Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντονιστής: Συντονιστές
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53630
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ο «καλός άνθρωπος» είναι ταυτόχρονα και «καλός χριστιανός»;
Του Δημητρίου Λυκούδη, θεολόγου
Εκ προοιμίου, οι όροι φαντάζουν λαθεμένοι. Τι θα πει «καλός άνθρωπος:» και καλός χριστιανός!». Με ποια κριτήρια τελούν στη βάσανο των κριτών αυτές οι κατηγορίες και, σε κάθε περίπτωση, ποιος, αλήθεια, έχει το χρόνο, κυρίως δε την πνευματική σταθερά ώστε να τολμά να κρίνει τους άλλους ανθρώπους; Φθάσαμε στο σημείο να χαρακτηρίζουμε κάθε άνθρωπο γύρω μας, να κρίνουμε, να θέτουμε και να φορτώνουμε «κοσμητικά» επίθετα σε όλους, σχεδόν, ανεξαιρέτως. «Καλός» χριστιανός, ο ένας, «καλός» άνθρωπος, ο άλλος, «έτοιμος» για τον Παράδεισο, κάποιος άλλος! Αλήθεια, από πότε «διανέμουμε» θέσεις στον Παράδεισο; Ταυτόχρονα, δε, έχοντας, βέβαια, ως πεποίθηση, αγκαλιάσει την ιδέα ότι και εμείς ανήκουμε εκεί, άσχετα, εάν κάποιες φορές, δήθεν από περίσσευμα ταπεινώσεως, κλαψουρίζουμε πως είμαστε «ανάξιοι», πως είμαστε «ουτιδανοί» και «ταλαίπωροι» για μια τέτοια δόξα και τιμή!
Είναι, όμως, ακόμη χειρότερο και οξύμωρο να χαρακτηρίζουμε ανθρώπους, την ίδια στιγμή, που αμφότεροι αγωνιζόμαστε, καθένας για τον δικό του σκοπό και στόχο, καθένας για τον δικό του Ουρανό. Αυτή, δε, η συνήθεια των «χαρακτηρισμών», της κατακρίσεως και της καταλαλιάς, είναι αλήθεια, έχει την «τιμητική» της σ᾿εμάς τους χριστιανούς, τουλάχιστον, στους περισσότερους.
Παρά ταύτα, πέρα από οποιαδήποτε, όμως, διάθεση κατακρίσεως, κάθε άνθρωπος καταθέτει την ταυτότητά του βιωματικά και διά βίου. Σε αυτή την περίπτωση, «καλός» άνθρωπος σημαίνει στοργικός άνθρωπος, ευαίσθητος και όχι ανάλγητος, διαλλακτικός και όχι αδέκαστος, ταπεινός και όχι φίλαυτος, φιλέρημος και όχι «φασαριόζος». Καλά, όμως, ένας τέτοιος «καλός» άνθρωπος μπορεί να είναι, ταυτόχρονα, και «καλός» χριστιανός; Και αν όχι, τελικά, σώζεται ένας τέτοιος άνθρωπος;
Η εκπεφρασμένη βιωματική εμπειρία των Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, διδάσκει πως δεν υπάρχει «καλός» χριστιανός. Είναι λαθεμένος, κίβδηλος, επιδερμικός όρος και χαρακτηρισμός. Εάν είσαι χριστιανός, εάν είσαι, βέβαια, πάντοτε αυτοθελήτως και εκουσίως, είσαι αγωνιστής, αγώνισμα κάνεις, σε στίβο μάχεσαι, εγρήγορση και μετάνοια αδιαλείπτως βιώνεις. Δεν υπάρχει, λοιπόν, «καλός» χριστιανός, παρά, τρόπον τινά, ενεργός χριστιανός και, στον αντίποδα, «κοιμισμένος», παραδομένος, αποχαυνωμένος σε αυτόν τον αιώνα, τον «απατεώνα».
Ο άγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, αναφερόμενος σε αυτή την κατηγορία των «καλών ανθρώπων», έλεγε: «Έρχονται εδώ, πω πω! Κάτι ψυχές, διαμάντια, αθώοι έως τα βάθη της καρδιάς τους, απονήρευτοι. Μα, όταν μιλάμε, αφήνουν και εξέρχεται όλη η άρνηση, η αδιαφορία τους για τα ζητήματα της Πίστεως, για την ίδια την Ορθοδοξία. Και αν τους πεις για Χριστό, αδιαφορούν και αντιμάχονται ωσάν να είναι εχθρός τους. Τι να κάνουμε, αλειτούργητοι άνθρωποι, αλλά έχει ο Θεός. Θα δώσει ο Θεός να έλθουν σε μετάνοια!».
Βέβαια, για να είσαι ενεργός χριστιανός, είναι αναντίρρητη βάση, πρέπει να είσαι «καλός» άνθρωπος. Ο χριστιανός έχει όλα τα παραπάνω, όσα, δηλαδή, έχει και εμφορείται ένας «καλός» άνθρωπος. Υπό αυτή την έννοια, η ανθρωπιά αποτελεί τη βάση της ορθοδόξου πνευματικότητας, το «10», μια πάγια «σταθερά», επί της οποίας ο χριστιανός χτίζει καθημερινά και αγωνίζεται να εκφράζει την αγαθή «μαρτυρία» και ομολογία απανταχού.
Από την άλλη πλευρά, ένας «καλός» άνθρωπος, ένας άνθρωπος γεμάτος με φιλάρετες πράξεις, ελεημοσύνες, αγαθοεργίες, εάν στερείται της βιωματικής ορθοδόξου πνευματικότητας, δηλαδή, εάν δεν μετέχει των μυστηρίων της Ορθοδόξου Πίστεως, είναι γεγονός, παραμένει στο επίπεδο ενός «καλού» ανθρώπου και, ασφαλώς, δε σημαίνει, αυτόματα, ότι είναι και ενεργός χριστιανός. Με άλλα λόγια, ο αλιβάνιστος, ο ανεξομολόγητος, ο αλειτούργητος, ο ακοινώνητος, είναι ευαγγελική αλήθεια, δεν προσδοκά Ανάσταση και ζωή Αιώνια, δε σώζεται. Βέβαια, ακολουθούμε την ευαγγελική αλήθεια δε σημαίνει ότι χαρακτηρίζουμε τους ανθρώπους, καθώς δε γνωρίζουμε πώς και με ποια κριτήρια θα κρίνει ο Πανάγιος Θεός όλους μας. Αποτελεί, όμως, κανόνα πνευματικό, κριτήριο ορθόπρακτο και σωτηριολογικό, πως άνευ μυστηριακής ζωής, ο άνθρωπος δεν προσδοκά σωτηρία και αγιασμό.
Όλες οι «καλές» πράξεις, όλες επί της γης, δεν είναι παρά οι αποσκευές που μάς συντροφεύουν κατά την επιβίβασή μας στην αμαξοστοιχία, με απώτερο σταθμό τον Παράδεισο. Το εισιτήριο, όμως, που μας εξασφαλίζει, πέρα από την επιβίβαση, και τη διαμονή μας στην αμαξοστοιχία, προκειμένου να αρχίσουμε το μεγάλο ταξίδι προς συνάντηση Εκείνου, δεν είναι άλλο παρά η εξομολόγηση και η, εν γένει, πλήρης συμμετοχή μας στα μυστήρια της Εκκλησίας μας.
Κάποτε, λέγει το Γεροντικό, ρώτησαν τον αββά Παμβώ για έναν «γείτονα» ερημίτη. Αυτός, αν και ζούσε στα όρια μιας κοντινής Σκήτης, δεν εκκλησιαζόταν, δε συμμετείχε στα λειτουργικά τελούμενα: «Αββά, είναι καλός άνθρωπος ο μοναχός εκείνος!», έλεγαν με παρρησία οι μοναχοί. Και ο αββάς απάντησε: «Καλός είναι, μετάνοια, όμως, δεν έχει…».
Σήμερα, αναζητώντας ενεργούς χριστιανούς, απωλέσαμε την ανθρωπιά μας. Ζητάμε όχι σωτηρία, αλλά αγιασμό και αγιότητα απ᾿ αρχής. Αναζητούμε τον «άγιο» και χάνουμε τον «άνθρωπο». Η ανθρωπιά, λοιπόν, αποτελεί τη βάση, επάνω στην οποία καλούμαστε να οικοδομήσουμε την ορθόδοξη πνευματικότητα. Για να είμαστε ενεργοί χριστιανοί και άνθρωποι και όχι «καλοί» άνθρωποι, αλλά αλειτούργητοι, ανεξομολόγητοι και αλιβάνιστοι. Ο «καλός» άνθρωπος έχει ορόσημο τον τάφο! Ο ενεργός χριστιανός την Αιωνιότητα!
Του Δημητρίου Λυκούδη, θεολόγου
Εκ προοιμίου, οι όροι φαντάζουν λαθεμένοι. Τι θα πει «καλός άνθρωπος:» και καλός χριστιανός!». Με ποια κριτήρια τελούν στη βάσανο των κριτών αυτές οι κατηγορίες και, σε κάθε περίπτωση, ποιος, αλήθεια, έχει το χρόνο, κυρίως δε την πνευματική σταθερά ώστε να τολμά να κρίνει τους άλλους ανθρώπους; Φθάσαμε στο σημείο να χαρακτηρίζουμε κάθε άνθρωπο γύρω μας, να κρίνουμε, να θέτουμε και να φορτώνουμε «κοσμητικά» επίθετα σε όλους, σχεδόν, ανεξαιρέτως. «Καλός» χριστιανός, ο ένας, «καλός» άνθρωπος, ο άλλος, «έτοιμος» για τον Παράδεισο, κάποιος άλλος! Αλήθεια, από πότε «διανέμουμε» θέσεις στον Παράδεισο; Ταυτόχρονα, δε, έχοντας, βέβαια, ως πεποίθηση, αγκαλιάσει την ιδέα ότι και εμείς ανήκουμε εκεί, άσχετα, εάν κάποιες φορές, δήθεν από περίσσευμα ταπεινώσεως, κλαψουρίζουμε πως είμαστε «ανάξιοι», πως είμαστε «ουτιδανοί» και «ταλαίπωροι» για μια τέτοια δόξα και τιμή!
Είναι, όμως, ακόμη χειρότερο και οξύμωρο να χαρακτηρίζουμε ανθρώπους, την ίδια στιγμή, που αμφότεροι αγωνιζόμαστε, καθένας για τον δικό του σκοπό και στόχο, καθένας για τον δικό του Ουρανό. Αυτή, δε, η συνήθεια των «χαρακτηρισμών», της κατακρίσεως και της καταλαλιάς, είναι αλήθεια, έχει την «τιμητική» της σ᾿εμάς τους χριστιανούς, τουλάχιστον, στους περισσότερους.
Παρά ταύτα, πέρα από οποιαδήποτε, όμως, διάθεση κατακρίσεως, κάθε άνθρωπος καταθέτει την ταυτότητά του βιωματικά και διά βίου. Σε αυτή την περίπτωση, «καλός» άνθρωπος σημαίνει στοργικός άνθρωπος, ευαίσθητος και όχι ανάλγητος, διαλλακτικός και όχι αδέκαστος, ταπεινός και όχι φίλαυτος, φιλέρημος και όχι «φασαριόζος». Καλά, όμως, ένας τέτοιος «καλός» άνθρωπος μπορεί να είναι, ταυτόχρονα, και «καλός» χριστιανός; Και αν όχι, τελικά, σώζεται ένας τέτοιος άνθρωπος;
Η εκπεφρασμένη βιωματική εμπειρία των Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, διδάσκει πως δεν υπάρχει «καλός» χριστιανός. Είναι λαθεμένος, κίβδηλος, επιδερμικός όρος και χαρακτηρισμός. Εάν είσαι χριστιανός, εάν είσαι, βέβαια, πάντοτε αυτοθελήτως και εκουσίως, είσαι αγωνιστής, αγώνισμα κάνεις, σε στίβο μάχεσαι, εγρήγορση και μετάνοια αδιαλείπτως βιώνεις. Δεν υπάρχει, λοιπόν, «καλός» χριστιανός, παρά, τρόπον τινά, ενεργός χριστιανός και, στον αντίποδα, «κοιμισμένος», παραδομένος, αποχαυνωμένος σε αυτόν τον αιώνα, τον «απατεώνα».
Ο άγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, αναφερόμενος σε αυτή την κατηγορία των «καλών ανθρώπων», έλεγε: «Έρχονται εδώ, πω πω! Κάτι ψυχές, διαμάντια, αθώοι έως τα βάθη της καρδιάς τους, απονήρευτοι. Μα, όταν μιλάμε, αφήνουν και εξέρχεται όλη η άρνηση, η αδιαφορία τους για τα ζητήματα της Πίστεως, για την ίδια την Ορθοδοξία. Και αν τους πεις για Χριστό, αδιαφορούν και αντιμάχονται ωσάν να είναι εχθρός τους. Τι να κάνουμε, αλειτούργητοι άνθρωποι, αλλά έχει ο Θεός. Θα δώσει ο Θεός να έλθουν σε μετάνοια!».
Βέβαια, για να είσαι ενεργός χριστιανός, είναι αναντίρρητη βάση, πρέπει να είσαι «καλός» άνθρωπος. Ο χριστιανός έχει όλα τα παραπάνω, όσα, δηλαδή, έχει και εμφορείται ένας «καλός» άνθρωπος. Υπό αυτή την έννοια, η ανθρωπιά αποτελεί τη βάση της ορθοδόξου πνευματικότητας, το «10», μια πάγια «σταθερά», επί της οποίας ο χριστιανός χτίζει καθημερινά και αγωνίζεται να εκφράζει την αγαθή «μαρτυρία» και ομολογία απανταχού.
Από την άλλη πλευρά, ένας «καλός» άνθρωπος, ένας άνθρωπος γεμάτος με φιλάρετες πράξεις, ελεημοσύνες, αγαθοεργίες, εάν στερείται της βιωματικής ορθοδόξου πνευματικότητας, δηλαδή, εάν δεν μετέχει των μυστηρίων της Ορθοδόξου Πίστεως, είναι γεγονός, παραμένει στο επίπεδο ενός «καλού» ανθρώπου και, ασφαλώς, δε σημαίνει, αυτόματα, ότι είναι και ενεργός χριστιανός. Με άλλα λόγια, ο αλιβάνιστος, ο ανεξομολόγητος, ο αλειτούργητος, ο ακοινώνητος, είναι ευαγγελική αλήθεια, δεν προσδοκά Ανάσταση και ζωή Αιώνια, δε σώζεται. Βέβαια, ακολουθούμε την ευαγγελική αλήθεια δε σημαίνει ότι χαρακτηρίζουμε τους ανθρώπους, καθώς δε γνωρίζουμε πώς και με ποια κριτήρια θα κρίνει ο Πανάγιος Θεός όλους μας. Αποτελεί, όμως, κανόνα πνευματικό, κριτήριο ορθόπρακτο και σωτηριολογικό, πως άνευ μυστηριακής ζωής, ο άνθρωπος δεν προσδοκά σωτηρία και αγιασμό.
Όλες οι «καλές» πράξεις, όλες επί της γης, δεν είναι παρά οι αποσκευές που μάς συντροφεύουν κατά την επιβίβασή μας στην αμαξοστοιχία, με απώτερο σταθμό τον Παράδεισο. Το εισιτήριο, όμως, που μας εξασφαλίζει, πέρα από την επιβίβαση, και τη διαμονή μας στην αμαξοστοιχία, προκειμένου να αρχίσουμε το μεγάλο ταξίδι προς συνάντηση Εκείνου, δεν είναι άλλο παρά η εξομολόγηση και η, εν γένει, πλήρης συμμετοχή μας στα μυστήρια της Εκκλησίας μας.
Κάποτε, λέγει το Γεροντικό, ρώτησαν τον αββά Παμβώ για έναν «γείτονα» ερημίτη. Αυτός, αν και ζούσε στα όρια μιας κοντινής Σκήτης, δεν εκκλησιαζόταν, δε συμμετείχε στα λειτουργικά τελούμενα: «Αββά, είναι καλός άνθρωπος ο μοναχός εκείνος!», έλεγαν με παρρησία οι μοναχοί. Και ο αββάς απάντησε: «Καλός είναι, μετάνοια, όμως, δεν έχει…».
Σήμερα, αναζητώντας ενεργούς χριστιανούς, απωλέσαμε την ανθρωπιά μας. Ζητάμε όχι σωτηρία, αλλά αγιασμό και αγιότητα απ᾿ αρχής. Αναζητούμε τον «άγιο» και χάνουμε τον «άνθρωπο». Η ανθρωπιά, λοιπόν, αποτελεί τη βάση, επάνω στην οποία καλούμαστε να οικοδομήσουμε την ορθόδοξη πνευματικότητα. Για να είμαστε ενεργοί χριστιανοί και άνθρωποι και όχι «καλοί» άνθρωποι, αλλά αλειτούργητοι, ανεξομολόγητοι και αλιβάνιστοι. Ο «καλός» άνθρωπος έχει ορόσημο τον τάφο! Ο ενεργός χριστιανός την Αιωνιότητα!
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53630
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Διήγηση για έναν άγνωστο όσιο
Θα σας πω ένα παράδειγμα ενός νέου οσίου, ο οποίος ήταν μεν επιστήμων – ήταν γιατρός – και άφησε την ιατρική επιστήμη και έγινε μοναχός, πήγε στην Παλαιστίνη, στην Μονή του Χοζεβά, και εκεί έλαβε το αγγελικό σχήμα. Αλλά τόση αγάπη είχε στον Θεό, τόση φλόγα, και επειδή τότε στην Μονή Χοζεβά έτρεχαν άνθρωποι και δεν τον άφηναν σε ησυχία, σηκώνεται και φεύγει κρυφά.
Και πού πάει; Ήρθε στην πατρίδα μου, σ’ ένα μοναστηράκι στον Μαλέα, που ήταν παλιά ένας Γεώργιος, ο εν τω Μαλεώ, που λέει και ο συναξαριστής, και επειδή τον λέγανε και εκείνον Γεώργιο – ίσως ο άγιος Γεώργιος τον εφώτισε – πήγε και κατοίκησε εκεί.
Αλλά επειδή εκεί κατοίκησε, κι ήταν κοντά και πήγαιναν από τα χωριά, σηκώθηκε κι έφυγε· άφησε τα βιβλία του εκεί όπως ήτανε και πήγε και κατοίκησε στον Πάρνωνα, σε μια σπηλιά. Μια σπηλιά, η οποία έχει μικρή τρύπα και κάτω, όταν μπαίνει κανείς, είναι βαθύ· και εκεί έμενε άγνωστος.
Πόσο καιρό έμενε, δεν ξέρει κανείς. Αλλά όταν επήγα εγώ στο Μοναστήρι που έκανε, τον άγιο Γεώργιο, και τον έλεγαν και αυτόν Γεώργιο, έμαθα ότι εκεί στην σπηλιά τον βρήκε ένας βοσκός που είχε χάσει ένα πρόβατο, και περιπλανώμενος στα όρη και στα σπήλαια για να το εύρη, είδε την σπηλιά εκείνη και νόμισε μήπως κατέβηκε κάτω, και κατεβαίνει, και αντί να ιδεί το πρόβατο, είδε έναν άνθρωπο και τρόμαξε και παρ’ ολίγο να πεθάνει από τον φόβο του.
Τον ενίσχυσε ο άγιος και του λέγει: «Μην φοβάσαι, είμαι άνθρωπος, δεν είμαι σατανάς». Και πήρε θάρρος, του μίλησε και του είπε: «Σε παρακαλώ μη πεις τίποτε ότι είμαι εδώ, αλλά να μου φέρνεις κάθε 10-15 μέρες λίγο ψωμί και λίγο νερό». Πώς περνούσε; Όπως περνούσε ο προφήτης Ηλίας και οι άλλοι: με χόρτα, φαίνεται, και με νερό. Πήγαινε λίγο μακριά σε μια πηγή και έπινε.
Επήγαινε λοιπόν ο βοσκός την τροφή, αλλά η γυναίκα του, περίεργη, λέει: «Πού την πας την τροφή και σε ποιον;» «Σε κάποιον, λέει, μην ρωτάς». «Όχι, του λέει, πρέπει να μάθω, να μου πεις. Μήπως πηγαίνεις σε κανέναν κακούργο και βρούμε τον μπελά μας». «Όχι, λέει, αλλά δεν μπορώ να σου πω, γιατί έχω εντολή». «Να μου πεις… να μου πεις…» «Τέλος πάντων, θα σου πω, της λέει, αλλά δεν θα το πεις σε κανέναν». «Δεν το λέγω», λέει. Και την άλλη μέρα βγήκε στο χωριό όλο και είπε: «Ο σύζυγός μου βρήκε ένα άγιο άνθρωπο και είναι πάνω στον Πάρνωνα».
Αμέσως άρχισαν να τρέχουν. Και αναγκάστηκε και τους εδέχετο και τους εδίδασκε. Πού; Πάνω στα βουνά, στα κρημνά, έτρεχαν οι άνθρωποι από τα πλησίον χωριά της Επιδαύρου. Κατόπιν πήγαιναν από την Μαντινεία και από την Κυνουρία. Και στο βουνό εκείνο, στη σπηλιά εκείνη δεν έπαυαν να πηγαίνουν άνθρωποι. Γιατί; Γιατί εθαύμαζαν τα καλά του έργα, την πίστη του, την αγάπη που είχε προς τον Θεό· διότι αν αυτός δεν είχε αγάπη, δεν ημπορούσε να κατοικεί εκεί στα βουνά. Θα πει ότι κάτι από μέσα του τον έφλεγε και όλα τα θλιβερά του βίου του τα εθεώρει ως τερπνά· και έτσι κατόπιν είδε μια οπτασία, τον άγιο Γεώργιο, και του λέει: «Να κατέβεις στην παραλία, εις ένα σχίνον· εκεί είναι η εικών μου και εκεί να μου κτίσεις εκκλησία». Κατέβηκε και βρήκε την εικόνα.
Διεδόθη εν τω μεταξύ ότι ευρέθη η εικών του Αγίου Γεωργίου και έτρεχαν από όλα τα μέρη. Έβαλαν αμέσως εργάτες και έβαλαν τα θεμέλια. Αλλά τα έβαλαν σ’ άλλο μέρος, δεν τα έβαλαν εκεί που ήταν κρεμασμένη στο σχινάρι. Και αφού άνοιξαν τα θεμέλια και ήθελαν να κτίσουν από την αρχή κι άφηναν τα εργαλεία εκεί, έφευγαν τα εργαλεία μοναχά τους και πήγαιναν από κάτω στην εικόνα. Και οι κτίστες απορούσαν.
Το είπαν στον Γέροντα, λέει, «φυλάξτε, να βάλετε φύλακες». Δεν τα έκλεβαν, αλλά πήγαιναν και τάβρισκαν εκει από κάτω στην εικόνα. Και αφού δυο-τρεις φορές επήγαν, έβαλαν φύλακες. Κι ακούει ένας, που είχε από ώρες φύλακας, και πήγε να αποκοιμηθεί, ακούει ένα κρότο και βλέπει όλα σαν να σηκώθηκαν, σαν να είχαν ψυχή, να είχαν ζωή, και περπατούσαν, οι αξίνες, οι κασμάδες, τα σφυριά, και πήγαιναν από κάτω στην εικόνα. Σου λέει ο άγιος, εδώ θα ‘ρθεις, θα κτισθεί εδώ η εκκλησία, εκεί που είναι σχινάρι θα τεθεί η εικόνα στο τέμπλο. Κι είναι μια μικρή εικόνα, αλλά θαυματουργός. Και πολύ δεν μπορεί να την δει κανείς, γιατί νομίζει ότι βλέπει κρέας ανθρώπου. Πήγα και την επροσκύνησα.
Εκεί έμαθα λοιπόν και τα κατορθώματα αυτινού που τον έλεγαν διδάσκαλο εκεί οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι εκεί τριγύρω στα βουνά ήσαν άγριοι· αυτός τους έκανε πρόβατα κι έκανε και πολλούς αγίους. Πήγαιναν και εξομολογούντο και τους εδέχετο με μεγάλη αγάπη και ιλαρότητα και εθεράπευε τας ασθενείας των. Πολλοί πήγαιναν ασθενείς και τους θεράπευε με την προσευχή· αλλά για να μην φημίζεται ότι είναι άγιος, έκανε μερικά φάρμακα, μερικά χόρτα. «Θα πάρεις αυτό το φάρμακο και θα γίνεις καλά». Και πολλοί εγίνοντο καλά. Σ’ αυτό το ορεινό μέρος, σ’ όλα τα χωριά είχε παύσει η βλασφημία τελείως. Πού να βλασφημήσει άνθρωπος!
Μια φορά που πήγα, όταν ήμουνα μικρός, σε μια εκκλησία στο χωριό, δεν βρήκα κανέναν στο χωριό. Εγνώριζα τον παπά, πήγα στο σπίτι του, κανείς. Κοιτάζω τα άλλα σπίτια να δω κανέναν άνθρωπο, μα κανέναν δεν είδα.
Βγαίνω από την μία άκρη του χωριού και βλέπω ένα γέρο κι οδηγούσε κάτι ζώα. Λέγω, «Δεν μου λέγεις, παππούλη, πέθαναν όλοι οι άνθρωποι σε αυτό το χωριό;» «Όχι, λέει, δεν πέθαναν». «Μα πού είναι; Εγώ δεν βρήκα κανέναν», λέγω. «Είναι στην εκκλησία», (η εκκλησία ήταν έξω από το χωριό, σ’ έναν ελαιώνα και δεν εφαίνετο) «κι εγώ, λέει, πήγα και έφερα τα ζώα. Θα τα βάλω στη μάντρα και θα πάω στην εκκλησία. Είναι Κυριακή σήμερα».
Πάω να μπω στην εκκλησία – μπήκαμε μαζί – δεν μπορούσα να μπω γιατί ήταν στριμωγμένοι οι άνθρωποι. Φανταστείτε! Κανένας δεν ήταν στο σπίτι. Όλοι στην εκκλησία! Και τους έλεγε: «Την Κυριακή να μην κάνετε εργασία, γιατί είστε καταραμένοι. Πηγαίνετε πρώτα στην εκκλησία, και μετά την εκκλησία πηγαίνετε να ποτίσετε τα ζώα σας και ό,τι θέλετε να κάμετε». Και ό,τι τους έλεγε, επειδή έβλεπαν τα καλά του έργα, τον άκουαν.
Εκείνος ο Γεώργιος που σας λέω, ο Στουρνάρας, ο διδάσκαλος, καίτοι είχε γίνει γιατρός, δεν έμεινε εις τον κόσμο, αλλά έμεινε στην Μονή, στην ερημιά, στα σπήλαια και πόσους ωφέλησε! Και πολλοί αγίασαν από αυτόν τον άνθρωπο, με τις συμβουλές του, με τις οδηγίες και περισσότερο με το παράδειγμά του.
Από το περιοδικό “Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 8 (1983), άρθρο: «Ούτω λαμψάτω το φως υμών», σελ. 9-12.
Θα σας πω ένα παράδειγμα ενός νέου οσίου, ο οποίος ήταν μεν επιστήμων – ήταν γιατρός – και άφησε την ιατρική επιστήμη και έγινε μοναχός, πήγε στην Παλαιστίνη, στην Μονή του Χοζεβά, και εκεί έλαβε το αγγελικό σχήμα. Αλλά τόση αγάπη είχε στον Θεό, τόση φλόγα, και επειδή τότε στην Μονή Χοζεβά έτρεχαν άνθρωποι και δεν τον άφηναν σε ησυχία, σηκώνεται και φεύγει κρυφά.
Και πού πάει; Ήρθε στην πατρίδα μου, σ’ ένα μοναστηράκι στον Μαλέα, που ήταν παλιά ένας Γεώργιος, ο εν τω Μαλεώ, που λέει και ο συναξαριστής, και επειδή τον λέγανε και εκείνον Γεώργιο – ίσως ο άγιος Γεώργιος τον εφώτισε – πήγε και κατοίκησε εκεί.
Αλλά επειδή εκεί κατοίκησε, κι ήταν κοντά και πήγαιναν από τα χωριά, σηκώθηκε κι έφυγε· άφησε τα βιβλία του εκεί όπως ήτανε και πήγε και κατοίκησε στον Πάρνωνα, σε μια σπηλιά. Μια σπηλιά, η οποία έχει μικρή τρύπα και κάτω, όταν μπαίνει κανείς, είναι βαθύ· και εκεί έμενε άγνωστος.
Πόσο καιρό έμενε, δεν ξέρει κανείς. Αλλά όταν επήγα εγώ στο Μοναστήρι που έκανε, τον άγιο Γεώργιο, και τον έλεγαν και αυτόν Γεώργιο, έμαθα ότι εκεί στην σπηλιά τον βρήκε ένας βοσκός που είχε χάσει ένα πρόβατο, και περιπλανώμενος στα όρη και στα σπήλαια για να το εύρη, είδε την σπηλιά εκείνη και νόμισε μήπως κατέβηκε κάτω, και κατεβαίνει, και αντί να ιδεί το πρόβατο, είδε έναν άνθρωπο και τρόμαξε και παρ’ ολίγο να πεθάνει από τον φόβο του.
Τον ενίσχυσε ο άγιος και του λέγει: «Μην φοβάσαι, είμαι άνθρωπος, δεν είμαι σατανάς». Και πήρε θάρρος, του μίλησε και του είπε: «Σε παρακαλώ μη πεις τίποτε ότι είμαι εδώ, αλλά να μου φέρνεις κάθε 10-15 μέρες λίγο ψωμί και λίγο νερό». Πώς περνούσε; Όπως περνούσε ο προφήτης Ηλίας και οι άλλοι: με χόρτα, φαίνεται, και με νερό. Πήγαινε λίγο μακριά σε μια πηγή και έπινε.
Επήγαινε λοιπόν ο βοσκός την τροφή, αλλά η γυναίκα του, περίεργη, λέει: «Πού την πας την τροφή και σε ποιον;» «Σε κάποιον, λέει, μην ρωτάς». «Όχι, του λέει, πρέπει να μάθω, να μου πεις. Μήπως πηγαίνεις σε κανέναν κακούργο και βρούμε τον μπελά μας». «Όχι, λέει, αλλά δεν μπορώ να σου πω, γιατί έχω εντολή». «Να μου πεις… να μου πεις…» «Τέλος πάντων, θα σου πω, της λέει, αλλά δεν θα το πεις σε κανέναν». «Δεν το λέγω», λέει. Και την άλλη μέρα βγήκε στο χωριό όλο και είπε: «Ο σύζυγός μου βρήκε ένα άγιο άνθρωπο και είναι πάνω στον Πάρνωνα».
Αμέσως άρχισαν να τρέχουν. Και αναγκάστηκε και τους εδέχετο και τους εδίδασκε. Πού; Πάνω στα βουνά, στα κρημνά, έτρεχαν οι άνθρωποι από τα πλησίον χωριά της Επιδαύρου. Κατόπιν πήγαιναν από την Μαντινεία και από την Κυνουρία. Και στο βουνό εκείνο, στη σπηλιά εκείνη δεν έπαυαν να πηγαίνουν άνθρωποι. Γιατί; Γιατί εθαύμαζαν τα καλά του έργα, την πίστη του, την αγάπη που είχε προς τον Θεό· διότι αν αυτός δεν είχε αγάπη, δεν ημπορούσε να κατοικεί εκεί στα βουνά. Θα πει ότι κάτι από μέσα του τον έφλεγε και όλα τα θλιβερά του βίου του τα εθεώρει ως τερπνά· και έτσι κατόπιν είδε μια οπτασία, τον άγιο Γεώργιο, και του λέει: «Να κατέβεις στην παραλία, εις ένα σχίνον· εκεί είναι η εικών μου και εκεί να μου κτίσεις εκκλησία». Κατέβηκε και βρήκε την εικόνα.
Διεδόθη εν τω μεταξύ ότι ευρέθη η εικών του Αγίου Γεωργίου και έτρεχαν από όλα τα μέρη. Έβαλαν αμέσως εργάτες και έβαλαν τα θεμέλια. Αλλά τα έβαλαν σ’ άλλο μέρος, δεν τα έβαλαν εκεί που ήταν κρεμασμένη στο σχινάρι. Και αφού άνοιξαν τα θεμέλια και ήθελαν να κτίσουν από την αρχή κι άφηναν τα εργαλεία εκεί, έφευγαν τα εργαλεία μοναχά τους και πήγαιναν από κάτω στην εικόνα. Και οι κτίστες απορούσαν.
Το είπαν στον Γέροντα, λέει, «φυλάξτε, να βάλετε φύλακες». Δεν τα έκλεβαν, αλλά πήγαιναν και τάβρισκαν εκει από κάτω στην εικόνα. Και αφού δυο-τρεις φορές επήγαν, έβαλαν φύλακες. Κι ακούει ένας, που είχε από ώρες φύλακας, και πήγε να αποκοιμηθεί, ακούει ένα κρότο και βλέπει όλα σαν να σηκώθηκαν, σαν να είχαν ψυχή, να είχαν ζωή, και περπατούσαν, οι αξίνες, οι κασμάδες, τα σφυριά, και πήγαιναν από κάτω στην εικόνα. Σου λέει ο άγιος, εδώ θα ‘ρθεις, θα κτισθεί εδώ η εκκλησία, εκεί που είναι σχινάρι θα τεθεί η εικόνα στο τέμπλο. Κι είναι μια μικρή εικόνα, αλλά θαυματουργός. Και πολύ δεν μπορεί να την δει κανείς, γιατί νομίζει ότι βλέπει κρέας ανθρώπου. Πήγα και την επροσκύνησα.
Εκεί έμαθα λοιπόν και τα κατορθώματα αυτινού που τον έλεγαν διδάσκαλο εκεί οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι εκεί τριγύρω στα βουνά ήσαν άγριοι· αυτός τους έκανε πρόβατα κι έκανε και πολλούς αγίους. Πήγαιναν και εξομολογούντο και τους εδέχετο με μεγάλη αγάπη και ιλαρότητα και εθεράπευε τας ασθενείας των. Πολλοί πήγαιναν ασθενείς και τους θεράπευε με την προσευχή· αλλά για να μην φημίζεται ότι είναι άγιος, έκανε μερικά φάρμακα, μερικά χόρτα. «Θα πάρεις αυτό το φάρμακο και θα γίνεις καλά». Και πολλοί εγίνοντο καλά. Σ’ αυτό το ορεινό μέρος, σ’ όλα τα χωριά είχε παύσει η βλασφημία τελείως. Πού να βλασφημήσει άνθρωπος!
Μια φορά που πήγα, όταν ήμουνα μικρός, σε μια εκκλησία στο χωριό, δεν βρήκα κανέναν στο χωριό. Εγνώριζα τον παπά, πήγα στο σπίτι του, κανείς. Κοιτάζω τα άλλα σπίτια να δω κανέναν άνθρωπο, μα κανέναν δεν είδα.
Βγαίνω από την μία άκρη του χωριού και βλέπω ένα γέρο κι οδηγούσε κάτι ζώα. Λέγω, «Δεν μου λέγεις, παππούλη, πέθαναν όλοι οι άνθρωποι σε αυτό το χωριό;» «Όχι, λέει, δεν πέθαναν». «Μα πού είναι; Εγώ δεν βρήκα κανέναν», λέγω. «Είναι στην εκκλησία», (η εκκλησία ήταν έξω από το χωριό, σ’ έναν ελαιώνα και δεν εφαίνετο) «κι εγώ, λέει, πήγα και έφερα τα ζώα. Θα τα βάλω στη μάντρα και θα πάω στην εκκλησία. Είναι Κυριακή σήμερα».
Πάω να μπω στην εκκλησία – μπήκαμε μαζί – δεν μπορούσα να μπω γιατί ήταν στριμωγμένοι οι άνθρωποι. Φανταστείτε! Κανένας δεν ήταν στο σπίτι. Όλοι στην εκκλησία! Και τους έλεγε: «Την Κυριακή να μην κάνετε εργασία, γιατί είστε καταραμένοι. Πηγαίνετε πρώτα στην εκκλησία, και μετά την εκκλησία πηγαίνετε να ποτίσετε τα ζώα σας και ό,τι θέλετε να κάμετε». Και ό,τι τους έλεγε, επειδή έβλεπαν τα καλά του έργα, τον άκουαν.
Εκείνος ο Γεώργιος που σας λέω, ο Στουρνάρας, ο διδάσκαλος, καίτοι είχε γίνει γιατρός, δεν έμεινε εις τον κόσμο, αλλά έμεινε στην Μονή, στην ερημιά, στα σπήλαια και πόσους ωφέλησε! Και πολλοί αγίασαν από αυτόν τον άνθρωπο, με τις συμβουλές του, με τις οδηγίες και περισσότερο με το παράδειγμά του.
Από το περιοδικό “Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 8 (1983), άρθρο: «Ούτω λαμψάτω το φως υμών», σελ. 9-12.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53630
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Επίσκοπος Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος Γ. Κόμπος – Στα χνάρια των Αγίων
Ο Αντώνιος Γ. Κόμπος από παιδί κινείται στις γειτονιές της γενέθλιας γης του Άργους Ν. Αργολίδος πρόσχαρος και καλοσυνάτος, με μάτια εκφραστικά της ευγενικής φυσιογνωμίας του, με μια αισιοδοξία βασισμένη στην πίστη που του δίδαξε η ευσεβής οικογένειά του.
Από μικρός στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου, θα γίνει η προσευχή του επικοινωνία με τους Αγίους και δοξολογία για τον Θεό. Στον ιερό αυτό χώρο θα δαμάσει τα συναισθήματά του, αναλαμβάνοντας ευθύνες από πολύ νωρίς που απορρέουν από την αναγκαιότητα του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Θα ξεκινήσει από την παιδική του ηλικία ένας αγώνας εσωτερικός και εξωτερικός προκειμένου να μεταμορφώσει τη σκληρή πραγματικότητα του πένθους, της φτώχειας, του πολέμου. Αν και συνάντησε αντιξοότητες που συνθλίβουν την ανθρώπινη δύναμη και αξιοπρέπεια, δοκιμάστηκε η αντοχή του από παιδί, εκείνος σε όλη του τη ζωή θα περιδιαβεί ιερά μονοπάτια και θα ακολουθήσει το βηματισμό των Αγίων, φτωχός και διψασμένος αρχικά, νηστευτής και εγκρατής αργότερα.
Έτσι θα πορευτεί ως Φοιτητής, ως Καθηγητής και Διδάσκαλος και κάθε φορά θα παραμένει «άβγαλτος» από τους Ιερούς Ναούς των περιοχών όπου και τον οδήγησε η πρόνοια του Θεού, για να γίνει Ιεροκήρυκας στην Αιτωλοακαρνανία (1971-74), όπου θα συναντήσει τη Σαλώμη.
Ήταν η θεοσεβής εκείνη γυναίκα, γεννημένη στο Θέρμο Αιτωλοακαρνανίας, το τελευταίο από τα επτά παιδιά της ευλαβούς οικογένειας της Ασπασίας και του Θωμά Κουτσουκώστα, η οποία με πίστη στον Κύριο δόθηκε σε έναν καθημερινό αγώνα, εκεί που μάστιζε η φτώχεια και τα προβλήματα την καθημερινότητα των ανθρώπων.
Έζησε όλη της τη ζωή σιωπηλή και συλλογισμένη, με το μαύρο μαντήλι να της καλύπτει το κεφάλι, σύμβολο μιας άλλης ζωής, καταξιωμένης, που επιμένουν να ζουν ορισμένοι άνθρωποι, κουβαλώντας την προσευχή και τη σιωπή, κρύβοντας επιμελώς την εσωτερική τους περιουσία, αντισταθμίζοντας τη σκληρή πραγματικότητα που τους περιβάλλει.
Με τα μουντζουρωμένα χέρια από την καπνιά των καντηλιών και το πετρέλαιο που χρησιμοποιούσε για να καθαρίζει τα μανουάλια, έπεφτε μπρούμυτα και προσευχόταν ώρα πολλή, ενώ για κάποιους αποτελούσε μια απόκοτη και ασήμαντη παρουσία, εκείνη διατηρούσε μορφή γαλήνια, λιτή, αυθεντική γυναίκας αγωνίστριας του Κυρίου, που όσες φορές η ψυχή της βρέθηκε πληγωμένη από μικροπρέπειες, εκείνη δίχως αγανάκτηση, δίχως να προτάξει τα δικαιώματά της, δίχως έκπληξη για τις απρόσμενες συμπεριφορές, δεν άφηνε να διαφανεί υπόνοια δυσαρέσκειας. Μόνο να φανταστεί κανείς μπορεί την ολόψυχη αφοσίωσή της στην Παναγία και το φτερούγισμα της ψυχής της κοντά στους Αγίους, όταν τους υπηρετούσε στα φτωχά τους εκκλησάκια, όταν συνομιλούσε με τον Άγιο Νεκτάριο.
Πρώτη, σε αυτήν αποκάλυψε ο Κύριος το σπουδαίο γεγονός. Τρείς φορές της εμφανίστηκε ο Άγιος Νεκτάριος μεταφέροντας το μήνυμα: « Ο π. Αντώνιος θα γίνει Δεσπότης, στη Δυτική Μακεδονία, γιατί πολύ ευαρέστησε τον Κύριο» και ο Μητροπολίτης Αντώνιος Κόμπος σε όλη την ιερατική πορεία του θα μνημονεύει το όνομα της μακαρίας εκείνης γυναίκας από την Ωραία Πύλη σε κάθε Απόλυση, για να αναρωτηθούμε και να μάθουμε ποια ήταν η Σαλώμη, η οποία έζησε πορευόμενη «την τεθλιμμένη ὁδό τῆς σαλότητος» και ακολουθώντας τη μακρά παράδοση της ορθοδόξου πίστεως θα καταστεί «ἡ μυστική ἐργάτις τῆς ἀρετῆς».
Ο Άγιος Νεκτάριος θα είναι ο πιο αγαπημένος ανάμεσα σε τόσους και τόσους αγαπημένους Αγίους και ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος θα έχει αδιάλειπτη παρουσία για προσκύνημα στην Αίγινα.
«Είχαμε πάει στο Χαλάνδρι, στο σπίτι της αδελφής του, κ. Δήμητρας, να εξομολογηθούμε. Εκείνη μας πληροφόρησε πως ο Σεβασμιότατος είχε πάει στην Αίγινα και δεν είχε επιστρέψει ακόμα.
-Μόλις έρχεται από τον Άγιο Νεκτάριο, ξαναφεύγει πάλι για τον Άγιο!, είπε με νόημα.
Σε λίγο, μπήκε μέσα ο Σεβασμιότατος γρήγορα –γρήγορα.
-Άργησες, του είπε, και σε περιμένουν οι άνθρωποι.
Εκείνος την κοίταξε χαμογελώντας σαν μικρό παιδί και από τα μάτια του ξεπετάχτηκε μια λάμψη, προδίδοντας τη χαρά για ό,τι είχε ζήσει κατά την επίσκεψή του στον Άγιο Νεκτάριο, στην Αίγινα.»
Με την ψυχή του να διψά για τον Κύριο, ζώντας τη γοητεία αλλά και τη δοκιμασία της εκκλησιαστικής εμπειρίας οδηγήθηκε σε βαθιά γνώση της Θεολογίας. Καθιστώντας κέντρο της ζωής του τον Κύριο και την Υπεραγία Θεοτόκο μάχεται για την ομορφιά της ψυχής και την καθαρότητα του πνεύματος και είναι τόση η ευλάβεια και αγάπη του για τους Αγίους που κατέστη φίλος μετά φίλων, άξιος να τους αντικρύζει και να συνομιλεί μαζί τους.
« Που υπηρετείς;» Ρώτησε, μόλις πλησίασε τον νεαρό Ιερομόναχο που συνάντησε σε μια από τις συνάξεις της Ιεράς Συνόδου.
«Στον Άγιο Μηνά…»
«Θα σε επισκεφτώ, γιατί ευλαβούμαι πολύ τον Άγιο» είπε.
Πράγματι, ένα πρωινό ήταν έξω από τον Ι.Ν. Αγίου Μηνά.
«Σε περιμένει ένας ιερέας, ένας παππούλης έξω», ειδοποίησε ο νεωκόρος, καθώς ο Αντώνιος Σιατίστης δεν έφερε τα συνήθη Επισκοπικά διακριτικά.
Μόλις μπήκε στον ναό αναφώνησε γεμάτος θαυμασμό :
-«Νάτος, νάτος ! Ο Άγιος Μηνάς ! Σωστό παλικάρι. Πω, πω… κι ας είναι τα φρύδια του άσπρα! Παλικάρι ! Παλικάρι!» . Ο Άγιος ήταν ολοζώντανος μπροστά του, τον έβλεπε και στρεφόμενος στο Ιερομόναχο είπε :
«Από εδώ και πέρα θα μυροβλύζει ο Άγιος, διότι ευαρεστείται.» Έτσι και έγινε.
Ο φιλόθεος Ιεράρχης θα αναζητήσει νησίδες αγιότητας ενισχύοντας τους πνευματικούς δεσμούς του μέσα σε κλίμα κατανόησης, αλληλοσεβασμού και ταπεινοφροσύνης, επισημαίνοντας «γιατί πολύ ωφελοῦμαι». Κερδίζει σε προσωπική ενδοσκόπηση και πνευματική ανάταση μέσα από μια δημιουργική επαφή με ανθρώπους, με την ίδια τη ζωή. Συχνές οι επισκέψεις του στο Άγιον Όρος που εγκαταβιούν μεγάλες μορφές ασκητικές, αναμορφωτές και φωτιστές όχι μόνο του Ελληνικού αλλά ολόκληρου του κόσμου, αφιερωμένοι στην προσευχή και την ιερά μελέτη, γνωστοί ορισμένοι, άγνωστοι οι περισσότεροι. Εδώ σμίγουν αγέραστες οι μορφές της Ορθοδοξίας που η ζωή τους αποτελεί κήρυκα της Αλήθειας. Το υποβλητικό φυσικό τοπίο συντελεί στην επίταση του ψυχοπνευματικού αγώνα και οι Πατέρες που τον αγαπούν και τον σέβονται, χαίρονται όταν τον συναντούν και μόλις αναχωρεί θέλουν να αποσπάσουν την υπόσχεση και πάλι της επιστροφής του.
Ο Ιεράρχης χαιρόταν επίσης πολύ όταν συναντούσε ιερείς που έδιναν αγώνα πίστεως καθημερινά με αυταπάρνηση. Ήταν η ιερή μορφή του π. Παναγιώτη Τσιώλη που τον είχε συγκινήσει, ώστε ξεκινούσε χαράματα με τον κ. Βάιο Φώτη, αδελφό και συνοδοιπόρο ἐν Χριστῷ να επισκεφτεί αυθημερόν τον ιερέα που αγόγγυστα υπηρετούσε Θεό και άνθρωπο μέσα από κακοτράχαλα μονοπάτια κι απάτητες πλαγιές στα ιστορικά βουνά των Αγράφων. Και έσμιγαν οι δυό ιερές μορφές στον Ιερό Ναό της Παναγίας Βαλαριώτισσας, η οποία καθ’ όλη τη διάρκεια της συνομιλίας των δύο κληρικών μυρόβλυζε.
Άλλες φορές, πάλι με τον κ. Βάιο Φώτη έφταναν στο Νεωχώρι Σερρών, εκεί έξω από το σπίτι του π. Ιωάννη Καλαΐδη, περιβαλλόμενο από δέντρα και λουλούδια, ανοιχτό και φιλόξενο πάντα για όλους, δίπλα στον Ιερό Ναό των αγαπημένων του Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, εκτυλίσσονταν σκηνές απίστευτης ομορφιάς. Δεν προλάβαινε να δείξει ο ένας στον άλλον την αγάπη, το σεβασμό, την παραδοχή του μεγαλείου που ο καθένας τους έκρυβε. Πνευματική η συνάντηση και ο εναγκαλισμός τους άνοιγμα ψυχής. Υπηρέτες του Κυρίου, γνήσιοι μαθητές Του, ταγμένοι στη μετάδοση της Αλήθειας, φίλοι του Θεού, αδελφοί μεταξύ τους.
Ο π. Ιωάννης Καλαΐδης, ο άνθρωπος του Θεού, έμοιαζε με επίγειο άγγελο, γλυκύτατος και σιωπηλός, συμβουλευτικός και επιεικής, ανόθευτα χαμογελαστός, στα μάτια του περίσσευε πάντα η αγάπη και κάθε έκφρασή του μαρτυρούσε ότι ζούσε για τον Χριστό κάθε στιγμή και έμοιαζε να μην τον είχε αγγίξει η κακότητα αυτού του κόσμου. Ζούσε με την ψυχή του στραμμένη προς τον Κύριο, αισθανόμενος πλησίον του την Υπεραγία Θεοτόκο και συνομιλώντας με τους Αγίους μετέδιδε τις θαυμαστές εμπειρίες του σε όσους βρίσκονταν κοντά του.
Άλλοτε πάλι, ο Ιεράρχης κατηφορίζοντας προς τη νότια Ελλάδα, ανάμεσα στα πολλά προσκυνήματα δεν παραλείπει την Ι.Μ. Οσίου Δαβίδ Ευβοίας, όπου οι αγιασμένες μορφές του Γέροντα Ιακώβου και πατρός Κυρίλλου τον υποδέχονται με ένθερμες εκδηλώσεις αγάπης, ενώ η κάρα του Οσίου Δαβίδ θα μυροβλύσει με την παρουσία του. Και είναι σε όλους γνώριμη η εικόνα, του συγκινημένου φανερά Ιεράρχη, όταν καταβεβλημένος από την ασθένεια του, ασπάζεται την κάρα του Οσίου Δαβίδ που προσκόμισαν οι πατέρες της Μονής για ενίσχυση.
Από τα πιο αγαπημένα του ιερά μέρη αποτελεί η Ι.Μ. Παναγίας Γαυριωτίσσης Φθιώτιδας, με την εμβληματική παρουσία του Γέροντα Αμβροσίου. Οι άνθρωποι που προστρέχουν στη Μονή Δαδίου βρίσκονται μπροστά σε ένα εξαίσιο θέαμα αντικρύζοντας τις δυό ιερές μορφές να κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλο, εμφορούμενοι από θεία αγάπη και Χάρι, περιβαλλόμενοι από το φως του Χριστού, πλήρεις εγκαρτερήσεως και υπομονής. Δύο πλάτανοι ριζωμένοι βαθιά στη γη της Ορθοδοξίας, πατώντας γερά και απλώνοντας τα κλαδιά τους, γίνονται πόλος έλξης για πλήθος ανθρώπων. Οι παρόντες που προσλαμβάνουν τα θεοφώτιστα λόγια των δύο ανδρών, καθηλώνονται από την εσωτερική ομορφιά που αντανακλάται στο πρόσωπο του Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης Αντωνίου και του Γέροντος Αμβροσίου που όσο οι βολβοί των ματιών του γίνονται πιο θολοί, τόσο η δοκιμασμένη ευαισθησία και η υποδειγματική του αγάπη μαρτυρούν το μεγαλείο του.
Ο ταπεινός Ιεράρχης παρακολουθεί τον τρόπο σκέψης και αντίληψης κάθε φορά του άλλου, αξιολογεί και συμπληρώνει τον δικό του. Συναθλητής ακούει και οικοδομεί με αυτοσεβασμό υπεύθυνα τη βιοθεωρία του. Διατηρώντας μια έκδηλη παιδική αισθαντικότητα και στα χρόνια της ωριμότητας, προχωρά σκυφτός, ανυψούμενος όμως στέκει στα μάτια του πιστού, σα να ανεβαίνει σε έναν άλλο κόσμο, σε έναν άλλο χώρο, εκείνο της ένωσης με τον Θεό.
Οι επισκέψεις του Ιεράρχη στην Πελοπόννησο τακτικές, σε πνευματικά του παιδιά, σε Ιερούς Ναούς και Μοναστήρια. Εξέχουσα θέση στην εκτίμηση και αγάπη του κατέχει η Γερόντισσα Μακρίνα στην Ι.Μ. Αρτοκωστάς Αρκαδίας, μορφή ξεχωριστή του γυναικείου μοναχισμού.
Η Γερόντισσα που την ψυχή της κοσμούσαν αρετές και η ζωή της στο φτωχικό μοναστήρι δεν παρέκκλινε ποτέ από τις μοναχικές της υποσχέσεις, δεχόταν τον καθένα με προσήνεια και απλότητα, αγγίζοντας τις καρδιές των ανθρώπων, παρέχοντας παρηγοριά, ανακούφιση αλλά και μεγάλη πνευματική δύναμη. Έχοντας το χάρισμα να αντικρύζει το βάθος της ψυχής, απευθυνόμενη σε προσφιλές της πρόσωπο που μόλις είχε κοινωνήσει, είπε : «Τι όμορφη που είσαι σήμερα! Τι όμορφη που είσαι!» ενώ ταυτόχρονα γνωστοποίησε με προφητικό τρόπο και καρτερικότητα το μαρτυρικό της τέλος που σε λίγο θα ακολουθούσε. Ζώντας οσιακά, υπέβαλλε τον εαυτό της σε μεγάλους αγώνες και ως άλλη Μυροφόρα συμπορευόμενη με τον Κύριο, ακολουθώντας τα ίχνη Του, με ανδρείο το φρόνημα, βρήκε μαρτυρικό θάνατο, μαζί με την αδελφή Μακαρία.
Ο πολυσέβαστος Αντώνιος Σιατίστης είχε ομολογήσει πολλές φορές την υπεροχή της. Σε μια από τις επισκέψεις του σε οικογένεια στο Άργος με την οποία τον συνέδεαν ισχυροί δεσμοί, μόλις είχε επιστρέψει από την Ι.Μ. Αρτοκωστάς και πριν προλάβει να μπει στο σπίτι αναφώνησε εντυπωσιασμένος: «ΑΓΙΑ ! ! ΑΓΙΑ! !» αναφερόμενος στη Γερόντισσα Μακρίνα, ταυτόχρονα με μια γρήγορη κίνηση του χεριού που διέγραψε στον αέρα, φανέρωνε τον θαυμασμό και την παραδοχή του για το μεγαλείο της Γερόντισσας, της οποίας η πνευματικότητα δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση.
Ο Αντώνιος Σιατίστης όργωσε κυριολεκτικά την Ελλάδα με τα σκληρά άρβυλα που έπαιρνε μόνο από το Άγιον Όρος, τα οποία στα μάτια των πιστών δεν ήταν παρά τα φθαρμένα σανδάλια των Αποστόλων και φορτωμένος το δισάκι του σπορέως στον ώμο έφτασε στα πιο απομακρυσμένα χωριά της Ελληνικής υπαίθρου, για να λειτουργήσει, να κηρύξει, να εξομολογήσει. Ακολουθώντας τον βηματισμό των Αγίων οι οποίοι υπέμειναν καρτερικά όλες τις δοκιμασίες, δίνοντας μαρτυρία της πίστεως στον Κύριο και της αγάπης τους στον άνθρωπο, ο Αντώνιος επιδιώκει την εξύψωση του ανθρώπου, την σωτηρία της «αθανάτου ψυχής».
Για τις μετακινήσεις του στα πιο δυσπρόσιτα μέρη δε δίστασε να ανεβεί σε τζιπ του στρατού που έμπαζε από παντού το κρύο, σε αγροτικά αυτοκίνητα, σε τρακτέρ και διερχόμενα φορτηγά, για να φτάσει στα απόμακρα χωριά εκεί που οι χειμώνες ήταν σκληροί και οι δρόμοι δε φαινόταν από τη λάσπη, εκεί που ο δρόμος για την ξενιτιά ήταν η μόνη λύση και όσοι έμεναν πια συμφιλιωμένοι με τη φτώχεια, κουβέντιαζαν άλλοτε πως θα προκόψουν τα παιδιά τους και άλλοτε για τις χαρές και τις λύπες τους, τη ζωή, τον θάνατο, τον Θεό.
Τότε ερχόταν ο ταπεινός Επίσκοπος(1974-2005) αθόρυβα και σεμνά και ήταν αυτή η δύναμή του για να αναπλάσει την μορφή του κοινωνικού βίου, για να απλουστεύσει τη ζωή δίχως να καταφρονήσει, δίχως να προσπεράσει, μόνο ερχόταν για να διοχετεύσει τα παιδευτικά αγαθά του Κυρίου για να πλουτίσουν τη ζωή τους, δίνοντας ίσες και αληθινές ευκαιρίες για πνευματική ανύψωση. Έφτανε στην εκκλησία του χωριού πριν τον ιερέα, άναβε τη σόμπα με τα ξύλα, χτυπούσε την καμπάνα και ετοίμαζε όλα για τη θεία λειτουργία. Το βράδυ αν το απαιτούσε η περίσταση διανυκτέρευε σε ευλαβείς χριστιανούς και σεμνούς ιερείς, που ως άλλους απλοϊκούς ποιμένες ο Κύριος τους αξίωσε αποκαλύψεων. Εκεί που η φιλοξενία ήταν εγκάρδια και ολόχαρη η περιποίηση, εκεί που ο ιερέας ήταν και αγρότης, εκεί που τα λιτά εργόχειρα της νοικοκυράς κοσμούσαν το σπίτι, ο σεμνός Ποιμένας θα αναπαυθεί για λίγο, επιδοκιμάζοντας την εργατικότητα και την νοικοκυροσύνη τους. Θα νιώσει πολύ κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους, θα τους ευλογήσει, θα τους κερδίσει.
Αληθινός και πηγαίος με λόγο καθαρό και σαφή μιλάει κατευθείαν στις καρδιές των ανθρώπων, δίνει απαντήσεις, δίνει λύσεις στηρίζοντας, παρηγορώντας, συμφιλιώνοντας, προτιμώντας πάντα να πείθει. Μοιράζει τη χριστομίμητη αγάπη του, μια αγάπη παιδαγωγική, αναμορφωτική, με γλώσσα ρέουσα, με εμφανή την άνεση και δεξιότητα της να αποτυπώνει την συγκροτημένη επιστημονική εμβρίθεια και την Θεολογική κατάρτιση που τον χαρακτήριζε. Και ήταν τέτοιος ο σεβασμός στον άνθρωπο που είχε απέναντί του, ώστε να μη χαμηλώνει το επίπεδο του λόγου του είτε μιλούσε σε ολιγάριθμο ακροατήριο τoυ Αυγερινού, της Ασπρούλας, του Δρυοβούνου καθώς και σε όλη την Μητροπολιτική του επαρχία, είτε σε κατάμεστο ναό της Θεσσαλονίκης ή των Αθηνών.
Αποδεσμευμένος από τις υλικές εξαρτήσεις, βιώνει τις Χριστιανικές αρετές ολοένα και υψηλότερα στην ακρότητά τους, αποφεύγοντας συνειδητά την απόδοση τιμής και δόξας ανθρωπίνης, μαχόμενος την κενοδοξία. Στέκει ταπεινός και γενναίος συνάμα, ενδεδυμένος τη στολή της απλότητος μέσα από τα φθαρμένα του άμφια, που τα συμπλήρωνε άλλο ωμόφορο, άλλο επιτραχήλιο, άλλο επιμάνικο, συνθέτοντας μια ιδιότυπη εικόνα, που θα έπειθε και τον πιο δύσπιστο με κοσμική αντίληψη, πως δεν επρόκειτο για συνήθη Επίσκοπο. Ήταν ένας τρόπος να κρύψει με διάκριση τον πλούτο των αρετών του αλλά και να αφυπνίσει τη συνείδηση του πιστού, δίνοντας προτεραιότητα στη σωτηρία της ψυχής, θέλοντας να απελευθερώσει τη σκέψη από τα στεγανά της κοσμικής παραφροσύνης. Αποκρύπτοντας μέρος του μεγαλείου του, διαποτισμένος από την αγάπη και την επιθυμία όλοι να σωθούν, φανέρωνε το μέγεθος της αποταγής του από τα εγκόσμια, φτάνοντας μέχρι την εξουδένωση του εαυτού του, προκειμένου να αντισταθεί στην επιτήδευσι, στον ψεύτικο καθωσπρεπισμό που επιβάλλει η προσήλωση στα κοσμικά, έχοντας ο σπουδαίος Ιεράρχης σημείο αναφοράς την Ταρσώ και τη Μαρία Σκομπτσόβα μέσα στον τρικυμισμένο κόσμο.
Ζώντας μέσα στον κοινωνικό στίβο δεν αποχωρίστηκε ποτέ τον απλό άνθρωπο, τον ασήμαντο και αδύναμο, συμμετέχοντας στις αγωνίες του, ζώντας τις συγκινήσεις του. Δεν διαχώρισε τη θέση του, ούτε και την ευθύνη του. Η χαρά και η προκοπή του πιστού ήταν και δική του και οι πληγές του πιστού τον έκαναν να υποφέρει εξίσου. Η ευαισθησία της ψυχής του συγκλονίζεται με όσα συμβαίνουν γύρω του και κυρίως με όσα βλέπει να συντελούνται αφανώς στην ψυχή του ανθρώπου. Έτσι κάθε προσέγγιση, κάθε συνάντηση είναι διαφορετική, μοναδική καθώς και το κάθε πρόσωπο είναι μοναδικό. Λαμβάνοντας πληροφορία από τον Κύριο, βγαίνει ο ίδιος σε συνάντηση με τον πιστό και τον προσκαλεί σε μια συνομιλία πνευματική. Προετοιμασμένος με μια άλλη όραση, άλλη αντίληψη του μικρού γήινου χώρου, εκεί όπου διστάζει κάποιος να προχωρήσει και δειλιάζει να κοιτάξει πίσω, έρχεται ο φωτισμένος Ποιμενάρχης Αντώνιος Κόμπος να απαλλάξει την ψυχή από τα κοσμικά δεσμά της και να της δώσει φτερά για να πετάξει. Και ο πιστός που ακούει τη φωνή του να αντηχεί από τον ιερό άμβωνα ή τις συνάξεις παίρνει την απόφαση να υπερνικήσει τις προσωπικές του αδυναμίες και αθλιότητες και να πιαστεί από την πίστη του Χριστού και όλες τις αξίες που υπηρέτησε ο Άγιος Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος ως άλλος Απόστολος στη σύγχρονη εποχή.
Δεκαεννιά χρόνια μετά την κοίμησή του ( 17-12-2005), προπορεύεται και πάλι, τώρα νοερά και φωτίζει τον δρόμο μας. Μακάρι όλοι, όσοι τον αγαπήσαμε να ακολουθήσουμε τα βήματά του απεκδυόμενοι τον παλιό άνθρωπο και οδεύοντας προς την γέννηση του Θείου Βρέφους, ας θυμηθούμε την ιερή διδασκαλία του θεόπνευστου Ιεράρχη:
«Ἀπόψε εἶναι ἡ μοναδική εἰς την ἱστορίαν τῆς Οἰκουμένης Νύκτα. Σκυμμένοι με ἔκθαμβα μάτια, ἐπάνω εἰς την Φάτνην, αἰσθανόμεθα χωρίς προσπάθεια, ὅλα τα τῆς Χριστουγεννιάτικης νύκτας να παίρνουν, μόνα τους, το ἀληθινό τους ἀνάστημα, και το βαθύ, πραγματικό τους νόημα,να ἀποκαλύπτεται ὅλο το φῶς. Ἀπόψε εἶναι μία νύκτα μυστικῆς ἀδελφοσύνης, μία νύκτα ἐλευθερίας, ὅπου ὅλοι ἔχουν θέσιν. Και οἱ ἁπλοῖ και οἱ ἀγράμματοι βοσκοί. Και οἱ σοφοί μάγοι και τα ἄλογα ζῶα τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός ἐγγεννήθη, ἀλλά ὁ κόσμος εἶναι σκληρός και ὀλιγόπιστος. Ἡ Νύκτα τῆς Βηθλεέμ γεμίζει κάθε τόσο ἀπό Ἡρῶδες και ἐπιόρκους.
Πρέπει ὅλοι, σοφοί και ἀγγράμματοι, πλούσιοι και πένητες, να ταξιδεύσουν αὐτήν την νύκτα δια τῆς διανοίας των εἰς την Βηθλεέμ, δια να προσκυνήσουν μαζί με τους ποιμένας και τους μάγους τον Ἐνσαρκούμενον Ἀληθινόν Θεόν. Ἀπό την νύκτα ἐκείνην που κατῆλθε ὁ Θεός εἰς τον πλανήτην μας, ὁ ἄνθρωπος ἐκέρδισε την τιμήν και δόξαν τοῦ Θεοῦ, ἀλλά και την εἰρήνην εἰς τον ἐσωτερικόν του κόσμον, που θα ἀκτινοβολῇ και θα ἐκπέμπεται προς ὅλας τας ἐξωτερικάς κατευθύνσεις.{…}
Ὁ Θεός λέγει σήμερα εἰς τον ἄνθρωπον : Δια την ἀγάπην σου δέχομαι να ἀποβάλω την παντοδυναμίαν. Να ντυθῶ την ἀδυναμίαν σου. Δέχομαι τα βάσανά σου. Γίνομαι μαζί σου ἕνα. Να περπατήσω εἰς τον δρόμον σου. Να μοιρασθῶ την θλῖψιν σου. Να σταυρωθῶ και να πεθάνω για σένα. {…}
Σήμερα ἐάν μπορέσῃ ὁ ἄνθρωπος να ἀπαλλαγῇ δια μία και μόνον στιγμήν ἀπό τον κλοιόν τοῦ ἐγωϊσμοῦ που τον κατασπαράζει, που τον ἀναιρεῖ ὡς ἄνθρωπον κάθε στιγμή, ἐάν μπορέσῃ μέσα εἰς την χειμωνιάτικη νύκτα, να ἰδῇ τους Ἀγγέλους, ἴσως κατορθώσει να καταλάβῃ ὅτι το πᾶν τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἡ ταπεινή και περιφρονημένη Φάτνη.»
Σοφία Τρικελίδου
Φιλόλογος- 1ο ΓΕΛ Κοζάνης
Ο Αντώνιος Γ. Κόμπος από παιδί κινείται στις γειτονιές της γενέθλιας γης του Άργους Ν. Αργολίδος πρόσχαρος και καλοσυνάτος, με μάτια εκφραστικά της ευγενικής φυσιογνωμίας του, με μια αισιοδοξία βασισμένη στην πίστη που του δίδαξε η ευσεβής οικογένειά του.
Από μικρός στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου, θα γίνει η προσευχή του επικοινωνία με τους Αγίους και δοξολογία για τον Θεό. Στον ιερό αυτό χώρο θα δαμάσει τα συναισθήματά του, αναλαμβάνοντας ευθύνες από πολύ νωρίς που απορρέουν από την αναγκαιότητα του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Θα ξεκινήσει από την παιδική του ηλικία ένας αγώνας εσωτερικός και εξωτερικός προκειμένου να μεταμορφώσει τη σκληρή πραγματικότητα του πένθους, της φτώχειας, του πολέμου. Αν και συνάντησε αντιξοότητες που συνθλίβουν την ανθρώπινη δύναμη και αξιοπρέπεια, δοκιμάστηκε η αντοχή του από παιδί, εκείνος σε όλη του τη ζωή θα περιδιαβεί ιερά μονοπάτια και θα ακολουθήσει το βηματισμό των Αγίων, φτωχός και διψασμένος αρχικά, νηστευτής και εγκρατής αργότερα.
Έτσι θα πορευτεί ως Φοιτητής, ως Καθηγητής και Διδάσκαλος και κάθε φορά θα παραμένει «άβγαλτος» από τους Ιερούς Ναούς των περιοχών όπου και τον οδήγησε η πρόνοια του Θεού, για να γίνει Ιεροκήρυκας στην Αιτωλοακαρνανία (1971-74), όπου θα συναντήσει τη Σαλώμη.
Ήταν η θεοσεβής εκείνη γυναίκα, γεννημένη στο Θέρμο Αιτωλοακαρνανίας, το τελευταίο από τα επτά παιδιά της ευλαβούς οικογένειας της Ασπασίας και του Θωμά Κουτσουκώστα, η οποία με πίστη στον Κύριο δόθηκε σε έναν καθημερινό αγώνα, εκεί που μάστιζε η φτώχεια και τα προβλήματα την καθημερινότητα των ανθρώπων.
Έζησε όλη της τη ζωή σιωπηλή και συλλογισμένη, με το μαύρο μαντήλι να της καλύπτει το κεφάλι, σύμβολο μιας άλλης ζωής, καταξιωμένης, που επιμένουν να ζουν ορισμένοι άνθρωποι, κουβαλώντας την προσευχή και τη σιωπή, κρύβοντας επιμελώς την εσωτερική τους περιουσία, αντισταθμίζοντας τη σκληρή πραγματικότητα που τους περιβάλλει.
Με τα μουντζουρωμένα χέρια από την καπνιά των καντηλιών και το πετρέλαιο που χρησιμοποιούσε για να καθαρίζει τα μανουάλια, έπεφτε μπρούμυτα και προσευχόταν ώρα πολλή, ενώ για κάποιους αποτελούσε μια απόκοτη και ασήμαντη παρουσία, εκείνη διατηρούσε μορφή γαλήνια, λιτή, αυθεντική γυναίκας αγωνίστριας του Κυρίου, που όσες φορές η ψυχή της βρέθηκε πληγωμένη από μικροπρέπειες, εκείνη δίχως αγανάκτηση, δίχως να προτάξει τα δικαιώματά της, δίχως έκπληξη για τις απρόσμενες συμπεριφορές, δεν άφηνε να διαφανεί υπόνοια δυσαρέσκειας. Μόνο να φανταστεί κανείς μπορεί την ολόψυχη αφοσίωσή της στην Παναγία και το φτερούγισμα της ψυχής της κοντά στους Αγίους, όταν τους υπηρετούσε στα φτωχά τους εκκλησάκια, όταν συνομιλούσε με τον Άγιο Νεκτάριο.
Πρώτη, σε αυτήν αποκάλυψε ο Κύριος το σπουδαίο γεγονός. Τρείς φορές της εμφανίστηκε ο Άγιος Νεκτάριος μεταφέροντας το μήνυμα: « Ο π. Αντώνιος θα γίνει Δεσπότης, στη Δυτική Μακεδονία, γιατί πολύ ευαρέστησε τον Κύριο» και ο Μητροπολίτης Αντώνιος Κόμπος σε όλη την ιερατική πορεία του θα μνημονεύει το όνομα της μακαρίας εκείνης γυναίκας από την Ωραία Πύλη σε κάθε Απόλυση, για να αναρωτηθούμε και να μάθουμε ποια ήταν η Σαλώμη, η οποία έζησε πορευόμενη «την τεθλιμμένη ὁδό τῆς σαλότητος» και ακολουθώντας τη μακρά παράδοση της ορθοδόξου πίστεως θα καταστεί «ἡ μυστική ἐργάτις τῆς ἀρετῆς».
Ο Άγιος Νεκτάριος θα είναι ο πιο αγαπημένος ανάμεσα σε τόσους και τόσους αγαπημένους Αγίους και ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος θα έχει αδιάλειπτη παρουσία για προσκύνημα στην Αίγινα.
«Είχαμε πάει στο Χαλάνδρι, στο σπίτι της αδελφής του, κ. Δήμητρας, να εξομολογηθούμε. Εκείνη μας πληροφόρησε πως ο Σεβασμιότατος είχε πάει στην Αίγινα και δεν είχε επιστρέψει ακόμα.
-Μόλις έρχεται από τον Άγιο Νεκτάριο, ξαναφεύγει πάλι για τον Άγιο!, είπε με νόημα.
Σε λίγο, μπήκε μέσα ο Σεβασμιότατος γρήγορα –γρήγορα.
-Άργησες, του είπε, και σε περιμένουν οι άνθρωποι.
Εκείνος την κοίταξε χαμογελώντας σαν μικρό παιδί και από τα μάτια του ξεπετάχτηκε μια λάμψη, προδίδοντας τη χαρά για ό,τι είχε ζήσει κατά την επίσκεψή του στον Άγιο Νεκτάριο, στην Αίγινα.»
Με την ψυχή του να διψά για τον Κύριο, ζώντας τη γοητεία αλλά και τη δοκιμασία της εκκλησιαστικής εμπειρίας οδηγήθηκε σε βαθιά γνώση της Θεολογίας. Καθιστώντας κέντρο της ζωής του τον Κύριο και την Υπεραγία Θεοτόκο μάχεται για την ομορφιά της ψυχής και την καθαρότητα του πνεύματος και είναι τόση η ευλάβεια και αγάπη του για τους Αγίους που κατέστη φίλος μετά φίλων, άξιος να τους αντικρύζει και να συνομιλεί μαζί τους.
« Που υπηρετείς;» Ρώτησε, μόλις πλησίασε τον νεαρό Ιερομόναχο που συνάντησε σε μια από τις συνάξεις της Ιεράς Συνόδου.
«Στον Άγιο Μηνά…»
«Θα σε επισκεφτώ, γιατί ευλαβούμαι πολύ τον Άγιο» είπε.
Πράγματι, ένα πρωινό ήταν έξω από τον Ι.Ν. Αγίου Μηνά.
«Σε περιμένει ένας ιερέας, ένας παππούλης έξω», ειδοποίησε ο νεωκόρος, καθώς ο Αντώνιος Σιατίστης δεν έφερε τα συνήθη Επισκοπικά διακριτικά.
Μόλις μπήκε στον ναό αναφώνησε γεμάτος θαυμασμό :
-«Νάτος, νάτος ! Ο Άγιος Μηνάς ! Σωστό παλικάρι. Πω, πω… κι ας είναι τα φρύδια του άσπρα! Παλικάρι ! Παλικάρι!» . Ο Άγιος ήταν ολοζώντανος μπροστά του, τον έβλεπε και στρεφόμενος στο Ιερομόναχο είπε :
«Από εδώ και πέρα θα μυροβλύζει ο Άγιος, διότι ευαρεστείται.» Έτσι και έγινε.
Ο φιλόθεος Ιεράρχης θα αναζητήσει νησίδες αγιότητας ενισχύοντας τους πνευματικούς δεσμούς του μέσα σε κλίμα κατανόησης, αλληλοσεβασμού και ταπεινοφροσύνης, επισημαίνοντας «γιατί πολύ ωφελοῦμαι». Κερδίζει σε προσωπική ενδοσκόπηση και πνευματική ανάταση μέσα από μια δημιουργική επαφή με ανθρώπους, με την ίδια τη ζωή. Συχνές οι επισκέψεις του στο Άγιον Όρος που εγκαταβιούν μεγάλες μορφές ασκητικές, αναμορφωτές και φωτιστές όχι μόνο του Ελληνικού αλλά ολόκληρου του κόσμου, αφιερωμένοι στην προσευχή και την ιερά μελέτη, γνωστοί ορισμένοι, άγνωστοι οι περισσότεροι. Εδώ σμίγουν αγέραστες οι μορφές της Ορθοδοξίας που η ζωή τους αποτελεί κήρυκα της Αλήθειας. Το υποβλητικό φυσικό τοπίο συντελεί στην επίταση του ψυχοπνευματικού αγώνα και οι Πατέρες που τον αγαπούν και τον σέβονται, χαίρονται όταν τον συναντούν και μόλις αναχωρεί θέλουν να αποσπάσουν την υπόσχεση και πάλι της επιστροφής του.
Ο Ιεράρχης χαιρόταν επίσης πολύ όταν συναντούσε ιερείς που έδιναν αγώνα πίστεως καθημερινά με αυταπάρνηση. Ήταν η ιερή μορφή του π. Παναγιώτη Τσιώλη που τον είχε συγκινήσει, ώστε ξεκινούσε χαράματα με τον κ. Βάιο Φώτη, αδελφό και συνοδοιπόρο ἐν Χριστῷ να επισκεφτεί αυθημερόν τον ιερέα που αγόγγυστα υπηρετούσε Θεό και άνθρωπο μέσα από κακοτράχαλα μονοπάτια κι απάτητες πλαγιές στα ιστορικά βουνά των Αγράφων. Και έσμιγαν οι δυό ιερές μορφές στον Ιερό Ναό της Παναγίας Βαλαριώτισσας, η οποία καθ’ όλη τη διάρκεια της συνομιλίας των δύο κληρικών μυρόβλυζε.
Άλλες φορές, πάλι με τον κ. Βάιο Φώτη έφταναν στο Νεωχώρι Σερρών, εκεί έξω από το σπίτι του π. Ιωάννη Καλαΐδη, περιβαλλόμενο από δέντρα και λουλούδια, ανοιχτό και φιλόξενο πάντα για όλους, δίπλα στον Ιερό Ναό των αγαπημένων του Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, εκτυλίσσονταν σκηνές απίστευτης ομορφιάς. Δεν προλάβαινε να δείξει ο ένας στον άλλον την αγάπη, το σεβασμό, την παραδοχή του μεγαλείου που ο καθένας τους έκρυβε. Πνευματική η συνάντηση και ο εναγκαλισμός τους άνοιγμα ψυχής. Υπηρέτες του Κυρίου, γνήσιοι μαθητές Του, ταγμένοι στη μετάδοση της Αλήθειας, φίλοι του Θεού, αδελφοί μεταξύ τους.
Ο π. Ιωάννης Καλαΐδης, ο άνθρωπος του Θεού, έμοιαζε με επίγειο άγγελο, γλυκύτατος και σιωπηλός, συμβουλευτικός και επιεικής, ανόθευτα χαμογελαστός, στα μάτια του περίσσευε πάντα η αγάπη και κάθε έκφρασή του μαρτυρούσε ότι ζούσε για τον Χριστό κάθε στιγμή και έμοιαζε να μην τον είχε αγγίξει η κακότητα αυτού του κόσμου. Ζούσε με την ψυχή του στραμμένη προς τον Κύριο, αισθανόμενος πλησίον του την Υπεραγία Θεοτόκο και συνομιλώντας με τους Αγίους μετέδιδε τις θαυμαστές εμπειρίες του σε όσους βρίσκονταν κοντά του.
Άλλοτε πάλι, ο Ιεράρχης κατηφορίζοντας προς τη νότια Ελλάδα, ανάμεσα στα πολλά προσκυνήματα δεν παραλείπει την Ι.Μ. Οσίου Δαβίδ Ευβοίας, όπου οι αγιασμένες μορφές του Γέροντα Ιακώβου και πατρός Κυρίλλου τον υποδέχονται με ένθερμες εκδηλώσεις αγάπης, ενώ η κάρα του Οσίου Δαβίδ θα μυροβλύσει με την παρουσία του. Και είναι σε όλους γνώριμη η εικόνα, του συγκινημένου φανερά Ιεράρχη, όταν καταβεβλημένος από την ασθένεια του, ασπάζεται την κάρα του Οσίου Δαβίδ που προσκόμισαν οι πατέρες της Μονής για ενίσχυση.
Από τα πιο αγαπημένα του ιερά μέρη αποτελεί η Ι.Μ. Παναγίας Γαυριωτίσσης Φθιώτιδας, με την εμβληματική παρουσία του Γέροντα Αμβροσίου. Οι άνθρωποι που προστρέχουν στη Μονή Δαδίου βρίσκονται μπροστά σε ένα εξαίσιο θέαμα αντικρύζοντας τις δυό ιερές μορφές να κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλο, εμφορούμενοι από θεία αγάπη και Χάρι, περιβαλλόμενοι από το φως του Χριστού, πλήρεις εγκαρτερήσεως και υπομονής. Δύο πλάτανοι ριζωμένοι βαθιά στη γη της Ορθοδοξίας, πατώντας γερά και απλώνοντας τα κλαδιά τους, γίνονται πόλος έλξης για πλήθος ανθρώπων. Οι παρόντες που προσλαμβάνουν τα θεοφώτιστα λόγια των δύο ανδρών, καθηλώνονται από την εσωτερική ομορφιά που αντανακλάται στο πρόσωπο του Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης Αντωνίου και του Γέροντος Αμβροσίου που όσο οι βολβοί των ματιών του γίνονται πιο θολοί, τόσο η δοκιμασμένη ευαισθησία και η υποδειγματική του αγάπη μαρτυρούν το μεγαλείο του.
Ο ταπεινός Ιεράρχης παρακολουθεί τον τρόπο σκέψης και αντίληψης κάθε φορά του άλλου, αξιολογεί και συμπληρώνει τον δικό του. Συναθλητής ακούει και οικοδομεί με αυτοσεβασμό υπεύθυνα τη βιοθεωρία του. Διατηρώντας μια έκδηλη παιδική αισθαντικότητα και στα χρόνια της ωριμότητας, προχωρά σκυφτός, ανυψούμενος όμως στέκει στα μάτια του πιστού, σα να ανεβαίνει σε έναν άλλο κόσμο, σε έναν άλλο χώρο, εκείνο της ένωσης με τον Θεό.
Οι επισκέψεις του Ιεράρχη στην Πελοπόννησο τακτικές, σε πνευματικά του παιδιά, σε Ιερούς Ναούς και Μοναστήρια. Εξέχουσα θέση στην εκτίμηση και αγάπη του κατέχει η Γερόντισσα Μακρίνα στην Ι.Μ. Αρτοκωστάς Αρκαδίας, μορφή ξεχωριστή του γυναικείου μοναχισμού.
Η Γερόντισσα που την ψυχή της κοσμούσαν αρετές και η ζωή της στο φτωχικό μοναστήρι δεν παρέκκλινε ποτέ από τις μοναχικές της υποσχέσεις, δεχόταν τον καθένα με προσήνεια και απλότητα, αγγίζοντας τις καρδιές των ανθρώπων, παρέχοντας παρηγοριά, ανακούφιση αλλά και μεγάλη πνευματική δύναμη. Έχοντας το χάρισμα να αντικρύζει το βάθος της ψυχής, απευθυνόμενη σε προσφιλές της πρόσωπο που μόλις είχε κοινωνήσει, είπε : «Τι όμορφη που είσαι σήμερα! Τι όμορφη που είσαι!» ενώ ταυτόχρονα γνωστοποίησε με προφητικό τρόπο και καρτερικότητα το μαρτυρικό της τέλος που σε λίγο θα ακολουθούσε. Ζώντας οσιακά, υπέβαλλε τον εαυτό της σε μεγάλους αγώνες και ως άλλη Μυροφόρα συμπορευόμενη με τον Κύριο, ακολουθώντας τα ίχνη Του, με ανδρείο το φρόνημα, βρήκε μαρτυρικό θάνατο, μαζί με την αδελφή Μακαρία.
Ο πολυσέβαστος Αντώνιος Σιατίστης είχε ομολογήσει πολλές φορές την υπεροχή της. Σε μια από τις επισκέψεις του σε οικογένεια στο Άργος με την οποία τον συνέδεαν ισχυροί δεσμοί, μόλις είχε επιστρέψει από την Ι.Μ. Αρτοκωστάς και πριν προλάβει να μπει στο σπίτι αναφώνησε εντυπωσιασμένος: «ΑΓΙΑ ! ! ΑΓΙΑ! !» αναφερόμενος στη Γερόντισσα Μακρίνα, ταυτόχρονα με μια γρήγορη κίνηση του χεριού που διέγραψε στον αέρα, φανέρωνε τον θαυμασμό και την παραδοχή του για το μεγαλείο της Γερόντισσας, της οποίας η πνευματικότητα δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση.
Ο Αντώνιος Σιατίστης όργωσε κυριολεκτικά την Ελλάδα με τα σκληρά άρβυλα που έπαιρνε μόνο από το Άγιον Όρος, τα οποία στα μάτια των πιστών δεν ήταν παρά τα φθαρμένα σανδάλια των Αποστόλων και φορτωμένος το δισάκι του σπορέως στον ώμο έφτασε στα πιο απομακρυσμένα χωριά της Ελληνικής υπαίθρου, για να λειτουργήσει, να κηρύξει, να εξομολογήσει. Ακολουθώντας τον βηματισμό των Αγίων οι οποίοι υπέμειναν καρτερικά όλες τις δοκιμασίες, δίνοντας μαρτυρία της πίστεως στον Κύριο και της αγάπης τους στον άνθρωπο, ο Αντώνιος επιδιώκει την εξύψωση του ανθρώπου, την σωτηρία της «αθανάτου ψυχής».
Για τις μετακινήσεις του στα πιο δυσπρόσιτα μέρη δε δίστασε να ανεβεί σε τζιπ του στρατού που έμπαζε από παντού το κρύο, σε αγροτικά αυτοκίνητα, σε τρακτέρ και διερχόμενα φορτηγά, για να φτάσει στα απόμακρα χωριά εκεί που οι χειμώνες ήταν σκληροί και οι δρόμοι δε φαινόταν από τη λάσπη, εκεί που ο δρόμος για την ξενιτιά ήταν η μόνη λύση και όσοι έμεναν πια συμφιλιωμένοι με τη φτώχεια, κουβέντιαζαν άλλοτε πως θα προκόψουν τα παιδιά τους και άλλοτε για τις χαρές και τις λύπες τους, τη ζωή, τον θάνατο, τον Θεό.
Τότε ερχόταν ο ταπεινός Επίσκοπος(1974-2005) αθόρυβα και σεμνά και ήταν αυτή η δύναμή του για να αναπλάσει την μορφή του κοινωνικού βίου, για να απλουστεύσει τη ζωή δίχως να καταφρονήσει, δίχως να προσπεράσει, μόνο ερχόταν για να διοχετεύσει τα παιδευτικά αγαθά του Κυρίου για να πλουτίσουν τη ζωή τους, δίνοντας ίσες και αληθινές ευκαιρίες για πνευματική ανύψωση. Έφτανε στην εκκλησία του χωριού πριν τον ιερέα, άναβε τη σόμπα με τα ξύλα, χτυπούσε την καμπάνα και ετοίμαζε όλα για τη θεία λειτουργία. Το βράδυ αν το απαιτούσε η περίσταση διανυκτέρευε σε ευλαβείς χριστιανούς και σεμνούς ιερείς, που ως άλλους απλοϊκούς ποιμένες ο Κύριος τους αξίωσε αποκαλύψεων. Εκεί που η φιλοξενία ήταν εγκάρδια και ολόχαρη η περιποίηση, εκεί που ο ιερέας ήταν και αγρότης, εκεί που τα λιτά εργόχειρα της νοικοκυράς κοσμούσαν το σπίτι, ο σεμνός Ποιμένας θα αναπαυθεί για λίγο, επιδοκιμάζοντας την εργατικότητα και την νοικοκυροσύνη τους. Θα νιώσει πολύ κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους, θα τους ευλογήσει, θα τους κερδίσει.
Αληθινός και πηγαίος με λόγο καθαρό και σαφή μιλάει κατευθείαν στις καρδιές των ανθρώπων, δίνει απαντήσεις, δίνει λύσεις στηρίζοντας, παρηγορώντας, συμφιλιώνοντας, προτιμώντας πάντα να πείθει. Μοιράζει τη χριστομίμητη αγάπη του, μια αγάπη παιδαγωγική, αναμορφωτική, με γλώσσα ρέουσα, με εμφανή την άνεση και δεξιότητα της να αποτυπώνει την συγκροτημένη επιστημονική εμβρίθεια και την Θεολογική κατάρτιση που τον χαρακτήριζε. Και ήταν τέτοιος ο σεβασμός στον άνθρωπο που είχε απέναντί του, ώστε να μη χαμηλώνει το επίπεδο του λόγου του είτε μιλούσε σε ολιγάριθμο ακροατήριο τoυ Αυγερινού, της Ασπρούλας, του Δρυοβούνου καθώς και σε όλη την Μητροπολιτική του επαρχία, είτε σε κατάμεστο ναό της Θεσσαλονίκης ή των Αθηνών.
Αποδεσμευμένος από τις υλικές εξαρτήσεις, βιώνει τις Χριστιανικές αρετές ολοένα και υψηλότερα στην ακρότητά τους, αποφεύγοντας συνειδητά την απόδοση τιμής και δόξας ανθρωπίνης, μαχόμενος την κενοδοξία. Στέκει ταπεινός και γενναίος συνάμα, ενδεδυμένος τη στολή της απλότητος μέσα από τα φθαρμένα του άμφια, που τα συμπλήρωνε άλλο ωμόφορο, άλλο επιτραχήλιο, άλλο επιμάνικο, συνθέτοντας μια ιδιότυπη εικόνα, που θα έπειθε και τον πιο δύσπιστο με κοσμική αντίληψη, πως δεν επρόκειτο για συνήθη Επίσκοπο. Ήταν ένας τρόπος να κρύψει με διάκριση τον πλούτο των αρετών του αλλά και να αφυπνίσει τη συνείδηση του πιστού, δίνοντας προτεραιότητα στη σωτηρία της ψυχής, θέλοντας να απελευθερώσει τη σκέψη από τα στεγανά της κοσμικής παραφροσύνης. Αποκρύπτοντας μέρος του μεγαλείου του, διαποτισμένος από την αγάπη και την επιθυμία όλοι να σωθούν, φανέρωνε το μέγεθος της αποταγής του από τα εγκόσμια, φτάνοντας μέχρι την εξουδένωση του εαυτού του, προκειμένου να αντισταθεί στην επιτήδευσι, στον ψεύτικο καθωσπρεπισμό που επιβάλλει η προσήλωση στα κοσμικά, έχοντας ο σπουδαίος Ιεράρχης σημείο αναφοράς την Ταρσώ και τη Μαρία Σκομπτσόβα μέσα στον τρικυμισμένο κόσμο.
Ζώντας μέσα στον κοινωνικό στίβο δεν αποχωρίστηκε ποτέ τον απλό άνθρωπο, τον ασήμαντο και αδύναμο, συμμετέχοντας στις αγωνίες του, ζώντας τις συγκινήσεις του. Δεν διαχώρισε τη θέση του, ούτε και την ευθύνη του. Η χαρά και η προκοπή του πιστού ήταν και δική του και οι πληγές του πιστού τον έκαναν να υποφέρει εξίσου. Η ευαισθησία της ψυχής του συγκλονίζεται με όσα συμβαίνουν γύρω του και κυρίως με όσα βλέπει να συντελούνται αφανώς στην ψυχή του ανθρώπου. Έτσι κάθε προσέγγιση, κάθε συνάντηση είναι διαφορετική, μοναδική καθώς και το κάθε πρόσωπο είναι μοναδικό. Λαμβάνοντας πληροφορία από τον Κύριο, βγαίνει ο ίδιος σε συνάντηση με τον πιστό και τον προσκαλεί σε μια συνομιλία πνευματική. Προετοιμασμένος με μια άλλη όραση, άλλη αντίληψη του μικρού γήινου χώρου, εκεί όπου διστάζει κάποιος να προχωρήσει και δειλιάζει να κοιτάξει πίσω, έρχεται ο φωτισμένος Ποιμενάρχης Αντώνιος Κόμπος να απαλλάξει την ψυχή από τα κοσμικά δεσμά της και να της δώσει φτερά για να πετάξει. Και ο πιστός που ακούει τη φωνή του να αντηχεί από τον ιερό άμβωνα ή τις συνάξεις παίρνει την απόφαση να υπερνικήσει τις προσωπικές του αδυναμίες και αθλιότητες και να πιαστεί από την πίστη του Χριστού και όλες τις αξίες που υπηρέτησε ο Άγιος Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος ως άλλος Απόστολος στη σύγχρονη εποχή.
Δεκαεννιά χρόνια μετά την κοίμησή του ( 17-12-2005), προπορεύεται και πάλι, τώρα νοερά και φωτίζει τον δρόμο μας. Μακάρι όλοι, όσοι τον αγαπήσαμε να ακολουθήσουμε τα βήματά του απεκδυόμενοι τον παλιό άνθρωπο και οδεύοντας προς την γέννηση του Θείου Βρέφους, ας θυμηθούμε την ιερή διδασκαλία του θεόπνευστου Ιεράρχη:
«Ἀπόψε εἶναι ἡ μοναδική εἰς την ἱστορίαν τῆς Οἰκουμένης Νύκτα. Σκυμμένοι με ἔκθαμβα μάτια, ἐπάνω εἰς την Φάτνην, αἰσθανόμεθα χωρίς προσπάθεια, ὅλα τα τῆς Χριστουγεννιάτικης νύκτας να παίρνουν, μόνα τους, το ἀληθινό τους ἀνάστημα, και το βαθύ, πραγματικό τους νόημα,να ἀποκαλύπτεται ὅλο το φῶς. Ἀπόψε εἶναι μία νύκτα μυστικῆς ἀδελφοσύνης, μία νύκτα ἐλευθερίας, ὅπου ὅλοι ἔχουν θέσιν. Και οἱ ἁπλοῖ και οἱ ἀγράμματοι βοσκοί. Και οἱ σοφοί μάγοι και τα ἄλογα ζῶα τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός ἐγγεννήθη, ἀλλά ὁ κόσμος εἶναι σκληρός και ὀλιγόπιστος. Ἡ Νύκτα τῆς Βηθλεέμ γεμίζει κάθε τόσο ἀπό Ἡρῶδες και ἐπιόρκους.
Πρέπει ὅλοι, σοφοί και ἀγγράμματοι, πλούσιοι και πένητες, να ταξιδεύσουν αὐτήν την νύκτα δια τῆς διανοίας των εἰς την Βηθλεέμ, δια να προσκυνήσουν μαζί με τους ποιμένας και τους μάγους τον Ἐνσαρκούμενον Ἀληθινόν Θεόν. Ἀπό την νύκτα ἐκείνην που κατῆλθε ὁ Θεός εἰς τον πλανήτην μας, ὁ ἄνθρωπος ἐκέρδισε την τιμήν και δόξαν τοῦ Θεοῦ, ἀλλά και την εἰρήνην εἰς τον ἐσωτερικόν του κόσμον, που θα ἀκτινοβολῇ και θα ἐκπέμπεται προς ὅλας τας ἐξωτερικάς κατευθύνσεις.{…}
Ὁ Θεός λέγει σήμερα εἰς τον ἄνθρωπον : Δια την ἀγάπην σου δέχομαι να ἀποβάλω την παντοδυναμίαν. Να ντυθῶ την ἀδυναμίαν σου. Δέχομαι τα βάσανά σου. Γίνομαι μαζί σου ἕνα. Να περπατήσω εἰς τον δρόμον σου. Να μοιρασθῶ την θλῖψιν σου. Να σταυρωθῶ και να πεθάνω για σένα. {…}
Σήμερα ἐάν μπορέσῃ ὁ ἄνθρωπος να ἀπαλλαγῇ δια μία και μόνον στιγμήν ἀπό τον κλοιόν τοῦ ἐγωϊσμοῦ που τον κατασπαράζει, που τον ἀναιρεῖ ὡς ἄνθρωπον κάθε στιγμή, ἐάν μπορέσῃ μέσα εἰς την χειμωνιάτικη νύκτα, να ἰδῇ τους Ἀγγέλους, ἴσως κατορθώσει να καταλάβῃ ὅτι το πᾶν τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἡ ταπεινή και περιφρονημένη Φάτνη.»
Σοφία Τρικελίδου
Φιλόλογος- 1ο ΓΕΛ Κοζάνης
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53630
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ασθενείς καταφεύγουν στον όσιο Γεώργιο Καρσλίδη
Ένας ασθενής επισκέφθηκε τον όσιο Γεώργιο στο μοναστήρι, ύστερα από πολλές περιπέτειες που είχε με τους ιατρούς και με την υγεία του.
Την ημέρα εκείνη ήταν εκεί και μία πρεσβυτέρα με την κόρη της, από το χωριό Νικηφόρος της Δράμας. Μετά την αγρυπνία λέγει ο όσιος στον ασθενή: «Εσύ παιδί μου, έχεις ανάγκη, να πας στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο στις Σέρρες. Εσύ πρέπει να πας οπωσδήποτε, αυτή η κοπέλλα δεν έχει ανάγκη. Θα τη στείλω μόνο και μόνο για να ξεσκάσει, δεν έχει απολύτως τίποτα. Εσύ όμως πρέπει να πας τώρα, για να γίνεις καλά. Θα πάρεις μαζί σου λάδι και κεριά και θα καθαρίσεις καλά την εκκλησία». Μετά από καθυστέρηση πήγε στην εκκλησία που τον προέτρεψε ο Γέροντας κι έμεινε εκεί τρεις ημέρες και τρεις νύχτες. Παίρνοντας από το αγίασμα έγινε τελείως καλά.
Κάποιος, που έπασχε από επιληψία, πήγε στον όσιο με την παρότρυνση και βοήθεια των συγγενών του. Ο όσιος του είπε να πάει στον Άγιο Αντώνιο της Βέροιας και να λουστεί με το αγίασμα. Το έκανε και θεραπεύτηκε.
Κάποτε που ήταν ο όσιος στο χωριό Λιβαδερό, τον επισκέφθηκαν πέντε γυναίκες από την Ξάνθη. Η μία είχε δύο κόρες δαιμονισμένες. Πήγε, όπως είπε, σε πολλούς ιατρούς, αλλά δεν μπόρεσαν να τις θεραπεύσουν.
Της είπε ο όσιος Γέροντας: «Η μικρή κόρη σου δεν πρόκειται να γίνει καλά, για να συναισθάνεται ο σύζυγός σου τ’ άδικα χρήματα που παίρνει από το κακό ζύγι. Η άλλη θα θεραπευθεί σιγά-σιγά». Όπως ακριβώς το είπε ο όσιος, έτσι κι έγινε. Ο σύζυγός της ήταν καφεπώλης κι έκλεβε στο ζύγισμα.
Μία γυναίκα με το όνομα Αικατερίνη έπασχε από τα νεύρα της. Όταν επισκέφθηκε τον όσιο, της είπε: «Για σένα “μαλώνω” με την Παναγία, για να σε κάνει καλά». Μετά από λίγο καιρό έγινε καλά δοξάζοντας τον Θεό κι ευχαριστώντας τον όσιο.
Τα παραπάνω, αλλά και άλλα πολλά, δεν σημαίνουν ότι ο όσιος Γεώργιος όλους τους έκανε καλά. Αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του θελήσεως, αλλά έργο της μεγάλης αγάπης του Θεού, στην οποία είχε αφεθεί τελείως ανοικτός ο μακάριος όσιος. Τα σημεία αυτά δεν σημαίνουν ότι υποτιμούσε τους ιατρούς. Σ’ ένα πνευματικό του τέκνο, που πήγε να τον συμβουλευτεί, αν πρέπει να κάνει μία σοβαρή εγχείρηση, προτού του το αναφέρει, του είπε: «Να πας να κάνεις εγχείρηση, να μην αφήσεις τα παιδιά σου στους δρόμους». Επίσης, το να έστελνε τους ασθενείς στα διάφορα προσκυνήματα των αγίων, φανέρωνε τη μεγάλη ταπείνωσή του, ότι με τις πρεσβείες των αγίων θεραπεύονται και όχι από την αναξιότητά του, όπως πίστευε.
Από το βιβλίο: (†) Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Ο όσιος Γεώργιος της Δράμας. Έκδοσις Ι. Μ. Αναλήψεως του Σωτήρος, Ταξιάρχες (Σίψα) Δράμα 2016, σελ. 122.
Ένας ασθενής επισκέφθηκε τον όσιο Γεώργιο στο μοναστήρι, ύστερα από πολλές περιπέτειες που είχε με τους ιατρούς και με την υγεία του.
Την ημέρα εκείνη ήταν εκεί και μία πρεσβυτέρα με την κόρη της, από το χωριό Νικηφόρος της Δράμας. Μετά την αγρυπνία λέγει ο όσιος στον ασθενή: «Εσύ παιδί μου, έχεις ανάγκη, να πας στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο στις Σέρρες. Εσύ πρέπει να πας οπωσδήποτε, αυτή η κοπέλλα δεν έχει ανάγκη. Θα τη στείλω μόνο και μόνο για να ξεσκάσει, δεν έχει απολύτως τίποτα. Εσύ όμως πρέπει να πας τώρα, για να γίνεις καλά. Θα πάρεις μαζί σου λάδι και κεριά και θα καθαρίσεις καλά την εκκλησία». Μετά από καθυστέρηση πήγε στην εκκλησία που τον προέτρεψε ο Γέροντας κι έμεινε εκεί τρεις ημέρες και τρεις νύχτες. Παίρνοντας από το αγίασμα έγινε τελείως καλά.
Κάποιος, που έπασχε από επιληψία, πήγε στον όσιο με την παρότρυνση και βοήθεια των συγγενών του. Ο όσιος του είπε να πάει στον Άγιο Αντώνιο της Βέροιας και να λουστεί με το αγίασμα. Το έκανε και θεραπεύτηκε.
Κάποτε που ήταν ο όσιος στο χωριό Λιβαδερό, τον επισκέφθηκαν πέντε γυναίκες από την Ξάνθη. Η μία είχε δύο κόρες δαιμονισμένες. Πήγε, όπως είπε, σε πολλούς ιατρούς, αλλά δεν μπόρεσαν να τις θεραπεύσουν.
Της είπε ο όσιος Γέροντας: «Η μικρή κόρη σου δεν πρόκειται να γίνει καλά, για να συναισθάνεται ο σύζυγός σου τ’ άδικα χρήματα που παίρνει από το κακό ζύγι. Η άλλη θα θεραπευθεί σιγά-σιγά». Όπως ακριβώς το είπε ο όσιος, έτσι κι έγινε. Ο σύζυγός της ήταν καφεπώλης κι έκλεβε στο ζύγισμα.
Μία γυναίκα με το όνομα Αικατερίνη έπασχε από τα νεύρα της. Όταν επισκέφθηκε τον όσιο, της είπε: «Για σένα “μαλώνω” με την Παναγία, για να σε κάνει καλά». Μετά από λίγο καιρό έγινε καλά δοξάζοντας τον Θεό κι ευχαριστώντας τον όσιο.
Τα παραπάνω, αλλά και άλλα πολλά, δεν σημαίνουν ότι ο όσιος Γεώργιος όλους τους έκανε καλά. Αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του θελήσεως, αλλά έργο της μεγάλης αγάπης του Θεού, στην οποία είχε αφεθεί τελείως ανοικτός ο μακάριος όσιος. Τα σημεία αυτά δεν σημαίνουν ότι υποτιμούσε τους ιατρούς. Σ’ ένα πνευματικό του τέκνο, που πήγε να τον συμβουλευτεί, αν πρέπει να κάνει μία σοβαρή εγχείρηση, προτού του το αναφέρει, του είπε: «Να πας να κάνεις εγχείρηση, να μην αφήσεις τα παιδιά σου στους δρόμους». Επίσης, το να έστελνε τους ασθενείς στα διάφορα προσκυνήματα των αγίων, φανέρωνε τη μεγάλη ταπείνωσή του, ότι με τις πρεσβείες των αγίων θεραπεύονται και όχι από την αναξιότητά του, όπως πίστευε.
Από το βιβλίο: (†) Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Ο όσιος Γεώργιος της Δράμας. Έκδοσις Ι. Μ. Αναλήψεως του Σωτήρος, Ταξιάρχες (Σίψα) Δράμα 2016, σελ. 122.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53630
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ο νόμος του Θεού κατά τον 118ο ψαλμό
Ας προσέξουμε μερικές πλευρές τού νόμου του Θεού κατά τον 118ο ψαλμό.
α’. Ο νόμος του Θεού είναι αιώνιος. «Εις τον αιώνα ο λόγος σου διαμένει εν τω ουρανώ· εις γενεάν και γενεάν η αλήθειά σου», λέει ο ποιητής (στίχ. 89-90). Το βεβαιώνει και ο Κύριος: «Ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσιν» (Ματθ. κδ’ 35). «Αμήν λέγω υμίν, έως αν παρέλθη ο ουρανός και η γη, ιώτα εν ή μία κεραία ου μη παρέλθη από του νόμου, έως αν πάντα γένηται» (Ματθ. ε’ 17). Ο λόγος του Θεού είναι αιώνιος και αμετάκλητος. Όπως ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός είναι «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. ιγ’
, έτσι και ο νόμος του μένει αναλλοίωτος και έχει πάντοτε ισχύν και επικαιρότητα. Μια απόδειξις της διαρκούς επικαιρότητός του είναι το ότι η αγία Γραφή, το βιβλίο που περιέχει τον νόμο του Θεού, είναι το πρώτο σε κυκλοφορία παγκοσμίως. Κανένα ανθρώπινο βιβλίο δεν έχει το κύρος και την αξία που έχει το βιβλίο του θείου νόμου.
β’. Ο νόμος του Θεού έχει πλάτος και ευρυχωρία. «Πλατεία η εντολή σου σφόδρα» (στίχ. 96). Έχει όχι μόνο πλάτος χρόνου, όπως είπαμε παραπάνω, αλλά και πλάτος εφαρμογής. Καλύπτει όλες τις ανάγκες του ατόμου και της κοινωνίας και ρυθμίζει όλα τα προβλήματα της ανθρωπίνης ζωής και των σχέσεων των ανθρώπων μεταξύ τους, πράγμα που δεν το κατορθώνουν οι ανθρώπινοι νόμοι παρά το πλήθος των και τις συνεχείς αλλαγές και προσπάθειες για τη βελτίωσί τους. Καλύπτει και όλες τις συνθήκες της ζωής του ανθρώπου. Τον παρηγορεί στις θλίψεις του· τον ενισχύει στις αδυναμίες του· τον συγκρατεί από τις πτώσεις· τον προφυλάσσει από την έπαρσι και την αλαζονεία· τον οπλίζει με ελπίδα και αισιοδοξία σε κάθε δυσκολία και αδιέξοδο· τον κάνει σοφό και συνετό· και τέλος τον οδηγεί στην αιώνιο ζωή. Έχοντας όλα αυτά υπ’ όψιν ο ποιητής ομολογεί: «Ει μη ότι ο νόμος σου μελέτη μου εστί, τότε αν απωλόμην εν τη ταπεινώσει μου» (στίχ. 92). Αν δεν μελετούσα τον νόμο σου και δεν είχα υπ’ όψιν μου τις δυνατότητες που μου παρέχει, θα χανόμουν εντελώς μέσα στις θλίψεις και τις δυσκολίες που με ταπεινώνουν· τώρα όμως «ζήσεται η ψυχή μου και αινέσει σε, και τα κρίματά σου βοηθήσει μοι» (στίχ. 175).
γ.’ Ο νόμος του Θεού είναι παντοδύναμος. «Τα σύμπαντα δούλα σα», λέει ο ψαλμωδός (στίχ. 91). Τα πάντα υπακούουν στο πρόσταγμα του Θεού, όπως ο δούλος στα παραγγέλματα του κυρίου του. Αυτό βέβαια φαίνεται πρωτίστως στην παντοδύναμη θέλησι του Θεού, με την οποία εδημιούργησε και συντηρεί τον κόσμο· αναφέρεται όμως και στην τεράστια αναγεννητική και αναμορφωτική δύναμι του νόμου του Θεού. Όταν αποδεχθούμε και κρύψουμε στην καρδιά μας τον λόγο του Θεού, αυτός μας καθαρίζει από την αμαρτία και τα πάθη, νεκρώνει τον παλαιό άνθρωπο και κτίζει τον καινό και μας κάνει ικανούς να «περιπατήσωμεν εν καινότητι ζωής» (Ρωμ. ς’ 4).
δ’. Ο νόμος του Θεού είναι φως και οδηγός στη ζωή μας. «Λύχνος τοις ποσί μου ο νόμος σου και φως ταις τρίβοις μου» (στίχ. 105). Ο νόμος του Θεού είναι λυχνάρι που φωτίζει τον δρόμο μας, ώστε τα πόδια μας να μη σκοντάφτουν στα εμπόδια που θα συναντήσουν. Όποιος περπατά κάτω από το φως του θείου νόμου – λέει ο Μέγας Αθανάσιος – διανύει ορθά και χωρίς προσκόμματα την πορεία του βίου. Χωρίς το φως του θείου νόμου βαδίζουμε στο σκοτάδι της πλάνης και της αγνοίας ως προς τα πνευματικά θέματα, έστω κι αν έχουμε πλήθος κοσμικών γνώσεων. Ο λόγος του Θεού μάς φωτίζει, για να κατανοήσουμε τις υπερκόσμιες αλήθειες, να μάθουμε τον προορισμό μας, να ξεχωρίζουμε το σωστό από το λαθεμένο, να διακρίνουμε τις παγίδες του διαβόλου και να ξεφεύγουμε από αυτές. Ο νόμος του Θεού δίνει σοφία ανώτερη από κάθε ανθρώπινη σοφία και επιστήμη και πείρα και μας δείχνει τον δρόμο που οδηγεί στην αιώνιο ζωή. «Υπέρ πάντας τους εχθρούς μου εσόφισάς με την εντολήν σου, ότι εις τον αιώνα εμή εστιν. Υπέρ τους διδάσκοντάς με συνήκα, ότι τα μαρτύριά σου μελέτη μου εστίν. Υπέρ πρεσβυτέρους συνήκα, ότι τας εντολάς σου εξεζήτησα» (στίχ. 98-100).
ε’. Ο νόμος του Θεού είναι πλούτος. Όχι βέβαια πλούτος υλικός, αλλά πνευματικός και γι’ αυτό αιώνιος και αναφαίρετος. Τα υλικά πλούτη είναι χρήσιμα μόνο στην παρούσα ζωή, και όχι πάντοτε, και μας συνοδεύουν μόνο ως τον τάφο, όπου αναγκαζόμαστε να τα εγκαταλείψουμε όλα· ο πλούτος όμως της ευσεβείας και της αρετής που μας προσφέρει ο νόμος του Θεού, μας ακολουθεί και πέρα από τον τάφο και μας αξιώνει να σταθούμε με παρρησία μπροστά στον θρόνο του Θεού. Είναι λοιπόν ανώτερος και πολυτιμότερος από χρήματα, κτήματα, πολυτίμους λίθους και από κάθε πλούτο και θησαυρό. Γι’ αυτό λέει ο ποιητής: «Αγαθός μοι ο νόμος του στόματός σου υπέρ χιλιάδας χρυσίου και αργυρίου» (στίχ. 72). «Δια τούτο ηγάπησα τας εντολάς σου υπέρ χρυσίον και τοπάζιον» (στίχ. 127).
Από το βιβλίο: Πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Παπαγιάννη, ΑΝΘΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΩΝ ΨΑΛΜΩΝ. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 316.
Ας προσέξουμε μερικές πλευρές τού νόμου του Θεού κατά τον 118ο ψαλμό.
α’. Ο νόμος του Θεού είναι αιώνιος. «Εις τον αιώνα ο λόγος σου διαμένει εν τω ουρανώ· εις γενεάν και γενεάν η αλήθειά σου», λέει ο ποιητής (στίχ. 89-90). Το βεβαιώνει και ο Κύριος: «Ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσιν» (Ματθ. κδ’ 35). «Αμήν λέγω υμίν, έως αν παρέλθη ο ουρανός και η γη, ιώτα εν ή μία κεραία ου μη παρέλθη από του νόμου, έως αν πάντα γένηται» (Ματθ. ε’ 17). Ο λόγος του Θεού είναι αιώνιος και αμετάκλητος. Όπως ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός είναι «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. ιγ’
β’. Ο νόμος του Θεού έχει πλάτος και ευρυχωρία. «Πλατεία η εντολή σου σφόδρα» (στίχ. 96). Έχει όχι μόνο πλάτος χρόνου, όπως είπαμε παραπάνω, αλλά και πλάτος εφαρμογής. Καλύπτει όλες τις ανάγκες του ατόμου και της κοινωνίας και ρυθμίζει όλα τα προβλήματα της ανθρωπίνης ζωής και των σχέσεων των ανθρώπων μεταξύ τους, πράγμα που δεν το κατορθώνουν οι ανθρώπινοι νόμοι παρά το πλήθος των και τις συνεχείς αλλαγές και προσπάθειες για τη βελτίωσί τους. Καλύπτει και όλες τις συνθήκες της ζωής του ανθρώπου. Τον παρηγορεί στις θλίψεις του· τον ενισχύει στις αδυναμίες του· τον συγκρατεί από τις πτώσεις· τον προφυλάσσει από την έπαρσι και την αλαζονεία· τον οπλίζει με ελπίδα και αισιοδοξία σε κάθε δυσκολία και αδιέξοδο· τον κάνει σοφό και συνετό· και τέλος τον οδηγεί στην αιώνιο ζωή. Έχοντας όλα αυτά υπ’ όψιν ο ποιητής ομολογεί: «Ει μη ότι ο νόμος σου μελέτη μου εστί, τότε αν απωλόμην εν τη ταπεινώσει μου» (στίχ. 92). Αν δεν μελετούσα τον νόμο σου και δεν είχα υπ’ όψιν μου τις δυνατότητες που μου παρέχει, θα χανόμουν εντελώς μέσα στις θλίψεις και τις δυσκολίες που με ταπεινώνουν· τώρα όμως «ζήσεται η ψυχή μου και αινέσει σε, και τα κρίματά σου βοηθήσει μοι» (στίχ. 175).
γ.’ Ο νόμος του Θεού είναι παντοδύναμος. «Τα σύμπαντα δούλα σα», λέει ο ψαλμωδός (στίχ. 91). Τα πάντα υπακούουν στο πρόσταγμα του Θεού, όπως ο δούλος στα παραγγέλματα του κυρίου του. Αυτό βέβαια φαίνεται πρωτίστως στην παντοδύναμη θέλησι του Θεού, με την οποία εδημιούργησε και συντηρεί τον κόσμο· αναφέρεται όμως και στην τεράστια αναγεννητική και αναμορφωτική δύναμι του νόμου του Θεού. Όταν αποδεχθούμε και κρύψουμε στην καρδιά μας τον λόγο του Θεού, αυτός μας καθαρίζει από την αμαρτία και τα πάθη, νεκρώνει τον παλαιό άνθρωπο και κτίζει τον καινό και μας κάνει ικανούς να «περιπατήσωμεν εν καινότητι ζωής» (Ρωμ. ς’ 4).
δ’. Ο νόμος του Θεού είναι φως και οδηγός στη ζωή μας. «Λύχνος τοις ποσί μου ο νόμος σου και φως ταις τρίβοις μου» (στίχ. 105). Ο νόμος του Θεού είναι λυχνάρι που φωτίζει τον δρόμο μας, ώστε τα πόδια μας να μη σκοντάφτουν στα εμπόδια που θα συναντήσουν. Όποιος περπατά κάτω από το φως του θείου νόμου – λέει ο Μέγας Αθανάσιος – διανύει ορθά και χωρίς προσκόμματα την πορεία του βίου. Χωρίς το φως του θείου νόμου βαδίζουμε στο σκοτάδι της πλάνης και της αγνοίας ως προς τα πνευματικά θέματα, έστω κι αν έχουμε πλήθος κοσμικών γνώσεων. Ο λόγος του Θεού μάς φωτίζει, για να κατανοήσουμε τις υπερκόσμιες αλήθειες, να μάθουμε τον προορισμό μας, να ξεχωρίζουμε το σωστό από το λαθεμένο, να διακρίνουμε τις παγίδες του διαβόλου και να ξεφεύγουμε από αυτές. Ο νόμος του Θεού δίνει σοφία ανώτερη από κάθε ανθρώπινη σοφία και επιστήμη και πείρα και μας δείχνει τον δρόμο που οδηγεί στην αιώνιο ζωή. «Υπέρ πάντας τους εχθρούς μου εσόφισάς με την εντολήν σου, ότι εις τον αιώνα εμή εστιν. Υπέρ τους διδάσκοντάς με συνήκα, ότι τα μαρτύριά σου μελέτη μου εστίν. Υπέρ πρεσβυτέρους συνήκα, ότι τας εντολάς σου εξεζήτησα» (στίχ. 98-100).
ε’. Ο νόμος του Θεού είναι πλούτος. Όχι βέβαια πλούτος υλικός, αλλά πνευματικός και γι’ αυτό αιώνιος και αναφαίρετος. Τα υλικά πλούτη είναι χρήσιμα μόνο στην παρούσα ζωή, και όχι πάντοτε, και μας συνοδεύουν μόνο ως τον τάφο, όπου αναγκαζόμαστε να τα εγκαταλείψουμε όλα· ο πλούτος όμως της ευσεβείας και της αρετής που μας προσφέρει ο νόμος του Θεού, μας ακολουθεί και πέρα από τον τάφο και μας αξιώνει να σταθούμε με παρρησία μπροστά στον θρόνο του Θεού. Είναι λοιπόν ανώτερος και πολυτιμότερος από χρήματα, κτήματα, πολυτίμους λίθους και από κάθε πλούτο και θησαυρό. Γι’ αυτό λέει ο ποιητής: «Αγαθός μοι ο νόμος του στόματός σου υπέρ χιλιάδας χρυσίου και αργυρίου» (στίχ. 72). «Δια τούτο ηγάπησα τας εντολάς σου υπέρ χρυσίον και τοπάζιον» (στίχ. 127).
Από το βιβλίο: Πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Παπαγιάννη, ΑΝΘΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΩΝ ΨΑΛΜΩΝ. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 316.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53630
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Στάρετς Ζαχαρίας: Περί προσευχής
«Μετά που θα πη κανείς τις προσευχές με μεγάλη προσοχή, πρέπει να μείνη τουλάχιστον για λίγα λεπτά ήσυχος με τις σκέψεις και τα αισθήματά του, περιμένοντας μέσα στην καρδιά του μία πληροφορία η μία απάντηση. Αυτά τα τρία λεπτά θα σας διδάξουν πολλά. Πρώτα, τρία λεπτά, ύστερα πέντε και έπειτα θα δείτε εσείς πόσα χρειάζονται […]
«Μετά που θα πη κανείς τις προσευχές με μεγάλη προσοχή, πρέπει να μείνη τουλάχιστον για λίγα λεπτά ήσυχος με τις σκέψεις και τα αισθήματά του, περιμένοντας μέσα στην καρδιά του μία πληροφορία η μία απάντηση. Αυτά τα τρία λεπτά θα σας διδάξουν πολλά.
Πρώτα, τρία λεπτά, ύστερα πέντε και έπειτα θα δείτε εσείς πόσα χρειάζονται για τον καθένα σας.
Σας παρακαλώ να κάνετε αυτό και σας δίνω την ευλογία για χάρη του. Θα σας κάνη την προσευχή την αδιάλειπτο πιο έντονη, αλλά και θα φέρη την εκκοπή του θελήματός σας. Θα σας δώση δε και μία δίψα να αποκτήσετε το Άγιο Πνεύμα μέσα στις καρδιές σας».
Στάρετς Ζαχαρίας
«Μετά που θα πη κανείς τις προσευχές με μεγάλη προσοχή, πρέπει να μείνη τουλάχιστον για λίγα λεπτά ήσυχος με τις σκέψεις και τα αισθήματά του, περιμένοντας μέσα στην καρδιά του μία πληροφορία η μία απάντηση. Αυτά τα τρία λεπτά θα σας διδάξουν πολλά. Πρώτα, τρία λεπτά, ύστερα πέντε και έπειτα θα δείτε εσείς πόσα χρειάζονται […]
«Μετά που θα πη κανείς τις προσευχές με μεγάλη προσοχή, πρέπει να μείνη τουλάχιστον για λίγα λεπτά ήσυχος με τις σκέψεις και τα αισθήματά του, περιμένοντας μέσα στην καρδιά του μία πληροφορία η μία απάντηση. Αυτά τα τρία λεπτά θα σας διδάξουν πολλά.
Πρώτα, τρία λεπτά, ύστερα πέντε και έπειτα θα δείτε εσείς πόσα χρειάζονται για τον καθένα σας.
Σας παρακαλώ να κάνετε αυτό και σας δίνω την ευλογία για χάρη του. Θα σας κάνη την προσευχή την αδιάλειπτο πιο έντονη, αλλά και θα φέρη την εκκοπή του θελήματός σας. Θα σας δώση δε και μία δίψα να αποκτήσετε το Άγιο Πνεύμα μέσα στις καρδιές σας».
Στάρετς Ζαχαρίας
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53630
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Για τις δοκιμασίες της ζωής
Ο μεγάλος καθηγητής της ασκητικής ζωής άγιος Ισαάκ ο Σύρος, βαθύς γνωστής του θελήματος του Θεού και έμπειρος πρακτικός διδάσκαλος της ορθόδοξης Θεολογίας, διατύπωσε τούτο το απαύγασμα της προσωπικής του εμπειρίας: «Οι δοκιμασίες είναι η τιμή που δέχεται η ψυχή παρά της μεγαλειότητος του Θεού».
Στο βίο του αγίου Αμβροσίου, Επισκόπου Μεδιολάνων, αναφέρεται τούτο το περιστατικό:
Κάποτε, όταν ο άγιος βρισκόταν σε ποιμαντική περιοδεία στην επαρχία του, φιλοξενήθηκε με τη συνοδεία του στο αρχοντικό κάποιου επιφανούς χριστιανού. Συζητώντας μαζί του, ο άγιος πληροφορήθηκε από τον ίδιο ότι όλα γύρω από τη ζωή του κυλούσαν θαυμάσια, οι δουλειές του πήγαιναν υπέροχα, η υγεία όλων των μελών της οικογένειας του ποτέ δεν δοκιμάστηκε, ποτέ δεν αντιμετώπισε θλίψεις, δυσκολίες και προβλήματα. Τότε ο άγιος, απευθυνόμενος στη συνοδεία του, είπε: «Πάμε να φύγουμε απ’ εδώ αμέσως. Αυτό το σπίτι δεν το επισκέφτηκε ποτέ ο Θεός». Πραγματικά, μόλις ο άγιος αναχώρησε, το σπίτι εκείνο το κατάπιε η γη.
Το αδιάψευστο στόμα του Κυρίου μας προειδοποίησε ότι στον κόσμο αυτό θα έχουμε θλίψεις, πειρασμούς και δοκιμασίες. «Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε». Κι ακόμη μας κάλεσε, προκειμένου να τον ακολουθήσουμε, να σηκώσουμε σταυρό. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι».
Επισημαίνοντας τα πιο πάνω θέλω να πω ότι ο πόνος, οι θλίψεις και τα βάσανα, όσο και να μας είναι ανεπιθύμητα, είναι σύμφυτα στη ζωή κάθε χριστιανού και αποτελούν σταθερό συνοδοιπόρο σε κάθε μας βήμα. Από τότε που στη ζωή μας εισήλθε η αμαρτία, σαν παρεπόμενο αυτής εισήλθαν και όλα τα ανεπιθύμητα, με αποκορύφωμα το θάνατο. Γι’ αυτό και θάταν εντελώς εξωπραγματικό να ζητάμε να μην τύχουν στη δική μας ζωή κάτι τέτοια γεγονότα. Αντίθετα, σοφότερο θα ήταν να ζητάμε από το Θεό τη δύναμη να αντέχουμε και να ξεπερνούμε τα γεγονότα αυτά.
Οι θλίψεις, οι δοκιμασίες και τα βάσανα είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί ο Θεός για να ωριμάσει ο άνθρωπος. Όλα τα οδυνηρά που επιτρέπει στη ζωή μας ο Θεός είναι φάρμακα που θεραπεύουν την ασθενούσα φύση του ανθρώπου. Το καμίνι του πόνου, των δοκιμασιών και των θλίψεων είναι το εργαστήρι όπου ο Θεός κατεργάζεται την τελειοποίηση του χριστιανού. Αν το ψωμί που μπαίνει στο φούρνο είχε φωνή, θα διαμαρτυρόταν και θα έλεγε πως δεν αντέχει τη φωτιά του φούρνου. Όμως αυτό το ψήσιμο είναι που κάμνει το ψωμί κατάλληλο για βρώση. Αν δεν έμπαινε στο φούρνο θα γέμιζε σκουλήκια, θα ήταν άχρηστο. Τα φρούτα πάνω στα δέντρα, που τα ψήνει ο καλοκαιρινός ήλιος, αν είχαν στόμα θα διαμαρτύρονταν και θα έλεγαν πως δεν αντέχουν άλλο τις καφτερές ακτίνες του ήλιου. Με την ακτινοβολία, όμως, που δέχονται από τον ήλιο ωριμάζουν, αποκτούν άρωμα, χρώμα, γεύση και ουσία. Διαφορετικά θα ήταν άγευστα, ανούσια και άχρηστα.
Κατά τρόπο ανάλογο, στο καμίνι του πόνου ο άνθρωπος αποκτά ωριμότητα, ουσία, περιεχόμενο. Καθαίρεται από πάθη, ταπεινώνεται, μαθαίνει να συμπάσχει, αποκτά γνησιότητα και αυθεντικότητα. Όπως ακριβώς συμβαίνει με το χρυσάφι. Μετά που θα δοκιμαστεί και καθαρθεί στο χωνευτήρι, τότε αποβαίνει το πιο πολύτιμο μέταλλο.
Όσο πληθαίνουν οι δοκιμασίες, όσο κτυπιέται η ψυχή στο αμόνι του πόνου, τόσο εύθετη γίνεται για τη Βασιλεία των ουρανών και με ευφρόσυνο δειλινό χαμόγελο αναμένει το ολόλαμπρο πρωινό της Αναστάσεως που ορθρίζει πίσω από κάθε σταυρό.
Μη ξεχνούμε ότι και η Παναγία μας στην επίγεια ζωή της δοκίμασε το πιο πικρό ποτήρι, όπως ακριβώς της το προφήτεψε ο δίκαιος Συμεών, όταν δέχτηκε στην αγκαλιά του τον τεσσαρακονθήμερο Χριστό. Προορώντας ο Προφήτης τη Σταύρωση του Υιού και Θεού της, προανήγγειλλε στην Παναγία ότι δίστομη ρομφαία θα ξεσχίσει τη μητρική της καρδιά. Αυτή τη δίστομη ρομφαία που δοκίμασε η Παναγία μας, επέτρεψε ο Θεός και πολλοί άλλοι άγιοί του να την δοκιμάσουν. Γιατί η ρομφαία και ο σταυρός, ο πόνος και η οδύνη, είναι τα δώρα του Θεού προς τους εκλεκτούς του.
Από το βιβλίο: «Πρωτοπρεσβύτερος π. Ευέλθων Χαραλάμπους. Ο χαρισματικός και αναστάσιμος καλός ποιμένας και Σαμαρείτης της Εκκλησίας του Χριστού». Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 65.
Ο μεγάλος καθηγητής της ασκητικής ζωής άγιος Ισαάκ ο Σύρος, βαθύς γνωστής του θελήματος του Θεού και έμπειρος πρακτικός διδάσκαλος της ορθόδοξης Θεολογίας, διατύπωσε τούτο το απαύγασμα της προσωπικής του εμπειρίας: «Οι δοκιμασίες είναι η τιμή που δέχεται η ψυχή παρά της μεγαλειότητος του Θεού».
Στο βίο του αγίου Αμβροσίου, Επισκόπου Μεδιολάνων, αναφέρεται τούτο το περιστατικό:
Κάποτε, όταν ο άγιος βρισκόταν σε ποιμαντική περιοδεία στην επαρχία του, φιλοξενήθηκε με τη συνοδεία του στο αρχοντικό κάποιου επιφανούς χριστιανού. Συζητώντας μαζί του, ο άγιος πληροφορήθηκε από τον ίδιο ότι όλα γύρω από τη ζωή του κυλούσαν θαυμάσια, οι δουλειές του πήγαιναν υπέροχα, η υγεία όλων των μελών της οικογένειας του ποτέ δεν δοκιμάστηκε, ποτέ δεν αντιμετώπισε θλίψεις, δυσκολίες και προβλήματα. Τότε ο άγιος, απευθυνόμενος στη συνοδεία του, είπε: «Πάμε να φύγουμε απ’ εδώ αμέσως. Αυτό το σπίτι δεν το επισκέφτηκε ποτέ ο Θεός». Πραγματικά, μόλις ο άγιος αναχώρησε, το σπίτι εκείνο το κατάπιε η γη.
Το αδιάψευστο στόμα του Κυρίου μας προειδοποίησε ότι στον κόσμο αυτό θα έχουμε θλίψεις, πειρασμούς και δοκιμασίες. «Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε». Κι ακόμη μας κάλεσε, προκειμένου να τον ακολουθήσουμε, να σηκώσουμε σταυρό. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι».
Επισημαίνοντας τα πιο πάνω θέλω να πω ότι ο πόνος, οι θλίψεις και τα βάσανα, όσο και να μας είναι ανεπιθύμητα, είναι σύμφυτα στη ζωή κάθε χριστιανού και αποτελούν σταθερό συνοδοιπόρο σε κάθε μας βήμα. Από τότε που στη ζωή μας εισήλθε η αμαρτία, σαν παρεπόμενο αυτής εισήλθαν και όλα τα ανεπιθύμητα, με αποκορύφωμα το θάνατο. Γι’ αυτό και θάταν εντελώς εξωπραγματικό να ζητάμε να μην τύχουν στη δική μας ζωή κάτι τέτοια γεγονότα. Αντίθετα, σοφότερο θα ήταν να ζητάμε από το Θεό τη δύναμη να αντέχουμε και να ξεπερνούμε τα γεγονότα αυτά.
Οι θλίψεις, οι δοκιμασίες και τα βάσανα είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί ο Θεός για να ωριμάσει ο άνθρωπος. Όλα τα οδυνηρά που επιτρέπει στη ζωή μας ο Θεός είναι φάρμακα που θεραπεύουν την ασθενούσα φύση του ανθρώπου. Το καμίνι του πόνου, των δοκιμασιών και των θλίψεων είναι το εργαστήρι όπου ο Θεός κατεργάζεται την τελειοποίηση του χριστιανού. Αν το ψωμί που μπαίνει στο φούρνο είχε φωνή, θα διαμαρτυρόταν και θα έλεγε πως δεν αντέχει τη φωτιά του φούρνου. Όμως αυτό το ψήσιμο είναι που κάμνει το ψωμί κατάλληλο για βρώση. Αν δεν έμπαινε στο φούρνο θα γέμιζε σκουλήκια, θα ήταν άχρηστο. Τα φρούτα πάνω στα δέντρα, που τα ψήνει ο καλοκαιρινός ήλιος, αν είχαν στόμα θα διαμαρτύρονταν και θα έλεγαν πως δεν αντέχουν άλλο τις καφτερές ακτίνες του ήλιου. Με την ακτινοβολία, όμως, που δέχονται από τον ήλιο ωριμάζουν, αποκτούν άρωμα, χρώμα, γεύση και ουσία. Διαφορετικά θα ήταν άγευστα, ανούσια και άχρηστα.
Κατά τρόπο ανάλογο, στο καμίνι του πόνου ο άνθρωπος αποκτά ωριμότητα, ουσία, περιεχόμενο. Καθαίρεται από πάθη, ταπεινώνεται, μαθαίνει να συμπάσχει, αποκτά γνησιότητα και αυθεντικότητα. Όπως ακριβώς συμβαίνει με το χρυσάφι. Μετά που θα δοκιμαστεί και καθαρθεί στο χωνευτήρι, τότε αποβαίνει το πιο πολύτιμο μέταλλο.
Όσο πληθαίνουν οι δοκιμασίες, όσο κτυπιέται η ψυχή στο αμόνι του πόνου, τόσο εύθετη γίνεται για τη Βασιλεία των ουρανών και με ευφρόσυνο δειλινό χαμόγελο αναμένει το ολόλαμπρο πρωινό της Αναστάσεως που ορθρίζει πίσω από κάθε σταυρό.
Μη ξεχνούμε ότι και η Παναγία μας στην επίγεια ζωή της δοκίμασε το πιο πικρό ποτήρι, όπως ακριβώς της το προφήτεψε ο δίκαιος Συμεών, όταν δέχτηκε στην αγκαλιά του τον τεσσαρακονθήμερο Χριστό. Προορώντας ο Προφήτης τη Σταύρωση του Υιού και Θεού της, προανήγγειλλε στην Παναγία ότι δίστομη ρομφαία θα ξεσχίσει τη μητρική της καρδιά. Αυτή τη δίστομη ρομφαία που δοκίμασε η Παναγία μας, επέτρεψε ο Θεός και πολλοί άλλοι άγιοί του να την δοκιμάσουν. Γιατί η ρομφαία και ο σταυρός, ο πόνος και η οδύνη, είναι τα δώρα του Θεού προς τους εκλεκτούς του.
Από το βιβλίο: «Πρωτοπρεσβύτερος π. Ευέλθων Χαραλάμπους. Ο χαρισματικός και αναστάσιμος καλός ποιμένας και Σαμαρείτης της Εκκλησίας του Χριστού». Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 65.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53630
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Η Θεολογία στο μικροσκόπιο;
Παρατηρώ ότι το τελευταίο διάστημα μπαίνει η θεολογία στο μικροσκόπιο, σε σημείο να κάνουμε μοριακή θεολογία σε κάποια σημεία. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί γίνεται αυτό και που αποσκοπεί. Τα πράγματα είναι απλά, η πραγματική θεολογία εκτός από γνώση είναι εμπειρία Θεού και καλό είναι αν δεν έχουμε τέτοιες εμπειρίες να μην βάζουμε την πίστη στο μικροσκόπιο. Στην τελική όποιος δεν θέλει τον Χριστό και την Εκκλησία, ας μην ασχολείται… Είναι τόσο απλό.
Βλέπω σιγά σιγά να βγάζουμε ψυχιατρικά άρρωστους τους Αγίους που έβλεπαν το άκτιστο Φως του Θεού ή όποιον λέει συνέχεια την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με» να τον λέμε σχιζοφρενή. Αν ζούσαν οι Άγιοι Πορφύριος και Παϊσιος, κάποιοι θα ήθελαν να τους κλείσουμε στο ψυχιατρείο. Η πλάνη έχει φτάσει πλέον σε άλλα επίπεδα. Το χειρότερο είναι τα σχόλια από πολλές θεολογικές αναρτήσεις : «Ο Θεός είναι ΑΓΑΠΗ και μόνο ΑΓΑΠΗ», «Δεν ασχολείται με τα τάδε ο Θεός δεν τον ενδιαφέρουν», «Ο διάβολος είναι απλά κακές σκέψεις και τίποτε άλλο», «Να πιστεύεις με τον τρόπο σου και αυτό αρκεί, δεν χρειάζεται εξομολόγηση και πνευματικός». Και άλλα πολλά τέτοια πλανεμένα «μαργαριτάρια». Πλέον η λέξη αμαρτία είναι απαγορευτική. Αν την πεις πουθενά θα σε κοιτάξουν περίεργα. Δεν υπάρχει αμαρτία, λένε κάποιοι. Κάνε ότι σου αρέσει και σε κάνει να νιώθεις καλά χωρίς να ενοχλείς τον διπλανό σου και ο Θεός σε αγαπά χωρίς να σε κρίνει. Ένας Θεός λοιπόν διαφορετικός, ένα είδωλο που απλά κοιτάει και αγαπάει και μέχρι εκεί. Ιδιαίτερα για την προσευχή και τη νηστεία, εδώ γίνεται πανικός. Σου λένε κάποιοι: «Κάνω διατροφή οπότε για τον Θεό είναι το ίδιο» ή «Κάνω ελεημοσύνη οπότε τρώω ό,τι θέλω και είμαι με τον Θεό εντάξει». Ένας Θεός που δεν σχετίζεται με τον άνθρωπο και είναι απλά ένα υπερφυσικό αγαπουλίστικο ον. Μάλλον τα τροπάρια της Κυριακής της Απόκρεω θα πρέπει να τα αφαιρέσουμε, διότι πολλοί θα σκανδαλιστούν.
Πάμε να κρίνουμε και τις βουλές του Θεού. Γιατί εκείνο το κακό, γιατί αυτό το κακό σε μένα ή γιατί αυτό το καλό όχι σε μένα. Η απάντηση είναι μία : «Δεν γνωρίζουμε» συμπληρώνοντας όμως ότι ο Θεός ξέρει τι παραχωρεί και για ποιον λόγο ή πού παρεμβαίνει και πού αλλού σιωπά. Δεν έχουμε απάντηση σε όλα, εκτός αν κάποιος είναι Άγιος και έχει αυτό που λέμε «πληροφορία». «Ουκ εστίν αίτιος των κακών ο Θεός» (Μεγ. Βασίλειος) αλλά από την άλλη «Όπου Θεός δε βούλεται νικάται φύσεως τάξις» (Υμνος από τον όρθρο των Χριστουγέννων). Πάμε να βάλουμε τη δική μας λογική στη λογική του Θεού και να το παίξουμε έξυπνοι και ωραίοι, οπότε μάλλον κολυμπάμε στα θολωμένα νερά της πλάνης.
Πλέον έχουμε και μια νέα Θεολογία, ένα νέο φυντάνι. Θεολογία με μίξη ψυχολογίας, κοινωνιολογίας, φιλοσοφίας, που όλα αυτά έχουν μια κοινή βάση: «Δεν τρέχει και τίποτα ό,τι και να κάνεις, αφού ο Θεούλης σε αγαπά». Πού είναι άραγε η δικαιοσύνη του Θεού;
Πάμε να φτιάξουμε νέο τρόπο Αγιότητας σύμφωνα με τα δικά μας δεδομένα. Χωρίς κόπο, άσκηση, και δυσκολία. Φράσεις όπως κρίση, διάβολος, αμαρτία, προσευχή, νηστεία, πλέον θέλουμε να τις αλλάξουμε. Δεν είναι κακό να μεταφέρουμε τις αγιοπατερικές εμπειρίες στα σημερινά ποιμαντικά δεδομένα, αλλά ο τρόπος είναι και παραμένει ο ίδιος. Κανένας δεν αγίασε από τον καναπέ χωρίς κόπο και αγώνα.
Καλό αγώνα και καλή δύναμη, συγγνώμη αν σκανδάλισα κάποιους.
π.Σπυρίδων Σκουτής – euxh .gr
Παρατηρώ ότι το τελευταίο διάστημα μπαίνει η θεολογία στο μικροσκόπιο, σε σημείο να κάνουμε μοριακή θεολογία σε κάποια σημεία. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί γίνεται αυτό και που αποσκοπεί. Τα πράγματα είναι απλά, η πραγματική θεολογία εκτός από γνώση είναι εμπειρία Θεού και καλό είναι αν δεν έχουμε τέτοιες εμπειρίες να μην βάζουμε την πίστη στο μικροσκόπιο. Στην τελική όποιος δεν θέλει τον Χριστό και την Εκκλησία, ας μην ασχολείται… Είναι τόσο απλό.
Βλέπω σιγά σιγά να βγάζουμε ψυχιατρικά άρρωστους τους Αγίους που έβλεπαν το άκτιστο Φως του Θεού ή όποιον λέει συνέχεια την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με» να τον λέμε σχιζοφρενή. Αν ζούσαν οι Άγιοι Πορφύριος και Παϊσιος, κάποιοι θα ήθελαν να τους κλείσουμε στο ψυχιατρείο. Η πλάνη έχει φτάσει πλέον σε άλλα επίπεδα. Το χειρότερο είναι τα σχόλια από πολλές θεολογικές αναρτήσεις : «Ο Θεός είναι ΑΓΑΠΗ και μόνο ΑΓΑΠΗ», «Δεν ασχολείται με τα τάδε ο Θεός δεν τον ενδιαφέρουν», «Ο διάβολος είναι απλά κακές σκέψεις και τίποτε άλλο», «Να πιστεύεις με τον τρόπο σου και αυτό αρκεί, δεν χρειάζεται εξομολόγηση και πνευματικός». Και άλλα πολλά τέτοια πλανεμένα «μαργαριτάρια». Πλέον η λέξη αμαρτία είναι απαγορευτική. Αν την πεις πουθενά θα σε κοιτάξουν περίεργα. Δεν υπάρχει αμαρτία, λένε κάποιοι. Κάνε ότι σου αρέσει και σε κάνει να νιώθεις καλά χωρίς να ενοχλείς τον διπλανό σου και ο Θεός σε αγαπά χωρίς να σε κρίνει. Ένας Θεός λοιπόν διαφορετικός, ένα είδωλο που απλά κοιτάει και αγαπάει και μέχρι εκεί. Ιδιαίτερα για την προσευχή και τη νηστεία, εδώ γίνεται πανικός. Σου λένε κάποιοι: «Κάνω διατροφή οπότε για τον Θεό είναι το ίδιο» ή «Κάνω ελεημοσύνη οπότε τρώω ό,τι θέλω και είμαι με τον Θεό εντάξει». Ένας Θεός που δεν σχετίζεται με τον άνθρωπο και είναι απλά ένα υπερφυσικό αγαπουλίστικο ον. Μάλλον τα τροπάρια της Κυριακής της Απόκρεω θα πρέπει να τα αφαιρέσουμε, διότι πολλοί θα σκανδαλιστούν.
Πάμε να κρίνουμε και τις βουλές του Θεού. Γιατί εκείνο το κακό, γιατί αυτό το κακό σε μένα ή γιατί αυτό το καλό όχι σε μένα. Η απάντηση είναι μία : «Δεν γνωρίζουμε» συμπληρώνοντας όμως ότι ο Θεός ξέρει τι παραχωρεί και για ποιον λόγο ή πού παρεμβαίνει και πού αλλού σιωπά. Δεν έχουμε απάντηση σε όλα, εκτός αν κάποιος είναι Άγιος και έχει αυτό που λέμε «πληροφορία». «Ουκ εστίν αίτιος των κακών ο Θεός» (Μεγ. Βασίλειος) αλλά από την άλλη «Όπου Θεός δε βούλεται νικάται φύσεως τάξις» (Υμνος από τον όρθρο των Χριστουγέννων). Πάμε να βάλουμε τη δική μας λογική στη λογική του Θεού και να το παίξουμε έξυπνοι και ωραίοι, οπότε μάλλον κολυμπάμε στα θολωμένα νερά της πλάνης.
Πλέον έχουμε και μια νέα Θεολογία, ένα νέο φυντάνι. Θεολογία με μίξη ψυχολογίας, κοινωνιολογίας, φιλοσοφίας, που όλα αυτά έχουν μια κοινή βάση: «Δεν τρέχει και τίποτα ό,τι και να κάνεις, αφού ο Θεούλης σε αγαπά». Πού είναι άραγε η δικαιοσύνη του Θεού;
Πάμε να φτιάξουμε νέο τρόπο Αγιότητας σύμφωνα με τα δικά μας δεδομένα. Χωρίς κόπο, άσκηση, και δυσκολία. Φράσεις όπως κρίση, διάβολος, αμαρτία, προσευχή, νηστεία, πλέον θέλουμε να τις αλλάξουμε. Δεν είναι κακό να μεταφέρουμε τις αγιοπατερικές εμπειρίες στα σημερινά ποιμαντικά δεδομένα, αλλά ο τρόπος είναι και παραμένει ο ίδιος. Κανένας δεν αγίασε από τον καναπέ χωρίς κόπο και αγώνα.
Καλό αγώνα και καλή δύναμη, συγγνώμη αν σκανδάλισα κάποιους.
π.Σπυρίδων Σκουτής – euxh .gr
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53630
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Κυριακή ΙΕ’ Λουκά του Ζακχαίου
Στη συγκεκριμένη ευαγγελική περικοπή βλέπουμε τον Ιησού να περνά από την Ιεριχώ κατά την πορεία του προς τα Ιεροσόλυμα. Στην Ιεριχώ, που ήταν σημαντική πόλη για το εμπόριο, έλαβε χώρα και η συνάντησή του Ιησού με το Ζακχαίο ο οποίος ήταν αρχιτελώνης του Γραφείου ελέγχου και επιβολής της φορολογίας επί των εξαγωγίμων εμπορευμάτων. Η θέση του αυτή τον βοήθησε να αποκτήσει χρήματα αλλά ταυτόχρονα να μην τον συμπαθούν και οι φορολογούμενοι. Ο τελώνης ήταν ο χειρότερος άνθρωπος στη συνείδηση Ιουδαίων της εποχής εκείνης.
Όταν ο Ιησούς Χριστός έφτασε στην Ιεριχώ πλήθος κόσμου από όλα τα στρώματα της κοινωνίας μαζεύτηκε για να το δει. Έτσι και ο Ζακχαίος θέλησε να συναντήσει τον Ιησού ίσως γιατί πληροφορήθηκε ότι ο Κύριος δεν υποτιμούσε κανένα και αγκάλιαζε όλους τους ανθρώπους. Λόγω όμως του ότι ο Ζακχαίος ήταν μικρόσωμος και μαζεύτηκε και τόσος πολύς κόσμος δεν μπορούσε να δει τον Ιησού και χωρίς να σκεφτεί ούτε την κοινωνική του θέση ούτε την προσωπική του αξιοπρέπεια σκαρφάλωσε σε μια συκομοριά που βρισκόταν εκεί. Τον έκαιγε μέσα του η επιθυμία να δει «τον Ιησούν τις εστί». Αγνόησε λοιπόν τα σχόλια των άλλων και έτσι όχι μόνο αξιώθηκε να δει τον Ιησού αλλά απέκτησε και προσωπική εμπειρία της πραγματικότητας, ότι ο Κύριος δέχεται όλους τους ανθρώπους, ότι ο Κύριος δέχεται τους Τελώνες και τους αμαρτωλούς στη Βασιλεία του Θεού. «Ζακχαίε, σπεύσας κατάβηθι. Σήμερον γαρ εν τω οίκω σου δει με μείναι». Όχι μόνο απευθύνθηκε στο Ζακχαίο ο Κύριος αλλά του είπε ότι θα πάει και στο σπίτι του για να καταλύσει. Ήταν μια επίθεση αγάπης του Κυρίου προς το Ζακχαίο, τον οποίο καλεί με το όνομα του.
Οι θρησκευτικοί άρχοντες του Ισραήλ αποστρέφονταν το Ζακχαίο, τον κρατούσαν σε απόσταση, τον θεωρούσαν άδικο, μολυσμένο, αμαρτωλό. Αντίθετα με αυτούς ο Ιησούς απευθύνεται στο Ζακχαίο και όπως είδαμε και πιο πάνω του λέει ότι θα πάει και στο σπίτι του. Όπως ήταν φυσικό αυτό προκάλεσε την αντίδραση όσων ήταν με τον Ιησού και τον κατέκριναν, ότι «παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθε καταλύσαι».
Ο Ιησούς Χριστός δεν κρίνει τους ανθρώπους σύμφωνα με την καταγωγή τους ή τη μέχρι εκείνη τη στιγμή ζωή και συμπεριφορά τους όπως έκαναν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι. Ο Κύριος βλέπει βαθύτερα στην ψυχή των ανθρώπων, δεν έκρινε το Ζακχαίο σύμφωνα με τις αδικίες που είχε διαπράξει μέχρι εκείνη τη στιγμή αλλά του έδωσε την ευκαιρία να επανορθώσει. Δεσμεύεται λοιπόν ο Ζακχαίος ενώπιον του Ιησού και μοιράζει το μισό της περιουσίας του στους πτωχούς και σε όσους αδίκησε κατά την άσκηση του επαγγέλματός του με την επιβολή δυσβάστακτων φόρων, τους το ανταποδίδει στο τετραπλάσιο. Αν ο Κύριος συμπεριφερόταν προς το Ζακχαίο όπως συμπεριφέρονταν οι υπόλοιποι, δε θα είχε την ευκαιρία ο άνθρωπος αυτός να επανορθώσει. Δεν είδαμε το Ζακχαίο να μοιράζει την περιουσία του όταν τον έλεγαν άδικο αλλά όταν ο Ιησούς του είπε ότι θα πάει στο σπίτι του.
Με την πράξη του αυτή ο Ζακχαίος έχει τη βεβαίωση από τον Κύριο «σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο, καθότι και αυτός υιός Αβραάμ εστίν. Ήλθε γαρ ο υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός». Η αμοιβή του ήταν το ίδιο άμεση με την απόφασή του να επανορθώσει για τις αδικίες που έκανε. Όπως εκείνος χωρίς αναβολή για το αύριο, μοίρασε αμέσως το μισό της περιουσίας του και αποκατέστησε τις φορολογικές του αδικίες στο τετραπλάσιο το ίδιο και ο Ιησούς Χριστός τον βεβαιώνει ότι του παρέχεται η χάρη της σωτηρίας. Επίσης με αυτό του το λόγο ο Κύριος ήθελε να καταλάβουν όλοι ότι δεν υπάρχει μονοπώλιο στη χάρη του Θεού, όπως ήθελαν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, δεν ήρθε για να εγκαταστήσει μια τάξη ευνοούμενων αλλά να αναζητήσει και να σώσει τους αμαρτωλούς. Όπως οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι ήταν απόγονοι του Αβραάμ, το ίδιο και ο Ζακχαίος μπορούσε να διεκδικήσει τη σωτηρία γιατί και αυτός ήταν απόγονος του Αβραάμ.
Οι άνθρωποι πνιγόμαστε μέσα στις φροντίδες. Προσπαθούμε εναγωνίως να αυξήσουμε τα αγαθά μας και να βελτιώσουμε τις συνθήκες της ζωής μας. Μέσα σε όλες αυτές τις φροντίδες λησμονούμε την πνευματική μας καλλιέργεια. Με όλο το καθημερινό τρέξιμο αφήνουμε τελευταία μας έννοια τη φροντίδα της ψυχής μας. Ο Ιησούς Χριστός όμως είναι συνέχεια εκεί και μας περιμένει να φιλοξενηθεί στις καρδιές μας όπως φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Ζακχαίου. Όσα λάθη και όσες αδικίες έχουμε κάνει ο Κύριος μπορεί να μας προσφέρει το μεγάλο θησαυρό της πίστεως και της σωτηρίας, αρκεί να δεχτούμε την πρόσκληση να τον φιλοξενήσουμε όπως ο Ζακχαίος στο ναό της καρδιάς μας.
Στη συγκεκριμένη ευαγγελική περικοπή βλέπουμε τον Ιησού να περνά από την Ιεριχώ κατά την πορεία του προς τα Ιεροσόλυμα. Στην Ιεριχώ, που ήταν σημαντική πόλη για το εμπόριο, έλαβε χώρα και η συνάντησή του Ιησού με το Ζακχαίο ο οποίος ήταν αρχιτελώνης του Γραφείου ελέγχου και επιβολής της φορολογίας επί των εξαγωγίμων εμπορευμάτων. Η θέση του αυτή τον βοήθησε να αποκτήσει χρήματα αλλά ταυτόχρονα να μην τον συμπαθούν και οι φορολογούμενοι. Ο τελώνης ήταν ο χειρότερος άνθρωπος στη συνείδηση Ιουδαίων της εποχής εκείνης.
Όταν ο Ιησούς Χριστός έφτασε στην Ιεριχώ πλήθος κόσμου από όλα τα στρώματα της κοινωνίας μαζεύτηκε για να το δει. Έτσι και ο Ζακχαίος θέλησε να συναντήσει τον Ιησού ίσως γιατί πληροφορήθηκε ότι ο Κύριος δεν υποτιμούσε κανένα και αγκάλιαζε όλους τους ανθρώπους. Λόγω όμως του ότι ο Ζακχαίος ήταν μικρόσωμος και μαζεύτηκε και τόσος πολύς κόσμος δεν μπορούσε να δει τον Ιησού και χωρίς να σκεφτεί ούτε την κοινωνική του θέση ούτε την προσωπική του αξιοπρέπεια σκαρφάλωσε σε μια συκομοριά που βρισκόταν εκεί. Τον έκαιγε μέσα του η επιθυμία να δει «τον Ιησούν τις εστί». Αγνόησε λοιπόν τα σχόλια των άλλων και έτσι όχι μόνο αξιώθηκε να δει τον Ιησού αλλά απέκτησε και προσωπική εμπειρία της πραγματικότητας, ότι ο Κύριος δέχεται όλους τους ανθρώπους, ότι ο Κύριος δέχεται τους Τελώνες και τους αμαρτωλούς στη Βασιλεία του Θεού. «Ζακχαίε, σπεύσας κατάβηθι. Σήμερον γαρ εν τω οίκω σου δει με μείναι». Όχι μόνο απευθύνθηκε στο Ζακχαίο ο Κύριος αλλά του είπε ότι θα πάει και στο σπίτι του για να καταλύσει. Ήταν μια επίθεση αγάπης του Κυρίου προς το Ζακχαίο, τον οποίο καλεί με το όνομα του.
Οι θρησκευτικοί άρχοντες του Ισραήλ αποστρέφονταν το Ζακχαίο, τον κρατούσαν σε απόσταση, τον θεωρούσαν άδικο, μολυσμένο, αμαρτωλό. Αντίθετα με αυτούς ο Ιησούς απευθύνεται στο Ζακχαίο και όπως είδαμε και πιο πάνω του λέει ότι θα πάει και στο σπίτι του. Όπως ήταν φυσικό αυτό προκάλεσε την αντίδραση όσων ήταν με τον Ιησού και τον κατέκριναν, ότι «παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθε καταλύσαι».
Ο Ιησούς Χριστός δεν κρίνει τους ανθρώπους σύμφωνα με την καταγωγή τους ή τη μέχρι εκείνη τη στιγμή ζωή και συμπεριφορά τους όπως έκαναν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι. Ο Κύριος βλέπει βαθύτερα στην ψυχή των ανθρώπων, δεν έκρινε το Ζακχαίο σύμφωνα με τις αδικίες που είχε διαπράξει μέχρι εκείνη τη στιγμή αλλά του έδωσε την ευκαιρία να επανορθώσει. Δεσμεύεται λοιπόν ο Ζακχαίος ενώπιον του Ιησού και μοιράζει το μισό της περιουσίας του στους πτωχούς και σε όσους αδίκησε κατά την άσκηση του επαγγέλματός του με την επιβολή δυσβάστακτων φόρων, τους το ανταποδίδει στο τετραπλάσιο. Αν ο Κύριος συμπεριφερόταν προς το Ζακχαίο όπως συμπεριφέρονταν οι υπόλοιποι, δε θα είχε την ευκαιρία ο άνθρωπος αυτός να επανορθώσει. Δεν είδαμε το Ζακχαίο να μοιράζει την περιουσία του όταν τον έλεγαν άδικο αλλά όταν ο Ιησούς του είπε ότι θα πάει στο σπίτι του.
Με την πράξη του αυτή ο Ζακχαίος έχει τη βεβαίωση από τον Κύριο «σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο, καθότι και αυτός υιός Αβραάμ εστίν. Ήλθε γαρ ο υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός». Η αμοιβή του ήταν το ίδιο άμεση με την απόφασή του να επανορθώσει για τις αδικίες που έκανε. Όπως εκείνος χωρίς αναβολή για το αύριο, μοίρασε αμέσως το μισό της περιουσίας του και αποκατέστησε τις φορολογικές του αδικίες στο τετραπλάσιο το ίδιο και ο Ιησούς Χριστός τον βεβαιώνει ότι του παρέχεται η χάρη της σωτηρίας. Επίσης με αυτό του το λόγο ο Κύριος ήθελε να καταλάβουν όλοι ότι δεν υπάρχει μονοπώλιο στη χάρη του Θεού, όπως ήθελαν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, δεν ήρθε για να εγκαταστήσει μια τάξη ευνοούμενων αλλά να αναζητήσει και να σώσει τους αμαρτωλούς. Όπως οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι ήταν απόγονοι του Αβραάμ, το ίδιο και ο Ζακχαίος μπορούσε να διεκδικήσει τη σωτηρία γιατί και αυτός ήταν απόγονος του Αβραάμ.
Οι άνθρωποι πνιγόμαστε μέσα στις φροντίδες. Προσπαθούμε εναγωνίως να αυξήσουμε τα αγαθά μας και να βελτιώσουμε τις συνθήκες της ζωής μας. Μέσα σε όλες αυτές τις φροντίδες λησμονούμε την πνευματική μας καλλιέργεια. Με όλο το καθημερινό τρέξιμο αφήνουμε τελευταία μας έννοια τη φροντίδα της ψυχής μας. Ο Ιησούς Χριστός όμως είναι συνέχεια εκεί και μας περιμένει να φιλοξενηθεί στις καρδιές μας όπως φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Ζακχαίου. Όσα λάθη και όσες αδικίες έχουμε κάνει ο Κύριος μπορεί να μας προσφέρει το μεγάλο θησαυρό της πίστεως και της σωτηρίας, αρκεί να δεχτούμε την πρόσκληση να τον φιλοξενήσουμε όπως ο Ζακχαίος στο ναό της καρδιάς μας.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53630
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Η μετάνοια του Ζακχαίου - Κυριακή ΙΕ' Λουκά
Ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους συγγραφεῖς στόν κόσμο εἶναι ὁ Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι. Ρῶσσος, ὀρθόδοξος χριστιανός. Θά μπορούσαμε νά ποῦμε, ὅτι μετέφερε στά βιβλία του περίπου ὅλη τήν ὀρθόδοξη πίστη, γιατί πόνεσε πολύ γιά τήν ἀπόκτησή της.
Ἔζησε τόν περασμένο αἰώνα. Στήν ἀρχή ἦταν ἄθεος καί καταφρονητής τῶν πάντων. Ἔπεσε σέ πολλά λάθη. Κάποια φορά τόν ἔπιασαν καί τόν ἔκλεισαν στή φυλακή. Ἐκεῖ, ὁ Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι ἔμαθε νά διαβάζει τό Εὐαγγέλιο. Καί κατάλαβε τί διαφορά ὑπάρχει ἀνάμεσα στά βιβλία τῆς ἀθεῒας ἤ τῆς ψευτοφιλοσοφίας τῶν ἀνθρώπων καί εἰς τήν σοφίαν τήν ἄνωθεν. Τήν σοφία τοῦ Θεοῦ. Καί ἀπό τότε ἔγινε βαθύς καί συνειδητός χριστιανός.
Σ’ ἕνα βιβλίο του λοιπόν, «Ἔγκλημα καί τιμωρία», μιλάει γιά ἕνα φτωχαδάκι, ἕνα ταλαίπωρο ἄνθρωπο πού εἶχε καταντήσει νά ἔχει μοναδική του χαρά καί ἀπόλαυση, στή ζωή –ἐπειδή ἦταν ἐσωτερικά κούφιος- μόνο τό κρασί.
Κάποια φορά αὐτός ὁ μέθυσος, ὁ Μαρμελάντωφ, ἦλθε σέ πνευματική κατάνυξη καί εἶπε τά ἑξῆς λόγια: (τοῦ Ντοστογιέφσκι λόγια φυσικά): «Θά ἔπρεπε κάθε ἄνθρωπος, κάπου νά μπορεῖ νά ἀκουμπήσει. (Τό ἔλεγε μέ πόνο, γιατί αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ὁ Μαρμελάντωφ, δέν εἶχε νά ἀκουμπήσει πουθενά). Ἀλλά θά ρθεῖ καιρός πού κάθε ἕνας, κάπου θά μπορέσει νά ἀκουμπήσει τό κεφάλι του. Ἔτσι ἔπρεπε νά εἶναι καί τώρα. Ἔπρεπε καί τώρα, κάθε ἄνθρωπος κάπου νά μποροῦσε νά ἀκουμπάει, κάπου νά βρίσκει λίγη συμπόνια καί παρηγοριά».
Καί συνεχίζει: «Συμπόνια σέ μᾶς, θά δείξει Ἐκεῖνος πού ἔχει γιά ὅλους συμπόνια. Ἐκεῖνος πού θά μᾶς κρίνει ὅλους καί τούς καλούς καί τούς κακούς. Καί ὅταν πιά θά ἔχει τελειώσει μέ ὅλους τούς ἄλλους, θά ἀσχοληθεῖ καί μέ μᾶς. Θά μᾶς πεῖ: «Ἐλᾶτε καί σεῖς πτωχά μου πλασματάκια». Τότε ἐμεῖς θά πάρομε τόν δρόμο πρός τό μέρος του. Νά πᾶμε κοντά του χωρίς ντροπή.
Ἀλλά τότε θά ξεσηκωθοῦν οἱ σοφοί καί οἱ συνετοί καί οἱ καλοί ἄνθρωποι τοῦ κόσμου τούτου καί θά φωνάξουν:
-Κύριε, τί τούς θέλεις αὐτούς; Ἄφησέ τους.
Μά ὁ Χριστός δέν θά μᾶς ἀφήσει. Θά τούς πεῖ:
-Ναί, σοφοί καί συνετοί, ναί, καλοί ἄνθρωποι τοῦ κόσμου. Θά τούς πάρω καί αὐτούς κοντά μου. Γιατί εἶναι δικοί μου. Πλάσματά μου. Καί ποτέ, κανένας τους, δέν εἶχε τόν ἑαυτό του γιά τίποτε.
Θά ἁπλώσει τά χέρια του σέ μᾶς, νά μᾶς δεχθεῖ.
Καί θά μᾶς ξαναπεῖ:
-Ἐλᾶτε παιδιά μου. Ἐλᾶτε. Καί ἐμεῖς θά πέσομε κάτω καί θά τόν προσκυνήσομε. Ἡ καρδιά μας, θά γεμίσει τότε μέ χαρά καί μέ φῶς».
Μπορῶ νά ἐλπίζω;
Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας διαβάζει ἕνα κομμάτι ἀπό τό Εὐαγγέλιο,πού μιλάει γιά ἕνα πάμπλουτο ἄνθρωπο μέ μεγάλο κοινωνικό ἀξίωμα, τόν Ζακχαῖο. Ἦταν διευθυντής τῆς Ἐφορίας. Τότε ὅλα αὐτά τά ἀξιώματα, εἶχαν ἀσυδοσία. Ἄν σήμερα μιλᾶμε γιά διαπλοκή, τότε ἦταν πού ἦταν τό κακό, γιατί κανένας δέν μποροῦσε νά ἐλέγξει κανέναν. Καί οἱ μεγάλοι ἀξιωματοῦχοι ἔκαναν τερατώδεις ἀδικίες.
Ἕνας πάμπλουτος μέ μεγάλο ἀξίωμα, πού τόν σέβονται καί τόν φοβοῦνται καί μπορεῖ νά κάνει ὅτι θέλει, τί σχέση ἔχει μέ τό φτωχαδάκι τοῦ Ντοστογιέφσκι; Πού ὄχι μόνο δέν εἶχε νά φάει ἀλλά καί ἦταν ἐσωτερικά κούφιος; Χωρίς περιεχόμενο;
Γιατί τό θυμηθήκαμε;
Γιατί ὁ Ζακχαῖος, πάμπλουτος καί ἰσχυρός καί ὁ Μαρμελάντωφ –φτωχός καί μέθυσος- εἶχαν ἕνα κοινό σημεῖο. Ἔψαχναν καί οἱ δυό νά βροῦν μιά ἀκρούλα στόν οὐρανό. Ἔψαχναν νά βροῦν ἕνα μικρό κομματάκι στόν οὐρανό. Γιά νά αἰσθανθοῦν λίγο ἀλλιώτικα ἀπό τήν κατάσταση πού ζοῦσαν.
Ὁ ἕνας ἀπό τήν φτώχεια καί τήν ταλαιπωρία.
Ὁ ἄλλος ἀπό τό ὅτι τά εἶχε ὅλα, ἀλλά μέ ἕνα τρόπο πού τοῦ πλάκωνε τήν συνείδηση. Καί τόν ἔκανε, νά μήν μπορεῖ νά αἰσθάνεται χαρά καί εἰρήνη.
Ἕνα κομματάκι γῆς πατᾶμε ἐδῶ, μά θά θέλαμε νά πατήσομε ἕνα κομματάκι στόν οὐρανό, νά βροῦμε ἕνα κομματάκι ἐλπίδα ὅτι αὐτά τά πράγματα πού κάνουν μαύρη τή ζωή μας, κάπως θά ἀλλάξουν.
Ἔμαθε ὁ Ζακχαῖος ὅτι περνοῦσε ὁ Χριστός ἀπό τήν Ἱεριχώ, ὅπου ζοῦσε καί ἔτρεξε νά τόν δεῖ. Γιατί; Γιά νά καταλάβει ἀπό τό παρουσιαστικό του, ἄν μπορεῖ νά ἐλπίζει ὅτι θά τόν ὁδηγήσει αὐτός ὁ διδάσκαλος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, νά βρεῖ ἕνα κομματάκι ὄχι στή γῆ, ἀλλά στόν οὐρανό.
Μά ἦταν κοντός καί φοβήθηκε ὅτι δέν θά μπορέσει νά τόν δεῖ. Ἀνέβηκε λοιπόν πάνω σέ μιά συκομουριά, ἕνα δένδρο στό δρόμο καί τέντωσε τά μάτια του νά δεῖ τόν Χριστό. Νά λύσει τό αἴνιγμά του:
-Μπορῶ νά ἐλπίζω; Μπορῶ νά ἔχω ἀπό αὐτόν ὠφέλεια; Μπορεῖ νά μοῦ προσφέρει κάτι διαφορετικό ἀπό αὐτά μέ τά ὁποῖα ἔχω γεμίσει τίς τσέπες μου καί τίς τράπεζές μου;
Καί τί ἔγινε τότε;
Πέρασε ὁ Χριστός ἀπό κάτω καί πρίν προλάβει ὁ Ζακχαῖος νά τόν δεῖ, τόν εἶδε ὁ Χριστός ὁ παντογνώστης καί τοῦ εἶπε:
-Ζακχαῖε κατέβα. Σήμερα θά μείνω στό σπίτι σου. Κατέβηκε ὁ Ζακχαῖος καί τόν ὑποδέχθηκε γεμάτος χαρά. Καί μαζεύτηκαν γύρω του ἕνα σωρό ἄλλοι ἄνθρωποι, ἴδιο συνάφι. Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς τούς ἀνθρώπους, τοῦ χρήματος, τῆς καταφρόνησης, τῆς ἀσυνειδησίας, τῆς ἀθεΐας, πού πίστευαν ὅτι ἀξία ἡ ζωή ἔχει μόνο ὅταν ἔχεις, τρῶς, πίνεις καί γλεντᾶς, ἀνάμεσα σ’ αὐτούς, στάθηκε ὁ Ζακχαῖος καί εἶπε στόν Χριστό: -Κύριε, τά ἡμίσυ τῶν ὑπαρχόντων μοι, δίδωμι πτωχοῖς.
Ἀπό αὐτά πού ἀπόκτησα, τά μισά τά δίνω στούς φτωχούς.
Καί ἀπό τά ἄλλα μισά, ὅποιον συκοφάντησα, ὅποιον τόν ἀδίκησα, θά ρθεῖ ἐδῶ καί θά τοῦ δώσω τετραπλάσια.
Ἀκούοντας τά λόγια αὐτά ὁ Χριστός εἶπε: «Σήμερον, σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο καθότι καί αὐτός υἱός Ἀβραάμ ἐστι». Σήμερα ἦρθε ἡ σωτηρία σ’ αὐτό τό σπίτι. Εἶναι υἱός τοῦ Ἀβραάμ ὁ Ζακχαῖος. Καί ἐγώ ἦλθα νά τά μαζέψω τά παιδιά τοῦ Ἀβραάμ.
Ἐκεῖνα πού θέλουν νά ρθοῦνε κοντά μου.
Μή μένομε στήν ρηχότητα τῶν σκέψεών μας
Αὐτή εἶναι μέ ἁπλά λόγια ἡ ἱστορία τοῦ Ζακχαίου. Μπορεῖ κανείς νά τήν περάσει εὔκολα. Χωρίς νά κάνει κάποια βαθύτερη σκέψη· καί νά πεῖ:
-Ἔ, τί ὄμορφο περιστατικό… Μέσα στή ζωή τοῦ Χριστοῦ, νά μετανοιώσει καί ἕνας τέτοιος πλούσιος.
Ἀλλά ἄς μποῦμε στό βάθος τῶν πραγμάτων, γιά νά σπρώξομε λίγο τόν ἑαυτό μας, ἀπό τήν ρηχότητα σκέψεων, συναισθημάτων καί ἀποφάσεων στά πιό βαθειά. Γιά νά πάρομε κάτι τό οὐσιωδέστερο ἀπό τόν Χριστό. Πού συμβαίνει νά τόν συναντᾶμε, χωρίς νά ὠφελούμεθα ἀπό τόν λόγο του. Νά τόν ἀκοῦμε χωρίς νά τόν κατανοοῦμε.
Τί σημαίνει τό: «Σήμερον, σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο;»
Ὁ σωτήρας Χριστός, ἔμπαινε σέ πολλά σπίτια, πού δέν κράταγαν ἀπολύτως τίποτε ἀπό ὅσα ἔβλεπαν καί ἄκουγαν ἀπό αὐτόν. Ὅταν ὅμως μπῆκε στό σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ὁ Ζακχαῖος δέν τόν ἔβαλε στήν πολυθρόνα, ἀλλά στήν καρδιά του.
Μπαίνοτας ὁ Χριστός στό σπίτι τοῦ Ζακχαίου κατέβηκε ὁ οὐρανός, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, μέσα στήν καρδιά τοῦ Ζακχαίου. Ἀπό ποῦ τό καταλαβαίνομε;
Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος, σέ ὅλη του τή ζωή κυνηγάει τό χρῆμα, τήν καλοπέραση καί πιστεύει ὅτι ἡ χαρά καί ἡ εὐτυχία εἶναι ἐδῶ σέ αὐτό τόν κόσμο, τό φρόνημα αὐτό τοῦ γίνεται δευτέρα φύση. Τοῦ γίνεται ἡ «καρδιά» του, ἡ νοοτροπία του, τά συναισθήματά του, ἡ χαρά του.
Καί ὅλα αὐτά, δέν φεύγουν εὔκολα.
Γι’ αὐτό βλέπομε ἀνθρώπους, στήν παραμονή τοῦ θανάτου τους, νά τό ξέρουν ὅτι φεύγουν καί νά μήν ἀλλάζουν σέ τίποτε. Γιατί; Γιατί ἔχει μολυνθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἡ σκέψη καί ἡ καρδιά καί τό σῶμα καί τά συναισθήματα. Ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος.
Γι’ αὐτό μᾶς λέει τό Εὐαγγέλιο: Μπῆκε ὁ Χριστός ὄχι ἁπλά στό σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ἀλλά στήν καρδιά του, στόν κόσμο του μέσα μπῆκε. Καί τί τόν ἔκανε;
Ἀπό σταῦλο, Οὐρανό!
Ὅπως τότε, πού γεννήθηκε ὁ Χριστός στό σπήλαιο, ἀπό τήν ἁγία Παρθένο καί ἔκανε ὅπως ψάλλομε τό σπήλαιο, οὐρανό. Καί τήν Παρθένο, θρόνο του καί παράδεισο.
Ἔτσι ἔγινε καί ἡ ψυχή, ὁ ἐσωτερικός κόσμος τοῦ Ζακχαίου, ἀπό τήν στιγμή πού ἔβαλε τόν Χριστό ὄχι στό σαλόνι του, ἀλλά στήν καρδιά του. Καί ἐκεῖνα πού μέχρι τότε τά ἀγαποῦσε, ἀφοῦ μπῆκε ὁ Χριστός στήν καρδιά του, κατάλαβε ὅτι «δέν εἶναι προτεραιότητα».
Ποιό ἦταν ἡ λάθος τοποθέτηση;
• Τοῦ φτωχοῦ Μαρμελάντωφ, ὅτι μποροῦσε μέσα στήν τόση δυστυχία πού εἶχε, νά χαρεῖ λίγο μέ τό κρασί.
• Τοῦ Ζακχαίου ὅτι ἔβαλε στόχο του νά πλουτήσει, γιά νά μπορέσει νά φάει, νά πιεῖ, νά γλεντήσει, νά βρεῖ χαρά. Ἔτσι τήν αἰσθανόταν.
Πάμπλουτος ὁ ἕνας. Φτωχαδάκι ὁ ἄλλος.
Ἀλλά τά ἴδια μυαλά.
Μόνο ἄν μπεῖ ὁ Χριστός στήν καρδιά μας καί καταλάβομε ὅτι ἡ προτεραιότητα εἶναι ὁ Θεός, ὁ σωτήρας ὁ Χριστός, ἡ αἰώνια ζωή καί ἡ ψυχή, μποροῦμε νά παραμερίσομε τά ἐπίγεια (πράγματα καί φρονήματα) ἀπό τή ζωή μας.
Διαφορετικά; Διαφορετικά, ἡ συνάντηση μας μέ τόν Χριστό, μέ τόν λόγο του, μέ τήν χάρη του καί τό ἔλεός του δέν θά εἶναι παρά μιά μικρή λεπτομέρεια στή ζωή μας. Ἡ ὁποία στό τέλος θά καταντήσει ἕνα ἐπεισοδιάκι, πού μιά μέρα θά λησμονηθεῖ.
Ὁ Χριστός ἀλλάζει τίς προτεραιότητες
Ἀπό τόν Ζακχαῖο μέχρι σήμερα πέρασαν 20 αἰῶνες.
Σέ μᾶς ὁ Ζακχαῖος τί ἔχει νά πεῖ;
«Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας».
Ἐμεῖς ἀλλάζομε. Ὁ Χριστός δέν ἀλλάζει.
Καί εἶναι ἀθλιότητα, νά ἀλλάζομε μόνο σέ ἡλικία, νά ἀλλάζομε ἀπό τήν ἀρρώστια στήν ὑγεία καί ἀπό τήν ὑγεία στήν ἀρρώστια· καί νά ἀλλάζομε μόνο ροῦχα καί ἐμφάνιση.
«Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός».
Καί τότε ζωντανός καί πηγή ζωῆς καί σήμερα ζωντανός καί πηγή ζωῆς. Τότε, μέ τήν κατά σάρκα παρουσία του, ψηλαφητός. Σήμερα, παρών μέ τόν λόγο του στό εὐαγγέλιο, στήν Ἐκκλησία, στό κήρυγμα. Καί κατά σάρκα παρών καί αἰσθητῶς στήν Θεία Κοινωνία.
Μακάριος ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀναζητεῖ τόν Χριστό, ὅπως ἔψαχνε νά τόν βρεῖ ὁ Ζακχαῖος, γιά νά τόν βάλει στήν καρδιά του. Καί τόν ἔβαλε.
Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού διαβάζει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί προσπαθεῖ νά τόν ρουφήξει. Νά τόν κάνει κριτήριο στή ζωή του. Νά τόν κάνει γραμμή καί πρόγραμμα, πού πρέπει νά ἀκολουθήσει, γιά νά ὀρθοποδήσει πνευματικά.
Μόνο μέ τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ μέσα στήν καρδιά ἀλλάζουν οἱ προτεραιότητες μας. Καί μετατοπίζονται ἀπό τό σῶμα καί τήν σάρκα· καί ἀπό τήν ἰδέα ὅτι ἡ γῆ εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρᾶς, τῆς εἰρήνης καί τῆς εὐτυχίας, στόν Χριστό καί στήν αἰώνια ζωή.
Ἄν αὐτό δέν τό καταφέρομε, θά μείνομε γιά πάντα ταλαίπωροι ἄνθρωποι. Γιατί δέν ὑπάρχει χειρότερη ταλαιπωρία ἀπό τήν αἰώνια κόλαση. Οὔτε μεγαλύτερη καί χειρότερη ταλαιπωρία ἀπό τόν χωρισμό ἀπό τόν Χριστό.
Ὁ ἀγώνας γιά νά ζήσομε τή ζωή τοῦ Χριστοῦ, ἐνισχύεται μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί μέ τόν φωτισμό του.
Ἀλλά χρειάζεται καί ἡ δική μας προσπάθεια.
Βέβαια, ἀφοῦ ζοῦμε στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, δέν ἔπρεπε νά εἴχαμε ἀνάγκη νά μάθομε τί ἔχει προτεραιότητα στή ζωή μας.
Ἀλλά θά ἔπρεπε νά εἴχαμε σταθερή ἀπόφαση καί θέληση, νά ἐπιβάλλομε στόν ἑαυτό μας, τή ζωή πού ἀπαιτεῖ ὁ Χριστός.
Νά μᾶς φωτίσει καί νά μᾶς δυναμώσει ὁ Κύριος σ’ αὐτό τό ἔργο, γιατί αὐτό εἶναι ἡ μοναδική ἀληθινή χαρά.
Ἔτσι θά βροῦμε καί μεῖς ἕνα κομματάκι στόν οὐρανό.
Ἔτσι θά ἔχομε τήν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἀμήν.
Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου, διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στήν Φιλιππιάδα στίς 25/1/2004
Ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους συγγραφεῖς στόν κόσμο εἶναι ὁ Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι. Ρῶσσος, ὀρθόδοξος χριστιανός. Θά μπορούσαμε νά ποῦμε, ὅτι μετέφερε στά βιβλία του περίπου ὅλη τήν ὀρθόδοξη πίστη, γιατί πόνεσε πολύ γιά τήν ἀπόκτησή της.
Ἔζησε τόν περασμένο αἰώνα. Στήν ἀρχή ἦταν ἄθεος καί καταφρονητής τῶν πάντων. Ἔπεσε σέ πολλά λάθη. Κάποια φορά τόν ἔπιασαν καί τόν ἔκλεισαν στή φυλακή. Ἐκεῖ, ὁ Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι ἔμαθε νά διαβάζει τό Εὐαγγέλιο. Καί κατάλαβε τί διαφορά ὑπάρχει ἀνάμεσα στά βιβλία τῆς ἀθεῒας ἤ τῆς ψευτοφιλοσοφίας τῶν ἀνθρώπων καί εἰς τήν σοφίαν τήν ἄνωθεν. Τήν σοφία τοῦ Θεοῦ. Καί ἀπό τότε ἔγινε βαθύς καί συνειδητός χριστιανός.
Σ’ ἕνα βιβλίο του λοιπόν, «Ἔγκλημα καί τιμωρία», μιλάει γιά ἕνα φτωχαδάκι, ἕνα ταλαίπωρο ἄνθρωπο πού εἶχε καταντήσει νά ἔχει μοναδική του χαρά καί ἀπόλαυση, στή ζωή –ἐπειδή ἦταν ἐσωτερικά κούφιος- μόνο τό κρασί.
Κάποια φορά αὐτός ὁ μέθυσος, ὁ Μαρμελάντωφ, ἦλθε σέ πνευματική κατάνυξη καί εἶπε τά ἑξῆς λόγια: (τοῦ Ντοστογιέφσκι λόγια φυσικά): «Θά ἔπρεπε κάθε ἄνθρωπος, κάπου νά μπορεῖ νά ἀκουμπήσει. (Τό ἔλεγε μέ πόνο, γιατί αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ὁ Μαρμελάντωφ, δέν εἶχε νά ἀκουμπήσει πουθενά). Ἀλλά θά ρθεῖ καιρός πού κάθε ἕνας, κάπου θά μπορέσει νά ἀκουμπήσει τό κεφάλι του. Ἔτσι ἔπρεπε νά εἶναι καί τώρα. Ἔπρεπε καί τώρα, κάθε ἄνθρωπος κάπου νά μποροῦσε νά ἀκουμπάει, κάπου νά βρίσκει λίγη συμπόνια καί παρηγοριά».
Καί συνεχίζει: «Συμπόνια σέ μᾶς, θά δείξει Ἐκεῖνος πού ἔχει γιά ὅλους συμπόνια. Ἐκεῖνος πού θά μᾶς κρίνει ὅλους καί τούς καλούς καί τούς κακούς. Καί ὅταν πιά θά ἔχει τελειώσει μέ ὅλους τούς ἄλλους, θά ἀσχοληθεῖ καί μέ μᾶς. Θά μᾶς πεῖ: «Ἐλᾶτε καί σεῖς πτωχά μου πλασματάκια». Τότε ἐμεῖς θά πάρομε τόν δρόμο πρός τό μέρος του. Νά πᾶμε κοντά του χωρίς ντροπή.
Ἀλλά τότε θά ξεσηκωθοῦν οἱ σοφοί καί οἱ συνετοί καί οἱ καλοί ἄνθρωποι τοῦ κόσμου τούτου καί θά φωνάξουν:
-Κύριε, τί τούς θέλεις αὐτούς; Ἄφησέ τους.
Μά ὁ Χριστός δέν θά μᾶς ἀφήσει. Θά τούς πεῖ:
-Ναί, σοφοί καί συνετοί, ναί, καλοί ἄνθρωποι τοῦ κόσμου. Θά τούς πάρω καί αὐτούς κοντά μου. Γιατί εἶναι δικοί μου. Πλάσματά μου. Καί ποτέ, κανένας τους, δέν εἶχε τόν ἑαυτό του γιά τίποτε.
Θά ἁπλώσει τά χέρια του σέ μᾶς, νά μᾶς δεχθεῖ.
Καί θά μᾶς ξαναπεῖ:
-Ἐλᾶτε παιδιά μου. Ἐλᾶτε. Καί ἐμεῖς θά πέσομε κάτω καί θά τόν προσκυνήσομε. Ἡ καρδιά μας, θά γεμίσει τότε μέ χαρά καί μέ φῶς».
Μπορῶ νά ἐλπίζω;
Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας διαβάζει ἕνα κομμάτι ἀπό τό Εὐαγγέλιο,πού μιλάει γιά ἕνα πάμπλουτο ἄνθρωπο μέ μεγάλο κοινωνικό ἀξίωμα, τόν Ζακχαῖο. Ἦταν διευθυντής τῆς Ἐφορίας. Τότε ὅλα αὐτά τά ἀξιώματα, εἶχαν ἀσυδοσία. Ἄν σήμερα μιλᾶμε γιά διαπλοκή, τότε ἦταν πού ἦταν τό κακό, γιατί κανένας δέν μποροῦσε νά ἐλέγξει κανέναν. Καί οἱ μεγάλοι ἀξιωματοῦχοι ἔκαναν τερατώδεις ἀδικίες.
Ἕνας πάμπλουτος μέ μεγάλο ἀξίωμα, πού τόν σέβονται καί τόν φοβοῦνται καί μπορεῖ νά κάνει ὅτι θέλει, τί σχέση ἔχει μέ τό φτωχαδάκι τοῦ Ντοστογιέφσκι; Πού ὄχι μόνο δέν εἶχε νά φάει ἀλλά καί ἦταν ἐσωτερικά κούφιος; Χωρίς περιεχόμενο;
Γιατί τό θυμηθήκαμε;
Γιατί ὁ Ζακχαῖος, πάμπλουτος καί ἰσχυρός καί ὁ Μαρμελάντωφ –φτωχός καί μέθυσος- εἶχαν ἕνα κοινό σημεῖο. Ἔψαχναν καί οἱ δυό νά βροῦν μιά ἀκρούλα στόν οὐρανό. Ἔψαχναν νά βροῦν ἕνα μικρό κομματάκι στόν οὐρανό. Γιά νά αἰσθανθοῦν λίγο ἀλλιώτικα ἀπό τήν κατάσταση πού ζοῦσαν.
Ὁ ἕνας ἀπό τήν φτώχεια καί τήν ταλαιπωρία.
Ὁ ἄλλος ἀπό τό ὅτι τά εἶχε ὅλα, ἀλλά μέ ἕνα τρόπο πού τοῦ πλάκωνε τήν συνείδηση. Καί τόν ἔκανε, νά μήν μπορεῖ νά αἰσθάνεται χαρά καί εἰρήνη.
Ἕνα κομματάκι γῆς πατᾶμε ἐδῶ, μά θά θέλαμε νά πατήσομε ἕνα κομματάκι στόν οὐρανό, νά βροῦμε ἕνα κομματάκι ἐλπίδα ὅτι αὐτά τά πράγματα πού κάνουν μαύρη τή ζωή μας, κάπως θά ἀλλάξουν.
Ἔμαθε ὁ Ζακχαῖος ὅτι περνοῦσε ὁ Χριστός ἀπό τήν Ἱεριχώ, ὅπου ζοῦσε καί ἔτρεξε νά τόν δεῖ. Γιατί; Γιά νά καταλάβει ἀπό τό παρουσιαστικό του, ἄν μπορεῖ νά ἐλπίζει ὅτι θά τόν ὁδηγήσει αὐτός ὁ διδάσκαλος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, νά βρεῖ ἕνα κομματάκι ὄχι στή γῆ, ἀλλά στόν οὐρανό.
Μά ἦταν κοντός καί φοβήθηκε ὅτι δέν θά μπορέσει νά τόν δεῖ. Ἀνέβηκε λοιπόν πάνω σέ μιά συκομουριά, ἕνα δένδρο στό δρόμο καί τέντωσε τά μάτια του νά δεῖ τόν Χριστό. Νά λύσει τό αἴνιγμά του:
-Μπορῶ νά ἐλπίζω; Μπορῶ νά ἔχω ἀπό αὐτόν ὠφέλεια; Μπορεῖ νά μοῦ προσφέρει κάτι διαφορετικό ἀπό αὐτά μέ τά ὁποῖα ἔχω γεμίσει τίς τσέπες μου καί τίς τράπεζές μου;
Καί τί ἔγινε τότε;
Πέρασε ὁ Χριστός ἀπό κάτω καί πρίν προλάβει ὁ Ζακχαῖος νά τόν δεῖ, τόν εἶδε ὁ Χριστός ὁ παντογνώστης καί τοῦ εἶπε:
-Ζακχαῖε κατέβα. Σήμερα θά μείνω στό σπίτι σου. Κατέβηκε ὁ Ζακχαῖος καί τόν ὑποδέχθηκε γεμάτος χαρά. Καί μαζεύτηκαν γύρω του ἕνα σωρό ἄλλοι ἄνθρωποι, ἴδιο συνάφι. Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς τούς ἀνθρώπους, τοῦ χρήματος, τῆς καταφρόνησης, τῆς ἀσυνειδησίας, τῆς ἀθεΐας, πού πίστευαν ὅτι ἀξία ἡ ζωή ἔχει μόνο ὅταν ἔχεις, τρῶς, πίνεις καί γλεντᾶς, ἀνάμεσα σ’ αὐτούς, στάθηκε ὁ Ζακχαῖος καί εἶπε στόν Χριστό: -Κύριε, τά ἡμίσυ τῶν ὑπαρχόντων μοι, δίδωμι πτωχοῖς.
Ἀπό αὐτά πού ἀπόκτησα, τά μισά τά δίνω στούς φτωχούς.
Καί ἀπό τά ἄλλα μισά, ὅποιον συκοφάντησα, ὅποιον τόν ἀδίκησα, θά ρθεῖ ἐδῶ καί θά τοῦ δώσω τετραπλάσια.
Ἀκούοντας τά λόγια αὐτά ὁ Χριστός εἶπε: «Σήμερον, σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο καθότι καί αὐτός υἱός Ἀβραάμ ἐστι». Σήμερα ἦρθε ἡ σωτηρία σ’ αὐτό τό σπίτι. Εἶναι υἱός τοῦ Ἀβραάμ ὁ Ζακχαῖος. Καί ἐγώ ἦλθα νά τά μαζέψω τά παιδιά τοῦ Ἀβραάμ.
Ἐκεῖνα πού θέλουν νά ρθοῦνε κοντά μου.
Μή μένομε στήν ρηχότητα τῶν σκέψεών μας
Αὐτή εἶναι μέ ἁπλά λόγια ἡ ἱστορία τοῦ Ζακχαίου. Μπορεῖ κανείς νά τήν περάσει εὔκολα. Χωρίς νά κάνει κάποια βαθύτερη σκέψη· καί νά πεῖ:
-Ἔ, τί ὄμορφο περιστατικό… Μέσα στή ζωή τοῦ Χριστοῦ, νά μετανοιώσει καί ἕνας τέτοιος πλούσιος.
Ἀλλά ἄς μποῦμε στό βάθος τῶν πραγμάτων, γιά νά σπρώξομε λίγο τόν ἑαυτό μας, ἀπό τήν ρηχότητα σκέψεων, συναισθημάτων καί ἀποφάσεων στά πιό βαθειά. Γιά νά πάρομε κάτι τό οὐσιωδέστερο ἀπό τόν Χριστό. Πού συμβαίνει νά τόν συναντᾶμε, χωρίς νά ὠφελούμεθα ἀπό τόν λόγο του. Νά τόν ἀκοῦμε χωρίς νά τόν κατανοοῦμε.
Τί σημαίνει τό: «Σήμερον, σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο;»
Ὁ σωτήρας Χριστός, ἔμπαινε σέ πολλά σπίτια, πού δέν κράταγαν ἀπολύτως τίποτε ἀπό ὅσα ἔβλεπαν καί ἄκουγαν ἀπό αὐτόν. Ὅταν ὅμως μπῆκε στό σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ὁ Ζακχαῖος δέν τόν ἔβαλε στήν πολυθρόνα, ἀλλά στήν καρδιά του.
Μπαίνοτας ὁ Χριστός στό σπίτι τοῦ Ζακχαίου κατέβηκε ὁ οὐρανός, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, μέσα στήν καρδιά τοῦ Ζακχαίου. Ἀπό ποῦ τό καταλαβαίνομε;
Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος, σέ ὅλη του τή ζωή κυνηγάει τό χρῆμα, τήν καλοπέραση καί πιστεύει ὅτι ἡ χαρά καί ἡ εὐτυχία εἶναι ἐδῶ σέ αὐτό τόν κόσμο, τό φρόνημα αὐτό τοῦ γίνεται δευτέρα φύση. Τοῦ γίνεται ἡ «καρδιά» του, ἡ νοοτροπία του, τά συναισθήματά του, ἡ χαρά του.
Καί ὅλα αὐτά, δέν φεύγουν εὔκολα.
Γι’ αὐτό βλέπομε ἀνθρώπους, στήν παραμονή τοῦ θανάτου τους, νά τό ξέρουν ὅτι φεύγουν καί νά μήν ἀλλάζουν σέ τίποτε. Γιατί; Γιατί ἔχει μολυνθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἡ σκέψη καί ἡ καρδιά καί τό σῶμα καί τά συναισθήματα. Ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος.
Γι’ αὐτό μᾶς λέει τό Εὐαγγέλιο: Μπῆκε ὁ Χριστός ὄχι ἁπλά στό σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ἀλλά στήν καρδιά του, στόν κόσμο του μέσα μπῆκε. Καί τί τόν ἔκανε;
Ἀπό σταῦλο, Οὐρανό!
Ὅπως τότε, πού γεννήθηκε ὁ Χριστός στό σπήλαιο, ἀπό τήν ἁγία Παρθένο καί ἔκανε ὅπως ψάλλομε τό σπήλαιο, οὐρανό. Καί τήν Παρθένο, θρόνο του καί παράδεισο.
Ἔτσι ἔγινε καί ἡ ψυχή, ὁ ἐσωτερικός κόσμος τοῦ Ζακχαίου, ἀπό τήν στιγμή πού ἔβαλε τόν Χριστό ὄχι στό σαλόνι του, ἀλλά στήν καρδιά του. Καί ἐκεῖνα πού μέχρι τότε τά ἀγαποῦσε, ἀφοῦ μπῆκε ὁ Χριστός στήν καρδιά του, κατάλαβε ὅτι «δέν εἶναι προτεραιότητα».
Ποιό ἦταν ἡ λάθος τοποθέτηση;
• Τοῦ φτωχοῦ Μαρμελάντωφ, ὅτι μποροῦσε μέσα στήν τόση δυστυχία πού εἶχε, νά χαρεῖ λίγο μέ τό κρασί.
• Τοῦ Ζακχαίου ὅτι ἔβαλε στόχο του νά πλουτήσει, γιά νά μπορέσει νά φάει, νά πιεῖ, νά γλεντήσει, νά βρεῖ χαρά. Ἔτσι τήν αἰσθανόταν.
Πάμπλουτος ὁ ἕνας. Φτωχαδάκι ὁ ἄλλος.
Ἀλλά τά ἴδια μυαλά.
Μόνο ἄν μπεῖ ὁ Χριστός στήν καρδιά μας καί καταλάβομε ὅτι ἡ προτεραιότητα εἶναι ὁ Θεός, ὁ σωτήρας ὁ Χριστός, ἡ αἰώνια ζωή καί ἡ ψυχή, μποροῦμε νά παραμερίσομε τά ἐπίγεια (πράγματα καί φρονήματα) ἀπό τή ζωή μας.
Διαφορετικά; Διαφορετικά, ἡ συνάντηση μας μέ τόν Χριστό, μέ τόν λόγο του, μέ τήν χάρη του καί τό ἔλεός του δέν θά εἶναι παρά μιά μικρή λεπτομέρεια στή ζωή μας. Ἡ ὁποία στό τέλος θά καταντήσει ἕνα ἐπεισοδιάκι, πού μιά μέρα θά λησμονηθεῖ.
Ὁ Χριστός ἀλλάζει τίς προτεραιότητες
Ἀπό τόν Ζακχαῖο μέχρι σήμερα πέρασαν 20 αἰῶνες.
Σέ μᾶς ὁ Ζακχαῖος τί ἔχει νά πεῖ;
«Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας».
Ἐμεῖς ἀλλάζομε. Ὁ Χριστός δέν ἀλλάζει.
Καί εἶναι ἀθλιότητα, νά ἀλλάζομε μόνο σέ ἡλικία, νά ἀλλάζομε ἀπό τήν ἀρρώστια στήν ὑγεία καί ἀπό τήν ὑγεία στήν ἀρρώστια· καί νά ἀλλάζομε μόνο ροῦχα καί ἐμφάνιση.
«Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός».
Καί τότε ζωντανός καί πηγή ζωῆς καί σήμερα ζωντανός καί πηγή ζωῆς. Τότε, μέ τήν κατά σάρκα παρουσία του, ψηλαφητός. Σήμερα, παρών μέ τόν λόγο του στό εὐαγγέλιο, στήν Ἐκκλησία, στό κήρυγμα. Καί κατά σάρκα παρών καί αἰσθητῶς στήν Θεία Κοινωνία.
Μακάριος ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀναζητεῖ τόν Χριστό, ὅπως ἔψαχνε νά τόν βρεῖ ὁ Ζακχαῖος, γιά νά τόν βάλει στήν καρδιά του. Καί τόν ἔβαλε.
Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού διαβάζει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί προσπαθεῖ νά τόν ρουφήξει. Νά τόν κάνει κριτήριο στή ζωή του. Νά τόν κάνει γραμμή καί πρόγραμμα, πού πρέπει νά ἀκολουθήσει, γιά νά ὀρθοποδήσει πνευματικά.
Μόνο μέ τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ μέσα στήν καρδιά ἀλλάζουν οἱ προτεραιότητες μας. Καί μετατοπίζονται ἀπό τό σῶμα καί τήν σάρκα· καί ἀπό τήν ἰδέα ὅτι ἡ γῆ εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρᾶς, τῆς εἰρήνης καί τῆς εὐτυχίας, στόν Χριστό καί στήν αἰώνια ζωή.
Ἄν αὐτό δέν τό καταφέρομε, θά μείνομε γιά πάντα ταλαίπωροι ἄνθρωποι. Γιατί δέν ὑπάρχει χειρότερη ταλαιπωρία ἀπό τήν αἰώνια κόλαση. Οὔτε μεγαλύτερη καί χειρότερη ταλαιπωρία ἀπό τόν χωρισμό ἀπό τόν Χριστό.
Ὁ ἀγώνας γιά νά ζήσομε τή ζωή τοῦ Χριστοῦ, ἐνισχύεται μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί μέ τόν φωτισμό του.
Ἀλλά χρειάζεται καί ἡ δική μας προσπάθεια.
Βέβαια, ἀφοῦ ζοῦμε στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, δέν ἔπρεπε νά εἴχαμε ἀνάγκη νά μάθομε τί ἔχει προτεραιότητα στή ζωή μας.
Ἀλλά θά ἔπρεπε νά εἴχαμε σταθερή ἀπόφαση καί θέληση, νά ἐπιβάλλομε στόν ἑαυτό μας, τή ζωή πού ἀπαιτεῖ ὁ Χριστός.
Νά μᾶς φωτίσει καί νά μᾶς δυναμώσει ὁ Κύριος σ’ αὐτό τό ἔργο, γιατί αὐτό εἶναι ἡ μοναδική ἀληθινή χαρά.
Ἔτσι θά βροῦμε καί μεῖς ἕνα κομματάκι στόν οὐρανό.
Ἔτσι θά ἔχομε τήν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἀμήν.
Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου, διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στήν Φιλιππιάδα στίς 25/1/2004