"..ο Χριστιανός είναι μες στην ποίηση..."
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
-
tinios
- Έμπειρος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 231
- Εγγραφή: Τρί Νοέμ 13, 2007 6:00 am
- Τοποθεσία: ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ
- Επικοινωνία:
Κύριε, προς Σε εκέκραξα, εισάκουσόν μου!
Ύψωσα το εγώ μου, να τρυπήσω τα ουράνια.
Ρήμαξα την Πατρική κληρονομιά.
Ικετεύοντας τα ξυλοκέρατα του κόσμου.
Ερχόμενος, έως θανάτου πύλας.
Ιδανικός αυτόχειρας, μακρυά σου.
Η απουσία Σου, στράγγιξε την ψυχή μου.
Σκοτάδι οι μέρες, άλουστες απ’ το Φως Σου.
Οσμή κολάσεως, του κόσμου οι ηδονές.
Ύπαρξη, δίχως Ζωής ελπίδα.
Χωρίς ανάσα, πνοής ζώσας.
Ρυπαρών χειλέων, κραυγή.
Ιατρέ ανάργυρε, θοήθα με στην απιστία μου.
Σπεύσε να λυτρώσεις εκ φθοράς το πνεύμα μου.
Τα πάντα προς Σέ προσδοκώσι.
Έλα! αγαπημένε Κύριε!
Επίσκεψε εν ελέοις και οικτιρμοίς.
Λάμψε το Αναστάσιμο Φως!
Έλα! Η ψυχή μου, ως γη άνυδρος ει.
Ημάρτησα! Δέξε με τον ανάξιο, ως τον άσωτο.
Σώσε με Κύριε, ο Θεός μου!
Ο αναβαλόμενος Φως ως ιμάτιον.
Νέκρωσε τα πάθη μου.
Μη βδελύξεις με, τον αμαρτωλό.
Ελέησον με, Κύριε!
Ύψωσα το εγώ μου, να τρυπήσω τα ουράνια.
Ρήμαξα την Πατρική κληρονομιά.
Ικετεύοντας τα ξυλοκέρατα του κόσμου.
Ερχόμενος, έως θανάτου πύλας.
Ιδανικός αυτόχειρας, μακρυά σου.
Η απουσία Σου, στράγγιξε την ψυχή μου.
Σκοτάδι οι μέρες, άλουστες απ’ το Φως Σου.
Οσμή κολάσεως, του κόσμου οι ηδονές.
Ύπαρξη, δίχως Ζωής ελπίδα.
Χωρίς ανάσα, πνοής ζώσας.
Ρυπαρών χειλέων, κραυγή.
Ιατρέ ανάργυρε, θοήθα με στην απιστία μου.
Σπεύσε να λυτρώσεις εκ φθοράς το πνεύμα μου.
Τα πάντα προς Σέ προσδοκώσι.
Έλα! αγαπημένε Κύριε!
Επίσκεψε εν ελέοις και οικτιρμοίς.
Λάμψε το Αναστάσιμο Φως!
Έλα! Η ψυχή μου, ως γη άνυδρος ει.
Ημάρτησα! Δέξε με τον ανάξιο, ως τον άσωτο.
Σώσε με Κύριε, ο Θεός μου!
Ο αναβαλόμενος Φως ως ιμάτιον.
Νέκρωσε τα πάθη μου.
Μη βδελύξεις με, τον αμαρτωλό.
Ελέησον με, Κύριε!
Ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο.
-
tinios
- Έμπειρος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 231
- Εγγραφή: Τρί Νοέμ 13, 2007 6:00 am
- Τοποθεσία: ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ
- Επικοινωνία:
Δεν θα ασχοληθώ μ' αυτό:
preloude έγραψε
Θα σταθώ όμως σ' αυτό:
Ποιόν εννοείς μ'αυτό:
panos0 έγραψε
preloude έγραψε
ΑΠ: Ότι έχει ο καθένας δίνει!τσιου τσιου τα πουλακια κελαιδανε στα κλαρακια!!!
και
οιησης του ρηματος... με εστελνε ο δασκαλος τα γραμματα να μαθω μα εγω απο την σουρα μου δεν εβλεπα να γραφω
Θα σταθώ όμως σ' αυτό:
Ποιόν εννοείς μ'αυτό:
panos0 έγραψε
και ποιόν μ' αυτό;Αλλοι μες στην ποίηση
.....και αλλοι μες την οίηση
Ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο.

Δεύτε ίδωμεν πιστοί
Στα μαύρα και βαθιά μεσάνυχτα
η νύχτα – δες! ροδοχαράζει!
Γιορτάζουν οι ουρανοί της Βηθλεέμ,
βρέχοντας θείο φωτοχαλάζι.
Κι η γη το πίνει, πίνει λαίμαργα,
γιατί από φως έχει διψάσει.
Πόσες χιλιάδες χρόνια επρόσμενε
την άγια αυτή στιγμή να φτάσει!
Πόσες χιλιάδες χρόνια επρόσμενε
την άρρητη ανατολή Σου,
μες στ' αξημέρωτα σκοτάδια της
φωτός ποτάμια να κυλήσουν!
Με το γλυκό Σου όραμα σφάλησαν,
Λόγε, οι Πρωτόπλαστοι τα μάτια,
κι οι δούλοι Σου όλοι κι οι Προφήτες Σου,
απ' τις σκηνές ως τα παλάτια.
Ω Συ, μεγάλε Αναμενόμενε
του δύστυχου πεσμένου ανθρώπου!
Για Σε ψαλμοί κι ωδές και σίβυλλες,
για σένα οι θρύλοι κάθε τόπου.
Για Σε ο Δαβίδ τη λύρα ανάκρουσε,
κι ο μεγαλόπνοος Ησαΐας,
που διασκελίζοντας τα σύνορα
της Ιουδαίας και της Ασίας,
στης γης τα πέρατα τα κήρυξε,
πως θείο Παιδί για μας εδόθη,
π' όλοι θα βρουν σ' Αυτό την πλήρωση
οι πανανθρώπινοί μας πόθοι.
Τον ερχομό Σου, ω! πώς τον πρόσμενε
του βράχου ο τραγικός Δεσμώτης,
όσο τα σπλαγχνα τ' όρνιο εσπάραζε
της αδαπάνητής του νιότης!
Κι ήρθες! Δεν ήρθες μ' αστροπέλεκα
και με βροντές και καταιγίδα.
Ήρθες σαν αύρα, σαν πνοή, σαν φως,
σαν ορθρινή δροσοσταλίδα.
Ήρθες! Μπροστά σου γονατίζουμε
- Μάγοι φτασμένοι από τα ξένα,
και ταπεινά σε χαιρετίζουμε
τον Λατρευτό μας και τον Ένα.
Της νοσταλγίας τ' Αστέρι τ' άγρυπνο
στη Φάτνη Σου μάς έχει φέρει.
Κι αν μας εράπισε τα μάγουλα
το χειμωνιάτικο αγριοκαίρι,
κι αν χίλιοι δυο στο δρόμο βρέθηκαν
- ξυπνοί! - να μας περιγελάσουν
και να μας λεν πως είσαι χίμαιρα,
και τρέλα το κυνήγημά Σου,
μα εμείς, ω θησαυρέ, Σε βρήκαμε,
και τη χαρά μας διαλαλούμε!
Ας είσαι Θεός άυλος κι άπιαστος·
εμείς στα χέρια Σε κρατούμε!
Ω Συ, γλυκιά Πραγματικότητα
που ψηλαφούν τα δάχτυλά μας!
Σε λέμε - κι ας τ' ακούσουν οι άπιστοι -
Κύριο, Σωτήρα, Βασιλιά μας.
Ιησού! Μπροστά Σου γονατίζουμε
- Μάγοι φτασμένοι από τα ξένα,
και ταπεινά σε χαιρετίζουμε
τον Λατρευτό μας και τον Ένα.
Σμύρνα και μάλαμα δεν έχουμε,
μόνο λιβάνι, Αγαπημένε.
Λίγο λιβάνι απάνω στης καρδιάς
το μυστικό βωμό όπου καίνε
των πόθων των αγνών τα κάρβουνα
και της λατρείας η άγια φλόγα.
Δέξου τα, ωστόσο, και καλόγνωμα,
την προσφορά, Χριστέ μου, ευλόγα!
Ω, δέξου την, Χριστέ, καλόγνωμα,
φτωχή κι αν είν' η προσφορά μας,
πλούσια κι αμέτρητη κι ανείπωτη
στη γέννησή Σου ειν' η χαρά μας.
Ιησού! Μπροστά Σου γονατίζουμε
- βοσκοί του λόγγου που αγραυλούμε,
τη νύχτα τούτη που μας έκαμες,
άξιους με αγγέλους να μιλούμε!
Απόψε νιώθουμε τριγύρω μας
να φτερουγάν αβρά αγγελούδια,
κι ηχούν στ' αφτιά μας γλυκοτόνιστα
τα παναρμόνια τους τραγούδια.
Κύριε, λυπήσου μας, φτωχούς βοσκούς
που προσκυνούν τη γέννησή Σου!
Δε σε ξεχάσαμε! - κι ας τρέχουμε
τον κίνδυνο να μας μισήσουν.
Ας σε ξεχνούν του κόσμου οι προύχοντες
κι οι ξακουσμένοι κι οι μεγάλοι
κι όσοι λατρεύουνε σαν είδωλα
είτε τα πλούτη είτε τα κάλλη.
Ας σε ξεχνούν όσοι πιστέψανε
στη γνώση τους και στη σοφία.
Εμείς μακριά Σου πώς θα ζήσουμε
ω Λόγε! ω Βρέφος! ω Μεσσία!;
Όλα κοντά Σου εμείς τα βρήκαμε:
γνώση, ομορφιά και φως και πλούτη.
Άλλο μας καύχημα δεν έχουμε,
όξω απ' την άγια Φάτνη ετούτη.
Το μυστικό μάς το 'πε ο άγγελος
και το φυλάμε με καμάρι.
Στη λάσπη εμείς δε θα το ρίξουμε
τ' ατίμητο μαργαριτάρι.
Το μυστικό μάς το 'πε ο άγγελος
ω! Ελπίδα μας κι Απαντοχή μας!
Μια θεία γέννηση γιορτάζουμε
στη Βηθλεέμ και στην ψυχή μας!
Αιώνια μέσα μας Χριστούγεννα
κι ανθοβολούνε κρίνα ολάσπρα.
Κι απ' των ψυχών μας το στερέωμα
σταλάζουν φως κι ασήμι τ' άστρα!
Γ. Βερίτης
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
Νύχτα Χριστουγεννιάτικη
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη
λυγοῦν τὰ πόδια
καὶ προσκυνοῦν γονατιστὰ τὴ φάτνη τους
τ᾿ ἄδολα βώδια.
Κι᾿ ὁ ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα
σταυροκοπιέται
καὶ λέει μὲ πίστη ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς τ᾿ ἀπόβαθα,
Χριστὸς γεννιέται!
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη
κάποιοι ποιμένες
ξυπνοῦν ἀπὸ φωνὲς ὕμνων μεσούρανες
στὴ γῆ σταλμένες.
Κι᾿ ἀκούοντας τὰ Ὡσαννὰ ἀπ᾿ ἀγγέλων στόματα
στὸ σκόρπιο ἀέρα,
τὰ διαλαλοῦν σὲ χειμαδιὰ λιοφώτιστα
μὲ τὴ φλογέρα.
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη
- ποιὸς δὲν τὸ ξέρει; -
τῶν Μάγων κάθε χρόνο τὰ μεσάνυχτα
λάμπει τ᾿ ἀστέρι.
Κι᾿ ὅποιος τὸ βρεῖ μέσ᾿ στ᾿ ἄλλα ἀστέρια ἀνάμεσα
καὶ δὲν τὸ χάσει
σὲ μιὰ ἄλλη Βηθλεὲμ ἀκολουθῶντας το
μπορεῖ νὰ φτάσει.
Γεώργιος Δροσίνης
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη
λυγοῦν τὰ πόδια
καὶ προσκυνοῦν γονατιστὰ τὴ φάτνη τους
τ᾿ ἄδολα βώδια.
Κι᾿ ὁ ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα
σταυροκοπιέται
καὶ λέει μὲ πίστη ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς τ᾿ ἀπόβαθα,
Χριστὸς γεννιέται!
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη
κάποιοι ποιμένες
ξυπνοῦν ἀπὸ φωνὲς ὕμνων μεσούρανες
στὴ γῆ σταλμένες.
Κι᾿ ἀκούοντας τὰ Ὡσαννὰ ἀπ᾿ ἀγγέλων στόματα
στὸ σκόρπιο ἀέρα,
τὰ διαλαλοῦν σὲ χειμαδιὰ λιοφώτιστα
μὲ τὴ φλογέρα.
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη
- ποιὸς δὲν τὸ ξέρει; -
τῶν Μάγων κάθε χρόνο τὰ μεσάνυχτα
λάμπει τ᾿ ἀστέρι.
Κι᾿ ὅποιος τὸ βρεῖ μέσ᾿ στ᾿ ἄλλα ἀστέρια ἀνάμεσα
καὶ δὲν τὸ χάσει
σὲ μιὰ ἄλλη Βηθλεὲμ ἀκολουθῶντας το
μπορεῖ νὰ φτάσει.
Γεώργιος Δροσίνης
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Μόνος σε μια παγωμένη εκκλησία της Αρμενίας
Μετά πολλές προσευχές προσεύχεσαι πριν πεθάνεις
Λησμονάς ότι είσαι σε τόπο εξορίας
Ότι δεν έχεις θρόνο, άμφια και ράβδο
Ακροατές και φίλους
Μόνος σε μια εποχή που τη λένε χρυσή
Και δεν υπάρχουν φωτογράφοι
Οι συγγραφείς λίγα άφησαν να φανούνε
Πάντα και παντού τα ίδια πάθη
Αλλά κι η πίστη σου που προβληματίζει ακόμη
Τα πλήθη που την αγιότητα ψάχνουν
Θα παίρνουν ταʼ όνομά σου και θα καμαρώνουν
Ως ιεροκήρυκες κι αυτόκλητοι ιεραπόστολοι
Δίχως να θυμούνται τα χιλιόμετρα εκείνα
Και τα μερόνυχτα της εξορίας
Τις ώρες του τέλους σε μια εκκλησία γυμνή
Τότε που η κορύφωση της μοναξιάς
Έφερε την τέλεια προσευχή
Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν.
Μοναχός Μωϋσής Αγιορείτης
Μόνος σε μια παγωμένη εκκλησία της Αρμενίας
Μετά πολλές προσευχές προσεύχεσαι πριν πεθάνεις
Λησμονάς ότι είσαι σε τόπο εξορίας
Ότι δεν έχεις θρόνο, άμφια και ράβδο
Ακροατές και φίλους
Μόνος σε μια εποχή που τη λένε χρυσή
Και δεν υπάρχουν φωτογράφοι
Οι συγγραφείς λίγα άφησαν να φανούνε
Πάντα και παντού τα ίδια πάθη
Αλλά κι η πίστη σου που προβληματίζει ακόμη
Τα πλήθη που την αγιότητα ψάχνουν
Θα παίρνουν ταʼ όνομά σου και θα καμαρώνουν
Ως ιεροκήρυκες κι αυτόκλητοι ιεραπόστολοι
Δίχως να θυμούνται τα χιλιόμετρα εκείνα
Και τα μερόνυχτα της εξορίας
Τις ώρες του τέλους σε μια εκκλησία γυμνή
Τότε που η κορύφωση της μοναξιάς
Έφερε την τέλεια προσευχή
Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν.
Μοναχός Μωϋσής Αγιορείτης
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλό
-
tinios
- Έμπειρος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 231
- Εγγραφή: Τρί Νοέμ 13, 2007 6:00 am
- Τοποθεσία: ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ
- Επικοινωνία:
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ "ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΪ"
ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΙ ΟΙ ΩΡΕΣ γύριζαν όπως οι μέρες
με πλατιά μενεξεδένια φύλλα στο ρολόι του κήπου
Δείχτης ήμουν εγώ
Τρίτη Τετάρτη Πέμπτη
ο Ιούνιος ο Ιούλιος ο Αύγουστος
Έδειχνα την ανάγκη που μου ερχόταν άρμη
καταπρόσωπο Έντομα κοριτσιών
Μακρινές αστεροπές της Ίριδας -
«Όλα τούτα καιρός της αθωότητας
ο καιρός του σκύμνου και του ροδαμού
ο πολύ πριν την Ανάγκη» μου είπε
Και τον κίνδυνο έσπρωξε με το 'να δάχτυλο
Στην κορφή του κάβου φόρεσε μελανό φρύδι
Από μέρος άγνωστο φώσφορο έχυσε
«Για να βλέπεις» είπε «από μέσα
στο κορμί σου
φλέβες κάλιο, μαγγάνιο
και τ' αποτιτανωμένα
παλαιά κατάλοιπα του έρωτα»
Και πολύ τότε σφίχθηκε η καρδιά μου
ήταν το πρώτο τρίξιμο του ξύλου μέσα μου
μιας νυχτός που εσίμωνε ίσως
η φωνή του γκιόνη
κάποιου που είχε σκοτωθεί
το αίμα γυρίζοντας πάνω στον κόσμο
Είδα πέρα, μακριά, στην άκρια της ψυχής μου
μυστικά να διαβαίνουνε
φάροι ψηλοί ξωμάχοι Στους γκρεμούς τραβερσωμένα κάστρα
Τ' άστρο της τραμουντάνας Την αγία Μαρίνα με τα δαιμονικά
Και πολύ πιο βαθιά πίσω απ' τα κύματα
στο Νησί με τους κόλπους των ελαιώνων
Μια στιγμή μου εφάνηκε θωρούσα Εκείνον
που το αίμα του έδωσε να σαρκωθώ
τον τραχύ του Αγίου δρόμο ν' ανεβαίνει
μια φοράν ακόμη
Μια φοράν ακόμη
στα νερά της Γέρας ν' ακουμπά τα δάχτυλα
και τα πέντε ν' ανάβουνε χωριά
ο Παπάδος ο Πλακάδος ο Παλαιόκηπος
ο Σκόπελος και ο Μεσαγρός
εξουσία και κλήρος της γενιάς μου.
«Αλλά τώρα» είπε «η άλλη σου όψη
ανάγκη ν' ανεβεί στο φως»
και πολύ πριν με το νου μου βάλω
ή σημάδι φωτιάς ή σχήμα τάφου
Κατά κει που δεν έσωνε κανείς να δει
με τα χέρια εμπρός του
σκύβοντας
τα μεγάλα ετοίμασε Κενά στη γη
και στο σώμα του ανθρώπου:
το κενό του Θανάτου για το Βρέφος το Ερχόμενο
το κενό του Φονικού για τη Δικαία Κρίση
το κενό της Θυσίας για την Ίση Ανταπόδοση
το κενό της Ψυχής για την Ευθύνη του Άλλου
Και η Νύχτα πανσές
παλιάς
πριονισμένης από νοσταλγία Σελήνης
με του έρημου μύλου τα χαλάσματα και την άκακη ευωδιά τής κόπρου
πήρε μέρος μέσα μου
Διαστάσεις άλλαξε στα πρόσωπα· μοίρασε αλλιώς τα βάρη
Το σκληρό μου σώμα ήταν η άγκυρα κατεβασμένη
μέσα στους ανθρώπους
όπου ήχος άλλος κανείς
μόνο γδούποι γόοι και κοπετοί
και ρωγμές επάνω στην ανάστροφη όψη
Ποιας φυλής ανύπαρχτης ο γόνος να 'μουν
τότε μόνο ενόησα
που η σκέψη του Άλλου
διαγώνια σαν ακμή γυαλιού
και Ορθόν ως πέρα με χάραζε
Είδα μέσα στα σπίτια καθαρά σαν να μην ήταν τοίχοι
με το λύχνο στο χέρι να περνούν γερόντισσες
τα χαράκια στο μέτωπο και στο ταβάνι
και άλλοι νέοι με το μουστάκι που έζωναν άρματα στη μέση τους
αμίλητοι
δύο δάχτυλα πάνω στη λαβή
εδώ κι αιώνες.
«Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα
και δε γίνεται μ' Αυτούς χωρίς, Εσύ
Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και ανάγκη πάσα να τους αντικρίσεις
η μορφή σου αν θέλεις ανεξάλειπτη να 'ναι
και να μείνει αυτή.
Επειδή πολλοί φορούν το μελανό πουκάμισο
και άλλοι μιλούν τη γλώσσα των χοιρογρυλλίων
και είναι οι Ωμοφάγοι και οι Άξεστοι του Νερού
οι Σιτόφοβοι και οι Πελιδνοί και οι Νεοκόνδορες
ορμαθός και αριθμός των άκρων του σταυρού
της Τετρακτίδος.
Αν αλήθεια κρατήσεις και τους αντικρίσεις» είπε
«η ζωή σου θ' αποκτήσει αιχμή και θα οδηγήσεις» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ' τον ουρανό
Πέρασε μέσα μου Έγινε
αυτός που είμαι
Η ώρα τρεις της νύχτας
λάλησε μακριά πάνω απ' τα παραπήγματα
ο πρώτος πετεινός
Είδα για μια στιγμή τους Όρθιους Κίονες τη Μετόπη με Ζώα Δυνατά
και Ανθρώπους φέρνοντας Θεογνωσία
Πήρε όψη ο Ήλιος Ο Αρχάγγελος ο αεί δεξιά μου
ΑΥΤΟΣ εγώ λοιπόν
και ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!
ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΙ ΟΙ ΩΡΕΣ γύριζαν όπως οι μέρες
με πλατιά μενεξεδένια φύλλα στο ρολόι του κήπου
Δείχτης ήμουν εγώ
Τρίτη Τετάρτη Πέμπτη
ο Ιούνιος ο Ιούλιος ο Αύγουστος
Έδειχνα την ανάγκη που μου ερχόταν άρμη
καταπρόσωπο Έντομα κοριτσιών
Μακρινές αστεροπές της Ίριδας -
«Όλα τούτα καιρός της αθωότητας
ο καιρός του σκύμνου και του ροδαμού
ο πολύ πριν την Ανάγκη» μου είπε
Και τον κίνδυνο έσπρωξε με το 'να δάχτυλο
Στην κορφή του κάβου φόρεσε μελανό φρύδι
Από μέρος άγνωστο φώσφορο έχυσε
«Για να βλέπεις» είπε «από μέσα
στο κορμί σου
φλέβες κάλιο, μαγγάνιο
και τ' αποτιτανωμένα
παλαιά κατάλοιπα του έρωτα»
Και πολύ τότε σφίχθηκε η καρδιά μου
ήταν το πρώτο τρίξιμο του ξύλου μέσα μου
μιας νυχτός που εσίμωνε ίσως
η φωνή του γκιόνη
κάποιου που είχε σκοτωθεί
το αίμα γυρίζοντας πάνω στον κόσμο
Είδα πέρα, μακριά, στην άκρια της ψυχής μου
μυστικά να διαβαίνουνε
φάροι ψηλοί ξωμάχοι Στους γκρεμούς τραβερσωμένα κάστρα
Τ' άστρο της τραμουντάνας Την αγία Μαρίνα με τα δαιμονικά
Και πολύ πιο βαθιά πίσω απ' τα κύματα
στο Νησί με τους κόλπους των ελαιώνων
Μια στιγμή μου εφάνηκε θωρούσα Εκείνον
που το αίμα του έδωσε να σαρκωθώ
τον τραχύ του Αγίου δρόμο ν' ανεβαίνει
μια φοράν ακόμη
Μια φοράν ακόμη
στα νερά της Γέρας ν' ακουμπά τα δάχτυλα
και τα πέντε ν' ανάβουνε χωριά
ο Παπάδος ο Πλακάδος ο Παλαιόκηπος
ο Σκόπελος και ο Μεσαγρός
εξουσία και κλήρος της γενιάς μου.
«Αλλά τώρα» είπε «η άλλη σου όψη
ανάγκη ν' ανεβεί στο φως»
και πολύ πριν με το νου μου βάλω
ή σημάδι φωτιάς ή σχήμα τάφου
Κατά κει που δεν έσωνε κανείς να δει
με τα χέρια εμπρός του
σκύβοντας
τα μεγάλα ετοίμασε Κενά στη γη
και στο σώμα του ανθρώπου:
το κενό του Θανάτου για το Βρέφος το Ερχόμενο
το κενό του Φονικού για τη Δικαία Κρίση
το κενό της Θυσίας για την Ίση Ανταπόδοση
το κενό της Ψυχής για την Ευθύνη του Άλλου
Και η Νύχτα πανσές
παλιάς
πριονισμένης από νοσταλγία Σελήνης
με του έρημου μύλου τα χαλάσματα και την άκακη ευωδιά τής κόπρου
πήρε μέρος μέσα μου
Διαστάσεις άλλαξε στα πρόσωπα· μοίρασε αλλιώς τα βάρη
Το σκληρό μου σώμα ήταν η άγκυρα κατεβασμένη
μέσα στους ανθρώπους
όπου ήχος άλλος κανείς
μόνο γδούποι γόοι και κοπετοί
και ρωγμές επάνω στην ανάστροφη όψη
Ποιας φυλής ανύπαρχτης ο γόνος να 'μουν
τότε μόνο ενόησα
που η σκέψη του Άλλου
διαγώνια σαν ακμή γυαλιού
και Ορθόν ως πέρα με χάραζε
Είδα μέσα στα σπίτια καθαρά σαν να μην ήταν τοίχοι
με το λύχνο στο χέρι να περνούν γερόντισσες
τα χαράκια στο μέτωπο και στο ταβάνι
και άλλοι νέοι με το μουστάκι που έζωναν άρματα στη μέση τους
αμίλητοι
δύο δάχτυλα πάνω στη λαβή
εδώ κι αιώνες.
«Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα
και δε γίνεται μ' Αυτούς χωρίς, Εσύ
Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και ανάγκη πάσα να τους αντικρίσεις
η μορφή σου αν θέλεις ανεξάλειπτη να 'ναι
και να μείνει αυτή.
Επειδή πολλοί φορούν το μελανό πουκάμισο
και άλλοι μιλούν τη γλώσσα των χοιρογρυλλίων
και είναι οι Ωμοφάγοι και οι Άξεστοι του Νερού
οι Σιτόφοβοι και οι Πελιδνοί και οι Νεοκόνδορες
ορμαθός και αριθμός των άκρων του σταυρού
της Τετρακτίδος.
Αν αλήθεια κρατήσεις και τους αντικρίσεις» είπε
«η ζωή σου θ' αποκτήσει αιχμή και θα οδηγήσεις» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ' τον ουρανό
Πέρασε μέσα μου Έγινε
αυτός που είμαι
Η ώρα τρεις της νύχτας
λάλησε μακριά πάνω απ' τα παραπήγματα
ο πρώτος πετεινός
Είδα για μια στιγμή τους Όρθιους Κίονες τη Μετόπη με Ζώα Δυνατά
και Ανθρώπους φέρνοντας Θεογνωσία
Πήρε όψη ο Ήλιος Ο Αρχάγγελος ο αεί δεξιά μου
ΑΥΤΟΣ εγώ λοιπόν
και ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!
Ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο.

