφως τον ανθρώπινον έπαινον και ενεργών τα τεράστια, επέγραφεν εις άλλους το κατόρθωμα. Έστειλε λοιπόν αυτόν εις τον Ναόν του Αγίου Συμεών, αυτός δε προσηύχετο κρυφίως επί του στύλου. Χρισθείς δε ο ασθενής από το έλαιον του αγίου Λειψάνου, την έκτην ημέρα εθεραπεύθη και εναγκαλισθείς τον στύλον εδόξαζε τον Κύριον, ευχαριστών τον Όσιον.Ήτο δε και γυνή τις, η οποία είχε παιδίον ετών δώδεκα άλαλον εκ γενετής, απήλθε δε αύτη δια νυκτός και το απέθεσεν έξω της μάνδρας. Οι δε Μοναχοί ευρόντες αυτό το έφεραν εις τον Άγιον, όστις ιδών αυτό προσέταξε να το κρατήσουν εις την Μονήν, να γίνη λειτουργός του Κυρίου. Λέγουσι τότε του Αγίου, ότι ήτο κωφόν και άλαλον· ο Άγιος τους είπε τότε να χρίσουν την γλώσσαν του με έλαιον και ούτως εποίησαν, τινές δε ενόμισαν ότι η μήτηρ του είπε ψεύματα, ότι ήτο άλαλον, δια να τρέφηται εκ του Μοναστηρίου, επειδή ήτο πτωχή και άπορος. Όθεν πολλάκις την νύκτα το εφοβέριζον και όταν εκοιμάτο, το εκέντων με σουβλίον ή βελόνην δια να πονέση, να φωνάξη, να γνωρίσουν την αλήθειαν. Το δε παιδίον ηγωνίζετο να φωνάξη, αλλά δεν ηδύνατο. Όθεν εβεβαιώθη η υπόθεσις και επίστευσαν. Ήλθε λοιπόν η Κυριακή και όταν επρόκειτο να αναγνώση ο Διάκονος το Ευαγγέλιον, και είπε το όνομα του Ευαγγελιστού, ωμίλησε το παιδίον και είπε το «Δόξα σοι, Κύριε» και από της ώρας εκείνης έμεινε τεθεραπευμένον και απεκρίνετο εις τον Ιερέα έως τέλους της θείας Λειτουργίας και πάντες εξέστησαν. Πολλά μεν και άλλα ετέλεσεν ο Θεός δια του δούλου του θαυμαστά και παράδοξα κατορθώματα, τα οποία δια το πλήθος αφήκαμεν αδιήγητα, διότι αρκετά είναι ταύτα να φανερώσουν την προς τον Θεόν παρρησίαν αυτού. Τούτο δε μόνον να είπωμεν δια να σφραγίσωμεν με αυτό τα επίλοιπα· ότι και με όλα τα θαυμάσια, τα οποία εποίησεν, ήτο τόσον ταπεινός, επιεικής και μέτριος, ώστε ενόμιζε εαυτόν πάντων αμαρτωλότερον και ουδέποτε κατέκρινεν άλλον, αλλ΄ εφυλάττετο ακριβώς από τα τοιαύτα. Όταν δε ανέφερον εις αυτόν ατόπους τινάς πράξεις Ιερέων απεκρίνετο λέγων· «Δεν είμεθα ημείς κριταί των άλλων, αλλ΄ εις είναι ο δίκαιος και αλάθητος Κριτής, ημείς δε, αδελφοί, ας κρίνη έκαστος εαυτόν, ίνα μη κατακριθώμεν αιώνια». Εγνώρισε δε ο Όσιος και την προς Θεόν εκδημίαν και αναχώρησιν αυτού. Όθεν έγραψεν εις χάρτην την τελευταίαν αυτού διάταξιν ούτως έχουσαν. «Εγώ τέκνα και αδελφοί μου, πορεύομαι προς τον κοινόν ημών Πατέρα, πλην δεν σας εγκαταλείπω ορφανούς, αλλά την μέριμνάνσας αφήνω εις την πρόνοιαν του ουρανίου Πατρός ημών, όστις εποίησε τα πάντα εκ του μη όντος, δια μόνου του λόγου Αυτού και εσαρκώθη δια την σωτηρίαν ημών. Αυτός λοιπόν ως φιλάνθρωπος θέλει σας φυλάττει από του πονηρού και σας συγχωρεί ως Πατήρ εις παν ό,τι εσφάλατε. Αυτός δε θα σας διαφυλάττη και εις ομόνοιαν πνεύματος. Έχετε ταπεινοφροσύνην, υπακοήν και φιλοξενίαν· μη αμελείτε την νηστείαν, αγρυπνίαν, ακτημοσύνην και υπεράνω όλων την αγάπην και την προς τον Θεόν ευσέβειαν, να φυλάττεσθε δε από τα ζιζάνια των αιρετικών. Εάν ταύτα ποιείτε, θέλετε γίνει τέλειοι εις την αρετήν». Ταύτα γράψας, προσέταξε τους Μοναχούς να τα αναγνώσουν εις την κλίμακα του στύλου, κάτωθεν του οποίου είχον άπαντες συγκεντρωθή και ίσταντο κλαίοντες. Λέγεται δε ότι συνέβη και το εξής θαυμάσιον· τρεις ημέρας προ της αυτού εκδημίας, ήλθον εις τον στύλον προς επίσκεψιν του Αγίου πάντες οι Άγιοι, ήτοι Απόστολοι, Μάρτυρες και Προφήται, Ιεράρχαι, Όσιοι και Δίκαιοι, καθώς και τινες Άγγελοι, οίτινες ησπάζοντο αυτόν φιλοφρόνως και τον προσέταξαν να λειτουργήση. Ούτω δε ποιήσας εκοινώνησε τα θεία Μυστήρια και μετέδωκεν αυτά και εις εκείνους, οίτινες ήσαν άξιοι. Όταν δε ο Άγιος έφθασεν εις τα έσχατα, ήτο εκεί παρών και ο Πατριάρχης, καθώς και η πιστοτάτη Ραϊς και εις δαιμονιζόμενος, όστις αυτός μόνος έβλεπε τους Αγίους και τους Αγγέλους, οίτινες παρίσταντο εις τον Όσιον και τους εκάλει κατ΄ όνομα. Προείπε δε και ταύτα· «Την τρίτην ώραν της ημέρας υπάγει ο Δανιήλ προς Κύριον και τότε εξέρχεται απ΄ εμού το ακάθαρτον πνεύμα με θείαν βούλησιν». Πράγματι, την τρίτην ώραν της ημέρας ο θείος Δανιήλ απήλθε προς Κύριον και ο πάσχων εθεραπεύθη. Η δε ευλαβεστάτη Ραϊς είχε πολλούς κτίστας εις την συνοδείαν της και υπηρέτησε φιλοτίμως τα προς ταφήν, προσέταξε δε να κατασκευάσωσι παραπλεύρως του στύλου εξέδραν, η οποία έφθανεν έως την κορυφήν αυτού. Επάνω εις την εξέδραν ανήλθον οι Κληρικοί και οι αδελφοί, οι οποίοι έψαλλον τα εξόδια, κρατούντες εις τας χείρας αυτών λαμπάδας. Ακολούθως κατεβίβασαν το άγιον Λείψανον και το έθεσαν εις μολυβδίνην θήκην, καθώς ο Όσιος παρήγγειλεν εις τους μαθητάς του, ειπών· «Εάν έλθουν βασιλείς ή άρχοντες εις την τελευτήν μου και φιλονικήσωσι να βάλουν το λείψανόν μου εις θήκην πολύτιμον, μη αφήσητε, αλλ΄ ας το ενταφιάση η πιστοτάτη Ραϊς όπου βούλεται». Τούτων ούτω τελουμένων, εσπάραξε δυνατά τον άνθρωπον το δαιμόνιον και έφυγεν. Έγιναν δε και άλλα θαυμάσια, ήτοι ενώ ήτο ημέρα και ο ήλιος έλαμπε λαμπρότατα εις τον ουρανόν, εφάνησαν τρεις σταυροί, συντεθειμένοι εξ αστέρων, οι οποίοι ήσαν ολόφωτοι και ίσταντο επάνω του αγίου Λειψάνου. Ομοίως και μία λευκοτάτη περιστερά ανίπτατο άνωθεν αυτού, δηλούσα την επισκιάζουσαν αυτόν Χάριν του Παναγίου Πνεύματος. Αφού δε ο Πατριάρχης ενεταφίασε το ιερόν σώμα του Δανιήλ, έβαλεν άνωθεν αυτού τα ιερά Λείψανα των εν Βαβυλώνι Αγίων Τριών Παίδων, καθώς είχεν αφήσει παραγγελίαν ο Όσιος· τούτο δε προσέταξεν, ως ταπεινόφρων, δια να προσκυνώσιν οι προσερχόμενοι τους Αγίους αυτούς μάλλον ή εκείνου το Λείψανον, ώστε να φεύγη την ανθρωπίνην δόξαν και μετά την τελευτήν ο μακάριος. Τοιούτος ήτο ο εκ γενετής Βίος και τοιαύτα τα έως της τελευτής κατορθώματα αυτού· και με τοιαύτα έργα διέλαμψε, ζήσας εις τούτον τον κόσμον έτη ογδοήκοντα και μήνας τρεις, εκοιμήθη δε εν έτει (490). Αι τρίχες της κεφαλής του ήσαν πυκνώς χωρισμέναι εις τέσσαρας βοστρύχους, ήτοι πλοκάμους, οίτινες ήσαν αρκετά μακροί· ομοίως και τα γένεια ήσαν μακρά. Αυτός μεν λοιπόν ούτω ζήσας διαγωγήν υπεράνθρωπον ανεπαύθη και αφήκεν εις ημάς τον Βίον αυτού αρχέτυπον, όχι μόνον να τον επαινώμεν και να τον θαυμάζωμεν, αλλά και να τον μιμώμεθα ως δυνάμεθα. Διότι ο έπαινος προς αυτόν μόνον φέρεται, η δε μίμησις αναδεικνύει ημάς συγκληρονόμους αυτού εις εκείνην την αιώνιον Βασιλείαν, της οποίας δεν αξιούνται οι αμελείς και ράθυμοι, οίτινες ακηδιώσι και δεν θέλουν να κοπιάσουν αναλόγως της δυνάμεως αυτών. Μόνον δε όσοι βιάζουν την σάρκα κόπτοντες τα απρεπή θελήματα αυτών και υποτάσσουν αυτήν εις το πνεύμα, φυλάττοντες τας σωτηρίους εντολάς του Κυρίου, αυτοί, δια της προσκαίρου στενοχωρίας και της μικράς θλίψεως, ευρίσκουσιν ευρυχωρίαν αιώνιον και ευφροσύνην ανεκδιήγητον εις την ουράνιον Βασιλείαν, την αδιάδοχον όντως και ατελεύτητον, της οποίας είθε να αξιωθώμεν και ημείς δια πρεσβειών της Αειπαρθένου Θεοτόκου, του Οσίου Πατρός ημών Δανιήλ και πάντων των Αγίων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1961
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΒ΄ (12η) του Δεκεμβρίου, μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Επισκόπου Τριμυθούντο

Δημοσίευση από silver » Τετ Δεκ 12, 2018 1:00 am

Σπυρίδων ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, της οικουμένης το καύχημα και των πιστών το αγλάϊσμα, ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίνου του Μεγάλου (306- 337) και του υιού αυτού Κωνσταντίου (337-361), κατήγετο δε εκ της περιφήμου νήσου Κύπρου. Τοσούτον δε η αρετή και τα ένθεα του Αγίου τούτου κατορθώματα την οικουμένην κατηύγασαν, ώστε δεν πρέπει να μείνη κανείς Χριστιανός όστις να μη γνωρίση εν πάση λεπτομερεία τον Βίον του. Ο Θεοφόρος ούτος Πατήρ είναι εκείνος, όστις λαβών μέρος εις την εν Νικαία Αγίαν Α΄ Οικουμενικήν Σύνοδον εποίησεν ενώπιον πάντων των απαρτιζόντων αυτήν Αγίων Πατέρων το μέγα εκείνο και υπερφυές θαύμα της κεραμίδος, δια του οποίου τον μεν φιλόσοφον του Αρειανισμού κατέβαλε, τας δε αληθείας της Ορθοδόξου ημών Πίστεως εκράτυνεν. Ας ίδωμεν όμως, ευλογημένοι Χριστιανοί, απ΄ αρχής τον ένθεον αυτού Βίον και ας εγκύψωμεν εις την μελέτην αυτού, διότι ούτος, όπως και όλων των φιλοθέων ανδρών οι Βίοι, δίδουν πολλήν ωφέλειαν εις την ψυχήν, και κατ΄ αλήθειαν δύνανται να αυξήσουν τον πλούτον αυτής, διότι μας κάμνουν όχι μόνον να απέχωμεν από το κακόν, αλλά και να προκόπτωμεν εις το καλόν. Επειδή όστις έχει περιπέσει εις αμαρτήματα, ακούων τοιαύτας πράξεις ενθέους και κατορθώματα υπερφυσικά, διορθώνεται, μισεί την παλαιάν του κακίαν, επιμελείται την αρετήν και γίνεται θερμότερος εις την άσκησιν αυτής, παρακινούμενος εις μίμησιν αναλόγως της δυνάμεως αυτού και προσπαθεί να μιμηθή το όμοιον. Και πάντων μεν των Αγίων αι Βιογραφίαι είναι ωραίαι και ψυχωφελέσταται, ως είπομεν· όμως ο Βίος του Οσίου Πατρός ημών Σπυρίδωνος είναι πλέον ευφρόσυνος εις την ψυχήν και ηδύτατος εις την ακοήν, διεγείρων άμα τον νουν και την καρδίαν. Τούτου λοιπόν του μεγάλου Πατρός τον Βίον και τα εξαίσια θαύματα άρχομαι διηγούμενος προς την υμετέραν αγάπην, και σας παρακαλώ όλους να ακούσητε μετά προθυμίας και κατανύξεως. Ούτος ο μέγας Πατήρ ημών Σπυρίδων ήτο από της νεότητος αυτού άνθρωπος απλούς πολύ και ταπεινός, εμιμείτο δε πάντοτε του μακαρίου Δαβίδ του Προφήτου την πραότητα, του Ιακώβ το άπλαστον και του Αβραάμ το φιλόξενον, διαμοιράζων όλην την περιουσίαν αυτού εις πένητας. Δια τας αρετάς του δε ταύτας δεν εκληρονόμησε γην φθαρτήν, αλλά την μακαρίαν και αδιάδοχον, κατά την αψευδή του Κυρίου επαγγελίαν ειπόντος: «Μακάριοι οι πραείς ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην» (Ματθ. ε: 5) και «Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται» (Ματθ. ε: 7). Δια τον πρόσκαιρον δε πλούτον, τον οποίον εις τούτον τον κόσμον κατεφρόνησε τότε, απολαμβάνει και τώρα και εις τους απεράντους αιώνας τον άσυλον θησαυρόν, τον Χριστόν δηλαδή, τον Μαργαρίτην τον πολύτιμον. Επλούτησε δε και δια ποταμών θαυμάτων, τα οποία ενεργούνται καθ΄ εκάστην και ουδέποτε εξαντλούνται.Ήτο δε ο Άγιος κατ΄ αρχάς ποιμήν προβάτων, πλην δεν ήτο αγροίκος εις το ήθος και αμίλητος, αλλά μάλιστα επιμελητής καλών τάξεων και προς τους πτωχούς και ξένους τόσον ελεήμων και εύσπλαγχνος, ώστε εδέχετο πάντα άνθρωπον εις τον οίκον του και με πολλήν αγάπην, κατά την δύναμιν αυτού, τον εφίλευεν. Ένιπτε των κεκοπιασμένων τους πόδας, ητοίμαζε τράπεζαν και υπηρέτει εις όλα τα χρειαζόμενα με τόσην ταπείνωσιν και ευλάβειαν, όσην δεικνύουν οι πιστοί δούλοι προς τους αυθέντας των. Είχε δε συγκεκραμένην με την σεμνότητα την σωφροσύνην και με την ανδρείαν την πραότητα και τας λοιπάς αρετάς. Έλαβε δε ο Άγιος και σύζυγον κατά τους ιερούς νόμους, τιμιωτάτην και σώφρονα, μετά της οποίας απέκτησε και τέκνα, μετά δε τον θάνατον αυτής διήγε μετά οσιότητος χωρίς τινα ηδονήν ή επιθυμίαν σαρκός αλλά πάσαν αρετήν εργαζόμενος, εμελέτα σπουδαίως τον νόμον του Θεού, γενόμενος εις την ψυχήν φιλανθρωπότατος και εις την γνώμην επιεικέστατος και απλώς ειπείν ήτο αληθής εικών και αρχέτυπον των αρετών, έχων ιστορημένας όλας τας αρετάς εις εαυτόν, τόσον ώστε πολύ ολίγοι ηδυνήθησαν να τον μιμηθούν εις τας χάριτας. Ούτω λοιπόν λάμπων εις τας πράξεις της ζωής του ο Άγιος ηξιώθη πολλών και πλουσίων δωρεών παρά Θεού, αι οποίαι δύνανται να μας φανερώσουν την εν ουρανοίς δόξαν αυτού και μεγαλειότητα. Εθεράπευε διαφόρους ασθενείας, εφώτιζε τυφλούς, εδίωκε τα πονηρά πνεύματα και πλείονα άλλα θαύματα ετέλει άξια εκπλήξεως, με την Χάριν της θείας Δυνάμεως, την οποίαν είχε συνεργόν και τον εβοήθει· όθεν έγινε και Ποιμήν ανθρώπων αντί ποιμήν προβάτων, ως ήτο το πρότερον. Όταν δε ο Μέγας Κωνσταντίνος εγένετο βασιλεύς των Χριστιανών, τότε και ο θαυματουργός Σπυρίδων Επίσκοπος Τριμυθούντος γνωρίζεται, ήτις είναι πόλις της Κύπρου περίφημος. Πόσην δε επιμέλειαν είχεν εις την αρετήν, μετά την εις Επίσκοπον χειροτονίαν του, φανερώνουν σαφέστατα τα θαυμάσια, τα οποία ετέλεσε και τα οποία είναι αδύνατον να εξιστορήσωμεν άπαντα, διότι είναι αναρίθμητα· και πάλιν να αποσιωπήσωμεν όλα είναι πρόξενον μεγάλης ζημίας. Θέλομεν λοιπόν διηγηθή ολίγα εκ των πολλών και ταύτα κατά σειράν, ήτοι θα είπωμεν πρώτον όσα γράφει ο Μεταφραστής Συμεών, τα οποία είναι όλα αξιόπιστα και παραδεδεγμένα υπό της Εκκλησίας, από τους παλαιούς χρόνους, ύστερον δε θέλομεν διηγηθή τα νεώτερα, όσα δηλαδή ετελέσθησαν υπό του Αγίου μετά την εις Κέρκυραν μετακομιδήν του ιερού αυτού Λειψάνου, και ταύτα πάλιν όχι όλα, διότι και τούτο είναι αδύνατον, αλλ΄ ολίγα τινά εξ αυτών προς πίστωσιν και των άλλων, αφήνοντες τα περισσότερα, εξ όσων άλλοι μεταγενέστεροι έγραψαν. Θέλων ο μεγαλοδύναμος Θεός, ως δίκαιος Κριτής, να παιδεύση την νήσον της Κύπρου, την υστέρησεν από βροχήν και ήτο τοσαύτη ανομβρία, ώστε έγινε πείνα μεγάλη, ταύτην δε ηκολούθησε θανατικόν ως συνήθως συμβαίνει και καθ΄ εκάστην απέθνησκον αναρίθμητοι. Ήτο όθεν ανάγκη, έναντι του μεγάλου αυτού θυμού του Κυρίου, να ευρεθή εις έτερος Ηλίας ή άλλος τις όμοιος εκείνου εις τα έργα, όστις να δυνηθή να ανοίξη δια της προσευχής του τους ουρανούς. Όντως δε τοιούτος ήτο ο μέγας κατά την ψυχήν και θαυμαστός Σπυρίδων, ο οποίος, βλέπων το τρομερόν αυτό κακόν να αφανίζη καθημερινώς το λογικόν του ποίμνιον, ως αληθής ποιμήν και ουχί μισθωτός επόνει τα σπλάγχνα υπό της πατρικής αγάπης νικώμενος και έκαμε προς τον Θεόν δέησιν. Ο δε ουράνιος Πατήρ ημών, ως εύσπλαγχνος, δεν παρείδε την προσευχήν του δούλου του, αλλ΄ ευθύς επλήρωσε δια νεφών τον ουρανόν και (το θαυμασιώτερον!) δια να μη νομίση κανείς, ότι η βροχή έγινεν από τα στοιχεία με τους νόμους της φύσεως, ωκονόμησε και ίσταντο επί ώραν πολλήν τα νέφη και δεν έβρεχον, έως ου επαναλάβη ο Άγιος την δέησιν, όστις προσηυχήθη και πάλιν θερμότερον. Τότε, ευθύς ως έτρεξαν τα δάκρυα του Σπυρίδωνος, ήλθεν εις την γην τοσαύτη βροχή, Χάριτι του παντελεήμονος Θεού, ώστε επότισεν όλην την νήσον και ηύξησαν τα γεννήματα, οι δε άνθρωποι ελυτρώθησαν από τα δεινά των. Τολμώ όθεν να είπω, ότι ο Σπυρίδων ήτο και από τον Ηλίαν φιλανθρωπότερος· διότι εκείνος απέκλεισε πρώτον τους ουρανούς και ύστερα ήνοιξεν αυτούς, ούτος όμως ως εύσπλαγχνος δεν τον εμιμήθη εις το πρώτον, αλλά μόνον εις το δεύτερον. Ακούσατε δε έτερον θαύμα παρόμοιον. Άλλον καιρόν ήτο μεγάλη συμφορά και ακαρπία μεγάλη εις την νήσον, όσοι δε είχον σίτον και άλλους καρπούς εις τας αποθήκας έτρωγον και έπινον, καθώς το κάμνουν και τώρα οι πλούσιοι, αγαλλόμενοι εις τας τοιαύτας παιδεύσεις του Θεού και ακρίβαινον τους καρπούς, δια να κερδήσουν οι ανόσιοι περισσότερα από την δυστυχίαν των πενήτων. Απήλθε λοιπόν πένης τις και άπορος εις φιλάργυρον, παρακαλών αυτόν με ταπείνωσιν να του δανείση ολίγον καρπόν, δια να σώση την οικογένειάν του. Έκειτο δε ο πτωχός εις τους πόδας του πλουσίου μετά δακρύων δεόμενος δια να τον κινήση εις οίκτον. Αλλά δεν έκλινεν εκείνη η λιθίνη ψυχή εις συμπάθειαν. Ιδών λοιπόν ότι ματαίως έκλαιε και παρεκάλει τον άσπλαγχνον, έδραμε προς τον Άγιον, αναγγέλλων πρώτον μεν την εσχάτην αυτού πτωχείαν και δεύτερον την του πλουσίου σκληρότητα. Ταύτα ακούσας ο Άγιος, πεφωτισμένος παρά Θεού, προεφήτευσεν εκείνο όπερ έμελλε να γίνη την νύκτα και του λέγει· «Μη λυπήσαι, διότι αύριον θα ίδης εμπεπλησμένον τον οίκον σου, τον δε πλούσιον από όλους χλευαζόμενον να σε παρακαλή και μη θέλων να πάρης όσον σίτον χρειάζεσαι». Τότε ο πτωχός, νομίζων ότι του είπε ταύτα ο Άγιος μόνον προς παρηγορίαν της θλίψεώς του, απήλθε περίλυπος, βλέπων κενήν, καθώς ενόμιζε, και άπρακτον την ελπίδα του. Αλλά το μεσονύκτιον, Θεού θέλοντος, ήλθε βροχή τόσον ραγδαία, ώστε κατεστράφησαν οι σωροί του πλουσίου, οι δε καρποί εχύθησαν εις το μέσον της οδού και ήσαν εις την διάθεσιν παντός, όστις ήθελε να πάρη χωρίς να πληρώση. Την πρωϊαν, ιδών ο πλούσιος την συμφοράν, την οποίαν έπαθε δικαίως, εθρήνει. Οι δε έχοντες ανάγκην έδραμον δια να αρπάσωσιν, ήτο δε μετ΄ αυτών και ο προαναφερθείς πτωχός, όστις θαυμάζων την πρόρρησιν του Αγίου κατεγέλα τον πλούσιον και χωρίς να σπείρη ενέπλησε καρπόν την οικίαν του. Όταν δε ο ωμός εκείνος και άσπλαγχνος πλούσιος είδεν ότι ήρπαζον αφόβως το πράγμα του, δια να δείξη γνώμην φιλόχριστον ο φιλόχρυσος, έτι δε και δια να εκπληρωθή η πρόρρησις του Αγίου, έλεγεν εις τους πτωχούς να λάβωσιν όσον βούλονται. Τόσον λοιπόν ήτο συμπαθής ο Άγιος, ώστε όχι μόνον δια πολλούς, αλλά και δι΄ ένα ήνοιξε τους καταρράκτας του ουρανού δια να ωφελήση πτωχούς και να συνετίση πλουσίους. Και πολλοί μεν άλλοι διωρθώθησαν, πλην ο προαναφερθείς εκείνος φιλάργυρος ουδόλως ωφελήθη, ούτε ευσπλαγχνικώτερος έγινε, καθώς θέλετε ακούσει εν συνεχεία. Εις έτερος γεωργός, γνώριμος του Αγίου, έχων μεγάλην στέρησιν σίτου και από την πείναν ταλανιζόμενος, απήλθε προς αυτόν τον άφρονα πλούσιον, ελπίζων ότι τον εσωφρόνισε το προηγούμενον πάθημα. Ο δε πλούσιος τον μεν σίτον εζημιώθη, την δε φειδωλίαν και την προς τον πλησίον ωμότητα ουδόλως μετέβαλε. Του έλεγε λοιπόν ο πτωχός να του δανείση ολίγον καρπόν και το θέρος να του τον αποδώση με το διάφορον. Αλλ΄ εκείνος του απεκρίθη με την συνήθη σκληρότητά του, ότι χωρίς χρήματα ούτε κόκκον σίτου δεν του έδιδε. Μη έχων λοιπόν ο τάλας άλλην ελπίδα, μιμείται τον άλλον πτωχόν, περί του οποίου προείπομεν, και τρέχει προς τον ευλογημένον Σπυρίδωνα, τον οποίον ως κοινόν θησαυρόν είχον όλοι οι πένητες και του λέγει την ανάγκην του, την ασπλαγχνίαν, την οποίαν επέδειξεν ο πλούσιος και την απάντησιν εκείνου. Τότε τον παρηγορεί ο Άγιος και τον αποστέλλει εις τον οίκον του. Την δε πρωϊαν επήγεν ο Άγιος μόνος προς τον πτωχόν φέρων τεμάχιον χρυσίου εις σχήμα όφεως και του λέγει· «Ύπαγε, τέκνον, βάλε το χρυσίον εις ενέχυρον, δια να λάβης εκείνο το οποίον χρειάζεσαι». Λαβών εις χείρας τον χρυσούν όφιν ο πτωχός επήγε τρέχων και με μεγάλην χαράν εις τον πλούσιον, ιδών δε αυτό ο πρώην σκληρός και αδυσώπητος και κωφός τα ώτα προς δέησιν, έγινεν ευθύς γλυκύς και φιλάνθρωπος και έδωσεν εις τον πτωχόν σίτον τόσον, ώστε του έφθασε και έσπειρε και εξοικονόμησε τας ανάγκας τού οίκου του, έως ότου ήλθεν η νέα εσοδεία, η οποία με το θέλημα του Θεού, και δια πρεσβειών του Αγίου, έγινε τόσον καλή, ώστε έφθασεν εις τον πτωχόν να καλύψη τας ανάγκας του και να πληρώση το χρέος του. Λαβών τότε ο πτωχός το χρυσίον το επέστρεψεν ως ευλαβής και πιστός εις τον Άγιον, όστις είπε προς αυτόν· «Ας υπάγωμεν, τέκνον μου, να το δώσωμεν εις τον φιλάνθρωπον Θεόν, όστις σε ευσπλαγχνίσθη και το εδάνεισεν». Απελθόντες λοιπόν εις κήπον τινα, έβαλε χαμαί το χρυσίον και βλέπων προς τον ουρανόν, είπε ταύτα· «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, ο πάντα ποιών και μετασκευάζων μόνω τω βούλεσθαι, καθώς ποτε κατά τον καιρόν Μωϋσέως μετεσχημάτισας εις όφιν την ράβδον του, αυτός και το χρυσίον τούτο, καθώς πρότερον από όφιν εις τοιούτον είδος μετέβαλες, ούτω και τώρα μετάστρεψον αυτό εις την προτέραν μορφήν, δια να δοξασθή το σον Πανάγιον Όνομα και να γνωρίση ο άνθρωπος ούτος την κηδεμονίαν και φροντίδα, την οποίαν έχεις προς ημάς και να βεβαιωθή δια της πράξεως, ότι είναι αληθέστατον το ρητόν της Γραφής το λέγον: «πάντα όσα ηθέλησεν ο Κύριος εποίησεν» (Ψαλμ. ριγ: 11). Ούτως είπεν ο Άγιος και (ω του θαύματος!) ευθύς έγινεν όφις ζων το άψυχον χρυσίον και εισήλθεν εις την φωλεάν του, από την οποίαν τον επήρε το πρώτον ο Άγιος και τον μετέβαλεν εις την χρυσήν εκείνην μορφήν. Τούτο το παράδοξον θαύμα βλέπων ο γεωργός όλος τρέμων από το θάμβος και εκπληττόμενος, έπεσε κατά γης και έχυνε θερμότατα δάκρυα, νομίζων εαυτόν ανάξιον της τοιαύτης Χάριτος. Ο δε Άγιος, εγείρας αυτόν, του έδωσε ψυχικήν και σωματικήν δύναμιν, λέγων προς αυτόν να μη δίδη εις ανθρώπους την δόξαν και την αίνεσιν, αλλ΄ εις τον Παντοδύναμον Θεόν. Τούτο το θαύμα δεν χρειάζεται να καλλωπίση κανείς με λόγους, διότι αφ΄ εαυτού του είναι μέγα και τεράστιον· αλλ΄ ακούσατε και έτερον όμοιον. Άνθρωπος τις ενάρετος, φίλος ακριβός του Αγίου, εμισείτο υπό κακοτρόπων τινών δια τας αρετάς και τας φιλοθέους πράξεις του· όθεν τον εσυκοφάντησαν, ότι δήθεν έπραξε κακόν μέγα, δια το οποίον τον απεφάσισεν ο έπαρχος αδίκως εις θάνατον. Τούτο μαθών ο Άγιος εκίνησε παρευθύς να υπάγη εις τον τόπον, εις τον οποίον τον είχον δέσμιον, να τον λυτρώση από τον θάνατον. Ήτο δε χειμών και η οδός διήρχετο από ποταμόν τινα, όστις ήτο από τας βροχάς πλημμυρισμένος και δεν είχε πέρασμα. Τότε ο Άγιος ενθυμούμενος τι εποίησεν ο Ιησούς του Ναυή εις τον Ιορδάνην και διέβησαν με την Κιβωτόν τόσον θαυμάσια (Ιησού Ναυή γ: 11-17), έχων δε πίστιν βεβαίαν, ότι ο αυτός Θεός, όστις ενήργησε τοιαύτα τεράστια, ηδύνατο να τελέση και έτερα όμοια, προστάσσει τον ποταμόν ως δούλον του, λέγων· «Στάσου, ο Δεσπότης των απάντων ορίζει να περάσω δια να λυτρώσω τον φίλον μου». Ούτως είπε και ευθύς ο λόγος έργον εγένετο και, ω εξαισίου τερατουργήματος! Εστάθη οπίσω το ρεύμα και έμεινεν ο τόπος κενός έως ου διήλθεν ο Άγιος και όσοι άλλοι ευρέθησαν, ούτως ώστε δεν έγινεν η πάρεργος αύτη υπόθεσις ολιγώτερον θαυμασία από την κυρίως υπόθεσιν δια την οποίαν μετέβαινεν ο Άγιος. Μάλιστα από τούτο κατωρθώθη και εκείνο ταχύτερον, διότι όσοι είδον τοιούτον φρικωδέστατον θέαμα, έδραμον εις την πόλιν πρότερον, κηρύττοντες μεγαλοφώνως το θαυματούργημα. Τούτο μαθών και ο έπαρχος εξεπλήττετο και ευλαβηθείς τον Άγιον ελευθερώνει τον φίλον του και χαρίζει τούτον εις αυτόν μετά χαράς αντιλαμβάνων παρά του Αγίου την ευλογίαν του. Ο δε Άγιος, λαβών αυτόν, έστρεψεν οπίσω χαίρων και αγαλλόμενος. Ουχί δε μόνον της θαυματουργίας την χάριν είχεν ο Άγιος, αλλά και το της προφητείας και προοράσεως και διοράσεως χάρισμα, γνωρίζων τα κρύφια μυστήρια και τας αμαρτίας εκάστου, τον οποίον έβλεπεν. Όθεν μετεχειρίζετο πάντα τρόπον έως ότου φέρη αυτόν εις μετάνοιαν, από δε το κάτωθεν θαύμα να πιστωθήτε την αλήθειαν. Ηγάπα ο Άγιος πάντοτε κατά πολλά την ταπείνωσιν, εταλαιπώρει δε εαυτόν και εις τα αναγκαία του σώματος και εξόχως είχε συνήθειαν να περιπατή πεζός, μη ιππεύων, ουδέποτε μιμούμενος τον Διδάσκαλον και Σωτήρα μας. Μίαν δε φοράν είχεν οδοιπορήσει επί πολύ και διαβαίνων από χωρίον τι κάθιδρως και κεκοπιακώς από το μάκρος της οδού επήγεν εις φίλον του, να λάβη άνεσιν, εκείνος δε τον υπεδέχθη αγαλλιώμενος, ξενίζων αυτόν και ετοιμάζων νιπτήρα να πλύνη χριστομομήτως τους πόδας του. Οι δε γείτονες, ακούσαντες ότι ο μέγας Σπυρίδων ήτο εκεί, έτρεχον όλοι και εφιλονείκουν τις να τον περιποιηθή περισσότερον. Γυνή δε τις αμαρτωλή επήγε να φιλήση τους πόδας του, αυτός δε γνωρίσας με την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος την απόκρυφον αμαρτίαν της γυναικός, της είπεν ηπίως και ταπεινώς, χωρίς να τον ακούση άλλος τις· «Μη μου εγγίσης, ω γύναι». Τούτο δε είπε, δια να την κάμη να έλθη εις μετάνοιαν και να μισήση την πονηράν εργασίαν, καθώς και ύστερον έγινε, διότι σπεύδουσαν περισσότερον να πλησιάση την ήλεγξεν εκφώνως ο Άγιος και φανερώς την αμαρτίαν αυτής κατωνόμασε. Τότε η γυνή εκείνη παρακινουμένη από τον της συνειδήσεως έλεγχον και εκπληττομένη εις τοιούτον θαυμάσιον, έκλινεν εις την γην την κεφαλήν μετά πολλής κατανύξεως και έπλυνε τους πόδας αυτού, ουχί δια ύδατος χλιαρού, αλλά μάλιστα δια δακρύων θερμών, εξομολογουμένη παρρησία το κεκρυμμένον αυτής ανόμημα. Καθώς δε αυτή εμιμήθη την πόρνην, ήτις έδραμεν εις τον Δεσπότην Χριστόν και πλύνουσα δια των δακρύων της τους αχράντους πόδας του Κυρίου, έλαβε των ανομημάτων την συγχώρησιν, ούτω και ο Άγιος μιμούμενος τον Χριστόν της είπε τα αυτά τα σωτήρια λόγια· «Θάρσει, θύγατερ· αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου» (Ματθ. θ: 2)· και· «Ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε» (Ιωάν. ε: 14). Ούτω λοιπόν εθεραπεύθη η ασθενής, όσοι δε άλλοι ήκουσαν την υπόθεσιν έλαβον παρ΄ αυτής παράδειγμα διορθώσεως. Αρκετός είναι ο λόγος έως εδώ και ήρκουν τα προρρηθέντα θαυμάσια να φανερώσουν την αρετήν του μεγάλου Σπυρίδωνος· αλλά δια να εννοήσητε ποίος ήτο εις την πίστιν και πόσον ζήλον είχε προς την ευσέβειαν, ακούσατε και το εφεξής. Όταν εβασίλευσεν ο Μέγας Κωνσταντίνος συνηθροίσθη η Αγία και περιώνυμος Α΄ Οικουμενική Σύνοδος των Τριακοσίων Δέκα και Οκτώ (318) Θεοφόρων Παυέρων, δια να καταδικάσουν την αίρεσιν του ασεβούς Αρείου, του λέγοντος κτίσμα τον Κτίστην και να δογματίσουν τον Υιόν του Θεού ομοούσιον του ανάρχου Πατρός. Ήσαν δε οι πρώτοι υπέρμαχοι της αιρέσεως, ο Νικομηδείας Ευσέβιος, ο Νικαίας Θέογνις και ο Χαλκηδόνος Μακάριος, οίτινες έχοντες αρχηγόν τον Άρειον, εφρόνουν κτιστόν τον αληθινόν Υιόν του Θεού οι ασύνετοι. Ω μανίας και λύσσης αμέτρου! Τα πονηρότατα κτίσματα εδογμάτιζον κτίσμα τον Κτίστην της κτίσεως. Οι δε της ευσεβείας υπέρμαχοι, οίτινες συνηθροίσθησαν δια να στερεώσουν την Ορθόδοξον Πίστιν και να καταδικάσουν την αντίχριστον πλάνην, ήσαν οι περισσότεροι, ήσαν δε άπαντες Πατέρες ενάρετοι και θαυμάσιοι, αι πράξεις και αρεταί των οποίων έλαμπον με την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος. Μεταξύ δε τούτων διεκρίνοντο ο μέγας εν Αγίοις Αλέξανδρος, όστις ήτο μεν τότε ακόμη Ιερομόναχος, αλλ΄ επείχε τον τόπον του μακαρίου Μητροφάνους Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, όστις ήτο κλινήρης και ο μέγας Αθανάσιος, Διάκονος τότε ακόμη ων, επέχων το τόπον του Πατριάρχου Αλεξανδρείας. Κατά τούτων εφθόνησάν τινες, διότι δεν είχον ακόμη το αξίωμα της Αρχιερωσύνης, όμως ούτοι ήσαν πρώτοι εις τας διαλέξεις. Πλησίον λοιπόν τοιούτων φωστήρων ήτο και ο ταπεινόφρων Σπυρίδων, του οποίου η αρετή και η θεία Χάρις, ήτις κατώκει εις αυτόν, επερίσσευσε την κοσμικήν σοφίαν των φιλοσόφων. Εις δε φιλόσοφος ήτο εις το λέγειν ικανώτερος των άλλων, διότι είχε μεγάλην ευγλωττίαν και μάθησιν και τόσον εβοήθει τον Άρειον με την πολλήν εμπειρίαν του, ώστε απεστόμωνε πολλούς και οι Ορθόδοξοι δεν ηδύνατο να αναπτύξουν εις βοήθειάν των συλλογισμόν τινα, τον οποίον να μη αντικρούση με την πολλήν του μάθησιν ο φιλόσοφος. Δια να φανή λοιπόν ότι η νίκη δεν είναι εις τα λόγια των ψευδοσυλλογισμών, αλλ΄ εις την αλήθειαν του Χριστού, δεν τον ενίκησεν άλλος τις από τους εγγραμμάτους Πατέρας, ειμή ο απλούς και αγράμματος Σπυρίδων, όστις δεν εγνώριζεν άλλο τι ειμή Ιησούν τον Εσταυρωμένον. Όταν λοιπόν είδε τον φιλόσοφον θερμαινόμενον πολύ από την διάλεξιν, να λέγη λοιδορίας κατά του Χριστού και άλλα λόγια βλάσφημα, επλησίασε και του λέγει ο Άγιος· «Έλα να ομιλήσης και μετ΄ εμού, φιλόσοφε». Τότε οι άλλοι Ορθόδοξοι, γνωρίζοντες την απλότητα αυτού, την απαιδευσίαν εις την Ελληνικήν γλώσσαν και την μικράν μάθησίν του, τον ημπόδιζον και δεν τον άφηνον να ομιλήση με τον φιλόσοφον. Ο δε Άγιος γνωρίζων πόσα περισσότερα δύναται να επιτύχη η άνωθεν σοφία από την ανθρωπίνην την καταργουμένην και άσοφον, δεν υπήκουσεν εις τούτο· όθεν είπε ταύτα προς τον φιλόσοφον· «Εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού δος και εις εμέ ολίγην ακρόασιν». Ο δε ρήτωρ του λέγει· «Ειπέ ει τι θέλεις». Τότε ο μέγας την αρετήν και απλούς την μάθησιν Σπυρίδων υπό του Παναγίου Πνεύματος εμφορούμενος και κρατών εις χείρας κεραμίδα, λέγει· «Εις είναι ο Θεός του ουρανού και της γης, ο των απάντων Δημιουργός. Ούτος έκαμε τας ουρανίους Δυνάμεις, έπλασε τον άνθρωπον και εποίησεν όλα τα φαινόμενα και τα αόρατα πράγματα. Με τούτου τον Λόγον και το Πνεύμα ηπλώθη ο ουρανός, παρήχθη η γη, συνήχθη η θάλασσα, ετάθη ο αήρ, εγεννήθησαν όλα τα ζώα και επλάσθη ο άνθρωπος, το μέγα τούτο κτίσμα και θαυμάσιον δημιούργημα. Όλα από τούτον έγιναν· αστέρες, φωστήρες, ημέρα, νύκτα και τα επίλοιπα. Τούτον τον Λόγον γνωρίζοντες ημείς, ότι είναι Υιός του Θεού αληθής, ομοούσιος με τον Πατέρα, πιστεύομεν ότι εγεννήθη από την Παρθένον, εσταυρώθη και ετάφη ως άνθρωπος και ως Θεός ανέστη συναναστήσας και ημάς, και χαρίζει ημίν άφθαρτον ζωήν και αϊδιον. Τούτον πιστεύομεν ακόμη Κριτήν του κόσμου, όστις μέλλει να έλθη δια να κρίνη τον κόσμον όλον, ημείς δε θέλομεν δώσει εις Αυτόν απολογίαν δι΄ όλα τα έργα, τους λόγους και τα ενθυμήματα ημών». «Τούτον γνωρίζομεν Ομοούσιον με τον Πατέρα, Σύνθρονον, Ομότιμον και Ομόδοξον. Η Αγία Τριάς όμως αν και είναι τρία Πρόσωπα και τρεις Υποστάσεις, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, όμως και τα τρία αυτά πρόσωπα είναι εις Θεός και μία Ουσία άρρητος και ακατάληπτος, την οποίαν ο νους του ανθρώπου δεν δύναται να χωρέση και να καταλάβη, δια το άπειρον της Θεότητος· διότι καθώς είναι αδύνατον να βάλης όλον το πέλαγος της θαλάσσης εις μικρότατον αγγείον, ούτω δεν είναι δυνατόν ανθρώπινος νους να χωρέση το άπειρον πέλαγος της ακαταλήπτου Θεότητος· και δια να πιστωθής την αλήθειαν, πρόσεχε εις τούτο το μικρόν και ευτελέστατον πράγμα, αν και δεν έπρεπε να παρομοιάσωμεν εκείνην την άκτιστον και υπερούσιον Φύσιν με κτιστόν και φθαρτόν δημιούργημα, όμως, επειδή οι οφθαλμοί είναι πιστότεροι των ώτων και πας ολιγόπιστος, όπως σεις, δεν πιστεύει εν ευκολία, εάν δεν ίδη με τους σωματικούς οφθαλμούς, δια τούτο θέλω σας αποδείξει οφθαλμοφανώς την αλήθειαν με την κεραμίδα ταύτην, ήτις είναι και αυτή και τρισύνθετος και μιας ουσίας και φύσεως». Αφού είπε ταύτα ο Άγιος, εποίησε το σημείον του Τιμίου Σταυρού με την δεξιάν, εκράτει δε με την αριστεράν την κεραμίδα και λέγει· «Εις το όνομα του Πατρός», και ευθύς, ω των θαυμασίων σου, Χριστέ βασιλεύς! το πυρ εκ του οποίου ήτο εψημένη η κεραμίς, ανέβη προς τα άνω· λέγει είτα «και του Υιού», και ευθύς το ύδωρ δι΄ ου επλάσθη αύτη έρρευσε προς τα κάτω· λέγει πάλιν· «και του Αγίου Πνεύματος», και ανοίξας την χείρα του, είχε μείνει εν αυτή μόνον το χώμα εξ ου κατεσκευάσθη αύτη. Το θαύμα τούτο βλέποντες άπαντες εξέστησαν και μάλιστα ο φιλόσοφος, ο οποίος την μεν ακοήν επλήγη, την δε ψυχήν εξεπλάγη και η φωνή του εχάθη. Μετά δε ώραν ικανήν απεκρίνατο· «Όσα είπες, Άγιε άνθρωπε, τα δέχομαι όλα και τα ομολογώ». Ο δε Άγιος του λέγει· «Επειδή λοιπόν ομολογείς με τον λόγον, έλα να δείξης και με το έργον, ότι πράγματι γνωρίζεις ποίος είναι ο Θεός όστις εποίησε τα πάντα· ας υπάγωμεν εις την Εκκλησίαν να λάβης το σημείον της Ορθοδόξου Πίστεως».Τότε ο φιλόσοφος, επιστρέψας ευθύς προς ακριβή θεοσέβειαν, είπε προς τους παρεστώτας και τους μαθητάς αυτού ταύτα· «Ω άνδρες, έως ου ο αγών περιωρίζετο εις λόγους μόνον, αντέλεγον και εγώ με την τέχνην της έξω σοφίας· αλλ΄ εφ΄ όσον όχι πλέον λόγοι, αλλά θεία τις Δύναμις και θαυματουργία ηγέρθη εναντίον μου και μου απέδειξε με την απλότητα των λόγων του Αγίου τούτου ανδρός την άρρητον αυτής Δύναμιν, ομολογώ ότι ενικήθην. Δεν εντρέπομαι δε να είπω τούτο, αλλά συμβουλεύω και σας να μισήσητε την απιστίαν εξ όλης καρδίας σας, και πιστεύοντες εις τον Χριστόν, να ακολουθήσητε εις την Πίστιν του Αγίου τούτου γέροντος, του οποίου η μεν γλώσσα είναι ανθρωπίνη, τα δε λόγια αγγελικά και ουράνια». Πόσην αισχύνην νομίζετε, ω ακροαταί, να έλαβον εκ των λόγων τούτων οι Αρειανοί και πόσην τιμήν και χαράν οι νικήσαντες Ορθόδοξοι; Τοσαύτη ήτο η νίκη των Ορθοδόξων, ώστε δεν έμειναν εις την αρειανήν πανωλεθρίαν ειμή μόνον εξ, οι δε λοιποί άπαντες επέστρεψαν εις την Ορθοδοξίαν, γνωρίσαντες την αλήθειαν. Ούτω λοιπόν εκυρώθη η απόφασις της Συνόδου και έμειναν οι αιρετικοί καταφρονεμένοι, οι δε ευσεβείς αγαλλόμενοι και έκθαμβοι από την θαυματουργίαν του απλουστάτου Σπυρίδωνος. Ευχαριστούντες όθεν τον Σωτήρα Κύριον, είχον τον Άγιον εις μεγάλην ευλάβειαν, όχι μόνον ο κοινός λαός και οι Αρχιερείς, αλλά και αυτός ο βασιλεύς τον εθαύμασε και τον ετίμησεν ικανώς, τον παρεκάλει δε να δέεται υπέρ αυτού πάντοτε εις τον Θεόν. Αφού δε ετελειώθη η Σύνοδος τον προέπεμψε κατευόδιον εις τον τόπον του. Ελθών εις την Κύπρον ο Άγιος, εύρεν αποθαμμένην την θυγατέρα του Ειρήνην, η οποία δεν είχε γνωρίσει άνδρα, αλλ΄ είχε φυλάξει την παρθενίαν της άσπιλον, δια να την προσφέρη εις τον ουράνιον Νυμφίον Χριστόν. Υπέμεινε δε ο Άγιος την θλίψιν καρτερικώς ως φρόνιμος, μετ΄ ολίγας δε ημέρας έρχεται γυνή τις δακρυρροούσα, και του λέγει, ότι έδωσε παρακαταθήκην τινά εις την θυγατέρα του, ήτοι χρυσούν κόσμημα πολύτιμον, να της το φυλάξη. Μετά ταύτα εκοιμήθη και δεν επρόφθασε να της το ζητήση. Ο δε Άγιος ερευνήσας όλον τον οίκον επιμελώς και μη ευρίσκων το ζητούμενον, επήγεν εις τον τάφον της θυγατρός του, ακολουθούντων και ετέρων τινών, και ομιλήσας προς αυτήν ως να ήτο ζώσα την ηρώτησε λέγων· «Ειρήνη τέκνον μου, που άβαλες το χρυσούν κόσμημα της γυναικός»; Η δε νεκρά με ζώσαν φωνήν απεκρίνατο· «Εις τον δείνα τόπον το έχω φυλαγμένον, Πάτερ μου». Έφριξαν τότε πάντες οι ακούσαντες εις το παράδοξον τερατούργημα. Ο δε Άγιος, ως να ήτο ζωής και θανάτου κύριος, είπε πάλιν προς αυτήν· «Κοιμήθητι, τέκνον, έως να σε αναστήση ο Κύριος εις την κοινήν ανάστασιν». Είτα πορευθείς εις τον τόπον, τον οποίον του υπέδειξεν η θυγάτηρ του, εύρε το χρυσίον, και ούτως έλαβε πίστωσιν περισσοτέραν το θαυμάσιον. Δια να μη απομείνει άμοιρος της χάριτος του Αγίου η Αντιόχεια, ακούσατε τι ο Θεός ωκονόμησε. Μετά την κοίμησιν του Μεγάλου Κωνσταντίνου, διεμοίρασαν οι υιοί αυτού το Βασίλειον, και επήρε τα μέρη της Ανατολής ο Κωνστάντιος. Ευρισκόμενος δε ούτος εις την Αντιόχειαν, περιέπεσεν εις δεινήν ασθένειαν και δεν ηδύνατο ουδείς ιατρός να τον θεραπεύση, ειμή μόνον ο μέγας και Παντοδύναμος Θεός, όστις ιατρεύει τας ψυχάς και τα σώματα, προς τον οποίον ηύχετο καθ΄ εκάστην και ο βασιλεύς δεόμενος μετά πολλής ευλαβείας και ταπεινότητος. Νύκτα δε τινα βλέπει εις το όραμά του Άγγελον Κυρίου, και του δεικνύει χορόν Επισκόπων, εις το μέσον του οποίου ίσταντο δύο, ως προστάται και αρχηγοί των άλλων, και του λέγει· «Βλέπεις εκείνους τους δύο Επισκόπους, ω βασιλεύς; αυτοί μόνον δύνανται να σε θεραπεύσουν». Εγερθείς του ύπνου διελογίζετο τίνες να ήσαν εκείνοι, τους οποίους του έδειξεν ο Άγγελος· αλλά να εννοήση ουδόλως ηδύνατο, διότι ούτε όνομα των ανδρών του είπεν, ούτε πατρίδα. Έστειλε λοιπόν πρόσταγμα να συναχθούν εις το παλάτιόν του όλοι της επαρχίας του οι Επίσκοποι, δια να εύρη τους οραθέντας. Τούτου γενομένου, συνήχθησαν Επίσκοποι ικανοί, αλλά δεν είδε μεταξύ αυτών τον ποθούμενον. Όθεν στέλλει και εις την Κύπρον γράμματα να έλθωσι και αυτής οι Επίσκοποι. Τότε ο μέγας Σπυρίδων, υποτασσόμενος εις το βασιλικόν πρόσταγμα, επήγεν ευθύς συνοδευόμενος από φίλον του τινά, ενάρετον και άγιον άνθρωπον, Τριφύλλιον το όνομα, όστις δεν ήτο ακόμη τότε Επίσκοπος, αλλ΄ ο Άγγελος του έδειξεν ούτω του βασιλέως, διότι ήτο εψηφισμένος από την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος. Απήλθον λοιπόν και οι δύο εις τα βασίλεια, ενδεδυμένοι ταπεινά, καθώς ήσαν και εις την γνώμην και εις το φρόνημα. Όταν δε εισήλθον εις το παλάτιον, ιδών αυτούς ούτως ευτελείς υπηρέτης τις αυθάδης και πολύ αναίσχυντος, του εφάνησαν ανάξιοι να υπάγουν εις τον βασιλέα τοιούτοι άνθρωποι και διώκων αυτούς, έδωκε ράπισμα του ευλογημένου Σπυρίδωνος, όστις, ως γενναία ψυχή όπου ήτο και έτοιμος να πάθη και περισσότερα δι΄ αγάπην του Διδασκάλου του, έκαμεν εκείνο, το οποίον αυτός ο Χριστός παραγγέλλει εις το ιερόν Ευαγγέλιον, στρέφει δηλαδή και το άλλο μέρος του προσώπου του δια να του δώση και δεύτερον ράπισμα. Αυτή η μεγάλη ταπείνωσις συνεκλόνισεν εκείνον τον άφρονα, μάλιστα δε ακούσας ότι ήτο Αρχιερεύς προσέπεσεν εις τους πόδας αυτού και εδέετο μετά δακρύων να του δώση συγχώρησιν. Τότε ο Άγιος τον συνεχώρησε παρευθύς, μιμούμενος την μακροθυμίαν του Σωτήρος, και με λόγους ψυχωφελείς τον ενουθέτησε να μη είναι πλέον τόσον αυθάδης και υβριστής προς τους ξένους ανθρώπους και μάλιστα τους εκκλησιαστικούς. Ακολούθως ανέβησαν εις το παλάτιον και εισήλθον εις την αίθουσαν του θρόνου. Βλέπων δε ο Τριφύλλιος τόσον ωραία και πλούσια πράγματα, εθαύμαζε, διότι δεν τα είχεν ίδει άλλην φοράν.Ήτο δε τότε νέος την ηλικίαν ο Τριφύλλιος και ιδών τον βασιλέα με φοβερόν και περίδοξον σχήμα, επί του θρόνου καθεζόμενον, εξεπλήττετο. Ο δε Άγιος εγνώρισε τους διαλογισμούς του Τριφυλλίου και του λέγει· «Τι θαυμάζεις; Μηπως αυτός είναι θαυμασιώτερος από τους άλλους ανθρώπους ή δικαιότερος, επειδή έχει τοσαύτην κενοδοξίαν και ματαιότητα; Δεν αποθνήσκει και αυτός αύριον ως ο ευτελής και άδοξος πένης; Μήπως δεν θα τον βάλουν και αυτόν εις τον τάφον να σαπηθή; Ή μήπως και εις το φοβερόν Δικαστήριον δεν θα παρασταθή με τρόπον αδέκαστον; Διατί τιμάς τα φθαρτά και τα ρέοντα ως εστώτα και δεν στοχάζεσαι εκείνην την δόξαν την επουράνιον»; Ενώδε ούτως αυτοί συνωμίλουν, τους εκύτταζεν από τον θρόνον ο βασιλεύς και βλέπων ότι το σχήμα του Αγίου ωμοίαζε μετά του υπ΄ αυτού οραθέντος και εις την στολήν και εις την ράβδον και εις τα επίλοιπα, τον εγνώρισεν· αλλά τον Τριφύλλιον δεν ηδύνατο να τον γνωρίση, διότι δεν ήτο καθώς τον είδεν εις την όρασιν. Τότε από την χαράν λησμονήσας την ασθένειαν και το της αλουργίδος αξίωμα, τρέχει προς τον μέγαν Σπυρίδωνα με πολλήν ταπείνωσιν και ευτέλειαν, δεικνύων δια του έργου πόσον μεγάλη διαφορά υπάρχει μεταξύ ενός προσκαίρου βασιλέως και ενός δούλου του Επουρανίου και Αιωνίου Παντάνακτος και υποκλίνας την κεφαλήν εζήτει την ευχήν του Αγίου μετά δακρύων, ως να ήτο αύτη κανέν ισχυρότατον φάρμακον, το οποίον ηδύνατο ευκόλως να θεραπεύση το πάθος του. Πράγματι, ευθύς ως ήγγισεν η χειρ του Αγίου εις την βασιλικήν κεφαλήν (ω της οξυτάτης ιατρείας!) έφυγεν η ασθένεια και έλαβεν ο βασιλεύς την ποθουμένην ίασιν.Τις να διηγηθή την χαράν και αγαλλίασιν, η οποία έγινε την ημέραν εκείνην εις τα βασίλεια; Μεγάλην εορτήν και χαρμόσυνον πανήγυριν ήγειραν, έχοντες όλοι εις τα χείλη των τον Σπυρίδωνα. Αυτός ηκούετο πανταχού, αυτόν έβλεπον όλοι και αυτός ήτο από όλους το τιμώμενον πρόσωπον. Τι όθεν εγένετο; Εθεράπευσε μήπως το σώμα μόνον του βασιλέως ο καλός ιατρός και αφήκε την ψυχήν αθεράπευτον; Όχι· αλλά και εις αυτήν έδωκε τα αρμόδια φάρμακα, λέγων τα εξής ψυχωφελέστατα λόγια· «Ενθυμού πάντοτε, ω βασιλεύ, την ευεργεσίαν, την οποίαν σου έκαμεν ο Θεός ο πανάγαθος και ας είσαι συμπαθής εις τους πταίοντας και εις τους πτωχούς ευεργετικός και φιλόδωρος. Προς όσους είναι υστερημένοι από τα χρειαζόμενα πράγματα, άνοιγε τα σπλάγχνα και την χείρα φιλανθρωπότατα και απλώς όσον υπερβαίνειςτους άλλους εις την αξίαν, τόσον πρέπει να είσαι και εις την αρετήν υψηλότερος, διότι, εάν δεν είσαι τοιούτος, δεν λογίζεσαι βασιλεύς, αλλά άθλιος τύραννος. Μεταξύ δε των άλλων φύλαττε ακριβώς την ευσέβειαν και μη δεχθής παραμικρόν τι δόγμα, το οποίον να μη δέχεται η Αγία Εκκλησία μας». Ο μεν λοιπόν Άγιος είπε ταύτα· ο δε βασιλεύς, θέλων να του ανταμείψη την χάριν, του έδιδε πολύ χρυσίον, αλλ΄ αυτός δεν το εδέχθη ουδόλως, λέγων· «Δεν είναι πρέπον, ω βασιλεύς, να με ανταμείψης με μισητήν φιλίαν. Φαίνεται εις σε εύλογον να διαπλεύσω τοσούτον πέλαγος, να υπομείνω την δριμύτητα του χειμώνος και των ανέμων την αγριότητα, δια να λάβω χρυσίον εις πληρωμήν, το οποίον είναι πάντων των κακών η αιτία και πάσης δικαιοσύνης απώλεια»; Αλλ΄ όσον εκείνος επροφασίζετο, τόσον ο βασιλεύς εδέετο βιαιότερον, παρακαλών αυτόν να το δεχθή, διότι εθεώρει μεγάλην δι΄ αυτόν αισχύνην να λάβη τοιαύτην ευεργεσίαν και να μη δώση ουδεμίαν ανταμοιβήν. Όθεν ηναγκάσθη ο Άγιος να λάβη βιαίως το χρυσίον, πριν όμως εξέλθη από την χώραν το διεμοίρασεν όλον εις τους πένητας, διδάσκων με την πράξιν πως πρέπει να υπολογίζουν τον χρυσόν όσοι ποθήσωσι τον Χριστόν· διότι όστις επιθυμεί χρήματα, είναι αυτοθέλητος αιχμάλωτος αυτών. Τούτο μαθών ο βασιλεύς τον ηυλαβήθη ακόμη περισσότερον, ενθυμούμενος δε τας νουθεσίας του πάντοτε έκαμνε πολλήν φιλανθρωπίαν εις ξένους και πένητας, χήρας και ορφανά ηυσπλαγχνίζετο και πάντας τους ενδεείς πλουσιοπαρόχως ηλέει· αλλά και δια τους Κληρικούς όλους εκ της αγάπης του Σπυρίδωνος ενομοθέτησε πρώτος αυτός από όλους τους βασιλείς, να μη πληρώνουν φόρον τινά, κρίνων άπρεπον να πληρώνουν οι υπηρέται και αντιπρόσωποι του επουρανίου Βασιλέως φόρους εις τον επίγειον και θνητόν άνακτα. Αφού ανεχώρησεν ο Άγιος από τα βασίλεια, τον επήρε φιλόχριστος τις να τον φιλοξενήση εις την οικίαν του· εκεί ήλθε γυνή τις βάρβαρος, μη γνωρίζουσα να ομιλήση ελληνικά, βαστάζουσα βρέφος αποθαμμένον εις τας αγκάλας της και το θέτει εις τους πόδας του Αγίου, δεομένη με νεύμα και σχήματα και άμετρα δάκρυα να το αναστήση. Την ελυπήθη λοιπόν ο Άγιος, επόνεσε τα σπλάγχνα ως συμπαθέστατος και εβούλετο να κάμη προς Θεόν δέησιν· αλλά πάλιν του εφαίνετο τόλμη μεγάλη να ζητήση από τον Δεσπότην Χριστόν τοιούτον χάρισμα. Συνεβουλεύθη όθεν τον Διάκονόν του Αρτεμίδωρον, άνθρωπον ευλαβή και ενάρετον, τι να πράξη. Ο δε απεκρίνατο· «Επειδή ο ελεήμων Θεός επακούει τας προσευχάς σου, καθώς πολλάκις εγνωρίσθη, δεήσου της ευσπλαγχνίας του να αναζωώση και τούτο τα βρέφος· τον βασιλέα ιάτρευσας και τους πτωχούς ν΄ αφήσης παραπονουμένους»; Πείθεται εις την καλήν συμβουλήν ο Άγιος, κλίνει τα γόνατα, καταβρέχει την γην με δάκρυα και δέεται του ευσπλάγχνου Ιατρού μετά πίστεως να αναστήση τον παίδα της ταλαιπώρου μητρός και να την δείξη «επί τέκνω ευφραινομένην» (Ψαλμ. ριβ: 9). Ούτω λοιπόν ο Άγιος προσηύξατο· ο δε παντοδύναμος Θεός, ο αναστήσας ποτέ δια Ηλιού τον παίδα Σαραφθίας της Σωμανίτιδος, αυτός πάλιν και του Σπυρίδωνος ήκουσε και ηγέρθη θαυμασίως το πρώην νεκρόν παιδίον και κλαυθμηρίζον εζήτει την τροφόν και μητέρα του. Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου! Ως είδεν η γυνή ζων το ηγαπημένον τέκνον της, από την υπερβολήν του πράγματος και την άμετρον χαράν της εξέψυχε. Παρακάλεσε λοιπόν πάλιν τον μέγαν Σπυρίδωνα ο Αρτεμίδωρος να μη τους αφήση λυπημένους, αλλά καθώς έδωκεν εις την μητέρα το βρέφος, ούτω να δώση και εις το τέκνον την μητέρα του ζώσαν. Πείθεται ο Άγιος και ανυψώσας τους οφθαλμούς προς ουρανόν, εδεήθη πάλιν εις Εκείνον, όστις ζωοποιεί τους νεκρούς και κυβερνά τον κόσμον όλον με την σοφίαν του· είτα στρέφει προς την νεκράν και λέγει· «Εν ονόματι του Κυρίου ανάστηθι». Η δε ευθύς ηγέρθη ως από ύπνου και λαμβάνει το βρέφος εις τας αγκάλας της. Τούτου γενομένου, παρήγγειλεν εις την γυναίκα και εις τον Διάκονον να μη φανερώσουν εις ουδένα το θαυμάσιον. Αλλ΄ ο Διάκονος, εν όσω μεν έζη ο Άγιος, δεν το είπεν· αφού όμως εκοιμήθη, το εδημοσίευσε πανταχού, κρίνων ζημίαν των φιλοθέων να σιωπήση το τοιούτον τεράστιον. Αφού επέστρεψεν από την Αντιόχειαν εις την Κύπρον ο Άγιος και έφθασε Χάριτι Θεού κατευόδιον εις τον οίκον του, επήγεν άνθρωπος τις εις αυτόν να αγοράση αίγας, αφού δε συνεφώνησαν την τιμήν εκάστης αιγός, είπεν ο Άγιος εις τον αγοραστήν να βάλη εις εν μέρος τα χρήματα δι΄ όσας αίγας θα αγοράση και ούτω να τας λάβη. Αυτός δε βλέπων ότι από την απλότητά του ούτε καν εμέτρησε τα αργύρια, εκράτησε την αξίαν μιας αιγός και επλήρωσε τας άλλας. Ο Άγιος όμως, ως προορατικός, εγνώρισε τον δόλον, αλλά δεν είπε τίποτε, όταν δε επήγαν εις την μάνδραν, είπε προς αυτόν· «Είσελθε, τέκνον, και λάβε όσας επλήρωσας». Εκείνος όμως, ως φιλάργυρος, έλαβε και μίαν επί πλέον απλήρωτον, όταν δε απεμακρύνθη ολίγον, επέστρεψεν η αίξ, ως να είχε γνώσιν ότι ήτο απλήρωτος και εισήλθεν εις την μάνδραν και ούτως εποίησε τρις. Ο δε αδικητής εκείνος, βλέπων ότι αύτη δεν τον ηκολούθει, την εσήκωσεν εις τον ώμον του. Η δε πάλιν αντεμάχετο και εφώναζεν ελέγχουσα τον πλεονέκτην, ηγωνίζετο δε να φύγη από τας χείρας του και τον εκτύπα με τα κέρατα, ώστε εθαύμαζον οι παρεστώτες. Ο δε Άγιος είπε προς αυτόν· «Τέκνον, μήπως και ελησμόνησες να την πληρώσης και δια τούτο δεν έρχεται»; Τότε ωμολογήσας την αλήθειαν, εζήτησε συγχώρησιν και αφού την επλήρωσεν, εξήλθεν εκείνη μόνη από την μάνδραν και τον ηκολούθει. Εις την αυτήν νήσον και εις απόστασιν τριάκοντα σταδίων (5.550μ. περίπου) από της Μητροπόλεως Κωνσταντίας, είναι χωρίον Ερυθρά καλούμενον. Εις τούτο απήλθε ποτέ ο Άγιος δια τινα υπόθεσιν και εισελθών εις την Εκκλησίαν προσέταξε τον Διάκονον του χωρίου να είπη τον εσπερινόν σύντομα, διότι ήτο από την οδοιπορίαν κατάκοπος και ήθελε να αναπαυθή. Ο Διάκονος όμως έψαλλεν αργά το «Κύριε, εκέκραξα», δια να τον επαινέσουν. Τότε ο Άγιος βαρυνθείς, του λέγει αυστηρά· «σιώπα»· ευθύς δε εχάθη η φωνή του και έμεινε βωβός και άφωνος ο προ μικρού υψίφωνος και μεγαλόφωνος. Όθεν ετελείωσε τον Εσπερινόν μόνος ο Άγιος. Τούτο μαθόντες άπαντες οι κάτοικοι του χωρίου εκείνου συνήχθησαν όλοι, αφ΄ ενός μεν δια να ίδωσι τον Άγιον, αφ΄ ετέρου δε δια να τον παρακαλέσουν να ευσπλαγχνισθή τον Διάκονον, εξόχως μάλιστα οι συγγενείς του εδέοντο να τον συγχωρήση. Ο δε Άγιος προσευχηθείς του επανέφερε μεν την φωνήν όχι όμως και τόσον εύλαλον ως το πρότερον, αλλ΄ ολίγον βραχείαν, τούτο δε έπραξεν εις ψυχικήν θεραπείαν του και δια να μη υπερηφανεύηται. Άλλοτε πάλιν εισήλθεν ο Άγιος εις την Εκκλησίαν να ψάλη Εσπερινόν και σταθείς φαιδρός εις το θυσιαστήριον εφημέρευεν· αλλ΄ άνθρωποι δεν ήσαν εκεί να αποκριθώσιν, ειμή μόνον Διάκονος τις, όστις ήναπτε τας κανδήλας και ο οποίος ήκουε φωνή άνωθεν αοράτως, ως μυριάδων ανθρώπων, αποκρινομένην και λέγουσαν· «Και τω Πνεύματί σου», ήτο δε η φωνή αυτή τόσον γλυκυτάτη και εναρμόνιος, ώστε δεν ωμοίαζεν ουδόλως με ανθρωπίνην. Καθώς δε ετελείωνεν ο Διάκονος την ευχήν με φόβον και έκστασιν, ήκουε πάλιν, ω του θαύματος! το «Κύριε, ελέησον» θεσπεσίως επαδόμενον. Η δε φωνή αυτή ηκούσθη και έξω της Εκκλησίας· όθεν οι πλησίον εκεί κατοικούντες, ακούοντες την μελωδικήν αυτήν βοήν, έδραμον εις τον Ναόν και εισελθόντες εις αυτόν εύρον τον Αρχιερέα μόνον και ολιγοστούς άλλους, οίτινες ομοίως έλεγον ότι ήκουον μεν φωνήν έμμουσον πλήρη αγαλλιάσεως θειοτάτης, αλλ΄ ουδένα έβλεπον. Θαυμάσαντες λοιπόν όλοι εδόξαζον τον Θεόν, όστις δοξάζει τους δούλους του. Άλλοτε έψαλλε τον Εσπερινόν, εις δε το μέσον αυτού εκάη το έλαιον του λύχνου και έμελλε να σβύση· όθεν ίστατο με λύπην ο Άγιος και έβλεπε τον λύχνον. Ευθύς τότε από αόρατον δύναμιν εξεχείλισεν ούτος από έλαιον, το οποίον εχύνετο κατά γης, έβαλον δε οι υπηρέται κάτωθεν αυτού αγγεία πολλά, τα οποία εγέμισαν. Καιρόν τινα επήγεν ο Άγιος εις χώραν καλουμένην Κυρήνην με τον μαθητήν του Τριφύλλιον, όστις ήτο τότε χειροτονημένος Επίσκοπος. Ενώ δε διέβαινον από τόπον ωραιότατον, Παρτύμνην λεγόμενον, βλέπων ο Τριφύλλιος την ωραιότητα και την τερπνότητα αυτού, επεθύμησε να αποκτήση και αυτός εκεί περιβόλιον και να το αφιερώση εις την Επισκοπήν του. Και μόνον όμως ότι διελογίσθη τούτο απλώς, χωρίς να είπη τίποτε δια στόματος, εγνώρισεν ο Άγιος τον διαλογισμόν του και του λέγει· «Διατί βάλλεις εις την καρδίαν σου κενά και μάταια πράγματα και επιποθείς δένδρα και χωράφια, τα οποία φαίνονται μόνον ότι είναι αληθινά, πλην όμως δεν έχουν τίποτε άλλο εκτός από το όνομα; Ημείς έχομεν εις τους ουρανούς αγαθά πανευφρόσυνα, άφθαρτα και αιώνια και οικίαν αχειροποίητον· αυτά να επιποθής, Τριφύλλιε, και με εκείνων την ελπίδα να χαίρης και προ της ώρας, διότι εκείνα δεν μεταβιβάζονται από του ενός εις τον άλλον, αλλ΄ όστις αξιωθή άπαξ να τα απολαύση, είναι παντοτεινός κύριος αυτών». Ταύτα ακούσας ο Τριφύλλιος και μεταμεληθείς, εζήτησε συγχώρησιν, διήλθε δε τόσον ενάρετον βίον ο μακάριος, ώστε έγινε σκεύος εκλογής, κατά τον θείον Παύλον, και ηξιώθη πολλών χαρισμάτων. Γυνή τις ονόματι Σωφρονία, εις την πίστιν ευσεβής, έχουσα άνδρα ειδωλολάτρην, επήγαινεν εις τον Άγιον πολλάκις και τον παρεκάλει να λυτρώση από της απιστίας τον άνδρα της, ο οποίος είχε και πολλήν ευλάβειαν προς τον Άγιον και πολλάκις συνωμίλουν μεταξύ των φιλικώς, διότι ηγωνίζετο ο Άγιος να τον ελκύση. Καθώς λοιπόν έτρωγον ομού ημέραν τινά εις την Επισκοπήν, είπε ταύτα προς τον υπηρέτην αυτού ο Άγιος· «Γνώριζε, τέκνον, ότι ο βοσκός μας απεκοιμήθη και έχασε τα πρόβατα, αφού δε εξύπνησεν, τα εζήτησεν εις τόπον πολύν, αλλά δεν ηδυνήθη να τα εύρη· όθεν λυπηθείς δι΄ αυτό, μας έστειλεν είδησιν και τώρα έφθασεν εις την θύραν ο απεσταλμένος. Ύπαγε λοιπόν και ειπέ του ότι τα εύρεν όλα ο βοσκός εις το δείνα σπήλαιον και ας μη στενοχωρείται». Αφού λοιπόν είπε ταύτα ο υπηρέτης εις τον απεσταλμένον, ο οποίος, πράγματι, είχε φθάσει εις την θύραν, έμεινεν εκείνος εν αναμονή και εις ολίγον διάστημα έφθασε και έτερος απεσταλμένος, όστις είπε όσα προηγουμένως προείπεν ο Άγιος, ότι δηλαδή ευρέθησαν εις το σπήλαιον τα χαμένα πρόβατα. Ταύτα ακούσας ο ειδωλολάτρης εξέστη και ήθελε να προσφέρη θυσίαν προς τον Άγιον, αλλ΄ ο Άγιος ημπόδισεν αυτόν λέγων· «Εγώ δεν είμαι Θεός, αλλά δούλος του Θεού ομοιοπαθής με σε, αλλά διότι προσκυνώ τον αληθή Θεόν, μου δίδει τοιαύτα χαρίσματα· εάν λοιπόν ομολογήσης και συ Αυτόν Θεόν αληθινόν, τότε θέλεις γνωρίσει το κράτος Αυτού και την άμαχον δύναμιν». Με τοιαύτα λόγια και έργα θαυμάσια έκαμεν η φιλόχριστος εκείνη ψυχή τον ειδωλολάτρην να έλθη προς την ευσέβειαν και ενεδύθη τον Χριστόν δια του Αγίου Βαπτίσματος. Είχε δε ο Άγιος και αιγοπρόβατα, καθώς είπομεν, δια τας ανάγκας των πτωχών της Επισκοπής, νύκτα δε τινα επήγαν κλέπται να τα κλέψωσιν· αλλ΄ ο πανάγαθος Κύριος, ως επιμελητής του Ποιμένος, είχε και την μέριμναν των προβάτων. Μόλις λοιπόν εισήλθον οι κλέπται εις την αυλήν, εις την οποίαν ήσαν τα πρόβατα, ευθύς εδέθησαν αοράτως χείρας και πόδας με δεσμά και αλύσεις· όθεν μη δυνάμενοι να σαλεύσουν, έστεκον ούτως όλην την νύκτα, έχοντες οπίσω τας χείρας δεδεμένας ως κατάδικοι. Ιδών δε αυτούς το πρωϊ ο Άγιος εις τούτο το σχήμα, τους ελυπήθη και ποιήσας δέησιν δι΄ αυτούς, τους ελύτρωσεν από τα δεσμά και τους λέγει· «Τέκνα μου, μη κάμνετε πλέον ούτως, ίνα μη κολασθήτε, αλλά κερδίζετε την ζωοτροφίαν σας με τον κόπον σας». Έπειτα τους έδωκε δωρεάν και δύο κριούς με ιλαρόν πρόσωπον, δια τον κόπον της αθελήτου εκείνης αγρυπνίας των. Τον καιρόν εκείνον ηθέλησεν ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας να κάμη Σύνοδον, να συναχθούν οι Αρχιερείς όλοι της επαρχίας του και να κάμουν προς τον Θεόν κοινήν δέησιν, δια να συντριβούν όσα είδωλα ευρίσκοντο ακόμη εις διαφόρους τόπους, διότι είχε πολύν πόθον να τα αφανίση τελείως ως ζηλωτής της ευσεβείας θερμότατος. Ήλθον λοιπόν άπαντες οι Επίσκοποι και άλλοι ενάρετοι άνθρωποι και γενομένης κοινής προσευχής, επήκουσεν ο ευεργέτης Θεός των δούλων αυτού και πίπτοντα άπαντα κατά γης συνετρίβησαν και έγιναν κόνις, ένα δε μόνον έμεινεν εις τον τόπον του. Λοιπόν και πάλιν έκαμαν δι΄ αυτό και κοινήν παράκλησιν και ξεχωριστά έκαστος, αλλά το μιαρώτατον εκείνο δεν έπεσε. Τούτο δε όλον έγινεν οικονομικώς, δια να δοξάση τον δούλον αυτού ο Κύριος και να φανερώση εις πολλούς εκείνο, το οποίον δεν εγνώριζον, τουτέστιν οποίος ήτο ο μέγας Σπυρίδων και οποίαν δύναμιν εκέκτητο η δέησίς του. Όθεν την νύκτα εκείνην είδεν ο Πατριάρχης καθ΄ ύπνους Άγγελον Κυρίου και του λέγει· «Μη λυπείσαι δια το είδωλον, το οποίον δεν έπεσε, διότι ούτως είναι το θέλημα του Κυρίου, έως να έλθη από την Κύπρον ο μέγας Σπυρίδων, ο Τριμυθούντος Επίσκοπος, και προσκάλεσον αυτόν τάχιστα». Ταύτα ακούσας ι Πατριάρχης εχάρη λίαν και έστειλε πλοίον και γράμματα παρευθύς, γράφων την αιτίαν και την οπτασίαν, την οποίαν είδε, παρακαλών όπως έλθη χωρίς πρόφασιν τινά ο Άγιος. Λαβών ο Άγιος τα γράμματα του Πατριάρχου ως υπήκοος δεν ημέλησεν, αλλ΄ εκίνησε παρευθύς και φθάνων εις τον λιμένα της Αλεξανδρείας, τον οποίον λέγουσι νέαν Πόλιν, εξήλθεν από το πλοίον να υπάγη εις το Πατριαρχείον, κατά διάνοιαν προσευχόμενος και ευθύς ως ήγγισεν εις την γην οι πόδες του, το είδωλον εκείνο, το οποίον ανθίστατο πρότερον και δεν έπιπτε με τας ευχάς τόσων Αρχιερέων, εκρημνίσθη, ω του θαύματος! την ώραν εκείνην και έγινε χώμα λεπτότατον. Τούτο ιδών ο Πατριάρχης εγνώρισε τον ερχομόν του Αγίου και λέγει εις τους παρεστώτας· «Να είσθε βέβαιοι, ότι ήλθεν ο μέγας Σπυρίδων και δα τούτο κατεκρημνίσθη το είδωλον». Τότε οι Αρχιερείς και ο λαός όλος εξήλθον μετ΄ ευλαβείας και προϋπήντησαν εντίμως τον Άγιον, καθώς έπρεπε. Τούτο το μέγα θαυμάσιον εκηρύχθη πανταχού και έλαβον όλοι πολλήν αγαλλίασιν και όχι μόνον οι Ορθόδοξοι εις την πίστιν εστερεώθησαν, αλλά και πολλοί Έλληνες εβαπτίσθησαν. Τα θαύματα δε ταύτα του Αγίου όχι μόνον με λόγους απλούς αδημοσιεύθησαν, αλλά και δι΄ εικόνων ιστορήθησαν, όπως δια της εικόνος εκείνης της αψίδος, της μεταξύ του αρχοντικού λεγομένου πυλώνος και του Ναού ισταμένης, εν τη πόλει της Τριμυθούντος. Εις τον Ναόν αυτόν εφημέρευε ζων ο Άγιος και υπό την αψίδα εκείνην υπήρχεν ο τάφος αυτού ο επί αιώνας ολοκλήρους αποθησαυρίσας το ιερόν αυτού Λείψανον. Η δε αγία αυτού μετάστασις εγένετο ούτω.Τον καιρόν του θέρους είχεν εργάτας εις το χωράφιόν του και ως ταπεινόφρων εθέριζε και αυτός· τότε, χωρίς καθόλου να φαίνωνται σύννεφα, ήλθον ουρανόθεν ψιχαλίδες λεπταί ωσάν δρόσος μόνον εις την κεφαλήν του Αγίου και όχι άλλου τινός εκ των συμπαρευρισκομένων, εφανέρωσε δε τούτο ότι θάλλει και αυτός κατά τας αρετάς ως αγαθόν σπαρτόν με την ουράνιον δρόσον και ότι ήλθεν η ώρα να εσοδειασθή από τον ουράνιον Γεωργόν ο άριστος ούτος και έμψυχος καρπός. Καθώς λοιπόν έθεσε την δεξιάν χείρα εις την ιεράν αυτού κεφαλήν και δεικνύει εις τους παρεστώτας ταύτην την δρόσον, έγινε και άλλο θαυμάσιον και του εφύτρωσαν την ώραν ταύτην τρίχες τινές ξανθαί και μαύραι, αι οποίαι δεν γνωρίζω τι εσήμαινον· αλλ΄ ο Άγιος εγνώρισε τούτο και λέγει προς τους παρεστώτας· «Μάθετε, ότι εις ολίγην ώραν χωρίζεται η ψυχή μου από του σώματος, ο δε Πανάγαθος Θεός θέλει τιμήσει με δόξαν πολλήν την τελευτήν μου, αναρίθμητοι δε άνθρωποι θέλουν κάμνει κατά την ημέραν αυτήν μεγάλην πανήγυριν». Αυτά και έτερα προφητεύσας και νουθετήσας τους παρόντας να φυλάττωσι τας εντολάς του Κυρίου και μάλιστα την προς τον Θεόν και τον πλησίον αγάπην, αφήκε την ιεράν του ψυχήν εις χείρας Θεού τη ιβ΄ (12η) Δεκεμβρίου του έτους τμη΄ (348) ων ετών εβδομήκοντα οκτώ (78), καταλιπών εις την πατρίδα αυτού το ιερόν του Λείψανον, προς παραμυθίαν των πιστών και ως πηγήν ιαμάτων. Διότι και τώρα μετά την κοίμησιν αυτού, καθ΄ ο μάλιστα πλησιέστερος προς τον Θεόν και έχων την παρρησίαν μεγαλυτέραν, δεν έπαυσεν ούτε παύει τας θαυματουργίας, αλλά καθ’ εκάστην τελεί εξαίσια, από τα οποία να είπωμεν ολίγα τινά εις πίστωσιν και των άλλων και ούτω να χαλάσωμεν τα ιστία του λόγου, διότι επλεύσαμεν μέγα πέλαγος και επιβάλλεται να προσορμισθώμεν τέλος και εις τον λιμένα της σιωπής. Έλεγε φιλόχριστος τις αληθής και ενάρετος, φίλος μέγας του Αγίου ταύτα. «Κατά την δωδεκάτην του Δεκεμβρίου επήγα και εγώ εις την εορτήν του μεγάλου Σπυρίδωνος, και πλησιάσας εις τον τάφον του, ησθανόμην θείαν επισκοπήν ενεργουμένην από το άγιον αυτού Λείψανον, και τόσην άνεσιν και γλυκύτητα έλαβεν η καρδία μου, ώστε επήρθη το πνεύμα μου και μόνον τα ουράνια αγαθά εφαντάζετο. Λησμονήσας όθεν παντελώς τα επίγεια, αλλά και του ιδίου μου σώματος, έμεινα άφωνος και άσιτος, ούτε ωμίλησα μετά τινος, ούτε τροφήν ή πόσιν εγεύθην όλην την ημέραν εκείνην, ειμή μόνον την Αγίαν Σάρκα και το Τίμιον Αίμα του Δεσπότου Χριστού, τα οποία εκοινώνησα». «Άλλοτε πάλιν, κατ΄ αυτήν ταύτην την ημέραν της εορτής, επήγα εις τον τάφον του Αγίου, και όταν ησπάσθην το ιερόν αυτού Λείψανον, ενεπλήσθη η καρδία μου γλυκύτητα άμετρον. Έπειτα επήγα να αγοράσω ενδύματα να ενδύσω πτωχούς, διότι ο χειμών εκείνος ήτο ψυχρός πολύ, αφού δε επήρα όσα ήθελα, εβουλόμην να απιστρέψω εις το χωρίον μου, διότι είχα μεγάλην ανάγκην· αλλ΄ ο ουρανός ήτο κατάφορτος από βαρέα και σκοτεινά νέφη, δεικνύων ότι πρόκειται να κάμη μεγάλας βροχάς. Μη έχων όθεν τι άλλο να κάμω, έρριψα τας ελπίδας μου εις τον Θεόν και εις τον Άγιον. Φορτώνω λοιπόν τας ημιόνους και προστρέξας εις τον Ναόν, λέγω ταύτα εκ πίστεως· «Οδήγησόν μας εις την οδοιπορίαν ταύτην, Άγιε του Θεού, συνόδευσον ημάς και κράτει τα φοβερά νέφη και την βίαν και αγριότητα των ανέμων, να μη μας προξενήση η βροχή βλάβην τινά». Ταύτα ειπών εξήλθον της πόλεως, καθ΄ όλην δε την οδοιπορίαν έβλεπα οφθαλμοφανώς τον Άγιον και ημπόδιζε την βροχήν, κρατών τα νέφη· η δε βροχή ήτο από την σύγχυσιν του αέρος και την συνέλευσιν των νεφών τόσον χαμηλά, ώστε εγνωρίζετο φανερά η θαυματουργία. Όταν δε έφθασε εις τον οίκον μου, ο μεν Άγιος έγινεν άφαντος, η δε καρδία μου επλήσθη χαράς, ως να είχεν εγγίσει εις αυτήν ο Άγιος και να της μετέδωσεν από την ηδονήν αυτού την ευφρόσυνον. Τότε ευθύς ως εισήλθον εις την οικίαν μου, κατέβη τόσον μεγάλη και ραγδαία βροχή, ώστε εκράτησε τρεις ημέρας». «Όχι δε μόνον τότε μου επήκουσεν ο Άγιος, αλλά και άλλην αθυμίαν και λύπην μου πάλιν, κατ΄ άλλο έτος, μου έλυσεν, ότε ήτο η εορτή του και δεν ηδυνάμην να υπάγω. Είχον όθεν εκ τούτου θλίψιν άμετρον, όμως προσηυχόμην, δεόμενος αυτού να με επισκεφθή και πάλιν και να με αξιώση της συνήθους ευφροσύνης και χάριτος. Τότε μου εφάνη ότι επήγα εις τον Ναόν και είδα τον Άγιον ψάλλοντα με τους χοροστάτας και εδοξολόγει έως τέλους του όρθρου και εκοινώνησεν όλους τους αδελφούς εκ της αυτού ελλάμψεως και ευλογήσας ημάς ανεχώρησε. Ταύτα ιδών δι΄ εκστάσεως έλαβα μεγάλην χαράν και αγαλλίασιν πνευματικήν». Ούτως ο Άγιος εθανάτωσε και την γυναίκα εκείνην, η οποία μοιχευθείσα ηρνείτο την αμαρτίαν της και δεν ήθελε να ομολογήση αυτήν· αλλά και ότε ακόμη εγέννα το μοιχίδιον παιδίον, έλεγεν ότι από τον άνδρα της συνέλαβεν, αν και ο ανήρ της προ είκοσι μηνών είχεν αναχωρήσει εις μακρινόν ταξίδιον.Έως εδώ, αδελφοί, είναι όσα θαυμάσια γράφει ο Μεταφραστής, ότι ετέλεσεν ο μέγας Σπυρίδων· αλλά και τώρα και πάντοτε όστις επικαλεσθή αυτόν μετά της προσηκούσης ευλαβείας και πίστεως, λυτρώνεται από κάθε κίνδυνον, καθώς πολλοί το εγνώρισαν εις διαφόρους καιρούς και τόπους. Εξόχως δε εις την περίφημον νήσον της Κερκύρας, όπου νυν ευρίσκεται το ιερόν αυτού και πάνσεπτον Λείψανον, σώον ακόμη, ω του θαύματος! χιλίους εξακοσίους τόσους χρόνους τώρα και δεν εφθάρη ουδόλως, αλλά μένει ακέραιον προς απόδειξιν και στήριγμα της Ορθοδόξου ημών Πίστεως και προς παντοτεινόν παράδειγμα αρετής, εναντίον των αμεταθέτων της φύσεως όρων· επειδή όπου βούλεται ο Θεός νικάται φύσεως τάξις. Έμεινε δε το ιερώτατον του Αγίου Σπυρίδωνος Λείψανον υπό την γην έτη πολλά, πλείστα όσα θαύματα καθ΄ εκάστην επιτελούν, είτα ανακομισθέν και σώον και ακέραιον, Χάριτι Θεού ευρεθέν, απεθησαυρίζετο μέχρι του εβδόμου αιώνος εις την ιδίαν αυτού πατρίδα άπειρα καθ΄ εκάστην βρύον θαύματα. Δα τας επιγενομένας όμως τότε καταδρομάς των βαρβάρων το άγιον αυτού Σκήνος μετηνέχθη Θεού ευδοκία εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα ετιμάτο, ως ηγιασμένον παρά Θεού, υπό πάντων των Ορθοδόξων, μάλιστα δε υπό των εν τη Πόλει, οίτινες είχον τούτο ως θησαυρόν πολύτιμον, όταν δε τούτο εξετίθετο προς προσκύνησιν παρευρίσκοντο και αυτοί οι αυτοκράτορες, ως πληροφορούμεθα από του οκτωήχου δοξαστικού του εσπερινού της ιδιαιτέρας αυτού Ακολουθίας. Μετά δε την της Κωνσταντινουπόλεως αξιοθρήνητον άλωσιν και τα επακολουθήσαντα εν ταύτη δεινά, Ιερεύς τις, Γεώργιος Καλοχαιρέτης ονομαζόμενος, παρέλαβεν εκείθεν το ιερώτατον του Αγίου Σπυρίδωνος Λείψανον και δια μυρίων περιπετειών και προφυλάξεων μετέφερεν αυτό εις Κέρκυραν, ένθα ευρών πανευκλεή και σεβάσμιον Ναόν κατέθηκεν εν αυτώ το πάνσεπτον Λείψανον· και ως έχων το υψηλόν της ιερωσύνης αξίωμα, προσέφερε καθ΄ εκάστην τω Κυρίω τας ευχαριστίας. Με την εκεί δε κατάθεσιν του ιερού Λειψάνου και την επισκίασιν του Παναγίου Πνεύματος, ελάμβανον χώραν εις τον Ναόν αυτόν πλείσται ιάσεις και θαυματουργίαι, δια τας οποίας ο της Κερκύρας χριστεπώνυμος λαός εκπληττόμενος προσέτρεχε μετά πάσης ευλαβείας εις το ιερόν του γίου τέμενος, ευχαριστών τον δοξάσαντα αυτόν Κύριον, δια την απόλαυσιν τοιούτου θησαυρού και τοιούτου πολιούχου υπερασπιστού. Ανακαινισθείσης μετά ταύτα της πόλεως και εις έτερον μέρος μετατεθείσης, οι τότε εκ Κερκύρας Ιερείς της οικογενείας Βούλγαρη, εις τους οποίους δια τινος γυναικός ονόματι Ασημίνης είχε μεταβιβασθή η κατά κόσμον κυριότης του ιερού τούτου Λειψάνου εγείρουσιν άλλον Ναόν επ΄ ονόματι του Αγίου, όστις Ναός και δια πλουσίων δώρων και πολυτίμων αφιερωμάτων του Κερκυραϊκού λαού και των ξένων έγινε περίδοξος, καθώς και τώρα φαίνεται. Εντός δε του Ναού τούτου η αξιοθέατος θήκη των Αγίων Λειψάνων δοξάζεται παρά πάντων δια τας διαφόρους θαυματουργίας και ο θαυματουργός Σπυρίδων πάντας εκπλήττει δια τα άπειρα θαύματα, τα οποία και μετά θάνατον ενεργεί, εξ ων ολίγα τινά μόνον είναι δυνατόν να αναφέρωμεν ενταύθα προς πίστωσιν και των άλλων. Το πάλαι ποτέ, εις την νήσον των Κερκυραίων, στερουμένην των προς το ζην αναγκαίων και κατακυριευμένην από βιαίαν πείναν, ο Άγιος εχάρισε σίτον δια πλοίων, επιφανείς εις τους πλοιάρχους και προμηνύσας εις τούτους την ανάγκην της νήσου, κατά το άγιον και Μέγα Σάββατον· δια τούτο λαμπρώς και τερπνόν ετελέσθη το τότε Πάσχα εις την πρώην τεθλιμμένην νήσον, με την του Αγίου προμήθειαν. Και πάλιν, εις τινα Θεόδωρον, έμπορον εκ της Ανατολής, όστις εστερήθη παντελώς την όρασιν, προσέτρεξε δε με θερμήν πίστιν εις τον Ναόν του Αγίου, εχάρισεν εις αυτόν οξύτατον το φως. Και άλλοτε, ενώ λοιμός εμάστιζε την πόλιν των Κερκυραίων, προσέτρεχον δε πάντες αδιακρίτως υγιείς τε και ασθενείς εις το ιερόν του Αγίου τέμενος έπρεπεν, ένεκα του μιάσματος, κατά τους νόμους της φύσεως, να μολυνθή η πόλις ολόκληρος· εν τούτοις ουδέν σχεδόν υπέφερεν ο ευλαβής εκείνος λαός, αλλά ταχέως πάλιν δια της μεσιτείας του Αγίου ηξιώθη της προτέρας υγιεινής καταστάσεως. Προσέτι δε εις δύο τυφλούς κωπηλάτας, οίτινες ως ανίκανοι απεπέμφθησαν εκ του στόλου των Ενετών, ο μεν εκ πλοίου του Αντωνίου Βερνάρδου, ο δε εξ Ιερωνύμου του Μαυρικανού, ο μέγας Σπυρίδων εχορήγησεν ολόκληρον την όρασιν. Ποίον δε δεν εξέπληξε το θαύμα εκείνο, το οποίον επετέλεσεν ο Άγιος, όταν άνθρωποί τινες, από ζήλον ευλαβείας, αναβάντες αφόβως εις την υψιώροφον κορυφήν του κωδωνοστασίου της Εκλησίας του Αγίου, δια να σβέσωσιν αναφανείσαν εκεί φλόγα, ήτις ανήφθη συνεπεία κεραυνού και εκ της οποίας ηπειλείτο να κατακαή ολόκληρος ο Ναός, ένεκα δε της κεραυνικής βίας κατακρημνισθέντες από του ύψους εκείνου ουδέν έπαθον κακόν, αλλά διεσώθησαν αβλαβείς; Άλλοτε πάλιν εις των αριστοκρατών, μάταια φλυαρών και φρυαττόμενος, κατεγέλα παιδίον το οποίον, επειδή είχεν ανίατον ασθένειαν, κατέπεσε χάριν θεραπείας εις την οδόν, ίνα διέλθη άνωθεν αυτού η θήκη των Λειψάνων του Αγίου καθ΄ ην ώραν ελιτανεύετο τούτο κατά παλαιάν συνήθειαν και τον πάτριον νόμον. Προσέτι δε χλευάζων και τους γονείς αυτού, οίτινες προσέκλαιον, προέφθασεν η θεία Δίκη τον άφρονα και εξαίφνης την αυτήν ώραν διαρραγέντος πυροβόλου το πυρ κατέκαυσε τον δεξιόν οφθαλμόν αυτού. Τούτου πολλοί τότε ζώντες εχρημάτισαν αυτόπται μάρτυρες. Διο μετά ταύτα ολονύκτιος εστάθη η μετάνοια αυτού εν τω Ναώ του Αγίου και παννύχιοι μετά δακρύων αι προσευχαί του ζητούντος συγχώρησιν από τον Άγιον. Κατά δε το 1673 σωτήριον έτος, ενώ πάλιν λοιμώδες μίασμα διέφθειρε και αγρούς και πόλιν και κώμας, ώστε εις πάντας επεκρέματο αφεύκτως ο σκληρός θάνατος, διότι είχε κατακυριευθή υπό του λοιμού σχεδόν ολόκληρος η νήσος (και τούτο δις κατά το αυτό έτος) ο θαυματουργός ούτος Άγιος εθεράπευσε την νήσον και έκαμε πάντας να ιατρευθώσι δια μιάς. Και τω όντι ήτο μέγα το θαύμα να βλέπη τις κατά την ημέραν της πανηγύρεως του υπό του Αγίου γενομένου θαύματος εις τον παραδόξως ως είπομεν ομματωθέντα τυφλόν Θεόδωρον, τη δεκάτη Τρίτη του Ιουλίου μηνός, τους πρώην ημιθανείς εν τω άμα τεθεραπευμένους και υγιαίνοντας.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1961
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Συνέχεια από το προηγούμενο

Δημοσίευση από silver » Τετ Δεκ 12, 2018 1:02 am



Αλλά και δεύτερον θαύμα εποίησεν ο Άγιος κατ΄ αυτήν την Αγίαν ημέραν των Βαϊων, καθ΄ ην τελείται η ετήσιος λιτή του μεγάλου Σπυρίδωνος, και είδον πάλιν οι άνθρωποι, ω του θαύματος! καταπεπαυμένον τον λοιμόν. Εποίησε δε και άλλο μέγα τω όντι και εξαίσιον τερατούργημα ο Άγιος Σπυρίδων, διαφυλάξας την νήσον αλύμαντον από της επιδρομής των Αγαρηνών της γενομένης κατά το έτος 1716, όπερ θαύμα άπασα η νήσος Κέρκυρα θαυμάζει και του οποίου με λαμπράν φωνήν ανακηρύττει το παράδοξον. Ο δε αρχιναύαρχος του Ενετικού στόλου και διοικητής της νήσου Κερκύρας Ανδρέας ο Πιζάνης διενοήθη να ανεγείρη εις τον Ναόν του Αγίου θυσιαστήριον δια να τελήται εν αυτώ καθ΄ εκάστην υπό Λατίνου Ιερέως λειτουργία, νομίσας ότι δια τούτου θ΄ αποδώση εις τον Άγιον ευχαριστίαν, δια την ελευθέρωσιν της πόλεως από της καταδρομής των βαρβάρων. Αλλά πως ποτε ο της Ορθοδοξίας πρόμαχος ήθελε συγχωρήσει εις την σεπτήν Εκκλησίαν αυτού να θυσιάζηται ο Υιός του Θεού υπό ετεροδόξων ιερέων με άζυμα; Όθεν δις φανερωθείς ο Άγιος εις τον ύπνον αυτού διέταξεν αυτόν ν΄ απομακρυνθή από το επιχείρημα τούτο, αλλ΄ ούτος δεν κατεπείθετο, διότι επίστευσε περισσότερον εις την θεολογίαν αυτού, όστις του έλεγεν ότι το όνειρον έγινεν εκ συνεργείας διαβολικής· ηπείλει δε ακόμη και τους Ιερείς τους δικαιούχους του αγίου Λειψάνου, διότι δεν συγκατετίθεντο εις τοιούτον καινοτόμημα. Αφού λοιπόν δια της οπτασίας δεν απεμακρύνετο του επιχειρήματος, ήναψε παραδόξως νύκτα τινά η πυριτιδοθήκη του παλαιού φρουρίου και κατακρημνίσασα τας εν τη ακροπόλει οικίας, εφόνευσε πάντας τους περί αυτήν και πολλούς των άλλων Λατίνων· και ο μεν Ανδρέας Πιζάνης επνίγη μεταξύ δύο ξύλων περισφιγξάντων τον τράχηλον αυτού, ο δε κακόβουλος αυτού θεολόγος ευρέθη νεκρός. Ότε δε ταύτα συνέβαινον, ο προ της πυριτιδοθήκης διωρισμένος φύλαξ έβλεπε τον Άγιον προσερχόμενον με δάδα, όστις και τον μετέφερε σώον πλησίον της Εκκλησίας του Εσταυρωμένου. Εις δε των εν τη πόλει Ενετών, ευρισκόμενος κατά την ιδίαν ώραν εις το υπερώον αυτού, είδε τρεις φλόγας εξερχομένας από το κωδωνοστάσιον της Εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνος και διευθυνομένας προς την ακρόπολιν, ευθύς δε μετά τούτο και η πυριτιδοθήκη ανετινάχθη. Εις δε την Ενετίαν, κατά την αυτήν νύκτα, κεραυνός επιπεσών επί της εικόνος του Πιζάνου κατέκαυσεν αυτήν, χωρίς να βλάψη άλλον τινά των εν τη οικία. Πάντα δε τα παράδοξα ταύτα ετελέσθησαν κατά το 1718 τη 12η Νοεμβρίου. Ω θαύμα! Ω κλέος των Ορθοδόξων! Ποίος λοιπόν τώρα και από ταύτην την κρίσιν του ουρανού δεν βλέπει βλασφήμους και βδελυκτάς ενώπιον του Θεού τας καινοτομίας της παπικής Εκκλησίας; Αλλ΄ είθε να φωτίση αυτούς ο Θεός να επιστρέψωσιν εις την αλήθειαν, από την οποίαν παρεξετράπησαν! Τοιούτος λοιπόν ήτο περί την πίστιν και μετά θάνατον ο θείος Σπυρίδων. Αλλά ποίος δύναται να διηγηθή τα δια του πολιούχου Πατρός ημών καθ΄ εκάστην τελούμενα τερατουργήματα; Την Κυριακή των Βαϊων, την εποχήν καθ΄ ην ο αείμνηστος Νικηφόρος ο Θεοτόκης, ο νέος της Εκκλησίας φωστήρ, εδίδασκεν εν Κερκύρα, απαριθμών τα διάφορα θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνος, εις την προστασίαν του οποίου αφιέρωνε τους ακροατάς αυτού, ομιλών προς αυτόπτας και μάρτυρας μετά δύο εβδομάδας λέγει, ότι ενώ το χαριτόβρυτον του Αγίου Λείψανον ελιτανεύετο, έφερον γυναίκα τινά δαιμονιώσαν, ήτις εξέβαλλεν αφρούς από το στόμα και έτριζε τους οδόντας αυτής· και μολονότι ήτο αύτη δεδεμένη χείρας και πόδας, δύο και τρείς άνθρωποι μόλις και μετά βίας ηδύναντο να εμποδίσωσι την ορμήν των κινημάτων αυτής. Το πρόσωπόν της ήτο παραμορφωμένον και δεν ωμοίαζε με μορφήν ανθρώπου· η φωνή της ήτο ηλλοιωμένη και διάφορος, διότι πότε μεν εμυκάτο ως βους, πότε υλάκτει ως κύων και άλλοτε εκλαυθμύριζεν ως μικρόν βρέφος. Αφού δε την εξήπλωσαν τρεις φοράς κατά γης και τρεις φοράς διήλθεν επ΄ αυτής το Λείψανον του Θαυματουργού Σπυρίδωνος, εις τύπον της Αγίας Τριάδος, την οποίαν εν τω μέσω της Συνόδου εκήρυξεν, ευθύς, ω του θαύματος! η γυνή ήλθεν εις εαυτήν, έπαυσε να οδύρεται και να εκπέμπη τας αλλοκότους εκείνας κραυγάς και ωμίλησεν ως άνθρωπος. Όθεν εν τω άμα ηλευθέρωσεν αυτήν από τα δεσμά· εγερθείσα δε μόνη με τα δάκρυα εις τους οφθαλμούς, έπεσεν εις τους πόδας του Αγίου και προσκυνούσα ηυχαρίστει αυτόν. Κατά το 1769 έτος παραδόξως εθεράπευσε παραλυτικόν τινα γερμανόν στρατιώτην απόμαχον, όστις μετά πίστεως και θερμοτάτων δακρύων προσέπεσεν εις τους πόδας του Αγίου, ο δε τότε κυβερνήτης της νήσου Ανδρέας Δόνας, ακούσας τον θόρυβον των ανθρώπων και των κωδώνων δια το εξαίσιον τούτο θαύμα προσεκάλεσε τους ιατρούς των δημοσίων νοσοκομείων και πληροφορηθείς παρ΄ αυτών περί τούτου επορεύθη εις την Εκκλησίαν του Αγίου ένθα έψαλαν ευχαριστήριον ύμνον προς τον Άγιον. Έτι δε η νήσος της Κερκύρας η έχουσα τον Θαυματουργόν Σπυρίδωνα προστάτην και εν ταις περιστάσεσι βοηθόν, πανδήμως διακηρύττει την περί τα τέλη του έτους 1855 χορηγηθείσαν υπό του Αγίου προστασίαν, ως εκ της οποίας εσώθη από της λαοφθόρου και καταστρεπτικής χολέρας, ήτις, οσάκις ενεφανίζετο εν Ευρώπη, απεδεκάτιζε πολυανθρώπους πόλεις και ουδεμία ανθρώπινος αρωγή ή ιατρική βοήθεια ηδύναντο να αναχαιτίση αυτήν, οδεύουσαν πάντοτε προς το έργον της καταστροφής. Όντως, περί τον Οκτώβριον του 1855, η τότε καταμαστίζουσα την Ευρώπην χολέρα ενσκήπτει αίφνης εις Κέρκυραν και πρώτον κρούσμα αναφαίνεται εις το προάστιον Μανδουκίου. Τρόμος μέγας καταλαμβάνει την πόλιν και άπασαν την νήσον. Καθ΄ όλα τα φαινόμενα και ως εκ της καταστάσεως της τε πόλεως και των προαστίων και ως εκ του μεγάλου αριθμού των κατοίκων σχετικώς προς την έκτασιν της πόλεως και μάλιστα των συνοικιών αυτής, εφαίνετο ότι ήθελεν επιπέσει μανιώδης κατά των κατοίκων και σχεδόν άπασαι αι οικογένειαι ώφειλον να ετοιμασθώσιν, ίνα πενθηφορήσωσι και πλήθος τάφων ώφειλον να ανοιχθώσιν. Άπας λοιπόν ο λαός ομοθυμαδόν, ευθύς ως ηκούσθη το πρώτον κρούσμα, προσφεύγει κατά το εσπέρας εις την Εκκλησίαν του Αγίου μετά δακρύων και γονυπετής επικαλείται την αρωγήν αυτού, επί τρεις συνεχείς εσπέρας απευθύνων παρακλήσεις προς τον Θεόν και προς τον Άγιον. Ως εκ της προς τον Θεόν όθεν μεσιτείας του Αγίου, η Κέρκυρα δεν υπέκυψεν εις την κοινήν τύχην όλων των άλλων πόλεων, εις τας οποίας η χολέρα ενεφανίσθη· και τω όντι ο αριθμός των κρουσμάτων και των θανάτων απέβη μυριάκις μικρότερος από ό,τι ανεμένετο αναποφεύκτως. Η επί της νήσου όμως επισκοπή και αντίληψις του Αγίου εγένετο περισσότερον αισθητή κατά την πρώτην Κυριακήν του Νοεμβρίου, κατά την οποίαν γίνεται ως γνωστόν καθ΄ έκαστον έτος λιτανεία του ιερού Λειψάνου, και κατά την οποίαν συνέρχεται πολυάριθμος λαός. Τότε ενόμιζόν τινες, και μάλιστα οι ιατροί, ότι ένεκα της συρροής του λαού η νόσος ήθελεν έτι μάλλον εξαπλωθή και οι νεκροθάπται θα ειργάζοντο αδιακόπως. Ουδείς όμως εκ του λαού συνεμερίσθη τον φόβον αναθέσαντες τας ελπίδας των εις τον Άγιον. Πράγματι κατ΄ εκείνην την ημέραν άπας σχεδόν ο λαός της εξοχής συνέρρευσεν εις την πόλιν και άπασα η πόλις και η εξοχή συνεκεντρώθησαν εις την πλατείαν, δια της οποίας έμελλε να διέλθη το ιερόν Λείψανον. Εγένετο λοιπόν μετά του ιερού Κλήρου δέησις και παράκλησις προς τον θαυματουργόν Σπυρίδωνα και γονυπετούντες και δακρύοντες επεκαλούντο την βοήθειαν αυτού και την προς τον Θεόν μεσιτείαν του. Συγκίνησις μεγάλη κατελάμβανε τότε το πλήθος και θέαμα καταπληκτικώτατον ήτο να βλέπη τις τον προς τον Άγιον σεβασμόν και την πίστιν του λαού. Και όντως, μέγας ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού! από της ημέρας εκείνης λίαν επαισθητή εγένετο η ελάττωσις των κρουσμάτων, οι θάνατοι σχεδόν εξέλιπον και η νόσος έφευγεν απελθούσης της θείας οργής, η δε βροτοκτόνος χολέρα εμηδενίζετο έναντι της ισχύος των μεσιτειών του Αγίου και κατά την ενδεκάτην Δεκεμβρίου τα κρούσματα έπαυσαν ολοτελώς. Ουδείς κάλαμος, ουδεμία γλώσσα, ηδύνατο να περιγράψη την ευγνωμοσύνην του λαού προς τον Άγιον. Ο δε Αρχιερεύς του καιρού εκείνου Αθανάσιος συνέταξεν επίτηδες ευχαριστίαν προς τον Κύριον και προσέταξε να ψαλή εις απάσας τας Εκκλησίας της Επισκοπής του.Έτερον θαύμα του Αγίου ιστορεί ο Ιερομόναχος Γρηγόριος Βάλμης, εις φυλλάδιον εκδοθέν κατά το έτος 1856, είναι δε τούτο το εξής: Γυνή τις, Βασίλω ονόματι, εκ Ζαγορίου της Ηπείρου, θυγάτηρ του Κωνσταντίνου Σίμου και της Χριστίνης Κυρίτση, συμβία Ιωάννου Ανδρέου, εκ Βούνου χωρίου της Χειμάρρας, πορευθείσα κατά το έτος 1853 Ιουνίου 13, μετ΄ άλλων εγχωρίων γυναικών εις παρακείμενον όρος, δύο ημέρας μακράν, όπως προμηθευθώσι, κατά την συνήθειάν των, ξύλον τι εύκαυστον, το οποίον οι εν Ηπείρω Έλληνες μετεχειρίζονται ως δαδίον, επανήλθεν την 16ην. Κατάκοπος δε, ως ήτο επόμενον, εκ της μακρινής οδοιπορίας και του επί των ώμων της υπερόγκου βάρους, εκάθισε να γευματίση· ενώ δε ήτο ακόμη κάθιδρως έλουσεν ακολούθως τους εκ της οδοιπορίας ερρυπωμένους πόδας και χείρας αυτής εις ψυχρόν ύδωρ. Δεν επρόφθασεν όμως να αποπερατώση την εργασίαν ταύτην και αμέσως εξηράνθησαν ο αριστερός αυτής πους και η χειρ και εμαζεύθησαν, προς μεγίστην οδύνην και πικρά δάκρυα της δυστυχούς εκείνης γυναικός. Τα όσα δε η τάλαινα έπραξεν εις διάστημα δύο και περισσοτέρων ετών, όπως ιατρευθή και απαλλαχθή της βασανιστικής ταύτης μάστιγος, άπαντα απέτυχον· αρκεί τούτον μόνον να είπωμεν, ότι υπό μανιώδους θλίψεως και απελπισίας ορμωμένη, κατέφυγε και εις τινα Αγαρηνόν χόντζαν προς θεραπείαν, αλλά πολλά εις την πλάνην αυτού δαπανήσασα εγκαταλείφθη, οδυρομένη την αθεράπευτον συμφοράν της. Διάγουσα λοιπόν τοιαύτην, ως δύναται τις να συμπεράνη, αξιοδάκρυτον ζωήν, έλαβε τον από του ανδρός της χωρισμόν, με την συμφωνίαν τούτου και της εκεί Εκκλησίας. Επαχθής ήδη καταντήσασα και εις τον εαυτόν της και προς πάντας συγγενείς τε και γνωστούς, οίτινες είχον βαρυνθή πλέον να υπηρετώσι μίαν χείρας και πόδας κεκρατημένην, εις πάσας τας επειγούσας ανάγκας της, παρεδόθη έκτοτε εις τους κλαυθμούς και οδυρμούς, μετά μετανοίας και συντριβής καρδίας δεομένη εις τον πανοικτίρμονα Θεόν και τους Αγίους του, όπως συγχωρήση τας αμαρτίας της και απαλλάξη αυτήν της οδυνηράς ταύτης ασθενείας. Βλέπει λοιπόν καθ΄ ύπνον κατά τον Δεκέμβριον του 1855, Κληρικόν τινα, όστις πατήσας τον εξηραμμένον αυτής πόδα της έλεγε· «Μη γράψης προς τον εν Κερκύρα αυτάδελφόν σου, ως κατά νουν έχεις, αλλά έλα αυτοπροσώπως». Εις έκτασιν ούτω διαμείνασα και κινηθείσα υπό περιεργείας, ηρώτησε· «Ποίος είσαι συ»; Ο δε φαινόμενος Κληρικός απεκρίνατο· «Ο Άγιος είμαι εγώ τον οποίον τοσάκις επεκαλέσθης». Εγερθείσα τότε έντρομος η γυνή εκ της οπτασίας ταύτης και το όραμα τούτο διηγηθείσα εις τους οικείους αυτής, συνεφώνησαν πάντες, να εκτελέση τα εις το όραμα διαταχθέντα προς αυτήν. Τούτο λοιπόν μετ΄ ενθέρμου πίστεως απεφάσισεν εξ όλης ψυχής να εκπληρώση η δυστυχής εκείνη γυνή και φερθείσα μέχρι του παραθαλασσίου της Ηπείρου εντός κοφίνου δεδεμένου επί ίππου και ούτω αποβιβασθείσα εις την Κερκυραϊκήν προκυμαίαν, διήγειρεν εις πάντας την φρίκην, βλέποντας την απελπιστικήν κατάστασιν του ελεεινού εκείνου σώματος και το ανίατον της νόσου αυτής. Μετεκομίσθη δε από της παραλίας μέχρι της Εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνος εφ΄ αμάξης, είτα τοποθετηθείσα επί καρέκλας μετεφέρθη μέχρι της λάρνακος του θαυματουργού Σπυρίδωνος, ένθα προσπέσασα μετ΄ απαρηγορήτου κλαυθμού, εδέετο του Αγίου ακαταπαύστως όπως πρεσβεύση προς τον πολυεύσπλαγχνον και παντοδύναμον Θεόν ημών και απολαύση ούτω την συγχώρησιν των αμαρτιών της, την σωματικήν υγείαν και της ψυχής αυτής την αιώνιον σωτηρίαν. Μέγας ο Κύριος εν τοις Αγίοις Αυτού! Τα θερμά της πίστεώς της δάκρυα και η πρεσβεία του Αγίου ημών Προστάτου εκίνησαν την θείαν ευσπλαγχνίαν· διο εις την δευτέραν εκ των τριών ολονυκτίων δεήσεών της, τας οποίας έκαμε κατακειμένη πλησίον της λάρνακος του Αγίου, περί το μεσονύκτιον, έλαβε την ποθουμένην υγείαν, καλέσασα δε τον εφημέριον του Ναού, εκήρυττε μετά δακρύων το θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνος. Εξομολογηθείσα όθεν μετ΄ αληθούς μετανοίας και κατανύξεως, την πρωϊαν της επιούσης ημέρας ήλθε μόνη, περιπατούσα ορθία, ενώπιον της ωραίας Πύλης και μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων· σώα δε και υγιής επιστρέψασα εις την πατρίδα αυτής εδόξαζε τον Θεόν και εκήρυττε την Χάριν, την οποίαν ο μέγας και θαυματουργός Σπυρίδων απήλαυσε παρά Θεού. Ιωάννης τις επονομαζόμενος Πάλλιος, υιός μονογενής Σπυρίδωνος και Αικατερίνης Βρίκου, Ορθοδόξων Ελλήνων διαμενόντων προ χρόνων εις την Βαρλέτταν, πόλιν της μεσημβρινής Ιταλίας, περί τας αρχάς Νοεμβρίου του έτους 1861, διάγων το όγδοον έτος της ηλικίας του, προσεβλήθη υπό βαρυτάτου τυφοειδούς πυρετού, όστις επί δέκα επτά ήδη ημέρας προέβαινεν από ημέρας εις ημέραν επί το χείρον εναντίον όλων των μέσων της ιατρικής επιστήμης. Την πρωϊαν της δεκάτης εβδόμης ημέρας ο νέος έκειτο πολύ βαρέως. Η όψις του εφαίνετο νεκρική, οι σφυγμοί είχον σχεδόν αρχίσει να εκλείπουν, τα άκρα ήσαν ακίνητα και ψυχρά, η φωνή είχε σβεσθή εντελώς και η αναπνοή ήτο ρογχώδης. Εν γένει η κατάστασις αυτού παρουσίαζεν όλα εκείνα τα σημεία, τα οποία δεικνύουν επικείμενον τον θάνατον. Όθεν η μήτηρ αυτού, ήτις καθ΄ όλον το διάστημα της νόσου δεν έπαυε κλαίουσα και ικετεύουσα γονυκλινώς τον Άγιον Σπυρίδωνα, κατά την τρομεράν εκείνην στιγμήν επολλαπλασίασε τους κλαυθμούς και τας δεήσεις της και αίφνης ως εκ θείας τινός εμπνεύσεως κινουμένη ανέκραξε· «Θέλω να τηλεγραφήσετε αμέσως προς τους εν Κερκύρα συγγενείς μας, όπως ανοίξωσι την λάρνακα του Αγίου και κάμουν παράκλησιν δια τον Γιαννάκην μου. Ο Άγιος βέβαια δια της προς Θεόν μεσιτείας του θα μου τον σώση και θα μου τον χαρίση· διότι τον παρεκάλεσα με όλην την ψυχήν και καρδίαν μου». Εγένετο λοιπόν το τηλεγράφημα ευθύς και, ω του θαύματος! ο νέος περί την ενδεκάτην προ μεσημβρίας, κατά την ώραν, δηλαδή, κατά την οποίαν ηνοίχθη η λάρναξ και εγένετο η παράκλησις, ενώ έκειτο εις την αυτήν και ίσως χειροτέραν κατάστασιν από εκείνην της πρωϊας καταλαμβάνεται αίφνης υπό σπασμωδικής τινος κινήσεως όλου του σώματος, η οποία υπό των εκεί παρόντων ιατρών εξελήφθη ως η τελευταία αντίδρασις της ζωτικής δυνάμεως, αλλ΄ ήτο αληθώς η δια της προς τον Θεόν μεσιτείας του Αγίου εκτίναξις και αποδίωξις της θανατηφόρου ασθενείας, διότι μετ΄ολίγον το φαινόμενον τούτο παρήλθεν και παρουσιάσθη η σωτήριος κρίσις δι΄ αφθόνων ιδρώτων, ο δε νέος ήνοιξεν ευθύς τους οφθαλμούς και ανέλαβε και όψιν και σφυγμούς και εν γένει όλα τα σημεία της ζωής, ώστε άπαντες οι περιεστώτες, μη εξαιρουμένων και αυτών των ιατρών, εξέστησαν και ανέκραξαν· «Όντως θαύμα εγένετο, θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού»! Μετά τούτο ήρχισεν η ανάρρωσις, η οποία όμως έβαινε σχετικώς βραδέως και ο νέος έμενεν εισέτι άφωνος, πράγμα το οποίον ελύπει όχι ολίγον τους γονείς του· αλλά και αύτη η κατάστασις παρήλθε δια πρεσβειών του αυτού Αγίου και θαυματουργού Σπυρίδωνος κατά την ενδεκάτην Δεκεμβρίου, παραμονήν της εορτής αυτού. τότε και η γλώσσα του νέου ωμίλησε και ούτως ανέλαβε καθ΄ όλα την υγείαν αυτού προς δόξαν του Θεού και του πιστού αυτού θεράποντος Οσίου Πατρός ημών Σπυρίδωνος. Ούτος είναι ο Βίος και ταύτα τα μάλλον γνωστά παλαιά θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνος. Αλλά ποίος δύναται, ως είπομεν, να απαριθμήση επακριβώς το πλήθος των θαυματουργιών τόσον των παλαιοτέρων, όσον και των της τελευταίας εκατονταετίας, μέχρι και σήμερον; Η Κέρκυρα είναι θεατής των απείρων αυτού θαυμάτων. Όλοι οι απανταχού Ορθόδοξοι, και οι Δυτικοί ακόμη, μαρτυρούν και κηρύττουν την θαυματουργόν χάριν του Αγίου Σπυρίδωνος. Οι θαλασσοπορούντες δε ιδιαιτέρως και οι εν θλίψεσιν ευρισκόμενοι προς τον Άγιον Σπυρίδωνα καταφεύγουσι. Τα πολλά και πολύτιμα αφιερώματα τα εν τη Εκκλησία αυτού ευρισκόμενα είναι τρανή απόδειξις των θαυματουργιών αυτού. Ουδείς μετά πίστεως και κατανύξεως προσφεύγων προς τον Άγιον Σπυρίδωνα αποτυγχάνει του ποθουμένου. Όθεν ας αναπέμψωμεν όλοι ημείς οι ταπεινοί Έλληνες και μάλιστα οι εκ της νήσου Κερκύρας καταγόμενοι ομοφώνως δόξαν και ευχαριστίαν προς τον πανάγαθον Θεόν τον παραχωρήσαντα εις την φιλτάτην ημών πατρίδα τοιούτον ιερόν κειμήλιον, και ας αναφωνήσωμεν· «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού! Εις Αυτόν ανήκει η δόξα και το κράτος, η τιμή και η προσκύνησις εις τους αιώνας». Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1961
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΓ΄ (13η) Δεκεμβρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ, ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, ΕΥΓΕΝΙΟΥ, ΜΑΡΔΑΡΙΟΥ και ΟΡΕΣΤ

Δημοσίευση από silver » Πέμ Δεκ 13, 2018 1:10 am


Ευστράτιος, Αυξέντιος, Ευγένιος, Μαρδάριος και Ορέστης οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους των αντιχρίστων βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού των βασιλευσάντων κατά τα έτη σπδ΄- τε΄ (284- 305). Κατά την εποχήν εκείνην ολόκληρος η αυτοκρατορία των Ρωμαίων ήτο σχεδόν ένας ναός ειδωλολατρίας και πάντες είχον ζήλον άμετρον, ή μάλλον ειπείν μανίαν και λύσσαν μεγάλην, συναγωνιζόμενοι ποίος να προκόψη περισσότερον εις την λατρείαν των ειδώλων, και τούτο διότι έβλεπον ότι καθ΄ εκάστην εστέλλοντο βασιλικά προστάγματα προς τους ηγεμόνας και τους άρχοντας, εις πάσαν πόλιν και χώραν, παρακινούντα και προστάσσοντα πάντας, να προσφέρουσιν κατά τας διατεταγμένας εορτάς θυσίας εις τους θεούς αυτών· και εκείνους μεν, οίτινες ήθελον δείξει σπουδήν πολλήν εις τούτο το σέβας, να τιμώσι με δόξαν πολλήν και βασιλικά χαρίσματα· τους δε μη πειθομένους να υστερώσι πάσης περιουσίας και να τους παιδεύουν με διάφορα κολαστήρια και επονείδιστον θάνατον. Ήτο όθεν εις όλην την οικουμένην διωγμός μέγας κατά των Χριστιανών, και είχον μεγάλην φροντίδα οι άρχοντες να εξαλείψουν αυτούς τελείως από προσώπου της γης. Κατά τας ημέρας εκείνας ανήγγειλάν τινες εις τους βασιλείς, ότι πάσα η μεγάλη Αρμενία και Καππαδοκία δεν επείθοντο εις το πρόσταγμά των, αλλά πιστεύουσιν ολοψύχως εις τον Χριστόν και εις ολίγον καιρόν θέλουσιν έλθει και εις τελείαν αποστασίαν. Ταύτα ακούσας ο Διοκλητιανός εταράχθη και προσκαλέσας τους άρχοντας και μεγιστάνας αυτού, έκαμαν συμβούλιον μέγα επί τρεις ημέρας και ούτως απεφάσισε να στείλη άρχοντας άλλους εις τας πόλεις των απειθούντων, τους δε υπάρχοντας να αποβάλη της εξουσίας με μεγάλην καταφρόνησιν, διότι δεν ήσαν άξιοι να πείσωσι τον λαόν να τους υποτάσσωνται. Απέστειλε λοιπόν εις τους τόπους εκείνους δύο άνδρας πεπαιδευμένους εις την Ελληνικήν γλώσσαν, εις το λέγειν προκομμένους, εις το νοήσαι οξείς, πεπονηρευμένους δε εις τον τρόπον και τας δολοπλοκίας. Εκ τούτων των δύο τον μεν ένα, Λυσίαν ονόματι, διώρισεν επίτροπόν του εις όλους τους Λιμιτανέους, τον δε έτερον, ονόματι Αγρικόλαν, διοικητήν της Σεβαστείας, υπήγαγε δε υπό την εξουσίαν αυτού και τους Λιμιτανέους και όλας τας στρατιωτικάς δυνάμεις, όσαι ευρίσκοντο πλησίον των ανωτέρω πόλεων. Αφού λοιπόν έφθασαν ο τε Αγρικόλας και ο Λυσίας εις τους τόπους αυτών, παρευθύς πάσα ηλικία των ανθρώπων, νέοι και γέροντες, άνδρες τε και γυναίκες ανηλεώς και ασπλάγχνως κατεκόπτοντο. Δεν εκοπίαζον δε δια να ανεύρουν πρόφασίν τινα, αλλά και μόνον αν ήθελον διαβάλει τινά, ότι ήτο Χριστιανός, χωρίς άλλην εξέτασιν τον εθανάτωνον. Εζητούντο λοιπόν και ανηρευνώντο καθ΄ εκάστην πλήθος Χριστιανών αναρίθμητον και παρεδίδοντο εις τα αιμοβόρα θηρία εις απώλειαν. Και ο μεν Λυσίας όσους Χριστιανούς εύρισκεν άνδρας τε και γυναίκας εις την χώραν των Σαταλέων, πρώτον τους εβασάνιζε με διάφορα βασανιστήρια, έπειτα τους έστελλε δεδεμένους με μεγάλην συνοδείαν εις τον Αγρικόλαν εις την Σεβάστειαν· ο δε Αγρικόλας πάλιν έστελλε τους Σεβαστειανούς εις την χώραν των Σαταλέων εις τον Λυσίαν. Τούτο δε εποίουν οι πανούργοι, γνωρίζοντες, ότι ήτο και αυτή μεγάλη κόλασις δια τους Αθλητάς του Χριστού το να θανατώνται δηλαδή εις ξένην γην και να μη μένωσιν εις την ιδικήν των χώραν να τους επιμεληθούν οι συγγενείς και οι φίλοι των, ούτε να αξιωθώσι ταφής τα σώματα αυτών, αλλ΄ ούτε και να ωφελήσουν τους γνωστούς των με την ιδικήν των θυσίαν. Τότε λοιπόν ότε εγίνετο η τοσαύτη αιματοχυσία, ήτο εις την πόλιν των Αραβράκων και ο μακάριος Ευστράτιος, όστις ήτο θεοσεβής και ενάρετος άνθρωπος και εις πάσας τας θείας εντολάς ανεπιλήπτως πολιτευόμενος. Ήτο δε ούτος Σκρινιάριος της δουκικής τάξεως και ώριζεν όλους τους Νοταρίους (γραμματείς), οίτινες έγραφον τας αυθεντικάς υποθέσεις και διαδικασίας. Βλέπων δε ο μακάριος τα γενόμενα, επικραίνετο και καθ΄ εκάστην εδέετο του Δεσπότου Χριστού με νηστείας και δάκρυα να ελεήση τους δούλους του, να τους λυτρώση των λυπηρών. Επεθύμει δε και αυτός να αγωνισθή με τους Αγίους ομού και να αξιωθή του Μαρτυρίου, αλλ΄ εφοβείτο την πολλήν ωμότητα και τας αμετρήτους μηχανάς των τιμωριών και κολάσεων· όμως εσκέφθη κατά νουν να κάμη μίαν δοκιμήν, εάν ήτο θέλημα του Κυρίου να μαρτυρήση, ήτοι εξέβαλε την ζώνην του και την έδωκεν εις ένα δούλον του, ειπών προς αυτόν· «Ύπαγε εις την δείνα Εκκλησίαν, βάλε την ζώνην αυτήν εις το θυσιαστήριον, έπειτα κρύψου εις εν μέρος του Ναού και πρόσεχε· εάν ίδης τον ενάρετον και ευλαβή δούλον του Θεού Αυξέντιον τον Πρεσβύτερον να την πάρη, μη ομιλήσης τίποτε· εάν δε τύχη άλλος, μη την αφήσης, αλλά πάλιν να μου την φέρης». Ταύτα δε είπε, κρίνων εις την διάνοιαν αυτού, ότι αν λάβη την ζώνην ο Ιερεύς, είναι οικονομία θεϊκή να παρρησιασθή, να λάβη το Μαρτύριον το οποίον επόθει· εάν δε δεν γίνη τούτο, να μείνη ακόμη εις την υπόκρισιν. Τούτου γενομένου επέστρεψεν ο δούλος και λέγει εις τον Άγιον· «Την ώραν κατά την οποίαν έβαλον την ζώνην εις το θυσιαστήριον, καθώς με επρόσταξας, εισήλθεν ο Πρεσβύτερος Αυξέντιος, ως να τον είχεν απεσταλμένον τις, και την επήρε». Ταύτα ακούσας ο ευλαβής Ευστράτιος εχάρη και εκάλεσεν όλους τους ηγαπημένους του να τους φιλεύση. Καθώς δε έτρωγον είχε πολλήν ευφροσύνην ο Άγιος και έλαμπε το πρόσωπόν του· εδείκνυε δε φαιδρότητα άπειρον τόσον, ώστε εξενίζοντο πάντες εις το του ανδρός ασύνηθες αυτό θέαμα, το οποίον άλλην φοράν δεν είχον ίδει. Εις δε από τους προσκεκλημένους, φίλος του ακριβός, Ευγένιος ονόματι, έχων θάρρος εις αυτόν, τον ηρώτησε λέγων· «Διδάσκαλε Ευστράτιε, μήπως είσαι χαρούμενος, διότι προσέταξεν ο αυθέντης μας να ετοιμάσωμεν αύριον τα βασανιστήρια όργανα, με τα οποία τιμωρούν τους Χριστιανούς, ελπίζων ίσως εξ αυτού να κερδήσης τίποτε»; Τούτο δε είπε, διότι κατ΄ εκείνο το έτος ήτο κομενταρίσιος ο Ευστράτιος. Εκείνος δε απεκρίθη προς αυτόν· «Καλώς αντελήφθης· πράγματι αύριον αναμένω να κερδήσω μεγάλον θησαυρόν απ΄ αυτήν την υπόθεσιν». Την επομένην ημέραν καθίσας επί θρόνου ο Λυσίας εις το μέσον της πόλεως, προσέταξε να φέρωσι τους φυλακισμένους άπαντας εις εξέτασιν. Ο δε Ευστράτιος, απελθών εις την φυλακήν, παρεκάλει τους φυλακισμένους Αγίους να κάμουν δέησιν δι΄ αυτόν, επειδή κατά την ημέραν εκείνην ήθελε και αυτός να ενωθή μαζί των εις τον αγώνα του Μαρτυρίου. Ποιήσαντες λοιπόν οι Άγιοι την πρέπουσαν ευχήν και γονυκλισίαν, ηκολούθησαν τον Ευστράτιον, όστις απελθών ενώπιον του επάρχου, ήλεγξεν αυτόν με πολλήν παρρησίαν και ανδρείον φρόνημα. Ο δε Λυσίας, θαυμάσας την απροσδόκητον ταύτην παρρησίαν του ανδρός, ητένιζεν αυτόν με σχήμα άγριον και μεγάλως στενάξας, εβόησε πλήρης θυμού· «Αφαιρέσατε την χλαίναν και την ζώνην, που φορεί, δια να γνωρισθή με τούτο ο αλιτήριος αυτός ξένος της στρατείας και της τιμής, την οποίαν είχε μέχρι της σήμερον· έπειτα γυμνώσατέ τον τελείως και με δεδεμένας τας χείρας και τους πόδας τανύσατέ τον κατά γης». Τούτου γενομένου ταχέως, είπε προς αυτόν ο τύραννος· «Μήπως μετενόησας, άθλιε, δι΄ εκείνα τα ολέθρια, τα οποία ελάλησας; Αλλά πριν αρχίσουν τα βάσανα και η κόλασις, ειπέ πόθεν είσαι; Πως ονομάζεσαι; Και με τίνα τρόπον επλανήθης και ήλλαξες την θρησκείαν σου»; Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Από τα Αράβρακα είμαι και ονομάζομαι Ευστράτιος, Κυρισίκης την επωνυμίαν, δούλος δε υπάρχω του Δεσπότου των όλων Θεού και του μονογενούς Υιού Αυτού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και του Παναγίου Πνεύματος· το σέβας τούτο εδιδάχθην και προσκυνώ από μικρόν βρέφος». Ηρώτησεν ύστερον ο Λυσίας περί της τάξεως του Αγίου και πόσα έτη είχεν ούτος εις την στρατείαν, ο δε Άγιος είπε προς αυτόν· «Είκοσι και επτά έτη είναι τώρα, όπου υπηρετώ, εκ νεαράς ηλικίας, εις το αξίωμα του συμβούλου». Και στραφείς ο άρχων είπε· «Γνώρισον, Ευστράτιε, την ζημίαν, την οποίαν δια την απείθειάν σου έχεις να λάβης και με σώφρονα λογισμόν, μεταμελούμενος από την μανίαν σου ταύτην, μη καταλιμπάνης την στρατείαν, την οποίαν με τοσαύτην φρόνησιν εκυβέρνησας και επικαλέσθητι την εύσπλαγχνον δύναμιν των θεών, την καλωσύνην των βασιλέων και την του δικαστηρίου φιλανθρωπίαν». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Ουδείς άρχων έχων γνώσιν και λογικόν προστάσσει ποτέ να προσκυνώσιν οι άνθρωποι κωφά ξόανα και αλιτηρίους δαίμονας. Καθώς δε είναι γεγραμμένον εις τας θείας Γραφάς, θεοί οίτινες δεν εποίησαν τον ουρανόν και την γην ας απολεσθώσιν». Ο δε άρχων είπε· «Αλλά Θεόν εσταυρωμένον καταδέχεται κανείς άνθρωπος, όταν είναι κύριος του λογισμού του, να λατρεύη, καθώς σεις οι δυστυχείς πράττετε»; Απεκρίθη ο Άγιος· «Εάν δεν ήτο ηλλοιωμένη η αίσθησις του νοός σου και η ψυχή σου μεμιγμένη με τα γήϊνα πάθη, ήθελον σου αποδείξει τον Εσταυρωμένον τούτον Σωτήρα και Κύριον αληθή και Δημιουργόν πάσης της κτίσεως, μετά του Πατρός προ αιώνων υπάρχοντα, ακόμη δε και πως με την άρρητον αυτού σοφίαν ανέστησεν ημάς, νενεκρωμένους όντας υπό της αμαρτίας δια της αναγεννήσεως του θείου Βαπτίσματος». Ήθελε δε να μακρύνη τον λόγον ο Άγιος, αλλά τον διέκοψεν ο μιαρός, λέγων· «Κρεμάσατε με σχοινία τον ανδρείον τούτον· βάλετε υποκάτω πυρ πολύ να καταφλεχθούν τα υπογάστριά του και άνωθεν των ώμων να τον δέρετε με ραβδία ανηλεώς, δια να μάθη να αποκρίνεται». Ο δε Άγιος κάτωθεν μεν καταφλεγόμενος την κοιλίαν και τα σπλάγχνα υπό του πυρός επί πολλήν ώραν, άνωθεν δε μαστιγούμενος την ράχιν, ουδέ ποσώς εξέβαλε φωνήν τινα ούτε καν η όψις του ήλλαξεν, αλλ΄ εφαίνετο ότι άλλο σώμα ήτο εκείνο το οποίον ετιμωρείτο και όχι το ιδικόν του. Θαυμάζων λοιπόν ο άρχων, προστάσσει να τον εκβάλουν από την βάσανον και υπομειδιών μικρόν, του είπε· «Σου ήρεσεν αυτή η τέρψις, Ευστράτιε»; Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Χαράν μεγάλην το έχω». Ο δε άρχων είπεν· «Επειδή του αρέσουν τα θλιβερά, συγκεράσατε άλας πολύ με όξος και επιχύσατε αυτό εις τας πληγάς του, έπειτα τρίψατε αυτάς με όξος και κοπτερά κεραμίδια». Παρευθύς τότε οι υπηρέται του τυράννου εξετέλεσαν τα προσταχθέντα, ο δε Άγιος έδειξε και πάλιν την αυτήν υπομονήν και καρτερίαν, μη εκβαλών παραμικρόν στεναγμόν. Ο άρχων τότε τον περιέπαιζεν, επαινών ειρωνικώς την καρτερίαν του. Λέγει δε προς αυτόν ο Άγιος· «Εάν νομίζης, ότι με τα κολαστήρια ταύτα μου δίδεις ταλαιπωρίαν, πλανάσαι, ω δικαστά, διότι σήμερον με ηξίωσας να απολαύσω τα αγαθά εκείνα, τα οποία επόθουν. Κατέκαυσας και ηφάνισας τα όργανα των ανημέρων και αχαλινώτων παθών της σαρκός μου, εχάρισας εις εμέ ανίκητον το φυλακτήριον της αθανασίας του πνεύματος και μοι έδειξας οδόν σύντομον και ακοπίαστον, δια της οποίας θέλω δυνηθή, με το οστράκινον τούτο σώμα, να τελέσω πολιτείαν Αγγελικήν και να απολαύσω Βασιλείαν ουράνιον. Τώρα γνωρίζω ότι είμαι ναός Θεού και το Πνεύμα το Άγιον οικεί εν εμοί. Σπεύσε λοιπόν, υπηρέτα του διαβόλου, δοκίμασόν με πάλιν, όπως τον χρυσόν εις την κάμινον, και δεν θέλεις εύρει ρύπον ποσώς εις εμέ, ενώ οι θεοί σου είναι βδελύγματα, τα οποία κυριεύουν τον νουν και σου και του βασιλέως σου». Ακούων ταύτα ο τύραννος λέγει με θυμόν· «Ως φαίνεται, δια να είναι σαθρόν και καταπληγωμένον το σώμα σου, προσεβλήθησαν και αι φρένες σου, δια τούτο λαλείς με τόσην πολυλογίαν άχρηστα λόγια. Εάν ηδύνατο ο Θεός σου να σε καταστήση αθάνατον, άραγε δεν θα σε ελύτρωνε και από την τιμωρίαν ταύτην; Άφες, άθλιε, αυτά τα όνειρα των ματαίων ελπίδων και πρόκρινε το συμφέρον σου». Λέγει προς αυτόν ο Άγιος· «Θέλεις, τετυφλωμένε, να βεβαιωθής με τας αισθήσεις σου, ότι δεν είναι τίποτε το οποίον να αδυνατή εις τον Θεόν μου; Βλέπε εις εμέ, τον οποίον νομίζεις θανατωμένον από την βάσανον και πρόσεχε». Ταύτα ειπών και ενώ εκύτταζαν αυτόν άπαντες, εξήλθον εξαίφνης, ω του θαύματος! ως λεπίδες από την σάρκα του και έγινεν όλος υγιής, μη έχων καν παραμικρόν σημείον πληγής. Πάντες τότε εθαύμασαν και εδόξασαν τον Θεόν δια την θαυματουργίαν ταύτην. Τότε και ο εκ της αυτής τάξεως αξιωματούχος Ευγένιος, όστις παρέστεκεν εις τον Άγιον ως υπάλληλος της διοικήσεως, συμπολίτης ων του Ευστρατίου, εβόησε λέγων· «Λυσία, και εγώ Χριστιανός είμαι και την θρησκείαν σου αναθεματίζω και αντιτάσσομαι εις τα βασιλικά και τα ιδικά σου προστάγματα, καθώς και ο κύριός μου Ευστράτιος». Βλέπων ταύτα ο άρχων και τρέμων από την οργήν και την κατάπληξιν επρόσταξε να δέσουν και τους δύο Αγίους με αλύσεις καθ΄ όλον το σώμα και να τους φυλακίσουν με τους επιλοίπους Χριστιανούς μέχρι νεωτέρας προσταγής του. Ταύτα ειπών ο Λυσίας, ηγέρθη του θρόνου και ανεχώρησεν. Οι δε Άγιοι ωδηγήθησαν εις την φυλακήν χαίροντες ομού και ψάλλοντες ταύτα· «Ιδού δη τι καλόν ή τι τερπνόν, αλλ΄ ή το κατοικείν αδελφούς επί το αυτό» (Ψαλμ. ρλβ΄ : 1)· αφού δε συνεπλήρωσαν την ευχήν, τους εδίδαξεν ο Ευστράτιος να είναι πρόθυμοι εις τον αγώνα της αθλήσεως. Την επομένην εγερθείς ο Λυσίας προσέταξε τους δούλους του να ετοιμάσουν τα χρειαζόμενα δι΄ οδοιπορίαν, προκειμένου να αναχωρήση δια την Νικόπολιν, αυτός δε απήλθεν εις την φυλακήν και προστάσσει να φέρωσιν έξω τον Άγιον· τούτου δε γενομένου, μειδιάσας, είπε προς αυτόν· «Χαίροις, ηγαπημένε μου Ευστράτιε». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Ο Παντοκράτωρ Θεός, τον οποίον εγώ λατρεύω, να σου δώση την ανταμοιβήν του χαιρετισμού αξίως, ω δικαστά». Ο δε είπε· «Δια τον Θεόν σου έχω εγώ την μέριμναν· συ δε λάβε τα υποδήματα ταύτα δια να μας συνοδεύσης μετά χαράς». Είχον δε εις αυτά εμπηγμένα καρφία μακρά και σουβλωτά, δια να τρυπούν τους πόδας του Αγίου. Του έβαλον λοιπόν αυτά και έσφιγξαν τα δέματα, ο δε άρχων εσφράγισεν αυτά με τον δακτύλιόν του, ούτω δε έσυρον και έδερον αυτόν καθ΄ όλην την οδόν ομού με τους άλλους Αγίους, ηκολούθει δε και ο άρχων με όλην την στρατείαν. Μετά δύο ημέρας έφθασαν εις τα Αράβρακα και πάντες έδραμον να ίδωσι τον Ευστράτιον, αλλ΄ ουδείς συγγενής ή φίλος αυτού ετόλμα να πλησιάση, διότι ο δουξ είχε προστάξει να δένουν όσους πλησιάζουν τους Αγίους. Ήτο δε εις την πόλιν εκείνην άνθρωπος τις ιδιώτης, μη έχων γνώσεις γραμμάτων, αλλ΄ έχων τα ικανά από πράγματα βιοτικά, Μαρδάριος ονομαζόμενος, ο οποίος έκτισεν οίκον και την ημέραν εκείνην τον εσκέπαζε. Ιδών δε τον Ευστράτιον ως αστέρα περιφανή εις το μέσον των Αγίων, κατελθών από της στέγης, λέγει προς την γυναίκα του, εις Αρμενικήν διάλεκτον· «Βλέπεις, ω γύναι, τον κύριον του προαστίου μας, όστις είχε τόσα χρήματα και περιφάνειαν γένους και τόσην στρατείαν, πως τα κατεφρόνησεν όλα και υπάγει να γίνη θυσία ευπρόσδεκτος εις τον Θεόν, δια να αξιωθή της Βασιλείας των ουρανών; Μακάριος αυτός, ότι και εδώ ήτο πλούσιος και περίδοξος και προς τον Δεσπότην Χριστόν πάλιν θέλει έχει μεγάλην την παρρησίαν, αξιούμενος της μετά των Αγγέλων αιωνίου συγκατοικίσεως». Η δε καλή εκείνη γυνή απεκρίνατο· «Τις σε εμποδίζει, σύντροφε της ζωής μου γλυκύτατε, να τον συνοδεύσης, ίνα αξιωθής μετ΄ αυτού της αγαθής τελειώσεως και να γίνης και προστάτης προς Κύριον των μικρών τούτων παιδίων και όλου του γένους σου»; Λέγει προς αυτήν ο Μαρδάριος· «Δος μοι τα υποδήματά μου, να πορευθώ την οδόν, την οποίαν επιθυμεί η ψυχή μου». Τότε εκείνη μετά χαράς πολλής εξετέλεσε το προσταχθέν. Ο δε Άγιος έβαλεν ευθύς και το ιμάτιον, έπειτα ενηγκαλίαθη τα δύο τάκνα του και στραφείς προς ανατολάς προσηύξατο, λέγων· «Δέσποτα Θεέ, Πάτερ παντοκράτορ, Κύριε Υιέ Μονογενές, Ιησού Χριστέ, και Άγιον Πνεύμα, μία Θεότης, μία Δύναμις, ελέησόν με τον αμαρτωλόν· και οις επίστασαι κρίμασι σώσον με τον ανάξιον δούλον Σου· ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Ταύτα ειπών, κατεφίλησε τα τάκνα και απεχαιρέτησε την γυναίκα του, λέγων· «Σώζου, ω γύναι, και μη λυπού, μηδέ δάκρυε, αλλά χαίρε και αγαλλία· διότι σε και τα παιδία και την ψυχήν μου παρατίθημι εις τας χείρας του παντοδυνάμου Θεού ημών». Ούτως είπε και απήλθε δρομαίος εις πλούσιον τινα και επίσημον άνδρα προεστώτα της χώρας εκείνης, Μουκάτορα την επωνυμίαν και λέγει προς αυτόν· «Ιδού εγώ πορεύομαι προς τον συγγενή και φίλον σου Κυρισίκη και του Θεού θέλοντος γίνομαι συνοδεία του εις τον αγώνα της αθλήσεως. Παρακαλώ σε λοιπόν να γίνης προστάτης μετά Θεόν της γυναικός και των τέκνων μου εις την ζωήν ταύτην, δια την χάριν δε ταύτην θέλω γίνει και εγώ προς τον Θεόν μεσίτης ιδικός σου κατά την ημέραν της κρίσεως, ίνα τον δίκαιον μισθόν απολάβης». Ο δε ευλαβής εκείνος ανήρ απεκρίνατο· «Άπελθε εν ειρήνη, τέκνον, εις την καλήν οδόν, την οποίαν επεθύμησες και περί τούτου μη φροντίζης, εγώ πνευματικώ τω τρόπω θα είμαι προστάτης της γυναικός και των τέκνων σου». Ευχαριστήσας λοιπόν ο Μαρδάριος τον άνθρωπον εκείνον δια την καλήν του προαίρεσιν, απήλθε δρομαίος και φθάσας τους Αγίους, εκάλεσε τον Ευστράτιον, λέγων· «Δέσποτα Κυρισίκη, καθώς τρέχει προς τον ποιμένα το άκακον πρόβατον, ούτως ήλθον και εγώ προς σε, να σε συνοδεύσω. Δέξαι όθεν και εμέ και συναρίθμησόν με μέ την αγίαν συνοδείαν σου και προσάγαγε και εμέ, αν και είμαι ανάξιος, εις τον Δεσπότην Χριστόν και Σωτήρα μου, ως συμμάρτυρα». Ταύτα ειπών εβόησε φωνή μεγάλη, λέγων· «Ακούσατε υπηρέται του διαβόλου, Χριστιανός είμαι και εγώ, ως και ο κύριός μου Ευστράτιος». Τότε οι στρατιώται έδεσαν και αυτόν και τον εφυλάκισαν με τους άλλους Αγίους, αναγγείλαντες και περί αυτού εις τον Λυσίαν, όστις εβρυχήθη ως λέων. Αφού λοιπόν ο Λυσίας εκάθισεν εις το κριτήριον επρόσταξε να φέρουν εις εξέτασιν τον προαναφερθέντα Πρεσβύτερον Αυξέντιον, τον οποίον είχον φυλακισμένον και αυτόν πρότερον και του λέγει· «Αυξέντιε, ελευθέρωσον μεν ημάς από τους κόπους, αξίωσον δε σωτηρίας τον εαυτόν σου, επίστρεψον από την ολέθριαν γνώμην σου και πρόσπεσον εις την αγαθότητα των θεών, να σε συγχωρήσουν». Λέγει προς αυτόν ο Αυξέντιος· «Άκουσόν με, ω Λυσία· σε διαβεβαιώ εν συντομά, ότι η γνώμη μου είναι αμετάθετος. Ένα Θεόν ηκεύρω και αυτόν σέβομαι, καν αναριθμήτους δαρμούς και πληγάς μοι δώσης, καν με φλόγα και σίδηρον με καταναλώσης, καν με άλλην δριμυτέραν κόλασιν με δοκιμάσης, δεν θέλεις δυνηθή να μεταστρέψης τον λογισμόν μου ουδέποτε». Τότε ο άρχων έδωκε κατ΄ αυτού την τελευταίαν απόφασιν, να τον αποκεφαλίσουν εις δάσος έρημον και να αφήσουν εκεί το Λείψανόν του δια να το φάγουν τα θηρία. Μετά ταύτα προσέταξεν ο άρχων να φέρωσι τον Μαρδάριον. Είπε δε ούτος προς τον Ευστράτιον· «Κύριέ μου Κυρισίκη, δέομαί σου, εύξαι υπέρ εμού, και δίδαξόν με τι να αποκριθώ εις τον ψυχοβλαβή δικαστήν, μήποτε ως χωρικόν και αγράμματον με χλευάζη ο ανήμερος αυτός λύκος». Του λέγει ο Ευστράτιος· «Επίμενε, αδελφέ Μαρδάριε, λέγων μόνον «Χριστιανός είμαι» και μη αποκριθής τίποτε άλλο». Τον έφεραν λοιπόν οι στρατιώται έμπροσθεν του δουκός. Ο δε ηρώτησε το όνομ αυτού, την κοινωνικήν του κατάστασιν και το επιτήδευμα. Ο Άγιος όμως εις όλας τας ερωτήσεις απεκρίνατο λέγων· «Χριστιανός είμαι». Και πάλιν ερωτήσας αυτόν ο άρχων να είπη το όνομα και την πατρίδα του, δεν έλεγεν άλλον λόγον, ειμή μόνον· «Χριστιανός είμαι και δούλος Χριστού». Ιδών λοιπόν ο μιαρός δούξ την απλότητα αυτού, είπε· «Τρυπήσατε με τρυπάνιον τους αστραγάλους του, περάσατε σχοινία από τας τρύπας και κρεμάσατέ τον· έπειτα καύσατε με πυρωμένας σούβλας τα νεφρά και την ράχιν του δια να βάλη γνώσιν να αποκρίνεται ικανώς». Τούτου γενομένου και επί πολλήν ώραν κρεμάμενος κατωκέφαλα και με τας σούβλας καιόμενος, ανέπεμψε δέησιν, λέγων· «Δέσποτα Κύριε, ευχαριστώ σοι, ότι κατηξίωσάς με των αγαθών τούτων. Επεπόθησα το σωτήριόν σου, και ηγάπησα αυτό σφόδρα, δέξαι εν ειρήνη το πνεύμα μου». Ταύτα ειπών, παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού, οι δε κακοί του τυράννου υπηρέται κατεβίβασαν από του ξύλου το άγιον αυτού Λείψανον. Προσέταξεν είτα ο ηγεμών να φέρουν τον Ευγένιον λέγων· «Φέρετε τον άχρηστον και όχι Χριστιανόν Ευγένιον, όστις ετόλμησε προχθές και μας ύβρισεν». Έφεραν λοιπόν τον Άγιον και λέγει προς αυτόν ο Λυσίας· «Ειπέ μοι, παμμίαρε, ποίος πονηρός δαίμων σε εξηγρίωσε τόσον ώστε να έλθης με τοσαύτην αυθάδειαν να μας υβρίσης, μη βάλλων καν εις τον νουν σου το αυστηρόν του δικαστηρίου, αναίσχυντε»; Απεκρίθη προς αυτόν ο Ευγένιος· «Ο Θεός μου, όστις καταργεί τους δαίμονας, τους οποίους συ προσκυνείς, με ενεδυνάμωσε και μου εχάρισε παρρησίαν να καταφρονήσω την ταλαιπωρίαν σου, ερρυπωμένε κύων και θησαυρέ του διαβόλου, όστις μέλλεις να παραδοθής ομού με αυτόν εις απώλειαν». Ταύτα ακούσας ο Λυσίας και εξαφθείς από τον θυμόν είπε· «Κόψατε την γλώσσαν και τας χείρας του και συντρίψατε με ράβδον τα σκέλη του, δια να ομιλή προς ημάς φρονιμώτερα». Τούτων γενομένων, παρέδωκε την ψυχήν και ούτος ο τρισόβλιος. Ο δε τρισάθλιος ηγεμών εξήλθε μετά ταύτα εις πεδιάδα δια να γυμνάση τους στρατιώτας του κατά το σύνηθες και ούτως έκαστος εδείκνυε την μάθησιν, την οποίαν είχεν εις τα όπλα του πολέμου. Εκάθητο δε ο Λυσίας εις ένα τόπον και εκάλει κατ΄ όνομα ένα προς ένα τους στρατιώτας του να περνούν έμπροσθεν αυτού, και να δεικνύη έκαστος την ανδρείαν και την εμπειρίαν του. Ήτο δε εις στρατιώτης ωραιότερος από τους άλλους, εύμορφος κατά την θεωρίαν και υψηλός κατά το ανάστημα του σώματος, Ορέστης ονομαζόμενος. Ιδών δε αυτόν ο Λυσίας επήνεσε πολύ την ωραιότητά του και τον προσέταξε να ρίψη κατά του στόχου το κοντάριον, θέλων δε εκείνος να σηκώση την χείρα, δια να το εκτινάξη, εσύρθη το ρούχον του και εφάνη εις χρυσούς Σταυρός, τον οποίον εφόρει εις το στήθος του. Τούτον ιδών ο τύραννος, τον προσεκάλεσε να πλησιάση και λαβών εις χείρας του τον Σταυρόν, είπε· «Τι είναι τούτο; Μήπως είσαι και συ δούλος του Εσταυρωμένου»; Ο δε απεκρίνατο· «Ναι, δούλος είμαι του Δεσπότου μου Ιησού Χριστού και βαστάζω τούτον τον Σταυρόν ως φυλακτήριον, ίνα δι΄ αυτού νικώ πάντα τα επερχόμενα κατ΄ εμού κακά». Ο δε άρχων είπε· «Δέσατε και τον θαυμαστόν αυτόν στρατιώτην με τον δυστυχή εκείνον Ευστράτιον, να τους εξετάσω εις την Νικόπολιν». Όταν λοιπόν έφθασεν εις την Νικόπολιν, ήλθον προς αυτόν πλήθος πολύ των στρατιωτών της πόλεως εκείνης και πάντες με μίαν φωνήν έκραζον· «Λυσία, και ημείς είμεθα στρατιώται του Δεσπότου Χριστού και ως θέλεις ποίησον». Εκείνος δε πρώτον μεν εφοβήθη, μήπως και ορμήσουν κατ΄ αυτού, έπειτα βλέπων, ότι ως πρόβατα παρεδόθησαν, επρόσταξε να τους φυλακίσουν· είτα διελογίζετο με ποίον τρόπον να τους θανατώση, ώστε να μη γίνη σύγχυσις από τους συγγενείς και φίλους αυτών, εκείνον δε που εφοβείτο περισσότερον ήτο ο Άγιος Ευστράτιος, διότι εσκέπτετο μήπως τιμωρών εκ νέου αυτόν θαυματουργήση και πάλιν οπότε όχι μόνον τους Χριστιανούς θέλει στηρίξει εις την πίστιν, αλλά και τους Έλληνας θέλει μεταστρέψει. Απεφάσισε λοιπόν ο Λυσίας να στείλη τους Αγίους Ευστράτιον και Ορέστην εις τον Αγρικόλαν εις την Σεβάστειαν. Όθεν έστειλε προς αυτόν την εξής επιστολήν· «Τω μεγαλοπρεπεστάτω ηγεμόνι Αγρικόλα, Λυσίας ο δουξ. Γνωρίζοντες οι θειότατοι βασιλείς ημών, ότι εις όλον τον κόσμον δεν είναι άλλος τις υψηλότερος από σε εις τον νουν δυνάμενος να ερευνά και να ευρίσκη τα απόρρητα και δυσερμήνευτα πράγματα, σοι έδωσαν την εξουσίαν της αρχής ταύτης, δια την άοκνον σπουδήν σου και τας λοιπάς αρετάς σου· επειδή εις όλας τας πράξεις σου δεν ευρίσκεται τίποτε άξιον κατακρίσεως. Αποστέλλω σοι όθεν και εγώ δεδεμένον τον Ευστράτιον τούτον, διότι αν και επισταμένως προσεπάθησα δεν επέτυχα να εύρω μέθοδον να τον επιστρέψω από το άνομον τόλμημα της Χριστιανικής δεισιδαιμονίας· αλλά μάλιστα αντί της τιμής της στρατείας της οποίας ηξιώθη, ανέβη εις περισσοτέραν κενοδοξίαν και μας ύβρισεν ο αχάριστος. Τούτον λοιπόν δεξάμενος ομού με τον ομόφρονα αυτού Ορέστην, δίκασον αμφοτέρους, κατά την σοφωτάτην σου κρίσιν και των βασιλέων τα δόγματα· έρρωσο». Λαβόντες οι στρατιώται τα γράμματα και τους Αγίους δεδεμένους επορεύοντο προς την Σεβάστειαν. Ο δε Άγιος έψαλλε καθ΄ οδόν· «Οδόν αληθείας ηρετισάμην, και τα κρίματά σου ουκ επελαθόμην· εκολλήθην της μαρτυρίοις σου, Κύριε, μη με καταισχύνης» (Ψαλμ. ριη΄: 30-31). Αφού δε συνεπλήρωσε τας ευχάς, ηρώτα τον ευλογημένον Ορέστην λέγων· «Αδελφέ, διηγήθητί, μοι, με ποίαν προθυμίαν και πως ετελειώθη ο μακάριος Αυξέντιος». Ο δε Ορέστης είπεν· «Αφού ο δουξ εξέδωκε την εις θάνατον καταδικαστικήν απόφασιν, παρεκάλεσεν ο Άγιος πάρα πολύ τους στρατιώτας να τον φέρουν να σε ίδη προ της εκτελέσεως, αλλ΄ εκείνοι δεν ηθέλησαν, διότι ήτο η ώρα του γεύματος και εβιάζοντο οι κοιλιόδουλοι να εκτελέσουν το πρόσταγμα. Ευθύς λοιπόν τον επήγαν εις την φάραγγα, την οποίαν καλούμεν Ορώρειαν, ερχόμενος δε ο Άγιος έψαλλε καθ΄ οδόν· ¨Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ οι πορευόμενοι εν νόμω Κυρίου» (Ψαλμ. ριη΄: 1)· έως δε να φθάση εις τον τόπον της εκτελέσεως συνεπλήρωσε τον ψαλμόν και κλίνας τα γόνατα προσηύχετο επί ώραν πολλήν· είτα απλώσας τας χείρας, ως να εδέχετο προσφοράν, είπε το , Αμήν· ιδών δε πλησίον του εμέ, μου είπε μυστικά· «Αδελφέ Ορέστα, ειπέ εις τον μακάριον Ευστράτιον να κάμη προσευχήν δι΄ εμέ και ταχέως θέλει με φθάσει· εκεί θα αναμένω αυτόν. Ούτως είπε και απεκεφάλισαν αυτόν, ουδείς δε Χριστιανός ηδυνήθη να πλησιάση λόγω του γενομένου διωγμού. Όταν δε ενύκτωσεν, επήγαν οι Πρεσβύτεροι των Αραβράκων και επήραν κρυφίως το άγιον αυτού Λείψανον· αλλά την κεφαλήν δεν εύρον και κλαίοντες δι΄ αυτήν, ήκουσαν κορώνην τινά, ήτις έκραζεν από τινος δένδρου· όθεν πλησιάσαντες εις αυτό εύρον την αγίαν Κάραν κρατουμένην από τους κλώνους του δένδρου και λαβόντες ευλαβώς την τε ιεράν κεφαλήν και το άγιον Λείψανον απήλθον εις την πόλιν». Ταύτα ακούσας ο Άγιος έκλαυσεν, εδέετο δε του Θεού να τον αξιώση να τελειώση και αυτός ωσαύτως την οδόν του. Είτα λέγει προς τον Ορέστην· «Ας υπάγωμεν και ημείς ταχέως να τον φθάσωμεν». Μετά πέντε ημέρας έφθασεν η συνοδεία εις την Σεβάστειαν και παρέδωσαν τους Αγίους εις τον Αγρικόλαν, όστις επρόσταξε να τους φυλάσσουν εις στερεάν και ασφαλεστάτην φυλακήν. Κατά δε την επομένην, αφού εκάθισεν επί του βήματος εις την αγοράν, έφεραν τους Αγίους εκεί έμπροσθεν απάσης της πόλεως. Τότε λέγει ο άρχων· «Αναγνώσατε πρότερον την επιστολήν του περιβλέπτου δουκός Λυσίου και την κατά του Ευστρατίου τούτου γενομένην έγγραφον εξέτασιν». Ακούων δε την κατάθεσιν και τας αποκρίσεις του Αγίου, εθαύμασε και του λέγει· «Μη νομίσης, Ευστράτιε, ότι θα ομοιάζη η τιμωρία, την οποίαν θα σου δώσω, με εκείνην του Λυσίου. Πριν λοιπόν δοκιμάσης αυτήν, υπάκουσον εις τα βασιλικά προστάγματα και προσελθών προσκύνησον τους μεγάλους θεούς». Λέγει προς αυτόν ο Άγιος· «Κυριεύουν και εξουσιάζουν οι νόμοι τους βασιλείς, ω δικαστά, ή όχι»; Ο άρχων είπε· «Ναι, επειδή όλοι οι βασιλείς φυλάττουν αυτούς και δεν τους καταφρονούσιν, ούτε ποσώς εναντιούνται προς αυτούς». Λέγει ο Άγιος· «Λοιπόν είσαι υποχρεωμένος και συ και όλοι οι μετά σου να πράττετε καθώς ορίζουν οι νόμοι ή ματαίως έλαβον τον κόπον εκείνοι οι οποίοι τους έγραψαν»; Ο άρχων είπε· «Δια ποίαν αιτίαν λέγεις ταύτα, κακή κεφαλή; Τις ετόλμησε ποτέ να πράξη εναντίον των νόμων»; Αποκριθείς τότε ο Άγιος λέγει· «Εις τον νόμον του σεβαστού Καίσαρος είναι γεγραμμένα ταύτα: Πάσα βία και δυναστεία λόγου και έργου ας λείπη από τας κρίσεις και τα δικαστήρια, πανταχού δε ας πολιτεύεται η θέλησις και κατάπεισις του αυτεξουσίου. Πρέπει ο αρχόμενος να πράττη εν από τα δύο ταύτα, ή νικών να λάβη το σπουδαζόμενον, ή αν καταπεισθή και νικηθή με εύλογον και δίκαιον τρόπον, να τελέση το προστασσόμενον θεληματικώς με την ιδίαν του γνώμην. Τον δε άρχοντα προστάσσομεν να συνδυάζη τον φόβον με την πραότητα και να κρίνη με σοφίαν και σύνεσιν, δια να μη τον εχθρεύωνται τινες από φόβον, μήτε πάλιν άλλοι να πράττουν αταξίας δια την πολλήν του πραότητα. Ταύτα, ω δικαστά, είναι γεγραμμένα ούτως ή όχι»; Απεκρίθη ο άρχων· «Ναι». Τότε είπεν ο Άγιος· «Σε παρακαλώ λοιπόν να φυλάξης την τάξιν αυτήν και εις εμέ». Απεκρίθη ο άρχων· «Και εις σε και εις πάντας είναι ανάγκη να φυλάττωνται οι νόμοι με τον επιβαλλόμενον σεβασμόν». Λέγει πάλιν ο Άγιος· «Δέομαί σου λοιπόν, συγκέρασον τον φόβον με την πραότητα, ως δοκιμώτατος όπου είσαι εις πάντα και θέλησον να διαλεχθώμεν με την κρίσιν του λογικού, ή να με πείσης να προσκυνήσω τους θεούς ή αν νικηθής, να ομολογήσης την αλήθειαν. Εάν δε δεν δέχεσαι τούτο και θέλεις να επιβάλης τιμωρίας χωρίς λόγους και εξετάσεις, τότε τιμώρει, σφάξε και πράξον ό,τι αν βούλεσαι». Ο δε άρχων απεκρίθη· «Λέγε μετά παρρησίας ό,τι θέλεις, δια να κρίνη και το δικαστήριον δικαιότερον». Ευρών τότε την ευκαιρίαν ο Άγιος λέγει· «Ποίον με προστάζεις να προσκυνήσω, ω δικαστά, Θεόν ή θεούς»; Ο άρχων είπε· «Και Θεόν και θεούς». Λέγει ο Άγιος· «Ανωτέρους και κατωτέρους»; Απεκρίθη ο άρχων· «Ναι, τον Δία πρότερον και είτα τον Απόλλωνα, τον Ποσειδώνα και τους λοιπούς». Λέγει προς αυτόν ο Άγιος· «Ποίοι σοφοί, ή εξηγηταί, ή προφήται γράφουν να προσκυνήτε τούτους»; Απεκρίθη ο άρχων· «Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Ερμής και οι λοιποί σοφοί, τους οποίους αν ήθελες αναγνώσει, Ευστράτιε, θα εμάνθανες ότι ήσαν θαυμαστοί και θείοι άνδρες, θα είχες δε αυτούς εις ευλάβειαν και θα εσέβεσο την ενθύμησιν αυτών». Λέγει προς αυτόν ο Άγιος· «Ουδένα εξ αυτών αγνοώ, διότι περί πάντων αυτών εδιδάχθην παιδιόθεν· και πάσαν την μουσικήν ομοίως επαιδεύθην, διότι ο πατήρ μου ήτο φίλος των επιστημών και αν ορίζης, ας αρχίσωμεν από τον Πλάτωνα πρότερον». Ο άρχων είπεν· «Μανθάνομεν περί του Πλάτωνος από το βιβλίον, το οποίον έγραψε προς Τίμαιον, ότι εποίησεν εις τον θεόν προσευχήν. Λοιπόν τι νομίζεις; Είναι ο Πλάτων σοφός, ή όχι»; Ακούσας και ταύτα ο Άγιος από τον τύραννον λέγει προς αυτόν με παρρησίαν· «Μάλιστα, πολύ καταφρονεί τον θεόν σου Δία ο Πλάτων και άκουσον τι λέγει εις το δεύτερον βιβλίον αυτού. «Επειδή ο Θεός είναι αγαθός, δεν λέγομεν άλλον αίτιον του αγαθού, ειμή τον Θεόν· των δε κακών πρέπει να είναι άλλος αίτιος και όχι ο Θεός». Λοιπόν δεν είναι πρέπον να δεχθώμεν εις μαρτυρίαν άλλον τινά σοφόν, ειμή μόνον αυτόν τον Πλάτωνα, τον οποίον ανέφερες πρώτον, διότι αυτός μόνον είναι αληθής. Οι λοιποί ψεύδονται καθώς και ο Όμηρος, επειδή λέγουσιν, ότι ο Ζεύς είναι αίτιος και των αγαθών και των κακών. Δεν είναι δε επαινετόν το να έχουν μεταξύ των οι θεοί σας φιλονικίας και μάχας ως και άλλας πολλάς ατοπίας, περί των οποίων αναφέρουν οι ποιηταί σας. Ο Πλάτων δεν θέλει, ούτε καν συγχωρεί να λέγη, ή να ακούη τις, ούτε νέος ούτε γέρων, περί του Διός τούτου. Διότι είναι άνομον και άθεσμον να γίνη ο θεός πατροκτόνος, καθώς έπραξεν ο Ζεύς, τον οποίον σέβεσθε, φονεύσας τον πατέρα του Κρόνον, ή το να γίνη κύκνος, δια να πλανήση και να φθείρη θνητήν γυναίκα. Προχωρών δε εις τους στίχους ο αυτός Πλάτων εχθρεύεται και περιπαίζει αυτόν τον Δία, ω δικαστά, ότι με κλαυθμόν και μανίαν πολλήν, ως να ήτο γυνή, οδύρεται τον θάνατον του Σαρπηδόνος. Είναι ή δεν είναι γεγραμμέναι εις τα βιβλία σας αύται αι μυθολογίαι; Εάν λοιπόν ο Πλάτων αυτός, ο σοφώτερός σας συγγραφεύς, λέγη, ότι δεν είναι Θεός ο Ζεύς και παρακινεί και συμβουλεύει έκαστον ενάρετον άνθρωπον να μη μιμήται αυτόν εις τα άνομα πάθη, διατί σεις αναγκάζετε ημάς να τους προσκυνώμεν»; Ακούων ταύτα ο άρχων και συγκρατών την οργήν του είπε· «Δια την φιλανθρωπίαν μου υπομένω την τοσαύτην αναισχυντίαν σου. Ειπέ λοιπόν και συ τις είναι ο Θεός, τον οποίον σέβεσθε και διατί νομίζετε Θεόν, εκείνον όστις κατεκρίθη εις θάνατον»; Τότε ο Άγιος διηγήθη ενώπιον πάντων άπασαν την θείαν οικονομίαν, αρχίζων από την κτίσιν του κόσμου, την πλάσιν και παράβασιν του Αδάμ και καθ΄ εξής έως την Ανάστασιν του Σωτήρος Χριστού, τα οποία δεν γράφω δια βραχυλογίαν, επειδή όλοι τα γνωρίζετε· εις δε το τέλος είπε και ταύτα· «Αυτός λοιπόν ο Ιησούς Χριστός, ο μόνος αληθής Θεός, μάς ανέστησε και μας ηξίωσε να γενώμεθα υιοί Θεού, διδάσκων ημάς πώς να πολεμώμεν κατά του δαίμονος και ότι, εάν αγωνισθώμεν, στεφανούμεθα και νικώμεν με την ψυχήν· καίτι δε το σώμα ημών υπόκειται εις φθοράν, εν τούτοις ο θάνατος γίνεται εις ημάς αφθαρσία. Αποστρεφόμεθα λοιπόν την ιδικήν σας πολιτείαν, διότι διάγετε ως τα ζώα τα άλογα και ανόητα, επιζητούμεν δε την αγγελικήν αϊδιότητα. Δεν βλέπομεν κάτω εις την γην, όπως τα κτήνη ή ως εκείνοι οίτινες ονομάζονται μεν άνθρωποι, διάγουν όμως ζωήν κτηνώδη· αλλά βλέπομεν όρθιοι εις τον ουρανόν, ένθα το πολίτευμα ημών υπάρχει. Αγγελικήν διαγωγήν ασπαζόμεθα και πνευματικήν πολιτείαν διάγωμεν· σωματικοί ευρισκόμενοι, γνωρίζομεν τον καθημερινόν πόλεμον της ψυχής και του σώματος ημών και με σώφρονα λογισμόν αποστρεφόμεθα τα πάθη και τας επιθυμίας με την υπακοήν και ευπείθειαν και γυμνάζομεν τον λογισμόν να απονεκρώνη και να εξουσιάζη τα μέλη με την αποχήν των σαρκικών θελημάτων. Ταύτα και περισσότερα μάς εχάρισεν ο Χριστός γενόμενος άνθρωπος· σεις όμως είσθε φιλόσαρκοι και επαινείτε εκείνους, οίτινες έπραξαν τα άτιμα έργα της αισχύνης, εστήσατε δε εις αυτούς είδωλα και τους σέβεσθε, αποξενωθέντες των ουρανίων αρετών. Σεις όχι μόνον σωματικώς, αλλά και ψυχικώς αποθνήσκετε· ημείς δε με το σώμα τούτο, το οποίον φθείρεται και διαλύεται εις την γην, ανιστώμεθα πάλιν ομού με την ζώσαν ψυχήν εις ουσίαν αθάνατον, δια να μη αποθάνωμεν πλέον καθώς ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός μάς εδίδαξε. Ταύτα σοι διηγήθην εν βραχυλογία, ω δικαστά, δια να πιστεύσης του σοφού σου Πλάτωνος και μανθάνων παρ΄ αυτού την αλήθειαν, να αρνηθής τον μοιχόν και πατραλοίαν θεόν σου». Αποκρινόμενος εις τους λόγους τούτους του Μέρτυρος ο Αγρικόλας λέγει· «Δεν είμεθα ημείς άξιοι να κρίνωμεν τας αρετάς των μεγάλων βασιλέων, μόνον δε εις τα προστάγματά των έχομεν υποχρέωσιν να υπακούωμεν. Λοιπόν ας παύση πάσα συζήτησις και πολυλογία και προσελθών προσκύνησον τους θεούς ή άλλως θέλω σε τιμωρήσει με τόσα βασανιστήρια όργανα, όσα ουδέποτε ήκουσας». Λέγει προς αυτόν ο Άγιος· «Διατί λοιπόν δεν το έπραξες πρότερον, αλλά μας έβαλες μόνον εις κόπον άκαιρον»; Προστάσσει τότε ο τύραννος να φέρουν σιδηράν κλίνην, υποκάτω δε αυτής να βάλουν πυράν πολλήν, ώστε να σπινθηροβολή και να θέσουν επάνω εις αυτήν τον Ορέστην. Είτα λέγει προς τον Ευστράτιον· «Δίκαιον είναι να ίδης πρότερον την κόλασιν, που αναμένει και σε και είτα να υποστής την βάσανον, δια να δείξης περισσοτέραν την καρτερίαν σου». Ο δε μακάριος Ορέστης, όταν τον επήγαινον εις την πυρακτωμένην κλίνην, εδειλίασεν· όθεν λέγει προς αυτόν ο Ευστράτιος· «Μη δειλιάζης, αδελφέ Ορέστα, διότι μόνον η θεωρία της τιμωρίας έχει τον φόβον, αλλ΄ αίσθησιν ουδόλως θέλεις λάβει, εάν πορευθής με θάρρος πίστεως, διότι ο Θεός παρίσταται εις ημάς και μας βοηθεί. Ενθυμήσου την γενναιότητα του μακαρίου Αυξεντίου και των λοιπών και μη φανής αμελέστερος αυτών, διότι εντός ολίγης ώρας περνά ο πόνος και μένει θησαυρός εις τους ουρανούς ατελεύτητος». Ταύτα ακούσας ο Ορέστης έλαβε θάρρος και προσελθών με γνώμην ανδρείαν, επήδησεν επάνω εις τον σιδηρούν και πεπυρωμένον κράββατον, σημειώσας επ΄ αυτού τον τύπον του Τιμίου Σταυρού. Ευθύς τότε ήπλωσεν όλον το σώμα του εις την πυράν, κράξας δε φωνήν μεγάλην και ειπών· «Κύριε, εις χείρας σου παραδίδω την ψυχήν μου», παρέδωκε το πνεύμα. Επεφώνησε δε ο Άγιος Ευστράτιος το «Αμήν». Μετά ταύτα ο ηγεμών προσέταξε να βάλουν τον Ευστράτιον εις την φυλακήν δια νεωτέραν εξέτασιν. Τούτου γενομένου ανεγίνωσκεν ο Άγιος τας ευχάς της Ακολουθίας κατά την συνήθειαν· έπειτα εκάλεσε τον δούλον του, όστις ήτο μετ΄ αυτού, και λέγει προς αυτόν· «Φέρε μοι, τέκνον, να συντάξω την διαθήκην μου, διότι αύριον ελπίζω να παρασταθώ και εγώ εις τον Κύριόν μου». Κομίσας δε ο δούλος χάρτην και μελάνην, έγραψε να υπάγουν το Λείψανόν του εις την χώραν των Αραβράκων, να το ενταφιάσουν εκεί, να μη τολμήση δε κανείς ουδόλως να πάρη μέρος τι εξ αυτού, αλλά σώον και ακέραιον να το θέσουν εις τόπον τινά καλούμενον Αλιβόζορα, ομού με τα ιερά Λείψανα των Αγίων Μαρτύρων Ευγενίου, Μαρδαρίου, Ορέστου και Αυξεντίου, των συναθλητών αυτού· επειδή οι Άγιοι ούτοι, όταν τους συνέλαβον, υποχρέωσαν τον Άγιον Ευστράτιον να τους υποσχεθή ότι, όταν τελειωθούν, θα θέσουν τα Λείψανά των ομού με το ιδικόν του. Κατόπιν ώριζεν, όπως τα ακίνητα πράγματα, τα οποία είχεν εις την άνωθεν χώραν, να είναι αφιερωμένα εις το Μοναστήριον, το οποίον θα τους έκτιζον, ίνα εκ τούτων τρέφωνται οι εις αυτό υπηρετούντες, όσα δε κινητά είχε να τα μοιράσουν εις δύο και να δώσουν τα ημίση εις τους πτωχούς, τα δε επίλοιπα εις τους αδελφούς του Αγίου, να ελευθερώσουν δε και τους δούλους του. Ταύτα διατυπώσας, ενήστευσεν όλην την ημέραν εκείνην. Ο δε Επίσκοπος της Σεβαστείας, όστις ήτο κρυμμένος δια τον φόβον, ελθών την νύκτα εκείνην έδωσε χρήματα εις τους φύλακας δια να τον αφήσουν να ομιλήση με τον Άγιον, επειδή είχεν ακούσει ότι δια της σοφίας και παρρησίας του κατήσχυνε τον ηγεμόνα και τους θεούς του. Εισελθών λοιπόν εις την φυλακήν και πεσών επί πρόσωπον εις την γην είπε προς αυτόν· «Μακάριος είσαι, τέκνον Ευστράτιε, ότι τοσούτον ο φιλάνθρωπος Θεός σε ενεδυνάμωσε· δέομαί σου να ενθυμήσαι και εμού του αμαρτωλού». Απεκρίθη προς αυτόν ο Άγιος· «Μη ποιής, Πάτερ πνευματικέ, προς εμέ μετάνοιαν, διότι εγώ μάλιστα πρέπει να πληρώσω τούτο το χρέος εις την αξίαν σου, επειδή αύριον κατά την τρίτην ώραν με την Χάριν του Θεού μέλλει να πορευθώ προς Αυτόν τον Δεσπότην μου και εγνώρισα την προκειμένην εις εμέ οδόν με φανεράν αποκάλυψιν. Λάβε λοιπόν τον χάρτην αυτόν και ανάγνωσον». Μετά ταύτα παρεκάλεσεν αυτόν να υπογράψη αυτός και οι Κληρικοί, οι οποίοι ήσαν μαζί του, ως μάρτυρες, παρεκάλεσε δε τον Επίσκοπον να υπάγη μόνος του το Λείψανόν του, καθώς και του Αγίου Ορέστου εις τον τόπον, τον οποίον έγραψε και να τα βάλη ομού με τα Λείψανα των λοιπών Αγίων και να εκτελέση και όλα, όσα εις την διαθήκην αυτού εσημείωσε, λέγων ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός θέλει του αποδώσει τον μισθόν του κόπου του εις την αιώνιον ζωήν. Ο δε Επίσκοπος υπεσχέθη να πράξη καθώς του είπε μετά πάσης χαράς. Είπε δε πάλιν προς αυτόν ο Άγιος· «Σε παρακαλώ να με κοινωνήσης τα θεία Μυστήρια». Έφεραν λοιπόν τα αρμόδια και αφού ετέλεσε την ιεράν Λειτουργίαν ο Επίσκοπος, εκοινώνησεν ο Άγιος. Τότε αιφνιδίως έλαμψεν η φυλακή ως υπό αστραπής και ήλθε φωνή λέγουσα· «Ευστράτιε, καλώς ηγωνίσθης· ελθέ λοιπόν να λάβης τον στέφανον». Οι δε παρεστώτες έπεσον επί πρόσωπον και προσεκύνησαν τον Θεόν δια τα θαυμάσια Αυτού.Έμεινε δε ο Επίσκοπος καθ΄ όλην εκείνην την νύκτα ακούων τον Άγιον και ευφραινόμενος εις τους λόγους του, το δε πρωϊ ανεχώρησεν, υποσχόμενος εις αυτόν να μη αμελήση εις όσα του παρήγγειλε. Την δε επομένην, καθήσας ο Αγρικόλας επί του θρόνου, προστάζει να φέρωσι τον Ευστράτιον και καλέσας αυτόν κατ΄ ιδίαν του λέγει μυστκά· «Επ΄ αληθείας, Ευστράτιε, πολύ θλίβομαι δια σε, ότι δεν καταδέχεσαι να υπακούσης εις τα βασιλικά προστάγματα· δια τους παρεστώτας όμως θέλησον να προσκυνήσης, κατά το φαινόμενον, μόνον με σχήμα και εντός της καρδίας σου προσκύνει και πίστευε τον Θεόν σου, ζήτησον δε παρ΄ αυτού συγχώρησιν δια την ανάγκην ταύτην, δια να μη απολεσθής κακώς τοιούτος ανήρ σοφώτατος, ως να ήσο κακοποιός τις άνθρωπος. Εάν δεν ήτο κίνδυνος δι΄ εμέ, ούτε καν θα σε εζήτουν· πολλούς Χριστιανούς εθανάτωσα και δεν ελυπήθην, ούτε κανένα εξ αυτών ευσπλαγχνίσθην, μόνον δε δια σε ενδιαφέρομαι και όλην την νύκτα ήμην εις μεγάλην οδύνην λυπούμενος». Λέγει προς αυτόν ο Άγιος· «Μη λυπήσαι δια τούτο, ούτε δι΄ εμέ να κινδυνεύσης, αλλά πράξε καθώς οι νόμοι των βασιλέων ορίζουσι, διότι ούτε με υπόκρισιν, ούτε με άλλον τινά τρόπον θέλω θυσιάσει εις τους θεούς σου· αλλά πάντοτε θα ομολογώ τον Κύριόν μου ενώπιον πάντων «και εν μέσω πολλών αινέσω αυτόν» (Ψαλμ. ρη: 30)· τα δε ιδικά σου βασανιστήρια γίνονται εις εμέ αιτία ευφροσύνης και αν το νομίζης εύλογον, δοκίμασόν με δια να εννοήσης ότι δεν ψεύδομαι». Ο άρχων τότε εκάλυψε επί ώραν πολλήν το πρόσωπόν του με τας χείρας του και εδάκρυσεν· οι δε παρεστώτες, εννοήσαντες την συμπάθειαν του άρχοντος προς τον δίκαιον, ανέπεμψαν και αυτοί θρηνώδη φωνήν και εγένετο οδυρμός πολύς, σχεδόν εις όλην την πόλιν, όχι μόνον υπό των Χριστιανών, αλλά και υπ΄ αυτών των Ελλήνων. Τότε λέγει ο Άγιος· «Τι βραδύνομεν, ω δικαστά; Ο Παντοκράτωρ Θεός να καταργήση τας μηχανάς του πατρός σας διαβόλου, διότι αυτός με πονηρίαν σε παρακινεί εις λύπην δι΄ εμέ, δια να με εμποδίση από το προκείμενον χάρισμα. Ό,τι θέλεις λοιπόν ποίησον, διότι δούλος είμαι του Χριστού· αντιτάσσομαι εις το βασιλικόν πρόσταγμα και εις το θέλημά σου, τα των θεών σου βδελύγματα αποστρέφομαι και αυτούς αναθεματίζω, διότι είναι επικατάρατοι και αυτοί και όσοι τους προσκυνούν». Ιδών λοιπόν ο άρχων την σταθερότητα αυτού εις την πίστιν του Χριστού και την μεγάλην του προθυμίαν δια το Μαρτύριον, έγραψε κατ΄ αυτού μετά βίας τοιαύτην απόφασιν. «Τον Ευστράτιον του οποίου η σιδηρά ψυχή δεν επείσθη εις των αυτοκρατόρων το πρόσταγμα και δεν ηθέλησε να προσκυνήση τους θεούς, προστάσσω να καταφλεχθή εις το πυρ και ούτω να λάβη το τέλος της ζωής». Ακούσας ο Άγιος την απόφασιν, εστάθη και είπε την προσευχήν ταύτην μεγαλοφώνως· «Μεγαλύνων μεγαλύνω σε, Κύριε, ότι επείδες επί την ταπείνωσίν μου, και ου συνέκλεισάς με εις χείρας εχθρών, αλλ΄ έσωσας εκ των αναγκών την ψυχήν μου. Και νυν, Δέσποτα, σκεπασάτω με η χειρ σου και έλθοι επ΄ εμέ το έλεός σου, ότι τετάρακται η ψυχή μου και κατώδυνός εστιν, εν τω εκπορεύεσθαι αυτήν εκ του αθλίου μου και ρυπαρού σώματος τούτου· μήποτε η πονηρά του αντικειμένου βουλή συναντήση και παρεμποδίση αυτήν, δια τας εν αγνοία και γνώσει εν τω βίω τούτω γενομένας μοι αμαρτίας. Ίλεως γενού μοι, Δέσποτα, και μη ιδέτω η ψυχή μου την ζοφεράν και σκοτεινήν όψιν των πονηρών δαιμόνων· αλλά παραλαβέτωσαν αυτήν Άγγελοί σου φαιδροί και φωτεινοί. Δος δόξαν τω ονόματί σου τω Αγίω και τη ση δυνάμει ανάγαγέ με εις το θείον σου βήμα. Εν τω κρίνεσθαί με, μη καταλάβοι με η χειρ του άρχοντος του κόσμου τούτου εις το κατασπάσαι με τον αμαρτωλόν εις βυθόν άδου, αλλά παράστηθί μοι και γενού μοι σωτήρ και αντιλήπτωρ. Ελέησον, Κύριε, την ρυπωθείσαν τοις πάθεσι του βίου ψυχήν μου και καθαράν αυτήν, δια μετανοίας και εξομολογήσεως πρόσδεξαι, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Ταύτα προσευξάμενος ο Άγιος και βλέπων ότι οι υπηρέται είχον ήδη ανημμένην την κάμονον, εποίησε τον Σταυρόν του εις το όνομα του Δεσπότου Χριστού και εισήλθεν εις αυτήν ψάλλων και αγαλλιώμενος και ούτω παρέδωκε την ψυχήν εις χείρας Θεού την ιγ΄ (13ην) του Δεκεμβρίου μηνός εν έτει 296. Μετά την μακαρίαν αυτού τελείωσιν, λαβών ο Επίσκοπος το άγιον αυτού Λείψανον, καθώς και το του Αγίου Ορέστου εκόμισε και απέθεσεν αυτά εκεί, όπου του παρήγγειλεν ο Άγιος. Τούτο είναι το Μαρτύριον του Αγίου Ευστρατίου και των συν αυτώ αθλησάντων Αγίων Μαρτύρων, οίτινες δοκιμασθέντες ενταύθα προσκαίρως ως χρυσός εν χωνευτηρίω και έως τέλους υπομείναντες γενναίως, αγάλλονται νυν εν ουρανοίς αιωνίως μετά πάντων των Αγίων, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1961
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΔ΄ (14η) του Δεκεμβρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΘΥΡΣΟΥ, ΛΕΥΚΙΟΥ και ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ.

Δημοσίευση από silver » Παρ Δεκ 14, 2018 1:02 am


Θύρσος, Λεύκιος και Καλλίνικος οι Άγιοι Μάρτυρες ήθλησαν κατά τον καιρόν του βασιλέως Δεκίου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σμθ΄ - σαν΄ (249- 251), κατήγοντο δε από την χώραν των Βιθυνών, από γένος λαμπρόν και περίφημον, αλλά και κατά την ευσέβειαν εφάνησαν έτι λαμπρότεροι, επειδή υπέμειναν από τους ασεβείς διάφορα παιδευτήρια και δεν ενικήθησαν οι αήττητοι. Κατά τον καιρόν εκείνον ήσαν εις όλας τας πόλεις ωμοί και ανήμεροι άεχοντες τιμωρούντες τους πιστούς ανηλεώς· ήλθε δε και εις την Καισάρειαν, εις την οποίαν κατώκουν οι Άγιοι, άρχων τις, Κουμβρίκιος ονόματι, όστις επεμελείτο πολύ τα είδωλα, έκτιζε βωμούς, έκαμνε θυσίας και ει τι άλλο ηδύνατο. Όχι δε μόνον αυτός ήτο εις την πλάνην αυτήν βεβυθισμένος, αλλ΄ ηγωνίζετο, ο ασύνετος, να ρίψη και άλλους εις την απώλειαν, άλλους με κολακείας και άλλους με απειλάς. Κατά την εποχήν εκείνην ήτο και ο Άγιος Μάρτυς Λεύκιος, εις από τους πρώτους της πόλεως, βλέπων δε τας θλίψεις των δικαίων εθλίβετο και τους ελυπείτο ως συμπαθέστατος. Όθεν από τον θείον ζήλον ανεφλέγετο η καρδία του να παρρησιασθή δια την ευσέβειαν, μη υποφέρων να βλέπη τον αληθή Θεόν υβριζόμενον. Απήλθε λοιπόν αυτόκλητος ημέραν τινά, όταν εύρε καιρόν αρμόδιον, και λέγει ταύτα προς τον Κουμβρίκιον· «Διατί φονεύεις την ψυχήν σου, ταλαίπωρε, προσκυνών κωφά και αναίσθητα είδωλα; Δεν σε αρκεί δε το να υπάγης μόνος εις την απώλειαν, αλλά βιάζεις και άλλους ανθρώπους να γίνωνται και αυτοί αναισθητότεροι των λίθων και των ξύλων. Διότι δεν θέλεις να γνωρίσης τον αληθή Θεόν και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν και να έλθης εις το φως της αληθείας, αφήνων το σκότος της ματαιότητος»; Ταύτα ακούσας εξαίφνης ο ηγεμών από τον Λεύκιον, εθυμώθη και προστάσσει, χωρίς να τον εξετάση τελείως, να τον τανύσουν και να τον δείρουν εις την ράχιν ασπλάγχνως. Ο δε Μάρτυς εδέχετο τας πληγάς γλυκύτατα, ευλογών και ευχαριστών τον Κύριον· όθεν ο τύραννος βλέπων, ότι δεν ελάμβανε καν υπ΄ όψιν τους ραβδισμούς, προσέταξε να τον δείρουν περισσότερον και τόσον τον εμαστίγωσαν, ώστε όλον το σώμα του έγινεν απαλόν, τα κόκκαλα συνετρίβησαν, οι δήμιοι εκουράσθησαν, ο δε Άγιος πάντα μετά καρτερίας υπέμενε. Ταύτα ακούων ο ηγεμών εγνώρισεν από την καρτερίαν τού Μάρτυρος και από την παρρησίαν του, αφού ήλθεν αυτόκλητος εις τα κολαστήρια, ότι δεν ήτο δυνατόν να μετατρέψη την γνώμην του· όθεν είπε προς αυτόν προσποιούμενος ότι του κάμει χάριν τινά· «Επειδή ποθείς τον θάνατον, Λεύκιε, εγώ να σου τον χαρίσω, καθώς πολλάκις και άλλους πολλούς ομοίους σου πεπλανημένους Χριστιανούς εθανάτωσα». Ούτως ειπών, προσέταξε να τον αποκεφαλίσουν έξω της πόλεως. Επήγαινε λοιπόν ο Άγιος εις τον τόπον της καταδίκης χαίρων και αγαλλιώμενος με φαιδρόν και ιλαρόν πρόσωπον, ως να επρόκειτο να στεφανωθή, καθώς και πράγματι εστεφανώθη παρά του μισθαποδότου Χριστού εις τους ουρανούς και συνευφραίνεται με τους Αγίους Αγγέλους αιώνια. Η φήμη αύτη του Αγίου Λευκίου απήλθε πανταχού· και οι μεν άλλοι Χριστιανοί, δια την ωμότητα του Κουμβρικίου, εκρύπτοντο, ο δε θείος Θύρσος, θείω ζήλω κινούμενος, επήγε προς τον ηγεμόνα και του λέγει· «Χαίροις, κράτιστε ηγεμών». Αντεχαιρέτησε δε και αυτόν ομοίως ο άρχων. Λέγει προς αυτόν ο Θύρσος· «Είναι συγκεχωρημένον να συνομιλώμεν και ημείς οι εξουσιαζόμενοι με σας τους εξουσιαστάς ό,τι θέλει έκαστος κατά το δίκαιον ή μόνον να σας υπακούωμεν χωρίς να λέγωμεν ή να αποκρινώμεθα τίποτε»; Ο δε απεκρίνατο· «Ναι, έκαστος είναι ελεύθερος να ομιλή εις το κριτήριον και μάλιστα όταν λέγη ωφέλιμα λόγια». Λέγει ο Θύρσος· «Ποίος όμως άλλος λόγος είναι ωφελιμώτερος, από εκείνον όστις λυτρώνει την ψυχήν μας από τον αιώνιον θάνατον; Εγώ επ΄ αληθείας ήλθον να σε οδηγήσω προς την αλήθειαν και να σε συμβουλεύσω δια την σωτηρίαν σου, διότι σε λυπούμαι και θλίβεται η καρδία μου, να βλέπω ότι προσκυνείς λίθους και ξύλα ανόητα και αφήκες τον αληθή Θεόν και Σωτήρα ημών τον ποιήσαντα τον ουρανόν και την γην και άπασαν την υφήλιον». Ταύτα ειπών μετά παρρησίας ο Άγιος, του έφερε πολλάς ρήσεις εις μαρτυρίαν από τους Προφήτας, οι οποίοι μας διδάσκουν να μη προσκυνούμεν άλλο τι, ειμή μόνον τον ένα Θεόν. Ο δε ηγεμών απεκρίνατο· «Η πολλή σου αναισχυντία φανερώνει ότι είσαι και συ εις την πλάνην και την ασθένειαν των Χριστιανών· πλην άφες αυτά τα φλυαρήματα και μάταια ερωτήματα, να τα λύσουν οι παίδες, οίτινες κάθηνται εις το σχολείον και έχουν προς τούτο τον καιρόν· συ δε υπάκουσον εις τα βασιλικά προστάγματα και προσελθών θυσίασον εις τους θεούς· ει δ΄ άλλως, εγώ θέλω σου δώσει αντίδοσιν και παίδευσιν αξίαν της ακαίρου ματαιολογίας και αυθαδείας σου». Λέγει ο Άγιος· «Δεν είναι πρέπον να γίνωμεν και οι λογικοί άλογοι και ανόητοι και να προσκυνώμεν αναίσθητα και άλογα κτίσματα· όθεν δεν πείθομαι να αρνηθώ την ευσέβειαν· λοιπόν επειδή δεν κρίνεις με κρίσιν εύλογον, αλλά βία και δυναστεία, ποίησον ό,τι βούλεσαι». Λέγει ο άρχων· «Άραγε δια να σου δείξω ήμερον πρόσωπον, σε έκαμα και έγινες αυθαδέστερος; Αλλ΄ επειδή σε βλέπω συνετόν και φρόνιμον, σε παρακινώ εις το συμφέρον σου, πριν δοκιμάσης τα κολαστήρια. Λοιπόν ύπαγε εις τον ναόν και απόδος εις τους θεούς την πρέπουσαν προσκύνησιν, δια να σου συγχωρήσω τα πρότερα, να γίνης και φίλος του βασιλέως και να τιμηθής πολύ από εμέ». Λέγει ο Άγιος· «Εγώ από πολλού εγνώρισα την αλήθειαν και καταγελάσας τα ακάθαρτα βδελύγματα των ψευδωνύμων θεών σας, προετίμησα την πίστιν του Χριστού την αμώμητον· λοιπόν μη αμελής, αλλά πράξε καθώς ο βασιλεύς σε προσέταξε». Τότε προστάσσει ο τύραννος δυνατούς τινας και ανδρείους νέους να δέρωσι τον Άγιον εις όλον το σώμα έως ότου κουρασθούν και κατόπιν να αλλάσσωνται. Έπειτα να τον δέσουν δυνατά με λωρία από τα άκρα των χειρών και των ποδών του και να τον σύρουν τόσον ισχυρώς, έως ότου εξέλθουν από τον τόπον αυτών αι αρμονίαι του σώματος και ξεχωρίσουν τα μέλη από τα νεύρα. Υπέμεινε λοιπόν ο Άγιος τοιαύτην οδύνην ανύποιστον με φαιδρόν και αγαλλιώμενον πρόσωπον, ο δε τύραννος εφθόνησε δια την φαιδρότητα και το ανθηρόν του προσώπου του και προστάσσει να τον λύσουν από τα δεσμά και να κατακεντώσι με βελόνας το πρόσωπον αυτού και τα βλέφαρα. Τούτου γενομένου, ενεπλήσθη ο θείος Θύρσος θάρσους παρά Θεού και ήλεγχε μάλλον με πολλήν παρρησίαν τον τύραννον, λέγων· «Πρόσεχε εις εμέ δια να εννοήσης την δύναμιν του Χριστού μου· διότι όσον συ αφανίζεις το σώμα μου, τόσον Εκείνος μου δίδει περισσοτέραν ωραιότητα, διότι αυταί αι πληγαί και τα στίγματα καλλωπίζουσι τας ψυχάς και τα σώματα». Ταύτα ακούων ο τύραννος έβραζεν από τον θυμόν του, μη γνωρίζων τι να πράξη δια να μη τον πολεμή ο Άγιος με την γλώσσαν του και προστάσσει να δέρουν τας σιαγόνας του με στροβίλους χαλκούς, έως να συντριβούν οι οδόντες του. Αλλά και ταύτην την τιμωρίαν υπομένων ο μακάριος Θύρσος, είχε πάλιν την προτέραν φαιδρότητα και δεν έπαυεν από του να υμνή και να ευχαριστή τον Κύριον. Ταύτα όμως ήναπτον έτι περισσότερον τον θυμόν του άρχοντος και λέγει προς τον Μάρτυρα· «Μη βάλης εις τον νουν σου, Θύρσε, ότι ετελαίωσαν τα βασανιστήριά σου, με αυτά μόνον τα μικρά κολαστήρια, τα οποία μέχρι τώρα έλαβες, αλλά γνώριζε, ότι θέλεις δοκιμάσει τόσον πολλά, ώστε να μάθης με ποίον τρόπον παιδεύονται οι απειθείς». Ο δε Μάρτυς έλεγε· «Δια τα μέγιστα αυτά καλά σε ευχαριστώ, διότι με τα προσωρινά ταύτα και μικρά κολαστήρια μού ωφελείς την ψυχήν και σε παρακαλώ μη φθονήσης, ούτε αμελήσης να μου δώσης την απόλαυσιν ταύτην». Τότε προσέταξεν ο άρχων και διέλυσαν εις το πυρ μόλυβδον, απλώσαντες δε εις κλίνην γυμνόν και πρηνή τον Άγιον, εφερον μάντεις τινάς και γόητας και του έλεγον· «Κάμε τώρα το θέλημα του ηγεμόνος, δια να σωθής εκ του κινδύνου και ο Θεός σου είναι καθώς ακούομεν φιλάνθρωπος και πανάγαθος και θέλει σε συγχωρήσει δια την ασθένειαν της φύσεως». Ταύτα μεν αυτοί έλεγον κατά προσταγήν του άρχοντος, ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Εγώ μεν υπομένω τας προσκαίρους αυτάς τιμωρίας, δια να λυτρωθώ από την αιώνιον κόλασιν και να αναπαυθώ εις την Βασιλείαν των ουρανών αιώνια, αλλά σεις, οίτινες φιλονικείτε κατά της αληθείας, πρέπει να γνωρίζετε ότι αυτός ο μόλυβδος, τον οποίον βράζετε δια να με καύσητε, θέλει γίνει μάρτυς της κακίας σας, και θέλει παραδώσει πολλούς από σας εις το πυρ το άσβεστον, να κολάζεσθε ως ασεβείς αιώνια». Και ο μεν Άγιος έλεγε ταύτα, διότι η θεία Χάρις επλήρωνε την καρδίαν του· οι δε άνομοι ενόμιζον ταύτα λήρους και φλυαρήματα και έχυσαν επάνω εις την γεγυμνωμένην ράχιν του τον μόλυβδον βράζοντα· αλλ΄ ω των θαυμασίων σου, Δέσποτα! Ο μόλυβδος δεν ήγγισεν ουδόλως εις τας σάρκας του, αλλ΄ επήδησεν εις τα πρόσωπα των ασεβών και πολλούς εθανάτωσεν, ο δε Άγιος ηγέρθη της κλίνης αβλαβής εις θαύμα και έκπληξιν των ορώντων. Ταύτα βλέπων ο τύραννος ως τυφλός και ανόητος ωργίζετο έτι μάλλον κατά του Αγίου και τον έλεγε μάγον και γόητα· ύστερον δε πάλιν του έδωκε και άλλας τιμωρίας· αλλ΄ ο Άγιος εδείκνυε πάντοτε την αυτήν ανδρείαν ως πρότερον και τους μεν δυσσεβείς ετάραττε και τας ψυχάς αυτών εθορύβει, τους δε ευσεβείς εστερέωνεν· όθεν ο τύραννος, την αισχύνην μη υποφέρων, εφυλάκισε πάλιν με άλυσον δεδεμένον τον Μάρτυρα δια να συλλογισθή με ποίαν άλλην βάσανον να αναλύση το σώμα του. Ο δε Μάρτυς προσέπιπτε τω Δεσπότη θερμότατα και εδέετο να τον αξιώση του θείου Βαπτίσματος δια να γίνη χρησιμώτερος δούλος του, διότι ακόμη δεν ήτο βαπτισμένος· ο δε Θεός επακούσας της αιτήσεώς του τον ηξίωσε να λάβη δύο βαπτίσματα, ήτοι το δι΄ ύδατος και Πνεύματος άγιον Βάπτισμα και το του Μαρτυρίου. Το μεσονύκτιον ήλθεν ο Δεσπότης Χριστός εις την φυλακήν, να επισκεφθή τον δούλον του και ευθύς αι θύραι ηνεώχθησαν μόναι των, αο αλύσεις ελύθησαν και φως μέγα έλαμψεν εις το δεσμωτήριον· ο δε Άγιος ωδηγήθη έξω αυτού και επήγε, καθοδηγούμενος από θείον φως, εις τον Επίσκοπον της πόλεως, όστις ήτο κεκρυμμένος δια τον φόβον των διωκτών. Ιδών δε εκείνος τον Άγιον εθαύμασε, πως ευρέθη εκεί, δεδομένου ότι είχεν ακούσει τα άθλα του· όθεν πεσών κατά γης προσεκύνησεν αυτόν, εκείνος δε προσεκύνησεν ομοίως τον Αρχιερέα λέγων· «Εγώ, Πάτερ τίμιε, ήλθον να με ευλογήσης και όχι να ζητής ευλογίαν παρ΄ εμού, διότι είμαι ακόμη αβάπτιστος και μη αμελήσης να με τελειώσης με το λουτρόν της αναγεννήσεως». Αφού δε εβαπτίσθη ο Άγιος εποίησε την εξής προσευχήν, λέγων· «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός μου, όστις με ηκίωσας να βαπτισθώ εις το Όνομά σου, αυτός αξίωσόν με να λάβω και θάνατον δι΄ αγάπην σου». Τότε ηυλόγησεν ο εις τον άλλον και αποχαιρετήσας ο Άγιος τον Επίσκοπον επέστρεψε πάλιν εις την φυλακήν οδηγούμενος από φως θεϊκόν, ηκολούθουν δε αυτόν και Άγιοι Άγγελοι, τους οποίους είδον όσοι ήσαν άξιοι. Έμεινε δε εκεί αγρυπνών και προσευχόμενος. Κατ΄ εκείνας τας ημέρας ήλθεν εκεί κόμης τις, Σιλβανός καλούμενος, σκληρός πολύ και απάνθρωπος, όστις εζήτησε και έλαβεν από τον βασιλέα εξουσίαν να εξετάζη τους άλλους ηγεμόνας και άρχοντας, οίτινες ετιμώρουν τους Χριστιανούς, εάν δίδωσιν εις αυτούς δεινά κολαστήρια. Ακούσας λοιπόν ούτος περί του Θύρσου, ότι ο Κουμβρίκιος του έδωσε τόσας βασάνους και εν τούτοις δεν ηδύνατο να τον νικήση, ήλθεν επιταυτού εκεί εις την Καισάρειαν, δια να τον νικήση αυτός. Καθίσαντες λοιπόν εις τον θρόνον ο Σιλβανός με τον Κουμβρίκιον, έφεραν τον Άγιον και λέγειπρος αυτόν ο Σιλβανός· «Μη νομίσης, Θύρσε, ότι τα κολαστήρια, τα οποία έλαβες έως την σήμερον, είναι όμοια με εκείνα τα οποία, δια την μωροδοξίαν σου, θέλω σου δώσει εγώ». Απεκρίθη ο Άγιος· «Ο Κύριός μου Ιησούς Χριστός, όστις με ενεδυνάμωσε πρότερον και υπέμεινα εκείνα, αυτός και τώρα θέλει με λυτρώσει από τας χείρας σου· επειδή αυτόν μόνον ομολογώ Θεόν αληθέστατον, οι δε θεοί σας είναι μύθοι και φλυαρήματα· όμως αν ορίζης να αφήσης την βίαν και την δυναστείαν, ας διαλεχθώμεν με λόγον και δείξον μου τίνα θέλεις να προσκυνήσω και τότε, αν με καταπείσης με δικαιοσύνην, έχεις έπαινον». Λέγει προς αυτόν ο κόμης· «Ας υπάγωμεν εις τον ναόν και εκεί θέλω σου δείξει ποίον θεόν να προσκυνήσης πρότερον». Απελθόντες λοιπόν εις τον ναόν έδειξεν ο κόμης εις τον Μάρτυρα το είδωλον του Απόλλωνος, το οποίον ήτο το ωραιότερον όλων των άλλων και του λέγει· «Εάν προσκυνήσης αυτόν, θέλεις έχει και τους άλλους θεούς βοηθούς σου». Λέγει προς αυτόν ο Άγιος·»Πρόσεχε να ίδης ποίαν θυσίαν θέλω προσφέρει δια να έχω τον θεόν ίλεων». Ταύτα ειπών, ύψωσε προς τον ουρανόν τας χείρας και τα όμματα, επικαλούμενος την δύναμιν του αληθινού Θεού. Ενώ δε ο Άγιος εισέτι προσηύχετο, εγένετο αιφνιδίως βροντή ισχυρά και ευθύς έπεσεν ο Απόλλων εις την απώλειαν και έγινε χώμα όλον το είδωλον. Τότε λέγει προς τον λαόν ο Άγιος· «Βλέπετε την δύναμιν των θεών σας, ότι είναι πλάσματα ανενέργητα, μη δυνάμενα ούτε να ακούσουν καν το όνομα του μόνου αληθινού Θεού»; Τότε ο Σιλβανός θυμωθείς λέγει προς τον Άγιον· «Εγώ θα αφανίσω τας μαντείας σου». Ευθύς τότε προσέταξε και τον έβαλον εις μηχάνημα σιδηρούν, το οποίον τον εξέσχιζε με σιδηρούς όνυχας, τόσον ώστε έσπασαν τα νεύρα του, αι δε σάρκες του διεσπάρησαν κατά γης. Αφού δε τον εβασάνισαν τόσον, ώστε εγνώριζον, ότι δεν έχει πλέον ζωήν, τον έβγαλαν απ΄ αυτό και του λέγει ο κόμης· «Βλέπεις πως ηναλώθη όλον το σώμα σου και εντός ολίγου εξέρχεται η ψυχή σου; Που είναι τώρα ο Θεός σου και δεν σε εβοήθησε»; Λέγει ο Άγιος· «Πως ήτο δυνατόν το αδύνατον σώμα μου να υπομείνη τόσας βασάνους χωρίς την βοήθειαν του Θεού; Όθεν είναι φανερόν ότι Αυτός με βοηθεί και με λυτρώνει· λοιπόν μη αμελής, αλλά ποίησον ως βούλεσαι, διότι δεν θέλω μεταβάλει γνώμην ουδέποτε». Τότε έρριψαν εις λέβητα μεγάλον ύδωρ και βράσαντες αυτό, έδεσαν με σχοινία τους πόδας του και τον έβαλον εντός αυτού με την κεφαλήν προς τα κάτω· αλλά και τότε εις μάτην εκοπίαζον οι ανόητοι, διότι ευθύς, θεία Δυνάμει, διερράγη το χάλκωμα και εχύθη το ύδωρ. Ιδών δε ο κόμης ταύτα και αισχυνθείς, είπε προς τον Άγιον· «Εις κακόν ιδικόν σου θέλουν αποβή τα μαντεύματα, που κάμνεις, διότι χειρότερα με παροργίζεις με ταύτα και θέλω σου δώσει δριμύτερα κολαστήρια». Θέλοντες δε τότε οι άρχοντες να υπάγουν εις πόλιν τινά καλουμένην Απάμειαν δια δημοσίαν υπηρεσίαν, προσέταξαν να δέσουν τον Άγιον από τας χείρας, να λύσουν τους πόδας του και να τον σύρουν όπισθεν αυτών. Όταν λοιπόν έφθασαν πλησίον της Απαμείας, νομίσας ο Σιλβανός, ότι καν τότε, έπειτα από την καταφρόνησιν και την κακοπάθειαν, τας οποίας υπέστη ο Άγιος από την τοσαύτην οδοιπορίαν, θέλει υπακούσει εις αυτόν, του λέγει· «Θύρσε, ή θυσίασον εις τους θεούς, ή ταύτην την ώραν θέλεις θανατωθή αθλίως». Ήτο δε πλησίον τού κόμητος και ο Κουμβρίκιος, προς τους οποίους είπεν ο Άγιος· «Σεις αποθνήσκετε και οι δύο κακώς μεθαύριον». Θυμωθέντες εκ τούτου οι ασεβείς έσυραν τον Άγιον έως της Απαμείας δέροντες· αλλά πριν φθάσουν μέχρι της πόλεως, επληρώθη η προφητελια του Μάρτυρος· και ο μεν Σιλβανός εγένετο παράλυτος, ο δε Κουμβρίκιος κατελήφθη υπό υψηλόν πυρετόν και εις τέσσαρας ημέρας κακώς οι κακοί ετελεύτησαν. Όταν δε ενεταφίαζον αυτούς οι στρατιώται η γη εξέρνα τα μιαρά αυτών λείψανα και εξήρχοντο του τάφου, έως ότου εποίησεν ο Άγιος προσευχήν και ούτως εστάθησαν. Τούτων ούτω γενομένων έβαλον οι υπηρέται εις την φυλακήν τον Άγιον και παρέμεινεν εις αυτήν ημέρας είκοσι τρεις, έως ου ήλθεν άλλος ηγεμών, Βαύδος ονόματι, όστις μαθών τα περί του Θύρσου προσέταξε να φέρουν ενώπιόν του τον Άγιον και λέγει προς αυτόν· «Συ είσαι όστις υβρίζεις τα προστάγματα των βασιλέων και συνέτριψας το είδωλον του Απόλλωνος»; Λέγει ο Άγιος· «Εγώ δεν πείθομαι εις παράνομον πρόσταγμα και δεν θυσιάζω εις έργα χειρών ανθρώπων, αλλά μόνον τον αληθή Θεόν σέβομαι». Αφού λοιπόν τον ηπείλησε πολύ ο άρχων, καθώς και οι πρότεροι, και είδεν ότι δεν εφοβείτο τας απειλάς του, προσέταξε και τον έβαλον εις σάκκον, τον οποίον αφού έδεσαν καλώς τον έρριψαν εις το πέλαγος μακράν από την γην τριάκοντα στάδια, αλλά το σακκίον εσχίσθη, ελθόντες δε ουράνιοι Άγγελοι έφεραν τον Άγιον εις την γην χορεύοντες και άδοντες προς τον Κύριον ωδήν επινίκιον. Οι δε στρατιώται βλέποντες τοιαύτα θαυμάσια τα ανήγγειλαν εις τον άρχοντα, όστις κατέβη εις τον αιγιαλόν και ιδών τον Άγιον έλεγεν, ότι με μαντείας ετέλει τοιαύτα θαυμάσια· όθεν προστάσσει να τον σύρουν οπίσω αυτού και να τον δέσουν δυνατά έως ου υπάγουν εις την Καισάρειαν, εις την οποίαν ήθελε να υπάγη και αυτός δια να λάβη την ηγεμονίαν· έδερον λοιπόν οι στρατιώται καθ΄ όλην την οδοιπορίαν τον Άγιον, έως ου έφθασαν πλησίον της πόλεως. Ακούσαντες δε οι εγχώριοι ότι έρχεται ο νέος ηγεμών με τον Άγιον, εξήλθον να τους προϋπαντήσουν. Όταν δε εισήλθον εις την πόλιν, προσέταξεν ο άρχων να φυλακίσουν τον Μάρτυρα, έως ότου συνάξη θηρία να τον φάγωσιν· έστησαν λοιπόν εκεί πύργον ξύλινον πλησίον του όρους και φέροντες άγρια θηρία τα έρριψαν εντός αυτού. Μετά δε τριάκοντα ημέρας είχεν ο ηγεμών μεγάλην πανήγυριν του Διός και συνήχθη όλη η χώρα, έφεραν δε τότε και τον Άγιον να τον δώσουν τροφήν εις τα θηρία. Είπε δε τότε προς αυτόν ο τύραννος· «Ιδού, Θάρσε, ότι έκαμα προς σε φιλανθρωπίαν και δεν σε εθανάτωσα αμέσως, αλλά σου έδωσα τόσας ημέρας προθεσμίαν δια να εννοήσης το συμφέρον σου. Λοιπόν ή θυσίασον εις τον Δία, καθώς βλέπεις ότι κάμνουν όλοι οι άνθρωποι της πόλεως ταύτης, ή οι οδόντες και οι όνυχες των θηρίων θέλουν σε ξεσχίσει σήμερον». Τότε ο Άγιος προσεποιήθη, ότι μετενόησε δια τα πρότερα και λέγει προς τον άρχοντα· «Εάν ήμην βέβαιος ότι δεν αγανακτεί ο Απόλλων, όταν προσκυνήσω τον Δία και δεν θέλει θυμωθή κατ΄ εμού, διότι τον κατεφρόνησα, θα εθυσίαζα μαζί με όλους σας». Ταύτα ακούσας ο ηγεμών εχάρη και πηγαίνοντες αμφότεροι εις τον ναόν, είπε προς αυτόν· «Θυσίασε μόνον εις αυτόν και εγώ να είμαι εγγυητής υπέρ σου αξιόχρεως, ότι δεν θέλει θυμωθή κανείς από τους άλλους θεούς εναντίον σου». Ποιήσας τότε ο Άγιος ευχήν προς τον όντως Θεόν, έγινε σεισμός μέγας και το είδωλον του Διός πεσόν συνετρίβη, οι δε Έλληνες εγκαταλείψαντες την θυσίαν έφυγον έντρομοι, τρέχοντες όσον ηδύναντο και μόνον ο Θύρσος έμεινε περιγελών την ασθένειαν των ειδώλων. Ο δε ηγεμών εμέμφετο εαυτόν, ότι ενεπαίχθη από τον Άγιον και έτριζε τους οδόντας, απειλών να του δώση επώδυνον θάνατον. Ενώ δε ταύτα εγένοντο, έμαθεν ο ηγεμών ότι τα θηρία ήσαν από ημερών πεινασμένα και από της πείνης των έτρωγαν λίθους· όθεν προσέταξε και έρριψαν εις αυτά τον Άγιον, αλλ΄ ο Θεός των Δυνάμεων δεν τον αφήκεν αβοήθητον, αλλ΄ έκαμε τα θηρία ως αρνία ήμερα και εστέκοντο πλησίον του σείοντα τας ουράς των και παίζοντα. Ο δε Μάρτυς ταύτα προσηύχετο· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε Ιησού Χριστέ, ότι εδόξασας εις εμέ το πανάγιον Όνομά σου και τα ελέη σου εθαυμάστωσας και έφραξας τα στόματα των λεόντων, καθώς ποτε και τον δούλον σου Δανιήλ εθαυμάστωσας. Πρόσταξον, Κύριέ μου, τα θηρία ταύτα να υπάγουν εις τας κατοικίας αυτών, χωρίς να βλάψουν ουδένα εκ των ευρισκομένων εις το θέατρον». Ταύτα προς τον Θεόν προσευξάμενος, λέγει προς τα θηρία· «Υπάγετε εκεί οπόθεν ήλθετε και μη βλάψετε ουδένα». Ευθύς τότε τα μεν θηρία ανεχώρησαν, οι δε ορώντες εθαύμασαν και πολλοί επίστευσαν εις τον Χριστόν, ιδόντες τοιούτον θαυμάσιον. Ο δε άρχων διηπόρει και μη γνωρίζων τι να πράξη, εφυλάκισε τον Μάρτυρα. Μετά από ολίγας ημέρας θέλων να υπάγη εις την Απολλωνίαν, ήτις ήτο πόλις ολίγον από της Καισαρείας απέχουσα, προσέταξε τους στρατιώτας να σύρουν τον Θύρσον κατόπιν αυτού. Φθάσας δε εις την πόλιν, επειδή είχε πόθον να ποιήση προθύμους όλους εις την προσκύνησιν των ειδώλων, ηθέλησε να τους εκφοβίση με το να φανή προς τον Θύρσον ωμότατος, δια να δειλιάσουν όλοι και να γίνουν προς αυτόν υπήκοοι, μη γινώσκων ο ανόητος, ότι καθ΄ εαυτού ακονίζει την μάχαιραν. Συνήθροισε λοιπόν ο ανόητος τύραννος όλον τον λαόν εις τον ναόν του Απόλλωνος, όστις ήτο από τους άλλους επισημότερος, διότι ήτο μέγας και λαμπρός, έχων και τα περισσότερα είδωλα και προσέταξεν ανδρείους τινάς νέους να δέρουν τον Μάρτυρα με ράβδους εκεί έμπροσθεν εις τα είδωλα. Ο δε Άγιος ουδόλως εφοβείτο την κάλωσιν αυτήν, αλλ΄ ανυψώσας τον νουν προς τον δίκαιον Κριτήν έλεγε· «Κύριε, ας έλθη η Χάρις σου επ΄ εμέ, πρόσχες εις την βοήθειάν μου και μη με αφήσης να καταισχυνθώ, επειδή σε επεκαλέσθην». Ταύτα ο Αθλητής ηύχετο· ο δε Θεός επήκουσεν ως πάντα δυνάμενος· και εξαίφνης γίνεται βροντή μεγάλη και κτύπος εις την πόλιν και οι μεν στρατιώται οίτινες έδερον τον Άγιον έμειναν ακίνητοι και αι χείρες των εξηράνθησαν, ο δε άδικος δικαστής εδικάζετο αοράτως και εσουβλίζετο με κέντρα οξύτατα έχων την οδύνην ανείκαστον. Έπεσαν δε και τα είδωλα όλα εις την γην και έκειντο άτιμα· όθεν ο θείος Θύρσος ενεθαρρύνθη και λέγει προς τον ηγεμόνα περιγελών αυτόν· «Διατί δεν βοηθείς τους θεούς σου, οι οποίοι κείτονται κατά γης οι κακότυχοι και τους περιγελούν όσοι δεν είναι τυφλοί ως συ»; Εκ των λόγων τούτων του Μάρτυρος υπέφερεν ο άρχων και επόνει περισσότερον παρά από τας πικράς οδύνας, τας οποίας εδέχετο άνωθεν· και προς τους παρεστώτας έλεγεν· «Αι μαντείαι του Θύρσου μού δίδουν τόσην θλίψιν, ώστε επιθυμώ τον θάνατον». Ήτο δε εις την πόλιν ιερεύς τις των ειδώλων ευγενής και φρόνιμος άνθρωπος, ονόματι Καλλίνικος, τον οποίον ετίμων ως θεόν οι Έλληνες· ούτος βλέπων όλα εκείνα τα υπό της θείας Προνοίας διαδραματισθέντα μυστήρια, ήτοι το κακόν το οποίον επέπεσεν εις τον άρχοντα, την παραλυσίαν των δημίων και την εξολόθρευσιν των ειδώλων, ηννόησεν, ως γνωστικός, την ασθένειαν των θεών του και πιστεύσας εις τον Χριστόν, έλεγε ταύτα κατά διάνοιαν· «Συ παντοδύναμε Θεέ, τον οποίον κηρύττει ο Θύρσος και όστις τελείς τοσαύτα θαυμάσια, δέξου και εμέ τον νεόλεκτον στρατιώτην σου και δος μοι δύναμιν κατά των εχθρών της αληθείας». Ταύτα κατά νουν προσευξάμενος ο Καλλίνικος επλησίασε με τέχνην προς τον ηγεμόνα δια να περιγελάση αυτόν και τους θεούς του και λέγει προς αυτόν· «Ω εκλαμπρότατε ηγεμών, ο άνθρωπος ούτος, του οποίου αι σάρκες είναι καταξεσχισμέναι από τας μάστιγας, εκρήμνισε τον αρχηγόν των άλλων θεών Δία και τον λαμπρότατον Απόλλωνα, έτι δε και τον δυνατόν Ηρακλέα τον εν πολέμοις αήττητον και τους έρριψε και τους τρείς κατά γης χωρίς να τους εγγίση με όπλα, αλλά μόνον με ένα λόγον τον Χριστόν επικαλούμενος· εάν ορίζης λοιπόν, ας υπάγωμεν να σηκώσωμεν καν τον ιαματικόν Ηρακλέα και να τον παρακαλέσωμεν όπως δεηθή εις τον πατέρα του τον Δία και εις τον Απόλλωνα, οίτινες κοιμώνται ύπνον βαθύτατον, να μας βοηθήσωσιν». Ο δε ηγεμών ακούων ταύτα δεν ηννόησε την χλεύην, αλλά νομίζων ότι του ωμίλει σπουδαίως, απεκρίνατο λέγων· «Ύπαγε συ μόνος, διότι εγώ είμαι ασθενής, ιλάρυνε τους θεούς και εξέγειρε αυτούς εις εκδίκησιν, να απολέσουν τον Θύρσον, όστις τους εκρήμνισε με τας μαντείας του ο αναίσχυντος». Λέγει προς αυτόν ο Καλλίνικος· «Και πώς να κάμουν εκδίκησιν, αφού ήτο δυνατώτερος ο Θεός εκείνος όστις τους κατέρριψε»; Τότε ηννόησε την ειρωνείαν ο ηγεμών και εβόησεν· «Αλλοίμονον εις εμέ τον δυστυχή! Και συ, Καλλίνικε, επλανήθης με τας μαντείας του μιαρού τούτου γόητος»; Τότε ο νέος Αθλητής δεν εστάθη να ακούση δεύτερον λόγον από τον τύραννον, αλλά τρέχει παρευθύς εις τινα οικίαν, ξυρίζει τας τρίχας του πώγωνος, εκδύεται τα ενδύματά του και ελθών ενώπον του τυράννου ρίπτει όλα αυτά εις τους πόδας του λέγων· «Δέξου, ω ηγεμών, τας τρίχας και τα ενδύματα ταύτα, τα οποία είναι μεμολυσμένα από τας θυσίας των δαιμόνων, διότι καθώς εξεδύθην ταύτα, ούτω και την προτέραν πλάνην απέρριψα και έγινα Χριστιανός, δια να ζήσω πολιτείαν καινήν και θεάρεστον». Θαυμάζων δε ο ηγεμών δια την αιφνιδίαν μεταβολήν του Μάρτυρος έλεγε προς αυτόν· «Τι έπαθες, Καλλίνικε, το κάλλος των ιερέων; Τοσούτον αι μαντείαι του Θύρσου ηδυνήθησαν να νικήσουν και σε τον γενναιότατον δούλον των θεών, τον προφήτην και φίλον αυτών τον γνωσιώτατον»; Λέγει ο Καλλίνικος· «Από τα πολλά θαυμάσια τα οποία είδον εβεβαιώθην, ότι όσα λέγετε δια τους θεούς σας είναι όλα μύθοι και φλυαρήματα, καθώς και σήμερον όλοι σας οφθαλμοφανώς εγνωρίσατε εις τον δυνατόν Ηρακλέα, τον οποίον λέγετε ότι έπραξε τόσας ανδραγαθίας και τώρα κατεκρημνίσθη (φευ!) ως ανίσχυρος με ένα λόγον του Μάρτυρος». Λέγει προς αυτόν ο άρχων· «Δια να δυνηθής και συ να κάμης τας μαντείας του Θύρσου απηρνήθης την πατρικήν σου ευσέβειαν· αλλ΄ εγώ θέλω σας θανατώσει και τους δύο, εάν δεν επιστρέψης ταχέως εις τα πρότερα και γίνης εις τους θεούς ευσεβέστατος». Απεκρίθη ο Καλλίνικος· «Επειδή είσαι εξησθενημένος, ως είπες, ας υπάγωμεν αμφότεροι εις τον ναόν, να παρακαλέσωμεν τον μέγαν Ασκληπιόν, να σου δώση την υγείαν σου και να θεραπεύση και εμέ, εάν από τας μαντείας, καθώς λέγεις, εβλάβην». Ακούσας ταύτα ο ηγεμών και νομίσας, ότι μετενόησεν ο Καλλίνικος, τον επήρεν ευθύς και επήγαν εις τον ναόν, εισελθόντων δε εις τον βωμόν, είπε ταύτα ο Άγιος· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο αψευδής Θεός, όστις δεν με εβδελύχθης δια τας αναριθμήτους ανομίας, τας οποίας ετέλεσα πρότερον, αλλά δια μέσου του δούλου σου Θύρσου με προσεκάλεσες, αυτός και τώρα ελθέ εις την βοήθειάν μου και δείξον και εις εμέ την δύναμίν σου». Ταύτα ειπών, ήκουσε φωνήν άνωθεν, ήτις ενεθάρρυνε την ψυχήν αυτού και τον παρεκίνει εις το βραβείον της άνω κλήσεως· όθεν έλαβε θάρρος και επικαλεσθείς το όνομα του Χριστού, προσέταξε το είδωλον του Ασκληπιού, το οποίον ήτο μέγα ως γίγας και παρευθύς έπεσεν εις τους πόδας του Καλλινίκου. Λέγει δε τότε προς τον άρχοντα· «Βλέπεις πως εκρημνίσθη ο παντοδύναμος θεός σου και δεν δύναται να εγερθή, εάν δεν τον βοηθήσετε; Γνώρισον λοιπόν την δυστυχίαν των ψευδωνύμων θεών και πρόσελθε εις τον αληθή και παντοδύναμον Θεόν και εάν πιστεύσης εις αυτόν, θέλεις πράξει και συ τοιαύτα θαυμάσια». Ταύτα ακούσας ο άρχων ελυπήθη πολύ, διότι είδεν ότι έχασε και τον Καλλίνικον· όθεν έδωκε κατ΄ αυτών την τελευταίαν απόφασιν, καθότι εγνώριζεν, ότι πλέον δεν επιστρέφουσιν εις τα είδωλα, ήτοι προσέταξε τον μεν Καλλίνικον να αποκεφαλίσουν, τον δε Θύρσον να βάλουν εις κιβώτιον στενόν τόσον, ώστε μόλις να χωρή και να τον πριονίσουν εις μικρά τεμάχια. Λαβόντες λοιπόν οι στρατιώται τους Αγίους επήγαν εις τον τόπον της καταδίκης και ο μεν Καλλίνικος εποίησε προσευχήν προς Κύριον και ούτως αποκεφαλισθείς απήλθε προς τον ποθούμενον Χριστόν· τον δε μακάριον Θύρσον έβαλον εις ξύλινον κιβώτιον και εβασανίζοντο επί ώραν πολλήν οι δήμιοι Σαββίνος και Βιτάλιος να τον πριονίσουν, αλλά δεν ηδύναντο, διότι το πριόνιον απώλεσε την κοπτικήν του δύναμιν και ποσώς δεν έκοπτεν, εβάρυνε δε τόσον, ώστε εχύνετο υπ΄ αυτών άφθονος ιδρώς, αλλά να το σαλεύσουν δεν ηδύναντο· μάλιστα και αυτή η ξυλίνη θήκη ήνοιξε μόνη της και εξήλθεν ο Άγιος, όστις γνωρίζων, ότι ήλθεν η ώρα να υπάγη και αυτός προς τον ποθούμενον Χριστόν, διότι ήκουσε φωνήν άνωθεν, ήτις τον εκάλει εις την αιώνιον ανάπαυσιν, εποίησε προσευχήν προς Κύριον λέγων· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε Ιησού Χριστέ, όστις με συνηρίθμησας μετά των δούλων σου τον ανάξιον· δέξαι λοιπόν εν ειρήνη την ψυχήν μου και αξίωσον αυτήν της αφράστου σου ευφροσύνης και αιωνίου απολαύσεως». Ταύτα ειπών και ποιήσας το σημείον του Σταυρού εις όλον το σώμα του, παρέδωσε την μακαρίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού εν ειρήνη αταράχως, αφού ήκουσε και φωνήν ουρανόθεν, η οποία εφανέρωνεν εις αυτόν τα ητοιμασμένα δια τους Δικαίους ανεκλάλητα αγαθά, τούτο δε το τέλος του Αγίου ωκονόμησεν η άρρητος του Θεού σοφία, δια να μη φανή ότι τον ενίκησεν ο τύραννος και τον εθανάτωσε. Τοιούτον υπήρξε το τέλος των Αγίων τούτων ενδόξων Μαρτύρων Θύρσου, Λευκίου και Καλλινίκου, οίτινες «ολίγα (ενταύθα) παιδευθέντες μεγάλα (εν ουρανοίς) ευηργετήθησαν, ότι ο Θεός επείρασεν αυτούς και εύρεν αυτούς αξίους εαυτού· ως χρυσόν εν χωνευτηρίω εδοκίμασεν αυτούς, και ως ολοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αυτούς» (Σοφ. Σολ. γ΄:5-6). Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1961
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΒ΄ (22α) Δεκεμβρίου, μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ της Φαρμακολυτρίας.

Δημοσίευση από silver » Σάβ Δεκ 22, 2018 8:33 pm


Αναστασία η ένδοξος του Χριστού Μεγαλομάρτυς ήτο κατά τους χρόνους του ασεβεστάτου Διοκλητιανού, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπδ΄- τε΄ (284- 305), κατήγετο δε από την περίδοξον και μεγαλόπολιν Ρώμην, από γένος περιφανέστατον, ωραία την όψιν και ευπρεπέστατα εις τα ήθη και τάξεις κεκοσμημένη και με την ευγένειαν της ψυχής εστολισμένη υπέρ το κάλος του σώματος. Ο πατήρ της ωνομάζετο Πραιξτετάτος, είχε δε διδάσκαλον ενάρετόν τινα άνθρωπον ονόματι Χρυσόγονον, εκ του οποίου εδιδάχθη την ευσέβειαν και εγνώρισε τον αληθή Θεόν, τα δε αναίσθητα είδωλα απέβαλε και κατεφρόνησεν. Και ούτω μεν η Αγία επορεύετο· ο δε πατήρ αυτής την υπάνδρευσε χωρίς την θέλησίν της μετά τινος ειδωλολάτρου, Ποπλίωνος ή Πουπλίου καλουμένου, τον οποίον εμίσει η κόρη και προφασιζομένη ασθένειαν δεν εδέχθη την μετ΄ εκείνου κοινωνίαν διά τε την απιστίαν του, και την προς την παρθενίαν αγάπην της· καθ΄ εκάστην δε προσηύχετο εις τον Χριστόν φυλάττουσα πάσας τας εντολάς του. Εξαιρέτως δε ηγάπα πολύ την ταπείνωσιν. Όθεν πολλάκις εξεδύετο τα πολύτιμα και λαμπρά της ιμάτια και ενεδύετο πενιχρά δια να μη την γνωρίζωσιν, επήγαινε δε με την δούλην της εις τας φυλακάς και επεμελείτο τους Χριστιανούς, σπογγίζουσα τας πληγάς και τα αίματα αυτών. Ειργάζετο δε και πάσαν άλλην υπηρεσίαν η μακαρία ως να ήτο δούλη και καταφιλούσα εξ ευλαβείας τας πληγάς τών Μαρτύρων, τους ενουθέτει να μη δειλιάσωσι κολαστήρια πρόσκαιρα, αλλά να φυλάττουν στερεά την ευσέβειαν, τους έδιδε δε και τροφάς, ενδύματα και παν άλλο αναγκαίον του σώματος, ταύτα δε ετέλει κατά πάσας τας νύκτας κρυφίως, δίδουσα εις τους φύλακας χρήματα, δια να την αφήνουν να εισέρχεται. Ταύτα μαθών ο Ποπλίων την εφυλάκισε και ούτε αυτήν άφηνε να εξέρχεται ουδόλως, ούτε εις άλλην τινά να της ομιλήση τελείως επέτρεπεν. Όθεν ελυπείτο διότι δεν είχεν άδειαν να επιμελήται τους φυλακισμένους ως πρότερον, εξαιρέτως δε είχε θλίψιν απαραμύθητον δια τον διδάσκαλόν της Χρυσόγονον, όστις επήγαινε πρωτύτερα και την έβλεπε πολλάκις και συνεχαίροντο, τότε δε τον είχε και αυτόν φυλακισμένον ο βασιλεύς δια την ευσέβειαν. Όθεν δεν ηδύνατο να ίδη ή να παρηγορήση ο εις τον άλλον δια στόματος, αλλά μόνον γυναίκα τινά γραίαν έστειλε προς αυτόν η Αγία, και του διεμήνυσε να κάμη προς τον Θεόν δι΄ αυτήν δέησιν, να την λυτρώση από τα δεσμά, δια να θεραπεύη τους Μάρτυρας. Ο δε Χρυσόγονος τής απήντησε να έχη υπομονήν, διότι εις ολίγας ημέρας θέλει αποθάνει ο άνδρας της και θα μείνη εντελώς ελευθέρα, όπερ και εγένετο. Διότι ο βασιλεύς απέστειλεν αυτόν πρέσβυν εις τους Πέρσας και εφονεύθη καθ΄ οδόν. Όθεν λαμβάνουσα η Αγία ελευθερίν τελείαν, ετέλει ανεμποδίστως όσα εβούλετο, χαρίζουσα εις τους πτωχούς τα υπάρχοντά της και παρακινούσα τους Αγίους Μάρτυρας να υπομένουν ανδρείως τα κολαστήρια. Ο δε δυσσεβής Διοκλητιανός ήτο τότε εις την Νίκαιαν, και τας μεν άλλας δημοσίας υποθέσεις δεν επεμελείτο τόσον, όσον εφρόντιζε να μη διαφύγη κανείς ευσεβής από τας χείρας του. Ανέφερον λοιπόν εις αυτόν, ότι εις την Ρώμην είχον πολλούς Χριστιανούς φυλακισμένους και τους εβασάνιζον διαφόρως, αλλ΄ ουδείς εξ αυτών κατεδέχετο να προσκυνήση τα είδωλα, έχοντες διδάσκαλον τινα την κλήσιν Χρυσόγονον, όστις τους παρεκίνει εις το Μαρτύριον. Τότε ο βασιλεύς προσέταξε τους μεν άλλους να βασανίσουν πολλά, έπειτα εάν δεν θυσιάσωσι να τους δώσουν πικρόν θάνατον, τον δε θείον Χρυσόγονον να φέρωσιν ενώπιόν του ως κατάδικον. Λαβόντες λοιπόν τούτον οι στρατιώται επήγαινον εις τον βασιλέα, ηκολούθει δε και η θαυμαστή Αναστασία, δεικνύουσα νικημένην την του γένους ασθένειαν από την ευγένειαν του φρονήματος. Όταν δε έφθασαν εκεί, είπε ταύτα ο βασιλεύς προς τον Χρυσόγονον· «Υπάκουσον εις το πρόσταγμά μου, θυσίασον εις τους θεούς να λυτρωθής από διάφορα κολαστήρια και να σε κάμω έπαρχον της Ρώμης». Ο δε Άγιος με παρρησίαν πολλήν απεκρίνατο· «Ένα και μόνον Θεόν γνωρίζω, τον οποίον ομολογώ αληθέστατον και με το στόμα και με όλην την ψυχήν και καρδίαν μου· αυτόν λατρεύω και προσκυνώ και προκρίνω, ως πάντων των ηδέων ηδύτερον και πάσης ζωής ποθεινότερον, θεών δε πλήθος και μύθους και δαίμονας αποστρέφομαι και συμβουλεύω ομοίως την βασιλείαν σου να τους μισήσης ως αιτίους βλάβης και απωλείας ψυχών, τας δε τιμάς και τας δωρεάς, τας οποίας μού υπόσχεσαι, νομίζω σκιάν και όνειρα». Την παρρησίαν ταύτην του Αγίου θαυμάσας ο βασιλεύς, προσέταξε να τον αποκεφαλίσουν εις τόπον έρημον, τούτου δε γενομένου έρριψαν το Λείψανον αυτού εις παρακειμένην λίμνην. Εις εκείνα τα μέρη, εις τα οποία έρριψαν το Λείψανον του Χρυσογόνου, κατώκουν τρεις αδελφαί, Αγάπη, Χιονία και Ειρήνη καλούμεναι, διέμενε δε εκεί και Ιερομόναχος τις ενάρετος, ονόματι Ζωϊλος, ο οποίος δια θείας αποκαλύψεως είδε που ευρίσκετο το Λείψανον του Αγίου Χρυσογόνου. Όθεν λαβών αυτό ως και την τιμίαν αυτού κεφαλήν με πολλήν ευλάβειαν, το απέκρυψεν εις το κελλίον του, και μετά ημέρας τριάκοντα φαίνεται εις αυτόν ο Άγιος Χρυσόγονος και του λέγει· «Γνώριζε, Ζωϊλε, ότι ο δυσσεβής βασιλεύς έμαθε περί των τριών αδελφών Ειρήνης, Αγάπης και Χιονίας και θέλει θανατώσει αυτάς εντός εννέα ημερών. Ιδού λοιπόν έρχεται η του Χριστού δούλη Αναστασία, να τας ενθαρρύνη προς το Μαρτύριον. Ετοιμάσου δε και συ δια την μέλλουσαν ζωήν, διότι εις ολίγας ημέρας έρχεσαι προς ημάς, να απολαύσης τους γλυκυτάτους καρπούς των πόνων σου». Την αυτήν οπτασίαν είδε και η παρθένος Αναστασία. Όθεν απήλθεν ευθύς εις το οικητήριον του Ζωϊλου χαίρουσα, ιδούσα δε εκεί τας τρεις Αγίας Παρθένους, ηρώτησε δια το ιερόν Λείψανον του Αγίου Χρυσογόνου. Αφού λοιπόν είδε και προσεκύνησε τούτο ευλαβώς, έλαβε τας Αγίας Παρθένους και απήλθεν εις άλλον τόπον, εδίδασκε δε καθ΄ οδόν αυτάς να μη δειλιάσουν τα των ασεβών κολαστήρια. Και ταύτα μεν έπραξαν αι Παρθένοι, ο δε θείος Ζωϊλος κατά την θείαν αποκάλυψιν απήλθεν εν ειρήνη προς Κύριον. Μαθών ο παράνομος βασιλεύς, εις ποίον τόπον ευρίσκοντο αι τρεις εκείναι Παρθένοι, προσέταξε να τας συλλάβουν και να τας φέρουν εις το θέατρον. Τούτου δε γενομένου πρώτον μεν ήρχισε να κολακεύη τας Αγίας με ημερότητα, εγκωμιάζων με λόγους την ωραιότητα τούτων και υποσχόμενος να τας υπανδρεύση πλουσίως και να χαρίση εις αυτάς μεγάλα δωρήματα, εάν προσκυνήσουν τα είδωλα. Η δε πρώτη κατά την ηλικίαν, ήτις εκαλείτο Αγάπη, δια να δείξη την προς τον αληθή Θεόν αγάπην αυτών, με παρρησίαν πολλήν απεκρίνατο· «Μη βάλης ποσώς εις τον νουν σου, ω βασιλεύς, ότι θέλομεν φοβηθή δεινά κολαστήρια ή σκληρότατον θάνατον, ή ότι θα μας νικήση η λαμπρότης του γένους, ή θα λυπηθώμεν το κάλλος των σώματος ή ότι με κολακείας θέλεις αδυνατίσει την στερεότητά μας, να προδώσωμεν την ευσέβειαν. Μάλιστα όσον μάς βασανίσης χειρότερα, τόσον θέλεις μάς ωφελήσει περισσότερον». Ιδών ο Βασιλεύς την τοσαύτην παρρησίαν των Παρθένων εθαύμασεν, επειδή όμως είχεν υπηρεσίαν να υπάγη εις την Μακεδονίαν, τας εφυλάκισε και προσέταξε τον έπαρχον Δουλκίτιον να τας εξετάση με επιμέλειαν και να δώση εις αυτάς δεινά κολαστήρια. Η δε Αναστασία ηκολούθει τας Αγίας και επεμελείτο αυτάς, ως και τους άλλους Χριστιανούς εις όλα τα χρειαζόμενα, ως και ανωτέρω είπομεν. Ο δε πονηρός Δουλκίτιος ήτο ασελγής πολύ και ακόλαστος εις την πορνείαν ο μιαρώτατος, και επεθύμησε να μιάνη μίαν από τας τρεις παρθένους, βλέπων την πολλήν αυτών ωραιότητα. Όθεν μεμεθυσμένος καθώς ήτο από τον έρωτα και τον οίνον, απήλθε νύκτα τινά μόνος του εις την φυλακήν δια να πράξη το μελετώμενον. Αλλά Θεού θέλοντος έκαμε λάθος εις τον τόπον, και εισήλθεν εις εν μαγειτείον, εις το οποίον ήσαν χύτραι μουτζουρωμέναι, τας οποίας νομίζων ότι ήσαν τα κοράσια, τας ενηγκαλίζετο και εγένετο μαύρος από την μουτζούραν εις όλον το πρόσωπον. Έπειτα εξελθών έξω δια να υπάγη εις το παλάτιον, δεν τον εγνώριζε κανείς ότι είναι ο έπαρχος, μάλιστα ενόμιζον ότι ήτο παράφρων τις και δαιμονιζόμενος, και άλλοι μεν εγέλων, άλλοι δε τον έδερον· όταν δε έφθασεν εις το παλάτιον δεν τον άφησαν οι δορυφόροι να εισέλθη εντός αυτού, αλλά τον απεδίωκον και έσπρωχναν έξω αυτού και μάλιστα τον εγρονθοκόπησαν· διότι ουδείς ηδύνατο να φαντασθή ότι αυτός ήτο ο έπαρχος· μόνον δε συγγενείς του τινές ιδόντες αυτόν τον εγνώρισαν μετά βίας και τον επήγαν εις την οικίαν του. Συνελθών δε ούτος από της μέθης, έλεγε ότι του έκαμαν οι Χριστιανοί μαγείαν και θυμωθείς κατ΄ αυτών έτι περισσότερον προσέταξε να φέρουν τας τρεις Παρθένους και να τας γυμνώσουν τελείως δια να τας διαπομπεύση εις εκδίκησιν της αισχύνης του. Αλλ΄ ω των παραδόξων πραγμάτων, δημιουργέ Κύριε! Ως έφεραν τας τιμίας Παρθένους και εδοκίμασαν να αφαιρέσουν τα υποκάμισά των, έγιναν ταύτα ως δέρματα και εκόλλησαν τόσον εις τας σάρκας αυτών, ώστε δεν ηδυνήθησαν τελείως να τον ξεσχίσουν οι δήμιοι, και πάντες εξέστησαν εις τοιούτον εξαίσιον θαύμα. Αλλά και έτερον θαύμα ηκολούθει τω θαύματι, διότι έμεινε τυφλός ο έπαρχος από ουράνιον δύναμιν, και ηναγκάσθησαν να τον σηκώσουν από τον θρόνον του ως άψυχον χόρτον και τον υπάγουν εις τον κράββατόν του· την δε επαρχίαν έλαβεν από τον βασιλέα άλλος, το όνομα Σισίνιος, όστις εδοκίμασε και αυτός να διαστρέψη τας Παρθένους με απειλάς και κολακείας. Βλέπων όμως ότι εις μάτην κοπιάζει δέρων τον αέρα, προσέταξε να καύσουν τας δύο αδελφάς, Αγάπην και Χιονίαν, την δε Ειρήνην αφήκεν, ως νεωτέραν, έχων εις αυτήν ολίγην ελπίδα ο δείλαιος. Ανάψαντες λοιπόν οι υπηρέται την κάμινον, έκαμαν αι Άγιαι προσευχήν κι ποιήσασαι το σημείον του Τιμίου Σταυρού επήδησαν εντός της παφλαζούσης φλογός αγαλλιώμεναι. Ο δε παντοδύναμος Θεός έλαβε τας ψυχάς αυτών χωρίς να πονέσωσι· διότι το πυρ ουδόλως έβλαψεν αυτάς, ούτε ετόλμησε να καύση καν τρίχα τινά της κεφαλής αυτών ή ιμάτιον. Όθεν η φιλομάρτυς Αναστασία επήρε τα ιερά αυτών Λείψανα και τα ενεταφίασε με πολλήν ευλάβειαν, δεομένη του Θεού καθ΄ εκάστην, να την αξιώση και αυτήν του Μαρτυρικού στεφάνου. Ο δε Σισίνιος εκολάκευε πάλιν την Ειρήνην να θυσιάση. Έπειτα, όταν είδεν ότι δεν επείθετο, την ηπείλησε και της λέγει· «Γνώριζε, ότι, εάν παρακούσης εις το πρόσταγμά μου, θέλω προστάξει να σε βάλουν εις τόπον τινά ατιμίας δημόσιον, εις τον οποίον θα έρχεται πας τις να σε πορνεύη, δια να φθαρή και να μολυνθή, κατά την Γραφήν σας, η ψυχή και το σώμα σου». Η δε απεκρίνατο· «Ελπίζω εις τον Δεσπότην μου να λυτρώση από τας παγίδας τούς πόδας μου και να φυλάξη την ψυχήν μου αμόλυντον· εάν δε πάλιν και μολυνθώ βιαίως και χωρίς την θέλησίν μου, δεν θα έχω εγώ αμαρτίαν, διότι ακουσίως μου έγινε». Τότε ο άρχων παρέδωκεν αυτήν εις τους στρατιώτας, να την υπάγουν εις πορνείον, δια να πηγαίνη εις αυτήν όστις θέλει. Ο Πανάγαθος όμως Θεός δεν ημέλησεν, αλλά έστειλεν ευθύς Αγίους Αγγέλους εις σχήμα στρατιωτών, οίτινες λαβόντες την Αγίαν την επήγαν επάνω εις εν όρος εις πείσμα του άρχοντος, όστις βλέπων τοιούτον θαυμάσιον δεν έπαυσε να πολεμά με τον Παντοδύναμον ο αδύνατος, αλλά έτρεχε προς το όρος έφιππος, δια να την πάρη βιαίως ο αφρονέστατος. Αλλά πάλιν θαύμα εις το θαύμα ηκολούθησε και έβλεπε μεν την κόρην από μακράν, αλλά να την πλησιάση δεν ηδύνατο· διότι θεία τις δύναμις αόρατος τον ημπόδιζεν, ως να ήτο έμπροσθεν αυτού τείχος απροσπέλαστον· και βλέπων δεν έβλεπεν, αλλά έκαμε τον γύρον του όρους ψηλαφών ανωφελώς και εβασανίζετο ματαίως έως εις το εσπέρας περιπλανώμενος. Τότε έρριψε στρατιώτης τις εν βέλος κατά της Μάρτυρος, το οποίον Θεού συγχωρήσαντος διεπέρασε την Αγίαν. Η δε Μάρτυς, ευχαριστήσασα τον Χριστόν, όστις την εφύλαξεν άμωμον, εναπέθεσεν εις χείρας Αυτού την μακαρίαν ψυχήν της, όταν δε ο άρχων ανεχώρησεν, λαβούσα η Αναστασία το Λείψανον ενεταφίασεν αυτό εντίμως και ευσεβώς ομού με τα Λείψανα των άλλων Αγίων Παρθένων αλείψασα τούτο με μυριστικά θυμιάματα. Ταύτα μαθών ο άρχων εφυλάκισε την Αναστασίαν, σκοπεύων να την βασανίση με κολαστήρια. Ακούσας όμως ότι ήτο από τας ευγενεστέρας της Ρώμης δεν ετόλμησε να την εγγίση, αλλά την έστειλεν εις τον βασιλέα, όστις εξήτασεν αυτήν τι έκαμε τον πατρικόν της πλούτον. Η δε απεκρίνατο· «Πρώτον διεμοίρασα όλα τα υπάρχοντά μου εις τους πτωχούς Χριστιανούς, έπειτα ήλθα να προσφέρω ολοψύχως εις τον Χριστόν το σώμα μου, ίνα θυσιασθή δια την αγάπην του, επειδή άλλο τι δεν εξουσιάζω να αφιερώσω εις τον Ποιητήν και Σωτήρα μου». Ο δε βασιλεύς, γνωρίσας το στερρόν της γνώμης της, δεν ηθέλησε να την βασανίση αυτός, δια να μη τον νικήση και τον καταισχύνη. Όθεν την παρέδωκεν εις τον έπαρχον, όστις λέγει προς αυτήν με ήπιον τρόπον· «Διατί δεν προσκυνείς τους θεούς, τους οποίους ο πατήρ σου εσέβετο»; Η δε απεκρίνατο· «Αυτούς μεν ελύτρωσα από τας αράχνας, τας μυίας και τα όρνεα, τα οποία τους ερρύπαιναν, παραδώσασα τούτους εις το πυρ· τας δε γαστέρας των πτωχών ενέπλησα δια βρωμάτων χρησιμοποιήσασα τα άχρηστα». Ο δε έπαρχος είπε μετά θυμού· «Μα τους θεούς, εγώ να παιδεύσω μεγάλως ταύτην την ιερόσυλον». Λέγει η Μάρτυς· «Θαυμάζω την γνώσιν σου, ω δικαστά, ότι την καλήν πράξιν καλείς ιεροσυλίαν. Εάν εκείνα τα άψυχα είχον αίσθησιν ή δύναμίν τινα, διατί δεν εβοηθούσαν τον εαυτόν τους, να μη τους συντρίψω ή να παιδεύσουν εμέ όταν τους έκαυσα»; Αφού λοιπόν ο έπαρχος εδοκίμασε με πολλάς κολακείας και απειλάς και δεν ενίκησε την Αγίαν, ανέφερεν εις τον βασιλέα τα γενόμενα, όστις παρέδωκεν αυτήν εις τον Αρχιερέα του Καπιτωλίου, Ουλπιανόν καλούμενον, όπως την καταπείση και προσκυνήση τα είδωλα, ως πολυμήχανος όπου ήτο εις το κακόν και σκληρότατος, ή άλλως να την θανατώση ανηλεώς. Λαβών εκείνος την Αγίαν εις την εξουσίαν του, προσεπάθησε να εξαπατήση αυτήν με διάφορα τεχνάσματα, μεταξύ των οποίων ήτο και το εξής. Ετοποθέτησεν εις το εν μέρος στολάς γυναικείας πολυτίμους, λίθους τιμίους, άνθη ευώδη, κλίνας αργυράς, στρώματα λαμπρά και άλλα ωραιότατα πράγματα· εις δε το άλλο στρεβλωτήρια και άλλα διάφορα κολαστήρια όργανα, δια να την εκφοβίση με ταύτα ή να την δελεάση με τα χαρμόσυνα. Αλλά διεψεύσθη εις τας ελπίδας του ο δείλαιος. Διότι η Αγία ουδόλως ενικήθη υπ΄ αυτών, αλλά έμεινε στερεά και ακλόνητος. Όθεν την εφυλάκισεν, δώσας εις αυτήν προθεσμίαν τριών ημερών να συλλογισθή το συμφέρον της. Η δε Αγία έλεγε προς αυτόν· «Μη χάνης τον καιρόν σου ματαίως, διότι καν τρία έτη διορίαν μου δώσης, καν περισσότερον, εγώ ένα Θεόν προσκυνώ, τον αιώνιον, δια τον Οποίον παραδίδω και την ψυχήν μου προθύμως εις θάνατον, τους δε θεούς σου καταφρονώ ομού με τα των βασιλέων προστάγματα». Έμεινε λοιπόν η Αγία εις την φυλακήν και επί τρεις ημέρας δεν εδοκίμασε βρώσιμόν τι. Κατά το διάστημα δε τούτο τρεις γυναίκες, εις το κακόν εξησκημέναι, αποσταλείσαι προς τούτο υπό του βασιλέως, προσεπάθουν να διαστρέψουν αυτήν, αλλ΄ εις μάτην εκοπίασαν μη δυνηθείσαι να σαλεύσουν ποσώς την πίστιν της Αγίας. Ο δε μιαρός δικαστής εκίνησε να υπάγη εις την φυλακήν, να μολύνη την αμόλυντον ο παμβέβηλος. Αλλά παρευθύς επληγώθη αοράτως από τον Κύριον, και έμεινεν όχι μόνον τυφλός, αλλά και από τους πόνους σφοδρώς οδυνώμενος, φωνάζων δε επεκαλείτο τους ανισχύρους θεούς του εις βοήθειαν. Όθεν συναθροισθέντες εις τας φωνάς του οι γείτονες τον έφεραν βαστακτόν εις τον οίκον του, αλλά δεν είχεν από τους πόνους ανάπαυσιν. Νομίζων δε, ότι θέλει εύρει θεραπείαν τινά, εάν κατέφευγεν εις τους μιαρούς ναούς των ειδώλων, προσέταξε και τον επήγαν εις ένα εξ αυτών, εκεί δε από τους πόνους βασανιζόμενος ο άδικος δικαστής κακώς εξέψυξεν. Μετά τον θάνατον εκείνου λυτρωθείσα εκ της φυλακής η Αγία, επήγεν εις άλλην χώραν, εις την οποίαν ήτο φυλακισμένη δια την πίστιν γυνή τις καλουμένη Θεοδότη, ήτις είχεν υποστή πολλά μαρτύρια από τον Λευκάδιον τον κόμητα της πόλεως· διηγουμένη δε η Αναστασία εις αυτήν όσα της έκαμαν, εστερέωσεν αυτήν περισσότερον. Ο δε Λευκάδιος, ταύτα μαθών, την μεν Αναστασίαν εφυλάκισε, την δε Θεοδότην έστειλε δεδεμένην εις τον ύπατον της Βιθυνίας με γράμματα, όστις την εβασάνισε διαφόρως και μη δυνάμενος να την νικήση, προσέταξε να φέρουν τους δύο παίδας της και ηπείλει και αυτούς να τους θανατώση, εάν δεν προσκυνήσουν τα είδωλα. Ο δε πρωτότοκος ονόματι Εύοδος απεκρίνατο· «Ημείς, ω ηγεμών, δεν φοβούμεθα κολαστήρια σώματος, επειδή αυτά μάς προξενούν ζωήν αιώνιον· μόνον δε τον αληθή Θεόν φοβούμεθα και τρέμομεν, όστις δύναται να κολάση δεινώς την ψυχήν και το σώμα εις την ατελεύτητον γέενναν». Βλέπων τον νέον ο άρχων είπε προς αυτόν· «Θαυμάζω πως έχεις τόσην μάθησιν, ενώ είσαι ολίγων ετών και συ ομιλείς τοσούτον ευκόλως και καλλίτερα από γέροντα». Ο δε απεκρίνατο· «Η μεν γλώσσα είναι ιδική μου, τα δε λόγια είναι του Κυρίου, όστις μας υπεσχέθη ότι, όταν μας φέρουν εις τα κριτήρια, θα ομιλή Εκείνος δι΄ ημάς». Τότε ο δυσσεβής προστ΄σσει να ραβδίσουν τον παίδα νηλεώς, έμπροσθεν της μητρός του, δια να πονέση τα σπλαγχνα βλέπουσα το τέκνον βασανιζόμενον. Η δε γενναία μήτηρ εχαίρετο και το παρεκίνει τοιαύτα λέγουσα· «Έχε υπομονήν, τέκνον μου· στέκου ανδρείος και υπόμεινον δια τον Χριστόν, να λάβης ένδοξον στέφανον». Όθεν ο άνομος δικαστής, θυμωθείς περισσότερον, παρέδωκεν αυτήν εις άνθρωπον ασελγή και ακόλαστον, ο οποίος ωνομάζετο Υρτακός και του έδωκεν εντολήν να την μιάνη υβριστικώς, ευθύς όμως ως ήγγισεν εις αυτήν ο παμμίαρος ηλλοιώθη όλον το πρόσωπον αυτού και έτρεχεν ως ποταμός το αίμα από την ρίνα του, εφώναζε δε προς τον ύπατον λέγων· «Ως έβαλα την χείρα μου εις την Θεοδότην έπαθα μεγάλο κακόν· διότι είδον νέον τινά ευπρεπή και λαμπρότατον, όστις μου έδωσε ράπισμα τοσούτον δυνατόν, ώστε συνέτριψε τους μυκτήρας μου». Αλλά και ταύτα ακούων εκείνος ο ασυνείδητος και τοιούτον θαυμάσιον βλέπων, δεν επίστευσεν, αλλ΄ εδοκίμαζε με απειλάς την Μάρτυρα λέγων· «Εάν δεν προσκυνήσης τους αθανάτους θεούς, θέλεις ίδει εσφαγμένα έμπροσθέν σου τα ηγαπημένα σου τέκνα». Λέγει προς αυτόν η Αγία· «Αυτό επιθυμώ και εγώ, να προπέμψω ζώσα προς τον Δεσπότην Χριστόν τα τέκνα μου, εις τον ασφαλή εκείνον και σωτήριον λιμένα και τότε να ακολουθήσω κατόπιν αυτών, να συνευφραινώμεθα πάντοτε». Ούτοι οι λόγοι διετάραξαν τον τύραννον και προστάσσει να τους καύσουν εις κάμινον, εις την οποίαν εισήλθον η μήτηρ με τα τέκνα αγαλλιώμενοι και ευχαριστούντες τον Κύριον, ούτω δε τας αγίας αυτών ψυχάς εις χείρας Θεού εναπέθεντο. Τοιουτοτρόπως η μεν Θεοδότη συν τοις τέκνοις το μκάριον τέλος εδέχθησαν· η δε μακαρία Αναστασία ήτο φυλακισμένη από τον έπαρχον του Ιλλυρικού, όστις ακούσας ότι ήτο από πλουσίους γονείς και περίδοξος, εδοκίμασεν, ως φιλάργυρος, εάν δυνηθή, να κερδήση χρήματα τινα και της λέγει· «Εάν είσαι αληθής Χριστιανή, κάμε τον λόγον του Νυμφίου σου· καταφρόνησον όλα τα χρήματα και τα πράγματα, τα οποία έχεις και δος τα εις εμέ, να λυτρωθής από τας φροντίδας· όταν κάμης αυτό, μη φοβείσαι από εμέ κολαστήρια, προσκύνα δε τον Θεόν σου ως βούλεσαι». Η δε Αγία απεκρίνατο· «Ο Κύριός μου προσέταξε να δίδωμεν εις τους πτωχούς τα υπάρχοντά μας, συ δε είσαι πλούσιος και όστις σου δώση ελεημοσύνην είναι ανόητος. Όμως εάν σου τύχη πενία και απορία των αναγκαίων και σε ίδω χρειαζόμενον, τότε μετά χαράς να σε θρέψω πεινώντα, να σε ποτίσω διψώντα και να σε ενδύσω γυμνητεύοντα». Αυτά και πλείονα τούτων λεγούσης της Αγίας, τα οποία χάριν συντομίας παραλείπομεν, εθυμώθη ο τύραννος και φυλακίζει αυτήν, προστάσσων να μη της δώσουν να φάγη τίποτε, ειμή μόνον ολίγον τι μετά την δύσιν του ηλίου. Η Αγία όμως ούτε εκείνην την ολίγην τροφήν κατεδέχθη, έχουσα τον πόθον της όλον και τον έρωτα εις τον Χριστόν, τον οποίον είχε βρώσιν και πόσιν και του σκότους παράκλησιν. Έβλεπε δε και καθ΄ εκάστην νύκτα την μακαρίαν Θεοδότην την σύναθλον, ήτις επλήρωνε την καρδίαν της ευφροσύνης και αγαλλιάσεως και της έδιδε προς τους αγώνας προθυμίαν και δύναμιν· ερωτήσασα δε η Αναστασία την Θεοδότην, διατί ήρχετο προς αυτήν μετά θάνατον, απεκρίνατο· «Ο Θεός δίδει την χάριν ταύτην εις τους Μάρτυρας, να φανερώνωνται εις όσους φίλους των βούλονται, να συνομιλούν και να ευφραίνωνται». Μετά ημέρας τριάκοντα, νομίζων ο τύραννος, ότι από την πολλήν πείναν και κακοπάθειαν θα ησθένησεν η Αγία, έστειλεν ανθρώπους και την έφεραν ενώπιόν του, βλέπων δε αυτήν φαιδράν και πεπαρρησιασμένην περισσότερον παρά πρότερον, επλήσθη θυμού κατά των φυλάκων, νομίζων ότι αυτοί την επεμελήθησαν· όθεν εκδιώξας εκείνους έβαλεν άλλους να την φυλάττουν άλλας τόσας ημέρας, σφραγίσας και τας θύρας επιμελώς. Η δε Αγία πάλιν έμεινε προσευχομένη ημέραν και νύκτα προς τον Κύριον. Μετά τριάκοντα ημέρας εξέβαλε και πάλιν εκ της φυλακής την Αγίαν και προστάσσει να την καταβυθίσουν εις το μέσον της θαλάσσης ομού με άλλους πολλούς καταδίκους ειδωλολάτρας, μεταξύ δε αυτών ήτο και Χριστιανός τις Ευτυχιανός ονομαζόμενος, τον οποίον εβασάνισε πρότερον δια τον Χριστόν διαφόρως και του επήρεν όλα τα υπάρχοντά του. Έβαλον λοιπόν αυτούς οι στρατιώται εις λέμβον, εισήλθον δε και αυτοί εις άλλην λέμβον και αφού τους ωδήγησαν εις τα ανοικτά της θαλάσσης κατετρύπησαν εις πολλά σημεία την λέμβον των καταδίκων δια να βυθισθή. Αλλά ο Θεός έστειλε την μακαρίαν Θεοδότην, ήτις δεν αφήκε την λέμβον να βυθισθή, αλλ΄ εκράτει το τιμόνιον και την εκυβέρνα έως ου έφερεν αυτούς εις την ακτήν. Οι δε Έλληνες, οίτινες ήσαν εντός της λέμβου, ιδόντες τοιούτον θαυμάσιον εξέστησαν και πίπτοντες εις τους πόδας του Ευτυχιανού και της Αγίας εδέοντο να τους διδάξουν την ευσέβειαν. Τούτου γενομένου, επίστευσαν εις τον Χριστόν άπαντες, τον αριθμόν εκατόν είκοσι. Ταύτα μαθών μετά την τρίτην ημέραν ο έπαρχος, έστειλε στρατιώτας και έφεραν αυτούς εις το κριτήριον, τους παρεκάλεσε δε πολύ να επιστρέψουν εις την προτέραν πλάνην, υποσχόμενος να τους αφήση εκευθέρους και να τους δώση και πολλά χαρίσματα· αλλά δεν εδέχθησαν οι αείμνηστοι, ούτε ζωήν προέκριναν πρόσκαιρον, μόνον την αιώνιον επεπόθησαν. Δοκιμάσας λοιπόν αυτούς ο έπαρχος με διάφορα κολαστήρια και μη δυνηθείς να τους νικήση, απεκεφάλισεν άπαντας. Την δε μακαρίαν Αναστασίαν προσέταξε να δέσουν εις τους πασσάλους και να θέσουν πέριξ αυτής πυρ να την κατακαύσουν, τούτου δε γενομένου παρέδωκε και αύτη την μακαρίαν ψυχήν της εις χείρας Θεού, τη κβ΄ (22) του μηνός Δεκεμβρίου. Γυνή δε τις την κλήσιν Απολλωνία, το γένος επίσημος, παρεκάλεσε την γυναίκα του επάρχου και της εχάρισε το ιερόν Λείψανον της Αναστασίας, το οποίον ενεταφίασεν ευλαβώς εις τον κήπον της. Μετά δε ταύτα έκτισε και Ναόν πολυτελή και περίβλεπτον εις το όνομα της Αγίας και την εώρταξε κατ΄ έτος πλουσιοπάροχα. Ύστερον μετά πολλά έτη έκτισαν εις Κωνσταντινούπολιν μεγαλοπρεπή Ναόν της Αγίας και έφεραν εκεί το σεβάσμιον αυτής και πολυτίμητον Λείψανον, το οποίον ήτο θησαυρός αγαθών, θαυμάτων πηγή και ρώσις ψυχής τε και σώματος εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, της μιάς Θεότητός τε και Βασιλείας, Η πρέπει πάσα τιμή, μεγαλωσύνη τε και μεγαλοπρέπεια, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”