Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΔ΄ (14η) Μαρτίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και Ομολογητού ΕΥΣΧΗΜΟΥ Επισκόπου Λαμψάκων.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΔ΄ (14η) Μαρτίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και Ομολογητού ΕΥΣΧΗΜΟΥ Επισκόπου Λαμψάκων.

Εύσχημος ο Όσιος και Ομολογητής Πατήρ ημών έζησε κατά τους χρόνους των Εικονομάχων, από βρεφικής δε ηλικίας καλώς ανατραφείς και κατασταθείς ανήρ τέλειος, εχρημάτισε ναός του Αγίου Πνεύματος. Γενόμενος δε Μοναχός, ανήλθε και εις το υψηλόν της Ιερωσύνης αξίωμα. Όθεν και επληρώθη υπό της Χάριτος του Θεού. Τρωθείς δε υπό θεϊκού και ενθέρμου ζήλου, κατήσχυνε τους ιερείς των αιρετικών εικονομάχων, θαυμάσια παράδοξα ενεργών. Διότι νεκρόν βρέφος υπό της μητρός του βασταζόμενον δια προσευχής του ανέστησε και προς την ζωήν επανέφερε· και εις τα θηρία φοβερός εγένετο, διότι δια μόνης της προσταγής του εδίωκεν αυτά τα οποία κατέτρωγον τα χλωρά λάχανα. Εγκλεισθείς δε ο μακάριος εις την φυλακήν υπό των εικονομάχων, ως προσκυνητής των σεπτών και αγίων Εικόνων, δια της διδασκαλίας του κατέπεισε τους φυλάσσοντας αυτόν να προσκυνώσι τας αγίας Εικόνας. Το δε θαυμαστόν ήτο τούτο· ότι, αν και ο Άγιος ήτο φυλακισμένος και εξόριστος, εφρόντιζεν όμως δια τους πτωχούς και ηλέει αυτούς κατά δύναμιν. Όθεν, εν ειρήνη τελειώσας την ζωήν του, δεν έλειπε και μετά θάνατον να ευεργετή δια των απείρων θαυμάτων του τους πιστώς αυτόν επικαλουμένους, ρώσιν εκ παντοίων νόσων αυτοίς χαριζόμενος. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΕ΄ (15η) Μαρτίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΜΑΝΟΥΗΛ ο Κρής, ο εν Χίω μαρτυρήσας εν έτει 1792, ξίφει σφαγια

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΕ΄ (15η) Μαρτίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΜΑΝΟΥΗΛ ο Κρής, ο εν Χίω μαρτυρήσας εν έτει 1792, ξίφει σφαγιασθείς τελειούται.

Μανουήλ ο του Χριστού Μάρτυς κατήγετο εκ Σφακίων της νήσου Κρήτης, γεννηθείς εκ γονέων Χριστιανών. Νέος δε την ηλικίαν ηχμαλωτίσθη από τους Τούρκους, οίτινες υπέταξαν τα Σφακία, μετά την επανάστασιν του έτους αψο΄ (1770). Βλέποντες δε αυτόν οι Αγαρηνοί επιτήδειον εις την υπηρεσίαν των, ετούρκευσαν αυτόν δια της βίας και περιέταμον κατά την συνήθειάν των. Όμως ο ευλογημένος Μανουήλ, ως θεοσεβής, έκαμε πάντα δυνατόν τρόπον και φυγών εκείθεν ήλθεν εις την νήσον Μύκονον, όπου εξομολογηθείς την αμαρτίαν του και τον πρέποντα κανόνα ποιήσας προθύμως και μυρωθείς, εγένετο πάλιν Χριστιανός. Μετά δε χρόνον ικανόν έλαβε νόμιμον γυναίκα εντοπίαν, εκ της οποίας απέκτησεν εξ τέκνα. Αντιληφθείς δε ότι αύτη επρόδιδε την τιμήν της και εμοιχεύετο με άλλον, φοβηθείς τον Θεόν, δεν την εκακοποίησεν, ουδέ την εθεάτρισεν, αλλά παραλαβών τα τέκνα του ανεχώρησεν από την οικίαν της, ενοικιάσας άλλην οικίαν όπου εκάθητο μετά των τέκνων του ησυχάζων. Είχε δε ο μακάριος και σύγγαμβρον, άνθρωπον παγκάκιστον και παμμίαρον, ο οποίος πάντοτε τον ηπείλει και εζήτει μέσον δια να κακοποιήση αυτόν, εξ αιτίας της καταφρονήσεως την οποίαν έκαμεν εις την γυναικαδέλφην του· αλλά τι ηκολούθησεν; Ακούσατε. Ερχόμενος ποτε ο Μανουήλ από την Σάμον εις την Μύκονον με πλοίον φορτωμένον ξύλα, συναντάται τυχαίως εις την θάλασσαν με πλοίον του Τούρκου ναυάρχου, το οποίον εφύλαττε την άσπρην θάλασσαν (το Αιγαίον). Επροστάχθη τότε, κατά την συνήθειαν, να έλθη πλησίον του πλοίου, εντός δε αυτού ήτο ο ρηθείς σύγγαμβρός του, υπηρέτης του αγά του πλοίου. Ιδών λοιπόν από μακρόθεν τον ευλογημένον Μανουήλ, τρέχει ταχέως και λέγει εις τον αγάν, ότι ο άνθρωπος, όστις έρχεται με το πλοίον το οποίον εκαλέσαμεν, ήτο ποτέ Τούρκος και τώρα περιπατεί ως Χριστιανός. Τότε καλέσας αυτόν ο αγάς, τον ερωτά τι άνθρωπος είναι. Εκείνος δε απεκρίθη: «Χριστιανός είμαι εκ γενετής μου». Ο αγάς όμως του λέγει· «Μίαν φοράν ήσουν Χριστιανός, κατόπιν δε ετούρκευσας με την θέλησίν σου. Πρέπει λοιπόν να επιστρέψης πάλιν εις την πίστιν μας, διότι, εάν δεν συμμορφωθής, έχω να σε παιδεύσω άσπλαγχνα, έως να ξεψυχήσης». Ο μακάριος όμως Μάρτυς του Χριστού, ενδυναμωθείς παρευθύς άνωθεν και ουδόλως υπολογίσας τας απειλάς του αγά, απεκρίθη· «Χριστιανός εγεννήθην, Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θέλω αποθάνει». Ταύτα ακούσας ο αγάς ωργίσθη πολύ και παρέδωκεν αυτόν εις τους τιμωρούς να τον τιμωρήσουν. Τον ετιμώρουν λοιπόν ούτοι με ασπλαγχνίαν μεγάλην επί ημέρας πολλάς, έως ότου έφθασαν εις την Χίον, όπου ευρίσκετο ο ναύαρχος με τον σουλτανικόν στόλον. Τότε ο Μάρτυς παρεκάλεσε Χριστιανόν τινα Υδραίον, όστις ήτο εις το ίδιον πλοίον, να εξέλθη έξω δια να του φέρη Πνευματικόν τινά να εξομολογηθή. Αλλ’ ουδείς Πνευματικός ετόλμησε να υπάγη δια τον φόβον των Αγαρηνών. Εις δε από τους Πνευματικούς είπεν εις τον Υδραίον κρυφίως παραγγελίας τινάς και νουθεσίας, δια να τας είπη εις τον Μάρτυρα, προς ενίσχυσιν αυτού και παρηγορίαν. Ακούσας δε ταύτα ο Μάρτυς, απέκτησε περισσοτέραν δύναμιν και είπε· «Και εγώ τον ίδιον σκοπόν έχω· τι σήμερον να αποθάνω, τι αύριον· ο κόσμος ούτος είναι προσωρινός· αντί να αποθάνω αύριον κολασμένος, προτιμότερον να αποθάνω σήμερον δια την Πίστιν μου και να σώσω την ψυχήν μου». Κατά την ημέραν ταύτην λοιπόν παρέδωκεν ο αγάς του πλοίου τον Μάρτυρα εις χείρας του Τούρκου ναυάρχου, διηγηθείς εις αυτόν πάσαν την υπόθεσιν. Καλέσας λοιπόν εκείνος τον Μάρτυρα τον ηρώτησε ποίος είναι. Ο δε Μάρτυς του Χριστού απεκρίθη μετά παρρησίας, ότι είναι Χριστιανός. Τότε ο ηγεμών επρόσταξε να γυμνώσουν τα κρύφια μέλη του· τούτου δε γενομένου, είδε με τους οφθαλμούς του την περιτομήν της σαρκός του. Όθεν είπεν εις αυτόν· «Πως λοιπόν λέγεις ότι είσαι Χριστιανός»; Ο δε Μάρτυς απεκρίθη· «Εκ γεννήσεώς μου Χριστιανός ήμην, αλλ’ ηχμαλωτίσθην πολύ μικρός και μη θέλοντα με ετούρκευσαν δια της βίας· τώρα όμως, πάλιν Χριστιανός θέλω να είμαι». Ταύτα ακούσας ο ναύαρχος, έδωκε διαταγήν να τον αποκεφαλίσουν αμέσως. Τότε ο Μάρτυς υψώσας τας χείρας και τους οφθαλμούς εις τους ουρανούς είπε μεγαλοφώνως· «Δόξα σοι ο Θεός». Παραλαβόντες λοιπόν αυτόν οι υπηρέται του πασά, τον έφεραν ολίγον μακράν του παλατίου, πλησίον σφαγείου τινός, εις την καλουμένην Παλαιάν Βρύσιν και εκεί ο Μάρτυς του Χριστού, χωρίς να προσταχθή, μόνος του εγονάτισεν εις την γην και την κεφαλήν έκλινε, προσμένων μετά χαράς μεγάλης τον θάνατον. Αλλ’ εκείνος, όστις επεχείρησε να τον αποκεφαλίση, εκυριεύθη από μεγάλην δειλίαν και ρίψας το ξίφος ανεχώρησε. Τούτου γενομένου θόρυβος και ταραχή ηκολούθησε μεταξύ των Τούρκων· ο δε Μάρτυς δεν έστρεψε καθόλου τους οφθαλμούς του δια να ίδη τι εγίνετο, αλλ’ έκειτο γονυπετής και ατάραχος, προσέχων μόνον εις τον εαυτόν του. Τότε εις υπαξιωματικός του ηγεμόνος, αρπάσας την μάχαιραν, εκτύπα εις τον λαιμόν και εις πολλά μέρη του σώματος τον Μάρτυρα, αλλά δεν ηδυνήθηνα κόψη την κεφαλήν του. Βλέπων δε ότι δεν κατορθώνει τίποτε και οργισθείς πολύ, ρίπτει κάτω εις την γην τον Μάρτυρα και πεσών επάνω του, ήρπασε την κεφαλήν του και κατέσφαξεν αυτόν ως αληθινόν πρόβατον του Χριστού. Ήτο δε ημέρα Δευτέρα, ώρα Τετάρτη. Τη επαύριον, μαθών ο ηγεμών την χαράν, την οποίαν εδοκίμασαν οι Χριστιανοί δια την τελείωσιν του Μάρτυρος και την συνδρομήν την οποίαν κάμνουν εις το πάντιμον αυτού και άγιον Λείψανον, επρόσταξε και εσήκωσαν αυτό εκείθεν, μετά της ιεράς αυτού κεφαλής και δέσαντες ταύτα εις λίθους μεγάλους, τα έρριψαν εις τον βυθόν της θαλάσσης, μετά φωνών πολλών και αλαλαγμών· η αγία όμως αυτού ψυχή ανήλθεν εις τους ουρανούς, συναριθμηθείσα μετά των Αγίων Μαρτύρων και τώρα παρίσταται εις Όν επόθησε Χριστόν και λαμβάνει παρ’ αυτού τον αμάραντον στέφανον του Μαρτυρίου, χορεύουσα μετά πάντων των Αγίων και δοξάζουσα Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, τον ένα εν Τριάδι Θεόν· Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΣΤ΄ (16η) Μαρτίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ του Θαυματουργού, του εν τη εν Πάτμω

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΣΤ΄ (16η) Μαρτίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ του Θαυματουργού, του εν τη εν Πάτμω Ιερά Μονή Ιωάννου του Θεολόγου ασκήσαντος εν η και το τίμιον αυτού απόκειται Λείψανον.

Χριστόδουλος ο του Δεσπότου Χριστού θαυμαστός και γνήσιος δούλος κατήγετο από τα περίχωρα της ε Βιθυνία της Μικράς Ασίας λαμπράς και περιφανούς πόλεως Νικαίας, εις την οποίαν εγεννήθη κατά τους τελευταίους χρόνους της βασιλείας του αυτοκράτορος Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου (976 – 1025). Οι γονείς αυτού ήσαν ευσεβείς και Ορθόδοξοι και εκαλούντο ο μεν πατήρ Θεόδωρος, η δε μήτηρ Άννα, οίτινες, αφού τον εγέννησαν, ωνόμασαν αυτόν κατά το Άγιον Βάπτισμα, Ιωάννην. Όταν ενηλικιώθη, τον εξεπαίδευσαν εις τα ιερά γράμματα και εις ολίγον καιρόν απέκτησε πολλήν μάθησιν, ως γνωστικός φύσει και από θείαν Χάριν φωτισθείς. Διότι, προβλέπων ο Κύριος την μέλλουσαν αρετήν του παιδός, τον εφώτισεν· Όθεν αναγινώσκων τας θείας Γραφάς συχνάκις, κατεφρόνει τα παρόντα αγαθά ως φθαρτά και μάταια και επεθύμει τα αληθινά και αιώνια. Οι δε γονείς του, βλέποντες την πολλήν ευλάβειαν του νέου και ότι επεθύμει να γίνη Μοναχός, έσπευσαν και μη θέλοντα να τον αρραβωνίσουν μετά τινος νέας, διότι επόθουν να ίδουν κληρονομίαν από αυτόν. Αλλ’ ο καλός νεανίας πριν να ευλογηθή και υπό Ιερέως ο αρραβών έφυγεν, ως σοφώτατος, κρυφά από τους γονείς του και καθώς ήτο κεκρυμμένος ήκουσε φωνήν άνωθεν λέγουσαν εις αυτόν· «Φύγε από τους συγγενείς σου και ελθέ εις τον τόπον τον οποίον θα σου δείξω, προς σωτηρίαν σου». Υπακούσας λοιπόν ο νέος τω καλέσαντι, έφυγεν από την πατρίδα του, συναντήσας δε ενάρετον τινά άνδρα, μετέγησαν ομού εις τον Όλυμπον. Το όρος τούτο είναι πλησίον εις την Προύσαν, τόπος δι’ ερημίτας αρμόδιος και έχει παλαιόθεν πολλά κελλία και Μοναστήρια. Εκεί, ευρών δούλον τινά του Θεού γέροντα κατά την ηλικίαν, επιτήδειον εις τα γράμματα, έμπειρον εις τα θεία βάθη του πνεύματος και κατά πολύ ενάρετον, έγινε μαθητής του. Ούτος ο καλός άνθρωπος, κουρεύσας αυτόν, ενέδυσε δια του Μοναχικού Σχήματος, ονομάσας αυτόν Χριστόδουλον ως δούλον Θεού γνησιώτατον και τον εδίδασκεν ανά πάσαν ώραν την ακρίβειαν της μοναδικής πολιτείας. Τούτον εμιμείτο επίσης ο νέος, όσον ηδύνατο, βασανίζων την σάρκα με νηστείας, αγρυπνίας, όλην την νύκτα προσευχόμενος και υμνολογών τον Θεόν. Μετά τρεις χρόνους ετελεύτησεν ο Γέροντάς του, ο δε νέος έμεινε μόνος, περίλυπος και οδυρόμενος εις την ερημίαν και μόνωσιν. Φοβούμενος δε μήπως μάθουν τούτο οι γονείς του και υπάγουν να τον πάρουν με κολακείας ή δια της βίας, ως και πρότερον, ότε τον ηρραβώνισαν χωρίς την θέλησίν του, έφυγεν από εκεί και μετέβη εις την Ρώμην, ίνα προσκυνήση τα ιερά Λείψανα των Αγίων Αποστόλων. Εφάνησαν δε εις τον ύπνον του οι Άγιοι και του είπον όσα έμελλον να του συμβούν εις την ζωήν του, τον παρεκίνησαν δε εις το να υπομείνη αγογγύστως τους πειρασμούς, οίτινες θα τον προσβάλουν, δια να λάβη τον στέφανον της ανταποδόσεως. Ακούσας ταύτα ο νέος εχάρη και αφού προσεκύνησεν όλα τα άγια Λείψανα ανεχώρησεν από την Ρώμην και μετέβη εις τα Ιεροσόλυμα. Προσκυνήσας δε και εκεί όλους τους Αγίους Τόπους, έφυγεν εις την έρημον, όπου ήσαν τα Ασκητήρια. Ήτο δε τότε ετών είκοσι πέντε και αφού εστοχάσθη καλώς όλα τα προβλήματα έμεινεν εις εν Μοναστήριον, υποτασσόμενος και υπηρετών εις όλας τας υπηρεσίας των αδελφών, ως έπρεπε, προκόπτων καθ’ εκάστην εις τα ένθεα κατορθώματα. Ηγρύπνει όλην την νύκτα, έκοπτεν όλα της γαστρός τα θελήματα, οίνον δεν έπινεν, ούτε έτρωγεν άρτυμα, αλλά μόνον άρτον και ύδωρ και, απλώς ειπείν, απηρνήθη όλα τα σωματικά θελήματα ο τρισμακάριος. Όθεν, μη υποφέρων ο μισόκαλος δαίμων να βλέπη τόσην αρετήν εις ένα νέον, παρεκίνησε τους Αγαρηνούς να κάμουν επιδρομήν εις τα Μοναστήρια της ερήμου. Τότε άλλους Μοναχούς εφόνευσαν, άλλους ηχμαλώτισαν, άλλοι δε φυγόντες εσώθησαν. Μαζί με αυτούς ήτο και ο θείος Χριστόδουλος. Ευρόντες δε πλοίον έφυγον εις την Ανατολήν, εις την χώραν ήτις ωνομάζετο Παλάτια, πλησίον της οποίας είναι όρος καλούμενον Λάτρος, εις το οποίον είναι πολλά νερά και όπου ησκήτευαν Μοναχοί αναρίθμητοι. Ευρόντες λοιπόν εκεί πολλούς Ερημίτας εχάρησαν ευχαριστούντες τον Κύριον. Εκεί έμεινεν ο Όσιος μετά των άλλων και ηγωνίζετο, ως πρότερον. Βλέποντες δε οι Μοναχοί τον Όσιον να κάμνη τόσην εγκράτειαν εθαύμαζον, διότι δεν έτρωγε τίποτε άλλο ει μη μόνον ολίγον κέχρινον άρτον, ή κρίθινον και ολίγον νερόν, δια την ανάγκην της φύσεως. Επειδή όμως εις τα μέρη εκείνα ήσαν πολλοί από την αίρεσιν του Μάνεντος, οι οποίοι είχον την γνώμην, ότι τα φαγητά ήσαν μιαρά και εβδελυγμένα και όσους έτρωγαν τυρί ή αυγά τους εμίσουν οι ανόητοι, δια τούτο ο δόκιμος των ψυχών ιατρός, όντως δούλος του Χριστού Χριστόφορος, έτρωγεν από ταύτα κατά τας μεγάλας εορτάς, ήτοι την Λαμπράν, την Πεντηκοστήν και τα Χριστούγεννα, και τότε μόνον, δια να κόψη την υποψίαν της αιρέσεως, ως φρόνιμος, ύστερον δε πάλιν ενήστευεν ως και πρότερον. Όθεν όλοι οι Μοναχοί του Λάτρου, αντιληφθέντες αυτόν ως πρακτικόν της αγωγής της ασκήσεως και ιατρόν έμπειρον, συνήχθησαν άπαντες και προσελθόντες εις αυτόν τον παρεκάλουν να γίνη Προεστώς των και διδάσκαλος και χωρίς το θέλημά του να μη κάμνουν τίποτε. Ο Όσιος όμως αγαπών την ησυχίαν, δεν υπήκουσεν. Ήλθον τότε εις τον Πατριάρχην της Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαον και του ανέφεραν την υπόθεσιν. Προσκαλέσας δε ο Πατριάρχης τον Όσιον του είπεν· «Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός δεν είπε του Πέτρου, εάν τον αγαπά να ποιμαίνη τα πρόβατά Του; Λοιπόν, εάν ποθής να γίνης και δια του έργου πραγματικός δούλος Χριστού, καθώς έχεις το όνομα, πρέπον είναι να κυβερνήσης τους αδελφούς σου, δια να σωθούν δια μέσου σού, παρά να σώσης μόνον τον εαυτόν σου». Ταύτα και άλλα πολλά ακούσας ο Όσιος ηναγκάσθη να δεχθή δια να μη γίνη παρήκοος, ο δε αγιώτατος εκείνος Πατριάρχης τον εψήφισεν Αρχιμανδρίτην εις όλα του Λάτρου τα Μοναστήρια· ούτως ετέθη ο λύχνος επί την λυχνίαν, ίνα φωτίζη τους αυτόν πλησιάζοντας. Όλοι λοιπόν οι του όρους του Λάτρου μονάζοντες είχον τους λόγους του ως λόγους Θεού, ό,τι δε ήθελε προστάξει το εφύλαττον ως νόμον Θεού. Δια των ενθέων λοιπόν διδασκαλιών του, των λογικών ναμάτων επότιζε πάντα τόπον ξηρόν και άνυδρον, όστις ανθίζων έδιδε καρπόν επαινετόν. Όμως πάλιν εφθόνησεν ο πολέμιος, βλέπων ότι και εκεί εσώζοντο οι πολεμούντες αυτόν ανδρικώτατα. Όθεν έστειλε και εκεί τους Αγαρηνούς, οίτινες εφόνευσαν από τους εκεί Μοναχούς όσους επρόφθασαν. Ο δε Όσιος μαζί με άλλους αδελφούς έφυγεν εκείθεν, έχων την γνώμην να υπάγη πάλιν εις τα Ιεροσόλυμα. Φθάσαντες δε εις τόπον τινά καλούμενον Στρόβιλον, εύρον Μοναχόν τινά ονομαζόμενον Αρσένιον, ο οποίος είχεν εκεί μεγάλον και λαμπρόν Μοναστήριον, το οποίον απέκτησεν από τους προγόνους του. Το Μοναστήριον τούτο είχεν εις τας νήσους Κω και Λέρον πολλά εισοδήματα, τα οποία ήρχοντο εις αυτό. Όταν λοιπόν ο Ηγούμενος του Μοναστηρίου εκείνου ήκουσε τα συμβάντα και επληροφορήθη τον σκοπόν του Οσίου, τον ημπόδισεν από την οδοιπορίαν του και τον παρεκάλεσε να δεχθή την προστασίαν του Μοναστηρίου, το οποίον, επειδή είχε πολλά εισοδήματα, θα τον έφθαναν να εξοικονομείται με την συνοδείαν του. Όθεν εδέχθη ο Όσιος και του έγραψεν ο Αρσένιος την Μονήν, να είναι εις αυτήν κύριος και εξουσιαστής πάντοτε. Ακολούθως ο μεν Αρσένιος ανεχώρησεν εις τόπον ήσυχον και εκεί ανεπαύθη, ο δε Όσιος Χριστόδουλος έμεινεν εις εκείνο το Μοναστήριον. Βλέπων όμως ο Όσιος ότι το Μοναστήριον εκείνο εταράττετο από τους κοσμικούς, οι οποίοι ήρχοντο συχνάκις και τον εσύγχιζαν, έφυγεν εκείθεν και επήγεν ειςτην Κω. Ευρών δε εκεί τόπον κατάλληλον, έκτισε Μοναστήριον εις το όνομα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έπειτα πάλιν βλέπων τον πολύν λαόν, όστις εσυνάζετο και εκεί, εγνώρισεν ότι δεν ήτο ο τόπος εκείνος δια Μοναχούς σωτήριος και φεύγων από εκεί εζήτει τόπον έρημον και ατάραχον. Μεταβαίνων δε από τόπου εις τόπον, έφθασε και εις την νήσον Πάτμον, και ιδών αυτήν έρημον κατ’ εκείνον τον καιρόν και εστερημένην από πάσαν ανθρωπίνην θεωρίαν και σωματικήν παρηγορίαν, εχάρη η ψυχή του, ωσάν να εύρε θησαυρόν πολύτιμον. Όθεν είπε και αυτός ταύτα μετά του Προφητάνακτος· «Ώδε κατοικήσω, ότι ηρετισάμην αυτήν» (Ψαλμ. 131: 14). Έπανήλθε τότε ο Όσιος εις την Κωνσταντινούπολιν και ανέφερεν εις τον ευσεβέστατον βασιλέα Αλέξιον Α΄ τον Κομνημόν (1081 – 1118) την υπόθεσιν, ειπών εις αυτόν μεταξύ πολλών άλλων και τα εξής· «Βασιλεύ κράτισε, νήσος τις, καλουμένη Πάτμος, είναι έρημος. Εις αυτήν την νήσον έγραψεν ο Θεολόγος Ιωάννης το Ιερόν Ευαγγέλιον. Παρακαλώ λοιπόν την βασιλείαν σου να παραδώσης εις εμέ την νήσον ταύτην δια να κτίσω εκεί Μοναστήριον εις το όνομα του Ευαγγελιστού Ιωάννου». Θαυμάσας ο βασιλεύς τον Όσιον δια τε την επανθούσαν εις αυτόν οσιότητα και δια την συνομιλίαν την οποίαν έκαμαν, διότι και εις την μορφήν ήτο σεβάσμιος και εις τους λόγους πεπαιδευμένος και ωμίλει πάρα πολύ καλά, τον ηυλαβήθη πολύ και του λέγει· «Εις τα μέρη της Δύσεως ευρίσκεται όρος θαυμάσιον καλούμενον Ζαγορά, εις το οποίον είναι πολλά Μοναστήρια και Μοναχοί αναρίθμητοι, αλλ’ οδηγόν πρακτικόν δεν έχουν διανα τους κυβερνά. Όθεν πολλοί κινδυνεύουν από τον νοητόν κλύδωνα της παρούσης ζωής και καταποντίζονται. Μιμήσου λοιπόν τον καλόν Σαμαρείτην, όστις, καθώς λέγει το Ιερόν Ευαγγέλιον, έκαμεν έλεος εις τον πληγωμένον άνθρωπον, τον επεμελήθη, ως εύσπλαγχνος και τον εθεράπευσε και ούτω γενού και συ, Πάτερ, ποιμήν εις εκείνα τα πλανώμενα πρόβατα δια να μη γίνουν θηριάλωτα». Ταύτα και άλλα περισσότερα έλεγε προςτον Όσιον ο βασιλεύς. Ο Όσιος όμως με ταπεινήν λαλιάν απεκρίνατο· «Εγώ, βασιλεύ φιλανθρωπότατε, αγαπώ πολύ την ησυχίαν και την έρημον· δια τούτο δεν επιθυμώ προστασίαν, δια να μη έχω φροντίδα και μέριμναν· όμως επειδή ούτως εφανη της βασιλείας σου, αν ορίζης, να γράψω τον κανόνα και τον τύπον της μοναδικής καταστάσεως, με τον οποίον πρέπει να πολιτεύωνται και τότε, εάν δέχωνται οι Μοναχοί εκείνοι να φυλάττουν τας τάξεις αυστηρώς, κατά τον κανόνα αυτόν, να αναλάβω την προστασίαν των». Επαινέσας δια τούτο ο βασιλεύς τον Όσιον, τον επρόσταξε να γράψη τον τύπον τον οποίον αυτός προέκρινεν ως τον καταλληλότερον. Έγραψε λοιπόν ο Άγιος, ότι ο Μοναχός πρέπει να είναι υπομονητικός εις τους πειρασμούς, είτε από ανθρώπους έλθουν, είτε από δαίμονας· να έχη τελείαν ακτημοσύνην· να μη εξέρχεται συχνά από την κατοικίαν του, διότι, καθώς το οψάριον, όταν εξέλθη από την θάλασσαν και μείνη έξω ώραν πολλήν, αποθνήσκει, ομοίως και ο Μοναχός, όταν φύγη από την κατοικίαν του και αργήση να επιστρέψη εις αυτήν, ζημιώνεται και βλάπτεται πολύ εις την ψυχήν του. Προ πάντων δε πρέπει να είναι ευσεβής και Ορθόδοξος εις όλα τα δόγματα της Εκκλησίας· να είναι εγκρατής, όχι μόνον εις την τροφήν, αλλά και εις τα πάθη, το οποίον είναι το αναγκαιότερον· δηλαδή, να κρατή τους οφθαλμούς του να μη βλέπη πρόσωπα ευειδή· να φυλάττη την γλώσσαν του· να μη λέγη ψυχοβλαβείς λόγους· να διώκη τους ρυπαρούς και αισχρούς και πονηρους λογισμούς της βλασφημίας, της υπερηφανείας και της ασελγείας, διότι από αυτούς κινδυνεύουσι πολύ οι ενάρετοι. Πρέπει δε, όταν έλθη κανείς από τούτους τους λογισμούς εις τον άνθρωπον, να μη τον αφήση να μένη ώραν πολλήν εις τον νουν του, αλλά να μεταβαίνη ταχέως εις την προσευχήν, παρακαλών τον Κύριον με θερμά δάκρυα να εξαφανίση τον πειράζοντα. Εάν δε δεχθή τον κακόν λογισμόν και ευχαριστείται με αυτόν η διάνοιά του, είναι σχεδόν ως να έκαμε και την πράξιν. Δια δε τον κανόνα των μετανοιών ο Όσιος δεν επέβαλε την αυτήν εις όλους ποσότητα, αλλ’ έγραφε· «Επειδή όλοι οι άνθρωποι δεν έχουν ίσην την δύναμιν, ας κάμνουν οι νέοι και δυνατοί τρεις χιλιάδας την ημέραν και άλλας τρεις την νύκτα· οι δε αδυνατώτεροι ολιγωτέρας, καθ’ εις κατά την δύναμίν του και την αγαθήν του προαίρεσιν. Μόνον ας προσέχη ακριβώς εκείνος ο οποίος προσεύχεται, ή πολλάς μετανοίας κάμνει ή ολίγας, να τας κάμνη με ευλάβειαν και κατάνυξιν και να μη αφήνη τον λογισμόν του την ώραν εκείνην να στρέφεται εις βιοτικά πράγματα, ούτε εις πάθη του σώματος, διότι όσας μετανοίας και αν κάμνη, ούτω δεν ωφελείται. Όταν ο προσευχόμενος ίσταται με φόβον πολύν, δεν έρχονται ούτοι οι λογισμοί. Εάν δε προσεύχεται καθώς πρέπει, έχει μισθόν περισσότερον, έστω και αν κάμνη μετανοίας μίαν μόνην ώραν και όχι εξ ώρας χωρίς φυλακήν του νοός. Εάν δε τύχη να σκανδαλισθή τις με τον αδελφόν του, να κάμνη διαλλαγήν προτού να βασιλεύση ο ήλιος και εάν αμαρτήση, να εξομολογήται το συντομώτερον την αμαρτίαν του εις τον Πνευματικόν, ίνα λάβη συγχώρησιν». Ταύτα και άλλα ψυχωφελή παραγγέλματα αφού έγραψεν ο Όσιος, τα έδωκεν εις τον βασιλέα και εις όλην την Σύγκλητον. Ούτοι δε τα επήνεσαν λέγοντες, ότι ήσαν άξια και θεία προστάγματα. Αλλά καθώς εις τους πάσχοντας από ίκτερον, το μέλι φαίνεται πολύ άνοστον, ομοίως και εις τους Μοναχούς εκείνους εφάνησαν πικρά και δύσκολα τα διατάγματα του Οσίου. Δεν έστερξαν λοιπόν να γίνη ποιμήν αυτών, διότι τους παλαιούς ασκούς με οίνον νέον δεν γεμίζουσι. Τότε ο Άγιος εχάρη, διότι ελυτρώθη από τοιούτον βάρος και εζήτησε πάλιν από τον βασιλέα την Πάτμον, ως ανωτέρω είπομεν. Του έκαμε λοιπόν ο βασιλεύς χρυσόβουλλον, να είναι η νήσος εις την εξουσίαν του, πανελευθέρα και να μη πληρώνη ποτέ κανένα βασιλικόν φόρον. Όχι δε μόνον τοιαύτην ευεργεσίαν του έκαμεν ο ευσεβέστατος εκείνος βασιλεύς, αλλά και μυρίας χάριτας, Ακόμη δε διέταξε να του δίδουν τόσον σίτον κατ’ έτος, όσον χρειάζονται οι Μοναχοί δια την κυβέρνησίν των, ώστε να μη μεριμνώσι δια τας ανάγκας του σώματος, αλλά να παρακαλούν τον Κύριον δια την ψυχήν του. Ευχαριστήσας ο Όσιος τον βασιλέα, έλαβε το χρυσόβουλλον και χρήματα και εργάτας δια να οικοδομήση το Μοναστήριον και εις ολίγας ημέρας έφθασεν εις την Πάτμον. Εις την νήσονταύτην ο Όσιος συνέτριψε πρώτον εν είδωλον της Αρτέμιδος, το οποίον ευρίσκετο εκεί και αμέσως οικοδομεί τον Ναόν εις το όνομα του ηγαπημένου μαθητού του Χριστού, Ιωάννου του Θεολόγου. Εκείνοι δε όπου έκτιζαν και υπηρέτουν, βλέποντες την δυσκολίαν του τόπου και την πολλήν κακοπάθειαν, εβαρύνοντο και διελογίζοντο κατά νουν να αναχωρήσουν. Αλλ’ ο Όσιος, προγνωρίσας τους διαλογισμούς των, τους προείπεν, ότι δεν θα έχουν άλλην δυσκολίαν εις το εξής, αλλά με ευκολίαν θα τελειώσουν τούτο το θεάρεστον έργον, το οποίον θέλει γίνει ιατρείον πολλών ψυχών. Διότι εκεί θα συναχθούν πολλοί, βαρυφορτωμένοι από αμαρτίας, θα εύρουν συγχώρησιν και θα αυξηθή το Μοναστήριον ως δένδρον πολύκαρπον. Ταύτα λέγων ο Όσιος ανεσήκωνε μόνος, αν και ήτο γέρων, τας μεγάλας πέτρας και την άσβεστον, ως εργάτης, πολλάς δε άλλας βαρείας υπηρεσίας έκαμνεν ο αείμνηστος, με προθυμίαν πολλήν. Βλέποντες λοιπόν αυτόν οι εργαζόμενοι, αόκνως εργαζόμενον, έκαμναν και εκείνοι την υπηρεσίαν αγογγύστως. Αλλ’ εκείνοι έτρωγαν άρτον και φαγητόν όσον ήθελον, ο δε Όσιος υπηρέτει όλην την ημέραν νήστις και δεν έτρωγε πριν να δύση ο ήλιος, το δε εσπέρας έτρωγεν ολίγον παξιμάδι με νερόν, ή άγρια χόρτα και αυτά ολίγα και ωμά. Ούτε την νύκτα εκοιμάτο, δια να αναπαυθή από τον άμετρον κόπον, αλλά προσηύχετο έως την αυγήν και τότε εκοιμάτο ολίγον, δια να μη εξασθενήση ο νους του από την πολλήν αγρυπνίαν και ασθενήση. Όταν δε εξημέρωνεν ειργάζετο έως ότου συνεπληρώθη το έργον με την θείαν βοήθειαν, η οποία όλα τα εμπόδια εξωμάλυνε και ηφάνισε τα σκάνδαλα. Έφθασε λοιπόν η φήμη του Αγίου πανταχού και ήρχοντο οι άνθρωποι από διαφόρους τόπους δια να βλέπουν τον Άγιον και να προσκυνούν το Μοναστήριον. Μίαν δε φοράν έγινε πείνα μεγάλη εις όλας τας νήσους, αι οποίαι ήσαν πλησίον εις την Πάτμον· από ταύτας δε συνήχθησαν πολλοί, εκεί εις το Μοναστήριον, δια να παρακαλέσουν τον Όσιον να κάμη προς Κύριον δέησιν, δια να τους στείλη βοήθειαν. Τούτους παρηγορήσας ο Όσιος, επρόσταξε τον κελλάρην να βάλη τράπεζαν, να τους φιλεύση από ό,τι ευρίσκετο. Ο δε κελλάρης απεκρίθη· «Ημείς δεν έχομεν τι να φάγωμεν· πως να φιλεύσωμεν τόσους ανθρώπους; Τι να φέρω εις την τράπεζαν»; Ο Άγιος τότε του λέγει· «Δεν γνωρίζεις την παντοδύναμον χείρα του Θεού, πως έθρεψε με πέντε άρτους λαόν αναρίθμητον; Τα πετεινά του ουρανού τα τρέφει πλουσίως ο εύσπλαγχνος και ημάς φοβείσαι μήπως αφήση να πεινάσωμεν, ολιγόπιστε; Φέρε με πίστιν εκείνα τα ολίγα φαγητά όπου έχεις, να ίδης πως τα αυξάνει ο Κύριος». Ούτω λοιπόν ο κελλάρης έκαμεν υπακοήν και ο Δεσπότης Χριστός τα ηυλόγησεν άνωθεν δια να δοξάση τον δούλον του. Και, ω του θαύματος! εχόρτασαν όλοι και έμειναν εις την τράπεζαν εκατονταπλασίως περισσότερα από όσα εναπετέθησαν πρότερον εις την τράπεζαν. Τότε ο κελλάρης, ιδών τοιούτον θαύμα, έφριξε και προσκυνήσας τον Άγιον εζήτει συγχώρησιν και ουδέποτε πλέον είχεν αμφιβολίαν, αλλ’ όσα τον επρόσταζεν, έκαμνε, χωρίς κανένα δισταγμόν. Έμεινε λοιπόν ο Όσιος πέντε χρόνους εις την Πάτμον ατάραχος, με πολλήν ησυχίαν και ενουθέτει τους Μοναχούς του πως να πορεύωνται την πολιτείαν των. Βλέπων δε ότι ηύξανεν η Μονή με τα δωρήματα των Χριστιανών, ηυχαρίστει τον Κύριον, διότι εμερίμνα δι’ αυτούς. Αλλά πάλιν εφθόνησεν ο μισόκαλος την ειρήνην του Αγίου και εξήγειρε τους βαρβάρους, οίτινες ελεηλάτουν όλας τας νήσους. Διότι τον καιρόν εκείνον εσηκώθη από την Δύσιν άρχων τις με στράτευμα πολύ και πολεμήσας το Δυρράχιον το κατέλαβεν, έφθασε δε και έως την Θεσσαλονίκην λεηλατών. Τούτο ως έμαθεν ο βασιλεύς Αλέξιος εκινήθη εναντίον του· όθεν, ευρίσκοντες άδειαν οι βάρβαροι, εκυρίευσαν όλην την Ανατολήν, έπειτα δε εστράφησαν και κατά των νήσων. Ταύτα μαθών ο Όσιος και σκεπτόμενος μήπως έλθουν και εις την Πάτμον οι βάρβαροι, εσύναξε τους Μοναχούς και διδάξας αυτούς, τους παρηγόρησε να μη φοβώνται τας θλίψεις όπου θα τους έλθουν, αλλά να έχουν την ελπίδα των εις τον Θεόν, διότι θέλει τους βοηθήσει ως παντοδύναμος. Ταύτα αφού είπε και άλλα περισσότερα, τους επρόσταξε να τον ακολουθήσουν προκειμένου να μεταβούν εις άλλον τόπον ήσυχον δίδοντες τόπον εις την οργήν. Όταν λοιπόν επρόκειτο να φύγουν, είπεν ο Όσιος να δώσουν εις τους πτωχούς δι’ ελεημοσύνην το σιτάρι όπου είχον συναγμένον δια το Μοναστήριον, αλλ’ οι Μοναχοί δεν ήθελαν, διότι είχον την γνώμην να το πάρουν μεθ’ εαυτών όπου υπάγουν, δια να κυβερνηθούν. Ιδών λοιπόν ο Άγιος ότι ελυπούντο να το δώσουν, τους είπεν· «Έπρεπε να έχετε τας ελπίδας σας εις τον Θεόν ο οποίος τρέφει τα σύμπαντα· αλλ’ επειδή είσθε ολιγόπιστοι, ας το δώσωμεν δανεικόν εις τους κοσμικούς, οίτινες θα μείνουν εδώ και ο Θεός θα σας το ανταποδώση εις ώραν κατάλληλον και ανάγκην μεγαλυτέραν και αν δεν επαληθεύσουν οι λόγοι μου, εγώ μένω εγγυητής να σας το πληρώσω». Τότε εδέχθησαν οι Μοναχοί και δώσαντες το σιτάρι έπλευσαν εις την Εύριπον, όπου ήτο τόπος ασφαλής και ακίνδυνος. Τον καιρόν εκείνον εκυβέρνα τα Δυτικά μέρη εις άρχων καταγόμενος από γένος λαμπρόν και ένδοξον, ονομαζόμενος Ευμείθιος, ο οποίος ήτο πνευματικόν τέκνον του Αγίου. Ούτος ακούσας, ότι ο Όσιος ευρίσκεται εις την Εύριπον, εχάρη πολύ και του έστειλεν εν πλοίον φορτωμένον σιτάρι, δια να κυβερνηθή με τους Μοναχούς του. Ιδόντες δε αυτό οι Μοναχοί εθαύμασαν δια την προφητείαν του Οσίου, και πίπτοντες εις τους πόδας του εζήτουν συγχώρησιν δια το σιτάρι, δια το οποίον ηγανάκτησαν πρότερον, επειδή το έδωκεν εις ελεημοσύνην. Διεδόθη λοιπόν η φήμη του Αγίου και εις εκείνα τα μέρη, διότι η αρετή του έλαμπεν ως άλλος ήλιος, άρχων δε τις πλούσιος του εχάρισεν οικίας μεγάλας και θαυμαστάς, τας οποίας ο Όσιος έκαμε Μοναστήριον, όπου ετέλει πολλά και θαυμάσια έργα και ηγωνίζετο μεγαλυτέρους των προτέρων αγώνας, ώστε να υποτάξη όλως διόλου την σάρκα εις τα θελήματα της ψυχής. Αφ’ ου δε έκαμεν ολίγον καιρόν εκεί εις την Εύριπον, εμελέτα να επιστρέψη πάλιν εις την Πάτμον, δια την ησυχίαν και διότι προέβλεπε με τους νοητούς οφθαλμούς, ότι έμελλον να καταπαύσουν οι πειρασμοί των Αγαρηνών και να αυξήση η ποίμνη του. Είπε λοιπόν την σκέψιν ταύτην εις τους Μοναχούς, αλλ’ εκείνοι δεν ήθελον. Αλλά δια να εννοήσετε την πραότητα και την αμνησικακίαν του Οσίου, ακούσατε τούτο το θαυμάσιον, το οποίον έκαμεν εις Μοναχόν τινά, όστις τον ύβρισεν, ο αναίσχυντος. Ούτος ήτο εις από τους Μοναχούς, αγροίκος πολύ και κακόγνωμος, όστις, μη υπομένων την μοναδικήν αυστηρότητα, ανεχώρησεν από την συνοδίαν της Αδελφότητος, ως ο δόλιος Ιούδας από τους Αποστόλους. Δεν έφθανε δε τούτο, αλλά ύβρισε και τον Όσιον ο ταλαίπωρος, λέγων λόγους απρεπείς, τους οποίους υπέμεινεν ο Άγιος, ως ταπεινός, ατάραχος και με πραότητα. Όμως ο Θεός, ως Δίκαιος Κριτής, τον επαίδευσε δικαίως και εισελθών εντός αυτού πονηρόν δαιμόνιον τον έπνιγεν. Αλλ’ ο αμνησίκακος δούλος του Χριστού, ως Αυτού μιμητής, ευθύς ως έμαθε τούτο, έδραμεν εις τον υβριστήν, ως πατήρ φιλόστοργος, βαστάζων το Ιερόν Ευαγγέλιον, το οποίον αφού ανέγνωσεν επάνω αυτού, ω του θαύματος! έφυγεν ευθύς το δαιμόνιον. Τότε ο ιαθείς έβαλε μετάνοιαν εις τον Όσιον και επέστρεψε πάλιν εις την μάνδραν, εξ ης ως πλανηθέν πρόβατον είχεν αναχωρήσει. Μετ’ ολίγας ημέρας προγνωρίσας, θεία Χάριτι, ο Άγιος την τελευτήν του προσεκάλεσε μαθητήν του τινά, εναρετώτερον από τους άλλους, Σάββαν ονόματι, και του λέγει· «Τέκνον μου, λάβε όλα τα βιβλία μας και ύπαγε εις την Πάτμον, εις τον Ναόν του Θεολόγου, διότι πολύ εκοπίασα δι’ αυτά και να με περιμένης εκεί, διότι το τέλος μου έφθασεν! Αγόρασε δε και βόδια δια να οργώνης τα χωράφια, ώστε να εύρουν την τροφήν των, όταν έλθουν, οι άλλοι αδελφοί μας». Ταύτα δε είπεν ο σοφός Χριστόδουλος, διότι εσκέπτετο, μήπως όταν αυτός τελευτήση, διασκορπισθούν οι Μοναχοί του και μείνη το Μοναστήριον έρημον. Προέπεμψε λοιπόν εκεί τον μακάριον Σάββαν, ίνα μείνη Ηγούμενος και στερεωθή η Μονή, ως και πράγματι εγένετο. Ο δε Όσιος, αφ’ ου μετέβη εις την Πάτμον ο Σάββας, έζησεν ακόμη ένδεκα μήνας. Όταν ήλθεν η πρώτη εβδομάς της μεγάλης Τεσσαρακοστής, γνωρίσας ότι επλησίασε το τέλος της ζωής του, εκλείσθη εις το κελλίον του και έμεινε μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος. Κατά δε την δευτέραν εβδομάδα της Αγίας Τεσσαρακοστής ήνοιξε την θύραν και προσκαλέσας τους αδελφούς είπε προς αυτούς· «Ο καιρός της τελευτής μου έφθασε και μεταβαίνω εκεί όπου απολαμβάνει ο καθείς κατά τα έργα του. Σας δε, τους οποίους εγέννησα πνευματικώς και ανέθρεψα, σας παρέδωκα εις τον Θεόν, τον Πατέρα των ορφανών και αυτός όστις είναι ευσπλαγχνικώτερος πάντων θέλει σας σκέπει και σας φυλάττει,εάν φυλάξητε ακριβώς τα σωτήριά Του προστάγματα και προ πάντων την αδελφικήν αγάπην και ομόνοιαν, διότι δι’ αυτών γίνεσθε όμοιοι τω Δεσπότη και δούλοι ευγνώμονες. Στολισθήτε δε και με την ταπεινοφροσύνην και την πραότητα, διότι αυτός όπου δεν έχει τας δύο αυτάς αρετάς κολάζεται, έστω και αν έχη άλλας υψηλάς αρετάς. Δεύτερον, πρέπει να περιπατήσετε την στενήν και τεθλιμμένην οδόν, όπου σας φέρει εις ζωήν αιώνιον και να μισήσετε τα θελήματα της σαρκός, δια να μη υπάγετε εις απώλειαν. Δια τούτο έχετε πάντοτε κατά νουν του κόσμου το άστατον και αβέβαιον και ότι όλα τα πρόσκαιρα αφανίζονται. Λοιπόν, τέκνα μου αγαπητά, αυνέχισε λέγων ο Άγιος, μη θησαυρίζετε εδώ φθαρτά πράγματα, αλλά στείλετε αυτά εκεί, όπου δεν τα τρώγει η σκωρία και η σήψις, ως είπεν ο Κύριος (Ματθ. στ:19), ούτε τα κλέπτουν οι λησταί, αλλά μένουν εις τον αιώνα και τα απολαμβάνετε πάντοτε. Μη επιθυμήσετε ωραία Μοναστήρια και περιβόητα και πόλεις ωραίας και πλουσίας, ίνα κατοικήσετε, δια την λαμπρότητα των κτισμάτων, αλλά ευχαριστηθήτε εις το ερημονήσι της Πάτμου, όπου τοσούτον εκοπιάσαμεν· διότι εκεί έχετε την δυνατότητα, προσευχόμενοι να συνομιλήτε με τον Θεόν, όπερ δεν ημπορείτε να κατορθώσετε εκεί όπου είναι ταραχή και σύγχυσις. Επιστρέψατε λοιπόν εις την πνευματικήν σας μάνδραν, διότι η ταραχή των Αγαρηνών έπαυσε και δεν έχετε πλέον ενόχλησιν· πάρετε δε και το ταπεινόν μου Λείψανον, να το έχετε μικράν παρηγορίαν, και εάν επιτύχω ολίγην παρρησίαν προς τον Κύριον, θέλει αυξηθή η Μονή, ώστε να ακουσθή η φήμη της εις όλην την οικουμένην». Ταύτα ειπών ο Όσιος και ποιήσας ευχήν ευλόγησεν αυτούς και ούτω παρέδωκε την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού, τη ιστ΄ (16) του μηνός Μαρτίου. Οι δε μαθηταί αυτού εκήδευσαν το άγιον αυτού Λείψανον και εις ολίγον καιρόν έμαθον, ότι έπαυσεν ο διωγμός των Αγαρηνών, κατά την προφητείαν του Αγίου, και ότι όλοι κατεποντίσθησαν με την βοήθειαν του Θεού και την επιμέλειαν του ευσεβούς βασιλέως. Τότε, ενθυμούμενοι οι Μοναχοί την παραγγελίαν του Αγίου, ητοιμάζοντο να πάρουν το άγιον αυτού Λείψανον και να φύγουν. Προσελθόντες λοιπόν εις τον άρχοντα εκείνον, όπου προείπομεν ότι έδωκε τας οικοδομάς εις τον Άγιον, του ανήγγειλαν το πρόσταγμα του Οσίου· αλλά αυτός δεν εδέχετο, λέγων· «Δεν δίδομεν με το θέλημά μας τον θησαυρόν όπου ο Θεός μάς εχάρισε, δια την άμετρον ευσπλαγχνίαν Του». Όθεν, τότε μεν έφυγαν οι Μοναχοί άπρακτοι, ελθόντες δε εις την Πάτμον έμειναν ειςτο Μοναστήριον. Μετά δε ένα χρόνον, ναυλώσαντες πλοίον έπλευσαν εις την Εύριπον και νύκτα τινά επήραν κρυφίως το Λείψανον του Αγίου δια να μη παρακούσουν εις το πρόσταγμά του οι καλοί μαθηταί του διδασκάλου των. Όταν δε ήλθον εις το πλοίον και απέπλεον, εφύσησεν από την πρύμνην τόσον ευνοϊκός άνεμος, ώστε σχεδόν επέτα το πλοίον ως αετός και έπλεον χαίροντες. Όταν οι άνθρωποι της Ευρίπου έμαθον το συμβάν, έδραμον ωπλισμένοι και πολύ εκοπίασαν, δια να προλάβουν τους Μοναχούς, αλλά δεν ηδυνήθησαν. Όθεν αυτοί μεν επέστρεψαν οδυρόμενοι δια την στέρησιν και ορφάνευσιν από τοιούτον θησαυρόν, οι δε Μοναχοί έφθασαν εις την Πάτμον με ψαλμωδίας αγαλλόμενοι και απέθεσαν ειςτα δεξιά μέρη της Εκκλησίας το πάντιμον Λείψανον του Αγίου. Έκτισαν δε αργότερον και μικράν Εκκλησίαν εις τιμήν του Αγίου, εις αυτήν δε ευρίσκεται μέχρι της σήμερον το άγιον Λείψανον και κάμνει άπειρα θαύματα εις τους προστρέχοντας εις αυτό μετά πίστεως, αισθάνονται δε ευωδίαν θαυμασίαν και λυτρούνται από πάσαν ασθένειαν. Ας αναφέρωμεν όμως και τινά θαύματα του Αγίου. Πλοίον ήλθε ποτέ εις λιμένα της Πάτμου, εξελθόντες δε αυτού οι ναύται επήραν από τα πρόβατα του Μοναστηρίου. Την νύκτα όμως φαίνεται ο Άγιος εις τον πλοίαρχον και του λέγει· «Έγειραι ταχέως και πλήρωσε τα πρόβατα, τα οποία επήρατε αδίκως από την ποίμνην μου· ει δε μη, χάνεις την ζωήν σου και το πλοίον σου». Το πρωϊ ηγέρθη ο πλοίαρχος όλος έντρομος και ανελθών εις το Μοναστήριον επλήρωσε τετραπλασίως το άδικον, ζητών από τον Άγιον συγχώρησιν. Από τότε ηκούσθη η φήμη εις όλα τα μέρη και ουδείς ετόλμα πλέον να ζημιώση το Μοναστήριον, αλλά μάλιστα προσέφερε και δώρα διάφορα και αφιερώματα. Ακούσατε τώρα και άλλο θαυμασιώτερον, δια να γνωρίσετε πόσην παρρησίαν έχει προς τον Κύριον ο Άγιος. Ο βασιλεύς της Σικελίας έστειλε ποτε στόλον πολεμικόν εις την Κύπρον, δια τινα ταραχήν και πόλεμον όπου είχον, και παρήγγειλεν εις τον αρχηγόν του στόλου, Μεγαρίτην ονόματι, και εις τον μεγάλον Δούκα, να του φέρουν εκεί το Λείψανον του Αγίου Χριστοδούλου, εξ αποφάσεως. Όταν λοιπόν επέστρεφον από την Κύπρον, ηγκυροβόλησαν εις την Πάτμον τη ια΄ (11) του Οκτωβρίου και εξελθόντες από τα πλοία εμήνυσαν οι άρχοντες εις το Μοναστήριον να τους στείλουν ζώα, δια να ανέβουν εις το Μοναστήριον να προσκυνήσουν τον Άγιον· οι δε Μοναχοί υπήκουσαν. Ο Μεγαρίτης λοιπόν, ο Δουξ και οι λοιποί άρχοντες ανέβησαν έφιπποι από την κανονικήν οδόν, εις τους στρατιώτας όμως παρήγγειλαν να έλθουν κατόπιν από άλλην οδόν και να κρατούν όπλα. Μη γνωρίζων δε ταύτα ο Ηγούμενος, εξελθών, προϋπήντησε τους άρχοντας, αυτοί δε εισήλθον εις το Μοναστήριον με τους ιερείς των και προσκυνήσαντες έψαλαν τον Εσπερινόν γονυπετείς, κατά την τάξιν των. Αφού λοιπόν έφθασεν όλον το πλήθος των ανθρώπων, ωπλισμένον, είπεν ο αρχηγός προς τον Ηγούμενον· «Ο βασιλεύς μάς απέστειλε με την εντολήν να μας δώσετε το ιερόν Λείψανον του Αγίου, διότι το έχει εις μεγάλην ευλάβειαν, όσα δε αργύρια ζητήσετε, να σας δώσωμεν και να σας είπωμεν ότι και άλλας πολλάς ευεργεσίας θέλει σας κάμει εις ό,τι χρειάζεσθε. Εάν όμως δεν συγκατατεθήτε να μας το δώσητε με την θέλησίν σας, έχομεν εντολήν να το πάρωμεν δια της βίας. Κάμετε λοιπόν ως φρόνιμοι, εκείνο το οποίον σας συμφέρει». Ταύτα ακούσαντες οι Μοναχοί, όλοι από κοινού, μετά δακρύων απεκρίθησαν μεγαλοφώνως· «Προτιμώμεν να παραδώσωμεν την ζωήν μας εις τον θάνατον, παρά να δώσωμεν τον Πατέρα και προστάτην μας. Διότι εάν αυτός λείψη, ερημώνεται το Μοναστήριον· μόνον μη αργοπορήτε, αλλά θανατώσατε πρώτον όλους ημάς, δια να μη ίδωμεν τοιαύτην ζημίαν και τότε κάμετε ό,τι θέλετε. Αλλοίμονον εις ημάς τους ταλαιπώρους, κατά ποίον τρόπον θέλουν να μας πάρουν τον προμηθέα και κυβερνήτην μας, τον Πατέρα μας και διδάσκαλον! Φρίξον ήλιε! Στέναξον η γη! Και ζήτησον από τον δίκαιον Κριτήν εκδίκησιν εις την αδικίαν ταύτην όπου θέλουν να μας κάμουν». Αυτά και άλλα τοιαύτα έλεγον οι πτωχοί Πατέρες· όμως εκείνοι δεν τα ελάμβανον ουδόλως υπ’ όψιν, αλλά βιαίως έθραυσαν το μάρμαρον και αφού εξήγαγον την θήκην, ήτις περιέκλειε το ιερόν του Αγίου Λείψανον, την εσήκωσαν οι ιερείς των και οι άρχοντες και κατήλθον μετά σπουδής εις τα πλοία, οι δε Μοναχοί έμειναν κλαίοντες. Τότε ο Ηγούμενος τους παρηγόρησε λέγων· «Παύσατε, αδελφοί, τα δάκρυα· ας κάμωμεν προς τον Δεσπότην παράκλησιν και ελπίζω να δείξη εις τους άρπαγας σημείον». Ούτω προσηύχοντο με θερμότατα δάκρυα. Ο δε Παντοδύναμος Θεός, εισακούσας αυτούς, τόσην χάλαζαν έρριψεν εις την θάλασσαν και τόσον δυνατός άνεμος εσηκώθη, ώστε εκινδύνευσαν να καταποντισθούν όλα τα πλοία. Εκόπησαν τα σχοινία, τα κωπία συνετρίβησαν και άλλο μεν πλοίον έπεσεν εις την άμμον, άλλο δε εις τους βράχους, ενώ άλλα επέπιπτον το εν επάνω εις το άλλο και συνετρίβοντο. Τότε εννοήσαντες οι άρχοντες την αιτίαν του τοσούτου κακού έστειλαν μήνυμα εις τους Μοναχούς να έλθουν, ίνα παραλάβουν το άγιον Λείψανον. Οι Μοναχοί τότε κατήλθον μετά χαράς εις τον αιγιαλόν και ανασηκώσαντες πάλιν οι ιερείς των το άγιον Λείψανον με πολύν φόβον και ευλάβειαν, έφεραν αυτό εις το Μοναστήριον ακολουθούντων όλων των άλλων, οίτινες έψαλλον, δοξάζοντες τον Κύριον. Φθάσαντες δε εις το Μοναστήριον, μόλις απέθεσαν το άγιον Λείψανον εις τον τόπον του, έπαυσεν ο άνεμος και έγινε γαλήνη θαυμασία, κατά δε την νύκτα έφυγαν τα πλοία και επήγαν εις την Μύκονον. Εις δε από τους στρατιώτας πλοίου τινός, το οποίον ωνόμαζαν Ούρκα, επήρε μέρος από το ράσον του Αγίου δι’ ευλάβειαν. Ο δε Θεός έδειξεν εκ τούτου θαύμα μέγα, δια να γνωρίσουν πόσην παρρησίαν έχει προς Αυτόν ο δούλος Του. Καθώς ήσαν αγκυροβολημένοι εις την Μύκονον και εκοιμώντο εις τον λιμένα, εκόπησαν τα σχοινία και έφυγε το πλοίον μόνον πλέον ολοταχώς, όταν δε έφθασε μεταξύ Ικαρίας και Σάμου, ω του θαύματος! εσταμάτησεν ωσάν να ήτο αραγμένον και ριζωμένον και δεν εκινείτο ουδόλως. Την πρωϊαν, όταν εξύπνησαν οι άνθρωποι, εθαύμαζον και είχον φόβον μέγαν, μήπως απολεσθούν ή συντριβούν εις τους βράχους. Μετά από ικανήν ώραν έφθασαν εξ πλοία ιδικά των, τα οποία περιήρχοντο τας νήσους, δια να τας υποτάξουν εις την Σικελίαν. Πλησιάσαντες τότε εκείνοι εις το πλοίον, τους διηγήθησαν τα θαυμάσια, ο δε αρχηγός του στόλου επρόσταξε να δέσουν το πλοίον, την Ούρκαν, ίνα σύροντες αυτό πλεύσουν προς την Πάτμον. Φθάσαντες δε εκεί επέστρεψαν το ράσον του Αγίου, του προσέφεραν δε και το πλοίον, έξ άλογα και άλλα πολλά δώρα. Επροσκύνησαν δε ευλαβώς τον Άγιον όλοι οι άνθρωποι του πλοίου. Μετά ταύτα επανήλθον εις τα πλοία των, και ακολούθως ηνώθησαν μετά του λοιπού στόλου των, διηγούμενοι πανταχού τα τοιαύτα θαυμάσια. Ακούσατε και άλλο. Κατά το έτος ασιη΄ (1218) από Χριστού γεννήσεως, εν μηνί Σεπτεμβρίω, διήλθεν από την Πάτμον ο βασιλεύς της Πορτογαλίας, όστις ήρχετο από τα Ιεροσόλυμα και εξελθών από τα πλοία ανέβη να προσκυνήση τον Άγιον, διότι ήκουσεν από πολλούς τα θαύματά του. Αφού δε έκαμε την προσευχήν του, έδωσεν εις τον Ηγούμενον ως δώρον ένα δίσκον αργυρούν, με τριάκοντα φλωρία και τον παρεκάλεσε να του δώση μικρόν μέρος από το ιερόν Λείψανον του Αγίου, εκείνος δε να του δώση όσον χρυσίον χρειάζεται. Οι Μοναχοί τότε επέστρεψαν και το δώρον το οποίον τους έδωσε λέγοντες, ότι εάν τους έδιδε και όλα τα πλούτη του ακόμη, δεν θα ετόλμων να κόψουν ουδέ ελάχιστον μέρος από του Αγίου το Λείψανον. Όταν λοιπόν ο βασιλεύς εκείνος είδεν ότι δεν ήτο δυνατόν να επιτύχη αυτό, το οποίον επεθύμει, δια χρημάτων, εμελέτησε να το πάρη με πανουργίαν. Κατελθών λοιπόν εις τον αιγιαλόν, έστειλε την συνοδείαν του να προσκυνήσουν δήθεν τον Άγιον από ευλάβειαν και παρήγγειλεν εις δούλον τινά να υποκριθή ότι ασπάζεται το άγιον Λείψανον και την στιγμήν εκείνην να δαγκάση με τους οδόντας του κρυφά από τους Μοναχούς ένα δάκτυλον και να τον πάρη. Ο δούλος έκαμε καθώς τον επρόσταξεν ο αυθέντης του, επιστρέψας δε χαίρων εις τα πλοία, έδωκεν εις τον βασιλέα τον αντίχειρα της δεξιάς χειρός του Αγίου. Αλλά η θεία Δίκη ετιμώρησε την αδικίαν, δια να αναγκασθή ο άδικος να επιστρέψη το κλοπιμαίον τίμιον μέλος. Την δευτέραν φυλακήν της νυκτός έγινε τόση ταραχή εξ αιτίας σφοδρού ανέμου, ώστε παρ’ ολίγον να κατεποντίζοντο τα πλοία. Ιδών δε ο βασιλεύς το εξαφνικόν και βέβαιον κίνδυνον, ηννόησε την αιτίαν του πράγματος και παρευθύς έδωκε τον δάκτυλον εις τον δούλον όστις τον έκλεψε, δια να τον επιστρέψη αμέσως εις την θέσιν του και να ομολογήση παρρησία την αμαρτίαν του, ζητών παρά του Αγίου συγχώρησιν, διότι το έκαμεν από ευλάβειαν. Έστειλε δε και άλλους μετ’ αυτού. Ενώ δε ανέβαινον εις το Μοναστήριον, ήρχισε να ησυχάζη η θάλασσα· και την στιγμήν κατά την οποίαν απέθεσεν εις την θέσιν του τον σεπτόν δάκτυλον, έπαυσεν, ω του θαύματος! εντελώς η τρικυμία και ηπλώθη γαλήνη εις τον λιμένα εκείνον. Ταύτα τα ολίγα θαύματα του Αγίου έγραψα ως παράδειγμα των πολλών άλλων θαυμάτων του, δια να εννοήση καθείς πόσην παρρησίαν έχει προς τον Χριστόν ο θείος Χριστόδουλος. Τα δε άλλα θαύματα αφήνω, ως αναρίθμητα, επειδή από αυτά που διηγήθημεν ημπορεί καθείς να εννοήση και τα παραλειπόμενα. Μόνον άλλο εν να διηγηθώ και θα παύσω την διήγησιν, διότι αμαρτία είναι να μένη κεκρυμμένον τοιούτον εξαίσιον μεγαλούργημα, όπου έως την σήμερον φαίνεται. Μετά την οικοδομήν του Μοναστηρίου εζήτει ο Άγιος εις το εν και εις το άλλο μέρος της Πάτμου, ίνα εύρη ύδωρ τρεχούμενον δια να κάμουν οι αδελφοί κήπον, δι’ ολίγην των παρηγορίαν, επειδή ο τόπος ήτο άνυδρος. Ευρών δε εις το δυτικόν μέρος της Μονής δάσος τι πλησίον εις την θάλασσαν, είπε προς τους Μοναχούς, οίτινες τον συνώδευον: «Ο τόπος ούτος, αδελφοί, είναι κατάλληλος δια κήπον και το γνωρίζετε ότι εδώ θέλει φανή πηγή θαυμασία και θα φυτεύσωμεν δένδρα διάφορα, δια να έχετε μικράν παρηγορίαν ως άνθρωποι». Τότε εις μαθητής του Οσίου, Καππαδόκης το γένος, αντέλεγεν εις τον λόγον του Οσίου, ως ανευλαβής και αναίσχυντος, ειπών με αυθάδειαν· «Έως πότε θα μας βασανίζης εις τας σκληράς πέτρας και τα βάραθρα, υποσχόμενος εις ημάς πράγματα κενά και απίστευτα»; Τότε ο Άγιος ενεπλήσθηθείου ζήλου, ο αοίδιμος, και ρίπτων εις την γην το κάλυμμα της κεφαλής του, έκαμε τρεις μετανοίας με τα γόνατα και είπε τούτους τους λόγους· «Ναι, τη αληθεία, εδώ να γίνη ευθαλής και εύκαρπος παράδεισος, με ανάβλυσιν υδάτων»! Και, ω του εξαισίου μεγαλουργήματος! Ευθύς ανέβλυσεν ύδωρ γλυκύτατον με αυτάρκειαν, όπως φαίνεται έως σήμερον, εις δόξαν Χριστού του ποιούντος θαύματα δια των Αγίων Αυτού· Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω Ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΖ΄ (17η) Μαρτίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΑΛΕΞΙΟΥ του ανθρώπου του Θεού.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΖ΄ (17η) Μαρτίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΑΛΕΞΙΟΥ του ανθρώπου του Θεού.

Αλέξιος ο του Θεού άνθρωπος και πιστότατος θεράπων ήτο από την μεγαλόδοξον Ρώμην, εκ της οποίας ως άνθος πανευώδες και μυρίπνοον αναβλαστήσαν την οικουμένην κατεμύρισε με την ισάγγελον ζωήν και πολιτείαν αυτού, την οποίαν μετά πολλής της προσοχής ακούσατε, ίνα μεγάλην την ωφέλειαν και την ευφροσύνην απολαύσητε και μάλιστα κατά τας ημέρας ταύτας της αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής, κατά τας οποίας ιδιαιτέρως οφείλομεν να σχολάζωμεν εις την νηστείαν, την αγρυπνίαν, την προσευχήν και την μελέτην των κατορθωμάτων των Αγίων, εξ ης και ημείς εις την κατά το δυνατόν μίμησιν αυτών παρακινούμεθα. Διότι ιδού έφθασεν ο καιρός της εγκρατείας, αγαπητοί. Το στάδιον ηνεώχθη. Ο αγωνοθέτης και Βασιλεύς Χριστός ίσταται άνωθεν βλέπων την προθυμίαν των αθλητών. Οι Άγιοι Άγγελοι κρατούσι τα στέφη και βραβεία πολύτιμα, δια να ανταμείψουν όσους νομίμως αθλήσουσι και νικήσουν ανδρείως τον αποστάτην και υπερήφανον δαίμονα. Όστις δε αγωνισθή γενναίως λαμβάνει όχι τιμήν πρόσκαιρον και ευμάραντον στέφανον, αλλά δόξαν αιώνιον και αμοιβήν ατελεύτητον. Διότι οι βασιλείς της γης, όταν γυμνάζουν τους στρατιώτας, αθλοθετούσιν εν και μόνον επίκαιρον χάρισμα, το οποίον αξίζει φέρ’ ειπείν εκατόν φλωρία και το λαμβάνει ένας μόνον, εκείνος όστις ήθελεν αναδειχθή ανδρειότερος και ισχυρότερος από όλους τους άλλους στρατιώτας. Ο επουράνιος όμως Βασιλεύς χαρίζει εις ημάς μακαριότητα ατελεύτητον, την οποίαν κληρονομούμεν όλοι, όσοι πολεμήσωμεν γενναίως και δεν δειλιάσωμεν. Αυτός μας προσκαλεί σήμερον δια του ιερού Ευαγγελίου, λέγων· «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον Σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. η:34). Τουτέστιν δεν βιάζει κανένα, επειδή εχάρισεν εις ημάς το αυτεξούσιον, αλλά προσκαλεί ημάς ως εύσπλαγχνος και διψά την σωτηρίαν μας. Δια τούτο περαιτέρω μας νουθετεί πόσον κέρδος έχει εκείνος, όστις ήθελεν απαρνηθή την σάρκα και τας επιθυμίας αυτής και ήθελε μιμηθή το Πάθος Του, λέγων ότι όστις κερδίση όλον τον κόσμον, όπερ είναι σχεδόν αδύνατον και υποταχθώσιν εις αυτόν όλαι αι ηγεμονίαι και τα βασίλεια, έπειτα δε κολασθή η ψυχή του, δεν ωφελήθη τίποτε. Επειδή λοιπόν περισσότερον όφελος απολαμβάνει ο μικρότερος δούλος του Χριστού από τον μεγαλύτερον και πλουσιώτερον βασιλέα της γης, έπρεπε και ημείς να καταφρονώμεν όλα τα πρόσκαιρα, τουτέστιν αγρούς, οικίας, τιμάς και χρήματα, και να ακολουθώμεν τον Δεσπότην Χριστόν, όστις μας ανταποδίδει, δι’ ολίγον ημών κόπον, τοσαύτην απόλαυσιν. Αλλά οι οκνηροί και ράθυμοι αμελούσιν ως φιλόσαρκοι λέγοντες, ότι παρήλθεν ο καιρός των αγώνων, η φύσις ησθένησε και δεν ημπορούμεν πλέον να φυλάξωμεν εγκράτειαν καθώς οι προγενέστεροι. Αύτη είναι πρόφασις δαιμονική. Διότι εις πάντα καιρόν ημπορούμεν να αγωνισθώμεν, αρκεί να θελήσωμεν. Έχομεν περί τούτου τοσούτων Αγίων υποδείγματα, νεωτέρων και παλαιοτέρων, ώστε είναι πολλή ημών αισχύνη και καταφρόνησις αυτά τα οποία λέγομεν. Διότι βλέπομεν ευγενείς υιούς και απογόνους βασιλέων, να καταφρονώσι πλούτον, τιμήν και πάσαν σαρκικήν ηδυπάθειαν. Ακόμη δε και τους φιλτάτους αυτών γονείς, το δε θαυμασιώτερον, την ηγαπημένην ομόζυγον, δια την αγάπην του Ποιητού και Σωτήρος ημών. Το εθελούσιον τούτο διαζύγιον υπέμειναν και άλλοι τινές δούλοι του ουρανίου Βασιλέως Χριστού και απεξενώθησαν πασών των σαρκικών απολαύσεων, προτιμώντες τον ένθεον έρωτα. Όμως περισσότερον από τους άλλους κατώρθωσε τούτο ο πτωχός τω σώματι, τη δε ψυχή πλουσιώτατος ούτος Αλέξιος, ο άνθρωπος όντως του Θεού και δούλος αυτού γνησιώτατος, όστις έμεινε τόσους χρόνους εις την οικίαν του αγνοούμενος και υπό των δούλων του εμπαιζόμενος. Αλλά ταύτα πάντα υπέμεινεν ο γενναίος συλλογιζόμενος την πλουσίαν αμοιβήν και τον πολυτίμητον στέφανον, τον οποίον έμελλε να του αποδώση ο Βασιλεύς της δόξης εις τον Παράδεισον. Δι’ αυτό και απηρνήθη τελείως τον έξω άνθρωπον και σηκώσας τον σωτήριον σταυρόν των θλίψεων, ηκολούθησε τον Δεσπότην αγαλλόμενος. Όθεν, δια της προσκαίρου κακοπαθείας και θλίψεως, απολαμβάνει τώρα αιώνιον ευφροσύνην και άρρητον αγαλλίασιν, τιμήν και δόξαν και Βασιλείαν αδιάδοχον. Ταύτα δε πάντα δικαίως και πρεπόντως απήλαυσεν ο μακάριος Αλέξιος, διότι νόμος του Θεού απαράβατος είναι ότι εκείνος, όστις θέλει νικήσει την φιλαυτίαν της σαρκός με όλον αυτής τον στρατόν, δηλαδή όλα τα πάθη του σώματος και υποταχθή τω πνεύματι κατά την Ευαγγελικήν πρόσταξιν, αυτός είναι άξιος επαίνων και εγκωμίων, περισσότερον από τον βασιλέα Αλέξανδρον, τους Καίσαρας και τους λοιπούς μονάρχας, οίτινες εξουσίασαν τον κόσμον άπαντα. Διότι εκείνοι εξουσίασαν πόλεις και τόπους και εφόνευσαν ανθρώπους, δι’ ολίγον καιρόν. Οι ενάρετοι όμως δούλοι του Θεού νικώσι τα πάθη της σαρκός και φονεύουσι δαίμονας. Όθεν και δικαίως περά Θεού αντιδοξάζονται, απολαμβάνοντες παρ’ Αυτού Βασιλείαν αδιάδοχον, μένουσαν εις τον αιώνα. Τούτου του θαυμασίου Αλεξίου τον Βίον, αγαπητοί αδελφοί, επιθυμώ να σας διηγηθώ σήμερον και προσέχετε, ώστε πολύ να ωφεληθήτε. Διότι ουδείς έτερος Βίος Αγίου είναι ωραιότερος τούτου και κατανυκτικώτερος. Κατά τους χρόνους των ευσεβεστάτων βασιλέων Αρκαδίου (395 – 408) και Ονωρίου (395 – 423), ήτο εις την Ρώμην άρχων τις ονόματι Ευφημιανός, πρώτος της Συγκλήτου και φρόνιμος άνθρωπος, πλουσιώτατος από σωματικά αγαθά, κατά δε την ψυχήν πλουσιώτερος και πολύ ενάρετος και θαυμάσιος, το δε σπουδαιότερον ήτο επιμελής και άοκνος εργάτης του μυστικού αμπελώνος του Σωτήρος Χριστού, του οποίου πάσας τας εντολάς εφρόντιζε να φυλάττη αυστηρών, ιδίως δε την ελεημοσύνην, εις την οποίαν ήτο αμίμητος, με το να προσφέρη καθ’ εκάστην αφθόνως, εις τους έχοντας ανάγκην, τον πλούτον του. Έτρεφε τους πεινώντας, ενέδυε τους γυμνούς, υπεδέχετο τους ξένους και τους εφιλοξένει ευεργετών αυτούς πλουσιοπαρόχως και, απλώς ειπείν, ο ευλογημένος τούτου οίκος ήτο δια τους πένητας λιμήν και καταφύγιον. Είχε δε και υπηρέτας πολλούς χρυσοζώνους και ενδεδυμένους ιμάτια λαμπρά και πολύτιμα. Αυτός δε ο αείμνηστος έτρωγε πάντοτε μετά την ενάτην ώραν, μίαν φοράν την ημέραν, αφού πρώτον έφερεν από την αγοράν όσους πτωχούς εύρισκε και ετοιμάζων την τράπεζαν, τους υπηρέτει μόνος, δια να έχη μισθόν περισσότερον. Συγγενείς δε τινές και φίλοι του Ευφημιανού κατέκριναν αυτόν πολλάκις ως απερίσκεπτον και του έλεγον, ότι δεν ήτο πρέπον να υπηρετή τους πένητας μόνος εις τόσον επιφανής άρχων, αλλά να προστάσση να τελώσιν οι δούλοι τα απαιτούμενα. Ο άρχων όμως Ευφημιανός απεκρίνετο πανσόφως προς αυτούς ταύτα και με ταπείνωσιν· «Αυτοί είναι οι αδελφοί του Κυρίου μου, Όστις δια του Ιερού Αυτού Ευαγγελίου παραγγέλλει εις ημάς να τους αγαπώμεν, δι όσην δε ευεργεσίαν προσφέρομεν εις αυτούς, θάλει και Εκείνος ανταποδώσει εις ημάς την Χάριν Του πλουσιοπαρόχως». Ήτο δε και η σύζυγός του, Αγλαϊς ονόματι, γυνή ευλαβής και καλόγνωμος και ούτως επορεύοντο και οι δύο αμέμπτως εις τον καλόν δρόμον της αρετής. Είχον όμως αμφότεροι λύπην μεγάλην, διότι δεν απέκτησαν παιδίον δια να κληρονομήση τον πλούτον των. Όθεν εδέοντο του Δεσπότου Χριστού, μετά πίστεως, να τους δώση τέκνον. Ο δε Κύριος επήκουσε την δέησιν αυτών και η Αγλαϊς συλλαβούσα εγέννησεν υιόν, τον οποίον ωνόμασαν Αλάξιον. Έγινε λοιπόν χαρά μεγάλη εις την οικίαν εκείνην και άμετρος αγαλλίασις. Αφ’ ου δε απεγαλάκτισαν το παιδίον, το εξεπαίδευον εις τα γράμματα, τα οποία μετά μεγάλης επιμελείας εμάνθανεν, έως ότου ήλθεν εις νόμιμον ηλικίαν. Επειδή δε ο ευλογημένος Αλέξιος ήτο οξύς κατά τον νουν και ευφυής, έμαθεν εις ολίγον καιρόν όλην την εκκλησιαστικήν ιστορίαν, γραμματικήν και άλλα όσα ήρμοζον. Εκ της μαθήσεως λοιπόν ταύτης και των αναγνωσμάτων έγινε σοφώτατος. Εννοήσας λοιπόν ο μακάριος Αλέξιος την ματαιότητα και την αστάθειαν του κόσμου, ως και ότι η ψυχή είναι αθάνατος, απεφάσισε να απαρνηθή τα παρόντα αγαθά του βίου, ως πρόσκαιρα και ευμάραντα, δια να κληρονομήση τα άφθορα και αιώνια. Ταύτα μελετών καθ’ εκάστην ο εκ Θεού πεφωτισμένος και πάνσοφος, ενεδύθη ράσον τρίχινον κρυφά από τους γονείς του, το οποίον εφόρει κατά σάρκα, έξωθεν δε εφόρει τα μεταξωτά και χρυσοϋφαντα δια να μη τον υποψιασθούν. Οι δε γονείς του, αγνοούντες την ένθεον αυτού γνώμην, εσκέπτοντο να τον υπανδρεύσουν, ποθούντες να ίδωσιν απογόνους εξ αυτού. Ερευνώντες λοιπόν εις όλην την Ρώμην, εύρον ωραίαν τινά και πάγκαλον κόρην, ομοίαν αυτού κατά τον πλούτον και ευγενή, από γένος βασιλικόν και περίφημον. Ο Αλέξιος όμως είχε την καρδίαν του ολοψύχως αφιερωμένην εις τα ουράνια και ουδόλως εσκέπτετο τα επίγεια πράγματα. Καθ’ εκάστην προσηύχετο μυστικά προς τον κρυφιογνώστην Θεόν και έχυνεν ως ποταμόν τα δάκρυα, δεόμενος αυτού να τον λυτρώση από τας παγίδας του κοσμοκράτορος και να τον φωτίση να κάμη το συμφερώτερον εις την ψυχήν του. Και ταύτα μεν έλεγε καθ’ όλην σχεδόν την νύκτα, ευχόμενος ο μακάριος, κατά δε την ημέραν μετέβαινεν εις τας Εκκλησίας δια να προσκυνήση, δίδων εις τους πτωχούς ελεημοσύνας, φανερά και κρυφίως, δια να παρακαλώσι τον Κύριον να τον οδηγήση εις τόπον σωτηρίας. Εις τους γονείς του δε έλεγεν, ότι δεν ήθελε να υπανδρευθή δια να μη έχη φροντίδας και μερίμνας. Αυτοί όμως τον επίεζον να τους ακούση,επειδή η νύμφη ήτο εκλεκτή και δεν θα εύρισκον κατόπιν άλλην ομοίαν αυτής. Όθεν, ακουσίως και μη δυνάμενος να εναντιωθή εις τους γονείς του, εδέχθη μεν κατά το φαινόμενον και εγράφη το συνοικέσιον, αλλά κατά διάνοιαν εμελέτα να φύγη εις ξένον τόπον, δια να φυλάξη την παρθενίαν του άφθορον. Όταν λοιπόν έφθασεν η ημέρα των γάμων, μετέβησαν εις τον Ναόν του Αγίου Βονιφατίου και εστεφάνωσαν το ανδρόγυνον μετά χορών και τυμπάνων, όλην δε την ημέραν οι άρχοντες του παλατίου και οι συγγενείς και φίλοι του ανδρογύνου διεσκέδαζον, κατά την συνήθειαν, εις την οικίαν του γαμβρού. Κατά δε το εσπέρας, μετά το δείπνον, ηυχήθησαν οι συγγενείς και φίλοι τους νεονύμφους, οι δε γονείς των τους συνώδευσαν μέχρι του νυμφικού θαλάμου και τους απεχαιρέτησαν. Αφού λοιπόν ο νέος έμεινε μόνος με την νύμφην, προσηύχετο ώραν πολλήν, έως ου εκοιμήθησαν όλοι οι της οικίας και τότε τυλίξας το δακτυλίδιον και την ζώνην του, τα οποία ήσαν πολύτιμα, έδωκε ταύτα εις την κόρην, λέγων εις αυτήν· «Φύλαξον ταύτα προσεκτικά, φιλτάτη μου, και ο Θεός να είναι αναμέσον ημών, έως ότου οικονομήση η Χάρις Του εις ημάς τίποτε άλλο καλλίτερον». Ταύτα ειπών απήλθεν εις το δωμάτιόν του, λαβών δε χρυσόν, πολυτίμους λίθους και μαργαρίτας, όσα ηδύνατο, και εκδυθείς τα χρυσοϋφαντα, εφόρεσε πτωχά και εσχισμένα ιμάτια και εξελθών εκ της πόλεως κατήλθεν εις την παραλίαν. Εκεί, Θεού ευδοκούντος, ευρίσκει πλοίον, το οποίον έφευγε κατά την ώραν εκείνην δια την Συρίαν. Εισελθών λοιπόν εις το πλοίον έφθασεν εις την Λαοδίκειαν, και εξελθών συνέχισε τον δρόμον του δια ξηράς προς την Έδεσσαν, όπου εύρε Ναόν, εις τον οποίον είχον την αχειροποίητον Εικόνα του Δεσπότου Χριστού, την ιδίαν εκείνην την οποίαν Αυτός ο Κύριος έστειλεν εις τον Αύγαρον δια του Αποστόλου Ανανία. Ταύτην ιδών ο Αλέξιος πολύ ηυφράνθη και μοιράσας εις πτωχούς τον χρυσόν και τους πολυτίμους λίθους, έμεινεν εις εκείνον τον Ναόν, ενδεδυμένος ως πένης με παλαιά και άχρηστα ιμάτια, δια να βλεπη καθ’ εκάστην τον πολυπόθητον χαρακτήρα της του Δεσπότου μορφής, ζητών δε ελεημοσύνην από τους ευσεβείς Χριστιανούς, εξώδευεν από αυτήν ολίγα δι’ άρτον προς τροφήν του, τα δε υπόλοιπα έδιδεν εις τους πτωχούς. Όλην την νύκτα προσηύχετο και πάσαν Κυριακήν μετελάμβανε. Τόσον δε εταλαιπωρήθη από την πολλήν εγκράτειαν, ώστε ηφανίσθη η ωραιότης του προσώπου του, η όψις του εμαύρισεν, η σάρξ εξηράνθη, οι οφθαλμοί εκοιλάνθησαν και μόνον το δέρμα και τα οστά του εφαίνοντο. Οι δε γονείς αυτού, όταν εξημέρωσε και δεν είδον τον Αλέξιον εις τον θάλαμον, αλλ’ ήτο η νύμφη μόνη σκυθρωπή και περίλυπος και επληροφορήθησαν παρ’ αυτής την ανέλπιστον αναχώρησιν του υιού των, έδερον τα στήθη, πικρώς ολολύζοντες. Βλέποντες όμως ότι τα δάκρυα μόνα δεν ωφελούσαν εις τίποτε, έστειλαν προς αναζήτησίν του ανθρώπους εις διαφόρους τόπους και πόλεις δια να ερευνήσουν επιμελώς προς ανεύρεσίν του. Ούτοι δε οι άνθρωποι, απελθόντες μετά σπουδής και ερευνώντες με προσοχήν πόλεις και τόπους διαφόρους, δεν ηδυνήθησαν να μάθουν τίποτε περί αυτού. Τινές δε εξ αυτών μετέβησαν και εις την Έδεσσαν και ηρώτησαν. Αλλά κανείς δεν ήτο δυνατόν ποτέ να εννοήση, ότι ο τόσον πτωχός και ρακένδυτος εκείνος ξένος ήτο ο αναζητούμενος. Μάλιστα και ελεημοσύνην έδωσαν εις αυτόν οι δούλοι του, χωρίς κανείς να τον αναγνωρίση λόγω του πτωχικού του ενδύματος και της αδυναμίας του σώματος. Ο δε Αλέξιος, κατανυγείς τη καρδία, εδάκρυσε, δοξάζων δε τον Θεόν έλεγεν· «Ευχαριστώ σοι, Θεέ μου, όπου με ηξίωσες να λάβω από τους δούλους μου έλεος». Αφ’ ου λοιπόν οι απεσταλμένοι ηρεύνησαν πολλούς τόπους και Μοναστήρια αναρίθμητα, επέστρεψαν εις την Ρώμην. Τότε περισσότερον επληρώθη θρήνων και οδυρμών όχι μόνον ο οίκος του Ευφημιανού, αλλά σχεδόν ειπείν, άπαξ ο τόπος και αι οικογένειαι της πόλεως, ως και αυτό ακόμη το παλάτιον. Όλοι οι φίλοι και συγγενείς του εθρήνουν και οι άνδρες και αι γυναίκες και οι ανήλικοι παίδες. Οι γονείς του έκλαιον απαρηγόρητα, όλοι της οικογενείας εμαυροφόρεσαν και μάλιστα η μήτηρ αυτού, ήτις εκλείσθη εις εν δωμάτιον, έκλεισε την θύραν και τα παράθυρα, εξεδύθη τα μαλακά ιμάτια και ενεδύθη τρίχινα άχρηστα· έβαλε στάκτην εις την κεφαλήν και εκοιμάτο εις μίαν ψάθαν χωρίς καμμίαν επιμέλειαν, θρηνούσα καθ’ εκάστην του φιλτάτου υιού την στέρησιν. Η δε άχαρος και άμοιρος νύμφη εθρήνει ελεεινότερα την δυστυχίαν και την χηρείαν της, την ταχίστην και απροσδόκητον και, απλώς ειπείν, δεν έμεινε κανείς χωρίς δάκρυα εις την οικογένειαν την πρώην μεν περιχαρή και πανευφρόσυνον, νυν δε περίλυπον και πανώδυνον. Ούτως αυτοί μεν είχον την σαρκικήν θλίψιν θρηνούντες απαρηγόρητα, ο δε μακάριος Αλέξιος έχαιρε ψυχικώς εις τον ξένον τόπον, δοξάζων τον Κύριον, όστις τον ελύτρωσεν από τας φροντίδας του βίου και τον διεφύλαξεν αγνώριστον, δια να μη εμποδισθή ο πόθος του. Έμεινε λοιπόν ο μακάριος Αλέξιος εις τον νάρθηκα του Ναού εκείνου της Υπεραγίας Θεοτόκου δέκα επτά χρόνους, διάγων πολιτείαν θαυμασίαν. Όθεν οι εγχώριοι τον ετίμων ως Άγιον, βλέποντες τον ένθεον βίον του. Φοβούμενος όμως μη υστερηθή της ουρανίου δόξης δια την πρόσκαιρον δόξαν την οποίαν του προσέφερον, εμελέτησε να φύγη εις τόπον άγνωστον. Απελθών λοιπόν εις λιμένα, εύρε πλοίον το οποίον εταξίδευε προς τα μέρη της Κιλικίας και εισήλθεν εις αυτό, έχων γνώμην να μεταβή εις την Ταρσόν, όπου ήτο Ναός του Αγίου Παύλου περίφημος. Ενώ όμως έπλεον, εσηκώθη αντίθετος άνεμος. Περιφερόμενοι δε τήδε κακείσε έφθασαν εκόντες άκοντες, μετά πολλάς ημέρας, εις την Ρώμην. Τούτο δε ήτο οικονομία Θεού και το εγνώρισεν ο Άγιος. Όθεν δια να μη βαρύνη άλλον τινά, εσκέφθη να μείνη εις την οικίαν του άγνωστος, μέχρι τέλους της παροικίας του, δια να έχη μισθόν περισσότερον. Μεταβάς λοιπόν εις την Εκκλησίαν έκαμε προσευχήν εις τον Θεόν, παρακαλών, όπως τον ενδυναμώση να φέρη εις καλόν τέλος το μελετώμενον. Αφού δε προσεκύνησεν εις πολλάς Εκκλησίας ήλθεν εις τον οίκον του πατρός του, όστις κατ’ εκείνην την ώραν ήρχετο από το παλάτιον με πολλήν συνοδείαν, κατά την αξίαν του, βαλών δε εις αυτόν έως την γην μετάνοιαν, είπε προς αυτόν· «Παρακαλώ την ευγένειάν σου, κάμε έλεος εις εμέ τον ξένον και άπορον. Άφες με να καθήσω εις μίαν γωνίαν του παλατίου σου, να τρέφωμαι από τα ψιχία, όπου πίπτουσιν εκ της τραπέζης των δούλων σου και ο Θεός να ευλογήση δια την καλωσύνην ταύτην τον οίκον σου και να σου δώση την ουράνιον Βασιλείαν. Εάν δε έχης συγγενή τινά εις την ξενιτείαν, να σε αξιώση ο Κύριος να τον ίδης, ως επιθυμεί η καρδία σου». Ταύτα ακούσας ο άρχων εδάκρυσεν ενθυμηθείς τον υιόν του και ευσπλαγχνισθείς επήρε τον πένητα, καλέσας δε ένα εκ των πλέον επιμελών δούλων του, παρέδωκεν εις αυτόν τον Αλέξιον, προστάξας να μη έχη άλλην φροντίδα και μέριμναν παρά μόνον να επιμελήται τον ξένον εκείνον εις ό,τι χρειάζεται. Τότε ο δούλος ωδήγησεν ευθύς τον Αλέξιον εις εν κελλίον μικρόν, το οποίον ήτο εις την αυλήν έναντι του δωματίου της συζύγου του. Έμεινε λοιπόν εις αυτό ο Αλέξιος, ο δε Ευφημιανός έστελλε προς αυτόν καθ’ εκάστην φαγητά από την τράπεζαν, ο δε Άγιος όμως μόνον εκάστην Κυριακήν, μετά την κοινωνίαν των Θείων Μυστηρίων, έτρωγεν άρτον και έπινεν ύδωρ και αυτά από ολίγον μόνον, δια να μη αποθάνη από την άμετρον εγκράτειαν· προσηύχετο δε καθ’ όλην την νύκτα και το περισσότερον της ημέρας. Βλέπων δε ο μισάνθρωπος και φθονερός δαίμων την θαυμαστήν καρτερίαν αυτού, έτριζε τους οδόντας και εκίνησε κατ’ αυτού δεινούς και μεγάλους πολέμους, δια να τον κάμη να χάση την υπομονήν την οποίαν είχε τόσον μάλιστα σταθεράν. Και πρώτον μεν ηνάγκαζε τους δούλους να τον ενοχλώσιν· άλλοι ύβριζον αυτόν και τον ερράπιζον· έτεροι έχυναν επάνω του τα αποπλύματα των αγγείων και άλλας πολλάς αταξίας του έκαμναν, οι αναίσχυντοι. Αλλά ταύτα όλα υπέμεινεν ο αήττητος, γνωρίζων ότι εκ δαιμονικής ενεργείας εγίνοντο ταύτα. Ουδέποτε δε εγόγγυσεν, ούτε είπε λόγον κατ’ αυτών απρεπή, μόνον τον Δεσπότην Χριστόν παρεκάλει να του δίδη μέχρι τέλους υπομονή, δια να μη ζημιωθή τον μισθόν της ανταποδόσεως. Όχι δε μόνον τον πόλεμον τούτον είχεν ο Όσιος, αλλά και άλλον χαλεπώτερον. Το παράθυρον του δωματίου της νύμφης έβλεπεν εις το κελλίον του Οσίου· αύτη δε, ως νέα Ρουθ, δεν ηθέλησε να υπάγη εις τον οίκον του πατρός της, αλλά μετά της πενθεράς της εκάθηντο κλαίουσα πολλάκις και οδυρόμεναι, η μεν την χηρείαν, η δε την του μονογενούς και φιλτάτου υιού στέρησιν και ούτε το διάστημα του χρόνου, ούτε άλλαι παρηγορίαι, όπου τους έλεγον οι φίλοι και συγγενείς, ηδύναντο να καταπραϋνουν τον πόνον των. Όσον όμως παρήρχετο ο καιρός και δεν εμάνθανον τίποτε δια τον ηγαπημένον των, τοσούτον αι καρδίαι των τον επεθύμουν. Εκεί λοιπόν καθήμενος ο Άγιος ήκουε την ομόζυγον αυτού να λέγη μοιρολογούσα κατά την των γυναικών συνήθειαν· «Ουαί και αλλοίμονον εις εμέ την άχαρον νύμφην και δυστυχή ζωντοχήραν. Φεύ! εις εμέ την αθλίαν και κακοδαίμονα. Εις ποίον τόπον να ευρίσκεται ο ηγαπημένος σύντροφός μου; Τι έγινες, νυμφίε μου φίλτατε; Πως εφάνης τοσούτον σκληρός προς εμέ την τάλαιναν; Τι κακόν σου έπταισα και με απηρνήθης; Δια ποίαν αιτίαν τοσούτον με εμίσησες; Εάν είχες γνώμην να με αφήσης, διατί με έβαλες εις τα βάσανα και θλίβομαι τόσους χρόνους δια την αγάπην σου, άσπλαγχνε; Αλλ’ ούτε και εν γράμμα έστειλες να μάθω πως διάγεις εις τους ξένους τόπους και που ευρίσκεσαι ή να μου παραγγείλης πως να πορεύωμαι. Δεν επέδειξες ουδεμίαν φροντίδα δι’ εμέ, μόνον με ενυμφεύθης ματαίως και άκαρπα. Έπειτα έφυγες και με απεχθάνεσαι, ωσάν να ήμην προδότης. Αλλά συ μεν εφάνης προς εμέ τόσον σκληρός και άπονος, εγώ όμως θα κάμω όλως το αντίθετον. Θα μιμηθώ την άμωμον και άδολον τρυγόνα, ήτις, όταν χάση τον σύντροφον αυτής, δεν κάθεται πλέον εις χλωρόν κλάδον, ούτε πίνει ποτέ ύδωρ καθαρόν, ούτε κελαδεί· μοιρολογεί μόνον την τύχην της και καμμίαν χαράν δεν απολαμβάνει, αλλά λυπείται τόσον, έως ότου αποθάνη από την θλίψιν της. Ούτω θα πράξω και εγώ η κακότυχος, η τεθλιμμένη και άμοιρος. Θα θρηνώ καθ’ εκάστην και θα μοιρολογώ τον σύντροφόν μου, έως ότου σχηματίσω ποταμόν εκ των δακρύων μου και τότε να αποθάνω από τον πόνον και την θλίψιν μου». Αυτά μεν έλεγε βοώσα η ομόζυγος. Η δε Αγλαϊς περισσότερα τούτων εβόα, οδυρομένη τους πόνους και τα βάσανα όπου υπέμεινεν, όταν τον εκράτει εις την μήτραν της, όταν τον εγέννησεν, όταν τον ανέτρεφεν, ενώ εκείνος την απηρνήθη και της έδωκε περισσοτέρους πόνους παρά όταν τον εγέννησεν. Αυτά όλα ήκουεν ο αήττητος αγωνιστής και επόνει μεν η καρδία του και ελυπείτο την μητέρα και την ομόζυγον. Επί πλέον δε και ο πανούργος δαίμων ήνοιγεν εναντίον αυτού μέγαν πόλεμον. Αλλ’ ο Άγιος, ενθυμούμενος τους Ευαγγελικούς λόγους, τους λέγοντας· «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, ουκ έστι μου άξιος». (Ματθ. ι: 37) και τα σχετικά προς ταύτα, απέναντι της σαρκικής αγάπης ετοποθέτει τον ένθεον έρωτα και υπέμενε την φλόγα της καρδίας, ο καρτερόψυχος, πόθω πόθον αντωσάμενος. Έπραττε δε τούτο όχι διότι ήτο άσπλαγχνος προς τους γεννήτορας, αλλά διότι ήτο μάλιστα προς τον Ποιητήν και Σωτήρα υπήκοος, προς τον οποίον πολλάκις μετά δακρύων εδέετο να του δίδη υπομονήν μέχρι τελους. Ομοίως προσηύχετο και δια τους γονείς αυτού και την σύζυγον, να τους ενισχύη, δια να μη αποθάνουν προώρως από την θλίψιν των. Έμεινε λοιπόν ο αείμνηστος εις τον πατρικόν οίκον αγνώριστος, ούτως ευτελής και ταλαιπωρούμενος, από τον εχθρόν πολεμούμενος, από την αγάπην των συγγενών εκκαιόμενος και από τους δούλους εμπαιζόμενος, όχι δέκα ημέρας ή εκατόν, αλλά χρόνους δεκαεπτά ολοκλήρους, ο όντως αδαμάντινος και ουχί εκ σαρκός. Και τότε του απεκάλυψεν ο Κύριος, ότι την επομένην Παρασκευήν έμελλε να αναπαυθή από τους κόπους και τα βάσανα. Τότε εζήτησεν από τον δούλον, όστις τον υπηρέτει, να του φέρη χαρτίον και μελάνην, έγραψε δε επ’ αυτού τα κατ’ αυτόν, προς μεγαλυτέραν δε πιστοποίησιν έγραψε και τινας απορρήτους λόγους, τους οποίους είπεν εις την νύμφην, όταν της έδωκε την ζώνην αυτού και το δακτυλίδιον, ως και έτερα τινά απόκρυφα πράγματα, τα οποία μόνον οι γονείς του εγνώριζον. Εις το τέλος δε έγραψε και ταύτα· «… Δέομαι και σας παρακαλώ, φίλτατοι γονείς μου και σεμνοτάτη συμβία μου, να μη μνησικακήσητε εναντίον μου, επειδή σας έδωσα τοσαύτην θλίψιν και βάσανον, διότι και εγώ ελυπούμην δια τον πόνον σας και πολλάκις έκαμα δέησιν δια σας, ίνα ο Κύριος σας δίδη υπομονήν και να σας αξιώση της Βασιλείας Του· ελπίζω δε εις την ευσπλαγχνίαν Αυτού να εκπληρώση το ζητούμενον, επειδή και εγώ δι’ αγάπην του εφάνην προς σας τόσον άσπλαγχνος και προς τον εαυτόν μου σκληρότερος. Αλλά περισσότερον πρέπει να υπακούση καθείς τον Ποιητήν και Σωτήρα αυτού, παρά τους γονείς του και όσον περισσότερον σας ελύπησα, τόσον θέλετε έχει μισθόν περισσότερον». Ταύτα γράψας ο Άγιος έμεινε προσευχόμενος μέχρι της ώρας της μεταστάσεως αυτού. Ήτο δε τότε Αρχιεπίσκοπος εις την Ρώμην ο Ιννοκέντιος, ενώ δε ούτος ελειτούργει ημέραν τινά εις την Εκκλησίαν των Αγίων Αποστόλων, παρόντος του βασιλέως Ονωρίου και των λοιπών της συγκλήτου, ήκουσαν φωνήν άνωθεν του θυσιαστηρίου λέγουσαν· «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. ια: 28). Ταύτα ακούοντες οι παρεστώτες ετρόμαξαν και πίπτοντες κατά γης εβόων· «Κύριε ελέησον». Μετ’ ολίγην δε ώραν ηκούσθη και πάλιν φωνή λέγουσα· «Τη Παρασκευή πρωϊ ο Άνθρωπος του Θεού εξέρχεται εκ του σώματος και ζητήσατε αυτόν του ποιήσαι υπέρ της πόλεως δέησιν , όπως μείνητε ανενόχλητοι». Λοιπόν τη Πέμπτη εσπέρας συνηθροίσθησαν άπαντες εις τον ρηθέντα Ναόν του Αγίου Πέτρου και ποιήσαντες αγρυπνίαν καθ’ όλην την νύκτα, εδέοντο να τους φανερώση ο Κύριος που να εύρωσι τον δούλον Του. Ήσαν δε παρόντες ο Πατριάρχης, ο βασιλεύς και παρ’ αυτόν ο Ευφημιανός, το πρωϊ δε ήλθε φωνή άνωθεν, λέγουσα· «Εις τον οίκον του Ευφημιανού υπάρχει ο Άνθρωπος του Θεού». Τότε λέγει προς αυτόν ο βασιλεύς· «Εις την οικίαν σου έχεις κεκρυμμένον τοιούτον πολύτιμον θησαυρόν και δεν μας τον εφανέρωσες»; Ο δε Ευφημιανός απεκρίνατο· «Ζη Κύριος ο Θεός μου, δεν γνωρίζω μέχρι σήμερον τίποτε· αλλά θα ερωτήσω τους δούλους μου, να εύρωμεν αυτόν τον οποίον επιθυμούμεν». Απελθών λοιπόν ο Ευφημιανός εις τον οίκον του ητοίμασε πολυτελή καθίσματα δια τον βασιλέα, τον Πατριάρχην και τους άλλους άρχοντας, οίτινες θα ήρχοντο εις τον οίκον του. Έπειτα όλοι οι δούλοι του εξήλθον με λαμπάδας και θυμιάματα, δια να τους υποδεχθούν καθώς ήρμοζεν. Ερωτήσας δε ο Ευφημιανός τους δούλους, εάν εγνώριζον ενάρετον τινά άνθρωπον, ο υπηρέτης του Αλεξίου απήντησεν· «Υποπτεύομαι, κύριέ μου, ότι εκείνος ο ξένος είναι, τον οποίον με επρόσταξες να υπηρετώ, διότι μεγάλας αρετάς και θαυμάσια πράγματα βλέπω εις εκείνον τον άνθρωπον. Νηστεύει καθ’ όλας τας ημέρας της εβδομάδος και καθ’ εκάστην Κυριακήν μεταλαμβάνει των θείων Μυστηρίων. Έπειτα τρώγει δύο ουγγίας άρτον και πίνει ολίγον ύδωρ. Κατ’ αυτόν τον τρόπον τρέφεται πάντοτε· τα δε φαγητά, τα οποία του στέλλεις από την τράπεζάν σου, τα δίδει εις άλλους πτωχούς. Μένει δε και άγρυπνος καθ’ όλας τας νύκτας προσευχόμενος. Το δε θαυμασιώτερον, υπομένει αταράχως τας ύβρεις όπου του κάμνουν οι αναίσχυντοι δούλοι σου και τον ερράπισαν πολλάκις εκ δαιμονικής συνεργείας, ενώ άλλοτε πλύνουν τα σκεύη και χύνουν επάνω του ακάθαρτον νερόν δια να τον κάμουν να οργισθή. Αλλ’ αυτός ο ευλογημένος τα υπομένει όλα χωρίς να οργίζεται ουδόλως». Ακούσας ταύτα ο Ευφημιανός έτρεξε προςτο κελλίον του Αγίου και έκρουσε την θύραν καλών αυτόν. Όμως αν και εκάλεσε τούτον τρεις φοράς, ο Άγιος δεν απεκρίνετο. Εισελθών τότε εις το κελλίον εύρεν αυτόν κείμενον και έχοντα σκεπασμένον το πρόσωπον, εις δε την δεξιάν αυτού χείρα εκράτει το χειρόγραφον, το οποίον εδοκίμασε να πάρη, αλλά δεν ηδυνήθη. Επιστρέψας λοιπόν μετά σπουδής ανήγγειλεν εις τον βασιλέα τα γενόμενα, ούτος δε επρόσταξε να ευτρεπίσουν κλίνην πολύτιμον και να θέσουν επ’ αυτής το άγιον Λείψανον. Έπειτα, αποκαλύψαντες το πρόσωπον αυτού, είδον ότι έλαμψεν ως Άγγελος, τόσον ώστε μετά βίας ηδύναντο να το αντικρύζωσι. Τότε ο βασιλεύς μετά του Πατριάρχου εγονάτισαν και ασπασάμενοι το άγιον Λείψανον, είπεν ο βασιλεύς προς τον Άγιον με ταπείνωσιν· «Δεόμεθά σου, δούλε Χριστού, να μας δώσης τον χάρτην αυτόν, να μάθωμεν ποίος είσαι. Ναι, Άνθρωπε του Θεού επουράνιε, μη παραβλέψης την αίτησίν μας ταύτην, διότι είμεθα αρχηγοί του λαού, αν και αμαρτωλοί, εγώ και ο Αρχιερεύς ούτος, ο του Δεσπότου Χριστού γνήσιος δούλος». Ταύτα αφού είπον μετά δακρύων, αφήκεν εις αυτούς το γράμμα ο Όσιος. Ούτοι δε λαβόντες αυτό εχάρισαν και γενομένης σιωπής ανέγνωσαν αυτό λαμπρά τη φωνή εις επήκοον πάντων. Ταύτα ακούων ο Ευφημιανός και βεβαιωθείς από τους μυστικούς λόγους, όπου ήσαν γεγραμμένοι, ότι αυτός ήτο ο Αλέξιος, έκλαυσε πικρώς και αναστάς διέρρηξε τα ιμάτιά του, ανέσπα τας τρίχας της κεφαλής του, εκτύπα το στήθος του, ρίψας δε εαυτόν επάνω εις το ιερόν Λείψανον, έρραινε τούτο με ποταμόν δακρύων, στενάζων εκ βάθους καρδίας. Εφώναζε δε ταύτα· «Οίμοι, γλυκύτατον τέκνον μου! Διατί μου έδωσες τοσαύτην θλίψιν και βάσανον; Ουαί μοι τω τάλανι! Διατί με ελύπησες τοσούτον και με επίκρανες; Τόσους χρόνους με έβλεπες καθ’ εκάστην δια σε μαυροφορεμένον και εκ καρδίας στενάζοντα και δεν μου το ωμολόγησες; Ω αγάπη μου! Ω παραμυθία του γήρατός μου και ανάπαυσις. Ουαί εις εμέ τον τεθλιμμένον και άχαρον. Τι πρώτον να πράξω ο κακότυχος; Να πανηγυρίσω την εύρεσίν σου, ή να πενθήσω τον θάνατόν σου; Η φύσις με αναγκάζει να χύνω δάκρυα, αλλά αμαρτία είναι να κλαίη κανείς των Αγίων την κοίμησιν». Ενώ δε έλεγε ταύτα και άλλα περισσότερα με γοεράς κραυγάς, ήκουσαν αι γυναίκες την σύγχυσιν και μαθούσαι ότι αυτός ήτο ο προσφιλής Αλέξιος έτρεξαν έξω της οικίας ανυπόδητοι και χωρίς κάλυμμα της κεφαλής από την βίαν των. Αλλ’ επειδή το πλήθος ήτο πολύ και δεν ηδύναντο να το διασχίσουν, εδέετο η μήτηρ, ήτις προεπορεύετο της νεάνιδος, τοιαύτα λέγουσα, με φωνάς απηλπισμένας· «Δότε μοι τόπον, να ίδω το αγαπημένον μου τέκνον. Δότε μοι τόπον δια τους οικτιρμούς του Θεού, ω άνθρωποι, ν’ αποχαιρετήσω τον μονογενή υιόν μου, το φως των οφθαλμών μου. Δότε μοι τόπον, φιλόχριστοι, να ασπασθώ το ιδικόν μου γέννημα». Ως δε έφθασεν εις το τίμιον εκείνο και άγιον Λείψανον, έρριψεν εαυτήν επάνω αυτού και με πόθον καταφιλούσα αυτό εβόα, λέγουσα· «Οίμοι, γλυκύτατέ μου υιέ, διατί μου έδωκες τόσην θλίψιν και δεν με ελυπήθης, την τάλαιναν; Ω τέκνον μου ποθεινότατον, πως είχες ψυχήν και με ήκουες καθ’ εκάστην ημέραν κατακοπτομένην δια σε και δεν με συνεπόνεσες την δυστυχή; Ω της σης καρτερίας και γενναιότητος! Και πως υπέφερες, ευγενέστατε, τόσους χρόνους υπό των δούλων σου υβριζόμενος και περιφρονούμενος; Διατί δεν μου εφανερώθης, να παύσουν αι θλίψεις μου και οι πόνοι μου»; Ενώ δε η μήτηρ εθρηνολόγει, ήρχισε να κλαίη γοερώς και η ομόζυγος, ήτις έλεγε τόσα μοιρολόγια, εκτραγωδούσα την συμφοράν της και την χηρείαν της, ώστε όχι μόνον οι άνθρωποι και τα άλογα ζώα, αλλά και αυτά τα αναίσθητα κτίσματα, τολμώ να είπω, την συνεπόνεσαν και εδάκρυσαν μετ’ αυτής. Εθρήνει, λέγω, απαρηγόρητα, καταφιλούσα το ιερόν Λείψανον και έπλυνεν αυτό με τον ποταμόν των δακρύων της· έτυπτε το στήθος· ανέσπα την κόμην, εξέσχιζε τας παρειάς της και ταύτα μεγαλοφώνως εκραύγαζεν· «Οίμοι, φιλέρημέ μου τρυγών. Διατί τοσούτον με εμίσησες και εις τέλος με εγκατέλειψες; Τι κακόν σού επροξένησα και με απηρνήθης την τάλαιναν; Τοσούτους χρόνους ήκουες την θρηνολογίαν και δεν μου εφανερώθης, ούτε καθόλου με συνεπόνεσες; Αλλοίμονον εις εμέ την δυστυχή και ταλαίπωρον! Ουαί εις εμέ την αθλίαν και κακοδαίμονα! Ύπανδρος σήμερον και χήρα εφάνην η άμοιρος. Δια τί λοιπόν να πρωτοθρηνήσω η κακότυχος; Διότι εύρον τον ηγαπημένον νυμφίον μου, ή διότι εχωρίσθην από τον σύντροφόν μου και απέμεινα έρημος»; Και πάλιν έλεγε· «Τριάκοντα τέσσαρας χρόνους επερίμενα να υποδεχθώ τον άνδρα μου και σήμερα τον βλέπω καθώς δεν επεθύμουν. Την ώραν αυτήν εφάνην ψευδονύμφη και χήρα η άμοιρος. Δεν καρτερώ πλέον να ίδω τον νυμφίον μου, η κακότυχος. Ω ήλιε λαμπρότατε, ω σελήνη, ω αστέρες πολύφωτοι, σκοτίσθητε σήμερον σας παρακαλώ και συνθλιβήτε με εμέ. Ω ουρανέ και γη! Ω πτηνά και φυτά, βοηθήσατέ με να θρηνήσω την χηρείαν και την ερημίαν μου. Ω πηγαί και θάλασσαι, δανείσατε ύδωρ εις την κεφαλην μου και δότε εις τους οφθαλμούς μου τόσα δάκρυα όσα να είναι αρκετά δια να δυνηθώ να κλαύσω την δυστυχίαν μου. Ω σύντροφέ μου φίλτατε, ας ήτο δυνατόν να έβγαζα την ώραν ταύτην την ψυχήν και την καρδίαν μου, δια να γνωρίσης τον πόθον μου της ταλαιπώρου και τότε δεν θα εχρειαζόμην φωνάς και δάκρυα, δια να μαρτυρώσι τον πόνον μου. Ω Χριστέ μου γλυκύτατε, δέομαι και παρακαλώ την Χάριν Σου, παράλαβε την αθλίαν ψυχήν μου και κατάταξον αυτήν μετά του νυμφίου μου, ίνα ομού Σε προσκυνώμεν και δοξάζωμεν». Αυτά και άλλα περισσότερα έλεγον οι γονείς με την νύμφην των, πενθούντες απαρηγόρητα, οι δε συγγενείς και φίλοι δεν ηδύναντο να τους χωρίσουν από το άγιον Λείψανον. Ο δε βασιλεύς και ο Πατριάρχης μετά πολλήν ώραν τους έσυραν βιαίως και αφού εκείνοι παρεμέρισαν, επρόσταξαν να σηκώσουν με την κλίνην τον Άγιον και να τον φέρουν εις το κέντρον της πόλεως δια να τον ασπασθή όλος ο λαός εις συγχώρησιν αμαρτημάτων. Τότε έγιναν εκεί εξαίσια θαύματα. Κωφοί ελάλησαν, τυφλοί ανέβλεψαν, δαιμονιώντες ιάθησαν, λεπροί εκαθαρίσθησαν και πάσα άλλη ασθένεια από τους πάσχοντας έφυγε, με μόνον τον ασπασμόν του αγίου Λειψάνου. Ταύτα ιδόντες οι παρεστώτες εθαύμασαν και ηύξησαν την ευλάβειαν. Όθεν, ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης ανεσήκωσαν την κλίνην μετ’ ευλαβείας δια να την μεταφέρουν εις την Εκκλησίαν. Κατά δε την διαδρομήν ηκολούθουν οι γονείς με την νύμφην των κλαίοντες, οι δε όχλοι ήσαν τόσον πολλοί, ώστε περιέσφιγγον την κλίνην και ημπόδιζον τον βασιλέα και τον Αρχιερέα, οίτινες την εκράτουν, να περιπατήσουν. Όθεν επρόσταξαν τους υπηρέτας να ρίψουν εις την γην νομίσματα χρυσά και αργυρά δια να απασχοληθή ο λαός με τα χρήματα και να μη εμποδίζουν το Λείψανον. Αλλά τόσην ευλάβειαν είχον τα πλήθη, ώστε κανείς δεν έστρεψε το βλέμμα προς τα χρήματα. Μόνον εις τον Άγιον είχον τον πόθον των. Τότε ο Αρχιερεύς τους υπεσχέθη ότι δεν θα τον θάψη έως ότου τον ασπασθούν όλοι, ίνα αγιασθούν δια της Χάριτος αυτού. Μετά βίας λοιπόν τους κατέπεισε και αφού έκαμαν τόπον έφεραν το άγιον Λείψανον εις την Εκκλησίαν, όπου το άφησαν επί μίαν εβδομάδα. Καθ’ όλας δε αυτάς τας ημέρας παρεστέκοντο εις τον Άγιον οι γονείς με την νύμφην των άσιτοι, κλαίοντες ακαταπαύστως. Έπειτα επρόσταξεν ο βασιλεύς και κατεσκεύασαν αργυρούν γλωσσόκομον εις το οποίον εναποθέσαντες το τίμιον Λείψανον ενεταφίασαν αυτό. Είτα επετέλεσαν λαμπράν πανήγυριν. Και τότε ανέβλυσεν ο τάφος μύρον ευωδέστατον, όσοι δε ασθενείς εχρίσθησαν εξ αυτού ιατρεύθησαν. Εκοιμήθη δε ο Όσιος τη ιζ΄ (17η) του Μαρτίου μηνός, έτει από Χριστού τετρακοσιοστώ και δεκάτω, εν τοις χρόνοις Ονωρίου βασιλέως Ρώμης και Ιννοκεντίου Αρχιεπισκόπου, βασιλεύοντος δε της Κωνσταντινουπόλεως Θεοδοσίου Β΄ του υιού Αρκαδίου. Εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος της ομοουσίου Τριάδος και αδιαιρέτου Θεότητος. Η πρέπει κράτος, τιμή και προσκύνησις, πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΗ΄ (18η) Μαρτίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΚΥΡΙΛΛΟΥ Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΗ΄ (18η) Μαρτίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΚΥΡΙΛΛΟΥ Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων.


Κύριλλος, ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίου, υιού του μεγάλου Κωνσταντίνου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη τλζ΄ - τξα΄ (337-361), ως υιός δε ευσεβών και Ορθοδόξων γονέων ανετράφη παρ’ αυτών και εξεπαιδεύθη εις τα ευσεβή και ορθά ιερά δόγματα. Αφ’ ου δε ο τότε Ιεροσολύμων Μάξιμος Γ΄ (333-348) απήλθε προς Κύριον, ο μακάριος ούτος Κύριλλος ανήλθεν εις τον θρόνον των Ιεροσολύμων, υπερμαχών των δογμάτων των Αγίων Αποστόλων και των Πατέρων. Κατά την εποχήν εκείνην ήκμαζε και ο αρειανός Ακάκιος, ο κατέχων τον θρόνον της εν Παλαιστίνη Καισαρείας, όστις, αν και απεκηρύχθη και καθηρέθη υπό της εν Σαρδική γενομένης Αγίας τοπικής Συνόδου, διότι δεν ήθελε να ομολογήση τον Υιόν ομοούσιον με τον Πατέρα, όμως δεν υπέκυψεν εις την συνοδικήν ταύτην καθαίρεσιν, αλλά τυραννικώς κατεκράτει τον θρόνον της Καισαρείας, διότι ήτο γνώριμος και φίλος του βασιλέως Κωνσταντίου, του φρονούντος εκ κουφότητος τα του Αρείου δόγματα. Ούτος λοιπόν, λαβών εξουσίαν παρά του βασιλέως, κατεβίβασεν εκ του θρόνου τον μακάριον τούτον Κύριλλον και εξώρισεν αυτόν από τα Ιεροσόλυμα. Ο δε θεσπέσιος Κύριλλος, πορευθείς εις την Ταρσόν της Κιλικίας συνανεστρέφετο μετά του εκεί θαυμαστού Επισκόπου Σιλβανού. Όταν δε συνεκροτήθη η εν Σελευκεία Σύνοδος, της οποίας μέλος απετέλεσε και ούτος ο Άγιος Κύριλλος, ο ρηθείς κακόδοξος Ακάκιος απεσκίρτησεν από της Συνόδου και μεταβάς εις την Κωνσταντινούπολιν διέβαλε τον θείον Κύριλλον και εξήψεν εις οργήν τον βασιλέα κατά του Αγίου, όστις κατεδίκασε τούτον εις εξορίαν. Αφ’ ου δε απέθανεν ο Κωνστάντιος έλαβε την βασιλείαν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, εν έτει τξα΄ (361), ο οποίος θέλων να προσελκύση την εύνοιαν και αγάπην των Επισκόπων εκείνων, τους οποίους είχεν εξορίσει ο Κωνστάντιος, διέταξε να επανέλθωσιν όλοι οι εν εξορία εις τας επαρχίας των. Ούτω, μετά των άλλων, απέλαβε τον θρόνον των Ιεροσολύμων και ο Άγιος Κύριλλος. Ποιμάνας λοιπόν καλώς και θεοφιλώς το εμπιστευθέν αυτώ υπό του Χριστού ποίμνιον και καταλιπών εις την Εκκλησίαν του Χριστού, ως μνημόσυνον της αυτού σοφίας, τας φερομένας Κατηχήσεις του ομού με άλλους λόγους και ζήσας ολίγα έτη μετά την επιστροφήν του, ανεπαύθη εν Κυρίω δια μακαρίου αποδημίας. Ήτο δε κατά τα χαρακτηριστικά του σώματος μέτριος μεν κατά το ανάστημα, ωχρός κατά την κεφαλήν, ρίνα δε είχεν ολίγον μικράν· είχε το πρόσωπον τετράγωνον, τας δε οφρύς ευθείας και ίσας και το γένειον λευκόν, δασύ και εις δύο κεχωρισμένον, το δε ήθος του ωμοίαζε με ήθος αγροίκου χωρικού.
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΘ΄ (19η) Μαρτίου, μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ του Τορναρά μαρτυρήσαντος εν έτει αφξδ΄ (1

Δημοσίευση από silver »

Τη ΙΘ΄ (19η) Μαρτίου, μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ του Τορναρά μαρτυρήσαντος εν έτει αφξδ΄ (1564) ξίφει τελειωθέντος.

Δημήτριος ο του Χριστού Αθλητής και Νεομάρτυς συνανεστρέφετο συχνάκις με τους Τούρκους και συνομιλών μετ’ αυτών, ήλεγχε την πίστιν των. Ημέραν δε τινά υπό του φθόνου εκείνοι κινηθέντες τον εβίασαν να γίνη Τούρκος. Επειδή δε αυτός δεν ηθέλησε, τον έφεραν εις τον κριτήν και εμαρτύρησαν ψευδώς ότι δήθεν ύβρισε την πίστιν των. Ο δε κριτής ώρισε να τον δείρουν και να τον βασανίσουν ανηλεώς, έως ότου γίνη Τούρκος. Οι Τούρκοι τότε τον εβασάνισαν με μεγάλην σκληρότητα, αλλ’ ιδόντες το αμετάθετον της γνώμης του, δια προστάγματος του κριτού τον απεκεφάλισαν και έλαβεν ο μακάριος τον του Μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Κ΄ (20η) Μαρτίου, μνήμη των Οσίων ΑΒΒΑΔΩΝ, των εν τη Μονή του Αγίου Σάββα αναιρεθέντων.

Δημοσίευση από silver »

Τη Κ΄ (20η) Μαρτίου, μνήμη των Οσίων ΑΒΒΑΔΩΝ, των εν τη Μονή του Αγίου Σάββα αναιρεθέντων.

Οι Όσιοι ούτοι Αββάδες, συναθροισθέντες εκ διαφόρων τόπων, ησύχαζον εν τω Μοναστηρίω του Αγίου Σάββα, υπηρετούντες τον Θεόν με ενάρετον πολιτείαν και με πολλήν κακουχίαν και άσκησιν. Ο φθονερός όμως και μισόκαλος διάβολος, ο πάντοτε φθονών τους εναρέτους, εκίνησε κατά των Οσίων τούτων τους αθέους Αιθίοπας, τους καλουμένους Μαύρους, οι οποίοι ελπίζοντες να εύρωσι χρήματα και πλούτον, επέδραμον κατά του Μοναστηρίου του Αγίου Σάββα. Επειδή δε αν και ικανώς ερευνήσαντες δεν εύρον χρήματα, καθώς ήλπιζον, έρριψαν την οργήν των, οι αιμοβόροι, κατά των εκεί Αγίων Πατέρων. Και άλλους μεν εξ αυτών απεκεφάλισαν, άλλους δε κατέκοψαν εις λεπτά τεμάχια, άλλους έσχισαν εις το μέσον και άλλους, αφού εκέντησαν δια του ξίφους, έχυσαν τα αίματα αυτών εις την γην. Οι δε Όσιοι, ευχαριστούντες τον Θεόν, παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Αυτού και απέλαβον την αιώνιον και μακαρίαν ζωήν της Βασιλείας των ουρανών, δια την οποίαν υπέμειναν και τους προτέρους αγώνας της ασκήσεως και τας μετέπειτα βασάνους του Μαρτυρίου.
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΑ΄ (21η) Μαρτίου, ο Όσιος ΣΕΡΑΠΙΩΝ ο Σιδώνιος εν ειρήνη τελειούται.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΑ΄ (21η) Μαρτίου, ο Όσιος ΣΕΡΑΠΙΩΝ ο Σιδώνιος εν ειρήνη τελειούται.

Σεραπίων ο Όσιος Πατήρ ημών ήτο Ασκητής εις την εσωτάτην έρημον της Αιγύπτου, καταγόμενος, ως τινές λέγουσιν, από την Σιδώνα, εξ ου και Σιδώνιος απεκαλείτο. Είχε δε ο μακάριος συγκεντρώσει εν εαυτώ όλας τας αρετάς, τέλειος εις όλα υπάρχων, εις την εγκράτειαν θαυμάσιος και εις την Θείαν Γραφήν σοφώτατος. Μεγίστην δε επιμέλειαν κατέβαλεν ο θρείος ούτος Πατήρ, ως διάπυρος ζηλωτής της ευσεβείας, ίνα οι ειδωλολάτραι επιστρέψωσιν εις την του Χριστού Πίστιν. Ήτο δε ο μακάριος τόσον ελεήμων, ώστε ουδέν εκράτει δια τον εαυτόν του, αλλά τα πάντα προσέφερεν εις ελεημοσύνην. Πολλάκις δε μη έχων τι άλλο να προσφέρη, προσέφερε τον εαυτόν του και πολλάκις επωλήθη εκουσίως ως αιχμάλωτος, αφ’ ενός μεν δια να λυτρώση ψυχάς από την αιχμαλωσίαν του δαίμονος, αφ’ ετέρου δε δια να δώση ελεημοσύνην τα εκ της εκουσίας πωλήσεώς του χρήματα. Διότι τοσούτον ελεήμων και εύσπλαγχνος ήτο, ώστε έδιδεν εις τους πτωχούς όσα και αν είχεν· όχι δε μόνον τροφάς και βιβλία, αλλά και αυτά τα ιμάτιά του και έμενε τελείως γυμνός, τόσον ώστε δεν ήτο άλλος Αββάς εις την έρημον, ο οποίος να φυλάττη τόσην ακτημοσύνην, ως ούτος ο τρισμακάριος· αλλά ακούσατε ολίγα από τα πολλά του κατορθώματα δια να θαυμάσετε. Ενώ ποτε εβάδιζεν εις την οδόν, πτωχός τις του εζήτησεν ελεημοσύνην· μη έχων δε τίποτε άλλο να δώση, του έδωκε το επανωφόριόν του, αν και το ψύχος ήτο δριμύτατον και αυτός έμεινε μόνον με το εσωτερικόν ένδυμα. Προχωρήσας περαιτέρω συνήντησεν άλλον γυμνόν, όστις από την δριμύτητα του ψύχους έτρεμεν. Όθεν ευσπλαγχνισθείς έδωκεν εις αυτόν το έσω ένδυμα και έμεινεν αυτός τελείως γυμνός. Μόνον εν Ευαγγέλιον εκράτησε δια να αναγινώσκη. Συναντήσας δε τούτον άλλος αδελφός, τον ηρώτησε τις τον έγδυσεν. Ο δε απεκρίθη· «Τούτο το Ευαγγέλιον», εννοών με τούτο, ότι θέλων να τηρήση όσα εις αυτό προστάσσει ο Κύριος, έδωσεν ό,τι και αν είχε, δια να μη γίνη παρήκοος τούτου. Μετ’ ολίγον διάστημα επώλησε και το Ευαγγέλιον και διεμοίρασεν εις τους πτωχούς τα χρήματα. Ερωτηθείς δε από τον μαθητήν του, που το έδωκεν, απεκρίθη· «Πίστευσόν μοι, τέκνον, ότι δια να κάμω του Δεσπότου το θέλημα, όστις λέγει, πώλησον τα υπάρχοντάς σου και δος πτωχοίς, έδωκα όχι μόνον το υπόλοιπον πράγμα μου, αλλά και αυτόν τον Δεσπότην επώλησα και εμοίρασα το αντίτιμον εις πένητας». Άλλοτε ευρισκόμενος ο Όσιος με τον υποτακτικόν του εις πόλιν τινά, τον επρόσταξε να τον πωλήση εις τινας ειδωλολάτρας, οίτινες συνέθετον κωμωδίας και εκείνος ούτως εποίησε· τα δε αργύρια τα οποία εισέπραξεν ο μαθητής, τού τα έδωσε κρυφίως και τα εφύλαξε μέχρι τέλους. Έμεινε λοιπόν ο Όσιος εις τον οίκον τών αγορασάντων αυτόν υποτασσόμενος εις όλα αυτών τα προστάγματα. Ειργάζετο δε καθ’ όλην την ημέραν νήστις, την δε νύκτα έτρωγεν ολίγον άρτον και έπινεν ολίγον ύδωρ, το δε περισσότερον μέρος της νυκτός προσηύχετο και όλην σχεδόν την θείαν Γραφήν απεστήθιζε. Βλέποντες λοιπόν οι κύριοί του τας αρετάς αυτού εθαύμαζον και όσον ο καιρός παρήρχετο, τοσούτον τον ηυλαβούντο περισσότερον. Ένεκα τούτου, ολίγον κατ’ ολίγον, με τα έργα και τους λόγους του τούς έφερε εις θεογνωσίαν, συνεργούσης της θείας Χάριτος. Αφ’ ου δε εβαπτίσθησαν, ηυχαρίστησαν αυτόν λέγοντες· «Επειδή μέσω σου εγνωρίσαμεν την δύναμιν του αληθινού Θεού, δια τούτο σου χαρίζομεν την ελευθερίαν, καθώς και συ μας ελύτρωσες από την αμαρτίαν και την αιχμαλωσίαν του δαίμονος». Ο δε Όσιος απεκρίθη· «Επειδή ο ελεήμων Θεός σας εφώτισε και εγνωρίσατε την αλήθειαν, δεν είναι ανάγκη να ευρίσκωμαι πλέον εις την οικίαν σας· μάθετε δε, ότι εγώ δεν ήμην δούλος τινός, αλλά Ασκητής της Αιγύπτου ελεύθερος και μόνον δια να σας λυτρώσω από την πλάνην έγινα δούλος ιδικός σας. Λάβετε λοιπόν ταύτα τα νομίσματα, τα οποία εδώσατε, διότι τα εφύλαττον δια να σας τα επιστρέψω σήμερον και δώσατέ μου συγχώρησιν, δια να οδηγήσω και άλλους προς την ευσέβειαν». Εκείνοι όμως παρεκάλουν αυτόν κλαίοντες να παραμείνη μετ’ αυτών ολίγον ακόμη καιρόν, όχι ως δούλος των, αλλ’ ως δεσπότης και κύριος. Όμως ο Άγιος δεν υπήκουσεν. Εκ δευτέρου δε τον παρεκάλεσαν να πάρη τα χρήματα, με τα οποία τον ηγόρασαν και να τα διανείμη εις πένητας, ο δε Όσιος απεκρίθη· «Μοιράσατέ τα σεις, διότι είναι ιδικά σας». Αναχωρήσας λοιπόν εκείθεν ο Όσιος επορεύετο ευαγγελικώς χωρίς να κρατή χρυσόν ή άργυρον ή σάκκον ή ράβδον ή φαγώσιμον τι, αλλά πτωχός και ακτήμων με ένα μόνον χιτώνα, ως άλλος Απόστολος. Ούτω δε πορευόμενος ανά την οικουμένην έφθασε και εις τας Αθήνας. Είχε δε τότε τρεις ημέρας όπου εβάδιζε χωρίς να φάγη τίποτε και εκινδύνευεν από την πείναν. Όθεν ελθών εκεί όπου ήσαν συνηγμένοι οι πρόκριτοι της πόλεως, εβόησε προς αυτούς, λέγων· «Βοηθήσατέ μοι, Αθηναίοι σοφώτατοι». Ερωτηθείς δε πόθεν ήτο και τι εχρειάζετο, ο Άγιος Σεραπίων απεκρίθη· «Μοναχός είμαι εξ Αιγύπτου, από δε της νεότητός μου με ηνώχλουν τρεις δανεισταί, εκ των οποίων τους μεν δύο ηδυνήθην και επλήρωσα και πλέον δεν με πειράζουσι, αλλά ο τρίτος με φοβερίζει, ότι εάν δεν του δώσω το χρέος σήμερον, θα με δικάση ο αυθάδης εις θάνατον». Τότε οι σοφοί τον ηρώτησαν, τίνες ήσαν οι τρεις δανεισταί. Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Ο πρώτος είναι η φιλαργυρία, ο δεύτερος η πορνεία και ο τρίτος η γαστριμαργία. Αυτοί οι τρεις εχθροί είναι οι πολεμούντες με από νεότητός μου ισχυρότατα· και τους μεν δύο ενίκησα κατά κράτος με την βοήθειαν του Θεού, επειδή εκ φύσεως είναι εξωτερικοί. Αλλά η κοιλία θέλει το οφειλόμενον και μου φωνάζει. Διότι έχω τέσσαρας ημέρας όπου δεν έφαγον». Του έδωσαν τότε μερικά νομίσματα, από τα οποία, αφού ηγόρασα μόνον ένα άρτον, εχάρισε τα υπόλοιπα. Από τούτο το συμβάν ανεγνώρισαν οι Αθηναίοι ότι ήτο ενάρετος. Κατόπιν μετέβη εις την Λακεδαίμονα και επωλήθη εις μέγαν τινά άρχοντα, όστις ήτο Μανιχαίος την αίρεσιν. Εκεί εις διάστημα δύο χρόνων επέστρεψεν όλους της οικίας εκείνης εις την ευσέβειαν και τότε τους επανέδωσε τα χρήματα της αγοράς του. Έπειτα, πεφωτισμένος παρά Θεού, εισήλθεν εις εν πλοίον, το οποίον εταξίδευεν εις την Ρώμην, έχων γνώμην να χειραγωγήση και εκεί όσους δυνηθή, προς ευσέβειαν. Αφ’ ου λοιπόν έκαμε τρεις ημέρας εις το πλοίον και δεν τον είδαν οι ναύται να φάγη τίποτε, τον ηρώτησαν την αιτίαν, ο δε Άγιος απεκρίθη, ότι δεν είχε τίποτε βρώσιμον. Όθεν ωνείδιζον αυτόν τινες λέγοντες· «Πως ετόλμησες λοιπόν να εισέλθης εις το πλοίον χωρίς χρήματα και πόθεν θα πληρώσης τον ναύλον σου»; Τότε ο Όσιος απεκρίθη με πραότητα· «Εάν ορίζετε, πάρετέ με μαζί σας δια την ψυχήν σας, ειδ’ άλλως επιστρέψατέ με εκεί όπου με επήρατε». Τότε οι ναύται και μη θέλοντες τον έτρεφον, δια να μη αποθάνη. Ότε δε έφθασαν εις την Ρώμην εξήλθεν από το πλοίον και ηρώτησεν εάν ήτο κανείς Μοναχός ενάρετος. Έμαθε λοιπόν, ότι υπήρχεν εκεί Οσία τις παρθένος, έγκλειστος, η οποία ουδέποτε συνωμίλησε μετά τινος ανδρός. Τότε ο Σεραπίων, πεφωτισμένος εκ θείου Πνεύματος, απήλθεν εις το κελλίον αυτής και λέγει εις την δούλην της· «Ειπέ εις την κυρίαν σου, ότι ήλθεν εις Αββάς από την Αίγυπτον ίνα συνομιλήσετε». Απελθούσα λοιπόν η δούλη, είπεν εις την παρθένον τον λόγον, εκείνη όμως δεν εδέχθη τον Όσιον, απαντήσασα ότι δεν ήτο ανάγκη να συνομιλήση με άνδρα. Βλέπων λοιπόν ο μέγας ούτος Όσιος Σεραπίων, ότι ίστατο εκεί τρεις ημέρας παρακαλών να της ομιλήση και δεν ηθέλησεν, είπε ταύτα εις την δούλην· «Ύπαγε και ειπέ εις την κυρίαν σου, ότι ο Θεός με απέστειλε να της ομιλήσω δια ψυχικήν της ωφέλειαν». Εδέχθη τότε η παρθένος, εισελθών δε ο Όσιος ηρώτησε· «Που πορεύεσαι»; Η δε παρθένος απεκρίθη· «Μεταβαίνω προς τον Δεσπότην μου». Λέγει τότε προς αυτήν ο Αββάς· «Ζης ή απέθανες»; Η δε είπε· «Θαρρώ εις τον Θεόν, ότι κατά σάρκα απέθανα, διότι όστις ζη εις τον κόσμον σαρκικώς δεν απέρχεται προς τον Θεόν». Λέγει πάλιν ο Όσιος· «Εάν θέλης να σε πιστεύσω, έξελθε και κάμε καθώς θα σου είπω». Η δε απεκρίνατο· «Έχω είκοσι πέντε χρόνους εδώ μέσα έγκλειστος και τώρα, εάν εξέλθω, τι θα είπουν οι άνθρωποι»; Λέγει ο Όσιος· «Εάν απέθανες, τι σε μέλλει δια τους λόγους των ανθρώπων; Ο νεκρός, και αν επαινήται και αν υβρίζεται, δεν το θεωρεί εις τίποτε. Λοιπόν έξελθε, ίνα εννοήσης την πλάνην σου». Τότε η παρθένος ηννόησεν από τους λόγους του Οσίου, ότι ήτο σοφός και ενάρετος άνθρωπος. Όθεν εξήλθε δια ταπείνωσιν και ελθόντες εις την Εκκλησίαν της είπεν ο Όσιος· «Εάν θέλης να πεισθής, εάν πράγματι ενεκρώθης κατά κόσμον και δεν φροντίζεις να αρέσκης εις τους ανθρώπους, αλλά μόνον ποθείς τα ουράνια, εκδύσου τα ιμάτια, να μείνης γυμνή χωρίς υποκάμισον, ούτω δε να κάμω και εγώ και να διέλθωμεν αμφότεροι από το κέντρον της πόλεως ολόγυμνοι χωρίς ουδόλως να εντραπής». Η παρθένος τότε είπε προς αυτόν· «Εάν κάμω καθώς μου λέγεις, σκανδαλίζω τους ανθρώπους και θα λέγουν ή ότι έχω δαιμόνιον, ή ότι εξήλθον από τας φρένας μου». Λέγει προς αυτήν ο Όσιος· «Ο νεκρός δεν αισθάνεται· όθεν, ή επαινούσιν ή ονειδίζουσιν αυτόν, δεν ακούει τίποτε. Ούτω και συ, εάν λέγης αλήθειαν ότι ενεκρώθης κατά κόσμον και ζης εν Χριστώ, κατά τον Απόστολον, μη σε μέλλει εάν σε υβρίσουν και σε κατακρίνουν οι άνθρωποι· μόνον κάμε ό,τι σου λέγω και ακολούθει μοι». Τότε η παρθένος, γνωρίσασα την προτέραν της αγνωσίαν και έπαρσιν, έπεσε μετά δακρύων εις τους πόδας του Γέροντος λέγουσα· «Παρακαλώ σε, Αββά, συγχώρησόν μοι δια τον Κύριον, διότι δεν δύναμαι εις τούτο να υπακούσω· μόνον ό,τι άλλο με προστάξης το πράττω μετά χαράς». Τότε λέγει ο πάνσοφος· «Ύπαγε λοιπόν, αδελφή μου, εις το κελλίον σου. Ταπεινώσου από την έπαρσιν και μη καυχάσαι ότι ενεκρώθης, ούτε να υψηλοφρονής ότι είσαι από τας άλλας πλέον ενάρετος. Αλλ’ έχε ταπείνωσιν όσην δύνασαι, επειδή ζης ακόμη εις τον κόσμον και θέλεις να αρέσκης εις τους ανθρώπους. Εγώ απέθανα κατά την σάρκα και ημπορώ να περιπατώ ολόγυμνος και άλλους παραλογισμούς να κάμνω, δια να με ονειδίζουν οι άνθρωποι· όμως δεν υψηλοφρονώ, ως συ, και δεν λέγω ότι ενεκρώθην». Με τοιούτους ψυχωφελείς και άλλους παρομοίους λόγους νουθετήσας, εσωφρόνισεν αυτήν. Ευχαριστήσασα τότε εκείνη τα μέγιστα τον Όσιον εισήλθε και πάλιν εις το κελλίον της και διήγε τον βίον με μεγαλυτέραν αρετήν και περισσοτέραν ταπείνωσιν. Επιστρέψας μετά τούτο ο Όσιος εις την έρημον πολλά ωφέλησε τους Μοναχούς δια διαφόρων παραδειγμάτων. Εξόχως δε έλργε και τούτο δια τους λαθροφάγους· «Όταν ήμην νεώτερος, εις την υπακοήν του Αββά Θεοδώρου, με ηνώχλει ο δαίμων της γαστριμαργίας και έκλεπτον ένα άρτον από την τράπεζαν, τον οποίον έτρωγον κατά την νύκτα κρυφίως. Αλλά τόσον με έτυπτεν η συνείδησις, ώστε υπέρ την ηδονήν της τροφής ήτο περισσοτέρα η λύπη και η βάσανος, ήτις με έθλιβεν. Ήλθον δε ποτέ αδελφοί τινές εις τον Γέροντά μου και συνωμίλουν περί γαστριμαργίας και άλλων τινών παραπτωμάτων και ότι πρέπει ο καθείς να ομολογή τους κρυφούς διαλογισμούς εις τους Πνευματικούς Πατέρας. Εγώ δε, ταύτα ακούσας, έκρινα ότι το έλεγον δι’ εμέ. Όθεν έπεσα εις τους πόδας αυτών με δάκρυα και ωμολόγησα παρρησία την αμαρτίαν μου, εξήγαγον δε τον άρτον τον οποίον είχον κρυμμένον εις το στήθος μου, δια να καταισχυνθώ περισσότερον. Τότε μου λέγει ο Γέρων· «Έχε θάρρος εις τον Θεόν, τέκνον μου, διότι αυτή η ταπείνωσίς σου σε ανέδειξε νικητήν κατά του δαίμονος, επειδή τον εντροπίασες και δεν έχει πλέον εξουσίαν επί σου». Ενώ δε ο Αββάς έλεγε προς εμέ ταύτα, εξήλθεν από τον κόλπον μου ως φλόγα πυρός εις δαίμων, έμεινε δε τόση δυσωδία εις τον τόπον εκείνον, ώστε δεν ημπορούσαμεν να μείνωμεν. Από τότε πλέον δεν έπεσα εις τοιούτον ανόμημα με την θείαν βοήθειαν». Αυτά και έτερα πλείστα λέγων ο Όσιος προς νουθεσίαν των αδελφών και πλήρης ημερών γενόμενος και πολλάς αγαθοεργίας προς τους πλησίον τελέσας, έτι δε και ουχί ολίγα θαυμάσια εργασάμενος, απήλθε προς τον ποθούμενον Χριστόν. Ω πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΒ΄ (22α) Μαρτίου, μνήμη του Αγίου Οσιομάρτυρος ΕΥΘΥΜΙΟΥ, του εν Κωνσταντινουπόλει αθλήσαντος εν έτ

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΒ΄ (22α) Μαρτίου, μνήμη του Αγίου Οσιομάρτυρος ΕΥΘΥΜΙΟΥ, του εν Κωνσταντινουπόλει αθλήσαντος εν έτει αωιδ΄ (1814), ξίφει τελειωθέντος.

Ευθύμιος ο νέος του Χριστού Οσιομάρτυς καλεί ημάς προς πανήγυριν, ευλαβείς πανηγυρισταί· όθεν και ημείς, ως θερμοί αυτού ερασταί, ας εισέλθωμεν εις το στάδιον της διηγήσεως των ενδόξων κατορθωμάτων και της λαμπράς αυτού αθλήσεως ίνα και τας επιταγάς τας οποίας ελάβομεν περί τούτου εκπληρώσωμεν, και τους συνελθόντας αδελφούς εν Χριστώ και Πατέρας πνευματικώς δεξιωθώμεν και την ιδιαιτέραν ημών οφειλήν, εν μέρει, αποδώσωμεν διηγούμενοι και φέροντες εις το μέσον τα κατ’ αυτόν, εις δοξολογίαν του πάντας ανθρώπους θέλοντος σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν Χριστού του Θεού ημών. Πατρίδα μεν είχεν ούτος ο νέος αριστεύς του Χριστού την Πελοπόννησον, καταγόμενος εκ της πόλεως Δημητσάνης, γονείς δε ευσεβείς ονομαζομένους Παναγιώτην και Μαρίαν. Είχε δε και τρεις μεγαλυτέρους αδελφούς, Γεώργιον, Χρήστον και Ιωάννην και μίαν αδελφήν Αικατερίναν, εκ των οποίων ο Άγιος ήτο ο μικρότερος. Καθ’ ον δε καιρόν η μήτηρ αυτού έμελλε να γεννήση τούτον, τόσους δριμυτάτους πόνους υπέφερεν, ώστε δεν ηλπίζετο η εις τούτον τον κόσμον πρόοδός του, ει μη μόνον αν απέθνησκεν η μήτηρ του, ως ποτε του Βενιαμίν. Πάσχουσα δε τοιουτοτρόπως και σχεδόν απελπισθείσα από ανθρωπίνην βοήθειαν, ενεθυμήθη την Θείαν αντίληψιν και ειπούσα· «Δέσποτα Χριστέ, δια των πρεσβειών του Αγίου Ιερομάρτυρος Ελευθερίου, ελευθέρωσόν με την δούλην σου και το γεννηθέν παιδίον να το ονομάσω Ελευθέριον», ευθύς με την ευχήν γεννά τον θαυμάσιον τούτον, όστις δέχεται την ονομασίαν παρά της μητρός του, κατά την ευχήν, Ελευθέριος. Aνατρέφεται λοιπόν και αυξάνει χαριέστατα και ότε έφθασεν εις ηλικίαν δεκτικήν μαθήσεως, έστελλε τούτον η μήτηρ του εις το σχολείον, ίνα μανθάνη τα ιερά γράμματα. Ο δε πατήρ του μετά των δύο μεγαλυτέρων αδελφών μετέβη εις το Ιάσιον της Μολδαυϊας και εκεί εμπορεύετο μετ’ αυτών. Τυχών λοιπόν φύσεως αγαθής ο Ελευθέριος, έμαθεν εις ολίγον διάστημα τα κοινά λεγόμενα γράμματα και είτα ανέβη εις το μεγάλον σχολείον της ελληνικής γλώσσης μετά του αυταδέλφου του Ιωάννου, όπου εδιδάσκετο την γραμματικήν. Αφού λοιπόν ήκουσεν ολίγα από τα ιερά εκείνα μαθήματα, έφυγε μετά του αδελφού του εις Κωνσταντινούπολιν και μικρόν μαθητεύσαντες αμφότεροι εις την της Ξηράς Κρήνης λεγομένην σχολήν, ανεχώρησαν εις το Ιάσιον προς τον πατέρα των. Μετά δύο όμως χρόνους έκαμε σκέψιν αγαθήν, να έλθη εις το Άγιον Όρος δια να γίνη Μοναχός. Αναχωρήσας λοιπόν από τον πατέρα και τους αδελφούς του, όταν έμελλε να διέλθη από την Κωνσταντινούπολιν, ημποδίσθη από καιρικάς ανωμαλίας και τους μεταξύ των Ρώσων και Τούρκων πολέμους και απήλθεν εις Οδησσόν δια να εύρη από εκεί ευκολωτέραν διάβασιν. Μη δυνηθείς δε να εξέλθη ούτε από εκεί, αναβαίνει πάλιν και ερχόμενος εις Βουκουρέστιον της Ρουμανίας, έμεινεν επί ένα και ήμισυ χρόνον πλησίον του προξένου της Γαλλίας και τινος ανωτέρου υπαλλήλου Ρώσου. Εκεί ευρισκόμενος, δεν ενεθυμήθη πλέον το Άγιον Όρος, αλλά βλέπων, ότι ο κόσμος, η σαρξ και ο διάβολος τού ανοίγουν θύραν ατάκτων και ασέμνων ηδονών, γίνεται έκδοτος εις αυτάς και χωρίς να διαστείλη τούτο ή εκείνο, κατακαίεται όλος από την φλόγα της νεανικής ηδυπαθείας, γενόμενος θέατρον αθλιότητος και αμαρτίας. Αλλ’ επειδή πολλάκις δια να τελεσθή η αμαρτία θέλει και έξοδα, εδανείζετο ο Ελευθέριος δια να καθυποβάλλη εαυτόν περισσότερον εις την δουλείαν των ακαθάρτων ηδονών. Έτυχε δε τότε να είναι εκεί εις το Βουκουρέστιον και οι εκ μέρους της Τουρκίας πρέσβεις της ειρήνης. Εις ένα τούτων προσεκολλήθη αφ’ ενός μεν ίνα απολαμβάνη αφόβως και αφθονωτέρας τας ηδονάς και τρυφάς του Βουκουρεστίου, εν όσω ευρίσκετο εκεί, αφ’ ετέρου δε, όπως δυνηθή μετ’ αυτού να απέλθη εις Κωνσταντινούπολιν, διότι, καθώς διηγήθη εις ημάς μετά ταύτα, ο χορτασμός της αμαρτίας επροξένει εις αυτόν αηδίαν. Τούτο δε είναι αληθές, καθώς το επιβεβαιοί και ο θείος Ιωάννης της Κλίμακος. Μετ’ ολίγον λοιπόν καιρόν, καταβάντες οι πρέσβεις εις Σούμλαν, εχρονοτρίβουν εκεί ένεκα των περιστάσεων. Εκεί ευρισκόμενος ο Ελευθέριος, ελυπείτο δια την σκληρότητα και την βάναυσον συμπεριφοράν του αυθέντου του Καπουτζή. Αδημονών δε αφ’ ενός δια την βραδύτητα της οδοιπορίας του, παρακινηθείς δε αφ’ ετέρου και παρά τινος συνοδοιπόρου του Αδριανουπολίτου, αρνησιχρίστου, λεγομένου πρότερον Κωνσταντίνου, παρουσιάσθη μετ’ αυτού οικειοθελώς εις τον εκεί στρατιωτικόν διοικητήν, Ραϊς Εφένδην Γαλήπην καλούμενον, και ενώπιον αυτού ηρνήθη, φεύ! τον Χριστόν δεχθείς την πλάνην του αντιχρίστου Μωάμεθ, μετά δε τρεις ημέρας περιετμήθη κατά τον νόμον του επαράτου εκείνου και πλάνου. Και εξώμοσε μεν ούτως ο Ελευθέριος, αλλ’ η Χάρις δεν ανεχώρησεν εντελώς απ’ αυτού. Όθεν και εις αυτούς ακόμη τους αφορήτους πόνους της περιτομής ευρισκόμενος, ενεθυμείτο πάλιν την πάτριον ευσέβειαν, αναπολών κατά νουν το όνομα του γλυκυτάτου Ιησού Χριστού και αναμιμνησκόμενος του ουρανίου Πατρός, ως ο άσωτος υιός. Και ήθελε μεν να επικαλεσθή την θείαν Αυτού βοήθειαν, αλλ’ ημποδίζετο, διότι έλαβε το χάραγμα της σφραγίδος του αντιχρίστου εις την δεξιάν χείρα και εις το μέτωπον και δεν ηδύνατο ούτε χείρας οσίας να άρη εις τον ουρανόν, ούτε τον ηγεμόνα νουν να διευθύνη προς το τρισήλιον σέλας της Θεότητος. Όθεν κατέφυγεν εις μόνα τα δάκρυα, ευθύς δε ότε ήκουσε τον αλέκτορα της συνειδήσεως φωνούντα και ελέγχοντα αυτόν δια το τόλμημα της εξωμοσίας, τότε εξήλθε νοερώς έξω από την αυλήν της παρανόμου και αθέου εκείνης θρησκείας, εις την οποίαν κακώς είχεν εισέλθει και έκλαυσε πικρώς ως άλλος Πέτρος. Τοσαύτα δε ήσαν εκείνα τα δάκρυα, ώστε τολμώ να είπω, ότι τα εδέχθη ο φιλόψυχος Ιησούς και συνεχώρησε την προηγηθείσαν άρνησιν του Ελευθερίου ως εδέχθη και του Πρωτοκορυφαίου Αποστόλου Πέτρου. Έμεινε λοιπόν μετά των ασεβών εκείνων ο φαινόμενος Ελευθέριος, ουχί δε και ο νοούμενος. Διότι έχων όλον τον νουν του προς την πράξιν της αρνήσεως, αλλέως πως συμπεριεφέρετο και όχι όπως θα έπρεπε. Διο, υποπτευόμενοι την φυγήν του οι ασεβείς Αγαρηνοί όχι μόνον δεν του έδιδαν άδειαν να εξέρχεται από τον σατανικόν εκείνον οίκον αλλά και τον παρηκολούθουν, προσέχοντες τους λόγους και τας κινήσεις του. Όθεν, ημέραν τινά, ιδόντες επάνω του μικρόν σταυρόν, τον οποίον είχε προ της εξωμοσίας και τον εφύλαττεν, ως σημείον της προτέρας του ευσεβείας, ή, μάλλον ειπείν, ως μάχαιραν κεκρυμμένην, ίνα συντρίψη ύστερον δι’ αυτού τας παγίδας του διαβόλου και ελευθερωθή από τας χείρας των αθέων, ως το στρουθίον εκ της παγίδος των θηρευόντων, έσπευσαν ευθύς οι ασεβείς εκείνοι σύνδουλοί του και τον παρουσίασαν εις τον Ραϊς Εφένδην, εγκαλούντες τον Ελευθέριον, ότι εφρόνει ακόμη τα των Χριστιανών. Ο δε αξιογέλαστος εκείνος Εφένδης τους έπεισε με λόγους σοφούς, ότι δεν ήτο δια τούτο αξιοκατάκριτος ο Ρεσίτης (ούτω τον ωνόμασαν), αν ακόμη κρατή τα χριστιανικά σημεία· διότι πως θα ηδύνατο αυτός εις διάστημα ολίγων ημερών να αισθανθή την γλυκύτητα της πίστεώς των; Είπε δε εις τους συνοδούς να αφήσωσιν αυτόν, έως ότου με τον καιρόν έλθη εις θεογνωσίαν, ω της μωρίας των! Αντί να είπη εις μισοθεϊαν. Με αυτούς τους λόγους καθησύχασεν ο μάταιος ηγεμών τους ασεβείς εκείνους. Μετά μήνας τέσσαρας της εις Σούμλαν παραμονής των, ήλθον εις την Αδριανούπολιν· επειδή δε έβλεπε τα θηρία εκείνα μάλλον ή ανθρώπους, του Ραϊς Εφένδη, ότι εζηλοτύπουν δια τον καλόν τρόπον, τον οποίον εκείνος εδείκνυε προς τον Ελευθέριον και εμνησικάκουν, ως δήθεν ζηλωταί της θρησκείας των, δια τον σταυρόν, περί του οποίου προείπομεν, είχεν ο Ελευθέριος φόβον και αγωνίαν, υποπτευόμενος, μήπως τον φονεύσωσι καθ’ οδόν και αποθάνη, φεύ! εις την άθεον εκείνην θρησκείαν. Ότε δε έφθασεν η άπιστος εκείνη και μιαρά αποστολή εις Αδριανούπολιν, έτυχε να είναι η ημέρα Σάββατον και η ώρα καθ’ ην οι Χριστιανοί, αφήνοντες τας υπηρεσίας και εργασίας των, συντρέχουσιν εις τας Εκκλησίας, ίνα ακούσωσι τον Εσπερινόν, εις ύμνον του εκ νεκρών αναστάντος Χριστού. Τότε λοιπόν και ο Ελευθέριος, διαφυγών από το άπιστον εκείνο πλήθος, έδραμεν εις την Μητρόπολιν της πόλεως εκείνης. Ήτο δε τότε Αρχιερεύς ο μετέπειτα προβιβασθείς εις Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ο και μαρτυρικού τέλους αξιωθείς εν τω καιρώ της Ελληνικής Επαναστάσεως εις την αυτήν πόλιν, μετά την από της πατριαρχείας παραίτησιν, Ιερομάρτυς Κύριλλος. Μαθών λοιπόν ο Ελευθέριος, ότι ο Επίσκοπος ευρίσκετο εις την Εκκλησίαν ψάλλων τον Εσπερινόν, ήλθε και εστάθη έξωθεν του Ναού. Ιδών δε τον Ιεροδιάκονον θυμιώντα τους πιστούς επληγώθη την καρδίαν, στοχαζόμενος, ότι αυτός μόνον εστερείτο της χάριτος του θυμιάματος. Τότε μόλις ηδυνήθη να κρατήση εαυτόν· προσεποιήθη δε, ότι ήρχετο από την Κωνσταντινούπολιν και είχε γράμματα αναγκαία δια τον Δεσπότην, ζητών άνευ αναβολής να του ομιλ΄ση. Πληροφορηθείς ταύτα ο Αρχιερεύς παρά του Διακόνου, δεν εξήλθε του Ναού είτε εξ αιτίας του Εσπερινού, είτε εξ άλλης τινός υποψίας, αλλ’ απέστειλε τον επίτροπον της Εκκλησίας, ίνα μάθη τα περί του ζητούντος και λάβη τα γράμματα. Ευθύς ως είδε τούτον ο Ελευθέριος, παρεμέρισεν ολίγον και διηγήθη εις τον επίτροπον συντόμως τα της μετανοίας του και ότι εζήτει βοήθειαν τινά, ήτις συνίστατο εις το να του δοθώσιν ενδύματα χριστιανικά. Ο δε επίτροπος, ακούσας ταύτα, ή από φόβον ως ακούων και βλέπων τα στρατεύματα των ασεβών εισερχόμενα εις Αδριανούπολιν, ή από φυσικήν βαρβαρότητα και σκληρότητα εναντιούμενος εις την αίτησιν του Ελευθερίου, έβαλε φωνάς ατάκτους, αντί να παρηγορήση και περιθάλψη το πλανώμενον του Χριστού πρόβατον και απεδίωξεν αυτόν εκείθεν. Τούτου αι κραυγαί φόβον και τρόμον επροξένησαν εις τον Ελευθέριον σκεφθέντα μήπως πάθη και άλλο τι κακόν εκτός των άλλων τα οποία έπαθεν. Έφυγε λοιπόν με δάκρυα εις τους οφθαλμούς και κατάπικρος τη καρδία, αλλά αν και απέτυχεν εις τον σκοπόν του δεν εδειλίασε, καταφυγών εις άλλον στοχασμόν. Μίαν ημέραν, συναντήσας Χριστιανόν τινα, οπλοποιόν το επιτήδευμα, διηγήθη εις τούτον την κατάστασίν του και τον παρεκάλεσε να του φέρη ενδύματα χριστιανικά εις ωρισμένην ώραν. Εκείνος δε ο καλός Χριστιανός ητοίμασε τα ενδύματα και τα έφερε καθώς είπον. Αλλ’ εκ συνεργείας του πονηρού απέτυχε και αυτού του σκοπού ο Ελευθέριος, μη δυνηθείς να διαφύγη την προσοχήν του ασεβούς εκείνου και ατάκτου πλήθους. Όθεν ετιτρώσκετο η καρδία του από βαρείαν λύπην και εφαίνετο πάντοτε στυγνός και αγέλαστος. Όθεν και οι σύνδουλοί του, θεωρούντες αυτόν ούτω περίλυπον, οι μεν ωνείδιζον αυτόν, οι δε εφρόντιζον παντοιοτρόπως να τον φέρωσιν εις ευθυμοτέραν κατάστασιν και αποδιώξωσι την λύπην, ήτις εφαίνετο ζωγραφισμένη εις το πρόσωπόν του. Διότι, κατά τον Σολομώντα, «καρδίας ευφραινομένης, πρόσωπον θάλλει, εν δε λύπαις ούσης σκυθρωπάζει» (Παρ. ιε: 13). Ο δε ασεβής εκείνος αυθέντης του Ραϊς Εφένδης, βλέπων αυτόν ούτω σκυθρωπόν, σύννουν και πολλάκις δακρύοντα, τι δεν έλεγε, τι δεν έπραττε και τι δεν τω υπέσχετο, δια να διαλύση την λύπην του! Αλλ’ ο Ελευθέριος υπεκρίνετο, ότι ελυπείτο δια την μητέρα του, έλεγε δε το του Δαυϊδ· «Οι νεφροί μου εξεκαύθησαν και ηλλοιώθησαν τη αρνήσει σου Χριστέ»! (Ψαλμ. οβ:21). Παρέμειναν λοιπόν εις Αδριανούπολιν υπέρ τους τρεις μήνας και μετά ταύτα ήλθον εις Κωνσταντινούπολιν. Παρ’ ολίγον δε ο λόγος να παραλείψη ότι, ότε ο Ελευθέριος ευρίσκετο εις Βουκουρέστιον, συνεδέθη δια φιλίας μετά του Οσιομάρτυρος Ιγνατίου, όστις ελθών εις Σούμλαν δια τινα ανάγκην και κρατηθείς από τους Αγαρηνούς, επειδή εφοβήθη, έδωκε λόγον εξωμοσίας. Πλην, τα κατ’ αυτόν μένουσιν εις άλλην διήγησιν. Τώρα δε ας επανέλθωμεν εις την συνέχισιν της παρούσης διηγήσεως. Ο Ελευθέριος λοιπόν εκρατείτο εις τον οίκον του Ραϊς Εφένδη, όστις εκάλει αυτόν υιόν θετόν και δια παντοίων τρόπων και μηχανών προσεπάθει να φέρεται παρηγορητικώς προς αυτόν, ως ελέχθη, αλλά δεν συνεχώρει εις αυτόν να εξέρχεται της οικίας του. Βλέπων λοιπόν εαυτόν ο Ελευθέριος ούτω περιστοιχιζόμενον και φυλαττόμενον, κατέφυγεν εις την αντίληψιν της Θεοτόκου της κοινής του γένους των Χριστιανών προστάτιδος και εγγυητρίας των αμαρτωλών, ως άλλη Οσία Μαρία η Αιγυπτία και έλεγε δεόμενος· «Γενού μοι εγγυήτρια προς τον υιόν σου, ω Δέσποινα, τον οποίον ο τάλας ηρνήθην και ανάγαγέ με εκ του βυθού της απωλείας ταύτης, «ότι εισήλθοσαν ύδατα έως ψυχής μου· ενεπάγην εις ιλύν βυθού και ουκ έστι μοι υπόστασις» (Ψαλμ. ξη: 2). Δος μοι χείρα βοηθείας, ω Δέσποτα, κειμένω χαμαί και ανάγαγέ με εκ του βυθού της απωλείας· λύτρωσαί με εκ της τυραννίδος του διαβόλου, η λυτρώσασα το ανθρώπινον γένος και περιχαρώς δεχομένη τα δάκρυα και την μετάνοιαν των αμαρτωλών». Τοιαύτα εν ω συνεχώς έλεγε νοερώς προς την Θεοτόκον, ήλθε προς αυτόν εξ ύψους βοήθεια και έλαβε τοσαύτην τόλμην και ανδρείαν παρά της Θεομήτορος, ώστε απεφάσισεν ή, αν δυνηθή, να αναχωρήση από τον σατανικόν εκείνον οίκον, ή, τέλος πάντων, να παρουσιάση εαυτόν Χριστιανόν και να λάβη τον υπέρ Χριστού θάνατον. Μετά δέκα ημέρας από της εις Κωνσταντινούπολιν αφίξεώς του, το εσπέρας, ούτως εμελέτησε καθ’ εαυτόν και απεφάσισεν, επικαλούμενος την βοήθειαν της Θεοτόκου. Αλλ’ ο σατανάς έστησε νέαν παγίδα εις τον Άγιον, μικράν μεν φαινομένην, μεγάλην όμως τοις πράγμασιν. Ήτο δε αύτη η φιλοδοξία, δια της οποίας ετεχνεύθη ο πονηρός να αλλοιώση και εξασθενίση τον τόνον και την απόφασιν του Αγίου. Ήλπιζε δε ο μιαρός, ότι δι αυτής θέλει υποδουλωθεί το ελεύθερον αυτού φρόνημα εις μάταια και σητόβρωτα ενδύματα, δια τα οποία ο Ραϊς Εφένδης κατέβαλεν έξοδα υπέρ τα τρεις χιλιάδας φλωρία και τα οποία, κινούμενος από τον διάβολον, έστειλεν εις τον Ελευθέριον ως δώρον δια των γυναίων του γυναικωνίτου του, αίτινες προσκληθείσαι παρέλαβον ταύτα και συνέχαιρον ως υιόν των τάχα θετόν, υποσχόμεναι και άλλα πολλά αγαθά, ηδονάς, δόξας, αναπαύσεις και όσα δύναταί τις να νοήση ότι ευρίσκοντο εις τον οίκον εκείνον της απωλείας. Αλλ’ ο καλός και γενναίος δούλος του Χριστού Ελευθέριος υπεκρίθη μεν ότι εδέχθη αυτά ευχαρίστως και πολλάς ευχαριστίας ανταπέστειλε δια των προσφερόντων δούλων. Έπειτα δε ανοίξας αυτά και ιδών την λαμπρότητα και πολυτέλειαν των ενδυμάτων εκείνων, εμειδίασε και είπε· «Τέχνη και παγίς σου είναι τούτο, διάβολε, ίνα με υποσκελίσης, δόλιε». Παριδών δε αυτά, εδόθη εις προσευχήν καθ’ όλην εκείνην την νύκτα, ζητών μετά δακρύων να ευκολυνθή η φυγή του από του οίκου του στόματος του Άδου. Το δε πρωϊ, ότε ήρχισαν αι κροκοειδείς αυγαί του ηλίου να εξαπλούνται επί των κορυφών των ορέων, ο Ελευθέριος κατήλθε την κλίμακα και υψώσας τους οφθαλμούς και τον νουν του εις τον νοητόν ήλιον της δικαιοσύνης Χριστόν, είπε· «Γενού μοι, ω Δέσποτα, φως και οδηγία προς οδόν σωτηρίας, εις τους εχθρούς σου δε τούτους δος σκότος ψηλαφητόν, ίνα μη με ίδωσι και εμποδίσωσι· διότι, ιδού εξέρχομαι εις αναζήτησίν Σου, ως η άδουσα νύμφη· επάκουσόν μου, Δέσποτα, δια το πλήθος των οικτιρμών σου και χάρισαί μοι ευκολίαν της εξόδου δια πρεσβειών της παναχράντου Σου Μητρός και πάντων των Αγίων. Αμήν». Ταύτα λέγων από ψυχής συντετριμμένης, ήλθεν εις την θύραν του οίκου και εύρε θυρωρόν τινά γέροντα, όστις μετ’ ολίγον απήλθε προς ιδίαν του υπηρεσίαν. Τότε έμεινεν ελευθέρα η έξοδος εις τον Ελευθέριον. Μόλις λοιπόν ησθάνθη εαυτόν ελεύθερον, δια της θείας επικουρίας, εξήλθε με μεγάλην ταχύτητα και δρομαίως έφθασεν εις το Πατριαρχείον ζητών Πνευματικόν τινά γνώριμόν του Πελοποννήσιον, καθήμενον αντίκρυ της μικράς θύρας του Πατριαρχείου. Ο δε Πνευματικός, ιδών αυτόν, εξήστη· προς τον Πνευματικόν τούτον εξωμολογήθη ο Ελευθέριος πάντα, όσα διηγήθημεν και ομολογών εαυτόν Χριστιανόν, του εζήτησεν ενδύματα χριστιανικά. Ο δε Πνευματικός, ή επειδή δεν ηδύνατο να τα οικονομήση ή επειδή εφοβήθη, δεν εδέχθη την αίτησιν· συμβουλεύσας όμως αυτόν με λόγους ψυχωφελείς, τον απέλυσε. Συνέβη δε τότε να βλέπη τις τον Ελευθέριον τρέχοντα άνω και κάτω, σπεύδοντα να κρύψη εαυτόν από τους υιούς της ανομίας και αν υπήρχε τυχόν πέτρα τις να υποκρυβή, ως το πάλαι ο Μωϋσής, ίνα ίδη το σωτήριον του Θεού. Ούτω τρέχων εισήλθεν εις πλοιάριον και διεπέρασεν εις τον Γαλατάν, σπεύσας δε ανέβη εις το Σταυροδρόμιον και εισήλθεν εις το παλάτιον του πρέσβεως της Ρωσίας. Εκεί μετά μεγάλης φωνής εβόησε, λέγων· «Δόξα σοι τω αναγαγόντι με εξ Άδου και σκιάς θανάτου, Χριστώ τω Θεώ». Οι δούλοι του παλατίου, ιδόντες τον Ελευθέριον με στολήν των Αγαρηνών, εξέστησαν, επειδή εγνώριζον ότι ούτος πρότερον ήτο Χριστιανός, διότι παρέδραμεν ο λόγος να δηλώσω ότι, ότε ευρίσκετο δια πρώτην φοράν εις Κωνσταντινούπολιν, έμεινεν ολίγον καιρόν εντός αυτού του παλατίου και ήτο γνωστός εις όλους. Μαθόντες δε εκείνοι τα κατ’ αυτόν και συμπονέσαντες, εξέδυσαν αυτόν ευθύς τα δηλωτικά της ασεβείας ιμάτια και τον ενέδυσαν χριστιανικά και εις κοινήν πανήγυριν συναθροισθέντες, εδόξασαν μεν τον Θεόν, ως έπρεπεν, επί τη τοιαύτη δια της οικονομίας Του ελευθερία του δούλου Του, κατεγέλασαν δε την κατάπτυστον πλάνην των Αγαρηνών, περιφρονήσαντες τα πολυτελή εκείνα φορέματα. Μετά δε ημέρας τέσσαρας, ευρόντες πλοίον, το οποίον έμελλε να πλεύση δια τον Στρυμονικόν κόλπον και το οποίον θα διήρχετο από το Άγιον Όρος Άθω, επεβίβασαν εις αυτό τον Ελευθέριον. Είχε δε συνοδίτην και θεοφιλή τινά Χριστιανόν Πελοποννήσιον από τας παλαιάς Πάτρας, Ιωάννην καλούμενον, όστις ήτο έτοιμος να εκπλεύση με άλλο πλοίον δια την Ρωσίαν, αλλ’ όστις μαθών τα του Ελευθερίου, συνώδευσεν αυτόν, ελθών μετ’ αυτού εις το Άγιον Όρος του Άθω. Όταν δε έφθασαν εις το Άγιον Όρος, τη του Θεού βοηθεία και προμηθεία της Θεοτόκου, εξελθόντες του πλοίου, ήλθον κατά πρώτον εις την ιεράν Λαύραν. Εκεί συνήντησαν τον παναγιώτατον Πατριάρχη πρώην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριον, εκεί τότε διατρίβοντα. Εξωμολογήθη λοιπόν εις αυτόν ο Ελευθέριος άπαντα τα κατ’ αυτόν, τα οποία, ακούσας ο Γρηγόριος συνεπόνεσε και συνήλγησε, μεγάλας δε ευχαριστίας ανέπεμψε τω Θεώ δια την παράδοξον απαλλαγήν του Ελευθερίου. Και τον μεν φιλόχριστον συνοδίτην Ιωάννην καταστέψας και εφοδιάσας με επαίνους, ευλογίας και επαγγελίας μισθών αδροτάτων παρά Θεού, απέλυσεν εν ειρήνη, τον δε πνευματικώς ασθενούντα και τετραυματισμένον υπό του κοινού εχθρού και πολεμίου Ελευθέριον εκράτησε παρ’ εαυτώ, ορίσας εις αυτόν να μεταβαίνη καθ’ ημέραν εις ενάρετόν τινα και ευλαβή Πνευματικόν καλούμενον Μελέτιον, Κρήτα, εκεί πλησίον καθήμενον, και ακούη τας ιλαστηρίους ευχάς κατά την διάταξιν της Εκκλησίας, ίνα ούτω μετά τεσσαράκοντα ημέρας, χρισθή με το Άγιον μύρον και γίνη πάλιν δούλος Χριστού, αναδεχόμενος την πρώτην ονομασίαν του Χριστιανού, εγγραφόμενος πάλιν εις τον ουράνιον κατάλογον των Ορθοδόξων και λαμβάνων το δικαίωμα να είναι κληρονόμος Θεού και συγκληρονόμος Χριστού. Ούτως έπραξεν ο Ελευθέριος. Και λαβών το χρίσμα ανέβη εις την Σκήτην της Αγίας Άννης, προς τον ιερόν εκείνον άνδρα, Ιερέα Βασίλειον, όστις και άλλους αρνησιχρίστους εναπέδειξε Μάρτυρας του Χριστού, γενόμενος εις αυτούς συνεργός και συνοδοιπόρος με κίνδυνον της ιδίας του ζωής και ικανά έξοδα, άτινα εκ των ιδικών του οικονομιών κατέβαλεν. Εις τούτον λοιπόν ο Ελευθέριος, μετά συντετριμμένης καρδίας και ταπεινού πνεύματος εξομολογηθείς το τε παράπτωμα αυτού και την παράδοξον ελευθερίαν και τα άλλα πάντα, ως είπομεν, εκίνησεν εις συμπάθειαν την μακαρίαν εκείνην ψυχήν του Ιερομονάχου Βασιλείου, όστις εκράτησεν αυτόν εις την συνοδείαν του. Μείνας λοιπόν εκεί είκοσιν ημέρας και αγωνιζόμενος κατά δύναμιν, πείθει, αν και μη θέλοντα, τον Πνευματικόν Πατέρα Βασίλειον και δίδει εις αυτόν την άδειαν να υπάγη εις Κωνσταντινούπολιν, με την εντολήν ότι, αν γνωρισθή από τους επαράτους εκείνους Αγαρηνούς, να παρουσιασθή· ει δε μη, να επιστρέψη άπρακτος, χωρίς να τολμήση μόνος του να ρίψη εαυτόν εις τοιούτον κίνδυνον. Τότε ο Ελευθέριος εδέχθη μετά χαράς την εντολήν του Γέροντος και προθύμως ανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν. Μολονότι δε εις διάστημα οκτώ ημερών συνανεστράφη με εξ δούλους του Ραϊς Εφένδη γνωρίμους του, κρίμασιν οις είδεν ο Θεός, δεν εγνωρίσθη από αυτούς. Όθεν ελυπήθη πολύ δια τούτο και κρίνας το γεγονός ως αποτυχίαν του, επανήλθε πάλιν εις τον Γέροντά του, τον Πνευματικόν εκείνον του Πατριαρχείου και του εφανέρωσε τα κατ’ αυτόν, προσθέσας και την εντολήν του Γέροντος, ακόμη δε, ότι απεφάσισε να παραβή την εντολήν και να παρουσιασθή, μη δυνάμενος να υπομείνη την ένδοθεν θέρμην της του Χριστού αγάπης. Ο δε Πνευματικός, αν και προσεπάθησε να τον εμποδίση με διαφόρους τρόπους, όμως δεν ηδυνήθη να μεταβάλη τον σκοπόν του. Έδωκε τότε εις αυτόν άδειαν, επευξάμενος τα σωτήρια. Κατά την επομένην λοιπόν ημέραν, ήτις ήτο η λαμπροφόρος εορτή της θείας Μεταμορφώσεως, κοινωνήσας των Αχράντων Μυστηρίων του Χριστού και ως μέγα εφόδιον ταύτα λαβών και λογισάμενος, έδραμε να παρουσιασθή με θάρρος και τόλμην ανυπέρβλητον. Αλλά κατά λόγους αρρήτους της τα πάντα καλώς διεξαγούσης κρυγιομύστου προνοίας του Θεού, συνήντησε καθ’ οδόν Παγκράτιόν τινα Μοναχόν, Λαυριώτην, εκ Καλαβρύτων της Πελοποννήσου καταγόμενον, προς τον οποίον, ως γνώριμόν του, εκοινολόγησε τον μελετώμενον σκοπόν του και την οδόν προς την οποίαν έσπευδεν. Ούτος δε ο Παγκράτιος με λόγους επιτηδείους εξησθένισε και, τρόπον τινά, παρέλυσε τον τόνον της ψυχής του Ελευθερίου, συμβουλεύσας αυτόν να επιστρέψη εις το Άγιον Όρος, όπου να υποτάξη εαυτόν εις ασκητικούς αγώνας και να ταπεινώση το φρόνημά του, ίνα δοκιμασθή τελειότερον και υψηλότερον, ώστε να εισέλθη εις τοιούτον αγώνα και κίνδυνον του Μαρτυρίου καλώς ενδυναμωμένος. Απετράπη λοιπόν από τον ωραίον τούτον δρόμον προς το παρόν και ηθέλησε να έλθη εις το Άγιον Όρος κατά την συμβουλήν του ανωτέρω Παγκρατίου. Αλλ’ ο μισόκαλος και εχθρός του ανθρωπίνου γένους διάβολος εμβάλλει εις αυτόν άλλους λογισμούς και πότε μεν έπειθεν αυτόν να υπάγη εις Ιεροσόλυμα, πότε εις Σίναιον, άλλοτε δε πάλιν εις άλλο μέρος, επειδή προέβλεπεν, ως φαίνεται, ο αλιτήριος εις ποίον ύψος αρετής έμελλε να φθάση ερχόμενος εις το Άγιον Όρος, τον κοινόν λιμένα της σωτηρίας των αμαρτωλών, καθώς ο λόγος προχωρών θέλει φανερώσει. Εννοήσας δε την δολιότητα τούτων των επιβούλων λογισμών, υπερενίκησεν αυτούς με την Θείαν βοήθειαν και ήλθεν εις την Ιεράν Μονήν του Δοχειαρίου μετά τινος προηγουμένου Ευγενίου Μυτιληναίου, όπου μείνας μετ’ αυτού επί δύο μήνας, μετέβη εκείθεν εις το Ιερόν Κοινόβιον του Εσφιγμένου, όπου και βαρέως ασθενήσας ιάθη δια της συντόνου επιμελείας των αδελφών της Μονής. Ανεχώρησε δε εκείθεν μετά μικρόν και επέστρεψε πάλιν εις την Μονήν του Δοχειαρίου, όπου και έμαθε παρά του πανοσιωτάτου Ιερομονάχου Δοσιθέου, υποτακτικού του μακαρίτου Χριστοφόρου, του διδασκάλου, ότι ευρίσκεται εις την Ιεράν Μονήν των Ιβήρων και ο εξάδελφός του Ονούφριος. Εδάκρυσε τότε από την χαράν του, στοχαζόμενος μεγάλην ευτυχίαν τούτο δι’ αυτόν και εύνοιαν προς ευόδωσιν του σκοπού του. Εμποδιζόμενος όμως από την εντροπήν της αρνήσεώς του, δεν ήλθεν ευθύς εις τον Ονούφριον, μολονότι κατά πολύ παρεκινείτο παρά του ειρημένου Ιερομονάχου Δοσιθέου. Μετά δε από ολίγας ημέρας, κατερχόμενος από τας Καρυάς έφθασεν εις εν σπήλαιον, ευρισκόμενον εις τα όρια της Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα, όπου είναι αγίασμα του Τιμίου Προδρόμου και άνωθεν αυτού η σεβασμία εικών. Εκάθισε λοιπόν εκεί ολίγον να αναπαυθή και, μνησθείς ημερών αρχαίων, εδάκτυσεν αναλογισάμενος το μέγα παράπτωμα της του Χριστού αρνήσεως και τας άλλας του αμαρτίας. Ιδών δε και την εικόνα του Τιμίου Προδρόμου, είπε· «Δίδαξόν με, Βαπτιστά του Χριστού και πρώτε κήρυξ της μετανοίας, οδόν σωτηρίας εν η πορεύσομαι». Ακολουθήσας δε μίαν από τας εκεί οδούς, έφθασεν εις τον λεγόμενον Πύργον της αυτής Μονής, προς τον Πανοσιώτατον Πνευματικόν Κύριλλον, τον Μυτιληναίον, προς τον οποίον εξωμολογήθη άπαντα τα κατ’ αυτόν. Ούτος δε απέστειλε τον Ελευθέριον εις την Ιεράν Σκήτην του Τιμίου Προδρόμου, προς τον Οσιώτατον Χαραλάμπην, εις το παλαιόν λεγόμενον Κυριακόν. Τότε λοιπόν κατήλθε προς την Ιεράν Μονήν των Ιβήρων, δια να εύρη τον εξάδελφόν του Ονούφριον, ο οποίος, ακούσας μετά των άλλων εξομολογήσεων και την φοβεράν εκείνην άρνησιν, επληγώθη εις τα σπλάγχνα και ωδύρετο δια την μεγάλην συμφοράν του Ελευθερίου· κλαίων δε έλεγεν, ως άλλος Ιακώβ· «Θηρίον πονηρόν κατέφαγέ σε, αδελφέ, θηρίον πονηρόν, απ’ αρχής αιμοβόρον και άγριον διέρρηξέ σε, Ελευθέριε»! Υπομιμνήσκων είτα τας απείρους προς τον άνθρωπον ευεργεσίας του Χριστού και απαριθμών εν προς εν τα θαύματα και τας άλλας Αυτού θεοσημείας, καθώς και τα σωτήρια Αυτού πάθη, ήτοι τον Σταυρόν, τους ήλους, την λόγχην, τον κάλαμον, τον εξ ακανθών στέφανον, την πορφύραν, το όξος, την χολήν, τους εμπαιγμούς και τα άλλα πάντα, όσα δια την του ανθρώπου σωτηρίαν υπέμεινε και έπαθεν ο Θεάνθρωπος Σωτήρ ημών, τέλος είπεν εις τον Ελευθέριον· «Προς ευχαριστίαν, άρα γε, όλων αυτών των παθημάτων του Χριστού ηρνήθης, Ελευθέριε, Αυτόν και την Αυτού Θεότητα»; Πόσα τότε δάκρυα δεν έρρευσαν από τους οφθαλμούς του Ελευθερίου! Πόσοι αναστεναγμοί, φωναί, ολολυγμοί και οιμωγαί δεν ανεδόθησαν από το στήθος εκείνου! Ούτω λοιπόν αμφότεροι συλλυπούμενοι και συμπάσχοντες ώραν ικανήν και πολλά ειπόντες απεχωρίσθησαν, ο δε Ελευθέριος ήλθε πάλιν εις τον ειρημένον Χαραλάμπην. Μετά δε από είκοσιν εννέα ημέρας μεγάλως παρακληθείς από τον Ονούφριον ο εις την αυτήν Σκήτην του Προδρόμου ευρισκόμενος Πνευματικός Πανοσιώτατος Νικηφόρος, υπεδέχθη εις την συνοδείαν του τον Ελευθέριον, ήτις και συνεκροτήθη τότε εκ πέντε αδελφών εκ της αυτής πατρίδος, της κώμης Δημητσάνης πάντων καταγομένων, πρώτος των οποίων υπήρχεν ο Γέρων Ακάκιος, εις τον οποίον και ανέθηκεν ο Πνευματικός Νικηφόρος την επιμέλειαν του Ελευθερίου. Αφού λοιπόν εξωμολογήθη ο Ελευθέριος άπαντα τα κατ’ αυτόν, εδέχθη ευπειθώς τον κανόνα, τον οποίον ώρισεν εις αυτόν ο Πνευματικός. Άξιον δε ήτο να βλέπη τις τον νέον εκείνον και ασυνήθιστον υποτακτικόν, πρόθυμον και έτοιμον εις όλα τα προστασσόμενα και εκτελούντα μετά πάσης ακριβείας παν το διατεταγμένον. Κατά το διάστημα δε των πρώτων τούτων ημερών της ησυχίας και της υποταγής του επόθει ο μακάριος Ελευθέριος να μάθη τι περί της μητρός του, μαθών δε ότι άνθρωπός τις ήλθεν από την πατρίδα του Πελοπόννησον, λαβών άδειαν παρά του Πνευματικού του Πατρός, ήλθε προς συνάντησιν ημών. Όταν λοιπόν ο Ελευθέριος ήλθε προς ημάς, ημείς, ως υπό Θεού οδηγηθέντες, απεστείλαμεν αυτόν προς τον παναγιώτατον Πατριάρχην πρώην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριον παραχειμάζοντα τότε εν τη Ιερά Μονή των Ιβήρων, δια να μάθη δήθεν παρ’ αυτού περί του ανδρός τον οποίον εζήτει και περί της μητρός του. Ο δε μακάριος Γρηγόριος, υπό υψηλοτέρου λογισμού καθοδηγούμενος, επέπληξεν αυτόν σφοδρώς και τον απεδίωξεν ειπών· «Τι ενδιαφέρεσαι συ περί εκείνων; Ησύχασον και φρόντισον τα περί του εαυτού σου μόνον». Ω! πόσον ισχύει έλεγχος εις καλήν καρδίαν, εν καιρώ τω προσήκοντι λεγόμενος! Έφυγεν εκείθεν ο Άγιος αποδιωχθείς, αλλ’ ίδετε, αδελφοί, πως, λαβών αφορμήν, ως φρόνιμος, εκ τούτου εδόθη όλος εις την ησυχίαν και έμεινε του λοιπού απερίσπαστος μόνον εις εαυτόν και τον Θεόν προσέχων. Τις δύναται να διηγηθή την αξίαν των εκείνου κατορθωμάτων; Το πολύ δηλαδή της νηστείας, το καρτερικόν της αγρυπνίας, την άμετρον κατάνυξιν, τας ολονυκτίους στάσεις, την αδιάλειπτον προσευχήν και το απερίσπαστον εις μερίμνας, το ταπεινόν του φρονήματος, το πράον, το σύννουν και προσεκτικόν πάντοτε, το προς πάντας ιλαρόν και ήσυχον και το συμπαθές και φιλεύσπλαγχνον; Ούτως ο αοίδιμος Ελευθέριος πολιτευόμενος επέτυχεν, ίνα εν ολίγω χρόνω αποκτήση πάσας τας αρετάς, καταμαράνας και αφανίσας τελείως το φρόνημα της σαρκός και τα πάθη αυτής. Όθεν πράγματι ως έξω του κόσμου εφαίνετο και ενομίζετο παρ’ ημών. Ακούσατε δε ένα από τα πολλά σημεία της ενθέου πολιτείας του, δια να γνωρίσετε την εσωτερικήν κατάστασιν της ψυχής του. Ημέραν τινά ευρών αυτόν ο Πνευματικός του Πατήρ έξω εις το προαύλιον του κελλίου του λίαν σκυθρωπόν, σύννουν και υποδακρύοντα, ηρώτησεν αυτόν δια το αίτιον της λύπης του· εκείνος δε απεκρίθη αυτολεξεί ούτως· «Απεστράφη η ψυχή μου, Πάτερ, τον κόσμον και την άνω ζωήν επεθύμησα». Ω λόγων εμφαντικωτάτων αποδεικνυόντων την προς τον Χριστόν εγκάρδιον αγάπην! Ψυχή η του θείου έρωτος κάτοχος γινομένη, προς ουδέν επιστρέφεται των παρόντων. Με τοιούτον λοιπόν σκοπόν εισήλθεν εις το στάδιον της ασκήσεως ο Ελευθέριος και τοσούτον εις αυτό ανεπιστρόφως ηυδοκίμησεν, ώστε εις πάντας ημάς, καθώς γνωρίζετε, επροξένησαν μέγαν θαυμασμόν και απορίαν οι μεγάλοι εκείνου ασκητικοί αγώνες και ιδρώτες, ως και ο ειρημένος Πνευματικός αυτού Πατήρ ωμολόγησε, λέγων· «Ημείς οίτινες τοσούτον χρόνον κατοικούμεν και διατρίβομεν εις τούτο το αγιώνυμον όρος και παρά πολλών λογιζόμεθα κάτοχοι του καλού και της αρετής, ουδέ το εκατοστημόριον των αρετών και των αγώνων του Ελευθερίου επετύχομεν. Αλλά και άλλος τις αδελφός, παρατηρήσας με προσοχήν, εθαύμασε και ενεκωμίασε το βάθος της ταπεινώσεώς του, από το οποίον ανήλθεν ασφαλώς εις το ανεκδιήγητον ύψος της αγάπης του Χριστού και έσυρεν εκείθεν εις εαυτόν την μαρτυρικήν Χάριν, υπό της οποίας, αενάως καταφλεγόμενος, ουδέν άλλο πλέον εφαντάζετο ή τους μαρτυρικούς στεφάνους και τα ανεκλάλητα κάλλη της ουρανίου μακαριότητος. Ταύτα κατά νουν σκεπτόμενος ο Άγιος εκοινολόγησε τον σκοπόν του προς τον Πνευματικόν του Πατέρα, όμως δεν ηδυνήθη ευθύς να λάβη την συγκατάθεσίν του, αλλά προσετάχθη να επιτείνη μόνον τους αγώνας και να ζητή το έλεος του Θεού. Υπήκουσε τότε μετά χαράς ο μακάριος και ηύξησε τας νηστείας, τας αγρυπνίας, τας προσευχάς και τα δάκρυα και, αν και εις τοιαύτην πολλήν κακοπάθειαν ευρίσκετο, ήτο θαύμα να τον βλέπη τις πάντοτε φαιδρόν και ιλαρόν, επανθούσαν έχοντα την θείαν Χάριν εις το πρόσωπόν του. Είχε δε και συνήθειαν ο αείμνηστος, μετά τας προς Θεόν ευχάς και τους λοιπούς διατεταγμένους κανόνας, να αναγινώσκη και το Θείον και Ιερόν Ευαγγέλιον, του οποίου περεκάλει ποτέ τον Γέροντα Ακάκιον να εξηγή τα απορούμενα. Αλλά μεταξύ τούτων ηρώτησε και περί τινος υψηλοτέρου δόγματος, προς το οποίον εκείνος απεκρίθη· «Τέκνον, ότε η Μαγδαληνή Μαρία ηθέλησε να εξετάση περιεργότερον την Ανάστασιν του Χριστού με την ψαύσιν των αγίων του ποδών, ήκουσεν από Αυτόν· «Μη μου άπτου»· και συ λοιπόν, μη εξετάσης να μάθης όσα και οι Πατέρες της Εκκλησίας ως δύσληπτα απεσιώπησαν, δια να μη ακούσης ομοίως το, «Μη μου άπτου», αλλά πίστευε μόνον και μη ερεύνα, όσα και η θεία Χάρις ακόμη δεν κρίνει εύλογον να μας φανερώση». Εκ της αποκρίσεως ταύτης ηυχαριστήθη τοσούτον ο μακάριος, ώστε έλεγε πολλάκις· «Εις τους Αγγέλους, Πάτερ, θέλω ομολογήσει αυτήν την χάριν. Διότι συμβουλεύσας με να μη εξετάζω τα υπέρ την δύναμίν μου, κατέπαυσας την απορίαν και τον λογισμόν, όστις προ χρόνων με ηνώχλει». Αναγινώσκοντος δε του Αγίου και το «Νέον Μαρτυρολόγιον», και βλέποντος τα κατορθώματα και τους άθλους των Αγίων Νεομαρτύρων, εθερμαίνετο επί πλέον η καρδία αυτού και συνεχώς ανεκίνει περί των Μαρτυρίων λόγους. Ούτως, όταν ποτέ ανεφέραμεν τας τυραννίας και τα βάσανα των απίστων τυράννων και το υψηλόν και δυσεπίτευκτον του Μαρτυρίου, εκείνος απεκρίνατο· «Εγώ δεν συλλογίζομαι ποτέ ούτε μετρώ τους τοιούτους κινδύνους και τας δυσχερείας, αλλ’ αισθάνομαι μόνον λύπην μεγάλην και οδύνην ανέκφραστον εις την καρδίαν μου, διότι δεν έχω χίλια σώματα, ίνα τα παραδώσω εις τους πόνους του Μαρτυρίου και χιλίας κεφαλάς ίνα παραδώσω αυτάς εις σφαγήν, δια την αγάπην του Χριστού». Παρεκάλει δε ποτε ο μακάριος τον Γέροντα Ακάκιον να κάμη δέησιν προς τον Θεόν, ίνα φανερώση εις αυτόν αν ήτο θέλημά Του να μαρτυρήση και με ποίον τρόπον· αυτόκλητος δηλαδή, ή εάν γνωρισθή; Επειδή δε ο Ακάκιος ελογίζετο το τοιούτον ανώτερον της αξίας του, παρητείτο από την αίτησιν του Ελευθερίου. Ο δε Ελευθέριος επέμεινε παρακαλών αυτόν, επί ημέρας πολλάς, ίνα ποιήση ευχήν περί τούτου. Ημέραν δε τινά ο Ακάκιος τοιουτοτρόπως απεκρίθη προς αυτόν· «Τέκνον, εδώ εις την Σκήτην μας αδελφοί τινές ετέλεσαν άλλοτε μνημόσυνον και τράπεζαν του Γέροντός των και απέστειλαν διακονίαν φαγητού εις τον αοίδιμον Επίσκοπον Ιωάννην Μυραίων, διατρίβοντα τότε εις την σεβασμίαν Μονήν των Ιβήρων. Ούτος, αποδεξάμενος την διακονίαν, ενεδύθη το ωμοφόριόν του και έψαλε το τρισάγιον και την νεκρώσιμον ευχήν, κατά την συνήθειαν. Επειδή δε τότε κατενύγη ο άγιος εκείνος Επίσκοπος και έκλαυσεν, είπε προς τους αποστείλαντας το φαγητόν αδελφούς, ότι ο μακαρίτης αυτών Γέρων ανεπαύθη εν Κυρίω και ας μη μεριμνώσι περί τούτου. Ταύτα δε είπεν ή ένεκα των δακρύων και της κατανύξεως, ή και εξ άλλου τινός οράματος, το οποίον έκρυψεν από αυτούς ο θεοφιλέστατος εκείνος Επίσκοπος και ούτω τους επληροφόρησεν. Εγώ όμως, τέκνον, καίτοι ανάξιος, όμως, δια τον λόγον της εντολής, έκαμα ευχήν προς τον Θεόν και επληροφορήθην, ότι θέλημα Θεού είναι να μαρτυρήσης και αυτόκλητος να παρουσιασθής εις την ομολογίαν, όπως και αυτόκλητος έκαμες την άρνησιν». Ταύτα ακούσας ο μακάριος Ελευθέριος περιεβλήθη όλος από άρρητον χαράν και αγαλλίασιν ψυχής και έκτοτε, ανεπιστρόφω λογισμώ, επέτεινε τους αγώνας και τους πόνους της ασκήσεως, εξαιτούμενος παρά Θεού την ταχείαν πραγματοποίησιν του Μαρτυρίου. Τοσαύτη δε κατάνυξις και πένθος εδωρήθη εις αυτόν παρά Θεού, ώστε δεν ηδύνατο τις να τον ίδη χωρίς δάκρυα ή στεναγμούς. Δια τούτο και κατά την Κυριακήν της Ορθοδοξίας, μετά την αγρυπνίαν, αφού εκάθισαν οι Πατέρες εις την τράπεζαν, ο Ελευθέριος, όστις μόνος έτρωγε την συνήθη του τροφήν, άρτον ξηρόν μεθ’ ύδατος, εν ω οι λοιποί έτρωγον τα τυχόντα φαγητά, ήρχισε να κλαίη και να στενάζη, ερωτηθείς δε διατί έκλαιε, δεν είπε τότε εις αυτούς την αιτίαν, αλλ’ εξηκολούθει να κλαίη απαρηγόρητα μέχρι σημείου ώστε μετέβαλε την τράπεζαν εις σκηνήν θρηνωδίας και λύπης, φέρων ούτω πολλήν απορίαν και σύγχυσιν εις τους ορώντας αδελφούς. Η δε θλίψις και τα δάκρυα και η συνοχή της καρδίας του δεν ήσαν δι’ άλλο τι, ει μη μόνον διότι ενεθυμήθη το ίδιόν του παράπτωμα, το της εξωμοσίας. Και επληρούτο το του Δαβίδ· «Επελαθόμην του φαγείν τον άρτον μου από φωνής του στεναγμού μου» (Ψαλμ. ρα:5-6). Τοιαύτα δάκρυα και κοπετός εγένοντο ποτέ και παρά του ιερού Αυγουστίνου, αναλογιζομένου την προτέραν του ζωήν, καθώς διηγείται η κατ’ αυτόν ιστορία. Άλλοτε πάλιν ο Πνευματικός Πατήρ του Αγίου παρετήρησεν αυτόν εκτείνοντα πολλάκις τον λαιμόν του εις τα έμπροσθεν, γονατίζοντα και τας χείρας του εις τα όπισθεν βάλλοντα και άλλα τοιαύτα σχήματα ποιούντα. Ηρώτησε τότε αυτόν τι εσήμαινον τα τοιαύτα κινήματα και εκείνος απεκρίθη· «Γυμνάζομαι, Πάτερ, εις την σφαγήν». Ταύτα ακούσας ο Πνευματικός του Πατήρ εθαύμασε μεν, ώρισεν όμως εις αυτόν να μη το επαναλάβη. Ούτω λοιπόν διάγων ο Ελευθέριος και διατρέχων την οδόν της ασκήσεως και το Μαρτύριον αείποτε αναπολών, νύκτα τινά είδε καθ’ ύπνον, ότι ευρέθη έξω της καλύβης και εκεί περιεχύθη αίφνης όλος από φως απερίγραπτον, εκπεμπόμενον από Σταυρόν, ο οποίος εφαίνετο εις το ανατολικόν μέρος του ουρανού, εσχηματισμένος από αστέρας λαμπροτάτους. Ο Ελευθέριος έμεινε τότε εκστατικός και έχαιρε θαυμάζων την τοσαύτην λαμπρότητα του Σταυρού και του φωτός εκείνου, το οποίον εκείθεν εφαίνετο εκπεμπόμενον. Συγχρόνως δε ήκουσε φωνήν μεγάλην, δια της οποίας ωραίος τις νέος ευρεθείς εκεί πλησίον ωμίλει προς αυτόν, λέγων· «Ούτος είναι, Ελευθέριε, ο Σταυρός με του οποίου την δύναμιν ενίκησε τους εχθρούς του ο πρώτος των Χριστιανών βασιλεύς Κωνσταντίνος. Τούτον και συ λαβών, τρέχε την οδόν σου». Ταύτα ακούσας ο μακάριος Ελευθέριος εξύπνησε πάραυτα και πεσών πρηνής εδόξασε τον Θεόν μετά πολλών δακρύων, ευχαριστών. Τούτο ήτο το πρώτον βεβαιότατον σημείον το δηλούν την μετά ταύτα άθλησίν του, μολονότι εκ ταπεινοφροσύνης το διετήρησε μυστικόν μέχρι της αναχωρήσεώς του, ότε διηγήθη τούτο προς ημάς ομού με άλλο εν χαριέστατον και θαυμασιώτερον, ως προχωρών ο λόγος θέλει αποδείξει. Όθεν πυρωθείς την καρδίαν ο Ελευθέριος, εζήτει πάλιν την ευλογίαν και την ευχήν της εντεύθεν αναχωρήσεώς του και βλέπων όλους ημάς ακαταπείστους και ανενδότους ως προς τούτο, έμεινεν εν στενοχωρία και λυπούμενος. Τέλος δε, αποβαλών ολίγον την συστολήν, μετά μεγάλης επιμονής εζήτει την ευλογίαν την οποίαν εκόντες άκοντες εδώκαμεν εις αυτόν. Τότε εγένετο Μοναχός Μεγαλόσχημος και μετωνομάσθη Ευθύμιος. Ημέραν δε τινά, ενώ ο Ακάκιος διηγείτο την εις ουρανούς δόξαν και παρρησίαν, παρεκάλει τον Ευθύμιον, ίνα δέηται του Θεού μέχρι της μαρτυρικής αυτού τελειώσεως, όπως παραλάβη και αυτόν ο Κύριος εις τους ουρανούς μετά της ιδικής του συνοδείας, όσον το δυνατόν συντομώτερον. Ο δε Ευθύμιος, πρώτον μεν, ταπεινοφρονών, αντέτεινεν εις το λεγόμενον, λέγων εαυτόν ανάξιον τοιαύτης παρρησίας· κατόπιν όμως, βιαζόμενος παρά του Ακακίου, είπε προς τούτον· «Δεν είναι θέλημα Θεού να αναχωρήσης ακόμη από την παρούσαν ζωήν, διότι μέλλει να έλθη μετ’ εμέ και άλλος αδελφός, τον οποίον παρακαλώ, ίνα αγαπάς και επιμελήσαι ως και εμέ, διότι θα ακολουθήση και αυτός την ιδίαν οδόν του Μαρτυρίου». Τούτο ήτο σαφεστάτη πρόρρησις και προφητεία του Ευθυμίου περί του Οσιομάρτυρος Ιγνατίου, όστις κατόπιν και εμαρτύρησε, καθώς εις το εκείνου Μαρτύριον θέλομεν διηγηθή. Άλλοτε πάλιν, ιδών ο Ακάκιος εις το κελλίον του κατάστιχόν τι, εις το οποίον ήσαν γεγραμμένοι αριθμοί, πέντε χιλιάδες, δύο χιλιάδες, τρεις χιλιάδες, και έτεροι άλλοι, τον ηρώτησε τι ήσαν εκείνοι οι αριθμοί, ο δε Ευθύμιος απεκρίθη· «Πάτερ ευλόγησον· επειδή ημείς μέλλομεν να αναχωρήσωμεν και εις την θάλασσαν δεν δύναμαι να τελέσω τον διατεταγμένον κανόνα μου, δια τούτο διπλασιάζω αυτόν τώρα, ίνα μη κατακριθώ ως οκνηρός δούλος». Εύγε της ακριβείας σου εις τον μαναδικόν κανόνα σου, Ευθύμιε, τον οποίον δεν ήθελες να ελαττώσης, μολονότι ητοιμάζεσο δια σφαγήν υπέρ της αγάπης του Χριστού! Αυτά λοιπόν τα κατορθώματα, καθώς και ο μελετώμενος ωραίος δρόμος του Μαρτυρίου, τόσον ελύπησαν τον σατανάν, ώστε εμόχθει, ο μισόκαλος, ίνα δειλιάση τον Αθλητήν και εμποδίση αυτόν από το Μαρτύριον. Όθεν νύκτα τινά παρουσίασεν εις αυτόν την εξής φαντασίαν. Είδε καθ’ ύπνον ότι συνήχθη πλήθος δυσειδεστάτων Αιθιόπων, οι οποίοι αρχίσαντες πρώτον θρήνον αλλόκοτον αναμεταξύ των, ήναψαν κατόπιν μεγάλην πυράν και έλεγον δεικνύοντες τον Άγιον· «Ίδε ο άνθρωπος, όστις θέλει να μαρτυρήση και δεν στοχάζεται, ότι ημείς μέλλομεν να τον νικήσωμεν· ας τον ρίψωμεν λοιπόν εις την πυράν αυτήν να τον καύσωμεν, δια να ίδωμεν αν υπομείνη το Μαρτύριον». Επεχείρουν δε οι κατάρατοι να τον ρίψωσι μέσα εις το πυρ. Έντρομος δε γενόμενος ο Ευθύμιος επεκαλείτο την Θείαν βοήθειαν με μεγάλας φωνάς, από τας οποίας εξύπνησε και ούτως ελυτρώθη από την σατανικήν ενόχλησιν διαλύσας ως ιστόν αράχνης τας φαντασίας των δαιμόνων. Ούτω του Αγίου πολιτευομένου, ήλθεν επί τέλους και ο ωρισμένος καιρός της αναχωρήσεώς του και της προς άθλησιν του Μαρτυρίου εκκινήσεως. Κατήλθε τότε εις την Ιεράν Μονήν των Ιβήρων προς τον εξάδελφόν του Ονούφριον και εισήλθε μετ’ αυτού εις τον Ιερόν Ναόν της Θεοτόκου της Πορταϊτίσσης. Εκεί οδηγήσας ο Ονούφριος τον Ευθύμιον πλησίον της θαυματουργού Εικόνος της Θεομήτορος, είπε προς Αυτήν μετά δακρύων· «Εις χείρας Σου παρατίθημι, Δέσποινα, τον Ευθύμιον τούτον· ενίσχυσον αυτόν εις τον κατά των αοράτων εχθρών πόλεμον και παρουσίασον αυτόν εις τον Υιόν Σου και Θεόν ημών θύμα τέλειον και ευάρεστον». Τότε λοιπόν διηγήθη εις ημάς ο Ευθύμιος το όραμα εκείνο το οποίον υπεσχέθημεν ανωτέρω να διηγηθώμεν, λέγων· «Είδον και ιδού εφάνη θρόνος υψηλός και επηρμένος, κύκλω του οποίου παρίστατο αναρίθμητος πληθύς στρατιωτών και δούλων. Εκάθητο δε επ’ αυτού μετά μεγάλης παρατάξεως και δόξης θαυμασία και ωραία γυνή, την οποίαν δύναταί τις να ονομάση Βασίλισσαν. Ηπλώθη δε λόγος εις το πλήθος, ότι η γυνή αύτη είναι η Παναγία. Όθεν έκαστος των παρισταμένων εποίει σχήμα προσκυνήσεως και ανεχώρει. Τότε και εγώ, μέλλων να προχωρήσω, αφ’ ενός μεν ίνα πλησιάσω την Παναγίαν, αφ’ ετέρου δε, ίνα την προσκυνήσω ως χρεώστης, καθώς και όλοι οι άλλοι, ήλθον μετά φόβου μεγάλου και συστολής και προσεγγίσας περισσότερον των άλλων, δια να λάβω περισσοτέραν χάριν, επροσκύνησα. Η δε Θεοτόκος έθηκε την ιδίαν Αυτής χείρα εις την κεφαλήν μου και τρόπον τινά εκράτησεν αυτήν· εγώ δε από την αίσθησιν της θείας ταύτης χειρός εξύπνησα, μείνας άφωνος και εκστατικός. Κατόπιν ησθάνθην άφατον χαράν και περιελούσθην από άφθονα δάκρυα». Παράδοξα μεν, αδελφοί, είναι τα λεγόμενα, αλλά χαριέστατα γνωρίσματα της περί τον Ευθύμιον προστασίας της Θεοτόκου. Κατ’ αυτήν λοιπόν την περιπόθητον και μακαρίαν ώραν της αφ’ ημών αναχωρήσεώς του, εξελθόντες πολλοί Πατέρες ηκολούθησαν αυτόν εις αρκετήν απόστασιν κατευοδούντες και αποχαιρετώντες αυτόν. Εις δε από τους Πατέρας αυτούς επιστρέψας είπεν· «Αδελφοί, σας πληροφορώ, ότι ο αδελφός Ευθύμιος μέλλει να τελειώση καλώς το Μαρτύριον». Οι δε άλλοι τον ηρώτησαν· «Πόθεν το γνωρίζεις»; Εκείνος δε απεκρίθη· «Όταν επλησίασα να τον ασπασθώ, ωσφράνθην ευωδίαν άρρητον απ’ αυτού εξερχομένην, την οποίαν δεν δύναμαι να παρομοιάσω με κανέν μύρον. Εκ τούτου συμπεραίνω, ότι ο δρόμος του αδελφού είναι κατά Θεόν». Ημείς δε, ακούσαντες το τοιούτον, επάθομεν ανθρώπινον τι και αμφεβάλλομεν. Ότε δε ιδιαιτέρως εξητάσαμεν τον αδελφόν εκείνον, μας επληροφόρησεν εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού, ότι λέγει αλήθειαν. Εμνήσθημεν τότε σοφού Πατρός λέγοντος, ότι τα σώματα των Αγίων και μάλιστα των Μαρτύρων, ως έχοντα προ της τελειώσεως αυτών ένοικον την Χάριν και τον αγιασμόν του Αγίου Πνεύματος ευωδιάζουσιν όπως και μετά θάνατον τα οστά και τα Λείψανα αυτών. Όθεν πεισθέντες απεμακρύναμεν την απορίαν και την απιστίαν ημών συλλογισθέντες ότι, εάν και μετά θάνατον, αφού εξέλθη η ψυχή, ευωδιάζη το άψυχον σώμα, πολλώ μάλλον ευωδιάζει όταν μάλιστα μετ’ αυτού είναι και η ψυχή, ήτις είναι το αληθές κατοικητήριον και η ανάπαυσις του Παναγίου Πνεύματος. Ανεχώρησε λοιπόν εντεύθεν ο Ευθύμιος κατά την ιθ΄ (19) Φεβρουαρίου έχων συνοδίτην αυτού ένα εκ των υποτακτικών του προαναφερθέντος Πνευματικού Πατρός Νικηφόρου, Γρηγόριον ονομαζόμενον, τον οποίον δια παρακλήσεως του Ονουφρίου απέστειλε μετ’ αυτού. Μετά δε από πολλάς και μεγάλας τρικυμίας και αρκετούς κινδύνους, τους οποίους, εκ συνεργείας του πονηρού, εδοκίμασαν εις την θάλασσαν, έφθασαν εις την Καλλίπολιν την β΄ (2αν) του Μαρτίου. Εις την πόλιν αυτήν εύρεν ο Ευθύμιος τρεις Τούρκους αξιωματικούς, οίτινες ευρίσκοντο εκεί ομού με πλήθος Τούρκων στρατιωτών. Γνωρίσας δε τινάς από τους ανθρώπους του Ραϊς Εφένδη, κινούμενος υπό της πολλής προθυμίας την οποίαν είχεν ίνα τελειώση τάχιον τον αγώνα του Μαρτυρίου, έλεγεν εις τον Γρηγόριον· «Ιδού, Πάτερ, είναι και εδώ Τούρκοι· τι με εμποδίζει να παρουσιασθώ τώρα; Ας τελειώσω εδώ τον αγώνα μου». Ω γνώμης θεοφιλούς! Ω αγάπης διαπύρου προς τον Χριστόν! «Ιδού, έλεγε, και εδώ Τούρκοι· τι το κωλύον ίνα λάβω τον ποθούμενον υπέρ Χριστού θάνατον»; Και τούτο μεν εζήτει ο Ευθύμιος· δεν εφάνη όμως εύλογον εις τον Γρηγόριον, επειδή ήτο τότε εκεί πλήθος αγρίων πολεμιστών, ως είπομεν, και ήτο ενδεχόμενον να συμβή κακόν και εις τους συντρόφους των. Ποιήσαντες δε μόνον ευχέλαιον, εκοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων. Κατά την θ΄ (9ην) του ιδίου μηνός εκκινήσαντες ήλθον εις Αρτάκην, όπου ακούσαντες και τον Ακάθιστον ύμνον της Θεοτόκου, εκοινώνησαν πάλιν των Αχράντων Μυστηρίων. Επειδή δε εχρονοτρίβουν εκεί, έλεγεν ο Ευθύμιος· «Ιδού αι ημέραι παρέρχονται και η προφητεία σου, Πάτερ, δεν λαμβάνει τέλος». Διότι, ότε ήσαν εις Καλλίπολιν, ηρώτα συνεχώς πότε έμελλε να αξιωθή του μακαρίου τέλους· ο δε Γρηγόριος στενοχωρηθείς από τας πυκνάς ερωτήσεις είπε προς αυτόν· «Κατά την Κυριακήν των Βαϊων», όπερ και πράγματι εγένετο κατόπιν, Θεία ευδοκία. Εκ της Αρτάκης πλεύσαντες ήλθον εις τον Γαλατάν της Κωνσταντινουπόλεως κατά την Πέμπτην της έκτης εβδομάδος των Αγίων Νηστειών, ήτις ήτο την ιθ΄ (19ην) του Μαρτίου και έμειναν εις την οικίαν ευλογημένου τινός Χριστιανού, Γρηγορίου καλουμένου, όστις τους υπεδέχθη ως ανθρώπους Θεού και τους έκαμε μεγάλην περιποίησιν. Ήτο δε θαύμα παράδοξον, έλεγεν εις ημάς ο συνοδίτης του Γρηγόριος, να βλέπη τις τότε τον Ευθύμιον πότε μεν να φροντίζη, να μεριμνά, να στοχάζηται και να μελετά πως και με ποίον τρόπον να παρουσιασθή εις τους αθέους τυράννους, άλλοτε δε να αφαρπάζεται ως να ήτο εις έκστασιν εκ της σκέψεως των ανεκλαλήτων αγαθών της ουρανίου μακαριότητος και να φαντάζεται τους άθλους, τα μαρτυρικά βραβεία και τους μαρτυρικούς στεφάνους· έπειτα να σκιρτά και να αγάλλεται, διότι έφθασεν η ώρα να παρουσιασθή εις τους ανόμους προστάτας της ασεβείας, προ των οποίων θα ωμολόγει με παρρησίαν τον μεν Χριστόν Θεόν αληθινόν, εαυτόν δε Χριστιανόν και δούλον Χριστού δια την αγάπην του οποίου θα απέθνησκεν, άλλοτε δε πάλιν να λέγη με αγωνίαν εις τον ίδιον Γρηγόριον· «Ιδού αι ημέραι παρέρχονται και η προφητεία σου, Πάτερ, δεν λαμβάνει πέρας». Το δε επίσης παράδοξον, μετά ταύτα να δεικνύη βαθυτάτην συντριβήν της καρδίας και άκραν ταπείνωσιν φρονήματος, αναλογιζόμενος το μέγα παράπτωμα της αρνήσεώς του και το απέραντον της αιωνίου κολάσεως. Άλλοτε πάλιν, φιλοσοφών ο αείμνηστος, έλεγε προς τον Γρηγόριον· «Πως άραγε διαχωρίζεται η ψυχή εκ του σώματος και απέρχεται προς τα ουράνια, Πάτερ, και πως βλέπει τον Κριτήν των απάντων Θεόν και την Παναγίαν Θεοτόκον με όλην την δόξαν της; Άραγε, Πάτερ μου, μέλλει να ίδη και εμέ ο Δεσπότης Χριστός και η πανάχραντος Μήτηρ αυτού με ιλαρόν βλέμμα»; Ας παραδράμωμεν όμως τα πολλά δια το σύντομον του λόγου και ας είπωμεν με ένα λόγον ότι ο Ευθύμιος δεν ήτο πλέον δια τον παρόντα ψευδή και πλάνον κόσμον, ούτε ο κόσμος ήτο άξιος να έχη τοιούτον θερμότατον εραστήν του Χριστού, όστις έσπευδεν ήδη να φθάση το συντομώτερον εις αυτό το τέλειον αγαθόν, τον Χριστόν, την αληθή ευδαιμονίαν και μακαριότητα. Απελθόντες μετά ταύτα εις τον εκείσε Ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου της καλουμένης Καφατιανής, εποίησαν ευχέλαιον και εκοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων το Σάββατον του Αγίου Λαζάρου. Την δε ερχομένην ημέραν, ήτις ήτο η υπέρλαμπρος Βαϊοφόρος Κυριακή, απελθόντες εις τον Ναόν του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και ακούσαντες την θείαν Λειτουργίαν, εκοινώνησαν πάλιν των Αχράντων Μυστηρίων. Την ημέραν εκείνην έγραψεν ο Ευθύμιος προς ημάς ιδιοχείρως εξ επιστολάς πλήρεις νοημάτων Ευαγγελικών και μαρτυρικής γενναιότητος. Κατελθόντες έπειτα εις τον αιγιαλόν εύρον πλοίαρχον τινά εκ Κεφαλληνίας, Ιωάννην Τζάνε καλούμενον, όστις υποδεχθείς αυτούς με ιλαρότητα και ευμένειαν, τους προσέφερε καφέν, λαβών δε τούτον ο Ευθύμιος δεν έπιεν, αλλ’ είπε· «Τούτο, αδελφοί, δι’ εμέ είναι τύπος του ποτηρίου του θανάτου και είθε ο Πανάγαθος Θεός υμάς μεν να αξιώση της ουρανίου Βασιλείας, εμέ δε να ενδυναμώση ίνα υποφέρω επερχόμενα βασανιστήρια». Τούτο δε ειπών αφήκε τον καφέν, οι δε παρεστώτες εδάκρυσαν. Εγερθείς έπειτα ταχέως ο αείμνηστος, εξεδύθη τα μοναχικά ενδύματα, τα οποία εφόρει, και ενεδύθη τα τουρκικά, άτινα του είχον προετοιμάσει. Τότε και τις φιλόχριστος Χριστιανός εκ των παρευρεθέντων, Ιωάννης ονομαζόμενος, έδωκεν εις τον Ευθύμιον εν μεταξωτόν υποκάμισον και είπε προς αυτόν· «Λάβε τούτο, Άγιε του Θεού, να το φορέσης και δεν θέλω να μου το επιστρέψης πλέον, παρά μόνον κατά την ώραν του θανάτου σου». Ω πίσρεως και ευλαβείας του φιλοχρίστου εκείνου ανδρός! Ούτω λοιπόν ενδυθείς ο ευλογημένος Ευθύμιος τα των ασεβών ενδύματα, εφαίνετο ως άλλος τις στρατιώτης εύζωνος, όλως φαιδρός και χαίρων και βαλών μετάνοιαν εις τον συνοδίτην του Γρηγόριον, είπεν· «Ευλόγησον, Πάτερ, τον δούλον και αδελφόν σου και ο Θεός, Πάτερ, να σου ανταποδώση τους μισθούς των ευεργεσιών, τας οποίας εκάμετε εις εμέ τον ανάξιον και να σας ανταμείψη δι’ ουρανίων δωρημάτων δια τους κόπους υμών». Τότε ο Γρηγόριος, συντριβείς την καρδίαν, έχυσε ποταμόν δακρύων δια τον αποχωρισμόν του. Ο δε μακάριος Ευθύμιος του είπε· «Μη λυπείσαι, Πάτερ, κάμνων ούτω να λυπήται και η εμή καρδία, αλλά παρακάλει τον Θεόν να νικήσω τον εχθρόν διάβολον και να τελειώσω ανδρείως τον αγώνα του Μαρτυρίου, τον οποίον, όταν ακούσης, χαίρε πλέον και ευφραίνου η οσιότης σου και πας πιστός, ότι χαρά γίνεται εν τω ουρανώ δι’ ένα αμαρτωλόν μετανοούντα». Ούτως έπραξεν ο αείμνηστος Ευθύμιος και κατόπιν αντήλλαξε τον τελευταίον ασπασμόν μετά του συνοδίτου του Γρηγορίου και όλων των παρευρεθέντων εκεί Χριστιανών, οίτινες ίσταντο ασκεπείς και έντρομοι θαυμάζοντες την τοσαύτην ανδρείαν και γενναιότητα του Ευθυμίου. Έπειτα χρισθείς με άγιον έλαιον εκ της κανδήλας της Υπεραγίας Θεοτόκου Πορταϊτίσσης εις όλους τους αρμούς και τα μέλη του και λαβών τον Σταυρόν εις τας χείρας του και τα βαϊα, τα οποία είχε λάβει εις την Εκκλησίαν του Αγίου Ιωάννου, όπου, ως είπομεν, ήκουσαν την θείαν Λειτουργίαν και εξοπλισθείς με τοιαύτα αήττητα όπλα εξήλθεν εκ του πλοίου και διεπέρασε με ακάτιον εις το Βυζάντιον και με φρόνημα γενναίον έδραμεν, ως άδουσα νύμφη, ίνα εύρη τον μυστικόν γλυκύτατον Νυμφίον, τον οποίον, καθώς επίστευεν, αλλαχού δεν ηδύνατο να εύρη ειμή μόνον εις τας αυλάς των τυράννων και ηγεμόνων. Σπεύδων δε να φθάση εις αυτάς, έλεγε καθ’ οδόν· «Δέσποτα Ιησού Χριστέ, όστις κατά την σωματικήν προς ημάς παρουσίαν σου δεν απεστράφης τα μύρα της φιλοθέου πόρνης, αυτός, Δέσποτα, μη βδελύξη και εμέ τον αμαρτωλόν· και δέξαι εξ εμού ουχί μύρα, αλλ’ αυτό το αίμα μου, το οποίον τρέχω τώρα να χύσω δια την αγάπην Σου· και καθώς εις την πόρνην εκείνην διηυκόλυνας την είσοδον εις την οικίαν Σίμωνος του λεπρού, ούτω, Δέσποτα, ευκόλυνον και εις εμέ την είσοδον εις τας αυλάς και τους οίκους των αθέων τυράννων Αγαρηνών, ίνα κηρύξω το όνομά Σου το Άγιον και καταισχύνω τον απατήσαντά με διάβολον και την λεπρώδη αυτών των αθέων θρησκείαν». Ταύτα έλεγε μετά δακρύων και πόνου καρδίας, ικετεύων την πανάχραντον Δέσποιναν, ίνα παρασταθή εις αυτόν ως βοηθός απροσμάχητος. Έφθασε τέλος πάντων εις την υψηλήν θύραν του κριτού της ανομίας και ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού, εισήλθεν αφόβως και υπό μηδενός εμποδισθείς, επροχώρησε και ήλθεν εις αυτόν τον επίτροπον των Αγαρηνών, τον παρ’ αυτών λεγόμενον Βεζύρην, Ρουσούτ πασάν καλούμενον, παρακαθήμενον τότε δια τινας κατεπειγούσας του βασιλείου υποθέσεις μετά πολλών άλλων επισήμων και χωρίς την παραμικράν συστολήν ή φόβον είπε προς αυτόν· «Εγώ, ω ηγεμών, ήμην Χριστιανός εκ προγόνων· ταύτα δε τα ενδύματα, τα οποία φορώ, τα έδωκες συ εις εμέ. Δια να βεβαιωθής δε ότι είμαι Χριστιανός, ιδού ο Σταυρός, όστις είναι σημείον, ότι μία είναι η αληθινή Πίστις, η Πίστις των Χριστιανών· ιδού και τα βαϊα, τα οποία είναι και αυτά σύμβολα Χριστιανικά· ίνα δε βεβαιωθής ακόμη περισσότερον, ιδού καταπατώ και το σημείον της ανόμου και αθέου θρησκείας σου». Ομού δε με τον λόγον εκβαλών από την κεφαλήν του το πράσινον σαρίκιον και ρίψας αυτό κατά γης το κατεπάτησε, λέγων· «Αναθεματίζω τον αντίχριστον Μωάμεθ, τον ψευδοπροφήτην σας».
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Συνέχεια από το προηγούμενο

Δημοσίευση από silver »

Ταύτα βλέπων και ακούων ο βεζύρης έμεινεν έκπληκτος, διότι έβλεπεν ένα εικοσαετή νέον να παρουσιάζεται ενώπιόν του με τόσον θάρρος και να υβρίζη την θρησκείαν του με τόσην τόλμην, να ονομάζη δε τον προφήτην του αντίχριστον. Επέπληξε τότε μετ’ οργής τους παρισταμένους υπηρέτας, διότι άφησαν να φθάση μέχρις αυτού τοιούτος άνθρωπος· επρόσταξε δε τον πρώτον των υπηρετών του να εξετάση μήπως ο νέος ήτο μεθυσμένος ή τρελλός. Αλλ’ ο Μάρτυς είπεν· «Όχι, πολύ καλά έχω εις τας φρένας μου και δια τούτο ομολογώ τον Ιησούν Χριστόν μου Θεόν αληθινόν και ποιητήν του παντός· ομολογώ δε και εμαυτόν Χριστιανόν και θέλω να αποθάνω δια την αγάπην του Χριστού και Θεού μου». Λέγει τότε προς τον Μάρτυρα ο Βεζύρης· «Είσαι μεθυσμένος». Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Όχι». Τότε ο βεζύρης επρόσταξε να ρίψωσι τον Μάρτυρα εις την φυλακήν. Παραλαβόντες λοιπόν τον Άγιον οι υπηρέται του ασεβούς έρριψαν αυτόν εις σκοτεινήν τινά φυλακήν και έκλεισαν τους πόδας του εις το ξύλον της ποδοκάκης, δέσαντες δύο αλύσεις, μίαν εις τας χείρας και άλλην εις τους πόδας. Μετά μίαν ώραν εκάλεσε και πάλιν αυτόν ο κριτής εις δευτέραν εξέτασιν. Όταν δε παρουσιάσθη ο Μάρτυς, ηρώτησεν αυτόν ο βεζύρης λέγων· «Ήλθες εις τον εαυτόν σου, ή μένεις ακόμη εις την προτέραν σου πλάνην»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Εγώ σου είπον, ω ηγεμών, ότι Χριστιανός είμαι και Χριστιανός γονέων υιός, πιστεύων τον Ιησούν Χριστόν Θεόν αληθινόν, όστις έγινε άνθρωπος δια την σωτηρίαν ημών των ανθρώπων και όστις μέλλει πάλιν να έλθη, ίνα κρίνη τους ανθρώπους και αποδώση εις έκαστον κατά τα έργα αυτού». Τότε ο βεζύρης είπεν· «Άφες αυτάς τας ματαιολογίας και ελθέ εις την πίστιν ημών, εις την οποίαν ήσο και πρότερον, δια να λάβης απ’ εμού μεγάλας τιμάς και πλούτη». Ο Μάρτυς όμως απήντησε· «Μη γένοιτο, ηγεμών, να αρνηθώ εγώ τον αληθινόν Θεόν, τον γλυκύτατόν μοι Ιησούν και να έλθω εις την ιδικήν σας πίστιν, ήτις δεν είναι άλλο τι, ει μη μυθολογίαι και ατοπήματα, τα οποία σας τα εδίδαξεν εκείνος ο αντίχριστος Μωάμεθ». Τότε ο βεζύρης είπε με αυστηρότητα· «Εάν δεν αρνηθής τον Χριστόν, θέλω δώσει εις σε μεγάλας τιμωρίας». Αλλ’ ο Μάρτυς επανέλαβε με εντονωτέραν φωνήν· «Μη γένοιτο, Χριστέ Βασιλεύ, να σε αρνηθώ, ούτε με λόγον ούτε με έργον, έστω και αν είναι ανάγκη να υποστώ τας σκληροτέρας βασάνους». Επρόσταξε τότε ο βεζύρης να θέσωσιν εις την κεφαλήν του Μάρτυρος το σαρίκιον, το οποίον πρότερον είχε ρίψει εις την γην και το είχε καταπατήσει. Ο δε Μάρτυς χωρίς να είπη τίποτε εστάθη και του το εφόρεσαν. Έπειτα λαβών αυτό ευθύς το έσχισεν εις δύο και το έρριψε προ του βεζύρη λέγων· «Λάβε, άνθρωπε, το ιδικόν σου και άφες εμέ να έχω το ιδικόν μου». Τότε εθυμώθη ο βεζύρης και επρόσταξε να κλείσωσι πάλιν τον Μάρτυρα εις την φυλακήν και να τον δείρωσι σκληρότατα. Ήρπασαν λοιπόν οι θηριώδεις εκείνοι άνθρωποι με ορμήν αυτόν και δείραντες ανηλεώς τον έρριψαν εις την φυλακήν, συναχθέντες δε εκεί ως κόρακες εις πτώμα, άλλοι μεν τον ηπείλουν, άλλοι δε τον εκολάκευον, υποσχόμενοι εις αυτόν όλα τα αγαθά της παρούσης ματαίας ζωής. Και αυτός ο βεζύρης του υπέσχετο να του δώση ό,τι επεθύμει, αν ήθελεν αρνηθή τον Χριστόν. Ο δε γενναίος του Χριστού Αθλητής έδιδεν αναλόγους αποκρίσεις αρμοδίας εις έκαστον. Μετά τρεις ώρας ωδηγήθη και πάλιν ο Μάρτυς εις εξέτασιν. Λέγει τότε προς αυτόν ο κριτής· «Ήλθες εις μεταμέλειαν, ή μένεις ακόμη εις το πείσμα σου»; Αλλ’ ο Μάρτυς απεκρίθη με φωνήν λαμπράν· «Μία είναι, ω ηγεμών, η αληθινή Πίστις, η Πίστις των Χριστιανών και εις ο αληθής Θεός, ο τρισυπόστατος Θεός, ο υπό πάσης της κτίσεως λατρευόμενος και υμνούμενος, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, η μία και αδιαίρετος φύσις της Θεότητος, εις της οποίας το όνομα εβαπτίσθην και έγινα υιός Θεού κατά χάριν· πως λοιπόν να πιστεύσω εις αυτόν τον ψευδοπροφήτην σας Μωάμεθ, τον αντίχριστον»; Εύγε της ελευθεροστομίας σου γενναίε του Χριστού αγωνιστά! Εύγε της σης μεγαλοψυχίας της επαξίου ουρανίων επαίνων! Πράγματι αδελφοί, κατά τον Σολομώντα, «ώσπερ λέων πέποιθε» (Παρ. κη:1 ). Τούτους λοιπόν τους λόγους ως ήκουσεν ο της ασεβείας προστάτης, ηλλοιώθη όλος από τον θυμόν, μη δυνάμενος δε να υποφέρη την τόσην παρρησίαν και τόλμην του Μάρτυρος και απελπισθείς τελείως από το ακατάπειστον και αμετάβλητον της γνώμης του, ώρισεν ίνα λάβη τον δια ξίφους θάνατον. Παρέλαβε λοιπόν αυτόν ο δήμιος και όταν ηθέλησε να δέση τας χείρας του όπισθεν, ημποδίσθη από τον Μάρτυρα, όστις είπε προς αυτόν· «Διατί θέλεις να μου δέσης τας χείρας, αφού ήλθον εδώ αυτόκλητος; Δια τούτο εδέθη ο Χριστός μου από τους παρανόμους Εβραίους κατ’ αυτάς τας αγίας ημέρας, δια να με λύση από τας αμαρτίας και να σπεύδω εγώ, χωρίς δεσμά, εις τον θάνατον δια την αγάπην Του». Ηπόρησε τότε ο δήμιος εκ των λόγων τούτων και αφήκεν αυτόν λυτόν. Εξήλθε λοιπόν ο αριστεύς από το άδικον και άθεον εκείνο κριτήριον, θαύμα εξαίσιον· διότι, όχι μόνον δεν εδείκνυεν ουδέν σημείον δειλίας ή φόβου θανάτου εις το πρόσωπον, αλλά μάλιστα αντιθέτως όλος φαιδρός και χαρούμενος εφαίνετο. Τούτο δε όχι μόνον οι ομόπιστοι Χριστιανοί διηγούντο, αλλά και αυτοί οι εχθροί της αμωμήτου ημών Πίστεως εμαρτύρησαν. Εκράτει δε ο Μάρτυς εις μεν την δεξιάν του χείρα τον Σταυρόν, εις δε την αριστεράν είχε τα βαϊα. Πορευόμενος δε εφαίνετο, ότι όχι εις θάνατον απήρχετο, αλλ’ εις νυμφικόν θάλαμον. Συνέρρεε δε και πλήθος Χριστιανών προς τους οποίους ο Μάρτυς έδιδε και ελάμβανε συγχώρησιν. Ο δε συνοδίτης του Μάρτυρος Γρηγόριος, ότε απεχωρίσθη απ’ αυτού, από το πλοίον, με λύπην, ως είπομεν, ανείκαστον, καθώς αποχωρίζεται η φιλόπαις μήτηρ του τέκνου της εν καιρώ αιχμαλωσίας και διαρπαγής, επέστρεψεν εκεί όπου παρέμενε. Μετά δε τρεις ώρας (διότι τοιαύτη ήτο η επιθυμία του Μάρτυρος, να επιστρέψη δηλαδή εις τον οίκον εκείνον και να προσεύχηται υπέρ αυτού προς τον Θεόν τρεις ολοκλήρους ώρας, κατόπιν δε να εξέλθη να εξετάση τι έγινεν), απέστειλε φιλόχριστον τινά Χριστιανόν, ίνα πληροφορηθή περί του Μάρτυρος. Μεταβάς δε εκείνος όπου εστάλη, είδε τον Αθλητήν του Χριστού ερχόμενον ομού με τους δημίους, οίτινες φθάσαντες εις τον ωρισμένον τόπον εστάθησαν. Εστάθη δε και ο Μάρτυς κατ’ Ανατολάς και εκτείνας τας χείρας προς τον ουρανόν ηύξατο ειπών· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε Ιησού Χριστέ μου, ότι με ηξίωσας να λάβω θάνατον δια Σε και να χύσω το αίμα μου δια την αγάπην Σου· αλλ’ αξίωσόν με, δέομαί Σου, να νικήσω μέχρι τέλους τον πονηρόν διάβολον και να έλθω προς Σε μετά χαράς. Ειρήνευσον, Δέσποτα, τον κόσμον Σου και κράτυνον την Ορθοδοξίαν μέχρι τέλους. Μνήσθητι των γονέων, συγγενών και φίλων μου και παντός του Ορθοδόξου πληρώματος και χάρισαι αυτοίς πάντα τα προς σωτηρίαν αιτήματα και την ουράνιον Βασιλείαν Σου». Ταύτα ειπών ο Μάρτυς και ποιήσας το σημείον του Σταυρού ησπάσθη τον Σταυρόν, τον οποίον εκράτει εις τας χείρας του, γεμάτος από φαιδρότητα και θεοχαρίτωτος, αφ’ εαυτού, χωρίς προσταγήν, εγονάτισε κλίνας μόνος την κεφαλήν και είπε· «Κύριε Ιησού Χριστέ, εις χείρας Σου παρατίθημι το πνεύμα μου». Ελθών δε ο δήμιος και κτυπήσας άπαξ, δεν απέκοψε την κεφαλήν. Ο δε Μάρτυς, ω της θαυμασίας σου γενναιότητος λαμπρότατε του Χριστού Αθλητά Ευθύμιε, είπεν εις τον δήμιον· «Κτύπα καλά». Και πάλιν εκτύπησεν ο δήμιος εκ δευτέρου, όμως μέρος μόνον της σαρκός απέκοψεν. Εκμανείς τότε ο αλιτήριος ήρπασε τον Μάρτυρα από τας τρίχας της κεφαλής και έσφαξεν αυτόν από τον λαιμόν, ως πρόβατον, δια να πληρωθή η προφητεία του Μάρτυρος, ειπόντος, ότι «ως πρόβατον μέλλουν να με σφάξωσι». Και ούτως ο γενναίος, αήττητος και πανεύφημος Ευθύμιος έτυχε του ποθουμένου Μαρτυρίου και μακαρίου τέλους κατά την κβ΄ (22αν) του μηνός Μαρτίου, Κυριακήν των Βαϊων και ώραν έκτην της ημέρας. Ύμνησαν τότε Άγγελοι τον ισάγγελον, εκρότησαν Μάρτυρες τον συμμάρτυρα, ευφήμησαν Όσιοι τον Όσιον· υπεδέξαντο ουράνια σκηνώματα τον ουρανόφρονα και στέφη άφθαρτα κατέστεψαν την παναοίδιμον και ιεράν εκείνην κεφαλήν του καλλινίκου Οσιομάρτυρος Αγίου Ευθυμίου. Αλλά τις δύναται να διηγηθή πλήρως την χαράν του φιλοχρίστου λαού της Κωνσταντινουπόλεως και την ευφροσύνην την οποίαν έδειξαν, ότε είδον και ήκουσαν, ότι ο Αθλητής εσάλπισε τα νικητήρια; Πλήθη ανδρών και γυναικών εσκίρτησαν και πάντες ομοφώνως εδόξασαν τον Θεόν. Το δε αθλητικόν σώμα του Μάρτυρος ίστατο εις τα γόνατα, χωρίς να πέση κάτω, προς θαυμασμόν των ορώντων. Ίνα δε μη καταισχύνωνται περισσότερον οι εναντίοι, ώθησαν αυτό ρίψαντες χαμαί. Ο δε φιλόχριστος εκείνος Χριστιανός, τον οποίον είχεν αποστείλει ο συνοδίτης του Μάρτυρος Γρηγόριος, επιστρέψας ανήγγειλεν εις αυτόν όσα ανωτέρω διηγήθημεν, τα οποία ακούσας εκείνος ηλλοιώθη όλος υπό χαράς και ως υπόπτερος έσπευσε να ίδη τον νικητήν, όστις γενναίως αθλήσας, έστησε τρόπαιον κατά του διαβόλου. Δεν έφυγε δε εκείθεν ο καλός Γρηγόριος έως της επομένης Τετάρτης της αυτής εβδομάδος, ήτις ήτο η κε΄ (25η) Μαρτίου, καθ’ ην εορτάζομεν τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Θεοτόκου. Κατά το διάστημα τούτο επέτυχεν ο Γρηγόριος, με κόπον πολύν και έξοδα μεγάλα, να αγοράση παρά των δημίων το αθλητικόν του Μάρτυρος σώμα. Τότε λοιπόν σηκώσαντες αυτό οι δήμιοι εκόμισαν εις την νήσον της Πρώτης, κατά την θέλησιν του Γρηγορίου. Θαύμα δε ήτο το ζεστόν αίμα, το οποίον και μετά τρεις ημέρας έτρεχεν από το σώμα του Μάρτυρος. Αλλά το παραδοξότερον, το οποίον υπερβαίνει και αυτούς τους όρους της φύσεως, είναι η σεβασμία Κάρα του Αθλητού, την οποίαν λαβών ο Γρηγόριος μετά δακρύων ησπάζετο λέγων· «Δος μοι λόγον, αδελφέ περιπόθητε και εραστά του Χριστού προθυμότατε, Άγιε Ευθύμιε, και μη με αφήσης να υπάγω προς τους αδελφούς μόνος, με τόσην λύπην». Και ω των θαυμασίων Σου Χριστέ! Ήνοιξε τότε τους οφθαλμούς και ώσπερ ζώσα η αγία Κάρα με όμμα ιλαρόν και χαριέστατον έβλεπε τον αδελφόν Γρηγόριον ομού και τους παρεστώτας. Όχι δε μόνον άπαξ, αλλά δις ήνοιξε τους οφθαλμούς και έβλεπεν όλους τούτους, φαιδρώ τω προσώπω, καθώς δια γραμμάτων εφανέρωσαν εις ημάς από Κωνσταντινουπόλεως φιλόχριστοι τινές και φιλομάρτυρες, των οποίων δεν δυνάμεθα να μη αναφέρωμεν αυτολεξεί την ιδίαν περικοπήν του γράμματος ούτως έχουσαν· «Περί των ανοιχθέντων οφθαλμών αμφιβολία ουδεμία. Αυτός είδε πρώτος και οι μετ’ εμού και πάντες οι λοιποί, ανοιγέντας αυτούς χαρίεντας και προσηνείς, ώσπερ ζώντας, ημάς εμβλέποντας και οιονεί μειδιών εμφανίζοντας όλον το πρόσωπον· και άπαντες οι ιδόντες και ο Ιεράρχης αυτός υπερεθαύμασαν». Κηδεύσας λοιπόν ο καλός ούτος και πιστός συνοδίτης Γρηγόριος τον Μάρτυρα κατά το μοναχικόν έθος, έθηκε το πάντιμον αυτού Λείψανον εντός του σεβασμίου Ναού της Μεταμορφώσεως του Κυρίου και μη ευρίσκων πλοίον έτοιμον δια το Άγιον Όρος ευρίσκετο εν αγωνία διαλογιζόμενος περί του μαρτυρικού σώματος, αν ήτο δυνατόν να μετακομίση τούτο εγκαίρως προς ημάς. Κατά την Τρίτην όμως της Διακαινησίμου επρόφθασεν αυτόν ο συμπαθέστατος και φιλάδελφος Μάρτυς Ευθύμιος και διέλυσε την αθυμίαν και λύπην αυτού με την υπόσχεσιν, την οποία καθ’ ύπνον έδωκεν εις αυτόν, τον οποίον, είτε επειδή ελησμόνησεν, είτε εκ τινος άλλης αφορμής, δεν είπεν εις ημάς ο Γρηγόριος, αλλ’ ο ανωτέρω φιλόχριστος, όστις έγραψε προς ημάς από την Κωνσταντινούπολιν ύστερον, εσημείωσεν ούτως· «Ενεθυμήθην το όνειρον το οποίον είδεν ο Γέρων Γρηγόριος την Τρίτην της Διακαινησίμου εις την κατά την Πρίγκηπον νήσον οικίαν μας και μοι το είπεν· ότι, έχων λύπην και φόβον περί του αγίου Λειψάνου και ελπίδα δια να το λάβη τότε, είδεν αυτόν καθ’ ύπνον με χαροποιόν πρόσωπον και του είπε· «Μη λυπήσαι, διότι ομού έχομεν να υπάγωμεν εις το ταξίδιον. Ο άνθρωπος, όστις μας εβοήθησεν εις όλα, θέλει αγωνισθή και δεν θέλει αδιαφορήσει, θέλεις δε παραλάβει το Λείψανόν μου και θα υπάγωμεν μαζί». Έλαβε λοιπόν πέρας η υπόθεσις αύτη μετακομισθέντων προς ημάς των τιμίων Λειψάνων του Μάρτυρος, καθώς διηγούμεθα εις το Μαρτύριον του Αγίου Οσιομάρτυρος Ιγνατίου. Εδώ δε θέλομεν διηγηθή έτερον θαύμα, το οποίον ετέλεσε κατ’ εκείνας τας ημέρας ο Άγιος, καθώς τούτο εστάλη εις ημάς γεγραμμένον από την Κωνσταντινούπολιν. Άνθρωπος τις, Μανουήλ Μαργαριτώφ καλούμενος, Αγχιαλίτης την πατρίδα, έμπορος το επάγγελμα, Χριστιανός Ορθόδοξος, είχε παιδίον ηλικίας ετών εξ ονόματι Ιωάννην. Τούτο ασθενήσαν βαρέως από λοιμικήν νόσον έκειτο επί εννέα ημέρας άρρωστον και τέσσαρας αναίσθητον, ήδη δε έπνεε τα λοίσθια αποφασισμένον παρά των συγγενών του και των ιατρών. Φίλος δε τις της οικογενείας εκείνης, γνωρίζων τα κατά τον Μάρτυρα Ευθύμιον, προέτρεψε τους γονείς τού παιδίου να προστρέξωσιν εις τον Μάρτυρα εξαιτούμενοι την βοήθειάν του. Οι γονείς υπήκουσαν και ο Γέρων Γρηγόριος προσεκλήθη, ίνα φέρη μεθ’ εαυτού τα μαρτυρικά ιμάτια. Αφού δε ταύτα εκομίσθησαν, τα επέθεσαν σταυροειδώς επί του παιδίου. Μετά τούτο αφού εβάπτισαν αυτά εις ποτήριον ύδατος, έδωκαν εις το παιδίον να πίη εκ του ύδατος εκείνου. Τότε το παιδίον, αν και είχε πολλάς ημέρας να πίητι, προθύμως εδέχθη το προσφερόμενον ύδωρ, το οποίον ευθύς ως έπιεν εγένετο υγιές και ηγέρθη της κλίνης! Ο δε συνοδίτης του Αγίου Γρηγόριος, ευρών πλοίον κατάλληλον, ήλθε προς ημάς ως αγαθός άγγελος της λαμπράς ομολογίας και αθλήσεως του νέου Οσιομάρτυρος Ευθυμίου, κομίσας εις ημάς τα σύμβολα της πανενδόξου νίκης του Μάρτυρος, τας τρίχας της σεβασμίας αυτού κεφαλής και τα αιματωμένα ιμάτια πνέοντα ευωδίαν άρρητον και ουράνιον. Αλλ’ ω αίματα εκείνα, τα λαμπρώς εκχυθέντα και αποπλύναντα το αίσχος της του Χριστού αρνήσεως! Ω αίματα, τα οποία προσφάτως επορφύρωσαν την Εκκλησίαν του Χριστού και ελάμπρυναν το γένος των Ορθοδόξων! Αίματα μαρτυρικά, τα οποία είναι αιδέσιμα εις τους Αγγέλους, φοβερά εις τους δαίμονας, εις ημάς δε ποθητά και αγαπητά. Ω ιμάτια, δια των οποίων ως με θώρακα απεκρούσαμεν πολλάκις τας καθ’ ημών προσβολάς των δαιμόνων και διελύσαμεν τας σωματικάς αλγηδόνας και νόσους και ηγιάσαμεν, αρρήτω λόγω, την υπό της αμαρτίας μολυνθείσαν ψυχήν ημών! Αλλ’ επί το προκείμενον του λόγου ας επανέλθωμεν, προς το τέλος ήδη εγγίζοντες. Ας διηγηθώμεν το καθ’ οδόν τελεσθέν υπό του Αγίου θαύμα, καθ’ ον χρόνον ο Γρηγόριος ήρχετο προς ημάς, το οποίον καθώς εδόθη γεγραμμένον αναφέρομεν· «Τη εικοστή πρώτη του Απριλίου μηνός ήλθομεν από την Κωνσταντινούπολιν εις Άβυδον κάτωθεν του Τεκέ και εγώ ο Χριστόδουλος, ο από το μέρος της Μαύρης θαλάσσης καταγόμενος, από χωρίον Μεσημβρίαν, ησθένησα εκεί βαρέως από ρίγος σφοδρόν και κεφαλόπονον και έλεγον ότι τώρα αποθνήσκω. Εις δε Μοναχός, ιδών με πάσχοντα ούτω με συνεπόνεσε και λέγει μοι· «Έχε υπομονήν και ο Θεός θέλει δείξει τα θαυμάσιά Του». Είτα μοι έδωκε νερόν από τα αιματωμένα ιμάτια και τας τρίχας του Οσιομάρτυρος Ευθυμίου και πιών αυτό, ω μέγας είσαι, Χριστέ Βασιλεύ! Ευθύς έγινα υγιής και ήλθον μετά του Γέροντος εις το Άγιον Όρος και επροσκύνησα τα ιερά Μοναστήρια». Ηκούσαμεν δε ημείς και έτερον θαύμα τελεσθέν εις Κωνσταντινούπολιν δια της Χάριτος του Αγίου, ερωτήσαντες δε, ίνα μάθωμεν την ακρίβειαν, μας απεκρίθησαν ούτω· «Γράφετε εις το γράμμα σας να σας πληροφορήσωμεν ποία κόρη και τίνος θυγάτηρ ήτο η θεραπευθείσα υπό του Αγίου Ευθυμίου. Σας δηλοποιούμεν λοιπόν, ότι το κοράσιον ήτο ετών εννέα την ηλικίαν, θυγάτηρ ιατρού τινός λεγομένου Μαρίνου. Ταύτης ο οφθαλμός από τριών ήδη ετών έπασχεν. Εγώ δε απελθών το είδον, το εσταύρωσα με τας τρίχας και την εσθήτα του Αγίου, τα οποία μοι εδώκατε και έκοψα ολίγον από αυτά και της έδωσα. Και μετ’ ολίγας ημέρας η δούλη είπε μοι χαίρουσα, ότι ιάθη το κοράσιον και είδον και εγώ αυτό υγιές και εθαυμάσαμεν την Χάριν του Αγίου». Άλλος τις καλούμενος Αντώνιος Τοπαλέλης, κάτοικος των Κυδωνιών, ησθένησε βαρέως από πυρετόν και ήλθον οι φίλοι του, ίνα τον επισκεφθώσι, μεταξύ των οποίων και Κυριακός τις, ο οποίος διηγείτο το πρόσφατον Μαρτύριον του Αγίου. Ο ασθενών ηκροάζετο με προσοχήν και ευλάβειαν την διήγησιν και του εφαίνετο ότι ελαφρύνετο από την ασθένειάν του. ως δε ετελείωσε και η διήγησις του Μαρτυρίου, έπαυσε και η ασθένεια του πάσχοντος, όστις αισθανθείς εαυτόν υγιά, ηγέρθη της κλίνης και ηυχαρίστει τον Άγιον προς έκπληξιν των παρόντων, μετά των οποίων και εξήλθεν αυτήν την ώραν εις περίπατον όλως υγιής. Και του προαναφερθέντος Κυριακού έν παιδίον άρρωστον ιατρεύθη με ολίγον μέρος του ενδύματος του Αγίου, εις τον οποίον δι’ ευχαριστίαν απέστειλε μίαν λαμπάδα. Το δε πλοιάριον δια του οποίου εστάλη η λαμπάς ελυτρώθη από μεγάλην τρικυμίαν, εξ αιτίας της οποίας απελισθέντες οι ναύται εκρέμασαν εις τα ιστία μικρόν τεμάχιον εκ του ενδύματος του Αγίου και εν τω άμα εγένετο γαλήνη. Το δε παράδοξον είναι ότι, ότε έπλεε το σκάφος τούτο κατ’ ευθείαν προς την Ιεράν Μονήν του Ξηροποτάμου, απήντησε τον πολυθρύλητον στόλον των επαράτων ληστών, εις τους οποίους το μικρόν εκείνο πλοιάριον εφάνη ως μέγα πλοίον στόλου βασιλικού· τοσούτον δε εφοβήθησαν, ώστε διεσκορπίσθησαν ένθεν κακείθεν άπαντα τα πλοία των πειρατών, το δε σκάφος έφθασε μετ’ ολίγον σώον εις τον λιμένα. Εκεί αφ’ ου έμαθαν την εξ αιτίας του πλοιαρίου διασκόρπισιν των ληστών, οι ναύται έκαμαν τον συλλογισμόν, ότι «ταύτα είναι θαύματα του Αγίου Ευθυμίου του Νεομάρτυρος, εις τον οποίον ημείς φέρομεν μίαν λαμπάδα, έχομεν δε και τεμάχιον εκ των ιματίων του δια του οποίου χθες ελυτρώθημεν από μεγάλην τρικυμίαν». Εάν η διήγησις παρετάθη τόσον και τινες των ακροατών εβαρύνθησαν, ας μη μεμψιμοιρούν· διότι σκοπόν έχω να φέρω εις πέρας με ακρίβειαν την διήγησιν των κατορθωμάτων του Αγίου, αφ’ ενός μεν ίνα μη κατακριθώ ως οκνηρός δούλος κρύπτων όσα έλαβον εντολήν να γράφω, αφ’ ετέρου δε γινώσκων, ότι οι περισσότεροι, ως γνωστοί και φίλοι όντες του Αγίου, μετά χαράς και ευλαβείας ακροάζονται την διήγησιν προς δόξαν Θεού και ψυχικήν των ωφέλειαν. Δια τούτο δεν νομίζω έξω του σκοπού, εάν φέρω εις το μέσον μίαν ακόμη περικοπήν γράμματος σεβασμίου τινός φίλου μου εκ Κωνσταντινουπόλεως. Λέγει δε ούτος· «Εγώ κατοικών ώδε εν τω νησίω της Πρώτης, άλλην βοήθειαν εις την ενόχλησιν των σαρκικών μου λογισμών, εκ των οποίων συνεχώς κατεκεντούμην, δεν εύρον, ει μη την επίκλησιν του ονόματος του Αγίου και τον τάφον του Νεομάρτυρος Ευθυμίου και στοχάζομαι ότι ιδιαιτέρα Χάρις εδόθη εις αυτόν τον Άγιον παρά Θεού, εις το να προφθάνη να βοηθή τους από τοιούτον λογισμόν ενοχλουμένους και πάσχοντας». Τούτου λοιπόν του λαμπρού Οσιομάρτυρος τους άθλους, τους αγώνας, τον υπέρ Χριστού θάνατον και τα θαύματα διηγηθέντες, αδελφοί και πατέρες, ας τιμήσωμεν και κροτήσωμεν την μνήμην αυτού τε και των συνάθλων αυτού Ιγνατίου και Ακακίου, εις τους οποίους καυχάται τον Άγιον και ιδία η ιερά του Προδρόμου Σκήτη, εν τη οποία ήσκησαν και οι τρεις ούτοι αοίδιμοι Οσιομάρτυρες Ευθύμιος, Ιγνάτιος και Ακάκιος και προς τους οποίους ας είπωμεν: Άγιοι του Θεού! Περιφρουρείτε ημάς και σκέπετε και προς απόκτησιν της ουρανίου μακαριότητος καθοδηγείτε, ικετεύοντες την μακαρίαν και ζωαρχικλην Τριάδα, όπως ενταύθα μεν δωρήση εις ημάς ζωήν ανώδυνον και Χριστιανικήν, όταν δε απέλθωμεν εκ του βίου τούτου, ειρήνην μόνιμον και αστασίαστον εν Χριστώ τω αληθινώ Θεώ ημών· Ω η δόξα, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.
Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”