Δεν χρειάζεται να δώση ο άνθρωπος άλλο τίποτε σάν αντάλλαγμα για την ψυχή του παρά το να γνωρίζη τον εαυτό του πως είναι μηδέν. Και με αυτό θα προσφέρη στον Θεό «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην», η οποία είναι η μόνη θυσία που αρμόζει να προσφέρεται στο Θεό από κάθε ευσεβή άνθρωπο.
Και αυτήν μόνο την θυσία δεν πρόκειται να εξουδενώση ο Θεός, ο οποίος γνωρίζει τον άνθρωπο πως δεν έχει άλλο τίποτε δικό του να του προσφέρη σάν θυσία, καθώς λέγει και ο Δαυΐδ: «Ότι ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα άν ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει».
Με αυτήν την θυσία και σώθηκαν και σώζονται και θα σωθούν βασιλείς, δυνάστες, ευγενείς, δυσγενείς, σοφοί, αμαθείς, πλούσιοι, φτωχοί, ζητιάνοι, άδικοι, πλεονέκτες, άνομοι, ασελγείς, φονιάδες και κάθε είδος αμαρτωλών.
Και το βάθος αυτής της θυσίας πρέπει να μετράται με το μέτρο των αμαρτημάτων δηλαδή κατά τις αμαρτίες που έκανε ο άνθρωπος, ανάλογη να έχη και την ταπείνωσι και την συντριβή.
Aλλά ακόμη και όσιοι και δίκαιοι και καθαροί τή καρδία και όλοι γενικά διά μέσου αυτής μόνο της θυσίας σώζονται. Και η ελεημοσύνη και η πίστις και η φυγή του κόσμου και αυτός ο μεγάλος αγώνας του μαρτυρίου από τα κάρβουνα αυτής της θυσίας, δηλαδή της συντριβής, παίρνουν φωτιά.
Και αυτή είναι η θυσία στην οποία δεν βρίσκεται αμαρτία και η οποία νικά την φιλανθρωπία του Θεού. Γι' αυτήν την θυσία μόνο έρχονται οι αρρώστιες, οι θλίψεις, οι στενοχώριες, τα πταίσματα, τα πάθη τα ψυχικά και τα συνακόλουθα σωματικά για να προσφέρη αυτήν την θυσία στον Θεό κάθε θεοσεβής.
Διότι εκείνος που θα αποκτήση αυτήν την θυσία, την συντριβή και ταπείνωσι, δεν είναι δυνατόν να πέση από κανένα μέρος, γιατί βρίσκεται πιό κάτω από όλους. Και ο Θεός δεν κατέβηκε στην γή και δεν ταπείνωσε τον εαυτό του μέχρι θανάτου για τίποτε άλλο παρά μόνο, για να εμφυτεύση σε όσους πιστεύουν σ' αυτόν «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην».
Αν υποθέσουμε ότι κάποιος σκορπίζει όλα του τα υπάρχοντα και τα δίνει σε πτωχούς και νηστεύει και αγρυπνεί και χαμευνεί και προσεύχεται στο Θεό νύκτα και μέρα, και δεν ζητήση από το Θεό να αποκτήση καρδιά από φυσικού της συντετριμμένη και τεταπεινωμένη (διότι «πάν δώρημα τέλειον άνωθέν εστι καταβαίνον εκ του Πατρός των φώτων»), αυτός ο άνθρωπος δεν πρόκειται να ωφελήση καθόλου τον εαυτό του.
Πρέπει λοιπόν να επιζητούμε εκείνη και μόνο την οδό διά της οποίας εμφυτεύεται μέσα μας καρδιά από φυσικού της συντετριμμένη και τεταπεινωμένη.
ΤΑΠΕΙΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΧΑΙΡΕΤΑΙ ΟΤΑΝ ΤΟΝ ΠΕΡΙΦΡΟΝΟΥΝ
Κάποιος Κωνσταντίνος, άνθρωπος πάρα πολύ ευλαβής, κατοικούσε στην πόλη Αγκώνα της Ιταλίας και υπηρετούσε στο ναό του αγίου πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Κάποτε που τελείωσε το λάδι και επειδή δεν είχε με τι να ανάψει τα κανδήλια, τα γέμισε με νερό, έβαλε το συνηθισμένο φυτίλι στο καθένα απʼ αυτά και τα άναψε σαν να είχαν λάδι.
Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος, ενώ έκανε τέτοια θαύματα, ακούστε τι ταπείνωση είχε.
Επειδή η φήμη του είχε διαδοθεί σε όλες τις γύρω περιοχές από πολλά θαύματα που έκανε μέσω αυτού ο Άγιος Θεός, πήγαιναν πολλοί για να τον δουν και να πάρουν κάτι από τη Χάρη που είχε η παρουσία του. Κάποια φορά πήγε και ένας γεωργός από μέρος μακρινό για να τον δει. Έτυχε ο Άγιος να είναι ανεβασμένος πάνω σʼ ένα σκαμνί ξύλινο και να ετοιμάζει τα κανδήλια για να τα ανάψει. Ήταν μάλιστα πολύ κοντός στο ανάστημα, με αδύνατο σώμα και άσχημο πρόσωπο. Ο γεωργός λοιπόν ζητούσε επίμονα να του δείξουν ποιός είναι ο ευλαβέστατος άνθρωπος Κωνσταντίνος. Οι παρευρισκόμενοι του έδειξαν τον άνθρωπο εκείνον που ήταν πάνω στο σκαμνί.
Ο γεωργός τότε, επειδή έκρινε την αγιότητα του ανθρώπου από την κατασκευή του σώματος, μόλις τον είδε τόσο κοντό και αδύνατο, σκέφθηκε μήπως δεν είναι αυτός για τον οποίο είχε ακούσει ότι κάνει θαύματα και είναι μεγάλος και σπουδαίος.
Όταν όμως έμαθε από τους παρευρισκομένους ότι αυτός πραγματικά είναι ο ευλαβής Κωνσταντίνος, τον σιχάθηκε από το σχήμα και τη σωματική του κατασκευή και είπε ειρωνικά:
Εγώ περίμενα να δω άνθρωπο. Αυτός όμως δεν έχει καμιά ομοιότητα με άνθρωπο.
Μόλις άκουσε τα λόγια αυτά ο άνθρωπος αυτός του Θεού, άφησε τα κονδύλια, έτρεξε γρήγορα, τον αγκάλιασε και του είπε:
- Αδελφέ, σου χρωστώ μεγάλη χάρη. Μόνο εσύ έχεις ανοικτά τα μάτια σου. Μόνο εσύ κατάλαβες ποιός πραγματικά είμαι!
Τον καιρό που είχε τη διεύθυνση της Σχολής ο άγιος Νεκτάριος, για κάποιο διάστημα ο επιστάτης της Σχολής αρρώστησε. Όταν βγήκε από το Νοσοκομείο, οι γιατροί του είπαν να εργαστεί, τουλάχιστον για τρεις μήνες γιατί διαφορετικά θα βάλει σε κίνδυνο τη ζωή του. Οι εργαζόμενοι όμως τότε δεν ήταν μόνιμοι και δεν είχαν ασφάλεια, οπότε υπήρχε το ενδεχόμενο να χάσουν τη δουλειά τους. Αυτό φοβήθηκε και ο επιστάτης της Ριζαρείου.
Μια μέρα λοιπόν, μετά από κάποια μικρή ανάρρωση πήγε στη Σχολή και είδε τα πάντα να είναι πεντακάθαρα. Τον έκοψε κρύος ιδρώτας. Θα πήραν άλλον, υπέθεσε. Πήγε και την άλλη μέρα στη Σχολή και διαπίστωσε πάλι το ίδιο. Βέβαιος πια ότι τον απέλυσαν, πήγε να βρει το διευθυντή της Σχολής. Ο Άγιος τον δέχθηκε με πολλή καλοσύνη και του είπε
- Μην ανησυχείς, παιδί μου, δεν πρόκειται να σε απολύσουν. Να κάνεις ό,τι σου είπαν οι γιατροί.
- Μα ποιος θα καθαρίζει Σεβασμιώτατε τόσον καιρό; Του αποκρίθηκε εκείνος.
- Μην σε απασχολεί παιδί μου, αυτό. Όλα θα είναι καθαρά, σαν να ήσουν εδώ εσύ.
Έφυγε ο επιστάτης γεμάτος χαρά, αλλά και περιέργεια για το ποιος θα καθάριζε τους χώρους της Σχολής τόσους μήνες που θα έλειπε.
Όταν πήγε σπίτι του, του ήλθε η σκέψη να πάει πρωί-πρωί την άλλη μέρα για να δει τι συμβαίνει. Πήγε, αλλά βρήκε πάλι τη Σχολή πεντακάθαρη.
- Αύριο θα πάω πιο πρωί για να δω επιτέλους τι γίνεται, σκέφθηκε.
Πράγματι, μόλις χάραξε, έφθασε στη Σχολή. Και τι να δει! Ο Διευθυντής της Σχολής είχε μαζεμένα τα ράσα του και με μια σκούπα και έναν κουβά στο χέρι καθάριζε τους χώρους και τα αποχωρητήρια! Δεν κρατήθηκε, έτρεξε κοντά του και του είπε
- Σεβασμιώτατε, εσείς κάνετε αυτή την ταπεινωτική εργασία; Σας παρακαλώ, να μην το ξανακάνετε αυτό. Από αύριο θα έρχομαι εγώ. Αισθάνομαι τώρα καλύτερα αλλά και δεν θέλω να κάνετε εσείς αυτή τη δουλειά που πρέπει να την κάνω εγώ.
Ο άγιος Νεκτάριος τον πήρε τότε από το χέρι, τον οδήγησε στο Γραφείο και του είπε
- Παιδί μου, καμιά εργασία δεν είναι ταπεινωτική. Ο Θεός ευλόγησε την εργασία και ευλογεί και αυτούς που εργάζονται. Αυτό που είδες δεν θα το πεις σε κανέναν, αν θέλεις να μη σε απολύσει η επιτροπή της Σχολής!
Νίκο, σ' ευχαριστώ για τα πολύ ωραία κείμενα που παραθέτεις! Συνέχισε να μας βοηθάς!
Μελίζεται και διαμερίζεται ο Αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανόμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων.
Ας μην υπερηφανευόμαστε καθόλου. Διότι, αν αυτός, που είναι Θεός και Κύριος και Υιός του Θεού, δεν αρνήθηκε να λάβει μορφή δούλου, πολύ περισσότερο πρέπει εμείς να κάνουμε τα πάντα, έστω κι αν είναι ταπεινά. Πες μου, λοιπόν, άνθρωπε, από πού υπερηφανεύεσαι; Από τα βιοτικά; Αλλά αυτά φεύγουν πριν ακόμη φανούν. Μήπως από τα πνευματικά; Αλλά ένα και μοναδικό κατόρθωμα πνευματικό υπάρχει, το να μην υπερηφανεύεσαι. Γιατί, λοιπόν, υπερηφανεύεσαι; Επειδή κατορθώνεις κάτι; Άκουσε τι λέει ο Χριστός: «Όταν κάνετε ό,τι έχετε διαταχθεί να κάνετε, τότε να λέτε ότι είμαστε άχρηστοι δούλοι» (Λουκ. 17, 10). Μήπως υπερηφανεύεσαι και για τον πλούτο; Γιατί; Δεν άκουσες ότι γυμνοί ήρθαμε στη ζωή και γυμνοί θα φύγουμε; (πρβλ. Ιώβ 1, 21). Μάλλον δε βλέπεις αυτούς, που ήρθαν πριν από σένα, ότι έφυγαν γυμνοί και έρημοι; Ποιος υπερηφανεύεται έχοντας τα ξένα; Διότι, όσοι θέλουν να τα χρησιμοποιούν μόνο για δική τους απόλαυση, τα χάνουν και χωρίς τη θέλησή τους, και πολλές φορές, βέβαια, πριν από το θάνατο, κατά το θάνατο, όμως, οπωσδήποτε.
Ο απόστολος Παύλος καλεί όλους τους Χριστιανούς να αποκτήσουν την αρετή της ταπεινοφροσύνης. Δε θέλει όμως να έχουμε μία-κάποια ταπεινοφροσύνη, αλλά πάσαν ταπεινοφροσύνην · «μετά πάσης ταπεινοφροσύνης» (Εφες. δ΄ 2), συνιστά να περνούμε τη ζωή μας. Να έχουμε όλα τα είδη της ταπεινοφροσύνης · ολόκληρη, ακέραια, πλήρη την ταπεινοφροσύνη. Αλλά ποια είναι αυτή η πλήρης ταπεινοφροσύνη;
Είναι εκείνη, η οποία πλημμυρίζει αληθινά το εσωτερικό του ανθρώπου · γιʼ αυτό φυσικά και αβίαστα ξεχειλίζει και φαίνεται σε όλες τις εκδηλώσεις της καθημερινής του ζωής. Το υπογραμμίζουν αυτό οι δύο μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας.
Ο ιερός Χρυσόστομος: «Μη της εν ρήμασι, μηδέ εν πράγμασι μόνοις, αλλά και εν σχήματι και εν φθέγματι» · η ταπεινοφροσύνη δεν πρέπει να εκδηλώνεται μόνο στα λόγια μας, ούτε στα έργα μας μόνο, αλλά και στην εξωτερική μας εμφάνιση και στη φωνή μας.
Και ο μέγας Βασίλειος: «Έστω σοι και σχήμα και ιμάτιον και βάδισμα και καθέδρα και τροφής κατάστασις και στρωμνής παρασκευή και οίκος και τα εν οίκω σκεύη πάντα προς ευτέλειαν ησκημένα» · ας είναι σε σένα και η εμφάνιση και το ένδυμα και το περπάτημα και το κάθισμα και οι συνθήκες της διατροφής και η ετοιμασία του κρεβατιού και το σπίτι και τα οικιακά σκεύη όλα εξασκημένα στην ταπείνωση.
Και πάλι ο χρυσός το στόμα Πατήρ συμπληρώνει: «Μη προς τούτον μεν ταπεινός, προς δε εκείνον θρασύς · προς πάντας έσο ταπεινός, καν φίλος ή καν εχθρός, καν μέγας καν μικρός · τούτο ταπεινοφροσύνη» · όχι δύο μέτρα και δύο σταθμά στην εξάσκηση της ταπεινοφροσύνης · όχι να είσαι ταπεινός μεν προς αυτόν, υπερήφανος δε και θρασύς προς εκείνον · προς όλους να είσαι ταπεινός, έστω και αν ο άλλος είναι φίλος ή εχθρός, έστω και αν είναι μεγάλος ή μικρός · διότι αυτό ακριβώς είναι ταπεινοφροσύνη.
Και προχωρεί ο ιερός Πατήρ και σε άλλη περιοχή της ταπεινοφροσύνης: «Και εν τοις κατορθώμασιν έσο ταπεινός. Άκουε γαρ του Χριστού λέγοντος, "Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι", και τούτο πρώτον τιθέντος». Και στα κατορθώματα ακόμη να είσαι ταπεινός. Γιατί άκουσε τι λέει ο Χριστός στους Μακαρισμούς Του και ποια αρετή θέτει πρώτη, ως βάση και θεμέλιο του χριστιανικού χαρακτήρα: Πανευτυχείς είναι εκείνοι που ταπεινά συναισθάνονται την πνευματική φτώχεια τους και την εξάρτηση ολόκληρου του εαυτού τους από το Θεό · δηλαδή οι ταπεινόφρονες (Ματθ. ε΄ 3).
Με άλλα λόγια, εκείνος που εφαρμόζει στη ζωή του την πλήρη ταπεινοφροσύνη δεν κάνει τίποτε άλλο παρά μιμείται το Χριστό · είναι μιμητής της υποδειγματικής και μοναδικής ταπεινώσεως του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού.
Η Οσία Θεοδώρα συνήθιζε να λέγει στις μαθήτριές της πολύ συχνά, πως ούτε η μεγάλη άσκησις, ούτε ο υπερβολικός κόπος, ούτε οποιαδήποτε άλλη κακοπάθεια μπορεί να σώσει τον άνθρωπο, όσο η αληθινή ταπεινοφροσύνη της καρδιάς. Διηγείτο και το ακόλουθο ανέκδοτο:
Κάποιος Ερημίτης είχε χάρισμα από το Θεό να διώχνει τα πονηρά πνεύματα. Μια φορά ζήτησε να μάθει τι φοβούνται περισσότερο κι αναγκάζονται να φύγουν
–Μήπως τη νηστεία; ρώτησε ένα απʼ αυτά.
–Εμείς, αποκρίθηκε εκείνο, ούτε τρώμε, ούτε πίνομε ποτέ.
–Την αγρυπνία τότε;
–Εμείς δεν κοιμώμεθα καθόλου.
–Τη φυγή του κόσμου;
Το δαιμόνιο γέλασε περιφρονητικά.
–Σπουδαίο πράγμα τάχα. Εμείς περνάμε τον περισσότερο καιρό μας τριγυρίζοντας στις ερημιές.
–Σʼ εξορκίζω, να ομολογήσεις τι είναι εκείνο που μπορεί να σας δαμάσει, επέμενε ο Γέροντας.
Το πονηρό πνεύμα, αναγκασμένο από υπερκόσμια δύναμη, βιάστηκε να απαντήσει:
–Η ταπείνωσις, που δεν μπορούμε ποτέ νʼ αποκτήσουμε.
Μακάριοι είναι εκείνοι οι άνθρωποι που κατόρθωσαν να μιμηθούν την ταπεινή γη, η οποία, ενώ πατιέται από όλους, όμως όλους τους σηκώνει με την αγάπη της και τους τρέφει με στοργή σαν καλή μάνα, η οποία έδωσε και το υλικό για τη σάρκα μας στην πλάση. Δέχεται επίσης με χαρά και ό,τι της πετάμε, από καλούς καρπούς μέχρι ακάθαρτα σκουπίδια, τα οποία επεξεργάζεται αθόρυβα σε βιταμίνες και τις προσφέρει πλουσιοπάροχα με τους καρπούς της αδιακρισίας σε καλούς και κακούς ανθρώπους.
Ο ταπεινός άνθρωπος, όπως φαίνεται, είναι ο δυνατότερος του κόσμου, διότι και νικάει, αλλά και σηκώνει πολλά ξένα βάρη με ελαφριά τη συνείδησή του. Ενώ ζει περιφρονημένος και αδικημένος για τα ξένα σφάλματα που οικειοποιείται από αγάπη, εσωτερικά νιώθει τη μεγαλύτερη χαρά του κόσμου, γιατί είναι περιφρονημένος πια από αυτόν ο μάταιος τούτος κόσμος. Οι ύβρεις, οι αδικίες κλπ. είναι τα καλύτερα νυστέρια για όσους έφταιξαν, είναι μαχαίρια δημίου, και Μάρτυρες θεωρούνται αυτοί που τα δέχονται χαρούμενοι για την αγάπη του Χριστού.
Οι μεγάλοι στην ηλικία, που δε δέχονται ύβρεις και αυστηρές παρατηρήσεις για να θεραπευθούν ή για να λάβουν μισθό (όταν δε φταίνε), είναι πιο ανόητοι κι από τα μωρά παιδιά, που δε θέλουν ούτε να ακούσουν το γιατρό, διότι φοβούνται την ένεση (μην τους τρυπήσει με τη βελόνα), και υποφέρουν τον πυρετό συνέχεια και το βήχα.
Περισσότερη ευγνωμοσύνη οφείλουμε σʼ αυτούς που μας κέντησαν και βγήκαν τα αγκάθια της ψυχής μας, παρά σʼ εκείνους που μας έσκαβαν δωρεάν την περιοχή μας και θα μας φανέρωναν τον κρυμμένο μας άγνωστο θησαυρό.
Δεν ωφελεί να τρίβει κανείς τα γόνατά του με αμέτρητες μετάνοιες, εάν δεν τρίβει παράλληλα και τη μούρη του με την ταπείνωση (την εσωτερική μετάνοια).
Εκείνους που ζητάει ταπείνωση από το Θεό, αλλά δε δέχεται τον άνθρωπο που του στέλνει ο Θεός, για να τον ταπεινώσει, δεν ξέρει τι ζητάει, διότι οι αρετές δεν αγοράζονται σαν τα ψώνια στον μπακάλη (όσα κιλά θέλουμε), αλλά μας στέλνει ο Θεός ανθρώπους να δοκιμαστούμε, να εργαστούμε, να την αποκτήσουμε και να στεφανωθούμε. Όποιος σκύβει ταπεινά και δέχεται τα χτυπήματα από τους άλλους, διώχνει τα δικά του εξογκώματα, ομορφαίνει πνευματικά σαν Άγγελος, και έτσι χωράει από τη στενή πύλη του Παραδείσου.
Μακάριος εκείνος ο άνθρωπος που έδωσε τα εξογκώματά του και βαδίζει την τεθλιμμένη οδό του Κυρίου με ξένο βάρος (συκοφαντίες κλπ.) και αφήνει τους ανθρώπους να του πλέκουν αμαράντινα στεφάνια με τις κατηγορίες, διότι αυτό φανερώνει τη γνήσια ταπεινοφροσύνη που δεν εξετάζει τι λένε οι άνθρωποι, αλλά τι θα πει ο Θεός την ημέρα της Κρίσεως.
Εκείνος που μιλάει λογικά σε φιλοκατήγορο ή σε ολιγόμυαλο και έχει την απαίτηση να βρει κατανόηση, φανερώνει ότι και ο ίδιος δεν είναι καλά, διότι ο κακότροπος είναι χειρότερος από τον ολιγόμυαλο, γιατί είναι σκοτισμένο το μυαλό του από την κακία και τον εγωισμό.
Όσοι όμως έχουν ταπείνωση, έχουν και καλοσύνη και θείο φωτισμό και δε σκοντάφτουν ποτέ στην πνευματική τους πορεία από τα εμπόδια του πονηρού.
Τους περισσότερους πειρασμούς, τις περισσότερες φορές, τους δημιουργεί ο ίδιος ο εαυτός μας, όταν βάζουμε τον εαυτό μας στις συνεργασίες μας μαζί με τους άλλους, όταν δηλαδή θέλουμε να υψώνουμε τον εαυτό μας. Στον Ουρανό δεν ανεβαίνει κανίς με το κοσμικό ανέβασμα αλλά με το πνευματικό κατέβασμα. Όποιος βαδίζει χαμηλά, βαδίζει πάντα με σιγουριά και ποτέ δεν πέφτει.
Εκείνος που δε συμβουλεύεται στην πνευματική του πορεία, μπερδεύει τους δρόμους και κουράζεται πολύ και καθυστερεί. Εάν δεν ταπεινωθεί να ρωτήσει έστω και αργότερα, δύσκολα θα φτάσει στον προορισμό του. Ενώ αυτοί που συμβουλεύονται βαδίζουν ξεκούραστα, με σιγουριά, και σκεπάζονται με τη Χάρη του Θεού και φωτίζονται επειδή ταπεινώνονται.
Όσοι κινούνται όλο απλά με καλούς λογισμούς, κα λένε όλους τους λογισμούς τους και πιστεύουν από πολλή ταπείνωση ότι δεν έχουν τίποτα το καλό, ενώ αγωνίζονται με φιλότιμο πολύ, αυτοί κρύβουν το μεγαλύτερο πνευματικό θησαυρό μέσα τους, χωρίς να τον γνωρίζουν ούτε οι ίδιοι ούτε οι άλλοι άνθρωποι, και έτσι δε σπαταλιέται από τους ίδιους και δεν κλέβεται από τους άλλους.
Στον πολύ ταπεινό και ευαίσθητο άνθρωπο όταν ταπεινώνεται κανείς, βοηθιέται πολύ, ενώ στον άνθρωπο που αγνοεί την ταπείνωση, εάν ταπεινωθείς –τον συμβουλευτείς ή πεις τα ελαττώματά σου- τον κάνεις πιο περήφανο και αναιδή.
Ο άνθρωπος που δεν έχει ταπείνωση και καλούς λογισμούς, είναι γεμάτος από αμφιβολίες και ερωτηματικά. Κι επειδή θα βρίσκεται συνέχεια ζαλισμένος, έχει ανάγκη στις αρχές από Γέροντα με μεγάλη υπομονή, για να του δίνει συνέχεια εξηγήσεις, μέχρι να καθαρίσει ο νους και η καρδιά, για να μπορεί να βλέπει καθαρά.
Ο ταπεινός και καλοκάγαθος άνθρωπος, επειδή έχει την καθαρότητα και την εσωτερική και εξωτερική ηρεμία, έχει και βάθος πνευματικό και βλέπει βαθιά τα θεία νοήματα και βοηθιέται περισσότερο, και αυξάνεται και η πίστη του πιο πολύ, ζώντας τα μυστήρια του Θεού.
Ο υπερήφανος, εκτός που είναι σκοτισμένος, είναι και συνέχεια εσωτερικά και εξωτερικά ταραγμένος από την ελαφρότητα του εγωισμού, στέκεται πάντα στην επιφάνεια των πραγμάτων, και δεν μπορεί να προχωρήσει στο βάθος, όπου βρίσκονται τα θεία μαργαριτάρια, για να πλουτίσει πνευματικά…
(του γέροντος Παϊσίου
από το αμερικάνικο περιοδικό
Orthodox Heritage, P. 10, Vol. 04, Issue 01
Μετάφραση του περιοδικού «Χριστιανική Σπίθα»)