Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2480
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΖ΄ (17η) Νοεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Νεοκαισαρείας του θαυματουργού.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΖ΄ (17η) Νοεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Νεοκαισαρείας του θαυματουργού.

Γρηγόριος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών της Νεοκαισαρείας το καύχημα ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Αυρηλιανού εν έτει σοε΄ (275), εκ γονέων Ελλήνων και απίστων ειδωλολατρών αναβλήσας, ώσπερ και το ρόδον εξ ακανθών εξέρχεται. Πολλάκις δε εξήλθον εξ απίστων γονέων παίδες πιστοί προς τον Θεόν και ευγνώμονες, οίτινες, δια την καλήν των προαίρεσιν, ως συνετοί και φρόνιμοι διέγνωσαν τον Ποιητήν της κτίσεως από τα πάνσοφα αυτού και θαυμάσια δημιουργήματα, καθώς ο μέγας Αβραάμ και έτεροι πλείστοι, οίτινες ευηρέστησαν αυτόν. Εξόχως όμως ευηρέστησε τον Θεόν ο μέγας ούτος Γρηγόριος, ο σήμερον παρ’ ημών ευφημούμενος, το της Νεοκαισαρείας μέγιστον θαύμα, ο όντως δούλος γνήσιος του Δεσπότου και της θαυματουργίας επώνυμος, όστις, επειδή ήτο καλής προαιρέσεως, εφύλαττε πάσας τας αρετάς. Δια τούτο ο ελεήμων Θεός τον εφώτισεν αοράτως και προς την αληθή πίστιν εχειραγώγησεν. Ούτος ο θαυμάσιος, όταν ήτο νέος, διέτριβε με τους άλλους παίδας εις το σχολείον, ως φιλομαθής και φρόνιμος, πλην δεν είχε τον πόθον του, ως οι άλλοι νέοι, εις παίγνια και άλλα μάταια πράγματα, αλλά μόνον εις την αρετήν ήτο ο νους του όλος δια να μάθη την των πραγμάτων επιστήμην και μη έχων νόμον εκ φύσεως, τα του νόμου εφύλαττε, σωφροσύνην, λέγω, εγκράτειαν, ταπείνωσιν και τα αυτών συνακόλουθα. Αφού ετελεύτησαν οι γονείς του, έμεινεν ελεύθερος από παν εμπόδιον και σπουδάζων επιμελώς την έξω σοφίαν, εσοφίσθη μάλλον από την άνωθεν και εγνώρισεν ως ο Αβραάμ, ότι εάν τα αισθητά και ορώμενα πράγματα έχουσι τοσαύτην ευαρμοστίαν και σύνεσιν, πόσην θα έχουν εκείνα τα άφθαρτα και αόρατα, και ως πεπαιδευμένος εις πάσαν σοφίαν των Ελλήνων και των Αιγυπτίων ηννόησε το ασύμφωνον των δογμάτων αυτών· όθεν γίνεται μαθητής του Ευαγγελίου και προ του να αναγεννηθή με το άγιον Βάπτισμα διήγε βίον ενάρετον και πολιτείαν αμώμητον. Ήτο δε τότε εις την Αλεξάνδρειαν της Αιγύπτου, εις την οποίαν διέτριβον όσοι εποθούσαν να μάθουν φιλοσοφίαν ή ιατρικήν ή άλλην επιστήμην. Οι δε συμμαθηταί αυτού ηρεθίζοντο και εφθόνουν, βλέποντες εις ένα νέον τοσαύτην σωφροσύνην και κοσμιότητα και να υπερβαίνη εις την θαυμασίαν πολιτείαν τους γέροντας. Λοιπόν επαρακίνησαν πόρνην τινά ωραίαν, υποσχεθέντες να της δώσουν ποσότητα τινα αργυρίων, εάν διαβάλη αυτόν ότι την εμόλυνεν. Αύτη λοιπόν απήλθεν, όταν συνδιελέγετο με τους συμφοιτητάς αυτού και του εζήτησε τον μισθόν της δια την συνουσίαν, την οποίαν μετ’ αυτής δήθεν έκαμεν. Ο δε γενναίος αγωνιστής και άσειστος στύλος της σωφροσύνης, δεν εσαλεύθη ποσώς, δεν ηττήθη το σύνολον, δεν εταράχθη, δεν εθέλχθη υπό του κάλλους αυτής, αλλά ανδρείως αυτήν κατετρόπωσε και κατησχυμμένην εδίωξε. Φίλοι του δε τινες, οίτινες εγνώριζον πόσον εφύλαττε την σωφροσύνην, εσκανδαλίσθησαν και εξετάσαντες αυτήν επιμελώς μυστικά, έμαθον την αλήθειαν, ότι τόσα χρήματα της έταξαν οι νεώτεροι· όθεν δια να μη ζημιωθή, έσπευδε να δυσφημήση τον σώφρονα. Μαθών ταύτα ο ευλογημένος Γρηγόριος δεν εσκανδαλίσθη ποσώς κατά των συνφοιτητών, ούτε επροφασίσθη ως αναίτιος τούτου, αλλά έδωκεν εις αυτήν όσα χρήματα οι συκοφάνται της έταξαν, δια να μη έλθη πλέον να του δώση άλλην ενόχλησιν. Ότε δε έλαβεν η γυνή εις τας χείρας της τα αργύρια (ω του θαύματος!) εδαιμονίσθη η τάλαινα και πίπτουσα κατά γης έστρεφε τους οφθαλμούς, ανέσπα τας τρίχας και τας σάρκας εξέσχιζε και απλώς έμεινε φρικτόν θέαμα και δεν ελυτρώθη του δαίμονος, έως ου έκαμε προς Κύριον ευχήν ο συκοφαντούμενος να την ελεήση και ούτως εθεραπεύθη η πάσχουσα· και επιστρέψασα τα αργύρια, ωμολόγει εις πάντας εμφανώς την συκοφαντίαν, ευφημίζουσα τον ευλογημένον Γρηγόριον. Τοιαύτα είναι της νεότητος του μεγάλου Γρηγορίου τα διηγήματα, από τα οποία ημπορεί έκαστος να καταλάβη πόσα κατώρθωσεν ύστερον, αφού έλαβε το της αρχιερωσύνης αξίωμα. Αφού έμαθε την έξω σοφίαν και επαιδεύθη από τον σοφώτατον Ωριγένην την πολιτείαν του Δεσπότου Χριστού, την πάσης φιλοσοφίας και συνέσεως γέμουσαν, απήλθεν εις την πατρίδα του, δια να μεταδώση και εις άλλους τον πλούτον της σοφίας και γνώσεως αυτού. Πολλοί δε άρχοντες τον παρεκάλουν εις την Αλεξάνδρειαν και εκεί εις την πατρίδα του να διδάσκη τους παίδας αυτών, υποσχόμενοι εις αυτόν πλούτον πολύν και τιμήν ανείκαστον δια μισθόν. Αλλ’ αυτός ο θαυμάσιος, φοβούμενος μήπως και ζημιωθή τον ουράνιον δια τον επίγειον έπαινον, εμίσει πάσαν τιμήν και τύφον και πάντα τα ηδέα του κόσμου ως πρόσκαιρα και επόθησε τα αεί διαμένοντα· όθεν φυγαδεύων εμάκρυνεν από τας συγχύσεις και τους θορύβους των πόλεων· και καταλιπών πλούτον, αρχάς, συγγένειαν, φροντίδας και μερίμνας βιοτικάς και πάσαν άλλην σαρκός ηδυπάθειαν, εξήλθεν ως άλλος Μωϋσής εις την έρημον, μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος· όθεν και, ως εκείνος, ηξιώθη θείας οράσεως και εμυσταγωγήθη υπό της Θεομήτορος και του Ευαγγελιστού Ιωάννου τον όρον της αληθούς ημών πίστεως, ως κατωτέρω θέλομεν ιστορήσει σαφέστερον. Τον καιρόν εκείνον ήτο Αρχιεπίσκοπος Αμασείας ενάρετος τις ονόματι Φαίδιμος, όστις είχε χάριν από τον Θεόν και προέβλεπε τα μέλλοντα. Λοιπόν γνωρίζων οποίος μέλλει να κατασταθή ο Γρηγόριος, κατέβαλε πάσαν προσπάθειαν να τον χειροτονήση Αρχιερέα, δια να μη στερηθή η Εκκλησία τοιούτου αγαθού και θαυμασίου ποιμένος. Αλλ’ αυτός, όσον τον εζήτουν οι απεσταλμένοι, τοσούτον εκρύπτετο εις αβάτους τόπους και σπήλαια, φεύγων τον ανθρώπινον έπαινον και φοβούμενος μήπως το φορτίον της Αρχιερωσύνης και η φροντίς του ποιμνίου του εμποδίσωσι την φιλουμένην σοφίαν. Αφού δε μετήλθε πάσαν μέθοδον ο αοίδιμος Φαίδιμος να λάβη εις την Μητρόπολιν αυτού τον Γρηγόριον και δεν ηδυνήθη, επειδή ήτο μακράν απ’ εκεί τριών ημερών διάστημα, ορμώμενος από θείαν νεύσιν και βούλησιν, και πεφωτισμένος εκ θείου Πνεύματος, αναβλέψας προς τον Θεόν μετά δακρύων, εχειροτόνησε τον Άγιον Επίσκοπον της πατρίδος αυτού Νεοκαισαρείας, ήτις είχε λαόν πολύν, πλην όλοι ήσαν ειδωλολάτραι, όχι μόνον η πόλις, αλλά και τα περίχωρα άπαντα, και δεν επίστευον εις τον αληθή Θεόν, παρά μόνον δέκα επτά. Όθεν δια την αιτίαν ταύτην γνωρίζων από Πνεύμα Άγιον ο μέγιστος Φαίδιμος, ότι μέλλει να φωτίση αυτούς ο θείος Γρηγόριος, έκαμε πράγμα ασύνηθες και τον εχειροτόνησεν απόντα και μακράν ευρισκόμενον· και αποστείλας προς αυτόν την χειροτονίαν εγγράφως, τον ώρκιζεν εις τον Θεόν να μη γίνη παρήκοος, αλλά να δεχθή την αξίαν και να προσπαθήση όσον ηδύνατο να προσφέρη τους αναξίους προς Κύριον, όπως απολαύση τον μισθόν πολυπλάσιον εν τη ημέρα της κρίσεως. Ιδών λοιπόν ο μέγας Γρηγόριος την χειροτονίαν και γνωρίσας ότι ήτο εκ Θεού, την εδέχθη με πολλήν ταπείνωσιν. Πλην έκαμεν άγρυπνος ημέρας πολλάς, δεόμενος του Δεσπότου να του φανερώση σαφώς το της ευσεβείας μυστήριον, δια να μη λανθασθή και πέση εις τινα αίρεσιν, ότι τον καιρόν εκείνον ήσαν αιρέσεις διάφοροι και είχε πόθον να εύρη την όντως αλήθειαν. Ευχόμενος λοιπόν είδεν εις οπτασίαν ιεροπρεπή τινα και χαριέστατον Γέροντα και θαυμάζων αυτού την ευπρέπειαν, τον ηρώτησε ποίος ήτο και διατί ήλθεν. Ο δε απεκρίνατο· «Ο Κύριος με έστειλε να σου διαλύσω πάσαν αμφιβολίαν και να σου φανερώσω της ευσεβούς πίστεως την ακρίβειαν». Ταύτα ακούων μετά πλείστης αγαλλιάσεως παρά του γηραιού ο Γρηγόριος, είδε πλησίον του γυναίκα υπέρλαμπρον, από την οποίαν εξήρχετο, βαθείας ούσης νυκτός, φως υπέρλαμπρον, η οποία είπε ταύτα εις τον Γέροντα· «Ιωάννη, φίλε γνήσιε του Υιού και Θεού μου, φανέρωσον εις τον νέον τούτον το της αληθείας μυστήριον». Ο δε Ευαγγελιστής, υπακούσας εις το πρόσταγμα της Υπεραγίας Θεοτόκου, έγραψε διδασκαλίαν περί του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος και την έδωκεν εις τον Γρηγόριον ήτις έλεγε ταύτα: «Εις Θεός Πατήρ Λόγου Ζώντος, Σοφίας υφεστώσης και δυνάμεως και χαρακτήρος αϊδίου. Τέλειος τελείου Γεννήτωρ, Πατήρ Υιού Μονογενούς και εις Κύριος εκ μόνου Θεός και Θεού Υιός. Χαρακτήρ και εικών Θεότητος, Λόγος ενεργός, Σοφία της των άλλων συστάσεως περιεκτική και Δύναμις της όλης κτίσεως ποιητική. Υιός αληθινός αληθινού Πατρός, αόρατος αοράτου, και άφθαρτος αφθέρτου, αθάνατος αθανάτου, και αϊδιος αϊδίου, και εν Πνεύμα Άγιον εκ Θεού την ύπαρξιν έχον, και δια Υιού πεφηνός (δηλαδή τοις ανθρώποις). Εικών του Υιού τελείου τελεία Ζωή, ζώντων Αιτία, Αγιότης αγιασμού χορηγός. Εν ω φανερούται Θεός ο Πατήρ. Επί πάντων και εν πάσι και Θεός ο Υιός, ο δια πάντων. Τριάς τελεία δόξη και αϊδιότητι και Βασιλεία, μη μεριζομένη μηδέ απολλοτριουμένη. Ούτε ουν κτιστόν τι ή δούλον εν τη Τριάδι, ούτε επείσακτον, ως πρότερον μεν ουχ υπάρχον, ύστερον δε επεισελθόν. Ούτε γαρ ενέλιπε ποτέ Υιόν Πατρί ούτε Υιώ το Πνεύμα, ούτε ηυξήθη μονάς εις δυάδα και δυάς εις Τριάδα· αλλ’ άτρεπτος και αναλλοίωτος η αυτή Τριάς αεί». Καθώς λοιπόν ο μέγας Μωϋσής ηξιώθη να λάβη παρά Θεού τα μυστήρια και έγινε νομοθέτης θεογνωσίας παντός του λαού, τοιαύτη οικονομία έγινε και εις τον μέγαν Γρηγόριον. Λαβών θάρρος και παρρησίαν από ταύτην την οπτασίαν, ετοιμάζεται προς το στάδιον και ακονίζεται προς τους αντιπάλους, έχων την συμμαχίαν της άνω δυνάμεως. Ήτο δε τότε η πόλις εκείνη όλη κατείδωλος, βεβυθισμένη εις την των δαιμόνων απάτην και καμμίαν Εκκλησίαν δεν είχον εις τον αληθή Θεόν, μόνον βωμούς και καθιδρύματα εκαλλώπιζαν σεβόμενοι άψυχα ξόανα και τελούντες εις αυτά μυσαράς εορτάς με παίγνια άσεμνα. Ταύτα γνωρίζων ο Άγιος εδεήθη του Κυρίου μετά δακρύων να τον ενδυναμώση να τους επιστρέψη προς την αλήθειαν. Έπειτα έχων θάρρος από την οραθείσαν οπτασίαν, εκίνησε να υπάγη προς την χώραν να κηρύξη την ευσέβειαν και ενώ απήρχετο ενύκτωσε και έβρεχε περισσώς. Όθεν μη έχων που αλλού να μείνη, εισήλθεν εις εν ειδωλείον επίσημον, εις το οποίον είχεν ο λαός μεγάλην ευλάβειαν και μάλιστα οι μιαροί ιερείς, οίτινες ελάτρευον εκείνους τους δαίμονας, οι οποίοι τους έδιδον χρησμούς και αποκρίσεις εις διάφορα ερωτήματα. Προσμείνας λοιπόν εις τον βωμόν εκείνον ο Άγιος με την συνοδείαν του, προσηύχετο όλην την νύκτα, κατά το σύνηθες, με ψαλμωδίας και υμνωδίας προς τον Δεσπότην Χριστόν και το πρωϊ ανεχώρησε. Μετά ταύτα επήγεν ο νεωκόρος να προσφέρη την βδελυράν θυσίαν εις τους δαίμονας, αλλά απόκρισιν τινά δεν έλαβεν· όθεν εξήλθε περίλυπος και τότε ενεφανίσθη ο δαίμων λέγων· «Ο Γρηγόριος έμεινεν αυτού και μας εδίωξε και δεν δυνάμεθα πλέον να έλθωμεν, ούτε να αποκριθώμεν ως πρότερον». Ο δε νεωκόρος εδοκίμασε πάλιν με θυσίας και προσφοράς να τους κάμη να έλθουν, αλλά δεν ηδυνήθη· όθεν απήλθε μετά θυμού πολλού προς τον Άγιον φοβερίζων να τον μαστιγώση και να τον παραδώση εις τον άρχοντα, επειδή Χριστιανός ων και εχθρός των θεών ετόλμησε να εισέλθη εις το ιερείον αυτών, να τους εξορίση από τον οίκον των. Λέγει προς αυτόν ο Άγιος· «Ημείς προσκυνούμεν τον αληθή και όντως Θεόν και έχομεν εξουσίαν να διώκωμεν τους δαίμονας και πάλιν να τους προστάσσωμεν να έρχωνται». Ο δε νεωκόρος εθαύμασεν εις τούτο, και του λέγει· «Δείξε το με το έργον, κάμε τους πάλιν να εισέλθουν εις τον βωμόν και τότε να σου πιστεύσω». Έγραψε λοιπόν ο Άγιος εις τεμάχιον χάρτου ταύτα· «Γρηγόριος τω σατανά είσελθε». Τούτον τον χάρτην έβαλεν ο νεωκόρος εις τον βωμόν και εισήλθε πάλιν ο δαίμων και έδωκε καθώς και πρότερον απόκρισιν. Εκπλαγείς λοιπόν ο νεωκόρος από την εξουσίαν του Γρηγορίου, τρέχει παρευθύς και τον φθάνει έξω της πόλεως και τον παρακαλεί να του φανερώση το της θεογνωσίας μυστήριον, τις είναι ο Θεός εκείνος, όστις έχει υποχειρίους τους δαίμονας. Ο δε Άγιος του απέδειξε μα συντομίαν την ακρίβειαν της αληθούς ημών πίστεως. Τότε π νεωκόρος, θέλων να βεβαιωθή καλλίτερα, έδειξε του Αγίου ένα μέγαν λίθον ώς περ βουνόν, όστις ήτο εκεί πλησίον και δεν ήτο δυνατόν να σαλευθή με ανθρωπίνην δύναμιν, λέγων· «Εάν θέής να σου πιστεύσω, μετατόπισε τον λίθον αυτόν με την δύναμιν της πίστεώς σου, και να σου γίνω υπόδουλος δια παντός και υπήκοος». Ο δε μέγας αληθώς και πιστός του Χριστού θεράπων, μηδέν αναβαλλόμενος μηδέ διακρινόμενος, προστάσσει τον λίθον ως έμψυχον να υπάγη εις άλλον τόπον και παρευθύς (ω των θαυμασίων σου, Θεέ Παντοδύναμε!) εξερριζώθη ο λίθος και απήλθεν όπου ο Άγιος τον προσέταξε. Τότε βαπτισθείς ο νεωκόρος απηρνήθη πάντα τα εαυτού, γένος, οικίαν, γυναίκα, παίδας, φίλους, ιερωσύνην, χρήματα, κτήματα και πάσαν άλλην απόλαυσιν και γίνεται μαθητής του μεγάλου Γρηγορίου αντί λάτρης δαιμόνων το πρότερον. Ποίος φιλόσοφος ρήτωρ και εύγλωττος να μεγαλύνη τοιούτον τεράστιον; Δεν χρειάζεται με λόγια αύξησιν. Λίθος από τους λίθους μετατοπίζεται και γίνεται εις όσους προσκυνούν τους λίθους οδηγός εις σωτηρίαν και κήρυξ της αληθούς Πίστεως, όχι με φωνήν και λόγον κηρύττων την θείαν δύναμιν, αλλά δείχνων με την υπακοήν, την οποίαν έδειξεν, αληθή Θεόν τον υπό του Γρηγορίου καταγγελλόμενον, εις ον πείθεται πάσα υποχείριος κτίσις, όχι μόνον αισθητική και έμψυχος, αλλά και η άπνους τε και αναίσθητος· διότι ποίαν ακοήν έχει ο λίθος; Ποίαν διασκευήν άρθρων και μελών; Αλλά ταύτα ενήργησεν η του προστάξαντος δύναμις, την οποίαν κατανοήσας ο νεωκόρος εμίσησε την πλάνην των ανισχύρων δαιμόνων και επόθησε τον όντως Θεόν, συλλογιζόμενος ότι, εάν ο δούλος τοιαύτα ειργάζετο, ποία και πόσα δύναται να τελέση ο Κύριος και βασιλεύς απάσης της κτίσεως; Έχων λοιπόν τοιαύτην εξουσίαν κατά των δαιμόνων ο Άγιος εισήλθεν εις την πόλιν με παρρησίαν, όχι με ίππους και όπλα και πλήθος λαού, αλλά με αρετάς εν κύκλω δορυφορούμενος. Έδραμον λοιπόν όλοι οι πολίται να τον ίδουν ως θαυμάσιον, διότι ήκουσαν την τερατουργίαν και εξεπλάγησαν· και αυτοί μεν άπαντες τον εκύτταζαν ακλινώς, αυτός δε έβλεπε προς τα κάτω και δεν εστράφη ποσώς να ίδη κανένα· και τούτο τους έκαμε να τον θαυμάζωσι περισσότερον. Εις δε πιστός ανήρ και πλούσιος, ονόματι Μουσώνιος, τον επήρεν εις την οικίαν του να τον ξενίση. Ο δε Άγιος ωμίλησεν εις τον λαόν ολίγους τινάς ψυχωφελείς λόγους, παρακινών αυτούς προς ευσέβειαν, να απαρνηθούν την Ελληνικήν ματαιότητα, οίτινες ηυλαβήθησαν την ευταξίαν και σύνεσιν αυτού και απήλθον πολλοί εις τον οίκον του Μουσωνίου παρακαλούντες τον Άγιον να τους κατηχήση τον λόγον της Πίστεως. Ιδών λοιπόν αυτούς ο Άγιος προθύμους τους εθεράπευσε θαυμασίως· τούτο δε έκαμνε πάντας τους προσερχομένους εις αυτόν και επίστευον, διότι πιστότεροι είναι οι οφθαλμοί από τα ώτα. Καθ’ εκάστην λοιπόν επλήθυνεν ο αριθμός των πιστών θεία Χάριτι· και οι μεν νέοι εσωφρόνιζον, οι δούλοι υπετάσσοντο εις τους κυρίους αυτών και αυτοί πάλιν εκυβερνούσαν εκείνους φιλανθρωπότερα και απλώς έκαστος με την διδαχήν του Αγίου διωρθώνετο και έκτισαν Εκκλησίαν εις δόξαν Θεού, μεγάλην και εύμορφον. Μετά δε καιρόν έγινε μέγας σεισμός φοβερώτατος και όλα μεν τα παλάτια και τα άλλα μεγάλα κτίσματα, ειδωλεία και οικίαι όλης της πόλεως έπεσαν και μόνον η αγία του Χριστού Εκκλησία έμεινεν αβλαβής και ακίνητος και τούτο μάλλον τους εστερέωσεν εις την πίστιν. Τόσην ευλάβειαν είχον εις τον Άγιον, ώστε τον έβαλλον κριτήν όταν είχον διαφοράς προς αλλήλους και δεν επήγαιναν εις τους άρχοντας, βλέποντες ότι αυτός έκρινε δικαίως και φρονίμως. Ακούσατε δε μίαν κρίσιν την οποίαν έκαμε σολομώντειον. Δύο τινές αδελφοί, νέοι την ηλικίαν, εμοίρασαν το πράγμα του πατρός αυτών, όστις μεταξύ των άλλων είχε και μίαν λίμνην μεγάλην πολλά και πλουσίαν, την οποίαν ήθελεν έκαστος των αδελφών να λάβη· επειδή όμως δεν εσυμφώνησαν να την μοιράσωσιν, εφιλονείκουν εις τούτο καιρόν πολύν. Διώρισαν λοιπόν κριτήν τον Άγιον, όστις επήγε και ιδών αυτήν τους παρεκάλεσε να παύσουν την φιλονεικίαν και προς αλλήλους έχθραν, να αγαπά ο εις τον άλλον με αδελφικήν ειρήνην, ήτις είναι προτιμοτέρα του προσκαίρου κέρδους του προξενούντος τιμωρίαν αιώνιον. Αυτά και έτερα έλεγεν ο Άγιος, όσα ήσαν προς διαλλαγήν και ειρήνην αρμόδια, αλλά αυτοί δεν υπήκουσαν ως άτακτοι και ανήμεροι· τοσούτον δε εθυμώθησαν, ώστε ητοιμάσθησαν να πολεμήσουν εναντίον αλλήλων. Όταν λοιπόν επρόκειτο να κάμουν την μάχην και είχαν προς τούτο ητοιμασμένα τα όπλα και τους ανθρώπους, επήγε την εσπέραν της προτεραίας ο Άγιος εις την λίμνην και προσηύχετο όλην την νύκτα, δεόμενος του Παντοδυνάμου Θεού να ξηρανθή, δια να παύσουν τα σκάνδαλα. Το πρωϊ ευρέθη η λίμνη (βαβαί της θαυματουργίας!) ξηρά και άνυδρος και μήτε καν εις τους λάκκους έμεινεν όλως ρανίς ύδατος, αλλά εξηράνθη εις μίαν στιγμήν η τοσούτον μεγάλη λίμνη, η προ της ευχής πελαγίζουσα. Τούτου γενομένου ο με Άγιος απήλθεν εις το κελλίον του, οι δε αδελφοί έπαυσαν την μάχην και πλέον δεν ήλθαν εις σκάνδαλον. Ηκούσατε, αδελφοί, ποτέ τοιαύτα θαυμάσια; Έσχισεν ο Μωϋσής την Ερυθράν Θάλασσαν και επέρασεν όλος ο Ισραήλ· όθεν εθαυμαστώθη εις άπαντας και έως σήμερον απανταχού ευφημίζεται, αλλά τότε μεν, έως ότου επέρασεν ο λαός, εστέκετο η θάλασσα ωσεί τείχος εκατέρωθεν, έπειτα πάλιν έγινεν ως το πρότερον. Ομοίως ο Ιησούς του Ναυή προσέταξε τον Ιορδάνην και εσταμάτησεν, έως ου επέρασαν άπαντες, αλλά πάλιν μετά την περαίωσιν της Κιβωτού ηκολούθησεν ο ποταμός την οδόν του. Ο δε Γρηγόριος ετέλεσεν όντως θαυμασιώτερον και έγινεν η πρότερον ως θάλασσα κυματίζουσα λίμνη, χέρσος εύκαρπος και την έσπερναν ύστερον και αποδίδουσα τον καρπόν πολυπλάσιον, πλέον λίμνη δεν έγινεν, αλλ’ έμεινεν ούτως έως την σήμερον. Ακούσατε δε και έτερον του ρηθέντος θαυμασιώτερον. Εις το μέρος εκείνο της Νεοκαισαρείας είναι ποταμός μέγας και φοβερός, τον οποίον ονομάζουσι Λύκον δια τας πολλάς ζημίας τας οποίας κάμνει, όταν πλημμυρίση, εις τα περίχωρα. Πολλάκις λοιπόν συμβαίνει εν ώρα χειμώνος, όταν διέρχεται ολησίον της πόλεως όπου ο τόπος είναι πεδινός και στενοχωρούμενος από την πλήμμυραν των υδάτων υπερεκχειλίζει πλαγίως εξαίφνης και σκεπάζων αγρούς, αμπελώνας και οικοδομάς προξενεί μεγάλην ζημίαν, όχι μόνον εις τα φυτά και τα γεννήματα, αλλά και ζώα και ανθρώπους πολλούς εθανάτωσεν. Επειδή λοιπόν ηκούσθησαν πανταχού τα μεγάλα θαυμάσια, τα οποία ετέλει ο Άγιος, επήγαν προς αυτόν οι εγχώριοι μετά δακρύων δεόμενοι να τους βοηθήση εις την ανάγκην των. Ο δε ευσπλαγχνιστής αυτούς απήλθε πεζός μέχρι του ποταμού βαστών ράβδον εις την δεξιάν προς βοήθειαν. Βλέπων λοιπόν τοσαύτην ορμήν υδάτων εθαύμασε, διότι ήτο πλημμυρισμένος και όσον παρήρχετο η ώρα, τόσον επλήθυνε περισσότερον και έμελλε να κάμη μεγάλην ζημίαν εις ολίγον διάστημα. Τότε ο Άγιος ως ταπεινόφρων και μέτριος είπε προς αυτούς· «Αδελφοί, δεν δύναται ανθρωπίνη δύναμις να οροθετήση την βιαίαν ορμήν του ύδατος, μόνον δε εις το θείον πρόσταγμα υποτάσσονται πάντατα στοιχεία και υπακούουσι». Ταύτα ειπών ο Άγιος έλαβε θάρρος επικαλούμενος την εξ ύψους βοήθειαν μετά αδιστάκτου πίστεως και ούτως εφύτευσε την ράβδον του εις το χείλος του ποταμού λέγων· «Εις το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού, σε προστάσσω να μη υπερβής τούτον τον όρον, ούτε να σκεπάσης την ράβδον μου και να ζημιώσης τους περιοίκους, αλλά να τρέχης εις την πορείαν σου». Ταύτα ειπών και πάλιν ευξάμενος, επέστρεφε δεικνύων με το έργον ότι η μέλλουσα θαυματουργία ήτο ενέργεια της θείας Δυνάμεως. Πράγματι εις ολίγας ημέρας θαύμα ηκολούθει τω θαύματι και πρώτον μεν ριζωθείσα η ράβδος δένδρον εγένετο, δεύτερον δε έγινεν όρος εκείνο το δένδρον και εμποδίζει τον ποταμόν της ατάκτου και ακατασχέτου ορμής και γίνεται έως την σήμερον το φυτόν εκείνο εις τους ορώντας ξένον θέαμα και διήγημα. Ότι όταν τύχη να πλημμυρίση ο Λύκος και κατέρχεται επικοχλάζων ωσάν βροντή φοβερά τραχυνόμενος, φθένων εις το δένδρον εκείνο του Γρηγορίου συστέλλει το ρείθρον κατά το μέσον, ώσπερ να φοβήται να πλησιάση εις το φυτόν και απομακρύνεται ευλαβούμενος και υπακούων εις του Αγίου το πρόσταγμα. Ω μέγα θαυμάσιον! Ω εξαίσιον τερατούργημα! Ω μεγίστη του Γρηγορίου η δύναμις ή μάλλον ειπείν του Θεού, όστις ενήργει εις εκείνον τα θαύματα, αντιδοξάζων τον αυτόν δοξάζοντα και προστάσσων τα στοιχεία να του υποτάσσωνται και να μετατρέπουν την φύσιν των. Όθεν έγινεν η λίμνη γη στερεά, και η ξηρά και άνικμος ράβδος δένδρον αειθαλές θαυμάσιον, το οποίον φυλάττει την επωνυμίαν έως την σήμερον και το ονομάζουν βακτηρίαν του Γρηγορίου πάντες οι του τόπου οικήτορες. Ποία άλλη θαυματουργία ηκούσθη εις τους Προφήτας προ του Νόμου ή μετά τον Νόμον παρόμοιος; Διέβη και ο Ηλίας τον Ιορδάνην και μετ’ αυτού ο Ελισσαίος ο κληρονόμος του, αλλά μόνον την ώραν εκείνην έγινε το θαυμάσιον και αφού επέρασαν οι Άγιοι, έκαμνεν ο ποταμός την πορείαν του. Ο δε Λύκος μίαν φοράν μόνον προσταχθείς από τον Γρηγόριον αναχαιτίζει το ρείθρον αεί και πάντοτε, εξαίσιον θέαμα εις τους ορώντας φαινόμενος. Ηκούσθη λοιπόν η φήμη αύτη εις τα περίχωρα και καθ’ εκάστην προσήρχοντο εις τον Χριστόν και εχειροτόνει ο Άγιος Ιερείς, τους οποίους έστελλεν εις τας κώμας και τας χώρας, ίνα κηρύττωσι την ευσέβειαν. Πλησίον της Νεοκαισαρείας υπήρχεν η πόλις Κόμανα. Οι δε προεστώτες της πόλεως ταύτης παρεκάλεσαν τον Άγιον να λάβη τον κόπον να έλθη έως εκεί, δια να διδάξη τον λαόν με την μελίρρυτον και πάνσοφον γλώσσαν του, και να τους χειροτονήση Αρχιερέα τινά ενάρετον. Απήλθε λοιπόν ο Άγιος με τους Κληρικούς και διδάξαντες αυτούς ικανών εστερεώθησαν εις την πίστιν έτι περισσότερον βλέποντες την ένθεον αυτού πολιτείαν και τας θαυματουργίας ας ειργάζετο. Θέλων δε να χειροτονήση τον Αρχιερέα, του έδωσαν ψήφους και δια να μη λανθασθή και χειροτονήση ανάξιόν τινα, ανέμενε να ίδη ουρανόθεν καμμίαν όρασιν και ηρώτα εάν ήτο κανείς από τους εψηφισμένους ενάρετος και έκαστος επήνει τον ιδικόν του. Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Δεν πρέπει να βλέπετε μόνον τους ενδεδυμένους λαμπρά και πολύτιμα ιμάτια, διότι δυνατόν είναι και μεταξύ των ευτελών κατά το σχήμα να ευρεθή τις εναρετώτερος εις τον βίον και την ψυχήν υψηλότερος». Ταύτα ακούσας εις πρόκριτος πλούσιος, τον οποίον είχον οι περισσότεροι εψηφισμένον και ενόμιζεν, ότι εκείνος μέλλει να χειροτονηθή ως περιφανέστερος, εσκανδαλίσθη εις την δικαίαν του Αγίου απόκρισιν και λέγει ταύτα ειρωνευόμενος· «Λοιπόν, εάν προκρίνης ένα ευτελέστατον υπέρ τους εκλεκτούς της πόλεως, καλώς θα πράξης να χειροτονήσης τον ανθρακέα Αλέξανδρον». Τότε ο Άγιος, φωτισθείς εξ Αγίου Πνεύματος, προσέταξε να φέρωσι τον Αλέξανδρον, όστις ήτο μεν κρυφίως ενάρετος και φρόνιμος άνθρωπος και όντως φιλόσοφος, καθώς ύστερον εγνωρίσθη και ετελείωσε την ζωήν με μαρτύριον, έξωθεν δε εις το φαινόμενον ήτο ευτελής και άσημος, ερρυπωμένος τας χείρας και το πρόσωπον από τα κάρβουνα, τα οποία έκαμνε και παρημέλει εαυτόν επιταυτού ο αείμνηστος, διότι ήτο νέος την ηλικίαν και εύμορφος, τούτο δε έκαμνε δια να μη του τύχη από τινα πειρασμός και κινδυνεύση εις ψυχικόν θάνατον. Τούτον τον έσωθεν μεν περικαλλή και επιφανέστατον, έξωθεν δε ησβολωμένον και άσχημον, ιδόντες οι παρεστώτες εγέλασαν. Ο δε Άγιος εξετάσας αυτόν μυστικά, εγνώρισε την αλήθειαν και προστάσσει τους Κληρικούς να τον πλύνουν επιμελώς, να τον ενδύσουν την αρχιερατικήν στολήν αυτού και να τον φέρουν εις το συνέδριον, έπειτα έκαμε διδαχήν περί Ιερωσύνης προς τον λαόν, να υποτάσσωνται εις τον Αρχιερέα εις άπαντα. Τότε έφεραν εις το μέσον τον Αλέξανδρον και λέγει προς τον δήμον ο Άγιος· «Ιδού έχετε Αρχιερέα πανάριστον και δεν εσφάλατε ουδόλως εις την δικαίαν ταύτην κρίσιν, την οποίαν εκάματε, διότι με τους οφθαλμούς ελανθάνεσθε και με την γλώσσαν άκοντες ωμολογήσατε την αλήθειαν». Τότε εχειροτόνησεν αυτόν κατά τάξιν Αρχιερέα, προστάσσων αυτόν να κάμη και διδαχήν εις κοινήν ωφέλειαν. Ο δε Αλέξανδρος υπακούσας εδίδαξε με τόσην σοφίαν και σύνεσιν, ώστε εθαύμασαν άπαντες και επήνεσαν την δικαίαν ψήφον την οποίαν ετέλεσεν ο Άγιος. Τη επαύριον, όταν επέστρεφεν εις τον θρόνον του ο Άγιος, ιδόντες αυτόν δύο Εβραίοι εις την οδόν, συνεφώνησαν να τον περιπαίξουν γνωρίζοντες ότι ήτο πολύ ελεήμων και εύσπλαγχνος. Έπεσε λοιπόν ο εις ως αποθαμένος, ο δε έτερος προσεποιείτο ότι έκλαιε δια τον αιφνίδιον θάνατον του συγγενούς του. Ενώ λοιπόν επέρνα ο Άγιος, του είπεν ο Ιουδαίος· «Σπλαγχνίσου, Δέσποτα Άγιε, τούτον τον δυστυχή, όστις απέθανεν αιφνιδίως και δεν έχω καν ένα ιμάτιον να τον ενταφιάσω κατά το σύνηθες». Ο δε Γρηγόριος εξέβαλε τον έξωθεν μανδύαν, ήτοι την διπλοϊδα, και την ρίπτει επάνω εις τον ψευδόνεκρον. Αφού δε απεμακρύνθη ο Άγιος, μεταβαλών ο ψεύστης εκείνος τον θρήνον εις γέλωτα, εφώνει τον σύντροφον να εγερθή, ίνα το κέρδος μοιράσωσιν. Αλλ’ ω του θαύματος! ευρέθη νεκρός κατ’ αλήθειαν, και ούτε πλέον ποσώς ηγέρθη· όθεν μεταβαλών πάλιν τον γέλωτα εις αληθή θρήνον, ενεταφίασε τον συγγενή, διότι ο Θεός δεν θέλει να περιγελώσι τους δούλους του. Καιρόν δε τινα διαλεγόμενος ο Άγιος εις την αγοράν προς ωφέλειαν, εθαύμαζον οι ακούοντες τα διδάγματα. Τότε παιδίον τι είπεν εις αυτούς ότι «Ο διδάσκαλος δεν ομιλεί αφ’ εαυτού του τα λόγια, αλλά έτερος παρεστέκει εις αυτόν πλησίον και τον καθοδηγεί». Από τα λόγια ταύτα εγνώρισεν ο Άγιος ότι το παιδίον είχε δαιμόνιον και εκβαλών το ωμοφόριόν του, το έβαλεν εις το στόμα του παιδός και ευθύς το ετάραξεν ο δαίμων και πεσών κατά γης εκυλίετο αφρίζων το στόμα και τους οφθαλμούς διαστρέφων. Ο δε Άγιος τον ιάτρευσε και ηγέρθη ο παις τεθεραπευμένος. Εντός ολίγου καιρού από της χειροτονίας του Αγίου Γρηγορίου εκηρύχθη εις όλην την επαρχίαν αυτού το ιερόν Ευαγγέλιον και πάντες προσήλθον εις την αλήθειαν. Τους βωμούς των ειδώλων ηδάφισαν και πανταχού ωκοδόμησαν Εκκλησίας εις δόξαν Θεού. Αλλά δεν υπέφερεν ο φθονερός δαίμων να βλέπη την απάτην αυτού πεπατημένην και την αλήθειαν αναθάλλουσαν· όθεν πάλιν εξήγειρεν εις την Ρώμην ειδωλολάτρην ηγεμόνα, όστις έστειλε πανταχού προστάγματα εις τους άρχοντας, να κολάζουν τους Χριστιανούς, όσους δεν προσκυνήσουν τα είδωλα και να τους δίδουν σκληρότατον θάνατον. Λοιπόν ερευνώντες διαφόρους τόπους και Ασκητήρια, έσυρον τους πιστούς βιαίως να τελέσουν το προστασσόμενον και ήτο εις τον λαόν όλον μεγάλη σύγχυσις και επρόδιδεν ο εις τον άλλον συγγενείς και φίλοι δια να κερδίσωσι χρήματα. Βλέπων λοιπόν τον κίνδυνον και συμβουλευθείς μετά τινων Κληρικών, ανεχώρησε με τον μαθητήν του εις τι όρος, έως να παύσουν τα σκάνδαλα, όχι δια δειλίαν θανάτου, αλλά μόνον δια να φυλαχθή υγιής, να σωθούν και έτεροι δια μέσου του. Οι δε ασεβείς, οδηγηθέντες από τινα κάκιστον, επήγαν εις εκείνο το όρος ζητούντες τον Άγιον, όστις ιδών αυτούς από μακρόθεν, λέγει εις τον Διάκονόν του, όστις ήτο ο νεωκόρος· «Σταμάτησον, τέκνον, μετά πίστεως, ύψωσον τας χείρας προς τον ουρανόν και προσεύχου μετ’ εμού αδιστάκτως, μη σαλεύσης από τον τόπον σου, καν ιδής αυτούς πλησιάζοντας». Ούτω λοιπόν αυτοί μεν προσηύχοντο δεόμενοι του Κυρίου να τους φυλάττη από τον κίνδυνον, εάν ήτο ευάρεστον εις Αυτόν, ει δε και ήτο συμφερώτερον δια την ψυχήν των να αποθάνουν, να γίνη το θέλημά Του το Άγιον. Οι δε στρατιώται τους εζήτουν μετά μεγάλης επιμελείας εις όλον το όρος· αλλά ο Θεός τους εσκέπασε και δεν τους εγνώρισαν οι διώκοντες, νομίζοντες ότι ήσαν δένδρα· όθεν καταβαίνοντες εκ του όρους είπον ότι ηρεύνησαν επιμελώς και δεν είδον ουδένα άνθρωπον μόνον δύο δένδρα, το ένα από το άλλο ολίγον απέχοντα. Ταύτα ακούσας ο καταδότης κατενύχθη, κατανοήσας το γενόμενον θαυμάσιον και ανελθών έπεσεν εις τους πόδας του Αγίου αιτών συγχώρησιν και πιστεύσας ολοψύχως εις τον Χριστόν εγένετο Χριστιανός ο πρώην διώκτης και ασεβέστατος. Αλλά ακούσατε και άλλο θαυμασιώτερον. Ούτος ο παναοίδιμος με τον προορατικόν της ψυχής οφθαλμόν έβλεπεν απ’ εκείνο το όρος όσα εγίνοντο εις το θέατρον, τους άθλους, λέγω και τα κολαστήρια, όσα ελάμβανον οι Μάρτυρες δια την ομολογίαν της πίστεως και υπέρ αυτών ολοψύχως εδέετο. Όθεν ενώ ηύχετο μίαν ημέραν, εδείκνυεν εις τους παρόντας ώσπερ να ήτο εις αγώνα, να έβλεπε ξένον θέαμα και ηκροάζετο με προσοχήν ήχον τινά εις το θέατρον· και αφού έμεινεν ούτως ώραν πολλήν ακλινής και ακίνητος, ανευφήμησε τον Θεόν λαμπρά τη φωνή, ταύτα λέγων· «Ευλογητός Κύριος, ος ουκ έδωκεν ημάς εις θήραν τοις οδούσιν αυτών» (Ψαλμ. ρκγ:6). Οι δε μαθηταί παρεκάλεσαν να τους φανερώση τι έβλεπεν εις εκείνην την όρασιν· ο δε είπεν προς αυτούς· «Πτώμα μέγα είδα την ώραν ταύτην και έπεσεν ο διάβολος νικηθείς από νεανίαν τινά ονόματι Τρωάδιον, όστις κατήγετο από ευγενείς ανθρώπους και τον έφερον οι δήμιοι εις τον άρχοντα, βιάζοντες αυτόν να απαρνηθή την ευσέβειαν. Αλλά με την θείαν Δύναμιν υπέμεινεν ανδρείως όλα τα κολαστήρια και νικήσας γενναίως τον αρχέκακον δαίμονα, έλαβε παρά Θεού τον της αθλήσεως στέφανον». Ταύτα ακούσας ο Διάκονος εξεπλάγη δια το μεγαλείον του θαύματος, επειδή ήτο υπέρ ανθρωπίνην φύσιν να βλέπη όσα εγίνοντο εις τόπον μακρινόν και να γνωρίζη σαφέστατα ως ενεστώσα τα πράγματα· όθεν παρεκάλεσεν αυτόν να τον συγχωρήση, να υπάγη εις τον τόπον, εις τον οποίον έγινε το θαυμάσιον, να βεβαιωθή την αλήθειαν. Λέγει του ο Άγιος· «Και δεν φοβείσαι να υπάγης εις το μέσον των φονευτών, μη σου τύχη κανέν κακόν εξ επηρείας του δαίμονος;» Ο δε είπε προς αυτόν· «Ελπίζω εις την δύναμιν των ευχών σου, να μη μου εγγίση ουδείς πολέμιος». Τότε ο Άγιος έκαμεν ευχήν δι’ αυτόν και του επέτρεψε να αναχωρήση, εκείνος δε μετά πίστεως απελθών έφθασε το εσπέρας έσω της πόλεως· επειδή δε η οδοιπορία ήτο μεγάλη και εκουράσθη, εθεώρησε καλόν να πλυθή εις λουτρόν, δια να ξεκουρασθή και να επιστρέψη την επομένην. Απελθών λοιπόν παρεκάλει τον υπηρέτην να του ανοίξη το λουτρόν. Ο δε απεκρίνατο· «Γνώριζε ότι όσοι εισέλθουν ενταύθα μετά την δύσιν του ηλίου αποθνήσκουσι, διότι κατοικεί εδώ εν δαιμόνιον, το οποίον τους πνίγει». Ο δε Διάκονος, έχων το θάρρος του εις τον Κύριον, ηνάγκασεν αυτόν και του ήνοιξεν. Έπειτα αυτός μεν εισήλθεν, ο δε υπηρέτης έφυγε μακράν απ’ εκεί, φοβούμενος να μη κινδυνεύση και αυτός ομοίως εις θάνατον. Όταν δε εισήλθεν ο Μοναχός εις τα ύδατα, κατεσκεύασεν ο δαίμων φοβερά και παντοδαπά φαντάσματα και εφαίνοντο έμπροσθεν αυτού θηρία και πετεινά διάφορα, πυρ και καπνός και άλλα φοβερά πράγματα, σεισμοί, ταραχαί, σπινθήρες φλογός και εδείκνυον ότι ήθελον να τον αφανίσουν, ποιήσας δε εκείνος την σφραγίδα του Τιμίου Σταυρού και τον Δεσπότην Χριστόν, δια πρεσβειών του διδασκάλου αυτού επικαλούμενος εις βοήθειαν, ενίκησεν άπαντα τα φαντάσματα και όταν εξήρχετο από το λουτρόν του έκαμαν πάλιν τα όμοια φόβητρα. Έπειτα εβόησε ταύτα με ανθρωπίνην φωνήν το δαιμόνιον· «Μη νομίσης, ότι με την δύναμίν σου έφυγες τον απαραίτητον θάνατον· ο Γρηγόριος σε ελύτρωσε». Διασωθείς λοιπόν με τοιούτον τρόπον εθαύμασε και διηγείτο την θαυματουργίαν του Αγίου ως και τας λοιπάς όσας επετέλεσεν· και ερευνήσας τα κατά την πόλιν των Μαρτύρων ανδραγαθήματα, εύρεν αληθέστατα όσα ο Άγιος προεφήτευσε· και καταπλαγείς έδραμε προς αυτόν εκδιηγούμενος άπαντα. Εις ολίγον καιρόν κατέπαυσε πάλιν ο διωγμός με του Θεού την βοήθειαν. Όθεν μεταβάς εις την πόλιν ο Όσιος εκυβέρνα την ποίμνην του θεάρεστα· προσέταξε δε να ερευνήσουν επιμελώς, ίνα εύρωσι τα λείψανα των Μαρτύρων, ίνα τους εορτάζωσιν, επειδή έχυσαν δια τον Δεσπότην Χριστόν το αίμα των. Πολιτευόμενος λοιπόν βίον άγιον και ποιμάνας καλώς τα λογικά πρόβατα ο θαυματουργός Γρηγόριος, ήλθεν ο καιρός να υπάγη προς το ποθούμενον. Προγνωρίσας δε την μετάστασιν αυτού, έβαλε πολλήν επιμέλειαν να μάθη πόσοι άνθρωποι μένουν εις την απιστίαν· και εξετάσαντες ακριβώς όχι μόνον εις την πόλιν, αλλά και εις πάντα τα της Νεοκαισαρείας περίχωρα, εύρον μόνον δεκαεπτά βεβυθισμένους εις την ασέβειαν. Τούτο μαθών ο Άγιος, ελυπήθη μεν ολίγον δια την εκείνων απώλειαν, ηυχαρίστησε δε τον Θεόν, όστις ενεδυνάμωσε και επίστευσαν οι επίλοιποι, έμειναν δε εις την πλάνην μόνον τόσοι, όσους εύρε πιστούς κατά την χειροτονίαν αυτού. Προσευξάμενος λοιπόν ικανώς εδέετο του Θεού να αξιώση τους πιστούς να τελειώσουν τον βίον ενάρετα. Έπειτα παρήγγειλεν εις τους κληρικούς να του κτίσωσι μεν τάφον ξεχωριστόν, να τον βάλουν όμως εις ξένον μνήμα, δια να τον έχουν διήγημα οι μεταγενέστεροι, λέγοντες, ότι ο Γρηγόριος ούτε ζων απέκτησε πράγμα ίδιον, ως πάροικος τε και παρεπίδημος, ούτε καν ενός νομίσματος χωράφιον εξουσίασεν, ούτε μετά θάνατον ηθέλησε να τον βάλουν εις τάφον ίδιον, αλλά εις αλλότριον, ως ξένον και άπορον, ότι άλλο δεν επόθει ο τρισμακάριος ειμή μόνον την πλουσίαν ακτημοσύνην και την επιστροφήν των Ελλήνων εις την ευσέβειαν και εις τούτο είχεν όλην του την σπουδήν. Εις την αρχήν μάλιστα, όταν έλαβε την αξίαν της αρχιερωσύνης, ετέλεσε την εξής θαυματουργίαν δια της οποίας επίστευσε πλήθος ανθρώπων. Συνήθειαν είχον εις την πόλιν εκείνην και ετελούσαν εορτήν πάνδημον, εις την οποίαν συναγόμενοι άπαντες εχόρευον με τραγούδια και άλλα όσα οι δαίμονες χαίρονται και τους οποίους επεκαλούντο εις βοήθειαν οι ανόητοι. Ο δε Άγιος ακούσας τας βλασφημίας εσκανδαλίσθη και τους ωργίσθη, ευθύς δε έπεσεν εις αυτούς τοσούτον θανατικόν, ώστε μετεστράφη όλη η χαρά των εις θρηνωδίαν απαραμύθητον, διότι κατέφλεγεν ως φλόγα πυρός τους οίκους αυτών η ασθένεια και δεν έφθαναν οι ζώντες να ενταφιάζουν τους αποθνήσκοντας. Γνωρίσαντες δε την αιτίαν της νόσου, έτρεχον προς τον Άγιον μετά δέους και ταπεινότητος ικετεύοντες να κάμη δέησιν προς τον Θεόν αυτού να παύση ο θάνατος και τότε να πιστεύσωσιν εις αυτόν. Ο δε ευσπλαγχνισθείς επήγαινεν εις τους οίκους των και καθώς εισήρχετο εις ενός εκάστου τον οίκον, ηφανίζετο η ασθένεια και ούτω πάντες εθεραπεύθησαν. Έδραμε λοιπόν αυτή η φήμη εις όλην την πόλιν και όλοι εφήμιζαν τον Γρηγόριον προσπίπτοντες εις αυτόν και ευχαριστούντες ως ιατήρα των παθών άμισθον και σωτήρα πάντων επιεικέστατον. Ούτως εφανερώθη δια των έργων η ευσέβεια και επίστευσαν εις τον Χριστόν, αφού είδον τοιούτον θαυμάσιον και εγνώρισαν ότι έκαμεν η ασθένεια περισσοτέραν ωφέλειαν από την υγείαν, επειδή όταν ήσαν εύρωστοι κατά το σώμα, ασθενούσαν κατά το πνεύμα και δεν ηδύναντο να γνωρίσωσι την αλήθειαν, δια δε της σωματικής ασθενείας ηννόησαν την πονηρίαν των ειδώλων και επίστευσαν εις τον αληθή Πανάγαθον Θεόν. Είναι και άλλα πολλά μνήμης άξια του μεγάλου Γρηγορίου υπερθαύμαστα και τεράστια, τα οποία χάριν συντομίας δεν εγράψαμεν, φθάνουσιν όμως τα ολίγα ταύτα, ίνα εννοήση έκαστος την προς το Θεόν παρρησίαν και δύναμιν του Αγίου. Ας μη απιστήση δε τις εις τα ρηθέντα τεράστια, ότι καθώς τα γράφει ο Άγιος Συμεών ο Μεταφραστής, ούτω και εγώ τα μετεγλώττισα συντομώτερα ολίγον δια βραχύτητα και όλοι γνωρίζουσιν ότι ουδέν ψευδές έγραψεν ούτος ο Άγιος. Αλλά τι θαυμαστόν αφού ο Δεσπότης ημών έταξεν εις το Ιερόν Ευαγγέλιον, ότι όποιος έχει πίστιν εις Αυτόν, θα κάμη μεγαλύτερα θαύματα από όσα εκείνος ετέλεσεν; Ιδού λοιπόν επληρώθη του αληθεστάτου Χριστού η πρόρρησις εις τον μέγαν τούτον Γρηγόριον, όστις με την δύναμιν και βοήθειαν Εκείνου εποίησε τεράστια πάσαν ακοήν υπερβαίνοντα. Ούτος λοιπόν γενόμενος Επίσκοπος τω σμ΄ (240) έτει ως αληθής ποιμήν και ουχί μισθωτός ποιμάνας τα λογικά θρέμματα εν οσιότητι και δικαιοσύνη και μέγας γενόμενος εν σωφροσύνη και ακτημοσύνη και ταις λοιπαίς αρεταίς, ετελεύτησε τη ιζ΄ (17) Νοεμβρίου περί το έτος σοε΄ (275) και τον ενεταφίασαν εις ξένον μνημείον καθώς παρήγγειλεν. Η δε μακαρία ψυχή του απήλθεν εις την αιώνιον ευφροσύνην και αγαλλίασιν, ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν Χάριτι και φιλανθρωπία Χριστού, ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2480
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΗ΄ (18η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΠΛΑΤΩΝΟΣ.

Δημοσίευση από silver »


Πλάτων ο μέγας και θαυμάσιος Μάρτυς ήτο από την Άγκυραν της Γαλατείας εν έτει 296, υιός γονέων ευγενών Ορθοδόξων, αδελφός δε του Αγίου Αντιόχου (ίσως του εορταζομένου κατά την εικοστήν τετάρτην του Δεκεμβρίου). Ούτος γεννηθείς και ανατραφείς με πάσαν σπουδήν και μάθησιν, εφαίνετο εις όλους συνετός και σοφώτατος. Μη υποφέρων δε να βλέπη την ασέβειαν αυξανομένην και την του Χριστού πίστιν σμικρυνομένην από τας τιμωρίας των δυσσεβών τυράννων, ηγωνίζετο ακαταπαύστως και ενεδυνάμωνε τους Χριστιανούς εις την ευσέβειαν. Όσοι δε ήσαν από αυτούς πτωχοί, τους εβοήθει εις τα προς την χρείαν πλουσιοπάροχα· επειδή δε ωμολόγει παρρησία τον Χριστόν έμπροσθεν εις όλους, εφέρθη εις τον ηγεμόνα Αγριππίνον τον βικάριον, ήτοι επίτροπον, όστις πανούργος ων και δόλιος εις το να πλανήση ψυχάς, γινώσκων την πολλήν ελευθερίαν και σταθερότητα του Αγίου, δεν ηθέλησεν ευθύς με απειλάς να τον φοβίση, αλλ’ εδοκίμαζε με ημερότητα και απαλούς λόγους να ψυχραίνη κατ’ ολίγον την θερμότητα της πίστεώς του. Και είπε· «Λέγε μοι, ω άνθρωπε, πως όλος ο κόσμος ησυχάζει και φυλάττει την πατροπαράδοτον πίστιν και συ μόνος ατιμάζεις τους θεούς και καταδέχεσαι να προσκυνής Θεόν εσταυρωμένον; Αλλ’ ειπέ μοι την πατρίδα σου, το αξίωμα και το όνομά σου». Ακούσας ταύτα ο γενναίος Πλάτων είπεν εις τον ηγεμόνα· «Πατρίς μου και πίστις και όνομα είναι να ονομάζωμαι και να είμαι Χριστιανός. Αλλ’ εάν ζητής και το όνομα, όπερ έλαβον από τους γονείς μου, ονομάζομαι Πλάτων και είμαι από ταύτην την πόλιν, υπάρχω δε δούλος Χριστού, δια τον οποίον πρόθυμος είμαι να υπομείνω, αν τύχη, και δεσμά και μάστιγας και πολυώδυνον θάνατον». Ο δε βικάριος, θαρρών ακόμη να τον καταπείση, είπεν· «Εγώ βλέπω την μεγάλην σου σύνεσιν και θαρρώ να με ακούσης, διότι σου λέγω τα ωφέλιμα και μη προτιμήσης ατιμίαν αντί τιμής και αντί τρυφής και δόξης αισχύνην, να ίδης την καλήν σου νεότητα χαλεπώς βασανιζομένην. Διότι ηξεύρεις τι επρόσταξεν ο βασιλεύς να παθαίνουν όσοι τιμούν τον Εσταυρωμένον;» «Γινώσκω», είπεν ο του Χριστού δούλος. «Αλλ’ ο Χριστός μου είναι ασυγκρίτως δυνατώτερος και από τους βασιλείς σας και από τους θεούς σας τους δαίμονας, δια δε το καλόν μου ο αληθής Θεός θέλει φροντίσει. Γνώριζε δε και τούτο, ότι ούτε εις τα βασιλικά προστάγματα πείθομαι, ούτε την συμβουλήν σου ακούω· δια τούτο ετοιμάζου εναντίον μας και οργίζου όσον δύνασαι». Βλέπων ο Αγριππίνος το αμετάθετον της γνώμης του, ήρχισε τας βασάνους και ευθύς προσέταξε και τον εκρέμασαν εις τέσσαρα μέρη· είτα απλώσαντες αυτόν, τον έδερον δυνατά με βούνευρα δεκαέξ άνδρες, εναλλασσόμενοι από δύο δύο· ο δε Μάρτυς και ούτως ανηλεώς και απανθρώπως μαστιγούμενος υπέφερε με πραότητα και ηρεμίαν τα δεινά, θεία δε δύναμις τον ενεδυνάμωνεν άνωθεν και ευθύς ιάτρευε πάσαν πληγήν· ο δε Μάρτυς εφαίνετο εις όλους λαμπρός και χαρίεις, ώστε και αυτός ο τύραννος κατεπλάγη και εντραπείς τον εφυλάκισε δια να μη βλέπουν αυτόν και άλλοι και πιστεύσουν. Ηκολούθουν δε τον Μάρτυρα εις την φυλακήν και όσοι εδιδάχθησαν από αυτόν την πίστιν του Χριστού, επιθυμούντες προτιμότερον να φυλακισθούν ομού με τον Άγιον, παρά να χωρισθούν απ’ αυτού, διότι εστερεώθη η καρδία των εις την πίστιν του Χριστού περισσότερον από το θαύμα το οποίον είδον εις τον Μάρτυρα. Αφού ο Άγιος έφθασεν εις την πύλην της φυλακής, είπεν· «Άνδρες αδελφοί και σύντροφοι, αν θέλετε την Βασιλείαν του Κυρίου, ο μεν παρών καιρός, καθώς βλέπετε, είναι πλήρης δυστυχίας και θλίψεων, όστις όμως συλλογίζεται τα αιώνια και ανεκλάλητα αγαθά, δεν νομίζει τίποτε τα παρόντα πρόσκαιρα. Εάν δε βασανιζόμενος τις δια την πρόσκαιρον πατρίδα του λαμβάνει μεγάλην τιμήν, πόσην θέλει λάβει εκείνος όστις κακοπαθεί δια τον Θεόν;» Ταύτα ειπών και παραδίδων αυτούς εις τον Θεόν, τους είπε να απέλθωσιν. Εισελθών δε εκείνος εις την φυλακήν, προσηυχήθη εις τον Θεόν λέγων· «Κύριε ο Θεός, ο Κτίστης και Σωτήρ ημών, ο δια βάθος της φιλανθρωπίας ενδυθείς την φύσιν ημών και γινώσκων την προαίρεσίν μας, δος δύναμιν εις την ασθένειαν της σαρκός, διότι χωρίς σου, καθώς είπας, ουδέν δυνάμεθα να κατορθώσωμεν». Ταύτα ειπών ο μακάριος Πλάτων έλαβε παρά Χριστού εις την ψυχήν δύναμιν ακατάβλητον και εθερμάνθη έτι περισσότερον εις το μαρτύριον, ελυπείτο δε διότι δεν εβασανίζετο γρήγορα. Ύστερον από επτά ημέρας τον εκάλεσε πάλιν ο κριτής και του είπε να του δώση γυναίκα την ανεψιάν του, ωραιοτάτην ούσαν, εάν και μόνον θυσιάση, νομίζων ο μάταιος ότι θα προτιμήση ο Άγιος πράγματα μικρά και πρόσκαιρα. Αλλ’ επειδή ο μακάριος Πλάτων εβαρύνθη και εγέλασεν, ήρχιζε να τον φοβερίζη· βλέπων δε αυτόν άφοβον εις πάντα, εθυμώθη μεγάλως. Όθεν προσέταξε και τον έβαλαν επάνω εις κλίνην σιδηράν και ήναψαν πυράν πολλήν, άνωθεν δε τον έδερον με λεπτά ραβδία, δια να θανατωθή με πολύν πόνον το συντομώτερον· ταύτην την βάσανον και να την βλέπουν μόνον εφοβούντο οι παρόντες. Ο δε του Χριστού Μάρτυς εφαίνετο όχι ως φλεγόμενος, αλλ’ ως εις περιβόλια και ωραία άνθη αναπαυόμενος· εις δε από τους παρεστώτας, Σωφρόνιος ονόματι, κομενταρήσιος την αξίαν, είπε· «Θύσον άθλιε»· ο δε Μάρτυς του είπεν· «Εγώ θα θυσιάσω θυσίαν αινέσεως εις τον ιδικόν μου Χριστόν, όστις δύναται να με ελευθερώση από τας χείρας σας και από την πονηρίαν σας». Τότε ο κομενταρήσιος ήρχισε να βλασφημή κατά του Σωτήρος. Ο δε Άγιος είπε μεγαλοφώνως· «Διατί δεν αισχύνεσθε, ταλαίπωροι, να πιστεύετε θεούς, οίτινες είναι χειρότεροι και από τα άλογα ζώα, επειδή ούτε κινούνται, ούτε αισθάνονται διόλου και δεν ημπορούν να σας ωφελήσουν;» Ο δε ηγεμών και πάλιν εθάρρει να τον καταπείση, και του είπε· «Θυσίασον, άθλιε, με τον λόγον μόνον και ειπέ ότι μέγας θεός είναι ο Απόλλων και δια φιλανθρωπίαν να σε ελευθερώσω από τας βασάνους και να σε κάμω φίλον μου ακριβόν». Ο δε Μάρτυς, βλέπων αυτόν αγρίως, του είπε· «Μη γένοιτο εγώ, από τον φόβον των κολάσεών σου, να αρνηθώ τον δημιουργόν και Δεσπότην μου, λυπούμενος δε εδώ το σώμα μου, να φλογίζωμαι εκεί αιώνια· διότι δι’ εμέ ζωή είναι ο δια Χριστόν θάνατος. Δια τούτο και συ άφες το σκότος της ειδωλομανίας και δράμε εις το φως της αληθείας». Προς ταύτα ο Αγριππίνος, ως υιός του σκότους, μεγάλως ελυπήθη, διότι του είπε να αρνηθή τους θεούς του, και εσυλλογίζετο να εφεύρη βαρυτέρας τιμωρίας. Και τότε μεν προσέταξε να τον σηκώσουν από την κλίνην. Ήτο δε ο Άγιος ως εξ ύπνου εγερθείς όλος φαιδρός, λαμπρός και αβλαβής, εξήρχετο δε απ’ αυτού και τις ευωδία θαυμαστή και απόρρητος, πολλών απίστων ψυχάς παρακινούσα εις ευσέβειαν, οι οποίοι με μίαν γλώσσαν εβόησαν· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών, όστις ηλευθέρωσε τον δούλον του αβλαβή από ταύτην την ανυπόφορον φλόγα του πυρός». Ο δε τύραννος, επιθυμών να καταπείση τον Άγιον παρά μυρίους άλλους, του έλεγεν· «Αν δεν θέλης να θυσιάσης, βλασφήμησον μόνον τον Εσταυρωμένον, και ευθύς να ελευθερωθής». Ο δε σοφώτατος Μάρτυς είπεν· «Ω καρδία διεστραμμένη, τον Δεσπότην μου και Βασιλέα να βλασφημήσω, ο οποίος μου εχάρισε πνοήν και ζωήν και με ηλευθέρωσεν από την αμαρτίαν με το άγιον Βάπτισμα; Φεύγε απ’ εμού, εργάτα της ανομίας». Ο δε κριτής θυμωθείς περισσότερον δια ταύτα είπεν· «Εγώ ήμερα και φιλικά σου ωμίλησα, αλλ’ επειδή είσαι υβριστής και αυθάδης, εγώ θα σε σωφρονίσω με τα έργα». Και παρευθύς του εξέσχισε το ένδυμά του, και προσέταξε και έβαλον κάυωθεν των μασχαλών του σφαίρας σιδηράς πεπυρακτωμένας, αίτινες τόσον δυνατά έκαιον, ώστε ευθύς ήρχισε να εξέρχεται καπνός από το στόμα του και από την ρίνα του, διότι εκαίοντο τα τίμια μέλη του· ο δε Μάρτυς και ούτω βασανιζόμενος δεν εδειλίασεν. Ασεβής δε τις ιστάμενος πλησίον του είπε· «Θύσον, Πλάτων, μήπως και δεν ημπορέσης να υποφέρης έως τέλους τας τιμωρίας». Ο δε Μάρτυς ύβρισεν αυτόν και πλέον δεν τους ήκουσεν, αλλ’ έβλεπε μόνον προς τα άνω και απ’ εκεί ανέμενε παρηγορίαν λέγων· «Ίδε, Κύριε, και μη μακρύνης απ’ εμού, διότι θλίψις εγγύς, ότι πυρ και σίδηρος την ψυχήν μου διεμερίσαντο, αλλά συ είσαι Θεός μόνος ποιών θαυμάσια και σου εστι το κράτος εις τους αιώνας· αμήν». Ευθύς λοιπόν ο Θεός, όστις επακούει τους φοβουμένους αυτόν, έσεισε δυνατά τον τόπον εκείνον και όλοι εφοβήθησαν. Ο δε Αγριππίνος, ακόμη αναίσθητος ων, και πάλιν προσέταξε και του εξέδαρον όσας σάρκας έμειναν εις τα οστά του· ο δε γενναίος και αδαμάντινος Μάρτυς έψαλλεν εις επήκοον πάντων· «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον, και προσέσχε μοι και εισήκουσε της δεήσεώς μου… και έστησεν επί πέτραν τους πόδας μου, και κατηύθυνε τα διαβήματά μου» (Ψαλμ. λθ:1-3). Λαβών δε ο Μάρτυς τεμάχιον σαρκός, εξ εκείνων τας οποίας του έκοπταν, την έρριψεν εις το πρόσωπον του ηγεμόνος, λέγων εις αυτόν· «Δέξαι, αιμοβόρε σκύλε, και φάγε, επειδή ορέγεσαι ανθρωπίνας σάρκας». Προς ταύτα πολλά κατησχύνθη ο ηγεμών και μη γινάσκων τι να ποιήση, τον συνεβούλευσεν ο φίλος του διάβολος να τον τιμωρήση και πάλιν· όθεν προσέταξε να τον κρεμάσουν εις το ξύλον και να του ξεσχίσουν με σιδηρούς όνυχας όσας σάρκας του απέμειναν και ο κήρυξ εβόα· «Θύσον, ω Πλάτων, και ελευθερώσου από τας βασάνους». Ο Μάρτυς όμως ίστατο πάντοτε στερεός εις την ομολογίαν του χωρίς φόβον και δειλίαν. Ο δε Αγριππίνος περισσότερον θυμωθείς προσέταξε και του εξέσχισαν και το δέρμα του προσώπου του, τόσον ώστε εφάνησαν τα νεύρα, αι φλέβες και τα οστά· όμως το σχήμα του προσώπου δεν εχάθη. Αφ’ ου λοιπόν εχόρτασεν ο απάνθρωπος ηγεμών την ανήμερον ψυχήν του, κατεβίβασε τον Άγιον από το ξύλον και του είπεν ήμερα (ω της αναισχυντίας του ύστερον από τόσα βάσανα!) «Μη θελήσης, ω καλέ Πλάτων, να προτιμήσης θάνατον πικρόν αντί της γλυκυτάτης ταύτης ζωής και να βάλης όλους σου τους συγγενείς και ημάς εις θλίψιν απαρηγόρητον, διότι πολλά λυπούμεθα την νεότητά σου». Αλλ’ επειδή ο Μάρτυς ο αυτός ήτο πάντοτε, πάλιν εκρέμασε τον Αθλητήν και εξέσχιζον τους μηρούς, τα γόνατα και τα λοιπά μέλη έως εις τους αστραγάλους· αλλ’ επειδή και πάλιν ανίκητος ήτο, τον εκολάκευεν ο ηγεμών λέγων· «Έως πότε δεν πείθεσαι να θυσιάσης; Σε αγαπώμεν, διότι είσαι ομώνυμος του σοφού Πλάτωνος, και θαρρούμεν να του γίνης όμοιος και κατά την αρετήν και σοφίαν». Ο δε Μάρτυς, αμετάθετος ων, πάλιν εφυλακίσθη, προσέταξε δε ο τύραννος να του δίδουν τόσον ολίγον άρτον και ύδωρ, ώστε να μη αποθάνη, μη γινώσκων ο μάταιος, ότι «ουκ επ’ άρτω μόνω» ζώσιν οι κατά Θεόν ζώντες, «αλλ’ επί παντί ρήματι» κατά το ιερόν λόγιον «εκπορευομένω δια στόματος Θεού» (Ματθ. δ: 4 και Δευτ. η:3). Αφού δε παρήλθον δεκαοκτώ ημέραι, έφερεν έμπροσθέν του τον Μάρτυρα ο Αγριππίνος και τον ηρώτα εάν πιστεύη την πίστιν του βασιλέως (ω της μωρίας!). Ακόμη δεν είχε μάθει την γνώμην του Αγίου. Ο δε Μάρτυς έλεγεν· «Η ιδική μου ζωή είναι ο Χριστός, και ο δι’ Αυτόν θάνατος μέγιστον κέρδος». Μόλις λοιπόν τότε ο κριτής απεφάσισε να τον αποκεφαλίσουν· και φέροντες αυτόν οι δήμιοι εις τον διωρισμένον τόπον, είπε μεθ’ ηδονής και αρρήτου αγαλλιάσεως· «Κύριε, εις τας χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου», και ευθύς έκοψαν την τιμίαν του κεφαλήν, εις τας ιη΄ (18) του Νοεμβρίου, εν έτει 296. Τινές δε εξ εκείνων, οι οποίοι δια μέσου του επίστευσαν, λαβόντες το τίμιον αυτού σώμα, και τους πρέποντας ύμνους και ψαλμούς άσαντες, το ενεταφίασαν εις επίσημον τόπον. Εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2480
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΘ΄ (19η) Νοεμβρίου μνήμη του Αγίου Προφήτου ΑΒΔΙΟΥ.

Δημοσίευση από silver »


Αβδιού ο Προφήτης κατήγετο από την Συχέμ, εκ του αγρού Βαθαχαράμ, ήτο δε προ της Χριστού γεννήσεως έτει ω΄ (800). Το όνομά του ερμηνεύεται εις την Ελληνικήν γλώσσαν δούλος Κυρίου ή εξομολογούμενος. Ούτος υπηρέτει πρότερον εις τον βασιλέα της Σαμαρείας Αχαάβ και έπειτα εις τον βασιλέα Οχοζίαν, ότε απέστειλεν Οχαζίας προς τον ένδοξον και μέγαν Προφήτην Ηλίαν τους δύο πεντηκοντάρχους, όπως είπωσιν εις αυτόν να καταβή από το όρος και να υπάγη εις τον βασιλέα, οίτινες δια προσευχής του Προφήτου κατεκάησαν ομού με τους εκατόν ανθρώπους των, πεσόντος πυρός ουρανόθεν και κατακαύσαντος αυτούς· τρίτον δε πεντηκόνταρχον απέστειλε τούτον τον Προφήτην Αβδιού ο ίδιος Οχαζίας, ίνα προσκαλέση τον Ηλίαν και να τον φέρη εις τον βασιλέα. Τούτον τον Αβδιού, λυπηθείς ο Ηλίας, δεν κατέκαυσεν, επειδή προσήλθεν εις αυτόν μετά ταπεινώσεως και πεσών εις τους πόδας του παρεκάλεσεν αυτόν να μη τον κατακαύση, αλλά να καταβή και να υπάγη εις τον βασιλέα· ο και εποίησεν ο του Θεού Προφήτης, καθώς τούτο αναφέρεται εις το πρώτον κεφάλαιον της τετάρτης των Βασιλειών. Έκτοτε δε παραιτήσας τον βασιλέα και την δούλευσιν αυτού, ηκολούθει τον Ηλίαν και υπηρέτει αυτόν· και γενόμενος μαθητής του, προεφήτευσε πολλά. Ύστερον δε αποθανών, ετάφη εις τον τάφον των Πατέρων του.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2480
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Κ΄ (20η) Νοεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΠΡΟΚΛΟΥ Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως

Δημοσίευση από silver »

Τη Κ΄ (20η) Νοεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΠΡΟΚΛΟΥ Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ος εχρημάτισε μαθητής του μακαρίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Πρόκλος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ήκμαζε κατά τους χρόνους του Θεοδοσίου του Μικρού του εν έτει υη΄ (408) βασιλεύσαντος, καθό δε ευλαβής και ενάρετος εχειροτονήθη Επίσκοπος Κυζίκου από τον Άγιον Σισίνιον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως. Μεταβάς δε εις την Κύζικον δεν εγένετο δεκτός υπό των Κληρικών της επαρχίας του, διότι είχον χειροτονήσει έτερον, Δαλμάτιον ονόματι· όθεν επέστρεψεν εις την Κωνσταντινούπολιν μένων άνευ επαρχίας. Αφ’ ου δε απέθανεν ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μαξιμιανός, ο εορταζόμενος κατά την εικοστήν πρώτην Απριλίου, και εν ω ακόμη ευρίσκετο το λείψανόν του εις το ιερατείον της μεγάλης Εκκλησίας, προχειρίζεται ούτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, και αναβαίνει εις τον θρόνον κατ’ αυτήν την ημέραν του Σωτηρίου Πάθους του Κυρίου, ήτοι κατά την Μεγάλην Πέμπτην. Καλώς δε πολιτευσάμενος και πατριαρχεύσας δώδεκα έτη και μήνας τρεις, εν ειρήνη προς Κύριον εξεδήμησεν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2480
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΑ΄ (21η) Νοεμβρίου, η εν τω Ναώ Είσοδος της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρί

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΑ΄ (21η) Νοεμβρίου, η εν τω Ναώ Είσοδος της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας.

Η Είσοδος της Κυρίας Θεοτόκου εις τον νομικόν ναόν επροξένησεν εις τους Ορθοδόξους Χριστιανούς εορτήν θαυμαστήν και παγκόσμιον, επειδή εγένετο αύτη με παράδοξον τρόπον και ήτο προοίμιον του μεγίστου και φρικτού Μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου, το οποίον δια της Θεοτόκου έμελλε να γίνη εις τον κόσμον. Έλαβε δε την αφορμήν η εορτή των Εισοδίων από την εξής υπόθεσιν: Η παναοίδιμος Άννα, επειδή όλην σχεδόν την ζωήν της διήλθε στείρα, χωρίς να γεννήση παιδίον, παρεκάλει τον Δεσπότην της φύσεως μετά του συζύγου της Ιωακείμ να χαρίση εις αυτούς τέκνον, και αν επιτύχωσι του ποθουμένου, ευθύς να αφιερώσωσιν αυτό εις τον Θεόν. Όθεν εγέννησεν η Άννα παραδόξως την πρόξενον γενομένην της σωτηρίας του γένους των ανθρώπων, την καταλλαγήν και φιλίωσιν του Θεού μετά των ανθρώπων, την αιτίαν της αναπλάσεως του πεσόντος Αδάμ και της τούτου εγέρσεως και θεώσεως· Αυτήν, λέγω, την Πανυπέραγνον και Δέσποινα Θεοτόκον Μαρίαν. Όταν λοιπόν η θεόπαις Μαριάμ έγινε τριών ετών, έλαβον Αυτήν οι γονείς της και την προσέφεραν κατά την σημερινήν ημέραν εις τον ναόν, και πληρούντες τας υποσχέσεις των, αφιέρωσαν την θυγατέρα αυτών εις τον χαρισάμενον ταύτην Θεόν. Παραδίδουσι δε Αυτήν εις τους Ιερείς και μάλιστα εις τον τότε αρχιερέα Ζαχαρίαν, ο οποίος ταύτην παραλαβών εισήγαγεν εις το ενδότατον του ναού, όπου μόνος ο αρχιερεύς άπαξ του έτους εισήρχετο και τούτο εποίησε κατά βούλησιν Θεού, Όστις έμελλε μετ’ ολίγον να γεννηθή εξ Αυτής, προς ανάπλασιν και σωτηρίαν του κόσμου. Εκεί λοιπόν η Παρθένος διέμεινε δώδεκα έτη, τρεφομένη μεν ξενοπρεπώς από τον Αρχάγγελον Γαβριήλ με τροφήν ουράνιον, αξιουμένη δε της του Θεού εμφανείας, έως ότου επλησίασεν ο καιρός του θείου Ευαγγελισμού και των ουρανίων και υπερφυσικών εκείνων μηνυμάτων, τα οποία εμήνυον, ότι ο Θεός ηυδόκησε να σαρκωθή εξ Αυτής φιλανθρώπως, ίνα αναπλάση τον φθαρέντα υπό της αμαρτίας κόσμον. Τότε δε η Θεοτόκος εξελθούσα από τα Άγια των Αγίων, παρεδόθη εις τον μνήστορα Ιωσήφ, ίνα εκείνος υπάρχη φύλαξ και μάρτυς της παρθενίας Αυτής και ίνα υπηρετήση τόσον εις τον άσπορον Τόκον Της, όσον και εις την φυγήν Της εις Αίγυπτον και εις την απ’ εκείνης επάνοδον εις την γην Ισραήλ.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2480
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΒ΄ (22α) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΦΙΛΗΜΟΝΟΣ και των συν αυτώ ΑΡΧΙΠΠΟΥ, ΟΝΗΣΙΜΟΥ και ΑΠ

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΒ΄ (22α) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΦΙΛΗΜΟΝΟΣ και των συν αυτώ ΑΡΧΙΠΠΟΥ, ΟΝΗΣΙΜΟΥ και ΑΠΦΙΑΣ.

Φιλήμων ο Άγιος Απόστολος και οι συν αυτώ Άγιοι Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Νέρωνος, μαθηταί χρηματίσαντες του Αποστόλου Παύλου εν έτει νδ΄ (54), όστις αναφέρει περί αυτών εις την προς Φιλήμονα Επιστολήν λέγων· «Παύλος, δέσμιος Ιησού Χριστού, και Τιμόθεος ο αδελφός, Φιλήμονι τω αγαπητώ και συνεργώ ημών και Απφία τη αγαπητή και Αρχίππω τω συστρατιώτη ημών και τη κατ’ οίκον σου Εκκλησία». Πολλούς δε και άλλους επαίνους πλέκει εις τον μακάριον Φιλήμονα, τον οποίον εχειροτόνησε και Επίσκοπον των Γαζαίων. Χειροτονηθείς λοιπόν τούτων Επίσκοπος, απεμάκρυνεν εξ αυτών το σκότος της αγνωσίας και όλους εφώτισε με της θεογνωσίας το φως. Έπειτα επήγεν εις Κολοσσάς, αίτινες είναι πόλις της Φρυγίας πλησίον της Λαοδικείας και εκεί εκήρυξεν αρκούντως τον λόγον της αληθείας ομού με τον Άρχιππον και την Απφίαν. Επειδή δε οι Έλληνες ετέλουν εις την πόλιν εκείνην εορτήν της ψευδοθεάς αυτών Αρτέμιδος, οι δε ανωτέρω θείοι Απόστολοι έτυχε τότε να προσφέρωσιν εις την Εκκλησίαν δοξολογίαν εις τον αληθή Θεόν, τούτου ένεκα οι ειδωλολάτραι οργισθέντες ώρμησαν κατ’ αυτών και συλλαβόντες αυτούς μόνους (διότι οι άλλοι Χριστιανοί, οι μετ’ αυτών όντες, φοβηθέντες έφυγον) τους απήγαγον εις τον άρχοντα Ανδροκλήν. Πρώτος λοιπόν ο Άγιος Άρχιππος, επειδή δεν επείσθη να θυσιάση εις το είδωλον το ονομαζόμενον Μηνάς, εδάρη πάραυτα και ερρίφθη εντός λάκκου, χωσθείς μέχρις οσφύος· έπειτα εκεντήθη με βελόνας από παιδία και τελευταίον ελιθοβολήθη και έλαβε του Μαρτυρίου τον στέφανον. Ο δε Άγιος Φιλήμων και η Αγία Απφία, δαρέντες δυνατά με λυγαριάς και με διάφορα άλλα βάσανα βασανισθέντες, ετελείωσαν τον δρόμον του Μαρτυρίου. Ο δε Άγιος Ονήσιμος, διακομιστής της προς Φιλήμονα Επιστολής, ο και δούλος του Αγίου Φιλήμονος διατελών, αφού ο Απόστολος Παύλος απήλθε προς Κύριον, επέμφθη εκ της Ρώμης εις Ποτιόλους ως κατάδικος παρά του επάρχου Τερτύλλου· και εκεί πρώτον μεν δαρείς δυνατά, είτα δε συντριβείς εις τα σκέλη, αφήκε την πρόσκαιρον ταύτην ζωήν και απήλθεν εις την αιώνιον και ουράνιον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2480
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΓ΄ (23η) Νοεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ Επισκόπου Ικονίου.

Δημοσίευση από silver »


Αμφιλόχιος ο ιερός ανήρ και τω Θεώ καθηγιασμένος εγεννήθη από γονείς ευγενείς και επιφανείς εις την χώραν των Καππαδοκών και εμάνθανε τα γράμματα ομού με τον Μέγαν Βασίλειον και τον θείον Γρηγόριον, οίτινες ήσαν συμπατριώται του και έλαμψαν εις την φιλοσοφίαν και την αρετήν, ως και ο ίδιος ο Αμφιλόχιος γράφει σαφέστατα εις τας επιστολάς, όπου έστειλεν δια εκκλησιαστικά τινά ζητήματα προς τον Μέγαν Βασίλειον, όστις του απέστειλε τας λύσεις επί των ερωτήσεων, ας οι ευσεβείς φυλάττουν ως Κανόνα έως την σήμερον. Αφού λοιπόν ο Άγιος ούτος ηύξησε κατά την ηλικίαν, ως γνωστικός και θεοφοβούμενος εμίσησεν όλα τα εγκόσμια, προτιμήσας τον Χριστόν. Απηρνήθη ως ο μέγας Αβραάμ την πατρίδα· εγκατέλιπε συγγενείς, φίλους, πλούτον και όλα της σαρκός τα θελήματα και επήγεν εις την χώραν των Λυκαόνων, εις την οποίαν εύρε σπήλαιον ησυχαστικόν εις έρημον τόπον, κατά τον πόθον του , και έμεινεν εκεί κτίζων Εκκλησίαν επ’ ονόματι της Αειπαρθένου Θεοτόκου, και επολιτεύετο σχεδόν ως επουράνιος Άγγελος, με νηστείας, χαμευνίας, αγρυπνίας, με προσευχήν ακατάπαυστον και δάκρυα και με πάσαν άλλην σκληραγωγίαν και άσκησιν. Δεν επρόσεχεν εις τα επίγεια πράγματα, αλλ’ όλος μετάρσιος προς Θεόν και υψούμενος, βλέποντες δε αυτόν διαλάμποντα εις τοσαύτα ένθεα κατορθώματα, συνήγοντο πολλοί από τα περίχωρα και εγίνοντο μαθηταί αυτού τον κόσμον αποτασσόμενοι. Καθ’ ον δε χρόνον ευρίσκετο αγωνιζόμενος εις την άσκησιν, ετελεύτησεν ο Αρχιερεύς Ικονίου Ιωάννης ονόματι. Ο δε προνοητής των απάντων Θεός έστειλεν Άγγελον και λέγει προς τον Άγιον· «Αμφιλόχιε, ύπαγε εις την των Ικονέων Μητρόπολιν να γίνης βοσκός των λογικών μου προβάτων». Ο δε Άγιος ήκουσε μεν την θείαν φωνήν, αλλ’ ως ταπεινός δεν είχε προθυμίαν να υπάγη, νομίζων ότι δεν ήτο δια τοιαύτην υπηρεσίαν άξιος. Και την δευτέραν νύκτα ακούει την ομοίαν φωνήν του Αγγέλου. Και πάλιν είχεν αμφιβολίαν μήπως και ήτο απάτη του δαίμονος. Όθεν ήλθε και την τρίτην νύκτα και του λέγει· «Μη εναντιώνεσαι εις το θείον πρόσταγμα, Αμφιλόχιε, διότι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος σε εψήφισεν Επίσκοπον». Λέγει προς αυτόν ο Άγιος· «Εάν είσαι Άγγελος του Θεού, μένε να ποιήσωμεν προσευχήν αμφότεροι». Ο δε εδέχθη. Εγερθείς λοιπόν ο Όσιος από την κλίνην, κλίνει την κεφαλήν εις προσευχήν ταύτα λέγων· «Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαβαώθ» και τα επίλοιπα. Ο δε Άγγελος, κρατήσας από την χείρα τον Άγιον, επήγαν εις την Εκκλησίαν και ήνοιξαν αι θύραι μόναι των. Τότε έλαμψεν όλος ο Ναός από φως ουράνιον και πολλοί λευκοφόροι συνηθροίσθησαν, οι οποίοι επήραν εις το άγιον Βήμα τον Αμφιλόχιον και δίδοντες εις αυτόν Ευαγγέλιον, όπερ έφερον, είπον προς αυτόν· «Ας είναι ο Θεός μετά σου». Εις δε εξ αυτών, όστις εφαίνετο ανώτερος, είπε προς τους άλλους· «Ας ποιήσωμεν προσευχήν, δια να έλθη εις αυτόν η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος». Ευξάμενοι λοιπόν, και ειπόντες εις αυτόν· «Ειρήνοι σοι», ανεχώρησαν. Ήτο δε τότε μεσονύκτιον και έμεινεν ο Άγιος θαυμάζων τοιαύτα παράδοξα και κλίνας τα γόνατα δεν ηδύνατο να ομιλήση λόγον ουδόλως. Μόνον με τον νουν προσηύχετο, διαλογιζόμενος τίνα έκβασιν έμελλε να έχη η όρασις. Όταν δε ήλθεν η ώρα του όρθρου, επήγεν ο εκκλησιάρχης εις την κέλλαν του Οσίου να λάβη συγχώρησιν, να κτυπήση το σήμαντρον και δεν τον εύρεν. Είπε τότε εις τον Αρχιμανδρίτην , και εκείνος του είπε να σημάνη. Συναχθέντες δε οι αδελφοί έψαλλον. Ο δε Άγιος έκειτο άφωνος και μετά μίαν ώραν συνήλθεν από την έκστασιν και φωτισθείς την καρδίαν από την θείαν λάμψιν, ηγέρθη λελαμπρυσμένος εις το πρόσωπον με φως άρρητον και θαυμάσιον. Ουδείς δε από τους αδελφούς ετόλμα να τον ερωτήση τι έπαθε, μόνον έπεσον εις τους πόδας του ζητούντες ευλογίαν, κατά το σύνηθες. Ενώ δε ο Άγιος επήγαινεν εις το καλλίον του, τον υπήντησαν επτά Επίσκοποι, οίτινες είδον θείαν οπτασίαν, δια της οποίας προσετάγησαν να υπάγουν να τον χειροτονήσουν Ικονίου Επίσκοπον. Πλησιάσαντες λοιπόν εχαιρέτησαν αυτόν και τον ηρώτησαν λέγοντες· «Συ είσαι ο αφιερωμένος εις τον Θεόν Αμφιλόχιος;» Ο δε με ταπεινήν λαλιάν απεκρίνατο· «Εγώ είμαι ο αμαρτωλός και ανάξιος». Και λαμβάνοντες αυτόν, επήγαν εις την Εκκλησίαν να τελειώσουν εκείνο το οποίον τους προσέταξε το Πνεύμα το Άγιον. Όταν ενεδύθησαν τας αρχιερατικάς στολάς, ηννόησεν ο Άγιος τι ήθελον να πράξωσιν· όθεν ωμολόγησεν εις αυτούς φιλαλήθως την νυκτερινήν οπτασίαν, ότι Άγγελοι τον εχειροτόνησαν. Οι ταύτα ακούσαντες εξέστησαν δια το παράδοξον του πράγματος και εγνώρισαν ότι θέλημα Θεού ήτο βέβαια να γίνη η χειροτονία του. Τότε συναθροίσαντες όλους τους Επισκόπους και Κληρικούς της επαρχίας ανήγγειλαν την υπόθεσιν άπασιν. Όθεν όλοι με μίαν γνώμην και ψήφον κοινήν ανεβίβασαν αυτόν εις τον θρόνον ως άξιον το τογ΄ (373) έτος, κατά τους χρόνους των βασιλέων Ουαλεντινιανού και Ουάλεντος. Έφθασε δε μέχρι των χρόνων Θεοδοσίου του Μεγάλου και των υιών αυτού εν έτει 395. Παραλαβών λοιπόν την Εκκλησίαν, εποίμανε ταύτην θεάρεστα ποτίζων με ζωήρρυτα λόγια και με άρτον θεοσεβείας εκτρέφων τα λογικά πρόβατα. Κατ’ εκείνους τους χρόνους προσέταξεν ο Μέγας Θεοδόσιος να συναθροισθή εις την βασιλεύουσαν Σύνοδος, διότι η Εκκλησία εταράσσετο από την αίρεσιν του Μακεδονίου και του Ευνομίου· διότι οι μεν Ορθόδοξοι ωμολόγουν τον Υιόν ομοούσιον και ομόδοξον του Πατρός, οι δε αιρετικοί τον εφρόνουν μικρότερον και κτίσμα και υπό χρόνον. Αλλά συγκροτηθείσης τότε εν Κωνσταντινουπόλει της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου των 150 Αγίων Πατέρων εν έτει τπα΄ (381) με την θείαν Χάριν του Παναγίου Πνεύματος, ενίκησαν οι Ορθόδοξοι δια μέσου Αμφιλοχίου του θαυμασίου, και ακούσατε να ευφρανθήτε τω πνεύματι. Αφού ο ευσεβέστατος βασιλεύς Θεοδόσιος έστειλε δόγμα να έλθουν οι εμπειρότεροι Αρχιερείς, ητοιμάσθη να πολεμήση ανδρείως τους εχθρούς της αληθείας ο ιερός Αμφιλόχιος. Και επειδή ήλθε βασιλική άμαξα να τον παραλάβη, επήρεν εις την συνοδείαν του τον Αρχιδιάκονον αυτού Θεόδουλον και του έδωκεν, όταν εξήρχοντο από την χώραν των Ικονιέων, εις λινόν μανδήλιον ανημμένους άνθρακας λέγων· «Φύλαττε τούτο έως την Κωνσταντινούπολιν». Καθ’ οδόν τον εφιλοξένησε γυνή τις φιλάρετος. Ήσαν δε τότε όλαι αι Εκκλησίαι κεκλεισμέναι και σφραγισμέναι. Τούτο ακούσας ο Άγιος, επήγε να τας προσκυνήση. Και ενώ έφθανεν εις εκάστην, ήνοιγον αι θύραι μόναι των, και εισερχόμενος προσηύχετο εις τον Θεόν, να στερεώση την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και να του δώση δύναμιν λόγου να υπερασπίση την αλήθειαν. Και ενώ ηύχετο, ήλθε προς αυτόν θείος Άγγελος και τον ενεδυνάμωσε προς τον πνευματικόν αυτόν πόλεμον. Αφού δε ο Άγιος προσεκύνησεν εις τους θείους Ναούς, επανήλθεν εις τον οίκον της άνωθεν γυναικός, ήτις τον εφιλοξένει. Ο δε δυσσεβής Ευνόμιος και οι ομόφρονές του, ως έμαθον που μένει ο Άγιος και ότι αι θύραι των Εκκλησιών ηνοίχθησαν εις αυτόν αυτομάτως, εφθόνησαν οι κατάρατοι και πηγαίνοντες εις την οικίαν, εις την οποίαν ήτο, είπεν εις αυτόν ο Ευνόμιος· «Συ είσαι ο περιώνυμος Αμφιλόχιος;» Ο δε απεκρίνατο· «Εγώ είμαι ο αμαρτωλός». Λέγει ο Ευνόμιος· «Διατί διαστρέφεις την Εκκλησίαν του Θεού;» Και ο Άγιος· «Εγώ δεν την διαστρέφω, αλλά συ και ο οίκος του πατρός σου σατανά». Λέγει πάλιν ο Ευνόμιος· «Εάν αυτά τα ευαγγελικά λόγια λέγουσιν, ότι ο Υιός είναι υστερώτερος από τον Πατέρα και μικρότερος, διατί σεις τον λέγετε σύγχρονον και ομοούσιον; Ο Θεολόγος Ιωάννης λέγει· «Εν αρχή ην ο Λόγος». Λοιπόν εάν ήτο εις την αρχήν, φανερόν είναι ότι είναι ύστερον από τον άναρχον Πατέρα, διότι πάσα αρχή γίνεται εν χρόνω, επειδή δε ο Πατήρ είναι υπέρχρονος, φανερόν είναι ότι ήτο καιρός όπου δεν ήτο ο Υιός». Ο δε Άγιος του λέγει· «Κακώς εννοείςτι σημαίνει το της αρχής όνομα· δια τούτο τον λόγον σου κακώς συνεπέρανας. Διότι, εάν ήτο Θεός ο Λόγος και προς τον Θεόν ήτο ο Λόγος και δι’ αυτού τα πάντα εγένοντο, εν από τα γενόμενα είναι και ο χρόνος. Λοιπόν, επειδή δια του Υιού, καθώς λέγει ο Απόστολος, τους αιώνας εποίησεν, άρα και ο Υιός υπέρχρονος είναι. Διότι πως είναι δυνατόν να είναι έν πράγμα, όπερ έγινε, πρωτύτερον απ’ εκείνον όστις το έκαμε; Λοιπόν άχρονος είναι και ο Υιός κατά την του Θεολόγου φωνήν αληθέστατα και του Πατρός ομοούσιος. Αλλ’ υμείς εξηγείτε τας ρήσεις της Γραφής κακά και διεστραμμένα· δι’ αυτό σμικρύνεις τον ομοούσιον, άσοφε· και καν αυτόν τον λόγον του Λόγου δεν ενθυμείσαι, όστις λέγει: «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί»· και εις πολλούς άλλους τόπους θέλεις ίδει, ότι ο Υιός είναι ομοούσιος του Πατρός. Αλλά σεις διαστέφετε τας ρήσεις ως θέλετε και περιπίπτετε εις πολλάς βλασφημίας, ταλαίπωροι». Αυτά και άλλα πολλά (τα οποία αφήκα δια συντομίαν και διότι είναι κίνδυνος να παραστήση τις τα περί Θεού δύσληπτα εις απλήν φράσιν) λέγων ο πάνσοφος Αμφιλόχιος, έμεινεν ο Ευνόμιος άλαλος, μη έχων τι να απαντήση κατά της αληθείας ο ανόητος. Μόνον είπεν ότι «αύριον έμπροσθεν του βασιλέως θέλω σοι αποδείξει, ότι αυτά όπου είπες είναι φλυαρήματα». Ο δε Άγιος του λέγει· «Αύριον δεν θα φθάσης να έλθης εις την διάλεξιν»· και ούτως εγένετο. Διότι φθάνων εις τον οίκον του ο Ευνόμιος, του ήλθε κακοήθης πυρετός και έκειτο αναίσθητος. Ο δε Άγιος του Θεού εδέετο όλην την νύκτα να του δώση σοφίαν και φώτισιν, να βεβαιώση το ορθόδοξον της πίστεως. Πρωϊας δε γενομένης εκάλεσε τον Αρχιδιάκονον λέγων· «Σήμερον, τέκνον, ευρισκόμεθα εις κίνδυνον ή να ζήσωμεν ή ν’ αποθάνωμεν. Πλην ει τι σοι λέγω ποίησον και ο Θεός μάς δίδει βοήθειαν». Συνήθεια ήτο πάλαι, όταν εισήρχετο προς τον βασιλέα Επίσκοπος τις, να φωνάζη ο Διάκονος το «Ορθοί πάντες». «Τούτο λοιπόν ποίησον και συ όταν εισέλθωμεν εις το παλάτιον». Ο δε Θεόδουλος του λέγει· «Φοβούμαι, Δέσποτα, μη με φονεύση ο βασιλεύς». Λέγει ο Άγιος· «Ο Κύριος είπε, να μη φοβούμεθα εκείνους οίτινες μόνον το σώμα φονεύουσιν, αλλά την ψυχήν δεν δύνανται να βλάψωσι· μόνον εις εκείνον να υπακούωμεν, όστις δύναται να κολάση σώμα και ψυχήν εις την γέενναν». Λέγει ο Θεόδουλος· «Ας γίνη του Κυρίου το θέλημα». Όταν λοιπόν έφθασεν ο Άγιος εις το παλάτιον, ενεδύθη την αρχιερατικήν στολήν, λέγων προς τον Διάκονον· «Δος μοι την παρακαταθήκην, την οποίαν σου έδωκα, όταν εβγαίναμεν από την Μητρόπολιν». Τότε ο Θεόδουλος, ανελίξας το μανδήλιον, εύρεν ακόμη αναμμένα τα κάρβουνα (ω του θαύματος!) ούτε δε ποσώς έβλαψε το πυρ το μανδήλιον. Βάλλων δε ο Άγιος ευώδες θυμίαμα εις τους άνθρακας, επήγε προς τον βασιλέα. Εκεί ειπόντος του Διακόνου το «Ορθοί πάντες», οι μεν παρόντες εταράχθησαν και από τους θρόνους ηγέρθησαν, ο δε βασιλεύς εθυμώθη, μεμφόμενος ταύτην την πράξιν ως άκαιρον. Οι δε αρχηγοί της αιρέσεως, ευρίσκοντες αιτίαν αρμόδιον, είπον ταύτα εις τον αυτοκράτορα· «Δεν το είπομεν της μεγαλειότητός σου, ότι είναι φλύαρος και ανόητος;» Πλησιάσας δε ο Άγιος είπε· «Χαίροις, Μεγαλειότατε». Ο δε υιός αυτού Αρκάδιος εκάθητο εις το δεξιόν του μέρος και δεν προσεκύνησε και αυτόν, ούτε τον εχαιρέτησεν ως έπρεπεν, αλλά του είπε καταφρονητικώς· «Χαίροις και συ παιδίον». Τούτον τον λόγον ακούσας ο βασιλεύς ωργίσθη και λέγει προς τον Άγιον· «Πως εποίησες τοσαύτην ατιμίαν και καταφρόνησιν εις τον υιόν μου, ώσπερ να ήτο ευτελής και ποταπός άνθρωπος; Δεν είναι και αυτός βασιλεύς; Δεν φέρει αλουργίδα και στέφανον και τα άλλα της βασιλείας σημεία; Τώρα θα σε αποκεφαλίσω να λάβης την πρέπουσαν παίδευσιν». Ταύτα ακούων ο Άγιος απεκρίνατο ηρέμως λέγων· «Εάν συ, Μεγαλειότατε, όστις σήμερον είσαι και αύριον διαλύεσαι ως άνθρωπος, ηγανάκτησες, διότι δεν ετίμησα τον υιόν σου, νομίζων ιδικήν σου την εκείνου ύβριν και καταφρόνησιν, πόσω μάλλον οργίζεται ο αθάνατος Βασιλεύς, όταν οι ασεβείς τον Υιόν αυτού τον μονογενή και ομοούσιον καθυβρίζουν;» Ο δε βασιλεύς του λέγει ακόμη από τον θυμόν νικώμενος· «Διατί είσαι γέρων αναίσχυντος και έχεις ως οι κύνες αναίδειαν;» Και ο Άγιος· «Καλώς απεκρίθης, Μεγαλειότατε· διότι εις τους χρόνους είμαι γέρων, ανευλαβής εις τους ατάκτους και φαίνομαι ως κύων εις τους λύκους, οι οποίοι φθείρουν την Εκκλησίαν του Θεού και σπαράττουσι τα πρόβατα και δεν θέλω παύσει να τους γαυγίζω και να τους δαγκάνω, έως να τους αφανίσω με την θείαν βοήθειαν». Ταύτην την συνετήν και ευμήχανον απόκρισιν ακούσας ο βασιλεύς επράϋνε τον θυμόν του, διότι εγγίζουσα η θεία Χάρις εις την καρδίαν του, τον εφώτισε και ηννόησε του Αγίου τους λόγους· κατανυγείς δε τη καρδία ηγέρθη του θρόνου και ενηγκαλίσθη τον Άγιον καταφιλών αυτόν γλυκύτατα και λέγων· «Φρόνιμον πράξιν και συνετήν μηχανήν εσοφίσθης, από την θείαν ψήφον κεχειροτονημένε Αμφιλόχιε, διότι, εάν εγώ ο θνητός άνθρωπος, δια την ύβριν του υιού μου εσκανδαλίσθην, πως θα υπομείνη την ελάττωσιν του μονογενούς Υιού αυτού ο ουράνιος Βασιλεύς ο Θεός των Δυνάμεων;» Ταύτα λέγων ο μέγας Θεοδόσιος μετά δακρύων, ευθύς προσέταξεν να δείρουν δυνατά τους αιρετικούς όλους με τον αρχηγόν των Ευνόμιον και να τους πομπεύσουν επί των καμήλων εις το μέσον της πόλεως. Έπειτα να είναι καθηρημένοι από τους θρόνους και εξωρισμένοι άπαντες. Τον δε Αμφιλόχιον εκράτησεν ημέρας πολλάς εις το παλάτιον ακούων ευλαβώς την γλυκυτάτην διδασκαλίαν του· πολλάκις δε του εζήτησε συγχώρησιν ο Άγιος να αναχωρήση, αλλά δεν ήθελε να τον αφήση ο ευσεβέστατος βασιλεύς· ο δε παρεκάλει αυτόν λέγων ότι «Ο βοσκός πρέπει να ευρίσκεται πλησίον εις τα πρόβατα». Τέλος, ως είδεν ο βασιλεύς τον μεγάλον πόθον, τον οποίον είχε να υπάγη εις τον θρόνον του, του είπε να ζητήση χάριν οποίαν βούλεται· ο δε απεκρίνατο· «Η χάρις την οποίαν εζήτουν από την βασιλείαν σου, μοι εδόθη Θεού συνεργούντος μοι· όθεν άλλο επίγειον χάρισμα δεν ζητώ από το κράτος σου». Ο δε βασιλεύς πάλιν τον ηνάγκασε να ζητήση χωρίς άλλο δώρημα τι. Όθεν, δια να μη τον λυπήση, του είπε να κτίση δύο Εκκλησίας εις το Ικόνιον, μίαν μεν εις το όνομα της του Θεού Σοφίας και άλλην του Βαπτιστού Ιωάννου. Τας οποίας υπεσχέθη να ανακοδομήση ο βασιλεύς και ούτως εποίησε. Δους δε εις αυτόν Σταυρόν χρυσούν, έχοντα εντός αυτού τίμιον ξύλον και αποχαιρετήσαντες αλλήλους, επέστρεψε πάλιν νήστις όλην την οδοιπορίαν έως ου επήγεν εις το κελλίον του και απέθεσεν εις το σπήλαιον του βασιλέως το δώρημα· και τελέσας αγρυπνίαν ολονύκτιον, την πρωϊαν ελειτούργησε και ούτως εισήλθεν εις το Ικόνιον. Μετά ταύτα έστειλεν ο βασιλεύς και έκτισε τρεις Ναούς, δύο τους οποίους εζήτησεν ο Άγιος και τον άλλον δια τον Αρχιδιάκονον Θεόδουλον· αφού δε οι Ναοί ετελειώθησαν, εκάλεσεν ο Αμφιλόχιος τον Μέγαν Βασίλειον να τους εγκαινιάση· καίτοι δε ήτο ασθενής, όμως δια την αγάπην του φίλου του επήγε, και καθιερώσας αυτούς, γίνεται πνευματική ευφροσύνη και Αγίου Πνεύματος επισκίασις. Μετά ταύτα παρήλθον δύο έτη και εκοιμήθη ο Μέγας Βασίλειος, επήγε δε και ενεταφίασεν αυτόν ο ιερός Αμφιλόχιος, όστις έγραψε και εγκώμιον εις αυτόν. Επιστρέψας μετά ταύτα εις την επαρχίαν του εδίδασκε πάλιν το ποίμνιόν του, ούτω δε αγωνιζόμενος και διδάσκων απήλθεν προς Κύριον και ο σοφός Αμφιλόχιος περί το έτος 395, ίνα λάβη την αμοιβήν των πολλών κόπων του· όλη δε η πόλις ελυπήθη, συμφοράν μεγάλην νομίζουσα την τούτου υστέρησιν. Έθαψαν λοιπόν εντίμως το τίμιον λείψανον, πολλά δάκρυα καταχέαντες· ο δε δοξάζων τους αυτόν αντιδοξάζοντας, εδόξασε τον αυτού θεράποντα και ετέλεσε και μετά θάνατον θαύματα, εις δόξαν Αυτού του μόνου αληθινού Θεού ημών.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2480
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΔ΄ (24η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ Επισκόπου Ρώμης.

Δημοσίευση από silver »


Κλήμης ο μακάριος Πατήρ ημών ήτο από την μεγαλόδοξον Ρώμην, έζησε δε κατά τους χρόνους Δομετιανού του εν έτει πα΄ (81) βασιλεύσαντος, και των διαδόχων αυτού Νέρβα και Τραϊανού, κατήγετο δε από γένος βασιλικόν, σοφώτατος υπάρχων καθώς εις τα συγγράμματα και τους λόγους του φαίνεται, επειδή έμαθεν όλην την ελληνικήν παιδείαν και έγινε θαυμαστός φιλόσοφος. Τον πατέρα του ωνόμαζον Φαύστον και Ματθιδίαν την μητέρα του. Ημέραν δε τινα ταξιδεύοντες μαζί με άλλους εναυγάγησαν. Διασωθείς δε αυτός υγιής με τρόπον θαυμάσιον, εύρε τον Απόστολον Πέτρον και εδιδάχθη υπ’ αυτού την αληθινήν του Χριστού πίστιν, γενόμενος κήρυξ του Ευαγγελίου επιμελέστατος· συνέγραψε δε και τας Διαταγάς των Αποστόλων. Ούτος εγένετο Επίσκοπος Ρώμης κατά το 91 έτος από Χριστού, τρίτος μετά την των Αποστόλων αναίρεσιν, ως καλός δε μαθητής του Πέτρου και άξιος του θρόνου διάδοχος εμιμείτο τας αρετάς του διδασκάλου του, τα ήθη, τους τρόπους και τα αγωνίσματα, διδάσκων Ιουδαίους και Έλληνας και γενόμενος «τοις πάσι… τα πάντα» (Α΄ Κορινθ. Θ:22), κατά τον θείον Παύλον, ίνα πάντας κερδήση και Χριστώ παραστήση με την ευσέβειαν· και τόσον ήτο ταπεινός και εις την διδαχήν γλυκύς και λόγιος, ώστε και αυτοί οι Έλληνες και Ιουδαίοι του είχον αγάπην πολλήν και ευλάβειαν, διότι δεν τους ήλεγχεν αποτόμως και αγρίως, αλλά με μεγάλην πραότητα και ταπείνωσιν έφερε τας αποδείξεις από τας βίβλους αυτών δια να είναι αξιοπιστότερος ο λόγος του, και δεν τους ελοιδόρει, ούτε ποσώς τους απεστρέφετο. Αλλά ως απολογούμενος έφερε μαρτυρίας από τας Γραφάς, αποδεικνύων εις αυτούς την αθλιότητα ενός εκάστου εκ των θεών των, ποίοι ήσαν και ποίας πράξεις ετέλεσαν και δια ποίαν αιτίαν οι άφρονες εκείνοι τους ενόμιζον θεούς. Εις το τέλος εκάστης διδαχής του εκήρυττε πάντοτε ο μακάριος Κλήμης την μεγάλην ευσπλαγχνίαν του αληθινού Θεού και το άπειρον αυτού έλεος, παρακινών αυτούς προς μετάνοιαν και υποσχόμενος εις αυτούς ότι η Βασιλεία των ουρανών είναι ανοικτή δια τους επιστρέφοντας, μόνον να παύσουν από τα πρότερα αμαρτήματα. Τους δε Ιουδαίους πάλιν ενεκωμίαζεν εις την αρχήν του λόγου, λέγων αυτούς εκλεκτόν λαόν του Θεού και περιούσιον, ως απογόνους του Αβραάμ, και άλλους επαίνους ομοίως· εις το τέλος δε επροτίμα την Νέαν Διαθήκην μη καταφρονών την Παλαιάν, δια να μη δώση εις αυτούς σκάνδαλον, αλλά ετελείωνε τον λόγον σοφώτατα και ούτως έκαμνεν εις όλους πολλήν ωφέλειαν, ελκύων έκαστον με την δεξιότητα των λόγων του προς ευσέβειαν. Προς τους Χριστιανούς δε πάλιν είχε πολλήν κηδεμονίαν, φροντίζων καθ’ εκάστην δια τους πένητας να μη τους λείψη τίποτε από όλα τα αναγκαία του σώματος, τους οποίους όλους άνδρας τε και γυναίκας, χήρας και ορφανά της πόλεως έγραφεν εις χάρτην και έδιδεν εις έκαστον την πρέπουσαν ελεημοσύνην, να ζώσι με αυτάρκειαν. Ταύτα δε πράττων ο ευσπλαγχνος και χριστομίμητος Κλήμης ήτο εις όλους σεβαστός και παμπόθητος. Άρχων δε τις, Σισίνιος ονόματι, φίλος μεγάλος του βασιλέως Νερούα, τον εμίσησε και τον κατήγγειλεν, ότι διέστρεφε την τούτου ομόζυγον Θεοδώραν από το σέβας των ειδώλων και δεν επεμελείτο πλέον τα τέκνα και την οικίαν της, αλλά καθ’ εκάστην επήγαινεν εις την Εκκλησίαν των Χριστιανών να ακούη τας διδασκαλίας των. Έχων λοιπόν αυτό το μίσος εις την καρδίαν του ο Σισίνιος, ωπλίζετο καθ’ εκάστην ημέραν υπό της αδίκου ζηλοτυπίας κεντούμενος και εμελέτα κατά της γυναικός επιβουλήν, όταν εύρη καιρόν επιτήδειον. Ημέραν λοιπόν τινά υποπτευθείς ότι αύτη ήτο εις την σύναξιν των Χριστιανών, επήγε και αυτός κρυφίως με τους δούλους του, να ίδη τι έκαμνεν εκεί η γυνή του. Καθώς δε εισήλθεν εις τον Ναόν, εις τον οποίον ο Άγιος προσηύχετο, παρευθύς έμεινε τυφλός και κωφός ο Σισίνιος. Όθεν είπε προς τους δούλους του· «Υπάγετέ με χειραγωγούντες εις την οικίαν μου, διότι αίφνης μου ήλθε κακόν τι και δεν βλέπω, ούτε ακούω τελείως». Οι δε δούλοι, λαβόντες αυτόν από την χείρα, εδοκίμαζον να εξέλθουν έξω της Εκκλησίας και δεν ηδύναντο, αλλά εγύριζαν εδώ και εκεί ανωφελώς. Διότι θεία Δύναμις τους ημπόδιζε, δια να σωφρονισθή ο ανόητος. Η δε Θεοδώρα, ως είδεν αυτούς, ηρώτησε την αιτίαν, και της είπον την αλήθειαν. Όθεν έκαμε προσευχήν μετά δακρύων προς Κύριον να του συγχωρήση την έξοδον· και ούτως εγένετο. Απελθόντες οι δούλοι εις την οικίαν, έβαλον εις το στρώμα τον Σισίνιον ούτω κωφόν και πάντυφλον. Έπειτα επέστρεψαν εις την Θεοδώραν και της ανήγγειλαν καταλεπτώς την υπόθεσιν, ήτις ελυπήθη ως συμπαθής και προσέπεσεν εις τους πόδας του Αγίου, μετά δακρύων δεομένη να θεραπεύση τον άνδρα της. Ο δε Κλήμης επήγεν εις τον οίκον του ασθενούς και δακρύσας επάνω αυτού προσηύξατο προς τον Θεόν λέγων· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, ο διανοίξας τους οφθαλμούς του εκ γενετής τυφλού, διάνοιξον τους οφθαλμούς και τα ώτα και του ανδρός τούτου, επειδή μας έταξες να λαμβάνωμεν όσα από την αγαθότητά σου ζητήσωμεν». Ταύτα του Αγίου ειπόντος, ο ασθενής ευθύς ιατρεύθη από την τύφλωσιν των αισθητών οφθαλμών, αλλά η ψυχή του έμεινε πάλιν εις την προτέραν πλάνην, και νομίζων ότι ο Άγιος ήτο μάγος και του έκαμε γοητείαν τινά και ετυφλώθη το πρότερον, προσέταξε τους υπηρέτας του να τον δέσουν δια να ανταμείψη τοιουτοτρόπως την χάριν ο αχάριστος. Οι δε υπηρέται έλαβον τους ξυλίνους και λιθίνους θεούς αυτών νομίζοντες ότι αυτός είναι ο Άγιος και τους έδεσαν, διότι εμωράνθησαν υπό της θείας δίκης αυτοί και ο αυθέντης των και δεν έβλεπον τι έκαμναν· και ούτως ο μεν Σισίνιος, νομίζων ότι είδε τον Άγιον δεδεμένον, εκαυχάτο κατ’ αυτού ταύτα λέγων· «Εγώ θα απολέσω, ω Κλήμη, γρήγορα τας μαντείας σου δια να σωφρονίσω και άλλους γόητας». Ο δε Άγιος αβλαβής διαφυλαχθείς και ανέγγικτος, έλεγε ταύτα προς τον ανόητον· «Πεπώρωσαι την καρδίαν, ταλαίπωρε, και έδεσες τους θεούς τους οποίους προσεκύνεις πρότερον και αμύνεσαι κατ’ αυτών, αφρονέστατε!». Ούτω δε ειπών ηυλόγησε την Θεοδώραν και ανεχώρησε, προστάσσων αυτήν να προσεύχεται προς τον Θεόν δια τον άνδρα της ακατάπαυστα, να επιστρέψη προς την ευσέβειαν. Καθώς λοιπόν εκείνη μετά δακρύων εδέετο, της εφάνη προς εσπέραν άνθρωπός τις λευκοπώγων και αιδέσιμος, όμοιος του Αποστόλου Πέτρου, και της λέγει· «Δια σε ευεραπεύθη ο άνδρας σου, δια να αγιασθή και ο ανήρ χάριν της γυναικός, καθώς και ο αδελφός μου Παύλος προείπεν». Ούτως ειπών, έγινεν άφαντος ο φαινόμενος. Ο δε Σισίνιος, μεταμεληθείς θεία Χάριτι, εφώνησε την Θεοδώραν και της λέγει· «Πιστεύω εις τον Δεσπότην μου Ιησούν Χριστόν, τον αληθή και μόνον Θεόν, τον οποίον παρακάλεσον με δάκρυα να μου συγχωρήση τα πρότερα αγνοήματα. Δεύτερον μεσίτευσον προς τον Αρχιεπίσκοπον, να μη ενθυμηθή την αχαριστίαν, την οποίαν έδειξα εις αυτόν, αλλ’ ως εύσπλαγχνου Θεού μαθητής να μου αφήση εκ καρδίας το πταίσιμον». Ταύτα ακούσασα η γυνή από την χαράν εδάκρυσε και σπεύσασα το ανήγγειλε προς τον Άγιον. Ο δε έδραμεν ευθύς εις τον οίκον του Σισινίου, ο οποίος τον υπεδέχθη με πολλήν ταπείνωσιν, και πίπτων μετά θερμών δακρύων εις τους πόδας του Αγίου έλεγε συντετριμμένος τω πνεύματι· «Ευχαριστώ τον αληθή και μόνον Θεόν και την σην Αγιότητα, ότι με την τύφλωσιν των αισθητών οφθαλμών εφώτισε την ψυχήν μου, να γνωρίσω την αλήθειαν, και ηννόησα ακριβώς την απάτην και ματαιότητα των Ελλήνων. Όθεν ολοψύχως αποδέχομαι της ευσεβείας το κήρυγμα». Ήτο δε τότε η εορτή του Πάσχα και έγινεν εις την οικίαν εκείνην μεγάλη πανήγυρις και εβαπτίσθησαν με τον Σισίνιον όλοι οι συγγενείς τε και φίλοι και δούλοι του άνδρες και γυναίκες ψυχαί τετρακόσιαι είκοσι τρεις, από τους οποίους ήσαν τινές φίλοι και γνώριμοι του βασιλέως. Ταύτα βλέπων ο πονηρότατος Πούπλιος, όστις ήτο κόμης εκείνον τον καιρόν, εδυστρόπει διότι ηύξανεν η ευσέβεια. Έβαλε λοιπόν κατά νουν να θανατώση τον Κλήμεντα, όστις ήτο εις ταύτα αίτιος· και διαφθείρας ανθρώπους τινάς με αργύρια, τους συνεβούλευσε να κάμουν στάσιν και σύγχυσιν προς τον έπαρχον και να τον παρακινήσουν να θανατώση το συντομώτερον τον Κλήμεντα. Απελθόντες λοιπόν εσυκοφάντησαν αυτόν ως πλάνον και γόητα, ότι εβλασφήμει τους θεούς και τους βωμούς εκ βάθρων κατηδάφιζε, προσκυνών Θεόν νεώτερον, του οποίου έκτιζε πανταχού Εκκλησίας και θυσιαστήρια. Έτεροι δε, οίτινες δεν επήραν αργύρια, επαινούσαν τον Άγιον, τας υαυματουργίας αυτού διηγούμενοι και τας ευεργεσίας τας οποίας έκαμεν ολοκλήρου της πόλεως. Βλέπων λοιπόν ο έπαρχος την μεγάλην φιλονικίαν του λαού και την στασίασιν εκάλεσε κρυφίως προς εαυτόν τον Άγιον και εδοκίμασε πολύ με κολακείας να τον διαστρέψη προς την ασέβειαν. Βλέπων δε ότι ήτο γενναίος και ανίκητος, ανέφερε προς τον νέον βασιλέα Τραϊανόν, όστις διεδέχθη τον αποθανόντα Νερούαν, ότι ήτο μεγάλη στάσις εις την πόλιν δια τον Κλήμεντα. Όθεν ο βασιλεύς έγραψε κατ’ αυτού απόφασιν να τον εξορίσουν «πέραν του Πόντου εις έρημόν τινα πόλιν» ευρισκομένην πλησίον της Χερσώνος. Ο δε έπαρχος ελυπείτο τον Άγιον να υπάγη εις τοιαύτην δεινήν εξορίαν και τον συνεβούλευσε να θυσιάση εις τα είδωλα· και ο Άγιος πάλιν από το άλλο μέρος εδοκίμασε πολλά δια των γλυκυτάτων λόγων του να επιστρέψη τον έπαρχον, όστις, όταν είδε το αμετάθετον της γνώμης του Αγίου, τον απεχαιρέτησε με στεναγμούς και δάκρυα λέγων· «Ο Θεός, τον οποίον λατρεύεις, να σου είναι βοηθός εις την δεινήν αυτήν εξορίαν». Ούτως είπε και ευτρεπίσας πλοίον, του έδωσεν όλα τα χρειαζόμενα και εναγκαλισθείς αυτόν και καταφιλήσας απέλυσεν. Ηκολούθησαν δε τον Άγιον πολλοί ευλαβείς και φθάσαντες εις την εξορίαν, εύρον δύο χιλιάδας Χριστιανούς, τους οποίους είχον καταδικασμένους να κόπτωσι μάρμαρα, οίτινες εις την παρουσίαν του μακαρίου Κλήμεντος εχάρησαν και προσκυνήσαντες αυτόν ησπάζοντο τας χείρας του με ευλάβειαν, διηγούντο δε τας συμφοράς και στενοχωρίας των, την των αναγκαίων υστέρησιν και το χειρότερον από όλα, ότι δεν είχον ύδωρ εις τοιαύτην εργασίαν κοπιαστικήν και πολύμοχθον, να δροσίσουν την δίψαν των, αλλά επήγαιναν και το έφεραν από μακράν τεσσαράκοντα πέντε στάδια. Συμπονέσας λοιπόν αυτούς εδάκρυσε και πολύ τους παρηγόρησε, λέγων ότι θέλημα Θεού ήτο να εξορισθή δια να συγκοινωνήση και αυτός εις τας βασάνους και τα παθήματα αυτών. Ταύτα ειπών προσέταξεν άπαντας να κάμωσι κοινώς προσευχήν μετ’ αυτού, δεόμενοι του παντοδυνάμου Θεού να τους δώση ύδωρ ως εύσπλαγχνος. Καθώς δε ο Άγιος ηύχετο, εκύτταξεν εις τα πέριξ και βλέπει μακρόθεν αρνίον, όπερ εσήκωνε τον δεξιόν του πόδα και του εδείκνυε την γην, ήτις ήτο έμπροσθεν αυτού, το οποίον αρνίον δεν το έβλεπεν άλλος τις, ειμή μόνον ο Άγιος, όστις επήγε με τρεις ανθρώπους και τους είπε να σκάψουν εις τον τόπον, εις τον οποίον το αρνίον ίστατο· και αφού έκαμαν μικρόν λάκκον, λαμβάνει τον σκαπτήρα ο Άγιος και κρούσας ελαφρά είπε ταύτα· «Εις το όνομα του Δεσπότου μας Ιησού Χριστού, να εξέλθη ύδωρ εις τούτον τον τόπον γλυκύτατον». Ούτως ειπών (ω των θαυμασίων σου Χριστέ Βασιλεύ Παντοδύναμε!) εξήλθε τόσον ύδωρ, ώστε έγινε ποταμός μέγας, και τοιούτον ύδωρ ηδύτατον, ώστε όλοι ηυφράνθησαν πίνοντες. Από το θαυμάσιον αυτό έλαβον οι εγχώριοι Έλληνες τόσην ευλάβειαν προς αυτόν, ώστε έτρεχον καθ’ εκάστην και ήκουον την γλυκυτάτην διδασκαλίαν του, επέστρεφον δε εις την ευσέβειαν πολλοί και εβαπτίζοντο εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, κτίζοντες Εκκλησίας, τους δε βωμούς κρημνίζοντες· εντός δε ενός έτους, όπου έκαμεν εκεί ο Άγιος, έκτισεν εβδομήκοντα πέντε Ναούς· οι δε πιστεύσαντες κατέκαυσαν όλα τα σεβάσματα όσα είχον αφιερωμένα εις τους δαίμονας και πάσαν απάτην των δαιμόνων ηφάνισαν. Ταύτα μαθών ο βασιλεύς, έστειλεν ένα ηγεμόνα, Αφειδιανόν ονόματι, ίνα δια παντός τρόπου αφανίση την ευσέβειαν, φθάσας δε εις την Χερσώνα εβασάνισε πολλούς με διάφορα κολαστήρια. Έπειτα ιδών ότι ήσαν άπαντες σύμφωνοι να μαρτυρήσουν και λίαν πρόθυμοι, έβαλεν εις τον νουν του να θανατώση μόνον τον αίτιον. Έδωκε λοιπόν εις τον μακάριον Κλήμεντα δεινά κολαστήρια και πολλά τον επείραξεν. Έπειτα ιδών ότι όσον εκείνος έπασχε περισσότερον, τόσον μάλλον εστερεούντο οι επίλοιποι, έδωκε κατ’ αυτού την τελευταίαν απόφασιν, να δέσουν εις τον λαιμόν του άγκυραν και να τον βυθίσουν εις το πέλαγος, δια να μη εύρουν οι πιστοί το τίμιον αυτού λείψανον. Τούτο δε γενομένου ίστατο το πλήθος των Χριστιανών εις το πέλαγος και εθρήνουν ελεεινώς τον διδάσκαλον. Κορνήλιος δε και Φοίβος οι μαθηταί αυτού εφώναζαν πενθούντες απαραμύθητα και προσέαξαν τους λοιπούς να κάμουν όλοι προς τον Θεόν κοινήν παράκλησιν, ίνα εξέλθη εις την γην το λείψανον του Αγίου. Ενώ λοιπόν προσηύχοντο κλαίοντες, εθαυματουργήθη και τότε τέρας εξαίσιον του εν τη Ερυθρά Θαλάσση υπό Μωϋσέως τελεσθέντος παραδοξότερον. Και σύρεται μεν οπίσω η θάλασσα στάδια είκοσι, προσελθόντες δε δια ξηράς οι Χριστιανοί (ω της αρρήτου σου, Χριστέ, και παντοδυνάμου δυνάμεως!) ευρίσκουσι λίθον μέγαν πεπελεκημένον ως Εκκλησίαν και κατεσκευασμένον από την απόρρητον του Θεού σοφίαν με τέχνην εξαίσιον. Μέσα εις τον αχειροποίητον αυτόν Ναόν έκειτο λαμπρώς το άγιον λείψανον, πλησίον δε του λίθου έκειτο η βαρυτάτη εκείνη άγκυρα. Θέλοντες δε οι προαναφερθέντες μαθηταί του Αγίου Φοίβος και Κορνήλιος να εγείρουν το άγιον αυτού λείψανον, ήκουσαν ουρανόθεν φωνήν ταύτα λέγουσαν· «Αφήτέ τον αυτού όπου ο Κύριος θαυμασίως τον ενεταφίασε, με την δύναμιν του οποίου καθ’ έκαστον έτος θέλει σύρεται οπίσω η θάλασσα εις τιμήν και μνήμην αυτού και θα ίσταται ούτως ημέρας επτά, δια να έρχωνται οι πιστοί να εορτάζωσι την πανήγυριν». Ταύτα ακούσαντες εδόξασαν τον Θεόν και ασπασάμενοι μόνον το σεβάσμιον λείψανον, υπέστρεψαν χαίροντες· όχι δε μόνον τότε έγινε τούτο το φρικτόν και θαυμάσιον τεράστιον, αλλά καθ’ έκαστον έτος κατόπιν εις την μνήμην του Ιερομάρτυρος εσύρετο ως άνωθεν είπομεν η θάλασσα, δίδουσα άδειαν εις τους πιστούς να εορτάζωσι την πανήγυριν, εις την οποίαν εγίνοντο μεγάλα θαυμάσια εις όλους τους κακώς έχοντας· όσοι δε έπιναν ύδωρ από το θαλάσιον εκείνο όπερ ήτο εις τον Ναόν αυτόν του Αγίου, εθεραπεύοντο από πάσαν ασθένειαν. Όθεν εις ολίγον καιρόν έγιναν όλοι Χριστιανοί, όσοι κατοικούσαν εις εκείνα τα μέρη, τοσαύτα και τοιαύτα θαυμάσια βλέποντες. Αλλά ακούσατε και άλλο των προειρημένων παραδοξότερον. Άνθρωπος τις θεοσεβής, έχων ευλάβειαν προς τον Άγιον, επήγε να τον προσκυνήση με την γυναίκα του, έχοντες και εν παιδίον μικρόν εις την συνοδείαν των. Ούτοι εσταμάτησαν εις τον Ναόν του Αγίου ευχόμενοι να πολυχρονίση το τέκνον των και άλλα τοιαύτα. Έπειτα, όταν έμελλε να στρέψη πάλιν η θάλασσα εις τον τόπον της, έφυγαν οι γονείς του παιδίου με τους άλλους Χριστιανούς βιαστικοί δια να μη τους σκεπάση η θάλασσα και από την σύγχυσιν την πολλήν άφησαν εκεί το παιδίον και δεν εστοχάσθησαν ότι έλειπεν, έως ου εσκέπασαν τον τάφον τα ύδατα και τότε ζητούντες αυτό αντελήφθησαν ότι έμεινεν εις τον Ναόν του Αγίου. Όθεν μεγάλως και πολύ κλαύσαντες, επέστρεψαν εις την οικίαν των· και τότε ιδόντες τα ομάτια του φιλτάτου παιδός παντέρημα, ηύξησαν μάλλον τον θρήνον και εκόπτοντο απαραμύθητα. Όταν δε ήλθε πάλιν τον άλλον χρόνον η πανήγυρις του Αγίου, επήγαν και αυτοί να ερευνήσουν, μήπως και εύρουν τα οστά του αγαπημένου τέκνου των. Υπεχώρησαν λοιπόν πάλιν τα ύδατα κατά το σύνηθες και έδραμον πρότερον από όλους εις τον θεόκτιστον Ναόν εκείνον του Ιερομάρτυρος και φθάσαντες εκεί βλέπουσι το παιδίον (μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων σου!) όπερ ίστατο πλησίον του Αγίου αγαλλόμενον. Ταύτα βλέποντες οι γονείς του παιδίου πρώτον μεν είχον αμφιβολίαν, μήπως και ήτο φάντασμα το φαινόμενον. Έπειτα κυττάζοντες επιμελέστερα, εγνώρισαν ότι εκείνο ήτο κατά αλήθειαν. Ενηγκαλίσθησαν λοιπόν αυτό και κατεφίλουν γλυκύτατα, από δε την πολλήν των χαράν εδάκρυζον. Έπειτα το ηρώτησαν ακριβώς τις το έτρεφε τόσον καιρόν και το εφύλαττεν εις την θάλασσαν από τους ιχθείς αβλαβές. Το δε παιδίον έδειξε δακτυλοειδώς τον Άγιον λέγον· «Ούτος με έτρεφεν επιμελώς και αβλαβή διεφύλαττε». Τότε οι γονείς, μεταβάλλοντες την προτέραν λύπην εις αγαλλίασιν, ηυχαρίστουν τον Κύριον λέγοντες· «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού», και άλλα τοιαύτα. Έπειτα, αφού ετέλεσαν την εορτήν χαρμοσύνως, επέστρεψαν εις την οικίαν των, έχοντες συνοδοιπορούντα εκείνον όπερ ενόμιζον ιχθύων και άλλων ζώων θαλασσίων βρώμα γενόμενον και ούτε καν τεμάχιον οστού είχον ελπίδα να εύρωσι. Τοιουτοτρόπως ο Βασιλεύςτων βασιλευόντων Χριστός, ο κοινός απάντων Δεσπότης, τιμά τους δούλους του, όσοι δηλονότι εκακοπάθησαν δι’ αγάπην του και τους δοξάζει εις τούτον τον κόσμον με τοιαύτα φρικτά θαυμάσια και εις τον μέλλοντα πάλιν τους κάμνει συγκληρονόμους της αιωνίου Βασιλείας Του. Ης γένοιτο επιτυχείν και ημάς τη αυτού φιλανθρωπία και Χάριτι. Μεθ’ ου τω Πατρί δόξα άμα τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2480
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΕ΄ (25η) Νοεμβρίου, μνήμη της Αγίας και ενδόξου Μεγαλομάρτυρος του Χριστού ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ.

Δημοσίευση από silver »


Αικατερίνα η ένδοξος του Χριστού Μεγαλομάρτυς ήτο από την μεγαλόπολιν Αλεξάνδρειαν, ήθλησε δε κατά τον καιρόν των ασεβών βασιλέων Μαξιμιανού, Μαξεντίου και Μαξιμίνου των βασιλευσάντων κατά τα έτη τε΄ - τιγ΄ (305 – 313). Ο Βίος αυτής και το Μαρτύριον είναι τόσον θαυμαστός, γλυκύς και ηδύτατος, ώστε πάσα ψυχή, ήτις μετά προσοχής αναγινώσκει και ακροάται αυτόν, ευφραίνρται και δροσίζεται και πολύν τον καρπόν συγκομίζει. Η ελπίς της συγκομίσεως των καρπών γεμίζει θάρρος τον γεωργόν και τον κάμνει να μη συλλογίζεται ποσώς κόπον και ιδρώτα, ούτε πάσαν άλλην χειμέριον κακοπάθειαν, αλλά να υπομένη καρτερικώς τας θλίψεις των ανέμων και των υδάτων και αυτής της χιόνος την δριμύτητα, αναμένων μετά πόθου πολλού το θέρος να απολαύση τους καρπούς του. Με την ελπίδα του προσκαίρου κέρδους οι έμποροι, δια να πολλαπλασιάσουν τα χρήματα, δεν συλλογίζονται κακοπάθειαν ουδέ βάσανον, αλλ’ υπομένουν διαφόρους κινδύνους θαλάσσης και στερεάς, και χάνουσι πολλοί την ζωήν των ματαίως και ανωφελώς. Ομοίως και ο ισχυρός στρατιώτης, με την ελπίδα της ματαίας δόξης και τιμής, την οποίαν προσδοκά να απολαύση, δεν συλλογίζεται ποσώς τον κίνδυνον της ζωής, ούτε άλλην τινά βάσανον, αλλ’ έχει θάρρος να νικήση τους εχθρούς και αντιδίκους του βασιλέως του, δια να τον τιμήση ύστερον και να τον δοξάση κατά τους άθλους και τας ανδραγαθίας αυτού. Εάν λοιπόν ούτοι υπομένουσι τόσας θλίψεις και κόπους και λυπηρά, δια να αποκτήσουν φθαρτά και ρέοντα πράγματα, άτινα σήμερον είναι και αύριον αφανίζονται, πολλάκις δε αποτυγχάνουσιν οι ταλαίπωροι και δεν απολαμβάνουσι το ποθούμενον, καθώς είδομεν εις διαφόρους καιρούς και τόπους· και ο μεν γεωργός μοχθεί λίαν και σκορπίζει το γέννημα εις την γην, θαρρών να το δεκαπλασιάση, πολλάκις δε δεν απολαμβάνει ουδέ τον σπόρον του· και πάλιν ο έμπορος δαπανά τα χρήματά του και επιβαίνει εις το πλοίον να ταξιδεύση, δια να δυνηθή να διπλασιάση τα χρήματα και πολλάκις ο κακότυχος πίπτει εις ληστάς και λυστεύεται ή κάμνει αβαρίαν και ρίπτει το πράγμα του εις την θάλασσαν, πολλάκις δε χάνει και την ζωήν του παντελώς· ο δε στρατιώτης υπάγει να πολεμήση τους εχθρούς και αυτός ο άθλιος θανατώνεται· εάν, λέγω, αυτοί παραδίδουσι το σώμα και την ψυχήν εις τόσους κινδύνους δια ρέοντα και μάταια πράγματα, πόσον μάλλον πρέπει να κοπιάσωμεν ημείς οι Χριστιανοί, οίτινες ηξεύρομεν αναμφιβόλως και είμεθα βέβαιοι, ότι έχομεν να κληρονομήσωμεν τόσα αγαθά εις την Βασιλείαν των ουρανών πανευφρόσυνα και αιώνια. Ταύτα γνωρίζοντες τον παλαιόν καιρόν οι άνθρωποι, ως καλοπροαίρετοι και ευγνώμονες εβιάζοντο κατά το δυνατόν να αξιωθώσι ταύτης της μακαριότητος· και άλλοι μεν εδίδοντο εις άκραν άσκησιν και σκληραγωγίαν του σώματος, φεύγοντες τους ανθρώπους και κατοικούντες εις όρη και σπήλαια, μόνοι προς μόνον τον Θεόν προσευχόμενοι. Έτεροι δε πάλιν, θερμότεροι εις την ευσέβειαν και ζηλωταί της αληθούς ημών πίστεως, κατεφρόνουν όχι μόνον τον πλούτον και τα υπάρχοντά των, αλλά και αυτήν την ζωήν των παραδίδοντες εις θάνατον, δια την πολλήν των αγάπην και τον άμετρον έρωτα, τον οποίον είχον προς τον ποθούμενον Χριστόν· όσον δε έβλεπον τους αιμοβόρους τυράννους εφευρίσκοντας κατ’ αυτών διάφορα κολαστήρια, τόσον αυτοί παρρησιάζοντο εθελουσίως προς θάνατον. Το δε θαυμασιώτερον ήτο ότι όχι μόνον άνδρες, τους οποίους βοηθεί και δυναμώνει η φύσις, αλλά και κοράσια τρυφερά δεκαπέντε χρόνων και δώδεκα, από τον άπειρον πόθον τον οποίον είχον και το εγκάρδιον φίλτρον προς τον Νυμφίον τον επουράνιον, ελησμόνουν του θήλεως την χαυνότητα. Δεν επτοούντο βασιλέων και τυράννων θρασύτητα, δεν εσυλλογίζοντο κολαστηρίων δριμύτητα, ούτε ελυπούντο σωματικήν ωραιότητα, αλλ’ απηρνούντο πάσαν απόλαυσιν πρόσκαιρον και σαρκικήν ηδυπάθειαν και έτρεχον εκουσίως εις θάνατον, ηξεύρουσαι ότι δια μέσου τούτου του θανάτου ηξιούντο της αιωνίου ζωής και μακαριότητος και μάλιστα αύτη η σήμερον παρ’ ημών χαρμονικώς εορταζομένη και προκειμένη εις έπαινον, η όντως ωραία και πάγκαλος νύμφη του επουρανίου Βασιλέως Χριστού, η πάσας τας λοιπάς υπερβαίνουσα εις σοφίαν και ωραιότητα και εις άλλα πολλά αξιώματα, η βασιλίς Αικατερίνα, η περίφημος όντως και πάνσοφος. Αύτη η αοίδιμος ήτο θυγάτηρ του πρώην βασιλίσκου της Αλεξανδρείας Κώνστα (ή Κέστου) υψηλού αναστήματος, πολλά ωραία και εις το κάλλος αμίμητος, εκπαιδευθείσα εις πάσαν Ελληνικήν παιδείαν, και μαθούσα όλους τους ποιητάς, Όμηρον, Βιργίλιον, Αριστοτέλην και Πλάτωνα· όχι δε μόνον τους φιλοσόφους, αλλά και τας βίβλους των ιατρών Ασκληπιού, Ιπποκράτους και Γαληνού και απλώς ειπείν όλην την Ρητορικήν και Λογικήν και πάσαν λέξιν και γλώσσαν έμαθεν, ώστε όλοι εθαύμαζον την σοφίαν της, όχι μόνον οι ορώντες αλλά και οι εξ ακοής εξεπλήττοντο. Πολλοί πλουσιώτατοι άρχοντες της συγκλήτου εζήτησαν αυτήν εις γάμον από την μητέρα της, η οποία ήτο κεκρυμμένη Χριστιανή δια τον μέγαν διωγμόν, τον οποίον εκίνησε τον καιρόν εκείνον κατά των πιστών ο Μαξιμιανός. Οι δε συγγενείς και η μήτηρ αυτής την συνεβούλευον να υπανδρευθή δια να μη υπάγη η βασιλεία του πατρός της εις αλλότριον άνθρωπον και την αποξενωθώσιν ολοτελώς. Η δε Αικατερίνα ηγάπα την παρθενίαν κατά πολλά ως φιλόσοφος, και προφασιζομένη διαφόρους αιτίας έλεγεν, ότι δεν επεθύμει ουδόλως να υπανδρευθή. Όταν όμως είδεν ότι της έδιδον περί τούτου πολλήν ενόχλησιν, είπεν εις αυτούς, δια να μη την πειράζωσιν· «Εύρετε ένα νέον να είναι όμοιός μου εις τα τέσσαρα χαρίσματα, κατά τα οποία ομολογείτε ότι υπερβαίνω τας λοιπάς νεάνιδας, και τότε να τον λάβω σύζυγον, διότι δεν καταδέχομαι να λάβω αναξιώτερόν μου και ευτελέστερον. Ερευνήσατε λοιπόν πανταχού εάν υπάρχη τις όμοιός μου εις την ευγένειαν, εις τον πλούτον, εις την σοφίαν και την ωραιότητα· ει δε και του λείπει από ταύτα κανέν χάρισμα, δεν είναι άξιος δι’ εμέ». Γνωρίζοντες αυτοί ότι ήτο αδύνατον να ευρεθή τοιούτος άνθρωπος, απεκρίθησαν ότι ο υιός του βασιλέως της Ρώμης και άλλοι τινές ήσαν ευγενείς και πλουσιώτεροι από ταύτην, μόνον εις την σοφίαν και ωραιότητα δεν ωμοίαζον. Η δε έλεγεν, ότι δεν κατεδέχετο να λάβη άνδρα κανένα αγράμματον. Η δε μήτηρ αυτής είχε πνευματικόν ένα αγιώτατον άνθρωπον, όστις ήτο κεκρυμμένος έξω της πόλεως. Έλαβε λοιπόν την Αικατερίναν και επήγαν εις αυτόν να συμβουλευθώσιν. Ο δε Ασκητής, βλέπων την ευταξίαν της κόρης και ακούων αυτής τα γνωστικά και μέτρια λόγια, έβαλε κατά νουν να την ελκύση προς επίγνωσιν του ουρανίου Βασιλέως Χριστού και της λέγει· «Γνωρίζω ένα θαυμάσιον άνθρωπον, όστις σε υπερβαίνει ασυγκρίτως εις όλα τα χαρίσματα, τα οποία είπες και έτερα αναρίθμητα. Η ωραιότης αυτού υπερνικά εις την λάμψιν τον ήλιον· η σοφία του κυβερνά όλα τα αισθητά και νοούμενα κτίσματα· ο πλούτος των θησαυρών αυτού διαμερίζεται εις όλον τον κόσμον και ποτέ δεν ολιγοστεύει, αλλά μάλλον αυξάνει διαδιδόμενος· η ευγένειά του είναι άρρητος, ανεκλάλητος, ασύλληπτος και ακατανόητος». Αυτά και έτερα πλείονα είπεν ο Ασκητής, η δε κόρη ενόμισεν ότι δι’ επίγειον τινα άρχοντα έλεγεν· όθεν ηλλοιώθη την όψιν και την καρδίαν και ηρώτα καταλεπτώς εάν ήσαν αληθινά όλα τα εγκώμια και οι έπαινοι, τους οποίους είπε δια τον ρηθέντα άνθρωπον. Ο δε εβεβαίωνε τα λαληθέντα διηγούμενος και τας λοιπάς αυτού Χάριτας. Λέγει προς αυτόν η κόρη· «Τίνος είναι υιός ο τοσούτον παρά σου ευφημούμενος;» Ο δε απεκρίνατο· «Ούτος δεν έχει πατέρα επί της γης, αλλά εγεννήθη αφράστως και υπέρ φύσιν από μίαν ευγενεστάτην Υπεραγίαν Κεχαριτωμένην Παρθένον, ήτις ηξιώθη δια την υπερβάλλουσαν αυτής αγιότητα και έμεινεν αθάνατος ψυχή τε και σώματι, αναληφθείσα υπεράνω των ουρανών και προσκυνείται υπό πάντων των Αγίων Αγγέλων, ως Βασίλισσα πάσης της κτίσεως». Λέγει πάλιν η Αικατερίνα· «Είναι δυνατόν, να ίδω τον νέον αυτόν περί του οποίου διηγείσαι τόσα θαυμάσια;» Απεκρίθη ο Γέρων· «Εάν κάμης καθώς θα σου είπω, θέλεις αξιωθή να ίδης το υπέρλαμπρον αυτού και πάμφωτον πρόσωπον». Η δε είπε προς αυτόν· «Σε βλέπω άνθρωπον γνωστικόν και σεβάσμιον γέροντα, πιστεύω δε ότι δεν ψεύδεσαι εις όσα μου είπες. Λοιπόν έτοιμος είμαι να τελέσω πάντα τα παρά σου προσταττόμενα». Τότε ο Ασκητής έδωσεν εις αυτήν Εικόνα τινά, εις την οποίαν ήσαν ιστορημένη η Παναγία Θεοτόκος, έχουσα το θείον Βρέφος εις τας αγκάλας, και της λέγει· «Αυτή είναι η αειπάρθενος Μήτηρ εκείνου περί του οποίου σου είπα τοιαύτα θαυμάσια. Λάβε λοιπόν αυτήν εις τον οίκον σου και αφού κλείσης την θύραν του κοιτώνος σου, κάμε προσευχήν ολονύκτιον με ευλάβειαν προς αυτήν, ήτις ονομάζεται Μαρία και παρακάλεσέ Την να καταδεχθή να σου δείξη τον Υιόν αυτής και ελπίζω, ότι, εάν δεηθής μετά πίστεως, θέλει σου επακούσει, να ίδης εκείνον τον οποίον ποθεί η ψυχή σου». Η κόρη λοιπόν, λαβούσα την ιεράν Εικόνα, απήλθεν εις το παλάτιον και την νύκτα εκλείσθη μόνη εις τον θάλαμόν της, καθώς ο Γέρων την ωδήγησε. Προσευχομένη δε από τον κόπον ύπνωσε και βλέπει εις το όραμά της την Βασίλισσαν των Αγγέλων, καθώς ήτο ιστορημένη με το Άγιον Βρέφος, το οποίον ηκτινοβόλει υπέρ τον ήλιον. Αλλ’ έστρεφε προς την Μητέρα του το πρόσωπον· όθεν η κόρη έβλεπε τα τούτου οπίσθια· και ποθούσα να το ίδη απ’ έμπροσθεν, απήλθεν από το έτερον μέρος· ο δε Χριστός έστρεφε πάλιν εκείθεν το πρόσωπον. Τούτου γενομένου τρισσώς, ακούει την Παναγίαν και έλεγε ταύτα· «Κύτταξε, τέκνον, την δούλην σου Αικατερίνα, πόσον είναι ωραία και πάγκαλος». Ο δε απεκρίνατο· «Μάλιστα είναι ζοφώδης και άσχημος τόσον ώστε δεν δύναμαι ποσώς να την ίδω». Λέγει η Θεοτόκος· «Δεν είναι πάνσοφος υπέρ πάντας τους ρήτορας, πλουσία και ευγενής υπέρ τας νεάνιδας πασών των πόλεων;» Ο δε Χριστός απεκρίνατο· «Μάλιστα σοι λέγω, Μήτερ μου, ότι είναι αμαθής, πένης και τοσούτον ευκαταφρόνητος, εν όσω ευρίσκεται εις τοιαύτην κατάστασιν, ώστε δεν καταδέχομαι να με ίδη εις το πρόσωπον». Η δε είπε προς αυτόν· «Δέομαί σου, γλυκύτατον Τέκνον μου, μη καταφρονήσης το πλάσμα σου, αλλά νουθέτησον και ωδήγησον αυτήν τι να πράξη, δια να απολαύση την δόξαν σου, και να ίδη το υπέρλαμπρον και παμπόθητον πρόσωπόν σου, το οποίον επιθυμούσι να βλέπουν οι Άγγελοι». Ο δε Χριστός απεκρίνατο· «Ας υπάγη εις τον Γέροντα, ο οποίος της έδωσε την Εικόνα, και ό,τι την συμβουλεύση, ας κάμη· και τότε θέλει με ίδει, να λάβη πολλήν αγαλλίασιν και ωφέλειαν». Ταύτα ιδούσα η κόρη εξύπνησε και θαυμάζουσα την οπτασίαν αυτήν, απήλθε το πρωϊ με ολίγας γυναίκας εις το κελλίον του Γέροντος και πίπτουσα μετά δακρύων εις τους πόδας αυτού, διηγήθη τα οραθέντα και παρεκάλει μετά δεήσεως να την νουθετήση τι να πράξη, δια να απολαύση τον ποθούμενον. Ο δε Όσιος της διηγήθη καταλεπτώς πάντα τα Μυστήρια της αληθούς ημών Πίστεως, αρχίζων από την κοσμοποιϊαν και πλάσιν του προπάτορος, έως την τελευταίαν έλευσιν του Δεσπότου Χριστού και περί της ανεκλαλήτου δόξης του Παραδείσου και της πανωδύνου και ατελευτήτου κολάσεως και την κατήχησεν ικανώς, ώστε έμαθεν εις ολίγον διάστημα πάσαν την ακρίβειαν της πίστεως, ως εγγράμματος και πάνσοφος· όθεν πιστεύσασα εξ όλης καρδίας, έλαβε παρ’ αυτού το άγιον Βάπτισμα. Έπειτα της παρήγγειλε να δεηθή πάλιν μετά πόθου πολλού της Υπεραγίας Θεοτόκου, να της εμφανισθή ως το πρότερον. Εκδυθείσα λοιπόν η Αγία τον παλαιόν άνθρωπον και ενδεδυμένη στολήν θεοϋφαντον, απήλθεν εις τα ανάκτορα και την νύκτα όλην εδέετο νήστις και μετά δακρύων προσηύχετο, έως ου πάλιν ύπνωσε και τότε βλέπει την ουράνιον Άνασσαν με το θείον Βρέφος, το οποίον εκύτταζε την Αικατερίναν με πολλήν ιλαρότητα. Και η μεν Θεομήτωρ ηρώτησε τον Δεσπότην, εάν του ήρεσκεν η Παρθένος. Ο δε απεκρίνατο· «Τώρα έγινε λελαμπρυσμένη και ένδοξος η πρώην ζοφώδης και άσχημος· η πένης και άγνωστος εγένετο πλουσία και πάνσοφος, η καταφρονημένη και άσημος έγινεν ευγενής και περίφημος και τοσούτων αγαθών και χαρίτων είναι εμπεπλησμένη και τόσον την ευνοώ, ώστε στέργω να την μνηστευθώ δια νύμφην μου άφθορον». Τότε η Αικατερίνα έπεσε κατά γης με δάκρυα λέγουσα· «Δεν είμαι αξία, Υπερένδοξε Δέσποτα, να βλέπω την Βασιλείαν σου, αλλά αξίωσόν με να συναριθμηθώ με τους δούλους σου». Η δε Θεοτόκος έλαβε την δεξιάν χείρα της κόρης και λέγει προς αυτόν· «Δος της δια αρραβώνα, Τέκνον μου, δακτυλίδιον να την νυμφευθής, δια να την αξιώσης της Βασιλείας σου». Τότε ο Δεσπότης Χριστός της έδωκεν εν δακτυλίδιον ωραιότατον, λέγων ταύτα· «Ιδού σήμερον σε λαμβάνω δια νύμφην μου άφθορον και αιώνιον και φύλαξον ακριβώς την συμφωνίαν ταύτην, να μη λάβης ποσώς άλλον νυμφίον επίγειον». Ταύτα είπε και έλαβε τέλος η όρασις, εγερθείσα δε η κόρη βλέπει κατά αλήθειαν εις την δεξιάν της το δακτυλίδιον και τότε ηχμαλωτίσθη η καρδία της εις τον θείον έρωτα του Δεσπότου Χριστού. Ο δε παράνομος βασιλεύς, έχων ζήλον πολύν και ανείκαστον εις τους αναισθήτους θεούς, ο αναισθητότερος τούτων και αλογώτερος, έστειλεν εις τας πόλεις και χώρας της βασιλείας του πρόσταγμα, γράφων μεταξύ άλλων και ταύτα· «Εγώ ο βασιλεύς χαιρετώ όλους εκείνους, οίτινες είναι υπό την εξουσίαν μου και προστάσσω να συναχθήτε όλοι το γρηγορώτερον εις τα βασίλεια να τιμήσωμεν αξίως τους μεγάλους θεούς, δεικνύοντες προς αυτούς ευγνωμοσύνην την πρέπουσαν και προσφέροντες τούτοις θυσίας έκαστος όσον δύναται, επειδή και μας έκαμαν πολλάς ευεργεσίας και χάριτας. Όστις δε καταφρονήση τούτο μου το πρόσταγμα και τολμήση να προσκυνήση άλλον Θεόν, θέλει λάβει από ημάς πολλάς ζημίας και διάφορα κολαστήρια». Αφού έφθασαν εις πάσας τας πόλεις τα τοιαύτα προστάγματα, συνηθροίσθη πλήθος λαού αναρίθμητον φέροντες έκαστος κατά το δυνατόν, έτερος βόας και άλλος πρόβατα, οι δε πτωχοί πετεινά και έτερα όμοια. Όταν δε ήλθεν η ημέρα της βδελυράς αυτής πανηγύρεως, εθυσίασεν ο ασεβής βασιλεύς ταύρους εκατόν και τριάκοντα, οι δε λοιποί ηγεμόνες και άρχοντες ολιγωτέρους και απλώς έκαστος προσέφερεν εις θυσίαν αναλόγως της δυνάμεώς του, δια να δείξουν ευγνωμοσύνην προς αυτόν και σεβασμόν προς τους ανοσίους θεούς των. Επλήσθη λοιπόν όλη η πόλις από τας φωνάς των σφαγέντων ζώων και από την κνίσσαν των θυσιών, ώστε ήτο πανταχού μεγάλη στενοχωρία και σύγχυσις. Βλέπουσα η ευλαβής και περικαλλεστάτη Αικατερίνα το χαλεπώτατον ναυάγιον, εις το οποίον είχον περιπέσει οι άνθρωποι και έτρεχον βιαίως εις την ασέβειαν, δια να φύγουν δε θάνατον πρόσκαιρον επρόδιδαν την ψυχήν των εις τον αιώνιον, επλήγη δεινώς την καρδίαν, συμπονούσα την απώλειαν αυτών και συμπάσχουσα. Όθεν εκινήθη από ζήλον ένθεον και λαβούσα εις την συνοδείαν αυτής ολίγους δούλους, επήγεν εις τον ναόν, εις τον οποίον ετέλουν την θυσίαν οι άφρονες· και ως εσταμάτησεν εις την θύραν, είλκυσε τα βλέμματα όλων προς το αμήχανον κάλλος αυτής, το οποίον εμαρτύρει και την ένδοθεν ωραιότητα. Διεμήνυσε τότε εις τον βασιλέα, ότι έχεινα του είπη λόγον αναγκαίας τινός υποθέσεως, εκείνος δε προσέταξε να εισέλθη. Τότε η πάγκαλος Αικατερίνα ήλθεν έμπροσθεν του βασιλέως και πρώτον μεν υπεκλίθη, έπειτα είπε προς αυτόν ευθαρσώς και ατρομήτως· «Έπρεπεν εις σε, ω βασιλεύ, και πρότερον να γνωρίσης την πλάνην, την οποίαν έχετε, λατρεύοντες ως θεούς είδωλα φθαρτά και αναίσθητα, ότι εντροπή σας μεγάλη είναι να είσθε τόσον φανερά τυφλοί εις την αλήθειαν, προσκυνούντες, ως ανόητοι, τοιαύτα βδελύγματα· τουλάχιστον τον σοφόν σου Διόδωρον δεν πιστεύεις, όστις λέγει, ότι ήσαν άνθρωποι οι θεοί σας και ετελείωσαν τον βίον ελεεινώς, αλλά δια τινας πράξεις, τας οποίας ετέλεσαν, ήτοι ανδρείας ή λόγω ετέρου τινός κατορθώματος, τους ωνόμασαν αθανάτους, ως ανόητοι και με στήλας και είδωλα και όμοια τουτους ετίμησαν; Οι δε μεταγενέστεροι, μη ηξεύροντες την γνώμην των προγόνων αυτών, ότι μόνον προς ενθύμησιν τους έστησαν ανδριάντας, αλλά νομίζοντες ότι είναι πράγμα ευσεβές και δίκαιον, τους προσεκύνουν ως θεούς. Ακόμη δε και ο Χαιρωνεύς Πλούταρχος μέμφεται και καταφρονεί όσους επλανήθησαν και σέβονται τοιαύτα αγάλματα. Τούτων των διδασκάλων έπρεπε να πιστεύσης, ω βασιλεύ, και να μη είσαι αιτία της απωλείας τοσούτων ψυχών, δια τας οποίας θέλεις κληρονομήσει ατελεύτητον κόλασιν. Ένας είναι ο αληθής Θεός, Αϊδιος, Προάναρχος και Αθάνατος, όστις ύστερον έγινε δια την σωτηρίαν μας άνθρωπος. Δια τούτου οι βασιλείς βασιλεύουσιν, αι επαρχίαι κυβερνώνται, τα στοιχεία και όλος ο κόσμος συνίστανται και πάντα τα κτίσματα εκτίσθησαν με ένα του λόγον και διαμένουσιν. Ούτος ο παντοδύναμος και πανάγαθος Θεός δεν έχει ανάγκην από τοιαύτας θυσίας, ουδέ ευφραίνεται εις τας σφαγάς των ανευθύνων ζώων, τα οποία δεν έπταισαν, αλλά μόνον προστάσσει να φυλάττωμεν τας εντολάς του απαρασάλευτα». Ταύτα ακούσας ο παράνομος βασιλεύς εθυμώθη πολύ και έμεινεν άφωνος ώραν πολλήν· έπειτα, μη δυνάμενος να εναντιωθή εις τα λόγια αυτής, απεκρίνατο· «Άφες με να τελειώσωμεν την θυσίαν και τότε θέλομεν ακούσει τους λόγους σου καλύτερα». Αφού δε ετέλεσε την βδελυράν του πανήγυριν, προστάσσει να φέρουν την Αγίαν εις τα βασίλεια, και τότε λέγει προς αυτήν· «Ειπέ μας, ποία είσαι και τίνες ήσαν οι λόγοι, τους οποίους έλεγες προς ημάς;» Η δε απεκρίνατο· «Εγώ είμαι θυγάτηρ του βασιλίσκου Κώνστα. Καλούμαι Αικατερίνα, είμαι πεπαιδευμένη εις όλας τας επιστήμας των γραμμάτων, Ρητορικήν, Φιλοσοφίαν, Γεωμετρίαν και τας λοιπάς· αλλά ταύτα πάντα, ως μάταια και ανωφελή κατεφρόνησα και ήλθον να γίνω νύμφη του Δεσπότου Χριστού, όστις λέγει ταύτα δια του Προφήτου αυτού· «Απολώ την σοφίαν των σοφών και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω» (Ησαϊα κθ:14). Ο δε βασιλεύς, θαυμάζων την σοφίαν αυτής και βλέπων τόσον κάλλος και ωραιότητα, ενόμισεν ότι δεν ήτο γεννημένη εις την γην από γονείς θνητούς, αλλά καμμία θεά απ’ εκείνας τας οποίας αυτός εσέβετο και διελέγετο προς αυτόν με σχήμα ανθρώπινον. Επειδή λοιπόν ο βασιλεύς εφανέρωσε την γνώμην του ταύτην, του απεκρίθη η μακαρία λέγουσα· «Αληθώς είπας, ω βασιλεύ, διότι ονομάζεις θεούς τους δαίμονας, οίτινες σας δεικνύουν διάφορα φαντάσματα και πλανώντες σας παρακινούν εις ασέλγειαν και ετέρας ατόπους επιθυμίας. Εγώ δε είμαι γη και πηλός και με έπλασεν ο Θεός εις μορφήν τοιαύτην και με ετίμησε με το κατ’ εικόνα αυτού και ομοίωσιν και από τούτο πρέπει να θαυμάζεται μάλιστα η σοφία του πλάσαντος, επειδή εις τόσον ευτελή ύλην του πηλού ηδυνήθη να δώση τόσην ευμορφίαν και ωραιότητα». Εις ταύτα απήντησεν ο βασιλεύς, λέγων· «Μη λέγης κακόν δια τους θεούς, οίτινες έχουν δόξαν αθάνατον». Και η Μάρτυς ανταπεκρίνατο· «Εάν θέλης να αποτινάξης ολίγον την αχλύν και τον σκοτισμόν της απάτης, θέλεις γνωρίσει την των θεών σου ευτέλειαν και θα καταλάβης τον αληθή Θεόν, του οποίου το θαυμάσιον Όνομα μόνον λαλούμενον ή και ο Σταυρός αυτού εις τον αέρα τυπούμενος, διώκει τους θεούς σου και αφανίζει αυτούς και εάν ορίζης, θέλω σου αποδείξει φανερά την αλήθειαν». Ο δε βασιλεύς, ιδών την ελευθερίαν της Αγίας, δεν ηθέλησε να διαλεχθώσι, φοβούμενος μήπως και τον νικήση με αποδείξεις και καταισχυνθή, αλλ’ είπε ταύτα προφασιζόμενος· «Απρεπές είναι να διαλέγεται ο βασιλεύς με γυναίκας, θέλω όμως συνάξει τους σοφούς των ρητόρων μου, και τότε θα καταλάβης την ασθένειαν των προβλημάτων σου και γνωρίζουσα το συμφέρον σου, να πιστεύσης εις τα ημέτερα δόγματα». Ταύτα είπεν ο βασιλεύς και προστάσσων να φυλάττωσιν ακριβώς την Μάρτυρα, έστειλεν επιστολήν εις όλας τας πόλεις της εξουσίας αυτού περιέχουσαν ταύτα· «Εγώ ο βασιλεύς χαιρετώ όλους τους σοφούς και τους ρήτορας των Ελλήνων και σας παρακαλώ να έλθετε προς με ταχέως, ίνα επικαλεσάμενοι τον σοφώτατον θεόν Ερμήν και δια της εξόχου γνώσεώς σας αποστομώσετε εν σοφώτατον γύναιον, όπερ ενεφανίσθη τας ημέρας ταύτας και χλευάζει τους μεγάλους θεούς, ονομάζουσα τας πράξεις αυτών μύθους και φλυαρήματα και ούτω θέλετε δείξει την πάτριόν σας σοφίαν, να θαυμαστωθήτε εις τους ανθρώπους και παρ’ εμού να λάβετε πολλάς αμοιβάς». Συνήχθησαν λοιπόν οι εκλεκτότεροι και σοφώτεροι ρήτορες, τον αριθμόν εκατόν πεντήκοντα, οξείς εις το νοήσαι και εις το λαλείν ικανώτατοι, προς τους οποίους είπε ταύτα ο βασιλεύς· «Ετοιμασθήτε επιμελέστατα να αγωνισθήτε ανδρείως και μη αμελήσετε, θαρρούντες ότιμε γυναίκα έχετε την διάλεξιν· αλλ’ ώσπερ να είχατε ανταγωνιστήν ανδρειότατον και τον σοφώτερον ρήτορα, ούτω βάλετε όλην την σπουδήν και δείξατε την σοφίαν σας, ότι καθώς εγώ ακριβώς την εγνώρισα, υπερβαίνει εις την σοφίαν και αυτόν τον θαυμάσιον Πλάτωνα. Λοιπόν παρακαλώ σας, ώσπερ να είχετε αυτόν εκείνον ανταγωνιστήν, τόσην επιμέλειαν και προσοχήν επιδείξατε. Εάν νικήσητε, θα σας δώσω μεγάλα χαρίσματα· αν δε ηττηθήτε, θέλετε λάβει αισχύνην ανείκαστον και επονείδιστον θάνατον». Ταύτα ειπόντος του βασιλέως, απεκρίθη εις ρήτωρ, ο των άλλων επιφανέστερος, λέγων· «Εάν είναι και η φρονιμωτέρα γυνή, ω βασιλεύ, και η φιλοσοφωτέρα, δεν θέλει δυνηθή να συζητήση μεθ’ ημών· πρόσταξον λοιπόν να έλθη και τότε θα ίδης την αλήθειαν». Ακούσας ο βασιλεύς τον ρήτορα ούτω καυχώμενον, ενεπλήσθη όλος ηδονής και φαιδρότητος, ελπίζων ο μάταιος να νικήση η θρασεία και ακόλαστος γλώσσα την της φιλοσοφίας και Χάριτος θείας γέμουσαν. Λοιπόν κελεύει να φέρουν την Μάρτυρα, ήσαν δε συνηγμένοι πλήθος πολύ εις το θέατρον, να ίδουν το αποβησόμενον. Αλλά πριν φθάσουν οι απεσταλμένοι εις την Αγίαν, ήλθεν ουρανόθεν Μιχαήλ ο Αρχάγγελος και λέγει προς αυτήν· «Μη φοβού η παις του Κυρίου. Διότι ιδού ο Κύριος θάλει σου δώσει σοφίαν εις την σοφίαν σου, να νικήσης τους εκατόν πεντήκοντα ρήτορας και όχι μόνον αυτοί, αλλά και άλλοι πολλοί θα πιστεύσωσι δια σου, ίνα λάβητε πάντες του Μαρτυρίου τον στέφανον». Λαβόντες λοιπόν την Αγίαν οι απεσταλμένοι επήγαν εις τα βασίλεια και ευθύς ο υπερήφανος εκείνος ρήτωρ είπε ταύτα με σοβαρόν πρόσωπον φθεγγόμενος· «Συ είσαι, ήτις υβρίζεις τους θεούς μας τοσούτον αναίσχυντα;» Η δε Αγία απεκρίθη προς αυτόν με πραότητα· «Εγώ είμαι, πλην ουχί αναισχύντως, καθώς είπες, και τολμηρώς, αλλά ηπίως και φιλαλήθως μάλιστα». Λέγει ο ρήτωρ· «Ενώ οι μεγάλοι ποιηταί τους ονομάζουσιν υψηλούς, συ, ήτις εδοκίμασες την σοφίαν αυτών και εκοινώνησες τόσης γλυκύτητος, τολμάς και κινείς κατ’ αυτών την γλώσσαβ με τόσην θρασύτητα;» Η δε απεκρίνατο· «Την μεν σοφίαν δωρεάν έχω από τον Θεόν μου, όστις είναι η Σοφία και η Ζωή, ο δε φοβούμενος αυτόν και φυλάττων τα θεία αυτού προστάγματα είναι όντως φιλόσοφος· τα έργα όμως των θεών σας και αι περί αυτών διηγήσεις είναι άξια ψόγου, πλήρη απάτης και καταγέλαστα· πλην ειπέ μας, πως και ποίος από τους μεγάλους σου ποιητάς επωνόμασεν αυτούς θεούς;» Ο δε ρήτωρ είπε· «Πρώτον μεν ο σοφώτατος Όμηρος, επευχόμενος προς τον Δία λέγει· «Ζεύ κύδιστε, μέγιστε» και αθάνατοι θεοί άλλοι. Και ο περίβλεπτος Ορφεύς εις την θεογονίαν αυτού λέγει ταύτα, ευχαριστών τον Απόλλωνα· «Ω άνα, Λητούς υιέ εκατηβόλε, Φοίβε κραταιέ, πανδερκές, θνητοίς και αθανάτοισιν ανάσσων. Ηέλιε χρυσέοισιν αειρόμενε πτερύγεσιν». Ούτω λοιπόν οι πρώτοι των ποιητών και κράτιστοι ετίμων αυτούς και τους εκάλουν θεούς αθανάτους. Μη απατάσαι λοιπόν, συ η πάνσοφος, να προσκυνής τον Εσταυρωμένον, τον οποίον ουδείς ποιητής Θεόν ωνόμασεν». Εις τους λόγους τούτους του ρήτορος απεκρίθη η Αγία λέγουσα· «Αυτός ο Όμηρος λέγει πάλιν εις άλλον τόπον δια τον μέγιστόν σου θεόν Δία, ότι είναι ψεύστης, απατεών, πανούργος και σκολιώτατος, και ότι ήθελαν να τον δέσουν η Ήρα, ο Ποσειδών και η Αθηνά, εάν δεν έφευγε να κρυφθή· ομοίως φαίνονται και άλλα όμοια εις καταφρόνησιν των θεών σας. Επειδή δε τον Εσταυρωμένον είπες, ότι δεν τον λέγει τις παλαιός διδάσκαλος, ούτε τον ομολογεί Θεόν, έπρεπε να μη περιεργαζώμεθα, ούτε να πολυπραγμονώμεν περί αυτού, όστις είναι Θεός αληθής ουρανού και γης, θαλάσσης, ηλίου, σελήνης και πάσης κτίσεως και παντός του ανθρωπίνου γένους Δημιουργός, ακατάληπτος, αδιανόητος, ανεξιχνίαστός τε και άρρητος. Αλλά προς αληθεστέραν πίστωσιν, άκουσον τι λέγει περί αυτού η σοφωτάτη Σίβυλλά σας, μαρτυρούσα αυτού την ένθεον Σάρκωσιν και την σωτήριον Σταύρωσιν· «Οψέποτέ τις επί την πολυσχιδή ταύτην ελάσειε γην και δίχα σφάλματος γενήσεται Σάρξ· ακαμάτοις δε θεότητος όροις ανιάτων παθών λύσει φθοράν. Και τούτω φθόνος γενήσεται εξ απίστου λαού και εις ύψος κρεμασθήσεται, ως θανάτου κατάδικος». Άκουσον δε και τον αψευδή σου Απόλλωνα, ότι και χωρίς να θέλη ωμολόγησε τον Χριστόν Θεόν απαθή, βιαζόμενος υπό της δυνάμεως αυτού· «Εις με, φησί, βιάζεται ουράνιος, ος εστι φως τριλαμπές. Ο δε παθών Θεός εστι. Και ου Θεότης πάθεν αυτή. Άμφω γαρ βροτόσωμος και άμβροτος. Αυτός ήδη Θεός και Ανήρ. Πάντα φέρων εκ θνητής, Σταυρόν, ύβριν, ταφήν» και τα λοιπά. Ταύτα είπεν ο Απόλλων δια τον όντως Θεόν, ο οποίος είναι συνάναρχος και συναϊδιος με τον γεγενηκότα, αρχή και ρίζα και πηγή των αγαθών απάντων». «Ο αληθής ούτος Θεός, συνέχισε λέγουσα η Αγία, εδημιούργησε τον κόσμον εκ του μη όντος εις το είναι, και διακρατεί και συνέχει αυτόν. Ομοούσιος δε υπάρχων τω Πατρί, γέγονεν άνθρωπος δι’ ημάς και περιεπάτει την γην, νουθετών, διδάσκων και πάντα πραγματευόμενος δι’ ημάς. Είτα και θάνατον καταδέχεται δι’ ημάς τους αγνώμονας, δια να λύση την πρώτην καταδίκην, να λάβωμεν την αρχαίαν απόλαυσιν και μακαριότητα και ούτως ανοίγονται πάλιν εις ημάς αι πύλαι του Παραδείσου, τας οποίας κακώς απεκλείσαμεν· και αναστάς τριήμερος ανήλθεν εις ουρανούς, όθεν και κατήλθεν. Απέστειλεν εις τους Μαθητάς το Πνεύμα το Άγιον, τους οποίους έπεμψεν εις όλον τον κόσμον και εκήρυξαν αυτού την Θεότητα, δια να λυτρώσουν τας ψυχάς από την πλάνην της απιστίας· ταύτα πρέπει και συ να πιστεύσης, φιλόσοφε, να γνωρίσης τον αληθή Θεόν, να γίνης δούλος του, εάν ποθής το συμφέρον σου, όστις είναι ελεήμων και εύσπλαγχνος και προσκαλεί τους αμαρτήσαντας λέγων· «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ.ια:28). Πίστευσον λοιπόν καν τους ποιητάς και θεούς σας, του Πλάτωνος, λέγω, Ορφέως τε και Απόλλωνος, οι οποίοι καθαρά και σαφέστατα, ει και άκοντες, Θεόν αυτόν ωμολόγησαν, το οποίον αυτός ο παντοδύναμος και αληθής Θεός ωκονόμησε, δια να μη έχετε εις τούτο καμμίαν πρόφασιν». Αυτά και έτερα πλείονα λέγουσα η πάνσοφος και πάγκαλος ρήτωρ (τα οποία αφήνω δια βραχύτητα) κατέπληξε τον φιλόσοφον, όστις έμεινεν άφωνος και δεν ηδύνατο να λαλήση το σύνολον. Ο δε βασιλεύς, ιδών αυτόν ούτως ηττηθέντα και καταπλαγέντα, προσέταξε τους επιλοίπους να διαλεχθούν με την Μάρτυρα. Οι δε παραιτούνται του αγώνος λέγοντες· «Δεν δυνάμεθα να αντισταθώμεν εις την αλήθειαν, βλέποντες μάλιστα νενικημένον τον προεστώτα μας». Τότε ο βασιλεύς θυμωθείς προστάσσει να άψουν πυρκαϊάν εις το μέσον της πόλεως, να καύσουν τους ρήτορας, οίτινες ακούσαντες την απόφασιν έπεσον εις τους πόδας της Αγίας δεόμενοι να τους συγχωρήση ο Κύριος όσα εν αγνοία ημάρτησαν και να αξιωθούν του αγίου Βαπτίσματος και της δωρεάς του Παναγίου Πνεύματος. Η δε Αγία, εμπλησθείσα ηδονής και αγαλλιάσεως, είπε προς αυτούς· «Όντως μακάριοι και καλότυχοι είσθε, ότι το σκότος αφήκατε και εις το φως της αληθείας ηκολουθήσατε και φθειρόμενον επί γης βασιλέα καταλιπόντες, προσήλθετε εις τον άφθαρτον και ουράνιον. Μη έχετε ανφιβολίαν εις τούτο, διότι το πυρ, δια του οποίου σας φοβερίζουν οι ασεβείς, θέλει σας γίνει Βάπτισμα και κλίμαξ ουράνιος, να καθαρίση πάσαν κηλίδα και ρύπον ψυχής τε και σώματος και ως αστέρας φαεινούς να σας υπάγη εις τον Βασιλέα εκείνον, να σας κάμη φίλους ηγαπημένους του». Ταύτα λέγουσα η Αγία παρεκίνησεν αυτούς με τοιαύτας ελπίδας και τους εσφράγισεν όλους ένα έκαστον χωριστά με το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις το μέτωπον και μετ’ ευχαριστίας και αγαλλιάσεως απέστειλεν αυτούς εις το Μαρτύριον. Έρριψαν δε οι στρατιώται αυτούς εις την πυράν χαίροντες τη ιζ΄ (17) του Νοεμβρίου μηνός. Το δε εσπέρας επήγαν τινές ευσεβείς και φιλόχριστοι να συνάξουν τα λείψανα, και εύρον αυτά όλα σώα και ακέραια και μήτε θρίξ υπό του πυρός κατεκαύθη. Τούτο πρώτον σημείον της προς Θεόν αυτών φιλίας και οικειώσεως. Ευχαριστήσαντες λοιπόν τον Θεόν πρεπόντως και επιστρέψαντες πολλούς προς επίγνωσιν της αληθείας με την θαυματουργίαν ταύτην, λαμπρώς αυτά και οσίως εις τόπον αρμόδιον ενεταφίασαν. Ο δε βασιλεύς είχεν όλην του την φροντίδα εις την Αγίαν και μη δυνάμενος με συλλογισμούς φιλοσοφίας να νικήση αυτήν, επεχείρει με κολακείας και πανουργεύματα να επιτύχη τούτο λέγων· «Υπάκουσόν μου, καλή θύγατερ, ότι ως φιλόστοργος πατήρ σου σε συμβουλεύω να προσκυνήσης τους μεγάλους θεούς, και μάλιστα τον μουσικόν Ερμήν, όστις σε εστόλισε με τοσαύτα της φιλοσοφίας χαρίσματα, και θέλω σου δώσει (μάρτυρες οι θεοί πάντες) το ήμισυ μέρος της εξουσίας μου, να κατοικής μετ’ εμού εις τα βασίλεια». Η δε Αγία, ως μεγαλόφρων όπου ήτο και φρόνιμος, ηννόησε την γνώμην αυτού και τα της πανουργίας σοφίσματα και του λέγει· «Ξεσκέπασε, ω βασιλεύ, την σκηνήν και μη υποκρίνεσαι το δολερόν της αλώπεκος, ότι εγώ, καθώς σου είπον το πρότερον, είμαι Χριστιανή και ήλθον να γίνω νύμφη του Χριστού, τον οποίον μόνον έχω Νυμφίον και σύμβουλον, στολήν και κόσμον της παρθενίας μου και ποθώ το μαρτύριον περισσότερον από πάσαν βασιλικήν αλουργίδα και στέφανον». Ο δε βασιλεύς πάλιν, προσποιούμενος ότι φροντίζει δια το συμφέροντης, απεκρίνατο· «Μη με αναγκάσης να υβρίσω παρά την θέλησίν μου την αξίαν σου». Και η Μάρτυς· «Κάμε ό,τι θέλεις, διότι με την πρόσκαιρον αυτήν ατιμίαν θέλεις μου προξενήσει δόξαν αληθή και αθάνατον και θέλει πιστεύσει και πολύ πλήθος ανθρώπων εις τον Χριστόν μου και εξόχως του παλατίου σου, να με προπέμψωσι και αυτοί προς τας ιεράς εκείνας Μονάς με δόξαν πολλήν και μεγαλοπρέπειαν». Ταύτα μεν είπεν η Αγία· ο δε Θεός επένευσεν άνωθεν και ετελειώθη ταύτης η πρόρρησις. Διότι προστάσσει ευθύς ο βασιλεύς να της εκβάλουν την βασιλικήν πορφύραν, και να την δέρουν με νεύρα βοών ανηλεώς. Τούτου δε γενομένου κατά την πρόσταξιν, έδερον την Μάρτυρα επί ώρας δύο δυνατά εις την κοιλίαν και εις την ράχιν ομού τοσούτον, έως ου κατεξέσχισαν άπαν το παρθενικόν εκείνο σώμα, και γέγονεν όλον άσχημον από τας πληγάς, το πρώην ωραίον και πάγκαλον· και τα μεν αίματα έτρεχον κρουνηδόν και εκκοκίνισε το έδαφος, η δε Αγία ίστατο με τόσην ανδρείαν και γενναιότητα, ώστε οι ορώντες εθαύμαζον. Το δε εσπέρας το ανήμερον εκείνο θηρίον εκέλευσε να την φυλακίσουν και να μη της δώσουν βρώσιν ή πόσιν τινά έως ημέρας δώδεκα, να συλλογισθή με ποίον τρόπον κολάσεως να την θανατώση. Η δε Φαυστίνα, η του βασιλέως ομόζυγος, είχεν πόθον πολύν να γνωρισθή με την Αγίαν, διότι την ηγάπησε πολύ, ακούσασα τας αρετάς αυτής και τα ανδραγαθήματα και μάλιστα από εν όνειρον, όπερ είδεν εκείνας τας ημέρας, καθώς κατόπιν θα είπωμεν. Όθεν ετρώθη την καρδίαν τοσούτον εις την αγάπην της, ώστε δεν ηδύνατο να κοιμηθή αν δεν την έβλεπεν. Ευρούσα δε ευκαιρίαν, όταν εξήλθεν ο βασιλεύς από την πόλιν δι΄ αναγκαίαν υπόθεσιν και έκαμεν εις τι χωρίον ολίγας ημέρας, απεφάσισε να πραγματοποιήση το ποθούμενον. Ήτο δε τότε εις μέγας άρχων δυνατός, στρατοπεδάρχης την αξίαν, φίλος μεγάλος του βασιλέως, Πορφυρίων ονομαζόμενος, άνθρωπος πιστός και καλόγνωμος. Εις τούτον ωμολόγησεν η αυγούστα την γνώμην της μυστικά, ταύτα λέγουσα· «Την παρελθούσαν νύκτα είδον εις το όραμά μου την Αικατερίναν, ήτις εκάθητο εν μέσω πολλών νέων και παρθένων ωραίων, ενδεδυμένων στολήν λευκήν, και τόση λάμψις εξήρχετο από το πρόσωπόν της, ώστε δεν ηδυνάμην να την βλέπω, αυτή δε με εκάθισε πλησίον της και μου έβαλεν εις την κεφαλήν χρυσόν στέφανον λέγουσα· «Ο Δεσπότης Χριστός σου στέλλει τούτον τον στέφανον»· όθεν έχω τόσον πόθον να την ίδω και δεν ευρίσκω ανάπαυσιν. Λοιπόν παρακαλώ σε, να κάμης τρόπον κρυφίως, να την ιδώ». Ο δε Πορφυρίων απεκρίθη λέγων· «Εγώ να πληρώσω τον πόθον σου, δέσποινα». Αφού λοιπόν ενύκτωσεν, έλαβεν ο Πορφυρίων διακοσίους στρατιώτας και επήγαν εις την φυλακήν με την βασίλισσαν, έδωκαν δε του δεσμοφύλακος χρήματα και ήνοιξε τας θύρας. Αφού δε εισήλθον εις την φυλακήν και είδεν η αυγούστα την ποθεινήν εκείνην όψιν της Μάρτυρος και την επανθούσαν εις αυτήν θείαν Χάριν, καταπλαγείσα από την ανθηράν ακτίνα του βασιλικού εκείνου προσώπου, πίπτει ταχέως προς τους πόδας αυτής, μετά δακρύων τοιαύτα λέγουσα· «Τώρα είμαι καλότυχος και μακαρία βασίλισσα, διότι σε απήλαυσα. Εγώ υπέρ φύσιν επόθουν να ίδω το βασιλικόν σου πρόσωπον και εδίψων ως έλαφος να ακούσω την μελίρρυτον γλώσσαν σου και τώρα όπου ηξιώθην της εφέσεως, δεν θέλω λυπηθή εάν στερηθώ την ζωήν και την βασιλείαν μου. Ευφραίνομαι την καρδίαν και την ψυχήν, υποδεχομένη τοσούτον γλυκείαν αυγήν από την ωραίαν σου όρασιν. Μακαρία συ και ζηλευτή, ότι εις τοιούτον Δεσπότην προσεκολλήθης, από τον οποίον λαμβάνεις τόσας δωρεάς και χαρίσματα». Η δε Αγία απεκρίθη, λέγουσα· «Μακαρία είσαι και συ, ω βασίλισσα, διότι βλέπω τον στέφανον, τον οποίον βάλλουν εις την κορυφήν σου οι Άγιοι Άγγελοι και τον οποίον θέλεις λάβει μετά την τρίτην ημέραν δι’ ολίγην τιμωρίαν όπου θα υπομείνης και θα υπάγης προς τον αληθή Βασιλέα, να βασιλεύης αιώνια». Η δε είπε προς αυτήν· «Φοβούμαι τας βασάνους και τον ομόζυγον, ότι είναι πολλά σκληρός και απάνθρωπος». Λέγει προς αυτήν η Αγία· «Έχε θάρρος, διότι θέλεις έχει εις την καρδίαν σου τον Χριστόν βοηθούντα σοι, να μη σου εγγίση καμμία βάσανος, μόνον ολίγον θέλει πονέσει το σώμα σου εδώ προσκαίρως, εκεί όμως θα χαίρης και θα αναπαύεσαι αιώνια». Καθώς έλεγε ταύτα η Αγία, την ηρώτησεν ο Πορφυρίων λέγων· «Τι αγαθόν χαρίζει ο Χριστός εις όσους εις αυτόν πιστεύουσι; Διότι βούλομαι να γίνω και εγώ στρατιώτης του». Αποκρίνεται η Μάρτυς· «Δεν ανέγνωσες ποτέ καμμίαν γραφήν των Χριστιανών ούτε ήκουσες;» Και ο Πορφυρίων· «Από παιδίον ήμην εις τους πολέμους ασχολούμενος και δεν εφρόντιζα δι’ άλλα πράγματα». Λέγει προς αυτόν η Αγία· «Δεν δύναται γλώσσα να διηγηθή τα αγαθά, όσα ο πανάγαθος και φιλάνθρωπος Θεός ητοίμασε δια τους αγαπώντας αυτόν και φυλάττοντας τα θεία αυτού προστάγματα». Τότε ο Πορφυρίων, χαράς απείρου πλησθείς, πιστεύει εις τον Χριστόν με τους διακοσίους στρατιώτας και την βασίλισσαν και ασπασάμενοι άπαντες μετ’ ευλαβείας την Μάρτυρα ανεχώρησαν. Ο δε φιλάνθρωπος και ελεήμων Χριστός δεν αφήκε την Αγίαν ανεπιμέλητον τοσαύτας ημέρας, αλλ’ ως φιλόστοργος πατήρ έδειξε προς αυτήν κηδεμονίαν την πρέπουσαν και έστελλε προς αυτήν τροφήν με μίαν περιστεράν καθ’ εκάστην· έπειτα και αυτός εκείνος ο καλός αγωνοθέτης ήλθε να την επισκεφθή με δόξαν πολλήν και με όλα τα ουράνια τάγματα και ενεδυνάμωσε την καρτερίαν αυτής περισσότερον και της έδωσε θάρρος, λέγων προς αυτήν· «Μη δειλειάσης, αγαπημένη μου θύγατερ, ότι εγώ είμαι μετά σου και δεν θέλει σου εγγίσει καμμία βάσανος, αλλά με την υπομονήν σου θα επιστρέψης πολλούς εις το όνομά μου, να αξιωθής πολλούς στεφάνους και τρόπαια». Ταύτα είπε προς την Αγίαν την τελευταίαν νύκτα ο Κύριος και το πρωϊ, καθήσας ο βασιλεύς επί του βήματος, προστάσσει να φέρουν την Μάρτυρα, ήτις εισήλθεν εις τα βασίλεια μετά των πνευματικών χαρίτων και της γλυκείας εκείνης φαιδρότητος, ώστε και οι παρόντες περιέλαμψαν από την αίγλην της ωραιότητος αυτής, αλλά και ο βασιλεύς εξεπλάγη δεινώς, νομίζων ότι κάποιος από την φρουράν θα της έδιδε τροφήν και δι’ αυτό δεν αδυνάτισε τόσας ημέρας, ούτε το παράπαν ασχήμησεν, εσκέπτετο δε να κακοποιήση τους φύλακας. Η δε Αγία δια να μη κολασθούν οι ανεύθυνοι, ωμολόγησε την αλήθειαν, λέγουσα· «Εις εμέ, βασιλεύ, ουδείς άνθρωπος έδωσε τροφήν τινά, αλλά με έτρεφεν ο Δεπότης μου Χριστός, όστις φροντίζει δια τους δούλους αυτού». Θαυμάζων λοιπόν ο βασιλεύς εις τοιούτον κάλλος, ηθέλησε να την δοκιμάση πάλιν με κολακείαν και υπουλότητα, λέγων ταύτα· «Εις σε πρέπει το βασίλειον, θύγατερ, ηλιόμορφε κόρη, ήτις υπερβαίνεις την Αφροδίτην εις την ευπρέπειαν. Ελθέ λοιπόν και θυσίασον εις τους θεούς, να γίνης βασίλισσα και να διέλθης μετ’ εμού ζωήν πανευφρόσυνον και μη θελήσης, σε παρακαλώ, να απολεσθή η τοσαύτη ωραιότης σου με κολαστήρια». Λέγει προς αυτόν η Αγία· «Εγώ είμαι γη και πηλός, πάσα δε ωραιότης ως άνθος μαραίνεται και ως όνειρον αφανίζεται είτε από ολίγην ασθένειαν ή από γήρας ή μετά θάνατον. Λοιπόν μη σε μέλη δια το κάλλος μου». Ενώ δε ταύτα διελέγετο η Αγία με τον βασιλέα, έπαρχος τις, Χουρσασαδέν ονόματι, οξύς εις οργήν και εις τιμωρίαν ευμήχανος, θέλων να δείξη προς τον βασιλέα αγάπην και εύνοιαν, συλλογιζόμενος ολίγον κατά διάνοιαν, είπε ταύτα· «Εγώ, βασιλεύ, εύρον μίαν μηχανήν, με την οποίαν ή θα νικήσης την κόρην ή θα λάβη πολυώδυνον θάνατον. Πρόσταξον να κάμουν τέσσαρας ξυλίνους τροχούς εις μίαν περόνην, εις τους οποίους να καρφώσουν γύρωθεν ξυράφια και άλλα σίδηρα κοπτερά και οξύτατα. Οι δύο να γυρίζουσι δεξιά και άλλοι δύο αριστερά. Εις το μέσον αυτών ας βάλωσιν αυτήν δεδεμένην και ούτω γυρίζοντες οι τροχοί να καταξεσχίσουν τα σάρκας της· και πρώτον μεν ας γυρίσουν τους τροχούς, μήπως και φοβηθή το σκληρόν τούτο μηχάνημα, και τελέση το προστασσόμενον, ει δε ας λάβη ελεεινόν θάνατον». Η βουλή αύτη του επάρχου ήρεσεν εις τον βασιλέα, όθεν προσέταξε να πράξουν ως άνωθεν. Εις τρεις ημέρας ητοιμάσθη το δεινόν τούτο κολαστήριον και φέροντες την Αγίαν εις αυτό εγύρισαν με βίαν πολλήν τους τροχούς δια να την εκφοβίσουν, λέγει δε εις την Αγίαν ο βασιλεύς· «Βλέπεις; Εις αυτό το μηχάνημα μέλλεις να λάβης πικρότατον θάνατον, εάν δεν προσκυνήσης τους θεούς». Η δε απεκρίνατο· «Πολλάκις είπον σοι την γνώμην μου· λοιπόν μη χάνης καιρόν, αλλά κάμε ως βούλεσαι». Αφού λοιπόν εδοκίμασε πάλιν πολλάκις ο αλιτήριος με κολακείας και πανουργίας και δεν ηδυνήθη να μεταστρέψη την γνώμην της, προστάσσει να ρίψουν την Αγίαν δεδεμένην εις τους τροχούς, να τους κινήσουν ισχυρά και οξύτατα, όπως με την βίαν και σφοδρότητα του κινήματος υπομείνη πικρότατον θάνατον. Αλλά με την θείαν Χάριν και βούλησιν έγινεν εναντία των μελετωμένων η έκβασις· διότι Άγγελος Κυρίου καταβάς ουρανόθεν εβοήθησε την Αγίαν, ήτις ευθύς ευρέθη λελυμένη εκ των δεσμών σώα και αβλαβής· οι δε τροχοί μοναχοί κυλισθέντες πολλούς απίστους ελεεινώς εθανάτωσαν. Οι δε περιεστώτες, ιδόντες το παράδοξον θέαμα, ανεκραύγαζον· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών!» Ο δε βασιλεύς, από τον θυμόν σκοτισθείς, εμαίνετο και εμελέτα πάλιν να δώση της Αγίας και άλλην νεωτέραν κόλασιν. Μαθούσα ταύτα η μακαρία αυγούστα εξήλθε του κοιτώνος αυτής και ήλεγξε παρρησία τον βασιλέα, λέγουσα· «Επ’ αληθείας μωρός και ανόητος είσαι να πολεμής με τον ζώντα Θεόν, και να βασανίζης την δούλην του άδικα». Ταύτα ανελπίστως ακούων ο βασιλεύς, και αγριωθείς από την μανίαν, έγινε πάντων των θηρίων απανθρωπότερος· και αφήνων την Αγίαν, στρέφει τον θυμόν κατά της συζύγου και λησμονήσας ο θηριόγνωμος της φύσεως την συγγένειαν προστάσσει να ανασπάσουν τους μαστούς της γυναικός του με όργανα τινά. Η δε μακαρία αυγούστα ησθάνετο πολλήν και δριμυτάτην την βάσανον, πλην έχαιρεν ότι δια τον αληθή Θεόν έπασχε, προς τον οποίον προσηύχετο να της στείλη εξ ύψους βοήθειαν. Αφού λοιπόν έκοψαν τους μαστούς οι δήμιοι και έτρεχε το αίμα κρουνηδόν, ελυπούντο οι παρεστώτες και συνεπόνουν με αυτήν δια την τοιαύτην πικροτάτην οδύνην και ανείκαστον κόλασιν. Ο δε αιμοβόρος εκείνος και άσπλαγχνος δεν ευσπλαγχνίσθη ποσώς την σάρκα του, αλλά προστάσσει να κόψουν την κεφαλήν της με μάχαιραν. Η δε ασμένως δεξαμένη τοιαύτην απόφασιν, είπε προς την Αγίαν με αγαλλίασιν· «Δούλη του αληθινού Θεού, κάμε προσευχήν δι’ εμέ». Η δε είπε προς αυτήν· «Πορεύου εις ειρήνην, να βασιλεύσης με τον Χριστόν αιώνια». Όθεν ετμήθη την κεφαλήν η μακαρία αυγούστα τη 23η Νοεμβρίου κατά την προσταγήν του βασιλέως. Ο δε στρατηλάτης Πορφυρίων επήγε κρυφίως την νύκτα με τους συντρόφους του και ενεταφίασαν το τίμιον αυτής λείψανον. Ενώ δε το πρωϊ ήθελεν ο τύραννος να παιδεύση τινάς ως υπευθύνους, παρρησιάσθη ο Πορφυρίων με τους λοιπούς εις το κριτήριον, λέγοντες· «Και ημείς Χριστιανοί είμεθα στρατιώται του μεγάλου Θεού επίσημοι». Ταύτην την ακοήν μη υποφέρων ο βασιλεύς, εστέναξεν εκ βάθους καρδίας φωνάζων· «Φεύ! Απωλέσθην, επειδή εζημιώθην τον θαυμαστόν Πορφυρίωνα». Έπειτα στραφείς προς τους λοιπούς έλεγε· «Και σεις, στρατιώται μου φίλτατοι, τι επάθετε και κατεφρονήσατε τους πατρώους θεούς; Τι σας έπταισαν;» Οι δε στρατιώται δεν απεκρίθησαν προς αυτόν λόγον· μόνον ο Πορφυρίων είπε προς τον τύραννον· «Διατί αφήνεις την κεφαλήν και ερωτάς τους πόδας; Μετ’ εμού ομίλει». Ο δε είπε· «Κακή κεφαλή, συ είσαι η αιτία της απωλείας των». Μη δυνάμενος να δευτερώση τον λόγον από τον πολύν θυμόν του, εκέλευσε να κόψουν πάντων τας κεφαλάς και ούτω τη 24η Νοεμβρίου ετελειώθησαν οι προρρηθέντες Μάρτυρες και επληρώθη της Αγίας η πρόρρησις, ήτις είπετου βασιλέως, ότι πολλοί από το παλάτιον αυτού θέλουν πιστεύσει εις Χριστόν δια μέσου αυτής. Την επαύριον έφεραν την Αικατερίνην εις το κριτήριον και της λέγει ο βασιλεύς· «Πολλήν θλίψιν και ζημίαν μου έδωσες· συ επλάνησες την γυναίκα μου και τον ανδρείον μου στρατηλάτην, όστις ήτο η δύναμις του στρατού μου, και άλλα κακά μου συνέβησαν δια μέσου σου και έπρεπε να σε θανατώσω ανηλεώς· αλλά σε συγχωρώ, διότι σε λυπούμαι να απολεσθή κακώς κόρη τοσούτον ωραία και πάνσοφος. Λοιπόν κάμε το θέλημά μου, φιλτάτη μου, θυσίασε εις τους θεούς να σε λάβω βασίλισσαν νόμιμον, και ποτέ να μη σε λυπήσω, ούτε να κάμω καμμίαν πράξιν χωρίς τον λόγον σου, να διέλθης τόσην ευφροσύνην και μακαριότητα, όσην δεν εχάρη ποτέ εις τον κόσμον ομοίως άλλη βασίλισσα». Αυτά και ακόμη περισσότερα έτερα λέγων ο πανούργος, εκίνει κάθε λίθον, κατά τον λόγον, να μεταλλάξη την γνώμην της Αγίας· έπειτα βλέπων, ότι ούτε με κολακείας, ούτε με υποσχέσεις, ούτε με φοβερισμόν κολαστηρίων ηδύνατο να μαλάξη την στερροτέραν αδάμαντος, απελπισθείς τελείως ο άνους και αφρονέστατος, έδωκε κατ’ αυτής την απόφασιν, να την αποκεφαλίσουν έξω της πόλεως. Παραλαβόντες λοιπόν την Αγίαν οι στρατιώται, επήγαιναν εις τον τόπον της καταδίκης. Ηκολούθει δε και όχλος πολύς οπίσω αυτής ανδρών τε και γυναικών, κλαίοντες πικρώς, ότι έμελλε να απολεσθή (καθώς εκείνοι ενόμιζον) τοσούτον πάγκαλος κόρη και πάνσοφος, αι δε πρόκριτοι των γυναικών και ευγενικώτεραι έλεγον προς ταύτην ολοφυρόμεναι· «ω ωραιοτάτη κόρη και πάμφωτε, διατί είσαι τόσον σκληρόκαρδος και προτιμάς θάνατον υπέρ την γλυκυτάτην ζωήν; Διατί να αφανισθή ακαίρως και μάταια το άνθος της σης νεότητος; Δεν είναι κάλλιον να υπακούσης του βασιλέως και να απολαύσης τοσαύτην μακαριότητα, παρά να κακοθανατήσης ελεεινώς;» Η δε απεκρίνατο· «Αφήτε τον ανωφελή θρήνον και χαίρετε μάλιστα, ότι εγώ θεωρώ τον Νυμφίον μου Ιησούν Χριστόν, τον ποιητήν και Σωτήρα μου, όστις είναι των Μαρτύρων η ωραιότης και ο στέφανος και με προσκαλεί εις εκείνα τα άρρητα κάλλη του Παραδείσου, να συμβασιλεύω μετ’ Αυτού και να συναγάλλωμαι εις αιώνα τον ατελεύτητον. Λοιπόν ουχί εμέ, αλλά εαυτάς κλαίετε, όπου υπάγετε δια την απιστίαν σας εις πυρ ατελεύτητον, να οδυνάσθε και να φλογίζεσθε πάντοτε». Αφού έφθασαν εις τον τόπον της τελειώσεως, έκαμε την προσευχήν ταύτην η Αγία λέγουσα· «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός μου, ευχαριστώ σοι, ότι έστησας επί την πέτραν της υπομονής τους πόδας μου και κατηύθυνας τα διαβήματά μου. Έκτεινον τώρα τας αχράντους παλάμας σου, τας οποίας δι’ ημάς εις τον Σταυρόν ετραυμάτισες και δέξαι την ψυχήν μου, η οποία χωρίζεται σήμερον του σώματος δια την αγάπην σου. Ενθυμήσου, Κύριε, ότι σαρξ και αίμα είμεθα και μη αφήσης να φανερωθώσιν από τους δεινούς εξεταστάς εις το φοβερόν σου κριτήριον τα εν αγνοία μου πταίσματα, αλλά απόπλυνον αυτά με τα αίματα, τα οποία έχυσα δια Σε και οικονόμησε να γίνη το σώμα τούτο, όπερ δια Σε κατεκόπη, αθέατον εις εκείνους, οίτινες θα το ζητούν και φύλαξον αυτό σώον και ακέραιον, όπου ορίση η Βασιλεία σου. Επίβλεψον εξ ύψους αγίου σου, Κύριε, επί τον περιεστώτα λαόν τούτον και οδήγησον αυτούς εις το φως της Σης επιγνώσεως. Δίδου δε και εις όσους επικαλεσθούν δι’ εμού το πανάγιον Όνομά Σου τα προς το συμφέρον αιτήματα, δια να υμνούνται υπό πάντων τα μεγαλεία Σου, να Σε δοξάζουν με τον συνάναρχον Πατέρα και το συναϊδιον Πνεύμα Σου, νυν και αεί και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Ταύτα προσευξαμένη, είπε του δημίου να τελέση το προστασσόμενον, όστις εκτείνας το ξίφος απέκοψε την τιμίαν αυτής κεφαλήν τη 25η του Νοεμβρίου μηνός, περί το τε΄ (305) έτος· και πάλιν τότε θέλων ο Θεός να τιμήση την Αγίαν αυτού και πάνσεπτον Μάρτυρα, θαύμα ηκολούθει τω θαύματι. Εις μεν την εκκοπήν της μακαρίας αυτής κεφαλής είδον όλοι οι παρόντες να ρέη γάλα αντί αίματος. Το δε σεβάσμιον αυτής και πάντινον λείψανον έλαβον την ώραν εκείνην Άγιοι Άγγελοι και το επήγαν εις το Σίναιον όρος, ένθα μετ’ ευλαβείας αυτό περιέστειλαν. Τούτο είναι το Μαρτύριον της πανσόφου και θαυμασίας Αικατερίνης, ήτις ηγάπησε τόσον τον ουράνιον Νυμφίον Χριστόν, ώστε κατεφρόνησε πλούτον και δόξαν και πάσαν ματαίαν απόλαυσιν· όθεν αγάλλεται τώρα και συνευφραίνεται μετά των Αγίων αεί και πάντοτε· επαιδεύθη προσωρινώς και λαμβάνει απόλαυσιν αιώνιον. Αυτήν μιμήσου, ακροατά, και γίνου μάρτυς εις την προαίρεσιν, χωρίς να χύσης το αίμα σου· και επειδή τώρα δεν είναι ανάγκη, ούτε σε βιάζει κανείς να προσκυνήσης τα είδωλα, ούτε να αρνηθής τον Σωτήρα σου, όθεν αρνήσου καν και νίκησον τα πάθη του σώματος, ήτοι μακροθύμησον και υπόμεινον την ύβριν δια τον Κύριον, όπως τιμηθής υπ’ αυτού αιώνια. Εάν δε θυμωθής και αποδώσης εις τον πταίσαντα κακόν περισσότερον, έγινες σχεδόν αρνητής του Ευαγγελίου και επροσκύνησες τον Άρην. Το όμοιον κάμε και εις τα επίλοιπα πάθη και αμαρτήματα, ήτοι όταν έχης πόλεμον εις την σάρκα και την νικήσης ανδρείως, λογίζεσαι μάρτυς. Εάν δε νικηθής και πορνεύσης, επροσκύνησες το είδωλον της Αφροδίτης. Εάν μεθύσης, εθυσίασες εις τον Διόνυσον. Ομοίως και εις τα επίλοιπα πάθη της ψυχής και του σώματος. Εάν λοιπόν νικήσης αυτά και τα καταφρονήσης, θέλεις λάβει υπό του αθλοθέτου Χριστού αμαράντους στεφάνους, να ευφραίνεσαι μετά των Αγίων Μαρτύρων αεί και πάντοτε, να δοξάζης την Παναγίαν Τριάδα και την αειπάρθενον Δέσποινα, εις τους απεράντους αιώνας των ατελευτήτων αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2480
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΣΤ΄ (26η) Νοεμβρίου, ο Όσιος Πατήρ ημών ΝΙΚΩΝ, ο Μετανοείτε, εν ειρήνη τελειούται.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΣΤ΄ (26η) Νοεμβρίου, ο Όσιος Πατήρ ημών ΝΙΚΩΝ, ο Μετανοείτε, εν ειρήνη τελειούται.

Νίκων ο Όσιος Πατήρ ημών κατήγετο από τον Πολεμωνιακόν Πόντον, υιός μεγιστάνος τινός. Ακούσας δε την θείαν φωνήν του Κυρίου, την λέγουσαν· «Πας ος αφήκεν οικίας ή αδελφούς ή αδελφάς ή πατέρα ή μητέρα …. Εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει» (Ματθ. ιθ: 29), αφήκεν όλα δια τον Χριστόν και επήγεν εις Μοναστήριον, εις το οποίον μετήλθε πάσαν άσκησιν αρετής ο αοίδιμος και υπερέβαλεν όλους τους άλλους Μοναχούς με την άκραν σκληραγωγίαν. Επειδή δε ο πατήρ του έμαθεν ότι ευρίσκεται εις Μοναστήριον, έστειλεν ευθύς και ηρεύνα όλα τα των Μοναχών ιερά καταγώγια. Όθεν ο Όσιος, τούτο μαθών, εξήλθε του Μοναστηρίου εκείνου και περιήρχετο όλην την Ανατολήν, κηρύττων εις όλους και λέγων· «Μετανοείτε»· δια τούτο έλαβε και την επωνυμίαν, το να επονομάζηται δηλαδή «ο Μετανοείτε». Επήγε δε και εις την νήσον Κρήτην και εκείθεν μετέβη εις την Πελοπόννησον και αφού περιήλθεν όλας τας πόλεις και χώρας της Πελοποννήσου, επήγεν ύστερον εις την πόλιν των Λακώνων· εν αυτή δε τελέσας διάφορα θαύματα, έκτισε Ναόν εις το όνομα του Σωτήρος ημών Χριστού. Όθεν μονάσας εκεί μέχρι τέλους, απήλθε προς ον επόθει Χριστόν, ίνα λάβη παρ’ αυτού τον της αθλήσεως στέφανον.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”