Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντονιστής: Συντονιστές
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
"Σ’ «αγαπώ» ή σε «χρησιμοποιώ» ;"
Πολλές φορές παραπονιόμαστε ότι ενώ εμείς δώσαμε αγάπη δεν πήραμε. Όμως ξεχνάμε κάτι. Ότι οι ανθρώπινες ενέργειες ακόμη κι εκείνες που φαίνονται εξαιρετικά σπουδαίες δεν είναι πάντα σε απόλυτο βαθμό καθαρές και ανιδιοτελείς. Αυτή την ιδιοτέλεια, την σκοπιμότητα της «αγάπης» που δώσαμε, την αισθάνεται η ψυχή του άλλου ανθρώπου. Νιώθει ότι δεν υπάρχει καθαρή ενέργεια αγάπης στις πράξεις μας.
Πολλές φορές μιλάμε για αγάπη και εννοούμε «ανάγκη», λέμε σ αγαπώ και βαθύτερα σημαίνει σε «χρησιμοποιώ». Λένε οι γονείς «παιδάκι μου που θα πας φοβόμαστε ότι δεν θα τα καταφέρεις μόνη σου».. μα στην ουσία εννοούν μην φεύγεις γιατί μόνοι μας νιώθουμε κενοί. Όλα αυτά δεν χρειάζεται να τα καταλάβει μονάχα το μυαλό ενός παιδιού ή ενήλικα, αλλά κυρίως τα αισθάνεται η ψυχή του. Αυτή δεν μπορεί κανείς να την ξεγελάσει γιατί βιώνει και αισθάνεται με άλλους τρόπους και ποιότητες.
Οπότε πριν διαμαρτυρηθείς ότι δεν σ’ αγάπησε κανείς, ότι εσύ δόθηκες και έδωσες μα οι άλλοι σε εκμεταλλεύτηκαν, ότι πρόσφερες πολλά στα παιδιά σου μα εκείνα τίποτα δεν αναγνώρισαν, σκέψου σε παρακαλώ τα βαθύτερα κίνητρα σου.
Θυμάμαι μια μητέρα που μου έλεγε ότι έκανε τα πάντα για την κόρη της. Δούλεψε σκληρά για να την μεγαλώσει, της πλήρωσε ακριβές σπουδές και της έφτιαξε δυο σπίτια. Όμως ποτέ δεν τα πήγαν καλά οι δυο τους. Πάντα κόντρες, αντιπαλότητες και διαμάχες. Την έτρωγε το «γιατί» μια ζωή. Μιλούσε με θυμό για την αχάριστη κόρη της που τίποτε δεν αναγνώρισε.
Όταν όμως μέσα από πολλές προσωπικές δοκιμασίες ήρθε η Χάρις του Θεού στην ψυχή της, είδε και αισθάνθηκε για πρώτη φορά ότι τελικά τα κίνητρα της αγάπης της δεν ήταν και τόσο ξεκάθαρα. Πίσω από τις πλούσιες παροχές προς την κόρη της υπήρχε ιδιοτέλεια και σκοπιμότητα. Η αλήθεια ήταν ότι ήθελε πάντα να την ελέγχει και να την έχει κοντά της. Της έδωσε για να την δεσμεύσει, περιμένοντας να πάρει πολλά περισσότερα πίσω.
Αυτό όμως το ένιωθε η ψυχή της κόρης με αποτέλεσμα ποτέ να μην υπάρξει μια σχέση αγάπης και συμπάθειας. Αντιθέτως αναπτύχθηκε σκληρός ανταγωνισμός και ένταση.
Μόνο όταν η μητέρα της μετανόησε, δηλαδή είδε την αλήθεια των πραγμάτων, τότε μαλάκωσε και η κόρη της. Ο "δικός μας" αγιασμός μαλακώνει και τους άλλους.
Ας δούμε τέλος τι έλεγε ο Άγιος Πορφύριος πάνω στο θέμα αυτό, «Επιδίωξη μας είναι να αγαπάμε και να προσευχόμαστε με όλη μας την ψυχή για εκείνους. Τότε θα προσέξουμε ότι όλοι θα μας αγαπάνε χωρίς να το επιδιώκουμε, χωρίς καθόλου να ζητιανεύουμε την αγάπη του. Θα μας αγαπάνε ελεύθερα και ειλικρινά, από τα βάθη της καρδιάς τους, χωρίς να τους εκβιάζουμε. Όταν αγαπάμε χωρίς να επιδιώκουμε να μας αγαπάνε, θα μαζεύονται όλοι κοντά μας σαν τις μέλισσες. Αυτό ισχύει για όλους μας….» σελ 110
π. Χαρ. λίβυος Παπαδόπουλος
Πολλές φορές παραπονιόμαστε ότι ενώ εμείς δώσαμε αγάπη δεν πήραμε. Όμως ξεχνάμε κάτι. Ότι οι ανθρώπινες ενέργειες ακόμη κι εκείνες που φαίνονται εξαιρετικά σπουδαίες δεν είναι πάντα σε απόλυτο βαθμό καθαρές και ανιδιοτελείς. Αυτή την ιδιοτέλεια, την σκοπιμότητα της «αγάπης» που δώσαμε, την αισθάνεται η ψυχή του άλλου ανθρώπου. Νιώθει ότι δεν υπάρχει καθαρή ενέργεια αγάπης στις πράξεις μας.
Πολλές φορές μιλάμε για αγάπη και εννοούμε «ανάγκη», λέμε σ αγαπώ και βαθύτερα σημαίνει σε «χρησιμοποιώ». Λένε οι γονείς «παιδάκι μου που θα πας φοβόμαστε ότι δεν θα τα καταφέρεις μόνη σου».. μα στην ουσία εννοούν μην φεύγεις γιατί μόνοι μας νιώθουμε κενοί. Όλα αυτά δεν χρειάζεται να τα καταλάβει μονάχα το μυαλό ενός παιδιού ή ενήλικα, αλλά κυρίως τα αισθάνεται η ψυχή του. Αυτή δεν μπορεί κανείς να την ξεγελάσει γιατί βιώνει και αισθάνεται με άλλους τρόπους και ποιότητες.
Οπότε πριν διαμαρτυρηθείς ότι δεν σ’ αγάπησε κανείς, ότι εσύ δόθηκες και έδωσες μα οι άλλοι σε εκμεταλλεύτηκαν, ότι πρόσφερες πολλά στα παιδιά σου μα εκείνα τίποτα δεν αναγνώρισαν, σκέψου σε παρακαλώ τα βαθύτερα κίνητρα σου.
Θυμάμαι μια μητέρα που μου έλεγε ότι έκανε τα πάντα για την κόρη της. Δούλεψε σκληρά για να την μεγαλώσει, της πλήρωσε ακριβές σπουδές και της έφτιαξε δυο σπίτια. Όμως ποτέ δεν τα πήγαν καλά οι δυο τους. Πάντα κόντρες, αντιπαλότητες και διαμάχες. Την έτρωγε το «γιατί» μια ζωή. Μιλούσε με θυμό για την αχάριστη κόρη της που τίποτε δεν αναγνώρισε.
Όταν όμως μέσα από πολλές προσωπικές δοκιμασίες ήρθε η Χάρις του Θεού στην ψυχή της, είδε και αισθάνθηκε για πρώτη φορά ότι τελικά τα κίνητρα της αγάπης της δεν ήταν και τόσο ξεκάθαρα. Πίσω από τις πλούσιες παροχές προς την κόρη της υπήρχε ιδιοτέλεια και σκοπιμότητα. Η αλήθεια ήταν ότι ήθελε πάντα να την ελέγχει και να την έχει κοντά της. Της έδωσε για να την δεσμεύσει, περιμένοντας να πάρει πολλά περισσότερα πίσω.
Αυτό όμως το ένιωθε η ψυχή της κόρης με αποτέλεσμα ποτέ να μην υπάρξει μια σχέση αγάπης και συμπάθειας. Αντιθέτως αναπτύχθηκε σκληρός ανταγωνισμός και ένταση.
Μόνο όταν η μητέρα της μετανόησε, δηλαδή είδε την αλήθεια των πραγμάτων, τότε μαλάκωσε και η κόρη της. Ο "δικός μας" αγιασμός μαλακώνει και τους άλλους.
Ας δούμε τέλος τι έλεγε ο Άγιος Πορφύριος πάνω στο θέμα αυτό, «Επιδίωξη μας είναι να αγαπάμε και να προσευχόμαστε με όλη μας την ψυχή για εκείνους. Τότε θα προσέξουμε ότι όλοι θα μας αγαπάνε χωρίς να το επιδιώκουμε, χωρίς καθόλου να ζητιανεύουμε την αγάπη του. Θα μας αγαπάνε ελεύθερα και ειλικρινά, από τα βάθη της καρδιάς τους, χωρίς να τους εκβιάζουμε. Όταν αγαπάμε χωρίς να επιδιώκουμε να μας αγαπάνε, θα μαζεύονται όλοι κοντά μας σαν τις μέλισσες. Αυτό ισχύει για όλους μας….» σελ 110
π. Χαρ. λίβυος Παπαδόπουλος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Άγιος Ιάκωβος.
Πνευματική επικοινωνία με τον Άγιο Παΐσιο
Μαρτυρία ιερομονάχου Ιακώβου: «Ήμουν λαϊκός ακόμη, φοιτητής στό Εκκλησιαστικό Λύκειο Λαμίας, τό έτος 1986 μέ τό όνομα Ιωάννης. Ανέβηκα στό Άγιον Όρος καί επισκέφτηκα, μετά από ευλογία πού είχα από τόν γέροντά μου π. Ιάκωβο Τσαλίκη, τόν γέροντα Παίσιο, γιά νά τόν συμβουλευτώ άν πρέπη νά γίνω μοναχός ή όχι.
»Ο γέροντας Ιάκωβος ευλαβείτο τον γεροΠαίσιο καί όταν πήγα, μού έδωσε νά τού δώσω κάτι γιά ευλογία, καί πρόσθεσε: Νά πής στόν γερωΠαίσιο, όταν βγή στήν Θεσσαλονίκη, άς έλθη νά μάς δή. Εγώ, Γιαννάκη μου, είναι δύσκολο νά δώ τόν Γέροντα, γιατί πρέπει νά περάσω βουνά, λαγκάδια, θάλασσα, πού δέν τό επιτρέπει η υγεία μου καί εξ άλλου ο γερω Παίσιος είναι άγιος, εγώ αμαρτωλός καί ανάξιος. Μού έδωσε τότε καί 5.000 δραχμές νά ανάψω κερί στό εκκλησάκι του.
»Όταν πήγα στό Όρος, συνάντησα τόν Γέροντα έξω ακριβώς από τήν πόρτα του· μόλις μάς είδε ήμουν μαζί μέ κάποιο ιερομόναχο, μάς λέει: Βρέ, καλώς τους, βρέ, καλώς τους!.
»Πήραμε ευχή καί λέει σέ μένα:
–Βρέ, τί λές; Θά σέ κάνουμε καλόγερο;
–Γέροντα, τού λέω, έχω πρόβλημα από τούς γονείς μου.
–Άκουσε νά σού πώ, άφησε τούς γονείς νά κλάψουν ένα δυό μήνες, γιά νά μήν κλαίς εσύ αιωνίως, καί πήγαινε πρίν χάσης τόν θησαυρό (εννοούσε τόν γέροντα Ιάκωβο, χωρίς νά τού πώ πού σκεπτόμουν νά πάω γιά νά μονάσω).
-Γέροντα, έχετε τήν ευχή τού π. Ιακώβου από τόν όσιο Δαυίδ.
–Άχ, παιδί μου, αυτοί είναι σήμερα οι άγιοι πού αγωνίζονται καί προσεύχονται έχοντας ταπείνωση καί αγάπη. Εγώ δέν είμαι άξιος νά δώ αυτόν τόν γίγαντα τής Ορθοδοξίας, αλλά είναι καί μακριά πολύ γιά νά τόν συναντήσω, χρειάζεται αγώνας καί κόπος πολύς. Αλλά ο Θεός μάς έχει δώσει αγάπη καί επικοινωνούμε πνευματικά μεταξύ μας.
»Αφού μάς είπε πολλά πνευματικά καί συμβουλές, στό τέλος τού λέω:
–Γέροντα, είναι ευλογημένο νά προσκυνήσω στό εκκλησάκι σας γιά ευλογία;
»Καί ο Γέροντας μού λέει:
–Όχι, δέν χρειάζεται.
–Γέροντα, κάντε αγάπη, γιά ευλογία.
–Όχι, παιδί μου, γιατί μπορεί ο γερω Ιάκωβος νά σού έχη δώσει κανένα πεντοχίλιαρο καί μετά τί θά τό κάνω εγώ, πού είμαι καλόγερος;
»Δέν μέ άφησε νά προσκυνήσω. Μού έδωσε ένα κομποσχοινάκι καί ένα σταυρουδάκι νά τά δώσω στόν Γέροντα. Όταν επέστρεψα στό Μοναστήρι, μέ δέχτηκε ο Γέροντας μέ χαρά. Καί τού έδωσα τά δώρα από τόν γέροντα Παίσιο καί αμέσως μού λέει: Τό πεντοχίλιαρο πού δέν πήρε ο γέροντας Παίσιος καί δέν σάς άφησε νά προσκυνήσετε, πάρτο δικό σου γιά τά έξοδα στήν Σχολή στήν Λαμία. Εγώ έμεινα άναυδος.
–Γέροντα, πού τό ξέρετε εσείς;
–Νά, μού λέει στό αυτί ψιθυριστά. Εμείς, παιδί μου, επικοινωνούμε πνευματικά».
Απόσπασμα από το νέο βιβλίο της Ενωμένης Ρωμηοσύνης: Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ
Vimaorthodοxias
Πνευματική επικοινωνία με τον Άγιο Παΐσιο
Μαρτυρία ιερομονάχου Ιακώβου: «Ήμουν λαϊκός ακόμη, φοιτητής στό Εκκλησιαστικό Λύκειο Λαμίας, τό έτος 1986 μέ τό όνομα Ιωάννης. Ανέβηκα στό Άγιον Όρος καί επισκέφτηκα, μετά από ευλογία πού είχα από τόν γέροντά μου π. Ιάκωβο Τσαλίκη, τόν γέροντα Παίσιο, γιά νά τόν συμβουλευτώ άν πρέπη νά γίνω μοναχός ή όχι.
»Ο γέροντας Ιάκωβος ευλαβείτο τον γεροΠαίσιο καί όταν πήγα, μού έδωσε νά τού δώσω κάτι γιά ευλογία, καί πρόσθεσε: Νά πής στόν γερωΠαίσιο, όταν βγή στήν Θεσσαλονίκη, άς έλθη νά μάς δή. Εγώ, Γιαννάκη μου, είναι δύσκολο νά δώ τόν Γέροντα, γιατί πρέπει νά περάσω βουνά, λαγκάδια, θάλασσα, πού δέν τό επιτρέπει η υγεία μου καί εξ άλλου ο γερω Παίσιος είναι άγιος, εγώ αμαρτωλός καί ανάξιος. Μού έδωσε τότε καί 5.000 δραχμές νά ανάψω κερί στό εκκλησάκι του.
»Όταν πήγα στό Όρος, συνάντησα τόν Γέροντα έξω ακριβώς από τήν πόρτα του· μόλις μάς είδε ήμουν μαζί μέ κάποιο ιερομόναχο, μάς λέει: Βρέ, καλώς τους, βρέ, καλώς τους!.
»Πήραμε ευχή καί λέει σέ μένα:
–Βρέ, τί λές; Θά σέ κάνουμε καλόγερο;
–Γέροντα, τού λέω, έχω πρόβλημα από τούς γονείς μου.
–Άκουσε νά σού πώ, άφησε τούς γονείς νά κλάψουν ένα δυό μήνες, γιά νά μήν κλαίς εσύ αιωνίως, καί πήγαινε πρίν χάσης τόν θησαυρό (εννοούσε τόν γέροντα Ιάκωβο, χωρίς νά τού πώ πού σκεπτόμουν νά πάω γιά νά μονάσω).
-Γέροντα, έχετε τήν ευχή τού π. Ιακώβου από τόν όσιο Δαυίδ.
–Άχ, παιδί μου, αυτοί είναι σήμερα οι άγιοι πού αγωνίζονται καί προσεύχονται έχοντας ταπείνωση καί αγάπη. Εγώ δέν είμαι άξιος νά δώ αυτόν τόν γίγαντα τής Ορθοδοξίας, αλλά είναι καί μακριά πολύ γιά νά τόν συναντήσω, χρειάζεται αγώνας καί κόπος πολύς. Αλλά ο Θεός μάς έχει δώσει αγάπη καί επικοινωνούμε πνευματικά μεταξύ μας.
»Αφού μάς είπε πολλά πνευματικά καί συμβουλές, στό τέλος τού λέω:
–Γέροντα, είναι ευλογημένο νά προσκυνήσω στό εκκλησάκι σας γιά ευλογία;
»Καί ο Γέροντας μού λέει:
–Όχι, δέν χρειάζεται.
–Γέροντα, κάντε αγάπη, γιά ευλογία.
–Όχι, παιδί μου, γιατί μπορεί ο γερω Ιάκωβος νά σού έχη δώσει κανένα πεντοχίλιαρο καί μετά τί θά τό κάνω εγώ, πού είμαι καλόγερος;
»Δέν μέ άφησε νά προσκυνήσω. Μού έδωσε ένα κομποσχοινάκι καί ένα σταυρουδάκι νά τά δώσω στόν Γέροντα. Όταν επέστρεψα στό Μοναστήρι, μέ δέχτηκε ο Γέροντας μέ χαρά. Καί τού έδωσα τά δώρα από τόν γέροντα Παίσιο καί αμέσως μού λέει: Τό πεντοχίλιαρο πού δέν πήρε ο γέροντας Παίσιος καί δέν σάς άφησε νά προσκυνήσετε, πάρτο δικό σου γιά τά έξοδα στήν Σχολή στήν Λαμία. Εγώ έμεινα άναυδος.
–Γέροντα, πού τό ξέρετε εσείς;
–Νά, μού λέει στό αυτί ψιθυριστά. Εμείς, παιδί μου, επικοινωνούμε πνευματικά».
Απόσπασμα από το νέο βιβλίο της Ενωμένης Ρωμηοσύνης: Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ
Vimaorthodοxias
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Άγιος Ιάκωβος.
Οπολλαπλασιασμός του Προσφόρου καί της μανέστρας.
Τον Αύγουστο του 1963 ήρθανε στη Μονή 75 Λιβαναταίοι.
Εργαστήκανε για τη στέρνα της Μονής, το Αγιονέρι, εθελοντικά. Το έχουν τάμα πολλοί από τις Λιβανάτες, την πατρίδα του Οσίου Δαβίδ, να προσφέρουν κάτι στη Μονή του συμπατριώτη τους, χρήματα ή εργασία. Έτσι φτάσανε τότε 75 άντρες για να κάνουν το έργο της στέρνας. Και στη Μονή βρισκόσανε άλλοι 15, για να βοηθήσουν. Ο π. Ιάκωβος συντόνιζε γενικές εργασίες, μα ήταν και ο μόνος που έπρεπε να φροντίσει για το φαγητό και τη διαμονή των καλών αυτών ανθρώπων.
Χρησιμοποίησε ότι υπήρχε και δεν υπήρχε στην αποθήκη. Μια μέρα τα τρόφιμα τελείωσαν. Χρήματα δεν είχε. Έψαξε όλα τα ράφια, όλες τις γωνίες. Κατόρθωσε να βρει δυόμισι οκάδες μανέστρα. Και από ψωμί μόνο μισό Πρόσφορο. Του έδωσε και ο γέρο-Ευθύμιος μισό καρβελάκι. Ποσότητες αστείες για σχεδόν εκατό πρόσωπα, που δουλεύανε όλη την ημέρα χειρονακτικά.Στεναχωριόταν και δεν ήξερε τι να κάνει. Τον έπιασε απελπισία και σχεδόν έκλαιγε, που θ’ άφηνε τον κόσμο νηστικό. Ξαφνικά όμως του ήρθε μια ιδέα: κατεβάζει τη μεγάλη κατσαρόλα, ρίχνει μέσα τη μανέστρα, βάζει και το ψωμί και όπως ήτανε πήγε στο ναό. Στάθηκε μπροστά στην εικόνα του οσίου Δαβίδ και του είπε:
–Άγιε μου, οι άνθρωποι αυτοί δουλεύουν για το Μοναστήρι σου. Γυρνάνε κουρασμένοι και πεινασμένοι. Δεν έχω τίποτα άλλο να τους δώσω να φάνε, μόνο τις δυόμισι οκάδες μανέστρα με το λίγο λαδάκι, το μισό προσφοράκι και το μισό καρβελάκι ( και τα έδειχνε στον Άγιο). Σε παρακαλώ, εσύ να τα ευλογήσεις, να φάνε και να χορτάσουνε.
Μαγείρεψε στην κατσαρόλα τούτη, έβγαζε συνέχεια φαγητό και δεν τελείωνε. Χόρτασαν όλοι και περίσσεψε! Το είδαν πολλοί και ο νυν ηγούμενος π. Κύριλλος. Πολλά χρόνια μετά, τονίζοντας τα θαύματα του οσίου Δαβίδ, έλεγε ο π. Ιάκωβος:
–Αδελφέ μου, επανάληψη του θαύματος των πεντακισχιλίων!
Από το ομώνυμο βιβλίο, εκδόσεις «Τροχαλία»
https://www.hristospanagia.gr/ὁ-μακαρισ ... ος-τσαλίκη…/
Οπολλαπλασιασμός του Προσφόρου καί της μανέστρας.
Τον Αύγουστο του 1963 ήρθανε στη Μονή 75 Λιβαναταίοι.
Εργαστήκανε για τη στέρνα της Μονής, το Αγιονέρι, εθελοντικά. Το έχουν τάμα πολλοί από τις Λιβανάτες, την πατρίδα του Οσίου Δαβίδ, να προσφέρουν κάτι στη Μονή του συμπατριώτη τους, χρήματα ή εργασία. Έτσι φτάσανε τότε 75 άντρες για να κάνουν το έργο της στέρνας. Και στη Μονή βρισκόσανε άλλοι 15, για να βοηθήσουν. Ο π. Ιάκωβος συντόνιζε γενικές εργασίες, μα ήταν και ο μόνος που έπρεπε να φροντίσει για το φαγητό και τη διαμονή των καλών αυτών ανθρώπων.
Χρησιμοποίησε ότι υπήρχε και δεν υπήρχε στην αποθήκη. Μια μέρα τα τρόφιμα τελείωσαν. Χρήματα δεν είχε. Έψαξε όλα τα ράφια, όλες τις γωνίες. Κατόρθωσε να βρει δυόμισι οκάδες μανέστρα. Και από ψωμί μόνο μισό Πρόσφορο. Του έδωσε και ο γέρο-Ευθύμιος μισό καρβελάκι. Ποσότητες αστείες για σχεδόν εκατό πρόσωπα, που δουλεύανε όλη την ημέρα χειρονακτικά.Στεναχωριόταν και δεν ήξερε τι να κάνει. Τον έπιασε απελπισία και σχεδόν έκλαιγε, που θ’ άφηνε τον κόσμο νηστικό. Ξαφνικά όμως του ήρθε μια ιδέα: κατεβάζει τη μεγάλη κατσαρόλα, ρίχνει μέσα τη μανέστρα, βάζει και το ψωμί και όπως ήτανε πήγε στο ναό. Στάθηκε μπροστά στην εικόνα του οσίου Δαβίδ και του είπε:
–Άγιε μου, οι άνθρωποι αυτοί δουλεύουν για το Μοναστήρι σου. Γυρνάνε κουρασμένοι και πεινασμένοι. Δεν έχω τίποτα άλλο να τους δώσω να φάνε, μόνο τις δυόμισι οκάδες μανέστρα με το λίγο λαδάκι, το μισό προσφοράκι και το μισό καρβελάκι ( και τα έδειχνε στον Άγιο). Σε παρακαλώ, εσύ να τα ευλογήσεις, να φάνε και να χορτάσουνε.
Μαγείρεψε στην κατσαρόλα τούτη, έβγαζε συνέχεια φαγητό και δεν τελείωνε. Χόρτασαν όλοι και περίσσεψε! Το είδαν πολλοί και ο νυν ηγούμενος π. Κύριλλος. Πολλά χρόνια μετά, τονίζοντας τα θαύματα του οσίου Δαβίδ, έλεγε ο π. Ιάκωβος:
–Αδελφέ μου, επανάληψη του θαύματος των πεντακισχιλίων!
Από το ομώνυμο βιβλίο, εκδόσεις «Τροχαλία»
https://www.hristospanagia.gr/ὁ-μακαρισ ... ος-τσαλίκη…/
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Άγιος Πορφύριος: Μου άφησε μήνυμα στον τηλεφωνητή!
Το 1993 διάβασα ένα βιβλίο για τον Άγιο Πορφύριο και αμέσως τον πίστεψα και τον αγάπησα. Με συγκίνησε ο λόγος του και τα θαύματά του. Θέλησα να αλλάξω ζωή, γιατί μέχρι τότε δεν ζούσα καθόλου πνευματικά.
Όμως με τις καθημερινές μέριμνες και τον έντονο ρυθμό της σύγχρονης ζωής, γρήγορα τα ξέχασα όλα. Ήμουν ανασφαλής και ευάλωτη ως παιδί χωρισμένων γονέων.
Τα επόμενα χρόνια έκανα πολλά λάθη και είχα μία μεγάλη πτώση. Αν και είχα τρία παιδιά, πήρα διαζύγιο από τον άντρα μου. Με συνέταιρο την κόρη μου ιδρύσαμε μία εταιρία η οποία πήγαινε από το κακό στο χειρότερο.
Μία ημέρα που ήμασταν στο γραφείο η κόρη μου παραφέρθηκε. Μου μίλησε πολύ άσχημα και σκληρά. Με προσέβαλε με τον χειρότερο τρόπο. Ενώ είχαμε δάνεια σε εκκρεμότητα, δεν είχαμε παραγγελίες.
Απελπιζόμουν στη σκέψη ότι θα χρεοκοπούσαμε. Κάνοντας απολογισμό της ζωής μου έκλαψα πάρα πολύ, έκλαψα γοερά. Έφτασα να χτυπιέμαι κάτω στο δάπεδο από τον ψυχικό πόνο που ένιωθα.
Τότε θυμήθηκα τον Γέροντα (τώρα Άγιο) Πορφύριο και με συντετριμμένη καρδιά, με όση δύναμη μού είχε απομείνει, άρχισα να τον παρακαλώ, ξανά και ξανά, για να με βοηθήσει. Χτύπησε το τηλέφωνό μου και προσπάθησα να συνέλθω. Σηκώθηκα και σκούπισα τα δάκρυά μου. Δεν πρόλαβα να το σηκώσω, αλλά είδα ότι μου αφήσανε μήνυμα στον τηλεφωνητή.
Μία ανδρική φωνή έλεγε: «Εντάξει, εντάξει, εντάξει…».
Αρχικά πάγωσα αλλά, όταν το άκουσα πολλές φορές, πήρα θάρρος και άρχισα να ελπίζω.
Από εκείνη την ημέρα απέκτησα πελατεία. Καθημερινά τα οικονομικά μας βελτιωνότανε και αποφύγαμε την οικονομική κατάρρευση. Ενθουσιάστηκα και ήθελα να μαθαίνω για τον Χριστό, για την Παναγία, για τον Άγιο Πορφύριο.
Τα μάθαινα όλα από την αρχή, όπως ένα μικρό παιδί. Με πολλή λαχτάρα και χαρά ήθελα να τα μάθω όλα. Τα πνευματικά είναι όλα πάρα πολύ ενδιαφέροντα και ωφέλιμα. Η ψυχή μου είχε γλυκαθεί και δεν χόρταινα να ρωτάω, να ακούω και να διαβάζω.
Και το κέντρο όλων αυτών ήταν το Μοναστήρι του Αγίου στο Μήλεσι. Έκανα Πνευματικό μου τον παπα-Φώτη και άλλαξε ριζικά όλη η ζωή μου.
Ο Άγιος Πορφύριος είναι ο άγιός μου και ο προστάτης μου.
Μαρτυρία κ. Ελένης Α., Αθήνα, όπως καταγράφεται στο βιβλίο ο “Όσιος Πορφύριος, ο Προφήτης, Μαρτυρίες”, τόμος Α’. Το βιβλίο εξέδωσε το Αγιοπαυλίτικο κελλί Αγίων Θεοδώρων, Άγιον Όρος.
Επιμέλεια Στέλιος Κούκος
https://www.pemptousia.gr/…/agios-porfi ... afise-mini…/
Το 1993 διάβασα ένα βιβλίο για τον Άγιο Πορφύριο και αμέσως τον πίστεψα και τον αγάπησα. Με συγκίνησε ο λόγος του και τα θαύματά του. Θέλησα να αλλάξω ζωή, γιατί μέχρι τότε δεν ζούσα καθόλου πνευματικά.
Όμως με τις καθημερινές μέριμνες και τον έντονο ρυθμό της σύγχρονης ζωής, γρήγορα τα ξέχασα όλα. Ήμουν ανασφαλής και ευάλωτη ως παιδί χωρισμένων γονέων.
Τα επόμενα χρόνια έκανα πολλά λάθη και είχα μία μεγάλη πτώση. Αν και είχα τρία παιδιά, πήρα διαζύγιο από τον άντρα μου. Με συνέταιρο την κόρη μου ιδρύσαμε μία εταιρία η οποία πήγαινε από το κακό στο χειρότερο.
Μία ημέρα που ήμασταν στο γραφείο η κόρη μου παραφέρθηκε. Μου μίλησε πολύ άσχημα και σκληρά. Με προσέβαλε με τον χειρότερο τρόπο. Ενώ είχαμε δάνεια σε εκκρεμότητα, δεν είχαμε παραγγελίες.
Απελπιζόμουν στη σκέψη ότι θα χρεοκοπούσαμε. Κάνοντας απολογισμό της ζωής μου έκλαψα πάρα πολύ, έκλαψα γοερά. Έφτασα να χτυπιέμαι κάτω στο δάπεδο από τον ψυχικό πόνο που ένιωθα.
Τότε θυμήθηκα τον Γέροντα (τώρα Άγιο) Πορφύριο και με συντετριμμένη καρδιά, με όση δύναμη μού είχε απομείνει, άρχισα να τον παρακαλώ, ξανά και ξανά, για να με βοηθήσει. Χτύπησε το τηλέφωνό μου και προσπάθησα να συνέλθω. Σηκώθηκα και σκούπισα τα δάκρυά μου. Δεν πρόλαβα να το σηκώσω, αλλά είδα ότι μου αφήσανε μήνυμα στον τηλεφωνητή.
Μία ανδρική φωνή έλεγε: «Εντάξει, εντάξει, εντάξει…».
Αρχικά πάγωσα αλλά, όταν το άκουσα πολλές φορές, πήρα θάρρος και άρχισα να ελπίζω.
Από εκείνη την ημέρα απέκτησα πελατεία. Καθημερινά τα οικονομικά μας βελτιωνότανε και αποφύγαμε την οικονομική κατάρρευση. Ενθουσιάστηκα και ήθελα να μαθαίνω για τον Χριστό, για την Παναγία, για τον Άγιο Πορφύριο.
Τα μάθαινα όλα από την αρχή, όπως ένα μικρό παιδί. Με πολλή λαχτάρα και χαρά ήθελα να τα μάθω όλα. Τα πνευματικά είναι όλα πάρα πολύ ενδιαφέροντα και ωφέλιμα. Η ψυχή μου είχε γλυκαθεί και δεν χόρταινα να ρωτάω, να ακούω και να διαβάζω.
Και το κέντρο όλων αυτών ήταν το Μοναστήρι του Αγίου στο Μήλεσι. Έκανα Πνευματικό μου τον παπα-Φώτη και άλλαξε ριζικά όλη η ζωή μου.
Ο Άγιος Πορφύριος είναι ο άγιός μου και ο προστάτης μου.
Μαρτυρία κ. Ελένης Α., Αθήνα, όπως καταγράφεται στο βιβλίο ο “Όσιος Πορφύριος, ο Προφήτης, Μαρτυρίες”, τόμος Α’. Το βιβλίο εξέδωσε το Αγιοπαυλίτικο κελλί Αγίων Θεοδώρων, Άγιον Όρος.
Επιμέλεια Στέλιος Κούκος
https://www.pemptousia.gr/…/agios-porfi ... afise-mini…/
- panagiotisspy
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 7181
- Εγγραφή: Πέμ Ιουν 04, 2009 4:57 am
- Τοποθεσία: ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Για να διαγραψεις μια ζωη, χρειαζεσαι ενα λεπτο..
Για να διαγραψεις ενα λεπτο, χρειαζεσαι μια ζωη..
Jim Morrison
Για να διαγραψεις ενα λεπτο, χρειαζεσαι μια ζωη..
Jim Morrison
Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων,Αγάπην δε μη έχω,γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν και έχω πάσαν την πίστιν,ώστε όρη μεθιστάνειν,Αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Οι καμπάνες θα χτυπάνε και εγώ θα κοιμάμαι!!!
Άγιος Ιάκωβος της Ευβοίας.
Ο Αγιος Γέροντας Ιάκωβος ήξερε ότι πλησίαζε η ώρα του για να φύγει. Έλεγε πριν την κοίμησή του σε πολλούς, σε πατέρες και πνευματικοπαίδια του: «Εγώ, παιδιά μου, θα φύγω σ’ ένα χρόνο… εγώ θα φύγω σε λίγους μήνες… εγώ θα φύγω σε λίγες εβδομάδες… εγώ θα φύγω σε λίγες μέρες...». Όμως τα παιδιά του δεν τον πίστευαν, διότι λέγανε ότι εφ’ όσον ήταν άρρωστος, έτσι τα λέει αυτά. Ήταν εξάλλου και σχετικά νέος, 70 στα 71.
Στις 17 Νοεμβρίου του 1991, ημέρα Κυριακή, ο Γέροντας Ιάκωβος με παρακάλεσε να βρίσκομαι στις 21 Νοεμβρίου στο Μοναστήρι του. Πώς έγινε αυτό; Εγώ τον είδα στον ύπνο μου στις 17 Νοεμβρίου που πήγα να ξεκουραστώ. Τον βλέπω στον ύπνο μου να βρίσκεται σε μία πάρα πολύ μεγάλη άσπρη εκκλησία, σ’ ένα ψηλό λόφο. Έλαμπε ολόκληρος ο λόφος από τον πολύ ήλιο, και μέσα είχε κόσμο αμέτρητο και μου είπε: «Δεν θα μου μιλήσεις ούτε θα σου μιλήσω εδώ. Θα έρθεις από κοντά να μιλήσουμε στο Μοναστήρι. Άκουσες τι σου είπα; Δεν θέλω αντίρρηση! Είκοσι μία Νοεμβρίου θα έρθεις στο Μοναστήρι!».
Ξυπνάω και παίρνω τηλέφωνο στο Μοναστήρι. Το σηκώνει ο π. Κύριλλος και μου λέει: «είχαμε την συζήτησή σου με τον Γέροντα και θέλει να έρθεις οπωσδήποτε στις 21 Νοεμβρίου». «Αφού μου το ζητά ο Γέροντας», σκέφθηκα, πρέπει να πάω. Μου λέει, επίσης, ο π. Κύριλλος ότι θα έρθει στην Αθήνα με το χέρι του Οσίου Δαυΐδ, άμα θέλω να πάω να το προσκυνήσω και να τα πούμε από κοντά.
Όταν τον είδα από κοντά, του είπα τ’ όνειρό μου και του λέω:
–Πάτερ Κύριλλε, πέρασε από το μυαλό μου μήπως ο Γέροντας Ιάκωβος φύγει για τον Ουρανό, γιατί αυτό που είδα δεν ήταν φυσιολογικό. Είδα τον Γέροντα να λειτουργεί λαμπροφορεμένος πάνω από την Αγία Τράπεζα, με πλήθος κόσμου σε μία άγνωστη εκκλησία.
–Τι να σου πω, παιδάκι μου… Δεν νομίζω… Έλα εσύ, όμως, και θα δούμε…
Φεύγω, λοιπόν, στις 21 Νοεμβρίου πρωί-πρωί, γιατί η προϊσταμένη δεν μου έδινε άδεια για μία μέρα, και έτσι θα πήγαινα μισή μέρα και το βράδυ θα γυρνούσα να κάνω την βάρδιά μου. Θα πήγαινα και θα γύρναγα την ίδια μέρα, ίσα-ίσα να δω την χειροτονία του π. Ιλαρίωνα σε διάκο (αργότερα ονομάσθηκε π. Ιάκωβος). Είχε πει ο Γέροντας Ιάκωβος: «Να δω αυτό το παιδί διάκο, και ας πεθάνω!». Και όντως έτσι έγινε.
Εγώ θεώρησα καλό να πάω πρώτα στα Φύλλα Ευβοίας, όπου γινόταν η χειροτονία, και μετά να πάω στον Γέροντα. Βρέθηκα στην χειροτονία, άκουσα την συμμαρτυρία του Γέροντα Ιακώβου και ανέβηκα με μια χαρά να τρέξω να πω στον Γέροντα Ιάκωβο αυτά που είδα.
Ξεκινήσαμε από τα Φύλλα Ευβοίας με το αμάξι μιας φίλης μου, οδηγούσε ο άντρας της, και φτάσαμε στο Μοναστήρι μέσα σε μια ώρα και ένα τέταρτο, ενώ κανονικά είναι μια απόσταση τριών ωρών! Ο ίδιος ο άντρας της φίλης μου, όταν είδε το ρολόι του, μου είπε: «Βρε, Γερασιμούλα! Τι γίνεται εδώ πέρα; Πετάει ο Γέροντας, πετάμε κι εμείς;». Το είπε αυτό, γιατί τον Γέροντα πολλές φορές τον βρίσκαμε στην Λίμνη, πηγαίναμε εμείς με το αυτοκίνητο επάνω (στο Μοναστήρι) και ο Γέροντας είχε βρεθεί πιο μπροστά από εμάς, (παρόλο που είχε ξεκινήσει ο ίδιος) με τα πόδια στο Μοναστήρι του! Εγώ έχω προσωπική εμπειρία που τον είδα. Μοναστήρι-Λίμνη είναι μια απόσταση είκοσι με τριάντα λεπτά, κάπου εκεί.
Φτάνοντας στο Μοναστήρι «πετώντας», λέει ο Γέροντας σ’ έναν π. Εφραίμ να του φτιάξει έναν καφέ και να μου πει να πάω στο δωμάτιό του και μην μας ενοχλήσει κανείς. Επειδή ήξερε ότι κάθε λίγο όλο και κάποιος θα χτυπούσε την πόρτα, λέει: «Θα κλειδώσεις την πόρτα, ώστε να καταλάβουν ότι δεν πρέπει να μας ενοχλήσουν καθόλου!» και, έτσι, κλείδωσα την πόρτα.
Η συζήτηση ήταν για πάρα πολλά θαύματα του Οσίου Δαυΐδ, όπως και επίσης μου είπε και το θαύμα με την Παναγία την «Ξενιά» που του είχε κάνει. Δηλαδή, ανέφερε τα πιο θαυμαστά γεγονότα που είχαν γίνει στην ζωή του και η διήγηση κράτησε τρεις ώρες. Μετά, με ρώτησε και μένα τι γίνεται με την δουλειά, και του είπα. Και μου είπε ότι θα με διώξουν από το Νοσοκομείο και ότι θα μου πονέσει το στομάχι, και με παρακάλεσε να μην αφήσω κανέναν γιατρό να μου κάνει εγχείρηση στο στομάχι, γιατί ο Όσιος Δαυΐδ τού είπε ότι θα με βοηθήσει και θα με κάνει καλά, τα οποία έγιναν αργότερα όλα αυτά ακριβώς έτσι όπως τα είπε ο Γέροντας.
Φτάνουμε, λοιπόν, την ώρα που μου λέει ότι ο Όσιος Δαυΐδ έρχεται μέσα στο δωμάτιό του.
–Ωραία, λέω, Γέροντα! Αφού ήρθε ο Όσιος Δαυΐδ, να βγω έξω, να πείτε κι εσείς τα δικά σας!
Εγώ τον Όσιο Δαυΐδ δεν τον είδα, ούτε άκουσα την φωνή του.
–Όχι! μου λέει ο Γέροντας. Ο Όσιος Δαυΐδ μού είπε να κάνεις την Παράκληση, γιατί χαίρεται όταν την λες. Και εκείνος θα σε βοηθήσει και θα μου πει τι θέλει από εσένα και θα σου το πω εγώ.
Άρχισα, λοιπόν, να κάνω την Παράκληση.
Τελείωσα την Παράκληση και πήγα κοντά του.
–Ο Όσιος Δαυΐδ μού είπε να σου πω ότι θα σου συμβούν πάρα πολλά στην ζωή σου, αλλά μέχρι τελευταίας σου πνοής θα είναι δίπλα σου· και εγώ, όμως, θα είμαι δίπλα σου. «Θεός, όπου βούλεται, νικάται φύσεως τάξις». Όλα καλά θα πάνε, έτσι μου είπε να σου πω. Και επειδή θα συμβεί κάτι τώρα, δεν θα στενοχωρηθείς ό,τι και να συμβεί. Μου το υπόσχεσαι;
Και στην συνέχεια, λέει:
–Αύριο το πρωί, εγώ δεν θα σηκωθώ να λειτουργήσω. Θα χτυπάνε οι καμπάνες, και εγώ θα κοιμάμαι εδώ στο κρεβάτι.
–Γέροντα, να πεις στον π. Κύριλλο να σου χτυπήσει την πόρτα, να σε ξυπνήσει, να σε πάει εκείνος.
–Όχι, δεν θα μπορεί να με ξυπνήσει ο π. Κύριλλος! Θα χτυπάνε οι καμπάνες, και εγώ θα κοιμάμαι!
–Γέροντα, εγώ δεν θα πάω στην εκκλησία από τα άγρια χαράματα. Θέλεις να περάσω να σε ξυπνήσω, να σε σηκώσω σιγά-σιγά να πάμε στην εκκλησία;
–Όχι, παιδί μου, κανείς δεν θα μπορέσει να με σηκώσει εμένα για να κατεβώ να λειτουργήσω. Αύριο το πρωί θα χτυπάνε οι καμπάνες, και εγώ θα κοιμάμαι!
–Καλά, Γέροντα. Θα είσαι τόσο χάλια, φαίνεται.
–Παιδάκι μου, δεν είμαι καλά.
–Γέροντα, να φωνάξω έναν γιατρό;
–Όχι, όχι, παιδάκι μου! Αλλά δεν αισθάνομαι καλά. Όμως τώρα πρέπει να σηκωθώ, γιατί έρχονται οι Πατέρες που έγινε η χειροτονία. Πώς ήτανε αλήθεια;
–Γέροντα, ήθελα να σου πω και πριν… ήταν κάτι διαφορετικό… δεν γνώριζα το παιδί έτσι όπως έψελνε, δεν γνώριζα την φωνή του… νόμιζα ότι κάποιος άλλος ψέλνει!...
–Άλλος έψελνε, παιδί μου· ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας έψελνε, δεν ήταν αυτός. Ήτανε καλά;
–Ναι, πολύ ωραία Γέροντα! Διάβασαν και την συμμαρτυρία.
–Ναι, παιδάκι μου, τον άκουγα νοερώς. Εκεί ήμουν. Εγώ όλα τα άκουγα και όλα τα έβλεπα. Νοερώς εκεί ήμουνα. Δεν ήτανε όμορφα;
–Όλα ήτανε πάρα πολύ όμορφα, Γέροντα, ήτανε πάρα πολλή ευλογία Θεού.
–Παιδί μου, να, τώρα έρχεται. Άνοιξε την πόρτα, όπου νά ’ναι ανεβαίνουν τις σκάλες και έρχονται.
Εκείνη την ώρα, μου ζήτησε να ψάλλω το τροπάριο του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου (κατά σύμπτωση το είχα μάθει εκείνη την ημέρα). Ψέλνοντας πήγα και ξεκλείδωσα την πόρτα, αφού προηγουμένως του είχα βάλει το ράσο και τα παπούτσια, για να είναι έτοιμος να κατέβει στην εκκλησία. Εκείνη την ώρα ακούω: «Γερασιμία, τρέξε! Ζαλίζομαι!». Τρέχοντας, τον προλαβαίνω να μην χτυπήσει το κεφάλι του στο πάτωμα, γιατί είχε πάθει ήδη ανακοπή, και του φέρνω ένα μαξιλάρι να μπορεί να πάρει ανάσες.
Χτυπούσαν την πόρτα και έπρεπε να ανοίξω. Ανοίγω και λέω: «Τρέξτε να φέρετε γιατρό, φέρτε και την Κάρα του Οσίου Δαυΐδ! Δεν βλέπω τον Γέροντα να ζει, φέρτε τις πρώτες βοήθειες!». Φωνάζουν έναν γιατρό. Στο μεταξύ, εγώ τον κράταγα στα χέρια μου ψηλά, για να παίρνει ανάσες, και έβλεπα όχι χάνει τον σφυγμό του. Ο π. Κύριλλος διάβαζε την ευχή με την αγία Κάρα του Οσίου Δαυΐδ. Και με το που τελείωσε η ευχή που διάβαζε ο π. Κύριλλος πάνω από το κεφάλι του Γέροντα, αισθάνθηκα ότι έκανε μια αναπνοή ελαφριά και, όπως είχε πει «σαν πουλάκι, παιδιά μου, θα φύγω», αισθάνθηκα ένα φύσημα να βγαίνει και τον σφυγμό να μην υπάρχει πλέον.
Τα μάτια του ο Γέροντας τα είχε κατάματα στα μάτια τα δικά μου. Δεν έχασαν τα μάτια του την θέση τους, όπως γίνεται όταν κάποιος φεύγει από την ζωή, δεν αλληθώρισε, δεν έχασε καθόλου την θωριά του, σαν να σου μιλούσε, σαν να σε έβλεπε, σαν να είναι εκεί ζωντανός. Γι’ αυτό και δεν του έκλεισα τα μάτια και περίμενα τον γιατρό. Έρχεται ο γιατρός, του κάνει το καρδιογράφημα, βλέπει ότι είναι τελειωμένος και μας είπε να του κλείσουμε τα μάτια.
Τον κατεβάσαμε στην εκκλησία και ο κόσμος περνούσε να τον ασπασθεί. Μαθεύτηκαν τα νέα από τον σταθμό της Εκκλησίας και από την άκρη του κόσμου τρέχανε να έρθουν στο Μοναστήρι. Έγινε κοσμοσυρροή! Γέμισε όλη η εκκλησία και όλος ο αυλόγυρος! Είναι πράγματα που μόνον ένας Άγιος μπορεί να κατορθώσει με την Χάρη του Θεού. Και έρχεται η ώρα, που ένας γνωστός μου πάει να τον προσκυνήσει και βλέπουμε τον Γέροντα να ανοίγει τα μάτια του! Δεν το είδα μόνον εγώ, το είδαν παπάδες, το είδαν και άλλοι άνθρωποι. Ώρες-ώρες άνοιγε τα μάτια του και μας έβλεπε. Τα μάτια ορθάνοιχτα και τα ξανάκλεινε. Το σοκ ήταν πάνω από τις δυνάμεις μας.
Και στην περιφορά, δεν τον είδαν λίγοι άνθρωποι, τον είδαν αρκετοί, όπως μας το είχε πει ο ίδιος Γέροντας: «Πού να κάνω πως σηκώνομαι την ώρα της περιφοράς της κάσας και να σας ευλογώ κιόλας!». Και, πραγματικά! Καθώς γυρίζαμε το λείψανο αυτού του άγιου ανθρώπου, σήκωσε το χέρι του και ευλόγησε τον κόσμο!
Ήρθε στην κηδεία και ο μητροπολίτης Προκόπιος και χάρηκα πάρα πολύ. Λέγαμε όλοι μαζί το «Χριστός Ανέστη», όλοι με ένα στόμα, και το «Ότε κατήλθες προς τον θάνατον». Δηλαδή, ψάλλαμε αναστάστιμα τροπάρια την ώρα της κηδείας του Γέροντα.
Ο Γέροντας Ιάκωβος είχε δει ότι θα πεθάνει και μου είχε πει: «Θα μείνεις στο Μοναστήρι τρεις μέρες». Εμένα η προϊσταμένη του Νοσοκομείου στο οποίο δούλευα, δεν μου έδινε άδεια, μου είχε πει να γυρίσω και το βράδυ να είμαι πίσω.
Και λέω στον Γέροντα:
–Τι θα πω στην προϊσταμένη; Με περιμένει το βράδυ.
–Θα της πεις ότι ο παππούς μου πέθανε και πρέπει να μείνω.
Όταν εκοιμήθη ο Γέροντας, την παίρνω τηλέφωνο και της λέω: «Συγνώμη, πέθανε ο παππούς μου και πρέπει να μείνω». Και αυτή μου απάντησε: «Και μένα πέθανε ο πατέρας μου, σε καταλαβαίνω. Να μείνεις. Και όποτε θέλεις, να με πάρεις τηλέφωνο να έρθεις». Αυτό έγινε, για να είμαι στα τριήμερα του Γέροντα.
Μαρτυρία Γερασιμούλας.
Πηγή:Agioritispblogs
Άγιος Ιάκωβος της Ευβοίας.
Ο Αγιος Γέροντας Ιάκωβος ήξερε ότι πλησίαζε η ώρα του για να φύγει. Έλεγε πριν την κοίμησή του σε πολλούς, σε πατέρες και πνευματικοπαίδια του: «Εγώ, παιδιά μου, θα φύγω σ’ ένα χρόνο… εγώ θα φύγω σε λίγους μήνες… εγώ θα φύγω σε λίγες εβδομάδες… εγώ θα φύγω σε λίγες μέρες...». Όμως τα παιδιά του δεν τον πίστευαν, διότι λέγανε ότι εφ’ όσον ήταν άρρωστος, έτσι τα λέει αυτά. Ήταν εξάλλου και σχετικά νέος, 70 στα 71.
Στις 17 Νοεμβρίου του 1991, ημέρα Κυριακή, ο Γέροντας Ιάκωβος με παρακάλεσε να βρίσκομαι στις 21 Νοεμβρίου στο Μοναστήρι του. Πώς έγινε αυτό; Εγώ τον είδα στον ύπνο μου στις 17 Νοεμβρίου που πήγα να ξεκουραστώ. Τον βλέπω στον ύπνο μου να βρίσκεται σε μία πάρα πολύ μεγάλη άσπρη εκκλησία, σ’ ένα ψηλό λόφο. Έλαμπε ολόκληρος ο λόφος από τον πολύ ήλιο, και μέσα είχε κόσμο αμέτρητο και μου είπε: «Δεν θα μου μιλήσεις ούτε θα σου μιλήσω εδώ. Θα έρθεις από κοντά να μιλήσουμε στο Μοναστήρι. Άκουσες τι σου είπα; Δεν θέλω αντίρρηση! Είκοσι μία Νοεμβρίου θα έρθεις στο Μοναστήρι!».
Ξυπνάω και παίρνω τηλέφωνο στο Μοναστήρι. Το σηκώνει ο π. Κύριλλος και μου λέει: «είχαμε την συζήτησή σου με τον Γέροντα και θέλει να έρθεις οπωσδήποτε στις 21 Νοεμβρίου». «Αφού μου το ζητά ο Γέροντας», σκέφθηκα, πρέπει να πάω. Μου λέει, επίσης, ο π. Κύριλλος ότι θα έρθει στην Αθήνα με το χέρι του Οσίου Δαυΐδ, άμα θέλω να πάω να το προσκυνήσω και να τα πούμε από κοντά.
Όταν τον είδα από κοντά, του είπα τ’ όνειρό μου και του λέω:
–Πάτερ Κύριλλε, πέρασε από το μυαλό μου μήπως ο Γέροντας Ιάκωβος φύγει για τον Ουρανό, γιατί αυτό που είδα δεν ήταν φυσιολογικό. Είδα τον Γέροντα να λειτουργεί λαμπροφορεμένος πάνω από την Αγία Τράπεζα, με πλήθος κόσμου σε μία άγνωστη εκκλησία.
–Τι να σου πω, παιδάκι μου… Δεν νομίζω… Έλα εσύ, όμως, και θα δούμε…
Φεύγω, λοιπόν, στις 21 Νοεμβρίου πρωί-πρωί, γιατί η προϊσταμένη δεν μου έδινε άδεια για μία μέρα, και έτσι θα πήγαινα μισή μέρα και το βράδυ θα γυρνούσα να κάνω την βάρδιά μου. Θα πήγαινα και θα γύρναγα την ίδια μέρα, ίσα-ίσα να δω την χειροτονία του π. Ιλαρίωνα σε διάκο (αργότερα ονομάσθηκε π. Ιάκωβος). Είχε πει ο Γέροντας Ιάκωβος: «Να δω αυτό το παιδί διάκο, και ας πεθάνω!». Και όντως έτσι έγινε.
Εγώ θεώρησα καλό να πάω πρώτα στα Φύλλα Ευβοίας, όπου γινόταν η χειροτονία, και μετά να πάω στον Γέροντα. Βρέθηκα στην χειροτονία, άκουσα την συμμαρτυρία του Γέροντα Ιακώβου και ανέβηκα με μια χαρά να τρέξω να πω στον Γέροντα Ιάκωβο αυτά που είδα.
Ξεκινήσαμε από τα Φύλλα Ευβοίας με το αμάξι μιας φίλης μου, οδηγούσε ο άντρας της, και φτάσαμε στο Μοναστήρι μέσα σε μια ώρα και ένα τέταρτο, ενώ κανονικά είναι μια απόσταση τριών ωρών! Ο ίδιος ο άντρας της φίλης μου, όταν είδε το ρολόι του, μου είπε: «Βρε, Γερασιμούλα! Τι γίνεται εδώ πέρα; Πετάει ο Γέροντας, πετάμε κι εμείς;». Το είπε αυτό, γιατί τον Γέροντα πολλές φορές τον βρίσκαμε στην Λίμνη, πηγαίναμε εμείς με το αυτοκίνητο επάνω (στο Μοναστήρι) και ο Γέροντας είχε βρεθεί πιο μπροστά από εμάς, (παρόλο που είχε ξεκινήσει ο ίδιος) με τα πόδια στο Μοναστήρι του! Εγώ έχω προσωπική εμπειρία που τον είδα. Μοναστήρι-Λίμνη είναι μια απόσταση είκοσι με τριάντα λεπτά, κάπου εκεί.
Φτάνοντας στο Μοναστήρι «πετώντας», λέει ο Γέροντας σ’ έναν π. Εφραίμ να του φτιάξει έναν καφέ και να μου πει να πάω στο δωμάτιό του και μην μας ενοχλήσει κανείς. Επειδή ήξερε ότι κάθε λίγο όλο και κάποιος θα χτυπούσε την πόρτα, λέει: «Θα κλειδώσεις την πόρτα, ώστε να καταλάβουν ότι δεν πρέπει να μας ενοχλήσουν καθόλου!» και, έτσι, κλείδωσα την πόρτα.
Η συζήτηση ήταν για πάρα πολλά θαύματα του Οσίου Δαυΐδ, όπως και επίσης μου είπε και το θαύμα με την Παναγία την «Ξενιά» που του είχε κάνει. Δηλαδή, ανέφερε τα πιο θαυμαστά γεγονότα που είχαν γίνει στην ζωή του και η διήγηση κράτησε τρεις ώρες. Μετά, με ρώτησε και μένα τι γίνεται με την δουλειά, και του είπα. Και μου είπε ότι θα με διώξουν από το Νοσοκομείο και ότι θα μου πονέσει το στομάχι, και με παρακάλεσε να μην αφήσω κανέναν γιατρό να μου κάνει εγχείρηση στο στομάχι, γιατί ο Όσιος Δαυΐδ τού είπε ότι θα με βοηθήσει και θα με κάνει καλά, τα οποία έγιναν αργότερα όλα αυτά ακριβώς έτσι όπως τα είπε ο Γέροντας.
Φτάνουμε, λοιπόν, την ώρα που μου λέει ότι ο Όσιος Δαυΐδ έρχεται μέσα στο δωμάτιό του.
–Ωραία, λέω, Γέροντα! Αφού ήρθε ο Όσιος Δαυΐδ, να βγω έξω, να πείτε κι εσείς τα δικά σας!
Εγώ τον Όσιο Δαυΐδ δεν τον είδα, ούτε άκουσα την φωνή του.
–Όχι! μου λέει ο Γέροντας. Ο Όσιος Δαυΐδ μού είπε να κάνεις την Παράκληση, γιατί χαίρεται όταν την λες. Και εκείνος θα σε βοηθήσει και θα μου πει τι θέλει από εσένα και θα σου το πω εγώ.
Άρχισα, λοιπόν, να κάνω την Παράκληση.
Τελείωσα την Παράκληση και πήγα κοντά του.
–Ο Όσιος Δαυΐδ μού είπε να σου πω ότι θα σου συμβούν πάρα πολλά στην ζωή σου, αλλά μέχρι τελευταίας σου πνοής θα είναι δίπλα σου· και εγώ, όμως, θα είμαι δίπλα σου. «Θεός, όπου βούλεται, νικάται φύσεως τάξις». Όλα καλά θα πάνε, έτσι μου είπε να σου πω. Και επειδή θα συμβεί κάτι τώρα, δεν θα στενοχωρηθείς ό,τι και να συμβεί. Μου το υπόσχεσαι;
Και στην συνέχεια, λέει:
–Αύριο το πρωί, εγώ δεν θα σηκωθώ να λειτουργήσω. Θα χτυπάνε οι καμπάνες, και εγώ θα κοιμάμαι εδώ στο κρεβάτι.
–Γέροντα, να πεις στον π. Κύριλλο να σου χτυπήσει την πόρτα, να σε ξυπνήσει, να σε πάει εκείνος.
–Όχι, δεν θα μπορεί να με ξυπνήσει ο π. Κύριλλος! Θα χτυπάνε οι καμπάνες, και εγώ θα κοιμάμαι!
–Γέροντα, εγώ δεν θα πάω στην εκκλησία από τα άγρια χαράματα. Θέλεις να περάσω να σε ξυπνήσω, να σε σηκώσω σιγά-σιγά να πάμε στην εκκλησία;
–Όχι, παιδί μου, κανείς δεν θα μπορέσει να με σηκώσει εμένα για να κατεβώ να λειτουργήσω. Αύριο το πρωί θα χτυπάνε οι καμπάνες, και εγώ θα κοιμάμαι!
–Καλά, Γέροντα. Θα είσαι τόσο χάλια, φαίνεται.
–Παιδάκι μου, δεν είμαι καλά.
–Γέροντα, να φωνάξω έναν γιατρό;
–Όχι, όχι, παιδάκι μου! Αλλά δεν αισθάνομαι καλά. Όμως τώρα πρέπει να σηκωθώ, γιατί έρχονται οι Πατέρες που έγινε η χειροτονία. Πώς ήτανε αλήθεια;
–Γέροντα, ήθελα να σου πω και πριν… ήταν κάτι διαφορετικό… δεν γνώριζα το παιδί έτσι όπως έψελνε, δεν γνώριζα την φωνή του… νόμιζα ότι κάποιος άλλος ψέλνει!...
–Άλλος έψελνε, παιδί μου· ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας έψελνε, δεν ήταν αυτός. Ήτανε καλά;
–Ναι, πολύ ωραία Γέροντα! Διάβασαν και την συμμαρτυρία.
–Ναι, παιδάκι μου, τον άκουγα νοερώς. Εκεί ήμουν. Εγώ όλα τα άκουγα και όλα τα έβλεπα. Νοερώς εκεί ήμουνα. Δεν ήτανε όμορφα;
–Όλα ήτανε πάρα πολύ όμορφα, Γέροντα, ήτανε πάρα πολλή ευλογία Θεού.
–Παιδί μου, να, τώρα έρχεται. Άνοιξε την πόρτα, όπου νά ’ναι ανεβαίνουν τις σκάλες και έρχονται.
Εκείνη την ώρα, μου ζήτησε να ψάλλω το τροπάριο του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου (κατά σύμπτωση το είχα μάθει εκείνη την ημέρα). Ψέλνοντας πήγα και ξεκλείδωσα την πόρτα, αφού προηγουμένως του είχα βάλει το ράσο και τα παπούτσια, για να είναι έτοιμος να κατέβει στην εκκλησία. Εκείνη την ώρα ακούω: «Γερασιμία, τρέξε! Ζαλίζομαι!». Τρέχοντας, τον προλαβαίνω να μην χτυπήσει το κεφάλι του στο πάτωμα, γιατί είχε πάθει ήδη ανακοπή, και του φέρνω ένα μαξιλάρι να μπορεί να πάρει ανάσες.
Χτυπούσαν την πόρτα και έπρεπε να ανοίξω. Ανοίγω και λέω: «Τρέξτε να φέρετε γιατρό, φέρτε και την Κάρα του Οσίου Δαυΐδ! Δεν βλέπω τον Γέροντα να ζει, φέρτε τις πρώτες βοήθειες!». Φωνάζουν έναν γιατρό. Στο μεταξύ, εγώ τον κράταγα στα χέρια μου ψηλά, για να παίρνει ανάσες, και έβλεπα όχι χάνει τον σφυγμό του. Ο π. Κύριλλος διάβαζε την ευχή με την αγία Κάρα του Οσίου Δαυΐδ. Και με το που τελείωσε η ευχή που διάβαζε ο π. Κύριλλος πάνω από το κεφάλι του Γέροντα, αισθάνθηκα ότι έκανε μια αναπνοή ελαφριά και, όπως είχε πει «σαν πουλάκι, παιδιά μου, θα φύγω», αισθάνθηκα ένα φύσημα να βγαίνει και τον σφυγμό να μην υπάρχει πλέον.
Τα μάτια του ο Γέροντας τα είχε κατάματα στα μάτια τα δικά μου. Δεν έχασαν τα μάτια του την θέση τους, όπως γίνεται όταν κάποιος φεύγει από την ζωή, δεν αλληθώρισε, δεν έχασε καθόλου την θωριά του, σαν να σου μιλούσε, σαν να σε έβλεπε, σαν να είναι εκεί ζωντανός. Γι’ αυτό και δεν του έκλεισα τα μάτια και περίμενα τον γιατρό. Έρχεται ο γιατρός, του κάνει το καρδιογράφημα, βλέπει ότι είναι τελειωμένος και μας είπε να του κλείσουμε τα μάτια.
Τον κατεβάσαμε στην εκκλησία και ο κόσμος περνούσε να τον ασπασθεί. Μαθεύτηκαν τα νέα από τον σταθμό της Εκκλησίας και από την άκρη του κόσμου τρέχανε να έρθουν στο Μοναστήρι. Έγινε κοσμοσυρροή! Γέμισε όλη η εκκλησία και όλος ο αυλόγυρος! Είναι πράγματα που μόνον ένας Άγιος μπορεί να κατορθώσει με την Χάρη του Θεού. Και έρχεται η ώρα, που ένας γνωστός μου πάει να τον προσκυνήσει και βλέπουμε τον Γέροντα να ανοίγει τα μάτια του! Δεν το είδα μόνον εγώ, το είδαν παπάδες, το είδαν και άλλοι άνθρωποι. Ώρες-ώρες άνοιγε τα μάτια του και μας έβλεπε. Τα μάτια ορθάνοιχτα και τα ξανάκλεινε. Το σοκ ήταν πάνω από τις δυνάμεις μας.
Και στην περιφορά, δεν τον είδαν λίγοι άνθρωποι, τον είδαν αρκετοί, όπως μας το είχε πει ο ίδιος Γέροντας: «Πού να κάνω πως σηκώνομαι την ώρα της περιφοράς της κάσας και να σας ευλογώ κιόλας!». Και, πραγματικά! Καθώς γυρίζαμε το λείψανο αυτού του άγιου ανθρώπου, σήκωσε το χέρι του και ευλόγησε τον κόσμο!
Ήρθε στην κηδεία και ο μητροπολίτης Προκόπιος και χάρηκα πάρα πολύ. Λέγαμε όλοι μαζί το «Χριστός Ανέστη», όλοι με ένα στόμα, και το «Ότε κατήλθες προς τον θάνατον». Δηλαδή, ψάλλαμε αναστάστιμα τροπάρια την ώρα της κηδείας του Γέροντα.
Ο Γέροντας Ιάκωβος είχε δει ότι θα πεθάνει και μου είχε πει: «Θα μείνεις στο Μοναστήρι τρεις μέρες». Εμένα η προϊσταμένη του Νοσοκομείου στο οποίο δούλευα, δεν μου έδινε άδεια, μου είχε πει να γυρίσω και το βράδυ να είμαι πίσω.
Και λέω στον Γέροντα:
–Τι θα πω στην προϊσταμένη; Με περιμένει το βράδυ.
–Θα της πεις ότι ο παππούς μου πέθανε και πρέπει να μείνω.
Όταν εκοιμήθη ο Γέροντας, την παίρνω τηλέφωνο και της λέω: «Συγνώμη, πέθανε ο παππούς μου και πρέπει να μείνω». Και αυτή μου απάντησε: «Και μένα πέθανε ο πατέρας μου, σε καταλαβαίνω. Να μείνεις. Και όποτε θέλεις, να με πάρεις τηλέφωνο να έρθεις». Αυτό έγινε, για να είμαι στα τριήμερα του Γέροντα.
Μαρτυρία Γερασιμούλας.
Πηγή:Agioritispblogs
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«Πίστη και προσευχή!!!!
Έλεγε ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης της Ευβοίας.
Έχετε πίστιν Θεού. Αιτείτε και δοθήσεται υμίν. Αυτή η πίστη με βοηθάει και με σώζει 70 χρόνια. Δεν πρέπει παιδιά μου να έχει κανείς αμφιβολίες ούτε δυσπιστίες. Να έχετε πίστη Θεού ως κόκκον σινάπεως και ότι ζητήσετε ο Θεός θα σας το δώσει. Πάντα η προσευχή στηρίζει. Να μη δειλιώμε, να μη φοβόμαστε. Ει ο Θεός μεθ’ ημών, ουδείς καθ’ημών.
Καμμιά προσευχή, παιδιά μου, δεν πάει χαμένη. Κι εμένα αυτή η προσευχή με κράτησε τόσα χρόνια.
Εκεί που προσευχόμουν, λέγω «να μου δώση πίστη». Πιστεύω από παιδί, αλλά θέλω να με δώση πίστη. Εκεί μέσα που προσευχόμουν, τι έπαθα και μου ήρθε! (στο νου εκείνο που λέγει στο Ευαγγέλιο): «Όταν προσεύχεσαι να λες, Κύριε, πρόσθεσε πίστη».
Με συγχωρείτε, παιδιά μου, εγώ δεν το ‘χα διαβάση στα χαρτιά μας, εκείνα τα χρόνια δεν είχαμε τίποτε, μια Σύνοψη είχα μόνο, ό,τι είχαμε τα αφήσαμε στην πατρίδα μου στην Μικρά Ασία και εδώ δεν είχαμε τίποτε… Πίστη και προσευχή, τέκνον μου, πίστη και προσευχή! Πάντοτε λέω δόξα σοι ο Θέος. Πάντοτε με την υπομονή μου, με την πίστη μου στον Θέο, ”είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον”!
Εκείνος ξέρει τι θα περάσω… έχω πολλές παθήσεις αλλά δεν τα λογαριάζω τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν. Δεν τα υπολόγιζω καθόλου… »
Μην απελπίζεσαι, ο Θεός βλέπει την ψυχή σου και θα σε βοηθήσει. «Τις ήλπισεν εις τον Κύριον και κατησχύνθη!… έχετε την ελπίδα σας εις τον επί ξύλου τανυθέντα Ιησού Χριστό» και όλα θα έλθουν κατ’ ευχήν.
«Δεν ξέρομε την ημέρα, ουδέ και την ώρα. Γι’ αυτό, επειδή είμαστε προσωρινοί άνθρωποι, ας φροντίζωμε για την ψυχή μας, που είναι πράγμα αθάνατο. Πεθαίνουν οι άνθρωποι, αλλά πώς πεθαίνουν; Πεθαίνομε, αλλά να είμαστε κοντά στον Χριστό. Να αγωνιζώμαστε με προσευχή, με αγάπη».
«Παιδιά μου, σήμερα οι καιροί είναι δύσκολοι, οι ημέρες πονηρές. Γι’ αυτό, ν’ αγωνιζώμαστε. Αν δεν αγωνιζώμαστε, πώς θα σωθούμε;».
«Να κάνετε πάντοτε προσευχή και να ‘χετε πάντα την ελπίδα στον Θεό. Θα σας βοηθήση η Χάρις της Παναγίας, του οσίου Δαυΐδ και του αγίου Ιωάννου του Ρώσσου. Για όλο τον κόσμο κάνομε προσευχές και οι προσευχές στηρίζουν».
Πηγή: (Από το βιβλίο: Ο Γέρων Ιάκωβος. Διηγήσεις-Νουθεσίες-Μαρτυρίες. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» Ορθόδοξο βίωμα 4, 2016.)
Έλεγε ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης της Ευβοίας.
Έχετε πίστιν Θεού. Αιτείτε και δοθήσεται υμίν. Αυτή η πίστη με βοηθάει και με σώζει 70 χρόνια. Δεν πρέπει παιδιά μου να έχει κανείς αμφιβολίες ούτε δυσπιστίες. Να έχετε πίστη Θεού ως κόκκον σινάπεως και ότι ζητήσετε ο Θεός θα σας το δώσει. Πάντα η προσευχή στηρίζει. Να μη δειλιώμε, να μη φοβόμαστε. Ει ο Θεός μεθ’ ημών, ουδείς καθ’ημών.
Καμμιά προσευχή, παιδιά μου, δεν πάει χαμένη. Κι εμένα αυτή η προσευχή με κράτησε τόσα χρόνια.
Εκεί που προσευχόμουν, λέγω «να μου δώση πίστη». Πιστεύω από παιδί, αλλά θέλω να με δώση πίστη. Εκεί μέσα που προσευχόμουν, τι έπαθα και μου ήρθε! (στο νου εκείνο που λέγει στο Ευαγγέλιο): «Όταν προσεύχεσαι να λες, Κύριε, πρόσθεσε πίστη».
Με συγχωρείτε, παιδιά μου, εγώ δεν το ‘χα διαβάση στα χαρτιά μας, εκείνα τα χρόνια δεν είχαμε τίποτε, μια Σύνοψη είχα μόνο, ό,τι είχαμε τα αφήσαμε στην πατρίδα μου στην Μικρά Ασία και εδώ δεν είχαμε τίποτε… Πίστη και προσευχή, τέκνον μου, πίστη και προσευχή! Πάντοτε λέω δόξα σοι ο Θέος. Πάντοτε με την υπομονή μου, με την πίστη μου στον Θέο, ”είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον”!
Εκείνος ξέρει τι θα περάσω… έχω πολλές παθήσεις αλλά δεν τα λογαριάζω τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν. Δεν τα υπολόγιζω καθόλου… »
Μην απελπίζεσαι, ο Θεός βλέπει την ψυχή σου και θα σε βοηθήσει. «Τις ήλπισεν εις τον Κύριον και κατησχύνθη!… έχετε την ελπίδα σας εις τον επί ξύλου τανυθέντα Ιησού Χριστό» και όλα θα έλθουν κατ’ ευχήν.
«Δεν ξέρομε την ημέρα, ουδέ και την ώρα. Γι’ αυτό, επειδή είμαστε προσωρινοί άνθρωποι, ας φροντίζωμε για την ψυχή μας, που είναι πράγμα αθάνατο. Πεθαίνουν οι άνθρωποι, αλλά πώς πεθαίνουν; Πεθαίνομε, αλλά να είμαστε κοντά στον Χριστό. Να αγωνιζώμαστε με προσευχή, με αγάπη».
«Παιδιά μου, σήμερα οι καιροί είναι δύσκολοι, οι ημέρες πονηρές. Γι’ αυτό, ν’ αγωνιζώμαστε. Αν δεν αγωνιζώμαστε, πώς θα σωθούμε;».
«Να κάνετε πάντοτε προσευχή και να ‘χετε πάντα την ελπίδα στον Θεό. Θα σας βοηθήση η Χάρις της Παναγίας, του οσίου Δαυΐδ και του αγίου Ιωάννου του Ρώσσου. Για όλο τον κόσμο κάνομε προσευχές και οι προσευχές στηρίζουν».
Πηγή: (Από το βιβλίο: Ο Γέρων Ιάκωβος. Διηγήσεις-Νουθεσίες-Μαρτυρίες. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» Ορθόδοξο βίωμα 4, 2016.)
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ένας απλός,ταπεινός Άγιος
Ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης ήταν ψηλός, αδύνατος, · και έβλεπε κανείς έναν “άρχοντα” στο βάδισμα, στο παρουσιαστικό, στα λόγια του, στην έκφραση του προσώπου του, στα μάτια που πάντα σχεδόν τα είχε στραμμένα προς τα κάτω και στον καθ’ όλον τρόπο της τέλεσης του μυστηρίου της θείας Λειτουργίας, στην καλή του άρθρωση και στην μουσική απαγγελία –αν και δεν είχε ιδιαίτερη μόρφωση– και ιδιαίτερα στην αξιοζήλευτη απλότητά του.
Πάντοτε ερχόταν από το κελλί του στην εκκλησία φορώντας το επανωκαλύμμαυχό του, τον σταυρό του και την ράβδο του, και παρά την απλότητά του τηρούσε μια τάξη, σαν να πήγαινε σε κάποιον επίσημο χώρο.
Στο Ιερό Βήμα, αμίλητος σχεδόν, καθισμένος κάποιες φορές στα δεξιά της Ωραίας Πύλης και μιλώντας μόνο όταν θα έπρεπε να πη κάτι στον π. Κύριλλο ή να δώση την σειρά στους συλλειτουργούς του.
Εντύπωση με έκανε, που όταν άρχιζε την θεία Λειτουργία, πριν από το “Ευλογημένη η Βασιλεία”, έλεγε χαμηλόφωνα, «έλα, Χριστέ και Παναγιά».
Κάποτε, μου είπε ότι μία γυναίκα μετά το τέλος της θείας Λειτουργίας τον πλησίασε και του είπε, «Παπά μ’ , τι ήταν αυτό το παιδάκι πάνω στην Αγία Τράπεζα με τα αίματα;» και δεν ήξερε τι να της πη. «Ακούς, π. Αργύριε, είναι παρών πραγματικά ο Χριστός μας την ώρα της θείας Λειτουργίας· δεν είναι φοβερό; και αυτό γίνεται σε κάθε θεία Λειτουργία».
Φαίνεται πως θα υπέφερε από τα πόδια του, γιατί παρακολουθούσε γονατιστός, επάνω σε ένα μικρό χαλάκι τις ακολουθίες. Ακόμη και κατά την εβδομάδα την Διακαινήσιμο, και κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας ήτανε γονατιστός, πράγμα που φανέρωνε το πρόβλημα της αδυναμίας της σαρκός.
Όταν λειτουργούσε ο π. Κύριλλος σε διπλανό χωριό ή ήταν απασχολημένος σε διακονήματα –που τότε όλοι και όλοι ήταν τρεις– και ερχόταν κόσμος, ο ίδιος ο π. Ιάκωβος μετά την θεία Λειτουργία έβγαζε την Κάρα του οσίου Δαυΐδ και προσκυνούσαν οι πιστοί και διάβαζε ευχές, σταύρωνε ασθενείς και έλεγε για την ζωή του οσίου Δαυΐδ, για τα θαύματά του και δίδασκε απλά τις απλές ευαγγελικές αλήθειες στον λαό του Θεού και έφευγαν οι άνθρωποι αναπαυμένοι πνευματικά.
Κάποτε, όπως μου έλεγε, όταν ήταν νέος κληρικός πήγαινε και εξυπηρετούσε διπλανά χωριά με ζώο του μοναστηριού ανεβασμένος πάνω σ’ αυτό, «περνούσα», μου έλεγε, «μέσα από τα περιβόλια του μοναστηριού μας, και τα φρούτα από τα δένδρα κτυπούσαν στο κεφάλι μου. Μου ‘ρχόταν μία όρεξη να πάρω ένα να φάω, επειδή ήταν κτήματα του μοναστηριού μας, αλλά είπα μέσα μου, “αν έβλεπε κάποιος να παίρνω και δεν γνώριζε, τι θα έλεγε; ότι ο παπάς παίρνει μήλα κρυφά”. Και έτσι, με συγχωρείτε, ποτέ δεν άπλωσα χέρι…».
Άλλη φορά, μετά την θεία Λειτουργία που περιμέναμε στο αρχονταρίκι, ήρθε ο Γέροντας και κάθησε στην θέση που πάντα καθόταν στο τραπέζι· άρχισε να μιλάη συμβουλευτικά και να προτρέπη τους πιστούς να τηρούν τις εντολές του Κυρίου μας, αλλά έλεγε και για τις θείες επεμβάσεις του οσίου Δαυΐδ. Ενώ εγώ ήμουν όρθιος στην πόρτα, σχεδόν μισός μέσα και μισός έξω, έρχεται σε λίγο κάποιος κύριος που η φωνή του έμοιαζε έτσι βαρειά που ήταν, σαν “μάγκικη”, και με έπιασε από το μπράτσο και με τράβηξε λίγο απαλά προς το μέρος του έξω, και πριν να αρχίση να μου μιλάη, του λέγω:
– Αφήστε λίγο, κύριε, να ακούσωμε τον Γέροντα και μετά θα μου πήτε ό,τι θέλετε.
Μου λέγει, με το ύφος αυτό το βαρύ:
– Άστον αυτόν, δεν ξέρει τι λέγει, εγώ θα σου πω.
– Μα, άνθρωπέ μου, του λέγω, δεν είναι σωστό, ας τον ακούσωμε και μετά…
Επέμενε πάλι λέγοντας τα ίδια. Τέλος πάντων, στην επιμονή του δέχθηκα να τον ακούσω.
– Άκουσέ με, μου λέγει, αυτός δεν τα λέγει αυτά, γιατί δεν θέλει να φαίνεται.
Τότε κάτι κατάλαβα πως για κάτι καλό θα με μιλούσε. Δεν έβγαλα άχνα. Μου λέγει:
– Είχα τον γυιό μου, παλληκάρι ως εκεί πάνω, στο νοσοκομείο στην Αθήνα, σε πάρα πολύ βαρειά κατάσταση. Οι γιατροί έκαναν συμβούλιο και μου είπαν: «Έχεις άλλα παιδιά; Το παιδί σου είναι σε πάρα πολύ κακή κατάσταση. Εμείς μέσα από το συμβούλιο που κάναμε, καταλήξαμε ότι ίσως και να μην ζήση». Σαν τ’ άκουσα τρελλάθηκα· μεσ’ την νύχτα δεν ήξερα τι να κάνω. Πήρα το αυτοκίνητο και έτρεχα σαν τρελλός· έφτασα τα χαράματα εδώ, κτύπησα και με άνοιξαν. «Θέλω τον Γέροντα», είπα, μου τον έδειξαν και πήγα και του είπα όλα ό,τι με είπαν οι γιατροί. Έδειξε συμπόνοια ο Γέροντας, με πήρε από το χέρι και με ανέβασε εκεί επάνω –και έδειξε το παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους που ήταν πολύ κοντά στο κελλί του και κάλυπτε την ανατολική γωνία των κελλιών– μπήκαμε μέσα στο παρεκκλήσι και μου είπε να κάνω προσευχή, γονάτισε και αυτός εκεί αριστερά και άρχισε την προσευχή του. Έκλαιγε και προσευχόταν γονυπετής. Εγώ τι προσευχή να κάνω; ε! έκανα εκεί κάτι, αυτός έκλαιγε και δώστου προσευχή και μετάνοιες. Εγώ βγήκα έξω, για να πάρω αέρα, εκείνος μέσα. Για μια στιγμή, τον βλέπω να έρχεται κοντά μου και να μου λέγη, «άντε, πήγαινε τώρα στο καλό και το παιδάκι σου θα σου το κάνη καλά ο άγιος Δαυΐδ και ο άγιος Χαράλαμπος». Και έτσι έγινε. Οι γιατροί απορούσαν. Να, γι’ αυτό σου λέγω ότι αυτός για τον εαυτόν του τίποτε δεν λέγει, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα.
Μαρτυρία π. Αργυρίου Γαβριηλίδου, από την Θεσσαλονίκη
Από το βιβλίο: “Ο Γέρων Ιάκωβος (Διηγήσεις – Νουθεσίες – Μαρτυρίες)”. Γ’. Μαρτυρίες, σελ. 268. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» 2016.
Πηγή: agioritispblogs
Ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης ήταν ψηλός, αδύνατος, · και έβλεπε κανείς έναν “άρχοντα” στο βάδισμα, στο παρουσιαστικό, στα λόγια του, στην έκφραση του προσώπου του, στα μάτια που πάντα σχεδόν τα είχε στραμμένα προς τα κάτω και στον καθ’ όλον τρόπο της τέλεσης του μυστηρίου της θείας Λειτουργίας, στην καλή του άρθρωση και στην μουσική απαγγελία –αν και δεν είχε ιδιαίτερη μόρφωση– και ιδιαίτερα στην αξιοζήλευτη απλότητά του.
Πάντοτε ερχόταν από το κελλί του στην εκκλησία φορώντας το επανωκαλύμμαυχό του, τον σταυρό του και την ράβδο του, και παρά την απλότητά του τηρούσε μια τάξη, σαν να πήγαινε σε κάποιον επίσημο χώρο.
Στο Ιερό Βήμα, αμίλητος σχεδόν, καθισμένος κάποιες φορές στα δεξιά της Ωραίας Πύλης και μιλώντας μόνο όταν θα έπρεπε να πη κάτι στον π. Κύριλλο ή να δώση την σειρά στους συλλειτουργούς του.
Εντύπωση με έκανε, που όταν άρχιζε την θεία Λειτουργία, πριν από το “Ευλογημένη η Βασιλεία”, έλεγε χαμηλόφωνα, «έλα, Χριστέ και Παναγιά».
Κάποτε, μου είπε ότι μία γυναίκα μετά το τέλος της θείας Λειτουργίας τον πλησίασε και του είπε, «Παπά μ’ , τι ήταν αυτό το παιδάκι πάνω στην Αγία Τράπεζα με τα αίματα;» και δεν ήξερε τι να της πη. «Ακούς, π. Αργύριε, είναι παρών πραγματικά ο Χριστός μας την ώρα της θείας Λειτουργίας· δεν είναι φοβερό; και αυτό γίνεται σε κάθε θεία Λειτουργία».
Φαίνεται πως θα υπέφερε από τα πόδια του, γιατί παρακολουθούσε γονατιστός, επάνω σε ένα μικρό χαλάκι τις ακολουθίες. Ακόμη και κατά την εβδομάδα την Διακαινήσιμο, και κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας ήτανε γονατιστός, πράγμα που φανέρωνε το πρόβλημα της αδυναμίας της σαρκός.
Όταν λειτουργούσε ο π. Κύριλλος σε διπλανό χωριό ή ήταν απασχολημένος σε διακονήματα –που τότε όλοι και όλοι ήταν τρεις– και ερχόταν κόσμος, ο ίδιος ο π. Ιάκωβος μετά την θεία Λειτουργία έβγαζε την Κάρα του οσίου Δαυΐδ και προσκυνούσαν οι πιστοί και διάβαζε ευχές, σταύρωνε ασθενείς και έλεγε για την ζωή του οσίου Δαυΐδ, για τα θαύματά του και δίδασκε απλά τις απλές ευαγγελικές αλήθειες στον λαό του Θεού και έφευγαν οι άνθρωποι αναπαυμένοι πνευματικά.
Κάποτε, όπως μου έλεγε, όταν ήταν νέος κληρικός πήγαινε και εξυπηρετούσε διπλανά χωριά με ζώο του μοναστηριού ανεβασμένος πάνω σ’ αυτό, «περνούσα», μου έλεγε, «μέσα από τα περιβόλια του μοναστηριού μας, και τα φρούτα από τα δένδρα κτυπούσαν στο κεφάλι μου. Μου ‘ρχόταν μία όρεξη να πάρω ένα να φάω, επειδή ήταν κτήματα του μοναστηριού μας, αλλά είπα μέσα μου, “αν έβλεπε κάποιος να παίρνω και δεν γνώριζε, τι θα έλεγε; ότι ο παπάς παίρνει μήλα κρυφά”. Και έτσι, με συγχωρείτε, ποτέ δεν άπλωσα χέρι…».
Άλλη φορά, μετά την θεία Λειτουργία που περιμέναμε στο αρχονταρίκι, ήρθε ο Γέροντας και κάθησε στην θέση που πάντα καθόταν στο τραπέζι· άρχισε να μιλάη συμβουλευτικά και να προτρέπη τους πιστούς να τηρούν τις εντολές του Κυρίου μας, αλλά έλεγε και για τις θείες επεμβάσεις του οσίου Δαυΐδ. Ενώ εγώ ήμουν όρθιος στην πόρτα, σχεδόν μισός μέσα και μισός έξω, έρχεται σε λίγο κάποιος κύριος που η φωνή του έμοιαζε έτσι βαρειά που ήταν, σαν “μάγκικη”, και με έπιασε από το μπράτσο και με τράβηξε λίγο απαλά προς το μέρος του έξω, και πριν να αρχίση να μου μιλάη, του λέγω:
– Αφήστε λίγο, κύριε, να ακούσωμε τον Γέροντα και μετά θα μου πήτε ό,τι θέλετε.
Μου λέγει, με το ύφος αυτό το βαρύ:
– Άστον αυτόν, δεν ξέρει τι λέγει, εγώ θα σου πω.
– Μα, άνθρωπέ μου, του λέγω, δεν είναι σωστό, ας τον ακούσωμε και μετά…
Επέμενε πάλι λέγοντας τα ίδια. Τέλος πάντων, στην επιμονή του δέχθηκα να τον ακούσω.
– Άκουσέ με, μου λέγει, αυτός δεν τα λέγει αυτά, γιατί δεν θέλει να φαίνεται.
Τότε κάτι κατάλαβα πως για κάτι καλό θα με μιλούσε. Δεν έβγαλα άχνα. Μου λέγει:
– Είχα τον γυιό μου, παλληκάρι ως εκεί πάνω, στο νοσοκομείο στην Αθήνα, σε πάρα πολύ βαρειά κατάσταση. Οι γιατροί έκαναν συμβούλιο και μου είπαν: «Έχεις άλλα παιδιά; Το παιδί σου είναι σε πάρα πολύ κακή κατάσταση. Εμείς μέσα από το συμβούλιο που κάναμε, καταλήξαμε ότι ίσως και να μην ζήση». Σαν τ’ άκουσα τρελλάθηκα· μεσ’ την νύχτα δεν ήξερα τι να κάνω. Πήρα το αυτοκίνητο και έτρεχα σαν τρελλός· έφτασα τα χαράματα εδώ, κτύπησα και με άνοιξαν. «Θέλω τον Γέροντα», είπα, μου τον έδειξαν και πήγα και του είπα όλα ό,τι με είπαν οι γιατροί. Έδειξε συμπόνοια ο Γέροντας, με πήρε από το χέρι και με ανέβασε εκεί επάνω –και έδειξε το παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους που ήταν πολύ κοντά στο κελλί του και κάλυπτε την ανατολική γωνία των κελλιών– μπήκαμε μέσα στο παρεκκλήσι και μου είπε να κάνω προσευχή, γονάτισε και αυτός εκεί αριστερά και άρχισε την προσευχή του. Έκλαιγε και προσευχόταν γονυπετής. Εγώ τι προσευχή να κάνω; ε! έκανα εκεί κάτι, αυτός έκλαιγε και δώστου προσευχή και μετάνοιες. Εγώ βγήκα έξω, για να πάρω αέρα, εκείνος μέσα. Για μια στιγμή, τον βλέπω να έρχεται κοντά μου και να μου λέγη, «άντε, πήγαινε τώρα στο καλό και το παιδάκι σου θα σου το κάνη καλά ο άγιος Δαυΐδ και ο άγιος Χαράλαμπος». Και έτσι έγινε. Οι γιατροί απορούσαν. Να, γι’ αυτό σου λέγω ότι αυτός για τον εαυτόν του τίποτε δεν λέγει, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα.
Μαρτυρία π. Αργυρίου Γαβριηλίδου, από την Θεσσαλονίκη
Από το βιβλίο: “Ο Γέρων Ιάκωβος (Διηγήσεις – Νουθεσίες – Μαρτυρίες)”. Γ’. Μαρτυρίες, σελ. 268. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» 2016.
Πηγή: agioritispblogs
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ανεξίτηλες εικόνες του αγιασμένου Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη.
Τον άγιο γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη τον γνώρισα για πρώτη φορά, όταν με αξίωσε ο Κύριος να επισκεφθώ την Ιερά Μονή Οσίου Δαβίδ του Γέροντος Ευβοίας, με προσκυνηματική εκδρομή μαθητών και φοιτητών από το Μεσολόγγι, εβδομάδα Διακαινήσιμο. Λόγω προβλήματος του αυτοκινήτου, καθυστερήσαμε να φθάσωμε στο Μοναστήρι, και ο π.Ιάκωβος δεν μας είδε το βράδυ.
Την άλλη ημέρα, τόσο κατά την θεία Λειτουργία όσο και κατά την επικοινωνία μαζί μας, μας δίδαξε, μας ενίσχυσε, μας στήριξε και μας άφησε ανεξίτηλες εικόνες αγιασμένου Γέροντος.
Η αγάπη του ανεξάντλητη, ο λόγος του ιατρικός και διορατικός, η φροντίδα του ανύστακτη για την περιποίηση και την ωφέλεια των παιδιών.
Από τότε άρχισε μια πνευματική επικοινωνία, η οποία, με τακτικές επισκέψεις μας στο Μοναστήρι ή με τηλεφωνική συνομιλία, συνεχίστηκε μέχρι της οσίας κοιμήσεώς του. Σημειωτέον ότι σε κάθε επικοινωνία μας με ρωτούσε: «Τι γίνονται τα καλά παιδιά από το Μεσολόγγι;» Η καλή συμπεριφορά των νέων μας κατά την εκδρομή, η συνέπεια, η τάξη στα δωμάτιά τους, η συμμετοχή τους στην θεία Λειτουργία τον εντυπωσίασαν και πάντοτε θυμόταν και επαινούσε τα παιδιά.
Προσωπικά πιστεύω, πως τα λόγια του αυτά πήγαζαν από την αγαπητική του, από την θυσιαστική του διάθεση, από την ανεξάντλητη αγάπη του.
Με αξίωσε ο Κύριος και λειτούργησα τουλάχιστον δύο φορές με τον π. Ιάκωβο. Ίσως και τρεις. Ποτέ δεν μπορώ να λησμονήσω αυτές τις θείες Λειτουργίες.
Ο π. Ιάκωβος όταν λειτουργούσε βρισκόταν σε άλλους κόσμους. Σε ουράνιους κόσμους. Δεν βρισκόταν στην γη. Μεγαλοπρεπής όπως ήταν, έμοιαζε με ουράνιο άνθρωπο, με επίγειο άγγελο.
Στις συζητήσεις μας ήταν πατέρας με άμετρη αγάπη, με ανεξάντλητη υπομονή, με απερίγραπτη ευγένεια.
Στα αδέλφια μου, Ελένη και Απόστολο, λόγω και του ειδικού προβλήματος της υγείας, ήταν ο στοργικός άγγελος που συνεχώς τα παρηγορούσε, τα στήριζε, συνεχώς μιλούσαν στο τηλέφωνο. Έγραψε τα ονόματά τους και ακόμη είναι γραμμένα στα δίπτυχα, συνέχισε να τα μνημονεύη και ο αείμνηστος άγιος γέροντας π. Κύριλλος και ο νυν ηγούμενος γέροντας Γαβριήλ.
--------------------------------
Τέλος θα αναφέρω και κάτι, που μου εκμυστηρεύθηκε γνωστός μου κληρικός:
«Λειτουργούσαμε με τον γέροντα Ιάκωβο. Ο Γέροντας λόγω ταπεινοφροσύνης, έβαλε άλλον κληρικό να προΐσταται. Ενώ προχωρούσαμε στην θεία Λειτουργία, ο π. Ιάκωβος χλώμιασε, ίδρωσε, έτρεμε πραγματικά. Εμείς τον είδαμε και ανησυχήσαμε.
– Τι έχετε, Γέροντα;
– Τίποτε, παιδί μου.
– Μα είσθε κίτρινος, ιδρωμένος. Μήπως σας συμβαίνη τίποτε; Να φωνάξουμε γιατρό;
– Όχι, παιδί μου. Μην ανησυχήτε.
Ηρέμησε και προχωρήσαμε. Σε λίγο πάλι τα ίδια. Πάλι εμείς τον παρακαλούσαμε, αλλά δεν δέχθηκε. Ήταν προσηλωμένος στην Αγία Τράπεζα, στο Ιερό δισκάριο.
Έγινε αυτό και τρίτη φορά. Πάλι ακολούθησε ο διάλογος, αλλά ο Γέροντας δεν μας άκουσε.
Η προσοχή του αμείωτη στο Ιερό δισκάριο. Όταν τελείωσε η θεία Λειτουργία, κάθιδρος κάθησε στην καρέκλα για να ξεκουραστή. Τότε του είπαμε και πάλι:
– Γέροντα, τι πάθατε σήμερα; Γιατί δεν θέλετε γιατρό;
– Παιδί μου, δεν το είδες;
– Τι να δούμε, Γέροντα;
– Δεν είδες, παιδί μου, το εσφαγμένο αρνίο πάνω στο Ιερό δισκάριο; Πώς να μην συγκλονιστώ, όταν βλέπω τέτοια συνταρακτικά γεγονότα και θαύματα να γίνωνται μέσα στην θεία Λειτουργία;»
Μαρτυρία Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. κ. Κοσμά.
Από το βιβλίο: “Ο Γέρων Ιάκωβος (Διηγήσεις – Νουθεσίες – Μαρτυρίες)”. Γ’. Μαρτυρίες, σελ. 255. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» 2016.
Τον άγιο γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη τον γνώρισα για πρώτη φορά, όταν με αξίωσε ο Κύριος να επισκεφθώ την Ιερά Μονή Οσίου Δαβίδ του Γέροντος Ευβοίας, με προσκυνηματική εκδρομή μαθητών και φοιτητών από το Μεσολόγγι, εβδομάδα Διακαινήσιμο. Λόγω προβλήματος του αυτοκινήτου, καθυστερήσαμε να φθάσωμε στο Μοναστήρι, και ο π.Ιάκωβος δεν μας είδε το βράδυ.
Την άλλη ημέρα, τόσο κατά την θεία Λειτουργία όσο και κατά την επικοινωνία μαζί μας, μας δίδαξε, μας ενίσχυσε, μας στήριξε και μας άφησε ανεξίτηλες εικόνες αγιασμένου Γέροντος.
Η αγάπη του ανεξάντλητη, ο λόγος του ιατρικός και διορατικός, η φροντίδα του ανύστακτη για την περιποίηση και την ωφέλεια των παιδιών.
Από τότε άρχισε μια πνευματική επικοινωνία, η οποία, με τακτικές επισκέψεις μας στο Μοναστήρι ή με τηλεφωνική συνομιλία, συνεχίστηκε μέχρι της οσίας κοιμήσεώς του. Σημειωτέον ότι σε κάθε επικοινωνία μας με ρωτούσε: «Τι γίνονται τα καλά παιδιά από το Μεσολόγγι;» Η καλή συμπεριφορά των νέων μας κατά την εκδρομή, η συνέπεια, η τάξη στα δωμάτιά τους, η συμμετοχή τους στην θεία Λειτουργία τον εντυπωσίασαν και πάντοτε θυμόταν και επαινούσε τα παιδιά.
Προσωπικά πιστεύω, πως τα λόγια του αυτά πήγαζαν από την αγαπητική του, από την θυσιαστική του διάθεση, από την ανεξάντλητη αγάπη του.
Με αξίωσε ο Κύριος και λειτούργησα τουλάχιστον δύο φορές με τον π. Ιάκωβο. Ίσως και τρεις. Ποτέ δεν μπορώ να λησμονήσω αυτές τις θείες Λειτουργίες.
Ο π. Ιάκωβος όταν λειτουργούσε βρισκόταν σε άλλους κόσμους. Σε ουράνιους κόσμους. Δεν βρισκόταν στην γη. Μεγαλοπρεπής όπως ήταν, έμοιαζε με ουράνιο άνθρωπο, με επίγειο άγγελο.
Στις συζητήσεις μας ήταν πατέρας με άμετρη αγάπη, με ανεξάντλητη υπομονή, με απερίγραπτη ευγένεια.
Στα αδέλφια μου, Ελένη και Απόστολο, λόγω και του ειδικού προβλήματος της υγείας, ήταν ο στοργικός άγγελος που συνεχώς τα παρηγορούσε, τα στήριζε, συνεχώς μιλούσαν στο τηλέφωνο. Έγραψε τα ονόματά τους και ακόμη είναι γραμμένα στα δίπτυχα, συνέχισε να τα μνημονεύη και ο αείμνηστος άγιος γέροντας π. Κύριλλος και ο νυν ηγούμενος γέροντας Γαβριήλ.
--------------------------------
Τέλος θα αναφέρω και κάτι, που μου εκμυστηρεύθηκε γνωστός μου κληρικός:
«Λειτουργούσαμε με τον γέροντα Ιάκωβο. Ο Γέροντας λόγω ταπεινοφροσύνης, έβαλε άλλον κληρικό να προΐσταται. Ενώ προχωρούσαμε στην θεία Λειτουργία, ο π. Ιάκωβος χλώμιασε, ίδρωσε, έτρεμε πραγματικά. Εμείς τον είδαμε και ανησυχήσαμε.
– Τι έχετε, Γέροντα;
– Τίποτε, παιδί μου.
– Μα είσθε κίτρινος, ιδρωμένος. Μήπως σας συμβαίνη τίποτε; Να φωνάξουμε γιατρό;
– Όχι, παιδί μου. Μην ανησυχήτε.
Ηρέμησε και προχωρήσαμε. Σε λίγο πάλι τα ίδια. Πάλι εμείς τον παρακαλούσαμε, αλλά δεν δέχθηκε. Ήταν προσηλωμένος στην Αγία Τράπεζα, στο Ιερό δισκάριο.
Έγινε αυτό και τρίτη φορά. Πάλι ακολούθησε ο διάλογος, αλλά ο Γέροντας δεν μας άκουσε.
Η προσοχή του αμείωτη στο Ιερό δισκάριο. Όταν τελείωσε η θεία Λειτουργία, κάθιδρος κάθησε στην καρέκλα για να ξεκουραστή. Τότε του είπαμε και πάλι:
– Γέροντα, τι πάθατε σήμερα; Γιατί δεν θέλετε γιατρό;
– Παιδί μου, δεν το είδες;
– Τι να δούμε, Γέροντα;
– Δεν είδες, παιδί μου, το εσφαγμένο αρνίο πάνω στο Ιερό δισκάριο; Πώς να μην συγκλονιστώ, όταν βλέπω τέτοια συνταρακτικά γεγονότα και θαύματα να γίνωνται μέσα στην θεία Λειτουργία;»
Μαρτυρία Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. κ. Κοσμά.
Από το βιβλίο: “Ο Γέρων Ιάκωβος (Διηγήσεις – Νουθεσίες – Μαρτυρίες)”. Γ’. Μαρτυρίες, σελ. 255. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» 2016.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51670
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ο Οσιος γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης και το θαύμα με το λάδι.
Την ελεημοσύνη την είχε κληρονομιά ο Γέροντας από τη μητέρα του. Άδειαζε τα χέρια του κι ο Θεός του τα ξαναγέμιζε περισσότερο και πάλι το ίδιο και πάλι η απάντηση του Ελεήμονος Θεού πιο μεγάλη. Θαύμαζε ο Γέροντας το μεγαλείο της αρετής αυτής και τον πλούτο του Ελέους του Θεού.
Αξίζει ν’ αναφέρουμε ένα τέτοιο χαρακτηριστικό γεγονός. Κάποτε λειτούργησε σ’ ένα χωριό της περιοχής και αφού τελείωσε τη Θεία Λειτουργία, γύριζε με το ζώο στο Μοναστήρι, έχοντας όλο κι όλο στην τσέπη του δέκα - είκοσι δραχμές. Στο δρόμο βλέπει μια γριά να κάθεται έξω από ένα σπιτάκι, κάτω από ένα δένδρο, βρεγμένη, σκεπασμένη μ’ ένα τσουβάλι να τουρτουρίζει. Κατέβηκε με κόπο από το ζώο, γιατί ήταν και φρεσκοχειρουργημένος, και την πλησίασε να την παρηγορήσει. Αυτό ήταν, έλεγε, το καθήκον του. Αφού νουθέτησε το γιο της και τη νύφη της για τη συμπεριφορά τους προς τη γριά μητέρα τους της λέει:
- Πάρε γιαγιά αυτές τις είκοσι δραχμές να πάρεις λίγη ζάχαρη, να κάνεις ένα ζεστό. Άλλα δεν έχω να σου δώσω.
Αφού την παρηγόρησε, ανέβηκε στο ζώο και πήρε το δρόμο για τη Μονή. Πιο πάνω τον σταματάει μια γνωστή του γιαγιά και του λέει:
- Πάτερ Ιάκωβε Πάρε αυτά τα χρήματα, γιατί μου ψέλνεις (μνημονεύεις) το γέρο μου˙ πάρε κι αυτά τ’ αυγά.
Και τούδωσε περί τις διακόσιες δραχμές και αρκετά αυγά.
- Γιαγιά, της λέει, το γέρο σου τον μνημονεύω και χρήματα δε θέλω. Και τ’ αυγά, κότες έχουμε στο Μοναστήρι, κράτησέ τα.
- Όχι πάτερ, μη με προσβάλλεις χονδρικώς, του απαντά η γιαγιά.
Και έτσι αναγκάστηκε να τα κρατήσει. Φτάνοντας στην Ιερά Μονή απέξω τον περίμενε ένας γέροντας από ένα κοντινό χωριό, άρρωστος, και του λέει:
- Πάτερ Ιάκωβε, αν έχεις να μου δανείσεις εκατό δραχμές να πάω στο γιατρό και όταν θα έχω στις ξαναδίνω.
Του λέει τότε ο Γέροντας:
- Πάρε παππού μου αυτές τις διακόσιες δραχμές για το γιατρό και για τα φάρμακα και δεν θέλω να μου τα επιστρέψεις.
Μπήκε στη Μονή και πάλι χωρίς δραχμή στο χέρι. Σε λίγο έρχονται προσκυνητές και του λένε:
- Πάρε πάτερ αυτόν το φάκελο για να μας κάνεις ένα σαρανταλείτουργο, και του δίνουν είκοσι χιλιάδες δραχμές.
Τους λέει ο Γέροντας:
- Θα το κάνω το σαρανταλείτουργο, τα χρήματα όμως δεν τα θέλω.
Τον παρακάλεσαν να τα δεχτεί. Με τα χρήματα αυτά αγόρασαν ένα μανουάλι για τη Μονή, έμειναν και υπόλοιπα και ξοδεύτηκαν, όπως έπρεπε.
«Κάθε μήνα», έλεγε ο Γέροντας, «έχω τις οικογένειες που έχουν ανάγκη και τις οικονομώ τ’ απαραίτητα σε τρόφιμα και σε χρήματα. Ένα δίνω κι ο Θεός δέκα μου δίνει. Μόλις σκεφτώ κάτι να δώσω αμέσως η απάντηση του Θεού μου δίνει πολλαπλάσια. Γι’ αυτό έλεγε χαρακτηριστικά, «δίνε, δίνε κι ο Θεός θα σου δίνει». Ο Γέροντας διακονούσε τους συνανθρώπους του ελεώντας τους υλικά και πνευματικά και αγωνιζόταν με υπεράνθρωπη άσκηση.
Εδώ αναφέρουμε το εξής θαυμαστό γεγονός, όπως το αφηγήθηκε ο Γέροντας: «Επειδή το λάδι της Μονής ήταν λιγοστό και οι εκκλησίες της περιοχής πολλές και οι φτωχοί που ελεούσαμε περισσότεροι, παρακάλεσα την Παναγία μας και τον Άγιο Δαβίδ καθώς και τον Άγιο Προφήτη Ηλία να βοηθήσουν να μη σωθεί το λάδι μας, αλλά για όλους να επαρκέσει. Κατεβαίνοντας λοιπόν μετά τη δέησή μου στην αποθήκη του λαδιού κοιτάζω το δοχείο που είχε μέσα το λάδι και βλέπω να τρέμει το καπάκι του και το λάδι να ξεχειλίζει και να έχει πλημμυρίσει γύρω.
Κατ’ αρχάς νόμισα ότι έπεσε μέσα κανένα ποντίκι, το οποίο στην προσπάθειά του να βγει κουνούσε το καπάκι και χυνόταν το λάδι. Είπα, μάλιστα, μέσα μου: Τι να το κάνω τώρα τόσο λάδι, αν έπεσε μέσα ποντίκι; Ούτε για φαγητό κάνει, ούτε για το καντήλι, αλλά πάλι πώς να έπεσε μέσα αφού το καπάκι είναι στη θέση του; Άνοιξα λοιπόν το καπάκι και διαπίστωσα ότι όχι μόνο ποντίκι δεν έπεσε μέσα, αλλά το λάδι, θαυματουργικώ τω τρόπω, ανέβλυζε από το δοχείο και πλημμύριζε γύρω. Το θαύμα αυτό συνέβη, γιατί προμηθεύαμε με λάδι όλους τους γύρω ναούς και τα εξωκκλήσια για τις ανάγκες τους, αλλά και για την ελεημοσύνη που δίναμε στους φτωχούς».
(Ένας άγιος Γέροντας ο μακαριστός π. Ιάκωβος, εκδ. πατέρων Ι. Μονής Οσίου Δαβίδ, σελ. 51-53)
Την ελεημοσύνη την είχε κληρονομιά ο Γέροντας από τη μητέρα του. Άδειαζε τα χέρια του κι ο Θεός του τα ξαναγέμιζε περισσότερο και πάλι το ίδιο και πάλι η απάντηση του Ελεήμονος Θεού πιο μεγάλη. Θαύμαζε ο Γέροντας το μεγαλείο της αρετής αυτής και τον πλούτο του Ελέους του Θεού.
Αξίζει ν’ αναφέρουμε ένα τέτοιο χαρακτηριστικό γεγονός. Κάποτε λειτούργησε σ’ ένα χωριό της περιοχής και αφού τελείωσε τη Θεία Λειτουργία, γύριζε με το ζώο στο Μοναστήρι, έχοντας όλο κι όλο στην τσέπη του δέκα - είκοσι δραχμές. Στο δρόμο βλέπει μια γριά να κάθεται έξω από ένα σπιτάκι, κάτω από ένα δένδρο, βρεγμένη, σκεπασμένη μ’ ένα τσουβάλι να τουρτουρίζει. Κατέβηκε με κόπο από το ζώο, γιατί ήταν και φρεσκοχειρουργημένος, και την πλησίασε να την παρηγορήσει. Αυτό ήταν, έλεγε, το καθήκον του. Αφού νουθέτησε το γιο της και τη νύφη της για τη συμπεριφορά τους προς τη γριά μητέρα τους της λέει:
- Πάρε γιαγιά αυτές τις είκοσι δραχμές να πάρεις λίγη ζάχαρη, να κάνεις ένα ζεστό. Άλλα δεν έχω να σου δώσω.
Αφού την παρηγόρησε, ανέβηκε στο ζώο και πήρε το δρόμο για τη Μονή. Πιο πάνω τον σταματάει μια γνωστή του γιαγιά και του λέει:
- Πάτερ Ιάκωβε Πάρε αυτά τα χρήματα, γιατί μου ψέλνεις (μνημονεύεις) το γέρο μου˙ πάρε κι αυτά τ’ αυγά.
Και τούδωσε περί τις διακόσιες δραχμές και αρκετά αυγά.
- Γιαγιά, της λέει, το γέρο σου τον μνημονεύω και χρήματα δε θέλω. Και τ’ αυγά, κότες έχουμε στο Μοναστήρι, κράτησέ τα.
- Όχι πάτερ, μη με προσβάλλεις χονδρικώς, του απαντά η γιαγιά.
Και έτσι αναγκάστηκε να τα κρατήσει. Φτάνοντας στην Ιερά Μονή απέξω τον περίμενε ένας γέροντας από ένα κοντινό χωριό, άρρωστος, και του λέει:
- Πάτερ Ιάκωβε, αν έχεις να μου δανείσεις εκατό δραχμές να πάω στο γιατρό και όταν θα έχω στις ξαναδίνω.
Του λέει τότε ο Γέροντας:
- Πάρε παππού μου αυτές τις διακόσιες δραχμές για το γιατρό και για τα φάρμακα και δεν θέλω να μου τα επιστρέψεις.
Μπήκε στη Μονή και πάλι χωρίς δραχμή στο χέρι. Σε λίγο έρχονται προσκυνητές και του λένε:
- Πάρε πάτερ αυτόν το φάκελο για να μας κάνεις ένα σαρανταλείτουργο, και του δίνουν είκοσι χιλιάδες δραχμές.
Τους λέει ο Γέροντας:
- Θα το κάνω το σαρανταλείτουργο, τα χρήματα όμως δεν τα θέλω.
Τον παρακάλεσαν να τα δεχτεί. Με τα χρήματα αυτά αγόρασαν ένα μανουάλι για τη Μονή, έμειναν και υπόλοιπα και ξοδεύτηκαν, όπως έπρεπε.
«Κάθε μήνα», έλεγε ο Γέροντας, «έχω τις οικογένειες που έχουν ανάγκη και τις οικονομώ τ’ απαραίτητα σε τρόφιμα και σε χρήματα. Ένα δίνω κι ο Θεός δέκα μου δίνει. Μόλις σκεφτώ κάτι να δώσω αμέσως η απάντηση του Θεού μου δίνει πολλαπλάσια. Γι’ αυτό έλεγε χαρακτηριστικά, «δίνε, δίνε κι ο Θεός θα σου δίνει». Ο Γέροντας διακονούσε τους συνανθρώπους του ελεώντας τους υλικά και πνευματικά και αγωνιζόταν με υπεράνθρωπη άσκηση.
Εδώ αναφέρουμε το εξής θαυμαστό γεγονός, όπως το αφηγήθηκε ο Γέροντας: «Επειδή το λάδι της Μονής ήταν λιγοστό και οι εκκλησίες της περιοχής πολλές και οι φτωχοί που ελεούσαμε περισσότεροι, παρακάλεσα την Παναγία μας και τον Άγιο Δαβίδ καθώς και τον Άγιο Προφήτη Ηλία να βοηθήσουν να μη σωθεί το λάδι μας, αλλά για όλους να επαρκέσει. Κατεβαίνοντας λοιπόν μετά τη δέησή μου στην αποθήκη του λαδιού κοιτάζω το δοχείο που είχε μέσα το λάδι και βλέπω να τρέμει το καπάκι του και το λάδι να ξεχειλίζει και να έχει πλημμυρίσει γύρω.
Κατ’ αρχάς νόμισα ότι έπεσε μέσα κανένα ποντίκι, το οποίο στην προσπάθειά του να βγει κουνούσε το καπάκι και χυνόταν το λάδι. Είπα, μάλιστα, μέσα μου: Τι να το κάνω τώρα τόσο λάδι, αν έπεσε μέσα ποντίκι; Ούτε για φαγητό κάνει, ούτε για το καντήλι, αλλά πάλι πώς να έπεσε μέσα αφού το καπάκι είναι στη θέση του; Άνοιξα λοιπόν το καπάκι και διαπίστωσα ότι όχι μόνο ποντίκι δεν έπεσε μέσα, αλλά το λάδι, θαυματουργικώ τω τρόπω, ανέβλυζε από το δοχείο και πλημμύριζε γύρω. Το θαύμα αυτό συνέβη, γιατί προμηθεύαμε με λάδι όλους τους γύρω ναούς και τα εξωκκλήσια για τις ανάγκες τους, αλλά και για την ελεημοσύνη που δίναμε στους φτωχούς».
(Ένας άγιος Γέροντας ο μακαριστός π. Ιάκωβος, εκδ. πατέρων Ι. Μονής Οσίου Δαβίδ, σελ. 51-53)