Σελίδα 1520 από 4232

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Δεκ 25, 2022 11:04 am
από toula
Όταν η χριστιανική ζωή γίνεται δύσκολη.
του Αρχιμανδρίτη Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη

Όταν, αγαπητέ μου,
η χριστιανική σου ζωή αρχίζει να γίνεται δύσκολη και να σου φαίνεται ασήκωτος σταυρός, εκεί...
στάσου ακλόνητος, γίνε μάρτυρας. Πες στον εαυτό σου «στώμεν καλώς»∙ στάσου ακλόνητος. Πες, όπως ο προφήτης, «ιδού εγώ, Κύριε, στέκομαι εδώ να εκτελέσω το θέλημά σου»∙ ή όπως η Παναγία, «ιδού η δούλη Κυρίου∙ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».
Εάν επιμείνεις, μετά από την καταιγίδα θα έρθει η γαλήνη, θα ξαναγίνει γιορτινή η ζωή σου. Θα έχεις τώρα επιπλέον και την πείρα του πνευματικού αγώνος, θα έχεις εμπειρία. Μετά από την δοκιμασία αυτή, μετά από το σήκωμα του σταυρού σου, θα ανάψουν πια μέσα σου οι φλόγες του θείου έρωτος∙ θα αποκτήσεις την ωραιότερη, την δυνατότερη, την αγνότερη, την αγγελικότερη αγάπη, την αγάπη του Θεού.

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Δεκ 25, 2022 11:05 am
από toula
"Άφησε τον Θεόν να κανονίζει.."

Άφησε τον Θεόν να κανονίζει την πορεία σου. Αυτός γνωρίζει προτού ζητήσεις κάτι. Ζήτα λοιπόν να σου δώσει μετάνοια, να σου συγχωρέσει τις πτώσεις σου, και για τα υπόλοιπα Εκείνος ξέρει.
Αυτός ( ο Θεός ) ξέρει και τι ανέμους θα δώσει, αν θα σου πάρει την χαρά και θα την κάνει στενοχώρια, αν θα σου πάρει την στεναχώρια και θα σου την κάνει χαρά,
αν θα σου δώσει επιτυχία ή αποτυχία,
αν θα σου κόψει τα πάθη ή αν θα σου τα αφήσει, αν θα σου θεραπεύσει την αρρώστια και θα σου δώσει υγεία, ή αν θα σου πάρει την υγεία και θα σου δώσει αρρώστια..

Γέροντος Αιμιλιανού Σιμονωπετρίτου

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Δεκ 25, 2022 11:13 am
από toula
- Γέροντα, δώστε μου μια Eυχή για τα Χριστούγεννα...!!!
- Εύχομαι ο Χριστός και η Παναγία να σε έχουν κοντά τους σαν το αρνάκι που είναι δίπλα στην φάτνη. Νομίζω, περνάει καλά, όπως και το βοϊδάκι και το γαϊδουράκι που ζεσταίνουν τον Χριστό στην φάτνη…!!!
“΄Εγνω βους τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του Κυρίου αυτού”, λέει ο Προφήτης Ησαΐας (Ησ. 1, 3).
Γνώρισε, δηλαδή, το βοϊδάκι το αφεντικό του και το γαϊδουράκι την φάτνη του Κυρίου του...!!!
Γνώρισαν τι ήταν μέσα στη φάτνη και με τα χνώτα τους το ζέσταιναν! Κατάλαβαν τον Δημιουργό τους!
Αλλά και το γαϊδουράκι, τι τιμή να πάει τον Χριστό μετά στην Αίγυπτο! Οι άρχοντες είχαν άρματα χρυσοκέντητα , και ο Χριστός τι χρησιμοποίησε! Τι καλά να ήμουν αυτό το γαϊδουράκι!
“Εύχομαι η καρδιά σας να γίνει Αγία Φάτνη και το Πανάγιο Βρέφος της Βηθλεέμ να σας δώσει όλες τις Ευλογίες Του”...!!!

Αγίου Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Δεκ 25, 2022 11:13 am
από toula
Επιστολή Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου «επί τη Μεγάλη Εορτή των Χριστουγέννων»…!!!

«Βοήθειά μας η Αγία μας Άννα»!
Εν Χριστώ αδελφέ Δημήτριε και αδελφή Ελένη,
Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε.
Επί τη ευκαιρία των Χριστουγέννων και των Αγίων Εορτών, έρχομαι ταχυδρομικώς να σας ευχηθώ να περάσετε με [κατ’ ] άμφω υγεία. Χρόνια πολλά και ευάρεστα στον Θεόν!
Θα παρακαλέσω την καλή μας Μητέρα του Θεού να πάρη το Πανάγιο Βρέφος, που θα γεννηθή μεθαύριο στην Βηθλεέμ, να σας κάμη επίσκεψιν στο φτωχικό σας (καθώς το λέτε ).
Πιστεύω ότι και Αυτοί θα αναπαυθούν από όλην την ατμόσφαιρα του σπιτιού, που δεν έχει κάτι το κοσμικό, και εσείς θα παρηγορηθήτε πολύ, διότι μόνον ο Χριστός δίδει χαρά και παρηγοριά πραγματική. Ενώ από ανθρώπους, αχαριστίες θα πρέπη να συναντά κανείς εάν θέλη να μιμήται και να ακολουθή τον Χριστόν. Μόνον τότε πρέπει να καταλάβη ότι κάμει θετική εργασία πνευματική.
Να δοξάζετε τον Θεόν, όταν σας εγκαταλείπουν πρόσωπα που είχατε ευεργετήσει, διότι αυτό σας πλησιάζει στον Μεγάλον μας ευεργέτην Ιησούν Χριστόν.
Να δοξάζετε τον Θεόν, που δεν μπορείτε να βγαίνετε έξω και δεν οργίζεσθε δια την εκτροχιασμένην κοινωνία.
Να δοξάζετε τον Θεόν που έχετε λίγο φως αισθητό, όσο για να υπηρετήσθε, και δεν βλέπετε την μάταιη και ελεεινή κοινωνία, ούτε και από μακριά, και δεν χάνετε την ηρεμίαν σας.
Να δοξάζετε τον Θεόν, που σας έδωσε όλες αυτές τις προϋποθέσεις, δια να κάμετε εσωτερική εργασία, την μόνην που ανταμείβει ο Θεός.
Να δοξάζετε τον Θεόν, δια την καλήν σας σύζυγο – και καλήν σας αδελφήν και αδελφή μου – που σας βοηθάει και την βοηθάτε στο ανέβασμα της σκάλας προς τον Ουρανόν.
Να δοξάζετε τον Θεόν δια τον Άγγελο που σας υπηρετεί με αγάπη, χωρίς γογγυσμόν, σαν γνήσιο – ίσως και καλύτερα από – σαρκικό παιδί∙ διότι η πνευματική αγάπη δεν συγκρίνεται.
Να δοξάζετε όλοι σας τον Χριστόν, οι “δύο ή τρεις συνηγμένοι”, που σας σύναξε και μένετε μαζί, μαζί σας και ο Χριστός. Θα μένη μαζί σας, όταν έχετε την αγάπη όπως την έχετε και τώρα. Θα εύχομαι δι’ αυτό ιδιαίτερα, όπως πάντοτε εύχομαι∙ και εσείς ξέρω ότι δεν με ξεχνάτε.
Πιστεύω ότι δεν με παρηξηγείτε που δεν σας γράφω∙ διότι εάν αλληλογραφώ – ενώ είμαι Ησυχαστής Μοναχός – δεν θα έχη νόημα η ζωή μου. Νόημα έχει, όταν συνεχώς ενθυμούμαι και προσεύχομαι για τον κόσμον.
Τώρα, τον χειμώνα, έχω την ησυχία που μου χρειάζεται. Το καλοκαίρι, από τον Ιούνιο – Σεπτέβριο, δεν μπορώ να ησυχάσω, από τους φοιτητάς περισσότερο.
Εφέτος θα λάβω κατάλληλα μέτρα. Δεν σβήνεται η πυρκαγιά του καθενός με ένα κύπελλο νερό που θα διαθέσω. Θα πρέπη να παρακαλώ τον Θεό να ρίχνη βροχές συνέχεια.
Εύχεσθε να με βοηθήση ο Θεός.
Με συγχωρείτε∙ σας κούρασα και σας κουράζω πιο πολύ με τα κακογραμμένα γράμματά μου, τα βιαστικά.
Εύχομαι και πάλιν ο Χριστός και η Παναγία μαζί σας.
Με Αγάπη Χριστού
Ο αδελφός σας
Μον. Παϊσιος

(Από το βιβλίο: «ΚΕΙΜΕΝΑ-ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ, Γέροντος ΠΑΪΣΙΟΥ του ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ 1924-1994», Εκδόσεις «Αγιοτόκος Καππαδοκία», Θεσσαλονίκη 2009)

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Δεκ 25, 2022 11:17 am
από toula
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Τρία δώρα έφεραν στο νεογέννητο Βασιλιά. Και χωρίς να το θέλουν συμβόλισαν την αγία και ζωοποιό Τριάδα, στο όνομα της οποίας ήρθε στον κόσμο το παιδί Ιησούς, αλλά και την τριπλή διακονία του Κυρίου.

Τη βασιλική, την ιερατική και την προφητική, γιατί ο χρυσός συμβολίζει την αυτοκρατορική, το λιβάνι την ιερατική και η σμύρνα την προφητική ή τη θυσιαστική. Το νεογέννητο βρέφος θα γινόταν ο Βασιλιάς του αθάνατου βασιλείου, ο αναμάρτητος ιερέας και προφήτης και, όπως οι περισσότεροι προφήτες πριν απ’ Αυτόν, θα θανατωνόταν. Όλοι το γνωρίζουν πως ο χρυσός μαρτυρεί κάποιον βασιλιά και τη βασιλεία του.

Όλοι γνωρίζουν πως το λιβάνι μαρτυρεί ιερωσύνη και προσευχή. Κι επίσης όλοι γνωρίζουν από την Αγία Γραφή πως το λιβάνι μαρτυρεί τη θνητότητα. Ο Νικόδημος άλειψε το σώμα του νεκρού Ιησού με μύρα (πρβλ. Ιωάν. ιθ’ 39-40). Άλειφαν τα σώματα για να τα διατηρήσουν κάπως περισσότερο από τη φθορά του θανάτου. Ο κόσμος φωτίστηκε από το Χριστό, που έλαμψε σαν χρυσός. Και γέμισε από προσευχές και θυμιάματα, όπως ένας ναός. Η οικουμένη ολόκληρη γέμισε από το άρωμα της διδασκαλίας Του.

Τα τρία δώρα όμως συμβολίζουν επίσης την καρτερία και το αμετάβλητο. Ο χρυσός παραμένει χρυσός, το λιβάνι παραμένει λιβάνι και το μύρο παραμένει μύρο. Κανένα απ’ αυτά δε χάνει την ιδιότητά του όσα χρόνια κι αν περάσουν. Μετά από χίλια χρόνια ο χρυσός εξακολουθεί να λάμπει, το λιβάνι να καίει και το μύρο διατηρεί το άρωμά του. Δε θα μπορούσαν να βρεθούν άλλα πιο αντιπροσωπευτικά αντικείμενα στη γη που να συμβολίζουν τόσο πιστά την επίγεια αποστολή του Χριστού ή να δείχνουν πιο καθαρά και εκφραστικά τον αιώνιο χαρακτήρα του έργου Του στη γη, καθώς και όλες τις πνευματικές και ηθικές αξίες που έφερε από τον ουρανό στον κόσμο. Έφερε την αλήθεια, την προσευχή, την αθανασία.

Με ποιό άλλο αντικείμενο στη γη, εκτός από το χρυσό, θα μπορούσε να συμβολιστεί καλύτερα η αλήθεια; Ό,τι και να κάνεις στο χρυσό, αυτός θα εξακολουθεί να λάμπει.

Με ποιό άλλο αντικείμενο θα μπορούσε να συμβολιστεί καλύτερα η προσευχή αν όχι με το λιβάνι; Όπως ο καπνός από το λιβάνι γεμίζει την εκκλησιά ολόκληρη, έτσι γεμίζει κι η προσευχή ολόκληρη την ύπαρξη του ανθρώπου. Όπως ο καπνός ανεβαίνει ψηλά, έτσι ανεβάζει η προσευχή την ψυχή του ανθρώπου στο Θεό. «Κατευθυνθήτω ή προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιον σου», λέει ο Ψαλμωδός (Ψαλμ. ρμα’ 2). Είναι γεγονός πως κι άλλα πράγματα βγάζουν καπνό, μα κανένας καπνός δεν εμπνέει την ψυχή για προσευχή.Ποιό άλλο επίγειο αντικείμενο θα μπορούσε να συμβολίσει καλύτερα την αθανασία από το μύρο; Η θνητότητα αποπνέει δυσωδία, ενώ η αθανασία έχει μια διαρκή ευωδία.

Οι μάγοι από την Ανατολή συμβόλισαν έτσι έστω κι ανεπίγνωστα ολόκληρη τη χριστιανική πίστη. Ξεκίνησαν από την Αγία Τριάδα κι έφτασαν ως την Ανάσταση και την αθανασία του Κυρίου Ιησού και των πιστών Του. Δεν είναι απλοί προσκυνητές, μα πραγματικοί προφήτες. Προφήτες τόσο της χριστιανικής πίστης όσο και της ζωής και του έργου του Χριστού. Από μόνοι τους, με τη δική τους αντίληψη και γνώση, δε θα τα ήξεραν όλα αυτά. Ήταν η Πρόνοια του Θεού που τους έστειλε στη Βηθλεέμ και τους έδωσε το παράξενο αυτό άστρο να τους οδηγεί.

Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Θεός επί γης, άνθρωπος εν Ουρανώ», Ομιλίες Α΄. Αθήνα 2010, σ. 116-118

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Δεκ 25, 2022 11:19 am
από toula
Ἦ­ταν ἕ­να γε­ρον­τά­κι πού μό­λις ἄ­κου­γε τ’ ὄ­νο­μα τῆς Πα­να­γί­ας ἔ­κλαι­γε σάν μι­κρό παι­δί. Ἦ­ταν ἕ­νας Καυ­σο­κα­λυ­βί­της πού ὅ­πο­τε γύ­ρι­ζε πλευ­ρό τή νύχ­τα ἔ­ψελ­νε τό «Ἄ­ξι­όν ἐ­στι».

Ἦ­ταν ἕ­νας Γρη­γο­ρι­ά­της ἡ­γού­με­νος ποὖ­χε «φά­ει» τήν εἰ­κό­να Της ἀ­πό τούς πολ­λούς ἀ­σπα­σμούς. Ἦ­ταν ἕ­νας Νε­ο­σκη­τι­ώ­της πού πα­ρα­κα­λο­ῡ­σε ὅ­ποι­ον ἔ­βλε­πε νά μι­λή­σει, νά γρά­ψει, νά ἐκ­δώ­σει, ὅ,τι ὑ­πῆρ­χε γι­ά τήν Πα­να­γί­α. Ἦ­ταν ἕ­νας μα­κα­ρί­της Ἰ­βη­ρί­της πού ἔ­πα­σχε ἀ­πό ἀ­γά­πη πρός τήν Πορ­τα­ῒ­τισ­σα. Ἕ­νας Φι­λο­θε­ῒ­της ἔ­λε­γε: «Ἔ­χο­μεν βε­βαί­ας τάς ἐλ­πί­δας εἰς τήν Γλυ­κο­φυ­λο­ῡ­σαν» Πα­να­γί­α.Ἡ μά­να τῶν Ἁ­γι­ο­ρι­τῶν.

Ἡ Πα­να­γί­α. Πά­νω ἀ­π’ ὅ­λες τίς ἁ­γί­ες. Μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ καί τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἡ κα­λύ­τε­ρη πα­ρα­μυ­θί­α. Ἡ πι­ό σί­γου­ρη πρέ­σβει­ρα τῶν πι­στῶν. Ἡ πι­ό τα­πει­νή, ἡ πι­ό κα­λή, ἡ πι­ό σε­μνή, ἡ πι­ό ὑ­πά­κου­η, ἡ πι­ό ὑ­πο­μο­νε­τι­κή, ἡ σι­ω­πη­λή, ἡ γεν­ναί­α, ἡ πρώ­τη, ἡ βασ­σί­λισ­σα, ἡ Κυ­ρί­α, ἡ Ἔ­φο­ρος, ἡ Οἰ­κο­νό­μισ­σα, ἡ φω­το­φό­ρος νε­φέ­λη καί μαν­να­δό­χος στά­μνα.

Χα­ρά νά τήν ἀν­τι­κρύ­σεις. Εὐ­χα­ρί­στη­ση νά τήν ἐ­πι­κα­λεῖ­σαι. Εὐ­λο­γί­α νά σ’ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται. Ἐλ­πί­δα βέ­βαι­η νά τήν πα­ρα­κα­λᾶς. Βο­ή­θει­α με­γά­λη ἡ σκέ­πη της. Ποῦ νά βρεῖς τά ὡ­ραῖ­α λό­γι­α νά τήν ἐγ­κω­μι­ά­σεις;Πό­σο φτω­χή εἶ­ναι ἡ γλώσ­σα γι­ά τά με­γά­λα ὀ­νό­μα­τα;Πό­σο ἔ­χει φθα­ρεῖ ἡ γλώσ­σα ἀ­πό τήν κα­τά­χρη­ση. Ἔτ­σι σι­ω­πᾶς καί τά λές ὅ­λα. Ὅ­πως σι­ω­πη­λή ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ τόν ἀ­γα­πη­τό Υἱ­ό της. Μέ­χρι Σταυ­ροῦ.

Ἀ­θω­νί­τισ­σα Θε­ο­τό­κε, τό ἀ­κοί­μη­το καν­δή­λι, τό ἁ­γνό κε­ρί, οἱ Χαι­ρε­τι­σμοί, ἡ Πα­ρά­κλη­ση, τό Θε­ο­το­κά­ρι­ο, τά Θε­ο­το­κί­α δέν σοῦ ἀρ­κοῦν. Μή­τε γο­νυ­κλι­σί­ες καί τά­μα­τα καί προ­σφο­ρές καί κομ­πο­σχοί­νι­α. Τήν κα­θα­ρό­τη­τα τῆς καρ­δι­ᾱς ζη­τᾶς γι­ά νἄλ­θει ὁ Υἱ­ός σου νά κα­τοι­κή­σει καί νά φέ­ρει θε­ο­τό­κες καί θε­ο­φό­ρες ὧ­ρες ἁ­γί­ας θε­ο­ψί­ας καί φω­το­χυ­σί­ας.­..

Μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ, μη­τέ­ρα τῶν ἄν­θρώ­πων, μη­τέ­ρα τοῦ πό­νου, μη­τέ­ρα τῆς ἀ­γω­νί­ας, μη­τέ­ρα τῶν θλι­βο­μέ­νων, σύν­τρο­φε τῶν μο­νο­μά­χων τοῦ Θε­οῦ, τῶν κα­λο­γέ­ρων.

Ἡ Θε­ο­τό­κος εἰ­δι­κά γι­ἀ τοὐς Ἁ­γι­ο­πεῖ­τες ἦ­ταν, εἶ­ναι καί θά εἶ­ναι: «Ἄ­μα­χος σύμ­μα­χος, τῶν πρα­κτέ­ων ὑ­φη­γη­τής, τῶν μή πρα­κτέ­ων ἑρ­μη­νευ­τής, κη­δε­μών, ἰ­α­τρός, τρο­φεύς.­.­.­». Ἄ­πει­ρές εἶ­ναι οἱ ἀ­πο­δεί­ξεις πού βε­βαι­ώ­νουν τήν ἀ­λή­θει­α τοῦ λό­γου.

Σέ κά­θε μο­να­στή­πι, κελ­λί καί κα­λύ­βη ὑ­πάρ­χουν οἱ εἰ­κό­νες της, μέ τίς ἔγ­γρα­φες καί ἄ­γρα­φες πα­ρα­δό­σεις, πού μι­λοῦν γι­ά θαυ­μα­στές ἐ­πεμ­βά­σεις της, γι­ά τήν ὁ­ρα­τή προ­στα­σί­α της. Καί ὅ­λα τοῦ­τα συμ­βαί­νουν γι­ά τήν ἀ­νόρ­θω­ση τοῦ πι­στοῦ καί τήν ἐ­πα­νόρ­θω­ση τοῦ ἀ­πί­στου.

Πε­ρί τῶν κυ­ρι­ω­τέ­ρων εἰ­κό­νων τῆς Ἀ­θω­νί­τισ­σας Θε­ο­τό­κου ὀ­λί­γα θ’ ἀ­να­φέ­ρου­με στήν ἀ­γά­πη σας πρός κα­τά­νυ­ξη, ὠ­φέ­λει­α καί ἀ­να­ψυ­χή.

Σέ πα­ρεκ­κλή­σι τῆς Με­γί­στης Λαύ­ρας βρί­σκε­ται ἡ θαυ­μα­τουρ­γή εἰ­κό­να τῆς «Κου­κου­ζέ­λισ­σας». Κα­τά μί­α ἀ­γρυ­πνί­α τοῦ Σαβ­βά­του τοῦ Ἀ­κα­θί­στου ὁ ὅ­σι­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Κου­κου­ζέ­λης, ὁ καλ­λί­φω­νος Λαυ­ρι­ώ­της Πρω­το­ψάλ­της, με­τά τήν ὡ­ραι­ό­τα­τη ψαλ­μω­δί­α του, κά­θη­σε στό ἀ­πέ­ναν­τι τῆς εἰ­κό­νας στα­σί­δι λί­γο ν’ ἀ­να­παυ­θεῖ. Ἐ­κεῖ τοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε ἡ Θε­ο­τό­κος λέ­γον­τας: «Χαί­ροις Ἰ­ω­άν­νη. Ψάλ­λε μοι, καί ἐ­γώ οὐ μή σέ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω». Καί τοῦ πρό­σφε­ρε δῶ­ρο εὐ­χα­ρι­στί­ας ἕ­να χρυ­σό νό­μι­σμα, τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε στήν εἰ­κό­να της καί πολ­λά θαύ­μα­τα κα­τά και­ρούς τέ­λε­σε. Ἀρ­γό­τε­ρα καί πά­λι τοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε ἡ Θφο­τό­κος, γι­ά νά τοῦ θε­ρα­πεύ­σει τά πό­δι­α­του, πού εἶ­χαν σα­πί­σει ἀ­πό τίς συ­νε­χεῖς ἔν­δα­κρεις στά­σεις του, τίς ἀ­γρυ­πνί­ες καί τήν ὀρ­θο­στα­σί­α καί τοῦ εἶ­πε: «Α­πό τοῦ νῦν ἔ­σο ὑ­γι­ής». Ἔτ­σι ἀν­τα­μεί­βει ἡ Οὐ­ρά­νι­α Ἄ­νασ­σα τούς τα­πει­νούς δι­α­κο­νη­τές της.

Στή μο­νή τοῦ Βα­το­πε­δί­ου, πού τι­μᾶ­ται στόν Εὐ­αγ­γα­λι­σμό τῆς Θε­ο­τό­κου, ὅ­που θη­σαυ­ρί­ζε­ται ἡ τι­μί­α ζώ­νη τῆσ Θε­ου­ό­κου, ὑ­πάρ­χουν ἕ­ξι θαυ­μα­τουρ­γές εἰ­κό­νες τῆς Πα­να­γί­ας:

Ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς εἰ­κό­νας τῆς λε­γο­μέ­νης «Πα­ρα­μυ­θί­α» εἶ­ναι ἁ­πλή, σύν­το­μη καί ἐ­κλη­κτι­κή. Σέ πει­ρα­τι­κῆς ἐ­πι­δρο­μῆς ὁ ἡ­γού­με­νος τῆς μο­νῆς ἄ­κου­σε τή Θε­ο­τό­κο νά τοῦ λέ­ει: «Μή ἀ­νοί­ξη­τε σή­με­ρον τάς πύ­λας τῆς μο­νῆς.­.­.­». Ὁ ἡ­γού­με­νος κά­λε­σε τήν ἀ­δελ­φό­τη­τα καί δι­η­γή­θη­κε τό γε­γο­νός κι ὅ­λοι πα­ρε­τή­ρη­σαν πώς ὁ σχη­μα­τι­σμός τοῦ προ­σώ­που τῆς Θε­ο­μή­το­ρος εἶ­χε ἀλ­λά­ξει κι ἔτ­σι πα­ρα­μέ­νει μέ­χρι σή­με­ρα. Ἡ ἔκ­φρα­ση τῆς Πα­να­γί­ας φα­νε­ρώ­νει συμ­πά­θει­α καί ἀ­γά­πη, τό βλέμ­μα της δη­λώ­νει ἐ­πι­εί­κει­α καί πρα­ό­τη­τα καί στά χεί­λη της ὑ­πάρ­χει μει­δί­α­μα σε­μνό καί χα­ρί­εν. Δι­καί­ως λοι­πόν ἐ­πω­νο­μά­σθη­κε «Πα­ρα­μυ­θί­α».

Μί­α ἄλ­λη εἰ­κό­να ἡ λε­γο­μέ­νη «’­Ε­σφαγ­μέ­νη» δέ­χθη­κε κτύ­πη­μα μέ μα­χαί­ρι ἀ­πό ἕ­να ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό τῆς μο­νῆς, ἀ­πρό­σε­κτο, δαι­μο­νο­κί­νη­το καί συγ­χυ­σμέ­νο. Ἀ­μέ­σως ἡ εἰ­κό­να ἔ­τρε­ξε αἷ­μα πο­λύ, καί τό πρό­σω­πο ἄρ­χι­σε να γί­νε­ται ὠ­χρό ὡς νά ἦ­ταν ζων­τα­νό καί ν’ ἀ­πέ­θνη­σκε ἀ­πό τήν αἱ­μορ­ρα­γί­α. Ὁ ἀ­νό­σι­ος μο­να­χός τυ­φλώ­θη­κε κι ἀ­σθέ­νη­σε βα­ρει­ά γι­ά τό τόλ­μη­μά­του. Οἱ προ­σευ­χές τῶν πα­τέ­ρων καί οἱ με­σι­τεῖ­ες του στή με­σί­τρι­α τοῦ κό­σμου τοῦ ἔ­δω­σαν τήν ὑ­γεί­α του. Ἀ­πό τό­τε ἔ­λα­βε ἕ­να στα­σί­δι μπρο­στά στήν εἰ­κό­να της καί δι­ῆλ­θε τό ὑ­πό­λοι­πο τῆς ζω­ῆς του μέ με­τά­νοι­α, αὐ­το­μεμ­ψί­α καί με­γά­λη ἄ­σκη­ση.

Στόν με­σημ­βρι­νό τοῖ­χο τοῦ πα­ρά τό Κα­θο­λι­κό πα­ρεκ­κλη­σί­ου τοῦ Ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου βρί­σκε­ται τοι­χο­γρα­φη­μέ­νη ἡ «’­Αν­τι­φω­νή­τρι­α». Ἡ ἱ­στο­ρί­α της προ­η­γεῖ­ται τῆς τοι­χο­γρα­φή­σε­ώς­της. Ἡ αὐ­το­κρά­τει­ρα Πλα­κι­δί­α ἐ­πι­σκε­πτό­με­νη τή μο­νή, ἄ­κου­σε στό ση­μεῖ­ο ὅ­που κα­τό­πιν τοι­χο­γρα­φή­θη­κε ἡ εἰ­κό­να, τή φω­νή τῆς­Θε­ο­τό­κου νά τῆς λέ­ει:»Τί θέ­λεις, σύ, ἐν­ταῦ­θα; ἐν­ταῦ­θά εἰ­σι μο­να­χοί.­.­.­». Ἡ αὐ­το­κρά­τει­ρα γο­νυ­πε­τής ζή­τη­σε συγ­χώ­ρε­ση ἀ­πό τήν προ­στά­τισ­σα τῆς μο­νῆς κι ἀ­να­χώ­ρη­σε, ἀ­φοῦ πρίν πα­ρήγ­γει­λε νά ἱ­στο­ρη­θεῖ ἡ εἰ­κό­να τῆς Θε­ο­τό­κου καί νά ὑ­πάρ­χει ἀ­κοί­μη­τη καν­δή­λα, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πάρ­χει μέ­χρι σή­με­ρα.

Στή Σερ­βι­κή μο­νή τοῦ Χι­λαν­δα­ρί­ου, τήν τι­μώ­με­νη στά Εἰ­σό­δι­α τῆς Θε­ο­τό­κου, ὐ­πάρ­χουν ἕ­ξι θαυ­μα­τουρ­γές εἰ­κό­νες τῆς Πα­να­γί­ας:

Τήν πρώ­τη θέ­ση, κα­τά κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, τήν ἔ­χει ἡ «Τρι­χε­ροῦ­σα», τῆς ὀ­ποί­ας ἠ ἰ­στο­ρί­α εἶ­ναι συ­νυ­φα­σμέ­νη μέ τόν βί­ο τοῦ με­γά­λου ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Δα­μα­σκη­νοῦ, τοῦ με­γί­στου τῶν ὐ­μνο­γρά­φων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Ὁ ἅ­γι­ος κα­τη­γο­ρή­θη­κε στόν ἄρ­χον­τα τῆς Δα­μα­σκοῦ ὅ­τι ἔ­γρα­ψε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­στο­λές κα­τά τοῦ εἰ­κο­νο­μά­χου αὐ­το­κρά­το­ρα Λέ­ον­τος τοῦ Ἴ­σαυ­ρου. Ἡ τι­μω­ρί­α του ἦ­ταν νά τοῦ κό­ψουν τό χέ­ρι. Ὁ ἅ­γι­ος με­τά ἀ­πό θερ­μή προ­σευ­χή στή Θε­ο­τό­κο θε­ρα­πεύ­τη­κε τε­λεί­ως καί με­τα­βαί­νον­τας στή Λαύ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Σάβ­βα τῶν Ἰ­ε­ρο­σο­λύ­μων πρός μο­να­σμό πα­ρέ­λα­βε καί τήν εἰ­κό­να. Ὅ­ταν δέ ὁ ἅ­γι­ος Σάβ­βας, ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος τῶν Σέρ­βων καί κτί­το­ρας τῆς μο­νῆς Χι­λαν­δα­ρί­ου, πῆ­γε προ­σκυ­νη­τής στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, τοῦ ἔ­δω­σαν οἱ πα­τέ­ρες δῶ­ρο τήν εἰ­κό­να, τή­νὁ­ποί­α με­τέ­φε­ρε εὐ­λο­γί­α στήν πα­τρί­δα του. Τόν 14ο αἰ­ώ­να στά προ­πύ­λαι­α τῆς μο­νῆς Χι­λαν­δα­ρί­ου συ­νέ­βη τό ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στο γε­γο­νός ἕ­να ζῶ­ο νά στα­θεῖ ἐ­κεῖ φέρ­νον­τας μό­νο του τή θεί­α εἰ­κό­να. Οἱ πα­τέ­ρες τήν ἔ­θε­σαν μέ συγ­κί­νη­ση στό ἱ­ε­ρό βῆ­μα. Ὅ­ταν δέ κά­πο­τε ἡ ἀ­δελ­φό­τη­τα τῆς μο­νῆς δι­χά­στη­κε ὡς πρός τήν ἐ­κλο­γή νέ­ου ἡ­γου­μέ­νου, στήν ἡ­γου­με­νι­κή θέ­ση βρέ­θη­κε ἡ «Τρι­χε­ροῦ­σα». Ἀ­πό τό­τε ἀν­τί γι­ά ἡ­γου­μέ­νου ἐ­κλέ­γε­ται προ­η­γού­με­νος καί οἱ δι­α­κο­νη­τές μέ βα­θει­ά εὐ­λά­βει­α θέ­τουν με­τά­νοι­α στήν εἰ­κό­να ἀν­τί τοῦ ἡ­γου­μέ­νου, αἰ­σθα­νό­με­νοι τήν προ­στα­τευ­τι­κή της χά­ρη.

Στή Βουλ­γά­ρι­κη μο­νή τοῦ Ζω­γρά­φου «ὑ­πάρ­χει ἡ εἰ­κό­να τοῦ «’­Α­κα­θί­στου». Ἡ ἱ­στο­ρί­α της πε­ρι­λη­πτι­κά ἔ­χει ὡς ἑ­ξῆς;Πλη­σί­ον τῆς μο­νῆς ζοῦ­σε ἀ­σκη­τής, ὁ ὁ­ποῖ­ος συ­νή­θι­ζε πολ­λές φο­ρές τῆς ἡ­μέ­ρας νά λέ­γει τούς «Χαι­ρε­τι­σμούς» τῆς Πα­να­γί­ας μπρο­στά σε­αὐ­τή τήν εἰ­κό­να. Μί­α ἡ­μέ­ρα στά πρός τήν Θε­ο­τό­κο «Χαῖ­ρε» πού ἔ­λε­γε, ἄ­κου­σε ἀ­πό τήν εἰ­κό­να: «Χαῖ­ρε καί σύ Γέ­ρων τοῦ Θε­οῦ». Στή συ­νέ­χει­α τοῦ μή­νυ­σε νά πά­ει στή μο­νή καί νά εἰ­δο­ποι­ή­σει τούς πα­τέ­ρες πώς κιν­δυ­νεύ­ουν ἀ­πό αἱ­ρε­τι­κους, πού ἔρ­χον­ται μέ ἄ­γρι­ες δι­α­θέ­σεις. Πράγ­μα­τι τή σθε­να­ρή ἀν­τί­στα­σή τους πρός τούς Λα­τι­νό­φρο­νες πλή­ρω­σαν μέ μαρ­τυ­ρι­κό τέ­λος, οἱ 26 Ζω­γρα­φῖ­τες ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρες, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­κά­η­σαν. Ἡ εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας ἦλ­θε κα­τά θαυ­μα­στό τρό­πο στό μο­να­στή­ρι καί κα­τά τήν πυρ­κα­ϊ­ά δέν κά­η­κε.

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Δεκ 25, 2022 11:19 am
από toula
Παναγία, η των απελπισμένων μόνη ελπίς

Ἡ Πα­να­γί­α εἶ­ναι ἡ μό­νη ἐλ­πί­δα. Δέν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λη γι­ά τούς πολ­λούς ἀ­πελ­πι­σμέ­νους. Μο­νά­κρι­βη μά­να. Εἶ­χε ἀ­πελ­πι­στεῖ ἀ­πό τίς ἱ­κα­νό­τη­τές της. Δέν στε­κό­ταν στά δε­κα­νί­κι­α τῶν λό­γων τῶν ἄλ­λων. Στη­ρι­ζό­ταν στόν σταυ­ρό τοῦ Υἱ­οῦ της. Ὁ πό­νος τήν ὀ­μόρ­φαι­νε πι­ό πο­λύ. Στόν κίν­δυ­νο βρῆ­κε τή λύ­τρω­ση. Ἐ­πέ­λε­ξε τή σι­ω­πή. Κυ­νη­γή­θη­κε. Ἀ­γά­πη­σε τά δύ­σκο­λα. Ἄν­τε­ξε στόν πό­νο. Ἄν­τε­ξε καί στήν εὐ­τυ­χί­α τῶν μα­θη­τῶν τοῦ Υἱ­οῦ της, δί­χως λά­θη στίς ἐ­ξε­τά­σεις. Ἤ­ξε­ρε ν’ ἀ­να­μέ­νει.

Ἔ­πα­θε λοι­πόν κι ἔ­μα­θε. Κέρ­δι­σε κι ἔ­χει νά δώ­σει. Ὅ,τι ἔ­χει εἶ­ναι δι­κό μας. Ὁ πλοῦ­τος ἀ­κέ­νω­τος, ζω­ο­δό­χος πη­γή, ζω­η­φό­ρος ἀ­γά­πη, ἐ­πι­τά­φι­ος τῆς ἀ­πό­γνω­σης. Νά μή τήν κα­τα­δέ­χον­ται καί νἆ­ναι τό­σο κα­τα­δε­κτι­κή. Ἡ ἔκ­φρα­σή της μι­ά με­γά­λη σι­ω­πή, εὔ­λα­λη. Σκου­πι­δο­τε­νε­κέ­δες πε­ριτ­τῶν λό­γων κα­θη­με­ρι­νά στίς ἐ­ξώ­θυ­ρες, γε­μᾶ­τοι οἱ λάκ­κοι. Τό πέμ­πτο εὐ­αγ­γέ­λι­ο τῆς Πα­να­γί­ας εἶ­ναι ὅ­λο λευ­κές σε­λί­δες, εἶ­ναι γραμ­μέ­νο ἀ­πό θω­πευ­τι­κή σι­ω­πή, ἀ­πό με­λά­νι πα­ρα­μυ­θί­ας. Εἶ­ναι μι­ά ἀ­νοιχ­τή ἀγ­κα­λι­ά, μι­ά σε­μνή πα­ρου­σί­α, ἕ­να μαν­τή­λι, ἕ­να ρό­δο, ἕ­να κου­κί θυ­μί­α­μα στό λι­βα­νι­στή­ρι τῆς γι­α­γι­ᾶς, μι­ά ἀχ­τί­δα ἡ­λί­ου στήν κλει­στή κά­μα­ρη, ἡ μό­νη γυ­ναι­κεί­α μορ­φή στό κελ­λί τοῦ ἀ­σκη­τή.­.. τό λι­μά­νι τῆς σω­τή­ρί­ας, τό μα­φό­ρι της σκέ­πα­στρο πα­ρη­γο­ρι­ᾶς, ἡ ἀ­ρε­τή της τρο­φή μας, ὅ­λων τῶν πει­να­σμέ­νων, τῶν φτω­χῶν ἄ­φω­των, ἡ φί­λη τῶν ἀ­θώ­ων, τῶν μαυ­ρι­σμέ­νων στό δά­κρυ πο­νε­μέ­νων γι­ά­τρισ­σα, ὁ ἥ­λι­ος τοῦ χι­ο­νι­οῦ μας.

Ἡ Πα­να­γί­α δέν εἶ­ναι δι­ό­λου δυσ­νό­η­τη, δέν εἶ­ναι σύμ­βο­λο, δέν εἶ­ναι οὔ­τε γρι­ά οὔ­τε παι­δού­λα, ξέ­ρει πό­σο αἰ­σι­ό­δο­ξη νά εἶ­ναι, ν’ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ξέ­ρει ἀ­πό τό προ­σκή­νι­ο, ἐ­κεῖ πού δέν θέ­λουν νά τήν ἐ­πι­κα­λοῦν­ται. Δέν θέ­λει νά δυ­σκο­λεύ­ει κα­νέ­να, οὔ­τε μέ τήν ἀ­γά­πη της. Ὅ­σοι ἐ­πέ­λε­ξαν τή χα­ζο­μά­ρα τούς ἀ­φή­νει νά φᾶ­νε τά μοῦ­τρα τους.

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Δεκ 25, 2022 11:21 am
από toula
ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ: ΟΤΑΝ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΟΙ ΕΦΤΑΣΑΝ ΣΤΗ ΒΗΘΛΕΕΜ

Ὅταν ὁ ὁδοιπόρος βρεῖ κάποιον ἄλλο, καλό συνοδοιπόρο, χαίρεται τόν κόπο τῆς μακρινῆς ὁδοιπορίας, ἐπειδή ξεγελιέται ἀπό τή συντροφιά· καθώς στηρίζεται δηλαδή, σάν σέ ραβδί, στήν εὐχάριστη συζήτηση, ἔχει τήν αἴσθηση ὅτι συνοδοιπορεῖ μέ σκονισμένα τά πόδια, ἀλλά μέ ἀκούραστο τό στόμα.

Μοιράζει ἔτσι τόν κόπο τῶν ποδιῶν καί ἐλαφρύνει μέ τή συνομιλία τήν κούραση τῆς μεγάλης πορείας.

Ἔτσι λοιπόν καί οἱ μάγοι, ὅταν γεννήθηκε ὁ Χριστός, καθώς εἶδαν τό ἄστρο, καί τό ἔλαβαν αὐτό συνοδοιπόρο, ξεγελοῦσαν −ὅταν κουράζονταν− μέ τήν ἐρώτηση, «ποῦ εἶναι ὁ νεογέννητος Βασιλιάς», τήν ταλαιπωρία τῆς ὁδοιπορίας· ἀνέκριναν δηλαδή μέ τό λόγο τούς Ἑβραίους σάν κλέφτες Ἐκείνου πού γεννήθηκε.

Σ’ αὐτούς λοιπόν πού ρωτοῦσαν γιά τόν Βασιλιά, εὔλογα ἀπαντοῦν οἱ Ἰουδαῖοι, λέγοντας:

«Τί λοιπόν τολμᾶτε, ξένοι, τί λέτε, ἄνθρωποι; Γιατί ἔχετε ἔρθει, φέρνοντας ἐπικίνδυνη εἴδηση; Γιατί διακηρύσσετε τόν καινούριο βασιλιά στήν πόλη πού ἔχει ἤδη βασιλιά;

Γιατί διακινδυνεύετε τόν ἑαυτό σας σέ πρόωρο τέλος; Γιατί μπήγετε στούς τραχήλους σας τή γλώσσα σάν μάχαιρα; Γιατί ἀνοίγετε τόν τάφο σας μέ τό στόμα, καί τό θάνατο πού κοιμᾶται τόν ξυπνᾶτε γιά νά σᾶς ἁρπάξει;

Δέν εἶχε μνήματα ἡ Περσία, ὥστε, νά ἔρθετε ἐδῶ καί, ἐνῶ ἀκόμη ζεῖ ὁ Ἡρώδης, νά ρωτᾶτε γιά ἄλλο βασιλιά; Ὅταν τό ἀκούσει, θά ὁμολογήσει σ’ ἐσᾶς πολλή εὐγνωμοσύνη καί θά σᾶς ἀνταμείψει μέ μεγάλα δῶρα»!.

Ἀλλά ἡ ἀπάντηση σ’ αὐτά ἀπό τούς μάγους ἦταν σύντομη:

«Εἴδαμε, λένε, τό ἄστρο του στήν ἀνατολή καί ἤρθαμε νά τόν προσκυνήσουμε». Δέν ἀρκέσθηκαν νά ρωτήσουν μόνο, ἀλλά καί νά ποῦν γιά προσκύνηση· φανερώνοντας μ’ αὐτή τή φράση ὅτι Αὐτός πού γεννήθηκε εἶναι Θεός.

Μόλις λοιπόν ἔφθασε ἡ εἴδησή τους στόν Ἡρώδη, ἀφήνοντας αὐτός στό μεταξύ τούς μάγους, κάλεσε τούς σοφούς τῶν ‘Ιουδαίων, λέγοντας: «Ποῦ θά γεννηθεῖ ὁ Χριστός;». Καί αὐτοί ἀπάντησαν: «Στή Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας».

Ὤ τό θαῦμα! Γνωρίζουν οἱ Ἰουδαῖοι τόν τόπο, καί ἀποστρέφονται τόν τεχθέντα· τή Βηθλεέμ ἐπαινοῦν, καί τήν οἰκονομία κρύβουν· τήν Ἰουδαία σημειώνουν, καί τή δεσποτεία ἀρνοῦνται. Ἄν ἔτσι λέει ἡ Γραφή, γιατί δέν συγκατατίθεστε; Ἄν ἀναγνώσατε, γιατί δέν πιστεύετε; Ἄν θά γεννηθεῖ στή Βηθλεέμ, γιατί δέν θά τόν προσκυνήσετε;

Ἐπειδή λοιπόν κατάλαβε ὁ Ἡρώδης ὅτι δέν ἦρθαν χωρίς λόγο οἱ μάγοι νά ρωτήσουν, τούς κάλεσε κρυφά καί ρωτοῦσε νά μάθει ἀπ’ αὐτούς τό χρόνο πού φάνηκε τό ἄστρο, λέγοντάς τους:

«Διηγηθεῖτε μου μέ ἀκρίβεια τόν τρόπο πού ἤρθατε καί πέστε μου τό σκοπό τῆς ὁδοιπορίας σας. Μή μᾶς παρακάμψετε. Ἐμπιστευθεῖτε σ’ ἐμένα τήν αἰτία τῆς παρουσίας σας καί πέστε μου ποιός εἶναι αὐτός πού σᾶς ἔπεισε νά προσκυνήσετε ἕναν ἀλλοεθνή.

Καί ποιό εἶναι τό ἀνάλογο κέρδος γιά τόν τόσο μεγάλο κόπο σας; Ἄν ὅμως αὐτός πού σᾶς κάλεσε δέν εἶναι ἄνθρωπος, ἀλλά ἀστερόμορφος ἄγγελος, διηγηθεῖτε μου μέ ἀκρίβεια τό γεγονός τῆς ἀνατολῆς του νά μάθω τό χρόνο καί τόν καιρό, κατά τόν ὁποῖο ἔχουν μάθει καί τά ἄστρα νά ὑπηρετοῦν τό βρέφος πού τά ἀποστέλλει, ὥστε νά ἔρθω καί ἐγώ καί νά τόν προσκυνήσω».

Ἀφοῦ λοιπόν εἶπαν τό χρόνο τοῦ πρωτοφανοῦς ἄστρου, ἔφυγαν, παίρνοντας ἐντολή ἀπό τόν Θεό νά μήν ἐπιστρέψουν στόν Ἡρώδη. Σ’ αὐτούς παρουσιάσθηκε πάλι τό συνοδοιπόρο ἄστρο, καί ἀφοῦ ἦρθε ἐκεῖ πού βρισκόταν τό παιδί, ἔμεινε ἀκίνητο, σάν νά διακήρυσσε μέ αὐτή τή στάση του καί νά ἔλεγε:

«Αὐτός εἶναι ὁ βασιλιάς, πού ἐγώ σάν σημαία του προχωροῦσα μπροστά σας· αὐτός μοῦ ἄναψε τή δάδα τοῦ ὁδηγοῦ καί μέ ἔστειλε σ’ ἐσᾶς,».

Ποιός λοιπόν ἐρευνώντας θά βρεῖ μιά τέτοια γέννηση; Ποιός λόγος θά κατανοήσει τόν τρόπο τοῦ μυστηρίου; Κανείς νά μήν προσπαθήσει νά φθάσει τόν ἀκατάληπτο μέ ἀνθρώπινες σκέψεις· διότι ἐδῶ δέν χρειάζονται ἀναλογίες, ἀλλά μόνο πίστη.

Σταμάτα νά ἐρευνᾶς, ἄνθρωπε, καί διδάξου νά προσκυνᾶς μαζί μέ τούς μάγους. Μπόρεσε πρῶτα νά ἀντικρύσεις κατευθείαν τίς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου καί τότε θά ἀτενίσεις ἀκίνδυνα τήν παρθενική γέννα. Ἡ θεότητα εἶναι φωτιά πού κατακαίει, ἄν θελήσεις νά ψηλαφήσεις τή φλόγα, θά κατακάψεις τά χέρια σου χωρίς νά βρεῖς τίποτε.

Ποιός δηλαδή, ὅταν γεννήθηκε, συντάραξε τόν οὐρανό μέ τήν ὑμνωδία τῶν ἀγγέλων; Ποιός ἀνέτειλε ἄστρο καί μονάχα τούς ἀστρολόγους ἀνέδειξε θεολόγους; Ποιός ὀνομάσθηκε ἀπό τούς ἀγγέλους Κύριος, ἄν καί ἦταν στήν κοιλιά τῆς μάνας του;

Ποιός ὀνομάσθηκε μέ τό ὄνομα αὐτό πρίν ἀκόμη γεννηθεῖ; Ποιός, ἄν καί ἦταν στήν κοιλιά τῆς μάνας του, προσκυνήθηκε ποτέ μέ σκίρτημα; Ποιός, ἄν καί ἦταν στή μήτρα, δέχθηκε τό σεβασμό ἀπό αὐτούς πού ἦταν στή μήτρα; Ποιός ἕλκυσε τούς μάγους ἀπό τήν Περσία γιά νά τόν προσκυνήσουν;

Πραγματικά, εἶναι ὡραῖο νά θαυμάσουμε τήν πίστη τους. Δέν δίστασαν νά τόν προσκυνήσουν, ἄν καί εἶδαν τό σπήλαιο καί τή μεγάλη φτώχεια· διότι ἔμαθαν μέ τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὅτι γιά μᾶς Ἐκεῖνος ἔγινε φτωχός, ἄν καί ἦταν πλούσιος· ὅτι κρατάει στήν παλάμη του ὅλο τόν κόσμο, ἄν καί γεννήθηκε στό σπήλαιο· ὅτι περιβάλλει τόν οὐρανό μέ νέφη, ἄν καί περιβάλλεται μέ κουρέλια, ὅπως συνηθίζεται γιά τά νεογέννητα· ὅτι ἀναπαύεται στούς κόλπους τοῦ Θεοῦ-Πατέρα, ἄν καί ὡς ἄνθρωπος εἶναι ξαπλωμένος στή φάτνη·καί ὅτι βρίσκεται στό θρόνο τοῦ Θεοῦ-Πατέρα ἄν καί βαστάζεται στήν ἀγκάλη τῆς μητέρας.

Ἀλλά ἐμεῖς ἄς δοξάσουμε τήν ἔνσαρκη γέννηση τοῦ Κυρίου ἀπό τήν Παρθένο καί τήν προσκύνησή του ἀπό ὅλη τήν κτίση, προσφέροντας ὁλόκληρη τή ζωή μας, στόν Χριστό· στόν Ὁποῖο πρέπει ἡ δόξα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Άγιος Εφραίμ ο Σύρος

Πηγή: Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Καρέα

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Δεκ 25, 2022 11:23 am
από toula
Οικτρή η κατάσταση του κόσμου όταν ήλθε ο Χριστός

Όλες αυτές τις εξωφρενικές καταστάσεις ανέτρεψε ο ερχομός του Χριστού, κηρύσσοντας εξ αρχής την ισότητα ανδρών – γυναικών - παιδιών, πλούσιων - πτωχών, μορφωμένων – αγράμματων.
O Χριστός ήλθε στη γη όταν η ανθρωπότητα ήταν στο ηθικό, κοινωνικό και πνευματικό ναδίρ γιατί:

1.Ο Ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος, αναφέρει ότι ήταν τέτοια η ηθική κατάπτωση των Ιουδαίων την εποχή του Χριστού που αν δεν τους κατέστρεφαν οι Ρωμαϊκές Λεγεώνες, θα καταστρεφόταν όπως τα Σόδομα και τα Γόμορρα.

2.Τα παιδιά τα έπνιγαν οι ίδιοι οι γονείς ή τα πετούσαν στα θηρία και τα όρνεα χωρίς ενδοιασμό, όπως οι Ρωμαίοι ή στον καιάδα, όπως στη Σπάρτη, όταν δεν τα ήθελαν ή είχαν αναπηρίες. 3.Η ανηθικότητα, η αιμομιξία και η βασίλευαν. Οι Πέρσες έπαιρναν τις μητέρες τους για συζύγους, οι Αιγύπτιοι τις αδελφές τους, όπως οι Μουσουλμάνοι σήμερα μπορούν και παντρεύονται τις πρωτοξαδέλφες τους. 4.Οι δούλοι ήταν αντικείμενα, κατώτεροι και από τα ζώα. Σφάζονταν σαν ζώα κατά εκατοντάδες στις ειδωλολατρικές γιορτές. Στα Ρωμαϊκά συμπόσια τεμαχίζονταν και τους πετούσαν για τροφή στους Κροκόδειλους και Καρχαρίες των ρωμαϊκών επαύλεων. Τους άλειφαν με πίσσα και τους έδεναν σε πασσάλους και καίγονταν για να φωτίζουν τους κήπους των συμποσίων. Τους έβαζαν σε μονομαχίες με εγκληματίες και θηρία για να διασκεδάζουν. Ρωμαίος πλούσιος άφησε διαθήκη να θανατώσουν τους 300 δούλους του, όταν πεθάνει, όπως και έγινε. Ακόμα και ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης αποδεχόταν τη δουλεία. Το 1866 ακόμα οι Τούρκοι πουλούσαν σκλάβους και σκλάβες τους αιχμαλώτους που συλλάμβαναν στην Κρήτη.

5.Η γυναίκα ήταν ιδιοκτησία του άνδρα, αντικείμενο ηδονής, με ελάχιστα δικαιώματα. Στους Σκύθες και Ινδούς θαβόταν μαζί με τον άνδρα τους όταν πέθαινε. Οργίαζε η ιερή πορνεία και εκμετάλλευσή της. Ο ναός της Αφροδίτης στην Κόρινθο είχε 1000 ιερόδουλες (πόρνες), τις οποίες εκμεταλλευόταν το ειδωλολατρικό ιερατείο. Επιτρεπόταν η πολυγαμία και στην αρχαία Αθήνα όπως επισημαίνει ο ρήτορας Δημοσθένης: «Τις μεν εταίρες τις έχουμε για την ηδονήν, τις παλλακίδες για την περιποίηση του σώματος και τις συζύγους για να μας κάνουν γνήσια παιδιά» Δημοσθένους, κατά Νεαίρας, 59,122. Οι φιλόσοφοι όπως ο Μένανδρος, ο Ευριπίδης, ο Θαλής κ.ά τις υποτιμούσαν και τις έβριζαν αισχρά. Κατά κανόνα δεν μορφωνόταν, απαγορευόταν επί ποινή θανάτου να εισέλθουν στους ολυμπιακούς αγώνες, ήταν εσώκλειστες στα σπίτια τους.

6. Η θέση του ξένου οικτρή. Στην Αθήνα και στη Ρώμη καλωσόριζαν τους ξένους με ωραίες υποδοχές τους φιλοξενούσαν για εμπορικούς και πολιτικούς λόγους και προστάτης τους ήταν ο Ξένιος Ζευς, αλλά μέχρι εκεί. Η ξένη γυναίκα ιδιαίτερα δεν επιτρεπόταν να συμμετέχει σε απόκρυφες θυσίες υπέρ της πόλις και να μπαίνει σε ιερούς χώρους. Βλ. Δημοσθένους, Κατά Νεαίρας, 73. Η θρησκεία δεν επέτρεπε σε έναν ξένο να γίνει ιδιοκτήτης, γιατί δεν ήταν δυνατόν να κατέχει μέρος των ιερών χωμάτων της πόλης. Ο ξένος δεν επιτρεπόταν να κληρονομήσει τον πολίτη, ούτε ο πολίτης τον ξένο. Ο Σόλων στη νομοθεσία του, απαγόρευε τους θρήνους των γυναικών στις κηδείες των ξένων Πρβλ. Πλουτάρχου, Βίοι παράλληλοι-Βίος Σόλωνος, 21.

Η Αθήνα παραχωρούσε μερικές φορές το δικαίωμα του πολίτη, αλλά με έντονες επιφυλάξεις! Πρώτα, έπρεπε ο λαός να αποφασίσει με μυστική ψηφοφορία για να γίνει δεκτός ένας ξένος. Ακόμη και οι διαδικασίες για την κήρυξη ενός πολέμου ή την έγκριση ενός καινούργιου νόμου δεν ήταν τόσο σημαντικές. Η ρωμαϊκή θρησκεία δίδασκε ότι ο τάφος του σκλάβου ήταν ιερός, ενώ του ξένου όχι. Στην Αθήνα και στη Ρώμη ήταν απαραίτητο κάθε ξένος να έχει έναν προστάτη. Υπήρχαν εορτές στην αρχαία Ελλάδα, από τις οποίες μαζί με τους δολοφόνους, τους καταραμένους και τους εξόριστους ως κάτι παρόμοιο αποκλείονταν και οι ξένοι κατά τον W. Burkert, Αρχαία ελληνική θρησκεία, σ. 520. Η γυναίκα έπρεπε «να προσέχει να μη μιλάει σε ξένους» Βλ. Πλουτάρχου, Γαμικά παραγγέλματα, 31, 142d. Θεωρούσαν επίσης βέβηλο το ιερό εκείνο αντικείμενο, το οποίο είχε αγγίξει ένας ξένος και μόνο με εξιλεωτική τελετή μπορούσε να αποκτήσει πάλι τον θρησκευτικό του χαρακτήρα. Ο ξένος δεν μπορούσε να γίνει δικαστής ή ιερέας. Αν ο ξένος εισερχόταν στον ιερό χώρο, τον οποίο οι ιερείς είχαν καθορίσει για τη συγκέντρωση, τον τιμωρούσαν με θάνατο.

Όλες αυτές τις εξωφρενικές καταστάσεις ανέτρεψε ο ερχομός του Χριστού, κηρύσσοντας εξ αρχής την ισότητα ανδρών – γυναικών - παιδιών, πλούσιων - πτωχών, μορφωμένων – αγράμματων. Καλλιεργώντας την αγάπη, αλληλοβοήθεια, ηθικότητα, αγνότητα και παιανίζοντας το επαναστατικό και εξωφρενικό για τα κοινωνικά δεδομένα της εποχής του «Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ...»Γαλάτας γ,23.

Τελικά αλλοίμονο στην ανθρωπότητα αν δεν είχε έλθει ο Χριστός

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Δεκ 25, 2022 11:25 am
από toula
ΤΟ ΦΤΩΧΟ ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι: Κάπου, κάποτε, ἀκριβῶς παραμονές Χριστουγέννων, συνέβη σέ μία τεράστια πόλη καί μέ τρομερή παγωνιά.
Ἔχω τήν ἐντύπωση, λοιπόν, ὅτι ὑπῆρχε στό ὑπόγειο ἕνα ἀγόρι, ὅμως πολύ μικρό ἀκόμα, ἔξι χρονῶν ἤ μπορεῖ καί μικρότερο. Αὐτό τό ἀγόρι ξύπνησε τό πρωί μέσα σέ ἕνα ὑγρό, κρύο ὑπόγειο.

Φοροῦσε κάτι σάν ρομπάκι καί τουρτούριζε. Ἡ ἀνάσα του ἔβγαινε ἀπό τό στόμα του σάν ἄσπρος ἀχνός, κι ἐκεῖνο, καθισμένο πάνω σέ ἕνα σεντούκι στή γωνίτσα, διασκέδαζε παρατηρώντας την νά πετάει καί νά χάνεται.

Ὅμως, ἤθελε τόσο πολύ νά φάει κάτι. Εἶχε πλησιάσει κάμποσες φορές ἀπό τό πρωί τό σανιδένιο κρεβάτι, ὅπου πάνω σέ ἕνα λεπτό σάν φύλλο στρῶμα καί μέ ἕναν μπόγο γιά μαξιλάρι κειτόταν ἡ ἄρρωστη μητέρα του.

Πῶς βρέθηκε ἄραγε ἐδῶ; Θά πρέπει νά ἦρθε μέ τό ἀγοράκι της ἀπό κάποια ἄλλη πόλη καί ἀρρώστησε ξαφνικά. Τήν ἰδιοκτήτρια τῶν κρεβατιῶν τήν εἶχαν συλλάβει δύο μέρες πρίν.

Οἱ ἔνοικοι σκόρπισαν στά πόστα τους, λόγω γιορτῶν, κι ἕνας ἀκαμάτης πού ἔμεινε κειτόταν ἤδη μεθυσμένος τοῦ θανατά ὁλόκληρα εἰκοσιτετράωρα, χωρίς νά περιμένει κἄν τή γιορτή.

Στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ δωματίου βογκοῦσε μία ὀγδοντάχρονη γριούλα, πού ἔζησε κάποτε, κάπου, σάν γκουβερνάντα, καί τώρα πέθαινε μόνη, βογκώντας, μουρμουρίζοντας καί γκρινιάζοντας στό ἀγόρι, πού ἄρχισε νά φοβᾶται πιά νά πλησιάσει πρός τή γωνιά της.

Κάπου σέ μία πεζούλα ἀνακάλυψε κάτι γιά νά πιεῖ, ἀλλά δέ βρῆκε οὔτε μία κόρα ψωμί γιά νά φάει, καί πήγαινε τώρα γιά δέκατη φορά νά ξυπνήσει τή μητέρα του. Τελικά, μέσα στό σκοτάδι ἐνίωσε νά φοβᾶται: εἶχε βραδιάσει ἐδῶ καί ὥρα, ἀλλά κανείς δέν ἄναψε φῶς.

Ψηλαφώντας τό πρόσωπο τῆς μαμᾶς του, παραξενεύτηκε πού ἐκείνη δέν κουνήθηκε καθόλου καί ἦταν τόσο παγωμένη ὅσο κι ὁ τοῖχος.

«Πολύ κρύο κάνει ἐδῶ μέσα», σκέφτηκε, στάθηκε λίγο ἀκόμα, ξεχνώντας ἀσυναίσθητα τό χέρι του στόν ὦμο τῆς μακαρίτισσας, μετά χουχούλιασε τά δαχτυλάκια του, γιά νά τά ζεστάνει, καί ξαφνικά, ξετρυπώνοντας ἀπό τό κρεβάτι τό κασκετάκι του, σιγά σιγά, ψηλαφητά, βγῆκε ἀπό τό ὑπόγειο.

Θά εἶχε φύγει νωρίτερα, ἀλλά φοβόταν ἐκεῖ πάνω στή σκάλα τό μεγάλο σκυλί πού στεκόταν ὁλημερίς ἔξω ἀπό τήν πόρτα τῶν γειτόνων. Ὅμως, τώρα πιά τό σκυλί δέν ἦταν ἐκεῖ, κι αὐτός βγῆκε γρήγορα στό δρόμο.

Θεέ μου, τί πόλη ἦταν αὐτή! Ποτέ ἄλλοτε δέν εἶχε δεῖ κάτι παρόμοιο. Ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ἐρχόταν, τίς νύχτες πέφτει μαῦρο σκοτάδι, ἕνας φανοστάτης φωτίζει ὅλο τό δρόμο. Τά ξύλινα, χαμηλούτσικα σπιτάκια κλειδαμπαρώνονται μέ παντζούρια.

Ἔξω, μέ τό πού θά πάρει νά σουρουπώνει, δέ θά δεῖς κανέναν —κλείνονται ὅλοι στά σπίτια τους, καί τό μόνο πού ἀκοῦς εἶναι τό οὐρλιαχτό ἀπό ὁλόκληρα κοπάδια σκυλιῶν, ἑκατοντάδες καί χιλιάδες ἀπό αὐτά ἀλυκτοῦν καί γαβγίζουν ὅλη τή νύχτα.

Ὡστόσο, ἐκεῖ κάτω ἦταν τόσο ζεστά καί τοῦ ἔδιναν νά φάει, ἐνῶ ἐδῶ, ὤ Θεέ μου, ἄς ἔτρωγε μία στάλα! Καί τί θόρυβος καί φασαρία εἶναι αὐτή, πόσο φῶς καί πόσοι ἄνθρωποι, ἄλογα καί ἅμαξες, καί παγωνιά, παγωνιά!

Παγωμένος ἀχνός βγαίνει ἀπό τά καταπονημένα ἄλογα, ἀπό τίς καυτές ἀνάσες τους. Κάτω ἀπό τό λιωμένο χιόνι βροντοκοποῦν πάνω στήν πέτρα τά πέταλά τους, κι ὅλοι σπρώχνονται τόσο καί, ὤ Θεέ μου, πόσο θέλει νά φάει, ἕνα κομματάκι ὁτιδήποτε ἔστω, καί τά δάχτυλα ἄρχισαν ξαφνικά νά πονᾶνε τόσο.

Δίπλα του πέρασε τό ὄργανο τῆς τάξης πού ἔστρεψε ἀλλοῦ τό πρόσωπό του, γιά νά μή δεῖ τό μικρό.

Νά κι ἄλλος δρόμος, τόσο πλατύς! Ἐδῶ σίγουρα μποροῦν νά σέ ποδοπατήσουν. Πῶς φωνάζουν ὅλοι, πῶς τρέχουν καί τί φῶτα, τί φῶτα! Ὤ, αὐτό τί εἶναι; Ά, ἕνα μεγάλο τζάμι, καί πίσω ἀπό τό τζάμι ἕνα δωμάτιο, καί στό δωμάτιο ἕνα δέντρο ἴσαμε τό ταβάνι.

Εἶναι ἕνα ἔλατο, καί πάνω στό ἔλατο τόσα φωτάκια, τόσα χρυσαφένια χαρτάκια καί μῆλα καί κουκλάκια καί μικρά ἀλογάκια. Πέρα δώθε στό δωμάτιο τρέχουν παιδιά, στολισμένα καί καθαρά, γελοῦν καί παίζουν καί κάτι τρῶνε καί πίνουν.

Νά, τό κοριτσάκι ἐκεῖνο ἄρχισε νά χορεύει μέ τό ἀγοράκι, τί ὄμορφη κοπελίτσα! Ὁρίστε κι ἡ μουσική πού ἀκούγεται πίσω ἀπό τό τζάμι.

Κοιτάζει ὁ μικρός καί θαυμάζει, γελάει μάλιστα, τώρα τοῦ πονᾶνε ἤδη καί τά δαχτυλάκια τῶν ποδιῶν, ἐνῶ τῶν χεριῶν ἔγιναν πιά κατακόκκινα, δέν κλείνουν καί πονᾶνε ὅταν τά κουνάει.

Ξάφνου τό ἀγόρι θυμήθηκε ὅτι τοῦ πονᾶνε τόσο πολύ τά δάχτυλα, ἔβαλε τά κλάματα καί συνέχισε τό δρόμο του, ἀλλά νά πού πάλι βλέπει, μέσα ἀπό ἕνα ἄλλο τζάμι, ἕνα ἄλλο δωμάτιο κι ἕνα δέντρο, καί στά τραπέζια πάνω γλυκίσματα κάθε εἴδους —ἀμυγδαλωτά, κόκκινα, κίτρινα, καί κάθονται ἐκεῖ τέσσερις πλούσιες κυρίες, πού δίνουν σέ ὅσους μπαίνουν γλυκά, κι ἀνοίγει γιά μία στιγμή ἡ πόρτα καί μπαίνουν ἀπ’ ἔξω κάμποσοι κύριοι.

Πλησίασε στά κλεφτά ὁ μικρός, ἄνοιξε τήν πόρτα καί μπῆκε. Ὄχ, τί φωνές ἦταν αὐτές καί τί χειρονομίες!

Μία κυρία ἔτρεξε γρήγορα, τοῦ ἔβαλε στό χέρι ἕνα καπίκι καί τοῦ ἄνοιξε τήν πόρτα γιά νά βγεῖ. Πόσο φοβήθηκε ὁ μικρός! Τό καπίκι τοῦ ἔπεσε τήν ἴδια στιγμή καί κύλησε πάνω στά σκαλοπάτια, γιατί δέν μποροῦσε, βλέπετε, νά κλείσει τά κόκκινα δάχτυλά του καί νά τό σφίξει.

Τό ἔβαλε στά πόδια ὁ μικρός κι ἔτρεξε, ὅσο πιό γρήγορα μποροῦσε, χωρίς νά ξέρει πρός τά ποῦ. Πάλι θέλει νά κλάψει, ἀλλά φοβᾶται, καί τρέχει, τρέχει χουχουλιάζοντας τά χεράκια του. Τότε τόν πιάνει μία θλίψη, γιατί ξαφνικά ἔνιωσε τόσο μόνος καί τόσο ἀπαίσια.

Ὅμως, ξάφνου, Θεέ καί Κύριε! Τί εἶναι αὐτό πάλι; Ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων στέκεται καί κάτι κοιτάζει: σέ ἕνα παράθυρο, πίσω ἀπό τό τζάμι, τρεῖς κοῦκλες, μικρές, μέ κόκκινα καί πράσινα ρουχαλάκια, καί ἐντελῶς σάν ζωντανές!

Ἕνα γεροντάκι κάθεται καί σάν νά παίζει ἕνα μεγάλο βιολί, δύο ἄλλοι στέκονται ὄρθιοι καί παίζουν μικρότερα βιολιά, καί κουνᾶνε τά κεφάλια τους μέ ρυθμό, κι ἔπειτα κοιτᾶνε ὁ ἕνας τόν ἄλλο καί τά χείλη τούς κουνιοῦνται, μιλᾶνε, πραγματικά μιλᾶνε, μόνο πού λόγω τοῦ τζαμιοῦ δέν ἀκούγονται.

Στήν ἀρχή ὁ μικρός σκέφτηκε ὅτι εἶναι ζωντανοί, ἀλλά, μόλις κατάλαβε ὅτι εἶναι κοῦκλες, ἔβαλε τά γέλια. Δέν εἶχε δεῖ ποτέ τέτοιες κοῦκλες καί δέν ἤξερε κἄν ὅτι ὑπάρχουν τέτοιες! Τοῦ ἔρχεται νά κλάψει, ἀλλά εἶναι τόσο ἀστεῖες αὐτές οἱ κοῦκλες.

Ξάφνου τοῦ φάνηκε ὅτι κάποιος πίσω του τόν ἅρπαξε ἀπό τό ρομπάκι του: ἕνα ψηλό κακιωμένο ἀγόρι στάθηκε δίπλα του, τοῦ ἔδωσε μία καρπαζιά, τοῦ πέταξε τό κασκέτο καί τοῦ ἔχωσε μία κλοτσιά.

Κυλίστηκε ὁ μικρός στό ἔδαφος, κάποιοι ἔβαλαν τίς φωνές, τά ἔχασε τότε, πετάχτηκε πάνω καί ὅπου φύγει φύγει, μέχρι πού ἔφτασε κάπου, ἄγνωστο ποῦ, σέ μία αὐλή, μία ἄγνωστη αὐλή. Στάθηκε νά πάρει ἀνάσα πίσω ἀπό ἕνα σωρό ξύλων. «Ἐδῶ δέ θά μέ βροῦν, εἶναι κατασκότεινα».

Κάθισε μαζεμένος, χωρίς νά μπορεῖ νά συνέλθει ἀπό τό φόβο, καί τότε ἀπρόσμενα, ἐντελῶς ἀπρόσμενα, ἐνίωσε τόσο εὐχάριστα: τά χεράκια καί τά ποδαράκια τοῦ σταμάτησαν νά πονᾶνε κι αἰσθάνθηκε μία τέτοια ζεστασιά, τέτοια ζεστασιά, σάν νά βρισκόταν δίπλα στή σόμπα.

Νάτος, τρεμουλιάζει ὁλόκληρος, ἄχ, μά ναί, μοιάζει νά ἀποκοιμιέται! Τί ὡραῖα νά κοιμόταν ἐδῶ: «Θά κάτσω λίγο καί θά πάω νά δῶ πάλι τίς κοῦκλες», σκέφτηκε ὁ μικρός καί χαμογέλασε, φέρνοντάς τες στό μυαλό του, ἐντελῶς σάν ἀληθινές!…

Ἀλλά τότε ἄκουσε τή μητέρα του νά τοῦ τραγουδάει ἕνα νανούρισμα. «Μαμάκα, κοιμᾶμαι, ἄχ, τί ὡραία κοιμᾶμαι ἐδῶ πέρα!»

«Πᾶμε σπίτι μου, στό χριστουγεννιάτικο δέντρο, ἀγοράκι», ψιθύρισε ἀπό πάνω του μία σιγανή φωνή.

Σκέφτηκε ὅτι θά ἦταν ἡ μητέρα του, ἀλλά ὄχι, δέν ἦταν. Ποιός εἶναι αὐτός πού τόν καλεῖ, δέν τόν βλέπει, ὅμως ναί, κάποιος ἔσκυψε πάνω του καί τόν ἀγκαλίασε μέσα στό σκοτάδι, καί ὁ μικρός του ἔτεινε τό χέρι καί… καί τότε, ὤ, τί φῶς! Ὤ, τί ἔλατο εἶναι αὐτό!

Μά δέν εἶναι κἄν ἔλατο, τέτοια δέντρα δέν εἶχε ξαναδεῖ ποτέ! Ποῦ βρίσκεται τώρα; Ὅλα λάμπουν, ὅλα ἀκτινοβολοῦν καί γύρω τόσες κοῦκλες, ἀγοράκια καί κοριτσάκια, τόσο λαμπερά, ὅλο στριφογυρνᾶνε γύρω του, πετᾶνε, τόν φιλᾶνε, τόν πιάνουν ἀπό τό χέρι, τόν παίρνουν μαζί τους, ναί, τώρα πετάει κι ὁ ἴδιος, καί βλέπει τή μητέρα του νά τόν κοιτάζει καί νά τοῦ χαμογελάει τόσο χαρούμενη.

«Μαμά! Μαμά! Ἄχ, τί ὡραῖα πού εἶναι ἐδῶ, μαμά!» τῆς φωνάζει ὁ μικρός καί ξαναφιλιέται μέ τά παιδάκια καί θέλει νά τούς μιλήσει ἀμέσως γιά τίς κοῦκλες ἐκεῖνες πίσω ἀπό τό τζάμι. «Ποιά εἶστε ἐσεῖς, ἀγοράκια; Ποιές εἶστε ἐσεῖς, κοριτσάκια;» ρωτάει γελώντας καί ἀγκαλιάζοντάς τα.

«Αὐτό εἶναι τό Δέντρο τοῦ Χριστοῦ», τοῦ ἀπαντᾶνε. «Στό σπίτι τοῦ Χριστοῦ πάντα τή μέρα αὐτή ὑπάρχει ἕνα δέντρο γιά τά μικρά παιδάκια πού δέν ἔχουν δικά τους δέντρα…»

Ἔμαθε τότε ὅτι τά ἀγοράκια καί τά κοριτσάκια ἦταν παιδάκια σάν κι αὐτόν, πού κάποια ξεπάγιασαν μέσα στά καλαθάκια τους, ὅταν τά ἐγκατέλειψαν στά σκαλιά τῶν σπιτιῶν τῶν ἀξιωματούχων τῆς Πετρούπολης, ἄλλα πέθαναν στό βρεφοκομεῖο, κάποια τρίτα ξεψύχισαν πάνω στό στεγνό στῆθος τῆς μητέρας τους (τήν ἐποχή τοῦ λοιμοῦ τῆς Σαμάρας), καί κάποια ἄλλα ἔσκασαν στά βαγόνια τῆς τρίτης θέσης ἀπό τίς ἀναθυμιάσεις, κι ὅλα εἶναι τώρα ἐδῶ, ὅλα εἶναι τώρα ἄγγελοι, κοντά στόν Χριστό, κι Ἐκεῖνος, ἀνάμεσά τους, τούς ἁπλώνει τό χέρι καί τά εὐλογεῖ, ὅπως καί τίς ἁμαρτωλές μητέρες τους…

Ναί, οἱ μητέρες τῶν παιδιῶν στέκονται ἐδῶ δίπλα στήν ἀκρούλα καί κλαῖνε. Ὅλες ἀναγνωρίζουν τό ἀγοράκι τους ἤ τό κοριτσάκι τους, τό πλησιάζουν καί τό φιλᾶνε, τοῦ σκουπίζουν τά δάκρυα μέ τά χέρια τους καί τοῦ ζητᾶνε νά μήν κλαίει, γιατί ἐδῶ εἶναι καλά τώρα…

Κάτω, τό πρωί, οἱ ὁδοκαθαριστές βρῆκαν τό μικρό πτωματάκι τοῦ ξεπαγιασμένου ἀγοριοῦ πίσω ἀπό τά ξύλα. Ἀναζήτησαν καί τή μητέρα του… Ἐκείνη εἶχε πεθάνει νωρίτερα. Συναντήθηκαν κοντά στόν Κύριο καί Θεό, στούς οὐρανούς.

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: “Τά Χριστούγεννα ἑνός ἀγοριού” .Ἀπό τό ἡμερολόγιο τοῦ συγγραφέα

Πηγή: Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Καρέα