Σήμερα είναι :
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΣΤ΄ (26η) Δεκεμβρίου, η Σύναξις της ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ.
Λεχώ άμωμον ανδρός μη γνούσαν λέχος,
Δώροις αμώμοις δεξιούμαι τοις λόγοις.
Μολπήν Αγνοτάτην λεχοί εικάδι έκτη αείδω.
Η εν Αιγύπτω φυγή της ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ.
Η της Υπεραγίας Θεοτόκου φυγή εις Αίγυπτον εγένετο ότε ο Ηρώδης έδωκεν ορισμόν να θανατωθώσιν όλα τα νήπια όσα ήσαν εις την Βηθλεέμ. Τότε Άγγελος Κυρίου εφάνη κατ΄ όναρ εις τον Ιωσήφ λέγων· «Εγείρου, και παραλαβών το παιδίον και την Μητέρα του ύπαγε εις την Αίγυπτον» (Ματθ. β: 13). Κατέφυγε δε εκεί η Υπεραγία Θεοτόκος ομού με το Βρέφος δια δύο αίτια, αφ΄ ενός μεν, ίνα πληρωθή το ρηθέν δια του Προφήτου Ωσηέ λέγοντος· «Εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον υιόν μου» (Ωσ. ια΄: 1), αφ΄ ετέρου δε, ίνα φιμωθή παν στόμα των αιρετικών. Διότι εάν δεν έφευγεν ο Κύριος, αλλ΄ ήθελε συλληφθή από τον Ηρώδην, εάν μεν εφονεύετο από εκείνον, βεβαίως ήθελεν εμποδισθή η σωτηρία των ανθρώπων, εάν δε δεν εφονεύετο, αλλ΄ έμενεν άθικτος, ίνα τελειώση την οικονομίαν, βεβαίως ήθελε φανή εις τους πολλούς, ότι δεν εφόρεσε την ανθρωπίνην φύσιν πραγματικώς και κατ΄ αλήθειαν, αλλά μόνον κατά δόκησιν και φαντασίαν, επειδή αν εφόρει σάρκα αληθή, όπως ήτο βεβαίως και η αλήθεια, ήθελε κοπή υπό του ξίφους. Εάν λοιπόν οι άθλιοι αιρετικοί ετόλμησαν και τούτο να είπωσιν, ότι δηλαδή κατά φαντασίαν ο Κύριος εγεννήθη, ως ο θεομάχος Μάνης και οι τούτου οπαδοί Μανιχαίοι, μολονότι δεν έλαβον ουδεμίαν αιτίαν και αφορμήν, πόσω μάλλον το τοιούτον θα υπεστήριζον, εάν εύρισκον και αιτίαν; Δια τας ρηθείσας λοιπόν δύο αιτίας φεύγει ο Κύριος εις την Αίγυπτον, και προς τούτοις ίνα συντρίψη και τα εν Αιγύπτω ευρισκόμενα είδωλα.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΖ’ (27η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου ΣΤΕΦΑΝΟΥ.
Τη ΚΖ’ (27η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου ΣΤΕΦΑΝΟΥ.
Στέφανος ο μακάριος Πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος ήτο Ιουδαίος το γένος, μαθητής ως λέγουσί τινες Γαμαλιήλ του νομοδιδασκάλου, και πρώτος των επτά Διακόνων τους οποίους κατέστησαν οι Απόστολοι εν Ιεροσολύμοις εις την των πτωχών επιμέλειαν και την εις αυτούς διανομήν των ελεημοσυνών, πλήρης πίστεως και Πνεύματος Αγίου και ποιών σημεία και τέρατα εν τω λαώ (Πραξ. στ:
. Γενομένης δε ποτέ συζητήσεως μεταξύ Ιουδαίων, Σαδδουκαίων, Φαρισαίων και Ελληνιστών περί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, άλλοι μεν έλεγον περί του Κυρίου ότι είναι Προφήτης, άλλοι ότι είναι πλάνος και άλλοι ότι είναι Υιός Θεού· τότε ο αοίδιμος Στέφανος, σταθείς επί τόπου υψηλού, εκήρυξεν εις όλους τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, λέγων ούτω· «Άνδρες αδελφοί, διατί τόσον επληθύνθησαν αι κακίαι σας και είναι τεταραγμένη όλη η Ιερουσαλήμ; Μακάριος είναι ο άνθρωπος εκείνος ο οποίος δεν έλαβεν εις την καρδίαν του δισταγμόν ως προς τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, διότι αυτός είναι ο κλίνας τους ουρανούς και καταβάς δια τας αμαρτίας μας και γεννηθείς εκ της Παρθένου της Αγίας και καθαράς, της προ καταβολής κόσμου εκλελεγμένης, αυτός τας ασθενείας ημών έλαβε και τας νόσους εβάστασεν, αυτός έκαμε να αναβλέψωσιν οι τυφλοί, αυτός εκαθάρισε τους λεπρούς και αυτός εδίωξε τα δαιμόνια από τους δαιμονιζομένους». Ταύτα οι Ιουδαίοι ακούσαντες, έφεραν τον Άγιον εις το κριτήριον προς τους αρχιερείς, επειδή δεν ηδύναντο να αντισταθώσιν εις την σοφίαν και την δύναμιν του Αγίου Πνεύματος, με την οποίαν ελάλει ο θείος Στέφανος (Πράξ. στ: 10). Έπειτα παρουσίασαν ψευδομάρτυρας, οίτινες εμαρτύρησαν κατά του Αποστόλου, ταύτα λέγοντες· «Ημείς ηκούσαμεν ότι ούτος ελάλει βλασφήμους λόγους εναντίον του θεϊκού Νόμου» (αυτόθι 11). Είπον δε και όσα άλλα διηγούνται αι ιεραί Πράξεις των Αποστόλων εν κεφαλαίω εβδόμω. Τότε όλοι οι καθεζόμενοι εις το κριτήριον έστρεψαν τα βλέμματά των επί του Στεφάνου και είδον το πρόσωπόν του τόσον λαμπρόν, ως να ήτο πρόσωπον Αγγέλου (Πράξ. στ: 15)· όθεν μη υποφέροντες την εντροπήν, ελιθοβόλησαν αυτόν ευχόμενον δι’ αυτούς και λέγοντα· «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην» (Πράξ. ζ: 60) και τοιαύτα ειπών εκοιμήθη. Αγ’ ου δε ο Πρωτομάρτυς με την νομιζομένην ιδικήν του πτώσιν κατεκρήμνησε τον αντίπαλον διάβολον και έδειξεν αυτόν πτώμα μέγιστον και εξαίσιον και αφ’ ου εκοιμήθη με τον γλυκύν ύπνον του Μαρτυρίου, έλαβον το ιερόν αυτού σώμα άνδρες ευλαβείς και έθηκαν αυτό εντός κιβωτίου κατεσκευασμένου εκ ξύλου περσέας (ροδακινέας)· σφραγίσαντες δε αυτό, το απέθεσαν εις τα πλάγια μέρη του ναού. Τότε και ο νομοδιδάσκαλος Γαμαλιήλ και ο τούτου υιός Αβελβούλ επίστευσαν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθησαν υπό των Αποστόλων. Τελείται δε η σύναξις αυτού εις τον Μαρτυρικόν του Ναόν τον όντα εις τα Κωσταντιανά. Ελιθοβολήθη δε ο Άγιος Στέφανος το τρίτον, κατά τους ακριβεστέρους χρονολόγους, έτος μετά την Ανάληψιν του Χριστού.
Στέφανος ο μακάριος Πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος ήτο Ιουδαίος το γένος, μαθητής ως λέγουσί τινες Γαμαλιήλ του νομοδιδασκάλου, και πρώτος των επτά Διακόνων τους οποίους κατέστησαν οι Απόστολοι εν Ιεροσολύμοις εις την των πτωχών επιμέλειαν και την εις αυτούς διανομήν των ελεημοσυνών, πλήρης πίστεως και Πνεύματος Αγίου και ποιών σημεία και τέρατα εν τω λαώ (Πραξ. στ:
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΗ΄ (28η) Δεκεμβρίου, ο Όσιος ΣΙΜΩΝ ο Μυροβλύτης, ο κτίτωρ της εν τω Άθω Ιεράς Μονής Σιμωνοπέτρας,
Τη ΚΗ΄ (28η) Δεκεμβρίου, ο Όσιος ΣΙΜΩΝ ο Μυροβλύτης, ο κτίτωρ της εν τω Άθω Ιεράς Μονής Σιμωνοπέτρας, εν ειρήνη τελειούται.
Σίμων ο Όσιος Πατήρ ημών πατρίδα ή γονείς ή αδελφούς επί γης ποίους είχε δεν γνωρίζομεν. Εις ουρανούς δε πάντως πατρίδα μεν έχει την πόλιν του Θεού, την χώραν των Αγγέλων, την άνω Ιερουσαλήμ, Πατέρα τον Θεόν, μητέρα δε την Αγίαν Εκκλησίαν, πρότερον μεν την Αγωνιζομένην (την επί γης), εις ην και ανεγεννήθη, νυν δε την εν ουρανώ Θριαμβεύουσαν, την υπό του Αποστόλου καλουμένην «των Πρωτοτόκων» (Εβρ. ιβ: 23), της οποίας υιός γενόμενος έχει επομένως και αδελφούς όλους τους Αγγέλους και Μάρτυρας και Οσίους. Είχε δε και παιδαγωγόν και τέκνα, παιδαγωγόν μεν την Κυρίαν Θεοτόκον, τέκνα δε τους μαθητάς του, οίτινες καλώς τα θεία του ίχνη ηκολούθησαν και κατά πάντα τον άξιον τούτον Πατέρα των και διδάσκαλον εμιμήθησαν. Με όλον δε ότι ούτε η περιφάνεια της πατρίδος ούτε η των προγόνων ευγένεια έχει να ωφελήση ημάς τίποτε εις την σωτηρίαν της ψυχής μας, εν τούτοις φαίνεται ότι και η επίγειος του Οσίου τούτου πατρίς και οι χοϊκοί του γονείς τε και συγγενείς λαμπροί τινες και έντιμοι υπήρξαν, επειδή, καθώς λέγει ο Θεολόγος Γρηγόριος, «των μεγάλων ανθρώπων πόρρωθεν προκαταβάλλονται αι αρχαί». Όθεν στοχαστικώς λέγομεν ότι ούτος ο Άγιος, δια να αναδειχθή ούτω θερμός και πρόθυμος εις την αρετήν παιδιόθεν, έπρεπε και γονείς να είχε τω όντι ευγενείς οδηγούντας αυτόν εις τούτο και με εκπαίδευσιν ικανήν και δια παραδειγμάτων, ήτοι δια βίου θεαρέστου και Χριστιανικού, να εξεπαίδευσαν αυτόν. Τούτου λοιπόν του ιερού Σίμωνος, είτε ευγενείς επλούτησε τους γονείς, είτε μη, το οποίον μάλιστα και αυξάνει τον ιδικόν του έπαινον, προβλέπων ο παντεπόπτης Θεός την μέλλουσαν προκοπήν, τον προσκαλεί εις τους πνευματικούς αγώνας, τον εξάγει από την πατρίδα του και από τους συγγενείς του ως άλλον Αβράάμ, τον φέρει εις τον ιερόν Άθωνα, το Άγιον Όρος, όπου ερχόμενος, δεν εφρόντισεν άλλο, ει μη να εύρη πνευματικόν Γέροντα δια να υποταχθή, διότι ήξευρε την συμβουλήν εκείνου του θείου Πατρός την λέγουσαν, ότι χωρίς υπακοής αδύνατον είναι να σωθή τις. Αυτόν δε τον Γέροντα, τον οποίον εζήτει, τον ήθελε και ενάρετον μεν δια να γνωρίζη να οδηγή, αλλά και αυστηρόν δια να μη συγκαταβαίνη εις το φρόνημα της σαρκός. Ζητεί λοιπόν, εξετάζει, περιέρχεται όλα τα πνευματικά σχολεία του Άθωνος ως η διψώσα έλαφος να επιτύχη πηγήν ύδατος ζώντος· επισκέπτεται τους ευδοκιμωτέρους και αγιωτέρους του Όρους και αποκαλύπτει εις αυτούς τον ένθεον σκοπόν του, στοχάζεται εκάστου τας αρετάς και τα προτερήματα· εκλέγει καθώς η σοφή μέλισσα τον κηρόν και το μέλι από τα λογικά και μυρίπνοα άνθη του επιγείου τούτου Παραδείσου και ευρίσκει τέλος πάντων τον ποθούμενον. Ευρίσκει, λέγω, άνθρωπον, εις μεν την ηλικίαν και την άλλην των ηθών του κατάστασιν γέροντα, εις δε την ανδρείαν και τον τόνον της ψυχής ακμάζοντα. Εις τούτον λοιπόν βαλών μετάνοιαν υπετάχθη ο θαυμάσιος. Αλλά πως και πόσον στοχάζεσθε; Τόσον αφιέρωσεν εαυτόν εις εκείνον, ώστε εις ό,τι τον επρόσταζε χωρίς τινος περιεργείας ανυπερθέτως ετέλει το πρόσταγμά του, ως να τον είχε προστάξη ο ίδιος ο Θεός. Και επειδή ήτο πολύ αυστηρός ο Γέρων, πολλάκις όχι μόνον ύβριζεν, αλλά και έτυπτε τον Σίμωνα. Αυτός δε ο μακάριος μετά πάσης χαράς και ευχαριστίας τα εδέχετο και τα υπέμενε. Μάλιστα δε και ζημίαν του ενόμιζε το πράγμα, όταν τοιαύτα δεν έπασχε και όχι μόνον δεν ωργίζετο μνησικακών, αλλά μάλλον τόσην αγάπην εδείκνυεν εις εκείνον, όσην ουδέ οι παίδες εις τους ιδίους αυτών γονείς. Και ίδετε, αδελφοί, σημείον ψυχής απλουστάτης και αξίας Χριστού. Ποτέ μεν κοιμωμένου του Γέροντος εφίλει τους πόδας εκείνου, ποτέ δε λείποντος τον κράββατον όπου εκοιμάτο κατεφίλει ή τον τόπον όπου έστεκε. Και έλεγεν ο αοίδιμος, ότι τον μεν Θεόν πρέπει να τον αγαπώμεν, διότι μας έπλασεν εκ του μη όντος εις το είναι, τον δε Γέροντά μας, διότι μας ανέπλασε τρόπον τινά και ανεκαίνισε το κατ΄ εικόνα της ψυχής, συντετριμμένον υπάρχον από των πολλών μας αμαρτιών. Ω ψυχής όντως θείας! Ω συνέσεως μακαρίας! Ω ταπεινώσεως αμιμήτου και ουρανοβάμονος! Από τοιαύτην γνώμην και τοιαύτα προτερήματα εις όλον το Άγιον Όρος έγινε περιβόητος εν ολίγω ο Σίμων και ήτο αγαπητός μεν εις τους ομηλίκους του, σεβάσμιος δε και εις αυτούς τους γεροντοτέρους. Όθεν ήθελες ίδει γεροντικήν φρόνησιν εις νεανικήν ηλικίαν, άσκησιν ασύγκριτον εις τους αγώνας, σωφροσύνης τελειότητα εις τον βίον, κοσμιότητα και άλας πνευματικόν εις τον λόγον, συστολήν εις το βλέμμα, σεμνότητα εις το περιπάτημα, βάθος ταπεινώσεως εις το φρόνημα, μεγαλοψυχίαν εις τους πειρασμούς, ελευθεριότητα εις την γνώμην, θαυμαστήν διάκρισιν εις όλα του τα επιχειρήματα και επί πάσι την μακαρίαν αγάπην, την ρίζαν και το τέλος πασών των αρετών εις όλους εξ ίσου. Αυτά θεωρούντες όσοι τον έβλεπον εθαύμαζον λέγοντες· Ω μακαρία υποταγή, οποίους κάμνεις τους εργάτας σου! Διότι λέγουσιν οι θείοι Πατέρες, ότι η μεν υψοποιός και καθαρωτάτη ταπείνωσις γεννάται από την μακαρίαν και χριστομίμητον υπακοήν, η δε πάνσοφος και θεόσοφος διάκρισις γεννάται από την μακαρίαν ταπείνωσιν. Αυτά τα θεία χαρίσματα και ο τίμιος αυτού Γέρων βλέπων ότι επλούτησεν ο Σίμων από την άδολον και άκραν υπακοήν του, μετέβαλε την αυστηρότητα όλην εις ημερότητα και από τότε και εις το εξής ούτε τον ύβριζεν, ούτε τον επρόσταζεν, αλλ’ ούτε τον εδίδασκε πλέον ως υποτακτικόν του, τον ετίμα δε μάλιστα και τον συνεβουλεύετο ως αδελφόν και διδάσκαλον. Τι το εντεύθεν; Στοχάζεται ταύτα ο ταπεινόφρων Σίμων και δεν ευχαριστείται εις την τοιαύτην τιμήν, μάλιστα τον ελύπει και τον έθλιβεν η τιμή και η δόξα, την οποίαν απέδιδεν ο Γέρων εις αυτόν, ως δήθεν παρ’ αξίαν και μη ανήκουσαν εις αυτόν. Όθεν με πόνον πολύν ψυχής και θερμήν παράκλησιν ζητεί δι΄ αυτό και μόνον να αναχωρήση από τον Γέροντά του. Και δίδει την άδειαν ο Γέρων εις τον υποτακτικόν, αλλά και αυτός κλαίων ωδύρετο την στέρησιν όχι πλέον του μαθητού αλλά του συναγωνιστού του. Αναχωρήσας λοιπόν εκείθεν ο Άγιος ςζήτει τόπον έρημον προς ησυχίαν και άγνωστον προς άλλον τινά. Μετά πολλήν δε έρευναν ευρίσκει θεία νεύσει εν σπήλαιον, εις το οποίον εισελθών οπλίζεται ο καλός του Χριστού στρατιώτης, ίνα πολεμήση τους αοράτους εχθρούς, λαμβάνων ως όπλον μεν και δόρυ φοβερόν τον Σταυρόν του Σωτήρος, περικεφαλαίαν δε την προσευχήν, θώρακα την πίστιν, ασπίδα δε την υπομονήν, σπάθην την νηστείαν, τόξα δε και βέλη τους ψαλμούς. Αλλά τις να διηγηθή τους μακαρίους αγώνας και τα παλαίσματα τους οποίους ηγωνίσθη ο Όσιος εκείσε παλαίων προς τον πολυμήχανον εχθρόν διάβολον; Εκ των πολλών ένα μόνον να διηγηθώμεν πειρασμόν, τον οποίον υπέμεινε, και αρκετόν είναι εις τον καθένα να εννοήση και τους άλλους. Προσευχομένου του Αγίου νύκτα τινά, μετεμορφώθη ο μιαρός δαίμων εις φοβερόν και μέγιστον δράκοντα. Και ήνοιγε μεν το αχανές εκείνο στόμα δια να τον καταπίη· μη έχων όμως εξουσίαν παρά Θεού, έτυπτε τον Όσιον εις τα νώτα δια της ουράς ως δια τινος μεγάλης δοκού· από των πολλών δε πληγών και κτυπημέτων, τα οποία υπέστη υπό του φαινομένου δράκοντος ο Άγιος, έπεσε κάτω ημιθανής και κατά μεν το σώμα έκειτο κατά γης, κατά δε την ψυχήν ανέβαινεν εις τους ουρανούς ψάλλων. Και εκείνος μεν ο φοβερός δράκων και ότε έκειτο ο Άγιος κατά γης τον έτυπτεν ακόμη δια της ουράς, σκοπόν έχων, εάν ήθελε δυνηθή, και να τον θανατώση τελείως, ει δε μη να τον φοβίση τουλάχιστον να φύγη από το σπήλαιον. Ο δε Άγιος ήρχισε να επιτιμά τον δράκοντα με το υπέρτατον όνομα του Θεού και της Παναχράντου Μητρός αυτού και λέγει· «Επιτιμά σοι Κύριος Σαβαώθ· ύπαγε οπίσω μου σατανά. Επιτιμά σοι η Κυρία του Άθωνος τούτου· απόστηθι απ’ εμού». Δεν είχε τελειώσει τους θείους τούτους χρησμούς ο Άγιος και ο φαινόμενος δράκων έγινεν άφαντος. Και μετά τούτο βλέπει ο Όσιος βοήθειαν εξ Άγίου, αστράπτει με μεγάλην φωτοχυσίαν το σπήλαιον, γίνεται άρρητος ευωδία, γεμίζει η καρδία του από ευφροσύνην και ακούει θείας φωνής λεγούσης· «Ανδρίζου και ίσχυε, υπήκοε και πιστέ θεράπον του Υιού μου». Πριν δε έτι ανατείλη η ημέρα, ευρέθη όλος υγιής. Έμεινε λοιπόν εις το σπήλαιον ο Όσιος αγωνιζόμενος χρόνους πολλούς, πάσαν κακοπάθειαν υφιστάμενος, ότε και πολλοί εκ πολλών του Όρους μερών ήρχοντο προς αυτόν ψυχής τε και σώματος ωφέλειαν λαμβάνοντες, διότι και διακρίσεως χάρισμα επλούτει και τας θείας Γραφάς εξήγει καλώς. Πλην αυτός εις αυτά παντελώς δεν ηρέσκετο, την εξ ανθρώπων τιμήν και την ενόχλησιν της ησυχίας του μισών και αποστρεφόμενος, διο και εις ερημικώτερον τόπον διελογίζετο να αναχωρήση. Αλλ’ ο Θεός, την των ανθρώπων κοινήν ωφέλειαν προνοούμενος, εμποδίζει αυτόν του προκειμένου τούτου σκοπού, δια της Παναχράντου αυτού Μητρός. Επειδή εν μια των νυκτών, προσευχόμενος ο Όσιος, βλέπει πάλιν το σπήλαιον γεμάτον από φωτοχυσίαν θείαν πολλήν και αισθάνεται ευωδίαν και ευφροσύνην πνευματικήν, θείας δε φωνής ακούει λεγούσης ούτω· «Σίμων, Σίμων, φίλε πιστέ και λάτρα του Υιού μου, μη αναχωρήσης των ώδε, ότι εις φως τέθεικά σε μέγα και μέλλω δοξάσαι τον τόπον τούτον τω ονόματί σου». Ο δε ταπεινότατος Σίμων δεν πιστεύει εις την οπτασίαν, υποπτεύει φάντασμα το πράγμα και τέχνην και παγίδα του πονηρού ή τάχα και δοκιμασίαν τινά θεϊκήν, διότι πολύ εφοβείτο τον λόγον του Αποστόλου, ότι «Ο αρχέκακος μετασχηματίζεται εις Άγγελον φωτός» (Β’ Κορ. ια: 14). Δια την αιτίαν ταύτην επέμενεν εις την αυτήν ιδέαν και εσκέπτετο πάλιν που να υπάγη να ησυχάση. Επλησίαζε δε τότε και η εορτή των Γενεθλίων του Σωτήρος. Και μίαν των νυκτών εξελθών του σπηλαίου βλέπει θέαμα φοβερόν. Του εφάνη ως να εξεκόπη εις αστήρ από των ουρανών και έστη επάνω εις την πέτραν, όπου είναι εκτισμένη η ιερά και σεβασμία αυτού Μονή. Αυτήν δε την οπτασίαν έβλεπε συνεχώς επί πολλάς νύκτας ο Άγιος, αλλά, καθώς είπομεν, εφοβείτο μήπως είναι πλάνη τις του εχθρού. Ως τόσον ήλθε και η κυρία νυξ των Γενεθλίων του Χριστού και τότε βλέπει όχι μόνον τον αστέρα, ότι κατέβη άνωθεν και εστάθη αντικρύ επάνω ταύτης της πέτρας, αλλά και θείαν ήκουσε φωνήν ταύτα λέγουσαν· «Εδώ πρέπει να θεμελιώσης, ω Σίμων, το Κοινόβιόν σου και να σώσης ψυχάς, πρόσεχε δε καλώς μη απιστήσης ως και πρότερον, εγώ δε θέλω είμαι βοηθός σου. Πρόσεχε λοιπόν καλώς και μη αμφίβαλλε, ίνα μη πάθης κακόν». Ακούει δε την θείαν ταύτην φωνήν τρις λέγουσαν τα αυτά. Όθεν έγινεν έντρομος και ενθουσιών. Εφάνη δε εις αυτόν (καθώς ο ίδιος έλεγεν ύστερον εις τους μαθητάς του) ότι ευρέθη εκεί εις την Βηθλεέμ της Ιουδαίας και ήτο μετά των Ποιμένων των εις την Γέννησιν του Σωτήρος ευρεθέντων εκεί και την Αγγελικήν ήκουσε μελωδίαν, ψαλλόντων το θεοχαρίτωτον εκείνο· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκ. β:14) «Μη φοβείσθε· ιδού ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ» (αυτόθι 10). Τότε, έλεγεν ο Όσιος, ήρχισε να μου φεύγη ο φόβος και η έκστασις και ηυφραινόμην πνευματικώς, ως να έβλεπον παρούσαν την Δέσποιναν Θεοτόκον και τον δίκαιον Ιωσήφ μετά των υιών του και τον Κύριον ημών, νήπιον εσπαργανωμένον κείμενον εν τη φάτνη. Δεν παρήλθον ημέραι πολλαί μετά την των Χριστουγέννων εορτήν και ιδού έρχονται προς αυτόν τρεις άνδρες κοσμικοί αυτάδελφοι και πλούσιοι, επειδή η φήμη του έφθασε και εις την Μακεδονίαν και εις την Θεσσαλίαν. Και εξαγορεύσαντες τους λογισμούς αυτών εις τον Άγιον, προσέπεσον εις τους πόδας του και τον παρεκάλουν να τους δεχθή εις την υποταγήν του. Ο δε Όσιος καθ’ εαυτόν μεν έλεγεν· «Ίσως να είναι αυτοί οι συνεργοί μου να κτισθή το Κοινόβιον κατά την οπτασίαν, την οποίαν είδον». Με όλον τούτο δεν συγκαταβαίνει ευθύς εις το να τους δεχθή, αλλά διαφοροτρόπως προσεπάθει να τους διώξη εκείθεν. Εκείνοι όμως, εκ Θεού φωτισθέντες και αποσταλέντες, δεν έφευγον, αλλ’ έλεγον προς αυτόν· «Δέξαι ημάς ολίγας ημέρας δι’ αγάπην Χριστού και εάν δεν ευχαριστηθής, απόβαλε ημάς». Με τοιαύτας υποσχέσεις μόλις και μετά βίας κατεπείσθη ο Άγιος και τους εκράτησεν εις την υπακοήν του Χριστού. Μετά δε την κανονικήν δοκιμασίαν, τους ενέδυσε το Αγγελικόν Σχήμα και κοινωνήσας αυτούς των αχράντων Μυστηρίων, μετά το δείπνον εφανέρωσεν εις αυτούς τον ιδικόν του λογισμόν, ως προς τέκνα του εις το εξής γνήσια. Διηγήθη λοιπόν εις αυτούς κατά πλάτος την θείαν εκείνην οπτασίαν, ώρκισε δε αυτούς να μη είπωσι τούτο εις άλλον τινά, εν όσω ο ίδιος ζη. Είτα λέγει προς αυτούς· «Φανερόν είναι, ω τέκνα εμά, ότι ο προνοητής Θεός σάς έστειλεν ενταύθα όχι μόνον την ιδικήν σας ψυχήν να σώσητε, λλά και αυτόν τον επίγειον υμών πλούτον να φέρητε, δια να κατασταθή το Κοινόβιον κατά την θείαν αυτού ευδοκίαν και θέλησιν. Υπάγετε λοιπόν, εύρετε οικοδόμους και φέρετε αυτούς δια την οικοδομήν». Επήγαν λοιπόν εκείνοι, τους εύρον και ήλθον ομού· ο δε Άγιος έδειξεν εις τους οικοδόμους τον τόπον εις τον οποίον πρωτίστως ήθελε να θεμελιώση την Εκκλησίαν, είτα και την άλλην οικοδομήν. Βλέποντες οι οικοδόμοι εκείνοι το απόκρημνον και κινδυνώδες του τόπου απεκρίθησαν· «Τι λέγεις, Αββά; Αστεία λέγεις ή σοβαρώς ομιλείς; Αδύνατον είναι να επιχειρισθώμεν την οικοδομήν εις αυτό το σημείον, επειδή βλέπομεν ότι όχι μόνον η ιδική μας ζωή μέλλει να κινδυνεύση, αλλά και εκείνων όσοι ήθελον μετά ταύτα καθίσει εις τον επικίνδυνον αυτόν τόπον». Ο δε Άγιος βλέπων ότι δια λόγων δεν δέχονται να επιχειρήσωσι την οικοδομήν, διέταξε τους μαθητάς του να ετοιμάσωσι τράπεζαν δια να γευματίσωσιν. Εις δε των μαθητών του Οσίου, κιρνών τον οίνον, φθόνω του πονηρού ή και θεία Προνοία, ήτις πανσόφως και δια των εναντίων οικονομεί τα καλά, δεν γνωρίζω πως ανισορροπήσας το σώμα, κατέπεσεν από του ύψους της κορυφής της πέτρας εις το άπειρον χάσμα του κάτωθι καταρρέοντος χειμάρρου, κρατών εις μεν την μίαν χείρα το οινοδόχον αγγείον, εις δε την άλλην το ποτήριον. Τοιούτον ελεεινόν θέαμα ιδόντες οι οικοδόμοι ήνοιξαν αχαλίνωτον το στόμα αυτών χλευάζοντες τον Όσιον μετά θυμού και επεμβαίνοντες εις το θεοπειθές αυτού έργον της οικοδομής έλεγον· «Διατί επιχειρείς τοιαύτα πράγματα και έγινες τοιούτου φόνου αιτία; Αλλά και εις το εξής, εάν ήθελες εύρει ημάς συμφώνους προς την βουλήν σου, πόσοι άλλοι έμελλον τοιουτοτρόπως να φονευθώσι»; Και ταύτα μεν έλεγον εκείνοι και άλλα περισσότερα εξ αγνοίας φλυαρήματα. Ο δε Άγιος προσηύχετο σιωπών, την Κυρίαν Θεοτόκον εκ βάθους ψυχής επικαλούμενος, ίνα μη καταισχύνη βουλήν πτωχού τω πνεύματι. Και, ω των ανεκφράστων θαυμασίων σου Δέσποινα! Τις δύναται να υμνήση τα μεγαλεία σου; Δεν παρήλθεν ημίσεια ώρα και ιδού εκ του άλλου μέρους εφάνη αναβαίνων ο κρημνισθείς Μοναχός σώος και υγιής τη βοηθεία της Παναμώμου Παρθένου κρατών ανά χείρας το οινοδόχον αγγείον και το ποτήριον, όχι μόνον άνευ βλάβης ή συντρίμματος τινος, αλλά και χωρίς ο οίνος τελείως να χυθή. Τούτο το θαύμα ιδόντες εκείνοι οι πρώην προπετείς και αυθάδεις οικοδόμοι φρίττουσι, τρομάζουσι και πεσόντες εις τους πόδας του Αγίου εζήτουν συγχώρησιν λέγοντες· «Τώρα εγνωρίσαμεν, Πάτερ, ότι είσαι άνθρωπος του Θεού». Και δεν εστάθησαν μέχρι τούτου, αλλά και τον εβίασαν και τους εκούρευσεν όλους Μοναχούς. Εποίησαν λοιπόν αρχήν οι καλοί ούτοι οικοδόμοι και έκτιζον προθυμότατα την Μονήν του Οσίου. Επειδή δε δια τα θεμέλια και δια τας γωνίας εχρειάζοντο πολλαί και μεγάλαι πέτραι, προσέταξεν ο Άγιος να σηκώσωσιν ένα υπερμεγέθη λίθον, όστις έκειτο εκεί που πλησίον ακατέργαστος και να τον θέσωσιν εις την γωνίαν του θεμελίου. Εκείνοι δε αστοχήσαντες την πρώτην θαυματουργίαν του Οσίου, εκρυφογέλων ο εις τον άλλον ατενίζοντες κι νομίζοντες ότι αστειεύεται ο Όσιος, επειδή έβλεπον ότι ο λίθος εκείνος ήτο αδύνατον να σαλευθή δια το βάρος και τον όγκον του. Ο δε Άγιος, ιδών ότι δεν υπακούουσιν εις τον λόγον του, επήγε μόνος του και σφραγίσας τον λίθον με το σημείον του Σταυρού, τον εσήκωσεν ο ίδιος εις τους ώμους του χωρίς να τον βοηθήση άλλος τις και τον απέθεσεν απ΄ ευθείας εκεί όπου έπρεπε, στερεώσας αυτόν καταλλήλως εις την γωνίν του. Εις το θαύμα τούτο δεν ηξεύρωτι να θαυμάσω πρώτον, τι ύστερον. Του ζωηφόρου Σταυρού την δύναμιν ή την πίστιν του Αγίου, όστις κατά αλήθειαν δι του έργου έδειξεν εις ημάς εκείνο το οποίον ο Κύριος ημών είπεν εις τους Αποστόλους δια του λόγου· «Αμήν γαρ λέγω υμίν· εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετ΄βηθι εντεύθεν εκεί και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. ιζ: 20). Άνθρωπος κατεξηραμμένος υπό της σκληραγωγίας και μόνον ότι το δέρμα συνεκράτει τα οστά, να σηκώση τόσον βάρος, το οποίον τόσοι άνθρωποι ούτε να το σαλεύσουν ηδύναντο, δεν είναι ολοφάνερον ότι ο Σίμων είχε καταστήσει εαυτόν όργνον της δεξιάς του Υψίστου και ενήργει δι΄ αυτού ο Θεός τα παράδοξα; Αλλ’ ας έλθωμεν και εις άλλο θαύμα του αοιδίμου Σίμωνος, το οποίον εποίησεν εις τους Σαρακηνούς. Παρακαλώ δε την αγάπην σας να μη αμελήτε και νυστάζετε, αλλά να προσέχετε εις τα κατορθώματα του γίου δια να λάβητε πλουσίαν χάριν παρ’ αυτού. Τελειώσας την οικοδομήν του Μοναστηρίου του ο Άγιος επί της θαυμαστής ταύτης πέτρας εις τιμήν και δόξαν των Γενεθλίων του Σωτήρος Χριστού, επωνόμασεν αυτό Νέαν Βηθλεέμ. Όθεν έτρεχον από πολλά μέρη και υπετάσσοντο εις αυτόν. Αλλ’ επειδή και το ταλαίπωρον βασίλειον ημών των Ελλήνων κατήντησεν εις αθλίαν κατάστασιν, ήρχοντο οι Σαρακηνοί αφόβως με τα πειρατικά πλοία των και εις αυτό το Άγιον Όρος και αρπάζοντες παν το προστυχόν, ηχμαλώτιζον και πολλούς Μοναχούς. Ήλθον δε και εις τον λιμένα της Μονής. Ο δε Άγιος φοβηθείς μήπως αναβαίνοντες επάνω κατακαύσουν την Μονήν, προλαβών κατέβη μετά τινων μαθητών του εις τον λιμένα ίνα προϋπαντήση τους βαρβάρους, φέρων και τινα δώρα προς αυτούς. Εκείνοι δε και τα δώρα λβόντες, πάλιν εζήτουν και άλλα λέγοντες· «Που έχετε τους θησαυρούς σας»; Νομίζοντες ότι είχον να κερδήσωσι πλούτον και λάφυρα πολλά. Μη αναγνωρίζοντες δε και τον Άγιον ως προεστώτα, δια το ευτελές του σχήματος, τον εβίαζον να δείξη εις αυτούς τον Ηγούμενον. Ο δε Άγιος πραεία τη φωνή είπε προς αυτούς· «Εγώ είμαι ο ταπεινός. Πλην άλλο τίποτε δεν έχομεν εκτός αυτών τα οποία φορούμεν». Εκείνοι δε νομίζοντες ότι ψεύδεται, ώρμησαν κατ’ υτού ωσάν θηρία άγρια. Εις δε εξ αυτών, ο πλέον φονικώτερος, εγύμνωσε την σπάθην και ώρνησε να κόψη την ιεράν εκείνην κεφαλήν. Ο δε Θεός εξαπέστειλεν τον Άγγελον αυτού και ερρύσατο τον Όσιον αυτού· διότι η μεν χειρ του αυθάδους εκείνου έμεινε κρεμαμένη και ξηρά, οι δε λοιποί επατάχθησαν αορασία και ετυφλώθησαν όλοι. Τότε δη, τότε ήρχισαν να αλαλάζουν την Συριακήν φωνήν αυτών. Αλλάχ! Αλλάχ! Και φοβηθέντες, μετήλλαξαν την θηριωδίαν αυτών εις θρηνωδίαν και την αγριότητα εις ταπεινότητα και κλαίοντες πικρώς παρεκάλουν τον Άγιον θερμώς λέγοντες: «Ελέησον ημάς, Αββά, και να γίνωμεν όλοι Χριστιανοί». Ο δε φιλάνθρωπος δούλος του φιλανθρωποτάτου Δεσπότου Χριστού, ως μιμητής του ανεξικάκου Διδασκάλου αυτού, στέλλει ευθύς ένα μαθητή αυτού και φέρει έλαιον από την κανδήλαν του Δεσπότου Χριστού, με το οποίον αλείψας ο Άγιος τα όμματα όλων σταυροειδώς, ομοίως και την ξηράν χείρα του τολμητίου, ηυχήθη επ΄ αυτών και ευθύς, ω παραδόξου τερατουργήματος! Ιατρεύθησαν οι άνθρωποι. Όθεν όχι μόνον εβαπτίσθησαν, αλλά και εκουρεύθησαν μετά ταύτα εις την αυτήν Μονήν του Αγίου δόκιμοι Μοναχοί γενόμενοι. Αλλ’ επειδή ο αοίδιμος έφθασεν εις βαθύτατον γήρας και έμελλε να εκδημήση προς τον ποθούμενον Χριστόν, προείδε την ώραν της οσίας αυτού εκδημίας προς Κύριον. Όθεν καλέσας τους ιερούς μαθητάς του τους κατήχησε την τελευταίαν αυτού κατήχησιν και διδασκαλίαν και λέγει προς αυτούς. «Ιδού, αδελφοί και τέκνα μου εν Κυρίω αγαπητά, εγώ μέλλω να χωρισθώ αφ’ ημών. Υμείς δε, ως φρόνιμοι, δεν πρέπει να λυπήσθε δια τούτο, αφ’ ενός μεν διότι ολίγος παρέρχεται καιρός και πάλιν συναντώμεθα, εξ άλλου δε διότι, αν λάβω παρρησίαν τινά προς τον Θεόν, θέλω σάς επισκέπτομαι πάντοτε και θα σας φυλάττω από τους ορατούς και αοράτους πειρασμούς. Πλην αν και σεις φυλάσσητε την παράδοσιν της κοινοβιακής ζωής και πολιτείας, την οποίαν είδετε και εδιδάχθητε και την ευταξίαν της Εκκλησίας και όλα όσα εδίδαξα και με λόγον και με έργον, ούτω θέλω έχει και εγώ την ιδικήν σας φροντίδα. Μη αγαπάτε πλούτον πρόσκαιρον, φεύγετε την κενοδοξίαν, μη απατάσθε εις την χορτασίαν της κοιλίας, διότι αναφέρεται εις το βιβλίον του Ιώβ, ότι η δύναμις του σατανά συνίσταται «επ’ ομφαλού γαστρός» (Ιώβ μ: 11)· μη φέρετε εδώ εις το Κοινόβιον αγένεια πρόσωπα, διότι είδετε τι έκαμεν ο μέγας Ευθύμιος εις τον Άγιον Σάββαν, τον οποίον μ’ όλον ότι εγνώριζεν, ότι ήτο εκ κοιλίας μητρός ηγιασμένος, δεν τον εκράτησεν εις το Κοινόβιόν του. Γράφεται δε και εις το Γεροντικόν, ότι τον παλαιόν καιρόν τέσσαρες Λαύραι ηρημώθησαν εξ αιτίας των αγενείων (των νέων δηλαδή που δεν έχει ακόμη φυτρώσει το γένειον εις το πρόσωπον)· όθεν και ο θεοφόρος Πατήρ ημών Αθανάσιος ο κτίτωρ της Μεγίστης Λαύρας κατηράσατο και ανεθεμάτισε τους προεστώτας εκείνους, οίτινες ήθελον δεχθή αγενείους, έστω και αν ήσαν υιοί βασιλέων. Να είσθε ειρηνικοί, να είσθε φιλόξενοι, να επιμελείσθε τας εορτάς πνευματικώς και όχι κοσμικώς, δηλαδή να μη καταγίνησθε αυτάς τας ημέρας εις αργολογίας και γέλωτας και αστεία, επειδή η εορτή είναι φωτισμός και αγιασμός της ψυχής, όστις γεννάται από την σιωπήν και προσευχήν και ανάγνωσιν των ιερών βιβλίων. Εις τας Ακολουθίας της Εκκλησίας να ψάλλετε με σεμνότητα και ευλάβειαν και όχι με ατάκτους φωνάς. Να ευλαβήσθε και τον Ηγούμενον με όλην σας την δύναμιν. Αυτά να φυλάττητε και μετά τον θάνατόν μου καθώς και ζώντος εμού εφυλάττετε και εγώ θα είμαι νοερώς πάντοτε μαζί σας· ει δε μη, να απολογήσθε σεις εις εκείνο το φοβερόν και πάνδημον Κριτήριον». Ταύτα ειπών ο Όσιος ύψωσε τας αγίας του χείρας εις τους ουρανούς και μετά κατανύξεως προσηύξατο εις την Παναγίαν Τριάδα, μετά δε την ευχήν εσιώπησεν. Οι δε αδελφοί και μαθηταί τού Οσίου, πάντες ομού περιτριγυρίζοντες αυτόν έκλαιον απαρηγόρητα, λυπούμενοι ότι έμελλον να στερηθώσι τοιούτον Πατέρα και ιατρόν και σωτήρα. Ο δε Άγιος την νύκτα εκείνην παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού, το δε πρωϊ είδον το πανόσιον πρόσωπόν του λάμψαν υπέρ τον ήλιον και ούτω μετά ψαλμωδιών και ύμνων ενεταφίασαν εκείνο το πολύαθλον σώμα. Αλλ’ ω της ζημίας! Εις τους χαλεπούς τούτους καιρούς ημών δεν στερούμεθα μόνον αυτό το άγιον Λείψανον του Οσίου, αλλά και αυτόν τον ιερόν τάφον του, τα οποία εσκέπασεν από ημάς ο Θεός, κρίμασιν οις αυτός μόνος γνωρίζει, καθώς εσκέπασε και πολλών άλλων Αγίων και τα Λείψανα και τους τάφους. Έχομεν δε ομολογούμενον εκ παραδόσεως ότι εκείνο το θείον Λείψανον του Αγίου Σίμωνος ανέβλυζε μύρον καθώς εις τον Βίον του Αγίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη αναφέρονται τα εξής επί λέξει· «εισί δε και άλλα πολλά θαύματα αδόμενα υπό πολλών και από του κυρ Γρηγορίου και εκ της πέτρας του Αγίου Σίμωνος του Μυροβλύτου». Αλλά και ο ευσεβής βασιλεύς της Σερβίας Ιωάννης Ούγγλεσις, έχων μονογενή θυγατέρα διαμονιζομένην και πολλά καμών και εξοδεύσας δια θεραπείαν της, επειδή δεν ηδυνήθη να επιτύχη του ποθουμένου, κούων και του Αγίου τούτου τα θαύματα και το ιαματικόν αυτού μύρον, μόνον ότι επεκαλέσθη τον Άγιον εκ καρδίας, ευθύς ιατρεύθη το κοράσιόν του, δια την ευεργεσίαν δε ταύτην απέστειλε τον πνευματικόν του πατέρα Ευθύμιον με πλείστα όσα αφιερώματα και πλούτον πολύν και ωκοδόμησε την Ιεράν Μονήν. Έφερε δε ο Ευθύμιος και χρυσόβουλλον τούτου του βασιλέως δια την ιεράν ταύτην Μονήν, το οποίον σώζεται μέχρι σήμερον, αναφέρει δε το εν λόγω χρυσόβουλλον συν τοις άλλοις και δια την ανάβλυσιν του μύρου από τον Άγιον και δια το θαύμα του αστέρος, τον οποίον έβλεπεν ο Άγιος επό της πέτρας και ότι Νέα Βηθλεέμ ωνομάσθη η ιερά αύτη Μονή. Ήκμαζε δε ούτος ο βασιλεύς της Σερβίας εν έτει χιλιοστώ διακοσιοστώ εξηκοστώ τετάρτω (1264) από Χριστού, καθώς χρονολογεί το χρυσόβουλλόν του, ότε βασιλεύς του Βυζαντίου ήτο Μιχαήλ Η΄ ο αζυμίτης και λατινόφρων ο και πρώτος των Παλαιολόγων. Ας είπωμεν τώρα και εν εκ των θαυμάτων του Αγίου, τα οποία ετέλεσε μετά τον θάνατόν του και έπειτα να κάμωμεν τέλος εις τον λόγον μας. Εώρταζον κατ΄ έτος οι Πατέρες της Μονής την μνήμην του Οσίου εν τη Μονή. Αλλ’ επειδή τα ζιζάνια δεν λείπουν από τον σίτον, εις μεταξύ των Πατέρων της Μονής δεν ήθελε να συνεορτάση μετά των άλλων αδελφών την ετήσιον εορτήν του Αγίου. Αλλά καταλιπών έφευγεν από την Εκκλησίαν και από την ιεράν εκείνην Ακολουθίαν, την οποίαν έψαλλον οι Πατέρες ολονύκτιον αγρυπνούντες και εκοιμάτο εις το κελλίον του. Ουχί δε μόνον τούτο εποίει καταφρονών την θείαν δόξαν και αγιότητα του Αγίου, αλλά και λόγια βλάσφημα και σιχαμερά εξέμει από την δυσώδη κοιλίαν του κατά του Οσίου ο ανόσιος, κολασμένον και πλάνων αποκαλών αυτόν. Όθεν φαίνεται ο Άγιος εις τον ύπνον του κατ’ αυτήν την νύκτα της εορτής, ότε οι Πατέρες όλοι ηγρύπνουν εις την Εκκλησίαν, εφάνη δε όλος αστραπηφόρος και με δεδοξασμένον το πρόσωπον, έχων μεθ’ εαυτού και δύο εκ των πρώτων εκείνων ηγιασμένων μαθητών του. Και πλήρης θυμού και αγανακτήσεως κατά του βλασφήμου λέγει προς αυτόν· «Δεν σοι αρέσει, ω μιαρέ; Δεδόξασται το δεδοξασμένον». Και νεύων προς τους μαθητάς του ο Όσιος λέγει· «Βάλετε κάτω αυτόν τον βλάσφημον». Βάλλοντες δε υτόν κάτω, εφάνη εις αυτόν ότι έδειρεν αυτόν ο Άγιος δια της ράβδου, την οποίαν εκράτει, εις τους πόδας, από δε των πόνων και τον άμετρον φόβον εξυπνήσας ησθάνετο πονών τους πόδας. Τότε όλος έντρομος τρέχει εις την Εκκλησίαν και πίπτων κατά γης βάλλει μετάνοιαν εις τον Ηγούμενον όλος ηλλοιωμένος και κραυγάζων· «Συγχωρήσατέ μοι, Πατέρες και αδελφοί· τώρα είδον με τα όμματα της ψυχής μου ότι όντως ο Θεός μεγάλως εδόξασε τον Όσιον Πατέρα ημών Σίμωνα. Τώρα και πιστεύω και προσκυνώ αυτόν, ως ισάξιον και ομότιμον με τους παλαιούς μεγάλους Αγίους Αντώνιον, Ευθύμιον, Σάββαν και τους λοιπούς. Ευχαριστώ σοι, Άγιε του Θεού, ότι με ελύτρωσες από την δαιμονιώδη πλάνην μου, τον ταλαίπωρον». Ταύτα δε βοών μετά δακρύων διηγήθη εν μέσω της Εκκλησίας την φοβεράν εκείνην δόξαν του Αγίου και τα υπόλοιπα κατά πλάτος και πάντες εδόξαζον τον Θεόν και τον αυτού θεράποντα Όσιον Σίμωνα, ου ταις αγίαις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της ουρανών Βασιλείας. Αμήν.
Σίμων ο Όσιος Πατήρ ημών πατρίδα ή γονείς ή αδελφούς επί γης ποίους είχε δεν γνωρίζομεν. Εις ουρανούς δε πάντως πατρίδα μεν έχει την πόλιν του Θεού, την χώραν των Αγγέλων, την άνω Ιερουσαλήμ, Πατέρα τον Θεόν, μητέρα δε την Αγίαν Εκκλησίαν, πρότερον μεν την Αγωνιζομένην (την επί γης), εις ην και ανεγεννήθη, νυν δε την εν ουρανώ Θριαμβεύουσαν, την υπό του Αποστόλου καλουμένην «των Πρωτοτόκων» (Εβρ. ιβ: 23), της οποίας υιός γενόμενος έχει επομένως και αδελφούς όλους τους Αγγέλους και Μάρτυρας και Οσίους. Είχε δε και παιδαγωγόν και τέκνα, παιδαγωγόν μεν την Κυρίαν Θεοτόκον, τέκνα δε τους μαθητάς του, οίτινες καλώς τα θεία του ίχνη ηκολούθησαν και κατά πάντα τον άξιον τούτον Πατέρα των και διδάσκαλον εμιμήθησαν. Με όλον δε ότι ούτε η περιφάνεια της πατρίδος ούτε η των προγόνων ευγένεια έχει να ωφελήση ημάς τίποτε εις την σωτηρίαν της ψυχής μας, εν τούτοις φαίνεται ότι και η επίγειος του Οσίου τούτου πατρίς και οι χοϊκοί του γονείς τε και συγγενείς λαμπροί τινες και έντιμοι υπήρξαν, επειδή, καθώς λέγει ο Θεολόγος Γρηγόριος, «των μεγάλων ανθρώπων πόρρωθεν προκαταβάλλονται αι αρχαί». Όθεν στοχαστικώς λέγομεν ότι ούτος ο Άγιος, δια να αναδειχθή ούτω θερμός και πρόθυμος εις την αρετήν παιδιόθεν, έπρεπε και γονείς να είχε τω όντι ευγενείς οδηγούντας αυτόν εις τούτο και με εκπαίδευσιν ικανήν και δια παραδειγμάτων, ήτοι δια βίου θεαρέστου και Χριστιανικού, να εξεπαίδευσαν αυτόν. Τούτου λοιπόν του ιερού Σίμωνος, είτε ευγενείς επλούτησε τους γονείς, είτε μη, το οποίον μάλιστα και αυξάνει τον ιδικόν του έπαινον, προβλέπων ο παντεπόπτης Θεός την μέλλουσαν προκοπήν, τον προσκαλεί εις τους πνευματικούς αγώνας, τον εξάγει από την πατρίδα του και από τους συγγενείς του ως άλλον Αβράάμ, τον φέρει εις τον ιερόν Άθωνα, το Άγιον Όρος, όπου ερχόμενος, δεν εφρόντισεν άλλο, ει μη να εύρη πνευματικόν Γέροντα δια να υποταχθή, διότι ήξευρε την συμβουλήν εκείνου του θείου Πατρός την λέγουσαν, ότι χωρίς υπακοής αδύνατον είναι να σωθή τις. Αυτόν δε τον Γέροντα, τον οποίον εζήτει, τον ήθελε και ενάρετον μεν δια να γνωρίζη να οδηγή, αλλά και αυστηρόν δια να μη συγκαταβαίνη εις το φρόνημα της σαρκός. Ζητεί λοιπόν, εξετάζει, περιέρχεται όλα τα πνευματικά σχολεία του Άθωνος ως η διψώσα έλαφος να επιτύχη πηγήν ύδατος ζώντος· επισκέπτεται τους ευδοκιμωτέρους και αγιωτέρους του Όρους και αποκαλύπτει εις αυτούς τον ένθεον σκοπόν του, στοχάζεται εκάστου τας αρετάς και τα προτερήματα· εκλέγει καθώς η σοφή μέλισσα τον κηρόν και το μέλι από τα λογικά και μυρίπνοα άνθη του επιγείου τούτου Παραδείσου και ευρίσκει τέλος πάντων τον ποθούμενον. Ευρίσκει, λέγω, άνθρωπον, εις μεν την ηλικίαν και την άλλην των ηθών του κατάστασιν γέροντα, εις δε την ανδρείαν και τον τόνον της ψυχής ακμάζοντα. Εις τούτον λοιπόν βαλών μετάνοιαν υπετάχθη ο θαυμάσιος. Αλλά πως και πόσον στοχάζεσθε; Τόσον αφιέρωσεν εαυτόν εις εκείνον, ώστε εις ό,τι τον επρόσταζε χωρίς τινος περιεργείας ανυπερθέτως ετέλει το πρόσταγμά του, ως να τον είχε προστάξη ο ίδιος ο Θεός. Και επειδή ήτο πολύ αυστηρός ο Γέρων, πολλάκις όχι μόνον ύβριζεν, αλλά και έτυπτε τον Σίμωνα. Αυτός δε ο μακάριος μετά πάσης χαράς και ευχαριστίας τα εδέχετο και τα υπέμενε. Μάλιστα δε και ζημίαν του ενόμιζε το πράγμα, όταν τοιαύτα δεν έπασχε και όχι μόνον δεν ωργίζετο μνησικακών, αλλά μάλλον τόσην αγάπην εδείκνυεν εις εκείνον, όσην ουδέ οι παίδες εις τους ιδίους αυτών γονείς. Και ίδετε, αδελφοί, σημείον ψυχής απλουστάτης και αξίας Χριστού. Ποτέ μεν κοιμωμένου του Γέροντος εφίλει τους πόδας εκείνου, ποτέ δε λείποντος τον κράββατον όπου εκοιμάτο κατεφίλει ή τον τόπον όπου έστεκε. Και έλεγεν ο αοίδιμος, ότι τον μεν Θεόν πρέπει να τον αγαπώμεν, διότι μας έπλασεν εκ του μη όντος εις το είναι, τον δε Γέροντά μας, διότι μας ανέπλασε τρόπον τινά και ανεκαίνισε το κατ΄ εικόνα της ψυχής, συντετριμμένον υπάρχον από των πολλών μας αμαρτιών. Ω ψυχής όντως θείας! Ω συνέσεως μακαρίας! Ω ταπεινώσεως αμιμήτου και ουρανοβάμονος! Από τοιαύτην γνώμην και τοιαύτα προτερήματα εις όλον το Άγιον Όρος έγινε περιβόητος εν ολίγω ο Σίμων και ήτο αγαπητός μεν εις τους ομηλίκους του, σεβάσμιος δε και εις αυτούς τους γεροντοτέρους. Όθεν ήθελες ίδει γεροντικήν φρόνησιν εις νεανικήν ηλικίαν, άσκησιν ασύγκριτον εις τους αγώνας, σωφροσύνης τελειότητα εις τον βίον, κοσμιότητα και άλας πνευματικόν εις τον λόγον, συστολήν εις το βλέμμα, σεμνότητα εις το περιπάτημα, βάθος ταπεινώσεως εις το φρόνημα, μεγαλοψυχίαν εις τους πειρασμούς, ελευθεριότητα εις την γνώμην, θαυμαστήν διάκρισιν εις όλα του τα επιχειρήματα και επί πάσι την μακαρίαν αγάπην, την ρίζαν και το τέλος πασών των αρετών εις όλους εξ ίσου. Αυτά θεωρούντες όσοι τον έβλεπον εθαύμαζον λέγοντες· Ω μακαρία υποταγή, οποίους κάμνεις τους εργάτας σου! Διότι λέγουσιν οι θείοι Πατέρες, ότι η μεν υψοποιός και καθαρωτάτη ταπείνωσις γεννάται από την μακαρίαν και χριστομίμητον υπακοήν, η δε πάνσοφος και θεόσοφος διάκρισις γεννάται από την μακαρίαν ταπείνωσιν. Αυτά τα θεία χαρίσματα και ο τίμιος αυτού Γέρων βλέπων ότι επλούτησεν ο Σίμων από την άδολον και άκραν υπακοήν του, μετέβαλε την αυστηρότητα όλην εις ημερότητα και από τότε και εις το εξής ούτε τον ύβριζεν, ούτε τον επρόσταζεν, αλλ’ ούτε τον εδίδασκε πλέον ως υποτακτικόν του, τον ετίμα δε μάλιστα και τον συνεβουλεύετο ως αδελφόν και διδάσκαλον. Τι το εντεύθεν; Στοχάζεται ταύτα ο ταπεινόφρων Σίμων και δεν ευχαριστείται εις την τοιαύτην τιμήν, μάλιστα τον ελύπει και τον έθλιβεν η τιμή και η δόξα, την οποίαν απέδιδεν ο Γέρων εις αυτόν, ως δήθεν παρ’ αξίαν και μη ανήκουσαν εις αυτόν. Όθεν με πόνον πολύν ψυχής και θερμήν παράκλησιν ζητεί δι΄ αυτό και μόνον να αναχωρήση από τον Γέροντά του. Και δίδει την άδειαν ο Γέρων εις τον υποτακτικόν, αλλά και αυτός κλαίων ωδύρετο την στέρησιν όχι πλέον του μαθητού αλλά του συναγωνιστού του. Αναχωρήσας λοιπόν εκείθεν ο Άγιος ςζήτει τόπον έρημον προς ησυχίαν και άγνωστον προς άλλον τινά. Μετά πολλήν δε έρευναν ευρίσκει θεία νεύσει εν σπήλαιον, εις το οποίον εισελθών οπλίζεται ο καλός του Χριστού στρατιώτης, ίνα πολεμήση τους αοράτους εχθρούς, λαμβάνων ως όπλον μεν και δόρυ φοβερόν τον Σταυρόν του Σωτήρος, περικεφαλαίαν δε την προσευχήν, θώρακα την πίστιν, ασπίδα δε την υπομονήν, σπάθην την νηστείαν, τόξα δε και βέλη τους ψαλμούς. Αλλά τις να διηγηθή τους μακαρίους αγώνας και τα παλαίσματα τους οποίους ηγωνίσθη ο Όσιος εκείσε παλαίων προς τον πολυμήχανον εχθρόν διάβολον; Εκ των πολλών ένα μόνον να διηγηθώμεν πειρασμόν, τον οποίον υπέμεινε, και αρκετόν είναι εις τον καθένα να εννοήση και τους άλλους. Προσευχομένου του Αγίου νύκτα τινά, μετεμορφώθη ο μιαρός δαίμων εις φοβερόν και μέγιστον δράκοντα. Και ήνοιγε μεν το αχανές εκείνο στόμα δια να τον καταπίη· μη έχων όμως εξουσίαν παρά Θεού, έτυπτε τον Όσιον εις τα νώτα δια της ουράς ως δια τινος μεγάλης δοκού· από των πολλών δε πληγών και κτυπημέτων, τα οποία υπέστη υπό του φαινομένου δράκοντος ο Άγιος, έπεσε κάτω ημιθανής και κατά μεν το σώμα έκειτο κατά γης, κατά δε την ψυχήν ανέβαινεν εις τους ουρανούς ψάλλων. Και εκείνος μεν ο φοβερός δράκων και ότε έκειτο ο Άγιος κατά γης τον έτυπτεν ακόμη δια της ουράς, σκοπόν έχων, εάν ήθελε δυνηθή, και να τον θανατώση τελείως, ει δε μη να τον φοβίση τουλάχιστον να φύγη από το σπήλαιον. Ο δε Άγιος ήρχισε να επιτιμά τον δράκοντα με το υπέρτατον όνομα του Θεού και της Παναχράντου Μητρός αυτού και λέγει· «Επιτιμά σοι Κύριος Σαβαώθ· ύπαγε οπίσω μου σατανά. Επιτιμά σοι η Κυρία του Άθωνος τούτου· απόστηθι απ’ εμού». Δεν είχε τελειώσει τους θείους τούτους χρησμούς ο Άγιος και ο φαινόμενος δράκων έγινεν άφαντος. Και μετά τούτο βλέπει ο Όσιος βοήθειαν εξ Άγίου, αστράπτει με μεγάλην φωτοχυσίαν το σπήλαιον, γίνεται άρρητος ευωδία, γεμίζει η καρδία του από ευφροσύνην και ακούει θείας φωνής λεγούσης· «Ανδρίζου και ίσχυε, υπήκοε και πιστέ θεράπον του Υιού μου». Πριν δε έτι ανατείλη η ημέρα, ευρέθη όλος υγιής. Έμεινε λοιπόν εις το σπήλαιον ο Όσιος αγωνιζόμενος χρόνους πολλούς, πάσαν κακοπάθειαν υφιστάμενος, ότε και πολλοί εκ πολλών του Όρους μερών ήρχοντο προς αυτόν ψυχής τε και σώματος ωφέλειαν λαμβάνοντες, διότι και διακρίσεως χάρισμα επλούτει και τας θείας Γραφάς εξήγει καλώς. Πλην αυτός εις αυτά παντελώς δεν ηρέσκετο, την εξ ανθρώπων τιμήν και την ενόχλησιν της ησυχίας του μισών και αποστρεφόμενος, διο και εις ερημικώτερον τόπον διελογίζετο να αναχωρήση. Αλλ’ ο Θεός, την των ανθρώπων κοινήν ωφέλειαν προνοούμενος, εμποδίζει αυτόν του προκειμένου τούτου σκοπού, δια της Παναχράντου αυτού Μητρός. Επειδή εν μια των νυκτών, προσευχόμενος ο Όσιος, βλέπει πάλιν το σπήλαιον γεμάτον από φωτοχυσίαν θείαν πολλήν και αισθάνεται ευωδίαν και ευφροσύνην πνευματικήν, θείας δε φωνής ακούει λεγούσης ούτω· «Σίμων, Σίμων, φίλε πιστέ και λάτρα του Υιού μου, μη αναχωρήσης των ώδε, ότι εις φως τέθεικά σε μέγα και μέλλω δοξάσαι τον τόπον τούτον τω ονόματί σου». Ο δε ταπεινότατος Σίμων δεν πιστεύει εις την οπτασίαν, υποπτεύει φάντασμα το πράγμα και τέχνην και παγίδα του πονηρού ή τάχα και δοκιμασίαν τινά θεϊκήν, διότι πολύ εφοβείτο τον λόγον του Αποστόλου, ότι «Ο αρχέκακος μετασχηματίζεται εις Άγγελον φωτός» (Β’ Κορ. ια: 14). Δια την αιτίαν ταύτην επέμενεν εις την αυτήν ιδέαν και εσκέπτετο πάλιν που να υπάγη να ησυχάση. Επλησίαζε δε τότε και η εορτή των Γενεθλίων του Σωτήρος. Και μίαν των νυκτών εξελθών του σπηλαίου βλέπει θέαμα φοβερόν. Του εφάνη ως να εξεκόπη εις αστήρ από των ουρανών και έστη επάνω εις την πέτραν, όπου είναι εκτισμένη η ιερά και σεβασμία αυτού Μονή. Αυτήν δε την οπτασίαν έβλεπε συνεχώς επί πολλάς νύκτας ο Άγιος, αλλά, καθώς είπομεν, εφοβείτο μήπως είναι πλάνη τις του εχθρού. Ως τόσον ήλθε και η κυρία νυξ των Γενεθλίων του Χριστού και τότε βλέπει όχι μόνον τον αστέρα, ότι κατέβη άνωθεν και εστάθη αντικρύ επάνω ταύτης της πέτρας, αλλά και θείαν ήκουσε φωνήν ταύτα λέγουσαν· «Εδώ πρέπει να θεμελιώσης, ω Σίμων, το Κοινόβιόν σου και να σώσης ψυχάς, πρόσεχε δε καλώς μη απιστήσης ως και πρότερον, εγώ δε θέλω είμαι βοηθός σου. Πρόσεχε λοιπόν καλώς και μη αμφίβαλλε, ίνα μη πάθης κακόν». Ακούει δε την θείαν ταύτην φωνήν τρις λέγουσαν τα αυτά. Όθεν έγινεν έντρομος και ενθουσιών. Εφάνη δε εις αυτόν (καθώς ο ίδιος έλεγεν ύστερον εις τους μαθητάς του) ότι ευρέθη εκεί εις την Βηθλεέμ της Ιουδαίας και ήτο μετά των Ποιμένων των εις την Γέννησιν του Σωτήρος ευρεθέντων εκεί και την Αγγελικήν ήκουσε μελωδίαν, ψαλλόντων το θεοχαρίτωτον εκείνο· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκ. β:14) «Μη φοβείσθε· ιδού ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ» (αυτόθι 10). Τότε, έλεγεν ο Όσιος, ήρχισε να μου φεύγη ο φόβος και η έκστασις και ηυφραινόμην πνευματικώς, ως να έβλεπον παρούσαν την Δέσποιναν Θεοτόκον και τον δίκαιον Ιωσήφ μετά των υιών του και τον Κύριον ημών, νήπιον εσπαργανωμένον κείμενον εν τη φάτνη. Δεν παρήλθον ημέραι πολλαί μετά την των Χριστουγέννων εορτήν και ιδού έρχονται προς αυτόν τρεις άνδρες κοσμικοί αυτάδελφοι και πλούσιοι, επειδή η φήμη του έφθασε και εις την Μακεδονίαν και εις την Θεσσαλίαν. Και εξαγορεύσαντες τους λογισμούς αυτών εις τον Άγιον, προσέπεσον εις τους πόδας του και τον παρεκάλουν να τους δεχθή εις την υποταγήν του. Ο δε Όσιος καθ’ εαυτόν μεν έλεγεν· «Ίσως να είναι αυτοί οι συνεργοί μου να κτισθή το Κοινόβιον κατά την οπτασίαν, την οποίαν είδον». Με όλον τούτο δεν συγκαταβαίνει ευθύς εις το να τους δεχθή, αλλά διαφοροτρόπως προσεπάθει να τους διώξη εκείθεν. Εκείνοι όμως, εκ Θεού φωτισθέντες και αποσταλέντες, δεν έφευγον, αλλ’ έλεγον προς αυτόν· «Δέξαι ημάς ολίγας ημέρας δι’ αγάπην Χριστού και εάν δεν ευχαριστηθής, απόβαλε ημάς». Με τοιαύτας υποσχέσεις μόλις και μετά βίας κατεπείσθη ο Άγιος και τους εκράτησεν εις την υπακοήν του Χριστού. Μετά δε την κανονικήν δοκιμασίαν, τους ενέδυσε το Αγγελικόν Σχήμα και κοινωνήσας αυτούς των αχράντων Μυστηρίων, μετά το δείπνον εφανέρωσεν εις αυτούς τον ιδικόν του λογισμόν, ως προς τέκνα του εις το εξής γνήσια. Διηγήθη λοιπόν εις αυτούς κατά πλάτος την θείαν εκείνην οπτασίαν, ώρκισε δε αυτούς να μη είπωσι τούτο εις άλλον τινά, εν όσω ο ίδιος ζη. Είτα λέγει προς αυτούς· «Φανερόν είναι, ω τέκνα εμά, ότι ο προνοητής Θεός σάς έστειλεν ενταύθα όχι μόνον την ιδικήν σας ψυχήν να σώσητε, λλά και αυτόν τον επίγειον υμών πλούτον να φέρητε, δια να κατασταθή το Κοινόβιον κατά την θείαν αυτού ευδοκίαν και θέλησιν. Υπάγετε λοιπόν, εύρετε οικοδόμους και φέρετε αυτούς δια την οικοδομήν». Επήγαν λοιπόν εκείνοι, τους εύρον και ήλθον ομού· ο δε Άγιος έδειξεν εις τους οικοδόμους τον τόπον εις τον οποίον πρωτίστως ήθελε να θεμελιώση την Εκκλησίαν, είτα και την άλλην οικοδομήν. Βλέποντες οι οικοδόμοι εκείνοι το απόκρημνον και κινδυνώδες του τόπου απεκρίθησαν· «Τι λέγεις, Αββά; Αστεία λέγεις ή σοβαρώς ομιλείς; Αδύνατον είναι να επιχειρισθώμεν την οικοδομήν εις αυτό το σημείον, επειδή βλέπομεν ότι όχι μόνον η ιδική μας ζωή μέλλει να κινδυνεύση, αλλά και εκείνων όσοι ήθελον μετά ταύτα καθίσει εις τον επικίνδυνον αυτόν τόπον». Ο δε Άγιος βλέπων ότι δια λόγων δεν δέχονται να επιχειρήσωσι την οικοδομήν, διέταξε τους μαθητάς του να ετοιμάσωσι τράπεζαν δια να γευματίσωσιν. Εις δε των μαθητών του Οσίου, κιρνών τον οίνον, φθόνω του πονηρού ή και θεία Προνοία, ήτις πανσόφως και δια των εναντίων οικονομεί τα καλά, δεν γνωρίζω πως ανισορροπήσας το σώμα, κατέπεσεν από του ύψους της κορυφής της πέτρας εις το άπειρον χάσμα του κάτωθι καταρρέοντος χειμάρρου, κρατών εις μεν την μίαν χείρα το οινοδόχον αγγείον, εις δε την άλλην το ποτήριον. Τοιούτον ελεεινόν θέαμα ιδόντες οι οικοδόμοι ήνοιξαν αχαλίνωτον το στόμα αυτών χλευάζοντες τον Όσιον μετά θυμού και επεμβαίνοντες εις το θεοπειθές αυτού έργον της οικοδομής έλεγον· «Διατί επιχειρείς τοιαύτα πράγματα και έγινες τοιούτου φόνου αιτία; Αλλά και εις το εξής, εάν ήθελες εύρει ημάς συμφώνους προς την βουλήν σου, πόσοι άλλοι έμελλον τοιουτοτρόπως να φονευθώσι»; Και ταύτα μεν έλεγον εκείνοι και άλλα περισσότερα εξ αγνοίας φλυαρήματα. Ο δε Άγιος προσηύχετο σιωπών, την Κυρίαν Θεοτόκον εκ βάθους ψυχής επικαλούμενος, ίνα μη καταισχύνη βουλήν πτωχού τω πνεύματι. Και, ω των ανεκφράστων θαυμασίων σου Δέσποινα! Τις δύναται να υμνήση τα μεγαλεία σου; Δεν παρήλθεν ημίσεια ώρα και ιδού εκ του άλλου μέρους εφάνη αναβαίνων ο κρημνισθείς Μοναχός σώος και υγιής τη βοηθεία της Παναμώμου Παρθένου κρατών ανά χείρας το οινοδόχον αγγείον και το ποτήριον, όχι μόνον άνευ βλάβης ή συντρίμματος τινος, αλλά και χωρίς ο οίνος τελείως να χυθή. Τούτο το θαύμα ιδόντες εκείνοι οι πρώην προπετείς και αυθάδεις οικοδόμοι φρίττουσι, τρομάζουσι και πεσόντες εις τους πόδας του Αγίου εζήτουν συγχώρησιν λέγοντες· «Τώρα εγνωρίσαμεν, Πάτερ, ότι είσαι άνθρωπος του Θεού». Και δεν εστάθησαν μέχρι τούτου, αλλά και τον εβίασαν και τους εκούρευσεν όλους Μοναχούς. Εποίησαν λοιπόν αρχήν οι καλοί ούτοι οικοδόμοι και έκτιζον προθυμότατα την Μονήν του Οσίου. Επειδή δε δια τα θεμέλια και δια τας γωνίας εχρειάζοντο πολλαί και μεγάλαι πέτραι, προσέταξεν ο Άγιος να σηκώσωσιν ένα υπερμεγέθη λίθον, όστις έκειτο εκεί που πλησίον ακατέργαστος και να τον θέσωσιν εις την γωνίαν του θεμελίου. Εκείνοι δε αστοχήσαντες την πρώτην θαυματουργίαν του Οσίου, εκρυφογέλων ο εις τον άλλον ατενίζοντες κι νομίζοντες ότι αστειεύεται ο Όσιος, επειδή έβλεπον ότι ο λίθος εκείνος ήτο αδύνατον να σαλευθή δια το βάρος και τον όγκον του. Ο δε Άγιος, ιδών ότι δεν υπακούουσιν εις τον λόγον του, επήγε μόνος του και σφραγίσας τον λίθον με το σημείον του Σταυρού, τον εσήκωσεν ο ίδιος εις τους ώμους του χωρίς να τον βοηθήση άλλος τις και τον απέθεσεν απ΄ ευθείας εκεί όπου έπρεπε, στερεώσας αυτόν καταλλήλως εις την γωνίν του. Εις το θαύμα τούτο δεν ηξεύρωτι να θαυμάσω πρώτον, τι ύστερον. Του ζωηφόρου Σταυρού την δύναμιν ή την πίστιν του Αγίου, όστις κατά αλήθειαν δι του έργου έδειξεν εις ημάς εκείνο το οποίον ο Κύριος ημών είπεν εις τους Αποστόλους δια του λόγου· «Αμήν γαρ λέγω υμίν· εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετ΄βηθι εντεύθεν εκεί και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. ιζ: 20). Άνθρωπος κατεξηραμμένος υπό της σκληραγωγίας και μόνον ότι το δέρμα συνεκράτει τα οστά, να σηκώση τόσον βάρος, το οποίον τόσοι άνθρωποι ούτε να το σαλεύσουν ηδύναντο, δεν είναι ολοφάνερον ότι ο Σίμων είχε καταστήσει εαυτόν όργνον της δεξιάς του Υψίστου και ενήργει δι΄ αυτού ο Θεός τα παράδοξα; Αλλ’ ας έλθωμεν και εις άλλο θαύμα του αοιδίμου Σίμωνος, το οποίον εποίησεν εις τους Σαρακηνούς. Παρακαλώ δε την αγάπην σας να μη αμελήτε και νυστάζετε, αλλά να προσέχετε εις τα κατορθώματα του γίου δια να λάβητε πλουσίαν χάριν παρ’ αυτού. Τελειώσας την οικοδομήν του Μοναστηρίου του ο Άγιος επί της θαυμαστής ταύτης πέτρας εις τιμήν και δόξαν των Γενεθλίων του Σωτήρος Χριστού, επωνόμασεν αυτό Νέαν Βηθλεέμ. Όθεν έτρεχον από πολλά μέρη και υπετάσσοντο εις αυτόν. Αλλ’ επειδή και το ταλαίπωρον βασίλειον ημών των Ελλήνων κατήντησεν εις αθλίαν κατάστασιν, ήρχοντο οι Σαρακηνοί αφόβως με τα πειρατικά πλοία των και εις αυτό το Άγιον Όρος και αρπάζοντες παν το προστυχόν, ηχμαλώτιζον και πολλούς Μοναχούς. Ήλθον δε και εις τον λιμένα της Μονής. Ο δε Άγιος φοβηθείς μήπως αναβαίνοντες επάνω κατακαύσουν την Μονήν, προλαβών κατέβη μετά τινων μαθητών του εις τον λιμένα ίνα προϋπαντήση τους βαρβάρους, φέρων και τινα δώρα προς αυτούς. Εκείνοι δε και τα δώρα λβόντες, πάλιν εζήτουν και άλλα λέγοντες· «Που έχετε τους θησαυρούς σας»; Νομίζοντες ότι είχον να κερδήσωσι πλούτον και λάφυρα πολλά. Μη αναγνωρίζοντες δε και τον Άγιον ως προεστώτα, δια το ευτελές του σχήματος, τον εβίαζον να δείξη εις αυτούς τον Ηγούμενον. Ο δε Άγιος πραεία τη φωνή είπε προς αυτούς· «Εγώ είμαι ο ταπεινός. Πλην άλλο τίποτε δεν έχομεν εκτός αυτών τα οποία φορούμεν». Εκείνοι δε νομίζοντες ότι ψεύδεται, ώρμησαν κατ’ υτού ωσάν θηρία άγρια. Εις δε εξ αυτών, ο πλέον φονικώτερος, εγύμνωσε την σπάθην και ώρνησε να κόψη την ιεράν εκείνην κεφαλήν. Ο δε Θεός εξαπέστειλεν τον Άγγελον αυτού και ερρύσατο τον Όσιον αυτού· διότι η μεν χειρ του αυθάδους εκείνου έμεινε κρεμαμένη και ξηρά, οι δε λοιποί επατάχθησαν αορασία και ετυφλώθησαν όλοι. Τότε δη, τότε ήρχισαν να αλαλάζουν την Συριακήν φωνήν αυτών. Αλλάχ! Αλλάχ! Και φοβηθέντες, μετήλλαξαν την θηριωδίαν αυτών εις θρηνωδίαν και την αγριότητα εις ταπεινότητα και κλαίοντες πικρώς παρεκάλουν τον Άγιον θερμώς λέγοντες: «Ελέησον ημάς, Αββά, και να γίνωμεν όλοι Χριστιανοί». Ο δε φιλάνθρωπος δούλος του φιλανθρωποτάτου Δεσπότου Χριστού, ως μιμητής του ανεξικάκου Διδασκάλου αυτού, στέλλει ευθύς ένα μαθητή αυτού και φέρει έλαιον από την κανδήλαν του Δεσπότου Χριστού, με το οποίον αλείψας ο Άγιος τα όμματα όλων σταυροειδώς, ομοίως και την ξηράν χείρα του τολμητίου, ηυχήθη επ΄ αυτών και ευθύς, ω παραδόξου τερατουργήματος! Ιατρεύθησαν οι άνθρωποι. Όθεν όχι μόνον εβαπτίσθησαν, αλλά και εκουρεύθησαν μετά ταύτα εις την αυτήν Μονήν του Αγίου δόκιμοι Μοναχοί γενόμενοι. Αλλ’ επειδή ο αοίδιμος έφθασεν εις βαθύτατον γήρας και έμελλε να εκδημήση προς τον ποθούμενον Χριστόν, προείδε την ώραν της οσίας αυτού εκδημίας προς Κύριον. Όθεν καλέσας τους ιερούς μαθητάς του τους κατήχησε την τελευταίαν αυτού κατήχησιν και διδασκαλίαν και λέγει προς αυτούς. «Ιδού, αδελφοί και τέκνα μου εν Κυρίω αγαπητά, εγώ μέλλω να χωρισθώ αφ’ ημών. Υμείς δε, ως φρόνιμοι, δεν πρέπει να λυπήσθε δια τούτο, αφ’ ενός μεν διότι ολίγος παρέρχεται καιρός και πάλιν συναντώμεθα, εξ άλλου δε διότι, αν λάβω παρρησίαν τινά προς τον Θεόν, θέλω σάς επισκέπτομαι πάντοτε και θα σας φυλάττω από τους ορατούς και αοράτους πειρασμούς. Πλην αν και σεις φυλάσσητε την παράδοσιν της κοινοβιακής ζωής και πολιτείας, την οποίαν είδετε και εδιδάχθητε και την ευταξίαν της Εκκλησίας και όλα όσα εδίδαξα και με λόγον και με έργον, ούτω θέλω έχει και εγώ την ιδικήν σας φροντίδα. Μη αγαπάτε πλούτον πρόσκαιρον, φεύγετε την κενοδοξίαν, μη απατάσθε εις την χορτασίαν της κοιλίας, διότι αναφέρεται εις το βιβλίον του Ιώβ, ότι η δύναμις του σατανά συνίσταται «επ’ ομφαλού γαστρός» (Ιώβ μ: 11)· μη φέρετε εδώ εις το Κοινόβιον αγένεια πρόσωπα, διότι είδετε τι έκαμεν ο μέγας Ευθύμιος εις τον Άγιον Σάββαν, τον οποίον μ’ όλον ότι εγνώριζεν, ότι ήτο εκ κοιλίας μητρός ηγιασμένος, δεν τον εκράτησεν εις το Κοινόβιόν του. Γράφεται δε και εις το Γεροντικόν, ότι τον παλαιόν καιρόν τέσσαρες Λαύραι ηρημώθησαν εξ αιτίας των αγενείων (των νέων δηλαδή που δεν έχει ακόμη φυτρώσει το γένειον εις το πρόσωπον)· όθεν και ο θεοφόρος Πατήρ ημών Αθανάσιος ο κτίτωρ της Μεγίστης Λαύρας κατηράσατο και ανεθεμάτισε τους προεστώτας εκείνους, οίτινες ήθελον δεχθή αγενείους, έστω και αν ήσαν υιοί βασιλέων. Να είσθε ειρηνικοί, να είσθε φιλόξενοι, να επιμελείσθε τας εορτάς πνευματικώς και όχι κοσμικώς, δηλαδή να μη καταγίνησθε αυτάς τας ημέρας εις αργολογίας και γέλωτας και αστεία, επειδή η εορτή είναι φωτισμός και αγιασμός της ψυχής, όστις γεννάται από την σιωπήν και προσευχήν και ανάγνωσιν των ιερών βιβλίων. Εις τας Ακολουθίας της Εκκλησίας να ψάλλετε με σεμνότητα και ευλάβειαν και όχι με ατάκτους φωνάς. Να ευλαβήσθε και τον Ηγούμενον με όλην σας την δύναμιν. Αυτά να φυλάττητε και μετά τον θάνατόν μου καθώς και ζώντος εμού εφυλάττετε και εγώ θα είμαι νοερώς πάντοτε μαζί σας· ει δε μη, να απολογήσθε σεις εις εκείνο το φοβερόν και πάνδημον Κριτήριον». Ταύτα ειπών ο Όσιος ύψωσε τας αγίας του χείρας εις τους ουρανούς και μετά κατανύξεως προσηύξατο εις την Παναγίαν Τριάδα, μετά δε την ευχήν εσιώπησεν. Οι δε αδελφοί και μαθηταί τού Οσίου, πάντες ομού περιτριγυρίζοντες αυτόν έκλαιον απαρηγόρητα, λυπούμενοι ότι έμελλον να στερηθώσι τοιούτον Πατέρα και ιατρόν και σωτήρα. Ο δε Άγιος την νύκτα εκείνην παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού, το δε πρωϊ είδον το πανόσιον πρόσωπόν του λάμψαν υπέρ τον ήλιον και ούτω μετά ψαλμωδιών και ύμνων ενεταφίασαν εκείνο το πολύαθλον σώμα. Αλλ’ ω της ζημίας! Εις τους χαλεπούς τούτους καιρούς ημών δεν στερούμεθα μόνον αυτό το άγιον Λείψανον του Οσίου, αλλά και αυτόν τον ιερόν τάφον του, τα οποία εσκέπασεν από ημάς ο Θεός, κρίμασιν οις αυτός μόνος γνωρίζει, καθώς εσκέπασε και πολλών άλλων Αγίων και τα Λείψανα και τους τάφους. Έχομεν δε ομολογούμενον εκ παραδόσεως ότι εκείνο το θείον Λείψανον του Αγίου Σίμωνος ανέβλυζε μύρον καθώς εις τον Βίον του Αγίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη αναφέρονται τα εξής επί λέξει· «εισί δε και άλλα πολλά θαύματα αδόμενα υπό πολλών και από του κυρ Γρηγορίου και εκ της πέτρας του Αγίου Σίμωνος του Μυροβλύτου». Αλλά και ο ευσεβής βασιλεύς της Σερβίας Ιωάννης Ούγγλεσις, έχων μονογενή θυγατέρα διαμονιζομένην και πολλά καμών και εξοδεύσας δια θεραπείαν της, επειδή δεν ηδυνήθη να επιτύχη του ποθουμένου, κούων και του Αγίου τούτου τα θαύματα και το ιαματικόν αυτού μύρον, μόνον ότι επεκαλέσθη τον Άγιον εκ καρδίας, ευθύς ιατρεύθη το κοράσιόν του, δια την ευεργεσίαν δε ταύτην απέστειλε τον πνευματικόν του πατέρα Ευθύμιον με πλείστα όσα αφιερώματα και πλούτον πολύν και ωκοδόμησε την Ιεράν Μονήν. Έφερε δε ο Ευθύμιος και χρυσόβουλλον τούτου του βασιλέως δια την ιεράν ταύτην Μονήν, το οποίον σώζεται μέχρι σήμερον, αναφέρει δε το εν λόγω χρυσόβουλλον συν τοις άλλοις και δια την ανάβλυσιν του μύρου από τον Άγιον και δια το θαύμα του αστέρος, τον οποίον έβλεπεν ο Άγιος επό της πέτρας και ότι Νέα Βηθλεέμ ωνομάσθη η ιερά αύτη Μονή. Ήκμαζε δε ούτος ο βασιλεύς της Σερβίας εν έτει χιλιοστώ διακοσιοστώ εξηκοστώ τετάρτω (1264) από Χριστού, καθώς χρονολογεί το χρυσόβουλλόν του, ότε βασιλεύς του Βυζαντίου ήτο Μιχαήλ Η΄ ο αζυμίτης και λατινόφρων ο και πρώτος των Παλαιολόγων. Ας είπωμεν τώρα και εν εκ των θαυμάτων του Αγίου, τα οποία ετέλεσε μετά τον θάνατόν του και έπειτα να κάμωμεν τέλος εις τον λόγον μας. Εώρταζον κατ΄ έτος οι Πατέρες της Μονής την μνήμην του Οσίου εν τη Μονή. Αλλ’ επειδή τα ζιζάνια δεν λείπουν από τον σίτον, εις μεταξύ των Πατέρων της Μονής δεν ήθελε να συνεορτάση μετά των άλλων αδελφών την ετήσιον εορτήν του Αγίου. Αλλά καταλιπών έφευγεν από την Εκκλησίαν και από την ιεράν εκείνην Ακολουθίαν, την οποίαν έψαλλον οι Πατέρες ολονύκτιον αγρυπνούντες και εκοιμάτο εις το κελλίον του. Ουχί δε μόνον τούτο εποίει καταφρονών την θείαν δόξαν και αγιότητα του Αγίου, αλλά και λόγια βλάσφημα και σιχαμερά εξέμει από την δυσώδη κοιλίαν του κατά του Οσίου ο ανόσιος, κολασμένον και πλάνων αποκαλών αυτόν. Όθεν φαίνεται ο Άγιος εις τον ύπνον του κατ’ αυτήν την νύκτα της εορτής, ότε οι Πατέρες όλοι ηγρύπνουν εις την Εκκλησίαν, εφάνη δε όλος αστραπηφόρος και με δεδοξασμένον το πρόσωπον, έχων μεθ’ εαυτού και δύο εκ των πρώτων εκείνων ηγιασμένων μαθητών του. Και πλήρης θυμού και αγανακτήσεως κατά του βλασφήμου λέγει προς αυτόν· «Δεν σοι αρέσει, ω μιαρέ; Δεδόξασται το δεδοξασμένον». Και νεύων προς τους μαθητάς του ο Όσιος λέγει· «Βάλετε κάτω αυτόν τον βλάσφημον». Βάλλοντες δε υτόν κάτω, εφάνη εις αυτόν ότι έδειρεν αυτόν ο Άγιος δια της ράβδου, την οποίαν εκράτει, εις τους πόδας, από δε των πόνων και τον άμετρον φόβον εξυπνήσας ησθάνετο πονών τους πόδας. Τότε όλος έντρομος τρέχει εις την Εκκλησίαν και πίπτων κατά γης βάλλει μετάνοιαν εις τον Ηγούμενον όλος ηλλοιωμένος και κραυγάζων· «Συγχωρήσατέ μοι, Πατέρες και αδελφοί· τώρα είδον με τα όμματα της ψυχής μου ότι όντως ο Θεός μεγάλως εδόξασε τον Όσιον Πατέρα ημών Σίμωνα. Τώρα και πιστεύω και προσκυνώ αυτόν, ως ισάξιον και ομότιμον με τους παλαιούς μεγάλους Αγίους Αντώνιον, Ευθύμιον, Σάββαν και τους λοιπούς. Ευχαριστώ σοι, Άγιε του Θεού, ότι με ελύτρωσες από την δαιμονιώδη πλάνην μου, τον ταλαίπωρον». Ταύτα δε βοών μετά δακρύων διηγήθη εν μέσω της Εκκλησίας την φοβεράν εκείνην δόξαν του Αγίου και τα υπόλοιπα κατά πλάτος και πάντες εδόξαζον τον Θεόν και τον αυτού θεράποντα Όσιον Σίμωνα, ου ταις αγίαις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της ουρανών Βασιλείας. Αμήν.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΘ’ (29η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΘΑΔΔΑΙΟΥ του Ομολογητού.
Τη ΚΘ’ (29η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΘΑΔΔΑΙΟΥ του Ομολογητού.
Θαδδαίος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών πρότερον μεν ήτο δούλος του Οσίου Πατρός ημών Θεοδώρου, του λαβόντος δια βασιλικής εξουσίας το Μοναστήριον του Στουδίου και ποιήσαντος αυτό Κοινόβιον, ύστερον δε ηλευθερώθη από της δουλείας και κουρεύσας τας τρίχας της κεφαλής εν τη Μονή του Στουδίου, έγινε Μοναχός. Έκτοτε, μεταχειριζόμενος πολιτείαν θεάρεστον, ηγαπήθη παρ΄ όλων, εσχόλαζεν εις νηστείας και αγρυπνίας πολλάς, ήτο εγκρατής εις τας ομιλίας, είχε προσοχήν εις τους θείους λόγους, μετεχειρίζετο χαμευνίαν, υπακοήν υπερβάλλουσαν και ακτημοσύνην μεγάλην, διότι ουδέν έτερον ο τρισμακάριος εκέκτητο ειμή μόνον εκείνα τα ενδύματα τα οποία εφόρει. Επειδή δε τότε κατά θείαν παραχώρησιν εβασίλευσαν δυσσεβείς και εικονομ΄χοι βασιλείς, ήτοι Μιχαήλ ο Τραυλός εν έτει ωκ΄ (820) και ο τούτου υιός Θεόφιλος εν έτει ωκθ΄ (829), όλοι οι ευσεβείς Επίσκοποι και Ηγούμενοι των Μοναστηρίων, άλλοι μεν εφυλακίζοντο, άλλοι δε εξωρίζοντο, εις δε εξ αυτών ήτο και ο μέγας αγωνιστής Θεόδωρος, ο τούτου του Οσίου Θαδδαίου αυθέντης και Ηγούμενος. Μετέβη δε ποτε μετά του Αγίου Θεοδώρου και ο Όσιος ούτος εις τα ανάκτορα, και υπό θείου ζήλου φλεχθείς ήλεγξε τον δυσσεβή βασιλέα ενώπιον των αρχόντων της συγκλήτου. Τότε ο βασιλεύς προσέταξε να φέρουν την αγίαν Εικόνα του Σωτήρος και να την θέσουν κατά γης, ο δε Όσιος, αφού δεθή σφιγκτά υπό ρωμαλέων ανδρών, να τεθή επί της αγίας Εικόνος και να κρατήται επ’ αυτής εν ακινησία, εις τρόπον ώστε και χωρίς την θέλησίν του να πατή επάνω εις αυτήν. Τούτου γενομένου, είπεν ο τύραννος προς τον Όσιον· «Βλέπε, ότι κατεπάτησας την Εικόνα του Χριστού σου· λοιπόν συγκατάνευσον εις τους λόγους μας». Τότε ο εν αληθεία πεφωτισμένος την ψυχήν απεκρίθη προς αυτόν· «Εγώ, δυσσεβέστατε και πάσης ακαθαρσίας πεπληρωμένε τύραννε, δεν έπραξα τούτο οικεία βουλήσει, μη γένοιτο! αλλά σύ έκαμες το σχέδιον της ιδικής σου πανουργίας και αδίκου κρίσεως. Προσκυνώ δε εγώ την αγίαν Εικόνα του Χριστού και Θεού μου και κατασπάζομαι αυτήν, προτιμών να αποθάνω δι’ αυτήν προθύμως». Οι λόγοι ούτοι κατήσχυσαν πολύ τον αλιτήριον τύραννον και μάλιστα διότι υβρίσθη υφ’ ενός αγροίκου και Σκύθου κατά το γένος· όθεν προστάσσει να ριφθή ο Όσιος κατά γης έμπροσθέν του και να δέρηται ασπλάγχνως. Τόσον δε πολύ έδειραν τον αοίδιμον με χονδράς ράβδους, ώστε όλοι ενόμισαν ότι απέθανε, διο και έσυραν αυτόν έξω. Έπειτα δέσαντες αυτόν εκ των ποδών, τον έσυραν ως θνησιμαίον και ακάθαρτον δι’ όλης της αγοράς και έρριψαν αυτόν πλησίον εις το τείχος της πόλεως· ελθόντες δε εις πηγήν τινα επλύθησαν, ως ακάθαρτον εγγίσαντες. Ο δε μακάριος Θαδδαίος πάντα τα ανωτέρω ανδρείως και ευχαρίστως υπομείνας, έζησε τρεις ημέρας και μετά ταύτα απήλθε προς Κύριον.
Θαδδαίος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών πρότερον μεν ήτο δούλος του Οσίου Πατρός ημών Θεοδώρου, του λαβόντος δια βασιλικής εξουσίας το Μοναστήριον του Στουδίου και ποιήσαντος αυτό Κοινόβιον, ύστερον δε ηλευθερώθη από της δουλείας και κουρεύσας τας τρίχας της κεφαλής εν τη Μονή του Στουδίου, έγινε Μοναχός. Έκτοτε, μεταχειριζόμενος πολιτείαν θεάρεστον, ηγαπήθη παρ΄ όλων, εσχόλαζεν εις νηστείας και αγρυπνίας πολλάς, ήτο εγκρατής εις τας ομιλίας, είχε προσοχήν εις τους θείους λόγους, μετεχειρίζετο χαμευνίαν, υπακοήν υπερβάλλουσαν και ακτημοσύνην μεγάλην, διότι ουδέν έτερον ο τρισμακάριος εκέκτητο ειμή μόνον εκείνα τα ενδύματα τα οποία εφόρει. Επειδή δε τότε κατά θείαν παραχώρησιν εβασίλευσαν δυσσεβείς και εικονομ΄χοι βασιλείς, ήτοι Μιχαήλ ο Τραυλός εν έτει ωκ΄ (820) και ο τούτου υιός Θεόφιλος εν έτει ωκθ΄ (829), όλοι οι ευσεβείς Επίσκοποι και Ηγούμενοι των Μοναστηρίων, άλλοι μεν εφυλακίζοντο, άλλοι δε εξωρίζοντο, εις δε εξ αυτών ήτο και ο μέγας αγωνιστής Θεόδωρος, ο τούτου του Οσίου Θαδδαίου αυθέντης και Ηγούμενος. Μετέβη δε ποτε μετά του Αγίου Θεοδώρου και ο Όσιος ούτος εις τα ανάκτορα, και υπό θείου ζήλου φλεχθείς ήλεγξε τον δυσσεβή βασιλέα ενώπιον των αρχόντων της συγκλήτου. Τότε ο βασιλεύς προσέταξε να φέρουν την αγίαν Εικόνα του Σωτήρος και να την θέσουν κατά γης, ο δε Όσιος, αφού δεθή σφιγκτά υπό ρωμαλέων ανδρών, να τεθή επί της αγίας Εικόνος και να κρατήται επ’ αυτής εν ακινησία, εις τρόπον ώστε και χωρίς την θέλησίν του να πατή επάνω εις αυτήν. Τούτου γενομένου, είπεν ο τύραννος προς τον Όσιον· «Βλέπε, ότι κατεπάτησας την Εικόνα του Χριστού σου· λοιπόν συγκατάνευσον εις τους λόγους μας». Τότε ο εν αληθεία πεφωτισμένος την ψυχήν απεκρίθη προς αυτόν· «Εγώ, δυσσεβέστατε και πάσης ακαθαρσίας πεπληρωμένε τύραννε, δεν έπραξα τούτο οικεία βουλήσει, μη γένοιτο! αλλά σύ έκαμες το σχέδιον της ιδικής σου πανουργίας και αδίκου κρίσεως. Προσκυνώ δε εγώ την αγίαν Εικόνα του Χριστού και Θεού μου και κατασπάζομαι αυτήν, προτιμών να αποθάνω δι’ αυτήν προθύμως». Οι λόγοι ούτοι κατήσχυσαν πολύ τον αλιτήριον τύραννον και μάλιστα διότι υβρίσθη υφ’ ενός αγροίκου και Σκύθου κατά το γένος· όθεν προστάσσει να ριφθή ο Όσιος κατά γης έμπροσθέν του και να δέρηται ασπλάγχνως. Τόσον δε πολύ έδειραν τον αοίδιμον με χονδράς ράβδους, ώστε όλοι ενόμισαν ότι απέθανε, διο και έσυραν αυτόν έξω. Έπειτα δέσαντες αυτόν εκ των ποδών, τον έσυραν ως θνησιμαίον και ακάθαρτον δι’ όλης της αγοράς και έρριψαν αυτόν πλησίον εις το τείχος της πόλεως· ελθόντες δε εις πηγήν τινα επλύθησαν, ως ακάθαρτον εγγίσαντες. Ο δε μακάριος Θαδδαίος πάντα τα ανωτέρω ανδρείως και ευχαρίστως υπομείνας, έζησε τρεις ημέρας και μετά ταύτα απήλθε προς Κύριον.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη Λ΄ (30η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΦΙΛΕΤΑΙΡΟΥ.
Τη Λ΄ (30η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΦΙΛΕΤΑΙΡΟΥ.
Φιλεταίρος ο Άγιος Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπδ΄ - τε΄ (284 – 305). Τότε ελθόντος του βασιλέως εις Νικομήδειαν, ειδωλολάτραι τινές επρόδωσαν εις αυτόν τον Άγιον. Ο δε βασιλεύς έστειλεν ευθύς και τον έφεραν έμπροσθεν εις το βασιλικόν του κριτήριον, και βλέπων αυτόν εξεπλάγη εκ μόνης της θεωρίας του, διότι ήτο ο Φιλεταίρος μεγαλόσωμος και ωραίος, αι δε τρίχες της κεφαλής και των γενείων του ήσαν λαμπραί και στίλβουσαι σχεδόν υπέρ τον χρυσόν· όθεν ως εκ του θαυμασμού του θεόν αυτόν ωνόμασεν ο Διοκλητιανός και όχι άνθρωπον. Είπε δε προς αυτόν· «Λέγε εις ημάς, πόθεν είσαι, πως ονομάζεσαι και ποίον το έργον σου»; Ο Άγιος απεκρίθη· «Ταύτης της πόλεως Νικομηδείας είμαι γέννημα και θρέμμα, υιός επάρχου και Χριστιανός κατά το θρήσκευμα, ονομάζομαι δε Φιλεταίρος». Τότε ο βασιλεύς ονομαστί καλέσας τον Άγιον εκολάκευσεν αυτόν, ζητών να τον χωρίση από της του Χριστού πίστεως· ήρχισε δε και να εκστομίζη λόγους βλασφήμους εναντίον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ο Άγιος, ταύτα ακούσας, ευθύς ύψωσε τους οφθαλμούς του εις τον ουρανόν και λέγει· «Ας εμφραγή το στόμα εκείνο, το οποίον λαλεί βλασφημίας εναντίον του Χριστού μου». Και ω του θαύματος! ευθύς με τον λόγον του έγινε τόσον φοβερά βροντή και σεισμός, ώστε ο βασιλεύς κατετρόμαξε μεθ’ όλων των μετ’ αυτού. Όθεν κατά προσταγήν του τυράννου ανήφθη σφοδρώς μία κάμινος και ερρίφθη εις αυτήν ο του Χριστού Αθλητής· προσευχηθείς δε εκεί, διεσκόρπισε το πυρ της καμίνου και παντελώς το απέσβεσεν, εξελθών εκείθεν αβλαβής. Τούτο το θαύμα βλέπων ο βασιλεύς ηυλαβήθη τον ΄γιον, ως επίσης και δια το κάλλος του και δια το λαμπρόν γένος του, μάλλον όμως δια τα ανωτέρω θαύματα· όθεν απέλυσεν αυτόν να ζη όπου θέλει και βούλεται. Όταν δε μετά τον Διοκλητιανόν εβασίλευσεν ο γαμβρός του Μαξιμιανός (305 – 311) διεβλήθη ο Άγιος προς αυτόν, και παρασταθείς έμπροσθέν του ωμολόγησε τον Χριστόν Θεόν αληθινόν και Ποιητήν του παντός. Όθεν πρώτον μεν εδάρη με ράβδους τόσον πολύ, ώστε οι δέροντες αυτόν στρατιώται ητόνησαν και έπεσον κατά γης ως ημιθανείς· ο δε Μάρτυς της αληθείας, υπό του Χριστού δυναμούμενος, τοσούτον κρατερώς ίστατο, εις τρόπον ώστε εφαίνετο ότι πάσχει ξένον σώμα και όχι το ιδικόν του. Έπειτα κρεμασθείς καταξεσχίζεται τοσούτον, ώστε οι καταξεσχίζοντες αυτόν δήμιοι απέκαμον και έπεσαν κατά γης. Μετά ταύτα δίδεται εις τα θηρία, ίνα τον καταφάγωσι· τα δε θηρία, ω του θαύματος! εκυλίοντο εις τους πόδας του ως ήμερα πρόβατα. Είτα φέρεται εις τον ναόν ίνα προσκυνήση τα είδωλα, αυτός δε δια προσευχής του συνέτριψεν αυτά. Τελευταίον απεφάσισεν ο βασιλεύς να αποκόψωσι την κεφαλήν του και εύθυς εξηράνθη η χειρ του δημίου, όστις έμελλε να τον αποκεφαλίση· λαβών δε άλλος δήμιος το ξίφος και υψώσας αυτό ίνα κτυπήση, τα όμοια έπαθε και εκείνος. Όθεν ο Άγιος ερρίφθη εν τη φυλακή και εκείθεν πάλιν εφέρθη εις εξέτασιν. Επειδή δε έδειξε σαφώς ότι δια της δοκιμασίας των βασάνων ουδέποτε ήθελεν αρνηθή τον Χριστόν, τούτου ένεκα εδέθη με σίδηρα και εξωρίσθη εις την Προκόννησον, τον νυν λεγόμενον Μαρμαράν. Περιφερόμενος δε με τα δεσμά, ετέλει καθ’ οδόν πάμπολλα θαύματα, δαίμονας διώκων, λεπρούς καθαρίζων, πάσαν ασθένειαν ιατρεύων, τα είδωλα με μόνον τον λόγον κατακρημνίζων και εις χώμα και νερόν μεταβάλλων αυτά. Φερόμενος δε εις την Νίκαιαν δέσμιος, μόλις ήγγισεν εις τινα περιβόητον ναόν των ειδώλων, έπεσαν όλα τα είδωλα κατά γης και συνετρίβησαν· όθεν δια των τοιούτων θαυμάτων πολλοί επίστευσαν εις τον Χριστόν, μεταξύ των οποίων και ο κόμης της πόλεως και οι εξ στρατιώται του. Αφιχθείς δε ο Άγιος εις τα μέρη της Σιγριανής, ήτις κείται εις την Μηδείαν, πολλά και εκεί εποίησε θαύματα. Οι δε εκεί ευρισκόμενοι διεμήνυσαν εις τον Άγιον, ότι εκεί πλησίον υπάρχει Χριστιανός τις, Ευβίοτος ονομαζόμενος, ο οποίος υπέφερε μεν διαφόρους βασάνους και τιμωρίας από τον άρχοντα δια την πίστιν του Χριστού, διεφυλάχθη όμως αβλαβής και ανίκητος ως αδάμας και εποίησεν εξαίσια θαύματα εις δόξαν Θεού. Ταύτα ως ήκουσεν ο μακάριος Φιλεταίρος ηθέλησε να ίδη τον Ευβίοτον. Όθεν Άγγελος Κυρίου παρίστατο εις τον Ευβίοτον και λέγει προς αυτόν· «Έξελθε ολίγον του κελλίου σου και ύπαγε εις τον δείνα τόπον, ίνα απαντήσης τον Άγιον Φιλεταίρον τον συμμάρτυρά σου». Και ο μεν Ευβίοτος εξήλθε του κελλίου του και κατέβαινεν εκ του όρους της Σιγριανής· ο δε Άγιος Φιλεταίρος οδηγηθείς υπό τινος εγχωρίου εις την οδόν την άγουσαν εις το κελλίον του Αγίου Ευβιότου, ανέβαινεν εις το όρος αυτό της Σιγριανής ομού με τον πιστεύσαντα κόμητα και τους εξ στρατιώτας του. Αφ’ ου δε ανέβησαν ολίγον, βλέπουσι τον μακάριον Ευβίοτον κατερχόμενον προς αυτούς· όθεν ανταλλάξαντες φιλοφρονητικάς εκφράσεις και χαράς πολλής εμπλησθέντες ανέβησαν όλοι ομού εις το κελλίον του Αγίου Ευβιότου. Εκεί δε διατριψάντων ημέρας επτά, εκοιμήθη ο μακάριος Φιλεταίρος τον γλυκύν ύπνον ον επόθει και προς τον ποθούμενον μετέστη Χριστόν, παραθείς την αγίαν του ψυχήν εις τας χείρας Αυτού· όθεν ενεταφίασαν αυτόν ο Άγιος Ευβίοτος εις το κελλίον του. Ομοίως ο κόμης και οι συν αυτώ εξ στρατιώται εκοιμήθησαν και αυτοί μετά ένδεκα ημέρας από της εκείσε αφίξεώς των, και τα μεν σώματα αυτών ενεταφιάσθησαν πλησίον του τάφου του Αγίου Φιλεταίρου, αι δε μακάριαι αυτών ψυχαί εις ουρανούς συναγάλλονται μετά πάντων των Αγίων.
Φιλεταίρος ο Άγιος Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπδ΄ - τε΄ (284 – 305). Τότε ελθόντος του βασιλέως εις Νικομήδειαν, ειδωλολάτραι τινές επρόδωσαν εις αυτόν τον Άγιον. Ο δε βασιλεύς έστειλεν ευθύς και τον έφεραν έμπροσθεν εις το βασιλικόν του κριτήριον, και βλέπων αυτόν εξεπλάγη εκ μόνης της θεωρίας του, διότι ήτο ο Φιλεταίρος μεγαλόσωμος και ωραίος, αι δε τρίχες της κεφαλής και των γενείων του ήσαν λαμπραί και στίλβουσαι σχεδόν υπέρ τον χρυσόν· όθεν ως εκ του θαυμασμού του θεόν αυτόν ωνόμασεν ο Διοκλητιανός και όχι άνθρωπον. Είπε δε προς αυτόν· «Λέγε εις ημάς, πόθεν είσαι, πως ονομάζεσαι και ποίον το έργον σου»; Ο Άγιος απεκρίθη· «Ταύτης της πόλεως Νικομηδείας είμαι γέννημα και θρέμμα, υιός επάρχου και Χριστιανός κατά το θρήσκευμα, ονομάζομαι δε Φιλεταίρος». Τότε ο βασιλεύς ονομαστί καλέσας τον Άγιον εκολάκευσεν αυτόν, ζητών να τον χωρίση από της του Χριστού πίστεως· ήρχισε δε και να εκστομίζη λόγους βλασφήμους εναντίον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ο Άγιος, ταύτα ακούσας, ευθύς ύψωσε τους οφθαλμούς του εις τον ουρανόν και λέγει· «Ας εμφραγή το στόμα εκείνο, το οποίον λαλεί βλασφημίας εναντίον του Χριστού μου». Και ω του θαύματος! ευθύς με τον λόγον του έγινε τόσον φοβερά βροντή και σεισμός, ώστε ο βασιλεύς κατετρόμαξε μεθ’ όλων των μετ’ αυτού. Όθεν κατά προσταγήν του τυράννου ανήφθη σφοδρώς μία κάμινος και ερρίφθη εις αυτήν ο του Χριστού Αθλητής· προσευχηθείς δε εκεί, διεσκόρπισε το πυρ της καμίνου και παντελώς το απέσβεσεν, εξελθών εκείθεν αβλαβής. Τούτο το θαύμα βλέπων ο βασιλεύς ηυλαβήθη τον ΄γιον, ως επίσης και δια το κάλλος του και δια το λαμπρόν γένος του, μάλλον όμως δια τα ανωτέρω θαύματα· όθεν απέλυσεν αυτόν να ζη όπου θέλει και βούλεται. Όταν δε μετά τον Διοκλητιανόν εβασίλευσεν ο γαμβρός του Μαξιμιανός (305 – 311) διεβλήθη ο Άγιος προς αυτόν, και παρασταθείς έμπροσθέν του ωμολόγησε τον Χριστόν Θεόν αληθινόν και Ποιητήν του παντός. Όθεν πρώτον μεν εδάρη με ράβδους τόσον πολύ, ώστε οι δέροντες αυτόν στρατιώται ητόνησαν και έπεσον κατά γης ως ημιθανείς· ο δε Μάρτυς της αληθείας, υπό του Χριστού δυναμούμενος, τοσούτον κρατερώς ίστατο, εις τρόπον ώστε εφαίνετο ότι πάσχει ξένον σώμα και όχι το ιδικόν του. Έπειτα κρεμασθείς καταξεσχίζεται τοσούτον, ώστε οι καταξεσχίζοντες αυτόν δήμιοι απέκαμον και έπεσαν κατά γης. Μετά ταύτα δίδεται εις τα θηρία, ίνα τον καταφάγωσι· τα δε θηρία, ω του θαύματος! εκυλίοντο εις τους πόδας του ως ήμερα πρόβατα. Είτα φέρεται εις τον ναόν ίνα προσκυνήση τα είδωλα, αυτός δε δια προσευχής του συνέτριψεν αυτά. Τελευταίον απεφάσισεν ο βασιλεύς να αποκόψωσι την κεφαλήν του και εύθυς εξηράνθη η χειρ του δημίου, όστις έμελλε να τον αποκεφαλίση· λαβών δε άλλος δήμιος το ξίφος και υψώσας αυτό ίνα κτυπήση, τα όμοια έπαθε και εκείνος. Όθεν ο Άγιος ερρίφθη εν τη φυλακή και εκείθεν πάλιν εφέρθη εις εξέτασιν. Επειδή δε έδειξε σαφώς ότι δια της δοκιμασίας των βασάνων ουδέποτε ήθελεν αρνηθή τον Χριστόν, τούτου ένεκα εδέθη με σίδηρα και εξωρίσθη εις την Προκόννησον, τον νυν λεγόμενον Μαρμαράν. Περιφερόμενος δε με τα δεσμά, ετέλει καθ’ οδόν πάμπολλα θαύματα, δαίμονας διώκων, λεπρούς καθαρίζων, πάσαν ασθένειαν ιατρεύων, τα είδωλα με μόνον τον λόγον κατακρημνίζων και εις χώμα και νερόν μεταβάλλων αυτά. Φερόμενος δε εις την Νίκαιαν δέσμιος, μόλις ήγγισεν εις τινα περιβόητον ναόν των ειδώλων, έπεσαν όλα τα είδωλα κατά γης και συνετρίβησαν· όθεν δια των τοιούτων θαυμάτων πολλοί επίστευσαν εις τον Χριστόν, μεταξύ των οποίων και ο κόμης της πόλεως και οι εξ στρατιώται του. Αφιχθείς δε ο Άγιος εις τα μέρη της Σιγριανής, ήτις κείται εις την Μηδείαν, πολλά και εκεί εποίησε θαύματα. Οι δε εκεί ευρισκόμενοι διεμήνυσαν εις τον Άγιον, ότι εκεί πλησίον υπάρχει Χριστιανός τις, Ευβίοτος ονομαζόμενος, ο οποίος υπέφερε μεν διαφόρους βασάνους και τιμωρίας από τον άρχοντα δια την πίστιν του Χριστού, διεφυλάχθη όμως αβλαβής και ανίκητος ως αδάμας και εποίησεν εξαίσια θαύματα εις δόξαν Θεού. Ταύτα ως ήκουσεν ο μακάριος Φιλεταίρος ηθέλησε να ίδη τον Ευβίοτον. Όθεν Άγγελος Κυρίου παρίστατο εις τον Ευβίοτον και λέγει προς αυτόν· «Έξελθε ολίγον του κελλίου σου και ύπαγε εις τον δείνα τόπον, ίνα απαντήσης τον Άγιον Φιλεταίρον τον συμμάρτυρά σου». Και ο μεν Ευβίοτος εξήλθε του κελλίου του και κατέβαινεν εκ του όρους της Σιγριανής· ο δε Άγιος Φιλεταίρος οδηγηθείς υπό τινος εγχωρίου εις την οδόν την άγουσαν εις το κελλίον του Αγίου Ευβιότου, ανέβαινεν εις το όρος αυτό της Σιγριανής ομού με τον πιστεύσαντα κόμητα και τους εξ στρατιώτας του. Αφ’ ου δε ανέβησαν ολίγον, βλέπουσι τον μακάριον Ευβίοτον κατερχόμενον προς αυτούς· όθεν ανταλλάξαντες φιλοφρονητικάς εκφράσεις και χαράς πολλής εμπλησθέντες ανέβησαν όλοι ομού εις το κελλίον του Αγίου Ευβιότου. Εκεί δε διατριψάντων ημέρας επτά, εκοιμήθη ο μακάριος Φιλεταίρος τον γλυκύν ύπνον ον επόθει και προς τον ποθούμενον μετέστη Χριστόν, παραθείς την αγίαν του ψυχήν εις τας χείρας Αυτού· όθεν ενεταφίασαν αυτόν ο Άγιος Ευβίοτος εις το κελλίον του. Ομοίως ο κόμης και οι συν αυτώ εξ στρατιώται εκοιμήθησαν και αυτοί μετά ένδεκα ημέρας από της εκείσε αφίξεώς των, και τα μεν σώματα αυτών ενεταφιάσθησαν πλησίον του τάφου του Αγίου Φιλεταίρου, αι δε μακάριαι αυτών ψυχαί εις ουρανούς συναγάλλονται μετά πάντων των Αγίων.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Tη ΛΑ΄ (31η) Δεκεμβρίου, μνήμη της Οσίας ΜΕΛΑΝΗΣ της Ρωμαίας.
Μελάνη η μακαρία μήτηρ ημών η σήμερον εορταζομένη ήτο γέννημα και θρέμμα της περιφήμου μεγαλοπόλεως Ρώμης, εις την οποίαν εγεννήθη κατά το έτος τπγ΄ (383), καταγομένη από γένος περιφανέστατον. Οι γονείς της ήσαν οι πρώτοι της βουλής και από όλους τους άρχοντας πλουσιώτεροι, ευσεβείς και αυτοί και ενάρετοι. Όταν δε έφθασεν η κόρη εις ηλικίαν νόμιμον και οι γονείς της εβούλοντο να την υπανδρεύσουν, τους παρεκάλεσε να μη της αναφέρουν πλέον υπόθεσιν γάμων. Αυτοί όμως είχον πόθον να κάμουν απόγονον, δια να κληρονομήση τον πλούτον των. Όθεν και μη θέλουσαν την υπάνδρευσαν, όταν ήτο εις το δέκατον τέταρτον έτος της ηλικίας της. Ο δε νυμφίος ήτο ετών δεκαεπτά, Απελλιανός ονομαζόμενος, καταγόμενος και αυτός από γένος των υπάτων ευγενικώτατον. Η δε θαυμασία Μελάνη και μετά τους γάμους είχεν όλον τον νουν της εις την παρθενίαν και επεθύμει πάρα πολύ να φέρη εις αυτήν την σώφρονα γνώμην και τον νυμφίον της και πολλά τον παρεκάλεσε, λέγουσα προς αυτόν τοιαύτα με θερμότατα δάκρυα· «Δέομαί σου, ηγαπημένε μου, να φυλάξωμεν σωφροσύνην απόκρυφα, χωρίς να ηξεύρη ο κόσμος τίποτε και χαρά εις την ψυχήν σου, εάν κατορθώσης τοιαύτην αρετήν θεάρεστον· εάν δε πάλιν δεν ημπορής συ να παρθενεύης δια το νέον της ηλικίας σου, πορεύου συ καθώς θέλεις και εμέ άφες εις την εξουσίαν μου και σου χαρίζω όλην την προίκα μου, δούλους, χρυσίον, ιμάτια και τα επίλοιπα άπαντα, όλα ταύτα σου δίδω, μόνον να μένω παρθένος εν ησυχία». Ο δε απεκρίντο· «Τώρα δεν ημπορούμεν να κάμωμεν καθώς λέγεις, έως να γεννήσωμεν κληρονομίαν δια τον πλούτον μας και τότε σου υπόσχομαι και εγώ επ’ αληθείας να συγκοινωνήσω εις την ευσεβή και αγαθήν γνώμην σου· διότι άπρεπον είναι να έχη η γυναίκα περισσότερον έρωτα εις τα θεία από τον άνδρα και τότε, καθώς εις τον γάμον, ούτω και εις την αγίαν διαγωγήν να συγκοινωνήσωμεν». Ούτω λοιπόν συμφωνήσαντες, έκαμαν μετά τον χρόνον παιδίον θηλυκόν· έπειτα διήγεν η Μελάνη πένθιμα ενδεδυμένη και ευτελέστατα και δεν ήθελε να βάλη λαμπρά ιμάτια, ούτε ενίφθη το πρόσωπον και ηγωνίζετο πολλά να καταπείση τον άνδρα της να εκπληρώση εκείνο το οποίον της υπεσχέθη· αλλ’ αυτός δεν ήθελεν έως να γεννήσουν και δεύτερον τέκνον· εβουλήθη λοιπόν να αναχωρήση κρυφίως από τους συγγενείς της και συμβουλευθείσα εναρέτους πνευματικούς Πατέρας, της είπον να έχη υπομονήν έως άλλον ένα χρόνον και τότε να γίνη του Κυρίου το θέλημα. Παρέμεινε λοιπόν δια να μη γίνη παρήκοος, αλλά ηγωνίζετο ως να ήτο εις Μοναστήριον· ενήστευεν, ηγρύπνει, εφόρει κατάσαρκα ράσα τρίχινα και ετέλει και άλλας αρετάς κρυφίως· μόνον δε μία θεία της εγνώριζε την υπόθεσιν και την συνεβούλευε να μη φορή τρίχινα, δια να μη της έλθη ασθένεια· αλλ’ αυτή εταλαιπωρείτο περισσότερον από την λύπην της· διότι δεν ηδύνατο να αναχωρήση, παρά την τόσην της κακοπάθειαν· όθεν εδέετο εις τον Θεόν καθ’ εκάστην να την αξιώση του ποθουμένου το γρηγορώτερον, όπως και εγένετο. Όταν λοιπόν επλησίασεν ο καιρός να γεννήση το δεύτερον τέκνον της και καθώς προσηύχετο όλην την νύκτα, τα εσπέρια του Αγίου Λαυρεντίου του Ιερομάρτυρος, της ήλθαν οι πόνοι της γέννας, αυτή όμως δεν έπαυε τας ευχάς, αλλά ίστατο γονυπετής όσον ηδύνατο, έως ου την έσφιγξαν περισσότερον και με οδύνας μεγάλας και ανείκαστον βάσανον εγέννησε παιδίον αρσενικόν, το οποίον ως εβαπτίσθη απήλθε προς Κύριον. Η δε μήτηρ έμεινε μετά τον τοκετόν εις οδύνην και εκινδύνευεν από τους πόνους εις θάνατον· ελθών δε ο άνδρας της και βλέπων αυτήν οδυνωμένην, την συνεπόνεσε και δραμών εις την Εκκλησίαν έκλαιε προς τον Δεσπότην ευχόμενος να την λυτρώση από τον χαλεπώτατον κίνδυνον· η δε Μελάνη εύρε τον καιρόν κατά τον σκοπόν της αρμόδιον και του είπε, εάν αγαπά την ζωήν της, να κάμη όρκον προς Κύριον, να φυλάξουν σωφροσύνην εις το εξής· ο δε παρευθύς έταξε του Θεού να την φυλάξη αψευδέστατα. Τότε η Μελάνη από την χαράν της ελησμόνησε την ασθένειαν και δυναμωθείσα υπό Θεού ηγέρθη της κλίνης ταχύτερον και διήρχετο μοναχικώς την ζωήν της, χωρίς επιμέλειαν τινα του σώματος· μόνον την ψυχήν της εστόλιζε. Τότε εκοιμήθη και το μονογενές και ποθητόν της θυγάτριον· όθεν εσυμφώνησεν ο άνδρας της και εσήκωσαν τον γλυκύν ζυγόν του Κυρίου τον ελαφρότατον. Εποθούσαν λοιπόν να απαρνηθώσι τον κόσμον και να υπάγουν εις Μοναστήριον· αλλ’ οι γονείς των δεν τους άφησαν· όμως ύστερον έβγαλεν από το μέσον παν εμπόδιον η άνωθεν δύναμις μετατρέπουσα την λύπην αυτών εις πολλήν αγαλλίασιν· διότι καθώς εμελετούσαν ταύτα αμφότεροι, ήλθεν εις αυτούς ευωδία από τον ουρανόν άρρητος, την οποίαν ούτε γλώσσα να την διηγηθή ούτε νους να την εννοήση δύναται, ήτις επλήρωσε τας ψυχάς των τοσαύτης ευφροσύνης και χάριτος, ώστε εστήριξαν εις τον Θεόν πάσαν μέριμναν να οικονομήση εις αυτούς καθώς βούλεται. Μετ’ ολίγον απέθανεν ο πατήρ της Μελάνης και έμεινεν αυτή του λοιπού ανενόχλητος· όθεν εξήλθον από την πόλιν, όταν ο μεν Απελλιανός ήτο ετών εικοσιτεσσάρων, αυτή δε είκοσι και απήλθον εις τόπον ησυχαστικόν και ατάραχον, εις τοιαύτην ηλικίαν εις την οποίαν ακμάζει η νεότης και ποθεί τα σωματικά και επίγεια, αυτοί δε οι αείμνηστοι κατεπάτησαν όλας τας ηδονάς και απολαύσεις της φθειρομένης σαρκός, δια να απολαύσουν την ανεκλάλητον αγαλλίασιν. Όταν λοιπόν έβλεπεν η πάνσοφος Μελάνη τον άνδρα της και έκλινεν ως νέος παρά μικρόν από την ακρίβειαν της μοναδικής διαγωγής, τον συνεβούλευε και τον διώρθωνεν, όταν δηλαδή τον έβλεπε να επιμεληθή την τροφήν αυτού ή το ένδυμα ή άλλο όμοιον, έως ότου τον έφερεν εις την αληθή φιλοσοφίαν την ζηλωτήν και σωτήριον. Επειδή δε ήσαν πολύ πλούσιοι από χρυσίον και εισοδήματα, δεν έπαυον καθ’ εκάστην να θεραπεύωσι ξένους, να φιλεύουν πεινώντας, να λυτρώνουν φυλακισμένους, να πληρώνουν το χρέος αυτών, να τους χαρίζουν και χρήματα να πορεύωνται και απλώς ειπείν όσους είχον λύπην τινά και συμφοράν τους επαραμυθούσαν και εβοηθούσαν εκείνους μεν προς αυτάρκειαν, αυτοί δε δεν εκράτουν δι’ εαυτούς τίποτε. Τας χριστομιμήτους ταύτας πράξεις βλέπων ο φθονερός διάβολος εκάκιζε, και παρεκίνησεν ένα αδελφόν, τον οποίον είχεν ο Απελλιανός, Σεβήρον ονομαζόμενον, και άλλοτε μεν του ήρπαζεν ένα αγρόν, ή καρπούς από την εσοδείαν, ή χρήματα, άλλοτε δε του έπαιρνε τινάς από τους δούλους του, και τους επλήρωνε να ομόσουν ψεύματα, ότι ήτο ιδικόν του τούτο ή το δείνα αμπέλιον ή περιβόλιον, και άλλας διαφόρους αδικίας τους έκαμεν. Αλλ’ αυτοί τα υπέμειναν όλα δια τον Κύριον, και εχαίροντο μάλιστα, τας συμφοράς του Ιώβ ενθυμούμενοι. Μόνον ελυπούντο, διότι έπαιρνεν ο άδικος εκείνος τον πλούτον, τον οποίον εποθούσαν να δώσουν εις τους πτωχούς. Ταύτα μαθούσα η ευσεβεστάτη βασίλισσα Βερίνα είχεν πόθον πολύν να τους ίδη, και πολλάκις έστειλε προς την Μελάνην παρακλήσεις να υπάγη εις τα βασίλεια. Όθεν, δια να μη φανή υπερήφανος, ότι δεν καταδέχεται την βασίλισσαν, εκίνησαν ομού με τον Απελλιανόν δια να υπάγουν αμφότεροι. Ήτο δε νόμος να μη τολμήση καμμία γυνή να εισέλθη, έχουσα την κεφαλήν σκεπασμένην εις τα βασίλεια. Αυτή δε του μεν πολιτικού νόμου καταφρονήσασα, του δε μακαρίου Παύλου την εντολήν επακριβώς διαφυλάττουσα, ούτε την κεφαλήν εξεσκέπασεν, ούτε τα ράσα της τα πενιχρά ήλλαξεν, αλλ’ ούτως ευτελέστατα ενδεδυμένη εισήλθεν εις τα βασίλεια, χωρίς να κοιτάξη τίποτε από τα πολύτιμα πράγματα, τα οποία ήσαν εκεί. Βλέπουσα η βασίλισσα τοσαύτην ταπείνωσιν, ηγέρθη από τον θρόνον δι’ ευλάβειαν και την εκάθισε πλησίον της, θαυμάζουσα την ευτέλειαν του ενδύματος και την επήνεσε λέγουσα· «Προ πολλού ήκουσα την καλήν φήμην των θεϊκών σου πράξεων, και ευχαριστώ τον Κύριον, διότι ηξιώθην να σε απολαύσω. Μακαρία συ, όπου εμακαρίσθης δικαίως από τον Κύριον». Ταύτα και έτερα λέγουσα, ηγέρθη πάλιν από τον χρυσόν θρόνον η βασίλισσα και την ενηγκαλίσθη και την κατεφίλει με πολλήν ευλάβειαν και κατάνυξιν, της υπεσχέθη δε να κάμη εις τον Σεβήρον εκδίκησιν, δια τας αδικίας τας οποίας τους έκαμεν. Η δε Αγία απεκρίθη· «Καλλίτερον να μας αδικούσι, δέσποινα, παρά ημείς να αδικήσωμεν, παρακαλώ δε την βασιλείαν σου, όπως μη τον ενοχλήσητε εις τίποτε. Όσα επήρεν έως τώρα, ας είναι συγχωρημένος· μόνον να μη μας πειράξη πλέον, διότι καλλίτερον είναι να τα δώσωμεν εις τους πτωχούς, παρά να τα παίρνη εκείνος άδικα». Έλαβον λοιπόν την βασιλικήν εξουσίαν, να πωλήσουν όλα τα υπάρχοντά των και να κάμουν καθώς επεθύμουν. Όχι δε μόνον εκεί εις την Ρώμην είχον πλούτον άπειρον, αλλά και εις πολλούς άλλους τόπους της Ιταλίας, εις δε την Βρεττανίαν θαυμασιώτερα, τα οποία όλα επώλησεν και τα ηγόρασαν οι άρχοντες, διότι τους παρακάλεσεν ο βασιλεύς, δια να λυτρωθή η μακαρία από πολλάς φροντίδας και μερίμνας και να δυνηθή να απολαύση κατά τον πόθον της. Είχον δε τοσαύτα πράγματα οι μακάριοι, ώστε δεν τους έφθανεν άλλος εις τον πλούτον, ειμή μόνον ο βασιλεύς και αυτοκράτωρ· τόσον δε εισόδημα τους ήρχετο, ώστε εάν το είπω, θέλουσιν είπει τινές ότι λέγω πράγμα απίστευτον, αλλ’ εγώ το γράφω, καθώς πολλοί εμαρτύρησαν, λέγοντες, ότι δώδεκα μυριάδες λίτρα χρυσίου ήτο η κατ’ έτος εσοδεία των, τα οποία όλα εμοίρασαν ελεημοσύνην εις τους πτωχούς οι τρισμακάριοι· αι δε οικίαι των ήσαν τόσον μεγάλαι, ώστε δεν ηδυνήθη κανείς Ρωμαίος να τας αγοράση· ύστερον δε, ότε έκαυσαν την Ρώμην οι βάρβαροι, τας επώλησαν με μικράν τιμήν και τα έδωκαν και αυτά εις τους πένητας. Εξεδήλωσε δε ακόμη την επιθυμίαν της η μακαρία Μελάνη να χαρίση εις την αδελφήν του βασιλέως μερικά από τα χρυσά κοσμήματά της, αλλ’ αυτή δεν ηθέλησε να κρατήση τίποτε λέγουσα· «Όστις λάβη από σας τίποτε, είναι πράγματι ιερόσυλος, επειδή όλα αυτά τα αφιερώσατε εις τον Θεόν». Έδιδον λοιπόν οι μακάριοι καθ’ ώραν εις τους έχοντας ανάγκην από όλα τα χρειώδη αφθόνως, τόσον ώστε δεν έμεινε σχεδόν χώρα και έθνος, που να μη έλαβεν ευεργεσίαν απ’ αυτούς και δια να είπωμεν με ένα λόγον, η ελεημοσύνη των έτρεχεν ως ποταμός εις όλην την γην και την θάλασσαν· η Φοινίκη, η Συρία, η Αίγυπτος, και παρ’ ολίγον όλη η οικουμένη ευηργετήθη απ’ αυτούς, αλλά και νήσους ακεραίας ηγόρασαν από τον βασιλέα και τας εχάρισαν εις Αγίους ανθρώπους και έδωκαν χρήματα εις Μοναχούς και Μοναχάς και έκτισαν Μοναστήρια· όλα δε τα πολύτιμα ιμάτιά των και τα ασημικά άπαντα αφιέρωσαν εις τας Εκκλησίας και τα άκαμαν κοσμήματα· έπειτα, αφού έδωσαν όσα είχον εις την Ιταλίαν, επήγαν και εις την Σικελίαν· αφ’ ενός μεν δια να δώσουν εκείνα, τα οποία εξουσίαζον, αφ’ ετέρου δε δια να ίδωσι τον αγιώτατον Παυλίνον, τον πνευματικόν των Πατέρα και άξιον Αρχιερέα. Αφού δε ανεχώρησαν από την Ρώμην, ο έπαρχος ως φιλάργυρος ήρπασε τας οικίας των και όσα πράγματα τους έμειναν αλλά παρευθύς τον εύρεν ο θυμός του Θεού· διότι συνέβη να γίνη πείνα κατ’ εκείνας τας ημέρας και δεν ευρίσκετο άρτος εις την αγοράν· όθεν εθυμώθησαν οι άνθρωποι και δραμόντες κατ’ αυτού όλον το πλήθος, εφόνευσαν βιαίως τον άθλιον· και πάλιν εις ολίγας ημέρας έδραμον βάρβαροι και ηρήμωσαν όσα ήσαν έξω της πόλεως, ούτως ώστε εφάνη ότι θέλημα Θεού ήτο και διεμοίρασαν τον πλούτον των πρότερον οι μακάριοι και τον εθησαύρισαν εις τον ουρανόν, από τον οποίον δεν κλέπτεται. Αφού δε ανεχώρησαν από την Μεσσήνην της Σικελίας, δια να υπάγουν εις την Λιβύην και την Καρχηδόνα, ηγέρθη μέγας και άγριος άνεμος και τους επείραζεν ημέρας τινάς, εκινδύνευον δε τόσον, ώστε εγνώρισεν η μακαρία Μελάνη, ότι δεν ήτο θέλημα Θεού να υπάγουν εκεί όπου εβούλοντο. Όθεν προστάσσει τους ναύτας να στρέψωσι το πηδάλιον και να υπάγουν εκεί όπου επέτρεπεν ο άνεμος, ταξιδεύοντες δε με ούριον άνεμον, έφθασαν εις μίαν νήσον, την οποίαν είχον λεηλατήσει βάρβαροι και πολλούς ανθρώπους άνδρας τε και γυναίκας και παίδας ηχμαλώτισαν· δια να δώσουν δε οπίσω τους αιχμαλώτους εζήτουν τόσον χρυσόν, ώστε ήτο αδύνατον να ευρεθή εις την νήσον, ηπείλουν μάλιστα ότι αν δεν τους τον δώσουν ταχέως, αυτούς μεν θα κατακόψουν, την δε νήσον θα καύσωσι. Οι δε νησιώται ήσαν πτωχοί και δεν είχον να δώσουν τόσα αργύρια, αλλ’ ο παντοδύναμος Θεός τούς έστειλε θαυμασίως βοήθειαν, δια να μη απολεσθώσιν αδίκως· διότι η Αγία τους έδωσε περισσότερα από όσα εζήτησαν και όχι μόνον το χρυσίον, το οποίον επήραν οι βάρβαροι έδωσεν, αλλά αφού ελύτρωσε τους αιχμαλώτους, τους εχάρισε και φλωρία χρυσά πεντακόσια, έτι δε και άρτους και έτερα βρώματα, δια να ευφρανθώσιν, ώστε να λησμονήσουν τας θλίψεις και συμφοράς τάς οποίας έπαθον. Ταύτην την αναγκαίαν ελεημοσύνην ποιήσαντες οι μακάριοι, έπλευσαν χωρίς λύπην πλέον, αλλά με αέρα γλυκύτατον και έφθασαν εις την Καρχηδόνα, δώσαντες και εκεί ελεημοσύνην αγρούς και χρήματα πάμπολλα· άλλα μεν αφιερούντες εις Εκκλησίας και Μοναστήρια και έτερα εις πτωχούς διανέμοντες, έμειναν δε εις μίαν χώραν θαυμάσιον, εις την οποίαν ήτο εις Πνευματικός ενάρετος και εγγράμματος, την κλήσιν Αλύπιος, εις το Μοναστήριον του οποίου έμειναν μελετώντες τα ιερά λόγια και χαρίζοντες εις αυτήν την Μονήν πολύ χρυσίον και εισοδήματα· έκτισαν δε εκεί εις τα όρια της Μονής εκείνης άλλα δύο Μοναστήρια, τα οποία επροίκισαν με εσοδείας και χρήματα προς αυτάρκειαν και εις μεν τον εν κατώκησαν άνδρες ογδοήκοντα, εις δε το άλλο γυναίκες εκατόν και τριάκοντα. Εις την γυναικείαν ταύτην Μονήν έμεινε και η μακαρία Μελάνη, αλλά δεν ηθέλησε να γίνη Ηγουμένη, καθώς έπρεπεν, ως ευγενεστέρα πασών, πλουσιωτέρα, εγγράμματος και πάνσοφος όπου ήτο, λέγουσα εις τας αδελφάς, αίτινες την παρεκάλουν μετά δακρύων ως ευεργέτην και δέσποιναν να τας ποιμάνη, ότι δεν ήθελε να έχη φροντίδα και μέριμναν. Ούτω λοιπόν το ευλογημένον εκείνο ανδρόγυνον εμοίρασαν όλον τον πλούτον των εις χείρας πενήτων δια τον Κύριον και έμειναν ακτήμονες, δια να απολαύσουν άλλον πλούτον, τον οποίον να μη δύναται τις να τον κλέψη ουδέποτε. Ενήστευε δε η Αγία από όλα τα ηδονικά βρώματα και μόνον όταν έκλινε προς την δύσιν ο ήλιος έτρωγε μίαν φοράν την ημέραν τροφήν ολίγην σκληράν και άχρηστον· σπανίως δε έβαλλεν ολίγον έλαιον εις το φαγητόν, οίνον όμως δεν έπινεν ουδόλως ειμή μόνον ύδωρ μετά μέλιτος. Και εις μεν την αρχήν έτρωγε μίαν φοράν την ημέραν, έπειτα κάθε δύο ή τρεις ημέρας και ύστερον μόνον μίαν φοράν την εβδομάδα και πάλιν δεν εσχόλαζεν από το εργόχειρον, αλλά την περισσοτέραν ημέραν έγραφε πάντοτε, επειδή ήτο άριστος καλλιγράφος και ταχυγράφος θαυμασία, τόσον ώστε δεν έγραφεν άλλος τις λαμπρότερα και γρηγορώτερα, και ποτέ δεν ησθένησεν από το εργόχειρον, αλλά με πολλήν προθυμίαν έγραφε το περισσότερον της ημέρας. Έπειτα, αφού εκουράζετο η χειρ της, ανεγίνωσκεν όσον ηδύνατο και πάλιν όταν εβαρύνοντο οι οφθαλμοί της από την ανάγνωσιν ηκροάζετο αγίων ανδρών ομιλίας ή προσηύχετο, την δε νύκτα μόνον δύο ώρας εκοιμάτο κατά γης εις ένα σάκκον τρίχινον, την δε επίλοιπον νύκτα ηγρύπνει και έλεγεν ότι πρέπει να αγρυπνώμεν πάντοτε, επειδή δεν ηξεύρομεν, κατά τον δεσποτικόν λόγον, ποίαν ώραν ο κλέπτης έρχεται. Εδίδασκε δε τας παρθένους η Οσία να μάχωνται κατά του ύπνου όσον ηδύναντο, λόγος αργός ποτέ να μη εξέλθη από το στόμα των, ούτε καν να γελάσωσιν ή να εισέλθη εις την ψυχήν των λογισμός άτοπος. Πολλάκις δε ενήστευε και την Κυριακήν, και μόνον εκάστην ογδόην ημέραν έτρωγεν, αλλά η Ηγουμένη την επέπληξε, λέγουσα ότι δεν έπρεπε να κάμνη την δεσποτικήν ημέραν ίσην με τας επιλοίπους, αλλά να μεταλαμβάνη τροφής και ελαίου ολίγου, εις δόξαν Θεού. Όθεν η Αγία έκοψε και εις τούτο το θέλημά της, δια να πληρώση τον λόγον του Απ. Παύλου, όστις λέγει· «Πείθεσθε τοις Ηγουμένοις» (Εβρ. ιγ: 17) και τα λοιπά. Αλλά τις δύναται να διηγηθή ικανώς τας αρετάς της μακαρίας εκείνης; Την κακοπάθειαν, τους κόπους και τους πόνους, το της αναγνώσεως σύντομον, των αναγνωσμάτων την έρευναν, και τας λοιπάς φιλοθέους πράξεις και εργασίας της; Έγραφε δε καθ’ εκάστην, ως είπομεν, και όσα εκέρδιζεν από το γράψιμον τα έδιδεν εις τους πτωχούς· πολλάκις δε ειργάζετο και κανέν ένδυμα, και το εχάριζεν εις ιερωμένους ανθρώπους δια να αφιερώνεται το ιερόν εις τόπον ιερόν τε και άγιον· εκοπίαζε πολύ εις την θείαν ανάγνωσιν, και εξόχως ανεγίνωσκε την Παλαιάν και την Καινήν Διαθήκην τρις του έτους, όλας δε τας ακριβείς και ωφελίμους αυτών μαρτυρίας εφύλαττεν εις ενθύμησιν, και τας έστελλε και γραπτώς εις διαφόρους τόπους δια πολλών ωφέλειαν. Εγνώριζε δε η Οσία και την ελληνικήν γλώσσαν τόσον καλά, ώστε την ωμίλει ως και την ιταλικήν της πατρίδος της και δεν την εγνώριζον οι ακούοντες, όταν ωμίλει την γλώσσαν μας, ότι ήτο Ρωμαία, αλλά την ενόμιζον Ελληνίδα. Είχε δε ζήλον προς τον Χριστόν ανείκαστον, και εσπούδαζεν όσον ηδύνατο με έργα και δώρα και λόγους να προσελκύη τους νέους και τα κοράσια προς σωφροσύνην και άσκησιν· τους δε Σαμαρείτας και Έλληνας εδίδασκε πανσόφως, και τους ωδήγει εις την ευσέβειαν. Ούτω λοιπόν η μακαρία ως σοφός αλιεύς τας ψυχάς των ανθρώπων ηλίευεν, έκτισε δε και μίαν κιβωτόν ξυλίνην μικράν, στενήν μεν τόσον, ώστε δεν ηδύνατο να γυρίση δεξιά ή αριστερά και χαμηλήν όσον δεν ηδύνατο να σταθή ορθία· εις ταύτην εσφαλίσθη, ως εις τον τάφον, αφήσασα μίαν μικράν θυρίδα, από την οποίαν ωμίλει ολίγους λόγους· η δε μήτηρ της ήτο ομού μετά της Αγίας συνοδοιπόρος, ποντοπόρος και συνεργάτις αυτής, και πολλήν ωφέλειαν έλαβεν απ’ αυτήν· απεκάλει δε εαυτήν μακαρίαν και τον Θεόν εδόξαζεν, ότι την ηξίωσε να γεννήση τοιούτον θυγάτριον, ήτις είχεν όλας τας αρετάς θησαυρισμένας εις εαυτήν· εξαιρέτως δε είχε την ταπείνωσιν, και με όλον ότι ήτο καθαρά και άμωμος, δεν ενόμιζε τον εαυτόν της δια τίποτε, αλλά είχε συντετριμμένην και ταπεινήν την διάνοιαν, από όλους τους αμαρτωλούς περισσότερον. Έκαμε λοιπόν η Οσία επτά έτη εις το ρηθέν Μοναστήριον και τότε της ήλθε λογισμός να ίδη τα Ιεροσόλυμα χάριν προσκυνήσεως. Εισελθόντες λοιπόν εις το πλοίον έπλευσαν με τον Απελλιανόν και την μητέρα της χωρίς να λάβουν μεθ’ εαυτών τίποτε δι’ έξοδα ει μη μόνον από τα χρειαζόμενα ολίγα πράγματα, και αφού έφθασαν εις την αγίαν Γην, η μακαρία ησθένησεν, αλλά πάλιν ηγέρθη με την θείαν βοήθειαν, και απελθούσα εις τους Αγίους Τόπους προσεκύνησεν άπαντας, και συνομιλήσασα με πολλούς εναρέτους ανθρώπους έδωσε και επήρεν πολλήν ωφέλειαν. Εκαλλιγράφει δε και εκεί και εκέρδιζε την ζωοτροφίαν των, το δε εσπέρας εκλείετο εις τον Πανάγιον Τάφον, όπου έως την ώραν του όρθρου προσηύχετο, και τότε αφού ήρχοντο οι αδελφοί και ανεγίνωσκον την Ακολουθίαν, μετά την δοξολογίαν ανεπαύετο. Επειδή δε είχεν εισέτι ολίγην περιουσίαν εις την Ρώμην, έστειλε πιστόν άνθρωπον να την πωλήση και να της αποστείλη τα αργύρια, και ούτως εκείνος εποίησεν. Αφού δε έλαβε και ταύτα, άλλα μεν διεμοίρασεν εις πένητας, άλλα δε έδωσεν εις την μητέρα της, την οποίαν αφήκεν εκεί, διότι ήτο Γερόντισσα και της έκτισε κελλίον εις το όρος των Ελαιών, τα δε επίλοιπα έλαβον με τον Απελλιανόν και επήγαν εις Αίγυπτον, δια να ίδωσι και τους εκείσε Αγίους, να τους δώσουν βοήθειαν. Αφού δε εγύρισαν πολλά Ασκητήρια, εύρον άνδρα τινά μέγαν εις την φιλοσοφίαν και όντως θαυμάσιον, καλούμενον Ηφαιστίωνα. Τούτον παρεκάλουν να δεχθή ελεημοσύνην, αλλά δεν ηθέλησεν, η δε Αγία εκοίταξεν όλον το κελλίον και δεν εύρεν άλλο τίποτε, παρά μίαν ψάθην εις την οποίαν εκοιμάτο και μίαν σπυρίδα, εις την οποίαν είχεν ολίγον άλας· εις αυτό λοιπόν έβαλεν ολίγον χρυσίον και το εσκέπασε με το άλας δια να μη το εύρη επί ολίγας ημέρας· και ούτω λαβόντες συγχώρησιν, ανεχώρησαν. Ο δε Όσιος από θείαν Χάριν ή και από την γνώσιν του ηννόησε την υπόθεσιν, και λαβών τα χρήματα έδραμε σπουδαίως και τους έφθασε, εφώναξε δε προς αυτούς από μακρόθεν· «Λάβετε τα χρήματα, διότι δεν τα χρειάζομαι». Οι δε απεκρίθησαν· «Δος τα εις άλλον τινά όποιος τύχη». Τους λέγει ο Όσιος· «Εδώ είναι έρημος, και δεν έρχεται κανείς, μόνον λάβετέ τα δι’ αγάπην Θεού, να μη με συγχύζουσιν». Όταν δε είδεν ο Ασκητής, ότι δεν ήθελαν να τα λάβωσι, τα έρριψεν εις τον ποταμόν και επέστρεψεν. Όχι δε μόνον τούτον τον θαυμάσιον Ηφαιστίωνα, αλλά και άλλους πολλούς εύρον, οι οποίοι δεν εδέχοντο χάρισμα, αλλά έφευγον από τον χρυσόν, ως από όφεις οι τρισμακάριοι. Αναχωρήσαντες δε και απ’ εκεί απήλθον εις Αλεξάνδρειαν και εις το όρος της Νιτρίας, να επισκεφθώσι και τους εκεί θαυμαστούς Αγίους Πατέρας, ήτοι τους Αββάδες Παμβώ, Σεραπίωνα, Παφνούτιον, Ισίδωρον τον Επίσκοπον Ερμουπόλεως και Διόσκορον, και εις ταύτην την έρημον εστάθη μετ’ αυτών μήνας εξ, δια να ίδη όλους τους Ασκητάς της ερήμου. Έπειτα αφού τους εξώρισεν ο έπαρχος της Αλεξανδρείας και Παλαιστίνης, όχι μόνον αυτούς, αλλά και άλλους, τον αριθμόν ρ΄ (100) μεταξύ των οποίων ήσαν Αρχιερείς δώδεκα (12), ηκολούθησεν αυτούς η Οσία Μελάνη με τους ανθρώπους της και τους υπηρέτει εις όλας τας ανάγκας, εξοδεύουσα από τον πλούτον αυτής, ο δε υπηρέτης του επάρχου την ημπόδιζεν. Όθεν μη δυναμένη να τους υπηρετή φανερά ενεδύθη ανδρικά ιμάτια και τους επεριποιείτο. Τούτο μαθών ο έπαρχος της Παλαιστίνης προσέταξε να την δείρουν και να την φυλακίσουν, διότι δεν εγνώριζε ποία ήτο, η δε Αγία διεμήνυσεν εις αυτόν τίνος ήτο γυνή και τίνος θυγάτηρ, αλλά δια την αγάπην του Χριστού ήτο ενδεδυμένη τόσον πενιχρά δια ταπείνωσιν. Ο δε έπαρχος ταύτα ακούσας και φοβηθείς, απέλυσεν αυτήν ζητών συγχώρησιν· της έδωσε δε και άδειαν να βοηθή τους Αγίους ως ήθελε και ούτω τους υπηρέτησεν έως ου ελυτρώθησαν από την εξορίαν οι Αγιοι με βασιλικόν πρόσταγμα και επέστρεψεν έκαστος εις το κελλίον του. Αφού λοιπόν η Αγία επεσκέφθη όλους τους Ασκητάς της Νιτρίας και εσύναξεν εξ εκάστου το άνθος της αρετής αυτού ως επιμελής μέλισσα, επέστρεψε με την συνοδείαν αυτής εις Ιεροσόλυμα και ευρούσα το κελλίον εκτισμένον, κατώκησεν εις αυτό η αοίδιμος. Ήρχισε δε από τα Φώτα την αναχώρησιν και ώρισε καθ’ εαυτής νόμον, να μη ίδη πλέον τινά, ούτε άλλος να την ίδη εκείνην, ειμή μόνον άπαξ της εβδομάδος οι τρεις ούτοι· η μήτηρ της, ο πρώην μεν άνδρας της τότε δε συνασκητής και εις τους αγώνας κοινωνός της και σύμπονος, και η αδελφή της, την οποίαν εδίδαξε και ενουθέτησε τόσον, ώστε την κατέπεισε και κατεφρόνησεν όλα τα βιοτικά και τας ηδονάς του σώματος και εμιμείτο αυτήν ως ηδύνατο. Τούτον τον επίπονον βίον διήλθεν η Μελάνη έτη δεκατέσσαρα και τότε η μήτηρ αυτής ετελεύτησεν· όθεν εξελθούσα ενεταφίασεν αυτήν ως έπρεπε και έκαμεν εκείνο το έτος εις άλλο κελλίον σκοτεινόν κλαίουσα καθ’ εκάστην, νηστεύουσα και αγωνιζομένη ανδρείως κατά του δαίμονος. Εξήλθεν λοιπόν η φήμη της εις όλον τον κόσμον, και συνήχθησαν όχι μόνον κοράσια, αλλά και γυναίκες αμαρτωλαί πρότερον και έγιναν Μοναχαί τον αριθμόν ενενήκοντα, αι οποίαι ηλλοιώθησαν την καλήν όντως και θαυμασίαν αλλοίωσιν. Έκτισε δε κελλία και έγινε Κοινόβιον τέλειον. Έγραψε δε νόμον να μη ομιλήσουν με άνδρα πώποτε, ούτε να εξέλθουν από το Μοναστήριον, ούτε να δεχθώσι δωρεάν τινα, αλλά μόνον από τον κόπον των και από ό,τι έχει το Μοναστήριον να πορεύωνται· έκαμε δε εις αυτάς και Προεστώσαν άλλην να τας ποιμαίνη, αυτή δε υπηρέτει ως δούλη, δια να δώση εις αυτάς καλόν παράδειγμα ταπεινώσεως. Όταν δε ήθελε κανονίσει η Ηγουμένη καμμίαν με κανόνα βαρύν και υπέρμετρον, λόγου χάριν να νηστεύη τόσας ημέρας, όταν εγνώριζεν η Αγία ότι δεν ηδύνατο η αδελφή να τον φυλάξη, της έβαλλε φαγητόν εις το κελλίον κρυφίως και ευρίσκουσα αυτό έτρωγεν ευχαριστούσα τον Κύριον και ούτω και εις άλλας υποθέσεις τας εβοήθει, ως πρακτική και πάνσοφος όπου ήτο, αλλά περισσότερον εσπούδαζε να τας βοηθή εις τα ψυχικά και τας εδίδασκε πολλάκις με ψυχωφελείς λόγους τοιαύτα λέγουσα· «Προ πάντων φυλάττετε, αδελφαί μου, την ψυχήν καθαράν και παρθένον από ρυπαρούς λογισμούς και φιλοδονίας διανοήματα· έπειτα εγείρεσθε εις προσευχήν το μεσονύκτιον και όταν προσεύχεσθε, έχετε τον νουν σας εις τα λεγόμενα και μη προσπαθήτε να τελειώνετε γρήγορα, αλλά αργώς με φόβον και τρόμον ιστάμεναι· διότι εάν όταν ομιλή τις με επίγειον βασιλέα ίσταται μετά μεγάλης προσοχής και ταπεινώσεως, πόσην προσοχήν και ταπείνωσιν πρέπει να έχωμεν εις την προσευχήν, όπου ομιλούμεν με τον φοβερόν Κριτήν και αθάνατον Βασιλέα; Επιμελείσθε, αδελφαί μου, τας ψυχικάς αρετάς υπέρ τας σωματικάς σπουδαιότερον και μάλιστα την αγάπην και την ταπείνωσιν· διότι όστις δεν έχει τας δύο αυτάς αρετάς δεν σώζεται, εάν αποκτείνη από την ασιτίαν την σάρκα του· διότι και οι δαίμονες αγρυπνούσι και νηστεύουσι πάντοτε, αλλά δια την μισανθρωπίαν αυτών και την υπερηφάνειαν έγιναν σκότος εκ φωτός οι τρισάθλιοι». Έλεγε δε και τούτο η Οσία· «Η ψυχή είναι ως νύμφη, αι δε αρεταί στολαί νυμφικαί, καλλωπίζουσαι τα μέλη του σώματος· η νηστεία δηλαδή είναι ο στολισμός των ποδών. Όμως είναι ανάγκη να μη έχη μόνον τους πόδας εστολισμένους η νεόνυμφος, αλλά πολύ περισσότερον τας χείρας, το πρόσωπον και τα επίλοιπα άπαντα. Ταύτα λέγω δια τινας αδελφάς τας οποίας βλέπω και νηστεύουσι μόνον σωματικώς, αλλά ψυχικώς δεν επιμελούνται αι άφρονες. Προσέχετε, αδελφαί μου, επιμελέστατα, να μη αποκλεισθώμεν έξω του νυμφώνος, ως μωραί και ασύνετοι· έχετε την υπακοήν η μία προς την άλλην και μη επαίρεσθε όταν σας επαινώσιν ούτε να κακίζετε, όταν σας υβρίζουν δικαίως ή αδίκως». Έλεγε δε προς αυτάς και τούτο το αληθινόν παράδειγμα· «Αδελφός τις επήγε να υποταχθή εις φρόνιμόν τινα Γέροντα, όστις τον προσέταξε να δείρη εν είδωλον, το οποίον έτυχε και ήτο εκεί πλησίον των, να το λακτίση και να το υβρίση, ως να του έπταισεν· ο δε νέος υπήκουσε. Τότε του λέγει ο Γέρων· «Εάν δύνασαι και συ να υπομείνης αταράχως, ως τον αδριάντα αυτόν, τας ύβρεις και τας μάστιγας χωρίς αντιλογίας, θέλεις σωθή, ει δ’ άλλως ύπαγε όπου βούλεσαι»· με τοιαύτα και έτερα πλείστα σοφώτατα λόγια εδίδασκε τας αδελφάς η αείμνηστος. Μετά ταύτα έκτισεν η Οσία Εκκλησίαν, δια να ακούωσι την θείαν λειτουργίαν· κατά δε τον καιρόν εκείνον ο κατά σάρκα μεν ομόζυγος και νυμφίος αυτής ηγαπημένος, κατά πνεύμα δε αδελφός της γενόμενος, ο Απελλιανός, ο αοίδιμος και όντως μακάριος, αφήκε τα πρόσκαιρα και απήλθεν εις τα ουράνια· η δε Οσία ηγωνίζετο έτι περισσότερον, έμεινε δε εις το ιερόν έτη τέσσαρα, αγωνιζομένη με νηστείας και προσευχάς όσον ηδύνατο. Είχε δε πόθον να κτίση και Μοναστήριον ανδρών αλλά δεν είχε χρήματα, επειδή όλα τα έδωσεν εις ελεημοσύνας, ο Θεός όμως εφώτισεν άρχοντα τινα και της εχάρισε χρήματα άμετρα και ούτως έκτισε το Μοναστήριον, το οποίον επλήρωσε Μοναχών κατά τον πόθον αυτής· έδωκε δε εις αυτούς νόμους πώς να πορεύωνται. Ενώ δε εμελέτα να ησυχάση, δια να λυτρωθή από τας φροντίδας, της ήλθον γράμματα να υπάγη εις την Κωνσταντινούπολιν, όπου την εκάλει εις θείος της, Βουλοσιανός καλούμενος, όστις έγινεν έπαρχος της Ρώμης και επήγαινε τότε εις την βασίλισσαν Ευδοκίαν δι’ αναγκαίαν υπόθεσιν, της έγραφε δε ότι είχε μέγαν πόθον να την ίδη να συνομιλήσωσιν. Η δε Αγία επόθει μεν και αυτή να υπάγη δια να τον επιστρέψη εις την ευσέβειαν, διότι ήτο Έλλην και μόνον δια τας ανδραγαθίας και τον πλούτον του τον έκαμαν έπαρχον, αλλά πάλιν εδειλία, μήπως και δεν ήτο Θεού θέλημα να καταφρονήση την ησυχίαν τότε εις το τέλος της, να υπάγη εις τα βασίλεια. Ηρώτησε λοιπόν περί τούτου Μοναχούς εναρέτους και την συνεβούλευσαν να μη αργοπορήση, διότι θα έκαμνε πολλήν ωφέλειαν· ανεχώρησε λοιπόν από την Ιερουσαλήμ και επορεύετο δια ξηράς, από όσας δε πόλεις και χώρας διήλθεν, εξήρχετο ο ευσεβής λαός μετά των Ιερέων και των Αρχιερέων καθώς και Μοναχοί και Μοναχαί με τιμήν πολλήν και την προσεκύνουν με τόσην ευλάβειαν, ως να ήτο ουράνιος. Όταν λοιπόν έφθασεν εις την Χαλκηδόνα, εδειλία να υπάγη εις το Βυζάντιον, νομίζουσα άπρεπον πράγμα να εισέλθη εις τοιαύτην πόλιν πολυάνθρωπον και περίφημον μία Ασκήτρια· έμεινεν λοιπόν εις τον Ναόν της πανευφήμου Ευφημίας και προσηύχετο έως το μεσονύκτιον, να την φωτίση ο Κύριος να πράξη το συμφερώτερον, και τότε εξήλθεν ευωδία θαυμάσιος από τον τάφον της Μεγαλομάρτυρος και επλήρωσε την ψυχήν της Οσίας με ευφροσύνην και ηδονήν ανεκλάλητον· όθεν θάρρος λαβούσα, αφ’ ου εξημέρωσε, διήλθεν εις το Βυζάντιον και εύρε τον Βουλοσιανόν ασθενή βαρέως, όστις βλέπων το σχήμα και την μορφήν της εθαύμασε τοιαύτην μεταβολήν παράδοξον· διότι από την πολλήν άσκησιν και κακοπάθειαν ήτο η όψις της εξαίσιον θέαμα· όθεν από την πολλήν του κατάπληξιν εβόησε λέγων· «Ω Μελάνη ηγαπημένη μου! Πως σε ήξευρα και πως κατεστάθης, άσχημος και άμορφος η πρώην ωραία και πάγκαλος»! Τότε η πάνσοφος Μελάνη ευρίσκουσα εκ του λόγου του θείου της πρόφασιν, απεκρίνατο· «Λάβε λοιπόν και συ, μακάριε και προσφιλέστατε θείε μου, ψυχωφελές παράδειγμα από εμέ· διότι δεν θα κατεφρόνουν εγώ τόσην δόξαν, την οποίαν είχα και τόσον πλούτον αμέτρητον, και δεν θα εβασάνιζα την σάρκα μου άσπλαγχνα, εάν δεν ήλπιζα να απολαύσω τα μέλλοντα αγαθά, τα αληθινά και αιώνια, δια τα οποία όχι μόνον εγώ, αλλά και άλλαι πολλαί θυγατέρες βασιλέων κι πλούσιοι άρχοντες, ηγεμόνες και αυτοκράτορες, αφήκαν το βασίλειον ως ευμάραντον και απηρνήθησαν αυτά τα ρευστά και μάταια, δια να κληρονομήσουν τα άφθαρτα και αιώνια». Τοσούτον δε ενουθέτησε και εδίδαξε τον Βουλοσιανόν η Οσία, ώστε τον κατέπεισε με τα πάνσοφα και γλυκύτατα λόγια της να αρνηθή την ασέβειαν και ηδυνήθη μία γυναίκα αδύνατος, υπέρ τόσους μεγάλους άρχοντας και σοφούς διδασκάλους, οίτινες τον εδίδαξαν πρότερον και εξόχως ο μέγας Αυγουστίνος· αλλά και η μήτηρ αυτού του άρχοντος και αυτός ακόμη ο βασιλεύς της Ρώμης πολλά τον εδίδαξαν με νουθεσίας και παραδείγματα διάφορα, αλλά όλοι αυτοί δεν ηδυνήθησαν να κατορθώσωσι τίποτε· μόνον η μακαρία Μελάνη, συνεργούσης της θείας Χάριτος, τον έφερεν εις τοσαύτην μετάνοιαν, ώστε έκλαιε πικρώς την προτέραν του αγνωσίαν συλλογιζόμενος. Όθεν αφού τον κατήχησεν ικανώς και τον εστερέωσεν εις την Ορθόδοξον πίστιν, απήλθον εις τον Άγιον Πρόκλον, όστις ήτο τότε Αρχιεπίσκοπος και τον εβάπτισε, και μετανοήσας εξ όλης καρδίας δια τας αμαρτίας του παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού ολίγας ημέρας ύστερον, ο δε Δεσπότης Χριστός τον συνηρίθμησε με τους εργάτας της ενδεκάτης ώρας ως πολυέλεος. Πρώτον λοιπόν καλόν το οποίον έκαμεν η Αγία εκεί εις την Κωνσταντινούπολιν ήτο τούτο· να επιστρέψη προς θεογνωσίαν με ευκολίαν τον θείον της. Δεύτερον καλόν ήτο η κατά των αιρετικών νίκη της, διότι τότε ήτο φυτρωμένη εις τον καλόν σίτον και η του κατηραμένου και δυσσεβούς Νεστορίου αίρεσις, εις την οποίαν ήσαν βυθισμένοι πλήθος αμέτρητον. Η δε Αγία έκαμε τοιαύτην διάλεξιν με τους αιρετικούς, ώστε τους ενίκησε με την σοφίαν των λόγων της και διέλυσεν ως ιστόν αράχνης τα σοφίσματα ή μάλλον ειπείν τα φλυαρήματα εκείνων. Όθεν ο πονηρός διάβολος, τοιαύτην αισχύνην μη υποφέρων, μετεμορφώθη ως άνθρωπος, και εμφανισθείς εις αυτήν την εφοβέρισεν, ότι θα της κάμη όσα κακά δυνηθή. Απελθών λοιπόν εις τον βασιλέα και εις τους άλλους του παλατίου έλεγε πλείστα όσα ψεύματα δια την Αγίαν, ώστε να μη την έχουν ουδόλως εις ευλάβειαν. Έπειτα της προεκάλεσεν δεινήν ασθένειαν· η δε Αγία επικαλουμένη το όνομα του Χριστού ηφάνιζε τον πειράζοντα και έδιδεν εις τους ορώντας πολλήν ωφέλειαν με την αγγελικήν πολιτείαν της. Τρίτον δε καλόν ήτο ότι συνεβούλευσε την βασίλισσαν Ευδοκίαν να υπάγη να προσκυνήση τα Ιεροσόλυμα και άλλας ψυχωφελείς πράξεις να κάμη, εις όλα δε την ήκουσεν η βασίλισσα, διότι την ετίμα ως πνευματικήν της μητέρα. Ταύτα επιτυχούσα η μακαρία Μελάνη επέστρεψεν εις το Μοναστήριόν της, μετά δε ταύτα δια την αγάπην της επήγεν εκεί η βασίλισσα και παρευρέθη εις τον εγκαινιασμόν της Εκκλησίας· έπειτα η μεν Ευδοκία προσκυνήσασα τους Αγίους Τόπους διεμοίρασεν ελεημοσύνην ανείκαστον και επέστρεψεν εις τα βασίλεια, η δε Αγία προεγνώρισεν εξ Αγίου Πνεύματος, ότι ήλθε το τέλος τής παροικίας της. Επήγε λοιπόν και απεχαιρέτησεν όλους τους σεβασμίους Τόπους, όταν δε ήλθεν η εορτή των Χριστουγέννων εισήλθεν η Οσία εις το άγιον Σπήλαιον και λέγει εις την αδελφήν της, ήτις την ηκολούθει, ότι ήλθεν η ώρα να υπάγη προς τον Ποθούμενον. Ταύτα ειπούσα εδεήθη προς τον Δεσπότην με πολλήν ευλάβειαν και ταπείνωσιν, να λάβη την ψυχήν της ως εύσπλαγχνος. Τότε της ήλθεν ολίγη θέρμη, αι δε αδελφαί όλαι συνήχθησαν, τον αποχωρισμόν αυτής οδυρόμεναι, αυτή δε τας παρηγόρησε και τας εδίδαξε πώς να πορεύωνται· έπειτα έκαμεν ευχήν δι’ αυτάς και αυταί δι’ αυτήν και αποχαιρετήσασα όλας παρέδωκεν εις χείρας Χριστού το πνεύμα της, την τελευταίαν ημέραν του Δεκεμβρίου μηνός. Τότε ο Πατριάρχης και όλος ο Κλήρος κι ο λαός, συναχθέντες ενεταφίασαν εντίμως και ευλαβώς το πάνσεπτον αυτής Λείψανον. Ο δε πανάγαθος Θεός εθαυμάστωσε την δούλην αυτού προ του τέλους και μετά θάνατον και ετέλεσε θαυμάσια· εθεράπευσε μίαν κόρην, ήτις είχε δεινόν δαιμόνιον και ήτο κλεισμένον το στόμα της τοιουτοτρόπως, ώστε ούτε να ομιλήση λόγον ούτε να φάγη ουδόλως ηδύνατο. Άλλη γυνή πάλιν ήτο έγκυος και απέθανε το βρέφος εις την κοιλίαν της, η δε Αγία έβαλεν επάνω εις την ασθενή την ζώνην της και ευθύς εγέννησε το νεκρόν παιδίον και η γυνή υγιής εγένετο. Αυτά και έτερα έκαμεν όταν έζη η Οσία, τα δε μετά θάνατον είναι αμέτρητα, τα οποία αφήκαμεν δια συντομίαν και από ταύτα ημπορεί να εννοήση έκαστος την προς τον Θεόν παρρησίαν της Οσίας και πόσον εισηκούετο η προσευχή της από τον Δεσπότην Χριστόν τον Νυμφίον της. Ω πρέπει τιμή και προσκύνησις συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη Α΄ (1η) του μηνός Ιανουαρίου την κατά σάρκα ΠΕΡΙΤΟΜΗΝ του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών ΙΗΣΟΥ ΧΡ
Τη Α΄ (1η) του μηνός Ιανουαρίου την κατά σάρκα ΠΕΡΙΤΟΜΗΝ του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ εορτάζομεν.
Περιτομήν την κατά Σάρκα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εορτάζομεν σήμερον, αδελφοί, την οποίαν κατεδέχθη να λάβη φιλανθρώπως κατά την προσταγήν του παλαιού Νόμου, ίνα αντί της χειροποιήτου και σαρκικής Περιτομής αντεισάξη εις ημάς την αχειροποίητον και πνευματικήν Περιτομήν, ήτοι το άγιον Βάπτισμα. Ταύτην, την του Κυρίου Περιτομήν, παρελάβομεν ημείς οι Χριστιανοί παρά των Αγίων Πατέρων να πανηγυρίζωμεν κατ’ έτος, ως και την πανηγυρίζομεν, λογιζόμενοι ταύτην ως μίαν των Δεσποτικών εορτών δια τον ημάς τιμήσαντα Κύριον δια μέσου αυτής. Διότι, καθώς ο Κύριος κατεδέχθη δι’ ημάς την ένσαρκον αυτού Αγίαν Γέννησιν και έλαβεν όλα τα άλλα ιδιώματα της ανθρωπίνης φύσεως, όσα ήσαν όλως αδιάβλητα και ακατηγόρητα, τοιουτοτρόπως δεν επησχύνθη ο Πανάγαθος να λάβη και την Περιτομήν. Έλαβε δε ο Κύριος την Περιτομήν δια δύο αίτια· πρώτον μεν, διότι ηθέλησε να εμφράξη τα στόματα των αιρετικών, οίτινες ετόλμησαν να είπωσιν, ότι δεν έλαβεν ο Κύριος σάρκα αληθινήν, αλλά κατά φαντασίαν (οι οποίοι ήσαν ο θεομάχος Μάνης και οι τούτου οπαδοί Μανιχαίοι), διότι πως ήθελε περιτμηθή, εάν δεν ελάμβανε σάρκα αληθινήν; Και δεύτερον, ίνα επιστομίση τους Ιουδαίους, οίτινες κατηγόρουν τον Κύριον, ότι δεν φυλάττει το Σάββατον, και ότι παραβαίνει τον Νόμον, ψευδώς συκοφαντούντες αυτόν, διότι ο Κύριος εφύλαττε τον Νόμον έως και εις αυτήν την Περιτομήν. Δια τούτο λοιπόν μεθ’ ημέρας οκτώ από της εκ Παρθένου Γεννήσεώς του, ηυδόκησεν ο Κύριος να φερθή υπό της Μητρός Του και του Ιωσήφ εις τον διωρισμένον εκείνον τόπον, όπου ήτο συνήθεια να περιτέμνωνται τα βρέφη, ένθα περιετμήθη και έλαβε το γλυκύτατον όνομα Ιησούς, το οποίον εκάλεσεν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, ότε ευηγγέλισετην Θεοτόκον, προ του να συλληφθή ο Κύριος εν τη κοιλία της Παρθένου, ως γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Μετά δε την Περιτομήν ο Κύριος ευρίσκετο μετά των γονέων του και έζη ανθρωπίνως προκόπτων και αυξάνων, τόσον κατά την ηλικίαν του σώματος, όσον και κατά την σοφίαν και χάριν, εις σωτηρίαν ημών· «Και Ιησούς προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις» (Λουκ. β:52).
Περιτομήν την κατά Σάρκα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εορτάζομεν σήμερον, αδελφοί, την οποίαν κατεδέχθη να λάβη φιλανθρώπως κατά την προσταγήν του παλαιού Νόμου, ίνα αντί της χειροποιήτου και σαρκικής Περιτομής αντεισάξη εις ημάς την αχειροποίητον και πνευματικήν Περιτομήν, ήτοι το άγιον Βάπτισμα. Ταύτην, την του Κυρίου Περιτομήν, παρελάβομεν ημείς οι Χριστιανοί παρά των Αγίων Πατέρων να πανηγυρίζωμεν κατ’ έτος, ως και την πανηγυρίζομεν, λογιζόμενοι ταύτην ως μίαν των Δεσποτικών εορτών δια τον ημάς τιμήσαντα Κύριον δια μέσου αυτής. Διότι, καθώς ο Κύριος κατεδέχθη δι’ ημάς την ένσαρκον αυτού Αγίαν Γέννησιν και έλαβεν όλα τα άλλα ιδιώματα της ανθρωπίνης φύσεως, όσα ήσαν όλως αδιάβλητα και ακατηγόρητα, τοιουτοτρόπως δεν επησχύνθη ο Πανάγαθος να λάβη και την Περιτομήν. Έλαβε δε ο Κύριος την Περιτομήν δια δύο αίτια· πρώτον μεν, διότι ηθέλησε να εμφράξη τα στόματα των αιρετικών, οίτινες ετόλμησαν να είπωσιν, ότι δεν έλαβεν ο Κύριος σάρκα αληθινήν, αλλά κατά φαντασίαν (οι οποίοι ήσαν ο θεομάχος Μάνης και οι τούτου οπαδοί Μανιχαίοι), διότι πως ήθελε περιτμηθή, εάν δεν ελάμβανε σάρκα αληθινήν; Και δεύτερον, ίνα επιστομίση τους Ιουδαίους, οίτινες κατηγόρουν τον Κύριον, ότι δεν φυλάττει το Σάββατον, και ότι παραβαίνει τον Νόμον, ψευδώς συκοφαντούντες αυτόν, διότι ο Κύριος εφύλαττε τον Νόμον έως και εις αυτήν την Περιτομήν. Δια τούτο λοιπόν μεθ’ ημέρας οκτώ από της εκ Παρθένου Γεννήσεώς του, ηυδόκησεν ο Κύριος να φερθή υπό της Μητρός Του και του Ιωσήφ εις τον διωρισμένον εκείνον τόπον, όπου ήτο συνήθεια να περιτέμνωνται τα βρέφη, ένθα περιετμήθη και έλαβε το γλυκύτατον όνομα Ιησούς, το οποίον εκάλεσεν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, ότε ευηγγέλισετην Θεοτόκον, προ του να συλληφθή ο Κύριος εν τη κοιλία της Παρθένου, ως γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Μετά δε την Περιτομήν ο Κύριος ευρίσκετο μετά των γονέων του και έζη ανθρωπίνως προκόπτων και αυξάνων, τόσον κατά την ηλικίαν του σώματος, όσον και κατά την σοφίαν και χάριν, εις σωτηρίαν ημών· «Και Ιησούς προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις» (Λουκ. β:52).
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη Β΄ (2α) του Ιανουαρίου, μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΥ Πάπα Ρώμης.
Σίλβεστρος ο μακάριος πατήρ ημών ήτο από την μεγαλόπολιν Ρώμην, την ζηλευτήν και περίφημον. Κατά την νεότητά του εχρημάτισε μαθητής Ιερομονάχου τινός και κληρικού της αυτής Μητροπόλεως, όστις εκαλείτο Κυρίων, άνθρωπος θεοφιλής, σοφός, και εις την πίστιν Ορθόδοξος. Παρά τούτου διδαχθείς ο μακάριος Σίλβεστρος εφύλαττε τα ορθά της πίστεως ημών δόγματα, και μιμούμενος τας αρετάς του διδασκάλου του επρόκοπτε καθ’ εκάστην εις την ευσέβειαν, κηρύττων την αλήθειαν, χωρίς ουδόλως να υπολογίζη τον εκ των Ελλήνων φόβον και κίνδυνον. Ήτο δε κατά πολλά φιλόξενος, και υπεδέχετο όσους ξένους έβλεπε να έρχωνται από άλλους τόπους, και τους περιεποιείτο πλουσίως. Μεταξύ των άλλων ξένων ήλθε ποτε και τις Ιερομόναχος, ονόματι Τιμόθεος, όστις ήλθεν από την Αντιόχειαν, και εκήρυττε τον Χριστόν πανταχού ως Απόστολος. Ο δε θείος Σίλβεστρος δεν εδειλίασεν, ως οι άλλοι Χριστιανοί, να υποδεχθή του Ευαγγελίου τον κήρυκα, αλλά τον υπεδέχθη χαίρων και φιλοτίμως τον εξένιζεν επί ένα έτος καθ’ ο έμεινεν εκεί κηρύττων εις όλην την Ρώμην το ιερόν Ευαγγέλιον, και πολλούς επέστρεψεν εις την θεοσέβειαν. Δια τούτο οι ασεβείς τον εφυλάκισαν, και πολύν καιρόν τον εβασάνιζαν με διάφορα κολαστήρια, και μετά ταύτα τον απεκεφάλισαν. Τούτο ιδών ο θείος Σίλβεστρος μετέβη, αφού ενύκτωσε βαθέως, και λαβών το άγιον αυτού λείψανον το έκρυψεν εις τον οίκον του επί τινας ημέρας, έως ότου γυνή τις πλουσία έδωκε πολλά αργύρια εις τον Άγιον Μιλτιάδην, όστις ήτο εκεί Αρχιεπίσκοπος, δια των οποίων του έκτισαν Εκκλησίαν και τον έβαλαν εκεί ευλαβώς και εντίμως ως έπρεπεν, έκαμον δε και ολονύκτιον αγρυπνίαν με όλους τους κληρικούς και τον Αρχιεπίσκοπον. Τούτο μαθών ο έπαρχος προσέταξε και τον έφεραν ενώπιόν του δέσμιον, και τον ηπείλησε λέγων· «Να θυσιάσης εις τους θεούς ή θα σε θανατώσω με πικράς βασάνους». Ο δε Άγιος, προβλέπων από Πνεύμα Άγιον τον ταχύτατον θάνατον του επάρχου, του έδωκεν ευαγγελικήν απόκρισιν λέγων· «Ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου», ήτοι αυτήν την νύκτα μέλλεις να ξεψυχήσης «δια να λάβης την αμοιβήν, διότι εφόνευσας τον δίκαιον αδίκως». Τότε θυμωθείς ο έπαρχος προστάσσει να φυλακίσουν τον Άγιον με βαρείαν άλυσον. Τούτου γενομένου, απήλθεν εις τον οίκον του ο έπαρχος και καθώς έτρωγεν ιχθύς, εσφηνώθη εις τον λαιμόν του ένα κόκκαλον και ούτε ιατροί ούτε οι αδύνατοι θεοί του ηδυνήθησαν να τον θεραπεύσουν, αλλά εβασανίζετο από την ώραν του γεύματος έως το μεσονύκτιον και τότε κακώς ο κακός εξεψύχησεν, καθώς ο Άγιος επροφήτευσε. Τότε οι μεν ευσεβείς ηυφράνθησαν, οι δε ασεβείς εφοβήθησαν, να μη πάθωσι και αυτοί τα όμοια. Εξήγαγον όθεν από την φυλακήν τον Άγιον και πίπτοντες εις τους πόδας του εδέοντο να μη τους οργισθή δια την ατιμίαν την οποίαν του έκαμαν. Ο δε μακάριος Σίλβεστρος τόσην χάριν είχεν από τον Θεόν, ώστε όχι μόνον οι ευσεβείς, αλλά και οι ειδωλολάτραι τον ηγάπων δια την αρετήν του και τον είχον εις ευλάβειαν. Όθεν όταν έγινε χρόνων τριάκοντα, τον εχειροτόνησεν ο άνωθεν αρχιερεύς Ιεροδιάκονον, διότι ήτο ταπεινός και καλόγνωμος και γενικώς εστολισμένος με ήθη ουράνια. Όχι δε μόνον εις τας πράξεις, αλλά και εις το είδος της θεωρίας ήτο ως Άγγελος και εις όλα του τα κατορθώματα τέλειος, και έλαμπεν ως πυρσός εις το σκότος επιστρέφων πολλούς απίστους εις την ευσέβειαν. Δια την ένθεον ταύτην πολιτείαν του Αγίου συναχθέντες, μετά την κοίμησιν του Αγίου Μιλτιάδου, όλοι οι ευσεβείς, παρεκάλουν αυτόν να τον ψηφίσουν Αρχιεπίσκοπον της πόλεως, όστις δια ταπεινοφροσύνην και μετριότητα έλεγεν, ότι δια το νέον της ηλικίας και άλλας αιτίας δεν ήτο δια την αρχιερωσύνην άξιος. Αλλά όσον εκείνος προσεπάθει να αποφύγη, τόσον αυτοί επέμενον και παρά την θέλησίν του τον εχειροτόνησαν και ετέθη η πόλις εις το όρος, κατά το ιερόν Ευαγγέλιον, και ο λύχνος εις υψηλόν τόπον, δια να φωτίζωνται εξ αυτού άπαντες. Αφού λοιπόν ο θείος Σίλβεστρος έγινε του κορυφαίου Πέτρου εις τον θρόνον διάδοχος, εσπούδαζε να μιμήται τον ζήλον εκείνου και την θερμότητα, ποιμαίνων τα λογικά πρόβατα εις νομάς σωτηριώδεις, ήτοι εις τας εντολάς του Κυρίου, ίνα φυλάττουν της Εκκλησίας τα ορθά και άγια δόγματα. Ούτος ο μακάριος έγραψε διαφόρους νόμους πρώτος από τους άλλους Αρχιερείς, προστάσσων να μη ασχολούνται οι κληρικοί και όλοι οι εκκλησιαστικοί με υλικάς υποθέσεις, αλλά μόνον εις τας προσευχάς να σχολάζωσι, να μη νηστεύουν τα Σάββατα όλα του ενιαυτού, καθώς κάμνουν εις εκείνα τα εσπέρια μέρη, αλλά μόνον το Άγιον και Μέγα Σάββατον, κατά το οποίον ήτο εις τον τάφον ο Κύριος. Ούτος και τας ημέρας της εβδομάδος μετωνόμασε, τας οποίας οι Ρωμαίοι εκάλουν την α΄ του Ηλίου, την β΄ της Σελήνης, την γ΄ του Άρεως, την δ΄ του Ερμού, την ε΄ του Διός, την στ΄ της Αφροδίτης και το Σάββατον του Κρόνου. Ούτος επωνόμασε και την πρώτην Κυριακήν, δια την Ανάστασιν του Κυρίου μας και τας λοιπάς ημέρας αφήκε καθώς εις το παλαιόν ονομάζονται. Ύπήρχε δε εκεί εις την Ρώμην εις το όρος, το οποίον ονομάζουν Ταρπήϊον, όπου έκτισαν το Καπιτώλιον, ένα βαθύτατον σπήλαιον εις το οποίον κατώκει εις δράκων μέγας και φοβερώτατος. Εις τούτον έγιδον τροφάς κάθε μήνα, τας οποίας του έφερον κάτωθεν τινές μάντεις και γόητες, άνδρες τε και γυναίκες. Επέστρεφον δε μετά ταύτα λέγοντες δαιμονικά λόγια. Ενίοτε δε ήρχετο και εις την είσοδον του σπηλαίου ο δράκων, αλλ’ έξω τελείως δεν εξήρχετο, όμως από την πνοήν του και την δυσωδίαν του εμολύνετο ο αήρ και εγίνετο θανατικόν εις την πόλιν· εθανατώνοντο δε περισσότερον τα μικρότερα παιδιά. Τότε οι ειδωλολάτραι είπον προς τον Άγιον· «Είσελθε εις το σπήλαιον, κάμε τον δράκοντα με την δύναμιν του Θεού σου να μη αναβαίνη και θανατώνωνται οι άνθρωποι και τότε να πιστεύσωμεν εις τον Θεόν σου ως παντοδύναμον». Τότε ο Άγιος εσύναξεν όλους τους πιστούς, ιερωμένους και λαϊκούς, και ενήστευσαν ημέρας τρεις προσευχόμενοι και δεόμενοι του Θεού να δείξη τα θαυμάσιά Του δια να δοξασθή το Πανάγιον αυτού και Σωτήριον Όνομα. Και τη Τρίτη ημέρα φαίνεται καθ’ ύπνον ο Άγιος Πέτρος ο Απόστολος και λέγει προς τον Σίλβεστρον. «Παράλαβε τον Θεόδωρον και Διονύσιον τους Ιερείς και Ονωράτον και Ρωμανόν τους Διακόνους και λειτουργήσατε εις την είσοδον του σπηλαίου, μετά δε την θείαν μυσταγωγίαν λάβε μίαν δυνατήν άλυσον και ανάβηθι εις την φωλεάν του δράκοντος, έως να εύρης μίαν σιδηράν θύραν, την οποίαν να κλείσης καλώς και να περάσης εις τους σιδηρούς κρίκους την άλυσον και να την δέσης επικαλούμενος το όνομα του Δεσπότου Χριστού ταύτα λέγων· «Αύτη η πύλη να μη ανοίξη έως την φρικτήν ημέραν της Κρίσεως». Ταύτα τελέσας ο θείος Σίλβεστρος ελύτρωσε την πόλιν όλην από το θανατικόν. Όθεν οι πρώην λατρευταί των δαιμόνων μύσται της Αγίας Τριάδος εγένοντο και πολλοί ειδωλολάτραι εβαπτίσθησαν, όχι μόνον από τους άλλους, αλλά και αυτοί οίτινες υπηρετούσαν τον δράκοντα. Όταν δε έγινε βασιλεύς εις την Ρώμην ο Μαξέντιος εκίνησε μέγαν διωγμόν κατά των Χριστιανών. Επρόσταξε δε όσοι Χριστιανοί αρνούνται να θυσιάσωσιν εις τα είδωλα να τιμωρούνται με διαφόρους βασάνους. Πολλοί τότε Χριστιανοί εμαρτύρησαν, και πολλοί φεύγοντες την μανίαν του τυράννου εκρύπτοντο εις τα όρη· εις αυτά δε κατέφυγον και οι Ιερείς και οι λοιποί κληρικοί και εξυπηρέτουν κεκρυμμένοι τους Χριστιανούς. Τότε και ο μακάριος Σίλβεστρος, δίδων τόπον εις την οργήν, ανεχώρησεν εις το όρος και εκρύπτετο, όχι δια τον φόβον του θανάτου, αλλά δια να φυλάξη το ποίμνιόν του. εις δε τας ημέρας εκείνας ο Πανάγαθος και Παντελεήμων Θεός απέστειλε λύτρωσιν τω λαώ αυτού τον Μέγαν Κωνσταντίνον, όστις ερχόμενος από τα δυτικά μέρη με τα στρατεύματά του κατενίκησε τη δυνάμει του Σταυρού τα στρατεύματα του Μαξεντίου· και αυτός δε ο τύραννος Μαξέντιος νικηθείς έπεσεν εις τον Τίβεριν και επνίγη. Ελθών ο Μέγας Κωνσταντίνος εις την Ρώμην ανεκηρύχθη από όλην την Σύγκλητον και τον στρατόν αυτοκράτωρ. Τότε ο θεοπρόβλητος βασιλεύς Κωνσταντίνος εξέδωκεν ευθύς ορισμόν να στήσουν τον ζωοποιόν Σταυρόν εις τα κυριώτερα μέρη της πόλεως, τους φυλακισμένους Χριστιανούς απηλευθέρωσε, τους εξορίστους επανέφερεν εις τους τόπους των και νόμον έγραψε να είναι πλέον ελεύθεροι οι Χριστιανοί εις την λατρείαν του Χριστού. Και όχι μόνον αυτόν, αλλά και άλλους δικαίους νόμους εθέσπισε προς δόξαν Θεού και ενίσχυσιν της ευσεβούς ημών πίστεως. Να μη τολμήση δηλαδή τις να βλασφημήση τον Χριστόν, ή να ενοχλήση Χριστιανόν, ο δε παραβάτης να τιμωρήται αυστηρώς και να δημεύωνται όλα αυτού τα υπάρχοντα· και άλλους ομοίους νόμους. Τότε και οι κεκρυμμένοι Χριστιανοί επανήλθον εις την πόλιν και οι κληρικοί επέστρεψαν και ο μακάριος Σίλβεστρος κατήλθεν από το όρος κληθείς από τον βασιλέα, όστις τον ανεζήτει, διότι είδεν εν οράματι τους Αγίους Αποστόλους Πέτρον και Παύλον και τον επρόσταξαν να καλέση τον Αρχιερέα Σίλβεστρον. Ελθών λοιπόν ο Άγιος εις τον βασιλέα τον εδίδαξε περί των μυστηρίων της Ορθοδόξου πίστεως του Χριστού, εκείνος δε ο μακάριος επίστευσεν εις όλα προθυμότατα και κλίνας την κεφαλήν εποίησεν ο Άγιος ευχήν και τον έκαμε κατηχούμενον, τον εθεράπευσε δε και από την νόσον η οποία τον εμάστιζε. Την δε βάπτισιν ανέλαβε, διότι ο βασιλεύς επεθύμει να βαπτισθή εις τον Ιορδάνην όπου και ο Κύριος εβαπτίσθη. Προσέταξε δε ο ευσεβής βασιλεύς να κτίσουν και Ναόν μέγιστον του Σωτήρος Θεού εις τα βασίλεια έσωθεν, του οποίου Ναού το σχήμα αυτός ο βασιλεύς ιδιοχείρως εσχεδίασε και πρώτος από όλους εις τα θεμέλια έσκαψεν. Όθεν εις ολίγας ημέρας εβαπτίσθησαν, χωρίς τας γυναίκας και τα παιδία, άνδρες δώδεκα χιλιάδες. Καθ’ εκάστην δε οι μεν ειδωλολάτραι κατησχύνοντο, η δε ευσέβεια ηύξανε. Ημέραν δε τινα εσύναξεν ο βασιλεύς όλην την Σύγκλητον, και λέγει προς αυτούς· «Πρέπει να γνωρίζετε, αγαπητοί, ότι των βεβήλων ψυχών η διάνοια δεν δύναται να δεχθή συμβουλήν σωτήριον, διότι ευρίσκονται βεβυθισμένοι εις το σκότος της αγνωσίας οι τάλανες. Εκείνοι όμως, οίτινες κατορθώσουν να ανοίξουν τους οφθαλμούς της διανοίας, θέλουν εννοήσει την αλήθειαν, ώστε να μη προσκυνούν αναίσθητα πράγματα, δημιουργήματα των χειρών του ανθρώπου. Λάβετε ως παράδειγμα τας πράξεις μου και πιστεύσατε εις τον μόνον αληθινόν Θεόν, εις τον οποίον και εγώ εξ όλης ψυχής επίστευσα. Αυτόν μόνον ας προσκυνούμεν ως Παντοδύναμον και Πανάγαθον και ουχί τα άψυχα και αναίσθητα είδωλα, τα οποία όχι μόνον δεν δύνανται να μας ωφελήσουν, αλλά μάλλον χρειάζονται βοήθειαν από ημάς να τα φυλάττωμεν, ίνα μη τα συντρίψουν ή τα κλέψουν. Εγώ δεν θέλω να επιβάλω εις κανένα παρά την θέλησίν του να ασπασθή την ευσέβειαν, αλλά ως φίλος σάς συμβουλεύω το συμφερώτερον. Η ανθρωπίνη δούλευσις επιβάλλεται και ακουσίως του δουλεύοντος, ο Πανάγαθος Θεός όμως ουδένα αναγκάζει, αλλά θέλει την προς Αυτόν λατρείαν αυτοπροαίρετον με λογισμόν συνετόν και σώφρονα». Ταύτα του ευσεβούς βασιλέως λέγοντος, εβόησαν άπαντες. «Ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Χριστός, όστις έσωσεν από την νόσον τον βασιλέα μας». Τότε προστάσσει να ανάψουν λαμπάδας εις το παλάτιον και έγινεν εις όλην την πόλιν πολλή αγαλλίασις και μεγάλη πανήγυρις· τους τάφους των Αγίων εστόλησαν, τους δεσμίους και φυλακισμένους όλους απέλυσαν, όσους είχον σιδηροδεσμίους δια το όνομα του Χριστού ηλευθέρωσαν, τους εξορίστους ανεκάλεσαν, και απλώς ειπείν πολλά καλά έργα και θεάριστα εις δόξαν Αυτού ετέλεσαν και ηγάλλετο η Εκκλησία του Χριστού, ότι ελυτρώθη από τους αθέους τυράννους και εδόξαζε τον Παντοδύναμον Θεόν, διότι έπαυσαν οι κατά των αθώων Χριστιανών σκληροί διωγμοί και όλη οι οικουμένη ηγάλλετο. Μόνος δε ο χαιρέκακος και φθονερός όφις επικραίνετο, όστις μη υποφέρων τοιαύτην πληγήν θανάσιμον, εζήτει τρόπον και μέθοδον να εμποδίση την ευσέβειαν. Και καθώς ποτε εχρησιμοποίησε τον όφιν μέσον και όργανον προς την Εύαν, και τους εξώρισε με τον Αδάμ από τον Παράδεισον, ούτω και τότε εδοκίμασε δια μέσου των Εβραίων, εάν δυνηθή, να καταπνίξη την ευσέβειαν, ο δε τρόπος της μηχανής αυτής του πονηρού ούτως έγινε. Τον καιρόν εκείνον η μήτηρ του βασιλέως Ελένη ήτο εις την επαρχίαν των Βιθυνών, διότι εκεί εγεννήθη. Προς αυτήν προσήλθον τινές Ιουδαίοι λέγοντες· «Έργον καλόν έκεμεν ο βασιλεύς, ν’ απαρνηθή τα είδωλα, αλλά έπεσεν εις άλλην πλάνην παρομοίαν, προσκυνών ένα κατάδικον άνθρωπον, τον οποίον ως κακούργον οι πατέρες ημών εσταύρωσαν· Λοιπόν εάν αγαπάς αυτόν ως τέκνον σου, συμβούλευσον αυτόν, να προσκυνή μόνον τον αιώνιον Θεόν, ίνα του δώση μακροημέρευσιν και να τον δοξάση και εις την μέλλουσαν ζωήν αιωνίως». Ως γυνή λοιπόν η βασιλομήτωρ επίστευσεν εις των μιαρών Ιουδαίων τους δολίους λόγους, και στέλλει γράμμα προς τον υιόν ταύτα λέγουσα· «Εχάρην πολύ και εδόξασα τον Θεόν, ότι ελυτρώθης από την πλάνην των ειδώλων. Πάλιν όμως ελυπήθην ότι επίστευσες εις τον Χριστόν, τον οποίον οι Εβραίοι εσταύρωσαν. Λοιπόν παρακαλώ την ευσέβειάν σου, να επιστρέψης εις τον Παντοκράτορα Θεόν, τον οποίον προσκυνούν οι Εβραίοι, όστις είναι αληθινός και Παντοδύναμος, εάν επιθυμής επί της γης μεν να μακροημερεύσης, να ζήσης δε και αιωνίως». Την επιστολήν ταύτην της μητρός του λαβών ο βασιλεύς της αντέγραψε τοιαύτην απόκρισιν λέγων· «Δέσποινα και Μήτερ μου, χαίροις εν Κυρίω. Εκείνος όστις κυβερνά όλον τον κόσμον και ζωοποιεί και διαφυλάττει ημάς, ωκονόμησε και έγινα βασιλεύς, και δεν πρέπει να γίνωμεν περί τον ευεργέτην αχάριστοι. Λάβε λοιπόν τους σοφωτέρους διδασκάλους των Εβραίων και ας έλθουν να διαλεχθώσι με τους Επισκόπους του Χριστού έμπροσθεν ημών και τότε θέλομεν γνωρίσει ακριβώς την αλήθειαν, και να προσδράμωμεν εις την Ορθόδοξον πίστιν. Έρρωσο». Τότε εξέλεξαν οι Εβραίοι άνδρας δώδεκα, τους εξάρχους των Φαρισαίων και εξαιρέτους διδασκάλους, οι οποίοι όχι μόνον την των Φαρισαίων γλώσσαν εγνώριζον, αλλά και την Ελληνικήν και την Ρωμαϊκήν κατείχον βαθύτατα. Εις δε εξ αυτών ήτο μάγος και από τους άλλους σοφώτερος, αλλά και πονηρότερος, Ζαμβρής ονόματι. Ούτοι ελθόντες εις την Ρώμην με την Αυγούσταν Ελένην, είπον προς τον βασιλέα να εύρη και αυτός δώδεκα από τους Επισκόπους των Χριστιανών, ίνα συζητήσωσι μετ’ αυτών, δια να φανερωθή η αλήθεια. Ο δε μακάριος Σίλβεστρος απεκρίνατο λέγων· «Ημείς δεν έχομεν την ελπίδα μας εις το πλήθος των ανθρώπων· διότι όσον έχομεν ολιγωτέραν βοήθειαν εις την γην, τόσον μας βοηθεί η θεία δύναμις περισσότερον». Λέγει τότε προς αυτόν ο Εβραίος· «Αν θέλης να φανής άριστος και καλός διδάσκαλος, δεν θέλω να μας αναφέρης Ευαγγέλιον, ούτε άλλα ιδικά σας βιβλία, αλλά μόνον από τους Προφήτας ας είναι αι μαρτυρίαι σου». Λέγει ο Άγιος Σίλβεστρος· «Αυτό είχον και εγώ κατά νουν, διότι οπόταν σας νικήσω με τας μαρτυρίας των διδασκάλων σας, τότε δεν έχετε πλέον στόμα να απαντήσετε». Λέγει τότε ο Εβραίος· «Ο Παντοκράτωρ Θεός είπε ταύτα. «Ίδετε, ίδετε ότι εγώ ειμι Θεός και ουκ εστιν έτερος πλην εμού». Λοιπόν εάν αυτός λέγη, ότι εις μόνος υπάρχει Θεός, διατί σεις τολμάτε και ονομάζετε τρεις, ένα εκείνον τον οποίον ομολογούμεν ημείς, τον οποίον Πατέρα λέγετε, δεύτερον τον Υιόν, ον εσταύρωσαν οι πατέρες μας, και τρίτον το Πνεύμα το Άγιον;» Λέγει ο Άγιος Σίλβεστρος· «Ημείς ένα Θεόν ομολογούμεν και σεβόμεθα, τον οποίον λέγομεν, ότι έχει Λόγον, καθώς λέγει ο Προφήτης· «Τω Λόγω Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν». Πνεύμα δε λέγομεν, καθώς είπεν ο Προφήτης· «Και τω Πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών». Υιόν λέγομεν αυτόν εκείνον, ον λέγει ο Προφήτης ως εκ προσώπου του Πατρός, «Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγένηκά σε». Το οποίον «σήμερον» σημαίνει πάντοτε, διότι εις τον Θεόν δεν χωρεί το χθες, ούτε το σήμερον, επειδή είναι υπέρχρονος και άναρχος, και γεννά τον Υιόν αεί και πάντοτε. Δι’ αυτό λέγει και εις την Γένεσιν· «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν». Λέγει ο Εβραίος· «Δεν ημπορεί να δεχθή αυτήν την πίστιν νους ανθρώπινος και να ομολογή Πατέρα, Υιόν και Πνεύμα Άγιον». Λέγει τότε ο Άγιος Σίλβεστρος· «Δεν το ανέγνωσας εις τον Δαβίδ λέγοντα: «είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου· κάθου εκ δεξιών μου. Υιός μου ει συ», και εις άλλον τόπον, «Αυτός επεικαλέσεταί με, Πατήρ ει συ», και πάλιν δια το Πνεύμα λέγει· «Το Πνεύμα σου το Άγιον μη αντανέλης απ’ εμού», και πάλιν· «Τω Πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτού;». Τότε είπεν ο βασιλεύς· «Εξίσταμαι τω όντι, διότι νικώνται οι Ιουδαίοι με τόσας μαρτυρίας των Γραφών αυτών και πάλιν ως φιλόνικοι αντιλέγουσι». Και στρεφόμενος προς τους Ιουδαίους λέγει· «Ιδού ότι εγνώρισα πασιφανώς με μαρτυρίας ιδικάς σας, ότι είναι βέβαια Πατήρ, Υιός και Πνεύμα Άγιον. Λοιπόν δεν υπάρχει ανάγκη να συζητήτε πλέον δι’ αυτήν την υπόθεσιν, μόνον εάν έχετε άλλην διαφοράν, δια ταύτην συνεχίσατε». Λέγει ο Εβραίος· «Εις το Ευαγγέλιόν σας γράφεται, ότι ο Ιησούς επρόκοπτεν εις την ηλικίαν και σοφίαν, και ότι επειράχθη από τον διάβολον, έπειτα τον επρόδωσεν ο μαθητής, και τον έδεσαν, τον ενέπαιξαν, και μαστιγώσαντες αυτόν εσταύρωσαν και απέθανε. Λοιπόν εάν ήτο Θεός, πως έπαθεν;» Λέγει ο Άγιος Σίλβεστρος: «Όλα ταύτα οι Προφήται εκήρυξαν και άκουσον. Ο Ησαϊας λέγει ταύτα δια του Χριστού την άσπορον γέννησιν. «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται Υιόν και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ». Ομοίως είπε και άλλας πολλάς προφητείας ο σοφός Σίλβεστρος, δια την ανατροφήν του Χριστού και δια το Πάθος και την Ανάστασιν. Ήτοι «Ο εσθίων άρτους μου εμεγάλυνεν επ’ εμέ πτερνισμόν. Διαμερίσαντο τα ιμάτιά μου. Έδωκαν εις το βρώμα μου χωλήν». Και άλλα διάφορα ρητά, τα οποία ηξεύρομεν άπαντες. Εις δε το τέλος έφερε το ρητόν του Ιερεμίου, όστις λέγει· «Εν τη ταφή αυτού οι νεκροί ζωοποιηθήσονται», ότι τον καιρόν εκείνον όπου εσταυρώθη ο Δεσπότης Χριστός και ετάφη, οι τάφοι ηνοίχθησαν, και πολλοί νεκροί ανεστήθησαν, ο ήλιος εσκοτίσθη, και εσχίσθη του Ναού το καταπέτασμα, και σεισμός μέγας και φοβερός εγένετο, όθεν και οι Έλληνες τον Χριστόν Υιόν Θεού ωμολόγησαν· «Λοιπόν, ω Ιουδαίε, εάν δυνηθής να αποδείξης, ότι δεν είπον οι Προφήται σας τους λόγους τούτους, με ενίκησας ως ψεύστην και φλύαρον· ει δε και είναι αληθές ότι τα είπον οι Προφήται, πρέπει να τα δεχθής και συ ως αληθέστατα, να ομολογήσης τον Χριστόν Θεόν και άνθρωπον· και εάν δεν παραδεχθής με την θέλησίν σου, το μαρτυρείς ακουσίως με το πείσμα σου, λέγων τους Προφήτας αληθινούς, καθώς εισιν αψευδέστατα. Ει δε και είπης, ότι εψεύσθησαν, τότε αρνείσαι την θρησκείαν σου». Τότε εχάρη ο βασιλεύς εις τον σοφώτατον αυτόν του Σιλβέστρου συλλογισμόν, και λέγει προς τους Ιουδαίους· «Δεν ημπορείτε να αντιστήτε πλέον εις ουδέν, επειδή αι γραφαί σας ταύτα εκήρυξαν». Τότε λέγουσι προς τον Επίσκοπον· «Εκείνα όσα είπον οι Προφήται δια άλλους, τα αποδίδετε εις τον Χριστόν ψευδώς». Λέγει τότε ο Άγιος Σίλβεστρος· «Ευρήτε μου άλλον τινά όστις να εγεννήθη από Παρθένον Κόρην, και να εσταυρώθη, και ν’ ανεστήθη τριήμερος, και τότε θα ομολογήσω και εγώ ότι δεν τα είπον δια τον Χριστόν». Αυτά και έτερα λέγοντος του Αγίου Σιλβέστρου και εναντιουμένου του Ζαμβρή και των λοιπών Ιουδαίων, επέρασεν ώρα πολλή. Όθεν ο βασιλεύς εβαρύνθη τους Εβραίους, διότι έλεγον προβλήματα τινά άχρηστα και μάταια υποδείγματα, ήθελε δε να δώση τέλος εις την συζήτησιν και να λάβη την νίκην ο Άγιος Σίλβεστρος. Δια να μη παραπονεθούν όμως οι Ιουδαίοι, τους ηρώτησεν εάν είχον να είπουν άλλο τι. Εις δε απ’ εκείνους απεκρίνατο λέγων· «Ακόμη δεν απήντησεν ο Σίλβεστρος εις την ερώτησίν μας. Ημείς τον ηρωτήσαμεν να είπη, πως έπαθεν ο Χριστός εάν ήτο Θεός· αυτός δε μόνον απέδειξεν ότι έγινεν ανθρωπος». Ταύτα λέγων στρέφει τον λόγον προς τον Άγιον Σίλβεστρον λέγων· «Αδύνατον είναι να μου αποδείξης εις το αυτό πρόσωπον δύο ουσίας, η μία να πάσχη ύβριν και βάσανον, και η άλλη να μένη αμέτοχος πάθους και αβλαβής». Λέγει ο Άγιος Σίλβεστρος· «Και αν σου το αποδείξω, ομολογείς έμπροσθεν των παρόντων αρχόντων, ότι ενικήθης, ή πάλιν μελετάς να σπείρης άλλα νεώτερα ζιζάνια;» Τότε ο Ιουβάλ Ιουδαίος έμεινε σιωπών. Ο δε βασιλεύς είπε· «Εάν αυτός δεν ομολογήση την νίκην, οι παρεστώτες θέλουν παραδεχθή ταύτην εις πείσμα του, μόνον ειπέ την απόδειξιν». Τότε ο Άγιος Σίλβεστρος έλαβε την αλουργίδα του βασιλέως λέγων· «Με ταύτην την πορφυρίδα ενίκησα τον αντίπαλον, ότι το ένδυμα τούτο ήτο μέταξα λευκή πρότερον, την έβαψαν δε με το αίμα της κογχύλης και έλαβε το κόκκινον τούτο χρώμα. Έπειτα το έκλωσαν και ύφαναν ιμάτιον, τα οποία όλα βάσανα υπομένει η μέταξα ή το έριον εάν τύχη ή ό,τι άλλο, ενώ η βαφή της βασιλικής αξίας δεν πάσχει ούτε υβρίζεται. Το αυτό όντως έγινε και εις το Σώμα του Χριστού, από το οποίον έπαθε μόνον η Σαρξ. Η θεότης όμως, ήτις λογίζεται ως η βαφή, έμεινεν, ως απαθής, αμέτοχος πάσης ύβρεως. Εάν δεν σε φθάνη, ω Ιουδαίε, τούτο το παράδειγμα, άκουσον και δεύτερον και τρίτον εις δόξαν της ομοουσίου Τριάδος. Όταν κόπτη τις ένα δένδρον, το οποίον φωτίζουν αι ακτίνες του ηλίου, λαμβάνει ο ήλιος πάθος τι οπόταν το δένδρον κόπτεται; Ουχί, αλλά μόνον το ξύλον πάσχει και κόπτεται, η δε λάμψις του ηλίου μένει αβλαβής και απαθής». Λέγει τότε ο Εβραίος· «Παρακαλώ σε, ειπέ μου και το τρίτον, ίνα με πείσης καλύτερον». Λέγει ο Άγιος Σίλβεστρος· «Ο σίδηρος, τον οποίον σφυροκοπά ο χαλκεύς, όταν τον αποσύρη από το πυρ, είναι υπόδειγμα σαφέστατον, ίνα καταπείση πάντα φιλόνικον, ότι το πυρ δεν υπομένει ύβριν τινά, αλλά μόνον ο σίδηρος σφυροκοπείται και κόπτεται. Ούτω και η Θεότης έμεινε απαθής, ως άϋλος, και μόνον η Σαρξ του Χριστού έπαθεν». Ταύτα ακούσαντες οι παρεστώτες όλοι ευφήμησαν τον σοφώτατον Σίλβεστρον και προστάσσει ο βασιλεύς να παύσουν την συζήτησιν. Ο δε Άγιος δεν ηθέλησε, διότι μόνον με τους δέκα φιλοσόφους διελέχθη, οι δε άλλοι δύο δεν είχον ομιλήσει ακόμη τίποτε. Όθεν δια να μη παραπονεθούν, είπε προς τον Σιλεών, όστις ήτο ο ενδέκατος, εάν είχε να κάμη τινά ερώτησιν. Και ούτος είπεν εις αυτόν· «Δικαίως διακρίνεις τα πράγματα. Ειπέ μας λοιπόν εάν είπον οι Προφήται τας αιτίας της τοσαύτης ύβρεως και του τοσούτου πάθους, ήτοι διατί να λάβη ο Χριστός τόσον άσχημον και κατησχυμμένον θάνατον, και δεν ελύτρωσε με άλλον τρόπον τον άνθρωπον;» Εις ταύτην την ερώτησιν έδωκεν ο θείος Σίλβεστρος την πρέπουσαν απόκρισιν, την οποίαν δεν γράφομεν εις πλάτος κατά λέξιν δια συντομίαν. Με ταύτην όμως του απέδειξεν ότι η άκρα δικαιοσύνη του Θεού δεν συνεχώρει να μας ελευθερώση αλλέως, δια να γίνη η διόρθωσις αρμοδία και εναντία της παραβάσεως. Ήτοι καθώς ο δαίμων ηπάτησε τον άνθρωπον και του Παραδείσου με το ξύλον της βρώσεως εξώρισεν, ούτω με το ξύλον του Σταυρού ο Χριστός ενίκησε τον αντίπαλον και ανέστησε τον άνθρωπον και τον έκαμε πάλιν άξιον του Παραδείσου. «Ξύλω γαρ έδει το ξύλον ιάσασθαι και πάθει του απαθούς εν τω ξύλω λύσαι τα πάθη του κατακρίτου». Ηδύνατο ο Θεός να προστάξη ένα Άγγελον να σαρκωθή και να μας λυτρώση, αλλά δεν ήτο εκείνου το αίμα και το πάθος αντάξιον όλης της ανθρωπότητος. Αλλ’ αυτός ο Πανάγαθος, όπως μας έπλασεν εκ του μη όντος εις το είναι, αυτός μας έδωκε και το ευ είναι δια να είμεθα όχι του Αγγέλου υπόχρεοι, αλλ’ αυτού του Ποιητού και Σωτήρος μας και να φυλάττωμεν όλας τας εντολάς Του. Ταύτα ακούσαντες οι περιεστώτες, οι μεν Χριστιανοί εχάρησαν, οι δε Εβραίοι έμειναν άφωνοι, μη δυνάμενοι να αντισταθώσι πλέον. Ο δε Ζαμβρής, ως πονηρός και πολυμήχανος, έβαλεν εις τον νουν του μίαν πανουργίαν, ήτις του έγινεν αιτία να καταισχυνθή περισσότερον και να πέση εις τον λάκκον, τον οποίον ητοίμασε, και λέγει προς τον βασιλέα· «Δέσποτα, ο Σίλβεστρος είναι πολυλόγος, και μας νικά εις την διάλεξιν. Αλλ’ ας αφήσωμεν τους λόγους, ότι τα έργα είναι πιστότερα. Πρόσταξον να φέρουν εδώ ένα ταύρον άγριον και τότε θα γνωρίσετε του Θεού μου την δύναμιν, το όνομα του οποίου είναι τόσον φοβερόν, ώστε δεν δύναται καμμία ακοή να το ακούση και να μη αποθάνη πάραυτα. Δια τούτο οι προπάτορές μας, όταν ήθελον να θυσιάσουν μεγάλους ταύρους, έλεγον εις το ους του ζώου το θείον όνομα και ευθύς τούτο ετελεύτα· ας είπη λοιπόν και ο Σίλβεστρος το όνομα του Θεού εις το ους του ταύρου, και εάν τελευτήση, τότε ο Θεός, ον ούτος σέβεται, είναι ο αληθινός· ει δε και μείνη ζωντανός, να το είπω και εγώ και εάν τότε τελευτήση ο ταύρος, να μου πιστεύσητε». Ο δε Άγιος Σίλβεστρος είπε προς τον Ζαμβρήν· «Εάν όντως δεν υποφέρη να ακούση του Θεού σου το όνομα, πως το ήκουσες εσύ και δεν απέθανες;» Ο δε απεκρίνατο· «Επτά ημέρας ενήστευσα, δεόμενος να μου το φανερώση ο Κύριος και τότε είδα μίαν λεκάνην αργυράν γεμάτην ύδωρ και ένα δάκτυλον, όστις το εσημάδευεν εις το ύδωρ, και μετά βίας και κόπου πολλού το απείκασα· εάν λοιπόν είπης και συ εις το ους του ταύρου αυτό το όνομα και τελευτήση, αληθής είναι η πίστις σου». Λέγει τότε ο Άγιος Σίλβεστρος· «Ο Θεός μου δεν δίδει θάνατον, αλλά μάλλον ζωήν και μακαριότητα». Τότε ο θείος Σίλβεστρος παρεκάλεσε τον βασιλέα και όλην την Σύγκλητον να στείλουν ανθρώπους να φέρουν τον αγριώτερον ταύρον, τον οποίον θα εύρουν· και ούτως έφερον ένα, τον οποίον δεν ηδύναντο να τον κρατούν με σχοινία τριάκοντα άνδρες. Τότε ο Ζαμβρής με πολλήν υπερηφάνειαν και έπαρσιν επλησίασε τον ταύρον και ελάλησε μυστικά τας μαντείας του και παρευθύς το ζώον κατέπεσε χαμαί και απέθανεν. Οι μεν Ιουδαίοι εχάρησαν και εφώναζον περιγελώντες τον Άγιον Σίλβεστρον· αυτός δε ανέβη εις τόπον υψηλόν και προστάσσει να σιωπήσουν όλοι, ίνα ακούση έκαστος τον λόγον του. Έπειτα εκήρυξε ταύτα μεγαλοφώνως και λέγει· «Εγώ κηρύττω τον Δεσπότην Χριστόν, όστις φωτίζει τυφλούς, λεπρούς καθαρίζει, παραλύτους εγείρει, νεκρούς ανιστά και ιατρεύει πάσαν ασθένειαν· όθεν φανερόν είναι ότι ο Ζαμβρής δεν ωνόμασε τον Θεόν, αλλά τον διάβολον, όστις ημπορεί να δώση ως φονεύς και ανθρωποκτόνος θάνατον, αλλά να αναστήση τινά δεν δύναται· λοιπόν, ω Ζαμβρή, εάν θέλης να σου πιστεύσωμεν, ανάστησον το ζώον καθώς αυτό εθανάτωσες και τότε όλοι μας να πιστεύσωμεν εις τον Θεόν σου». Τότε ο Ζαμβρής έσχισε το ιμάτιόν του και εφώναζε λέγων· «Βλέπεις, βασιλεύ πολύχρονε, ότι τον ενίκησα με τα έργα και όμως προσπαθεί να μας συγχύση με τας πανουργίας και τας φλυαρίας του;». Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς είπε προς τον Εβραίον· «Καλά σου λέγει Σίλβεστρος, ότι ο ελεήμων Θεός δίδει ζωήν εις πάντας και όχι όλεθρον· λοιπόν ή ανάστησον τον ταύρον, ίνα πιστεύσωμεν εις σε, ή θα σε θανατώσω ως πλάνον και γόητα, ίνα μη παρασύρης τους ανθρώπους εις την απώλειαν». Ο δε απεκρίνατο· «Αυτό, βασιλεύ, δεν ημπορεί να το κάνει κανείς άνθρωπος». Λέγει τότε ο Άγιος Σίλβεστρος· «Αλλ’ εάν εγώ τον αναστήσω, επικαλούμενος του Δεσπότου Χριστού το ζωοποιόν και σωτήριον όνομα, τι να σου κάμωμεν;» Ο δε Ζαμβρής απεκρίνατο· «Και εάν πετάξης εις τα ουράνια, δεν δύνασαι να τον αναστήσης». Τότε ο βασιλεύς εθυμώθη και λέγει· «Θαυμάζω, Ζαμβρή, την αναισχυντίαν σου· συ όμως είπες να λείπουν τα λόγια και μόνον έργα να γίνωνται· και τώρα αυτός υπόσχεται να τον αναστήση και συ λέγεις πως είναι αδύνατον; Αλλά αν κάμη τον λόγον έργον και αναστήση το ζώον, συμφωνείτε να πιστεύσητε εις τον Χριστόν άπαντες;» Οι δε Ιουδαίοι, νομίζοντες τούτο αδύνατον, υπεσχέθησαν μεθ’ όρκου ότι, εάν εκ νεκρών αναστήση τον ταύρον ο Σίλβεστρος, θα γίνωσι Χριστιανοί πάραυτα. Τότε ο Άγιος, κλίνας εις την γην τα γόνατα, ύψωσε προς τον ουρανόν τας χείρας και τα όμματα και έκαμε μετά δακρύων μυστικά προς Κύριον δέησιν, έπειτα ηγέρθη και λέγει ταύτα μεγαλοφώνως, ίνα τον ακούσωσιν άπαντες· «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, δέομαι και παρακαλώ την αγαθότητά Σου, να αναστήσης τούτο το ζώον όπερ ο Ζαμβρής εθανάτωσεν, επικαλούμενος τον διάβολον, δια να γνωρίση πας ο λαός την μεγάλην Σου δύναμιν, να πιστεύσουν εις το Πανάγιόν Σου όνομα». Ούτως ειπών εφώνησε προς το ζώον λέγων· «Εις το όνομα του Δεσπότου Ιησού Χριστού, όστις εσταυρώθη επί Ποντίου Πιλάτου, έγειραι και σταμάτησε με πάσαν ημερότητα». Τότε ο ταύρος ηγέρθη, ω του θαύματος! και πλησιάσας ο Άγιος έλυσε όλα του τα σχοινία λέγων· «Ύπαγε εις τον τόπον σου ήμερος και μη τολμήσης να βλάψης κανένα πώποτε, ούτε άλλος να σε βλάψη εσένα, ούτε να σε φονεύσουν, αλλά όταν ζήσης τον διατεταγμένον καιρόν, να τελευτήσης με φυσικόν θάνατον». Τότε οι Ιουδαίοι ιδόντες τοιούτον θαύμα εξαίσιον εξέστησαν και πίπτοντες εις τους πόδας του Αγίου εδέοντο να τους συγχωρήση την προτέραν ασέβειαν. Ομοίως και ο ευσεβέστατος βασιλεύς προσεκύνησε και ευφήμησε τον Άγιον, ωσαύτως και η βασίλισσα και οι επίλοιποι άρχοντες, ζητούντες και αυτοί το άγιον Βάπτισμα. Ο δε μακάριος Σίλβεστρος κατηχήσας αυτούς, Ιουδαίους και ειδωλολάτρας, τους επρόσταξε να νηστεύσουν κατά την τάξιν ικανάς ημέρας με ελεημοσύνας και δάκρυα και τότε τους εβάπτισεν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος του αληθινού Θεού. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη Γ΄ (3η) Ιανουαρίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου ΜΑΛΑΧΙΟΥ.
Μαλαχίας ο θείος Προφήτης εγεννήθη εκ της φυλής Λευϊ, εν τόπω καλουμένω Σοφερώ, κατά τους χρόνους εκείνους κατά τους οποίους επέστρεψαν οι Εβραίοι εις Ιερουσαλήμ από της αιχμαλωσίας Βαβυλώνος. Νέος δε έτι ων, απέκτησε πολιτείαν ενάρετον και αρίστην, έλαβε δε το όνομα Μαλαχίας (το οποίον ελληνιστί ερμηνεύεται Άγγελος) δια δύο αίτια· αφ’ ενός μεν, διότι ήτο ωραίος και ευπρεπής, αφ’ ετέρου δε διότι όσα ο Προφήτης ούτος επροφήτευεν, ελάμβανον ευθύς την βεβαίωσιν του θείου Αγγέλου, όστις έλεγε ταύτα εις αυτόν, και τον οποίον δεν έβλεπον οι ανάξιοι, αλλά μόνον οι άξιοι, την φωνήν όμως αυτού όλοι ήκουον ανεξαιρέτως. Ήκμασε δε κατά τον καιρόν του Έσδρα τετρακόσια έτη προ Χριστού. Ήτο δε, ως είπομεν, εν τη νεότητι αυτού ωραίος την όψιν, έχων το πρόσωπον όχι στρογγυλόν, αλλά μακρόν, και τας τρίχας συνεστραμμένας και κυκλοειδείς και οιονεί κουρευμένας, την δε κεφαλήν πλατείαν και μεγάλην.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η) Ιανουαρίου, οι μετά του Οσίου Ευθυμίου ΔΩΔΕΚΑ ΜΟΝΑΧΟΙ Βατοπαιδινοί
Τη Δ΄ (4η) Ιανουαρίου, οι μετά του Οσίου Ευθυμίου ΔΩΔΕΚΑ ΜΟΝΑΧΟΙ Βατοπαιδινοί, οι τους λατινόφρονας, βασιλέα Μιχαήλ και Βέκκον τον Πατριάρχην ελέγξαντες, αγχόνη τελειούνται.
Ευθύμιος ο Οσιομάρτυς και οι μετ’ αυτού αθλήσαντες Πατέρες ήσαν κατά το έτος ασπ΄ (1280), ότε οι λατινόφρονες βασιλεύς και Πατριάρχης περιήρχοντο τα διάφορα Μοναστήρια του Αγίου Όρους, ίνα πείσουν τους Μοναχούς να ακολουθήσουν την πλάνην των· μη γενόμενοι δε δεκτοί υπ’ αυτών, εκακοποίησαν πολλούς Μοναχούς, οίτινες δια μαρτυρικού θανάτου απέθανον. Τότε ήλθον και εις την Μονήν του Βατοπαιδίου και αφού ουδέ εκεί έγιναν δεκτοί, ήρχισαν να κακοποιούν τους Μοναχούς, όσους συνέλαβον, διότι και πολλοί έφυγον. Συλλαβόντες δε εκεί τον προηγούμενον Άγιον Ευθύμιον και δώδεκα άλλους Μοναχούς, μετά διαφόρους κακώσεις και τυραννίας, τελευταίον απηγχόνισαν προς εκδίκησιν δήθεν της απειθείας την οποίαν έδειξαν εις το να μη ασπασθούν τα ξένα και αλλότρια δόγματα τα δια την Ορθόδοξον Εκκλησίαν όλως απαράδεκτα. Ούτοι οι λατινόφρονες ελθόντες και εις την Λαύραν εγένοντο δια τον φόβον της καταδίκης του θανάτου δεκτοί υπό τινων Μοναχών αυτής, εις τους οποίους και έδωσαν πολλά ιερά σκεύη, δηλαδή Άγια Ποτήρια, Ευαγγέλια, θυμιατήρια και λοιπά, άτινα εξ άλλων ιερών Μονών ως λησταί εσύλησαν εκείνοι δε οίτινες συνεκοινώνησαν μετά των ανωτέρω λατινοφρόνων μετά θάνατον έμειναν τυμπανιαίοι και τα άθλια αυτών σώματα, μαύρα όντα και αποπνέοντα οσμήν δυσώδη, δεν ετάφησαν εν τω κοινώ κοιμητηρίω, αλλ’ εκτός αυτού εις εν υπόγειον σπήλαιον το οποίον περιέφραξαν, ως αλλότρια και ξένα της Αγίας Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και των ορθών δογμάτων αυτής.
Ευθύμιος ο Οσιομάρτυς και οι μετ’ αυτού αθλήσαντες Πατέρες ήσαν κατά το έτος ασπ΄ (1280), ότε οι λατινόφρονες βασιλεύς και Πατριάρχης περιήρχοντο τα διάφορα Μοναστήρια του Αγίου Όρους, ίνα πείσουν τους Μοναχούς να ακολουθήσουν την πλάνην των· μη γενόμενοι δε δεκτοί υπ’ αυτών, εκακοποίησαν πολλούς Μοναχούς, οίτινες δια μαρτυρικού θανάτου απέθανον. Τότε ήλθον και εις την Μονήν του Βατοπαιδίου και αφού ουδέ εκεί έγιναν δεκτοί, ήρχισαν να κακοποιούν τους Μοναχούς, όσους συνέλαβον, διότι και πολλοί έφυγον. Συλλαβόντες δε εκεί τον προηγούμενον Άγιον Ευθύμιον και δώδεκα άλλους Μοναχούς, μετά διαφόρους κακώσεις και τυραννίας, τελευταίον απηγχόνισαν προς εκδίκησιν δήθεν της απειθείας την οποίαν έδειξαν εις το να μη ασπασθούν τα ξένα και αλλότρια δόγματα τα δια την Ορθόδοξον Εκκλησίαν όλως απαράδεκτα. Ούτοι οι λατινόφρονες ελθόντες και εις την Λαύραν εγένοντο δια τον φόβον της καταδίκης του θανάτου δεκτοί υπό τινων Μοναχών αυτής, εις τους οποίους και έδωσαν πολλά ιερά σκεύη, δηλαδή Άγια Ποτήρια, Ευαγγέλια, θυμιατήρια και λοιπά, άτινα εξ άλλων ιερών Μονών ως λησταί εσύλησαν εκείνοι δε οίτινες συνεκοινώνησαν μετά των ανωτέρω λατινοφρόνων μετά θάνατον έμειναν τυμπανιαίοι και τα άθλια αυτών σώματα, μαύρα όντα και αποπνέοντα οσμήν δυσώδη, δεν ετάφησαν εν τω κοινώ κοιμητηρίω, αλλ’ εκτός αυτού εις εν υπόγειον σπήλαιον το οποίον περιέφραξαν, ως αλλότρια και ξένα της Αγίας Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και των ορθών δογμάτων αυτής.