Σήμερα είναι :
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΖ΄ (27η) Νοεμβρίου, ο Όσιος Πατήρ ημών ΝΑΘΑΝΑΗΛ εν ειρήνη τελειούται.
Ναθαναήλ ο άριστος από τους παλαιούς και θαυμάσιος Αναχωρητής, κτίσας εν κελλίον εις την έρημον κατώκει εις αυτό· τόσην δε υπομονήν έδειξεν ο αείμνηστος εις εκείνο το κελλίον, ώστε δεν ήλλαξε ποτέ τον σκοπόν, τον οποίον έβαλε της σωτηρίας. Εις τας αρχάς όμως, όταν το έκτισεν, εγελάσθη υπό του δαίμονος και εξήλθεν απ’ εκεί και έκτισεν άλλο πλησίον εις την χώραν. Και αφού εστάθη εκεί μήνας τρεις ή τέσσαρας, έρχεται ο δαίμων μίαν νύκτα εις αυτόν, έχων άρματα όμοια με εκείνα τα οποία έχουν οι δήμιοι, με σχήμα στρατιωτικόν, με παλαιά ενδύματα, και έκαμνε μεγάλον κτύπον με τα άρματα, ο δε μακάριος Ναθαναήλ έλεγε προς αυτόν· «Ποίος είσαι όπου με ενοχλείς εις το κελλίον μου»; Και ο δαίμων απεκρίθη λέγων· «Εγώ είμαι εκείνος όστις σε εξέβαλα από το πρώτον κελλίον και τώρα ήλθα πάλιν να σε εκβάλω και απ’ εδώ». Τότε γνωρίσας ο Όσιος ότι εγελάσθη από την σατανικήν πονηρίαν, εγύρισεν εις την πρώτην του κέλλαν, και έκαμεν εκεί έτη τριάκοντα επτά, κατά τα οποία δεν εξήλθε τελείως έξω από την θύραν του κελλίου του, εις πείσμα του δαίμονος, επειδή τον εγέλασε πρότερον. Μετά ταύτα τόσον τον επολέμησεν ο δαίμων να τον εκβάλη από το κελλίον, ώστε τον πόλεμον και τους πειρασμούς τους οποίους του έδωκε δεν είναι δυνατόν να περιγράψη τις. Επάνω δε εις τους πειρασμούς και τας πονηρίας του ο Σατανάς έκαμε και αυτήν την πονηρίαν, δια να τον αναγκάση να εξέλθη καν έξω από το κελλίον του. Επτά Αρχιερείς ήλθον και επεσκέφθησαν τούτον τον Όσιον, δια το οποίον τότε ολίγον έλειψε να χαλαρώση τον κανόνα του ο Όσιος Ναθαναήλ, ήτοι να εξέλθη έξω από το κελλίον του. Διότι αφού οι Επίσκοποι εκείνοι επεσκέφθησαν και απεχαιρέτησαν τον Άγιον, εξερχόμενοι από την κέλλαν του, αυτός δεν εξήλθε καν ολίγον τι έξω του κελλίου του να τους κατευοδώση, ο δε εχθρός έβαλεν εις τους Διακόνους των Επισκόπων να λέγουν εις τον Άγιον· «Υπερήφανον πράγμα κάμνεις, Αββά, να μη συνοδεύσης ολίγον διάστημα καν τους Επισκόπους». Και ο Όσιος απεκρίθη προς αυτούς λέγων· «Εγώ και τους κυρίους μου τους Αρχιερείς προσκυνώ και όλον τον κλήρον των τιμώ, νομίζω δε τον εαυτόν μου πλέον αμαρτωλόν και πάντων ελάχιστον. Όσον μεν δια τιμήν και δόξαν και έπαινον (όσον το κατ’ εμέ) ίσα το αισθάνομαι, όσον και οι νεκροί. Δια δε ότι δεν εξέρχομαι έξω της κέλλας μου, έχω άλλον σκοπόν, τον οποίον μόνος ο Κύριος ο κρυφιογνώστης γινώσκει». Επειδή λοιπόν ο δαίμων και με τοιαύτην πονηρίαν δεν κατώρθωσε να ευγάλη έξω τον Όσιον, σοφίζεται ο μιαρός άλλην κατασκευήν. Εννέα μήνας πριν να αποθάνη ο Όσιος, σχηματίζεται ο δαίμων παιδίον δώδεκα ετών, έχων όνον φορτωμένον άρτους, τους οποίους δήθεν του έστελλον από την χώραν, έφθασε δε την νύκτα εις το κελλίον του Αγίου απ’ έξω. Εκεί σχηματίζεται ότι έπεσε κάτω ο όνος και δεν ηδύνατο να εγερθή. Δια τούτο εφώναζε το παιδίον έξωθεν του κελλίου εις το σκότος· «Αββά Ναθαναήλ, βοήθησόν μοι εις ταύτην την ανάγκην». Ακούσας ο Άγιος τας φωνάς ήνοιξε την θύραν του κελλίου του και εστάθη εις την θύραν, ερωτών το παιδίον ποίος είναι και ποίαν βοήθειαν ζητεί απ’ αυτόν. Λέγει προς αυτόν ο δαίμων· «Εγώ είμαι από τον δείνα μοναχόν τον αγαπητόν σου απεσταλμένος και σου φέρω άρτους και προσφοράς, επειδή αύριον είναι Σάββατον και χρειάζονται. Αλλά παρακαλώ να με βοηθήσης να εγείρωμεν το ζώον, και να έλθω εις το κελλίον, δια να μη φαγωθώμεν από τους λύκους, επειδή είναι πολλοί τοιούτοι εδώ εις την έρημον». Τότε ο Άγιος εσυλλογίζετο τι να πράξη. Η ευσπλαγχνία τον ηνάγκαζε να εξέλθη εκ του κελλίου του να βοηθήση τον παίδα. Από το άλλο μέρος εσυλλογίζετο την απόφασιν, την οποίαν έκαμε να μη δώση καμμίαν πρόφασιν εις τον εχθρόν. Όθεν κάμνων ευχήν εις την θείαν βοήθειαν, λέγει εις το φαινόμενον παιδίον· «Άκουσον, ω παιδίον, ή όποιος και αν είσαι· ελπίζω εις τον Θεόν, όστις εξουσιάζει ζωήν και θάνατον, ότι όσην βοήθειαν χρειάζεσαι, θέλεις την έχει παρ’ Αυτού και μήτε άλλο κανένα κακόν θέλει σου εγγίσει. Ει δε και είσαι κανένας πειρασμός, και εις τούτο θέλει μου γίνει καμμία φανέρωσις παρά Κυρίου». Τούτο είπε και κλείσας την θύραν του κελλίου του ησύχασεν εντός αυτού. Ο δε δαίμων εντραπείς και εις ταύτην την νίκην του Οσίου διεσκορπίσθη ως σύννεφον υπό ανέμου, και με φωνάς και κτύπους αγρίων ζώων έγινεν άφαντος. Αυτά είναι τα κατορθώματα του όντως μακαρίου και Οσίου Ναθαναήλ, και τούτο το μέγα και θαυμαστόν τρόπαιον, όπερ έστησεν εναντίον του σατανά.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΗ΄ (28η) Νοεμβρίου, μνήμη των Αγίων ΜΑΡΤΥΡΩΝ, των συμμαρτυρησάντων μετά του Αγίου Στεφάνου υπέρ τω
Τη ΚΗ΄ (28η) Νοεμβρίου, μνήμη των Αγίων ΜΑΡΤΥΡΩΝ, των συμμαρτυρησάντων μετά του Αγίου Στεφάνου υπέρ των αγίων Εικόνων.
Πολλοί των στρατιωτών του ανωτέρω βασιλέως Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου, Ορθόδοξοι όντες, ηρνήθησαν τον κόσμον και έγιναν Μοναχοί. Τούτους δε τιμωρήσας ο παράνομος βασιλεύς τους απήλλαξεν από την παρούσαν ζωήν, διότι τον μεν ένα εξ αυτών, Βασίλειον ονομαζόμενον, πρώτον μεν ετύφλωσεν, είτα δε μη πεισθέντα να αρνηθή την προσκύνησιν των αγίων Εικόνων ελάκτισεν εις την κοιλίαν και διεσκόρπισε τα εντόσθιά του, παραδώσαντος ούτω του αοιδίμου την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού· άλλον δε τινά εφυλάκισεν εις το Σωσθένειον, ήτοι την κοινώς λεγομένην Στένην, είτα έκοψε την ρίνα του, και έπειτα εξώρισεν αυτόν εις την Χερσώνα (την σημερινήν Κριμαίαν), ο οποίος μέλλων να φονευθή υπό του τυράννου, έφυγεν εις Χαζαρίαν, όπου έγινεν Επίσκοπος και ύστερον ετελειώθη. Άλλος δε, Στέφανος ονομαζόμενος, εξωρίσθη εις Σουγδαϊαν, ένθα πολλούς ωφελήσας ετελείωσε την ζωήν του. Ομοίως και Γρηγόριοι δύο, μετά πολλών άλλων εξορισθέντες, εκοιμήθησαν εν Κυρίω. Αλλά και ο Ιωάννης ο από Λεγατοκρίων εξωρίσθη εις την Δαφνουσίαν και ετελείωσε την ζωήν του δερόμενος συνεχώς κατά προσταγήν του βασιλέως. Και ούτως έλαβον άπαντες τους στεφάνους του Μαρτυρίου.
Πολλοί των στρατιωτών του ανωτέρω βασιλέως Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου, Ορθόδοξοι όντες, ηρνήθησαν τον κόσμον και έγιναν Μοναχοί. Τούτους δε τιμωρήσας ο παράνομος βασιλεύς τους απήλλαξεν από την παρούσαν ζωήν, διότι τον μεν ένα εξ αυτών, Βασίλειον ονομαζόμενον, πρώτον μεν ετύφλωσεν, είτα δε μη πεισθέντα να αρνηθή την προσκύνησιν των αγίων Εικόνων ελάκτισεν εις την κοιλίαν και διεσκόρπισε τα εντόσθιά του, παραδώσαντος ούτω του αοιδίμου την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού· άλλον δε τινά εφυλάκισεν εις το Σωσθένειον, ήτοι την κοινώς λεγομένην Στένην, είτα έκοψε την ρίνα του, και έπειτα εξώρισεν αυτόν εις την Χερσώνα (την σημερινήν Κριμαίαν), ο οποίος μέλλων να φονευθή υπό του τυράννου, έφυγεν εις Χαζαρίαν, όπου έγινεν Επίσκοπος και ύστερον ετελειώθη. Άλλος δε, Στέφανος ονομαζόμενος, εξωρίσθη εις Σουγδαϊαν, ένθα πολλούς ωφελήσας ετελείωσε την ζωήν του. Ομοίως και Γρηγόριοι δύο, μετά πολλών άλλων εξορισθέντες, εκοιμήθησαν εν Κυρίω. Αλλά και ο Ιωάννης ο από Λεγατοκρίων εξωρίσθη εις την Δαφνουσίαν και ετελείωσε την ζωήν του δερόμενος συνεχώς κατά προσταγήν του βασιλέως. Και ούτως έλαβον άπαντες τους στεφάνους του Μαρτυρίου.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΘ΄ (29η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΠΑΡΑΜΟΝΟΥ και των συν αυτώ Τριακοσίων Εβδομήκοντα ΜΑΡ
Τη ΚΘ΄ (29η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΠΑΡΑΜΟΝΟΥ και των συν αυτώ Τριακοσίων Εβδομήκοντα ΜΑΡΤΥΡΩΝ.
Παράμονος ο Άγιος Μάρτυς και οι συν αυτώ ασκήσαντες Άγιοι Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου και Ακυλίνου άρχοντος της Ανατολής εν έτει σν΄ (250), η δε αιτία του Μαρτυρίου αυτών υπήρξε τοιαύτη. Εις ένα τόπον, Ιερόν ονομαζόμενον, της Βαλσατίας, ήτοι της νυν λεγομένης Μπάστρας ή Βασόρας της ευρισκομένης παρά το στόμιον του Τίγρητος ποταμού, αναβρύουσι θερμά νερά πλούσια, τα οποία ιατρεύουσιν ασθενείας. Εις τα θερμά λοιπόν ταύτα επήγεν ο άρχων Ακυλίνος, ίνα ιατρευθή από ασθένειαν σωματικήν, η οποία τον ηνώχλει. Όθεν προσέταξε να ακολουθώσιν αυτόν από την Νικομήδειαν όσοι Χριστιανοί ήσαν εκεί δεδεμένοι δια την του Χριστού πίστιν· μεταβάς δε εις τον ναόν της ψευδοθεάς Ίσιδος και τας μιαράς του θυσίας τελέσας, προσέταξε και τους Μάρτυρας του Χριστού να προσκυνήσωσι και να θυσιάσωσιν εις τα είδωλα. Επειδή δε εκείνοι δεν επείσθησαν, προσέταξε να τους θανατώσωσιν όλους και ούτως έλαβον οι γενναίοι τους στεφάνους της αθλήσεως παρά του Πμβασιλέως Χριστού, τον αριθμόν όντες τριακόσιοι εβδομήκοντα. Τούτους λοιπόν βλέπων ούτως ασπλάγχνως θανατωθέντας ο Άγιος Παράμονος, με μεγάλην φωνήν ανεβόησε λέγων· «Μεγαλωτάτην ασέβειαν βλέπω, διότι ο μιαρός ούτος άρχων τόσους πολλούς δικαίους και μάλιστα ξένους όντας κατασφάζει, ως να ήσαν άλογα ζώα». Ο δε άρχων, ταύτα ακούσας, ήναψεν από οργήν και ευθύς προστάσσει να τον θανατώσωσι· τούτο δε ηγνόει ο Μάρτυς. Όθεν συλλαβόντες αυτόν αιφνιδίως οι απεσταλμένοι εκεί που αφόβως περιεπάτει, άλλοι μεν τον εκτύπων με λόγχας, άλλοι δε ετρύπων την γλώσσαν και τα λοιπά μέλη του με καλάμια κοπτερώτατα· και ούτως έμπροσθεν του άρχοντος εθανάτωσαν αυτόν και προς τας ουρανίους Μονάς τον απέστειλαν, ίνα χαίρη αιωνίως μετά των λοιπών τριακοσίων εβδομήκοντα. Το δε άγιον αυτού λείψανον ενεταφιάσθη μετά των λειψάνων των ανωτέρω Αγίων.
Παράμονος ο Άγιος Μάρτυς και οι συν αυτώ ασκήσαντες Άγιοι Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου και Ακυλίνου άρχοντος της Ανατολής εν έτει σν΄ (250), η δε αιτία του Μαρτυρίου αυτών υπήρξε τοιαύτη. Εις ένα τόπον, Ιερόν ονομαζόμενον, της Βαλσατίας, ήτοι της νυν λεγομένης Μπάστρας ή Βασόρας της ευρισκομένης παρά το στόμιον του Τίγρητος ποταμού, αναβρύουσι θερμά νερά πλούσια, τα οποία ιατρεύουσιν ασθενείας. Εις τα θερμά λοιπόν ταύτα επήγεν ο άρχων Ακυλίνος, ίνα ιατρευθή από ασθένειαν σωματικήν, η οποία τον ηνώχλει. Όθεν προσέταξε να ακολουθώσιν αυτόν από την Νικομήδειαν όσοι Χριστιανοί ήσαν εκεί δεδεμένοι δια την του Χριστού πίστιν· μεταβάς δε εις τον ναόν της ψευδοθεάς Ίσιδος και τας μιαράς του θυσίας τελέσας, προσέταξε και τους Μάρτυρας του Χριστού να προσκυνήσωσι και να θυσιάσωσιν εις τα είδωλα. Επειδή δε εκείνοι δεν επείσθησαν, προσέταξε να τους θανατώσωσιν όλους και ούτως έλαβον οι γενναίοι τους στεφάνους της αθλήσεως παρά του Πμβασιλέως Χριστού, τον αριθμόν όντες τριακόσιοι εβδομήκοντα. Τούτους λοιπόν βλέπων ούτως ασπλάγχνως θανατωθέντας ο Άγιος Παράμονος, με μεγάλην φωνήν ανεβόησε λέγων· «Μεγαλωτάτην ασέβειαν βλέπω, διότι ο μιαρός ούτος άρχων τόσους πολλούς δικαίους και μάλιστα ξένους όντας κατασφάζει, ως να ήσαν άλογα ζώα». Ο δε άρχων, ταύτα ακούσας, ήναψεν από οργήν και ευθύς προστάσσει να τον θανατώσωσι· τούτο δε ηγνόει ο Μάρτυς. Όθεν συλλαβόντες αυτόν αιφνιδίως οι απεσταλμένοι εκεί που αφόβως περιεπάτει, άλλοι μεν τον εκτύπων με λόγχας, άλλοι δε ετρύπων την γλώσσαν και τα λοιπά μέλη του με καλάμια κοπτερώτατα· και ούτως έμπροσθεν του άρχοντος εθανάτωσαν αυτόν και προς τας ουρανίους Μονάς τον απέστειλαν, ίνα χαίρη αιωνίως μετά των λοιπών τριακοσίων εβδομήκοντα. Το δε άγιον αυτού λείψανον ενεταφιάσθη μετά των λειψάνων των ανωτέρω Αγίων.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη Λ΄ (30η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου ενδόξου και πανευφήμου Αποστόλου ΑΝΔΡΕΟΥ του Πρωτοκλήτου.
Ανδρέας ο ένδοξος Απόστολος του Κυρίου κατήγετο από μικράν περίχωρον της Ιερουσαλήμ, ήτις ωνομάζετο Βηθσαϊδά, και η οποία ήτο πατρίς και των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Φιλίππου· είχε δε ο Άγιος Ανδρέας αδελφόν τον κορυφαίον Απόστολον Πέτρον. Βηθσαϊδά δε είναι όνομα Εβραϊκόν και ερμηνεύεται Ελληνιστί τόπος αλιείας· αύτη κατά τους χρόνους εκείνους ήτο άσημος, καθό πόλις μικρά, νυν όμως τυγχάνει επισημοτάτη, διότι εκ ταύτης εξήλθον οι Μαθηταί και Απόστολοι και ιδίως οι αδελφοί Πέτρος ο Κορυφαίος και Ανδρέας ούτος ο Πρωτόκλητος. Όθεν είναι αύτη σήμερον ιστορικωτάτη και ενδοξοτάτη και ταύτην όλος ο κόσμος, βασιλείς και άρχοντες, μικροί και μεγάλοι, τιμώσι και θαυμάζουσι, διότι εις εκείνην την πόλιν ο Κύριος ημών εύρεν αγαθούς και ταπεινούς ανθρώπους, τους οποίους εκάλεσε Μαθητάς του και οι οποίοι αμέσως τον ηκολούθησαν προθύμως. Αλλ’ ίσως ερωτήση τις διατί δεν ηκολούθησαν τον Χριστόν όλοι οι τότε άνθρωποι, αλλά ολίγοι μόνον; Και λέγομεν· διότι οι μεν πολλοί των ανθρώπων, μόνοι των και εξ ιδίας προαιρέσεως, δεν ηθέλησαν να πιστεύσουν εις τον Χριστόν, αλλά νομίζοντες εαυτούς σοφούς, δεν εταπεινώθησαν να πιστεύσουν εις την φαινομένην μωρίαν του κηρύγματος του Χριστού· οι δε Απόστολοι, απλοί όντες και ιδιώται, εξ όλης καρδίας ηκολούθησαν τον Χριστόν. Διο και Αυτός «έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι», καθώς λέγει και ο Θεολόγος Ιωάννης εις το κατ’ αυτόν Ευαγγέλιον (α:12). Ότι δε αληθής είναι η λύσις της απορίας ταύτης, δυνάμεθα μεν και εξ άλλων πολλών Αγίων να το αποδείξωμεν, εξόχως όμως από τον σήμερον εορταζόμενον Άγιον και ένδοξον τούτον Απόστολον Ανδρέαν, όστις πρώτον μεν ήτο άνθρωπος ιδιώτης και αγράμματος, επειδή δε είχεν αγαθήν προαίρεσιν, ακολουθήσας τον Χριστόν και πιστεύσας εις τους λόγους του, εγένετο Απόστολος και διδάσκαλος της οικουμένης. Από τοιαύτην λοιπόν άσημον πατρίδα καταγόμενος ο ένδοξος ούτος Απόστολος Ανδρέας, ως και ο αδελφός αυτού Πέτρος ο Κορυφαίος, είχον αμφότεροι και πατέρα πτωχότατον, ο οποίος εδίδαξε τους υιούς του την ιδίαν τέχνην του αλιεύειν, ως πάντες οι πτωχοί έχουν συνήθειαν να μανθάνουν και τα τέκνα των ό,τι αυτοί γνωρίζουσι, μη δυνάμενοι, ως εκ της πτωχείας των, να εκπαιδεύουν ταύτα εις επιστήμας και άλλας ωφελίμους τέχνας. Ο πατήρ των ωνομάζετο Ιωνάς, ήτο δε ο πρώτος αλιεύς και εψάρευεν εις όλας τας λίμνας, αίτινες ευρίσκοντο κύκλωθεν της Ιερουσαλήμ, ήτοι παρά την θάλασσαν της Τιβεριάδος, ιδίως δε παρά την λίμνην της Γενησαρέτ, και εις άλλας θαλάσσας. Ο Πέτρος είχε γυναίκα την θυγατέρα του Αριστοβούλου, του αδελφού Βαρνάβα του Αποστόλου· ο δε μακάριος Ανδρέας, καταφρονήσας την κοσμικήν σύγχυσιν, προέκρινε την παρθενίαν, την οποίαν και ηκολούθησε και δεν ηθέλησε να νυμφευθή. Αφού δε ήκουσε ο θείος Ανδρέας ότι ο Πρόδρομος Ιωάννης περιπατεί εις την Ιουδαίαν και τα περίχωρα του Ιορδάνου και κηρύττει μετάνοιαν, έτρεξεν εις τον Ιωάννην και εγένετο μαθητής του, αφήσας τα πάντα κατά μέρος· και έχων επιθυμίαν ν’ αναβιβάση τον νουν του εις υψηλοτέραν έννοιαν, αφήκε τον κόσμον και τα του κόσμου, προσκολληθείς δε εις τον Ιωάννην, ακούσας τους προφητικούς λόγους του και έχων την ψυχήν του κεκαθαρμένην από αμαρτίας, εγνώρισε παρευθύς, ότι η διδαχή και το κήρυγμα του Προδρόμου είναι εκ θελήματος Θεού και ότι είναι αληθής Πρόδρομος και πρόξενος της σωτηρίας· δια τούτο και ηκολούθησεν εξ όλης του της καρδίας ο Ανδρέας τον Πρόδρομον και όλως παρεδόθη εις αυτόν, ήτοι παρέδωκεν αμέσως και νουν και καρδίαν. Ο Πρόδρομος, θέλων ν’ αναβιβάση τον λογισμόν των μαθητών του εις υψηλοτέραν έννοιαν, ίνα μη υπολαμβάνωσιν αυτόν Χριστόν, αλλά δούλον και υπηρέτην και πρόδρομον και κήρυκα του Χριστού, έλαβε μαζί του δύο μαθητάς, τον Απόστολον Ανδρέαν και έτερον τον Θεολόγον Ιωάννην, και επήγεν εκεί όπου ήτο ο Κύριος και Σωτήρ ημών Ιησούς Χριστός. Ιδών δε τον Χριστόν, είπε· «Ίδε ο αμνός του Θεού» (Ιωάν, α:36), και ακούσαντες οι δύο ούτοι Μαθηταί την μαρτυρίαν ταύτην του Ιωάννου περί του Χριστού, αφέντες τον Ιωάννην ηκολούθησαν τον Χριστόν. Στραφείς είτα ο Ιησούς και ιδών τους Αγίους Αποστόλους Ανδρέαν και Ιωάννην ακολουθούντας είπε προς αυτούς· «Τι ζητείτε;» οι δε είπον αυτώ· Ραββί, ο λέγεται ερμηνευόμενον Διδάσκαλε, που μένεις; Λέγει αυτοίς· Έρχεσθε και ίδετε. Ήλθον ουν και είδον που μένει και παρ’ αυτώ έμειναν την ημέραν εκείνην· ώρα δε ην ως δεκάτη» (Ιωάν. α: 39-40). Αλλά ίδετε, αδελφοί Χριστιανοί, και θαυμάσατε την αγαθήν προαίρεσιν του Αγίου Ανδρέου. Άμα ευρήκεν αυτός τον θησαυρόν, δεν ηθέλησε να τον έχη μόνος, αλλ’ αμέσως προσεκάλεσε και τον αδελφόν του εις απόλαυσιν τούτου· ευρίσκει τον αδελφόν του Πέτρον, όστις ωνομάζετο Σίμων, και είπε προς αυτόν· «Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν» (Ιωάν. 42), όστις ερμηνεύεται Χριστός και αμέσως ανεχώρησεν ο Πέτρος οδηγούμενος υπό του Ανδρέου προς εύρεσιν του Μεσσίου, του Κυρίου Ιησού Χριστού· ο δε Ιησούς ιδών τον Πέτρον είπε· «Συ ει Σίμων, ο υιός Ιωνά. Συ κληθήση Κηφάς, ο ερμηνεύεται Πέτρος» (Ιωάν. α:43). Πιστεύσαντες λοιπόν αμφότεροι οι αδελφοί Ανδρέας και Πέτρος εις τον Χριστόν, ανεχώρησαν μετά ταύτα και οι δύο προς εύρεσιν του τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Ακολούθως κατά τον καιρόν εκείνον ο βασιλεύς Ηρώδης, διατάξας την σύλληψιν του Ιωάννου, διότι ήλεγχεν αυτόν ως ασεβέστατον και παράνομον, επειδή έλαβε γυναίκα την γυναίκα του αδελφού του Φιλίππου κ.λ.π., έθεσε τον Πρόδρομον εις την φυλακήν· ο δε Πρόδρομος Ιωάννης, Προφήτης ων, εγνώριζεν ότι αυτός θέλει φονευθή υπό του Ηρώδου, δια να σώση δε τους μαθητάς του και να μη μείνουν πάλιν μετά των Εβραίων, απέστειλεν αυτούς προς τον Χριστόν, να τον ερωτήσουν και πάλιν αυτοπροσώπως· «Συ είσαι εκείνος, τον οποίον οι Προφήται έγραψαν ότι θα έλθη ή άλλον περιμένομεν;» Ο δε Χριστός, ο ετάζων καρδίας και νεφρούς, ουδέν έκρυψεν απ’ αυτών, ούτε πολύ απέδειξε την θεότητα αυτού, αλλά θελήσας πραγματικώς να βεβαιώση την αλήθειαν είπε προς αυτούς· «Πορευθέντες απαγγείλατε Ιωάννη α είδετε και ηκούσατε· τυφλοί αναβλέπουσι και χωλοί περιπατούσι, λεπροί καθαρίζονται, κωφοί ακούουσι, νεκροί εγείρονται, πτωχοί ευαγγελίζονται»(Λουκ. ζ:22). Μετά ταύτα, ευρισκομένου του Ιωάννου εις την φυλακήν, ο Χριστός ανεχώρησεν από την Ιερουσαλήμ και επήγεν εις την λίμνην Γενησαρέτ, εκεί δε ευρών τον Ανδρέαν και τον Πέτρον, οίτινες έρριπτον τα δίκτυα εις την θάλασσαν, αντί να ονειδίση αυτούς διότι άφησαν τον διδάσκαλόν των τον Πρόδρομον εις την φυλακήν και ανεχώρησαν, γινώσκων ως Θεός, ότι η πτωχεία τους ηνάγκασε να εργάζωνται, είπε προς αυτούς· «Άφετε τα δίκτυα ταύτα και ακολουθείτε με και θέλω σάς κάμει αλιείς (ψαράδες) ανθρώπων», αυτοί δε αμέσως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν τον Χριστόν. Ας έλθωμεν όμως εις την υπόθεσιν του Αποστόλου Ανδρέου. Ούτος ο Απόστολος, αφήσας τα πάντα, ως είπομεν, εγένετο ακόλουθος του Χριστού και πρώτος των άλλων Αποστόλων εκλήθη εις την διδαχήν του Διδασκάλου του, δια τούτο και Πρωτόκλητος ωνομάσθη. Βλέπων ο Απόστολος τα καθ’ ημέραν διάφορα θαύματα του Χριστού, τόσον περισσότερον αφιέρωνε νουν και ψυχήν και εδέετο του Χριστού και ηκολούθει αυτόν κατά πόδας παντού και πάντοτε, είχε δε και προθυμίαν ίνα εύρη κατάλληλον καιρόν να θανατωθή υπέρ του ονόματος του Διδασκάλου του, όπερ και ηξιώθη μετά ταύτα. Ακολούθως δε ο Χριστός, αφήσας τας πόλεις, ανεχώρησεν εις την έρημον, εις την οποίαν ηκολούθησεν αυτόν ο Ανδρέας μετά των άλλων Μαθητών και πλήθος ανθρώπων, ίνα ακούσωσι την διδαχήν του. Επειδή δε εις την έρημον δεν υπήρχον τροφαί να φάγωσιν οι πολυπληθείς άνθρωποι και προϊδών την ανάγκην ταύτην ο θείος Ανδρέας, σπεύδει πρώτος εις τον Χριστόν και είπε· «Διδάσκαλε, μόνον πέντε άρτοι κρίθινοι μας ευρίσκονται και ολίγα οψάρια· τι να κάμωμεν δια να χορτάσωμεν τόσον πλήθος ανθρώπων;» Τότε ο Χριστός, ευλογήσας τους πέντε άρτους εκείνους, εχόρτασε τον λαόν, όστις ήτο πέντε χιλιάδες εκτός των γυναικών και παιδίων και εξ αυτών των πέντε άρτων επερίσσευσαν δώδεκα κοφίνια πλήρη. Τούτο μαρτυρεί ο θείος Θεολόγος εις το στ΄ Κεφάλαιον του Ιερού Ευαγγελίου· τούτο δε πιστεύομεν άπαντες οι Χριστιανοί, εξ αυτού δε, αλλά και εκ του κατωτέρω, καταλαμβάνει έκαστος την φιλίαν και παρρησίαν του Αποστόλου Ανδρέου, την οποίαν είχε προς τον Διδάσκαλόν του τον Χριστόν. Κατά την εορτήν του Πάσχα των Εβραίων επήγαν και τινες των Ελλήνων εμπόρων, οίτινες επεθύμουν να ίδωσι τον Χριστόν και προσέτρεξαν εις τον Απόστολον Φίλιππον, όπως ούτος μεσιτεύση και οδηγήση αυτούς· μη έχων δε ούτος την παρρησίαν και το θάρρος εις τον Χριστόν, προσέτρεξεν εις τον Ανδρέαν, δίδων τα πρωτεία ως Πρωτόκλητον και αμφότεροι αμέσως μετέβησαν και ανέφερον την επιθυμίαν των Ελλήνων εις τον Χριστόν, όπως ίδωσι και προσκυνήσωσιν αυτόν. Μετά τινα καιρόν, προδοθείς υπό του Ιούδα, εσταυρώθη ο Χριστός, αναστάς δε εφάνη προς τους Μαθητάς του εις το όρος της Γαλιλαίας, και απέστειλεν αυτούς ίνα διδάξουν τον κόσμον, λέγων προς αυτούς· «Πορευθέντες, μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. κη: 19). Ακολούθως απέστειλε και το Πανάγιον αυτού Πνεύμα, φωτίσας αυτούς εις πάντα, έτι δε και να γνωρίζωσιν όλας τας γλώσσας των εθνών. Τότε οι Απόστολοι συναχθέντες έβαλον κλήρους εις ποία μέρη της γης θα μεταβή έκαστος να διδάξη. Και οι μεν άλλοι Απόστολοι έλαβον κλήρους διαφόρων άλλων τόπων και χωρών, ο δε Απόστολος Ανδρέας έλαβε κλήρον να κηρύξη εις την Βιθυνίαν, την Θράκην, τα παράλια της Κωνσταντινουπόλεως από το Βυζάντιον έως την Καλλίπολιν, και όλα τα μέρη της Θράκης μέχρι της Καβάλλας, ήτις λέγεται εις τας Πράξεις των Αποστόλων Νεάπολις, υπό δε των Βυζαντινών ωνομάζετο Χριστούπολις. Εις τον κλήρον του ενδόξου Αποστόλου Ανδρέου έλαχεν ωσαύτως η Ελλάς άπασα, ήτοι η Μακεδονία, η Θεσσαλία και όλα τα μέρη από την Θεσσαλονίκην μέχρι των Φαρσάλων και από τα Φάρσαλα μέχρι της Αχαϊας, ένθα νυν και ευρίσκονται αι παλαιαί Πάτραι. Αλλά και εις όλα τα μέρη της Ανατολής, της Μαύρης Θαλάσσης και της Σκυθίας εδίδαξεν· ο Άγιος. Τους διαφόρους και απεράντους τούτους τόπους κληρωθείς εις τον κλήρον ο Πρωτόκλητος, δεν εδειλίασε από το πλήθος των ανθρώπων, των τόπων, των πόλεων και των χωρίων ώστε να οκνήση ή να βαρυνθή, αλλ’ έχων εις τον νουν του την παραγγελίαν του Χριστού, όστις είπεν: «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων» (Ματθ. ι:16) «και μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι:28) και άλλα τοιαύτα, και θαρρών ο Απόστολος εις την ακαταμάχητον τούτου δύναμιν, προθύμως και με χαράν ήρχισε τον δρόμον του από Ιερουσαλήμ να μεταβή και να υπάγη κατά σειράν εις όλα τ’ ανωτέρω μέρη, είχε δε μεθ’ εαυτού και τινας ακολούθους. Πολλοί μεν οι τόποι, οι δρόμοι και αι αποδημίαι του Αποστόλου Ανδρέου και αδύνατον είναι να περιγράψη τις τούτους ή τους πειρασμούς όσους απήντα εις πάσαν πόλιν και χώραν· αδύνατον να εξιστορήση και διηγηθή άνθρωπος τας διδαχάς, τας θεραπείας, τας ελεημοσύνας, τας στερήσεις, τους καταδιωγμούς, τα παθήματα του Αγίου τούτου· όθεν και μικράν απλήν ιστορίαν αυτού αναφέρομεν, μη δυνάμενοι ως εκ των ασθενών μας δυνάμεων να περιγράψωμεν τα απερίγραπτα αυτού θαύματα. Περιπατών ο Άγιος Ανδρέας από τόπου εις τόπον, μετέβη και εις τινα πόλιν προς τα δεξιά της Μαύρης Θαλάσσης, ονομαζομένην Αμισόν, απέχουσαν δε από της Σινώπης στάδια εννεακόσια, ήτοι μίλια εβδομήκοντα εξ. Εκεί εύρεν ο Άγιος Απόστολος πλήθος ανθρώπων πεπλανημένων και ασεβών, ων οι μεν εις την Ελληνικήν, οι δε εις την Ιουδαϊκήν πλάνην ήσαν βεβυθισμένοι. Εκτός όμως των πολλών κακών, τα οποία είχον οι Αμισηνοί, είχον και εν καλόν, την φιλοξενίαν, και εδέχοντο εις την πόλιν και τας οικίας των πάντα ξένον διαβάτην και τον επεριποιούντο κατά τας δυνάμεις του έκαστος· ούτως εχόντων των Αμισηνών, εισήλθεν ο Άγιος εις την πόλιν και εφιλοξενήθη εις την οικίαν Ιουδαίου τινός, εσυλλογίζετο δε δια τίνος τρόπου να καταπείση τοσούτον πλήθος ανθρώπων πεπλανημένων και να τους φέρη εις την παραδοχήν των διδαχών του. την επομένην ημέραν μετέβη ο Άγιος το πρωϊ εις την συναγωγήν των Ιουδαίων, ένθα ήσαν συνηθροισμένοι άπαντες οι Ιουδαίοι και ηρώτησαν τον Άγιον πολλοί, τις είναι, πόθεν έρχεται και ποίον είναι το κήρυγμα αυτού. Ο δε Άγιος Ανδρέας, αρξάμενος της διδαχής περί του Σωτήρος Χριστού και διδάξας εκ των Μωσαϊκών και λοιπών Προφητικών βιβλίων, τους απέδειξεν ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, περίτου οποίου προανήγγειλαν οι Προφήται ότι θα έλθη εις τον κόσμον δια την σωτηρίαν των ανθρώπων. Τότε, ω του θαύματος! επληρώθη αμέσως ο λόγος του Χριστού, τον οποίον είπεν: «Ελθέ να γίνης αλιεύς (ψαράς) ανθρώπων». Ακούσαντες οι Ιουδαίοι εκείνοι την διδαχήν και τους λόγους του Αποστόλου, αμέσως μετενόησαν, επίστευσαν, εβαπτίσθησαν και από Ιουδαίοι εγένοντο Χριστιανοί, δούλοι Χριστού, οίτινες έφερον έμπροσθεν του Αποστόλου άπαντες τους ασθενείς αυτών και έκαστος εθεραπεύθη κατά το είδος της ασθενείας του και εγένετο ο Απόστολος ουχί μόνον ιατρός της ψυχής, αλλά και του σώματος. Έκτισε δε εκεί Εκκλησίας και εχειροτόνησεν Ιερείς από τους πιστεύσαντας εκείνους Ιουδαίους. Εκείθεν αναχωρήσας επορεύθη εις την Τραπεζούντα, όπου ομοίως διδάξας και βαπτίσας πολλούς και άλλους Ιερείς χειροτονήσας, απήλθεν εις την Λαζικήν, και εκεί ποιήσας τα αυτά, πλήθος άπειρον Ελλήνων τε και Ιουδαίων επίστευσαν εις τον Χριστόν, αμέσως δε απεφάσισεν ο Άγιος να μεταβή εις Ιερουσαλήμ, πρώτον μεν να παρευρεθή εκεί εις την εορτήν του Πάσχα, ήτις ήγγιζε, δεύτερον δε να ίδη και τον αδελφόν αυτού Πέτρον και μάλιστα επεθύμει να ίδη και τον Απόστολον Παύλον, περί του οποίου ήκουσεν ότι προσήλθεν εις το κήρυγμα των Αποστόλων, γενόμενος και αυτός Απόστολος και διδάσκαλος των εθνών. Μετά ταύτα επέστρεψε μετά του Θεολόγου Ιωάννου εις την Έφεσον, ήτις ήτο εις τον κλήρον του Ιωάννου και μόλις φθάσας εκεί ο Απόστολος είδεν αποκάλυψιν εκ Θεού, όπως υπάγη εις Βιθυνίαν και διδάξη τους ανθρώπους του κλήρου του. Αμέσως τότε ανεχώρησε και εισήλθεν εις την πόλιν Νίκαιαν, ιδών δε πλήθος ανθρώπων Ελλήνων τε και Ιουδαίων, εδίδαξεν αυτούς και τους κατέπεισε δια πολλών θαυμάτων να επιστρέψουν και να πιστεύσουν τον Χριστόν. Και άλλοτε μεν τον ιατρόν εις πάντας τους ασθενείς έκαμνε και τους εθεράπευεν αυθωρεί, άλλοτε τα διάφορα άγρια θηρία, άτινα κατέτρωγαν τους ανθρώπους εις τα μέρη εκείνα, δια της σιδηράς ράβδου του, εχούσης τον Σταυρόν, άλλα μεν εδίωκε, άλλα δε εθανάτωνε· και άλλοτε κατέστρεφεν εκ θεμελίων ναούς τινας Ελληνικών ψευδωνύμων θεών, της Αφροδίτης και της Αρτέμιδος. Όσοι δε των Ελλήνων δεν επίστευσαν εις την διδαχήν του Αποστόλου, εις τούτους εισήρχοντο τα δαιμόνια, άτινα εβασάνιζον αυτούς και κατέτρωγαν τας εαυτών σάρκας και άλλα πολλά κακά υπέφερον ως άξιοι ικανής τιμωρίας, ένεκα της απιστίας και επιμονής των. Αλλ’ επί τέλους ο Άγιος Μαθητής του Χριστού του ελθόντος αμαρτωλούς σώσαι, ευσολαγχνισθείς, εθεράπευσε τους απίστους τούτους δαιμονιζομένους, οίτινες, ω του θαύματος! επίστευσαν και εβαπτίσθησαν. Δύο έτη μείνας εις την Νίκαιαν ο Άγιος και χειροτονήσας Ιερείς απήλθεν εις την Νικομήδειαν, η οποία ήτο πολυάνθρωπος· εν τούτοις επίστευσαν εκεί άπαντες· και βαπτίσας τους Έλληνας μετέβη εις την Χαλκηδόνα, περιελθών δε την Προποντίδα, το Σκούταρι της Κωνσταντινουπόλεως, έως τα Νεόκαστρα, ένθα επίστευσαν πολλοί και εβαπτίσθησαν, επήγεν εις την Ποντοηράκλειαν και εκείθεν επορεύθη εις την πόλιν Αμάστριδα, πόλεις και αυτάς της Βιθυνίας, εις όλα δε ταύτα τα μέρη τα αυτά ποιήσας, και Ιερείς χειροτονήσας, ανεχώρησε δια την Σινώπην, πόλιν του Πόντου, εις την οποίαν λέγεται ότι μετέβη και ο αδελφός του Πέτρος να ίδη τον Άγιον Απόστολον Ανδρέαν· οι της Σινώπης μάλιστα Χριστιανοί δεικνύουν μέχρι σήμερον δύο θρόνους μαρμαρίνους, εις τους οποίους λέγουν ότι εκάθισαν οι θείοι Απόστολοι· εκεί ευρίσκεται και παλαιά Εικών του Αποστόλου Ανδρέου, η οποία πολλά καθ’ εκάστην θαύματα ποιεί εις δόξαν Χριστού. Προ δε του Αποστόλου Ανδρέου είχε μεταβή εις Σινώπην ο Απόστολος Ματθίας, εις εκ των δώδεκα, ο συγκαταριθμηθείς με τους λοιπούς ένδεκα εις τον τόπον του Ιούδα, αλλ’ άμα αρχίσας να διδάσκη τους Σινωπείς, ούτοι συνέλαβον αυτόν και τον απήγαγον εις τας φυλακάς· ελθών δε εις Σινώπην και ο Ανδρέας και ακούσας ότι ο Ματθίας είναι εις την φυλακήν, αμέσως εποίησε προσευχήν και την αυτήν στιγμήν εθραύσθησαν τα δεσμά, αι φυλακαί ηνοίχθησαν και εξήλθεν ο Ματθίας· οι δε Σινωπείς, άγριοι άνθρωποι και άπιστοι κατ’ εκείνον τον καιρόν, ιδόντες τον Ανδρέαν θραύσαντα τας φυλακάς και συναθροισθέντες επί το αυτό, άλλοι μεν εσκέφθησαν να κατακαύσουν την οικίαν εις την οποίαν εκάθητο ο Απόστολος, άλλοι δε συλλαβόντες αυτόν από τας χείρας και πόδας, τον έσυρον εις τας οδούς και εις τα χώματα· έτεροι δε κτυπήσαντες αυτόν ανηλεώς, τον έρριψαν έξω της πόλεως εις κόπρον τινά, νομίσαντες αυτόν αποθανόντα. Αλλ’ ο μεν Απόστολος ταύτα και άλλα υπέφερε μιμούμενος τον Διδάσκαλόν του Χριστόν, ο δε Χριστός δεν άφησε τον Μαθητήν αυτού να βασανίζηται και να τιμωρήται τοιουτοτρόπως, αλλά φανείς προς αυτόν και δώσας θάρρος και άλλα θαύματα ποιήσας ιάτρευσεν αυτόν. Επειδή δε εις Σινωπεύς απέκοψε δια των οδόντων του τον δάκτυλον της χειρός του Αγίου, αποκατέστησεν αυτόν υγιά ως και πρότερον και ευλογήσας αυτόν και καθοδηγήσας εις το να μη αμελή την διδασκαλίαν του και το κήρυγμά του, ανελήφθη εις ουρανούς, ο δε Απόστολος Ανδρέας την επαύριον λίαν πρωϊ εισήλθε πάλιν εις την Σινώπην υγιής το σώμα, άνευ πληγών, χαίρων και αγαλλόμενος. Ταύτα ιδόντες οι κάτοικοι της Σινώπης και θαυμάσαντες την υπεράνθρωπον καρτερίαν του Αγίου, ιδίως δε τα μεγάλα θαύματα του Χριστού, και ότι τον αποθανόντα και καταπληγωθέντα Άγιον εποίησε κατά την νύκτα υγιά, δι’ όλα ταύτα μεταμεληθέντες προσέπεσαν άπαντες εις τους πόδας του Αγίου και εζήτησαν συγχώρησιν. Ακολούθως ο Άγιος εδίδαξεν αυτούς τον λόγον της αληθείας και εβάπτισε πάντας εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, δεχθέντας τον Χριστιανισμόν και κηρύττοντας τον Χριστόν Σωτήρα και ελευθερωτήν των σωμάτων και των ψυχών αυτών. Εποίησε δε τότε ο Άγιος Απόστολος Ανδρέας και το εξής μέγα θαύμα· ιδών κατ’ εκείνην την στιγμήν γυναίκα έχουσαν μονογενή υιόν, τον οποίον εχθρός τις εφόνευσε και εγένετο άφαντος, η δε μήτηρ του φονευθέντος μη έχουσα παρηγορίαν προσέπεσεν εις τον Άγιον και επίστευσεν εξ όλης ψυχής και καρδίας εις τον Χριστόν, και ευσπλαγχνισθείς ταύτην, και δια να αποδείξη εις τους πιστεύσαντας τον αληθινόν Θεόν, ανέστησεν εκ νεκρών τον υιόν της, και το θαύμα τούτο ιδόντες οι κάτοικοι της Σινώπης επίστευσαν απαξάπαντες συν γυναιξί και τέκνοις αυτών. Μετά ταύτα χειροτονήσας και εκεί ο θείος Απόστολος Ιερείς απήλθε το δεύτερον εις τας πόλεις του Πόντου Αμισόν και Τραπεζούντα, εις τας οποίας βαπτίσας τους ολίγους εναπομείναντας εις την πλάνην, μετέβη εις Νεοκαισάρειαν. Εκείθεν μετέβη εις Σαμόσατα ένθα κατοικούσαν Έλληνες πολλοί, οίτινες ενόμιζον εαυτούς ως τους σοφωτέρους της γης· αλλ’ ο θείος Απόστολος δια των σοφωτέρων κηρυγμάτων του διέλυσεν ως ιστόν αράχνης την σοφίαν των Ελλήνων και των ρητόρων, αποδείξας την ρητορίαν και σοφίαν των πλάνην και πεοσθέντες εις τα κηρύγματα και τα θαύματα του Αγίου προσήλθον εις μετάνοιαν και εβαπτίσθησαν άπαντες. Ακολούθως μετέβη εις την Ιερουσαλήμ προς συνάντησιν των Αποστόλων, προκειμένου να συνέλθωσιν εις Σύνοδον και να κάμωσι το Πάσχα. Ότι δε οι θείοι Απόστολοι συνήγοντο εις Ιεροσόλυμα εις Σύνοδον, ομολογείται εκ των Πράξεων των Αποστόλων, ένθα ο θείος Λουκάς ο Ευαγγελιστής λέγει· «Συνήχθησαν δε οι Απόστολοι και οι Πρεσβύτεροι ιδείν περί του λόγου τούτου» (Πράξ. ιε:6) Μετά την εορτήν του Πάσχα, παραλαβών ο θείος Ανδρέας τους Αποστόλους Ματθίαν και Θαδδαίον συνώδευσεν αυτούς μέχρι των συνόρων της Μεσοποταμίας εις πόλιν Χορασσάν· εκεί διατρίψας ο Ανδρέας ολίγας ημέρας και αφήσας αυτούς να διδάσκωσι τα μέρη ταύτα, ανεχώρησεν εις τους ανατολικούς τόπους της Μαύρης Θαλάσσης, εις τους Αλανούς, τους Αβασγούς και την Σεβαστούπολιν, ένθα εκήρυξε το Ευαγγέλιον, και προσείλκυσεν εις την Χριστιανικήν θρησκείαν άπαντας τους κατοίκους των πόλεων και χωρών αυτών. Κατόπιν διήλθε τους Ζικχούς, τους Βοσποριανούς, το στένωμα του Καφά, εις το οποίον διέμεινεν ο Άγιος αρκετόν καιρόν, κηρύξας και εις τους τόπους τούτους τον Χριστόν, διδάξας και παραινέσας άπαντας τους ανθρώπους, οίτινες επίστευσαν και εβαπτίσθησαν. Αναχωρήσας είτα ο Άγιος εκ των ως άνω μερών μετέβη εις το Βυζάντιον, ποιήσας δε και εις την πόλιν ταύτην πολλά θαύματα, καθωδήγησεν άπαντας εις θεογνωσίαν, οι δε Βυζαντινοί ιδόντες το φως το αληθινόν όχι μόνον επίστευσαν, αλλά και Ναόν μεγαλοπρεπή αμέσως ανήγειραν εις το όνομα της Θεοτόκου. Έπειτα χειροτονήσας Επίσκοπον ένα από τους Εβδομήκοντα (70) Αποστόλους ονόματι Στάχυν, απήλθεν εις την Ηράκλειαν της Θράκης κειμένην προς δυσμάς της Κωνσταντινουπόλεως, ένθα διδάξας και επιστρέψας πολλούς ασεβείς εις μετάνοιαν εχειροτόνησε και εκεί έτερον Επίσκοπον ονόματι Απελλήν. Αναχωρήσας εκείθεν ο Άγιος εξήλθεν εις άλλας πόλεις και χωρία, βαπτίζων άπαντας εις το όνομα του Κυρίου Ιησού. Κατόπιν διήλθεν άπασαν την Θράκην, την Μακεδονίαν και την Θεσσαλίαν, εις τας οποίας ποιήσας τα αυτά, προσείλκυσεν εις τον Χριστόν όλους τους κατοίκους των μερών τούτων. Ακολούθως επορεύθη εις την Ελλάδα, κατόπιν εις την Πελοπόννησον, όπου προς δυσμάς ευρίσκεται πόλις αρχαία, Παλαιαί Πάτραι ονομαζομένη· εισελθών δε ο Απόστολος εις αυτήν εφιλοξενήθη εις την οικίαν ασθενούς τινος κατοίκου, όστις ωνομάζετο Σώσιος, εις τον οποίον θέσας την αγίαν χείρα του εθεράπευσεν αμέσως αυτόν από της επικινδύνου και ανιάτου ασθενείας του. Μετά δε έτερον ασθενή αιχμάλωτον του ηγεμόνος Αιγεάτου και της γυναικός αυτού Μαξιμίλλας, εις την πόλιν των Πατρών, ερριμμένον εις τας ακαθαρσίας της πόλεως, εις τον οποίον ουδείς ελπίδα ζωής έδιδεν, ευσπλαγχνισθείς ο θείος Απόστολος, μη έχοντα προστασίαν και περίθαλψιν παρ’ ουδενός, μετέβη προς αυτόν και ανέκραξε· «Εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τον οποίον εγώ κηρύττω, λάβε την υγείαν σου και ύπαγε εις οδόν ειρήνης». Και ω του θαύματος! εγένετο υγιής ο δούλος της Μαξιμίλλας. Αμέσως ούτος απήλθεν εις την οικίαν της κυρίας του, εις την οποίαν διηγήθη τα συμβάντα με χαράν και αγαλλίασιν, ότι ξένος τις με δύο λόγους τον εθεράπευσε. Μετά παρέλευσιν ολίγων ημερών η Μαξιμίλλα, η κυρία του ιατρευθέντος υπό του Αποστόλου δούλου, έπεσεν εις βαρυτάτην ασθένειαν, εις την οποίαν έτρεξαν όλοι οι ιατροί, αλλά δεν ηδυνήθησαν με όλα τα μέσα να την ωφελήσουν. Όλους τους θησαυρούς του ο ανήρ αυτής διέθεσεν εις ιατρούς και ιατρικά, αλλ’ εστάθη αδύνατον να την θεραπεύσουν· ο δε Αιγεάτης, βλέπων ότι η γυνή του έφθασεν εις τον έσχατον κίνδυνον, απελπισθείς, ευρίσκετο εις μεγάλην λύπην, διότι δεν ηδύνατο με όλα τα πλούτη του να θεραπεύση αυτήν, και ήτο έτοιμος ν’ αυτοχειριασθή άμα επλησίαζεν ο θάνατος εις την γυναίκα του. Αφού απηλπίσθησαν οι εν τη οικία του Αιγεάτου και επερίμενον πότε να αποθάνη η γυνή, ενεθυμήθησαν τινες τον Απόστολον. Όθεν έσπευσαν και παρεκάλεσαν αυτόν, όπως σπεύση εις βοήθειαν και θεραπείαν της ασθενούσης γυναικός του Αιγεάτου, ο δε Άγιος μεταβάς και θέσας την χείρα του επ’ αυτής αμέσως εθεραπεύθη αύτη και ηγέρθη της κλίνης υγιής. Τούτο το θαύμα του Αγίου ιδών ο Αιγεάτης έλαβεν ιδιοχείρως πλήθος θησαυρού και έρριψεν εις τους πόδας του Αγίου, παρακαλών αυτόν γονυκλινώς να λάβη τον προσφερόμενον θησαυρόν εις αμοιβήν του. Αλλ’ ο Απόστολος κατεφρόνησε τους θησαυρούς του Αιγεάτου, διότι επεθύμει την μεταμέλειαν του λαού της Αχαϊας και των Πατρών και την μετάνοιαν του Αιγεάτου, όθεν δεν εδέχθη τους προσφερθέντας θησαυρούς του, αλλ’ είπε προς αυτόν· «Ημείς με θησαυρούς και με δώρα δεν θεραπεύομεν ουδένα, απ’ εναντίας ο Διδάσκαλός μας Χριστός μάς παρήγγειλε: «δωρεάν ελάβετε δωρεάν δότε» (Ματθ. ι:8), δωρεάν δηλαδή ελάβετε την Χάριν του Θεού δωρεάν να την αποδώσητε και εις τους άλλους ανθρώπους». Ταύτα και άλλα ειπών ο Άγιος και κατηχήσας αυτούς τον λόγον της αληθείας ανεχώρησεν. Περιπατών μετά ταύτα την πόλιν, απήντησεν εις οδόν κείμενον άνθρωπον τινα παράλυτον, όστις είχεν αρκετόν καιρόν ασθενής μη δυνάμενος να περιπατήση, ούτε είχε προστάτην τινά να τον περιποιήται και να τον περιθάλπη και να τον ελεή· ευσπλαγχνισθείς δε και τούτον ο Άγιος κατέστησεν αυτόν δια της επιθέσεως της δεξιάς αυτού υγιαίνοντα και περιπατούντα. Εγένετο λοιπόν το όνομα του Αγίου γνωστόν εις τας Πάτρας, ιδίως εις τους πτωχούς τους υπό πολλών ασθενειών υποφέροντας και πάσχοντας, οίτινες προσέτρεχον και προσπίπτοντες εις τους πόδας του Αποστόλου ελάμβανον την ίασιν. Ήσαν δε εκ τούτων άλλοι τυφλοί, των οποίων δια της επιθέσεως των χειρών του ήνοιγε τους οφθαλμούς, έτεροι λεπροί, και άλλοι με άλλας ασθενείας, τους οποίους εκαθάριζε και εθεράπευε, και τους οποίους εβάπτιζεν εις την θάλασσαν, εις το όνομα της Αγίας Τριάδος. Έτερος τις λεπρός κατάκοιτος παρά την θάλασσαν εις την άμμον, έξω της πόλεως Πατρών, εις κίνδυνον ευρισκόμενος, πιστεύσας άμα ακούσας τον Άγιον Ανδρέαν, ιάθη εντελώς, αν και είχε την λέπραν του Ιώβ, και εβαπτίσθη αμέσως, γενόμενος ακόλουθος του Αποστόλου, ακολουθών αυτόν παντού και πάντοτε και κηρύττων μεγαλοφώνως ως κήρυξ την δύναμιν του Αγίου και την πίστιν εις τον Χριστόν. Τοιουτοτρόπως, δια πολλών διδαχών και δια των αποστολικών του κηρυγμάτων ως και δια πολλών θαυμάτων ωδήγησεν ο Άγιος άπαντας τους κατοίκους της πόλεως των Πατρών εις την θεογνωσίαν της Χριστιανικής πίστεως. Χαίρων λοιπόν και αγαλλόμενος ο Άγιος δια τας σωζομένας ψυχάς, εδόξαζε πάντοτε τον αγαθοδότην Θεόν. Μετά ταύτα οι Χριστιανοί δια των ιδίων χειρών αυτών κατέστρεψαν τους ναούς των ειδώλων, αυτοί οι ίδιοι κατέσπασαν όλα τα είδωλα και αυτοί κατέκαυσαν τα αρχαία Εβραϊκά βιβλία ως παραίτια της πλάνης και της ειδωλολατρίας των ανθρώπων. Συνάξαντες είτα οι κάτοικοι τους θησαυρούς των έρριψαν αυτούς εις τους πόδας του Αγίου Ανδρέου· ο δε Απόστολος του Χριστού, τους μεν θησαυρούς των ανθρώπων δεν εδέχθη, την προθυμίαν δε και την καλήν διάθεσιν αυτών επαινέσας και την αγαθήν γνώμην των Πατρέων αποδεξάμενος, διέταξε μέρος μεν των προ των ποδών του ερριμμένων θησαυρών να μοιράσουν εις τους ενδεείς και πτωχούς, μέρος δε εξ αυτών να διαθέσωσι δια την οικοδόμησιν Εκκλησίας, εις την οποίαν να εισέρχωνται οι Χριστιανοί δια να δοξάζωσι τον Χριστόν. Εντός ολίγου ο Ναός ωκοδομήθη μεγαλοπρεπέστατος, εσυνάζοντο δε εις αυτόν οι Πατρείς λετουργούμενοι και αγιαζόμενοι υπό των χειροτονηθέντων παρά του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου Επισκόπων και Ιερέων. Έτρεχον δε ακούοντες και την μελίρρυτον διδαχήν του Αγίου, διότι καθ’ εκάστην εδίδασκε τας Γραφάς και ηρμήνευε τους Προφήτας, ομού δε με την λοιπήν διδασκαλίαν του απεδείκνυε και ότι εις και μόνος είναι ο Θεός ο κατά τους εσχάτους χρόνους κατελθών εκ των ουρανών και σαρκωθείς εκ της Αγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, δια την σωτηρίαν του γένους των ανθρώπων. Μετ’ ολίγον καιρόν, ο προρρηθείς ανθύπατος Αιγεάτης, του οποίου η γυνή Μαξιμίλλα ιατρεύθη υπό του Αποστόλου, απήλθεν εις Ρώμην προς τον Καίσαρα, ίνα δώση λόγον των εν τη υπηρεσία πράξεών του και να λάβη επομένως πάλιν την εξουσίαν παρά του Καίσαρος. Στρατοκλής δε τις αδελφός του Αιγεάτου, σοφός και μαθηματικός εν Αθήναις, μετέβη εις Πάτρας να επιτροπεύση τον Αιγεάτην κατά την απουσίαν του, έχων μεθ’ εαυτού υπηρέτην τινά πιστότατον, τον οποίον ηγάπα ως αδελφόν καθό φρόνιμον και ειλικρινή. Ούτος εσεληνιάσθη κατά τας ημέρας εκείνας και υπέφερε τρομερά από τα δαιμόνια, ελυπείτο δε ο Στρατοκλής δια την ασθένειαν αυτού τόσον ώστε και μέχρις οδυρμών και κλαυθμών έφθασεν· ουδείς δε των ιατρών ηδύνατο να σώση τον δυστυχή αυτόν υπηρέτην. Ταύτα μαθούσα η γυνή του Αιγεάτου Μξιμίλλια προσεκάλεσε κατ’ οίκον τον ανδράδελφον αυτής Στρατοκλήν, και είπεν· «Ανδράδελφε, είναι αδύνατον να ιατρευθή και θεραπευθή ο πιστός αυτός δούλος σου με όλους τους ιατρούς και ιατρικά του κόσμου· εις μάτην θα υπάγωσι τα έξοδά σου. Εις την πόλιν μας είναι ένας ξένος ιατρός, ονόματι Ανδρέας, ο οποίος θεραπεύει όλας τας ασθενείας άνευ μισθού· αυτόν πρέπει να φέρης και είμαι βεβαία ότι αμέσως θέλει τον θεραπεύσει και απαλλάξει εκ της επικινδύνου ταύτης ασθενείας του· διότι και εγώ εις βαρυτάτην ασθένειαν υποπέσασα και μυρίας όσας θυσίας και ιατρούς και ιατρικά έκαμεν ο αδελφός σου Αιγεάτης ίνα με σώση εκ του κινδύνου, όμως δεν ηδυνήθη ουδείς άλλος, ειμή μόνος ο ξένος ούτος ιατρός, με ένα λόγον με ιάτρευσε και ήδη ευρίσκομαι εις πληρεστάτην υγείαν». Ταύτα ακούσας ο σοφός και πεπαιδευμένος των Αθηνών Στρατοκλής, προσεκάλεσεν αμέσως τον Άγιον· άμα δε εισήλθεν ο Απόστολος εις την οικίαν του Στρατοκλέους, ω του θαύματος! πάραυτα ανεχώρησαν τα δαιμόνια εκ του υπηρέτου εκείνου, όστις αμέσως εγένετο υγιής. Το θαύμα τούτο ιδόντες ο Στρατοκλής και η Μαξιμίλλα δεν άφησαν να παρέλθη καιρός, αλλ’ αναθεματίσαντες την αρχαίαν εκείνην πλάνην, εδόξασαν τον Θεόν και εγένοντο Χριστιανοί, βαπτισθέντες υπό του Αποστόλου, οίτινες απ’ εκείνης της ημέρας ήσαν αχώριστοι από τον Άγιον Ανδρέαν, καθ’ εκάστην διδασκόμενοι παρ’ αυτού τον λόγον της αληθείας και της εις Χριστόν πίστεως. Μετά τινας ημέρας επέστρεψεν εκ Ρώμης ο ανθύπατος Αιγεάτης και ηθέλησε να συνευρεθή μετά της γυναικός του Μαξιμίλλας, εκείνη δε βαπτισμένη ούσα υπό του Αγίου και μη θέλουσα συγκοινωνίαν μετά του ασεβούς και αβαπτίστου ανδρός της Αιγεάτου, κατ’ ερχάς μεν προσεποιήθη την ασθενή· μετά ταύτα δε ιδούσα ότι δεν ηδύνατο να κρύπτηται μέχρι τέλους, εφανερώθη· οι δε ευνούχοι και άλλοι τινές είπον προς τον άνδρα της· «Από την ημέραν της αναχωρήσεώς σας εις Ρώμην, μέχρι της ελεύσεώς σας, άφησε τα προλαβόντα φαγητά και έπεσεν εις μεγάλην νηστείαν, χλευάζει τους μεγάλους θεούς, προσκυνεί τον Χριστόν και διδάσκεται από τον ξένον εκείνον άνθρωπον, όστις είναι εδώ. Η δε γνώμη της και η καρδία της προσηλώθη εις αυτόν και μόνον». Ταύτα ακούσας μετ’ απορίας ο Αιγεάτης, αμέσως περιεκυκλώθη υπό δαιμονίων, εγένετο έξω φρενών και υβρίζων και φοβερίζων τον Άγιον ότι θα τον θανατώση, διέταξε την φυλάκισίν του και εσκέπτετο με ποίον θάνατον να τον θανατώση. Κατά δε το μεσονύκτιον, παραλαβών ο Στρατοκλής την νύμφην αυτού Μαξιμίλλαν και άλλους εκ των πιστευσάντων και βαπτισθέντων Χριστιανών, έτρεξαν εις την φυλακήν, εις την οποίαν ήτο ο Άγιος, ούσαν εσφραγισμένην με την ιδιαιτέραν σφραγίδα του Αιγεάτου και των στρατιωτών ασφαλώς φυλασσόντων τον Άγιον. Φθάσαντες λοιπόν εκεί, εκτύπησαν ελαφρά την θύραν, ίνα ακούση τούτους ο Άγιος. Ακούσας ο θείος Απόστολος τον κτύπον της θύρας και προσευχηθείς ήνοιξεν η θύρα και εισήλθον εις την φυλακήν προσπέσαντες εις τους πόδας του Αγίου ο τε Στρατοκλής και η Μαξιμίλλα, ικετεύοντες και παρακαλούντες τον Απόστολον να τους στερεώση και ενδυναμώση εις την αληθινήν πίστιν του Χριστού. Ο δε Άγιος Ανδρέας, πολλά διδάξας και παραινέσας αυτούς, αμέσως δε και τον Στρατοκλήν χειροτονήσας Επίσκοπον Παλαιών Πατρών και ευχηθείς και ευλογήσας, απέστειλεν αυτούς εις οδόν ειρήνης· και αυτοί μεν απήλθον, ο δε Άγιος δια προσευχής σφαλίσας την θύραν της φυλακής, καθώς ήτο αύτη εσφραγισμένη, εκάθητο αναμένων την απόφασιν του ασεβούς Αιγεάτου· ούτος δε ιδών επί τέλους το αδύνατον να συγκατατεθή η γυνή του Μαξιμίλλα εις τας προτροπάς και παρακλήσεις και απειλάς του, όπως επανέλθη αύτη εις την ειδωλολατρίαν, εισελθόντος του σατανά εις την καρδίαν του και τυφλωθείς από τον θυμόν, απεφάσισε τον σταυρικόν θάνατον του Αγίου, νομίσας δια της αποφάσεώς του ταύτης ότι ο Άγιος ήθελε φοβηθή και μεταμεληθή, ελανθάνετο δε και ετυφλούτο, ότι ο σταυρικός θάνατος ήτο χαρά και αγαλλίασις και ζωή αιώνιος του Αγίου, καθόσον έμελλε να γίνη συγκοινωνός των παθημάτων του Διδασκάλου αυτού Χριστού. Διετάχθησαν λοιπόν οι στρατιώται να συνοδεύσουν εις τον τόπον του σταυρού τον Άγιον και σταυρώσωσιν αυτόν κατωκέφαλα· άμα δε φθάσας και ιδών τον Σταυρόν ο Απόστολος, προσευχηθείς και εγκωμιάσας αυτόν ως αίτιον της εις ουρανόν αυτού αναβάσεως, κατηχήσας δε, διδάξας και ευλογήσας τους παρευρεθέντας Χριστιανούς, χαίρων και αγαλλόμενος ανέβη εις τον Σταυρόν, οι δε στρατιώται του Αιγεάτου εξεπλήρωσαν πιστώς τας διαταγάς του, καρφώσαντες εις τον Σταυρόν τας χείρας και τους πόδας του Αγίου με την κεφαλήν προς τα κάτω. Μετά την σταύρωσιν, ο Επίσκοπος Πατρών Στρατοκλής έσπευσε να καταβιβάση εκ του Σταυρού τον Άγιον. Αλλ’ ο Αιγεάτης, ως έχων την εξουσίαν της πόλεως, δεν άφησεν αυτόν· συναθροισθέντες δε οι Χριστιανοί επέμενον να ξεκαρφώσουν τον Άγιον από τον Σταυρόν, αλλ’ ο Άγιος ζων έτι επί του Σταυρού προέτρεπε το πλήθος να μη αντισταθή κατά της αποφάσεως του Αιγεάτου και γίνη συγχυσις, διότι θέλων και επιθυμών τον υπέρ Χριστού θάνατον προσήλθεν εκουσίως εις τον Σταυρόν. Ιδών ο Αιγεάτης την αγανάκτησιν και την ορμήν του λαού, έσπευσε να καταβιβάση τον Άγιον, αλλ’ ούτε αυτόν τον ασεβή άφησεν ο Άγιος, είπε δε προς εκείνον· «Κάλλιον είναι να λύσης τον εαυτόν σου από τα νοητά δεσμά της απιστίας, παρά εμέ από τα αισθητά ταύτα· διότι εγώ μεν μετ’ ολίγον θέλω υπάγει εις αιωνίαν ανάπαυσιν, συ δε, αν δεν μετανοήσης και πιστεύσης εις τον Χριστόν, γίνωσκε, ότι εις ολίγας ημέρας κακώς έχων θέλεις απολέσει και την πρόσκαιρον και την αιώνιον ζωήν». Ταύτα και άλλα ειπών ο Απόστολος Ανδρέας προς τον Αιγεάτην και συμβουλεύσας και πάλιν τον λαόν να επιμείνη εις την πίστιν του Χριστού, και ευλογήσας και συγχωρήσας τους Χριστιανούς, παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις χείρας του Δεσπότου Χριστού, γέρων τότε ων ογδοηκοντούτης την ηλικίαν. Ο δε ασεβής Αιγεάτης, μη υποφέρων την κατακραυγήν του λαού των Πατρών, εγένετο μανιώδης· οδηγούμενος δε υπό των δαιμονίων και μεταμεληθείς δια τον άδικον θάνατον του Αποστόλου και ιατρού της πόλεως, ανέβη εις κρημνόν υψηλόν, ονομαζόμενον Υψηλά Αλώνια και εκείθεν πεσών κάτω συνετρίβη και διεσκορπίσθησαν τα οστά αυτού παρά τον άδην. Τότε ο Στρατοκλής και η Μαξιμίλλα, καταβιβάσαντες το τίμιον σώμα του Αποστόλου εκ του Σταυρού και μύροις αλείψαντες τούτο, κατέθεσαν εν επισήμω τόπω. Ο δε Στρατοκλής, διαμοιράσας τα πλούτη του αδελφού του Αιγεάτου εις πάντας τους πτωχούς και ενδεείς, και κτίσας Επισκοπήν δι’ ιδίων του εξόδων εις τον τόπον όπου ήτο το σώμα του Αγίου Ανδρέου, διετέλεσεν εκεί Επίσκοπος το επίλοιπον της ζωής αυτού, καλώς ποιμάνας το εμπιστευθέν εις αυτόν υπό του Αγίου ποίμνιον· ομοίως και η Μαξιμίλλα εσκόρπισε το χρυσίον αυτής εις τας χείρας των πτωχών, κρατήσασα δε μέρος εξ αυτού, έκτισε δύο Μοναστήρια, το μεν δια τους άνδρας, το δε δια τας γυναίκας· και ούτω καλώς και θεαρέστως και αύτη βιώσασα, απήλθε προς τας αιωνίους μονάς. Το δε τίμιον λείψανον του Αποστόλου Ανδρέου μετεκομίσθη μετά παρέλευσιν καιρού εκ Πατρών εις Κωνσταντινούπολιν, καθ’ όσον η φήμη και τα μετά ταύτα θαύματα του Αγίου εις την πόλιν των Παλαιών Πατρών, μεταδιδόμενα υπό των προσερχομένων εκ της Πελοποννήσου και αλλαχού εις προσκύνησιν του Αγίου ηκούσθησαν και εις τους βασιλείς, εβασίλευε δε τότε ο υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου Κωνστάντιος. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο πρώτος βασιλεύς Χριστιανός, είχε αφήσει κληρονόμους τρεις υιούς, τον Κωνστάντιον, τον Κωνσταντίνον και τον Κώνσταντα· οι μεν δύο έλαβον έκαστος το μερίδιον της βασιλείας του, ήτοι ο Κώνστας την Ρώμην, ο Κωνσταντίνος τας Γαλλίας, ο δε Κωνστάντιος την Κωνσταντινούπολιν, τον θρόνον του πατρός του. Ούτος λοιπόν επεθύμησε να φέρη εις την Κωνσταντινούπολιν τα άγια λείψανα των ενδόξων Αποστόλων Ανδρέου, Λουκά και Τιμοθέου, όπως καταθέση αυτά εις τον κτισθέντα υπό του πατρός του Ναόν των Αγίων Αποστόλων. Λοιπόν ουδένα άλλον ενέκρινε κατάλληλον δια την μετακόμησιν των αγίων τούτων λειψάνων, έχοντα ευλάβειαν προς τα θεία, ειμή τον μετ’ ολίγον μαρτυρήσαντα Άγιον Αρτέμιον, τοπάρχην τότε της Αλεξανδρείας και όλης της Αιγύπτου. Μεταβάς λοιπόν ο Άγιος Αρτέμιος κατά διαταγήν του βασιλέως εις την Έφεσον, παρέλαβε το του Αποστόλου Τιμοθέου άγιον λείψανον. Έπειτα μετέβη εις Θήβας της Βοιωτίας από της οποίας παρέλαβε το του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά. Μετά δε ταύτα μεταβάς εις Παλαιάς Πάτρας και ζητήσας μετ’ επιμονής παρά των Πατρέων το λείψανον του Αποστόλου Ανδρέου, δεν ηδυνήθη να πείση τούτους να ενδώσωσιν εις την διαταγήν του βασιλέως· ούτε τα προς αυτούς αποσταλέντα βασιλικά δώρα, ούτε αι παρά του Αγίου Αρτεμίου απειλαί επτόησαν τούτους να αποστείλουν το τίμιον λείψανον του Αποστόλου Ανδρέου εις Κωνσταντινούπολιν. Αλλά μετ’ ου πολύ σκεφθέντες, ότι αφ’ ενός μεν, εάν ούτοι εμμένουν, ο βασιλεύς ήθελε παραλάβει και δυναστικώς το λείψανον του Αποστόλου, αφ’ ετέρου δε έχοντες και ανάγκην αναπόφευκτον ποσίμου ύδατος, ανέφεραν προς τον βασιλέα, ότι τότε συγκατατίθενται να δώσουν το άγιον λείψανον, εάν ο βασιλεύς δι’ εξόδων του μεταφέρη δι’ υδραγωγείου το παρά τας υπωρείας του Παναχαϊκού όρους αναβρύον άφθονον ύδωρ εντός της πόλεως Πατρών, όπερ και εγένετο. Δια του ύδατος τούτου υδρεύεται η πόλις και σήμερον. Λαβών λοιπόν δευτέραν διαταγήν του βασιλέως ο Άγιος Αρτέμιος, διαταχθείς επιπροσθέτως να λάβη αυτός ο ίδιος την φροντίδα δια την κατασκευήν του υδραγωγείου τούτου, διέταξεν αμέσως και έστησαν σκηνάς επί της θέσεως Σαμακεάς, άνωθεν του Αγίου Προφήτου Ηλιού, ένθα ήδη κείται η Ιερά Μονή Γηροκομείου, διώρισεν είτα επιστάτας προς επίβλεψιν της κατασκευής του υδραγωγείου, και εφρόντισε δια την προμήθειαν των απαιτουμένων τροφών προς διατροφήν των εργαζομένων, ώστε μετά παρέλευσιν ολίγων ημερών, πληροφορηθέντες περί των υπό του βασιλικού επιτρόπου προμηθευμένων αφθόνων τροφών, όχι μόνον οι ενοικούντες εις την πόλιν των Πατρών ενδεείς, αλλά και οι των πέριξ χωρίων τυφλοί, χωλοί και λοιποί ανάγκην έχοντες προσέτρεχον αγεληδόν καθ’ εκάστην εις τας ειρημένας σκηνάς, και ελάμβανον πλουσίως ελεημοσύνην παρά του Αγίου Αρτεμίου. Εκ τούτου επωνομάσθη η θέσις αύτη Γηροκομείον, και μετ’ ου πολύ εκτίσθη και η Ιερά Μονή. Αλλά το έργον τούτο καίτοι διερχόμενον ανώμαλον και κρημνώδη τόπον, επεραιώθη εν διαστήματι μικρού χρόνου και διωχετεύθη το ύδωρ επί τινος λοφίσκου άνωθεν της πόλεως των Πατρών, ένθα ήδη υπάρχει και το επί των Ενετών κτισθέν φρούριον, και τότε οι Πατρείς παρέδωκαν ευχαρίστως και αγογγύστως εις τον Άγιον Αρτέμιον το τίμιον λείψανον του πολιούχου και προστάτου αυτών Αποστόλου Ανδρέου. Τοιουτοτρόπως έφθασαν άπαντα τα άγια λείψανα των Αποστόλων εις Κωνσταντινούπολιν μετά μεγάλης πομπής και θρησκευτικής παρατάξεως· ο δε βασιλεύς Κωνστάντιος, δεξάμενος μετά σεβασμού και ευλαβείας ταύτα, κατέθεσαν εις τον περιφανή Ναόν των Αγίων Αποστόλων προς το δεξιόν μέρος του Αγίου Βήματος, η κατάθεσις δε αύτη του λειψάνου του εορτάζεται κατά την εικοστήν Ιουνίου. Ήσαν δε προσκυνούμενα και τιμώμενα τα άγια ταύτα λείψανα παρά πάντων των ευσεβών, και όλα υπήρχον εις Κωνσταντινούπολιν, ενόσω υπήρχον βασιλείς Χριστιανοί. Ότε δε κατεκτήθη η Κωνσταντινούπολις υπό των ασεβών διεμοιράσθησαν και τα τίμια λείψανα εις διάφορα μέρη εις χείρας των ευσεβών και Ορθοδόξων Χριστιανών. Εις δε την πόλιν των Πατρών και μετά τόσας καταστροφάς και άλλας πολιτικάς μεταβολάς και κατακτήσεις εξ ομοφύλων και αλλοφύλων, τας οποίας πολλάκις υπέστη και αίτινες κατέστρεψαν την ένδοξον ταύτην πόλιν και τον περιφανή αυτής Ναόν του ενδόξου Αποστόλου Ανδρέου, υπάρχει και σήμερον περιφανέστατος Ναός του Αγίου, του οποίου η διακόσμησις είναι μοναδική· προσέρχονται δε καθ’ εκάστην εκ διαφόρων τόπων προσκυνηταί, τιμώντες και θαυμάζοντες την αποστολικήν ταύτην Εκκλησίαν. Υπάρχει δε και σήμερον εις αυτήν ο κοπείς υπό του Σινωπέως δάκτυλος του Αγίου Ανδρέου, υπό πάντων των ευσεβών ευλαβώς προσκυνούμενος. Ούτος είναι ο Βίος και η πολιτεία του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου, ευλογημένοι Χριστιανοί· τοιουτοτρόπως επολιτεύθη ο Άγιος, τοιουτοτρόπως ηγωνίσθη, εσταυρώθη και έτυχε της ουρανίου Βασιλείας· ημείς δε, δια να σωθώμεν, ας φυλάττωμεν τας εντολάς του Θεού, την καρδίαν μας καθαράν από λογισμούς ρυπαρούς, ως λέγουν αι Γραφαί: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε:8)· ας θησαυρίζωμεν θησαυρούς εν ουρανοίς, όχι εξ αδικιών, αλλ’ εκ των ιδρώτων ημών. Μη μεθύωμεν, ίνα μη διψήσωμεν εις το πυρ το εξώτερον· μη καταλαλώμεν, ίνα μη καταδικασθώμεν· μη οργιζώμεθα εναντίον των πλησίων μας, αλλά να είμεθα πράοι και επιεικείς, ως λέγει το Ευαγγέλιον: «Μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς ημών» (Ματθ. ια: 29)· ούτως ας πράττωμεν, ίνα της κολάσεως ελευθερωθώμεν, της δε Βασιλείας των ουρανών επιτύχωμεν, ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν, Χάριτι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί, και τω Παναγίω αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη Α΄ (1η) Δεκεμβρίου μνήμη του Αγίου Προφήτου ΝΑΟΥΜ.
Ναούμ ο Άγιος Προφήτης ήτο από Ελκεσέμ πέραν εις Βατταρείμ, καταγόμενος από την φυλήν του Συμεών, ακμάσας προ Χριστού έτη υξ΄ (460), προεφήτευσε δε μετά τον Προφήτην Ιωνάν και έδωκε σημείον δια την πόλιν Νινευϊ, ότι αυτή θέλει αφανισθή εκ γλυκέων υδάτων και από πυρκαϊάν υπόγειον, της προφητείας του ταύτης πληρωθείσης και δια των έργων· διότι η περί την Νινευϊ λίμνη, πλημμυρίσασα από σεισμόν, κατεπόντισεν αυτήν και το πυρ, προερχόμενον από την έρημον, κατέκαυσε το υψηλότερον μέρος τής πόλεως. Ταύτα προφητεύσας εναντίον της Νινευϊ και συγγράψας την προφητικήν του βίβλον, την εις τρία κεφάλαια διηρημένην, εκοιμήθη εν ειρήνη και ετάφη εις την εαυτού γην. Ερμηνεύεται δε Ναούμ Ανάπαυσις ή Παράκλησις εγώ πάσιν ή φρόνημα ή υπόληψις.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη Β΄ (2α) Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ ο θείος Προφήτης κατήγετο από την φυλήν του Πατριάρχου Συμεών, ήτο δε υιός Σαφάτ, προ Χριστού ων έτη χ΄ (600). Ούτος προείδε την αιχμαλωσίαν και άλωσιν, εις την οποίαν έμελλε να υποβληθή η Ιερουσαλήμ και ο Ναός του Θεού, και έκλαυσε πικρώς· ότε δε αφίκετο ο Ναβουχοδονόσωρ εις Ιερουσαλήμ, έφυγεν εις την Οστρακίνην, χώραν μεταξύ Αιγύπτου και Πετραίας Αραβίας και ήτο ξένος και πάροικος εις την γην του Ισμαήλ. Όταν δε επέστρεψαν εις την Βαβυλώνα οι Χαλδαίοι, έχοντες μετ΄ αυτών τους αιχμαλώτους Ισραηλίτας, όσοι ευρέθησαν εις Ιερουσαλήμ και Αίγυπτον, τότε και ο Προφήτης ούτος επανήλθεν εις την ιδικήν του γην. Ο Άγιος ούτος Προφήτης υπηρετών κάποτε τους θεριστάς, έλαβε φαγητόν και είπεν εις τους οικείους του· «Εγώ θα υπάγω εις μακρυνόν τόπον, και ταχέως πάλιν θέλω επανέλθει· εάν όμως εγώ βραδύνω, κομίσατε σεις φαγητόν εις τους θεριστάς». Ταύτα ειπών, ηρπάγη από Άγγελον Κυρίου και επήγεν εις Βαβυλώνα και έδωκε τροφήν εις τον Προφήτην Δανιήλ, ο οποίος ήτο κεκλεισμένος εντός του λάκκου των λεόντων· και πάλιν αρπαγείς από τον ίδιον Άγγελον έφθασεν εν μια στιγμή εις την Ιουδαίαν και προσέφερε το φαγητόν εις τους θεριστάς, χωρίς να είπη εις ουδένα το γενόμενον τούτο θαυμάσιον εις αυτόν. Προεγνώρισε δε, ότι ταχέως θέλει επιστρέψει εις Ιεροσόλυμα ο εν Βαβυλώνι ηχμαλωτισμένος λαός των Εβραίων· αποθανών δε δύο έτη πριν ή επανέλθη ο λαός, ενεταφιάσθη εις τον ιδικόν του αγρόν. Ούτος ο Προφήτης έδωκε σημείον εις την Ιουδαίαν, ειπών ότι, όταν ίδωσιν οι άνθρωποι φως εις τον Ναόν, τότε όψονται την δόξαν του Θεού. Προείπε δε και δια την συντέλειαν του Ναού, ότι αύτη θέλει γίνει από έθνος δυτικόν, ήτοι από τους εν τη δύσει Ρωμαίους και ότι το άπλωμα, τουτέστι το καταπέτασμα του Δαβείρ, ήτοι του ενδοξοτάτου οίκου των Αγίων, θέλει σχισθή εις μικρά σχίσματα και ότι τα κιονόκρανα των δύο στύλων του Ναού θα αφαιρεθώσι, και ουδείς θέλει γνωρίσει που μέλλουν να τεθώσι. Ταύτα δε θέλουσι φερθή υπό Αγγέλου εις την έρημον του Σινά, εις την οποίαν κατ΄ αρχάς επήχθη η Σκηνή του Μαρτυρίου, και επ΄ αυτών θέλει γνωρισθή ο Κύριος κατά το τέλος και θέλει φωτίσει εκείνους όσοι διώκονται εξ αρχής από τον νοητόν όφιν διάβολον.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη Γ΄ (3η) του Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου ΣΟΦΟΝΙΟΥ
Σοφονίας ο Άγιος Προφήτης ήτο υιός Χουσί, καταγόμενος από την φυλήν του Πατριάρχου Συμεών υιού Ιακώβ, εκ του αγρού Σαβάραθα, ακμάσας προ Χριστού έτη χ΄ (600), εδέχθη δε χάρισμα προφητείας και προεφήτευσε δια την άλωσιν της Ιερουσαλήμ και δια το τέλος και την καταστροφήν τών Ιουδαίων, προς δε και ότι ο εξ εθνών λαός θέλει γίνει λαός περιούσιος του Θεού, τούθ΄ όπερ μέλλει να είναι αισχύνη μεν των ασεβών, δόξα δε των δικαίων και ότι θέλει γίνει Χριστός ο Κύριος Κριτής πάσης λογικής πνοής και θέλει ανταποδώσει εκάστω κατά τα έργα του. Αποθανών λοιπόν ούτος ετάφη εις το ιδικόν του κτήμα, προσμένων την υστερινήν και παγκόσμιον ανάστασιν. Σοφονίας δε ερμηνεύεται σκοπιά Κυρίου ή συνιών κρυπτά. Ήτο δε ο αοίδιμος ούτος Προφήτης, όμοιος κατά τον χαρακτήρα του προσώπου με τον Θεολόγον Ιωάννην, έχων το γένειον ολίγον τι στρογγυλώτερον από το εκείνου.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η) του Δεκεμβρίου, μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος ΒΑΡΒΑΡΑΣ
Βαρβάρα η ένδοξος του Χριστού Μεγαλομάρτυς έζη κατά τους χρόνους του ασεβεστάτου τυράννου Μαξιμιανού του εν έτει σπδ – τε (284-305) βασιλεύσαντος· κατήγετο δε από την Ανατολήν, εκ πόλεώς τινος, ήτις ωνομάζετο Ηλιούπολις. Κατά την εποχήν εκείνην τοπάρχης της Ηλιουπόλεως ήτο ο πατήρ της Αγίας, όστις ωνομάζετο Διόσκορος, άνθρωπος αρκετά πλούσιος· κατώκει δε εις τι χωρίον λεγόμενον Γελασσόν, το οποίον ήτο μακράν από την Ηλιούπολιν δώδεκα στάδια (2.220 μέτρα περίπου). Ήτο δε η Βαρβάρα μονογενής θυγάτηρ του Διοσκόρου, ωραιοτάτη και πάγκαλος, όχι μόνον κατά την ωραιότητα του προσώπου, αλλά και κατά την ανατροφήν, και ήτο τοσούτον εύτακτος και ευγενής κατά τα ήθη, ώστε οι γονείς αυτής ησθάνοντο δια τούτο εν τη καρδία αυτών υπερβολικήν χαράν και ηθικήν ομού ευχαρίστησιν. Επειδή όμως ήτο μικρά ακόμη και ωραία, οι γονείς της, έκριναν συμφέρον να την προφυλάξουν όσον ηδύναντο περισσότερον. Έκτισαν λοιπόν επίτηδες πύργον υψηλόν και την έκλεισαν εις αυτόν δια να μη την βλέπουν οι άνθρωποι. Της έδωσαν δε με αφθονίαν από όλα τα πράγματα, όσα της εχρειάζοντο, δηλαδή υπηρετρίας, τροφάς, ενδύματα και άλλα διάφορα ανάλογα του πλούτου και της καταστάσεως αυτών. Όταν μετά καιρόν έφθασεν η κόρη εις ηλικίαν νόμιμον, πολλοί από τους πρώτους των αρχόντων και των μεγιστάνων της πόλεως, ακούοντες την καλήν της φήμην και το περιβόητον όνομα, την εζήτησαν ως σύζυγον από τον πατέρα της. Αυτός όμως δεν ηθέλησε να δώση τον λόγον του εις κανένα, αν δεν απεφάσιζε πριν εις τούτο η Βαρβάρα. Αναβάς λοιπόν εις τον πύργον, ηρώτησεν αυτήν αν ήθελε να την υπανδρεύση. Αλλ΄ εκείνη, πριν ακόμη περιμείνη να τελειώση τον λόγον του ο πατήρ της, του απεκρίθη με αγανάκτησιν και οργήν· «Δεν θέλω να μου κάμης πλέον τοιούτον λόγον, διότι θα με αναγκάσης να θανατωθώ μόνη μου και θα χάσης τότε το τέκνον σου». Ο πατήρ της, ακούσας τους λόγους τούτους, δεν την εστενοχώρησε περισσότερον, διότι ηννόησεν ότι η θυγάτηρ του δεν ηναντιούτο εις αυτόν από δυστροπίαν ή απείθειαν, αλλά διότι επόθει να μείνη παρθένος. Κατέβη λοιπόν από τον πύργον χωρίς να της είπη τότε λόγον σκληρόν, ελπίζων ότι με τον καιρόν θα την καταπείση με λόγους καταλλήλους και κολακείας να δεχθή την υπανδρείαν. Κατ΄ εκείνας τας ημέρας ο Διόσκορος απεφάσισε να οικοδομήση έξωθεν του πύργου λουτρόν ωραιότατον. Αφού λοιπόν έκαμε το σχέδιον και έδωκεν εις τους τεχνίτας τας αναγκαίας οδηγίας και τους είπε συγχρόνως, ότι θα τους ικανοποιήση αν επιμεληθούν και προσέξουν να γίνη ωραίον το κτίριον, ανεχώρησε προσωρινώς από το χωρίον του και επήγεν εις άλλην χώραν, εις την οποίαν είχεν αναγκαίαν υπόθεσιν. Επειδή όμως ο Διόσκορος εβράδυνε να επιστρέψη, κατήλθε του πύργου η Βαρβάρα και επήγε να επισκεφθή το κτιζόμενον λουτρόν. Είδε λοιπόν ότι όλη η οικοδομή είχε δύο μόνον παράθυρα· όθεν ηρώτησε τους κτίστας διατί δεν έκαμαν και άλλο εν παράθυρον προς το νότιον μέρος, ώστε να φωτίζεται το λουτρόν περισσότερον. Οι κτίσται της απεκρίθησαν, ότι ούτως είχε προστάξει ο πατήρ της. Τότε αυτή τους είπε πάλιν· «Κάμετε χωρίς άλλο και το τρίτον παράθυρον και εγώ αποκρίνομαι προς τον πατέρα μου, αν σας ερωτήση δια τούτο». Έκαμαν λοιπόν οι κτίσται καθώς τους είπεν. Αυτή δε κατέβαινε συχνά και παρηκολούθει την οικοδομήν και βλέπουσα τα τρία παράθυρα έχαιρεν. Ο δε πανάγαθος και ελεήμων Θεός, όστις γνωρίζει όλα τα πράγματα πριν ακόμη πραγματοποιηθώσιν, ευχαριστηθείς από την αγαθήν και φρόνιμον γνώμην αυτής, εφώτισε την ψυχήν της θαυμάσια και ενέπλησε την καρδίαν της από Πνεύμα Άγιον και παρρησίαν προς τον μόνον αληθή Θεόν και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Σταθείσα λοιπόν εις την κολυμβήθραν του λουτρού και βλέπουσα προς ανατολάς εχάραξε με τον δάκτυλόν της τον τύπον του θείου Σταυρού επάνω εις τα μάρμαρα· και, ω του θαύματος! ως να ήτο ο δάκτυλός της εργαλείον σιδηρούν ήνοιξε τόσον βαθύν λάκκον εις το μάρμαρον, ώστε το σημείον του Σταυρού εκείνου φαίνεται μέχρι της σήμερον, δια να κηρύττεται η θαυματουργία και η δύναμις του Κυρίου και Θεού ημών πάντοτε. Και όχι μόνον ο Σταυρός αυτός, αλλά και αυτό το λουτρόν σώζεται μέχρι της σήμερον και κάμνει διάφορα θαύματα, και θεραπεύει όσους έχουν ασθένειάν τινα, όταν προσέλθουν εις αυτό μετά πίστεως. Τοιούτον δε λουτρόν και αν το ονομάση κανείς Ιορδάνιον ρείθρον ή πηγήν Σιλωάμ, ή και Προβατικήν κολυμβήθραν, δεν αμαρτάνει· διότι η δύναμις του Θεού ετέλεσε και εις τούτο πολλά και παράδοξα θαύματα. Ημέραν τινά, επιστρέφουσα από το λουτρόν η Βαρβάρα, παρετήρησε τα είδωλα, τα οποία προσεκύνει ο πατήρ της· στενάξασα δε εκ βάθους ψυχής δια την αναισθησίαν και τυφλότητα αυτού, έπτυσε τα είδωλα κατά πρόσωπον και είπεν· «Όμοιοι με σας να γίνουν, όσοι σας προσκυνούν και σας καλούν εις βοήθειάν των». Ταύτα ειπούσα εισήλθεν εις τον πύργον και έμεινεν εντός αυτού νηστεύουσα και προσευχομένη και περιμένουσα βοήθειαν από τους ουρανούς. Μετ΄ ολίγας ημέρας έφθασεν ο πατήρ της Διόσκορος, όστις ιδών το τρίτον παράθυρον ηπόρησε, πως το έκαμαν χωρίς αυτός να παραγγείλη. Οι δε παρευρισκόμενοι τεχνίται είπον προς αυτόν την αλήθειαν. Τότε ηρώτησε περί τούτου την θυγατέρα του, η οποία είπε προς αυτόν. «Εγώ, πάτερ, προσέταξα και το έκαμαν, διότι φαίνεται ωραιότερον το λουτρόν με τα τρία παράθυρα παρά με τα δύο». Ο πατήρ της, οργισθείς, είπε προς αυτήν· «Ειπέ μου, δια ποίον λόγον και αιτίαν σου φαίνεται ωραιότερον;» Λέγει προς αυτόν τότε η Βαρβάρα· «Αι τρεις θυρίδες φωτίζουσι πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Τούτο δε ειπούσα, ηννόει την της Αγίας Τριάδος υπόστασιν και μεγαλειότητα. Εις τους λόγους τούτους της Βαρβάρας εθυμώθη ακόμη περισσότερον ο πατήρ της και αρπάσας αυτήν την έφερεν εις το λουτρόν και της είπε· «Πως γίνεται το φως των τριών αυτών θυρίδων φωτιστικόν εις πάντα άνθρωπον;» Η Βαρβάρα απεκρίθη· «Πρόσεχε, πάτερ, να εννοήσης το αίτιον». Ταύτα ειπούσα, εποίησε το σημείον του Τιμίου Σταυρού και δεικνύει εις αυτόν τα τρία της δάκτυλα, λέγουσα· «Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Με το φως αυτό όλη η κτίσις νοερώς καταλάμπεται». Ο αληθής ούτος λόγος της Βαρβάρας όχι μόνον δεν ηυχαρίστησε τον πατέρα της, όστις ήτο συνηθισμένος να προσκυνή τα ψευδή και απατηλά είδωλα, αλλ΄ απ΄ εναντίας τον έκαμε να γίνη θηριώδης. Ο ασεβέστατος και σκληροκάρδιος ούτος άνθρωπος ελησμόνησε δια μιας τους νόμους του Θεού, δεν συνελογίσθη ότι ήτο πατήρ και ότι η κόρη εκείνη ήτο αίμα του, αλλά σύρας το ξίφος του ώρμησε να την θανατώση. Αυτή όμως, σωθείσα δια της φυγής από τον κίνδυνον, κατέφυγεν εις ένα όρος εκεί πλησίον, εις το οποίον φθάσασα ύψωσε προς τον ουρανόν τας χείρας, τους οφθαλμούς και την διάνοιάν της και επεκαλείτο τον Θεόν εις βοήθειαν. Πράγματι, ο πανάγαθος Θεός δεν εβράδυνε ποσώς, αλλά καθώς έσωσε την Πρωτομάρτυρα Θέκλαν, την οποίαν εδέχθη μία πέτρα σχισθείσα εις δύο, ούτω και την αοίδιμον ταύτην Βαρβάραν, τρέχουσαν εις τα ορεινότερα μέρη, με όμοιο θαυματούργημα ελύτρωσε· διότι ενώ έτρεχε κατεπάνω της ο δήμιος εκείνος και όχι πατήρ της, εσχίσθη μία πέτρα δια θείας θελήσεως και προσταγής και την εδέχθη εντός αυτής κρύπτουσα ταύτην από τον αιμοβόρον πατέρα της. Ο λίθινος όμως εκείνος άνθρωπος ή μάλλον ειπείν και των λίθων αυτών αναισθητότερος, δεν μετενόησεν ούτε ωπισθοδρόμησε καν ιδών εξαφανισθείσαν από του προσώπου αυτού την Βαρβάραν, αλλ΄ ως τέκνον του ανθρωποκτόνου δαίμονος έτρεχεν εδώ και εκεί, ίνα θύση και απολέση. Ευρών δε δύο ποιμένας, οι οποίοι έβοσκον τα πρόβατά των εκεί πλησίον, τους ηρώτησεν αν ήξευραν, που ήτο κρυμμένη η θυγάτηρ του. Ο εις εξ αυτών ήτο συμπαθής και φιλάνθρωπος και κρίνων άδικον να προδώση την διωκομένην Μάρτυρα, ηρνήθη και είπεν, ότι δεν την είδε ποσώς· επροτίμησεν ως γνωστικός να είπη ψεύδος σωτήριον, παρά αλήθειαν βλάπτουσαν. Ο δε άλλος ποιμήν, πονηρός και απάνθρωπος, δεν ωμίλησε μεν δια να μη τον ακούσωσι, με τον δάκτυλόν του όμως έδειξε την οδόν εις τον Διόσκορον, δια να εύρη την Μάρτυρα. Όμως η θεία δίκη επαίδευσεν αμέσως το κακούργημα τούτο, διότι όλα τα πρόβατα του κακοτρόπου εκείνου και άφρονος βοσκού έγιναν κάνθαροι και έμειναν τοιούτοι μέχρι τέλους και περιεκύκλουν τον τάφον της Αγίας. Ευρών επί τέλους την Αγίαν ο Διόσκορος εις το όρος την έδειρεν ανηλεώς· έπειτα αρπάσας αυτήν εκ των πλοκάμων της κεφαλής την έσυρε βιαίως εις τον οίκον του. Εκεί δε φθάσαντες την έκλεισεν εις μικρόν οικίσκον και σφραγίσας την θύραν, έβαλε φύλακας να την φυλάττουν. Έπειτα επήγεν εις τον ηγεμόνα Μαρκιανόν, όστις εξουσίαζε τότε την πόλιν εκείνην, και είπε προς αυτόν· «Η θυγάτηρ μου καταφρονεί και αποστρέφεται τους θεούς ημών και μόνον τον Εσταυρωμένον Ιησούν Χριστόν σέβεται και τιμά εξ όλης ψυχής». Αφού είπε ταύτα, έφερε και την θυγατέρα του και την παρέδωκεν εις τας χείρας του Μαρκιανού, εξώρκισε δε αυτόν εις τους θεούς των να μη την λυπηθή παντελώς, αλλά να την βασανίση με παντός είδους βίαια και σκληρά κολαστήρια. Καθίσας ο Μαρκιανός εις την έδραν του δικαστηρίου προσέταξε να φέρωσι την Μάρτυρα, η οποία, άμα παρουσιάσθη και την είδεν εκείνος, έκθαμβος γενόμενος από το εξαίσιον κάλλος και το σεμνόν ήθος της, ελησμόνησε προς στιγμήν τους όρκους του Διοσκόρου, και είπε προς αυτήν με γλυκείαν φωνήν και με πραότητα· «Δεν λυπείσαι τον εαυτόν σου, Βαρβάρα; Διατί δεν προσφέρεις θυσίαν εις τους θεούς, τους οποίους λατρεύουν και οι γονείς σου; Εγώ λυπούμαι να θανατώσω μίαν νέαν, η οποία έχει εξαίσιον κάλλος! Σε συμβουλεύω λοιπόν να υπακούσης εις ό,τι σου λάγω και να προσκυνήσης τους θεούς, άλλως θα με αναγκάσης να σε θανατώσω με τον πλέον σκληρόν τρόπον». Η δε Μάρτυς απεκρίθη προς αυτόν· «Εγώ προσφέρω θυσίαν δοξολογίας εις τον Θεόν μου, όστις εποίησε τον ουρανόν και την γην και όλα τα λοιπά κτίσματα. Οι θεοί όμως, τους οποίους συ λατρεύεις, είναι κατεσκευασμένοι από αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων και των εθνών δαιμόνια». Ταύτα ακούσας ο δικαστής ωργίσθη και προσέταξεν ευθύς να την γυμνώσουν και να την δείρουν ανηλεώς με σκληρά βούνευρα, να τρίψωσι δε τας πληγάς της με ύφασμα τρίχινον, δια να αισθάνεται δριμυτέρους τους πόνους. Τοσούτον λοιπόν απανθρώπως την εμαστίγωσαν, ώστε κατεπλήγωσαν και κατετρύπησαν το σώμα της, από δε το ρέον εκ των πληγών της άσπιλον αυτής αίμα κατεκοκκίνισε το μέρος της γης, εις την οποίαν την είχον ερριμμένην. Αφού τέλος πάντων την εβασάνισαν ούτως επί πολλήν ώραν, την έρριψαν εις την φυλακήν προσωρινώς, μέχρις ότου την εξετάσωσι και δεύτερον. Περί το μεσονύκτιον όμως εφάνη αίφνης έμπροσθεν αυτής φως φαεινόν, από το οποίον έλαμψεν όλον το δεσμωτήριον. Υπεράνω δε του φωτός τούτου εφάνη ο Δεσπότης Χριστός, όστις ενθαρρύνας αυτήν, της είπε· «Μη φοβηθής ουδόλως, Βαρβάρα, ούτε να αποκάμης από τας βασάνους και τας τιμωρίας των σκληροκαρδίων αυτών ανθρώπων, αλλά να εμμείνης σταθερά εις το φρόνημά σου, εγώ δε θέλω μένει πάντοτε μετά σου και θέλω σε διαφυλάττει δια παντός υπό την σκέπην μου». Ταύτα του Δεσπότου Χριστού προς την Αγίαν λέγοντος, αι πληγαί αυτής ηφανίσθησαν και όλον το σώμα της εθεραπεύθη εντελώς. Δι΄ ο αύτη ησθάνθη εγκάρδιον αγαλλίασιν και ευχαρίστησιν ανέκφραστον. Γυνή δε τις θεοσεβής και ενάρετος, Ιουλιανή ονομαζομένη, έτυχε να ευρεθή τότε μετά της Αγίας, η οποία ιδούσα το παράδοξον τούτο θαύμα, εδόξασεν από καρδίας τον Θεόν. Επειδή δε είχε την αυτήν γνώμην και το αυτό φρόνημα με την Μάρτυρα, απεφάσισεν εν τη καρδία αυτής να υπομείνη και αύτη εις την πρώτην ευκαιρίαν παντός είδους τιμωρίας και βασάνους δια την αγάπην και το όνομα του Ιησού Χριστού. Ούτως εχόντων των πραγμάτων ήλθε και εκ δευτέρου ο ηγεμών εις το δικαστήριον και προσέταξε να φέρωσι πάλιν ενώπιόν του την Βαρβάραν, την οποίαν ιδόντες οι περιεστώτες εντελώς υγιαίνουσαν και χωρίς να έχη καμμίαν πληγήν εις το σώμα της, εξεπλάγησαν άπαντες. Ο ασεβής ηγεμών όμως, τετυφλωμένος από την πλάνην του, δεν ηθέλησε να αναγνωρίση την μεγάλην τού αληθινού Θεού δύναμιν, αλλ΄ είπεν ο άφρων προς την Μάρτυρα· «Βλέπεις, Βαρβάρα, πόσην δύναμιν έχουσιν οι θεοί μου, οι οποίοι σε ηυσπλαγχνίσθησαν και θεράπευσαν τας πληγάς σου»; Αυτή δε απεκρίθη προς αυτόν· «Οι θεοί σου, οίτινες είναι τυφλοί και ανίσχυροι καθώς συ, πως είναι δυνατόν να κάμουν τοιαύτην θαυμασίαν πράξιν; Αυτοί μάλλον έχουν ανάγκην από τους ανθρώπους. Όχι λοιπόν, δεν με εθεράπευσαν οι θεοί σου, με ιάτρευσεν ο Χριστός, ο αληθής Υιός του ζώντος Θεού, αυτός τον οποίον δεν δύνασαι συ να ίδης, διότι οι οφθαλμοί σου είναι βεβαρημένοι από το σκότος της ασεβείας». Ακούσας ο ηγεμών τους λόγους τούτους της Αγίας ωργίσθη σφόδρα και προσέταξε να καταξεσχίσωσι τας σάρκας της με σιδηρούς όνυχας, να καίωσι τα ξεσχισμένα μέλη της με λαμπάδας ανημμένας και να κτυπώσι με σφύραν την αγίαν αυτής κεφαλήν. Έτυχε δε πάλιν και τότε να ευρεθή εκεί παρούσα και η αγαθή και θεοσεβής Ιουλιανή, η οποία βλέπουσα τας τιμωρίας και τας βασάνους, τας οποίας έκαμνον εις την Μάρτυρα και το αίμα, το οποίον έρρεε ποταμηδόν εκ της κεφαλής και του λοιπού σώματος αυτής, μη δυναμένη δε άλλως να την βοηθήση, τόσον συνεκινήθη από τον πόνον, τον οποίον ησθάνετο εις την καρδίαν της, ώστε ήρχισε να κλαίη απαρηγόρητα. Ο ηγεμών, ιδών αυτήν κλαίουσαν, ηρώτησε ποία ήτο. Μαθών δε ότι ήτο Χριστιανή και αυτή και ότι δια την προς την Βαρβάραν συμπάθειάν της έκλαιε, προσέταξε να κρεμάσωσιν αμέσως και αυτήν πλησίον της Αγίας, να ξεσχίσωσι τας σάρκας της και με λαμπάδας ανημμένας να την κατακαίωσιν. Ούτω λοιπόν βασανιζομένη και αυτή σκληρώς, κατά την προσταγήν του άρχοντος, και πάσχουσα αλγεινώς, ύψωσε τους οφθαλμούς της προς τον ουρανόν και είπε· «Δέσποτα Χριστέ Βασιλεύ, καρδιογνώστα και παντοδύναμε, γνωρίζεις ότι δια την αγάπην σου πάσχω όλα αυτά τα δεινά· λοιπόν μη με εγκαταλείπης μηδέ αφήσης να με νικήση ο αλιτήριος ούτος και να καυχηθή δι΄ εμέ, αλλ΄ αξίωσόν με να εγκαρτερήσω μέχρι τέλους, δια να λάβω τον στέφανον της αθλήσεως». Ενώ δε η Ιουλιανή εδέετο ούτω προς τον Θεόν, ο σκληροκάρδιος άρχων προσέταξε να κόψωσι τους μαστούς και των δύο. Πλην και η απάνθρωπος αύτη πράξις δεν μετέβαλε ποσώς την απόφασιν αυτών, απεναντίας μάλιστα η Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα έψαλλε τότε λέγουσα· «Κύριε, μη απορρίψης ημάς από του προσώπου σου, και το Πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλης αφ΄ ημών» (Ψαλμ. ν: 13-14). Αφού λοιπόν υπέμειναν και αυτήν την τρομεράν βάσανον, προσέταξεν ο άρχων την μεν Ιουλιανήν να φυλακίσωσι, την δε Βαρβάραν να την περιφέρωσι γυμνήν εις όλην την πόλιν και συγχρόνως να την δέρωσιν ασπλάγχνως. Η δε σεμνή Μάρτυς, θεατριζομένη δια τοιούτου απρεπεστάτου τρόπου και συγχρόνως δερομένη, δεν εθλίβετο ποσώς δια τας βασάνους ταύτας, αλλ΄ ατενίσασα τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν είπε· «Δέσποτα Κύριε, ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις και περιτυλίσσων την γην με ομίχλην, αυτός και την εμήν γύμνωσιν σκέπασον, Βασιλεύ των ουρανών, και μη αφήσης να βλέπωσιν οι ασεβείς τα μέλη μου, δια να μη γίνω μυκτηρισμός αυτών και χλευασμός και περιγέλασμα». Ήκουσεν εκ Ναού αγίου αυτού ο ταχύς Θεός και έσπευσεν ευθύς εις αντίληψιν της πασχούσης Μάρτυρος. Εφάνη δε έμπροσθεν αυτής καθήμενος επί χερουβικού άρματος και την μεν καρδίαν αυτής επλήρωσεν ευφροσύνης και αγαλλιάσεως, δια της θείας και πανευφροσύνου παρουσίας Αυτού, το δε άγιον αυτής σώμα, κατά προσταγήν Αυτού, ενέδυσαν οι Άγιοι Άγγελοι με στολήν λαμπροτάτην και ένδοξον. Όχι δε μόνον τούτο εγένετο, αλλά και τας πληγάς αυτής εθεράπευσε πάλιν ως και πρότερον. Οι δε υπηρέται την παρουσίασαν εις τον άρχοντα, όστις ιδών αυτήν ούτως ενδεδυμένην ησχύνθη· όθεν μη δυνάμενος να την νικήση με απειλάς και βασάνους, ούτε με υποσχέσεις αγαθών και πλούτου, απεφάσισε να θανατώση αυτήν και την ομόφρονα αυτής Ιουλιανήν. Προσέταξε λοιπόν να αποκεφαλίσωσι και τας δύο. Εις όλας τας τιμωρίας και τας βασάνους, τας οποίας ανεφέραμεν ότι εδοκίμασεν η Μάρτυς Βαρβάρα, ήτο παρών ο αιμοβόρος πατήρ αυτής και τας έβλεπεν ο άσπλαγχνος. Δεν επόνεσε δε ο ασεβής και παμμίαρος, ούτε ποσώς ελυπήθη την θυγατέρα του, ούτε εχόρτασεν εις τόσας παιδεύσεις και ξεσχισμούς όσους αυτή έπαθεν, αλλ΄ ενόμιζεν ακόμη ο άφρων, ότι ήθελον κατηγορήσει αυτόν ως άνανδρον και ασθενή κατά την ψυχήν, αν άφηνε να την φονεύση άλλος. Όθεν άμα ο δικαστής εξέδωκε την κατ΄ αυτής καταδικαστικήν απόφασιν, ευθύς ήρπασεν αυτήν ως τίγρις λυσσώσα, δια να την θανατώση με τας ιδίας του χείρας ο κακούργος! Λοιπόν ο μεν Διόσκορος έλαβε την κόρην του, άλλος δε δήμιος έλαβε την Ιουλιανήν και επορεύθησαν εις το όρος, εις το οποίον απεκεφαλίσθη η Βαρβάρα υπό του πατρός της. Αλλ΄ ενώ επορεύοντο εις τον τόπον του θανάτου αυτών αι δύο Μάρτυρες, αντί να λυπώνται και να θρηνούν, απ΄ εναντίας μάλιστα έχαιρον και ηυχαριστούντο, ως να ήσαν προσκεκλημέναι εις γάμον ή άλλην τινά διασκέδασιν φιλικήν και χαρμόσυνον. Η δε Αγία Μάρτυς του Χριστού Βαρβάρα εδέετο πάλιν προς τον Κύριον, λέγουσα· «Άναρχε Θεέ, ο ποιήσας τον ουρανόν ωσεί θόλον και θεμελιώσας την γην επί των υδάτων· ο προστάσσων τον ήλιον να φωτίζη τον κόσμον όλον και τα νέφη να βρέχωσιν· ο χαρίζων τοσαύτα αγαθά εις δικαίους και αμαρτωλούς και ευεργετών καλούς και κακούς ως ανεξίκακος και πανάγαθος· αυτός και νυν, Βασιλεύ πλουσιόδωρε, επάκουσόν μου της δούλης σου δεομένης. Ναι Κύριέ μου, παρακαλώ σε εκ βάθους καρδίας μου, όστις μνημονεύει το Μαρτύριόν εις δόξαν του Αγίου σου Ονόματος, αξίωσον αυτόν να μη εγγίση ουδέποτε εις τον οίκον αυτού λοιμώδης νόσος, ούτε λώβη, ούτε καμμία άλλη θανατηφόρος ασθένεια να λυπήση αυτόν και την οικογένειάν του. Διότι συ, Κύριέ μου, γινώσκεις το ασθενές των ανθρώπων, τους οποίους ηυδόκησας να πλάσης κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν ιδικήν σου». Ενώ δε η Αγία προσηύχετο τοιουτοτρόπως, αίφνης ηκούσθη ουρανόθεν φωνή, η οποία προσεκάλει αυτήν τε και την Ιουλιανήν εις εκείνην την αιώνιον και ανεκλάλητον αγαλλίασιν και υπέσχετο εις αυτήν ότι θα πραγματοποιήση όσα εζήτησε δια της προσευχής της. Ταύτην την γλυκυτάτην φωνήν ακούσασα η Μάρτυς Βαρβάρα ενεθαρρύνθη περισσότερον και αγαλλομένη έτρεχε να φθάση το ταχύτερον εις τον τόπον της τελειώσεως, όπου φθάσασα έκλινε την ιεράν αυτής κεφαλήν και εδέχθη το Μαρτύριον. Απεκεφάλισε δε αυτήν ο άσπλαγχνος και αιμοβόρος πατήρ της, την δε Ιουλιανήν απεκεφάλισεν ο δήμιος. Αλλ΄ ενώ οι άδικοι φόνοι εξετελούντο, η θεία δίκη, άγρυπνος πάντοτε, ετιμώρησεν αμέσως τον ασεβή εκείνον και αιμοβόρον παιδοκτόνον παραδειγματικώτατα· διότι μόλις ούτος ήρχισε να καταβαίνη εκ του όρους, εις το οποίον είχε πράξει τον απάνθρωπον εκείνον φόνον, αίφνης κεραυνός καταπεσών εκ του ουρανού κατέκαυσεν αυτόν και εκ του σώματός του ουδέ ίχνος καν εφάνη. Ούτως ο άθλιος εκείνος και βδελυρός άνθρωπος εστερήθη και της παρούσης και της μελλούσης ζωής, διότι ήτο ανάξιος και εις την μίαν να ζη και την άλλην να απολαύση. Η θεία δε αύτη οργή δεν περιωρίσθη εις μόνην την τιμωρίαν του παιδοκτόνου Διοσκόρου, αλλά και μέχρις αυτού του ηγεμόνος Μαρκιανού έφθασεν η λάμψις του κεραυνού εκείνου ως προειδοποίησις αψευδής και συμβολική του ασβέστου εκείνου πυρός, εκ του οποίου έμελλε να κολάζεται αιωνίως. Άνθρωπος δε τις ευσεβής Χριστιανός, Ουαλεντίνος ονομαζόμενος, έλαβε τα ιερά σώματα των δύο Μαρτύρων και τιμήσας αυτά με ψαλμωδίας και πνευματικούς ύμνους, τα μετέφερεν εις το χωρίον Γελασσόν· εκεί δε όταν έφθασε, τα ενεταφίασεν ιεροπρεπώς. Το Μαρτύριον αυτών ας είναι ίασις νόσων, ψυχών αγαλλίασις και φιλοθέων ανδρών εντρύφημα πολυέραστον. Ας είναι εις δόξαν Χριστού του μόνου αληθινού Θεού ημών, εις τον οποίον πρέπει πάσα δόξα, τιμή, κράτος, μεγαλωσύνη και μεγαλοπρέπεια, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη Ε΄ (5η) του Δεκεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΣΑΒΒΑ του Ηγιασμένου.
Σάββας ο μέγας την αρετήν και θαυμάσιος Πατήρ ημών, κατήγετο από την χώραν των Καππαδοκών εκ του χωρίου του καλουμένου Μουταλάσκη, εις το οποίον και εγεννήθη εν έτει υλθ΄ (439), από γονείς ευσεβείς και περιφανείς, οίτινες εκαλούντο ο μεν πατήρ Ιωάννης, η δε μήτηρ Σοφία. Όταν δε ο παις έγινεν ετών πέντε, απήλθον οι γονείς του εις την Αλεξάνδρειαν δι΄ αναγκαίαν της στρατείας υπόθεσιν, διότι ο πατήρ του ήτο στρατευμένος, αυτόν δε αφήκαν με όλην την περιουσίαν των εις τον αδελφόν του πατρός του, Ερμείαν ονόματι, δια να μανθάνη γράμματα, εις περίπτωσιν δε θανάτου των γονέων του, να μείνη ο Σάββας κληρονόμος εις την περιουσίαν των. Ανετρέφετο λοιπόν το παιδίον εις τον οίκον του θείου του· βλέπον όμως ότι η γυνή εκείνου ήτο κακόγνωμος και φιλομόχθηρος και με ολίγην αιτίαν εσκανδαλίζετο, ανεχώρησεν εκείθεν και απήλθεν εις τον έτερον θείον του, αδελφόν και αυτόν του πατρός του, ονόματι Γρηγόριον, μετά του οποίου εχρημάτισεν ολίγον καιρόν, πολιτευόμενος τοσούτον ενάρετα, ώστε οι ορώντες αυτόν εθαύμαζον, διότι δεν έπαιζε ποσώς ως τα άλλα παιδία, ούτε άλλην τινά αταξίαν ετέλεσεν, αλλ΄ ως γέρων φρόνιμος εγνωρίζετο. Ήτο δε εκεί πλησίον, είκοσι στάδια απέχον από την Μουταλάσκην, Μοναστήριον τι Φλαβιαναί ονομαζόμενον. Επειδή δε ο νέος αριστεύς του Χριστού είχε πόθον να δουλεύση δια την σωτηρίαν αυτού, καταφρονήσας πλούτον, χρήματα, σαρκός περιφάνειαν και όλα όσα θέλγουσι τας ψυχάς των νέων και μισήσας πάσαν σωματικήν ηδυπάθειαν δια τον ένθεον έρωτα, απήλθεν εις το προαναφερθέν Μοναστήριον και παρεκάλει τον Προεστώτα να τον συναριθμήση εις το ποίμνιόν του και να τον κουρεύση Μοναχόν. Ο δε Ηγούμενος τον υπεδέχθη μετά χαράς, βλέπων την πολλήν αυτού προθυμίαν και θείαν έφεσιν. Οι θείοι όμως του Σάββα επήγαν εις την Μονήν και με διαφόρους λόγους και προτροπάς, ηγωνίζοντο να τον απομακρύνουν εκείθεν, λέγοντες, ότι καλύτερον ήτο να υπανδρευθή, να αποκτήση τέκνα και να απολαύση τα ηδέα του βίου, παρά να βασανίζεται με τόσην σκληραγωγίαν και άσκησιν. Ο δε Σάββας, ως νουνεχής και φρόνιμος, δεν εσυλλογίσθη ποσώς τα ψυχοβλαβή και άστοχα λόγια αυτών, αλλά προέκρινε να ευρίσκηται εις τον Οίκον μάλλον του Θεού, παρά να συγκατοική με τους συγγενείς του,
Ενθυμούμενος την παραβολήν του πλουσίου και του Λαζάρου, ότι εκείνος, όστις είχεν εδώ πλούτον και πάσαν απόλαυσιν, χρειάζεται τώρα εκεί μίαν ρανίδα ύδατος και δεν του την δίδουν, αλλά καταφλέγεται δεινώς την γλώτταν βασανιζόμενος· και πάλιν ο πτωχός, όστις είχεν εδώ τόσην στενοχωρίαν και βάσανον, απήλθεν εις τους κόλπους του Αβραάμ και απολαμβάνει χαράν ανεκλάλητον και ευφροσύνην αιώνιον. Ούτω λοιπόν ο καλός νεανίας παιδιόθεν εφαίνετο των γερόντων σοφώτερος, κρίνων ανόητον να προτιμήση, δια πρόσκαιρον ηδονήν, αιώνιον κόλασιν. Έμεινε λοιπόν εις το Μοναστήριον, υποτασσόμενος εις όλας τας τάξεις και σκληραγωγίας της μοναδικής πολιτείας, τας οποίας αόκνως εφύλαττε και μάλιστα την εγκράτειαν και τόσον ενήστευεν, ώστε εργαζόμενος εις τον κήπον ημέραν τινά και βλέπων εις το δένδρον μήλα ευώδη και ωραιότατα, ενικήθη ως άνθρωπος και έλαβεν εν δια να το φάγη· έπειτα γνωρίζων ότι ήτο πειρασμός του δαίμονος και τον παρεκίνει να παραβή τον όρον της τάξεως, το να φάγη προ της διατεταγμένης ώρας, ενθυμούμενος δε και πόσον κακόν έπαθον οι Προπάτορες, δια να μη φυλάξουν το θείον πρόσταγμα, έρριψε κατά γης το μήλον και δεν το έφαγεν. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και νόμον έδωκε κατά του εαυτού του, να μη φάγη πλέον μήλον εις όλην του την ζωήν· τον οποίον και έως τέλους ετήρησεν, έκτοτε δε κατεπάτησε και ενίκησε παντελώς τον της γαστριμαργίας δαίμονα και τα λοιπά πάθη τοσούτον ανδρείως, ώστε υπερέβη όλους τους Μοναχούς, του Μοναστηρίου εκείνου, εις αγρυπνίαν, εις προσευχήν, εις ταπείνωσιν και εις τα λοιπά κατορθώματα τόσον, ώστε ηξιώθη από μικρός να ποιή θαυμάσια, από τα οποία ένα είναι και το εξής. Χειμώνα τινά εβράχη ο αρτοποιός και μη έχων πώς να στεγνώση τα ενδύματά του, επειδή δεν ήτο ήλιος, τα έβαλεν εις τον κλίβανον (τον φούρνον), κατά δε την επομένην ελησμόνησε να τα πάρη και ήναψε τον κλίβανον δια να ψήσουν άρτον. Τότε ο αρτοποιός ενεθυμήθη τα ενδύματα, και επικραίνετο διότι ήτο το πυρ ανημμένον και δεν ήτο δυνατόν να το σβύσουν τόσον γρήγορα. Ο δε θείος Σάββας, καταφρονήσας του σώματος, εισήλθεν ευθύς εις τον κλίβανον και εξέβαλε τα ενδύματα αβλαβή, χωρίς να καή ποσώς καν μία τρίχα από την κεφαλήν του. Οι δε ορώντες εθαύμασαν και απ΄ εκείνην την ώραν τον ηυλαβούντο όχι ως παιδίον, αλλ΄ ως σεβάσμιον γέροντα, προορώντες την μέλλουσαν αυτού αρετήν και την προς Θεόν παρρησίαν, της οποίας ηξιώθη ύστερον. Aφού λοιπόν εχρημάτισεν εις τα Φλαβιανά ικανόν καιρόν, επεθύμησε να υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα, αφ΄ ενός μεν ίνα ιστορήση τους Αγίους Τόπους, αφ΄ ετέρου δε, όπως ίδη εναρέτους και αγίους άνδρας και ωφεληθή εξ αυτών. Λοιπόν παρεκάλεσε τον Ηγούμενον να του επιτρέψη να αναχωρήση, εκείνος όμως δεν εδέχετο, διότι επόθει να τον έχη εις την Μονήν, δια να ωφελούνται οι αδελφοί. Όθεν τον συνεβούλευε να μείνη εις το Κοινόβιον, να υποτάσσηται καλύτερον εις άλλους, παρά να κάμη το θέλημά του. Ο δε Θεός, ο προγινώσκων τα μέλλοντα, έστειλεν Άγγελον και λέγει προς τον Ηγούμενον· «Μη τολμήσης να εμποδίσης πλέον τον Σάββαν, αλλά συγχώρησον εις αυτόν, ίνα απέλθη όπου επιθυμεί». Ο Ηγούμενος ταύτα ακούσας απέλυσεν αυτόν· όθεν λαβών ο Σάββας συγχώρησιν από όλην την αδελφότητα, ανεχώρησεν. Ήτο δε τότε ετών δεκαοκτώ, εκ των οποίων είχεν εις το Μοναστήριον δέκα, διότι οκτώ μόνον ετών ήτο, όταν ενεδύθη το Σχήμα και κατεφρόνησε τα εγκόσμια. Φθάσας δε εις τα Ιεροσόλυμα εν καιρώ χειμώνος και καταλύσας εις την Μονήν του ιερού Πασαρίωνος, όπου ήτο εις Γέρων από την Καππαδοκίαν, έμεινε μετ΄ αυτού έως ότου παρέλθη ο χειμών. Μαθόντες την εκεί άφιξιν του Σάββα και την ένθεον αυτού πολιτείαν, διεφιλονείκουν πολλοί ποίος να λάβη αυτόν εις το Μοναστήριόν του· εκείνος όμως ο μακάριος δεν ηθέλησε να υπάγη μετ΄ ουδενός εξ αυτών, διότι κατά πολλά ηγάπα την ησυχίαν και ακούσας τας αρετάς του μεγάλου Ευθυμίου, ότι έλαμπεν εις την έρημον της Ανατολής και εφώτιζε τα μέρη εκείνα υπέρ τον ήλιον με τας διδασκαλίας και τα θαύματά του, ετρώθη την καρδίαν να γίνη μαθητής τού μεγάλου Ευθυμίου (επειδή το όμοιον αγαπά το όμοιον πάντοτε), να τρέφεται η ψυχή του πνευματικώς με τας αρετάς εκείνου και να αυξάνεται. Απελθών όθεν έπεσεν εις τους πόδας του μεγάλου Ευθυμίου, μετά δακρύων δεόμενος να τον υποδεχθή και αυτόν εις την ποίμνην του, να τον ποιμάνη με τα επίλοιπα πρόβατα. Ο δε Ευθύμιος, ως έμπειρος εις τους πνευματικούς αγώνας και δόκιμος, βλέπων του παιδός την νεότητα, δεν ηθέλησε να τον υποδεχθή παρευθύς εις την Λαύραν, αλλ΄ έστειλεν αυτόν εις το Μοναστήριον, το οποίον είχε παράμερα από την Λαύραν και εις το οποίον ήτο Προεστώς ο μέγας Θεόκτιστος, είπε δε του Σάββα να σταθή εκεί, έως ότου κάμη γένεια και παιδευθή καλώς τας τάξεις του μοναδικού επαγγέλματος. Ο δε μακάριος Σάββας, επειδή ήτο εις όλας τας αρετάς πεπαιδευμένος, δεν ηναντιώθη, αλλ΄ είπε προς αυτόν μετ΄ ευλαβείας και ταπεινότητος· «Εγώ, Πάτερ Άγιε, ήλθον εις την αγιωσύνην σου, δια να με οδηγήσης προς σωτηρίαν και είμαι έτοιμος να υπακούω εις όλα τα σωτήρια προστάγματά σου». Έστειλε λοιπόν ο μέγας Ευθύμιος τον Σάββαν προς τον μακάριον Θεόκτιστον, γράφων εις αυτόν, ότι ούτος είχε πεπληρωμένην την ψυχήν θείου Πνεύματος και να τον κυβερνήση επιμελώς, επειδή αυτός έμελλε να πληρώση την οικουμένην από την δόξαν αυτού εις το ύστερον, καθώς και εγένετο και εγνωρίσθη αληθεστάτη η προφητεία του· ότι αυτός έκτισεν εις την Παλαιστίνην Λαύραν μεγάλην και συνήχθησαν εις αυτήν Μοναχοί αναρίθμητοι, εις τους οποίους ο Σάββας ήτο κανών και στάθμη ακριβεστάτη αγιωσύνης και τους έδωκε νόμον και τάξεις, καθώς εδιδάχθη απ΄ αυτόν τον μέγαν Ευθύμιον, προστάσσων επάνω εις όλα να μη δεχθώσι ποτέ αγένειόν τινα, το οποίον έως την σήμερον φυλάττουν απαρασάλευτα. ΈΕμεινε λοιπόν ο θείος Σάββας με τον μακάριον Θεόκτιστον και υπηρέτει επιμελώς εις όλας τας σωματικάς διακονίας, ήτοι έφερε ξύλα και ύδωρ, έσκαπτε τον κήπον και άλλας βαρείας υπηρεσίας ετέλει επιμελώς, επειδή ήτο όχι μόνον ταπεινός και καλόγνωμος, αλλά και ανδρείος την δύναμιν και μεγάλος εις το ανάστημα του σώματος· όθεν όλους εβοήθει μετά χαράς και πάντες τον ηυχαρίστουν και τον ηγάπων. Παρ΄ όλας όμως τας βαρείας ταύτας σωματικάς εργασίας δεν έλειπε ποσώς ο μακάριος και από τας νυκτερινάς ευχάς και ακολουθίας, αλλά και τας καθημερινάς υπηρεσίας αόκνως εποίει· και εις τας νυκτερινάς ακολουθίας πρώτος εισήρχετο και πάντες εθαύμαζον βλέποντες τόσην αρετήν και ευπρέπειαν τελειότητος εις ηλικίαν νεάζουσαν. Βλέπων δε ο δαίμων την προθυμίαν αυτού, εδοκίμασε να τον εμποδίση από τον ένθεον έρωτα με τρόπον τοιούτον. Ήτο αδελφός τις εις εκείνο το φροντιστήριον, το γένος Αλεξανδρεύς, Ιωάννης ονόματι, όστις παρεκάλει πολλάκις τον μακάριον Θεόκτιστον να τον συγχωρήση να υπάγη εις την Αλεξάνδρειαν, εις την οποίαν ετελεύτησαν οι γονείς του, να τακτοποιήση τα της περιουσίας των, να του δώση δε τον Σάββαν συνοδόν, όστις ήτο δυνατός, έμπειρος και πρόθυμος εις πάσαν υπηρεσίαν. Μετά βίας λοιπόν συγκατετέθη ο Θεόκτιστος και απελθόντες εις Αλεξάνδρειαν ηρεύνησαν περί των πραγμάτων του Ιωάννου και εξετέλεσαν πάντα όσα εχρειάζοντο. Εκεί όμως εις την Αλεξάνδρειαν ήσαν, ως ανωτέρω εγράψαμεν, και οι γονείς του Σάββα, οίτινες, γνωρίσαντες αυτόν, προσεπάθησαν να τον κρατήσουν και τον εβίαζον με πολλά μηχανήματα, δια να γραφή αντί του πατρός του εις την στρατείαν, να λάβη πολλήν τιμήν από τον βασιλέα και δόξαν ρέουσαν. Ο δε μακάριος Σάββας, γνωρίσας την επίνοιαν του πονηρού, ότι με την αγάπην και συμπάθειαν των γονέων του, επεδίωκε να τον εμποδίση από τους πνευματικούς αγώνας και να τον κάμη να επιστρέψη εις τα οπίσω, απεκρίθη προς αυτούς με σοφίαν και σύνεσιν· «Δεν είναι πρέπον να αγαπήσω υμάς περισσότερον από τον Δεσπότην μου, διότι αυτός ούτος είπεν· «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ. ι: 37). Ούτε να προτιμήσω την πρόσκαιρον στρατείαν από την ευαγγελικήν, διότι εάν έχη τιμωρίαν πολλήν και κατάκρισιν όστις αφήση την στρατείαν του επιγείου βασιλέως, πόσον κίνδυνον θα έχη, όστις καταφρονήση την επουράνιον και αθετήση το Αγγελικόν σχήμα ο άθλιος; Εάν λοιπόν θέλητε να σας έχω δια γονείς μου, μη μου αναφέρετε πλέον τοιαύτην υπόθεσιν». Αφήκαν λοιπόν αυτόν μη δυνάμενοι να τον εμποδίσουν και τον παρεκάλεσαν να δεχθή τουλάχιστον ποσόν αργυρίων δια μικρά έξοδα συντηρήσεως και του έδιδον χρυσά είκοσιν. Αυτός όμως άλαβε μόνον τρία και ταύτα δια να μη σκανδαλισθώσιν, ότι δεν τους κατεδέχθη, τα οποία πάλιν δεν τα εξώδευσεν, αλλ΄ όταν έφθασαν εις το φροντιστήριον, τα έδωκεν εις τον Θεόκτιστον δια να μη έχη τίποτε ίδιον. Αφού λοιπόν διέτριψεν εκεί ο Σάββας δέκα έτη, εκοιμήθη ο μακάριος Θεόκτιστος και εψήφισεν ο μέγας Ευθύμιος άλλον Ηγούμενον, Λογγίνον ονομαζόμενον. Εις τον καιρόν του Λογγίνου ήτο ο θαυμάσιος Σάββας ετών τριάκοντα, δόκιμος και τέλειος εις πάσαν ασκητικήν διαγωγήν. Έχων δε πόθον πολύν ν΄ αναχωρήση εις τόπον ησυχαστικόν και έρημον, εζήτησεν από τον Λογγίνον συγχώρησιν, όστις έγραψε περί τούτου εις τον μέγαν Ευθύμιον· διότι χωρίς την βουλήν εκείνου ουδέν έπραττεν. Ο δε μέγας Ευθύμιος, γνωρίζων την πολλήν θερμότητα του Σάββα εις τα πνευματικά και τον ένθεον έρωτα, του απήντησε να μη τον εμποδίση ποσώς, αλλά να τον αφήση εις το θέλημά του, να διάγη καθώς επιθυμεί. Λαβών όθεν ο Σάββας την εξουσίαν, απήλθεν εις τι σπήλαιον, το οποίον ήτο εις το νότιον μέρος του Μοναστηρίου και εκεί παρέμενε καθ΄ όλην την εβδομάδα έως το Σάββατον χωρίς τροφήν τινα, μόνον προσευχήν εποίει και εργόχειρον, έκαστον δε Σάββατον επήγαινεν εις το Μοναστήριον πεντήκοντα σπυρίδας (ζεμπίλια) και έτρωγε μετά των αδελφών το Σάββατον και την Κυριακήν, κατόπιν πάλιν συνήθροιζε βάϊα, ήτοι φύλλα φοινίκων, όσα τον έφθανον την εβδομάδα, και εισήρχετο εις το σπήλαιον και ούτω διήλθον πέντε έτη. Ιδών λοιπόν αυτόν ο θείος Ευθύμιος ούτω βιούντα, τον ωνόμαζε παιδαριογέροντα και τον έλαβεν εις την συνοδείαν του ομού με άλλον αυτού μαθητήν, Δομετιανόν ονόματι, με τον οποίον είχον αμφότεροι συνήθειαν να πηγαίνουν κατ΄ έτος, μετά την εορτήν των Θεοφανείων, εις την ενδοτέραν έρημον, να ασκητεύουν όλην την μεγάλην Τεσσαρακοστήν. Κατά δε την Αγίαν Ανάστασιν ήρχοντο πάλιν εις την Λαύραν. Εκίνησαν λοιπόν τότε και οι τρεις και περιεπάτουν εις εκείνην την πανέρημον, εκείθεν από την Νεκράν θάλασσαν· επειδή δε ο δρόμος ήτο μακρός, ο τόπος άνυδρος, αι ημέραι καυστικαί και θερμόταται, εξησθένησεν ο Σάββας και ελιποθύμησε, μη δυνάμενος να περιπατήση ποσώς, έπεσε δε κατά γης ως νεκρός. Ο δε Ευθύμιος, ιδών αυτόν ελυπήθη πολύ και πηγαίνων ολίγον παράμερα εποίησε δέησιν προς Κύριον, λέγων· «Δέσποτα Θεέ, σπλαγχνίσου τον δούλον σου τούτον τον νέον και δος μας ύδωρ, να μη αποθάνη υπό της δίψης και του καύματος». Ούτως ειπών, εκτύπησεν εις την γην με το σκαλίδιον τρις, η δε γη αισθανομένη θειοτέρας δυνάμεως υπήκουσεν (ω του θαύματος!) και από την άνυδρον και άγονον έρημον εξήλθεν ύδωρ ηδύ και γλυκύτατον, εξ ου ευθύς ως ο Σάββας έπιεν, έλαβεν αοράτως θείαν δύναμιν και πλέον δεν εκουράσθη, ούτε εδειλίασε την δυσχέρειαν της οδού. Αφού έφθασαν εις τον ποθούμενον τόπον, έπασχε πολλά ο θείος Σάββας να μιμήται εις πάντα τρόπον τον μέγαν Ευθύμιον και μόνον αυτόν είχεν ως αρχέτυπον της αρετής και εικόνα ζώσαν και έμψυχον δια να μη παρεκκλίνη ουδόλως από τας τάξεις και τα ήθη του. Αλλ΄ εις ολίγον καιρόν απήλθε προς Κύριον ο μέγας την αρετήν Ευθύμιος, οι δε μαθηταί αυτού, μετά την κοίμησιν του διδασκάλου, ημέλουν κατ΄ ολίγον την αρετήν και δεν είχον τόσην προθυμίαν εις την άσκησιν· όθεν ο θείος Σάββας εμάκρυνε φυγαδεύων και ήτο εις την έρημον του Ιορδάνου, καθ΄ ον καιρόν ησκήτευεν εκεί ο μέγας Γεράσιμος. Τότε ήτο ο Σάββας τριάκοντα πέντε ετών, όταν ήρχισε να τον πολεμή ο δαίμων· ου μόνον δε αοράτως του έδιδεν ενόχλησιν και τον επείραζε κρυφίως, καθώς κάμνει εις όλους τους εναρέτους, αλλά και φανερά έπασχεν ο δόλιος να τον εκφοβή, δια να μη είναι εις την έρημον. Νύκτα δε τινα, εν ω έκειτο δια να λάβη ολίγην ανάπαυσιν από τον πολύν κόπον της ασκήσεως, είδε πλησίον του όφεις, σκορπίους και άλλα διάφορα ερπετά, τα οποία εδείκνυον ότι ήθελον να τον φάγωσιν. Ο δε Σάββας το μεν πρώτον εδειλίασεν, αλλ΄ ύστερον, συλλογιζόμενος την μηχανήν των δαιμόνων, ηγέρθη μετά θάρρους και ούτω προσηύχετο· «Ου φοβηθήσομαι από φόβου νυκτερινού, αλλ΄ επί ασπίδα και βασιλίσκον επιβήσομαι» (Ψαλμ. 90: 5,13). Ταύτα λέγοντος του Οσίου, όλα εκείνα τα ιοβόλα θηρία ως καπνός ηφανίσθησαν. Μετ΄ ολίγας πάλιν ημέρας ο δαίμων έγινε λέων μέγας και φοβερός και εδείκνυεν, ότι ήθελε να ορμήση επάνω του. Ο δε Άγιος δεν εδειλίασε ποσώς, αλλά του είπεν αταράχως· «Εάν έλαβες παρά Θεού εξουσίαν κατ΄ εμού, μη αμελής, ότι έτοιμος είμαι να με φάγης κατά την θείαν νεύσιν και βούλησιν· ει δε μη, τι μάτην ταράττεσαι; Εγώ δύναμαι να σε καταπατήσω με του Δεσπότου την δύναμιν». Ταύτα είπε και ευθύς έγινε ο υποκρινόμενος άφαντος και από την ώραν εκείνην ο Άγιος όχι μόνον τους νοητούς, αλλά και τους αισθητούς θήρας υπέταξε και συγκατώκουν μετ΄ αυτού, χωρίς ποσώς να τον βλάπτωσι. Τέσσαρές τινες Αγαρηνοί τον συνήντησάν ποτε καθ΄ οδόν και είχον τόσην πείναν, ώστε εκινδύνευον. Ιδόντες λοιπόν αυτόν, του εζήτουν εάν είχέ τι βρώσιμον. Ο δε έλαβεν αυτούς εις το σπήλαιον ευσπλάγχνως και απλώσας εις την γην την μηλωτήν του, εφίλευσεν αυτούς εξ εκείνων, τα οποία είχεν, ήτοι καρδίας καλάμων και ρίζας μελεαγρίων. Οι βάρβαροι ευλαβηθέντες την αρετήν αυτού, εθαύμασαν και το φιλόξενον· και τότε μεν έφαγον από τα ευρεθέντα και ευχαριστήσαντες ανεχώρησαν· μεθ΄ημέρας δε τινας του έφερον τυρούς και άρτους και φοίνικας. Ο δε Όσιος, ώσπερ φιλόπονος μέλισσα, ήτις συλλέγει από κάθε τόπον το χρήσιμον, ούτω και αυτός ωφελήθη ψυχικώς από τούτο και έλεγε καθ΄ εαυτού τοιαύτα· «Ουαί σοι, ψυχή μου ταλαίπωρε και προς τον Ευεργέτην αχάριστε! Ιδού δια μικράν και ποταπήν χάριν, την οποίαν έλαβον ούτοι οι βάρβαροι, μου έφερον τοσούτον πλουσίαν ανταμοιβήν και ημείς, οίτινες ελάβομεν από τον Πλάστην τοσαύτα χαρίσματα, ποίαν ανταμοιβήν του εδώσαμεν; Ποίαν Αυτού εντολήν εφυλάξαμεν; Ποίαν απολογίαν θα δώσωμεν εις τον Κύριον κατά την ώραν της Κρίσεως»; Ήτο δε Μοναχός τις φίλος του Σάββα, Άνθος ονόματι, όστις επήγεν εις την έρημον μετ΄ αυτού, δια να ασκητεύουν αμφότεροι ομού. Μετ΄ ολίγας όμως ημέρας διήλθον εκείθεν βάρβαροί τινες κακόγνωμοι και δύστροποι άνθρωποι και εμελέτησαν να τους θανατώσουν. Δια να εύρουν λοιπόν μικράν πρόφασιν, έστειλαν τον ένα εις το σπήλαιον να διαμαρτυρηθή εις τους Ασκητάς, ότι δήθεν αυτοί τους ηδίκησαν εις τινα υπόθεσιν και εζημιώθησαν οι βάρβαροι εξ αυτών. Εσυκοφάντουν δε τον Όσιον ψευδώς, δια να εξαναγκάσουν αυτόν να σκανδαλισθή, να ομιλήση λόγον βαρύν και εκ τούτου να εύρουν αφορμήν να τους αποκτείνωσιν. Ίσταντο λοιπόν οι άλλοι μακρόθεν και ο εις επλησίασεν εις τους Οσίους, οίτινες βλέποντες τον κίνδυνον, καθωπλίσθησαν δια της ιεράς προσευχής, ταύτα προς τον Κύριον λέγοντες· «Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι Κυρίου Θεού ημών μεγαλυνθησόμεθα» (Ψαλμ. ιθ:
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Συνέχεια του Βίου του Αγίου Σάββα
Εις αυτήν λοιπόν την διαγωγήν διαρκέσας ο αδαμάντινος εκείνος και του αδάμαντος χρησιμώτερός τε και γενναιότερος τριάκοντα έτη, ως είπομεν, χωρίς να αηδιάση ουδόλως ή να ασθενήση ή να πονέση ο στόμαχός του, ηξιώθη και προορατικού χαρίσματος. Γνωρίζων δε πότε έμελλε να αναπαυθή, το είπεν εις τον Όσιον επτά ημέρας ενωρίτερον, ζητών συγχώρησιν να του επιτρέψη να υπάγη να αποχαιρετήση τον Θεοδόσιον και να επιστρέψη πάλιν εις το κελλίον του. Ο δε Όσιος, επειδή και αυτός εκ θείας αποκαλύψεως εγνώρισε την τελευτήν αυτού, τον έστειλε με άλλον αδελφόν καλούμενον Θεόδουλον, ενεχείρισε δε εις αυτούς και επιστολήν εις την οποίαν έγραφε ταύτα· «Ιδού, αδελφέ εν Χριστώ, φίλτατε κύριε Θεοδόσιε, στέλλω σοι τον κοινόν ημών αδελφόν Αφροδίσιον, άνθρωπόν ποτε σάρκα φορούντα, νυν δε με την Χάριν του Θεού γενόμενον Άγγελον». Τούτον υποδεξάμενος ο μέγας Θεοδόσιος και φιλεύσας και ασπασάμενοι τον τελευταίον ασπασμόν απεχαιρετίσθησαν και επιστρέψας εις το κελλίον του και ολίγον ασθενήσας απήλθε προς Κύριον, ανταλλαξάμενος αντί των επιγείων τα επουράνια. Το δε θείον αυτού και ιερόν λείψανον, συναχθέντες όλοι οι Άγιοι Πατέρες των Μοναστηρίων ενεταφίασαν μετά λαμπάδων και θυμιαμάτων εις τόπον επίσημον. Τοιούτος διδάσκαλος προς αρετήν ήτο ο μέγας Σάββας και ούτως ωραίους συνήθροιζε τους καρπούς των πόνων του. Τόσον μεγάλα και θαυμάσια ήσαν τα ένθεα αυτού κατορθώματα, ήτοι τα τόσα Μοναστήρια και αι τόσαι άλλαι οικοδομαί τας οποίας έκτισε, τα συνεχή κατά των δαιμόνων τρόπαια, η των υποσκελισθέντων αδελφών επανόρθωσις, τους οποίους από ανθρώπους κατέστησεν Αγγέλους και το να προβλέπη τα μέλλοντα. Αλλ΄ ας είπωμεν και τα επίλοιπα. Πόλις είναι πέραν του Ιορδάνου εις το ανατολικόν μέρος, Μεδαπά καλουμένη, της οποίας οι άνθρωποι ηυλαβούντο πολύ τον Όσιον δια την πνευματικήν ωφέλειαν, την οποίαν ελάμβανον παρ΄ αυτού και του έφερον προς αντιμισθίαν πολλά αναγκαία πράγματα δια τας ανάγκας των Μοναστηρίων. Εις δε εξ εκείνων, ονόματι Γερόντιος, ήτο από πολλού ασθενής και απελθών εις την Αγίαν Πόλιν χάριν προσκυνήσεως, ηθέλησε να αναβή και εις το όρος των Ελαιών. Ανελθών λοιπόν εις υποζύγιον, επήγαινεν έφιππος, καθ΄ οδόν όμως, είτε από πειρασμόν του δαίμονος, είτε από άλλην τινά αιτίαν, συνέπεσε να ταραχθή το κτήνος· όθεν έπεσεν ο δυστυχής Γερόντιος και τόσον συνετρίβησαν τα οστά του, ώστε ουδείς ιατρός ετόλμα να επιχειρισθή τι επ΄ αυτού, αλλ΄ όλοι κοινώς απεφάνθησαν, ότι μέλλει να αποθάνη. Εις δε αδελφός του Γεροντίου νεώτερος, ιδών αυτόν τοιουτοτρόπως ελεεινώς συντριβέντα, ελυπήθη κατά πολλά και γνωρίζων, ότι η προσευχή του μακαρίου Σάββα ήτο ταχύτατον και ωφελιμώτατον φάρμακον κατά πάσης ασθενείας και ότι οι ιατροί βασανίζουν μεν επί μακρόν τον ασθενή, μόνον όμως τον πλούτον του κατατρώγουν, χωρίς ουδόλως να τον ωφελήσουν, τρέχει παρευθύς εις την Λαύραν και πίπτει εις τους πόδας του Αγίου, την συμφοράν τού αδελφού οδυρόμενος και παρακαλών αυτόν να κοπιάση να τον ίδη. Ταύτα ακούσας ο ευσπλαγχνικώτατος Άγιος ελυπήθη και απόντα τον Γερόντιον και απελθών εις την οικίαν αυτού, εποίησε πρώτον ευχήν προς Κύριον, έπειτα τον έχρισε με το σωτηριώδες έλαιον του Τιμίου Σταυρού και παρευθύς, ω της οξυτάτης θεραπείας! Ο πρώην συντεθλασμένος τα μέλη και ανενέργητος ευρέθη εις μίαν στιγμήν όλος υγιής, γεγονός το οποίον πάντας τους παρόντας εξέπληξε, γνωρίσαντας την μεγάλην παρρησίαν, την οποίαν είχεν ο Σάββας προς Κύριον. Ύστερον πάλιν απήλθεν ο υιός τού Γεροντίου, Θωμάς ονόματι, και εύρε τον Άγιον εις τον ξενώνα, τον οποίον είχεν εις την Ιεριχώ. Ο δε Όσιος, ασμένως αυτόν δεξάμενος, ηθέλησε και σωματικώς να τον φιλεύση και όταν εκάθησεν εις την τράπεζαν, ηρώτησε τον υπηρέτην εάν είχεν οίνον να φέρη. Ο δε απεκρίνατο ότι δεν είχεν οίνον, ειμή μόνον ολίγον όξος εις κολοκύνθιον. Ο δε Άγιος του λέγει· «Ευλογητός ο Θεός, απ΄ αυτό το όξος να πίωμεν. Αυτός, όστις εποίησε το ύδωρ οίνον, δύναται να μετατρέψη και τούτου την δριμύτητα». Ταύτα είπε το μελιχρόν και ένθεον εκείνο στόμα και παρευθύς ευρέθη το όξος οίνος γλυκύτατος ευφραίνων αληθώς καρδίαν ανθρώπου. Ο δε Όσιος προσέταξε να φέρουν πυρ και θυμίαμα, λέγων· «Επισκοπή θεία έγινεν εις ημάς την ώραν ταύτην». Όχι δε μόνον έως εκεί έμεινεν η θαυματουργία, αλλά και επλήθυνε τοσούτον ο οίνος, ώστε έφθασε δι΄ όλους και εχορτάσθησαν. Ο δε Θωμάς, εκπλαγείς δια την υπερβολήν του θαύματος, εζήτησε παρά του Αγίου την κολοκύνθην, διότι είχεν ακόμη οίνον και λαβών αυτήν ανεχώρησε με την συνοδείαν του, έφθασε δε ο επίλοιπος οίνος δι΄ όλον τον δρόμον των και πάλιν ύστερον, αφού το κολοκύνθιον έμεινε κενόν, το εφύλαξεν ο Θωμάς ως θησαυρόν πολυτίμητον και όταν ήθελεν ασθενήσει τις το επλήρωνεν ύδατος και το έχυνεν εις τον ασθενή, όστις παρευθύς εθεραπεύετο. Καιρόν τινα απήρχετο ο Όσιος εις τον Ιορδάνην συνοδευόμενος από ένα μαθητήν του, νέον την ηλικίαν, καθ΄ οδόν δε τους συνήντησαν κοσμικοί τινες, έχοντες εις την συνοδείαν των κόρην ωραιοτάτην. Ο δε Όσιος, θέλων να δοκιμάση τον μαθητήν του, εκύτταξε την κόρην και είπε προς αυτόν· «Η νέα αυτή, νομίζω, ότι είναι τυφλή· ούτως έχει η αλήθεια»; Ο δε απεκρίνατο· «Όχι, Πάτερ, έχει και τους δύο οφθαλμούς καλούς». Ο Άγιος πάλιν του λέγει· «Επλανήθης, τέκνον, διότι εγώ είδον ότι λείπει ο εις οφθαλμός αυτής». Ο νέος, μη γνωρίζων την δοκιμασίαν του Οσίου, είπε προς αυτόν· «Εγώ, Πάτερ, την εκύτταξα επιμελώς και έχει δύο λαμπρούς και γλυκυτάτους οφθαλμούς». Τότε ο πάνσοφος, αφού τον έβαλεν εις τα δίκτυα και δεν ηδύνατο πλέον να διαφύγη μεταχειριζόμενος πρόφασίν τινα, είπε προς αυτόν· «Επειδή δεν ενθυμείσαι το παράγγελμα της Αγίας Γραφής, το οποίον λέγει· «Μη σε νικήση κάλλους επιθυμία, μηδέ αγρευθής σοις οφθαλμοίς, μηδέ συναρπασθής από των αυτής βλεφάρων» (Παροιμ. στ: 25), από τώρα και εις το εξής να μη εισέλθης πλέον εις το κελλίον μου, έως να μάθης να χαλιναγωγής τας αισθήσεις σου και ιδίως την όρασιν». Ούτως ειπών, απέστειλεν αυτόν εις το Καστέλλιον και έμεινεν εκεί, έως ου επαιδαγωγήθη καλώς και τότε τον εδέχθη πάλιν χαίροντα εις την συνοδείαν του. Άλλοτε πάλιν έβραζεν ο μάγειρος κολοκύνθας δια τους κτίστας, οίτινες έκτιζον, επάνω δε εις την ώραν, κατά την οποίαν ήθελε να σερβίρη το μαγείρευμα, γευθείς εξ αυτού, το εύρε πικρότερον χολής· όθεν λυπηθείς πολύ, διότι ουδέν άλλο είχον να προσφέρουν, το ανέφερεν εις τον Άγιον, όστις επήγεν εις το μαγειρείον και ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις το στόμιον της χύτρας, έδωσεν εντολήν εις τον μάγειρον να σερβίρη. Ούτω λοιπόν εποίησεν, η δε κολοκύνθη ευρέθη γλυκυτέρα του μέλιτος. Άλλοτε πάλιν, περιπατών ο μακάριος εις την οδόν, ήτις υπάγει από τον Ρουβάν εις τον Ιορδάνην, εύρε λέοντα μέγαν, εις τον πόδα του οποίου είχε καρφωθή τεμάχιον ξύλου και δεν ηδύνατο να περιπατήση, αλλ΄ έκειτο κατά γης. Ιδών δε τον Όσιον ο λέων, εσήκωσε τον πόδα του υψηλά και του τον εδείκνυε δια να τον λυπηθή να του εκβάλη τον σκόλοπα. Ο δε Όσιος, ως φιλάγαθος, ηυσπλαγχνίσθη και αφήρεσεν απ΄ αυτού επιδεξίως το ξύλον. Τότε ο λέων, λησμονήσας ένεκα της ευεργεσίας την φυσικήν αυτού αγριότητα, και δια να μη φανή προς αυτόν αχάριστος, ηκολούθησε μετά πάσης προθυμίας τον Άγιον και υπετάσσετο εις αυτόν ως ευγνώμων δούλος. Είχε δε ο Όσιος κοσμικόν τινα υπηρέτην, ονόματι Φλάϊον και ένα ονάριον, το οποίον εφόρτωνεν ούτος και έκαμνε τας υπηρεσίας της Λαύρας. Οπόταν δε ο Φλάϊος επήγαινε να εκτελέση άλλην υπηρεσίαν, έδιδε τον όνον εις τον λέοντα, όστις κρατών με τους οδόντας του το σχοινίον, το οποίον είχεν εις τον χαλινόν και απερχόμενος έβοσκεν αυτόν από πρωϊας έως εσπέρας, είτα τον επότιζε και κατόπιν τον επήγαινεν εις το Μοναστήριον, τούτο δε εποίει πάντοτε καθ΄ όλας τας εορτάς, ή όταν δεν τον εχρειάζοντο δια μεταφοράν τινα. Μετά πολλάς δε ημέρας, απερχόμενος ο Φλάϊος εις υπηρεσίαν, ή από έπαρσιν αυτού, ή από φθόνον του δαίμονος, περιέπεσεν εις πορνείαν και την ημέραν εκείνην, καθ΄ ην έπραξε την αμαρτίαν ο Φλάϊος, εθυμώθη ο λέων και έφαγε τον όνον· όθεν ο Φλάϊος εγνώρισεν, ότι δια την πτώσιν αυτού ο όνος απώλετο και δεν ετόλμα να παρρησιασθή εις τον Άγιον, αλλ΄ απήλθεν εις την χώραν του. Ο δε Όσιος δεν παρείδεν αυτόν, αλλά πολλά ζητήσας εύρε τον απολωλότα και με νουθεσίας τον ωδήγησε προς μετάνοιαν και με θερμά δάκρυα, νηστείας και κόπους πολλούς του σώματος ηξιώθη παρά Θεού συγχωρήσεως. Φθάνουν όσα εγράψαμεν ανωτέρω να φανερώσουν την μεγίστην χάριν και παρρησίαν προς Κύριον του Αγίου· πλην ας είπωμεν ολίγα τινά και δια την πορείαν αυτού προς το Βυζάντιον. Κατά τον καιρόν του βασιλέως Αναστασίου (491-518), έγινε στάσις εις τας Εκκλησίας μεταξύ των Αρχιερέων, τινές εκ των οποίων ήσαν εις την αίρεσιν των μονοφυσιτών Διοσκόρου και Σεβήρου, καθώς επίσης και ο βασιλεύς, όστις ανεβίβαζεν εις τους αρχιερατικούς θρόνους τους αναθεματίζοντας την εν Χαλκηδόνι Σύνοδον, τους δε Ορθοδόξους εξώριζε, καθώς αδίκως εξώρισε και τον μακάριον Ηλίαν τον της Παλαιστίνης Αρχιεπίσκοπον, όστις παρεκάλεσε τον μέγαν Σάββαν και άλλους τινάς εναρέτους Πατέρας να υπάγωσιν εις τον βασιλέα, να τον παρακαλέσουν να ειρηνεύση τα σκάνδαλα. Έγραψε δε και επιστολήν ο Πατριάρχης ταύτα λέγουσαν· «Βασιλεύ πολυχρονεμένε, ιδού στέλλω πρέσβεις και μεσίτας προς το κράτος σου τους οικιστάς της ερήμου και εξόχως τον μέγαν Σάββαν, των Ασκητών το κεφάλαιον. Λοιπόν ευλαβήσου τον κόπον των και τους θείους ιδρώτας των και παύσον τον πόλεμον των Εκκλησιών· μη αφήνης να προχωρή το κακόν, φιλόχριστε, εάν θέλης να ευαρεστήσης τον Κύριον, όστις σου εχάρισε την βασιλείαν και το διάδημα». Όταν λοιπόν έφθασαν εις την βασιλεύουσαν οι Όσιοι, ωκονόμησεν ο Πανάγαθος, όστις δοξάζει τους Αυτόν αντιδοξάζοντας, και είδεν ο βασιλεύς οπτασίαν τινα δια τον Άγιον, εξ ης πολλά τον ετίμησε και ακούσατε. Όταν εισήλθον οι Πατέρες εις το παλάτιον, τους μεν άλλους αφήκαν οι φύλακες και εισήλθον, τον δε Σάββαν, ιδόντες ενδεδυμένον με ευτελή και πτωχικά ιμάτια, δεν τον αφήκαν· όθεν εστέκετο έξω. Ήτο δε τότε εβδομήκοντα τριών ετών. Αναγνώσας δε την επιστολήν ο βασιλεύς, ηρώτησε τις ήτο ο Σάββας, και μαθών ότι έμεινεν έξω, έστειλε δορυφόρους να τον εύρωσιν. Όταν δε εισήλθεν ο Άγιος εις το Ανάκτορον, είδεν ο βασιλεύς Άγγελον αστραπόμορφον με λαμπράν στολήν, όστις προεπορεύετο του Αγίου και του έκαμνε τόπον να περιπατή ανεμποδίστως. Ταύτα είδεν ο βασιλεύς, όχι δια την αρετήν του, επειδή ως αιρετικός δεν ήτο άξιος να ίδη τοιαύτα θαυμάσια, αλλά δια να γνωρίση, ότι ο Σάββας ήτο Άγιος άνθρωπος και ευθύς ηγέρθη του θρόνου και του έκαμε μεγάλην τιμήν. Αφού εκάθισαν όλοι οι Όσιοι, τους ηρώτησεν ο βασιλεύς να είπη έκαστος τι χάρισμα ήθελεν εξ αυτού, αυτοί δε αφήκαν την κοινήν της Εκκλησίας υπόθεσιν και εζήτησαν σωματικάς δωρεάς και χαρίσματα. Ο βασιλεύς ικανοποίησε τα αιτήματα όλων αυτών, εθαύμασε δε δια τον Σάββαν, πως δεν ωμίλησε και είπε προς αυτόν· «Συ, Πάτερ τίμιε, πως έλαβες τοσούτον κόπον, να έλθης έως ημάς και δεν μας εζήτησας τίποτε»; Ο δε απεκρίνατο· «Εγώ, κράτιστε βασιλεύ, πρώτον μεν ήλθον να προσκυνήσω την σην ευσέβειαν, πριν αποθάνω, έπειτα να σε παρακαλέσω δια την Αγίαν Πόλιν της Ιερουσαλήμ και τον Αρχιεπίσκοπον αυτής, να μη έχης κατ΄ αυτού καμμίαν δυσαρέσκειαν και το σπουδαιότερον, να ειρηνεύσης τας Εκκλησίας. Όταν αυτά ποιήσης, τότε θέλεις έχει τον Θεόν φίλον και θέλει σου συγχωρήσει τας αμαρτίας, δίδων εις σε και τα κατά των εχθρών νικητήρια». Θαυμάσας ο βασιλεύς δια την ελευθερίαν του Σάββα και διότι δεν εζήτησε πρόσκαιρα και χαμαίζηλα πράγματα, αλλά την ειρήνευσιν της Εκκλησίας, τους μεν άλλους απέλυσεν, εις εκείνον δε εχάρισε χίλια φλωρία, να τα εξοδεύση εις τα Μοναστήρια του, του έδωσε δε και εξουσίαν, ίνα εισέρχεται ακωλύτως εις το παλάτιον, οπόταν θέλη. Περί του Πατριάρχου Ηλία όμως ωμίλησε λόγους κατηγορηματικούς και ήτο σφόδρα θυμωμένος κατ΄ αυτού, αλλ΄ ο μακάριος Σάββας με πολλήν γνώσιν και παρρησίαν επέτυχε να καταπραϋνη τον θυμόν αυτού και τον έπεισε να αναθεωρήση την άδικον απόφασίν του, περί ισοβίου εξορίας του και του επέτρεψε να παραμείνη και πάλιν εις τον θρόνον του δια την αγάπην του Σάββα. Αφού δε ο Όσιος επεράτωσεν επιτυχώς την αποστολήν του, δεν ανεχώρησεν αμέσως τότε από την Κωνσταντινούπολιν, επειδή ήτο χειμών, αλλ΄ έμεινεν έξω της πόλεως εις προάστιον, λεγόμενον του Ρουφίνου. Εκεί επήγαιναν πολλοί εκ της Πόλεως και τον επεσκέπτοντο και πολλοί εξ αυτών έγιναν μαθηταί του γνήσιοι, εξόχως δε η εγγονή του βασιλέως Ουαλεντίνου Ιουλιανή και η του Πομπηϊου, υιού του βασιλέως, σύζυγος, Αναστασία καλουμένη, η οποία εμόνασεν ύστερον εις το όρος των Ελαιών και ετέλεσε μεγάλους αγώνας και θαυμάσια κατορθώματα εις δόξαν Θεού. Κατά τον καιρόν εκείνον έγινεν εις τα χωρία των Ιεροσολύμων πείνα μεγάλη και θανατικόν και όσον παρήρχοντο αι ημέραι επί τοσούτον και το δεινόν τούτο κακόν επλήθυνε και εξηπλούτο εις πολλάς χώρας του Βυζαντίου. Εκ του κακού τούτου αναρίθμητοι οικίαι ηρημώθησαν και έμειναν ακατοίκητοι. Αι δε υπηρεσίαι της βασιλείας και αυτός ο βασιλεύς, δια να μη ζημιωθή το ταμείον του Κράτους, ενομοθήτησαν, όπως τους οφειλομένους φόρους των αποθνησκόντων πληρώνουν οι επιζώντες γείτονες αυτών. Τούτον τον παράνομον και άσπλαγχνον νόμον ακούσας ο εύσπλαγχνος Σάββας, επήγε πάλιν εις τον βασιλέα και εξέθεσεν εις αυτόν το άτοπον του πράγματος, αποδεικνύων την δια τούτου παντελή απώλειαν των πενήτων και ότι ο νόμος αυτός δεν ήτο προς το συμφέρον της βασιλείας, αλλά μάλιστα προς ζημίαν μεγάλην και εξολόθρευσιν. Διότι ήτο αδικία απερίγραπτος, όσοι εσώθησαν από τα δύο εκείνα δεινά της πείνης και της θανατηφόρου επιδημίας, να βασανίζωνται πάλιν ύστερον από το Κράτος, δια να πληρώσουν φόρον τόσον άδικον. Στενοχωρούμενοι δε υπό της βίας και εξωθούμενοι υπό της ανάγκης θέλουν πράξει νεώτερόν τι, εκ του οποίου θέλει ζημιωθή το Κράτος περισσότερον. Ταύτα λέγων ο Σάββας παρεκάλει τον βασιλέα εξ όλης καρδίας και μετά πολλής της δεήσεως να εξαλείψη τοιαύτην απόφασιν παράνομον. Ευλαβηθείς τον Άγιον ο βασιλεύς, ηθέλησεν να κάμη την επιθυμίαν του· αλλ΄ ο μισόκαλος πάλιν ηναντιώθη, επειδή ήτο παρών μέγας τις άρχων πρωτοσύμβουλος του βασιλέως, Μαρίνος ονόματι, όστις τον ημπόδισεν ο τρισκατάρατος λέγων ταύτα· «Βασιλεύ, οι περισσότεροι άνθρωποι της Παλαιστίνης είναι Νεστοριανοί, δι΄ αυτό δεν πρέπει να τους κάμης τοιαύτην χάριν». Τότε ο Άγιος είπε προς αυτόν μετά θυμού· «Παύσον από του να εξάπτης εις τον βασιλέα τον παλαιόν πόλεμον και μετανόησον δια τα λόγια, τα οποία ελάλησας, ειδ΄ άλλως εις ολίγας ημέρας απολείται μετ΄ ήχου το σον μνημόσυνον, και θέλει αφανισθή η δόξα σου άπασα». Ο Μαρίνος όμως έμεινεν εις την πονηρίαν του, μη βάλλων κατά τον νουν ποσώς την ψυχωφελή νουθεσίαν του Αγίου. Ο δε Όσιος, λαβών από τον βασιλέα άλλας χιλίας δραχμάς χάρισμα, απήλθεν εις την Παλαιστίνην. Ο άδικος δε νόμος εκείνος έμεινεν ούτως αδιόρθωτος τότε, έως ου απέθανεν ο Αναστάσιος και έγινε βασιλεύς ο Ιουστίνος Α΄ (518-527). Τότε απέστειλε προς αυτόν επιστολάς ο θείος Σάββας και επέτυχε διορθώσεις τινάς, ο δε μετά ταύτα βασιλεύσας Ιουστινιανός Α΄ (527-565) τον εξήλειψε τελείως. Όσον αφορά τον άθλιον εκείνον Μαρίνον, ολίγας ημέρας μετά από όσα προεφήτευσε περί αυτού ο Άγιος, γενομένης στάσεως εις την πόλιν, διήρπασαν όλην την περιουσίαν αυτού και την οικίαν του κατέκαυσαν, ολίγον δε έλειψε να κόψουν και την κεφαλήν του, εάν δεν ήθελε μετανοήσει και κλαύση την ανομίαν του, γνωρίσας την πρόρρησιν του Αγίου. Τούτο διηγούντο πολλοί εις το Βυζάντιον και μάλιστα ο του βασιλέως υιός Πομπήϊος και Αναστασία η αυτού σύζυγος, θαυμάζοντες το προορατικόν του Αγίου. Μετά ταύτα απήλθον οι τα του Σεβήρου φρονούντες και παρεκίνησαν δια παντός τρόπου τον βασιλέα εις θυμόν κατά των Αγίων Πατριαρχών Αντιοχείας Φλαβιανού και Παλαιστίνης Ηλία, τους οποίους και πάλιν εξώρισεν. Αντί δε του Φλαβιανού έβαλον εις την Αντιόχειαν Πατριάρχην τον αιρετικόν αυτόν Σεβήρον (513-518), ο οποίος έστειλεν εις την Ιερουσαλήμ ιδικά του συνοδικά γράμματα μετά τινων Κληρικών και πολλών στρατιωτών, παραγγέλλων ότι εάν δεν δεχθή ο μακάριος Ηλίας τα του Διοσκόρου και αυτού δόγματα, να τον εκβάλουν από τον θρόνον του. Ταύτα μαθών ο θείος Σάββας συνήθροισεν όλους τους Μοναχούς και εδίωξεν απράκτους τους βασιλικούς ανθρώπους, ως να ήσαν αιχμάλωτοι. Έμπροσθεν τούτων ανεθεμάτισαν όλοι οι ευσεβείς τους κοινωνούς του Σεβήρου, μετά των οποίων ήτο συνηριθμημένος και ο βασιλεύς Αναστάσιος, όστις θέλων να εκδικήση τοιαύτην αισχύνην και προσβολήν αυτού, έστειλεν άρχοντα με εξουσίαν βασιλικήν, χειροτονήσας αυτόν δούκα πάσης Παλαιστίνης, δια να εκβάλη τον Ηλίαν βιαίως από τον θρόνον του, εάν δεν δεχθή τα του Διοσκόρου και Σεβήρου ασεβή δόγματα. Απελθών ο δουξ εφυλάκισεν ευθύς τον Αρχιεπίσκοπον, εκείνος δε του εζήτησε να του επιτρέψη να εξέλθη της φυλακής και εις ωρισμένην ημέραν, καθ΄ ην θα ετελείτο εορτή χαρμόσυνος και θα ήσαν όλοι οι Χριστιανοί συνηθροισμένοι, να κάμη το πρόσταγμα του βασιλέως. Εξελθών λοιπόν ο Πατριάρχης συνήθροισεν όλους τους κοσμικούς, ο δε θείος Σάββας τους Μοναχούς. Έτυχε δε εκεί παρών και ο ανεψιός του βασιλέως Υπάτιος, όστις είχεν αιχμαλωτισθή και τότε ήρχετο λυτρωθείς με αργύρια. Αφού λοιπόν συνήχθησαν άπαντες εις Ναόν τινα μέγαν, εβόησεν ο Αρχιερεύς ταύτα εις επήκοον πάντων· «Όστις φρονεί τα των Ευτυχούς και Νεστορίου, Σεβήρου τε και Σωτηρίχου, ανάθεμα· και όστις δεν φυλάττει τα δόγματα των τεσσάρων Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων, να είναι αναθεματισμένος». Τότε ο δουξ εθυμώθη ιδών ότι ηπατήθη, πλην φοβηθείς το πλήθος του λαού έφυγεν ησύχως εις την Καισάρειαν. Ο δε ανεψιός του βασιλέως ώμοσε να μένη εις την Ορθοδοξίαν συγκοινωνός των Αγίων έως εσχάτης αναπνοής και εχάρισεν εις τον Σάββαν πλήθος χρημάτων, δια να φανή προς αυτόν ευλαβής και προς τα θεία πιστός και Ορθόδοξος. Ο δε Όσιος ευχαριστήσας αυτόν, τον παρεκάλεσε να μεσολαβήση εις τον βασιλέα παρακινών αυτόν εις ευσπλαγχνίαν ίνα μη θυμωθή, επειδή δεν εφύλαξαν το πρόσταγμά του. Έγραψε δε ο Όσιος, με την βουλήν πάντων των Μοναχών, και επιστολήν προς τον βασιλέα, τοιαύτα λέγουσαν· «Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο αιώνιος Βασιλεύς και Θεός των απάντων, έδωκεν εις το θεοφιλές κράτος σου τα σκήπτρα της βασιλείας, δια να κυβερνάς με την θεοσέβειάν σου εν ειρήνη τας Εκκλησίας και εξόχως την μητέρα των Εκκλησιών, από την οποίαν ήρχισε το της ευσεβείας μέγα μυστήριον και απ΄ εντεύθεν διέβη εις τα της γης πέρατα και το οποίον ημείς, οίτινες κατοικούμεν εις τούτον τον Άγιον Τόπον, εφυλάξαμεν έως την σήμερον ανόθευτον, καθώς τούτο παρελάβομεν από τους Αγίους Αποστόλους και θέλομεν φυλάξει αυτό έως τέλους με την Χάριν του Θεού, χωρίς να εξέλθωμεν ουδόλως από την ορθοτομίαν του λόγου, ούτε να φθείρωμεν αυτόν με τας βεβήλους καινοτομίας των εκάστοτε υπεναντίων». «Εις ταύτην την αμώμητον Πίστιν, βασιλεύς, ανετράφη και η βασιλεία σου εκ νεότητος· όθεν θαυμάζομεν πως εις τας ημέρας της ευσεβείας σου γίνεται εις την μητέρα των Εκκλησιών τόση ταραχή και σύγχυσις, και σύρουν οι υπηρέται σου εις το μέσον της αγοράς, έμπροσθεν Ιουδαίων και εθνικών, τους Ιερωμένους και Μοναχούς, τους αγίους αυτούς άνδρας, με τοσαύτην καταφρόνησιν, ως να ήσαν κακούργοι και άνομοι, και αναγκάζουν αυτούς να μολύνουν την Πίστιν την άμωμον. Όθεν παρακαλούμεν το κράτος σου να προστάξης, να μη μας πειράζωσι πλέον εις τα ζητήματα της Πίστεως, διότι άτοπον και παράλογον πράγμα είναι το και να είπη κανείς μόνον, ότι οι τόσοι ημείς Ιεροσολυμίται Ασκηταί και οι τόσοι άλλοι ενάρετοι άνθρωποι δεν επαιδεύθημεν καλώς εις την Πίστιν και τώρα εις το γήρας μας θέλετε σεις να μας ερμηνεύσητε την ευσέβειαν. Όθεν φανερόν είναι, ότι αυτή η καινοφανής διόρθωσις, όπως την ονομάζετε, της πατροπαραδότου και υγιούς Πίστεως, δεν είναι διόρθωσις, αλλά διαστροφή και νόθευσις. Μάλιστα δε και όσοι αυτήν παραδέχονται, απέρχονται εις την αιώνιον κόλασιν. Όθεν ημείς ουδόλως θέλομεν δεχθή καινοτομίαν τινά της Πίστεως, εμμένομεν δε εις όσα παρέδωκαν εις ημάς οι θεοφόροι ημών Πατέρες οι τε εν Νικαία το πρώτον συνελθόντες Τριακόσιοι Δεκαοκτώ και οι των λοιπών Αγίων Τριών Οικουμενικών Συνόδων και είμεθα έτοιμοι όχι μόνον πάσαν θλίψιν και κάκωσιν, αλλά και μυρίους θανάτους μα λάβωμεν, παρά να εξέλθωμεν από την Ορθοδοξίαν έστω και επ΄ ελάχιστον. Η δε ειρήνη του Θεού η υπερέχουσα πάντα νουν θέλει φρουρήσει την Αγίαν Εκκλησίαν Αυτού και θέλει καταπαύσει την επεγερθείσαν εναντίον αυτής ζάλην με νεύμα και πρόσταξιν του σου κράτους, εις δόξαν Αυτού και καύχημα της ενδόξου και θεοφιλούς βασιλείας σου». Την επιστολήν ταύτην του Οσίου λαβών ο βασιλεύς την ανέγνωσε μεν, αλλ΄ απόκρισιν δεν είχε καιρόν να δώση, διότι μετέβαινεν εις τον πόλεμον. Ημείς δε ας έλθωμεν εις την περί του μακαρίου Σάββα διήγησιν. Αφού εξώρισαν αδίκως τον Πατριάρχην Ηλίαν, καθώς άνωθεν εγράψαμεν, έγινε πείνα μεγάλη και ακρίβεια πολλή εις όλην την Παλαιστίνην επί πέντε έτη και ουδόλως, κατά το διάστημα αυτό, έβρεξεν· όθεν ήτο πανταχού της Παλαιστίνης μεγάλη στενοχωρία, όχι μόνον μεταξύ των κοσμικών, αλλά και μεταξύ των Μοναχών, όσοι ήσαν εις κελλία και Μοναστήρια. Ο δε μέγας Σάββας εκυβέρνα επτά μεγάλα Μοναστήρια, τα οποία επίσης είχον μεγάλην στέρησιν των αναγκαίων, πλην αυτός δεν είχε μέριμνάν τινα περί τούτου, αλλ΄ εις μόνον τον Δεσπότην είχεν εναποθέσει τας ελπίδας του και παρ΄ Αυτού εζήτει βοήθειαν. Προσκαλέσας δε τους Ηγουμένους των Μοναστηρίων, είπε προς αυτούς να μη μεριμνώσι περί τούτου, ούτε να πικραίνωνται ουδόλως, αλλά να ελπίζωσιν εις τον Κύριον και εκείνος θέλει δώσει εις αυτούς τα χρειαζόμενα. Μετ΄ ολίγας ημέρας ήλθεν η Λαύρα του Αγίου εις τόσην στέρησιν, ώστε δεν είχον ούτε άλευρον, ούτε άλλο τι βρώσιμον. Απελθών λοιπόν ο διακονητής, είπε προς αυτόν, ότι κατά την ερχομένην Κυριακήν δεν θα είχον άρτον ούτε δια να λειτουργήσουν. Η θαυμασία όμως εκείνη ψυχή ουδέ τότε απηλπίσθη της θείας Προνοίας, αλλ΄ είπε προς αυτόν· «Εκείνος, τέκνον, όστις μάς είπε να μη μεριμνώμεν περί της αύριον, Αυτός έχει την φροντίδα μας και θέλει μάς στείλει εξ ύψους βοήθειαν, ώστε να μη στερηθώμεν της ιεράς Λειτουργίας». Ούτως ο Όσιος προεφήτευσε και (ω της μεγίστης προς αυτόν κηδεμονίας σου, Δέσποτα!) πριν φθάση η Κυριακή, ήλθον άγνωστοι τινες άνθρωποι, ως εκ θείας Προνοίας απεσταλμένοι, και φέρουν τριάκοντα υποζύγια φορτωμένα σίτον, οίνον και έλαιον και όσα άλλα είναι εις τροφήν επιτήδεια. Ευχαριστήσας λοιπόν τον Κύριον ο Όσιος, είπε προς τον κελλάρην· «Τι λέγεις, ολιγόπιστε; Αφήνομεν τώρα την ιερουργίαν δια την στέρησιν του άρτου»; Ο δε έπεσεν εις τους πόδας αυτού, μετανοών την προτέραν μικροψυχίαν και αιτών μετά δακρύων συγχώρησιν. Νουθετήσας λοιπόν αυτόν ο Όσιος να μη είναι πλέον τοσούτον μικρόψυχος, αλλά να επιρρίπτη προς τον Θεόν την μέριμναν, κατά τον Δαυϊδ, εν ειρήνη τον απέλυσε. Κατά την επομένην ήλθον από το σπήλαιον Μοναχοί τινες, λέγοντες, ότι οι ποιμένες αφήκαν τα πρόβατα και έτρωγαν τα σπαρτά της Λαύρας, όχι δε μόνον τούτο, αλλά και αυτοί πολλάκις εισήρχοντο εις το Μοναστήριον και ήρπαζον τροφάς δια της βίας προξενούντες εις τους αδελφούς καθ΄ εκάστην πολλήν ταραχήν και θόρυβον. Ο δε Άγιος παρήγγειλεν εις τους ποιμένας με ταπείνωσιν και πραότητα, κατά το σύνηθες, να απέχουν από την Λαύραν και να μη προξενήσουν πλέον άλλην ζημίαν εις τα των Μοναστηρίων. Εκείνοι όμως δεν έλαβον ουδόλως υπ΄ όψιν των τα λόγια του, αλλά πάλιν εποίουν ως πρότερον. Αλλ΄ ο Κύριος τούς εδίδαξε με το έργον να μη καταφρονώσι τους δούλους του και παρευθύς, ω παραδόξων πραγμάτων! Έστυψε το γάλα των προβάτων και απεστειρώθησαν· όθεν απέθνησκον τα αρνία των, μη έχοντα γάλα να φάγωσιν. Οι δε ποιμένες ηννόησαν, ότι δια την παρακοήν των έπαθον τοιαύτην ζημίαν και δραμόντες εις τον Άγιον έπεσαν εις τους πόδας αυτού, ολοφυρόμενοι δια την ζημίαν, και θερμώς εξομολογούμενοι την αμαρτίαν. Υπέσχοντο δε να μη πλησιάσουν πλέον εις τα όρια της Λαύρας. Ο δε συγχωρήσας ηυλόγησεν αυτούς, ομού δε με την ευλογίαν ελύθη και η τιμωρία, ηφανίσθη η των μαστών στείρωσις, έρρευσε κρουνηδόν το γάλα, και τα αρνία τρεφόμενα έθαλλον, όθεν μετεβλήθη εις χαράν η κατήφεια των ποιμένων. Κινούμενος υπό της άνωθεν θείας Προνοίας ο Άγιος επήγε με δύο άλλους αδελφούς, Στέφανον και Ευθάλιον καλουμένους, να επισκεφθώσι τον μακάριον Πατριάρχην Ηλίαν, ο οποίος ήτο εις την εξορίαν δια την Ορθόδοξον Πίστιν, επειδή, ως ανωτέρω είπομεν, δεν ηθέλησε να ομολογήση τα του Σεβήρου. Ιδών δε ο Πατριάρχης τον Άγιον εχάρη πολύ και ευχαριστήσας αυτόν, όπου έλαβε τόσον κόπον, ογδοήκοντα ετών άνθρωπος, να περιέλθη τόσον τόπον, δια να τον εύρη εις την δεινήν εκείνην εξορίαν, τον εκράτησε πλησίον του ημέρας πολλάς, δια να απολαύση ο εις τον έτερον. Είχον δε συνήθειαν να συναντώνται καθ΄ εκάστην ημέραν την ενάτην ώραν να τρώγωσι μαζί· ημέραν δε τινα δεν εξήλθεν ο Πατριάρχης από το κελλίον του· όθεν έμεινε και ο θείος Σάββας νήστις με τους συντρόφους του. Τέλος το μεσονύκτιον εξήλθε περίλυπος ο Πατριάρχης και λέγει προς αυτούς· «Εγώ δεν έχω καιρόν να φάγω και μη με περιμένετε». Οι δε ηρώτησαν αυτόν την αιτίαν και διατί είχε τοσαύτην κατήφειαν. Ο δε απεκρίνατο πικρώς στενάξας· «Γνώριζε, μακάριε Σάββα, ότι ταύτην την ώραν απέθανε ο βασιλεύς Αναστάσιος και μέλλω να υπάγω και εγώ κατά την δεκάτην από σήμερον ημέραν, να παρασταθώμεν εις το φρικώδες Βήμα του Δεσπότου Χριστού, ίνα δικασθώμεν αμφότεροι». Την νύκτα δε ταύτην κατά την οποίαν είδεν ο Πατριάρχης την οπτασίαν έβλεπε και ο Άγιος κεραυνούς να κτυπώσι τον βασιλέα, αυτός δε φεύγων απέρρηξεν αισχρώς την ψυχήν. Πράγματι δε μετ΄ ολίγας ημέρας ηκούσθη η φήμη, ότι ο βασιλεύς ετελεύτησε. Μετά ταύτα ηκολούθησε και η κοίμησις του μακαρίου Ηλία κατά την πρόρρησιν. Μετά τον θάνατον του Αναστασίου εψήφισαν βασιλέα τον Ιουστίνον Α΄ (518-527), όστις έστειλεν εις όλην την Οικουμένην προστάγματα, να αναλάβουν και πάλιν τους θρόνους των οι Ορθόδοξοι Αρχιερείς και να γράψουν εις τας ιεράς βίβλους την εν Χαλκηδόνι συγκροτηθείσαν Αγίαν Δ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον δια να απολαύση γαλήνην η Εκκλησία. Ήτο δε τότε γέρων ο τρισμακάριος Σάββας υπερβαίνων τα ογδοήκοντα έτη, ασθενής και αδύνατος από την άσκησιν, πλην εις την προθυμίαν της ψυχής ήτο νεώτερος και δεν εδίστασε καθόλου, αλλά δια τον ζήλον της Ορθοδοξίας έδραμεν εις την Καισάρειαν και την Σκυθόπολιν, κηρύσσων πανταχού το ευσεβές του βασιλέως διάταγμα και γράφων τας μέχρι τότε συγκροτηθείσας τέσσαρας Αγίας Οικουμενικάς Συνόδους εις τας ιεράς βιβλους των Εκκλησιών και νουθετών πάντας και οδηγών προς την Ορθοδοξίαν με το μέλι της γλυκυτάτης διδασκαλίας του. Εις την οδόν δε εις την οποίαν επορεύετο έκειτο γυνή ασθενής αιμορροούσα από πολλών ετών, εξήρχετο δε απ΄ αυτής τοιαύτη δυσωδία, ώστε δεν ηδύνατο κανείς να πλησιάση· ακόμη δε και αυτοί οι συγγενείς της την εσιχαίνοντο· όθεν είχεν η δυστυχής μεγάλην στενοχωρίαν και βάσανον, επειδή ουδείς ιατρός ηδύνατο να της προσφέρη βοήθειαν. Ως είδε λοιπόν αυτή τον Άγιον διαβαίνοντα εκείθεν, εφώναξε ταύτα δακρύουσα· «Δούλε του Θεού, λυπήσου με την ταλαίπωρον». Ο δε σπλαγχνισθείς επ΄ αυτήν, επλησίασε και λαβών αυτήν εκ της χειρός την ήγειρε τεθεραπευμένην. Αύτη η φήμη ηκούσθη πανταχού και προσελθών τις, όστις είχε θυγάτριον υπό του πονηρού δαίμονος χαλεπώς βασανιζόμενον, παρεκάλει αυτόν να το θεραπεύση. Ευσπλαγχνισθείς δε αυτόν ο φιλανθρωπότατος Σάββας, εσφράγισε την παίδα με το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις το όνομα του Δεσπότου Χριστού και ευθύς ελυτρώθη του δαίμονος και έλαβεν αυτήν ο πατήρ αυτής υγιαίνουσαν. Διότι τοσαύτην χάριν είχεν ο θείος Σάββας εις την ψυχήν, ώστε όσα εζήτει από τον Θεόν τα ελάμβανεν ανεμποδίστως και ετέλει τοιαύτα θαύματα. Το δε σώμα πάλιν είχεν υπήκοον εις το θέλημά του ο Όσιος και ούτε όταν ενήστευεν ήτο ασθενής από την πολλήν εγκράτειαν, καίτοι τας τεσσαρακοστάς έτρωγε μόνον άπαξ της εβδομάδος και συγχρόνως έκαμνεν όλας τας υπηρεσίας, ούτε όταν έτρωγε καθ΄ εκάστην εβλάπτετο ο στόμαχός του ουδόλως, αλλ΄ ήτο πάντοτε υγιής και άνοσος, ως άνθρωπος δυνατής και αβλαβούς κράσεως. Καθώς δε ήτο γενναίος εις το σώμα, ούτως ήτο και εις την ψυχήν· εις δε το φρόνημα ήτο μέτριος, εις τον τρόπον επιεικής, εις την ομιλίαν ηδύς και γλυκύτατος, εις το ήθος απλούστατος, εις την φρόνησιν βεβαιότατος, είχε δε και την αγάπην προς πάντας ειλικρινή και ανυπόκριτον. Κατά το τέταρτον έτος της ανομβρίας ήλθον εις τον Άγιον οι Μοναχοί του σπηλαίου ζητούντες συγχώρησιν να αναχωρήσουν, διότι δεν ηδύναντο πλέον να υπομένουν την στενοχωρίαν του ύδατος. Ο δε Όσιος είπε προς αυτούς· «Υπομείνατε ολίγας ημέρας και θέλει έλθει το θείον έλεος εις σας». Ούτως είπε, και την τρίτην ημέραν ήλθεν εις εκείνο το Μοναστήριον τόση βροχή, ώστε επλήρωσεν όλας τας δεξαμενάς των υδάτων· και το παραδοξότερον, ότι δεν έβρεξεν εις άλλον τόπον ουδόλως, ειμή μόνον εις την Λαύραν εκείνην, από την οποίαν εμελέτων να φύγωσιν. Εις δε τα έτερα Μοναστήρια, τα οποία ήσαν εκεί πέριξ, ούτε ρανίς δεν έπεσεν· όθεν έδραμον και εκείνων οι Προεστώτες και Καθηγούμενοι και πίπτοντες εις τους πόδας του Αγίου, έλεγον ταύτα παραπονούμενοι· «Τι επταίσαμεν ημείς οι ταλαίπωροι και δεν κάμνεις και δι΄ ημάς δέησιν, να στείλη δρόσον ο Κύριος και εις ημάς, οίτινες έχομεν στενοχωρίαν και χρειαζόμεθα ανάψυξιν»; Ο δε, παρηγορών αυτούς, έλεγεν· «Εις εκείνους οίτινες είχον μεγαλυτέραν ανάγκην κατέπεμψε την ευλογίαν του ο Κύριος, εις ολίγον δε καιρόν θέλει αποστείλει και εις σας τα ελέη του».Ήλθε δε και η ημέρα των Εγκαινίων (Η 13η Σεπτεμβρίου του Ναού της Αναστάσεως) και ήσαν όλαι αι βρύσεις ξηραί, μη ευρισκομένου ουδαμού ύδατος· όθεν πολλοί εκινδύνευσαν. Ο δε Πατριάρχης Ιωάννης ο Γ΄ (516-524), ηρεύνα και έσκαπτε εις κάθε τόπον δια να εύρη ύδωρ, αλλά δεν ηδύνατο· όθεν σφόδρα ωδύρετο δια την συμφοράν της πόλεως. Ιδών δε αυτόν ούτω κλαίοντα φίλος τις αυτού, Σούμος ονόματι, είπε προς αυτόν· «Άλλην ιατρείαν δεν έχομεν, δέσποτα, ειμή μόνον να παρακαλέσης τον μέγαν Σάββαν, όπως ποιήση προς Κύριον δέησιν και μας λυτρώση από της μάστιγος ταύτης». Προσκαλέσας λοιπόν αυτόν ο Αρχιερεύς, τον παρεκάλει να δεηθή εις τον Θεόν όπως ευσπλαγχνισθή τον λαόν και στείλη ουρανόθεν το έλεός του. Ο δε Άγιος, προφασιζόμενος έλεγεν, ότι ήτο υπέρ την δύναμίν του η αίτησις. Τότε ο Πατριάρχης έπεσεν εις τους πόδας τού Οσίου μετά δακρύων δεόμενος και των γονάτων αυτού απτόμενος και παρεκάλει αυτόν να του υπακούση να μη απολεσθή τόσος κόσμος από την στέρησιν του ύδατος. Μη δυνάμενος λοιπόν να πράξη άλλως ο Άγιος, εκλείσθη εις τινα οίκον και παρήγγειλε προς όλους να προσεύχωνται, αυτός δε διέμεινεν έγκλειστος προσάγων θερμάς δεήσεις προς Κύριον. Την δε τρίτην ημέραν, κατά την πρώτην φυλακήν της νυκτός, έγινεν αίφνης συστροφή νεφών και αέρος σκότωσις και ήλθε τοσαύτη βροχή, ώστε επλημμύρισαν όλοι οι ποταμοί και τα φρέατα, αι δε πηγαί ενεπλήσθησαν ύδατος. Τότε όλοι οι κάτοικοι της πόλεως λυτρωθέντες των δεινών με μίαν ψυχήν και μίαν γλώσσαν ανέπεμπον την ευχαριστίαν προς τον Θεόν. Ολίγον μετά ταύτα ετελεύτησεν ο Πατριάρχης Ιωάννης, αφήσας εις τον θρόνον διάδοχον επιφανή τινα και ενάρετον Κληρικόν, τον Πέτρον Α΄ (524-552). Μετά τρία έτη ο βασιλεύς Ιουστίνος, γέρων ων, ησθένησε βαρέως· όθεν μη δυνάμενος πλέον να κυβερνά το βασίλειον, εψήφισεν αυτοκράτορα τον ανεψιόν του στρατηγόν και πατρίκιον Ιουστινιανόν. Ο δε Πατριάρχης Πέτρος επήγαινε συχνά με τον θείον Σάββαν εις την έρημον και τον ηυλαβείτο πολύ, όπως και οι πρότερον αυτού πατριαρχεύσαντες. Είχε δε ο Πατριάρχης αδελφήν τινα, Ησυχίαν ονόματι, πολύ ενάρετον, ήτις ήτο βαρέως ασθενής και ουδείς ιατρός ηδύνατο να την θεραπεύση· όθεν είχε μεγάλην την θλίψιν δι΄ αυτήν και παρεκάλεσε τον Άγιον να την θεραπεύση. Ο δε Όσιος, ποιήσας επ΄ αυτής τρις το σημείον του Τιμίου Σταυρού, την ανήγειρεν ευθύς υγιά εκ της κλίνης. Τοιαύτην αμοιβήν έλαβεν από τον Άγιον ο Επίσκοπος, δια την τιμήν και ευλάβειαν την οποίαν είχε προς αυτόν. Κατά τον καιρόν αυτόν ετελεύτησεν η Ιουλιανή η εγγονή του βασιλέως. Οι δε ευνούχοι αυτής, ως πιστότατοι όπου ήσαν και φίλοι του μακαρίου Σάββα από τον καιρόν της μεταβάσεώς του εις Κωνσταντινούπολιν, έλαβον χρήματα αναρίθμητα και τα έφερον, παρακαλούντες όπως τους δεχθή να γίνουν Μοναχοί. Ο Άγιος όμως δεν ηθέλησε να παραβή την τάξιν και να βάλη εις την Λαύραν αγένειόν τινα· μόνον αφού ενουθέτησεν αυτούς ικανώς τους έστειλεν εις τον Όσιον Θεοδόσιον τον Κοινοβιάρχην. Ολίγον δε μετά ταύτα ο Όσιος Θεοδόσιος ετελεύτησε. Κατά την εποχήν εκείνην εψήφισαν και οι Σαμαρείται ιδικόν των βασιλέα κάποιον Ιουλιανόν ονόματι και εβασάνιζον πολύ τους Χριστιανούς, πολλούς δε και εθανάτωσαν, επερχόμενοι εις τα χωρία, τα οποία εγειτόνευον με αυτούς και μάλιστα εις τα περίχωρα της Νεαπόλεως. Εκεί τον μεν Επίσκοπον απέκτειναν, άλλους Ιερείς ηχμαλώτισαν, άλλους εφόνευσαν, ετέρους δε δια πυρός κατέκαυσαν και άλλας μυρίας ύβρεις κατά των Χριστιανών διέπραξαν οι ανόσιοι. Ταύτα μαθών ο βασιλεύς έστειλε στράτευμα και καθυπέταξε τους Σαμαρείτας, εφόνευσαν δε και τον βασιλέα αυτών Ιουλιανόν· τον δε Σιλουανόν, όστις έπραξε πολλά άτοπα κατά των Χριστιανών, κατέκαυσαν δικαίως τον άδικον, δια να πληρωθή εις αυτόν η του Οσίου Σάββα πρόρρησις. Εις δε απ΄ εκείνους οίτινες ηκολούθουν αυτόν, την κλήσιν Αρσένιος, την αξίαν ιλλούστριος (λαμπρός—επιφανής), επήγεν εις το Βυζάντιον και έχων παρρησίαν (δεν γνωρίζω πόθεν και πως) προς τον βασιλέα, του είπε πολλά ψεύματα, ότι οι άνθρωποι της Παλαιστίνης ήσαν οι αίτιοι της των Σαμαρειτών στάσεως· όθεν εθυμώθη ο βασιλεύς κατ΄ αυτών και εσκέπτετο να τους τιμωρήση. Ταύτα μαθών ο Πατριάρχης της Ιερουσαλήμ, ελυπήθη τον λαόν αυτού και παρεκάλεσε θερμώς τον Άγιον να υπάγη και πάλιν εις την Κωνσταντινούπολιν να παρακαλέση τον βασιλέα, όπως μη κακοποιήση τους αναιτίους. Ο δε Όσιος, αν και γέρων πλέον ενενήκοντα ετών, δεν ηναντιώθη ποσώς, δεν ώκνησε, δεν εδειλίασε το μάκρος της οδού ή ασθένειαν του σώματος, αλλά δια να σώση ψυχάς από κίνδυνον θανάτου, εκίνησε με τόσην προθυμίαν, ως να ήτο νέος και ανδρείος και επήγεν εις το Βυζάντιον. Ακούσας ο βασιλεύς, ότι ο Σάββας έρχεται, έστειλεν ευθύς πλοίον βασιλικόν και πολλούς δορυφόρους να τον φέρωσι με τιμήν πολλήν καθώς έπρεπεν· έπειτα έστειλε και τον Πατριάρχην Επιφάνιον με όλον τον Κλήρον να τον προϋπαντήσωσι, κρίνων εν τη διανοία αυτού, ότι δεν υπεδέχετο επίγειόν τινα, αλλ΄ ουράνιον Άγγελον. Αφού δε έφθασεν ο Σάββας εις το Παλάτιον, έβλεπεν ο βασιλεύς στέφανον με λάμψιν ανθηράν εις την κεφαλήν του Αγίου εστολισμένον με διαφόρους χάριτας και εξαστράπτοντα από λαμπρότητα. Καταπλαγείς όθεν δια την όρασιν ταύτην και εγερθείς ταχέως από της καθέδρας αυτού, ησπάζετο την ιεράν εκείνην κεφαλήν με πολλήν χαράν και ευλάβειαν. Αφού λοιπόν κατησπάσθη τον Όσιον ο βασιλεύς και έλαβε τας ευλογίας αυτού, εκάλεσεν ευθύς και την βασίλισσαν και τον παρεκάλεσε να την ευλογήση και να την ευχηθή να κάμη τέκνον, διότι ήτο στείρα και είχον πολλήν εκ τούτου αθυμίαν αμφότεροι. Ο δε Άγιος δεν ηυχήθη ουδόλως εις αυτήν τεκνογονίαν, μόνον ηυχήθη αμφοτέρους τους βασιλείς να τους ενδυναμώνη ο Κύριος, να τους δίδη νίκην κατ΄ εχθρών και έτερα όμοια. Η δε βασίλισσα του έλεγε πάλιν δια παιδοποιϊαν, αλλ΄ ο Όσιος επαναλάμβανε την πρώτην ευχήν. Τούτο δε έγινε πολλάκις, ώστε πάντες ηννόησαν, ότι δεν ήθελε να της ευχηθή ο Άγιος τεκνογονίαν· όθεν απήλθεν η βασίλισσα περίλυπος. Μερικοί δε φίλοι του βασιλέως ηρώτησαν τον Όσιον· «Διατί δεν ηυχήθης τέκνον εις την βασίλισσαν, αλλά την εσκανδάλισες τόσον»; Ο δε απεκρίνατο· «Ο Θεός να μη της δώση τέκνον, διότι εάν γεννηθή εξ αυτής παιδίον, θέλει ανακαινίσει τα δόγματα του Σεβήρου, και θέλει προκαλέσει περισσότερον θόρυβον και σύγχυσιν εις την Εκκλησίαν από τον Αναστάσιον». Ο δε βασιλεύς Ιουστινιανός τόσην αγάπην και ευλάβειαν έδειξε προς τον Άγιον, ώστε όχι μόνον συνεχώρησε τους Παλαιστίνους, αλλά και τους Σαμαρείτας εδίωξεν έξω της πόλεως, προστάξας να κάμουν τας συναγωγάς αυτών έξωθεν, εθέσπισε δε και νόμον να μη κληρονομούν οι επιζώντες τους αποθνήσκοντας, δια να μη πλεονάζη ο πλούτος των, όστις δε εξ αυτών στασιάση εις το εξής, να τον φονεύωσι. Τούτο φοβηθείς και ο ρηθείς Αρσένιος εδέχθη και έλαβε το άγιον Βάπτισμα παρά του Οσίου, διότι ήτο Σαμαρείτης το πρότερον. Αλλά ταύτα μεν έγιναν ύστερον· ημείς δε ας είπωμεν περί του πιστού βασιλέως και τα επίλοιπα. Γνωρίζων ο Ιουστινιανός πόσον ετίμησε τον Άγιον ο βασιλεύς Αναστάσιος, ο οποίος αν και δεν ήτο Ορθόδοξος εν τούτοις του εχάρισε τόσον χρυσίον, ηθέλησε και αυτός να του δώση ακόμη περισσότερον. Ευχαριστήσας ο Όσιος τον βασιλέα δια την καλήν αυτού προαίρεσιν, είπε προς αυτόν· «Εκείνος ο φιλόστοργος Πατήρ και φροντιστής των ψυχών και των σωμάτων ημών, όστις έτρεφε πλουσίως τον απειθή λαόν εις την έρημον, έχει και την μέριμναν και φροντίδα ημών, αλλ΄ από το κράτος σου χρειαζόμεθα να μας κάμης φιλοτιμίαν αναγκαιοτέραν χρημάτων, εάν ορίζη η βασιλεία σου. Οι Παλαιστίνοι υπέστησαν και ανά πάσαν στιγμήν υφίστανται πολλά από τους Σαμαρείτας. Πολλά κτίσματα και Ναούς τούς εχάλασαν, πρόβατα και βόας και άλλα κτήνη τούς ήρπασαν, πολλούς εξ αυτών ηχμαλώτευσαν, τους καρπούς των κατέκαυσαν και ετέρας ζημίας επροξένησαν εις αυτούς, περιήλθον δε εις τοιαύτην πτωχείαν, ώστε ούτε την καθημερινήν των τροφήν δεν έχουσι και λιμοκτονούσιν οι τάλανες». «Δι΄ όλα αυτά δέονται και παρακαλούν την βασιλείαν σου, συνέχισε λέγων ο Όσιος, να τους αφήσης ολίγον καιρόν τον φόρον, δια να λάβουν ολίγην άνεσιν και κατόπιν να πληρώνουν πάλιν το οφειλόμενον· έτι δε, όσοι έρχονται να προσκυνήσουν τον ζωοποιόν Τάφον του Σωτήρος μας χρειάζονται και αυτοί στέγην, να αναπαύωνται ολίγον από τον κόπον της οδοιπορίας, μάλιστα εάν ασθενήσωσιν. Όθεν είναι πολύ αναγκαίον να κτισθή δια τον σκοπόν αυτόν νοσοκομείον ευρύχωρον, αλλά και ο θείος Ναός της Θεοτόκου, τον οποίον έκτισεν ο Πατριάρχης Ηλίας, είναι ημιτελής και έχει ανάγκην συμπληρωματικής κατασκευής και στολισμού· ομοίως και τα Μοναστήρια, τα οποία έκτισα, δεν έχουν ουδέν φρούριον πλησίον των, ώστε να προφυλάσσωνται οι αδελφοί εις ώραν ανάγκης. Προ πάντων δε αι αιρέσεις του Αρείου, του Νεστορίου, του Ωριγένους και των Μονοφυσιτών θορυβούν και ταράττουν την Εκκλησίαν. Δια τούτο πρέπει η βασιλεία σου να βάλη εις τούτο πολλήν επιμέλειαν, να αφανίσης με την πολλήν σου δύναμιν τα ζιζάνια. Εάν τελέσης αυτά, τα οποία σοι είπον, έχω θάρρος και ελπίζω εις τον Θεόν να σου χαρίση πλουσίας τας αμοιβάς, να υποταχθούν εις σε η Ρώμη, η Καρχηδών και όσα άλλα μέρη εστασίασαν, να προσκυνήσουν πάλιν το κράτος της ευσεβείας σου». Τοιαύτας αιτήσεις φιλοθέους τε και κοινωφελείς εποίησεν ο θείος Σάββας, ο δε πιστότατος βασιλεύς, έχων μεγάλην δίψαν να φιλοτιμήση τον Άγιον, έγραψεν ευθύς προστάγματα εις όλους τους τόπους κατά των προαναφερθέντων αιρετικών, προστάσσων τους ηγεμόνας και τους άρχοντας όπως άνευ ουδεμιάς αναβολής τελέσουν ευθύς το προστασσόμενον. Έγραψε δε προς Αντώνιον, τον Αρχιερέα της Ασκάλωνος και τον Ζαχαρίαν, να εκτιμήσωσι τας ζημίας τας οποίας επροξένησαν οι Σαμαρείται εις τους Παλαιστίνους δια να τους ανταμείψη, απαλλάσσων αυτούς από της καταβολής των φόρων επί τόσα έτη, όσας δε Εκκλησίας κατέστρεψαν να τας ανακαινίσουν με κρατικά έξοδα· έτι δε να κτίσουν εις την Αγίαν Πόλιν νοσοκομείον, εις το οποίον να αφιερώσουν σιτηρέσιον κατ΄ έτος φλωρία χίλια οκτακόσια πεντήκοντα· να κτίσουν δε πλησίον της Λαύρας πύργον και φρούριον ισχυρόν δια να το έχουν οι Μοναχοί εις κάθε περίστασιν ασφαλές καταφύγιον. Προ πάντων δε να αναθεματίσουν επισήμως τας προρρηθείσας αιρέσεις και να αγωνισθούν δια την εξάλειψιν αυτών. Ταύτα διέταξεν ο βασιλεύς με πολλήν επιμέλειαν, ο δε ΄Αγιος τον ηυχαρίστησεν, υποσχόμενος να δέηται του Θεού υπέρ αυτού και ο λόγος του εις ολίγον καιρόν επραγματοποιήθη. Όλη η Αφρική, το ισχυρόν κράτος των Βανδήλων η Καρχηδών, η Ρώμη και πολλά άλλα μέρη ήλθον εις την υποταγήν του, καθώς ηυχήθη εις αυτόν ο Άγιος. Λαβών δε ο Όσιος τα βασιλικά προστάγματα, ανεχώρησεν επιστρέφων εις Ιεροσόλυμα και διαβαίνων από την Καισάρειαν και την Σκυθόπολιν εκήρυττε πανταχού την Ορθοδοξίαν, διδάσκων και νουθετών άπαντας προς ευσέβειαν, ενεχείρισε δε και προς τους προρρηθέντας Επισκόπους τας επιστολάς του βασιλέως, οίτινες λαβόντες αυτάς απήλθον εις την πρώτην Παλαιστίνην, εις την οποίαν οι Σαμαρείται είχον προξενήσει τας μεγαλυτέρας ζημίας και εξετίμησαν αυτάς εις δώδεκα κεντηνάρια (390 κιλά χρυσού περίπου) χρυσού, εις δε την Σκυθόπολιν μετριώτερον, τα ποσά δε ταύτα εχάρισεν ο Ιουστινιανός από τους φόρους κατά την υπόσχεσιν. Εκτίσθησαν δε εις ολίγον καιρόν και αι οικοδομαί και το φρούριον κατά την προσταγήν του βασιλέως. Ο δε Όσιος, αφού επέστρεψεν εις τους Αγίους Τόπους και προσεκύνησε τον Τάφον του Σωτήρος, ήλθεν εις την Λαύραν αυτού και μετά μικρόν ησθένησε. Τότε ο Πατριάρχης Πέτρος απήλθεν ευθύς εις επίσκεψίν του και ιδών αυτόν ότι δεν είχε τίποτε από όσα έχει ανάγκην ο ασθενής προς θεραπείαν του σώματος, τον παρεκάλεσε να δεχθή να τον υπάγουν εις το Πατριαρχείον δια να εύρη ολίγην ανακούφισιν. Όθεν έκαμεν υπακοήν, και τον επήγαν εις το Πατριαρχείον, εις το οποίον έμεινεν ολίγον καιρόν βασανιζόμενος υπό της νόσου. Επειδή όμως έφθασε τότε και η ώρα να μεταβή προς τον ποθούμενον Χριστόν, του απεκάλυψεν ο Κύριος δι΄ οπτασίας ότι μέλλει να υπάγη εις τα ουράνια. Ευθύς τότε προστάσσει και τον επήγαν εις το κελλίον του και ασπασάμενος όλους τους αδελφούς εψήφισεν αντ΄ αυτού Προεστώτα πνευματικόν τινα έμπειρον και άξιον να ποιμάνη τοσαύτα λογικά θρέμματα, Μελιτάν καλούμενον, και ούτω παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις τας αχράντους χείρας του Δεσπότου Χριστού, τη Πέμπτη (5) του Δεκεμβρίου μηνός εν έτει 533, ζήσας τα πάντα έτη ενενήκοντα τέσσαρα. Συνήχθη δε τότε όχι μόνον το πλήθος πάντων των Μοναχών, αλλά και κοσμικοί αναρίθμητοι και Ιερείς και Αρχιερείς ομού μετά του Πατριάρχου, οι οποίοι μετά της προσηκούσης τιμής, μετά φωταψίας, υμνωδιών και θυμιαμάτων, ενεταφίασαν το πάνσεπτον εκείνο και ιερώτατον λείψανον. Τοιούτος μεν ήτο ο Βίος του μακαρίου Σάββα, και ούτως υπερφυή τα κατά Θεόν αυτού κατορθώματα. Αλλ΄ ας είπωμεν και ολίγα τινά από τα πολλά του θαυμάσια, τα οποία εποίησε μετά την σεβασμίαν αυτού μετάστασιν. Διάκονός τις, Ρωμύλος ονόματι, ήτο εις την Γεθσημανή, του οποίου διέρρηξαν την οικίαν και έκλεψαν εξ αυτής πολύ αργύριον· όθεν οδυρόμενος την συμφοράν, απήλθεν εις τον Ναόν του Αγίου Θεοδώρου, όστις εφανέρωνε τους κλέπτας, και εδέετο να του αποκαλύψη το αγνοούμενον. Ποιήσας λοιπόν εκεί ημέρας πέντε, βλέπει τον Μάρτυρα την νύκτα και λέγει προς αυτόν· «Τι κλαίεις»; Ο δε είπε την αιτίαν· του λέγει δε πάλιν ο Άγιος, ώσπερ απολογούμενος· «Δεν ήμην εδώ, διότι ο μακάριος Σάββας εκοιμήθη και προσετάχθημεν όλοι οι Μάρτυρες να συνοδεύσωμεν την αγίαν του ψυχήν εις τον τόπον της αναπαύσεώς της. Πήγαινε όμως τώρα εις τον δείνα τόπον, και εκεί θα εύρης τους κλέπτας και το αργύριον». Πράγματι ούτω και εγένετο. Δύο άλλοι αδελφοί φίλοι πιστοί του Αγίου είχον χωράφιον και αμπελώνα, κατά δε την ώραν του τρυγητού ησθένησαν βαρέως αμφότεροι και έκειντο βασανιζόμενοι· εχάνετο δε ο καρπός διότι δεν ήτο κανείς δια να τον συνάξη. Έχοντες λοιπόν διπλήν την θλίψιν, την δεινήν ασθένειαν και την του αμπελώνος απώλειαν, ενθυμούμενοι δε την αγάπην την οποίαν είχε προς αυτούς ο Άγιος ότε ακόμη ευρίσκετο εις την παρούσαν ζωήν, τον επεκαλέσθησαν εις βοήθειαν και ευθύς φαίνεται εις έκαστον εξ αυτών χωριστά και τους λέγει· «Εδεήθην του Θεού δια σας και σας εθεράπευσε· λοιπόν υπάγετε αύριον εις την άμπελον υγιαίνοντες». Την πρωϊαν λοιπόν ηγέρθησαν χωρίς καμμίαν ασθένειαν και απελθόντες εκήρυττον λαμπρώς την θαυματουργίαν της θεραπείας των και ετέλεσαν εορτήν χαρμόσυνον. Γυνή τις από την Παλαιστίνην καλουμένη Γινάρουσα, ευσεβής και φιλάρετος, έταξε να κάμη δύο παραπετάσματα δια τους δύο Ναούς του Οσίου, του σπηλαίου και του Καστελλίου. Ανέθεσε λοιπόν αύτη εις δύο γυναίκας να κατασκευάσουν ταχέως τα παραπετάσματα ταύτα, δώσασα εις αυτάς όλα τα απαιτούμενα υλικά και πληρώσασα και τον κόπον των· εκείναι όμως αμελούσαν. Η δε Γινάρουσα επικραίνετο μήπως και λυπηθή ο Άγιος δια την βραδύτητα και την μη εκτέλεσιν της υποσχέσεως. Αλλ΄ ο θαυμάσιος Σάββας εφάνη εις οπτασίαν και της λέγει· «Μη λυπείσαι και αύριον γίνονται τα παραπετάσματα καθώς έταξες». Ταύτα μεν είπε προς αυτήν πράος και ήμερος· προς τας γυναίκας όμως, αι οποίαι επληρώθησαν να τα υφάνωσιν, εφάνη φοβερός και άγριος, απειλών ότι εάν δεν κάμνουν αμέσως το έργον θα τας αφανίση. Την πρωϊαν έντρομοι αι γυναίκες ανέφερον προς αλλήλας την όρασιν και ευθύς άφησαν όλας τας άλλας εργασίας των και εξετέλεσαν μόνον εκείνην. Τοιουτοτρόπως εξεπληρώθη η υπόσχεσις της θεοφιλούς εκείνης γυναικός. Καιρόν τινα έφεραν σίτον εις την Νεκράν θάλασσαν, και καθώς ήρχετο Σαρακηνός τις με τας καμήλους φορτωμένας, όταν ήτο πλησίον της Λαύρας εις τον κρημνόν, παρεπάτησεν ολίγον μία μεγάλη κάμηλος και έπεσε κάτω εις τον χείμαρρον με όλον το φορτίον αυτής. Ο Σαρακηνός ως είδε την κάμηλον κρημνιζομένην εβόησεν· «Αββά Σάββα, αι ευχαί σου να την βοηθήσουν». Πριν τελειώση τον λόγον του βλέπει γέροντα τινα ασπρογένην επάνω της καμήλου καθήμενον. Κατελθών δε από άλλο μέρος ευκολόβατον εις τον χείμαρρον εύρεν αυτήν υγιά χωρίς να έχη καν παραμικράν πληγήν και θαυμάσας επί τούτω ο βάρβαρος ηυχαρίστησε θερμώς τον Άγιον με δωρεάς όχι μόνον τότε, αλλά και κατ΄ έτος έδιδεν εις την Μονήν του Αγίου από τον κόπον του τρία νομίσματα προς ευχαριστίαν της χάριτος. Ας είπωμεν δε και άλλο τι γλυκύ και παράδοξον δια τέλος και σφραγίδα των άλλων, τα οποία ετέλεσε μετά θάνατον. Καιρόν τινα ένεκεν της ανομβρίας δεν είχεν η Λαύρα ύδωρ, καθώς και ανωτέρω είπομεν. Εκ τούτου δε εστενοχωρούντο πολύ οι Μοναχοί και εσκέπτοντο να κτίσουν οικοδομήν επάνω της πέτρας να σκάψουν δε και κάτωθεν αυτής λάκκον βαθύτατον, ως φρέαρ, δια να συνάγωνται εκεί τα όμβρια ύδατα. Εμίσθωσαν λοιπόν προς τούτο δύο καλούς τεχνίτας Μάμαντα και Αυξέντιον καλουμένους και έκτισαν όλην την οικοδομήν επάνω εις την πέτραν, κάτωθεν της οποίας έκειτο του Σάββα το μακάριον λείψανον. Έπειτα επελέκησαν μέρος της πέτρας δια να κάμουν δεξαμενήν, εις την οποίαν θα συνεκεντρούντο τα ύδατα της βροχής. Τότε έγινεν αιφνιδίως ραγδαία και μεγάλη βροχή τόσον, ώστε ενεπλήσθη ύδατος η οικοδομουμένη δεξαμενή και θραυσθείσα παρεσύρθη εις τον κρημνόν. Και ο μεν Μάμας μετά βίας ηδυνήθη να σωθή εκ του κινδύνου, ο δε Αυξέντιος, όστις ήτο και νεώτερος, παρεσύρθη υπό των υδάτων και ερρίφθη ομού με τους λίθους της οικοδομής εις τον κρημνόν, όστις ήτο βάθους δέκα οργυιών. Έκλαιε δε ο Μάμας την του νέου απώλειαν, νομίζων, ότι απέθανεν από την πλημμύραν των υδάτων και τα κτυπήματα των λίθων. Αφού όμως έπαυσεν η βροχή, ευρέθη ο νέος Αυξέντιος κάτωθεν των καταπεσόντων λίθων, ω των θαυμασίων σου, παντοκράτωρ και παντοδύναμε Δέσποτα! Όλως υγιής, χωρίς να έχη ουδόλως παραμικράν πληγήν εις το σώμα του, διότι ο Άγιος με την δύναμιν της μεγίστης παρρησίας αυτού προς τον Κύριον ημπόδιζε τους λίθους και διεκώλυε τα ύδατα να μη τον εγγίσουν. Εξελθών λοιπόν υγιής και χαίρων, εκήρυττε πανταχού την μεγίστην ταύτην θαυματουργίαν, την οποίαν ετέλεσεν εις αυτόν ο τρισόλβιος Σάββας, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, του ενός Θεού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν