Μια διδαχτική ιστορία!!!
Συντονιστής: Συντονιστές
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
" Οι δυο καλόγεροι " . . .
,,,
Δυο καλόγεροι που πήγαιναν σε προσκύνημα , έφτασαν στο πέρασμα ενός ποταμού. Εκεί είδαν μια πολύ όμορφη κοπέλα , που αναρωτιόταν τι να κάμει , μιας που το ποτάμι ήταν βαθύ και δεν μπορούσε να το περάσει . Χωρίς πολλά πολλά , ο ένας από τους δύο καλόγερους , την πήρε στην πλάτη του και την πέρασε στην άλλη όχθη , όπου την άφησε στην στεριά στις όχθες του ποταμού . Ύστερα οι καλόγεροι συνέχισαν το δρόμο τους . Ο άλλος καλόγερος όμως , μετά από μια ώρα άρχισε να γκρινιάζει : " Ασφαλώς δεν ήταν σωστό ν΄ αγγίξεις τη γυναίκα . Είναι αντίθετο προς τις εντολές Του Θεού να έρχεσαι σε στενή επαφή με γυναίκες . Πώς μπορείς να κάνεις κάτι που είναι αντίθετο με τους κανόνες των μοναχών ; " Ο καλόγερος που κουβάλησε τη γυναίκα , προχωρούσε σιωπηλός . Κάποια στιγμή όμως είπε : " Eγώ κουβάλησα τη γυναίκα και την άφησα στην όχθη του ποταμού πριν από μια ώρα ! Για μένα τέλειωσε εκείνο το γεγονός ... εσύ γιατί την κουβαλάς ακόμη ; " ...
Πόσα στ΄ αλήθεια παιγνίδια , και σε πόσες παγίδες μας ρίχνει το ίδιο μας το μυαλό ,και οι λογισμοί και οι σκέψεις μας. Είναι ένας σκοτεινός και ατελείωτος λαβύρινθος , που αν παγιδευτούμε μέσα σ΄ αυτό ,δύσκολα θα βρούμε τη σωτήρια διέξοδο ... Ας μην πέφτουμε εύκολα στις παγίδες του πονηρού ,που στήνει καθημερινά στο δρόμο μας , με τις πλεκτάνες των λογισμών μας . Ας μην ανοιγόμαστε σε κουβέντα μαζί τους , και ας μην υποκύπτουμε στα τεχνάσματα του πονηρού , να μας οδηγήσει σε λάθος μονοπάτια ...
Ας έχουμε " πάντα ανοικτά , πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μας " !
,,,
Δυο καλόγεροι που πήγαιναν σε προσκύνημα , έφτασαν στο πέρασμα ενός ποταμού. Εκεί είδαν μια πολύ όμορφη κοπέλα , που αναρωτιόταν τι να κάμει , μιας που το ποτάμι ήταν βαθύ και δεν μπορούσε να το περάσει . Χωρίς πολλά πολλά , ο ένας από τους δύο καλόγερους , την πήρε στην πλάτη του και την πέρασε στην άλλη όχθη , όπου την άφησε στην στεριά στις όχθες του ποταμού . Ύστερα οι καλόγεροι συνέχισαν το δρόμο τους . Ο άλλος καλόγερος όμως , μετά από μια ώρα άρχισε να γκρινιάζει : " Ασφαλώς δεν ήταν σωστό ν΄ αγγίξεις τη γυναίκα . Είναι αντίθετο προς τις εντολές Του Θεού να έρχεσαι σε στενή επαφή με γυναίκες . Πώς μπορείς να κάνεις κάτι που είναι αντίθετο με τους κανόνες των μοναχών ; " Ο καλόγερος που κουβάλησε τη γυναίκα , προχωρούσε σιωπηλός . Κάποια στιγμή όμως είπε : " Eγώ κουβάλησα τη γυναίκα και την άφησα στην όχθη του ποταμού πριν από μια ώρα ! Για μένα τέλειωσε εκείνο το γεγονός ... εσύ γιατί την κουβαλάς ακόμη ; " ...
Πόσα στ΄ αλήθεια παιγνίδια , και σε πόσες παγίδες μας ρίχνει το ίδιο μας το μυαλό ,και οι λογισμοί και οι σκέψεις μας. Είναι ένας σκοτεινός και ατελείωτος λαβύρινθος , που αν παγιδευτούμε μέσα σ΄ αυτό ,δύσκολα θα βρούμε τη σωτήρια διέξοδο ... Ας μην πέφτουμε εύκολα στις παγίδες του πονηρού ,που στήνει καθημερινά στο δρόμο μας , με τις πλεκτάνες των λογισμών μας . Ας μην ανοιγόμαστε σε κουβέντα μαζί τους , και ας μην υποκύπτουμε στα τεχνάσματα του πονηρού , να μας οδηγήσει σε λάθος μονοπάτια ...
Ας έχουμε " πάντα ανοικτά , πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μας " !
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
ΡΩΤΗΣΑ ΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΜΟΥ ΕΙΠΕ... (Δίδαγμα)
Ο Θεός πήρε το χέρι μου στο δικό του, μείναμε για λίγο σιωπηλοί και μετά ρώτησα...
- «Σαν γονιός, ποια είναι τα μαθήματα ζωής που θα θέλατε να μάθουν τα παιδιά σας;»
Ο Θεός απάντησε χαμογελώντας:
-«Να μάθουν ότι δεν μπορούν να αναγκάσουν τους άλλους να τους αγαπήσουν. Αυτό που μπορούν να κάνουν είναι να γίνουν άξιοι να αγαπηθούν.
-Να μάθουν ότι δεν μετράνε περισσότερο τα πράγματα που έχουμε στη ζωή... μας,
αλλά οι άνθρωποι που έχουμε στη ζωή μας.
- Να μάθουν ότι δεν ωφελεί να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με τους άλλους.
- Να μάθουν ότι πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει τα περισσότερα, αλλά
αυτός που χρειάζεται τα λιγότερα.
Να μάθουν ότι μέσα σε ελάχιστες στιγμές μπορείς ν’ ανοίξεις στον άλλο πληγές που μετά παίρνει χρόνια πολλά να τις γιατρέψεις.
-Να μάθουν τη συγχώρεση συγχωρώντας.
- Να μάθουν πως υπάρχουν άνθρωποι που τους αγαπούν πραγματικά, που όμως δεν ξέρουν πώς να δείξουν ή να εκφράσουν τα αισθήματά τους.
- Να μάθουν ότι τα χρήματα μπορούν να αγοράσουν τα πάντα …ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ!!!!
- Να μάθουν ότι δύο άνθρωποι μπορεί να κοιτούν το ίδιο πράγμα και να βλέπουν δύο διαφορετικά πράγματα.
- Να μάθουν ότι δεν φτάνει πάντα να σε συγχωρούν οι άλλοι! Πρέπει να μπορείς να συγχωρήσεις κι ο ίδιος τον εαυτό σου.
Τέλος, να μάθουν ότι για τα παιδιά μου εγώ θα είμαι πάντα εδώ...
Ο Θεός πήρε το χέρι μου στο δικό του, μείναμε για λίγο σιωπηλοί και μετά ρώτησα...
- «Σαν γονιός, ποια είναι τα μαθήματα ζωής που θα θέλατε να μάθουν τα παιδιά σας;»
Ο Θεός απάντησε χαμογελώντας:
-«Να μάθουν ότι δεν μπορούν να αναγκάσουν τους άλλους να τους αγαπήσουν. Αυτό που μπορούν να κάνουν είναι να γίνουν άξιοι να αγαπηθούν.
-Να μάθουν ότι δεν μετράνε περισσότερο τα πράγματα που έχουμε στη ζωή... μας,
αλλά οι άνθρωποι που έχουμε στη ζωή μας.
- Να μάθουν ότι δεν ωφελεί να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με τους άλλους.
- Να μάθουν ότι πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει τα περισσότερα, αλλά
αυτός που χρειάζεται τα λιγότερα.
Να μάθουν ότι μέσα σε ελάχιστες στιγμές μπορείς ν’ ανοίξεις στον άλλο πληγές που μετά παίρνει χρόνια πολλά να τις γιατρέψεις.
-Να μάθουν τη συγχώρεση συγχωρώντας.
- Να μάθουν πως υπάρχουν άνθρωποι που τους αγαπούν πραγματικά, που όμως δεν ξέρουν πώς να δείξουν ή να εκφράσουν τα αισθήματά τους.
- Να μάθουν ότι τα χρήματα μπορούν να αγοράσουν τα πάντα …ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ!!!!
- Να μάθουν ότι δύο άνθρωποι μπορεί να κοιτούν το ίδιο πράγμα και να βλέπουν δύο διαφορετικά πράγματα.
- Να μάθουν ότι δεν φτάνει πάντα να σε συγχωρούν οι άλλοι! Πρέπει να μπορείς να συγχωρήσεις κι ο ίδιος τον εαυτό σου.
Τέλος, να μάθουν ότι για τα παιδιά μου εγώ θα είμαι πάντα εδώ...
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
ΟΠΤΑΣΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥ ΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΥΛΑΒΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ (Συγκλονιστική ιστορία)
Ένας παντρεμένος άνθρωπος που είχε παιδιά και δούλους και άφθονο πλούτο, ήταν πολύ ελεήμων και φιλόξενος. Μία νύκτα, αφού εδείπνησε, κοιμήθηκε και το πρωί τον εβρήκαν ξαπλωμένο στη γη, ψυχρό, αναίσθητο, σαν να ήταν πεθαμένος. Οι συγγενείς του τον εσήκωσαν, τον έβαλαν στο στρώμα, κάνοντάς του διάφορες γιατρειές και ζεσταίνοντάς τον για να αναζήση, αλλά μάταια εκοπίαζαν. Μετά από πολλές ημέρες ήλθε στον εαυτό του και ερωτήθηκε από τους συγγενείς του να τους ειπεί τί έπαθε και πού βρισκόταν τόσες ημέρες νεκρός. Εκείνος δεν αποκρινόταν, μόνο έκλαιγε απαρηγόρητα και ακατάπαυστα και, μέχρι του θανάτου του, δεν είπε τίποτε σε κανέναν. Όταν πλησίαζε το τέλος, εκάλεσε τον μεγαλύτερο γιο του και του είπε τα εξής μπροστά σε όλους:
«Αγαπητό μου παιδί... αυτή την τελευταία εντολή σου δίνω προστακτικά και σε διατάζω να την τηρής αυστηρά, όσο μπορείς. Να δίνεις ελεημοσύνη στους πτωχούς και να έχεις πολλή συμπάθεια στους ξένους και οδοιπόρους. Να τους περιποιείσαι στο σπίτι σου με πολλή αγάπη, να τους υπηρετής πρόθυμα και να τους δίνεις άφθονα, όσα χρειάζονται, καθώς είδες να κάνω και εγώ μέχρι τώρα. Διότι η φιλοξενία είναι η πιο ευπρόσδεκτη στον Θεό απ' όλες τις αρετές και όποιος την εκτελεί επιμελώς, για την αγάπη του Θεού, ευρίσκει πολύ μισθό στην ουράνια Βασιλεία Του.
Και για να παρακινηθήτε όλοι οι συγγενείς μου σ' αυτή την φιλόθεη πράξη της καλωσύνης και συμπαθείας προς τους ξένους και πτωχούς, την τελευταία αυτή ημέρα μου θα σας διηγηθώ την φοβερή οπτασία που είδα, όταν με ευρήκατε ωσάν αποθαμμένον προ ετών, κάτω στο πάτωμα του σπιτιού μας.
Γνωρίζετε ότι από την νεότητά μου είχα πολλή ευλάβεια στην Υπεραγία Θεοτόκο και κάθε ημέρα της εδιάβαζα εγκώμια και ευχές. Γι' αυτό μου τον πόθο και την αγάπη που είχα με όλη μου την ψυχή και την καρδιά, με αξίωσε ο Δεσπότης, με τις δικές της πρεσβείες, να απολαύσω πολλές δωρεές και χάριτες, μα προπαντός για τη συμπάθεια που είχα για τους πτωχούς και ξένους, καθώς εσείς το ξέρετε, υποδεχόμενος τον καθένα με αγάπη και παρέχοντας άφθονα, όλα τα χρειαζόμενα.
Την νύκτα εκείνη που είδα την οπτασία, άκουσα φωνή που εφώναξε με το όνομά μου λέγοντας: «Σήκω από το κρεβάτι και ακολούθησέ με». «Όταν σηκώθηκα, μ' έπιασε βίαια εκείνος που με φώναξε από το χέρι και με ωδήγησε σ' ένα μεγάλο λιβάδι.
Τότε αυτός έγινε άφαντος και εγώ μόνος μου, μη ξέροντας τι να κάνω, άκουσα πίσω μου ξαφνικά φοβερές φωνές και ταραχές. Γυρίζοντας πίσω βλέπω ένα άπειρο πλήθος δαιμόνων και ήρχοντο κατεπάνω μου να με αρπάξουν ως θηρία ανήμερα. Εγώ, καθώς τους είδα, όσο μπορούσα, έτρεχα με ασυγκράτητο φόβο έως ότου έφθασα σε ένα σπίτι και μπαίνοντας μέσα έκλεισα την πόρτα. Αλλά αυτοί την έσπασαν και μπήκαν μέσα να μ' αρπάσουν. Αλλά για να καταλάβεις καλλίτερα, άκουσε και αυτά. Είναι τώρα τρία χρόνια αφ' ότου επήρα ένα ξένο εδώ στο σπίτι μου, από το βράδυ της εορτής των Αγίων Πάντων για να τον φιλοξενήσω, κατά την συνήθειά μας.
Φθάνοντας στο σπίτι, ευρήκα και άλλον ξένο, που είχε κρατήσει η μητέρα σου, κατά το πρόσταγμά μου που της είχα δώσει, να υποδέχεται και φιλοξενή τον καθένα ως άγγελο Κυρίου και σε λίγο έφερε άλλον έναν και ο αδελφός σου. Τότε εγώ εδοκίμασα μεγάλη χαρά που αξιώθηκα να υποδεχθώ και φιλοξενήσω στο σπίτι μου αυτούς τους τρεις ξένους κατά τον τύπο της Παναγίας Τριάδος. Τους εφίλευσα πλουσιοπάροχα, όσο μου ήταν δυνατόν, κατά την συνήθειά μου.
Όταν λοιπόν, επανέρχομαι στην οπτασία, μπήκαν μέσα οι δαίμονες, άρχισα να φωνάζω στον Κύριο να μ' ελεήση με τις πρεσβείες της Παναχράντου Μητρός Του.
Τότε βλέπω τρεις ωραίους άνδρες και μου λέγουν: «Μη φοβάσαι διότι εμείς ήλθαμε να σε βοηθήσουμε». Αφού έδιωξαν τους δαίμονες μ' ερώτησαν, εάν τους ήξερα. Εγώ τους είπα: «Όχι, Κύριοί μου, δεν σας γνωρίζω». Οι δε αποκρίθηκαν: «Εμείς είμεθα εκείνοι οι τρεις ξένοι που εφίλευσες στο σπίτι σου με πλούσια και αβραμιαία καρδιά και μας έστειλε ο Κύριος προς βοήθειά σου, να σε ανταμείψουμε για την πολλή αγάπη που μας έδειξες, και να οπού σε ελυτρώσαμε από τα χέρια των δαιμόνων». Αφού είπαν αυτά έγιναν άφαντοι.
Εγώ ευχαρίστησα τον Θεό και φοβούμενος να βγω έξω μήπως με πειράξουν πάλι, έμεινα λίγη ώρα μέσα στο σπίτι. Μετά από λίγο έκανα το σημείο του Σταυρού και βγήκα έχοντας την ελπίδα μου στον Κύριο. Αφού εβάδισα λίγο, είδα να τρέχουν πίσω μου οι δαίμονες λέγοντας τα εξής: Ας τρέξουμε τώρα να τον πιάσουμε μήπως και μας φύγη». Εγώ φοβήθηκα και τρέχοντας περισσότερο, εφώναξα στην Θεοτόκο: «Παναγία Θεοτόκε, βοήθησέ με». Έτσι τρέχοντας έφθασα σ' ένα πύρινο ποτάμι, που ήταν γεμάτο φίδια και άλλα φοβερά θηρία του Άδου.
Το σώμα τους ήταν όλο χωμένο μέσα στις φλόγες και μόνο το στόμα τους είχαν έξω ανοιχτό, ωσάν να πεινούσαν και ήθελαν να με φάγουν. Οι δαίμονες που με κυνηγούσαν, με φώναζαν να πέσω μέσα στο ποτάμι η θα με ρίξουν εκείνοι. Εγώ τότε εκύταζα τριγύρω, εάν υπάρχη κάποια άλλη διέξοδος, οπότε και βλέπω ένα πολύ στενό γεφύρι ως μια σπιθαμή και τόσο ψηλό, ώστε μου φαινόταν πως έφτανε στον ουρανό. Μη ξέροντας τι να κάνω απ' αυτά τα τρία, δηλαδή να πέσω στο ποτάμι, όπου φοβόμουν την φωτιά και τους δράκοντες, να μείνω στην εξουσία των δαιμόνων, που ήταν χειρότερο ή να ανέβω το γεφύρι; Προτίμησα το τρίτο. Έτσι ανέβαινα τα σκαλιά ένα-ένα με πολύ φόβο και κίνδυνο να πέσω κάτω στις φλόγες.
Οι πονηροί δαίμονες με ακολουθούσαν με φωνές και απειλές. Όταν ήμουν στην κορυφή του γεφυριού, έφθασαν και οι δαίμονες και εγώ τότε με δάκρυα εβόησα προς την Θεοτόκο: «Υπεραγία Θεοτόκε βοήθησέ με». Τότε, ευρέθηκε ενώπιόν μου η φιλεύσπλαχνη Μητέρα της ελεημοσύνης και μου έδωσε το δεξί της χέρι λέγοντας: Μη φοβάσαι, αγαπημένε δούλε μου. Επειδή εσύ μου διάβαζες εγκώμια και προσευχές και αγαπούσες τους φτωχούς, τους ελαχίστους αδελφούς του Υιού και Δεσπότου μου, γι' αυτό ήλθα και εγώ να σε βοηθήσω στην ανάγκη σου». Αφού μου είπε αυτά με εκράτησε από το χέρι και, ώ του θαύματος! σε μια στιγμή μ' έφερε στο σπίτι μου και μπήκε η ψυχή μου στο σώμα μου, ενώ εσείς με θεωρούσατε ως πεθαμένο.
Λοιπόν παιδί μου, να μη αμελήσης και εσύ την υπηρεσία αυτή προς την Μητέρα του Παντοδυνάμου Θεού, την Πανάχραντη Θεοτόκο, αλλά κάθε ώρα να την υμνολογής, να την δοξάζεις, όπως πρέπει και όπως μέχρι τώρα έκανα και εγώ ο πατέρας σου. Έτσι θα την έχεις βοήθεια σε κάθε σου ανάγκη.
Αυτό είναι το πρώτο πρόσταγμά μου που σου παραγγέλλω. Το δεύτερο είναι, όπως σου προείπα, βίαζε τον εαυτό σου, όσο μπορείς να αγαπάς τους ξένους, τους πτωχούς, τις χήρες, τα ορφανά, να τους δίνεις όλα τα αναγκαία, εάν θέλεις ν' απολαύσης σ' αυτόν τον κόσμο κάθε αγαθό και να κληρονομήσης και την αιώνια Βασιλεία του Θεού!».
Αυτά, αφού είπε ο αοίδιμος σ' όλους τους παρευρισκομένους να ευλαβούνται την Θεομήτορα και να βοηθούν τους πτωχούς, παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού.
Ο γυιός του, ενθυμούμενος σ' όλη την ζωή του τις πατρικές συμβουλές, εξήσκησε ενάρετη πολιτεία και μετά το τέλος της επιγείου ζωής του, αξιώθηκε της ουρανίου μακαριότητος.
Εκ του βιβλίου "Ψυχωφελείς οπτασίες και διηγήσεις για την άλλη ζωή "Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Ένας παντρεμένος άνθρωπος που είχε παιδιά και δούλους και άφθονο πλούτο, ήταν πολύ ελεήμων και φιλόξενος. Μία νύκτα, αφού εδείπνησε, κοιμήθηκε και το πρωί τον εβρήκαν ξαπλωμένο στη γη, ψυχρό, αναίσθητο, σαν να ήταν πεθαμένος. Οι συγγενείς του τον εσήκωσαν, τον έβαλαν στο στρώμα, κάνοντάς του διάφορες γιατρειές και ζεσταίνοντάς τον για να αναζήση, αλλά μάταια εκοπίαζαν. Μετά από πολλές ημέρες ήλθε στον εαυτό του και ερωτήθηκε από τους συγγενείς του να τους ειπεί τί έπαθε και πού βρισκόταν τόσες ημέρες νεκρός. Εκείνος δεν αποκρινόταν, μόνο έκλαιγε απαρηγόρητα και ακατάπαυστα και, μέχρι του θανάτου του, δεν είπε τίποτε σε κανέναν. Όταν πλησίαζε το τέλος, εκάλεσε τον μεγαλύτερο γιο του και του είπε τα εξής μπροστά σε όλους:
«Αγαπητό μου παιδί... αυτή την τελευταία εντολή σου δίνω προστακτικά και σε διατάζω να την τηρής αυστηρά, όσο μπορείς. Να δίνεις ελεημοσύνη στους πτωχούς και να έχεις πολλή συμπάθεια στους ξένους και οδοιπόρους. Να τους περιποιείσαι στο σπίτι σου με πολλή αγάπη, να τους υπηρετής πρόθυμα και να τους δίνεις άφθονα, όσα χρειάζονται, καθώς είδες να κάνω και εγώ μέχρι τώρα. Διότι η φιλοξενία είναι η πιο ευπρόσδεκτη στον Θεό απ' όλες τις αρετές και όποιος την εκτελεί επιμελώς, για την αγάπη του Θεού, ευρίσκει πολύ μισθό στην ουράνια Βασιλεία Του.
Και για να παρακινηθήτε όλοι οι συγγενείς μου σ' αυτή την φιλόθεη πράξη της καλωσύνης και συμπαθείας προς τους ξένους και πτωχούς, την τελευταία αυτή ημέρα μου θα σας διηγηθώ την φοβερή οπτασία που είδα, όταν με ευρήκατε ωσάν αποθαμμένον προ ετών, κάτω στο πάτωμα του σπιτιού μας.
Γνωρίζετε ότι από την νεότητά μου είχα πολλή ευλάβεια στην Υπεραγία Θεοτόκο και κάθε ημέρα της εδιάβαζα εγκώμια και ευχές. Γι' αυτό μου τον πόθο και την αγάπη που είχα με όλη μου την ψυχή και την καρδιά, με αξίωσε ο Δεσπότης, με τις δικές της πρεσβείες, να απολαύσω πολλές δωρεές και χάριτες, μα προπαντός για τη συμπάθεια που είχα για τους πτωχούς και ξένους, καθώς εσείς το ξέρετε, υποδεχόμενος τον καθένα με αγάπη και παρέχοντας άφθονα, όλα τα χρειαζόμενα.
Την νύκτα εκείνη που είδα την οπτασία, άκουσα φωνή που εφώναξε με το όνομά μου λέγοντας: «Σήκω από το κρεβάτι και ακολούθησέ με». «Όταν σηκώθηκα, μ' έπιασε βίαια εκείνος που με φώναξε από το χέρι και με ωδήγησε σ' ένα μεγάλο λιβάδι.
Τότε αυτός έγινε άφαντος και εγώ μόνος μου, μη ξέροντας τι να κάνω, άκουσα πίσω μου ξαφνικά φοβερές φωνές και ταραχές. Γυρίζοντας πίσω βλέπω ένα άπειρο πλήθος δαιμόνων και ήρχοντο κατεπάνω μου να με αρπάξουν ως θηρία ανήμερα. Εγώ, καθώς τους είδα, όσο μπορούσα, έτρεχα με ασυγκράτητο φόβο έως ότου έφθασα σε ένα σπίτι και μπαίνοντας μέσα έκλεισα την πόρτα. Αλλά αυτοί την έσπασαν και μπήκαν μέσα να μ' αρπάσουν. Αλλά για να καταλάβεις καλλίτερα, άκουσε και αυτά. Είναι τώρα τρία χρόνια αφ' ότου επήρα ένα ξένο εδώ στο σπίτι μου, από το βράδυ της εορτής των Αγίων Πάντων για να τον φιλοξενήσω, κατά την συνήθειά μας.
Φθάνοντας στο σπίτι, ευρήκα και άλλον ξένο, που είχε κρατήσει η μητέρα σου, κατά το πρόσταγμά μου που της είχα δώσει, να υποδέχεται και φιλοξενή τον καθένα ως άγγελο Κυρίου και σε λίγο έφερε άλλον έναν και ο αδελφός σου. Τότε εγώ εδοκίμασα μεγάλη χαρά που αξιώθηκα να υποδεχθώ και φιλοξενήσω στο σπίτι μου αυτούς τους τρεις ξένους κατά τον τύπο της Παναγίας Τριάδος. Τους εφίλευσα πλουσιοπάροχα, όσο μου ήταν δυνατόν, κατά την συνήθειά μου.
Όταν λοιπόν, επανέρχομαι στην οπτασία, μπήκαν μέσα οι δαίμονες, άρχισα να φωνάζω στον Κύριο να μ' ελεήση με τις πρεσβείες της Παναχράντου Μητρός Του.
Τότε βλέπω τρεις ωραίους άνδρες και μου λέγουν: «Μη φοβάσαι διότι εμείς ήλθαμε να σε βοηθήσουμε». Αφού έδιωξαν τους δαίμονες μ' ερώτησαν, εάν τους ήξερα. Εγώ τους είπα: «Όχι, Κύριοί μου, δεν σας γνωρίζω». Οι δε αποκρίθηκαν: «Εμείς είμεθα εκείνοι οι τρεις ξένοι που εφίλευσες στο σπίτι σου με πλούσια και αβραμιαία καρδιά και μας έστειλε ο Κύριος προς βοήθειά σου, να σε ανταμείψουμε για την πολλή αγάπη που μας έδειξες, και να οπού σε ελυτρώσαμε από τα χέρια των δαιμόνων». Αφού είπαν αυτά έγιναν άφαντοι.
Εγώ ευχαρίστησα τον Θεό και φοβούμενος να βγω έξω μήπως με πειράξουν πάλι, έμεινα λίγη ώρα μέσα στο σπίτι. Μετά από λίγο έκανα το σημείο του Σταυρού και βγήκα έχοντας την ελπίδα μου στον Κύριο. Αφού εβάδισα λίγο, είδα να τρέχουν πίσω μου οι δαίμονες λέγοντας τα εξής: Ας τρέξουμε τώρα να τον πιάσουμε μήπως και μας φύγη». Εγώ φοβήθηκα και τρέχοντας περισσότερο, εφώναξα στην Θεοτόκο: «Παναγία Θεοτόκε, βοήθησέ με». Έτσι τρέχοντας έφθασα σ' ένα πύρινο ποτάμι, που ήταν γεμάτο φίδια και άλλα φοβερά θηρία του Άδου.
Το σώμα τους ήταν όλο χωμένο μέσα στις φλόγες και μόνο το στόμα τους είχαν έξω ανοιχτό, ωσάν να πεινούσαν και ήθελαν να με φάγουν. Οι δαίμονες που με κυνηγούσαν, με φώναζαν να πέσω μέσα στο ποτάμι η θα με ρίξουν εκείνοι. Εγώ τότε εκύταζα τριγύρω, εάν υπάρχη κάποια άλλη διέξοδος, οπότε και βλέπω ένα πολύ στενό γεφύρι ως μια σπιθαμή και τόσο ψηλό, ώστε μου φαινόταν πως έφτανε στον ουρανό. Μη ξέροντας τι να κάνω απ' αυτά τα τρία, δηλαδή να πέσω στο ποτάμι, όπου φοβόμουν την φωτιά και τους δράκοντες, να μείνω στην εξουσία των δαιμόνων, που ήταν χειρότερο ή να ανέβω το γεφύρι; Προτίμησα το τρίτο. Έτσι ανέβαινα τα σκαλιά ένα-ένα με πολύ φόβο και κίνδυνο να πέσω κάτω στις φλόγες.
Οι πονηροί δαίμονες με ακολουθούσαν με φωνές και απειλές. Όταν ήμουν στην κορυφή του γεφυριού, έφθασαν και οι δαίμονες και εγώ τότε με δάκρυα εβόησα προς την Θεοτόκο: «Υπεραγία Θεοτόκε βοήθησέ με». Τότε, ευρέθηκε ενώπιόν μου η φιλεύσπλαχνη Μητέρα της ελεημοσύνης και μου έδωσε το δεξί της χέρι λέγοντας: Μη φοβάσαι, αγαπημένε δούλε μου. Επειδή εσύ μου διάβαζες εγκώμια και προσευχές και αγαπούσες τους φτωχούς, τους ελαχίστους αδελφούς του Υιού και Δεσπότου μου, γι' αυτό ήλθα και εγώ να σε βοηθήσω στην ανάγκη σου». Αφού μου είπε αυτά με εκράτησε από το χέρι και, ώ του θαύματος! σε μια στιγμή μ' έφερε στο σπίτι μου και μπήκε η ψυχή μου στο σώμα μου, ενώ εσείς με θεωρούσατε ως πεθαμένο.
Λοιπόν παιδί μου, να μη αμελήσης και εσύ την υπηρεσία αυτή προς την Μητέρα του Παντοδυνάμου Θεού, την Πανάχραντη Θεοτόκο, αλλά κάθε ώρα να την υμνολογής, να την δοξάζεις, όπως πρέπει και όπως μέχρι τώρα έκανα και εγώ ο πατέρας σου. Έτσι θα την έχεις βοήθεια σε κάθε σου ανάγκη.
Αυτό είναι το πρώτο πρόσταγμά μου που σου παραγγέλλω. Το δεύτερο είναι, όπως σου προείπα, βίαζε τον εαυτό σου, όσο μπορείς να αγαπάς τους ξένους, τους πτωχούς, τις χήρες, τα ορφανά, να τους δίνεις όλα τα αναγκαία, εάν θέλεις ν' απολαύσης σ' αυτόν τον κόσμο κάθε αγαθό και να κληρονομήσης και την αιώνια Βασιλεία του Θεού!».
Αυτά, αφού είπε ο αοίδιμος σ' όλους τους παρευρισκομένους να ευλαβούνται την Θεομήτορα και να βοηθούν τους πτωχούς, παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού.
Ο γυιός του, ενθυμούμενος σ' όλη την ζωή του τις πατρικές συμβουλές, εξήσκησε ενάρετη πολιτεία και μετά το τέλος της επιγείου ζωής του, αξιώθηκε της ουρανίου μακαριότητος.
Εκ του βιβλίου "Ψυχωφελείς οπτασίες και διηγήσεις για την άλλη ζωή "Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Η πίστη είναι υπόθεση της καρδιάς
Πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια με πλησίασε κάποιος νεαρὸς φοιτητής. Μὲ πολλὴ διστακτικότητα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἔνταση τοῦ ἀπαιτητικοῦ ἀναζητητῆ, μοῦ δήλωσε ὅτι εἶναι ἄθεος, ποὺ ὅμως θὰ ἤθελε πολὺ νὰ πιστέψει, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε. Χρόνια προσπαθοῦσε καὶ ἀναζητοῦσε, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. Συνομίλησε μὲ καθηγητὲς καὶ μορφωμένους. Ἀλλὰ δὲν ἱκανοποιήθηκε ἡ δίψα του γιὰ κάτι σοβαρό. Ἄκουσε γιὰ μένα καὶ ἀποφάσισε νὰ μοιρασθεῖ μαζί μου τὴν ὑπαρξιακὴ ἀνάγκη του. Μοῦ ζήτησε μία ἐπιστημονικὴ ἀπόδειξη περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ.
Ξέρεις ὁλοκληρώματα ἢ διαφορικὲς ἐξισώσεις; τὸν ρώτησα. Δυστυχῶς ὄχι, μοῦ ἅπαντα. Εἶμαι τῆς Φιλοσοφικῆς. Κρῖμα! διότι ἤξερα μία τέτοια ἀπόδειξη, εἶπα ἐμφανῶς ἀστειευόμενος. Ἔνιωσε ἀμήχανα καὶ κάπου σιώπησε γιὰ λίγο. Κοίταξε, τοῦ λέω. Συγγνώμη ποὺ σὲ πείραξα λιγάκι. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐξίσωση, οὔτε μαθηματικὴ ἀπόδειξη. Ἂν ἦταν κάτι τέτοιο, τότε ὅλοι οἱ μορφωμένοι θὰ τὸν πίστευαν. Νὰ ξέρεις, ἀλλιῶς προσεγγίζεται ὁ Θεός. Ἔχεις πάει ποτὲ στὸ Ἅγιον Ὄρος; Ἔχεις ποτὲ συναντήσει κανέναν ἀσκητή; Ὄχι, πάτερ, ἀλλὰ σκέπτομαι νὰ πάω, ἔχω ἀκούσει τόσα πολλά... Ἂν μοῦ πεῖτε, μπορῶ νὰ πάω καὶ αὔριο. Ξέρετε κανέναν μορφωμένο νὰ πάω νὰ τὸν συναντήσω;
-Τί προτιμᾷς; Μορφωμένο ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ ζαλίσει, ἢ ἅγιο ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ ξυπνήσει;
-Προτιμῶ τὸν μορφωμένο. Τοὺς φοβᾶμαι τοὺς ἁγίους.
-Ἡ πίστη εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς. Γιὰ δοκίμασε μὲ κανέναν ἅγιο. Πῶς σὲ λένε; ρωτῶ. Γαβριήλ, μοῦ ἀπαντᾷ.
Τὸν ἔστειλα σὲ ἕναν ἀσκητή. Τοῦ περιέγραψα τὸν τρόπο προσβάσεως καὶ τοῦ ἔδωσα τὶς δέουσες ὁδηγίες. Κάναμε κι ἕνα σχεδιάγραμμα. Θὰ πᾶς, τοῦ εἶπα, καὶ θὰ ρωτήσεις τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Εἶμαι ἄθεος, θὰ τοῦ πεῖς, καὶ θέλω νὰ πιστεύσω. Θέλω μία ἀπόδειξη περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ. Φοβᾶμαι, ντρέπομαι, μοῦ ἀπαντᾷ. Γιατί ντρέπεσαι καὶ φοβᾶσαι τὸν ἅγιο καὶ δὲν ντρέπεσαι καὶ φοβᾶσαι ἐμένα; ρωτῶ. Πήγαινε ἁπλὰ καὶ ζῆτα τὸ ἴδιο πρᾶγμα.
Σὲ λίγες μέρες, πῆγε καὶ βρῆκε τὸν ἀσκητὴ νὰ συζητάει μὲ κάποιον νέο στὴν αὐλή του. Στὴν ἀπέναντι μεριὰ περίμεναν ἄλλοι τέσσερις καθισμένοι σὲ κάτι κούτσουρα. Ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς καὶ ὁ Γαβριὴλ βρῆκε δειλὰ τὴν θέση του. Δὲν πέρασαν περισσότερα ἀπὸ δέκα λεπτὰ καὶ ἡ συνομιλία τοῦ Γέροντα μὲ τὸν νεαρὸ τελείωσε.
Τί γίνεστε, παιδία; ρωτάει. Ἔχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Ἔχετε πιεῖ λίγο νεράκι; Εὐχαριστοῦμε, Γέροντα, ἀπήντησαν, μὲ συμβατικὴ κοσμικὴ εὐγένεια. Ἔλα ἐδῶ, λέει ἀπευθυνόμενος στὸν Γαβριήλ, ξεχωρίζοντάς τον ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους. Θὰ φέρω ἐγὼ τὸ νερό, πᾶρε ἐσὺ τὸ κουτὶ αὐτὸ μὲ τὰ λουκούμια. Καὶ ἔλα πιὸ κοντὰ νὰ σοῦ πῶ ἕνα μυστικό: Καλὰ νὰ εἶναι κανεὶς ἄθεος, ἄλλα νὰ ἔχει ὄνομα ἀγγέλου καὶ νὰ εἶναι ἄθεος; Αὐτὸ πρώτη φορὰ μοῦ συμβαίνει.
Ὁ φίλος μας κόντεψε νὰ πάθει ἔμφραγμα ἀπὸ τὸν ἀποκαλυπτικὸ αἰφνιδιασμό. Ποῦ ἐγνώρισε τὸ ὄνομά του; Ποιὸς τοῦ ἀποκάλυψε τὸ πρόβλημά του; Τί, τελικά, ἤθελε νὰ τοῦ πεῖ ὁ γέροντας;
- Πάτερ, μπορῶ νὰ σᾶς μιλήσω λίγο; Μόλις ποὺ μπόρεσε νὰ ψελλίσει. Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει, πάρε τὸ λουκούμι, πιὲς καὶ λίγο νεράκι καὶ πήγαινε στὸ πιὸ κοντινὸ μοναστήρι νὰ διανυκτερεύσεις. Πάτερ μου, θέλω νὰ μιλήσουμε, δὲν γίνεται; Τί νὰ ποῦμε, ρὲ παλληκάρι; Γιὰ ποιὸν λόγο ἦλθες;
Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἔνιωσα ἀμέσως νὰ ἀνοίγει ἡ ἀναπνοή μου, ἀφηγεῖται. Ἡ καρδιά μου νὰ πλημμυρίζει ἀπὸ πίστη. Ὁ μέσα μου κόσμος νὰ θερμαίνεται. Οἱ ἀπορίες νὰ λύνονται χωρὶς κανένα λογικὸ ἐπιχείρημα, δίχως καμία συζήτηση, χωρὶς τὴν ὕπαρξη μιᾶς ξεκάθαρης ἀπάντησης. Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αὐτομάτως ὅλα τὰ ἄν, τὰ γιατί, τὰ μήπως καὶ ἔμεινε μόνον τὸ πῶς καὶ τὸ τί ἀπὸ δῶ κι ἐμπρός.
Ὅ,τι δὲν τοῦ ἔδωσε ἡ σκέψη τῶν μορφωμένων, τοῦ τὸ χάρισε ὁ εὐγενικὸς ὑπαινιγμὸς ἐνὸς ἁγίου, ἀποφοίτου μόλις τῆς τέταρτης τάξης τοῦ δημοτικοῦ. Οἱ ἅγιοι εἶναι πολὺ διακριτικοί. Σοῦ κάνουν τὴν ἐγχείρηση χωρὶς ἀναισθησία καὶ δὲν πονᾷς. Σοῦ κάνουν τὴν μεταμόσχευση χωρὶς νὰ σοῦ ἀνοίξουν τὴν κοιλιά. Σὲ ἀνεβάζουν σὲ δυσπρόσιτες κορυφὲς δίχως τὶς σκάλες τῆς κοσμικῆς λογικῆς. Σοῦ φυτεύουν τὴν πίστη στὴν καρδιά, χωρὶς νὰ σοῦ κουράσουν τὸ μυαλό.
Πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια με πλησίασε κάποιος νεαρὸς φοιτητής. Μὲ πολλὴ διστακτικότητα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἔνταση τοῦ ἀπαιτητικοῦ ἀναζητητῆ, μοῦ δήλωσε ὅτι εἶναι ἄθεος, ποὺ ὅμως θὰ ἤθελε πολὺ νὰ πιστέψει, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε. Χρόνια προσπαθοῦσε καὶ ἀναζητοῦσε, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. Συνομίλησε μὲ καθηγητὲς καὶ μορφωμένους. Ἀλλὰ δὲν ἱκανοποιήθηκε ἡ δίψα του γιὰ κάτι σοβαρό. Ἄκουσε γιὰ μένα καὶ ἀποφάσισε νὰ μοιρασθεῖ μαζί μου τὴν ὑπαρξιακὴ ἀνάγκη του. Μοῦ ζήτησε μία ἐπιστημονικὴ ἀπόδειξη περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ.
Ξέρεις ὁλοκληρώματα ἢ διαφορικὲς ἐξισώσεις; τὸν ρώτησα. Δυστυχῶς ὄχι, μοῦ ἅπαντα. Εἶμαι τῆς Φιλοσοφικῆς. Κρῖμα! διότι ἤξερα μία τέτοια ἀπόδειξη, εἶπα ἐμφανῶς ἀστειευόμενος. Ἔνιωσε ἀμήχανα καὶ κάπου σιώπησε γιὰ λίγο. Κοίταξε, τοῦ λέω. Συγγνώμη ποὺ σὲ πείραξα λιγάκι. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐξίσωση, οὔτε μαθηματικὴ ἀπόδειξη. Ἂν ἦταν κάτι τέτοιο, τότε ὅλοι οἱ μορφωμένοι θὰ τὸν πίστευαν. Νὰ ξέρεις, ἀλλιῶς προσεγγίζεται ὁ Θεός. Ἔχεις πάει ποτὲ στὸ Ἅγιον Ὄρος; Ἔχεις ποτὲ συναντήσει κανέναν ἀσκητή; Ὄχι, πάτερ, ἀλλὰ σκέπτομαι νὰ πάω, ἔχω ἀκούσει τόσα πολλά... Ἂν μοῦ πεῖτε, μπορῶ νὰ πάω καὶ αὔριο. Ξέρετε κανέναν μορφωμένο νὰ πάω νὰ τὸν συναντήσω;
-Τί προτιμᾷς; Μορφωμένο ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ ζαλίσει, ἢ ἅγιο ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ ξυπνήσει;
-Προτιμῶ τὸν μορφωμένο. Τοὺς φοβᾶμαι τοὺς ἁγίους.
-Ἡ πίστη εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς. Γιὰ δοκίμασε μὲ κανέναν ἅγιο. Πῶς σὲ λένε; ρωτῶ. Γαβριήλ, μοῦ ἀπαντᾷ.
Τὸν ἔστειλα σὲ ἕναν ἀσκητή. Τοῦ περιέγραψα τὸν τρόπο προσβάσεως καὶ τοῦ ἔδωσα τὶς δέουσες ὁδηγίες. Κάναμε κι ἕνα σχεδιάγραμμα. Θὰ πᾶς, τοῦ εἶπα, καὶ θὰ ρωτήσεις τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Εἶμαι ἄθεος, θὰ τοῦ πεῖς, καὶ θέλω νὰ πιστεύσω. Θέλω μία ἀπόδειξη περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ. Φοβᾶμαι, ντρέπομαι, μοῦ ἀπαντᾷ. Γιατί ντρέπεσαι καὶ φοβᾶσαι τὸν ἅγιο καὶ δὲν ντρέπεσαι καὶ φοβᾶσαι ἐμένα; ρωτῶ. Πήγαινε ἁπλὰ καὶ ζῆτα τὸ ἴδιο πρᾶγμα.
Σὲ λίγες μέρες, πῆγε καὶ βρῆκε τὸν ἀσκητὴ νὰ συζητάει μὲ κάποιον νέο στὴν αὐλή του. Στὴν ἀπέναντι μεριὰ περίμεναν ἄλλοι τέσσερις καθισμένοι σὲ κάτι κούτσουρα. Ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς καὶ ὁ Γαβριὴλ βρῆκε δειλὰ τὴν θέση του. Δὲν πέρασαν περισσότερα ἀπὸ δέκα λεπτὰ καὶ ἡ συνομιλία τοῦ Γέροντα μὲ τὸν νεαρὸ τελείωσε.
Τί γίνεστε, παιδία; ρωτάει. Ἔχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Ἔχετε πιεῖ λίγο νεράκι; Εὐχαριστοῦμε, Γέροντα, ἀπήντησαν, μὲ συμβατικὴ κοσμικὴ εὐγένεια. Ἔλα ἐδῶ, λέει ἀπευθυνόμενος στὸν Γαβριήλ, ξεχωρίζοντάς τον ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους. Θὰ φέρω ἐγὼ τὸ νερό, πᾶρε ἐσὺ τὸ κουτὶ αὐτὸ μὲ τὰ λουκούμια. Καὶ ἔλα πιὸ κοντὰ νὰ σοῦ πῶ ἕνα μυστικό: Καλὰ νὰ εἶναι κανεὶς ἄθεος, ἄλλα νὰ ἔχει ὄνομα ἀγγέλου καὶ νὰ εἶναι ἄθεος; Αὐτὸ πρώτη φορὰ μοῦ συμβαίνει.
Ὁ φίλος μας κόντεψε νὰ πάθει ἔμφραγμα ἀπὸ τὸν ἀποκαλυπτικὸ αἰφνιδιασμό. Ποῦ ἐγνώρισε τὸ ὄνομά του; Ποιὸς τοῦ ἀποκάλυψε τὸ πρόβλημά του; Τί, τελικά, ἤθελε νὰ τοῦ πεῖ ὁ γέροντας;
- Πάτερ, μπορῶ νὰ σᾶς μιλήσω λίγο; Μόλις ποὺ μπόρεσε νὰ ψελλίσει. Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει, πάρε τὸ λουκούμι, πιὲς καὶ λίγο νεράκι καὶ πήγαινε στὸ πιὸ κοντινὸ μοναστήρι νὰ διανυκτερεύσεις. Πάτερ μου, θέλω νὰ μιλήσουμε, δὲν γίνεται; Τί νὰ ποῦμε, ρὲ παλληκάρι; Γιὰ ποιὸν λόγο ἦλθες;
Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἔνιωσα ἀμέσως νὰ ἀνοίγει ἡ ἀναπνοή μου, ἀφηγεῖται. Ἡ καρδιά μου νὰ πλημμυρίζει ἀπὸ πίστη. Ὁ μέσα μου κόσμος νὰ θερμαίνεται. Οἱ ἀπορίες νὰ λύνονται χωρὶς κανένα λογικὸ ἐπιχείρημα, δίχως καμία συζήτηση, χωρὶς τὴν ὕπαρξη μιᾶς ξεκάθαρης ἀπάντησης. Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αὐτομάτως ὅλα τὰ ἄν, τὰ γιατί, τὰ μήπως καὶ ἔμεινε μόνον τὸ πῶς καὶ τὸ τί ἀπὸ δῶ κι ἐμπρός.
Ὅ,τι δὲν τοῦ ἔδωσε ἡ σκέψη τῶν μορφωμένων, τοῦ τὸ χάρισε ὁ εὐγενικὸς ὑπαινιγμὸς ἐνὸς ἁγίου, ἀποφοίτου μόλις τῆς τέταρτης τάξης τοῦ δημοτικοῦ. Οἱ ἅγιοι εἶναι πολὺ διακριτικοί. Σοῦ κάνουν τὴν ἐγχείρηση χωρὶς ἀναισθησία καὶ δὲν πονᾷς. Σοῦ κάνουν τὴν μεταμόσχευση χωρὶς νὰ σοῦ ἀνοίξουν τὴν κοιλιά. Σὲ ἀνεβάζουν σὲ δυσπρόσιτες κορυφὲς δίχως τὶς σκάλες τῆς κοσμικῆς λογικῆς. Σοῦ φυτεύουν τὴν πίστη στὴν καρδιά, χωρὶς νὰ σοῦ κουράσουν τὸ μυαλό.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Ο γέροντας και τ’ άλογο – Τι είναι καλό και τι κακό;
Κάποτε ζούσε σ’ ένα χωριό κάποιος φτωχός γέροντας, ο οποίος
είχε ένα όμορφο άλογο που τον βοηθούσε στις γεωργικές του ασχολίες και το οποίο ήταν τόσο όμορφο και δυνατό, ώστε ήταν γνωστό σε όλη τη γύρω περιοχή.
Κάποια μέρα, ένας πρίγκιπας που εντυπωσιάστηκε από τη φήμη και το παρουσιαστικό του αλόγου, θέλησε να το αγοράσει, προσφέροντας στον γέροντα ένα υπέρογκο ποσό. Αυτός, όμως, αρνήθηκε να πουλήσει το αγαπημένο του άλογο, µε το οποίο είχε δεθεί τόσα χρόνια, και επέστρεψε στο χωριό του.
-“Μα καλά είσαι ανόητος;” ρωτούσαν οι συγχωριανοί του.“Πούλα το άλογο για το καλό σου, θα πιάσεις πολλά χρήματα και θα είσαι ευτυχισμένος!”
-“Ααα, εμένα το άλογο με βοηθά στην εργασία μου.. Καιποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό;” απαντούσε ο γέροντας, “Μόνο Ο Θεός το ξέρει!”
Οι μέρες περνούσαν και το άλογο παρέμενε αχώριστη συντροφιά του γέροντα. Ένα πρωί ξύπνησε και είδε ότι το άλογό του είχε φύγει.
Οι συγχωριανοί του μαζεύτηκαν για να του εκφράσουν τη λύπη τους:
-“Τι μεγάλο κακό που σε βρήκε, τώρα ποιος θα σε βοηθά στις δουλειές σου; Ήσουν ανόητος που δεν πούλησες το άλογο.
Τώρα δεν έχεις ούτε τα χρήματα, ούτε το άλογο”.
Ο γέροντας με τη χαρακτηριστική ηρεμία του απαντούσε:
-“Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό; Μόνο Ο Θεός το ξέρει!”
Οι χωριανοί απομακρύνονταν νομίζοντας ότι του γέρου του έχει σαλέψει..
Ύστερα από λίγες μέρες το άλογο επέστρεψε στη μάντρα του γέροντα, μαζί µε μερικά άλλα πανέμορφα άγρια άλογα που είχε συναντήσει στο δάσος.
Μαζεύτηκαν ξανά οι συγχωριανοί και του έλεγαν:
-“Τι τυχερός που είσαι! Σου έτυχε μεγάλο καλό, αφού τώρα έχεις περισσότερα άλογα να σε βοηθούν.”
Ο γέροντας τους απάντησε:
-“Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό.. Μόνο Ο Κύριος γνωρίζει! Πάντως, είμαι ευχαριστημένος που το άλογό μου γύρισε.”
Οι συγχωριανοί του τον κοιτάζανε πάλι περιφρονητικά.
Μετά από λίγες μέρες, ο γιος του, καβαλικεύοντας ένα από τα άλογα, έπεσε κι έσπασε τα πόδια του, μένοντας ανήμπορος.
Μαζεύτηκαν πάλι οι χωριανοί λέγοντας:
-“Τι κακό που σε βρήκε! Με τα άλογα που ήρθαν, έχασες τελικά το δεξί σου χέρι στις δουλειές – τον γιο σου – που υποφέρει τώρα από τους πόνους και ίσως υποφέρει για όλη του τη ζωή.”
Ο γέρος απαντούσε πάλι:
-“Ποιος ξέρει … μόνο Ο Θεός γνωρίζει τι είναι καλό και τι κακό!”
Δεν πέρασε μια βδομάδα από αυτό το ατύχημα και μια γειτονική χώρα κήρυξε τον πόλεμο στη χώρα του. Πέρασε, λοιπόν, και από την πόλη του ο στρατός και επιστράτευσε όλους τους νέους άντρες της πόλης. Δεν πήραν, φυσικά, τον γιο του, που είχε σπασμένα πόδια, κι έτσι δεν έλαβε μέρος στις άγριες μάχες που ακολούθησαν.
Ήρθαν πάλι οι συγχωριανοί και έλεγαν:
-“Είσαι πολύ τυχερός, αφού οι γιοι όλων μας πάνε να σκοτωθούν στον πόλεμο, ενώ εσύ θα έχεις τον γιο σου πάντα κοντά σου.”
Και ο γέροντας τούς απάντησε με τρυφερότητα:
-“Εμείς οι άνθρωποι δεν ξέρουμε ποτέ αρκετά, για να κρίνουμε αν κάτι είναι ευλογία ή συμφορά. Ακόμη αδελφοί μου δεν το καταλάβατε: Μόνο Ο Θεός γνωρίζει το καλό και το κακό μας!!”
Πρέπει λοιπόν να δείχνουμε απόλυτη εμπιστοσύνη Στον Θεό μας, όχι στα λόγια αλλά έμπρακτα! Υπάρχει άραγε περίπτωση αν αφεθούμε όπως ένα μικρό παιδί στο Θέλημά του, να νιώσουμε ποτέ θλίψη, άγχος , στενοχώρια;
Κάποτε ζούσε σ’ ένα χωριό κάποιος φτωχός γέροντας, ο οποίος
είχε ένα όμορφο άλογο που τον βοηθούσε στις γεωργικές του ασχολίες και το οποίο ήταν τόσο όμορφο και δυνατό, ώστε ήταν γνωστό σε όλη τη γύρω περιοχή.
Κάποια μέρα, ένας πρίγκιπας που εντυπωσιάστηκε από τη φήμη και το παρουσιαστικό του αλόγου, θέλησε να το αγοράσει, προσφέροντας στον γέροντα ένα υπέρογκο ποσό. Αυτός, όμως, αρνήθηκε να πουλήσει το αγαπημένο του άλογο, µε το οποίο είχε δεθεί τόσα χρόνια, και επέστρεψε στο χωριό του.
-“Μα καλά είσαι ανόητος;” ρωτούσαν οι συγχωριανοί του.“Πούλα το άλογο για το καλό σου, θα πιάσεις πολλά χρήματα και θα είσαι ευτυχισμένος!”
-“Ααα, εμένα το άλογο με βοηθά στην εργασία μου.. Καιποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό;” απαντούσε ο γέροντας, “Μόνο Ο Θεός το ξέρει!”
Οι μέρες περνούσαν και το άλογο παρέμενε αχώριστη συντροφιά του γέροντα. Ένα πρωί ξύπνησε και είδε ότι το άλογό του είχε φύγει.
Οι συγχωριανοί του μαζεύτηκαν για να του εκφράσουν τη λύπη τους:
-“Τι μεγάλο κακό που σε βρήκε, τώρα ποιος θα σε βοηθά στις δουλειές σου; Ήσουν ανόητος που δεν πούλησες το άλογο.
Τώρα δεν έχεις ούτε τα χρήματα, ούτε το άλογο”.
Ο γέροντας με τη χαρακτηριστική ηρεμία του απαντούσε:
-“Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό; Μόνο Ο Θεός το ξέρει!”
Οι χωριανοί απομακρύνονταν νομίζοντας ότι του γέρου του έχει σαλέψει..
Ύστερα από λίγες μέρες το άλογο επέστρεψε στη μάντρα του γέροντα, μαζί µε μερικά άλλα πανέμορφα άγρια άλογα που είχε συναντήσει στο δάσος.
Μαζεύτηκαν ξανά οι συγχωριανοί και του έλεγαν:
-“Τι τυχερός που είσαι! Σου έτυχε μεγάλο καλό, αφού τώρα έχεις περισσότερα άλογα να σε βοηθούν.”
Ο γέροντας τους απάντησε:
-“Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό.. Μόνο Ο Κύριος γνωρίζει! Πάντως, είμαι ευχαριστημένος που το άλογό μου γύρισε.”
Οι συγχωριανοί του τον κοιτάζανε πάλι περιφρονητικά.
Μετά από λίγες μέρες, ο γιος του, καβαλικεύοντας ένα από τα άλογα, έπεσε κι έσπασε τα πόδια του, μένοντας ανήμπορος.
Μαζεύτηκαν πάλι οι χωριανοί λέγοντας:
-“Τι κακό που σε βρήκε! Με τα άλογα που ήρθαν, έχασες τελικά το δεξί σου χέρι στις δουλειές – τον γιο σου – που υποφέρει τώρα από τους πόνους και ίσως υποφέρει για όλη του τη ζωή.”
Ο γέρος απαντούσε πάλι:
-“Ποιος ξέρει … μόνο Ο Θεός γνωρίζει τι είναι καλό και τι κακό!”
Δεν πέρασε μια βδομάδα από αυτό το ατύχημα και μια γειτονική χώρα κήρυξε τον πόλεμο στη χώρα του. Πέρασε, λοιπόν, και από την πόλη του ο στρατός και επιστράτευσε όλους τους νέους άντρες της πόλης. Δεν πήραν, φυσικά, τον γιο του, που είχε σπασμένα πόδια, κι έτσι δεν έλαβε μέρος στις άγριες μάχες που ακολούθησαν.
Ήρθαν πάλι οι συγχωριανοί και έλεγαν:
-“Είσαι πολύ τυχερός, αφού οι γιοι όλων μας πάνε να σκοτωθούν στον πόλεμο, ενώ εσύ θα έχεις τον γιο σου πάντα κοντά σου.”
Και ο γέροντας τούς απάντησε με τρυφερότητα:
-“Εμείς οι άνθρωποι δεν ξέρουμε ποτέ αρκετά, για να κρίνουμε αν κάτι είναι ευλογία ή συμφορά. Ακόμη αδελφοί μου δεν το καταλάβατε: Μόνο Ο Θεός γνωρίζει το καλό και το κακό μας!!”
Πρέπει λοιπόν να δείχνουμε απόλυτη εμπιστοσύνη Στον Θεό μας, όχι στα λόγια αλλά έμπρακτα! Υπάρχει άραγε περίπτωση αν αφεθούμε όπως ένα μικρό παιδί στο Θέλημά του, να νιώσουμε ποτέ θλίψη, άγχος , στενοχώρια;
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Πολύ ωραία ιστορία...σε ευχαριστούμε...
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Φύλακα Άγγελε, φύλαξε με
Μια φορά, λέει, στη Ρωσία ένα ορφανό αγοράκι μεγάλωνε με τη γιαγιά του.
Η γιαγιά του εντελώς αγράμματη γυναίκα, δεν ήξερε καμιά προσευχή αλλά τον έμαθε μόνο να λέει: «Φύλακα άγγελε, φύλαξέ με».
Έτσι το παιδί συνήθισε πάντα να λέει αυτή την προσευχούλα. Πρωΐ και βράδυ και παντού όπου βρισκόταν. Το παιδί μεγάλωσε, υπηρέτησε στο Αυτοκρατορικό ναυτικό και όταν απολύθηκε με τα χρήματα της αποζημίωσης ξεκίνησε για τα μέρη του. Ωστόσο καθόταν αρκετά μακρυά από την θάλασσα και έπρεπε να περάσει μέσα από δάση.
Στη Ρωσία υπάρχουν κατά διαστήματα πανδοχεία που επιδοτούνται από το κράτος για να προσφέρουν κατάλυμα στους οδοιπόρους και ταξιδιώτες. Υποχρεωτικά. Αλλιώς τιμωρούνται.
Τον σώζουν οι Άγγελοι
Ο απολυμένος ναύτης αναγκάστηκε να ζητήσει καταφύγιο σε μια τέτοια καλύβα που την φύλαγαν ένας γέρος με μια γρηά.
Διστακτικά κτύπησε την πόρτα αλλά από μέσα άκουσε βρισιές και βλασφήμιες, αντί να τον ανοίξουν ως ώφειλαν.
— Φύγε, του φώναξαν, δεν υπάρχει κατάλυμα για σένα. Τράβα πιο κάτω.
— Σας παρακαλώ ανοίξτε μου παρακάλεσε
το παιδί. Δείξτε Λίγη καλωσύνη. Η νύχτα απόψε είναι πολλή άγρια και φοβάμαι. Θα με φάνε οι λύκοι και τα άγρια θηρία.
— Διώξτον διώξτον, φώναζε η γρηά στο γέρο. Δεν θέλω απόψε ξένους εδώ.
— Σας παρακαλώ επέμενε και πάλι το παιδί...
Τότε ο γέρος άνοιξε λίγο την πόρτα, ξεπροβαλε ένα πολύ άγριο μούτρο, ενώ τα χνώτα του μύριζαν άφθονο οινόπνευμα. Αλλά και γενικά από μέσα αναδιδόταν μπόχα από μυρωδιά ποτού.
— Τι θέλεις, ξανάπε ο γέρος άγρια, για να φύγει.
— Σας παρακαλώ, είπε και πάλι το παιδί. Μη με διώχνετε. Είναι άγρια η νύχτα. Εν ανάγκη και να πληρώσω. Έχω λεφτά. Ορίστε.
Κι έβγαλε τα λεφτά. Αθώο παιδί. Ο γέρος μόλις άκουσε για λεφτά γούρλωσε τα μάπα.
— Είπες λεφτά; έκανε. Και που τα βρήκες εσύ τα λεφτά;
Το παιδί εντελώς αθώο του έδειξε τα λεφτά του.
— Να ορίστε έχω λεφτά. Τώρα απολύθηκα και έχω...
Ο γέρος όταν είδε τα λεφτά άνοιξε την πόρτα.
Άντε πέρνα, του είπε.
Εν τω μεταξύ η γρηά όλο και φώναζε από μέσα μεθυσμένη να τον ξαποστείλει από κεί που ήρθε.
Πω-πω! κακία, σκέφτηκε το παιδί. Είπα να περάσω μια νύχια και κάνουν έτσι. Πού να τους έλεγα ότι θέλω να μείνω κανένα χρόνο!
Παρά τρίχα θα τον σκότωναν
Τον πέταξαν σε μια γωνιά στο σκοτεινό δωμάτιο και πήγαν να συνεχίσουν την κραιπάλη τους. Ο νέος φοβήθηκε πολύ τα πρόσωπά τους, μετάνοιωσε αλλά τώρα ήταν ήδη πολύ αργά. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Είπε την προσευχούλα που την έμαθε η γιαγιά του «φύλακα άγγελε, φύλαγέ με» και όπως ήταν ψόφιος από την κούραση τον πήρε γρήγορα ο ύπνος. Αλλά ξαγρυπνούσαν οι άγγελοι του! Τί μεγάλο πράγμα! Διότι μόλις πέρασε λίγη ώρα και κατάλαβαν ο γέρος με τη γρηά ότι τον πήρε ο ύπνος, ανοίγει σιγά-σιγά ο γέρος την πόρτα, και μπαίνει μέσα. Στο μισόφως φάνηκε να κρατάει ένα τσεκούρι στο χέρι και σιγά- σιγά πηγαίνει πάνω απ' το Κεφάλι του παιδιού, να το σκοτώσει.
- Τελείωνε γρήγορα, φώναξε αχνά η γρηά. Πριν προλάβει να ξυπνήσει κατέβασέ το! Μια κι έξω σου λέω.
Κι όμως σαν να σκούντησε κάποιος το παιδί άνοιξε τα μάπα του. Τι νά δει! Ο γέρος έτοιμος να του κατεβάσει το τσεκούρι στο κεφάλι. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε!
Και ξαφνικά εκείνη τη στιγμή κάποιος χτύπησε την εξώπορτα. Τραντάχτηκε όλο το σπίτη. Τάκα, τάκα, τάκα...
— Αστυνομία, ανοίξτε, ανοίξτε γρήγορα... Τάκα, τάκα, τάκα και τα χτυπήματα όλο και πλήθαιναν.
— Ανοίξτε γρήγορα! Αστυνομία! Θα σπάσουμε την πόρτα. Κάντε γρήγορα, Αστυνομία....
Γέρος και γρηά τάχασαν. Ο γέρος έκρυψε γρήγορα το τσεκούρι κάτω από το κρεβάτι κα έπεσε στα πόδια του ναύτη και τον εκλιπαρούσε να μην πει τίποτα στην αστυνομία. Να μην τον προδώσει. Ενώ η γρηά έκαμνε κάτι σαστισμένα κι έλεγε:
— Ναι, ναι, τώρα, τώρα αμέσως, μια στιγμή... θ' ανοίξω...
— Ανοίξτε, ανοίξτε γρήγορα έκανε πάλι απ' έξω η φωνή. Τελείωσε η υπομονή μας, γρήγορα...
— Σε παρακαλώ, μην με προδίδεις, έλεγε ο γέρος.
— Εγώ, τόλμησε να κάνει το παιδί... δεν...όχι...
Με το που πήγε ο γέρος προς την εξώπορτα, ο νέος ανοίγει το παράθυρο και πηδάει απ' έξω και το σκάζει. Ισόγειο βλέπετε, ήταν το σπιτάκι. Πήγε πίσω από κάτι θάμνους και τι να δει! Ούτε αστυνομία, ούτε άλογα, ούτε τίποτα.
Όλα τα είχαν κάνει οι Άγγελοι που τους είχε επικαλεστεί τόσες φορές για να τον φυλάγουν. Και φύλαγαν.
ΒΙΒΛ. ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ. ΠΑΠΑ- ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΕΡΒΟΣ ΚΑΡΟΥΛΙΤΗΣ. ΕΠΙΜΕΛΙΑ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΓΙΑΣ.
Μια φορά, λέει, στη Ρωσία ένα ορφανό αγοράκι μεγάλωνε με τη γιαγιά του.
Η γιαγιά του εντελώς αγράμματη γυναίκα, δεν ήξερε καμιά προσευχή αλλά τον έμαθε μόνο να λέει: «Φύλακα άγγελε, φύλαξέ με».
Έτσι το παιδί συνήθισε πάντα να λέει αυτή την προσευχούλα. Πρωΐ και βράδυ και παντού όπου βρισκόταν. Το παιδί μεγάλωσε, υπηρέτησε στο Αυτοκρατορικό ναυτικό και όταν απολύθηκε με τα χρήματα της αποζημίωσης ξεκίνησε για τα μέρη του. Ωστόσο καθόταν αρκετά μακρυά από την θάλασσα και έπρεπε να περάσει μέσα από δάση.
Στη Ρωσία υπάρχουν κατά διαστήματα πανδοχεία που επιδοτούνται από το κράτος για να προσφέρουν κατάλυμα στους οδοιπόρους και ταξιδιώτες. Υποχρεωτικά. Αλλιώς τιμωρούνται.
Τον σώζουν οι Άγγελοι
Ο απολυμένος ναύτης αναγκάστηκε να ζητήσει καταφύγιο σε μια τέτοια καλύβα που την φύλαγαν ένας γέρος με μια γρηά.
Διστακτικά κτύπησε την πόρτα αλλά από μέσα άκουσε βρισιές και βλασφήμιες, αντί να τον ανοίξουν ως ώφειλαν.
— Φύγε, του φώναξαν, δεν υπάρχει κατάλυμα για σένα. Τράβα πιο κάτω.
— Σας παρακαλώ ανοίξτε μου παρακάλεσε
το παιδί. Δείξτε Λίγη καλωσύνη. Η νύχτα απόψε είναι πολλή άγρια και φοβάμαι. Θα με φάνε οι λύκοι και τα άγρια θηρία.
— Διώξτον διώξτον, φώναζε η γρηά στο γέρο. Δεν θέλω απόψε ξένους εδώ.
— Σας παρακαλώ επέμενε και πάλι το παιδί...
Τότε ο γέρος άνοιξε λίγο την πόρτα, ξεπροβαλε ένα πολύ άγριο μούτρο, ενώ τα χνώτα του μύριζαν άφθονο οινόπνευμα. Αλλά και γενικά από μέσα αναδιδόταν μπόχα από μυρωδιά ποτού.
— Τι θέλεις, ξανάπε ο γέρος άγρια, για να φύγει.
— Σας παρακαλώ, είπε και πάλι το παιδί. Μη με διώχνετε. Είναι άγρια η νύχτα. Εν ανάγκη και να πληρώσω. Έχω λεφτά. Ορίστε.
Κι έβγαλε τα λεφτά. Αθώο παιδί. Ο γέρος μόλις άκουσε για λεφτά γούρλωσε τα μάπα.
— Είπες λεφτά; έκανε. Και που τα βρήκες εσύ τα λεφτά;
Το παιδί εντελώς αθώο του έδειξε τα λεφτά του.
— Να ορίστε έχω λεφτά. Τώρα απολύθηκα και έχω...
Ο γέρος όταν είδε τα λεφτά άνοιξε την πόρτα.
Άντε πέρνα, του είπε.
Εν τω μεταξύ η γρηά όλο και φώναζε από μέσα μεθυσμένη να τον ξαποστείλει από κεί που ήρθε.
Πω-πω! κακία, σκέφτηκε το παιδί. Είπα να περάσω μια νύχια και κάνουν έτσι. Πού να τους έλεγα ότι θέλω να μείνω κανένα χρόνο!
Παρά τρίχα θα τον σκότωναν
Τον πέταξαν σε μια γωνιά στο σκοτεινό δωμάτιο και πήγαν να συνεχίσουν την κραιπάλη τους. Ο νέος φοβήθηκε πολύ τα πρόσωπά τους, μετάνοιωσε αλλά τώρα ήταν ήδη πολύ αργά. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Είπε την προσευχούλα που την έμαθε η γιαγιά του «φύλακα άγγελε, φύλαγέ με» και όπως ήταν ψόφιος από την κούραση τον πήρε γρήγορα ο ύπνος. Αλλά ξαγρυπνούσαν οι άγγελοι του! Τί μεγάλο πράγμα! Διότι μόλις πέρασε λίγη ώρα και κατάλαβαν ο γέρος με τη γρηά ότι τον πήρε ο ύπνος, ανοίγει σιγά-σιγά ο γέρος την πόρτα, και μπαίνει μέσα. Στο μισόφως φάνηκε να κρατάει ένα τσεκούρι στο χέρι και σιγά- σιγά πηγαίνει πάνω απ' το Κεφάλι του παιδιού, να το σκοτώσει.
- Τελείωνε γρήγορα, φώναξε αχνά η γρηά. Πριν προλάβει να ξυπνήσει κατέβασέ το! Μια κι έξω σου λέω.
Κι όμως σαν να σκούντησε κάποιος το παιδί άνοιξε τα μάπα του. Τι νά δει! Ο γέρος έτοιμος να του κατεβάσει το τσεκούρι στο κεφάλι. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε!
Και ξαφνικά εκείνη τη στιγμή κάποιος χτύπησε την εξώπορτα. Τραντάχτηκε όλο το σπίτη. Τάκα, τάκα, τάκα...
— Αστυνομία, ανοίξτε, ανοίξτε γρήγορα... Τάκα, τάκα, τάκα και τα χτυπήματα όλο και πλήθαιναν.
— Ανοίξτε γρήγορα! Αστυνομία! Θα σπάσουμε την πόρτα. Κάντε γρήγορα, Αστυνομία....
Γέρος και γρηά τάχασαν. Ο γέρος έκρυψε γρήγορα το τσεκούρι κάτω από το κρεβάτι κα έπεσε στα πόδια του ναύτη και τον εκλιπαρούσε να μην πει τίποτα στην αστυνομία. Να μην τον προδώσει. Ενώ η γρηά έκαμνε κάτι σαστισμένα κι έλεγε:
— Ναι, ναι, τώρα, τώρα αμέσως, μια στιγμή... θ' ανοίξω...
— Ανοίξτε, ανοίξτε γρήγορα έκανε πάλι απ' έξω η φωνή. Τελείωσε η υπομονή μας, γρήγορα...
— Σε παρακαλώ, μην με προδίδεις, έλεγε ο γέρος.
— Εγώ, τόλμησε να κάνει το παιδί... δεν...όχι...
Με το που πήγε ο γέρος προς την εξώπορτα, ο νέος ανοίγει το παράθυρο και πηδάει απ' έξω και το σκάζει. Ισόγειο βλέπετε, ήταν το σπιτάκι. Πήγε πίσω από κάτι θάμνους και τι να δει! Ούτε αστυνομία, ούτε άλογα, ούτε τίποτα.
Όλα τα είχαν κάνει οι Άγγελοι που τους είχε επικαλεστεί τόσες φορές για να τον φυλάγουν. Και φύλαγαν.
ΒΙΒΛ. ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ. ΠΑΠΑ- ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΕΡΒΟΣ ΚΑΡΟΥΛΙΤΗΣ. ΕΠΙΜΕΛΙΑ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΓΙΑΣ.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Ὁ ἀλκοολικὸς ...μοναχός
Κάποτε στὸ Ἅγιον Ὅρος ἦταν ἕνας μοναχὸς ποὺ διέμενε στὶς Καρυές. Ἔπινε καθημερινὰ καὶ μεθοῦσε καὶ γινόταν αἰτία νὰ σκανδαλίζονται οἱ προσκυνητές. Κάποια στιγμὴ πέθανε καὶ ἀνακουφισμένοι κάποιοι πιστοὶ πῆγαν στὸν γέροντα Παΐσιο νὰ τοῦ ποῦν μὲ ἰδιαίτερη χαρὰ ὅτι ἐπιτέλους λύθηκε αὐτὸ τὸ τεράστιο πρόβλημα.
Ὁ π. Παΐσιος τοὺς ἀπάντησε ὅτι γνώριζε γιὰ τὸ θάνατο τοῦ μοναχοῦ, ἀφοῦ εἶδε ὁλόκληρο τάγμα ἀγγέλων ποὺ ἦρθαν νὰ παραλάβουν τὴν ψυχή του. Οἱ προσκυνητὲς ἀπόρησαν καὶ διαμαρτυρήθηκαν καὶ κάποιοι προσπαθοῦσαν νὰ ἐξηγήσουν στὸν γέροντα Παΐσιο γιὰ ποιὸν ἀκριβῶς μιλοῦσαν, νομίζοντας ὅτι δὲν κατάλαβε ὁ γέροντας.
Ὁ γέροντας Παΐσιος τοὺς διηγήθηκε: "Ὁ συγκεκριμένος μοναχὸς γεννήθηκε στὴ Μ. Ἀσία, λίγο πρὶν τὴν καταστροφὴ ὅταν οἱ Τοῦρκοι μάζευαν ὅλα τὰ ἀγόρια. Γιὰ νὰ μὴν τὸ πάρουν ἀπὸ τοὺς γονεῖς του, αὐτοὶ τὸ ἔπαιρναν μαζί τους στὸ θερισμὸ καὶ γιὰ νὰ μὴν κλαίει, τοῦ ἔβαζαν λίγο ρακὶ στὸ γάλα γιὰ νὰ κοιμᾶται. Ὡς ἐκ τούτου μεγαλώνοντας ἔγινε ἀλκοολικός. Ἐκεῖ βρῆκε γέροντα καὶ τοῦ εἶπε ὅτι εἶναι ἀλκοολικός. Τοῦ εἶπε ὁ γέροντας νὰ κάνει μετάνοιες καὶ προσευχὲς κάθε βράδυ καὶ νὰ παρακαλεῖ τὴν Παναγία νὰ...
τὸν βοηθήσει νὰ μειώσει κατὰ 1, τὰ ποτήρια ποὺ ἔπινε.
Μετὰ ἕνα χρόνο κατάφερε μὲ ἀγώνα καὶ μετάνοια νὰ κάνει τὰ 20 ποτήρια ποὺ ἔπινε, 19 ποτήρια. Ὁ ἀγώνας συνέχισε μὲ τὴν πάροδο τῶν χρόνων καὶ ἔφτασε τὰ 2-3 ποτήρια, μὲ τὰ ὁποῖα ὅμως πάλι μεθοῦσε."
Ὁ κόσμος ἔβλεπε χρόνια ἕνα ἀλκοολικὸ μοναχὸ ποὺ σκανδάλιζε τοὺς προσκυνητές, ὁ Θεὸς ἔβλεπε ἕνα ἀγωνιστὴ μαχητὴ ποὺ μὲ μεγάλο ἀγώνα ἀγωνίστηκε νὰ μειώσει τὸ πάθος του.
Χωρὶς νὰ ξέρουμε γιατί ὁ κάθε ἕνας προσπαθεῖ νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ κάνει, μὲ ποιὸ δικαίωμα νὰ κρίνουμε τὴν προσπάθειά του.
Κάποτε στὸ Ἅγιον Ὅρος ἦταν ἕνας μοναχὸς ποὺ διέμενε στὶς Καρυές. Ἔπινε καθημερινὰ καὶ μεθοῦσε καὶ γινόταν αἰτία νὰ σκανδαλίζονται οἱ προσκυνητές. Κάποια στιγμὴ πέθανε καὶ ἀνακουφισμένοι κάποιοι πιστοὶ πῆγαν στὸν γέροντα Παΐσιο νὰ τοῦ ποῦν μὲ ἰδιαίτερη χαρὰ ὅτι ἐπιτέλους λύθηκε αὐτὸ τὸ τεράστιο πρόβλημα.
Ὁ π. Παΐσιος τοὺς ἀπάντησε ὅτι γνώριζε γιὰ τὸ θάνατο τοῦ μοναχοῦ, ἀφοῦ εἶδε ὁλόκληρο τάγμα ἀγγέλων ποὺ ἦρθαν νὰ παραλάβουν τὴν ψυχή του. Οἱ προσκυνητὲς ἀπόρησαν καὶ διαμαρτυρήθηκαν καὶ κάποιοι προσπαθοῦσαν νὰ ἐξηγήσουν στὸν γέροντα Παΐσιο γιὰ ποιὸν ἀκριβῶς μιλοῦσαν, νομίζοντας ὅτι δὲν κατάλαβε ὁ γέροντας.
Ὁ γέροντας Παΐσιος τοὺς διηγήθηκε: "Ὁ συγκεκριμένος μοναχὸς γεννήθηκε στὴ Μ. Ἀσία, λίγο πρὶν τὴν καταστροφὴ ὅταν οἱ Τοῦρκοι μάζευαν ὅλα τὰ ἀγόρια. Γιὰ νὰ μὴν τὸ πάρουν ἀπὸ τοὺς γονεῖς του, αὐτοὶ τὸ ἔπαιρναν μαζί τους στὸ θερισμὸ καὶ γιὰ νὰ μὴν κλαίει, τοῦ ἔβαζαν λίγο ρακὶ στὸ γάλα γιὰ νὰ κοιμᾶται. Ὡς ἐκ τούτου μεγαλώνοντας ἔγινε ἀλκοολικός. Ἐκεῖ βρῆκε γέροντα καὶ τοῦ εἶπε ὅτι εἶναι ἀλκοολικός. Τοῦ εἶπε ὁ γέροντας νὰ κάνει μετάνοιες καὶ προσευχὲς κάθε βράδυ καὶ νὰ παρακαλεῖ τὴν Παναγία νὰ...
τὸν βοηθήσει νὰ μειώσει κατὰ 1, τὰ ποτήρια ποὺ ἔπινε.
Μετὰ ἕνα χρόνο κατάφερε μὲ ἀγώνα καὶ μετάνοια νὰ κάνει τὰ 20 ποτήρια ποὺ ἔπινε, 19 ποτήρια. Ὁ ἀγώνας συνέχισε μὲ τὴν πάροδο τῶν χρόνων καὶ ἔφτασε τὰ 2-3 ποτήρια, μὲ τὰ ὁποῖα ὅμως πάλι μεθοῦσε."
Ὁ κόσμος ἔβλεπε χρόνια ἕνα ἀλκοολικὸ μοναχὸ ποὺ σκανδάλιζε τοὺς προσκυνητές, ὁ Θεὸς ἔβλεπε ἕνα ἀγωνιστὴ μαχητὴ ποὺ μὲ μεγάλο ἀγώνα ἀγωνίστηκε νὰ μειώσει τὸ πάθος του.
Χωρὶς νὰ ξέρουμε γιατί ὁ κάθε ἕνας προσπαθεῖ νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ κάνει, μὲ ποιὸ δικαίωμα νὰ κρίνουμε τὴν προσπάθειά του.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Ο ιστός της αράχνης(Διδακτική ιστορία)
Κατα τη διάρκεια του Β Παγκόσμιου Πολέμου ένας στρατιώτης έχασε τη μονάδα του μέσα στον χαμό των εκρήξεων και τον πυροβόλων. Εψαξε για τους συμπολεμιστές του αλλά προς μεγάλη του θλίψη δεν μπόρεσε να τους βρει.
Είχε μείνει μόνος του σε κείνο το τόπο. Ακουγε τους εχθρούς να έρχονται κατα το μέρος του. Απεγνωσμένα έψαχνε για καταφύγιο και κάποια στιγμή το μάτι του έπεσε σε κάποιες σπηλιές στα αντυκρινά βράχια. Γρήγορα σκαρφάλωσε και χώθηκε σε μια από αυτές. Παρότι ήταν για την ώρα ασφαλής, διαπίστωσε οτι οι εχθροί δεν θα αργούσαν να σκαρφαλώσουν κι αυτοί, να ψάξουν τις σπηλιές να τον βρούν και να τον σκοτώσουν.
Οση ώρα περίμενη προσευχήθηκε στο Θεό
"Σε παρακαλώ Θεέ μου, αν θέλεις προστάτεψε με. Παρόλα αυτά ό,τι είναι θέλημα σου σε αγαπώ και σε εμπιστεύομαι"
Οταν τέλειωσε τη προσευχή του ξάπλωσε ήρεμος και άκουγε τους εχθρούς που πλησίαζαν. Σκέφτηκε
"Οπως βλέπω ο Θεός δεν πρόκειται να με βοηθήσει να γλυτώσω αυτή τη φορά"
Τότε παρατήρησε μια αράχνη που ξεκίνησε να υφαίνει τον ιστό της στην είσοδο της σπηλιάς.
"Χα!" σκέφτηκε "Αυτό που θέλω είναι πέτρες και τούβλα και ο Θεός μου έστειλε μια αράχνη και τον ιστό της. Μα τη πίστη μου ο Θεός έχει χιούμορ!"
Καθώς πλησίαζε ο εχθρός απο τη σκοτεινή μεριά της σπηλιάς έβλεπε τους στρατιώτες που εξερευνούσαν την μια σπηλιά ύστερα από την άλλη. Οταν έφτασαν στη δική του ήταν έτοιμος να δώσει την τελευταία του μάχη. Ομως προς μεγάλη του έκπληξη οι στρατιώτες έριξαν μόνο μια ματιά μέσα και συνέχισαν στην επόμενη.
Ξαφνικά συνειδητοποίησε οτι με τον ιστό στην είσοδο της σπηλιάς φαινόταν οτι ήταν κλειστή εδώ και πάρα πολύ καιρό.
¨Θεέ μου, συγχώρεσε με" είπε ο νεαρός στρατιώτης "Είχα ξεχάσει οτι ο ιστός της αράχνης είναι πιο δυνατός από ένα τοίχο φτιαγμένο από τούβλα"!
Κατα τη διάρκεια του Β Παγκόσμιου Πολέμου ένας στρατιώτης έχασε τη μονάδα του μέσα στον χαμό των εκρήξεων και τον πυροβόλων. Εψαξε για τους συμπολεμιστές του αλλά προς μεγάλη του θλίψη δεν μπόρεσε να τους βρει.
Είχε μείνει μόνος του σε κείνο το τόπο. Ακουγε τους εχθρούς να έρχονται κατα το μέρος του. Απεγνωσμένα έψαχνε για καταφύγιο και κάποια στιγμή το μάτι του έπεσε σε κάποιες σπηλιές στα αντυκρινά βράχια. Γρήγορα σκαρφάλωσε και χώθηκε σε μια από αυτές. Παρότι ήταν για την ώρα ασφαλής, διαπίστωσε οτι οι εχθροί δεν θα αργούσαν να σκαρφαλώσουν κι αυτοί, να ψάξουν τις σπηλιές να τον βρούν και να τον σκοτώσουν.
Οση ώρα περίμενη προσευχήθηκε στο Θεό
"Σε παρακαλώ Θεέ μου, αν θέλεις προστάτεψε με. Παρόλα αυτά ό,τι είναι θέλημα σου σε αγαπώ και σε εμπιστεύομαι"
Οταν τέλειωσε τη προσευχή του ξάπλωσε ήρεμος και άκουγε τους εχθρούς που πλησίαζαν. Σκέφτηκε
"Οπως βλέπω ο Θεός δεν πρόκειται να με βοηθήσει να γλυτώσω αυτή τη φορά"
Τότε παρατήρησε μια αράχνη που ξεκίνησε να υφαίνει τον ιστό της στην είσοδο της σπηλιάς.
"Χα!" σκέφτηκε "Αυτό που θέλω είναι πέτρες και τούβλα και ο Θεός μου έστειλε μια αράχνη και τον ιστό της. Μα τη πίστη μου ο Θεός έχει χιούμορ!"
Καθώς πλησίαζε ο εχθρός απο τη σκοτεινή μεριά της σπηλιάς έβλεπε τους στρατιώτες που εξερευνούσαν την μια σπηλιά ύστερα από την άλλη. Οταν έφτασαν στη δική του ήταν έτοιμος να δώσει την τελευταία του μάχη. Ομως προς μεγάλη του έκπληξη οι στρατιώτες έριξαν μόνο μια ματιά μέσα και συνέχισαν στην επόμενη.
Ξαφνικά συνειδητοποίησε οτι με τον ιστό στην είσοδο της σπηλιάς φαινόταν οτι ήταν κλειστή εδώ και πάρα πολύ καιρό.
¨Θεέ μου, συγχώρεσε με" είπε ο νεαρός στρατιώτης "Είχα ξεχάσει οτι ο ιστός της αράχνης είναι πιο δυνατός από ένα τοίχο φτιαγμένο από τούβλα"!
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΓΑΙΔΟΥΡΑΚΙΑ.
Στην περιοχή του Μγβίμε, όπου ασκήτευε ό Όσιος Σίω ό Σπηλαιώτης, τα θηρία, και κυρίως οι λύκοι, κατασπάραζαν συχνά τα ζώα των ανθρώπων, πού έφθαναν ως εκεί ζητώντας θεραπεία, αλλά και τα γαϊδουράκια, πού είχαν οι ασκητές, για να μεταφέρουν διάφορα φορτία. Ό Όσιος Σίω, βλέποντας τόσο τούς προσκυνητές όσο και τούς μοναχούς να θλίβονται για την απώλεια των υποζυγίων τους, προσευχήθηκε στον Κύριο, να οδηγήσει μπροστά του όλα τα άγρια ζώα πού ζούσαν στον Μγβίμε. Μόλις τελείωσε την παράκληση του και βγήκε από την σπηλιά του, αντίκρισε αναρίθμητα θηρία, μικρά και μεγάλα, να στέκονται εκεί, με σκυμμένα τα κεφάλια, σαν να περίμεναν κάποια εντολή του.
- Ακούστε τί θα σάς πω, άρχισε να τα νουθετεί ό Όσιος. Ό Χριστός γνωρίζει πώς ή καρδιά μου πονά για σάς. Αυτή ή έρημος όμως θα γεμίσει ανθρώπους, πού θα δοξολογούν τον Θεό, γι' αυτό πρέπει να πάτε σε άλλον τόπο. Μόνο ένα από σάς θα μείνει εδώ, για να βόσκει τα γαϊδουράκια των αδελφών. Έτσι θα εξιλεωθείτε για τις ζημιές πού κάνατε.
Σε λίγα λεπτά όλα τα θηρία είχαν εξαφανιστεί, εκτός από έναν λύκο, πού έμεινε ακίνητος μπροστά στον Όσιο, κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
- Στον όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, είπε εκείνος, σε προστάζω από σήμερα να φυλάς τα υποζύγια των αδελφών. Κάθε πρωί θα τα οδηγείς στην βοσκή και κάθε βράδυ θα τα φέρνεις πίσω. Θα τρως ότι τρώμε κι εμείς. Ζώο ή άνθρωπο δεν θα πειράξεις. Εμπρός, δουλειά τώρα.
Από τότε ό λύκος, ημερωμένος και υποταγμένος στον Όσιο, έβοσκε τα γαϊδουράκια. Σάρκα δεν γεύθηκε ποτέ. Κάθε πρωί έτρωγε ψωμί μουσκεμένο σε νερό, τον ίδιο και τον βράδυ. Ύστερα πήγαινε στην φωλιά του -μια τρύπα σκαμμένη από τον Όσιο Σίω δίπλα στην σπηλιά του- όπου περνούσε την νύχτα. Πέρασαν έτσι έξι χρόνια. Μια μέρα ό λύκος έφερε πίσω τα ζώα νωρίτερα από την συνηθισμένη ώρα και άρχισε ν' αλυχτά παράξενα. Οι Πατέρες δεν άργησαν να διαπιστώσουν πώς έλειπε ένα γαϊδουράκια, πού ανήκε στον μοναχό Κόνωνα. Πιστεύοντας ακράδαντα πώς ό λύκος είχε φάει τον ζώο του, ό Κόνων έτρεξε στην σπηλιά του Οσίου.
- Γέροντα, εξιλεωθείτε αιτίας σου έχασα τον γάιδαρο μου, ξέσπασε θυμωμένος.
Ο πραότατος Σίω δεν ταράχθηκε από την άπρεπή συμπεριφορά του υποτακτικού του. Στον μεταξύ ό λύκος είχε πλησιάσει κοντά τους. Τούς κοιτούσε και κουνούσε την ουρά του, σαν να ήθελε κάτι να τούς πει. Βλέποντας όμως πώς δεν τον καταλάβαιναν, άρπαξε τον ραβδί του Κόνωνα με τα δόντια του κι άρχισε να τον τραβά επίμονα. Τον ακολούθησαν και σε λίγο βρέθηκαν επάνω από ένα βάραθρο. Έσκυψαν με προσοχή και είδαν στον βάθος του τον γαϊδουράκια να κείτεται νεκρό μέσα σε μια λίμνη αίματος. Ήταν φανερό ότι είχε τσακιστεί στον γκρεμό.
Ο Κόνων, μετανοημένος, ζήτησε με δάκρυα συγγνώμη από τον Γέροντα. Ύστερα απώλεια' αυτό τον γεγονός ό Όσιος είπε στον λύκο:
Αρκετά μάς υπηρέτησες. Σ' ευχαριστούμε για τούς κόπους σου. Πήγαινε πια να βρεις τούς συντρόφους σου. Τα γαϊδουράκια θα τα βόσκουν από δώ και πέρα οι αδελφοί
Στην περιοχή του Μγβίμε, όπου ασκήτευε ό Όσιος Σίω ό Σπηλαιώτης, τα θηρία, και κυρίως οι λύκοι, κατασπάραζαν συχνά τα ζώα των ανθρώπων, πού έφθαναν ως εκεί ζητώντας θεραπεία, αλλά και τα γαϊδουράκια, πού είχαν οι ασκητές, για να μεταφέρουν διάφορα φορτία. Ό Όσιος Σίω, βλέποντας τόσο τούς προσκυνητές όσο και τούς μοναχούς να θλίβονται για την απώλεια των υποζυγίων τους, προσευχήθηκε στον Κύριο, να οδηγήσει μπροστά του όλα τα άγρια ζώα πού ζούσαν στον Μγβίμε. Μόλις τελείωσε την παράκληση του και βγήκε από την σπηλιά του, αντίκρισε αναρίθμητα θηρία, μικρά και μεγάλα, να στέκονται εκεί, με σκυμμένα τα κεφάλια, σαν να περίμεναν κάποια εντολή του.
- Ακούστε τί θα σάς πω, άρχισε να τα νουθετεί ό Όσιος. Ό Χριστός γνωρίζει πώς ή καρδιά μου πονά για σάς. Αυτή ή έρημος όμως θα γεμίσει ανθρώπους, πού θα δοξολογούν τον Θεό, γι' αυτό πρέπει να πάτε σε άλλον τόπο. Μόνο ένα από σάς θα μείνει εδώ, για να βόσκει τα γαϊδουράκια των αδελφών. Έτσι θα εξιλεωθείτε για τις ζημιές πού κάνατε.
Σε λίγα λεπτά όλα τα θηρία είχαν εξαφανιστεί, εκτός από έναν λύκο, πού έμεινε ακίνητος μπροστά στον Όσιο, κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
- Στον όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, είπε εκείνος, σε προστάζω από σήμερα να φυλάς τα υποζύγια των αδελφών. Κάθε πρωί θα τα οδηγείς στην βοσκή και κάθε βράδυ θα τα φέρνεις πίσω. Θα τρως ότι τρώμε κι εμείς. Ζώο ή άνθρωπο δεν θα πειράξεις. Εμπρός, δουλειά τώρα.
Από τότε ό λύκος, ημερωμένος και υποταγμένος στον Όσιο, έβοσκε τα γαϊδουράκια. Σάρκα δεν γεύθηκε ποτέ. Κάθε πρωί έτρωγε ψωμί μουσκεμένο σε νερό, τον ίδιο και τον βράδυ. Ύστερα πήγαινε στην φωλιά του -μια τρύπα σκαμμένη από τον Όσιο Σίω δίπλα στην σπηλιά του- όπου περνούσε την νύχτα. Πέρασαν έτσι έξι χρόνια. Μια μέρα ό λύκος έφερε πίσω τα ζώα νωρίτερα από την συνηθισμένη ώρα και άρχισε ν' αλυχτά παράξενα. Οι Πατέρες δεν άργησαν να διαπιστώσουν πώς έλειπε ένα γαϊδουράκια, πού ανήκε στον μοναχό Κόνωνα. Πιστεύοντας ακράδαντα πώς ό λύκος είχε φάει τον ζώο του, ό Κόνων έτρεξε στην σπηλιά του Οσίου.
- Γέροντα, εξιλεωθείτε αιτίας σου έχασα τον γάιδαρο μου, ξέσπασε θυμωμένος.
Ο πραότατος Σίω δεν ταράχθηκε από την άπρεπή συμπεριφορά του υποτακτικού του. Στον μεταξύ ό λύκος είχε πλησιάσει κοντά τους. Τούς κοιτούσε και κουνούσε την ουρά του, σαν να ήθελε κάτι να τούς πει. Βλέποντας όμως πώς δεν τον καταλάβαιναν, άρπαξε τον ραβδί του Κόνωνα με τα δόντια του κι άρχισε να τον τραβά επίμονα. Τον ακολούθησαν και σε λίγο βρέθηκαν επάνω από ένα βάραθρο. Έσκυψαν με προσοχή και είδαν στον βάθος του τον γαϊδουράκια να κείτεται νεκρό μέσα σε μια λίμνη αίματος. Ήταν φανερό ότι είχε τσακιστεί στον γκρεμό.
Ο Κόνων, μετανοημένος, ζήτησε με δάκρυα συγγνώμη από τον Γέροντα. Ύστερα απώλεια' αυτό τον γεγονός ό Όσιος είπε στον λύκο:
Αρκετά μάς υπηρέτησες. Σ' ευχαριστούμε για τούς κόπους σου. Πήγαινε πια να βρεις τούς συντρόφους σου. Τα γαϊδουράκια θα τα βόσκουν από δώ και πέρα οι αδελφοί
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
