Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2414
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Α΄ (1η) Αυγούστου, μνήμη των Αγίων επτά Μαρτύρων Μακκαβαίων

Δημοσίευση από silver »

ΑΒΕΙΜ, ΑΝΤΟΝΙΟΥ, ΓΟΥΡΙΟΥ, ΕΛΕΑΖΑΡΟΥ, ΕΥΣΕΒΩΝΑ, ΑΧΕΙΜ και ΜΑΡΚΕΛΟΥ, της μητρός αυτών ΣΟΛΟΜΟΝΗΣ και του διδασκάλου αυτών ΕΛΕΑΖΑΡΟΥ.

Ελεάζαρος ο ευσεβέστατος διδάσκαλος και οι επτά Μακκαβαίοι μαθηταί αυτού Αβείρ, Αντώνιος, Γουρίας, Ελεάζαρος, Ευσεβωνάς, Αχείμ (Εν δε τω χειρογράφω Συναξαριστή γράφεται Ευλάλου· εν άλλω δε Συναξαριστή γράφεται Μάρκου.) και Μάρκελλος και η μήτηρ αυτών Σολομονή ήκμασαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Αντιόχου, υιού Σελεύκου, εν έτει από μεν κτίσεως κόσμου ετκη΄ (5328), προ Χριστού δε ρογ΄ (173). Αναγκασθέντες δε οι Άγιοι ούτοι υπό του βασιλέως Αντιόχου (όστις εξώντωσε και ηχμαλώτισεν άπαν το γένος των Εβραίων) να αρνηθώσι τας συνηθείας και διατάξεις τας παραδεδομένας υπό του νόμου και των προγόνων των, τρώγοντες χοιρινά κρέατα, δεν επείσυησαν εις τούτο, φυλάττοντες την παραγγελίαν του θείου νόμου την λέγουσαν· «Τον υν, ότι διχηλεί οπλήν τούτο, και ονυχίζει όνυχας οπλής, και τούτο ουκ ανάγει μηρυκισμόν, ακάθαρτον τούτο υμίν· από των κρεάτων αυτών ου φάγεσθε και των θνησιμαίων αυτών ουχ άψεσθε, ακάθαρτα ταύτα υμίν» (Λευϊτ. ια: 7- 8 ). Τουτέστι, μη φάγητε τον χοίρον, διότι αυτός έχει μεν τους όνυχας εσχισμένους εις δύο, δεν μηρυκάζει δε, ήτοι δεν αναμασά την τροφήν του· διο εκ των κρεάτων του χοίρου μη φάγητε, και το νεκρόν σώμα αυτού μη εγγίσετε, διότι είναι ακάθαρτα. Τούτου ένεκα του μεν Ελεαζάρου έδεσαν οπίσω τας χείρας, και αφού εμαστίγωσαν αυτόν ισχυρώς, έχυσαν εντός της ρινός του υγρά τινα δυσώδη και δριμέα· είτα έρριψαν αυτόν εις πυράν, εις την οποίαν προσευχηθείς να γίνη το αίμα και ο θάνατός του λύτρωσις και ελευθερία όλου του γένους του, ούτω παρέδωκεν ο αοίδιμος την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Τους δε Αγίους επτά Παίδας έφερεν ενώπιόν του ο τύραννος και ετιμώρησεν αυτούς, έκαστον κατά τους χρόνους της ηλικίας του, με τροχούς, με ακόντια, με πυρ και με άλλα όργανα τιμωρητικά, τα οποία ενεπήγοντο εις τας αρθρώσεις του σώματος. Όθεν οι μακάριοι Παίδες, αποθανόντες εν μέσω των τοιούτων βασάνων, απέδειξαν, ότι ο λογισμός είναι κύριος και αυτοκράτωρ των παθών, και δεν νικάται υπ’ αυτών χωρίς να θέλη· (Ως τούτο αποδεικνύει ο Εβραίος Ιώσηπος εις τον ολόκληρον λόγον ον συνέγραψε περί αυτοκράτορος λογισμού, ός τις άρχεται ούτω: «Φιλοσοφώτατον λόγον επιδεικνύεσθαι μέλλων»)· ούτω δε έλαβον παρά Κυρίου τους στεφάνους της αθλήσεως. Μετά ταύτα η μήτηρ αυτών Σολομονή, βλέπουσα τους επτά υιούς της ανδρείως τελειωθέντας, εχάρη και χωρίς ουδείς να επιθέση χείρα επ’ αυτής, προσήλθε μόνη και ερρίφθη εντός της ανημμένης πυράς, και ούτω παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Τελείται δε η αυτών σύναξις εις τον μαρτυρικόν αυτών Ναόν, τον ευρισκόμενον εις το έμβασμα το λεγόμενον του Δομινίκου και πέραν εις την Ελαίαν. (Σημείωσε, ότι ο μεν Θεολόγος Γρηγόριος ένα εγκωμιαστικόν λόγον πλέκει εις τας μαρτυρικάς κεφαλάς των Αγίων τούτων Μακκαβαίων, ου η αρχή: «Τι δε οι Μακκαβαίοι;» ο δε Χρυσόστομος τρεις λόγους συνέγραψε, περιεχομένους εν τω πέμπτω τόμω της εν Ετώνη εκδόσεως και πεντηκοστώ της εκδόσεως Migne, ων του μεν πρώτου η αρχή: «Ως φαιδρά και περιχαρής ημίν», του δευτέρου: «Άπαντας μεν ουν εγκωμιάσαι», ον και παραθέτομεν ανωτέρω· του δε τρίτου· «Και τοις Μάρτυσιν ορών». Αξιόλογον δε είναι εκείνο, το οποίον γράφει περί αυτών ο ρηθείς Γρηγόριος· «Οι προ των Χριστού παθών μαρτυρήσαντες, τι ποτε δράσειν έμελλον μετά Χριστόν διωκόμενοι, και τον εκείνου υπέρ ημών μιμούμενοι θάνατον. Ει γαρ χωρίς υποδείγματος τοιούτοι και τοσούτοι την αρετήν, πως ουκ αν ώφθησαν γενναιότεροι μετά του υποδείγματος κινδυνεύοντες; Και άμα μυστικός τις και απόρρητος ούτος ο λόγος, σφόδρα πιθανός εμοί γουν και πάσι τοις φιλοθέοις, μηδένα των προ της Χριστού παρουσίας τελειωθέντων δίχα της εις Χριστόν πίστεως τούτου τυχείν· ο γαρ Λόγος επαρρησιάσθη μεν ύστερον καιροίς ιδίοις, εγνωρίσθη δε και πρότερον τοις καθαροίς την διάνοιαν». Σημείωσαι, ότι το λείψανον της Αγίας Σολομονής σώζεται ολόκληρον εν τω Πατριαρχείω της Κωνσταντινουπόλεως. Εις το Μαρτύριον τούτων λόγων συνέγραψεν ο Ιώσηπος, ου η αρχή: «Φιλοσοφώτατον λόγον επιδείκνυσθαι μέλλων». Ευρίσκεται δε εν τη Μεγίστη Λαύρα και έτερος λόγος συντομώτερος προς αυτούς, ου η αρχή· «Ότι των παθών αυτοκράτωρ ο λογισμός»).

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2414
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Β΄ (2α) Αυγούστου, η ανακομιδή του λειψάνου του Αγίου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου ΣΤΕΦΑΝΟΥ.

Δημοσίευση από silver »

Στέφανος ο Πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος εγένετο ο πρώτος της των Χριστιανών πίστεως Μάρτυς υπό των Ιουδαίων λιθοβοληθείς και τελειωθείς. Αφ’ ου δε παρήλθον τριακόσια τέσσαρα έτη από του μαρτυρίου του και αφ’ ου ετελειώθησαν δια του μαρτυρίου πολλοί Χριστιανοί, η ειρήνη διεδέχθη την ταραχήν, και η οικουμένη απελάμβανεν ελευθερίαν και ησυχίαν· και όλαι μεν αι φυλακαί εκενώθησαν εκ των φυλακισμένων Χριστιανών, όλα δε τα βασανιστήρια των τυράννων κατέπαυσαν, βασιλεύσαντος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, του χριστιανικωτάτου και πρώτου βασιλέως των Ορθοδόξων, τότε δ΄εφανερώθη και ο πολύτιμος θησαυρός, ήτοι το πανίερον λείψανον του Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου ούτω πως. Άνθρωπός τις κατώκει εις εκείνην την ιδίαν κώμην, όπου ήτο κεκρυμμένον το του Πρωτομάρτυρος λείψανον, γέρων την ηλικίαν, Ιερεύς το αξίωμα και αιδέσιμος κατά την ζωήν, Λουκιανός (ή Λουκιλλιανός) ονομαζόμενος. Εις τούτον λοιπόν εφάνη δις ή τρις ο Άγιος Στέφανος και έδειξεν εις αυτόν τον τόπον, όπου ευρίσκετο κεκρυμμένον το λείψανόν του. Ο δε Ιερεύς εφανέρωσε την οπτασίαν εις τον τότε Πατριάρχην της Ιερουσαλήμ Ιωάννην, ο οποίος χαράς πολλής εμπλησθείς ήλθεν εις τον μηνυθέντα τόπον μετά των κληρικών του και σκάψας εύρε την θήκην εντός της οποίας ήτο το άγιον λείψανον. Έγινε δε παρευθύς μέγας σεισμός, και ευωδία πολλή εξήλθεν ευωδιάζουσα τους παρευρεθέντας· άνωθεν δε εξ ουρανών εγίνοντο φωναί αγγελικαί λέγουσαι· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Αι φωναί δε αύται ηκούοντο μακράν έως δέκα σημεία τόπου· αλλά και ιατρείαι ενηργούντο εις τους πάσχοντας διάφοροι, κηρύττουσαι την του Πρωτομάρτυρος χάριν. Αφ’ ου λοιπόν προσεκύνησεν ο Πατριάρχης με ευφροσύνην και χαράν το άγιον εκείνο λείψανον, μεθ’ όλων των κληρικών και του παρατυχόντος λαού, εσήκωσαν αυτό με λαμπάδας και ψαλμωδίας και θυμιάματα, και ούτω μεθ’ όλης της πρεπούσης τιμής το μετέφερον εις την Ιερουσαλήμ και το απέθεσαν εις την αγίαν Σιών. Μετά ταύτα δε έκτισε Ναόν εις το όνομα του Αγίου Στεφάνου εντός της Ιερουσαλήμ άρχων τις συγκλητικός, Αλέξανδρος ονομαζόμενος, ο οποίος παρακαλέσας θερμώς τον Πατριάρχην Ιωάννην κατέπεισεν αυτόν να αποθέση το άγιον λείψανον εν τω Ναώ εκείνω. Μετά παρέλευσιν δε πέντε ετών ησθένησεν ο κτίτωρ του Ναού Αλέξανδρος· όθεν κατασκευάσας θήκην εκ ξύλου περσέας (ροδακινέας) ομοίαν με την θήκην, ήτις περιείχε το λείψανον του Αγίου Στεφάνου, έθηκεν αυτήν πλησίον της θήκης του αγίου λειψάνου, αφ’ ου δε απέθανεν, απετέθη το λείψανόν του εις την καινήν εκείνην θήκην. Μετά δε οκτώ έτη, όταν εβασίλευεν ο Μέγας Κωνσταντίνος και επατριάρχευεν εις την Κωνσταντινούπολιν ο θείος Μητροφάνης, τότε η γυνή του ανωτέρω αποθανόντος Αλεξάνδρου, Ιουλιανή ονόματι, επειδή ηνωχλείτο μεν υπό πολλών να νυμφευθή εκ δευτέρου δια τον πλούτον και το κάλλος της, αυτή δε δεν ήθελε, τούτου ένεκα εσκέφθη να πράξη το εξής, να λάβη το σώμα του ανδρός της και να υπάγη εις τον πατέρα της και εις την πατρίδα της, την Κωνσταντινούπολιν. Παρουσιάσθη λοιπόν εις τον τότε Πατριάρχην της Ιερουσαλήμ Άγιον Κύριλλον, και παρεκάλει αυτόν να της επιτρέψη να λάβη την θήκην την περιέχουσαν το λείψανον του ανδρός της· αλλ’ ο Άγιος Κύριλλος δεν επέτρεπε τούτο εις αυτήν. Δια τούτο έγραψεν εκείνη εις τον πατέρα της περί ταύτης της υποθέσεως, και τη συνεργεία αυτού έστειλεν ο βασιλεύς σάκραν, ήτοι βασιλικήν προσταγήν, να δύναται να λάβη το λείψανον του ανδρός της και να αναβή εις Κωνσταντινούπολιν· όθεν μη δυνάμενος πλέον ο Πατριάρχης να εναντιωθή, επέτρεψεν εις την γυναίκα να το λάβη. Πλανηθείσα όμως η γυνή κατά θείαν πρόνοιαν, αντί του ανδρός της έλαβε την ομοίαν εκείνην θήκην, την περιέχουσαν το του Αγίου Στεφάνου λείψανον· ταλυτην δε βάλουσα επί θρόνου, και τον θρόνον φορτώσασα εις όνον, ήρχισε την οδοιπορίαν δια Κωνσταντινούπολιν. Καθ’ όλην δε την νύκτα ηκούοντο εν τω αέρι, έως δέκα σημεία τόπου, ύμνοι αγγελικοί και δοξολογία θεοπρεπής λέγουσα· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία», τα δε μέρη εκείνα επληρώθησαν ευωδίας μύρου πολλού και ευωδεστάτου· οι δε δαίμονες μακρόθεν κλαίοντες, εφώναζον με συνεχείς φωνάς· «Αλλοίμονον εις ημάς! Διότι ο Στέφανος διέρχεται εκ μέσου ημών και μας πληγώνει αοράτως». Αφιχθείσα δε η γυνή εις την παράλιον πόλιν της Ασκάλωνος εύρεν εκεί πλοίον, και δούσα ναύλον πεντήκοντα φλωρία επεβιβάσθη εις αυτό και ανεχώρησε δια την Κωνσταντινούπολιν. Όσα δε θαύματα εγίνοντο καθ’ οδόν και όσα σημεία ετελέσθησαν αδύνατον να τα περιγράψωμεν εν συντομία. Όταν δε η γυνή αφίκετο εις την Κωνσταντινούπολιν και έφθασεν εις τα ώτα του βασιλέως, ότι έρχεται το λείψανον του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, εγένοντο δε εις αυτόν γνωστά τα περί της γυναικός του Αλεξάνδρου, η οποία παρασταθείσα ενώπιόν του διηγήθη ακριβώς δια ζώσης φωνής, απ’ αρχής μέχρι τέλους, τίνι τρόπω έλαβε χώραν το τοιούτον, τότε ο φιλευσεβέστατος βασιλεύς Κωνσταντίνος ενεπλήσθη αφάτου χαράς και αγαλλιάσεως· όθεν προσέταξεν ευθύς τον Πατριάρχην και όλον τον κλήρον να εξέλθωσιν εις προϋπάντησιν του Αγίου λειψάνου με τιμήν μεγίστην και ευλάβειαν, και ούτω να φέρωσιν αυτό εντός των βασιλικών παλατίων. Τότε δε όσα θαύματα έγιναν αδύνατον να τα περιγράψη τις ακριβώς. Έσυρον λοιπόν αι ημίονοι την άμαξαν, επί της οποίας ήτο το άγιον λείψανον, έως ου έφθασαν εις τόπον λεγόμενον Κωνσταντιαναί, και εκεί εσταμάτησαν· επειδή δε έπληττον τα ζώα ίνα προχωρήσωσι, τούτου ένεκα μία των ημιόνων ελάλησεν ανθρωπίνην φωνήν λέγουσα· «Διατί μας δέρετε; Ενταύθα πρέπει να αποτεθή το άγιον λείψανον» ταύτην την φωνήν ακούσαντες ο τε Πατριάρχης και όλοι οι παρευρεθέντες έδωκαν μεγαλοφώνως δόξαν τω Θεώ. Ταύτα δε μαθών και ο πιστότατος βασιλεύς εξεπλάγη, και παρευθύς έκτισε Ναόν εις τον τόπον εκείνον επ’ ονόματι του Πρωτομάρτυρος, εις δόξαν και αίνον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εις τον Ναόν εκείνον τελείται κατ’ έτος η του Αγίου Στεφάνου σύναξις και εορτή. Η εύρεσις του λειψάνου του Αγίου εορτάζεται κατά την δεκάτην πέμπτην του Σεπτεμβρίου, η δε μνήμη του, κατά την εικοστήν εβδόμην του Δεκεμβρίου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2414
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Γ΄ (3η) Αυγούστου, μνήμη της Οσίας ΘΕΟΚΛΗΤΟΥΣ της θαυματουργού εν ειρήνη τελειωθείσης.

Δημοσίευση από silver »


Θεοκλητώ η Οσία έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοφίλου του μισοχρίστου και εικονομάχου, εν έτει ωκθ΄ (829), κατήγετο δε εκ της τοποθεσίας της καλουμένης των Οπτιμάτων, των γονέων αυτής Κωνσταντίνου και Αναστασίας ονομαζομένων. Αύτη λοιπόν εκ νεαράς ηλικίας ανατραφείσα θεαρέστως, προσείχεν εις εαυτήν· αναγκασθείσα όμως υπό των γονέων της συνεζεύχθη με άνδρα όμοιον με αυτήν εις την αγαθήν γνώμην, ονομαζόμενον Ζαχαρίαν. Αφού δε υπανδρεύθη, εποίει πολλάς και αμετρήτους ελεημοσύνας η μακαρία· επεδόθη μάλιστα εις την ανάγνωσιν και μελέτην των θείων Γραφών, και όχι μόνον ανεγίνωσκεν, αλλά και έπραττε συμφώνως προς τα εν αυταίς δια των έργων, παν καλόν και πάσαν αρετήν μεταχειριζομένη. Ειργάζετο δε καθ’ όλην την ημέραν και εβοήθει εις τας χρείας των πτωχών των ερχομένων εις τον οίκόν της· ωσαύτως υπηρέτει και τους ανθρώπους της οικίας της ως εκ της πολλής ταπεινώσεως. Όταν δε έμελλε να απέλθη η αοίδιμος προς Κύριον, τότε προσεκάλεσεν όλους τους φίλους και γνωστούς, και προείπεν εις αυτούς την ημέραν κατά την οποίαν μέλλει να αποθάνη· και τη αληθεία ούτως ηκολούθησε, καθώς η Αγία προείπεν. Όσα δε θαύματα έγιναν μετά την κοίμησιν αυτής δια του αγίου λειψάνου της, δεν δυνάμεθα να τα περιγράψωμεν, επιδιώκοντες την συντομίαν· εν δε μόνον είναι αναγκαίον να διηγηθώμεν, το οποίον, και εάν θέλωμεν, δεν δυνάμεθα να παραλείψωμεν, καθότι το ύψος και μέγεθος αυτού δεν μας αφήνει να το παραδράμωμεν. Οι συγγενείς της Οσίας ταύτης έχουσι συνήθειαν να σηκώνωσι κατ’ έτος το τρισόσιον εκείνο και πάντιμον αυτής λείψανον, το οποίον είναι σώον και ολόκληρον, και ν’ αλλάσσωσι τα ιμάτια τα παλαιά και ενδύωσιν αυτό με νέα, ευτρεπίζουν δε και τας τρίχας της κεφαλής της, αι οποίαι είναι λευκαί, και έπειτα κόπτουσι τους όνυχας των χειρών και των ποδών της, ως αν ήτο ζωντανή και μετά ταύτα λέγουσι το τρισάγιον, και ούτως αποθέτουσι πάλιν το σώμά της εις την θήκην.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2414
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η) Αυγούστου, μνήμη των επτά Παίδων των εν Εφέσω,

Δημοσίευση από silver »

ΜΑΞΙΜΙΛΙΑΝΟΥ, ΕΞΑΚΟΥΣΤΩΔΙΑΝΟΥ, ΙΑΜΒΛΙΧΟΥ, ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟΥ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, ΑΝΤΩΝΙΝΟΥ και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ.

Ο Μαξιμιλιανός και οι έτεροι συν αυτώ Άγιοι Παίδες ήκμασαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου, εν έτει σνβ΄ (252), αφού δε διεμοίρασαν εις τους πτωχούς όλην αυτών την περιουσίαν εισήλθον εντός σπηλαίου και εκρύβησαν· παρακαλέσαντες δε τον Θεόν να λυθώσιν από του δεσμού του σώματος και να μη παραδοθώσιν εις τον βασιλέα Δέκιον, παρέδωκαν τας ψυχάς των εις τον Θεόν. Όταν δε ο βασιλεύς Δέκιος επανήλθεν εις την Έφεσον, εζήτησεν αυτούς ίνα ελθόντες θυσιάσωσιν εις τα είδωλα, και μαθών ότι απέθανον εν τω σπηλαίω, προσέταξε να εμφράξωσι την είσοδον αυτού. Έκτοτε λοιπόν παρήλθον εκατόν ενενήκοντα τέσσαρα έτη μέχρι του τριακοστού ογδόου έτους της βασιλείας Θεοδοσίου του Μικρού, ήτοι εν έτει υμς΄ (446). Τότε παρουσιάσθη μία νέα αίρεσις, μη παραδεχομένη την των νεκρών ανάστασιν. Ο δε βασιλεύς Θεοδόσιος, βλέπων τεταραγμένην την Εκκλησίαν του Θεού, καθό πλανηθέντων εις την αίρεσιν ταύτην πολλών Επισκόπων, ηπόρει περί του πρακτέου· όθεν ενδυθείς κιλίκιον (τρίχινον σάκκον δηλαδή) εκάθισε κατά γης και εθρήνει, παρακαλών τον Θεόν να του φανερώση τον τρόπον της διαλύσεως της αιρέσεως ταύτης. Δεν παρέβλεψε δε ο Κύριος τα δάκτυά του, αλλ’ επήκουσεν αυτού ούτω πως. Ο κύριος του όρους εκείνου, ένθα έκειτο το σπήλαιον των Αγίων επτά Παίδων, ηθέλησε κατ’ εκείνον τον καιρόν να κατασκευάση μάνδραν του ποιμνίου του, και ενώ εκύλιε λίθους εκ του σπηλαίου δια την οικοδομήν της μάνδρας, ηνοίχθη η θύρα του σπηλαίου, και κατά προσταγήν Θεού ανέστησαν οι εν τω σπηλαίω αποθανόντες επτά Παίδες, και συνωμίλουν μεταξύ των ως να είχον κοιμηθή την προηγουμένην ημέραν χωρίς τελείως να αλλοιωθώσιν τα σώματά των, ούτε αυτά τα ενδύματά των να φθαρώσι ποσώς εκ της φυσικής νοτίδος και υγρότητος του σπηλαίου. Αναστηθέντες δε ενεθυμούντο ότι ο βασιλεύς Δέκιος ζητεί να τους βασανίση· όθεν συνδιελέγοντο περί τούτου. Ο δε Μαξιμιλιανός έλεγεν εις τους άλλους· «Εάν, αδελφοί, συλληφθώμεν υπό του Δεκίου, ας σταθώμεν γενναίοι και μη προδώσωμεν την ευγένειαν της πίστεώς μας· συ δε, αδελφέ Ιάμβλιχε, ύπαγε να αγοράσης άρτον, και αγόρασον περισσότερον, επειδή χθες το εσπέρας ηγόρασας ολίγον, και δια τούτο εκοιμήθημεν σχεδόν πεινώντες, μάθε δε και τι βουλεύεται ο Δέκιος περί ημών». Ελθών λοιπόν ο Ιάμβλιχος εις την πόλιν της Εφέσου, είδε το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις την θύραν και εθαύμασεν. Βλέπων δε αυτό και εις άλλους τόπους, και θεωρών τας οικοδομάς παρηλλαγμένας και τους ανθρώπους διαφορετικούς, ενόμιζεν ότι βλέπει όραμα ή ότι ήλθεν εις έκστασιν· μεταβάς δε εις τα αρτοπωλεία ηγόρασεν άρτους, και όταν έδωκε τα χρήματα και έσπευδε να επανέλθη εις το σπήλαιον, είδε τους αρτοπώλας, οι οποίοι εδείκνυον εις αλλήλους τα νομίσματα, και οι οποίοι στρέφοντες προς αυτόν το βλέμμα έλεγον, ότι αυτός εύρε θησαυρόν, καθότι τα νομίσματα τα οποία έδωκε προς πληρωμήν είχον επάνω τετυπωμένην την εικόνα του προ πολλών ετών βασιλεύσαντος Δεκίου. Τούτο ακούσας ο Ιάμβλιχος ετρόμαξε, και εκ του φόβου δεν ηδύνατο να ομιλήση, νομίζων ότι εγνωρίσθη υπ’ αυτών και μέλλει δι’ αυτών να παραδοθή εις τον βασιλέα Δέκιον. Όθεν παρεκάλει αυτούς λέγων· «Σας παρακαλώ, κύριοί μου, έχετε και τα χρήματα, λάβετε και τους άρτους σας, πλην αφήσατέ με να αναχωρήσω». Οι δε αρτοπώλαι του έλεγον· «Δείξον μας τον θησαυρόν, τον οποίον εύρες, δος δε και εις ημάς μερίδιον του ευρήματος, ειδεμή θέλομεν σε παραδώσει εις θάνατον». Βλέποντες δε ούτοι τον Άγιον να ίσταται σύννους, έδεσαν άλυσον εις τον λαιμόν του και έσυρον αυτόν εις την αγοράν· απαγαγόντες δε αυτόν εις τον Ανθύπατον της Εφέσου, τον παρέστησαν εις εξέτασιν. Ιδών τούτον ο Ανθύπατος είπε· «Διηγήθητι, ω νεανία, πως εύρες τον θησαυρόν, πόσος είναι, και που υπάρχει». Ο δε Ιάμβλιχος απεκρίνατο, ότι ουδέποτε εύρε τι, αλλ’ ότι το νόμισμα, το οποίον έδωκε, το έχει λάβει παρά των γονέων του, έλεγε δε· «Τι είναι τούτο, όπερ ηκολούθησεν εις εμέ, δεν ηξεύρω». Ο δε Ανθύπατος πάλιν ηρώτησεν αυτόν, εκ ποίας πόλεως είναι. Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Εκ ταύτης είμαι, εάν αύτη είναι η Έφεσος». Λέγει ο Ανθύπατος· «Ποίοι είναι οι γονείς σου; Ας έλθωσι προς ημάς, και όταν αποκαλυφθή η αλήθεια, τότε θέλομεν σε πιστεύσει». Ο Ιάμβλιχος απεκρίθη· «Ο δείνα είναι ο πατήρ μου, ο δείνς είναι ο πάππος μου, και οι δείνα συγγενείς μου». Και ο Ανθύπατος προς αυτόν· «Ξένα και ανυπόστατα είναι τα ονόματα, τα οποία είπες, έξω δε και των λεγομένων κατά την σημερινήν συνήθειαν· όθεν δεν είναι δυνατόν να γίνης πιστευτός». Ο Ιάμβλιχος είπεν· «Εάν συ δεν πιστεύης εμέ λέγοντα την αλήθειαν, εγώ πλέον δεν ηξεύρω τι άλλο να είπω». Ο Ανθύπατος απεκρίθη· «Ασεβέστατε, το νόμισμά σου μαρτυρεί εκ της επιγραφής του, ότι ετυπώθη προ διακοσίων ετών και επέκεινα, κατά τους χρόνους Δεκίου του βασιλέως, και συ νεώτερος ων πειράσαι να μας εξαπατήσης»; Τότε ο Ιάμβλιχος πεσών εις τους πόδας των παρευρεθέντων, τους παρεκάλει λέγων· «Σας παρακαλώ, κύριοί μου, να μοι είπητε, που είναι ο βασιλεύς Δέκιος, ο οποίος ήτο εις την πόλιν ταύτην». Οι δε είπον εις αυτόν· «Κατά τούτους τους χρόνους δεν υπάρχει Δέκιος, επειδή αυτός εβασίλευσε προ πολλών ετών». Και ο Ιάμβλιχος· «Δια τούτο, κύριοί μου, εξεπλάγητε; Αλλ’ όμως ακολουθήσατέ μοι να υπάγωμεν εις το σπήλαιον, και εξ αυτών των σημείων θέλουν διαπιστωθή οι λόγοι μου, διότι εγώ ηξεύρω, ότι εφύγομεν εξ αιτίας του Δεκίου, και ότι χθες ερχόμενος ίνα αγοράσω άρτον, είδον ότι ο Δέκιος εισήλθεν εν τη πόλει ταύτη». Ταύτα μεν είπεν ο Άγιος. Ο δε Επίσκοπος της Εφέσου, Μαρίνος ονόματι, ακούσας ταύτα, λέγει εις τον Ανθύπατον· «Εγώ νομίζω ότι θαυμαστόν τι έλαβε χώραν εν προκειμένω· όθεν ας τον ακολουθήσωμεν». Ηκολούθησαν λοιπόν αυτόν ο Ανθύπατος και ο Επίσκοπος και πολλοί λαϊκοί, και ότε έφθασαν εις το σπήλαιον, εισήλθε πρώτος ο Ιάμβλιχος εν αυτώ, και έπειτα ο Επίσκοπος, ο οποίος στραφείς εις τα δεξιά μέρη της θύρας του σπηλαίου, είδεν εν κιβώτιον εσφραγισμένον με δύο σφραγίδας, το οποίον οι Χριστιανοί Ρουφίνος και Θεόδωρος, αποσταλέντες μετ’ άλλων υπό του Δεκίου, όπως εμφράξωσι την θύραν, είχον θέσει αυτοί εκεί, γράψαντες οι ίδιοι και τα συναξάρια των Αγίων, και σημειώσαντες τα ονόματά των εις πλάκας εκ μολύβδου. Όταν λοιπόν συνήχθησαν όλοι οι έγκριτοι άρχοντες μετά του Ανθυπάτου ήνοιξαν το κιβώτιον, εντός του οποίου ευρόντες τας μολυβδίνας πλάκας, και αναγνώσαντες τα επ’ αυτών γράμματα, εξέστησαν άπαντες· εισελθόντες δε εις το ενδότερον μέρος του σπηλαίου, και ευρόντες τους Αγίους, έπεσον εις τους πόδας αυτών. Έπειτα καθήσαντες ούτοι τους ηρώτων· οι δε Άγιοι διηγήθησαν πρώτον μεν τα αφορώντα αυτούς, ύστερον δε και τα κακουργήματα του βασιλέως Δεκίου. Όθεν εξίσταντο άπαντες και εδόξαζον τον των θαυμασίων Θεόν. Τότε ο Ανθύπατος μετά του Επισκόπου έστειλαν αναφοράν εις τον βασιλέα Θεοδόσιον, και ανήγγειλαν εις αυτόν όλα τα ανωτέρω. Ο δε βασιλεύς, λαβών τα γράμματα, ενεπλήσθη χαράς εκ της τοιαύτης ειδήσεως, και μετά μεγάλης σπουδής ήλθεν εις την Έφεσον· εισελθών δε εν τω σπηλαίω, έπεσεν εις την γην και έπλυνε τους πόδας των Αγίων με τα δάκρυά του, και έχαιρε και ηγαλλιάτο η ψυχή του, ότι δεν παρέβλεψεν ο Κύριος την δέησίν του, αλλ’ έδειξεν εις αυτόν οφθαλμοφανώς την των νεκρών ανάστασιν. Ενώ δε συνωμίλει ο βασιλεύς μετά των Αγίων, ως και οι Επίσκοποι και άλλοι πολλοί άρχοντες, ενύσταξαν ολίγον οι Άγιοι, και ούτως έμπροσθεν πάντων παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού. Τότε ο βασιλεύς έδωκεν άμφια πολύτιμα και χρυσόν και άργυρον ικανόν, και προσέταξε να κατασκευασθώσιν επτά θήκαι, εις τας οποίας να αποτεθώσι τα λείψανα των Αγίων. Κατά την ιδίαν όμως νύκτα εφάνησαν οι Άγιοι εις τον βασιλέα και είπον· «Άφες μας, ω βασιλεύ, εις το σπήλαιον τούτο, εντός του οποίου ανέστημεν». Γενομένης λοιπόν Συνάξεως πολλών Επισκόπων και αρχόντων, κατέθεσεν ο βασιλεύς τα λείψανα των Αγίων εν τη γη του σπηλαίου, καθώς εκείνοι δι’ οπτασίας εφανέρωσαν εις αυτόν, και ποιήσας χαρμόσυνον εορτήν, εφιλοξένησε μετά μεγάλης φιλοξενίας τους πτωχούς της Εφέσου και εχαροποίησεν όλον τον λαόν, φιλοτιμήσας αυτόν πολυτελώς και βασιλικώς, ελύτρωσε δε εκ των φυλακών και τους πεφυλακισμένους Επισκόπους, διότι εκήρυττον την ανάστασιν των νεκρών. Ακολούθως έγινε κοινή εορτή εις όλους, δοξάζοντας και ευλογούντας τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2414
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ε΄ (5η) του Αυγούστου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΕΥΣΙΓΝΙΟΥ.

Δημοσίευση από silver »


Ευσίγνιος ο Άγιος Μάρτυς, εκ της Αντιοχείας καταγόμενος, ήτο στρατιώτης επί της βασιλείας Κώνσταντος του Χλωρού, του πατρός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, εν έτει τδ΄ (304). Έγινε δε εκατόν δέκα ετών και έφθασεν έως εις τους χρόνους Ιουλιανού του παραβάτου, ήτοι εν έτει τξα΄ (361) μετρών εξήκοντα, ετών στρατιωτικόν βίον. Ούτος λοιπόν παρασταθείς εις τον Ιουλιανόν, ήλεγξεν αυτόν διότι παρέβη την πάτριον ευσέβειαν και πίστιν του Χριστού, και διότι την τιμήν και δόξαν, την οποίαν έπρεπε να αποδώση εις τον Θεόν, την απέδωκεν εις τα είδωλα, υπενθυμίσας εις αυτόν και την αρετήν του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ως και ότι δια θείας οπτασίας και αποκαλύψεως μετεστράφη εκείνος εις την πίστιν του Χριστού. Ταύτα λέγων ο Άγιος, εις μεν τους άλλους εφάνη συνετός και φρόνιμος και έμπειρος ωραίων ιστορικών γεγονότων, δια την μακροβιότητα και πολυζωϊαν του, ο δε Ιουλιανός, χλευάσας αυτόν, προσέταξε και τον απεκεφάλισαν και ούτως έλαβεν ο μακάριος παρά Κυρίου τον στέφανον της αθλήσεως.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2414
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΣΤ΄ (6η) του Αυγούστου, η Μεταμόρφωσις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

Δημοσίευση από silver »


Κατά την έκτην του Μηνός Αυγούστου την ανάμνησιν της θείας Μεταμορφώσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού η αγία του Θεού Εκκλησία περιχαρώς εορτάζει, ο δε λόγος της εορτής ταύτης είναι ο εξής: Ο Δεσπότης ημών Χριστός πολλάκις προείπεν εις τους Αγίους Αυτού Μαθητάς δια τους κινδύνους, τα πάθη και τον θάνατον των Μαθητών του· επειδή δε οι μεν κίνδυνοι και τα δεινά ήσαν πρόχειρα και εν τη παρούση ζωή, τα δε μέλλοντα αγαθά ήσαν μετά ταύτα και ελπιζόμενα, τούτου ένεκα ηθέλησεν ο Κύριος να πληροφορήση τους Μαθητάς του και με τους ιδίους των οφθαλμούς, τις και ποία είναι η δόξα εκείνη, μετά της οποίας μέλλει να έλθη εν τη κοινή αναστάσει, και την οποίαν και αυτοί θα απολαύσωσιν. Αναβιβάζει όθεν αυτούς επί όρους υψηλού κατ’ ιδίαν, και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών, και έλαμψε το πρόσωπον Αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια Αυτού εγένοντο λευκά ως το φως· εφάνησαν δε εις αυτούς ο Μωϋσής και ο Ηλίας συνομιλούντες με τον Χριστόν. Τρεις δε μόνον Αποστόλους παρέλαβεν εις το όρος ως προκρίτους και υπερέχοντας, διότι ο μεν Πέτρος προεκρίθη, επειδή πολύ ηγάπα τον Χριστόν, ο δε Ιωάννης επειδή ηγαπάτο υπό του Χριστού, και ο Ιάκωβος, επειδή ηδύνατο να πίη το ποτήριον του θανάτου, το οποίον και ο Κύριος έπιεν. Έφερε δε εν τω μέσω αυτών τον Μωϋσήν και τον Ηλίαν, ίνα διορθώση τας περί Αυτού λελανθασμένας υποψίας των περισσοτέρων· καθότι άλλοι μεν έλεγον τον Κύριον, ότι είναι ο Ηλίας, άλλοι δε ότι είναι ο Ιερεμίας. Ιδού λοιπόν διατί παρέστησεν εις το Θαβώρ τους πρώτους και κορυφαίους Προφήτας, ίνα δηλαδή γνωρίσωσιν οι Μαθηταί, και δια των Μαθητών άπαντες, πόση διαφορά υπάρχει μεταξύ του Χριστού και των Προφητών, διότι ο μεν Χριστός είναι Δεσπότης, οι δε Προφήται είναι δούλοι· ίνα δε μάθωσιν ότι ο Κύριος έχει την εξουσίαν του θανάτου και της ζωής, εκ μεν των τεθνεώτων έφερε τον Μωϋσήν, εκ δε των ζώντων τον Ηλίαν. Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2414
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ζ΄ (7η) Αυγούστου, μνήμη του Οσίου και θεοφόρου πατρός ημών ΝΙΚΑΝΟΡΟΣ του θαυματουργού, του εν τω

Δημοσίευση από silver »


Νικάνωρ ο Όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών κατήγετο από την περίφημον μεγαλόπολιν Θεσσαλονίκην. Ο πατήρ του ωνομάζετο Ιωάννης, η δε μήτηρ Μαρία, αποτελούντες ευσεβές και ενάρετον ανδρόγυνον, τους οποίους όλη η πόλις εκαλοτύχιζε και επαινούσε, τόσον δια τα υλικά αγαθά, τον πολύν πλούτον και την ευγένειαν, όσον και δια την θεάρεστον πολιτείαν των. Διότι και οι δύο ήσαν παράδειγμα αρετής εις όλους. Αλλ’ όσον ήσαν από το εν μέρος περιφανείς και επαινετοί εις τους ανθρώπους, τόσον ήσαν από το άλλο μέρος περίλυποι, επειδή ήσαν άτεκνοι και δεν είχον κληρονόμον του πλούτου των, ουδέ θα είχον παραμυθίαν εις τα γηρατεία των. Όθεν κάθε ημέραν δεν έπαυον δίδοντες ελεημοσύνας πλουσία χειρί εις τους πένητας, ενήστευον με μεγάλην ταπείνωσιν, προσηύχοντο πολλάς φοράς καθ’ όλην την νύκτα, εις την Εκκλησίαν συχνάκις μετέβαινον και παρεκάλουν τον Θεόν με θερμά δάκρυα να τους δώση κληρονόμον και διάδοχον του πλούτου και του γένους των. Ο δε ταχύς εις την αντίληψιν Κύριος και έτοιμος εις τας δεήσεις των δούλων του, επήκουσε και της δεήσεως αυτών, και τους έδωσε τέκνον κατά τον πόθον των, τούτον τον θαυματουργόν και μέγαν Νικάνορα. Και ακούσατε παρακαλώ την υπόθεσιν, δια να εννοήσετε ταύτην καλύτερον. Εν μια των ημερών, ξηροφαγήσασα η μήτηρ του Αγίου και πολλάς ελεημοσύνας προς τους δεομένους ποιήσασα, μετέβη αφ’ εσπέρας εις τον Ναόν του Μεγαλομάρτυρος Μηνά, εις τον οποίον είχε συνήθειαν να πηγαίνη πάντοτε· εκεί δε προσηύχετο καθ’ όλην την νύκτα γονυκλινώς έμπροσθεν της εικόνος του Αγίου, έχυνε ποταμηδόν τα δάκρυα από τους οφθαλμούς της και εδέετο μετά συντετριμμένης καρδίας και κατανύξεως να της δώση τέκνον ο πλουσιόδωρος Κύριος. Όθεν η ταχυτάτη βοήθεια του παναγάθου Θεού, καθώς ποτε επήκουσε της δεήσεως της Προφήτιδος Άννης και έλυσε την στείρωσίν της, ούτω και τότε εκάμφθη εις τα δάκρυα και την θερμήν δέησιν της δούλης του Μαρίας, και την ηξίωσε να γεννήση κατ’ επαγγελίαν τον Άγιον. Διότι, καθώς ύπνωσεν ολίγον από τον πολύν κόπον, ευθύς βλέπει εν οράματι τον Μεγαλομάρτυρα Μηνάν, εξερχόμενον εκ του αγίου Βήματος με άλλους δύο λευκοφόρους άνδρας και λέγει προς αυτήν· «Επήκουσεν ο Θεός της δεήσεώς σου, ω γύναι, ως ποτε της Άννης, και έλυσε τα δεσμά της στειρώσεώς σου, μόνον πορεύου εις τον οίκον σου, και θέλεις συλλάβει και θα γεννήσης υιόν, όστις θα γίνη δοχείον καθαρόν του Παναγίου Πνεύματος, και πολλούς θέλει οδηγήσει εις Κύριον δια της αγγελικής αυτού και εναρέτου διαγωγής». Ταύτα ως ήκουσεν η γυνή, ευθύς εξύπνησεν από την χαράν της, και πιστεύσασα μετά θάρρους εις τα οραθέντα, πολλάς δοξολογίας ανέπεμψε προς τον Θεόν και προς τον αυτού Μεγαλομάρτυρα, ότι ετάχυνεν εις την δέησίν της. Όθεν το πρωϊ, μετά την τελείωσιν της θείας Λειτουργίας, επέστρεψεν εις τον οίκον της χαίρουσα και δοξάζουσα τον Άγιον Θεόν. Μετ’ ολίγας ημέρας πράγματι συνέλαβε κατά την του Μεγαλομάρτυρος πρόρρησιν, και εφυλάσσετο εις όλον τον καιρόν της κυοφορίας της. Όταν δε ήλθεν ο καιρός, εγέννησε τον μέγαν εις την αρετήν τούτον Όσιον (1363), τον οποίον, αναγεννώντες δια του θείου βαπτίσματος, τον ωνόμασαν Νικόλαον, όστις και εξ αυτής της βρεφικής ηλικίας εφαίνετο ότι θέλει διαλάμψει κατά την αρετήν. Διότι αφού έφθασεν εις την παιδικήν ηλικίαν και έγινε έως πέντε χρόνων, τον παρέδωσαν οι γονείς του εις χείρας ενός εναρέτου διδασκάλου, δια να τον διδάξη τα ιερά γράμματα. Επειδή δε έτυχεν ο παις ευφυής εις τον νουν και οξύτατος, εις ολίγον καιρόν έλαβε δύναμιν ικανήν εις την ανάγνωσιν των ιερών βιβλίων, επειδή και πάντοτε εις την μελέτην κατεγίνετο. Δεν ηθέλησε δε ουδέποτε να συναναστραφή με άλλα παιδιά εις παιχνίδια άτακτα, αλλ’ όπου έβλεπε φρονίμους ανθρώπους και γέροντας, οι οποίοι συνωμίλουν, εκεί επήγαινε και αυτός, δια να ακούση κανένα λόγον ψυχωφελή και να συνάξη ως σοφή μέλισσα από τα ευώδη άνθη το νέκταρ με το οποίον έμελλε να κατασκευάση το γλυκύτατον μέλι των αρετών. Βλέποντες λοιπόν οι γονείς του τόσην σύνεσιν και ευταξίαν εις αυτόν, όστις περισσότερον ηύξανεν εις την πνευματικήν αρετήν ή εις την σωματικήν ηλικίαν, εξίσταντο χαίροντες και ηυχαρίστουν τον Θεόν, όστις τους εχάρισε τοιούτον θεοφώτιστον και κεχαριτωμένον τέκνον. Καιρός πολύς δεν επέρασε και ο πατήρ του Αγίου επλήτωσε το κοινόν χρέος τω 1383 και απήλθεν εις τας αιωνίους Μονάς. Ο δε Άγιος έμεινε του λοιπού με την μητέρα του και ηγωνίζετο την αρετήν περισσότερον, σπουδάζων να γίνη νικητής και κατά τα έργα, καθώς και κατά το όνομα ελέγετο Νικόλαος. Όθεν γενναίως με την νηστείαν και την εγκράτειαν ενίκα της νεότητος τα αχαλίνωτα πάθη και εχαλιναγώγει τας ατάκτους ορμάς και κινήσεις του σώματος, αγρυπνών πάντοτε εις την προσευχήν και εις την ανάγνωσιν των θείων Γραφών. Περισσότερον δε από όλα εμελέτα καθ’ εκάστην τους βίους και τας πράξεις των Οσίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, των οποίων στοχαζόμενος την ισάγγελον πολιτείαν κατεφλέγετο όλος υπό του θείου έρωτος, και επεθύμει να γίνη μιμητής της εναρέτου διαγωγής των, δια να απολαύση ομού με αυτούς και τον της ασκήσεως στέφανον. Αυτός μεν λοιπόν τοιαύτα εβουλεύετο ο μακάριος, και πολλάκις εδέετο του Θεού να τον αξιώση να λάβη το αγγελικόν σχήμα, δια να πολιτευθή εναρέτως κατά τον πόθον του. Η δε μήτηρ του εμελέτα να τον νυμφεύση ως μονογενή της υιόν, δια να αφήση κληρονόμον του γένους της. Αλλ’ ο νέος δεν ήθελε παντελώς να υπακούση εις την τοιαύτην βουλήν της μητρός του· όμως δια να μη την λυπήση, της έδιδεν αναβολήν καιρού, έως να επιτύχη αυτός καιρόν αρμόδιον, να αναχωρήση από τον κόσμον, δια να περιπατήση την στενήν και τεθλιμμένην οδόν της μοναδικής ζωής, της οποίας το τέλος είναι ευρύχωρον και μακάριον. Όταν λοιπόν η μήτηρ αυτού εύρε κόρην τινά πλουσίαν και ωραιοτάτην, από γένος ευγενικόν, και εσκέπτετο να τον νυμφεύση, έστω και παρά την θέλησίν του, τότε ο καρδιογνώστης Θεός μετέστησεν αυτήν εις τας αιωνίους Μονάς τω 1390, έμεινε δε ούτως ο Άγιος ελεύθερος, δια να κατορθώση εκείνο το οποίον ήθελεν. Όθεν ο Άγιος, ευχαριστήσας τον Κύριον, ήρχισεν εις το εξής να πολιτεύεται με εναρετωτέραν διαγωγήν, αγωνιζόμενος πάντοτε κατά της σαρκός, με νηστείας, με χαμευνίας, με ολονυκτίους προσευχάς και με θερμότατα δάκτυα. Διεμοίραζε δε ολίγον κατ’ ολίγον και τα πατρικά του πλούτη εις τους πένητας και ορφανούς, δια να τα εύρη θησαυρισμένα εις την ουράνιον αποθήκην. Απέκτησε δε την αρετήν της ακτημοσύνης, της οποίας μετ’ ολίγον καιρόν ηξιώθη να τρυγήση και τον καρπόν ώριμον, να ενδυθή, λέγω, το αγγελικόν σχήμα του μονήρους και ακτήμονος βίου, κατά τον διάπυρον πόθον του. Τότε δε αντί Νικόλαος μετωνομάσθη Νικάνωρ, θέλων να σηκώση εις τους ώμους του τον Σταυρόν, με τον οποίον ήθελε φανή νικητής και να εγείρη τρόπαιον κατά του αντιπάλου διαβόλου. Αφ’ ου λοιπόν εισήλθεν ο μακάριος υπό τον ελαφρόν ζυγόν του Χριστού, τότε επολλαπλασίασε και τας αρετάς του, δεν έπαυε δε πάντοτε αγρυπνών και προσευχόμενος και κάθε άλλην αρετήν εργαζόμενος αναβαίνων ημέραν εξ ημέρας την θείαν κλίμακα των αρετών. Ώστε ακούων ο τότε Αρχιερεύς την λαμπροτάτην και ενάρετον πολιτείαν του, τον προσεκάλεσε, παρακαλών αυτόν να αποδεχθή το επάγγελμα της ιερωσύνης. Αυτός δε ο μακάριος, ως ταπεινόφρων, δεν ηθέλησε, νομίζων τον εαυτόν του ανάξιον του τοιούτου αξιώματος. Ο Αρχιερεύς όμως, βλέπων την ένθεον πολιτείαν του, τον εχειροτόνησε και ακουσίως του, πρώτον μεν Διάκονον, έπειτα δε Πρεσβύτερον, και τέλος τυπικάριον, δια να επιμελήται ως έμπειρος την ευκοσμίαν της εκκλησιαστικής διατάξεως. Όθεν ο Άγιος, δια να μη φανή παρήκοος, εδέχθη και παρά την θέλησίν του την αξίαν, τόσην δε σπουδήν άδειξεν εις αυτήν την διακονίαν, ώστε ουδείς τον υπερέβαλε πώπωτε. Πάντοτε εις την Εκκλησίαν ευρίσκετο, καταγινόμενος εις τας αναγνώσεις των ιερών βιβλίων, από τας οποίας εσύναξε και πολλήν σοφίαν πνευματικήν. Και ως καλός ζωγράφος πάντοτε εξέλεγε τα εκλεκτότερα πρότυπα, δια να ζωγραφήση την εικόνα της ψυχής του με τας περιφανεστέρας αρετάς, και να την κάμη ωραιοτάτην με τα ποικιλόχροα και πνευματικά άνθη, καθώς και εποίησε. Διότι όποιος θέλει να καταλάβη τους μεγάλους αγώνας του, από τούτο το μικρόν ας συμπεράνη τα μεγαλύτερα, ότι τας περισσοτέρας φοράς εστέκετο από το βράδυ έως το πρωϊ όρθιος, έχων τας χείρας του ως ο Μωϋσής υψωμένας και προσηύχετο ολονυκτίως. Ούτω λοιπόν οσίως και θεοφιλώς πολιτευόμενος ο Όσιος, ηθέλησε τέλος πάντων να αποφύγη τελείως τον κόσμον και τα του κόσμου, δια να εύρη την ποθουμένην ησυχίαν. Δια τούτο δε εδέετο πάντοτε του Θεού να του αποκαλύψη το ποθούμενον. Μίαν δε νύκτα, προσευχόμενος και έχων το πρόσωπόν του κατά γης και ικετεύων με θερμά δάκρυα, ήκουσεν ουρανόθεν φωνήν, ήτις του έλεγε· «Νικάνορ, έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου, και πορεύου εις το του Καλλιστράτου όρος (υπό Βουλγάρων καταγραφείσα τω 740 η Μονή του Καλλιστράτου εις το Βέρμιον όρος των Γρεβενών) και αγωνίζου εκεί καλώς· εγώ δε θα είμαι μετά σου ίνα σε διαφυλάττω πάσας τας ημέρας της ζωής σου, και ποιήσω ακουστόν το όνομά σου και σε δοξάσω εις πάντας τους αιώνας». Ο δε Όσιος, ταύτην την φωνήν ακούσας, ευθύς ηγέρθη από της γης συν φόβω και χαρά και εδοξολόγει μετά δακρύων τον Κύριον. Ήτο δε τότε κατά την σωματικήν ηλικίαν έως τριάκοντα επτά ετών· ως δε έμαθε παρά Κυρίου τον ποθούμενον τόπον της ησυχίας, ευθύς απεσκόρπισεν εις τους πτωχούς, χωρίς αναβολήν καιρού, όσα κινητά και ακίνητα πράγματα του είχον μείνει από τα πατρικά του, αποχαιρετήσας δε τους συγγενείς και φίλους του, εξήλθε μετά χαράς από την πόλιν τω 1400. Περιπατών δε ο Όσιος από πόλεως εις πόλιν και από χωρίου εις χωρίον, εδίδασκεν, ως άλλος Απόστολος, τους Χριστιανούς να φυλάττουν ορθώς την ευσέβειαν· Διότι ολίγον αργότερον έμελλον να κυριεύσουν οι Αγαρηνοί την Κωνσταντινούπολιν, επληθύνετο δε τότε η ασέβεια του λαοπλάνου Μωάμεθ. Όθεν πολλούς εστερέωσε προς την εις Χριστόν πίστιν ο μακάριος με την γλυκυτάτην διδασκαλίαν του, και με το καλόν παράδειγμα της εναρέτου διαγωγής του. Φθάσας δε εις εν χωρίον, Σαρακίνα ονομαζόμενον, και διατρίψας εκεί καιρόν ικανόν, πολλά θαύματα ετέλεσε δια της δυνάμεως του παντοδυνάμου Θεού, τα οποία ούτε όλα με συγχωρεί ο καιρός να διηγηθώ, ούτε πάλιν όλα ημπορώ να τα σιωπήσω και δια τούτο περιγράφω ολίγα από τα πολλά, δια να αντιληφθήτε την μεγάλην αρετήν του Αγίου και την παρρησίαν την οποίαν είχεν εις τον Θεόν. Άνθρωπός τις από το αυτό χωρίον εκυριεύετο από χαλεπόν δαιμόνιον, το οποίον, ως είδε τον Όσιον ερχόμενον εις το χωρίον, εφώναζε μεγαλοφώνως και έλεγε· «Διώξατε τον Νικάρονα απ’ εδώ, ότι δεινώς με βασανίζει ο ερχομός του». Ταύτα ακούσαντες οι άνθρωποι, οι οποίοι εφύλαττον σιδηροδέσμιον τον δαιμονιζόμενον, έδραμον μετά δακρύων και έπεσον εις τους πόδας του Αγίου, παρακαλούντες αυτόν να έλθη προς τον ασθενή, ίνα τον ιατρεύση. Ο δε Όσιος, ως συμπαθής, τους ηυσπλαγχνίσθη, και ήλθεν εις τον πάσχοντα. Το δε δαιμόνιον, ως είδε τον Άγιον, ήρχισε να σπαράσση τον δαιμονιζόμενον, να τον κτυπά κατά γης, να τρίζη τους οδόντας του κατά του Αγίου, και να φωνάζη ελεεινώς· «Αδικείς με, Νικάνορ, αδικείς με». Ο δε Άγιος, ποιήσας προς Κύριον δέησιν και εγγίσας το στόμα του πάσχοντος με την ράβδον, την οποίαν εκράτει, παρευθύς εξήλθε το δαιμόνιον, και έμεινεν ο άνθρωπος υγιής και σωφρονών, δοξάζων τον Πανάγαθον Θεόν και τον Άγιον. Γυνή δε τις πάλιν από το αυτό χωρίον είχε πάθος χαλεπόν αιμορροίας, το οποίον δεν ημπορούσε να το θεραπεύση με διαφόρους ιατρούς. Όθεν μιμουμένη και αυτή την πίστιν της αιμορροούσης, δια την οποίαν μας διηγείται ο ιερός Λουκάς, επήγεν όπισθεν του Αγίου, και εγγίσασα μετά πίστεως εις το άκρον του ιματίου αυτού παρευθύς ιατρεύθη από το πολυχρόνιον εκείνο και ανίατον πάθος της. Άλλος άνθρωπος πάλιν έκειτο παράλυτος εις όλον το σώμα, μη δυνάμενος παντελώς να κινηθή, βασταζόμενος δε υπό των συγγενών του επί κραββάτου εφέρθη εις το κατάλυμα του Αγίου, παρακαλών αυτόν να κάμη έλεος. Ο δε Άγιος, βλέπων αυτόν ένα ελεεινόν θέαμα, τον εσυμπόνεσε, και ποιήσας εις αυτόν το σημείον του Τιμίου Σταυρού, είτα κρατήσας της δεξιάς χειρός, είπεν· «Εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έγειραι και περιπάτει». Ευθύς δε με τον λόγον ηγέρθη ο πρώην παράλυτος και περιεπάτει, δοξάζων τον Θεόν και ευχαριστών τον Άγιον. Όθεν θέλων ο Όσιος να αποφύγη την τιμήν των ανθρώπων, δια τα θαύματα όπου έκαμνεν, έφυγεν εκείθεν, και διαβάς από την Κλεισούραν, ήλθεν εις το όρος του Καλλιστράτου, το οποίον ο Κύριος εις κατοικίαν αυτού προητοίμασε. Κατοικήσας λοιπόν ο Όσιος εις την υπώρειαν του όρους, και βλέπων το ησυχαστικόν του τόπου, ηυφραίνετο ότι εύρε τον ποθούμενον τόπον της ησυχίας του. Περιπατών δε το πετρώδες κσι δύσβατον του τόπου εκείνου, έφθασεν εις το χείλος του ποταμού, και βλέπει άντικρυ τόπον αρμόδιον δια την ησυχίαν του, ένθα ελθών εύρε σπήλαιον υψηλόν και δυσανάβατον, εις το οποίον ανέβη με πολύν κόπον, έκτισε δε εκεί μικράν ανάπαυσιν, ανακαινίζων και την σεβασμίαν Μονήν του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου (ήτις ίσταται έως της σήμερον) και εκεί έμεινεν ο Όσιος με πνεύμα ταπεινώσεως και με συντετριμμένην καρδίαν. Η τροφή του δε ήτο τα χόρτα και ακρόδρυα, τα οποία παρήγεν εκείνη η έρημος, με τα οποία ετρέφετο όσον μόνον δια να ζη και να ημπορή να εργάζεται την αρετήν. Διότι τόσους κόπους και ταλαιπωρίας υπέμεινεν εκεί ο Άγιος, ώστε είναι αδύνατον να τους απαριθμήση και να τους περιγράψη τις καταλεπτώς· επειδή πάντοτε ενέκρωνε την σάρκα με άκραν νηστείαν, με ολονυκτίους προσευχάς, με παντελή χαμευνίαν, και σχεδόν με κάθε αρετήν πνευματικήν και σωματικήν στενοχωρίαν· ταύτα μη υποφέρων να βλέπη ο μισόκαλος διάβολος δεν έπαυε να του προξενή διαφόρους επιβουλάς και πειρασμούς. Μίαν δε νύκτα, καθώς προσηύχετο ο Άγιος, μετεσχηματίσθη ο της αληθείας εχθρός εις σχήμα Αιθίοπος, και επήγε κρατών εις τας χείρας γεγυμνωμένον ξίφος και εφοβέριζε να τον θανατώση, αν ίσως και δεν φύγη απ’ εκεί. Ο δε Όσιος, γνωρίζων την επιβουλήν του πονηρού, εποίησε το σημείον του Τιμίου Σταυρού και ευθύς αφανής εγένετο και ως καπνός διελύθη. Άλλην νύκτα πάλιν ήλθεν ο αλιτήριος με πλήθος δαιμόνων κατ’ αυτού, και εφώναζον φοβερώς, έτριζον τους οδόντας, ηπείλουν και επάσχιζον να κατερειπώσουν το σπήλαιον και το κελλίον του δια να τον πλακώση· αλλά δεν ηδυνήθησαν να κάμουν τίποτε οι ανίσχυροι, εμποδιζόμενοι υπό της θείας δυνάμεως. Μετά δε τον θάνατον του Οσίου ήλθον οι ψυχοφθόροι δαίμονες και κατεκρήμνισαν εκείνο το σπήλαιον, δια την εχθρότητα που είχον προς τον Άγιον, φοβούμενοι μη τύχη και κατοικήση εκεί πάλιν και άλλος ενάρετος και τους καταπολεμή ως ο Όσιος. Άλλοτε πάλιν επήγαιναν την νύκτα, και εγίνοντο ως κόρακες, φωνάζοντες μεγαλοφώνως, δια να τον φοβίσουν. Άλλοτε εγίνοντο σκορπίοι, και τον επλήγωνον εις τους πόδας, όταν προσηύχετο. Αλλ’ ο Άγιος ήτο πάντοτε ακαταπτόητος, και εστέκετο στερεός ως αδάμας, μη λαμβάνων υπ’ όψιν τας ταραχάς και πανουργίας του δυσμενούς, διότι ήτο ωπλισμένος με την θείαν δύναμιν και δεν ηδύναντο να τον βλάψουν, αλλ’ ως υπό πυρός φλογιζόμενοι έφευγον έντρομοι. Αλλά τι να περιγράψω καταλεπτώς τους πειρασμούς, τους οποίους ελάμβανε καθ’ εκάστην ο Όσιος εξ επιβουλής του ανθρωποκτόνου διαβόλου; Τούτο λέγω μόνον, δια να καταλάβετε την πολλήν του καρτερίαν και υπομονήν, ότι ηγωνίζετο να μιμηθή τους παλαιούς εκείνους προπάτορας· κατά μεν τα πάθη τον Ιώβ, κατά δε τους πειρασμούς τον Ιωσήφ, και τους άλλους κατ’ άλλον τρόπον το κατά δύναμιν. Προ πάντων δε είχεν αποκτήσει ο μακάριος την μακαρίαν ταπείνωσιν και ποτέ δεν ηθέλησε να φορέση λαμπρά φορέματα, μολονότι κατήγετο από γένος λαμπρόν και πλούσιον, αλλά πάντοτε εφόρει εν ευτελές και τρίχινον ιμάτιον με μεγάλην ταπείνωσιν. Όθεν πολλάκις οι μαθηταί του Αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω όρει ασκήσαντος εθαύμαζον, βλέποντες την μεγάλην ταπείνωσιν την οποίαν είχεν ο Όσιος Νικάνωρ εις τα ενδύματα. Περί τούτου είπεν εις αυτούς ο Όσιοε Διονύσιος· «Βλέπετε, αδελφοί, μέγαν θησαυρόν κρύπτει υποκάτω εκείνο το ευτελές τριβώνιον». Ταύτα ως ήκουσαν περί του Οσίου Νικάνορος δύο πλούσιοι Χριστιανοί, και μαθόντες ακριβώς τα περί τούτου, ήλθον δρομαίοι εις την σκήτην του, θέλοντες να υποταχθούν εις αυτόν. Ο δε Όσιος Νικάνωρ, προγνωρίζων εκ θείας χάριτος τον ερχομόν των, εξήλθεν από το κελλίον του και τους υπεδέχθη φιλοφρόνως, και λέγει προς αυτούς· «Τι προς εμέ τον ευτελή του Δεσπότου Χριστού δούλον ήλθετε, τέκνα, αφέντες τον πολύν εν αρετή Διονύσιον; Δεν έχει τούτο το ευτελές μου ιμάτιον καμμίαν αρετήν κεκρυμμένην, ως παρ’ εκείνου ηκούσατε· μόνον υπάγετε προς εκείνον τον όντως Όσιον και ενάρετον». Ταύτα ειπών προς αυτούς ο Όσιος και εισελθών εις το κελλίον του, έκλεισε την θύραν. Οι δε ίσταντο έξω και τον παρεκάλουν μετά δακρύων να τους δεχθή και να τους κουρεύση το συντομώτερον. Βλέπων λοιπόν ο Όσιος την πολλήν υπομονήν και τον ένθεον πόθον των, ήνοιξε την θύραν και τους υπεδέχθη και τους εδίδαξεν ικανώς όλα τα της μοναδικής πολιτείας, μετά δε τρεις ημέρας τους ενέδυσε το άγιον σχήμα και τους είχε πάντοτε μεθ’ εαυτού αγωνιζομένους τον καλόν δρόμον της ασκήσεως. Αλλ’ επειδή ήτο αδύνατον να κρύπτεται η αρετή τοιούτου φωστήρος, ηθέλησεν ο Θεός να σώση δι’ αυτού και άλλους πολλούς και δια τούτο μίαν νύκτα, καθώς προσηύχετο ο Όσιος μετά πολλών δακρύων έμπροσθεν της εικόνος του Εσταυρωμένου Χριστού, ήκουσε φωνήν γλυκυτάτην εκ της εικόνος λέγουσαν· «Νικάνορ, ανάβηθι ταχέως εις την κορυφήν του όρους και εκεί θέλεις εύρει την εικόνα μου εν τη γη κεκρυμμένην, κτίσον δε εκεί Εκκλησίαν εις το εμόν όνομα και κελλία, ότι λαόν θέλεις ποιμάνει περιούσιον». Ταύτα ακούσας ο Όσιος ηγέρθη, το δε πρωϊ, λαβών μαθητάς τινας, ανέβη επάνω εις την κορυφήν του όρους, εκεί δε εύρε πεπαλαιωμένον και χαλασμένον θεμέλιον, τόπον δύσβατον και δάσος βαθύ. Όθεν κόπτων τα δένδρα, ρίπτων λίθους και σκάπτων τα πεπαλαιωμένα εκείνα θεμέλια, εύρε την Αγίαν Εικόνα του Σωτήρος Χριστού, ως θησαυρόν πολύτιμον εν τη γη κεκρυμμένην. Λαβών δε ταύτην εις χείρας μετά φόβου και χαράς εδόξαζε τον Θεόν, όστις τον ηξίωσε να εύρη τοιούτον μέγαν θησαυρόν. Μεθ’ ημέρας δε τινάς, παραλαβών τεχνίτας επιδεξίους, έκτισε την σεβασμίαν Μονήν της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, με τραπεζαρείον ωραιότατον, και με άλλα αξιέπαινα οικοδομήματα, καθώς και έως την σήμερον φαίνονται. Η Μονή σώζεται έως την σήμερον υπέρ τα φν΄ (550) έτη, αφ’ ότου την έκτισεν ο Όσιος, χωρητικότητος χιλίων Μοναχών, το δε μετόχιον δισχιλίων, είναι δε αποθήκη των καρπών της γης προς τροφήν των Μοναχών. Εις ταύτα πάντα συνεκοπίαζε και ο Όσιος και εδούλευε μαζί με τους τεχνίτας εις την κατασκευήν του ιερού Μοναστηρίου, το οποίον δια να το αυξήση περισσότερον επεμελήθη ο μακάριος και έκτισε και άλλας πολλάς οικοδομάς έξωθεν του Μοναστηρίου δια το συμφέρον των αδελφών. Αφ’ ου δε ετελειώθη το σεβάσμιον Μοναστήριον, τότε καθ’ εκάστην έτρεχε πλήθος Χριστιανών από διαφόρους τόπους. Άλλοι μεν δια να μονάσωσιν εκεί, έτεροι δε δια να λάβωσι την ευλογίαν του, και άλλοι δια να ακούσουν την γλυκυτάτην και ψυχοσωτήριον διδασκαλίαν του, και έκαστος ελάμβανε το προσφυές αντίδοτον πάσης ψυχικής και σωματικής ασθενείας. Διότι ο Άγιος όχι μόνον με ψυχωφελή λόγια τους συνεβούλευεν, αλλά και με διαφόρους ιατρείας τους ευηργέτει, τινάς μεν ιατρεύων με μόνην την αφήν της αγίας του δεξιάς, άλλους δε εγγίζων δια της ράβδου του, και άλλους με μόνον τον λόγον· μερικούς ταχέως και μερικούς αργότερα, έκαστον κατά την πίστιν και μετάνοιαν αυτού, ούτως ώστε ήτο ο Άγιος κοινός ευεργέτης και ιατρός άμισθος, γινόμενος εις όλους μεταδοτικός δια την των πολλών ψυχικήν ωφέλειαν. Ούτω μεν λοιπόν εναρέτως και αγγελικώς επολιτεύθη ο Όσιος όλον τον καιρόν της ζωής του και με τόσους κόπους και αγώνας ασκητικούς ετελείωσε τον δρόμον της παροικίας του. Ούτως οσίως και θεοφιλώς ευηρέστησε τω Θεώ, έως ου έζη εις ταύτην την πρόσκαιρον ζωήν. Όταν δε ήλθεν ο καιρός να μεταβή εις την άλλην ζωήν την αιώνιον, δια να λάβη την αξίαν αμοιβήν των αγώνων του, τότε εκ θείας χάριτος προεγνώρισε και την ημέραν της τελειώσεώς του. Συνάξας τότε όλους τους μαθητάς του, τους είπεν, ότι μετά τρεις ημέρας τελειώνει ο δρόμος της ζωής του και υπάγει προς τον ποθούμενον. Εκείνοι δε ως ήκουσαν, ήρχισαν να κλαίουν και να οδύρωνται την στέρησίν του απαραμύθητα, ολοφυρόμενοι την ορφανίαν των. Ο δε Άγιος τους παρεμύθει με λόγια συμβουλευτικά και παραμυθητικά, λέγων προς αυτούς ταύτα. «Μη λυπείσθε, τέκνα μου αγαπητά, δια τον θάνατόν μου, διότι τούτο το πικρόν του θανάτου ποτήριον είναι κοινόν, και δεν ημπορεί να το αποφύγη τις. Μόνον σας συμβουλεύω να φυλάξετε αμετασάλευτα όσα διαλαμβάνει η διαθήκη μου, ανίσως και αγαπάτε την σωτηρίαν σας· να πολιτεύεσθε κοινοβιακώς εις όλα τα πράγματά σας· να έχετε πρώτον μεν την εις Θεόν αγάπην και ευσέβειαν, έπειτα δε και την εις αλλήλους αδελφικήν αγάπην και ομόνοιαν. Να φυλάσσετε ακριβώς την παράδοσιν των Αγίων Πατέρων, όσα περί Πίστεως και εναρέτου διαγωγής έγραψαν, και όσα το τυπικόν του Αγίου Σάββα τρανώς διακελεύεται περί εκκλησιαστικής τάξεως και περί αρετής. Γυναίκα ποτέ μη δεχθήτε εις το Μοναστήριον, είτε καλογραία είναι, είτε κοσμική, ή βασιλέως μήτηρ, ή βασίλισσα, ούτε παιδί αμύστακον και αγένειον. Ποτέ να μη χειροτονήσητε Διάκονον ή Ιερέα ανάξιον· ότι άλλο δεν παροργίζει τόσον τον Θεόν, όσον ο ανάξιος Ιερεύς. Εάν ποτέ δεν ήθελεν ευρεθή τις άξιος από το αυτό Μοναστήριον να γίνη Ηγούμενος, να υπάγετε εις το Μοναστήριον του Βαρλαάμ και ερευνήσατε εκεί δια τινα άξιον. Εάν δε πάλιν δεν εύρητε και εκεί, υπάγετε εις το Μοναστήριον του Τιμίου Προδρόμου, του εν τη σκήτη της Βεροίας, εις το κτίριον του εμού αδελφού και συνασκητού Διονυσίου, και ζητήσατε μετά πολλών δακρύων και δεήσεων κανένα άξιον αδελφόν δια να προχειρίσετε Ηγούμενον. Εάν δε τέλος πάντων δεν ευρεθή ουδέ εκεί πρόσωπον άξιον λόγω τε και έργω, ας γίνη και όποιος εκλεγή από την Αδελφότητα· πλην να είναι ευλαβής και σώφρων και άξιος Ιερεύς. Προς τούτοις να μη έχη άδειαν κανείς από σας τους Μοναχούς να πηγαίνη εις τας πανηγύρεις των κοσμικών· διότι ο θείος νόμος προστάζει ούτως· «Αββάς εις λιτήν κοσμικού καθίσας, ως νεκρόν λογίζεται αυτόν ο Θεός». Αργός να μη κάθηται ποτέ τις, αλλ’ ή να προσεύχηται εις το κελλίον του, ή να αναγινώσκη τας θεοπνεύστους γραφάς, ή να εργάζηται, ο μεν εν αμπέλω, ο δε εν κήπω, και άλλος εις άλλην υπηρεσίαν. Διότι ο Απόστολος Παύλος λέγει· «Μηδείς αργός εσθιέτω». Ποτέ κανείς, ω τέκνα μου αγαπητά, να μη έχη σακκίδιον χωριστόν του Ηγουμένου, μηδέ να έχητε προς αλλήλους μνησικακίαν, καταλαλιάν τε και έχθραν. Μηδέ να υψώση ο εις χείρα κατά του άλλου· αλλά να έχετε πάντοτε αγάπην, υπομονήν και ταπείνωσιν. Εάν δε τις δεν ήθελε να φυλάξη αυτάς τας παραμικράς μου παραγγελίας, ας διωχθή από το Μοναστήριον ως ψωραλέον πρόβατον, δια να μη μολυνθούν από την ψώραν του και τα λοιπά πρόβατα της του Χριστού μάνδρας. Εάν δε ποτε συμβή και σκανδαλισθή ο εις με τον άλλον, ας φιλιώνεται προ της δύσεως του ηλίου, δια να μη μένουν εις έχθραν και εύρη χώραν ο διάβολος και τους ρίψη εις μεγαλύτερα ανομήματα. Οι γέροντες και προκομμένοι εις τα θεία και πρακτικοί εις τα πάντα, νουθετείτε τους αμαθείς και νέους. Οι νέοι πάλιν υποτάσσεσθε εις τους πρεσβυτέρους, και ακούετε με προσοχήν και αγάπην τας νουθεσίας των. Και εάν ταύτα όσα σας είπα και όσα γράφω εις την διαθήκην μου φυλάξετε, θέλετε αξιωθή της των ουρανών Βασιλείας, ίνα ευφραίνεσθε μετά δικαίων. Εάν δε και δεν φυλάξετε, θέλετε λάβει τον μισθόν της παρακοής, θα τιμωρήσθε εις την αιώνιον κόλασιν. Αυτά και άλλα περισσότερα εδίδασκεν ο Όσιος τους μαθητάς του και τους παρηγορούσε να μη λυπούνται δια τον θάνατόν του. Κατά δε την έκτην του Αυγούστου μηνός εσυνάχθησαν πολλοί Χριστιανοί εις το Μοναστήριον, αφ’ ενός μεν δια την εορτήν της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, αφ’ ετέρου δε δια να λάβουν ευλογίαν από τον Όσιον. Ο δε Όσιος τους υπεδέχθη πατρικώς, και μετά την απόλυσιν της θείας λειτουργίας τους εφίλευσε πλουσιοπαρόχως, και τους εξαπέστειλε. Μετά δε ταύτα εμβήκεν εις το κελλίον του και ευθύς τον εκυρίευσε πυρετός, και έκειτο πλαγιασμένος εις την κλίνην του. Την δε ερχομένην ημέραν ηγέρθη το πρωϊ και εισελθών εις το Κυριακόν, και ιερουργήσας, εκοινώνησε τα Άχραντα Μυστήρια. Εξελθών δε μετά την θείαν Μυσταγωγίαν, είπε πάλιν προς τους μαθητάς του· «Ήλθε τώρα η ώρα, τέκνα μου, δια να πηγαίνω προς τον ποθούμενον Δεσπότην μου. Σεις δε εις το εξής αγωνισθήτε, όσον δύνασθε, να φανήτε ευάρεστοι εις τον Θεόν, και αυτός θέλει σας κυβερνά πάντοτε πνευματικώς τε και σωματικώς, εάν έχετε εις αυτόν όλην την ελπίδα σας. Και μη λυπείσθε ότι εγώ χωρίζομαι σωματικώς από σας, διότι πνευματικώς ποτέ δεν θέλω αποχωρισθή. Εάν δε εύρω παρρησίαν προς τον Δεσπότην Χριστόν ο ανάξιος, δεν θέλω παύσει να δέωμαι της Βασιλείας του δια την σωτηρίαν σας. Ταύτα ειπών ο Άγιος, και ευχόμενος και ευλογών τους περιεστώτας Μοναχούς και λαϊκούς, και πλαγιάσας επί της κλίνης του, παρέδωκε το πνεύμα εις χείρας Θεού κατά το αυιθ΄ (1419) έτος, εν μηνί Αυγούστω, ζ΄ (7). Και την μεν μακαρίαν αυτού ψυχήν λαβόντες οι Άγιοι Άγγελοι μετά πάντων των Οσίων και Δικαίων, την έφεραν εις την άνω Ιερουσαλήμ με ύμνους και δοξολογίας. Το δε πανίερον αυτού και σεβάσμιον λείψανον ενεταφίασαν ευλαβώς, με υμνωδίας και δάκρυα, εις το παρεκκλήσιον του Τιμίου Προδρόμου. Το οποίον καθ’ εκάστην κάμνει θαύματα εις δόξαν Χριστού του Θεού ημών, και διαμένει παντοδαπών νοσημάτων αλεξιτήριον, και πηγάς ιαμάτων βρύει εις τους μετά πίστεως προστρέχοντας. Διότι τοιουτοτρόπως γνωρίζει να δοξάζη ο Θεός τους αυτόν αντιδοξάζοντας· τας μεν αγίας αυτών ψυχάς να συναριθμή με τας αϋλους ουσίας των Αγγέλων, τα δε σεβάσμια αυτών λείψανα να τα αποδεικνύη πηγάς ιαμάτων και νόσων πολυτρόπων φυγαδευτήρια. Πολλά δε και άπειρα θαύματα ετέλεσε και τελεί καθ’ εκάστην το αγιώτατον λείψανον του θαυματουργού Νικάνορος, από τα οποία, αφήνων τα πολλά δια συντομίαν, θέλω διηγηθή μερικά, όσα έκαμεν εις τους καθ΄ημάς χρόνους, δια να γνωρίσετε την μεγάλην αρετήν του Αγίου, και την παρρησίαν την οποίαν έχει προς τον Παντοκράτορα Θεόν. Ευρίσκοντό ποτε εις απορίαν χρημάτων, τα οποία επεβλήθησαν εις αυτούς από τους μισοθέους Αγαρηνούς, και μη έχοντες ελπίδα βοηθείας από άλλο μέρος, έκριναν άπαντες, κοινή γνώμη, να λάβωσι τον μέγαν όντως και πολύτιμον θησαυρόν, την πάνσεπτον, λέγω, κάραν του Οσίου Νικάνορος, να απέλθωσιν εις τα Σέρβια, επειδή τότε δια τας των ανθρώπων αμαρτίας είχεν ακολουθήσει φθοροποιός πανώλης εις εκείνην την πολιτείαν, αφ’ ενός μεν ίνα ελευθερώση ο Θεός τους Χριστιανούς από την πανώλεθρον εκείνην νόσον, δια πρεσβειών του δούλου αυτού Νικάνορος, αφ’ ετέρου δε δια να ενισχυθή και το Μοναστήριον δια της των Χριστιανών ελεημοσύνης. Λαβόντες λοιπόν την αγίαν κάραν δύο ευλαβείς Ιερομόναχοι, ο Πανοσιώτατος Ηγούμενος κυρ Δαβίδ, και ο Πνευματικός Νεόφυτος, ανεχώρησαν από το Μοναστήριον μετά της συνοδείας αυτών. Το εσπέρας έφθασαν, Θεού βοηθούντος, εις εν χωρίον ονομαζόμενον Καισάρειαν, τους οποίους απαντήσας εις Χριστιανός ευλαβής, ονόματι Νικόλαος, τους υπεδέχθη χαροποιώς εις την οικίαν του και τους εφιλοξένησεν αβραμιαίως. Το πρωϊ παρεκάλεσεν ο Νικόλαος τους Ιερείς να ψάλωσιν αγιασμόν εις τον οίκον του, αυτός δε πηγαίνων έδωσεν είδησιν εις τους γείτονάς του, δια να έλθουν να αγιασθούν και να ασπασθούν την σεβασμίαν του Αγίου κάραν. Όθεν οι μεν Ιερομόναχοι, βλέποντες την ευλάβειαν του Νικολάου, ήρχισαν να ψάλλωσι τον αγιασμόν. Ο δε λαός ως ήκουσεν, έδραμον μικροί και μεγάλοι, άνδρες τε και γυναίκες, και ησπάζοντο πανευλαβώς την πάνσεπτον κάραν. Μεταξύ εκείνων επλησίασεν και μία κόρη άσεμνος και ακάθαρτος δια να ασπασθή την αγίαν κάραν, παρευθύς δε έπεσεν εις την γην ως νεκρά. Τούτο βλέποντες οι άνθρωποι έλαβον μέγαν φόβον και τρόμον και ερράντιζαν με νερόν την κόρην να σηλωθή. Όθεν μετά πολλήν ώραν ηγέρθη ολίγον και εκάθισε, την ηρώτα δε η μήτηρ της να της είπη την αιτίαν. Η δε κόρη με φόβον πολύν απεκρίθη, λέγουσα· «Εγώ, ως επλησίασα να ασπασθώ την κάραν του Αγίου, μοι εφάνη εκεί ένας Μοναχός κοκκινογένης και με εκτύπησε με ένα ράπισμα εις το πρόσωπον, λέγων εις εμέ μετά πολλού θυμού· «Εγώ την ώραν ταύτην ήθελα, πάντολμε, να σε θανατώσω, επειδή ούτως ερρυπωμένη και ακάθαρτος ετόλμησας να με εγγίσης. Αλλά πάλιν δια την πολλήν ευλάβειαν του πιστού μου τούτου Νικολάου σου χαρίζω την ζωήν· πρόσεχε δε εις το εξής να μη πλησιάζης αναξίως εις τα ιερά, δια να μη πάθης κάτι χειρότερον». Ταύτα ακούσαντες οι περιεστώτες εθαύμασαν και έδωσαν δόξαν εις τον παντοδύναμον Θεόν και τον θαυματουργόν Νικάνορα. Αναχωρήσαντες οι πατέρες εκείθεν, επήγαιναν κατά τον σκοπόν των εις τα Σέρβια· κατά δε το μέσον της οδοιπορίας τους συνήντησεν ένας υπηρέτης του τότε Αρχιερέως της των Σερβίων Εκκλησίας, Ζαχαρίου του θεοφιλούς ανδρός, όστις μαθών παρά των Πατέρων τα περί του Αγίου, επιστρέψας ανήγγειλε την υπόθεσιν εις τον Αρχιερέα. Ακούσας τούτο ο Αρχιερεύς εθυμώθη αρχικώς κατά των Ιερομονάχων, και ήθελε να τους αποδιώξη, μη πιστεύων τα όσα έλεγον περί του Αγίου, επειδή δεν ήσαν ακόμη γνωστά εις όλους. Μετά δε ταύτα ερευνήσας ακριβώς την υπόθεσιν και βεβαιωθείς παρά των αξιοπίστων Χριστιανών τα θαύματα του Αγίου, μάλιστα δε πιστωθείς δια του σιγγιλλιώδους γράμματος του Μοναστηρίου, μετέτρεψε τον θυμόν εις ημερότητα και έδωσεν άδειαν εις τους πατέρας να ψάλλουν ακωλύτως αγιασμούς εις όλην την επαρχίαν του. Καθώς λοιπόν έκαμαν αρχήν οι Πατέρες να ψάλλουν αγιασμούς εις τα Σέρβια, ήρχισε να τρίζη το κιβώτιον το έχον την κάραν του Αγίου, τούτο δε έγινε πολλάκις· και ηπόρουν οι άνθρωποι εις το τοιούτον τεράστιον. Μετά δε ολίγας ημέρας εγνώρισαν την του Αγίου θαυματουργίαν. Διότι όσον έτριζε το κιβώτιον, τόσον η λοιμώδης και φθοροποιός νόσος εξωστρακίζετο από την πολιτείαν. Εις διάστημα δε ολίγων ημερών ηλευθερώθησαν όλοι οι Χριστιανοί από τον φοβερόν θάνατον του λοιμού και εδόξαζον τον Θεόν και τον Άγιον. Τούτο το παράδοξον θαύμα βλέποντες οι Αγαρηνοί ωργίζοντο, και την του Αγίου θαυματουργίαν ωνόμαζον μαγείαν οι άφρονες. Όθεν δύο πάντολμοι γενίτσαροι, υπό του πατρός αυτών διαβόλου παρακινούμενοι, απεφάσισαν να συλλάβουν τους πατέρας όταν περιέρχωνται τας οδούς, να τους αρπάσουν την αγίαν κάραν, και να την συντρίψουν επάνω εις τας πέτρας. Οι μεν λοιπόν ασεβείς ταύτα κατά του Αγίου κακώς εμελέτησαν. Ο δε καρδιογνώστης Θεός, όστις δοξάζει τους δούλους του και φυλάττει τα άγια αυτών λείψανα αβλαβή, τι εποίησεν; Εξαπέστειλεν εις εκείνους τους άφρονας οργήν θυμού αυτού, και απέθανεν αιφνιδίως από πανώλη εκείνην την νύκτα ο εις από εκείνους ομού με όλους τους ανθρώπους του κατηραμένου οίκου του. Εις δε τον άλλον εφάνη ο Άγιος, εν οράματι, και λέγει εις αυτόν μετ’ οργής· «Τι ήτο το πονηρόν, όπερ κατ’ εμού εμελέτησας να πράξης ομού με τον σύντροφόν σου, πάντολμε; Εγώ έλαβον παρά Θεού θέλημα να σε θανατώσω την νύκτα ταύτην, ως και τον παράφρονα φίλον σου, αλλά πάλιν σε ηλέησα, δια να γίνης κήρυξ της ιδικής σου σωτηρίας και της συμφοράς του συντρόφου σου». Ταύτα ως είδε και ήκουσεν ο ασεβής, ευθύς έντρομος εσηκώθη από την κλίνην του και εδέετο του Αγίου να τον συγχωρήση δια το σφάλμα του. Το δε πρωϊ εξήλθε και έλεγε παρρησία εις πάντας όσα του είπε κατ’ όναρ ο Άγιος και όσα αυτός με τον σύντροφόν του εμελέτα να πράξη κατά της σεβασμίας του Αγίου κάρας. Αύτη είναι, ω φιλακροάμονες Χριστιανοί, η αγγελομίμητος και θαυμαστή πολιτεία του Οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Νικάνορος, καθώς με συντομίαν ηκούσατε. Ούτω θεοφιλώς ηγωνίσατο και κατεπάλαισε τον νοητόν δράκοντα· ούτω και εδοξάσθη παρά Θεού, και έλαβε τον της νίκης στέφανον. Τοιαύτην παρρησίαν εύρε προς τον Δεσπότην Χριστόν, δια τους πολλούς και ασκητικούς του αγώνας, ώστε πάντοτε βρύει πηγάς ιαμάτων εις τους μετά πίστεως προστρέχοντας εις αυτόν. Όθεν και ημείς, οι οποίοι ηξιώθημεν σήμερον να ακούσωμεν την θεάρεστον αυτού πολιτείαν, ας τον εγκωμιάσωμεν κατά το δυνατόν, ως νικητήν του μισοκάλου εχθρού. Ας πανηγυρίσωμεν την χαρμόσυνον εορτήν του με ύμνους και δοξολογίας, και ας αγωνισθώμεν να τον μιμηθώμεν εις την κατά Θεόν πολιτείαν, όσον δυνάμεθα, ίνα και ημείς της των Ουρανών Βασιλείας αξιωθώμεν. Χάριτι και φιλανθρωπία του ανάρχου Πατρός και του μονογενούς Υιού και του ομοουσίου Πνεύματος, της ζωοποιού και αδιαιρέτου Τριάδος. Η πρέπει κράτος και τιμή εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2414
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Η΄ (8η) του Αυγούστου, μνήμη του Αγίου ενδόξου Νεομάρτυρος ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

Δημοσίευση από silver »

του εκ Ζαγοράς μεν της Μαγνησίας καταγομένου, εν Κωνσταντινουπόλει δε μαρτυρήσαντος κατά το έτος αχπ΄ (1680).

Τριαντάφυλλος ο ένδοξος Νεομάρτυς του Χριστού ήτο από την Ζαγοράν της Μαγνησίας, κειμένην πλησίον της πόλεως Βόλου, γεννηθείς περί τα μέσα της ζοφεράς δουλείας της γλυκυτάτης μας πατρίδος, της Ελλάδος, υπό τους Τούρκους, ήτοι περί το έτος αφξγ΄(1663). Ούτος εργαζόμενος ως ναύτης εις τα πλοία όταν ήτο περίπου δεκαεπταετής, συνελήφθη δι’ άγνωστον εις ημάς αιτίαν υπό των Τούρκων, εβιάζετο δε υπ’ αυτών να αρνηθή την πάτριον αυτού αληθή πίστιν του Χριστού και να ασπασθή την μιαράν θρησκείαν των Αγαρηνών. Ο Τριαντάφυλλος όμως, το ευωδέστατον αυτό ρόδον της Ορθοδόξου πίστεως, επροτίμησε να λάβη μυρίους θανάτους παρά να αρνηθή τον Χριστόν. Ποικιλοτρόπως όθεν βασανιζόμενος, αλλά μένων αδιάπτωτος και κραυγάζων· «Χριστιανός είμαι, δεν αρνούμαι τον Σωτήρα μου Χριστόν», εθανατώθη υπό των Αγαρηνών εν αυτή ταύτη τη βασιλίδι των πόλεων, τη Κωνσταντινουπόλει, εν έτει αφπ΄ (1680) από Χριστού, Αυγούστου η΄ (8), και το μεν νεαρώτατον αλλά πολύαθλον αυτού σώμα παρέμεινεν εις την γην υπέρ πάντα τα ρόδα και τα μύρα ευωδιάζον, η δε μακαρία αυτού ψυχή ανήλθεν εις τα ουράνια και έλαβε παρά του αθλοθέτου Χριστού τον της νίκης αμάραντον στέφανον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2414
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Θ΄ (9η) του Αυγούστου, η ανάμνηαις της ευρέσεως της αχειροποιήτου και σεβασμίας Εικόνος του Κυρίου

Δημοσίευση από silver »


Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο δίκαιος και μόνος αληθινός Θεός ημών, όστις είναι αόρατος κατά την ουσίαν της Θεότητος, ανίκητος κατά το κράτος και ανεκλάλητος κατά την δύναμιν, αυτός ο κατά φύσιν φιλάνθρωπος και αγαθός, η εικών του Πατρός η απαράλλακτος, ο τη δόσει των χαρισμάτων αμεταμέλητος, ο προ αιώνων αοράτως εκ του Πατρός γεννηθείς και επ’ εσχάτων των ημερών εκ μητρός Παρθένου ασπόρως τεχθείς, αυτός και πάλιν κατεδέχθη να φανή εις Αγίαν Εικόνα δια την αυτού αγαθότητα και άμετρον ευσπλαγχνίαν· και εκεί μεν, εις την κατά Σάρκα Γέννησιν και παρουσίαν του, ωδήγησε τους Μάγους δι’ αστέρος, εδώ δε, εις την δι’ Εικόνος φανέρωσίν του, έφερε τους νηπίους τον νουν εις τελείαν επίγνωσιν. Ω αφράστου φιλανθρωπίας! Ω αμέτρου κηδεμονίας! Ω ανεκδιηγήτου δωρεάς! Ω αρρήτου ανεξικακίας! Ω ακαταλήπτων μυστηρίων! Όντως παράδοξον είναι τούτο και φοβερόν, αδελφοί, ότι ο Κτίστης των απάντων οράται υπό των πηλίνων ημών με χαρακτήρα πανσέβαστον, και εκεί μεν εις την δια Σαρκός επιδημίαν του εφάνη νέος δια Γεννήσεως, εδώ δε ο ίδιος κατεδέχθη σήμερον να προσκυνήται με Εικόνα σωματικήν· ω θαύμα μέγα! Πάλιν συγκατάβασις εγένετο Δεσπότου προς τους δούλους! Δεύτε λοιπόν, πατέρες και αδελφοί, ακούσατε, να διηγηθώ εις τους φοβουμένους τον Κύριον όσα θαυμαστά έγειναν εις τα Καμουλιανά, την νέαν Βηθλεέμ, τα οποία θέλω προθέσει προ των οφθαλμών σας δια του λόγου, εγώ ο ταπεινός Γρηγόριος, τα περί της τιμίας και μακαρίας γυναικός Βάσσης, της μετονομασθείσης Ακυλίνης, τα οποία εφανερώθησαν εις εμέ τον ανάξιον υπό του Αγίου Πνεύματος. Αύτη η μακαρία Ακυλίνα ήτο Ελληνίς, έχουσα άνδρα Κάμουλον ονομαζόμενον, ο οποίος ήτο και αυτός Έλλην και άπιστος, τοπάρχης δε του τόπου εκείνου, κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει σπθ΄ (289). Εδίωκε δε και επολέμει ο Κάμουλος τους Χριστιανούς, κατά την προσταγήν την οποίαν είχε παρά του Διοκλητιανού. Αλλ’ η τούτου σύζυγος Ακυλίνα, φωτισθείσα υπό της θείας χάριτος, εγνώρισε τον αληθή Θεόν. Όθεν εζήτει μεν να χωρισθή από του ανδρός της και από της εκείνου ασεβείας, προσεπάθει δε να επιστραφή όλως εις μόνον τον υπ’ αυτής γνωρισθέντα Θεόν και Βασιλέα του παντός. Την επίγνωσιν δε ταύτην του Θεού εφρόντιζε να φυλάττη κεκρυμμένην εν τη καρδία της δια τον φόβον του απίστου ανδρός της, παρεκάλει δε πάντοτε τον Κύριον να την αξιώση να δεχθή το άγιον Βάπτισμα, καταγινομένη εις αγρυπνίας, εις νηστείας, εις προσευχάς, και μεταχειριζομένη πάσαν καθαρότητα της ψυχής και του σώματος και παρθενίαν φυλάττουσα. Εκ τούτων λοιπόν ηξιώθη η αοίδιμος να δεχθή την κατωτέρω αποκάλυψιν εκ του Αγίου Πνεύματος. Εν ω αύτη η τρισολβία προσηύχετο εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν μετά δακρύων και συντετριμμένης καρδίας, ο το θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιών Κύριος επήκουσε της δεήσεώς της, δια την θερμήν πίστιν την οποίαν είχεν εις αυτόν, και της λέγει· «Επειδή δια την σωτηρίαν των ανθρώπων κατέβην εκ των ουρανών και εσαρκώθην εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Αειπαρθένου, δια τούτο τώρα ήλθον προ σε, καμφθείς από τα δάκρυά σου. Ετοίμασον λοιπόν τράπεζαν καθαράν και βάλε επ’ αυτής μανδήλιον λευκόν, και αγγείον αμεταχείριστον και λαμπρόν, το οποίον πλήρωσον ύδατος, ετοίμασον δε αυτά εντός ταμείου και κοιτώνος εστολισμένου, ρίψον δε σεαυτόν εις το έδαφος της γης έξω του κοιτώνος, και θέλει σε σκεπάσει η δεξιά μου, τότε δε θα φανερωθώ εις σε ως εγώ βούλομαι». Εποίησε λοιπόν ταύτα πάντα η μακαρία Ακυλίνα, καθώς ελάλησεν εις αυτήν η φωνή· και ω του φρικτού και ξένου μυστηρίου! Κατέβη εις αυτήν ο Δεσπότης Χριστός, όστις πάντοτε και πανταχού παραγίνεται, και ποτέ δεν παραβλέπει τους εις αυτόν ελπίζοντας και βοώντας νοερώς προς αυτόν και αγαπώντας αυτόν εξ όλης καρδίας. Μετά του Κυρίου δε κατέβησαν και όλαι αι δυνάμεις των ουρανών, κατά την πέμπτην φυλακήν της νυκτός, ψάλλουσαι και λέγουσαι τον επινίκιον ύμνον «Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαβαώθ». Αυτός δε εκείνος ο Δεσπότης, ο νίψας πρότερον τους πόδας των Μαθητών του και σπογγίσας αυτούς με το περιζώνιον με το οποίον ήτο διεζωσμένος, αυτός, ω του θαύματος! Και τότε δια των ακηράτων χειρών του ένιψε το άγιόν του πρόσωπον με το ύδωρ εκείνο το εν τω αγγείω· νιψάμενος δε απέμαξεν, ήτοι εσπόγγισε, με το καθαρόν εκείνο μανδήλιον το άχραντον και θείον αυτού πρόσωπον, ευθύς δε ετυπώθη αχειροποιήτως εις το μανδήλιον ο τύπος και η εικών της θείας αυτού μορφής, και ο πανάγιος και αληθέστατος αυτού χαρακτήρ, καθώς εις όλους δεικνύεται έως της σήμερον. Όθεν καθώς πρότερον ο Κύριος δια φιλανθρωπίαν και συγκατάβασιν έδειξε την ενανθρώπησιν αυτού, ούτω και τώρα δεικνύει αυτήν εις την τιμίαν και ευλαβεστάτην Ακυλίναν, η οποία βλέπουσα τα ούτως οικονομηθέντα εις αυτήν ηυχαρίστησε μεγάλως τω Κυρίω, και δεν ηδύνατο να παύση ευχαριστούσα· κρύψασα δε τον Άγιον χαρακτήρα του Κυρίου εις τινα γωνίαν της οικίας της (διότι εφοβείτο τον άνδρα της), ετίμα αυτόν υπερβαλλόντως. Προγνωρίσασα δε την κοίμησίν της, επρονόησε δια την αγίαν ταύτην και αχειροποίητον και αχρωμάτιστον του Σωτήρος Χριστού Εικόνα, γράψασα δε όλην την περί αυτής υπόθεσιν, έβαλε το έγγραφον εκείνο μετά της Αγίας Εικόνος και ησφάλισε τον τόπον. Αφού δε η μακαρία Ακυλίνα απέθανεν, απεκαλύφθη εις εμέ τον ανάξιον Γρηγόριον, ότι εις τα Καμουλιανά, εις τον οίκον της Αγίας Ακυλίνης, κατά τον δείνα τόπον, ευρίσκεται κεκρυμμένη η αχειροποίητος Εικών του Κυρίου. Μεταβάς λοιπόν εις τον υποδειχθέντα μοι τόπον και σκάψας τον τοίχον, εύρον κιβώτιον, εντός του οποίου ήτο ο Άγιος χαρακτήρ του πατρικού απαυγάσματος· ομοίως εύρον (ω του θαύματος!) ανημμένην και την κανδήλαν, την οποίαν είχε κρεμάσει εκεί προ εκατόν και επέκεινα ετών η Αγία Ακυλίνα, ως επίσης εύρον και θυμιατήριον μικρόν, το οποίον ακόμη έκαιε και ανέδιδε την ευωδίαν του θυμιάματος. Τούτο το μέγιστον θαύμα είδον με τους ιδίους μου οφθαλμούς εγώ ο ελάχιστος των επισκόπων, και δια τούτο φανερόν αυτό εις όλους εποίησα. Λαβών δε εκείθεν τον αχειροποίητον εκείνον και Άγιον χαρακτήρα του Κυρίου απέθεσα αυτόν εις την Μητρόπολιν της Καισαρείας, και δι’ αυτού πολλαί ιατρείαι γίνονται, όσαι έγειναν και επί της ενανθρωπήσεως του Κυρίου· διότι παρευθύς ιατρεύθησαν τυφλοί, χωλοί, παραλυτικοί και δαιμονιζόμενοι, ίνα φανερωθή το πλήρωμα της χάριτος και της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος, ότι ο ενανθρωπήσας Λόγος του Ανάρχου Πατρός, αυτός και τώρα ζη και κραταιούται και διαμένει και βασιλεύει εις αιώνας αιώνων. Ταύτα έγειναν εις τα Καμουλιανά· και η μεν απόκρυψις της αχράντου και αχειροποιήτου Εικόνος του Κυρίου έγεινεν επί της βασιλείας του ασεβούς Διοκλητιανού, ως είπομεν ανωτέρω, η δε φανέρωσις αυτής επί της βασιλείας του ευσεβούς Θεοδοσίου του Μεγάλου εν έτει 392, εις δόξαν του Μονογενούς Υιού του Θεού και Πατρός.
(Ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σημειοί ενταύθα τα εξής: «Εν μεν τω χειρογράφω και τω τετυπωμένω Συναξαριστή γράφεται ότι το διήγημα τούτο περί της αχειροποιήτου Εικόνος, της εν Καμουλιανοίς, συνεγράφη υπό του Αγίου Γρηγορίου του Νύσσης, εγώ δε ερευνήσας τους εκδεδομένους τρεις τόμους του Νύσσης, δεν εύρον το διήγημα τούτο· αλλά και η φράσις του διηγήματος δεν ομοιάζει με την φράσιν του θείου Γρηγορίου Νύσσης».)

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2414
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ι΄ (10η) του Αυγούστου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΥ Αρχιδιακόνου, ΞΥΣΤΟΥ Πάπα Ρώμης και Ι

Δημοσίευση από silver »

Λαυρέντιος, Ξύστος και Ιππόλυτος οι Άγιοι Μάρτυρες ήκμασαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου εν έτει σν΄ (250). Εκ τούτων ο μεν Άγιος Ξύστος κατήγετο εξ Αθηνών, εις τας οποίας εδιδάχθη τα μαθήματα της φιλοσοφίας· μεταβάς δε εις Ρώμην εχειροτονήθη Επίσκοπος, αφού εμαρτύρησεν ο Άγιος Στέφανος ο Πάπας της Ρώμης. Επειδή δε τότε προητοιμάζετο ο κατά των Χριστιανών διωγμός, διέταξεν ο Άγιος Ξύστος τον Αρχιδιάκονόν του Άγιον Λαυρέντιον να οικονομήση τα σκεύη της Εκκλησίας της Ρώμης, ο δε θείος Λαυρέντιος διεμοίρασε ταύτα εις τους πτωχούς. Όταν λοιπόν επανήλθεν εκ της Περσίας ο Δέκιος, ωδηγήθη έμπροσθεν αυτού ο Άγιος Ξύστος, και επειδή δεν επείσθη να αρνηθή τον Χριστόν, αλλ’ ωμολόγησε παρρησία αυτόν Θεόν αληθινόν και δημιουργόν του παντός, απεκεφαλίσθη και έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. Είτα προσήχθη έμπροσθεν του βασιλέως και ο Αρχιδιάκονος Λαυρέντιος, παρά του οποίου εζήτει ο Δέκιος επιβλητικώς να λάβη τα σκεύη και τα χρήματα της Εκκλησίας. Όθεν ο Άγιος, ζητήσας αμάξας, επεβίβασεν επ’ αυτών τους πτωχούς και χωλούς και ταπεινούς εκείνους εις τους οποίους διεμοίρασε τα χρήματα, και έφερεν αυτούς εις τον βασιλέα· ο δε βασιλεύς, ιδών αυτούς και οργισθείς, προσέταξε να μαστιγώσωσι τον Άγιον ισχυρώς, και έπειτα να ρίψωσιν αυτόν εις την φυλακήν. Εκεί δε ο Άγιος ευρισκόμενος ιάτρευεν όλους τους ασθενείς, τους προς αυτόν ερχομένους· βλέπων δε τας ιατρείας ταύτας ο τριβούνος Καλλίνικος, ο οποίος ήτο επιστάτης της φυλακής, επίστευσεν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθη. Μετά ταύτα παρέστη πάλιν εις τον βασιλέα ο Άγιος Λαυρέντιος, και επειδή δεν επείσθη να θυσιάση εις τα είδωλα, εξήπλωσαν αυτόν επί εσχάρας πεπυρακτωμένης, υπό την οποίαν ευρίσκετο ανημμένον πυρ. Απλωθείς λοιπόν ο Άγιος εις αυτήν και ευχαριστήσας τω Θεώ παρέδωκε το πνεύμα, λαβών τον της αθλήσεως αμάραντον στέφανον, παραλαβών δε ο μακάριος Ιππόλυτος το άγιον αυτού λείψανον ενεταφίασεν εντίμως. Τούτο μαθών ο ασεβής βασιλεύς έστειλε και έφερε τον Άγιον Ιππόλυτον και προσέταξε να μαστιγώσωσι και αυτόν με σιδηράς κινάρας, και έπειτα να δέσωσιν εις ίππους αγρίους, υπό των οποίων συρόμενος με βίαν ο του Χριστού αθλητής εις πολύ διάστημα τόπου παρέδωκεν ο μακάριος την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Η δε σύναξις τούτων και εορτή τελείται εις τόπον καλούμενον Τρίκογχον, παρά το Καπιτώλιον της Ρώμης. Λέγουσι δε, ότι μετά επτά ημέρας από του μαρτυρίου του Αγίου Ιππολύτου ο βασιλεύς Δέκιος και ο Ουαλεριανός μετέβησαν έφιπποι εις το θέατρον, ένθα απώλεσαν τας μιαράς των ψυχάς· και ο μεν Δέκιος εν τη ώρα του θανάτου του είπεν· «Ο Ιππόλυτος με έδεσε με πυρίνας αλύσεις και με σύρει». Ούτοι δε οι λόγοι εφανερώθησαν εις όλην την Ρώμην, δια δε της Ρώμης έμαθεν αυτούς άπασα η οικουμένη· όθεν και όλοι εστερεώθησαν εις την πίστιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”